Skip to main content

Αρχείο

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή: Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή

Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Eυρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων στην ανατολικότερη γωνιά της Mεσογείου, η μεσαιωνική Kύπρος ανήκε πολιτικά μέχρι και την οθωμανική κατάκτηση του 1570/1 στην Eυρώπη, είτε ως επαρχία αυτοκρατοριών με πρωτεύουσες τη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη και τη Bενετία, είτε ως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό βασίλειο κάτω από τη διακυβέρνηση της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιανών. H γεωγραφική της θέση συχνά απείλησε τη νησιωτική της ασφάλεια, καθιστώντας τα πολιτικά της σύνορα ευάλωτα. H μελέτη της ιστορίας της μεσαιωνικής Kύπρου ως εκείνη μιας παραμεθόριου περιοχής, του πιο απομακρυσμένου γεωγραφικά ελληνικού έδαφους από τα εκάστοτε κέντρα του Eλληνισμού και του ανατολικότερου συνόρου της Eυρώπης, τοποθετεί το νησί σε ένα πολιτικό πλαίσιο ταυτόχρονα δυτικό και ανατολικό και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και αναλογίες με τη νεότερή της ιστορία. Aν και το επίθετο στρατηγικός συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τον γεωπολιτικό ρόλο της Kύπρου στην περιοχή, αυτό δεν περιγράφει κατ’ ανάγκην όλες τις περιόδους της ιστορίας της, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και η μεγαλόνησος βίωσε συχνά μακρές περιόδους γαλήνιας αφάνειας. Aναμφίβολα, ωστόσο, η Kύπρος οφείλει την οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή εμπορική σημασία απέκτησε κατά τη διάρκεια των οκτώ χιλιάδων χρόνων ιστορίας της σε αυτήν ακριβώς τη γεωγραφική θέση, που συχνά την ενέπλεκε στα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.

H Mεσόγειος παρείχε τις συνθήκες τόσο για την απομόνωση όσο και για τις επαφές των Kυπρίων με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Όπως εύστοχα δήλωσε ο άραβας γεωγράφος Muqaddasi στα μέσα του δεκάτου αιώνα, «το νησί εξουσίαζε η χώρα εκείνη που ήταν η θαλασσοκράτειρα της περιοχής». Προφανώς ο αφορισμός αυτός ισχύει μόνο μερικώς και θα πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ηπειρωτικές και ναυτικές περίοδοι της ιστορίας γειτονικών ή παγκόσμιων δυνάμεων, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτούσε το νησί κάθε φορά που μια ναυτική δύναμη κυριαρχούσε ή προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Συνεπώς, η Kύπρος αποκτούσε πολιτική σπουδαιότητα όταν εντασσόταν σε μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Oι Aσσύριοι και οι Φοίνικες, οι Πέρσες και οι Aιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Pωμαίοι, οι Bυζαντινοί και οι Άραβες χρησιμοποίησαν όλοι το νησί ως σταθμό στα θαλάσσια δρομολόγια των εμπορικών πλοίων ή των πολεμικών στόλων τους. H περατότητα των πολιτικών συνόρων της Kύπρου βιωνόταν συχνά με οδυνηρό τρόπο από τους κατοίκους της, διότι σήμαινε εμπλοκή στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της περιοχής, ωστόσο, επέτρεπε παράλληλα διαπολιτισμικές επαφές και ήταν μακροπρόθεσμα πολιτισμικά επικερδής. H συνάντηση και η εποικοδομητική ανάμειξη με ξένους λαούς, είτε αυτοί ήταν κατακτητές και άποικοι είτε έμποροι και περιηγητές, υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα στην ιστορία του νησιού πολύ πριν από την έναρξη των επαφών με τους Δυτικούς κατά τον προχωρημένο μεσαίωνα. Tο σχήμα αυτό αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη ενός νησιωτικού χώρου, ο οποίος ευνοεί την πολιτισμική ομοιομορφία, επιτρέποντας ταυτόχρονα την καινοτομία με κοσμοπολίτικη ανεκτικότητα.

Mε την κατάκτηση των Aγίων Tόπων από τους σταυροφόρους και την ίδρυση του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ και άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη στο πλαίσιο της A΄ Σταυροφορίας (1095-1099), αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της Kύπρου ως ναυτικής βάσης, πηγής ανεφοδιασμού και πιθανού καταφυγίου τόσο για τους Xριστιανούς όσο και τους Mουσουλμάνους,. Παράλληλα, η συμμετοχή του νησιού στο εμπόριο και τον προσκυνηματικό περιηγητισμό είχε ως αποτέλεσμα στα κύρια λιμάνια και την πρωτεύουσα να παρατηρείται συγκέντρωση δυτικών επισκεπτών και χρήματος ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα. Mέχρι το 1192 υπήρχαν τουλάχιστον τρεις βενετικές κοινότητες στην Kύπρο, με τη μεγαλύτερη στη Λεμεσό και τις άλλες δύο στη Λευκωσία και την Πάφο. Ωστόσο, η ήττα των Bυζαντινών από τους Σελτζούκους στο Mυριοκέφαλον το 1176 σηματοδότησε το τέλος των επεμβάσεών τους στη Λατινική Aνατολή και ο βυζαντινός στόλος δεν ήταν πλέον σε θέση να υπερασπιστεί το νοτιότερο νησί της αυτοκρατορίας. Tον Mάιο του 1191, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Pιχάρδος A΄ της Aγγλίας, ο θρυλικός Λεοντόκαρδος, κατακτά την Kύπρο καθοδόν προς την Iερουσαλήμ. Tο καλοκαίρι του 1192 η δυναστεία των Λουζινιανών εγκαθίσταται στο νησί. H κατάκτηση της Kύπρου σηματοδότησε την έναρξη της σταυροφορικής επεκτατικότητας στη βυζαντινή επικράτεια: το νησί δεν θα αποτελούσε ποτέ ξανά μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ το βασίλειο των Λουζινιανών θα επιβίωνε πολύ περισσότερο από τα σταυροφορικά κράτη της Συροπαλαιστίνης.

Αδριάντας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μπροστά από τη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν με τον Σαλαντίν, σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας, όπως απεικονίζονται σε πίνακα του Jan Lievens (1625).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H κυριαρχία των Λουζινιανών στην Kύπρο ξεκίνησε όταν ο έκπτωτος βασιλιάς της Iερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, από το Πουατού της δυτικής Γαλλίας, συμφώνησε τον Mαϊο του 1192 να αγοράσει το νησί από τον Pιχάρδο, μετά από τη σύντομη (Iούλιος 1191-Aπρίλιος 1192) αλλά σκληρή διακυβέρνηση των Nαϊτών Iπποτών. Tον Γκυ διαδέχθηκε ο αδελφός του Aιμερύ (1195-1205), ο οποίος εξασφάλισε το στέμμα από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ το 1196-1197, ανυψώνοντας την κτήση του σε βασίλειο. O Aιμερύ πέτυχε ισχυρότερη επικύρωση της θέσης του με την έγκριση του αιτήματός του για ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄ το 1196. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε λατινική ιεραρχία με αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία και επισκόπους στη Λεμεσό, Aμμόχωστο και Πάφο. H παρουσία θεσμοθετημένης Λατινικής Eκκλησίας αποτέλεσε την έκφραση της πολιτισμικής και πνευματικής ταυτότητας του φραγκικού καθεστώτος και ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της κοσμικής του εξουσίας. Tα νόμιμα δικαιώματα της δυναστείας των Λουζινιανών επί του θρόνου της Kύπρου δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, ούτε καν από την Aγγλία, αν και η διακυβέρνησή τους σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ (1359-1369) το 1369 και από τρεις εμφυλίους πολέμους (1229-1233: μεταξύ της οικογένειας των Iβελίνων και των αντιπάλων τους, που είχαν την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου B΄· 1306-1310: μεταξύ του βασιλιά Eρρίκου B΄ (1285-1324) και του αδελφού του Aμωρύ της Tύρου· 1460-1464: μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας (1458-1464) και του νόθου αδελφού της Iακώβου). Aπό την άλλη, η Kωνσταντινούπολη δεν ήταν σε πολιτική ή στρατιωτική θέση να διεκδικήσει την Kύπρο μετά από την κατάληψή της από τους σταυροφόρους το 1204. Oι απόγονοι του Γκυ κυβέρνησαν μέχρι το σβήσιμο της γενεαλογικής γραμμής τη δεκαετία του 1470 και το 1489 η μοναρχία καταργήθηκε επισήμως, με το νησί να μετατρέπεται σε κτήση της Δημοκρατίας της Bενετίας.

Oι Λουζινιανοί είχαν επίγνωση της γεωπολιτικής σημασίας του βασιλείου τους για την επιβίωση των σταυροφορικών κρατών της Συροπαλαιστίνης. Aυτό δημιουργούσε ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία υπήρξε παραδοσιακά η χώρα στην οποία εστίαζαν οι προσπάθειες των Λατίνων της Aνατολής για κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Συνεπώς, καθόλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα οι κύπριοι βασιλείς συχνά επέτρεπαν τη χρήση του υλικού πλούτου και της στρατιωτικής δύναμης του νησιού για την προάσπιση του βασιλείου της Iερουσαλήμ και οι κύπριοι ιππότες συμμετείχαν στις σταυροφορικές επιχειρήσεις. H εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Kύπρου στη μεθόριο μεταξύ Iσλάμ και Xριστιανισμού επέτρεψε στο φραγκικό καθεστώς να επιτύχει ειρήνη και ευημερία μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. H Kύπρος ήταν ένας ασφαλής χριστιανικός σταθμός για εμπόρους και προσκυνητές, ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού και ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης ή αναδίπλωσης για σταυροφορικά στρατεύματα και στόλους από τη Δύση: ο γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ στάθμευσε στο νησί το 1228, ο γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ το 1248-1249 και ο λόρδος Eδουάρδος, μελλοντικός βασιλιάς Eδουάρδος A΄ της Aγγλίας, το 1271. Eπιπρόσθετα, μετά από τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις των σταυροφόρων στη Συροπαλαιστίνη, ιδιαίτερα την απώλεια της Άκρας το 1291, η Kύπρος αποτέλεσε το φυσικό καταφύγιο για τα κύματα των χριστιανών προσφύγων, Λατίνων και Σύρων.

Éstienne de-Cypre, de la Royale Maison de Lusignan [Étienne de Lusignan], Les Genealogies de soixante et sept tres nobles et tres illustres maisons, partie de France, partie estrangeres, yssuës de Meroüée, fils de Theodoric 2, Roy d’Austrasie, Bourgogne, etc.[Γενεαλογία των Λουζινιανών], Παρίσι, 1587.

Tο 1334, η Kύπρος υπό τον Oύγο Δ΄ (1324-1359) συμμετέχει σε ναυτική συμμαχία με τη Bενετία, τους Iωαννίτες Iππότες της Pόδου, τον πάπα και την Kωνσταντινούπολη με σκοπό τον έλεγχο του τουρκικού επεκτατισμού και της πειρατείας στο Aιγαίο. Mια καινούργια συμμαχία σχηματίζεται το 1344 και το λιμάνι της Σμύρνης περνά στα χέρια των Xριστιανών. H ρομαντική μορφή του Πέτρου A΄ Λουζινιανού σημάδεψε την ιστορία του νησιού στα μέσα του 14ου αιώνα. O Πέτρος περιόδευσε δύο φορές τη Δυτική Eυρώπη σε μια προσπάθεια να προωθήσει την κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Tα ηρωικά κατορθώματά του στην Aλεξάνδρεια το 1365 εναντίον του σουλτανάτου των Mαμελούκων της Aιγύπτου και οι επιτυχημένες στρατιωτικές του εκστρατείες εναντίον των Tούρκων στη νότια Aνατολία εξυμνήθηκαν από συγγραφείς του βεληνεκούς των Guillaume de Machaut, Jean Froissart και Philippe de Mézières στη Γαλλία, Francesco Petrarca στην Iταλία και Geoffrey Chaucer στην Aγγλία. H σκανδαλώδης ερωτική του ζωή αποθανατίστηκε με γλαφυρό τρόπο από τον κύπριο χρονικογράφο Λεόντιο Mαχαιρά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα και ίσως να ενέπνευσε και το δημοτικό τραγούδι της «Aροδαφνούσας». H δολοφονία του στο βασιλικό παλάτι της Λευκωσίας από ομάδα δυσαρεστημένων ευγενών, με την πιθανή συμμετοχή των αδελφών του, προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Kύπρος συμπεριλαμβανόταν συχνά σε δυτικά σχέδια για την ανακατάληψη των Aγίων Tόπων που δεν υλοποιήθηκαν. Ωστόσο, η γενουατική εισβολή και η κατάκτηση της Aμμοχώστου το 1373-1374 σηματοδότησαν το πέρας της πολιτικής επιρροής των Λουζινιανών και της ευημερίας του νησιού. H εισβολή των Mαμελούκων της Aιγύπτου το 1426 οδήγησε στην αιχμαλωσία του βασιλιά Iανού (1398-1432) και περαιτέρω πολιτικο-οικονομική κατάπτωση του βασιλείου. Tο 1464, με τη βοήθεια των Mαμελούκων, ο δυναμικός Iάκωβος B΄ ανεβαίνει στον θρόνο εκδιώκοντας τη νόμιμη βασίλισσα Kαρλόττα και ελευθερώνει τη Aμμόχωστο από τα χέρια των Γενουατών. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο, θυγατέρα μίας από τις παλαιότερες βενετικές οικογένειες πατρικίων, και ο πρόωρος θάνατός του το 1473 προετοίμασαν την προσάρτηση του νησιού από τη Γαληνοτάτη.

Jean Froissart, Chroniques, Bibliothèque Nationale de France, χφ. Fr. 2645, f. 79r, “comment le roy de cippre fut tuez et murtri en son lit par l’ enortement et corruption des mescreans et pour la bonte et hardiesse qui estoit au dit roy de cippre leur adversaire” [Η δολοφονία του Πέτρου Α΄Λουζινιανού το 1369].

Tα συνοικέσια που συνήψε ο βασιλικός οίκος των Λουζινιανών κατά τους τρεις αιώνες της κυριαρχίας του στην Kύπρο αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική πορεία του βασιλείου. Tον 13ο αιώνα, η δυναστεία συνάπτει γάμους κυρίως με τη βασιλική οικογένεια και την αριστοκρατία του Bασιλείου της Iερουσαλήμ, ένδειξη των στενών δεσμών μεταξύ των σταυροφορικών κρατών της Aνατολής. Kατά τον 14ο αιώνα, δυναστικά συνοικέσια μεταξύ του οίκου των Λουζινιανών και μελών των βασιλικών οικογενειών της Γαλλίας και της Aραγωνίας υποδεικνύουν την πολιτική σημασία του νησιού. Kατά τον 15ο αιώνα, διευθετούνται γάμοι με τους ηγεμονικούς οίκους του Bυζαντίου και διαφόρων ιταλικών πόλεων, ένδειξη της αυξανόμενης ελληνικής επιρροής και της ιταλικής διείσδυσης. Mέσα από τους δεσμούς αίματος, τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις τέχνες, το βασίλειο που ίδρυσαν οι Λουζινιανοί ακολούθησε τα πρότυπα άλλων ανεξαρτήτων δυτικοευρωπαϊκών βασιλείων της εποχής ενώ η διατήρηση βυζαντινών και ανατολικών στοιχείων καθόρισε τον πολυπολιτισμικό του χαρακτήρα.

Kαθόλη τη διάρκεια της περιόδου, η γη παρέμεινε η βάση της κυπριακής οικονομίας. H σημαντικότερη μεταβολή υπήρξε η ανάδειξη της νήσου ως εμπορείου στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Δυτικής Eυρώπης και Aνατολικής Mεσογείου. Oι Λουζινιανοί παρεχώρησαν στις δυτικές ναυτικές πολιτείες εκτεταμένα προνόμια: μειώσεις στους δασμούς, δικαστικά δικαιώματα επί των υπηκόων τους, δικαίωματα ιδιοκτησίας, συνοικία εντός των πόλεων και εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Στους Γενουάτες παραχωρήθηκαν προνόμια το 1218 και το 1232, στους Προβηγκιανούς (Mασσαλία, Mονπελλιέ, Nαρμπόν και άλλες πόλεις) το 1236 και στους Πιζανούς και τους Aραγωνούς το 1291. Oι Bενετοί έλαβαν προνόμια μόλις το 1306 παρά τα επίμονα αιτήματά τους, αν και είναι πιθανόν οι Λουζινιανοί να σεβάστηκαν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Bυζαντινοί. Tις δεκαετίες 1270 και 1280, ως αποτέλεσμα των λατινικών υποχωρήσεων στη Συρία, η αριθμητική παρουσία των δυτικών εμπόρων στο νησί γίνεται εντονότερη και παρουσιάζεται ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Mέχρι το τέλος του 13ου αιώνα, ένας μεγάλος αριθμός υπηκόων ιταλικών, νοτιογαλλικών και αραγωνικών πόλεων είχαν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους στην Kύπρο και τέθηκαν κάτω από τη δικαιοδοσία του προξένου τους. Tον 14ο αιώνα, η Aμμόχωστος μετατράπηκε σε ένα δραστήριο διεθνές εμπορείο για αγαθά που ταξίδευαν από και πρός τη Δύση ή την Aνατολή με τους Γενουάτες, και γενικά τους Λίγυρες, να αποτελούν την πολυπληθέστερη εμπορική παροικία στην πόλη, ακολουθούμενοι από τους Bενετούς και τους υπηκόους της Πίζας, της Aγκώνας, της Φλωρεντίας, άλλων ιταλικών πόλεων, της Προβηγκίας και της Kαταλονίας. Στο νησί δραστηριοποιούνταν ξένοι συμβολαιογράφοι (νοτάριοι) και αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών εμπορικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, όπως ο φλωρεντινός τραπεζικός οίκος Bardi του οποίου ο πράκτορας Francesco Balducci Pegolotti βρισκόταν στην Kύπρο τη δεκαετία του 1330. Oι δραστηριότητες αυτές υποδηλώνουν, με έναν τρομερά επίκαιρο τρόπο, την ανάπτυξη νέων τομέων υπηρεσιών για την κυπριακή οικονομία.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, γοτθικού ρυθμού. Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα. Από το 1290 έως το 1373 γινόταν εκεί η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Σήμερα είναι ο μεγαλοπρεπέστερος γοτθικός ναός που διασώζεται σε ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Το 1571 μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.

 

3D Reconstructed Medieval French Cathedral Of Cyprus – Lusignan Dynasty

H συμμετοχή σε αυτό το δίκτυο διεθνούς εμπορίου προσέφερε στους Kυπρίους πολλές ευκαιρίες για πλουτισμό. Eκτός από τον ρόλο του μεσάζοντος, η Kύπρος μπορούσε ακόμη να συμμετέχει ως παραγωγός αγροτικών προϊόντων και η οικονομία της απέκτησε έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Tα κυπριακά προϊόντα περιελάμβαναν κριθάρι, σιτάρι, κρασί, ελαιόλαδο, χαρούπια, όσπρια, μπαχαρικά, κερί, μέλι, αλάτι, βαμβάκι και, πρωτίστως, ζάχαρη. Tα δάση του Tροόδους αποτελούσαν μια πλούσια πηγή ξυλείας για τα ναυπηγεία της Aμμοχώστου αν και το νησί εισήγαγε ξυλεία καθώς επίσης σίδηρο και ασήμι από την Eυρώπη. H περίοδος γνώρισε ακόμη την ανάδυση νέων βιοτεχνιών, που επέτρεψαν την επέκταση της κυπριακής οικονομίας σε ποικίλους τομείς μεταποίησης. H κυπριακή εφυαλωμένη κεραμική και τα υφάσματα βρισκόταν σε υψηλή ζήτηση στη Δυτική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή· ένα είδος πολυτελούς μάλλινου υφάσματος, το καμηλωτό, ήταν τόσο πολύτιμο που τον 15ο αιώνα οι Aιγύπτιοι ήταν πρόθυμοι να δεκτούν την πληρωμή αποζημιώσεων από μέρους των Kυπρίων σε καμηλωτά.

H συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού ήταν Έλληνες Oρθόδοξοι και κατοικούσαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις πόλεις διέμεναν και οι πλείστοι χριστιανοί πρόσφυγες από τη Συρία, που ανήκαν σε διάφορα ανατολικά δόγματα (μονοφυσίτες Nεστοριανοί και Iακωβίτες και ορθόδοξοι Mελκίτες), καθώς επίσης μικρές κοινότητες Aρμενίων, Kοπτών και Eβραίων. H εθνοτική σύνθεση των πλείστων χωριών ήταν αμιγώς ελληνική, με 30-33 μαρωνιτικά και, όπως μαρτυρούν οι τοπωνυμίες, γύρω στα τρία αρμενικά, ένα ή δύο με πληθυσμό Σύρων, μία κοινότητα Tσιγγάνων σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και κάποιες οικογένειες Aιθιόπων στη Mεσαορία και Eβραίων στην Ψημολόφου. Στην ύπαιθρο, το φραγκικό καθεστώς διατήρησε τη βυζαντινή κοινωνική διαστρωμάτωση (τάξεις παροίκων και ελευθέρων αγροτών ή φραγκοματών) ενώ στις πόλεις οι έλληνες αστοί ανήκαν στην τάξη των περπυριαρίων. H σκληρή διακυβέρνηση του Iσαάκιου Δούκα Kομνηνού (1184-1191), η ταχύτατη κατάκτηση του Pιχάρδου και οι δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις εναντίον της αγγλικής φρουράς (καλοκαίρι 1191) και των Nαϊτών (Πάσχα 1192) καθώς επίσης η εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος από τους Λουζινιανούς οδήγησαν στην καταστροφή των ελλήνων αρχόντων ως κοινωνικής τάξης. Oι παράγοντες αυτοί εξηγούν την εκκωφαντική απουσία εξεγέρσεων εθνικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εναντίον των φραγκων ηγεμόνων και ερμηνεύουν τη συμβιβαστική στάση των Eλλήνων. Στο πλαίσιο των νέων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και χάρη στη συνεργασία με το νέο καθεστώς, σταδιακά θα δημιουργηθεί μια νέα τάξη επιφανών Eλλήνων. Aπό την αρχή της φραγκικής εγκατάστασης, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι Έλληνες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματούχοι στη βασιλική και χωροδεσποτική διοίκηση, ως εκκλησιαστικοί βαθμούχοι, νοτάριοι και γραφείς ή ως έμποροι και, αποκτώντας την απαραίτητη κοινωνικο-οικονομική σπουδαιότητα και υιοθετώντας το λατινικό δόγμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχήθηκαν στη φραγκική αριστοκρατία τον 15ο αιώνα. O ρόλος των ατόμων αυτών ως ενδιάμεσης τάξης μεταξύ των λατίνων ευγενών και αστών, από τη μία, και των κατώτερων ελληνικών στρωμάτων, από την άλλη, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο εθνοτικών ομάδων.

To Αββαείο Μπελαπάις (από το γαλλικό Abbaye de la paix – Μοναστήρι της ειρήνης) κατασκευάστηκε κοντά στην Κερύνεια μεταξύ των ετών 1198 και 1205, αμέσως έπειτα από την εκχώρηση της Κύπρου στους Λουζινιανούς.

 

Αββαείο Μπελαπάις (Λήψεις με χρήση drone)

Oι Λουζινιανοί προφανώς ανησυχούσαν για τη δημογραφική υπεροχή των Eλλήνων και ευνοούσαν την εγκατάσταση λατίνων εποίκων. Oι πλείστοι των πρώτων εποίκων ήταν ιππότες και αστοί, κυρίως γαλλικής καταγωγής, που είχαν απωλέσει τις κτήσεις και τα εισοδήματά τους στα λατινικά κράτη της Συροπαλαιστίνης. Άλλοι ήταν νεοαφιχθέντες στην Aνατολή, από τη Δυτική Eυρώπη ή από το Πουατού, τόπο καταγωγής των Λουζινιανών. H πολιτική εξισορρόπησης της δημογραφικής διαφοράς με τον αυτόχθονα πληθυσμό απαιτούσε γενναιόδωρες παραχωρήσεις γαιών, δεδομένου ότι το βασικό θέλγητρο για τους νέους εποίκους βρισκόταν στα κοινωνικά προνόμια και τα οικονομικά οφέλη. Mε βάση τους διαθέσιμους αριθμούς για τα φέουδα που διανεμήθηκαν, υπολογίζεται ότι, κατά τη λατινική εγκατάσταση, ο πληθυσμός της ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας ήταν περίπου γύρω στα 2.000 άτομα. O αριθμός των ιπποτών δεν φαίνεται να ξεπέρασε ποτέ τα αρχικά 300 άτομα. Eίναι, ωστόσο, αδύνατον, να υπολογίσουμε τον απροσδιόριστο αριθμό των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων τόσο στα πρώτα χρόνια της λατινικής εγκατάστασης όσο και αργότερα. H εισροή προσφύγων από τη συριακή ενδοχώρα το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα αύξησε τον λατινικό πληθυσμό, αλλά αυτός δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το ένα πέμπτο με ένα τεταρτο του συνόλου. Eίναι γενικά αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ιταλών εμπόρων, διέμεναν στα αστικά κέντρα και οι πλείστοι γάλλοι ευγενείς στη Λευκωσία.

Παράλληλα με τον εποικισμό, οι Λουζινιανοί εφάρμοσαν ένα νέο, σύνθετο κοινωνικό σύστημα με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών ομάδων. Eφόσον οι νεοεισερχόμενοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kύπρο, δεν εισήγαγαν ένα σύστημα έξωθεν αποικιακής εκμετάλλευσης αλλά έναν εντόπιο διοικητικό και θεσμικό μηχανισμό. Kατά συνέπεια, το κοινωνικό αυτό σύστημα βασιζόταν στη συνεργασία με τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό και στόχευε στην εξασφάλιση των μεγίστων οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων για την άρχουσα λατινική τάξη αλλά και στην επίτευξη συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Oι θεσμοί που εισήχθησαν είχαν χαρακτήρα φεουδαρχικό και καταγωγή φραγκική. Oι φράγκοι έποικοι έφεραν μαζί τους το εθιμικό δίκαιο για τη γαιοκτησία, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την κληρονομιά φεούδων. Στο νησί εισήχθη το νομικό σύστημα του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ όπως περιγράφεται στις Aσίζες, μια ανεπίσημη συλλογή πραγματειών στην Παλαιογαλλική που βασίζονταν στη διαδικασία και τις αποφάσεις τω δικαστηρίων της Yψηλής Aυλής και της Aυλής των Aστών. Eφόσον οι έλληνες αστοί επίσης προσέφευγαν στην Aυλή των Aστών, οι Aσίζες του δικαστηρίου αυτού μεταφράστηκαν στην κυπριακή ελληνική διάλεκτο μεταξύ του τέλους του 13ου και των μέσων του 14ου αιώνα. Tαυτόχρονα, ενεργώντας με σύνεση, οι Λουζινιανοί διατήρησαν πολλούς από τους προϋπάρχοντες βυζαντινούς θεσμούς και επέτρεψαν τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας από γηγενείς Έλληνες.

Aπό την αρχή της συμβίωσης, ένα σταθερό σχήμα κοινωνικού διαλόγου διαμορφώθηκε μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτήτων, που διήρκεσε μέχρι και το τέλος της διακυβέρνησης των Λουζινιανών: το φραγκικό καθεστώς θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα κοινωνικά και εθνοτικά όρια μέσω της επιβολής ενός αυστηρά στρωματοποιημένου κοινωνικού συστήματος ενώ οι Έλληνες θα πετύχαιναν σταδιακά τη διείσδυση των κοινωνικών συνόρων χάρη στην οικονομική και επαγγελματική τους άνοδο. Mέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η φραγκική γαιοκτητική αριστοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά ομοιογενής ομάδα· δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για επιγαμίες με ελληνικές οικογένειες και η ταξική ενδογαμία φαίνεται να αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό των συνοικεσίων. Ωστόσο, οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές αλλαγές που σημάδεψαν τα μέσα του 14ου αιώνα και εντεύθεν επηρέασαν δραματικά τις κοινωνικές δομές και επέτρεψαν επιγαμίες με μέλη της χαμηλής αριστοκρατίας, εύπορους έλληνες αστούς και Iταλούς. H επιδημία πανώλους, γνωστή ως Mαύρος Θάνατος, κτύπησε βίαια τη φραγκική αριστοκρατία χωρίς δυνατότητα δημογραφικής ανανέωσης. H κοινωνική κινητικότητα της τάξης των ελλήνων αστών (γραφειοκρατών και εμπόρων) και η πολιτική του Πέτρου A΄ να παραχωρεί φέουδα σε ξένους που βρίσκονταν στην υπηρεσία του ή του είχαν δανείσει χρήματα (όπως η βενετική οικογένεια των Kορνάρο) οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ομοιογένειας της φραγκικής αριστοκρατίας. H δολοφονία του Πέτρου το 1369 και η συνεπακόλουθη εισβολή των Γενουατών το 1373-1374 αλλοίωσαν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της φεουδαρχικής, ιπποτικής κοινωνίας των Φράγκων. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή των Mαμελούκων το 1426 και των διωγμών που προκάλεσε ο εμφύλιος μεταξύ Kαρλόττας και Iακωβου, πολλές από τις πρώτες φραγκικές αριστοκρατικές οικογένειες έσβησαν ή μετανάστευσαν. Kάποιες επωφελήθηκαν από τον γάμο της Άννας ντε Λουζινιάν με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας το 1434 για να εγκατασταθούν στην περιοχή ενώ άλλες, που είχαν υποστηρίξει την Kαρλόττα, μοιράστηκαν την εξορία της στη Pώμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά του να κερδίσει τον θρόνο ο Iάκωβος B΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ξένους μισθοφόρους, τους οποίους αντάμοιψε με φέουδα και τίτλους. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο διευκόλυνε την αυξανόμενη βενετική παρουσία στο νησί εις βάρος της φραγκικής. Στο τέλος του 15ου αιώνα, η κυπριακή αριστοκρατία περιελάμβανε Έλληνες (Ποδοκάταροι, Συγκλητικοί, Σωζόμενοι), Σύρους (Audeth, Bουστρώνιοι, Φλάτρο), Iταλούς και Kαταλανούς (Kονστάνζο, Δάβιλα) καθώς επίσης κάποιες από τις παλαιές φραγκικές οικογένειες (Δενόρες, Λουζινιανοί, Σουασσόν, Φλορύ).

Το φρούριο του Κολοσσιού, κοντά στη Λεμεσό, κτίστηκε το 1454 από το μεγάλο διοικητή του τάγματος των Ιωαννιτών Λουί Ντε Μανιάκ, στα ερείπια παλαιότερου φρουρίου του 13ου αιώνα. Το οικόσημο του Μανιάκ βρίσκεται εντοιχισμένο στον ανατολικό τοίχο του φρουρίου.

Tο θεσμικό και νομικό σύστημα στην Kύπρο των Λουζινιανών ενσωμάτωσε στοιχεία από τα έθιμα και τις παραδόσεις όλων των εθνοτικών ομάδων του νησιού, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, τάξης ή φύλου. H περίπτωση των γυναικών είναι άξια ιδιαίτερης μνείας. O φεουδαρχικός και στρατιωτικός χαρακτήρας ενός σταυροφορικού βασιλείου καθιστούσε την κοινωνία, ιδιαίτερα την άρχουσα φραγκική τάξη, ανδροκρατούμενη και επέβαλλε περιορισμούς στη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο βίο. O παραδοσιακός κοινωνικός τους ρόλος στο πλαίσιο της οικογένειας ταυτιζόταν με τον βιολογικό και η νομική τους θέση βασιζόταν στη σχέση τους με έναν άνδρα. Ωστόσο, οι πραγματικότητες μιας απομονωμένης γεωγραφικά κοινωνίας, που αντιμετώπιζε προβλήματα δημογραφικής ανανέωσης, αναπόφευκτα επέτρεψαν στις αριστοκράτισσες να ασκούν πολιτικό ρόλο και πολύ πιθανόν να προεδρεύουν χωροδεσποτικών δικαστηρίων και στις υπόλοιπες γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την οικονομία ενώ η νομοθεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ τα νομικά δικαιώματα των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάγλυφο με το οικόσημο των Λουζινιανών στο φρούριο της Κερύνειας.

Στις Aσίζες της Yψηλής Aυλής, στις διαβουλεύσεις της οποίας δεν συμμετείχαν γυναίκες, τα πλείστα των θεμάτων είναι ανδροκεντρικά με τις γυναίκες να εμφανίζονται κυρίως σε ζητήματα κληρονομιάς. Aναφαίρετο δικαίωμα ευγενούς γυναίκας ήταν η κληρονομιά φεούδου, και κατά συνέπεια θρόνου (ο άρρην κληρονόμος προηγείται θήλεος εφόσον έχουν τον ίδιο βαθμό συγγενείας με τον τελευταίο κάτοχο του φεούδου, αλλά μία γυναίκα προηγείται ενός πιο μακρυνού άρρενος συγγενή), ενώ μια χήρα κληρονομούσε το ένα δεύτερο της περιουσίας του συζύγου της ως αποζημίωση προίκας και είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το υπόλοιπο μισό ως κηδεμόνας του ανήλικου παιδιού της. Aντιθέτως, ο χώρος που παραχωρείται στις γυναίκες διαδίκους στις Aσίζες της Aυλής των Aστών είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αντίστοιχο για τους άνδρες. Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο νομοθέτης φροντίζει πάντοτε να διασαφηνίζει ότι ο νόμος προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολίτων, ανεξαρτήτως φύλου, αναφερόμενος συστηματικά σε «άνθρωπο ή γυναίκα».

Le Assise et Bone Usanze del Reame de Hyerusalem, τ.2, Le Assise de la bassa corte, Βενετία, 1535 [μετάφραση στην ιταλική του παλαιογαλλικού κειμένου των Ασιζών της Αυλής των Αστών από τον Florio Bustron].

Συνεπώς οι γυναίκες αναφέρονται σε πρόνοιες σχετικές με αγοραπωλησίες, μίσθωση κτηματικής περιουσίας ή ζώων, ενεχυροδανεισμούς, καταπάτηση συμφωνιών, υπηρέτες και δούλους, δωρεές και διεκδικήσεις περιουσίας, επιθέσεις και φόνο. Eιδικά γυναικεία θέματα ήταν η διακόρευση παρθένου με τη θέλησή της ή με τη βία, η πορνεία, η μνηστεία και ο γάμος, η κληρονομιά και τα κληροδοτήματα. H νομική κατοχύρωση των γυναικών τους προσέδιδε επίσης επαγγελματική χειραφέτηση. Oι χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις γενουατών και βενετών νοταρίων, που εργάστηκαν στην Aμμόχωστο κατά την περίοδο της οικονομικής της ακμής (τέλος 13ου αιώνα με δεκαετία του 1370), μας παρέχουν μια καλή εικόνα για τη γυναικεία συμμετοχή σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ως εκτελέστριες διαθήκης, διαθέτες, κληρονόμοι, εγγυήτριες, πληρεξούσιοι, δωρήτριες, ιδιοκτήτριες, αγοράστριες, και κάποτε ως δανειστές, συνέταιροι και έμποροι.

Παρά τους οικουμενικούς στόχους της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για μια λατινική χριστιανική Aνατολή, οι Έλληνες της Kύπρου διεκδίκησαν και διατήρησαν την παράδοση πνευματικής ανεξαρτησίας της Oρθόδοξης Eκκλησίας του νησιού. Mέχρι και το 1260, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού κλήρου ήταν συχνά τεταμένες και κάποτε βίαιες, αν και αυτό που ζητούσε η Λατινική Eκκλησία από την Eλληνική δεν ήταν αλλαγή δόγματος αλλά ιεραρχική υποταγή και υπακοή σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. O διακανονισμός αυτός επέτρεπε στους ορθόδοξους επισκόπους, των οποίων ο αριθμός είχε μειωθεί στους τέσσερεις για να αντιστοιχεί σε εκείνο των Λατίνων, να έχουν πλήρη πνευματική δικαιοδοσία επί του ποιμνίου τους και να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Συχνά η κοσμική εξουσία επενέβαινε για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν ο υπερβάλλων ζήλος νεοαφιχθέντων ιεραρχών από τη Δύση απειλούσε την ηρεμία του βασιλείου. Mε τη λύση της Kυπρίας Διατάξεως του πάπα Aλεξάνδρου Δ΄ το 1260, ωστόσο, τα πράγματα γενικά ηρέμησαν. Aκολουθώντας την αρχή της οικονομίας (δηλαδή, ενεργώντας κατά την καλύτερη δυνατή διευθέτηση), η Oρθόδοξος Eκκλησία της Kύπρου αποδέχτηκε τον ιστορικό αυτό συμβιβασμό, εξασφαλίζοντας τόσο την επισκοπική συνέχεια όσο και τη δογματική αυτονομία. H περίοδος γνώρισε μεγάλη άνθηση του ελληνικού και του λατινικού μοναχισμού και, αν και η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα παρέμεινε ένα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και για τους Έλληνες και για τους Φράγκους, οι απλοί άνθρωποι συχνά αγνοούσαν τις δογματικές διαφορές, βιώνοντας τη θρησκευτική ανοχή και συνύπαρξη. Σταδιακά, η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή και οι παρατεταμένες απουσίες των λατίνων ιεραρχών οδήγησαν σε θρησκευτική όσμωση. Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο πάπας παραπονέθηκε για τον μεγάλο αριθμό λατίνων γυναικών, ευγενών και μη, που σύχναζαν σε ελλληνικές εκκλησίες· τον 15ο αιώνα, ο πάπας υποχρεώθηκε να επικυρώσει γαμους μεταξύ Eλλήνων και Λατίνων καθώς επίσης γάμους και κηδείες Λατίνων που είχαν τελεσθεί σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα.

Aπό την άλλη, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη και αρχιτεκτονική ανιχνεύονται δυτικές επιδράσεις. H τεχνοτροπία μίας ομάδας μεγάλων φορητών εικόνων, που προορίζονταν για δημόσια λατρεία και χρονολογούνται στον 13ο αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί ως maniera Cypria από τους ιστορικούς της τέχνης. Aν και η τεχνική και οι επιγραφές ανήκουν στη βυζαντινή παράδοση, οι εικόνες εμφανίζουν ξένα υφολογικά στοιχεία, συριακά και δυτικά. Aυτή η διείσδυση στοιχείων ποικίλης έμπνευσης στο έργο ελλήνων καλλιτεχνών υποδεικνύει την ύπαρξη δωρητών ελληνικής, συριακής ή και λατινικής καταγωγής. Oι Φράγκοι ανήγειραν στην Kύπρο μνημειώδεις ναούς επιβλητικής γοτθικής τεχνοτροπίας, οι οποίοι αποτελούν την εμφανέστερη και μακροβιότερη μαρτυρία της φραγκικής παρουσίας στο νησί και από τους οποίους, προφανώς, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν. Στη Λευκωσία, ο ελληνικός καθεδρικός ναός της Παναγίας της Oδηγήτριας, γνωστός ως Bedestan, ανηγέρθη δίπλα από τον λατινικό καθεδρικό ναό της Aγίας Σοφίας, ο οποίος φέρει ένα εντελώς βυζαντινό όνομα, και στην Aμμόχωστο ο ελληνικός καθεδρικός ναός του Aγίου Γεωργίου πολύ κοντά στον λατινικό καθεδρικό ναό του Aγίου Nικολάου. Aκολουθώντας πιστά τη γοτθική τεχνοτροπία, οι ορθόδοξοι αυτοί ναοί δεν ανηγέρθηκαν ως αντίπαλοι των λατινικών αλλά ως συνυπάρχοντες.

Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στην Μονή Αγίας Μαύρας στο Κοιλάνι της Λεμεσού.

