Skip to main content

Γεωργία Μπακάλη: Θνησιγενής εργατική ενότητα: Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

Γεωργία Μπακάλη

Θνησιγενής εργατική ενότητα
Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

 

Η «προϊστορία» του εργατικού κινήματος (1909 – 1918)

[…] η παρατηρούμενη κατά τα τελευταία έτη (1910 και εδώ) εργατική κίνησις της Ελλάδος είναι κατά κανόνα αμελέτητος, άρρυθμος και εν πολλοίς άσκοπος, οφειλομένων των ελαττωμάτων της τούτων κυρίως εις το αμόρφωτον των εργατών, και κατ’ ίσον λόγον εις το μη ανεπηρέαστον της εξελίξεως της εργατικής κινήσεως παρ’ ημίν. 

Αλ. Σβώλος (Ιούλιος 1918)

Το 1909 αποτέλεσε αφετηρία νέων εξελίξεων για τις εργατικές δυνάμεις της χώρας. Με τη μαζική διαδήλωση του Συνδέσμου Συντεχνιών της 14ης Σεπτεμβρίου αναδύθηκε η κοινωνική και πολιτική δύναμη των επαγγελματικών σωματείων. Θέτοντας αιτήματα κοινωνικής πολιτικής, προέβαλαν την ανάγκη να υπάρξει, μεταξύ άλλων, ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τη βελτίωση της θέσης του εργάτη. Ακολούθως, τη δεκαετία του 1910 διάφοροι παράγοντες (διάχυση των σοσιαλιστικών ιδεών, διεύρυνση του οργανωμένου εργατικού κόσμου της Ελλάδας, επιπτώσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο βιοτικό επίπεδο των εργατών) προκαλούσαν ιδεολογικές ζυμώσεις τέτοιας εμβέλειας, ώστε να αποκρυσταλλώνεται σταδιακά μια συλλογική συνειδητοποίηση γύρω από κοινά εργατικά συμφέροντα. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτούργησε και ο Ν. 281/1914, Περί σωματείων. Προκάλεσε αθρόα σύσταση εργατικών σωματείων, επιτρέποντας συγχρόνως και την ανασύσταση των ήδη υφιστάμενων, σε διαφορετική όμως βάση. Ο νόμος όριζε –στην πραγματικότητα περιόριζε– την οργάνωση, λειτουργία και τον σκοπό των επαγγελματικών ενώσεων. Τα σωματεία, βάσει του συγκεκριμένου νόμου, έπρεπε να είναι αμιγώς εργατικά ή εργοδοτικά. Στόχος ήταν η σύσταση ενώσεων απαλλαγμένων από συντεχνιακές λογικές και αλληλοβοηθητικούς σκοπούς. Οριοθετώντας ο νόμος τις δύο «τάξεις» (εργάτες και εργοδότες) σε επίπεδο σωματειακής οργάνωσης, ευνοούσε τη συνειδητοποίηση της διάκρισής τους.

Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956).

Τη σημασία αυτή του νόμου τόνιζε από τη θέση του τμηματάρχη Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Σε Έκθεσή του με τίτλο Το Εργατικόν μας Ζήτημα (Ιούλιος 1918) επιχειρεί μια διεισδυτική διερεύνηση του θέματος. Με την επισήμανση ότι ο νόμος παρέσχε αμέσως εις τον εργάτην την βάσιν της συνειδήσεως της “τάξεώς” του και της αντιθέσεώς της προς την τάξιν του εργοδότου, δείχνει ότι ο νόμος συνέβαλε προς την κατεύθυνση της ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών, ακόμη και αν η εξέλιξη αυτή δεν ήταν γενικός κανόνας, αλλά ίσχυε μόνο για κάποιες κατηγορίες εργατών. Άλλωστε, η απόκτηση ταξικής συνείδησης δεν θα μπορούσε να είναι ούτε αυτόματη ούτε αυτονόητη ούτε καθολική για τους ελάχιστα μέχρι τότε χειραφετημένους εργάτες. Η περιορισμένη χειραφέτηση ήταν αποτέλεσμα βαθύτερου ελλείμματος. Ο Σβώλος με έμφαση περιγράφει τη χαμηλή πνευματική συγκρότηση των εργατών (όλοι μας σχεδόν οι εργάται είναι εις εκπληκτικόν βαθμόν αμόρφωτοι. Ο πνευματικός των ορίζων είναι στενός εις αξιοθρήνητον βαθμόν […] παρασύρεται με οικτράν τυφλότητα συνειδήσεως), υπογραμμίζοντας και την έλλειψη γνήσιας εργατικής συνείδησης. Εκτιμούσε ότι η έλλειψη αυτή οφειλόταν μεταξύ άλλων στην ανεπαρκή ιδεολογική τους κατάρτιση καθώς και στην απουσία σημαντικής βιομηχανίας. Ο εργάτης:

άρπαξε ολίγας συναρπαστικάς λέξεις από διαφόρους ρήτορας των συνελεύσεών του, δεν εννόησε κατά βάθος την έννοιαν αυτών, ήρχισε να κινήται κατά το πλείστον χωρίς πρόγραμμα, ενεπλάκη εις αγώνας προς τους εργοδότας του, αλλά πέραν τούτου καμμίαν σαφή δεν έχει ιδέαν ούτε περί της κοινωνικής διαφορικότητος των τάξεων, ούτε περί της ουσίας του αγώνος του, ούτε περί του μέλλοντός του. Αντιθέτως η συνείδησις του εργάτου μας είναι ακόμα αστική. Πολιτικώς δεν απεσπάσθη ποτέ από τα αστικά κόμματα […]

Μάλιστα, όπως σημειώνει, όχι μόνο δεν αποσπάστηκε από την επιρροή τους, αλλά ανέχτηκε την εκμετάλλευση και την κολακεία αστών, πλουσίων και πολιτευομένων, καθώς και δωροδοκίες του κράτους κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού (1916-1917). Χωρίς να γενικεύει, διακρίνει μόνο εκείνες τις απεργίες που οργανώθηκαν μετά λόγου και επιγνώσεως, όπως η απεργία των γαιανθρακεργατών (1913). Διακρίνει ακόμη και διαφορετικούς βαθμούς ως προς την απόκτηση εργατικής συνείδησης, παρατηρώντας ότι οι εργάτες της Θεσσαλονίκης, κυρίως οι περί την Σοσιαλιστικήν Ένωσιν, είχαν σαφέστατη εργατική συνείδηση. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους εργάτες του Πειραιά, παρατηρούσε ότι οι εργάτες του Βόλου και της Αθήνας είχαν αρχίσει να αποκτούν σαφέστερη αντίληψη της θέσης τους, και ότι μαρτυρούν βραδείαν μεν, αλλά φανεράν εξέλιξιν προς τας βάσεις καθαρώς σοσιαλιστικής εργατικής συνειδήσεως. Στις διαπιστώσεις του αυτές αναγνωρίζεται η σημασία των συντελούμενων σοσιαλιστικών ιδεολογικών ζυμώσεων ως προς τη σφυρηλάτηση εργατικής συνείδησης σε εργατικές ενώσεις τόσο της επαρχίας όσο και της πρωτεύουσας. Σημαντική εστία σοσιαλιστικής σκέψης, με σθεναρή κοινωνική και πολιτική δράση και πρωτοποριακές πρωτοβουλίες (όπως η οργάνωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας το 1914 στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη), υπήρξε η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (γνωστή ως Φεντερασιόν). Η ιστορική διαδρομή της ήταν εξαρχής (1909) συνδεδεμένη με τη ζωηρή συνδικαλιστική δράση του Αβραάμ Μπεναρόγια, την άμεση επικοινωνία του με τα σοσιαλιστικά ρεύματα της Δύσης και τον ριζοσπαστισμό του. Πόσο διαφορετικό ήταν το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης από εκείνο της Αθήνας με ευγλωττία το δείχνει η έκπληξη του Μπεναρόγια, όταν, επισκεπτόμενος το 1912 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που ιδρύθηκε έναν χρόνο πριν, στην αίθουσα του Κέντρου αντικρύζει αντί του Μάρξ την εικόνα του Χριστού.

Έγγραφο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, παραρτήματος της Φεντερασιόν, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1915. (Πηγή: http://paspartoy.blogspot.fr/2012/07/blog-post.html)

Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το 1915, στη δίνη του Εθνικού Διχασμού και του Πολέμου, όξυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις και ένα μέρος του εργατικού κόσμου αποκόπηκε από τον βενιζελικό χώρο. Η παράταση του Πολέμου και ο αποκλεισμός επαύξησαν την ανεργία, ενώ η κερδοσκοπία έπληξε τα –λιμοκτονούντα τότε– εργατικά στρώματα, διογκώνοντας την κακοδαιμονία τους, και εξ αυτού τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιώς τον Σεπτέμβριο του 1917, σε υπόμνημά του προς την κυβέρνηση, τονίζει ότι οι συνθήκες που προκάλεσε ο Πόλεμος και οι εθνικές πολιτικές αναστατώσεις κατέστησαν τον βίο των εργατικών τάξεων εντελώς αβίωτον και αιτούνταν εγγράφως –εφόσον δεν μπορούσαν να κατέλθουν σε απεργία– τη διά νομοτελεστικού διατάγματος υποχρέωση των εργοδοτών να αυξήσουν κατά 25% τουλάχιστον τα ημερομίσθια των εργατών, χωρίς να επιτραπεί παράλληλη αύξηση των ειδών κατανάλωσης, τα οποία είχαν αυξηθεί κατά 70-80% από την αρχή του Πολέμου. Η πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατών της χώρας και, ειδικότερα, η εξαθλίωση των εργατών της Αθήνας και του Πειραιά ήταν μία πλευρά του εργατικού προβλήματος που πρέπει να τονιστεί και να εξεταστεί για τη σημασία της στην ριζοσπαστικοποίηση ενός μέρους των εργατών καθώς και στην ομοσπονδιακή ενοποίηση το 1918. Σε αυτές τις εξελίξεις πρέπει να προστεθεί και το ότι η σοσιαλιστική ιδεολογία, μετά τον Οκτώβριο του 1917, πρόσφερε ένα μάλλον ελκυστικό όραμα για το μέλλον τους. Ο Σβώλος υπογραμμίζει ως αξιόλογο παράγοντα την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, οι οποίες εδραίωσαν την αυτοπεποίθηση του εργάτη, δίδοντάς του την αφορμή να αισθανθή το μέτρον της αξίας του εντός του κοινωνικού οργανισμού. Ήρχισε τέλος ν’ αναλογίζηται και την πολιτικήν θέσιν, η οποίαν του ανήκει εντός του οργανισμού της Πολιτείας. Το τέλος του Πολέμου ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για την ελληνική εργατική τάξη.

 

Η ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας
Η επιβολή της μειοψηφίας

[…] τώρα που η κόκκινη σημαία μας, στη Συνομοσπονδία κυματίζει…
κι’ όλους τους εργοδότας φοβερίζει.
Αλ. Σβώλος

Έχοντας αποβάλει οι εργατικές οργανώσεις της Ελλάδας τον αρχέγονο αλληλοβοηθητικό χαρακτήρα τους και παύοντας να συγκροτούν μεικτά (με εργάτες και εργοδότες) σωματεία, ανέλαβαν την ιστορική ευθύνη της ενιαίας συνδικαλιστικής και πολιτικής έκφρασης των εργατών το 1918. Σε επίπεδο συμβολισμών το πέρασμα σε μια εποχή νέων οραμάτων, στοχεύσεων, προσανατολισμών και δυναμικότερης εμπλοκής στο πολιτικό γίγνεθαι φαίνεται πως υποδήλωνε η υποστολή της σημαίας του προστάτη αγίου των ενώσεων και η έπαρση μιας άλλης σημαίας, εκείνης που υμνούσαν οι προαναφερόμενοι στίχοι (από ένα γνωστό πατριωτικόν τραγούδι […] το οποίον ψάλλουν οι ζωηρότεροι), όπως αναφέρει ο Σβώλος στην Έκθεσή του.

