Skip to main content

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν ήταν μια νέα υπόθεση στη διεθνή σκηνή. Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι αγγλοκινεζικοί «πόλεμοι του οπίου» είχαν αποτελέσει τον μοχλό για την επιβολή της ξένης επιρροής στη μεγάλη χώρα. Κατά τον 20ό αιώνα διεφάνη ο κίνδυνος της μεγάλης διάδοσής τους στη Δύση. Τον Ιούλιο του 1931 συνήφθη η Σύμβαση για τον περιορισμό της παραγωγής και τη διευθέτηση της κυκλοφορίας των ναρκωτικών ουσιών που παράγονταν από το όπιο και την κόκα. Ωστόσο, η ανάπτυξη μεγάλης γκάμας νέων οπιούχων προϊόντων οδήγησε, στη μεταπολεμική εποχή, σε μια περισσότερο συγκροτημένη προσπάθεια. Το 1961, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, συνήφθη η Single Convention on Narcotic Drugs, η οποία αποσκοπούσε να καταπολεμήσει την παραγωγή και διακίνηση παλαιότερων και νεότερων ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες θα απαιτείτο ειδική άδεια που αφορούσε την ιατρική τους χρήση.

Εως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, σειρά διεθνών υπηρεσιών ασχολείτο με το πρόβλημα: η UN Commission on Narcotic Drugs, το International Narcotics Control Board, και η επιτροπή ειδικών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO). Ωστόσο, το σύστημα δεν αποδεικνυόταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό: τα διάφορα κράτη μπορούσαν να αντισταθούν στις πιέσεις του, ενώ αδυνατούσε να αντιμετωπίσει αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούσαν «εγκληματικό υπόστρωμα».

Αλλά και η Ιντερπόλ δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματική, καθώς υπέφερε από το γεγονός ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς οπίου, ενώ οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν μετείχαν στις διαδικασίες της.

Αμερικανοί στρατιώτες σε βάση κοντά στη Σαϊγκόν δίνουν ούρα για εξετάσεις ανίχνευσης ηρωίνης πριν επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργασίες σε διμερή βάση αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αμερικανοτουρκικές κοινές επιχειρήσεις για παράδειγμα εναντίον της κυκλοφορίας ναρκωτικών, από τη δεκαετία του 1950, αποτελούσαν βασικό τμήμα της συνεργασίας των δύο χωρών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, και επεκτείνονταν στο πεδίο των μυστικών υπηρεσιών.

Η τεχνολογική εξέλιξη που επέτρεπε τη δημιουργία νέων συνθετικών ναρκωτικών ουσιών, π.χ. το LSD, σύντομα κατέστησε το πλαίσιο της Σύμβασης του 1961 ξεπερασμένο. Παράλληλα, η αναστάτωση στις νεανικές κοινότητες της Δύσης –πρωτίστως, των ΗΠΑ– συνδυαζόταν με τις τρομερές ψυχολογικές πιέσεις του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1970-72 ξέσπασε η λεγόμενη «επιδημία της ηρωίνης» στις τάξεις του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, ενώ επηρεάστηκαν και άλλες αμερικανικές μονάδες, π.χ. στη Δυτική Γερμανία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα εμφανιζόταν με μεγάλη ένταση στις ΗΠΑ (υπολογιζόταν ότι υπήρχαν εκεί 300.000 εθισμένοι, ενώ ο αριθμός στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 100.000), αλλά οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούσαν τους Ευρωπαίους πως θα επεκτεινόταν και θα εξελισσόταν σε παγκόσμιας κλίμακας ζήτημα στα επόμενα χρόνια.

Διαβλέποντας μεγάλους κινδύνους για την κοινωνική συνοχή, η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον κήρυξε το 1970 τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» (war on drugs). Σε επίσημο μήνυμά του προς το Κογκρέσο το 1971, ο Νίξον διακήρυξε ότι τα ναρκωτικά ήταν ο «υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος εχθρός των ΗΠΑ». Η προσπάθεια αφορούσε την απαγόρευση της παραγωγής και διακίνησης ουσιών στις ίδιες τις ΗΠΑ, μέσω της υιοθέτησης σχετικής αυστηρής νομοθεσίας και κατασταλτικών μέτρων, αλλά και την άσκηση πιέσεων προς τρίτες χώρες ώστε να περιορίσουν την παραγωγή τους. Οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να διακόψουν τη βοήθεια προς χώρες που δεν συμμορφώνονταν στο ζήτημα της παραγωγής ναρκωτικών, αλλά και να προσφέρουν αυξημένη βοήθεια σε όσες το έκαναν. Ο ίδιος ο Νίξον τόνισε ότι οποιαδήποτε χώρα «που διευκολύνει ή συνεισφέρει με οποιονδήποτε τρόπο στη διεθνή διακίνηση ηρωίνης, διαπράττει εχθρική πράξη εναντίον των ΗΠΑ».

