Skip to main content

Αρχείο

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

 

4. Ο Επταετής Πόλεμος: Μια αναμέτρηση παγκοσμίου βεληνεκούς

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763) διαθέτει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός γενικευμένου πολέμου. Δεν έφερε μόνο αντιμέτωπες μεταξύ τους τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης (το βασίλειο της Γαλλίας, το αρχιδουκάτο της Αυστρίας και τους συμμάχους τους, από τη μια πλευρά, το βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, εκείνο της Πρωσίας και τους συμμάχους τους από την άλλη). Κράτη όπως η Ρωσία και η Ισπανία παρενέβησαν για καθαρά καιροσκοπικούς λόγους, που δεν ήταν άλλοι από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα σε μια έκρυθμη και γεμάτη ανακατατάξεις διεθνή συγκυρία. Ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό είναι το ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν στα περιφερειακά θέατρα εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου (Ασία, Αφρική, Καραϊβική και Β. Αμερική). Στις περισσότερες από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, επικράτησαν οι Βρετανοί, οδηγώντας σε ολοκληρωτικό, σχεδόν, αφανισμό τις γαλλικές αποικιακές κτήσεις. Επάξια ο πόλεμος αυτός διεκδικεί για τον εαυτό του την προσωνυμία “παγκόσμιος”. Σε καθαρά ευρωπαϊκή κλίμακα, ο Επταετής Πόλεμος ανέδειξε ως υπολογίσιμη παράμετρο το βασίλειο της Πρωσίας χάρη στις δυο νίκες του τελευταίου το 1757, ενάντια στους Γάλλους, στο Rossbach και ενάντια στους Αυστριακούς στο Leuthen. Ως επίσημη ημερομηνία έναρξης υιοθετείται η 29η Αυγούστου 1756, όταν ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας επιτέθηκε κατά της Σαξωνίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η αντιπαράθεση είχε ήδη ξεκινήσει στις αποικίες της Β. Αμερικής, με τη σύγκρουση ανάμεσα στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Το διακύβευμα της αντιπαράθεσης αυτής ήταν πολυδιάστατο: 1) Ο έλεγχος της τεραστίων διαστάσεων έκτασης της Λουιζιάνας, 2) ο ανταγωνισμός ως προς το εξαιρετικά επικερδές εμπόριο της γούνας, παρά το καθεστώς των σχέσεων με τις διάφορες φυλές των Αμερινδιάνων, έτσι όπως αυτό είχε καθοριστεί έπειτα από τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (1701), 3) η ανησυχία των Βρετανών εξαιτίας της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής της Καθολικής θρησκείας μέσω των κτήσεων της Νέας Γαλλίας, 3) το δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης, περιοχής εξαιρετικά πλούσιας στο συγκεκριμένο είδος. Η πλέον κρίσιμη διαφορά όμως υπήρξε, αναμφίβολα, ο έλεγχος της κοιλάδας του Οχάϊο, την οποία διεκδικούσαν ταυτόχρονα οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, αλλά και η φυλή των Ινδιάνων Ιροκουά. Οι Γάλλοι στήριζαν τη διεκδίκησή τους στις διατάξεις της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713), οι οποίες προσδιόριζαν πως οι Ιροκουά δεν θεωρούνταν υπήκοοι του βρετανικού στέμματος. Καθώς το Οχάϊο είχε κατακτηθεί το 1742 από τους τελευταίους, οι Βρετανοί εμφάνιζαν τους εαυτούς τους ως κατ επέκταση νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής. Με τη διαφορά πως η κοιλάδα του Οχάϊο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των Γάλλων, οι οποίοι είχαν προχωρήσει και στην κατασκευή σειράς ολόκληρης οχυρών.¹³

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763). Με γραμμώσεις διαφαίνονται τα διάφορα κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά θέατρα.

Οι πρώτες αψιμαχίες έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1754 στην περιοχή του σημερινού Πίτσμπουργκ. Στις αρχικές αυτές επιχειρήσεις αναδείχτηκε η φυσιογνωμία ενός νεαρού αξιωματικού, ο οποίος μαχόταν στις τάξεις του βρετανικού τακτικού στρατού, ονόματι George Washington. Το επόμενο έτος, οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν στην διεκδικούμενη από αμφότερες τις πλευρές κοιλάδα του Οχάϊο. Οι προσπάθειες των Βρετανών να καταλάβουν τα γαλλικά οχυρά (Fort Niagara, Fort Duquesne) απέτυχαν οικτρά, παρόλη την αριθμητική τους υπεροχή. Ως αιτία της αποτυχίας θεωρείται ο τρόπος, με τον οποίο πολεμούσαν τα δυο αντιμαχόμενα μέρη. Στους παραδοσιακούς κανόνες τακτικού πολέμου, που είχαν υιοθετήσει οι Βρετανοί, οι Γάλλοι αντέτασσαν μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου, εμπνευσμένες από τους Ινδιάνους και εκ των πραγμάτων καλύτερα προσαρμοσμένες στις τοπογραφικές και κλιματολογικές ιδιαιτερότητες της περιοχής.¹⁴

Η κλιμάκωση των συγκρούσεων, σε συνδυασμό με την έκρηξη, το 1756, του Επταετούς Πολέμου στην Ευρώπη και την ένταξη του βορειοαμερικανικού θεάτρου στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των εμπολέμων, οδήγησε σε περαιτέρω αναδιοργάνωση των δυνάμεών τους επιτόπου. Τη διοίκηση ανέλαβαν αντίστοιχα οι στρατηγοί Louis-Joseph de Montcalm (1712-1759) και John Campbell (1705-1782). Ωστόσο, η προοπτική των δυο πλευρών εξακολουθούσε να διαφέρει παρασάγγας. Η Γαλλία είχε εστιάσει την προσοχή της στην ευρωπαϊκή της στρατηγική. Σε αντιδιαστολή, η Μεγάλη Βρετανία αντιμετώπιζε το βορειοαμερικανικό θέατρο ως εφαλτήριο για την εδραίωση της δικής της επιρροής στο σύνολο της ηπείρου, από τον κόλπο του Χάντσον έως την Καραϊβική. Με την άφιξή του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο Montcalm έθεσε ως άμεση προτεραιότητα στο πλαίσιο μιας αμυντικής στρατηγικής με επιθετικές τακτικές κινήσεις, τη διασφάλιση των επικοινωνιών ανάμεσα στον Καναδά, το νευραλγικό κέντρο της Νέας Γαλλίας, και την κοιλάδα του Οχάϊο, το επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων. Στόχος ήταν ο έλεγχος των οχυρών, που δέσποζαν της ευρύτερης περιοχής. Κατά τα έτη 1756 και 1757, τα υψίστης στρατηγικής σημασίας οχυρά Fort Oswego και Fort William Henry, έπεσαν στα χέρια των Γάλλων έπειτα από πολύμηνη πολιορκία. Στη δεύτερη περίπτωση αξίζει να μνημονευτεί η ηρωική αντίσταση, που προέβαλε ο διοικητής του οχυρού, συνταγματάρχης George Monro. Το επεισόδιο έχει αποθανατιστεί στο γνωστό μυθιστόρημα του James Fenimore Cooper, Ο τελευταίος των Μοϊκανών.¹⁵

Ένας από τους λόγους, που εξηγούν τις επιτυχίες των Γάλλων στην κοιλάδα του Οχάϊο είναι το γεγονός ότι την ίδια εποχή, το ενδιαφέρον των Βρετανών μονοπωλούσε η εξίσου στρατηγικής αξίας περιοχή της Νέας Σκωτίας και των εκβολών του Αγίου Λαυρεντίου. Στο σημείο εκείνο, οι Γάλλοι είχαν αναγείρει το πανίσχυρο οχυρό του Λούισμπουργκ. Πιθανή κατάληψη του τελευταίου εγκυμονούσε θανάσιμο κίνδυνο για την κυκλοφορία κατά μήκος του ποταμού έως το Κεμπέκ και το Μοντρεάλ. Με άλλα λόγια, το Λούισμπουργκ λειτουργούσε ως σύρτης της εισόδου πρόσβασης στην καρδιά της Νέας Γαλλίας. Ο στρατηγός Campbell έστρεψε τις δυνάμεις του προς εκείνη την κατεύθυνση εν αναμονή της άφιξης του βρετανικού στόλου. Η καθυστερημένη αναχώρηση του τελευταίου από τη Μητρόπολη επέτρεψε στους Γάλλους να αναπτύξουν το δικό τους ναυτικό στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας και να εμποδίσουν οποιοδήποτε επιθετικό εγχείρημα των αντιπάλων τους σε βάρος του οχυρού. Κατόπιν τούτου, ο Campbell προτίμησε να αποσυρθεί σε γειτονικό βρετανικό έδαφος, αναμένοντας τη λήξη του χειμώνα. Λίγο αργότερα, αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό James Abercrombie (1706-1781).

Επάνω: η γαλλοβρετανική αντιπαράθεση στο βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου. Κάτω: Άποψη του οχυρού Λούισμπουργκ από τη θάλασσα.

Η ακατάπαυστη άφιξη ενισχύσεων μέσα στο χειμώνα, καθώς και ο αποκλεισμός των ακτών της Νέας Σκωτίας, τον οποίο επέβαλε η Royal Navy, προσέφεραν στους Βρετανούς τη δυνατότητα να αναπτυχθούν μέσα στο 1758, μόλις οι κλιματολογικές συνθήκες το επέτρεψαν. Η επίθεση εκδηλώθηκε ακολουθώντας τρεις άξονες: τα οχυρά Λούισμπουργκ, Carillon (μετέπειτα Ticonderoga, στη σημερινή Πολιτεία της Νέας Υόρκης) και Duquesne (σημερινό Πίτσμπουργκ). Στο οχυρό Carillon, ο Montcalm, αν και μαχόμενος σε αναλογία 1 προς 5 εις βάρος του, κατήγαγε τον Ιούλιο, μια εντυπωσιακή νίκη επειδή οι Βρετανοί επέμεναν να προχωρούν σε πυκνό σχηματισμό, αποτελώντας ιδανικό στόχο για τους αντιπάλους τους. Στα άλλα δυο μέτωπα, ωστόσο, η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Βρετανών. Τον Αύγουστο παραδόθηκε το οχυρό Frontenac. Η κατάληψή του υπήρξε σκληρό κτύπημα για τους Γάλλους, καθώς το τελευταίο λειτουργούσε ως κέντρο ανεφοδιασμού ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής. Τέλος Οκτωβρίου έπεσε και το οχυρό Duquesne, το οποίο μετονομάστηκε ευθύς αμέσως σε “οχυρό William Pitt”, προς τιμήν του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, υπέρμαχου μιας δυναμικής αποικιακής πολιτικής.¹⁶ Στο μεταξύ, από τον Ιούνιο είχε ξεκινήσει η δεύτερη πολιορκία του Λούισμπουργκ, από μια δύναμη 15.000 ανδρών, συνεπικουρούμενων από τον πολεμικό στόλο. Στις 26 Ιουλίου, η φρουρά του οχυρού αναγκάστηκε να παραδοθεί. Η δύση του 1758 βρήκε, επομένως, τους Βρετανούς σε πλεονεκτική θέση. Μπορεί να μην είχαν σημειώσει πρόοδο ως προς την κατάκτηση του Καναδά. Εξασφάλισαν, ωστόσο, τον πλήρη έλεγχο κατά μήκος των συνόρων. Επιπρόσθετα, είχαν πετύχει την αποκοπή της Νέας Γαλλίας από τον έξω κόσμο, χάρη στην κατάκτηση του Λούισμπουργκ. Η προέλαση τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης εντός της μεγάλης γαλλικής αποικίας ήταν, πλέον, ζήτημα χρόνου.

Henry Alexander Ogden, The Victory of Montcalm’s Troops at Carillon, πίνακας των αρχών του 20ού αι., Fort Ticonderoga Museum, NY.

Québec History 12 – Battle of Carillon

5. Πολιορκία και πτώση της Πόλης του Κεμπέκ

Η κατάσταση ήταν λιγότερο απλή για τους Βρετανούς από όσο φαινόταν εκ πρώτης όψεως, καθώς μια παρατεταμένη εκστρατεία εντός του εδάφους της Νέας Γαλλίας κινδύνευε να προσκρούσει σε εγγενή εμπόδια. Εκείνα της συγκέντρωσης και αποστολής μιας ισχυρής αρμάδας στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, της μεγάλης απόστασης του πεδίου των εχθροπραξιών από τις βάσεις ανεφοδιασμού της Νέας Αγγλίας, του αξιόμαχου της γαλλικής πολιτοφυλακής έναντι εκείνου των Βρετανών αποίκων, της εκτενούς χρήσης μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου εκ μέρους του αντιπάλου συχνά σε συνεργασία με τους ιθαγενείς κλπ. Παρά ταύτα, όταν το 1757 κατέλαβε εκ νέου τον πρωθυπουργικό θώκο, ο Sir William Pitt ο πρεσβύτερος (1708-1778) έκρινε πως οι συνθήκες του επέτρεπαν να προχωρήσει στην εφαρμογή του μεγαλεπήβολου και δαπανηρού προγράμματος αποικιακής επέκτασης, που είχε σχεδιάσει. Σε ό,τι αφορούσε την κατάκτηση του Καναδά, αποφασίστηκε η αποστολή μιας δύναμης 23.000 ανδρών και ενός ισχυρού στόλου, καθώς και η αναδιοργάνωση και εκπαίδευση της τοπικής πολιτοφυλακής. Το σχέδιο περιλάμβανε δυο στάδια. Μια χερσαία επίθεση στην περιοχή των μεγάλων λιμνών και του άνω Αγίου Λαυρεντίου καθώς και την κατάληψη του Λούισμπουργκ. Σε ένα δεύτερο στάδιο, επρόκειτο να ακολουθήσει μια αμφίβια επιχείρηση κατά του Κεμπέκ, τέλος, η από ξηράς κατάληψη του Μοντρεάλ.¹⁷ Με την είσοδο του 1759, το πρώτο σκέλος του προγράμματος είχε ήδη στεφθεί με επιτυχία.

Με τον πόλεμο στην Ευρώπη να βρίσκεται σε εξέλιξη, ο υπουργός Εξωτερικών του Λουδοβίκου ΙΕ΄, Étienne-François de Choiseul, είχε διαφορετική αντίληψη ως προς τα τεκταινόμενα στη Νέα Γαλλία. Δεν ήταν, μόνο, απορροφημένος από τις πολεμικές επιχειρήσεις στη Γηραιά Ήπειρο. Το βορειοαμερικανικό θέατρο κατείχε χαμηλή θέση στις προτεραιότητές του. Πέρα από το εμπόριο της γούνας, η Γαλλία δεν διέτρεχε κίνδυνο να απωλέσει κάτι σημαντικό, αρκεί να είχε εξασφαλισμένο το εμπόριο σακχάρεως με τις Αντίλλες Νήσους και το μονοπώλιο της αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Ο Choiseul πίστευε πως είχε πράξει το καθήκον του έναντι των Γάλλων του Καναδά, έχοντας στείλει εκεί τον Montcalm, επικεφαλής μιας δύναμης 1.000 ανδρών. Άλλωστε, η Γαλλία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια αποστολής περαιτέρω ενισχύσεων. Η οργάνωση της άμυνας της Νέας Γαλλίας ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των αποίκων. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, ο Montcalm δεν διέθετε άλλη επιλογή πέραν της υιοθέτησης μιας αμυντικής στρατηγικής. Η αναμέτρηση με τους Βρετανούς θα λάμβανε χώρα στην κοιλάδα του Αγίου Λαυρεντίου, όπου, περιχαρακωμένες πίσω από τις κυριότερες οχυρές θέσεις, οι γαλλικές δυνάμεις θα παρέσυραν τον αντίπαλο σε έναν πόλεμο φθοράς, επενδύοντας στην ταχεία έλευση του βαρύ καναδικού χειμώνα, αποτρεπτικού για παντός είδους πολεμικές επιχειρήσεις.

Sir William Pitt ο πρεσβύτερος.
Étienne-François de Choiseul.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η βρετανική αρμάδα, επιφορτισμένη με την αποστολή της κατάληψης της Πόλης του Κεμπέκ, απέπλευσε από το Λούισμπουργκ στις 4 Ιουνίου 1759. Αντιπροσώπευε το 1/4 του συνολικού δυναμικού του βρετανικού στόλου: 49 πολεμικά σκάφη και 119 πλοία συνοδείας, που μετέφεραν ένα αποβατικό σώμα 8.500 ανδρών, μαζί με ισχυρό πυροβολικό. Πρέπει κανείς να προσθέσει και τα πληρώματα των πλοίων (άλλους 4.500 άνδρες), προκειμένου να σχηματίσει πλήρη εικόνα της εκστρατείας. Η ανώτατη διοίκηση είχε ανατεθεί στον νεοπροαχθέντα στρατηγό James Wolfe (1727-1759), ο οποίος, ένα έτος νωρίτερα, είχε δρέψει δάφνες κατά την πολιορκία και κατάληψη του Λούισμπουργκ. Άμεσος υφιστάμενός του ήταν ο στρατηγός George Townshend. Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν κακές. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας, ο Townshend αποδεχόταν δύσκολα την τοποθέτηση ενός νεαρού αξιωματικού με εμφανείς ενδείξεις κλονισμένης υγείας (λέγεται πως ο Wolfe υπέφερε από φυματίωση σε προχωρημένο στάδιο) επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.

Στις 26 Ιουνίου, η βρετανική αρμάδα έφτασε προ των πυλών της Πόλης του Κεμπέκ, έχοντας διασχίσει δίχως προβλήματα τον Άγιο Λαυρέντιο. Εν τω μεταξύ, ο Montcalm προετοίμαζε πυρετωδώς την άμυνα της πόλης, έχοντας μεταφέρει εκεί το στρατηγείο του από το Μοντρεάλ.¹⁸ Για μια καλύτερη κατανόηση των όσων συνέβησαν, είναι απαραίτητο να επισημανθεί η τοπογραφική και κλιματολογική ιδιαιτερότητα της περιοχής. Ο Άγιος Λαυρέντιος, ένας από τους φαρδύτερους ποταμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη, στενεύει απότομα καθώς κατευθύνεται κανείς προς τις πηγές του. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο είχε κτιστεί η Πόλη του Κεμπέκ (kebec στη διάλεκτο των Ινδιάνων Αλγκονκίνων σημαίνει: “σημείο όπου ο ποταμός στενεύει”). Η αριστερή όχθη είναι απόκρημνη, η δε πόλη είναι κτισμένη σε ένα ακρωτήρι περιλαμβάνοντας ένα φρούριο, το οποίο δεσπόζει από ψηλά. Τους μισούς μήνες του έτους ο ποταμός παγώνει, καθιστώντας αδύνατες τις όποιες επιχειρήσεις όπως και τον ανεφοδιασμό. Μια πολιορκία δεν μπορούσε, επομένως, παρά να ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας, και να επενδύει σε έναν συνδυασμό τύχης και αιφνιδιασμού. Συνεπώς, όλα έδειχναν να συνηγορούν υπέρ του αμυνόμενου.

Διαγωνίως απέναντι από την πόλη βρίσκεται το νησί της Ορλεάνης, το οποίο διαμοιράζει τον ρου του ποταμού στα δύο. Το 1759, ο βόρειος δίαυλος ήταν απροσπέλαστος εξαιτίας του αβαθούς του συγκεκριμένου σημείου. Το ίδιο ίσχυε και για το νότιο πέρασμα, πλην μιας στενής λωρίδας. Η βρετανική αρμάδα κατάφερε να προσπεράσει το νησί και να αγκυροβολήσει απέναντι από την πόλη, χάρη στο αισθητήριο και την ικανότητα ενός νεαρού και πολλά υποσχόμενου πλοηγού, ονόματι… James Cook. Στο μεταξύ, στις 28 Ιουνίου, και ενώ τα βρετανικά πλοία ήταν ακόμη συγκεντρωμένα νοτίως της Νήσου της Ορλεάνης, μια πρώτη επίθεση των Γάλλων με χρήση πυρπολικών, απέτυχε οικτρά. Η φωτιά είχε ανάψει νωρίτερα από την ώρα της.¹⁹

Η πολιορκία του Κεμπέκ (26 Ιουνίου-18 Σεπτεμβρίου 1759).

Ευθύς εξαρχής ο Wolfe είχε θέσει υπό πλήρη έλεγχο το νησί, όπου είχε αποβιβάσει στρατεύματα και εγκαταστήσει το στρατηγείο του. Από τη δική τους πλευρά, οι Γάλλοι είχαν μεταφέρει από το Μοντρεάλ όσες εφεδρείες διέθεταν και ενισχύσει την άμυνα των (λίγων σε αριθμό) ακτών, οι οποίες προσφέρονταν για απόβαση του εχθρού. Ο τελευταίος Κυβερνήτης της Νέας Γαλλίας, Pierre de Rigaud de Vaudreuil (1698-1778), είχε επιπλέον διατάξει την επιστράτευση της πολιτοφυλακής. Με τη θέα της βρετανικής αρμάδας, οι εκτός των τειχών κάτοικοι άρχισαν να εισρέουν στην πόλη μαζί με τις οικογένειες, τα υπάρχοντα και τα κοπάδια τους. Στις 30 Ιουνίου, οι πύλες του Κεμπέκ έκλεισαν ερμητικά.²º

Στην εξίσου απόκρημνη απέναντι όχθη του ποταμού, στη θέση Pointe-Lévis, σε μια απόσταση 1,2 χλμ. από την πόλη, οι Βρετανοί είχαν τοποθετήσει το πυροβολικό τους. Ο βομβαρδισμός του Κεμπέκ ξεκίνησε τη νύκτα της 12ης Ιουλίου. Επί δυο μήνες, κάθε βράδι κατά καιρούς δε και εντός της ημέρας, η άνω πόλη και όχι η παραλιακή ζώνη, όπου οι Γάλλοι είχαν εγκαταστήσει το μεγαλύτερο μέρος του δικού τους πυροβολικού, υπήρξε αποδέκτης των εχθρικών πυρών. Υπολογίζεται πως μέσα σε δώδεκα, μόνο, ημέρες, πάνω από 15.000 οβίδες εξερράγησαν στη ζώνη εντός των τειχών, προκαλώντας πανικό στους 8.000 εγκλείστους της πόλης. Το γαλλικό πυροβολικό της παράκτιας περιοχής δεν απάντησε, παρά το ότι ο αντίπαλος βρισκόταν εντός του βεληνεκούς. Αιτία για την όλη αδράνεια ήταν η επιτακτική ανάγκη εξοικονόμησης πυρομαχικών. Στόχος των Γάλλων ήταν να αποφύγουν μια αναμέτρηση σε ανοικτό χώρο και να παρασύρουν τον εχθρό σε μια πολιορκία φθοράς, εν αναμονή της εισόδου του χειμώνα, που από μόνη της θα εξανάγκαζε τους Βρετανούς σε αναδίπλωση. Αντίθετα, πρόθεση του Wolfe ήταν η τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης μέσω ενός ανελέητου βομβαρδισμού. Με τον τρόπο αυτό πίστευε πως ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την μια και αποφασιστική αναμέτρηση εκτός των τειχών, για την οποία διέθετε εξ ορισμού το πλεονέκτημα. Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκε ο καθεδρικός ναός και σημαντικό τμήμα της άνω πόλης (περί τα 180 κτήρια). Γενικότερα, για τον βομβαρδισμό του Κεμπέκ, το βρετανικό πυροβολικό έκανε χρήση τριπλάσιας ποσότητας πυρομαχικών από ό,τι σε ολόκληρη τη διάρκεια της πολιορκίας του Λούισμπουργκ, ένα χρόνο νωρίτερα. Ο αριθμός των θυμάτων υπήρξε μικρός σε σχέση με την ένταση, τη χρονική διάρκεια και τη συχνότητα του βομβαρδισμού.²¹

Άποψη του βομβαρδισμένου Κεμπέκ. Δεξιά διακρίνεται το κτήριο της Αρχιεπισκοπής.

Αν εξαιρέσει κανείς τον ψυχολογικό αντίκτυπο, ο βομβαρδισμός δεν προσέφερε τίποτε στους Βρετανούς. Στα τείχη της πόλης εξακολουθούσε να κυματίζει η σημαία με το άνθος του κρίνου (το γαλλικό βασιλικό έμβλημα), η παράκτια ζώνη, ακριβώς κάτω από την πόλη, ελεγχόταν πλήρως από τους πολιορκημένους και οι δίαυλοι επικοινωνίας με το Μοντρεάλ, μέσω του ποταμού, παρέμεναν ανοικτοί. Μια προσπάθεια του Wolfe να εκδιώξει τους Γάλλους από τη θέση Beauport, τον λιμένα ανατολικά της πόλης, απέτυχε οικτρά. Γενικότερα, με την είσοδο του Σεπτεμβρίου, ο εκνευρισμός στις τάξεις των Βρετανών υπήρξε έκδηλος. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, ενώ άρχισε να αμφισβητείται απροκάλυπτα η ηγεσία του Wolfe. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ανδρών του εκστρατευτικού σώματος κυκλοφόρησαν καρικατούρες, σχεδιασμένες από τους υφισταμένους του αξιωματικούς! Ο εκνευρισμός και η ανυπομονησία μεταφέρθηκαν ταχύτατα και στο Λονδίνο.

Η παράταση της πολιορκίας οδήγησε σε αναθεώρηση του αρχικού σχεδιασμού. Επιλέχθηκε η μετάβαση τμήματος του στόλου σε απόσταση 10 χλμ.προς δυσμάς της πόλης, στη θέση Cap-Rouge, η διακοπή των διαύλων ανεφοδιασμού με το Μοντρεάλ, η αποβίβαση ισχυρής στρατιωτικής δύναμης στην ξηρά και η προώθησή της προς την πόλη. Την ίδια στιγμή θα εκδηλώνονταν επιθετικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στα ανατολικά, ούτως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει στην εντέλεια το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Τη νύκτα της 3ης προς 4η Σεπτεμβρίου, για μια ακόμη φορά χάρη στην επιδεξιότητα του James Cook, σημαντικό μέρος της βρετανικής αρμάδας πέρασε εντελώς απαρατήρητο κάτω από την Πόλη του Κεμπέκ και κατευθύνθηκε προς δυσμάς. Η λαβίδα είχε κλείσει, δίχως να το αντιληφθούν οι πολιορκημένοι. Προκειμένου να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, ο Wolfe επέλεξε ως σημείο απόβασης των στρατευμάτων τον κολπίσκο Φουλόν (Anse au Foulon). Επρόκειτο για μια επιλογή σε ευθεία αντιδιαστολή με τους πλέον στοιχειώδεις στρατιωτικούς κανόνες, καθώς οι άνδρες του καλούνταν να σκαρφαλώσουν μια απόκρημνη ακτή ύψους 55 μέτρων μέσα στο σκοτάδι της νύκτας τηρώντας απόλυτη σιγή. Στην κορυφή του γκρεμού απλώνονταν οι Πεδιάδες του Αβραάμ (Plaines d’ Abraham), ένας ανοικτός χώρος ακριβώς μπροστά από τα δυτικά τείχη του Κεμπέκ, όπου οι Βρετανοί υπολόγιζαν να παρασύρουν τους Γάλλους στην τόσο αναμενόμενη μια και μοναδική μάχη, που θα έκρινε τη μοίρα της πόλης αλλά και ολόκληρης της Νέας Γαλλίας.²² Το όλο σχέδιο στηριζόταν στο στοιχείο της μυστικότητας και του αιφνιδιασμού. Το αποβατικό σώμα θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο κατά τη διάρκεια της δυσχερούς αναρρίχησης και τίποτα δεν προεξοφλούσε ότι θα διέθετε την αριθμητική υπεροχή μόλις έφτανε στο υψίπεδο. Το αντίθετο μάλιστα. Κινδύνευε να βρεθεί μεταξύ δυο πυρών: των πολιορκημένων και του επίλεκτου σώματος του Louis-Antoine de Bougainville, το οποίο στάθμευε στο Cap-Rouge, επιφορτισμένο με την προστασία των επικοινωνιών με το Μοντρεάλ.

Τη νύκτα της 12ης προς 13 Σεπτεμβρίου 1759, στον κολπίσκο Φουλόν, αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Βρετανοί και ξεκίνησαν δίχως χρονοτριβή την αναρρίχηση του βράχου. Ταυτόχρονα, είχε εκδηλωθεί επιχείρηση αντιπερισπασμού στη θέση Beauport, όπου βρισκόταν ο Montcalm, πεπεισμένος πως επρόκειτο για την κύρια επιθετική ενέργεια του αντιπάλου. Ενόσω συνεχίζονταν οι συγκρούσεις στα ανατολικά, οι Βρετανοί κατάφεραν να ανεβάσουν περί τους 3.300 άνδρες και ελάχιστες μονάδες πυροβολικού στο υψίπεδο. Με το φως της ημέρας, ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης στις τάξεις των Γάλλων. Ο Montcalm μετέβη εσπευσμένα στις Πεδιάδες του Αβραάμ, όπου παρέταξε μια δύναμη 3.500 ανδρών. Αν και περισσότεροι αριθμητικά, οι Γάλλοι υστερούσαν εμφανώς σε επίπεδο εκπαίδευσης. Το στοιχείο, ωστόσο, που έκανε τη διαφορά, ήταν η σύγχυση του ιδίου του Montcalm. Γαλουχημένος, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, με παραδοσιακές μεθόδους τακτικού πολέμου, ήταν αδύνατο να προβλέψει τον ελιγμό των Βρετανών. Επιπρόσθετα, ο καπνός των όπλων περιόριζε το οπτικό του πεδίο. Διακρίνοντας αμυδρά τα λίγα πυροβόλα που είχε απέναντί του, υπερεκτίμησε τη δύναμη, την οποία οι Βρετανοί είχαν καταφέρει, τελικά, να ανεβάσουν στο υψίπεδο. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, διέταξε γενική επίθεση, με σκοπό να τους εκτοπίσει από την πεδιάδα, προτού εκείνοι προλάβουν, όπως πίστευε, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις γραμμές τους.

Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ (13 Σεπτεμβρίου 1759).

Επρόκειτο για την κίνηση, που τόσο πολύ προσδοκούσαν οι Βρετανοί, καθώς η επίθεση των αντιπάλων τους εξελίχθηκε σε πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ μόλις που ξεπέρασε σε διάρκεια δέκα λεπτά της ώρας! Έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του σύγχρονου Καναδά. Σχεδόν ταυτόχρονα έχασαν τη ζωή τους οι δυο επικεφαλής. Ο Wolfe ακαριαία, ο Montcalm λίγες ώρες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε μεταφερθεί βαρειά τραυματισμένος μέσα στην πόλη. Το Κεμπέκ δεν έπεσε εκείνη τη μέρα. Οι Γάλλοι κατάφεραν να καταφύγουν εντός των τειχών.²³

Ο Κυβερνήτης Vaudreuil, απευθυνόμενος στο Παρίσι, επέρριψε την ευθύνη της ήττας στον αποθανόντα Montcalm. Οι μεταξύ τους διαξιφισμοί αποτελούσαν, άλλωστε, κοινό μυστικό. Ταυτόχρονα, διέταξε την ανασύνταξη των γαλλικών στρατευμάτων προς δυσμάς, στο δρόμο προς το Μοντρεάλ, αφήνοντας μια φρουρά για την υπεράσπιση της πόλης. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης του Κεμπέκ. Παρά τα φαινόμενα, τα πράγματα δεν είχαν ακόμη κριθεί επί της ουσίας. Οι εκατέρωθεν απώλειες της Μάχης των Πεδιάδων του Αβραάμ ήταν ισοδύναμες (658 Βρετανοί νεκροί έναντι 644 Γάλλων). Οι δυο πλευρές είχαν χάσει τους διοικητές τους. Στις 28 Απριλίου 1760, οι Γάλλοι ανταπέδωσαν το κτύπημα, επικρατώντας στη Μάχη της Sainte-Foy (σήμερα έχει ενταχθεί στον πολεοδομικό ιστό της Πόλης του Κεμπέκ). Τη φορά αυτή, οι Βρετανοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν πανικόβλητοι το πεδίο της μάχης, αναζητώντας καταφύγιο εντός των τειχών. Τη διαφορά θα έκανε η άφιξη της πρώτης αποστολής ανεφοδιασμού. Πρώτος έφτασε ο βρετανικός στόλος, μόλις ελευθερώθηκε ο Άγιος Λαυρέντιος από τους πάγους. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul προτίμησαν να εγκαταλείψουν τους συμπατριώτες τους του Καναδά στο έλεος της μοίρας τους. Το διακύβευμα γι αυτούς διαδραματιζόταν αλλού. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1760, ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση ενός έτους από τη Μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ ήρθε η σειρά του Μοντρεάλ να πέσει στα χέρια των Βρετανών. Στα τρία επόμενα χρόνια (1760-1763), το μεγαλύτερο τμήμα της Νέας Γαλλίας τελούσε υπό βρετανική στρατιωτική κατοχή, εν αναμονή της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης.

Benjamin West, The Death of General Wolfe, 1770, Ottawa, National Gallery of Canada.

 

Iconic: The Death of General Wolfe

 

6. Η Συνθήκη των Παρισίων και η γέννηση του σημερινού Καναδά

O Επταετής Πόλεμος τερματίστηκε επίσημα στις 3 Φεβρουαρίου 1763, με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Παρισίων. Μεγάλη κερδισμένη από τον πόλεμο εξήλθε η Βρετανία, η οποία στέφτηκε πρώτη δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα. Αντίθετα, η Γαλλία, απώλεσε το σύνολο σχεδόν των αποικιακών της κτήσεων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη Β. Αμερική, ολόκληρος ο Καναδάς (συμπεριλαμβανομένης της λεκάνης των μεγάλων λιμνών και της αριστερής όχθης του Μισισιπή) καθώς και οι Νήσοι Saint-Jean και Île Royale στις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, πέρασαν υπό πλήρη βρετανικό έλεγχο. Σε αντιδιαστολή, η Γαλλία διατήρησε το συγκρότημα των Νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon, στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Απώλειες κατέγραψε η Γαλλία και στην Καραϊβική, όπου κατάφερε, παρά ταύτα, να διατηρήσει τις, πλούσιες σε παραγωγή σακχάρεως, Νήσους Μαρτινίκα, Γουαδελούπη και Άγιο Δομήνικο. Το εμπόριο σακχάρεως ήταν πολλαπλά πιο επικερδές από εκείνο της γούνας, Ως εκ τούτου, η διασφάλιση των ερεισμάτων στην Καραϊβική, ερχόταν σε άμεση προτεραιότητα έναντι της διατήρησης του Καναδά. Το Δέλτα του Μισισιπή εκχωρήθηκε στην Ισπανία.²⁴

Εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η Γαλλία εγκατέλειψε τους συμπατριώτες της του Καναδά και της Νέας Γαλλίας γενικότερα. Η ήττα, την οποία υπέστη στον Επταετή Πόλεμο, σε συνάρτηση με την απώλεια ολόκληρης της αποικιακής της αυτοκρατορίας (ανάλογη υπήρξε και η τύχη των γαλλικών κτήσεων της Ινδίας), κατάφερε συντριπτικό πλήγμα εις βάρος της και οδήγησε σε ανατροπή των συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος της Μεγάλης Βρετανίας. Μέσα σε αυτό το καθ όλα ανασταλτικό πλαίσιο, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιχειρήσουν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατό να περισωθεί. Υπό αυτή την οπτική, η μοίρα της Νέας Γαλλίας ήταν προδιαγεγραμμένη υπόθεση. Άφησε, όμως, στους 60.000 αποίκους, που παρέμειναν επί τόπου, την πικρή γεύση και το παράπονο της εγκατάλειψης. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την αποδοχή της αποτυχίας, ο διορατικός Γάλλος υπουργός προέβη σε έναν επιδέξιο πολιτικό υπολογισμό: μέσα στην ταπεινωτική, από κάθε άποψη ήττα, διέβλεψε μια ανέλπιστη συνέπεια για το μέλλον των Γάλλων αποίκων του Καναδά. Οι δεκατρείς αποικίες της Νέας Αγγλίας θα ήταν εκείνες, που θα καλούνταν να αποπληρώσουν τα πολεμικά χρέη σε ό,τι αφορούσε το βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο. Μοιραία, θα έρχονταν σε αντιπαράθεση με τη Μητρόπολη. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε πέρα ως πέρα ορθή. Το 1775, δώδεκα έτη έπειτα από τον τερματισμό του Επταετούς Πολέμου, ξέσπασε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η εξάπλωση του επαναστατικού μικροβίου στους Γάλλους του Καναδά, η βρετανική διοίκηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε εκτεταμένης φύσεως προληπτικές παραχωρήσεις προς τους τελευταίους (παροχή ισονομίας, διατήρηση της καθολικής θρησκείας, δικαίωμα χρήσης της γαλλικής γλώσσας, αποκατάσταση, στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Λαυρεντίου, του καθεστώτος διοίκησης, το οποίο είχε εισαγάγει από το 1627 στη Νέα Γαλλία η Εταιρεία των Εκατό Μετόχων – το επωνομαζόμενο régime seigneurial). Χάρη σε αυτό το ημιαυτόνομο πλαίσιο διαβίωσης, απετράπη, τελικά, η πλήρης αφομοίωσή τους από τον αγγλόφωνο περίγυρο. Οι παραπάνω παραχωρήσεις αποκρυσταλλώθηκαν στις διατάξεις της ονομαζόμενης “Πράξης του Κεμπέκ” (η πλήρης ονομασία είναι British North America Quebec Act 1774), που ψήφισε στο Λονδίνο το βρετανικό Κοινοβούλιο.²⁵ Έτσι, όταν οι δεκατρείς αποικίες επιτέθηκαν κατά του Καναδά, οι Γάλλοι άποικοι απέκρουσαν την εισβολή με επιτυχία, πολεμώντας στο πλευρό των μέχρι πρότινος Βρετανών κατακτητών τους.

Άποψη των Πεδιάδων του Αβραάμ σήμερα. Στο βάθος διακρίνεται το φρούριο της Πόλης του Κεμπέκ.

Δυόμισι αιώνες αργότερα, ο Καναδάς εξακολουθεί να παραμένει υπό πλήρη αγγλοσαξωνικό έλεγχο. Νευραλγικοί τομείς, όπως η οικονομία, η εξωτερική, αμυντική και μεταναστευτική πολιτική, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων, δεν έχουν ξεφύγει από τα χέρια των Αγγλο-Καναδών. Οι θεσμοί και τα σύμβολα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι παρόντα τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επαρχιακό επίπεδο. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται πάντοτε η βασίλισσα της Αγγλίας. Στην Οττάβα, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, εκπροσωπείται από έναν Γενικό Κυβερνήτη. Ωστόσο, σε δυο περιστάσεις (1980 και 1995) οι καναδικές αρχές προσέφυγαν στη λαϊκή ετυμηγορία, διοργανώνοντας δημοψήφισμα με αντικείμενο την παραμονή ή την απόσχιση της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό. Και τις δυο φορές, πλειοψήφησαν οι οπαδοί της παραμονής (59,56% έναντι 40,44% και 50,58% έναντι 49,42% αντίστοιχα). Στα παραπάνω αποτελέσματα αποκρυσταλλώνεται μια ισχυρή τάση υπέρ της ανεξαρτησίας. Από την άλλη πλευρά, μισό αιώνα έπειτα από την επεισοδιακή επίσκεψη του Charles de Gaulle, τα πράγματα έχουν εξελιχθεί. Οι επαφές της Γαλλίας με την επαρχία του Κεμπέκ αναβαθμίστηκαν αισθητά. Ο γαλλόφωνος Καναδάς είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, πλέον, στους κόλπους της γαλλικής κοινής γνώμης. Πάμπολλες είναι οι εκδηλώσεις, εκδόσεις, άρθρα και ανταποκρίσεις, αφιερωμένες σε αυτόν. Δεκάδες χιλιάδες Γάλλοι επιχείρησαν ένα νέο ξεκίνημα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Σημαντικά, επίσης, είναι τα μεγέθη ανταλλαγών σε επίπεδο σπουδαστών, επιστημόνων, στελεχών, καλλιτεχνών κλπ. Έπειτα από μια μακρά περίοδο εγκατάλειψης, η Γαλλία αποκατέστησε άμεσες, πλήρεις και προνομιακές σχέσεις με τα ξαδέλφια της του Καναδά, τη μοναδική εναπομείνασα γαλλόφωνη νησίδα μέσα στους κόλπους μιας αγγλοσαξωνικής βορειοαμερικανικής ηπείρου, κατάλοιπο μιας ιστορικής παρουσίας αλλά και ενός οράματος, το οποίο δεν κατάφερε, τελικά, να ευδοκιμήσει.

La fin de la Nouvelle France – La bataille de Québec ARTE

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹³ Για μια γενική προσέγγιση του Επταετούς Πολέμου βλ. Daniel Marston, The Seven Years’ War, London, Osprey, 2001 και Franz A.J. Szabo, The Seven Years War in Europe: 1756-1763, London, Routledge, 2007. Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις στο θέατρο της Β. Αμερικής, βλ. Fred Anderson, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000, του ιδίου, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006, Christian Ayne Crouch,. Nobility Lost: French and Canadian Martial Cultures, Indians, and the End of New France. Ithaca, NY, Cornell University Press, 2014, William H. Fowler, Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America, Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005, Francis Jennings, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990, Laurent Veyssière και Bertrand Fonck (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

¹⁴ Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όφειλε τις επιτυχίες του σε αυτή την παράμετρο, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, ο Montcalm δεν έκρυβε την προτίμησή του για τις παραδοσιακές τακτικές. Αυτή υπήρξε η αιτία μιας διαρκούς διαφωνίας με τον κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, Vaudreuil, δεινό υποστηρικτή των μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου και μιας εκτενούς συνεργασίας με τους Ινδιάνους.

¹⁵ Σχετικά με την κατάληψη των οχυρών Oswego και William Henry βλ. William Nester, The first global war: Britain, France and the fate of North America, 1756-1757, Westport, Connecticut, 2000, Ian K. Steele, Betrayals: Fort William Henry & the ‘Massacre’, New York, Oxford University Press 1990.

¹⁶ Για τις μάχες των οχυρών βλ. René Chartrand, Ticonderoga 1758: Montcalm’s Victory Against All Odds, Oxford, Osprey Publishing, 2000 και του ιδίου, Tomahawk and Musket; French and Indian Raids in the Ohio Valley 1758, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

¹⁷ Jean Hamelin (επιμ.), Histoire du Québec, Toulouse, Privat, 1976, σ. 233

¹⁸ Charles Perry Stacey, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959, σ. 210.

¹⁹ Ibid., σ. 52.

²º Ibid., σ. 336, Jacques Lacourcière, Histoire populaire du Québec, t. I, Sillery, Septentrion, 1995 , σ. 299.

²¹ Guy Frégault, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009, σ. 341, Charles Perry Stacey, οπ.π, σσ. 64-65.

²² Ibid., σ. 104.

²³ Christopher Loyd, The Capture of Quebec, London, B.T. Batsford, 1959, σ. 139, 149, Stuart Reid, Quebec 1759: The Battle That Won Canada, Oxford, Osprey Publishing, 2003, σσ. 74-79.

²⁴ Gilles Havard-Cécile Vidal, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003, σ. 664.

²⁵ Για τη Πράξη του Κεμπέκ βλ. Henry Cavendish, Debates of the House of Commons in the Year 1774 on the Bill for Making More Effectual Provision for the Government of the Province of Quebec: Drawn Up from the Notes of the Henry Cavendish, Member for Lostwithiel, London, Ridgway, 1839 και Séraphin Marion, L’Acte de Québec, concession magnanime ou intéressée?, Montréal, Éditions des dix, 1963.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

Anderson Fred, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000.

Anderson Fred, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006.

W.J. Eccles, France in America, Markham (Ontario), Fizhenry and Whiteside, 1990

Fortin Réal, 1760, les derniers jours de la Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2010.

Fowler William H., Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America. Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005.

Frégault Guy, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009.

Havard Gilles-Vidal Cécile, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003

Jennings Francis, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990.

Léger Roger (επιμ.), Le journal des campagnes du marquis de Montcalm en Canada de 1756 à 1759, Montréal, Michel Brûlé, 2007.

Parkman Francis, Montcalm and Wolfe: France and England in North America, 2 τόμοι, Boston, Little-Brown 1926.

Poussou Jean-Pierre, «Montcalm et la perte du Canada», Stratégique, n50,‎ 1991, σσ. 89-108

Pritchard James S., In Search of Empire: The French in the Americas, 1670-1730, Cambridge, Cambridge University Press, 2004.

Saint-Martin Gérard, Québec 1759-1760! Les plaines d’Abraham. L’adieu à La Nouvelle-France?, Paris, Economica, 2007

Stacey Charles Perry, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959.

Veyssière Laurent και Fonck Bertrand (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

 

Αφιερώνεται στους Αντώνη Μαγγανά και Όλγα Μαγγανά-Βουγιούκα, ως έκφραση ευαρέσκειας για τη φιλία μιας ολόκληρης ζωής

 

Προοίμιο: «Vive le Québec libre!»

Στις 24 Ιουλίου 1967, δέκα μόλις ημέρες έπειτα από τον εορτασμό της επετείου της κατάληψης της Βαστίλλης, ο στρατηγός Charles de Gaulle, πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, αναφώνησε από τον εξώστη του Δημαρχιακού Μεγάρου του Μοντρεάλ, μπροστά σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, που παραληρούσε από ενθουσιασμό, μια φράση, η οποία πέρασε στην Ιστορία: “Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ!”. Η φράση αυτή, υπήρξε η αιτία πρόκλησης διπλωματικού επεισοδίου ανάμεσα στη Γαλλία και τον Καναδά. Ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Lester Bowles Pearson, δήλωσε δημόσια την επομένη πως “Οι Καναδοί δεν νοιώθουν την παραμικρή ανάγκη να ελευθερωθούν”. Όσο για τον ίδιο τον στρατηγό, από τη στιγμή που θεωρήθηκε από τις καναδικές αρχές ως  persona non grata, αναγκάστηκε να διακόψει εσπευσμένα την επίσκεψη και να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Η πρωτοβουλία του de Gaulle, φέρει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός αυτοσχεδιασμού, υπό την επήρεια του παρορμητισμού και της συγκίνησης της στιγμής. Ωστόσο, εάν εξετάσει κανείς λεπτομερέστερα το όλο περιστατικό, θα διαπιστώσει την ύπαρξη ενός μεθοδευμένου σχεδιασμού και μιας αποκρυσταλλωμένης βούλησης. Η επίσκεψη στον Καναδά έλαβε χώρα σε μια στιγμή, κατά την οποία το αυτονομιστικό κίνημα υπέρ της απόσχισης της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό βρισκόταν σε έξαρση. Κατά δεύτερο λόγο, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απέφυγε να μεταβεί αεροπορικώς στον Καναδά. Το εθιμοτυπικό πρωτόκολλο προέβλεπε πως, σε παρόμοια περίπτωση, το προεδρικό αεροσκάφος όφειλε να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Οττάβας, της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας. Αντ αυτού, επελέγη ο διάπλους δια θαλάσσης, που μετέφερε τον στρατηγό στο σημείο ακριβώς, από το οποίο επιθυμούσε να ξεκινήσει την επίσκεψη: την Πόλη του Κεμπέκ, καρδιά της ομώνυμης γαλλόφωνης επαρχίας.

Μοντρεάλ, 24 Ιουλίου 1967: «Vive le Québec libre!»

Ακόμα πιο αποκαλυπτική υπήρξε η εξομολόγηση του de Gaulle προς τον γαμπρό του, στρατηγό Alain de Boissieu, επί της φρεγάτας Colbert, που τον μετέφερε στον Καναδά: “Προτίθεμαι να καταφέρω ένα ισχυρό πλήγμα, που θα ανάψει τα αίματα. Είναι, όμως, απαραίτητο. Πρόκειται για την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας”.¹ Καθ όλη τη διάρκεια της μετάβασης από την Πόλη του Κεμπέκ προς το Μοντρεάλ, η προεδρική αυτοκινητοπομπή αναγκάστηκε να προβεί σε συνεχείς στάσεις, εξαιτίας της ενθουσιώδους υποδοχής από το πλήθος. Σε κάθε περίπτωση, ο de Gaulle προχωρούσε σε δηλώσεις, οι οποίες προσλάμβαναν ολοένα και περισσότερο εμπρηστικό χαρακτήρα (“Βλέπω μπροστά μου τον γαλλικό Καναδά. Είστε τμήμα του γαλλικού λαού. Ως Καναδοί-Γάλλοι, Γάλλοι-Καναδοί, πρέπει να ορίζετε μόνοι σας το δικό σας πεπρωμένο”, “Ό,τι και αν συνέβη στο παρελθόν, ζούμε πλέον στην εποχή, κατά την οποία το Κεμπέκ, ο γαλλικός Καναδάς, μετατρέπεται σε κυρίαρχο του εαυτού του, προς όφελος του Καναδά ολόκληρου”).²

Όταν η πομπή έφτασε στο Δημαρχιακό Μεγαρο του Μοντρεάλ στις 19.30 μ.μ., είχαν συγκεντρωθεί ήδη επιτόπου περί τα 15.000 άτομα. Το πρόγραμμα προέβλεπε έναν χαιρετισμό του πλήθους από τον εξώστη, όχι, όμως, εκφώνηση λόγου. Ο δήμαρχος, Jean Drapeau, φοβούμενος προφανώς τα χειρότερα, είχε φροντίσει να απενεργοποιήσει όλα τα μικρόφωνα. Ωστόσο, τα άτομα της προεδρικής συνοδείας ανακάλυψαν ένα μικρόφωνο (δεν έχει εξακριβωθεί μέχρι σήμερα εάν επρόκειτο περί ευτυχούς συγκυρίας ή εάν σκοπίμως βρισκόταν παραπεταμένο εκεί), το συνέδεσαν και ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απευθύνθηκε προς το πλήθος με τα εξής λόγια: “Θα σας αποκαλύψω ένα μυστικό, που δεν πρόκειται να επαναλάβετε. Απόψε, εδώ, όπως και καθ όλη τη διαδρομή νωρίτερα, βίωσα μια ατμόσφαιρα του ιδίου είδους με εκείνη της απελευθέρωσης [του 1944]. Διαπίστωσα σήμερα την τεραστίων διαστάσεων προσπάθεια προς την πρόοδο, την ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, προς την απελευθέρωση, στην οποία έχετε προβεί. Αυτό πρέπει να το πω εδώ, στο Μοντρεάλ. Γιατί αν υφίσταται στον κόσμο μια πόλη υποδειγματική ως προς τα σύγχρονα επιτεύγματά της, αυτή είναι η δική σας! Και επιτρέψτε μου να προσθέσω: είναι και η δική μας! Η αφυπνισθείσα Γαλλία σας περιβάλλει με την εμπιστοσύνη της. Πρέπει να γνωρίζετε την αγάπη της για τους Γάλλους του Καναδά…Ιδού τι ήρθα να σας πω απόψε, προσθέτοντας πως παίρνω μαζί μου από αυτή την ανεπανάληπτη σύναξη, μια αξέχαστη ανάμνηση. Η Γαλλία γνωρίζει, βλέπει, αφουγκράζεται τα όσα συμβαίνουν εδώ. Ζήτω το Μοντρεάλ, Ζήτω το Κεμπέκ, Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ, Ζήτω ο γαλλικός Καναδάς, Ζήτω η Γαλλία!”.³ O ενθουσιασμός του πλήθους υπήρξε απερίγραπτος, η δε αμηχανία των Καναδών επισήμων (ακόμα και του φίλα προσκείμενου πρωθυπουργού του Κεμπέκ, Daniel Johnson) έκδηλη. Η συνέχεια είναι γνωστή.

                   « Vive le Québec libre ! » – KarambolageARTE   

Λίγους μήνες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, που παραχώρησε στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, ο de Gaulle προσδιόρισε περισσότερο τη θέση του: “Οι Γάλλοι υπήρξαν εκείνοι, οι οποίοι εδώ και δυόμισι αιώνες, έως το 1763 ανακάλυψαν, κατοίκησαν και διοίκησαν τον Καναδά. Πριν από 204 χρόνια, η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας δεχτεί ισχυρά πλήγματα [στην Ευρώπη], εξαιτίας των οποίων βρισκόταν σε αδυναμία να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Άγγλων στην Αμερική, θεώρησε πως έπρεπε να αποσυρθεί από εκεί, εγκαταλείποντας 60.000 συμπατριώτες της… Οι Άγγλοι, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν στον Καναδά την εξουσία, τη διοίκηση, την οικονομία, το εμπόριο, την εκπαίδευση και έλεγχαν τον στρατό, προέβησαν σε συνεχόμενες προσπάθειες, μέσω κολακείας ή πειθούς, με στόχο να κάνουν τους Γάλλους Καναδούς να απαρνηθούν την ταυτότητά τους… Τα πάντα έδειχναν πως οι τελευταίοι θα αφομοιώνονταν. Κι όμως, χάρη σε ένα θαύμα ζωτικότητας, ενεργητικότητας και πίστης, ένα γαλλικό έθνος, τμήμα του λαού μας, κάνει σήμερα αισθητή την παρουσία του στον Καναδά και έχει την απαίτηση να αναγνωριστεί ως τέτοιο. Οι 60.000, οι οποίοι παρέμειναν τότε επιτόπου, έχουν φτάσει σήμερα τα 6 εκατομμύρια και παραμένουν Γάλλοι όσο ποτέ άλλοτε… Ουδείς μπορεί να φανταστεί το μέγεθος του κύματος πίστης και ελπίδας, που ξεσήκωσε τον πληθυσμό ολάκερου του Κεμπέκ στο πέρασμα του προέδρου της Δημοκρατίας. Από την πόλη του Κεμπέκ έως το Μοντρεάλ, σε αυτά τα 250 χιλιόμετρα κατά μήκος του ποταμού του Αγίου Λαυρεντίου, στα οποία οι Γάλλοι του Καναδά προσέδωσαν το όνομα “Βασιλική Οδός” (“Voie Royale”), επειδή επί γενεές ολόκληρες οι πατέρες τους ήλπιζαν να δουν κάποτε έναν αρχηγό κράτους της Γαλλίας να διασχίζει, χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν συγκεντρωθεί προκειμένου να αναφωνήσουν “Ζήτω η Γαλλία”, κουνώντας εκατοντάδες χιλιάδες τρίχρωμες [γαλλικές] σημαίες και σημαίες του Κεμπέκ με πλήρη απουσία οποιουδήποτε άλλου συμβόλου… Στο Μοντρεάλ, τη δεύτερη μεγαλύτερη γαλλική πόλη του κόσμου, καταληκτικό σημείο της περιοδείας μου, το ξέσπασμα του απελευθερωτικού πάθους ήταν τέτοιο, που η Γαλλία είχε ιερό καθήκον να ανταποκριθεί επίσημα και δίχως περισπασμούς. Αυτό ακριβώς έπραξα…”.⁴

                        Charles de Gaulle, Elysée, 27 novembre 1967 (Québec)   

 

Βρισκόμαστε, συνεπώς, μπροστά σε ένα διπλό φαινόμενο ρήξης με το πρόσφατο παρελθόν συνάμα όμως και αποκατάστασης της ιστορικής συνέχειας. Για πρώτη φορά, η κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας της Γαλλίας επιλέγει να πάρει εκδίκηση για την ήττα του 1763, παραγκωνίζοντας τις ευαισθησίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Οττάβας, καθώς και εκείνων του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.⁵ Από την άλλη πλευρά, είμαστε μάρτυρες μιας ενέργειας εξαγνισμού της επίσημης Γαλλίας για τη στάση, την οποία επί δυο αιώνες, είχε υιοθετήσει έναντι των ομοεθνών της του Καναδά. Τί ήταν, όμως, εκείνο, που είχε πείσει τον πρόεδρο de Gaulle να ξεπληρώσει, με αρκετά ριψοκίνδυνο τρόπο είναι αλήθεια, το ηθικό χρέος, το οποίο αισθανόταν πως είχε και να αξιοποιήσει, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ίδιος, την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας; Ιδού το ιστορικό της όλης υπόθεσης.

 

1.  Οι τρεις αποστολές του Jacques Cartier και η ίδρυση της πρώτης αποικίας (1534 – 1543)

O πρώτος Ευρωπαίος, ο οποίος περιέγραψε και χαρτογράφησε τον κόλπο και τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου ήταν ο θαλασσοπόρος Jacques Cartier, με καταγωγή από τη γαλλική επαρχία της Βρετάνης. Το 1534, ο βασιλέας Φραγκίσκος Α΄, ανέθεσε στον Cartier την αποστολή να ανακαλύψει ένα δυτικό πέρασμα προς τις πλούσιες αγορές της Ασίας. Ο τελευταίος απέπλευσε από τη γενέτειρά του, τον λιμένα του Saint-Malo, τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Έπειτα από έναν εικοσαήμερο διάπλου του Ατλαντικού, εξερεύνησε τμήμα της Νέας Γης και του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου. Ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με αυτόχθονες πληθυσμούς. Στις 24 Ιουλίου, στη θέση της σημερινής πόλης Gaspé, τοποθέτησε έναν σταυρό και παρουσία ενός μικρού αριθμού Ινδιάνων της φυλής Ιροκουά, κατέκτησε την περιοχή στο όνομα του βασιλέα της Γαλλίας. Tον Σεπτέμβριο επέστρεψε στην πατρίδα του, πεπεισμένος πως είχε φτάσει έως τις ακτές της Ασίας.⁶

Jacques Cartier (1491 – 1557).

 H αναφορά του κέντρισε το ενδιαφέρον του Γάλλου μονάρχη, ο οποίος τον επιφόρτισε με μια δεύτερη αποστολή για το αμέσως επόμενο έτος, διαθέτοντας αυξημένα μέσα συγκριτικά με την προηγούμενη (τρία πλοία, προσαρμοσμένα στις ανάγκες για πλου σε ποταμό και 110 άνδρες) για περαιτέρω εξερεύνηση της περιοχής. Ο Cartier έφτασε στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου και εισήλθε στον ποταμό.  Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1535, έφτασε στη θέση  Stadacona, όπου βρίσκεται σήμερα η Πόλη του Κεμπέκ. Ανεβαίνοντας τον ποταμό, συνέχισε έως τη θέση Hochelaga, την τοποθεσία του Μοντρεάλ, όπου έφτασε τον Οκτώβριο. ΄Εχοντας προηγουμένως, κληθεί να αντιμετωπίσει έναν βαρύ χειμώνα, την απώλεια του ενός τετάρτου των πληρωμάτων από σκορβούτο, τέλος, επιδείνωση των σχέσεων με τους ιθαγενείς, ο Cartier απέπλευσε τον Μάϊο του 1536 για τη Γαλλία, απαγάγοντας 12 Ινδιάνους (μεταξύ των οποίων τον αρχηγό της τοπικής φυλής, Donnacona και τους δυο γιούς του τελευταίου, Domagaya και Taignoagny), προκειμένου να εξάρουν ιδίοις στόμασι στον βασιλέα της Γαλλίας τα πλούτη και τις απεριόριστες δυνατότητες αξιοποίησης της περιοχής.

H δεύτερη αποστολή του Jacques Cartier στο Νέο Κόσμο (1535-1536).

Η τρίτη αποστολή (1541 – 1542), υπήρξε, μακρόθεν, η πλέον φιλόδοξη. Το διακύβευμα, δεν ήταν η αναζήτηση του βορειοδυτικού περάσματος, αλλά ο εποικισμός της περιοχής. Ωστόσο, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του Φραγκίσκου Α΄, η ηγεσία της αποστολής ανατέθηκε στον Jean-François de La Roque de Roberval, έναν Ουγενότο αυλικό και προσωπικό φίλο του βασιλέα. Στον Cartier ανατέθηκαν απλώς καθήκοντα αρχιπλοηγού. Αν και βαθιά απογοητευμένος, ο τελευταίος δέχτηκε να λειτουργήσει ως προπομπός του κυρίου σώματος της αποστολής. Στις 23 Μαίου απέπλευσε από το Saint-Malo, επικεφαλής πέντε πλοίων. Φτάνοντας στη Stadacona και διαπιστώνοντας τις, μάλλον απειλητικές προθέσεις των ιθαγενών, προτίμησε να εγκαθιδρύσει την αποικία λίγο μακρύτερα, στην ευκολότερα προστατεύσιμη θέση, όπου σήμερα υφίσταται το προάστιο της πόλης του Κεμπέκ, Cap-Rouge. Οι άποικοι και τα κοπάδια, έπειτα από μια κοπιώδη τρίμηνη διαμονή επάνω στα πλοία, αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου και εγκαταστάθηκαν. Η περιοχή οχυρώθηκε και ονομάστηκε Charlesbourg-Royal. Πρόκειται για την πρώτη αποικία στον Καναδά. Ο χειμώνας του 1541 – 1542 χαρακτηρίστηκε από περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με τους Ινδιάνους. Πέραν από την αμοιβαία καχυποψία, εκδηλώθηκαν φαινόμενα βίας, καθώς υπολογίζεται πως 35, περίπου, άποικοι απώλεσαν τη ζωή τους από επιθέσεις των Ιροκουά. Ήταν διάχυτη η αίσθηση πως ο Cartier στερείτο δυνάμεων για την υπεράσπιση της θέσης και για την εξερεύνηση της γύρω περιοχής. Εξουθενωμένος και απογοητευμένος, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τον Ιούνιο του 1542, στα ανοικτά της Νέας Γης, συναντήθηκε με το κύριο σώμα της αποστολής. Παρά τις πιεστικές παροτρύνσεις να επιστρέψει στο Charlesbourg-Royal, ο Cartier αναχώρησε για τη Γαλλία. Τη διοίκηση της αποικίας ανέλαβε ο Roberval προσωπικά. Ωστόσο, ο συνδυασμός  επιδημιών, δυσμενών καιρικών συνθηκών και εχθρικής συμπεριφοράς των ιθαγενών οδήγησε στη διάλυσή της, το 1543. Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα ολόκληρα χρόνια έως ότου ιδρυθεί νέα αποικία στον Καναδά. Τον Αύγουστο του 2006, ο πρωθυπουργός του Κεμπέκ Jean Charest, ανακοίνωσε τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης του Charlesbourg-Royal από τους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα μπορεί να είναι πενιχρά, δεν παύουν, ωστόσο, να αποτελούν αδειάσειστα τεκμήρια της πρώτης γνωστής αποικίας Ευρωπαίων στον Καναδά, έπειτα από εκείνη των Vikings στη Νέα Γη (περί το έτος 1000).

Η επαφή με τους Ινδιάνους Ιροκουά.

Παρά το άδοξο τέλος της αποστολής, η κληρονομιά, που άφησε πίσω του ο Cartier, πέρασε επάξια  στην Ιστορία. Έχοντας εξερευνήσει και χαρτογραφήσει τις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, υπήρξε αυτός που άνοιξε τον μεγαλύτερο δίαυλο διείσδυσης σε ολόκληρη τη Βόρειο Αμερική. Ίδρυσε την πρώτη αποικία και σε αυτόν ο Καναδάς οφείλει το όνομά του. Συγκεκριμένα, η ετυμολογία προέρχεται από τη λέξη  “kanata”, η οποία στη διάλεκτο των Χιούρον και των Ιροκουά σημαίνει χωριό, συγκρότημα κατοικιών ή, απλά, έδαφος. Ο Cartier, πρώτος, ονόμασε Καναδά την ευρύτερη περιοχή της Stadacona και Καναδούς τους ιθαγενείς, που συνάντησε εκεί.

 

2.  Δημιουργία και επέκταση της Νέας Γαλλίας (1608 – 1754)

Ως Νέα Γαλλία ονομάστηκε το σύνολο των γαλλικών αποικιών της ηπειρωτικής Βορείου Αμερικής. Αρχικά συμπεριλάμβανε τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου, τη Νέα Γη και την Ακαδία (σημερινή Νέα Σκωτία με πρόσβαση στον Ατλαντικό Ωκεανό). Με την πάροδο του χρόνου, η Νέα Γαλλία επεκτάθηκε σταδιακά και πέρα των Απαλαχίων Ορέων μέχρι των κόλπο του Μεξικού. Το όνομα Νέα Γαλλία (Gallia Nova) πρωτοεμφανίστηκε το 1529 σε ένα χάρτη του μοναχού  Giovanni da Verrazano, ο οποίος, το 1524, δέκα χρόνια πριν από την άφιξη του Cartier, είχε εξερευνήσει για λογαριασμό της Γαλλίας τις ακτές της Βορείου Αμερικής. Ως ημερομηνία ίδρυσης υπολογίζεται η εγκατάσταση, από τον Cartier, της εφήμερης αποικίας Charlesbourg-Royal. Ουσιαστικά, ωστόσο, η Νέα Γαλλία άρχισε να υφίσταται από το 1608, όταν ένας άλλος θαλασσοπόρος, εξερευνητής, χαρτογράφος, γεωγράφος και στρατιωτικός, ο Samuel de Champlain (1567 – 1635) ίδρυσε την αποικία του Κεμπέκ στην ακριβή θέση της σημερινής ομώνυμης πόλης, εκεί όπου ο ποταμός στενεύει. Άλλωστε, ο Champlain είναι εκείνος που θεωρείται ως πατέρας της Νέας Γαλλίας. Όχι μόνο από τότε οι Γάλλοι εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη κλίμακα στο Καναδά, αλλά με τις συνεχείς διευρύνσεις των ορίων της αποικίας τους, έφτασαν, έως τις αρχές του 18ου αιώνα, να ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του ανατολικού ημίσεως των σημερινών ΗΠΑ.

Σε ένα αρχικό στάδιο, η Νέα Γαλλία δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα άθροισμα εμπορικών σταθμών (colonies de comptoir) εφήμερης διάρκειας, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της αλιείας και του εμπορίου της γούνας με τους ιθαγενείς. Οι προσωρινοί κάτοικοι, μόλις εξασφάλιζαν τα όσα είχαν ανάγκη, εγκατέλειπαν το έδαφος της Νέας Γαλλίας επιστρέφοντας με την πραμάτειά τους στη Μητρόπολη. Τη διοίκηση των εμπορικών αυτών σταθμών ασκούσαν οι πολυάριθμες αποικιακές εταιρείες, οι οποίες σφυρηλατήθηκαν στη Γαλλία έχοντας επιλέξει ως πρότυπο την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (Verenigde Oost Indische Compagnie). Το 1617, ο Louis Hébert, ένας φαρμακοποιός από το Παρίσι, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Marie Rollet και τα τρία παιδιά τους, εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη βάση στο Κεμπέκ. Θεωρούνται οι πρώτοι άποικοι της Νέας Γαλλίας.

JD Kelly, Champlain Arrives at Québec, 1608 (1895).

Όταν, περί το 1750, η Νέα Γαλλία γνώρισε το γεωγραφικό της απόγειο, περιλάμβανε πέντε αποικίες, κάθε μια από τις οποίες διέθετε ξεχωριστή περιφερειακή διοίκηση: Καναδάς,  Ακαδία,  Κόλπος του Χάντσον (Βaie d’ Hudson), Νέα Γη και Πλεζάνς (Terre -Neuve et Plaisance) και Λουιζιάνα. Κάλυπτε μια αχανή έκταση 8 εκατομ. τετρ. χλμ. και αριθμούσε μόλις  70.000 πληθυσμό. Με γνώμονα τα σημερινά διοικητικά δεδομένα, η Νέα Γαλλία περιλάμβανε το σύνολο ή τμήμα επτά επαρχιών του Καναδά (Manitoba, New Brunswick, New Foundland and Labrador, Nova Scotia, Québec, Ontario, Saskatchewan) και 22 πολιτειών των ΗΠΑ (Αlabama, Arkansas, Illinois, Iowa, Indianna, Kansas, Kentucky, Louisiana, Michigan, Minnesota, Mississippi, Missouri, New York, North Dakota, Ohio, Oklahoma, Pennsylvania,  South Dakota, Tennessee, Texas, West Virginia, Wisconsin). Προς ανατολάς, οι γαλλικές κτήσεις εφάπτονταν με τις 13 βρετανικές αποικίες, προς νότο με εκείνες της Νέας Ισπανίας, προς βορρά και προς δυσμάς με ανεξερεύνητες, ακόμη, εκτάσεις.

