Skip to main content

Αρχείο

Η ορχήστρα είναι γένους θηλυκού. Γυναίκες αρχιμουσικοί της εποχής μας

Το Πασχαλινό αφιέρωμα της Clio Turbata

 

Η ορχήστρα είναι γένους θηλυκού.

Γυναίκες αρχιμουσικοί της εποχής μας

 

Είναι νέες, γοητευτικές, απίστευτα ταλαντούχες, γεμάτες δυναμισμό, αυτοπεποίθηση, διαμορφωμένη άποψη και συγκεκριμένο όραμα. Ο λόγος για τις γυναίκες αρχιμουσικούς, οι οποίες κατά την τελευταία δεκαετία έχουν αρχίσει να κατακλύζουν τις αίθουσες συναυλιών. Σε βαθμό, μάλιστα, που έχουν επινοηθεί νεολογισμοί (Maestra, cheffe κλπ), προκειμένου να αποδοθεί ορθότερα η νέα πραγματικότητα. Ο μεγάλος Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel, λίγο προτού φύγει από τη ζωή, δήλωνε πεπεισμένος ότι το μέλλον της ορχήστρας ανήκει στις γυναίκες. Ουδείς γνωρίζει τι είδους βάθος χρόνου απέδιδε στον όρο “μέλλον”, ούτε κατά πόσο βρισκόμαστε, σήμερα, στο κατώφλι μιας ανατροπής στο χώρο της μουσικής. Ένα πράγμα είναι πάντως βέβαιο: τα τελευταία χρόνια αλώθηκε αμετάκλητα ένα από τα τελευταία ανδροκρατούμενα οχυρά. Λίγες, μόλις, δεκαετίες έχουν μεσολαβήσει από την εποχή που καταξιωμένες ορχήστρες όπως οι Φιλαρμονικές του Βερολίνου και της Βιέννης αρνούνταν κατηγορηματικά να προσλάβουν γυναίκες μουσικούς (ούτε λόγος, βέβαια, περί διεύθυνσης ορχήστρας). Όταν, μάλιστα, κατά την περίοδο 1982-1983 ο Herbert von Karajan προσέλαβε την κλαρινετίστα Sabine Meyer, η απαρτιζόμενη αποκλειστικά από άντρες ορχήστρα αντιτάχθηκε σθεναρά στην επιλογή με μια ψηφοφορία 73 προς 4. Το προβαλλόμενο επιχείρημα ήταν πως ο ήχος της σολίστ δεν ευθυγραμμιζόταν με εκείνον της ορχήστρας. Ο Karajan, από την πλευρά του, ήταν πεπεισμένος πως η αντίδραση των μουσικών υπαγορευόταν από σεξιστικά κίνητρα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σχέση του Karajan με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου επιδεινώθηκε εξαιτίας του παραπάνω επεισοδίου, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να υποβάλει παραίτηση τον Απρίλιο του 1989. Όταν, το 2007, η διοίκηση της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαλτιμόρης επέλεξε την Marin Alsop ως την επόμενη μόνιμη αρχιμουσικό, τα μέλη της ορχήστρας αντέδρασαν στον διορισμό σε ποσοστό 90%! Η προσωπικότητα και το ταλέντο της καλλιτέχνιδος συνέβαλαν ώστε να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις, με αποτέλεσμα σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Alsop να έχει μόλις ολοκληρώσει τη θητεία της επικεφαλής της ορχήστρας στο πλαίσιο μιας εποικοδομητικής εκατέρωθεν συνεργασίας. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα είδαμε γυναίκες να αναλαμβάνουν τη διεύθυνση μεγάλων μουσικών συγκροτημάτων. Η Marin Alsop, ηγείται ταυτόχρονα και της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Βιέννης, η Karina Canellakis της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας ούσα, ταυτόχρονα, πρώτη επισκέπτρια αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου, η Simone Young, έπειτα από μια πετυχημένη θητεία ως επικεφαλής της Όπερας του Αμβούργου και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της ίδιας πόλης, αναλαμβάνει οσονούπω την καλλιτεχνική διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σίδνεϊ. Στο γειτονικό Μπρίσμπεϊν, η Allondra de la Parra πρόσφατα ολοκλήρωσε μια υποδειγματική τετραετή συνεργασία με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Κουίνσλαντ. Η Susanna Mälkki κοσμεί με την παρουσία της την παραγωγικότατη σημερινή γενιά των Φινλανδών αρχιμουσικών ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ελσίνσκι, ενώ ακολουθεί παράλληλα μια εντυπωσιακή διεθνή σταδιοδρομία. Η Mirga Gražinytė-Tyla εδώ και μερικά χρόνια ηγείται της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπέρμιγχαμ (μιας από τις ιστορικές μεγάλες βρετανικές ορχήστρες). Στην Ελλάδα, εδώ και τέσσερα χρόνια τα ηνία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης ανήκουν στα έμπειρα χέρια της Ζωής Τσόκανου. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, γυναίκες αρχιμουσικοί προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, ιδρύοντας νέα μουσικά συγκροτήματα. Σήμερα, ο αριθμός είναι πράγματι εντυπωσιακός. Μια πρόχειρη έρευνα ανεβάζει τις γυναίκες αρχιμουσικούς όλων των εποχών σε 90! Χάρη στην παρουσία τους, προσθέτουν μια πινελιά φινέτσας, φαντασίας και αμέριστης φροντίδας στα έργα που ερμηνεύουν. Η προσέγγισή τους δεν διαφέρει από εκείνη των ανδρών συναδέλφων τους. “Όταν ανεβαίνω στο βάθρο, ξεχνώ πως είμαι γυναίκα. Εκτελώ απλά το καθήκον μου”, διατείνεται η Ζωή Τσόκανου. Για το παρόν αφιέρωμα εστιάσαμε πάνω σε έντεκα αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις. Στην πλειοψηφία τους, τα παραδείγματα αυτά παρουσιάζονται υπό τριπλή οπτική: ένα μικρό απόσπασμα στην αρχή, μια συνέντευξη ή κάποιο ειδικό αφιέρωμα κατόπιν που επιτρέπουν να γνωρίσει κανείς την προσωπικότητα και τον εν γένει προβληματισμό των πρωταγωνιστριών, τέλος, την εκτέλεση ενός αυτοτελούς έργου ή, έστω, ενός αυτοτελούς μέρους μιας μεγαλύτερης σύνθεσης.

Θα ήταν κρίμα να διατρέξετε βιαστικά και διαγώνια το σημερινό δημοσίευμα. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε με προσοχή τις ερμηνείες των έργων, αλλά και το περιεχόμενο των συνεντεύξεων που ακολουθούν. Θα ανακαλύψετε έναν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης και άσκησης του επαγγέλματος του αρχιμουσικού, εκ διαμέτρου αντίθετο από την εικόνα του μαέστρου- δικτάτορα που μονοπώλησε τον περασμένο αιώνα σχεδόν στο σύνολό του, αλλά που σήμερα αποτελεί πια κτήμα της ιστορίας. Οι καιροί έχουν αλλάξει, το δε αποτέλεσμα είναι εκτυφλωτικό. Απολαύστε το με την ησυχία σας!

Nadia Boulanger

H Nadia Boulanger (1887-1979) υπήρξε μουσικοσυνθέτης, πιανίστρια, διευθύντρια χορωδίας, διευθύντρια ορχήστρας. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, για πάνω από 70 χρόνια υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες παιδαγωγούς στο χώρο της μουσικής, εισάγοντας στη διδασκαλία της τις πιο προχωρημένες μεθόδους και τεχνικές της εποχής της. Μεταξύ των 1.200 μαθητών της, συναντά κανείς περίοπτα ονόματα όπως εκείνα των οι συνθετών Aaron Copland, George Gershwin, Elliot Carter, Darius Milhaud, Michel Legrand, και Philip Glass, των αρχιμουσικών Leonard Bernstein, Igor Markevitch, Daniel Barenboim κ.ά. Στα νιάτα της συνεργάστηκε με συνθέτες όπως ο Gabriel Fauré, o Camille Saint Saëns, ο Igor Stravinsky, o Georges Enescu και ο Maurice Ravel. Κομβική στιγμή της σταδιοδρομίας της υπήρξε η διδασκαλία στο Αμερικανικό Ωδείο του Φονταινεμπλώ, του οποίου διετέλεσε διευθύντρια από το 1948 έως τον θάνατό της. To 1912, σε ηλικία 25 ετών, διηύθυνε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα αρχιμουσικός που διηύθυνε την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (1936) και την Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης (1938). Μεταπολεμικά διηύθυνε περιστασιακά μεγάλα συγκροτήματα, όπως η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, η Ορχήστρα της Φιλαδέλφιας και η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον.

How Nadia Boulanger Raised a Generation of Composers

Δυστυχώς, σήμερα διασώζονται ελάχιστα ηχητικά τεκμήρια από τη δραστηριότητά της ως αρχιμουσικού. Ένα από αυτά είναι η ζωντανή ηχογράφηση του υπέροχου Requiem του Gabriel Fauré (του επονομαζόμενου και “νανουρίσματος του θανάτου” λόγω της τρυφερότητας που το χαρακτηρίζει), από συναυλία που πραγματοποιήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1962 στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης με σολίστ τους Reri Grist (υψίφωνο) και Donald Gramm (βαρύτονο). Η Boulanger διευθύνει τη χορωδία Choral Art και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μεγάλου αρχιμουσικού Bruno Walter, ο οποίος είχε αποβιώσει το πρωί της ίδιας ημέρας.

Gabriel Fauré: Requiem

 

Marin Alsop

Ο τρόπος, με τον οποίο η Marin Alsop διευθύνει την αρχή του εντυπωσιακού έργου Fanfare for the Common Man του Aaron Copland είναι ενδεικτικός του ρωμαλέου ύφους που διακρίνει τις ερμηνείες της. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 18 Αυγούστου 2012 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο του δημοφιλούς κύκλου BBC Proms. Ταυτόχρονα πρόκειται για την πρώτη περιοδεία (κατά κάποιο τρόπο επίδοση διαπιστευτηρίων) στην Ευρώπη της Κρατικής Συμφωνικής Ορχήστρας του São Paulo, της οποίας η Alsop διετέλεσε αρχιμουσικός μεταξύ των ετών 2012 και 2019.

Aaron Copland: Fanfare for the Common Man

Γεννημένη στη Νέα Υόρκη, σπούδασε βιολί στη φημισμένη Julliard School της αμερικανικής μεγαλούπολης. Για κάποιο χρονικό διάστημα μάλιστα, έπαιξε στους κόλπους της Φιλαρμονικής Ορχήστρας. Το 1989 κέρδισε το πρώτο βραβείο του φημισμένου διαγωνισμού διεύθυνσης ορχήστρας που φέρει το όνομα του αρχιμουσικού Sergei Koussevitzky στο Τάνγκελγουντ της Μασαχουσέτης, όπου γνώρισε τον μέντορά της, Leonard Bernstein. Μεταξύ των ετών 2002 και 2008 υπήρξε μόνιμη αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπόρνμουθ. Το 2007 ανέλαβε τα ηνία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαλτιμόρης, μια συμπραξη, η οποία μέχρι πρότινος συνέχισε να αποδίδει καρπούς. Κατά τα έτη 2012-2019 ανέλαβε την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα του São Paulo, της οποίας είναι σήμερα επίτιμη αρχιμουσικός. Έχει διευθύνει τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου και το ταλέντο της είναι αναγνωρισμένο ανά την υφήλιο.

 

First Woman Conductor of a Major American Orchestra

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του Αμερικανού John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο. Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του γραφής. Ο ρυθμός παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (Wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί. Η Marin Alsop επιστρέφει το 2014 στο Royal Albert Hall και στον κύκλο BBC Proms. Τη φορά αυτή διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC.

John Adams: Short Ride in a Fast Machine

 

Karina Canellakis

Το 2018, η Karina Canellakis έδωσε την πρώτη της συναυλία στη γαλλική πρωτεύουσα, στη νεότευκτη τότε εντυπωσιακή αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris. Διηύθυνε την Ορχήστρα του Παρισιού σε μια σειρά συναυλιών που εκμαίευσαν διθυραμβικές κριτικές και συνακόλουθη πρόσκληση για νέο κύκλο, δυο χρόνια αργότερα. Τον Σεπτέμβριο του 2019 της ανατέθηκε η εναρκτήρια συναυλία της περιόδου 2019-2020. Με την ίδια αφορμή, το όνομά της συμπεριλήφθηκε μεταξύ των επικρατέστερων υποψηφίων για την πλήρωση της κενής, τότε, θέσης του καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας (επελέγη τελικά ο Φινλανδός Klaus Mäkelä). Το στιγμιότυπο που ακολουθεί προέρχεται από τη γενική δοκιμή του 2018.

Sergei Rachmaninov: Symphonic Dances, Op. 45

Ελληνικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα και ρωσικής από εκείνη της μητέρας (αμφότεροι μουσικοί), η Karina Canellakis γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και ακολούθησε σπουδές βιολιού στο Curtis Institute of Music της Φιλαδέλφειας. Με αυτή την ιδιότητα έπαιξε στους κόλπους της φημισμένης Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου και αργότερα διετέλεσε πρώτο βιολή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μπέργκεν. Ενόσω βρισκόταν στο Βερολίνο, ο αρχιμουσικός της ομώνυμης Φιλαρμονικής, Sir Simon Rattle, την προέτρεψε να στραφεί προς τη διεύθυνση ορχήστρας. Κατά τη διετία 2011-2013 παρακολούθησε σχετικά μαθήματα στη Julliard School. To 2014 και επί μια διετία άσκησε καθήκοντα βοηθού αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ντάλας. Το 2015 διηύθυνε για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Αντικατέστησε την ύστατη στιγμή με μεγάλη επιτυχία τον ασθενούντα Nicolaus Harnoncourt επικεφαλής της Ορχήστρας Δωματίου της Ευρώπης. Τον Μάρτιο του 2018 διηύθυνε στο Άμστερνταμ για πρώτη φορά τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας. Η μεταξύ τους χημεία έπεισε τη διοίκηση της ορχήστρας να της προσφέρει τη θέση της μόνιμης αρχιμουσικού. Ανέλαβε καθήκοντα τον Σεπτέμβριο του 2019, με αρχικό συμβόλαιο τετραετούς διάρκειας. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα επικεφαλής μιας ολλανδικής ορχήστρας. Τον Σεπτέμβριο του 2021 το συμβόλαιό της ανανεώθηκε έως τον Ιούλιο του 2027. Τον Σεπτέμβριο του 2020, η Karina Canellakis ανέλαβε παράλληλα καθήκοντα πρώτης επισκέπτριας αρχιμουσικού της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου. Σήμερα είναι περιζήτητη ανά τον κόσμο.

Radio Filharmonisch Orkest | Interview Karina Canellakis

Η σύνθεση του συμφωνικού ποιήματος Θάνατος και Εξαϋλωση (Tod und Verklärung) του Richard Strauss (1864-1949) χρειάστηκε πάνω από έναν χρόνο έως ότου ολοκληρωθεί (Σεπτέμβριος 1888- Νοέμβριος 1889). Όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός καλλιτέχνη. Καθώς πλησιάζει το τέλος, μια σειρά από αναμνήσεις εναλλάσσονται η μια μετά την άλλη. Καλύπτουν την παιδική ανεμελιά, τους αγώνες της ενηλικίωσης, την επίτευξη των εγκόσμιων φιλοδοξιών, τέλος, την προσδοκώμενη, προερχόμενη από τα βάθη του παραδείσου, εξαϋλωση. Όπως συμβαίνει με όλα τα συμφωνικά ποιήματα του συνθέτη (Also spracht Zarathustra, Don Juan, Ein Ηeldenleben, Don Quichotte, Till Eulenspiegels lustige Streiche, Sinfonia Domestica, Eine Alpensinfonie, Le Bourgeois Gentilhomme), η μουσική είναι περιγραφική, κυριαρχεί, δηλαδή, το αφηγηματικό στοιχείο. Το συγκεκριμένο έργο απαρτίζεται από τέσσερα μέρη, που διαδέχονται το ένα το άλλο δίχως διακοπή: Largo (ο άρρωστος πρωταγωνιστής ευρισκόμενος στο κατώφλι του θανάτου), Allegro molto agitato (η μάχη μεταξύ ζωής και θανάτου δεν αφήνει περιθώριο συμβιβασμού στον πρωταγωνιστή), Meno mosso (το παρελθόν ξετυλίγεται μπροστά από τα μάτια του τελευταίου), Moderato (η εξαϋλωση). Το έργο απαιτεί τη χρήση μεγάλης ορχήστρας. Όπως συμβαίνει συχνά με τα συμφωνικά ποιήματα του Strauss, υπάρχει ταύτιση μεταξύ του πρωταγωνιστή και του συνθέτη. Το 1949, σχεδόν εξήντα χρόνια έπειτα από την πρώτη εκτέλεση, ο ετοιμοθάνατος, πλέον, Strauss, στρεφόμενος προς τη νύφη του, εκφράστηκε ως εξής: “Για σκέψου! Η πορεία προς τον θάνατο είναι ακριβώς έτσι όπως την έχω περιγράψει στο Θάνατος και Εξαϋλωση”. Το βαθειά ρομαντικό αυτό έργο εκτελείται από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας στο πλαίσιο συναυλίας, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Μαρτίου 2020 στην περίφημη αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ.

Richard Strauss: Tod und Verklärung, Op. 24


 

Ζωή Τσόκανου

Τον Σεπτέμβριο του 2018, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο μιας συναυλίας που συμπεριλάμβανε αποκλειστικά έργα γαλλικής μουσικής του τέλους του 19ου αιώνα και αρχών του 20ού, ερμήνευσε τα Τρία Νυκτερινά (Trois Nocturnes) του Claude Debussy. Στην προετοιμασία του τρίτου μέρους (Σειρήνες Sirènes), το οποίο προβλέπει χρήση γυναικείας χορωδίας, είναι αφιερωμένο το βίντεο που ακολουθεί.

Voci Contra Tempo – Making of Nocturnes, Debussy – Sirènes

Οι τύχες της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης έχουν εναποτεθεί από τον Ιούνιο του 2017 στα χέρια της Ζωής Τσόκανου. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, χάρη στην ακατάπαυστη προεργασία, ο ήχος της ορχήστρας αναβαθμίστηκε ποιοτικά, σε σημείο που δεν έχει, πλέον, να ζηλέψει τίποτα απολύτως από αντίστοιχα διεθνή συγκροτήματα, ενώ το ρεπερτόριο διανθίστηκε με τόλμη, φαντασία, φροντίδα και καλαισθησία. Η γεννηθείσα στη Θεσσαλονίκη αρχιμουσικός είναι αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ., ενώ συνέχισε ανώτερες σπουδές πιάνου και διεύθυνσης ορχήστρας στο Πανεπιστήμιο Τεχνών της Ζυρίχης (Zürcher Hochschule der Künste). Ήταν φιναλίστ για τη θέση του βοηθού αρχιμουσικού στην Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, ενώ επιλέχθηκε δύο συνεχόμενες χρονιές να συμμετάσχει στο Μaster Class διεύθυνσης ορχήστρας υπό την εποπτεία του πρόσφατα θανόντα μεγάλου Ολλανδού αρχιμουσικού Bernard Haitink, όπως επίσης και με τον David Zinman, την εποχή, κατά την οποία ο τελευταίος ηγείτο της Ορχήστρας Tonhalle της Ζυρίχης. Σε ερώτηση αν βίωσε ποτέ κάποια διάκριση εξαιτίας του φύλου της, απάντησε ως εξής: “Υπήρξα τυχερή, καθώς την εποχή που ξεκίνησα να παρακολουθώ εγώ τα μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας, υπήρχαν ήδη γυναίκες μαέστροι. Και όσο περισσότερες είμαστε, τόσο πιο δυνατές γινόμαστε. Η ορχήστρα λειτουργεί ακριβώς όπως μία κοινωνία. Δεν ήρθα ποτέ σε δύσκολη θέση επειδή ήμουν γυναίκα. Για αυτό όμως απαιτείται εμπειρία. Μέσω της εμπειρίας χτίζεται η αυτοπεποίθηση. Και η υγιής αυτοπεποίθηση είναι απαραίτητη για έναν μαέστρο. Ένας διευθυντής ορχήστρας πρέπει να αισθάνεται σιγουριά. Να λέει με τον τρόπο του στους μουσικούς ξέρω πώς να σας οδηγήσω για να κάνουμε μαζί αυτό το μουσικό ταξίδι. Και για αυτό χρειάζεται εμπειρία, γνώση και θέληση”.

 

H καλλιτεχνική Διευθύντρια της ΚΟΘ, Ζωή Τσόκανου στην ΕΡΤ3

Η σχεδόν άυλη ρευστότητα, ώστε ο ήχος να είναι εκείνος που προσλαμβάνει κάθε φορά το σχήμα το χώρου, αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Claude Debussy (1862-1918). Η μουσική του χαρακτηρίστηκε ως «ιμπρεσιονιστική» από τους συγχρόνους του, κάτι που ο συνθέτης είχε αρνηθεί επίμονα. Γενικά, ως εκφάνσεις του ιμπρεσιονισμού στην μουσική του θεωρούνται οι τονικές ασάφειες και η «θόλωση» της αρμονίας με τη χρήση ασυνήθιστων, για την εποχή, κλιμάκων και συνηχήσεων, η δομική απομάκρυνση από την κλασσική διαίρεση της φόρμας προς όφελος μιας πιο ελεύθερης μουσικής κατασκευής, οι ηχητικές «σκιάσεις» που προκαλούνται από μεγάλης ποικιλίας ενορχηστρωτικούς και εκφραστικούς χειρισμούς, τέλος, η αναζήτηση και η αποτύπωση του στιγμιαίου, καθώς ο Debussy είναι μικρογράφος στο σύνολο της μουσικής του παραγωγής. Το τελευταίο αυτό διακριτικό γνώρισμα λειτούργησε, πιθανότατα, ως αφορμή προκειμένου να αποδοθεί στον συνθέτη, ερήμην του, ο χαρακτηρισμός του ιμπρεσιονιστή. Ιμπρεσιονιστική ή μη, η ατμοσφαιρική διάσταση της μουσικής του Debussy δεν παύει να μαγεύει. Τα Τρία Νυκτερινά (Trois Nocturnes) είναι ένα συμφωνικό τρίπτυχο. Τα δυο πρώτα μέρη (Σύννεφα – Nuages και Γιορτές – Fêtes) εκτελέστηκαν για πρώτη φορά στις 9 Δεκεμβρίου 1900 στο Παρίσι. Δέκα μήνες αργότερα, στις 27 Οκτωβρίου, το έργο παρουσιάστηκε στην οριστική του μορφή, με την προσθήκη ενός τρίτου μέρους, το οποίο έφερε τον τίτλο Σειρήνες (Sirènes). Εδώ, ο Debussy προσεγγίζει, κάνοντας χρήση του αστείρευτου ταλέντου του, το θέμα της θάλασσας (το οποίο έμελλε να αναπτύξει διεξοδικότερα λίγα χρόνια αργότερα με το πλέον δημοφιλές, ίσως, έργο του, την Θάλασσα La Mer) συνδυάζοντάς το με τον κόσμο του ονείρου. Περιγράφοντας ο ίδιος το πνεύμα των Σειρήνων εκφράστηκε με τα ακόλουθα λόγια: “Πρόκειται για την θάλασσα και τον ακατάπαυστο ρυθμό της. Εν συνεχεία, μέσα από τα ασημένια κύματα που φεγγίζει η σελήνη, απλώνεται, γελά και περνά το μυστηριώδες τραγούδι των σειρήνων”. Αρχαιοπρεπής, η θεματολογία του τρίτου αυτού Νυκτερινού θυμίζει έντονα την παλαιότερη και ιδιαίτερα δημοφιλή σύνθεσή του Πρελούδιο στο Απομεσήμερο ενός Φαύνου (Prélude à l’après-midi d’un faune). Το κύριο χαρακτηριστικό των Σειρήνων είναι, αναμφίβολα, η χρήση μιας γυναικείας χορωδίας, απαρτιζόμενης κατά το ήμισυ από υψίφωνες και μεσόφωνες. Η τελευταία ενσωματώνεται στην ορχήστρα, καθότι τραγουδά δίχως λόγια. Η συναυλία που ακολουθεί (την οποία ο επιμελητής του παρόντος αφιερώματος ευτύχησε να παρακολουθήσει ζωντανά), πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 21 Σεπτεμβρίου 2018. Την χορωδία Voci Contra Tempo δίδαξε και προετοίμασε η Σοφία Γιολδάση.

 

Claude Debussy – Nocturnes, Nr. 3 Sirènes

 

Susanna Mälkki

Η μουσική του Jean Sibelius ρέει στις φλέβες και κάνει τις καρδιές των Φινλανδών να πάλλονται από συγκίνηση και υπερηφάνεια. Από τον παραπάνω κανόνα δεν εξαιρείται, όπως είναι φυσικό, η πολυπληθής και άκρως ταλαντούχα σημερινή γενιά των αρxιμουσικών με προέλευση αυτή την χώρα (Salonen, Kamu, Segerstam, Oramo, Sarastre, Vänskä, Storgårds, Franck, Mäkelä, Rouvali). Μέσα σε αυτό το στερέωμα, η Susanna Mälkki έχει καταθέσει το δικό της προσωπικό στίγμα, προσφέροντάς μας έναν Sibelius σαν αυτόν που ανέκαθεν αγαπήσαμε και προσδοκούμε να ακούμε. Αδιαμφισβήτητο τεκμήριο αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το φινάλε της 2ης συμφωνίας. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 10 Σεπτεμβρίου 2017 στην αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με την ομώνυμη μεγάλη και ιστορική ορχήστρα.

Jean Sibelius: Symphony No. 2, Finale

Η Susanna Ulla Marjukka Mälkki γεννήθηκε στο Ελσίνκι. Σπούδασε από νωρίς βιολί, πιάνο και βιολοντσέλο. Κομβική για την μετέπειτα σταδιοδρομία της υπήρξε η εγγραφή της στην Μουσική Ακαδημία Sibelius, όπου παρακολούθησε μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας από τον μεγάλο δάσκαλο Jorma Panula, χάρη στη μέριμνα και διορατικότητα του οποίου σφυρηλατήθηκε η εκπληκτική σημερινή γενιά των Φινλανδών αρχιμουσικών. Ακολούθησε νέος κύκλος σπουδών στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία (Royal Academy of Music) του Λονδίνου. Από το 2006 έως το 2013 διετέλεσε καλλιτεχνική διευθύντρια του Ensemble Intercontemporain, ενός πρωτοπόρου μουσικού συνόλου που είχε ιδρύσει το 1976 στο Παρίσι ο Pierre Boulez, με αποστολή την προβολή και προώθηση του σύγχρονου μουσικού ρεπερτορίου. Το 2017 διορίστηκε πρώτη επισκέπτρια αρχιμουσικός (η πρώτη γυναίκα με τη συγκεκριμένη ιδιότητα, την οποία εξακολουθεί να διατηρεί μέχρι των ημερών μας) της φημισμένης Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Άντζελες. Το 2016 ανέλαβε την Φιλαρμονική Ορχήστρα της γενέτειρας πόλης της, του Ελσίνκι. Η επιλογή της Mälkki μεταξύ των πολυπληθών καταξιωμένων συμπατριωτών συναδέλφων της ως επικεφαλής της συμφωνικής ναυαρχίδας της Φινλανδίας, αποτελεί περίτρανη αναγνώριση του πολυδιάστατου ταλέντου της. Τον Ιούνιο του 1919, η διοίκηση της ορχήστρας ανακοίνωσε την ανανέωση του συμβολαίου έως το 2025. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2021 ανακοινώθηκε πως η θητεία της θα διακοπεί το καλοκαίρι του 2023, οπότε στη Mälkki θα απονεμηθεί ο τιμητικός τίτλος του επίτιμου καλλιτεχνικού διευθυντή, τον οποίον θα φέρει δια βίου. Ταυτόχρονα, η Φινλανδή αρχιμουσικός ακολουθεί μια εντυπωσιακή διεθνή σταδιοδρομία διευθύνοντας τις μεγαλύτερες ορχήστρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, του Μονάχου και της Νέας Υόρκης, Συμφωνικές του Λονδίνου, του Σικάγου, της Βοστόνης, της Βιέννης, του Σαν Φρανσίσκο, του Μοντρεάλ και της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, Ορχήστρες του Κοντσεργκεμπάου, του Κλήβελαντ και της Φιλαδέλφειας, Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, Όπερα του Παρισιού κλπ.). Φημολογείται έντονα ότι σύντομα πρόκειται να αναλάβει τα ηνία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης.

 

I can only feel free if I forget about myself.” – Susanna Mälkki

Aallottaret (Οι Ωκεανίδες) είναι ένα συμφωνικό ποίημα του Jean Sibelius (1865-1957), το οποίο αντλεί την έμπνευσή του από τον αρχαιοελληνικό μύθο των νυμφών που κατοικούσαν στη Μεσόγειο θάλασσα. Πρωτοπαίχθηκε τον Ιούνιο του 1914 στο Νόρφολκ, της Πολιτείας του Κονέκτικατ των ΗΠΑ, υπό τη διεύθυνση του ιδίου του συνθέτη. Διαρκεί περί τα δέκα λεπτά της ώρας, είναι γραμμένο σε μείζονα κλίμακα και επιχειρεί να συσχετίσει την παιχνιδιάρικη κινητικότητα των νυμφών με τη μεγαλοπρέπεια του ωκεανού. Πολλοί κριτικοί απέδωσαν στο έργο τον χαρακτηρισμό του ιμπρεσιονιστικού, εξαιτίας του ατμοσφαιρικού υποβάθρου και του εφήμερου περιγραφικού στοιχείου, συγκρίνοντάς το, μάλιστα, με τις Σειρήνες και με τη Θάλασσα του Debussy. Ωστόσο, ο Sibelius αναπτύσσει ένα δικό του, προσωπικό ύφος, το οποίο διαφέρει παρασάγκας από εκείνο του Debussy. Ο δεύτερος, περισσότερο απόκοσμος, εστιάζει στο χρώμα και στο φως. Η προσοχή που προσδίδει στα χαμηλότερα έγχορδα της ορχήστρας (βιολοντσέλλα και κοντραμπάσα) είναι μάλλον συντηρητική και διστακτική. Τον ενδιαφέρει η αραχνοΰφαντη και νεφελώδης αίσθηση. Παρατηρεί, περισσότερο παρά συμμετέχει. Αντίθετα, ο Sibelius ερευνά τα χαμηλότερα βάθη της ορχήστρας, δημιουργώντας έναν δικό του, προσωπικό ήχο. Ο ιμπρεσιονισμός του είναι περισσότερο σκοτεινός, χυμώδης και υπαρξιακός από εκείνον του Γάλλου ομοτέχνου του. Οι Ωκεανίδες είναι ένα από τα ομορφότερα και πλέον χαρακτηριστικά έργα της παραγωγής του μοναχικού μουσουργού του σκανδιναβικού βορρά. Η ερμηνεία της Mälkki είναι μεγαλειώδης. Ίσως πρόκειται για το αποκορύφωμα του σημερινού αφιερώματος από απόψεως εκφραστικότητας και επαγγελματικής ευσυνειδησίας. Γνωρίζει και αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες και τις αρετές της ορχήστρας που διευθύνει και την οποία έχει αναγάγει σε ένα από κάθε άποψη υποδειγματικό μουσικό σύνολο. Επιπρόσθετα, ο Sibelius, με τον οποίο καθιστά κοινωνό το ακροατήριο, είναι πραγματικά αυθεντικός, ακριβώς έτσι όπως είναι σε θέση να κατανοήσει και να αναδείξει μόνο κάποιος που έχει γαλουχηθεί επί μακρόν με τη φύση και την παράδοση της πατρίδας της. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε το 2018 στην εντυπωσιακή αίθουσα Musiikkitalo της φινλανδικής πρωτεύουσας.

Jean Sibelius: Aallottaret, Op. 73

 

Mirga Gražinytė-Tyla

Με απόσπασμα της συμφωνικής σουΐτας Lemminkäinen του Sibelius εγκαινιάζεται η παρουσίαση της προερχόμενης από τη Λιθουανία (στην αντίπερα όχθη της Βαλτικής) αρχιμουσικού Mirga Gražinytė-Tyla. Η καταγωγή της είναι επόμενο να την καθιστά προνομιακή ερμηνεύτρια του μεγάλου Φινλανδού μουσικοσυνθέτη. Το βίντεο που ακολουθεί αποτελεί προπομπό της συναυλίας (πρόκειται για τη γενική δοκιμή), η οποία έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 2017 στο Βερολίνο. Η Gražinytė-Tyla διευθύνει την Γερμανική Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης (Deutsches Symphonie- Orchester Berlin).

Mirga Gražinytė-Tyla dirigiert Sibelius Lemminkäinen-Suite

«Εχει το καλύτερο αριστερό χέρι που έχω δει στη ζωή μου. Κυριολεκτικά, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ εκεί, αν και είναι γενικά ωραία κοπέλα. Αν ήμουν μουσικός, θα με τρέλαινε αυτό το χέρι…», σχολίασε πρόσφατα ένας βετεράνος της διεθνούς δισκογραφίας. Σε ό,τι αφορά την τεχνική της διεύθυνσης ορχήστρας, οι επαΐοντες γνωρίζουν ότι το αριστερό χέρι ήταν επί πολλά χρόνια υποβαθμισμένο. Στα διάφορα ωδεία, οι σπουδαστές διδάσκονταν πως το δεξί χέρι ήταν προορισμένο για να μετρά τον χρόνο, τη στιγμή που το αριστερό ήταν αφιερωμένο στην έκφραση. Πρόκειται για μια μάλλον παρωχημένη αντίληψη. Στις μέρες μας, το αριστερό χέρι πρέπει να είναι σε θέση να πράττει ό,τι ακριβώς και το δεξί. Γεννημένη στο Βίλνιους, η Mirga Gražinytė-Tyla προέρχεται από οικογένεια μουσικών. Σπούδασε βιολί και διεύθυνση ορχήστρας στο Γκρατς, στη Λειψία και στη Ζυρίχη. Διετέλεσε πρώτο βιολί της ορχήστρας της Όπερας της Βέρνης και, ακολούθως διευθύντρια του Landestheater του Σάλτσμπουργκ. Κατά τη τριετία 2014-2017 θήτευσε στο πλευρό του Gustavo Dudamel, ενός από τους διαπρεπέστερους διευθυντές ορχήστρας της εποχής μας, ως βοηθός αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Άντζελες. Η μεγάλη πρόκληση εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν, έπειτα από σειρά άκρως επιτυχημένων συναυλιών, ανέλαβε καθήκοντα καλλιτεχνικής διευθύντριας της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπέρμιγχαμ (City of Birmingham Symphony Orchestra – CBSO), διαδεχόμενη μεγάλα ονόματα, όπως εκείνα του Sir Simon Rattle και του Andris Nelsons. Δεν διατήρησε μόνο το υψηλό επίπεδο και τη διεθνή αναγνώριση του παρελθόντος. Με τη φαντασία και τον δυναμισμό της προσέδωσε νέα πνοή στη μουσική καθημερινότητα της πόλης, χρησιμοποιώντας ως έδρα το Symphony Hall, την αίθουσα συναυλιών με την καλύτερη ακουστική σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Με την εκπνοή της περιόδου 2021-2022, το συμβόλαιό της πρόκειται να λήξει. Διατηρώντας την εποικοδομητική σχέση της με την ορχήστρα, συμφωνήθηκε από κοινού να αναλάβει καθήκοντα πρώτου επισκέπτη αρχιμουσικού. Τον Φεβρουάριο του 2019, υπήρξε η πρώτη γυναίκα που υπέγραψε μακροχρόνιο συμβόλαιο συνεργασίας με την φημισμένη δισκογραφική εταιρία Deutsche Grammophon Geselschaft.

Going for the impossible: The Conductor Mirga Gražinytė-Tyla

H Mirga Gražinytė-Tyla, τόσο στις συναυλίες της όσο και στις ηχογραφήσεις, μη διστάζοντας να εξερευνήσει σε βάθος νέο ή, έστω, ασυνήθιστο ρεπερτόριο, έχει αφιερώσει ιδιαίτερη μέριμνα στο συμφωνικό έργο του Πολωνοεβραίου συνθέτη Mieczyslaw Weinberg (1919-1996), ο οποίος προς το τέλος της ζωής του ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό. Δεινός συνθέτης συμφωνικής μουσικής (συνέθεσε 22 συμφωνίες συνολικά), o Weinberg, χάρη στην πρωτοβουλία της αρχιμουσικού, απαγκιστρώθηκε από την ψυχρή περιφέρεια του ρωσικού ρεπερτορίου (έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην ΕΣΣΔ) και άρχισε να γίνεται με καθυστέρηση γνωστός στη Δύση. Σε πολλά σημεία το ύφος του παραπέμπει στον προσωπικό του φίλο Dmitri Shostakovich. Άλλωστε, αμφότεροι υπέστησαν βάναυσα τις συνέπειες της αντιφορμαλιστικής υστερίας του σταλινικού καθεστώτος. Ωστόσο, η Συμφωνία αρ. 3 σε σι ελάσσονα (1949-1950), έχει να επιδείξει ένα πολύ προσωπικό στυλ. Εσωκλείοντας πάμπολλα λαϊκά θέματα, εξελίσσεται με γνώμονα μια μελωδική γραμμή και μια ρυθμική ρευστότητα που την κάνουν να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη μουσική του παραγωγή. Ακολουθώντας την παραδοσιακή φόρμα της σονάτας, αποτελείται από τέσσερα μέρη (I. Allegro II. Allegro giocoso III. Adagio IV. Allegro vivace). Μόνο το αργό και μελαγχολικό τρίτο μέρος ξαναφέρνει στο νου τον κόσμο του Weinberg. Το θορυβώδες φινάλε, με τη ρυθμική του αγωγή, την εν γένει ενορχήστρωση, την μεθοδευμένη κλιμάκωση μέχρι την τελική, υποδειγματικά δομημένη κόντα, είναι εκείνο που, από όλο το υπόλοιπο έργο, μας θυμίζει πως ο συνθέτης επηρεάστηκε από τη μουσική του Shostakovich. Η εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 3 υπό τη διεύθυνση της Mirga Gražinytė-Tyla μαγνητοσκοπήθηκε δίχως παρουσία ακροατηρίου στο Παρίσι στις 9 Απριλίου 2021, με τη συνδρομή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Mieczyslaw Weinberg : Symphonie n°3, Οp. 45

 

Simone Young

Επιλέξαμε το διάρκειας ενός μόλις λεπτού απόσπασμα του αυτοβιογραφικού Συμφωνικού Ποιήματος του Richard Strauss Η ζωή ενός ήρωα (Ein Heldenleben) με την Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, ως τεκμήριο της σοβαρότητας, της μεγάλης πείρας και της επαγγελματικότητας της Simone Young. Η ακρίβεια των κινήσεων (προηγείται ελάχιστα, ως είθισται για έναν διευθυντή ορχήστρας, της εκφοράς της μουσικής φράσης), η έκφραση του προσώπου, η μεταδοτικότητα, η σε βάθος εξοικείωση με το έργο, η αυτοπεποίθηση και ο απόλυτος έλεγχος που αποπνέει η παρουσία της πάνω στο βάθρο, αποτελούν προϋπόθεση αλλά και πηγή έμπνευσης για μια σωστή εκτέλεση.

BRSO: Simone Young conducts Ein Heldenleben by R. Stauss

Εντός του τρέχοντος έτους, η Simone Young επιστρέφει δριμύτερη στη γενέτειρά της, το Σίδνεϊ αναλαμβάνοντας καλλιτεχνική διευθύντρια της ομώνυμης Συμφωνικής Ορχήστρας. Στο βίντεο που ακολουθεί (18:24), περιγράφει τον τρόπο, με τον οποίο παρακολούθησε ως παιδί τα διάφορα στάδια ανέγερσης του εντυπωσιακού κτηρίου της Όπερας (σήμα κατατεθέν της πόλης), εκφράζοντας ενδόμυχα την ευχή να μπορέσει κάποτε να διευθύνει μέσα σε αυτό. Το όνειρό της πραγματοποιήθηκε όταν, μεταξύ των ετών 2001-2003 ανέλαβε επικεφαλής της Opera Australia, του μεγαλύτερου οργανισμού όπερας της Αυστραλίας, ο οποίος μοιράζει την δραστηριότητα και τον χρόνο του ανάμεσα στο Σίδνεϊ και την Μελβούρνη (οκτώ και τέσσερις μήνες αντίστοιχα). Είχε προηγηθεί η θητεία της ως αρχιμουσικού της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μπέργκεν (1998-2002) και ακολούθησε ο διορισμός της ως Γενικού Μουσικού Διευθυντή (Generalmusikdirektor)του Αμβούργου, με άλλα λόγια επόπτη και συντονιστή του συνόλου της μουσικής ζωής της πόλης (2005-2015). Μέσα στην ίδια δεκαετία διετέλεσε καλλιτεχνική διευθύντρια της Κρατικής Όπερας και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας. Πρόκειται για μια εμπειρία, που της επέτρεψε να εντρυφήσει τόσο στο συμφωνικό όσο και στο λυρικό ρεπερτόριο, αλλά και στην άσκηση της διοίκησης. Ταυτόχρονα ακολούθησε μια διεθνή σταδιοδρομία, έχοντας διευθύνει μεγάλες ορχήστρες (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Βιέννης, του Μονάχου, του Λονδίνου, της Δρέσδης και της Νέας Υόρκης, Συμφωνικές της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και του BBC, Ορχήστρα του Παρισιού και πολλά άλλα συμφωνικά συγκροτήματα της βορείου Αμερικής και της Αυστραλίας), καθώς και παραστάσεις στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου (Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, Κρατικές Όπερες της Βιέννης, της Ζυρίχης, του Βερολίνου και της Βαυαρίας, Όπερα του Παρισιού, Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ κλπ). Είναι η πρώτη γυναίκα αρχιμουσικός που ηχογράφησε ολόκληρη την τετραλογία Το Δακτυλίδι του Νίμπλουνγκ του Richard Wagner και το σύνολο των εννέα συμφωνιών του Anton Bruckner.

 

Australian Conductor Simone Young

Η Συμφωνία αρ. 41, επονομαζόμενη “του Διός”, με αριθμό 551 στον κατάλογο Köchel των έργων του Wofgang Amadeus Mozart (1756-1791), είναι ταυτόχρονα η μακροσκελέστερη και τελευταία συμφωνία του μεγάλου Αυστριακού μουσικοσυνθέτη. Ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1788. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί κατά πόσο ο ίδιος ο Mozart πρόλαβε τελικά να την ακούσει. Η επονομασία οφείλεται στον γερμανικής καταγωγής Βρετανό πιανίστα, συνθέτη και εκδότη Johann Baptist Cramer, ο οποίος παρομοίασε τις πρώτες συγχορδίες με τους κεραυνούς του Δία. O Mozart, με την αστείρευτη έμπνευση και την ακατάπαυστη δημιουργικότητα που τον διακατείχαν, συνέθεσε μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, μηνών μια σειρά συμφωνιών (αρ. 39-40-41), που σήμερα συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων του είδους σε ολόκληρη την ιστορία της Μουσικής. Από δομικής απόψεως, η Συμφωνία αρ. 41 ακολουθεί την παραδοσιακή φόρμα της εποχής της. Απαρτίζεται από τέσσερα μέρη (Ι. Allegro vivace, II. Andante cantabile, III. Menuetto: Allegretto – Trio, IV. Molto allegro) η δε διάρκειά της κυμαίνεται περί τα 33 λεπτά της ώρας. Το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου έργου είναι το πολυφωνικό σημείο στο τέλος του τετάρτου μέρους, όπου συγχωνεύονται τα πέντε κυριότερα μουσικά θέματα. Στο κλασσικό και αξεπέραστο μέχρι σήμερα Dictionary of Music and Musicians που φέρει επάξια το όνομά του, ο Sir George Grove διατείνεται πως ο Mozart διατήρησε για το κλείσιμο του έργου όλα τα αποθέματα της γνώσης, της ενεργητικότητας και της τέχνης του, σε βαθμό που ουδείς άλλος συνθέτης έχει ποτέ αξιοποιήσει. Χαρακτήρισε δε τη Συμφωνία αρ. 41 ως “το μεγαλύτερο ορχηστρικό έργο που γνώρισε ο κόσμος πριν από την Γαλλική Επανάσταση”. Η Simone Young διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, ένα από τα κορυφαία γερμανικά συμφωνικά σύνολα. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2019 στην Philharmonie am Gasteig του Μονάχου.

Wolfgang Amadeus Mozart: Symphonie Nr. 41, K. 551

 

Laurence Equilbey

Κάθε αρχιμουσικός οραματίζεται να συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του τη Συμφωνία αρ. 9 σε Ρε ελάσσονα, έργο 125 του Ludwig van Beethoven, με την περίφημη “Ωδή στη Χαρά” («Ode An die Freude«) σε στίχους του Friedrich Schiller, που ερμηνεύει η χορωδία στο τελευταίο μέρος. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η Γαλλίδα Laurence Equilbey διευθύνει τα δυο συγκροτήματα που η ίδια έχει ιδρύσει: την χορωδία Accentus και την ορχήστρα Insula. H συναυλία έχει μαγνητοσκοπηθεί στη νεότευκτη αίθουσα του μουσικού κτηριακού συγκροτήματος “Ο Μουσικός Σηκουάνας” (“La Seine Musicale”) στην περιοχή Boulogne-Billancourt του νοτιοδυτικού Παρισιού.

Ludwig van Beethoven: «Ode An die Freude«

Η Laurence Equilbey σπούδασε στο Παρίσι, την Βιέννη και το Λονδίνο. Ευτύχησε να έχει δασκάλους σαν τον Jorma Panula. Θεωρεί τον εαυτό της πνευματικό τέκνο του Nikolaus Harnoncourt και του Claudio Abbado. To 2012 ίδρυσε την Insula Orchestra, ένα συμφωνικό σύνολο οργάνων εποχής. Έδρα της ορχήστρας είναι το εντυπωσιακό μουσικό συγκρότημα La Seine Musicale, το οποίο καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη νησίδα Seguin, δυο βήματα από το προάστιο των Σεβρών και το εργοστάσιο κατασκευής ειδών πορσελάνης, όπου το 1920 υπογράφηκε η ομώνυμη συνθήκη ειρήνης. Το ρεπερτόριο της Equilbey κυμαίνεται ανάμεσα στη μουσική μπαρόκ και τον πρώιμο ρομαντισμό. Ταυτόχρονα με την ορχήστρα, η Γαλλίδα αρχιμουσικός είναι ιδρύτρια και διευθύντρια, όπως προαναφέρθηκε, της χορωδίας Accentus. Πέρα από τις τακτικές συναυλίες, συνοδευόμενη από τα δυο συγκροτήματα των οποίων ηγείται, έχει περιοδεύσει στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στη Βιέννη, στο Αμβούργο στη Βουδαπέστη, στο Λουξεμβούργο και στα διεθνώς αναγνωρισμένα φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και του Aix en Provence.

Rencontre avec Laurence Equilbey et Insula orchestra

Ενόσω ζούσε, η Louise Farrenc (1804-1875) ήταν περισσότερο γνωστή ως πιανίστρια. Ωστόσο, συνέθεσε 51 έργα συνολικά για πιάνο, μουσική δωματίου και ορχήστρα. Ειδικότερα, μεταξύ των ετών 1842 και 1847 δοκίμασε τις δυνάμεις της στο χώρο της συμφωνικής μουσικής συνθέτοντας τρεις συμφωνίες και δυο εισαγωγές για ορχήστρα. Μοναδικό είδος που απουσιάζει από τη μουσική της παραγωγή είναι το λυρικό δράμα. To 1949 ευτύχησε να παρευρεθεί στην παγκόσμια πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 3 από την Ορχήστρα του Ωδείου του Παρισιού. Δεν έτυχε όμως της αναγνώρισης που η ίδια ήλπιζε, γεγονός, το οποίο την κατέβαλε ψυχολογικά. Κι όμως, έχαιρε της εκτίμησης ενός Schumann και ενός Berlioz, ενώ στη μουσική ζωή του Παρισιού περί τα μέσα του 19ου αιώνα, μεσουρανούσε ως μια απαράμιλλη δασκάλα και παιδαγωγός. Η συμφωνία αρ. 3 δεν υλοποίπεται σε τίποτα έναντι εκείνων του Schumann και του Mendelsohn μέσα στο μετα- μπετοβενικό συμφωνικό στερέωμα. Μεστή και σοβαρή, η συμφωνία αποφεύγει μεθοδικά τα ενθουσιώδη και παρορμητικά ξεσπάσματα του Berlioz. Αποτελείται από τέσσερα μέρη. Ακούμε το δεύτερο, αργό, με την ωραιότατη μελωδία του κλαρινέτου, πλαισιωμένου από τα υπόλοιπα πνευστά όργανα της ορχήστρας. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2018 στο χωρητικότητας 1.500 θέσεων νεότευκτο αμφιθέατρο του “Μουσικού Σηκουάνα”.

Louise Farrenc: Symphonie n° 3, Οp. 36 -Adagio cantabile

 

Sarah Ioannides

Ότι οι επιλογές της Sarah Ioannides στερούνται πρωτοτυπίας είναι το λιγότερο που μπορεί να ισχυριστεί κανείς. Το έργο του βιετναμέζικης καταγωγής σύγχρονου συνθέτη Viet Cuong με τίτλο Re(new)al είναι γραμμένο για κουαρτέτο κρουστών και ορχήστρα. Κεντρικός άξονας του σκεπτικού είναι η ανεύρεση απρόσμενων τρόπων εμφύσησης νέας πνοής σε παραδοσιακές ιδέες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ήχος ποτηριών γεμάτων νερό, αυτός των σπρέι και, τέλος, ενός βιμπραφώνου σκεπασμένου με φύλλα αλουμινίου, έτσι ώστε να παράγει ήχο αντίστοιχο με εκείνο της ηλεκτρονικής μουσικής, προσδίδουν, πέρα πάσης αμφιβολίας, πρωτοτυπία στο έργο. Η θέα των μελών του κουαρτέτου, καθισμένων σε ένα τραπέζι ενόσω παράγουν μελωδικούς ήχους τσουγκρίζοντας τα ποτήρια, ή, αργότερα, η περιστροφή τους γύρω από το ίδιο ταμπουρίνι, καθιστά το όλο έργο πραγματικό happening. Κι όμως, η μουσική είναι απόλυτα προσιτή, ευχάριστη και με συναρπαστικό ρυθμό. Hydro και Wind είναι ο τίτλος των δυο πρώτων μερών. Το τρίτο (Solar) – με τη χρήση του βιμπραφώνου-δεν συμπεριλήφθηκε στην παρούσα συναυλία, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 2019 στο Gould Hall του Curtis Institute of Music της Φιλαδέλφειας. Το έργο ερμηνεύεται από το συγκρότημα Sandbox Percussion και την ορχήστρα του Curtis Institute, απαρτιζόμενη αποκλειστικά από σπουδαστές του ιδρύματος.

Viet Cuong: Re(new)al – I. Hydro II. Wind

H Sarah Ioannides γεννήθηκε στην Καμπέρα, πρωτεύουσα της Αυστραλίας, από πατέρα ελληνοκυπριακής και μητέρα σκωτσέζικης καταγωγής. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τελειοποίησε τις σπουδές της στο Curtis Institute of Music και, αργότερα, στην Αγία Πετρούπολη. Από το 2002 έως το 2004 άσκησε ταυτόχρονα καθήκοντα βοηθού αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σινσινάτι και καλλιτεχνικής διευθύντριας της Ορχήστρας Νέων της ίδιας πόλης. Κατά τα έτη 2005 έως 2011 ηγήθηκε της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ελ Πάσο και από το 2005 έως το 2017 της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Σπάρτανμπουργκ, της Νότιας Καρολίνας. Το 2015 ανέλαβε καλλιτεχνική διευθύντρια της Συμφωνικής Ορχήστρας της Τακόμα, της Πολιτείας Ουάσινγκτον. Το συμβόλαιό της εκπνέει με τη λήξη της περιόδου 2023-2024. Έχει κατά καιρούς διευθύνει την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, την Εθνική Ορχήστρα της Λυών, την Ορχήστρα Tonkünstler της Βιέννης και τις Συμφωνικές του Σινσινάτι και του Σηάτλ.

Sarah Ioannides – TV Tacoma’s Art Town

Η Δημιουργία του κόσμου (La Création du monde) είναι ένα δεκαπεντάλεπτης διάρκειας μπαλέτο του Γάλλου Darius Milhaud (1892-1974), μέλους της επονομαζόμενης Ομάδας των έξι (Milhaud, Honegger, Poulenc, Auric, Tailleferre, Durey). Το λιμπρέτο είναι του Ελβετού ποιητή και δοκιμιογράφου Blaise Cendrars και αφηγείται τη δημιουργία του κόσμου έτσι όπως περιγράφεται στην αφρικανική λαϊκή μυθολογία. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1923 στο Παρίσι. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τη μουσική της τζαζ, την οποία ο Milhaud ανακάλυψε το 1920 στο Λονδίνο και το 1922 στη Νέα Υόρκη, στους δρόμους και στα μπαρ του Χάρλεμ. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του άρχισε να συνθέτει με βάση αυτό που ο ίδιος βάπτισε “ιδίωμα της τζαζ” (εναλλαγές μελωδίας και αρμονίας που παραπέμπουν στη μουσική μπλουζ, τραγουδιστές κορυφώσεις και θορυβώδεις ρυθμοί). Ένα χρόνο αργότερα ολοκλήρωσε τη σύνθεση της Δημιουργίας του κόσμου. Το μπαλέτο απαρτίζεται από έξι μέρη. Ξεκινά με την εμφάνιση τριών Αφρικανών θεών της δημιουργίας, οι οποίοι με ξόρκια και τελετουργίες εμφυσούν ζωή σε δέντρα και ζώα. Με τη δημιουργία του ανθρώπου γεμίζουν τη σκηνή ανδρες και γυναίκες χορευτές. Το έργο ολοκληρώνεται με την παραμονή, επιτόπου, ενός ζευγαριού, το οποίο, έπειτα από την αποχώρηση όλων των υπολοίπων, συμβολίζει τον πόθο και το ζευγάρωμα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της πρεμιέρας σχεδιάστηκαν από τον Fernand Léger, έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του κινήματος του κυβισμού, λάτρη με τη σειρά του της αφρικανικής πρωτόγονης τέχνης. Η μουσική γραφή αποπνέει τα διακριτικά γνωρίσματα της αισθητικής της Ομάδας των έξι, με προεξέχοντα τον συνδυασμό λαϊκών μορφών τέχνης με την παραδοσιακή κλίση των Γάλλων προς το στοιχείο του εξωτισμού. Στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του ΄20 ήταν διάχυτη η αφρικανική (και αφρο-αμερικανική) μόδα. Οι “έξι” ήταν τακτικοί θαμώνες επιλεγμένων μπαρ, όπου παιζόταν νέγρικη μουσική στην πιο αυθεντική της εκδοχή. Η Δημιουργία του κόσμου ακολουθεί αυτήν ακριβώς την παράδοση. Πρόκειται για την πρώτη, κατά σειρά, σύνθεση του Milhaud, όπου αποτυπώνεται η έφεση και το ενδιαφέρον του για το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Είχε προηγηθεί νωρίτερα η γνωριμία του με την λατινοαμερικανική μουσική στη διάρκεια της θητείας του ως Α΄ Γραμματέα της γαλλικής πρεσβείας στη Βραζιλία, στοιχείο, που είναι επίσης διάχυτο σε πολλά από τα έργα του. Η πρεμιέρα δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Τα κοστούμια του Léger απέσπασαν μεν θετικά σχόλια, αποδείχθηκαν όμως άβολα για τους χορευτές, εμποδίζοντας τις κινήσεις τους. Σήμερα, η Δημιουργία του κόσμου έχει ενσωματωθεί πλέον στο συμφωνικό ρεπερτόριο και υπό αυτή τη μορφή ερμηνεύεται στις αίθουσες συναυλιών. Εκτελείται από την Sarah Ioannides και τη Συμφωνική Ορχήστρα Τακόμα.