Το Α΄ Εργατικό Συνέδριο συγκλήθηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά τον Οκτώβριο του 1918. Σε αυτό αντιπροσωπεύτηκαν περίπου 230 περίπου εργατικά σωματεία από όλη τη χώρα. Η Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου (Ηλ. Δελαζάνος, Εμ. Ξανθάκης, Α. Μπεναρόγιας Π. Δημητράτος) ζήτησε από την κυβέρνηση να παρασχεθούν συγκεκριμένες διευκολύνσεις (οικονομικές, διαδικαστικές), ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συμμετοχή των αντιπροσώπων για την επιτυχία του, μολονότι η πλειοψηφία τους δεν ήταν σοσιαλιστές. Το αίτημα αυτό δείχνει πόσο συνειδητοποιημένα αντιλαμβάνονταν τη σημασία που θα είχε, για τη συγκρότηση και το κύρος του συνεδρίου, η παρουσία κατά το δυνατόν περισσότερων αντιπροσώπων. Ευρεία συμμετοχή συνεπαγόταν δύναμη και επιβολή απέναντι στο αστικό κράτος. Ανεξίτηλη άφησε τη σφραγίδα του στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή του συνεδρίου ο ενορχηστρωτής του, ο εκ Θεσσαλονίκης πρωτεργάτης του συνδικαλισμού, ο σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγιας, ψυχή και διδάσκαλος της Οργανωτικής Επιτροπής, όπως τον χαρακτηρίζει ο Σβώλος, προβλέποντας ότι:

Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος, ο οποίος ασφαλώς θα παίξη σπουδαίον ρόλον εις την χώραν μας, έδωκε την σφραγίδα της ιδεολογίας του εις το οργανωτικόν έργον των Ελλήνων εργατών κατορθώσας υποσυνειδήτως να επιπλεύση μεταξύ των παλαιοτέρων εργατικών αρχηγών και εκ του αφανούς να διευθύνη κατά μέγα μέρος την εργατικήν κίνησιν της χώρας.

Με κριτική ματιά και υπό το πρίσμα μιας αστικής οπτικής, ο Σβώλος αναπαριστά στην Έκθεσή του τη διεξαγωγή του ιδρυτικού συνεδρίου, αποκαλύπτοντας κάποιους λιγότερο ίσως γνωστούς συσχετισμούς. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της μειοψηφίας των σοσιαλιστών. Αυτή κατηύθυνε τις εργασίες σαν να ήταν πλειοψηφία. Και είναι αξιοπρόσεχτη η επισήμανσή του, ότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων όχι μόνο δεν ήταν σοσιαλιστές, αλλά οσάκις ηκούετο η λέξις “σοσιαλισμός” εξηγείρετο σύσσωμο σχεδόν το Συνέδριον εις βροντώδη αποδοκιμασίαν. Παρότι οι περισσότεροι σύνεδροι αντιδρούσαν και μόνο στο άκουσμα της λέξης και παρότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ψήφισε κατά παντός σοσιαλιστικού χρωματισμού, δεν αντιλήφθηκαν ότι η διατύπωση του καταστατικού ήταν σοσιαλιστική, όπως παρατηρούσε ο Σβώλος. Αυτό δείχνει απουσία ξεκάθαρης θέσης και προσανατολισμού καθώς και δυναμικών παρεμβάσεων από την πλευρά των μη σοσιαλιστών, οι οποίοι παρουσιάζονται να παίζουν έναν μάλλον παθητικό ρόλο σε σχέση με τον πρωταγωνιστικό των σοσιαλιστών. Με τη φράση συρόμενοι αγεληδόν από τους ευαρίθμους αλλ’ ευγλώττους σοσιαλιστάς, δηλώνεται ότι λειτούργησαν ως ενεργούμενα των σοσιαλιστών. Άλλωστε, η εκλογή της διοίκησης φανερώνει την υπερίσχυση της σοσιαλιστικής μειοψηφίας. Οι σοσιαλιστές ενώ, σύμφωνα με τον Σβώλο, ήταν μειοψηφία (16 προς 220!!), κατέλαβαν σημαντικό μερίδιο στη διοίκηση (τέσσερις σοσιαλιστές επί έντεκα επιτρόπων συνολικά). Οι δυναμικές προσωπικότητες φαίνεται πως άσκησαν επίδραση περισσότερο από όσο η αριθμητική δύναμη των αντιπροσώπων. Εντελώς διαφορετική προσωπικότητα από τον Μπεναρόγια, περιγράφει ο Σβώλος τον εκλεγμένο γενικό γραμματέα της Συνομοσπονδίας Ευάγγελο Μαχαίρα, τον αγνόν και ανυστερόβουλον όσον και ένζηλον εργάτην, αλλ’ αφελή καθ’ υπερβολήν και αγαθόν τύπον ευπίστου και αδυνάτου χαρακτήρος. Μολονότι διέθετε τη μεγάλη δύναμη των εργατικών οργανώσεων του Πειραιά, την μόνην πραγματικήν δύναμιν της Συνομοσπονδίας, σημειώνεται πως τελικά υποδουλώθηκε στη σοσιαλιστική μειοψηφία της διοικούσας επιτροπής παρασύροντας και τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Επιπλέον, και ο Μπεναρόγιας, στη δική του καταγραφή, εξαίρει τον ρόλο των ολιγάριθμων σοσιαλιστών, που όμως διέθεταν ρητορική δεινότητα, και έτσι κατόρθωσαν να επιβάλουν το ιδεολογικό τους στίγμα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παρέμβασή τους ως συνετή, θαρραλέα και σωτήρια.

Κατά τις εργασίες του συνεδρίου οι σοσιαλιστές, διαθέτοντας όχι μόνο ιδεολογική σκευή αλλά και οργανωτική εμπειρία, κατάφεραν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το πλεονέκτημά τους αυτό μέσα σε εκείνο το συγκεχυμένο μόρφωμα εργατικών αντιπροσώπων, ώστε να διαμορφώσουν το καταστατικό πλαίσιο αρχών του συνεδρίου. Με την εμπειρία, την πειθώ και την επιβολή τους καθόρισαν την ιδεολογική φυσιογνωμία της Συνομοσπονδίας, κατοχυρώνοντας την αποδοχή της πάλης των τάξεων ως καθοδηγητικής αρχής. Οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι που εφεξής κατηύθυναν την πορεία της Συνομοσπονδίας, επειδή η ορθόδοξος εργατική μερίς της διοίκησης –η πλειοψηφούσα– σπάνια διατύπωνε ενιαία, επεξεργασμένη και συγκροτημένη πρόταση, οπότε εμφανιζόταν σχεδόν πάντα σαν ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, κατά τον Σβώλο.

Γενικότερα, οι σοσιαλιστές ήταν σε θέση να ασκούν μεγάλη επιρροή αφήνοντας τη σφραγίδα τους και στην ιδεολογική φυσιογνωμία των σωματείων, εκείνων που ήταν σε θέση να ελέγχουν. Επιδίωξαν να δώσουν συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό στο εργατικό κίνημα είτε με τη διαπαιδαγώγηση των μελών τους είτε ακόμη τροποποιώντας τα καταστατικά εργατικών οργανώσεων στη βάση της πάλης των τάξεων. Δόθηκε έτσι σαφέστερη πολιτική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα. Σε πρακτικό επίπεδο, στα διοικητικά συμβούλια τοπικών σωματείων αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στρατευμένοι εγγράμματοι σοσιαλιστές, πρόσωπα που ήταν μέλη του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (του μετέπειτα ΚΚΕ) και δεν προέρχονταν πάντα από τις τοπικές κοινωνίες. Επρόκειτο για επαγγελματικά στελέχη, πρωτοστάτες της επαγγελλόμενης κοινωνικής ανατροπής. Οι σοσιαλιστές συνδικαλιστές, έχοντας αποκτήσει κάποιο κύρος, φρόντιζαν με την ενεργό ανάμειξή τους, τη ρητορική τους δεινότητα, την κυριαρχική και συντονισμένη παρουσία τους κατά τις συνελεύσεις-συγκεντρώσεις των σωματείων σε προαπεργιακές περιόδους να κατευθύνουν τους εργάτες και το εργατικό κίνημα. Οι σοσιαλιστικές ηγεσίες των σωματείων ενοποιούσαν την αγωνιστική εμπειρία. Ήταν αυτοί που καθοδηγούσαν το εργατικό κίνημα στην περιφέρεια συνδέοντάς το με την κεντρική πολιτική κατεύθυνση του Κόμματος.

Το κτήριο στον Πειραιά, όπου πραγματοποιήθηκε το Α΄ Ιδρυτικό Συνέδριο.

Σε επίπεδο ιδεολογικό δεν κατέστη δυνατόν, κατά τις εργασίες του συνεδρίου, να συγκεραστούν ασύμπτωτες απόψεις και αποκλίνουσες αντιλήψεις. Είναι ενδεικτικό ότι στην αφήγηση του Μπεναρόγια διακρίνονται αδιαπέραστες οι διαχωριστικές γραμμές. Οι εργάτες προσδιορίζονταν ως βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί, συντηρητικοί, σοσιαλιστές, μη σοσιαλιστές, συμπαθούντες και ακαθόριστοι. Οι κάθετες αυτές διαιρέσεις απεικονίζουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των συνέδρων· αντανακλούν τη φαινομενική ενότητα του συνεδρίου. Είναι προφανές ότι δεν συντελέστηκε η σύγκλιση σε κοινούς ιδεολογικούς άξονες. Μέσα από τις αφηγήσεις των Σβώλου και Μπεναρόγια σχηματίζεται η εικόνα μιας ανομοιογένειας που δύσκολα θα μπορούσε, μέσα στα όρια των συζητήσεων ενός ιδρυτικού συνεδρίου, να ξεπεραστεί. Μολονότι ο κατακερματισμένος εργατικός κόσμος ενώθηκε, η ένωση αυτή έφερε μέσα της τα σπέρματα της διάσπασης.

Η ίδρυση της Συνομοσπονδίας ήταν ένα οργανωτικό θαύμα, καθώς συντελέστηκε σε αντίξοες πολιτικές συνθήκες και μέσα στην αποσύνθεση που άφησε ο Πόλεμος και ο Διχασμός. Ένας πυρήνας μυημένων στις αρχές του σοσιαλισμού είχε την πρωτοβουλία για την ένωση των κατακερματισμένων εργατικών δυνάμεων, ενώ σε εκείνη τη δεδομένη συγκυρία η συνείδηση της πλειονότητας των εργατών της χώρας ήταν αδιαμόρφωτη ακόμη και ρευστή. Για την ακρίβεια ήταν ο κοινωνικός και πολιτικός οραματισμός του Μπεναρόγια, του ανθρώπου που με τη συνδικαλιστική και οργανωτική εμπειρία του έθεσε ένα όραμα στην εργατική τάξη στον αντίποδα του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Το γεγονός ότι ο Μπεναρόγιας από τη Θεσσαλονίκη και ο Παναγής Δημητράτος από το Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ) ήταν οι δύο κοινοί αντιπρόσωποι για την εργατική και τη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη δικαιολογεί την παρατήρηση ότι η ενοποίηση των Ελλήνων εργατών ξεκίνησε από διανοούμενους – δάσκαλος ο πρώτος της βουλγαρικής γλώσσας, δημοδιδάσκαλος ο δεύτερος. Η παρατήρηση παραπέμπει αναπόφευκτα σε εκείνη του Ν. Γιαννιού για την αφετηρία του ελληνικού συνδικαλισμού

Είναι περίεργο βέβαια η ελληνική συνδικαλιστική κίνηση να μην έχει γεννηθεί μέσα από το βιομηχανικό προλεταριάτο –στις πόρτες της φάμπρικας, όπως έλεγε ο Μάρξ–, αλλά να προβάλει με ολόκληρη μαρξιστική πανοπλία μέσα από τα ειρηνικά και μαλθακά σαλόνια των ξενοδοχείων!