Tο 1627, ο καρδινάλιος Richelieu ίδρυσε την Εταιρεία της Νέας Γαλλίας (Compagnie de la Nouvelle-France) ή Εταιρεία των Εκατό Συνεταίρων (Compagnie des Cent-Associés). Ο καθένας από τους εκατό μετόχους (μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο καρδινάλιος καθώς και ο ιδρυτής της Νέας Γαλλίας, Samuel de Champlain), προσκόμιζε το ποσό των 3.000 λιρών, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, στην Εταιρεία ένα επαρκές αποθεματικό, προκειμένου να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί. Η τελευταία, εισήγαγε στη Νέα Γαλλία το σώμα των νόμων (Coutume de Paris), βάσει των οποίων ασκείτο από το 1510 και κατόπιν η διοίκηση στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού. Ο βασιλιάς της είχε εκχωρήσει επ’ αόριστον το μονοπώλιο κάθε είδους εμπορίου, πλην εκείνου της γούνας, για το οποίο είχε οριστεί χρονικός ορίζοντας 15 ετών. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, η Εταιρεία φρόντισε να διεκπεραιώσει τις δεσμεύσεις της: μεταφορά και εγκατάσταση σε μόνιμη κλίμακα 4000 αποίκων, ανάληψη και άσκηση της διοίκησης, παροχή στρατιωτικής προστασίας, τέλος, καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους ιθαγενείς.⁷

Το 1663, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ αποφάσισε τη διάλυση της Εταιρείας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διοίκηση της Νέας Γαλλίας μέσω ενός Ύπατου Συμβουλίου (Conseil Souverain). Έκτοτε, η βασιλική εξουσία ασκήθηκε με γνώμονα το παραπάνω σχήμα, εως τη στιγμή της απώλειας της αποικίας το 1760. Το 1664, ένα έτος έπειτα από τη διάλυση της Εταιρείας, ο υπουργός Oικονομικών Jean-Baptiste Colbert, κατόπιν εντολής του μονάρχη, προχώρησε στην ίδρυση της Γαλλικής Εταιρείας Δυτικών Ινδιών (Compagnie française des Indes occidentales) με στόχο την ενίσχυση του μεταναστευτικού ρεύματος με προορισμό τη μεγάλη υπερπόντια αποικία, καθώς και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο του εμπορίου. Βρισκόμαστε εν μέσω της εποχής του μερκαντιλισμού, ιδιαίτερα δε, του κολμπερτισμού, μιας παραλλαγής του τελευταίου. Ωστόσο, η εν λόγω Εταιρεία αποδείχτηκε εφήμερης διάρκειας, καθώς μόλις που κατάφερε να συμπληρώσει μια δεκαετία ύπαρξης και λειτουργίας προτού πάψει να υφίσταται.⁸

Χάρτης της Νέας Γαλλίας το έτος 1750. Διακρίνονται επίσης οι βρετανικές και ισπανικές κτήσεις της εποχής. Σε αυτόν αποτυπώνονται, τέλος, και τα σημερινά διοικητικά όρια των επαρχιών του Καναδά και των πολιτειών των ΗΠΑ.

Ο Καναδάς ήταν η σημαντικότερη από τις πέντε αποικίες. Η Πόλη του Κεμπέκ, η πρωτεύουσά του, ήταν συνάμα και διοικητική πρωτεύουσα ολόκληρης της Νέας Γαλλίας. Δεύτερη σε μέγεθος αποικία, τελευταία, όμως, κατά χρονολογική σειρά, ήταν η Λουιζιάνα, η οποία κάλυπτε τη λεκάνη του Μισισιππή, από τις πηγές έως τις εκβολές του τελευταίου. Εκτεινόταν από τις Μεγάλες Λίμνες έως τον κόλπο του Μεξικού και από τα Απαλάχια έως τα Βραχώδη Όρη. Ανακαλύφτηκε το 1673 από τον Louis Jolliet και κατακτήθηκε εννέα χρόνια αργότερα, το 1682 από τον Cavelier de la Salle. H αποικία της Λουιζιάνας ιδρύθηκε το 1699 από τον Pierre Le Moyne d’ Iberville και οφείλει το όνομά της στον ηγεμόνα της Γαλλίας, τον βασιλέα Λουδοβίκο ΙΔ΄. Ήταν χωρισμένη σε δυο διοικητικές περιφέρειες: την Άνω Λουιζιάνα (την κοιλάδα του Οχάϊο, όπου ευδοκιμούσε το εμπόριο της γούνας) και την Κάτω Λουιζιάνα, γνωστή από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου και βάμβακος. Τελευταία πρωτεύουσα υπήρξε η Νέα Ορλεάνη και συγκεκριμένα η Γαλλική Συνοικία (Vieux Carrée), το σημερινό ιστορικό κέντρο της πόλης, που ιδρύθηκε το 1718.⁹  Ως αποτέλεσμα της ήττας στον Επταετή Πόλεμο, το 1763 η Γαλλία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει το ανατολικό τμήμα των εδαφών της Λουιζιάνας στη νικήτρια Βρετανία και παράλληλα εκχώρησε με τη συνθήκη του Φονταινεμπλώ (1762) το δυτικό τμήμα στην Ισπανία. Το 1800, επανέκτησε την κυριότητα των δυτικών εδαφών. Αλλά πιεζόμενος από υποχρώσεις στην Ευρώπη, ο Ναπολέων Βοναπάρτης αποφάσισε να πουλήσει την περιοχή στις ΗΠΑ με την επονομαζόμενη “Αγορά της Λουιζιάνας” του 1803, τερματίζοντας την παρουσία των Γάλλων στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχώρησαν μέρος της Αγοράς της Λουιζιάνας στη Μεγ. Βρετανία το 1818.

Χάρτης της Λουιζιάνας (π. 1720).

H Ακαδία, τρίτη σε μέγεθος αποικία της Νέας Γαλλίας, με πρωτεύουσα το Port-Royal, καταλάμβανε το σύνολο των σημερινών επαρχιών Nova Scotia και New Brunswick του Καναδά και της πολιτείας Maine των ΗΠΑ. To 1713, με βάση τις διατάξεις της συνθήκης της Ουτρέχτης, η Ακαδία παραχωρήθηκε στη Μεγ. Βρετανία. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα δυο νησιά Isle Royale και Isle Saint-Jean στην είσοδο του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, κοντά στις εκβολές του ποταμού. Το όνομα Ακαδία συνέχισε να ισχύει για τις εναπομείνασες περιοχές. Νέα πρωτεύουσα ορίστηκε η οχυρή θέση Λούισμπουργκ, έως την οριστική απώλεια της αποικίας, μετά το πέρας του Επταετούς Πολέμου. Η ιστορία της Ακαδίας και των κατοίκων της σημαδέυτηκε από ένα άλλο γεγονός: εκείνο του ομαδικού εκτοπισμού, στον οποίο προέβη η βρετανική διοίκηση το 1755. Παρά το γεγονός ότι από το 1713 ήδη, το μεγαλύτερο τμήμα της αποικίας είχε εκχωρηθεί στους Βρετανούς, ο γαλλόφωνος πληθυσμός αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη και να αποσυρθεί στις παρακείμενες δυο νήσους, που είχαν παραμείνει υπό γαλλικό έλεγχο. Στα σαράντα έτη που μεσολάβησαν, οι Ακαδιανοί μεγαλούργησαν, καθιστώντας καλλιεργήσιμες μεγάλες εκτάσεις, χάρη στα φράγματα, τα οποία κατασκεύασαν. Ο αιφνιδιασμός της βρετανικής διοίκησης, η οποία προσέβλεπε στην εθελούσια αποχώρηση των κατοίκων και στον εποικισμό της περιοχής από πληθυσμό, προερχόμενο από τις γειτονικές δεκατρείς βρετανικές αποικίες της Νέας Αγγλίας, υπήρξε έκδηλος. Με την πάροδο του χρόνου, η παρουσία και προκοπή των Ακαδιανών άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα προέκυψε από τους δημογραφικούς δείκτες. Μεταξύ των ετών 1714 και 1749, ο γαλλικός πληθυσμός αυξήθηκε από 2.528 σε 11.925 (οικογένειες με άνω των δεκαπέντε παιδιών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο). Κατά συνέπεια, οι γαλλόφωνοι καθολικοί πολλαπλασιάζονταν ταχύτερα από τους αγγλόφωνους προτεστάντες. Το 1753, ο Charles Lawrence ανέλαβε διοικητής της Νέας Σκωτίας. Ευθύς εξαρχής γνωστοποίησε την πρόθεσή του να εκδιώξει τους Ακαδιανούς. Προβλέποντας πως οι τελευταίοι θα αρνούνταν, έθεσε ως προϋπόθεση για μια παραμονή επιτόπου, τον υποχρεωτικό και άνευ όρων όρκο υποταγής προς τον βασιλέα της Αγγλίας. Η επιχείρηση απέλασης υπήρξε σύντομης διάρκειας και οδήγησε, δυο χρόνια αργότερα, στον ομαδικό εκπατρισμό 10.000 ατόμων. Ο ξεριζωμός αυτός είναι γνωστότερος ως “Μεγάλη Αναστάτωση” (Grand Dérangement).¹º

Η “Μεγάλη Αναστάτωση” των Ακαδιανών το 1755.

Από τις υπόλοιπες δυο αποικίες της Νέας Γαλλίας, η πρώτη (Νέα Γη και Πλεζάνς) ήταν περισσότερο γνωστή για τις δυνατότητες που προσέφερε στον τομέα της αλιείας., ειδικότερα γύρω από τη Νέα Γη και την εναπομείνασα μέχρι σήμερα γαλλική κτήση, τo σύμπλεγμα των νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Γαλλία διατήρησε το μονοπώλιο της αλιείας στην ευρύτερη περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποποιήθηκε το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα έναντι σημαντικής χρηματικής αποζημίωσης το 1904, στο πλαίσιο της συνομολόγησης του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης με τη Μεγ. Βρετανία. Ως προς τη δεύτερη αποικία (Κόλπος του Χάντσον), γνωστή για το εμπόριο γούνας, έπειτα από μακροχρόνια  αντιπαράθεση, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ εκχώρησε μεγάλα τμήματα στους Βρετανούς, με  την υπογραφή της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713).

 Les Grands Explorateurs de la Nouvelle-France (1534-1739)     

3.  Σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς

Κατά τα πρώτα έτη ζωής της Νέας Γαλλίας και έως το τέλος του 17ου αιώνα, η καθημερινότητα των αποίκων είχε σημαδευτεί από συνεχείς περιορισμούς: αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, μεγάλη απόσταση από τη Μητρόπολη, αβέβαιες εμπορικές συναλλαγές εξαιτίας της προηγούμενης παραμέτρου κλπ. Ως εκ τούτου, οι πρώτοι Γάλλοι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να αυτοσυντηρηθούν παράγοντας οι ίδιοι τα προς το ζην, προσαρμόζοντας στη βορειοαμερικανική πραγματικότητα τις μεθόδους καλλιέργειας, που είχαν προσκομίσει από τη γενέτειρά τους, τέλος, συνάπτοντας σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς και αφομοιώνοντας πολλές από τις συνήθειες των τελευταίων. Γρήγορα, ωστόσο, βρήκαν τον βηματισμό και τους ρυθμούς τους στο Νέο Κόσμο. Κατά τον 18ο αιώνα, το επίπεδο διαβίωσης των αποίκων εθεωρείτο υψηλότερο από εκείνο των κατοίκων της μητροπολιτικής Γαλλίας, ειδικότερα κατά την περίοδο της λεγομένης “Τριακονταετούς Ειρήνης” (1713-1744). Υπήρχε αφθονία ξυλείας για θέρμανση, κυνηγιού και ψαριού για διατροφή, τέλος, οι άποικοι ήταν ιδιοκτήτες της γης, επί της οποίας κατοικούσαν. Η σταθερή, αυτή, ανοδική πορεία ανακόπηκε από τους περισπασμούς, που προκάλεσαν πρώτα ο Πόλεμος της Αυστριακής  Διαδοχής (1740-1748)  και εν συνεχεία ο Επταετής Πόλεμος (1755-1764).¹¹

Ευθύς εξαρχής, οι Γάλλοι άποικοι της Ακαδίας και του Καναδά ήρθαν σε επαφή με τις φυλές των Αμερινδιάνων της περιοχής (Αλγκονκίνοι, Ιροκουά, Μικμάκοι, Μοχώκ και Χιούρον). Ο έλεγχος των δικτύων διακίνησης της γούνας εξελίχθηκε σε διακύβευμα αντιπαράθεσης, καθώς κάθε μια από τις παραπάνω φυλές φιλοδοξούσε να καλλιεργήσει προνομιακές σχέσεις με τους Ευρωπαίους αποίκους. Ο επονομαζόμενος “Πόλεμος της Γούνας” έφερε αντιμέτωπους τους Αλγκονκίνους και τους Χιούρον, συμμάχους των Γάλλων, με την ισχυρή Λίγκα των πέντε εθνών, ένα είδος συνομοσπονδίας που είχαν συγκροτήσει προς δικό τους όφελος οι Ιροκουά, διαθέτοντας την υποστήριξη των Ολλανδών του Νέου Αμστερνταμ (προδρόμου της Νέας Υόρκης) καθώς και των Βρετανών αποίκων της Νέας Αγγλίας. Οι όλο και περισσότερες επιδρομές των Ιροκουά προκάλεσαν την αποστολή στρατευμάτων από τη Γαλλία για την αποκατάσταση της τάξης και τη διασφάλιση της  βασιλικής εξουσίας. Το 1690 αποκρούστηκε μια επίθεση κατά της πόλης του Κεμπέκ, με τη συνδρομή των Βρετανών. Τα γαλλικά αντίποινα υπήρξαν βαρύτατα για τους Ινδιάνους. Επιπρόσθετα, η φυλή των Ιροκουά απειλήθηκε με ολοκληρωτικό αφανισμό εξαιτίας επιδημιών, με άμεσο ανασταλτικό αντίκτυπο στην εν γένει δημογραφική τους εξέλιξη. Έτσι, από το 1697 άρχισαν να υιοθετούν περισσότερο διαλακτική στάση. Ο δρόμος για μια γενικευμένη ειρήνη, επωφελή για όλες τις πλευρές, είχε πλέον ανοίξει.

Όλες οι προηγούμενες πρωτοβουλίες για συμβιβασμό είτε δεν είχαν καταφέρει να καρποφορήσουν, είτε είχαν καταλήξει σε εφήμερης διάρκειας  εύθραυστες διμερείς συμφωνίες ανάμεσα σε Γάλλους και Αμερινδιάνους ή, ακόμα, ανάμεσα σε Αμερινδιάνους μεταξύ τους. Έχοντας αυτό ακριβώς κατά νου, οι αρχές της Νέας Γαλλίας δρομολόγησαν μια διαδικασία σταδιακών προπαρασκευαστικών διαπραγματεύσεων, ικανών να καταλήξουν σε μια τελική συμφωνία ευρείας αποδοχής. Τον Μάρτιο του 1700, μια πρώτη συνδιάσκεψη έλαβε χώρα εντός του εδάφους των Ιροκουά. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στο Μοντρεάλ, υπογράφηκε μια προσωρινή ειρήνη με τη Λίγκα των πέντε εθνών. Ταυτόχρονα, στάλθηκε πρόσκληση προς όλες τις φυλές, που κατοικούσαν πέριξ των Μεγάλων Λιμνών, που σήμερα (με εξαίρεση τη λίμνη Μίσιγκαν) βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, για συμμετοχή σε μια μεγάλη συνδιάσκεψη με στόχο τη συνομολόγηση μιας τελικής πράξης. Φορείς της πρόσκλησης ήταν Γάλλοι ιερείς και στρατιωτικοί, με διασυνδέσεις στον κόσμο των Αμερινδιάνων. Η συνδιάσκεψη προγραμματίστηκε για το θέρος του 1701.

Χορός των Ινδιάνων Αλγκονκίνων (χαρακτικό του John White, 1590).

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι διαπραγματεύσεις με αντικείμενο την ουδετερότητα των πέντε εθνών Ιροκουά συνεχίστηκαν αδιάλειπτα. Οι πρώτες αντιπροσωπείες για τη μεγάλη συνδιάσκεψη άρχισαν να καταφθάνουν στο Μοντρεάλ στις αρχές του καλοκαιριού. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 21 Ιουλίου και 7 Αυγούστου με τη συμμετοχή 1.300 συνέδρων σε μια πόλη, που αριθμούσε μόλις 1.200 κατοίκους! Σημαδεύτηκαν, μεταξύ άλλων, από τον θάνατο εξαιτίας υψηλού πυρετού του Kondiaronk, αρχηγού της φυλής των Χιούρον, εκ των πρωτοστατών των διαπραγματεύσεων. Η κηδεία του υπήρξε μεγαλοπρεπής με τη συμμετοχή όλων των παρευρισκομένων. Μια μικρή καθυστέρηση, που παρατηρήθηκε ως προς τη διεκπεραίωση των συζητήσεων, οφειλόταν στην υπέρμετρη σχολαστικότητα του Louis-Hector de Callière, Κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, διακαής επιθυμία του οποίου ήταν η συνομολόγηση μιας συμφωνίας δίχως ελαττώματα και ελλείψεις.

  Canada A People’s History: Claiming the Wilderness 1670 to 1755     

Η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (Grande Paix de Montréal) υπογράφηκε στις 4 Αυγούστου 1701. Τρεις όροι αξίζουν μνείας: 1) Όλοι οι αιχμάλωτοι, αυτόχθονες και μη, απελευθερώνονταν. 2) Τα εδάφη, όπου ευδοκιμούσε το κυνήγι, συγχωνεύονταν και αξιοποιούνταν από κοινού από τους αυτόχθονες. 3) Οι φυλές των Αμερινδιάνων δεσμεύονταν να τηρήσουν στάση ουδετερότητας σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης μεταξύ των βρετανικών και γαλλικών αποικιών της ευρύτερης περιοχής. Σε αυστηρά διπλωματικό επίπεδο, η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Β. Αμερικής καθώς, πέρα από την ειρήνευση με τους ντόπιους, περιλαμβάνει διατάξεις (όπως η υπ αρ. 2), οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Άλλες, πάλι, παραβιάστηκαν στο πλαίσιο των πολέμων, που ακολούθησαν. Το εμπόριο και οι εξερευνητικές αποστολές ξαναβρήκαν το ρυθμό τους. Σε αντιδιαστολή με την πολιτική των Ισπανών στο αμερικανικό Νότο, η οποία προσέβλεπε στην υποδούλωση και αφομοίωση των ιθαγενών πληθυσμών, οι Γάλλοι επέλεξαν τη φωνή της λογικής. Εκείνη της συμβίωσης επ ωφελεία αμφοτέρων των πλευρών. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, οι άποικοι εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, υιοθετώντας δικές τους συνήθειες, όπως αποκαλύπτει η παράδοση των λεγομένων “δρομέων των δασών” (coureurs des bois), ένα είδος μεσαζόντων στον τομέα του εμπορίου της γούνας.¹²

Το πρωτότυπο της Μεγάλης Ειρήνης του Μοντρεάλ (Archives nationales d’outre-mer, Aix-en-Provence, Γαλλία).  Διακρίνονται τα εικονογράμματα της κάθε φυλής.

Εν κατακλείδι, από όλα τα κράτη, τα οποία επιδόθηκαν σε μια πολιτική αποικιακής εξάπλωσης, η Γαλλία υπήρξε το μόνο, που δεν προχώρησε σε εξόντωση των ιθαγενών, δεν επιχείρησε να τους καταστήσει σκλάβους ούτε και να τους εγκλωβίσει μέσα σε ρεζέρβες. Το έπραξε ακόμη και για ιδιοτελείς λόγους. Το εμπόριο της γούνας ήταν ο κινητήριος μοχλός της οικονομίας της Νέας Γαλλίας. Ο ρόλος των Αμερινδιάνων ήταν κομβικός στον τομέα αυτόν. Συνεπώς, η καλλιέργεια καλών σχέσεων μαζί τους, λειτουργούσε προς όφελος των ιδίων των Γάλλων. Μόνο έτσι, οι τελευταίοι μπορούσαν να είναι βέβαιοι για την απρόσκοπτη τροφοδοσία σε είδος των αγορών του Μοντρεάλ και του Κεμπέκ και την ασφαλή προώθηση, κατόπιν, του προϊόντος προς τη Μητρόπολη. Επί 150 ολόκληρα χρόνια, η Νέα Γαλλία ενσάρκωνε ένα όνειρο. Το όνειρο της διαβίωσης κάτω από καλύτερες συνθήκες σε ένα νέο, άγνωστο, κόσμο. Το μυστικό της επιτυχίας υπήρξε η καλλιέργεια και διατήρηση καλών σχέσεων με τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Ως προς αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα ο περιορισμένος αριθμός των αποίκων. Δεν προκαλούσε στους ντόπιους την αίσθηση μιας μαζικής έλευσης, με απώτερο στόχο την κατάκτηση. Αντίθετα, η άσκηση ελέγχου επάνω σε μια τεραστίων διαστάσεων περιοχή, δεν ήταν εφικτή παρά μόνο χάρη σε μια αρμονική συνύπαρξη με τους ιθαγενείς. Υπήρχαν, ωστόσο, εγγενή προβλήματα και δυσκολίες. Οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες καθιστούσαν, κατά τους χειμερινούς μήνες, αδύνατη την πρόσβαση δια θαλάσσης στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου, όπως και την κυκλοφορία κατά μήκος του ομώνυμου ποταμού. Προς ανατολάς, η ύπαρξη των 13 βρετανικών αποικιών απέκλειε κάθε υπόνοια πρόσβασης στις ακτές του Ατλαντικού. Έτσι εξηγείται η επέκταση της Νέας Γαλλίας προς τη μακρινή Λουιζιάνα και τον κόλπο του Μεξικού. Αντιστρόφως ανάλογα, η μεγάλη γαλλική αποικία παρεμπόδιζε μια βρετανική επέκταση από τις ανατολικές ακτές προς την ενδοχώρα. Σε αντίθεση με τη Νέα Γαλλία, μια αραιοκατοικημένη έκταση, οι γεμάτες δυναμισμό βρετανικές αποικίες ήταν υπερπληθείς. Αριθμούσαν 1 εκατομμύριο κατοίκους έναντι 70.000 Γάλλων μόνο. Επιπρόσθετα, ήταν αδιάκοπτος ο ρυθμός έλευσης, σε αυτές, αποίκων από την Ευρώπη. Συνεπώς, η Νέα Γαλλία ήταν, στην ουσία, μια αποικία, που δεν κόστιζε ακριβά, δεν απέδιδε, ωστόσο πολλά. Σε κάποιο βαθμό λειτουργούσε εν είδει αντιπερισπασμού προς όφελος της Μητρόπολης, απασχολώντας μακριά από το έδαφος της τελευταίας ισχυρά βρετανικά στρατεύματα. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία έμελλε να επηρρεάσει τα μάλλα τον σχεδιασμό της γαλλικής αποικιακής πολιτικής κατά τα έτη της εμπόλεμης αντιπαράθεσης με τη Μεγάλη Βρετανία, που επρόκειτο να ακολουθήσουν.

         Québec, Louisiane – Le Grand Tour       

 

[Συνεχίζεται]

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Dale C. Thomson, Vive le Québec Libre, Toronto, Deneau Publishers, 1988, σ. 199.

² Pierre Godin, Daniel Johnson, τόμος Β΄, La difficile recherche de l’ égalité, Montréal, Les éditions de l’Homme, 1980, σ. 221-223.

³ Alain Peyrefitte, «De Gaulle: Il y aura une République française du Canada», Les cahiers d’histoire du Québec au XXe siècle, n7 (printemps 1997), σ. 13-22.

⁴  https://degaulle.fondationlionelgroulx.org/discours-31.html

⁵ Για μια γενικότερη επισκόπηση της επίσκεψης του στρατηγού De Gaulle στο Κεμπέκ, βλ. Sylvie Guillaume, “Le général de Gaulle et le Québec”, Espoir, αρ. 70, 1990.

⁶ Patricia Seed, Ceremonies of Possession in Europe’s Conquest of the New World: 1492-1640, Cambridge University Press, 1995, σ. 56. Για μια αναλυτική προσέγγιση βλ. Jacques Cartier,  [Ramsay Cook, ed.], The Voyages of Jacques Cartier, Toronto, University of Toronto Press και Fernand Braudel – Michel Mollat du Jourdin, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

⁷ Marcel Trudel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973, σ.249.

⁸ Βλ.σχετικά, Édits, ordonnances royaux, déclarations et arrêts du Conseil d’État du roi, concernant le Canada, P.E. Desbarats, 1803

⁹ Για μια διεξοδική προσέγγιση της ιστορίας της Γαλλικής Λουιζιάνας βλ. το τετράτομο έργο του Marcel Giraud, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974 και Bernard Lugan, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

¹º Για τον μαζικό εκτοπισμό των κατοίκων της Ακαδίας βλ. Naomi Griffiths, The Contexts of Acadian History, 1686-1784, Montréal, McGill-Queen’s University Press, 1992 και Lockerby W. Earle, «Le serment d’allégeance, le service militaire, les déportations et les Acadiens: opinions de France et de Québec aux 17et 18siècles», στο Acadiensis, vol. xxxvii, n1,‎ hiver/printemps 2008, σ. 149-171.

¹¹ Για την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Νέας Γαλλίας βλ. Raymond Douville – Jacques Donat Casanova, La vie quotidienne en Nouvelle France. Le Canada de Champlain à Montcalm, Paris, Hachette, 1964.

¹² Σχετικά με τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ βλ. Alain Beaulieu – Roland Viau, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Montréal, Éditions Libre Εxpression, 2001.

 

EΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  A΄ ΜΕΡΟΥΣ

Beaulieu Alain – Viau Roland, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Québec, Éditions Libre Expression, 2001

Blashfield Jean F., Jacques Cartier in search of the Northwest Passage, MinneapolisMN,  Compass Point Books, 2002.

Braudel Fernand – Mollat du Jourdin Michel, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

Cartier Jacques, The Voyages of Jacques Cartier, Toronto Ramsay Cook, ed., 1993.

Charbonneau Hubert, Naissance d’une population: les Français établis au Canada au XVIIe siècle, Paris et Montréal, I.N.E.D., PUF et Presses de l’Université de Montréal, 1987.

Eccles William John, The French North America 1500-1763, East Lansing, Michigan State University Press, 1998.

Frégault Guy,  La Civilisation de la Nouvelle France 1713-1744, Montréal, Éditions Pascal, 1944 (2e édition 1969, 3e édition 1990).

Giraud Marcel, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974.

Greene Meg, Jacques Cartier: Navigating the St. Lawrence River, New York, Rosen Central, 2004.

Havard Gilles – Vidal Cécile, Histoire de l’ Amérique française, Paris, Flammarion, 2003.

Jacquin Philippe, Les Indiens blancs: Français et Indiens en Amérique du Nord (XVI– XVIIIsiècles), Paris, Payot, 1987.

Lahaise Robert – Vallerand Noël, La Nouvelle-France 1524-1760, Outremont (Québec), Lanctôt, 1999.

Lugan Bernard, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

Trudel Marcel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973.

Trudel Marcel, Histoire de la Nouvelle-France, Paris et Montréal, Fides, 1963-1999.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χαράλαμπος Μηνάογλου: Αναστάσιος Μιχαὴλ ο Μακεδὼν. Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκὸς

Χαράλαμπος Μηνάογλου

Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών.

Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός

Παρότι ο Έλληνας με τον βαρύτερο ακαδημαικό τίτλο στην εποχή του, αυτόν του μέλους της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου, ο Αναστάσιος Μιχαήλ είναι λόγιος που δεν έχει ακόμη βρεί την θέση που του αξίζει στα γράμματα και την ιστορία μας. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν διαθέτουμε ιδιαίτερες πληροφορίες. Γνωρίζουμε βεβαίως πως καταγόταν από την Νάουσα. Από τον Λόγο περί Ελληνισμού, το γνωστό μέχρι σήμερα στην βιβλιογραφία έργο του με τον τίτλο Περιηγηματικόν Πυκτάτιον[1], προκύπτει πως σπούδασε στα Γιάννενα, στην σχολή Γκιούμα, με δάσκαλο τον Γεώργιο Σουγδουρή (c. 1645-1725)[2], τον οποίο βοηθούσε και ως αντιγραφέας. Είχε συμμαθητές τον Αλέξιο Σπανό[3] και τον γνωστό μόνο από την εγγραφή του στην Πάδοβα Μαργαρίτη Μάνθου[4]. Φαίνεται όμως πως παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα και στην σχολή του Επιφανίου, την λεγομένη Μικρή Σχολή των Ιωαννίνων, καθώς δηλώνει πως παρακολουθούσε μαθήματα του Παρθένιου Κατσούλη, ο οποίος υπήρξε σχολάρχης της εν λόγω Σχολής[5]. Εκεί μάλιστα ο Μιχαήλ αναφέρει πως είχε και την πρώτη επαφή με Ευρωπαίους, καθώς πέρασαν από την Σχολή κάποιοι Άγγλοι ακόλουθοι της βρετανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη.

Αναστάσιος Μιχαήλ, Περιηγηματικόν Πυκτάτιον ἤτοι Περιήγησις τῆς Εὐρώπης (Ἐν Ἀμστελοδάμῳ 1706).

Πολλοί Έλληνες ιεράρχες τον ενίσχυσαν πνευματικά και οικονομικά. Περισσότερα όμως οφείλει στον οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας άγιο Γεράσιμο τον Παλλαδά, τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας Ζωσιμά, ενώ από τα γραφόμενά του φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό να γνωριζόταν και με τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο. Από τις αρχοντικές οικογένειες της Πόλης και των Ηγεμονιών γνώριζε τους Καντακουζηνούς, τους Μαυροκορδάτους και τους Καντεμίρ.

Μετά τα Γιάννενα, ο ίδιος μας πληροφορεί πως μετέβη στα 1702 στην Κέρκυρα και, ενώ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει για την Βενετία, μεταπείστηκε να αναβάλει το ταξίδι του στην Ευρώπη. Οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα των Ελληνικών Γραμμάτων. Από εκεί τον οδήγησε στην Χάλλη ο Adhard Adelung[6], παρότι σύμφωνα με τα γραφόμενα του φίλου του Αλεξάνδρου Ελλαδίου, ο Μιχαήλ επιθυμούσε πρωτίστως να ταξιδέψει στην Βενετία. Οπωσδήποτε τον Αύγουστο του 1703 βρισκόταν στην Γερμανία, καθώς τον βρίσκουμε γραμμένο στο Πανεπιστήμιο της Χάλλης για θεολογικές σπουδές[7], ενώ μέχρι τουλάχιστον τα 1710 διέμενε άλλοτε στην Γερμανία και άλλοτε στην Ολλανδία. Αυτήν την περίοδο ταξίδεψε για πρώτη φορά και στην Ρωσία. Σε αυτά τα χρόνια συνδέθηκε με φιλία με τους τρεις προαναφερθέντες Γερμανούς λογίους και επίσης τον ελληνιστή Johann Michael Langius (1664-1731)[8], ο οποίος σημειώνει ότι ο Μιχαήλ του έκανε διορθώσεις στα έργα του[9]. Ο κύκλος του εκτάθηκε και πέρα από τους ελληνιστές, καθώς υπήρξε φίλος και του αρμενολόγου Johann Joachim Schröder (1680-1756)[10]. Στην Χάλλη βρήκε την ευκαιρία να σπουδάσει και την εβραϊκή φιλολογία κοντά στον J. H. Michaelis[11].

Πέρα όμως από την φιλική του σχέση με τους Γερμανούς συνεργάστηκε και με τον Αλέξανδρο Ελλάδιο, στον οποίο αφιέρωσε και το εξής επίγραμμα:

«Οὖλε τ’ Ἀλέξανδρος, καί χαίροις αἴεν ἄμεινον,

Ἑλλάδος ἐσσί κλέος χ’ ᾅδε Θεσσαλίης.

Καί σε φέρον γέ Μοῦσ’ ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν ὁρᾶσθαι,

Κάλλος ὀλυμπιάδων, ἱζόμενον σοφίῃ.

Γερμανίης ὀμφήν σῆς ἄφθονον Ἑλλάδος ἦγες,

Καί φίλαν ἑλλαδίοις πάτραν ἑών τελέεις.

Ξυγχαίρω τοι, καί πάλιν αὖτ’ ἐρέω τεῦ χαίρειν

Πάτρῃ καλλίστῃ, τέμπε’, ὢ οἶα φέρει.

Θρέψε πάλαι πηλείδην, καί θάψ’ Ἱπποκράτην,

Τώ διόδεν γεγάατ’ Ἄλκιμοι Ἰατέρων.

Τοί τέ καί αὐτέῳ ἰατρίης ὄχα φρεσσί μέμηλε;

Καί γνῶσιν βοτανῶν ἔξοχα φρεσσί φέρεις.

Ἱπποκράτης ἄρ’ ἔοις, καί Ἀλέξανδρος θεοειδής.

Τοῦ δ’ ἐπειή τε δέμας τιτθός ἐών φερέεις.

Ὣς γ’ ἕλλην τέ σοφός πολλῶν ῥ’ ἀντάξιος ἄλλων,

Ὦ καί Ἀλεξάνδρου, κᾄξιε Θεσσαλίης»[12].

«Ανταποδίδοντας» ο Ελλάδιος τον αναφέρει αρκετές φορές στο έργο του[13]. Επίσης, γνωρίζουμε πως είχε επαφές και με τον Σεραφείμ τον Μυτιληναίο, άλλον Έλληνα λόγιο με τον οποίο η δράση του Μιχαήλ διασταυρώθηκε τόσο στην Γερμανία, όσο και στην Ρωσία[14].

Το Δημαρχείο και το παλαιό Πανεπιστήμιο της Χάλλης σε γκραβούρα των αρχών του 18ου αι.

Στην Ρωσία πρέπει να βρέθηκε για σύντομο διάστημα το 1709, ενώ εμφανίζεται εγκατεστημένος εκεί από το 1715, όταν και ανέπτυξε σπουδαία δράση κυρίως στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Υπήρξε ένας από τους Έλληνες που υπηρέτησαν τον Μεγάλο Πέτρο (1672-1725), στον οποίο αφιέρωσε και ένα έργο του[15]. Διετέλεσε μέλος της ειδικής επιτροπής, την οποία είχε συγκροτήσει ο Πέτρος για την νέα σλαβονική μετάφραση της Βίβλου[16]. Το 1722 ο τσάρος τον διόρισε πάρεδρο της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας. Στην καριέρα του στην Ρωσία θα πρέπει να θεωρήσουμε πως διαδραμάτισε ρόλο και η γνωριμία του με τον Andrey Artamonovich Matveev (1666-1728), γιό του σπουδαίου Ρώσου λογίου Artamon Sergeyevich Matveev (1625-1682), ο οποίος υπήρξε ευνοούμενος του τσάρου και πρεσβευτής του στο Λονδίνο, την Βιέννη και την Χάγη, όπου γνωρίστηκε και με τον Μιχαήλ[17]. Στην Ρωσία του Πέτρου έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1725.

Σχέδιο της Αγίας Πετρούπολης την εποχή του Μεγάλου Πέτρου.

 

Μεγάλος Πέτρος (1672-1725).

Ο Μιχαήλ υπήρξε σπουδαίος φιλόλογος και ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός, καθώς κατέστη μέλος μίας από τις τρεις αρχαιότερες ακαδημίες παγκοσμίως, αυτής του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) στα 1707. Η Ακαδημία είχε ιδρυθεί το 1700 με πρώτο πρόεδρο τον Gottfried Wilhelm Leibniz (1646-1716)[18].  Στην Πρωσική Ακαδημία αφιέρωσε και το έργο του με το οποίο θα ασχοληθούμε στην συνέχεια. Πρόκειται για το γνωστό στην βιβλιογραφία ως Περιηγηματικόν Πυκτάτιον, το οποίο έχει σωθεί σε ένα μόνο αντίτυπο και αυτό χωρίς σελίδα τίτλου και κολοβό, καθώς λείπουν οι σελίδες μετά την 216. Το κείμενο αυτό είναι πιθανόν να απετέλεσε και ομιλία του στην Ακαδημία.

Το τμήμα του έργου που είναι γνωστό δεν αποτελεί περιηγητικό κείμενο, όπως υπαινίσσεται ο μέχρι σήμερα τίτλος που ακολουθεί το έργο, αλλά μία πραγματεία, έναν Λόγο περί Ελληνισμού και έχει ως περιεχόμενο την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης[19], παιδείας και γλώσσας μετά την Άλωση, ώστε να αποδειχθεί αβάσιμη η ανθελληνική θέση διαφόρων Ευρωπαίων ελληνιστών της εποχής, ότι οι Έλληνες πλέον είχαν πάψει να υπάρχουν.

Ο Μιχαήλ διέπρεψε ως ελληνιστής[20], αν και δεν είναι γνωστό να δημοσίευσε αυτούσια σχετικά έργα, καθώς και αυτός, όπως οι περισσότεροι Έλληνες δάσκαλοι στην Ευρώπη κατά την πρώιμη νεότερη εποχή[21], αναγκάστηκε να εργαστεί για λογαριασμό Ευρωπαίων ελληνιστών, ώστε να εξοικονομήσει τα προς το ζην[22]. Οι τρεις τουλάχιστον γνωστές συμβολές του σε σπουδαία έργα Ευρωπαίων ελληνιστών, μαρτυρούν την επιστημοσύνη του. Ο Μιχαήλ δεν υπήρξε από αυτούς που μετέβη στην Ευρώπη, για να μάθει, αλλά για να διδάξει ελληνικά. Αυτό φαίνεται τόσο από την εκλογή του ως εξωτερικού μέλους στην Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Königliche Akademie der Wissenschaften), όσο και από την εκτίμηση που έτρεφαν για το πρόσωπό του καταξιωμένοι Γερμανοί ελληνιστές, όπως ο ακαδημαϊκός August Hermann Francke (1663-1727), ανατολιστής και ελληνιστής, ο ακαδημαϊκός Friedrich Hoffmann (1660-1742) και ο ελληνιστής Johann Tribbechovius (1677-1712)[23].

Ο στόχος που θέλησε να επιτύχει ο Μιχαήλ με την προσφώνησή του προς την ακαδημία του Βραδεμβούργου ήταν αναμφισβήτητα η προβολή του Ελληνισμού και η αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με αυτόν στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο λειτούργησε και ως ένα σημαντικό επιστημονικό πόνημα ανάμεσα στους Ευρωπαίους Ελληνιστές, οι οποίοι πλέον είχαν και μία αυθεντική μαρτυρία περί ελληνικής γλώσσας και περί του Ελληνισμού της εποχής τους, εφόσον αυτή κατατέθηκε από κάποιον που ήταν το γένος Έλλην και είχε την ελληνική ως μητρική του γλώσσα.

Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου σε γκραβούρα του 1748.

Ο κεντρικός σκοπός, η προβολή του Ελληνισμού τόσο προς τα μέσα, την ελληνική κοινωνία, όσο και προς τα έξω, την Ευρώπη, υπηρετείται κατάλληλα, από την επίτευξη τριών επιμέρους στόχων που έχει θέσει ο Μιχαήλ: την καταπολέμηση της ανθελληνικής άποψης που εκφραζόταν τότε από μερίδα των Ευρωπαίων Ελληνιστών πως τα μετακλασικά ελληνικά, δεν ήταν ελληνικά και κατά συνέπεια και οι Έλληνες των αρχών του 18ου αιώνα δεν ήταν Έλληνες, την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης και της παιδευτικής δραστηριότητας κατά την Τουρκοκρατία και την προβολή της επίδρασης του Ελληνισμού τόσο στους Ορθοδόξους λαούς, όσο και στους Δυτικούς.

Για αυτό και κατατροπώνει με αναντίρρητα επιχειρήματα τις γλωσσολογικές παραναγνώσεις των ανθελλήνων Ελληνιστών, με χωρία από ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Και όχι μόνο, καθώς συμπληρώνει παραπομπές και με χωρία λατινικά αλλά και εβραϊκά,  δείχνοντας πως αλλαγές στο φωνολογικό, τονικό, λεξιλογικό και συντακτικό μέρος τους έχουν υποστεί και άλλες γλώσσες χωρίς να αμφισβητείται η συνέχειά τους. Τονίζει έτσι ότι τα ελληνικά του καιρού του, είναι ελληνικά ακριβώς όσο ήταν και τα κλασικά ελληνικά του αθηναϊκού 5ου αιώνα. Επισημαίνει επίσης πως οι ανθέλληνες «σοφοί» δεν γράφουν όσα γράφουν από αφέλεια, αλλά έχουν προκατάληψη κατά του Ελληνισμού και πλημμελή γνώση της ελληνικής. Αυτή η αναίρεση συμπλέκεται με την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης της Τουρκοκρατίας, η οποία αποδεικνύει και ιστορικά την συνέχεια του Ελληνισμού, καθώς οι Έλληνες δάσκαλοι της Τουρκοκρατίας μεταβαίνουν στην Δύση τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Μιχαήλ κυρίως ως δάσκαλοι των Ελληνικών. Πως γίνεται λοιπόν η Ευρώπη να δέχεται ως δασκάλους της στα ελληνικά, αυτούς που δεν τα γνωρίζουν; Η ελληνική παιδεία συνεχίζει να καλλιεργείται. Άρα οι Έλληνες υπάρχουν μέχρι τουλάχιστον τα χρόνια του. Ο τρίτος επιμέρους στόχος, συμπλέκεται και αυτός μέσα στον Λόγο με τους δύο προηγούμενους και η επίτευξή του συνίσταται στην οριοθέτηση της επίδρασης της ελληνικής παιδείας, όπου στους μεν ορθοδόξους λαούς παρουσιάζεται ως απόλυτα κυρίαρχη και ανώτατη μορφή παιδείας με αυτήν την συνείδηση να είναι κοινή σε όλους τους Βλάχους, Βούλγαρους, Αρβανίτες και Σλάβους λογίους, οι οποίοι έχουν γίνει Έλληνες και θέλουν να παρουσιάζονται ως Έλληνες, ενώ στους δυτικούς προβάλλεται ως το κυρίαρχο υπόστρωμα της δικής τους παιδείας και απαραίτητο προσόν λογιοσύνης. Άρα, το συμπέρασμα που προκαλείται, και ας μην το διατυπώνει ρητά ο Μιχαήλ, είναι ότι είναι αδύνατο να αναγνωρίζονται οι Έλληνες ως Έλληνες σε Ανατολή και Δύση και να μην είναι τέτοιοι. Πως όλοι τους δέχονται ως δασκάλους τους, αν αυτοί δεν είναι πράγματι Έλληνες;

Έτσι, στον Λόγο αυτόν του Μιχαήλ θα πρέπει να δούμε την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια από ελληνικής πλευράς να δοθεί μία -αποστομωτική είναι αλήθεια- απάντηση στον νεώτερο ανθελληνισμό. Με τον όρο θέλουμε να δηλώσουμε το σύνολο των κειμένων, των ομιλιών και των ενεργειών, τα οποία κατά την πρώιμη νεότερη εποχή καταφέρονταν κατά του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρόκειται πραγματικά για ένα φαινόμενο νέο, σίγουρα νεωτερικότερο, από τον Νέο Ελληνισμό, καθώς έπρεπε να προηγηθεί η έννοια του Νέου Ελληνισμού, ώστε να αναπτυχθεί ο κατ’ αυτού νεώτερος ανθελληνισμός.  Και δεν παραδοξολογούμε επόμενοι τον Μιχαήλ και το ύφος του. Είναι μία πρωτοφανής προσπάθεια να προπαγανδιστεί, όχι πως ο Ελληνισμός είναι κάτι το κακό, πως σφάλλει, πως βλάπτει, αλλά πως απλώς δεν υπάρχει. Είναι ουσιαστικά η απαρχή της σημερινής θεώρησης ορισμένων περί κατασκευής του ελληνικού έθνους από τον Παπαρρηγόπουλο.

Μετά από την Άλωση, όταν έχει εξαλειφθεί πλέον η όντως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μαζί της και η πολιτική ισχύς των Ελλήνων, αρχίζει αυτή η νεώτερη ανθελληνική προσπάθεια, την οποία καταπολεμά πρώτος σε τέτοια έκταση ο Μιχαήλ. Σε αυτήν την νέα ανθελληνική φιλολογία, οι Έλληνες δεν χαρακτηρίζονται αιρετικοί, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, όπως συνέβαινε στα Contra Graecos μεσαιωνικά κείμενα, αλλά χαρακτηρίζονται ως μη Έλληνες. Εφόσον δηλαδή ο δυτικός ανθελληνισμός επέτυχε με την μεσαιωνική φάση του να στερήσει τους Έλληνες από την κρατική τους ύπαρξη, έρχεται τώρα να τους στερήσει και την πνευματική. Κάτι τέτοιο όμως, όπως επισημαίνει και ο Μιχαήλ, απλώς είναι ανέφικτο. Μόνο μία συνθήκη υπάρχει που μπορεί να πραγματοποιηθεί: να θελήσουν οι ίδιοι οι Έλληνες να αποδεχθούν πως δεν είναι Έλληνες, να αρνηθούν δηλαδή τον Ελληνισμό[24]!

Απόσπασμα από τον Λόγο περί Ἑλληνισμοῦ. Στο κάτω μέρος της αριστερής σελίδας, ο Μιχαήλ αναφέρεται στο όνομα των Σκοπίων.

Τα επιχειρήματα του νέου ανθελληνισμού είναι πρωτίστως γλωσσικά και στηρίζονται σε λανθασμένες σύμφωνα με την σύγχρονη γλωσσολογία παραδοχές, αλλά και σε πλημμελή γνώση της ελληνικής. Από την εποχή του Μιχαήλ και μετά θα αρχίσουν να γίνονται και «ιστορικά», καθώς οι ίδιοι κύκλοι λογίων, που μέχρι τότε διέδιδαν ότι οι Έλληνες δεν μιλούσαν ελληνικά, τότε άρχισαν να υποστηρίζουν, κυρίως μέσα από περιηγητικά και πρώιμα οριενταλιστικά κείμενα ότι οι Έλληνες της εποχής τους ήταν ένας βάρβαρος λαός, ο οποίος καμία σχέση δεν είχε με τον πολιτισμό και σε καμία περίπτωση λοιπόν δεν μπορούσαν να είναι απόγονοι των Ελλήνων.

Η παραπάνω κεντρική θέση του νεωτέρου ανθελληνισμού έλαβε συχνά και δύο επιμέρους εκδοχές, σαφώς ηπιότερες, αλλά με αισθητή διάκριση ως προς τον βαθμό ανθελληνικότητας μεταξύ τους. Πρόκειται για την άποψη πως οι Μακεδόνες δεν είναι Έλληνες και την άποψη πως οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και οι Βούλγαροι δεν είναι Έλληνες. Στην πρώτη, που έλαβε μεγάλη αύξηση, όταν την υιοθέτησε, έναν αιώνα αργότερα, ο Αδαμάντιος Κοραής, για τους δικούς του πολιτικούς και τελείως εξω-ιστορικούς λόγους, δίνει μία ικανοποιητική απάντηση ο Μιχαήλ. Η Μακεδονία είναι περισσότερο Ελλάδα από ό,τι είναι η Αττική, επειδή οι Έλληνες πρωτοεμφανίστηκαν στην Θεσσαλία, που γειτνιάζει με την Μακεδονία. Οι Μακεδόνες μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνισμό κυρίευσαν ολόκληρη την οικουμένη και διέδωσαν στα πέρατα του κόσμου την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά και πριν από αυτό η δική τους διάλεκτος ήταν στην ουσία η πρώτη ελληνική κοινή, από την οποία ξεπήδησαν όλες οι υπόλοιπες ελληνικές διάλεκτοι[25].

Με τον ίδιο σαφή και μη αποδεχόμενο άλλες ερμηνείες τρόπο αποδεικνύει την δολιότητα των ισχυρισμών των ανθελλήνων ως προς τους Αρβανίτες, τους Βλάχους και τους Βούλγαρους. Εξηγεί πραγματικά με τρόπο μοναδικό, από όσο γνωρίζω, σε κείμενο της Τουρκοκρατίας, την σχέση των υπολοίπων ορθοδόξων γλωσσικών κοινοτήτων με τους Έλληνες. Την στιγμή που οι ανθέλληνες ισχυρίζονται πως οι Βούλγαροι, οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες παρότι είναι ορθόδοξοι δεν είναι Έλληνες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τους απομακρύνουν από τον Ελληνισμό, ο Μιχαήλ έρχεται να εξηγήσει την πραγματικότητα. Και την εξηγεί με τόση ενάργεια, λόγω της φύσεως του κειμένου του, λόγω δηλαδή του γεγονότος πως πρόκειται για έναν Λόγο περί Ελληνισμού, ο οποίος απευθύνεται πρωτίστως στους Ευρωπαίους. Έτσι, αισθάνεται πως πρέπει να τα εξηγήσει όλα από την αρχή, σε αντίθεση με τα περισσότερα κείμενα της Τουρκοκρατίας, στα οποία δεν επισημαίνουν οι συγγραφείς τους την εθνική τους καταγωγή, καθώς απευθυνόμενοι σε συνέλληνες δεν χρειάζεται να τους πούν αυτά που και οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.  Προχωρεί λοιπόν ο Μιχαήλ και εξηγεί πως αυτές οι τρεις διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες έχουν εξελληνιστεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι μόνο η κοινή πίστη, η οποία προσφέρει την πρώτη αρχή της συστράτευσης με τους Έλληνες, καθώς πολλές από τις ακολουθίες τους τελούνται στα ελληνικά, αλλά είναι και η ίδια η γλώσσα και ο τρόπος των Ελλήνων, ο πολιτισμός τους δηλαδή, που κάνει τους υπόλοιπους ορθοδόξους να θέλουν να γίνουν Έλληνες. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, οι μη Έλληνες «τη φύσει» ορθόδοξοι των Βαλκανίων, δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται με το δικό τους εθνικό όνομα, αλλά προτιμούν το όνομα των Ελλήνων. Αισθάνονται Έλληνες και δηλώνουν Έλληνες[26].

Ο Μιχαήλ φαίνεται πως τα χρόνια γύρω από την αναγόρευσή του σε εξωτερικό μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου ασχολήθηκε επισταμένως με το ζήτημα του ανθελληνισμού. Από την περίπτωση του Μιχαήλ καθίσταται σαφές ότι οι Έλληνες σπουδαστές στην Χάλλη κατανοούσαν πλήρως τα σχέδια των ευσεβιστών να τους χρησιμοποιήσουν ποικιλοτρόπως στο προσηλυτιστικό έργο τους στην Ανατολή, αλλά μη έχοντας άλλη επιλογή παρέμεναν και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που τους παρείχε η Χάλλη για τους δικούς τους σκοπούς, την προβολή δηλαδή του Ελληνισμού[27].  Ήδη από το 1705 ο Μιχαήλ είχε δημοσιεύσει μία επιστολή-βιβλιοκρισία για το έργο του φίλου του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ῥωμαϊκῆς sive Graecae Vulgaris Elementa, μαζί με το ίδιο το έργο, στην οποία αναφερόταν σε μία παλαιότερη γραμματική των ελληνικών[28] και την οποία θεωρούσε –με ηπιότερους βέβαια χαρακτηρισμούς- πως δεν απέδιδε ορθά τα ελληνικά, όπως αυτή του φίλου του[29]. Μετά την αναγόρευσή του εξέδωσε τον Λόγο περί Ελληνισμού, όπου διαλαμβάνει τα σχετικά με τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΟΡΘΩΙΔΟ[30]. Μαζί του, άξιος συμπαραστάτης εκείνα τα χρόνια στον αγώνα για τον Ελληνισμό στάθηκε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος[31], ο οποίος είχε και εκείνος γνωριμία με τον κύκλο των ελληνιστών και ταυτόχρονα ευσεβιστών της Χάλλης, όπως προκύπτει από τα έργα του και κυρίως από την αλληλογραφία του με τον Francke[32].  Ο Θεσσαλός λόγιος ανέλαβε να απαντήσει στους ανθέλληνες, όχι θεωρητικά όπως ο Μιχαήλ, αλλά πρακτικά. Στα 1712 εξέδωσε μία γραμματική της σύγχρονής του ελληνικής, όπου εφαρμόζονταν όλα τα αξιώματα που διατύπωσε ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού. Της Γραμματικής προτάσσεται φανταστικός διάλογος σχετικά με την προφορά της νέας ελληνικής, στον οποίο διακωμωδούνται οι απόψεις των Ηenninii και Vossii[33]. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκαν οι σχετικές αναφορές του και στο επόμενο έργο του, το Status Praesens (1714)[34], από το οποίο θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα μεταφρασμένο στα ελληνικά, το οποίο καταδεικνύει με τον πλέον εναργή τρόπο την συνείδηση της ελληνικότητας των Ελλήνων λογίων της Τουρκοκρατίας:

Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status Praesens Ecclesiae Graecae

Γράφει συγκεκριμένα ο Ελλάδιος[35]: «Γνωρίζω, ἐπίσης, μέ ποιές κούφιες ὑποσχέσεις ἔφραξε ὁ Adelung τόν δρόμο τοῦ Ἀναστασίου Μιχαήλ […] Ξέρω ἐπίσης καί τά πιό ἀπόρρητα σχέδια μερικῶν, ἀπαίσιες ἀπάτες, καί αἰσχρές προσπάθειες νά χρησιμοποιηθοῦν οἱ Ἕλληνες ὥστε νά ἐξυπηρετηθοῦν ἄλλα συμφέροντα. Γνωρίζω […] ἐπίσης καί τί ἔπαθε ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ στό Ἄμστερνταμ. […] Ὅπως καί νά ἔχουν τά πράγματα, ἂς ξέρουν οἱ πάντες: ἐγώ γεννήθηκα καί εἶμαι Ἕλληνας, καί δέν διστάζω νά ἐπιτεθῶ σέ κανέναν, […] προκειμένου νά ὑποστηρίξω τήν πατρίδα μου καί τούς συμπατριῶτες μου, καί μάλιστα ἐφόσον τούς βλέπω νά παθαίνουν ἀπό ἀδικία τέτοιες συμφορές. Ὁ χρόνος ἄλλαξε πολλά, ἀλλά οἱ Ἕλληνες δέν ἔπαψαν νά εἶναι Ἕλληνες».

Αυτή η τελευταία φράση αποτελεί το απαύγασμα της συνείδησης και της διδασκαλίας του Ελλάδιου, αλλά και του ομόψυχού του Αναστασίου Μιχαήλ. Κατά μίαν έννοια σε αυτήν καταλήγει το σύνολο της ελληνικής λογιοσύνης μετά το 1453. Για αυτό και ο Αναστάσιος Μιχαήλ πέρα από πρώτος Έλληνας ακαδημαικός είναι και ο πρώτος που τόσο εύστοχα και τόσο εύγλωττα υποστήριξε απέναντι στον νεωτερικό ανθελληνισμό την συνέχεια των Ελλήνων.

 

Ο Χαράλαμπος Μηνάογλου είναι Διδάκτωρ Νεώτερης Ιστορίας του Ε.Κ.Π.Α. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία και δεκάδες επιστημονικά άρθρα. Διδάσκει στο Ζάννειο Πειραματικό Λύκειο. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και ειδικότερα στον πνευματικό βίο των Ελλήνων, τους Έλληνες περιηγητές, την ελληνική ιστοριογραφία, τους Φαναριώτες και την εκκλησιαστική ιστορία.

 

 

 Σημειώσεις

[1] Για τον Αναστάσιο Μιχαήλ και το συγκεκριμένο έργο του βλ. Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Αθήνα 2014.

[2] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 13.

[3] Υπήρξε δάσκαλος και συγγραφέας ανέκδοτης ακόμη γραμματικής, που σώζεται σε πολλά χειρόγραφα. Βλ. Λ. Βρανούσης, Ἐφημερίς, τ. 5, Ἀθήνα 1995, 781

[4] Ο Μαργαρίτης Μάνθου ενεγράφη στην Πάδοβα το 1703. Βλ. Γ. Πλουμίδης, «Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης (μέρος Β΄. Legisti 1591-1809)», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 38 (1971), 123.

[5] Ο ιερομόναχος Παρθένιος Κατσούλης διαδέχθηκε τον Μελέτιο Μήτρου στην διεύθυνση της Μικράς Σχολής η Σχολής του Επιφανίου στα Ιωάννινα. Ο Κατσούλης σχολάρχησε από το 1692 ως το 1696 και υπήρξε πρωτοπόρος σε έρευνες λαογραφικού περιεχομένου.

[6]  U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999, 81.

[7] Βλ. U. Moennig, «Die griechischen Studenten am Hallenser Collegium orientale theologicum», στο:  J. Wallmann – U. Sträter (επιμ.), Halle und Osteuropa. Zur europäischen Ausstrahlung des hallischen Pietismus, Tübingen 1998, 314-316. Β. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 160.

[8] Πρόκειται για τον κύκλο των Πιετιστών της Χάλλης, με τον οποίο συνεργάστηκε ο Μιχαήλ, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάστηκε στα ζητήματα της πίστεως. Για τους πιετιστές της Χάλλης βλ. H. Eideneier, «Martinus Crusius und die Folgen», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 123-136. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis.

[9] Βλ. J. Langius, Philologiae Barbaro-Graecae, τ. 1, Noribegae et Altdorfi 1708, πρώτο μέρος με τον τίτλο Meletema, παράγραφος XVI. Το πρώτο μέρος του βιβλίου του Langii, το Meletema, περιέχει αποσπάσματα από τον Λόγο περί Ελληνισμού του Μιχαήλ, σε λατινική μετάφραση. Η μετάφραση, ασχέτως από το ποιο από τα δύο κείμενα είναι το πρωτότυπο, δεν είναι ακριβής, αλλά μάλλον μοιάζει με ελεύθερη απόδοση. Σαν να τα έχει γράψει το ίδιο πρόσωπο, προφανώς ο Μιχαήλ, θέλοντας να διαφοροποιήσει το κείμενό του.

[10] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 15.

[11] Βλ. Β. Μακρίδης: «Στοιχεῖα γιά τίς σχέσεις τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἑλλαδίου μέ τήν Ρωσία», Μνήμων 19 (1997), 18.

[12]Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status praesens Ecclesiae graecae, Altdorf 1714,  μετά τον Πρόλογο, χωρίς σελιδαρίθμηση. Εκεί ο Μιχαήλ αναφέρεται ως «Anastasius Macedo, Nausensis, inclytae Regiae Societatis Borussiacae Membrum» (=Αναστάσιος ο Μακεδών από την Νάουσα, μέλος της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου).

[13]  Βλ. Ελλάδιος, Status praesens, 62-63, 321, 328, 342-343.

[14] Βλ. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 162. Μακρίδης: «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 32-33.

[15] Αναστάσιος Μιχαήλ, Βασιλικόν Θέατρον, Άμστερνταμ 1710. Βλ. και Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 195-207.

[16] Βλ. Μακρίδης, «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 18.

[17]  Βλ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 16.

[18] Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) είναι μία από τις παλαιότερες επιστημονικές Ακαδημίες στον κόσμο. Μαζί με την Παρισινή και την Λονδρέζικη Ακαδημία αποτελούσαν την κορωνίδα της ευρωπαικής επιστημοσύνης στις αρχές του 18ου αιώνα. Για την ιστορία της κατά τον 18ο αιώνα βλ. A. Harnack,  Geschichte der Königlichen Preussischen Akademie der Wissenschaften zu Berlin, τ. 1, Berlin 1900.

[19] Βλ. Αλ. Αγγέλου, «Δοκιμές για απογραφή και αποτίμηση της νεοελληνικής γραμματείας στην ευρυχωρία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ο Ερανιστής 11 (1974), 4.

[20]  Από τα κείμενά του προκύπτει ότι γνώριζε επίσης λατινικά, εβραικά, ρωσικά, αρβανίτικα, βλάχικα και στοιχεία τουλάχιστον της αρμενικής.

[21] Βλ. για παράδειγμα την περίπτωση του Μητροφάνη Κριτόπουλου (1589-1639), που παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τον Μιχαήλ. U. Moennig, «Matthias Berneggers Handexemplar des Glossarium graecobarbarum des Ioannes Meursius mit Korrekturen des Metrophanes Kritopoulos», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 161-198.

[22] Είναι χαρακτηριστικές οι πολλές συμβολές του στα θεολογικά έργα των πιετιστών της Χάλλης, οι οποίες όμως έγιναν χωρίς την θέλησή του. Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως αποσπάσματα από την μετάφρασή του της Καινής Διαθήκης σε εκδόσεις που είχαν στόχο τον προσηλυτισμό ορθοδόξων Ελλήνων μετά όμως από τον θάνατό του. Βλ.Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis, 71, 76-78, 81 και 103.

[23] Για τις απόψεις των δύο πρώτων βλ. Χ. Μηνάογλου, «Από τον Αναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 422-424. Για τον τρίτο βλ. την επιστολή-βιβλιοκρισία του Μιχαήλ, την οποία δημοσιεύει στο έργο του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[24] Εδώ τα λόγια του Αναστάσιου Μιχαήλ διατυπωμένα πριν από τρεις αιώνες μοιάζουν προφητικά.

[25] «Ἡ γάρ Μακεδονία, ἡ μή μόνον μετά τό τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, καί πάσης, μικροῦ δεῖν, τῆς τηνικαῦτα φερωνυμουμένης οἰκουμένης κρατῆσαι, τόν Ἑλληνισμόν, κατά τόν ἐν ἱεροφαντικοῖς τοῖς περί ταύτης τῷ Δανιήλ προαναπεφωνημένοις χρησμηγορήμασι πολυηχῆ χαλκόν, πανταχοῦ τῆς γῆς ἀκουστόν ποιήσασα, λαούς τε, φυλάς, καί γλώσσας, καί σχεδόν ἅπαν γένος ἀνθρώπων εἰς ὑποδοχήν τοῦ ὅσον οὔπω τηνικαῦτα μέλλοντος εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης ἐξελθεῖν φθόγγου παρασκευάσασα (ὡς ἐξ ἐκείνου μάλιστα, τοῦθ’ ὅπερ καλῶς παρατηρεῖ, μᾶλλον δέ βλέπει, ὁ μόνους τούς Ἕλληνας τῶν Ἑλληνικῶν ἁπάντων κατά τό δοκοῦν ἀποκηρύττων, μηδέν εἶναι κλίμα, οὐ θρησκείαν, οὐκ ἔθνος Ἀσίας καί Εὐρώπης , ὅπερ μή καί τι Ἑλληνικόν ἐν φωνῇ , ἐν ἤθεσιν, ἐν πολιτικαῖς διοικήσεσιν, ἐν τελεταῖς καί πᾶσι, ξυλλήβδην φάναι, τοῖς δι’ ὧν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος κοσμεῖται, διοικεῖται καί διεξάγεται μέχρι καί τῆς ἐνεστώσης, ἀποσῶζον ζώπυρον) ἀλλ’ ἔτι καί πολλῷ πρό τούτου κοινή καί πρωτίστη μήτηρ Ἑλληνισμοῦ παντός χρηματίσασα, καί τάς τῶν ἑκασταχοῦ τῆς Ἑλλάδος διαλέκτων παραφυάδας, ἐκ μιᾶς, τῆς πᾶσι τό πρῶτον τοῖς Ἕλλησι κοινῆς, (ὡς Κόρινθος ἐν τῷ περί διαλέκτων διευκρινεῖ) γλώσσης πηγάσασα, αὕτη, φημί, μετά ταῦτα καί αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς προσωνυμίας ἀπηλλωτρίωτο». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 187.

[26] «Εἰ δέ τινες τήν τοῦ ἔθνους τούτου πλησιεστέραν τῇ Ἑλλάδι τήν οἴκησιν ἔλαχον, ἀλλά καί οἱ φιλόκαλοι οὗτοι, πλήν τῶν σφῶν ἐθνικῆς (ἣν οὐδέ πάνυ τι νῦν ἡδέως ἀκούουσι) προσηγορίας, τ’ ἄλλα παρά μικρόν εἰς τῶν Ἑλλήνων μεταβέβληνται τρόπον. Οἷς καί ὑπό τοῦ Χριστοῦ συστρατεύονται σημείῳ. Ὡσαύτως καί τῶν περιοίκων Ἀλβανῶν ὅσοι εὐσεβόφρονες, καί Βουλγάρων τό εὐσεβές καί στεῤῥόπιστον ἔθνος. Δι’ Ἑλληνικῆς γάρ καί τούτοις γλώσσης τά πλεῖστα τῶν ἱερῶν ὑπανοίγεται τεμένη. Διά ταύτης  τάς ἀπύρους καί ἀκάπνους θυσίας τῷ θεῷ ἀναπέμπουσιν. Ὑφ’ Ἑλλήνων, ἢ  γοῦν ὁπωσοῦν Ἑλληνίζειν εἰδότων τά κατ’ αὐτούς ἱερά διευθετεῖται. Ὑπό τοιούτων ἡ τούτων νεολαία παιδεύεται. Οὐδέ γάρ οὐδέ τούτων τῶν ἐθνῶν, τά γε Χριστιανίζοντα, οἰητέον ἀκμήν ἀφύσικα πρός παιδείαν ὑπάρχειν. Ὡς οὐδ’ ὅσ’ ἄλλα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγέννησέ τε καί ὕψωσε, κᾂν βορειότερα ὦσι, κᾂν ὑπερβόρεια». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 133.

[27] Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και ο Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 168.

[28] Πρόκειται για το έργο S. Portius, Γραμματική της Ρωμαικής γλώσσας. Grammatica Linguae Graecae Vulgaris, Paris 1638.

[29] Βλ. J. Tribbechovius, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[30] Βλ. Henricus Christianus Henninius, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΟΡΘΩΙΔΟΣ, seu Graecam Linguam non esse pronunciandam secundum accentus; Dissertatio Paradoxa qua legitima et antiqua Linguae Graecae pronunciatio et modulatio demonstrator: atque obiter de Linguis carumque fatis disputatur. Ad virum amplissimum Salomonem Dierquens, addita est Isaaci Vossii, De accentibus Graecanicis sententia, Trajecti ad Rhenum 1684.

[31]  Βλ. Ν. Ψημμένος, «Η μαρτυρία του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την παιδεία του Γένους στην αυγή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», στο: Ν. Ψημμένος, Μελετήματα Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, τ. Α΄, Ιωάννινα 2004, 23-52.

[32] Βλ. U. Moennig, «Τρεις αυτόγραφες επιστολές του Ελλαδίου προς τον August Hermann Francke», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 125-149.

[33] Ο διάλογος τιτλοφορείται Διάλογος περί της εν Ευρώπη ελληνικής προφοράς και τα πρόσωπα που διαλέγονται είναι ο Μέλισσος και ο Αγάπιος. Προτάσσεται στις 58 πρώτες σελίδες του τόμου  χωρίς σελιδαρίθμηση (29 σελίδες ελληνικό κείμενο και αντικρυστά άλλες τόσες λατινική μετάφραση).  Πριν από την σελίδα τίτλου στο πρώτο κενό φύλλο γράφονται τα εξής: “Conf. Io. Albertus Fabricius in Bibl. Grac. Lib. V, cap. 7. p. 41. Vol. VII”. Αλέξανδρος Ελλάδιος, Σταχυολογία τεχνολογική της ελλάδος φωνής ήτοι Γραμματική ελληνική κατ’ ερωταπόκρισιν, hoc est Spicilegium Technologicum Graecismi, sive Grammatica Graeca, per quaestiones et responsiones, Noribergae 1712.