Darius Milhaud: La Création du Monde

 

Barbara Hannigan

Pulcinella είναι ο τίτλος ενός μονόπρακτου μπαλέτου του Ρώσου συνθέτη Igor Stravinsky (1882- 1971) βασισμένου επάνω σε μουσικά θέματα, τα οποία αποδίδονται στον Ιταλό Giovanni Battista Pergolesi (1710-1736). Πρωτοανεβάστηκε το 1920 στο Παρίσι με σκηνικά και κοστούμια σχεδιασμένα από τον Pablo Picasso. Η πλοκή και οι πρωταγωνιστές του έργου προέρχονται από την ναπολιτάνικη comedia dell’ arte. Πρόκειται για μια κομβική καμπή στην όλη σταδιοδρομία του Stravinsky, καθώς σηματοδοτεί τη στροφή του μουσικοσυνθέτη προς τον νεοκλασσικισμό, στον οποίο θα παραμείνει πιστός για τις επόμενες δεκαετίες. Στην αρχική μορφή που παρουσιάζεται παρακάτω, το έργο είναι γραμμένο για ορχήστρα δωματίου με τη σύμπραξη τριών μονωδών. Πρόκειται για ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, γι’ αυτό και παρατίθεται στο σύνολό του. Η υπέροχη συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 2021 στη κεντρική αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris. Η Barbara Hannigan διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Igor Stravinsky: Pulcinella

Εδώ και λίγα χρόνια, η γεννημένη στον Καναδά Barbara Hannigan ακολουθεί διπλή σταδιοδρομία: τραγουδίστριας και αρχιμουσικού (ενίοτε δε αμφότερα στο πλαίσιο της ίδιας συναυλίας). Ως υψίφωνος είναι γνωστή για την κλίση της προς το σύγχρονο ρεπερτόριο, έχοντας συμμετάσχει στις παγκόσμιες πρώτες 85 έργων και συνεργαστεί με συνθέτες όπως ο Pierre Boulez, o Henri Dutilleux, o György Ligeti, o Karlheinz Stockhausen, o Pascal Dussapin κ.ά. Έχει διευθύνει καταξιωμένες ορχήστρες (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, του Μονάχου της Πράγας και της Γαλλικής Ραδιοφωνίας, Συμφωνικές του Λονδίνου, του Γκέτεμποργκ και του Τορόντο, Ορχήστρα της Ακαδημίας Σάντα Σετσίλια της Ρώμης, Ορχήστρα Δωματίου Μάλερ, Ορχήστρα του Κλήβελαντ κλπ.) και είναι περιζήτητη ανά τον κόσμο. Εντυπωσιάζει με τον αυθορμητισμό της αλλά με τα αποθέματα ενέργειας και δυναμισμού που διαθέτει μέσα της και που αξιοποιεί με τον δικό της, μοναδικό, τρόπο σε κάθε δημόσια εμφάνιση. Μέχρι στιγμής (πιθανότατα έως ότου ολοκληρωθεί η σταδιοδρομία της ως υψίφωνου) επιλέγει να παραμείνει “Freelance conductor”, αποφεύγοντας να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση κάποιου συμφωνικού συγκροτήματος. Από το 2017 εποπτεύει ένα πρόγραμμα διδασκαλίας και υποστήριξης νέων καλλιτεχνών στα πρώτα βήματα της επαγγελματικής τους καριέρας, το οποίο έχει ονομάσει Equilibrium Young Artists.

Μπάρμπαρα Χάνιγκαν: Η μούσα της σύγχρονης μουσικής

Το βίντεο που ακολουθεί αποτελεί παράσταση για ένα πρόσωπο (One Woman Show). H Barbara Hannigan διευθύνει, τραγουδάει από το βάθρο με την πλάτη γυρισμένη στην ορχήστρα, σε κάποια στιγμή διαχειρίζεται τους μουσικούς της τελευταίας σαν μέλη μιας καλοδουλεμένης χορωδίας και ερμηνεύοντας ένα έργο, το οποίο έχει νωρίτερα διασκευάσει η ίδια. Όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα είναι κάτι το πρωτόγνωρο και αποκαλύπτουν το πολύπλευρο ταλέντο της καλλιτέχνιδος. Girl Crazy είναι ένα μιούζικαλ που ο George Gershwin (1898-1937) συνέθεσε το 1930 πάνω σε στίχους του αδελφού του Ira. Χάρη σε αυτό, η ηθοποιός και χορεύτρια Ginger Rodgers έγινε, μέσα στο ίδιο το βράδυ της πρεμιέρας, αστέρι. Μεταξύ των μελών της ορχήστρας της πρεμιέρας συναντά κανείς ονόματα, που λίγο αργότερα άφησαν εποχή (Glenn Miller και Beny Goodman μεταξύ άλλων). Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης είναι ο Danny Churchill, ο οποίος επιστρέφει στη γενέτειρά του Αριζόνα, προκειμένου να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του πατέρα του να αναλάβει τη διαχείριση του αγροκτήματος της οικογένειας σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα. Στόχος είναι να ασχοληθεί με περισσότερο σοβαρές υποθέσεις από ότι το ποτό και οι γυναίκες. Αντ’ αυτού, ο Danny μετατρέπει το ράντζο σε ένα είδος κέντρο αγροτουρισμού, προσλαμβάνοντας χορεύτριες από το Broadway και προσελκύοντας, προς μεγάλη απελπισία συγγενών και ντόπιων, πελατεία και από τις δυο ακτές των ΗΠΑ. Το έργο συμπεριλαμβάνει αθάνατα τραγούδια όπως είναι τα But Not for Me, Embraceable You και, φυσικά, το πασίγνωστο I Got Rythm. Επόμενο ήταν το κοινό να το αγκαλιάσει από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το Girl Crazy γυρίστηκε τρεις φορές σε κινηματογραφική ταινία. Περισσότερο πετυχημένη είναι εκείνη του 1943 με τον Mickey Rooney και την Judy Garland στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Μάλιστα, η Garland έχει διπλή παρουσία ενσαρκώνοντας ταυτόχρονα ρόλους της Kate και της Molly. Η Barbara Hannigan, με τη συνδρομή του Bill Elliot, προχώρησε σε μια διασκευή του μιούζικαλ, στην οποία έδωσε τον τίτλο Girl Crazy Suite. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι πως στην ενορχήστρωση είναι εμφανής η επίδραση που ασκεί επάνω της η Νέα Σχολή της Βιέννης (Berg, Schoenberg, Webern). Υπό αυτή την οπτική, η μουσική του Gershwin ηχεί κάπως ασυνήθιστα, όχι όμως λιγότερο ελκυστικά. Η συναυλία που ακολουθεί έλαβε χώρα το 2017 στην αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ. Η ζωντανή ηχογράφηση, η οποία κυκλοφόρησε ταχύτατα στο εμπόριο, τιμήθηκε με το βραβείο Grammy.

George Gershwin: Girl Crazy Suite

 

Alondra de la Parra

 Η Κλασσική Συμφωνία, η πρώτη κατά σειρά από τις έξι που συνέθεσε συνολικά ο Sergei Prokofiev (1891-1953), είναι ένα νεανικό και ιδιαίτερα δημοφιλές έργο του μεγάλου Ρώσου μουσουργού. Ολοκληρώθηκε το 1917 και πρωτοπαίχθηκε το 1918 στην Πετρούπολη υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Η προσωνυμία ανήκει στον ίδιο τον Prokofiev, ο οποίος επιχείρησε να μιμηθεί το κλασσικό ύφος των Mozart και Haydn, χρησιμοποιώντας τα μέσα της δικής του εποχής. Η ενορχήστρωση είναι διάφανη. Σε αυτό συνεισφέρει και το περιορισμένο μέγεθος της ορχήστρας (δυο φλάουτα, δυο όμποε, δυο κλαρινέτα, δυο φαγκότα, δυο κόρνα, δυο τρομπέτες, έγχορδα και κρουστά). Το σύντομο αυτό έργο απαρτίζεται από τέσσερα μέρη: I. Allegro, II. Larghetto, III. Gavotte: Non troppo allegro, IV. Molto vivace. Η χαρά, η αισιοδοξία, η δίψα για ζωή, το χιούμορ, σε συνδυασμό με το ανάλαφρο και παιχνιδιάρικο ύφος που διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη, καθιστούν την ακρόαση ιδιαίτερα απολαυστική. Το ίδιο και η υποδειγματική ερμηνεία από την Alondra de la Parra και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης. Η μαγνητοσκόπηση πραγματοποιήθηκε στη Sendesaal της γερμανικής μεγαλούπολης στις 24 Ιουνίου 2020.

Sergei Prokofiev: Symphony Nr. 1 “Classical” Op. 25

Γεννημένη στη Νέα Υόρκη από γονείς Μεξικανούς, η Alondra de la Parra εγκαταστάθηκε σε μικρή ηλικία στην Πόλη του Μεξικού, όπου ξεκίνησε τις σπουδές της και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να διαμένει. Τελειοποίησε τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη (Manhattan School of Music). Εκεί παρακολούθησε σεμινάρια διδασκαλίας από τους Kurt Masur, Charles Dutoit και Marin Alsop. To 2003, σε ηλικία 23 ετών, ίδρυσε τη δική της ορχήστρα (Philharmonic Orchestra of the Americas – POA), απαρτιζόμενη από Μεξικανούς, οι οποίοι διαβιούσαν στις ΗΠΑ. Στόχος ήταν η προβολή του μεξικανικού ρεπερτορίου. Το 2011 η ορχήστρα διαλύθηκε εξαιτίας οικονομικής στενότητας. Η μεγάλη ώθηση στη σταδιοδρομία της χρονολογείται από τις αρχές το 2016, όταν ανέλαβε μόνιμη αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Κουίνσλαντ, στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας. Έπειτα από μια πετυχημένη τετραετία αποχώρησε από την ορχήστρα ταυτόχρονα με την εκπνοή του συμβολαίου της. Έκτοτε, ακολουθεί μια άκρως πετυχημένη σταδιοδρομία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μεταξύ άλλων έχει διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, την Ορχήστρα του Παρισιού, την Ορχήστρα Τονχάλλε της Ζυρίχης, τις Συμφωνικές Ορχήστρες της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου και του São Paulo, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας, την Ορχήστρα της Ακαδημίας Σάντα Σετσίλια της Ρώμης, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης κά. Σήμερα έχει αναγορευτεί σε πρέσβειρα πολιτισμού του Μεξικού.

La Maestra: portrait of Mexican conductor Alondra de la Parra

Το αφιέρωμα στις γυναίκες αρχιμουσικούς δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με ωραιότερο τρόπο από τον παρακάτω. Το Danzón No. 2 είναι ένα από τα περισσότερο δημοφιλή έργα του σύγχρονου μεξικανικού μουσικού ρεπερτορίου. Πρόκειται για παραγγελία προς τον συνθέτη Arturo Márquez του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), όπου και πρωτοπαίχτηκε το έργο το 1994. Είναι εμφανής η επίδραση της κουβανέζικης μουσικής (ταυτόχρονα όμως και της μουσικής παράδοσης της επαρχίας Veracruz, στην ανατολική ακτή του Μεξικού) από την οποία ο συνθέτης αντλεί την έμπνευσή του. Το ρυθμικό ενδιαφέρον του έργου διατηρείται ανέπαφο χάρη στις συνεχείς εναλλαγές του χρόνου. Είναι γραμμένο για πολυπληθή ορχήστρα αλλά και ιδιαίτερο ρόλο αφιερωμένο στο κλαρινέτο, το φλάουτο, το πιάνο, το βιολί και το γαλλικό κόρνο προσφέροντας, με τον τρόπο αυτό, τη δυνατότητα στους σολίστ της ορχήστρας να αναδείξουν τη δεξιοτεχνία τους. Το Danzón No. 2 έγινε γνωστό εκτός συνόρων το 2007, στο πλαίσιο της πρώτης περιοδείας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ της Ορχήστρας Νέων Simón Bolívar και του διευθυντή της Gustavo Dudamel, που το ενέταξαν στο πρόγραμμά τους. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε, η Alondra de la Parra έκανε το έργο στην κυριολεξία κτήμα της, αποδίδοντάς το με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Η ακρίβεια των κινήσεών της, η έκφραση του προσώπου της που αποπνέει μια ξεχωριστή αύρα, ο χορευτικός της ρυθμός πάνω στο βάθρο, το μεγαλόψυχο χαμόγελό της, η γοητευτική προσωπικότητά της είναι σε θέση να ξεσηκώσουν το κοινό, έτσι όπως ακριβώς συνέβη μια βραδιά του 2015 στην κεντρική αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris, με τη συνδρομή της, υπνωτισμένης από το φλογερό ταμπεραμέντο της αρχιμουσικού, Ορχήστρας του Παρισιού

Arturo Márquez: Danzón No. 2

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Παρασκευή Ευσταθιάδου

 

 

Θεοδόσης Πυλαρινός: Το πένθος και η ελληνική θρησκευτικότητα στην ποίηση και στα γραπτά του Γιώργου Μαρκόπουλου

Θεοδόσης Πυλαρινός 

Το πένθος και η ελληνική θρησκευτικότητα στην ποίηση και στα γραπτά του Γιώργου Μαρκόπουλου

 

Η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου καθορίζεται δίπτυχα και διπολικά: κατεξοχήν δραματικά, από τον θάνατο, οπότε και τη νοτίζει το βαθύ πένθος, που αναβλύζει άρωμα πελοποννησιακού επιταφίου, από τον πόνο της δύσκολης επαρχιακής ζωής, σε άμεση σχέση με το προορισμένο από τη μοίρα τέλος, δοσμένο με την ιερότητα μιας γηγενούς και ιδιογενούς θρησκευτικότητας. Είναι η (ιερή) ακολουθία μιας πανάρχαιας παράδοσης, τα παγανιστικά στοιχεία της οποίας, υπογειωμένα, μεταπλάθονται, διαμορφώνοντας τις δοξασίες της ορθόδοξης ψυχής του Νεοέλληνα. Εαρινό το πένθος του ποιητή, τραγικά μοναχικό, όπως τα έρημα δέντρα, σύμφωνο με την πασχάλιο ακολουθία: Ὡς ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως και παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ὁ τάφος σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως. Από την άλλη, τη γραφή του ποιητή καταυγάζει μελαγχολικά το φως της ζωής, η λάμψη των Χριστουγέννων, η ελπίδα της γεννήσεως, κομίζοντας μια αλλότροπη χαρμολύπη, της γλυκιάς αλλά αβέβαιης προσμονής του περάσματος από τις αδυσώπητες συμπληγάδες ενός βίου που του μέλλεται να μετρά απώλειες και να απαριθμεί σταυρούς, κατευθύνοντας από το πένθιμο στο αναστάσιμο Πάσχα. Σε κάθε περίπτωση, το δίπολο αυτό, παρά τις όποιες ελπίδες, δημιουργεί στον ποιητή το ίδιο ερώτημα που τίθεται στη νεκρώσιμη ακολουθία: Θρηνῷ και ὀδύροµαι, ὅταν ἐννοήσω τον θάνατον, και ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειµένην, την κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡµῖν ὡραιότητα, ἄµορφον, ἄδοξον, µή ἔχουσαν εἶδος, ὢ τοῦ θαύµατος! τί το περί ἡµᾶς, τοῦτο γέγονε µυστήριον, πῶς παρεδόθηµεν τῇ φθορᾷ; πῶς συνεζεύχθηµεν τῷ θανάτῳ; ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς µεταστᾶσι την ἀνάπαυσιν. Αγέλαστος πέτρα, μία άλλη Δήμητρα (γη μήτηρ), είναι η ποίηση του Μαρκόπουλου. Μπορεί να απουσιάζει το σωστικό γέλιο, όμως η λύπη μετριάζεται από την αναμονή της άνοιξης, όταν η κόρη θα ανέβει από τον Άδη.

Νεκροταφεία, κοιμητήρια επί το αναπαυτικότερο και αναστασιμότερο, προς αποφυγήν του μακάβριου (ο θάνατος δεν είναι άγριος στα κείμενα του Μαρκόπουλου), τάφοι κεκοιμημένων, τάφοι βρεφών και νηπίων, μνήμες άσβεστες, απρόσμενες εκταφές, σταυροί, οστεοφυλάκια: Ὄντως φοβερώτατον, το τοῦ θανάτου µυστήριον! Πῶς ψυχή ἐκ τοῦ σώµατος, βιαίως χωρίζεται, ἐκ τῆς ἁρµονίας, και τῆς συµφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσµός, θείῳ βουλήµατι ἀποτέµνεται; Ἐµνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰµι γῆ και σποδός, και πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς µνήµασι, και εἶδον τα ὀστᾶ τα γεγυµνωµένα, και εἶπα· Ἆρα τίς ἐστι; Βασιλεύς, ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος, ἢ πένης, ἢ δίκαιος, ἢ ἁµαρτωλός; ἀλλά ἀνάπαυσον, Κύριε, µετά δικαίων τος δούλους σου, ὡς φιλάνθρωπος. Ωστόσο, το παράδοξο, σαν θαύμα, από τον θάνατο ξεπροβάλλει η ζωή στα λόγια του ποιητή: Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

Γιώργος Μαρκόπουλος.

Γλυκιά είναι η μνήμη που ανασταίνει τη ζωή και παραμερίζει για λίγο τη ματαιότητα με τη νοσταλγία παλαιών ημερών, θυμηταρίων τιμαλφών: Ο παλιός μας φίλος που μας χαμογελάει στη φωτογραφία του τάφου του, καθώς, από εκδρομή γυρνώντας προς την Αθήνα, επί τούτου παρακάμψαμε και περάσαμε από το χωριό του για να τον «δούμε».

Δυο παιδάκια, γράφει αλλού, παραμονή Χριστουγέννων, που λένε τα κάλαντα στον τάφο του πατέρα τους. Δεν ξέρω πιο τραγικά κάλαντα, που να αναβλύζουν τη λαϊκή απαντοχή μέσα από τις φωνές των παιδιών. Μελωδικό το μήνυμα τους στα σκηνώματα του ουρανού, επί του πατρικού τάφου. Η ψυχή του πατέρα θα αγαλλιάζει ακούγοντάς τα, ίσως να έχει κατέβει και ο ίδιος και να κρυφακούει από κάποιο γειτονικό μνήμα.

Σε άλλη πένθιμη εκδοχή, αναδύεται άφατη θλίψη για την αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο. Διότι οι νεκροί στην ποίηση του Μαρκόπουλου αθανατίζονται από τους ζώντες, δεν πεθαίνουν: Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επανεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

Έπειτα, άγγελοι, εκκλησιές, καμπάνες (συναθροιστικές, εγερτήριες, προοιωνιστικές), κεριά και λαμπάδες, θρήσκες γριές, πόρνες και καταραμένοι συνθέτουν την ομάδα των συμβόλων της θρησκευτικότητας του ποιητή, απαστράπτουσας, αγαπητικής ωραιότητας, όπως η ψυχή των περιθωριοποιημένων, των ταλαιπωρημένων, των ανά Ελλάδα σαλών, των πάσης φύσεως καθημαγμένων, αλλά και των ξωμάχων και των ανέστιων και των προσφύγων, και των αγωνιζόμενων να ριζώσουν στους φτωχούς, λαϊκούς αστικούς χώρους της μετοικεσίας τους∙ και ακόμη, η απογείωση του πένθους, με την εμπλοκή των αθώων ψυχών στο μακάβριο παιχνίδι με τον θάνατο, τόσο εμμέσως, με την ορφάνια: Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται, και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα∙ όσο και άμεσα, με τη μετωπική, την τραγικά άνιση, συνάντηση μαζί του, που η ανέχεια και οι δυσκολίες του λαϊκού ανθρώπου την καθιστούν τραγικότερη. Ένα από τα πιο πένθιμα ποιήματα του Μαρκόπουλου, ισάξιο των «Τραγουδιών του Θεού», του ανεπανάληπτου διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το ακόλουθο:

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν στο φέρετρό του.

Το γύριζαν από δρομάκια με κλειστές καπναποθήκες,

με μαγαζιά «γύφτικα», κουρεία και παλιά παντοπωλεία.

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν

και κανένας στον άλλονε δεν απαντούσε,

στον διπλανό του δεν μιλούσε.

Τα σπίτια λυπημένα έγερναν, σιωπηρά έγερναν,

ο άνεμος χαμηλά σαν κλέφτης, παράνομος,

στους δρόμους απέναντι, απέναντι περνούσε,

και η θάλασσα ανήσυχη,

ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κύματά της.

 

Η θρησκευτικότητα του ποιητή δεν είναι επίκτητη, δεν είναι απόρροια θεολογικής εμβάθυνσης στο μυστήριο του δίπολου ζωή – θάνατος∙ είναι εγγενής, είναι πηγαία, συστατικό μακράς παράδοσης, με τον τρόπο που γνωρίζει να θυμοσοφεί ο αυτοδίδακτος απλός άνθρωποςτρόπος κατά τον οποίο οι νέκυιες και οι δοξασίες περί Άδου των Αρχαίων συναντώνται και αδελφοποιούνται με τη χριστιανική θεολογία, κυρίως με τα καινοδιαθηκικά κείμενα, τα αστείρευτα αυτά αναβρύσματα που αναψύχουν και εμψυχώνουν, αφήνοντας όμως και εναγώνια εκκρεμότητα, όπως διαγράφεται επίσης στη νεκρώσιμη ακολουθία: Ῥαντιεῖς µε ὑσσώπῳ [αρωματικό βότανο], και καθαρισθήσοµαι, πλυνεῖς µε, και ὑπέρ χιόνα λευκανθήσοµαι. Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ και το πλήρωµα αὐτῆς, ἡ οἰκουµένη και πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. Γῆ εἶ και εἰς γῆν ἀπελεύσει.

Οι θρησκευτικοί συμβολισμοί του Μαρκόπουλου είναι μια περιδιάβαση στο τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας, υπό την έννοια ότι εντάσσονται στο τυπικό της, στη σταδιακή αγωνία του επικείμενου πάθους, που κορυφώνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου∙ μιας εξαήμερης κατάνυξης της λαϊκής ψυχής άχρι θανάτου, μιας καταβασίας, με τη σύντομη Ανάσταση μιας μόνης ημέρας (η χαρά σπανίζει στον άνθρωπο του μόχθου και της ανέχειας), συμβολική αποτύπωση του χαλεπού βίου του απλοϊκού Έλληνα, με την εξαίρεση της κυριακής ανάπαυλας, τεθλιμμένης εν τέλει και αυτής εν όψει του απερχόμενου μικρού διαλείμματος της χαράς και του επερχόμενου κοπιώδους εξαημέρου. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, όσο και αν δυναστεύει ο θάνατος, ότι προϋποθέτει αυτός, ότι δημιουργεί μόνος αυτός, την Ανάσταση – γι’  αυτό η ανάσταση είναι αναστατική και η έλευσή της προοιωνίζεται και πάλι θάνατο ή καθημερινούς θανάτους.

Άτυπες επιτάφιες ακολουθίες είναι οι διάσπαρτες εκκλησιαστικές αναφορές του, τεκμήρια μιας ποίησης εαρινού πένθους, που χαρακτηρίζουν την ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του. Δεν πενθεί απλώς τον θάνατο, πενθεί για το φυλλορρόημα της ζωής, ερχόμενος σε επαφή με τον θάνατο των προσφιλών του.

Το πεπρωμένο του λαϊκού ανθρώπου αποτυπώνεται με μουντά χρώματα∙ μαυρίζει, για παράδειγμα, την καθημερινότητα με τη φρίκη του θανάτου, στο ποίημα «Η φοβερή πατρίδα μου», όπου θάνατος και θρησκευτικότητα ταυτίζονται με ιεροπρέπεια, εγκυστώνοντας την τραγικότητα του σπαρακτικού συμβάντος στην κανονικότητα της τρέχουσας πραγματικότητας, αφενός εξαγιάζοντάς την και αφετέρου αποδομώντας αυτό, με την περιγραφή της ματαιότητας των φωτογραφιών νεκρών, με πρόσωπο οξύμωρα χαμογελαστό. Είναι η λαϊκή κατάνυξη, η υπόκλιση του απλού ανθρώπου ενώπιον του νεκρού, που ασκούνται με απόλυτο μυστικισμό, ακόμη και μέσα στην τύρβη και τη χυδαιότητα. Παράλληλα είναι η αστείρευτη λύπη των ποιητών, η εποικοδομητική οδύνη τους:

Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου

και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου!

 

Την πεθαμένη ταξιδεύαμε τη μάνα μας

με το βαγόνι της γραμμής

κόσμος πολύς μέσα στο διάδρομο και η αποθήκη του γεμάτη

με μπαούλα, οικοσκευές, και ανάμεσά τους, στα ψηλά, το φέρετρό της

έτσι καθώς πηγαίναμε παλιά κουτί, στων συγγενών μας,

με κούκλες, τα παιδιά.

 

Το κοιμητήριο ήσυχο, όταν εφτάσαμε μετά,

της φοβερής πατρίδας μου,

και πρόσχαροι οι συμπατριώτες μας και γελαστοί τους όλοι

στις φωτογραφίες τους επάνω στους σταυρούς

σε νεόκτιστες ανάμεσα βεράντες καθισμένοι και ορτανσίες

ενώ φυσούσε θάνατος στη μάντρα, ο ήλιος, του σπιτιού

κι ένα κομμάτι από σώμα ερπετού

μυρμήγκια το τραβούσαν στη φωλιά, μυρμήγκια το τραβούσαν.

Ο θάνατος ελλοχεύει τους απόκληρους, τους ταπεινούς, τα παιδιά, τους απροστάτευτους στους στίχους του Μαρκόπουλου και αυτός τον μνημειώνει διά των αγίων της ποίησής του, των απλών ανθρώπων, με σταυρούς, τάφους, επιτάφιους. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος «Μετά των Αγίων», της έσχατης (και εσχατολογικής) ενότητας του Κρυφού κυνηγού, με τις διαμαντένιες της ψηφίδες. Πρόκειται για μαρτυρολόγιο, στην ουσία εορτολόγιο, στο οποίο οι άγιοι και οι όσιοι δεν αναγνωρίζονται διά των ονομάτων, αλλά από τα βασανιστήρια και τις πληγές που υπέστησαν:

Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά

αποκαλύπτει τη φθορά απ’ τις φόδρες της.

Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο

ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ’ τη φωλιά του∙

αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού

και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού

σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο, ματωμένο.

Θεόδωρος Ράλλης, Ο Επιτάφιος, 1893.

Το μαύρο, ακατονόμαστο το ίδιο, αλλά διάχυτο, πίσσα, υπό άλλη μορφή, γαμπριάτικη, στιγμών που βασιλεύει το λευκό, έρχεται πένθιμα να δείξει την καρτερία και τη θυμοσοφία τού παγανιστή, στη χωρητική τών πλέον αντίρροπων λαϊκή ορθοδοξία του Έλληνα, του εθισμένου στωικά στις μεγάλες αντιθέσεις, του υπομένοντος τον βαρύ χειμώνα με εαρινή αισιοδοξία (ας μη λησμονούμε, γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα): Το γαμπριάτικο κοστούμι του χαμένου πρόωρα αδελφού μας, με λίγο ρύζι στης τσέπης τις ραφές και λεκέδες από κερί στο μανίκι, και: Η μουσική που ακούμε μέσα μας ύστερα από δυνατό πένθος και καταλαβαίνουμε έτσι ότι σιγά σιγά ξαναβγαίνουμε στα ξέφωτα. Ο απλός άνθρωπος εναλλάσσει τη βασανιστική μνήμη με την ανακουφιστική λήθη. Έμαθε να ξεχνάει και θυμάται ό,τι θέλει να αθανατίσει.

Είναι εντυπωσιακές οι εικόνες από τη «Φοβερή πατρίδα» του ποιητή, όντως φοβερή, πέρα από το ταξίδι της νεκρής μάνας. Λευκοί χιτώνες βαπτιστικοί, αίνοι, όσιες, και ο δωδεκαετής ποιητής μυούμενος στη ζωή (παραλληλισμός του δωδεκαετούς Χριστού στον ναό), σταυροί και Θεοφάνεια∙ και βέβαια, τα αναγκαία φιλέρημα νεκροταφεία, για να μη λησμονεί ο άνθρωπος τον φόβο Θεού και τον προορισμό του. Φοβερή, πράγματι, πατρίδα, και τρομερή. Συμφυρμός εικόνων, υπερρεαλιστικών για τον αμύητο, οικείων στη λαϊκή ψυχή με τη μοναδική χαρμολύπη που αναδίδει η πιο αυθεντική ελληνικότητα, αυτή του απλού λαού:

 

«Εκείνη που κατέβηκε στον ποταμό

με το λευκό χιτώνα της να βαπτισθεί

έχει τα πόδια της γυμνά κι έχει λαιμό για σφάξιμο

– τα παιδάκια τραγουδούσαν με τα μαντολίνα –

αγόρια τρέχουν ανυποψίαστα

να πιάσουν στα νερά το σταυρό

χρυσίζει σαν ψάρι το κράμα στην κοίτη,

ήρθα να σε πάρω, της λέει εκείνος ο άγνωστος,

μα είναι τα μάτια μου μπλε όπως ο ουρανός

κι όπως αυτός δεν βλέπουν,

οι φωνές από τους αίνους λάμψη το μεσημέρι

και ο προδότης έχει ανήσυχο το μάτι

τις κρύες φακές του στο χάνι, τρώγοντας, της οσίας,

οι φλαμουριές έξω τον συντροφεύουν

και τρέμουν οι λεύκες σαν το κορμί του».

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

[…]

βρωμάνε τα χνότα τους πιοτό,

από αυγουστιάτικους κάμπους που καίνε το άχυρο

κι από μικρά φιλέρημα μέσα νεκροταφεία περνούν.

[…]

το πρόσωπό του μέσα στις τσακμακιές έπαιξε, φωτίστηκε,

όπως άστραφτε, μικροί, τον Οκτώβριο,

πριν αρχίσουμε, δωδεκαετείς, το σχολείο.

Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης.

 

Ψυχοσάββατα, επισκέψεις, είτε πραγματικές είτε ονειρικές είτε νοερές, σε τάφους κεκοιμημένων, αποτελούν οι αναφορές του ποιητή στους νεκρούς της συντεχνίας του. Aναδρομές αγαπητικές, επιτάφια άσματα, χοές, τα διαιώνια σύμβολα, λάδι και κρασί, σε απόντες προγόνους και συνοδοιπόρους φίλους, σε αυτοκτόνους, καταραμένους ή χτυπημένους άδικα από κάποιον ζηλόφθονο θεό, ριγμένες στο χαρτί, μνημόσυνα και εν ταυτώ μνημεία εσαεί. Η θλίψη εναλλάσσεται με την παραμυθία, ο θάνατος και η ζωή βαδίζουν χέρι με χέρι:

Εκείνο το απόγευμα, μέσα στην άπνοια του Ιουλίου, ο Καρυωτάκης έλουσε τα μαλλιά του, έκανε βόλτα στο νεκροταφείο και ήπιε νερό [της λήθης;] από τη βρύση στο οστεοφυλάκιο. Ο Αλέξης Τραϊανός περπατούσε ευτυχισμένος στον ουρανό σαν να διέσχιζε έναν ατέλειωτο χαρούμενο ορυζώνα ή τον πιο λυπημένο ελαιώνα του κόσμου [κρυπτομνησία του Όρους των Ελαιών, ένα αμφίσημο παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο].

Τετάρτη, ώρα εντεκάμισι το πρωί, μαζί με τον Γ.Κ. επίσκεψη στον τάφο του Ανδρέα Αγγελάκη. Κάτι νεωκόρισσες, που δεν τις βλέπαμε, πέρα μακριά, άναβαν καντήλια χαριεντιζόμενες, ενώ κάποιοι τεχνίτες μαυσωλείων, που επίσης δεν τους βλέπαμε, έλεγαν για τα παιδιά τους. Ακουγόταν ο αντίλαλος από τις φωνές και τα μυστριά τους.

Σπαρακτικό είναι το μνημόσυνο του ποιητή, απέριττο, μόνο με ένα κερί, αλλά δραματικά εκδηλωτικό, στη σκέψη της κοινής μοίρας:

 

Έβαλαν ένα κερί πάνω σε ένα τραπέζι

– μνημόσυνο ποιητού –

και μαζεύτηκαν πέντ’ έξι εφτά – ποιητές και αυτοί –

και διάβαζαν, διάβαζαν ποιήματα του χαμένου,

και ολόλυζαν και χειροκροτούσαν και δάκρυζαν

και φώναζαν και αλάλαζαν και έκλαιγαν και πάλι,

και χειροκροτούσαν και φώναζαν και αλάλαζαν

ξανά, ξανά, ξανά και ξανά.

Σκύλοι που έκλαιγαν σκύλο.

Κωνσταντίνος Παρθένης, Ο θρήνος (Αποκαθήλωση), 1917.

Μνήμες εγκαυστικές λειτουργούν ως ύμνοι ή ως μικρά συναξάρια, εμπνευσμένα την ώρα της ταφής∙ άτυπες βιογραφικές πινελιές του απερχόμενου, συγκινητικά φλασμπάκ, αφοπλιστικές του θανάτου αναδρομές, χαρακτηριστικές της διασώζουσας μνήμης του Μαρκόπουλου, που απογειώνουν τον ελεγειακό παλμό της, από κοινού με τις σπαραξικάρδιες παρομοιώσεις του:

Καθισμένος παράμερα την ώρα που έθαβαν τη Φρίντα Λιάππα, τη θυμούμαι μαθήτρια, όταν με το ένα πόδι έσβηνε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, στο αχανές προαύλιο του γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Τα ταφεία (έτσι, τα λένε στα χωριά της Άνδρου, τι χρειάζεται το πρώτο συνθετικό του νεκρο-ταφείου) είναι χώροι ιεροπραξίας στην ποίηση του Μαρκόπουλου, ο οποίος «συγχρωτίζεται» με τους νεκρούς του, φιλοτεχνώντας διπολικές πενθηφόρες εικόνες, ορθόδοξα ελληνικές, που τις χαρακτηρίζει η άρνηση του θανάτου την ώρα ακριβώς του αποχωρισμού, με την ανάκληση στιγμών ζωηφόρων και λαμπροφόρων. Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος καθαυτόν αποτελεί θρησκευτικό γεγονός, η δε ταφή ηθική υποχρέωση προς τον αποχωρούντα, ασχέτως αν έχει ή όχι θεολογικό ή εκκλησιολογικό αντίκρισμα:

«Μη με διαβάζετε αν δεν έχετε συναναστραφεί νύχτα φύλακες κοιμητηρίων, την ώρα που έχουν πιάσει ένα πουλί βρεγμένο και βγάζοντας τα πρόστυχα κονιάκ στο κυλικείο, στο υπόστεγο με τις άχρηστες παλαιωμένες νεκροφόρες, ετοιμάζονται να το φαν. […] Μη με διαβάζετε αν κάποια Πρωτοχρονιά, ύστερα από γερή οινοποσία, δεν σκεφτήκατε ότι τα χρόνια σας φάγατε, το στίχο φέρνοντας στην ψυχή όπως ο σκύλος το κλεμμένο πουκάμισο στον αφέντη, χωρίς να μεμψιμοιρήσετε. […]».

 Αυτά και άλλα πολλά μού φαινόταν ότι μας έλεγε μέσ’ απ’ το φέρετρο ο Νίκος Καρούζος εκείνο το φοβερό πρωινό της κηδείας του στη Μητρόπολη, λίγο πριν τον επιβιβάσουν στο όχημα που θα τον μετέφερε στην πατρίδα του, το Ναύπλιο, ενώ εγώ, στην άκρη μου, το 1965 θυμόμουν, στην οδό Μασσαλίας και Σόλωνος, που για πρώτη τονε γνώρισα φορά.

Το ακόλουθο περιστατικό, «Εγερτήριο σάλπισμα», προφανώς αναστάσιμο, αποτελεί ανάκληση νεκρών κατ’ όναρ, μια παραλλαγή νεκρόδειπνου, με τον παραδοσιακό επικήδειο καφέ και το φτηνό κονιάκ. Οι νεκροί έχουν διπλό ρόλο, είναι οι ίδιοι προσκεκλημένοι αλλά και τιμώμενοι:

Ήταν, λέει, κατά το όνειρο, όμορφο γλυκό απογευματάκι της εβδομάδας πριν από τα Χριστούγεννα, οπότε και στο τυπογραφείο του Φίλιππου Βλάχου κατευθύνθηκα, όπου στη μεγάλη καρέκλα καθόταν τιμητικά ο Άρης Αλεξάνδρου, αλλά και παραδίπλα του ο Χρήστος Μπράβος, με εκείνο το ανυπέρβλητο, το γελαστό του πρόσωπο, και μου πρόσφεραν καφέ και κονιάκ. […]

Γιατί μέσα από κάτι τέτοιες μυρωδιές ευφρόσυνες ξανασμίγουν οι άνθρωποι και από κάτι τέτοιες μυρωδιές επίσης οδηγημένοι και πάλι, κάποτε, αλυχτώντας σαν τους σκύλους, θα έρθουμε και εμείς τους νεκρούς μας να ξαναβρούμε.

Ο Μαρκόπουλος, βαθύς γνώστης της λαϊκής ψυχής, με μάτι κάμα διαπεραστικό, και ασκημένη μνήμη, καταγράφει σκηνές από τις κηδείες του Μάριου Χάκκα και του Μήτσου Κακουλίδη, στιγμιότυπα ετερόκλητα της αντιμετώπισης του δέους του θανάτου∙ η ερημία σε όλο το μεγαλείο της, αποτυπωμένη σύμφωνα με τα επίγεια χαρακτηριστικά των νεκρών φίλων του – νεκρικές μάσκες, προσωπογραφίες του θανάτου. Δεν πρόκειται για απλές διηγήσεις, αλλά για μνημόσυνα στους τάφους των τεθνεώτων, μνημόσυνα ειδολογικούς απογόνους των δημοτικών τραγουδιών του θανάτου και του Κάτω Κόσμου, με στοιχεία μοιρολογιού – τα μοτίβα και οι λυπημένες, ορθότερα σπαρακτικές, επαναλήψεις του, τονίζουν δραματικά τα κρίσιμα λόγια του, ως καμπάνες πένθιμες∙ παρομοίως και οι εγκαυστικές της ψυχής παρομοιώσεις του, αψευδείς μάρτυρες του είδους:

Το 1972 αποχαιρετήσαμε στο νεκροταφείο της Καισαριανής τον Μάριο Χάκκα. Στη συνέχεια, καθίσαμε κάποιοι φίλοι σε ένα καφενεδάκι της πλατείας. Παρών και ο Δημήτρης  –Μήτσος–  Κακουλίδης τότε. […] Στο ίδιο νεκροταφείο, κάποια χρόνια αργότερα, αποχαιρετήσαμε και τον Μήτσο. Μετά την ταφή πήγαμε –καθαρά από σύμπτωση– περίπου οι ίδιοι άνθρωποι στο ίδιο καφενείο όπου είχαμε πάει και τότε. […] Και κάτι τέτοιες ώρες, τις ώρες που βραδιάζει, άνεμος, πλην όμως με μνήμη γερή, στα γκρεμνά θα γυρνώ∙ στα γκρεμνά, μα και στο κοιμητήρι. […] Κατά τα άλλα, ξαναθυμόμουν τον Μήτσο και ξαναέφερνα στο νου την κηδεία του. Φαινομενικά ήσυχη αλλά στο βάθος της απελπιστικά ερημική, όπως ακριβώς ήταν και στη ζωή του ο ίδιος: αταλάντευτος αριστερός και σπαταλημένος στους δρόμους, εραστής των γυναικών.

Σε άλλο όνειρο – θανατηφόρο υπό άλλες συνθήκες – εκτυλίσσονται σκηνές Δευτέρας Παρουσίας, αναλήψεις στους ουρανούς και εκλαϊκευμένη η ιστορία της προδοσίας του Χριστού:

Πάντως, και για να μη με φοβηθείτε, υπήρξα πράγματι ευρηματικός και πότε ένα άχρηστο καπέλο, ένα οποιοδήποτε παλαιό έστω ενθύμιο, την τελευταία στιγμή από τα βάθη της σοφίτας ανασυρμένο, μου έφερνε μια τρυφερή στο βάθος γαλήνη, οπότε εξαγνισμένος ύστερα έτρεχα στο δρόμο εγώ, το φώναζα στον πρώτο τυχόντα, που, ω του θαύματος, είχα τη μεγαλύτερη επιδεξιότητα να πέφτω διάνα στις επιλογές μου, αγκαλιαζόμασταν, με αγκάλιαζε, αναστενάζαμε, κλαίγαμε, αναστέναζε ο χαμένος μου αδερφός δηλαδή που χρόνια τον έψαχνα, από μικρός, μέσω των αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού, και όλα στη συνάντησή μας έμοιαζαν –όπως συνειδητοποιούσα αργότερα όταν έβγαινα απ’ το όνειρο– σαν εκείνο το απόγευμα που συντελέστηκε αθορύβως κάποτε η Δευτέρα Παρουσία ή σαν εκείνο το μεσημέρι που αναλήφθηκε στους ουρανούς ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ και άνοιξε για πάντα την πόρτα της ιστορίας ή όπως, τέλος, τότε που μετρώντας εκείνοι οι ρομφαιοφόροι στρατιώτες μέσα στο τσίγκινο των μαγειρείων ταψί τα τριάντα αργύρια που θα έδιναν για να θανατώσουν τον Χριστό, μπροστά στα μάτια μας και τελεσίδικα πια, την ευτυχία επούλησαν του κόσμου.  

Η θρησκευτικότητα του Μαρκόπουλου δεν έχει λειτουργικό, δηλαδή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Εδράζεται κυρίως στην πίστη του ανθρώπου της υπαίθρου, του καθημερινού καμάτου, της επαρχίας, των εγκλωβισμένων επίσης στις παρυφές του αστικού χώρου. Είναι ποιητικές δεήσεις στα κοιμητήρια, επί των τάφων, στα καφενεία του πένθους, στους έρημους δρόμους, με τον τρόπο που απευθύνεται στο θείο η ψυχή του κάθε ανυπεράσπιστου. Πρωταγωνιστής ο θάνατος, θεραπευτής ο πανδαμάτωρ, θέατρο των τελούμενων τα νεκροταφεία. Συρράπτοντας κανείς τα αμιγώς ποιητικά αλλά και τα πεζόμορφα ποιήματά του, το ιστορικό κέντρο και τη φοβερή του πατρίδα, θα σχηματίσει ένα ιδιότυπο σκηνικό, μια πολυάνθρωπη νέκυια, μία κατάβαση στον Άδη ή άνοδο στον Παράδεισο, μια τελετή δίπλα στους νεκρούς, μυστική επικοινωνία μαζί τους. Η νέκυια, ωστόσο, του Μαρκόπουλου τελείται επί της γης. Είναι φτωχός, λαϊκός επιτάφιος.

Η λαϊκή αυτή νεκροπανήγυρις, σε αντίθεση με τον εκκλησιολογικό ερωτισμό των διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εορτάζεται στον υπαίθριο χώρο, στη μεγάλη εκκλησία της φύσης.  Οι απέριττοι επιτάφιοι, τα ερημικά εξωκκλήσια, οι τοπικές γιορτές, τα αυτόκλητα ψαλτάκια, οι σταυροί των έρημων τάφων, οι παραμερισμένοι και αδικημένοι συνιστούν τη λειτουργική, αμιγώς λαϊκή και γνησίως ελληνική, πλευρά της. Σκηνές, κατανυκτικές με αναφορές παραβολικές, στον πωληθέντα Ιωσήφ της Παλαιάς Διαθήκης, στον νεκρό Χριστό αλλά και στο πανέμορφο γυμνό σώμα του νεκρού Αδώνιδος, τέτοιες περιγράφει ο ποιητής, ταυτιζόμενος ομοιοπαθητικά μαζί τους:

Αλλά και τις γιορτές όμως όλο και κάτι γινόταν που να μας φέρνει κάποια χαρά, εκτός από τις μέρες των Χαιρετισμών, που είτε η άνοιξη είτε η γύρη, που μας έβγαζε ένα περίεργο διάφανο κλάμα, βαριά μας συνέθλιβε, όπως εκείνη τη φορά, επί παραδείγματι, που άκουσα κρυφά να διαπραγματεύονται –αν και τους είχα ωφελήσει– να με πουλήσουν όπως τον Ιωσήφ, ή όπως τότε που έναν αυτοσχέδιο περιφέραμε επιτάφιο από ξύλο τριάντα περίπου δύστυχοι προς το βραδάκι, με σκέψεις παράταιρες ο καθένας, πατώντας ανάμεσα σε φτωχές γειτονιές και αποθήκες του σίτου χρόνια κλεισμένες με χώμα και λάσπες, με ύμνους θρηνώντας το γυμνό νέο που κοιμόταν στα άνθη, ώσπου το βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι, κατάλαβα πως ο νεκρός ήμουν εγώ, αίμα, νερό και χολή απ’ τα σπλάχνα μου μπλάβα, τίποτα δεν με άγγιζε, έτσι που τις κούκλες στα παλιά θυμήθηκα ραφεία, όπου τους είχαν καρφώσει με τον καιρό τόσες χιλιάδες στο σώμα καρφίτσες ώστε είχαν σταματήσει τελείως πια να πονούν.

Πένθιμο είναι και το γαμήλιο πανηγύρι, ένα βουβό μαρτύριο, ένας θάνατος εν ζωή, που περιγράφει ο ποιητής «Στη μάντρα του ασύλου», προαποτύπωση με τον τρόπο της καθ’ ημάς ποιήσεως του νεκρώσιμου ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως:

 

Και περνούσεν ο καιρός

κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της

όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,

ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γελούσαν σ’ εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,

και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του

πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέλησή της

στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω,

Ήταν κρυφά δακρυσμένη, με το στήθος γυμνό

και τα μαλλιά της λυμἐνα.

Ωραιοτάτη κοιμωμένη για τον τάφο της φώναξα,

στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή.

Με διττό τρόπο ο ποιητής αποδίδει τα χαρακτηριστικά των δύο πατρίδων του, της γενέτειρας και της Αθήνας: η πρώτη αναδίδει το λεπτό εαρινό άρωμα της ελληνικής επαρχίας, που σβήνει, αν ήδη δεν έσβησε τελεσίδικα∙ της βιολέτας και της αρρενωπότητας∙ που κράτησε τον Σταυρό του μαρτυρίου, προσθέτοντας σ’ αυτόν την επιγραφή Ἐν τούτῳ νίκα. Η άλλη αναδίδει το άρωμα αυτό, εξαγιασμένο από την καπνίλα των εργοστασίων και τον ιδρώτα του μόχθου τού εγκατεστημένου στα μεγάλα αστικά κέντρα πληθυσμού της επαρχίας.

Σε κάθε περίπτωση, η Θεία Λειτουργία τελείται στα ξωκκλήσια, κυρίως εν υπαίθρω ή στους δρόμους, στα σοκάκια και στις ασήμαντες πλατείες των πόλεων, μοναχικά, ταπεινά, ασήμαντα. Γιατί αφορά στους ταπεινούς, τους βοσκούς, τους ξωμάχους, τους εργάτες, τους σαλούς του Μαρκόπουλου, τους αυτοδίδακτους της ορθοδοξίας στην πράξη. Είναι λειτουργία υπό τον θόλο του ουρανού, απ’ όπου ο παντοκράτορας επισκοπεί τους πάντες, ευλογώντας τις λαϊκές δοξασίες τους.

Νάξος: Μεγάλη Παρασκευή στο Καστράκι με την περιφορά του Επιταφίου μέσα στη θάλασσα.

Φιλέορτος ο λαϊκός άνθρωπος – δεν έχει και άλλες ευκαιρίες να αισθανθεί ελεύθερος –, ζει με την αναμονή, από το Πάσχα στα Χριστούγεννα και το αντίστροφο, με κάποιες μικροεξαιρέσεις, της Πρωτοχρονιάς, που την υποσκελίζει η γέννηση της ζωής και λίγων άλλων εορτών, είτε τοπικών είτε στη μνήμη επιφανών αγίων. Το Πάσχα, εκ των πραγμάτων χαρμολυπικό, μεταδίδει το πένθος και στα Χριστούγεννα και στις άλλες γιορτές, αφού η όποια χαρά – χαρά αναμονής του ερχόμενου και προσμονής για το θαύμα – διεμβολίζεται από την αίσθηση του τέλους – μορφή ανέκκλητου θανάτου και αυτό –, την ίδια αίσθηση που πλακώνει την ψυχή τα απογεύματα των Κυριακών, που τόσο ευαίσθητα και τόσο θλιμμένα έχει τραγουδήσει ο Μαρκόπουλος.

Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους το Μάρτη

ενώ λαούτο έπαιζε ο μικρός καθολικός στις γωνίες το Πάσχα

και τα μάτια του ήσαν πιο κόκκινα

και από τη θρησκεία, τα μάτια του ήσαν.

 

Οστά στο νεκροταφείο που τα ’βγαλε η πλημμύρα

κι ο ανθοπώλης «τον νεκρό δεν γνωρίζω,

πλην όμως σέβομαι το πένθος»,

στον περίβολο συνέχιζε τον Απρίλη μονάχος να λέει.

Σημαδιακές οι δύο μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης λειτουργούν και ως ορόσημα φρικτών πράξεων, σφραγίζοντας συγγνωμονικά ή τιμωρητικά έργα εναγών, προσδίδοντας δεισιδαιμονική ή προληπτική διάθεση, καθώς και ιερότητα στο αίμα που χύθηκε. Η θεία παρουσία πανταχού παρούσα, πρωτίστως πρακτικά και δευτερευόντως πνευματικά. Παντού σύμβολα και συμβολισμοί του χάρου, με το μαύρο χρώμα του πένθους∙ παντού η πάλη του αγαθού με το κακό, οι εναγείς και οι άσπιλοι, οι θύτες και τα θύματα, σε ένα άλλο είδος θυσίας, πράξεως βαθιά θρησκευτικής, θυσίας λαϊκής. Και παντού η δύναμη της πίστης, ρυθμιστική της ζωής, με κέντρο τον θάνατο: Κάτι που με έχει βαθιά στιγματίσει από την παιδική μου ηλικία είναι οι φόνοι που κατά την περίοδο εκείνη αναστάτωναν την περιοχή μας ολόκληρη.

Ως εκ τούτου λοιπόν, θυμάμαι αρκετά καθαρά τον Σ.Κ. αιμόφυρτο να σέρνεται, θεούς απειλώντας και δαίμονες, ύστερα από την πισώπλατη πιστολιά που δέχτηκε στο καφενείο του Νικολάου Δ. Την κηδεία ενός παλληκαριού που το τελείωσαν δυο τομάρια, άξεστοι και αληταράδες. Την επάνοδο στο σχολείο ακόμη, με το μαύρο περιβραχιόνιο στο χέρι, του συμμαθητού μου Δ.Μ. ύστερα από το πλήγμα που υπέστη ο πατέρας του, ένας αγαθός σαν πρόβατο άνθρωπος, κατά την προσπάθειά του να αποτρέψει μία εν ψυχρώ επίθεση εις βάρος του αδερφού του, καθώς και την ατμόσφαιρα εκείνης της Κυριακής του Ιουλίου του 1958, όπου ο Β.Κ. ξαναγύριζε στην πατρίδα ύστερα από είκοσι συναπτά έτη απουσίας, όταν στα τριάντα του, για λόγους ερωτικούς, ήταν αναγκασμένος να απομακρυνθεί, και ενώ όδευε στον προορισμό του, όπου τον περίμεναν ανίψια που δεν είχε γνωρίσει και υπερήλικες γονείς, μια ντουφεκιά από πέρα μακριά κι άλλη μια τον ξάπλωσαν κάτω, για να τον μεταφέρουν οι γειτόνοι πάνω στο φύλλο μιας αυλόπορτας ξύλινης, νεκρό, στο ιατρείο της πόλης.

 Όλα αυτά όμως είναι το ένα σκέλος που θέλω να τονίσω του θέματος, διότι υπάρχει και το άλλο, εξίσου δύσκολο και επώδυνο, αυτό της επιστροφής του εγκληματία ύστερα από χρόνια πολλά. Εδώ δεν θα σταθώ σε άλλες περιπτώσεις αλλά σε μία την οποία και έζησα: πρόκειται για την επίσκεψη στο σπίτι μας του θείου της μητέρας μου, ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα της – και αδερφό του – όταν εκείνη ήταν μόλις πέντε ετών. Ήταν τρίτη ακριβώς μέρα του Πάσχα του 1962, οπότε μαζί με κάποιον κοινό μας φίλο και κρατώντας γλυκά διπλωμένα με μια ζελατίνα κόκκινη, η οποία απέληγε σε έναν τεράστιο φιόγκο, πέρασαν το ξύλινο χαγιατάκι μας και ανέβηκαν επάνω χωρίς να περιμένουν ειδοποίηση, ανατρέποντας μάλιστα αυτομάτως και τα συναισθήματα της μάνας μου, η οποία, ενώ ήταν με όρκο ανένδοτη μέχρι εκείνη τη στιγμή, άρχισε ξαφνικά με εγκαρδιότητα να τους υποδέχεται στο χολ. Αμέσως μετά στείλαμε μήνυμα και στον πατέρα μου, ήρθε, χαρήκαμε, φάγαμε, και σε κάποια στιγμή μάλιστα που ο μετανοημένος την έκρινε κατάλληλη επιχειρώντας να της φιλήσει το χέρι, δοκιμασία από την οποία εκείνη τον απάλλαξε λέγοντάς του λόγια διάφορα, μακρόθυμα και κατευναστικά.

Διαβάζοντας την ενότητα «Οι φόνοι» έχει την (ψευδ)αίσθηση ο αναγνώστης ότι έρχονται στα αυτιά του τα λόγια και η αργόσυρτη μουσική δημοτικών ή ρεμπέτικων τραγουδιών. Όντως, πρόκειται για δημώδη άσματα, μεταγραμμένα σε πρόζα, για την πληγωμένη λαϊκή αθωότητα που την κατατρύχει ένας ανώνυμος, ένας αφανής εκδικητικός θεός.