Μια μικρή ομάδα σοσιαλιστών με καθοδηγητή τον Μπεναρόγια κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου το ήμισυ των σωματείων της χώρας από μια ελληνική εργατική τάξη με ετερόκλητα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Συνενώθηκε κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό η ελληνική κοινωνία: Παλαιά Ελλάδα και Νέες Χώρες, πρωτεύουσα και επαρχία, χριστιανοί, Εβραίοι και μουσουλμάνοι, γηγενείς και πρόσφυγες, εργάτες, μικροαστοί και διανοούμενοι, σοσιαλιστές και συντηρητικοί, ρομαντικοί και ριζοσπάστες. Ειδικότερα, στην πρωτοβουλία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης να συνενώσει όλες αυτές τις ομάδες, ανιχνεύεται μια προσπάθεια ανασύστασης του παλαιού ομοσπονδιακού χαρακτήρα της σε νέες βάσεις και διαφορετικό πλαίσιο. Μια προσπάθεια προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αφού μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία της Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι πραγματική ομοσπονδία· είχε μεταβληθεί σε τοπική, περισσότερο, σοσιαλιστική οργάνωση. Με την ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας οι εργατικές δυνάμεις απέκτησαν ενιαία οργανωτική υπόσταση, γεγονός που επέτρεπε να εκφραστεί σε ενιαία βάση η εργατική διαμαρτυρία, λαμβάνοντας τον χαρακτήρα της γενικής, δηλαδή της πανεργατικής διαμαρτυρίας. Δεν ενοποιήθηκε μόνο οργανωτικά η ελληνική εργατική τάξη αλλά και αγωνιστικά.

Η Συνομοσπονδία άρχισε, αμέσως μετά την ίδρυσή της, να καθοδηγεί ήδη από τις αρχές του 1919 το εργατικό κίνημα της χώρας. Εξ αυτού όχι μόνο επιτάθηκαν οι εργατικοί αγώνες αλλά διαφοροποιήθηκαν οι στοχεύσεις του εργατικού κινήματος. Σύμφωνα με την παρατήρηση του Σβώλου:

Η εργατική κίνησις του έτους 1917-1918 σκοπόν είχε ν’ ασφαλίση εις τον εργάτην σχεδόν κυρίως και αποκλειστικώς έν απαραίτητον ημερομίσθιον. Η αντίστοιχος κίνησις του έτους 1918-1919 επιδίωξε κυρίως να επιδείξη την επαγγελματικήν τουλάχιστον ισχύν του εργάτου. Η πρώτη απέβλεπεν εις την αποκατάστασιν του εργάτου εις ανεκτόν βίον, η δευτέρα εις την τρομοκρα[τίαν των εργοδο]τών.

Ένα εντελώς νέο στοιχείο παρουσίαζε η εργατική κίνηση του 1919· την απειλή της γενικής ή πανελλαδικής απεργίας. Με την τακτική αυτή, η οποία έδινε στις εργατικές κινητοποιήσεις τον άγριον και τρομοκρατικόν χαρακτήρα, εφαρμοζόταν, κατά τον Σβώλο, η αρχή η απεργία χάριν της απεργίας. Την ίδια δε στιγμή του ξεσπάσματος της απεργίας, οι ιθύνοντες συνδικαλιστές αδιαφορούσαν για τα πραγματικά αποτελέσματα που η απεργιακή παραφροσύνη προκαλούσε. Γενική απεργία κήρυξαν, για παράδειγμα, η Πανεργατική Βόλου (Ιανουάριος 1919), το Συνδικάτο Συγκοινωνίας και Μεταφορών (Απρίλιος 1919), η Καπνεργατική Ομοσπονδία Ελλάδος (Σεπτέμβριος 1919) καθώς και άλλες κατηγορίες εργατών.

Η σοσιαλιστική προπαγάνδα, ισχυριζόταν ο Σβώλος, κατόρθωνε με τη βοήθεια τοπικών Εργατικών Κέντρων να αναγάγει, ακόμη και τα ήσσονος σημασίας ζητήματα, σε πανεργατικά και να εμπλέκει τη Συνομοσπονδία, με μόνο σκοπό να εκβιάζει και να απειλεί την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Μόλις ανέκυπτε οποιοδήποτε εργατικό ζήτημα, δίκαιον ή άδικον, πριν καν ερευνηθή πώς έχουν τα πράγματα, πριν καν αυτό τούτο το ενδιαφερόμενον Σωματείον αποφασίση περί της πορείας του ζητήματός του, πριν ακόμη το Υπουργείον λάβη γνώσιν και εκδηλώση την γνώμιν του, το τοπικό Εργατικό Κέντρο με θόρυβον και φωνάς και απειλάς εκηρύττετο εν συναγερμώ “ετάσσετο εν λευκώ” στο πλευρό των εργατών και ακολούθως αξίωνε από την κυβέρνηση τηλεγραφικώς τη λύση του εκάστοτε ζητήματος, άλλως ηπείλει “γενικήν απεργίαν”. Η κυβέρνηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό την απειλή μιας γενικής ή πανελλαδικής απεργίας αναγκαζόταν να λάβει άμεσα μέτρα (ενίοτε δε σπασμωδικά), για να ικανοποιήσει τις εκάστοτε εργατικές αξιώσεις. Έτσι, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι η κυβέρνηση ετρομοκρατείτο από τους εργάτες.

Μια ακόμη πτυχή της τακτικής των σοσιαλιστών αποκαλύπτει ο Σβώλος· τη συνεργασία σοσιαλιστικών εργατικών στοιχείων της Αθήνας με κωνσταντινικούς. Επειδή λόγω της θέσης του είχε άμεση αντίληψη για το πώς εξελισσόταν κάθε εργατικό ζήτημα, με έκπληξη άκουγε από γνωστούς αντιδραστικούς, μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με τους εργάτας ότι την τάδε ημέραν “θα γίνουν ταραχαί” διά να επαναφέρουν τον Κωνσταντίνον. Και όπως σημειώνει, η ημέρα εκείνη ήταν πάντα η καθορισμένη ημέρα κήρυξης γενικής απεργίας. Μάλιστα, προσθέτει ότι κυκλοφορούσε ευρύτατα η φήμη ότι την 1η Μαΐου (1919) θα ξεσπούσε στασιαστικό κίνημα, αφετηρία του οποίου θα ήταν η γενική απεργία των εργατών. Τι ακριβώς συνέβαινε; Υπήρχε συνεννόησις μεταξύ των σοσιαλιστικών εργατικών κύκλων της πρωτευούσης εκ των άκρων αντιδραστικών στοιχείων, όπως θεωρεί αναμφισβήτητα ο Σβώλος, με σύνθημα την επάνοδο του Βασιλιά. Σε τι αποσκοπούσε η «συνεννόηση» αυτή; Ήταν μια περιστασιακή συστράτευση, ευνοημένη από την πολιτική συγκυρία, για να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες των σοσιαλιστών ή και των αντιβενιζελικών. Οι σοσιαλιστές από την πλευρά τους μήπως επιδίωκαν να χρησιμοποιήσουν τους αντιβενιζελικούς, ώστε να διογκωθεί η διαμαρτυρία, να προκληθεί κοινωνική ένταση και να «τρομοκρατηθεί» ακόμη περισσότερο η κυβέρνηση;

Η κήρυξη ή η απειλή γενικής απεργίας είχε πολλαπλό ρόλο. Η τακτική της γενικής απεργίας αναγόταν σε επίδειξη αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη προς τα σωματεία που απεργούσαν ενοποιούσε την εργατική εμπειρία διαμορφώνοντας μια συλλογική συνείδηση, αναγκαία για τη διεκδίκηση κοινών εργατικών συμφερόντων στη βάση ενός γενικού αγώνα. Με τη γενική απεργία μπορούσαν οι σοσιαλιστές να επιδείξουν πιο συγκροτημένα και μαζικά τη δύναμη της εργατικής τάξης και να αντιπαραταχθούν απέναντι στο αστικό κράτος. Η γενική απεργία αποτελούσε ένα μέσο σφυρηλάτησης της ταξικής συνείδησης των εργατών. Το ειδικό ζήτημα ενός εργατικού κλάδου υποστηριζόταν από τοπικές πανεργατικές ενώσεις, παρουσιαζόταν ως κυρίαρχο ζήτημα της τοπικής κοινωνίας και τελικά αναγόταν σε ζήτημα της Συνομοσπονδίας. Το μέρος αφορούσε και το όλον· το τοπικό γινόταν πανελλαδικό. Η απεργία ενός κλάδου γινόταν υπόθεση της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Το μήνυμα προς το κράτος ήταν ευδιάκριτο. Γινόταν ευκρινέστερο και ηχηρότερο με την παραγωγή ενιαίου λόγου και κοινής ρητορικής, με τη σύνταξη δηλαδή πανομοιότυπων κειμένων από τις διάφορες εργατικές οργανώσεις της χώρας. Η κήρυξη γενικής απεργίας, ως έκφραση της πάλης των τάξεων, αποτελούσε μέρος ενός κεντρικού πολιτικού σχεδίου που αποσκοπούσε στον έλεγχο και την καθοδήγηση των απλών εργατών, μελών των τοπικών σωματείων. Θα μπορούσε να θεωρηθεί επιπλέον ως μια προσπάθεια να αποσπαστούν οι εργάτες από την αστική πολιτική επιρροή των Φιλελευθέρων, προκειμένου η διαχείριση και ρύθμιση των εργατικών ζητημάτων να περάσει στα χέρια των σοσιαλιστών. Το ΣΕΚΕ αναμειγνυόταν για να συνδέσει τις εργατικές διεκδικήσεις με πολιτικά αιτήματα, να εντάξει το εργατικό στο πολιτικό πεδίο.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό ήταν πρώτη πανελλαδική καπνεργατική απεργία (Σεπτέμβριος 1919). Συνεχίζοντας την ανακοπείσα σοσιαλιστική διείσδυση που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, στρατευμένοι σοσιαλιστές από άλλες περιοχές σε συνεργασία με έναν πυρήνα μυημένων γηγενών της Ανατολικής Μακεδονίας, ανέλαβαν να ενοποιήσουν τις καπνεργατικές διεκδικήσεις θέτοντας το 1919 το ζήτημα των ανεπεξέργαστων καπνών (γνωστό ως καπνεργατικό ζήτημα). Διεκδικούσαν, δηλαδή, να συνεχίσει να γίνεται στις καπναποθήκες η κλασική, επιμελημένη επεξεργασία από τους ειδικευμένους καπνεργάτες (ντενκτσήδες), παρότι, όπως διαπιστώθηκε από την επιτόπια έρευνα εμπειρογνωμόνων (Έκθεσις Δ. Κυριαζή & Αλ. Σβώλου, Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 1919) του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, γινόταν επεξεργασία των εκλεκτών καπνών, διότι συνέφερε τόσο για την εμπορική φήμη όσο και για τη συντήρησή τους, εκτός βέβαια από ελάχιστες εξαιρέσεις και για ελάχιστες ποσότητες. Το ζήτημα τέθηκε επιτακτικά και έγινε ζήτημα πανελλαδικό ιδίως μετά τον παγκόσμιο πόλεμο με το ξύπνημα των εργατών και την ίδρυσιν της Ομοσπονδίας Καπνεργατών Ελλάδος, τον Ιανουάριο του 1919, όπως εξηγούσε η ηγεσία της σε μεταγενέστερο κείμενο, τον Οκτώβριο του 1924. Για την ακρίβεια, τέθηκε τρεις μήνες μετά την αποχώρηση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία. Αποσιωπώντας τόσο τη δεινή πραγματικότητα που άφησε η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή στην περιοχή (πολύ μικρή παραγωγή καπνών, αποδιάρθρωση του εξαγωγικού καπνεμπορίου και μεγάλο κενό στους άνδρες καπνεργάτες λόγω της ομηρείας στη Βουλγαρία, ένα μέρος του οποίου κάλυψαν γυναίκες και ανήλικα) όσο και τη γενικότερη αστάθεια του διεθνούς καπνεμπορίου αμέσως μετά τον Πόλεμο, οι σοσιαλιστές ηγέτες των καπνεργατών ωθούσαν, μάλλον πρώιμα και άκαιρα –κατά το κρίσιμο και μεταβατικό καπνικό έτος 1919– τους εργάτες σε αγώνες. Καταγγέλλοντας στη δημόσια ρητορική τους Έλληνες καπνεμπόρους, ότι επιδίωκαν την δυσφήμηση των καπνών και την καταστροφή των εργατών, οι Έλληνες σοσιαλιστές, υπό την επιρροή πλέον της Οκτωβριανής Επανάστασης, αρνούνταν τις εθνικές αντιθέσεις και την ιδιάζουσα κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα, διογκώνοντας μια επιμέρους ταξική αντίθεση. Για λόγους τακτικής; Κατά τον Σβώλο: Η λυδία λίθος της τακτικής της Συνομοσπονδίας υπήρξεν η διαχείρισις του Καπνεργατικού ζητήματος και της εργατικής επιδείξεως της 1ης Μαΐου. Με αφορμή την απηνή και συστηματική καταστολή από τις αρχές των απεργιών το καλοκαίρι του 1919 και ακολούθως της καπνεργατικής απεργίας, με τη φυλάκιση εργατών στις φυλακές της Δράμας, οι ηγεσίες των σωματείων της Ανατολικής Μακεδονίας το φθινόπωρο του 1919 διεκδικούσαν πρωτίστως πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες (αποφυλάκισιν και αμνηστείαν εις τους φυλακισθέντας, απόλυσιν των επιστρατευθέντων εργατών, ελευθερίαν συνελεύσεων και συγκεντρώσεων, ελευθερίαν δράσεως εις τον αγώνα μας) και άρση του, ισχύοντος ακόμη, Στρατιωτικού Νόμου, όχι εξ αφορμής εχθρών εξωτερικών, αλλά μόνο και μόνο δια να χαρακτηριζόμεθα ως εσωτερικοί εχθροί, όπως διατείνονταν. Τα αιτήματα αυτά αποκαλύπτουν τι ακριβώς διακυβευόταν για τους συνδικαλιστές, και ως εκ τούτου, γιατί πραγματικά αγωνίζονταν.