[34] Οι σχετικές απόψεις του παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με όσα γράφει ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού, για την ελληνική γλώσσα και την ορθή προφορά της. Για τις απόψεις του Ελλάδιου περί γλώσσας και προφοράς βλ. Γ. Καραμανώλης, «Οι απόψεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την προφορά της αρχαίας ελληνικής και οι θεωρίες των συγχρόνων του για την ελληνική γλώσσα», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.), Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 333-413.

[35] «Neque ignoro, quibus promissionibus D. Adelungius Anastasii Macedonis et Nicolai Sacerdotis iter, quod versus Venetias susceperant, impediverit, eosque alio deduxerit. […] Non ignoro nonnullorum arcaniora de Graecis consilia, fraudes detestandas, ac turpissima eorum nomine conata lucra. Non sum praeterea nescius, quid Anastasio, dum versus Berolinum iter suum dirigebat, accidit, ac quibus precibus victus suppressit librum, de statu Juvenum Graecorum, qui in hisce Europae regionibus studiis operam dederunt. Minime denique ignoro, […] quid Anastasio Amstelodami contigit. [ …] Illud omnibus, et singulis notum facio: me Graecum esse natum de parentibus non multum gloriabor est pro Patria genteque mea praesentim vero, cum injusta ratione tantas injurias illam pati videam, neque propriis Parentibus quidem, nedum illis, quibus calumniae in Graeciam et Graecorum diffamatio maxime conducit, ad propriumque interesse vergit, ullo modo parcam; Ita tempora non ingenia Graecorum mutata sunt».  Ἑλλάδιος, Status praesens, 327-329.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

– V. Benesevic, «Anastasius Nausios», Byzantinisch Neugriechische Jahrbiicher 10 (1933), 351-368.

– Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003.

– Χ. Μηνάογλου, «Από τον Ἀναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 419-435.

–  Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Ἀθήνα 2014.

– U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999.

 

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

 Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα (Grande Armée) έφτασε στο απόγειο του δυναμικού της τον Ιούνιο 1812, τη στιγμή της εισβολής σε βάρος της Ρωσίας. Αριθμούσε τότε 1 εκατομ. άνδρες, οι 680.000 εκ των οποίων συμμετείχαν στη συγκεκριμένη εκστρατεία. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρωσικό έδαφος, δεν είχαν απομείνει παρά 120.000 άνδρες εξαιτίας των απωλειών, των κακουχιών και του φαινομένου μιας γενικευμένης λιποταξίας. Ο Ναπολέων συγκρότησε ταχύτατα έναν νέο στρατό, που συμμετείχε στη Μάχη των Εθνών της Λειψίας, το 1813, στην άμυνα της Γαλλίας το 1814 και στην αποφασιστική αναμέτρηση του Βατερλώ, το 1815. Ουδέποτε, ωστόσο, η Μεγάλη Στρατιά κατάφερε να ανακτήσει την αίγλη εκείνης του Ιουνίου 1812.

Στο επίκεντρο του παρόντος αφιερώματος βρίσκονται οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων με σάρκα και οστά, χάρη στην εμφάνιση και χρήση της φωτογραφίας, τα πρώτα βήματα της οποίας πρόλαβαν να δουν στη δύση της ζωής τους. Εμπειρίες και βιώματα ενός πλούσιου παρελθόντος  ξαναζωντανεύουν για λίγα λεπτά της ώρας, καθώς ποζάρουν ένστολοι, σε προχωρημένη ηλικία, φορώντας διακριτικά και μετάλλια και με έκδηλο στα πρόσωπά τους ένα συναίσθημα υπερηφάνειας. Ειδικότερα οι Γάλλοι, φέρουν, μεταξύ άλλων, το παράσημο της Αγίας Ελένης, το οποίο, τον Αύγουστο του 1857, απονεμήθηκε ομαδικά στους εναπομείναντες βετεράνους των Ναπολεοντείων Πολέμων.

Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία φορά, που μάρτυρες σημαντικών ιστορικών γεγονότων αποθανατίζονται με αυτόν τον τρόπο, κληροδοτώντας το μέλλον με μια στιγμιαία καταγραφή ανεπανάληπτης αμεσότητας, συγκίνησης και ανθρωπιάς.

O Arthur Wellesley, πρώτος δούκας του Wellington (1769-1852), υπήρξε εξέχουσα πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία της Βρετανίας του 19ου αιώνα. Διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός (Ιανουάριος1828 – Νοέμβριος 1830 και Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1834), υπουργός Εξωτερικών (1834-1835), και τρεις φορές επικεφαλής της Βουλής των Λόρδων. Στη λαϊκή συνείδηση έχει καταγραφεί ως ο μεγαλύτερος Βρετανός στρατηλάτης, ο οποίος σε δυο περιστάσεις (εκστρατεία Ισπανίας και μάχη του Βατερλώ) κατάφερε να επικρατήσει του Ναπολέοντα. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, έθεσε αμετάκλητα τέλος στην ηγεμονία του Γάλλου αυτοκράτορα. Ο πίνακας πάνω αριστερά, φιλοτεχνήθηκε από τον Thomas Lawrence μεταξύ των ετών 1815 και 1816, αμέσως μετά τη νίκη στο Βατερλώ. Η σπάνια φωτογραφία δεξιά (http://emperornapoleon.com/photos/duke-of-wellington.html), τραβήχτηκε το 1844, 29 χρόνια αργότερα, οπότε ο Wellington ήταν κοντά 75 ετών. Στην επιχρωματισμένη λιθογραφία εικονίζεται να ενθαρρύνει τα στρατεύματά του την ώρα της μεγάλης μάχης.

Οι τελευταίοι Βρετανοί επιζώντες της μάχης του Βατερλώ (τέσσερις από τους εικονιζόμενους πέντε τον Ιούνιο του 1880 στον περίβολο του νοσοκομείου του Chelsea, στο Λονδίνο). Η ηλικία όλων κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90 ετών ( http://emperornapoleon.com/photos/waterloo-veterans.html).

Ο ανώνυμος Βρετανός βετεράνος, πάνω αριστερά με τη σύζυγό του, φωτογραφήθηκε το 1850 επιδεικνύοντας το παράσημο, το οποίο απόκτησε χάρη στη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Ισπανίας (http://emperornapoleon.com/photos/british-veteran-and-wife.html). Ο αιωνόβιος Pavel Yakovlevich Tolstoguzov (δεξιά), γεννηθείς το 1798, πολέμησε στις τάξεις του ρωσικού στρατού κατά του Ναπολέοντα.

Louis-Victor Baillot (1793-1898), ο τελευταίος Γάλλος επιζών της μάχης του Βατερλώ. Γεννήθηκε στο χωριό Percey της Βουργουνδίας, δυο μήνες έπειτα από την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στη λαιμητόμο. Απεβίωσε σε ηλικία 104 ετών. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το έτος του θανάτου του. Κατετάγη στη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα το 1812, αμέσως έπειτα από την υποχώρηση από τη Ρωσία. Συμμετείχε στην πολιορκία του Αμβούργου υπό τις διαταγές του στρατάρχη Davout. Επέστρεψε στην πολιτική ζωή το 1814, την επομένη της πρώτης παραίτησης του Ναπολέοντα από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία ένα χρόνο αργότερα και πολέμησε στη μάχη του Βατερλώ. Στις 14 Ιουνίου 1815, είδε με τα ίδια του τα μάτια τον αυτοκράτορα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, στην καθιερωμένη επιθεώρηση, λίγο πριν την έναρξη της μάχης. Τραυματίστηκε στο κεφάλι και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος, στις Βρετανικές Νήσους, από όπου απελευθερώθηκε το 1816. Στο μνήμα του είναι χαραγμένη η ένδειξη: “Le Dernier de Waterloo”. (https://www.newstatesman.com/culture/2015/06/mystery-waterloos-last-living-soldier)

Σε κάθε επέτειο του θανάτου του Ναπολέοντα (5 Μαΐου 1821), οι παλαίμαχοι της Μεγάλης Στρατιάς συγκεντρώνονταν στην πλατεία Vendôme του Παρισιού, στο μέσο της οποίας υψώνεται η στήλη που ο αυτοκράτορας κατασκεύασε από τα πυροβόλα-λάφυρα της μάχης του Austerlitz, προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του ήρωά τους. Στην εκδήλωση αυτή, προσέρχονταν ένστολοι. Οι φωτογραφίες, οι οποίες ακολουθούν τραβήχτηκαν, χάρη σε αυτήν, ακριβώς, τη συγκυρία μεταξύ των ετών 1855 και 1858. Το όνομα του φωτογράφου παραμένει άγνωστο. Οι λιθογραφίες, που τις πλαισιώνουν, φιλοτεχνήθηκαν από τον Hippolyte Bellangé (1800-1866).

Αριστερά: Δεκανέας Lefèbre, του 2ου Συντάγματος Μηχανικού. Στo κέντρο: Γρεναδιέρος Burg του 24ου Συντάγματος της Αυτοκρατορικής Φρουράς (Garde Impériale). Δεξιά:Vitry, της Περιφερειακής Φρουράς (Garde Départementale). Άπαντες συμμετείχαν στη μάχη του Βατερλώ.
Αριστερά: Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Δεξιά: Ducel, Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Υπηρέτησε μεταξύ των ετών 1813 και 1815.

 

Η Αυτοκρατορική Φρουρά στο Βατερλώ.
Αριστερά: Ουσάρος του 1ου Συντάγματος. Δεξιά: Επιμελητής Fabry, του 1ου Συντάγματος Ουσάρων.
Αριστερά: Γάλλος Λογχοφόρος. Δεξιά: Verlinde, του 2ου Συντάγματος Λογχοφόρων. Υπηρέτησε το 1815.
Αριστερά: Théodore Géricault (1791-1824), Officier de chasseurs à cheval de la garde impériale chargeant, 1812, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Δεξιά: Moret, του 2ου Συντάγματος Κυνηγών. Υπηρέτησε τα έτη 1814-1815.
Αριστερά: Λογχοφόρος. Δεξιά: Dreuse, του 2ου Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού. Υπηρέτησε το 1813-1814.

 

Thomas Jones Barker (1815-1882), Napoleon at Waterloo, Twickenham,  Royal Military School of Music.

 

Προέλευση φωτογραφιών: Brown University Library, Providence, Rhode Island, USA

https://mashable.com/2014/10/27/napoleonic-wars-veterans/?europe=true

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς:Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

 Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας*

Τα ανάκτορα των Αθηνών, κτισμένα για τον πρώτο βασιλέα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Όθωνα¹ ήταν ο σημαντικότερος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός (διάρκεια ανέγερσης 1836-1843) στη νέα πρωτεύουσα. Επανειλημμένως έχει τονισθεί η βαρύνουσα σημασία που έμελλε να παίξει το οικοδόμημα αυτό στην πολεοδομική εξέλιξη της νέας Αθήνας, καθώς και το γεγονός ότι η ανέγερσή του σηματοδότησε, όπως ανεμένετο, την ανάπτυξη μιας ιδιότυπης κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στον ελληνικό χώρο.

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας για πολιτικούς λόγους, και προκειμένου να εδραιωθεί η εξουσία της δυναστείας των Wittelsbach στην Ελλάδα, επιθυμούσε την ταχύτερη δυνατή έναρξη της οικοδομήσεως των ανακτόρων. Κατά τη διάρκεια της τετραμήνου παραμονής του στην Αθήνα (από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836) και κατόπιν επανειλημμένων γνωμοδοτήσεων σχετικά με τις κατάλληλες περιοχές χωροθετήσεως του κτηρίου, καθώς και κατόπιν συντάξεως δυο διεξοδικών αναφορών των θεραπόντων ιατρών του Όθωνος Röser και Wibmer (που τις υπέβαλαν την πρωτοχρονιά του 1836 και στις οποίες συνιστούσαν ως πλέον υγιεινή περιοχή για την ανέγερση των ανακτόρων τις ανατολικές παρυφές της πόλεως, δηλαδή την περιοχή του αρχαίου Λυκείου), ο βασιλεύς Λουδοβίκος – παρακάμπτοντας τον διστακτικό υιό του ‘Οθωνα – έκανε δεκτή την πρόταση των δυο ιατρών.

Ο Friedrich von Gaertner (1791-1845), ο αρχιτέκτων, στον οποίον ο βασιλεύς Λουδοβίκος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων των ανακτόρων, ώρισε ως ακριβή τόπο χωροθέτησής τους όχι τη νότια κλιτύ του Λυκαβηττού, αλλά μία χαμηλή έξαρση του εδάφους στις ανατολικές παρυφές της νέας πόλεως, κοντά στην πύλη του Διοχάρους του αρχαίου τείχους, από όπου απολάμβανε κανείς ανεμπόδιστα τη θέα του Σαρωνικού, της Ακροπόλεως και της παλαιάς πόλεως.

Άποψη της Αθήνας από τον Λυκαβηττό. Διακρίνεται το τείχος του βοεβόδα Χασεκή και στον ορίζοντα τα βουνά της Σαλαμίνας. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Franz Heger (1792-1836).

Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για τη χωροθέτηση των ανακτόρων υπήρξε πολύ επιτυχής διότι προσέφερε έναν ανοικτό περιβάλλοντα χώρο και υπερυψωμένη θέση, η οποία εξησφάλιζε άριστες οπτικές διασυνδέσεις. Ξενίζει, ωστόσο, η αδιαφορία του Gaertner για μια μελετημένη πολεοδομική ένταξη των ανακτόρων στον ιστό τόσο της παλαιάς όσο και της νέας πόλεως. Το οικοδόμημα αναγείρεται σε μια προνομιούχο θέση που γεννά αυθορμήτως την σκέψη δημιουργίας μιας εκτεταμένης περιοχής πρασίνου, η οποία θα μπορούσε να εκτείνεται από τις κλιτύες του Λυκαβηττού μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.² Και πράγματι, αργότερα το νότιο τμήμα αυτής της περιοχής απέκτησε ενιαίο χαρακτήρα χώρου αναψυχής στο κέντρο της πόλεως, καθώς περιλαμβάνει τον Βασιλικό Κήπο, τον Κήπο του Ζαππείου, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και τον αναδασωμένο Λόφο του Αρδηττού. Ο αρχιτέκτων των ανακτόρων ωστόσο αγνόησε αυτή την προοπτική. Η ενασχόλησή του με τη διαμόρφωση του τοπίου που περιβάλλει τα ανάκτορα υπήρξε μάλλον επιπόλαια, θα λέγαμε μάλιστα συμβατική. Έχει κανείς την εντύπωση πως ήθελε να αποφύγει την διευθέτηση αυτού του θέματος. Και είχε τους λόγους του: επειδή εκείνη την εποχή επικρατούσε ακόμα αβεβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή του αναθεωρημένου από τον Leo von Klenze πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών (1834), ο Gaertner, σοφά πράττοντας, προτίμησε να αποφύγει τη διατύπωση συγκεκριμένων πολεοδομικών προτάσεων διαρρυθμίσεως του περιβάλλοντος χώρου για να μη θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του σχεδίου του για τα ανάκτορα.

Friedrich von Gaertner (1791-1845).

Παρ’ όλα αυτά μας είναι γνωστό ένα σχέδιο του Gaertner, στο οποίο είναι αποτυπωμένη πρότασή του για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου και τη διάταξη του βασιλικού κήπου.³ Ο σχηματικός χαρακτήρ αυτού του σχεδίου είναι προφανής. Απουσιάζει εντελώς η απεικόνιση των κυρίων οδών της πρωτευούσης σε σχέση με τα ανάκτορα, και της κυριοτέρας τότε οδού που είχε διανοιγεί στην παλαιά πόλη, της οδού Ερμού. Ανατολικά των ανακτόρων και σε άμεση επαφή με αυτά, ο Gaertner σχεδιάζει ένα μεγάλο ημικύκλιο, διαμέτρου 500 μ., το οποίο περιγράφει μια επιφάνεια 12 εκταρίων, ως αυστηρά γεωμετρικό κήπο των ανακτόρων με πρότυπο τους γαλλικής τεχνοτροπίας κήπους. Στο σχηματικό αυτό περίγραμμα, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η ψυχρή αυστηρότης της αξονικής συμμετρίας και το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται καθόλου υπ όψιν το έδαφος που κλίνει προς νότον. Ακριβείς προτάσεις για τη διαμόρφωση του κήπου δεν γίνονται. Έτσι το σκαρίφημα υποβάλλει την ιδέα ότι πρόκειται μάλλον για διακοσμητική πλαισίωση της κατόψεως των ανακτόρων παρά για σχεδιαστική έκφραση μίας ιδέας για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου. Επιπλέον, εκατέρωθεν των ανακτόρων καθώς και μπροστά σε αυτά ο Gaertner σχεδιάζει υπαινικτικά δυο μικρούς διακοσμητικούς οπωρόκηπους, ενώ δεν προβλέπει ευρύχωρο προαύλιο. Αντί προαυλίου προτείνεται μια οδός περιπάτου με δενδροστοιχίες πλάτους 38 μ., η οποία εφάπτεται μετωπικά στο κτήριο χωρίς να καταλήγει πουθενά.

Η πολεοδομική ένταξη των αθηναϊκών ανακτόρων στην κάτοψη της πόλεως έγινε αργότερα, με βάση το σχέδιο του λοχαγού Hoch, ο οποίος επέβλεπε τις οικοδομικές εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το σχέδιό του, το οποίο εξεπόνησε επί τόπου,⁴ συνιστά μία συγκεκριμένη πολεοδομική πρόταση διευθετήσεως του χώρου περί τα ανάκτορα. Προβλέπει την μνημειακή πλατεία Όθωνος (τη σημερινή πλατεία Συντάγματος) διαστάσεων 215 Χ 150 μ., μπροστά στη δυτική κύρια πρόσοψη των ανακτόρων. Το ακριβές περίγραμμα του κήπου απουσιάζει και από αυτό το σχέδιο. Το λεγόμενο “σχέδιο Hoch”ενεκρίθη με το διάταγμα της 22.5.1837 ως οριστικό σχέδιο διαμορφώσεως της περιοχής δυτικώς των ανακτόρων, και στις κύριες γραμμές του εφηρμόσθη πιστά.

Τα ανάκτορα του Όθωνος και η πλατεία Συντάγματος σε φωτογραφία του 1865.

Το σχέδιο και η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου των Αθηνών κατά τη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών δεν ακολούθησε ωστόσο την σχηματική πρόταση του Gaertner. Αυτή η πρώτη, και μέχρι σήμερα σημαντικότερη, δημιουργία της κηποτεχνίας στην Ελλάδα οφείλεται στην Αμαλία του Ολδεμβούργου, σύζυγο του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδος.

Όταν η δεκαοχτάχρονη βασίλισσα έφθασε, την άνοιξη του 1837, στην Αθήνα, έμελλε να κατοικήσει για έξι χρόνια, μέχρι δηλαδή την αποπεράτωση των υπό ανέγερση ανακτόρων, στην οικία Δεκόζη-Βούρου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αλλά η Αμαλία δεν έμεινε αδρανής όλο αυτό το διάστημα της διαμονής του βασιλικού ζεύγους στα προσωρινά ανάκτορα. Ενστερνίσθηκε τη ρήση του πεθερού της Λουδοβίκου Α΄: Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω,⁵ και έδρασε αναλόγως.

Κατά τη διάρκεια της εικοσιπεντάχρονης παραμονής της Αμαλίας στην Αθήνα (1837-1862) η δημιουργία του κήπου αυτού έμελλε να γίνει το σπουδαιότερο έργο της ζωής της. Με χαρακτηριστική καλαισθησία, θεληματικότητα και πείσμα διηύθυνε προσωπικά τη διαμόρφωση, τη φύτευση, την επέκταση και τον συνεχή εμπλουτισμό του κήπου των ανακτόρων, ο οποίος έλαβε εν τέλει τη μορφή ενός πυκνοφυτεμένου, ελεύθερα διαμορφωμένου μεσογειακού κήπου, ενός κήπου sui generis σε απομίμηση των φυσικών τοπίων (Landschaftspark). Ο κήπος είχε συλληφθεί εξ αρχής ως ελεύθερος χώρος τριπλής λειτουργίας: ως κήπος των ανακτόρων, ως δημόσιο πάρκο και ως βοτανικός κήπος· και από την άποψη αυτή είναι μοναδικός στη νότια Ευρώπη.

Με πρακτικό νου η νεαρά βασίλισσα επέλεξε την καλύτερη δυνατή χωροθέτηση του κήπου, και μάλιστα σε άμεση γειτνίαση με το κτήριο των ανακτόρων. Η διαμόρφωσή του ξεκίνησε από μια μικρή επιφάνεια 2,5 εκταρίων στη δυτική πτέρυγα του κτηρίου για να καλύψει τελικά περίπου 15,5 εκτάρια (μέγιστες διαστάσεις 410 Χ 470 μ.). Αυτή η παραλληλόγραμμου σχήματος έκταση εκτείνεται μονόπλευρα – δηλαδή στα νότια και τα ανατολικά του κτηρίου των ανακτόρων – σχεδόν μέχρι την είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ο κήπος απέκτησε τη μέγιστη επιφάνειά του επί Όθωνος και παραμένει έτσι μέχρι τις μέρες μας, τόσο ως προς την διαμόρφωση όσο και ως προς την έκτασή του· ένα «κτήμα εσ αεί” για την πόλη των Αθηνών.

Ludwig Lange, Η πηγή της Καλλιρρόης, όπου διαμορφώθηκε ο κήπος, 1835.

Σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν μόνο ο μεσημβρινός της προσανατολισμός και η κεντρική της θέση ανάμεσα στο κτήριο των ανακτόρων, τα μεγαλόπρεπα ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός και το κοίλον του Παναθηναϊκού Σταδίου· σπουδαίο ρόλο έπαιξε επίσης το σχετικά επίπεδο, αλλά ελαφρά προς νότον κεκλιμένον έδαφος (υψηλότερο σημείο 104,5 μ., χαμηλότερο σημείο 83,0 μ. πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης, υψομετρική διαφορά 21,5 μ., μέση κλίση 4,5%) το οποίο επέτρεψε την άνετη άρδευση του κήπου, δίχως αντλίες.

Στο διάστημα μεταξύ των ετών 1836 και 1859 ηγοράσθησαν σταδιακά περισσότερα από τριάντα αγροτεμάχια για την επέκταση του κήπου, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του δήμου των Αθηνών, της μονής Πετράκη αλλά και διαφόρων επιφανών αθηναϊκών οικογενειών.⁶ Τα έξοδα για τη διαμόρφωση, καλλιέργεια και συντήρηση του κήπου εκάλυπτε το βασιλικόν ταμείον, ενώ η αγορά γης (αγορά που ουσιαστικά είχε χαρακτήρα απαλλοτριώσεως) γινόταν με δαπάνες του κράτους. Ο Edmond About, γάλλος αρχαιολόγος που στο διάστημα 1852-1854 παρεπιδημούσε στην Αθήνα, μας άφησε μία ενδιαφέρουσα περιγραφή, διαπνεόμενη από θαυμασμό αλλά και ειρωνική διάθεση, που αναφέρεται στις πρωτοβουλίες της βασιλίσσης που είχαν σχέση με τον κήπο των ανακτόρων. Έτσι στο βιβλίο του La Grèce contemporaine, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1854, μας δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για τη μοναδική αυτή όαση πρασίνου στην Αθήνα, που υπέφερε από τη ζέστη το θέρος. Αναφέρει λοιπόν ότι ποσό ίσο με το 5% της ετήσιας βασιλικής χορηγίας επενδυόταν στον κήπο, στον οποίο ορισμένες ώρες καθημερινά είχε πρόσβαση και το κοινό. Επίσης αναφέρει ότι η βασίλισσα, προς μεγάλην αγανάκτησιν του πληθυσμού, ξόδευε σημαντικό μέρος του διαθεσίμου ύδατος της πόλεως για τον κήπο της⁷ και ότι στην περιοχή του είχαν βρεθεί τα λείψανα μιας ρωμαϊκής επαύλεως (1846). Επίσης τονίζει την ποιότητα της βοτανικής συλλογής του κήπου και αναφέρει τα κτυπήματα που δέχθηκε το έργο της βασιλίσσης εξ αρχής από τις κακοκαιρίες: τον χειμώνα του 1849/1850 οι θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν πολλές φοινικιές και 8.000 πορτοκαλιές και λεμονιές⁸ ενώ τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου του 1852 μιά άλλη ανεμοθύελλα, η οποία μάλιστα έριξε και έναν από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, προξένησε μεγάλες ζημιές τόσο στον βασιλικό κήπο όσο και στον αιωνόβιο ελαιώνα στην πεδιάδα του Κηφισού. Παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η βασίλισσα συνέχισε το έργο της, σχεδιάζοντας, προσθέτοντας φυτά και επεκτείνοντας διαρκώς τις εγκαταστάσεις του κήπου.

Ο Edmond About και η πραγματεία του La Grèce contemporaine.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι η πεδινή έκταση στα ανατολικά της παλαιάς πόλεως ανάμεσα στον Λυκαβηττό και την όχθη του Ιλισσού, όπου εδημιουργήθη ο βασιλικός κήπος, εκείνη την εποχή ήταν μια χέρσα επιφάνεια που είχε παραμείνει χωρίς άρδευση επί αιώνες⁹ και ότι μόνο στις όχθες του Ιλισού, ευδοκιμούσε ένας μικρός ελαιών. Τα πρώτα βήματα για τη διαμόρφωση του κήπου ήταν η προσθήκη φυτικής γης, οι αρχικές εργασίες φυτεύσεως, η διάνοιξη αρτεσιανών φρεάτων και η επισκευή του παλαιού υδραγωγείου Τσακουμάκου (από την εποχή της Τουρκοκρατίας), που εμάστευε το νερό του Ιλισού για την άρδευση του κήπου.

Κατά την άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα το 1837, το δημοτικό συμβούλιο της Σπάρτης απεφάσισε να κάνει στην νεαρή βασίλισσα ένα συμβολικό δώρο: έστειλε 300 μοσχεύματα λεμονιάς, πορτοκαλιάς και άλλων οπωροφόρων για να φυτευθούν στον μικρό οπωρώνα, τον οποίο η βασίλισσα διαμόρφωσε στα νότια του αναγειρομένου κτηρίου των νέων ανακτόρων.

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκε επιτροπή για τη διευθέτηση του κήπου, υπό την προεδρία του καθηγητού βοτανικής στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο Nikolaus Karl Fraas, ο οποίος είχε την ευθύνη του συντονισμού των εργασιών και της προμήθειας μεγάλης ποικιλίας φυτών, ιδίως από την κατάφυτη Εύβοια και το κρατικό φυτώριο του Βοτανικού (το πρώην κτήμα του βοεβόδα της Αθήνας Χατζή-Αλή Χασεκή).¹º 15.000 φυτά μετέφερε το ιστιοφόρο “Φοίνιξ” από τη Γένοβα¹¹ για να εμπλουτισθεί η ποικιλία των ειδών. Τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου (1839) η Αμαλία γράφει ενθουσιασμένη προς τον βασιλέα Λουδοβίκο στο Μόναχο: Ο κήπος των νέων ανακτόρων έχει ανασκαφεί και είναι έτοιμος ώστε να δενδροφυτευθεί. Κατά την εκτέλεση των εργασιών βρέθηκε το χέρι, το πόδι και ένα θραύσμα του κεφαλιού ενός κολοσσιαίου αγάλματος, καθώς και τα θεμέλια ενός αρχαίου κτηρίου που ο καθηγητής Ross εικάζει, βασιζόμενος σε μία επιγραφή, πως ήταν το γυμνάσιο ή το λύκειο (δεν θυμάμαι τί ακριβώς). Βρέθηκαν επίσης τάφοι, θραύσματα γλυπτών, μία δεξαμενή, κλπ.¹²

W. Rietschel – Fr. Hanfstaengl, Η βασίλισσα Αμαλία στον κήπο της, γύρω στο 1855.

Την ευθύνη του κήπου είχε αρχικά ο βαυαρός γεωπόνος Smarat, ο οποίος είχε έλθει κατόπιν επιθυμίας της Αμαλίας από το Μόναχο. Ο Smarat είχε στο πλευρό του τον Friedrich Schmidt, που είχε γεννηθεί στο Dessau του Anhalt και ο οποίος είχε έρθει σε ηλικία 36 ετών στην Ελλάδα με το βαυαρικό σώμα εκστρατείας, ως απλός λοχίας. Ο Schmidt παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γηρατειά (πέθανε το 1889) στην Αθήνα στην υπηρεσία τόσο του βασιλέως Όθωνος όσο και του βασιλέως Γεωργίου Α΄, φροντίζοντας τον κήπο των ανακτόρων. Προσωπικότης της παλαιάς Αθήνας, ο Schmidt ταυτίσθηκε από τους Αθηναίους με τον βασιλικό κήπο.

Αργότερα, όταν καθωρίσθησαν από τη λεγόμενη “Επιτροπή του 1847” τα νέα διευρυμένα όρια του κήπου, ανετέθη η φύτευσή του στον γάλλο κηποτέχνη François Louis Bareaud. O Bareaud, ο οποίος ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, έμεινε στην Ελλάδα μέχρι το 1854. Σχεδίασε οριστικά το δίκτυο δρομίσκων και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων, των μικρών κτισμάτων, των υδάτινων εκτάσεων και των περιφράκτων χώρων του κήπου.

Στην ωραία μονογραφία του, Deutsche bauen in Athen (Γερμανοί κτίζουν στην Αθήνα), που δημοσιεύθηκε στο Βερολίνο το 1942, ο ιστορικός της τέχνης Hans Hermann Russack χαρακτηρίζει συνοπτικά αλλά πολύ εύστοχα τον ιδιόμορφο, έξοχο σχεδιασμό του αθηναϊκού βασιλικού κήπου. Γράφει: Στο υποτροπικό, ξηρό κλίμα της Αττικής το νερό είναι πολύτιμο αγαθό, επομένως δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν μεγάλης εκτάσεως στάσιμα και ρέοντα ύδατα στον κήπο. Άλλωστε εξ αρχής η ανάγκη διαρκούς ύδρευσης κατά τους θερινούς μήνες – μέσω ενός πολύ ευρηματικού συστήματος αυλακιών – είχε θέσει όρια στη χωρική έκτασή του, διότι έπρεπε να αρδευτεί με τα υπάρχοντα αποθέματα νερού. Τον επισκέπτη του κήπου αποζημιώνει μία πληθώρα των πλέον ποικίλων δέντρων και θάμνων. Εδώ συνυπάρχουν φυτά των βορείων και των μεσογειακών χωρών, ευδοκιμεί μεγάλος αριθμός φυλλοβόλων και κωνοφόρων δένδρων, όπως μόνο κάτω από τον αττικό ουρανό είναι δυνατό να υπάρξουν. Φοινικιές συναντούν βελανιδιές και φράκτες από δάφνη Απόλλωνος και γιασεμιά που ευωδιάζουν. Ένα ευφυώς μελετημένο δίκτυο περίπλοκων δρομίσκων δημιουργεί την εντύπωση ότι η επιφάνεια του κήπου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από ότι στην πραγματικότητα. Κάτω από τον καυτό ουρανό της Αττικής η δροσιά και η σκιά είναι το δώρο το οποίο επιζητεί κανείς στους κήπους. Και γι αυτό τα πυκνοφυτεμένα δέντρα του βασιλικού κήπου της Αθήνας έχουν μεγαλύτερη αξία από τις γραφικές συστάδες δέντρων πάνω στους εκτεταμένους χλοοτάπητες των πάρκων στις χώρες του Βορρά.

Πράγματι, η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου Αθηνών πείθει με την ιδιόμορφη, τολμηρή και επιτυχημένη σύλληψή της. Το έργο του Bareaud, το οποίο εντάσσεται στην καλύτερη παράδοση του γαλλικού τύπου αστικής κηποτεχνίας, ¹³ εκπλήσσει με την επινοητική χάραξη των δρόμων, την πολυμορφία των έργων μικροαρχιτεκτονικής, τις λιμνούλες και τις πέργκολες, καθώς και με την παράτολμη ανάμιξη των διαφόρων φυτών σε σχετικά περιορισμένο χώρο. Κατά θαυμαστό τρόπο το τελικό αποτέλεσμα δεν δίνει την εντύπωση εξεζητημένου ή άμορφου χώρου, αλλά ενός κήπου που η μορφολογία του φέρει έντονη την σφραγίδα της βούλησης του δημιουργού του. Δεν πρέπει να λησμονούμε εξ άλλου ότι ο Bareaud εξεπόνησε αργότερα και τα σχέδια του ανακτόρου Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη

Σχέδιο του βασιλικού κήπου, όπου αποτυπώνονται όλα τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά: χάραξη δρόμων, μικροαρχιτεκτονική, λίμνες, πέργκολες, φυτά. Αποδίδεται στον François-Louis Bareaud.

Το πρωτότυπο σχέδιο αυτού του μοναδικού έργου παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή πάνω από 150 χρόνια, ανεύρετο, ώσπου εντελώς συμπτωματικά ο καθηγητής Jan Murken στο Μόναχο ανεκάλυψε προσφάτως σε παλαιοπωλείο ένα τυπωμένο σχέδιο υπό μορφή έγχρωμης λιθογραφίας.¹⁴ Το σχέδιο αυτό με υπόμνημα στα γαλλικά είναι σε κλίμακα 1:1.000 και φέρει τον τίτλο Plan du Jardin Royal dAthènes. Δεν φέρει μεν χρονολογία, ούτε υπογραφή, είναι όμως δικαιολογημένη η υπόθεση ότι το έχει φιλοτεχνήσει ο Bareaud, επειδή στο υπόμνημα αναφέρονται, με γαλλικούς κηποτεχνικούς όρους, πάνω από εβδομήντα συστατικά στοιχεία του κήπου (δηλαδή φυτά, λίμνες, βοηθητικά κτήρια, αντλιοστάσια, κλπ.) και τα αντίστοιχα σύμβολά τους στο σχέδιο.

Το τεκμήριο αυτό είναι σπάνιας ιστορικής αξίας, διότι είναι το μόνο σωζόμενο σχέδιο από την εποχή διαμορφώσεως του κήπου, στο οποίο είναι αποτυπωμένες όλες οι μορφολογικές προθέσεις του δημιουργού του. Η χάραξη του δικτύου των δρόμων, οι διαστάσεις τους καθώς και η ακριβής τοποθεσία σημαντικών μορφολογικών χαρακτηριστικών του κήπου (λίμνες, πέργκολες, λοφώδεις εξάρσεις) ταυτίζονται ως επί το πλείστον με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του σημερινού κήπου.

Παρουσιάζονται, ωστόσο, και αρκετές διαφορές, από τις οποίες συνάγεται η μεταγενέστερη εξέλιξη του κήπου και κάποιες επιμέρους επεμβάσεις ή αλλαγές. Έτσι απουσιάζουν από το σχέδιο αυτό το υφιστάμενο σήμερα παρτέρι με το ηλιακό ωρολόγιο και η δεντροστοιχία με τους μεγάλους φοίνικες (ουασιγκτόνιες) στη δυτική είσοδο, η μεγάλη πέργκολα με τις γλυτσίνιες, η βόρεια και η ανατολική είσοδος, καθώς και ο περίφρακτος χώρος των ζώων και ο ορνιθών στα ανατολικά της μεγάλης λίμνης. Άλλα στοιχεία, τα οποία προβλέπονται στο σχέδιο, όπως ο μεγάλος λαβύρινθος που σχηματίζουν φυτά του είδους ευώνυμον το ιαπωνικόν ή ο χώρος για τη διαβίωση των ζώων στη βορειοανατολική γωνία του κήπου δεν υφίστανται σήμερα. Καταλήγει κανείς επομένως στο σχεδόν βέβαιο συμπέρασμα ότι το τυπωμένο σχέδιο που ανεκαλύφθη προσφάτως, και το οποίο ο Bareaud υπέβαλε στην βασίλισσα την δεκαετία του 1850, αντικατοπτρίζει τις αρχικές ιδέες του για την διαμόρφωση του βασιλικού κήπου.

Μελετώντας προσεκτικά το σχέδιο αυτό διαπιστώνει κανείς ότι: πρώτον, το υφιστάμενο, πολύ πυκνό δίκτυο των έντονα καμπύλων πεζοδρόμων με την ομαλή χάραξη, ναι μεν αποτελεί ακριβή εφαρμογή του αρχικού σχεδίου, πλην όμως αργότερα προσετέθησαν και άλλοι πεζόδρομοι, έτσι ώστε η επιφάνεια του κήπου κατετμήθη ακόμη περισσότερο,. Δεύτερον, ότι η αρχική γενική κατανομή της ολικής επιφάνειας του κήπου σε επιμέρους ζώνες διαφόρων φυτεύσεων δεν ετηρήθη κατά την μεταγενέστερη εξέλιξή του.

Στο σχέδιο του Bareaud διακρίνονται καθαρά οι ακόλουθες διατάξεις που αλλοιώθηκαν μεταγενεστέρως:

  • Η πυκνή φύτευση του τμήματος του κήπου στα βορειοανατολικά των ανακτόρων με φυλλοβόλα δένδρα, ούτως ώστε εν είδει παραπετάσματος, να προφυλάσσουν τον κήπο από τους βορείους ανέμους και από την πόλη.
  • Η διαμόρφωση ενός εκτεταμένου οπωρώνος στο κέντρο του κήπου στα νότια των ανακτόρων, ώστε να δημιουργηθεί ένα εύχαρες περιβάλλον από σχετικά χαμηλού ύψους δέντρα που δεν παρεμποδίζουν τη θέα.
  • Η δημιουργία τριών διαδρόμων θέας, τους οποίους κοσμούν χλοοτάπητες με τριανταφυλλιές και άλλα άνθη και που οι παρυφές τους οριοθετούνται γραμμικά από συμπαγείς συστάδες δέντρων. Όλοι οι διάδρομοι θέας είναι νοτιοδυτικής κατευθύνσεως, και από χαμηλές εξάρσεις του εδάφους επιτρέπουν την οπτική επαφή με τον ναό του Ολυμπίου Διός και με την Ακρόπολη.

Με τη συστηματική πύκνωση των φυτεύσεων, οι διάδρομοι αυτοί αργότερα κατηργήθησαν και διετηρήθησαν μόνο μερικές νησίδες από χλοοτάπητες. Επίσης επεδιώχθη και τελικά επεβλήθη η φύτευση περισσοτέρων ειδών φυτών καθώς και μεγαλύτερος βαθμός διαπλοκής των φυτεύσεων. Αυτές οι μερικές αλλαγές δεν αναίρεσαν μεν την αρχική διαμόρφωση, ωστόσο συνέβαλαν στο να αποκτήσει ο βασιλικός κήπος χαρακτήρα κλειστού και εσωστρεφούς κήπου.

Αλλά και άλλες μεταγενέστερες διαρρυθμίσεις ήσαν μάλλον αναπόφευκτες. Ο κήπος περιεβλήθη βαθμιαία στα ανατολικά, τα βόρεια και τα δυτικά από την πυκνή δόμηση της πόλεως. Έτσι, ο ελεύθερος φυτευμένος χώρος μπορούσε να επεκταθεί μόνο προς νότον, όπως κι έγινε όταν, αργότερα, προσετέθησαν ο κήπος του Ζαππείου (επέκταση 1888), ο χώρος πρασίνου στις όχθες του Ιλισού και επραγματοποιήθη η αναδάσωση του λόφου του Αρδηττού. Τέλος, για να προστατευθεί, ο κήπος περιεφράχθη με ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα με μαρμάρινους πεσσούς και πυκνώθηκε η βλάστηση ακόμη περισότερο, ώστε να δημιουργηθεί ένα μικροκλίμα ευνοϊκό για την ανάπτυξη των φυτών.¹⁵

Ο βασιλικός (Εθνικός, σήμερα) Κήπος. Λήψη από αέρος.

Ο βασιλικός κήπος¹⁶ είναι μία περίφρακτη, αν και από όλες τις πλευρές προσβάσιμη, αστική όαση, η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας προσφέρει στους κατοίκους της Αθήνας και στους επισκέπτες της πόλεως έναν μοναδικό τόπο ανάπαυσης αλλά και αισθητικής απόλαυσης. Κατά την νύκτα ο κήπος παραμένει κλειστός.¹⁷ Αποτελείται από 80 παρτέρια – νησίδες πρασίνου – που το μικρότερο έχει έκταση 150 μ² και το μεγαλύτερο 7.500 μ², το μέσο μέγεθος δε των παρτεριών είναι περίπου 2.000 μ², πράγμα που δείχνει την έντονη κατάτμηση του χώρου. Οι πεζόδρομοι, όλοι στενοί, πλάτους 2-5 μ., είναι στρωμένοι αποκλειστικά με αμμοχάλικο, λύση που συμβάλλει στη φυσικότητα που αποπνέει το πάρκο. Το συνολικό μήκος των καμπυλογράμμων πεζοδρόμων φθάνει τα 7.500 μ., πράγμα που αποδεικνύει το πόσο πυκνό και περιπεπλεγμένο είναι το δίκτυο των δρομίσκων αυτών.

Στον Εθνικό Κήπο απαντώνται περίπου 520 είδη φυτών (420 από αυτά είναι φυτά που ευδοκιμούν στο εξωτερικό, 100 είναι γηγενή), ενώ αριθμεί περίπου 7.000 δέντρα και 40.000 θάμνους και πόες.¹⁸ Η πυκνότης φυτεύσεως και η περιπεπλεγμένη διάταξη των πεζοδρόμων προσδίδουν στον κήπο σχεδόν χαρακτήρα λαβυρίνθου, που δημιουργεί μία εξωτική και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Τα ξέφωτα είναι σπάνια και γι αυτό ακόμα πιο εντυπωσιακά. Οι υδάτινες επιφάνειες είναι μικρές, αλλά τόσο εύστοχα διαμορφωμένες, ώστε φαίνονται σχετικά μεγάλες. Με την κατάτμησή του σε μικρούς ενιαίους χώρους και τη μεγάλη ποικιλία φυτών, ο κήπος της βασιλίσσης έχει ανεπανάληπτη χάρη και λεπτότητα.

Η βασίλισσα Αμαλία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι παρούσα στη συνείδηση των Ελλήνων. Η σπουδαιότερη και ευρύτερη λεωφόρος της πόλεως εφάπτεται στη δυτική πλευρά του κήπου της και φέρει το όνομά της. Η γυναικεία εθνική φορεσιά – μία επινοημένη από την ίδια γυναικεία στολή, αντίστοιχη της αντρικής φουστανέλας – φέρει επίσης το όνομά της και φοριέται από νεαρές γυναίκες στις διάφορες εθνικές επετείους.

Όθων και Αμαλία, σε έναν από τους έφιππους περιπάτους τους.

Καμμία προτομή, καμμία αναμνηστική πλάκα στον Εθνικό Κήπο δεν θυμίζει, ωστόσο, στους σημερινούς επισκέπτες του ότι η αστική αυτή όαση ήταν το προσωπικότερο έργο ζωής της Αμαλίας. Εν τούτοις, ο κήπος της εξακολουθεί να υφίσταται ως τοπόσημο της Αθήνας και να κοσμεί την πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων. Στη νοτιοανατολική γωνία του, σε ένα χαμηλό βραχώδες ύψωμα, υπάρχει μία πολυγωνική μαρμάρινη βάση, γνωστή ως “κάθισμα της Αμαλίας”. Εδώ συνήθιζε η βασίλισσα να αναπαύεται και να θαυμάζει τον κήπο της και τα μακρινά περιγράμματα της Αττικής. Ο βασιλικός κήπος της Αθήνας, έργο αφοσιώσεως και αγάπης μας υπενθυμίζει την ύστατη ευχή της βασίλισσας: Είθε η Ελλάδα να είναι εις το μέλλον ευτυχισμένη όσο το επιθυμήσαμε [ο Όθων και εγώ]. Είθε τα όνειρα των νεανικών μας χρόνων να γίνουν πραγματικότης.¹⁹

   Ο κήπος της Αμαλίας. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς. Hellenic Parliament TV

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου 1972. Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο «Raymond Lemaire» του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982) και Μονάχου (1996-1997). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του Κέντρου HABITAT για την συντήρηση των ιστορικών πόλεων. Συγγραφέας 12 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 60 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε σε γερμανική γλώσσα στον συλλογικό τόμο Amalie, 1818-1875, Herzogin von Oldenburg, nigin von Griechelnand, Oldenburg, 2004, σ. 29-52.

Αναδημοσιεύθηκε στα ελληνικά με τίτλο “Η Βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, Πριγκίπισσα του Ολδεμβούργου (1818-1875) και ο Βασιλικός Κήπος της Αθήνας”, Ίχνη Ελληνικά, Αθήνα, 2005, σ. 245-262.

¹ O Όθων, γόνος της βασιλικής οικογενείας των Wittelsbach, δευτερότοκος υιός του Βασιλέως Λουδοβίκου Α΄της Βαυαρίας, βασίλευσε κατά την περίοδο 1832-1862.

²  Αυτό το όραμα είχε διατυπώσει με σαφήνεια το έτος 1836 ο νεαρός γερμανός αρχιτέκτων Ludwig von Lange, σε επιστολή του με ημερομηνία 1.5.1836 που αποστέλλει από την Αθήνα στον Gaertner (αρ. 2083 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου).

³ Σχέδιο διαμόρφωσης του περιβάλλοντος τα ανάκτορα των Αθηνών χώρου σύμφωνα με την τοπογραφική αποτύπωση που μου γνωστοποιήθηκε (Projektierte Anlage der Umgebung des Königlichen Palais in Athen nach dem mitgetheilten Situationsplan), αριθμός καταλόγου 1834a της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁴  Το σχέδιο φέρει τον τίτλο Plan der Umgebung des neuen Königlichen Palais, Athen, 6/18 Μαΐου, υπογραφή Hoch, αρ. Καταλόγου 1834 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁵ Ο Λουδοβίκος Α΄ γράφει το 1838 στην Αμαλία: Σκιά, πολλή σκιά χρειάζεται στην Αθήνα, σε αντίθεση με την Αγγλία όπου το φως του ηλίου είναι η εξαίρεση, γι αυτό και τα πάρκα της πρέπει να είναι διαφορετικά. Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω (…) επιθυμώ το πάρκο να μην διαμορφωθεί με πρότυπο τους κήπους αγγλικού ρυθμού, τους τόσο φτωχούς σε σκιά, αλλά όπως οι κήποι των ιταλικών επαύλεων που έχουν πολλούς σκιερούς περιπάτους, αλλά όχι άκαμπτους, όπως των παλαιών γαλλικών πάρκων. (Από το βιβλίο nig Ludwig I von Bayern in seinen Briefen an seinen Sohn den nig Otto von Griechenland [Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας μέσα από τις επιστολές του προς τον υιό του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδος], Bamberg, 1891, σ. 41). Φαίνεται πως η Αμαλία εφήρμοσε ακριβώς τις οδηγίες του Λουδοβίκου.

⁶  Ο Γεώργιος Λάιος, οξυδερκής ερευνητής της πολεοδομικής ιστορίας των Αθηνών, στο έργο του Tour la Reine, Αθήνα, 1977, μας δίνει ακριβείς πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες γης και τις τιμές αγοράς των οικοπέδων: Ιδιοκτήτες ήταν: ο δήμος Αθηναίων, η Μονή Πετράκη, ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο Δημήτριος Καλλιφρονάς, ο Ανάργυρος Πετράκης, ο Μ. Μπενάκης, ο Δημήτριος Περούκας, ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας, ο Γιαννούλης Αελούδης, ο Ισίδωρος Βεκούσης, ο Σπυρίδων Γιαλούρης, ο John Hill, ο George Finlay, η Κλεινώ Σουρμελή, ο David Pacificos, η Δούκισσα της Πλακεντίας, η Ελισάβετ Θεοτόκη, οι αδελφοί Δεμερτζή, οι κληρονόμοι του Τζουτζούρη, ο Παναγιώτης Κένταυρος, ο Πολυζώης Πικόπουλος, ο Σέργιος Ποστολάκας, ο Παύλος Σκουλούδης, ο Παναγής Καμπάς, οι αδελφοί Αθανάσιος και Νικόλαος Α. Μιαούλη, και άλλοι. Ο δήμος Αθηναίων προσέφερε την γη δωρεάν, ενώ άλλοι ιδιοκτήτες πούλησαν τα οικόπεδά τους προς 40 λεπτά τον πήχυ και άλλοι απήτησαν μία τιμή δέκα φορές υψηλότερη, γιατί στο μεταξύ το υπό ανέγερση κτήριο των ανακτόρων προσήλκυε σαν μαγνήτης πολλούς αγοραστές στην περιοχή και οι αξίες της γης είχαν ανέβει σημαντικά.

⁷  Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Edmont About: Η βασίλισσα διαθέτει τον ασύγκριτα πιο ωραίο κήπο του βασιλείου. Ξοδεύονται [για την συντήρησή του] κάθε χρόνο πενήντα χιλιάδες δραχμές, δηλαδή το εν εικοστόν της βασιλικής χορηγίας. Εάν υπάρχει κάτι τι το αξιοζήλευτο, στο μικρό βασίλειο της Ελλάδος, είναι η ιδιοκτησία αυτού του μεγάλου κήπου. Και λέγω “μεγάλου” καθ όσον αφορά την έκτασή του και όχι την ποιότητα του σχεδίου του: πρόκειται για έναν κήπο κατά τα αγγλικά πρότυπα, όλο περιστρεφομένους δρομίσκους και χωρίς μία δενδροστοιχία υψηλών δένδρων. Ένας κηποτέχνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας θα θεωρούσε έναν τέτοιο κήπο ένα σκάνδαλο και θα αναφωνούσε ότι η Μεγαλειότης της εκτίθεται περιπατώντας σε τέτειες αλέες (…) Η βασίλισσα έχει έναν πορτοκαλεώνα, που οι πορτοκαλιές του είναι δένδρα και όχι παιχνίδια. Έχει φοίνικες μεγαλύτερους από αυτούς που βρίσκουμε στον Βοτανικό Κήπο των Παρισίων, και που υψώνονται στο μέσον ενός πρασίνου χλοοτάπητος. Αυτό που κοστίζει περισσότερο είναι ο χλοοτάπης, όχι οι φοίνικες. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς το τί φροντίδες χρειάζονται και πόσο κόπος και δροσερό νερό απαιτούνται για να συντηρηθεί ένας χλοοτάπης τον Ιούλιο μήνα στην Αθήνα. Πρόκειται για αληθινά βασιλική πολυτέλεια. Για να ποτίσει τις φυτεύσεις της, η βασίλισσα κατέσχε ορισμένους αγωγούς υδρεύσεως της πόλεως. Η βασίλισσα τους οικειοποιήθηκε. Οι Αθηναίοι υποφέρουν αλλά οι χλοοτάπητες του κήπου θάλλουν (…) Ο κήπος της βασιλίσσης είναι δημόσιος: είναι δίκαιον αυτοί που τον χρηματοδότησαν να έχουν και το δικαίωμα να τον επισκέπτονται. Επειδή η βασίλισσα περιπατεί εις τον κήπο της και δεν επιθυμεί να συναντά πρόσωπον προς πρόσωπον τους υπηκόους της, το κοινόν έχει πρόσβαση εις τον κήπον μόνον από την στιγμή που αι αυτών Μεγαλειότητες εξέρχονται έφιπποι δια περίπατον μέχριν την δύσιν του ηλίου.

⁸  Πρβ. Wilhelm Erns Beaulieu, Athen im Frühjahr 1851 (Η Αθήνα την άνοιξη του 1851), σ. 16.

⁹  Ο πρίγκιψ Hermann von Pückler-Muskau, περίφημος κηποτέχνης και συγγραφεύς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, στο βιβλίο του stlicher Bildersaal, Griechische Leiden (Νοτιοανατολική πινακοθήκη, ελληνικά πάθη), Stuttgart, 1840, περιγράφει εύγλωττα την ερήμωση που αντίκρισε στην Αθήνα την άνοιξη του 1836. Γράφει: Η θέα της Ακροπόλεως και της γύρω περιοχής από το ύψωμα πλάι στο Στάδιο, όπου υπήρχε ναός της Τύχης, είναι μία από τις ωραιότερες κοντά στην Αθήνα, και τα νεαρά σπαρτά τής έδιναν τώρα επιπλέον, εν μέρει τουλάχιστον, και λίγο από το πράσινο που συνήθως είναι απόν. Εκτός από τον γκριζωπό, άχρωμο, μακρόσυρτο ελαιώνα και το πενιχρό περιεχόμενο διαφόρων απωρώνων, δυστυχώς δεν υπάρχουν άξια λόγου δέντρα, με εξαίρεση μερικές λεύκες πέρα μακριά, καθώς και τρεις καχεκτικές φοινικιές και μερικά κυπαρίσσια μέσα στην πόλη, που παρ όλα αυτά ως σύνολο συμβάλλουν πολύ στη γραφικότητα του τοπίου. Η δροσιά απουσιάζει παντού σε αυτά τα μέρη.

¹º Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Γεωργία, φάκ. 262.

¹¹ Κωνσταντίνος Μπίρης, “Φρειδερίκος Σμιτ, ο αρχιτέκτων του βασιλικού κήπου”, στο Αθηναϊκαί μελέται ΙΙ, σ. 34.

¹² Επιστολή της Αμαλίας από την Αθήνα προς τον Λουδοβίκο Α΄ στο Μόναχο μεημερομηνία 12/24 Δεκεμβρίου 1839. Κατάλοιπα του βασιλέως Λουδοβίκου Α΄ († 1868) 85/2 VII, Μυστικά Αρχεία [Geheimes Hausarchiv] Μονάχου. Παραθέτουμε με την ευκαιρία τις σημαντικότερες αρχαιολογικές  εκθέσεις που αναφέρονται στις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του βασιλικού κήπου κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσής του:

  • Κυρ. Πιττάκης, “Ανασκαφή στον βασιλικό κήπο”, Αρχαιολογική Εφημερίς, 1839, σ. 226.
  • Ludwig Ussing, “Bericht über Funde im königlichen Garten”, Bulletino del Instituto, 1839, σ. 226.
  • Adolph Michaelis, “Allgemeine Beschreibung der Archaeologischen Funde im königlichen Garten”, Archaeologischer Anzeiger 19/1861, s. 175-180.

¹³ Αυτή η παραλλαγή του πάρκου κατ απομίμησιν του φυσικού τοπίου, η οποία ανεπτύχθη στη Γαλλία κατά τη δεύτερη αυτοκρατορία, διετήρησε μεν την ελεύθερη, καμπυλόγραμμη χάραξη των πεζοδρόμων, καθώς και τη διάταξη των δέντρων εν είδει φυσικών συστάδων, που χαρακτηρίζει τον γερμανικού τύπου κήπο-τοπίο (Landschaftsgarten), αλλά διακριτικό της γνώρισμα ήταν οι μικρές διαστάσεις των παρτεριών και η κάπως επιτηδευμένη χάραξη του πυκνού δικτύου των πεζοδρόμων.

¹⁴ Το σχέδιο που ανεκάλυψε ο καθηγητής Jan Murken συμπεριελήφθη στη συλλογή του Μουσείου του βασιλέως Όθωνος του δήμου Ottobrunn/Βαυαρία. Ο καθηγητής Murken είχε την καλοσύνη να εμπιστευθεί στον συντάκτη του παρόντος άρθρου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά, αντίγραφο του σχεδίου αυτού. Το σχέδιο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακρίβεια και σημαντικό αριθμό πληροφοριών για την αρχική διαμόρφωση του κήπου, έτσι ώστε μελλοντικά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής κριτικής ερεύνης και λεπτομερούς σχολιασμού. Εδώ θα αναφερθούν μόνο ορισμένα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του.

¹⁵ Σε σύγκριση με τις θερμοκρασίες των περιοχών της πόλεως που γειτνιάζουν άμεσα με αυτόν, στον κήπο μετρήθησαν κατά τη διάρκεια των θερμοτέρων ημερών του θέρους θερμοκρασίες κατά πέντε βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες. Αξιόλογη είναι, επίσης, η σχετική ησυχία στο εσωτερικό του κήπου, παρά την έντονη μηχανοκίνητη κυκλοφορία στο κέντρο της πόλεως.

¹⁶ Το 1923 μετωνομάσθη “Εθνικός Κήπος” και εκηρύχθη δημόσιος κήπος της πόλεως.

¹⁷ Λόγω της πυκνής βλαστήσεως, η περιοχή του κήπου δεν είναι ασφαλής την νύκτα. Έτσι, κλείνει τις νυκτερινές ώρες και δεν χρειάζονται φωτιστικά σώματα, τα οποία θα αναιρούσαν τη φυσικότητα του χώρου.

¹⁸ Σύμφωνα με στοιχεία του πρώην διευθυντού του Εθνικού Κήπου, Νικολάου Ταμβάκη, γεωπόνου και κηποτέχνη, 1981.

¹⁹ Διαθήκη της Αμαλίας. Παράθεμα από το βιβλίο του Ανδρέα Μιχαήλ, Ο Όθων και η Αμαλία στη Βαμβέργη, Αθήνα, 1933.

Σχετικές μονογραφίες του συγγραφέα

  • Ο κήπος της Αμαλίας, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 2008.
  • Τρεις κήποι, δυο οράματα και μια παρουσία στην Αττική γη, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2016.

 

 

Κωνσταντίνος Διώγος: Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος του 1898 ως “καθρέφτης” του “ατυχούς” Ελληνοτουρκικού

Κωνσταντίνος Διώγος

Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος του 1898 ως “καθρέφτης” του “ατυχούς” Ελληνοτουρκικού 1

 

Οι αντιπαραβολές, οι αναλογίες και οι συγκρίσεις αποτελούν τεχνικές επιχειρηματολογίας που δεν έχουν μεγάλη εγκυρότητα, μιας και δύο καταστάσεις δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα όμοιες. Ωστόσο χρησιμοποιούνται συχνά στον λόγο –και δη στον δημόσιο– καθώς διαθέτουν παραστατικότητα, απλοποιούν και εκλαϊκεύουν το μήνυμα που θέλει να περάσει ο πομπός και κυρίως εξυπηρετούν τον ιδεολογικό του στόχο. Όπως αναφέρει και ο Σεφέρης, οι παραβολές είναι ένας πολύ καλός τρόπος να ξεστομίσουμε αλήθειες ή πράγματα που δύσκολα τολμάμε να παραδεχτούμε και να αρθρώσουμε.Δύο πόλεμοι που έγιναν στα τέλη του 19ου αιώνα με απόσταση μόλις ενός έτους, ο Ελληνοτουρκικός του 1897 και ο Ισπανοαμερικανικός του 1898, προσφέρονταν για εύκολες συγκρίσεις και παραλληλισμούς και παρήγαγαν στον ελληνικό δημόσιο λόγο αναλογικά-ιδεολογικά σχήματα, προκειμένου ο δεύτερος να λειτουργήσει ως βάση ερμηνείας του πρώτου. Το παρόν άρθρο έχει ως στόχο να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος λειτούργησε ως «καθρέφτης» του «ατυχούς» Ελληνοτουρκικού καθώς και να σκιαγραφήσει την εικόνα που σχηματίστηκε στους Έλληνες για τον μελλοντικό ρόλο και θέση των ΗΠΑ στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

 

1. Οι αιτίες της ισπανοαμερικανικής ρήξης

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ άρχισαν να απομακρύνονται αισθητά από το αυστηρό πλαίσιο απομονωτισμού που επέβαλε το δόγμα Monroe, αποκτώντας τη φυσιογνωμία επιθετικής και ιμπεριαλιστικής δύναμης. Η αλλαγή αυτή φάνηκε καθαρά με την ενεργό στρατιωτική εμπλοκή στις υποθέσεις της Κούβας (1898) και των Φιλιππίνων (1899-1904) και με την προσπάθεια επέκτασης ελέγχου στις θάλασσες της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Οι Αμερικανοί δεν ήταν, ούτε ήθελαν να γίνουν «κλασική» αποικιοκρατική δύναμη. Δεν ονειρεύονταν την προσάρτηση νέων εδαφών στην Ομοσπονδία ούτε, τόσο, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές άλλων χωρών, αφού διέθεταν άφθονες. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι δεν ενδιαφέρονταν να επεκτείνουν την επιρροή τους σε περιοχές έξω από την αμερικανική ήπειρο, εκεί όπου απλώνονταν τα εμπορικά και οικονομικά τους συμφέροντα. Άμεσος στόχος ήταν η διασφάλιση θαλάσσιων εμπορικών οδών και αγορών ανοικτών για την απορρόφηση αμερικανικών βιομηχανικών προϊόντων και για την επένδυση αμερικανικών κεφαλαίων. Γι’ αυτό και εφάρμοσαν μια φαινομενικά ήπια στρατηγική οικονομικής και εμπορικής διείσδυσης, χωρίς την ανάγκη προσάρτησης νέων εδαφών, που σίγουρα θα έβρισκε ισχυρή αντίθεση στο εσωτερικό της χώρας, θα ήταν πολυδάπανη και θα τους έφερνε αντιμέτωπους με τις μεγάλες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές Δυνάμεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ισπανίας, μιας παρηκμασμένη χώρας που εξακολουθούσε να διατηρεί κτήσεις σε περιοχές ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, η κυβέρνηση και ο πρόεδρος McKinley δεν δίστασαν να καταφύγουν στην ένοπλη σύγκρουση, ολοκληρώνοντας την αντίληψη «η Αμερική για τους Αμερικανούς» και βάζοντας τις βάσεις για την κυριαρχία σε Ατλαντικό και Ειρηνικό Ωκεανό.3

Βέβαια, οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να αμαυρώσουν την παγκόσμια εικόνα τους ως σύμβολο δημοκρατίας και ελευθερίας με ένα ιμπεριαλιστικό στίγμα. Έτσι, όπως οι άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις προέβαλλαν τις αποικιοκρατικές εκστρατείες τους ως «εκπολιτιστικές αποστολές» έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες εναρμόνισαν τους πραγματικούς επεκτατικούς στόχους με μια σειρά από ιδεαλιστικούς. Αυτοί σχετίζονταν με την προάσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας των καταπιεσμένων λαών, την «εξαγωγή» των δημοκρατικών θεσμών, την προώθηση του φιλελευθερισμού, τη διασπορά του προτεσταντικού χριστιανικού μηνύματος, στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας ολοκλήρωσης του «αμερικανικού πεπρωμένου», που τελικό στόχο είχε της διάδοση της έννοιας της «προόδου», στην αμερικανική εκδοχή της.

William McKinley (1843-1901), Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Οι Ισπανοί επιχειρούν να αποκαθηλώσουν την αμερικανική σημαία από την Κούβα και τις Φιλιππίνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η περίπτωση της υπό ισπανική κυριαρχία Κούβας πληρούσε τους παραπάνω ιδεαλιστικούς στόχους. Η Κούβα ήταν ένα νησί με μακρά αντι-ισπανική επαναστατική παράδοση. Από τον Δεκαετή Πόλεμο του 1868-1878 το νησί δεν είχε σταματήσει να βρίσκεται σε επαναστατικό αναβρασμό. Η κατάργηση της δουλείας και η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων από τους νικητές Ισπανούς δεν εξάλειψε το πάθος των Κουβανών για ανεξαρτησία. Η επανέναρξη των εχθροπραξιών, τον Φεβρουάριο του 1895, έδωσε την αφορμή στις ΗΠΑ να βάλουν σε εφαρμογή τα σχέδιά τους. Οι Ισπανοί απέναντι στη νέα επανάσταση απάντησαν με ανεπανάληπτη σκληρότητα, στέλνοντας ως διοικητή τον στρατηγό Valeriano Weyler, που εφάρμοσε τακτικές εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για τον άμαχο πληθυσμό. Σε αυτά χιλιάδες Κουβανοί –κυρίως ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά– βρήκαν τραγικό θάνατο, χαρίζοντας στον Weyler το δυσφημιστικό παρατσούκλι «ο χασάπης». Ο «κίτρινος Τύπος» της Αμερικής, κυρίως οι εφημερίδες των μεγαλοεκδοτών Hearst και Pulitzer, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση. Σκιαγράφησαν την ήδη τραγική κατάσταση στην Κούβα με ακόμη πιο μελανά χρώματα και οδήγησαν στην έξαψη της κοινής γνώμης εναντίον των Ισπανών και στην καλλιέργεια φιλοπόλεμου κλίματος. Η περιγραφή των κακοπαθημάτων των Κουβανών έδινε, πλέον, το ηθικό πλεονέκτημα στην αμερικανική κυβέρνηση να μπορεί να επικαλείται ηθικά ερρείσματα στις ενέργειές της.

Ο στρατηγός Valeriano Weyler και οι θηριωδίες της ισπανικής διοίκησης στην Κούβα.

Η άνοδος του ρεπουμπλικάνου William McKinley στην εξουσία, το 1897, ενός προέδρου με ξεκάθαρα επεκτατική ατζέντα στην εξωτερική πολιτική, άνοιξε τον δρόμο για τη στρατιωτική επέμβαση.Το πρόγραμμα του McKinley περιλάμβανε την προσάρτηση της Χαβάης, τη δημιουργία μιας ασφαλούς οδού στον Ειρηνικό, μέσω των Φιλιππίνων, για την εξασφάλιση πρόσβασης στην αγορά της Κίνας και τον έλεγχο στη θάλασσα της Καραϊβικής. Η αμερικανική κυβέρνηση από το καλοκαίρι του 1897 άρχισε να ασκεί διπλωματική πίεση στην ισπανική για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην Κούβα. Η ανάκληση του Weyler από το νησί και η χορήγηση περισσότερης αυτονομίας στους αυτόχθονες φάνηκε, πρόσκαιρα, να αποτρέπει τον πόλεμο. Στο ετήσιο μήνυμα (Δεκέμβρης 1897) ο McKinley εμφανίστηκε πρόθυμος να δώσει στην ειρήνη μια ευκαιρία, ελέγχοντας την πορεία των ισπανικών μεταρρυθμίσεων. Δεν απέρριψε, όμως, το ενδεχόμενο επέμβασης στο νησί σε περίπτωση που αυτές δεν εφαρμόζονταν και δεν δίστασε να κάνει λόγο για υποχρέωση της χώρας του απέναντι στις «αμερικανικές αρχές, τον πολιτισμό και την ανθρωπότητα».Ωστόσο, τα γεγονότα εξελίχθηκαν αναπάντεχα αρνητικά.

Η έκρηξη και βύθιση του USS Maine στις 15 Φεβρουαρίου 1898 στο λιμάνι της Αβάνας.
Η ανέλκυση του ναυαγίου σε φωτογραφία του 1900.

Τον Ιανουάριο του 1898 η αμερικανική κυβέρνηση έστειλε το πολεμικό πλοίο Maine στην Κούβα για την προστασία των αμερικανών υπηκόων και των περιουσιών τους. Αναμφίβολα επρόκειτο για κίνηση επίδειξης δύναμης, με στόχο την άσκηση πίεσης στους Ισπανούς. Τη νύχτα της 15ης Φεβρουαρίου, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, το Maine εξερράγη στον κόλπο της Αβάνας, παρασύροντας στον υγρό τάφο 260 ψυχές. Η κοινή γνώμη, παρακινημένη από έναν μαινόμενο Τύπο, απέδωσε την έκρηξη στους Ισπανούς και ζητούσε εκδίκηση. Ο McKinley, αν και προσπάθησε να καθησυχάσει τον λαό ορίζοντας μια επιτροπή για την εξέταση της υπόθεσης (η οποία απέφυγε να αποδώσει ευθέως την ευθύνη στους Ισπανούς), άρχισε παράλληλα να προετοιμάζεται για στρατιωτική επέμβαση. Η εικόνα που προβλήθηκε από τις τότε ελληνικές εφημερίδες, ότι ο McKinley ήταν ένας φιλειρηνιστής και άβουλος πρόεδρος, παρασυρμένος από έναν φιλοπόλεμο Τύπο σε πράξεις που δεν επιθυμούσε, ήταν λανθασμένη και απλοϊκή και εξυπηρετούσε, όπως θα δούμε παρακάτω, εγχώριες πολιτικές σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα ο McKinley δεν ήταν ούτε ιμπεριαλιστής ούτε φιλειρηνιστής. Ήταν ένας πρόεδρος που προσπάθησε συνειδητά, μέχρι την τελευταία στιγμή, να αποτρέψει με διπλωματικά μέσα τον πόλεμο, χωρίς όμως ούτε να τον φοβάται ούτε να τον αρνείται ως μέσο επίλυσης του κουβανικού ζητήματος. Η απαίτηση των Αμερικανών να χορηγηθεί πλήρης ανεξαρτησία στην Κούβα και η άρνηση της ισπανικής κυβέρνησης να επιτρέψει μια τόσο άμεση εμπλοκή ξένης χώρας σε μια «δική της υπόθεση» οδήγησαν τελικά στον πόλεμο, που κηρύχθηκε επίσημα στις 20 Απριλίου 1898 (ν.ή.).