Τραγικοί στην αφέλειά τους είναι οι ήρωες του Μαρκόπουλου: φονιάδες, αλαφροΐσκιωτοι, ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσαι γυναῖκες, ως άλλες Κασσιανές, παράφρονες, πόρνες, συναγελάζονται ή συνάζονται στα κείμενα του (λαϊκές συνάξεις αμαρτωλών αγίων), δίπλα σε αναξιοπαθούντες, σε δύσμοιρα ορφανά, απόκληρους, φιλοτεχνώντας εικόνες του άχαρου βίου των αποκηρυγμένων και ανέστιων, σκηνές αληθινές, σκληρές, με υπόρρητο θρησκευτικό βάθος, που ξεκινά από τη λύπη και την ευσπλαχνία και κατεβαίνοντας ανακινεί τη μετάνοια, το έλεος και την έσχατη εξαθλίωση∙ μορφές που προκαλούν το δέος ή τη συμπάθεια, την αποστροφή ή τη λύπηση, επικαλούμενες το θείο έλεος. Ο σαλός του μαραγκούδικου που δέρνει ανηλεώς τη σανίδα γιατί του έπιασε το χέρι και δίπλα του, υπό άλλη μορφή καταδρομής της μοίρας, με το άσβεστο στίγμα του πένθους Εκείνα τα δίδυμα αδερφάκια, αγόρι και κορίτσι, της πάνω γειτονιάς, που πέθανε η μητέρα τους, τα μαυροφόρεσαν, και που ακόμη κι όταν μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά, εμείς εξακολουθούσαμε να τα αποκαλούμε μεταξύ μας τα «ορφανά». Οι αντιήρωες αυτοί του Μαρκόπουλου, αθρόοι στον μεγάλο συναξαριστή του, πενθούν ποικιλόμορφα, όπως εκείνη η ισχνή μαυροφορεμένη (πάλι το μαύρο του θανάτου) γριούλα, με το μπαστούνι και το γαϊδούρι της, που πουλούσε τσάι το χειμώνα μέσα στους υγρούς νοτισμένους δρόμους της γενέθλιας πόλης μας. Με θρησκευτική ευλάβεια ο ποιητής, στο ιδιότυπο εκείνο requiem του Ιστορικού κέντρου, κείμενο της άδολης χριστιανικής αγάπης, που το συνταράζει το ρίγος του πένθους, «Με τη λάμπα στο χέρι», αθανατίζει με την κατανυκτική θλίψη της Μεγάλης Πέμπτης πρόσωπα και πράγματα που τα εξαγίασε η λαϊκή καθημερινότητα. Είναι η ικανότητα του ποιητή να εκλαϊκεύει τον πόνο, λαϊκό παιδί ο ίδιος, χωρίς ίχνος λαϊκιστικής εγκεφαλικότητας, διότι έχει ζήσει, έχει βιώσει στα μύχιά του όσα καταθέτει. Η λάμπα είναι η αναστάσιμη ημέρα, η αναμενόμενη αλλά διαρκώς αναβαλλόμενη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, γράφει, τις ατέλειωτες και επί παντός θέματος συζητήσεις, που φαίνονταν σαν να έλυναν τα προβλήματα της οικουμένης ολόκληρης ενώ στην ουσία δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προσπαθούν να κλείσουν το βαθύ εκείνο πηγάδι της ανελέητης μοναξιάς, της περίλυπης ψυχής τους άχρι θανάτου, συμπληρώνουμε εμείς. Ούτε θα ξεχάσει τους σαλούς στα παγκάκια δίπλα στα ουρητήρια είτε στην πάνω μεριά της πλατείας, την περιφορά των εικόνων στις διάφορες τοπικές μεγάλες γιορτές μας, αλλά και τις «κοπέλες της σκοποβολής» (πώς ανακαλούν οι εντός εισαγωγικών «κοπέλες» τους οίκους ανοχής, την ιερά πορνεία και τις ιέρειες των αρχαίων ναών, των ιεροδούλων), που αποτέλεσαν και τα πιο σπουδαία ερωτικά μας ινδάλματα, έτσι κάπως προκλητικά καθώς ήταν ντυμένες και όμορφες. […] Εκείνο όμως που θα ήθελα να το απαλείψω για πάντα, σαν να μην έγινε ποτέ, να το σβήσω παντελώς από μέσα μου, είναι το γεγονός ότι κάθε Τετάρτη σχεδόν, που τα μαγαζιά ήταν κλειστά, πηγαίναμε με τον πατέρα μου, έχοντας τα εργαλεία σε ένα φορητό – σαν τα όργανα της μουσικής – βαλιτσάκι, και περιποιούμασταν τους πιο καλούς του καταστήματός μας φίλους όταν αρρώσταιναν, στο σαλόνι τους, με τις πιζάμες τους ή, ακόμη χειρότερα, νύχτα με το σκοτάδι, τους ετοιμοθανάτους, έθος θρησκευτικής καθαρότητας, καθαρτική υποχρέωση δεύτερη τη τάξει μετά τη θεία μετάληψή τους – κατάλοιπο αρχαίο, αν θυμηθούμε ότι οι Σπαρτιάτες πριν από τη μάχη λούζονταν και χτενίζονταν και καλλωπίζονταν, για να συναντήσουν εξαγνισμένοι τον θάνατο (νόμος σφι οὕτω ἔχων ἐστί· ἐπεὰν μέλλωσι κινδυνεύειν τῇ ψυχῇ, τότε τάς κεφαλάς κοσμέονται). Και επειδή έσβηναν νωρίς τα φώτα της ιδιωτικής εταιρείας […] εγώ κρατούσα μπροστά στο πρόσωπο του ιδιότυπου αυτού πελάτη μας μια «ασετιλίνη» ή άλλοτε – αργότερα – μια λάμπα πετρελαίου, για να βλέπει ο πατέρας μου, και ύστερα σιωπηλοί φεύγαμε, για να ακούσουμε πολλές φορές, φτάνοντας μόλις στην πόρτα της αυλής μας, φωνές, θρήνους και οδυρμούς, σημάδι ότι στο σπίτι απ’ όπου φύγαμε είχε επέλθει πλέον το μοιραίο. Πρόκειται για σκηνή γνησίως θρησκευτική, για προθανάτια ιεροτελεστία, στην τραγική κυριολεξία επί ξυρού ακμής.

Ξεχωριστή είναι η θέση που επιφυλάσσει ο ποιητής στο δήθεν ανίερο, αλλά καθαγιασμένο ζεύγμα του θρησκευτικού με το ερωτικό στοιχείο, από τις πιο ερωτικές περικοπές του Άσματος Ασμάτων έως τις πιο ακραίες, τις εκπορνευμένες, μορφές του.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα αναπαριστά, από ποίημα σε ποίημα, η ποίηση του Μαρκόπουλου, πένθιμα εαρινή, εν αναμονή της λαμπροφόρας Κυριακής. Και μετά το Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, ο αγώνας για τη ζωή, το μελαγχολικό κυριακάτικο απόγευμα πάλι παρόν, με την προσδοκία του απλού ανθρώπου και την ευχή «και του χρόνου», από χρόνο σε χρόνο.

Λαϊκές οι εκκλησίες του και τα ξωκκλήσια του, υποβλητικά, ερημικά, εγκαταλελειμμένα, και καταραμένα ακόμα, προσομοιώσεις της ζωής, των συνηθειών αλλά και της κακίας των απλοϊκών ανθρώπων, όλα προσαρμοσμένα στην ανθρώπινη φύση, στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν: Εκκλησία που την άφησαν γιατί έγινε κάποτε φονικό, θα γράψει, αφήνοντας να διαφανεί η απεριόριστη ανοιχτότητα και περιχωρητικότητα της ορθόδοξης λαϊκής πίστης, καθώς και ο αγνός ερωτισμός, όπως εκπορεύεται από την παράβαση και την πρόσκαιρη αμαρτία προς το αγιασμένο μυστήριο του γάμου και την απενοχοποιημένη αλλά κοινότοπη καθημερινότητα: Ήταν η γιορτή του προστάτη αγίου εκείνης της μικρής επαρχιακής πόλης απ’ όπου τυχαία περνούσα, και οι κάτοικοι είχαν βγει στο προαύλιο της εκκλησίας, μετά τη λειτουργία, και κάθονταν. Μέσ’ από αυτό το χαρωπό πανδαιμόνιο λοιπόν, η Εύα, κόρη μικρή και όμορφη ανθρώπου φτωχού και ήσυχου, κατάφερε και έφυγε κρυφά, και βγήκε στα χωράφια, όπου και συνάντησε τον αγαπημένο της, πρωτότοκο παιδί του πιο μεγάλου γαιοκτήμονα, έτσι όπως το ’χαν μέρες τώρα κι οι δυο τους σχεδιάσει.

Όταν μετά από δέκα χρόνια θα ξαναέρθω εδώ την ίδια μέρα και ώρα, θα τη βρω παντρεμένη μαζί του. Θα έχει αλλάξει πράγματι κάπως, θα έχει χτενίσει αλλιώς τα μαλλιά και θα κλείνει τα παράθυρα του αρχοντικού της δίπλα στην εκκλησία, σαφώς ενοχλημένη από τις φωνασκίες των εορταζόντων.

Εικόνες λαϊκού αγιογράφου σε τέμπλο εκκλησίας μοιάζουν οι περιγραφές των ιερών χώρων και των αμαρτωλών ανθρώπων, όπως τις φιλοκαλεί ο ποιητής. Η εκτροπή και το θεωρούμενο ως άηθες καθοσιώνονται και κατοχυρώνονται κατά θεία οικονομία: Ένα αγοράκι έξι επτά ετών, περίπου, από τον πρώτο γάμο, που σήκωνε στα σκαλιά της εκκλησίας το νυφικό της μητέρας του.

Σπύρος Παπαλουκάς, Ανάσταση, 1923.

Η αμαρτία και η αγιοσύνη συγκατοικούν και διαγκωνίζονται, σε διαρκή πάλη του σατανά με το θείο, του πειρασμού με τη θέωση, της ύλης με το πνεύμα: Εκείνα τα μοναχικά σπίτια στις άκρες των νεκροταφείων, που τα λειτουργούσαν ως κέντρα για τα παράνομα ζευγαράκια παλαιότερα, ή τα ενοικίαζαν οι τεχνίτες των τάφων, ώστε το απόγευμα της σκόλης που πίναν στο μπαλκόνι τον καφέ τους τα σχέδια στα πρόχειρα να ρίχνουν, να παίρνουν με το μάτι τους τα μέτρα.

Εκείνη η μεγάλη τσιμεντένια πλατεία που έπαιζαν το σούρουπο κάποια δικιάς τους επινόησης καμουφλαρισμένα τυχερά παιχνίδια, ο πανύψηλος λαϊκός βοηθός του δεσπότη, το συνεσταλμένο παιδί με τις λεπτές χορδές στη φωνή που ντρεπόταν να αρνηθεί και το «τραβούσαν» οι πιο απίθανοι, στο ποτάμι, της μικρής μας πόλης άνθρωποι, και το υδροκέφαλο μαζί τους που ήξερε απέξω τη γεωγραφία.

Αιρετική, φαινομενικά, η σεμνά περιγραφόμενη ερωτική σκηνή δύο χωλών εραστών∙ ο ακάνθινος στέφανος της φυσικής τους ατέλειας καθοσιώνει την πράξη τους: Μόνο μετά, μόλις τελειώναμε, όπως και κάθε άλλη φορά που συνέβαινε το ίδιο, καθόμασταν κάμποσο για να ανασάνουν τα κορμιά μας, έτσι υγροί καθώς ήμασταν, αλλά και για να επουλώσουμε ο ένας του άλλου, στο πρόσωπό μας, τα τραύματα, που εν τω μεταξύ χωρίς να το καταλάβουμε μας είχε προκαλέσει το ακάνθινο στεφάνι, που ποιος, δεν ξέρουμε, και τίνι τρόπω μας είχε ήδη περάσει αθόρυβα στο κεφάλι.

Ανίερες αντιθέσεις, οξύμωρα που λειαίνουν τις γωνίες τους οι ανάγκες της ζωής και η ερωτική ορμή της νιότης, κοσμούν τους τοίχους των εκκλησιών του Μαρκόπουλου:

Σαν καπνός ο λυρικός της χαρμολύπης ο λόγος

την Πέμπτη αναθρώσκει τη Μεγάλη,

ο μακρινός Ιησούς της ελαιογραφίας είναι

Και ο Ιωάννης τη μάνα παρέκει κρατάει

ενώ κόρη τραγουδώντας τον γέροντα λούζει πατέρα της

και η φωνή της, αναιδής ως μέλλουσας πόρνης,

μέχρι εμάς απ’ τα πέρατα φτάνει. 

Ω αέναη εναλλαγή  των μηνών μέσα στο χρόνο.

Άλλες εικόνες, δράματα, μαρτύρια αθώων, άτυπα συναξάρια αγνώστων διά παντός αγίων συγκροτούν ένα νεομαρτυρολόγιο, των αφανών, των θανατοχτυπημένων, των βασανισμένων, των μετανοούντων, των ασώτων, των παρεκτραπέντων, των ανανηψάντων:

Γιατί είναι η μέρα Σάββατο (όπου με τραίνο περνώντας),

άντρες στα κοιμητήρια πονετικοί

βουβά σπαράζουν πάνω στους τάφους

για ό,τι δεν έδωσαν τότε που έπρεπε.

Σκηνικά σπαραξικάρδια, νεκρικές πομπές, όπου προπορεύεται σιωπηρά η ορφάνια, σε ένα ετερόκλητο ταίριασμα του μαύρου με το λευκό, το θρησκευτικό στοιχείο πλεονάζει και αφορά ως υπόρρητη παραμυθία τους ζώντες: Θάνατος (πρόωρος) του πατέρα. Αριστερά και δεξιά του κατά την εκφορά παπάδες, σε σειρά, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, με λευκά ράσα και πετραχήλια (λευκά επίσης), με πράσινους και κόκκινους σταυρούς κεντημένους, ως και αυτοσχέδια στις μάντρες λιβανιστήρια.

Το πένθος υπό άλλη μορφή, εξίσου δραματική, διαρκές από την ερημία, μετά τη σταδιακή αποχώρηση των προσφιλών, ως σκληρή αποδοχή της ανελέητης μοίρας:

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Δεν είχανε πρόσωπο, ήτανε φαγωμένο

και κάπως σαν να βιάζονταν

λεωφορείο  ή τραίνο να προφτάσουν

να πάνε σε άλλη πόλη.

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Τους έβλεπα από την ταράτσα μου, χρόνια τους έβλεπα,

ώσπου με τον καιρό χάθηκαν, έφυγαν

βράδιασε στη ζωή κι απ’ τη σελήνη τώρα πια

ένας τους μονάχα απ’ όλους που ξέμεινε

τους ψάχνει, αλυχτάει με το φαναράκι του κάθε βράδυ,

η λύπη βαριά στο στήθος τον πλακώνει

και ο πανικός τού βγάζει,

μια τρομερή φωνή θυέλλης τού βγάζει.

Αλλού, η μνήμη επιφέρει άφατη λύπη και ανακαλεί σκηνές κατανυκτικής ταπείνωσης:

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο

και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος

και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου

τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση

για τότε που θα χωρίσουν.

 

Στην εξοχή στάθηκα

και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία

όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,

του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,

του εφήβου την ακαταστασία

της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,

ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,

βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά

κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

 

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα

το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα

και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος

και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

 

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη

ερχόμουν κοντά σου φορά, Κύριε,

ζέστη παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει

και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο

ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο».

Και το ανθρώπινο πεπρωμένο σε όλη την τραγικότητά του: νεκροφόρες στον προορισμένο δρόμο προς το μεγάλο ταξίδι. Το μόνο όντως μεγάλο του απλού στη μικρότητά του άσημου ανθρώπου. Sic transit Gloria mundi:

Μεσάνυχτα τους κατεβάζαν,

χωρίς κανένας άλλος να πάρει είδηση.

Τους έγδυναν, τους έπλεναν, τους έντυναν με τα καλά τους

που οι συγγενείς είχαν από μέρες τρεις φέρει,

τους έκλαιγαν με κλάμα πνιχτό,

στο ξένο, τους έκλαιγαν, στο κοιμισμένο παρεκκλήσι,

και ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα.

 

Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ

έφευγαν, έφευγαν το πρωί οι νεκροφόρες.

Μια ιδιότυπη παρομοίωση, ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, οδηγεί αναγωγικά στην παρακμή, τη φθορά και την απώλεια των πάντων. Είναι μια αντι-μακάβρια αλλά τόσο παραστατική αποτύπωση της ζωής που φεύγει, της διάλυσης, της κακοσμίας:

Εδώ τα μυριάδες θροΐσματα του αέρα,

η ανεξίτηλη οσμή της πίσσας και της βενζίνης.

 

Εδώ, εδώ όλα, γερασμένα ποδήλατα, μηχανάκια,

καθρεφτάκια των πούλμαν και κεφάλες νταλικών.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρίκυκλα κουτσά, ταξί πεταμένα

και της βασίλισσας κότας θρόνος

το πίσω κάθισμα της σαπισμένης Μερτσέντες.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρακτέρ βουλιαγμένα,

κύλινδροι οδοστρωτήρες,

εκσκαφείς της Κατερπίλαρ, της Ντόιτς, εδώ, εδώ όλα,

και μαζί τους χιλιάδες αιώνια «σ’ αγαπώ»

που ειπώθηκαν ανάμεσα σε παλιοσίδερα,

γαϊδουράγκαθα και κουράδες.

Μια άλλη παραβολή, του χαλασμένου ρολογιού σε δημόσιο χώρο, του ιερομόναχου αυτού συμβόλου της ζωής, στους επαρχιακούς ιδίως χώρους, δείχνει με τον μικρό δείχτη του την αργόσυρτη μνήμη και με τον μεγάλο τον καταλύτη θάνατο να διανύει τρέχοντας τον περιορισμένο κύκλο της ζωής:

Είναι το ρολόι το χρόνια χαλασμένο, δημόσιου χώρου,

που χτυπά μόνο όταν βλέπει ανθρώπους δικούς του.

Η μνήμη του είναι επίμονη

όπως μια γάτα που ψάχνει ασταμάτητα τα μωρά της

μέσα στη σβησμένη από μέρες φωτιά.

Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο.

Και μία ακόμη: η σκηνή σε κρίσιμο χειρουργείο, μεταμορφωμένο σε ιερό ναό: βασικό πρόσωπο ο αναισθησιολόγος, ως άλλος εξομολόγος και εταστής ταραγμένων ψυχών, θεατής των εσχάτων και αποτροπέας τους. Η ατμόσφαιρα πλήρης θρησκευτικής κατανύξεως:

Τα βλέπει, όμως, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος,

όλα αυτά τα βλέπει στην οθόνη

και τα μέτρα του αθόρυβα λαμβάνοντας,

σαν παλαιός αφιερωμένος σε εκκλησία μεγάλη,

τα μέσα τους σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια,

τα φώτα ένα ένα του αίματος

[…].

Νεκρώσιμες, απόμακρες, επαρχιακές και οι καμπάνες του Μαρκόπουλου, σήματα κινδύνου, συναγερμού, πολλαπλών κλήσεων, οι χαρμόσυνοι ήχοι τους βουβαίνονται από τη νεκρική ησυχία του θανάτου:

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,

τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,

και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους

σκυλιά τους κυνηγούν,

σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

Ένα νεκροταφείο αποκτά διεποχικές διαστάσεις, με τον συνήθη τρελό των ποιημάτων του Μαρκόπουλου, σε ρόλο ξυπνητηριού – αποτέλεσμα της θείας νόσου. Στίχοι εν είδει προφητείας με δύο έντονες επαναλήψεις:

Ομίχλη νεκροταφείου, Νοέμβρη, ήλιε, Δεκέμβρη, ασύλου,

ασήμι, Μάρτη, παντέρημου τρούλου ασήμι

και άσπρο νεόκοπου, Ιούλιε, άσπρο νεόκοπου πάγου

και μυαλό του τρελού ρολόι αλάνθαστο πόλεως,

ρολόι αλάνθαστο πόλεως εξαερούμενης.

Και μία μαρτυρία οργής, γραμμένη σε καιρούς σύγχρονους, πολιτικά χαλεπούς, διαμαρτυρία ενάντια στον συμβιβασμό με άνομες εξουσίες, όταν η θρησκεία χάνει τη λαϊκή της βάση και κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πιστών, ανάκληση της παρεμφερούς οργής των Σατιρικών γυμνασμάτων του Κωστή Παλαμά:

Ω διαμάντια και μικροσκοπικοί σταυροί πανάκριβοι.

Ω διαταγές αρχαίων στρατηγών

δεμένες με κορδέλες από εσώρουχα αρτιστών

στων δεσποτάδων τα γιλέκα.

Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, ιστορία πίθηκε.

Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, καλόγερε,

με το σκισμένο ράσο τα βρώμικα ποδάρια

και την ψυχή σου πονηρή και ανοικτίρμονα

σαν την ψυχή της γάτας.

Βλέπω του θεού σου τις πληγές

που στάζουν αίμα και φαρμάκι μυρωμένο.

Βλέπω το κρίμα σου πηχτό σαν το σκοτάδι πηγαδιού.

Στρατιώτης είμαι και κοιμάμαι στο ρημαγμένο μοναστήρι.

Ποντίκια εδώ και εκεί μες στη μεγάλη του εκκλησιά

εργάτες κορίτσια και πολυφαμελίτες πρόσφυγες.

Βρωμάνε κάτουρο και κλάνουν.

Φοβάμαι και ουρλιάζω,

ένας άγιος από μια εικόνα με καρφώνει.

Ένα φίδι σκοτωμένο στη γωνία με τα μάτια του ανοιχτά.

Η ιστορία που πορεύεται αχάριστη

και η ζωή μου απρόσωπη.

 

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός εργάστηκε στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Τμήματα Ιστορίας και Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, από το οποίο αφυπηρέτησε στη βαθμίδα του Καθηγητή. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Πόρφυρας, υπεύθυνος έκδοσης των Κερκυραϊκών Χρονικών και επιμελητής έκδοσης του Ιόνιου Λόγου, της επιστημονικής έκδοσης του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών.

 

Ιωάννης Γ. Βιδάκης : Η Μεγάλη Προδοσία: η διαφυγή των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau στην Κωνσταντινούπολη το 1914

Ιωάννης Γ. Βιδάκης

 

Η Μεγάλη Προδοσία: η διαφυγή των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau στην Κωνσταντινούπολη το 1914

 

Εισαγωγικά

 

Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν ορισμένα ερωτηματικά σχετικά με τους λόγους παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Π.Π. και η σχετική ανάγνωση το 2010, σε περιοδικό του χώρου Άμυνας και Ασφάλειας σχετικής μελέτης με τίτλο: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», του Ίωνος Στράτου.

Το εν λόγω κείμενο είχε ως αντικείμενο την αναλυτική περιγραφή των συνθηκών και την καταγραφή των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έγινε κατορθωτή η διαφυγή δύο γερμανικών πολεμικών πλοίων, των Goeben [Γκαίμπεν] και Breslau, [Μπρεσλάου]1, από την καταδίωξή τους στη Μεσόγειο από το ισχυρό Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου του 1914, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας σύρραξης.

Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να προβάλει ορισμένα «παράδοξα ζητήματα» στο θέμα της επιτυχημένης καταφυγής στον Βόσπορο των δύο αυτών γερμανικών πολεμικών πλοίων. Τα ζητήματα αυτά αμφισβητούν την «παραδοσιακή» ερμηνεία σχετικά με τους λόγους της «αυτόνομης» επιλογής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την έξοδό της στον Α΄ Π.Π. Παράλληλα επιχειρείται να δοθεί μια άλλη, αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη διάσταση στην απόφαση της εμπλοκής των Οθωμανών στην παγκόσμια σύρραξη. Το κείμενο αναφοράς την υπαινίσσεται, αλλά κατά την άποψή μας απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολόγηση και συμπληρωματική τεκμηρίωση.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα συμμετείχε τελικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δίχως την εμπλοκή των δύο γερμανικών πολεμικών. Ωστόσο, η παρουσία τους στον Βόσπορο φαίνεται να αποτέλεσε καθοριστικό ή τουλάχιστον πολύ σημαντικό παράγοντα στην επιλογή αυτή από την Υψηλή Πύλη. Υπό το πρίσμα των συνεπειών αυτών, δικαιολογείται η άποψη που εξέφρασε ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη Μoργκεντάου, (Henry Morgenthau: 1856-1946): «Είναι αμφίβολο εάν δύο πλοία επηρέασαν ποτέ την Ιστορία τόσο όσο αυτά τα δύο Γερμανικά καταδρομικά»2. Αναμφίβολα, το γεγονός και μόνο της εξόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, έθεσε σε κίνηση ορισμένα από τα πιο δραματικά γεγονότα του 20ού αιώνα στην ευρύτερη περιοχή.3

Σπυρίδων Χάμπας (αριστερά).

Αξίζει συναφώς να σημειωθεί ότι μετά από 93 ολόκληρα χρόνια, αναγνωρίστηκε ο τάφος ηρωικού Έλληνα πιλότου στον Ελλήσποντο, [Δαρδανέλια, τουρκικά: Canakkale]. Ο αξιωματικός Σπυρίδων Χάμπας συμμετείχε στις αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον του Γκαίμπεν που είχε προσαράξει στην θέση Ναγαρά. Στις 21 Ιανουαρίου 1918 έγινε γνωστό ότι ο Έλληνας πιλότος καταρρίφθηκε από τουρκικά αντιαεροπορικά ενώ βομβάρδιζε το καταδρομικό. Αυτό αρχικά καταγράφηκε στην ιστορία. Όπως συμβαίνει συχνά όμως, το συμβάν ήταν διαφορετικό: από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι ο Χάμπας καταρρίφθηκε στις 23 Ιανουαρίου από τον Γερμανό πιλότο Εμίλ Μάϊνεκε (Emil Meinecke: 1892 – 1975)4.

 

Ιστορικό πλαίσιο

Αρχικά μετά την προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων στα εδάφη της Γαλλίας στα Δυτικά και την επίθεση των Ρώσων, που όμως αναχαιτίστηκαν από τον Γερμανό στρατάρχη φον Χίντεμπουργκ στα Ανατολικά, παγιώθηκαν δύο συμπαγή μέτωπα: το Ανατολικό και το Δυτικό, στα οποία παρά τις εκατέρωθεν επιθέσεις, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Έτσι σύντομα ξεκίνησε ένας διπλωματικός «αγώνας δρόμου» των δύο συνασπισμών για τον προσεταιρισμό νέων συμμάχων, ή έστω την ουδετερότητα χωρών5, με πολιτικά και εδαφικά ανταλλάγματα, με κύριους στόχους την Ιταλία (μέλος άλλωστε της Τριπλής Συμμαχίας), την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα Σκανδιναβικά κράτη και τις λοιπές, πλην της Σερβίας, Βαλκανικές χώρες.

Διευκρινίζεται ότι η Γερμανία, η οποία δεν διέθετε ναυτικές βάσεις στη Μεσόγειο, στo πλαίσιο της προσπάθειας ελέγχου των δυνάμεων της Γαλλίας και της επέκτασης της επιρροής της προς το Νότο, είχε ιδρύσει τη (Ναυτική) Διοίκηση Μεσογείου από το 1912, στον Αυστρο-Ουγγρικό λιμένα Πόλα [Pola/Pula] της Αδριατικής, (σήμερα ανήκει στην Κροατία). Αυτή επιχειρησιακά περιλάμβανε ως κύριες μονάδες, το καταδρομικό μάχης Γκαίμπεν και το ελαφρύ καταδρομικό Μπρεσλάου , υπό την διοίκηση του υποναυάρχου Wilhelm Souchon 6.

Σε καιρό ειρήνης, η αποστολή της διοικήσεως αυτής αποσκοπούσε στην προβολή ισχύος (επίδειξη σημαίας), της Γερμανίας στη Μεσόγειο με επισκέψεις σε λιμένες και επίσημες επαφές με τα ναυτικά κλιμάκια και κυβερνητικούς παράγοντες της περιοχής7.Σε περίπτωση Γαλλο-Γερμανικού πολέμου τα γερμανικά σκάφη με τομέα ευθύνης την Δυτική Μεσόγειο, θα έπρεπε να εμποδίσουν – δυσχεράνουν την αποστολή ενισχύσεων προς την Γαλλία από την Αλγερία και τις λοιπές αποικίες της Βόρειας Αφρικής. Σε κατάσταση γενικευμένης σύρραξης, οι στόλοι της Μεσογείου των δύο εμπολέμων συνασπισμών, με το ισχυρό Γκαίμπεν και το Μπρεσλάου, ήταν περίπου ισοδύναμοι.8

Το καταδρομικό μάχης SMS Goeben.
Το ελαφρύ καταδρομικό SMS Breslau.

Στις 28 Ιουνίου του 1914, την ημέρα της δολοφονίας του αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σεράγεβο, το Γκαίμπεν βρισκόταν σε περιπολία στις ακτές της Συρίας, (τον Μάιο είχε καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη) και ανακλήθηκε άμεσα στην Πόλα, ενώ το Μπρεσλάου ήταν προσορμισμένο στο Δυρράχιο της Αλβανίας9.

 

Η θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Ειδικά όσον αφορά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1914 την βρίσκει ταπεινωμένη μετά την Ιταλο-Τουρκική σύρραξη και τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, με την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των Ευρωπαϊκών της κτήσεων. Η επανάσταση των Νεότουρκων του 1908 είχε περιορίσει την δύναμη του σουλτάνου και την ισχύ του χαλιφάτου, το οποίο επισημαίνεται ότι διατηρούσε υπό σχετικό έλεγχο τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι Νεότουρκοι, μέσω της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο, βαθμιαία εξάπλωναν την επιρροή τους, με τη συνδρομή ξένων δυνάμεων που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την εύνοιά τους.

Ιδιαίτερα η Γερμανία είχε επιτύχει προπολεμικά μια σημαντική στρατιωτική επιρροή και οικονομική διείσδυση, με πλήθος Γερμανών συμβούλων να υποστηρίζουν κάθε μορφής δραστηριότητα εντός της οθωμανικής επικράτειας. Η τοποθέτηση ως πρέσβη, του Μάρσαλ φον Μπίμπερσταϊν, (Marschall von Bieberstein: 1842 – 1912), ενίσχυσε τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Ενδεικτική ήταν και η δεύτερη επίσκεψη του ίδιου του Κάιζερ10 στην Κωνσταντινούπολη το 1898, όπου έκανε εντυπωσιακές δηλώσεις για αιώνια Γερμανο-Τουρκική φιλία και για την πρόθεσή του να μεταβληθεί σε προστάτη της «παραπαίουσας» αυτοκρατορίας11. Γερμανοί αξιωματικοί εκπαίδευαν τους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν εφοδιασθεί και με Γερμανικά όπλα.12.

Ο μετέπειτα Γερμανός πρεσβης στην Υψηλή Πύλη βαρώνος Βανγκενχάιμ (Gustav von Wangenheim: 1859-1915)13 είχε επιτύχει να προσεταιρισθεί τους ηγέτες των Νεότουρκων και ιδιαίτερα τον Εμβέρ Πασά, (İsmail Enver Pasha: 1881 – 1922), Υπουργό Στρατιωτικών το 1914, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως στρατιωτικός ακόλουθος στο Βερολίνο και ήταν ένθερμος γερμανόφιλος και θαυμαστής του πρωσικού μιλιταρισμού. Ο στρατηγός φον Σάντερς, (Otto Liman von Sanders: 1855 – 1929), ανέλαβε καθήκοντα στρατηγού-διοικητή του 1ου Σώματος Στρατού και στη συνέχεια Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, ο στρατηγός Σέλλεντορφ, [Friedrich Bronsart von Schoellendorf: 1864 – 1950], υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου και άλλοι είκοσι ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί κατείχαν σημαντικές θέσεις στην οθωμανική στρατιωτική ιεραρχία14. Γερμανικές εταιρείες είχαν αναλάβει την κατασκευή του Σιδηροδρόμου Κωνσταντινούπολης – Βαγδάτης, αρχικά και με άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των φυσικών πόρων σε μια ζώνη 15 χλμ. εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών (Μπάλτος & Βιδάκης 2020, σελ. 29,30)15. Επιπλέον είχαν αποσταλεί πολλοί Γερμανοί επιστήμονες και εμπειρογνώμονες, για την οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την διερεύνηση της εκμετάλλευσής της.

Ταυτόχρονα η συμμετοχή των Ρώσων, (προαιώνιων εχθρών των Οθωμανών) στο συνασπισμό της Αντάντ, η συμμαχία του Λονδίνου μαζί τους και η βρετανική δυσπιστία ως προς τις προθέσεις της Υψηλής Πύλης, έστρεφε την αυτοκρατορία στην πλευρά της Γερμανίας. Στην αρχή του πολέμου, οι Νεότουρκοι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ της ουδετερότητας και της εξόδου στον πόλεμο, ζυγίζοντας πιθανά οφέλη και ανταλλάγματα. Η Βρετανία όμως αυτήν την φορά δεν θα προστάτευε τους Οθωμανούς, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Τριπλής Συνεννόησης. Άλλωστε, στην περίπτωση που θα συμμαχούσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα ήταν δύσκολο στο τέλος του πολέμου να την διαμελίσει! Σε αυτό το κλίμα υπογράφεται στις 2 Αυγούστου του 1914, μυστική συνθήκη συμμαχίας και συμμετοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μεγάλο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών16. Ο μυστικός της χαρακτήρας, επέτρεπε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να προετοιμαστεί και συγχρόνως συντηρούσε στις Δυνάμεις της Αντάντ την ελπίδα ότι θα παρέμεινε ουδέτερη17. Βασικός όμως όρος για να ενεργοποιηθεί αυτή η συνθήκη ήταν να αποσταλούν από την Γερμανία δύο «βαρέως τύπου» θωρηκτά, (Dreadnought) στην Κωνσταντινούπολη, ώστε οι Οθωμανοί να αποκτήσουν ναυτική υπεροπλία στη Μαύρη Θάλασσα έναντι των Ρώσων, αλλά και στο Αιγαίο έναντι των Ελλήνων18.

Ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης (Bagdadbahn).

Ήδη από το 1913, σε αντίδραση της αγοράς από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δύο θωρηκτών από τις ΗΠΑ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε παραγγείλει δύο θωρηκτά (τύπου Dreadnought) στην Βρετανία19, των οποίων την παράδοση ανέμενε τον Ιούλιο του 1914, (η χρηματοδότηση των πλοίων αυτών καλύφθηκε με δημόσιο έρανο και είχαν προπληρωθεί). Οι Βρετανοί όμως με την έναρξη του πολέμου τα «παρακράτησαν» (έναντι ημερήσιας αποζημίωσης και με την προϋπόθεση ότι οι Οθωμανοί θα παρέμεναν ουδέτεροι κατά την διάρκεια του πολέμου), για να ενισχύσουν το στόλο τους, προκαλώντας φυσικά έντονες διαμαρτυρίες στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, οι Νεότουρκοι ουσιαστικά ζήτησαν από τον Κάιζερ να αντικαταστήσει τα δύο αυτά πολεμικά πλοία, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Ο διορατικός και υπερδραστήριος Γερμανός πρέσβης στην Υψηλή Πύλη Βανγκενχάιμ έχοντας εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από το Βερολίνο, τους προσέφερε τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου έναντι συμβολικού τιμήματος. Η «μεταβίβαση» πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου. Μετά την πανωλεθρία των Ρώσων στο Τάννεμπεργκ από τους Γερμανούς (26-30 Αυγούστου), οι Οθωμανοί φέρονταν σταδιακά να στρέφονται ξεκάθαρα υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων.

Έτσι στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός υποναύαρχος Σουχόν τοποθετείται στην θέση του αρχηγού του Οθωμανικού Ναυτικού. Στις 26 Σεπτεμβρίου οι Οθωμανοί κλείνουν τα Στενά στην εμπορική ναυτιλία, διακόπτοντας την ροή πολεμικού και υποστηρικτικού υλικού από την Δυτική Ευρώπη προς την Ρωσία. Την 29η Οκτωβρίου του 1914, ο Σουχόν εισήλθε στη Μαύρη Θάλασσα ως επικεφαλής των δύο (πρώην) γερμανικών σκαφών και άλλων μονάδων του Οθωμανικού Ναυτικού, βομβάρδισε τη Σεβαστούπολη, την Θεοδοσία και το Νοβοροσίσκ, βυθίζοντας πλοία και προκαλώντας καταστροφές σε εγκαταστάσεις. Στη συνέχεια, την 1η Νοεμβρίου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της Αντάντ.

Υποναύαρχος Wilhelm Anton Souchon.
Μέλη του πληρώματος του SMS Goeben έπειτα από τον
κατάπλου στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσον αφορά στην «ισορροπία των συμμαχιών», οι Γερμανοί αρχικά συμβιβάζονταν έστω και με την διατήρηση της ουδετερότητας των Οθωμανών, θεωρώντας πως θα πετύχαιναν ταχεία νίκη επί των Γάλλων στο Δυτικό Μέτωπο. Ωστόσο μετέβαλαν τη στάση τους μετά την πρώτη μάχη του Μάρνη (5-12 Σεπτεμβρίου 1914), όπου και φάνηκε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε περισσότερο. Οι Βρετανοί αλλά και οι Γάλλοι από την άλλη πλευρά, στο «πνεύμα» και στην πολιτική της αποικιοκρατίας, είχαν εντοπίσει αρκετές «περιοχές ενδιαφέροντος» που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πίστευαν ότι θα συμφωνούσαν στον καταμερισμό τους. Με αυτήν την προσέγγιση, μια ενδεχόμενη εμπλοκή της Υψηλής Πύλης στην παγκόσμια σύρραξη αναδεικνυόταν γι΄ αυτούς περισσότερο ως ευκαιρία, παρά ως κίνδυνος.

Ωστόσο, με τη παράταση του πολέμου θα μετέβαλε γρήγορα και η δική τους στάση μπροστά στο ενδεχόμενο οθωμανικής επίθεσης σε βάρος του Σουέζ. Όμως η πρόταση των Αγγλο-Γάλλων για συνέχιση της ουδετερότητας της Υψηλής Πύλης έναντι της εδαφικής της ακεραιότητας, προσέκρουσε στην άρνηση της Ρωσίας, η οποία προσέβλεπε στην απόκτηση εδαφών και στην έξοδο στο Αιγαίο. Μετά την ήττα της στο Τάννεμπεργκ, η Ρωσία συμφώνησε κι αυτή, αλλά πλέον οι Νεότουρκοι είχαν πειστεί για την επικείμενη επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων και θα εισέρχονταν στη σύρραξη προκειμένου να επωφεληθούν ως μελλοντικοί νικητές.

 

Ο ρόλος των δυο Γερμανικών πολεμικών πλοίων

Η καταδίωξη των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου ήταν μια ναυτική επιχείρηση που σημειώθηκε στη Μεσόγειο θάλασσα κατά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τα σκάφη του βρετανικού στόλου της Μεσογείου επιχείρησαν να αναχαιτίσουν τα γερμανικά αυτά πολεμικά πλοία, τα οποία βρίσκονταν αρχικά στην Αδριατική θάλασσα. Τα γερμανικά πολεμικά κατόρθωσαν τελικά, παρά την καταδίωξή τους από τον ισχυρό βρετανικό στόλο, να διέλθουν τα Στενά του Ελλησπόντου και να αγκυροβολήσουν στα ασφαλή νερά της θάλασσας του Μαρμαρά στις 10 Αυγούστου του 1914, υπό την προστασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πορεία καταδίωξης των δυο Γερμανικών καταδρομικών.

Η παρουσία των σκαφών αυτών στον Βόσπορο ήταν αρκετή για να υπερνικήσει τις όποιες αμφιβολίες των Οθωμανών για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο και «έσυραν» τελικά την ηγεσία τους, ώστε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και να εμπλακούν στην παγκόσμια σύρραξη. Σημειώνεται ότι τα δύο πολεμικά «αγοράστηκαν», από τους Οθωμανούς, παρά τις αγγλικές αντιδράσεις, μ΄ ένα ιδιότυπο καθεστώς: ύψωσαν την οθωμανική σημαία, διατήρησαν τα γερμανικά τους πληρώματα, τα οποία ενδύθηκαν με στολές του οθωμανικού ναυτικού και φέσια και την γερμανική τους διοίκηση, με τον υποναύαρχο Σουχόν. Μετονομάστηκαν το μεν Γκαίμπεν σε Yavuz Sultan Selim, το δε Μπρεσλάου σε Midilli (Μυτιλήνη)20.

Τα SMS Goeben και SMS Breslau προσορμισμένα στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης (Πηγή: Bundesarchiv).

Αυτά τα πολεμικά σκάφη, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά παρέσυραν την Υψηλή Πύλη σε μία καταστροφική επιλογή, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων την γεωγραφική θέση όλων των εμπλεκομένων, τη συμμετοχή ως αντιπάλου της γειτονικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ρωσίας, τις υπάρχουσες αδυναμίες και τα μειονεκτήματα του «Μεγάλου Ασθενούς».

Επισημαίνεται ωστόσο η βούληση της οθωμανικής ηγεσίας για την ανακατάληψη ορισμένων εδαφών στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο, που είχε απωλέσει τα προηγούμενα έτη. Η συγκεκριμένη απόφαση έμελλε να έχει καταλυτική σημασία για ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής: σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας, τη συρρίκνωση της κυριαρχίας της και την ώθησε στα τελευταία στάδια της επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις της απαρχής ενός άλλου θέματος, του Μεσανατολικού (Alobeid 2018, σελ. 171).

 

Παραδοσιακή ερμηνεία της επιτυχημένης διαφυγής

Η συμβατική εξήγηση του κατορθώματος των Γερμανών να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα χωρίς απώλειες ή βλάβες, αποδίδεται από ορισμένους αναλυτές στην χρονική περίοδο (μόλις είχε ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος), και στην έλλειψη σωστής προετοιμασίας των Συμμάχων. Άλλοι το καταλογίζουν σε ενδεχόμενα σφάλματα των Βρετανών ναυάρχων, σε λανθασμένη ή/και ελλιπή τους πληροφόρηση, στην έλλειψη ορθής αξιολόγησης, σε συνδυασμό και άλλων παραμέτρων. Οι αντίπαλοί τους θα ισχυρίζονταν ότι οφείλεται στην επιτυχημένη πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα του Γερμανού υποναυάρχου, ίσως και σε ζητήματα ευνοϊκών συγκυριών και τύχης. Ωστόσο όλες αυτές οι ερμηνείες εμφανίζονται να πάσχουν από μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των πραγμάτων, καθώς παρουσιάζουν και μια σειρά αντιθέσεων και αντιφάσεων, που παρατίθενται στη συνέχεια του κειμένου.

Στο αναλυτικό και εμπεριστατωμένο κείμενο με τίτλο του Ίωνος Στράτου: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», καταγράφηκαν τα ιστορικά γεγονότα και η διαχρονική εξέλιξη της όλης υπόθεσης. Ωστόσο ενώ αναγράφεται ότι: «εάν θα μπορούσαμε ποτέ να δεχτούμε πως η βρετανική κυβέρνηση επιθυμούσε τα γερμανικά σκάφη να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα μπορούσαν να εξηγηθούν πολλά», εν τούτοις αποφεύγει να υιοθετήσει αυτήν την υπόθεση εργασίας, ώστε να προχωρήσει σε μια άλλη γεωστρατηγική θεώρηση των πραγμάτων. Βέβαια σε δύο συνεχόμενα τμήματα του άρθρου με τίτλους: «Μυστική Διπλωματία» και «Ελληνική Εμπλοκή» αναφέρονται αντίστοιχα οι εξής σημαντικές πληροφορίες:

α. «Το γεγονός της διαφυγής των ‘’Goeben’ και ‘’Breslau’ λόγω των επιπτώσεων που είχε στην περιοχή αλλά και στην έκβαση του πολέμου διερευνήθηκε εκ των υστέρων σε βάθος, αλλά χωρίς εμφανές αποτέλεσμα. Ο Βρετανός ναύαρχος Μίλνε έπεσε σε δυσμένεια και αποστρατεύθηκε το 1919 μετά από δική του αίτηση21, ενώ ο Τρούμπριτζ δικάστηκε για την αποτυχία του να σταματήσει τα γερμανικά σκάφη προτού εισέλθουν στο Αιγαίο22.

Επρόκειτο λοιπόν για μια σειρά λαθών των Βρετανών ναυάρχων ή υπήρχαν και άλλες παράμετροι που θα έπρεπε να αξιολογηθούν; Μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα γεννάει μια σειρά από ενδιαφέροντα ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης και θέτει αμφιβολίες για το εάν η όλη επιχείρηση ήταν αποτυχημένη.

Βασικό ρόλο στο όλο επεισόδιο έπαιξε η δυνατότητα (ή μη) αποκόμισης πληροφοριών από υπάρχοντα δίκτυα πρακτόρων στους λιμένες και στις πρωτεύουσες των κρατών της περιοχής. Το Βασιλικό Βρετανικό Ναυαρχείο (ΒΒΝ), διατηρούσε το δικό του αυτόνομο δίκτυο πληροφοριών και στη Μεσόγειο, εστιάζοντας επί το πλείστον στις κινήσεις πλοίων, (εμπορικών και πολεμικών), καθώς και σε υποκλοπές σημάτων επικοινωνιών. Ο Μίλνε πάντως φάνηκε να μην έχει στην διάθεσή του χρήσιμες πληροφορίες στο διάστημα των δέκα κρίσιμων ημερών, όταν διαδραματίστηκε το όλο επεισόδιο. Παρέμεινε προσκολλημένος σ΄ αυτά που ήδη γνώριζε, δηλαδή τα σχέδια του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού για την αποστολή που θα είχαν τα «Γκαίμπεν» και «Μπρεσλάου», σε περίπτωση πολέμου.

Sir Archibald Berkeley Milne, ανώτατος διοικητής του στόλου της Μεσογείου.
Sir Ernest Charles Thomas Troubridge, διοικητής της μοίρας καταδίωξης των Goeben και Breslau.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντίθετα, το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί πάντοτε την αίσθηση της κατάστασης. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τα τηλεγραφήματα που έστελνε στον Μίλνε [μέσω του Ναυαρχείου], το περιεχόμενο τους, αλλά και την χρονική συγκυρία. … Το τηλεγράφημα προς τον Μίλνε της 2ας Αυγούστου, που τον διέτασσε να αποστείλει δύο καταδρομικά μάχης στο Γιβραλτάρ ώστε να επιτηρούν το πέρασμα προς τον Ατλαντικό θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως εξής: χάριν της φύλαξης των Στενών του Γιβραλτάρ, (που ούτως ή άλλως καλύπτονταν από πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς), στερούσε ουσιαστικά στον Μίλνε την δυνατότητα εμπλοκής «επί ίσοις όροις» με τους Γερμανούς, ενώ έδινε στους τελευταίους το μήνυμα να κινηθούν ανατολικά. Αλλά και το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου, που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, είχε ανάλογα αποτελέσματα. Η πιο τρανή απόδειξη για την τυχόν ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης ίσως όμως να βρίσκεται στον ρόλο που διαδραμάτισε ένας Έλληνας ηγέτης στην όλη υπόθεση. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας».

β. «Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Βενιζέλος “πείστηκε’ να δώσει την άδεια για την εξαγωγή του κάρβουνου στους Γερμανούς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφιβολίας ότι ήταν γνώστης των πραγματικών γεγονότων την δεδομένη χρονική στιγμή. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι ως πολιτικός ήταν σαφώς φιλικά προσκείμενος προς την Αντάντ και πάντοτε σ΄ επαφή με τα κέντρα εξουσίας στην Γαλλία και την Βρετανία. Εξάλλου, η πράξη του αυτή, με τις τόσο σοβαρές συνέπειες, ουδέποτε αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους Συμμάχους της Αντάντ, αλλά ούτε και στάθηκε ικανή για να διακινδυνεύσει τη μετέπειτα σχέση του μαζί τους. Αντίθετα, ακόμη και στα χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν τέθηκε το θέμα στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, η Βρετανική κυβέρνηση παρείχε πλήρη κάλυψη στην πράξη αυτή του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να συμπεράνουμε ότι ο Βενιζέλος όχι μόνο δεν έδρασε εκείνο το βράδυ εναντίον της Αντάντ, αλλά μάλιστα της παρείχε βοήθεια καθοριστικής σημασίας».

 

Μια “αιρετική” εκδοχή

Το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου και η εξιστόρηση της όλης υπόθεσης, προξενούν απορίες σε τρία σημαντικά ζητήματα, τα εξής:

α. Τα καταστροφικά αποτελέσματα και τις δυσμενείς επιδράσεις της επιτυχημένης διαφυγής, των δύο «ισχυρών» γερμανικών πλοίων και της εμπλοκής των στον πόλεμο, ουσιαστικά τα υπέστη η Τσαρική Ρωσία23. Αντίθετα το Βρετανικό Ναυτικό δεν είχε απώλειες, («αναίμακτος μάχη» η διαφυγή, σύμφωνα με τον Πρώτο Λόρδο του Βρετανικού Ναυαρχείου Ουίνστων Τσώρτσιλ, (Winston Churchill).

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η δύναμη πυρός των δύο γερμανικών πολεμικών κατευθύνθηκε ενάντια στην Ρωσία, «μόνιμο γεωπολιτικό αντίπαλο» της (πρόσκαιρα) συμμάχου της στον Α΄ Π.Π., Βρετανίας. Κι αυτό διενεργήθηκε έντεχνα, με επιδεξιότητα, δίχως να εκτεθεί και να αμφισβητηθεί η φίλια πολιτική της Βρετανίας έναντι της Ρωσίας. Κατά την γνώμη μας το βρετανικό σχέδιο αφορούσε στο να «εξαναγκάσει» την Οθωμανική Αυτοκρατορία να εξέλθει στον πόλεμο, έτσι ώστε μεταπολεμικά να είναι δυνατός ο διαμελισμός της (ως ηττημένη χώρα), σε όφελος της Γαλλίας και της Βρετανίας, όχι όμως και της Ρωσίας. Η τελευταία δεν θα έπρεπε να μπορέσει να συντρίψει τους Οθωμανούς (φθάνοντας πιθανόν έως την Κωνσταντινούπολη ή/και αποκομίζοντας εδάφη στον Καύκασο), απειλώντας και τα βρετανικά συμφέροντα. Μια ικανοποιητική λύση σ΄ αυτό το πρόβλημα για τους Βρετανούς θα ήταν η προσωρινή ενίσχυση του οθωμανικού στόλου με τα γερμανικά πολεμικά.

Εκ των υστέρων βέβαια κρίνουμε ότι το εν λόγω σχέδιο με αρκετό ομολογουμένως ρίσκο, λειτούργησε άψογα! Το κλείσιμο των Στενών από τις 26 Σεπτεμβρίου, είχε μεγάλες επιπτώσεις στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας, η οποία διακινούσε το 50% των συνολικών εξαγωγών της και μεγάλο μέρος των εισαγωγών της μέσω των Στενών, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες24. Απομονωμένη από τους συμμάχους της και αδυνατώντας να εισαγάγει και να εξαγάγει προϊόντα, η Ρωσία σταδιακά κατέρρευσε ως ηγετική δύναμη και εκτέθηκε σε κοινωνικές αναταραχές, που μάλλον αναπόφευκτα οδήγησαν αργότερα στην Οκτωβριανή Επανάσταση.

Winston Spencer Churchill, πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου.

β. Το απόρρητο τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ προς τον Μίλνε, στις 30 Ιουλίου ανέγραφε: «Σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος και η Αγγλία και η Γαλλία αναμειχθούν, διαφαίνεται ότι η Ιταλία θα παραμείνει ουδέτερη, ενώ η Ελλάς δύναται να γίνει σύμμαχος. Η Ισπανία θα είναι επίσης φιλική και πιθανώς σύμμαχός μας. Η συμπεριφορά της Ιταλίας παραμένει παρά ταύτα αβέβαιη και είναι εξαιρετικά σημαντικό η Μοίρα σας να απόσχει από σοβαρές εμπλοκές με αυστριακά σκάφη έως ότου γνωρίζουμε τι θα πράξει η Ιταλία. Πρώτη σας προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η παροχή αρωγής στους Γάλλους στη μεταφορά της αφρικανικής στρατιάς τους, παρέχοντας κάλυψη και εάν είναι δυνατό εμπλέκοντας τα ταχέα γερμανικά ή αυστριακά σκάφη, ειδικά το «Γκαίμπεν», που δύνανται να δημιουργήσουν προβλήματα σε αυτήν τη μεταφορά. Θα ειδοποιηθείτε με τηλεγράφημα για το πότε μπορείτε να έρθετε σε επαφή με τον Γάλλο ναύαρχο. Σε αυτήν τη φάση, μην εμπλακείτε σε αγώνα εναντίον ισχυρότερων δυνάμεων, εκτός από την περίπτωση γενικευμένης μάχης και σε συνεργασία με τους Γάλλους. Η ταχύτητα των Μοιρών σας είναι ικανή ώστε να σας δώσει την δυνατότητα να επιλέξετε την κατάλληλη στιγμή δράσης. Ελπίζουμε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τη Μεσόγειο – έως τότε, καλείστε να διαχειριστείτε τις δυνάμεις σας».

Διαπιστώνουμε λοιπόν, πέραν της ακρίβειας της προβλεπτικότητας του Τσώρτσιλ σχετικά με τα ενδεχόμενα του πολέμου, ότι έγκαιρα (30 Ιουλίου 1914) δίνει εντολές που αφορούν ουσιαστικά στην υλοποίηση του προαναφερομένου σχεδίου των Βρετανών, μεριμνώντας έντεχνα για την αποφυγή καταναυμάχησης των γερμανικών σκαφών. Άλλωστε στο κείμενο του Τσώρτσιλ μάλλον παράδοξα, δεν γίνεται μνεία για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εκτιμώμενη στάση της, γεγονός που ενισχύει και επιβεβαιώνει την ύπαρξη ως προς αυτήν, στρατηγικού σχεδίου. Το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος της 30ής Ιουλίου σε συνδυασμό με το τηλεγράφημα της 2ας Αυγούστου, απλώς επιβεβαιώνει την βαθμιαία και μεθοδική υλοποίησή του. Εξάλλου το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί κεντρικά τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, να διαθέτει καλύτερη πληροφόρηση και να αξιοποιεί ευκαιρίες και καταστάσεις.

Mark Edward Frederic Kerr, επικεφαλής της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα.

Εάν σε όλα αυτά προσθέταμε τα ακόλουθα:

1) την βέβαιη συνεννόηση του Βενιζέλου με τον Τσώρτσιλ, μέσω του αρχηγού της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα, Mark Kerr 25,

2) την ενημέρωση περί υπογραφής (2 Αυγούστου 1914) της μυστικής συνθήκης συμμαχίας μεταξύ Νεότουρκων και Γερμανίας, (έστω με υστέρηση),

3) το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου [που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς],

θεωρούμε ότι αποδεικνύεται η (εσκεμμένη) ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης στο όλο ζήτημα.

γ. Η πληροφόρηση ότι το Γκαίμπεν, ανεφοδιάστηκε ανεμπόδιστα, την 9η Αυγούστου ανοικτά τής νήσου Δονούσας στις Κυκλάδες και εισήλθε στον Ελλήσποντο μία ημέρα αργότερα, αναμένοντας άδεια για να καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση όμως του εφοδιασμού του έχει ένα μυθιστορηματικό χαρακτήρα: αναλυτικότερα μετά τις 02.00 της 6ης Αυγούστου, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος δέχθηκε στην οικία του έξαφνη και απρογραμμάτιστη επίσκεψη από τον κόμη φον Κουάντ, πρεσβευτή της Γερμανίας στην Αθήνα26, (Quadt, Wykradt von: 1912 -1915). Ο διπλωμάτης του ζήτησε άδεια για να εξαγάγει από την Ελλάδα 800 τόνους άνθρακα (κάρβουνο), το οποίο θα φορτωνόταν στο γερμανικό σκάφος ανθράκευσης Bogados με προορισμό τη Νότια Αφρική. Σημειώνεται ότι η άδεια του πρωθυπουργού ήταν αναγκαία, διότι ίσχυε απαγόρευση εξαγωγής άνθρακα από την Ελλάδα27. Η ποσότητα αυτή βρισκόταν στην κατοχή ενός γερμανικού εμπορικού οίκου με το όνομα Πλοκ και η άδεια θα χορηγείτο σ΄ αυτόν. Ο Βενιζέλος απάντησε θετικά και άμεσα στο γερμανικό αίτημα! Ο πρεσβευτής έφυγε από την οικία του έχοντας λάβει ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο αναγραφόταν τα ακόλουθα: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακαλεί τον λιμενάρχη του Πειραιά όπως επιτρέψει στον έμπορο Πλοκ να διαθέσει από τα αποθέματά του, ποσότητα 800 τόνων κάρβουνου προς όφελος γερμανικών πλοίων που βρίσκονται στον Πειραιά». Ο έμπορος μετέβηκε στον Πειραιά για να προβεί στις σχετικές διεκπεραιώσεις. Έχοντας ολοκληρώσει την φόρτωση, το Bogados απέπλευσε από τον Πειραιά πριν από το ξημέρωμα. Σύμφωνα με αναφορές της εποχής, το σκάφος παραλλάχτηκε κατάλληλα εν πλω, ώστε να μοιάζει με ελληνικό εμπορικό, με το όνομα Πολυμίτης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αληθινός προορισμός του ήταν προσυμφωνημένο σημείο συνάντησης με τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου στις Κυκλάδες και αποστολή του να τα εφοδιάσει με τον απαραίτητο άνθρακα, ώστε αυτά να μπορέσουν να καταπλεύσουν στον Βόσπορο28. Το σχέδιο εκτελέστηκε επιτυχώς.