 

Το σχίσμα

Δυστυχώς η Συνομοσπονδία αύτη δεν κατώρθωσε ν’ αποσπασθή της επιρροής των διαπληκτιζομένων κομμάτων της χώρας […] Η δε ορθόδοξος εργατική μερίς εν τη διοικήσει της Συνομοσπονδίας, η πλειοψηφούσα, ήτο εκ συστάσεως εις τοιούτον βαθμόν ανίκανος να έχη ιδίαν γνώμην, […] ώστε εχρησίμευσε σχεδόν πάντοτε ως ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, μέχρι της στιγμής καθ’ ην επήλθε ο χωρισμός των δύο μερίδων.

Αλ. Σβώλος

Μια επεισοδιακή συνεδρίαση (12 Μαρτίου 1919) στο ΕΚΑ ήταν το προανάκρουσμα των εξελίξεων που ακολούθησαν λίγο αργότερα στους κόλπους της Συνομοσπονδίας, γεγονός που δείχνει πόσο επίπλαστη και εύθραυστη ήταν η ενότητα του ιδρυτικού συνεδρίου. Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Σβώλος, στη συνεδρίαση του ΕΚΑ οι σοσιαλιστές αντιπρόσωποι, 45 σε σύνολο 130, ύβριζον, ως συνήθως την «αστικήν πολιτικήν», ης όργανα εχαρακτήριζον τους συντηρητικωτέρους εργάτας. Τελικά, εν μέσω έντονων διαξιφισμών, οι μειοψηφούντες αποχώρησαν και οι εναπομείναντες της αποκαλούμενης «ορθόδοξης» πλευράς, εφαρμόζοντας άρθρο του καταστατικού του ΕΚΑ, τους διέγραψαν για τη συμπεριφορά τους. Οι διαγραφέντες απευθύνθηκαν προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ισχυριζόμενοι ότι διαγράφηκαν από τη μειοψηφία. Το Υπουργείο διενήργησε ανάκριση, ωστόσο δεν γνωμοδότησε, αφού κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε. Τότε ακολούθησε η απόσχιση των διαγραφέντων. Τα αποσχισθέντα 17 σωματεία (από τα 50 του ΕΚΑ) συνέπηξαν νέο κέντρο, το «Πανεργατικό». Η απόσχιση αυτή λειτούργησε σαν χιονοστιβάδα. Ακολούθησε η διάσπαση εργατικών κέντρων της επαρχίας (Πειραιά, Βόλου, Κέρκυρας), κατόπιν δε της Συνομοσπονδίας· στην «ορθόδοξη» πλευρά έμειναν τα 7/10, στη σοσιαλιστική τα υπόλοιπα. Οι πέντε σοσιαλιστές εκτελεστικοί επίτροποι που αποχώρησαν συνέστησαν νέα Συνομοσπονδία.

Οι σοσιαλιστές έβλεπαν με καχυποψία τους μη σοσιαλιστές και ενδεχομένως σαν εμπόδιο στην υλοποίηση των στόχων τους. Η επιρροή που επιχειρούσαν να ασκήσουν οι σοσιαλιστές στους μη σοσιαλιστές φαίνεται πως δεν ήταν πάντα εύκολο να εξασφαλιστεί. Κάποιοι ήταν ακόμη γραπωμένοι στο αστικό καθεστώς, στην κυβερνητική παράταξη ή ήταν αντίθετοι με την απεργιακή τακτική. Η μεταξύ τους αντιπαλότητα αντανακλούσε την ίδια την πάλη ανάμεσα στο αστικό κράτος και τους σοσιαλιστές. Η απόσχιση σήμαινε απαγκίστρωση από «ορθόδοξες» ή «συντηρητικές» πλειοψηφίες, η καταστατική δύναμη των οποίων μπορούσε να αποβεί ανά πάσα στιγμή καθοριστική για αποφάσεις σχετικές με την πορεία των εργατικών αγώνων. Η απόσχιση ισοδυναμούσε με αποδέσμευση από αστικά στοιχεία και συνέχιση ανεξάρτητης πορείας. Για τη σοσιαλιστική πλευρά είχε μεγάλη σημασία, χωρίς ανασχέσεις και εξαρτήσεις, να ηγηθεί του εργατικού κινήματος της χώρας θέτοντάς το στη δική της πορεία, «της πάλης των τάξεων».

Σε μεταγενέστερο υπόμνημα της Πενταμελούς Επιτροπής, του οργάνου που συνέστησε τη νέα Γενική Συνομοσπονδία, διατυπώνονται υπαινιγμοί για τους σκοπούς που επιδίωκαν οι κρατικές αρχές τον Μάρτιο του 1919, όταν αναμείχθηκαν υπουργικοί υπάλληλοι στις συνεδριάσεις του ΕΚΑ και προκλήθηκαν επεισόδια. Εξ αυτού επήλθε ο χωρισμός των εργατών της πρωτεύουσας σε δύο εργατικά κέντρα. Ακολούθως, τον Απρίλιο διαιρέθηκε και η Συνομοσπονδία. Αφορμή, όπως αναφέρεται στο υπόμνημα, ήταν η γιορτή της Πρωτομαγιάς, στην ουσία όμως, όπως επιτύχη η πολιτική της δια βίας αποσπάσεως της ενότητος των εργατών της Ελλάδος. Επομένως, η ευθύνη της διάσπασης φέρεται να αποδίδεται στο κράτος, που μέσω παρεμβάσεων επιδίωξε να υπονομεύσει την –ούτως ή άλλως– θνησιγενή ενότητα των εργατών. Το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, στον βαθμό που αναμίχθηκε στα εσωτερικά του ΕΚΑ, το έπραξε από καχυποψία και ανησυχία απέναντι στη δυναμική μειοψηφία, βλέποντας να χειραγωγείται από αυτήν η συντηρητική πλειοψηφία. Ήταν μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί η ορμή που καταλάμβανε το εργατικό κίνημα στις αρχές του 1919.

«Ριζοσπάστης» 1 Αυγούστου 1921 Επίσημον Όργανον του Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος και της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος.

Και πράγματι, πριν από τα γεγονότα στο ΕΚΑ, υπήρξε ζωηρή διεκδικητική κινητικότητα (συνδικάτα κήρυξαν γενική απεργία, όπως η Πανεργατική Ένωσις Βόλου, ή απείλησαν ότι θα προέβαιναν σε απεργία, όπως οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι της Πελοποννήσου), η οποία φαίνεται πως έπαιξε ρόλο στις καταιγιστικές συνδικαλιστικές εξελίξεις την άνοιξη του 1919. Οπωσδήποτε η αναφαινόμενη τότε εργατική μαχητικότητα άσκησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, «τρομοκρατική» επίδραση στους εργοδότες και στο κράτος. Ιδίως όταν συνδικάτα που ήταν επιστρατευμένα (ΤΤΤ, σιδηροδρομικοί), ενώ ήταν σε ισχύ ο Στρατιωτικός Νόμος, απειλούσαν με συμμετοχή σε απεργία. Η ενοποίηση των εργατών (συνδικαλιστική και πολιτική) ενίσχυε την αυτοπεποίθησή τους, με την έννοια ότι έχοντας συναίσθηση της δύναμής τους, θεωρούσαν ότι μπορούσαν να την ασκήσουν –και όντως αυτή ασκήθηκε–, για να πετύχουν τους διεκδικητικούς στόχους τους. Υπό την ασκούμενη πίεση, και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πανελλαδικής απεργίας, η κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιούσε εργατικά αιτήματα ή απαντούσε με άσκηση βίας και καταστολής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σβώλο, η εργατική δύναμη δεν ήταν απολύτως ακαταγώνιστη ούτε είχε αμείωτη συνοχή. Η επίδειξή της μάλιστα δεν υπηρετούσε στην ουσία τα εργατικά συμφέροντα, και το κυριότερο, στερούνταν ιδίως ηθικής βάσεως και συνειδήσεως ανωτέρου σκοπού. Παρατήρηση που παραπέμπει στην ακολουθούμενη τακτική: η απεργία για την απεργία.

Η απειλή της γενικής απεργίας, η απεργιακή υπερδραστηριότητα και η εμπλοκή του ΣΕΚΕ ήταν τακτικές με τις οποίες οι μη σοσιαλιστές δεν ήταν σύμφωνοι. Πώς έβλεπαν οι μη σοσιαλιστές-μέλη της Συνομοσπονδίας τη διαχείριση των εργατικών πραγμάτων; Σύμφωνα με όσα αφηγούνται (Εγκύκλιος προς άπαντα τα Εργατικά Επαγγελματικά Σωματεία, Συνδικάτα, Ομοσπονδίας και Εργατικά Κέντρα) τα μέλη της εκτελεστικής διοίκησης (τα εναπομείναντα «ορθόδοξα» μέλη της Συνομοσπονδίας), οι αποχωρήσαντες πέντε εκτελεστικοί επίτροποι (ενώ είχαν καταγγελθεί ότι έκαναν χρήση του τίτλου της Γενικής Συνομοσπονδίας χωρίς να έχουν το δικαίωμα, αφού ήταν μειοψηφία) ανέλαβαν να διαχειριστούν τα διάφορα εργατικά ζητήματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις οδηγίες που ελάμβανον από το κόμμα που εξυπηρετούσαν. Στο στόχαστρό τους έμπαινε το ΣΕΚΕ, απέναντι στο οποίο εξακοντίζονται αιχμηρές βολές και διατυπώνονται ειρωνικοί υπαινιγμοί: Προσθέτει στον τίτλο του τη λέξη Εργατικό […] αδιάφορο αν έχη για μέλη του τόσους εργάτες όσα εκατομμύρια έχουν οι βουλευταί του! Καταγγέλλουν τους σοσιαλιστές για τις προαπεργιακές διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αφηγούνται, δείχνουν τους σοσιαλιστές να ενεργούν μονομερώς, προσχηματικά και με καθαρά κομματικά ελατήρια:

Με τα όργανά του μεταξύ των εργατών και του τύπου ωθεί τους εργάτες σ’ απεργίες. Τα αιτήματα συντάσσονται όσο το δυνατό πιο βαργειά [sic] στα γραφεία του κόμματος. Απορρίπτονται από τους κεφαλαιούχους και αρχίζουν τρομερές απεργίες που βαστούν ολόκληρους μήνες, γιατί εκείνοι που κάνουν τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους των εργατών δεν θέλουν να καταλήξουν σε καμμιά συμφωνία. Ανακατώνεται το κόμμα, δίδει στην απεργία, χωρίς να έχη μορφή πολιτική και κάνει τη λύση της δυσκολώτερη, ενώ τα φύλλα του φωνάζουν για τα δίκαια των εργατών και κάνουν πολιτική δική τους εις βάρος των, τα δίκαια των εργατών, των θυμάτων, που εθυσιάσθησαν ακριβώς για να εύρουν αφορμή οι απρόσκλητοι δικηγόροι του κόμματος να τους κάμουν τον συνήγορο!