Ο πόλεμος, όπως ήταν αναμενόμενο, κρίθηκε στην υπεροπλία και το σύγχρονο χαρακτήρα των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, μέσα σε διάστημα δέκα μόλις εβδομάδων. Σε αυτόν αποδείχθηκε η καταστροφική επιρροή της πολεμικής βιομηχανίας, η αξία της «πολεμικής επιστήμης» και «η τελειότης των όπλων και των πολεμικών μηχανών»και δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά «πάσαι αι κατά θάλασσαν μηχαναί του πολέμου, αι εφευρεθείσαι από της τελευταίας τριακονταετίας».Ήταν ένας πόλεμος–πρόγευση των μελλοντικών πολέμων, αυτών που έμελλαν να σφραγίσουν με αίμα την ιστορία του 20ου αιώνα, στον οποίο η λαϊκή φαντασία έβλεπε «τα μηχανήματα του Βερν και του Έδισσων» να φεύγουν από τις σελίδες της λογοτεχνίας και να γίνονται πράξη.Όλοι περίμεναν ότι ένας λαός τόσο πολυμήχανος και εφευρετικός όπως ο αμερικανικός θα ετοίμαζε «κάτι τι απρόοπτον, κάτι τι εντελώς νέον […] νέες εφευρέσεις καταστρεπτικάς, άγνωστα εξολοθρευτικά μηχανήματα».Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος:

Η Ισπανία […] θα ευρεθή εις δυσχερή θέσιν προ του νέου κολοσσού, του κινουμένου με ηλεκτρισμόν, του εργαζομένου μηχανικώς, τον οποίον φαντάζεται κανείς ατμήλατον, ομιλούντα δια χιλίων φωνογράφων και αναπνέοντα τη βοηθεία εκατομμυρίων δυναμοκινητήτρων.10

Τα επιχειρησιακά θέατρα του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου: Κούβα και Φιλιππίνες.

Δυο ναυμαχίες και μια χερσαία εκστρατεία όρισαν τα θέατρα του πολέμου.11 Η πρώτη διεξήχθη στον κόλπο της Μανίλα στις Φιλιππίνες, την 1η Μαΐου, όταν η ασιατική μοίρα του ναυάρχου Dewey συνέτριψε με χαρακτηριστική ευκολία την απαρχαιωμένη ισπανική. Παράλληλα, οι Αμερικανοί αποβίβασαν εκστρατευτικό σώμα στην Κούβα, το οποίο σε συνεργασία με τους αυτόχθονες επαναστάτες άρχισε να κινείται προς το Σαντιάγο. Ο ισπανικός στρατός μπορεί να υπερίσχυε αριθμητικά, ήταν όμως εξουθενωμένος από τον πολυετή αγώνα και τις φοβερές ελλείψεις στον ανεφοδιασμό. Η αμερικανική νίκη κρίθηκε τελικά στη θάλασσα. Στην περίφημη ναυμαχία του Σαντιάγο (3 Ιουλίου 1898), υπό τον καταιγισμό του αμερικανικού πυρός καταστράφηκε ολοσχερώς η ισπανική ναυτική μοίρα της Καραϊβικής του ναυάρχου Cervera. Με το νησί αποκομμένο η Ισπανία ήταν αναγκασμένη να συνθηκολογήσει. Το μέλλον των ισπανικών κτήσεων στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό σφραγίστηκε στο Παρίσι με την υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης (10 Δεκεμβρίου 1898). Η Κούβα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη, ενώ στις ΗΠΑ παραχωρήθηκαν το Πουέρτο Ρίκο, το Γκουάμ και οι Φιλιππίνες. Κι αν για τον έλεγχο των δύο πρώτων νησιών οι Αμερικανοί δεν συνάντησαν ιδιαίτερες δυσκολίες, δεν συνέβη το ίδιο στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Φιλιππίνων. Εκεί αναγκάστηκαν να εμπλακούν σ’ έναν αιματηρό πόλεμο (1899–1902), στη διάρκεια του οποίου αμαύρωσαν το όνομά τους με φοβερές σφαγές και αντίποινα στον ντόπιο πληθυσμό.12

Ο συνταγματάρχης Theodore Roosevelt (1858-1919), μετέπειτα Πρόεδρος των ΗΠΑ, στο ύψωμα του Σαν Χουάν της Κούβας, έπειτα από την αποφασιστική νικηφόρα μάχη κατά των Ισπανών.

 

2. Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος ως «καθρέφτης» του Ελληνοτουρκικού

Η είδηση του ξεσπάσματος του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου έφτασε στην Ελλάδα σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για τη χώρα. Η κοινωνία προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές που είχε αφήσει ο χαμένος Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 και να βρει ερρείσματα, ώστε να αποκαταστήσει το πληγωμένο ηθικό της. Οι μνήμες ήταν νωπές, το σοκ της ήττας τεράστιο και ο κλονισμός άγγιζε τα σημαντικότερα θεμέλια του έθνους-κράτους. Η εμπιστοσύνη του λαού στον στρατό, το πολιτικό σύστημα και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς είχε διασαλευτεί και μια γενικότερη αίσθηση απαξίωσης και απαισιοδοξίας κυριαρχούσε στον δημόσιο λόγο.

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αναζητηθούν οι αιτίες της ήττας, όλοι (δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί, λαός) έψαχναν εξιλαστήρια θύματα και κάθε φορά οι ευθύνες αποδίδονταν σε διαφορετικά πρόσωπα, ανάλογα με τις ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες που είχαν οι κρίνοντες. Άλλοτε έφταιγε ο στρατός και οι αξιωματικοί, που επέδειξαν ανεξήγητη υποχωρητικότητα και δειλία στα πεδία των μαχών∙ άλλοτε ο πολιτικός κόσμος, που δεν είχε προετοιμάσει επαρκώς τον στρατό για την κρίσιμη στιγμή∙ άλλοτε ο Δηλιγιάννης, που είχε παρασύρει τη χώρα σε μια καταστροφική επιλογή, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία∙ άλλοτε οι Τρικουπικοί, που είχαν συσσωρεύσει χρέη και μια επώδυνη χρεωκοπία στον Δηλιγιάννη∙ άλλοτε η Εθνική Εταιρεία, που είχε εξάψει τον αλόγιστο εθνικισμό και άλλοτε ο Τύπος, που είχε καλλιεργήσει συστηματικά ένα φιλοπόλεμο κλίμα, παρασύροντας τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία σε μια άφρονα περιπέτεια με καταστροφικές συνέπειες.

Η Μάχη των Φαρσάλων, ελαιογραφία του Γεώργιου Ροϊλού, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο.

Η λογική, η ψυχραιμία και η νηφάλια αποτίμηση της πραγματικότητας αποτελούσαν δυσεύρετα στοιχεία στον δημόσιο λόγο της εποχής, καλλιεργώντας το έδαφος για την απόλυτη κυριαρχία του λαϊκισμού. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο «λαός» ηρωοποιούταν ως άμοιρος ευθυνών, «προδομένος», θύμα διεφθαρμένων πολιτικών και «ύπουλων» ξένων δυνάμεων. Η λαϊκή βούληση εννοιολογούταν ως «αλάνθαστη», «σοφή» και «αμόλυντη». Η ήττα αποδιδόταν σ’ ένα απρόσωπο «διεφθαρμένο και κατεστημένο σύστημα», που αγνοούσε τη «γνήσια λαϊκή βούληση». Αν η τελευταία εισακουόταν, θα οδηγούσε το έθνος στην απαράμιλλη δόξα που υποσχόταν η Μεγάλη Ιδέα. Μια Μεγάλη Ιδέα που, παραδόξως, βγήκε ενισχυμένη και όχι καταρρακωμένη από την επώδυνη ήττα.

Σ’ αυτή τη δύσκολη για την Ελλάδα συγκυρία ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος, όσο μακρινός κι αν φάνταζε, αποτέλεσε ένα πρόσφορο μέτρο σύγκρισης του αντίστοιχου Ελληνοτουρκικού. Ο ελληνικός Τύπος χρησιμοποίησε την εξέλιξή του, τους πρωταγωνιστές, τις αντιδράσεις των αντιμαχομένων και τις πολιτικές επιλογές Αμερικανών και Ισπανών, προκειμένου να αντλήσει παραδείγματα, να τα «εργαλειοποιήσει» και να τα χρησιμοποιήσει ως μέσο ανάλυσης των αντίστοιχων ελληνικών «σφαλμάτων και παραλείψεων». Άλλωστε, ο Ισπανοαμερικανικός προσέφερε τρεις εύκολες αναλογίες, που επέτρεπαν την αντιπαραβολή με τον «ατυχή» Ελληνοτουρκικό. Πρώτον, στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονταν δυο νησιά, Κούβα και Κρήτη, με «κοινή» μοίρα. Και τα δύο διατελούσαν κάτω από καταπιεστικά και διεφθαρμένα καθεστώτα (Ισπανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αντίστοιχα) και οι κάτοικοί τους βρίσκονταν σε διαρκή επαναστατικό αναβρασμό. Δεύτερον, όπως στην Ελλάδα έτσι και στις ΗΠΑ ένας φιλοπόλεμος Τύπος πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις, εξάπτοντας πάθη και καλλιεργώντας έκρυθμο κλίμα. Τρίτον, Αμερικανοί και Ισπανοί προβάλλονταν (πριν την έναρξη του πολέμου) ως απαράσκευοι για μια τόσο σημαντική σύγκρουση, όπως και οι Έλληνες είχαν αποδειχτεί απροετοίμαστοι τη δύσκολη στιγμή. Οι Αμερικανοί μπορεί να διέθεταν τεχνολογική και αριθμητική υπεροπλία, δεν είχαν όμως στρατιωτική εμπειρία. Ο Ισπανοί, από την άλλη, ήταν εμπειροπόλεμοι, αλλά βρισκόταν σε φάση παρατεταμένης παρακμής. Όλοι στην Ελλάδα περίμεναν να δουν πως θα αντιδράσουν στα πεδία των μαχών, ώστε να προβούν σε προφανείς παραλληλισμούς με την ελληνική στρατιωτική αποτυχία.

Αν στις παραπάνω ομοιότητες προσέθετε κανείς και τον παράγοντα «χρονική εγγύτητα», το γεγονός δηλαδή ότι ο Ισπανοαμερικανικός ξεσπούσε έναν ακριβώς χρόνο μετά τον Ελληνοτουρκικό, σε μια περίοδο που τα χαμένα εδάφη της Θεσσαλίας δεν είχαν αποδοθεί ακόμη στην Ελλάδα και το Κρητικό Ζήτημα βρισκόταν εκ νέου σε ένταση, δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς γιατί ο ελληνικός Τύπος έσπευσε να αναδείξει αυτές τις αναλογίες και να τις καταστήσει κεντρικό θέμα συζήτησης στον δημόσιο λόγο. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, ο επικείμενος Ισπανοαμερικανικός έγινε ο «καθρέφτης» του χαμένου Ελληνοτουρκικού. Πάνω του αντανακλάστηκαν οι απογοητεύσεις, οι ενοχές, οι ευθύνες και τα απωθημένα ενός σαστισμένου ελληνικού λαού.

Με αφορμή την έναρξη του Ισπανοαμερικανικού ξεκίνησε στην Ελλάδα ένας παράλληλος «πόλεμος» εφημερίδων. Όλες οι αξιοσημείωτης κυκλοφορίας εφημερίδες επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα, προκειμένου να κατοχυρώσουν πρώτες την ανακοίνωση μιας είδησης ή το αποτέλεσμα μιας ναυμαχίας ή μάχης. Έστειλαν έκτακτους ανταποκριτές σε Νέα Υόρκη, Μαδρίτη, Λονδίνο, Παρίσι, Βιέννη για να εξασφαλίσουν έγκαιρη και αξιόπιστη πληροφόρηση μέσω τηλεγραφημάτων. Πέρα από τις δικές τους αναλύσεις, μετέφραζαν και δημοσίευαν μελέτες, σχόλια και κρίσεις ξένων πολιτικών και στρατιωτικών αναλυτών. Διάνθιζαν σχεδόν καθημερινά τα πρωτοσέλιδά τους με εντυπωσιακά σκίτσα, εικόνες, γραφήματα και χάρτες, ερανισμένα από ξένες εφημερίδες και περιοδικά, ώστε να προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό πλήρη την εικόνα των πεδίων μαχών και των πρωταγωνιστών τους. Ίσως ήταν ο πρώτος εξωτερικός πόλεμος που καλύφθηκε δημοσιογραφικά με τόση λεπτομέρεια, εγκαινιάζοντας για τον Τύπο μια νέα εποχή «νεωτερικής δημοσιογραφίας», κατά την οποία η είδηση αποκτούσε εμπορική αξία ως προϊόν. Όσο πιο εντυπωσιακά παρουσιαζόταν τόσο περισσότερο «πουλούσε», αποφέροντας κέρδη σε όποιον τη διαχειριζόταν σωστά.

Μεγάλο, βέβαια, ήταν και το ενδιαφέρον του κοινού, που «διψούσε» για ενημέρωση, ωθώντας συχνά τους ανταποκριτές σε υπερβολές και λάθη. Μέρα με τη μέρα οι εφημερίδες διαγκωνίζονταν για την εξασφάλιση της γρηγορότερης ανταπόκρισης, της πιο εντυπωσιακής εικόνας, του πιο ηχηρού πηχυαίου τίτλου. Ήταν τόση η σπουδή των εκδοτών να «προλάβουν πρώτοι την είδηση», που συχνά γίνονταν φορείς παραπληροφόρησης και διάδοσης ψευδών φημών.13 Η Πρωία χαρακτήριζε τη φαντασία των Ελλήνων ανταποκριτών «αχανεστέρα του ωκεανού».14 Η έκταση της παραπληροφόρησης ήταν τόσο μεγάλη, που η Σφύρα σχολίαζε ειρωνικά:

Ο Ισπανοαμερικανικός πόλεμος εξακολουθεί εισέτι καταστρεπτικώτατος εν ταις… στήλαις των ελληνικών εφημερίδων! Απόδειξις τούτου έστω και η εξής πρόχειρος στατιστική κατά την οποίαν μέχρι σήμερον εγένοντο 805 ναυμαχίαι, κατεστράφησαν 37.142 θωρηκτά και εφονεύθησαν 2.915 Ναύαρχοι Αμερικανοί και Ισπανοί, πάντοτε δε όλ’ αυτά κατά τας… ελληνικάς εφημερίδας.

Σφύρα, 28 Ιουνίου 1898.

Ο πόλεμος, αν και χιλιάδες μίλια μακριά, επηρέασε και τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Προκάλεσε δυσκολίες στην κυβέρνηση, που εκείνη την περίοδο διαπραγματευόταν τους όρους ενός νέου δανείου στο εξωτερικό. Η ισπανοαμερικανική ρήξη είχε αναστατώσει τις διεθνείς αγορές χρήματος και καλλιεργούσε ανασφάλεια στις τράπεζες που διαχειρίζονταν ισπανικά χρεόγραφα. Ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ φοβόταν ότι αυτό το κλίμα θα καθυστερούσε τη συνομολόγηση του δανείου και θα έκανε δυσμενέστερους τους όρους αποπληρωμής του.15 Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε την 1η Μαΐου να δηλώσει την «πλήρη και απόλυτον ουδετερότηταν» απέναντι στους εμπολέμους.16 Η δήλωση αυτή έβαζε τέλος στα όποια σενάρια είχαν διαρρεύσει τους προηγούμενους μήνες στον Τύπο περί πρότασης των ΗΠΑ για αγορά ελληνικών θωρηκτών.17 Άλλωστε, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης είχε δηλώσει πως «τα έθνη δεν εκποιούν ποτέ τα όπλα τους».18 Πάντως η Εστία δεν δίστασε να λοιδορήσει την ελληνική ουδετερότητα, δηλώνοντας ότι «εμείς εμείναμεν ουδέτεροι και στον δικόν μας ακόμα πόλεμον».19

Οι εφημερίδες επιχείρησαν στην αρχή του πολέμου μια «σφυγμομέτρηση» της κοινής γνώμης για το ποιον από τους δύο αντιμαχόμενους υποστήριζαν οι Έλληνες. Σε αυτήν προβάλλονταν παράγοντες ιδεολογικοί, πολιτικοί και ιστορικοί. Οι πιο φιλελεύθερες εφημερίδες, όπως ήταν φυσικό, τάσσονταν στο πλευρό των Αμερικανών και διερμήνευαν αντίστοιχα φιλοαμερικανικά αισθήματα στον ελληνικό λαό. Στους Αμερικανούς οι προοδευτικές εφημερίδες αναγνώριζαν «κρατούντες ηθικούς λόγους» και «φιλάνθρωπα» κίνητρα.20 Ο πόλεμος κατά της Ισπανίας χαρακτηριζόταν ως «εύοσμον άνθος αλτρουισμού»21 και «αγώνας ευγενής, ουχί προς κατάκτησιν αλλά προς απελευθέρωσιν της Κούβας».22 «Όλος ο πολιτισμένος κόσμος θα συνταχθή με τας Ηνωμένας Πολιτείας», έγραφε η Ακρόπολις του Γαβριηλίδη, μια εφημερίδα προοδευτική και δυτικόστροφη.23

Ο Γαβριηλίδης έκρινε πως η συμπάθεια των Ελλήνων προς τους Αμερικανούς ή τους Ισπανούς ήταν ευθέως ανάλογη προς την ταξική διαστρωμάτωση της χώρας, «ενδεικτική της ψυχικής διαφοράς των κοινωνικών τάξεων». Τα λαϊκά στρώματα τάσσονταν υπέρ των Αμερικανών, εμπνεόμενα από τον φιλελευθερισμό, την ισοπολιτεία, τον προοδευτισμό και, κυρίως, τον διηνεκή τους αγώνα υπέρ των «καταδυναστευομένων», όπως είχε αποδείξει και η βοήθεια που προσέφεραν οι αμερικανοί φιλέλληνες στην Επανάσταση του 1821. Από την άλλη, οι εκπρόσωποι «των ανεπτυγμένων τάξεων», η «μειοψηφούσα τάξη των γραμματισμένων», «ποιητές και ρομαντικοί», «φίλοι των ιπποτών, των παρασήμων και της αριστοκρατικής λάμψεως» έκρυβαν πόθους για νίκη της Ισπανίας.24 Ο φόβος αυτών των συντηρητικών τάξεων, που συνδέονταν με το παλάτι και τον βασιλιά, ήταν (σύμφωνα πάντοτε με τον Γαβριηλίδη) μήπως η νίκη των Αμερικανών αποδείξει ότι «το υγιέστερον φρόνημα εν Ελλάδι σώζεται εις τα κατώτερα στρώματα», στον άνθρωπο με το «αγνότερον λαϊκόν αίμα», που αν και «αμαθής» αποδεικνύεται τελειότερος, καθώς «έχει σκοτώσει παν μικρόβιον δουλικής κληρονομίας». Στους υποστηρικτές των Ισπανών ο Γαβριηλίδης απέδιδε τη μομφή του «ντιστεγκεδισμού»,25 ενός ελιτισμού δηλαδή, ο οποίος αποτελούσε παράγοντα διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και ευθυνόταν, εν μέρει, για την ήττα του 1897. Γι’ αυτούς τους λόγους η υποστήριξη των Ελλήνων στους Αμερικανούς ήταν ένδειξη υγείας, «αγαθώτατος οιωνός», «αρίστη ζύμη δια να διαπλασθή η Ελλάς αντάξια τους παρελθόντος της, το οποίον ζη και ακμάζει εις τον βίον των Αμερικανών».26 Σε τέτοιου είδους αναλύσεις μπορεί κανείς να διαγνώσει μια έμμεση ροπή προς την «καθαρή δημοκρατία», την αβασίλευτη, που άκμασε στην αρχαία Αθήνα και που ο Γαβριηλίδης την έβλεπε να μεγαλουργεί τώρα στην υπερατλαντική χώρα. Αποτελούσε, όμως, και μια έκφραση λαϊκισμού, αφού αποθέωνε τον λαό ως τον μοναδικό παράγοντα προόδου και στοχοποιούσε τις «ανώτερες τάξεις» ως συντηρητικές και διεφθαρμένες. Στη ρίζα, επομένως, του Ισπανοαμερικανικού υπέφωσκε μια βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση των πολιτικών δυνάμεων της συντήρησης και της προόδου.

Ακρόπολις, 27 Ιουνίου 1898.

Η αναγνώριση του δίκαιου αγώνα των Κουβανών και η ταύτισή του με αυτόν των Κρητών δημιουργούσε αμερικανικές «συμπάθειες» στην Ελλάδα κι εύκολα νομιμοποιητικά σχήματα.27 Η αμερικανική επέμβαση στο νησί με σκοπό να το απαλλάξει την ισπανική κακοδιοίκηση μπορεί να παραβίαζε τις τυπικές αρχές του διεθνούς δικαίου, στηριζόταν όμως «επί του αληθούς Δικαίου […] εκείνου εφ ου και η Ελλάς στηριζομένη εζήτησε με την ιδίαν της καταστροφήν να ελευθερώση την Κρήτην», έγραφε η Εστία.28 Έτσι δικαιολογούταν αυτόματα η προ ενός έτους πρωτοβουλία της Ελλάδας να παρέμβει για την προστασία των Ελλήνων της Κρήτης. Αυτό υποστήριξε και ο Στέφανος Σκουλούδης, που από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ράλλη είχε κληθεί να χειριστεί το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου και την επώδυνη συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου 1897.29 Οι ΗΠΑ επιτελούσαν «το καθήκον το οποίον η Ευρώπη ώφειλε να επιτελέση αλλαχού, καθ’ ην εποχήν 300.000 Αρμένιοι εσφάζοντο και οι Κρήτες εζήτουν ν’ αναπνεύσωσιν ελεύθερον τον από της Ίδης αέρα».30

Το κοινό πάθος για ελευθερία Κρητών και Κουβανών και η γεωγραφική εγγύτητα των δύο νησιών με Ελλάδα και ΗΠΑ αντίστοιχα καθιστούσαν τις δύο περιπτώσεις ευθέως ανάλογες. Στον αγώνα των Κουβανών οι Έλληνες έβλεπαν την προσπάθεια ενός καταπιεσμένου λαού να ανατρέψει μια άδικη εξουσία, αποτελούμενη από «παπάδες, στρατιωτικούς και πλουσίους».31 Οι εφημερίδες τους αποκαλούσαν «Υπερωκεάνειους Κρήτες»32 και «αδελφούς των Κρητών»33 κι εύχονταν «χάριν των Κουβαίων, νίκην εις την Αστερόεσσαν […] όπως ούτω και οι κάτοικοι ζήσωσιν ως άνθρωποι ή ως κτήνη και ανδράποδα».34 Άλλωστε, ήταν αδύνατο «ο φιλευθερώτατος Ρωμηός να φαντασθή προς στιγμήν ότι οι μοναρχικοί Ισπανοί αγωνίζονται υπέρ του δικαίου».35 Γι’ αυτό και οι συμπάθειες των Ελλήνων έκλιναν προς αυτούς που πάλευαν να «δώσουν και εις άλλους λαούς το φως και την ευημερίαν».36 Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ιδεολογικής–επαναστατικής ταύτισης δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μια ομάδα 500 Κρητών με επιστολή στον υποπρόξενο των ΗΠΑ στην Αθήνα Λ. Νικολαΐδη εξέφρασαν την πρόθεση να πολεμήσουν ως εθελοντές, ζητώντας τη συνδρομή του για να μεταβούν στο νησί της Καραϊβικής.37

Δεν αναγνώριζαν, όμως, όλοι οι Έλληνες αγνά κίνητρα στους Αμερικανούς. Ήδη από το 1873 ο έλληνας πρόξενος στη Νέα Υόρκη Δημήτριος Μπότασης παρατηρούσε ότι «ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι οι Αμερικανοί ανέκαθεν επωφθαλμιώσι την Κούβαν, ένεκα της γεωγραφικής αυτής θέσεως», χαρακτηρίζοντας το νησί ως την «κλείδα του Μεξικανικού Κόλπου».38 Ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, γνωστός για τα φιλοβασιλικά του φρονήματα, δεν έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια στη δημοκρατούμενη Αμερική. Σε άρθρο-ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη αναγνώριζε στην Ισπανία «το νόμιμον αφ’ εαυτής», ευρισκόμενη «εν τω δικαίω αμυνόμενη», γι’ αυτό και ήταν «άξια συμπαθείας». Από την άλλη σκιαγραφούσε τις ΗΠΑ (αρνούταν να τις κατονομάσει και τις αποκαλούσε «η αντίπαλος Δύναμις») ως χώρα φιλοπόλεμη, «επιβουλεύουσα τω δικαίω και νομίμω» και ως εκ τούτου «ανάξια πάσης συμπαθείας». Ωστόσο, παραδεχόταν ότι στην Ιστορία δεν μετρούσε η «συναισθηματική δικαιοσύνη». Η Ισπανία εκπροσωπούσε έναν «ηρωισμό του παρελθόντος», ενώ οι ΗΠΑ ένα «ηρωισμό του πάθους και του παρόντος» και ίσως η επικράτηση των Αμερικανών ήταν τελικά «αναγκαία δια τα υπέρτερα της ανθρωπότητος συμφέροντα».39

Εφημερίδες όπως η Πρωία και το Εμπρός δεν έκρυβαν την προτίμησή τους στους Ισπανούς. Η Πρωία απέδιδε την ευθύνη του πολέμου στο «άμετρο των αμερικανικών αξιώσεων», που εκμεταλλεύτηκαν την κακοδιοίκηση της Κούβας για να εμφανιστούν «ως προστάται αδικουμένου λαού».40 Το Εμπρός θεωρούσε ότι κάθε Έλληνας, «ως άνθρωπος του παλαιού κόσμου», θα έπρεπε να αισθάνεται θλίψη, αφού ενδεχόμενη ήττα της Ισπανίας «αντανακλά και επί του ιδίου εαυτού ατόμου και εφ όλης της Ευρώπης».41 Ο χρονογράφος του Εμπρός (Πολ. Δημ.) έκρινε ως «αυθάδεια» και «αχαριστία» την προσπάθεια των Αμερικανών να αποκόψουν τους Κουβανούς από τη μητρόπολη Ισπανία, που τους είχε δώσει στο παρελθόν «τα φώτα του πολιτισμού», όπως ακριβώς είχαν κάνει και οι Αμερικανοί το 1776 απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία!42 Αντίστοιχα ο Γεώργιος Πωπ απέδιδε «αχαριστία» στους κατοίκους όλης της αμερικανικής ηπείρου, που στρέφονταν κατά της «μητέρας» Ισπανίας, στην οποία όφειλαν «την εκ του σκότους απαλλαγήν των».43 Τέτοιου είδους συντηρητικές απόψεις αποδείκνυαν ότι το δίπολο «πολιτισμός–βαρβαρότητα» στις σχέσεις Ευρωπαίων αποίκων και ιθαγενών αποικιοκρατουμένων αποτελούσε μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη στην ελληνική κοινωνία, που καμιά είδηση περί των απάνθρωπων πρακτικών που χρησιμοποιούσαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις δεν μπορούσε εύκολα να ξεριζώσει.

Εμπρός, 10 Μαΐου 1898

Ανεξάρτητα πάντως από τον «προοδευτικό» ή «συντηρητικό» προσανατολισμό της κάθε εφημερίδας, όλες χρησιμοποίησαν τον Ισπανοαμερικανικό για να ασκήσουν κριτική στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Πρώτη η Δηλιγιαννική Πρωία και το Εμπρός έσπευσαν να παραλληλίσουν τους χειρισμούς του Δηλιγιάννη στο Κρητικό με αυτούς του McKinley στην Κούβα. Μέσα από σειρά άρθρων ανέπτυξαν μια ολοκληρωμένη θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο McKinley, αν και φιλειρηνιστής, «ερρυμουλκήθη» στον πόλεμο «κατά τρόπον, μάλιστα, πολύ Δηλιγιαννικόν».44 Υπέκυψε, δηλαδή, στις πιέσεις μιας φιλοπόλεμης κοινής γνώμης και του Τύπου που την καθοδηγούσε, «διότι προδήλως έκρινεν, ότι τούτον συνέφερε εις τα συμφέροντα της πατρίδος του», όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Δηλιγιάννης.45 Παράλληλα επιτίθετο στα «κνώδαλα των Αθηνών» Ακρόπολη, Εστία και Ημέρα Τεργέστης που, ενώ δικαιολογούσαν τη στάση του Αμερικανού προέδρου, αρνούνταν να κάνουν το ίδιο για τον έλληνα πρωθυπουργό.46 Από την άλλη και η Ακρόπολη προέβη στην ίδια σύγκριση, αυτή τη φορά με σκοπό ν’ ασκήσει αρνητική κριτική στον Δηλιγιάννη. Απαντώντας στην Πρωία ανέφερε ότι η πολιτική των δύο ανδρών απείχε όσο και η Αμερική από την Ελλάδα! Ο αμερικανός πρόεδρος αγωνιζόταν για να αποτρέψει τον πόλεμο, ενώ ο Δηλιγιάννης «τον άφηνε να έρχεται με ανοικτάς τας αγκάλας του!». Ο πρώτος πάλευε εναντίον του «λαϊκού ρεύματος», αλλά παρασκεύαζε παράλληλα το κράτος του «πυρετωδώς», ενώ ο δεύτερος, «άνους και άφρων», άφησε τον στρατό απροετοίμαστο. Και κατέληγε: «Οι ρυμουλκούμενοι δεν είναι άξιοι να κυβερνούν».47

Οι νίκες των Αμερικανών αποτέλεσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναδειχτούν οι ανεπάρκειες του ελληνικού στρατού και οι παθογένειες στις τάξεις των αξιωματικών. Οι πολεμικές προετοιμασίες των Αμερικανών, τα ανδραγαθήματα των στρατιωτικών και οι επιχειρησιακές επιτυχίες σε ξηρά και θάλασσα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να στοχοποιηθούν οι «υπεύθυνοι» της επώδυνης στρατιωτικής ήττας του 1897. Άλλωστε, η επικαιρότητα της εποχής κυριαρχούταν από τις λεγόμενες «δίκες του Ναυτικού» των Κ. Σαχτούρη και Ι. Κόκκορη, στις οποίες είχε επιχειρηθεί η ποινικοποίηση της ήττας του 1897 και η αναζήτηση ευθυνών για την υποτιθέμενη αδράνεια του ναυτικού. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε το Σκριπ:

Νομίζει κανείς ότι ο τελευταίος πόλεμος μεταξύ της Ισπανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών γίνεται όπως παραστήση οικτροτέραν την πολεμικήν παρωδίαν, της οποίας ήρωες υπήρξαμεν ημείς ακριβώς προ ενός έτους.48

Το Άστυ, 10 Ιουλίου 1898

Στον δημόσιο λόγο προβλήθηκε μια επιτηδευμένα εξωραϊσμένη εικόνα της πολεμικής δεινότητας των Αμερικανών, προκειμένου να διαφανεί εντονότερα η «ανικανότητα» του ελληνικού στρατού. Τα ερωτήματα που έθεταν οι δημοσιογράφοι ήταν λαϊκίστικα και απλοϊκά, ενδεικτικά του κλίματος της εποχής και της εναγώνιας αναζήτησης απαντήσεων στα εγχώρια στρατιωτικά αδιέξοδα: Γιατί στη Λάρισα οι στρατηγοί παραδόθηκαν σχεδόν αμαχητί, ενώ στην Κούβα ο αριθμητικά μικρότερος αμερικανικός στρατός, «με εθελοντάς, με αγυμνάστους, με ανεμομαζώματα» κατάφερε να νικήσει τον υπέρτερο ισπανικό;49 Ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας των Αμερικανών που έλειπε από τους Έλληνες; Το κυρίαρχο αφήγημα υπέβαλε την ιδέα ότι οι Αμερικανοί, ένα έθνος αποτελούμενο από «πολίτας και ουχί στρατιώτας», κατόρθωσε να προετοιμαστεί αποτελεσματικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να καταστρέψει «την ευδαιμονίαν του». Το παράδειγμά του έπρεπε να χρησιμεύσει στους έλληνες πολιτικούς, «οίτινες κατεχρεώθησαν, εχρεωκόπησαν, κατέστησαν είλωτες των χρηματιστών δια να διοργανωθούν εις στρατιωτικήν δύναμιν», παρουσιάζοντας εντέλει «μίαν πολεμικήν παρωδίαν», μομφή που βάραινε κυρίως την τρικουπική παράταξη.50

Από την άλλη διαδεδομένη ήταν και η ιδέα ότι οι Αμερικανοί, ως λαός πρακτικός και προνοητικός, έδινε έμφαση στην αξιοκρατία, κάτι που έλειπε από την Ελλάδα. Τοποθετούσαν στις κατάλληλες θέσεις τους ικανότερους, ακόμη κι αν είχαν ταπεινή καταγωγή. Αυτό αποδείκνυε ο διορισμός ως αρχιστρατήγου στην Κούβα του William Shafter, που έφτασε στο ανώτατο αξίωμα αφού πρώτα είχε διαπρέψει ως απλός στρατιώτης στον Αμερικανικό Εμφύλιο. «Εκείνα τα ιδικά μας… έφυγα χωρίς να ίδω ρουθούνι Τούρκου, άρα αποστρατεύομαι με γαλόνια στρατηγού, εδώ εις την Αμερικήν δεν έχουν πέρασιν», έγραφε με ειρωνεία ο Σωκράτης Ξανθάκης, ανταποκριτής της Ακρόπολης από τις ΗΠΑ.51 Ο έλληνας αξιωματικός παρουσιαζόταν επιρρεπής στις διασκεδάσεις, την υπερφίαλη μεγαλοστομία και το ρουσφέτι,52 ενώ ο Αμερικανός πειθαρχημένος και θαρραλέος, «πρότυπον ευψυχίας και στρατηγικής δεξιότητος:53

Εδώ [ενν. στην Αμερική] βλέπετε δεν υπάρχουν υπογένεια, ονόματα, οικογένειαι, μουστάκια εις περισπωμένας, σταυροί, γαλόνια, φούμαρα, λόγια παχιά, άθλοι των καφενείων. Εδώ υπάρχει μόνο μπύζνισς, δουλειά! Από τον οδοκαθαριστήν μέχρι του Προέδρου, από του απλού εργάτου μέχρι του Βάνδερμπιλτ, από του τελευταίου ναύτου μέχρι του ναυάρχου Σάμψων, από του τελευταίου στρατιώτου μέχρι του στρατηγού Μάιλς, τίποτε άλλο παρά δουλειά! Δουλειά!54

Κουβανοί επαναστάτες υποδέχονται τον στρατηγό Shafter και τον ναύαρχο Sampson στη θέση Aserraderos της Κούβας, στις 20 Ιουνίου 1898.
Ο “ήρωας των Φιλιππίνων”, ναύαρχος George Dewey.

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης λοιδορούσε σε χρονογράφημα τους Έλληνες στρατηγούς, βάζοντας τους «προνοητικούς» Αμερικανούς να τους στέλνουν στην Κούβα. Εκεί αναγκαστικά θα πολεμούσαν και δεν θα υποχωρούσαν, αφού ήταν νησί και θα έπεφταν στη θάλασσα!55 Αντίστοιχα, οι ναυτικές επιτυχίες των Αμερικανών αποτελούσαν έκφραση της «Θείας Πρόνοιας… δια ν’ αποδείξη ηλίου φαεινότερον την ανικανότητα των δύο μοιράρχων του στόλου μας, τους οποίους το υπουργείον έσπευσε ν’ απαλλάξη πάσης κατηγορίας».56 Όπως οι Αμερικανοί κανονιοβολούσαν τα ισπανικά φρούρια, αναμένοντας την τελική σύγκρουση με τον ισπανικό στόλο, έτσι και ο ελληνικός στόλος έπρεπε να βομβαρδίσει το Καρα Μπουρνού στη Θεσσαλονίκη και να καταλάβει την Πρέβεζα. Δεν το έκανε όμως, περιμένοντας μάταια την έξοδο του τουρκικού από τα Δαρδανέλια και προσφέροντας μηδαμινή βοήθεια στον μαχόμενο στρατό.57 Οι νίκες των Αμερικανών στις ναυμαχίες της Μανίλα και του Σαντιάγο αποτελούσαν «αισχύνη»58 για τους «πελαγοδρομούντας»59 Έλληνες ναυάρχους! «Έκαστος βλέπει τα γενόμενα, συγκρίνει και μορφώνει πεποίθησιν»,60 έγραφε το Εμπρός, ανακοινώνοντας με τον ειρωνικό τίτλο «Ναύαρχοι και Ναύαρχοι» την απαλλαγή των Σαχτούρη και Κοκκόρη από το στρατοδικείο.61

Πάντως ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος, πέρα από τις εύκολες συγκρίσεις και αναλογίες που προσέφερε, έδωσε τη δυνατότητα να εκφραστούν ενδιαφέρουσες απόψεις για το περιεχόμενο, το νόημα και τις πολιτικές προεκτάσεις της σύγκρουσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλοι οι πολιτικοί σχολιαστές στην Ελλάδα διερμήνευσαν τον πόλεμο όχι απλά ως διαμάχη δύο εθνών, αλλά ως σύγκρουση δύο κόσμων, του Παλαιού και του Νέου: Από τη μια η χώρα «του ενδόξου παρελθόντος και των ηρωικών παραδόσεων»», η «γηραιά, ιπποτική και δεσποτική» Ισπανία και από την άλλη το έθνος το «μάλλον νεωτερίζον, το πλασμένο με ηλεκτρισμόν», το «δημοκρατούμενον και φιλελεύθερον», η «σφριγώσα και πλήρης μέλλοντος» Αμερική.62 Επρόκειτο για αντιπαράθεση δύο νοοτροπιών, δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών συστημάτων, δύο πολιτισμών:

Ο κόσμος ο γεννώμενος απέναντι του κόσμου του θνήσκοντος. Το έθνος το λαϊκόν απέναντι του έθνους των ιπποτών. Ο λαός της γυμναστικής απέναντι του λαού της κιθάρας. Το κράτος το λαοκρατούμενον απέναντι του κράτους του τιτλοκρατούμενου. Ο κόσμος ο φιλελεύθερος απέναντι του κόσμου του θέλοντος να κυριαρχή. Η Πολιτεία η ηθικοποιούσα του πολίτας απέναντι της διαφθειρούσης τους ιδικούς της!63

Πολλοί διέβλεπαν μεγαλύτερους κινδύνους: Την πρώτη ένδειξη ότι «ο Νέος Κόσμος εξεγείρεται κατά του Παλαιού», ίσως και το προοίμιο μιας παγκόσμιας σύρραξης.64 Άλλοι, πάλι, προσέδιδαν ευρύτερες φυλετικές και πολιτικές διαστάσεις στη σύγκρουση: Την παρακμή των λατινογενών εθνών και την παράλληλη άνοδο του αγγλοσαξονικού πνεύματος. Η ήττα της Γαλλίας από τους Γερμανούς στην Αλσατία και τη Λωρραίνη (1897), της Ιταλίας στην Αβησσυνία (1896) και της Ισπανίας στην Κούβα και τις Φιλιππίνες έδειχναν ότι τα λατινικά έθνη βρίσκονταν σε παρακμή. Η ερμηνεία ήταν πολιτική. Στους Λατίνους υπήρχε «παντοδυναμία του κράτους ως δεσπότου τυραννικού, συνέχοντος πάσας τας εξουσίας». Στο παρελθόν το σύστημα αυτό μπορεί να γνώρισε ακμή, τώρα όμως ήταν καταδικασμένο σε παρακμή. Αντίθετα τα αγγλοσαξονικά έθνη προωθούσαν συστήματα διοικητικής αποκέντρωσης και πολιτικές διεύρυνσης της δημοκρατίας, της ατομικότητας και των ελευθεριών.65

Το Άστυ, 21 Απριλίου και 27 Ιουλίου 1898.

Τα Αγγλοσαξονικά έθνη υπερείχαν και για λόγους που σχετίζονταν με τη νοοτροπία. Εμφάνιζαν, δηλαδή, ιδιότητες που στερούνταν τα άλλα, όπως «την ψυχράν και θετικήν εργασίαν, τον πρακτικόν νουν, την ψυχράν σκέψιν».66 «Χριστιανισμόν και ελευθερίαν μόνον εις τους Αγγλοσάξονας ευρίσκεις», έγραφε η Ακρόπολις.67 Η νίκη των Αμερικανών ενδεικνυόταν για ευρύτερα συμπεράσματα, καθώς αποδείκνυε ότι «χρειάζεται αναβαπτισμός, απολύμανσις». Να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες ότι το μέλλον βρισκόταν στην αλλαγή νοοτροπίας: «Ελάττωσις του λατινισμού και αύξησις του αγγλοσαξονισμού […] Άλλως το μέλλον εν Ανατολή δεν μας ανήκει […] λαοί ολιγώτερον ευφυείς ημών αλλ’ εργατικώτεροι και θετικώτεροι θα προχωρήσωσι πολύ εμπρός».68 Έτσι, η συγκυρία ενός αμερικανικού γεγονότος προσαρμοζόταν στον επίκαιρο προβληματισμό των Ελλήνων για την ανάγκη ανόρθωσης της χώρας, μετά τις τραυματικές εμπειρίες μιας πτώχευσης κι ενός χαμένου πολέμου.

Μετά τη ναυμαχία του Σαντιάγο (3 Ιουλίου 1898) ο πόλεμος είχε ουσιαστικά κριθεί, με σχετικά μικρές αμερικανικές απώλειες. Οι προβλέψεις των περισσοτέρων για εύκολη κατίσχυση των Αμερικανών βασισμένη στη δύναμη πυρός επαληθεύτηκαν πλήρως. Στις ελληνικές εφημερίδες εμφανίστηκαν έπαινοι σαν τον παρακάτω, αντίστοιχοι με τον έπαινο που επιφύλαξε ο Περικλής στην αγαπημένη του αθηναϊκή δημοκρατία, ιδεώδης και εν πολλοίς φαντασιακός, που συνέβαλλε στη στερέωση του «αμερικανικού μύθου». Πράγματι, οι Αμερικανοί φάνταζαν ως ένα «Έθνος θαυμάσιον», σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο άρθρο των Καιρών:

Ο νεαρός λαός των Ηνωμένων Πολιτειών […] ίδρυσε πολίτευμα ασφαλίζον την ελευθερίαν μετά της τάξεως, την ευμερίαν και την καθόλου πρόοδον. Ευσεβής, επιχειρηματικός, φιλελεύθερος μέχρι κοσμοπολιτισμού, φέρεται ακατάσχετος προς την ανάπτυξιν και τον πολιτισμόν […] και υπερέχει ανέκαθεν εν τω μεγαλουργώ πνεύματι των εφευρέσεων. Το ατμοκίνητον, ο τηλέγραφος, το αλεξικέραυνον, τα θαυματουργά του ηλεκτρισμού επινοήματα είναι ίδια αυτού δημιουργήματα. Εκτιμά και υποστηρίζει την αξίαν, λατρεύει δε και εγκολπούται την αρετήν. Αναπτύξας δε πολιτικώς μέχρι τελειώσεως τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτου, έχει στέρεα την ελευθερίαν της συνειδήσεως, ανέπτυξε δε την έννομον και εύκοσμον ελευθερίαν μέχρι των άκρων εννοιών και κατέστησε το ανεξίθρησκον πάγκαλον αυτού χαρακτηριστικόν, στέργων και προστατεύων παν δόγμα και πάσαν θρησκευτικήν θεωρίαν. Καλλιεργών επιμόνως το πνεύμα του δια των γραμμάτων και των κλασικών σπουδών, των επιστημών και των ωραίων τεχνών […] έχει συγχρόνως το πνεύμα πρακτικόν μετ’ ευψυχίας και ισχύος βουλήσεως, διατηρεί δε τα κάλιστα του Αγγλοσαξονικού γένους προτερήματα. Επί δε την υπεροχήν αυτού πεποιθώς, δέχεται και συγχωνεύει εκατομμύρια αλλοφύλων, επιβάλλων την γλώσσαν του και τα φρονήματά του […] Αλλ’ ό,τι λαμπρύνει κατεξοχήν τον μέγαν τούτον λαόν είναι τα πολιτικά και εθνικά αυτού ιδεώδη. Απέχεται επιμελώς πολέμων κατακτητικών, μη στέργων την βίαιαν προσάρτησιν αλλοτρίων χωρών και τον βιασμόν αλλοτρίων λαών […] Δύο μόνον επεχείρησε πολέμους […] χάριν της απελευθερώσεως των δούλων της Μαύρης φυλής ανέλαβε και επεράτωσεν αισίως γιγάντιον εμφύλιον πόλεμον […] Σήμερον ομοίως ανέλαβε και διεξάγει νικηφόρως πόλεμον […] όχι προς συμφέρον και κατάκτησιν, αλλ’ αποκλειστικώς αποβλέποντα εις την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν τυραννουμένου λαού […] Η ευλογία του Θεού έστω επί σου!69

Η νίκη αυτή κατοχύρωσε τις ΗΠΑ στις συνειδήσεις όλων όχι μόνο ως οικονομική αλλά και ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη, νέο παράγοντα στην παγκόσμια ισορροπία, φόβητρο για τις άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Ηλίας Οικονομόπουλος, οι Αμερικανοί, πέρα απ’ το Πόρτο Ρίκο, τις Φιλιππίνες και κάποια μικρότερα νησιά, τους «μεζέδες» αυτούς, κέρδισαν κάτι πολύ σημαντικότερο: «Την απόδειξιν ότι είναι κράτος ναυτικόν πρώτης τάξεως και στρατιωτικόν, αν θελήσουν, όχι δευτέρας».70 Η νίκη των ΗΠΑ χαιρετίστηκε από τους περισσότερους ως «νίκη του μέλλοντος κατά του παρελθόντος∙ της προόδους κατά της παραδόσεως∙ της Ελευθερίας κατά του Δεσποτισμού».71

Φιλιππίνες, προγεφύρωμα για περαιτέρω εξάπλωση της αμερικανικής επιρροής στην Κίνα.

Ωστόσο, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ανησυχούσαν από τη γιγάντωση των Αμερικανών. Οι προοπτικές που ανοίγονταν υποδήλωναν ότι η εποχή του δόγματος Monroe βρισκόταν στο τέλος της και πως η υπερατλαντική δύναμη ήταν έτοιμη να διεκδικήσει παρεμβατικό ρόλο στα παγκόσμια πράγματα. Ο διπλωμάτης Ιωάννης Γεννάδιος, που πάντοτε έβλεπε τις ΗΠΑ μέσα από το αδιαμφισβήτητο πρίσμα του φιλοβρετανισμού του, αρθρογραφώντας για λογαριασμό της New York Evening Post από το Λονδίνο έκανε λόγο για «επισκίαση της Ευρώπης από την Αμερική».72 Πολλοί προέβλεπαν ότι σύντομα οι Αμερικανοί θα κυριαρχούσαν ολοκληρωτικά στην αμερικανική ήπειρο, διώχνοντας όλους τους «ξένους μικροοργανισμούς»73 και προσαρτώντας «εις τους άλλους αστέρας της σημαίας τους» τα κράτη που θα αναγνώριζαν «την ηγεσίαν και ισχυράν προστασίαν» τους, πραγματώνοντας το δόγμα: «Η Αμερική εις τους Αμερικανούς!».74 «Οι Γιαγκαίοι είναι προωρισμένοι να καταστώσιν οι Ρωμαίοι του Νέου Κόσμου», έγραφε χαρακτηριστικά η Πρωία.75 Μια τέτοια εξέλιξη θα μετέβαλε «καθολοκληρίαν το καθεστώς της θαλάσσης»76 και θα οδηγούσε στη «διατάραξιν της Ευρωπαϊκής ισορροπίας».77 «Ο νάνος θα καταστή γίγας», προειδοποιούσε η Εστία και θα επιδιώξει «πάση δυνάμει την αύξησιν και την κραταίωσιν αυτού», λησμονώντας τα ευεργετήματα της Ευρώπης, στην οποία όφειλε την ύπαρξή του.78

Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος τελείωσε, αποτυπώνοντας ανάμεικτα συναισθήματα στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Από τη μια θαυμασμός για τα επιτεύγματα και τις στρατιωτικές επιτυχίες της υπερατλαντικής δημοκρατίας, που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φάρος, οδηγός και οδοδείκτης για την ανασυγκρότηση της καταρρακωμένης από τον πόλεμο και τη χρεωκοπία Ελλάδας. Από την άλλη φόβος και ανησυχία για τη γιγάντωση των Αμερικανών και τις αναταράξεις που μπορεί να έφερνε στην παγκόσμια ισορροπία η δυναμική είσοδος μιας ακόμη μεγάλης Δύναμης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, που ξέσπασε 16 χρόνια μετά, έθεσε σε νέες προκλήσεις και τις δύο αυτές κυρίαρχες εικόνες των ΗΠΑ.

The Spanish American War in 7 Minutes                                           

 

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η διδακτορική του διατριβή στο ΑΠΘ (2019) φέρει τον τίτλο Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σημειώσεις

1 Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος της διδακτορικής μου διατριβής: Κωνσταντίνος Διώγος, «Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πολεμο», ΑΠΘ, 2019, με επιβλέποντα καθηγητή τον κο Βασίλη Κ. Γούναρη, που υποστηρίχτηκε με επιτυχία τον Ιούνιο του 2019.

2 Παραβολή = η τοποθέτηση ενός πράγματος δίπλα σε ένα άλλο με σκοπό τον παράλληλο έλεγχο ή τη σύγκριση (για τη διαπίστωση ομοιοτήτων, διαφορών κτλ.)  [Από το διαδικτυακό Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Ημερομηνία πρόσβασης 4/9/2019:  http://www.greeklanguage.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html lq=%CF%80%CE%B1%CF %81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE ]

3 Για τις αιτίες και την εξέλιξη του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου του 1898 βλ. στο Walter LaFeber, The Cambridge History of American Foreign Relations. The American Search for Opportunity, 1865-1913, Cambridge: Cambridge University Press, 1992, σ. 129-155∙ Kenneth E. Hendrickson Jr., The Spanish-American War, Connecticut – London: Greenwood Press, 2003, σ. 17-27∙ Howard Jones, Crucible of Power. A History of American Foreign Relations from 1897, εκδ. 2η, New York: Rowan & Littlefield Publishers, 2008, σ. 1-30∙ Thomas G. Paterson – J. Garry Clifford – Shane J. Maddock – Deborah Kisatky – Kenneth J. Hagan (επιμ.), American Foreign Relations. A History to 1920, τόμ.. 1, Wadsworth, 2010, σ. 202-230.

4 LaFeber, ό.π., σ. 132-136∙.

5 “If it shall hereafter appear to be a duty imposed by our obligations to ourselves, to civilization and humanity to intervene with force, it shall be without fault on our part and only because the necessity for such action will be so clear as to command the support and approval of the civilized world.» στην ιστοσελίδα: https://millercenter.org/the-presidency/presidentialspeeches/december-6-1897-first-annual-message, [ημερομηνία πρόσβασης 12 Μαΐου 2018].

6 Καιροί, 13 Απριλίου 1898.

7 Εμπρός, 12 Απριλίου 1898.

8 Ακρόπολις Εσπερινή, 4 Ιανουαρίου 1898.

9 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898.

10 Άστυ, 14 Μαρτίου 1898: Άρθρο του Νικόλαου Επισκοπόπουλου με τίτλο «Αμερικής εγκώμιον». Για την εικόνα του Επισκοπόπουλου για την Αμερική βλ. στο Νίκος Μαυρέλος, «Απ-εικονίσεις των Η.Π.Α. από τρεις συγγραφείς στον 19ο αιώνα (Κοραής, Ροΐδης, Επισκοπόπουλος)»: http://www.poema.gr/2016/04/10/nikos-mavrelos apeikoniseis-ton-ipa-apo-3- syggrafeis/ [ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2016].

11 Hendrickson Jr., ό.π., σ. 27-54.

12 Brian McAllister Linn, The U.S. Army and Counterinsurgency in the Philippine War, 1899-1902, Chapel Hill & London: The University of North Carolina Press, 1989, σ. 27. Πρβλ. και LaFeber, ό.π., σ. 156-168.

13 Για παράδειγμα ο Νεολόγος ανακοίνωνε λανθασμένα τον θάνατο του αμερικανού αρχιναυάρχου Sampson και το Εμπρός του ναυάρχου Schley, προβαίνοντας, μάλιστα, και σε σχόλια για δυσμενή εξέλιξη του πολέμου, εξαιτίας αυτού του θανάτου (βλ. Πρωία, 5 Ιουνίου 1898 και Εμπρός, 20 Ιουνίου 1898). Η Εστία λοιδορούσε την Πρωία και το Εμπρός ότι φαντάζονταν νίκες των Ισπανών και διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις περί σχεδίων βομβαρδισμού της Νέας Υόρκης, τις οποίες ερανίζονταν από ισπανικές εφημερίδες (βλ. Εστία, 19 Απριλίου 1898).

14 Πρωία, 20 Απριλίου 1898. Πρβλ. και Πρωία, 5 Ιουνίου 1898, όπου λοιδορούταν ο διευθυντής του Νεολόγου, γιατί
μετέδιδε «ψευδείς ειδήσεις» έναντι «μιας δεκάρας εις τους ευτυχείς αναγνώστας του!».

15 Ακρόπολις, 11 Απριλίου 1898.

16 Άστυ, 2 Μαΐου 1898.

17 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898∙ Άστυ, 31 Μαρτίου 1898∙ Σφαίρα, 14 Απριλίου 1898.

18 Σκριπ. 9 Μαρτίου 1898.

19 Εστία, 2 Μαΐου 1898.

20 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 1898∙ Άστυ, 22 Μαρτίου 1898∙ Καιροί, 29 Μαρτίου 1898.

21 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

22 Καιροί, 25 Ιουλίου 1898.

23 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 1898.

24 Εστία, 23 Απριλίου 1898.

25 Distingué = γαλλική λέξη, δηλ. ο προσποιητά κομψευόμενος: Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων, τομ. 2, Αθήνα: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900, σ. 44.

26 Ακρόπολις Εσπερινή, 22 Απριλίου 1898.

27 Εμπρός, 16 Απριλίου 1898: «Η πλειοψηφία των αισθημάτων στρέφεται προς την Αμερικήν, ως εκ της ομοιότητος την οποίαν έχει το ζήτημα της Κούβας προς το της Κρήτης».

28 Εστία, 16 Απριλίου 1898.

29 Εστία, 23 Απριλίου 1898. Συνέντευξη Στέφανου Σκουλούδη.

30 Άστυ, 22 Απριλίου 1898.

31 Ακρόπολις, 14 Απριλίου 1898.

32 Εστία, 28 Μαρτίου 1898.

33 Εστία, 29 Μαρτίου 1898.

34 Ακρόπολις, 4 Ιουνίου 1898.

35 Εστία, 16 Απριλίου 1898.

36 Άστυ, 16 Απριλίου 1898.

37 Εμπρός, 14 Απριλίου 1898, όπου και δημοσιεύτηκε η επιστολή.

38 ΙΑΥΕ/1874/36/11, Μπότασης προς Δεληγεώργη, Νέα Υόρκη, 30 Νοεμβρίου 1873, αρ. πρωτ. 740.

39 Ακρόπολις, 17 Απριλίου 1898.

40 Πρωία, 22 Απριλίου 1898.

41 Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

42 Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

43 Καιροί, 5 Απριλίου 1898.

44 Εμπρός, 3 Απριλίου 1898.

45 Πρωία, 5 Απριλίου 1898 και Εμπρός, 29 Μαρτίου 1898. Η Πρωία έγραφε χαρακτηριστικά: «Υπεράνω της θελήσεως και της γνώμης των αρχόντων κείται η θέλησις του έθνους και των πραγμάτων η αδυσώπητος δύναμις»: Πρωία, 3 Απριλίου 1898.

46 Πρωία, 7 Μαΐου 1898.

47 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898.

48 Σκριπ, 23 Απριλίου 1898.

49 Σκριπ, 25 Ιουνίου 1898.

50 Σκριπ, 23 Απριλίου 1898.

51 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

52 Ο Σωκράτης Ξανθάκης ερμήνευε ως εξής τις επιτυχίες των Αμερικανών: «Όσοι εκ των ιδικών μας δεν εκατάλαβαν ακόμη διατί νικούν οι Αμερικανοί, ας το μάθουν και αυτό: Συντάγματα εθελοντών εκ της Νέα Υόρκης, του Οχάιο και άλλων πολιτειών έβαλαν εις ενέργειαν όλους τους κυβερνητικούς γερουσιαστάς και βουλευτάς να παρακαλέσουν τον Πρόεδρον και τον υπουργόν των στρατιωτικών να τους στείλουν εις τον πόλεμον, εις το Πόρτο Ρίκον, αφού εστάθησαν ατυχείς να μη σταλούν εις το Σαντιάγο. Τέτοιο ρουσφέτι δεν εζητήθη, υποθέτω, πέρυσι από τους βουλευτάς μας»: Ακρόπολις, 7 Αυγούστου 1898.

53 Ακρόπολις, 12 Ιουνίου 1898∙ Καιροί, 25 και 26 Ιουνίου 1898.

54 Ακρόπολις, 8 Ιουνίου 1898.

55 Εμπρός, 18 Απριλίου 1898. Χρονογράφημα του Ιωάννη Κονδυλάκη με τίτλο «Εντυπώσεις εξ Αμερικής, Έλληνος μη μεταβάντος εις Αμερικήν».

56 Εμπρός, 19 Απριλίου 1898.

57 Ακρόπολις, 9 Ιουλίου 1898.

58 Καιροί, 28 Ιουνίου και 15 Ιουλίου 1898.

59 Εμπρός, 28 Μαΐου 1898.

60 Εμπρός, 19 Απριλίου 1898.

61 Εμπρός, 27 Ιουνίου 1898.

62 Άστυ, 30 Μαρτίου, 10 και 16 Απριλίου 1898.

63 Ακρόπολις, 27 Ιουνίου 1898.

64 Παλιγγενεσία, 3 Απριλίου 1898. Η Εστία ανησυχούσε μήπως η Ισπανοαμερικανική ρήξη λειτουργήσει «ως σπινθήρ παγκοσμίου πολέμου»: Εστία, 10 Απριλίου 1898.

65 Καιροί, 15 Μαΐου 1898.

66 Άστυ, 21 Απριλίου 1898.

67 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

68 Άστυ, 21 Απριλίου 1898.

69 Καιροί, 27 Ιουνίου 1898.

70 Σκριπ, 3 Αυγούστου 1898.

71 Εστία, 21 Απριλίου 1898.

72 Ο Γεννάδιος είχε πραγματική εμπειρία από τις ΗΠΑ καθώς την επισκέφθηκε δύο φορές. Το 1888 είχε διοριστεί για έξι μήνες στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον προκειμένου να διαπραγματευτεί την κατά το δυνατόν μικρότερη επιβολή δασμού στην κορινθιακή σταφίδα και το 1894 είχε πραγματοποιήσει επτάμηνο ταξίδι «χάριν φιλολογικής εργασίας». Για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των απόψεων του Γεννάδιου για την Αμερική βλ. στο Marianna Christopoulos, “Nineteenthcentury America through the Eyes of John Gennadius”, The Historical Review/La Revue Historique, 12 (2015), 199-214. Για τις ενέργειες που ανέλαβε το 1888 και το 1894 για τη μείωση του δασμού της σταφίδας στις ΗΠΑ βλ. στο Λύντια Τρίχα, Διπλωματία και πολιτική. Χαρίλαος Τρικούπης – Ιωάννης Γεννάδιος αλληλογραφία 1863-1894, Αθήνα: ΕΛΙΑ, 1991, σ. 225-233 και 362-272.

73 Παλιγγενεσία, 3 και 14 Απριλίου 1898.

74 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 18981 και Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

75 Πρωία, 23 Απριλίου 1898.

76 Εμπρός, 27 Απριλίου 1898.

77 Ακρόπολις, 14 Ιουνίου 1898.

78 Εστία, 27 Ιουνίου 1898.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

  • Κωνσταντίνος Διώγος, «Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πολεμο», Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019.
  • Marianna Christopoulos, “Nineteenth-century America through the Eyes of John Gennadius”, The Historical Review/La Revue Historique, 12 (2015), 199-214.
  • Howard Jones, Crucible of Power. A History of American Foreign Relations from 1897, εκδ. 2η, New York: Rowan & Littlefield Publishers, 2008.
  • Kenneth E. Hendrickson Jr., The Spanish-American War, Connecticut – London: Greenwood Press, 2003.
  • Walter LaFeber, The Cambridge History of American Foreign Relations. The American Search for Opportunity, 1865-1913, Cambridge: Cambridge University Press, 1992.
  • Brian McAllister Linn, The U.S. Army and Counterinsurgency in the Philippine War, 1899-1902, Chapel Hill & London: The University of North Carolina Press, 1989.
  • Thomas G. Paterson – J. Garry Clifford – Shane J. Maddock – Deborah Kisatky – Kenneth J. Hagan (επιμ.), American Foreign Relations. A History to 1920, τόμ.. 1, Wadsworth, 2010.

Έρευνα έγινε και στις παρακάτω εφημερίδες του έτους 1898:

Ακρόπολις

Ακρόπολις Εσπερινή

Άστυ 

Εμπρός

Εστία

Καιροί

Νεολόγος

Παλιγγενεσία

Πρωία 

Σκριπ

Σφύρα

 

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας» Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

«Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»[1]

Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

 

Στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1901 της εφημερίδας Σκρίπ σατιρίζεται σκωπτικά η επικαιρότητα με την ακόλουθη στιχομυθία: «Τί διαβάζεις κυρ Μελέτη; -Τό Εὐαγγέλιο Κατά Ματθαῖον. – Κάτι στά πολιτικά τό’ριξες».

Τα  γεγονότα

Το ευφυολόγημα είναι ενδεικτικό. Ο συντάκτης γνωρίζει, ότι οι βίαιες ταραχές των προηγούμενων ημερών που η εφημερίδα του κάλυψε -συμβάλλοντας, όπως και το σύνολο σχεδόν του Τύπου, στην περαιτέρω όξυνση των παθών – είχαν εκτός από το θρησκευτικό έντονο και το πολιτικό πρόσημο.[2] Η φοιτητική εξέγερση, η οποία ξέσπασε την 5η Νοεμβρίου 1901 πυροδοτήθηκε από τη σφοδρή αντιπαράθεση που προκάλεσε η δημοσίευση στην εφημερίδα Ἀκρόπολις από την 9η Σεπτεμβρίου έως την 20η Οκτωβρίου μετάφρασης στη δημοτική του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου. Τη μετάφραση είχε εκπονήσει ο Αλέξανδρος Πάλλης, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.[3] Η εξέγερση απέκτησε ταχύτατα μέγεθος και διαστάσεις οι οποίες προφανώς αιφνιδίασαν την πολιτική ηγεσία, καθώς στις διαμαρτυρίες συμμετείχαν, εκτός από τους φοιτητές, Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, απλοί πολίτες και οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς. Αδέξιοι χειρισμοί στην προσπάθεια ελέγχου των γεγονότων σε συνδυασμό, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες συνθήκες, με το «απρόβλεπτο» οδήγησαν στη «Ματωμένη Πέμπτη» της 8ης Νοεμβρίου με τους οκτώ νεκρούς και περί τους εβδομήντα τραυματίες και στην συνακόλουθη παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη (ο οποίος μάλιστα κινδύνευσε και ο ίδιος από την οργή των διαδηλωτών) και του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Παύθηκαν επίσης από τα καθήκοντά τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας Δ. Βούλτσος και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής Δ. Στάϊκος.[4]

Το συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου 1901 στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Η άμεση πολιτική εκμετάλλευση των Νοεμβριανῶν ή Εὐαγγελι(α)κῶν, όπως αργότερα η ιστοριογραφία αποκάλεσε τα βίαια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1901, η κυβερνητική μεταβολή δηλαδή που προκάλεσαν αποτελούν, βέβαια, πραγματικά δεδομένα που μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν είναι όμως οι μείζονες πολιτικές παράμετροι που επιχειρεί να κωδικοποιήσει το παρόν άρθρο. Κι αυτό, επειδή δεν ήταν η πρώτη, ούτε βεβαίως επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά που η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σ’ αυτήν Τύπος θα εκμεταλλεύονταν μια εστία δυσφορίας, προκειμένου να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς κατά πόσον η εμπλοκή της αντιπολίτευσης στην επέκταση των ταραχών ήταν αποφασιστική, άμεση ή έμμεση· χωρίς αμφιβολία όμως εμπλοκή υπήρξε. Αρκεί να αναφερθεί, ότι οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς, οι οποίες συμμετείχαν στο μεγάλο συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου ελέγχονταν από αντικυβερνητικούς κύκλους.[5] Η σχετική έρευνα στις αναφορές των ξένων πρεσβευτών προς τις κυβερνήσεις τους αποκαλύπτει τη γενική παραδοχή των διπλωματών, ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύτηκαν και υπέθαλψαν τα γεγονότα.[6]

Τα ερωτήματα

Οπωσδήποτε σημαντικώτερο είναι να εξεταστούν οι βαθύτεροι ιστορικοί και ιδεολογικοί λόγοι που συνετέλεσαν, ώστε α) αυτή καθεαυτή η ενδογλωσσική μετάφραση του Ευαγγελίου να είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενο σύγκρουσης στον δημόσιο βίο, β) αυτό να συμβεί τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προκαλώντας την έκλυση μιας τόσο εμπαθούς αντίδρασης με μαζικό χαρακτήρα και αιματηρές συνέπειες.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση της Βίβλου

Ήδη από τον 11ο αι. έως και το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν απόπειρες να αποδοθεί κυρίως το κείμενο των Ευαγγελίων, ενίοτε και τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, σε απλούστερη μορφή της Ελληνικής, προκειμένου ο Λόγος του Θεού να γίνει προσιτός και κατανοητός σε ευρύτερα στρώματα του λαού. Οι απόπειρες αυτές έχουν μακρά ιστορία, ποικίλλουν ως προς την προέλευση, αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση θετικά ή αρνητικά από την επίσημη Εκκλησία, ποτέ όμως δεν κατέστησαν βέβαια πρόξενοι ανάλογων ακραίων αντιδράσεων. Το ζήτημα είχε αντιμετωπισθεί ενδοεκκλησιαστικά και φυσικά είχε οδηγήσει στις ανάλογες αποφάσεις και οδηγίες προς τους πιστούς. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν κατ’ αρχήν και εκ διδασκαλίας αντίθετη προς τη μετάφραση των Ιερών Κειμένων, ούτε υιοθέτησε το δόγμα των «ιερών γλωσσών». Απόδειξη αποτελούν οι μεταφράσεις που είχαν ήδη εκπονηθεί, υπό την πλήρη έγκρισή της, τμημάτων και ολοκλήρου της Βίβλου όπως και λειτουργικών κειμένων στις γλώσσες των Ορθοδόξων της Βαλκανικής αλλά και των Τουρκόφωνων και Αραβόφωνων Ορθοδόξων. Στην περίπτωση βέβαια της ενδογλωσσικής μετάφρασης υπήρχαν εξ αρχής ενστάσεις που βασίζονταν μεταξύ άλλων στον φόβο αλλοίωσης των πνευματικών εννοιών και των δογμάτων της πίστης (εφόσον, όπως επισημαίνεται «προϋπόθεση τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία»)[7], στην πεποίθηση ότι η απόδοση του σημαινομένου σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα είναι εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτεί φιλολογική και θεολογική σκευή σπάνια, καθώς και στην παραδοχή ότι το ζητούμενο δεν είναι τελικά η κατά λέξη μετάφραση του κειμένου, αλλά η ανάλυση και ο σχολιασμός των εννοιών.[8] Χωρίς μια θεολογικά έγκυρη ερμηνεία η απλή κατά λέξη μετάφραση δεν θεωρούνταν ότι εξυπηρετεί την ουσιαστική κατανόηση του Θείου Λόγου. Σπανιότερα προβαλλόταν το επιχείρημα ότι τα Ιερά Κείμενα έχουν τη δυνατότητα να επιδρούν αγιαστικά στους πιστούς, ακόμη και όταν δεν γίνονται κατανοητά.[9] Έντονη αντίθεση στην ενδογλωσσική μετάφραση της Βίβλου εκδηλώθηκε, όταν αυτή προερχόταν από δράσεις ετεροδόξων, κυρίως Προτεσταντών, και υπό τον πραγματικό ή φανταστικό φόβο προσηλυτισμού. Αυτοί οι τελευταίοι παράγοντες είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των Ιερών Κειμένων μέσω των Συνοδικών Πατριαρχικών εγκυκλίων του 1836 και του 1839. Αιτία: η δημοσίευση της μετάφρασης από τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, αρχικά τμημάτων και τελικά ολόκληρης της Αγίας Γραφής υπό την αιγίδα της Βρεταννικής Βιβλικής Εταιρείας (1831-1850/1).[10]

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση  του Α. Πάλλη

Η ίδια ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρώτη που επίσημα αποδοκίμασε και την απόδοση του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Εν όσω ακόμη η Ἀκρόπολις δημοσίευε το επίμαχο κείμενο, στις 8 Οκτωβρίου, εξεδόθη σχετική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος του Ιωακείμ Γ΄ προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία στηλιτευόταν η «μετάφρασις τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἰς τό…καινοφανές χυδαϊκόν γλωσσικόν σύστημα, ὅπερ οὐ μόνον ἀπρόσφορον ἐστίν εἰς ἑρμηνείαν τῶν θείων εὐαγγελικῶν ρημάτων καί νοημάτων, ἀλλά καί τοιοῦτον, ὥστε ψυχικῆς βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενον γίγνεσθαι». Παράλληλα εκφραζόταν η βεβαιότητα, ότι και η Ιερά Σύνοδος θα προέβαινε σε ανάλογη επίσημη αποδοκιμασία.[11]

Αλέξανδρος Πάλλης.