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Albert Quadt-zu-Wykradt-und-Isny. πρεσβευτής της Γερμανίας στην Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι ωστόσο παράδοξη η άμεση (και σε μεταμεσονύκτια ώρα) χορήγηση της εν λόγω άδειας από τον Βενιζέλο; Ή ότι η άδεια γράφηκε σ΄ ένα απλό επισκεπτήριο του γραφείου του, δίχως να ενημερώσει άλλους ιθύνοντες και να διασταυρώσει την εγκυρότητα των ισχυρισμών του συνομιλητή του. Πως πείστηκε τόσο εύκολα από τον Γερμανό πρεσβευτή για το «επείγον» του εν λόγω εφοδιασμού; Επιπρόσθετα αξίζει να σημειωθεί ότι την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της μυστικής συνθήκης Γερμανίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Έλληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο και με τη σειρά του πληροφόρησε τους Βρετανούς29. Γνώριζε συνεπώς ότι ο ανεφοδιασμός που επέτρεψε προοριζόταν για τα γερμανικά πολεμικά πλοία!

Τα παραπάνω οδηγούν στην εκτίμηση πως υπήρξε σχέδιο παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, το οποίο εκτελέστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα και επιτυχία. Τα ανωτέρω υποστηρίζουν στα έργα τους οι ιστορικοί Μιχαλόπουλος, Βεντήρης και Γρηγοριάδης καθώς και ο Geoffrey Miller30 στη μελέτη του, που εκδόθηκε το 1996 με τίτλο: Superior Force: The conspiracy behind the escape of Goeben and Breslau. Ο Φωτάκης υποστηρίζει ότι υπήρξε συνέργεια μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου για την ικανοποίηση του γερμανικού αιτήματος σχετικά με τον ανεφοδιασμό των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου31.

Καρτ-ποστάλ εποχής.

Οι υποστηρικτές της παραδοσιακής θεώρησης αντιτίθενται στην ομάδα των ιστορικών, που ισχυρίζονται ότι ο Βενιζέλος έκανε την ανθράκευση εσκεμμένα για να σύρει την Υψηλή Πύλη στο στρατόπεδο των ηττημένων, ώστε να διαμελιστεί εδαφικά μετά το τέλος του πολέμου από την Αντάντ. Δεν μπορούν να αιτιολογήσουν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός φαίνεται να επέλεξε να χαρίσει την ναυτική υπεροπλία σ΄ ένα κράτος που προετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Ελλάδα32. Προφανώς η πιο λογική εξήγηση για την παραδοσιακή ερμηνεία των γεγονότων είναι αυτή που παρουσιάζεται: ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν γνώριζε για την εμπλοκή των δύο καταδρομικών, δεν υποψιάστηκε ότι η ανθράκευση αφορούσε πολεμικά πλοία, αλλά μ΄ έναν και μόνο προσωπικό του χειρισμό άλλαξε την Ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου… Ωστόσο σ΄ αυτό το σημείο θα διαφωνήσουμε. Θεωρούμε ότι ο Βενιζέλος δεν ήταν αφελής. Ναι μεν οι περιστάσεις ήταν δύσκολες αλλά διέθετε την απαιτούμενη πληροφόρηση. Γνώριζε ότι ο ανεφοδιασμός αφορούσε σε γερμανικά πολεμικά. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να αναλάβει ανάλογου βάρους ρίσκο σε βάρος των βρετανικών συμφερόντων, (την περίοδο μάλιστα που υπήρχαν Βρετανοί επόπτες στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό) εάν δεν υπήρχε συμφωνία – ανοχή του Λονδίνου για τον χειρισμό της ανθράκευσης και τη συνακόλουθη πορεία των εν λόγω σκαφών.

Φυσικά εφόσον υπήρξε αυτός ο σχεδιασμός, δεν θα μπορούσε κανένας δημόσια, να τον αποδεχθεί. Έτσι ο Βενιζέλος το 1934 στην «περίφημη μονομαχία» – δημόσια ανταλλαγή άρθρων με τον Ιωάννη Μεταξά, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η ανθράκευση ήταν για τα πολεμικά πλοία αλλά για εμπορικά και λόγω της ελληνικής ουδετερότητας δεν μπορούσε να αρνηθεί τον ανεφοδιασμό τους. Επικουρικά στην αρθρογραφία του αναφέρει και τη σχετική απάντηση του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών Μακ Ναίηλ το 1923 στην Βουλή των Κοινοτήτων σε ερώτηση βουλευτή για το εν λόγω επεισόδιο33: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Goeben και το Breslau ανεφοδιάστηκαν με γαιάνθρακα κατά διαταγή του κ. Βενιζέλου. Αλλά οφείλω να δηλώσω ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών με την Γερμανία και κατά συνέπεια πριν δώσει την διαταγή αυτή, ο κ. Βενιζέλος συμβουλεύτηκε την αγγλική κυβέρνηση για το πως έπρεπε να ενεργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η βρετανική κυβέρνηση αφού μελέτησε το θέμα υπέδειξε στον κ. Βενιζέλο να ακολουθήσει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και να παρέχει στα πλοία των εμπολέμων αρκετή ποσότητα άνθρακα ώστε να δύνανται να προσεγγίσουν στο πλησιέστερο λιμάνι της χώρας τους».

Θα προσθέταμε ότι ο Βρετανός υπουργός με την ανωτέρω απάντησή του, μάλλον εξέθεσε αυτόν που επιδίωκε να προφυλάξει: «ομολογεί ότι ένας πρωθυπουργός ανεξάρτητου κράτους ζήτησε άδεια από την Βρετανία για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στην χώρα του!» Άλλωστε είναι δυνατό οι Βρετανοί να μην γνώριζαν ποια πλοία αφορούσε η ανθράκευση; Επίσης φαίνεται να δικαιολογεί ακόμα και την ανθράκευση και ανεφοδιασμό πολεμικών πλοίων, συμμαχικών και μη, αν και τα τελευταία με την παρουσία τους μπορούσαν να παρασύρουν στον πόλεμο μια ολόκληρη αυτοκρατορία εναντίον της Αντάντ.

Από την άλλη πλευρά, ο Ι. Μεταξάς (επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία μας), στο όγδοο άρθρο του αναρωτιέται μάλλον εύλογα, πως ο τότε πρωθυπουργός δεν υποψιάστηκε τον αληθινό σκοπό της ανθράκευσης. Πολύ γλαφυρά αναφέρει: «και φαντάζεται κανείς ότι ο πρέσβης της Γερμανίας αυτοπροσώπως ξύπνησε τον πρωθυπουργό νύχτα, τον ήγειρε εκ της κλίνης του, και του εζήτησεν επειγόντως διαταγή προς τον λιμενάρχη Πειραιώς εφοδιασμού γαιανθράκων, εντός της νυκτός ενός απλού εμπορικού; Και τόσο επειγόντως ώστε ο κ. Βενιζέλος μη έχων προχειρότερο μέσον έγραψε την διαταγή ταύτη σε ένα απλό επισκεπτήριο; Ούτε από τον νουν του κ. Βενιζέλου δεν πέρασε ουδεμία υποψία, ενώ ήταν γνωστή εις το υπουργείο των Ναυτικών η δίωξις των δύο γερμανικών πλοίων από Βρετανικά σκάφη, αφού αντάλλαξαν και κανονιοβολισμούς στο Ταίναρο34; Και ότι επίστευσεν ο κ. Βενιζέλος ότι το Γερμανικό εμπορικό «Μπόγαμπος» το οποίο βρισκόταν εν πλήρει ασφάλεια εν Πειραιεί εζήτει γαιάνθρακας δια να εξέλθει στο Αιγαίο που ήταν γεμάτο Βρετανικά πολεμικά και να πάει πού; Στην Τεργέστη ή στη Ν. Αφρική μέσω Σουέζ

Πρόσθετα οι υποστηρικτές της παραδοσιακής ερμηνείας ισχυρίζονται ότι η υπόθεση περί βρετανικής εντολής και ειδικής εξουσιοδότησης στον Βενιζέλο για να ανθρακεύσει τα δύο πολεμικά, ώστε δήθεν να ενισχυθεί ο οθωμανικός στόλος έναντι του ρωσικού, (κάτι που υποτίθεται σχεδίαζε ο Τσώρτσιλ, τότε πρώτος λόρδος του ΒΒΝ), αποτελεί μάλλον παράδοξη ή/και παράλογη επεξήγηση. Επικαλούνται δε και τους εξής λόγους: γιατί το Βρετανικό Ναυαρχείο είχε διατάξει την καταδίωξη των δύο σκαφών; γιατί πέρασε από στρατοδικείο τον Άγγλο ναύαρχο; γιατί ο Βενιζέλος δεν έκανε την παραμικρή νύξη στην αρθρογραφία του το 1934; Άλλωστε καθίσταται φανερό από την απάντηση του Άγγλου ΥΠΕΞ ότι η βρετανική εξουσιοδότηση δεν χορηγήθηκε ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά δόθηκε γενικά και φυσικά αφορούσε μόνο εμπορικά πλοία. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι τελικά δεν υπήρξε συνεννόηση μεταξύ Άγγλων – Βενιζέλου, ειδικά για την ανθράκευση των δύο πολεμικών πλοίων.

Η προπέλα του Goeben/Yavuz στο προαύλιο του Μουσείου Ναυτικής Ιστορίας, Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο θεωρούμε ότι όλα αυτά απαντώνται από τα προηγούμενα, προσθέτοντας πως και για τη συμβατική απάντηση του Βενιζέλου, θα έπρεπε να τηρηθούν τα προσχήματα. Άλλωστε η απόφαση του βρετανικού ναυτοδικείου ήταν αθωωτική. Εκτός όμως όλων των προαναφερομένων, η θέση μας τεκμηριώνεται και από την ύστερη απόφαση των Βρετανών για επίθεση στα Δαρδανέλια. Επεξηγούμε εν συντομία: το Λονδίνο επιζητούσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά παράλληλα να μην επωφεληθούν από αυτόν οι Ρώσοι – είτε στον Καύκασο, είτε στη Μεσόγειο. Μετά τη νίκη των Ρώσων στο μέτωπο του Καυκάσου εναντίον των Οθωμανών την περίοδο Δεκεμβρίου 1914 – Ιανουαρίου 1915, ο Ουίνστων Τσώρτσιλ τότε Πρώτος Λόρδος του ΒΒΝ, επέλεξε να εφορμήσουν οι Σύμμαχοι στα Δαρδανέλια. Τι είχαν να κερδίσουν οι Βρετανοί; Ελάχιστα, αλλά ο σκοπός τους ήταν να μην μπορέσουν να επωφεληθούν οι Ρώσοι. Ήθελε να τους προλάβει. Ο λόγος είναι απλός: ο Τσώρτσιλ σκεπτόμενος πάντοτε γεωπολιτικά, δεν επιθυμούσε οι Ρώσοι να καταλάβουν τα Στενά και την οθωμανική πρωτεύουσα. Αυτή η επιχείρηση απέτυχε, ωστόσο οι Αγγλο-Γάλλοι αργότερα φρόντισαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, (Νοέμβριος 1918 – Σεπτέμβριος 1923), την οποία παρέδωσαν τελικά στον Κεμάλ. Οι Βρετανοί δεν δέχθηκαν να τους διαδεχθούν στην Κωνσταντινούπολη ούτε οι Έλληνες, σύμμαχοί τους σε πολλά μέτωπα, την περίοδο 1917-1922. Εάν οι Βρετανοί ήθελαν να πλήξουν τους Οθωμανούς, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν σε άλλα μέτωπα, όπως στην περιοχή της Αττάλειας, της Σμύρνης, της Αλεξανδρέττας (Alobeid 2018, σελ. 317 – 331).

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι το ΒΒΝ με τον τότε επικεφαλής του, Τσώρτσιλ, υποστηρίζοντας τα ευρύτερα και μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά συμφέροντα της Βρετανίας σε βάρος όλων, ίσως και χωρίς αρχικό σχεδιασμό, «άφησε επιτήδεια τα πράγματα να εξελιχθούν», επεμβαίνοντας μόνο όταν απαιτήθηκε, με αποτέλεσμα την διαφυγή των δύο γερμανικών πολεμικών στην Κωνσταντινούπολη.

O Ιωάννης Γ. Βιδάκης είναι αξιωματικός Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.. Κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, από το Τμήμα Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Admiral Sir Berkeley Milne, Bt., (1921). The Flight of Goeben and Breslau: An Episode in Naval History, London, Eveleigh Nash Company
  • Fotakis, Zisis, (2005), Greek Naval Strategy and 1910-1919, Routledge, Oxon
  • Fromkin, David, (1989), A Peace to End All Peace: Creating the Modern Middle East 1914- 1922, Owl Books
  • Keegan, John, (2003), Intelligence in War, London, Hutchinson
  • Lumby Esmond, Walter Rawson, , (1970), Policy and operations in the Mediterranean, 1912-14, London: Navy Records Society
  • McLaughlin, Redmond, (1974), The escape of the Goeben, Scribners
  • Miller, Geoffrey, (1996), Superior Force: The conspirancy behind the escape of Goeben and Breslau, University of Hull Press, (με πλούσια βιβλιογραφία)
  • Tuchman, Barbara, (1962), The Guns of August, Constable
  • Van Der Vat, Dan, (2001). The Ship that Changed the World (Revised Edition). Birlinn
  • Alobeid Aref, (2018). Οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές καταβολές των σχέσεων Τουρκίας και Συρίας, εκδ. Ηρόδοτος
  • Harari Yuval Noath, (2015), SAPIENS – Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου, μετάφρ. Μιχ. Λαλιώτη, εκδ. Αλεξάνδρεια
  • Γρηγοριάδης, Φοίβος, (1971), Διχασμός- Μικρά Ασία, εκδ. Κεδρηνός
  • Μιχαλόπουλος, Δημήτρης, (1997), Ο εθνικός Διχασμός, η άλλη διάσταση, εκδ. Τροχαλία
  • Μπάλτος Γεώργιος & Βιδάκης Ιωάννης, (2020), Ο εχθρός στην πόρτα μας. Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει εκτουρκισμός, εκδ. Ινφογνώμων
  • Στράτος Ίων, (2010), «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Στρατοί & Τακτικές, τεύχος υπ. αρ. 5, Αύγουστος 2010, Αιγίς Εκδοτική
  • Χριστοδουλίδης, Θεόδωρος, (1997), Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων, εκδ. Ι. Σιδέρης

Web sites

https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html https://paperspast.natlib.govt.nz/newspapers/ESD19180605.2.79?query=war%20declare http://archive.sciendo.com/AJIS/ajis.2019.8.issue-2/ajis-2019-0032/ajis-2019-0032.pdf https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html#ixzz75yzuwP6B http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=SQC57YK3HUUIP2WHM3T31BXKDB5MHC&apof=1675_2010&lang=EN
http://anatoliblog.blogspot.com/2010/01/blog-post_8786.html http://www.ahoy.tk-jk.net/macslog/TheescapeoftheGermanbattl.html http://www.gwpda.org/naval/goebresl.htm http://www.istorikathemata.com/2010/05/blog-post_03.html
http://www.superiorforce.co.uk/
https://alchetron.com/Pursuit-of-Goeben-and-Breslau
https://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/goeben_sms_and_breslau_sms https://www.youtube.com/watch?v=9Sw6V5SV8iM&t=84s&ab_channel=NickLoeper https://www.youtube.com/watch?v=85o_OX3-_dI&ab_channel=TheGreatWar

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919)

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919)

 

Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[1][2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθεια σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

«O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο». Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά της σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918)

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).

Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: Ματιές στον Γερμανικό Φιλελληνισμό

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

Ματιές στον Γερμανικό Φιλελληνισμό

 

«Η υπόθεση των Ελλήνων, υπόθεση της Ευρώπης»

Heinrich Gottlieb Tzschirner

Ο «ἀοιδός τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας» – αντί εισαγωγής

«Οδός Μυλλέρου»! Ένας από τους χιλιάδες δρόμους της Αθήνας. Βιαστικοί περαστικοί, Αθηναίοι και ξένοι, άνθρωποι της γειτονιάς, οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτού του δρόμου στο Μεταξουργείο είναι σχεδόν βέβαιο ότι αγνοούν (έστω η μεγάλη πλειοψηφία) ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από την ελληνοποιημένη εκδοχή του Γερμανικού Müller. Και φυσικά αγνοούν ότι είναι εκείνος που το 1824 έγραφε τους στίχους: «Λαοί απ’όλες τις γωνιές της γης ελάτε –ελάτε και βοηθήστε ν’ απελευθερώσουμε τη χώρα που όλους εσάς ελευθέρωσε».1

Το τελευταίο διάστημα, με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης και στα πλαίσια διαφόρων σχετικών δράσεων η Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό ανέδειξε με εμπεριστατωμένη ανάρτηση στην ιστοσελίδα της προσωπικότητες πολλών Φιλελλήνων, μεταξύ αυτών και την μορφή του Wilhelm Müller (1794- 1827), γνωστού κυρίως στον περιορισμένο κύκλο των ερευνητών της σύγχρονης Νεοελληνικής ιστορίας.2 Είναι πιθανότατα γνωστός και στους σπουδαστές της Μουσικής, ως ο στιχουργός που έδωσε στον Franz Schubert το υλικό για τη σύνθεση κάποιων από τα ωραιότερα Lieder του, όπως τον κύκλο Die Winterreise (Χειμωνιάτικο Ταξίδι). Ο Γερμανός λυρικός ποιητής και σημαντικός εκπρόσωπος του Γερμανικού Ρομαντισμού, με σπουδές φιλολογίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του ποιητικού του έργου σε θέματα εμπνευσμένα από τον αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Περισσότερα από πενήντα ποιήματά του εκδόθηκαν σε διάφορες συλλογές υπό τον τίτλο Τραγούδια των Ελλήνων (Lieder der Griechen), ή αργότερα Νέα τραγούδια των Ελλήνων. Το πάθος του για την ιστορία αυτής της μακρινής αρχέγονης πατρίδας όλων των ιδεών που θαύμαζε αλλά και για τη σύγχρονη εξέγερση με στόχο την ελευθερία ήταν η αιτία να τον ονομάσουν οι συμπατριώτες και αναγνώστες του «Müller των Ελλήνων» (Griechen- Müller).

Ο Wilhelm Müller και τα Τραγούδια των Ελλήνων.

Η θεματική των ποιημάτων του Müller έχει μεγάλο εύρος: μορφές και σύμβολα της Κλασσικής Ελλάδος σε αντιπαράθεση με εικόνες της σκλαβιάς αλλά και τον πόθο της ελευθερίας, σκίτσα ηρώων της Επανάστασης (Μπότσαρης, Κανάρης, αλλά και Λόρδος Βύρων), έντονη κριτική στην αρνητική απέναντι στον ελληνικό αγώνα στάση των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τρυφερές εικόνες από τον ανώνυμο αγωνιστή. Σ’ ένα ποίημα του που ιδιαίτερα αγαπήθηκε με τίτλο «Το μικρό Υδραιόπουλο» («Der kleine Hydriot») ακούμε να μιλά ένα μικρό αγόρι. Διηγείται πώς ο πατέρας του του έμαθε να κολυμπά, να κωπηλατεί, να διευθύνει ένα πλοίο,       να μένει ατάραχος και ψύχραιμος αντιμετωπίζοντας ισχυρούς ανέμους και πανύψηλα κύματα. Κάθε φορά ο πατέρας περήφανος τον βλέπει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. «Με το καλό, Υδραιόπουλο», φωνάζει κάθε φορά. «Σήμερα όμως», λέει το αγόρι, «μου έβαλε στο χέρι ένα σπαθί, είπε πως τώρα πια είμαι ένας πολεμιστής για τον Θεό και την πατρίδα». Το αγόρι νιώθει τη ματιά του πατέρα να διαπερνά την καρδιά του. Σηκώνει το σπαθί ψηλά προς τον ουρανό, νιώθει εκείνη την ώρα πως είναι κιόλας άντρας. Άλλη μια φορά το πρόσωπο του πατέρα γίνεται «κόκκινο σαν αίμα» από την περηφάνεια. «Με το καλό, Υδραιόπουλο!», φωνάζει. «Πάντα με το σπαθί στο χέρι».3

Η μνήμη του Wilhelm Müller, της απήχησης που είχε το ποιητικό του έργο στις συνειδήσεις των Ευρωπαίων και των αισθημάτων θαυμασμού και συμπάθειας που προκαλούσε απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων, ήταν νωπά τις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στην γενέτειρα του ποιητή, στο Dessau, η Ελλάς προσέφερε πεντελικό μάρμαρο για να ανεγερθεί προτομή και να εντοιχισθεί αναμνηστική πλάκα στην οικία του. Στο βάθρο της προτομής τέσσερις παραστάσεις γυναικείων μορφών συμβολίζουν την Ποίηση, την Επιστήμη, την Γερμανία και την Ελλάδα, η οποία φέρει ξίφος και σπάζει τις αλυσσίδες της. Στην ελληνική επιγραφή αναγράφονται τα εξής: «Τῷ τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας ἀοιδῷ τον λίθον ἐκ τῶν Ἀττικῶν καὶ Λακωνικῶν λατομείων ἡ Ἑλλὰς εὐγνωμονοῦσα». Στην Αθήνα ο δρόμος του Μεταξουργείου έλαβε το όνομα του Γερμανού ποιητή το 1884 ύστερα από πρόταση του Νικολάου Πολίτη. Ως γνώστης της Ευρωπαϊκής ποίησης ο Πολίτης ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη σημασία του έργου του Wilhelm Müller για την υπόθεση του Ελληνικού Αγώνα.

200 χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης όχι μόνον ο Wilhelm Müller αλλά και το Γερμανικό Φιλελληνικό κίνημα γενικά είναι ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό, μοιάζει να μην έχουν αφήσει σοβαρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Η αιτία δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή ταύτισαν για τους πολλούς τον Ναζισμό με οτιδήποτε Γερμανικό. Έρριξαν στη λήθη μεγάλες μορφές της Γερμανικής διανόησης, θεολόγους, πάστορες που με πάθος επιχειρηματολόγησαν υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Ξεχάστηκαν επίσης από τους πολλούς οι Γερμανοί εθελοντές που από τον πρώτο χρόνο της εξέγερσης ήρθαν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν, οι περισσότεροι αριθμητικά ανάμεσα στις άλλες ξένες εθνότητες. Και φυσικά ξεχάστηκαν οι νεκροί Γερμανοί, κι αυτοί, αναλογικά, οι περισσότεροι από τους άλλους νεκρούς Φιλέλληνες. Το θέμα «Γερμανικός Φιλελληνισμός» έμεινε περιορισμένο κυρίως στον χώρο της ιστορικής έρευνας.4

 

«Γαλήνη και ειρήνη θέλει η Ευρώπη – Γιατί τα αναστάτωσες;»5

Αυτό το έλλειμμα της μνήμης είναι επιπλέον άδικο, επειδή, σε αντίθεση με αντίστοιχα κινήματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, ή η Ρωσία, ο Γερμανικός Φιλελληνισμός δεν δημιουργήθηκε στο πλαίσιο ενός ισχυρού συγκροτημένου κράτους, η πολιτική ηγεσία του οποίου επρόκειτο να αποκτήσει οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα από τη δημιουργία ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους.

Μεταξύ των πολλαπλών ρυθμίσεων οι οποίες αποφασίστηκαν κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-15) από τις Δυνάμεις που συνετέλεσαν στην πτώση του Ναπολέοντα υπήρχε και η δημιουργία της Γερμανικής Συνομοσπονδίας (Deutscher Bund). 38 κράτη-μέλη (ο αριθμός άλλαζε κατά καιρούς) και 4 ελεύθερες πόλεις, Αμβούργο, Φρανκφούρτη στον Μάϊν, Λυβέκη (Lübeck) και Βρέμη, συναποτέλεσαν ένα χαλαρό σχήμα του οποίου οι ιδρυτικοί στόχοι, – διατήρηση της εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας, της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας των μεμονωμένων κρατών – απέκλειαν τη λειτουργία συγκροτημένου και ενοποιημένου κρατικού μορφώματος. Όπως έχει επισημανθεί, το σχήμα αυτό δεν οδηγούσε στη δημιουργία ενοποιημένου Γερμανικού κράτους, αντίθετα στόχευε ακριβώς στο να παρεμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. Τμήματα του βασιλείου της Πρωσίας συνιστούσαν το ισχυρό κράτος του Βορρά και τμήματα της Αυστριακής ηγεμονίας αποτελούσαν το ισχυρό νοτιοανατολικό σκέλος της Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Άλλωστε η Αυστρία είχε μόνιμα την προεδρία του διαρκούς Ομοσπονδιακού Συμβουλίου που έδρευε στη Φρανκφούρτη. Οι πολιτικές δυνάμεις εντός του Γερμανικού χώρου που επεδίωκαν την ενοποίηση ή τις μεταρρυθμίσεις και την εισαγωγή φιλελεύθερων συνταγμάτων, οι φοιτητές που επέστρεψαν στα Πανεπιστήμια από τον «απελευθερωτικό πόλεμο» εναντίον της Γαλλικής κατοχής, όλοι αυτοί βρέθηκαν μέσα σε ένα κρατικό πλαίσιο ελεγχόμενο από τις δυνάμεις που αναγνώριζαν την απόλυτη εξουσία στην κεφαλή της εκάστοτε εξουσίας και υπό τον έλεγχο του πανίσχυρου καγκελλαρίου και υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας Clemens Wenzel von Metternich.6 Μάλιστα με αφορμή ταραχές που ξέσπασαν κυρίως στον χώρο των Πανεπιστημίων επιβλήθηκαν το 1819 επιπρόσθετα κατασταλτικά μέτρα (τα διατάγματα του Karlsbad) και λογοκρισία στον Τύπο και σε όλες τις εκδόσεις.

Συνδιάσκεψη κορυφής της Γερμανικής Συνομοσπονδίας στην Φρανκφούρτη το 1817.

Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς βοηθούν να αντιληφθούμε το αρνητικό πολιτικό κλίμα, μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε το Γερμανικό κίνημα υποστήριξης προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Και το γενικότερο πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό απέναντι στα επαναστατικά κινήματα. Ύστερα από τις αναστατώσεις των Ναπολεόντειων πολέμων, τις καταστροφές, τα εκατομμύρια των νεκρών, οι αποφάσεις των νικητών κινήθηκαν προς την παλινόρθωση των προεπαναστατικών δυναστικών οίκων και την επιβολή των ισχυρών μοναρχιών ως νόμιμων καθεστώτων της Ευρώπης που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το μεγάλο ζητούμενο: ειρήνη. Η «Ευρωπαϊκή Συμμαχία» (Concert of Europe), το σύμφωνο συνεργασίας που συνέπηξαν η Ρωσία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία (και η Γαλλία μετά την παλινόρθωση του βασιλικού οίκου των Βουρβώνων) είχε ως κύριο στόχο τη διαφύλαξη της ειρήνης μέσω της διατήρησης του πολιτικού και εδαφικού status quo που συναποφασίσθηκe το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης. Επιπλέον, το ίδιο έτος, η άτυπη συμφωνία, γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, καρπός της πρωτοβουλίας του ιδιαίτερα θρησκευόμενου αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, καλούσε σε συνεργασία τους ηγεμόνες της ορθόδοξης Ρωσίας, της καθολικής Αυστρίας και της προτεσταντικής Πρωσίας σε αδελφική αλληλεγγύη και διακυβέρνηση σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές της αγάπης, της δικαιοσύνης και ειρήνης και σε αναγνώριση ως μοναδικού ηγεμόνος του Κυρίου Ιησού Χριστού. Παρά τις υψηλές αυτές διακηρύξεις και άλλες παρόμοιες που περιέχονται στα άρθρα της συμφωνίας η Ιερά Συμμαχία (ιδίως με την κατοπινή διευρυμένη της σύνθεση) έγινε, κυρίως υπό την πολιτική επιρροή του Μέττερνιχ, όχημα για την προσπάθεια καταστολής μεταρρυθμιστικών και απελευθερωτικών κινημάτων. Και βέβαια καταλαβαίνει κανείς, ότι οι δύο κατεξοχήν πολυεθνικές αυτοκρατορίες της Ευρώπης, η Αυστρία και Ρωσία, δεν θα ήταν δυνατόν να ευνοούν κινήματα που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη συνοχή και ακεραιότητα της δικής τους επικράτειας. Ιδιαιτέρως δε εντός της Γερμανικής Συνομοσπονδίας οι ηγεσίες αντιμετώπιζαν με καχυποψία και εχθρότητα οποιαδήποτε τάση υποστήριξης απελευθερωτικών κινημάτων στο εξωτερικό φοβούμενες ότι αποτελούσαν προάγγελο εσωτερικών εξεγέρσεων με στόχο την παραχώρηση φιλελεύθερων συνταγμάτων αλλά και την ενοποίηση της Γερμανίας.

Μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση. «Η Ευρώπη θέλει ειρήνη, γιατί την τάραξες;», ρωτά ο «Müller των Ελλήνων» στους στίχους του ποιήματος Η ελπίδα της Ελλάδος. Όπως αργότερα και ο Διονύσιος Σολωμός στον ‘Υμνο στην Ελευθερία, προειδοποιεί κι αυτός τους Έλληνες ότι δεν πρέπει να περιμένουν βοήθεια από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. «Ελλάς, που είναι στραμμένο το βλέμμα σου;», ρωτά και πάλι ο Müller. Κι έρχεται η απάντηση: «Γιε μου, κοιτάω ψηλά στον Θεό, την παρηγοριά μου….. το καταφύγιό μου στον αγώνα και στον θάνατο».7

 

«Όλοι ενώνονται στο ενδιαφέρον τους για τους Έλληνες»

 Το κίνημα του Φιλελληνισμού, καταλήγει η σύγχρονη έρευνα, δεν ήταν ένα μονοδιάστατο φαινόμενο.8 Αυτό βεβαίως ισχύει και στον Γερμανικό χώρο. Οπωσδήποτε, ιδίως στη Γερμανία, ο θαυμασμός για την Αρχαία Ελλάδα και η μελέτη του πολιτισμού της απετέλεσε σημαντικό παράγοντα για την εκδήλωση του κινήματος. Η Κλασσική Τέχνη και Λογοτεχνία, η πολιτική σκέψη της Κλασσικής Ελλάδος αποτελούσαν από τον 18ο αιώνα σημείο αναφοράς για την Γερμανική διανόηση, η Αρχαία Ελλάδα στάθηκε βασική πηγή έμπνευσης των μεγάλων Γερμανών ποιητών, Goethe, Schiller, Hölderlin. Συγχρόνως με την έκδοση και τον φιλολογικό σχολιασμό των κειμένων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας άρχισε στα Γερμανικά Πανεπιστήμια η μεγάλη παράδοση των Κλασσικών Σπουδών. Την ίδια περίοδο οι περιηγητές, ιστορικοί και αρχαιολόγοι, που έρχονται στην «καθ’ἡμᾶς» Ανατολή αναζητώντας τα ίχνη του κλασσικού παρελθόντος στη χώρα που αγάπησαν και γνώρισαν μέσα στις μελέτες τους ανακαλύπτουν συγχρόνως έναν λαό έκθετο στη δεσποτική κυριαρχία των Οθωμανών. Δεν είναι τυχαίο ότι από την ποίηση του Hölderlin αναδύεται έντονη συγκίνηση για την αιματηρή καταστολή της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770.9

Στην περίπτωση του Γερμανικού Φιλελληνισμού σημαντικό ρόλο έπαιξε η παραδοχή ότι οι υπόδουλοι Νεοέλληνες ήταν απόγονοι των δημιουργών του πολιτισμού που έθρεψε την Ευρώπη. Συνεπώς η όποια βοήθεια στον αγώνα αυτού του λαού για ανεξαρτησία αποτελούσε οφειλή ευγνωμοσύνης από πλευράς της Ευρώπης. Ο φιλόλογος Carl Jakob Ludwig Iken σχολίαζε: «μήπως οι πρόγονοι των Νεοελλήνων δεν είναι και δικοί μας πατέρες στη γνώση και άσκηση της αρετής, σε λόγο και έργο, δεν είναι οι πατέρες της επιστήμης μας, το πρότυπο της ποίησής μας, οι δάσκαλοί μας στις Τέχνες;».10

Βεβαίως, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχαν κι άλλοι παράγοντες που επηρέασαν το φιλελληνικό κίνημα στη Γερμανία. Υπήρχε η έντονη δυσφορία για το πολιτικό καθεστώς που είχε επιβληθεί στα Γερμανικά κρατίδια και η τάση, με όχημα τη στήριξη ενός απελευθερωτικού κινήματος να ενισχυθούν οι εντόπιες φιλελληνικές δυνάμεις. Και βέβαια πολλοί ήταν εκείνοι, ιδίως στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας, που έβλεπαν με θλίψη την κυριαρχία μη Χριστιανικών δυνάμεων στα εδάφη, όπου είχε κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και δημιουργήθηκαν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες. Έβλεπαν με θλίψη σκλαβωμένο τον λαό που στη γλώσσα των προγόνων του είχε γραφτεί η Καινή Διαθήκη.

Όπως εύστοχα σχολίαζε ένα σύγχρονος των γεγονότων: «Όλοι ενωμένοι στο ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα: τους ευσεβείς κινεί η κοινή πίστη, τους μορφωμένους οι αναμνήσεις της κλασσικής τους παιδείας, τους φιλελεύθερους η ελπίδα η αρχαία ελληνική δημοκρατία να γίνει προπομπός και τροφός του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης».11

 

«Χωρίς Ελευθερία τι θα ήσουν, Ελλάς; Χωρίς εσένα, Ελλάς, τι θα ήταν ο κόσμος;»12

 Την Κυριακή των Βαΐων του 1821 ο καντιανός φιλόσοφος (είχε διαδεχθεί παλαιότερα τον Immanuel Kant στο Πανεπιστήμιο του Königsberg), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας Wilhelm Traugott Krug (1770-1842), εξεφώνησε έναν λόγο που θεωρείται  από πολλούς η «ιδρυτική διακήρυξη του Φιλελληνισμού». Τίτλος του: «Η αναγέννηση της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την εορτή της Ανάστασης» (Griechenlands Wiedergeburt. Ein Programm zum Auferstehungsfeste).13 Γνωστός για τις φιλελεύθερες απόψεις του, τις οποίες μάλιστα δεν δίσταζε να κάνει γνωστές μέσω φυλλαδίων που εξέδιδε,14 o Krug έπαιρνε δημόσια θέση πάνω στα πολιτικά θέματα της εποχής του υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την ελευθερία του Τύπου και το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα.

O Wilhelm Traugott Krug και η «ιδρυτική διακήρυξη του Φιλελληνισμού».

Στη σύνταξη του λόγου, ο οποίος τυπώθηκε, κυκλοφόρησε ευρύτατα και επανατυπώθηκε βρίσκοντας μεγάλη απήχηση στον Γερμανικό χώρο, ο Krug παρακινήθηκε και από τους ενθουσιώδεις Έλληνες φοιτητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων και έχοντας μόνη την πληροφόρηση για την εξέγερση στη Μολδαβία.15

«Η εξουσία των Τούρκων στην Ευρώπη», σχολίαζε μεταξύ άλλων ο Krug, «δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί νόμιμη. Πρόκειται για προϊόν σφετερισμού. Δημιουργήθηκε ύστερα από έναν επιθετικό, κατακτητικό πόλεμο. Μια τέτοια αφετηρία, σύμφωνα με όλα όσα προβλέπουν οι υγιείς, δηλ. οι ορθολογικοί όροι του διεθνούς Δικαίου, δεν μπορεί ποτέ να νομιμοποιήσει την εξουσία ενός λαού επί ενός άλλου».16

Το γεγονός ότι ο Krug συνέδεσε αυτή τη δημόσια προβολή της ελληνικής υπόθεσης με την Ανάσταση του Κυρίου παραπέμπει βεβαίως σε έναν βαθύτερο συμβολισμό. Οι υπόδουλοι Έλληνες δεν είναι απλώς οι απόγονοι εκείνων, στους οποίους η Ευρώπη οφείλει τις απαρχές του πολιτισμού και της επιστημονικής ανάπτυξης αλλά και οι Χριστιανοί αδελφοί που προσβλέπουν στη δική τους ανάσταση. Απευθυνόμενος σ’ αυτούς κλείνει τον λόγο του με το όραμα της «βεβηλωμένης Αγίας Σοφίας» που ανοίγει τις πύλες της για να υποδεχθεί τους νικητές Έλληνες που εισέρχονται κρατώντας τον Σταυρό. Τον Αύγουστο του 1821 ο περίφημος, γνωστός ως σήμερα, εκδοτικός οίκος Brockhaus τύπωσε προκήρυξη του Krug, με την οποία ο επιφανής λόγιος ζητούσε τη στήριξη του ελληνικού αγώνα μέσω της ίδρυσης φιλελληνικών επιτροπών και συλλόγων οι οποίοι θα οργάνωναν την προώθηση εθελοντών στις επαναστατημένες περιοχές αλλά και την αποστολή βοήθειας στον λαό που υπέφερε. Παρ’ όλη την εχθρότητα των Αρχών εντός του πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου που πιο πάνω διαγράψαμε, οι θέσεις του Krug είχαν ευρεία απήχηση. Ανάλογες εκκλήσεις διατυπώθηκαν μέσω και του Τύπου στη Βρέμη και στο Αμβούργο.

Άλλος σπουδαίος παράγων του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος με κέντρο το Μόναχο ήταν ο περίφημος Κλασσικός φιλόλογος Friedrich Wilhelm Thiersch (1784-1860).17 Η αγάπη και το ενδιαφέρον του όχι μόνον για την Αρχαία Ελλάδα αλλά και για τον σύγχρονο λαό που σε μεγάλο βαθμό αυτοπροσδιοριζόταν ως Έλληνες είχε δημιουργηθεί πριν την εξέγερση του ’21, κάτι που ισχύει για πολλούς διανοούμενους και καθηγητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων της εποχής. Όπως ορθώς έχει επισημανθεί, χωρίς αυτή την ενασχόληση με την υπόθεση της Ελλάδος πολύ πριν ξεσπάσει η επανάσταση «θα ήταν αδιανόητο να φανταστούμε το κύμα συμπάθειας που περιγράφεται σε γερμανικά κείμενα μετά την εκδήλωση της Επανάστασης».18 Αυτή η αγάπη οδήγησε μάλιστα τον Thiersch στο να εξελληνίσει το όνομά του υιοθετώντας την εκδοχή «Ειρηναίος Θείρσιος»! Ο Thiersch θεμελίωσε τις Κλασσικές Σπουδές στη Βαυαρία και οργάνωσε, ιδίως μετά την ανάρρηση στον βαυαρικό θρόνο (1825) του επίσης Φιλέλληνα ηγεμόνα Λουδοβίκου Α’, τις βαθμίδες τις εκπαίδευσης με ανθρωπιστικό προσανατολισμό.

Tην ιδεολογία του καθόριζαν οι φιλελεύθερες ιδέες και η χριστιανική του πίστη. Την ίδια περίοδο με τον Krug εμφανίστηκε και η δική του προκήρυξη «Η σωτηρία της Ελλάδος, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης» με κύριους άξονες την γνωστή πνευματική οφειλή της Ευρώπης στον ελληνικό λαό αλλά και την οφειλόμενη βοήθεια προς τους υπόδουλους Χριστιανούς αδελφούς της Ανατολής. Αυτές οι θέσεις που με παρρησία προβάλλονταν αλλά και η πρωτοβουλία του Τhiersch να καταρτισθεί Γερμανική Λεγεώνα που θα πολεμούσε στο πλευρό των Ελλήνων προκάλεσαν την οργή των υπηρεσιών του Metternich.

Friedrich Wilhelm Thiersch.

Φιλελληνικοί σύλλογοι – εθελοντές

 Η κινητοποίηση αυτή οδήγησε στη δημιουργία φιλελληνικών συλλόγων σε πολλές πόλεις της Γερμανίας όπως βέβαια και της Ελβετίας.19 Κομβικό ρόλο έπαιξε σε όλη τη δράση ο σύλλογος που ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1821 στη Στουτγάρδη. Στις γνωστές πανεπιστημιουπόλεις Χαϊδελβέργη, Τυβίγγη (Tübingen), δημιουργήθηκαν επίσης παρόμοια κέντρα, ενώ ως το 1824 στο βασίλειο της Βιττεμβέργης συγκεντρώθηκαν 19.575 φιορίνια από τους φιλελληνικούς συλλόγους 513 (!) πόλεων και κοινοτήτων. Σύλλογοι δραστηριοποιήθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρονται το Ντάρμσταντ, το Φράϊμπουργκ, η Φρανκφούρτη του Μάϊν, το Αμβούργο, στην Ελβετία η Ζυρίχη, η Βασιλεία,η Γενεύη, έδρα του τραπεζίτη Εϋνάρδου, μεγάλου Φιλέλληνα και στενού φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια, με πολυποίκιλη δραστηριότητα. Η ιστορική έρευνα έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την κοινωνική σύνθεση των κατά τόπους συλλόγων καταλήγοντας σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Οπωσδήποτε οι πρώτοι που κάλεσαν τους Γερμανούς να στηρίξουν τον ελληνικό αγώνα, όπως και τα ηγετικά στελέχη των συλλόγων ανήκαν στα ανώτερα μορφωμένα αστικά στρώματα και επίσης στον χώρο της Ευαγγελικής εκκλησίας.20

Από τις τοπικές κυβερνήσεις υπήρξε σαφώς αντίδραση σύμφωνα με την εχθρική προς τα επαναστατικά κινήματα πολιτική που κυριαρχούσε στη Γερμανική Συνομοσπονδία, αντίδραση όμως που διαφοροποιούνταν σε ένταση στα επιμέρους κρατίδια ανάλογα με τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι το φιλελληνικό κίνημα  αναπτύχθηκε με μεγαλύτερη ευκολία στα νοτιοδυτικά κρατίδια, όπου επικρατούσαν συγκριτικά περισσότερο φιλελεύθερες πολιτικές συνθήκες, είχαν εκπονηθεί συντάγματα που προέβλεπαν μεγαλύτερη εκπροσώπηση των πολιτών και εγγυόνταν βασικές ατομικές ελευθερίες, όπως το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.

Βασικός στόχος των συλλόγων ήταν αρχικά ο συντονισμός και η χρηματοδότηση της αποστολής εθελοντών, προκειμένου να στηρίξουν την ελληνική επανάσταση, αλλά βέβαια και η συγκέντρωση δωρεών σε χρήματα και είδος. Υπολογίζεται ότι οι κύριες αποστολές εθελοντών έγιναν κυρίως τα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Τα κίνητρα των εθελοντών παρουσιάζουν διαφορές. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, εκτός από τους ιδεαλιστές που προσέτρεξαν συνεπαρμένοι από το όραμα της «Ανάστασης» της Ελλάδος υπήρχαν στις τάξεις τους και τυχοδιώκτες, άνθρωποι που προσέβλεπαν σε κάποια μορφή κέρδους. Μέσα στις ομάδες Ευρωπαίων που προωθήθηκαν στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος κατελάμβαναν οι Γερμανοί, περισσότεροι από 300.Σ’ αυτούς συναριθμούνται και τα 130 μέλη της ατελώς εκπαιδευμένης Γερμανικής Λεγεώνας που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το όραμα του Τhiersch δεν μπόρεσε όμως να εκπληρώσει τους στόχους της. Το ήμισυ περίπου αυτών των ανδρών έχασαν τη ζωή τους, είτε από ασθένειες, είτε πολεμώντας, κυρίως στη μάχη του Πέτα (1822).21

Αρκετοί από αυτούς που επέστρεψαν κατέγραψαν τις εμπειρίες τους. Σε πολλούς είναι έκδηλη η απογοήτευση από την κατάσταση που αντίκρισαν, πολύ διαφορετική από την εξιδανικευμένη εικόνα που οι μελετητές της ελληνικής Αρχαιότητος είχαν πλάσει και προβάλει. Η μέθοδος του ανορθόδοξου κλεφτοπολέμου, η μη τήρηση κανόνων στη μεταχείριση του αντιπάλου, οι εσωτερικές διχόνοιες και εμφύλιες συγκρούσεις, όλα αυτά ήταν αρνητικά σημεία που επηρέασαν τόσο τους ίδιους τους εθελοντές όσο και τους αναγνώστες των γραπτών τους. Από την άλλη πλευρά η μελέτη των στρατιωτικών αυτών αναμνήσεων αποκαλύπτει και την ισορροπημένη και διεισδυτική ματιά εκείνων των εθελοντών που ήταν σε θέση να κάνουν μια ορθή εκτίμηση της πραγματικότητας που συνάντησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, να την ερμηνεύσουν με βάση τα όσα είχε υποφέρει ο υπόδουλος λαός όπως και την έλλειψη ομαλού βίου και εκπαίδευσης υπογραμμίζοντας τελικά ότι δεν υπάρχει ικανώτερος πολεμιστής από τον Έλληνα που πολεμά για την ελευθερία του. Μέσα σε ακραίες κακουχίες, κατέληγαν, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό, μέσα σε δύσβατες περιοχές αναδεικνύεται ανώτερος στην πολεμική αρετή από όλους τους Ευρωπαίους.22

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλελληνικές επιτροπές πληροφορούμενες την κατάσταση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τα σώματα των εθελοντών αποφάσισαν οι μελλοντικοί υποψήφιοι πολεμιστές να υπογράφουν υποχρεωτικά μία δήλωση ανάληψης ιδίας ευθύνης αναφορικά με τους κινδύνους και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν, δήλωση ότι δεν υπάρχει εκ μέρους τους προσδοκία προσωπικού κέρδους ή ακόμη και αναγνώρισης: «Εγώ ο υπογεγραμμένος δηλώνω ότι αποφάσισα με την ελεύθερή μου βούληση να σπεύσω στη βοήθεια των Χριστιανών της Ελλάδος. Δηλώνω ότι ο σύλλογος μου παρουσίασε σαφώς ότι η ζωή μου θα κινδυνεύσει, ότι ενδεχομένως η θυσία μου δεν θα έχει άμεσο αποτέλεσμα, ότι είναι πολύ πιθανόν να υποστώ κάθε είδους κακουχίες, να αντιμετωπίσω αγνωμοσύνη….. Δηλώνω όμως ότι έχοντας συνεκτιμήσει όλα αυτά μένω σταθερός στην απόφασή μου να προσφέρω σ’ αυτόν τον αγώνα τη ζωή και όλα μου τα αγαθά. Για όλα τις συνέπειες υπεύθυνος θα είμαι εγώ και μόνον εγώ».23 

Όταν  αναδείχθηκαν  οι  ιδιαίτερες  δυσκολίες  που  οι  ξένοι  εθελοντές  αντιμετώπιζαν  στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και καθώς άρχιζε να δημιουργείται μια θετική στάση σε επίπεδο ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πια απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας αυτόνομου τουλάχιστον ελληνικού κράτους, βλέπουμε τους φιλελληνικούς συλλόγους σε μια δεύτερη φάση της δράσης τους να επικεντρώνονται στην ανθρωπιστική κυρίως βοήθεια προς τον ελληνικό λαό.

Antoine Schilcher (1795-1828), υπολοχαγός του Βαυαρικού στρατού. Πολέμησε και σκοτώθηκε στην Ελλάδα.

Ένας εστεμμένος φιλέλλην

Ο φιλελληνικός σύλλογος του Μονάχου υποστηρίχθηκε ένθερμα από τον διάδοχο του Βαυαρικού θρόνου, κατοπινό βασιλέα Λουδοβίκο Α’ (1786-1868).24 Μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε στους ηγετικούς κύκλους της Ευρώπης αναφορικά με τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία είναι ενδιαφέρον να θυμηθούμε αυτή την εξαίρεση. Ο από το έτος 1825 βασιλεύς του κρατιδίου της Βαυαρίας έδειχνε με κάθε τρόπο τη βαθιά του αγάπη για την Ελλάδα και τον πόθο του να πετύχει ο αγώνας για την Ελευθερία. Μαζί με τον Friedemann Thiersch ήταν οι πρωτεργάτες ενός έντονου φιλελληνικού ρεύματος στη Βαυαρία. Για τον Λουδοβίκο ο θαυμασμός και σεβασμός του για τον Κλασσικό ελληνικό πολιτισμό συνδυαζόταν με την θεώρηση της Ελλάδος ως της Πύλης για την είσοδο του Ευαγγελίου στην Ευρώπη, ως της χώρας που έδωσε τη γλώσσα της για να γραφτεί το Ευαγγέλιο. Μελετούσε κάθε βράδυ την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο. Και γι’ αυτόν όπως και για τον Τhiersch οι Έλληνες ήταν οι Χριστιανοί αδελφοί που ζητούσαν βοήθεια για να απελευθερωθούν από έναν αλλόθρησκο ζυγό.

Σε ένα ποίημα, από τα πολλά που συνέθεσε, έβλεπε την Ελλάδα σαν τη χώρα, όπου άνθισαν η Τέχνη, η σοφία, η επιστήμη, πατρίδα του Ωραίου και του Μεγάλου. Σχολίαζε όμως και ως εξής: «Εκεί που στέκουν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες, εκεί που ο Παύλος κήρυξε τον Λόγο του Χριστού – εκεί τώρα ο Χριστιανισμός χάνεται και δολοφονείται».

 Συνέγραψε άρθρα και προκηρύξεις υπέρ του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, για τις ανάγκες του οποίου προσέφερε ο ίδιος 1.500.000 φιορίνια. Με δικά του χρήματα επίσης εξαγόραζε αιχμαλώτους, ενώ από το 1823 καλούσε στο Μόναχο  παιδιά αγωνιστών, κυρίως ορφανά, φροντίζοντας για τη διαβίωση και την εκπαίδευσή τους. Συνήθως σπούδαζαν είτε στη Βαυαρική Στρατιωτική Βασιλική Ακαδημία, είτε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Χρηματοδοτούσε υποτροφίες Ελλήνων φοιτητών στο Μόναχο και προίκιζε θυγατέρες αγωνιστών. Κατά την περίοδο 1825-26 έστειλε αξιωματικούς του Βαυαρικού στρατού στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στον αγώνα των Ελλήνων – ανάμεσά τους ο συνταγματάρχης Carl Wilhelm von Heideck (1788-1861), μέλος αργότερα της Αντιβασιλείας και ο υπολοχαγός Carl Krazeisen (1794-1878). Ο τελευταίος, αυτοδίδακτος ζωγράφος, φιλοτέχνησε 19 πορτραίτα αγωνιστών. H μορφή του Κολοκοτρώνη, γνωστή σε όλους μας από το χαρτονόμισμα των 5000 δρχ. που κυκλοφόρησε το 1984, είναι ένα από αυτά τα πορτραίτα.25

Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας.
Carl Wilhelm von Heideck.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (10.4.1826) ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος ηγεμόνας που ζήτησε τη λήξη του πολέμου και την απόδοση ανεξαρτησίας στους Έλληνες. Λέγεται, ότι όταν πληροφορήθηκε μια σημαντική νίκη των αγωνιστών, αναφώνησε «Ανέστη η Ελλάς μου!» Το οικοδομικό πρόγραμμα του Λουδοβίκου για τη βαυαρική πρωτεύουσα είχε ως στόχο να δημιουργηθεί αυτό που ο σημερινός επισκέπτης αντικρίζει, μια «Αθήνα στις όχθες του ποταμού Isar».

Ο γιος του Όθων (1815-1867) ανεδείχθη το 1832 από τις Προστάτιδες Δυνάμεις πρώτος βασιλεύς των Ελλήνων και ήρθε στη μικρή Ελλάδα με ομάδα στρατιωτικών, νομικών, καλλιτεχνών – όλοι με την πρόθεση να συνεισφέρουν στην οργάνωση του νεοσύστατου κράτους. Η δράση τους, όπως και η πολιτεία του Όθωνος, αντικείμενο ιστορικής έρευνας, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μέσα σε λίγες γραμμές, με απόλυτους αφορισμούς, ούτε μονοδιάστατα. Σε εκείνο που κανείς σχεδόν ιστορικός δεν διαφωνεί είναι στη βαθιά αγάπη του Όθωνα για την Ελλάδα.

 

Η υπόθεση της Ελλάδος, υπόθεση της Ευρώπης 

Έγινε προσπάθεια να δοθούν κάποια ενδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να διαγραφεί κάπως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό σε σύγκριση με άλλα κινήματα, εκτός του κύκλου των ιστορικών, αποκαλύπτει στον ερευνητή μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία δράσεων, κοινωνικών ομάδων που συμμετείχαν, αποκαλύπτει το πάθος με το οποίο εξέχοντα μέλη της Γερμανικής διανόησης υποστήριξαν την υπόθεση των Ελλήνων.

Δύο απαραίτητες επισημάνσεις θα πρέπει να γίνουν, έστω απολύτως επιγραμματικά χωρίς περαιτέρω σχόλια. Το πρώτο: με όσα ενδεικτικά αναφέρθηκαν για την ειλικρινή αγάπη και το πάθος των Φιλελλήνων για την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν επιδιώκεται η αγιοποίησή τους. Το δεύτερο: αρκετοί από τους Φιλέλληνες είχαν πλάσει μια ιδανική εικόνα για τους σύγχρονους Έλληνες, επηρεασμένη από μια επίσης εξιδανικευμένη εικόνα της Κλασσικής Αρχαιότητας, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα που αντίκριζαν συχνά να τους απογοητεύει. Δεν ήταν για όλους εύκολο να καταλάβουν την ψυχοσύνθεση του Έλληνα, τις τοπικές αντιπαλότητες ενός κατακερματισμένου κόσμου, τη δυσκολία να προσαρμοσθεί ο κόσμος αυτός σε πλαίσιο κράτους δικαίου.

Carl Wilhelm von Heideck, Palikaren vor dem Tempel von Korinth, Alte Nationalgalerie, Berlin.

Η έρευνα του Γερμανικού Φιλελληνισμού αποκαλύπτει επίσης τον κρίσιμο ρόλο της Χριστιανικής πίστης για πολλούς από τους πρωταγωνιστές και βεβαίως για τους ανθρώπους στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας που δεν δίστασαν δημόσια, από άμβωνος ή στα γραπτά τους, να μιλούν με ενθουσιασμό για τον αγώνα των Ελλήνων να αποτινάξουν τον ζυγό των Οθωμανών.