Η εμπειρία των απεργιών του 1919 περιγράφεται από τους «ορθόδοξους» ως καταστροφική για τους εργάτες και τα συμφέροντά τους. Οι απεργίες έφεραν κόπωση, απογοήτευση και διαίρεση. Ζητήματα τακτικής και διαχείρισης των εργατικών διεκδικήσεων φαίνεται πως έπαιξαν ρόλο στη διάσπαση της Συνομοσπονδίας, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Και μπορεί, κατά τον Μπεναρόγια, η ίδρυση της Συνομοσπονδίας να σηματοδοτούσε το τέλος της προϊστορίας του εργατικού κινήματος και την αρχή της ιστορίας του, όταν όμως επήλθε η διάσπασή της την άνοιξη του 1919, το γεγονός αυτό χαρακτηρίστηκε ως πραγματική απαρχή της ιστορίας της, σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο του Ριζοσπάστη. Παρουσιάζεται ως τομή: Τελειώνει το έργο των παρασίτων και εργατοκαπήλων, των ευνοουμένων και διοριζομένων υπό των υπουργικών γραφείων. Αρχίζει έργον άρδην αναμορφώσεως, ανεξάρτητον έργον εργατικόν, εμπιστευμένον πλέον εις τα χέρια αυτών των εργατών […] Τα φαύλα αστικά στοιχεία έως τώρα τον εδηλητηρίαζον, τον ενόθευον, τον εξεμηδένιζον. Πρόκειται για την οπτική ένθερμων ιδεολόγων, αποφασισμένων να αναλάβουν αποκλειστικά αυτοί –και αποκλείοντας τους άλλους– τα ηνία του εργατικού κινήματος στη βάση της «πάλης των τάξεων», εκκαθαρίζοντάς το από τους εχθρούς (όπως χαρακτηρίζονται σε άλλο σημείο του άρθρου) της εργατικής τάξης.

Έγγραφο της κομμουνιστικής ΓΣΕΕ , όπου φαίνεται το έμβλημα και η χρονολογία ίδρυσής της (1919), μετά τη διάσπαση.

Η μελέτη του λεκτικού των σοσιαλιστών (παράσιτα, εργατοκάπηλοι, εχθροί) από τη μία πλευρά και από την άλλη των συντακτών της Εγκυκλίου για τους αποχωρήσαντες σοσιαλιστές (εχθρούς, [τους] απαισίους αυτούς φίλους της εργατικής τάξης), μας επιτρέπει κάποιες σκέψεις. Κάθε πλευρά διεκδικούσε για λογαριασμό της την πρωτοκαθεδρία στην εργατική τάξη. Κάθε πλευρά αγωνιούσε να θέσει τη μάζα των εργατών στη σφαίρα της δικαιοδοσίας της. Οι σοσιαλιστές να τους αποσπάσουν από την όποια αστική επιρροή, οι «ορθόδοξοι» να αποτρέψουν την όποια ιδεολογική-κομματική επιρροή. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για πολιτική-συνδικαλιστική καθοδήγηση ήταν οξύς και επρόκειτο να αποβεί οξύτατος. Οξεία ήταν και η εκατέρωθεν πολεμική. Ο βαρύτατος χαρακτηρισμός εχθρός αποκαλύπτει τις βαθύτερες πολιτικές διαιρέσεις που διχοτομούσαν τον εργατικό κόσμο, και οι οποίες θα εκφραστούν με εκρηκτικό τρόπο κατά την περίοδο της Κατοχής. Στον δημόσιο λόγο των συνδικαλιστών του 1919 ανιχνεύονται οι απώτερες καταβολές, τα υπόγεια ρεύματα της κάθετης διαίρεσης μεταξύ αριστερών και μη, η οποία θα αποκρυσταλλωθεί στη δεκαετία του 1940, αλλά ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης διαδικασίας.

Α. Πηγές

α. Αδημοσίευτες

ΑΣΚΙ/Αρχείο Αλεξάνδρου Σβώλου, κουτί 1, φάκ. 1, Εκθέσεις και Σημειώματα [1918 -1919].

ΓΑΚ/ΚΥ/Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού (στο εξής ΑΠΓΠ), φάκ. 2, Εργατικό Κέντρο Πειραιώς, αρ. 557 (Πειραιάς, 17.09.1917).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 254, Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου προς το Πολιτικό Γραφείο, αρ. 20 (Αθήνα, 30.08.1918) και Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Ελληνικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου προς Πρόεδρο της Κυβερνήσεως (Αθήνα,01.09.1918).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 355, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος. Η Πενταμελής Επιτροπή, αρ. 573 (Αθήνα, 26.11.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 356, Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9592 (Καβάλα, 27.11.1919), Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς τον Πρωθυπουργό, αρ. 9536 (Καβάλα, 26.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 389 (Καβάλα, 04.12.1919), Σωματείο Καπνεργατών Σερρών Η Ένωσις προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9589 (Σέρραις, 27.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, αρ. 9549 (Καβάλα, 23.11.1919), και Σωματείο Καπνεργατών Δράμας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 114 (Δράμα, 07.12.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 357, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος, Εγκύκλιος.

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φ. 504, Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς την Κυβέρνηση, Υπόμνημα, Καβάλα (04.12.1919).

ΥΔΙΑ, φάκ. 1924/Α/2, 16, Διοίκησις Χωροφυλακής Καβάλας προς Υπουργείο Εξωτερικών, Δελτίο Πληροφοριών, Καβάλα (25.08.1924).

β. Δημοσιευμένες

Ριζοσπάστης (13.03.1919) και (01.05.1919).

Νίκος Γιαννιός, «Η ιστορία του συνδικαλισμού στην Ελλάδα», Σοσιαλιστική Ζωή, 26 (12/1930) 208.

Γραφείον Προστασίας ελληνικού καπνού Θεσσαλονίκης, Το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη επεξεργασίας του εις φύλλα καπνού. Συλλογή των σπουδαιοτέρων επισήμων εγγράφων, Θεσσαλονίκη 1925 (όπου το κείμενο της ΚΟΕ «Το ζήτημα της εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών», Οκτώβριος 1924, σ. 45-69).

Β. Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος Νίκος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, 3η έκδ., Αθήνα 1995.

Καλύβας Στάθης Ν., Μαραντζίδης Νίκος, Εμφύλια Πάθη, 23 + 2 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, 2η έκδ., Αθήνα 2016.

Λιάκος Αντώνης, Η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσαλονίκης (Φεντερασιόν) και η Σοσιαλιστική Νεολαία. Τα καταστατικά τους, Θεσσαλονίκη 1985.

Λεονταρίτης Γεώργιος, «Το ελληνικό εργατικό κίνημα και το αστικό κράτος 1910-1920», στο Θάνου Βερέμη και Οδυσσέα Δημητρακόπουλου (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα 1980.

Λιβιεράτος Δημήτρης, Το Ελληνικό Εργατικό Κίνημα, τ. 1, Αθήνα 1976.

Μαυρογορδάτος Γιώργος Θ. , Μετά το 1922. Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα 2017.

Μπεναρόγια Αβραάμ, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Άγγελος Ελεφάντης (επιμ.), Αθήνα 1986.

Νούτσος Παναγιώτης, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, τ. Β/1, 2η έκδ., Αθήνα 1994.

Τσίλαγα Φλώρα, «Ο ρόλος των εργατικών συντεχνιών στο κίνημα του Συνδέσμου», Αρτέμης Ψαρομηλίγκος και Βασιλική Λάζου (επιμ.), Ιστορικά, Γουδί 1909. Το κίνημα που άλλαξε την Ελλάδα, Αθήνα 2011, σ.125-154.

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Δρ. Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας
και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Θεοδόσης Τσιρώνης: Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

Θεοδόσης  Τσιρώνης

 Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

 

Κατά τη διάρκεια του 1916, οι πολιτικές εξελίξεις άρχισαν να επηρεάζουν, σε πρώτο στάδιο, και ορισμένους από τους κατώτερους κληρικούς, οι οποίοι εκδήλωναν φανερά τα κομματικά τους φρονήματα εντός των ναών. Η Ιερά Σύνοδος, που μέχρι το καλοκαίρι του 1916 διατηρούσε αποστάσεις από τα πολιτικά τεκταινόμενα, προσπάθησε να καταστείλει τα γεγονότα αυτά, εφιστώντας την προσοχή στους κατά τόπους Επισκόπους για την επιβολή της πειθαρχίας στους εφημέριούς τους.

Η τακτική της τήρησης στάσης αναμονής έναντι των εξελίξεων δοκιμάστηκε όμως από την έκρηξη του κινήματος της Εθνικής Άμυνας. Πιο συγκεκριμένα, η Εκκλησία βρέθηκε σε δυσχερή θέση όταν σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση, υπό την ηγεσία των Βενιζέλου, Κουντουριώτη και Δαγκλή και δημιουργήθηκαν δύο πόλοι άσκησης κρατικής εξουσίας. Όταν αυτή εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, έλαβε γνώση η Σύνοδος από τηλεγράφημα του Επισκόπου Κίτρους Παρθενίου ότι η διοίκηση του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών ανατέθηκε στον Γεώργιο Αβέρωφ. Παράλληλα, Επίσκοποι των περιοχών που έλεγχε η Επαναστατική Κυβέρνηση ζητούσαν οδηγίες για την στάση που έπρεπε να κρατήσουν απέναντί της. Σύμφωνα με μία άποψη, ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου, συγκροτήθηκε μία άτυπη επιτροπή αποτελούμενη από πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους με επικεφαλής το Μητροπολίτη Λαρίσης Αρσένιο. Η επιτροπή είχε συσταθεί κατ΄ επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και το πρόγραμμα των εργασιών της είχε εκπονηθεί από τον Γεώργιο Στρέιτ. Αντικείμενό της ήταν η συλλογή επιβαρυντικών στοιχείων σχετικά με τη στάση της επαναστατικής κυβέρνησης και των κληρικών που την υποστήριζαν απέναντι στους αντιφρονούντες ιεράρχες και η διαρροή τους στις αντιβενιζελικές εφημερίδες για τον επηρεασμό του αναγνωστικού κοινού. Η επιτροπή βασίσθηκε σε μεγάλο μέρος στις πληροφορίες που της διαβίβασε ο Επίσκοπος Θεουπόλεως Γεννάδιος, βοηθός του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου.

Μητροπολίτης Λαρίσης Αρσένιος Αφεντούλης.

Στη συνεδρίαση της Συνόδου της 21ης Οκτωβρίου, ο Αρσένιος κατέθεσε στα υπόλοιπα μέλη τα στοιχεία που είχαν περιέλθει στην κατοχή του αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης όσων κληρικών εναντιώνονταν ή δεν αναγνώριζαν την εξουσία των επαναστατών. Τις πληροφορίες αυτές του είχαν διαβιβάσει Μητροπολίτες, αξιωματικοί, κρατικοί υπάλληλοι και άλλοι αυτόπτες μάρτυρες. Ο Αρσένιος ανέφερε αρκετά παραδείγματα, που εξέφραζαν σύμφωνα με όσα υποστήριζε, τη βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους κληρικούς που δεν υποστήριξαν το κίνημα: ο Δράμας Αγαθάγγελος, γνωστός στους βενιζελικούς για την αντιπολίτευση που τους ασκούσε, φερόταν να τελούσε υπό κράτηση σε άθλιες συνθήκες, μαζί με ποινικούς κρατούμενους, στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ στη Θεσσαλονίκη. Ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος απομακρύνθηκε με την απειλή όπλων από τη Μητρόπολή του και μεταφέρθηκε ως εξόριστος στη Χίο, όπου και φυλακίστηκε στις φυλακές Φρουρίου, μαζί με τους ποινικούς κρατούμενους. Στη συνέχεια ο ίδιος αρχιερέας, με  Διαταγή  της Επαναστατικής Κυβέρνησης, παύτηκε  από τα καθήκοντά του και στη θέση του διορίστηκε ο Επίσκοπος Πέτρας Τίτος, ο οποίος όμως αρνήθηκε να δεχτεί το διορισμό του και να μεταβεί στο Ηράκλειο. Είχε διαταχτεί επίσης, η σύλληψη και φυλάκιση του Επίσκοπου Ρεθύμνης. Ακόμα, ο Επίσκοπος Αρκαδίας Βασίλειος, τελώντας σε απομόνωση, πιεζόταν αφόρητα να προσχωρήσει στο κίνημα, απειλούμενος με σύλληψη και φυλάκιση. Τέλος, απαγορεύτηκε αυστηρά στην Κρήτη η μνημόνευση, εντός των ναών, του ονόματος του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Μητροπολίτης Μυτιλήνης
Κύριλλος Μουμτζής.