Πράγματι σε συνεδρία της 17ης Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος δήλωνε, ότι «ἀποκρούει καί ἀποδοκιμάζει καί κατακρίνει ὡς βέβηλον πᾶσαν διά μεταφράσεως εἰς ἁπλουστέραν ἑλληνικήν γλῶσσαν ἀλλοίωσιν ἢ μεταβολήν τοῦ πρωτοτύπου κειμένου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οὐ μόνον ὡς περιττήν, ἀλλά καί ὡς ἔκθεσμον καί συντελοῦσαν εἰς σκανδαλισμόν μέν τῶν συνειδήσεων, στρέβλωσιν δέ τῶν θείων αὐτοῦ ἐννοιῶν καί διδαγμάτων». Βεβαίως η Συνοδική εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 7 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλ. των επεισοδίων. Πρόκειται για καθυστέρηση, η οποία επισημάνθηκε και συζητήθηκε από την έρευνα.[12] Ανεξάρτητα πάντως από το ποια ερμηνεία αποδίδει ακριβέστερα τα αίτια της μη άμεσης γνωστοποίησης της Συνοδικής απόφασης, η καθυστέρηση αυτή μάλλον επιβάρυνε το κλίμα οξύτητος και έντονων αρνητικών αντιδράσεων που όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσε και συντηρούσε, μεταξύ άλλων, και η αρθρογραφία των εχθρικών προς τη μετάφραση εφημερίδων.[13] Όπως είναι γνωστό, όλες αυτές οι έντονες αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων, θεολόγων, ακαδημαϊκών αλλά και πολιτικών προσώπων οδήγησαν τελικά τη διεύθυνση της εφημερίδος Ἀκρόπολις να διακόψει στις 20 Οκτωβρίου τη δημοσίευση της μετάφρασης του Α. Πάλλη, όμως ο διάλογος – ή, κατά περίπτωση, η πολεμική – από τις στήλες των εφημερίδων συνέχισε.[14] Και βεβαίως δεν συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης η, ομολογουμένως, άκρως ειρωνική (στα όρια της απρέπειας) «απάντηση» του Πάλλη προς τον Πατριάρχη, η οποία είχε συνταχθεί στο αρχαΐζον ιδίωμα της πατριαρχικής εγκυκλίου και δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου στο Ἄστυ.[15]

Η τρίτη επίσημη «καταδίκη» της μετάφρασης προήλθε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνεδρία της 29ης Οκτωβρίου συστάθηκε επιτροπή από τους Εμμανουήλ Ζολώτα (Κοσμήτορα), Ζήκο Ρώση και Ιωάννη Μεσολωρά, προκειμένου να συντάξει υπόμνημα των θέσεων της Σχολής σχετικά με το «ζήτημα τῆς μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Ἱεροῦ ἀρχετύπου κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τήν σήμερον εὐχρηστοῦσαν ἑλληνικήν γλῶσσαν». Απών από τη συνεδρία ήταν ο καθηγητής Α. Διομήδης Κυριακός. Στο υπόμνημα το οποίο αναγνώσθηκε σε συνεδρία της 3ης Νοεμβρίου και υπεγράφη στη συνεδρία της 5ης Νοεμβρίου από τους καθηγητές Ε. Ι. Ζολώτα, Ζ. Ρώση, Γ. Ι. Δέρβο, Ι. Μεσολωρά και Ιγνάτιο Μοσχάκη παρατίθενται 15 λόγοι, για τους οποίους δεν γίνεται αποδεκτή η μετάφραση των Ιερών Κειμένων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται αξίζει να υπογραμμιστούν τα εξής: το αδύνατον της ακριβούς και ορθής κατανοήσεως των Γραφών «ἄνευ τῆς χειραγωγίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως», ο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την πρόσληψη του κειμένου, καθώς η ανοχή στην εκπόνηση μίας θα οδηγήσει στη συνεχή παραγωγή και άλλων μεταφράσεων, η βέβαιη διαστρέβλωση των σημαντικών δογμάτων της πίστης (: «καί ἡ μετάφρασις πλείστων δογματικῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, τῶν λεγομένων ἐκφαντορικῶν, δι’ ἄλλων λέξεων καί φράσεων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μετά τῆς ἀποφυγῆς παρεκδοχῶν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀδύνατος»).[16] Δεν παρέστη και πάλι και, βεβαίως, δεν υπέγραψε ο καθηγητής Α. Δ. Κυριακός, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ἄστυ της 30ης Οκτωβρίου είχε εκθέσει τους λόγους της απουσίας του από την αρχική συνεδρίαση, όπως και τους λόγους της διαφωνίας του με την αρνητική στάση των συναδέλφων του έναντι του ζητήματος των μεταφράσεων. [17]

Η σύνταξη του υπομνήματος ήταν γνωστή στον Τύπο την 4η Νοεμβρίου. Εκείνη την ημέρα η Ἀκρόπολις έδωσε τη σχετική πληροφορία με την παρατήρηση, ότι «τό ὑπόμνημα διαπνέεται ὑπό τοῦ πνεύματος ὄχι τῆς κατηγορηματικῆς ἀπαγορεύσεως, ὡς ἐάν ἐπρόκειτο διά κανέν ἔγκλημα, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά τῆς ὑποδείξεως τῶν κακῶν, τά ὁποῖα ἠδύνατο νά ἐπιφέρῃ ἡ ἀνεκτικότης μιᾶς τοιαύτης μεταφράσεως». Πράγματι εκεί κυρίως επικεντρώνονταν τα 15 σημεία του υπομνήματος. Την επομένη, 5 Νοεμβρίου, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «Ἐπιδημία Ὑπομνηματομανίας» σύντομο σημείωμα, το οποίο περιείχε εξαιρετικά καυστικά σχόλια για τη στάση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.[18] Το ίδιο απόγευμα οι φοιτητές της Θεολογικής, της Ιατρικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής εξεγέρθηκαν.[19] Το σχετικό δημοσίευμα λειτούργησε ως σπινθήρας που πυροδότησε την έναρξη των ταραχών, των οποίων όμως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.     

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ακρόπολις.

           

Η «Μετάφραση της Σλαύας»

Οι οργισμένες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 1901 με την πάνδημη συμμετοχή, οι πορείες προς τα Ανάκτορα και τη Μητρόπολη, ο βανδαλισμός των γραφείων των εφημερίδων Ἀκρόπολις και Ἄστυ, οι οποίες υποστήριξαν το μεταφραστικό εγχείρημα, ήταν οπωσδήποτε εκδηλώσεις καινοφανείς. Ένα δε πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταραχών, αφορμή του τίτλου της παρούσας εισήγησης, ήταν τα έντονα αντισλαβικά συνθήματα που κυριάρχησαν πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η απόδοση της μεταφραστικής πρωτοβουλίας σε ρωσσικό δάκτυλο και στα σκοτεινά σχέδια των Πανσλαβιστών. Οι δρόμοι της Αθήνας αντηχούσαν από συνθήματα, όπως: «Κάτω τα ρούβλια!», «Κάτω οι Σλαύοι!», «Κάτω οι Ρωσόφρονες!», «Έξω οι Σλαύοι και οι Βούλγαροι!», «Έξω τα ρούβλια!». Τα φύλλα των εφημερίδων που στήριζαν τις διαδηλώσεις φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον από βορρά κίνδυνο που απειλεί τον απανταχού Ελληνισμό.[20] Στις 7 Νοεμβρίου ο Ρώσος πρέσβης επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη και προέβη σε διαμαρτυρία,[21] ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στην Αγία Πετρούπολη Α. Τομπάζης πληροφορούσε ανήσυχος στις αναφορές του για τη δυσφορία που επικρατούσε στους Ρωσικούς πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αναφορικά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν για Ρωσική ανάμιξη στο θέμα της μετάφρασης. [22]

Βεβαίως η Σλάβα, της οποίας τη μετάφραση, προτρέπει μετά πάθους ο εμπνευστής του συνθήματος να ριφθεί στην πυρά, είναι η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα, της οποίας η πρόσφατη πρωτοβουλία να μεταφραστεί η Καινή Διαθήκη σε ομαλή δημοτική γλώσσα και να εκδοθεί τελικά μαζί με το αρχαίο κείμενο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, απετέλεσε την αφορμή και την πρώτη πράξη στην έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με τη μετάφραση του Ευαγγελίου, η οποία εκδηλώθηκε στα τέλη του 19ου αι. και κορυφώθηκε με τα Εὐαγγελικά. Είναι γνωστό ότι η έκδοση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της βασίλισσας, δεν έλαβε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε ύστερα από προφορική συγκατάθεση του Μητροπολίτη Προκοπίου, έφερε δε στο εξώφυλλο τη χαρακτηριστική επεξήγηση: «πρός ἀποκλειστικήν οἰκογενειακήν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ χρῆσιν».[23]

Μητροπολίτης Προκόπιος

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τελικά η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια μορφή της καθομιλουμένης Δημοτικής (δεν θα σχολιασθεί εδώ αν ήταν η πλέον δόκιμη ή όχι) κατέστη δυνατόν να αναχθεί σε κίνδυνο υπονόμευσης όχι απλώς της ορθής πίστης, μέσω της επαπειλούμενης αλλοίωσης των εννοιών και του μηνύματος του κειμένου, της επαπειλούμενης αυθαίρετης και υποκειμενικής ερμηνείας, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, αλλά και σε μείζον εθνικό θέμα.

 

Γλώσσα και Εθνική Ταυτότητα

Το πρώτο που θα πρέπει σύντομα να εξεταστεί είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους απέκτησε η ελληνική γλώσσα και ιδίως η γλώσσα του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων στην αυτοσυνειδησία και ταυτότητα του νεώτερου ελληνικού έθνους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ελληνική γλώσσα των Γραφών και της Ορθόδοξης Λειτουργίας λειτούργησε ως ένας ισχυρός συνδετικός ιστός μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ανατολής, κυριότατα των Ελληνόφωνων, αλλά και ως ισχυρός παράγων γλωσσικού εξελληνισμού των συνοίκων Ορθοδόξων λαών της Νότιας Βαλκανικής.[24] Εξάλλου ήταν η γλώσσα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αναγνωρισμένου από την εξουσία εκπροσώπου των Ορθοδόξων Χριστιανών της αυτοκρατορίας. Ιδίως δε μετά το 1766, όταν καταργήθηκαν οι ανεξάρτητες σλαβικές εκκλησίες, το Πατριαρχείο Ιπεκίου και η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ο Έλληνας Πατριάρχης ανεδείχθη στον μοναδικό πνευματικό ηγέτη των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνόφωνων και μη λαών. [25] Κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ίδια ελληνική γλώσσα, είτε στην αρχαιοπρεπή μορφή της, είτε, κατά περίπτωση, στην καθομιλουμένη αναδείχθηκε στον χώρο του Οθωμανικού πολυεθνικού κράτους, σε γλώσσα της εκπαίδευσης και μετάδοσης νέων επιστημονικών πορισμάτων από τη Δυτική Ευρώπη, συγχρόνως δε σε γλώσσα του εμπορίου αλλά και μέσον κοινωνικής ανέλιξης για τους μη ελληνόφωνους Ορθοδόξους.[26]

Συγχρόνως η ίδια γλώσσα, ιδίως στη μορφή της γλώσσας του Ευαγγελίου, αναγνωριζόταν από τους ελληνόφωνους «Ρωμιούς», λογίους και μη, ως φυσικός σύνδεσμος με το προ-Χριστιανικό ελληνικό παρελθόν. Αυτό το παρελθόν της Κλασσικής Αρχαιότητας -αντικείμενο θαυμασμού και ήδη ιστορικής και επιστημονικής έρευνας στη Δύση- αναδύθηκε σε συστατικό στοιχείο της νεωτερικής ταυτότητας, η οποία υπό το εθνικό πλέον όνομα Ἕλλην άρχισε την ίδια περίοδο να διαμορφώνεται, κορυφούμενη στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, και διαχωρίζοντας τελικά το Νεοελληνικό έθνος από το Rum Millet, το σύνολο των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων του Σουλτάνου.[27] Συνακόλουθα συστατικό στοιχείο της νέας αυτής ταυτότητος απετέλεσε επίσης η γλώσσα-γέφυρα με την Αρχαιότητα, την οποία η Εκκλησία μέσω της χρήσης των Ιερών Κειμένων και της Ορθόδοξης λειτουργίας είχε διαφυλάξει καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όταν δε κατά τη δεκαετία του 1850-1875 η επίσημη ιστοριογραφία προέβαλε και επέβαλε το Χριστιανικό Βυζάντιο ως το ενδιάμεσο τμήμα μιας γραμμής που χωρίς ενοχλητικές διακοπές συνέδεε το νέο Ελληνικό κράτος με την Αρχαία Ελλάδα, η σημασία της γλωσσικής συνέχειας ενισχύθηκε.[28] Όπως είναι γνωστό, η επίσημη γραπτή γλώσσα που τελικά επικράτησε στο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και καλλιεργήθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και στον Τύπο, ήταν η καθαρεύουσα, αρχαΐζουσα ή απλούστερη. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, παράλληλα με την επίσημη γλώσσα, κινείται ισχυρό, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά όχι μόνον, το ρεύμα του δημοτικισμού. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ανάπτυξη και παιδεία παρά με φορέα τη ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα. [29]

Ως κιβωτός και διαχρονικός προστάτης αυτού του πολύτιμου συστατικού της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, η Εκκλησία αναλαμβάνει και στο σύγχρονο κράτος την ίδια αποστολή. Επιπλέον, έχοντας ηυξημένο κύρος ύστερα από τη συμβολή της στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, λαμβάνει από την εξουσία αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της πολιτείας και στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Καθίσταται έτσι η Ορθόδοξη πίστη κυρίαρχο συστατικό της ιδιότητος του Έλληνα πολίτη. Το άλλο κυρίαρχο στοιχείο, η γλώσσα, αποδεικνύει αφενός τη συνέχεια του Ελληνισμού, αφετέρου, ειδικά ως γλώσσα του Ευαγγελίου, επιβεβαιώνει την ανάδειξη του ελληνικού έθνους ως «περιούσιου λαοῦ», «ἱεροῦ ἔθνους», εφόσον ο Θεός μίλησε στη γλώσσα του. [30]

Συνεπώς, η μετάφραση του Ευαγγελίου για πολλούς εκ των αντιτιθεμένων σε αυτήν αποτελούσε έμμεση ομολογία, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη μορφή της Ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των Ιερών Κειμένων – συνεπώς, αποτελούσε έμμεσο πλήγμα τόσο στην ιδέα της εθνικής συνέχειας όσο και στην ιδέα του ἱεροῦ ἔθνους, το οποίο δεν εκτιμά εκείνον ακριβώς τον θησαυρό που το καθιστά ἱερόν και συνιστά κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς του.[31]

Αυτή η θέση προβάλλεται χαρακτηριστικά και στην εισαγωγή των «Φοιτητικῶν Σελίδων». Το κείμενο, η σημασία του οποίου ως σύγχρονης ιστορικής πηγής έχει ήδη επισημανθεί[32], συνέταξε το επόμενο έτος ομάδα φοιτητών, προκειμένου να εκθέσουν τόσο το ιστορικό των ημερών της διαμαρτυρίας και των ταραχών του Νοεμβρίου 1901, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις προκάλεσε: «Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν μεταφράσεων τούτων νά διασπάσωμεν τήν περίζηλον ταύτην ἑνότητα τοῦ τε ἀρχαίου καί νεωτέρου Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅταν ἡμεῖς λακτίζωμεν τόν θησαυρόν τοῦτον καί ἀποδεικνύωμεν ἡμᾶς αὐτούς ἀναξίους νά διατηρήσωμεν τό τιμαλφέστατον τοῦτον κειμήλιον, δέν διαπράττομεν τήν μεγίστην ἐθνικήν ἀφροσύνην;».[33] Η ίδια άποψη υποστηρίχθηκε και κατά τη Συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1901 από τους συμμετέχοντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών: «Ἀπό ἐθνικῆς δέ ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ἡ μετάφρασις εἶναι ἐπιβλαβής. Διότι τό πρωτότυπον τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι μόνον θρησκευτικόν βιβλίον ἀλλά καί σύμβολον ἑνότητος γλωσσικῆς τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν πρό Χριστοῦ Ἑλληνισμόν. Πρός τούτοις ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς διαφόροις φάσεσιν ἃς ἔλαβεν ἡ γλῶσσα τοῦ μετά Χριστόν Ἑλληνισμοῦ ἀπό Χριστοῦ μέχρι σήμερον».[34]

Η Κεντρική Επιτροπή Φοιτητών του Πανεπιστημίου και λαού Αθηνών- Πειραιώς, που πρωτοστάτησε στα «Ευαγγελιακά».

Η Γλώσσα: Σύνδεσμος με την πέραν Ελλάδα

H γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν όμως και κάτι άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον φλογερό του λόγο ο ἐκ Μαινεμένης τῆς Μ. Ἀσίας φοιτητής της Ιατρικής Ηλίας Πυλαρινός λίγο πριν εκραγεί η φοιτητική εξέγερση, η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική αποτελεί «βεβήλωσιν καί ἐξευτέλισιν τοῦ Συνδέσμου ἐκείνου, τοῦ ἑνοῦντος, αὐτοῦ ἴσως καί μόνου, τά ἑκατομμύρια τῶν τόσων δούλων ἀδελφῶν μας». Καταλήγει δε αναφερόμενος και προσωπικά στον Αλέξανδρο Πάλλη: «Ἐν τῷ κραταιῷ ἀγῶνι, τῷ διεξαγομένῳ πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἷς ποταπός καί ἐξουθενημένος ἀρνησίπατρις προσπαθεῖ νά ἐγείρει μεσότοιχον, προσπαθεῖ νά ἐπαυξήσῃ τήν κατακερμάτισιν τοῦ Ἔθνους μας διά τῆς ἐκφαυλίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καί ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς εἰς τούς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμός, ὡς εἰς μόνην ἄγκυραν σωτηρίας ἀποβλέπει εἰς τήν ἐκ βορρᾶ ἐπερχομένην καταιγίδα, σιγῶμεν….Ἐγερθῶμεν, ἀδέλφια, καιρός!».[35]

Παρά τον προφανή συναισθηματικό χαρακτήρα του λόγου, έννοιες, όπως «σύνδεσμος τῶν ἑκατομμυρίων δούλων ἀδελφῶν», «κατακερμάτισις τοῦ Ἔθνους», «κραταιός ἀγών διεξαγόμενος πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ἐκ βορρᾶ ἐπερχόμενη καταιγίς» αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση των ιστορικοπολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στην έκρηξη των Εὐαγγελικῶν.

Δεδομένου ότι η δημιουργία του νεοελληνικού εθνικού κράτους άφησε εκτός αρχικών ορίων το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνισμού, η ιερή γλώσσα των Ευαγγελίων και των λειτουργικών κειμένων είχε αποκτήσει επιπλέον και την ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία ζωτικού συνδέσμου με την «πέραν Ἑλλάδα». Η σημασία ήταν ουσιαστική, καθώς πολύ σύντομα η εξωτερική πολιτική του νεογέννητου κράτους δομήθηκε με άξονα τη Μεγάλη Ιδέα και το αλυτρωτικό όραμα μιας ιδεατής συνένωσης των απανταχού Ελλήνων.[36] Η κατάσταση περιπλεκόταν εξαιτίας της ύπαρξης στην «πέραν Ἑλλάδα» αλλοφώνων συνοίκων λαών. Αυτοί ανήκαν στο Ορθόδοξο ποίμνιο και, παρά τις μεταφράσεις των Γραφών και λειτουργικών κειμένων στη γλώσσα τους, βρίσκονταν σαφώς ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπό την πολιτιστική και θρησκευτική επιρροή της ελληνικής Εκκλησίας και της γλώσσας της. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες μέσα σε ένα κλίμα εθνικής αφύπνισης και διαφοροποίησης των συνοίκων αυτών λαών από την πνευματική «κηδεμονία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γεγονότα όπως κυρίως η αυτονόμηση του Βουλγαρικού κλήρου, η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις, η δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρικής ηγεμονίας, είχαν αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο αυτό της «πέραν Ελλάδος» καθιστώντας τον αλυτρωτικό αγώνα δυσχερέστερο, την επιβεβαίωση δε και προβολή των δεσμών μεταξύ του εντός και εκτός Ελληνισμού επιτακτική.[37]

Από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως τις παραμονές των Εὐαγγελικών είχε εκδηλωθεί ένας σημαντικός αριθμός πολεμικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο αυτού «τοῦ κραταιοῦ ἀγῶνος τοῦ διεξαγομένου πρός ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» με κοινό παρονομαστή την απουσία οικονομικών προϋποθέσεων και στρατιωτικής προπαρασκευής ικανών να στηρίξουν τα εγχειρήματα, την υποτίμηση της εκάστοτε πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και την αποτυχία ή μερική επιτυχία. Το τελευταίο εγχείρημα με αφορμή αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος ήταν ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Την κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη είχαν εξωθήσει ουσιαστικά σ’ αυτή την εμπλοκή, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την κήρυξη πτώχευσης του Ελληνικού κράτους από τον Χ. Τρικούπη, η πατριωτική ορμή της κοινής γνώμης και εξωθεσμικοί παράγοντες, η πίεση δηλαδή της Εθνικής Εταιρείας. Ο πόλεμος κατέληξε σε δραματική ήττα, η οποία λίγο έλειψε να ακυρώσει προηγούμενες επιτυχίες (να οδηγήσει δηλαδή σε απώλεια της Θεσσαλίας), στην οικονομική κατάρρευση και στην υπαγωγή της χώρας σε ΔΟΕ (Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).[38] Έτσι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν αυτή της γενικευμένης απογοήτευσης, αγανάκτησης και δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική ηγεσία, εν μέρει και στη δυναστεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντονης δυσφορίας για τη ματαίωση των εθνικών στόχων η μετάφραση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται από μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας και γενικώτερα της κοινωνίας ως ένα ακόμη πλήγμα στον δεσμό που αποτελεί η γλώσσα του Ευαγγελίου με τον αλύτρωτο Ελληνισμό. «Ἐν συγκινήσει προδήλῳ» ο φοιτητής Θεολογίας Πολυχρονίδης κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων δηλώνει μιλώντας στο συγκεντρωμένο πλήθος στα Προπύλαια: «ἡ μετάφρασις θά βλάψῃ ἐθνικῶς διασπῶσα τόν ἔσω καί ἔξω Ἑλληνισμόν, μετά τοῦ ὁποίου ἀρρήκτοις καί ἀδαμαντίνοις δεσμοῖς συνεδέθημεν διά τῆς ἀθανάτου τῶν προγόνων γλώσσης καί δή τῆς γλώσσης τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου».[39]

Τα «Ευαγγελικά» όπως αποτυπώθηκαν από τον λαϊκό ζωγράφο Σωτ. Χρηστίδη

 “Σλαύοι – Οι χείριστοι των εχθρών μας”

Αυτή η διάσπαση, σχολιάζουν οι συντάκτες των «Φοιτητικῶν Σελίδων», απηχώντας συγχρόνως απόψεις που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη, αποβαίνει τελικά υπέρ του θεωρούμενου ως μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, των Σλάβων.

«Kαί τί δέ ἄλλο θά ηὔχοντο οἱ ἐποφθαλμιῶντες τήν πατρικήν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κληρονομίαν, οἱ ἀπαίσιοι καί χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας Σλαῦοι; Δέν θά ἐθεώρουν τοῦτο ὡς τό μεγαλύτερο κατόρθωμα τῆς Πανσλαυιστικῆς των Ἑταιρείας ὡς τό μεγαλύτερον πλῆγμα ὅπερ ἠδύναντο νά ἐπιφέρωσι ἐπί τοῦ δύσμοιρου Ἑλληνισμοῦ[40]

Στη γνωστή επιστολή του της 28ης Οκτωβρίου προς την εφημερίδα Ἀκρόπολις ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και παράγων της πολιτικής ζωής Παύλος Καρολίδης (ο οποίος μάλιστα κατά τη διάρκεια των Ευαγγελικών ηγήθηκε πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη) διατύπωνε τον φόβο, ότι η παραδοχή της αδυναμίας των Ελλήνων να κατανοούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου θα ενεθάρρυνε τη διάδοση αντίστοιχων μεταφράσεων μεταξύ των ετερόγλωσσων και ετεροεθνοτικών Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ευνοούσε αποσχιστικές τάσεις από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και τελικά θα ευνοούσε τους εχθρούς του έθνους. Κυρίως εννοείται η Βουλγαρική δράση στη Μακεδονία, η οποία μέσω της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων κοινοτήτων στη Βουλγαρική Εξαρχία επεδίωκε να δημιουργεί τετελεσμένα απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις.[41]

Σατιρικός χάρτης της Ευρώπης του 1900 και το σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Πίσω από αυτή τη δράση η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει τον μείζονα εχθρό, όπως τον προσλαμβάνει, τον Πανσλαβισμό και την Δύναμη που κυρίως τον εκφράζει, τη Ρωσία. Πράγματι, η στροφή της Ρωσικής πολιτικής μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856) προς την ενίσχυση κινημάτων αφύπνισης και ανεξαρτησίας των σλαβόφωνων πληθυσμών, μεταξύ αυτών στην ανάδυση του Βουλγαρικού εθνικισμού και στην απόσχιση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο (1870), οι διπλωματικές ενέργειες για τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας κατά τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), η επέκταση της Ρωσικής επιρροής στα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής με την υποστήριξη αραβικής καταγωγής επισκόπου στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, όλες αυτές οι κινήσεις είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονου αντιρωσικού κλίματος. Το «ὁμόδοξον ἔθνος», η «μαθήτρια τοῦ Βυζαντίου» είχε αναδειχθεί στον κατ’εξοχήν εχθρό.[42]

Έτσι τα Εὐαγγελικά μπορούν να εξεταστούν και ως έξαρση – παροξυσμός του αντισλαβικού συνδρόμου που κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό (αν και όχι απόλυτα) την επίσημη πολιτική συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους και διαμόρφωνε τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.[43]

 

Η παράδοξη «Σύζευξη» δυο ανεξάρτητων μεταφράσεων

Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία της βασίλισσας ήταν τελείως ανεξάρτητη από αυτήν του Α. Πάλλη, όπως διαφορετικές ήταν και οι ιδεολογικές και πνευματικές αφετηρίες των δύο εγχειρημάτων. Το αν συνδέθηκε με το δικό του πόνημα, αυτό οφείλεται εν μέρει σε ενέργειες, οι οποίες μπορεί να μην είχαν αυτόν τον σκοπό, όμως τον εξυπηρέτησαν. Έτσι ο Β. Γαβριηλίδης, εκδότης της Ἀκροπόλεως, αναγγέλλοντας στις 9.9.1901 τη δημοσίευση της μετάφρασης δήλωνε στο κύριο άρθρο του, ότι «Ἡ Ἀκρόπολις συνεχίζει τό ἔργον τῆς βασιλίσσης». Επίσης ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Γ. Πωπ, προκειμένου να αντιμετωπίσει στις 5 Νοεμβρίου την ορμητική εισβολή των φοιτητών στα γραφεία της εφημερίδας «παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε ἡ διαδήλωσις νά ἀρχίσῃ ἀπό τῶν Ἀνακτόρων, ἀφοῦ τῇ πρωτοβουλίᾳ καί τῇ προστασίᾳ τῆς φιλολάου καί σεπτῆς Ἀνάσσης μας μετεφράσθη τό Εὐαγγέλιον. Ἔπειτα ἔπρεπε νά ἀπευθυνθοῦν πρός τόν καθηγητήν τῆς Θεολογίας κ. Διομήδην Κυριακόν ὅστις κηρύσσεται ὑπέρ τῆς μεταφράσεως ἐπίσης καί ἔπειτα νά στραφῆτε πρός τάς ἐφημερίδας αἵτινες μεταφράζουν ἢ συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου»[44].

Σοβαρότερο λόγο γι’ αυτή τη σύγχυση αποτελεί βεβαίως η σύζευξη της μετάφρασης με τον εθνικό κίνδυνο που σύμφωνα με πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους συνιστούσε η σλαβική απειλή. Η σύζευξη αυτή απαντά στην αρθογραφία εφημερίδων, ήδη όταν έγινε γνωστή η επιθυμία της βασίλισσας να δρομολογήσει τη μεταφραστική προσπάθεια και καθώς εκτυλισσόταν ο αγώνας της να επιτύχει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου.[45] Κατά τη διάρκεια των Εὐαγγελικών και στο πλαίσιο των ιστορικών παραμέτρων που επιχειρήθηκε να αναδειχθούν, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο παράγων «Πανσλαβισμός», η πρόσφατη μεταφραστική δράση της βασίλισσας και βεβαίως η καταγωγή της, ήταν αρκετά, ώστε αφ’ ενός να ταυτιστούν ουσιαστικά σε μερίδα του Τύπου οι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες, αφ’ ετέρου δε να συνδεθεί στα συνθήματα που «πέρασαν» στο ανώνυμο πλήθος η ρωσίδα Όλγα με την κρινόμενη ως εχθρική προς τα εθνικά συμφέροντα πολιτική της γενέτειράς της και τα ρωσικά ρούβλια που κρύβονταν πίσω από τη μετάφραση.[46]

Στο ερώτημα, αν πίσω από τη μεταφραστική πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας υποκρύπτονταν τα σκοτεινά σχέδια του Πανσλαβισμού η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική.[47] Αρνητική είναι επίσης αν τεθεί το ίδιο ερώτημα στην περίπτωση της μετάφρασης του Α. Πάλλη.

Η βασίλισσα Όλγα και η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου “Προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν”.

Ένα «Ανοιχτό» Ζήτημα

Σε μερίδα της ιστοριογραφίας θεωρείται πιθανή η μέσω της γερμανίδας πριγκήπισσας διαδόχου Σοφίας ανάμιξη του γερμανικού παράγοντα στα επεισόδια. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι εκδότες των εφημερίδων που πρωταγωνίστησαν στην πολεμική εναντίον της μετάφρασης του Πάλλη προβάλλοντας με ιδιαίτερα εμπαθή αρθρογραφία το φάσμα του Πανσλαβισμού ως την δύναμη την κυρίως επωφελούμενη από τις επαπειλούμενες βλαπτικές συνέπειες μιας παράφρασης του Ιερού Κειμένου, οι εκδότες οι οποίοι συνέδεσαν αυθαίρετα και κακόβουλα το πόνημα του Πάλλη με το προηγούμενο εγχείρημα της βασίλισσας, υποκινούμενο και αυτό από τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις, χρηματίστηκαν αδρά από τη Γερμανική πρεσβεία. Στόχος ήταν η στοχοποίηση της Όλγας ως εκπροσώπου ουσιαστικά των ρωσικών συμφερόντων στη Βαλκανική και η αποδυνάμωση του Γεωργίου, ώστε να επισπευσθεί η άνοδος στον θρόνο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εκείνος (σύμφωνα με το συγκεκριμένο αφήγημα) επρόκειτο να εξυπηρετήσει αποτελεσματικώτερα τα αντίστοιχα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία την ίδια εποχή επιζητούσε ενίσχυση της επιρροής της στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσοι προβάλλουν έστω ως πιθανή αυτή την εκδοχή αποδέχονται ουσιαστικά την θέση του Γ. Κορδάτου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται σε απόσπασμα ανέκδοτων απομνημονευμάτων του Κ. Τοπάλη (1868-1915), πολιτευτή της επαρχίας Βόλου (1895-1910) και υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχθηκε μετά τα Εὐαγγελικά την παραιτηθείσα κυβέρνηση Θεοτόκη.[48] Ο Τοπάλης, οπαδός του Δημοτικισμού (γράφει βέβαια σε απλή καθαρεύουσα) σχολιάζει με θλίψη τα γεγονότα: «Ὅσοι εἶχον συμφέρον παρεπλάνησαν τόν λαόν καί τόν ὤθησαν εἰς πράξεις μεσαιωνικάς … Τόν ρόλον τῆς Α.Υ. εἰς τά εὐαγγελικά κανείς δέν πρέπει νά τόν μάθει. Διότι αὔριον θά γίνῃ ἡ σεπτή βασίλισσα … Τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτεῖ νά λησμονήσωμεν τούς ὑπαιτίους τῶν Εὐαγγελικῶν. Ἐάν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐφημεριδογράφων ὑπῆρξαν ἐλεεινοί πατριδοκάπηλοι, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα ξένη Πρεσβεία συνδεομένη μέ τήν μέλλουσαν Βασίλισσαν ἐπιδαψίλευεν εἰς αὐτούς ὑλικάς καί ἠθικάς παροχάς, τό συμφέρον τοῦ τόπου καί ἰδιαιτέρως τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτοῦν τήν λήθην ἐπ’ αὐτῶν».

Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο κανείς άλλος έκτοτε δεν έχει δει και το οποίο ουσιαστικά δεν συνεισφέρει αποχρώντα στοιχεία[49]. Το ζήτημα συνεπώς παραμένει ανοικτό.

Σύνοψη και Συμπεράσματα

Υπενθυμίζεται το πρώτο ερώτημα που τέθηκε, ποιοι δηλαδή λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου, είτε στην εκδοχή του Α. Πάλλη είτε στον συμφυρμό που επιχειρήθηκε με αυτήν της βασίλισσας, να αναχθεί σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η γλώσσα του Ευαγγελίου λειτούργησε στην εθνική συνείδηση ως αναπόσπαστος κρίκος στη γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού και ως καθοριστικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας. Προστατευμένη στους κόλπους της εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συνετέλεσε, μαζί με τα λειτουργικά κείμενα, στη διατήρηση της συνείδησης του «συνανήκειν» μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και παρέμεινε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ζωντανός σύνδεσμος με τον πέραν των συνόρων Ελληνισμό. Συνεπώς η παραδοχή της ανάγκης το πολύτιμο αυτό κτήμα να αλλοιωθεί μέσω των παραφράσεων, προκειμένου να γίνει κατανοητό, συνιστά για τους αντιτιθέμενους στη μετάφραση του Ευαγγελίου παραδοχή ότι η γλωσσική συνέχεια έχει τρωθεί, συνιστά πλήγμα στην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα, απειλεί δε την ενότητα με τους υπόδουλους αδελφούς καθιστώντας τους συγχρόνως ευάλωτους σε ενδεχόμενη εχθρική προπαγάνδα στις διαφιλονικούμενες πλέον περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι γραμμένα στην ελληνική», παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου[50]. «Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά … Το εν πολλοίς ακατάληπτο κείμενο αυτονομείται από το περιεχόμενό του και μέσω της γλώσσας γίνεται σύμβολο της ελληνικής μοναδικότητας και υπεροχής».

Η γλώσσα του Ευαγγελίου, ως γλώσσα του πρωτοτύπου των ιερών κειμένων, εκλαμβάνεται επίσης ότι θεμελιώνει το πνευματικό πρωτείο της ελληνικής Εκκλησίας έναντι των υπολοίπων ορθοδόξων εκκλησιών. Δεδομένου ότι έχει αρχίσει η αμφισβήτηση αυτού του πρωτείου τόσο στη Μακεδονία με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσο και στη Μέση Ανατολή με την ανάρρηση αραβικής καταγωγής προσώπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας, η ενθάρρυνση των μεταφράσεων θεωρήθηκε ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των αλλοφώνων Ορθοδόξων. Αυτές οι τάσεις, σύμφωνα με τις προβαλλόμενες αναλύσεις, συνιστούν κίνδυνο ιδίως στη Μακεδονία, όπου ήδη εκτυλίσσεται από ελληνικής πλευράς, αν και σοβούσα, προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η βουλγαρική θρησκευτική και πολιτική διείσδυση μέσω προσεταιρισμού κοινοτήτων στην Εξαρχία. Η περιρρέουσα άποψη ότι πίσω από αυτή την υπονόμευση των ελληνικών δικαίων τόσο στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και στα διεκδικούμενα εδάφη της «πέραν Ελλάδος» ενεργούσε η Ρωσική πολιτική, απετέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στο να αποδοθούν οι επικίνδυνες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μεταφράσεις επίσης στον Ρωσικό δάκτυλο.

Στο ερώτημα, «γιατί αυτές οι βίαιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» απαντούν εν μέρει όσα μόλις αναφέρθηκαν σχετικά με τους εξωτερικούς κινδύνους του Ελληνισμού, αλλά βεβαίως και το κλίμα απογοήτευσης, οργής και πληγωμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την ήττα του 1897.

Ο πρωθυπουργός των Ευαγγελικών Γεώργιος Θεοτόκης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ως επιπλέον στοιχεία, τα οποία υποβοήθησαν αυτή την πάνδημη έκρηξη αγανάκτησης, σε αντίθεση, όπως προαναφέρθηκε, με παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες, μπορούν να επισημανθούν τα εξής: η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια εκδοχή της δημοτικής που θεωρήθηκε ακραία, η δημοσίευση του Ιερού Κειμένου σε καθημερινό φύλλο εφημερίδας και η πρωτοφανής έκθεσή του στον αναγνώστη παράλληλα και σε οπτική γειτνίαση με θέματα της επικαιρότητας, τέλος, η καθημερινή αρθρογραφία και ανταλλαγή απόψεων στον Τύπο, η οποία κατέστησε το ζήτημα δημόσιο κτήμα και αντικείμενο συζητήσεων, ανεξάρτητα από κατανόηση, παραπληροφόρηση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εμπλεκομένων.[51]

Και βεβαίως μετά το πέρας των επεισοδίων η προσοχή του κοινού είχε στραφεί πλέον στην κυβερνητική μεταβολή: «Τό ζήτημα ἔχει λάβει ὄχι χροιάν, ἀλλά καραμπογιάν πλέον πολιτικήν. Πᾶνε πλέον αἱ γνῶμαι περί τῶν θείων νοημάτων τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ διά τοῦ ὑπάρχοντος κειμένου. Αἱ γνῶμαι περιεστρέφοντο χθές εἰς τό ἂν οἱ 109 εἶναι ἢ ὄχι ἀριθμός στηρίζων μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τό ἂν ὁ Βασιλεύς εἰς τό ἂν ὁ Ζαΐμης …. Καί εἰς τό ἂν ἡ νέα κυβέρνησις διορίσῃ τόν συζητοῦντα» (!) Έτσι σχολιάζεται η επικαιρότητα στις στήλες της εφημερίδας Σκρίπ (φύλ. 12ης Νοεμ).[52]

Συνέπειες

Στις 25 Νοεμβρίου διαβάστηκε σε όλους τους ναούς της Ελλάδας απόφαση της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν, υπό την απειλή αφορισμού, η πώληση ή και απλή ανάγνωση οιασδήποτε μετάφρασης των Ευαγγελίων.[53] Στις 18 Δεκεμβρίου 1901 με νέα πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδοκίμασε «πᾶσαν εἰς νεώτερον κοινολεκτούμενον γλωσσικόν ἰδίωμα κατά λέξιν μετάφρασιν» γενικά της Αγίας Γραφής, ιδίως δε του Ευαγγελίου. Στην εγκύκλιο, μετά την παράθεση των σταθερών αντι-μεταφραστικών επιχειρημάτων, υπογραμμιζόταν και πάλι, ότι το αναγκαίο δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση αλλά η προσεκτική ανάγνωση του πρωτοτύπου και η ερμηνεία του «ὑπό ἁρμοδίων καί εἰδικῶν διδασκάλων καί τῶν πνευματικῶν Ποιμένων». Αυτό εξάλλου παρέδωσαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οἵτινες ἐχρησιμοποίουν πάντοτε ἑρμηνείας καί διασαφήσεις πρός μετάδοσιν εἰς τούς ἁπλουστέρους τοῦ ἐνυπάρχοντος ἐν ταῖς Γραφαῖς θείου ὕφους καί βάθους». Συνεπώς, κατέληγε το κείμενο «πᾶσα κατά λέξιν μετάφρασις εἶναι ἀποδοκιμαστέα καί καταδικαστέα».[54]

Ως θεσμική κατάληξη όλης αυτής της αντιπαράθεσης που πυροδοτήθηκε κυρίως από τα Εὐαγγελικά μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη στο άρθρο 2 του Συντάγματος που ψήφισε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουνίου 1911 παραγράφου, η οποία προέβλεπε, ότι «τό κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον – ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικόν τύπον ἀπόδοσις τούτου, ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως».

Στο Σύνταγμα του 1952 προσετέθη ως αναγκαία προϋπόθεση, η ενδεχόμενη μετάφραση να έχει και την έγκριση της «Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Είναι γνωστό, ότι με την προσθήκη της διευκρίνησης «ἐπίσημος μετάφρασις» το Σύνταγμα της 9ης Ιουνίου 1975 άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα αναφορικά με τη μετάφραση της Βίβλου[55].

Επίλογος

Οι ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα την 5η Νοεμβρίου 1901 δεν τερματίστηκαν αυτόματα με την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε υπό τον έλεγχο των φοιτητών ως τις 13 Νοεμβρίου. Και σε έναν από τους αρκετούς «μετασεισμούς» του επομένου μήνα, στις 12 Δεκεμβρίου, 4000 διαδηλωτές που θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν είχε λήξει συγκεντρώθηκαν και πάλι στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε σπίρτα για να κάψει ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Ευαγγελίου, που είχε επιμεληθεί η βασίλισσα Όλγα, πολλοί γεμάτοι ζήλο προθυμοποιήθηκαν να του προμηθεύσουν.

Ελεύθερος από το βάρος των ιστορικών παραμέτρων και των ιδεολογικών δεδομένων που ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει, προκειμένου να ερμηνεύσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη ή ένα φαινόμενο, με την αμεσότητα όμως και ακρίβεια της ποιητικής ματιάς ο Ληξουριώτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) σχολίασε το γεγονός:

Αν είχε στόμα τ’ Αγαθό βιβλίο, / ήθε μιλήσει μέσ’ αφ’ την πυρά. Κι ήθελ’ ο κόσμος έκθαμβος και πάλι ξανακούσει εκείνη τη φωνή την ιερά «Συγχώρεσ’ τους πατέρα μου, δεν ξέρουν τι ποιούσι.»[56]

Τα Ευαγγελικά – Hellenic Parliament TV

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το κείμενο του παρόντος άρθρου τελεί υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου που διοργάνωσε η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία με θέμα «Βίβλος και Πολιτική», (Αθήνα, 14-15 Δεκεμβρίου 2018).

 

[1] Ο πλήρης τίτλος του άρθρου που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτριο Αναστασόπουλο (τον Αθηναίο) στην εφημερίδα Καιροί, φύλ. της 7.11.1901 έχει ως εξής: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας! Ἕλληνες τό σύνθημά σας: κάτω ὁ Σλαυϊσμός».

[2] Άλλωστε στη διπλανή στήλη του ίδιου φύλλου διαβάζουμε τα εξής: «ἐνῶ εἰς τό Πανεπιστήμιον ὑποστηρίζεται θρησκευτική ὑπόθεσις, εἰς τούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός βυσσοδομοῦνται πολιτικαί κρίσεις».

[3] Ο τίτλος: «Ἡ Νέα Διαθήκη κατά τόν ἀρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη ἀπό τόν Ἀλέξ. Πάλλη. Μέρος πρῶτο. Τά ἅγια Εὐαγγέλια. Κατά τόν Ματθαῖον». Είναι γνωστές οι απόψεις του εκδότη της εφημερίδας Βλάση Γαβριηλίδη για την επιτακτική ανάγκη να βελτιωθούν το μορφωτικό επίπεδο και η γενικώτερη παιδεία του λαού μέσω και της καλλιέργειας και χρήσης ενός γλωσσικού ιδιώματος, κατανοητού στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Από την αρθρογραφία της Ἀκροπόλεως, στην οποία επεχειρείτο να καταδειχθεί η αναγκαιότητα της μετάφρασης αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής: φύλ. 9ης Σεπτ.: «Τόσοι σοφοί καί τόσοι μεγάλοι… δέν ἐννόησαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε κλεισμένη εἰς τό Εὐαγγέλιον καί διά νά εἶνέ τις χριστιανός πρέπει νά ξεύρῃ τό Εὐαγγέλιόν του. Ἀλλά διά νά τό ξεύρῃ πρέπει νά τό ἐννοῇ. Τίς ὅμως ἀπό τούς χωρικούς ἢ ἀπό τούς ἐργατικούς … καί ἀπό ὅλους ὅσοι δέν ἐτελείωσαν τό λιγώτερον τό Γυμνάσιον δύναται νά ἐννοήσῃ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου; … Ἡ Ἀκρόπολις νομίζει ὅτι ἐπιτελεῖ μέγιστον ἀναμορφωτικόν ἔργον διαδίδουσα εἰς τάς μυριάδας τῶν ἀναγνωστῶν της τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον μέχρι σήμερον ἦτο μέ πολλαπλάς σφραγισμένον σφραγίδας». Και το άρθρο κατέληγε: «Ἀπό τῆς σήμερον δυνάμεθα νά ἐπιφωνήσωμεν Οὕτω λαμψάτω τό φῶς». Φύλ. 2ας Νοεμ.: «Καί ἡ καινή αὕτη κτίσις, ἡ μεταβολή ἐπί τό βέλτιον τῶν αἰσθημάτων καί τῆς καρδίας, ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησις, τότε μόνον εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατανοήσῃ τό Εὐαγγέλιον». Φύλ. 3ης Νοεμ.: «Ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἐλευθερία….Ἀλλά τό Εὐαγγέλιον διά νά δράσῃ ἐπωφελῶς πρέπει νά καταννοῆται ὑπό τοῦ λαοῦ, νά εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ, νά εἶναι προσφιλέστατον ἀνάγνωσμα καί τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ, νά κοσμῇ τά μέγαρα τῶν ἰσχυρῶν καί τάς καλύβας τῶν πενήτων…… νά κυβερνᾶ ὅλας τάς τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας». Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20.10 ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε. Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935), σημαντικός εκπρόσωπος των Ελλήνων της Διασποράς, εργαζόταν στο Λονδίνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη («θρασύς ἔμπορος τοῦ λουλακίου» κατά την εχθρική προς τη μετάφραση εφημερίδα Σκρίπ). Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις ιδέες του Γ. Ψυχάρη (όπως κυρίως εκτίθενται στο «προγραμματικό» του σύγγραμμα «Το Ταξίδι μου» του 1888) και υιοθέτησε την άποψη ότι η επικράτηση της δημοτικής γλώσσας ήταν απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξει αληθινή παιδεία στον λαό και άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου. Το 1892 μετέφρασε την Ιλιάδα και στη συνέχεια επιδόθηκε στη μετάφραση του Ευαγγελίου. Ήταν πεπεισμένος, ότι το μήνυμά του μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά κυρίως τον Έλληνα που δεν είχε την απαραίτητη κατάρτιση, ώστε να κατανοήσει το πρωτότυπο, παρά μόνον αν εκφραζόταν στο οικείο και καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα. Στην Ἀκρόπολις δημοσιεύθηκε μόνον το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Το 1902 εκδόθηκαν στην Αγγλία και τα τέσσερα Ευαγγέλια. Βλ. μεταξύ άλλων Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19878, 366. Μ. Τριανταφυλλίδης, «Α. Πάλλης», Άπαντα τ. 5, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2002, 381-439. Για τον Βλάση Γαβριηλίδη βλ. μεταξύ άλλων Κ. Σαρδελής, Βλάσης Γαβριηλίδης 1848-1920. Ο μεγάλος αναμορφωτής της ελληνικής δημοσιογραφίας και πνευματικός ηγέτης, Αθήνα 20112.

[4] Τα γεγονότα έχουν μελετηθεί και σχολιασθεί σε μελέτες και άρθρα ως πρόβλημα θεολογικό, ιστορικό και βεβαίως ως μέρος της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος. Ενδεικτικά αναφέρω: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ἱστορία τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, 1828-1964, τ. 2: Ἡ συνταγματική βασιλεία 1863-1964, Ἀθῆναι 1966, 371-376, Ε. Κωνσταντινίδης, Τά Εὐαγγελικά. Τό πρόβλημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν νεοελληνικήν καί τά αἱματηρά γεγονότα τοῦ 1901, Ἀθήνα 1976. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του Κωνσταντινίδη αποτελεί οπωσδήποτε σημείο αναφοράς για την προσέγγιση των γεγονότων. Σχετικές εισηγήσεις με ειδικά θέματα και εκτενή βιβλιογραφία στα Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου με τίτλο: Ευαγγελικά (1901) – Ορεστειακά (1903). Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις» (31 Οκτωβρίου -1 Νοεμβρίου 2003), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2005 (στο εξής: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005). Βλ. επίσης Ph. Carabott, «Politics, Orthodoxy and the Language Question in Greece – The Gospel Riots of November 1901», Journal of Mediterranean Studies 3 (1993) σ. 117-138. Για λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερές χρονικό των γεγονότων βλ. Κωνσταντινίδης, ό.π. καί Ά. Βερέβη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά. Το χρονικό των γεγονότων», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 27-42. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της στάσης των φοιτητών του Αθήνησιν Πανεπιστημίου, ιδίως σε συνάρτηση με το γλωσσικό ζήτημα, επιχειρεί να διερευνήσει το άρθρο των Γ. Μπέτσα, Δ. Χαραλάμπους, «Εἵμεθα οἱ μόνοι θεματοφύλακες καί κλειδοκράτορες τῶν προγονικῶν κειμηλίων – Οι φοιτητές στην υπηρεσία της γλωσσικής καθαρότητας (1901)», Πρακτικά του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης με διεθνή συμμετοχή «Ελληνική Γλώσσα κι Εκπαίδευση». Αφιέρωμα στη μνήμη του Σπύρου Ράση. Πανεπιστήμιο Πατρών, 30 Σεπτεμβρίου & 1-2 Οκτωβρίου 2011, σ. 60-70. Βασισμένη σε πρωτογενή έρευνα στον Τύπο της εποχής είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη της Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά», στο: Γ. Μπαμπινιώτης (επιμ.), Το γλωσσικό ζήτημα – Σύγχρονες προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011, 253-281. Εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον ως σύγχρονη καταγραφή των γεγονότων παρουσιάζει το πόνημα τριών εκ των πρωτεργατών φοιτητών στην οργάνωση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, δηλαδή των Γ. Σωτηρίου, Λ. Μάτλη, Δ. Λεονταρίτη, Φοιτητικαὶ Σελίδες του 1901, ἤτοι πλήρης περιγραφή τῆς κατά τῶν μεταφράσεων τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν καί τοῦ λαοῦ μετά τῶν προκαλεσάντων αὐτήν αἰτίων, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Ἀδελφῶν Κτενᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1902.

[5] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ. 130 και σημ. 16. Το πρακτικό της Συνεδρίασης της 7.11. του Συνδέσμου των Συντεχνιών Αθηνών-Πειραιώς, στην οποία αποφασίσθηκε «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον» για την επομένη μέρα, παρατίθεται στο κείμενο των Σωτηρίου-Μάτλη-Λεονταρίτη (σημ. 4) σ. 66-68. Είναι χαρακτηριστικό ότι επίτιμος πρόεδρος των Συντεχνιών Αθηνών – Πειραιώς ήταν ο Α. Σκουζές, βουλευτής και βασικός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη, κύριου πολιτικού αντιπάλου της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη. Οι Θ. Δηλιγιάννης, Α. Σκουζές, Σ. Δραγούμης και βεβαίως οι βουλευτές που επηρέαζαν ήταν κορυφαία στελέχη της αντιπολιτευόμενης μερίδας του Κοινοβουλίου μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Θεοτόκη (1899). Στην μερίδα αυτή ανήκε και ο βουλευτής Αττικής Ν. Λεβίδης, ο οποίος κατά το επίμαχο διάστημα της δημόσιας αντιπαράθεσης δημοσίευσε στην εφημερίδα Καιροί σειρά άρθρων επιχειρηματολογώντας εναντίον της μετάφρασης του Ευαγγελίου. Ο ίδιος εκφώνησε επικήδειο στην κηδεία τριών από τα θύματα των επεισοδίων με περιεχόμενο και φρασεολογία χαρακτηριστικά της έντασης των συναισθημάτων που επικρατούσαν· βλ. σχετικά Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 112-113.

[6] Βλ. Κ. Αρώνη-Τσίχλη, «Τα Ευαγγελικά κατά την άποψη της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 189-205. Χαρακτηριστική η μαρτυρία του Άγγλου πρέσβη σχετικά με όσα σχολίασε σε συζήτησή τους ο Βασιλεύς Γεώργιος: «το γεγονός της μετάφρασης του Ευαγγελίου είχε οδηγήσει τους πρώην άσπονδους εχθρούς, όπως ήταν ο Δηλιγιάννης και ο Δραγούμης, να προχωρήσουν δημοσίως χέρι με χέρι» (σ. 200).

[7] Βλ. σχετικά Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, «Δεδομένα καί προβληματισμοί ἀπό τήν Ἱστορία τῆς «Χριστιανικῆς» Μετάφρασης», στο: ΙΓ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως, Τῆνος, 19-21 Σεπτεμβρίου, 2011, ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, έτος ΠΘ’, τεύχος 5, 2012, σ. 278, όπου παρατίθενται βασικοί λόγοι, για τους οποίους η εκάστοτε μετάφραση μπορεί βάσιμα να κριθεί ανεπαρκής: «Ἡ ἑρμηνεία δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς προϋπόθεση μίας μετάφρασης, ἀλλά ἐπηρεάζει καί τίς ἴδιες τίς μεταφραστικές ἀρχές, τίς ὁποῖες θά ἐφαρμόσει ἐν τέλει ὁ μεταφραστής… προκειμένου νά μεταφράσουμε ἕνα ἔργο, πρέπει ὣς ἕνα βαθμό νά τό ἔχουμε ἑρμηνεύσει μέσα μας, προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἂν αὐτό ἰσχύει γιά τή θύραθεν γραμματεία, τό ἴδιο ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά τή χριστιανική γραμματεία: στά κείμενά της ἰσχύουν γιά τή μετάφραση οἱ ἴδιες θεολογικές προϋποθέσεις πού ἰσχύουν καί γιά τήν ἑρμηνεία».

[8] Προς αυτή τη γραμμή συμμορφωμένη ήταν η έκδοση το 1900 του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου από τον Θρησκευτικό Σύλλογο της Ἀναπλάσεως: περιείχε το πρωτότυπο κείμενο, ερμηνευτική «παράφραση» και προσευχές ανάλογες με το πνεύμα του κάθε κεφαλαίου. Η πρωτοβουλία είχε αφετηρία τον διευθυντή του περιοδικού Ἀγάπη Κωνσταντίνο Διαλησμά, ο οποίος είχε εξασφαλίσει για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα ήδη από το 1896 την επίσημη έγκριση του Πατριάρχου Ανθίμου Ζ΄, την οποία και αξιοποίησε ως αντιπρόεδρος του Συλλόγου. Το 1892 ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ιγνάτιος Μοσχάκης είχε επίσης δημοσιεύσει μετάφραση των Ευαγγελικών περικοπών που διαβάζονταν στη λειτουργία της Κυριακής: «μετά πιστῆς αὐτῶν μεταφράσεως καί συντόμων ἑρμηνευτικῶν καί ἠθικῶν παρατηρήσεων». Η έκδοση είχε εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προοριζόμενη για σχολική χρήση. Ο ίδιος ο Μοσχάκης μιλώντας στους φοιτητές κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων ανέλυε τη συγκεκριμένη θέση περί της ανάγκης ερμηνείας και όχι κατά λέξιν μετάφρασης των Ιερών Κειμένων: «Ἡ τοῦ Εὐαγγελίου δύναμις δέν ἔγκειται ἐν ταῖς λέξεσιν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὑψηλοῖς καὶ μυστικιστικοῖς αὐτοῦ νοήμασιν, ἡ δέ διά τῆς μετατροπῆς τῶν λέξεων γινομένη μετάφρασις ἐξηγεῖ οὐχί τό νόημα ἀλλά τάς λέξεις αὐτάς. Αἱ ἐν τοῖς ρήμασι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου δυσερμήνευτοι ἔννοιαι βεβαίως καί μετά τήν τοιαύτην μετάφρασιν δυσκατάληπτοι θὰ παραμείνωσι. Ποῖον λοιπόν τό ἐκ τῆς μεταφράσεως ὄφελος; Οὐδέν βεβαίως». Τόνιζε επίσης ιδιαίτερα τα σχίσματα και τις αιρέσεις που προέκυψαν στους λαούς που βεβαίως μελετούν την Αγία Γραφή μεταφρασμένη στη γλώσσα τους: «Αἱ αἱρέσεις δέ αὗται καί τά σχίσματα προῆλθον ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μεταφράσεως, καθ’ ὅσον οἱ ποικίλοι μεταφρασταί εἴτε ἐξ ἀτελοῦς εἴτε ἐκ πλημμελοῦς ἀντιλήψεως ἀπέδιδον διαφόρως τάς ἐννοίας»· βλ. Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 50-51· πρβ. και την παρατήρηση του καθηγητή Παύλου Καρολίδη στην επιστολή του προς την εφημερίδα Ἀκρόπολιν την 28η Οκτωβρίου (βλ. κατωτ. σ. ***): «Τό Εὐαγγέλιον δεῖται ἑρμηνείας κατ’ ἔννοιαν, οὐχί μεταφράσεως κατ’ ἰδίωμα. Ἡ δέ ἑρμηνεία γίνεται διά μακρᾶς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου διδασκαλίας».

[9] Βλ. π.χ. τα λεγόμενα στην εισαγωγή της δίγλωσσης έκδοσης του Ιερού Ευαγγελίου (ελληνικό κείμενο και βλαχική μετάφραση) που τυπώθηκε το 1693 στο Βουκουρέστι με πρωτοβουλία του Βλάχου ηγεμόνα Μπασαράμπα. Προλογίζοντας ο «λογοθέτης» του ηγεμόνα Σερβάνος Γκρετσεάνου σημειώνει απευθυνόμενος στους πιστούς αναγνώστες: «Εἰ καί δέν δύνασθε νά καταλάβητε τά ἐγκείμενα, ἀπό μόνην τήν ἀνάγνωσιν πολύς γίνεται ὁ ἁγιασμός». Παραθέτει μάλιστα και σχετικό χωρίο του Ωριγένη. Βλ. σχετικά Δ. Λυβάνιος, «Χαμένοι στη Μετάφραση; Ορθοδοξία, Αγία Γραφή και ελληνική γλώσσα (16ος-19ος αι.)» στο: Β. Κ. Γούναρης (επιμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική. Μελέτες Νεοελληνικής Ιστορίας αφιερωμένες στον Γιάννη Σ. Κολιόπουλο, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 173-190 (ιδιαίτερα σ. 180).

[10] Δημοσιεύθηκαν: το 1831 οι Ψαλμοί, το 1833 η Πεντάτευχος και ο Ιησούς του Ναυή, το 1834 ο Ησαΐας, το 1836 ο Ιώβ, οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής, όπως και οι τέσσερις μεγάλοι προφήτες: Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, το 1838 τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, το 1840 ολόκληρη η Καινή Διαθήκη. Ολόκληρη η Αγία Γραφή εκδόθηκε στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1850-1851. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 9-88 για μία λεπτομερή έκθεση της προϊστορίας των μεταφράσεων όπως και της προβληματικής που διατυπώθηκε εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με τις μεταφραστικές απόπειρες. Από την εκτεταμένη βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά, Γ. Μεταλληνός, Τό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν Νεοελληνικήν κατά τόν ΙΘ΄ αἰῶνα, Ἀθήνα 1977, N. M. Vaporis, Translating the Scriptures into Modern Greek, Brookline Mass. 1994 και πρόσφατα, P.D.Vasileiadis, «An overview of the New Testament translations in vernacular Greek during the printing era», στο: Fränz Biver- Pettinger & Eran Shuali (eds.), Translating the Bible: Past and Present (υπό έκδοση), διαθέσιμο στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: https://www.academia.edu/38648487. Κυρίως ιστορική η προοπτική στο χρήσιμο άρθρο του Λυβάνιου (βλ. σημ. 9). Γενικά για τα προβλήματα και τη συζήτηση που προκαλεί η μετάφραση των Ιερών Κειμένων με τή σχετική προηγούμενη βιβλιογραφία βλ. Ά. Κόλτσιου-Νικήτα (σημ. 7), της ιδίας, «Η Ταυτότητα της Χριστιανικής Μετάφρασης», στο: Άννα Κόλτσιου-Νικήτα (επιμ.), Αφιέρωμα: Προβλήματα μετάφρασης των Ιερών Κειμένων, Δελτίο Βιβλικών Μελετών 28 (2010) [2012] σ. 9-23, Αικ. Τσαλαμπούνη, «Σύγχρονες Ερμηνευτικές Μέθοδοι και Μετάφραση της Βίβλου», στο: Β. Η. Σπαθοκώστα (επιμ.), Εισηγήσεις Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας με θέμα: Η Μετάφραση της Βίβλου στην Εκκλησία και στην Εκπαίδευση –Αφιέρωμα στα 25 χρόνια από την έκδοση της Νέας Μετάφρασης της Καινής Διαθήκης στη Νεοελληνική Γλώσσα (Αθήνα, 12-13 Δεκεμβρίου 2014), Αθήνα 2015, σ. 70-80.

[11] Το κείμενο της εγκυκλίου στην Ἐκκλησιαστικήν Ἀλήθειαν –δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου- έτος ΚΑ (1901) αρ. 45, σ. 444-445. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 164 κε.

[12] Ως λόγοι της καθυστέρησης προβλήθηκαν: η θετική έναντι των μεταφράσεων στάση του Μητροπολίτη Αθηνών και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου Προκοπίου, ο οποίος, (βλ. και κατωτέρω σ. *** και σημ. 23), η αναμονή εκ μέρους της Συνόδου της έκδοσης Υπομνήματος της Θεολογικής Σχολής, η ασθένεια της μητέρας του Μητροπολίτη, η οποία τον υποχρέωσε να απουσιάσει από τα καθήκοντά του, ώστε να μην επικυρωθούν εγκαίρως τα πρακτικά· βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 206-207. Ο Carabott (σημ. 4), σ. 126-127, θεωρεί πιθανότερη την πρώτη εκδοχή και πιθανολογεί ότι ο Μητροπολίτης Αθηνών διαφωνούσε με την απόφαση της Συνόδου, η οποία συλλήβδην καταδίκαζε κάθε παράφραση των Ιερών Κειμένων, του καταλογίζει δε έλλειψη πυγμής.

[13] Έντονη αντίθεση στη μετάφραση του Ευαγγελίου εκφράστηκε κυρίως από τις εφημερίδες Καιροί (εκδ. Πέτρος Κανελλίδης), Ἐμπρός (εκδ. Δημήτριος Καλαποθάκης), Πρωΐα» και «Σκριπ» (εκδ. Ευάγγελος Κουσουλάκος).

[14] Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις 29 Οκτωβρίου η Ἀκρόπολις εγκαινίασε στήλη, στην οποία δημοσιεύθηκαν ποικίλες απόψεις ανθρώπων του πνεύματος σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης: «σκοπός τῶν συνεντεύξεων τούτων εἶνε νά γίνῃ ὅσον τό δυνατόν εὐρυτέρα συζήτησις καί ἐξευρεθῇ ὁ καλλίτερος τρόπος, διά τοῦ ὁποίου εἶνε δυνατόν νά διαδοθῇ τό Εὐαγγέλιον καί συγχρόνως νά ἀναπτυχθῶσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ διάδοσις του εἰς τάς λαϊκάς τάξεις».

[15] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 175-176, όπου ολόκληρο το κείμενο της επιστολής.

[16] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 170 κε., 211-217, όπου παρατίθενται οι 15 λόγοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τους υπογράφοντες καθηγητές, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκιμάζει τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και του Ιερού Ευαγγελίου.

[17] «Δέν παρέστην κατά τήν συνεδρίασιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, διότι διαφωνῶ πρός τούς συναδέλφους μου. Περί μεταφράσεως τῆς Γραφῆς ἀνέκαθεν ὑπῆρχαν δύο γνῶμαι», δήλωσε ο Κυριακός. Υπογράμμισε δε χρησιμοποιώντας στοιχεία από το ιστορικό των ενδογλωσσικών μεταφράσεων, ότι «… Ὁ Κύριλλος ΣΤ΄ καί ὁ Γρηγόριος Ε΄ ἦσαν ὑπέρ τῶν μεταφράσεων καθώς καί ὁ Φαρμακίδης καί ὁ Βάμβας. Ὁ Γρηγόριος Στ΄ μετά τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἦσαν κατά τῶν μεταφράσεων, οὗτοι δέ ἔπεισαν καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος νὰ κατακρίνῃ αὐτάς». Αναφερόμενος στην προσωπική του θέση σχολίασε : «…ἐγώ δέν καταλέγομαι μετά τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ μεταφράσεις τῆς Γραφῆς εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική. Ὅσον ἀφορᾷ τήν μετάφρασιν τοῦ Πάλλη, τήν θεωρῶ γελοίαν καί εἶμαι σφόδρα κατ’ αὐτῆς ὡς ἐκχυδαϊζούσης τήν ὡραίαν ἡμῶν γλῶσσαν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νά ἀποδοκιμάζηται αὕτη ὡς καταγέλαστος, οὐχί ὅμως νά καταδικάζηται ὡς ἐγκληματική».