Ένας από αυτούς ήταν ο Heinrich Gottlieb Tzschirner (1778-1828), διαπρεπής προτεστάντης θεολόγος, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Λειψίας και φίλος του Wilhelm Traugott Krug, συγγραφέως, όπως είδαμε, του κειμένου που θεωρήθηκε προγραμματική διακήρυξη του Φιλελληνισμού.26 Τον Μάϊο του 1821 ο Tzschirner (Τσίρνερ) δημοσίευσε στη Λειψία κείμενο υπό τον τίτλο «Η υπόθεση των Ελλήνων, υπόθεση της Ευρώπης»Die Sache der Griechen, die Sache Europas»). Πρόκειται για εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη μαρτυρία, η οποία φωτίζει τον τρόπο σκέψης πνευματικών ανθρώπων που στήριξαν την ελληνική επανάσταση. Δεσπόζει ένα ακραίο αντιτουρκικό μένος, ένας ανεπιφύλακτος και απόλυτος θαυμασμός για τους Έλληνες και η πεποίθηση πως η Ελλάδα δικαιούται και πρέπει ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος να βρει τη θέση της εντός της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Με μια επιλογή χαρακτηριστικών χωρίων από αυτό το κείμενο (εξ όσων γνωρίζω αμετάφραστο ως τώρα στα Ελληνικά) θα θέλαμε να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση.27

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον ο Tzschirner «συστήνει» τον λαό που σε μια γωνιά της Ευρώπης διεκδικεί την ελευθερία του:

«Εδώ και 400 χρόνια ζει κάτω από την καταπίεση και την τυραννία ξένων βαρβάρων ένας πολυπληθής, περίφημος λαός, δημιουργός μεγάλου μέρους του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Οι Έλληνες δεν επέζησαν απλώς ως λαός, αλλά ως ευρωπαϊκός λαός. Μιλούν ακόμη τη γλώσσα των πατέρων τους, όσες αλλαγές κι αν αυτή έχει δεχθεί με το πέρασμα του χρόνου και τον εκφυλισμό του εθνικού χαρακτήρα. Ομολογούν ακόμη και ασκούν την πίστη που η Ευρώπη ομολογεί και ασκεί…. Οι Έλληνες δεν λησμόνησαν την συγγένειά τους με τους Ευρωπαίους και παρέμειναν σε πνευματική επαφή μαζί τους. Τα κλασσικά έργα της Αγγλικής, Γαλλικής και Γερμανικής λογοτεχνίας μεταφράστηκαν στα Νεοελληνικά. Όταν οι Έλληνες αναζητούν μόρφωση και εκπαίδευση στο εξωτερικό δεν πηγαίνουν στο Μαρόκο αλλά στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη. Ποτέ δεν ξέχασαν τελείως την Ευρώπη και τις επιστήμες της. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια πολλοί νέοι Έλληνες έχουν έρθει σε ευρωπαϊκές πόλεις και βέβαια σε γερμανικές πόλεις, στη Βιέννη, στο Μόναχο, στη Γοτύγγη και στη Λειψία, για να βρουν και πάλι <στα Πανεπιστήμια> τη σοφία των πατέρων τους, τη γνώση που γεννήθηκε στην πατρίδα τους και προκειμένου να σπουδάσουν τη γερμανική γλώσσα και επιστήμη. .. Σαφώς διαχωρισμένοι από τους Τούρκους όσον αφορά την πίστη, τη γλώσσα και τα ήθη οι Έλληνες παρέμειναν ένας ευρωπαϊκός λαός.»

Ποια η σημασία αυτού του λαού;

«Ποια ιστορία έχουν να επιδείξουν οι Έλληνες, τι σπουδαία μνημεία! Κάθε πτυχή της ανθρώπινης παιδείας αναπτύχθηκε μέσα και από αυτόν τον λαό. Και πάλι θ’ αναπτυχθεί, όταν καταφέρει να λύσει τα δεσμά του. Η απελευθέρωση των Ελλήνων είναι για την ανθρωπότητα υπόσχεση προόδου και ανάπτυξης, έτσι η μοίρα τους δεν μπορεί να είναι αδιάφορη σε κανέναν που αγαπά την τέχνη και την επιστήμη. Μολονότι μεσολάβησαν περισσότερα από 2000 χρόνια ανάμεσα στο σήμερα και στην ακμή του ελληνικού Κλασσικού κόσμου, οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων οι αθάνατες αξίες των οποίων συναρπάζουν και σήμερα τα πνεύματα, είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων, η σοφία και η επιστήμη των οποίων έγινε κοινό κτήμα της οικουμένης. Από τους Έλληνες παρέλαβαν τα πολιτιστικά αγαθά οι Ρωμαίοι και ό,τι εμείς παραλάβαμε από τους Ρωμαίους προέρχεται στο μεγαλύτερο βαθμό και πάλι από τους Έλληνες. Από το φως αυτού του πολιτισμού άναψε το φως που φώτισε τον 14ο και 15ο αι. την Ευρώπη. Ο Πλάτων και το Αριστοτέλης είναι πάντα οι δάσκαλοί μας. Με δέος ο φίλος της Κλασσικής Αρχαιότητας πατά στο έδαφος που φέρει τα ερειπωμένα τους μνημεία. Άραγε τα ζωντανά μνημεία των Αρχαίων, οι σύγχρονοι Έλληνες μπορούν να μας είναι αδιάφοροι; Ένας λαός με τέτοια κοσμοϊστορική σημασία δεν αξίζει τη συμπαράστασή μας;»

 Και άλλοι λαοί μέσα στο πέρασμα της ιστορίας κατακτήθηκαν, σχολιάζει ο Tzschirner, όμως επήλθε μια σχετική αφομοίωση. Ύστερα από κάποιες γενιές οι περισσότεροι δεν είχαν συνείδηση της καταγωγής τους, αν προέρχονται από τους κατακτητές ή τους κατακτημένους.

«Αυτό», υπογραμμίζει, «δεν συνέβη με τους Έλληνες. Εδώ παραμένει μέχρι αυτή τη στιγμή ζωντανή η αντίθεση και η διαφορά ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, εδώ δεν υπήρξε προσέγγιση. Εδώ ο Τούρκος είναι Τούρκος, Ασιάτης και Μωαμεθανός – ο Έλληνας παραμένει Έλληνας, Χριστιανός και Ευρωπαίος. Εδώ ο Έλληνας νιώθει όπως την ημέρα που έπεσε η Κωνσταντινούπολη, ο χρόνος δεν έφερε τη λήθη της συμφοράς και των ταπεινώσεων.»

Ο συγγραφέας δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή το δικαίωμα των υποδούλων Ελλήνων να εξεγερθούν:

«Οι Έλληνες στο πρόσωπο του Σουλτάνου δεν έχουν έναν ηγεμόνα, αλλά έναν τύραννο. Ζουν σε πλαίσιο απουσίας δικαίου. Όταν δεν υφίσταται δίκαιο και νόμος, δεν υφίσταται και καθήκον εκ μέρους των υπηκόων. Οι Έλληνες δεν είναι στασιαστές, δεν έχουν έναν νόμιμο ηγεμόνα, είναι δούλοι ενός ξένου λαού και του κυρίαρχου δεσπότη του. Ο δούλος δεν έχει υποχρέωση υπακοής στην εξουσία, καθώς και η εξουσία δεν του αναγνωρίζει ατομικά δικαιώματα.»

Και ήρθε η στιγμή της εξέγερσης:

«Αυτοί λοιπόν οι Ευρωπαίοι που όχι μόνον κατακτήθηκαν από τους βαρβάρους της Ασίας αλλά ζουν μέσα σε καταπίεση και ταπεινώσεις έχουν τώρα ξεσηκωθεί, προκειμένου να αποτινάξουν τον ζυγό μιας μακρόχρονης δουλείας. Θέλουν να γίνουν λαός αυτόνομος, ελεύθερος από ξένη κυριαρχία, απαιτούν να ανακτήσουν με τα όπλα το πρώτο και ιερώτερο δικαίωμα των λαών.»

Η παράσταση του Κολοκοτρώνη από τον Carl Krazeisen.

Ποια πρέπει να είναι η στάση της Ευρώπης απέναντι σ’ αυτόν τον ξεσηκωμό, ρωτά ο Tzschirner:

«Είναι δυνατόν η Ευρώπη να παρακολουθεί απλώς αδιάφορη αυτόν τον αγώνα; …. Οι Έλληνες είναι Ευρωπαίοι και αν νικήσουν, στο ομορφότερο μέρος της Ευρώπης θα επιστρέψουν ευρωπαϊκά ήθη και πολιτισμός. Γι’ αυτόν τον λόγο η υπόθεση των Ελλήνων είναι υπόθεση της Ευρώπης. Ο λαός των Ελλήνων που αποσπάσθηκε από τον κύκλο μας θα ξαναγίνει μέλος της οικογένειας των κρατών μας.»

Ο συγγραφέας δηλώνει με παρρησία ποιος είναι ο στόχος του κειμένου που δημοσιεύει:

«Στόχος αυτών των γραμμών είναι το κάλεσμα στη στήριξη των Ελλήνων. Μακάρι οι Έλληνες να βγουν από τον πολιτικό τους θάνατο και με νεανική δύναμη, γεμάτοι ζωή να μπουν και πάλι στους κόλπους των Ευρωπαϊκών λαών. Το θέλω μέσα απ’ την καρδιά μου, όχι μόνον ως Ευρωπαίος, αλλά και ως Χριστιανός και ως άνθρωπος. Και γι’ αυτόν τον λόγο στηρίζω την υπόθεση των Ελλήνων, επειδή είναι υπόθεση της Χριστιανοσύνης.»

 Ο Tzschirner εκφράζει τη λύπη του, γιατί στις χώρες που πρωτοακούστηκε το μήνυμα του Ευαγγελίου επικρατεί τώρα ο Μουσουλμανισμός κι εκφράζει την ελπίδα του να υψωθεί και πάλι ο Σταυρός σε κάποια απ’ αυτές τις περιοχές, στη γη των Ελλήνων. Η νίκη τους, δηλώνει, θα είναι και η νίκη του Χριστιανισμού πάνω στα δόγματα του Ισλάμ. Είναι ενδιαφέρον, ότι ενώ γνωρίζει και αναγνωρίζει τις διαφορές της δικής του πνευματικής προσέγγισης, ως οπαδού της Μεταρρύθμισης, από τους Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους, διαβεβαιώνει ότι αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν τους αδελφικούς δεσμούς που αισθάνεται να τον συνδέουν μαζί τους.

Βλέπει ήδη μπροστά του το αποτέλεσμα που θα έχει η επιτυχία της επανάστασης και η απελευθέρωση:

«Αν οι Έλληνες αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, θα έρθει η στιγμή που θα υπάρξουν και πάλι ελληνική νομοθεσία, πολιτική ζωή, τέχνη και επιστήμες… Δώστε τους την ελευθερία τους και το πνεύμα τους θα ξυπνήσει σε μια καινούρια ζωή. Αν Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί είχαν βρεθεί κάτω από τον Τουρκικό ζυγό θα βίωναν κι εκείνοι τις ίδιες συνέπειες και θα καταλάβαιναν πώς και γιατί έχει παραλύσει το πνεύμα των Ελλήνων. Βγάλτε όμως τα δεσμά από τους Έλληνες και σύντομα θα δούμε να γεννιέται και πάλι η τέχνη και η επιστήμη αυτού του ευφυούς και δημιουργικού λαού, σύντομα η ζωή του πνεύματος θα πάρει μορφή και θα αποκαλυφθεί μπροστά μας, σύντομα ο Έλληνας θα σταθεί επάξια δίπλα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους και θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους πολλά περισσότερα από τους καρπούς της γης του».

Μάϊος του 1821, υπενθυμίζω, και ο Tzschirner κλείνει αυτό το κάλεσμα με μια γεμάτη πάθος ευχή:

«Ω, μακάρι γρήγορα να ανατείλει γι’ αυτούς η μέρα της Λύτρωσης!

Ω, μακάρι ο Θεός να δώσει και οι Έλληνες να αποκτήσουν τα πολυτιμώτερα αγαθά της ζωής, την ελευθερία και την ειρήνη.»

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. “ Kommt, ihr Völker aller Zonen/ Kommt und helfet frei sie machen/Die euch alle frei gemacht!“

2. https://www.eefshp.org/wilhelm-muller-enas-megalos-germanos-poiitis-psychi-toy-filellinikoy-kinimatos-stin- germania/. Στην ιστοσελίδα της «Εταιρείας» θα παραπέμψω και στη συνέχεια.

3. «Da sprach er, und die Wange, ward ihm, wie Blut, so roth: /Glück zu, mit deinem Schwerte, du kleiner Hydriot!»

4. Όποιος θελήσει να προσεγγίσει ερευνητικά το θέμα του Γερμανικού Φιλελληνισμού ανακαλύπτει τον πλούτο της επιστημονικής βιβλιογραφίας, σε μεγάλο βαθμό γερμανόγλωσσης. Για μια πρώτη ενημέρωση πολύ χρήσιμη είναι η συνοπτική αλλά εξαιρετικά κατατοπιστική μελέτη ενός σύγχρονου Φιλέλληνα, του καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης Gunnar Hering (1934-1994), “Der griechische Unabhängigkeitskrieg und der Philhellenismus“ (στο Alfred Noe (επιμ.), Der Philhellenismus in der westeuropäischen Literatur 1780-1830). Μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Αγαθοκλή Αζέλη εκδόθηκε πρόσφατα (Μάρτιος 2021) υπό τον τίτλο ‘Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία και ο Φιλελληνισμός’ από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Στις ενότητες που αφορούν τον Γερμανικό Φιλελληνισμό ο αναγνώστης εκτός από μια πυκνή παρουσίαση και ανάλυση του φαινομένου βρίσκει έγκριτη πληροφόρηση και καθοδήγηση στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία. Από τις Εκδόσεις Παρισιάνου και στη σειρά Φιλελληνική Βιβλιοθήκη κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες η μελέτη των Wilhelm Barth και Max Kehrig-Korn, Η Εποχή των Φιλελλήνων (Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias, Μόναχο 1960). Από τις ίδιες Εκδόσεις προγραμματίζεται η έκδοση της μελέτης της Ρεγγίνα (Regine) Μανουσάκη, Ελληνική Επανάσταση και Γερμανικός Φιλελληνισμός.

5. «Ruh‘ und Friede will Europa – Warum hast du sie gestört?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller «Η ελπίδα της Ελλάδος»(Griechenlands Hoffnung).

6. Ικανός αντίπαλος του ισχυρού καγκελλάριου αποδείχθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης και κατά την περίοδο 1816- 1822 ως επικεφαλής της Ρωσικής διπλωματίας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Βλ. ενδεικτικά: Θάνος Μ.Βερέμης- Ιάκωβος Δ.Μιχαηλίδης, Ιωάννης Καποδίστριας – Ο «αμνός»της Παλιγγενεσίας των Ελλήνων, Αθήνα 2020, 32 κ.εξ.

7. «Sohn, ich schau’ empor zu Gott –Gott, mein Trost in Schuld und Buße, Gott, mein Hort in Kampf und Tod!»

8. Βλ. σχετικά, Hering, Αγώνας για την Ανεξαρτησία και Φιλελληνισμός, 76 κ.εξ.

9. Βλ.σχετικά Evangelos Konstantinou, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, EGO (Europäische Geschichte Online), κεφ.1-4.

10. Βλ.Konstantinou,ό.π.,23.

11. Βλ.Konstantinou, ό.π., 22-23.

12. «Ohne die Freiheit, was wärest du, Hellas Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller, «Η Ελλάς και ο κόσμος» (Hellas und die Welt).

13. Βλ.Hering, ό.π., 37, όπου και περισσότερη βιβλιογραφία, Konstantinou, ό.π., 25-27. Βλ. και στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα: https://www.eefshp.org/wilhelm-traugott-krug-germanos-filellinas-promachos-toy-ellinikoy-agona-gia-

14. eleytheria-kai-anexartisia/Τα πολιτικά του φυλλάδια ανέρχονται στα 189.

15. Ένας από τους φοιτητές, ο γνωστός από την μετέπειτα πολιτική ιστορία Αναστάσιος Πολυζωΐδης, μετέφρασε αργότερα στα Ελληνικά το κείμενο του λόγου: «Ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος ὡς Πρόγραμμα εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ἐκτεθὲν μὲν Γερμανιστὶ ὑπὸ Γουλλιέλμου Τραυγόττου Κρουγ μεταφρασθὲν δὲ παρὰ Ἀναστασίου Πολυζωἱδου». Βλ. σχετικά Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο W.T Krug καὶ οἱ Ἕλληνες», Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ Ι’ 60 (1972-73), 267-273.

16. Βλ.Konstantinou, ό.π.25.

17. Βλ.Konstantinou, ό.π., 29, Hering, ό.π. 61, σημ. 106, όπου και ενδεικτική βιβλιογραφία. Βλ.επίσης https://www.eefshp.org/friedrichwilhelmthierschflogerospromachostonellinikondikaionthemeliotistoy germanikoyfilellinismoykaipraeceptorbavariaedaskalostoyvayari .

18. G.Grimm. “Griechenland in Forschung und Lehre an den deutschen Universitäten vor dem Ausbruch des griechischen Unabhängigkeitskrieges“, στο Der Philhellenismus und die Modernisierung in Griechenland und Deutschland. Erstes Symposium, organisiert in Thessaloniki und Volos (7-10 März 1985) vom Institut für Balkan – Studien und der Südosteuropa-Gesellschaft München (Institute for Balkan Studies 207), Thessaloniki 198530.

19. Περιεκτική και εμπεριστατωμένη έκθεση της δημιουργίας, δράσης και σύνθεσης των συλλόγων και βεβαίως περαιτέρω βιβλιογραφία από τον Hering, ό.π. 38-41, 58-68.

20. Hering, ό.π., 38 κ.εξ.

21. Για τους εθελοντές βλ.ενδεικτικά Karl Dieterich (επιμ.), Deutsche Philhellenen in Griechenland 1821-1822. Auswahl aus ihren Tagebüchern, (Historisch-literarische Schriftenreihe der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, 4), Αμβούργο 1929, 3-17 (Εισαγωγή). Πρόκειται για επιλογή από εμπειρίες και εντυπώσεις, όπως τις κατέγραψαν Γερμανοί εθελοντές. Επίσης, Regine Quack-Manoussakis, Die deutschen Freiwilligen im griechischen Freiheitskampf von 1821, Schriftenreihe Otto-König-von-Griechenland-Museum (5). Και οι δύο μελέτες είναι προσβάσιμες στο Διαδίκτυο.

22. K.Dieterich, ό.π., 10-11.

23. K.Dieterich, ό.π., 11.

24. Βλ. ενδεικτικά Konstantinou,ό.π., 30-33. Βλ.και https://www.eefshp.org/ludwigivasileastisvayariasenasapo toysmegalyteroysfilellineskaieyergetestisellados/.

25. https://www.eefshp.org/karl-krazeisen-germanos-filellinas-stratiotikos-kai-prosopografos-ton-agoniston-toy-1821/

26. Βλ. Hering, ό.π.,37, Konstantinou, ό.π. 28.

27. Το κείμενο είναι προσιτό και στο Διαδίκτυο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ψηφιοποίησης (Münchener DigitalisierungsZentrum, MDZ) της Κρατικής Βαυαρικής Βιβλιοθήκης. Βλ. https://www.digitale-sammlungen.de/de/view/bsb10447064?page=5.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Johann Jacob Meyer και «Ελληνικά Χρονικά». Φιλελληνισμός και Διαφωτισμός

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Johann Jacob Meyer και «Ελληνικά Χρονικά».

Φιλελληνισμός και Διαφωτισμός

 

Ο Johann Jacob Meyer είναι Ελβετός, φιλέλληνας και ήρωας της επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, στις 30 Δεκεμβρίου 1798, και είναι ο πρωτότοκος γιός του  Johann Meyer[1].

Το 1816, σε ηλικία 18 ετών, εμφανίζεται να είναι φοιτητής της Φαρμακευτικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau.

Τον Απρίλιο του 1817, σε ηλικία 19 ετών,  παντρεύεται την Salome Staub. Ο γάμος αυτός όμως δεν ευτύχησε και έτσι, στις 2 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1817) διαλύθηκε.

Τον Ιούλιο του 1820, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του, διαγράφεται από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ λόγω οικονομικών του οφειλών προς το ίδρυμα. Το αιτιολογικό μάλιστα της διαγραφής του βεβαιώνει  και την καλή οργάνωση αλλά και την αυστηρότητα των Γερμανικών Πανεπιστημίων. Στον Κανονισμό του Πανεπιστημίου υπήρχε η πρόβλεψη να ενισχύονται οικονομικά όσοι φοιτητές διακρίνονταν για την επιμέλειά τους αλλά δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Σε όσους όμως περνούσαν μάταια τον καιρό τους, έκαναν περιττά έξοδα και καταχρώνταν την καλή πίστη των συμπολιτών τους, επιβάλλονταν αυστηρές ποινές μέχρι και την διαγραφή τους από το Πανεπιστήμιο. Σε αυτό το ατόπημα φαίνεται ότι περιέπεσε και ο Μάγερ.

Έντονη και ξεχωριστή προσωπικότητα, ο Μάγερ επηρεάστηκε από το ρεύμα  του ρομαντισμού που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ευρώπη,  κυρίως στην Αγγλία, στην Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία και εντάχθηκε σε αυτό. Στη λογοτεχνία, με τον όρο «Ρομαντισμός» νοείται το λογοτεχνικό κίνημα «από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο», ένα κίνημα που προβάλλει το συναίσθημα, την ελευθερία και την φαντασία. Ρομαντισμός, Διαφωτισμός και Φιλελληνισμός συγκίνησαν βαθιά τον Μάγερ, έγιναν τρόπος ζωής του και καθόρισαν εν τέλει την στάση του και την συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Ο Μάγερ φέρθηκε σαν γνήσιος απόγονος του Wilhelm Tell (Γουλιέλμου Τέλλου), ενός προσώπου που ανήκει περισσότερο στον θρύλο παρά στην ιστορία. Ήταν δεινός τοξότης που έζησε στην Ελβετία τού 14ου αιώνα όταν η τελευταία ήταν υποτελής στους Αψβούργους και έγινε εθνικός ήρωας της χώρας του. Όταν εχθρικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τη χώρα και ο αυταρχικός Διοικητής Albert Gessler (Γκέσλερ) ανέλαβε υπηρεσία επισκέφθηκε την πόλη του Γουλιέλμου, κρέμασε το καπέλο του σε ένα στύλο και απαίτησε από τους κατοίκους να το προσκυνήσουν. Ο Γουλιέλμος Τέλλος αρνήθηκε και συνελήφθη. Η ποινή του ήταν ή θάνατος ή να σημαδέψει με το τόξο του το μήλο πάνω στο κεφάλι του γιού του που στεκόταν σε απόσταση 50 μέτρων. Αν το κατόρθωνε ο Διοικητής θα του χάριζε την ελευθερία του. Την ημέρα της δοκιμασίας (Νοέμβριος 1304) ο Γουλιέλμος εμφανίστηκε με δύο βέλη στη φαρέτρα του. Σε ερώτηση του Γκέσλερ «Γιατί 2 βέλη, τί τα ήθελε ;» πήρε την θαρραλέα απάντηση ότι το δεύτερο ήταν γι΄αυτόν (τον Γκέσλερ) σε περίπτωση που αστοχούσε και σκότωνε τον γιό του.

Μετά από αυτό συνελήφθη και πάλι. Όμως, μια βροχερή βραδιά που δραπέτευσε, συνάντησε τον Γκέσλερ και όπως ήταν αναμενόμενο, τον σκότωσε και απήλλαξε τους συμπατριώτες του από τον τύραννο τοποτηρητή. Ο Γουλιέλμος Τέλλος έγινε εθνικός ήρωας της Ελβετίας και σήμερα οι Ελβετοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία πιστεύουν ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο και όχι θρύλος.

Το πνεύμα και η δράση τού θρυλικού και επιδέξιου τοξοβόλου συνοψίζονται στο μότο «από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο» που είναι η κεντρική ιδέα τού Ρομαντισμού και παρουσιάζονται γλαφυρά στο κλασσικό έργο του Friedrich Schiller Wilhelm Tell που αφηγείται τον αγώνα της Ελβετίας τον 15ο αιώνα για να αποκτήσει την ελευθερία της: «Θε να ‘μαστε ένα έθνος απ΄αδέλφια, αχώριστοι σε κίνδυνο και ανάγκη! Ελεύθεροι θα ζούμε, τον τάφο από την σκλαβιά θα προτιμούμε».

Friedrich Schiller, Wilhelm Tell.

Όπως στον Γουλιέλμο Τέλλο, έτσι και στον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ πρυτάνευε η προσήλωση στον αγώνα για την ελευθερία, για την ενότητα και για την συμφιλίωση των ανθρώπων. Έτσι εννοούσε την εθνική απελευθέρωση και ενότητα ο Μάγερ και έτσι την υπερασπίστηκε μέσα από το κίνημα του Φιλελληνισμού.

Αλλά, τί είναι ο Φιλελληνισμός; Πώς θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε;

Ο Φιλελληνισμός είναι ένα μεγάλο πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο, είναι ένα κύμα συμπάθειας που διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση.

Η ιδιότητα Φιλέλληνας αποτελεί χαρακτηριστικό εκείνων που τρέφουν ιδιαίτερη αγάπη για τούς Έλληνες, για κάθε τι Ελληνικό. Ο όρος αυτός καθιερώθηκε να λέγεται για ξένους υπηκόους που εκδήλωσαν φιλικά αισθήματα προς την Ελλάδα στην διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας της το 1821. Και εκδήλωσαν  την αγάπη τους αυτή όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις. Γι΄αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε τον Φιλελληνισμό ως εθελοντισμό,  δηλαδή ως εθελοντική προσφορά ακόμη και της ίδιας της ζωής του για κάθε υπόθεση που ο εθελοντής θεωρούσε σημαντική.

Στους φιλέλληνες συγκαταλέγονταν ρομαντικοί καλλιτέχνες και λογοτέχνες, διανοούμενοι, πολιτικοί, έμποροι, τραπεζίτες, λάτρεις της αρχαίας Ελλάδας, στρατιωτικοί αλλά και κυνηγημένοι επαναστάτες. ‘Όπως προκύπτει από δημοσιεύματα της «Νέας εφημερίδας της Ζυρίχης» (Neue Zürcher Zeitung) με ημερομηνία 19 και 29 Σεπτεμβρίου 1821, στη Βέρνη είχε συσταθεί ο Σύνδεσμος παροχής βοήθειας στους δεινοπαθούντες Έλληνες. Μαζί με τον Μάγερ και άλλοι Ελβετοί φιλέλληνες είχαν ενταχθεί στο φιλελληνικό αυτό κομιτάτο της Βέρνης. Η αίσθηση πνευματικού χρέους που είχαν απέναντι στους Έλληνες που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους από τον τούρκικο ζυγό, τους έκανε να αναπτύξουν θερμό φιλελληνικό πνεύμα.

Ο Φιλελληνισμός ως κίνημα εντάσσεται στο ευρύτατο ρεύμα του Διαφωτισμού,  της χρηματοδότησης οργάνων της μόρφωσης αλλά και της πάλης για εθνική ανεξαρτησία, με τελικό στόχο τη διαμόρφωση εθνικών κρατών στη θέση των αυτοκρατοριών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ιωάννης Καποδίστριας, κορυφαίος διπλωμάτης του Τσάρου και μετέπειτα πρώτος κυβερνήτης του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Η καρδιά του μεγάλου ρωμιού χτυπούσε στην καρδιά της Ευρώπης. Η Ελβετία τότε ήταν κατακερματισμένη σε πολλά καντόνια. Ο Καποδίστριας συμβάλλει στην προσπάθεια για να ενωθούν τα καντόνια και από τον Νοέμβριο 1813 μέχρι τον Σεπτέμβριο 1814, μετέχει καθοριστικά στη σύνταξη του πρώτου ελβετικού συντάγματος και στη διαμόρφωση του ανεξάρτητου ομοσπονδιακού κράτους της Ελβετίας.

Ανάμεσα στους φιλέλληνες συγκαταλέγονται και οι εξής:

  • Ο Αγγλος ποιητής Πέρσυ Σέλεϋ (Percy Shelley, 1798-1822) φίλος του Λόρδου Βύρωνα
  • Ο Ελβετός αντισυνταγματάρχης Λουί-Λουδοβίκος Σεβαλιέ (Louis-Loudovikos Chevalier), από την πόλη Όρντρ (Ordre).
  • Ο Ελβετός στρατιωτικός Αμαδαίος-Εμμανουήλ Χαν (Amadeus- Emmanuel Hann, 1801-1867) από τη Βέρνη. Μετά την επανάσταση του δόθηκε ο βαθμός του στρατηγού.
  • Ο Ελβετός Φίλιπ Εμάνουελ φον Φέλενβεργκ (Philip Emanuel Von Fellenberg), παιδαγωγός και αγρονόμος, φίλος του Καποδίστρια
  • Ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης Ζαν-Γκαμπριέλ Εϋνάρ (Jean Gabriel Eynard, 1775-1863) που αργότερα ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα και άλλοι πολλοί.

«Όλοι είμαστε Έλληνες», γράφει στον πρόλογο τού ποιήματός του με τον τίτλο Ελλάς ο Percy Selley. «Όλοι είμαστε Έλληνες. Οι νόμοι μας, η φιλολογία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα. Γιατί χωρίς Ελλάδα η Ρώμη, η οδηγήτρα, η καταχτήτρα, δεν θα μπορούσε να σκορπίσει κανένα φως κι εμείς θα ήμασταν ειδωλολάτρες και άγριοι. Η μορφή και το πνεύμα του ανθρώπου έφτασαν την τελειότητά τους στην Ελλάδα»[2].

Οι φιλέλληνες οργανώνονταν σε διάφορες ομάδες υπό μορφή εταιρείας (société) ή κομιτάτου (comité). Διοργάνωναν εράνους, δημοπρασίες και άλλες συνδρομές για να ενισχύσουν οικονομικά τον αγώνα. Μία μορφή συγκέντρωσης ήταν οι περίφημες μουσικές βραδιές, όπου ακούγονταν φιλελληνικά τραγούδια και ακολουθούσε ο έρανος για την απαραίτητη οικονομική ενίσχυση. Σε όλα αυτά πρωτοστατούσαν οι γυναίκες, οι οικοδέσποινες, οι οποίες είχαν αναλάβει να ράβουν τις μεταξωτές Ελληνικές σημαίες του αγώνα.

Η πρώτη αποστολή φιλελλήνων έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιούνιο 1821, με έξοδα του Δημητρίου Υψηλάντη. Το πρώτο τάγμα των φιλελλήνων συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1822 και συμμετείχε στην μάχη του Πέτα, κοντά στην Άρτα, όπου όμως είχε τεράστιες απώλειες που το οδήγησαν στην πλήρη διάλυσή του. Εκεί σκοτώθηκε και ο Ελβετός Αντισυνταγματάρχης Λουί Λουδοβίκος Σεβαλιέ.

Στην Ελλάδα έφτασαν εθελοντές φιλέλληνες από κάθε γωνιά της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, ακόμη και από την Αμερική (ο γιατρός Σαμουήλ Χάου). Πολλοί από αυτούς κρατούσαν το προσωπικό τους ημερολόγιο όπου σημείωναν ό,τι σημαντικό γινόταν κάθε ημέρα. Πιθανότατα είναι η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που τόσο πολλοί άνθρωποι από τόσο πολλές διαφορετικές χώρες και κοινωνικά στρώματα άφησαν το σπίτι τους για να πολεμήσουν στον πόλεμο κάποιου άλλου, χωρίς να τους αναγκάζει κανένας να το πράξουν και χωρίς καμία προσδοκία κέρδους.

Αριστερά: Alfred Clint, Portrait of Shelley, circa 1829, National Portrait Gallery, London. Δεξιά: Jean-Gabriel Eynard, Αυτοπροσωπογραφία, δαγκεροτυπία του 1853

Συνολικά έχουν καταμετρηθεί 940 φιλέλληνες: 342 Γερμανοί, 137 Ιταλοί, 35 Ελβετοί, 196 Γάλλοι, 99 Άγγλοι, 30 Πολωνοί, 17 Ολλανδοί, και Βέλγοι, 12 Αμερικανοί, 9 Ούγγροι, 9 Σουηδοί, 9 Ισπανοί, 8 Δανοί και 46 αγνώστου εθνικότητας. Σχεδόν όλη η Ευρώπη και η Αμερική κινητοποιούνται από το φιλελληνικό πνεύμα. Πρώτοι σε αριθμό έρχονται οι Γερμανοί, ακολουθούν οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Άγγλοι, οι Ελβετοί, οι Πολωνοί, οι Ολλανδοί, οι Ούγγροι, οι Σουηδοί, οι Ισπανοί και οι Δανοί.

313 από τους 940 φιλέλληνες που ήλθαν και πάλεψαν για την ελευθερία της Ελλάδας απώλεσαν τη ζωή τους. Δηλαδή 1 στους 3 φιλέλληνες σκοτώθηκε στα πεδία των μαχών, σε ελληνικό έδαφος. Να γιατί η εθελοντική στράτευση και δράση σε εμπόλεμες συρράξεις βρίσκεται στο απόγειο της προσφοράς, δεδομένου ότι  όταν μπαίνεις στη μάχη το εθελοντικό ζωτικό ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι ρίσκο που εικονογραφεί τις ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος (ο εθελοντής) βρίσκεται μεταξύ δύο θανάτων: ανάμεσα στον αναπόφευκτο φυσικό του θάνατο και σ΄εκείνον που μπορεί να επιλέξει ως τρόπο θανάτου. Και ο φιλέλληνας-ως εθελοντής- παίρνει αυτό το ρίσκο και πρόθυμα επιλέγει ακόμη και τον θάνατο αφού πρόκειται για την πίστη του στην εξυπηρέτηση ενός μεγάλου στόχου, που είναι η στράτευσή του σε ένα έργο υψηλής ηθικής ευθύνης[3].

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, παρά την έντονη φιλελληνική κίνηση που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή στην Ελβετία, η «Νέα εφημερίς της Ζυρίχης» (Neue Zürcher Zeitung) γράφει στο φύλλο τής 19ης Σεπτεμβρίου 1821:  «Η σύνταξις της εφημερίδας μας έχει λάβει διάφορες επιστολές από νέους διαφόρων καντονίων, που μάς ερωτούν εάν υπάρχει εις την Ελβετίαν οργανωμένη κίνησις υπέρ των Ελλήνων. Εις το ερώτημα έχομεν ήδη δώσει απάντησιν. Ελπίζομεν πως θα ικανοποίησε τους ερωτώντας. Εκτιμώμεν την αξιέπαινον επιθυμίαν της ηρωικής νεολαίας και τα ευγενή κίνητρά της, έχομεν όμως να τονίσωμεν ότι οι Έλληνες έχουν ανάγκην από άλλα πράγματα και όχι από ολίγους θερμούς και ενθουσιώδεις οπαδούς της αγάπης διά την ελευθερίαν, που ούτε την γλώσσαν των δεν γνωρίζουν. Οι νέοι της Ελβετίας θα κάμουν καλά να μείνουν εις την πατρίδα τους και να προσπαθήσουν να διαμορφωθούν εις καλούς πολίτας και υπερασπιστάς ταύτης δια την περίπτωσιν καθ΄ήν η ιδία αυτής ελευθερία θα ετίθετο εν κινδύνω».

Παρά ταύτα, παρά την αρνητική στάση ορισμένων Ελβετών απέναντι στον φιλελληνισμό, όπως διαφαίνεται στο παραπάνω δημοσίευμα, ο Γιάκομπ Μάγερ έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα στα τέλη του 1821. Ήλθε κατευθείαν στο Μεσολόγγι, που ήταν από τα σημαντικότερα κέντρα του αγώνα, και εγκαταστάθηκε εκεί.

Άνθρωπος της πράξης, με μεγάλα οράματα, ο Μάγερ πολύ γρήγορα ανέπτυξε σπουδαία δράση και έδειξε τις οργανωτικές του ικανότητες με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των τοπικών αρχών. Μάλιστα, τον Αύγουστο 1824, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Ματθαίου Τρικούπη, που ήταν πατέρας του μελλοντικού πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Τρικούπη, διορίσθηκε από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην τριμελή Διευθύνουσα Επιτροπή του Μεσολογγίου[4].

Ένθερμος φιλέλληνας, δέθηκε συναισθηματικά με τον τόπο και  με τον λαό (τους Μεσολογγίτες) και κράτησε πάντα τις υποσχέσεις που τους  είχε δώσει από την θέση που είχε αναλάβει. Γνωρίζεται με την Αλτάνη Ιγγλέζου, κόρη του προεστού Γεωργίου Ιγγλέζου και προκειμένου να κάνει στο Μεσολόγγι τον δεύτερο γάμο του, αλλάζει θρήσκευμα και γίνεται χριστιανός ορθόδοξος, όπως η Αλτάνη.

Στο υπόλοιπο διάστημα της σύντομης ζωής τους, ο Μάγερ και η Αλτάνη ανέπτυξαν μαζί σημαντική κοινωνική δραστηριότητα.

Η ευαισθησία του σε θέματα υγείας, από τις αρχικές του σπουδές και από τον πατέρα του που ήταν γιατρός, τον έκανε να παραχωρήσει μέρος του σπιτιού τους προκειμένου να στεγαστεί το νοσοκομείο Μεσολογγίου, το οποίο λειτούργησε υπό τη διεύθυνση του Γερμανού αρχίατρου του Ελληνικού στρατού Ιωάννου Δανιήλ Έλστερ (Johann Daniel Elster).

Ως μέλος της Διευθύνουσας Επιτροπής  εργάστηκε για την βελτίωση της πνευματικής καλλιέργειας των Μεσολογγιτών. Σε αυτόν οφείλεται η ιδέα για την ίδρυση Βιβλιοθήκης που θα τους βοηθούσε να αποκτήσουν μόρφωση και με αυτή να κερδίσουν τον νέο κόσμο που ο Μάγερ έβλεπε να έρχεται αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας.

Μαζί με τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, που προσέφερε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο βοηθώντας τις χήρες και τα ορφανά, έλαβε μέτρα για την περίθαλψη των απόρων ξένων οικογενειών που είχαν καταφύγει στο Μεσολόγγι, πρόσφυγες από την Ήπειρο.

Ο Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ.

Η μεγάλη όμως επιθυμία του Μάγερ ήταν η δημιουργία μίας Ελληνικής εφημερίδας. Ονειρευόταν ότι μέσα από τα φύλλα της θα περνούσε η δημιουργική του έμπνευση και η ρωμαλέα του αγωνιστικότητα, η αξία της ελευθερίας, η διαφωτιστική του ορμή ενάντια στην απολυταρχία, η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας και η εγκαθίδρυση της αστικής τάξης στην εξουσία, δηλαδή θα γινόταν ο μετασχηματισμός της Ελληνικής κοινωνίας.

Όλη η προσπάθεια για το στήσιμο της εφημερίδας του ξεκίνησε τον Δεκέμβριο 1823. Ο Μάγερ και η σύζυγός του Αλτάνη παραχώρησαν το ισόγειο του σπιτιού τους για να τοποθετηθούν τα τυπογραφικά στοιχεία που είχε φέρει ο Άγγλος Συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ (Leicester Stanhope), εκπρόσωπος του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου. Ο Λέστερ επέλεξε να κατέβει στην Ελλάδα διασχίζοντας την κεντρική Ευρώπη γιατί ήθελε να συναντηθεί με τους φιλελληνικούς ευρωπαϊκούς κύκλους επισημαίνοντάς τους ότι «Αυτό που θέλουμε εμείς είναι να δούμε την Ελλάδα, τον λαό της, το έδαφός της, το εμπόριό της και τον Τύπο της ελεύθερο, όπως ελεύθερες είναι οι σκέψεις των Ελλήνων»[5].

Leicester Stanhope, Greece, in 1823 and 1824.

Για την εκτύπωση της εφημερίδας προσέφερε το ιδιόκτητο πιεστήριό του ο Θεσσαλονικιός Δημήτρης Μεσθενέας, ο οποίος ορίσθηκε και  διευθυντής του Τυπογραφείου. Τυπογράφοι ορίστηκαν οι Ιωάννης Πεπονής και ο Χρήστος Ντάγλας και στη θέση του  μεταφραστή ο Δημήτρης Παυλίδης από την Σιάτιστα. Όλοι τους άμισθοι! Το όνομα της εφημερίδας ήταν Ελληνικά Χρονικά.

Την οικονομική υποστήριξη της έκδοσης των Ελληνικών Χρονικών είχε αναλάβει η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου και η Φιλελληνίδα Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν (Sophie de Marbois – Lebrun), η γνωστή Δούκισσα της Πλακεντίας, η οποία μάλιστα χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου την δεύτερη έκδοσή τους. Η Δούκισσα, εκτός από χρηματοδότρια των Ελληνικών  Χρονικών και συνεργάτιδα του Μάγερ, ήταν και ευεργέτιδα της Ελλάδος, όταν η χώρα απελευθερώθηκε και έκανε τα πρώτα βήματα για να συγκροτηθεί[6]. Φροντίζοντας για την μόρφωση των Ελληνίδων, ίδρυσε και συντηρούσε δύο παρθεναγωγεία: ένα στην Αίγινα (την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας) και το άλλο στο Ναύπλιο (την δεύτερη πρωτεύουσα της Ελλάδας). Η Αθήνα ακολούθησε. Πρώτα έγινε Δήμος και έπειτα Πρωτεύουσα της Ελλάδας.

Sophie de Marbois – Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας.

 

Ελληνικά Χρονικά.

Με την έκδοση της εφημερίδας, το όνειρό του Μάγερ έγινε πραγματικότητα. Μαχητικός, χειμαρρώδης και ακατάβλητος, έγινε ο πρωτεργάτης της Ελληνικής δημοσιογραφίας και αρχισυντάκτης σε μία από τις πρώτες έντυπες Ελληνικές εφημερίδες, τα Ελληνικά Χρονικά. Την 1η Ιανουαρίου 1824 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, μία εφημερίδα πολιτική αλλά ανεξάρτητη, που δεν ανήκε σε καμία πολιτική φατρία.  Τον πρώτο χρόνο (1824) κυκλοφόρησαν συνολικά 106 φύλλα. Τον επόμενο χρόνο (1825) κυκλοφόρησαν 105 φύλλα και τον τρίτο χρόνο (1826) μόλις 15, λόγω της κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και Αιγύπτιους.

Στο ίδιο τυπογραφείο του Μάγερ τυπωνόταν και η εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος (Telegrafo Greco) του Λόρδου Βύρωνα.  Μεγάλος φιλέλληνας, ο Λόρδος Βύρων μέσα από την εφημερίδα του, πού κυκλοφορούσε σε 4 γλώσσες, προσπαθούσε να εμπνεύσει τον φιλελληνισμό των Ευρωπαίων στην Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία, προκειμένου να βοηθήσουν την ελληνική υπόθεση.

Οι σχέσεις του Μπάιρον με τον Μάγερ δεν ήταν καλές. Τον χαρακτήριζε ως «απερίσκεπτο» και φύσει «φιλοκατήγορο», ελαττώματα που δημιουργούσαν κακή διάθεση στους συντηρητικούς ευρωπαίους και στέκονταν εμπόδιο  στην φιλελληνική προσπάθεια που και οι δύο τους επιχειρούσαν. Στην πραγματικότητα αυτό που υποκρύπτεται είναι ότι διίσταντο οι γνώμες τους για την πολιτική γλώσσα (diskurs) που θα υπηρετούσε καλύτερα τον κοινό τους σκοπό. Δηλαδή την κινητοποίηση συμμάχων και υποστηρικτών του αγώνα των Ελλήνων.

Χρόνια αργότερα, το 1885, ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημά του Ο Βούλγαρος, από τη συλλογή του Τραγούδια της πατρίδας μου, τιμώντας εξ ίσου και τους δύο, δίνει με την πέννα του πολιτικό μήνυμα και γράφει:

Πρώτη η Αγγλία έτρεξε τον Μπάυρον να μάς φέρη

ολόφωτη ελπίδα

Και με τον Μάγιερ έστειλε κοντύλι και μαχαίρι

του Τέλλου η πατρίδα

θυμίζοντάς μας τον Γουλιέλμο Τέλλο για τον οποίο μιλήσαμε, αλλά και την συνεισφορά των δύο φιλελλήνων, του Λόρδου Βύρωνα και του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ, στην υπόθεση της Ελλάδας.

Johann Jacob Meyer.
Λόρδος Μπάϋρον.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτός από τον Ελληνικό Τηλέγραφο του Λόρδου Βύρωνα, στο τυπογραφείο των Ελληνικών Χρονικών του Μάγερ  τυπώθηκε το 1825 και ο Ύμνος στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού.

Ανάμεσα στον Μάγερ και στον Σολωμό οι σχέσεις ήταν  φιλικές και υποστηρικτικές. Ήταν σχέσεις αλληλοεπηρεασμού με στόχο τις μεγάλες αξίες, σχέσεις που πιθανότατα συνέβαλαν στην απόφαση του Μάγερ να ιδρύσει την Αδελφότητα Φιλοδικαίων[7].

Το Μεσολόγγι, όπου ήταν εγκατεστημένος ο Μάγερ, βρίσκεται απέναντι από τα Ιόνια νησιά. Έτσι,  τον Νοέμβριο 1825 κατάφερε να ταξιδέψει στην Ζάκυνθο και να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό που ζούσε εκεί. Οι  συζητήσεις που είχε μαζί του φαίνεται ότι συνέβαλαν στην απόφασή του για τη δημιουργία της Αδελφότητας των Φιλοδικαίων,  την οποία ίδρυσε αμέσως μετά την επιστροφή του, με σκοπό την απόδοση αγάπης  και δικαιοσύνης  στο Μεσολόγγι. Άλλωστε και τα μέλη της Αδελφότητας όφειλαν να είναι άνδρες χρηστοήθεις και να αγαπούν ειλικρινά την πατρίδα και τα συμφέροντά της. Θεωρούνταν δε  προς αλλήλους ως αδελφοί, χωρίς κάποια διάκριση αξιώματος ή πλούτου.

«Δεν αποβλέπομεν, κύριοι, να συστήσωμεν Κράτος επί Κράτους, αλλ΄αγωνιζόμεθα να καταστήσωμεν πλέον βεβαίαν και επίμονον την προς αλλήλους αγάπην, να καταρρίψωμεν εις τα βάθη της θαλάσσης τα αξιοθρήνητα πάθη, τα οποία προήγαγον τοσαύτας συμφοράς, να κατασταθώμεν πολίται ενάρετοι, αγαθοί Πατριώται και να αγαπώμεν τους νόμους και την Διοίκησιν» .

Αυτά διεμήνυε ο ιδρυτής των Φιλοδικαίων και ακολουθούσε πάντα η υπογραφή του με το όνομά του και τον χαρακτηρισμό «ο Πατριώτης» που ο ίδιος συνόδευε το όνομά του και που δηλώνει το ήθος του ανθρώπου:

Έχω την τιμή

Ο Πατριώτης Ι. Μάγερ

 Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ σκοτώθηκε, μαζί με την Αλτάνη, κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, στις 9 προς 10 Απριλίου 1826, στις 2 το πρωί, ημέρα Σάββατο του Λαζάρου, ξημερώματα των Βαΐων.  Έπεσε στο πεδίο τού καθήκοντος και της ιδεολογίας του πιστοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο την βαθιά του αίσθηση για το χρέος!

Δίπλα του έπεσε νεκρός και ο επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Δημήτριος Μεσθενέας. Λίγο πιο κάτω, νεκρός και ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο εμψυχωτής των  πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Μαζί τους σκοτώθηκαν και πλήθος κατοίκων του Μεσολογγίου, καθώς και 120 εθελοντές από το χωριό της Ηπείρου Σαμαρίνα, που είχαν μπει στην εμπροσθοφυλακή. Η ηρωική θυσία των εθελοντών Σαμαριναίων υμνείται μάλιστα στο πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι Παιδιά της Σαμαρίνας και τιμώνται με ειδικό μνημείο στο Μεσολόγγι.

Το τυπογραφείο βομβαρδίστηκε. Τα Ελληνικά Χρονικά, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει το 15ο φύλλο τους για το έτος 1826, έπαψαν πλέον να κυκλοφορούν. Το προσωπικό ημερολόγιο που κρατούσε ο Μάγερ σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας χάθηκε και δεν βρέθηκε ποτέ.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσσολογγίου, 1855, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Όλα τα άρθρα του Μάγερ που είχε δημοσιεύσει στα Ελληνικά Χρονικά  αποτέλεσαν την πηγή και την έμπνευση του Μεσολογγίτη ποιητή και ακαδημαϊκού Γεωργίου Δροσίνη, ο οποίος έναν αιώνα αργότερα, το 1926, δημοσίευσε το έργο του Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825/26. Στον Πρόλογο αυτού του «φανταστικού ντοκιμαντέρ», ο Δροσίνης γράφει: «Ευλογημένη ας είναι η Σαλώμη Μάγερ, το γένος Στάουμπ, που εζήτησε την διάζευξίν της από τον Μάγερ, και τρισευλογημένος ο Γερμανός πρύτανις του Πανεπιστημίου του Φρειβούργου, ο οποίος τον απέβαλεν. Αν δεν συνέβαιναν τα δυο αυτά, η Ελβετία θα είχε έναν περισσότερον αγαθόν οικογενειάρχην…. αλλά το Μεσολόγγι θα εστερείτο τον Πολύβιον της πολιορκίας του…».

Μαζί με τον Μάγερ , στην έξοδο σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι και πολέμησαν εκεί. Οι Γερμανοί Dittmar (Ντίτμαρ), Stitjelberger (Στίτσελμπεργκερ), Lubchow (Λίμπχοβ), Klembe (Κλέμπε), Rosner (Ρόσνερ), ο Γάλλος Delaunay (Ντελονέ),ο Ιταλός Giacomuzzi (Τζιακομούτσι), και τόσοι άλλοι.

Ένα οριστικό ΤΕΛΟΣ γράφτηκε, αλλά το Μεσολόγγι έμεινε χαραγμένο με ανεξίτηλα γράμματα σε μία ξεχωριστή σελίδα της Ελληνικής ιστορίας,  του απελευθερωτικού αγώνα, του φιλελληνικού ευρωπαϊκού κινήματος.

Η σύντομη ζωή του Μάγερ τελείωσε στα 28 του χρόνια. Σκοτώθηκε ένας Ελβετός φιλέλληνας, ένας Διαφωτιστής, πρωτοπόρος της Ελευθεροτυπίας και της Ελληνικής δημοσιογραφίας, ένας Πατριώτης και Διεθνιστής. Με πρωτοβουλία της Ένωσης Συντακτών στήθηκε στο Μεσολόγγι αναμνηστική στήλη στον τόπο που βρισκόταν το τυπογραφείο του Μάγερ, κι ένας δρόμος της πόλης φέρει τo όνομα του.

 

 

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τα στοιχεία για το βιογραφικό του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ είναι από το βιβλίο : Ευαγγελάτος Γ. Χρήστος, Η ιστορία του Μεσολογγίου, σελ. 154-169.

[2] Percy Selley, Hellas, London 1822

[3] Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις economia, Αθήνα 2021, σελ. 85-89.

[4] Ευαγγελάτος Χρήστος,  Η ιστορία του Μεσολογγίου, σελ. 160.

[5] Wikipedia ,Εφημ. Καθημερινή, Αριστείδης Χατζής «Μία συνάντηση στη Λωζάννη το 1823», 12-9-2021

[6] Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις economia (β΄εκδοση), Αθήνα 2021, σελ.39-89.

[7]Ανδρέας Σώκος, «Αδελφότης Φιλοδικαίων. Τα επακόλουθα της Ανακοινώσεως» Μεσολόγγι 1825-1826, σελ. 19 . Δήμος Ι.Π.Μεσολογγίου. Δημοτική Βιβλιοθήκη

Jean Vanwelkenhuyzen: Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Β΄: Έργα και ημέρες της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland (Ιούνιος 1936 – Νοέμβριος 1937)

Jean Vanwelkenhuyzen

Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Β΄: Έργα και ημέρες της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland

(Ιούνιος 1936 – Νοέμβριος 1937)

 

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland κινήθηκε σε ταραγμένα νερά. Μεγάλα κοινωνικά κύματα είχαν ξεσπάσει στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Οι δυο γύροι των γαλλικών εκλογών της 26ης Απριλίου και 3ης Μαΐου 1936 με κεντρικό σύνθημα “ψωμί, ειρήνη, ελευθερία” ανέδειξαν στην εξουσία κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.1 Η μέθη της επιτυχίας εκδηλώθηκε με απεργίες πρωτόγνωρης κλίμακας. Το προλεταριάτο απολάμβανε την ευκαιρία μιας κοινωνικής ανέλιξης προβάλλοντας εκρηκτικές διεκδικήσεις. Την ίδια στιγμή, κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο τα προπύργια της παράδοσης και του συντηρητισμού.2 Στις 6 Ιουνίου, η νέα γαλλική κυβέρνηση υπό τον Léon Blum ανέλαβε καθήκοντα εν μέσω μιας χαοτικής κατάστασης. Επτά ημέρες αργότερα, η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland ξεκίνησε και εκείνη τη θητεία της μέσα σε ατμόσφαιρα εργατικού αναβρασμού. Κινητοποιήσεις, ανάλογες με εκείνες της Γαλλίας, είχαν ξεσπάσει ήδη από τις 2 Ιουνίου στην Αμβέρσα. Μέσα σε λίγες ημέρες, είχαν εξαπλωθεί στο σύνολο των βιομηχανικών περιοχών της χώρας. Ωστόσο, σε αμφότερες τις πλευρές των συνόρων, η ηρεμία αποκαταστάθηκε χάρη στη συνομολόγηση συνετών συμφωνιών με τα συνδικάτα.3 Οι δημοκρατίες καλούνταν να δώσουν μεγάλη μάχη μέσα σε μια Ευρώπη, την οποία διέτρεχαν διαγώνια ιδεολογικές φουρτούνες, προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

Στις 17 Ιουλίου, στο ισπανικό Μαρόκο, εκδηλώθηκε πραξικόπημα σε βάρος του Frente Popular, το οποίο ασκούσε τη νόμιμη εξουσία στη Μαδρίτη. Η εξέγερση μεταφέρθηκε ταχύτατα εντός του μητροπολιτικού εδάφους. Οι κινηματίες στράφηκαν προς τη ναζιστική Γερμανία και εξασφάλισαν τη συνδρομή της. Ο στρατηγός Francisco Franco κατάφερε το ίδιο και με τον Mussolini. Ήταν φανερό πλέον ότι η φασιστική Ιταλία έκλινε προς την πλευρά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.4 Η αυθόρμητη αντίδραση του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου ήταν να προσφέρει χείρα βοηθείας προς το αδελφό καθεστώς της Μαδρίτης. Το φάσμα ενός ιδεολογικού πολέμου επλανάτο πάνω από ολόκληρη την Ευρώπη. Η επίλυση του προβλήματος της άμυνας του Βελγίου φάνταζε επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε.

Η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland στις 14 Ιουνίου 1936, επομένη της ορκωμοσίας της.

Σε ολόκληρο αυτό το διάστημα, η υπουργική Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας [βλ. σχετικά μέρος Α΄] εργαζόταν αδιάκοπα. Από τις 22 Απριλίου μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 1936 συνεδρίασε 37 φορές. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια συνεχόμενη κάλυψη κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία ήταν αναγκαία. Μόνο μια επιμήκυνση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας μπορούσε να την εξασφαλίσει. Το Γενικό Επιτελείο είχε υιοθετήσει την ίδια θέση ήδη από το 1935. Η επίλυση του προβλήματος της άμυνας του Βελγίου ήταν εφικτή μόνον εφόσον το εθνικό συμφέρον θα ήταν εκείνο, το οποίο θα υπαγόρευε τη στρατιωτική πολιτική της χώρας. Μέσα σε ένα έτος, ο κύκλος των οπαδών της παραπάνω θεωρίας είχε διευρυνθεί. Ωστόσο, παρά τις αμέτρητες προσπάθειες, η παραπάνω διεύρυνση δεν συμπεριλάμβανε το Κοινοβούλιο, όπου οι σοσιαλιστές παρέμεναν κατηγορηματικά αντίθετοι μπροστά σε κάθε προοπτική παράτασης της θητείας.