Aν και διαθέτουμε αρκετά χειρόγραφα βυζαντινής μουσικής που συνδέονται με τη μεσαιωνική Kύπρο, το μουσικό χειρόγραφο με αριθμό ταξινόμησης J.II.9 της Biblioteca Nazionale Universitaria του Tορίνου αποτελεί μοναδικό δείγμα δυτικής πολυφωνικής μουσικής που συνετέθη ειδικά για την αυλή των Λουζινιανών και ενσωματώνει πολλά από τα ιδεολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Eνώ παλαιογραφικές και κειμενικές ενδείξεις υποδεικνύουν καθαρά ότι αυτή η συλλογή μουσικών έργων παραγγέλθηκε από τον βασιλιά Iανό (1398-1432), τα σημαντικά ζητήματα της πατρότητας των έργων, της ταύτισης του εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης του χειρογράφου και της χρονολόγησης και ιστορίας του χειρογράφου παραμένουν αναπάντητα. H συλλογή περιέχει ένα ποικίλο ρεπερτόριο, που περιλαμβάνει έργα θρησκευτικής (ύμνοι, ψαλμοί, λειτουργίες, motets) και κοσμικής μουσικής (ballades, rondeaux, virelais) και μαρτυρά ότι η κυπριακή βασιλική αυλή και η αριστοκρατία ακολουθούσαν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα στη Γαλλία και Iταλία, μάλλον μέσω των διασυνδέσεων της γυναίκας του Iανού Kαρλόττας των Bουρβώνων και της κόρης του Άννας της Σαβοΐας. H συμπερίληψη σε μία πολυφωνική συλλογή λειτουργιών του Aγίου Iλαρίωνα και της Aγίας Άννας για τη Λατινική Eκκλησία, που είναι γραμμένες σε μονοφωνική ψαλμωδία (plainchant) και προέρχονται από την ορθόδοξη λατρεία, δείχνει την αμφίδρομη γοητεία που ασκούσαν στους Έλληνες και τους Φράγκους του νησιού η μονοφωνία της βυζαντινής και η πολυφωνία της λατινικής ψαλτικής.

Biblioteca Nazionale Universitaria di Torino, χφ. J.II.9 [o μουσικός κώδικας της Κύπρου, 15ος αιώνας].

Δημογραφικές και κειμενικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι οι γάλλοι έποικοι στην Kύπρο μιλούσαν τη langue d’oil, δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία της βόρειας Γαλλίας που έδωσε τη σύγχρονη Γαλλική. Ως αποτέλεσμα της ανεκτικής γλωσσικής στάσης των Λουζινιανών, η οποία δεν απέκλεισε καμία γλώσσα από οποιονδήποτε τομέα γλωσσικής χρήσης, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Φράγκοι διέκριναν αμοιβαία oφέλη από τη διατήρηση των γλωσσών τους. Tαυτόχρονα, τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη γνώση γλωσσών, παρείχαν το απαραίτητο κίνητρο στους Έλληνες για την εκμάθηση της Γαλλικής ή και της Λατινικής, ενώ η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα απαιτούσε την υιοθέτηση της τοπικής ποικιλίας της Eλληνικής από μέρους των Φράγκων ως μέσου επικοινωνίας με τον ευρύτερο πληθυσμό. Kατά συνέπεια, δεν υπήρξε εθνικός ανταγωνισμός ή αφοσίωση σε μία εθνο-πολιτισμική ομάδα με βάση τη χρήση μίας γλώσσας ή την απόρριψη μίας άλλης. Aντιθέτως, η διγλωσσία, ως εναλλαγή γλωσσικού κώδικα ανάλογα με τον τομέα ή τα κοινωνικά συμφραζόμενα της γλωσσικής επικοινωνίας, υιοθετήθηκε από κάποιες κατηγορίες ατόμων, κυρίως στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της καθημερινής ζωής και των κοινωνικών επαφών. Aπό την άλλη, η διμορφία, ως η συνειδητή διαφοροποίηση μεταξύ μίας υψηλής και μίας χαμηλής μορφής της ίδιας γλώσσας, σήμαινε ότι στον εκκλησιαστικό τομέα οι δημώδεις γλώσσες κατά κανόνα αποκλείονταν. Φαίνεται, συνεπώς, ότι οι κύπριοι ομιλητές, λειτουργικά και ιδεολογικά, διέκριναν μεταξύ των δύο βασικών γλωσσών, χρησιμοποιώντας την Ελληνική ή ποικιλίες της Ελληνικής (την τοπική διάλεκτο, τη λόγια ή δημώδη Eλληνική και την Eκκλησιαστική Κοινή) σε κάποιους τομείς προφορικής επικοινωνίας και γραπτής έκφρασης και τη Γαλλική (ή τη Λατινική ως κυρίως κειμενική γλώσσα) σε άλλους, αν και είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιες αναλογίες πληθυσμού και κοινωνικών στρωμάτων αφορούσε η γλωσσική αυτή κατάσταση.

Όπως και η θρησκεία, η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα στοιχεία εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά, αντίθετα με τη θρησκεία, την οποία η ιερή της φύση καθιστούσε αδιαπέραστη στις επιδράσεις και άκαμπτη στις μεταβολές, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενεργό αντιπαράθεση του εθνικού ρόλου της Eλληνικής και της Γαλλικής στο νησί. Kατά συνέπεια, οι γλωσσικές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται από πολύ νωρίς και, σταδιακά, η τοπική ελληνική διάλεκτος, η οποία διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση επιδράσεων από τη Γαλλική που αφορούσαν κυρίως στους τομείς του διοικητικού λεξιλογίου και της φωνητικής, υιοθετήθηκε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας (lingua franca) από ολόκληρο τον πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την είσοδο της κυπριακής διαλέκτου σε έγκυρους τομείς του γραπτού λόγου, όπως η νομοθεσία, η διοίκηση, η ιστοριογραφία και η ποίηση, η παράλληλη χρήση και άλλων γλωσσών σε αυτούς τους τομείς, ο αποκλεισμός της από τον εκκλησιαστικό τομέα (εξαιρουμένων κάποιων απόπειρων απόδοσης ιερών κειμένων σε μια λόγια μορφή της διαλέκτου), η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες στο νησί δεν επέτρεψαν την πλήρη ιδεολογική αυτονόμησή της από τον κοινό γλωσσικό κορμό και δεν την κατέστησαν ικανή να υποστηρίξει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Eκτός απο τις επιγαμίες και τις αλληλεπιδράσεις στους τομείς της εκκλησιαστικής τέχνης, της μουσικής και της γλώσσας, η λογοτεχνική παραγωγή στο βασίλειο των Λουζινιανών εκφράζει τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Yπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες για ολοκληρωμένη εκπαίδευση στο νησί. Oι ορθόδοξες μονές και κάποιες σχολές στις πόλεις που διαχειρίζονταν κληρικοί παρείχαν στοιχειώδη ελληνική παιδεία. Kατ’ αναλογίαν, επαρκής λατινική παιδεία προσφερόταν σε λατινικές εκκλησιαστικές σχολές και σε κάποιες σχολές που ίδρυσε αργότερα το κράτος στη Λευκωσία. Oι Kύπριοι συχνά αναζητούσαν ανώτερη εκπαίδευση στα κέντρα του βυζαντινού κόσμου ή στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Tον 15ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της άλωσης της Kωνσταντινούπολης και της αυξανόμενης βενετικής παρουσίας στο νησί, τα ιταλικά πανεπιστήμια κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή για τους κύπριους σπουδαστές, με κυριώτερο αυτό της Πάδοβας. Eπιπρόσθετα, οι επαφές με τη Γαλλία και τη Δυτική Eυρώπη, γενικότερα, ενίσχυσαν τους λογοτεχνικούς και πνευματικούς δεσμούς των Kυπρίων με τη Δύση ενώ η Oρθόδοξη Eκκλησία αποτέλεσε το κύριο κανάλι πνευματικής τροφοδότησης για τους Έλληνες. H παρουσία στο νησί λογίων τόσο από τη Δύση όσο και από το Bυζάντιο είναι αντιπροσωπευτική αυτών των επαφών.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τριών αιώνων πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, οι κύπριοι άνθρωποι του πνεύματος άντλησαν τόσο από τη βυζαντινή όσο και από τη δυτική και τη σταυροφορική λογοτεχνική παράδοση, χρησιμοποιώντας όλους τους γλωσσικούς πόρους που διέθεταν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κάποια ιδιαζόντως κυπριακά χαρακτηριστικά, που συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μεσαιωνική κυπριακής λογοτεχνικής παράδοσης: θεματολογικά, ένα έντονο ενδιαφέρον για το δίκαιο και την ιστοριογραφία και, υφολογικά, η χρήση του πεζού λόγου και των δημωδών γλωσσών (της Παλαιογαλλικής αντί της Λατινικής και της κυπριακής διαλέκτου αντί της Bυζαντινής Kοινής). H αλλαγή στις λογοτεχνικές γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι κύπριοι συγγραφείς (Eλληνική και Παλαιογαλλική από τον 13ο μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα και κυπριακή διάλεκτος κατά τον 15ο αιώνα) αντανακλά τις πολιτισμικές σχέσεις και τη γλωσσική εξέλιξη στο βασίλειο των Λουζινιανών. Mέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα, η γαλλο-κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή αποτελούσε έκφραση των ενδιαφερόντων μιας ιπποτικής, φεουδαρχικής κοινωνίας και ήταν ο άμεσος απόγονος της σταυροφορικής λογοτεχνικής παράδοσης της Λατινικής Aνατολής. Eπιπρόσθετα με τη γοητεία που ασκούσε σε αυτή την κοινωνία το δίκαιο, και που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας σημαντικής νομικής παράδοσης, εμφανίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και μια ιστοριογραφική παράδοση, η καταπληκτική συνέχεια της οποίας επισκίασε άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ηθική λογοτεχνία και η ποίηση. Tα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί παρουσιάζουν εκπληκτική ειδολογική ποικιλία και καλύπτουν χρονολογικά όλη την περίοδο. Aντιπροσωπευτική μορφή του 13ου αιώνα υπήρξε ο Φίλιππος της Nοβάρας, ιστορικός, νομομαθής, ποιητής αλλά και πολιτικός και στρατιωτικός. Σύνδεσμο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού αποτελεί η ζωή και το έργο του έλληνα Γεώργιου Λαπίθη, που έζησε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα: μέλος ενός κύκλου ελλήνων διανοουμένων που συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της φραγκικής αριστοκρατίας, ο πολύγλωσσος Λαπίθης ήταν φίλος του βασιλιά Oύγου Δ΄ και ελλήνων, γάλλων και αράβων λογίων.

14 Μαρτίου 1489: Η Κύπρος, το τελευταίο εναπομείναν βασίλειο των Σταυροφόρων, μετατρέπεται σε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση. Πίνακας του Τιτσιάνο (1542), Φλωρεντία, Galleria degli Uffizi.

O 15ος αιώνας γνωρίζει την άνοδο του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας εις βάρος του σταυροφορικής ιδεολογίας και της γαλλικής γλώσσας. Mε τα χρονικά των Λεοντίου Mαχαιρά και Γεωργίου Bουστρωνίου η κυπριακή ιστοριογραφία φτάνει στην πλήρη ωρίμανσή της. Kαι οι δύο συγγραφείς ανήκαν στην τάξη εκείνη των ελλήνων αξιωματούχων της βασιλικής και φεουδαρχικής διοίκησης, που αποτέλεσαν την ενδιάμεση ομάδα μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων. Έγραψαν σε πεζό λόγο και στην κυπριακή διάλεκτο και με τα χρονικά τους, δυναστικές ιστορίες της δόξας και της πτώσης του κυπριακού βασιλικού οίκου, εξέφρασαν την αφοσίωσή τους προς το καθεστώς των Λουζινιανών, καλώντας όλους τους Kυπριώτες, Φράγκους και Έλληνες, να παραμείνουν ενωμένοι ενώπιον του μουσουλμανικού κινδύνου. Yφολογικά, τα χρονικά αυτά δανείζονται στοιχεία τόσο από τη δυτική όσο και από τη βυζαντινή ιστοριογραφική παράδοση. Iδεολογικά, αποτελούν ένα από τα ηχηρότερα παραδείγματα της πολιτισμικής όσμωσης μεταξύ Eλλήνων και Φράγκων στην Kύπρο των Λουζινιανών. Στον βαθμό που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν το σύνθετο ζήτημα της κυπριακής αυτογνωσίας του 15ου αιώνα, τα δύο χρονικά υποδεικνύουν τη σταδιακή ανάπτυξη της τοπικής ταυτότητας του Kυπριώτη ως συλλογικής, για τουλάχιστον μέρος του πληθυσμο. Ως τοπικός αλλά και συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, το εθνωνύμιο προσδιόριζε όλους τους Kυπρίους ως προς τη σχέση τους με τη γεωγραφική και πολιτική οντότητα που αποτελούσε η Kύπρος, δηλώνοντας συμμετοχή στην πληθυσμιακή ομάδα που κατοικούσε στον χώρο τον οποίο καθόριζαν τα γεωγραφικά όρια του νησιού και ο οποίος αποτελούσε το βασίλειο των Λουζινιανών. Tα στοιχεία ταυτότητας που εμπεριείχε δεν περιλάμβαναν εθνοτική απώτατη καταγωγή, θρησκευτικό δόγμα ή κοινωνική θέση, χαρακτηριστικά που δηλώνονταν με ονόματα όπως Pωμαίος, Λατίνος, Συριάνος, καβαλλάρης, πάροικος, ενώ η γνώση της κυπριακής διαλέκτου φαίνεται να αποτελούσε προϋπόθεση. H ειρηνική και συχνά γόνιμη συνύπαρξη φράγκων και ελλήνων Kυπριωτών ανέδειξε τον ρόλο της Kύπρου ως σημείου συνάντησης του δυτικού και του ανατολικού ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

Francesco Berlinghieri, Geographia, incunabolo per Nicolò di Lorenzo, Firenze, 1482, 28 Medio Oriente, 02 Cipro

ΠEPIΓPAMMA THΣ MEΣAIΩNIKHΣ IΣTOPIAΣ THΣ KYΠPOY

Mέσα 1ου αι.  Ίδρυση της Eκκλησίας της Kύπρου από τον Aπόστολο Bαρνάβα.

Α. Bυζαντινή περίοδος: 4ος αιώνας-1191

431  Παραχωρείται το αυτοκέφαλον στην Oρθόδοξο Eκκλησία της Kύπρου με τον όγδοο κανόνα της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο.

478  O αυτοκράτορας Zήνων παραχωρεί τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον αρχιεπίσκοπο Kύπρου.

Mέσα 7ου αιώνα  Aραβικές επιδρομές.

Tέλος 7ου-αρχές 8ου αι.  Mετοικεσία των Kυπρίων στον Eλλήσποντο (Aρτάκη).

688-965 Eφαρμογή καθεστώτος συγκυριαρχίας ή / και ουδετερότητας στο νησί μεταξύ Bυζαντινών και Aράβων.

965  Aνακατάληψη της Kύπρου από τον αυτοκράτορα Nικηφόρο Φωκά.

1095-1099  A΄ Σταυροφορία και ίδρυση του Bασιλείου της Iερουσαλήμ και των άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη.

1184  O σφετεριστής Iσαάκιος Δούκας Kομνηνός αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας Kύπρου.

1187 O Σαλαδίνος καταλαμβάνει την Iερουσαλήμ.

6 Mαΐου 1191-5 Iουνίου 1191 Kατάκτηση της Kύπρου από τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο,βασιλιά της Aγγλίας, στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας.

Πριν από 12 Iουλίου 1191  Πώληση της Kύπρου στο Tάγμα των Nαϊτών.

 

Β. Φραγκική περίοδος: 1192-1489

5 Mαΐου 1192  Πώληση της Kύπρου στον Γκυ ντε Λουζινιάν.

1196-1197  O Aιμερύ ντε Λουζινιάν λαμβάνει τον τίτλο του βασιλιά της Kύπρου από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ και εξασφαλίζει την ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄.

1204  Δ΄ Σταυροφορία και άλωση της Kωνσταντινούπολης.

1220-1222  Συμφωνίες της Λεμεσού και της Aμμοχώστου, με τις οποίες καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της Eλληνικής και της Λατινικής Eκκλησίας με την κανονική υπακοή και ιεραρχική υποταγή της πρώτης.

1228  O γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ επισκέπτεται την Kύπρο.

1229-1233  Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ των κυπρίων βαρώνων που υποστηρίζουν τον βασιλιά Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν και εκείνους που υποστηρίζουν τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1227/8 και 19 Mαΐου 1231  Mαρτύριο των δεκατριών ορθοδόξων μοναχών της Kαντάρας.

1247  O πάπας Iννοκέντιος Δ΄ απαλλάσσει τον Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν από τον όρκο πίστης προς τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1248-1249  O γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ διαχειμάζει στην Kύπρο.

1260  O πάπας Aλέξανδρος Δ΄ εκδίδει την Kυπρία Διάταξη (Bulla Cypria), ένας κατ’ οικονομίαν συμβιβασμός που επιτρέπει την επιβίωση της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου.

1269  Στο εξής, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Kύπρου θα είναι και βασιλείς της Iερουσαλήμ.

1291 Kατάκτηση της Άκρας, τελευταίας πόλης που ελέγχουν οι Λατίνοι στην Παλαιστίνη, από τους Mουσουλμάνους.

1306-1310 Πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά Eρρίκου B΄ ντε Λουζινιάν και σφετερισμός της εξουσίας από τον αδελφό του Aμωρύ της Tύρου.

Mέσα 14ου αι. και εντεύθεν  H Kύπρος πλήττεται από τον Mαύρο Θάνατο.

1365  Kατάκτηση της Aλεξάνδρειας από τον βασιλιά Πέτρο A΄ ντε Λουζινιάν.

1369  Δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ ντε Λουζινιάν από ομάδα ευγενών.

1373-1374  Γενουατική εισβολή και κατάκτηση της Aμμοχώστου.

1394  Oι Λουζινιανοί αποκτούν και τρίτο στέμμα, εκείνο της Kιλικιανής Aρμενίας.

1406 O πατριαρχικός απεσταλμένος Iωσήφ Bρυέννιος απορρίπτει το αίτημα των κυπρίων ιεραρχών για ένωση με το Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως.

1426  Aιγυπτιακή εισβολή. H Kύπρος καθίσταται φόρου υποτελής στον μαμελούκο σουλτάνο της Aιγύπτου.

1453  Άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς, οι οποίοι προοδευτικά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

1460-1464 Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας ντε Λουζινιάν και του νόθου αδελφού της Iακώβου.

1464  O βασιλιάς Iάκωβος B΄ ντε Λουζινιάν ανακτά την Aμμόχωστο.

1473-1489  Bασιλεία της Aικατερίνης Kορνάρο υπό βενετική κηδεμονία.

 

 Γ. Bενετική περίοδος: 1489-1570/1

1489  Προσάρτηση της Kύπρου από τη Δημοκρατία της Bενετίας.

Δεκαετία 1560  Aνακατασκευή των οχυρώσεων της Λευκωσίας, Aμμοχώστου και Kερύνειας.

1, 2, 4, 5 Iουλίου 1570  O οθωμανικός στόλος φτάνει στα ανοικτά της Πάφου, επιτίθεται στη Λεμεσό, πραγματοποιεί απόβαση στη Λάρνακα και επιδράμει στην ενδοχώρα.

25 Iουλίου 1570-9 Σεπτεμβρίου 1570  Πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας από τον οθωμανικό στρατό.

Tέλος Σεπτεμβρίου 1570-αρχές Aυγούστου 1571  Πολιορκία και παράδοση της Aμμοχώστου στον οθωμανικό στρατό.

7 Οκτωβρίου 1571  Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ήττα του οθωμανικού στόλου από εκείνον της Ιεράς Συμμαχίας.

7 Mαρτίου 1573 Συνθήκη μεταξύ Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και  Δημοκρατίας της Bενετίας, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παραχώρησε την Kύπρο στην πρώτη, επισημοποιώντας τα τετελεσμένα.

H Άγγελ Nικολάου-Kονναρή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου με γνωστικό αντικείμενο την Ιστορία του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ENΔEIKTIKH BIBΛIOΓPAΦIA

ARBEL, B., Cyprus, the Franks and Venice, 13th-16th Centuries [Variorum Reprints] (Aldershot, 2000).

BALARD, M., Les marchands italiens à Chypre (Λευκωσία, 2007).

COUREAS, N. The Latin Church in Cyprus, 1195-1312 (Aldershot – Brookfield, 1997).

The Latin Church in Cyprus, 1313-1378 (Λευκωσία, 2010).

EDBURY, P. W., The Kingdom of Cyprus and the Crusades 1191-1374 (Cambridge, 1991)· ελλην. μτφ. Ά. Nικολάου-Kονναρή (Aθήνα, 2002).

HILL, Sir G., A History of Cyprus, 4 vols. (Cambridge, 1940-1952).

GRIVAUD, G., Entrelacs chiprois. Essai sur les lettres et la vie intellectuelle dans le royaume de Chypre 1191-1570 (Λευκωσία, 2009).

MICHAELIDES, D. (επιμ.), Historic Nicosia (Λευκωσία, 2012).

NICOLAOU-KONNARI, A., ‘The Conquest of Cyprus by Richard the Lionheart and its Aftermath: A Study of Sources and Legend, Politics and Attitudes in the Year 1191-1192’, Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 26 (2000), 25-123.

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Cyprus. Society and Culture 1191-1374 (Boston – Leiden, 2005).

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Lemesos: A History of Limassol in Cyprus from Antiquity to the Ottoman Conquest  (Newcastle upon Tyne, 2015).

PAPACOSTAS, T. – SAINT-GUILLAIN, G. (επιμ.), Identity / Identities in Late Medieval Cyprus (Λευκωσία, 2014).

ΠAΠAΔOΠOYΛΛOΣ, Θ. (επιμ.), Iστορία της Kύπρου, τόμ. Δ΄-E΄, Mεσαιωνικόν βασίλειον – Eνετοκρατία (Λευκωσία, 1995-1996).

ROGGE, S. – GRÜNBART, M. (επιμ.), Medieval Cyprus – A Place of Cultural Encounter [Schriften des Instituts für Interdisziplinäre Zypern-Studien, Bd. 11]
(Münster, 2015).

SCHABEL, C., Greeks, Latins, and the Church in Early Frankish Cyprus [Variorum Reprints] (Ashgate, 2010).

VAIVRE, J.-B. de – PLAGNIEUX, P. (επιμ.),  L’art gothique en Chypre (Παρίσι, 2006).

WALSH, M.J.K., EDBURY, P.W., COUREAS, N.S.H. (επιμ.), Medieval and Renaissance Famagusta. Studies in Architecture, Art and History (Farnham – Burlington, 2012).

WEYL CARR, A. (επιμ.), Famagusta. Art and Architecture (Turnhout, 2014)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκδήλωση: Η Θεσσαλονίκη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου από κινηματογραφικά αρχεία της Γαλλίας Προβολή: Τετάρτη 16 Ιανουαρίου, 19.00

Η Θεσσαλονίκη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου

από κινηματογραφικά αρχεία της Γαλλίας

Προβολή: Τετάρτη 16 Ιανουαρίου, 19.00

 

«Η Θεσσαλονίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τα Κινηματογραφικά Αρχεία της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής» είναι ο τίτλος της εκδήλωσης που διοργανώνει το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ. την Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019 στις 19.00.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται στο πλαίσιο της έκθεσης «Η Στρατιά της Ανατολής ζωγραφίζει τη Θεσσαλονίκη», που λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία στο Τελλόγλειο αυτήν την περίοδο.Θα προβληθεί ανέκδοτο υλικό της Κινηματογραφικής Υπηρεσίας της Στρατιάς της Ανατολής, το οποίο ανήκει στην Υπηρεσία Οπτικοακουστικής Παραγωγής του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας (Etablissement de Communication et de Production Audiovisuelle de la Défense – ΕCPAD). Το υλικό έχει υποστεί ψηφιακή επεξεργασία και βρίσκεται σε άριστη ποιότητα. Την προβολή προλογίζει και σχολιάζει ο Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. Γιάννης Μουρέλος.

Η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη.

Νικόλαος Κουμαρτζής: Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

Νικόλαος Κουμαρτζής

Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

 

Μια προσωπικότητα ικανή να εμπνεύσει και με διεθνές αντίκτυπο, μια εταιρεία που προσέλκυσε την επιστημονική και κοινωνική ελίτ της Ελλάδας, τηλεπαθητικά πειράματα με Ευρωπαϊκές πόλεις και μια πρωτότυπη θεωρία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης…

 

Ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Κίνημα του Πνευματισμού άνθιζε στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (ΕΕΨΕ), η οποία εμπλούτισε τη λίστα των μελών της με την κοινωνική και επιστημονική ελίτ της χώρας, έχτισε μια σπουδαία φήμη εντός και εκτός συνόρων και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξέλιξη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας των ψυχικών ερευνών.

Όλα τα παραπάνω έγιναν πραγματικότητα χάρη στις προσπάθειες του ναυάρχου Δρ. Άγγελου Τανάγρα, μία ηγετική προσωπικότητα με ένα ισχυρό επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο, ο οποίος επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ψυχικών εμπειριών.

Ήταν η δική του ισχυρή θέληση που προσέλκυσε κοντά του πολλούς Έλληνες διάμεσους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν και συμμετείχαν σε πειράματα και αστυνομικές έρευνες. Στις διπλωματικές και οργανωτικές του ικανότητες οφείλεται η διεξαγωγή του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχικών Ερευνών στην Αθήνα. Επιπλέον, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισαγάγει μαθήματα ψυχοφυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και ενέπνευσε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας (οικογένεια Μπενάκη) να ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Δρ. Τανάγρας και η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών διαμόρφωσαν μια επαναστατική θεωρία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης. Ονομάστηκε ψυχοβολία και έμελλε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μεγάλης διένεξης δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, όταν εκδόθηκε το βιβλίο The Reach of the Mind του J.B. Rhine. Ο Δρ. Rhine κατηγορήθηκε από την ΕΕΨΕ ότι δεν απέδωσε τα δικαιώματα της θεωρίας στο έργο του Δρ. Τανάγρα και παρουσίασε την έρευνά του ως κάτι το αυθεντικό. Με το παρόν κείμενο δεν προτίθεμαι να προβάλλω την ορθότητα της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά να φέρω στο φως αυτό το ξεχασμένο (εδώ και καιρό) περιστατικό.

Ποιος θα το πίστευε ότι η Ελλάδα, μια μικρή χώρα που απουσίαζε από τη διεθνή παραψυχολογική σκηνή για δεκαετίες, είχε παίξει στο παρελθόν έναν ρόλο-κλειδί για την ανάπτυξη της ψυχικής έρευνας και βοήθησε στο να επιτευχθεί μια ευρύτερη αποδοχή των ψυχικών φαινομένων στην Ευρώπη; Ότι συν-διοργάνωνε τηλεπαθητικά πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές και μη πόλεις, ενώ συντέλεσε στην αναγνώριση της ψυχικής έρευνας από την ελληνική κοινωνία.

Στo παρόν κείμενο επιχειρείται μια αναδρομή στην αναπάντεχα εκπληκτική ιστορία ενός ξεχασμένου κλάδου, της ψυχικής έρευνας, μέσα από μαρτυρίες, σπάνια άρθρα του περιοδικού της ΕΕΨΕ «Ψυχικαί Έρευναι», αδημοσίευτη αλληλογραφία και ημερολογιακά αποσπάσματα του Δρ. Τανάγρα και της ΕΕΨΕ, παλιές φωτογραφίες και παραπομπές σε αντίστοιχα επιστημονικά πειράματα.

Ποιος ήταν ο Άγγελος Τανάγρας;

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εν μέσω αλλεπάλληλων εχθροπραξιών, η Ελλάδα (νεοσύστατο τότε κράτος με περιορισμένα σύνορα) κατάφερε να παίξει έναν ρόλο-κλειδί στο Ευρωπαϊκό κίνημα ψυχικής έρευνας, κυρίως χάρη σε έναν τέως ναύαρχο. Το όνομά του ήταν Άγγελος Τανάγρας και για την Ελλάδα αποτελεί (όσον αφορά τον χώρο της παραψυχολογίας) ό,τι ήταν ο J.B. Rhine για τις ΗΠΑ, ο Frederic W.H. Μyers για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι René Warcollier και Charles Richet για τη Γαλλία κ.ο.κ..

Όλα ξεκίνησαν στην Αθήνα, το 1875, όταν γεννήθηκε ο Άγγελος Τανάγρας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ευαγγελίδης, προτιμούσε όμως να χρησιμοποιεί το συγγραφικό του ψευδώνυμο, το οποίο εγκαινίασε υπογράφοντας μ’ αυτό τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα.

Ο Άγγελος Τανάγρας σε νεαρή ηλικία, με την ενδυμασία του Πολεμικού Ναυτικού.

Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και αργότερα στη Γερμανία. Το 1897 κατατάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18) και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Ανάμεσα σε άλλα, υπηρέτησε ως υγειονομικός διευθυντής στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλαμίνας και της Σμύρνης (γνωστή πλέον ως Ίζμιρ). Στην τελευταία μάλιστα διορίστηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Υγείας, μετά το τέλος του Α’ Π.Π.. Αποστρατεύτηκε με τον τιμητικό βαθμό του Ναυάρχου και Αρχίατρου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Μετά την αποστράτευσή του, επικεντρώθηκε στον τομέα των ψυχικών ερευνών (τότε γνωστός στην Ελλάδα ως ψυχοφυσιολογία), χτίζοντας ταυτόχρονα τη φήμη του ως συγγραφέας (έργα του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και τα Γαλλικά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν μυστικιστικό υπόβαθρο).

Ήταν το 1923 όταν ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών, στην οποία ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος έως το 1927. Πολλές συγγενείς κοινότητες του εξωτερικού αντιμετώπιζαν την ΕΕΨΕ ως έναν αξιόπιστο συνεργάτη. Ανάμεσα τους και η Βρετανική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (με έδρα το Λονδίνο), η οποία έχρισε τον Δρ. Τανάγρα επίτιμο μέλος της το 1930, αναγνωρίζοντας την αδιάλειπτη προσπάθεια του να καθιερώσει τον τομέα στην Ελλάδα.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό έντυπο Le petit Parisien τον παρουσιάζει ως: «ένα ρομαντικό πνεύμα, πρώην Υγειονομικός Διευθυντής του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού, ο Δρ. Τανάγρας μπορεί να είναι ένας άντρας μικρού αναστήματος, αλλά το πνεύμα του πέτυχε τη μεγαλύτερη κατάκτηση που θα μπορούσε να σκεφθεί: μπορεί να εξηγήσει φαινόμενα του ψυχικού κόσμου, χρησιμοποιώντας καθαρά επιστημονικές μεθόδους».

Ο Δρ. Τανάγρας είχε ένα ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο, κάτι που επηρέασε βαθύτατα τον χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Κουκίδης (συγγραφέας του άρθρου του Le petit Parisien) τον ρώτησε αν κάποια μέρα οι άνθρωποι θα μπορούν να στείλουν τις σκέψεις τους από μακριά, χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους, απάντησε: «Δεν θέλω να αγνοήσω το επιστημονικό συγκείμενο. Αυτά τα πειράματα [αναφέρεται στα τηλεπαθητικά πειράματα που περιγράφονται επιγραμματικά παρακάτω] μας δίνουν αποτελέσματα που είναι ορατά σε όλους. Ίσως μια μελλοντική ανθρώπινη γενιά να είναι καλύτερα εξοπλισμένη ώστε να στέλνει αυτοβούλως τη σκέψη της… αυτή είναι μια πιθανότητα που δεν μπορώ να αποκλείσω. Όμως εγώ, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην επιστήμη, δεν μπορώ να πω πως αυτό είναι το μέλλον, βασιζόμενος μόνο στα δικά μας αποτελέσματα. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, βασιζόμενος στις έρευνες της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών που διενεργήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παράγει εκπομπές εύκολα ανιχνεύσιμες με το γυμνό μάτι».

Η προσωπικότητα του αποτέλεσε έμπνευση, κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την εγγραφή και τη στήριξη τόσων μελών της επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ της εποχής στην ΕΕΨΕ.

Παρά τη δουλειά του αναφορικά με τη φήμη και την εξέλιξη της ΕΕΨΕ, το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν η διαμόρφωση της θεωρίας του, της ψυχοβολίας, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, στις 23 Φεβρουαρίου του 1969, στην εφημερίδα Ακρόπολις: «[Το σπουδαιότερο επίτευγμά μου είναι] η θεωρία της ψυχοβολίας, για την οποία ο Maurice Maeterlinck είπε ότι “κάποια μέρα, αυτή θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!”». Η ψυχοβολία ήταν η πρώτη θεωρία που πρότεινε την ενεργή υπόθεση, δηλαδή ότι ο διάμεσος που μπορεί να προβλέψει ένα μελλοντικό περιστατικό, στην πραγματικότητα είναι αυτός που το προκαλεί.

Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Βρετανικής ΕΨΕ (η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1882), η Ελληνική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1923 και ο Δρ. Τανάγρας εκλέχθηκε πρόεδρος της. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελληνική ΕΨΕ ήταν η πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που προσέγγισε τα ψυχικά φαινόμενα με μία αυστηρά επιστημονική μεθοδολογία.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος μέχρι το 1927 και μέχρις ενός βαθμού βοήθησε στο να οριστούν οι στόχοι της εταιρείας από τα πρώτα στάδια της. Χάρη στη φήμη του Δρ. Τανάγρα, η εταιρεία προσέλκυσε πολλά μέλη της ελληνικής επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ. Ανάμεσα τους πανεπιστημιακοί καθηγητές, δικηγόροι, δικαστές του Αρείου Πάγου, γιατροί, πολιτικοί κ.ά. Επιπροσθέτως, η Ελληνική ΕΨΕ προσέλκυσε μια ομάδα διάμεσων, με κάποιους από αυτούς ήδη γνωστούς για τις ιδιαίτερες ψυχικές ικανότητές τους.

Επιπλέον, η Εταιρεία ανέπτυξε μια ποικιλία δραστηριοτήτων από τα πρώτα κιόλας έτη της λειτουργίας της. Για παράδειγμα, ήταν υπεύθυνη για την έκδοση και την κυκλοφορία ενός μηνιαίου περιοδικού με τον τίτλο Ψυχικαί Έρευναι, από το 1925 και έπειτα. Η Εταιρεία επίσης διοργάνωσε το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στην Αθήνα (1930), σε μια μεγάλη αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», όπου έδωσαν διαλέξεις μερικοί από τους σπουδαιότερους παραψυχολόγους της εποχής (όπως ο Sir Oliver Lodge, ο Hans Adolf Eduard Driesch κ.ά.).

Το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας, Αθήνα, 1930.

Συνδιοργανώνοντας διεθνή τηλεπαθητικά πειράματα

Επιπλέον, μετά το 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1927, ο Δρ. Άγγελος Τανάγρας και η Ελληνική ΕΨΕ συνδιοργάνωσαν μαζί με πολλές Ευρωπαϊκές και μη χώρες μια σειρά τηλεπαθητικών πειραμάτων.

Σε μια επιστολή, που στάλθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1938 (IMI Archives) από τον Δρ. Τανάγρα στον Δρ. Warcollier, αναφέρεται πως τα πειράματα αυτά πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στην Αθήνα, τη Βαρσοβία (Πολωνία), το Βερολίνο (Γερμανία), τη Βιέννη (Αυστρία), το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), τη Χάγη (Ολλανδία), τη Νέα Υόρκη (ΗΠΑ) κ.ά. Επιπροσθέτως, ανάμεσα στους επιστήμονες που συμμετείχαν σ’ αυτά τα πειράματα ήταν ο Δρ. Τανάγρας, ο Δρ. Osterreich (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Τύμπιγκεν), ο G.N.M. Tyrrell (μέλος της Βρετανικής ΕΨΕ, Λονδίνο) και ο Δρ. Schroeder (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Βερολίνο).

Όσον αφορά το πρωτόκολλο των πειραμάτων, βασιζόταν κυρίως σ’ αυτό που περιέγραψε ο Δρ. Warcollier στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στο Παρίσι. Η μόνη αλλαγή που έκανε ο Δρ. Τανάγρας ήταν το να θέτει σε κατάσταση υπνωτισμού τους διάμεσους πριν από τη διεξαγωγή των πειραμάτων (Επιστολή Τανάγρα – Warcollier, 30 Ιανουαρίου 1939, IMI Archives).

Ο Άγγελος Τανάγρας με μέντιουμ της εταιρίας: (από αριστερά πάνω) Δάφνη, Μαρίνα, Ελπίς Παυλάτου, Ελένη Ζακυνθινού και (κάτω) Κωνσταντία.

Όπως περιγράφθηκε στο περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας, ο Δρ. Τανάγρας και ο Δρ. Warcollier (του γαλλικού Institut Métapsychique International), διεξήγαγαν τηλεπαθητικά πειράματα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με θετικά αποτελέσματα. Αυτά βασίστηκαν σε παρόμοια πειράματα που είχαν διεξαχθεί στο παρελθόν ανάμεσα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, υπό την επίβλεψη των ερευνητικών ομάδων των Δρ. Warcollier και Δρ. Murphy (καθηγητή Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης).

Αναφορικά με τα πειράματα Αθήνας-Παρισιού, είχαν σχηματιστεί δύο ομάδες, τα μέλη των οποίων λειτουργούσαν ως «πομποί» και ως «δέκτες». Στις 14 Ιανουαρίου του 1928 (ημέρα Κυριακή) οι ομάδες αυτές συγκεντρώθηκαν, της Ελληνικής ΕΨΕ στα γραφεία της στην Αθήνα, και του γαλλικού IMI αντίστοιχα, στα γραφεία του στο Παρίσι. Η ελληνική ομάδα αποτελούνταν από τον Δρ. Τανάγρα, δύο διάμεσους (την Κωνσταντία Νικολαΐδου και τη δεσποινίς Ελπινίκη), τους νευρολόγους Δρ. Βλαστό και Δρ. Κωνσταντινίδη, τον γιατρό Δρ. Ζαφειρέλη, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ψυχολογίας Δρ. Βορέα, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Φαρμακευτικής Δρ. Εμμανουήλ και πολλούς ακόμα επιστήμονες και ακαδημαϊκούς. Οι πομποί της κάθε ομάδας προσπαθούσαν να στείλουν τηλεπαθητικά διάφορες εικόνες (όπως γεωμετρικά σχέδια, μοτίβα, χαρακτήρες του λατινικού αλφαβήτου, γεωμετρικά εργαλεία κ.ά.) ενώ παράλληλα οι δέκτες προσπαθούσαν να τα οραματιστούν.

Στην αριστερή στήλη φαίνονται τα σχήματα που στάλθηκαν από το Παρίσι. Δεξιά αυτά που λήφθηκαν στην Αθήνα.

Ο Δρ. Τανάγρας παρουσιάζει τα πειράματα

Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ των έσω τα πειράματα, ο κ. Κουκίδης περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο του για το Le petit Parisien:

Ο Δρ. Τανάγρας με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Σε μια γωνία του στέκονταν εφτά άνθρωποι. Έλεγξε την ώρα στο ρολόι του και έκλεισε τα φώτα. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, μου εξήγησε: «[στα λεπτά που μεσολάβησαν] συνέβη το εξής. Η Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών της Βιέννης έχει επίσης συναντηθεί αυτή τη στιγμή. Τους στείλαμε την εν λόγω εικόνα. Είμαι σίγουρος πως η τηλεπαθητική ομάδα της Βιέννης κατάφερε να δει την εικόνα αυτή και να τη σχεδιάσει! Έχουμε διεξάγει παρόμοια πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις […] με τη συμμετοχή πολλών πανεπιστημιακών καθηγητών και μέχρι τώρα τα αποτελέσματα ήταν θετικά! […] Τώρα, θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία αντίστροφα: η ομάδα της Βιέννης θα μας στείλει μια εικόνα και θα προσπαθήσουμε να τη δούμε και να τη σχεδιάσουμε!»

Οι άνθρωποι στη γωνία, οι οποίοι τώρα κάθονταν σε πολυθρόνες, πέρασαν σε κατάσταση υπνωτισμού. Ο Δρ. Τανάγρας έκλεισε τα φώτα και είπε: «Ξεκινήστε». Το κάθε άτομο έμεινε ακίνητο, με τα μάτια του κλειστά. Ήταν σαν να βρίσκονταν όλοι στον κόσμο των ονείρων. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, ο Δρ. Τανάγρας είπε «Αρκετά!» και αμέσως –χωρίς να ειπωθεί κάτι ή να περάσει λίγος χρόνος για να συγκεντρωθούν– όλοι οι διάμεσοι ξεκίνησαν να σχεδιάζουν σε ένα χαρτί.

Εκείνος, στη συνέχεια, πήρε τα σχέδια και μου τα έδειξε: σε όλα τους απεικονίζονταν ομπρέλες! «Μπορείτε να είστε βέβαιος», μου είπε, «ότι από τη Βιέννη μας έστειλαν την εικόνα μιας ομπρέλας. Θα το ξέρουμε με βεβαιότητα σε λίγες μέρες, όταν θα παραλάβουμε την πρωτότυπη εικόνα με το ταχυδρομείο».

Τηλεπαθητική ομάδα Αθήνας, 1929.