[18] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 176-178, όπου παρατίθεται ολόκληρο το κείμενο.

[19] Tην αρχή των επεισοδίων περιγράφει ο τότε φοιτητής Μανόλης Τρανταφυλλίδης, Άπαντα, τ.5: Γλωσσικό ζήτημα και γλωσσοεκπαιδευτικά Β΄, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1963, σ. 381-382 ως εξής: «Πρωτοετής φοιτητής της φιλολογίας και οπαδός ακόμη της καθαρεύουσας, δεν είχα διαβάσει τίποτε του Πάλλη και δεν είχα προσέξει ίσως ακόμη ούτε τ’ όνομά του. Η πρώτη ωστόσο γνωριμία δεν άργησε. Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του 1901, το πανεπιστημιακό μάθημα της Γενικής γλωσσικής του Χατζιδάκι κόβονταν απότομα, καθώς φαίνεται ακόμη από τις φοιτητικές μου σημειώσεις. Σπούσαν τα παράθυρα μέσα σε φωνές και ουρλιάσματα, η κλειστή πόρτα άνοιγε με τη βία και μια διαδήλωση φοιτητική, ξεκινημένη από τη Νομική σχολή, συνέχιζε τη θριαμβευτική πορεία της προς τα γραφεία μιας εφημερίδας. Η εξαγριωμένη φοιτητική νεολαία αξίωνε να διακόψη η Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων του Πάλλη που δημοσίευε και ν’ αφοριστή κάθε μετάφραση και κάθε ακόμη αναγνώστης της».

[20] Χαρακτηριστική η εμπαθής αρθρογραφία στην εφημερίδα Καιροί του δημοσιογράφου Δημητρίου Αναστασόπουλου (του Αθηναίου). Από την 1.11 έως την 5.11 είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων υπό τον τίτλο «Ἡ βεβήλωσις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Σλαῦοι καί ἡ Ἑλληνική Ὀρθοδοξία. Κάτω ὁ Σλαυισμός». Στις 6.11 το άρθρο του επιγραφόταν: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν! Κάτω ὁ Σλαυϊσμός!», ενώ στις 7.11 ο στόχος γινόταν συγκεκριμένος (βλ. σημ. 1).

[21] Βλ. κατωτέρω σημ. 41, για την εξήγηση που έδωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

[22] Βλ. σχετικά Α. Διάλλα, «Ευαγγελικά και Πανσλαβισμός: Ο παράδοξος συσχετισμός», στο Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 43-44: η Ρωσική πλευρά θεωρούσε ανυπόστατες τις κατηγορίες, ο δε Τομπάζης ανησυχούσε για τις δυσμενείς επιπτώσεις αυτών των εκδηλώσεων στα εθνικά συμφέροντα, καθώς η δυσφορία που διαπίστωνε στους κύκλους της Αγίας Πετρούπολης μπορούσε σαφώς να αποβεί «πρός ζημίαν τῶν μᾶλλον τιμαλφῶν ἡμῶν συμφερόντων».

[23] Η μεταφραστική προσπάθεια άρχισε το δεύτερο ήμισυ του 1898 από την γραμματέα και έμπιστη συνεργάτιδα της βασιλίσσης Ιουλία Σωμάκη (μετέπειτα Καρόλου). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Σωμάκη, αφορμή υπήρξε η διαπίστωση που έκανε η βασίλισσα επισκεπτόμενη τραυματίες στρατιώτες του πολέμου του 1897, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου ήταν ακατανόητος σε όσους δεν είχαν ανώτερη μόρφωση. Το κείμενο ελέγχθηκε αρχικά από επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη και τον καθηγητή Θεολογίας Φίλιππο Παπαδόπουλο και εν συνεχεία εστάλη σε καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, μεταξύ των οποίων ο Ζήκος Ρώσης, ο Εμμανούλ Ζολώτας, ο Διομήδης Κυριακός. Οι δύο πρώτοι, όπως και οι Γ. Ι. Δέρβος, Ιω. Μεσολωράς και Ιγν. Μοσχάκης υπέγραψαν στις 3.11.1901 το γνωστό υπόμνημα που καταδίκαζε τη μετάφραση του Α. Πάλλη . Εξαίρεση, όπως ήδη αναφέρθηκε, απετέλεσε ο Διομήδης Κυριακός (βλ. ανωτ. σελ.*** και σημ. 17), ο οποίος και στην περίπτωση της πρωτοβουλίας της βασιλίσσης Όλγας, διατύπωσε σε επιστολή τη θετική του άποψη σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης («Ἡ ἰδέα νά μεταφραστεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ γλῶσσα κατανοητή στόν ἑλληνικό λαό καί νά διαδοθεῖ σ’ αυτόν εἶναι ὀρθή καί πολύ ὠφέλιμη…. Θά συντελέσει σημαντικά στή θρησκευτική καί ἠθική ἀνάπτυξή του, τήν ὁποία ἔχει πάρα πολύ ἀνάγκη… Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἐναντίον τῶν μεταφράσεων βάσει ἀρχῶν..»). Ύστερα από το αίτημα του εκδότη Α. Κωνσταντινίδη να του δοθεί συστατική εγκύκλιος από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση, το θέμα παραπέμφθηκε στον τότε Υπουργό Αντ. Μομφεράτο και εκείνος αρνήθηκε να παραχωρήσει συστατική εγκύκλιο χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Η βασίλισσα εξέφρασε το αίτημα να της δοθεί η σχετική έγκριση με επιστολή της προς την Ιερά Σύνοδο στις 2.12.1898. Ύστερα από αρνητική απάντηση που έλαβε στις 31.3.1899, επανήλθε με το ίδιο αίτημα στις 2.5.1899. Υπογράμμιζε, ότι κατανοεί τους λόγους που στο παρελθόν είχαν οδηγήσει στις απαγορευτικές αποφάσεις, όταν οι μεταφράσεις «ἀπέκρυπτον ἴσως προσηλυτιστικούς σκοπούς», οι οποίοι όμως στη δική της περίπτωση δεν υφίσταντο. Κατέληγε: «.. ὁ λαός μας στερεῖται τήν ἐπαρκῆ καί ὑγιῆ παρηγοριά πού προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τοῦτο γνωρίζω θετικά ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καί πείρας καί εἶμαι βεβαία ὅτι ἡ μετάφραση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου θά συντελέσει τά μέγιστα στή ριζική ἀναμόρφωση». Η απάντηση της Συνόδου ήταν και πάλι αρνητική με κύριο επιχείρημα την ανάγκη ανάλυσης και ερμηνείας των Γραφών και όχι κατά λέξιν μετάφρασης του κειμένου. Η βασίλισσα προχώρησε τότε, ύστερα από προφορική άδεια του Μητροπολίτη και με δικά της έξοδα, στην έκδοση κατ’ αρχήν 1000 αντιτύπων, τα οποία θα πωλούνταν έναντι μικρού τιμήματος. Τα αντίτυπα σφραγίστηκαν με τον λογότυπο «Πλανᾶσθε μή εἰδότες τάς Γραφάς». Η διάθεσή τους είχε μεγάλη απήχηση και η βασίλισσα ετοιμαζόταν για δεύτερη έκδοση, η οποία όμως ματαιώθηκε λόγω των Εὐαγγελικῶν. Βλ. την αφήγηση της Ιουλίας (Σωμάκη) Καρόλου, Όλγα – Η Βασίλισσα των Ελλήνων, Αθήνα 1934 (ανατ. 2017), σ. 89-123.

[24] Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρονται σε άρθρο της εφημερίδας Ἐμπρός τις παραμονές των Εὐαγγελικῶν (φύλ. 2ας Νοεμ. 1901): «Ὅ,τι διετήρησε τήν γλωσσικήν καί θρησκευτικήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς δουλείας δέν ἦτο οὔτε ὁ Ὅμηρος, οὔτε ὁ Πλάτων. Ἦτο τό Εὐαγγέλιον. Αὐτό ἀπετέλεσε τήν πυξίδα, πρός τήν ὁποίαν ἦσαν ἐπί αἰῶνες προσηλωμένα τά βλέμματα τῶν ὑποδούλων. Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ τῆς Πελοποννήσου, Θεσσαλοί ἢ Θρᾷκες, πρίν ἢ αἰσθανθῶσι τήν κοινότητα τῆς καταγωγῆς των, ἠσθάνοντο τήν κοινότητα τῆς θρησκείας καί τῆς γλώσσης διά τῶν ἱερῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελίου».

[25] Για την «κληρονομιά» του Οθωμανικού παρελθόντος, τη σημασία της γλώσσας και τον ρόλο του Πατριαρχείου, βλ. Ιω. Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Το Έθνος, η Πολιτεία και η Κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 29-31, 35-36, 107. Πρβλ. Θ. Βερέμης – Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια (από το 1821 μέχρι σήμερα), Αθήνα 2006, σ. 30 κε. Ενδεικτικές είναι οι παρατηρήσεις του Αντώνη Λιάκου: «Τα Ελληνικά δεν ήταν μόνον αυτά που ακούγονταν στην καθημερινή ομιλία. Υπήρχε μια ελληνική γλώσσα γραπτή και επίσημη, η οποία απλωνόταν σαν ένα δίχτυ πάνω από ετερόγλωσσους πληθυσμούς. Ήταν η γλώσσα της Εκκλησίας, ενός θεσμού και με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και με το μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος. Οι ελληνόγλωσσες επισκοπές εκτείνονταν από την Αίγυπτο έως τη Μολδοβλαχία. Τα Ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα των εγγραμμάτων, του έντυπου λόγου και των βιβλίων, του εμπορίου». Βλ. Γλώσσα και Έθνος στη Νεότερη Ελλάδα: Θέματα Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας, Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, 2007), διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: <http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_18/index.html. (7.3.2019).>

[26] Για τη σχέση γλώσσας-εθνικής ταυτότητας βλ. ενδεικτικά P. Mackridge, Language and National identity in Greece 1766-1976, Οξφόρδη 2010. Βέβαια ήδη από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είχαν διαμορφωθεί οι διάφορες τάσεις ως προς το γλωσσικό όργανο, με το οποίο θα έπρεπε να μεταδοθεί η γνώση και η παιδεία, ώστε να έρθει ο «φωτισμός του γένους»: καθομιλουμένη [σημαντικοί εκπρόσωποι: Ρήγας Φεραίος (1757-1798), Δημ. Καταρτζής (1730-1807), Γρηγ. Κωνσταντάς (1758-1844), Αθαν. Χριστόπουλος (1772-1847), Ιω. Βηλαράς (1771-1823)], μια μορφή που κατά το δυνατόν θα προσομοίαζε στην αρχαία Ελληνική [σημαντικοί εκπρόσωποι: Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) Παναγ. Κοδρικάς (1762-1827)], ή ένας συγκερασμός των δύο, η «κεκαθαρμένη» ομιλουμένη, εμπλουτισμένη με έννοιες και στοιχεία της Αρχαίας και προσαρμοσμένη στους γραμματικούς κανόνες, στο φωνολογικό και μορφολογικό της πλαίσιο. Η τελευταία γλωσσική εκδοχή που συνδέεται κυρίως με τον Αδαμάντιο Κοραή ονομάσθηκε αργότερα καθαρεύουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους υποστηρικτές όλων των τάσεων ήταν κοινή η υπογράμμιση της σύνδεσης με την Κλασσική Αρχαιότητα και η επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισμού. Όπως παρατηρεί ο Vincenzo Rotolo, A. Korais e la questione della lingua in Grecia, Παλέρμο 1965, σ. 56-57, για μεν τους οπαδούς της αρχαΐζουσας η χρήση της ήταν η καλύτερη απόδειξη -τόσο απέναντι στους ίδιους όσο και απέναντι στους ξένους-ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι νόμιμοι απόγονοι των Αρχαίων, για δε τους δημοτικιστές η χρήση της δημοτικής κατεδείκνυε, ότι η ελληνική γλώσσα παρέμενε ουσιαστικά η ίδια για πάνω από 25 αιώνες, αν εξαιρέσει κανείς ασήμαντες λεξιλογικές και φωνητικές αλλαγές. Πρβ. Mackridge, ό.π. σ. 66 κε.

[27] Βλ. V. N. Roudometof, «From Rum Millet to Greek Nation: Enlightenment, Secularization and National Identity in Ottoman Balkan Society, 1453-1821», Journal of Modern Greek Studies 16.1 (1998) 11-48. Το ίδιο έτος των επεισοδίων (1901) εκδίδεται στην Αθήνα, τύποις Π. Δ. Σακελλαρόπουλου, το άρθρο του Ν. Γ. Πολίτου, «Ἕλληνες ἢ Ρωμιοί». Σ’ αυτό ο Πολίτης αντικρούει την άποψη του Κ. Παλαμά ότι ο όνομα Ἕλλην άρχισε να χρησιμοποιείται κατά την επανάσταση του 1821 υπό την επίδραση λογίων με κλασσική παιδεία, καθώς είχε αντικατασταθεί στη συλλογική συνείδηση ήδη από το τέλος της αρχαιότητος με το Ρωμαῖος. Ο Πολίτης βασιζόμενος σε συγκεκριμένα χωρία υποστηρίζει ότι η χρήση του εθνικού Ἕλλην είναι παρούσα ήδη στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, αλλά το Πατριαρχείο, ως πνευματικός ηγέτης και των άλλων μη ελληνικών Ορθοδόξων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέφυγε τη χρήση. Αυτή, κατά τον Πολίτη, ήταν κυρίως η αιτία που επεκράτησε ο όρος Ρωμαῖος/Ρωμηός. Επίσης πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ρόλος που έπαιξε στην Χριστιανική Ανατολή η ταύτιση του ονόματος Ἕλλην με τον ειδωλολάτρη/εθνικό. Ο Mackridge (βλ. σημ. 26) ανήκει στους μελετητές που διστάζουν να αποδεχθούν τόσο πρώϊμη συνειδητή χρήση του ονόματος Ἕλλην και την θεωρεί «… a rhetorical conceit confined to a small intellectual elite,…. hardly ever intended to imply that the authors felt that they and their compatriots were to be identified with the ancient Hellenes» (σ. 49). Δέχεται βέβαια ότι η εικόνα αλλάζει σαφώς από τον 17ο αιώνα και εξής [«..there was an increasingly expressed assumption that the modern speakers of the Greek language were the descendants of the ancient Hellenes…they inhabited the same region (called Hellas) and spoke a version of the same language»] και σχολιάζει εύστοχα τη σημασία που απέκτησε η κληρονομιά της Κλασσικής Αρχαιότητος, γνωστή ήδη στη Δυτική Ευρώπη, για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας σε συνδυασμό με το κύρος της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής: «The ancient component of their ‘national history’ was already written…In addition, the cultural prestige of Greek language and culture in the modern Balkans (what is sometimes called,… the Orthodox Commonwealth) was also ready-made…» (σελ. 63). Ωστόσο, η ενδελεχής και συνεχώς εμπλουτιζόμενη έρευνα των πηγών, τόσο της ύστερης Βυζαντινής περιόδου, όσο και αυτής της Τουρκοκρατίας, στηρίζει και επιβεβαιώνει τις παλαιές θέσεις του Ν. Πολίτη. Βλ. πρόσφατα τις ακόλουθες συμβολές στον συλλογικό έργο Ό. Κατσιαρδή-Hering, Αν. Παπαδία-Λάλα, Κ. Νικολάου, Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), Έλλην, Ρωμηός, Γραικός. Συλλογικοί προσδιορισμοί & ταυτότητες, Ιστορήματα 7, Αθήνα 2018: Ό. Κατσιαρδή-Hering, «Έλλην, Γραικός, Ρωμηός: από το πολυεθνικό στο εθνικό», σ. 19-36· Σ. Μεργιαλή-Σάχα, «Συλλογικές και εξατομικευμένες ταυτότητες βυζαντινών διανοουμένων στον απόηχο της δύσκολης επικαιρότητας του 14ου αιώνα», σ. 119-134· Τ. Κιουσοπούλου, «Ρωμαίοι και Έλληνες στο δεσποτάτο του Μορέως», σ. 137-144· Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀφοῦ ἐχάσαμε τό βασίλειο, ἐχάσαμεν ὅλα. Πώς αυτοπροσδιορίζονταν οι υπό ξένη κυριαρχία Έλληνες: η μαρτυρία των κειμένων», σ. 247-265· Ιω. Κ. Χασιώτης, «Αναζητώντας εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες για τον εθνικό προσδιορισμό των Ελλήνων κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία», σ. 299-316. Οι μαρτυρίες που παρατίθενται στο τελευταίο άρθρο αντικρούουν τη θέση ότι η χρήση του όρου Ἕλλην περιοριζόταν σε μια ελίτ λογίων. Για μια συνολική εικόνα βλ. ενδεικτικά Κατσιαρδή-Hering, ό.π.: «..Οι αυτοκράτορες και λόγιοι της Νίκαιας ελλήνιζαν πλέον … η ελληνίζουσα εναπομείνασα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι επανελθόντες στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης Παλαιολόγοι, αλλά και η παλαιολόγεια αναγέννηση, … οδήγησαν και στη σταδιακή επανασημασιοδότηση του όρου Έλλην. Ο «Έλλην», ήδη σε πρωϊμότερο χρόνο και σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, τον Ιωάννη Δούκα Βατάτση, τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρη [αποκαλούσε Ἑλληνικόν, Ἑλλάδα την Αυτοκρατορία της Νίκαιας], τον Γεμιστό Πλήθωνα, τον Βησσαρίωνα και άλλους, αποκτά και πρώιμο εθνοτικό περιεχόμενο, χωρίς όμως η ρωμαϊκή ταυτότητα να απεμπολείται. Οι όροι Έλλην/Ελλάς απαντούν και σε πολλές από τις εκκλήσεις ελλήνων λογίων προς ηγεμόνες και εκκλησιαστικούς εκπροσώπους της Δύσης κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, με τις οποίες επεδίωκαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον τους για τους υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ομογενείς τους». Ιδιαίτερα για τη χρήση του όρου Ρωμαίος/Ρωμηός … «Τον όρο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας κράτησαν και οι ανατολικές εκκλησιαστικές αρχές για λογαριασμό του Πατριαρχείου..ιδίως μετά την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη και την ανάρρηση του Γενναδίου στον πατριαρχικό θρόνο…. Ο πατριάρχης των Ρωμαίων κατά την αυτοαπόκλησή του, θα αποτελέσει την ανώτερη αναγνωρίσιμη εκκλησιαστική αρχή της Ανaτολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας…Χάνει ο όρος <Ρωμηός> την ένδοξη αυτοκρατορική του απόχρωση, αποκτά όμως λαϊκή αποδοχή του υποτελούς μεν στον Σουλτάνο, πλην όμως και διαφορετικού από τους λοιπούς μουσουλμάνους υποτελείς. Μέσω της αυτοαπόκλησής τους ως Ρωμηοί ενδύονται, υπόδηλα, οι υποτελείς το παρελθόν της χαμένης αυτοκρατορικής αίγλης. Θρήνοι για την απώλεια της Ρωμανίας… συγκρατούν το αυτοκρατορικό παρελθόν και συμβάλλουν στη λαϊκή πλέον ένδυση του όρου Ρωμηός με θρησκευτικό μεν περιεχόμενο για τις οθωμανικές και εκκλησιαστικές αρχές, αλλά βαθμιαία και με εθνικό…Συχνά πλέον ο όρος Ρωμαίος απαντά σε ελληνικές και οθωμανικές πηγές και ως εθνικό όνομα, χωρίς απαραίτητα να χάνει και την οικουμενικότητά του. Ο όρος Ρωμαίος/Ρωμηός περιβλήθηκε με οικουμενικότητα, εν είδει αυτοκρατορικότητας, δεδομένης και της ανάδειξης του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου ως κυριαρχούσας εκκλησιαστικής αρχής για τους υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ρωμηός ήταν για το Πατριαρχείο ο ορθόδοξος πιστός». Και σχετικά με την επικράτηση του όρου Έλλην στην προεπαναστατική και μετέπειτα περίοδο (σ. 27-29) … «Στα κείμενα Ρωσοαγγλογάλλος και Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας (1805, 1806), ο όρος Έλλην επικρατεί … Ο όρος Έλλην επιβάλλεται στις προκηρύξεις και τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821. Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης αυτοαποκαλούνταν στη Διακήρυξη της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου… Η συμβολή… των ελλήνων διαφωτιστών, ο κλασικισμός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός, παράλληλα με την εμφάνιση της ιδεολογίας του εθνικισμού, συνιστούσαν το πλαίσιο για την επικράτηση του όρου Έλλην. Ο όρος Έλλην επιβλήθηκε στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής υπόστασης για τον υπήκοο του νέου εθνικού κράτους» (σ. 34-35).

[28] Με την ολοκλήρωση το 1875 του έργου του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, το οποίο είχε αρχίσει να εκδίδεται το 1860. Πριν απ’ αυτόν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Λευκαδίτης λόγιος, στην εισαγωγή υπό τον τίτλο «Περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού» του βιβλίου του Ἅσματα δημοτικά τῆς Ελλάδος είχε διατυπώσει πρώτος παρόμοιες θέσεις με αυτές του Παπαρρηγόπουλου. Αντιμετώπισε τον Χριστιανισμό ως «στοιχεῖον Ἑλληνισμοῦ» και χρησιμοποίησε τον όρο «Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός». Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η Εποχή του -Η Ζωή του – Το Έργο του, Αθήνα 1986, σ. 287.

[29] Η μακρά και έντονη αντιπαράθεση των δύο τάσεων, καθαρεύουσα ή δημοτική, η εξέλιξη δηλαδή του λεγομένου «γλωσσικού ζητήματος» είχε εισέλθει σε νέα φάση μετά το 1888. Τότε ο Γ. Ψυχάρης εξέδωσε το «Ταξίδι μου», έργο που θεωρήθηκε προγραμματικό για την υπόθεση του δημοτικισμού. Βεβαίως η μετάφραση του Ευαγγελίου από τον Α. Πάλλη μπορεί να μελετηθεί ως μέρος του γλωσσικού ζητήματος, αυτό όμως βρίσκεται έξω από τις προθέσεις της παρούσας εισήγησης. Για το θέμα αυτό εκτεταμένη βιβλιογραφία παραθέτει ο Peter Mackridge στη μελέτη που έχει ήδη αναφερθεί  (βλ. σημ. 26).

[30] Ιω. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 178-182. Πρβλ. Μιλτ. Κωνσταντίνου, «Der Streit um eine Bibelübersetzung in Griechenland im 19. und 20. Jahrhundert», εισήγηση που παρουσιάσθηκε κατά τις εργασίες Συνεδρίου του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας (Fachgruppe Kirchengeschichte) της Επιστημονικής Θεολογικής Εταιρείας (Wissenschaftliche Gesellschaft für Theologie), 23-25 Μαρτίου 2018, Haus Hainstein, Eisenach (υπό δημοσίευση).

[31] Χαρακτηριστική η αποστροφή του πρώην Υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Α. Ευταξία σε ομιλία του στη Βουλή μετά το πέρας των επεισοδίων, η οποία δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 13.11. Αναφέρεται μάλιστα σε εκείνους, οι οποίοι «ὡς ὁ περιβόητος Φαλμεράϋερ ἠθέλησαν νά μᾶς παραστήσωσι ὡς οὐδέν κοινόν ἔχοντας πρός τούς πάλαι Ἕλληνας». Και συνεχίζει: «Αὐτοί ἐφρόντισαν ν’ ἀποδείξωσι ταῦτα καί δ’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καί διά τῆς διαφορᾶς τῆς καθομιλουμένης ἡμῶν γλώσσης πρός τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν καὶ πρός αὐτήν τοῦ Εὐαγγελίου περί ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντῃ ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς τούς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι δέν ἐννοοῦμεν τό Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καί ἔχομεν ἀνάγκη μεταφράσεως αὐτοῦ διά τόν λαόν, τί πράττομεν οὕτως; Δέν παρέχομεν τρανήν ἀπόδειξιν εἰς τούς ξένους, ὅτι εἵμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νά διατηρήσωμεν τήν ἱεράν παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νά φέρωμεν τό Ἑλληνικόν ὄνομα, ὅτι οὐδέν κοινόν ἔχομεν πρός τούς πάλαι Ἕλληνας;»· βλ. εφημ. Ἀκρόπολις (φύλ. 13.11).

[32] Βλ. ανωτέρω σημ. 4, όπου και ο πλήρης τίτλος.

[33] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 11. Βεβαίως η ομοιότητα των κειμένων παραπέμπει πιθανότατα σε επίδραση στους φοιτητές-συντάκτες των λόγων του Α. Ευταξία, δηλώνει όμως παράλληλα, εάν συνεκτιμηθεί το σύνολο της αφήγησης των φοιτητών, ότι επρόκειτο για θέσεις με γενικώτερη απήχηση.

[34] Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Συνεδρίαση 29ης Οκτωβρίου 1901, διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο: https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/49843#contents (7.3.2019). Στη συνέχεια γίνεται ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός με τα Ομηρικά έπη, τα οποία, κατά τους γράφοντες, αποτελούσαν το σύμβολο της γλωσσικής ενότητας του Ελληνισμού ως την εποχή του Χριστού και δεν μεταφράσθηκαν ποτέ στις επιμέρους διαλέκτους (Αιολική, Δωρική, Αττική κλπ). Κατ’ αναλογία δεν πρέπει να γίνεται κατά λέξη μετάφραση του Ευαγγελίου στην καθομιλουμένη Ελληνική, αλλά μάλλον ερμηνεία, δεδομένου, ότι αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια προς τη γλώσσα του Ευαγγελίου απ’ ό,τι οι Αρχαίες διάλεκτοι με τη γλώσσα των Ομηρικών επών.

[35] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 29-30.

[36] Η αναγνώριση δε του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου τμήματος της ελληνικής ιστορίας και επιβεβαίωσης της συνέχειας του Ελληνισμού προσέφερε ιστορικά επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό, εφόσον το νεοελληνικό κράτος αναδεικνυόταν ως ο νόμιμος κληρονόμος του Βυζαντίου, ο αδιαφιλονίκητος διεκδικητής των συνόρων (και της πρωτεύουσας) του. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρομαντισμός, Αθήνα 1994, σ. 461. Αναφορικά με τη Μεγάλη Ιδέα βλ. ενδεικτικά: Έ. Σκοπετέα, Τό «Πρότυπο Βασίλειο» καί ἡ Μεγάλη Ἰδέα – Ὄψεις τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος στήν Ἑλλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988 και πρόσφατα Σπ. Γ. Πλουμίδης, «Τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας: Οι αφετηρίες της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας» στο: Κατσιαρδή κ.ά., Έλλην, Ρωμηός, Γραικός (σημ. 27), σ. 555-569.

[37] Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έχει διαμορφωθεί και απαντά ευρύτατα η θέση ότι καθοριστικός παράγων για τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ήταν η συνείδηση. Το στοιχείο της γλώσσας θεωρείται δευτερεύον, συνεπώς θεμελιώνεται η ιδέα της ένωσης των λαών που συναποτελούσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το αίτημα η ιδεατή επικράτεια του ελληνικού έθνους να περιλάβει και τους αλλοφώνους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

[38] Βλ. σχετικά Ιω. Σ. Κολιόπουλου, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Η Διαμόρφωση και η Άσκηση της Εθνικής Πολιτικής, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 61-196, ιδίως σ. 178-196 για τη δράση της «Εθνικής Εταιρείας» και τον πόλεμο του 1897. Πρβλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 105-106, ιδιαίτ. σημ. 167, όπου εκτενής αναφορά στη σύνθεση και τους στόχους της «Εθνικής Εταιρείας».

[39] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 39,40.

[40] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 10.

[41] «Τέλος ἐξ ἐθνικῆς ἀπόψεως κρίνων τό πρᾶγμα θεωρῶ τήν εἰς τήν ἁπλῆν δῆθεν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ὀλεθριωτάτην εἰς τά ἐθνικά συμφέροντα. Ἂν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες κηρύξωμεν εἰς τόν κόσμον, ὅτι ὁ λαός ὁ Ἑλληνικός δέν ἐννοεῖ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔχει ἀνάγκην μεταφράσεως πῶς θά διαμαρτυρηθῶμεν κατά τῆς ἐν Βλαχικῇ, Βουλγαρικῇ καί Ἀλβανικῇ μεταφράσει διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου μεταξύ τῶν Βλαχοφώνων και Βουλγαροφώνων και Αλβανοφώνων Ὀρθοδόξων, πῶς θά κωλύσωμεν τήν ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης μετάφρασιν πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καί τήν εἰσαγωγήν τοιαύτης γλώσσης εἰς τήν Ἐκκλησίαν αὐτῶν; Δέν θά ἐξυπηρετοῦμεν οὕτω τά σχέδια τῶν ἀσπόνδων ἐχθρῶν τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ;». Να σημειωθεί, ότι στη διαμαρτυρία του Ρώσου πρέσβη για τα αντισλαβικά συνθήματα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ο πρωθυπουργός Θεοτόκης απάντησε με τη διευκρίνιση ότι στόχος δεν ήταν η Ρωσία, αλλά η Βουλγαρία, βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 262 και σημ. 289. Για τον Παύλο Καρολίδη (1849-1930), σημαντικό εκπρόσωπο των Ελληνορθοδόξων της Μ. Ασίας (συγεκριμένα του «Καππαδοκικού κύκλου»), καθηγητή Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1908 βουλευτή στην Οθωμανική Βουλή των Νεοτούρκων, βλ. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 8 (1930) σ. 935-937, Ε. Π. Φωτιάδης, «Παύλος Καρολίδης», Ελληνικά 4 (1931) σ. 291-300, Α. Σαββίδης, «Ὁ ιστορικός Παύλος Καρολίδης (1849-1930)», Νέα Εστία 135 (1994) σ. 39-42, Ι. Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος (19ος αι.)», Μνήμων 21 (2001) σ. 269-295, Κ. Γεωργιάδου, Προσέγγιση στη ζωή και το έργο του Παύλου Καρολίδη, (αδημ. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη). Για μια έγκυρη και συνοπτική παρουσίαση βλ. Π. Τουλουμάκος, «Καρολίδης Παύλος», 2005, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ.Ασία, URL: http://www.ehw.gr/l/aspx?id=4762. (7.3.2019).

[42] Βλ. ειδικά το άρθρο της Ά. Διάλλα (σημ. 22) σ. 43-61. Επίσης της ιδίας: Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια-Ιδεολογία και πολιτική στο δεύτερο μισό του 19ου αι., Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία. Για τον Πανσλαβισμό με παλαιότερη βιβλιογραφία βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 268 κ.ε., ιδιαίτερα σημ. 297. Πρβλ. επίσης Κολιόπουλος (σημ. 38) σ. 131 κε. Ειδικά για το ζήτημα του Πατριαρχείου Αντιοχείας βλ. Π. Τζουμέρκας, «Η Εκκλησία Αντιοχείας- Συνοπτική ιστορική παρουσίαση», στο: Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μποχλόγυρου, Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Αθήνα 2014, σ. 371-421.

[43] Φυσικά δεν έλειπαν και οι αντίθετες εκτιμήσεις, οι περισσότερο νηφάλιες και μετριοπαθείς. Να αναφερθούν ενδεικτικά οι δηλώσεις του καθηγητή της Θεολογικής Α. Διομήδη Κυριακού στη γνωστή συνέντευξή του της 29.10, για την οποία έγινε ήδη λόγος ανωτέρω (βλ. σημ. 17). Αναφερόμενος εκτός των άλλων και στον υποτιθέμενο σλαβικό δάκτυλο όπως και στους εθνικούς κινδύνους, οι οποίοι ελλοχεύουν πίσω από τη μετάφραση ο καθηγητής σχολίασε: «Νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί καί ἀβάσιμοι οἱ φόβοι περί μηχανορραφιῶν καί ἐπιβουλῶν πανσλαυϊστικῶν. Ἐπίσης θεωρῶ ἀβασίμους τούς φόβους περί κινδύνων ἐθνικῶν. Οἱ βουλγαρόφωνοι καί τουρκόφωνοι ὀρθόδοξοι ἔχουν ἤδη μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς βουλγαρικήν καί τουρκικήν γλῶσσαν, οὐδέν δ’ ἐκ τούτων κακόν προῆλθεν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καί δι’ αὐτό δέν ἔλαβον μέρος εἰς τήν συνεδρίαν τῆς Σχολῆς». Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αντίλογο στις ανησυχίες που τις ίδιες μέρες εξέφραζε ο Παύλος Καρολίδης στην επιστολή του προς την ἐφημ. Ἀκρόπολις (βλ. σημ. 41). Πρβλ. και τις θέσεις του Επισκόπου Κεφαλληνίας Γερασίμου, τις οποίες παραθέτει η Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 116-120.

[44] ’Ακρόπολις, φύλ. 6 Νοεμ. Πρβλ. ανωτ. σημ. 17 και 43.

[45] Σε άρθρο του με τίτλο «Οdi profanum vulgus et arceo», εφημ. Καιροί (φύλ. 9.10.1899), ο Αύγουστος Ζωγράφος υποστήριζε ότι εκείνοι που επιθυμούν να παραφράσουν το κείμενο της Βίβλου «σκάβουν τόν τάφο τοῦ Ἑλληνισμοῦ» καταλήγοντας ότι σύσσωμο του έθνος πρέπει να κραυγάσει στους «συμμορίτας»: «Κάτω οἱ βλάσφημοι πού διαπράττουν ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἱεροσυλίαν ἐναντίον τῆς γλώσσας πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ἑλληνικό Πνεῦμα». Στην εφημ. Ἐμπρός της 4.10.1899 διαβάζουμε: «ὅταν στήν πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἀρχέτυπη Ἑλληνική γλῶσσα, στήν ὁποία καταγράφηκαν τά Εὐαγγέλια κρίνεται ἀκατανόητη, πῶς δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ τό ἴδιο ἀπό τούς Βουλγαρόφωνους Ἕλληνες;». Και στην Πρωΐα της 14.10.1899: «Ἂν ἡ Ἑλλάς ἐγκαταλείψῃ τήν ἱεράν κληρονομίαν, οἱ Βούλγαροι δικαιοῦνται νά εἴπουν εἰς τούς Ἕλληνας: «Ἀχρεῖοι, ἔχομεν καί ἡμεῖς βουλγαρικήν μετάφρασιν». Ὅλη ἡ βάσις τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ὅλη ἡ παράδοσις, ὅλον τό ἐθνικόν γόητρον καταπίπτει. Καί ὁ Πανσλαυισμός θριαμβεύει καί αἱ γλῶσσαι ἐξομοιοῦνται καί ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία καταδεικνύεται μία ἁπλῆ ὁμάς χριστιανική ἄνευ κύρους, ἄνευ δικαιωμάτων ἱστορικῶν, ἄνευ ἡγεμονίας, ἕνας ἁπλοῦς τροχός εἰς τό τέθριππον ἅρμα τοῦ Πανσλαυισμοῦ».

[46] Βλ. κυρίως τα άρθρα του Δημητρίου Αναστασόπουλου στην εφημερίδα Καιροί (πρβλ. σημ. 1 και σημ. 20). Ήδη από την 1.11. σχολίαζε ως εξής: «Ποῦ νά τολμήσεις νά εἴπῃς, ὅτι ἡ μετάφρασις, οὐχί ἡ τοῦ Πάλλη … ἀλλ’ ἡ ἄλλη ἐκείνη ἡ κρύφα διαδεδομένη, εἶναι ἔργον καθαρῶς Σλαυικόν, καθαρῶς Ρωσικόν, καθαρῶς ἀνθελληνικόν». Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αρχίζει το άρθρο του της 7.11 με τον τίτλο: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»: «Ἐξακολουθῶ ἐρρωμένως τόν ἀγῶνα κατά τῆς μεταφράσεως τῆς Σλαύας. Ὅλη ἡ νεολαία, ὅλος ὁ λαός τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πρέπει νά πεισθῇ, ὅτι τό ἔργον της εἶναι ἔργον Σλαυικόν. Ὅτι ἔχει ὕποπτον τήν προέλευσίν της ἀφ’ ἑνός. Ὅτι ἔχει ἀπ’ αὐτήν τήν μισαράν συναίνεσίν της ἡ πρωταγωνιστοῦσα τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀρχή».

[47] Τόσο στις πρωτογενείς πηγές, σύγχρονες των γεγονότων, όσο και στην ιστορική έρευνα και βιβλιογραφία που αφορά τα Εὐαγγελικά δεν τίθεται εν αμφιβόλω η ειλικρίνεια και αγαθότητα των προθέσεων της βασιλίσσης όπως και η βαθύτατη, ουσιαστική της ευσέβεια και Χριστιανική πίστη. Όπως αναφέρει στο βιβλίο της η Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 120-122, ανάμεσα στα έγγραφα της βασιλίσσης βρέθηκε ιδιόχειρο προσχέδιο επιστολής -γραμμένο με μολύβι- απευθυνόμενης προς τον Πατριάρχη. Δεν αναγράφεται ημερομηνία, ούτε είναι γνωστό αν εστάλη ποτέ η επιστολή. Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό κείμενο η βασίλισσα αναφέρεται με ιδιαίτερη θλίψη και απογοήτευση στα γεγονότα του Νοεμβρίου 1901 εκθέτοντας και πάλι τις σταθερές της θέσεις σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης (η έκδοση του 2017 της βιογραφίας αποδίδει το αρχικό κείμενο της α΄ έκδοσης του 1934 στη δημοτική γλώσσα και στο μονοτονικό): «Ήδη εδώ και χρόνια έχω πειστεί από προσωπική αντίληψη ότι ο λαός δεν κατανοεί την Αγία Γραφή και εξαιτίας αυτού δεν μπορεί να επωφεληθεί από τη διδασκαλία και την παρηγοριά των ιερών Ευαγγελίων… Ο κλήρος μας δυστυχώς δεν είναι μορφωμένος και δεν μπορεί να εξηγεί παντού όπως έπρεπε τις Άγιες Γραφές… Είναι θλιβερό να βλέπει κανείς τη θρησκευτική δίψα του λαού και την έλλειψη μέσων για την ανακούφισή της…. Γνωρίζοντας ότι η Εκκλησία πολλάκις κατέκρινε … τις μεταφράσεις … που εκπονήθηκαν από ετεροδόξους, νόμισα απαραίτητο να γίνει μετάφραση από ορθοδόξους… Η Ιερά Σύνοδος το 1898 αρνήθηκε εγγράφως να μου δώσει ⟨την έγκριση⟩, προφορικώς, όμως, μου μήνυσε με τον Μητροπολίτη Προκόπιο ότι μπορώ να προβώ στη μετάφραση, διότι στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία Τύπου και λόγου… Δεν μου είναι δυνατόν να παραδεχθώ ότι σε ολόκληρη την οικουμένη μόνο η νεοελληνική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει τις υψηλές έννοιες του Ιερού Ευαγγελίου… Βεβαίως, δεν θα δοθεί λόγος μια φορά σχετικά με το σε ποια γλώσσα διδάχτηκε ο λαός, αλλά αν διδάχτηκε καθόλου τὰ ῥήματα ζωῆς αἰωνίου.

 

[48] Γ. Κορδάτος, Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός. Κοινωνιολογική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Αθήνα 19742, σ. 104-107.

[49] Εκτενής παρουσίαση από τον Κωνσταντινίδη (σημ. 4) σ. 258 κε., ο οποίος αποδέχεται την ανάμιξη της πριγκηπίσης Σοφίας και της Γερμανικής πρεσβείας σημειώνοντας ότι πρόκειται για άποψη που πρώτος διατύπωσε ο Γ. Κορδάτος. Παραδέχεται ωστόσο ότι ο ίδιος ούτε είδε, ούτε βέβαια μελέτησε τα χειρόγραφα του Κ. Τοπάλη, των οποίων η τύχη αγνοείται (σ. 266 σημ. 295). Εμπλοκή του Γερμανικού παράγοντα βλέπει και ο Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας (Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί), Αθήνα 1998, σ. 569.

[50] Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, «Παλαιές ιδέες και νέοι φόβοι», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 20.

[51] Είναι γνωστή η παραπληροφόρηση και τελικά η μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από τη μετάφραση του Α. Πάλλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η γνωστή φράση «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν βασιλείαν σου» υποτίθεται αποδόθηκε ως «Θυμήσου με Αφέντη, όταν έλθης στα πράγματα». Στην πραγματικότητα ο Πάλλης έγραψε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν πας στη βασιλεία σου». Ο «Μυστικός Δείπνος» έγινε «Κρυφό Τσιμπούσι». Πουθενά στα Ευαγγέλια δεν απαντά η φράση «Μυστικός Δείπνος», ώστε να χρήζει μετάφρασης! Εκτενή αναφορά σ’ αυτή τη «γλωσσική μυθολογία» με παράθεση πλείστων παραδειγμάτων κάνει ο Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 99-103. Η συμμετοχή στα επεισόδια ατόμων που ποτέ δεν είχαν ουσιαστικά ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο του Ευαγγελίου σχολιάζεται χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Ἐμπρός (φύλ. της 8.11): «Ἄνθρωποι πᾶν ἄλλο ἢ θρῆσκοι, νέοι τῶν σαλονίων καί τῶν Λεσχῶν, οἵτινες βλέπουν τήν ὁδόν τῆς Ἐκκλησίας ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατέχονται τάς ἡμέρας ταύτας ὑπό πυρετοῦ … ἀπειλοῦν τούς ἀποπειραθέντας τό βλάσφημον καί ἀνίερον ἐγχείρημα. «Μά ἐσύ χθές μοῦ ἔλεγες ἀκόμη, ὅτι πιστεύεις εἰς μίαν Θεότητα παγκοσμίαν ἢ μᾶλλον εἰς τήν Φύσιν», ἔλεγον χθές βράδυ πρός ἕνα τῶν πλέον κομψευομένων μυροβόλων νεανιῶν μας καί αὐτός μοῦ ἀπήντα: «Ναί, αἱ θεωρίαι μου εἶνε θεωρίαι. Ἀλλ’ ὁ Χριστός εἶνε Χριστός μου. Τό Εὐαγγέλιον, κύριε, εἶνε ἑλληνική φιλολογία. Ἐγράφη Ἑλληνιστί … Χριστός καί Ἑλληνισμός εἶνε ἕνα πρᾶγμα..».

[52] Ο Γ. Θεοτόκης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του την 10η Νοεμβρίου 1901, παρ’ όλο που αυτή και μετά τα αιματηρά γεγονότα της 8ης Νοεμβρίου (όταν μάλιστα και ο ίδιος κινδύνευσε από την οργή των διαδηλωτών) είχε λάβει στη Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης. Επί 297 παρόντων ψήφισαν 197 και η κυβέρνηση έλαβε 109 ψήφους υπέρ. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος ηγείτο 14 βουλευτών μόνον, σε αντίθεση με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος διέθετε 49. Ήταν όμως εκπεφρασμένη η θέση του Γεωργίου Θεοτόκη ότι θα στήριζε με την κοινοβουλευτική δύναμη που διέθετε τον Α. Ζαΐμη. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 244 κε. και ιδιαίτερα Μαρκεζίνης (σημ. 4).

[53] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ.132.

[54] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 249-252.

[55] Η ίδια διατύπωση στο Σύνταγμα του 2008: Μέρος Α΄, άρθρο 3, παρ. 3. Βλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 252-258.

[56] Α. Ρουχωτάς, Τα Άπαντα του Μικέλη Άβλιχου, Αθήνα 1976, σ.80 και σημ.4

 

Αιμίλιος Μαυρουδής: Μακεδόνες γιατροί κατά την αρχαιότητα

Αιμίλιος  Μαυρουδής

Μακεδόνες γιατροί κατά την αρχαιότητα

Στο άρθρο μου αυτό θα κάνω λόγο, αναγκαστικά με μεγάλη συντομία, για τους γιατρούς εκείνους, οι οποίοι είτε χαρακτηρίζονται στις πηγές με το γενικό προσωνύμιο Μακεδών, όπως π.χ. ο Θεόδωρος ο Μακεδών και ο Λύκος ο Μακεδών, η με το εθνωνύμιο της αρχαίας μακεδονικής πόλεως από την οποία κατάγονταν, όπως π.χ. ο Μητρόδωρος ο Αμφιπολίτης και ο Νικόμαχος ο Σταγειρίτης, είτε μαρτυρείται ρητά η ιδιαίτερη πατρίδα τους, όπως π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση του γιατρού Άπτου από την Ηράκλεια Σιντική η του Τιμοκλείδη από τη Θάσο. Ακόμη συμπεριλαμβάνονται και όσοι γιατροί μας είναι γνωστοί από επιγραφές, βασικά επιτύμβιες, που βρέθηκαν στον μακεδονικό χώρο, και για τους οποίους δεν διασώζεται παρά μόνο το όνομα και η μνεία του επαγγέλματός τους, δηλαδή χωρίς να υπάρχει μαρτυρία για τον τόπο της καταγωγής τους, όπως συμβαίνει π.χ. για τον γιατρό Θεόδωρο (Κάτω Κλεινές) η τον πρεσβύτερο και γιατρό Παύλο (Φίλιπποι). Οι εν λόγω γιατροί δεν αποκλείεται να ήταν Μακεδόνες, σε κάθε περίπτωση όμως προφανώς έζησαν και εργάσθηκαν στις πόλεις η στην περιοχή, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος τους· συνεπώς νομιμοποιούμαστε να τους εξετάσουμε μαζί με τους υπόλοιπους, που μαρτυρούνται ρητά ως Μακεδόνες, και μάλιστα εφ’ όσον κανένα στοιχείο η ένδειξη δεν αντιστρατεύεται τη συνεξέταση αυτή. Τέλος ο κατάλογος συμπληρώνεται και από γιατρούς, γνωστούς από γραμματειακές πηγές, η μακεδονική καταγωγή των οποίων εικάζεται από διάφορες ενδείξεις, όπως συμβαίνει π.χ. στις περιπτώσεις του Αλεξίππου, του Αρχιγένη και του Γλαυκία.

Οι γιατροί που καταγράφονται καλύπτουν χρονικά την περίοδο από τον 5ο αι. π.Χ. με πρώτον τον Νικόμαχο, πατέρα του Αριστοτέλη (δεν υπολογίζω τον Νικόμαχο Μαχάονος που, αν όντως είναι υπαρκτό πρόσωπο, πρέπει να θεωρηθεί πολύ αρχαιότερος), και τελευταίο χρονικά με βεβαιότητα τον Παύλο, πρεσβύτερο και γιατρό στους Φιλίππους (4ος/5ος αι. μ.Χ.) και ίσως ακόμη νεότερο τον Ουέλμο Τρύφωνος από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έζησε πιθανόν μεταξύ του 4ου και του 12ου αι. μ.Χ.

Από τους γιατρούς αυτούς κάποιοι άσκησαν την Ιατρική στην Αυλή βασιλέων, όπως ο Αριστογένης ο Θάσιος, προσωπικός γιατρός του Αντιγόνου Γονατά, ο Νικόμαχος ο Σταγειρίτης, φίλος και γιατρός του Αμύντα Γ΄, και ενδεχομένως ο Αμύντας που έζησε στην Αυλή του Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου· άλλοι μαρτυρούνται ως γιατροί που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον στρατό, όπως ο Γλαυκίας και ο Καλλισθένης, που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου, ο Καλλιγένης, που κατά τον Λίβιο προφανώς ακολουθούσε τις μετακινήσεις του στρατού του Φιλίππου Ε΄, και ο Μητρόδωρος που θεράπευσε τον Αντίοχο Α΄, όταν αυτός τραυματίσθηκε σε κάποια μάχη. Επίσης μεταξύ των στρατιωτικών γιατρών πρέπει να συγκαταριθμηθεί και ο πιθανότατα μακεδονικής καταγωγής Αρχιγένης, ο οποίος, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, διετέλεσε γιατρός του ρωμαικού στρατού. Στην υπηρεσία μακεδονικών πόλεων ήταν ο Αυρήλιος Ισίδωρος, αρχίατρος στη Θεσσαλονίκη, και πιθανόν ο Κ. Βελλήιος Πλάτων και ο Mόφιος Ευήμερος, γιατροί της πόλεως των Φιλίππων, ενώ ως αρχίατρος στην Αντιόχεια της Πισιδίας μαρτυρείται ο Γάιος Καλπούρνιος Κολλήγας Μακεδών. Ως περιοδευτής άσκησε την τέχνη του ο Αντίοχος (Θάσιος;) και πιθανόν ο Μηνόφαντος Αρτεμιδώρου και ο Ανώνυμος (Θάσιος;). Για τους λοιπούς γιατρούς, για τους οποίους θα γίνει λόγος, δεν είναι γνωστή καμιά μαρτυρία για το επαγγελματικό καθεστώς τους, πιθανότατα όμως άσκησαν την Ιατρική ως ιδιώτες είτε μόνιμα εγκατεστημένοι σε κάποια πόλη είτε περιοδεύοντας σε διάφορες, χωρίς κάποια υπηρεσιακή εξάρτηση από αυτές.

Επιτύμβια στήλη του 320-300 π.Χ. Εικονίζονται ο Ασκληπιός και η Υγεία.

Ακόμη, όπως ήταν αρκετά σύνηθες κατά την Ελληνιστική και αργότερα κατά την Αυτοκρατορική εποχή, οι γιατροί που υπηρετούσαν στις Αυλές των βασιλέων αναμιγνύονταν και σε ζητήματα σχετιζόμενα μάλλον με την πολιτική παρά με την επιστήμη τους. Έτσι μαρτυρείται ότι, από τους γιατρούς που καταγράφονται στο κεφάλαιο αυτό, ο Αμύντας έλαβε μέρος στη συνωμοσία της Αρσινόης κατά του συζύγου της Πτολεμαίου Β΄, ο Καλλιγένης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαδοχή του Φιλίππου Ε΄ από τον Περσέα και ο Μητρόδωρος από την Αμφίπολη αξιοποίησε την παρουσία του στην Αυλή των Σελευκιδών επί Αντιόχου Α΄ και Σελεύκου για να προωθεί υποθέσεις της πόλεως του Ιλίου.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι δύο Μακεδόνες γιατροί, ο Μηνόφαντος και ο Μητρόδωρος, για τους οποίους γίνεται λόγος παρακάτω, τιμήθηκαν με ισάριθμα ψηφίσματα για την ιατρική προσφορά τους.

Ι. Θάσος

Το όνομα του αρχαιότερου (4ος αι. π.Χ.) γνωστού γιατρού από τη Θάσο δεν διασώζεται (Ανώνυμος). Σε «τμήμα ενεπίγραφης βάσης επιτύμβιας στήλης» που βρέθηκε στην Πέλλα και χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. σώζεται μέρος μιάς κατεστραμμένης επιγραφής. Αν η συμπλήρωση της αρχής του μοναδικού σωζόμενου στίχου είναι ορθή ([— Θ]άσιον, λαοῖς ἰατρόν), τότε πρόκειται για μνημείο περιοδευτή γιατρού που καταγόταν από τη Θάσο και πέθανε στην Πέλλα.

Ο επόμενος χρονικά είναι ο Αριστογένης ο Θάσιος (3ος αι. π.Χ.), προσωπικός γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αντιγόνου Γονατά (βασ. 276-239 π.Χ.), όπως προκύπτει από τη φράση ἰάτρευσεν Ἀντιγόνῳ τῷ ἐπικληθέντι Γονατᾷ τῆς Σούδας. Τα ενδιαφέροντα του Αριστογένη, ο οποίος ήταν οπαδός της Κνιδιακής σχολής, αφορούσαν την Ανατομική, τη Φυσιολογία, τη Φαρμακολογία, τη Διαιτητική, την Υγιεινή και ενδεχομένως και άλλους τομείς της Ιατρικής· κατά τη Σούδα: «Ο Αριστογένης από τη Θάσο, γιατρός, έγραψε είκοσι τέσσερα έργα, από τα οποία σημαντικότερα θεωρήθηκαν τα ακόλουθα: Περί διαίτης ένα βιβλίο, Περί φαρμάκων ένα βιβλίο, Περί των ζώων που δαγκώνουν ένα βιβλίο, Περί σπέρματος ένα βιβλίο, Υγιεινόν ένα βιβλίο, Επιστολικές πραγματείες, Επιτομή μαγικών θεραπευτικών μέσων προς τον Αντίγονο».

Σε επιγραφή των ελληνιστικών χρόνων που βρέθηκε στη Θάσο το 1962 και της οποίας δημοσιεύθηκε μόνο μετάφραση στα Γαλλικά (το ελληνικό κείμενο, απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, παραμένει ανέκδοτο), μνημονεύεται ο Θάσιος γιατρός Τιμοκλείδης Διφίλου· πρόκειται για μύστη του Διονύσου, ο οποίος αφιέρωσε στον θεό έναν ναό. Δυστυχώς από την επιγραφή δεν προκύπτει καμιά πληροφορία σχετική με την ιατρική δράση του Τιμοκλείδη.

Η μοναδική μνεία του Αθρυίτου (όχι Αθρυίλατου) του Θασίου εντοπίζεται στον Πλούταρχο, του οποίου ήταν φίλος· αυτή ακριβώς η μνεία του Πλουτάρχου αποτελεί και το τεκμήριο για τη χρονολόγηση του γιατρού αυτού στον 2ο αι. μ.Χ. Ο Βοιωτός λόγιος στο έργο του Συμποσιακά παρουσιάζει τον Αθρύιτο να παρεμβαίνει στη συζήτηση και να εκθέτει την άποψη κάποιων, σύμφωνα με την οποία τα σώματα των γυναικών είναι θερμότερα από ο,τι των ανδρών, και ακολούθως μια δεύτερη άποψη πάλι κάποιων άλλων που υποστήριζαν ότι το κρασί δεν είναι θερμό αλλά ψυχρό.

Σε επιτύμβια επιγραφή της Θάσου, η οποία χρονολογείται στον 2ο/3ο αι. μ.Χ., μνημονεύεται ο γιατρός Αντίοχος. Παρ’ όλο που στο κείμενο δεν κατονομάζεται ρητά ως γιατρός, η ιδιότητά του αυτή προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τον χαρακτηρισμό του ως σωτήρος όσο και από τους στίχους του επιγράμματος, στους οποίους ο ίδιος κάνει έμμεσα λόγο για το επάγγελμά του (οὕνεκα καὶ νούσων | στυγερῶν πολλοὺς ἐσά|ωσα). Μάλιστα από το επίγραμμα προκύπτει και μία επί πλέον πληροφορία, ότι ο Αντίοχος ήταν περιοδευτής, γιατρός δηλαδή που ασκούσε την Ιατρική, περιερχόμενος διάφορους τόπους (ὃς πολλῶν ἀνδρῶν εἶ|δον ἄστεα καὶ νόον γ|ν<ω>ν). Πέθανε σε άλλο μέρος (ἄλλῃ φαρμαχθείς), αλλά μεταφέρθηκε και τάφηκε στη Θάσο (Θασίων δέ με δέξατο γέα), όπου κατοικούσε η οικογένειά του (ο πατέρας και η μητέρα του, η σύζυγος και ο γιός του).

Θάσος: η αρχαία Αγορά.

ΙΙ. Φίλιπποι

Ο Γ. Βελλήιος Πλάτων (C. Velleius Plato, ; αι.) ήταν γιός του Γαίου και καταγόταν από τη Βολτινία φυλή. Έζησε στους Φιλίππους, όπου και πέθανε όπως πληροφορούμαστε από σχετική επιτύμβια επιγραφή.

Ο Κόιντος Μόφιος Ευήμερος (Q. Mofius Euhemerus, 1ος η 2ος αι. μ.Χ.), πιθανότατα δημόσιος γιατρός των Φιλίππων, μαρτυρείται σε λατινική επιγραφή της πόλεως αυτής. Ο Μόφιος Ευήμερος αφιερώνει στη θεά Ίσιδα, ύστερα από διαταγή της, έναν βωμό και τέσσερα έδρανα για τη σωτηρία της αποικίας των Φιλίππων.

Σε πλάκα από λευκό μάρμαρο, σπασμένη σε έξι τεμάχια, η οποία βρέθηκε στους Φιλίππους, υπάρχει η ακόλουθη επιτύμβια επιγραφή (4ος/5ος αι. μ.Χ.) κάποιου Παύλου, πρεσβυτέρου και γιατρού της πόλεως: «Κοιμητήριο τοῦ Παύλου, πρεσβυτέρου καὶ γιατροῦ τῶν κατοίκων τῶν Φιλίππων. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ποὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος μᾶς ἔφερες στὴ ζωή, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως μὴ θυμηθεῖς τὶς ἁμαρτίες μου· ἐλέησέ με».

ΙΙΙ. Αμφίπολη

Ο γιατρός Μητρόδωρος Τιμοκλέους Αμφιπολίτης (3ος αι. π.Χ.), όταν σε κάποια μάχη τραυματίσθηκε στον τράχηλο ο βασιλιάς Αντίοχος Α΄ της Συρίας (281-261 π.Χ.), τον θεράπευσε χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του (ακινδύνως). Από αυτό μας επιτρέπεται να συμπεράνουμε ότι ο εν λόγω γιατρός υπηρετούσε στον στρατό του βασιλιά, όταν συνέβη ο τραυματισμός του, ενώ η μνεία των υπηρεσιών του και προς τον Σέλευκο καθιστά σαφές ότι ο Μηνόδωρος πρέπει να θεωρηθεί γενικά γιατρός της Αυλής των δύο παραπάνω ηγεμόνων. Εξ αιτίας της επιτυχούς θεραπείας του Αντιόχου αλλά και της φροντίδας του προς την πόλη του Ιλίου (καὶ εὐνοίας τῆς εἰςτὸν δῆμον) η βουλή και ο δήμος του Ιλίου αποφάσισαν να τιμήσουν τον Μητρόδωρο και εξέδωσαν ψήφισμα (περ. 275-269; π.Χ.), που αποτελεί και τη μοναδική μαρτυρία για τον γιατρό αυτόν.

Στην Αμφίπολη, «έξω από μία γωνία του τείχους της ανατολικής πλευράς», βρέθηκε ένας συλημένος τάφος ρωμαικής εποχής. Όπως πληροφορούμαστε από επιγραφή του υπερθύρου, η οποία χρονολογείται το 74 μ.Χ., εδώ ήταν θαμμένος ο γιατρός Σέξτος Ιούλιος Χαρίτων.

Ένας άλλος τάφος, πάλι στην Αμφίπολη, με βάση τα νομίσματα που βρέθηκαν σε αυτόν χρονολογείται τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ τα λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι πρέπει να ανήκε σε γιατρό (Ανώνυμος). Συγκεκριμένα στον τάφο βρέθηκε «ένα χάλκινο διπλό ιατρικό εργαλείο με τη θήκη του —υπάλειπτρον — κυαθυσκομήλη». Ωστόσο δεν εντοπίσθηκε επιτύμβια επιγραφή, και έτσι το όνομα του γιατρού δεν μας είναι γνωστό.

Αναπαράσταση της αρχαίας Αμφίπολης.

IV. Μένδη Χαλκιδικής

Ο γιατρός Πολύκριτος ο Μενδαίος (5ος/4ος αι. π.Χ.) καταγόταν από τη Μένδη της Πελλήνης (Χαλκιδική) και, κατά τη μοναδική μαρτυρία του Πλουτάρχου, υπηρέτησε ως γιατρός στην Αυλή του Αρταξέρξη Β΄ του Μνήμονα (405-358 π.Χ.). Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Πολύκριτος βρέθηκε στην Περσία μας είναι άγνωστες. Κατά τον R. Fuchs, «για τον Πολύκριτο από τη Μένδη μπορούμε να πούμε μόνο ότι ασκούσε την Ιατρική ως αιχμάλωτος στην περσική Αυλή κατά το ίδιο διάστημα με τον Κτησία». Όταν ο Κόνων από την Κύπρο, όπου διέμενε ύστερα από τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς, έστειλε το 399/398 π.Χ. επιστολή προς τον Πέρση βασιλιά, έδωσε εντολή στον κομιστή της να την παραδώσει είτε μέσω του Ζήνωνα από την Κρήτη είτε μέσω του γιατρού Πολυκρίτου από τη Μένδη· αν και οι δύο αυτοί απουσίαζαν, τότε ο κομιστής έπρεπε να την παραδώσει στον επίσης γιατρό Κτησία τον Κνίδιο.

V. Όλυνθος

Ο Καλλισθένης καταγόταν από την Όλυνθο της Χαλκιδικής (γεννήθηκε περί το 370 π.Χ.) και ήταν γιός του Δημοτίμου και της Αριμνήστης, αδελφής του Αριστοτέλη. Υπήρξε μαθητής του Αριστοτέλη μαζί με τον Αλέξανδρο τον οποίο ακολούθησε στην εκστρατεία του στην Ασία. Πέθανε με βίαιο θάνατο το 327 π.Χ., επειδή χλεύασε τον Αλέξανδρο, εκφράζοντας την αντίθεσή του στο θέμα της προσκυνήσεως, και ακολούθως κατηγορήθηκε για συνωμοσία. Ο Καλλισθένης πιστεύεται ότι υπήρξε συγγραφέας ενός ανατομικού συγγράμματος, το οποίο δυστυχώς δεν έχει διασωθεί. ειδικότερα στο έργο αυτό πραγματευόταν, προφανώς μεταξύ άλλων, και την ανατομία του οφθαλμού. Εικάζεται ότι συνέγραψε και βοτανολογικό σύγγραμμα, πιθανότατα όμως πρόκειται για σύγχυση με τις σχετικές ενότητες του έργου Αλεξάνδρου πράξεις, στο οποίο ο Ολύνθιος λόγιος δεν περιορίσθηκε στην εξιστόρηση των κατορθωμάτων του Αλεξάνδρου, αλλά στις πολλές παρεκβάσεις που έκανε κατέγραψε πληροφορίες για τη Γεωγραφία, τη Ζωολογία, τη Βοτανική κτλ. των περιοχών που κατέκτησε ο Μακεδόνας στρατηλάτης.

VI. Στάγειρα

Κατά τη Σούδα, υπήρξε κάποιος γιατρός, συνονόματος του πατέρα του Αριστοτέλη (Nικόμαχος Μαχάονος ο Σταγειρίτης)· αυτός ο προγενέστερος Νικόμαχος ήταν γιός του Μαχάονα, γιού του Ασκληπιού (Μαχάονος του Ασκληπιού υιός), και επίσης Σταγειρίτης. Απόγονος αυτού του γιατρού ήταν ο πατέρας του Αριστοτέλη. Δυστυχώς γι’ αυτόν τον πρώτο Νικόμαχο δεν είναι γνωστή καμιά άλλη πληροφορία. αν όμως πράγματι ήταν γιός του Μαχάονα (ο οποίος έζησε την εποχή των Τρωικών), τότε πρόκειται για κάποιον απώτατο πρόγονο του Νικομάχου, πατέρα του Αριστοτέλη. Πρέπει πάντως να δεχθούμε ότι αυτή η σύνδεση του γένους του Νικομάχου με τον Μαχάονα πιθανότατα είναι επινοημένη, με σκοπό να αναδειχθεί τόσο η αρχαιότητα του γένους όσο και η σχέση με τον αρχηγέτη και θεό της Ιατρικής, εν προκειμένω του Νικομάχου και τελικά του ίδιου του Αριστοτέλη.

Ο Nικόμαχος ο Σταγειρίτης (5ος/4ος αι. π.Χ.), πατέρας του Αριστοτέλη, υπηρέτησε ως γιατρός στην αυλή του Αμύντα Γ΄ (393-370), χωρίς να είναι γνωστές γι’ αυτόν κάποιες άλλες πληροφορίες. Κατά τη μαρτυρία της Σούδας έγραψε Ιατρικών βιβλία ς΄ και Φυσικών βιβλίον α΄. Ο Νικόμαχος καταγόταν από τον Νικόμαχο του Μαχάονα, γιού του Ασκληπιού, σύμφωνα με όσα λέει ο Έρμιππος στο έργο του Σχετικά με τον Αριστοτέλη. και έζησε στην Αυλή του Αμύντα, βασιλιά των Μακεδόνων, του οποίου ήταν γιατρός και φίλος.

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης (384-322 π.Χ.). Είναι γνωστό ότι ο Αριστοτέλης μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του Νικόμαχο και ότι είχε αξιόλογη κατάρτιση στην Ιατρική. Εξ ίσου γνωστό είναι όμως —και σε αυτό δεν αντιτίθεται καμιά αρχαία μαρτυρία— ότι ο Μακεδόνας σοφός δεν άσκησε την Ιατρική ως επάγγελμα, αλλά τις σχετικές γνώσεις του τις αξιοποίησε στα βιολογικού περιεχομένου συγγράμματά του, τα οποία οπωσδήποτε επηρέασαν την εξέλιξη της αρχαίας Ιατρικής. Ειδικότερα οι παρατηρήσεις του για τα όργανα των ζώων και τις λειτουργίες τους χρησιμοποιήθηκαν από τους γιατρούς, αφού εξ άλλου και οι παρατηρήσεις των γιατρών που αφορούσαν την Ανατομία και τη Φυσιολογία ήταν αποτέλεσμα ερευνών κατά κύριο λόγο σε ζώα· ακολούθως οι διαπιστώσεις αυτές εφαρμόζονταν αναλογικά στους ανθρώπους.

Ο G. Sarton συνοψίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σχέση του Μακεδόνα σοφού με την Ιατρική: «Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρθηκε για την Ιατρική, αλλά κάποιοι γιατροί επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και τις επιστημονικές μεθόδους του, και εξ αιτίας αυτού ο Αριστοτέλης άσκησε μια ορισμένη επιρροή στην εξέλιξη της Ιατρικής, όπως βεβαιώνεται από την εμφάνιση της Δογματικής σχολής». Ο Linsay όμως δέχεται ότι οι ιατρικές γνώσεις του Μακεδόνα σοφού ήταν σαφώς πιο συγκροτημένες από εκείνες του Πλάτωνα: «Οι απόψεις του Αριστοτέλη για την Ιατρική δεν μας είναι γνωστές, καθώς οι σχετικές εργασίες του έχουν χαθεί. Έκανε τόσο οξείες παρατηρήσεις για προβλήματα συγγενικά με την Ιατρική κατά την πραγμάτευση ζητημάτων που αφορούσαν τα κατώτερα ζώα, ώστε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι ιατρικές απόψεις του πρέπει να ήταν περισσότερο συγκροτημένες και πιο πρακτικές από εκείνες του Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης υπήρξε σπουδαίος σε πολλούς τομείς, αλλά σε κανέναν σημαντικότερος από ο,τι στη Βιολογία». Είναι λοιπόν απολύτως κατανοητός ο λόγος για τον οποίο σε όλες τις ιστορίες της Ιατρικής υπάρχει μια ενότητα αφιερωμένη στον Αριστοτέλη. Παρόμοια είναι και η άποψη του W. Jaeger, ο οποίος πιστεύει ότι ο Αριστοτέλης «διαδραμάτισε στην ιατρική επιστήμη της εποχής του έναν ιστορικά σημαντικότατο ρόλο». Αυτή η γνώση της Ιατρικής αξιοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη, εκτός των άλλων, και ως «μοντέλο μεθόδου» στα ηθικά συγγράμματά του.

Προτομή του Αριστοτέλη.  Ανακαλύφθηκε το 2005, στο μπλαίσιο των ανασκαφών που προηγήθηκαν της ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι με προτροπή του Αριστοτέλη ο μαθητής του Μένων συνέταξε ένα έργο, όπου παρουσίαζε το σύνολο των ιατρικών γνώσεων έως την εποχή του και το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του κειμένου που σήμερα είναι συμβατικά γνωστό ως Anonymus Londinensis. (Αριστοτέλους Ιατρικά Μενώνεια, κατ’ αναλογία με τα Ηθικά Ευδήμεια, και πρέπει να ταυτισθεί με εκείνο που καταγράφεται στους καταλόγους των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη με τον τίτλο Ιατρικά).