Ο Λεοπόλδος Γ΄ αδημονούσε. Ένας νέος νόμος για την πολιτοφυλακή έπρεπε να προλάβει να ψηφιστεί προτού ξεκινήσει η κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις της κλάσης του 1937. Η αντίδραση των Φλαμανδών είχε κάπως ανακοπεί έπειτα από την μονομερή καταγγελία του στρατιωτικού συμφώνου του 1920 και τη μη συμπερίληψη του Devèze στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με την εχθρότητα των σοσιαλιστών. Όσο δε η τελευταία παρέμενε ακέραιη, άλλο τόσο φαινόταν απίθανο να αλλάξουν άποψη και οι χριστιανοδημοκράτες. Στις 26 Σεπτεμβρίου, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα, η μεγαλύτερη δύναμη στη Βουλή και μέλος του κυβερνητικού συνασπισμού, οργάνωσε συνέδριο με αντικείμενο την εξωτερική πολιτική. Το τελικό ανακοινωθέν ήταν μια κατάθεση πίστης και αφοσίωσης στο περιεχόμενο του Συμφώνου του Λοκάρνο και στην Κοινωνία των Εθνών. Απέρριπτε κατηγορηματικά μια επάνοδο στην ουδετερότητα. Αντίθετα, προσέβλεπε, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ΚτΕ, σε μια πολιτική πλήρους ανεξαρτησίας δίχως κανενός είδους πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δεσμεύσεις. Κατά τη συνήθη πρακτική σε παρόμοιες περιπτώσεις, η χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία παρουσίαζε ως ομόφωνη μια ολόκληρη ποικιλία απόψεων και θέσεων. Κατά βάθος, δεν είχε αλλάξει το παραμικρό.

Παρά ταύτα, η κυβέρνηση άρχισε να προετοιμάζει ψυχολογικά την κοινή γνώμη. Τον δρόμο άνοιξε ο υπουργός Εξωτερικών Paul-Henri Spaak. Λαμβάνοντας τον λόγο στις 20 Ιουλίου στο ετήσιο γεύμα των ξένων ανταποκριτών στις Βρυξέλλες, εκφράστηκε ως εξής: “Επιθυμία μου, κύριοι, είναι η εξωτερική πολιτική του Βελγίου να κινηθεί από εδώ και στο εξής ρεαλιστικά ”.5 Από το στόμα ενός σοσιαλιστή, κάθε είδους αναφορά στον ρεαλισμό ηχούσε ως αιρετική.

Paul-Henri Spaak (1899-1972), υπουργός Εξωτερικών της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland.

Το Βελγικό Εργατικό Κόμμα είχε υιοθετήσει το “πνεύμα της Γενεύης” (ΚτΕ). Τασσόταν υπέρ της ανάπτυξης μιας συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο Spaak δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει εμφατικά πως υποστήριζε μια εξωτερική πολιτική αποκλειστικά και εξολοκλήρου βελγική. Στις 9 Σεπτεμβρίου ο Paul van Zeeland, σε δημόσια τοποθέτηση, ενστερνίστηκε εμμέσως την ίδια άποψη: “Εάν δεχθούμε επίθεση, θα αντισταθούμε μέχρι θανάτου. Με εξαίρεση ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες θα μας έχουν θέσει ενώπιον αδιαμφισβήτητων υποχρεώσεων, δεν πρόκειται να κινηθούμε παρά μόνο με γνώμονα σχεδιασμούς και στόχους αποκλειστικά βελγικούς”.6 Είχε προηγηθεί, μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα (3 – 6 Σεπτεμβρίου) η διεξαγωγή στις Βρυξέλλες συνεδρίου, με διοργανώτρια την Παγκόσμια Σύναξη για την Ειρήνη (Rassemblement Universel pour la Paix). Με προτροπή των δυο προέδρων της κίνησης, του Βρετανού Lord Robert Cecil και του Γάλλου Pierre Cot, το συνέδριο συγκέντρωσε χιλιάδες ειρηνόφιλους κάθε προέλευσης. Εμφανιζόμενο ως αιχμή του δόρατος του αγώνα εναντίον του φασισμού, διακήρυξε προς κάθε κατεύθυνση την πρόθεσή του να περισώσει την ειρήνη μέσω της Κοινωνίας των Εθνών. Προκειμένου δε να εξορκίσει το φάσμα του πολέμου, δήλωσε υπέρμαχο του αφοπλισμού και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών.7 Η αντίφαση ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Το συνέδριο καταδίκαζε (ορθώς) ό,τι επιθετικό περιέκλειε στα σπλάχνα του ο φασισμός. Από την άλλη πλευρά όμως, πριμοδοτούσε παντελώς ανεπαρκή εργαλεία προκειμένου να εξουδετερωθεί η στρατιωτική απειλή, αρχής γενομένης από εκείνη της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Αριστερά: το συνέδριο της Παγκόσμιας Σύναξης για την Ειρήνη (Βρυξέλλες 3-6 Σεπτεμβρίου 1936). Δεξιά: αναμνηστικό γραμματόσημο των γαλλικών ταχυδρομείων, το οποίο κυκλοφόρησε με την ίδια αφορμή.

Το καίριο ζήτημα για την ώρα ήταν η αλλοίωση των συσχετισμών στην Ευρώπη. Στην παρέμβασή του της 9ης Σεπτεμβρίου, ο van Zeeland είχε θίξει το ζήτημα: “Σκοπεύουμε να καταστούμε περισσότερο ισχυροί […] από κάθε άποψη και σε κάθε επίπεδο: στρατιωτικό, οικονομικό, διπλωματικό, πολιτικό”.8 Εκφραζόμενος με τον τρόπο αυτό, ο πρωθυπουργός μετέφερε ουσιαστικά τους προβληματισμούς του βασιλέα Λεοπόλδου Γ΄.9 Αφήνοντας απροστάτευτη τη χώρα, επρόκειτο για μια πράξη, η οποία ισοδυναμούσε με καταστροφή. Ο σκληρός πυρήνας της αντίδρασης στον αναγκαίο επανεξοπλισμό εξακολουθούσε να παραμένει το Βελγικό Εργατικό Κόμμα. Έπρεπε κάποιος να του ανοίξει τα μάτια. Η ηγεσία του κόμματος προανήγγειλε για τις 24, 25 και 26 Οκτωβρίου τη διενέργεια συνεδρίου, κάτι που προδίκαζε άσχημες εξελίξεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα ανάκτορα διεμήνυσαν στον πρωθυπουργό πως η κυβέρνηση όφειλε να αποσαφηνίσει το ταχύτερο τη θέση της και να μεταφέρει τη συζήτηση στο Κοινοβούλιο. Ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε απόλυτη συναίσθηση ότι επρόκειτο για ένα ακανθώδες ζήτημα. Η κυβέρνηση συνασπισμού είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση εξαιτίας του συγκεκριμένου ζητήματος. Προκειμένου να βγάλει την τελευταία από το αδιέξοδο, αποφάσισε να επισπεύσει τις διαδικασίες προεδρεύοντας εκτάκτως σε μια ειδική συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Πίστευε πως χάρη στην παρουσία του ήταν δυνατή η εξασφάλιση της πολυπόθητης ομοφωνίας για την άμεση λήψη όλων των μέτρων εκείνων, τα οποία ήταν απαραίτητα για την προστασία του εθνικού συμφέροντος.

Το πιο δύσκολο ήταν να αποσπαστεί η συγκατάθεση του Émile Vandervelde, αρχηγού του Βελγικού Εργατικού Κόμματος και ορκισμένου πολέμιου της στρατιωτικής αναβάθμισης της χώρας. Το αξίωμα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης καθώς και εκείνο του αρχηγού του ισχυροτέρου κόμματος στη Βουλή, τον καθιστούσαν στην ουσία ρυθμιστή της τύχης της ίδιας της κυβέρνησης. Στην προχωρημένη ηλικία του δεν ήταν εύκολο να αποποιηθεί τις ιδέες, για τις οποίες είχε αγωνιστεί μια ολόκληρη ζωή. Επί ένα τέταρτο του αιώνα καταφερόταν πεισματικά εναντίον της “νοοτροπίας του στρατώνα” και προπαγάνδιζε ανελλιπώς υπέρ της μείωσης του χρόνου της στρατιωτικής θητείας. Σε ιδιωτικό δείπνο που οι van Zeeland και Spaak του παρέθεσαν στις 12 Οκτωβρίου παρόντος του κόμη Robert Capelle, γραμματέα του βασιλέα, ο Vandervelde επανέλαβε πως του όλου ζητήματος θα επιλαμβανόταν το προσεχές συνέδριο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος και πως σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος δεν επρόκειτο να αποστασιοποιηθεί από τις απόψεις των συναδέλφων του.10

Στις 9.30 π.μ. της 14ης Οκτωβρίου 1936 συνήλθε στα ανάκτορα το υπουργικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Λεοπόλδου Γ΄.11 Ευθύς εξαρχής ο τελευταίος σκιαγράφησε τον λόγο της παρουσίας του: να προικίσει τη χώρα με έναν στρατιωτικό μηχανισμό προσαρμοσμένο στις συνθήκες που επικρατούσαν, εφαρμόζοντας μια αποκλειστικά βελγική πολιτική. Ο κόσμος έπρεπε να γνωρίζει πως το αίμα του δεν επρόκειτο να χυθεί παρά μόνο για την προστασία και την ασφάλεια του τόπου.

Το διακύβευμα αφορούσε τους πάντες, υπεράνω κοινωνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών κλπ. διαφοροποιήσεων. Η αλήθεια είναι πως το έδαφος είχε επιμελώς προετοιμαστεί από τους van Zeeland και Spaak. Ο ανώτατος άρχων συνέχισε ρίχνοντας στη συζήτηση το ειδικό του βάρος. Ταυτόχρονα έθιξε ένα καίριο ζήτημα, το οποίο εδώ και καιρό απασχολούσε όλους. Ότι, δηλαδή, όσο αποτελεσματική μπορούσε να αποβεί η στρατιωτική συνδρομή ενός συμμάχου, η τελευταία θα λάμβανε χώρα μετά την εκδήλωση της εισβολής, η οποία φάνταζε κεραυνοβόλα. Συνεπώς, οι βελγικές ένοπλες δυνάμεις καλούνταν να αντιμετωπίσουν μόνες τον εισβολέα, έως ότου οι όποιες ενισχύσεις κατέφθαναν στην πρώτη γραμμή. Ο Λεοπόλδος γνώριζε πολύ καλά για ποιο θέμα μιλούσε. Οι ευρισκόμενες σε εξέλιξη γαλλο-βελγικές διαπραγματεύσεις είχαν επιβεβαιώσει πως ένα χρονικό περιθώριο ήταν αναπόφευκτο έως ότου τα γαλλικά στρατεύματα προωθηθούν εντός του βελγικού εδάφους προς το πεδίο των εχθροπραξιών. Έτσι εξηγείται και η εμμονή του για τη σφυρηλάτηση ενός βελγικού αμυντικού συστήματος ικανού να απορροφήσει τα πλήγματα των πρώτων ημερών έπειτα από την εκδήλωση της εισβολής. Ο Βέλγος μονάρχης ουδέποτε

Ο Λεοπόλδος Γ΄ και ο στρατηγός Henri Denis, υπουργός Άμυνας, επιθεωρούν μονάδα του βελγικού πυροβολικού.

αντέκρουσε την ιδέα μιας συμμαχικής στρατιωτικής συνδρομής. Με τη διαφορά του ότι η τελευταία θα συντελείτο σε ένα δεύτερο στάδιο. Επισημαίνοντας το τελευταίο σκεπτικό, καθίστατο προφανές ότι το Βέλγιο θα πολεμούσε μόνο ενάντια σε έξωθεν επιβουλή σε βάρος της εδαφικής του ακεραιότητας και της εθνικής του ανεξαρτησίας, κάνοντας μάλιστα χρήση του νομίμου δικαιώματος της αυτοάμυνας. Οι σοσιαλιστές και οι Φλαμανδοί χριστιανοδημοκράτες, εκ προοιμίου αντίθετοι στη σύναψη στρατιωτικής συμμαχίας (προφανώς με τη Γαλλία), δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν στο σκεπτικό του Λεοπόλδου τη δικαίωση των δικών τους θέσεων. Η όλη ανάλυση μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα ώριμης σκέψης. Άλλωστε, υπό τις παρούσες συνθήκες δεν υπήρχε κάποια άλλη δημοκρατική λύση, ικανή να συσπειρώσει το Κοινοβούλιο και να ανταποκριθεί στην πολιτική εθνικής ενότητας, με την οποία ήταν επιφορτισμένη η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland.

Με την πάροδο του χρόνου και ενόσω ο βασιλέας συνέχιζε την ομιλία του, σημάδια ανακούφισης άρχισαν να διαγράφονται στα πρόσωπα των υπουργών. Τη σκυτάλη πήρε ακολούθως ο πρωθυπουργός μιλώντας στο ίδιο πνεύμα. Ο στρατηγός Denis, υπουργός Άμυνας, ανέπτυξε το τεχνικό σκέλος του όλου προβλήματος επιμένοντας σε δυο σημεία: α) το έμψυχο δυναμικό και β) την επιμήκυνση της θητείας. Πρώτος από τους υπουργούς έλαβε τον λόγο ο Vandervelde. “Παρακολουθώντας σας Μεγαλειότατε”, είπε, “ήταν σαν να ακούγαμε τον πατέρα σας. Τα όσα είπατε δεν πρέπει να παραμείνουν κλειστά στους τέσσερις τοίχους. Απεναντίας, οφείλουν να καταστούν γνωστά σε ολόκληρη τη χώρα”.12 Ο γηραιός σοσιαλιστής ηγέτης ήταν περιχαρής. Μια έντιμη λύση ανέτειλε στον ορίζοντα για τον ίδιο και τους οπαδούς του.13 Οι Φλαμανδοί χριστιανοδημοκράτες δεν διέκριναν, ούτε εκείνοι, κάτι το ανησυχητικό ως προς τις θέσεις τους στα λόγια του βασιλέα. Ο κυβερνητικός συνασπισμός είχε επιβιώσει, το δε στρατιωτικό νομοσχέδιο συγκέντρωνε πλέον κάθε πιθανότητα να υπερψηφιστεί στο Κοινοβούλιο.

King Leopold of the Belgians watches military manoeuvres at Namur (1937)(Πηγή¨British Pathé FILM ID: VLVA61ZMQPOU2F48J72CFZ050J4CU

Η ανακούφιση εντός της κυβέρνησης ήταν τέτοια, ώστε συντάχθηκε αμέσως ένα αναλυτικό δελτίο τύπου για όσα είχαν διαμειφθεί στη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου. Θα ήταν παράλογο να ανέμενε κανείς πως τα πράγματα θα εξελίσσονταν εξίσου ομαλά σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων. Στους ειρηνόφιλους κύκλους επανήλθε η συζήτηση γύρω από τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Στους κόλπους του Βελγικού Εργατικού Κόμματος η “παλαιά φρουρά” παρέμενε προσηλωμένη στις αρχές του αφοπλισμού και της συλλογικής ασφάλειας. Χρειάστηκε να επιστρατευτεί η ρητορική δεξιοτεχνία του Spaak, ούτως ώστε να στρογγυλέψουν οι γωνίες και να προσαρμοστούν πνεύματα και αντιλήψεις στις επιταγές των καιρών. Οι Βαλλώνοι και οι κάτοικοι των Βρυξελλών ανησυχούσαν μπροστά στο ενδεχόμενο χαλάρωσης των δεσμών με τη Γαλλία. Στην όλη κοσμοθεωρία τους, κάτι τέτοιο θα απέβαινε ολέθριο για τη χώρα καθώς θα παρεμπόδιζε κάθε αντίσταση κατά του εισβολέα. Το μέγεθος και η ποικιλία των αντιδράσεων αποπροσανατόλισαν τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Άμυνας. Ανήσυχος, ο τελευταίος ζήτησε τη συνδρομή του στρατιωτικού οίκου του ανώτατου άρχοντα.

Raoul van Overstraeten.

Στις 20 Νοεμβρίου 1936, ο Λεοπόλδος Γ΄ συναντήθηκε στα ανάκτορα με τον πρωθυπουργό. Παρόντες ήταν επίσης οι στρατηγοί Denis και Raoul van Overstraeten, στρατιωτικός σύμβουλος του βασιλέα. Ο τελευταίος ανέπτυξε στους παριστάμενους όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες του προβλήματος. Εθεωρείτο αυθεντία στο είδος. Επέμεινε στον κίνδυνο, ο οποίος ελλόχευε σε περίπτωση που η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας έπεφτε κάτω από τους 17 μήνες. Αποτέλεσμα θα ήταν η πρόκληση ρηγμάτων στην προκάλυψη, κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία. Ο ίδιος θεωρούσε ως αναπόφευκτη τη διενέργεια πολέμου με τη συμμετοχή όχι μόνο του Βελγίου, αλλά και μεγάλου μέρους της Ευρώπης.14 Οι υπόλοιποι παρόντες τον άκουσαν με τη δέουσα προσοχή. Ακολούθως, πρώτα στη Βουλή και κατόπιν στη Γερουσία, ο Paul van Zeeland εμφανίστηκε ως υπέρμαχος της εθνικής άμυνας αποσαφηνίζοντας τη θέση του Βελγίου σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής: “Δεν πρόκειται να αναλάβουμε την παραμικρή δέσμευση, να συνομολογήσουμε την οποιαδήποτε διακρατική πράξη, να ανανεώσουμε το όποιο σύμφωνο που θα μπορούσαν, είτε στη θεωρία είτε στην πράξη, να υπονομεύσουν την ανεξάρτητη και ισόρροπη θέση, την οποία προτιθέμεθα να υιοθετήσουμε. Ανεξαρτησία δεν σημαίνει παράλογη προσκόλληση στην ιδέα της απομόνωσης, ακόμα λιγότερο δε μια εγκληματική παραγνώριση και υποβάθμιση των υποχρεώσεών μας. Τις υποχρεώσεις αυτές θα τις εκπληρώσουμε όλοι μαζί και οφείλουμε να συνεργαστούμε, προκειμένου να το πράξουμε με τον καλύτερο τρόπο”. Βουλευτές και Γερουσιαστές έλαβαν το μήνυμα του πρωθυπουργού. Το νομοσχέδιο “Περί τροποποίησης του Νόμου για την πολιτοφυλακή, τη στράτευση και τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής θητείας” υπερψηφίστηκε με ποσοστό 72,87% στις 2 Δεκεμβρίου από τη Βουλή και με ποσοστό 83.11% δυο ημέρες αργότερα από τη Γερουσία.15 Αρχικός στόχος της κυβέρνησης ήταν μια θητεία διάρκειας 18 μηνών. Εξασφάλισε τους 12, με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον 5 μήνες, γεγονός, το οποίο ισοδυναμεί στην ουσία με δεκαεπτάμηνη διάρκεια. Σε γενικές γραμμές, η κυβέρνηση αποποιήθηκε ένα μήνα σε σχέση με τον αρχικό της σχεδιασμό (17 έναντι 18). Στο Κοινοβούλιο, πολλοί τοποθετούσαν ως όριο τους 11 μήνες. Αποδέχθηκαν την προσθήκη ενός επιπλέον (επισήμως, η θητεία ήταν δωδεκάμηνης διάρκειας). Με την προβλεπόμενη δυνατότητα παράτασης όμως, έφτανε, όπως είδαμε, τους 17 μήνες.16 Οι πάντες ήταν ικανοποιημένοι, καθώς τηρήθηκαν όλα τα προσχήματα. Αυτό ακριβώς ονομάζεται “συμβιβασμός αλά βελγικά”.

Απορροφημένη, όπως ήταν, από το εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση δεν μερίμνησε να προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος εκτός συνόρων. Επειγόταν τόσο πολύ να κλείσει το όλο θέμα, ώστε ακόμα και πολλοί ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Εξωτερικών πληροφορήθηκαν από τον Τύπο το περιεχόμενο της κομβικής παρέμβασης του Λεοπόλδου Γ΄ κατά τη συνεδρίαση της 14ης Οκτωβρίου.17 Σε αντιδιαστολή με τον van Zeeland, ο Spaak δεν συνήθιζε να συνεργάζεται συστηματικά με το υπηρεσιακό δυναμικό του υπουργείου.18 Δεινός ρήτορας, ήταν σε θέση να γοητεύσει το πιο καχύποπτο ακροατήριο. Ωστόσο, υπολείπονταν ακόμα πολλά να μάθει, θητεύοντας κοντά στο πολύ πιο έμπειρο από εκείνον μόνιμο προσωπικό. Η έκπληξη του γενικού γραμματέα Fernand van Langenhove και του διευθυντή Πολιτικών Υποθέσεων Pierre van Zuylen υπήρξε πλήρης. Αποσβολώθηκαν αμφότεροι διαβάζοντας τις εφημερίδες. Ουδείς εκ των δυο ήταν αντίθετος με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Το τελευταίο εντασσόταν με απόλυτη συμμετρία στους στόχους και τις επιταγές της βελγικής διπλωματίας. Τους προβλημάτισε το γεγονός ότι τα λεχθέντα από τον βασιλέα δημοσιοποιήθηκαν δίχως να έχει ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη του υπουργείου σε θέματα καθαρής διατύπωσης.

16, rue de la Loi, Βρυξέλλες: έδρα του γραφείου του πρωθυπουργού.

Ανάλογη υπήρξε και η δυσφορία στο Λονδίνο. Το Foreign Office ελάχιστα εκτίμησε τους χειρισμούς της βελγικής κυβέρνησης θεωρώντας πως έπρεπε να είχε ενημερωθεί εγκαίρως. Εν θερμώ, ο υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden αναφώνησε: “Από πότε οι εστεμμένοι ασχολούνται με το να ρίχνουν βόμβες ;”.19 Γρήγορα ωστόσο ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών επέδειξε κατανόηση. Ο van Zeeland προνόησε να απευθυνθεί προς αυτόν γραπτώς, σε μια προσπάθεια να διαλύσει τα σύννεφα.20 Οι δυο άνδρες γνωρίζονταν καλά και έχαιραν αμοιβαίας εκτίμησης. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Βέλγος πρωθυπουργός επισκέφτηκε το Λονδίνο ως προσκεκλημένος του Διεθνούς Επιμελητηρίου. Ο Eden εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία δηλώνοντας: “Επιβεβαιώνω εκ νέου πως η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα του Βελγίου είναι για τη χώρα μας υψίστης σημασίας και πως το Βέλγιο μπορεί να υπολογίζει σε μια δική μας συνδρομή σε περίπτωση που έπεφτε θύμα επίθεσης”.21 Οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές είχαν αντιληφθεί το πλεονέκτημα, το οποίο μπορούσαν να αντλήσουν από τον νέο προσανατολισμό της αμυντικής πολιτικής της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Ένα καλά θωρακισμένο Βέλγιο είχε περισσότερες πιθανότητες να αποτρέψει μια γερμανική εισβολή από ότι το Βέλγιο του 1914.22

Οι αυτοματισμοί του Quai d’ Orsay κινήθηκαν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Εξανέστη δημοσιοποιώντας, ευκαιρίας δοθείσης, προς τους πάντες την αγανάκτησή του. Το Γραφείο Τύπου έφτασε μέχρι σημείου να εξομοιώσει την παρέμβαση του Λεοπόλδου Γ΄ με την, πρόσφατη ακόμα τότε, επίδειξη ισχύος του Hitler στη Ρηνανία! Μέσα στη γενική κατακραυγή, το περιοδικό L’ Action Wallone της Λιέγης, υπέρμαχο των γαλλικών θέσεων, στο τεύχος της 15ης Νοεμβρίου 1936 δημοσίευσε ένα διαβρωτικό σκίτσο, το οποίο έδειχνε τον Βέλγο μονάρχη να σφίγγει το χέρι του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, στο δε περιθώριο τους Spaak, Goering, Degrelle και Goebbels να ανταλλάσσουν επίσης χειραψία. Επρόκειτο περί αλόγιστων αντιδράσεων υπό το βάρος του συναισθηματισμού. Ουδείς έδειχνε να αντιλαμβάνεται ότι ο Λεοπόλδος Γ΄ βγήκε από την αφάνεια προκειμένου να σώσει μια κυβέρνηση, η οποία, με τη σειρά της, είχε καταφέρει επί των ημερών του να εξορθολογίσει την οικονομία. Ουδείς έδειχνε να κατανοεί πως σκοπός της παρέμβασης ήταν να αποκτήσει το Βέλγιο την αμυντική θωράκιση που υπαγόρευαν επιτακτικά οι συγκυρίες ως απάντηση στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Στις 10 Νοεμβρίου ο Spaak απάντησε χολωμένος στον πρέσβη της Γαλλίας: “Γιατί αμφισβητείτε τις πραγματικές μας προθέσεις; Μόνοι σας αναγνωρίζετε πως οι παρούσες δυσκολίες μας πηγάζουν από την εν γένει συζήτηση γύρω από τον νέο νόμο. Γιατί όμως επιθυμούμε τόσο πολύ τον συγκεκριμένο νόμο; Έναντι τίνος πρόκειται να μας προστατέψει; Γνωρίζετε καλά την απάντηση: έναντι της Γερμανίας”.23 Το Βερολίνο, από τη δική του την πλευρά, τηρώντας σχολαστικά μετριοπαθή στάση, έδειχνε να έχει καλύτερη επίγνωση της όλης κατάστασης. Ο ενορχηστρωμένος από τον δρα Goebbels μηχανισμός προπαγάνδας εστίασε την προσοχή του επάνω στην αχαλίνωτη, σχεδόν υστερική εκστρατεία του γαλλικού Τύπου, εμφανίζοντάς την μάλιστα ως επίτευγμα της Γερμανίας! Γεγονός, το οποίο οδήγησε τον πρέσβη της Γαλλίας στο Βερολίνο, André François-Poncet, να να αποδοκιμάσει την ανευθυνότητα των εφημερίδων της χώρας του.24

 

Anthony Eden, υπουργός Εξωτερικών της
Μεγ. Βρετανίας.
Yvon Delbos, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα, το νόημα της βασιλικής παρέμβασης παρερμηνεύτηκε ολοσχερώς. Το υπόβαθρο της πολιτικής για μια γενικευμένη ανάκαμψη του Βελγίου προσλάμβανε διαστάσεις μιας θεαματικής μεταστροφής της χώρας προς την κατεύθυνση της ναζιστικής Γερμανίας! Το χειρότερο ήταν πως αυτή η συστηματική αλλά και συμπληρωματική παραποίηση της πραγματικότητας από το Παρίσι και από το Βερολίνο προκάλεσε σύγχυση σε επίπεδο βελγικής, αλλά και γενικότερα ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση των Βρυξελλών αντέδρασε άμεσα προσπαθώντας να περιορίσει τη ζημιά. Ωστόσο, απαιτείται συνήθως περισσότερος χρόνος προκειμένου να διορθώσει κανείς ένα λάθος, παρά να το διαπράξει. Ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε επιτρέψει την δημοσιοποίηση της παρέμβασής του υποκύπτοντας στην επιμονή των υπουργών του. Οι τελευταίοι ήταν ουσιαστικά εκείνοι που τον προώθησαν στο προσκήνιο. Ήταν αλήθεια πως με τον τρόπο αυτό υπηρετούσαν εθνικό σκοπό. Όμως, άθελά τους αντέστρεψαν τους ρόλους. Κατά κάποιο τρόπο, η κυβέρνηση έκανε χρήση του βασιλικού κύρους προς όφελός της. Αντί να καλύψει το στέμμα, το άφησε εκτεθειμένο λειτουργώντας βεβιασμένα και σπασμωδικά.25

Όλες οι δυνάμεις του τόπου, οι οποίες διαφωνούσαν με τη νέα γραμμή, έστρεψαν τα βέλη τους ενάντια στον βασιλέα. Η διαγραφείσα πορεία ενσάρκωνε ό,τι ακριβώς η μειοψηφούσα, πλην όμως θορυβώδης αυτή κίνηση φοβόταν. Πίσω από την όλη υπόθεση, η τελευταία διέβλεψε βασιλικό δάκτυλο με στόχο μια περαιτέρω ενδυνάμωση της εξουσίας του μονάρχη. Σύμφωνα με τους ίδιους πάντοτε κύκλους, η δημοκρατία τελούσε εν κινδύνω. Η χώρα είχε διολισθήσει προς μια δικτατορία βασιλικού τύπου. Η κυβέρνηση είχε μετατραπεί σε υποχείριο και απλό εκτελεστή της βούλησης του μονάρχη. Όσο και αν ηχεί παράλογη, η παραπάνω σκέψη είχε μετεξελιχθεί σε πραγματική εμμονή. Σε αυτό συνέβαλε και ένα πλήθος εκτιμήσεων υπό την επήρεια πανικού, προκαταλήψεων και σχολίων σφυρηλατημένων επάνω σε αρνητικό και αποδομητικό υπόβαθρο. Ο πρωθυπουργός διέγνωσε γρήγορα τον κίνδυνο. Στις 2 Δεκεμβρίου εκφράστηκε ως εξής ενώπιον του Κοινοβουλίου: “Κάποιοι επιχείρησαν να διαχωρίσουν τη στάση της κυβέρνησης από τον λόγο του βασιλέα. Προφανώς έχουν λησμονήσει πως η δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου λόγου αποτελεί κυβερνητική πράξη. Ζούμε υπό κοινοβουλευτικό καθεστώς, υπό ένα καθεστώς συνταγματικής βασιλείας. Ο βασιλέας ενεργεί διαμέσου των υπουργών του. Η κυβέρνηση, από τη δική της πλευρά, φέρει την ευθύνη για την υιοθέτηση και εφαρμογή στην πράξη της θεωρίας, η οποία αναπτύχθηκε με τόσο εύστοχο τρόπο από τον βασιλέα”.26

Στηριζόμενος στο επιτελείο του, ο υπουργός Εξωτερικών προσπάθησε να επαναφέρει την ηρεμία εκτός συνόρων. Το Παρίσι ήταν πρωτίστως εκείνο, έναντι του οποίου έστρεψε τις προσπάθειές του. Ο φορμαλισμός, οι στρεψοδικίες και οι εμμονές του Quai d’ Orsay είχαν καταστήσει δύσκολη την αποστολή του. Ήταν υποχρεωμένος να ανοικοδομήσει επάνω στα ερείπια της Συνθήκης του Λοκάρνο. Η επαναστρατικοποίηση της Ρηνανίας είχε ρίξει βαρύ πέπλο επάνω στα τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Στις 19 Μαρτίου 1936 στο Λονδίνο, Βρετανοί, Βέλγοι και Γάλλοι είχαν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις δεσμεύσεις της παραπάνω συνθήκης, ενόσω αυτή δεν είχε υποκατασταθεί από κάποιαν άλλη.27 Ωστόσο, το προσωρινό δεν δύναται να διαρκέσει αιώνια. Να ξανακτίσει κανείς όσα ο Hitler είχε κατεδαφίσει, αποτελούσε ψευδαίσθηση. Ο Mussolini, από τη δική του την πλευρά, δεν έδειχνε ιδιαίτερα διατεθειμένος. Η άρση των κυρώσεων, την 1η Ιουλίου 1936, δεν επέφερε παρά μια εφήμερη μόνο ηλιοφάνεια. Τον ουρανό γέμισαν εκ νέου βαριά σύννεφα με αφορμή την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία. Η ετυμηγορία για τις δυτικές δημοκρατίες ήταν κατηγορηματική: η φασιστική Ιταλία είχε επιλέξει πλέον στρατόπεδο. Δεν απέμενε σε Βρετανούς, Βέλγους και Γάλλους παρά να επιχειρήσουν να ξανακτίσουν μόνοι τους. Το Foreign Office είχε εξελιχθεί σε υπέρμαχο της γραμμής αυτής. Το Λονδίνο έσπευσε να ανανεώσει τις εγγυήσεις του έναντι του Παρισιού και των Βρυξελλών. Οι τριμερείς διαπραγματεύσεις επεκτάθηκαν σε ένα πεδίο, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες των Βέλγων. Στις 23 Απριλίου 1937, οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας επέδωσαν στον Spaak μια κοινή δήλωση, βάσει της οποίας αποδέσμευαν το Βέλγιο από τις υποχρεώσεις του ως εγγυήτριας χώρας. Συνάμα, επιβεβαίωναν τις δικές τους εγγυήσεις προς εκείνο. Επιπρόσθετα, η δήλωση αναγνώριζε το δικαίωμα του Βελγίου να προστατεύει τα σύνορά του με το σύνολο των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων τις οποίες διέθετε, καθώς και τις όποιες απαραίτητες προπαρασκευαστικές, για τον ίδιο σκοπό, ενέργειες.28 Κατά βάση, η χώρα δεν υιοθέτησε παρά μόνο τη δέσμευση να αποκρούσει με την ισχύ των όπλων οποιαδήποτε έξωθεν επιβουλή. Διατήρησε ενεργές προς όφελός της τις εγγυήσεις του Λοκάρνο και αποδεσμεύθηκε από υποχρεώσεις, οι οποίες την παρέσυραν υπεράνω των εθνικών της συμφερόντων και που είχαν αποτελέσει στο πρόσφατο παρελθόν εστία προστριβών στο εσωτερικό μέτωπο. Η βελγική διπλωματία είχε επιτέλους αποκτήσει εκείνο ακριβώς, το οποίο προσδοκούσε: ευελιξία και ανεξαρτησία.

Παρά ταύτα, ο Spaak ήταν ευαίσθητος απέναντι στα επιχειρήματα του πρέσβη της Γαλλίας, Jules Laroche, τα οποία ενστερνιζόταν και μερίδα της βελγικής κοινής γνώμης. Συγκεκριμένα, ο Γάλλος διπλωμάτης είχε επιστήσει την προσοχή του υπουργού Εξωτερικών στον κίνδυνο διακοπής των διμερών διαπραγματεύσεων σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων. Ήδη από την επομένη της δημοσιοποίησης της παρέμβασης του Λεοπόλδου Γ΄, ο Laroche κάλεσε τον Spaak να στοχαστεί στο γεγονός ότι η επιδιωχθείσα ενίσχυση της βελγικής πολεμικής μηχανής ήταν, προφανώς, σε θέση να απορροφήσει το πρώτο πλήγμα μιας γερμανικής επίθεσης. Όμως, η εισβολή εντός του βελγικού εδάφους θα αποτελούσε απλό ζήτημα χρόνου εάν δεν κατέφθαναν εγκαίρως σημαντικές ενισχύσεις από την Γαλλία. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που απαιτούσε συστηματική οργάνωση και λεπτομερή προετοιμασία με πνεύμα ειλικρινούς και εποικοδομητικής αμοιβαίας συνεργασίας.29

Jules Laroche, πρέσβης της Γαλλίας στο Βέλγιο.
Στρατηγός Maurice Gamelin, αρχηγός του
Γαλλικού Γενικού Επιτελείου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το όλο σκεπτικό διέθετε ισχυρό, λογικό και αξιόπιστο υπόβαθρο. Η έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων στην πρώτη γραμμή του μετώπου (με άλλα λόγια στα σύνορα μεταξύ Βελγίου και Γερμανίας), απαιτούσε πράγματι χρονοβόρα και συστηματική προπαρασκευή. Κι όμως, ένας κόσμος ολόκληρος χώριζε τις προβλέψεις από εκείνο, το οποίο μπορούσε παρ’ ελπίδα να συντελεστεί. Ο προσδιορισμός των χρονικών ορίων της παρέμβασης ήταν δέσμιος μιας ευρείας ποικιλίας παραμέτρων, αρχής γενομένης από την ημερομηνία και τη διάρκεια της επιστράτευσης στην ίδια τη Γαλλία και την ταχύτητα προώθησης των διαθέσιμων μονάδων έως την πρώτη γραμμή διαμέσου του βελγικού εδάφους. Η διενέργεια επιστράτευσης στη Γαλλία, είχε σχεδιαστεί ως αντίμετρο σε καταφορά γερμανικού πλήγματος. Συνεπώς, ο μηχανισμός θα ενεργοποιείτο σε συνάρτηση με τις πρωτοβουλίες του αντιπάλου, δηλαδή κατόπιν εορτής. Μοιραία, θα αυξανόταν η καθυστέρηση της προώθησης ενισχύσεων προς το Βέλγιο. Ο συσχετισμός των δυνάμεων αποτελούσε μια δεύτερη σημαντική παράμετρο. Πρώτιστη προτεραιότητα του γαλλικού στρατού ήταν η υπεράσπιση του εθνικού εδάφους. Υπήρχε πάντοτε το ενδεχόμενο οι διαθέσιμες εφεδρείες να μην επαρκούν προκειμένου να συντρέξουν σε βοήθεια της γείτονος χώρας. Ένα σχέδιο εκστρατείας δεν προσφέρει ποτέ απόλυτη μαθηματική βεβαιότητα. Μια πλειάδα από αστάθμητους παράγοντες είναι δυνατό να ανατρέψει τα πάντα κατά την κρίσιμη στιγμή. Τρίτη παράμετρος ήταν η κινητικότητα του γαλλικού στρατού. Ο τελευταίος υστερούσε σε μηχανοκίνητο εξοπλισμό, που ήταν αναγκαίος για μια ταχεία προώθηση των ενισχύσεων. Υπεράνω όλων ωστόσο, ετίθετο το ερώτημα του τι επρόκειτο να συμβεί στο επιχειρησιακό θέατρο έως ότου καταφτάσει η στρατιωτική συνδρομή. Στον τομέα αυτό, κάθε ενδεχόμενο ήταν εφικτό. Τα δυο επιτελεία εξέφραζαν βεβαιότητα για ένα μόνο πράγμα: την ώρα της αλήθειας, ο οποιοσδήποτε στρατηγικός σχεδιασμός, όσο επιμελής και αν υπήρξε στο παρελθόν, ετίθετο αυτομάτως σε ελάσσονα μοίρα.

Επρόκειτο για ένα σκεπτικό, το οποίο ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε εκθέσει με λίγα και απλά λόγια ήδη από τις 14 Οκτωβρίου. Προκειμένου όμως να αναδείξει την ορθότητά του, έπρεπε να απαλλαγεί από τον μύθο που περιέβαλε το όλο ζήτημα: τις επαφές ανάμεσα στα δυο επιτελεία. Η άγνοια των πραγμάτων ουδέποτε εμπόδισε κανέναν να σχηματίσει ιδέες. Το πρόβλημα τίθεται από τη στιγμή που οι ιδέες αυτές λειτουργούν ως υπόβαθρο. Ακόμα χειρότερα σε περίπτωση που ο μύθος εξιδανικευθεί. Η πίεση της κοινής γνώμης είναι τέτοια, που δύσκολα η πολιτική ηγεσία μιας χώρας μπορεί να την αγνοήσει. Στις 27 Οκτωβρίου 1936, ο βασιλέας έγραφε προς τον Spaak τα εξής: “Εκφράζετε επιφυλάξεις. Διστάζετε να απαλλαγείτε από ονομαζόμενα “σύμφωνα”, τα οποία δεν είναι τίποτα παραπάνω από συνομιλίες μεταξύ επιτελείων. Τα θεωρείτε απαραίτητα για την επιτυχή αντιμετώπιση μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης [εκ μέρους της Γερμανίας]. Τα υπερεκτιμάτε. Η άφιξη μερικών μεραρχιών του γαλλικού στρατού απαιτεί πολλές ημέρες. Δεν αποσυμφορίζει ούτε κατά διάνοια τις υποχρεώσεις της προκάλυψης, που τελούν σε συνάρτηση με την χρονική διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρώτο πλήγμα στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις και μόνο σε αυτές. Τα “σύμφωνα” μεταξύ των επιτελείων θα μας κοστίσουν ακριβά σε πολιτικό επίπεδο, δίχως να είναι απαραίτητα από στρατιωτικής απόψεως”.30

Φαίνεται πως το επιχείρημα επέδρασε επάνω στις απόψεις του Spaak. Στις 29 Απριλίου 1937, ο υπουργός Εξωτερικών εκφράστηκε ως εξής ενώπιον του Κοινοβουλίου: “Η κοινή δήλωση των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας θέτει τέλος στην εποχή των στρατιωτικών συμφώνων. Ορισμένοι εξ ημών, κατήγγειλαν υποτέλεια έναντι μιας μεγάλης γείτονος χώρας μέσω της παραπάνω διαδικασίας. Άλλοι πάλι, θεωρούσαν τις επαφές αυτές ως πυλώνα της εθνικής μας άμυνας. Αμφότερες οι απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες και ανεδαφικές”.31 Ο στόχος ήταν διπλός. Αφενός, να ηρεμήσουν Φλαμανδοί και σοσιαλιστές, τους οποίους στοίχειωνε η προοπτική και μόνο των στρατιωτικών συμφώνων με την Γαλλία. Αφετέρου, να καθησυχαστούν όσοι υποστήριζαν με θέρμη ότι δίχως τα τελευταία, η άμυνα της χώρας ήταν ευάλωτη.

Δεν απέμενε παρά να βρεθεί ένας συμβιβασμός με την Γερμανία, ούτως ώστε να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατό, από την ισορροπία που είχε προκύψει από τη Συνθήκη του Λοκάρνο. Η βολιδοσκόπηση πραγματοποιήθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του Βερολίνου. Στις 30 Ιανουαρίου 1937, ο Hitler δήλωσε έτοιμος να αναγνωρίσει και να εγγυηθεί ως ουδέτερα κράτη το Βέλγιο και την Ολλανδία.32 Όπως ήταν επόμενο, η δήλωση δεν άφησε ασυγκίνητες τις Βρυξέλλες. Με τη διαφορά του ότι δεν έπρεπε η ουδετερότητα αυτή να προσλάβει μόνιμη και υποχρεωτική μορφή. Κάτι παρόμοιο θα ξανάφερνε τη χώρα στο πριν του 1914 νομικό καθεστώς. Τότε την είχε δέσει χειροπόδαρα. Το διακύβευμα, τώρα, συνίστατο στο να είναι σε θέση να κάνει τις επιλογές της ελεύθερα, κυρίαρχα, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και πάντοτε σε συνάρτηση με την τροπή των πραγμάτων.33 Παρά ταύτα, η κυβέρνηση δεν έσπευσε να δώσει αμέσως συνέχεια στα ανοίγματα του Βερολίνου. Θα ήταν άκομψο να επιτευχθεί μια συμφωνία με το τελευταίο, δίχως προηγουμένως να έχει συμβεί κάτι ανάλογο με το Λονδίνο και το Παρίσι.

H πρωτοβουλία του Hitler οδήγησε και σε μια θετική εξέλιξη. Έθεσε τέλος στην ατέρμονη μεμψιμοιρία του Quai d’ Orsay. Από την αρχή, οι διμερείς επαφές ανάμεσα στο Βέλγιο και την Γερμανία κινήθηκαν στο πνεύμα της κοινής γαλλο-βρετανικής δήλωσης της 23ης Απριλίου 1937. Στις 13 Οκτωβρίου, το Βερολίνο αποδέχθηκε με τη σειρά του την θέση του Βελγίου, εκδηλώνοντας πρόθεση να τη σεβαστεί. Ταυτόχρονα δεσμεύθηκε να προσφέρει την υποστήριξή του, σε περίπτωση που το τελευταίο υφίστατο επίθεση ή εισβολή. Η δήλωση του Βερολίνου συμπεριλάμβανε ένα πρωτότυπο στοιχείο. Η Γερμανία δεσμευόταν να σεβαστεί το απαραβίαστο και την εδαφική ακεραιότητα του Βελγίου πλην μιας περίπτωσης: εάν το τελευταίο προέβαινε σε εχθρική ενέργεια σε βάρος της, μέσα στο πλαίσιο ενός πολέμου, στον οποίον η ίδια θα είχε εμπλακεί.34

O Adolf Hitler στο συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, Νυρεμβέργη, 1937.

Σε τελική ανάλυση, η τριπλή εγγύηση (βρετανική, γαλλική, γερμανική) προίκισε το Βέλγιο με ένα νέο καθεστώς στο διεθνές στερέωμα. Εγκαθίδρυσε μια ανεξάρτητη πολιτική, που έμεινε γνωστή ως “πολιτική των λυμένων χεριών”. Επέτρεψε μια αυτονομία κινήσεων διαφορετική από τις αγκυλώσεις μιας υποχρεωτικής και μόνιμης ουδετερότητας ή ακόμα μιας προσχώρησης σε κάποιον συμμαχικό συνασπισμό. Η χώρα δεσμεύτηκε να προστατέψει τον εαυτό της με αποκλειστικά δικά της μέσα, όποτε το έκρινε σκόπιμο και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Οι εγγυήτριες χώρες δεν διατηρούσαν κανένα απολύτως δικαίωμα επί του βασιλείου. Η κυριαρχία του τελευταίου ήταν πλήρης. Υπεράσπιση του εθνικού εδάφους δεν σήμαινε αγώνα εντός των συνόρων. Οι τροπή μιας εκστρατείας μπορούσε, κάλλιστα, κατά περίπτωση, να οδηγήσει σε στρατιωτική αναδίπλωση εντός των ορίων ενός φιλικού κράτους ή, ακόμα, σε μεταφορά των επιχειρήσεων μέσα στο επικράτεια του αντιπάλου. Ανάλογα, πάντοτε, με τα όσα υπαγόρευε το εθνικό συμφέρον. Η ανεξάρτητη πολιτική ήταν ένα έντιμο συμβόλαιο με τον λαό. Η εξουσία αναλάμβανε να προστατέψει τα συμφέροντά του. Ως αντιστάθμισμα ζητούσε από τον τελευταίο να της παράσχει τα απαραίτητα μέσα.

Η διετία της πρωθυπουργίας του Paul van Zeeland είναι ασυναγώνιστη μέσα σε ολόκληρο τον μεσοπόλεμο. Σε αυτό το διάστημα επιτεύχθηκε μια τριπλή αναβάθμιση της χώρας: οικονομική, στρατιωτική, διπλωματική. Τα πάντα πραγματοποιήθηκαν σε ένα κλίμα ιεραποστολικής προσήλωσης στους θεσμούς. Περιτριγυρισμένοι από ένα βεβαρυμένο και διάτρητο από κινδύνους πλαίσιο, ο βασιλέας και οι υπουργοί του επέλεξαν και εξασφάλισαν για τον τόπο την μόνη πολιτική, η οποία προσφερόταν υπό τις συνθήκες της στιγμής εκείνης. Μια πολιτική που διέθετε ισχυρό κοινοβουλευτικό υπόβαθρο. Μια πολιτική, η οποία, πέραν από την εθνική συσπείρωση, εναρμόνισε την άσκηση της διπλωματίας με τις επιταγές της άμυνας. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η “πολιτική των λυμένων χεριών” διαθέτει αποτρεπτικές προεκτάσεις. Μόνο που στο σταυροδρόμι με την Ιστορία, το Βέλγιο δεν υπήρξε ποτέ μόνο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα πολλά να διαφεύγουν τελικά από τον έλεγχό του.

 

Paul van Zeeland (1893 – 1973).

 

 

Ο Jean Vanwelkenhuyzen (Βρυξέλλες, 1927-2008) υπήρξε από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Ιστορικών Μελετών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολεμου (Centre de Recherches et d’ Études Historiques de la Deuxième Guerre mondiale) επί μια εικοσαετία (1969-1989), γενικός γραμματέας (1975-1985) και κατόπιν πρόεδρος (1985-1987) της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τέλος, υπήρξε μέλος της επιτροπής Waldheim, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να αξιολογήσει τη δραστηριότητα, κατά τα έτη 1939-1945, του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και μετέπειτα Προέδρου της Αυστρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Jean Vanwelkenhuyzen: Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Α΄: Έργα και ημέρες της πρώτης κυβέρνησης van Zeeland ( Μάρτιος 1935 – Ιούνιος 1936)

Jean Vanwelkenhuyzen

Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Α΄: Έργα και ημέρες της πρώτης κυβέρνησης van Zeeland 

(Μάρτιος 1935 – Ιούνιος 1936)

 

Η κυβέρνηση Paul van Zeeland ανέλαβε καθήκοντα στις 25 Μαρτίου 1935. Ήταν τρικομματική και συγκροτήθηκε για συγκεκριμένο σκοπό.1 Είχε προηγηθεί σειρά ολόκληρη από κυβερνήσεις καθολικών και φιλελευθέρων, η αντιπληθωριστική πολιτική των οποίων ουδόλως κατάφερε να θέσει υπό έλεγχο την οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση, προκειμένου να καταφέρει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, αναγκάστηκε να συμπεριλάβει στους κόλπους της και τους σοσιαλιστές (κρίθηκε απαραίτητη η σύμπραξή τους ενόψει κρίσιμων αποφάσεων), εξ ου και το τριμερές σχήμα της. Στο πλαίσιο των προγραμματικών του δηλώσεων τέσσερις ημέρες αργότερα, ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι αποστολή της κυβέρνησης, την οποία χαρακτήρισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ήταν η οικονομική αναβάπτιση της χώρας. Προκειμένου δε να εστιάσει στον αντικειμενικό του στόχο, ήταν διατεθειμένος να αναστείλει προσωρινά την επίλυση κάθε άλλου είδους προβλήματος, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών και στρατιωτικών εκκρεμοτήτων καθώς και του ιδιαίτερα κρίσιμου γλωσσικού ζητήματος. Σε ό,τι αφορούσε την εξωτερική πολιτική, ο van Zeeland διαβεβαίωσε πως θα διασφάλιζε τη συνέχεια.2 Με άλλα λόγια, μια νέα στροφή στην οικονομία, δίχως να διαταραχθούν τα λιμνάζοντα νερά στους υπόλοιπους τομείς.

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε, η κυβέρνηση απέσπασε μια άνετη πλειοψηφία 41 ψήφων.3 Οι σοσιαλιστές την στήριξαν εν σώματι. Από τους διχασμένους καθολικούς, οι χριστιανοδημοκράτες ψήφισαν θετικά, όχι όμως η συντηρητική δεξιά. Στους κόλπους των φιλελευθέρων υπερείχε ο αριθμός των αρνητικών ψήφων. Η ώθηση στον οικονομικό τομέα γέννησε ελπίδες. Ενδεχομένως η κυβέρνηση θα ήταν σε θέση να την επεκτείνει παραπέρα.4 Θα το είχε, ίσως, καταφέρει εάν δεν μεσολαβούσαν οι διεθνείς εξελίξεις. Ένας κακός άνεμος φυσούσε από ανατολάς. Με την πάροδο του χρόνου γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να τον υποτιμήσει κανείς.

Paul van Zeeland (1893 – 1973).

Πρώιμα σημάδια είχαν εκδηλωθεί στην Ευρώπη προτού η νέα κυβέρνηση αναλάβει καθήκοντα. Κινητήριος μοχλός υπήρξε η άνοδος του Hitler στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου 1933. Εννέα μήνες αργότερα, στις 14 Οκτωβρίου, η Γερμανία αποχώρησε ταυτόχρονα από τη Διάσκεψη Αφοπλισμού και από την Κοινωνία των Εθνών. Έκτοτε, η αναβάθμιση της στρατιωτικής της ισχύος ακολούθησε ρυθμούς που ανάγκασαν πολλά κράτη να λειτουργήσουν προληπτικά.5 Στις 24 Σεπτεμβρίου 1934, η Πολωνία εισήγαγε το μέτρο της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Στις 6 Δεκεμβρίου, η Ελβετία παρέτεινε τη χρονική διάρκεια της τελευταίας. Την 1η Ιανουαρίου 1935, η Τσεχοσλοβακία την ανέβασε στους 24 μήνες. Την ίδια ημέρα, η ΕΣΣΔ ανακοίνωσε πως ο αριθμός των ανδρών υπό τα όπλα εν καιρώ ειρήνης ανερχόταν στους 940.000 έναντι των 600.000 του πρόσφατου παρελθόντος.6 Η Μεγ. Βρετανία άρχισε με τη σειρά της να κινητοποιείται. Η έμφαση δόθηκε στον τομέα της αεροπορίας και του ναυτικού. Ο στρατός ξηράς εξακολουθούσε να φαντάζει ως φτωχός συγγενής έναντι των υπολοίπων δυο όπλων.7 Η έγνοια της ασφάλειας απασχόλησε, όπως ήταν επόμενο, και τη Γαλλία. Στις 15 Μαρτίου 1934 αύξησε τη διάρκεια της θητείας στους 24 μήνες. Στην περίπτωση επρόκειτο περισσότερο για ένα μέτρο, το οποίο αποσκοπούσε στην κάλυψη του δημογραφικού κενού που είχε προκληθεί από τις απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.8 Παρά ταύτα, ο Hitler δεν άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Την επομένη κιόλας ανακοίνωσε τον επανεξοπλισμό του Γ΄ Ράιχ. Η στρατολογία επανήλθε, η δε Reichswehr μετονομάστηκε σε Wehrmacht. Ένας πραγματικός εθνικός στρατός διαδέχθηκε έναν αμιγώς επαγγελματικό.

Στις δυτικές δημοκρατίες η ιδέα και μόνο ενός νέου πολέμου ηχούσε αποκρουστικά σε επίπεδο κοινής γνώμης, με νωπές ακόμη τις μνήμες από την εκατόμβη των ετών 1914-1918. Το ίδιο και εκείνη της πολεμικής προπαρασκευής. Επρόκειτο για ένα δεδομένο, το οποίο οι κυβερνήσεις, προέκταση και αντανάκλαση της κοινής γνώμης, όφειλαν να υπολογίζουν. Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν δεν ξεπερνούσαν το στάδιο της απλής πρόληψης. Ενισχύοντας την αεροπορία και το ναυτικό, η Μεγ. Βρετανία προσέβλεπε στην προστασία του μητροπολιτικού της εδάφους. Η προοπτική δικής της συμμετοχής στις χερσαίες επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου ήταν για την ώρα ανύπαρκτη. Στη Γαλλία, την ίδια εποχή, κυριαρχούσε το σύνδρομο Maginot, τη στιγμή μάλιστα που ο στρατός ξηράς δεν ήταν παρά η σκιά εκείνου του 1918. Εγκλωβισμένος ανάμεσα στις συμπληγάδες του φιλειρηνισμού, της οικονομικής κρίσης και της δραστικής μείωσης των κονδυλίων είχε μετατραπεί σε στρατό-οφθαλμοπάτη.9 Τη στιγμή που η στρατιωτική ισχύς του εθνικοσοσιαλιστικού Ράιχ αναβαθμιζόταν, εκείνη των δημοκρατικών χωρών ακολουθούσε ακριβώς αντίστροφη φορά.

Έργα κατασκευής της γραμμής Maginot. Πυροβολείο στον τομέα του Gordolon.