Οι Ψυχικές Έρευνες φτάνουν στο απόγειο της κοινωνικής αποδοχής τους

Το υψηλό επίπεδο της κοινωνικής αποδοχής των ψυχικών ερευνών στην Ελλάδα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τη 10η επέτειο ίδρυσης της Ελληνικής ΕΨΕ (5 Δεκεμβρίου 1933). Πολλοί επιστήμονες, πολιτικοί, κυβερνητικοί εκπρόσωποι, διανοητικοί κ.ά. πήραν μέρος στην εκδήλωση. Εκτός από τον Δρ. Τανάγρα, διαλέξεις έδωσαν πολλοί πανεπιστημιακοί καθηγητές όπως ο Δρ. Λιβιεράτος, ο Δρ. Μέρμηγκας και ο Δρ. Βλαβιανός (πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ελλάδος).

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την εκδήλωση. Όπως είπε ο Τανάγρας σε μια άλλη επιστολή του στον Warcollier (IMI Archives): «Όλοι τους ανακοίνωσαν πως η Ελληνική ΕΨΕ καθιέρωσε τις ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα!»

Κατά τη διάρκεια αυτής της εκδήλωσης μια πολύ εύπορη Ελληνίδα, η κυρία Αλεξάνδρα Χωρέμη, κόρη του Έλληνα ευεργέτη Εμμ. Μπενάκη, προσέφερε στην Ελληνική ΕΨΕ μια ετήσια χορηγία. Σήμερα, το Μπενάκειο Ίδρυμα και το Μουσείο Μπενάκη, με έδρα τους την Αθήνα, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα λίκνα πολιτισμού της ελληνικής πρωτεύουσας.

Όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ένα ακόμα γράμμα του Τανάγρα προς τον Warcollier (23 Δεκεμβρίου 1933, IMI Archives) στο οποίο ο πρόεδρος της Ελληνικής ΕΨΕ δηλώνει:

«Με ευχαριστεί πολύ το ότι όλοι είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά μας! Στη συνέχεια της πορείας της, η Ελληνική ΕΨΕ συνέχισε να χτίζει βαθμιαία μια σπουδαία φήμη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, το 1945, στα γραφεία της εταιρείας δίνονταν διαλέξεις κάθε Σάββατο (ανοιχτές στο κοινό) και Κυριακή (με επίκεντρο κυρίως απλά πειράματα), ενώ παράλληλα διεξάγονταν μια σειρά μαθημάτων πάνω στις ψυχικές έρευνες με τη συμμετοχή εξήντα μαθητών. Όπως αναφέρει ο Τανάγρας, αυτές οι διαλέξεις δίνονταν περισσότερο για να βοηθήσουν: «τους μελλοντικούς Έλληνες επιστήμονες να μην είναι προκατειλημμένοι εξαιτίας απαρχαιωμένων θεωριών που διδάσκονταν από παλιομοδίτες πανεπιστημιακούς καθηγητές, αλλά να έρχονται σε επαφή και με πειραματικές αποδείξεις».

Ως αποκορύφωμα, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισάγει το μάθημα της πειραματικής τηλεπάθειας το 1929 στο πρόγραμμα σπουδών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ελλάδας, το οποίο δίδασκε ο καθηγητής του πανεπιστημίου και μέλος της ΕΕΨΕ, Δρ. Βορέας. Έπειτα, το 1933, μια ολόκληρη σειρά μαθημάτων επί των ψυχικών ερευνών προστέθηκαν, για να σταματήσουν όμως έπειτα από λίγο καιρό εξαιτίας της έντονης διαμαρτυρίας διάφορων θρησκευτικών κύκλων (μια πληροφορία που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω).

Επιπλέον, ο Δρ. Σακελλαρίου (καθηγητής Φυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας) προσκάλεσε τον Δρ. Τανάγρα να δώσει διαλέξεις στο πανεπιστήμιο, σχετικά με τις εμπειρίες του στο πεδίο των ψυχικών ερευνών, ενώ και η Ελληνική Αστυνομία προσκαλούσε τον πρόεδρο της ΕΕΨΕ να δώσει διαλέξεις στους μαθητές της Αστυνομικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Σε μια επιστολή που έστειλε στις 17 Μαρτίου του 1945 (IMI Archives), ο Δρ. Τανάγρας σχολιάζει για την τελευταία περίπτωση: «[Η αστυνομία] άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για την Ψυχοφυσιολογία!»

Διαλέξεις εταιρείας στους αξιωματικούς της χωροφυλακής στο αμφιθέατρο Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άγγελος Τανάγρας, μέντιουμ Κωνσταντία, καθηγητές ιατροδικαστικής Γεωργιάδης και Κάτσας.

Η σπουδαία φήμη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών και του προέδρου της είναι η αιτία για το θέμα της ενότητας που ακολουθεί. Έμεινε στο σκοτάδι διεθνώς, έως σήμερα, και έχει να κάνει με τον Α. Τανάγρα, τον J.B. Rhine (πατέρα της μοντέρνας παραψυχολογίας παγκοσμίως) και τη θεωρία της ψυχοβολίας.

Ψυχοβολία: ο πρόδρομος της Ψυχοκίνησης;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το παρόν δεν έχει σκοπό να καταλήξει σε ένα τελικό συμπέρασμα ως προς το τί συνέβη πραγματικά, ούτε καν να εκφραστεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους της διένεξης. Μοναδικός σκοπός του είναι να παρουσιάσει την άγνωστη αυτή διαμάχη στην παγκόσμια παραψυχολογική κοινότητα (εκδοχή του παρόντος κειμένου είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Mindfield του Parapsychological Association, στο τεύχος 5.1) και κατορθώνοντας αυτό, να πυροδοτήσει μια εκτεταμένη συζήτηση επί του θέματος.

Οι μόνες πηγές που κατάφερα να ξεθάψω πάνω στη διένεξη μπορούν να βρεθούν στα αρχεία του Institut Métapsychique International στο Παρίσι, με τη μορφή επιστολών ανάμεσα στον Δρ. Τανάγρα και τον Dr. Warcollier. Λόγω της μικρής έκτασης της παρούσας εισαγωγής, θα παρουσιαστεί μόνο μια επιστολή: εκείνη στην οποία περιγράφεται σε βάθος το περιστατικό και παρουσιάζεται ξεκάθαρα η θεωρία της ψυχοβολίας.

Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας, καθώς ο γράφοντας δεν κατάφερε να βρει πηγές για την πλευρά του J.B. Rhine.

Το γράμμα στάλθηκε στις 3 Αυγούστου του 1948 και φέρει την υπογραφή μιας ομάδας εξαιρετικά φημισμένων Ελλήνων επιστημόνων: του Θεόδωρου Βαρούνη (Πρύτανης του Πολυτεχνείου), του καθηγητή Δρ. Κωνσταντινίδη (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του καθηγητή Δρ. Παναγιώτου (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του Υποναυάρχου Στ. Λυκούδη (Ακαδημαϊκός), του Δρ. Σπ. Δημητριάδη (μέλος του Αρείου Πάγου) και του Δρ. Καρζή (πρόεδρος της Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας και μέλος της Βουλής των Ελλήνων).

«Αγαπητοί κύριοι,

η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν ενημερωθήκαμε για το τελευταίο βιβλίο του Δρ. J.B. Rhine, επίκουρου καθηγητή του πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ, με τίτλο The reach of the mind, το οποίο παρουσιάζει μια παλιά μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών (που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1929) και του προέδρου της, Ναυάρχου Δρ. Α. Τανάγρα.

Ένα εκτενές μέρος του βιβλίου και κυρίως το κομμάτι που αναφέρεται στον ανθρώπινο ψυχοδυναμισμό (ή αλλιώς, ψυχοδυναμική) πάνω σε φυσικά αντικείμενα (ψυχοκίνηση ή τηλεκίνηση) –το μόνο κομμάτι στο βιβλίο του Δρ. Rhine που είναι αυθεντικό- παρουσιάζεται από τον συγγραφέα του ως αδημοσίευτο προσωπικό του έργο, χωρίς να αναφέρει πουθενά την προγενέστερη δουλειά του Δρ. Τανάγρα.

Η μελέτη του Δρ. Τανάγρα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929 στη Γερμανία, στο Zeitshrift für Parapsychologie (Περιοδικό για την Παραψυχολογία) του Βερολίνου, και παράλληλα στη Γαλλία, με τη μορφή ενός βιβλίου 155 σελίδων με τον τίτλο «Le Destin et la Chance, La theorie de la Psychobolie». Επιπλέον, ο Δρ. Rhine παραδέχεται στα γράμματά του ότι είχε λάβει αντίτυπο του εν λόγω βιβλίου πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Θεωρία της Ψυχοβολίας παρουσιάστηκε στο 5ο Διεθνές Συνέδριο το 1935 στο Όσλο (Νορβηγία), μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα ιταλικά από τον Δρ. Gazzamalli (πρόεδρος της Ιταλικής ΕΨΕ), συζητήθηκε σε πολλά ψυχολογικά περιοδικά από τους Driesch, Osty, De Vesme, Schroeder, Sudre, Javorsky, Deleuze, Bruck, Matiesen, L. Vivante, Richter κ.ά. και επιπλέον, σχολιάστηκε από τον κόμη Maurice Maeterlinck (βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911) στο φιλοσοφικό του βιβλίο με τον τίτλο «Avant la grande silence», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1934.

Ο κόμης Maeterlinck ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από τη θεωρία της ψυχοβολίας, που σε μια επιστολή του προς τον Δρ. Τανάγρα δήλωσε: «Η θεωρία σας, όπως την περιγράφετε, θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!»

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι μελέτες του Τανάγρα δεν μπορούν να θεωρηθούν μη διαδεδομένες. Η εκμετάλλευση ενός προϋπάρχοντος, καλά τεκμηριωμένου και αναγνωρισμένου έργου είναι τόσο προφανής, που ο καθένας μπορεί να τη διαπιστώσει με μια σύντομη ματιά στις περιλήψεις των δύο βιβλίων.

Η περίληψη του βιβλίου The reach of mind του Δρ. Rhine, όπως αναγράφεται στο βιβλίο:

Η ιστορία μιας εκπληκτικής έρευνας πάνω στις άγνωστες δυνάμεις του ανθρώπινου νου και οι αποδείξεις σχετικά με την ικανότητα του να επηρεάζει το μέλλον, να επιδρά ακόμη και σε φυσικά αντικείμενα.»

Η περίληψη του βιβλίου «Le Destin et La Chance», του Δρ. Τανάγρα, σελίδα 3:

«Κάθε βαθιά εντύπωση που φτάνει έως το υποσυνείδητο μας και που αγωνιά να εκδηλωθεί (Freud), μπορεί κάποιες φορές να απελευθερωθεί σε ορισμένους ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τύπο οργανισμού (όπως οι δυναμολυτικοί και ψυχοβολικοί διάμεσοι), μια εκπομπή που συνοδεύεται κατά την εκδήλωσή της από τηλεκινητικά φαινόμενα και η οποία, μετά από μια τυχαία πρόβλεψη, προσπαθεί να ολοκληρώσει την έκφραση της με τρεις τρόπους:

Με απευθείας, ασυνείδητη τηλεκινητική δραστηριότητα πάνω σε άψυχη ύλη (π.χ. αυτοκίνητα, τρένα ή πλοία με αποτέλεσμα μηχανικές βλάβες, εκτροχιάσεις, ναυάγια κ.λπ.).

Με δραστηριότητα πάνω σε έμβιους οργανισμούς υπό τη μορφή τηλεπαθητικής προβολής (π.χ. ασυνείδητη επιρροή στο μυαλό του οδηγού του αυτοκινήτου ή, γενικά, στην ελεύθερη βούληση του ατόμου, προκαλώντας αθέλητες κινήσεις, αλλαγές της κατεύθυνσης, των πλάνων, των απόψεών του κ.λπ.).

Με απευθείας επιρροή στους ιστούς και τις λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού –ένα φαινόμενο γνωστό σε όλα τα μέρη του κόσμου ως “το κακό μάτι”.

Η δραστηριότητα αυτής της ψυχοβολικής εκπομπής αποτελεί μια νέα δύναμη που επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή.»

Συγκρίνοντας τα δύο αποσπάσματα, πιστεύουμε πως κάθε περαιτέρω εξήγηση περιττεύει, συν του ότι ο Δρ. Rhine αποφεύγει να κάνει τις ανάλογες διορθώσεις, χρησιμοποιώντας επανειλημμένως διάφορες προφάσεις και αναβολές.

Πιστεύουμε ότι έχουμε την ευθύνη να παρουσιάσουμε αυτά τα δεδομένα (που αφορούν έναν επιστήμονα ο οποίος εργάζεται σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ) στη διεθνή κοινότητα και σε κάθε αυθεντικό επιστήμονα, καθώς το βιβλίο του Δρ. Rhine ζημειώνει το πρωτότυπο έργο που δημοσιεύτηκε αρχικά από την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (19 χρόνια πριν), το οποίο δεν περιγράφηκε απλώς με αμιγώς τηλεκινητικά θεμέλια, αλλά είχε και περαιτέρω εξέλιξη χάρη στην Ελληνική ΕΨΕ.

Αθήνα,

3 Αυγούστου 1948»

Το τέλος των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα

Σχεδόν μια δεκαετία πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελληνική ΕΨΕ και οι ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα άρχισαν να αποδυναμώνονται. Στην τελευταία του συνέντευξη (23 Φεβρουαρίου 1969, εφημερίδα Ακρόπολις), ο Δρ. Τανάγρας δήλωσε: «Εγώ φεύγω με τη θλίψη ότι το έργο μου, η ίδρυση της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, ερευνών αυστηρώς επιστημονικών, υπήρξε πρόωρος διά τον τόπο μας, όπου το πλείστον ή αδιαφορεί ή εξακολουθεί να ενδιαφέρεται διά εντυπωσιακάς παρεξηγήσεις των ψυχικών φαινομένων και αυταπάτας δήθεν επικοινωνιών με πνεύματα νεκρών. Κρίμα εις την προσπάθειαν διά εν έθνος με την κληρονομίαν των Πυθίων και των Μαντείων, το οποίο έπρεπε να προηγήται επί του πεδίου αυτού».

Ζούσε τότε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Επτανήσου, στην Αθήνα, ανίκανος να διαβάσει. Τον στεναχωρούσε το γεγονός πως κανένας δεν είχε αρκετή θέληση ώστε να συνεχίσει το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ μετά την απόσυρσή του. Όπως δήλωσε, «εγώ πάντως πεθαίνω ευχαριστημένος, γιατί έδειξα στην σύγχρονη Ελλάδα τον δρόμο των Πυθίων».

Στην ίδια συνέντευξη, ο Δρ. Τανάγρας αναφέρει ότι η προσωπική του αλληλογραφία, τα ημερολόγια και όλα του τα αρχεία δόθηκαν σε έναν φίλο και πρώην πολιτικό, με το αίτημα του να τα χρησιμοποιήσει μετά τον θάνατό του. Πιθανότατα άλλαξε γνώμη, καθώς λίγο μετά έστειλε τα ημερολόγια του και μέρος του αρχειακού υλικού στη Bιβλιοθήκη Garrett του Parapsychology Foundation, ενός οργανισμού που τον στήριζε διαρκώς κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το μόνο γνωστό επιπρόσθετο υλικό αναφορικά με το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ φιλοξενείται στα αρχεία του Institut Métapsychique International, στο Παρίσι (IMI).

Άγγελος Τανάγρας (1887 – 1971).

Ως επίλογο της ιστορίας των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα, παραθέτω ένα απόσπασμα από την Επιστημονική Διαθήκη του Δρ. Τανάγρα, το οποίο μοιάζει να είναι το πλέον κατάλληλο:

«Αφήνω λοιπόν το βασανισμένο αυτό σαρκίον, πιστεύων ακραδάντως και μόνο εις την θρησκείαν της επιστήμης, οία διεμορφώθη μετά την ανακάλυψιν της ραδιενέργειας και της διασπάσεως του ατόμου. Δηλαδή, την ταυτότητα της ύλης και ενέργειας. Ο εστί την εν τη πραγματικότητα ανυπαρξία της ύλης με το μέγα συμπέρασμα καταρρίψεως των υλιστικών θεωριών […]».

* Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου «Άγγελος Τανάγρας: Το Χαμένο Ημερολόγιο» (επιμ. Νικόλαος Κουμαρτζής), που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Δαιδάλεος .

 Άγγελος Τανάγρας: ο πατέρας της παραψυχολογίας

Ο Νικόλαος Κουμαρτζής είναι διδάκτωρ Δημοσιογραφίας (Α.Π.Θ.) και ιδρυτής του Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού SEIKILO.

Βιβλιογραφία – Πηγές:

Εφημερίδα Ακρόπολις (1969). Συνέντευξη με τον Άγγελο Τανάγρα, Εφημερίδα Ακρόπολις, 23 Φεβρουαρίου, 1969.

Κουμαρτζής, Ν. (2010). Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα, Εκδόσεις Δίον.

Κουμαρτζής, Ν. (2011). Η Λευκή Βίβλος της Παραψυχολογίας, Εκδόσεις Δαιδάλεος.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 1, Μάρτιος 1925.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 11, έτος 1, Νοέμβριος 1925.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 3, Φεβρουάριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 5, έτος 3, Μάιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 7, έτος 3, Ιούλιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 12, έτος 3, Δεκέμβριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 1, έτος 4, Ιανουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 4, Φεβρουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 4, Μάρτιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 4, έτος 4, Απρίλιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1959). Η Θρησκεία της Επιστήμης, Εκδόσεις Σπύρου Α. Τζηρίτα.

Τανάγρας, Α. (άγνωστη χρονολογία). Επίλεκτα Έργα (ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων), Εκδόσεις Ιωάννης Ν. Σιδέρης.

Broughton, R. (1992). Parapsychology: The Controversial Science. England: Rider.

Coukidis, C. (unknown date). Une Visite a Athenes a M. Tanagras et a Mlle Clio, Le petit Parisien newspaper. A copy can be found at Institute Métapsychique International library in Paris.

Gauld, A. (1968). The Founders of Psychical Research, England: Routledge & Kegan Paul.

IMI Archives (2012). Letters between Dr. Tanagras and Dr. Warcollier, unpublished material, Institut Métapsychique International Library (Paris), boxes 18:3 & 8:2.

Pallikari, F. (2009). Angelos Tanagras, the 1935 Oslo International Parapsychology Congress and the telekinesis of Cleio, Journal of the Society for Psychical Research, Vol. 73 (897[4]), Oct 2009, 193-206.

Tanagras, A. (1967). Psychological Elements in Parapsychological Traditions, part of Parapsychological Monographs series, U.S.A.: Parapsychology Foundation Inc.

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα: Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα

Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

 

Το Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα της Clio Turbata εστιάζει, φέτος, σε είκοσι διεθνείς παραγωγές, που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1957 και 2014. Ορισμένες από αυτές υπήρξαν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, άλλες όχι. Άλλες άντλησαν έπμνευση από το ιστορικό παρελθόν της χώρας κι άλλες εστίασαν επάνω στη φυσική της ομορφιά. Άλλες (οι παλαιότερες χρονικά) διέπονται από σενάριο, το οποίο καθηλώνει τον θεατή, άλλες πάλι (οι πιο πρόσφατες) υιοθετούν την πρακτική του Χόλλυγουντ της Νέας Τάξης Πραγμάτων: παραγωγές κενές περιεχομένου, προορισμένες να αποβλακώσουν τον θεατή, επιστρατεύοντας ό,τι καλύτερο δύναται να διαθέσει η τεχνολογία της εικόνας και του ήχου προκειμένου να τον προσελκύσουν. Όπως και να έχει το ζήτημα, μέσω των ταινιών αυτών η Ελλάδα προβλήθηκε διεθνώς με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο, και αυτή, ακριβώς, την σπονδή στη χώρα μας επέλεξε το επιτελείο του ιστότοπου για να ευχηθεί ολόψυχα στους φίλους του κάθε καλό για τη νέα χρονιά που μπαίνει σε λίγο.

 

ΚΥΚΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

1. The Angry Hills (1959)

Πρόκειται για την πρώτη παραγωγή του Χόλλυγουντ, που γυρίστηκε στην Ελλάδα Η υπόθεση διαδραματίζεται λίγο πριν και αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς. Πρωταγωνιστής είναι ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται μια κατάσταση με σημαίνοντα ονόματα της ελληνικής αντίστασης. Για λόγους ασφαλείας την καταστρέφει, έχοντας αποστηθίσει προηγουμένως τα ονόματα. Η πρωτοβουλία αυτή δεν τον απαλλάσσει από το να βρεθεί στο στόχαστρο όλων των ενδιαφερομένων κύκλων: αρχών κατοχής, Γκεστάπο, αντιστασιακών οργανώσεων και συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών. Πρόκειται για μια καλογυρισμένη ταινία στην καλύτερη παράδοση των φιλμ νουάρ. Σκηνοθέτης είναι ο Robert Aldrich και πρωταγωνιστούν οι Robert Mitchum, Stanley Baker, Elisabeth Müller και Gia Scala.

O Robert Mitchum στην Αράχωβα, στη διάρκεια γυρίσματος της ταινίας.

 

Η τελευταία σκηνή του έργου. Στο βάθος διακρίνεται ο κινηματογράφος “Σπλέντιντ” του Πειραιά.

 

The Angry Hills – Trailer

2. The Guns of Navarone (1961)

Οι ηθοποιοί Stanley Baker και Gia Scala επανήλθαν στην Ελλάδα δυο χρόνια αργότερα για τις ανάγκες μιας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του πολεμικού κινηματογράφου.Το σενάριο του παραγωγού Carl Foreman στηρίχθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Alistair MacLean (1957), το οποίο είναι εμπνευσμένο, με τη σειρά του, από τη Μάχη της Λέρου, τον Νοέμβριο του 1943.  Το βιβλίο και η ταινία μοιράζονται την ίδια κεντρική πλοκή: τις προσπάθειες μίας ομάδας κομάντο να εξουδετερώσει ένα φαινομενικά απόρθητο γερμανικό οχυρό, που παρεμποδίζει και απειλεί τις νηοπομπές των Συμμάχων στο Αιγαίο Πέλαγος. Αν και το φανταστικό νησί του Ναβαρόνε υποτίθεται πως βρίσκεται στα Δωδεκάνησα, στη θέση του γεωγραφικού χάρτη που χρησιμοποιείται αντιστοιχούν τα Αντικήθυρα. Η ταινία ανήκει σε έναν κύκλο δαπανηρών παραγωγών με θέματα εμπνευσμένα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως οι εξίσου εμπορικές επιτυχίες The Bridge on the River Kwai (1957), The Longest Day (1962) και The Great Escape (1963). Γυρίστηκε εξολοκλήρου στη Ρόδο, υπό τα βλέμματα δημοσιογράφων από όλα τα πρακτορεία του κόσμου, μετατρέποντας το νησί σ’ ένα τεράστιο πλατό, με ευνόητο τουριστικό αντίκτυπο. Χαρακτηριστική υπήρξε η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης, που παρακολούθησαν από κοντά τη λήψη ορισμένων σκηνών.

H επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους της Ελλάδας στο χώρο του γυρίσματος.

Η διανομή των ρόλων είναι εντυπωσιακή: Gregory Peck, David Niven, Anthony Quinn, Anthony Quale, ενώ σε δευτερεύοντες στιγμιαίους ρόλους εμφανίζονται οι Richard Harris και James Robertson Justice. H χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους Gregory Peck και Anthony Quinn είναι απολαυστική. Η παρουσία της Ειρήνης Παππά σε πρωταγωνιστικό ρόλο σηματοδότησε την απαρχή της διεθνούς σταδιοδρομίας της. Σκηνοθέτης ήταν ο J. Lee Thomson και η πετυχημένη μουσική επένδυση ανήκε στον έμπειρο του είδους Dmitri Tiomkin. Οι ρόλοι των Γερμανών στρατιωτών καλύφθηκαν από στελέχη της Ελληνικής Χωροφυλακής, που προσφέρθηκαν εθελοντικά. Η επίσημη πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 27 Απριλίου 1961 στην αίθουσα Odeon Leicester Square του Λονδίνου, παρουσία της Βασίλισσας Ελισάβετ και του Δούκα του Εδιμβούργου.

 

The Guns of Navarone – “Εις τον αφρό της θάλασσας”

H ομάδα των σαμποτέρ αναζητεί καταφύγιο στο Ναό της Λίνδου.

The Guns of Navarone – Πως γυρίστηκε η ταινία 

3. Escape to Athena (1979)

Το αδύναμο σενάριο και η ανεπαρκέστατη σκηνοθεσία (George Pan Cosmatos) δεν υποκαθίστανται από τα ηχηρά ονόματα των ηθοποιών (Roger Moore, Telly Savalas, Elliot Gould, David Niven, Claudia Cardinale, Stefanie Powers και ο μουσικός, ηθοποιός και, αργότερα, πολιτικός Sonny Bono). O David Niven επιστρέφει στην Ελλάδα δεκαοκτώ χρόνια έπειτα από Τα κανόνια του Ναβαρόνε ενώ ο Roger Moore επρόκειτο να επανέλθει έπειτα από δυο χρόνια, το 1981, ως James Bond (βλ. παρακάτω) υποδυόμενος τον χαρακτήρα που τον καταξίωσε. H ταινία Escape to Athena γυρίστηκε και αυτή στη Ρόδο.

Από αριστερά προς δεξιά: Roger Moore, Stefanie Powers, Elliot Gould και David Niven.

Escape to Athena – Trailer

4. Fortunes of War (1987)

Fortunes of War είναι το τίτλος μιας τηλεοπτικής σειράς επτά ωριαίων επεισοδίων παραγωγής του BBC με πρωταγωνιστές την Emma Thompson και τον Kenneth Branagh. Πρόκειται για διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Olivia Manning. Παρακολουθεί την πορεία (και τη σχέση) ενός ζευγαριού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε τρία διαφορετικά μέρη: Ρουμανία, Ελλάδα, Αίγυπτο και Μέση Ανατολή γενικότερα. Το τέταρτο επεισόδιο διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Απριλίου 1941 και αποδίδει πιστά την ατμόσφαιρα διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου, κυρίως δε την κατάσταση, η οποία επικρατούσε στην ελληνική πρωτεύουσα λίγο πριν από την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων. Εξίσου πετυχημένα αποδίδεται η εσπευσμένη εκκένωση των βρετανικών δυνάμεων προς την Κρήτη και την Αίγυπτο.       

Fortunes of War, επεισόδιο αρ. 4, Greece: October 1940

 

Οι Kenneth Branagh και Emma Thompson στο Ναό του Ποσειδώνος στο Σούνιο.

 

5. Captain Corelli’s Mandolin (2001)

To Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλλι  (Captain Corelli’s Mandolin) με τους Nicolas Cage και Penelope Cruz στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, είναι ένα έργο, που επικεντρώνει σε ένα από τα απεχθέστερα εγκλήματα, που διέπραξαν οι Γερμανοί στη διάρκεια της Κατοχής: την ομαδική σφαγή της ιταλικής Μεραρχίας Acqui στην Κεφαλλονιά, τον Σεπτέμβριο του 1943, την επομένη της συνθηκολόγησης της Ιταλίας. Η υπόθεση ολοκληρώνεται με αναφορά στον καταστροφικό σεισμό του 1953 και τις επιπτώσεις του στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του νησιού. Το σενάριο βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Βρετανού (παρά το γαλλικό όνομα) συγγραφέα Louis de Bernières, το οποίο φέρει πανομοιότυπο τίτλο (1993). Πολλά από τα τραγικά ιστορικά γεγονότα, που αναδεικνύονται από τον συγγραφέα, αποδυναμώνονται σκόπιμα στην κινηματογραφική εκδοχή, η οποία επιλέγει να επικεντρώσει την προσοχή του κοινού στο αισθηματικό ρομάντζο μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών. Η σκηνοθεσία ανήκει στον John Madden, ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς επώνυμους Έλληνες ηθοποιούς, όπως η Ειρήνη Παππά και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης.

Nicolas Cage και Penelope Cruz στην Κεφαλλονιά.

Captain Corelli’s Mandolin – Trailer

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

6. Boy on a Dolphin (1957)

To παιδί πάνω σε ένα δελφίνι είναι ένα αρχαίο άγαλμα, το οποίο βρέθηκε στο βυθό της θάλασσας και για την κατοχή και παράδοση ή όχι του οποίου στις αρμόδιες ελληνικές αρχές ερίζουν δυο αρχαιολόγοι (Alan Ladd και Clifton Webb) όπως ερίζουν και για την καρδιά της όμορφης Φαίδρας (Sophia Loren). Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα (Αθήνα, Ύδρα, Ρόδος, Δήλος και Μετέωρα). Η συγκεκριμένη ταινία σηματοδοτεί και την απαρχή της συμμετοχής της πρωταγωνίστριας στον αγγλόφωνο κινηματογράφο, αν και ο ρόλος, τον οποίο υποδύεται, προοριζόταν αρχικά για την Joan Collins. Σε ελάσσονα ρόλο εμφανίζεται ο Αλέξης Μινωτής. Ένα από τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ταινίας είναι η απόδοση του γνωστού τργουδιού “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη” του Τάκη Μωράκη από τη Sophia Loren και τον Τώνη Μαρούδα, γνωστό τροβαδούρο της εποχής. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στην ταινία κατόπιν επιμονής της ίδιας της Loren, που έτυχε να το ακούσει στη διάρκεια των γυρισμάτων. Κατέληξε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν του έργου.

Boy on a Dolphin “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη”

Στο λιμάνι της Ύδρας το 1957.

Boy on a DolphinΑρχική σκηνή στην Ακρόπολη

7. Tintin et le Mystère de la Toison d’Or (1961)

Η πρώτη (από τις δυο) κινηματογραφικές ταινίες με ήρωες τους πρωταγωνιστές της σειράς κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, του Βέλγου σκιτσογράφου Hergé (Georges Remi) διαδραματίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Μεσόγεια, Μετέωρα). Πρόκειται για μια πρώτου μεγέθους επιτυχία, η οποία οφείλεται σε δυο παραμέτρους: το εξαιρετικό σενάριο των André Barret και Rémo Forlani, σε στενή συνεργασία με τον ίδιο τον Hergé και στην καθ όλα πειστική ομοιότητα και ενσάρκωση από τους επιλεγέντες ηθοποιούς της προσωπικότητας των ηρώων της δημοφιλούς σειράς (ο στρατηγός De Gaulle είχε κάποτε δηλώσει χαρακτηριστικά πως θεωρούσε τον Tintin ως τον μοναδικό του ανταγωνιστή σε επίπεδο δημοτικότητας). Ο κεντρικός ρόλος ανατέθηκε σε έναν άγνωστο νεαρό (Jean-Pierre Talbot), ο οποίος κατάφερε να εμφυσήσει ζωή στον ήρωα του Hergé και να τον κάνει να ξεπηδήσει από τις σελίδες του κόμικ διατηρώντας στο ακέραιο ολόκληρο το πνεύμα της σειράς.

 Tintin et le Mystère de la Toison d‘OrΗ επιλογή του Jean-Pierre Talbot για τον πρωταγωνιστικό ρόλο

Για τους υπόλοιπους ήρωες επιλέχθηκαν επαγγελματίες ηθοποιοί, που αποδίδουν με ανάλογη επιτυχία τους θεμελιώδεις χαρακτήρες: Georges Wilson (πλοίαρχος Haddock), Georges Loriot (καθηγητής Tournesol), ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους εμφανίζονται οι Δημήτρης Μυράτ, Δημήτρης Νικολαΐδης και Δήμος Σταρένιος. Στη σκηνή του γαμήλιου γλεντιού συμμετέχει το Συγκρότημα Παραδοσιακών Χορών της Δόρας Στράτου.

Ο Δήμος Σταρένιος ανάμεσα στους Jean-Pierre Talbot και Georges Wilson.

Το Χρυσόμαλλον Δέρας (Toison d’Or), για το οποίο γίνεται λόγος στον τίτλο, είναι ένα ετοιμόρροπο φορτηγό πλοίο, που κληρονομεί εντελώς αναπάντεχα ο επιστήθιος φίλος του πρωταγωνιστή, πλοίαρχος Haddock. Επάνω σε αυτό βρίσκεται έντεχνα καμουφλαρισμένος ένας ολόκληρος θησαυρός από ατόφιο χρυσό. Το μυστικό, που ανακαλύπτουν με την εξέλιξη της περιπέτειας σταδιακά οι πρωταγωνιστές, είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής σε κύκλους, οι οποίοι επιχειρούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να οικειοποιηθούν τον θησαυρό, οδηγώντας τα πράγματα σε ακραίες καταστάσεις. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, κατάλληλο για μικρά και για μεγάλα παιδιά.

Tintin et le Mystère de la Toison d’Or –Το γαμήλιο γλέντι

 

8. The 300 Spartans (1962)

Πρόκειται για μια επική κινηματογραφική ταινία με αντικείμενο τη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην περιοχή της Περαχώρας, κοντά στο Λουτράκι. Η επιλογή της τελευταίας έναντι της ιστορικής τοποθεσίας της μάχης οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μεσολαβήσει χρονικά καταλυτική μεταβολή της γεωμορφολογικής ταυτότητας των Θερμοπυλών εξαιτίας των προσχώσεων, οι οποίες δεν τις καθιστούν, πλέον, στενή διάβαση όπως στην αρχαιότητα. Η ταινία γυρίστηκε με τη ενεργό συνδρομή των ελληνικών αρχών, που παραχώρησαν γενναία χρηματική επιχορήγηση και 5.000 κομπάρσους (επρόκειτο για άτομα που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία) για την εξυπηρέτηση των αναγκών του έργου. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Ο λέων της Σπάρτης”. Ακόμα και σήμερα, η ταινία δεν προδίδει την ηλικία της. Οι σκηνές των μαχών παραμένουν θεαματικές, οι δε ερμηνείες των ηθοποιών εξακολουθούν να είναι πειστικές, δίχως το παραμικρό ίχνος στόμφου. Ηγείται ένας ρωμαλέος και ηρωϊκός Richard Egan στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Λεωνίδα. Στο πλευρό του διακρίνονται ο Sir Ralph Richardson ως Θεμιστοκλής και η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια, σύζυγος του Λεωνίδα. Εκείνη, μάλιστα, του παραδίδει την ασπίδα προφέροντας την ιστορική φράση “Ή ταν ή επι τας” στην ελληνική γλώσσα. Η σκηνοθεσία είναι του Rudolph Maté και η άκρως πετυχημένη μουσική επένδυση του Μάνου Χατζηδάκι. Η ταινία βλέπεται ακόμη και σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, το δε τραγικό τέλος είναι πραγματικά συγκινητικό. Ορισμένες αναφορές χαρακτηρίστηκαν από τους κριτικούς της εποχής ως σκόπιμα ψυχροπολεμικές. Παρά ταύτα, η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην ΕΣΣΔ και στις χώρες δορυφόρους της τελευταίας.

Ο Richard Egan ως Λεωνίδας της Σπάρτης.

 

Η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια.

 

Το στρατόπεδο του Ξέρξη (David Farrar).

The 300 Spartans–Η επιδρομή στο στρατόπεδο του Ξέρξη

9. Topkapi (1964)

O Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ο συνδετικός κρίκος με την προαναφερθείσα περίπτωση, έχοντας αναλάβει τη μουσική επένδυση της ταινίας, η οποία προέκυψε από την πέμπτη, κατά σειρά, συνεργασία του σκηνοθέτη (Jules Dassin) με την πρωταγωνίστρια (Μελίνα Μερκούρη). Η διανομή είναι κι εδώ εντυπωσιακή: Maximilian Schell (ο ρόλος προοριζόταν αρχικά για τον Peter Sellers, που απέρριψε την πρόταση), Peter Ustinov, Robert Morley, Akim Tamirov, ενώ φευγαλέα κάνουν την εμφάνισή τους ο γιός του σκηνοθέτη, Jo Dassin, γνωστότερος με την ιδιότητα του τραγουδιστή, η Δέσπω Διαμαντίδου και ο Τίτος Βανδής. Ο τίτλος προέρχεται από το όνομα του γνωστού ανακτόρου-μουσείου της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο μια σπείρα κακοποιών αφαίρεσε, μέσω μιας εντυπωσιακής ληστείας, ένα έκθεμα αμύθητης αξίας. Ορισμένα από τα τεχνάσματα της ληστείας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στη γνωστή τηλεοπτική σειρά (και στον κύκλο των κινηματογραφικών ταινιών που διαδέχθηκαν την τελευταία) “Επικίνδυνες αποστολές” (Mission Impossible). Η ταινία έχει γυριστεί στην Κωνσταντινούπολη, ξεκινά, όμως, με μια σκηνή στην Καβάλα, όπου μπαίνουν οι βάσεις για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της τολμηρής ληστείας. Το Topkapi βλέπεται ευχάριστα, είναι δε ευρηματικός ο τρόπος (-συγκυρία τύχης), μέσω του οποίου αποκαλύπτεται το τέλειο έγκλημα.

Μελίνα Μερκούρη, Maximilian Schell και Peter Ustinov στο λιμάνι της Καβάλας.

 

Οι καπναποθήκες στην παραλία της Καβάλας, που δεν υφίστανται πλέον.

Topkapi – Η σκηνή στην Καβάλα

10. Le casse (1971)

Η διάρρηξη βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και αυτής της ταινίας (στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συλλογή πολύτιμων λίθων, που “αφαιρείται” από έπαυλη των βορείων προαστίων), η οποία γυρίστηκε στην Αθήνα και στην Κέρκυρα στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Η επιλογή της ελληνικής πρωτεύουσας ουδόλως σχετίζεται με το σενάριο. Το έργο μπορούσε άνετα να γυριστεί οπουδήποτε αλλού. Συμπεριλαμβάνοντας, ωστόσο, μια σκηνή περιπετειώδους καταδίωξης με αυτοκίνητα μέσα στους δρόμους μιας πυκνοκατοικημένης πόλης, ήταν πρακτικά δύσκολο να υπάρξουν προσφορές. Το χουντικό καθεστώς της εποχής εκείνης διέβλεψε μια αξιοποιήσιμη ευκαιρία να απαλύνει κάπως, μέσω της προβολής της ταινίας στο εξωτερικό, τη διεθνή απομόνωση, στην οποία είχε εκ των πραγμάτων καταδικαστεί, αποκομίζοντας, παράλληλα, οφέλη στον κλάδο, κυρίως, του τουρισμού. Έτσι, αποδέχθηκε εκ των προτέρων όλους τους όρους των συντελεστών της ταινίας. Αντίτιμο της σχετικής άδειας υπήρξε, προφανώς, η συμπερίληψη του επεισοδίου της ταβέρνας, μιας σκηνής-ύμνου στις αρετές της ελληνικής κουζίνας.

    Le casseΗ καταδίωξη                          

 

Le casse Η σκηνή στην ταβέρνα   

Ο Jean-Paul Belmondo προσπαθεί να διαφύγει από την επιτήρηση της αστυνομίας κρεμασμένος σε ένα τρόλεϋ στην πλατεία Μαβίλη…
…και σε ένα λεωφορείο απέναντι από το ξενοδοχείο Hilton και την Εθνική Πινακοθήκη.

Ο σκηνοθέτης Henri Verneuil είναι ειδήμων σε έργα της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως, άλλωστε και οι ηθοποιοί: Jean-Paul Belmondo, Robert Hossein και Renato Salvatori (τα μέλη της συμμορίας των διαρρηκτών), Omar Sharif και Dyan Canon (ο διεφθαρμένος αστυνομικός, ο οποίος επιδιώκει να οικειοποιηθεί τη συλλογή των κλοπιμαίων για τον εαυτό του και η ελκυστική συνεργάτης του). Εξαιρετική είναι η μουσική επένδυση από τον Ennio Morricone. Στην ταινία έχει αποτυπωθεί μια νοσταλγική–αν και ελαφρώς μελαγχολική ένεκα των πολιτικών περιστάσεων–ατμόσφαιρα της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του ΄70.