Ο σύμβουλός του, ο περίφημος φιλελεύθερος καθηγητής Ντάνιελ Πάτρικ Μόινιχαν, ζήτησε μια έντονη προσπάθεια για να «σακατέψουμε [cripple] τη διακίνηση ηρωίνης στα επόμενα δύο χρόνια». Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Οκτώβριο του 1970, ο Νίξον έκανε μια δραματική έκκληση για σύσφιγξη της διεθνούς συνεργασίας με σκοπό την αντιμετώπιση του θέματος.

Ο Πρόεδρος Νίξον στρέφεται προς τον γενικό εισαγγελέα Τζον Μίτσελ μετά την υπογραφή του νόμου για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, Οκτώβριος 1970.

Διεθνή προβλήματα στην καταπολέμηση της διακίνησης

Αυτή η προσπάθεια έτεινε να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές του Ψυχρού Πολέμου και να προκαλεί εντάσεις ακόμη και μεταξύ δυτικών συμμάχων. Από το 1966, οι Αμερικανοί πίεζαν την Τουρκία να σταματήσει την παραγωγή οπίου, αλλά η Αγκυρα αντιστεκόταν, λόγω της μεγάλης οικονομικής σημασίας της για ορισμένες περιοχές της χώρας. Αντίστοιχα, οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να σταματήσουν την επεξεργασία του τουρκικού οπίου σε παράνομα εργαστήρια στη νότια Γαλλία, η ύπαρξη των οποίων προκαλούσε –όπως διαμήνυσαν στο Παρίσι– «μεγάλο βάρος στις γαλλοαμερικανικές σχέσεις».

Το ζήτημα προκάλεσε μεγάλες εντάσεις με την Αγκυρα, και ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ παρενέβη προσπαθώντας να αποτρέψει αυτό που έβλεπε ως διακύβευση της σχέσης με έναν ψυχροπολεμικό σύμμαχο, από ιδεαλιστές, όπως ο Μόινιχαν (ή ο Ελληνοαμερικανός αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Ευγένιος Ρωσίδης) που έθεταν ένα «άσχετο» ζήτημα. Τελικά, το 1971, οι Τούρκοι δέχθηκαν να σταματήσουν τη δική τους παραγωγή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα αυξημένη αμερικανική βοήθεια. Αντίστοιχη συμφωνία για μείωση της παραγωγής πέτυχαν οι Αμερικανοί και με το Μεξικό.

Αλλά αυτό σήμαινε ότι οι διακινητές θα αναζητούσαν πρόσθετες πηγές, πιθανόν στη νοτιοανατολική Ασία, π.χ. στη Βιρμανία. Οι Αμερικανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις διαδικασίες του ΟΗΕ για να αγοραστεί και εκείνη η σοδειά, καθώς μια ευθεία αμερικανική αγορά θα λειτουργούσε ως κίνητρο για πολλές χώρες να αυξήσουν αντί να μειώσουν τη δική τους παραγωγή. Με άλλα λόγια, η προσπάθεια έπρεπε να είναι παγκόσμιας κλίμακας, καθώς η καταπολέμηση της παραγωγής σε ένα σημείο του πλανήτη έτεινε να εξισορροπηθεί από την αύξησή της κάπου αλλού. Το πρόβλημα των ναρκωτικών προσφέρει μια πολύ ενδεικτική εικόνα αυτής της πρώιμης εποχής της παγκοσμιοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην πηγή του. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι η Τουρκία ξανάρχισε την παραγωγή οπίου μόλις το 1974.

Ο Νίξον με τον σύμβουλό του Ντάνιελ Μόινιχαν.