Αυτή η στενή σχέση του Αριστοτέλη με την Ιατρική αντικατοπτρίζεται και σε μεσαιωνικά ιατρικού η ιατρικού-φιλοσοφικού περιεχομένου ψευδεπίγραφα έργα, αλλά και σε έργα των νεότερων χρόνων, τα οποία του έχουν αποδοθεί, καθώς και στη σύνδεσή του με τον θάνατο του Αλεξάνδρου με χορήγηση δηλητηρίου· βλ. Αρριαν., Αλεξ. ανάβ. 7, 27: Γνωρίζω ότι έχουν γραφεί και άλλα πολλά σχετικά με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και ότι στάλθηκε στον Αλέξανδρο κάποιο φάρμακο από τον Αντίπατρο και ότι πέθανε εξ αιτίας του φαρμάκου αυτού. και ότι το φάρμακο το συνέθεσε βέβαια ο Αριστοτέλης για χάρη του Αντιπάτρου, επειδή φοβόταν ήδη τον Αλέξανδρο εξ αιτίας του Καλλισθένη, το πήγε όμως (στον Αλέξανδρο) ο Κάσσανδρος, γιός του Αντιπάτρου.

VII. Θεσσαλονίκη

Ο γιατρός T. Σέρβειος και η Σερβεία ιατρείνη (2ος αι. μ.Χ.) μνημονεύονται σε επιγραφή πάνω σε σαρκοφάγο, η οποία βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, χωρίς καμιά ιδιαίτερη πληροφορία.

Για έναν άλλο γιατρό, τον Aυρήλιον Ισίδωρον, αρχιερέα και αρχιατρόν (3ος αι. μ.Χ.), πληροφορίες αντλούμε από επιγραφές της Θεσσαλονίκης. Ανήκε στην ονομαστή οικογένεια των Μαρεινιανών της πόλεως. Υπήρξε αρχιερέας της Θεσσαλονίκης και αρχίατρος το 249 μ.Χ. (η λίγο πριν). Τα αξιώματά του αυτά μνημονεύονται σε επιγραφή πάνω σε βωμό που αφιέρωσε, ίσως το 250 μ.Χ., προς τιμήν του εγγονού του Μαρειανιανού Φιλίππου, ιερέα κατά το έτος 248 μ.Χ. του θεού Φούλβου.

Στην ιππιατρική συλλογή που είναι γνωστή ως Hippiatrica Cantabrigiensia παραδίδεται ένα κεφάλαιο το οποίο αφορά τη θεραπεία των σκωλήκων των εντέρων· κατά τη δήλωση του συγγραφέα του εν λόγω κεφαλαίου σε αυτό εκτίθενται απόψεις του Θεσσαλονικέα γιατρού Ουέλμου, γιού του Τρύφωνα (; αι. μ.Χ./4ος-12ος αι.) [Oυέλμος Tρύφωνος Θεσσαλονικεύς]. Πιθανότατα ο γιατρός Ουέλμος είχε και ιππιατρικά ενδιαφέροντα· στην περίπτωση αυτή πρέπει να δεχθούμε ότι παρασκεύασε το εν λόγω φάρμακο για ανθρώπους, εξ αιτίας όμως των ιππιατρικών ενδιαφερόντων του διαπίστωσε τη θεραπευτική δράση του και στα ζώα. Αυτή ακριβώς τη διπλή χρησιμότητα του φαρμάκου την πληροφορήθηκε από τον Ουέλμο ο ιπποιατρός, ο οποίος το μνημονεύει.

VIII. Πέλλα

Στην Πέλλα έζησε ο γιατρός Αλέξανδρος, για τον οποίον πληροφορούμαστε από επιτύμβια επιγραφή, η οποία βρέθηκε στην παλαιοχριστιανική Πέλλα, και από το χαρακτηριστικό σχήμα κάποιων γραμμάτων της χρονολογείται στο πρώτο μισό του 5ου αι. μ.Χ. 

IX. Δίον

Στο Δίον έδρασε ο γιατρός Άπτος (3ος η 2ος αι. π.Χ.), τον οποίον αφορά επίγραμμα, χαραγμένο σε επιτύμβια στήλη που βρέθηκε. Σύμφωνα με το παραπάνω επίγραμμα ο Άπτος καταγόταν από την Ηράκλεια Σιντική (ἐκ πατρίδος Στρυμωνίδοςρακλείας), ήταν γιατρός και θεράπευσε πολλούς ανθρώπους· το Δίον, όπου άσκησε ευδοκίμως το επάγγελμά του, μνημονεύεται ως η δεύτερη πατρίδα του.

Στην ίδια πόλη, στο οικοδομικό τετράγωνο της ύδραυλης, ανακαλύφθηκε ένα κολποσκόπιο το οποίο ανήκε προφανώς σε κάποιον γιατρό (Ανώνυμος, 1ος; αι. μ.Χ.) που ασκούσε την τέχνην του στην πόλη αυτή και μεταξύ των ενδιαφερόντων του περιλαμβανόταν και η Γυναικολογία. Η διόπτρα υπέστη κάποια βλάβη και «πιθανώς ανέμενε … την επισκευή της στο μεγάλο εργαστήρι του τομέα της ύδραυλης».

X. Πύδνα

Στην Πύδνα ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός γιατρού (Ανώνυμος, 4ος αι. π.Χ.), στον οποίο υπήρχαν ιατρικά εργαλεία και σκεύη, όπως τανάλια, μαχαιρίδια, σμίλη, σπάτουλα, χάλκινη σικύα κ.α. Και στην περίπτωση αυτή όμως δεν γνωρίζουμε το όνομα του γιατρού, ο οποίος με βάση τα κτερίσματα πρέπει να απεβίωσε επί Αλεξάνδρου Γ΄ (336-323 π.Χ.) η ενδεχομένως και αργότερα.

Ιατρικά εργαλεία.

Με αφορμή τη θεραπεία μιάς γυναίκας μαρτυρείται επιγραφικά κάποιος γιατρός (Ανώνυμος, 4ος αι. π.Χ.) που προφανώς ασκούσε το επάγγελμά του στην Πύδνα. Δυστυχώς ούτε το όνομα του γιατρού αυτού ούτε άλλα στοιχεία γι’ αυτόν μας είναι γνωστά.

ΧΙ. Βέροια

Σε τμήμα κατεστραμμένης μαρμάρινης στήλης που βρέθηκε στη Βέροια (Ανώνυμος, ; αι.), ήταν χαραγμένο επίγραμμα που αφορούσε κάποιον γιατρό, το όνομα του οποίου δυστυχώς δεν σώζεται. Το τμήμα του επιγράμματος που έχει διατηρηθεί είναι το ακόλουθο: [- – – ]νης δἐπὶ τέρμα καὶ | εὐλογίας νούσων ἰάματα δείξας | [- – – ]ΑΙΟΙ τέχνης ἔλιπε.

Από επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια σε επιτύμβιο βωμό μαρτυρείται ο γιατρός Ποπλίκιος Ερμείας (2ος αι. μ.Χ.)· τον βωμό τον έστησε για τα παιδιά του Ποπλίκιο Ρούφο και Ποπλικία Σεμπρώνιλλα, αλλά και για τη γυναίκα του Αιλία Ρουφείνη και τον εαυτό του.

Τέλος από τη Βέροια γνωρίζουμε έναν ακόμη γιατρό, τον (Ποπίλλιο ; ) Λάλο, που μνημονεύεται σε επιτύμβιο μνημείο (σαρκοφάγος;), το οποίο βρέθηκε στην πόλη αυτή και χρονολογείται τον Φεβρουάριο του 133 μ.Χ.

ΧΙΙ. Έδεσσα

Ο Εδεσσαίος γιατρός Αίλιος Νεικόλαος δωρίζει το 246 μ.Χ. στη θεά Μα τη δούλη του Ερμιόνη, κόρη της Τερτίας, στην οποία προηγουμένως έδωσε την ελευθερία της. Η σχετική επιγραφή είναι χαραγμένη σε κολώνα που βρέθηκε στην περιοχή Λόγγος Εδέσσης.

Ο γιατρός Ανθέμιος μνημονευόταν σε επιγραφή που υπήρχε χαραγμένη σε επιτύμβια στήλη, η οποία βρισκόταν στην Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος στην Έδεσσα. Η στήλη αυτή, που σήμερα δεν σώζεται, είχε χρονολογηθεί τον 5ο/6ο αι. μ.Χ. 

ΧΙΙΙ. Φλώρινα

Σε μαρμάρινη επιτύμβια στήλη (2ος/3ος αι. μ.Χ.), που βρέθηκε στις Κάτω Κλεινές του Νομού Φλώρινας υπάρχει, κατεστραμμένη σήμερα κατά το μεγαλύτερο τμήμα της (η επιγραφή βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης μνημονεύεται ο Θεόδωρος ιητρός. Δυστυχώς από το σωζόμενο κείμενο της παραπάνω επιγραφής δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί κάποια πληροφορία για την ιατρική δραστηριότητα του Θεοδώρου (αν βέβαια καταγραφόταν κάτι τέτοιο)· πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο γιατρός αυτός χαρακτηρίζεται ως σοφός ανήρ, έκφραση που μάλλον δηλώνει ότι ήταν άριστος κάτοχος της τέχνης του.

Το όνομα ενός γιατρού, K. Ιούλιος Nεικήτης (αρχή 3ου αι. μ.Χ.), μνημονεύεται σε έναν «μαρμάρινο επιτύμβιο μακεδονικό βωμό». Ο βωμός ανακαλύφθηκε στο νησί του Αγίου Αχιλλείου στην ημιερειπωμένη εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και «σήμερα χρησιμοποιείται ως βάση της Αγίας Τράπεζας του ναού του Αγίου Γεωργίου Πύλης». 

Άλλοι γιατροί γνωστοί

μόνο με το προσωνύμιο Μακεδών

Ο λόγιος γιατρός Αμερίας ο Mακεδών (3ος; αι. π.Χ.) μνημονεύεται από τον Αθήναιο τον Ναυκρατίτη (2ος αι. μ.Χ.) στους Δειπνοσοφιστές του ως συγγραφέας Ῥιζοτομικοῦ, και παρατίθεται η άποψή του σχετικά με τη γένεση του φυτού λυχνίς. Κατά τον Αμερία το φυτό αυτό φύτρωσε στα λουτρά της Αφροδίτης, όπου αυτή πλύθηκε, αφού προηγουμένως είχε «κοιμηθεί» με τον Ήφαιστο· ακολούθως καταγράφονται τα μέρη όπου ευδοκιμούσε η αρίστη λυχνίς. Επίσης ο Αμερίας μαρτυρείται και ως γραμματικός. Τα στοιχεία για τη σύνθεση της βιοεργογραφίας του Αμερία είναι δυστυχώς ελάχιστα. Η χρονολόγησή του είναι αβέβαιη (πρέπει να έζησε κατά την Αλεξανδρινή εποχή, μάλλον πριν τον γραμματικό Αρίσταρχο από τη Σαμοθράκη (περ. 217/216-144 π.Χ.), και δυστυχώς τα δύο μαρτυρημένα συγγράμματά του, δηλαδή το Ῥιζοτομικὸν και το γραμματικό που έφερε τον τίτλο Γλτται,, έχουν χαθεί. Από το πρώτο σύγγραμμα σώζεται μόνον ένα απόσπασμα, ενώ από το δεύτερο γνωρίζουμε αρκετές γλώσσες.

Ένας άλλος γιατρός, ο Θεόδωρος ο Mακεδών, οπαδός της Πνευματικής ιατρικής σχολής, έδρασε στο δεύτερο μισό του 1ου αι. π.Χ, και η χρονολόγησή του βασίζεται στην ταύτισή του με τον Θεόδωρο τον οποίον μνημονεύει ο Διογένης ο Λαέρτιος ως μαθητή του γιατρού Αθηναίου από την Αττάλεια. Ως τόπος δράσεως  του Θεοδώρου εικάζεται η Ρώμη. Ο Θεόδωρος, με βάση τις σωζόμενες μαρτυρίες, πρέπει να υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός συγγραφέας. Μαρτυρείται ένα εκτενέστατο σύγγραμμά του, συγκροτούμενο από εβδομήντα έξι (ος΄) βιβλία, αλλά όχι και ο τίτλος του. Από το έργο του, που έχει χαθεί, σώζονται μόνον αποσπάσματα στον Φιλούμενο, τον Ανώνυμο [Αίλιο Προμώτο;], τον Αλέξανδρο Τραλλιανό και τον Αέτιο Αμιδηνό· από τα αποσπάσματα αυτά πιστοποιείται η ενασχόληση του Θεοδώρου κατ’ εξοχήν με τη Φαρμακολογία.

Ένας σίγουρα άγνωστος αλλά οπωσδήποτε διαπρεπής επιστήμων ήταν ο γιατρός Λύκος ο Mακεδών (2ος αι. μ.Χ.), για τον οποίον δεν είναι γνωστά παρά ελάχιστα μόνο βιογραφικά στοιχεία. Το προσωνύμιο Μακεδών δηλώνει βέβαια τον ευρύτερο τόπο της καταγωγής του, η γενέτειρά του όμως μας είναι άγνωστη. Η δράση του πρέπει μάλλον να εντοπισθεί σε δύο τόπους, έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, τη Μακεδονία, και μια πόλη έξω από τον χώρο αυτόν, τη Ρώμη. Tο κύριο ενδιαφέρον του Λύκου είχε επικεντρωθεί στην Ανατομική, και ειδικότερα στην ανατομία των μυών και της μήτρας. Ο δεύτερος τομέας στον οποίο είχε στραφεί ο Λύκος ήταν ο υπομνηματισμός των ιπποκρατικών συγγραμμάτων, όπως των Αφορισμών (κατά τον Γαληνό, τη βασική πολεμική του ο Λύκος την έστρεψε κατά του αφορισμού τὰ αὐξανόμενα πλεῖστον ἔχει τὸ ἔμφυτον θερμόν), του δεύτερου, του τρίτου και του έκτου βιβλίου των Επιδημιών, του Περί χυμών και ίσως και άλλων. Κανένα από τα υπομνήματα αυτά του Λύκου δεν διασώζεται ούτε μαρτυρούνται οι τίτλοι τους.

Ο Γαληνός παραθέτει (μέσω του γιατρού Ανδρομάχου του νεωτέρου) ένα ουρητικόν φάρμακο το οποίο έχει συντεθεί από έναν γιατρό καταγραφόμενο Μακεδόνα (πριν τον 1ο; αι. μ.Χ.). Από το κείμενο δεν καθίσταται σαφές, αν το Μακεδών είναι το όνομα του γιατρού αυτού η αν απλώς αποτελεί προσωνύμιο, το οποίο δηλώνει τον τόπο της καταγωγής του, ενώ το κυρίως όνομά του εξέπεσε ή, για κάποιον άλλο λόγο, παραλείφθηκε από το κείμενο. Δυστυχώς επειδή ο γιατρός αυτός μνημονεύεται μία μόνο φορά, δεν μας παρέχεται η δυνατότητα να διαπιστώσουμε με βεβαιότητα, τι ακριβώς ισχύει. Πάντως ο,τιδήποτε και αν συμβαίνει, ο γιατρός, για τον οποίο γίνεται λόγος εδώ, πρέπει μάλλον να θεωρηθεί μακεδονικής καταγωγής.

Σε ένα τιμητικό ψήφισμα των Αμφισσέων μνημονεύεται ο γιατρός Mηνόφαντος Αρτεμιδώρου Mακεδών Υρκάνιος (2ος αι. π.Χ.), που πήγε στην Άμφισσα ύστερα από πρόσκληση της πόλεως (μεταπεμφθεὶς ὑπὸ τᾶς πόλιος μετὰ πρεσβείας), για να αναλάβει την ιατρική φροντίδα των κατοίκων της (δημοσιεύων). Ο Μηνόφαντος με τις γνώσεις του αλλά και με τη βοήθεια των θεών άσκησε με ιδιαίτερη ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα το έργο του· γι’ αυτό απολάμβανε της εμπιστοσύνης και της ιδιαίτερης εκτιμήσεως των Αμφισσέων. Οι κάτοικοι της πόλεως αυτής όμως κατά τον χρόνο της εκεί διαμονής του εκτίμησαν όχι μόνον την αποτελεσματικότητα του Μηνοφάντου ως γιατρού, αλλά και τον αξιοπρεπή και σώφρονα τρόπο της ζωής του· αυτή τη συμπεριφορά του την έκριναν αντάξια της πόλεώς τους, του επαγγέλματός του και της ηλικίας του. Γι’ αυτό, όταν για προσωπικούς λόγους, που δεν μνημονεύονται στην επιγραφή (εἵνεκεν δὲ τῶν ποτι πεπτωκότων αὐτῷ πραγμάτων), ο Μηνόφαντος έπρεπε να αποχωρήσει από την Άμφισσα, οι κάτοικοί της αποφάσισαν να του εκφράσουν τις ευχαριστίες και την ευαρέσκεια για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πόλη τους, να του διαθέσουν τιμητική συνοδεία για να ταξιδέψει σε οποιοδήποτε μέρος επιθυμούσε και, το κυριότερο, να εκδώσουν ψήφισμα, στο οποίο να αναγράφονται τα παραπάνω, αλλά και τα προνόμια που απένειμαν στον εν λόγω γιατρό και στους απογόνους του ( προξενίαν, ἰσοπολιτείαν, γᾶς καὶ οἰκίας ἔγκτησιν, ἐπινομίαν, ἀσφάλειαν πολέμου καὶ εἰράνας κτλ.). Αποφασίσθηκε ακόμη, ύστερα από επιθυμία του ίδιου του τιμώμενου γιατρού (καθάπερ καὶ αὐτὸςΜηνόφαντος ἀμὲ παρεκάλεσε), να αποσταλεί αντίγραφο του ψηφίσματος στην πόλη της Σκάρφειας. Επί πλέον οι Αμφισσείς έστειλαν αντίγραφο και προς την πόλη των Οπουντίων.

Από μια ονομαστή μακεδονική οικογένεια που έδρασε στη Μικρά Ασία γνωρίζουμε δύο γιατρούς, τον Γάιο Καλπούρνιο Κολλήγα Μακεδόνα (4ος/5ος αι. μ.Χ.), γόνο της οικογένειας αυτής και χριστιανό (;)· όπως μαρτυρεί το επιτύμβιο επίγραμμά του, εκτός από γιατρός, υπήρξε ρήτορας και φιλόσοφος. Πέθανε στην Αντιόχεια της Πισιδίας σε ηλικία τριάντα ετών, εκεί όπου προφανώς κατείχε και το αξίωμα του αρχιατρού (ως δημοσιεύων). Το μνημείο του το κατασκεύασε ο πατέρας του Γ. Καλπούρνιος Μακεδών, και σε αυτό χαράχθηκε το επίγραμμα από το οποίο αντλούμε τις σχετικές πληροφορίες.

Ο δεύτερος γιατρός της οικογενείας μαρτυρείται απλώς ως Κολλήγας (4ος/5ος αι. μ.Χ.). Στο Örkenez, δέκα 15 χλμ. νοτιοανατολικά της Αντιόχειας της Πισιδίας, βρέθηκε επιγραφή με επιτύμβιο επίγραμμα που αφορά τον Κολλήγα, γιό του Γ. Καλπουρνίου Μακεδόνα και αδελφό του Γαίου Καλπουρνίου Κολλήγα Μακεδόνα. Ο Κολλήγας ήταν γιατρός όπως και ο αδελφός του, και πέθανε εικοσαετής (εἰκοστὸν ἄγοντα ἔτος). Το επιτύμβιο του το αφιέρωσε η μητέρα του Μάγνα.

Γιατροί με μακεδονικά ονόματα

Ο γιατρός Γλαυκίας (4ος αι. π.Χ.) φρόντισε τον Ηφαιστίωνα κατά την τελευταία ασθένειά του στα Εκβάτανα. Κατά τον Αρριανό, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στα Εκβάτανα και συμμετείχε σε διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις, αρρώστησε ο Ηφαιστίων. Κατά την έβδομη ημέρα ο ασθενής βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση και πέθανε πριν τον προλάβει ζωντανό ο Αλέξανδρος. Υπεύθυνος για το αιφνίδιο τέλος του Ηφαιστίωνα θεωρήθηκε ο γιατρός Γλαυκίας (= Γλαύκος), και γι’ αυτό ο Αλέξανδρος διέταξε να τον κρεμάσουν. Όσον αφορά το θεραπευτικό ατόπημα του γιατρού, το οποίο απέβη μοιραίο για τον Μακεδόνα στρατηγό, ο Αρριανός καταγράφει δύο εκδοχές· σύμφωνα με την πρώτη ο γιατρός του χορήγησε κάποιο φάρμακο που δεν ενδεικνυόταν, ενώ σύμφωνα με την άλλη τον είδε να πίνει πολύ κρασί και δεν τον εμπόδισε.

Αναθηματικό ανάγλυφο από την Πέλλα με τον Ηφαιστίωνα – ιππέα και κόρη με οινοχόη στα χέρια. Δείγμα της λατρείας του ήρωα ως «ισόθεου» και μεσολαβητή μεταξύ θνητών και αθανάτων.

Ο Πλούταρχος αφηγείται ότι ο Γλαύκος (= Γλαυκίας) έκανε στον Ηφαιστίωνα κάποιες διαιτητικές υποδείξεις, ώστε να απαλλαγεί από τον πυρετό που τον ταλαιπωρούσε. Μόλις όμως ο γιατρός έφυγε για να πάει στο θέατρο, ο Μακεδόνας στρατηγός, που προφανώς δεν είχε καμιά πρόθεση να ακολουθήσει τις συμβουλές του Γλαύκου, οἷα δὲ νέος καὶ στρατιωτικὸς οὐ φέρων ἀκριβῆ δίαιταν, έφαγε υπερβολική ποσότητα φαγητού, έναν ολόκληρο πετεινό, και ήπιε πολύ παγωμένο κρασί, με συνέπεια η κατάστασή του να χειροτερεύσει και σε λίγο να πεθάνει. Ο Αλέξανδρος τότε, υπερβολικά λυπημένος και έξαλλος για την απώλεια του φίλου του, διέταξε να σταυρώσουν τον γιατρό.

Ο Αλέξιππος (4ος/3ος αι. π.Χ.) μνημονεύεται από τον Πλούταρχο ως γιατρός του στρατού του Αλεξάνδρου. Υπήρξε αποδέκτης ευχαριστήριας επιστολής εκ μέρους του Μακεδόνα στρατηλάτη, όταν έσωσε τον Πευκέστα (γιό του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα που υπηρέτησε κοντά στον Αλέξανδρο πιθανόν ως αξιωματικός της προσωπικής φρουράς του), από κάποια μη κατονομαζόμενη ασθένεια.

Για τον Αμύντα (3ος; αι. π.Χ.) γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία. Η συζήτηση γι᾽ αυτόν βασίζεται σε δύο κείμενα. Το πρώτο προέρχεται από τον Σχολιαστή των Εἰδυλλίων του Θεοκρίτου, και σε αυτό γίνεται λόγος για κάποιον Αμύντα που μαζί με τον γιατρό Χρύσιππο συμμετείχαν στη συνωμοσία της Αρσινόης κατά του Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου (ἐπιβουλεύουσαν δὲ ταύτην εὑρών [sc. ὁ Πτολεμαῖος] καὶ σὺν αὐτῇ Ἀμύνταν καὶ Χρύσιππον τὸν Ῥόδιον ἰατρόν, τούτους μὲν ἀνεῖλεν)· το δεύτερο κείμενο είναι το ψευδο-γαληνικό σύγγραμμα Περὶ τῶν ἐπιδέσμων, όπου με το όνομα του Αμύντα παραδίδονται τέσσερα αποσπάσματα που αφορούν ισάριθμους τρόπους επιδέσεως· τα τρία από αυτά αποτελούν παραθέματα στο ψευδο-γαληνικό έργο Περὶ τῶν ἐπιδέσμων και το ένα στο σύγγραμμα του Ορειβασίου Ιατρικαί συναγωγαί. Το γεγονός ότι όλα τα σωζόμενα αποσπάσματα του Αμύντα αφορούν είδη επιδέσμων, μας επιτρέπει τη διατύπωση της υποθέσεως ότι ενδεχομένως ο γιατρός αυτός έγραψε σύγγραμμα με αυτό το ειδικό περιεχόμενο (και τίτλο  Περὶ ἐπιδέσμων;).

Ο Kαλλιγένης (3ος/2ος αι. π.Χ.), γιατρός του Φιλίππου Ε΄ (222/221-179 π.Χ.) έδρασε στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ., αφού κατά τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο ο Καλλιγένης υπήρξε γιατρός του Φιλίππου κατά το έτος του θανάτου του (179 π.Χ.). Στο σχετικό κείμενο του Λιβίου όμως δεν καταγράφεται καμιά σαφής πληροφορία ούτε για τη νόσο του βασιλιά ούτε για τη θεραπεία που του εφάρμοσε ο γιατρός· έτσι σχετικά με τον Καλλιγένη ως βασική πληροφορία πρέπει να θεωρηθούν τα όσα λέει ο Λατίνος ιστορικός για την ανάμιξή του στο ζήτημα της διαδοχής υπέρ του Περσέα. Αυτή ακριβώς όμως η ανάμιξή του και οι σχέσεις του με διάφορα πρόσωπα δηλώνουν πιθανότατα ότι ο Καλλιγένης ασκούσε την τέχνη του όχι μόνο στον στρατό αλλά και στην Αυλή του Φιλίππου Ε΄.

Ο γιατρός Αρχιγένης Φιλίππου Απαμεύς (1ος/2ος αι. μ.Χ.) δεν μαρτυρείται στις αρχαίες πηγές ρητά ως μακεδονικής καταγωγής, ωστόσο υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι ακόλουθες ενδείξεις: Πρώτα-πρώτα το όνομά του όπως και το όνομα του πατέρα του (Φίλιππος), που κατά πάσα πιθανότητα ήταν και εκείνος γιατρός, είναι μακεδονικά. Δεύτερον καταγόταν από μία πόλη, στην οποία είχαν εγκατασταθεί τόσο πολλοί Μακεδόνες στρατιώτες, ώστε μετωνόμασαν την πόλη Πέλλα, σε ανάμνηση της ομώνυμης μακεδονικής πρωτεύουσας· αργότερα ο Σέλευκος Νικάτωρ (312-281 π.Χ.) έδωσε στην πόλη το όνομα Απάμεια, για να τιμήσει τη σύζυγό του (η κατ’ άλλη πηγή τη μητέρα του) Απάμα. Στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Αρχιγένης περί το μέσον του 1ου αι. μ.Χ.· την Ιατρική την άσκησε στη Ρώμη, όπου είχε σχέσεις και με την αυτοκρατορική Αυλή. επίσης για κάποια διάστημα χρημάτισε και στρατιωτικός γιατρός (Ἀρχιγένηςστρατόπεδον θεραπεύων). Πέθανε μάλλον στη Ρώμη σε ηλικία 63 ετών. Διακρίθηκε κυρίως στη Χειρουργική και τη Φαρμακολογία. Ως συγγραφέας υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός, και τα έργα του, από τα οποία σώθηκαν μόνον αποσπάσματα, κάλυπταν πολλούς τομείς της Ιατρικής.

Κατακλείοντας το άρθρο μου αυτό επισημαίνω ότι έχω εντοπίσει και δύο ακόμη γιατρούς, για τους οποίους όμως δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο τόπος καταγωγής τους, αν δηλαδή πρόκειται για πόλη της Μακεδονίας η για ομώνυμη πόλη ευρισκόμενη σε άλλη περιοχή· πάντως θεωρώ αρκετά πιθανή τη μακεδονική καταγωγή τους· πρόκειται για τους ακόλουθους:

Ο Διονύσιος Αιγεύς (μεταξύ 3ου και 1ου αι. π.Χ.) είναι γνωστός από μία μόνο μαρτυρία, προερχόμενη από τον πατριάρχη Φώτιο, ο οποίος μας πληροφορεί ότι διάβασε το βιβλιδάριον του Διονύσιου με τίτλο Δικτυακά και παραθέτει τον κατάλογο των κεφαλαίων του έργου αυτού. Ο Διονύσιος δεν μαρτυρείται ρητά ως γιατρός, θεωρείται όμως ως τέτοιος με βάση τα θέματα, πραγμάτευση των οποίων γινόταν στο παραπάνω έργο. Όσον αφορά την πόλη, από την οποία καταγόταν ο εν λόγω Διονύσιος, δηλαδή τις Αιγές, δυστυχώς αυτή δεν είναι δυνατόν να ταυτισθεί, όχι μόνον επειδή ο Φώτιος δεν μας παρέχει και κάποια άλλη διευκρινιστική πληροφορία, αλλά και για τον επί πλέον λόγο ότι κατά την Αρχαιότητα υπήρχαν Αἰγαὶ πόλεις πολλαί (στη Μακεδονία, την Κιλικία, τη Λυδία κ.α.).

Ομοίως ο Μενεσθεύς ο Στρατονικεύς (πριν τον 1ο αι. μ.Χ.) είναι γνωστός με βεβαιότητα από μία μόνο μαρτυρία, αυτή του Ερωτιανού (1ος αι. μ.Χ.), ο οποίος παραθέτει την ερμηνεία του Στρατονικέα γιατρού στην ιπποκρατική λέξη άμβη. Ενδεχομένως όμως ο γιατρός αυτός πρέπει να ταυτισθεί με τον Μενεσθέα, ένα φάρμακο του οποίου πρὸς τὰς ἐν δακτύλῳ ῥαγάδας παραθέτει ο Ασκληπιάδης ο Φαρμακίων (1ος αι. μ.Χ.). Επειδή το Στρατονικεύς είναι δυνατόν να δηλώνει τον πολίτην είτε της Στρατονίκης (Χαλκιδική) είτε της Στρατονικείας της Καρίας η ομώνυμης πόλεως τῆς πρὸς Ταρον  και επειδή ελλείπουν άλλα στοιχεία σχετικά με τον Μενεσθέα, είναι μάλλον αδύνατον να καταλήξει κάποιος σε βέβαιο συμπέρασμα όσον αφορά τη γενέτειρά του. Ωστόσο πρέπει να επισημάνω ότι για την καρική Στρατονίκεια εντοπίζονται δύο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες που τη συνδέουν στενά με τους Μακεδόνες· η πρώτη από αυτές προέρχεται από τον Στράβωνα, ο οποίος μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι της Στρατονικείας ήταν Μακεδόνες, και η δεύτερη από τον Στέφανο Βυζάντιο που σημειώνει ότι επρόκειτο για πόλη μακεδονική. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος ότι υπάρχουν αρκετά ισχυρές ενδείξεις υπέρ της μακεδονικής καταγωγής του Μενεσθέα.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΠΗΓΕΣ:  Αρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις (εκδ. Ross)· Βίοι Αριστοτέλους (Ανώνυμοι ελληνικοί, λατινικοί και αραβικοί βίοι: I. Düring, Aristotle in the ancient biographical tradition [SGLGoth 5], Göteborg 1957)· Γαληνός: Galeni Opera omnia, εκδ. Kühn· Ἱππιατρικ (Hippiatrica Cantabrigiensia) [CHG II, εκδ. OderHoppe]· Ερωτιανός, Τῶν παρ’ Ἱπποκράτει λέξεων συναγωγή (εκδ. Nachmanson)· Ιωάννης Τζέτζης, Χιλιάδες (εκδ. Leone)· Πλούταρχος, Ἀλέξανδρος (εκδ. Ziegler), Αρτοξέρξης (εκδ. Ziegler), Συμποσιακά (εκδ. Βερναρδάκης)· Σούδα (εκδ. Adler)· Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά (Meineke)· Φώτιος, Βιβλιοθήκη (εκδ. Henry)· IG X/2/1, αρ. 149· αρ. 163, και αρ. 176· IG IX/1/3, αρ. 750 ― Chalcidius, Timaeus 246 (εκδ. Waszink)· Titus Livius, Ab Urbe condita (εκδ. Walsh).

ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ: Αμοιρίδου, Ντ. – Δ. Μαλαμίδου, «Ανασκαφική έρευνα στο ρωμαικό νεκροταφείο της Αμφίπολης», ΑΕΜΘ 12 (1998) 77-83· Ανδρόνικος, M., Αρχαίαι επιγραφαί Βεροίας, Θεσσαλονίκη 1950· Ανδρειωμένου, Α. Κ., «Αρχαιότητες και μνημεία δυτικής Μακεδονίας. Πύλη Μικράς Πρέσπας», ΑΔ 22 (1967), Μέρος Β΄ 2 – Χρονικά, σ. 416, και πιν. 310ζ· Βαβρίτσας, Α. Κ., «Επιγραφές από την αρχαία Έδεσσα», Αρχαία Μακεδονία Δ΄. Ανακοινώσεις κατά το τέταρτο διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 21-25 Σεπτεμβρίου 1983 [ΙΜΧΑ 204], Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 53-69· στον ίδιο, «Αρχαία Έδεσσα: Σύντομο χρονικό της ανασκαφής», Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Επιστημονικού Συμποσίου. Η Έδεσσα και η περιοχή της. Ιστορία και πολιτισμός (Έδεσσα 4, 5 και 6 Δεκεμβρίου 1992), Έδεσσα 1995, σσ. 13-26· Βέης, Ν., «Πεντήκοντα Χριστιανικών και Βυζαντινών έπιγραφών νέαι αναγνώσεις», ΑΕ (1911), σσ. 97-107· Γουναροπούλου, Λ. – Μ. Β. Χατζόπουλος, Επιγραφές Κάτω Μακεδονίας (Μεταξύ του Βερμίου όρους και του Αξιού ποταμού), τ. 1: Επιγραφές Βεροίας, Αθήνα 1998· Δήμιτσας, Μ. Γ., Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις, τ. 1-2, Αθήνησιν 1896 (ανατ.: Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ/Αρχείο Ιστορικών Μελετών, 1988)· Κανατσούλης, Δ., Μακεδονική προσωπογραφία (από του 148 π.Χ. μέχρι των χρόνων του Μ. Κωνσταντίνου) [Ελληνικά. Παράρτημα 8], Θεσσαλονίκη 1955 (αρ. 1-1522), και Συμπλήρωμα, Θεσσαλονίκη 1967 (αρ. 1523-1812)· Καφταντζής, Γ. Β., Ιστορία της πόλεως Σερρών και της περιφερείας της (από τους προιστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), τ. 1: Μύθοι – Επιγραφές – Νομίσματα, Αθήνα 1967 (ανατ.: Θεσσαλονίκη 2009)· Κεραμόπουλος, Α. Δ., «Αμφισσαικής επιγραφής έκδοσις δευτέρα», ΑΕ (1908)· Κραβαρτόγιαννος, Δρ., «Οι Αμφισσείς τιμάνε το γιατρό Μηνόφαντο. Ένα ιστορικό αρχαίο ψήφισμα του Β΄ αι. π.Χ.», περιοδ. Σελίδες από τη Φωκίδα (1977) 1-5· Λαζαρίδης, Δ., Αμφίπολις. Αρχαιολογικός οδηγός, Αθήνα 21997· Μαυρουδής, Αιμ. Δ., Αρχιγένης Φιλίππου Απαμεύς. Ο βίος και τα έργα ενός Έλληνα γιατρού στην αυτοκρατορική Ρώμη [Πονήματα 3], Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών. ΚΕΕΕΣ, 2000· στον ίδιο, Μακεδονική ιατρική προσωπογραφία. Μακεδόνες γιατροί στην Αρχαιότητα και γιατροί στην υπηρεσία Μακεδόνων ― Μαρτυρίες και αποσπάσματα: Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών αρ. 62], Εν Αθήναις, Γραφείον Δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2010· Παντερμαλής, Δ., «Η ανασκαφή του Δίου κατά το 1993 και η χάλκινη διόπτρα», ΑΕΜΘ 7 (1993) 195-198· Πελεκανίδης, Στ., «Η έξω των τειχών παλαιοχριστιανική βασιλική των Φιλίππων», ΑΕ (1955) 114-179 = Στ. Πελεκανίδης, Μελέτες παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής αρχαιολογίας [ΙΜΧΑ 174], Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 333-394]· Πελεκίδης, Στ., Από την πολιτεία και την κοινωνία της αρχαίας Θεσσαλονίκης. (Επιγραφική μελέτη) [ΕΕΦΣΠΘ, Παράρτ. 2ου τόμου], Θεσσαλονίκη 1934· Ριζάκης, Θ. – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας (Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς), τ. 1: Κατάλογος Επιγραφών, Αθήνα 1985· Σαρικάκης, Θ. Χ., Ρωμαίοι άρχοντες της επαρχίας Μακεδονίας, Μέρος Β΄: Από του Αυγούστου μέχρι του Διοκλητιανού (27 π.Χ.-284 μ.Χ.) [ΜΒ 51], Θεσσαλονίκη 1977· Σταλίδης, Κ. Γ., «Ο Χριστιανισμός στην Έδεσσα κατά τους 3ο-6ο αιώνες σύμφωνα με τις αποκαλυφθείσες επιγραφές», στο: ΚΔ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30-31 Μαίου – 1 Ιουνίου 2003. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 39-72· Π. Χρυσοστόμου, «Συμβολές στην ιστορία της ιατρικής στην αρχαία Μακεδονία», Ευλιμένη 3 (2002) 99-116. ― Berve, H., Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage, τ. 1-2, München 1926· Brown, T. S., «Apollophanes und Polybius, Book 5», Phoenix 15 (1961) 187-195· Calder, W. M. – J. M. R. Cormack, Monuments from Lycaonia, the Pisido-Phrygian Borderland, Aphrodisias [MAMA 8], Manchester 1962· Chamberlain, A. – S. Triantaphyllou, «An ostetric fatality from Nothern Greece», στον τόμο: Papers on Palaeopathology presented at the 23rd annual meeting of the Palaeopathology Association, Durham, North Carolina 1996, σ. 17· Cohn, L., «Amerias», RE I/2 (1894) 1827· Cohn-Haft, L., The public physicians of Ancient Greece [SCSH 42], Northampton, Mass. 1956· Collart, P., «Le sanctuaire des dieux égyptiens à Philippes», BCH 53 (1929) 70-100· στον ίδιο, Philippes, ville de Macédoine depuis ses origines jusqu’à la fin de l’époque romaine [T&M 5], Paris 1937· Cormack, J. M. R., «Inscriptions from Pieria», Klio 52 (1970) 49-66· Daux, G., «Notes de lecture», BCH 98 (1974) 553-576· Deichgräber, Κ., «Dionysios» (124), RE V/1 (1903) 975· στον ίδιο, «Theodoros» (45), RE V/A/2 (1934) 1865-1866· Feissel, D., Recueil des inscriptions chrétiennes de Macédoine du IIIe au VIe siècle [BCH, Suppl. 8], Paris 1983· Fraser, P. M., Ptolemaic Alexandria, τ. 1-2, Oxford 1972· Fritz, K. von, «Nikomachos» (18), RE XVII/1 (1936) 462· Gorteman, Cl., «Médecins de cour dans l’Égypte du IIIe siècle avant J.-C.», ChÉ 32 (1957) 313-336· Gossen, Η., «Glaukias» (9), RE VII (1910) 1399-1400· στον ίδιο, «Glaukos» (42), RE VII/1 (1910) 1421· Gurlt, E. J., Geschichte der Chirurgie und ihrer Ausübung, τ. 1, Berlin 1898 (ανατ.: Hildesheim 1964)· Hogarth, D. G., «Inscriptions from Salonica», JHS 8 (1887) 373-374 = Θεσσαλονίκην Φιλίππου βασίλισσαν. Μελέτες για την αρχαία Θεσσαλονίκη, επιμ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 705-706, και σ. 503, αρ. 521· Jones, C. P., «An epigram of Apollonius of Tyana», JHS 100 (1980) 190-194· στον ίδιο, «A family of Pisidian Antioch», Phoenix 36 (1982) 264-271· Kind, F. E., «Lykos» (52), RE XVIII/2 (1927) 2408-2417· Kroll, W., «Kallisthenes» (2), RE X/2 (1919) 1674-1726· στον ίδιο, «Metrodoros» (26), RE XV/2 (1932) 1482· Lemerle, P., «Inscriptions latines et grecques de Philippes», BCH 58 (1934) 472-274, επιγρ. αρ. 9 (και εικ. αρ. 9)· Marasco, G., «Les médecins de cour à l’époque hellénistique», REG 109 (1996) 435-466· Mastrocinque, Α., «Les médecins des Séleucides», στο: Ph. J. van der Eijk – E. F. J. Horstmanshoff – P. H. Schrijvers (εκδ.), Ancient medicine in its socio-cultural context. Papers read at the congress held at Leiden University 13-15 April 1992, τ. 1 [WISHM], Amsterdam- Atlanta 1995, σσ. 143-151· Merkelbach, R., «Σωτήρ ῾Arzt’», ZPE 8 (1971) 14· στον ίδιο, «Archiatri and the medical profession in Antiquity», PBSR 45 (1977) 191-226 [= V. Nutton, From Democedes to Harvey: Studies in the history of medicine, London 1988, μελέτη αρ. 5]· Oder, E., «Alexippos» (7), RE I/2 (1894) 1467· Pantermalis, D., «Inscriptions from Dion. Addenda et Corrigenda», στον τόμο: Ancient macedonian studies in Honor of Charles Edson [IBS 158], Thessaloniki 1981, σσ. 291-292 (και πιν. 7)· Peek, W., Griechische Versinschriften, Berlin 1955· στον ίδιο, «Griechische Epigramme aus Pierien», ZPE 7 (1971) 185-186· στον ίδιο, «Λειψανοθήκη», ZPE 11 (1973) 30-31· Pilhofer, P., Philippi, τ. 1, Tübingen 2000· Pleket, H. W. – R. S. Stroud, SEG 36 (1986), σσ. 181-182, αρ. 620· Ramsay, W. M., «A Noble anatolian family of the fourth century», CR 33 (1919) 1-9· Reinach, Th., «Inscriptions grecques», REG 16 (1903) 180-192· Roesch, P., «Médecins publics dans les cités grécques», HSM 18 (1984) 279-293· Tataki, A. B., Ancient Beroea. Prosopography and society [Μελετήματα 8], Athens 1988· στην ίδια, Macedonian Edessa. Prosopography and onomasticon [Μελετήματα 18], Athens 1994· στην ίδια, Macedonians abroad. A contribution to the prosopography of Ancient Macedonia [Μελετήματα 26], Athens 1998· Tod, M. N., «Macedonia. VI – Inscriptions», BSA 23 (1918-1919) 67-97· Touwaide, Α., «Lykos von Makedonien» (13), DNP 7 (1999) 574-575· Vollgraff, W., «Deux inscriptions dΑmphissa», BCH 25 (1901) 221-240· Walbank, F. W., Philipp V of Macedon, Cambridge 21967 (11940)· Wellmann, Μ., «Amyntas» (24), RE I/2 (1894) 2008· στον ίδιο, «Aristogenes» (5), RE II/1 (1895) 932-933· στον ίδιο, «Athryilatos», RE II/2 (1896) 2072· στον ίδιο, «Die Medicin bis in die zweite Hälfte des zweiten Jahrhunderts», στο: Fr. Susemihl, Geschichte der griechischen Litteratur in der Alexandrinerzeit, τ. 1-2, Leipzig 1891-1892 (ανατ.: Hildesheim 1965), τ. 1, σσ. 777-883· στον ίδιο, «Beiträge zur Geschichte der Medizin im Altertum», Hermes 65 (1930) 322-331· Woodhead, A. G., SEG 19 (1963), σσ. 152-1. Woodhead, A. G., SEG 19 (1963), σσ. 152-153, αρ. 440· Woodhead, A. G., «The state health service in Ancient Greece», CHJ 10/3 (1952) 235-253· Ziegler, Κ., «Polykritos» (7), RE XXI/2 (1952) 1760-1761.

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες: Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

100 χρόνια από τη μεγάλη αεροπορική εποποιΐα

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες.
Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

 

Η μεγάλη πρόκληση

Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Billy Hughes διέσχιζε αεροπορικά τη Μάγχη, μεταβαίνοντας από το Λονδίνο στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχει στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης όταν, ένα πρωινό του 1919, εμπνεύστηκε την ιδέα ενός μεγάλου αγώνα από την Ευρώπη με καταληκτικό σημείο την Αυστραλία. Ατενίζοντας τη θάλασσα από ψηλά, συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η αεροπορία ήταν σε θέση να προσφέρει, ως πηγή έμπνευσης, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας την επαύριο της συλλογικής δοκιμασίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Για το σκοπό αυτό διέθεσε ως έπαθλο το ποσό των £10,000 για το πρώτο αυστραλιανό πλήρωμα, που θα κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στο Λονδίνο και το Πορτ Ντάρβιν της Β. Αυστραλίας, χρησιμοποιώντας ένα αεροσκάφος βρετανικής κατασκευής, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της πτήσης δεν θα ξεπερνούσε τις 30 ημέρες.

Το όλο εγχείρημα ενείχε αποτρεπτικούς κινδύνους και δυσκολίες. Παρόλη την εξέλιξη στον τομέα της αεροπορίας χάρη στην πρόσφατη, ακόμα, διεξαγωγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η τεχνολογία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Τα αεροσκάφη ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, σύρμα και ύφασμα, εξοπλισμένα με τα στοιχειώδη, μόνο, όργανα πλοήγησης και με υπαίθριο πιλοτήριο, εκτεθειμένο στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Το δρομολόγιο περιλάμβανε δύσβατες περιοχές (ορεινοί όγκοι, έρημος και πυκνή ζούγκλα μεταξύ άλλων) όπου το μήκος των διαδρόμων προσγείωσης ήταν συχνά εκ των πραγμάτων περιορισμένο.

Αψηφώντας τους κινδύνους, έξι αυστραλιανά πληρώματα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Τα περισσότερα διέθεταν περγαμηνές από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο από αυτά συνετρίβησαν καθ οδόν, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να βρουν τραγικό θάνατο. Άλλα δυο υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική προσγείωση, εγκαταλείποντας τελικά τον αγώνα. Ένα έκτο, εκτός συναγωνισμού, με τον χαρισματικό Γάλλο πιλότο Étienne Poulet, κάτοχο του παγκοσμίου ρεκόρ πτήσης δίχως ενδιάμεση στάση, απογειώθηκε από το Παρίσι με τελικό προορισμό την Μελβούρνη, τρέφοντας την ελπίδα πως θα προφτάσει να προσγειωθεί πρώτο στην Αυστραλία. Καταπονημένο από την όλη προσπάθεια, το αεροσκάφος συγκρούστηκε με έναν αετό, καθώς πετούσε πάνω από τη Βιρμανία, με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και να εγκαταλείψει και αυτό με τη σειρά του τον αγώνα. Από τα έξι πληρώματα, μόνο ένα κατάφερε να προσγειωθεί στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου 1919, εντός των χρονικών ορίων που είχαν θέσει οι διοργανωτές, έπειτα από πτήση 28 ημερών. Κυβερνήτες ήταν οι αδελφοί Ross και Keith Macpherson Smith, χάρη στους οποίους η αεροπορική σύνδεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αυστραλία ήταν πλέον πραγματικότητα. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη μεγάλη εποποιΐα, το γεγονός τιμάται δεόντως (στην Αυστραλία κυρίως) αυτές τις ημέρες με εκθέσεις, δημοσιεύσεις, διαλέξεις, κινηματογραφικές προβολές, τηλεοπτικές παραγωγές, τέλος, με πάσης φύσεως άλλες εκδηλώσεις.

 

Το πλήρωμα

Αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο νεότερος από τους δυο, Ross Smith (1892-1922). Το 1914 είχε καταταγεί εθελοντής στις τάξεις του φημισμένου αυστραλιανού Ελαφρού Ιππικού (Light Horse) και ένα χρόνο αργότερα πολέμησε στην Καλλίπολη. Το 1917 κατετάγη στην αεροπορία, διαπρέποντας στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής. Στο ενεργητικό του είχε 11 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών, για τις οποίες και παρασημοφορήθηκε κατ επανάληψη. Μάλιστα, υπηρέτησε με την ιδιότητα του πιλότου τον T. E. Lawrence (Λώρενς της Αραβίας), ο οποίος, στο βιβλίο του Seven Pillars of Wisdom κάνει συχνά ονομαστική αναφορά σε αυτόν. Ωστόσο, η τύχη δεν χαμογέλασε στον Ross Smith.

Sir Ross Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 6101).

Καταξιωμένος πιλότος πλέον, έχασε τη ζωή του στις 13 Απριλίου 1922, σε ηλικία τριάντα ετών, στο πεδίο δοκιμών του Brooklands της κομητείας Surrey της Νότιας Αγγλίας, ενώ αξιολογούσε τις δυνατότητες και αντοχές ενός αμφιβίου αεροσκάφους τύπου Vickers Viking. Στον θάνατο τον συνόδευσε και ο Jim Bennett, ο ένας εκ των δυο μηχανικών της ιστορικής πτήσης προς την Αυστραλία, που επέβαινε στο ίδιο αεροπλάνο. Η κηδεία του Ross Smith έλαβε χώρα με μεγάλες τιμές στην Αδελαΐδα της Νοτίου Αυστραλίας.

Αδελαΐδα, 15 Μαΐου 1922. Η νεκρική πομπή του Ross Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 37172).

H σταδιοδρομία του Keith Macpherson Smith (1890-1955) στο Αεροπορικό Σώμα υπήρξε χαμηλότερου βεληνεκούς συγκριτικά με εκείνη του μικρότερου αδελφού του. Συγκεκριμένα, σε δυο περιστάσεις κρίθηκε ακατάλληλος για στρατολόγηση για λόγους υγείας. Μετέβη με δικά του έξοδα στην Αγγλία, όπου κατάφερε τελικά να καταταγεί στην αεροπορία το 1917. Στις αρχές του 1918, η μονάδα του (58η μοίρα βομβαρδιστικών) μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με τον αδελφό του, ο Keith Smith ουδέποτε έλαβε το βάπτισμα του πυρός. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως εκπαιδευτής-πυροβολητής εκ νέου στην Αγγλία, όπου παρέμεινε έως τη λήξη του πολέμου. Συνέχισε να εκπαιδεύει πιλότους και πλοηγούς. Στις 5 Νοεμβρίου 1919, μια εβδομάδα, μόλις, πριν από την έναρξη της ιστορικής πτήσης, το όνομα του Keith Smith προστέθηκε στη λίστα των ημιαπασχολούμενων υπαξιωματικών της RAF.

Sir Keith Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/5/10).

Η δόξα ήρθε απότομα στο τέλος του 1919. Για το 1922, ενθαρρυμένος από το επίτευγμα, ο Keith Smith είχε προγραμματίσει έναν γύρο του κόσμου. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όλο σχέδιο έπειτα από την τραγική απώλεια του αδελφού του. Έκτοτε και έως τον θάνατό του το 1955, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ, αφιερώνοντας τη ζωή του στην υπηρεσία της αεροπορίας από διοικητικά αξιώματα. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της εταιρείας Vickers, αντιπρόεδρος της British Commonwealth Pacific Airlines, διευθυντής της Qantas Empire Airways και της Tasman Empire Airways Limited (αμφότερες θυγατρικές της Imperial Airways, με τη σειρά της προδρόμου της σημερινής British Airways).

Από ολόκληρο το πλήρωμα, ο Jim Bennett (1894-1922) ήταν ο μόνος, ο οποίος δεν είχε καταγωγή από τη Νότια Αυστραλία. Είχε γεννηθεί και ζούσε στο St Kilda, προάστιο της Μελβούρνης. Σπούδασε μηχανικός και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Αεροπορικό Σώμα (Australian Flying Corps). Σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο θέατρο της Εγγύς Ανατολής και παρασημοφορήθηκε για τις επιδόσεις του. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών, συμμετείχε ως μηχανικός, στην πρώτη αεροπορική σύνδεση Καΐρου-Καλκούτας, κάτω από ακατάλληλες, ως επί το πλείστον, καιρικές συνθήκες και με πιλότο τον Ross Smith.

James Mallett Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, B 6099).

Τον Ιούλιο του 1919, ο Bennet μετατέθηκε στα βορειοδυτικά σύνορα της Ινδίας, συμμετέχοντας ενεργά σε αναγνωριστικές και επιθετικές αεροπορικές αποστολές κατά τη διάρκεια της σύντομης, πλην όμως βίαιης εκστρατείας στο Αφγανιστάν. Ευρισκόμενος εκεί, πληροφορήθηκε την επικείμενη πτήση των αδελφών Smith προς την Αυστραλία και δίχως δεύτερη σκέψη δήλωσε συμμετοχή. Τον Απρίλιο του 1922 έχασε τη ζωή του σε δοκιμαστική πτήση, επιβαίνοντας στο ίδιο μοιραίο αεροσκάφος με τον φίλο του Ross Smith.

Δεύτερος μηχανικός της ιστορικής πτήσης ήταν ο Walter Shiers (1889-1968). To 1915 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Ελαφρύ Ιππικό και ακολούθησε τη μονάδα του στην Αίγυπτο. Ένα χρόνο αργότερα, μετατέθηκε στην αεροπορία. Το 1917 προήχθη σε μηχανικό Α΄ τάξεως, προφανώς εξαιτίας της προτεραίας παιδείας του σε αυτό τον τομέα. Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1918, συμμετείχε από κοινού με τους Ross Smith και Jim Bennett στην πρώτη αεροπορική σύνδεση του Καΐρου με την Καλκούτα. Έπειτα από την ιστορική πτήση του 1919, συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροπλάνων στο Σίδνεϊ. Το 1929, επιχείρησε να επαναλάβει το κατόρθωμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταξύ Αυστραλίας και Αγγλίας. Το αεροπλάνο υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσγείωση εξαιτίας μηχανικής βλάβης και ενώ πετούσε πάνω από την Ταϋλάνδη, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να εγκαταληφθεί.

Walter Henry Shiers (Πηγή: State Library of South Australia, Β 6100).

Συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροσκαφών. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προΐστατο της υπηρεσίας κατασκευής αλεξιπτώτων. Το 1958, ήταν παρών, ως μοναδικός πλέον επιζών του πληρώματος του 1919, στα εγκαίνια του σχετικού μνημείου στην Αδελαΐδα. Απεβίωσε τον Ιούνιο του 1968, έπειτα από μακρά ασθένεια.

 

Το αεροσκάφος

Το αεροσκάφος τύπου Vimy της εταιρείας Vickers Limited σχεδιάστηκε προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως βομβαρδιστικό. Έλαβε το όνομά του από τη μάχη του Vimy (9-12 Απριλίου 1917), στη βόρεια Γαλλία, με ενεργό συμμετοχή βρετανικών στρατευμάτων προερχομένων από τον Καναδά. Κατά τη δεκαετία του ’20, κατέγραψε πρωτοπόρες επιδόσεις σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων. Τον Ιούνιο του 1919, οι John Alcock and Arthur Brown διέσχισαν για πρώτη φορά στην Ιστορία τον Ατλαντικό Ωκεανό, με ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για το συγκεκριμένο εγχείρημα (είχαν τοποθετηθεί επιπρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, χάρη στις οποίες διευρύνθηκε η ακτίνα αυτοδύναμης πτήσης του αεροπλάνου). Το 1920 οι Pierre van Ryneveld και Quintin Brand επιχείρησαν με αξιοσημείωτη επιτυχία την πρώτη αεροπορική σύνδεση Λονδίνου-Κέηπ Τάουν. Από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, το Vickers Vimy χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και ως επιβατικό αεροσκάφος, έχοντας υποστεί την απαραίτητη μεταποίηση. Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν οι θέσεις των πυροβολητών και μετατράπηκαν κατά περίπτωση σε χώρο για μηχανικούς και επιβάτες. Τόσο σε επίπεδο πολεμικής αεροπορίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής, ο συγκεκριμένος τύπος εξακολουθούσε να διαθέτει δυο ελικοφόρους κινητήρες.

Το αεροσκάφος των αδελφών Smith διατηρήθηκε έπειτα από το πέρας της ιστορικής πτήσης. Το 1953, ξεκίνησε μια ολόκληρη πολεμική σχετικά με την επιλογή του χώρου, που θα το φιλοξενούσε. Το Πολεμικό Μουσείο της Αυστραλίας αρνήθηκε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως το συγκεκριμένο αεροσκάφος δεν είχε αναπτύξει ποτέ στρατιωτική δράση. Ζωηρό ενδιαφέρον για την απόκτησή του εκδήλωσε, αντίθετα, η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας της Αυστραλίας. Αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να φιλοξενηθεί στον υπό κατασκευή, τότε, νέο τερματικό σταθμό του αεροδρομίου της Μελβούρνης ή στον αντίστοιχο του Μπρισμπέϊν. Υπήρξε ακόμη σκέψη ανέγερσης ενός τεχνολογικού μουσείου στην πρωτεύουσα Καμπέρρα.

Το Vickers Vimy με τα διακριτικά G-EAOU και το τετραμελές πλήρωμα. Από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Keith και Ross Smith, ο Walter Shiers και ο Jim Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/8/3).

Τίποτα από τα παραπάνω δεν καρποφόρησε, με αποτέλεσμα η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας να αναγκαστεί, τελικά, να δηλώσει αδυναμία φιλοξενίας του αεροσκάφους. Το 1955, το τελευταίο αποσυναρμολογήθηκε και αποθηκεύθηκε σε υπόστεγο αεροπορικής στρατιωτικής βάσης. Μόλις η είδηση διέρρευσε στον τύπο, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Η Βασιλική Αερολέσχη της Νοτίου Αυστραλίας ενεργοποίησε τη διαδικασία ανέγερσης ειδικού υποστέγου, εντός του οποίου το αεροσκάφος θα εκτίθετο σε δημόσια θέα. Ταυτόχρονα, το κτήριο θα λειτουργούσε και ως μνημείο. Χάρη σε γενναιόδωρες χορηγίες (μεταξύ των οποίων και εκείνη της Vickers Corporation) συμπληρώθηκε το απαιτούμενο ποσό. Η Αερολέσχη ήρθε σε συμφωνία με τις αρχές της Νοτίου Αυστραλίας, οι οποίες παραχώρησαν ειδικό χώρο στο νέο αεροδρόμιο της Αδελαΐδας. Τα έργα κατασκευής του υποστέγου ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1957.

Στο μεταξύ, το αεροσκάφος υπέστη εκτεταμένες ζημιές από φωτιά, η οποία ξέσπασε από άγνωστους λόγους κατά τη μεταφορά οδικώς από την Καμπέρρα προς την Αδελαΐδα. Συγκεκριμένα, καταστράφηκαν ολοσχερώς το άνω φτερό, οι προπέλες και ο ένας από τους δυο κινητήρες. Ωστόσο, η άτρακτος και το κάτω φτερό είχαν παραμείνει άθικτα. Το κόστος της αποκατάστασης ανήλθε στο ποσό των £2,000. Τα εγκαίνια του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου 1958, παρουσία ενός πλήθους 40.000 ατόμων. Από το πλήρωμα της ιστορικής πτήσης παρών ήταν ο μοναδικός επιζών, ο μηχανικός Walter Shiers.

Παρά ταύτα, η οδύσσεια του αεροσκάφους δεν σταμάτησε τότε. Με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε πως ήταν ευάλωτο στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου (το υπόστεγο διέθετε μεγάλες επιφάνειες από γυαλί, ούτως ώστε το έκθεμα μπορεί να διακρίνεται απέξω). Μια νέα αποκατάσταση και συντήρηση σε βάθος πραγματοποιήθηκε το 1981. Διήρκεσε επί πέντε μήνες. Σήμερα, το μνημείο εξακολουθεί να είναι επισκέψιμο, η δε συχνότητα αγγίζει διαστάσεις δημοσίου προσκυνήματος.

Το μνημείο στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Το Vickers Vimy έπειτα από τον δεύτερο γύρο των έργων αποκατάστασης.

 

O αγώνας

Η πρώτη απογείωση (εκτός συναγωνισμού) με προορισμό την Αυστραλία έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 1919 από το αεροδρόμιο Villa Coublay, στα περίχωρα του Παρισιού. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο Étienne Poulet. Στις 9 Δεκεμβρίου εγκατέλειψε τον αγώνα λόγω μηχανικής βλάβης. Στις 21 Οκτωβρίου απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Hounslow του Λονδίνου ένα δεύτερο αεροσκάφος (George Campbell Matthews). Στις 17 Απριλίου 1920 κατέπεσε στο Μπάλι, δίχως, ευτυχώς, ανθρώπινες απώλειες. Τρίτη, κατά σειρά, απογείωση, πάντοτε από το Hounslow ήταν εκείνη του Vickers Vimy των αδελφών Smith, νικήτρια του αγώνα, στις 12 Νοεμβρίου 1919. Έφτασε στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου έπειτα από 27 ημέρες και 20 ώρες. Η πτήση περιγράφεται αναλυτικότερα παρακάτω. Την επομένη, 13 Νοεμβρίου, απογειώθηκε το τέταρτο αεροσκάφος (Roger Douglas). Σχεδόν αμέσως συνετρίβη στο έδαφος, με αποτέλεσμα το διμελές πλήρωμα να βρει τραγικό θάνατο. Στις 21 Νοεμβρίου, ξεκίνησε η πέμπτη πτήση (Valdemar Rendle). Στις 8 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στον κόλπο της Σούδας, στην Κρήτη, εξαιτίας μηχανικής βλάβης, δίχως ανθρώπινες απώλειες. Η τύχη δεν χαμογέλασε στους έκτους διαγωνιζόμενους (Cedric Ernest Howell). Έχοντας απογειωθεί από το Hounslow στις 4 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στη θάλασσα τέσσερις μέρες αργότερα στα ανοικτά της Κέρκυρας. Το διμελές πλήρωμα έχασε τη ζωή του. Στις 8 Ιανουαρίου 1920, ήταν η σειρά του εβδόμου διαγωνιζομένου (Raymond Parer) και ενώ ο αγώνας είχε ήδη κερδηθεί από τους αδελφούς Smith. Η πτήση έφτασε στον προορισμό της έπειτα από επτά (!) μήνες, στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους. Τέλος, αποκλείστηκε για προληπτικούς λόγους η συμμετοχή του Bert Hinkler, ο οποίος φιλοδοξούσε να καλύψει ολομόναχος την τεράστια διαδρομή.

Η διαδρομή και οι επιδόσεις των διαγωνιζομένων.

Το Vickers Vimy των αδελφών Smith απογειώθηκε από το Hounslow το πρωί της 12ης Νοεμβρίου 1919, εν μέσω ομίχλης. Στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους ήταν εγκατεστημένο το πιλοτήριο, με τον κυβερνήτη (Ross Smith) και τον πλοηγό (Keith Smith). Στο πίσω μέρος, υπήρχε ένας δεύτερος χώρος (πρώην θέση πυροβολητών), όπου εγκαταστάθηκαν οι δυο μηχανικοί. Πρώτος σταθμός ήταν η πόλη Λυών της Γαλλίας. Η πυκνή νέφωση παρεμπόδιζε τον ακριβή εντοπισμό. Επωφελούμενος από ένα άνοιγμα, ο Ross Smith κατάφερε να κατεβεί κάτω από τα σύννεφα και να αποκτήσει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης.

Ross Smith flight from London to Australia: London take-off (Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Ως δεύτερος σταθμός είχε προγραμματιστεί η Ρώμη. Ωστόσο, η χρονική καθυστέρηση λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών υπεράνω των Άλπεων, κατέστησε σαφές στο πλήρωμα ότι ήταν αδύνατη η άφιξη στην ιταλική πρωτεύουσα υπό το φως της ημέρας. Κατά συνέπεια, προκρίθηκε η Πίζα, για λόγους ασφαλείας. Όταν, το επόμενο πρωί, το τετραμελές πλήρωμα επέστρεψε στο αεροδρόμιο, βρήκε το αεροσκάφος βουτηγμένο μέσα σε μια λίμνη από λάσπη, εξαιτίας της ισχυρής βροχόπτωσης, που είχε προηγηθεί. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες απεγκλωβισμού, με τη βοήθεια πολλών εθελοντών, δεν κατέστη δυνατή η απογείωση την ημέρα εκείνη.

Πανοραμική άποψη των Άλπεων (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/12B).

Την επομένη, με τον καιρό αισθητά βελτιωμένο, χρειάστηκαν αρκετές ώρες έως ότου το αεροσκάφος καταφέρει, τελικά, να απεγκλωβιστεί. Λίγο μετά από την απογείωση, διαπιστώθηκε απώλεια λαδιού, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αναγκαστική προσγείωση στην κωμόπολη Venturina, στις ακτές της Τοσκάνης. Η αποκατάσταση της βλάβης υπήρξε ταχύτατη και το Vickers Vimy συνέχισε απρόσκοπτα την πτήση του μέχρι τον επόμενο σταθμό, τη Ρώμη. Σειρά είχε, κατόπιν, η διάβαση των Απεννίνων Ορέων με κακό καιρό, μέχρι το λιμάνι του Τάραντα. Ο Ross Smith αναγκάστηκε να πετάξει σε χαμηλό ύψος, κάτω από τα σύννεφα, προκειμένου να έχει συνεχώς ελεύθερο οπτικό πεδίο. Για το σκοπό αυτό, ακολούθησε τις κοιλάδες, έστω και αν μια επιλογή αυτού του είδους διέθετε, εκ των πραγμάτων, υψηλό δείκτη κινδύνου συντριβής στους πέριξ ορεινούς όγκους. Κάτι τέτοιο κόντεψε να συμβεί στην επόμενη διαδρομή (Τάραντας-Κρήτη) κατά μήκος των δυτικών ακτών της Ελλάδας. Πετώντας σε χαμηλό ύψος και με ισχυρή βροχόπτωση, η οποία περιόριζε την ορατότητα, το Vickers-Vimy λίγο έλειψε να συντριβεί σε ένα βραχώδες νησί (ο Ross Smith, στο ημερολόγιό του, δεν προσδιορίζει για ποιο ακριβώς επρόκειτο). Στις 18 Νοεμβρίου, το αεροσκάφος απογειώθηκε από τον κόλπο της Σούδας με προορισμό το Κάϊρο, όπου έφτασε έπειτα από μια πτήση δίχως προβλήματα.

Η άφιξη στη Ρώμη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/11A).

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου είχε προγραμματιστεί μια πολυήμερη ανάπαυλα, για την ανάπαυση του πληρώματος και τον έλεγχο και συντήρηση του αεροσκάφους. Ωστόσο, την επομένη κιόλας ημέρα, 19 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy ξεκίνησε με προορισμό την Δαμασκό. Ο λόγος της επίσπευσης υπήρξε η είδηση πως ο Étienne Poulet βρισκόταν ήδη στην Ινδία. Ο έμπειρος Γάλλος πιλότος, πετούσε εκτός συναγωνισμού, εφόσον δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, τις οποίες είχαν θέσει οι διοργανωτές του αγώνα. Δεν ήταν αυστραλιανής καταγωγής, είχε απογειωθεί από το Παρίσι κι όχι από το Λονδίνο, τέλος, πετούσε με ένα γαλλικό μοντέλο (Caudron G-4). Δεν έπαυε, ωστόσο, να θεωρείται ο επικρατέστερος για την πρώτη, στην Ιστορία, κάλυψη της διαδρομής Ευρώπης-Αυστραλίας. Στις 20 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy απογειώθηκε από την Δαμασκό για την Βαγδάτη. Περί τα 110 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης, έχοντας καθυστερήσει εξαιτίας αντίθετων ισχυρών ανέμων, προσγειώθηκε στο στρατόπεδο του 10ου Συντάγματος Ινδών Λογχοφόρων, στην κωμόπολη Ραμάντι του Ιράκ. Για την απογείωση την επομένη, χρειάστηκε η συνδρομή 50 ανδρών πάντοτε εξαιτίας των ισχυρών ανέμων. Έχοντας ανεφοδιαστεί επαρκώς σε καύσιμα, το αεροσκάφος προσπέρασε τη Βαγδάτη και κατευθύνθηκε προς την Βασόρα, όπου το πλήρωμα διανυκτέρευσε. Οι πτήσεις υπεράνω του Περσικού προς το Καράτσι και από εκεί προς την Ινδία, πραγματοποιήθηκαν δίχως προβλήματα.