Έντονες ανησυχίες όμως προκάλεσε στη Σύνοδο όχι μόνο η στάση των επαναστατών απέναντι σε  αντιφρονούντες ιεράρχες, αλλά και η αναγνώριση του επαναστατικού κινήματος από άλλους συναδέλφους τους. Επρόκειτο για Μητροπολίτες που συντάχτηκαν ενεργώς  με τους επαναστάτες, σε περιοχές όπου αυτοί είχαν επικρατήσει. Συγκεκριμένες μαρτυρίες υπήρχαν για τον Επίσκοπο Χανίων Αγαθάγγελο, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και  προέτρεπε τον πληθυσμό σε υπακοή προς την Επαναστατική Επιτροπή. Ακόμη, ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κύριλλος, όταν μετέβη στη Μυτιλήνη η Επαναστατική Κυβέρνηση, απέστειλε τηλεγράφημα, με το οποίο της δήλωνε ότι: «Ανέκαθεν ασπαζόμενος πολιτικήν Βενιζέλου επιδοκιμάζω επαναστατικόν κίνημα και προσχωρών εις αυτό τίθεμαι παρά το πλευρόν και εις την διάθεσιν της επαναστατικής κυβερνήσεως»· ο ίδιος ιεράρχης επισκέφτηκε στις φυλακές έγκλειστους αξιωματικούς και στρατιώτες, που παρέμεναν πιστοί στη κυβέρνηση  της Αθήνας και τους προέτρεπε να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Στις 28 Νοεμβρίου, τέλεσε και μνημόσυνο για τους βενιζελικούς που δολοφονήθηκαν στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των ‘Νοεμβριανών’, διακηρύσσοντας πως:

«Η Εκκλησία εκπληρούσα το εαυτής καθήκον ανέπεμψεν ευχάς δια τους σφαγιασθέντας πυρί και σιδήρω αδελφούς μας εν Αθήναις μετά γυναικών και παίδων. Δεν ήσαν Έλληνες οι δολοφόνοι αόπλων και φιλησύχων πολιτών και των ευγενών Γάλλων και Άγγλων. Όχι. Αυτούς τους αποδοκιμάζει η Εθνική ψυχή, αυτούς τους αποκηρύττει η συνείδησις, ήσαν έκφυλοι του χειρίστου είδους, ήσαν αργυρώνητα όργανα επαίσχυντα, ήσαν οι μενόμενοι φαύλοι εκτελεσταί ανοσίας και απαισίας αποφάσεως, ο αίτιος όλων αυτών είναι ο προδότης, ο τύραννος, ο άτιμος Βασιλεύς. Η νήσος Λέσβος σύσσωμος συμμετέχουσα του κοινού πένθους και ρηγνύουσα κραυγήν αγανακτήσεως και οδύνης επί τοις γενομένοις δι΄ εμού του πνευματικού αυτής αρχηγού αποκηρύττει τον Βασιλέα Κωνσταντίνον και κηρύσσει αυτόν έκπτωτον του Βασιλικού αξιώματος και του Ελληνικού Θρόνου».

Οι δηλώσεις του Κύριλλου εντός του ναού πρέπει να προξένησαν ισχυρή εντύπωση και πιθανόν προκάλεσαν αντικρουόμενα συναισθήματα, τόσο στους υποστηρικτές και τους αντιπάλους του κινήματος, όσο και στα μέλη της Συνόδου στην Αθήνα, διότι πρώτη φορά ιεράρχης του ελληνικού κράτους αυτοχριζόταν ‘αρμόδιος’ για να κηρύξει έκπτωτο τον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα της χώρας.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος αναγνώρισε τη νομιμότητα της βενιζελικής κυβέρνησης και έδωσε ανάλογες εντολές στον υφιστάμενό του Επίσκοπο Θεουπόλεως. Επίσης, υπήρχαν καταγγελίες ότι ο Μητροπολίτης Σισανίου Ιερόθεος Ανθουλίδης, φορώντας αντάρτικη ενδυμασία και όντας ο ίδιος ένοπλος, ηγήθηκε των στασιαστών, οι οποίοι κατέλυσαν τις επίσημες αρχές. Ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος και ο Επίσκοπος Αρδαμερίου Ιωακείμ κατηγορούνταν ότι παρέδωσαν αντιφρονούντα Μακεδονομάχο σε αντιπρόσωπο των επαναστατών, οι οποίοι τον καταδίκασαν σε εκτέλεση δια απαγχονισμού. Η τελευταία από τις καταγγελίες που έφταναν στη Σύνοδο, αφορούσε στον Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και, κατόπιν εντολής των επαναστατών,  προέβη  σε αντικανονική χειροτονία κληρικού και διορισμό ιεροκήρυκα στη Μυτιλήνη.

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (Πηγή: Αγιορειτική Φωτοθήκη).

Η Σύνοδος θεώρησε ότι δεν μπορούσε να μείνει αδρανής έναντι αυτών των εξελίξεων και αποφάσισε, με πρωτοβουλία του Λαρίσης Αρσένιου, να αποδοκιμάσει τους ιεράρχες που εκδηλώθηκαν υπέρ του κινήματος, να προτρέψει τον ανώτερο και κατώτερο κλήρο και τους πιστούς να πειθαρχούν στους νόμους του επίσημου κράτους, να προσεύχονται υπέρ των βασιλέων και να προβεί σε έντονη διαμαρτυρία στην κυβέρνηση της Αθήνας για τις επεμβάσεις των επαναστατών σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ζήτησε επίσης την κυβερνητική μεσολάβηση για την παύση των διώξεων όσων ιεραρχών δεν συντάσσονταν με τους επαναστάτες. Στις 18 Νοεμβρίου, απέστειλε εγκύκλιο σε όλους τους ιεράρχες του κράτους, στο πνεύμα των αποφάσεων που είχαν ληφθεί. Στις επόμενες συνεδριάσεις της ανέθεσε στον Λαρίσης Αρσένιο τη διενέργεια ανακρίσεων εις βάρος των κληρικών που προσχώρησαν στο κίνημα και ζήτησε από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τις πληροφορίες ότι έπαυσαν τη μνημόνευση των ονομάτων των μελών της βασιλικής οικογένειας στις ιεροτελεστίες. Τέσσερις Μητροπολίτες, οι Θεσσαλονίκης, Αρδαμερίου, Βοδενών και Πολυανής, απάντησαν επιβεβαιώνοντας τις σχετικές πληροφορίες. Παράλληλα, γνωστοποιήθηκε στη Σύνοδο και η εμπιστευτική αλληλογραφία του Κυβερνητικού Επιτρόπου Κοζάνης-Φλώρινας Ηλιάκη με τον Κοζάνης Φώτιο, από την οποία προέκυπτε πως η απαγόρευση της μνημόνευσης προκλήθηκε κατόπιν σχετικών εντολών της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Στις συνθήκες του Εθνικού Διχασμού κατέστη ιδιαίτερα εμφανής η διαπίστωση ότι ο τύπος της μνημόνευσης στις θρησκευτικές ακολουθίες αποτελούσε μία μορφή δημόσιας εκδήλωσης νομιμοφροσύνης των εκκλησιαστικών αρχών προς την κρατική εξουσία. Έτσι, μπορεί να γίνει αντιληπτό το μεγάλο ενδιαφέρον και των δύο κυβερνήσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τον τρόπο μνημόνευσής τους εντός των ναών.

Την ίδια περίπου περίοδο, στις επιθέσεις που υποκίνησαν στην πρωτεύουσα οι Επίστρατοι σε βάρος των Φιλελευθέρων, στις 19 Νοεμβρίου, έλαβαν μέρος και κατώτεροι κληρικοί. Η Σύνοδος δεν ασχολήθηκε στις συνεδριάσεις της με τα έκτροπα και τις βιαιοπραγίες των αντιβενιζελικών, ούτε τις καταδίκασε εκ των υστέρων. Δύο υποθέσεις κληρικών, που βαρύνονταν με τις κατηγορίες της παράνομης οπλοφορίας, καθώς και της πρόκλησης προμελετημένων τραυματισμών, άδικης επίθεσης και διατάραξης κοινής ειρήνης, εκδικάστηκαν αργότερα  από το Διαρκές Στρατοδικείο του Α´ Σώματος Στρατού, όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η κυβέρνηση του Βενιζέλου. Και οι δύο κληρικοί κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης τεσσάρων και πέντε ετών αντίστοιχα. Η Μητρόπολη Αθηνών φέρεται επίσης να μην προστάτευσε, ακόμα και να κατέδωσε στους Επίστρατους, κληρικούς που είχαν εκτεθεί για τα βενιζελικά τους φρονήματα. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 1916, η Σύνοδος ενέτεινε τις πιέσεις στην αντιβενιζελική κυβέρνηση για την απελευθέρωση των φυλακισμένων κληρικών, ενώ δεχόταν και επικρίσεις για διαλλακτικότητα, καθώς ακόμα δεν είχε καταδικάσει δημόσια και απερίφραστα το επαναστατικό κίνημα, γεγονός που με τη σειρά του οδηγούσε ορισμένους, προφανώς αδιάλλακτους αντιβενιζελικούς κύκλους, να την εγκαλούν ακόμα και ως «Βενιζελίζουσα». Μάλιστα, ο Επίσκοπος Ηλείας Δαμασκηνός πρότεινε να απευθυνθεί η Σύνοδος απευθείας στον Βενιζέλο και να αξιώσει την αποφυλάκιση των αντιφρονούντων αρχιερέων, πρόταση που δεν έγινε δεκτή, ίσως γιατί φοβόταν ότι με τον τρόπο αυτό θα πρόβαινε σε μία de facto αναγνώριση της εξουσίας του.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1916, η αυτοαποκαλούμενη Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών δημοσίευσε προκήρυξη στον Τύπο, με την οποία καλούσε το λαό να παραστεί και να συμμετάσχει ενεργά στο Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, που είχε προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα. Για την εξασφάλιση της λαϊκής συμμετοχής αποφασίστηκε το κλείσιμο όλων των καταστημάτων και η αναστολή των περισσοτέρων επαγγελματικών δραστηριοτήτων για μία ώρα. Αυθημερόν, η Επιτροπή Επιστράτων, με επικεφαλής τον Πρόεδρο των Προέδρων Συντεχνιών Ιγγλέση, παρουσιάστηκε στον Αθηνών Θεόκλητο για να τον πληροφορήσει ότι την επόμενη μέρα θα συγκεντρωθεί ο λαός στο πεδίο του Άρεως για να ρίξει λίθο Αναθέματος κατά του Βενιζέλου και απαίτησε να παραβρεθεί  στην τελετή ο κλήρος.