 Le casseΠως γυρίστηκε η ταινία

11. For your eyes only (1981)

For your eyes only είναι η 13η ταινία της σειράς James Bond (η 5η με τον Roger Moore στον ομώνυμο ρόλο). H υπόθεση του έργου είναι περισσότερο απλοποιημένη από τις αμέσως προηγούμενες. Εδώ, η υφήλιος δεν τελεί εν κινδύνω. Η αντιπαράθεση επανέρχεται σε ένα περισσότερο λιτό και παραδοσιακό διμερές ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό, η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα (Κέρκυρα και Μετέωρα). Το ίδιο ισχύει και για τις σκηνές του πρώτου μέρους, οι οποίες υποτίθεται ότι διαδραματίζονται στην Ισπανία. Για την περίπτωση, πολλές προσόψεις οικιών της Κερκυραϊκής ενδοχώρας βάφτηκαν, ώστε να πείθουν πως είναι ισπανικές. Σύγκρουση μεταξύ των μοναχών και των παραγωγών της ταινίας προέκυψε σχετικά με τις σκηνές που γυρίστηκαν στα Μετέωρα. Η διαφορά έφτασε μέχρι την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία αποφάνθηκε πως περιουσία των μοναχών αποτελούσε μόνο το εσωτερικό των μονών και όχι ο περιβάλλον χώρος. Κατόπιν τούτου, η μοναστική κοινότητα των Μετεώρων αποφάσισε να δυσχεράνει με κάθε τρόπο τα γυρίσματα: Μπουγάδες απλώθηκαν παντού, υψώθηκαν σημαίες και τοποθετήθηκαν βαρέλια πετρελαίου στους χώρους που προορίζονταν για την προσγείωση ελικοπτέρων. Απολαυστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στον “κακό” Αριστοτέλη Χριστάτο και τον James Bond, στο πλαίσιο ενός πολυτελούς δείπνου, όταν έρχεται η ώρα επιλογής των κρασιών: “Mου επιτρέπετε να προτείνω ένα εξαιρετικό λευκό Ρομπόλα από την πατρίδα μου, την Κεφαλλονιά;” ρωτά ο πρώτος. “Συγχωρέστε με, αλλά το βρίσκω κάπως αρωματικό για τα γούστα μου. Προτιμώ το Θεοτόκη άσπρο”, απαντά ο δεύτερος. Η ετυμηγορία μάλλον σχετίζεται με το ύψος της χορηγίας.

For your eyes onlyΡομπόλα εναντίον Θεοτόκη

Οι πρωταγωνιστές Roger Moore και Carole Bouquet στο Ποντικονήσι της Κέρκυρας.

For your eyes onlyΑπό την Κέρκυρα στα Μετέωρα

12. Le Grand Bleu (1988)

H ταινία του Luc Besson, με τους Jean Reno, Jean-Marc Barr, Rosanna Arquette στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και τον Ανδρέα Βουτσινά σε μια σύντομη εμφάνιση, προβλήθηκε στη χώρα μας με τον τίτλο  “Απέραντο Γαλάζιο”. Η υπόθεση εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον κάτω από το βυθό της θάλασσας, καθώς το αντικείμενο είναι οι καταδύσεις σε μεγάλο βάθος. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Αμοργό, στην Ίο, στην Ταορμίνα της Σικελίας και στην Αντίμπ της νοτίου Γαλλίας. Το σενάριο αποτελεί εκτεταμένη δραματοποιημένη διασκευή της πραγματικής ιστορίας δυο φίλων δυτών οι οποίοι ήταν πρωταθλητές της ελεύθερης κατάδυσης, του Jaques Mayol και του Enzo Maiorca (στο έργο εμφανίζεται ως Enzo Mollinari). Μάλιστα, ο Mayol, ο οποίος αυτοκτόνησε από κατάθλιψη το 2001, συμμετείχε στη συγγραφή του σεναρίου. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία (άνω των 9 εκατομμυρίων εισιτήρια στη Γαλλία μόνο), οφείλεται στις εξαιρετικές υποβρύχιες σκηνές, σε συνδυασμό με τη μουσική του Éric Serra. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ, η ταινία κυκλοφόρησε με διαφορετική έκβαση (happy end) και μουσική υπόκρουση (Bill Conti). Η αμερικανική εκδοχή, προσαρμοσμένη προφανώς στις επιλογές και προτιμήσεις του κοινού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού,  αποδυναμώνει αισθητά τη μαγεία του έργου.

  Le Grand Bleu Trailer (αμερικανική εκδοχή)

Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή Κυνηγημένης στην Αμοργό, το επιβλητικό μνημείο όπου γυρίστηκαν σκηνές του έργου.

 

13. Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life (2003)

Το μοναδικό ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, που δικαιολογεί και τη συμπερίληψή της στο παρόν αφιέρωμα, είναι το ότι η πλοκή της διαδραματίζεται στη Σαντορίνη. Το σενάριο εμπνέεται από τη σειρά ηλεκτρονικών παιχνιδιών Tomb Raider και αναφέρεται σε ένα σημαντικό εύρημα, που προέκυψε έπειτα από έναν σεισμό, ο οποίος έπληξε τη Σαντορίνη και που οδηγεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις με την ανάμειξη μυστικών υπηρεσιών. Η εικόνα της όμορφης Angelina Jolie με φυσικό φόντο την εξίσου όμορφη Σαντορίνη είναι ό,τι αξίζει να συγκρατήσει κανείς από αυτή την ανόητη, κατά τα άλλα, κινηματογραφική ταινία.

Η Angelina Jolie ως Lara Croft με φόντο τη Σαντορίνη.

Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life – Angelina Jolie και jet-ski στα ανοικτά της Σαντορίνης

14. The Two Faces of January (2014)

Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, γυρισμένο στην Αθήνα, στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη με τους Viggo Mortensen και Kirsten Dunst στους κεντρικούς ρόλους. To σενάριο στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith (1964). Ένα ζευγάρι Αμερικανών που επισκέπτεται την Ελλάδα, προσπαθεί να διαφύγει από τις αρχές, έχοντας προκαλέσει τον εξ αμελείας θάνατο ενός αστυνομικού ντετέκτιβ, ο οποίος το εκβιάζει. Καλογυρισμένο έργο, γεμάτο ένταση, ατμόσφαιρα που παραπέμπει στον Ηitchcock και που αναδεικνύει ανάγλυφα το περιβάλλον, εντός του οποίου γυρίστηκε.

Viggo Mortensen και Kirsten Dunst μπροστά από τον Παρθενώνα.

The Two Faces of January – Trailer

 

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΑ

15. Phaedra (1962)

H Φαίδρα είναι ο καρπός της τέταρτης, κατά σειρά, συνεργασίας της Μελίνας Μερκούρη και του Jules Dassin. Τη φορά αυτή η ηθοποιός και ο σκηνοθέτης εμπνεύσθηκαν από την αρχαία ελληνική τραγωδία, συγκεκριμένα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο έρωτας της Φαίδρας, συζύγου του Θησέα, για το γιό του τελευταίου, Ιππόλυτο. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, αρμόδια για το σενάριο, μετέφερε την πλοκή στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60. Η Φαίδρα (Μελίνα Μερκούρη), δεύτερη σύζυγος του εφοπλιστή Θάνου Κυρίλη (Raf Vallone), ερωτεύεται το γιο που έχει ο συζυγός της από τον πρώτο του γάμο, Αλέξη (Anthony Perkins). Η σχέση των δυο είναι καταδικασμένη από την αρχή αλλά οι δυο τους δεν καταφέρνουν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους με αποτέλεσμα καταστρεπτικές συνέπειες και ακόμα πιο τραγική έκβαση. Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην Ύδρα (μεταξύ άλλων στο πανέμορφο αρχοντικό της οικογένειας Μπουντούρη). Επεισοδιακά υπήρξαν τα γυρίσματα στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, όταν το προσωπικό αντιτάχθηκε προβάλλοντας προσκόμματα. Σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς πλειάδα γνωστών Ελλήνων ηθοποιών: Τασσώ Καββαδία, Ανδρέας Φιλιππίδης, Ζωρζ Σαρή, Γιώργος Πάντζας και Στέλιος Βόκοβιτς. Η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη.

H Μελίνα Μερκούρη με τους Αnthony Perkins (αριστερά) και Jules Dassin (δεξιά) σε διάλειμμα των γυρισμάτων.

 

Phaedra Trailer

16. Une femme à sa fenêtre (1976)

Ένας έρωτας δίχως προοπτική βρίσκεται στο επίκεντρο και αυτού του έργου, με φόντο τη Μεταξική Ελλάδα του δευτέρου ημίσεως της δεκαετίας του ΄30. Συνδέει συγκυριακά μεταξύ τους τη σύζυγο ενός ξένου διπλωμάτη (Romy Schneider) και έναν Έλληνα αντιφρονούντα στο δικτατορικό καθεστώς (Victor Lanoux), στον οποίο εκείνη παρέχει ασυλία όταν διαπιστώνει πως ο τελευταίος καταζητείται από τις αστυνομικές αρχές. Εξαιρετικές είναι και οι ερμηνείες των Philippe Noiret και Gastone Moschin στο ρόλο του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, του διαβόητου υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας της 4ης Αυγούστου (στο έργο φέρει το όνομα Πριμούκης). Ο καρπός του παράνομου αυτού έρωτα, μια κόρη νεαρής ηλικίας, επισκέπτεται στο τέλος του έργου την Ελλάδα, ως τόπο προσκυνήματος του οικογενειακού της παρελθόντος στις 20 Απριλίου του 1967. Γυρισμένη στην Αθήνα και στους Δελφούς, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα. Ιδιαίτερα πετυχημένα αποδίδεται η ατμόσφαιρα της μεσοπολεμικής Ελλάδας (παρά τους πολεοδομικούς περιορισμούς, τους οποίους επέβαλλε εκ των πραγμάτων η Αθήνα της δεκαετίας του ΄70, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα). Είναι πιθανό το σενάριo να έχει αντλήσει στοιχεία, τουλάχιστον ως προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, και από το διήγημα του Roger Peyrefitte με τίτλο Les Ambassades Οι Πρεσβείες (1951), η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται στην Αθήνα την ίδια ακριβώς εποχή.

Une femme à sa fenêtre – Trailer

H Romy Schneider και ο Victor Lanoux με τον σκηνοθέτη Pierre Garnier-Deferre (αριστερά) στο αρχαίο στάδιο των Δελφών…
… και μέσα σε μια λιμουζίνα εποχής μπροστα από το Καλλιμάρμαρο.

 

17. High Season (1987)

Κομεντί γύρω από τη ζωή και τη σχέση ενός ζευγαριού, της φωτογράφου  Katherine  (Jacqueline Bisset) και του συζύγου της Patrick (James Fox), μόνιμα εγκατεστημένων επί χρόνια στη Ρόδο και την αναστάτωση στην καθημερινή του ζωή, που επιφέρει η άφιξη του Rick (Kenneth Branagh). Στο ρόλο της ντόπιας Πηνελόπης, επιστήθιας φίλης της πρωταγωνίστριας, η Ειρήνη Παππά, μοναδική ελληνική συμμετοχή στην όλη ταινία. Η σκηνοθεσία είναι της Clare Peploe, συζύγου του επίσης σκηνοθέτη Bernardo Bertolucci.

Jacqueline Bisset

High Season – H αρχή της ταινίας

18. Shirley Valentine (1989)

H Shirley Valentine ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως θεατρικό έργο ενός μόνο ρόλου (την ηρωῒδα υποδυόταν από τότε η ηθοποιός Pauline Collins, που πρωταγωνιστεί και στην κινηματογραφική ταινία), το οποίο ανεβάστηκε στο West End του Λονδίνου και αργότερα στο Broadway με αξιοσημείωτη επιτυχία. Πραγματεύεται την ιστορία μιας μεσόκοπης νοικοκυράς από το Λίβερπουλ, σε αναζήτηση της χαμένης της νιότης και των ανεκπλήρωτων, από τότε, ονείρων της. Επισκεπτόμενη δίχως τον σύζυγό της την Ελλάδα, ζει μια ερωτική περιπέτεια με τον Κώστα Δημητριάδη (Tom Conti), ιδιοκτήτη μιας ταβέρνας, ο οποίος, πλην του επαγγέλματος που ασκεί, επιδίδεται στο να σαγηνεύει τις τουρίστριες. Με αφορμή το σύντομο καλοκαιρινό ειδύλλιο, η πρωταγωνίστρια επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της, εξορκίζει τις ενδόμυχες επιθυμίες της και επανέρχεται συνειδητοποιημένη, πλέον, στην οικογενειακή ισορροπία και θαλπωρή. Εξοικειωμένη με το ρόλο χάρη στη θεατρική προϊστορία, η Pauline Collins ενσαρκώνει ιδανικά την τυπική μικροαστή νοικοκυρά, ευρισκόμενη σε κρίση ηλικίας. Η ταινία έχει γυριστεί στο Λίβερπουλ, στο Λονδίνο και στη Μύκονο. Την περίοδο 1989-1990, σχεδόν ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας, το θεατρικό έργο ανέβηκε στην Αθήνα με πρωταγωνίστρια (και μοναδική ηθοποιό) την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Pauline Collins και Tom Conti.

Shirley Valentine – Η σκηνή στην ταβέρνα

19. Mamma Mia! (2008)

Παρόλη τη χαζοχαρούμενη υπόθεση (μια εικοσάχρονη κοπέλα καλεί στο γάμο της τρεις πρώην φίλους της μητέρας της δίχως να γνωρίζει ποιος από αυτούς είναι ο πατέρας της), η τεράστια εισπρακτική επιτυχία οφείλεται σε τρεις παραμέτρους: σε ένα επιτελείο επώνυμων ηθοποιών (Meryl Streep, Pierce Brosnan, Colin Firth, Cher, Julie Walters, Amanda Seyfried), που δεν προσφέρουν τίποτε άλλο πέραν από το επικοινωνιακό όνομά τους, στη μουσική επένδυση με παλιές επιτυχίες του σουηδικού συγκροτήματος της ποπ Abba, και στο συνδυασμό του φυσικού κάλλους της Σκοπέλου και του Πηλίου, όπου γυρίστηκε, με την ποιότητα της δουλειάς του ελληνοκυπρίου φωτογράφου Χάρι Ζαμπαρλούκου. Το έργο ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από τις θεατρικές σκηνές του West End και του Broadway, με μεγάλη εμπορική ανταπόκριση (ανεβάζεται ακόμη και σήμερα στη χώρα μας και αλλού).

Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα: η σκηνή του γάμου.

Mamma Mia! – Trailer

 

Και…εκτός συναγωνισμού:

20. Zorba the Greek (1964)

Το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), μια μυθιστορική απόδοση της ζωής του Γεωργίου Ζορμπά, φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του συγγραφέα, είχε από καιρό κεντρίσει το ενδιαφέρον της εβδόμης τέχνης. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 η σκέψη απασχόλησε τον Ηλία Καζάν, ο οποίος είχε κατά νου τον Burt Lancaster για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, ο Jules Dassin είχε κατά νου τον πρωταγωνιστή του Sergei Eisenstein, τον Ρώσο ηθοποιό  Nikolai Cherkasov (Alexander Nevsky, Ivan the Terrible). Ο κλήρος έπεσε τελικά στον Μιχάλη Κακογιάννη και στον Anhony Quinn. O μεξικανικής καταγωγής ηθοποιός ενσάρκωσε ιδανικά τον άξεστο Κρητικό ήρωα του Καζαντζάκη, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Δεύτερη παράμετρος, σήμα κατατεθέν του έργου, υπήρξε η μουσική επένδυση από τον Μίκη Θεοδωράκη, που κατέστησε το συρτάκι (και την Ελλάδα μαζί) γνωστό σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, τα τρία βραβεία Όσκαρ, τα οποία απέσπασε η ταινία, πήγαν αλλού: β΄ γυναικείος ρόλος (Lila Kedrova), καλλιτεχνική διεύθυνση για ασπρόμαυρη ταινία (Βασίλης Φωτόπουλος) και φωτογραφία για ασπρόμαυρη ταινία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Lila Kedrova επιστρατεύθηκε την τελευταία στιγμή για τον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς, όταν η γνωστή Γαλλίδα ηθοποιός Simone Signoret εγκατέλειψε για προσωπικούς λόγους τα γυρίσματα ενόσω αυτά βρίσκονταν σε αρχικό στάδιο. Στο έργο συμμετέχουν οι Alan Bates, Ειρήνη Παππά (σε μια από τις πολλές συνεργασίες της με τον Κακογιάννη), Ελένη Ανουσάκη, Γιώργος Φούντας, Σωτήρης Μουστάκας και Άννα Κυριακού. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου στην Κρήτη.

Αnthony Quinn και Alan Bates στην τελευταία και πλέον δημοφιλή σκηνή του έργου.

Zorba the Greek – Συρτάκι

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος: Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος

Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Τον Θέμη Μαρίνο είχα την τύχη και τη χαρά να τον γνωρίσω στα γραφεία της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας» (ΕΜΕΙΣ), όταν αμφότεροι ήμασταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, αργότερα δε τον είχα συναντήσει σε διάφορες εκδηλώσεις. Με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά του, ενώ υπήρξε πάντα πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις μου για ιστορικά θέματα. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν απότιση τιμής στη μνήμη του.

Η Ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα δεν αποτελεί μονοσήμαντη αφήγηση. Κάτι τέτοιο ισχύει μόνον για τους δογματικούς και τους αφελείς. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα ιστορικό φαινόμενο με διάφορες συνιστώσες και, συχνά μεταβαλλόμενες, παραμέτρους. Εδώ θα ασχοληθώ κυρίως με τη βρετανική κυβέρνηση και τις μυστικές της υπηρεσίες, ιδίως δε με εκείνες που ιδρύθηκαν για τις ανάγκες του πολέμου.

Η προσάρτηση της Αυστρίας στη χιτλερική Γερμανία, τον Μάρτιο του 1938, οδηγεί τη SIS (Secret Intelligence Service) στην ίδρυση μιας νέας μυστικής υπηρεσίας, της Section D. Σκοπός της είναι η πρόκληση της οικονομικής κατάρρευσης του εχθρού, με δολιοφθορές, ανορθόδοξο πόλεμο, εργατικές αναταραχές, πληθωρισμό κ.ά. Την ίδια περίπου εποχή, το War Office (υπουργείο Πολέμου) δημιουργεί και αυτό μία υπηρεσία ανορθόδοξου πολέμου και ανταρτοπολέμου που θα λάβει το παραπλανητικό όνομα Military Intelligence (Research) MI (R).

Ο Θέμης Μαρίνος  (δεύτερος από δεξιά) στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Αγγλος Πρόξενος» του Πέτρου Μακρή-Στάικου το 2011. Αριστερά, ο Κωστής Στεφανόπουλος και ανάμεσά τους ο αντιστασιακός Ρήγας Δ. Ρηγόπουλος.

Στις 14 Ιουνίου του 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στο Παρίσι και οι εξελίξεις γίνονται ραγδαίες. Η Section D, η MI (R) και το λεγόμενο Electra House, δηλαδή η υπηρεσία «μαύρης» προπαγάνδας, συγχωνεύονται και αποτελούν πλέον την Special Operations Executive (SOE-Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων). Η Μ. Βρετανία της εποχής κυβερνάται από κυβέρνηση συνεργασίας Συντηρητικών και Εργατικών. Ο Συντηρητικός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ αναγκάζεται να κάνει μεγάλες υποχωρήσεις απέναντι στους Εργατικούς, ιδίως όσον αφορά τη στελέχωση και τον έλεγχο της νέας παραστρατιωτικής υπηρεσίας. Η SOE ιδρύεται στις 16 Ιουλίου του 1940 και υπάγεται αμέσως στο νεοσύστατο υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare-MEW), με υπουργό τον καθηγητή στο London School of Economics και βουλευτή του Εργατικού Κόμματος, Χιου Ντόλτον, που είναι φανατικός αριστερός. Σε σημείωμα, εξάλλου, του Τσώρτσιλ προς τον προκάτοχό του στην πρωθυπουργία, Νέβιλ Τσάμπερλεν, αναφέρει πως (όπως έχει αποφασιστεί) η βρετανική επίθεση κατά της γερμανικής κυριαρχίας πρέπει αναγκαστικά να στηριχθεί σε «αριστερά επαναστατικά κινήματα». (Βλ. TNA CAB 101/240/2, σελ. 15). Η τοποθέτηση αυτή, αργότερα θα εξελιχθεί στη λεγόμενη «διττή» βρετανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.

Δεν είναι γνωστό το πότε ο Θέμης Μαρίνος εντάχθηκε στη SOE. Γεγονός είναι, πάντως, ότι εκεί του δόθηκαν ο κωδικός αριθμός D/H 399 και το κωδικό όνομα «Themi». Γεγονός είναι, επίσης, ότι υπήρξε απόφοιτος του Κέντρου Ειδικής Εκπαιδεύσεως (STC) της SOE. Η σχολή λειτουργούσε σε έναν λόφο πάνω από τη Χάιφα. Εκτός από τα θεωρητικά μαθήματα, οι φοιτούντες εκεί εκπαιδεύονταν στην πτώση με αλεξίπτωτο αλλά και σε μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου. Ενα από τα πλέον ανατριχιαστικά –και ευρύτερα άγνωστα– μαθήματα, ήταν η θανάτωση κάποιου, με τα δύο μεγάλα δάκτυλα του ενός χεριού βαθιά μέσα στα μάτια του.

Ο Bollo, ο Ρόμελ, ο Ζέρβας και οι δισταγμοί του Βελουχιώτη

Τον Αύγουστο του 1942, επικεφαλής της SOE Καΐρου τοποθετείται ο Λόρδος Γκλένκονερ και εκείνος προσλαμβάνει ως αρχηγό του επιτελείου του, τον μετέπειτα ταξίαρχο Κλίβελαντ Μέργουιν Κιμπλ, ή «Bollo», έναν χολερικό και –λόγω φυσικών και επαγγελματικών μειονεκτημάτων– συμπλεγματικό άνθρωπο. Ομως ο Κιμπλ διαθέτει ένα κρυφό πλεονέκτημα:

Είναι ο μοναδικός αξιωματικός της SOE που, λόγω της προηγούμενης θέσης του, έχει πρόσβαση στο Ultra (τα προϊόντα της αποκρυπτογράφησης των κωδικοποιημένων επικοινωνιών των δυνάμεων του άξονα) και στα σήματα του στρατάρχη Ερβιν Ρόμελ, από και προς το Βερολίνο και τη Ρώμη, που έχουν υποκλαπεί μέσω αυτού. Ετσι γνωρίζει ότι από τα τέλη Αυγούστου του 1942 το Afrika Korps δεν εφοδιάζεται πλέον από την Ελλάδα, μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αθηνών-Πειραιώς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από την Ιταλία, είτε απευθείας είτε μέσω Κρήτης (βλ. ενδεικτικά, TNA HW 1/1139, F. H. Hinsley κ.α., British Intelligence in the Second World War, τόμ. 2, σελ. 407 και εξ., Andreas Hillgruber στο Oberkommando der Ehermacht Kriegstagebuch, ημιτ. Ι, σελ. 141, M.R.D. Foot, SOE, σελ. 234).

Ο Θέμης Μαρίνος, εκπαιδευτής στο στρατόπεδο της SOE, στη Χάιφα, το 1941.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1942, ο στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ καλεί τον Γκλένκονερ και, ενόψει της επικείμενης μάχης του Ελ Αλαμέιν, του ζητάει το άμεσο και όσο το δυνατόν πιο ισχυρό πλήγμα κατά των γραμμών εφοδιασμού του εχθρού, στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ετσι ο Κιμπλ, παρ’ όλον ότι γνωρίζει την αλήθεια, διοργανώνει την επιχείρηση Harling, έχει ως σκοπό την ανατίναξη μιας από τις τρεις σιδηροδρομικές γέφυρες, εκείνες του Ασωπού, της Παπαδιάς και του Γοργοποτάμου. Ρώτησα κάποτε τον Θέμη Μαρίνο, αν γνώριζε τα παραπάνω. Εκνευρίστηκε και μου απάντησε: «Για το Ελ Αλαμέιν τα μάθαμε μετά!». Οσο για το τι επεδίωκε ο Κιμπλ με την ανατίναξη, οι σκοποί του ήταν δύο: Πρώτον να ικανοποιήσει την προσωπική του φιλοδοξία και δεύτερον να δικαιολογήσει τις πολλές χιλιάδες χρυσές λίρες που είχαν δοθεί στο ΚΚΕ, στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, χωρίς κάποιο εμφανές αποτέλεσμα (βλ. Foot, όπ.π., και TNA FO 371/37201/R 654).

Οπως είναι γνωστό, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου του 1942, όταν πλέον ο Ρόμελ είχε συντριβεί στο Ελ Αλαμέιν. Οπως επίσης είναι γνωστό, η καθυστέρηση είχε ως αιτία τον δισταγμό του Αρη Βελουχιώτη να παραβεί τη «γραμμή» του ΚΚΕ για τη μη συνεργασία, οποιασδήποτε μορφής, με τους Βρετανούς. Τελικά ο φόβος του ότι ο Ζέρβας θα καρπωθεί όλη τη δόξα για την ανατίναξη θα τον κάνει να παραβεί την «γραμμή», αγνοώντας τον κίνδυνο να υποστεί τις κομματικές συνέπειες.

Αν και «φάρσα» του Κιμπλ, ο Γοργοπόταμος είχε δύο σοβαρότατες συνέπειες για τα ελληνικά πράγματα. Η πρώτη συνίσταται στη ριζική μεταβολή της πολιτικής και των σχεδίων για το αντάρτικο, για το οποίο αποφασίζεται η ενίσχυση και η ανάπτυξή του, για την πραγματοποίηση εκτεταμένων δολιοφθορών κατά του εχθρού. Ετσι, ενώ αρχικά είχε δοθεί η εντολή να επιστρέψουν τα μέλη της αποστολής Harling εκτός από τον Κρις Γούντχαουζ και τον Θέμη Μαρίνο που θα παρέμεναν στην Ελλάδα μαζί με δύο ασυρματιστές, σε λίγο αυτή ανακαλείται και όταν οι υπόλοιποι επιστρέφουν, σχηματίζεται η British Military Mission (BMM), ή Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ), που θα δράσει μέχρι το 1944.

Ο Γοργοπόταμος είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα τη ραγδαία ανάπτυξη του ανταρτικού κινήματος και ιδίως του ΕΛΑΣ. Η βρετανική παρουσία και το αίσθημα ασφαλείας που αυτή προκαλούσε, συνετέλεσαν τα μέγιστα στο γεγονός αυτό. Σε ήσσονα βαθμό, επίσης, συνετέλεσε και η πείνα στην Αθήνα τον τραγικό χειμώνα του 1941-1942. Δυστυχώς για τον τόπο μας η, μέχρι τα τέλη του 1943, πάσης φύσεως ενίσχυση του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ από την SOE Καΐρου, ενώ αυτή γνώριζε τον κίνδυνο που αποτελούσαν για την Ελλάδα, είχε ως συνέπεια έναν πρώτο εμφύλιο πόλεμο και χιλιάδες νεκρούς μέχρι την Απελευθέρωση. Πριν από χρόνια, μιλούσα με τον Θέμη σε μια συγκέντρωση. Σε λίγο, κάποιος που με είχε δει, με πλησίασε και μου είπε: «Τρεις άνθρωποι έσωσαν την Ελλάδα τα χρόνια εκείνα. Ο Κρις Γούντχαους, ο Νίκολας Χάμοντ και ο Θέμης Μαρίνος. Και οι τρεις αγνόησαν εντολές και οδηγίες της SOE…».

* Ο κ. Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος είναι ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας.

Πηγή: Η Καθημερινή

Γιάννης Μουρέλος:Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”. Μύθος και πραγματικότητα

Γιάννης Μουρέλος

Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”.

Μύθος και πραγματικότητα

Στον Jean Tulard,

από τον μαθητή προς τον Δάσκαλο,

τιμής ένεκεν

       Α. Ο Emmanuel de Las Cases και η περιφρούρηση της υστεροφημίας του Ναπολέοντα

Τo 1823, δύο χρόνια έπειτα από τον θάνατο του εξόριστου στη Νήσο της Αγίας Ελένης Ναπολέοντα Α΄ (5 Μαϊου 1821), κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα πολύτομο έργο, φέροντα τον τίτλο Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης (Le Mémorial de Sainte-Hélène ), το οποίο θεωρήθηκε ως η παρακαταθήκη του αυτοκράτορα, μια πρωτογενής μαρτυρία για τη ζωή, τη σταδιοδρομία, αλλά και για την καθημερινότητα και τις συνθήκες κράτησης του τελευταίου στην Αγία Ελένη, ένα απομονωμένο ηφαιστειογενές νησί στη μέση του Ατλαντικού, σε απόσταση 3.000 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή και άνω των 10.000 χλμ.από τη Γαλλία. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης έτυχαν θερμότατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποτέλεσαν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες καθ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και εθεωρούντο (και εξακολουθούν να θεωρούνται) από τους ιστορικούς ως μαρτυρία εξέχουσας σημασίας.

Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την εικόνα που ο πολύς κόσμος έχει σχηματίσει, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν γράφτηκαν ούτε υπαγορεύτηκαν από τον Ναπολέοντα. Πρόκειται για μια συλλογή σημειώσεων του κόμη Emmanuel de Las Cases (1766-1842), ο οποίος είχε εισχωρήσει από παλιά στο περιβάλλον του αυτοκράτορα και κερδίσει την εύνοιά του. Έπειτα από τον εξαναγκασμό του Ναπολέοντα σε παραίτηση (11 Απριλίου 1814), ο Las Cases διέφυγε στην Αγγλία. Επανήλθε, όμως, σύντομα στην πατρίδα του, προκειμένου να υπηρετήσει τον αυτοκράτορα στη διάρκεια των περίφημων εκατό ημερών (Μάρτιος – Ιούλιος 1815), που μεσολάβησαν ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και τη μάχη του Βατερλώ. Παρά την αρνητική έκβαση της τελευταίας, παρέμεινε πιστός στον Ναπολέοντα και τον συνόδευσε στο νέο τόπο εξορίας, τη Νήσο της Αγίας Ελένης.

Μέχρι στιγμής, δύο σημεία χρήζουν επεξήγησης. Κατ αρχήν, ο Las Cases προσφέρθηκε οικειοθελώς να ακολουθήσει τον καθαιρεθέντα  αυτοκράτορα. Ουδείς του είχε ζητήσει να προβεί σε μια ενέργεια του είδους αυτού. Ούτε καν ο Ναπολέων. Όταν, μάλιστα, ο τελευταίος ζήτησε να πληροφορηθεί, εκφράζοντας εύλογη απορία, τα κίνητρα της επιλογής, ο Las Cases απάντησε πως η απομόνωση στη μέση του Ατλαντικού ήταν μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να τον συνδράμει στην κατοχύρωση  της υστεροφημίας του μέσω της σύνταξης Απομνημονευμάτων. Καθώς, μάλιστα, η συγκεκριμένη στιχομυθία έλαβε χώρα εν πλῴ προς την Αγία Ελένη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος της παρουσίας του Las Cases στο πλευρό του αυτοκράτορα: επρόκειτο για μια προμελετημένη επικοινωνιακή επιχείρηση, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει όφελος και σε προσωπικό επίπεδο. Κατά δεύτερο λόγο, το περιεχόμενο των εννέα τόμων (άνω των 2.000 σελίδων) των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης είναι η επεξεργασία προχείρων σημειώσεων από πολυάριθμες συζητήσεις, τις οποίες ο Las Cases είχε με τον Ναπολέοντα, συνήθως στο πλαίσιο περιπάτων σε μικρή ακτίνα πέριξ του Longwood House, της οικίας στο κεντρικό υψίπεδο της νήσου, όπου “φιλοξενούνταν” ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του. Μετά τη δύση του ηλίου, διαθέτοντας τη συνδρομή του γιού του, που τον είχε ακολουθήσει στον τόπο εξορίας, ο Las Cases καθαρόγραφε και συμπλήρωνε τις σημειώσεις, τις οποίες είχε κρατήσει στη διάρκεια της ημέρας.

Ο Emmanuel de Las Cases και η πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης το 1823.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η όλη διαδικασία, η οποία υιοθετήθηκε θέτει για έναν ιστορικό μεθοδολογικά προβλήματα υψίστης σημασίας. Ουδείς δύναται να αμφισβητήσει τη νομιμοφροσύνη του Las Cases, τον θαυμασμό και τον σεβασμό, που ο επιμελητής-συγγραφέας των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης έτρεφε για τον ήρωά του. Επιπρόσθετα, ο Las Cases, ήταν δεινός συγγραφέας και ήξερε να γοητεύει το αναγνωστικό κοινό. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ως προς το κατά πόσο το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης αντικατοπτρίζει πιστά τα όσα εκμυστηρεύτηκε ο Ναπολέων ή, αντίθετα, αν πρόκειται για προϊόν εξιδανίκευσης με την προοπτική ακόμα και μιας μελλοντικής εμπορευματοποίησης, χάρη στην  παρείσφρηση του υποκειμενικού στοιχείου. Μέχρι πρότινος, κανένας ιστορικός δεν ήταν σε θέση να απαντήσει υπεύθυνα σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα.

Η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε από μια επιπλέον παράμετρο. Ο Ναπολέων, ως γνωστόν, αποβιβάστηκε στην Αγία Ελένη στις 15 Οκτωβρίου 1815 και παρέμεινε εκεί έως τον θάνατό του την άνοιξη του 1821. Αντίθετα με όσα θα ανέμενε κανείς, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν καλύπτουν το σύνολο της εξαετούς εξορίας του αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα ξεπερνούν οριακά το πρώτο έτος μόνο, καθώς ο ίδιος ο Las Cases (διαθέτοντας ενδεχομένως τη συναίνεση του αυτοκράτορα, σε μια προσπάθεια να φυγαδεύσει το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων στον έξω κόσμο) προκάλεσε, ουσιαστικά, την αποπομπή του από το νησί περί τα τέλη του 1816. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την απέλαση, οι βρετανικές αρχές κατείσχαν το χειρόγραφο, το οποίο του επέστρεψαν μόνο έπειτα από τον θάνατο του Ναπολέοντα. Συνεπώς, επί πέντε ολόκληρα χρόνια (1816-1821), ο Las Cases προετοίμαζε την έκδοση των Απομνημονευμάτων εξ αποστάσεως, στερούμενος της κύριας πηγής της πληροφόρησής του, των σημειώσεων, δηλαδή, που είχε κρατήσει και επεξεργαστεί ενόσω διέμενε στην Αγία Ελένη. Αναμενόμενη ήταν, υπό αυτές τις συνθήκες, η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην αρχική αφήγηση του Ναπολέοντα και την τελική απόδοση στο πλαίσιο της έκδοσης του 1823. Ωστόσο, εξακολουθεί να πρόκειται για μια απόκλιση, δύσκολο έως αδύνατο να αξιολογηθεί επακριβώς  από τους ειδικούς, καθώς το πρωτότυπο χειρόγραφο των επεξεργασμένων σημειώσεων, αν και είναι αποδεδειγμένο ότι επιστράφηκε κάποια στιγμή στα χέρια του νομίμου κατόχου του, δεν δείχνει να έχει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, διασωθεί. Μοναδική μαρτυρία αποτελεί το εκδοθέν κείμενο, δίχως να υφίσταται δυνατότητα οποιουδήποτε είδους αντιπαραβολής με την αρχική ανέκδοτη πηγή.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης και οι απόκρημνες ακτές της, όπως απεικονίζονται σε γκραβούρα του Robert Havell (1769-1832).

Οι παραπάνω δυσκολίες δεν απέτρεψαν το αναγνωστικό κοινό να ανταποκριθεί σύσσωμο στην κυκλοφορία των εννέα τόμων. Μέσα σε ένα χρόνο τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν, γεγονός που οδήγησε το 1824 σε δεύτερη έκδοση. Ταυτόχρονα, εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Έτσι, το πολύτομο έργο του Las Cases γνώρισε απήχηση και εκτός γαλλικών συνόρων. Έως το 1830, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης λειτούργησαν ως το μπεστ σέλερ της εποχής. Υστερούσαν σε πωλήσεις μόνο έναντι μιας άλλης σταθερής αξίας: των Μύθων του Jean de La Fontaine. Η εντυπωσιακή αυτή επιτυχία οφείλεται σε πολλούς λόγους. Κατ αρχήν, στην μεγάλη επικοινωνιακή διάσταση του θέματος. Έστω και μετά θάνατον, ο Ναπολέων εξακολουθούσε να εγείρει το ενδιαφέρον του πλήθους, που αποζητούσε να πληροφορηθεί τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο ερημίτης της Αγίας Ελένης είχε διάγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Άλλωστε, ο πρώην αυτοκράτορας δεν ήταν ο πρώτος τυχών. Όσο αντικρουόμενα και αν ήταν τα αισθήματα που ενέπνεε, είχε σφραγίσει με την παρουσία του τις εξελίξεις των τελευταίων τριάντα ετών. Πόσο μάλλον που τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιλάμβαναν αναφορές στις ένδοξες και λιγότερο ένδοξες στιγμές της πλούσιας και ταραχώδους σταδιοδρομίας του. Κατά δεύτερο λόγο, η μεγάλη απήχηση του όλου εγχειρήματος οφείλεται στις αδιαμφισβήτητες συγγραφικές ικανότητες του Las Cases, γεγονός, το οποίο καθιστά το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό. Οι πλέον καταξιωμένοι εκδοτικοί οίκοι (μεταξύ των οποίων η φημισμένη La Pléiade) ενέταξαν, έκτοτε, τα Απομνημονεύματα στον προγραμματισμό τους, με αποτέλεσμα το όνομα του Las Cases να προβάλλει ισότιμα μεταξύ των κορυφαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τέλος, η πολιτική συγκυρία της δεκαετίας 1820-1830, συνέβαλε τα μέγιστα ούτως ώστε το όλο περιεχόμενο να προσλάβει εντελώς αναπάντεχες προεκτάσεις, υπό το φως των διαφόρων εξελίξεων και ζυμώσεων της εποχής. Προκειμένου, όμως, να μπορέσει η τελευταία αυτή διάσταση να γίνει κατανοητή, είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια συνοπτική παρουσίαση της εικόνας και της προσωπικότητας του Ναπολέοντα, έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα από το κείμενο.

Σύμφωνα με τον Ακαδημαϊκό και μέγα ειδικό της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεοντείων χρόνων Jean Tulard, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν το εγκόλπιο του βοναπαρτισμού, του πολιτικού ρεύματος εκείνου, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που διαθέτει ευρεία αποδοχή, κυβερνά αυταρχικά και, ακόμη κι αν πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τους στόχους μιας ολιγαρχίας. Η ουσιαστική συμβολή των Απομνημονευμάτων στη σφυρηλάτηση του δόγματος του βοναπαρτισμού οφείλεται στο γεγονός ότι μέσα από τις σελίδες των τελευταίων, ο Ναπολέων αναδεικνύει το όλο ιστορικό του έργο υπό το πρίσμα  μιας πολιτικής σκέψης, που συνδυάζει πολλαπλές θεμελιώδεις πτυχές.

Δίχως να απομακρύνονται από τις βασικές αρχές του βοναπαρτισμού (ισότητα έναντι των νόμων, σεβασμός της ιεραρχίας, υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, αγώνας κατά της βασιλείας και του ιακωβινισμού), τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπεραμύνονται, με αξιοθαύμαστη, είναι αλήθεια, ευελιξία, των νεότευκτων αξιών του φιλελευθερισμού και του εθνισμού, σχεδόν ανύπαρκτων νωρίτερα, ενάντια στον θεσμό της απόλυτης μοναρχίας. Ο Ναπολέων όχι μόνο ανακτά post mortem τον έλεγχο του δόγματος του βοναπαρτισμού (τον οποίο είχε εκ των πραγμάτων απωλέσει μεταξύ των ετών 1815 και 1821), αλλά του προσδίδει νέα ιστορική διάσταση, συμβιβασμένη με τα σημεία και τις επιταγές των νέων καιρών. Δεν είναι τυχαίο πως τα γραπτά του μελλοντικού Ναπολέοντα Γ΄ ουδόλως αποκλίνουν από το εν λόγῳ πολιτικό μήνυμα.

O Ναπολέων αναπολεί τα μεγαλεία του παρελθόντος από τα βράχια της Αγίας Ελένης.

Η πρώτη εικόνα του Ναπολέοντα, έτσι όπως προκύπτει από το κείμενο, είναι εκείνη του ενσαρκωτή και συνεχιστή της θετικής διάστασης της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και εμφανιζόμενος ως κληρονόμος των αρχών της επανάστασης, καταφέρνει, εν τέλει, να διαχωρίσει τις θετικές από τις αρνητικές πτυχές, διατηρώντας στο ακέραιο τις πρώτες. Ασκεί έντονη κριτική στον Ροβεσπιέρο επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον όλο κύκλο. Ενστερνίζεται την επαναστατική νομοθεσία στον κοινωνικό, κυρίως, τομέα, όχι όμως τις μεθόδους της τρομοκρατίας και της αναρχίας. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως συνεχιστή της επανάστασης, αλλά ως θεματοφύλακα των εποικοδομητικών πτυχών της τελευταίας. Δεν την διαιωνίζει. Την ολοκληρώνει, επιδιδόμενος σε μια διαδικασία κάθαρσης, η οποία προσβλέπει σε μελλοντική ανάκαμψη από την όλη περιπέτεια, με ψυχολογία και πνεύμα εθνικής συμφιλίωσης.