Το Βέλγιο δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η ανησυχία ήταν διάχυτη μεταξύ των στρατιωτικών κύκλων. Η περιορισμένη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας δεν επέτρεπε τη συνεχή διαθεσιμότητα εκπαιδευμένων μονάδων. Υπήρχαν στιγμές όπου ακόμα και η άμυνα των συνόρων δεν ήταν δεδομένη. Ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ συμμεριζόταν τις εύλογες ανησυχίες του επιτελείου. Ωστόσο, προείχαν άλλες προτεραιότητες, όπως η ανάκαμψη της οικονομίας. Καθόλου τυχαίο το ότι τα στρατιωτικά ζητήματα απουσίαζαν από το πρόγραμμα της κυβέρνησης van Zeeland. Άλλωστε, εδώ και χρόνια αποτελούσαν το μήλο της έριδος μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Οι χριστιανοδημοκράτες της Φλάνδρας και οι σοσιαλιστές στο σύνολό τους ήταν κάθετα αντίθετοι στον ίδιο τον θεσμό των ενόπλων δυνάμεων. Αμφότεροι εκπροσωπούνταν στους κόλπους της νέας κυβέρνησης, η δε συνεργασία τους κρινόταν απαραίτητη για την προσδοκώμενη ανακίνηση της οικονομίας. Οποιαδήποτε συζήτηση περί στρατιωτικών εκκρεμοτήτων ισοδυναμούσε με πτώση της κυβέρνησης. Όλοι οι υπουργοί αποδέχονταν την κατάσταση για λόγους κυβερνητικής πειθαρχίας. Όλοι πλην ενός. Ο φιλελεύθερος υπουργός Άμυνας Albert Devèze, χρόνια τώρα ήταν βαθύς γνώστης των στρατιωτικών θεμάτων. Η άνωθεν επιβληθείσα σιωπή τον πίεζε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συνάδελφό του. Σε δημόσια δήλωση, στην οποία προέβη στις 19 Μαΐου 1935, αποκάλυψε πως τα σύνορα δεν φυλάσσονταν ως όφειλαν, διαβεβαιώνοντας πως ως αρμόδιος υπουργός δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί κανενός είδους συμβιβασμό σε βάρος της εθνικής άμυνας.10

Όπως ήταν επόμενο, το περιεχόμενο και το ύφος ενόχλησαν τους αντιμιλιταριστικούς κύκλους. Ο Émile Vandervelde, πρόεδρος του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (πρόκειται για το όνομα που είχαν επιλέξει για τον εαυτό τους οι σοσιαλιστές), μετείχε στην κυβέρνηση ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Η οργισμένη αντίδρασή του έθετε θέμα κυβερνητικής αλληλεγγύης, ενώ παράλληλα καυτηρίαζε αυτό που χαρακτήριζε ως “ζωή στους στρατώνες”. Ταυτόχρονα πρόσαπτε στον υπουργό Άμυνας ότι επιχειρούσε να μιμηθεί το παράδειγμα της Γαλλίας.11 Το όλο επεισόδιο κινδύνευε να προσλάβει άσχημη τροπή. Τελικά, ο πρωθυπουργός κατάφερε να σβήσει τη φωτιά, να ηρεμήσει τον Vandervelde και να ανακαλέσει τον Devèze στην τάξη.12 Ακόμα και ο βασιλέας χρειάστηκε να παρέμβει καλώντας τον υπουργό Vandervelde να ελέγξει τον παρορμητισμό του.13Το πρόβλημα της ασφάλειας των συνόρων ήταν ιδιαίτερα σοβαρό και απαιτούσε συνεχή παρουσία επιτόπου εκπαιδευμένων μονάδων. Σύμφωνα με το περιβάλλον των ανακτόρων, αποτελούσε υποχρέωση της κυβέρνησης να αναδειχθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Albert Devèze (1881-1959).
Émile Vandervelde (1866-1938).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά συνέπεια, η τελευταία, κινούμενη πλέον εκτός του αρχικού της προγραμματισμού, ενεπλάκη στο στρατιωτικό ζήτημα. Μπορεί μεν το παραστράτημα του αρμοδίου υπουργού να λειτούργησε ως πυροκροτητής, ωστόσο αργά ή γρήγορα η πολιτική εξουσία θα ήταν αναγκασμένη να διαχειριστεί το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Άλλη λύση προκειμένου να είναι συνεχώς διαθέσιμες ετοιμοπόλεμες μονάδες δεν υπήρχε πέρα από την επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας της στρατιωτικής θητείας. Ο τελευταίος λόγος επ’ αυτού αναλογούσε στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Εκείνη ψήφιζε τον προϋπολογισμό, εκείνη προσδιόριζε τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Το ζητούμενο ήταν να καταφέρει να διαμορφωθεί η απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την αποδοχή του σχετικού νομοσχεδίου. Από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κάθε προσπάθεια αναβάθμισης του στρατιωτικού μηχανισμού προσέκρουε συστηματικά σε διπλή αντίδραση. Η φλαμανδική άρνηση διέθετε θρησκευτικό, κοινωνικό και γλωσσικό υπόβαθρο. Στην καθολική και αγροτική Φλάνδρα, η νοοτροπία του στρατοπέδου εθεωρείτο απειλή για την πίστη και την ηθική. Στην παραπάνω αντίληψη έπρεπε να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γαλλικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα μέσα στο στράτευμα. Αργότερα, με ειδική νομοθεσία αποκαταστάθηκε η γλωσσική ισορροπία, όχι όμως σε επίπεδο στελεχών καθότι κάτι τέτοιο απαιτούσε χρόνο. Συνεπώς, η κατάσταση δεν ευνοούσε την απρόσκοπτη στρατολόγηση στελεχών με καταγωγή από τη Φλάνδρα.14

Σαν να μην αρκούσαν τα παραπάνω, ο στρατιωτικός σχεδιασμός χαρασσόταν από τις Βρυξέλλες, όπου επίσης η γαλλική γλώσσα κατείχε τα σκήπτρα. Αποτέλεσμα ήταν να παγιωθεί η αίσθηση πως η κεντρική εξουσία ήταν συνεχώς υποταγμένη στα κελεύσματα μιας κοσμικής και μιλιταριστικής Γαλλίας. Από τη δική του πλευρά, ο αντιμιλιταρισμός των σοσιαλιστών πήγαζε από αλλού. Ωστόσο, οι συνέπειές του συγχέονταν με εκείνον των Φλαμανδών. Η παρουσία της γειτονικής Γαλλίας προκαλούσε αναταράξεις τόσο στους κύκλους των τελευταίων όσο και στους κύκλους των σοσιαλιστών. Η μοναδική διαφορά συνίστατο στο ότι για τους μεν πρώτους εθεωρείτο ανεύθυνη και άθεη, για τους δε δεύτερους αντιδραστική, φιλόδοξη και πολεμοχαρής. Τέλος, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα καυτηρίαζε τη “νοοτροπία του στρατώνα” μόνο και μόνο επειδή θεωρούσε πως στρατολογούσε τους εργάτες σε έναν μηχανισμό υποτελή στον καπιταλισμό. Εν κατακλείδι, σοσιαλιστές και χριστιανοδημοκράτες συγκροτούσαν εντός του Κοινοβουλίου μια μη αναστρέψιμη πλειοψηφία.

Ο ίδιος ο χαρακτήρας του Devèze δεν συνηγορούσε υπέρ της εξομάλυνσης των συσχετισμών. Η παρουσία του και μόνο προκαλούσε προβλήματα. Επί χρόνια εθεωρείτο αυθεντία στα στρατιωτικά ζητήματα. Ωστόσο, οι μέθοδοι και τα μέσα που υιοθετούσε έθεταν εμπόδια στην ίδια τη δική του διαδρομή. Ο εγωκεντρισμός και η αλαζονεία του προκαλούσαν αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ των οπαδών και φίλων του. Μπόρεσε να επιζήσει στους κόλπους των προκατόχων δικομματικών κυβερνητικών σχημάτων χάρη στον εκβιασμό. Τυχόν παραίτησή του θα συμπαρέσυρε την άρση της υποστήριξης των φιλελευθέρων και συνακόλουθα την πτώση της κυβέρνησης. Μόνο έτσι είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να επιβάλει τις απόψεις του. Το ίδιο ίσχυε κατ’ αναλογία και στην περίπτωση της τρικομματικής κυβέρνησης van Zeeland.15 Μόνο που τη φορά αυτή, οι συνθήκες έστρεψαν τον χειμαρρώδη υπουργό Άμυνας προς την επιλογή μιας νέας τακτικής. Είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την παράταση της στρατιωτικής θητείας. Όμως, είχε απόλυτη συνείδηση του γεγονότος πως μια μετωπική επίθεση δεν επρόκειτο να οδηγήσει πουθενά. Ο τελευταίος λόγος δεν ανήκε σε αυτόν ούτε στους κόλπους της κυβέρνησης, ακόμα λιγότερο δε μέσα στο Κοινοβούλιο. Γι αυτό και προέκρινε μια σειρά προσεκτικών ελιγμών, ικανών να βραχυκυκλώσουν τις αντιστάσεις.

Πρώτη ενέργεια ήταν να απαλλαγεί από την υποθήκη του γαλλο-βελγικού στρατιωτικού συμφώνου του Σεπτεμβρίου 1920. Η ύπαρξη και μόνο του τελευταίου συσπείρωνε σοσιαλιστές και Φλαμανδούς χριστιανοδημοκράτες. Πόσο μάλλον που οι μυστικές διατάξεις του συμφώνου εξήπταν την φαντασία και αποτελούσαν γερό υπόβαθρο προς όφελος της εκστρατείας των αντιμιλιταριστών.16 Καιρό τώρα, το συγκεκριμένο σύμφωνο δεν προσέφερε τίποτα το ουσιαστικό.

Ο βασιλέας Αλβέρτος Α΄ (1875-1934) εξέρχεται από το βελγικό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο του 1920.

Είχε κυριολεκτικά απορροφηθεί από το Σύμφωνο του Λοκάρνο του 1925, το οποίο είχε θέσει υπό την κάλυψή του τις γαλλο-βελγικές συνομιλίες σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων. Επιπρόσθετα, η διατύπωση του περιεχομένου άφηνε να διαφανούν κτυπητές απροσεξίες εκ μέρους των Βέλγων υπουργών που το είχαν υπογράψει.17 Το κείμενο προσφερόταν για διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Για τους Βέλγους, η ουσία του συμφώνου του 1920 ήταν τεχνικής φύσεως, αφήνοντας στους πολιτικούς την ευχέρεια να το ενεργοποιήσουν ή όχι. Αντίθετα, από γαλλικής πλευράς, επρόκειτο για μια συνθήκη συμμαχίας, η οποία ετίθετο αυτομάτως σε ισχύ. Στα μάτια του Quai d’ Orsay [γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών] το παραπάνω σύμφωνο αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο ενός ολόκληρου συστήματος σχέσεων με κράτη, τα οποία βρίσκονταν στα μετόπισθεν της Γερμανίας. Ο βελγικός διάδρομος ήταν μια προσφερόμενη διαδρομή προκειμένου να προστρέξει κανείς σε παροχή συνδρομής προς την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία. Ως εκ τούτου, το γαλλο- βελγικό σύμφωνο αντιμετωπιζόταν προ πολλού ως αιχμή του δόρατος της γαλλικής διπλωματίας, σκορπίζοντας εύλογη ανησυχία στους κύκλους εκείνους των Βρυξελλών που υποστήριζαν ότι το Βέλγιο είχε μετατραπεί σε υποχείριο της γείτονος χώρας. Όσο για τους γαλλόφωνους Βαλλώνους, το σύμφωνο αποτελούσε εγγύηση έναντι οποιασδήποτε γερμανικής επιβουλής. Υποστήριξη προς αυτό, ισοδυναμούσε με έκφραση αγνού πατριωτισμού. Ταυτόχρονα όμως, όπως είδαμε, ήγειρε αντιδράσεις στους κόλπους των Φλαμανδών και των σοσιαλιστών. Είχε κινητοποιήσει τους πάντες προς την κατεύθυνση της εκθείασης ή της καταδίκης, ανάλογα με το που ανήκε ο καθένας. Οι οπαδοί του ήταν ταυτόχρονα εκείνοι που υποστήριζαν την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων. Το αντίστροφο ακριβώς συνέβαινε με τους επικριτές του.

Émile Riedinger, στρατιωτικός ακόλουθος της Γαλλίας στο Βέλγιο.

Σύμφωνα με την άποψη του Devèze, μοναδικός τρόπος να απεμπλακεί η όλη κατάσταση από το τέλμα, στο οποίο είχε περιέλθει, ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Γαλλία. Ο Βέλγος υπουργός Άμυνας πίστευε ότι και από την άλλη πλευρά των συνόρων πρυτάνευε ανάλογη διάθεση να διαλυθούν οι ασάφειες που, χρόνια τώρα, δηλητηρίαζαν τις διμερείς σχέσεις. Στις 6 Ιανουαρίου 1936 εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις του στον στρατιωτικό ακόλουθο της Γαλλίας στη βελγική πρωτεύουσα, στρατηγό Émile Riedinger. Οι προνομιακές σχέσεις μεταξύ των δυο ανδρών ήταν γνωστές σε όλους. Οι αντίπαλοι του Devèze υποστήριζαν πως ο υπουργός λάμβανε απευθείας οδηγίες από το Παρίσι μέσω του στρατηγού. Γεγονός πάντως ήταν πως ο πρώτος ζήτησε από τον δεύτερο να μεσολαβήσει στο γαλλικό υπουργείο Άμυνας για μια επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου.18 Ο Riedinger επέστρεψε στις Βρυξέλλες με άδεια χέρια. Για τους Γάλλους, το σύμφωνο του 1920 έφερε εμβληματική αξία και δεν ήταν διατεθειμένοι να το επαναδιαπραγματευθούν. Κατόπιν τούτου, ο Devèze στράφηκε προς τον πρωθυπουργό. Καθώς το βελγικό στρατιωτικό πρόβλημα παρέμενε σε εκκρεμότητα, έπρεπε να βρεθεί λύση το ταχύτερο. Ο υπουργός Άμυνας επιχείρησε να εμπλέξει στην όλη υπόθεση το υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας από τον Van Zeeland να το αναλάβει προσωπικά, ταυτόχρονα με τα καθήκοντα του πρωθυπουργού. Την ίδια στιγμή παραποίησε την υπόθεση, αφήνοντας να εννοηθεί πως η αρχική ιδέα της επαναδιαπραγμάτευσης ανήκε στον Riedinger. Με τον τρόπο αυτό θέλησε να αποποιηθεί τις δικές του ευθύνες.19 Το θέμα, πάντως, ήταν πως κατάφερε να πείσει τελικά τον πρωθυπουργό. Ο τελευταίος ανέθεσε στον γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Παρίσι.20 Ο Fernand Vanlangenhove εθεωρείτο αυθεντία στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Πόσο μάλλον που κατείχε στην εντέλεια το επίμαχο ζήτημα. Είχε ήδη αναμετρηθεί με το Quai d’ Orsay με αφορμή το τελευταίο, πέντε χρόνια νωρίτερα. Γνώριζε καλά το νομικό, θεωρητικό και ολύμπιο πνεύμα που κυριαρχούσε στη γαλλική πρωτεύουσα. Τέλος, είχε πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι θα προσέκρουε πάνω στους “μαρμάρινους πυλώνες” του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.21

Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1935 ενεργοποιήθηκε και η διαδικασία σε επίπεδο Κοινοβουλίου. Ευθύς εξαρχής προσέλαβε συγκρουσιακή μορφή. Οι πολέμιοι της επιμήκυνσης της στρατιωτικής θητείας αναλώθηκαν σε μια τακτική κωλυσιεργίας. Μια τριμελής επιτροπή συγκροτήθηκε προκειμένου να σκιαγραφήσει τους κύριους άξονες των συζητήσεων. Ο φιλελεύθερος γαλλόφωνος Devèze συναλλασσόταν με τους φλαμανδόφωνους Auguste De Schryver (χριστιανοδημοκράτης) και Henri de Man (σοσιαλιστής).22 Τέσσερις ημέρες αργότερα, συγκροτήθηκε μια υπουργική Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας. Πέραν του πρωθυπουργού, συμμετείχαν οι αρχηγοί των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού: ο σοσιαλιστής Vandervelde, ο φιλελεύθερος Paul Hymans και ο χριστιανοδημοκράτης Philippe van Isacker.23 Τότε ακριβώς ξεκίνησε η χρονοτριβή σε όλο της το μεγαλείο.24

Λεοπόλδος Γ΄ (1901 – 1983).

Η ανησυχία που ένοιωθε ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ ήταν εύλογη. Βαριά σύννεφα συσσωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα. Από τη μια πλευρά, η Γερμανία είχε επιδοθεί σε μια διαδικασία ξέφρενου επανεξοπλισμού. Στο απέναντι στρατόπεδο, δεν είχε απομείνει πλέον τίποτα από το λεγόμενο “μέτωπο της Στρέζας”. Στις 3 Οκτωβρίου 1935 ο Mussolini εισέβαλε στην Αιθιοπία, αναγκάζοντας την Κοινωνία των Εθνών να επιβάλλει κυρώσεις σε βάρος της Ιταλίας. Το Παρίσι και το Λονδίνο δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τις υιοθετήσουν με τη σειρά τους εξαιτίας της πίεσης, την οποία ασκούσε η κοινή γνώμη στις δυο χώρες. Ωστόσο, αμφότερες κατέβαλαν προσπάθεια να περιορίσουν το εύρος των κυρώσεων προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος προσέγγισης της Ρώμης με το Βερολίνο. Ο Λεοπόλδος Γ΄ ατένιζε τον παραπάνω κίνδυνο με δέος. Στρατιωτικής παιδείας ο ίδιος, υπολόγιζε στην αλληλεγγύη των Ευρωπαίων εστεμμένων. Έχοντας αυτό κατά νου, ήρθε σε επαφή με τον Γεώργιο Ε΄ της Αγγλίας και τον Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ της Ιταλίας με στόχο να αποκατασταθούν οι δεσμοί ανάμεσα στα τρία κράτη.25 Ο Βέλγος μονάρχης ούτε καν υποψιαζόταν πως την ίδια ακριβώς στιγμή ο στρατηγός Maurice Gamelin, αρχηγός του γαλλικού επιτελείου, ενημέρωνε τους ανωτέρους του ότι η Γαλλία δεν ήταν σε θέση να εφοδιάσει το Βέλγιο με τα απαραίτητα μέσα που θα εγγυώνταν την εδαφική του ακεραιότητα και την εθνική του ανεξαρτησία.26

Στις 27 Φεβρουαρίου 1936, το νομοσχέδιο για την επιμήκυνση της στρατιωτικής θητείας καταψηφίστηκε στη Βουλή με 94 ψήφους κατά, 62 υπέρ και 16 αποχές.27 Υπέρ τάχθηκαν οι φιλελεύθεροι και οι χριστιανοδημοκράτες της Βαλλωνίας και των Βρυξελλών. Παρά ταύτα, μια ηλιαχτίδα ελπίδας διαγράφηκε στον ορίζοντα. Οι διαπραγματεύσεις με το Παρίσι είχαν προσλάβει αισιόδοξη τροπή. Δυο εβδομάδες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία, ο Paul van Zeeland είχε επισκεφτεί την γαλλική πρωτεύουσα. Είχε εξηγήσει ξεκάθαρα στον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών, Pierre-Étienne Flandin, ότι εάν το σύμφωνο του 1920 παρέμενε σε ισχύ, τότε δεν υπήρχε ελπίδα να περάσει από τη Βουλή το νομοσχέδιο για την επιμήκυνση της θητείας. Θεωρούσε απαράδεκτο να εγκυμονεί κίνδυνος τέτοιου μεγέθους μόνο και μόνο προκειμένου να διατηρηθεί ένα σύμφωνο άνευ ουσίας. Τα πάντα κρίθηκαν μέσα στο διήμερο 26 και 27 Φεβρουαρίου. Την καταψήφιση του νομοσχεδίου διαδέχθηκε ένας λόγος, τον οποίο ο πρωθυπουργός εκφώνησε ενώπιον του Κοινοβουλίου στις 11 Μαρτίου. “Το γαλλο-βελγικό Σύμφωνο του 1920, μαζί με όλες τις παρωχημένες διατάξεις που περιέχει αλλά και το μυστήριο που το περιβάλλει, δεν ισχύει πλέον”, δήλωσε. “Με πνεύμα κρυστάλλινης διαύγειας, Βέλγοι και Γάλλοι συνεχίζουν τις μεταξύ τους επαφές σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων με στόχο την υλοποίηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων, τις οποίες υπαγορεύει το Σύμφωνο του Λοκάρνο”.28

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα έλαβε χώρα ένα προαναγγελθέν προ καιρού από τον Hitler γεγονός. Τα ξημερώματα της 7ης Μαρτίου τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν εντός της Ρηνανίας, παραβιάζοντας τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Την επομένη, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Albert Sarraut, δήλωσε πως η χώρα του δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει το Στρασβούργο απροστάτευτο κάτω από την απειλή του γερμανικού πυροβολικού. Πέραν όμως από στομφώδεις δηλώσεις του είδους αυτού, η κυβέρνηση του Παρισιού παρέμεινε αδρανής. Η στρατιωτική ηγεσία είχε προκαθορίσει πως μόνη της, η Γαλλία δεν ήταν σε θέση να πράξει οτιδήποτε.29 Η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, δεν έδειχνε την παραμικρή πρόθεση να εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες στη Γηραιά Ήπειρο.30 Η Ιταλία, ευρισκόμενη μέσα στη δίνη της αιθιοπικής κρίσης, απειλούμενη με επιβολή εμπάργκο πετρελαίου, παρέμενε στη γωνιά της απομονωμένη και κατσουφιασμένη.31 Δεν απέμενε παρά μόνο το Βέλγιο. Όπως ήταν επόμενο, τις ημέρες εκείνες η διπλωματία κατέλαβε το προσκήνιο. Από γαλλικής πλευράς, ο Flandin εμφανιζόταν ως υπέρμαχος μιας δυναμικής αντίδρασης. Ο Anthony Eden προέτασσε την οδό των διαπραγματεύσεων. Ο van Zeeland αναλώθηκε σε δηλώσεις συμβιβασμού. Οι Ιταλοί, τέλος, παρακολουθούσαν εξ αποστάσεως τις εξελίξεις.32 Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Flandin αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την αδυναμία της Γαλλίας να παρέμβει. Εν ολίγοις, ο χρόνος κυλούσε και η πρωτοβουλία του Hitler εξακολουθούσε να παραμένει ατιμώρητη. Το περίφημο μέτωπο της Στρέζας είχε διαλυθεί και θαφτεί βαθιά μέσα στη γη. Για το Βέλγιο, η νέα πραγματικότητα ήταν ξεκάθαρη: τα γερμανικά στρατεύματα στρατοπέδευαν πλέον στα σύνορά του.

7 Μαρτίου 1936. Είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στη Ρηνανία.

Τον Μάιο πραγματοποιήθηκαν γενικές εκλογές. Οι πρόσφατες εξελίξεις απεικονίζονταν στο αποτέλεσμα. Ένα νέο κόμμα ακροδεξιών-φασιστικών τάσεων με επικεφαλής τον Léon Degrelle απέσπασε με την πρώτη 21 έδρες σε σύνολο 202. Οι χριστιανοδημοκράτες απώλεσαν 16. Οι Φλαμανδοί εθνικιστές (Vlaamsch Nationaal Verbond) διπλασίασαν την παρουσία τους (από 8 έδρες ανέβηκαν στις 16). Οι κομμουνιστές τριπλασίασαν τη δύναμή τους (9 έναντι 3). Για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου, 46 βουλευτές αμφισβητούσαν απροκάλυπτα το καθεστώς. Ο διχασμός βρισκόταν προ των πυλών.33 Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως προειδοποίηση προς την κυβέρνηση. Η δυσαρέσκεια του ενός στους πέντε Βέλγους εκλογείς πήγαζε από την κοινωνική και γλωσσική διαστρωμάτωση της βάσης. Ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της κοινωνίας είχε πάψει να πιστεύει στους ισχύοντες θεσμούς.

 

Belgian Election Duel (Πηγή: British Movietone)

 

Η κυβέρνηση, ως όφειλε, υπέβαλε αμέσως την παραίτησή της. Καθώς, σύμφωνα με το εκλογικό αποτέλεσμα, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα είχε έρθει πρώτο σε αριθμό ψήφων, η εντολή σχηματισμού της νέας κυβέρνησης ανατέθηκε στον Émile Vandervelde. Οι προσπάθειες του τελευταίου απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα η εντολή να δωθεί εκ νέου στον Paul van Zeeland. Το κυβερνητικό σχήμα, το οποίο ορκίστηκε στις 13 Ιουνίου 1936, αντανακλούσε τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς. Δυο κομβικά χαρτοφυλάκια, Οικονομικών και Εξωτερικών, ανατέθηκαν αντίστοιχα στους ανερχόμενους αστέρες του Εργατικού Κόμματος, Henri de Man και Paul-Henri Spaak.34 Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας πέρασε στα χέρια ενός ειδικού. Επρόκειτο για τον στρατηγό Henri Denis, φιλελεύθερων τάσεων. Ο επί τετραετία αδιαφιλονίκητος χειριστής της αμυντικής πολιτικής της χώρας, Albert Devèze, δεν μετείχε στη νέα κυβέρνηση. Είχε πλέον περιέλθει σε δεινή θέση. Ωστόσο, η απουσία του απάλλαξε, επιτέλους, τον πρωθυπουργό από μια μόνιμη εστία προστριβών με τους σοσιαλιστές και με τους Φλαμανδούς.35

[Συνεχίζεται]

Ο Jean Vanwelkenhuyzen (Βρυξέλλες, 1927-2008) υπήρξε από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Ιστορικών Μελετών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολεμου (Centre de Recherches et d’ Études Historiques de la Deuxième Guerre mondiale) επί μια εικοσαετία (1969-1989), γενικός γραμματέας (1975-1985) και κατόπιν πρόεδρος (1985-1987) της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τέλος, υπήρξε μέλος της επιτροπής Waldheim, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να αξιολογήσει τη δραστηριότητα, κατά τα έτη 1939-1945, του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και μετέπειτα Προέδρου της Αυστρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Γιάννης Μουρέλος: “Φονικό στην Εκκλησιά”. Η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Thomas Becket στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας

Γιάννης Μουρέλος

“Φονικό στην Εκκλησιά”. Η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Thomas Becket στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας

                                  

«Ένα κακό δεν είναι ιδιωτική υπόθεση.

Aπλώνεται σ’ όλον τον κόσμο κι όλοι πληρώνουν».

(Γιώργος Σεφέρης)

 

Στις 29 Δεκεμβρίου του έτους 1170 έλαβε χώρα ένα ασυνήθιστο όσο και θεαματικό γεγονός. Τέσσερις πάνοπλοι ιππότες (Reginald FitzUrse, Hugh de Morville, William de Tracy και Richard le Breton – έφεραν όλοι Νορμανδικά ονόματα) εισέβαλαν στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας και δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον αρχιεπίσκοπο Thomas Becket τη στιγμή που ο τελευταίος τελούσε την ακολουθία του εσπερινού. Η περιγραφή του συμβάντος μια δεκαετία αργότερα από τον μοναχό Edward Grim, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς, αποκαλύπτει την απίστευτα βίαιη και αποκρουστική εικόνα: “Ο ασεβής ιππότης…όρμηξε αίφνης επάνω του και αφαίρεσε την αρχιεπισκοπική  μίτρα. Παρά το δεύτερο κτύπημα, το οποίο δέχτηκε στο κεφάλι, [ο Becket] εξακολούθησε να διατηρεί την ισορροπία του. Όμως, έπειτα από το τρίτο, λύγισαν γόνατα και αγκώνες, ο δε λαβωμένος μάρτυρας προσφέρθηκε ως θυσία λέγοντας με σβησμένη φωνή “Στο όνομα του Ιησού είμαι έτοιμος να ασπαστώ τον θάνατο για την προστασία της εκκλησίας”. Ο τέταρτος ιππότης κατάφερε ένα χαριστικό πλήγμα στο κεφάλι […]. Το αίμα έγινε λευκό καθώς αναμείχθηκε με εγκεφαλική ουσία, τα δε χυμένα στο έδαφος μυαλά έγιναν κόκκινα από το αίμα. Ο πέμπτος – όχι ιππότης αλλά κληρικός- ο οποίος είχε εισέλθει στο ναό συνοδεύοντας τους δολοφόνους, πάτησε με το πέλμα του τον αυχένα του αρχιερέα και μεγαλομάρτυρα και (είναι φρικιαστικό να το περιγράφει κανείς) διασκόρπισε στο δάπεδο το αίμα και την εγκεφαλική ουσία λέγοντας, απευθυνόμενος προς τους ιππότες, “Μπορούμε να αποχωρήσουμε. Δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί”.

Ποια όμως υπήρξαν τα αίτια εκείνα, τα οποία οδήγησαν τα πράγματα έως την ακραία αυτή χρήση βίας εντός ενός από τους πλέον εμβληματικούς Καθεδρικούς Ναούς της Χριστιανοσύνης και μάλιστα εν ώρα λειτουργίας; Πόσο αστείρευτο μίσος κυκλοφορούσε και τι είδους διακυβεύματα εκκρεμούσαν προκειμένου να λάβει χώρα μια τόσο αλλόφρων και πρωτοφανής ενέργεια που στιγμάτισε το μέλλον για μακρύ χρονικό διάστημα και λειτούργησε ως έναυσμα και πηγή έμπνευσης, αιώνες αργότερα, για σωρεία δημιουργιών που, κατά γενική ομολογία, έχουν καταξιωθεί πλέον ως εξέχοντα αριστουργήματα στον χώρο της λογοτεχνίας, του θεάτρου, του λυρικού δράματος και του κινηματογράφου;

Το σημείο της δολοφονίας σήμερα.
Ο τάφος του Thomas Becket εντός του Καθεδρικού Ναού της Καντερβουρίας.

 
Η αιώνια αντιπαράθεση της εκκλησιαστικής εξουσίας με την κοσμική

Το 1170 μόλις μετά βίας είχε συμπληρωθεί ένας αιώνας από την περίφημη μάχη του Χέιστινγκς (1066), τη στέψη του Γουλιέλμου του Κατακτητή (1028-1087), δούκα της Νορμανδίας, ως βασιλέα της Αγγλίας και την οριστική κατάληψη των βρετανικών νήσων από τους Νορμανδούς. Επίσης, το 1170 διανύουμε το 16° έτος της βασιλείας του Ερρίκου Β΄, ιδρυτή της δυναστείας των Plantagenets και πατέρα του μετέπειτα Ριχάρδου Α΄ του Λεοντόκαρδου. Επρόκειτο για έναν απρόβλεπτο και αδίστακτο χαρακτήρα, ο οποίος, ωστόσο, στα 35 χρόνια που διήρκησε η βασιλεία του είχε να επιδείξει αξιοσημείωτες επιτυχίες. Αποκατέστησε πλήρως την βασιλική εξουσία στην Αγγλία, επανεγκατέστησε την ηγεμονία του επί της Ουαλίας, ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο των κτήσεών του στη Γαλλία (περιοχές Anjou, Maine και Touraine). Επιπρόσθετα, μέσω του γάμου του με την Ελεονώρα της Ακουιτανίας (σύζυγο του βασιλέα Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας έως το 1152) διεύρυνε την επιρροή του επάνω σε εκτενή εδάφη της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με αποτέλεσμα να ελέγχει μεγαλύτερο τμήμα της Γαλλίας συγκριτικά με τον ίδιο τον βασιλέα της τελευταίας. Επί των ημερών του, η βασιλική αυλή είχε μετεξελιχθεί σε ένα μεγάλο συμβούλιο (magnum concilium) με τη συμμετοχή βαρόνων και επισκόπων. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το όργανο αυτό αποφαινόταν για υψίστης σημασίας ζητήματα. Ωστόσο, δεν είναι εξακριβωμένο κατά πόσο η ευρεία συμμετοχή στους κόλπους του συμβουλίου προσέδιδε στα μέλη του τελευταίου πραγματικό περιθώριο ανάληψης πρωτοβουλιών ενάντια στη βούληση του μονάρχη. Σημαντική υπήρξε και η οικονομική και φορολογική πολιτική, η οποία δομήθηκε επάνω σε τρεις κομβικούς φορείς: ένα κεντρικό βασιλικό Δημόσιο Ταμείο (Treasury) με ανάλογα παραρτήματα στην ύπαιθρο, ένα Θησαυροφυλάκιο (Exchequer), το οποίο διαχειριζόταν τις πληρωμές προς το Δημόσιο Ταμείο, και μια ομάδα αυλικών, η οποία συνόδευε τον βασιλέα στις μετακινήσεις του διανέμοντας χρήματα και εισπράττοντας φόρους. Στον τομέα της απονομής δικαιοσύνης εισήγαγε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες έθεσαν τα θεμέλια του αγγλικού ποινικού και αστικού δικαίου. Ωστόσο, οι ιστορικοί του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς την αγγλοκεντρική διάσταση της διοίκησης του Ερρίκου Β΄, λαμβανομένης υπόψιν της νορμανδικής του καταγωγής, της ενασχόλησης με τις κτήσεις του στη Γαλλία, του γεγονότος, τέλος, ότι, αν και καταλάβαινε τα αγγλικά, δεν έκανε χρήση παρά μόνο της γαλλικής και της λατινικής γλώσσας.

Ερρίκος Β΄ (1133-1189).

Ο τομέας εκείνος, ο οποίος στιγμάτισε ανεπιστρεπτί την βασιλεία του εξουδετερώνοντας ουσιαστικά τα όποια επιτεύγματα είχαν προηγηθεί, ήταν οι σχέσεις του με την Εκκλησία με αποκορύφωμα, βέβαια, το επεισόδιο της δολοφονίας του Becket. Ήδη από τον Η΄ αιώνα, το σύνολο των βρετανικών νήσων υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη. Οι βασιλείς στηρίζονταν στην Εκκλησία, η οποία τους προσέφερε την ιεραρχία και την οργάνωση, που τόσο πολύ είχαν ανάγκη. Όταν το 1161 απεβίωσε ο αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας Θεοβάλδος, ο Ερρίκος άδραξε την ευκαιρία και σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τα δικαιώματά του επί της Εκκλησίας, διόρισε, έναν χρόνο αργότερα, στον αρχιεπισκοπικό θώκο τον επιστήθιο φίλο του και μέχρι τότε σφραγιδοφύλακα και κυριότερο σύμβουλό του, Thomas Becket. Πεπεισμένος ότι με αυτό τον τρόπο θα έθετε την Εκκλησία υπό τον έλεγχό του, εξεπλάγη τα μέγιστα βλέποντας τον Becket να μεταλλάσσεται σε υπέρμαχο των δικαιωμάτων της τελευταίας. Η μεταξύ τους αντιπαράθεση εκδηλώθηκε σε τομείς όπως το ζήτημα της ανάκτησης του ελέγχου εδαφών που υπάγονταν στην αρχιεπισκοπή, το φορολογικό σύστημα και η εισπρακτική πολιτική του βασιλέα, τέλος, η υπαγωγή ή όχι των ιερωμένων, κατηγορουμένων για κοσμικά εγκλήματα, στην αυτόνομη εκκλησιαστική δικαιοσύνη.

Με την πάροδο του χρόνου το χάσμα μεταξύ των δυο πρώην φίλων κατέστη αγεφύρωτο καθώς δεν υπήρχαν περιθώρια συμβιβασμού. Ο Ερρίκος ήταν άξεστος και ισχυρογνώμων. Ο Becket ματαιόδοξος και πεισματάρης, αρθρώνοντας εμφανώς πολιτικό λόγο. Τον Ιανουάριο του 1164, στα ανάκτορα του Κλάρεντον, ο Ερρίκος προέδρευσε μιας συνέλευσης, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Εκκλησίας. Η τελική πράξη, η οποία προέκυψε (Constitutions of Clarendon), προέβλεπε λιγότερη εκκλησιαστική ανεξαρτησία και περισσότερο χαλαρές σχέσεις με τη Ρώμη. Αν και σε ένα αρχικό στάδιο ο Becket έδειχνε να συμμορφώνεται με το αποτέλεσμα, γρήγορα εξέφρασε την αντίθεσή του, αρνούμενος να υπογράψει το κείμενο. Κατόπιν τούτου, ο Ερρίκος απαίτησε από αυτόν να παραστεί, στις 8 Οκτωβρίου 1164 στον πύργο του Νορθάμπτον ενώπιον του μεγάλου συμβουλίου με την κατηγορία της ανυπακοής στη βασιλική εξουσία. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ο Becket αναζήτησε καταφύγιο στη Γαλλία, όπου διέμεινε έως το 1170, οπότε και επέστρεψε κατόπιν μεσολάβησης του Πάπα Αλεξάνδρου Γ΄. Η  εκεχειρία μεταξύ των δυο ανδρών δεν διήρκησε παρά ελάχιστα. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους, τρεις ιεράρχες, οι επίσκοποι της Υόρκης, του Λονδίνου και του Σώλσμπερυ, έστεψαν βασιλέα τον διάδοχο Ερρίκο τον νεώτερο. Επρόκειτο για επιθυμία του πατέρα του (άλλωστε, διατήρησε στο ακέραιο της εξουσίες του), ο οποίος, με την ενέργεια αυτή επιχείρησε να διασφαλίσει μια ομαλή διαδοχή στο θρόνο της Αγγλίας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ εξοργίζοντας τον Becket, καθώς η αρμοδιότητα ανήκε εξ ορισμού στη δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής της Καντερβουρίας. Σε απάντηση, προχώρησε στον αφορισμό των τριών ιεραρχών που κατά παράβαση του νόμου είχαν διεκπεραιώσει την τελετή. “Δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να με απαλλάξει από αυτόν τον ταραχοποιό ιερέα;”, αναφώνησε εκτός εαυτού ο Ερρίκος μόλις πληροφορήθηκε την είδηση. Τα λόγια αυτά εξέλαβαν ως εντολή δολοφονίας του αρχιεπισκόπου οι τέσσερις ιππότες, οι οποίοι, με δική τους πρωτοβουλία, αναχώρησαν δίχως χρονοτριβή για την Καντερβουρία.

Η δολοφονία του Thomas Becket έτσι όπως απεικονίζεται σε χειρόγραφο του ΙΓ΄ αιώνα.
Geoffrey Chaucer, The Canterbury Tales, χειρόγραφο του Ellesmere (αρχές ΙΕ΄ αιώνα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η είδηση της δολοφονίας προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Πρώτος εκπλαγείς υπήρξε ο ίδιος ο Ερρίκος, ο οποίος διαπίστωσε πως, άθελά του, έφερε μερίδιο ευθύνης, από τη στιγμή που τα λόγια του είχαν παρερμηνευθεί. Στις 12 Ιουλίου 1174, εν μέσω της μεγάλης εξέγερσης των ετών 1173-1174, μαστιγώθηκε δημόσια μπροστά από τον τάφο του Becket, σε μια πράξη εξαγνισμού. Η δολοφονία στιγμάτισε ανεπανόρθωτα την υπόλοιπη βασιλεία του καθώς το όνομά του συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά και μόνο με αυτό το συμβάν. Απεβίωσε το 1189 σε ηλικία 56 ετών στη Γαλλία και ενώ οι σχέσεις με τους γιους του Ριχάρδο Α΄ (μετέπειτα Λεοντόκαρδο) και Ιωάννη (μετέπειτα Ακτήμονα) είχαν διαρραγεί με βίαιο τρόπο.  Σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Becket άρχισε να αντιμετωπίζεται ως μάρτυρας. Στις 21 Φεβρουαρίου 1173 αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Οι τέσσερις δολοφόνοι αναζήτησαν καταφύγιο στον πύργο ενός εξ αυτών, όπου παρέμειναν επί ένα έτος. Δεν συνελήφθησαν ούτε και επιτάχθηκαν τα κτήματά τους. Τον Αύγουστο του 1171 αφορίστηκαν άπαντες από τον Πάπα. Όταν επισκέφτηκαν τη Ρώμη εκλιπαρώντας για συγχώρεση, ο τελευταίος τους συνέστησε να μεταβούν στους Αγίους Τόπους και να υπηρετήσουν εκεί ως ιππότες επί 14 έτη.

Why Henry II Murdered Archbishop Thomas Becket | Timeline

 

Τα διαφορετικά πρόσωπα του Thomas Becket

Στην εισαγωγή της απαράμιλλης μετάφρασης στα ελληνικά του θεατρικού δράματος Murder in the Cathedral του T. S. Eliot, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει χαρακτηριστικά: “Θα ήταν λάθος να κρίνει κανείς το έργο ιστορικά, με τις επιχειρηματολογίες της σκοπιμότητας… Η πράξη του έργου ξετυλίγεται σε άλλη στάθμη. Είναι η μάχη με το αξεχώριστο κακό… Είναι ο αγώνας ενός ανθρώπου με την περηφάνια του. Με τον ίδιο τρόπο θα ήταν επίσης λάθος αν έβλεπε κανείς τον ήρωα του δράματος σαν έναν κομματάρχη του ιερατείου που έστησε πόλεμο με τον οποιοδήποτε φορέα της κοσμικής εξουσίας”.1 Με αυτά τα λόγια, ο μεγάλος Έλληνας ποιητής έθεσε εύστοχα το πρόβλημα της λογοτεχνικής απόδοσης ενός ιστορικού συμβάντος.

Το ιστορικό δράμα (σε πεζό ή σε έμμετρο λόγο) εμπνέεται από το ιστορικό συμβάν. Δεν καλείται να αποκαταστήσει το τελευταίο με γνώμονα τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Στόχος του δεν είναι να προσφέρει ιστορική γνώση, αλλά να καταθέσει μια υποκειμενική εκδοχή, η οποία, συχνά, επιτρέπει στον δημιουργό να επιστρατεύσει το ταλέντο του, να εξορκίσει τα συναισθήματά του και να εξωτερικεύσει τον δικό του εσωτερικό κόσμο.

Ιστορία, μύθος, μυστήριο και ποίηση περιβάλλουν το πρόσωπο του Thomas Becket. Άλλοι τον θεωρούν ήρωα, άλλοι τον προσεγγίζουν ως άγιο, υπέρμαχο των δικαιωμάτων της Εκκλησίας, ο οποίος θυσίασε τη ζωή του για την τιμή και τη δόξα του Θεού.²2Αναφορές στη ζωή και το έργο του υφίστανται ήδη από βιογράφους της εποχής του, ο αριθμός των οποίων ξεπερνά τους δέκα. Μεταξύ αυτών, ο John of Salisbury (c. 1110-1180), συγγραφέας, φιλόσοφος, διπλωμάτης και μετέπειτα επίσκοπος της Chartres, διετέλεσε επί επτά έτη προσωπικός του γραμματέας. Έζησε από κοντά τη σύγκρουση του αρχιεπισκόπου με τον βασιλέα, την οποία απαθανάτισε στις επιστολές του.3 Ο μοναχός Edward Grim (άγνωστη ημερομηνία γέννησης – c. 1189) έτυχε να επισκεφθεί τον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Δεκεμβρίου 1170 και να παραστεί στο τραγικό συμβάν, το οποίο περιέγραψε σε γραπτό κείμενο δέκα χρόνια αργότερα. Τη στιγμή της δολοφονίας βρισκόταν στο πλευρό του αρχιεπισκόπου. Επιχείρησε, μάλιστα, δίχως επιτυχία, να παρεμποδίσει έναν από τους ιππότες. Δέχθηκε πλήγμα (το ένα του χέρι κόντεψε να ακρωτηριαστεί), έπεσε στο έδαφος και κατάφερε να συρθεί έως το πίσω μέρος της Αγίας Τράπεζας, όπου είχαν αναζητήσει καταφύγιο κι άλλοι παριστάμενοι.

The martyrdom of St.Thomas Becket, 29 Dec. 1170 (Edward Grim)

Άλλος βιογράφος του Becket και αυτόπτης μάρτυς της δολοφονίας ήταν ο επίσης μοναχός William of Canterbury (άγνωστες ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου). Περιγράφοντας τη σκηνή, ομολογεί πως έντρομος κρύφτηκε στο στασίδι της χορωδίας προκειμένου να διαφύγει τον θάνατο.4 Ο William Fitzstephen (άγνωστη ημερομηνία γεννήσεως – c. 1191) συνέγραψε μια εκτενή βιογραφία με τίτλο Vita Sancti Thomae, Cantuariensis Archiepiscopi et Martyris.5  Αναφορά στο προσκύνημα στον τάφο του Becket συναντάμε και στις αρχές του ΙΕ΄ αιώνα στο περίφημο έργο του Geoffrey Chaucer The Canterbury Tales.6

Δυο υπήρξαν οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι οποίοι κατά τον προπερασμένο αιώνα έστρεψαν την προσοχή τους γύρω από το πρόσωπο και τη ζωή του Becket. Γνωστότερος ήταν ο Alfred Tennyson, 1ος βαρόνος Tennyson (1809-1892). Ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ένας από τους πλέον δημοφιλείς Βρετανούς ποιητές χάρη, κυρίως, στο πασίγνωστο ποίημα The Charge of the Light Brigade, στο οποίο απαθανατίζεται ένα επικό  επεισόδιο του πολέμου της Κριμαίας. Το 1884 δημοσίευσε το τρίτο, κατά σειρά, θεατρικό του δράμα, που έφερε τον τίτλο Becket και τον επεξηγηματικό υπότιτλο A Tragedy in a Prologue and Four Acts. Η παραπάνω δομή (5 πράξεις) παραπέμπει ευθέως στο θέατρο της ελισαβετιανής εποχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Tennyson επιχειρεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, να μιμηθεί την σαιξπηρική τραγωδία καθώς η κάθε πράξη κατακερματίζεται σε διαδοχικές σκηνές, όπου παρελαύνει πλήθος χαρακτήρων. Η κάθε σκηνή διαθέτει το δικό της σημείο κλιμάκωσης, κάνοντας εκτενή χρήση του αφηγηματικού στοιχείου. Η πλοκή ακολουθεί τη χρονολογική αλληλουχία. Μάλιστα, επιθυμώντας να σεβαστεί την ιστορική πραγματικότητα, ο συγγραφέας επισκέφτηκε κατ’ επανάληψη τον τόπο της τραγωδίας, τον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας.

Alfred Tennyson (1809-1892).

Ωστόσο, παρά την αρχική του βούληση, ο Tennyson παρασύρεται από το ρομαντικό πνεύμα της εποχής με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε επίπεδο αυθαίρετης ανάληψης ελευθεριών και παραποίησης της πραγματικότητας. Διαπλέκει την υπόθεση της δολοφονίας του Becket με τον μύθο της Rosamond Clifford, κόρης ενός από τους ιππότες του Ερρίκου Β΄, θύμα της γοητείας της οποίας, πάντοτε κατά τον συγγραφέα, είχε πέσει ο τελευταίος. Ο Tennyson διαχειρίζεται ισοδύναμα το πραγματικό και το φαντασιακό στοιχείο. Το βαρύγδουπο αποτέλεσμα είναι ένα αλλοπρόσαλλο κράμα σαιξπηρικού θεάτρου με έντονες αποχρώσεις της ύστερης βικτωριανής εποχής. Ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει πως και στα τρία πρώτα θεατρικά του έργα (Queen Mary, Harold και Becket) το στοιχείο, το οποίο τον προσελκύει, είναι εκείνο της μετάβασης από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη τόσο σε πολιτική όσο και σε πολιτισμική κλίμακα. Μέσα σε αυτήν ακριβώς την μεταβατική περίοδο που συνήθως διαδέχεται κάποιο σημαδιακό γεγονός, είναι που σφυρηλατούνται τα έθνη και οι κουλτούρες, προετοιμάζεται το μέλλον. Ωστόσο, η δική του μετάλλαξη από ποιητή σε θεατρικό συγγραφέα φαίνεται πως υπήρξε κάπως περισσότερο προβληματική. Προφανώς αυτή την εικόνα  είχε κατά νου ο μεγάλος δοκιμιογράφος Henry James, όταν πολύ αργότερα δήλωσε, με χαρακτηριστική λεπτότητα, οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι:Προκειμένου να συγγράψει το θεατρικό του δράμα χρειάστηκε να πάψει να είναι αυτός που ήταν (…) Μέσα σε αυτές τις τριακόσιες σελίδες, δύσκολα εντοπίζονται τα ίχνη του Tennyson που γνωρίζουμε”.7

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898).

Πέντε χρόνια νωρίτερα, μεταξύ των ετών 1879-1880, κυκλοφόρησε ένα σύντομο ιστορικό μυθιστόρημα του Ελβετού ποιητή και συγγραφέα Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898) με τίτλο Der Heilige (Ο Άγιος). Αν και επίσης ορμώμενο από το πραγματικό γεγονός της διαμάχης του Becket με τον βασιλέα Ερρίκο, το έργο του Meyer προαναγγέλει με ακαταμάχητο τρόπο εκείνο του Tennyson. Ως πηγή έμπνευσης λειτούργησε το ένατο βιβλίο της ογκώδους Ιστορίας της κατάκτησης της Αγγλίας από τους Νορμανδούς (Histoire de la Conquête de l’Angleterre par les Normands) του Γάλλου Augustin Thierry (1825). Μέσα σε αυτό, ο Meyer εντόπισε έναν μύθο, βάσει του οποίου ο Becket ήταν στην πραγματικότητα γιος της αδελφής του χαλίφη της Κόρδοβας! Η αποπλάνηση της κόρης του Becket, Grace, από τον Ερρίκο, οδήγησε τον πρώτο στην ύφανση ενός σχεδίου εκδίκησης καλυμμένο με το πέπλο της προσχηματικής  αφοσίωσης προς την κοσμική εξουσία μέσω της άσκησης καθηκόντων σφραγιδοφύλακα, αλλά και προς τα θεία μέσω της χειροτονίας στον αρχιεπισκοπικό θώκο. Με τις μεθοδευμένες μηχανορραφίες του, ο Becket οδηγεί τον βασιλέα σε απόγνωση, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διατάξει την φυσική εξόντωση του αρχιερέα. Από όλα τα παραπάνω, μόνο το τραγικό τέλος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αφηγητής είναι ένας Ελβετός τοξότης, ο οποίος, περιφερόμενος μέσα στους δρόμους του Λονδίνου και εισερχόμενος στην υπηρεσία της βασιλικής αυλής, παρακολούθησε εκ του μακρόθεν τα συμβάντα. Το ύφος του Meyer είναι ρωμαλέο, νευρώδες, σβέλτο, άκρως περιγραφικό και γεμάτο αποχρώσεις, καθιερώνοντας το συγκεκριμένο ιστορικό μυθιστόρημα ως το αρτιότερο, αν όχι το καλύτερο έργο του Ελβετού συγγραφέα.8

Να θεωρήσει κανείς το αριστούργημα του T.S. Eliot (1888 – 1965) Murder in the Cathedral ως ψυχογράφημα του Thomas Becket δεν θα ήταν διόλου υπερβολή. Η συγγραφή του έργου ολοκληρώθηκε το 1935 με αφορμή τις γιορτές της Καντερβουρίας. Ο Eliot τού απέδωσε τον χαρακτηρισμό “ποιητικό δράμα” (poetic drama ή verse drama). Δηλαδή, το κείμενο είναι γραμμένο σε έμμετρο λόγο. Απαρτίζεται από δυο πράξεις και ένα μεσοσκήνιο. Αν και κινούμενος πλησιέστερα στην ιστορική πραγματικότητα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο κείμενο, ο Eliot απευθύνεται σε ένα κοινό, το οποίο αναμένεται πως κατέχει ήδη το ευρύτερο περίγραμμα της σύγκρουσης του Becket με τον Ερρίκο Β΄. Γι’ αυτό και λειτουργεί αφαιρετικά, δίχως ωστόσο να παραποιεί ούτε κατά διάνοια τα όσα συνέβησαν. Μας εισάγει στο δράμα με την επάνοδο του αρχιεπισκόπου από την εξορία. Τα όσα έχουν προηγηθεί (μακροχρόνια φιλία ανάμεσα στους δυο άνδρες, ανάρρηση του Becket στα υψηλότερα διοικητικά και εκκλησιαστικά αξιώματα, μεταξύ τους αντιπαράθεση κλπ.) θίγονται περιστασιακά μέσω αφήγησης. Ο ένας μάλιστα εκ των δυο πρωταγωνιστών της διαμάχης (Ερρίκος Β΄) λάμπει δια της απουσίας του στο σύνολο του έργου.

Η οπτική γωνία, μέσω της οποίας ο Eliot διεισδύει στην όλη υπόθεση, δεν αφορά κάποιο ηθικό-πολιτικό δίλημμα (σύγκρουση θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας), κάποιο ψυχολογικό αδιέξοδο (προδομένη φιλία), ακόμα λιγότερο κάποια ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική αντιπαράθεση με μακροχρόνιες καταβολές (σχέσεις μεταξύ Νορμανδών και Σαξόνων). Όπως επισημαίνει η Έλση Μπακονικόλα-Γιαμά σε μια εξαιρετική ανάλυση,9 το Murder in the Cathedral έχει ως κύριο θέμα την αναμέτρηση του ανθρώπου με το κακό. Ο Becket γνωρίζει πως ο πραγματικός του αντίπαλος δεν είναι ούτε ο Ερρίκος ούτε η κοσμική εξουσία, αλλά το κακό που είναι εγγενές στο σύμπαν και κατ’ επέκταση στην ίδια του την ύπαρξη.10 Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο είναι ουσιαστικά γραμμένο για έναν και μοναδικό ρόλο: το πρόσωπο του αρχιεπισκόπου, το οποίο καλείται να διαχειριστεί την επικείμενη έλευση του θανάτου (“Ένας άνθρωπος γυρίζει στην πατρίδα του προβλέποντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν” επισημαίνει ο Eliot, συνοψίζοντας την υπόθεση).

Thomas Stearns Eliot (1888 – 1965).

Τα πρόσωπα του έργου χάνουν την υλική τους υπόσταση καθώς μεταμορφώνονται σε σύμβολα (ο χορός των γυναικών της Καντερβουρίας εκφράζει την πάσχουσα ανθρωπότητα, η οποία αγωνίζεται να επιβιώσει παρά την απειλή του κακού, οι ιερείς συμβολίζουν την αγωνία του κλήρου για τα εγκόσμια, οι τέσσερις πειρασμοί – επινόηση του Eliot – οι οποίοι ταυτίζονται με τους τέσσερις δολοφόνους – ιστορικά πρόσωπα – αντιπροσωπεύουν την αιώνια αντιπαράθεση του καλού με το κακό).11

Αξίζει να επιμείνει κανείς στο συναπάντημα του Becket με τους τέσσερις πειρασμούς, με το οποίο ολοκληρώνεται η πρώτη πράξη. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια αλληγορική απόδοση των τριών πειρασμών του Ιησού στην έρημο από τον Διάβολο. Η ιδιοφυής κίνηση του συγγραφέα συνίσταται στην προσθήκη ενός τετάρτου, περισσότερο απρόβλεπτου, ύπουλου και επικίνδυνου από όλους τους υπόλοιπους (“Ποιος είσαι;”, διερωτάται ο Becket, όταν εκείνος πρωτοεμφανίζεται, “Aνέμενα τρεις επισκέπτες, όχι τέσσερις”). Αν οι τρεις πρώτοι (φιληδονία, φιλοδοξία, ανεντιμότητα) είναι διαχειρίσιμοι στο ποσοστό που έχει ήδη υιοθετηθεί από τον πρωταγωνιστή μια ορισμένη στάση ζωής, μια συγκεκριμένη ηθική με γνώμονα την εγκράτεια, την τιμή και την ταπεινοφροσύνη, ο τέταρτος πειρασμός (πνευματική αλαζονεία) υποσκάπτει την σχέση του αρχιεπισκόπου με τον Θεό. Η θυσία ούτως ή άλλως θεωρείται δεδομένη. Το ζητούμενο στην περίπτωση είναι η διαχείριση του μαρτυρίου. Ο τέταρτος πειρασμός επαγγέλλεται τη μεταθανάτια δόξα και υστεροφημία μέσω ενός μαρτυρικού θανάτου. Για να σημαδευτεί όμως από τη θεία βούληση, o πρωταγωνιστής πρέπει προηγουμένως να αποποιηθεί συνειδητά τον ατομικισμό του. Αντίθετα, με το να επιδιώξει, μέσω του ιδίου μαρτυρικού θανάτου, την αγιότητα, απαρνείται τη σχέση του με το θείο.12

 

Ο τέταρτος πειρασμός στην κινηματογραφική απόδοση του 1951, σε σκηνοθεσία George Hoellering. Η φωνή που ακούγεται είναι εκείνη του T.S. Eliot.