Η διοικούσα Εκκλησία δεν αιφνιδιάστηκε με αυτή την εξέλιξη, καθώς για πρώτη φορά ο Λαρίσης Αρσένιος είχε εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο, ήδη από τον Οκτώβριο, χωρίς ωστόσο να ληφθεί τότε καμία απόφαση. Η οριστική απόφαση για τέλεση Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου ελήφθη στις 8 Νοεμβρίου 1916, σε συνάντηση που είχαν στο Υπουργείο της Παιδείας ο Λαρίσης Αρσένιος με τον Πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ο Θεόκλητος πρόβαλλε το κώλυμα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρεπόταν προσωπικός αφορισμός εναντίον λαϊκών, παρά μόνο μετά από προηγούμενη έγκριση της κυβέρνησης. Στην έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου, τέθηκε επίσης θέμα αναρμοδιότητάς της να συμμετάσχει, διότι το ζήτημα αφορούσε μόνο στη Μητρόπολη Αθηνών και αποφασίστηκε να επιδοκιμαστεί μόνο η συμμετοχή του κλήρου της Αθήνας στο Ανάθεμα. Όταν πληροφορήθηκε την απόφαση της Συνόδου ο Πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος, κάλεσε τον Θεόκλητο και, ενώπιον όλων των υπουργών του, του εξέφρασε την επιθυμία της κυβέρνησης περί αποχής του κλήρου από το Ανάθεμα· την ίδια εντολή διαβίβασε στο Μητροπολίτη Αθηνών και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης Μενέλαος Σουλτάνης. Ο Θεόκλητος απέστειλε τότε επιστολή στον Λάμπρο, ενημερώνοντάς τον ότι, κατόπιν της επιθυμίας της κυβέρνησης, δεν θα μετέβαινε ούτε ο ίδιος, ούτε ο κλήρος της Αθήνας στο Ανάθεμα, προκειμένου να διευκολύνει τις κυβερνητικές συνεννοήσεις με τις Δυνάμεις της Αντάντ. Ζητούσε όμως μέτρα προφύλαξης της Μητρόπολης, της Συνόδου και των εφημερίων γιατί φοβόταν την οργή των διαδηλωτών, οι οποίοι ενδεχομένως να εκλάμβαναν την αποχή της Συνόδου από το προγραμματισμένο Ανάθεμα ως ένδειξη ανοχής απέναντι στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου. Ενημέρωσε ταυτόχρονα και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Επιστράτων σχετικά με τις κυβερνητικές αποφάσεις για την αποχή του κλήρου από το Ανάθεμα. Ο Λάμπρος όμως θορυβήθηκε έντονα από το ενδεχόμενο να αποδοθεί στη κυβέρνησή του η πολιτική ευθύνη για την ενδεχόμενη ματαίωση του Αναθέματος, εξαιτίας της αποχής των κληρικών. Αναθεώρησε λοιπόν τη στάση του και ενημέρωσε τη Σύνοδο, ότι συναινούσε στη συμμετοχή της και της παραχώρησε στρατιωτική δύναμη για τη φύλαξη της Μητρόπολης. Κατόπιν της μεταβολής της κυβερνητικής στάσης, η Σύνοδος επικαλέστηκε τις έντονες πιέσεις των Επιστράτων και τις συνέπειες από ενδεχόμενη άρνησή της και αποφάσισε να συμμετάσχει στην τελετή. Η στάση της κυβέρνησης Λάμπρου ήταν ασυνεπής· μάλιστα, η κυβέρνηση εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της στο Θεόκλητο, υποστηρίζοντας ότι απλώς σύστησε στη Σύνοδο να μη λάβει μέρος στο Ανάθεμα, αλλά ποτέ δεν της το απαγόρευσε και ότι η διοίκηση της Εκκλησίας ήταν ελεύθερη να ενεργήσει όπως επιθυμούσε.

Ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος.

Πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, όλα τα μέλη της Συνόδου, άλλοι αρχιερείς που βρίσκονταν στην Αθήνα, πολλοί κληρικοί, υπάλληλοι της Συνόδου και μέλη του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου ήταν παρόντες, όταν ρίχτηκαν συμβολικά λίθοι από το συγκεντρωμένο πλήθος και εκφωνήθηκε το Ανάθεμα: «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω». Η διατύπωση του κειμένου, ουσιαστικά επαναλάμβανε, με επιγραμματικό τρόπο, τις κατηγορίες εναντίον του Βενιζέλου, έτσι όπως είχε ενημερωθεί για αυτές, τις είχε εξετάσει και υιοθετήσει ήδη η Σύνοδος στις συνεδριάσεις της, των τελευταίων δύο μηνών. Οι μομφές είχαν ουσιαστικά δύο σκέλη: α) αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολιτικό και εστίαζε στον σφετερισμό της κρατικής εξουσίας και β) το καθαρά εκκλησιαστικό, σχετικά με τις απροκάλυπτες επεμβάσεις των βενιζελικών στην εκκλησιαστική διοίκηση. Αξίζει επισήμανσης το γεγονός ότι η Σύνοδος θεωρούσε ότι το πρώτος σκέλος την αφορούσε το ίδιο άμεσα, όσο και το δεύτερο, διότι υιοθετούσε την αντίληψη περί θεϊκής εκπόρευσης της κρατικής εξουσίας και του βασιλικού θεσμού και ταύτιζε την υποταγή στους νόμους της Πολιτείας με θρησκευτική υποχρέωση. Η διαπίστωση αυτή, την οποία αξιολογούμε ως ιδιαίτερα σημαντική, προκύπτει τόσο από τη συνεδρίαση της Συνόδου, της 21ης Οκτωβρίου 1916, όσο και από την εγκύκλιο της 16ης Νοεμβρίου 1916. Το Ανάθεμα ωστόσο αποσιωπούσε με επιδεικτικό τρόπο τη συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα και τις συνεπαγόμενες ‘ευθύνες’ άλλων ιεραρχών, που το υποστήριξαν και συνετέλεσαν στην επικράτησή του, δρώντας ως προπαγανδιστές του.

Ο σωρός των λίθων του Αναθέματος.

Η τελετή του Αναθέματος έλαβε χώρα στην περιοχή του Πολύγωνου, όπου αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ελευθερίου (Γκύζη). Εκεί, είχε σκαφτεί μεγάλος λάκκος και πάνω σε έναν μεγάλο λίθο είχε στερεωθεί ομοίωμα του Βενιζέλου, στην κορυφή του οποίου είχε τοποθετηθεί ένα κρανίο ταύρου. Σ’ εκείνο το σημείο, το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο μετέφερε τεμαχισμένα κομμάτια μαρμάρου, λίθους ή και οικοδομικά υλικά, μαζί με τα μέλη της Ιεράς Συνόδου επαναλάμβαναν τα λόγια του Αναθέματος και έριχναν τους λίθους, έως ότου σχηματίστηκε ένας μεγάλος σωρός από πέτρες. Την επόμενη ημέρα, η Σύνοδος έλαβε επιστολή της Επιτροπής του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών, με την οποία την ευχαριστούσε για την ‘πρωτοβουλία’ της να τελέσει το Ανάθεμα. Προκαλεί δε εντύπωση η ευκολία μεταστροφής της πραγματικής αλληλουχίας των γεγονότων, που κατέληξαν στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος έλαβε μεν μέρος, σίγουρα όμως δεν θα μπορούσε να ‘χρεωθεί’ την ‘πρωτοβουλία’ τέλεσής του. Το Ανάθεμα κοινοποίησε στις κυβερνήσεις του εξωτερικού ο Υπουργός των Εξωτερικών Ζαλοκώστας: «Παρά επιμόνους ενεργείας Κυβερνήσεως, ο λαός της Αττικής προέβη προχθές εις έμπρακτον εκδήλωσιν εναντίον επαναστάσεως Θεσσαλονίκης. Πλήθη λαού, ανερχόμενα εις δεκάδες χιλιάδων, μετέβησαν εις το πεδίον του Άρεως και έρριψαν λίθον αναθέματος κατά ‘προδότου’. Αιτήσει των συντεχνιών μετέσχεν ο Μητροπολίτης Αθηνών».

Μία διαφορετική παράμετρος, αρκετά ενδιαφέρουσα, είναι η μετέπειτα τύχη των λίθων του Αναθέματος. Αρχικά, οι βενιζελικοί τοποθετούσαν τα βράδια λουλούδια και για το λόγο αυτό, τοποθετήθηκαν αστυνομικές φρουρές. Όταν η κυβέρνηση του Βενιζέλου μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, ο ίδιος ο Βενιζέλος απέκρουσε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της διάλυσης των στοιβαγμένων λίθων, δίνοντας έμφαση στη συμβολική λειτουργία τους και το φρονηματισμό των πολιτών. Έλεγε ο Βενιζέλος: «Όχι μόνο δε θα ζητήσω να σηκωθεί το ανάθεμα, αλλά και θα μείνουν οι πέτρες εκεί που έπεσαν στοίβα, να ξέρει και να θυμάται ο κοσμάκης πως είμαι αναθεματισμένος, και όμως πως η νίκη θα είναι δική μας. […] Δεν θέλω να χαθεί η απόδειξη αυτού του αναθέματος! Θα βάλω φύλακες! Εννοώ να μείνουν οι πέτρες όπως είναι, να τις βλέπουν κάθε μέρα οι περαστικοί και να ξέρουν τι ανόητα, τι μάταια πράγματα που είναι οι κατάρες της εκκλησίας!». Ωστόσο, παρά τη δεδηλωμένη επιθυμία του Βενιζέλου, οι οπαδοί του στη Λευκάδα ειδοποίησαν τους βασιλόφρονες συμπολίτες τους να πάρουν από το σωρό του Αναθέματος τις πέτρες τους και στη συνέχεια, με τους λίθους αυτούς κατασκευάστηκε εκεί ένα δημοτικό σχολείο.

Γελοιογραφικές αναπαραστάσεις του Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου.

Η πράξη του Αναθέματος δεν ήταν μόνο μια εκκλησιαστική τελετή, αλλά και μια πολιτική πράξη, που ευνόησε τη συσπείρωση των αντιβενιζελικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως στο επίπεδο των κοινωνικών συμμαχιών μεταξύ «των συντηρητικών μικροαστών και μέρους των αγροτών με την πολιτική και οικονομική ελίτ της Παλαιάς Ελλάδος εναντίον των επαναστατών». Μάλιστα, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απέρριπτε παντελώς τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα του Αναθέματος και του προσέδιδε μόνο πολιτικό χαρακτήρα. Η δε τελετουργία του Αναθέματος στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ήταν πάντα όμοια με της Αθήνας. Σε άλλες πόλεις, όπως στο Συρράκο της Ηπείρου, δεν ρίχτηκαν μόνο λίθοι, αλλά πυρπολήθηκαν επίσης εικόνες του Βενιζέλου και στενών συνεργατών του.

Η Σύνοδος ανακοίνωσε το Ανάθεμα στον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον ενημέρωσε για την υποστήριξη Μητροπολιτών στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου και την αποδοκιμασία της προς αυτούς ως «αναξίους λειτουργούς του Ελληνικού Κράτους», ζητώντας και την παραδειγματική τους τιμωρία και στη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1916, αποφάσισε να σταματήσει από το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο η καταβολή του μηνιαίου επιδόματος στους φιλοβενιζελικούς ιεράρχες Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, Καμπανίας Διόδωρο, Πολυανής Φώτιο, Ιερισσού Σωκράτη, Θεουπόλεως Γεννάδιο, Αρδαμερίου Ιωακείμ, Σισανίου Ιερόθεο, Κασσανδρείας Ειρηναίο, Βοδενών Κωνσταντίνο, Μογλενών Πολύκαρπο, Μυτιλήνης Κύριλλο, Χίου Ιερώνυμο και Σάμου Κωνσταντίνο. Επρόκειτο για μία μορφή οικονομικού αποκλεισμού τους και ήταν το μοναδικό ουσιαστικό κατασταλτικό μέτρο που μπορούσε να λάβει εναντίον τους. Προχώρησε στις κινήσεις αυτές διότι οι φιλοβενιζελικοί ιεράρχες των Νέων Χωρών, αν και βρίσκονταν και δραστηριοποιούνταν εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους, υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και δεν μπορούσε η ίδια να τους επιβάλλει εκκλησιαστικές ποινές, ούτε να τους εξαναγκάσει να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις της. Η Εκκλησία της Ελλάδος με τον τρόπο αυτό αποφάσιζε να ‘εξαγάγει’ την αντιπαράθεσή της με τους Μητροπολίτες που ακολουθούσαν το κίνημα και να αναζητήσει ερείσματα και σε άλλες εκκλησιαστικές Αρχές· τακτική που ακολούθησε και το αμέσως επόμενο διάστημα. Παράλληλα, ενέκρινε την τέλεση Αναθεμάτων και στην υπόλοιπη Αττική, καθώς και σε επαρχιακές πόλεις, στα εδάφη που δεν έλεγχε στρατιωτικά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Οι πρωτεργάτες του Αναθέματος σε αναμνηστική φωτογραφία, μετά την τέλεσή του.