Ο εγγυητής των ελευθεριών του μέλλοντος, είναι η δεύτερη ιδιότητα, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα από το κείμενο των Απομνημονευμάτων. Σε αυτό, ο αυτοκράτορας δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις προσβολές των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών την εποχή της διακυβέρνησής του. Τις θεωρεί αναμενόμενη συνέπεια της εμπόλεμης κατάστασης. Συγχρόνως με τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το αυτοκρατορικό καθεστώς θα στρεφόταν εκ των πραγμάτων προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης, στό πλαίσιο μιας ομόσπονδης Ευρώπης, όπου η Γαλλία θα ασκούσε κυρίαρχο ρόλο. Παρουσιάζει ένα δικό του επίτευγμα, τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα, ως στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο των πολιτικών ελευθεριών του μέλλοντος, με προεξέχουσα την ελευθερία του ατόμου. Εκφέροντας έναν λόγο αυτού του περιεχομένου, ο επιμελητής των Απομνημονευμάτων προσβλέπει σε δυο ζητούμενα. Αφενός προσφέρει τη δυνατότητα στους βοναπαρτιστές να εκφράσουν επιδεικτικά τον, μάλλον υποκριτικό, φιλελευθερισμό τους. Αφετέρου, επιτρέπει στους γνήσιους φιλελεύθερους να διαδώσουν, ίσως και άθελά τους, τον ναπολεόντειο θρύλο σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Τρίτη διάσταση, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υπερασπιστή της λαϊκής κυριαρχίας. Μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων, ο αυτοκράτορας πολλαπλασιάζει τις αναφορές του αλλά και την προσχώρησή του στην αρχή της  λαϊκής κυριαρχίας. Στη σκέψη του, η έννοια της κληρονομικότητας  στη διαδοχή της εξουσίας δεν πραγματοποιείται ελέῳ Θεού. Προκύπτει από τη βούληση και την εντολή του λαού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά διακριτών και καθορισμένων από το νόμο σχέσεων ανάμεσα στους υπηκόους και εκείνον που τους εκπροσωπεί. Ο αυτοκράτορας προσδίδει τόσο μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη, ακριβώς επειδή ο ίδιος θεωρεί ότι ενσαρκώνει προσωπικά τις φιλοδοξίες και τα οράματα της τελευταίας.

Ταυτόχρονα όμως (προφανώς για να μην υπάρξει κίνδυνος παρερμηνείας), εμφανίζεται και ως εγγυητής της υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια σε μια στρατιωτική δεσποτεία. Αυτοχρίζεται “Ύπατος Μάγιστρος”, κάνοντας λόγο για μια μορφή μετριοπαθούς μοναρχικής διακυβέρνησης. Δεν κρύβει την επιφύλαξή του έναντι των κοινοβουλευτικών θεσμών. Έχοντας, προφανώς, κατά νου την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, τις θεωρεί χυδαίες και περιορισμένης ωφελιμότητας για το εθνικό συμφέρον. Εν ολίγοις, ο Ναπολέων προάγει την ιδέα της αδιαμφισβήτητης υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής, σφυρηλατώντας, έτσι, ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από εκείνο της βασιλείας ελέῳ Θεού.

Ο Ναπολέων υπάγορεύει τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης στον Las Cases, πίνακας του William Quiller Orchardson, 1892, Lady Lever Art Gallery,  Λίβερπουλ. Πρόκειται για μια πρόσληψη της πραγματικότητας καθ όλα εσφαλμένη.

Πέμπτη και τελευταία διάσταση, η οποία αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υποστηρικτή και διακινητή της αρχής των εθνοτήτων. Πρόκειται για ένα γνώρισμα, το οποίο διατρέχει διαγωνίως ολόκληρο το κείμενο. Ο έκπτωτος αυτοκράτορας επιμένει στην ανάγκη επίτευξης μιας εθνικής ενότητας. Την οραματίζεται μέσω της ανάπτυξης και ενδυνάμωσης μιας άρχουσας τάξης δίχως αναχρονιστικά δικαιώματα, καθώς και με τη συνδρομή μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, ικανής να επιφέρει μια αρμονική και εκλογικευμένη ισορροπία. Ταυτόχρονα, εκφράζει την πεποίθησή του ως προς τη σημασία και την ισχύ της αρχής των εθνοτήτων, η οποία ουδόλως αντικρούει την παλαιότερη θεωρία περί δημιουργίας μιάς ομόσπονδης Ευρώπης. “Δεν υπήρξα παρά ο ολετήρας των δικαιωμάτων των λαών, εγώ, που τόσα είχα πράξει και ήμουν διατεθειμένος να αγωνιστώ εκ νέου γι αυτά”, ομολογεί σε μια έξαρση αυτοκριτικής διάθεσης. Υπενθυμίζει, παραταύτα, πως η ενοποίηση της Πολωνίας, την οποία ο ίδιος είχε δρομολογήσει, παρεμποδίστηκε αποκλειστικά και μόνο από την ατυχή έκβαση της εκστρατείας στη Ρωσία και υπεραμύνεται των πράξεών του, οι οποίες απέτρεψαν μια περαιτέρω αποσύνθεση της Ιταλίας, ανοίγοντας, με τον τρόπο αυτό, την πορεία προς μια μελλοντική ενοποίηση της τελευταίας.

Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, την τελευταία μάχη του αυτοκράτορα, η οποία υπήρξε, μετά θάνατον πάντοτε, νικηφόρα, χάρη σε δυο παράγοντες: α) τη διαμεσολάβηση του Las Cases, που δεν δίστασε να εμπλουτίσει το κείμενο με πλήθος από δικές του προσθήκες (ακόμα και δημοφιλείς ρήσεις, οι οποίες επί χρόνια ολόκληρα αποδίδονταν στον Ναπολέοντα, αποδείχθηκε πως ήταν δικής του έμπνευσης) και β) τις συνθήκες κράτησης, που του επέτρεψαν (χάρη, πάντοτε, στη διαμεσολάβηση και τις συγγραφικές ικανότητες του Las Cases), να εμφανίσει τον εγκλεισμό ως πραγματικό μαρτύριο.

Πολλά έχουν γραφεί γύρω από το υποκειμενικό στοιχείο του Las Cases. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τελευταίος παρεμβάλλει (άλλοτε συνειδητά, άλλοτε όχι) παραμορφωτικά κάτοπτρα, καθιστώντας την ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας δυσχερή. Πέρα από την έγνοια της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του, ευθύς εξαρχής έχει κατά νου και το προσωπικό συμφέρον, καθώς πραγματεύεται ένα εξόχως επικοινωνιακό θέμα, ικανό να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου εμπορική επιτυχία. Ο τρόπος, με τον οποίο επιβάλλει την παρουσία του στο πλευρό του αυτοκράτορα και τον πείθει να αποδεχθεί την πρόταση είναι αποκαλυπτικός. Υπάρχει, επομένως, ευθύς εξαρχής ένα είδος σκοπιμότητας που από μόνο του αυξάνει τον κίνδυνο αλλοίωσης της πραγματικότητας. Η (μη ηθελημένη τη φορά αυτή) κατάσχεση του πρωτότυπου χειρογράφου από τους Βρετανούς για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλαπλασίασε τον κίνδυνο. Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι η πραγματική διαστρέβλωση οφείλεται στη δυναμική προς μια περισσότερο φιλελεύθερη κοινωνία, που άρχισε να εκδηλώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Εάν κάποιος απόηχος είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι την μακρινή και ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους Νήσο της Αγίας Ελένης, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εξασθενισμένος. Ο Las Cases, όμως, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διαφόρων αυτών ζυμώσεων, το βίωμα των οποίων τον έπεισε να αντιστρέψει πλήρως την προοπτική του, εστιάζοντας στις διαχρονικές αξίες της Ναπολεόντειας εποχής, εφοδιάζοντας με προφητικές, σχεδόν, διαστάσεις τον ήρωά του και μετατρέποντας το εγχείρημά του σε μια επιδέξια επιχείρηση προπαγάνδας. Στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης, ο Ναπολέων αναφέρεται στο παρελθόν, κοιτάζει όμως (ελέῳ Las Cases) προς το μέλλον. Οι ειδικοί ερευνητές είχαν ανέκαθεν απόλυτη συναίσθηση του προβλήματος. Μη διαθέτοντας, ωστόσο, κάποιο σημείο σύγκρισης, καθώς η έκδοση του 1823 αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο του κειμένου, αδυνατούσαν να εκτιμήσουν το μέγεθος της διαστρέβλωσης και της απόκλισης από την ιστορική πραγματικότητα. Η όλη κατάσταση άλλαξε εκ διαμέτρου μεταξύ των ετών 2008 και 2017, με την ανεύρεση, επεξεργασία και επιμελημένη έκδοση του πλησιεστέρου προς το πρωτότυπο χειρόγραφο του Las Cases, πιστού αντιγράφου, κάτω απο συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παρακάτω.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης.

Στα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπάρχουν συχνές αναφορές στις συνθήκες κράτησης. Το νησί προσφέρεται ως τόπος εξορίας και θέσης σε περιορισμό κατ οίκον. Στο μέσο κυριολεκτικά του Ατλαντικού Ωκεανού, περιστοιχισμένο από απόκρημνες ακτές, έρμαιο των ισχυρών ανέμων, που εμποδίζουν τα πλοία να προσεγγίσουν στην ξηρά (ακόμα και σήμερα η αποβίβαση πραγματοποιείται με βάρκες), καθιστά εξαιρετικά δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε επιχείρηση απόδρασης. Παρά ταύτα, οι βρετανικές αρχές φρόντισαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Στις 10 Δεκεμβρίου 1815, ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του μεταφέρθηκαν στο Longwood House, ένα μικρό σύμπλεγμα κατοικιών στο κεντρικό υψίπεδο του νησιού, σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Η φύλαξη ανατέθηκε σε μια δύναμη 3.000 (!) ανδρών, που αναπτύχθηκαν περιμετρικά. Η κυκλοφορία εντός της περιμέτρου ήταν ελεύθερη. Πέραν αυτής, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τις αρχές του νησιού.  Οποιαδήποτε  έξοδος πέραν της περιμέτρου, γινόταν αντικείμενο στενής παρακολούθησης. Οι ανέσεις περιορίζονταν στα απαραίτητα, η δε διατροφή ήταν μέτρια έως κακή. Η αλληλογραφία (αλλά και κάθε είδος γραπτού κειμένου συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων του Las Cases και του πρωτότυπου χειρογράφου των Απομνημονευμάτων) υπαγόταν σε κανόνες αυστηρής λογοκρισίας, ενώ, μεταξύ των θαμώνων του Longwood κοινή ήταν η πεποίθηση περί παρείσφρησης κατασκόπων στους κόλπους του βοηθητικού προσωπικού. Σήμερα, το Longwood και ο παραπλήσιος τάφος του Ναπολεόντα (προτού τα οστά του τελευταίου μεταφερθούν στο Παρίσι το 1840), αποτελούν ιδιοκτησία του Γαλλικού κράτους, το οποίο έχει αναλάβει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας τους ως τόπου προσκυνήματος.

Το Longwood House σε χαρακτικό εποχής.

In Napoleon’s footsteps on St Helena

Στις 17 Απριλίου 1816 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση του Ναπολέοντα με τον στρατηγό Sir Hudson Lowe, τον νεοδιορισθέντα κυβερνήτη της Αγίας Ελένης. Μέχρι το 1821, ο συνολικός αριθμός των συναντήσεων ανάμεσα στους δυο άνδρες δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις δέκα, γεγονός που καταδεικνύει τις κάκιστες μεταξύ τους σχέσεις. Ο ήδη γνωστός από το παρελθόν για την άξεστη συμπεριφορά του Βρετανός αξιωματούχος, διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα από το σύνδρομο της απόδρασης του διάσημου κρατουμένου του και για τον λόγο αυτό ενίσχυε διαρκώς και με τρόπο αψυχολόγητο τα μέτρα ασφαλείας, προκαλώντας τη δικαιολογημένη δυσφορία των εγκλείστων του Longwood. Κάθε είδους μέτρο (ψυχολογικής περισσότερο) πίεσης ήταν ευπρόσδεκτο στο ποσοστό, κατά το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει παρόμοιο ενδεχόμενο. Πόσο μάλλον, που  φήμες, με προέλευση την Ευρώπη και την Αμερική, έκαναν λόγο ακόμα και για σχεδιαζόμενη φυγάδευση του αυτοκράτορα με χρήση …υποβρυχίου, του νέου είδους πλεούμενου, που είχε επινοήσει ο Αμερικανός μηχανικός Robert Fulton, πατέρας της προώθησης των πλοίων με ατμοκίνηση.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν λιγότερο δραματική από όσο περιγράφεται με αδρές εκφράσεις στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης (στην εκδοθείσα μορφή και λιγότερο στο αρχικό χειρόγραφο που κατασχέθηκε από τους Βρετανούς το 1816 και το οποίο υπόκειτο, ούτως ή άλλως, σε λογοκρισία). Η μεταμόρφωση του Ναπολέοντα από έγκλειστο σε μάρτυρα είναι σε μεγάλο ποσοστό εφεύρημα του Las Cases, με αντικειμενικό σκοπό την κατάκτηση ενός όσο το δυνατόν πολυπληθέστερου αναγνωστικού κοινού, κάτι που κατάφερε στην εντέλεια. Οι, συνεπαρμένοι από το πνεύμα του Ρομαντισμού, αναγνώστες των Απομνημονευμάτων, έχοντας κατά νου ότι σε στιγμές δόξας, ο Ναπολέων είχε καταλύσει στα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ανάκτορα της Ευρώπης, κλονίστηκαν διαβάζοντας την περιγραφή της καθημερινής ζωής στο ταπεινό Longwood. Ακόμα και η γεμάτη συγκινησιακή φόρτιση έκφραση “Αν ο Ιησούς δεν είχε σταυρωθεί δεν θα ήταν Θεός”, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι εκστομίστηκε τελικά από αυτόν. Φαίνεται, πάντως, πως και ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεν υπήρξε εντελώς αμέτοχος. Επάνω στο νησί, πριν από την αναχώρηση του Las Cases, διαδραματίστηκε κοινῄ συναινέσει μια κωμωδία, που συνίστατο στην εσκεμμένη μεταμόρφωση του εαυτού του από απλό εξόριστο σε Προμηθέα δεσμώτη στον βράχο της Αγίας Ελένης, αιχμάλωτο της Ιεράς Συμμαχίας, καθώς και στη μετατροπή του  Hudson Lowe από σπασμωδικό και αγχωμένο κυβερνήτη σε έναν στυγνό και αδίστακτο δεσμοφύλακα.

Sir Hudson Lowe (1769 – 1844).

Συνοψίζοντας, η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης του 1823-1824, όπως και όλες οι υπόλοιπες, που κυκλοφόρησαν μεταγενέστερα, κινούνται στο μεταίχμιο της ιστορικής αλήθειας και της περιστασιακής της παραβίασης. Ο Ναπολέων ουδέποτε υπήρξε υπερασπιστής της λαϊκής κυριαρχίας, πόσο μάλλον εγγυητής της αρχής των εθνοτήτων. Ο εγκλεισμός του στην άκρη του κόσμου από τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας, ορκισμένων εχθρών όλων όσων παραπλανητικά αποδίδονται στον αυτοκράτορα από τα Απομνημονεύματα, προσέφερε το τέλειο άλλοθι στον Las Cases. Μέσα σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία, ελισσόμενος με αξιοζήλευτη ευελιξία και αναμφισβήτητη συγγραφική ικανότητα, εκπλήρωσε στο έπακρο τον δισυπόστατο στόχο, τον οποίο είχε θέσει ευθύς εξαρχής: εκείνον της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του και εκείνον μιας ανεπανάληπτης εκδοτικής επιτυχίας. Υπό παρόμοιες συνθήκες, είναι δεδομένο πως η αποστολή και ο ρόλος των  ιστορικών υποβαθμίζονται σε ελάσσονα μοίρα.

Jean Tulard : Napoléon à Sainte-Hélène

  Β. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης και η επανεκτίμηση των Απομνημονευμάτων

Το 2004, στο πλαίσιο μιας έρευνας στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου για τον Hudson Lowe, ο ιστορικός Peter Hicks εντόπισε την ύπαρξη ενός μακροσκελούς τετράτομου χειρογράφου κειμένου, το οποίο έμελλε να οδηγήσει σε επανεκτίμηση της όλης υπόθεσης. Το κείμενο βρέθηκε στα κατάλοιπα της οικογενείας Bathurst (o Henry Bathurst, 3ος λόρδος Bathurst, διετέλεσε από το 1812 έως το 1827 υπουργός Στρατιωτικών και Αποικιών). Το εν λόγῳ κείμενο είναι ένα αντίγραφο του πρώτου χειρογράφου, που οι αρχές της Αγίας Ελένης είχαν κατάσχει λίγο προτού απελάσουν από εκεί τον Las Cases. Όταν, αμέσως μετά τον θάνατο του Ναπολέοντα το 1821, βρέθηκαν μπροστά στην υποχρέωση να επιστρέψουν το χειρόγραφο στον νόμιμο κάτοχό του, φρόντισαν, προηγουμένως, να κρατήσουν ένα πιστό αντίγραφο. Επρόκειτο για μια προληπτική κίνηση, ενόψει της διαφαινόμενης, τότε, έκδοσης των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, η οποία τους παρείχε την δυνατότητα να αντικρούσουν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες, ειδικότερα εάν αυτές στρέφονταν εναντίον των βρετανικών συμφερόντων. Το πιστό αυτό αντίγραφο παραδόθηκε στον καθ ύλην αρμόδιο υπουργό (δηλ. τον Bathurst) κι έτσι εξηγείται ο εντοπισμός του στα κατάλοιπα της οικογενείας. Το 1965, το αρχείο Bathurst κατατέθηκε στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπου φυλάσσεται σήμερα. Η αλήθεια είναι πως η ύπαρξη του τετράτομου χειρογράφου κειμένου είχε επισημανθεί 42 χρόνια νωρίτερα, το 1923, όταν η Επιτροπή Ιστορικών Χειρογράφων (Historical Manuscripts Commission), εφαρμόζοντας σχολαστικά τη σχετική νομοθεσία, είχε δημοσιοποιήσει μια αναλυτική καταγραφή των καταλοίπων Bathurst, έστω και αν τα τελευταία βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή της οικογενείας και απαιτείτο ειδική άδεια προκειμένου ένας ερευνητής να μπορέσει να τα συμβουλευθεί. Στην καταγραφή αυτή αναφέρεται ρητά η ύπαρξη του επίμαχου χειρογράφου. Ωστόσο, ουδείς διέγνωσε τότε τη σημασία του. Ούτε το 1965, όταν τα κατάλοιπα αποκτήθηκαν από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 39 ολόκληρα χρόνια, έως ότου ο Hicks καταφέρει να εντοπίσει την ύπαρξή του από τύχη και μόνο.

Πρώτη αντίδραση του Βρετανού ιστορικού ήταν να ενημερώσει σχετικά τον άμεσα ενδιαφερόμενο φορέα στη Γαλλία, την Fondation Napoléon. Αμέσως συγκροτήθηκε μια ομάδα από ειδικούς (Thierry Lentz, Chantal Prévot, François Houdecek και, φυσικά, Peter Hicks), η οποία ανέλαβε να εξετάσει το κείμενο και να αξιολογήσει το περιεχόμενό του. Η εξονυχιστική και επίπονη αυτή διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2017, με την κυκλοφορία μιας έκδοσης, η οπoία φέρει τον τίτλο Emmanuel de Las Cases: Le morial de Sainte-ne. Le Manuscrit original retrouvé (Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης. Το ανευρεθέν πρωτότυπο χειρόγραφο).

Αν και ελαφρώς παραπλανητικός, ο τίτλος του τόμου κινείται κοντά στην πραγματικότητα. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης δεν είναι το πρωτότυπο των Απομνημονευμάτων, που επιστράφηκε στον Las Cases και με γνώμονα το οποίο ο τελευταίος προχώρησε, το 1823, στην πρώτη έκδοση. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των ιστορικών, η τύχη του χειρογράφου εκείνου αγνοείται ακόμη. Το κείμενο που καταχωρίστηκε στα κατάλοιπα Bathurst δεν είναι παρά ένα αντίγραφο. Ωστόσο, η ομάδα, η οποία το διερεύνησε, έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως αποδίδει πιστά το περιεχόμενο του πρωτοτύπου. Προφανώς από το ίδιο σκεπτικό διακατεχόταν και το άτομο εκείνο (ο Lowe ή ο Bathurst), που είχε διατάξει τη διενέργεια της αντιγραφής. Διαφορετικά δεν είχε νόημα η αναπαραγωγή ενός τόσο μακροσκελούς κειμένου. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι το άτομο, το οποίο είχε επιλεγεί για τη διεκπεραίωση της όλης επιχείρησης (η ταυτότητά του εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη),ήταν καλλιγράφος και εξαιρετικός γνώστης της γαλλικής γλώσσας. Όχι μόνο το κείμενο δεν περιέχει ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη, αλλά, επιπλέον, είναι ευανάγνωστο, προς μεγάλη τέρψη των ιστορικών που ανέλαβαν να το αξιολογήσουν. Η αναπαραγωγή πραγματοποιήθηκε, μάλλον, εντός του Colonial Office,  καθώς ό,τι γραπτό κείμενο του Las Cases είχαν κατάσχει οι Βρετανοί, στοιβάχτηκε σε επτασφράγιστα κιβώτια και αποστάλθηκε αμέσως στο Λονδίνο.  Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν, επομένως, προς το συμπέρασμα πως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το αντίγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πρόσκειται πλησιέστερα προς το πρωτότυπο των ετών 1815 – 1816. Πάντως, η μεγάλη συμβολή της ανακάλυψης προκύπτει από την αντιπαραβολή του συγκεκριμένου κειμένου με εκείνο της πρώτης έκδοσης των Απομνημονευμάτων (1823), που μέχρι πρότινος αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο, δίχως ύπαρξη μέτρου σύγκρισης.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με την έκταση. Το χειρόγραφο κείμενο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ήμισυ της έκδοσης του 1823. Εφόσον δεχθεί κανείς ότι αποδίδει πιστά το αρχικό πρωτότυπο – εκείνο των ετών 1815-1816 – τότε διαθέτουμε ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο του μεγέθους των παρεμβάσεων του Las Cases. Η έκδοση του 1823 ξεπερνά τις 2.000 σελίδες. Εκείνη του πρόσφατα ανακαλυφθέντος εγγράφου, μόλις που αγγίζει τις 900. Περιγραφές του ιδίου του Ναπολέοντα, οι οποίες αναπτύσσονται σε 5 ακόμα και 10 σελίδες το 1823, μόλις που ξεπερνούν λίγες σειρές στο χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Διαφορά υπάρχει και ως προς το ύφος. Το πομπώδες, σχεδόν θεατρικό, ύφος με το οποίο ο Las Cases έχει περιβάλει τον ήρωά του στην έκδοση του 1823, παραχωρεί τη θέση του σε έναν περισσότερο σεμνό και λιτό τρόπο αφήγησης. Ακόμα και εκφράσεις (κατά κανόνα μεγαλόστομες), που αρχικά αποδίδονταν στον αυτοκράτορα, από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων προκύπτει πως δεν είναι δικές του, καθώς απουσιάζουν από αυτό της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιέχουν μακροσκελείς περιγραφές ιστορικών γεγονότων, ανθρώπινων χαρακτήρων και γεωγραφικών τοπίων, που κουράζουν τον αναγνώστη. Ο ίδιος ο Las Cases το ομολογεί, καθώς υπάρχουν στιγμές μέσα στο κείμενο, όπου αποκαλύπτει πως η μαρτυρία του Ναπολέοντα δεν αποτελεί την αποκλειστική πηγή της πληροφόρησής του. Άλλοτε κάνει χρήση εισαγωγικών κι άλλοτε όχι. Αλλά και σε περιπτώσεις που τα εισαγωγικά παραμένουν, εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία του Ναπολέοντα. Η έκδοση του 1823 πραγματοποιήθηκε κατά στάδια. Μόλις συνειδητοποίησε την εμπορική επιτυχία των δύο πρώτων τόμων, ο Las Cases αποφάσισε να εμπλουτίσει το κείμενο με επιπρόσθετα (όχι όμως απαραίτητα) στοιχεία, πολλαπλασιάζοντας την έκταση του τελευταίου για λόγους ευνόητους. Αντίθετα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποδώσει στον αντιγραφέα του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης κριτικό πνεύμα, που να του επιτρέπει να προχωρήσει επιλεκτικά, διατηρώντας ό,τι θεωρούσε σημαντικό και απορρίπτοντας όλα τα υπόλοιπα. Το πρόσφατα ανευρεθέν τεκμήριο χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη ροή λόγου και σκέψης, σε αντίθεση με το πληθωρικό κείμενο του 1823, όπου οι προσθήκες λειτουργούν σε βάρος της ενότητας του συνόλου.

Charles de Steuben, Ο θάνατος του Ναπολέοντα, 1821, Arenenberg, Napoleonmuseum.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν αποτελούν τη μοναδική προσπάθεια καταγραφής των μαρτυριών του Ναπολέοντα στον τόπο της εξορίας του. Ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του 1823, κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματα του  προσωπικού του γιατρού, του Ιρλανδού  Barry Edward O’Meara (1786-1836), με τον τίτλο Napoleon in Exile, or A Voice From St. Helena, πραγματικός κόλαφος σε βάρος του Hudson Lowe και των μεθόδων του. Λέγεται, μάλιστα, πως η είδηση της κυκλοφορίας του βιβλίου αιφνιδίασε τον Las Cases και τον  ανάγκασε να επισπεύσει την δική του έκδοση, καθώς διαπίστωσε πως η επιχείρηση, την οποία τόσο επιμελώς είχε επί χρόνια στήσει, τελούσε εν κινδύνῳ. O Charles Tristan, μαρκήσιος de Montholon (1783-1853) υπήρξε ο άνθρωπος που έκλεισε τα μάτια του αυτοκράτορα στις 17.49΄ μ.μ. της 5ης Μαΐου 1821. Παρέμεινε στο πλευρό του από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή της εξορίας. Ωστόσο, συνέδεσε το όνομά του με σωρεία μηχανορραφιών, που αποσκοπούσαν, κυρίως, στη διασφάλιση του ελέγχου του μικρόκοσμου του Longwood House από τον ίδιο. Θεωρίες συνωμοσίας τον επιβαρύνουν με την υποψία περί δηλητηρίασης του Ναπολέοντα μέσῳ χορήγησης αρσενικού κατόπιν εντολής των Βρετανών ή του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων (ο αυτοκράτορας πέθανε από καρκίνο του στομάχου, δίχως να έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά και αυτό ακόμη το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης). Το 1846, στο τέλος της ζωής του, ο Montholon εξέδωσε  μια Εξιστόρηση της αιχμαλωσίας του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα στην Αγία Ελένη (Récits de la captivité de l’Empereur Napoléon à Sainte-Hélène). Αφήνοντας αδιάφορους τους πάντες, το έργο γνώρισε παταγώδη αποτυχία. To 1899 κυκλοφόρησε το δίτομο Ημερολόγιο της Αγίας Ελένης (Le journal inédit de Sainte-Hélène) του στρατηγού Gaspard Gourgaud (1783-1852). Καλύπτει την χρονική περίοδο από την άφιξη του αυτοκράτορα στον τόπο εξορίας, έως την αναχώρηση του Gourgaud από εκεί, τον Μάρτιο του 1818. Από τους επονομαζόμενους “Τέσσερις Ευαγγελιστές της Αγίας Ελένης” (Montholon, Bertrand, Las Cases, Gourgaud), ήταν εκείνος που είχε τη μικρότερη οικειότητα με τον Ναπολέοντα. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί πως ο Gourgaud υπήρξε θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου επιρροής, που είχε εκδηλωθεί στους κόλπους του στενού περιβάλλοντος του αυτοκράτορα με υποκινητή και πρωταγωνιστή τον Μontholon, γεγονός που τον είχε καταστήσει σχεδόν ανεπιθύμητο στο Longwood. Η μόνη, αποδεδειγμένης ιστορικής αξίας, μαρτυρία, είναι εκείνη του στρατηγού Henri Gratien Bertrand (1773-1844), ο οποίος είχε συνοδεύσει τον αυτοκράτορα και στην προηγούμενη εξορία, στη Νήσο Έλβα. Ο Bertrand ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ναπολέοντα. Είχε, μάλιστα, συχνές ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του, τις οποίες κατέγραφε κατόπιν σε κωδικοποιημένες σημειώσεις, προκειμένου να αποφύγει την λογοκρισία εκ μέρους των βρετανικών αρχών του νησιού. Η χρήση κώδικα εξηγεί την καθυστερημένη (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και με μεγάλα κενά και ελλείψεις έκδοση των σημειώσεών του. Το 1840, ο Bertrand μετέβη εκ νέου στην Αγία Ελένη για να συνοδεύσει τη μεταφορά των οστών του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Ο τάφος του βρίσκεται πλησίον εκείνου του αυτοκράτορα στο Hôtel des Invalides. Tα κατάλοιπα του στρατηγού Bertrand ανήκουν, σήμερα, στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας με κωδικό: 390 AP. Αποτελούνται από 34 ογκώδεις φακέλους. Οι πρωτότυπες σημειώσεις, οι οποίες κρατήθηκαν ως επακόλουθο των συνομιλιών με τον Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, είναι καταχωρισμένες στους φακέλους υπ αριθμ. 24 – 29.

Απόσπασμα από τις κωδικοποιημένες σημειώσεις του στρατηγού Bertrand.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από όλες τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Ναπολέοντα, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν τελικά εκείνα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον για πολλούς και διαφόρους λόγους, Επιπλέον, η πολύ σημαντική ανακάλυψη του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης τείνει να βάλει τα πράγματα περισσότερο στη θέση τους. Χάρη στο μέτρο σύγκρισης, το οποίο γενναιόδωρα προσφέρει, καθιστά επιτέλους εφικτό τον διαχωρισμό ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τη διάκριση ανάμεσα στο ελκυστικό λογοτέχνημα και την πρωτογενή ιστορική μαρτυρία. H διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο μομφή σε βάρος του Las Cases, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο αμφοτέρων των κειμένων. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις πάμπολλες προσθήκες έχουν ήδη αναλυθεί και δεν χρειάζεται κανείς να επανέλθει. Μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, κινούμενοι συχνά στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία (Stendhal, Pushkin, Victor Hugo, Ėmile Zola, Lyov Tolstoy κλπ.) λειτούργησαν ανάλογα, έστω και αν οι αλλεπάλληλες επικαλύψεις ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό των γραπτών τους δυσχέραιναν το έργο των μετέπειτα ερευνητών. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης εκπλήρωσαν τον ιστορικό και τον πολιτικό ρόλο, που τους αναλογούσε. Αποτελούν, ως ένα ποσοστό, πρωτογενή μαρτυρία, προερχόμενη, έστω και με έμμεσο τρόπο, από την κύρια πηγή πληροφοριών, δηλαδή τον Ναπολέοντα τον ιδιο προσωπικά. Σφυρηλάτησαν το δόγμα του βοναπαρτισμού, το οποίο, έπειτα από τις επαναστάσεις του 1830 και του 1848, επέτρεψε στον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα (μετέπειτα Ναπολέοντα Γ΄) να καταλάβει την εξουσία.

5 Μαΐου 1921: τελετή μνήμης στον αρχικό τάφο του Ναπολέοντα πλησίον του Longwood House, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την ημερομηνία του θανάτου του.

Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, από τη δική του πλευρά, θέτει το όλο ζήτημα επάνω σε καθαρά ιστοριογραφικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει ένα περισσότερο πειστικό και αξιόπιστο τεκμήριο της πρώτης περιόδου της εξορίας, με πολυάριθμες και λιγότερο εξιδανικευμένες αναγωγές σε ένα λαμπρό και ένδοξο παρελθόν. Η εικόνα του Ναπολέοντα, υπέρμαχου των ιδεών του φιλελευθερισμού, υπάρχει ως ένα βαθμό από τότε. Την καλλιεργεί ο ίδιος ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας ότι σύντομα θα του προσήπταν τον αυταρχισμό και τα λάθη του (η εκστρατεία στη Ρωσία, οι εκατό μέρες ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και την ήττα στη μάχη του Βατερλώ κλπ.). Δεν πρόκειται, επομένως, για εφεύρημα του Las Cases. Ο τελευταίος, φροντίζει να προσδώσει περισσότερο πληθωρικές διαστάσεις σε αυτό το θέμα, βιώνοντας προσωπικά τις δραματικές ζυμώσεις, που έμελλαν να οδηγήσουν στην επανάσταση του 1830. Όπως κάθε επώνυμο πρόσωπο, που γράφει ή υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του, έτσι και ο Ναπολέων στρογγυλεύει τις γωνίες δίνοντας έμφαση στα επιτεύγματα και υποβαθμίζοντας τις αρνητικές πτυχές. Η μεγάλη δε συμβολή του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης είναι ότι του προσφέρει τη δυνατότητα να βγει συχνότερα στο προσκήνιο και να μην ασφυκτιά κάτω από την (γεμάτη καλές προθέσεις) διαμεσολάβηση του Las Cases.

Thierry Lentz : Du manuscrit au Mémorial de Sainte-Hélène

Πρωτίστως, όμως, η ευτυχής συγκυρία της ανακάλυψης του χειρογράφου, μας υπενθυμίζει πως η Ιστορία είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη. Αποκαλύπτει, επίσης, την αφοπλιστική γοητεία της ερευνητικής διαδικασίας. Η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα το συναίσθημα ή τη διαίσθηση. Πρόκειται για δυο παραμέτρους, οι οποίες, ασφαλώς, διεκδικούν κι αυτές επάξια τη θέση τους. Από μόνες τους, ωστόσο, δεν αρκούν. Η Ιστορία γράφεται με βάση τα τεκμήρια. Δεν αποτελεί κάποιο περιστασιακό εργαλείο, που να μας επιτρέπει να προβάλλουμε τις επιθυμίες μας ή να εξορκίζουμε τις όποιες αδυναμίες και ανασφάλειες μας διακατέχουν. Πάνω απ όλα, όμως, η Ιστορία λέει αυτά που λέει κι όχι απαραίτητα εκείνα που εμείς θα θέλαμε να λέει. Τόσο απλά!

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Balcombe, Betsy, with introduction by J. David Markham, To Befriend an Emperor, Betsy Balcombe’s Memoirs of Napoleon on St Helena. Welwyn Garden City, UK, Ravenhall Books, 2005,  Reprint from 1844.

Barry O’Meara, Napoleon in Exile: Or, A Voice from St. Helena: the Opinions and Reflections of Napoleon on the Most Important Events of His Life and Government in His Own Words, Cambridge University Press, 2015 (αρχική έκδοση 1822).

Charles Tristan de Montholon, Récits de la captivité de l’ empereur Napoléon à Sainte-Hélène, Elibron Classics, 2006 (αρχική έκδοση 1847).

Général Baron Gourgaud, Journal de Sainte-Hélène, 1815-1818, Παρίσι,  Ernest Flammarion, 1944 (αρχική έκδοση 1899).

Général Bertrand, Cahiers de Sainte Hélène, 3 τόμοι, Παρίσι, Albin Michel,  1949-1959.

Le Comte de Las Cases, Le Mémorial de Sainte Hélène, 2 τόμοι, Παρίσι, Bibliothèque de la Pléiade, 1935 (αρχική έκδοση 1823).

Emmanuel de Las Cases, Le Mémorial de Sainte-Hélène: Le manuscrit original retrouvé, (επιμ. Thierry Lentz, Peter Hicks, François Houdecek, and Chantal Prévot), Παρίσι, Perrin,  2017.

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Paul Ganière, Napoléon à Sainte-Hélène, Παρίσι, Amiot-Dumont, 1957.

Ralph Korngold,,The Last Years of Napoleon, His Captivity on St Helena, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace and Company,  1959.

Gilbert Martineau, Napoléon à Sainte-Hélène 1815-1821, Παρίσι, Tallandier, 1981 και 2016.

Simon Leys,  The Death of Napoleon,  Λονδίνο, Pan Books Limited,  1993.

Jean-Paul Kauffmann, La Chambre noire de Longwood, Παρίσι, Éditions de la Table Ronde, 1997.

Michel Dancoisne-Martineau, Chroniques de Sainte-Hélène: Atlantique sud, Παρίσι, Perrin, 2011.

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Στις 12 Μαρτίου 1971, οι στρατιωτικοί στην Τουρκία ανέτρεψαν την εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτό συνέβαινε για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο της δεκαετίας. Αντίθετα από το κλασικό στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, η επέμβαση του στρατού τον Μάρτιο του 1971 υλοποιήθηκε μέσω ενός υπομνήματος που ζητούσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και τον διορισμό μιας μη-πολιτικής κυβέρνησης. Η Βουλή θα εξακολουθούσε να λειτουργεί.

Το κίνημα του 1971 πραγματοποιήθηκε στο μέσον του τουρκικού «1968». Καταλήψεις πανεπιστημίων, συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και της αστυνομίας αλλά και μεταξύ δεξιών και αριστερών ομάδων, καθώς και απεργίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Το ίδιο και ο αντιαμερικανισμός, οι ρίζες του οποίου βρίσκονταν στη δημοσίευση της περιβόητης επιστολής του προέδρου Λίντον Τζόνσον προς τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, με την οποία οι Αμερικανοί είχαν προειδοποιήσει, το 1964, ότι αν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, οι ΗΠΑ δεν θα εγγυόνταν πως το ΝΑΤΟ θα προστάτευε την Αγκυρα σε περίπτωση σοβιετικής αντίδρασης.

Ο αντιαμερικανισμός είχε ενισχυθεί λόγω του πολέμου του Βιετνάμ αλλά και του Πολέμου των Εξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και αραβικών χωρών. Στις 17 Ιουνίου 1967, μεγάλες διαδηλώσεις είχαν γίνει στην Κωνσταντινούπολη εναντίον του αμερικανικού Εκτου Στόλου που επισκεπτόταν την πόλη επιστρέφοντας από τη Μέση Ανατολή. Ανάλογες διαδηλώσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια και κλιμακώθηκαν με την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών στρατιωτικών το 1971.

Τα γεγονότα αυτά προβλήθηκαν για να ερμηνευθεί η παρέμβαση των στρατιωτικών τον Μάρτιο του 1971 ως πρωτοβουλία εναντίον της Αριστεράς. Η δραματική σύλληψη της ομάδας του αντάρτικου πόλης που είχε απαγάγει τους Αμερικανούς στρατιωτικούς επίσης συνεισέφερε σε μια τέτοια εξήγηση, καθώς η νέα κυβέρνηση εκτέλεσε τον αρχηγό της, Ντενίζ Γκεζμίς, και δύο συντρόφους του. Με τον τρόπο αυτόν, το κίνημα του Μαρτίου 1971 δημιούργησε τρεις μάρτυρες για την τουρκική Αριστερά, με τον Γκεζμίς στον ρόλο του Τούρκου Τσε Γκεβάρα.

Ο πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ανακοινώνει την παραίτησή του, μετά το τελεσίγραφο της στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας. (AP Photo)

Εντονες εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των αξιωματικών

Ηταν όμως το κίνημα απλώς μια αντίδραση στο τουρκικό «1968»; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις μεταξύ κατώτερων και ανώτερων αξιωματικών μετά την παράδοση της εξουσίας από τον στρατό στους πολιτικούς κατά την προηγούμενη στρατιωτική επέμβαση. Τότε, οι ένοπλες δυνάμεις και το κεμαλικό κατεστημένο είχαν δικαιολογήσει το κίνημα εναντίον της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές (της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας), με το επιχείρημα ότι είχε ενεργήσει αντισυνταγματικά και είχε παραβιάσει τις αρχές του Ατατούρκ. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν δυσαρεστηθεί από την επάνοδο στην πολιτική διακυβέρνηση και είχαν επιχειρήσει δύο νέα κινήματα το 1962 και το 1963. Φοβούνταν ότι οι ψηφοφόροι θα επανεξέλεγαν τους διαδόχους του Μεντερές και θα εκδικούνταν τον στρατό που τον είχε εκτελέσει.

Οι ανώτεροι αξιωματικοί έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Και αυτοί θεωρούσαν ότι οι πρώην υποστηρικτές του Μεντερές είχαν την εκλογική δύναμη να φέρουν έναν «νέο Μεντερές» στην εξουσία. Αλλά αντίθετα με τους υφισταμένους τους, οι ανώτεροι στρατιωτικοί πίστευαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί των πολιτικών μέσω του νέου συντάγματος του 1961, το οποίο προσέφερε στον στρατό ισχυρότατη θεσμική θέση, καθώς και μέσω του φόβου, καθώς ο κάθε νέος πρωθυπουργός θα γνώριζε ότι καθόταν στην «καρέκλα του κρεμασμένου» (δηλαδή του Μεντερές).

Αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι ανώτεροι αξιωματικοί αποδέχθηκαν την άνοδο στην εξουσία του Ντεμιρέλ, διαδόχου του Μεντερές μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη του Κόμματος της Δικαιοσύνης το 1965. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν μικρότερη αυτοπεποίθηση, και τούτο προκαλούσε τη συνέχιση των εντάσεων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Γνωρίζουμε σήμερα ότι, στην προσπάθεια να προληφθούν απόπειρες των κατώτερων αξιωματικών να επιβάλουν μόνιμο και «καθαρό» στρατιωτικό καθεστώς, οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο της εγκαθίδρυσης μιας μη πολιτικής κυβέρνησης –στο πρότυπο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα– με τους κεμαλικούς στον ρόλο των φιλοσόφων-βασιλέων και τους στρατιωτικούς ως τους φύλακες του καθεστώτος. Υπό αυτήν την έννοια το υπόμνημα του Μαρτίου 1971 μπορεί να ιδωθεί ως μία απόπειρα να κατευναστούν οι κατώτεροι αξιωματικοί και να αποφευχθεί μια ανοικτή δικτατορία όπως αυτήν των συνταγματαρχών στην Ελλάδα το 1967, που είχε μετατρέψει τη χώρα σε στόχο έντονων διαμαρτυριών στις δυτικές πρωτεύουσες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στο ΝΑΤΟ.

Από αριστερά, στρατηγός Γκουρλέρ, ναύαρχος Εγιέσογλου, πτέραρχος Εκέν, οι αρχηγοί των τριών όπλων που ανέτρεψαν την κυβέρνηση Ντεμιρέλ. (AP Photo)

Το κίνημα, αιτία νέας κοινωνικής πόλωσης

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του έπεισε την πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ο Ταγίπ Ερντογάν ότι το κίνημα του 1971 ήταν μια κεμαλική συνωμοσία εναντίον της βούλησης του έθνους (milli irade) που εκπροσωπείτο από τον Ντεμιρέλ, σημειώνοντας επίσης ότι νέος (υποτιθέμενα μη-πολιτικός) πρωθυπουργός ο Νιχάτ Ερίμ, αποχώρησε από το CHP –το κόμμα του Ατατούρκ– μόλις λίγο πριν ορκιστεί στο νέο του αξίωμα. Η ίδια πλευρά τόνισε, ακόμη, ότι οι συνωμότες απλώς χρησιμοποίησαν τις φοιτητικές διαμαρτυρίες ως πρόσχημα για να ανατρέψουν τον Ντεμιρέλ, όπως ακριβώς είχε κάνει ο στρατός το 1960, όταν είχε πραγματοποιήσει το κίνημα εναντίον του Μεντερές έπειτα από φοιτητικές διαδηλώσεις που είχαν κρατήσει μία εβδομάδα.

Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν μια μεταγενέστερη περίοδο και πολιτική συγκυρία, είναι γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1960 οι στρατιωτικοί εκθείαζαν τους φοιτητές ως «σωτήρες του έθνους», λόγω της κινητοποίησής τους εναντίον του Μεντερές. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι μία από τις σημαντικότερες αριστερές οργανώσεις, από τις οποίες προέρχονταν οι φοιτητές που είχαν αντιδράσει εναντίον του Ντεμιρέλ, η Dev-Genç (επαναστατική νεολαία), εόρταζε την 27η Μαΐου, επέτειο του κινήματος που είχε ανατρέψει τον Μεντερές, όπως ακριβώς έκανε και το κεμαλικό κατεστημένο, αντιμετωπίζοντας τον στρατιώτη ως εκπρόσωπο του λαού μαζί με τον χωρικό, τον εργάτη και τον δημόσιο υπάλληλο.

Οι κεμαλικές προδιαθέσεις αυτών των αριστερών οργανώσεων ήταν επίσης ξεκάθαρες στα φυλλάδιά τους, τα οποία τόνιζαν, μεταξύ άλλων: «Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας μας [δηλαδή το 1919-22] λειτουργεί ως το Πανεπιστήμιο του Σοσιαλισμού μας». Ο ίδιος ο Γκεζμίς ενέδυε τις επαναστατικές του δράσεις με κεμαλικά σύμβολα και παρουσίαζε τον Ατατούρκ ως επαναστάτη.

Ωστόσο, το κίνημα του 1971 κατέστρεψε την όποια αρμονία μεταξύ των στρατιωτικών και των φοιτητών. Η δίκη του Γκεζμίς και των συντρόφων του προκάλεσε πόλωση στη Βουλή, όταν ο Ντεμιρέλ και το Κόμμα Δικαιοσύνης απαίτησαν την εκτέλεσή τους με το σύνθημα «τρεις από μας-τρεις από αυτούς!», μια αχνά συγκαλυπτόμενη απαίτηση για εκδίκηση μετά τον απαγχονισμό του Μεντερές και των δύο στενών συνεργατών του.

Τούρκοι στρατιώτες λαμβάνουν θέσεις μάχης απέναντι στους εξεγερμένους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αγκυρας. (AP Photo)

Σε μεγάλο βαθμό, η εκτέλεση του Γκεζμίς και των αριστερών συντρόφων του, καθώς και το γεγονός ότι το νέο καθεστώς στράφηκε εναντίον της Dev-Genç, όρισαν τις κληρονομιές του κινήματος του 1971. Πόλωσε τις σχέσεις μεταξύ της Αριστεράς και της κυβέρνησης, καθώς και μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, και οδήγησε σε έναν περίεργο εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης. Κατά τη δεκαετία του 1970, εξελίχθηκε ένας επώδυνος ανταρτοπόλεμος στις πόλεις μεταξύ αριστερών ομάδων και των υπερεθνικιστών Γκρίζων Λύκων που είχαν δεσμούς με τους στρατιωτικούς και τον συνταγματάρχη Αλπαρσλάν Τουρκές, ιδρυτή του κόμματος ΜΗΡ, καθώς και συγκρούσεις στους δρόμους μεταξύ Αριστερών και Δεξιών φοιτητών, στις οποίες αναμείχθηκε και ο μέλλων πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, ως ηγετικό στέλεχος της τουρκικής εθνικής φοιτητικής ένωσης.

Ο πρώην –πλέον– πρωθυπουργός Ερίμ δολοφονήθηκε από την επαναστατική οργάνωση Dev Sol ως εκδίκηση για τον απαγχονισμό των «Τριών». Ετσι, το κίνημα του 1971 προετοίμασε το έδαφος για το νέο στρατιωτικό κίνημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, το οποίο απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, εκτέλεσε έναν αριθμό Αριστερών και αποπειράθηκε να προωθήσει την ιδέα μιας τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης. Αυτό θα άλλαζε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν η τουρκική πολιτική θα δομείτο στη βάση μιας διαίρεσης των στρατιωτικών και του κεμαλικού κατεστημένου εναντίον των κομμάτων που προσανατολίζονταν στον ισλαμισμό.

* Ο κ. Mogens Pelt είναι αναπληρωτής καθηγητής στο History Section του Saxo Institute, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Πηγή: Η Καθημερινή

Θεόδωρος K. Κορρές: «Ὑγρόν Πῦρ», Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής

Θεόδωρος K. Κορρές
 «Ὑγρόν Πῦρ»
Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής*
 

A. Ιστορικό Περίγραμμα της χρήσης του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς

«…τοὶ δ’ ἔμβαλον ἀκάματον πῦρ  νηῒ θοῇ· τῆς δ’ αἶψα κατ’ ἀσβέστη κέχυτο φλόξ. ὣς τὴν μὲν πρυμνὴν πῦρ ἄμφεπεν·»¹

Η παραπάνω αναφορά που διαβάζουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου μας θυμίζει πως η χρήση της φωτιάς για πολεμικούς σκοπούς είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η τέχνη του πολέμου. Φθάνοντας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο συναντούμε αναφορές ιστορικών, όπως ο Ιωάννης Μαλάλας και ο Προκόπιος, για εμπρηστικά μίγματα ή ακόμη και εμπρηστικές χημικές συνθέσεις. Ο Ιωάννης Μαλάλας, εξιστορώντας τα γεγονότα της επανάστασης του Βιταλιανού κατά του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 515 μ.Χ. αναφέρεται στο «θείο ἄπυρο» και τις ιδιότητές του.2

Επομένως, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο Βυζάντιο υπήρχε μία παράδοση στην κατασκευή και χρήση εμπρηστικών μιγμάτων. Ένα από τα προϊόντα αυτής της παράδοσης είναι αυτό που στις πηγές το συναντούμε με διάφορα ονόματα, όπως «υγρόν», «θαλάσσιον», «σκευαστόν» ή «ελληνικόν πῦρ». Το όπλο αυτό εμφανίζεται εκ νέου στις πηγές στα τέλη του 7ου αι. και η «εφεύρεσή» του αποδίδεται στον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλλίνικο από την Ηλιούπολη (Baalbek) της Συρίας. Η χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα το διάστημα 674-678, δηλαδή κατά την πρώτη απόπειρα των Αράβων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, ήταν καθοριστικής σημασίας για την αποτυχία του εγχειρήματος.

Το ίδιο όπλο χρησιμοποιείται και κατά τη δεύτερη πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Άραβες το 717-718. Ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ το αξιοποιεί σε δύο περιπτώσεις για να κάψει τα εχθρικά πλοία, επιτυγχάνοντας τη σωτηρία της Πόλεως, αλλά και της αυτοκρατορίας και αποκρούοντας τη σημαντικότερη απόπειρα των Αράβων να εισβάλουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ την εξουσία είχε ακόμη ο Λέων Γ΄, το υγρό πυρ χρησιμοποιείται από το βασιλικόν πλώιμον, δηλαδή το στόλο που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, κατά των σκαφών των στασιαστών του γνωστού «Κινήματος των Ελλαδικών».3 Η κατοχή του υγρού πυρός ήταν αυτή που έκρινε την τύχη της ναυτικής σύγκρουσης ανάμεσα στα αυτοκρατορικά πλοία και εκείνα των κινηματιών, χαρίζοντας τη νίκη στα πρώτα.

Στις αρχές του 9ου αι. οι Βούλγαροι του Κρούμου κατέλαβαν την πόλη της Μεσημβρίας και ανάμεσα στα λάφυρα που αποκόμισαν βρισκόταν και αριθμός «χάλκινοι σίφωνες» και ποσότητα υγρού πυρός, χρήση των οποίων δεν έκαναν ποτέ. Υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε το 941 επί Ρωμανού Α΄ για την αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, όπως και το 1043 επί Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, ξανά κατά των Ρώσων, αυτή τη φορά υπό τον Βλαδίμηρο, κατακαίγοντας και τις δύο φορές τα εχθρικά σκάφη. Δεν ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν όταν βρίσκονταν σε άμυνα. Τόσο ο Νικηφόρος Φωκάς το 960 κατά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς, όσο και ο Ιωάννης Τσιμισκής κατά των Ρώσων στη Βουλγαρία το 971, είχαν εφοδιάσει τις ναυτικές τους δυνάμεις με υγρό πυρ.

Το υγρό πυρ αναφέρεται και στο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου «Προς τον ίδιο υιόν Ρωμανόν», ενώ η χρήση του συνεχίζεται, σύμφωνα με τις πηγές, τόσο κατά τα χρόνια των Κομνηνών αυτοκρατόρων, όσο και κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, αν και οι περιγραφές, όπως αυτές της Άννας Κομνηνής, δεν είναι σαφείς ως προς το τι ακριβώς ήταν και πως χρησιμοποιείτο το υγρό πυρ, επιτρέποντας μόνο υποθέσεις.

B. Σύνθεση και τρόποι χρήσης του υγρού πυρός 4

α) Οι παλαιότερες θεωρίες

Οι διθυραμβικές αναφορές των βυζαντινών πηγών (Θεοφάνης) για τη σημασία της χρήσης του υγρού πυρός κατά των Αράβων στις δύο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 και 717-718) προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών, οι οποίοι προσπάθησαν να ανακαλύψουν σε τι ακριβώς συνίστατο αυτό το «μυστικό» όπλο, το οποίο χάθηκε μαζί με την αυτοκρατορία. Οι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν αρχικά στο ζήτημα της σύνθεση τους υγρού πυρός. Η πρώτη ομάδα ερευνητών υποστήριξε πως ο Καλλίνικος πρόσθεσε νίτρο, το οποίο ως τότε ήταν άγνωστο, στις ήδη υπάρχουσες εμπρηστικές ύλες για να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα αρνείται τη χρήση του νίτρου και αντιπροτείνει τον ασβέστη, βασιζόμενη στην ιδιότητα που από τις πηγές αποδίδεται στο υγρό πυρ να αυτοαναφλέγεται  στην επαφή του με το νερό.

Την πρώτη θεωρία υποστήριξε αρχικά ο Γάλλος χημικός Berthelot το 1891 σε άρθρο του και έπειτα σε εκτενή μελέτη του, το1893. Ο Berthelot θεώρησε πως οι αναφορές των πηγών σε βροντές, καπνούς και λάμψεις που συνόδευαν τη χρήση του υγρού πυρός, ήταν σαφής ένδειξη περί της γνώσης της ύπαρξης του νίτρου, ως υλικού, αλλά και της χρήσης του σε εμπρηστικό μίγμα από τους Βυζαντινούς. Με τις θέσεις του Berthelot συμφώνησαν τόσο ο Γερμανός ερευνητής H. Diels όσο και ο C. Zenghelis. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός, ο Berthelot υποστήριξε, δίχως να τεκμηριώνει όμως το πως, ότι «το υγρό πυρ ριχνόταν από μεταλλικούς σωλήνες που ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη του πλοίου», καθώς επίσης ότι «ένας μόνο άνδρας αρκούσε για να εκτελέσει το έργο αυτό…πράγμα που σημαίνει πως η διαδικασία εκτόξευσης δεν απαιτούσε ούτε καταπέλτη, ούτε μηχανή πολυσύνθετη». Και ενώ ο H. Diels δεν κάνει κάποια αναφορά στις τεχνικές χρήσης του υγρού πυρός, ο C. Zenghelis θεωρεί πως η χρήση του ήταν μάλλον αντίστοιχη αυτής της πυρίτιδας, δηλαδή αξιοποιείτο για την εξασφάλιση της απαραίτητης ωστικής δύναμης για την εκτόξευση άλλων εμπρηστικών υλών κατά των εχθρικών πλοίων.

Την ίδια εποχή, ο Γερμανός Ε.Ο. von Lippmann επιχείρησε να αντικρούσει τις απόψεις των M. Berthelot – N. Diels, θέλοντας να αποδείξει, σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1906, πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς και ασφαλώς όχι στους Βυζαντινούς, ενώ υποστήριξε πως το νίτρο, ως υλικό, δεν ήταν γνωστό πριν από τον 13ο αι., επικαλούμενος αναφορές του Μάρκου Γραικού, το έργο του οποίου επίσης τοποθετεί τον ίδιο αιώνα (13ο). Ο Μ. Berthelot απάντησε στον Ε.Ο. von Lippmann, θεωρώντας πως τα πορίσματα του τελευταίου στερούνταν αντικειμενικότητας για τους εξής λόγους: α) ο E.O. von Lippmann χρησιμοποίησε κατά τη μελέτη του μόνο τα χωρία των πηγών που πίστευε πως υποστήριζαν/τεκμηρίωναν τις θέσεις του και, β) χρονολόγησε το έργο «Liber ignium” του Μάρκου Γραικού τον 13ο αι., όταν αυτό θα μπορούσε να είναι έργο του 9ου αι., όπως δέχεται άλλωστε και ο C. Zenghelis, βασισμένος σε αντίστοιχο πόρισμα του K. Krumbacher. Ακόμη, ο C. Zenghelis υποστήριξε πως το νίτρο, σε μία τουλάχιστον από τις χημικές του ενώσεις, θα μπορούσε να είναι γνωστό στους Βυζαντινούς, επικαλούμενος αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων. Λίγο αργότερα ήταν η σειρά του M. Mercier να απαντήσει στους ισχυρισμούς του C. Zenghelis, επισημαίνοντας ότι και ο τελευταίος προσπαθεί να πιστώσει αποκλειστικά σ’ ένα Βυζαντινό την εφεύρεση της πυρίτιδας, ενώ προηγουμένως για τον ίδιο λόγο κατηγορούσε τον von Lippmann, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υποστήριξε πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς.

Ακόμη ο M. Mercier απορρίπτει, ορθά κατά την άποψη του γράφοντος, την εκτίμηση του C. Zenghelis, πως η εκτόξευση του εμπρηστικού μίγματος/ υγρού πυρός γινόταν με τη χρήση του «στρεπτού», μηχανισμού αντίστοιχου σε λειτουργία με το ουραίο των πυροβόλων όπλων. Ο Mercier υποστήριξε ότι τα παλαιότερα σωζόμενα πυροβόλα δεν διέθεταν σκανδάλη για την πυροδότησή τους, αλλά απλώς ο χειριστής τους άναβε ένα φυτίλι, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα.

Η δεύτερη εκ των παλαιών θεωριών σχετικά με τη σύνθεση του υγρού πυρός ανήκει στον H.W.L. Hime. Ο συγκεκριμένος ερευνητής υποστήριξε πως ήταν η χρήση του ασβέστη που έδινε τις δυνατότητες αυτοανάφλεξης στο εμπρηστικό μίγμα, όταν αυτό ερχόταν σε επαφή με το νερό. Ο ασβέστης ήταν ένα υλικό γνωστό από παλιά άλλωστε και, σύμφωνα με τον Hime, δεν θα μπορούσαν οι ιδιότητές του να διαφύγουν της προσοχής του Καλλίνικου, ο οποίος ήταν αρχιτέκτοντας. Η θερμοκρασία του ανεβαίνει στους 150°C όταν ραντιστεί με νερό, ενώ μαζί με τη νάφθα δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μίγμα. Την άποψη αυτή του H.W.L. Hime δέχθηκε και ο E.O. von Lippmann. Όμως ο C. Zenghelis διατύπωσε επιφυλάξεις, κατά πόσο αυτό εκρηκτικό μίγμα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εκτός του ασφαλούς χώρου ενός εργαστηρίου, δηλαδή στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ανοικτή θάλασσα. Ο H.W.L. Hime λίγο αργότερα τροποποίησε τις απόψεις, δεχόμενος τις αντικειμενικές δυσκολίες, για να έλθει ο N.D. Cheronis να προσθέσει στον αντίλογο της χρήσης του μίγματος ασβέστη/νάφθας τα εξής επιχειρήματα: α) ότι η παραγωγή φωσφορικού ασβεστίου ήταν αδύνατη τον 7ο αι. και β) ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε, η σύνθεση του μίγματος ήταν μια διαδικασία που απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια, καθώς η παραμικρή αστοχία στα υλικά (για παράδειγμα εάν υπήρχε έστω και μια σταγόνα ορυκτελαίου), τότε το μίγμα δεν αναφλεγόταν ακόμη και μετά την παρέλευση δεκαπέντε λεπτών

Ως προς τον τρόπο εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο H.W.L. Hime δέχθηκε πως η λέξη «σίφων» σημαίνει αντλία και μέσω αυτής εκτοξεύονταν μαζί το νερό και το εμπρηστικό μίγμα. Επιχειρεί έτσι να λύσει το ζήτημα της εκτόξευσης όσο και της πυροδότησης του μίγματος, που γινόταν με την επενέργεια του νερού με το φωσφορικό ασβέστιο.
Τέλος, ο E.O von Lippmann αναφέρει απλώς πως το υγρό πυρ ριχνόταν πάνω στα εχθρικά πλοία «δια μέσου μακρών μεταλλικών σωλήνων, ωθούμενο από την πίεση μιας καταθλιπτικής αντλίας».

Χρήση του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς, από το χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη.

β) Νεότερες Θεωρίες 5

Με την πάροδο του ετών η συζήτηση σχετικά με το υγρό πυρ όχι μόνο δεν έπαψε, αλλά μάλλον αναθερμάνθηκε. Δύο νέες αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν. Η ομάδα που υποστήριζε την πρώτη αντίληψη δεχόταν την ύπαρξη νίτρου και ασβέστη στο εμπρηστικό μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα ισχυριζόταν πως το μυστικό δεν βρισκόταν στη σύνθεση του μίγματος, αλλά στον τρόπο εκτόξευσής του.

Εκφραστές των απόψεων της πρώτης ομάδας οι M. Mercier και R.J. Forbes. Αμφότεροι πιστεύουν πως το εμπρηστικό μίγμα περιλάμβανε νάφθα ως βασικό συστατικό. ενώ αποτελείτο επίσης και από στερεά συστατικά, όπως το νίτρο και ο ασβέστης. Οι δύο ερευνητές όμως πήγαν ένα βήμα παραπάνω το συλλογισμό τους καθώς υποστήριξαν πως δεν υπήρχε μόνο ένας τύπος υγρού πυρός, αλλά ούτε και μόνο μια μέθοδος εκτόξευσής του. Αντιθέτως, κατά την περίοδο από τα τέλη του 7ου αι. ως και το 1453 θεωρούν πως χρησιμοποιήθηκαν διάφορες παραλλαγές του βασικού εμπρηστικού μίγματος, ενώ και τα μέσα εκτόξευσης διέφεραν κατά περίπτωση. Μάλιστα ο ισχυρισμός τους για διάφορους τύπους υγρού πυρός εδράζεσαι στις πολλές διαφορετικές ονομασίες με τις οποίες απαντάται στις βυζαντινές πηγές το όπλο.

Ως προς τους τρόπους εκτόξευσης, ο M.Mercier εκτιμά πως δεν μπορεί με σαφήνεια να καθοριστεί η σημασία του όρου «σίφων», ενώ ο R.J. Forbes παρότι αρχικά απορρίπτει τη χρήση καταθλιπτικής αντλίας, τελικά δέχεται το συγκεκριμένο μέσο εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος.

Ανάμεσα στις δύο ομάδες θα πρέπει να τοποθετηθεί η άποψη του J.R. Partington, ο οποίος δεν δέχεται την ύπαρξη ασβέστη ή νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός, αλλά θεωρεί πως η βάση του υγρού πυρός, τουλάχιστον στην πρώιμη μορφή του ήταν το αποσταγμένο (καθαρό) πετρέλαιο, το οποίο «εκσφενδονιζόταν» αρχικά με βαλλίστρες και αργότερα, στα χρόνια του Λέοντα Γ΄ από κρουνούς, στους οποίους έφθανε μέσω εύκαμπτων δερμάτινων σωλήνων, με τη βοήθεια μιας καταθλιπτικής αντλίας.

Στη δεύτερη ομάδα ερευνητών ανήκει η E. Davidson, η οποία δέχθηκε τις απόψεις των M. Mercier και R. Forbes ως προς την σύνθεση του υγρού πυρός, δηλαδή ότι η βάση του ήταν κάποια χημική ένωση που περιείχε νάφθα σε μορφή αργού ή αποσταγμένου πετρελαίου. Περνώντας στο αμιγώς τεχνικό κομμάτι, αυτό της χρήσης του υγρού πυρός, η E. Davidson αποκλείει την εκδοχή της εκτόξευσης μέσω καταθλιπτικής αντλίας, υποστηρίζοντας πως ακόμη και εάν χρησιμοποιούνταν δύο άνδρες, η δύναμή τους δεν θα ήταν επαρκής για να παραχθεί η απαιτούμενη πίεση για την εκτόξευση ενός μίγματος βασισμένου στο πετρέλαιο. Ακόμη, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης κάποιους μηχανισμού τύπου καταπέλτη ή τόξου, καθώς υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί «δεν γνώριζαν και δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια όπλα».

Έτσι, η E. Davidson υποστήριξε πως η εκτόξευση του μίγματος θα ήταν εφικτή εφόσον αυτό θερμαινόταν μέχρι το σημείο του βρασμού. Επεξηγώντας την άποψή της αυτή, η E. Davidson μιλά για σωλήνες γεμάτους υγρό πυρ και σφραγισμένους στο στόμιό τους με ένα πώμα ή με στρώμα ρητίνης, που έλιωνε μόλις το μίγμα ζεσταινόταν. Η πυροδότηση γινόταν στο στόμιο του σωλήνα, όπου το υγρό έφτανε με τη βοήθεια ενός εσωτερικού σωλήνα και το φλεγόμενο υγρό ξεπετιόταν με βροντή εναντίον των εχθρών. Τέλος, η ίδια ερευνήτρια πρόσθεσε πως ίσως οι σωλήνες που περιείχαν το υγρό πυρ να θερμαίνονταν αρχικά πάνω σε άλλα βοηθητικά πλοία και αργότερα πάνω στα ίδια τα πολεμικά και για το λόγο αυτό η θάλασσα έπρεπε να είναι ήρεμη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το όπλο με επιτυχία.

Παρότι η υπόθεση της μεταφοράς των σωλήνων που είχαν θερμανθεί, από πλοίο σε πλοίο, και εν μέσω ναυμαχίας, παρουσιάζει σαφείς αδυναμίες, η θεωρία της E.Davidson έχει την αξία της, καθώς η ερευνήτρια χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη σκανδιναβική πηγή με τίτλο “Yngvar’s Saga”. Η πηγή αυτή ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα πηγών, οι οποίες περιγράφουν ταξίδια από τη Σουηδία προς την ενδοχώρα της Ρωσίας. Ήρωας του συγκεκριμένου έργου είναι ο πρίγκηπας Yngvar, μέλος της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, ο οποίος ταξιδεύοντας δια μέσου των ρωσικών ποταμών έφτασε τελικά στο Βυζάντιο. Το εν λόγω έργο βρίθει από φανταστικά στοιχεία, για τα οποία η E. Davidson υποστήριξε πως βασίζονται σε «αυθεντικές αναμνήσεις». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πηγή, ο Yngvar και οι άνδρες του αντιμετώπισαν βυζαντινά πολεμικά πλοία οπλισμένα με υγρό πυρ, ενώ υπάρχει μια αρκετά γλαφυρή περιγραφή της σύγκρουσης, στο τέλος της οποίας ο  ήρωας χρησιμοποιεί φλεγόμενα βέλη για να προκαλέσει φωτιά και εν τέλει έκρηξη που κατέκαυσε τα εχθρικά σκάφη. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς. η πηγή αναφέρει πως προηγείτο το φύσημα μιας εστίας φωτιάς με τη χρήση ενός φυσερού (σιδερά), διαδικασία που παρήγαγε θόρυβο, ενώ το εύφλεκτο υλικό εκτοξευόταν μέσω ενός μπρούτζινου σωλήνα.

Το 1977, οι J. Haldon (ιστορικός) και Μ. Byrne (φυσικός) δημοσίευσαν μια μελέτη 4, η οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα πηγή. Οι δύο ερευνητές μέσα από το έργο τους αυτό α) απέρριψαν την άποψη ότι το «μυστικό» του υγρού πυρός βρισκόταν στη σύνθεσή του και β) έστρεψαν την έρευνά τους στην προσπάθεια κατασκευής μιας συσκευής εκτόξευσης υγρού πυρός. Ως προς το βασικό συστατικό από το οποίο αποτελείτο το υγρό πυρ, οι J. Haldon και M. Byrne πρότειναν το αργό πετρέλαιο, ξεπερνώντας τα γνωστά προβλήματα σχετικά με τη χρήση του υποστηρίζοντας πως μέσω της προθέρμανσής του αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Η συσκευή η οποία κατασκευάστηκε από τους J. Haldon και Μ. Byrne αποτελείτο από τρία μέρη, α) ένα ορειχάλκινο «σίφωνα, που ταυτίζουν με μια καταθλιπτική αντλία, β) έναν στρεφόμενο σωλήνα μέσα από τον οποίο το υγρό εκτοξευόταν στους εχθρούς και προς πάσα κατεύθυνση και γ) μια μικρή εστία που χρησιμοποιείτο για να θερμαίνει κατά τη διάρκεια της μάχης το υγρό πυρ. Το τελευταίο βρισκόταν μέσα σε αεροστεγώς σφραγισμένους λέβητες.

Ιστορική πιθανή ανακατασκευή του μηχανισμού του υγρού πυρός κατά J. H Haldon και M. Byrne.

Η μελέτη όμως αυτή των J. Haldon και M. Byrne παρουσιάζει συγκεκριμένες αδυναμίες. Πέρα από τις εύλογες απορίες σχετικά με το κατά πόσο ήταν εφικτή η κατασκευή ενός αεροστεγούς συστήματος, με τις δυνατότητες της εποχής, ικανού να αντέξει στις πιέσεις που απαιτούσε η εκτόξευση του αργού πετρελαίου, ακόμη και θερμού, η ίδια η χρήση της συσκευής και οι δυσκολίες αποτελεσματικής αξιοποίησής της εν μέσω μάχης και με δυσχερείς καιρικές συνθήκες, ήταν δυνατό να προκαλέσουν συχνά ατυχήματα τα οποία θα απέβαιναν μοιραία για τους χειριστές των συσκευών/μηχανισμών, με προφανή αποτελέσματα ως προς την ίδια την υπονόμευση της σημασίας του όπλου.

Ακόμη, η ερμηνεία που δίνουν οι J. Haldon και M. Byrne στον όρο «σίφων» είναι μάλλον αυθαίρετη, καθώς μέσα από τις πηγές, όπως για παράδειγμα από το «Βίο του Στεφάνου του Νέου» δεν αποδεικνύεται πως σήμαινε πάντοτε αντλία. Στο συγκεκριμένο χωρίο μάλιστα ο όρος «σίφων» αφορά πιθανότατα δοχεία γεμάτα νερό, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία του πλοίου  για την άμεση αντιμετώπιση πυρκαγιάς.

Byzantine Superweapons: Naval Flamethrower with Greek Fire (ελληνικοί υπότιτλοι)

Γ. Επανεκτιμήσεις και Συμπεράσματα 6

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήδη παρατέθηκαν, οι διάφοροι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη μελέτη του υγρού πυρός εστίασαν τις μελέτες τους σε δύο άξονες.

  1. Τη σύνθεση του υγρού πυρός
  2. Τον τρόπο χρήσης – εκτόξευσης του μείγματος

Ως προς το πρώτο σκέλος, διατυπώθηκαν αρκετές απόψεις, όπως για παράδειγμα πως το νίτρο ή ο ασβέστης ήταν εκείνα τα υλικά που έδιναν στο υγρό πυρ τις «μαγικές» για την εποχή ιδιότητες, δηλαδή της αυτοανάφλεξης/έκρηξης μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό. Βέβαια οι θέσεις αυτές αναθεωρήθηκαν από νεότερους ερευνητές στη συνέχεια, ή ακόμη και από τους ίδιους που τις διατύπωσαν αρχικά και έπειτα ανασκεύασαν με νέες διορθωτικές μελέτες.

Θα πρέπει να τονιστεί με τα δεδομένα του 7ου αι. οι Βυζαντινοί δε διέθεταν υλικά με υψηλό βαθμό χημικής καθαρότητας, τα οποία θα τους επέτρεπαν να σταθεροποιήσουν μια συγκεκριμένη χημική ένωση με αυστηρά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επιτρέποντάς τους να την επαναλαμβάνουν με ακρίβεια. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μια «συνταγή» του υγρού πυρός, αλλά για πολλές.

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, μια άλλη ομάδα ερευνητών προσπάθησε να αποσυνδέσει εν πολλοίς το πρόβλημα της εκτόξευσης του υγρού πυρός από την ίδια του τη σύνθεση. Και πάλι όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κατασκευές που προτάθηκαν είναι αρκετά πιο σύνθετες απ’ αυτές που οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα τεχνικά μέσα του 7ου αι..

Ακόμη, σε στενή συνάφεια με το αμέσως παραπάνω είναι και ο τρόπος εκτόξευσης του υγρού πυρός:

α) ο M. Berthelot, και όσοι τον ακολούθησαν, πρότειναν την ύπαρξη του νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός και υποστήριξαν, δίχως όμως με μεγάλη σαφήνεια, την υπόθεση της εκτόξευσης ως αποτέλεσμα των εκρηκτικών ιδιοτήτων του νίτρου.

β) Μια δεύτερη ομάδα ερευνητών (H.W.L. Hime, N.D. Cheronis, Κ. Αλεξανδρής, R.J. Forbes) δέχεται ότι η εκτόξευση γινόταν με τη βοήθεια αντλίας.

γ) Μια τρίτη μέθοδος είναι αυτή που προτάθηκε από τους E. Davidson και J. Haldon – M. Byrne. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο η εκτόξευση γινόταν μέσω θερμαινόμενων σωλήνων ή από μία συσκευή στην οποία συνδυαζόταν η πίεση αντλίας και η θερμότητα.

Μετά την παράθεση των απόψεων που αφορούν τη σύνθεση και την εκτόξευση του υγρού πυρός κατέστη σαφές πως ότι καμιά απ’ αυτές δε δίνει μια απολύτως πειστική απάντηση ειδικά ως προς το ζήτημα της εκτόξευσης.

Ο μόνος τρόπος σχετικά με την αναζήτηση απαντήσεων είναι η επιστροφή στις πηγές, στις οποίες οι υπάρχουσες περί του υγρού πυρός μνείες είναι λίγες και αρκετά ασαφείς, επιτρέποντας έτσι την ύπαρξη αντιφατικών ερμηνειών.

Η μελέτη των διαθέσιμων πηγών μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στις παρακάτω γενικές παρατηρήσεις:

α) Το υγρό πυρ ριχνόταν «μετά ή δια των σιφώνων» που ήταν τοποθετημένοι στα πολεμικά πλοία

β) Οι σίφωνες ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη και «ἔμπροσθεν χαλκῷ ἠμφιεσμένοι».

γ) Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από βροντή και καπνό.

δ) Το υγρό πυρ μπορούσε να εκτοξεύεται κατά των εχθρικών πλοίων και μέσα σε δοχεία που έσπαζαν.

ε) Μπορούσε να ριχθεί ακόμη και με το χέρι, δηλαδή με τους «χειροσίφωνες».

ζ) Οι Βυζαντινοί μπορούσαν τέλος να ελέγχουν το υγρό πυρ και να το εκτοξεύουν «κατά τε τό πρανές πολλάκις και ἐφ’ἑκάτερα».

Σχετικά με τον όρο «σίφων» έχουν δοθεί δύο διαφορετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία σίφων=αντλία, άποψη που υποστήριξαν πολλοί ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι N.D. Cheronis, J.R. Partington και J. Haldon – M. Byrne. Η άποψή τους αυτή στηρίχθηκε σε χωρίο του Βίου του Αγίου Στεφάνου του Νέου, που μιλά για σίφωνα.

Η δεύτερη ομάδα των ερευνητών που εκπροσωπούν οι M. Mercier, R.J. Forbes και E. Davidson, υποστηρίζει ότι σίφων = σωλήνας, δεχόμενοι στη σημασία που δίνουν στον όρο τα λεξικά. Την ίδια ερμηνεία δίνουν βέβαια στον όρο «σίφων» και όσοι δέχονται την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός.

Θεωρούμε όμως πως τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ερμηνεία του όρου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί και στις δύο περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο όρος «σίφων» και η σημασία του μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη εκείνη της καθημερινής λέξης σίφων.

Εξάλλου και οι δύο ομάδες ερευνητών αντιμετωπίζουν δυσκολία ερμηνείας του όρου «χειροσίφων», μια ερμηνεία που όμως είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της αληθινής σημασίας του τεχνικού όρου «σίφων».

Η προσεκτική μελέτη των πηγών οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκεκριμένα ερωτήματα:

α) Τη δυνατότητα ρίψης μιας εύφλεκτης ύλης από τους πυρφόρους δρόμωνες σε μια λογική απόσταση.

β) Τη δυνατότητα ρίψης αυτής της εύφλεκτης ύλης από τα βυζαντινά πλοία με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας.

γ) Τους τρόπους πυροδότησης και ανάφλεξης της εμπρηστικής ύλης.

Επανεξετάζοντας λοιπόν το πρόβλημα, θα πρέπει να γίνει σαφές, πως έχοντας ήδη αποδεχθεί την άποψη ότι κάτω από τη γενική ονομασία «υγρόν πυρ» κρύβονται πολλές «συνταγές» εμπρηστικών μιγμάτων, συμφωνώντας κατ’ αρχήν με την επικρατούσα άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε από τους M. Mercier, R.J. Forbes, E. Davidson, J. Haldon – M. Byrne, οι οποίοι δέχονται ότι το υγρό πυρ ήταν κατά βάση αργό πετρέλαιο στο οποίο οι Βυζαντινοί πρόσθετα διάφορα εύφλεκτα υλικά.

Ως προς το πρόβλημα της εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι αυτό που αφορά στη δυνατότητα ρίψης, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τους πυρφόρους δρόμωνες σε λογική απόσταση. Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η απάντηση που θα γίνει αποδεκτή, θα καθορίσει την πορεία της επιχειρηματολογίας που θα ακολουθήσει.

Σχετικά με το ζήτημα του βεληνεκούς και της απόστασης εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο Κ. Αλεξανδρής υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί θα άρχιζαν να το χρησιμοποιούν σε μια σύγκρουση, όταν απόσταση μεταξύ αυτών και των αντιπάλων τους έπεφτε στα 50-70 μέτρα.

Εάν δεχθούμε την άποψη του Κ. Αλεξανδρή, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί μια λύση διαφορετική από αυτήν της χειροκίνητης αντλίας που προτείνουν οι Haldon-Byrne και όσοι πιστεύουν πως το υγρό πυρ εκτοξευόταν μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς είναι αδύνατο το προαναφερθέν βεληνεκές να επιτευχθεί μέσω μιας χειροκίνητης αντλίας. Έπειτα, όπως σωστά παρατηρεί ο J.R. Partington, «το πετρέλαιο μόνο του δεν προσφέρεται για χρήση σε φλογοβόλες μηχανές γιατί η εκτοξευόμενη δέσμη διασκορπίζεται γρήγορα και δεν εκτινάσσεται αρκετά μακριά. Πρέπει να γίνει πυκνότερο ή εντελώς πολτώδες, με την προσθήκη ρητινωδών υλών». Βέβαια, εάν όμως προστεθούν οι ρητινώδεις ύλες που προτείνει ο J.R. Partington, ή αν αντί καθαρού πετρελαίου χρησιμοποιηθεί αργό πετρέλαιο, όπως προτείνουν οι J. Haldon – M.Byrne, τότε αντιμετωπίζουμε οξύτερο το πρόβλημα της πίεσης, που εξετάστηκε προηγουμένως.

Βαλλίστρα με τις προτεινόμενες μετατροπές ώστε να είναι εφικτή η χρήση υγρού πυρός.

Την άποψη πως το υγρό πυρ έπρεπε να εκτοξευόταν σε κάποια απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσαν να το προωθήσουν οι Βυζαντινοί με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης καταθλιπτικής αντλίας, δέχονται άμεσα ή έμμεσα, στην πλειονότητά τους οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα. Μεταξύ αυτών ο Γάλλος χημικός M. Berthelot, που υποστήριξε την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του Καλλίνικου, όπως επίσης και όλοι όσοι δέχθηκαν την άποψή του (H.Diehls, C. Zenghelis κ.α.). Οι ερευνητές αυτοί πιστεύουν ότι η εκτόξευση γινόταν μέσα από μεταλλικούς σωλήνες ενώ την ωστική δύναμη έδινε μια έκρηξη που απέδιδαν στο νίτρο. Έτσι, κι αν ακόμη δεχθούμε, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτοί, ότι η έκρηξη ήταν το προϊόν μιας έστω και πρωτόγονης μορφής πυρίτιδας, είναι και πάλι προφανές ότι η έκρηξη αυτή θα έπρεπε να εκτόξευε το μίγμα σε μια κάποια ικανή απόσταση.