Οι Πυραμίδες της Γκίζας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/13A).

Ευρισκόμενοι στη Βομβάη, οι αδελφοί Smith πληροφορήθηκαν πως ο Poulet προπορευόταν με διαφορά μόλις μιας ημέρας, έχοντας προσγειωθεί στο Δελχί. Από το σημείο εκείνο και πέρα, ξεκίνησε ένας ανελέητος αγώνας δρόμου ανάμεσα στα δυο πληρώματα. Ο Γάλλος απογειώθηκε από το Δελχί λίγες ώρες μόνο προτού φτάσει εκεί το Vickers Vimy. Το ίδιο ακριβώς συνέβη όταν, μια ημέρα αργότερα έφτασαν στο Αλλαχαμπάντ και, αργότερα, στην Καλκούτα. Ο Poulet προηγείτο συστηματικά κατά μια ημέρα. Οι Αυστραλοί κατόρθωσαν να τον προσπεράσουν στις 27 Νοεμβρίου, πάνω από τη Βιρμανία. Τα δυο πληρώματα συναντήθηκαν στο έδαφος στη Ρανγκούν. Γνωρίζοντας πλέον ότι είχε ηττηθεί, ο Poulet δέχτηκε να απογειωθεί, τιμής ένεκεν, την επόμενη ημέρα, ταυτόχρονα με το Vickers Vimy. Λίγο αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά τον αγώνα.

Το Taj Mahal σε λήψη από αέρος (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/20C).

Έχοντας, πλέον, απαλλαγεί από την έγνοια του Γάλλου, οι αδελφοί Smith ξεκίνησαν τη διαδρομή εκείνη, η οποία έμελλε να αποδειχθεί η δυσκολότερη όλων. Επρόκειτο για το τμήμα Ρανγκούν-Μπανγκόκ, πάνω από βουνοκορφές με υψόμετρο 2.133 μέτρων (7.000 πόδια), με χαμηλή νέφωση, η οποία επέτρεπε να πετάξει κανείς σε ύψος μόλις 1.220 μέτρων (4.000 πόδια), εφόσον επιδίωκε ασφαλή ορατότητα. Ο Ross Smith επανέλαβε ό,τι είχε πράξει σε προγενέστερο στάδιο: ακολούθησε την χάραξη των κοιλάδων. Γρήγορα, ωστόσο, διαπίστωσε πως οι στενωποί ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες και αποφάσισε να ανεβεί σε ύψος 2.750 μέτρων (9.000 πόδια) και αργότερα 3.350 μέτρων (11.000 πόδια). Ακόμα και τότε, το Vickers Vimy εξακολουθούσε την πορεία του μέσα στα σύννεφα. Πετώντας στα τυφλά κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ψύχους και έλλειψης επαρκούς οξυγόνου ένεκα υψομέτρου, o Ross Smith, ακολουθώντας τους υπολογισμούς του πλοηγού αδελφού του, επιχείρησε μια κάθοδο στα 7.000 και ακολούθως στα 4.000 πόδια. Όλες οι εκτιμήσεις συνηγορούσαν ως προς το ότι το Vickers Vimy είχε αφήσει, πλέον, πίσω του την επικίνδυνη οροσειρά. Πράγματι, όταν αποκαταστάθηκε η ορατότητα, το πλήρωμα διαπίστωσε με ανακούφιση ότι πετούσε πάνω από πεδινή περιοχή.

Το σχέδιο προέβλεπε εν συνεχεία απευθείας κάλυψη της διαδρομής Μπανγκόκ-Σιγκαπούρης στις 2 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το πρώτο σκέλος καλύφθηκε εν μέσω ισχυρής βροχόπτωσης, η οποία ανάγκασε τους αδελφούς Smith σε συνεχή εναλλαγή, μεταξύ τους, της διακυβέρνησης του αεροσκάφους. Κατόπιν τούτου, επελέγη ως ενδιάμεσος (μη προγραμματισμένος) σταθμός η Σινγκόρα, όπου υπήρχαν επαρκή αποθέματα σε καύσιμα. Προσεγγίζοντας τον διάδρομο προσγείωσης, ο Ross Smith διαπίστωσε πως ο τελευταίος είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής. Στη θέση του είχε κατασκευαστεί πρόχειρα ένας διάδρομος από κορμούς δέντρων. Κατάφερε, τελικά, να προσγειώσει το αεροσκάφος πάνω στους κορμούς, με αποτέλεσμα καταφορά ζημιάς στον πίσω τροχό. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη αφορούσε τα αποθέματα καυσίμων, τα οποία αποδείχτηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες της πτήσης (500 μόνο λίτρα, αντί για τα 500 γαλόνια, που είχαν αρχικά αναφερθεί). Το πλήρωμα εξαναγκάστηκε σε επιπρόσθετη διανυκτέρευση, έως ότου μεταφερθούν επιτόπου καύσιμα από το γειτονικό Πενάγκ. Δυο ημέρες αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στη Σιγκαπούρη, όπου και αποφασίστηκε να αποκατασταθούν οι ζημιές, λόγω καλύτερης τεχνικής υποστήριξης. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, καθώς από το όριο των τριάντα ημερών, το οποίο είχαν θέσει οι οργανωτές ως απαράβατη προθεσμία για τον τερματισμό, απέμεναν μόλις οκτώ. Δυο από αυτές, ήταν απαραίτητο να διατεθούν για τις εργασίες επισκευής. Συνεπώς, το αργότερο εντός έξι ημερών, το αεροσκάφος έπρεπε να έχει φτάσει στο Πορτ Ντάρβιν της Αυστραλίας.

Οι εργασίες επισκευής των ζημιών στη Σιγκαπούρη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/24).

Το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy εγκατέλειψε τη Σιγκαπούρη. Έπειτα από πτήση εννέα ωρών, προσγειώθηκε στο Καλιτζάτι της Κεντρικής Ιάβας, τη δε επομένη ημέρα στη Σουραμπάγια της Ανατολικής Ιάβας. Εκεί βούλιαξε κυριολεκτικά μέσα στη λάσπη. Χρειάστηκε να χαθούν άλλες 24 ώρες, να επιστρατευθούν 200 κούληδες και να κατασκευαστεί ένας αυτοσχέδιος διάδρομος από καλάμια μπαμπού, προκειμένου να καταφέρει να επανέλθει στους αιθέρες. Στις 9 Δεκεμβρίου έφτασε στο κεντρικό Τιμόρ, τελευταίο σταθμό πριν από τον τελικό προορισμό. Απέμεναν τα 470 μίλια (756 χιλιόμετρα) πάνω από τη Θάλασσα της Αραφούρα, έως τις βόρειες ακτές της Αυστραλίας. Το τελευταίο τμήμα της διαδρομής διήρκησε επί πέντε ώρες άνετης πτήσης. Στις 15.40 μ.μ. της 10ης Δεκεμβρίου 1919, 27 ημέρες και 20 ώρες έπειτα από την απογείωση από το Hounslow, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο Πορτ Ντάρβιν.

H υποδοχή του Vickers Vimy στο Πορτ Ντάρβιν (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/3/3b).

Παραταύτα, η ιστορία δεν τελείωσε εδώ για τους αδελφούς Smith και το υπόλοιπο πλήρωμα. Βεβαίως, το καταληκτικό σημείο του αγώνα ήταν το Πορτ Ντάρβιν και οι ίδιοι ήταν, πλέον, νικητές. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής υπήρχε το σχέδιο μιας πανηγυρικής πτήσης μέχρι την Αδελαΐδα με κυριότερους ενδιάμεσους σταθμούς το Μπρισμπέϊν, το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Με άλλα λόγια, στα ήδη διατρεχθέντα 14.000 μίλια (22.530 χιλιόμετρα) προστέθηκαν άλλα 3.000 μίλια (4.800 χιλιόμετρα). Η υποδοχή υπήρξε ενθουσιώδης σε κάθε στάση.

Ross Smith’s Flight from London to Australia: Approaching Sydney(Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Στις 14 Φεβρουαρίου 1920, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Μάσκοτ του Σίδνεϊ. Επί εννέα ημέρες, το πλήρωμα παρέστη σε εκδηλώσεις, που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του. Στις 25 Φεβρουαρίου, ήταν η σειρά της Μελβούρνης, με 24 ώρες καθυστέρηση ένεκα μηχανικής βλάβης. Οι επίσημες αρχές και το πλήθος (περί τα 50.000 άτομα), που είχαν συγκεντρωθεί την προηγουμένη στο αεροδρόμιο του Φλέμινγκτον, ενημερώθηκαν τηλεγραφικά για την καθυστέρηση. Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Argus: “Flight not completed. Delay at Henty. Great crowd disappointed”. Η άφιξη αμαυρώθηκε από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα εντός του Φλέμινγκτον, που στοίχισε τη ζωή σε ένα δεκάχρονο αγόρι, το οποίο είχε τρέξει να παραστεί στην υποδοχή. Στις 27 Φεβρουαρίου, σε επίσημο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του πληρώματος στο τοπικό Κοινοβούλιο, ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Billy Hughes, επέδωσε στον Ross Smith το χρηματικό βραβείο των £10,000.

Η επίδοση του χρηματικού βραβείου (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/73).

Ο επίλογος της μεγάλης αυτής αεροπορικής εποποιΐας γράφτηκε στις 23 Μαρτίου στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας, ιδιαίτερης πατρίδας τριών εκ των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Το Vickers Vimy προσγειώθηκε εκεί στις 14.12′ μ.μ.ενώπιον ενός ενθουσιώδους πλήθους 20.000 ατόμων. Είχε προηγηθεί πανηγυρική πτήση πάνω από την πόλη, υπό τον ήχο χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών.

23 Μαρτίου 1920, ο επίλογος της οδύσσειας. Η ενθουσιώδης υποδοχή του Vickers Vimy στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 280/1/19/55).

 

Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας

Η συμπλήρωση, τις ημέρες αυτές, 100 ετών από την ιστορική πτήση των αδελφών Smith, προσέφερε το έναυσμα για την οργάνωση ολόκληρης σειράς επετειακών εκδηλώσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η μεγάλη έκθεση, την οποία οργανώνει η Κρατική Βιβλιοθήκη Νοτίου Αυστραλίας στην Αδελαΐδα και πρόκειται να διαρκέσει έως τις 5 Απριλίου 2020.

Άξια μνείας είναι, επίσης, μια εντυπωσιακή τηλεοπτική παραγωγή διάρκειας μιάς ώρας με τίτλο The Greatest Air Race, η οποία πρωτοπροβλήθηκε προ ημερών, από το αυστραλιανό τηλεοπτικό δίκτυο SBS-TV. Την παρουσιάζει ο Αυστραλός αστροναύτης Andy Thomas.

The Greatest Air Race – Trailer

Η εποποιΐα των αδελφών Smith έθεσε τα θεμέλια για την αεροπορική σύνδεση μεταξύ Ευρώπης και Αυστραλίας. Στις 14 Νοεμβρίου 2019, δυο μέρες έπειτα από τη συμπλήρωση 100 ετών από την απογείωση του Vickers Vimy από το αεροδρόμιο του Hounslow, η αεροπορική εταιρεία Qantas προέβη στην πρώτη δοκιμαστική πτήση μεταξύ Λονδίνου και Σίδνεϊ δίχως ενδιάμεσο σταθμό. Στο αεροσκάφος τύπου Boeing 787-9 Dreamliner επέβαιναν 40 επιλεγμένοι από την εταιρεία επιβάτες. Η πτήση προσέλαβε την κωδική ονομασία Double Sunrise Flight καθώς, για πρώτη φορά στην ιστορία των αεροπορικών μεταφορών, επιβάτες ενός αεροσκάφους υπήρξαν μάρτυρες δυο ανατολών του Ηλίου σε μια συνεχόμενη, δίχως ενδιάμεσο σταθμό, πτήση.

The World’s LONGEST Flight – QANTAS London to Sydney

Τον Νοέμβριο του 1919, η πτήση του Vickers-Vimy διήρκεσε 27 ημέρες και 20 ώρες. Εκατό χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, η πτήση Double Sunrise δεν ξεπέρασε τις 19 ώρες και 17′ . Η εξέλιξη της τεχνολογίας μέσα σε χρονικό διάστημα ενός, μόλις, αιώνα.

Οι εναέριες λήψεις, οι οποίες διανθίζουν το παρόν αφιέρωμα τραβήχτηκαν από τον Ross Smith. Δημοσιεύθηκαν σε ειδική έκδοση μεταξύ των ετών 1919-1922. Αντίτυπο της σπάνιας αυτής έκδοσης έχει καταχωριστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Νοτίου Αυστραλίας με κωδικό PRG 18/33/1.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

MacMillan, Peter, The greatest flight: reliving the aerial triumph that changed the world, Atlanta, Georgia, Turner, 1955.
Eustis, Nelson, The Ross Smith air stamp, Melbourne, Hawthorn Press, 1979.
Price, Archibald Grenfell, The skies remember: the story of Ross and Keith Smith, Sydney, Angus and Robertson, 1969.
Howard, Mark J., Ross Smith and Bert Hinkler, Croydon, Vic., Longmans of Australia, 1967.
Smith, Ross Macpherson, 14,000 Miles through the Air, London, Macmillan and Co, Ltd, 1922.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Β΄: Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Β΄:  Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

 

Στην «αιχμαλωσία» της γης, της οικογένειας…

Πάνω από ένα μήνα θα διαρκέσει το ταξίδι του Λευκάδιου Χερν με προορισμό τη Χώρα του «Ανατέλλοντος Ηλίου». Στις 12 Απριλίου του 1890 η συγκίνηση τον πνίγει καθώς αγναντεύει, πλησιάζοντας στη Yokohama, τις ανάερες γραμμές του ιαπωνικού ορίζοντα και τις χιονοσκεπείς κορυφές του μυθικού Φούτζι. τα γαλάζια, διάφανα περιγράμματα, που χάνονται αργοσβήνοντας με μιαν απροσδιόριστη πνευματικότητα, αφήνοντας μόνο τη λεπτή αίσθηση του λυρισμού τους. Aυτή είναι, θα γράψει, και η γοητεία της Ιαπωνίας στο πρώτο της αντίκρισμα, ακαθόριστη και ρευστή, όπως το άρωμα. Πληθωρική ομορφιά που πολιορκεί με τα χρώματα της ανθισμένης κερασιάς και την ακόρεστη ανθοφορία των λωτών το βλέμμα και την ψυχή του. Μέσα του έχει αρχίσει η διεργασία της ψυχικής του αιχμαλωσίας, πολύτιμη πρώτη ύλη, που θα εναποτεθεί  στις σελίδες των βιβλίων του- ξενάγηση στον μαγικό κόσμο της Άπω Ανατολής, διυλισμένη από το λυρικό βίωμα της ενσυναισθητικής επικοινωνίας μαζί της. «Μην παραμελήσεις να καταγράψεις τις πρώτες σου εντυπώσεις  όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Eίναι, ξέρεις, φευγαλέες, ποτέ δεν θα ξανάρθουν, έτσι και ξεθωριάσουν…» τον είχε συμβουλέψει ο μέντοράς του τώρα στην Ιαπωνία, ο Ιαπωνολόγος καθηγητής στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο, Basil Hall Chamberlain1.

Παραδίνεται από την αρχή στην απίστευτη γοητεία και την πράυνση  που ασκεί στον εύθραυστο ψυχισμό του το λεπτό άρωμα της φύσης και των ανθρώπων, που μετουσιώνονται μέσα του σε ποιητικό στοχασμό.

«Αισθάνομαι αδέξιος να περιγράψω την Ιαπωνία», θα εξομολογηθεί στην αγαπημένη φίλη και βιογράφο του Elizabeth Bisland, από τις πρώτες κιόλας επιστολές του, το 1890. «H φύση εδώ δεν είναι βέβαια όπως στους τροπικούς, που είναι τόσο υπέροχη και άγρια και παντοδύναμα όμορφη, ώστε νιώθω, αυτήν ακριβώς τη στιγμή που γράφω, τον ίδιο πόνο στην καρδιά μου με κείνον που ένιωσα φεύγοντας από τη Μαρτινίκα. Πρόκειται για μιαν εξημερωμένη φύση, που αγαπάει τον άνθρωπο και γίνεται όμορφη γι’αυτόν μ’έναν ήσυχο, γκριζογάλαζο τρόπο, σαν τις Γιαπωνέζες, και τα δέντρα μοιάζουν να γνωρίζουν τι λένε οι άνθρωποι γι’αυτά-μοιάζουν να έχουν μικρές ανθρώπινες ψυχές. Ό,τι αγαπώ στην Ιαπωνία είναι οι Ιάπωνες-η φτωχή, απλή ανθρωπιά της χώρας. Είναι θεϊκό. Δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό τον κόσμο που να προσεγγίζει την αφελή, φυσική γοητεία τους. Κανένα βιβλίο απ’όσα έχουν γραφεί μέχρι σήμερα δεν το αντικατοπτρίζει.  Αγαπώ τους θεούς τους, τα έθιμά τους, την ενδυμασία τους, τα τραγούδια τους που μοιάζουν με των πουλιών τα τρεμάμενα τραγούδια, τα σπίτια τους, τις δεισιδαιμονίες τους, τα σφάλματα τους. Και πιστεύω ότι η τέχνη τους είναι τόσο πιο προχωρημένη από τη δική μας, όσο υπερείχε η αρχαία ελληνική τέχνη από τις πρώιμες ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές αναζητήσεις… Είμαστε οι βάρβαροι! Δεν είναι που απλώς κάνω αυτές τις σκέψεις. Είμαι τόσο σίγουρος γι’αυτά όσο και για τον θάνατο. Απλώς θα ήθελα να επανενσαρκωθώ σε κάποιο μικρό ιαπωνικό μωρό, έτσι ώστε να μπορώ να δω και να αισθανθώ τον κόσμο τόσο όμορφα όσο το κάνει ένα ιαπωνικό μυαλό»2.

To όρος Φούτζι, σε φωτογραφία του 1880.

Γι’αυτό προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να «ενδυθεί» ο,τιδήποτε από τον πολιτισμό της χώρας: τη γλώσσα της, που τη βρίσκει εξαιρετικά δύσκολη, ευελπιστεί όμως σε μιαν ακουστική εξοικείωση μαζί της. Τη θρησκεία -μελετά τον Βουδισμό και προχωρεί σε θρησκειολογικές συγκρίσεις, όχι μόνον ανάμεσα στον Βουδισμό και τον Σιντοϊσμό αλλά και στη σύγκρισή τους με τον Χριστιανισμό. Την ιαπωνική τέχνη, την ιδιαίτερη υφή της αισθητικής ως τρόπο ζωής, τον χαρακτήρα των ανθρώπων- βρίσκει ότι είναι οι πιο αξιαγάπητοι στον κόσμο. Όμως η συνεχής φτώχεια δεν του επιτρέπει την απρόσκοπτη βίωση αυτής της ομορφιάς. Το κόστος ζωής στην Ιαπωνία είναι υψηλότερο από της Νέας Υόρκης. Αναζητά μεσολάβηση για κάποια νέα δημοσιογραφική δουλειά στην Αμερική, καθώς έχει διαλύσει τη σχέση του με τους Harper’s: «Με εξουθένωσαν. Τα εισοδήματά μου τα τρία τελευταία χρόνια μόλις και έφταναν τα πεντακόσια δολάρια το χρόνο κατά μέσον όρο…», γράφει στην Elizabeth Bisland. Και της αποκαλύπτει την ψυχική και ηθική προπάντων εξουθένωση που η κατάσταση αυτή του δημιουργεί. « Είμαι τόσο κουρασμένος από τη σκληρή πίεση στην οποία υποβάλλομαι, από την αδιαφορία και την πείνα. Και από το να δέχομαι ηθική ταπείνωση, κατάσταση πολύ χειρότερη από το κρύο και την πείνα…»3

Με τη μεσολάβηση του Basil Hall Chamberlain ο Λευκάδιος Χερν θα μετακινηθεί μαζί με τον διερμηνέα του Akira Manabe (τον είχε γνωρίσει σε επίσκεψή του σε βουδιστικό μοναστήρι), στην πόλη Ματσούε. Εκεί θα συναντηθεί με το πνεύμα της φεουδαρχικής ιαπωνικής κοινωνίας και τις παραδοσιακές αξίες των Σαμουράι. Έχουν παρέλθει 22 χρόνια αφότου η Ιαπωνία έχει περάσει στην εποχή του Μεϊτζί (1868)4 και παρά το άνοιγμα προς τη Δύση και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού –βιομηχανικού, κοινωνικού, πολιτισμικού- εντούτοις οι αξίες και οι παραδόσεις του ιαπωνικού λαού εξακολουθούν να προσδιορίζουν τα ήθη των ανθρώπων και να διαχέονται στην καθημερινή τους ζωή μ’ένα μοναδικά λεπταίσθητο τρόπο-αυτόν που έκαμε τον Λευκάδιο Χερν να αισθανθεί βαθιά μέσα του και, ως φορέας του δυτικού πολιτισμού, να αναφωνήσει: «Είμαστε οι βάρβαροι!»

Σ’αυτή τη φάση ωστόσο της ιαπωνικής μετάβασης, υπάρχει μεγάλη ανάγκη επικοινωνίας με την αγγλική γλώσσα, γεγονός που θα του εξασφαλίσει δουλειά ως δασκάλου της αγγλικής γλώσσας σε δευτεροβάθμια σχολεία- αργότερα και στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Oι έφηβοι μαθητές του θα τον αντιμετωπίσουν με ευγένεια, που θα μετατραπεί σε αγάπη καθώς –σε αντίθεση με προηγούμενους δασκάλους τους ιεραποστόλους-ο Λευκάδιος θα περιβάλει με ιδιαίτερη συγκίνηση και σεβασμό τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, τα ήθη και έθιμα, τους μύθους και τις καθημερινές τους συνήθειες. Ατέλειωτες διαδρομές στην πόλη μετά το μάθημα, εξερευνώντας ανθρώπους και πράγματα, ο,τιδήποτε πρόσφερε ως ζητούμενο η περιέργεια και η εθνογραφική του ευαισθησία, η ανθρωπιστική του φύση, τον έκαναν ενσυναισθητικό αποδέκτη ενός κόσμου εύοσμου, που χωρίς προσπάθεια γινόταν ο δικός του ποιητικός κόσμος.

Είναι ωστόσο τόσο διαφορετική η φύση όλων των πραγμάτων εκεί ώστε ο ευρωπαίος άνθρωπος φαντάζει ως κάτι το ανοίκειο και περίεργο. Χαρακτηριστική η σκηνή που αφηγείται σε επιστολή του προς τον Basil Chamberlain, τον Σεπτέμβρη του 1890 από το Ματσούε: «Στο δρόμο εδώ σταμάτησα σε ένα πολύ πρωτόγονο χωριό όπου υπάρχουν ηφαιστειακές πηγές και σχεδόν κάθε σπίτι έχει μια «φυσική μπανιέρα» πάντα ζεστή και φρέσκια. Και ο καλός γέρος στο σπίτι του οποίου σταμάτησα είπε ότι μόνο μια φορά σε όλη του τη ζωή είδε Ευρωπαίο – αλλά δεν ήξερε αν ο Ευρωπαίος ήταν άντρας ή γυναίκα. Ο Ευρωπαίος είχε πολύ μακριά μαλλιά, με περίεργο χρώμα, φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, που έφτανε μέχρι κάτω στα πόδια του και οι τρόποι του ήταν ήσυχοι και ευγενικοί. Ανακάλυψα αργότερα ότι ήταν νορβηγίδα ιεραπόστολος, που είχε το θάρρος να ταξιδεύει μόνη». Και σε λίγο μεταγενέστερη επιστολή του (Ιανουάριος 1892) προς τον Ellwood Hendrick, αναφέρει ότι όταν έδειξε φωτογραφίες διακεκριμένων ξένων στη γυναίκα του και στα κορίτσια του σπιτιού, είπαν πως θα πέθαιναν από τον φόβο τους αν συναντούσαν τέτοιους ανθρώπους στον δρόμο. «Τα αμερικανικά και τα αγγλικά πρόσωπα – τα βαθιά τους μάτια – τρομοκρατούν τους απλούς, ανεπιτήδευτους Ιάπωνες. Τα παιδιά κλαίνε από φόβο στη θέα ενός ξένου» 5.

Αυτή η διαφορετικότητα του Ιάπωνα ανθρώπου και της ιαπωνικής φύσης, η ενσωματωμένη ποίηση σε κάθε κίνηση, σε κάθε χειρονομία, όλα τα φανερά και τα κεκρυμμένα που ερευνά ανήσυχα και αυθεντικά ο Λευκάδιος Χερν, είναι η ουσία της φυσικής και ανθρώπινης οντολογίας που τον αιχμαλωτίζουν και τον κάνουν να θεωρεί τον εαυτό του «προδότη»: της ευρωπαϊκής πολιτισμικής μήτρας από την οποία κατάγεται.

Τίποτα όμως στη ζωή του Λευκάδιου δεν είναι εύκολο. Ο χειμώνας στο Ματσούε είναι βαρύς, το χιόνι πυκνό, οι άνεμοι πνέουν δυνατοί και ο ίδιος φοβάται πως αν έρθουν κι άλλοι τέτοιοι χειμώνες «θα τον βάλουν κάτω από τη γη». Και τότε, ο συνάδελφός του στο σχολείο, Sentaro Nishida, δάσκαλος της Αγγλικής επίσης, του κάνει πρόταση να παντρευτεί. Και του προτείνει την Setsu (Setsuko) Koizumi (1868-1932),  μια νέα γυναίκα, από παλιά- εκπεσμένη οικονομικά- οικογένεια σαμουράι. Σχεδόν είκοσι χρόνια τους χωρίζουν, εκείνη 22, ο Λευκάδιος 40. Προκειμένου ωστόσο να τελεστεί ο γάμος, και σύμφωνα με τις ιαπωνικές παραδόσεις, ο Λευκάδιος θα πρέπει να υιοθετηθεί από την οικογένεια και να γίνει ένας πολίτης της Ιαπωνίας. Τον Γενάρη του 1891, ο Λευκάδιος και η Setsu,  θα τελέσουν τη γαμήλια τελετή ενώπιον των μελών της οικογένειας και φίλων του Λευκάδιου στο Ματσούε. Με τον γάμο του θα γνωρίσει επιτέλους τη θαλπωρή μιας οικογένειας, αν και η σχέση του με τη Setsu δεν θα του εμπνεύσει τον δυνατό έρωτα, αλλά την ομορφιά της συντροφικότητας και την πληρότητα της οικογενειακής ζωής, που τόσο ήθελε και τόσο δραματικά είχε στερηθεί. Κι ακόμα την πολύτιμη συνοδοιπορία στις επίμονες αναζητήσεις του της ψυχής του ιαπωνικού λαού μέσα από τις αφηγήσεις της των λαϊκών μύθων και των παραδόσεων της ‘Απω Ανατολής, των ηθών και της φυσιογνωμίας του πολιτισμού της.

Πέντε χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1896, κι ενώ πλέον η καθημερινότητα της ιαπωνικής οικογενειακής και δημόσιας ζωής είναι βίωμά του, που ευχάριστα και φιλοσοφημένα το εγκαθιστά στην ψυχή του, θα γίνει και επίσημα ένας πολίτης της Ιαπωνίας, αλλάζοντας και το -ευρωπαϊκό-όνομά του, σε Υakumo, (Οκτώ σύννεφα), δανεισμένο από την πρώτη λέξη του πιο αρχαίου σωζόμενου ποιήματος της ιαπωνικής γλώσσας. Και Koizumi (Το μέρος που γεννιούνται τα σύννεφα), από το επώνυμο της γυναίκας του. Είναι πια αποφασισμένος να ζήσει στη χώρα αυτή για πάντα, γιατί, καθώς γράφει στον Chamberlain: «Oι Ιάπωνες είναι ακόμα οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο για να ζήσεις ανάμεσά τους-επομένως γιατί να επιθυμώ να ζήσω οπουδήποτε αλλού; Κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να με αγαπήσει περισσότερο απ’αυτούς που τώρα με αγαπούν. κι αυτό είναι η πιο πολύτιμη σκέψη στη ζωή, δίπλα από την απλή δυνατότητα να υπάρχεις» 6.

Ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιός τους Καζούο.

Στιγμές ευτυχίας και μέθης: η οικογενειακή ζωή-και κυρίως η γέννηση του πρώτου αγοριού, του Καζούο (1893-1965). H γέννηση του πρώτου του παιδιού τον γεμίζει ευτυχία και περηφάνια αλλά και αγωνία και φόβους για το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνει απέναντί του. Θα εξομολογηθεί στον παλιό του φίλο Henry Watkin σε επιστολή του από το Ματσούε: « Έχω ένα γιο. Είναι το βασανιστήριο και η περηφάνια μου. Δεν μοιάζει σε μένα, ούτε στη μάνα του.  Έχει καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια και είναι υπερβολικά δυνατός-το παλιό γοτθικό αίμα υπερίσχυσε. Είμαι βέβαια πολύ ανήσυχος γι’αυτόν.  Δεν μπορεί να γίνει ένας Γιαπωνέζος-η ψυχή του είναι ολόκληρη αγγλική. Και τα μάτια του. Πρέπει να τον σπουδάσω στο εξωτερικό. Το κεφάλι του όλο πάνω από τ’αυτιά του-υπόσχεται ότι θα είναι έξυπνος. Δεν πρόκειται ποτέ να κάμω άλλο παιδί. Αισθάνομαι πολύ τρομαχτική την ευθύνη…»7

Lafcadio Hearn’s Old Residence in Matsue

Με τη σκευή του εθνογράφου-λαογράφου…

Η ενασχόληση του Λευκάδιου με τη συγγραφή, έπειτα από πολυσχιδή έρευνα της πραγματικότητας με όλους τους τρόπους και τις μεθόδους που η σύγχρονη εθνογραφική έρευνα αξιοποιεί, από την παρατήρηση μέχρι την επιτόπια έρευνα και την προφορική μαρτυρία, θα είναι η δεύτερη πηγή ευτυχισμένων ημερών στην ιαπωνική φάση της ζωής του. Η φύση του, βαθιά στοχαστική, τον εξαναγκάζει σε σκέψεις βασανιστικές, τόσο για το μέλλον της οικογένειάς του-ένα μοναδικό ιδανικό βίωμα-, όσο και για το μέλλον του κόσμου, που τον βλέπει να οδεύει προς μιαν απάνθρωπη, στερούμενη ηθικής,  εξέλιξη. Ακόμα και οι επιστολές του είναι δοκίμια ηθικής φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, λαογραφίας, λογοτεχνικής κριτικής και κοινωνιολογικών αναλύσεων, που θεωρούν συγκριτικά με το παρελθόν την επερχόμενη πραγματικότητα. Ενώ κατάλοιπα αυτής της αυθεντικότητας αναγνωρίζει μόνο στις αγροτικές κοινωνίες. Σε επιστολή του προς τον Ellwood Hendrick, τον Αύγουστο του 1893, θα επισημάνει την έννοια του νόθου, του κίβδηλου, όπως εκπηγάζει από τις εμπειρίες της σύγχρονής του βιομηχανίας και του εμπορίου σε σχέση με την έννοια της γνησιότητας, όπως τη ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι. Και περνώντας από το εμπόριο και τη βιομηχανία, θα μιλήσει για το ψεύτικο, το κίβδηλο στο πεδίο της ηθικής. «Αντικαθιστούμε το πραγματικό με τo πλαστό.  Είναι πολύ λυπηρό… Aλλά παρ’όλα αυτά το ψεύτικο φαίνεται καλά να προχωρεί. …Για παράδειγμα η απόλυτη αλήθεια παρεμποδίστηκε από τις επιχειρήσεις, η απόλυτη αγάπη έγινε ενοχλητική, καταλάμβανε υπερβολικό χώρο… Ακριβώς όπως είμαστε πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα του αμιγούς χρώματος έτσι έχουμε γίνει πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα της γνήσιας αγάπης… Έτσι, επίσης, αρχίζουμε να θεωρούμε χυδαίους τους ανθρώπους που έχουν την τάση να ζουν με απλά συναισθήματα… Η υπάρχουσα ζωή είναι πολύ περίπλοκη για καθαρά συναισθήματα. Θέλουμε μικτούς τόνους, με ιδιαίτερη γεύση και χρώμα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πρωταρχικές πηγές της ζωής ξεχνιούνται. Η αγάπη, η τιμή, ο ιδεαλισμός, κλπ., Αυτά δεν μπορούν πλέον να είναι υπέρτατα ή ενδιαφέροντα κίνητρα. Παρεμβαίνουν με πιο σοβαρές ανάγκες και με την απόλαυση. Έχουμε πρώτα να μάθουμε πώς να ζούμε μέσα στο ρολόι των οχτώ ημερών της σύγχρονης ζωής χωρίς να παγιδευτούμε στα γρανάζια του…» Κι αφού καταλήξει στην ανήσυχη σκέψη ότι ο σύγχρονός του άνθρωπος δεν θεωρεί ως τη σοβαρότερη αναγκαιότητα την ηθική πλευρά της ζωής του, αλλά πρέπει να παίξει μ’αυτήν όπως με μια εταίρα, αναρωτιέται με αγωνία: «Και είναι αυτό πρόοδος με μια σταθερή έννοια ή νοσηρότητα στην εξέλιξη;»8

Η έντονη διανοητική του δραστηριότητα θα δώσει το πρώτο σημαντικό του βιβλίο κατά την παραμονή του στο Ματσούε, το οποίο θα εκδοθεί στην Αμερική το 1894, με τίτλο: Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία (Glimpses of unfamiliar Japan). Ήδη ο Χερν έχει μετακινηθεί, εξαιτίας της ευάλωτης υγείας του, από τον βορά προς τον ιαπωνικό νότο, στην πόλη Κουμαμότο, όπου και πάλι ως δάσκαλος της αγγλικής θα παραμείνει για τρία χρόνια. Εκεί θα συνθέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο Από την Ανατολή (Οut of the East), το οποίο πάλι θα εκδοθεί και θα κυκλοφορήσει στην Αμερική, ενώ ο ίδιος μετακομίζει ξανά, για λόγους υγείας, στο νότιο τμήμα του νησιού Χόνσου, στην πόλη Κόμπε. Εκεί θ’αρχίσει πάλι τη δημοσιογραφική του συνεργασία με την αγγλόφωνη έκδοση της τοπικής ιαπωνικής εφημερίδας  Japan Chronicle, με μηνιαίο μισθό 100 γιεν. Τα θέματα των άρθρων του είναι επιθέσεις εναντίον των ιεραποστολών, αλλά και ποικίλα ζητήματα σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού: Το πρόβλημα της εργασίας στην Αμερική, Η μετανάστευση των Ιαπώνων στις Δυτικές Ινδίες, Είναι οι Άγγλοι άγγελοι; Πατριωτισμός και εκπαίδευση και θέματα σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα στο Κόμπε και τις νέες αστικές κατηγορίες που αναδύονται. Ταυτόχρονα θα εκδώσει το τρίτο βιβλίο του για την Ιαπωνία, που φέρει τον ιαπωνικό τίτλο: ΚοκορόΥπαινιγμοί και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής (Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life), 1896. Στα κείμενα αυτής της συλλογής ανατέμνει την εσώτερη πνευματική ζωή των Ιαπώνων, την «καρδιά», σύμφωνα με τον τίτλο, το πνεύμα του λαού με τον τόσο ιδιαίτερο πολιτισμό.                              

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διδάσκοντας και γράφοντας…

Τον Δεκέμβρη του 1895 ο Λευκάδιος μαζί με την οικογένειά του θα εγκατασταθούν στο Τόκυο, όπου με τις συστάσεις καλών φίλων θα του προσφερθεί μια θέση καθηγητή της Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Όμως τα συναισθήματά του είναι αρνητικά απέναντι στο «πιο φριχτό μέρος της Ιαπωνίας», όπου ο εκσυγχρονισμός δεν έχει αφήσει τίποτε από την πνευματική ευγένεια και τον λυρισμό του τόπου. Δρόμοι άσχημοι, λάσπη, κακός καιρός-οι εξωτερικές συνθήκες. Εσωτερική μοναξιά. Η βίωση του στίγματος της διαφορετικότητας. Είναι πολύ έντονες οι αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η διαφορετικότητα προκαλεί την εξώφθαλμη αποδοκιμασία αλλά και τη νοσηρή καχυποψία απέναντι στον ξένο: «Ορισμένοι κύριοι φτύνουν στο έδαφος όταν περνάω… Πριν πάω στο Τόκυο ένιωθα ενστικτωδώς ότι πήγαινα σε έναν κόσμο ίντριγκας, αλλά δεν ήξερα ακριβώς. Το ξένο στοιχείο φαίνεται να ζει σε μια κατάσταση διαρκούς πανικού. Όλοι φοβούνται συνεχώς όλους τους άλλους, φοβούνται να εκφράσουν όχι μόνο τη σκέψη τους, αλλά να μιλάνε για ο,τιδήποτε εκτός από άσχετα θέματα και μάλιστα μόνο σε ένα συγκεκριμένο τυπικό τόνο, που επιβάλλεται από το έθιμο. Συγκεντρώνονται μερικές φορές σε πάρτι και μιλάνε όλοι μαζί δυνατά για τίποτα, όπως οι άνθρωποι με την προσδοκία μιας πιθανής καταστροφής ή σαν τους ανθρώπους που κάνουν θόρυβο για να απομακρύνουν τα φαντάσματα ή τον φόβο των φαντασμάτων… Και εγώ είμαι σαν ψύλλος σε ένα πλυντήριο…»9

Μοναδική του καταφυγή ένα βουδιστικό μοναστήρι, ειδυλλιακό σημείο, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, τα ψηλά δέντρα και τα βουδιστικά αγάλματα. Το μόνο που επιθυμεί, εξομολογείται στη Σέτσου, είναι η επιθυμία του να βρισκόταν ως μοναχός σ’αυτό το μοναστήρι, αφιερωμένος στην απόλυτη πνευματικότητα: της μελέτης του βουδισμού (αναδύεται μέσα του ως υψηλή ανθρωπιστική φιλοσοφία) και της συγγραφής. H Σέτσου, δεν συμμερίζεται την πληγωμένη εσωστρέφεια του Λευκάδιου, αλλά ζει τη χαρά της νέας εμπειρίας, «σαν πουλί που χτίζει τη φωλιά του», θα γράψει ο Λευκάδιος στον Sentaro Nishida, τον Μάιο του 1897.

Η ζωή του στο Πανεπιστήμιο εξισορροπεί κάπως τα πράγματα. Οι συνάδελφοί του συγκρατημένοι αλλά  ευγενικοί. σε κάποιους αναγνωρίζει την εγγύτητα της διανοητικής και ψυχικής συγγένειας. Διδάσκει δώδεκα ώρες-οι φοιτητές του επιλέγουν διαφορετικούς συγγραφείς και έργα ανά τμήμα: Tο έργο του Tennyson Princess και του Μilton τo Paradise Lost. Σε άλλες τάξεις οι φοιτητές παρακολουθούν απλώς διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα της αγγλικής λογοτεχνίας, όπως η λογοτεχνική μπαλάντα-αρχαία και σύγχρονη, η βικτωριανή λογοτεχνία, Ποιήματα για τα έντομα, Ποιήματα για τη νύχτα, κ.λ.π. Από το ετήσιο πρόγραμμα παρελαύνουν οι δημιουργοί του αγγλικού ρομαντισμού William Blake και Samuel Taylor Coleridge, ο Byron, ο William  Wordsworth, ο William Wilkie Collins, η Charlotte Bronte, ο Sir Thomas Browne…

Οι φοιτητές, μετά τις πρώτες αντιδράσεις στην περίεργη ξένη παρουσία του νέου καθηγητή τους, όχι απλώς  τον αποδέχονται, αλλά αισθάνονται ότι τους εμπνέει. Κρατούν σημειώσεις στις παραδόσεις του από τις οποίες αποκτούμε σαφή εικόνα της ευρύτητας των αντικειμένων που δίδασκε και των μεθόδων με τις οποίες προσέγγιζε το διδακτικό του αντικείμενο. Στόχος του ήταν, εκτός από την πραγματολογία των γνωστικών στοιχείων, να μεταγγίσει στους φοιτητές του-με τον τόσο διαφορετικό από του δυτικού ανθρώπου ψυχισμό-, το είδος της συγκίνησης -διανοητικής και συναισθηματικής- που διατρέχει τα μεγάλα έργα της αγγλικής ποίησης και πεζογραφίας. H επήρειά του είναι καταλυτική. Συνάδελφός του διηγείται ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο: «Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην τάξη. Οι πρώτες δύο ή τρεις σειρές των φοιτητών του ήταν όλοι δακρυσμένοι. Δεν ξέρω γιατί συνέβαινε όλο αυτό. Είναι σπάνιο γεγονός για έναν Ιάπωνα να δακρύσει. Aκόμα κι ένας εργάτης αισθάνεται ντροπή γι’αυτό. Και με τους ανθρώπους της ανώτερης τάξης, είναι πολύ περισσότερο χτυπητό απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι στην Αγγλία. Ο Χερν είχε διαβάσει κάποιο πολύ απλό αγγλικό ποίημα. Και να το αποτέλεσμα»9.

Η οικογένεια του αναστατώνει ευχάριστα την ψυχή, αν και μια διαρκής ανασφάλεια και φόβοι -ως ένας επικείμενος θάνατος- δεν του αφήνουν τελικά δρόμο προς την απλή ανθρώπινη ευτυχία. Στο μεταξύ έχει αποχτήσει τρία ακόμα παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι:  τον Ιγουάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962), που θα κληρονομήσει το καλλιτεχνικό ταλέντο του πατέρα του και θ’αναδειχτεί σε καλό ζωγράφο, και τη Σουτζούκο (1903-1944), που θα πεθάνει νέα. Η έντονη πνευματικότητα και η αδιάκοπη διανοητικότητα προσθέτουν στη μελαγχολική του φύση, όμως η αφοσίωση στο έργο του θα παραμένει πάντα το σταθερό κρηπίδωμα της υπαρξιακής του αγωνίας και ταυτόχρονα της εξόδου του απ’αυτή. Μια συγγραφική υπερδραστηριότητα θα διαμορφώσει τη λογοτεχνική του φυσιογνωμία και θα τον καθιερώσει ως τον εθνικό συγγραφέα των Ιαπώνων. Ανασκάπτει κάθε πτυχή της ιαπωνικής ζωής, της ιαπωνικής ψυχής και μένει αιχμάλωτος στη γοητεία του λαϊκού της πολιτισμού, της σκέψης και των ηθών των απλών, λαϊκών ανθρώπων, της ιαπωνικής θρησκείας Σίντο στη συνάντησή της με τον Βουδισμό, στην ιαπωνική τέχνη, το ιαπωνικό χαμόγελο, στις αριστοκρατικές αξίες των σαμουράι10

Κεντρική αρτηρία του Τόκυο στις αρχές του 20ού αι.

To Tόκυο αρχίζει να βαραίνει πια στη ζωή του. Δυσανεκτικός απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης-η δημοσιογραφία και το Πανεπιστήμιο ανήκουν σ’αυτές. Ζωντανεύει ξανά το σύνδρομο του φυγάδα. Προς τα πού; Οι παλιές πατρίδες-Ευρώπη, Αμερική-, άξενες στις φαντασιώσεις της σκέψης του, οικοδομούν ωστόσο το μέλλον του νέου πολιτισμού που έρχεται. Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι για τον Καζούο σκέφτεται το «εξωτερικό» και την προχωρημένη γνώση που μπορεί να του προσφέρει η Αμερική κυρίως.  Αλλά για τον ίδιο πάντα υπάρχουν τα μαγικά, απομακρυσμένα νησιά με τους αθώους παράξενους ανθρώπους, που ζουν ανέμελα και έξω από τον πόλεμο, τον κάθε είδους πόλεμο των «πολιτισμένων». Οι εκθέσεις του Stevenson για τη ζωή του στα νησιά Σαμόα, τα «Νησιά της ευτυχίας», στον Νότιο Ειρηνικό, ξεσηκώνουν ξανά τον ενθουσιασμό του για τον εξωτισμό των «απολίτιστων». Τον καθηλώνει μόνον η βασανιστική υπεύθυνη προσήλωσή του στην οικογένεια, τα ιδεώδη της οποίας είναι μέρος της προσωπικής του ισορροπίας. Η Ιαπωνία -όπως τη ζει στο Τόκυο- έχει αρχίσει να «ενηλικιώνεται» και να χάνει όλη εκείνη την ανόθευτη, παραδοσιακή ποιητική της γοητεία. “Ανήκω στην αρχέγονη δυτική ακτή, όπου ο λόγος είναι πιο τραχύς και οι τρόποι πιο απλοί, που τίποτε μπορεί να μην έχεις να φας, -αλλ’όπου οι αρχαίοι θεοί ζουν ακόμα στις καρδιές…Τι μένει μετά απ’όλα αυτά, ν’αγαπήσεις στην Ιαπωνία, εκτός απ’όσα έχουν χαθεί;11

Γι’αυτή την Ιαπωνία θα μιλήσει και στα υπόλοιπα έργα του, που θα συνθέσει μετά την εγκατάστασή του στο Τόκυο:

Βουδιστικά Σταχυολογήματα: Σπουδές του χεριού και της ψυχής στην Άπω Ανατολή (Gleanings in BuddhaFields: Studies of Hand and Soul in the Far East), 1897.

Εξωτικά και Αναδρομικά (Exotics and Retrospectives), 1898.

Στην Ιαπωνία των Φαντασμάτων (In Ghostly Japan), 1899.

Σκιές (Shadowings), 1900.

Ιαπωνικά Ανάλεκτα (Japanese Miscellany), 1901.

Κοττό: Παράξενα και πολύτιμα της Ιαπωνίας σκεπασμένα με ιστούς αράχνης (Kottó: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs), 1902.

Καϊντάν: Ιστορίες και σπουδές παράξενων πραγμάτων (Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things), 1904.

Ιαπωνία: Μια Απόπειρα Ερμηνείας (Japan: An Attempt at Interpretation), 1904.

«To μονοπάτι του (προς τη ζωή) ήταν η δουλειά του, η δουλειά του ήταν ο δρόμος της ύπαρξής του στον κόσμο, και το γράψιμό του ήταν μια πράξη αυτοκριτικής καθώς επίσης και ένα όργανο για να παρακολουθεί την εξαφάνιση των πραγμάτων», θα σημειώσει ο βιογράφος του Jonathan Cott12.Και ο ίδιος θα εξομολογηθεί στον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβρη του 1898: « Όταν περάσει μια μέρα χωρίς να γράψω, είναι το μαρτύριό μου. Η ψυχαγωγία δεν υπάρχει για μένα, παρά μονάχα μετά το πέρας της δουλειάς μου…»13

Πιστεύω πως η συγγραφή ήταν για τον Λευκάδιο Χερν κάτι περισσότερο, μια πράξη αυθεντικής ζωής, που τον συνέδεε με τις ρίζες της ψυχής του, με τις πηγές ενός ευτοπικού οράματος για τον άνθρωπο, για τον κόσμο. Και χωρίς να βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα, ανέτεμνε τις ουσιαστικές πλευρές της, τις καλές και τις αντίθετες, με το λεκτικό και συναισθηματικό ύφος του δημιουργού που πραΰνει το άσχημο και καθοδηγεί στο καλό. Γι’αυτό οι μέθοδοι που αξιοποιούσε προκειμένου να οδηγηθεί στην αλήθεια του κόσμου που προσέγγιζε, ήταν, εκτός από τις επιστημονικές του έρευνες σε αναγνωστικές και ακαδημαϊκές εμπειρίες, η έντιμη και συναισθηματική επικοινωνία του με λαϊκούς, ανόθευτους ανθρώπους. Τους αναζητούσε και τους εύρισκε παντού, σε κάθε σταθμό της ζωής του. Στη μαρτυρία τους ανίχνευε την ουσία της ανθρωποσύνης, την υπέρτατη μορφή ποίησης. Κι όταν άρχισε να αισθάνεται βαριά πάνω του την κόπωση και την πίεση, ψυχική προπάντων, από τις συνθήκες στο Πανεπιστήμιο και στο εκσυγχρονισμένο Τόκυο, αποθάρρυνε κάθε τυπική επικοινωνία με συναδέλφους, με άλλους συγγραφείς ή αναγνώστες των άρθρων του, και αποδεχόταν μόνο τους «δικούς του» ανθρώπους: πλανόδιους μικροπωλητές, λαϊκούς τραγουδιστές του δρόμου, ταξιδευτές και τεχνίτες-καθέναν που απροσποίητα μπορούσε να εκτυλίξει το περιεχόμενο της ψυχής και της ζωής του γνήσιου ανθρώπου.

Η Σέτσου υπήρξε μία απ’αυτές τις αυθεντικές πηγές της γνωριμίας του με την παράδοση της Ιαπωνίας, με τους μύθους, τις θεότητες, τη θρησκεία, τη ζωή και το θάνατο, όπως τα έπλασαν οι άνθρωποι στη μακρά πορεία ωρίμανσης από τον μύθο στον Λόγο. Aρεσκόταν να την ακούει τα βράδια με χαμηλωμένο το φως της λάμπας να του αφηγείται ιστορίες από τα ακούσματα των παιδικών της χρόνων. Χρόνια μετά, η Σέτσου θυμάται: «Ο Χερν έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρόμο. Εγώ φυσικά έδινα έμφαση στα πιο συναρπαστικά μέρη των διηγήσεων, όταν τον έβλεπα τόσο συγκινημένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε σαν στοιχειωμένο. Συχνά έβλεπα φριχτά όνειρα και εφιάλτες. Ο Χερν έλεγε τότε: «Θα σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε για τέτοια πράγματα… Κι έτσι κάναμε. Ήταν όμως ευχαριστημένος όταν του έλεγα μια ιστορία που του άρεσε»14.

H ιστορία του Mimi-Nashi-Hoichi. Συμπεριλαμβάνεται στο έργο In Ghostly Japan.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός της εμπειρικής χρήσης από τον Χερν των μεθόδων της λαογραφικής και ανθρωπολογικής έρευνας και η διαισθητική προσαρμογή του σ’αυτές. Καθώς συνεχίζει η Σέτσου, όταν αντί να του αφηγείται μια ιστορία, τη διάβαζε από ένα βιβλίο, ο Χερν τη διέκοπτε και της ζητούσε να την αφηγηθεί με τα δικά της λόγια, με τον δικό της τρόπο-όλα περασμένα μέσα από τη δική της σκέψη. Κι όταν έφτανε σε ένα ενδιαφέρον σημείο, η έκφραση του προσώπου του άλλαζε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Και κάποτε, παρασυρμένοι σαν τα παιδιά, από την ένταση της ιστορίας, θεατροποιούσαν το δρώμενο: «Ενώ δουλεύαμε πάνω στην ιστορία του MimiNashiHoichi, έπεσε η νύχτα, αλλά δεν ανάψαμε λάμπα. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο και τον κάλεσα με μια σιγανή φωνή: –Yoshiichi! Yoshiichi! -Ναι, απάντησε ο Χερν, παίζοντας τον ρόλο του. Είμαι τυφλός. Ποιος είσαι; Και έμεινε σιωπηλός. Μ’αυτό τον τρόπο δούλευε και απορροφιόταν απ’αυτό που έκανε»15.

Τα θέματα των λογοτεχνικών του μεταπλασμένων ιστοριών, είναι παρμένα από τα πλούσια «ορυχεία» της ιαπωνικής μυθολογίας και των παράξενων παραδόσεών της. Η αγάπη και το φιλολογικό ενδιαφέρον του Λευκάδιου Χερν για το μυθικό, το φανταστικό, το τρομαχτικό, το αλλόκοτο και η σπουδή του σ’αυτό, φαίνεται αφενός από τις μεταφραστικές του επιλογές  και τις αναγνωστικές του προτιμήσεις (Θεόφιλος Γκωτιέ, Πιερ Λοτι, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.λ.π.), αφετέρου από τα φιλολογικά του κείμενα και τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις-σημαντικό είναι το κείμενό του με τίτλο: Η αξία του υπερφυσικού στο μυθιστόρημα (Τhe Value of the Supernatural in Fiction). Αναζητούσε πρωτογενείς λαϊκές πηγές για τις ιστορίες που θα αφηγούνταν-η Σέτσου, που αισθανόταν μειονεκτικά απέναντί του επειδή στερούνταν μόρφωσης, υπήρξε μία απ’αυτές- και προσπαθούσε να τις «ζήσει», περνώντας ο ίδιος μέσα στην ατμόσφαιρα του υπερφυσικού φόβου που προκαλούσαν.  Συχνά τα παιδιά του τον άκουγαν να περπατάει μπρος-πίσω στη βεράντα, να βογκάει, να κλαίει, να είναι χλωμός και το μάτι του να λάμπει καθώς ολόκληρος ήταν συνεπαρμένος από την ιστορία που ετοίμαζε να αποτυπώσει στο χαρτί. Η λογοτεχνική του γραφή ήταν το ισχυρότερο συγκινησιακό βίωμα, κατά πολύ ισχυρότερο από το έπος της πραγματικής του ζωής, καθώς μέσα στις αφηγήσεις του συνδυαζόταν το πιο αρχέγονο ψυχικό και συναισθηματικό βίωμα της ανθρωπότητας με τα δικά του βιωμένα ψυχικά γεγονότα. Ενδεχομένως στα τελευταία ανήκουν και οι προσωπικές του περιπέτειες στο αυστηρό, καθολικό οικογενειακό περιβάλλον της Ιρλανδίας, και στο κολέγιο των Ιησουιτών όπου φοίτησε. (Έγραφε, χρόνια αργότερα, στον Basil Chamberlain: «…Για τα πρότυπα των Ιησουιτών ήμουν η ενσάρκωση του κακού, και μου φέρονταν ανάλογα. Πόσο τους μισούσα! Το αδύναμο μίσος μου, συνήθιζε να καταλαγιάζει με το να φαντάζομαι σφαγές και φοβερά βασανιστήρια. Τους μισώ και βλέπω εφιάλτες ακόμα μ’αυτούς…»16

Θαύμαζε απεριόριστα τον Άντερσεν και την παραμυθιακή του αφήγηση, τον ήσυχα διεισδυτικό τρόπο του να αφηγείται παραμύθια, σαν απροσποίητος λαϊκός αφηγητής, με μια γλώσσα το ίδιο φυσική και απροσποίητη και με κρυμμένη λαϊκή σοφία. «Πόσο μεγάλη η τέχνη του ανθρώπου!-ο απέραντος όγκος της φαντασίας, η μαγική απλότητα, η καταπληκτική δύναμη της πύκνωσης! Δεν πρόκειται απλώς για την τέχνη να γράφεις λογοτεχνία. Είναι μια ψυχή φωτογραφημένη και φωνογραφημένη, και αποθηκευμένη σαν τον ηλεκτρισμό. Για να γράψει κάποιος σαν τον Άντερσεν, πρέπει να είναι ο Άντερσεν. Αλλά η πηγή της έμπνευσής του είναι ανεξάντλητη και ελπίζω να κερδίσω πίνοντας απ’αυτή…»17

Ο Χερν πήρε, βαδίζοντας στα ίχνη του Άντερσεν, την αρχέγονη φαντασία της Ανατολής και τη «διασκεύασε» χωρίς να αφαιρέσει τη σοφία των μύθων της και την αλληγορική της έκφραση, την προσάρμοσε στην υφολογική του ιδιόλεκτο και την παρέδωσε, ως ποιητική απομνημείωση της έμπειρης σοφίας της ανθρωπότητας, σε ευαίσθητους αναγνώστες του σε Ανατολή και Δύση. Επιδίωξή του ήταν στον λογοτεχνικό χώρο, από τότε που ήταν ακόμα στην Αμερική, να υλοποιήσει και να διαδώσει στη λογοτεχνική κοινότητα την ιδιαίτερη έκφραση-την υφολογική ιδιόλεκτο- μιας «ποιητικής πρόζας», όπως ο ίδιος είχε πει. Το ίδιο βασανιστικά τον απασχολούσε και η ανεπιτήδευτη απλότητα ως αφηγηματική αυθεντικότητα18. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πέτυχε το συνδυασμό και των δύο, στις εκ νέου αφηγημένες ιστορίες του-ένα νέο είδος αφήγησης, στα όρια της προφορικής και της έντεχνης λογοτεχνίας, μεταποιώντας δηλαδή τον λαϊκό μύθο της προφορικής αφήγησης σε έντεχνη λογοτεχνική έκφραση. Επιπλέον, απευθυνόμενος και στον ευρωπαίο αναγνώστη, ενσωματώνει σε υβριδική μορφή, τον κοινωνιολογικό δοκιμιακό λόγο, και καθιστά οικειότερο το πολιτισμικό κεφάλαιο της εξωτικής χώρας και τη δομή της σκέψης των ανθρώπων της, υλοποιώντας με τη γλώσσα της ύψιστης ευγένειας, την ουσία μιας ολιστικής ανθρωπιστικής φιλοσοφίας-φιλοσοφικό ιδεώδες του 21ου αιώνα.

                                                               

Οδεύοντας προς τη «δύση»…

Το αιφνίδιο τέλος θα έρθει στις 26 Σεπτέμβρη του 1904, ενώ μια έδρα διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας θα τον περιμένει στο Πανεπιστήμιο της Wasenda. Λίγες μέρες πριν, στις 19 Σεπτέμβρη,  αισθάνθηκε έναν δυνατό πόνο στην καρδιά. Αν πεθάνω, θα πει στην ανήσυχη Σέτσου, μην κλάψεις. Αγόρασε μια μικρή τεφροδόχο…Τοποθέτησε εκεί τα οστά μου και ενταφίασέ τα κοντά σε έναν ήσυχο ναό στην εξοχή. Δεν θα νιώθω καλά αν κλάψεις. Διασκέδασε τα παιδιά και παίξε κάρτες μαζί τους-πόσο περισσότερο θα μου δίνει χαρά αυτό! Λίγα λεπτά αργότερα, ο πόνος υποχώρησε. Ζήτησε ένα ποτήρι ουίσκι, το έφερε αργά στα χείλη του και αναφώνησε: Δεν θα πεθάνω.

Tη νεκρική πομπή προς το ναό της Kobudera στο νεκροταφείο Ζοσιγκάγια στο Τόκυο, θ’ακολουθήσουν, εκτός από τη Σέτσου και τα παιδιά τους, σαράντα καθηγητές, εκατό φοιτητές του, που αντιπροσωπεία τους θα καταθέσει στον τάφο του στεφάνι δάφνης, πολλοί ξένοι θαυμαστές του έργου του και οχτώ βουδιστές ιερείς. Της νεκρικής πομπής προηγούνταν τα βουδιστικά λάβαρα, ακολουθούσαν δυο μικρά παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μέσα σε μικρά κλουβιά ζωντανά πουλιά, που θα τα απελευθέρωναν -σύμβολα της ψυχής που απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία του σώματος. το φέρετρο με τον νεκρό και οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για τον νεκρό. Πάνω στον τάφο του, οι φοιτητές του θα σκιαγραφήσουν με λέξεις το υπέροχο πορτρέτο του δασκάλου τους: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο. Και οι φτωχοί ψαράδες της Γιαΐζου-το γραφικό ψαροχώρι κοντά στο Τόκυο-, όπου τον λαϊκό τους παλμό ένιωθε στην ψυχή του, ανήγειραν λιτό μνημείο προς τιμήν του δασκάλου στο σχολείο τους19

Ο τάφος του Λευκάδιου Χερν στο Κοιμητήριο Zōshigaya του Τόκυο.

Επιλογικά θα πρέπει ίσως ν’ακουστούν τα λόγια του νεαρού σαμουράι (από τον συντηρητικό του Χερν), ο οποίος αφού γύρισε όλο τον Δυτικό κόσμο, και είδε την αγριότητα και τη βία του, την πελώρια δύναμή του στην υπηρεσία του κακού, διαπιστώνει ότι η δυτική επιστήμη… τον διαβεβαίωνε  για την ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση  της δύναμης αυτού του πολιτισμού, όπως και για έναν ακατανίκητο, αναπόφευκτο, αμέτρητο κατακλυσμό από πόνο σ’ολόκληρο τον κόσμο. Και μπροστά στο ενδεχόμενο να εμβολιαστεί η Ιαπωνία μ’αυτόν τον πολιτισμό, θέτει το οριακό ερώτημα: Είναι το σύμπαν ηθικό; Κι αδυνατώντας να απαντήσει έτσι απλά στο ερώτημα, θα διατυπώσει τη μόνη ακλόνητη βεβαιότητά του: ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να επιδιώκει το μεγαλύτερο ηθικό ιδανικό με όλες τις δυνάμεις του μέχρι το άγνωστο τέλος, ακόμα και αν οι ήλιοι στην τροχιά τους μάχονται εναντίον του.

Δεν είναι αυτό ένα μέγιστο φιλοσοφικό ζητούμενο για τον ανερμάτιστο και αλαζονικό σύγχρονο πολιτισμό μας;20  

 

Λευκάδιος Χερν: Ο γητευτής των φαντασμάτων που κατέκτησε την Ιαπωνία

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Λευκάδιος Χερν, Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μετάφραση, Γ.Ε. Καλαμαντής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1998, σ.2 Ο Basil Hall Chamberlain (1850-1935), o πιο σημαντικός ιαπωνολόγος, που κατέστησε με το ακαδημαϊκό του έργο οικεία την Ιαπωνία στη Δύση, υπήρξε μέντορας του Χερν από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ιαπωνία το 1890. Ο Chamberlain είναι ο πρώτος που δημοσίευσε στην αγγλική γλώσσα το KojikiA Record of Ancient Matters), το παλαιότερο ιαπωνικό βιβλίο (ολοκληρώθηκε το 712 μ. Χ. ), που περιλαμβάνει τη μυθολογία, τη συμπεριφορά και τους τρόπους, τη γλώσσα και την παραδοσιακή ιστορία της Αρχαίας Ιαπωνίας. Το βιβλίο του Things Japanese, από το 1890 που κυκλοφόρησε, έμεινε για πολλές δεκατίες ο καλύτερος οδηγός ξενάγησης της Ιαπωνίας για δυτικά ακροατήρια. Βλ.σχετικά, Yuzo Ota, Basil Hall Chamberlain-Portrait of a Japonologist, Routledge, London and New York 2011.
  2. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.108. Και Paul Murray, A Fantastic Journey-The Life and Literature of Lafcadio Hearn, Routledge Curzon, London and New York 1993.
  3. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 109.
  4. Η περίοδος Μεϊτζί καλύπτει τα χρόνια του αυτοκράτορα Μεϊτζίο οποίος βασίλευσε στην Ιαπωνία από το 1867 μέχρι το 1912. Ο Μεϊτζί (3 Νοεμβρίου 1852-30 Ιουλίου 1912) ήταν ο 122ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Το όνομά του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας, τη μετατροπή της δηλαδή από ένα παραδοσιακό, φεουδαρχικό κράτος σε μια εκβιομηχανισμένη, δυτικού τύπου, υπερδύναμη. Η αποκατάσταση της κυριαρχικής θέσης του αυτοκράτορα, οδήγησε σε μια σειρά πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών  μεταρρυθμίσεων. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πολεμική βιομηχανία και στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, με θαυμαστά αποτελέσματα. Την περίοδο αυτή συντελέστηκε το πρώτο ιαπωνικό θαύμα, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Για την περίοδο Μεϊτζί, βλ. ενδεικτικά: Andrew Gordon, A Modern History of Japan: from Tokugawa Times to the Present, Oxford University Press, 2003. Donald Keene, Emperor of Japan: Meiji and His World, 1852–1912, Columbia University Press, 2002.  Marius B. Jansen, The Making of Modern Japan, Harvard University Press, 2000. Ben-Ami Shillony, The Emperors of Modern Japan, Brill, 2008. Fujitani Takashi, Splendid Monarchy: Power and Pageantry in Modern Japan, University of California Press, 1998.
  5. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 142. Σε επιστολή του προς τον Basil Hall Chamberlain, τον Μάρτη του 1894, από το Κumamoto, περιγράφει με λεπτομέρειες τη διαφορετικότητα των ματιών των Ιαπώνων και την ομορφιά που έχουν, τέτοια που, κατά τη γνώμη του, δεν έχουν τα μάτια των Δυτικών. Βλ. και Jonathan Cott, ό.π., σ. 380-381.
  6. Jonathan Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, σ. 318.
  7. Jonathan Cott, ό.π., σ.327. Ο Henry Watkin (1824-1910), προς τον οποίο ο Λευκάδιος Χερν απευθύνει την επιστολή, ήταν Άγγλος τυπογράφος, εκπατρισθείς στο Cincinnati του Ohio, φίλος και μέντορας του Χερν. Σε νεαρή ηλικία είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon. Υπήρξε ενεργό μέλος της κοινότητας προοδευτικών και ριζοσπαστών στο Cincinnati. Αλλά και σε πολλές άλλες επιστολές ο Χερν εξομολογείται την αγωνία και το ενδιαφέρον του για τη ζωή και την εκπαίδευση του Καζούο: στην Elizabeth Bisland (επιστολή, Ιανουάριος 1900), στον Sentaro Nishida (επιστολή, Αύγουστος 1894), στον Ellwood Hendrick (επιστολή, Σεπτέμβριος 1895) κ.α.
  8. Βλ. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 322-323. Ο Ellwood Hendrick (1861-1930), σπουδαίος Αμερικανός χημικός και συγγραφέας, φίλος του Χερν, έγραψε και μια βιογραφία του Χερν. Βλ. Ellwood Hendrick, Lafcadio Hearn, New York Public Library, New York 1929.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 344-34
  10. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Με προορισμό τη Χώρα των Χρυσανθέμων-Λευκάδιος Χερν, ο λυρισμός μιας διαπολιτισμικής λαιγραφίας”, περ. Ίαμβος, τ. 17-18, σ. 47-54.
  11. Jonathan Cott, ό.π., σ. 330. Aπό το περιεχόμενο επιστολής προς τον Ellwood Hendrick.
  12. Επιστολή προς τον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβριο του 1898, από το Τόκυο. Βλ. Jonathan Cott, ό.π., σ. 387.
  13. Στο ίδιο.
  14. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918, p. 36.
  15. Ό.π., σ. 38-39. Βλ. και Lafcadio Hearn, The writings of Lafcadio Hearn: Life and Letters III, ed. E. Bisland, Houghton Mifflin Company, Boston and New York, 1922, p. 384. Και, Satoshi Kida, The Making of Kwaidan: Lafcadio Hearn as a Reluctant Imperialist, Mie University, Mie Japan, 2010, p.
  16. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, το 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Βλ. Και Louis Allen and Jean Wilson (ed.), Lafcadio Hearn Japan’s Great Interpreter-A new anthology of his writings (1894-1904), Japan Library LTD., 1992, p. 3.
  17. Από το περιεχόμενο επιστολής προς τον Basil Chamberlain, που εστάλη το 1895, από το Kobe. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.182.
  18. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Επίσης, Lafcadio Hearn, Interpretations of Litterature, vol. II, Dodd, Mead and Company, New York 1922, p. 90-103.
  19. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918,p. 80-83. Kazuo Koizumi, Father and I, Memories of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, Boston and New York 1935, p. 204-208. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Λευκάδιος Χερν, Lacrimosa Dies”, gr, τ. 46.
  20. Βλ. Λευκάδιος Χερν, “Ο συντηρητικός”, στο: Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μτφρ. Γιώργος Καλαμαντής, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 278-279. Και, Σπύρος Βρεττός, Λευκάδιος Χερν: “Η καρδιά του χτυπά και μέσα στην καρδιά του σύγχρονού μας κόσμου” (Αντί προλόγου, στο: Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν, Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, εκδ. Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.7-10).

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».