Η άρνηση των Δυτικοευρωπαίων να συμμεριστούν τις αμερικανικές ανησυχίες προβλημάτιζε την Ουάσιγκτον. Οι Δυτικοευρωπαίοι υιοθέτησαν μια ιδιαίτερα μυωπική στάση: ενοχλημένοι από τις πολλές μονομερείς πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Νίξον, θεώρησαν ότι επρόκειτο για ένα αποκλειστικά αμερικανικό πρόβλημα που δεν τους αφορούσε. Αυτή ήταν η στάση και μεγάλων κρατών, όπως η Βρετανία, αλλά και των σκανδιναβικών μελών του ΝΑΤΟ, που θα αντιμετώπιζαν ένα γιγάντιο πρόβλημα διάδοσης των ναρκωτικών μόλις στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, μόνον η Δυτική Γερμανία συμμερίστηκε τον αμερικανικό προβληματισμό: από το 1970 συγκροτήθηκε ειδική διμερής συνεργασία για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στις αμερικανικές στρατιωτικές μονάδες στη χώρα.

Πάντως, από τα τέλη του 1970 και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, έπειτα από πρόταση του Γάλλου προέδρου, Ζορζ Πομπιντού, εξέτασαν το ενδεχόμενο μιας κοινής αντίδρασης των μελών τους.

 

Το πολυμερές σχέδιο συνεργασίας στο πλαίσιο του ΟΗΕ και η σύμβαση του 1971

Ο ΟΗΕ εθεωρείτο το πλέον αρμόζον διεθνές φόρουμ για το ζήτημα. Μια πρώτη πρωτοβουλία αφορούσε τη δημιουργία του Special UN Fund for Drug Abuse Control, έπειτα από αμερικανική πρόταση στην Narcotics Commission τον Οκτώβριο του 1970. Στην περίπτωση αυτή, οι Σοβιετικοί ήγειραν διαδικαστικά προβλήματα – π.χ. αντέτειναν ότι η πρόταση έπρεπε να είχε υποβληθεί στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο και όχι στην Επιτροπή Ναρκωτικών.

Τελικά η αμερικανική πρόταση εγκρίθηκε, έστω με δυσκολία, αλλά πολλές χώρες, όπως η Ινδία, το Μεξικό, η Γιουγκοσλαβία, δήλωσαν ότι δεν θα συνεισέφεραν πόρους. Τελικά, τα δύο τρίτα των πόρων του Ταμείου διατέθηκαν από τις ΗΠΑ.

Πιο εύκολα ήταν τα πράγματα όταν δεν ετίθετο θέμα χρηματικών εισφορών. Η σημαντικότερη πολυμερής διεθνής συμφωνία αυτής της περιόδου ήταν η Convention on Psychotropic Substances που συνήφθη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 1971 και αναβάθμιζε σημαντικά τις προβλέψεις της προγενέστερης συμφωνίας του 1961, επεκτείνοντας τις ρυθμίσεις της και στα νέου τύπου ναρκωτικά. Η νέα σύμβαση τέθηκε σε ισχύ το 1976.

Τραυματίας περιμένει τη μεταφορά του με ελικόπτερο. Εκτός από τις απώλειες των μαχών, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε πολλά θύματα από ναρκωτικά.

Επιπλέον, τον Μάρτιο του 1972, και πάλι έπειτα από αμερικανική πρόταση, μια διεθνής διάσκεψη στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή 47 κρατών, του WHO καθώς και παρατηρητών από αρκετούς διεθνείς οργανισμούς όπως την Ιντερπόλ και τον Ερυθρό Σταυρό, υιοθέτησε ένα πρωτόκολλο που επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις και στη σύμβαση του 1961.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα δεν είχε ακόμη παγκοίνως αναγνωριστεί. Οι περισσότερες χώρες θεωρούσαν ότι ήταν ένα αποκλειστικά αμερικανικό ζήτημα, που δεν τις αφορούσε. Ωστόσο, τόσο οι κοινωνικές διαστάσεις του, όσο και οι μεγάλες διεθνείς περιπλοκές που αποκάλυπτε –την ανάγκη για διεθνή συνεργασία, ακόμη και τάσεις παγκοσμιοποίησης των προβλημάτων– ήταν πρόσθετες ενδείξεις της εισόδου σε μια νέα, μεταβιομηχανική εποχή.

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: Η Καθημερινή