Ο Eliot θέτει τα βασανιστικά αλλά και αιώνια ερωτήματα ενός ανθρώπου, ο οποίος προβαίνει στον απολογισμό μιας ολόκληρης ζωής. Πρόκειται για την ύστατη ευκαιρία αυτοκριτικής, για την ώρα της αλήθειας μπροστά στο κατώφλι του θανάτου. Η ιστορική συγκυρία λειτουργεί απλώς ως αφορμή. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει επιλεγεί κάποια άλλη (“Δεν θέλησα να αυξήσω τον αριθμό των χαρακτήρων ούτε και να συγγράψω ένα πολιτικό χρονικό του ΙΒ΄ αιώνα. Πρόθεσή μου ήταν να εστιάσω στα στοιχεία του θανάτου και του μαρτυρίου”).13 Το Murder in the Cathedral δεν αποτελεί μόνο το ανθρώπινο δράμα του Becket. Είναι συνάμα και εκείνο του συγγραφέα όπως, άλλωστε, του καθενός από όλους εμάς, όταν βιώνει την παραπάνω αναπόδραστη εμπειρία ή αναρωτιέται πώς μπορεί, άραγε, να διαγράφεται η οριακή και βαθύτατα προσωπική αυτή στιγμή, την οποία είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένος κάποτε να διαχειριστεί.

Το ύφος είναι εν γένει λιτό, ουσιαστικό, αυστηρό, σχεδόν δωρικό. Πραγματικός καινοτόμος, ο Eliot αντέδρασε ενάντια στον συναισθηματισμό του ρομαντικού θεάτρου. Σε αντιδιαστολή με την επικρατούσα τότε άποψη, πίστευε πως ο έμμετρος λόγος ήταν ο μόνος ικανός να εκφράσει σε βάθος και με ένταση τα συναισθήματα και τις διαχρονικές αξίες, προσδίδοντας ταυτόχρονα στο κείμενο την ενότητα που δικαιούται. Αντίθετα, η πρόζα δεν απεικόνιζε, κατά τη γνώμη του, παρά μόνο το εφήμερο και το επιδερμικό. Η ποιητική τελειότητα ήταν σε θέση να καλύψει με τις λυρικές εξάρσεις της τα όποια κενά υπήρχαν στη ροή της πλοκής, εμπλουτίζοντας με μουσικότητα το κείμενο. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο έμμετρος λόγος θα ήταν κατάλληλα προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις του θεάτρου.14 Σε τελευταία ανάλυση, επινόησε ένα άκρως προσωπικό αλλά ταυτόχρονα, ελκυστικό στιλ, το οποίο αξιοποίησαν στο έπακρο και προχώρησαν ένα βήμα  μακρύτερα μεταφραστές (Σεφέρης), μουσικοσυνθέτες (Pizzetti), σκηνοθέτες (Hoellering), που έτυχε να ασχοληθούν, ο καθένας διαμέσου της δικής του οπτικής, με το συγκεκριμένο έργο.

Τέλος, θα ήταν τεράστιο σφάλμα να θεωρήσει κανείς πως το Murder in the Cathedral δεν είναι, από δραματικής απόψεως, ένα αμιγώς θεατρικό έργο. Ο Eliot, όχι μόνο υπηρετεί με αξιομνημόνευτη ευσυνειδησία το συγκεκριμένο είδος, αλλά το επανασυνδέει με τις πατρογονικές του καταβολές: την αρχαία ελληνική τραγωδία. Ο χορός, ο οποίος, σχολιάζει και προβλέπει, ανήμπορος, ωστόσο, να επηρεάσει τις εξελίξεις, η παρουσία των δυο κορυφαίων, ο μαντατοφόρος (ο κήρυκας του αρχαίου θεάτρου), ο πρωταγωνιστής που επωμίζεται το φορτίο ενός περιβάλλοντος κόσμου αλλά και το βάρος της δικής του προσωπικής και μοναχικής μοίρας, όλα αυτά παραπέμπουν ευθέως στον κόσμο της Αντιγόνης, του Οιδίποδα, του Προμηθέα Δεσμώτη και των υπολοίπων αριστουργημάτων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.15

Φονικό στην Εκκλησιά. Η μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη (1963) και η παραγωγή του ΚΘΒΕ (1967).

Τη στιγμή που ο Eliot επινοούσε τον τόσο ιδιαίτερο έμμετρο λόγο, πιθανόν να ευχόταν ενδόμυχα πως θα εμφανιζόταν κάποτε ένας μουσικοσυνθέτης, ο οποίος θα μετέφερε με επιτυχία πλοκή και κείμενο στον χώρο του λυρικού δράματος. Ο Ildebrando Pizzetti (1880-1968) αποδείχθηκε ιδανική περίπτωση. Την 1η Μαρτίου 1958, στο Teatro alla Scala του Μιλάνου, έλαβε χώρα η παγκόσμια πρώτη της όπερας Assassinio nella Cattedrale. Το λιμπρέτο, το οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος ο συνθέτης, ακολουθεί, σχεδόν αυτολεξεί, σε ιταλική βέβαια γλώσσα, το κείμενο του Eliot. Όπως το πρωτότυπο, έτσι και το λυρικό δράμα του Pizzetti απαρτίζεται από δυο πράξεις και ένα μεσοσκήνιο. Δομικά, το ύφος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από χρονολογικής απόψεως ως ύστερος βερισμός: μια εντυπωσιακή ηχητική ταπετσαρία, η οποία ξεδιπλώνεται στον χώρο της ορχήστρας παρακολουθώντας, παράλληλα, τα διάφορα σχήματα και περιγράμματα της δραματικής πλοκής με σκοπό να πλαισιώσει και να τονίσει τις κορυφώσεις της τελευταίας επί σκηνής. Ωστόσο, παρά την ιταλική προέλευση, παιδεία και κληρονομιά του Pizzetti, ο απόηχος συνθετών όπως ο Verdi και ο Puccini, είναι μάλλον πενιχρός. Οι μόνες στιγμές όπου η μελωδική γραμμή αναπτύσσεται εκτενώς είναι η θαυμάσια, γεμάτη νοσταλγία, άρια «Trentanni fa»  του Becket (Α΄ πράξη) καθώς και η σκηνή της Θείας Κοινωνίας (μεσοσκήνιο). Κατά τα άλλα, η υφή της μουσικής γραφής θυμίζει έντονα τον Βρετανό συνθέτη Frederick Delius (κάτι που εναρμονίζεται ιδανικά με τον κόσμο του Eliot), πολλά ηχοχρώματα παραπέμπουν στον Debussy, στον Wagner και στον Richard Strauss, ενώ τα χορωδιακά μέρη αντλούν έμπνευση από τον Bach. Η μεγάλη αξία του Pizzetti συνίσταται στο ότι καταφέρνει να συγκεράσει τόσο διαφορετικές μεταξύ τους τεχνοτροπίες, επινοώντας έναν δικό του, προσωπικό, τρόπο μουσικής γραφής, σεβόμενος με ιεραποστολική ευλάβεια το πρωτότυπο (το έργο του Eliot) δίχως να επιδιώκει να το επισκιάσει. Το πάντρεμα ανάμεσα στο θεατρικό και το λυρικό δράμα είναι ονειρώδες. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως το καθένα από αυτά είναι ειδικά πλασμένο για το άλλο.

Ildebrando Pizzetti (1880-1968).

 “Sono un visitatore inaspettato”: Noé Colin (Terzo tentatore), Roberto Scandiuzzi (Arcivescovo Tommaso Becket) Milano 2012.

Παρά το γεγονός ότι η υποδοχή από το κοινό την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε μάλλον μουδιασμένη, το όλο ιστορικό, έκτοτε, έχει να επιδείξει αξιόλογες περγαμηνές. Μεταξύ άλλων, το έργο έχει ανεβεί δύο φορές στη Σκάλα του Μιλάνου (1958 και 2009), στο μεγάλο αμφιθέατρο της πόλης του Βατικανού  παρόντος του Πάπα Ιωάννη του 23ου και υπό τη διεύθυνση του συνθέτη (1959), στο Sadler’s Wells του Λονδίνου – μετέπειτα English National Opera (1962), στην Κρατική Όπερα της Βιέννης (αρκετές παραστάσεις μεταξύ των ετών 1960 και 1964), στην αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ υπό μορφή συναυλίας (1965), στο Teatro Regio του Τορίνου (2000), στο ομώνυμο θέατρο της Πάρμας (2002), στο Teatro Verdi της Τεργέστης (2002) στην Όπερα της Ρώμης (2003). Το 2006  εγκαινιάστηκε μια νέα πρακτική. Το ανέβασμα όχι επί σκηνής, αλλά σε φυσικό χώρο: τους Καθεδρικούς Ναούς San Nicola του Μπάρι (2006) και Duomo του Μιλάνου (2012). Υπερατλαντικά, η όπερα του Pizzetti παρουσιάστηκε το 1959 στο Μοντρεάλ, το 1967 στο Μπουένος Άιρες και σχετικά πρόσφατα, το 2013, στο San Diego της Καλιφόρνιας, οπότε και το αμερικανικό κοινό ανταποκρίθηκε με διθυράμβους τόσο για την παραγωγή όσο και για την ίδια την μουσική.

Murder in the Cathedral – San Diego Opera Spotlight

Σήμερα κυκλοφορούν στο εμπόριο πέντε ηχογραφήσεις. Περισσότερο σημαντικές είναι εκείνες του Μαρτίου 1958 με τη διανομή της πρεμιέρας, του Δεκεμβρίου του ιδίου έτους υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, ενώ στις 9 Μαρτίου του 1960, ηχογραφήθηκε ζωντανά μια παράσταση της Κρατικής Όπερας της Βιέννης στα γερμανικά (Mord in der Kathedrale) με απαστράπτουσα διανομή υπό την στιβαρή  διεύθυνση του Herbert von Karajan.

Καταξιωμένοι μονωδοί ευαισθητοποιήθηκαν από το έργο συμβάλλοντας με τη συνεισφορά τους στη διάδοσή του. Σε ρόλο πρωταγωνιστή ξεχωρίζουν οι βαρύτονοι Nicola Rossi-Lemeni (o Thomas Becket της πρεμιέρας), Hans Hotter, Ruggero Raimondi, Roberto Scandiuzzi, Ferruccio Furlanetto. Ως κορυφαίες του χορού συναντάμε, μεταξύ άλλων, τις Leyla Gencer (η κορυφαία της πρεμιέρας), Christa Ludwig και Suzan Neves, γεγονός, το οποίο καταδεικνύει τη μεγάλη σημασία που συνθέτης και ερμηνευτές προσδίδουν σε αυτόν τον φαινομενικά δευτερεύοντα ρόλο. Στα χνάρια των προκατόχων του Parsifal του Richard Wagner (1882), Le Martyre de Saint-Sébastien του Claude Debussy (1911), Suor Angelica του Giacomo Puccini (1918), Jeanne d’Arc au bûcher του Arthur Honegger (1938), Dialogues des Carmélites του Francis Poulenc (1957) και προαναγγέλλοντας την όπερα-ορατόριο Saint-François d’ Assise του Olivier Messiaen (1983), τo  Assassinio nella Cattedrale είναι μια μεγάλη μουσική δημιουργία, η οποία, έξι δεκαετίες έπειτα από την ολοκλήρωση της σύνθεσης, προσδοκά δικαίωση. Τα φαινόμενα δείχνουν πως η τελευταία δεν πρόκειται να καθυστερήσει.

Αν και κινούμενος συχνά στους αντίποδες του T.S. Eliot, ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Jean Anouilh (1910-1987) μας δίνει, 23 χρόνια αργότερα, μια συμπληρωματική εκδοχή του Becket. Παρά τον τίτλο του έργου Becket ou l’ Ηonneur de Dieu (Becket ή η Τιμή του Θεού), o ήρωας του Anouilh, σε ένα πρώτο στάδιο τουλάχιστον, είναι κυνικός, ειρωνικός και αλαζόνας. Η υπόθεση ξεκινά με το μαστίγωμα-εξαγνισμό του Ερρίκου Β’. Έπεται μια γιγαντιαία αναδρομή στο παρελθόν όπου εξιστορείται η εξέλιξη της σχέσης μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών από την απαρχή της αμοιβαίας φιλίας μέχρι το τραγικό τέλος. Ο χρονικός ορίζοντας του Anouilh είναι κατά πολύ ευρύτερος εκείνου του Eliot (υπενθυμίζουμε πως το Murder in the Cathedral πραγματεύεται την τελευταία μόνο φάση της όλης υπόθεσης), γεγονός που επιτρέπει να γίνει περισσότερο κατανοητή η εσωτερική μετάλλαξη του αρχιεπισκόπου. Η σύγκρουση ανάμεσα στην εκκλησιαστική και την κοσμική εξουσία δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Το στοιχείο ωστόσο που καθιστά τη συγκεκριμένη περίπτωση μοναδική, είναι η προϋπάρχουσα ισχυρή φιλία, η οποία συμβαίνει να συνδέει τους φορείς των δυο αντικρουομένων εξουσιών. Γύρω από αυτή την τελευταία  οργανώνει ο Anouilh την πλοκή. Καθώς το έργο έχει δομηθεί μέσα στα μορφικά πλαίσια του γαλλικού αστικού θεάτρου, ο κόσμος των πνευμάτων, των συμβόλων και των μεταφυσικών υπαινιγμών του Eliot έχει αντικατασταθεί από κοινωνικές δυνάμεις, οικείες εικόνες, σαφείς αναφορές στο παρελθόν.16 Βρισκόμαστε, άραγε, μπροστά σε μια περισσότερο πραγματιστική θεώρηση συγκριτικά με τη μεταφυσική διαχείριση του Eliot; Η απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να ήταν καταφατική, εάν ο Anouilh δεν είχε υποπέσει, εν γνώσει του μάλιστα, σε θεμελιώδη ιστορικά ατοπήματα.

Jean Anouilh (1910-1987).

Οι νορμανδικές καταβολές του Thomas Becket ήταν επιστημονικά αποδεδειγμένες προτού ξεκινήσει η συγγραφή του θεατρικού έργου. Αν και ο ίδιος είχε γεννηθεί τον Δεκέμβριο του 1119, ανήμερα της εορτής του  Αποστόλου Θωμά (εξ ού και η επιλογή του ονόματος) στη συνοικία Cheapside του κεντρικού Λονδίνου, ο μεν πατέρας του καταγόταν από την Thierville, η δε μητέρα του από την Caen της Νορμανδίας. Ο Anouilh πληροφορήθηκε τα παραπάνω ενώ η συγγραφή βρισκόταν στο τελικό στάδιο. Απέφυγε, ωστόσο, να προβεί στις απαραίτητες ιστορικές διορθώσεις. Όχι από ολιγωρία, αλλά επειδή η παρουσίαση του Becket ως Σάξονα εξυπηρετούσε τις ενδόμυχες προθέσεις του. Πέρα από την αντιπαράθεση δυο προσώπων και τη σύγκρουση μεταξύ δύο εξουσιών, ο συγγραφέας επιδίωκε να κληροδοτήσει ένα ευρύτερο μήνυμα, εναρμονισμένο με τη συγκυρία της πρώιμης μεταπολεμικής εποχής των δεκαετιών ΄50 και ΄60. Η διαμάχη ανάμεσα στους κατακτημένους Σάξονες και τους κατακτητές Νορμανδούς ενεργοποιούσε σύνδρομα της, πρόσφατης ακόμα τότε, γερμανικής κατοχής της Γαλλίας των ετών 1940-1944. Στα μάτια του Anouilh, ο αρχιεπίσκοπος ισοδυναμούσε με έναν άλλον μάρτυρα: τον Marc Bloch, κορυφαίο μεσαιωνολόγο και μέλος της σχολής των Annales, ο οποίος, το 1944, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τις αρχές κατοχής με την κατηγορία της ενεργούς συμμετοχής στην Αντίσταση. Η όποια αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας αποδυνάμωνε αισθητά το θεατρικό έργο από το πολιτικό μήνυμα που επιχειρούσε να εκπέμψει. Για τον λόγο αυτό ο Anouilh προτίμησε τελικά να μην προχωρήσει σε διορθωτικές παρεμβάσεις, πιστεύοντας πως στην λογοτεχνία, όπως και στην τέχνη, τα πάντα επιτρέπονται, τα πάντα συγχωρούνται, ακόμα και η συνειδητή παραποίηση του παρελθόντος.17Στο πρόσωπο του Becket ανακάλυψα έναν άνθρωπο, όχι έναν άγιο”, γράφει στην εισαγωγή του έργου του. Ο Γάλλος κριτικός θεάτρου Jacques Guicharnaud επεκτείνει το σκεπτικό, διαβεβαιώνοντας πως πραγματική πρόθεση του Anouilh ήταν να συγγράψει ένα δράμα με σαφείς αναγωγές στη σύγχρονη πραγματικότητα: “Κατά κάποιο τρόπο, το ιστορικό δράμα λειτουργεί ως απλό πρόσχημα για συγκεκριμένους υπαινιγμούς σχετικούς με την τρέχουσα πραγματικότητα, ρυπαρές οικογενειακές καταστάσεις, καταγγελίες για πολιτική διαφθορά και γενικότερη απογοήτευση”.18 Ο Anouilh δεν μπορεί να αλλάξει ονόματα και χαρακτήρες. Του παρέχεται, όμως, η δυνατότητα να αναδείξει ανάγλυφα διαχρονικά φαινόμενα και καταστάσεις. Αυτό ακριβώς επιλέγει να πράξει.

Σύμφωνα με την Έλση Μπακονικόλα-Γιαλμά, ο Becket του Anouilh δεν είναι ο “άνθρωπος της θρησκείας”. Είναι ο “άνθρωπος της Εκκλησίας” με την τυπική, διοικητική έννοια του όρου. Δεν αντιμετωπίζει τον Ερρίκο όπως ένας κληρικός έναν αυταρχικό βασιλέα. Τον αντιμετωπίζει με την μεγαλοπρέπεια και το κύρος ενός εκκλησιαστικού ηγέτη, επιφορτισμένου με συγκεκριμένη στόχευση, ευθύνη και αποστολή. Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται και κατανοεί τα καθήκοντα του βασιλέα. Ο αγώνας του υπέρ της Εκκλησίας προβάλλεται όχι σε ηθικό αλλά σε ένα καθαρά λογικό πλαίσιο.19

Ο Καθεδρικός Ναός της Καντερβουρίας.

Απέναντί του έχει τον πρωταγωνιστή του έργου: τον Ερρίκο Β΄. Εκείνος είναι που αφηγείται ουσιαστικά την υπόθεση, εκείνος είναι που θρηνεί με υπαινιγμούς που κινούνται στις παρυφές της ομοφυλοφιλικής διάστασης, το τέλος μιας μακροχρόνιας φιλίας. Ωμός και άξεστος, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Becket τις δικές του ελλείψεις. Γοητεύεται από την ευφυία, την καλλιέργεια και την εσωτερική ισορροπία του φίλου του. Πόσο μάλλον που αυτές οι αρετές εκλείπουν όχι μόνο από τον ίδιο, αλλά και από το ευρύτερο περιβάλλον της αυλής, το οποίο του προκαλεί αποστροφή. Μοιραία λοιπόν στρέφεται προς τον Becket. Όσο καιρό τα συμφέροντά τους συμπορεύονται, τα πάντα βαίνουν κατ’ ευχήν. Το πρόβλημα ανακύπτει με την επιλογή του φίλου του για το αξίωμα του αρχιεπισκόπου, παρά τις προειδοποιήσεις του τελευταίου (“Εάν γίνω αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορώ πλέον να είμαι φίλος σας”, “Μην πράξετε κάτι τέτοιο. Μου είναι αδύνατο να υπηρετώ συγχρόνως τον Θεό και εσάς”). Παρόλο το μίσος, δεν παύει να αγαπά και να θαυμάζει τον Becket. Εισπράττει ως προδοσία την μετάλλαξη του τελευταίου, ο οποίος προτίμησε  τον Θεό από τον ίδιο. Η οργή, η ζήλια και η απελπισία τον οδηγούν τελικά στην παράνοια και τον ωθούν να προκαλέσει άθελά του τη φυσική εξόντωση του αρχιεπισκόπου. Απέναντι σε έναν εγκεφαλικό Becket, συναντάμε έναν μονάρχη γεμάτο εμμονές, πάθος για ζωή και απολαύσεις. Εάν εξαιρέσει κανείς ακρότητες και υπερβολές, ο χαρακτήρας του Ερρίκου είναι πολύ πιο ανθρώπινος, εύθραυστος και σπαρακτικός από ό,τι εκείνος του απόκοσμου συνοδοιπόρου και μετέπειτα αντιπάλου του.20 Όμως, ο Becket του Anouilh είναι πρωτίστως η εξιστόρηση του ανθρώπινου αδιεξόδου μπροστά στο πεπρωμένο. Ο διάλογος μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών αποκαλύπτει πόσο μοναχική και προδιαγεγραμμένη είναι η διαδρομή του καθενός, χωρίς να υφίσταται κάποια προοπτική σύγκλισης:

Becket: “Αναμένω την δόξα του Θεού και την δόξα του βασιλέα να γίνουν ένα”.

Ερρίκος: “Αυτό μπορεί να διαρκέσει καιρό. Είμαι έτοιμος να αποδεχθώ πολλά, όχι όμως να απαρνηθώ το ότι είμαι βασιλέας”.

Becket: “Εσύ πρέπει να πηδαλιουχείς το πλοίο”.

Ερρίκος: “Κι εσύ; Τι πρέπει να κάνεις εσύ;”.

Becket: “Να σου αντιστέκομαι οσάκις στρέφεσαι ενάντια στον Θεό”.

Ερρίκος: “Τότε, τι αναμένεις από εμένα; Να αποδυναμωθώ;”.

Becket: “Όχι. Πολύ φοβάμαι πως πρέπει να κάνουμε αυτό που μας ανατέθηκε παράλογα να κάνουμε. Μέχρι τέλους! ”.

Το έργο ανεβάστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο 1959 στο Τhéâtre Montparnasse του Παρισιού, σε σκηνοθεσία των Jean Anouilh και Roland Piétri, με τους Daniel Ivernel (Ερρίκος Β΄) και Bruno Cremer (Becket). Η πρεμιέρα στα αγγλικά έλαβε χώρα ακριβώς έναν χρόνο αργότερα στο St. James Theatre του Broadway, με σκηνοθέτη τον Peter Glenville και πρωταγωνιστές τους Lawrence Olivier στον ρόλο του αρχιεπισκόπου και Anthony Quinn σε εκείνον του βασιλέα. Τον Ιούνιο 1961, ανέβηκε από το Royal Shakespeare Company στο Aldwych Theatre του Λονδίνου. Σκηνοθέτης ήταν ο Peter Hall, Becket ο Eric Porter και Ερρίκος Β΄ ο Christopher Plummer. Έκτοτε, όπου και αν παίχτηκε (μεταξύ άλλων στην Ελλάδα, σε δυο παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και, πολύ αργότερα, σε μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης  και του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων), σε όποια γλώσσα και αν μεταφράστηκε, το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πολλοί είναι οι παράγοντες, στους οποίους οφείλει τη γενική αυτή αποδοχή. Το νευρώδες, δραματικό, σαρκαστικό, κυνικό, ενίοτε δε χιουμοριστικό ύφος του συγγραφέα είναι η πρώτη διαπίστωση. Εάν ο έμμετρος λόγος, ανταποκρινόμενος στην γενικότερη αντίληψη και φιλοσοφία του, υπήρξε συνειδητή επιλογή του Eliot, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει κι εδώ με την χρήση, την φορά αυτή, της πρόζας. Απόλυτος κάτοχος της τεχνοτροπίας του θεάτρου, γνώστης των μυστικών και των δυνατοτήτων της τελευταίας, ο Anouilh γνωρίζει πώς να γοητεύσει αλλά και να κολακέψει  το δικό του κοινό, να το παρασύρει χάρη στην ευρηματικότητα και τον δυναμισμό του. Επιλέγει τον δικό του (άκρως πετυχημένο) τρόπο έκφρασης προκειμένου να προσδώσει στο έργο τα στοιχεία εκείνα, τα οποία λάμπουν δια της απουσίας τους από τον κόσμο του Eliot: χρώμα, δράση και ρυθμό. Στους ατέρμονους μονολόγους και διαλόγους του Murder in the Cathedral, o Γάλλος συγγραφέας αντιτάσσει κίνηση μέσω μιας διαρκούς εναλλαγής μικρών σε διάρκεια σκηνών, ποικιλίας χαρακτήρων, συνεχών ανατροπών. Κρυφός άσσος είναι η παρουσία του Ερρίκου Β΄ και ο πρωταγωνιστικός, ουσιαστικά, ρόλος, που γενναιόδωρα προσφέρει στον τελευταίο ο Anouilh. Θα έλεγε κανείς πως το  Becket ou l’ Honneur de Dieu διέπεται από μια κινηματογραφική αντίληψη και οπτική. Διόλου παράξενο, επομένως, που γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Το 1964 γυρίστηκε η κινηματογραφική ταινία Becket. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον  Peter Glenville (είχε επιμεληθεί παλαιότερα την παράσταση του Broadway) και το σενάριο (προσαρμογή του αυθεντικού κειμένου του Anouilh) στον Edward Anhalt. Πρωτίστως όμως, πρόκειται για τη συνάντηση μεταξύ δυο ιερών τεράτων της υποκριτικής τέχνης: των Richard Burton (Becket) και Peter O’ Toole (Ερρίκος Β΄). Επιστρατεύοντας το αδιαμφισβήτητο ταλέντο που διέθεταν, οι  μεγάλοι αυτοί ηθοποιοί κληροδότησαν την απόλυτη απόδοση και ερμηνεία δυο ιδιοσυγκρασιακών χαρακτήρων ευρισκομένων ο ένας στους αντίποδες του άλλου, ωστόσο θαυμαστά συμπληρωματικών. Ο Burton βρισκόταν την εποχή εκείνη στο απόγειο της σταδιοδρομίας του. Χάρη στην ταινία, ο O’ Toole καθιερώθηκε στον χώρο του κινηματογράφου, δυο μόλις χρόνια μετά το γύρισμα εκείνης που τον είχε εισαγάγει θεαματικά στον κόσμο της έβδομης τέχνης (Lawrence of Arabia).

 

Becket (1964) – Original Trailer

Η θεατρική παράσταση του Broadway με τους Lawrence Olivier και Anthony Quinn (1960).
Το κινηματογραφικό έργο με τους Richard Burton και Peter O’ Toole (1964).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εν κατακλείδι, αξίζει να επισημανθεί πως τo τραγικό συμβάν της 29ης Δεκεμβρίου 1170 εντός του Καθεδρικού Ναού της Καντερβουρίας, η συναρπαστική προσωπικότητα του Thomas Becket τόσο σε ιστορική όσο και σε θρησκευτική κλίμακα, το θέμα της αιώνιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εκκλησιαστική και την κοσμική εξουσία, η αναμέτρηση του καλού με το κακό, τέλος, η διαπλοκή μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, συγκρότησαν ένα ιδανικό πλέγμα, εντός του οποίου κυοφορήθηκαν αδιαμφισβήτητα  αριστουργήματα στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Ο καθένας δικαιούται να εκφράσει την δική του προτίμηση, να επιλέξει, δηλαδή, ανάμεσα σε έναν δωρικό, μεταφυσικό Eliot, ο οποίος στρέφεται προς το θεατρικό είδος όχι εξαιτίας κάποιας προσωπικής κλίσης, αλλά επειδή επιθυμεί με αυτή την μεταστροφή να επεκτείνει τον ποιητικό του λόγο προς ένα ευρύτερο κοινό ανυψώνοντάς το πνευματικά, ή έναν φαντασμαγορικό, περισσότερο ανθρώπινο ωστόσο  Anouilh, ο οποίος κληροδοτεί ένα ποιοτικό και ολοκληρωμένο από κάθε άποψη θεατρικό έργο. Αμφότεροι, όπως άλλωστε και οι Tennyson και Meyer, επιστρατεύουν κάθε διαθέσιμο μέσο προκειμένου να καταφέρουν να αποκρυπτογραφήσουν την αινιγματική προσωπικότητα του Becket ως προς την εσωτερική του μετάλλαξη: επινοούν κίνητρα, συνωμοσίες, φανταστικά πρόσωπα και καταστάσεις. Κι όμως, η Ιστορία δεν στερείται παραδειγμάτων ταχύτατης και αμετάκλητης μεταστροφής προς τα θεία (Απόστολος Παύλος,  Άγιος Αυγουστίνος κ.ά.). Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που προσελκύει τόσο πολύ το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Becket; Σαφής απάντηση δεν έχει ακόμα βρεθεί. Ή μήπως η απάντηση στο ερώτημα λανθάνει σε αυτήν, ακριβώς, την έλλειψη; 

Αλαβάστρινο ανάγλυφο (c. 1450-1500), όπου απεικονίζεται η δολοφονία του Thomas Becket, Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anouilh, Jean, Becket, ou L’ Honneur de Dieu, Paris, 1959.

Βarlow, Frank, Thomas Becket. Berkeley, CA, 1986.

Bataille, C., Vie politique et religieuse de Thomas Becket, Chancelier de Henri II, Archevêque de Canterbury, Paris, 2012 (πρόσφατη επανέκδοση).

Browne, Martin E., The Making of T.S. Eliot’s Plays, London, 1969.

Duggan, Anne (ed..), The Correspondence of Thomas Becket, Archbishop of Canterbury (1162–1170). 2 vol. Oxford, 2000.

Duggan, Anne, Thomas Becket, London, 2005.

Foreville, Raymonde, Le Jubilé de saint Thomas Becket du XIIIe au XVe siècle, 1220-1470, Paris, 1958 (Α΄ έκδοση), 1995 (Β΄έκδοση).

Gatti, Guido Maria,  Ildebrando Pizzetti,  Translated by David Moore, London, 1951.

Ginestier, Paul, Jean Anouilh: Textes de Anouilh, points de vue, critique, témoignages, Paris,1969.

Hoellering, George, «Filming Murder in the Cathedral» , T.S. Eliot: A Symposium for His Seventieth Birthday, New York, 1968,  σ. 81–84.

Hutton, William Holden, Thomas Becket– Archbishop of Canterbury, London, 1910.

Knowles, David, Thomas Becket, London, 1970.

Μπακονικόλα-Γιαμά, Έλση, “Ο Θωμάς Μπέκετ στο θέατρο του Ανούϊγ και του Έλιοτ”, Παρουσία, τόμος Ε΄, 1987, σ. 195-201.

Pasticci, Susanna (επιμ.), Ildebrando Pizzetti. Sulle tracce del modernismo italiano, ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Chigiana-Journal of Musicological Studies, terza serie, vol. I, Sienna 2019.

Rabut, Marguerite, “Le thème de Thomas Becket dans Becket ou l’ Honneur de Dieu de J. Anouilh, et Meurtre dans la cathédrale, de T. S. Eliot”, Bulletin de l’Association Guillaume Budé: Lettres d’ humanité, 4e série, no 23,‎ décembre 1964, σ. 494-554.

Staunton, Michael, Thomas Becket and His Biographers, Woodbridge, UK, 2006.

Sciannameo, Franco, “In black and white: Pizzetti, Mussolini and Scipio Africanus”, The Musical Times, summer 2004, σ. 25–50.

Speaight, Robert, With Becket in Murder in the Cathedral”, T. S. Eliot – The Man and His Work, New York, 1966.

Warren, Wilfried Lewis, Henry II, Oakland, CA, 1973.

Wenger, Donna Faye, Drama and History: Thomas Becket as portrayed by Eliot and Anouilh, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Eργασία [Master of Arts], Lehigh University, 1969.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου: Η τουρκοφωνία των Ρωμιών-Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικότερα της Καππαδοκίας

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου

 Η τουρκοφωνία των Ρωμιών-Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικότερα της Καππαδοκίας

 

Είναι γνωστό ότι στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ιδίως στην περιοχή της Καππαδοκίας, καθώς και στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, που κατά καιρούς κάλυπτε το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), και στη συνέχεια το Εμιράτο της Καραμανίας (δηλαδή στην Κεντρική Μικρά Ασία), υπήρχαν πληθυσμοί, οι οποίοι διατήρησαν τη συνείδηση της ρωμιοσύνης, ανεξάρτητα από τη γλώσσα ή το προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ζωή, κατά τα 800 περίπου χρόνια τουρκικής επικυριαρχίας στην περιοχή. Πρόκειται για ένα πολιτισμικό επίτευγμα διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας είτε οι πληθυσμοί αυτοί μιλούσαν κάποιο από τα ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου είτε είχαν μερικώς ή πλήρως τουρκοφωνήσει.¹

Μερικοί από αυτούς τους ρωμέϊκους-ελληνικούς πληθυσμούς, σε περίπου 27 χωριά, διατήρησαν κάποιο από τα προφορικά ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου, ενώ οι περισσότεροι αριθμητικά τουρκοφώνησαν. Όπως άλλωστε τουρκοφώνησαν και οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι της ίδιας περιοχής, διατηρώντας, όμως, τη συνείδηση της ταυτοτικής συλλογικής τους διαφοροποίησης.

 

Η Καραμανία και η τουρκοφωνία

Η Καραμανία

Το Εμιράτο της Καραμανίας ήταν ένα κράτος ισχυρό, αντίπαλο και ανταγωνιστικό προς το κράτος των Οθωμανών. Η Καραμανία καταλήφθηκε από τον Μεχμέτ ΙΙ τον Πορθητή (κακώς αναφέρεται συχνά ως Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής) και τους Οθωμανούς, χρονολογικά μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς της Αυτοκρατορίας του Πόντου των Κομνηνών. Επίσης, κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα υπήρξαν (για ποικίλους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και άλλους λόγους, που δεν έχουν ίσως αναλυθεί επαρκώς, και συζητούνται και διερευνώνται μέχρι σήμερα) κάποιες εξεγέρσεις (που έμειναν στην ιστορία γνωστές ως εξεγέρσεις των Τζελαλήδων) κατά της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας, στην περιοχή αυτή και στην Ανατολία γενικότερα.

Το Εμιράτο της Καραμανίας το 1450.

Από το όνομα του Εμιράτου της Καραμανίας προέρχεται και η λέξη «Καραμανλής». Ο όρος «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες» σημαίνει τους κατοίκους και υπηκόους του ισχυρού εμιράτου της Καραμανίας, που προέκυψε από τη διάλυση του κράτους των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Δηλαδή η λέξη «Καραμανλής» δηλώνει την καταγωγή από την Καραμανία, όπως το Σταμπουλής σημαίνει καταγωγή από την Ισταμπούλ (Κωνσταντινούπολη), το Βελεστινλής από το Βελεστίνο, το Τεπελενλής από το Τεπελένι κ.λπ.. Επομένως οι λέξεις «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες», ενώ αρχικά προσδιόριζαν τα μέλη μιας ηγετικής οικογένειας και φυλετικής ομάδας, που δημιούργησε το Εμιράτο της Καραμανίας, κατέληξαν, με το πέρασμα του χρόνου, να χρησιμοποιούνται, κυρίως για να προσδιορίζουν τους κατοίκους της αντίστοιχης περιοχής της Κεντρικής Μικράς Ασίας, ακόμη και όταν αυτοί οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής δεν αυτοπροσδιορίζονταν πάντοτε ως Καραμανλήδες, αλλά, αναφερόμενοι στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, αυτοπροσδιορίζονταν ως Κάϊσερληδες (από την Καισάρεια), Κόνιαληδες (από το Ικόνιο), Φαρασιώτες (από τα Φάρασα), Σπάρταληδες    (από την Σπάρτη), Προύσαληδες (από την Προύσα),κ.λπ.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχαν υιοθετήσει εξευρωπαϊσμένους τρόπους, οι Καραμανλήδες θεωρούνταν ως Ανατολίτες χωρικοί, που δεν διακρίνονταν για τους εξευρωπαϊσμένους αστικούς τρόπους συμπεριφοράς των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, έγινε από όλους αντιληπτό ότι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, αυτοί οι Ανατολίτες χωρικοί, οι Καραμανλήδες, ήταν άνθρωποι ιδιαίτερα ευφυείς και ικανοί στις συναλλαγές τους, δεινοί διαπραγματευτές και προικισμένοι έμποροι (αποτελεσματικοί και ταυτόχρονα μπεσαλήδες), με σωστές κοινωνικά αρχές, εδραιωμένες πεποιθήσεις και ακλόνητες αξίες, όσον αφορά ιδίως την οικογένεια, τη θρησκευτική πίστη, καθώς και την αξιοπιστία και την τιμή του ονόματός τους μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο.

 

Η τουρκοφωνία στην Καππαδοκία

Όσον αφορά ειδικότερα την τουρκοφωνία στην Καππαδοκία, αυτή προέκυψε κυρίως από δύο ιστορικά γεγονότα: Τη μάχη του Ματζικέρτ (1071) και την απαγόρευση του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (1277) να μιλιέται στη δημόσια διοίκηση και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική.

 

α) Μετά τη μάχη του Ματζικέρτ

Η μάχη του Ματζικέρτ (1071 μ.X.) μεταξύ του Βυζαντινού στρατού και του στρατού των Σελτζούκων υπό τον Αλπ Αρσλάν, έληξε με την αναπάντεχη ήττα του βυζαντινού στρατού, που προκλήθηκε κυρίως από την προδοσία κατά του Αυτοκράτορα, που οργάνωσε η οικογένεια των Δουκαίων και το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο, με σκοπό να μη επιτρέψουν την εδραίωση στην αυτοκρατορική εξουσία του επαρχιώτη Καππαδόκη στρατηγού-Αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη.

Ο Αυτοκράτορας πιάστηκε αιχμάλωτος και περίμενε από τους νικητές να τον τυφλώσουν. Ο Σελτζούκος ηγέτης Αλπ Αρσλάν αρχικά δεν πίστευε ότι αιχμαλωτίστηκε ο Αυτοκράτορας. Χρειάστηκαν μερικές ημέρες για να πιστέψει ο Αλπ Αρσλάν τις διαβεβαιώσεις αξιόπιστων μαρτύρων ότι ο συγκεκριμένος αιχμάλωτος είναι ο Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης. Κι ενώ ο ηττημένος και αιχμάλωτος Αυτοκράτορας περίμενε την τύφλωσή του, ο Αλπ Αρσλάν του ζήτησε να συνεχίσει να κυβερνά. Στην πραγματικότητα, ο Αλπ Αρσλάν δεν ενδιαφερόταν για τη Μικρά Ασία. Ήθελε να γίνει Μέγας Σελτζούκος της Βαγδάτης και κατευθύνθηκε προς τη Βαγδάτη. Στον πηγαιμό, όμως, για τη Βαγδάτη, δολοφονήθηκε από έναν Τουρκομάνο φύλαρχο.

Έτσι, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης συνέχισε να κυβερνά με έδρα κυρίως την Καισάρεια. Το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο ανησύχησε. Έστειλε στρατό, συνέλαβε τον Αυτοκράτορα και αφού τον τύφλωσε (στις 29 Ιουνίου 1072) βγάζοντας τους βολβούς των οφθαλμών του με μυτερό μεταλλικό εργαλείο, τον φυλάκισε στη νήσο Πρώτη της Προποντίδας, όπου, μετά πέντε περίπου εβδομάδες, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης πέθανε στις 4 Αυγούστου 1072, μέσα σε φρικτούς πόνους, διότι οι ανοικτές πληγές των βγαλμένων πια οφθαλμών του είχαν μολυνθεί, και σκουλήκια έτρωγαν αργά και μαρτυρικά τον εγκέφαλό του.

Η μάχη του Ματζικέρτ σε γαλλική μικρογραφία του 15ου αι. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μαχητές φέρουν δυτικές πανοπλίες.
Ο Αλπ Αρσλάν ταπεινώνει τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄Διογένη. Εικονογράφηση έκδοσης του 150υ αι. στα γαλλικά του έργου του Βοκκάκιου De Casibus Virorum Illustrium.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έτσι, μετά τη δολοφονία των δύο ηγετών (του Ρωμανού Δ΄ Διογένη αφ’ ενός και του Αλπ Αρσλάν, αφ’ ετέρου) προέκυψε κενό πολιτικής εξουσίας στη Μικρά Ασία και ιδίως στην Καππαδοκία, με συνέπεια να εισβάλουν βίαια και άρπαγα ληστρικά σώματα Τουρκομάνων, που λεηλατούσαν την περιοχή καθιστώντας δυσχερή έως μάταια την καλλιέργεια της γης, αδύνατη τη συλλογή των γεωργικών προϊόντων και γενικά αβίωτο τον κοινωνικό βίο των Καππαδοκών.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έκρυθμη και μη βιώσιμη τούτη κατάσταση, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες προύχοντες Καππαδόκες με επικεφαλής επισκόπους καλούσαν τον τακτικό στρατό των Σελτζούκων να τους προστατεύσει από τους Τουρκομάνους ληστές. Έτσι, οι Σελτζούκοι καθίστανται επικυρίαρχοι, ιδρύουν το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας, και άλλοτε καταναγκαστικά και άλλοτε από αδήριτη ανάγκη για επιβίωση και για επικοινωνία των Ρωμιών με τους επικυρίαρχους Σελτζούκους, επιβάλλεται ντε φάκτο, προοδευτικά και ως ένα μόνο βαθμό, στους Ρωμιούς της περιοχής η χρήση της τουρκικής γλώσσας, στην καθημερινή ζωή.²

Αυτή η άλλοτε εξαναγκαστική και άλλοτε λόγω αναγκαίας προσαρμογής στις νέες καταστάσεις επιβεβλημένη ως ένα βαθμό τουρκοφωνία, δεν συνοδεύτηκε κι από συστηματικό καταναγκασμό (αν και υπήρχαν και περιπτώσεις καταναγκασμού), όσον αφορά την υποχρεωτική αλλαγή της θρησκείας, διότι, ως προς την θρησκεία, οι Σελτζούκοι ήταν σχετικά (σε σύγκριση, δηλαδή, με άλλους λαούς της εποχής εκείνης) ανεκτικοί. Διερχόμενοι από την Περσία, οι Σελτζούκοι ασπάστηκαν επιφανειακά το Ισλάμ, ενώ στην πραγματικότητα παρέμειναν βαθύτατα όπως ήταν προηγουμένως, δηλαδή σαμανιστές και ανιμιστές, και για τον λόγο τούτο από θρησκευτική άποψη, ως ένα βαθμό, ανεκτικοί.³

 

β) Το διάταγμα του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (Καραμάνογλου)

Όπως προαναφέρθηκε, το δεύτερο ιστορικό γεγονός το οποίο επηρέασε σημαντικά στην επιβολή της τουρκοφωνίας στην κεντρική Μικρά Ασία, υπήρξε η απαγόρευση, με διάταγμα (φιρμάνι) του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (που εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 1277), να μιλιέται στις δημόσιες υπηρεσίες και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η τελευταία απαγόρευση έμεινε στην λαϊκή παράδοση των Ρωμιών της περιοχής με τη φράση «τους έκοψαν τη γλώσσα». Και στο λαϊκό φαντασιακό πέρασε και εδραιώθηκε η ιδέα ότι κάποιοι κόψανε με το μαχαίρι τη γλώσσα (που είναι μέσα στο στόμα) μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, έτσι ώστε να μη μπορούν να μιλήσουν καθόλου, για να μη μεταδώσουν την προγονική γλώσσα που μιλούσαν και οι ίδιοι στους απογόνους τους. Ένα τέτοιο γεγονός δεν βεβαιώνεται από καμιά πηγή και μάλλον αποτελεί προϊόν του συλλογικού λαϊκού φαντασιακού. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια αυστηρή απαγόρευση της ομιλίας άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους και στη διοίκηση μέσα στην επικράτεια του Εμιράτου της Καραμανίας. Το γεγονός αυτό της απαγόρευσης της χρήσης οποιασδήποτε άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους, είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι ακόμη και στα περισσότερα χωριά της Καππαδοκίας όπου μιλιόνταν τοπικά ιδιώματα της ελληνικής καππαδοκικής διαλέκτου, τα τραγούδια, που τραγουδιούνται δημόσια, να είναι (σχεδόν) όλα στην τουρκική γλώσσα.

Όταν λόγω μακροχρόνιας κατάκτησης δημιουργείται ένα γλωσσικό περιβάλλον, στο οποίο μια γλώσσα καθίσταται διοικητικά κυρίαρχη και παράλληλα όλες οι άλλες «μειονοτικές» γλώσσες απαγορεύεται να μιλιούνται δημόσια, και ταυτόχρονα απουσιάζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που να καλλιεργεί τις «μειονοτικές» γλώσσες, που παραμένουν μόνο προφορικές και επομένως πολιτισμικά ατροφούν, τότε ο βαθμός κυριαρχίας της ήδη διοικητικά κυρίαρχης γλώσσας ενισχύεται με τρόπο καταιγιστικό, και δημιουργείται, μέσα στη χρονική διάρκεια, μια όλο πιο έντονη τάση εξαφάνισης κάθε άλλης γλώσσας.

Στην Καππαδοκία, μάλιστα, υπάρχει, τουλάχιστον, μια «κλινική» μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε περίπτωση, που συνιστά μια ιστορικοκοινωνική απόδειξη του πως ένας ελληνικός πληθυσμός, που αρχικά μιλούσε την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, τελικά τουρκοφώνησε πλήρως, και μάλιστα στα νεότερα χρόνια και μέσα σε δύο-τρεις γενιές, όταν βρέθηκε σε τουρκόφωνο περιβάλλον στην Καππαδοκία.⁴

Ο αδριάντας του Μεχμέτ Ι Μπέη Καραμάνογλου στην κωμόπολη Καραμάν της Κεντρικής Ανατολίας.

Επιπρόσθετο ιστορικό παράδειγμα αλλαγής γλώσσας στην άλλη άκρη της Ευρώπης

Φαινόμενα αλλαγής γλώσσας ή ανάμειξης γλωσσικών στοιχείων ενός πληθυσμού, λόγω κατάκτησης ή εποικισμού, έχουμε και άλλα στην ιστορία.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διάδοσης της γαλλικής γλώσσας μεταξύ των Νορμανδών και μέσω αυτών των τελευταίων στην Αγγλία. Πράγματι, στην άλλη άκρη της Ευρώπης κατά την ίδια χρονική περίοδο (με διαφορά πέντε ετών) με την έναρξη της περιόδου τουρκοφωνίας ενός μέρους των Καππαδοκών (λόγω της ήττας στο Ματζικέρτ), η γαλλική γλώσσα επεκτάθηκε και εισέδυσε στη Βρετανία, λόγω κατάληψης της Αγγλίας από τους γαλλόφωνους Νορμανδούς (1066 μ.Χ.), με συνέπεια σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των λέξεων στην αγγλική γλώσσα να είναι γαλλικής προέλευσης.

Αυτοί οι ίδιοι οι Νορμανδοί που ήταν Βίκιγκς από την Δανία, έχασαν την προγονική τους γλώσσα και γαλλοφώνησαν ολοσχερώς μέσα σε δύο γενιές, από τότε που εποίκισαν τη Γαλλία. Έτσι, όταν οι γαλλόφωνοι πια Νορμανδοί (Βίκιγκς) νίκησαν τους Άγγλους (που είναι γερμανικό φύλο) στη μάχη του Hastings και κατάκτησαν την Αγγλία, προώθησαν και διέδωσαν τη γαλλική γλώσσα. Οι Βασιλείς στην Αγγλία έκαναν 300 περίπου χρόνια μετά τη μάχη του Hastings (που έγινε, όπως προαναφέρθηκε, το 1066 μ.X., δηλαδή πέντε χρόνια πριν τη μάχη του Ματζικέρτ) για να γράψουν επίσημα κρατικά έγγραφα σε αγγλική γλώσσα. Τα επίσημα βασιλικά έγγραφα συντάσσονταν αποκλειστικά σε γαλλική γλώσσα, και οι υπήκοοι όφειλαν να καταλάβουν και να εκτελέσουν τις βασιλικές εντολές. Επομένως να μάθουν, ως ένα βαθμό, τη γαλλική γλώσσα. Ακόμη και σήμερα η εμβληματική φράση που βρίσκεται χαραγμένη πάνω στο στέμμα των Άγγλων Βασιλιάδων (του Ηνωμένου Βασιλείου) είναι σε γαλλική γλώσσα: “Dieu et mon Droit” (“Ο Θεός και το Δίκαιό μου”). Για τον λόγο τούτο άλλωστε οι Γάλλοι συνηθίζουν να λένε:

“L’anglais c’est du français, mal prononcé” (“Τα αγγλικά είναι γαλλικά, κακώς προφερόμενα”).

 

Δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή

Όσον αφορά τα καραμανλήδικα, δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή.

Η καραμανλήδικη γραφή συνίσταται στο να γράφονται τουρκικές λέξεις με ελληνικό αλφάβητο. Την καραμανλήδικη γραφή χρησιμοποίησαν οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί, που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και ως εκ τούτου διαμόρφωσαν και διατήρησαν την ελληνική συνείδηση. Στη διαμόρφωση και διατήρηση της ελληνικής συνείδησης, παρά την τουρκοφωνία, συνέβαλαν, δηλαδή, τόσο η υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όσο και η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου για τη γραφή τουρκικών λέξεων.

Αντίστοιχα οι Αρμένιοι, όπου και όταν κι εκείνοι τουρκοφώνησαν, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το αρμενικό αλφάβητο. Επίσης και όσοι Εβραίοι, όπου και όταν κι εκείνοι είχαν τουρκοφωνήσει, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το λατινικό αλφάβητο. Κι έτσι μέσω της χρήσης διαφορετικών εθνικών αλφαβήτων διατηρείτο και η διαφορετική εθνική ταυτότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί την αρμένικη εθνική ταυτότητα στους Αρμένιους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν ή την εβραϊκή εθνική ταυτότητα στους Εβραίους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνικότητα των Καππαδοκών, οι οποίοι τουρκοφώνησαν και παρά την τουρκοφωνία τους διατήρησαν ισχυρή την ρωμέϊκη-ελληνική εθνική τους συνείδηση, όταν βέβαια τέθηκε θέμα εθνικής συνείδησης και επιλογής. Αυτή η ελληνική εθνική συνείδηση, όπως και η ελληνική γλώσσα, καλλιεργήθηκαν συστηματικά, και με διαρκώς, με το πέρασμα του χρόνου, εντεινόμενους ρυθμούς, μέσω κυρίως της ανάπτυξης του εκπαιδευτικού συστήματος και του ανοίγματος των ελληνικών σχολείων στην Καππαδοκία και στις άλλες περιοχές της κεντρικής Μικράς Ασίας. Αυτό συνέβη, όταν δόθηκε η σχετική ιστορική δυνατότητα και ευκαιρία, ιδίως από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, και μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα, όταν υιοθετήθηκαν οι γνωστές με το όνομα Τανζιμάτ εκσυγχρονιστικές και ευεργετικές μεταρρυθμίσεις αναδιοργάνωσης στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵

Φωτογραφίες από Σύνοψη σε καραμανλήδικη γραφή, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κατά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών του 1923-1924 από την κωμόπολη του Ιντζέσου της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας.

«Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα»

Αυτή την ελληνική συνείδηση των τουρκόφωνων Καππαδοκών εκφράζει με εμφαντικό τρόπο ο τίτλος: Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα, με τον οποίο τιτλοφορεί τα πολυσέλιδα αυτοβιογραφικά και πατριδογνωστικά χειρόγραφα απομνημονεύματά του ο τουρκόφωνος Καππαδόκης Ιορδάνης Ιντζεσουλήογλου («Λεπτοϋδωρεύς», όπως ο ίδιος εξελλήνισε το όνομά του), ο οποίος καταγόμενος από την πόλη «Ιντζέσου» (της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας) που σημαίνει «Λεπτονέρι» («Ιντζέ» σημαίνει «λεπτός» και «σου» σημαίνει «νερό» και «Ιντζεσουλής» σημαίνει ο κάτοικος της πόλης του Ιντζέσου και Ιντζεσουλήογλου σημαίνει το παιδί του ανθρώπου από το Ιντζέσου) της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ήλθε και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε για πάνω από δέκα χρόνια στην στρατιωτική φρουρά του Βασιλιά Όθωνα στην Αθήνα. Ο λεβέντης ο Γιορδάνης!

Άλλωστε, όπως προκύπτει κι από την έρευνα που πραγματοποίησε ο δικηγόρος και ιστορικός ερευνητής κ. Τάκης Σαλκιτζόγλου (καταγόμενος από την Σύλλη του Ικονίου) πολλοί Καππαδόκες και χιλιάδες Μικρασιάτες, Καραμανλήδες και μη, συμμετείχαν και έδωσαν το αίμα τους στην επανάσταση του 1821 για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.⁶

Ο Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής και τ. Κοσμήτορας της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην περιοδική έκδοση Σινασίτικη Φωνή του Σωματείου “Η Νέα Σινασός”, αρ. Φύλ. 93 και 94, 2021, σελ. 4-5.

1. Σύμφωνα με τον καθηγητή γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Ανδριώτη, οι ελληνικές διάλεκτοι είναι πέντε: Η κυπριακή, η καππαδοκική, η ποντιακή, η τσακώνικη (στην Πελοπόννησο) και η γραικάνικη (στη Νότια Ιταλία). Η Ακαδημία Αθηνών πρόσθεσε και την κρητική διάλεκτο.

2. Για περισσότερες λεπτομέρειες και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, βλέπε το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας), Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1996, σελίδες 663.

3. Αυτή η σχετική θρησκευτική ανοχή επέτρεψε άλλωστε την ανάπτυξη μοναχικών ισλαμικών ταγμάτων, όπως οι περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες, σύμφωνα με τη διδασκαλία του σούφι (σοφού) Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί (που σημαίνει στην περσική γλώσσα “ο Δάσκαλός μας ο Τζελαλαντίν ο Ρωμιός”), αλλά και ο μπεκτασισμός από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή. Αμφότεροι, δηλαδή τόσο ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί όσο κι ο Χατζή Μπεκτάς Βελή, ήλθαν κατά τον 13ο αιώνα στο κράτος των Σελτζούκων από το Χορασάν (που είναι η αρχαία Βακτριανή, όπου υπήρχε σπουδαίος ελληνικός πολιτισμός μέσα και γύρω από την “Αλεξάνδρεια την Εσχάτη”, που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος), όπου φανατικοί Αφγανοί Ισλαμιστές τους καταδίωξαν ως αιρετικούς. Μάλιστα ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί, ο οποίος είναι από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές, που γέννησε η ανθρωπότητα, ήταν νεοπλατωνιστής και γνώριζε από έξω κείμενα του Πλάτωνα, λέγεται ότι μυήθηκε στον Χριστιανισμό από καλόγερους μέσα στη Μονή του Αγίου Χαρίτωνα, λίγο έξω και πριν μπει στην πόλη του Ικονίου. Κήρυττε την αγάπη και η επιρροή που άσκησε πάνω στους πιστούς όλων των θρησκειών ήταν τεράστια. Όταν πέθανε, στην κηδεία του συγκεντρώθηκε για να τον συνοδεύσει στην ταφή του, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων όλων των εθνοτήτων και όλων των μονοθεϊστικών θρησκειών. Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι.

4. Μάξιμος Χαρακόπουλος, Ρωμιοί της Καππαδοκίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελίδες 292.

5. Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) του Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Χαττ-ι Σερίφ) του Ροδώνα ή του Γκιούλχανε του 1839, και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φερμανί ή Χαττ-ι Χουμαγιούν) του 1856. Ως τρίτο βασικό κείμενο-στάδιο της μεταρρυθμιστικής τούτης περιόδου θεωρείται το Σύνταγμα του 1876.

6.Βλέπε το βιβλίο του Τάκη Σαλκιτζόγλου, Η Μικρά Ασία στην Επανάσταση του 1821. Η συμβολή των Μικρασιατών στον εθνικό αγώνα, Αθήνα, έκδοση του «Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού», 2010.