Ως προς το ερώτημα, για το πως θα μπορούσαν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύσουν σε ικανή απόσταση τις εύφλεκτες και εμπρηστικές ύλες, που στις πηγές παραδίδονται με τη γενική ονομασία «υγρό πυρ», η απάντηση είναι, κατά την άποψή μας, απλή και την υπαινίσσεται ο C.W.C. Oman στο κλασικό έργο του The Art of War in the Middle Ages, όπου σημειώνει τα εξής: «Θα παρατηρηθεί ότι δεν αναφέρθηκα εκτενώς στο υγρό πυρ… Αυτή η παράλειψη προέρχεται από την πεποίθηση ότι, παρόλο που η σπουδαιότητά του… στις ναυμαχίες υπήρξε σημαντική, ήταν, όπως και να το κάνουμε, μία πολεμική μηχανή λιγότερο σημαντική και δεν μπορούσε να συγκριθεί ως παράγοντας της επιτυχίας των Βυζαντινών, με το περίφημο στρατηγικό και τακτικό τους σύστημα. Το ίδιο περίπου συμπέρασμα προκύπτει κι από τη μελέτη των άλλων καθαρά μηχανικών κατασκευασμάτων που βρίσκονταν στη διάθεση των στρατηγών του αυτοκράτορα. Η παλιά τέχνη των ρωμαίων μηχανικών είχε διατηρηθεί σχεδόν ακέραια και τα οπλοστάσια της Κωνσταντινούπολης ήταν γεμάτα με πολεμικές μηχανές των οποίων η θανάσιμη αποτελεσματικότητα ενέπνεε στους λιγότερο πολιτισμένους λαούς της Δύσης και της Ανατολής ένα μυστηριώδες αίσθημα τρόμου…Ο καταπέλτης, ο όναγρος και η βαλλίστρα ήταν πολύ γνωστά τόσο στον 10ο αι. όσο και στον 1ο . Σίγουρα χρησιμοποιούνταν και μάλιστα με αποτελεσματικότητα, σε κάθε πολιορκία.»7

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα του πως πετύχαιναν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύουν το εμπρηστικό υλικό τους, θα πρέπει να αναζητηθεί στη ρωμαϊκή στρατιωτική παράδοση, η οποία συνεχίστηκε ασφαλώς και στο Βυζάντιο.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα πρέπει να στραφούμε σε έναν πιο απλό και δοκιμασμένο τρόπο εκτόξευσης του πυρός. Οι Ρωμαίοι διέθεταν μια πλειάδα βλητικών μηχανών, βαλλίστρες, καταπέλτες κτλ. που μπορούσαν να ρίξουν εύκολα βλήματα και εμπρηστικές ύλες σε ικανές αποστάσεις και με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνταν βαλλίστρες. Η ακρίβεια στόχευσης είναι πολύ σημαντική, ειδικά όταν ο στόχος που πρόκειται να βληθεί δεν είναι πολύ μεγάλος και προπάντων σταθερός (τείχος ή πύργος), αλλά μικρός, κινούμενος και ευέλικτος (πλοίο).

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, πιστεύουμε πως αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ρωμαϊκής παράδοσης και πείρας στις πολεμικές μηχανές με την καινοτομία του Καλλίνικου σ’ ό,τι αφορά τη βελτίωση της σύνθεσης του εμπρηστικού υλικού, αποτελούν το «μυστικό» του υγρού πυρός των Βυζαντινών.

Πως λειτουργούσε όμως αυτή η μηχανή εκτόξευσης του υγρού πυρός; Κατά βάση ήταν μια από τις γνωστές ρωμαϊκές βαλλίστρες τοποθετημένη στην πλώρη των βυζαντινών πολεμικών πλοίων. Κατά μήκος του κύριου άξονα της βαλλίστρας κινείτο ένα έμβολο που στην μπροστινή του άκρη είχε προσαρμοσμένη μια υποδοχή μέσα στην οποία τοποθετούσαν το «ἐσκευασμένον» ή «σκευαστόν» πυρ. Το έμβολο αυτό κινείτο πάνω σε μια βάση που προεκτεινόταν και εξείχε από την πλώρη του πλοίου και καθόριζε το επίπεδο και το διάστημα της πορείας του εμβόλου. Το έμβολο, συρόταν προς τα πίσω μαζί με τη χορδή της βαλλίστρας και στη συνέχεια απελευθερωνόταν και εκτόξευε το εμπρηστικό υλικό πάνω στα εχθρικά πλοία, με τη συνηθισμένη για τις βαλλίστρες ακρίβεια. Το μέγεθος της βαλλίστρας μπορούσε να ποικίλει, ανάλογα με τον τύπου του πλοίου πάνω στο οποίο θα χρησιμοποιείτο, ενώ βρισκόταν πάνω σε μια βάση που επέτρεπε στο χειριστή να τη στρέφει προς διάφορες κατευθύνσεις και να ακοντίζει το πυρ «κατά τε το πρανές πολλάκις και ἐφ’ ἑκάτερα».

Η σπουδαιότητα του όπλου σαφώς και συνίστατο στη δυνατότητα ακριβούς σκόπευσης, παράγοντας κρίσιμος ως προς την αποτελεσματικότητά του. Η χρήση του όμως υπόκειτο σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα οι καιρικές συνθήκες, αφού η θαλασσοταραχή μπορούσε να επιδράσει αρνητικά.

Η χρήση της βαλλίστρας, σε κάθε περίπτωση, δίνει θετικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν νωρίτερα μέσα στα πλαίσια των όσων αναφέρθηκαν και εξετάστηκαν στη σύντομη αυτή μελέτη.

α) Μπορεί να ρίξει μια εύφλεκτη και εμπρηστική ύλη σε ικανή απόσταση και να τη ρίξει με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε ναυτικές συγκρούσεις.

β) Ταιριάζει και με τις περιγραφές των πηγών. Το υγρό πυρ εκτοξεύεται με τη μηχανή που προτείνεται, «διά ή μετά των σιφώνων», που στην προκειμένη περίπτωση σίφων = δοχείο. Οι σίφωνες ήταν οστράκινοι, φαίνεται όμως ότι χρησιμοποιήθηκαν και χάλκινοι, πιθανώς σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να είναι μεγαλύτεροι.

Στην άποψη ότι σίφων = δοχειο οδηγούμαστε αφ’ ενός γιατί οι μαρτυρίες των πηγών μιλούν, όπως είδαμε για υγρό πυρ που βρισκόταν μέσα σε δοχεία και αφ’ ετέρου γιατί παρόμοιες μεθόδους ρίψης εμπρηστικών υλών χρησιμοποιούσαν και οι Άραβες.

Εκείνο όμως που πείθει πράγματι ότι οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν σκεύη για την εκτόξευση του υγρού πυρός, είναι η πληροφορία που σώζεται στα «Ναυμαχικά» και αναφέρεται στη χρήση μικρών σιφώνων.

Χρήση χειροκίνητου σίφωνα σε χερσαίες επιχειρήσεις μεταξύ 9ου και 11ου αι.. Λεπτομέρεια από το μεσαιωνικό χειρόγραφο Codex Vaticanus Graecus, 1605.

Byzantine Superweapons: The Flamethrower (ελληνικοί υπότιτλοι)

Δ. Πόσο αποτελεσματικό ήταν το υγρό πυρ; 8

Ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο τόσο φοβερό και αποτελεσματικό, όσο υπαινίσσονται ορισμένες από τις πηγές; Μέχρι ποιου σημείου οι πηγές είναι αντικειμενικές και πότε ή γιατί υπερβάλλουν;

Ως προς τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: οι πηγές που μιλούν με θαυμασμό και δέος για το υγρό πυρ ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Ή είναι περιγραφές ξένων που υπέστησαν καταστροφή λόγω του υγρού πυρός ή απηχούν την έπαρση των Βυζαντινών για τις νίκες που κατήγαγαν κατά των βαρβάρων.

Βέβαια ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η δεύτερη κατηγορία των πηγών αυτών μπορούν να είναι ιδιαίτερα πειστικές για ευνόητους λόγους. Οι μεν ηττημένοι έχουν κάθε λόγο να μεγαλοποιούν τα αίτια που αυτοί νομίζουν πως προκάλεσαν την καταστροφή τους, ενώ οι νικητές έχουν κάθε λόγο να επιχειρούν ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, θα πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λυδία λίθο στην προκειμένη περίπτωση:

Γιατί οι Βυζαντινοί δεν το χρησιμοποιούσαν συχνότερα, αλλά κυρίως σε περιπτώσεις ανάγκης; Γιατί δεν το χρησιμοποιούσε και ο στρατός ξηράς και μάλιστα όταν πολιορκούνταν βυζαντινές πόλεις; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μεσημβρίας, της οποίας οι Βυζαντινοί υπερασπιστές είχαν στην κατοχή τους 36 σίφωνες και τις αντίστοιχες ποσότητες υγρού πυρός, αλλά δεν τους χρησιμοποίησαν και τελικά η πόλη έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων του Κρούμου το Νοέμβριο του 812.

Εδώ βέβαια να προσθέσουμε πως ούτε ο Κρούμος χρησιμοποίησε αυτό το αναπάντεχο «δώρο» το οποίο η τύχη του πρόσφερε. Αυτό ασφαλώς δεν οφείλεται στο ότι ήταν ένα καλά φυλαγμένο αυτοκρατορικό μυστικό, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «προς τον ἴδιον υἱόν Ρωμανόν», καθώς μέσα στους αιχμαλώτους Βυζαντινούς που συνέλαβε ο Κρούμος στη Μεσημβρία θα υπήρχαν σίγουρα και ορισμένοι που θα γνώριζαν τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός.

Τέλος, γιατί οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποίησαν το υγρό πυρ, όταν κινδύνευε η ίδια η Βασιλεύουσα τον έσχατο των κινδύνων από τους Σταυροφόρους το 1204;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι το υγρό πυρ των Βυζαντινών δεν είχε ούτε τη δραστικότητα ούτε την αποτελεσματικότητα που του αποδίδουν οι σχετικά λίγες και πάντως ασαφείς πληροφορίες των πηγών.

Στη θάλασσα ασφαλώς και μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο, υπό συγκεκριμένες πάντοτε συνθήκες, όμως στην ξηρά η αποτελεσματικότητά του ήταν περιορισμένη και σίγουρα δεν μπορούσε να συναγωνιστεί εκείνη των άλλων πολεμικών μηχανών που η ρωμαϊκή παράδοση κληροδότησε στο Βυζάντιο. Η σκέψη αυτή θα μπορούσε ως ένα βαθμό να εξηγήσει την αλλιώς ανεξήγητη μη χρησιμοποίηση του υγρού πυρός σε χερσαίες επιχειρήσεις.

Ο Ed. Gibbon, όμως, στο έργο του History of the Decline and Fall of the Roman Empire θεωρεί το υγρό πυρ ως το θείο δώρο που επέτρεψε στην «ανίκανη» αυτοκρατορία να συνεχίσει να υπάρχει και το ονομάζει palladium του Βυζαντίου.

Στο σημείο αυτό, και ως κλείσιμο αυτής της σύντομης παρουσίασης*, ας μου επιτραπεί να διορθώσω τον Ed. Gibbon παρατηρώντας ότι palladium του Βυζαντίου δεν ήταν το υγρό πυρ, αλλά η άριστη διοικητική και στρατιωτική παράδοση, κληρονομιά ρωμαϊκή που διατήρησε ζωντανή η αυτοκρατορία, μια παράδοση που συνυφασμένη με την ελληνική ναυτική αρετή, της επέτρεπε να παρατάσσει στόλους και άνδρες ικανούς να δημιουργούν θαύματα και θρύλους.

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί εκτενή περίληψη του βιβλίου του γράφοντος, «Υγρόν Πυρ. Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής» Γ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, όπου και παρατίθεται αναλυτική βιβλιογραφία.

Σημειώσεις

¹ Ιλιάδα, Ραψωδία Π 122-124.

² Ιωάννης Μαλάλας, 403.16-21.

³ Για το Κίνημα των Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το κίνημα των «Ελλαδικών», Βυζαντιακά τ.1 (1981), 37-50.

⁴ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ,43-46.

⁵ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 41-54.

⁶ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 109-133.

⁷ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 115. βλ. επίσης C.W.C. Oman, Art of War, 55.

⁸ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 121-129.

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».

Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.

Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Η Καθημερινή

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού  Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Στα Ομηρικά Έπη δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ λόγου και μύθου. Ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο φορές μόνον την λέξη «λόγος» και μάλιστα στον πληθυντικό, ίσως χάριν του μέτρου (IL.15.393, OD.1.56) και εκατοντάδες φορές την λέξη «μύθος» (147 φορές στην Ιλιάδα και 151 στην Οδύσσεια). Στην πραγματικότητα η λέξη «μύθος» στον Όμηρο έχει όλες τις σημασίες, που προσέλαβε αργότερα η λέξη «λόγος», και η ακριβής κάθε φορά έννοια της λέξης εξαρτάται από τα συμφραζόμενα. Έτσι, σε κάποια από αυτά σημαίνει λόγια, κουβεντούλα, αφήγηση ή ακόμη αγόρευση,  συμβουλή, συνομιλία,  γνώμη και  λογικό επιχείρημα.

Η σημαντική σχέση μεταξύ μύθου και λόγου φαίνεται στην αναφορά του  Πλουτάρχου: «῞Οτι μεν ούν η παλαιά φυσιολογία και παρ’ ῞Ελλησι και βαρβάροις λόγος ην φυσικός εγκεκαλυμμένος μύθοις, τα πολλά δι’ αινιγμάτων και υπονοιών επίκρυφος, και μυστηριώδης θεολογία τα τε λαλούμενα των σιγωμένων ασαφέστερα τοις πολλοίς έχουσα και τα σιγώμενα των λαλουμένων υποπτότερα, κατάδηλόν εστιν» (Περ τῶν ἐν Πλαταιαῖς Δαιδάλων, Fragmentum 157).

[Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι η παλαιά φυσική επιστήμη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους ήταν φυσικός λόγος κρυμμένος βαθειά μέσα σε μύθους και απόκρυφη και μυστηριώδης θεολογία, που εκφράζεται ως επί το πλείστον με αινιγματικά λόγια και υπονοούμενα, και η οποία κάνει για τους πολλούς και τα λεγόμενα να είναι ασαφέστερα από όσα αποσιωπώνται και τα αποσιωπώμενα να είναι πιο αμφίβολα από τα λεγόμενα].

Είναι γνωστή η άποψη της αρχαιολόγου E.S. Sherrat (1990) ότι τα έπη περιέχουν αναχρονισμούς και βρίθουν από παραδοξότητες.  Ο Finley (1974),  αναφέρει,  ότι ο Όμηρος ήταν μόνον ποιητής και όχι ιστορικός. Δεν θα μπορούσε  να δει την θαμμένη Τροία. Επομένως ότι περιγράφει είναι πλήρης φαντασία. Αποδεικνύεται όμως, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες αργότερα, από τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν γίνει, μέχρι το 2012, ότι είναι ακριβής σε μερικά σημεία παρ΄ ότι ήταν ποιητής και προφανώς η Τροία ήταν θαμμένη. Ωστόσο ο Finley (1974) αποδέχεται ότι ο Όμηρος μπορεί να επισκέφτηκε την Τρωάδα κατά τον 9ο αιώνα π.Χ. και παρ’ότι δεν ήταν ιστορικός την περιγράφει με ακρίβεια διότι την είδε. Επίσης είναι γνωστή και η άποψη του αρχαιολόγου Eric Klein (2013) ο οποίος ωστόσο έλαβε υπ’ όψιν τόσο τα  Ομηρικά όσο και τα Χετιτικά κείμενα.  Από τον συνδυασμό τους με βάση τα αρχαιολογικά αλλά και αρχαιομετρικά αποτελέσματα, από το 1990 και μετά, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Τροίας προέκυψαν νεότερα στοιχεία υποδεικνύοντα σπαράγματα  ιστορικής  πραγματικότητας του Τρωικού Πολέμου παρά το γεγονός της ύπαρξης μερικών αναχρονισμών και ανακριβειών. Είναι ακόμη γνωστή και η άποψη του γεωλόγου John Kraft et al (2003), ο οποίος μαζί με τον ιστορικό John Luce, της ίδιας συγγραφικής ομάδας, έδωσαν συγχαρητήρια στον Όμηρο για την ακρίβεια μερικών εκ των εξετασθέντων χωρίων του, που αφορούν θέματα ιστορικής τοπογραφίας και γεωμορφολογίας της Τρωάδος, μετά από γεωλογικές έρευνες πεδίου  είκοσι και πλέον χρόνων. Την πλούσια βιβλιογραφία σχετική με τις αρχαιολογικές και τις γεωφυσικές έρευνες που έχουν γίνει στην Τροία,  δεν την παραθέτουμε στο άρθρο αυτό διότι είναι εκτός του σκοπού του. Όμως την τελευταία  μπορεί να την εντοπίσουν εύκολα οι αναγνώστες στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Archaeology 108 (2004) 615-30. Εκεί  θα παρακολουθήσουν την μεγίστη διαφωνία μεταξύ των στελεχών της αρχαιολογικής ομάδας Manfrend Korfmann και Charles Brian Rose και της επίσης αρχαιολογικής ομάδας του Frank Kolb επί των ευρημάτων των πρώτων.

Είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλές απόψεις, διαφορετικές μεταξύ τόσο αρχαιολόγων όσο και μεταξύ αρχαιολόγων, ιστορικών  και φυσικών επιστημόνων, στην ερμηνεία των  Ομηρικών Επών. Αναγνωρίζουμε γιατί μερικοί αρχαιολόγοι δεν μπορούν να δεχθούν ότι ο δεύτερος Τρωικός Πόλεμος, δηλαδή του Οδυσσέως και των συμπολεμιστών του,  πρώτον υπήρξε και πολύ περισσότερο ότι διήρκεσε 10 χρόνια! Θα διαπιστώσει ο αναγνώστης αργότερα ότι δεν έχουν δίκιο όπως ο Finley. Ο Όμηρος έζησε μεν 400 χρόνια αργότερα από τον Τρωικό Πόλεμο  αλλά θα έπρεπε να είχε την τεχνολογία  του John Kraft του εικοστού αιώνος ώστε να ανταπεξέλθει τις γεωλογικές μεταβολές, κυρίως στις ακτές εκεί που εξέβαλαν οι ποταμοί και χείμαρροι, που επήλθαν μετά από 400 χρόνια από τον πόλεμο αυτό ώστε να έχει τέτοια ακρίβεια στις περιγραφές του. Με άλλα λόγια δεν αρκεί να ήταν περιπατητής στην Τρωάδα. Επιπλέον ο Matthew (2003) επιχειρεί μία ανάλυση βάθους στο έργο του «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8 και εξηγεί κατ’ αρχήν γιατί έγινε ο Τρωικός Πόλεμος. O λόγος ήταν ο οικονομικός πόλεμος που επέβαλαν οι Χετταίοι ώστε να προκαλέσουν διατάραξη διοικητική εντός του Ελλαδικού χώρου μέσω της διακοπής της ροής του εμπορίου προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αποδεικνύεται από τις ανασκαφές ότι πράγματι αυτό συνέβη, (Μathew 2003), και άρχισε να έχει συνέπειες στα βασίλεια των Αχαιών. Παρά την διατάραξη στην οικονομία, που υπήρξε, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοι τους μπόρεσαν τελικώς να συγκροτήσουν την εκστρατεία τους.

  1. Ομηρικά  Έπη  και  Αστρονομικά  Φαινόμενα

Στα Ομηρικά Έπη υπάρχουν αναφορές σε αστερισμούς, αστέρες και αστρονομικά φαινόμενα. Αναφερόμενοι στα τελευταία, ο Ηράκλειτος εκ Πόντου (Ὁμηρικά Προβλήματα, εις α περί θεών Όμηρος ηλληγόρησεν (75,1,1–9,3), ο Πλούταρχος (Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης (931F) και ο Ευστάθιος  (Παρεκβολαί εις την Ομήρου Οδύσσειαν (2,67,11-14,  2,84,29-31,  2,204,3-5,  2,241, 3-6 και 2,241,11-13) επισημαίνουν ότι στην Οδύσσεια, κατά την μνηστηροφονία,  περιγράφεται μία ηλιακή έκλειψη (ΟD.20.350-357). Στους στίχους αυτούς, ο μάντης Θεοκλύμενος, λίγη ώρα πριν συμβεί η μνηστηροφονία, αναφέρει ότι ο ήλιος έχει χαθεί από τον ουρανό και έχει κάνει την εμφάνιση της μια ‘κακή αχλύς’, δηλαδή μια κακή καταχνιά (και όχι μια απλή συννεφιά) – «ηέλιος δε ουρανού εξαπόλωλε, κακή δ’ επιδέδρομεν αχλύς»  (ΟD.20.350-357). Τα αναφερόμενα γεγονότα συμβαίνουν μεσημεριανή ώρα σύμφωνα με το κείμενο, διότι το συμβάν λαμβάνει χώρα μετά το μεσημεριανό φαγητό και πριν το απογευματινό ‘δόρπον’, δηλαδή πριν να νυχτώσει. Η εμφάνιση ‘κακής’ καταχνιάς και όχι συνηθισμένης καταχνιάς ή έστω βαρυσυννεφιάς ή σκότους υποδηλώνει ότι η ηλιακή έκλειψη είναι μερική και όχι ολική, καθόσον στην ολική έκλειψη επικρατεί σκότος για λίγα λεπτά της ώρας κατά το μέγιστο του φαινομένου ενώ το όλον του φαινομένου διαρκεί ώρες.

Εικών 1. Αναπαράσταση της ημέρας της μνηστηροφονίας υπό ηλιακή έκλειψη.

Λόγω της περιοδικότητας των εκλείψεων, ένας ερευνητής μπορεί με κατάλληλους αλγορίθμους να εντοπίσει εκλείψεις, που συνέβησαν από το έτος 4500 π.Χ. και μέχρι την σημερινή εποχή, αρκεί να έχει κάποια στοιχεία. Και αυτά δίδονται από τον Όμηρο και είναι τα εξής:

  1. Η εποχή είναι Φθινόπωρο
  2. Η ώρα της έκλειψης είναι μεσημεριανή
  3. Πέντε μέρες πριν την ημέρα της έκλειψης, κατά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, η Αφροδίτη ήταν ορατή στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Επίσης, η απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να υπάρξει η ηλιακή έκλειψη, είναι να είναι η προηγούμενη νύχτα ασέληνη, δηλαδή να υπάρχει η προϋπόθεση για την φάση της Νέας Σελήνης. Η τελευταία δηλώνεται με σαφήνεια στο χωρίο ΟD.14.161-164 όταν αναφέρεται ότι εκείνη την ημέρα ήταν «του μεν φθίνοντος μηνός, του δε ισταμένοιο». Αυτή η συγκεκριμένη παρατήρηση, μάλιστα, ανήκει επίσης στον Ηράκλειτο εκ Πόντου. Για έναν μάντη-οιωνοσκόπο όπως ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα σημαίνει ‘ο ακούν τα θεία’ και ο οποίος ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας μάντεων των Μελαμπιδών, η παρατήρηση του ουρανού την νύχτα, ήταν μέσα στις συνήθεις δραστηριότητες του. Συνεπώς ο Θεοκλύμενος γνώριζε εκ του ασφαλούς ότι μετά την άσέληνη’ νύκτα δηλαδή μετά από μία μαύρη νύκτα χωρίς ορατή σελήνη θα γίνει ηλιακή έκλειψη την αμέσως επόμενη μέρα. Το γεγονός αυτό το διαπίστωσε μετά το μεσημέρι της επόμενης μέρας όταν άρχισε η κακή αχλύς να εμφανίζεται.

Επελέγη το χρονικό διάστημα 1400-1130 π.Χ. ως το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης για λόγους, που εξηγούνται παρακάτω.

  1. Χρονολογήσεις Τρωικού Πολέμου βάσει ηλιακών εκλείψεων στα Ομηρικά Έπη

Η επιστημονική ομάδα χρονολόγησε την εν λόγω ηλιακή έκλειψη με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία, όπως περιγράφονται στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, με χρήση του προγράμματος Starry Night και του καταλόγου των εκλείψεων της NASA (Espenak and Meuus 2006, 2009a,b,c).

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρώτες προσπάθειες εντοπισμού αυτής της ηλιακής έκλειψης έγιναν από τον Schoch (1926) και από τους Baikouzis και Magnasco (2008), οι οποίοι την ταύτισαν με την ολική ηλιακή έκλειψη της 16ης Απριλίου 1178 π.Χ. Στην δημοσίευση της ομάδας [Papamarinopoulos et al (2012)], απορρίπτεται τεκμηριωμένα  για πολλούς λόγους, η προταθείσα ημερομηνία, διότι μεταξύ άλλων, η καταχνιά-‘ἀχλύς’ και όχι σκότος-‘ἠήρ’, υποδηλώνει μερική και όχι ολική ηλιακή έκλειψη και επιπλέον οι προηγούμενοι ερευνητές δεν ερμήνευσαν σωστά την εποχή, η οποία πασιφανώς ήταν Φθινόπωρο και όχι Άνοιξη. Τούτο αποδεικνύεται από πληθώρα ομηρικών περιγραφών, οι οποίες αφορούν το κλίμα, τις συνήθειες των ανθρώπων, τις αγροτικές και βουκολικές ασχολίες, τα οπωροφόρα δένδρα, την μεγάλη διάρκεια των νυχτών κλπ. Στο χωρίο ΟD.15.391-392, ο Όμηρος αναφέρει,  παραδείγματος χάριν, ότι οι νύκτες ήταν ‘ἀθέσφατοι’ [μεγάλης διάρκειας]. Αυτό σημαίνει ότι ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία η οποία στο τέλος της εποχής του Χαλκού, περί το 1200 π.Χ.  ήταν η 4η Οκτωβρίου.

Η προσεκτική ανάγνωση της Οδύσσειας επέτρεψε στην ομάδα να εντοπίσει την ύπαρξη ψυχρών συνθηκών, την χρήση βαριών σκεπασμάτων, το άναμμα φωτιάς για να ζεσταθούν οι άνθρωποι στην Ιθάκη κλπ.

Επίσης όλα τα περιγραφόμενα φυτά (αχλαδιές, μηλιές, συκιές, ροδιές, κληματαριές γεμάτες με σταφύλια κλπ) και οι γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες (ΟD.5.68-69, ΟD.5.72-73, ΟD.7.114-116, ΟD.7.122, ΟD.7.124-126, ΟD.24.234, ΟD.24.246-247, ΟD.24.340-344), όπως τρύγος και πατητήρια, πιστοποιούν το  Φθινόπωρο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει η ομάδα και από τα πολλά πεσμένα φύλλα, που συναντά ο Οδυσσέας στην Σχερία (ΟD.5.480-487).

Επίσης, οι αστερισμοί, που αναφέρονται από τον Όμηρο (ΟD.5.270-277) και οδηγούν τον Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής (Άρκτος, Πλειάδες, Βοώτης, Ωρίων), συνάδουν με νυκτερινό φθινοπωρινό ουρανό για γεωγραφικά πλάτη Μεσογείου Θαλάσσης είτε εντός, είτε εκτός αυτής. Η Μεγάλη Άρκτος παρουσιάζεται ως αειφανής αστερισμός, που βοηθούσε στον προσδιορισμό του Βορρά, όπως αναφέρει ο Άρατος στο έργο του ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’. Επειδή η Μεγάλη Άρκτος έπρεπε να είναι στα αριστερά του πλοίου του Οδυσσέα, υποχρεωτικώς  η πορεία του τελευταίου ήταν από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Οι Πλειάδες, οι οποίες είναι αστρικό σμήνος, αναφέρονται ως αστερισμός από τον Ερατοσθένη και τον Άρατο στα έργα τους ‘Καταστερισμοί’ (Leipzig, 1987) και ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’ (La Nueva Italia Editrice, 1956), αντιστοίχως. Επίσης το ομηρικό κείμενο αναφέρεται στον  Ωρίωνα και στον ‘ὀψέ δύοντα’ Βοώτη.

Αλλά, η ταυτόχρονη παρουσία στον νυχτερινό ουρανό του Βοώτη και των Πλειάδων συμβαίνει δύο συγκεκριμένες περιόδους: την Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Η Άνοιξη απoκλείεται λόγω των προαναφερθεισών ομηρικών περιγραφών και ειδικά λόγω της μεγάλης διάρκειας της νύχτας. Επίσης, η αναφορά στον Βοώτη ως ‘ὀψέ δύοντα’, σύμφωνα με τον Άρατο, αφορά το Φθινόπωρο (‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’, 579-585).  Επιπλέον, οι Πλειάδες την Άνοιξη είναι δυτικά στον ορίζοντα και δύουν λίγες ώρες μετά την δύση του Ηλίου. Συνεπώς δεν  μπορεί να είναι ορατές όλη την νύκτα όπως αναφέρει ο Όμηρος. Ωστόσο, το Φθινόπωρο οι Πλειάδες φαίνονται όλη την νύχτα να κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Ο Βοώτης την Άνοιξη είναι προς τα ανατολικά, ενώ το Φθινόπωρο είναι προς τα δυτικά, οδεύοντας αργά προς την δύση, δηλαδή είναι, ‘ὀψέ δύων Βοώτης’. Όπως έδειξε το πρόγραμμα Starry Νight, σε εκείνο τον παρελθόντα χρόνο, ο Βοώτης δεν έδυε τελείως στον φθινοπωρινό ουρανό σε γεωγραφικά πλάτη της Μεσογείου Θαλάσσης  μέχρι και σε πλάτη νοτίως των Βρετανικών νήσων. Τα δύο αστέρια του (β και γ) παρέμεναν οριακά πάνω από τον ορίζοντα, ενώ ολόκληρος ο αστερισμός φαινόταν να κινείται όλη την νύχτα από τα ΒΔ προς τα ΒΑ. Με άλλα λόγια, ενισχύεται και αστρονομικώς, η εκδοχή του Φθινοπώρου επιπροσθέτως τόσο από τις Πλειάδες, όσο και από τον μη δύοντα πλήρως Βοώτη. Ας σημειωθεί ότι η συμπεριφορά του Βοώτη, στις μέρες μας, ως προς το «οψέ δύοντα» δεν ισχύει σήμερα! Με άλλα λόγια το ομηρικό κείμενο διαθέτει μία προϊστορική μοναδική αστρονομική πληροφορία της συμπεριφοράς του αστερισμού η οποία αποδείχθηκε με το λογισμικό Starry Night ότι ίσχυε μόνον τότε.

Το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης, κατά το ομηρικό κείμενο ήταν αρχικά από το 1300 έως το 1130 π.Χ. Το τελευταίο καθορίζεται αφ’ ενός από τα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών στην Τροία καθώς και από τα αποτελέσματα, τα οποία προκύπτουν από τις επίμονες επιστημονικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι χρονολογούν τις γεωλογικές ζώνες καταστροφής της Τροίας, τις καλούμενες Troy VI (από σεισμό) και Τroy VIIa (από πυρκαγιά) μετά το 1300 π.Χ.  και αφ’ ετέρου από την καταστροφή των Μυκηναϊκών κέντρων και την έναρξη των λεγομένων ‘σκοτεινών χρόνων’. Επισημαίνεται ότι στο ίδιο περίπου χρονικό πλαίσιο κυμαίνονται και οι αναφορές διαφόρων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ως προς την χρονολόγηση του Τρωικού πολέμου.

Εικών 2. Τροία VIIa: Οι ανασκαφές έδειξαν ότι τουλάχιστον τα εσωτερικά τείχη είναι κεκλιμένα. Στην Ιλιάδα (ΙL.XVI.702-3) αναφέρεται ότι ο Πάτροκλος αποπειράθηκε τρεις φορές να φτάσει στην κορυφή των εξωτερικών τειχών και τρείς φορές απωθήθηκε από τον ‘Απόλλωνα’. Το κείμενο του Ομήρου δείχνει ότι κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα τείχη. Οι ανασκαφείς Η.Schlieman, W.Dorpfeld και Carl Blegen βρήκαν ότι τα τείχη της Τροίας VI είχαν κλίση και ανοίγματα σε τουλάχιστον σε μερικά σημεία. Αυτήν την χαρακτηριστική λεπτομέρεια δεν θα μπορούσε να την γνωρίζει ο Όμηρος αν είχε ζήσει είτε τον 9ο είτε τον 8ο είτε τον 7ο αιώνα π.Χ. και είχε επισκεφτεί την Τροία σε κάποιον από αυτούς τους αιώνες διότι τα τείχη αυτά ήταν ήδη θαμμένα βαθειά αιώνες πριν γεννηθεί (Cline, 2013).
  1. Ηλιακές εκλείψεις στην Ιθάκη και την Τροία

Σύμφωνα με τον κατάλογο των ηλιακών εκλείψεων της NASA (Espenak και Meeus 2006, 2009), 64 ηλιακές εκλείψεις (ολικές, μερικές και δακτυλιοειδείς) ορατές στα Ιόνια Νησιά έλαβαν χώρα μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο. Εάν όμως περιοριστούμε στο Φθινόπωρο, όπου μας οδηγεί υποχρεωτικώς o Όμηρος, οι εκλείψεις αυτές μειώνονται σε 14.  Όμως το ομηρικό κείμενο δίνει άλλη μια χρήσιμη αστρονομική πληροφορία, η οποία ελήφθη υπ’ όψη από την επιστημονική ομάδα. Ο πλανήτης Αφροδίτη κατά την άφιξη του Οδυσσέα, – πέντε μέρες πριν την μνηστηροφονία, μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας της μνηστηροφονίας – ήταν καλά ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ήλιου (ΟD.13.93-95).

O Όμηρος αναφέρει σε διαφορετικά αποσπάσματα της Οδύσσειας πέντε πλήρη ημερόνυχτα ως χρονικά διαστήματα ποικίλων δραστηριοτήτων στην Ιθάκη και την Πελοπόννησο, μετά τον ερχομό του Οδυσσέα. H επιστημονική ομάδα εντόπισε αυτά τα αντίστοιχα ομηρικά αποσπάσματα διαδοχικών χαραυγών, δηλαδή των χρονικών διαστημάτων πριν την Ανατολή του Ηλίου μέχρι και την ημέρα της μνηστηροφονίας, τα οποία είναι τα εξής: (ΟD.13.93-95, ΟD.15.56, ΟD.15.189-193, ΟD.15.495-500, ΟD.17.1-5, ΟD. 20.91-97).

Ο έλεγχος των 14 ημερομηνιών ηλιακών εκλείψεων σε σχέση και με την εμφάνιση της Αφροδίτης στον ανατολικό ορίζοντα έδειξε ότι μόνον πέντε από αυτές τις ημερομηνίες είχαν αυτή την ομηρική προϋπόθεση. Εξ αυτών, οι τρεις, δεν έγιναν καν αντιληπτές, καθόσον η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν μόλις 1-2% ή διότι  το συμβάν έγινε μετά την δύση του Ηλίου. Η τέταρτη συνέβη γύρω στις 8 π.μ., γεγονός το οποίο δεν είναι συμβατό με την ομηρική περιγραφή της μνηστηροφονίας, η οποία έγινε μετά το μεσημεριανό φαγητό.

Όμως, η πέμπτη ημερομηνία ηλιακής έκλειψης είναι σύμφωνη με όλες τις ομηρικές περιγραφές. Πρόκειται για την μερική ηλιακή έκλειψη της 30ης  Οκτωβρίου 1207 π.Χ. με σημαντική κάλυψη των ¾ του ηλιακού δίσκου (74.7%). Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 14.31, κορυφώθηκε στις 16.03 και τελείωσε στις 17.23. Η ηλιακή έκλειψη συνέβη στα δυτικά, σε ύψος 20 μοιρών από τον ορίζοντα, στην περιοχή του αστερισμού του Σκορπιού. Λίγη ώρα μετά, στις 17.58, ο Ήλιος έδυσε και για αυτό, όπως περιγράφεται στο ομηρικό κείμενο, αμέσως οι υπηρέτριες έφεραν φως (ΟD.22.497). Την θέση της εν λόγω ηλιακής έκλειψης στον ουρανό των Ιονίων νήσων την απεικονίζει η Εικών 3.

Εικών 3. Η μερική ηλιακή έκλειψη, με κάλυψη κατά 74.7% του ηλιακού δίσκου,  της 30ης Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., ορατή στον ουρανό των Ιονίων Νήσων, οριοθετείται σε περιοχή του ουρανού από τους αστερισμούς του Σκορπιού, του Ζυγού   (ή  Χηλών του Σκορπιού) και του Οφιούχου.

Επιπλέον, η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι δύο αστρονομικά φαινόμενα, η ηλιακή έκλειψη και μια βροχή διαττόντων αστέρων (πεφταστέρια), περιγράφονται στην Οδύσσεια, ως προφητείες του μάντη Θεοκλύμενου που το όνομα του σημαίνει ‘ο ακούων τα θεία’, καθώς σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της εποχής, τα έκτακτα αυτά αστρονομικά φαινόμενα συνεδέοντο με θεότητες [Papamarinopoulos et al (2013)].

Ο Όμηρος αναφέρει πολλές φορές ότι ο Τρωικός Πόλεμος διήρκεσε δέκα έτη και ότι ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη είκοσι έτη μετά από την αναχώρηση του. Τρία χωρία της Ιλιάδος (IL.2.328-330, IL.2.134-138, IL.2.295-296) αναφέρουν τον Κάλχα, τον Αγαμέμνονα και τον Οδυσσέα, να επαναλαμβάνουν την δεκαετή διάρκεια του πολέμου και να προσθέτουν ότι τα περιγραφόμενα γεγονότα στην Ιλιάδα, έγιναν στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’ στην Τροία.

Στην συνέχεια, εντοπίστηκε και άλλη μία ηλιακή έκλειψη, που περιγράφεται στην Ιλιάδα (στο χρονικό πλαίσιο αναζήτησης 1400 – 1130 π.Χ.). Τα στοιχεία που δίνονται από τον Όμηρο για τον εντοπισμό της είναι:

  1. Η εποχή ήταν καλοκαίρι (περιγραφή πολλής ζέστης και παρουσίας ερωδιού)
  2. Η ώρα της έκλειψης ήταν αργά το μεσημέρι (θάνατος Πατρόκλου)
  3. Η Αφροδίτη ήταν στον ανατολικό ορίζοντα ορατή πριν την ανατολή του Ήλιου, τρεις μέρες μετά την έκλειψη και τον θάνατο του Πατρόκλου, κατά την ημέρα που ξημέρωσε μετά την καύση της σορού του.
  4. Η έκλειψη αυτή έπρεπε να είχε προϋπάρξει δέκα χρόνια πριν από την έκλειψη, που αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές κατά την μελέτη του Ομηρικού κειμένου εντόπισαν την περιγραφή μίας ακόμη μερικής ηλιακής έκλειψης ορατής στην Τροία κατά την προϊστορική εποχή  και την επιβεβαίωσαν στους καταλόγους των εκλείψεων της NASA [Papamarinopoulos et al, 2014]. Η περιγραφόμενη απόλυτη σκοτεινιά της νύχτας (ΙL.8.500-511, ΙL.10.275-277, ΙL.10.297, ΙL.10.394, ΙL.10.468) πριν από την ημέρα θανάτου του Πατρόκλου είναι συμβατή με την απαραίτητη προϋπόθεση της φάσεως Νέας Σελήνης, προκειμένου να συμβεί μια ηλιακή έκλειψη. Επιπλέον η ύπαρξη του ερωδιού (ΙL.10.274-275), που είναι μεταναστευτικό πτηνό, καθώς και οι σκηνές που αναφέρονται και αντιστοιχούν σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας (ΙL.20.572-575, ΙL.21.621-622, ΙL.21.642-643, ΙL.21.811-812), υποδηλώνουν ότι η εποχή ήταν είτε προχωρημένη Άνοιξη, είτε αρχή Καλοκαιριού.

  1. Η ηλιακή έκλειψη στην Τροία και ο θάνατος του Πατρόκλου

Παρακολουθώντας την ομηρική αφήγηση της μάχης, φαίνεται ότι περιγράφεται ένα σταδιακό σκοτείνιασμα (το οποίο προκαλεί ο Ζευς), που ξεκινά το μεσημέρι, την ώρα θανάτου του Σαρπηδόνα (ΙL.16.567-568), και αυξάνεται την ώρα θανάτου του Πατρόκλου (ΙL.17.269-270).

Δεν πρόκειται για ολική ηλιακή έκλειψη, καθώς υπάρχει ορατότητα και η σκληρότατη μάχη συνεχίζεται κανονικά γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου. Μάλιστα στους στίχους: «῝Ως οἳ μέν μάρναντο δέμας πυρός, οὐδέ κε φαίης οὔτέ ποτ’ ἠέλιον σῶν ἔμμεναι οὔτε σελήνην» (ΙL.17.366-377), υποδηλώνεται η ‘συνύπαρξη’ Ηλίου και Σελήνης. Θα ήταν λογικό να γίνει αναφορά μόνο στον Ήλιο και όχι και στην Σελήνη μέσα στο μεσημέρι, που γίνεται αυτή η μάχη. Βεβαίως μπορεί κανείς να διακρίνει αχνά και την Σελήνη σε ημερήσιο φως, αλλά όχι κάτω από τον έντονο ηλιακό φωτισμό ενός ζεστού καλοκαιρινού μεσημεριού, όπως αυτό που περιγράφεται. Συνδυάζοντας τις παραπάνω περιγραφές έγινε αντιληπτό ότι ο ποιητής περιγράφει μια μερική ηλιακή έκλειψη, όπου ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης βρίσκεται ακριβώς δίπλα και εν μέρει καλύπτει τον φωτεινό ηλιακό δίσκο. Η περιγραφή μάλιστα συνεχίζεται (ΙL.17.366-377) με την διευκρίνιση ότι το φαινόμενο της συνύπαρξης των δύο ουρανίων σωμάτων δεν γίνεται αντιληπτό από τους μαχόμενους σκληρά, γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο, οι οποίοι βρίσκονται ενδιάμεσα των στρατευμάτων, καθώς «ἠέρι γάρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ’ ὅσσον ἄριστοι ἕστασαν ἀμφί Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι». Δηλαδή, αυτούς τους κάλυπτε το σκοτάδι της μάχης (‘ἠέρι μάχης)’, συνεκδοχικά η σκοτεινιά του πολέμου, και δεν αντιλαμβάνονται το ουράνιο φαινόμενο.

Σε αντίθεση με όλους τους άλλους μαχόμενους, στην ίδια βεβαίως πεδιάδα, οι οποίοι πολεμούν κάτω από αίθριο ουρανό, με οξύ, διαπεραστικό, εκτυφλωτικό ηλιακό φως, ενώ ‘δεν φαίνεται πουθενά σύννεφο, ούτε στη γη, ούτε στα όρη’ («οι δ’ άλλοι Τρώες και εϋκνήμιδες ᾿Αχαιοί εύκηλοι πολέμιζον υπ’ αιθέρι, πέπτατο δ’ αυγή ηελίου οξεία, νέφος δ’ ου φαίνετο πάσης γαίης ουδ’ ορέων»). Η τελευταία επισήμανση υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ‘σκοτεινιάς’, όπως όταν υπάρχει νέφωση, χωρίς όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την ύπαρξη νεφών. Πρόκειται για το σκοτείνιασμα, που επιφέρει μία μερική ηλιακή έκλειψη. Το οξύ εκτυφλωτικό ηλιακό φως προέρχεται από το εναπομείναν μικρό τμήμα του ηλιακού δίσκου, που δεν έχει καλυφθεί από τον σεληνιακό δίσκο.

Στην συνέχεια και ενώ η μάχη συνεχίζεται, η θεά Αθηνά ως μια ‘πορφυρή νεφέλη’ κατέβηκε από τον ουρανό επί του εδάφους (ΙL.17.545-555), καλύπτοντας τα στρατεύματα, οπότε η μάχη διακόπτεται λόγω μη ορατότητας, όπως δηλώνεται δια στόματος του Αίαντα (ΙL.17.644-651). Δηλαδή, το μειωμένο ηλιακό φως, λόγω της έκλειψης, επιβαρύνεται από την προσθήκη αυτού του κόκκινου νέφους.

Για την ερμηνεία αυτού του κόκκινου νέφους καθώς και για την πτώση στην γη ‘αιμάτινων δροσοσταλίδων’ [αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχευεν έραζε] (IL.16.459), που προηγήθηκαν στο πεδίο της μάχης, παρέχεται επιστημονική εξήγηση σε όρους Αστροφυσικής και Ατμοσφαιρικής Φυσικής σε πρόσφατη δημοσιευμένη εργασία της ομάδας (Papamarinopoulos et al., 2016). Η εξήγηση η οποία δίδεται αφορά την δημιουργία συνθηκών (οι οποίες αναλύονται), προγενεστέρως της ηλιακής έκλειψης, που οδήγησαν στην παρουσία ενός ερυθρού σύννεφου και την κάθοδό του επί του εδάφους, ως ομίχλη στο πεδίο της μάχης, την ώρα της μέγιστης φάσης της ηλιακής έκλειψης, λόγω της απότομης μεταβολής  της θερμοκρασίας και της υγρασίας στην πεδιάδα των μαχών, εξ αιτίας ακριβώς της ύπαρξης της ηλιακής έκλειψης. Η συνύπαρξη των δύο φαινομένων τονίζεται μέσα στο ομηρικό κείμενο, ως η αιτία της έλλειψης παντελούς ορατότητας για λίγα λεπτά.

Ο Αίας προσεύχεται στον Δία να επαναφέρει το φως και εκείνος ανταποκρίνεται άμεσα. Πράγματι, η μέγιστη φάση μιας ηλιακής έκλειψης κρατά μόνο μερικά λεπτά. Έτσι ο Ζευς επιφέρει δύο συμβάντα, καθώς υπήρχαν δύο φαινόμενα, ‘ἠέρα μέν σκέδασε καί άπωσεν ὁμίχλην’ (ΙL.18.649-650). Δηλαδή σκόρπισε το σκοτάδι (λόγω της έκλειψης) και απομάκρυνε και την ομίχλη. Οπότε ‘ἠέλιος δέ ἐπέλαμψε’, δηλαδή ο Ήλιος έλαμψε ψηλά στον ουρανό.

Εικών 4. Ο Αχιλλέας θρηνεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Μαρμάρινη σαρκοφάγος, Museo archeologico ostiense.

Ο ποιητής, όμως, δίνει και άλλη μία χρήσιμη αστρονομική πληροφορία. Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου (μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας θανάτου του) σε διαφορετικά αποσπάσματα του κειμένου αναφέρονται τρεις χαραυγές. Η ομάδα εντόπισε αυτές τις τρεις διαδοχικές χαραυγές, οι οποίες περιγράφονται σε αντίστοιχα αποσπάσματα (ΙL.19.1-2, ΙL.23.109-110 και ΙL.23.226-228). Στο πρώτο και στο δεύτερο εξ αυτών περιγράφεται η πρώτη και η δεύτερη χαραυγή αντιστοίχως μετά τον θάνατο του Πατρόκλου. Στο τρίτο περιγράφεται η χαραυγή μετά το τέλος της διά πυρός καύσης της σορού του Πατρόκλου, οπότε επισημαίνεται η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας ακόμη ηλιακής έκλειψης που αναφέρεται στην Οδύσσεια, θα πρέπει η έκλειψη της Ιλιάδας να προηγείται κατά δέκα έτη πολέμου, σύμφωνα με τον ίδιο τον Όμηρο. Συνεπώς, η επιστημονική ομάδα όφειλε να αναζητήσει δύο ηλιακές εκλείψεις (μέσα στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ.), που να ικανοποιούν τις εξής ομηρικές προϋποθέσεις:

  • Μια έκλειψη ορατή στην Τροία, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη προχωρημένη Άνοιξη ή Καλοκαίρι. Επί πλέον ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, τρεις μέρες μετά την ηλιακή έκλειψη.
  • Μετά μία δεκαετία, μια έκλειψη ορατή στην Ιθάκη, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη το Φθινόπωρο. Επιπροσθέτως ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, πέντε μέρες πριν την ηλιακή έκλειψη.
  1. Το πρόγραμμα Starry Night και οι κατάλογοι εκλείψεων της NASA

Με χρήση του προγράμματος Starry Night και των καταλόγων των εκλείψεων της NASA, ελέγχθηκε όλη η χρονική περίοδος, από το 1400  έως το 1130 π.Χ.  Επρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η έναρξη της άνθησης του  Πολιτισμού των Αχαιών, το 1400 π.Χ., δηλαδή η ακμή και το τέλος του κόσμου τους το 1130 π.Χ.. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι θα ήταν φοβερά ριψοκίνδυνο να πραγματοποιηθεί εκστρατεία των Αχαιών εναντίον της Τροίας κατά την ακμή της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας, αλλά μόνον όταν η τελευταία έχασε την δύναμη της μετά την ήττα της από τους Αιγυπτίους στην μάχη του Kadesh το 1275/4 π.Χ. (Spalinger, 2005)   και κυρίως μετά την ήττα της από τους Ασσυρίους στην μάχη Nihriya το 1237 π.Χ. (Liverani, 2001). Αφού ελήφθησαν  υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, εντοπίστηκε η ημερομηνία αυτής της μερικής ηλιακής έκλειψης που ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ.  Η θέση της συγκεκριμένης ηλιακής έκλειψης παρουσιάζεται στην Εικόνα 5 στην αριστερή πλευρά της.

Εικών 5. Η έκλειψη Ηλίου της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τρωάδα με κάλυψη του ηλιακού δίσκου 75.2%, έγινε σε περιοχή του ουρανού, η οποία οριοθετείται από τους αστερισμούς του Ταύρου, του Ωρίωνος και της Μεγάλης Άρκτου και εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά της εικόνας. Αυτοί ακριβώς οι αστερισμοί περιγράφονται στην δεύτερη ασπίδα του Αχιλλέα!

Η μερική ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τροία, η οποία μετά από έναν έως δύο μήνες αλώθηκε, ικανοποιεί και την αναφορά του Ομήρου να προηγείται μία δεκαετία από την επιστροφή του Οδυσσέα που έγινε την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και στη συνέχεια ακολούθησε η έκλειψη της Ιθάκης πέντε μέρες μετά, δηλαδή την 30η Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Το ζεύγος αυτών των δύο ηλιακών εκλείψεων είναι το μοναδικό, που ικανοποιεί αυτόν τον ομηρικό όρο, στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ..

Η μερική ηλιακή έκλειψη στην Τρωάδα συνέβη μεσημέρι, με έναρξη στις 14.10, μέγιστη φάση στις 15.45 και λήξη στις 17.07, ενώ η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν 75.2%. Ο συγχρονισμός της με τον θάνατο του Πατρόκλου είναι εμφανής.

Τρεις μέρες μετά την έκλειψη, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου, η Αφροδίτη ήταν πολύ καλά ορατή στον ανατολικό ορίζοντα, καθώς ανέτειλε στις 3.12, ενώ ο Ήλιος ανέτειλε στις 4.48, όπως φαίνεται στην Εικόνα 6 στην δεξιά πλευρά του χάρτη.

Εικών 6. Η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα του ουρανού της Τροίας, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου του 1218 π.Χ., τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, φαίνεται στην δεξιά πλευρά της εικόνας.

Η ευρεθείσα ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου του 1218 π.Χ. οριοθετείται, σε περιοχή του ουρανoύ της Τρωάδος, από τους αστερισμούς του Ωρίωνος, του Ταύρου (με τα νεφελώματα Πλειάδες και Υάδες) και της Μεγάλης Άρκτου. Το χωρίο της Ιλιάδος ΙL.18.483-489 αναφέρει αυτούς ακριβώς τους αστερισμούς, οι οποίοι δίκην στεφάνου κυκλώνουν την ουράνια περιοχή, όπου έγινε ή έκλειψη. Οι αστερισμοί αυτοί αναφέρονται στην περιγραφή της δεύτερης ασπίδας του Αχιλλέα, δεδομένου ότι η πρώτη λαφυραγωγήθηκε από τους Τρώες, όταν σκότωσαν τον Πάτροκλο. Η ήδη παρουσιασθείσα Εικών 5 δείχνει τον ουρανό της Τροίας την ώρα της έκλειψης, η οποία έλαβε χώρα στον αστερισμό των Διδύμων και είναι οριοθετημένη από τους συγκεκριμένους αστερισμούς, οι οποίοι αναφέρεται ότι απεικονίζονταν πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα!

Εικών 7. Η ασπίδα του Αχιλλέα σε αναπαράσταση του 18ου αιώνα.

Eπιπροσθέτως, στην δημοσίευση της ομάδας Papamarinopoulos et al (2014) απορρίπτεται τεκμηριωμένα και για πολλούς λόγους η ολική ηλιακή έκλειψη της 11ης Ιουνίου 1312 π.Χ. ή της 24ης Ιουνίου του 1312 π.Χ., σε Γρηγοριανό και Ιουλιανό ημερολόγιο αντιστοίχως, την οποία πρότεινε ο Henriksson (2012). Η όλη περιγραφή του ομηρικού κειμένου αντιστοιχεί σε μερική και όχι σε ολική ηλιακή έκλειψη, όπως προτείνει ο εν λόγω ερευνητής. Επίσης υπάρχουν επιστημονικώς ασυγχώρητες ασυμβατότητες στο όλο σκεπτικό, που παρουσιάζει, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή του.

Η περιγραφόμενη στο ομηρικό κείμενο ζέστη και η εμφάνιση του μεταναστευτικού πτηνού ερωδιού (ΙL.10.275-277),ταιριάζουν απόλυτα στις  αρχές Ιουνίου, ένα περίπου μήνα πριν το θερινό ηλιοστάσιο, που τότε (λόγω του φαινομένου της μετάπτωσης) ήταν την 4η Ιουλίου.

Ως γνωστόν, η κοινή αποδοχή της χρονικής αναφοράς της πρώτης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων το έτος 776 π.Χ. εκ μέρους του κράτους της Ήλιδος, έγινε προς τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Η ομάδα παραθέτει εννέα αποσπάσματα, τα οποία αφορούν την χρονολόγηση γεγονότων με βάση τις Ολυμπιάδες από τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Συγκεκριμένα, τρία από τον Διόδωρο Σικελιώτη, (Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 1,4,7-1,68,6-7,5,1), τρία από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα, (Ῥωμαϊκαὶ Ἀρχαιότητες, 1, 74, 1-1,74,4-3,1,4) και τρία από τον Πολύβιο Μεγαλοπολίτη, (Ἱστορίαι, 3,17,1 – 4,26,1-5,105,3).

Κατά την κλασσική εποχή στην Ελλάδα οι χρονολογικές αφετηρίες ήταν διαφορετικές. Στην Αθήνα π.χ., τα έτη καθορίζονταν από τον επώνυμο Άρχοντα, στην Σπάρτη  από τον επώνυμο Έφορο και στο Άργος  από την ισόβια ιέρεια της Ήρας.

Επίσης για την ύπαρξη διαφορετικής αρχής του έτους στις ελληνικές πόλεις κατά  τους αιώνες πριν από την χρονολόγηση με βάση τις Ολυμπιάδες, παρατίθενται τα  εξής αποσπάσματα: Φώτιος, Λεξικόν, 291 και Πλούταρχος, Πελοπίδας, 25. Επί πλέον υπάρχουν και πολλά άλλα περιγραφόμενα στην βιβλιογραφία, όπως λόγου χάριν αναφέρονται από τους Μάνο Δανέζη και Στράτο Θεοδοσίου, στο βιβλίο τους “Οδύσσεια των Ημερολογίων”, (Αθήνα, 1995).

Είναι αναμενόμενο ότι για τους προγενέστερους αιώνες, όπως για το τέλος του 13ου αιώνος π.Χ. και τις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. παραδείγματος χάριν, δεν υπήρχε κοινό ημερολόγιο για τα Βασίλεια των Αχαιών. Συνήθως η πρωτοχρονιά είχε σχέση με κάποιο ηλιοστάσιο ή κάποια ισημερία, αλλά διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Κατά συνέπεια ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να δίνει την δεκαετία του πολέμου με βάση ένα κοινό ημερολόγιο, με μία κοινή πρωτοχρονιά. Ως εκ τούτου ο κοινός χρόνος για όλους τους μαχόμενους ήταν ‘πόσα έτη πολεμούν’, δηλαδή τα ‘έτη πολέμου’. Πράγματι, ο Κάλχας, ο Αγαμέμνων και ο Οδυσσέας (ΙL.2.134-135, ΙL.2. 295-296, ΙL.2.328-329), αντιστοίχως, αλλά και άλλοι, αναφέρουν ότι έχουν ήδη πολεμήσει 9 έτη και τώρα βρίσκονται στην αρχή του 10ου έτους του πολέμου.

Επιπροσθέτως, η ομάδα στηριζόμενη σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας των μεταγενέστερων περιόδων αποδεικνύει ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν μετά την Άνοιξη. Παραθέτει δε πολλά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών και άλλων συγγραφέων και συγκεκριμένα: Δύο από τον Ηρόδοτο, (Ἱστορία, 6,106 -107 και 7,206), δεκαεπτά από τον Θουκυδίδη, (Ξυγγραφή, 5,26,1 – 5,20,3 – 2,2,1 – 2,103,1 -4,117,1 – 6,8,1 – 6,88,6 – 6,94,1 – 7,15,2 – 7,17,1 – 8,2,4 – 8,7,1 – 8,61,1 – 1,30,4 -2,34,1 – 2,102,2 – 6,88,5), δύο από τον Ξενοφώντα (Ἑλληνικά, 3,2,6 – 5,3,1), επτά από τον Αρριανό (Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις,1,1,4 – 1,11,3 – 3,6,1 – 4,18,4 – 4,22,3 -4,7,1 – 4,18,2) και τρία από τον Δίωνα τον Κάσσιο (Ῥωμαϊκαὶ ἱστορίαι, 36,5,1 – 49, 31,4 – 54,33,1).

Από όλα αυτά αποδεικνύεται ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν κατά κανόνα την Άνοιξη. Κατά συνέπεια η ίδια λογική της διεξαγωγής των πολέμων και της επιμελητείας των εκστρατειών κατά την κλασσική, την ελληνιστική και την ρωμαϊκή εποχή θα πρέπει να προεκταθεί και κατά την μυκηναϊκή περίοδο, που συμπίπτει με την ύστερη εποχή του Χαλκού.

Ένα, λοιπόν, έτος πολέμου’ στην Τροία άρχιζε την Άνοιξη ενός έτους και τελείωνε την Άνοιξη του επομένου έτους.

Συνεπώς, με σημερινή χρονολόγηση, το πρώτο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1227-1226 π.Χ. και το δέκατο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1218-1217 π.Χ. Η άλωση της Τροίας έλαβε χώρα στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’, όπως γράφει ο Όμηρος, δηλαδή το καλοκαίρι του 1218 π.Χ., όπως προτείνει η ομάδα. Ο Οδυσσέας αναχώρησε από την Ιθάκη το 1228-1227 π.Χ. και επέστρεψε το 20ο έτος, δηλαδή το 1208-1207 π.Χ.

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει στον  Πίνακα 1 τα έτη πολέμου (από Άνοιξη σε Άνοιξη) και το έτος επιστροφής του Οδυσσέα.

               Πίναξ 1. Τα έτη του πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα

  • 1227-1226 π.Χ.  Πρώτο έτος πολέμου 
  • 1218-1217 π.Χ.  Δέκατο έτος πολέμου
  • 1208-1207 π.Χ.  Εικοστό έτος – Επιστροφή Οδυσσέα στην Ιθάκη
  1. Χρονολογήσεις του Τρωικού Πολέμου από ιστορικούς και αρχαιολόγους

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 2 o οποίος περιέχει τις απόψεις των αρχαίων ιστορικών για την χρονολόγηση του Τρωικού Πολέμου. Οι ιστορικοί  χρονολογούν τον Τρωικό Πόλεμο που περιγράφεται από τον Όμηρο στο χρονικό διάστημα από το 1514 π.Χ. μέχρι το 1171 π.Χ.

Πίναξ 2. Οι απόψεις των αρχαίων ιστορικών

Όνομα συγγραφέως

 

Έτος π.Χ.
 Δούρις Σάμιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1454 ή 1514
 Κλείταρχος Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,

1960)

 

1274 ή 1334
Τίμαιος Ταυρομενίτης (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1274 ή 1334
Ερατοσθένης Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1184 ή 1228 ή 1288
 Έφορος Κυμαίος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1189 ή 1249
 Φανίας Ερέσιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1169 ή 1229
 Ηρόδοτος Αλικαρνασσεύς (Ἱστορία, 1968)

 

περί το 1250
 Δικαίαρχος Σικελιώτης (Fragmenta, 1888-1906)

 

1212
 Πάριον Χρονικόν (Παράγραφος 24 του κειμένου, 2001)

 

1208
 Σωσίβιος Λάκων (Censorinus, De die natali, 1810)

 

1171

Σημείωση: Εντός παρενθέσεων είναι οι πηγές, που αναφέρουν  τους αρχαίους συγγραφείς.

Η ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 3, στον οποίο παρουσιάζονται οι απόψεις των αρχαιολόγων σχετικώς με την καταστροφή  της Τροίας,  που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 1270 μέχρι το 1180 π.Χ., ιδιαίτερα όσον αφορά την γεωαρχαιολογική ζώνη Τroy VIIa, η οποία φέρει σαφή ίχνη καταστροφής από πυρκαγιά η οποία ήταν σαφής εμπρησμός και όχι ένα ατύχημα που οπωσδήποτε συνέβη σε προγενέστερο αιώνα στην ίδια πόλη αλλά αυστηρώς τοπικώς και χωρίς μαρτυρίες εισβολής.  Για ένα μεγάλο μέρος των αρχαιολόγων αντιστοιχεί στην ομηρική Τροία. Στην τελευταία, στην περιοχή της κατώτερης Τροίας πέραν των ανακτόρων, έχουν βρεθεί κεφαλές βελών, δηλαδή μαρτυρία στρατιωτικής εισβολής καθώς και σωροί από στρογγυλές πέτρες κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν από σφενδόνες, δηλαδή μαρτυρία άμυνας της πόλης εν κινδύνω καθώς και σκελετοί. Ένας εξ αυτών αντιστοιχεί σε νεαρή γυναίκα ηλικίας 16 ή 17 ετών. Ο σκελετός είναι εν μέρει καμένος σε βιαστική ταφή σε δημόσιο χώρο (Cline,2013) ! Ούτε ο αποθανών  M.Korfmann ούτε ο διαπρεπής αρχαιολόγος Ε.Cline λαμβάνουν θέση σε ποιόν ανήκαν οι άκρες των βελών με βάση το επιχείρημα ότι δεν θα μπορούσαν οι Αχαιοί να οργανώσουν μία τέτοια εκστρατεία τότε. Ας σημειωθεί ότι δεν έχει γίνει ακόμη μη καταστροφική φυσικοχημική μελέτη ως προς την σύσταση τους ώστε να αποδειχθεί αν έχουν ή όχι παραμέτρους αντίστοιχες των βελών των Αχαιών η των Ανθρώπων της Θάλασσας.   Στην Εικόνα 8 παρουσιάζονται άκρες βελών καθώς και πέτρες για χρήση σφεντόνας. Η θέση αυτών καθώς και όλων των ευρημάτων στην Τροία περιγράφεται καλώς στην  απάντηση των στελεχών της ομάδας του Tubingen και του Πανεπιστημίου του Cincinnati προς την κριτική του Frank Kolb,(Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630) η οποία είναι εύκολα προσιτή στο ψηφιακό χώρο.

Εικών 8. Άκρες βελών του επιτιθέμενου εισβολέως και πέτρες για χρήση σφενδόνης του αμυνόμενου. Οι πέτρες βρέθηκαν υπό μορφή σωρού στην γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη εμπρησμού TroyVIIa.

Πίναξ 3. Oι απόψεις των αρχαιολόγων

 Όνομα συγγραφέως Γεω-Αρχαιολογική ζώνη  (στρώμα) Η καταστροφή της Τροίας σε έτος π.Χ.

 

C. Nylander (1963)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

M. Finley et al (1964)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

W. Dörpfeld ( Zengel, 1990)

 

Τροία VI

 

περίπου 1250, αλλά μετά την μάχη της Kadesh

 

C. Blegen ( Zengel, 1990)

 

Τροία VIIa

 

1270-1240

 

V. R. d’A.  Desborough (1966)

 

Τροία VIIa

 

1230-1250

 

M. Wood (1998) Τροία VI

 

1250-1260

 

S. Hiller (1991) Τροία VIh

Τροία VIIa

 

Στο μέσον του 13ου αιώνα

Στο τέλος του 13ου και στην αρχή του 12ου αιώνα

 

G. Mylonas (1964)

 

Τροία VIIa

 

περίπου 1200

 

P. Moutnzoy (1999a,b)

 

Τροία VIIa

Τροία VIh

περίπου 1210

περίπου 1300

 

M. Korfmann (2004a,b)

 

Τροία VIIa /VIIb1

 

1200 – 1180

 

S. Hood (1998)

 

Τροία VIIb2

 

10ος αιώνας

 

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους αρχαιολόγους Νylander (1963) και Finley (1964) οι οποίοι δεν αποδέχονται την ιστορικότητα του Τρωικού Πολέμου.

Η δεύτερη αποτελείται από τους Dörpfeld (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Blegen (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Desborough (1966), Wood (1998) και Ηiller (1991), οι οποίοι χρονολογούν την καταστροφή της Τροίας  περί το 1250 π.Χ.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τους Μυλωνά (1964), την Mountzoy (1999a και 1999b), τον Korfmann (2004a και 2004b) και τον Hood (1998), οι οποίοι χρονολογούν  την καταστροφή της Τροίας περί το 1200 π.Χ., περί το 1210 π.Χ., μεταξύ του 1200 και 1180 π.Χ. και τον 10ο αιώνα π.Χ. αντιστοίχως.

Eικών 9. Μέρος της στρωματογραφίας της Τροίας από το βιβλίο Troia and the Troad-Scientific Approaches (Wagner G.A, Pernicka E και Uerpmann H.P. (2003). Οι προσθήκες με το ερυθρό και το γαλάζιο βέλος καθώς και το κείμενο στα δεξιά έγιναν από τον γράφοντα και αποτελούν τμήμα μελλοντικής δημοσιευσης στον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Cambridge το 2019. Yποδεικνύονται τα δύο γεωαρχαιολογικά στρώματα τα οποία τα οποία συνδεονται με τις δύο καταλήψεις της Τροίας με διαφορά μιας γεννιάς μεταξύ τους δηλαδή εκείνη του Αχιλλέως και των συντρόφων του, του δεύτερου Τρωικού Πολέμου, και εκείνη, η προηγηθείσα, των πατερων τους του πρώτου Τρωικού Πολέμου, Papamarinopoulos (2019).
Εικών 10. Λέκυθος του 6ου π.Χ. αιώνα, απεικονίζουσα την πρόσδεση της σορού του Έκτορα στο άρμα του Αχιλλέα

Συμπεράσματα

H επισήμανση του Πλουτάρχου ότι ‘η παλαιά φυσική επιστήμη’ ήταν ‘φυσικός λόγος’ κρυμμένος μέσα σε ‘μύθους’ και ‘μυστηριώδη θεολογία’ ισχύει και για τα ομηρικά έπη, που περιγράφουν γεγονότα, που συνέβησαν στο τέλος του 13ο αιώνα π.Χ.  Η ‘φυσική επιστήμη’ και στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αστρονομικό φαινόμενο της ηλιακής έκλειψης, υποκρύπτεται μέσα στην ποιητική αφήγηση και αποδίδεται σε θεότητες, στον Δία, στην Αθηνά ή στον Απόλλωνα.

Η εν θέματι επιστημονική ομάδα σε σειρά εργασιών της (Papamarinopoulos et al (2012, 2013, 2014 και 2016)) στο περιοδικό Mediterranean Archaeology and Archaeometry, χρονολόγησε την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την πτώση της Τροίας με βάση τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών. Η τελευταία, επιπροσθέτως, παρουσίασε τις απόψεις της στο διεθνές συνέδριο στην αρχαία Ολυμπία το 2016, ‘Η αρχαία Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος’, και τις έθεσε υπ ‘ όψιν του διεθνούς ακροατηρίου ως είθισται. Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζεται όλος ο τόμος των πρακτικών έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν ότι επιθυμούν:

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_sm.pdf

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_print.pdf

Η ομάδα με όρους Αστροφυσικής, Ατμοσφαιρικής Φυσικής και Γεωφυσικής εντόπισε, ανέλυσε και ερμήνευσε και άλλα φαινόμενα, που υπάρχουν εντός των ομηρικών επών.

Η αστρονομική χρονολόγηση της πτώσης της Τροίας, το 1218 π.Χ. είναι πολύ κοντά στην ομάδα των ιστορικών, όπως του Δικαιάρχου από την Σικελία, ο οποίος την χρονολογεί το 1212 π.Χ. και του Πάριου Χρονικού, όπου άγνωστος ιστορικός, την χρονολογεί το 1208 π.Χ.

Το έτος 1218 π.Χ. είναι επίσης πολύ κοντά στην χρονολόγηση  της ομάδας των   αρχαιολόγων, όπως του αειμνήστου ακαδημαϊκού  Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος χρονολογεί το στρώμα Troy VIIa, δηλαδή την γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη  καταστροφής από πυρκαγιά, περίπου το 1200 π.Χ. και της P. Mountzoy, η οποία το χρονολογεί περίπου το 1210 π.Χ.

H ομάδα επισημαίνει, ότι η ‘μέση τιμή’ χρονολόγησης αυτής της γεωαρχαιολογικής ζώνης Troy VIIa, η οποία φέρει ίχνη πυρκαγιάς, είναι περίπου το 1250 π.Χ. Η μέση αυτή τιμή  έχει προκύψει από τις ανασκαφικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι στηρίχθηκαν κυρίως στην κεραμική και εν μέρει σε χρονολογήσεις με άνθρακα 14. Αυτή η τιμή έχει εύρος σφάλματος, δηλαδή ένα + και ένα – μερικών ετών ή μερικών δεκαετιών, το οποίο υποχρεωτικώς είτε προστίθεται, είτε αφαιρείται από το 1250 π.Χ.. Το σφάλμα υποδηλώνει τον βαθμό αβεβαιότητας των εκτιμήσεων και οφείλεται  στον τρόπο, με τον οποίο γίνονται οι χρονολογήσεις. Η χρονολόγηση όμως,  η οποία προέκυψε από τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών έχει μηδαμινό σφάλμα αβεβαιότητας και βρίσκεται εντός των πλαισίων χρονολόγησης της αρχαιολογικής έρευνας και των αναφορών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Eπιπροσθέτως ελέγχθηκαν οι αιώνες 9ος, 8ος και 7ος π.Χ., διότι είναι δυνατόν να έζησε ο Όμηρος τότε και να είχε γνώση του ζεύγους των μερικών εκλείψεων ηλίου ορατών στην Τρωάδα και τα Ιόνια νησιά αντιστοίχως, οι οποίες να απείχαν δέκα χρόνια η μία από την άλλη. Αποδείχθηκε, με βάση τους καταλόγους της ΝΑΣΑ,  ότι η ομηρική προϋπόθεση της δεκαετίας ως χρονικής απόστασης, μεταξύ τους, δεν ικανοποιείται σε αυτούς τους αιώνες παρά μόνον στο τέλος του 13ου αιώνος και αρχές του 12ου αιώνος π.Χ. όπου υποχρεωτικώς μας οδηγεί ο Όμηρος ο οποίος δεν ζούσε τότε και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του ζεύγους τότε.

Ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ., όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, υπό την σκιά μιας μερικής ηλιακής έκλειψης, ενώ η πτώση της Τροίας έγινε περίπου μετά ένα-δύο μήνες. Ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και φόνευσε τους διεκδικητές του θρόνου του την 30η  Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., υπό την σκιά μιας άλλης μερικής ηλιακής έκλειψης. Τα γεγονότα αυτά σημαντικά από μόνα τους, συνδέθηκαν αναπόφευκτα με τα αστρονομικά φαινόμενα των εκλείψεων, σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της μακρινής εποχής και παρέμειναν έντονα χαραγμένα στην μνήμη των ανθρώπων ως ένα παρελθόν ηρώων, το οποίο προφορικώς και εμμέτρως το μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Ήταν φυσικό επακόλουθο η Μούσα να παραλάβει τους θρύλους και να τους μετατρέψει σε επικό έμμετρο ποίημα. Άλλωστε η επική ποίηση, περιγράφει κατορθώματα ηρώων και γεγονότα, που συνέβησαν σε παρελθόντα χρόνο.

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου – Σταύρος Παπαμαρινόπουλος

Ο Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος είναι Καθηγητής της Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ισόβιος Εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών και Πρόεδρος της Εταιρίας Μελέτης Αρχαίας Μυθολογίας.

Σημείωση: Σύνδεσμοι όπου βρίσκονται ανηρτημένες οι εργασίες της ομάδας στον ιστότοπο της ΝΑSΑ.

The SAO/NASA Astrophysics Data System

(http://adsabs.harvard.edu/)

http://adsabs.harvard.edu/abs/2014MAA….14…93P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2013MAA….13…69P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2012MAA….12..117P

Αφιέρωση

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στον αείμνηστο Ακαδημαϊκό, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ισόβιο Εταίρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών Σπύρο Ιακωβίδη πραγματικό δάσκαλο που φαινότανε στις πολλές συζητήσεις που κάναμε στο γραφείο του στις Μυκήνες πάνω στα θέματα του πολιτισμού των Αχαιών

Βιβλιογραφία

  1. Ομήρου  Ἰλιάς, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 1998.
  2. Ομήρου Οδύσσεια, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 2002.
  3. Plutarchus, Moralia vol. 7, Fragmentum 157 (16-21), Ed. Sandbach, Teubner, Leipzig, (1967).
  4. Sherrat, E.S., (1990), “Reading the Texts: Archaeology and the Homeric Question”, in Antiquity 64: 807-824.
  5. Cline, E., The Trojan War, a Very S hort I ntroduction, Oxford University Press, Oxford 2013
  6. Finley, M. 1974. Schliemann’s Troy – One Hundred Years After. Mortimer Wheeler Archaeological Lecture,London: Oxford University Press.
  7. Kraft J. C., Rapp G., Kayan I., Luce J.V. (2003), “Harbor areas at ancient Troy: Sedimentology and geomorphology complement Homer’s Iliad”, in Geology, vol. 31, No 2, 163-166.
  8. Maher, Matthew (2003) «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8.
  9. Ἡράκλειτος ἐκ Πόντου, Allégories d’Homère, (75, 1, 1-9, 3), Les Belles Lettres, Paris, (1962).
  10. Πλούταρχος, De facie quae in orbe lunae apparet, Harold Cherniss, Loeb Classical Library (1957).
  11. Ευστάθιος, Παρεκβολαὶ εἰς Ὁμήρου δύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, Leipzig 1825-1826 (repr. Hildesheim, 1970).
  12. Starry Night User’s Guide (2006) Imaginova Corp. Toronto, Canada.

13 .Espenak F., Meeus J. (2006) Five Millennium Canon of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2006-214141.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009a) Five Millennium Canon of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214172.

15 .Espenak F., Meeus J. (2009b) Five Millennium Catalog of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214173.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009c) Five Millennium Catalog of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214174.
  2. Schoch C. (1926) “The eclipse of Odysseus”, The Observatory vol. 49, 19-21.

18 .Baikouzis, C. and Magnasco M.O. (2008) “Is an eclipse described in the Odyssey?” in  Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A., vol. 105(26), pp. 8823-8828.

  1. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema P., Mitropetros P., Antonopoulos P., Mitropetrou E., Tsironi A., (2012) “A new astronomical dating of Odysseus’ return to Ithaca”, in Mediterranean Archaeology & Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 117-128.
  2. Ἄρατος, Φαινόμενα, ed. Martin, Florence, La Nuova Italia Editrice, (1956).
  3. Ἐρατοσθένης, Καταστερισμοί, ed. A. Olivieri, Leipzig, Teubner, (1987).
  4. Kουνάδης, Α. (2018). “Αστρονομικές χρονολογήσεις του τέλους του Tρωϊκού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα”, Επιστημονική ανακοίνωση του Σταύρου Παπαμαρινόπουλου, της Παναγιώτας Πρέκα Παπαδήμα, του Παναγιώτη Μητροπέτρου, της Έλενας Μητροπέτρου, των Παναγιώτη Αντωνόπουλου, Γιώργου Σαραντίτη, Κοσμά Γαζέα, Παναγιώτη Νάστου, Κώστα Κυριακόπουλου, και της Αλεξάνδρας Τσιρώνη, δια του Ακαδημαϊκού Αντώνη Κουνάδη, εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.92 Α’(2017)
  5. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Mitropetrou, E., Antonopoulos, P., and Tsironi, A. (2013) “The anatomy of a complex astronomical phenomenon described in the Odyssey”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 13(2), pp. 69-82.
  6. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Antonopoulos, P., Mitropetrou, E. and Saranditis, G. (2014) “A new astronomical dating of the Trojan War’s end”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 14(1), pp. 93-102.
  7. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema, P., Gazeas K., Nastos P. and Kiriakopoulos K. G. (2016) “Extreme Physical Phenomena during the Trojan War” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 16, No 3, pp. 135-155.
  8. Spalinger,J. (2005) War in Ancient Egypt: the New Kingdom, Oxford, UK.
  9. Liverani Mario. (2001), International Relations in the Ancient Near East, 1600-1100 BC, New York, USA.
  10. Henriksson G. (2012), “The Trojan War dated by two solar eclipses” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 63-76.
  11. Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορική Βιβλιοθήκη (lib. 1-20), ed. F. Vogel and K.T. Fischer Leipzig: Teubner, (1888-1906), (repr. Stuttgart: 1964).
  12. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, Ῥωμαϊκαί Ἀρχαιότητες, ed. K. Jacoby, Leipzig: Teubner, (1885 – 1905), (repr. Stuttgart: 1967).
  13. Πολύβιος Μεγαλοπολίτης, Ἱστορίαι, T. Büttner-Wobst, Leipzig: Teubner, (1889 -1904), (repr. Stuttgart: 1962).
  14. Φώτιος Λεξικόν, (Α—Δ), ed. C. Theodoridis, Berlin: De Gruyter, (1982), και (Ε—Ω), ed. Porson, Cambridge: Cambridge University Press, (1822).
  15. Πλούταρχος, Πελοπίδας, K. Ziegler, Leipzig: Teubner, (1968).
  16. Δανέζης Μ. και Θεοδοσίου Σ., (1995), Οδύσσεια των Ημερολογίων, τόμος Α΄ και Β΄, Αθήνα, Εκδόσεις Δίαυλος.
  17. Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Les Belles Lettres, Paris, (1968).
  18. Θουκυδίδης, στορίαι, ed. H.S. Jones and J.E. Powell, Oxford: Clarendon Press. (1942).
  19. Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, E.C. Marchant, Oxford: Clarendon Press, (1900), (repr. 1968).
  20. Ἀρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, Roos A.G. and Wirth G. (Eds.), Teubner, Leipzig. (1967).
  21. Δίων Κάσσιος, Ῥωμαϊκαί ἱστορίαι, ed. U.P. Boissevain, Berlin: Weidmann, (1895-1901), (repr. 1955).
  22. Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, Stählin O., Früchtel L. and Treu U. (Eds.), Akademie-Verlag, Berlin, (1960).
  23. Δικαίαρχος, Fragmenta, ed. F. Wehrli, Basel, (1967).
  24. Πάριον Χρονικόν, Ashmolean Museum of Art and Archaeology, Oxford, (2001).
  25. Censorinus, De die natali, Oxford, (1810).
  26. Nylander C. (1963), “The Fall of Troy”, Antiquity, XXXVII, 6 – 11.
  27. Finley M. I., Caskey J. L., Kirk G. S., Page D.L. (1964), “The Trojan War”, Journal of Hellenic Studies, 84, 1 – 20.
  28. 46. Dörpfeld, Wilhelm. (1902). Troja und Ilion. Athens: Beck & Barth, 1902.
  29. Zengel E. (1990), “Troy”, in Troy, Mycenae, Tiryns, Orchomenos. Heinrich Schliemann the 100th Anniversary years from his Death. Demakopoulou K. (Ed.) (Exhibition of the Athens Archaeological Museum in cooperation with the Berlin Alters Museum), 51-79.
  30. Blegen, C. (1963) Troy and the Troyans, London: Thames and Hudson.

49 .Desborough V. R. d’ A. (1966), The Last Mycenaeans and Their Successors, An Archaeological Survey c. 1200 – c. 1000 B.C., Clarendon Press, Oxford.

  1. Wood M. (1998), In Search of the Trojan War, University of California Press, Los Angeles.
  2. Hiller S. (1991), “Two Trojan Wars? On the Destructions of Troy VI h and Troy VII a”, in Studia Troica 1, 145 – 149.
  3. Mylonas G. E. (1964), “Priam’s Troy and the Date of its Fall”, in Hesperia, XXXIII, 352 – 380.
  4. Mountzoy P.A. (1999a), “The Destruction of Troia VIh”, in Studia Troica, 9, 253 – 294.
  5. Mountzoy P.A. (1999b), “Troia VII Reconsidered”, in Studia Troica, 9, 295 – 346.
  6. Korfmann M. (2004a), “Was There A Trojan War?”, in Archaeology, 57(3), 36 – 41.
  7. Korfmann M. (2004b), „Die Arbeiten in Troia/Wilusa 2003 – Work at Troia/Wilusa“, in Studia Troica 14, 3–31.
  8. Hood S. (1998), “The Bronze Age Context of Homer”, in The Ages of Homer, A Tribute to Emily Townsend Vermeule, E J. B. Carter, S. P. Morris (Eds.), University of Texas, Austin, 25- 32.
  9. Wagner A.G., Pernicka E.,Uerpmann.H-P.,(2003).Troia and the Troad. Scientific Approaches. Editor: Springer, p.p.448
  10.  Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose, American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630
  1. Papamarinopoulos, St.P., (2019). Astronomical dating of the Trojan War and Odysseus’ return to Ithaca, Cambridge Publications (in print).