Η Εκκλησία, υιοθετώντας σχετικές υποδείξεις των Επιστράτων, έλαβε μέτρα εναντίον όσων κληρικών αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στα κατά τόπους Αναθέματα. Μία χαρακτηριστική περίπτωση ήταν εκείνη του Ηλείας Δαμασκηνού, ο οποίος, κατόπιν ενημέρωσής του από συλλόγους Επίστρατων, απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον ιερέα και επισκοπικό επίτροπο Δημήτριο Σωτηρόπουλο Σακελλαρίου, εξαιτίας των φιλελεύθερων πολιτικών πεποιθήσεών του και της άρνησης συμμετοχής του στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος, ακολουθώντας τις υποδείξεις συλλόγων, όπως οι Επίστρατοι, που δεν είχαν καμία θεσμική εξουσιοδότηση στα όργανα λήψης των αποφάσεών της, φαινόταν αδύναμη να αντισταθεί στις πιέσεις που υφίστατο. Η σημαντικότερη ίσως παράμετρος ήταν ότι ταυτιζόταν με ακραίες πολιτικές συμπεριφορές, αναιρώντας την τακτική της αποφυγής εμπλοκής της στις κομματικές διενέξεις, που η ίδια διακήρυσσε επίσημα, τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 1916. Σε άλλες δε περιπτώσεις, όπως εκείνη του γνωστού για τα φιλελεύθερα κομματικά του φρονήματα ιερέα Δημήτριου Βακαλάκη στον Ασπρόπυργο, οι Επίστρατοι στράφηκαν εναντίον του ιδίου, της οικογένειάς του και της οικίας του με αποτέλεσμα να αναγκασθεί για λόγους ασφαλείας να καταφύγει αρχικά στην Ελευσίνα και στη συνέχεια στον Πειραιά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917. Οι Επίστρατοι επίσης επέβαλλαν την απομάκρυνση από το αξιώματα που κατείχαν όσων πολιτών αντιδρούσαν στις εγκυκλίους της Συνόδου των Αθηνών, που προέτρεπαν σε υπακοή στο βασιλιά. Τέτοια ήταν η περίπτωση του δικηγόρου, δημοτικού συμβούλου Χαλκίδας και προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Δημητρίου, Βασίλειου Αντωνίου. Ο Αντωνίου δεν έκρυψε τη δυσφορία του και αποχώρησε από από την εκκλησία την ώρα που ο Χαλκίδος και Καρυστίας Χρύσανθος διάβαζε στο εκκλησίασμα εγκύκλιο της Συνόδου «εις ενίσχυσιν του μαρτυρούντος εν τω παρόντι εθνικώ αγώνι Βασιλέως μας».

 

Το Ανάθεμα στον Τύπο της εποχής.

Σε πολύ σύντομο διάστημα μετά την τέλεση των Αναθεμάτων στην πρωτεύουσα και στις επαρχιακές πόλεις, εκδηλώθηκαν περιστατικά ακραίας πολιτικής τους εκμετάλλευσης. Το Δεκέμβριο του 1916, κυκλοφόρησε στην Πελοπόννησο έντυπος αφορισμός εναντίον του Βενιζέλου, που έφερε τα χαρακτηριστικά λιβελλογραφήματος. Το κείμενο, αν και ήταν προφανέστατα πλαστογραφημένο, καθώς έφερε τις υπογραφές ανύπαρκτων Επισκόπων, κυκλοφόρησε ελεύθερα, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου των Εφετών, στο Ναύπλιο. Ο έντυπος αφορισμός είχε ως εξής: «Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου της εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλλους, του ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν εις την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθή ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον πουλημένον Σενεγαλέζον τράγον Βενιζέλον, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράϊγ. Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ: το κήτος του Ιωνά: η λέπρα του Ιεχωβά: ο μαρασμός των νεκρών: το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων: οι κεραυνοί της Κολάσεως: και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. Τας ιδίας αράς θ’ αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην Βενιζέλον και παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις, όπως μαρανθώσι αυτών αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφανθώσι τα ώτα. Γένοιτο. Αμβρόσιος Μητροπολίτης, Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος».

Στην αντίπερα όχθη, η Συνέλευση των Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος, ένα εκκλησιαστικό όργανο άσκησης διοίκησης στις περιοχές που ήλεγχε η βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1917, ασχολήθηκε και με το Ανάθεμα στον Βενιζέλο από τη Σύνοδο της Αθήνας και τους προσκείμενους σ’ εκείνην Επισκόπους, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν το θέμα αυτό στον κατάλογο των εργασιών της. Ως προς το ζήτημα αυτό τοποθετήθηκε με σαφήνεια, τασσόμενη στο πλευρό της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη και «εξέφρασεν ομοφώνως την λύπην αυτής επί τη πράξει ταύτη και επευλόγησε τους την Εθνικήν Κυβέρνησιν αποτελούντας επικαλεσθείσα επ’ αυτούς την χάριν και ευλογίαν του Θεού· όπως δ’ εμφαντικώτερον εκδηλώση τας υπέρ του Εθνοσωτηρίου έργου της Εθνικής Κυβερνήσεως ευχάς και ευλογίας αυτής ομοφώνως απεφάσισεν ίνα τελεσθή μετά το πέρας των εργασιών αυτής εν τω Ιερώ Ναώ της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Αρχιερατική λειτουργία και δοξολογία τη συμμετοχή πάντων».

Αυτή η απόφαση λειτούργησε ως αντίβαρο στο Ανάθεμα, σηματοδοτούσε σε συμβολικό επίπεδο την ‘αναίρεσή’ του και οπωσδήποτε είχε έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Ήταν ταυτόχρονα και μία κίνηση προσέλκυσης και άλλων αμφιταλαντευόμενων αρχιερέων, κυρίως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, λειτουργώντας ως προπαγανδιστικό μέσο πρόκλησης εντυπώσεων. Εντός αυτών των πλαισίων έθεσε το θέμα και ο Μητροπολίτης Μογλενών και Φλωρίνης Πολύκαρπος: «Πολλοί εκ των ενταύθα και προ πάντων εκ της Παλαιάς Ελλάδος ίσως θα προσέφερον υπηρεσίας, αν μη εδεσμεύοντο υπό του Αναθέματος. Αν δε τώρα ακουσθή, ότι 24 Αρχιερείς μελετήσαντες καλώς το κακώς και όλως αντικανονικώς εκδοθέν Ανάθεμα απεδοκίμασαν αυτό, θα ανακουφισθή η συνείδησις των τοιούτων και θα σπεύσωσι να ταχθώσι εις τον Αγώνα, και από ημάς αυτούς δε ούτω θα άρωμεν την λυπηράν εντύπωσιν, ότι συνεργαζώμεθα μετά Κυβερνήσεως υπό Ανάθεμα διατελούσης». Ο δε Γεννάδιος, ως προεδρεύων της Συνέλευσης, είπε πως η απόφασή της: «είναι απόρροια των αγαθών προς την Εθνικήν Κυβέρνησιν διαθέσεων αυτής και […] είναι επιβεβλημένη προς ανακούφισιν της συνειδήσεως του Έθνους». Ο αρμόδιος βενιζελικός υπουργός των Εκκλησιαστικών εξέφρασε την μεγάλη ικανοποίηση της κυβέρνησής του, γιατί είχε ληφθεί χωρίς την παρέμβασή της, διατυπώνοντας με τον τρόπο αυτό υπαινιγμούς για τις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν στη Σύνοδο της Αθήνας και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκείνη είχε τελέσει το Ανάθεμα. Η απουσία εμφανούς παρέμβασης ή πίεσης από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης για τη λήψη της απόφασης, δεν απαλλάσσει ωστόσο την απόφαση από τον πολιτικό της χρωματισμό και τη Συνέλευση από την πολιτική της εξάρτηση.

Εγκύκλιος, με την οποία κοινοποιείται η παύση της μνημόνευσης των μελών της βασιλικής οικογένειας και η αντικατάστασή τους από τα μέλη της «Εθνικής Κυβερνήσεως», δηλαδή της επαναστατικής κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Η επικράτηση της βενιζελικής παράταξης, μετά τον Ιούνιο του 1917, δεν άφησε φυσικά ανεπηρέαστη τη διοίκηση της Εκκλησίας. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα από την ορκωμοσία της στην Αθήνα, έδρασε δυναμικά και εξέδωσε Νομοθετικό Διάταγμα «Περί Τροποποιήσεως του Καταστατικού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Στο κείμενο του διατάγματος ήταν αποτυπωμένη με τον πλέον επίσημο τρόπο η αποδοκιμασία της βενιζελικής κυβέρνησης για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν η Σύνοδος στην Αθήνα και οι Επίσκοποι των επαρχιακών πόλεων, την πολιτική κρίση των ετών 1916 και 1917:

«Δεν εδίστασε δε η Ι. Σύνοδος σύσσωμος, εκμεταλλευομένη, υπέρ της πολιτικής μερίδος ην υπερήσπιζε, το θρησκευτικόν του λαού αίσθημα, να μεταχειρισθή το έσχατον και αποτρόπαιον εναντίον των πολιτικών αυτής αντιπάλων μέσον του αναθέματος, εις τούτο δε εξ ιδίας πρωτοβουλίας και εκ κακής διαθέσεως και πολιτικής εμπαθείας […] προβάσα και τελείως δια του καταδεδικασμένου μεσαιωνικού τούτου μέσου καταστιγματίσασα την άμεμπτον υπό των ιερών κανόνων και των πολιτειακών νόμων απαιτουμένην δράσιν και ενέργειαν εν τη κοινωνία της εκκλησίας. […] Το παράδειγμα τούτο της Ι. Συνόδου όλως αυθορμήτως και άνευ ειδικής αυτής εντολής ηκολούθησαν και οι πλείστοι των κατά τόπους επισκόπων, υπό παρομοίων ελατηρίων και παθών ορμώμενοι, συντελέσαντες ούτω και ούτοι συμπληρωματικώς εις την τελείαν κακοήθη εκμετάλλευσιν, αλλ’ ακριβώς και δια τούτου κατάπτωσιν του θρησκευτικού παρά τω λαώ αισθήματος. Ουδαμώς μετά ταύτα παράδοξος η αηδεστάτη κατωτέρων κληρικών θέα, πάντως τη ανοχή της ανωτέρας αυτών αρχής ηγουμένων αυτόχρημα εγκληματικών πράξεων και εαυτούς και ως ποταπά όργανα καθαρώς αγρίας κομματικής πάλης παρεχόντων».

Στο ίδιο διάταγμα, προβλεπόταν ακόμα η απαλλαγή από τα καθήκοντά τους και των πέντε μελών της Συνόδου, που αποφάσισε το Ανάθεμα και η αντικατάστασή τους από άλλους. Οι απομακρυνόμενοι αρχιερείς θα διέμεναν επιτηρούμενοι σε Μονές και οι Επισκοπές τους θεωρήθηκαν σχολάζουσες. Ο Αθηνών Θεόκλητος παρέμενε φρουρούμενος στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αίγινα. Από εκεί διαμαρτυρήθηκε για την απαλλαγή του από τα Συνοδικά του καθήκοντα και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί εναντίον του: «Εγώ ουδέ υπό οιανδήποτε κατηγορίαν διατελώ, ουδέ έπαυσα να ήμαι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέχων των προεδρικών καθηκόντων ουχί οικιοθελώς, αλλά προσωρινεί απαγορεύσει του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, διαβιβασθείση μοι άμα τη συγκροτήσει του νέου Υπουργείου, και δια της υπό της Αστυνομικής Αρχής παρεμποδίσεως εμού να προσέλθω εις το κατάστημα της Ιεράς Συνόδου κατά την έναρξιν υμών ως Συνοδικών».

Η Σύνοδος που συγκροτήθηκε, μετά την απομάκρυνση των αντιβενιζελικών αρχιερέων, ονομάστηκε ‘Αριστίνδην’ και τα μέλη της διορίστηκαν άμεσα από την κυβέρνηση. Σχετική γνωμάτευση για τα ληπτέα μέτρα παρείχε στην κυβέρνηση το φιλοβενιζελικό Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο, σε συνεννόηση με τον Υπουργό των Εκκλησιαστικών Δίγκα, που είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη για επείγουσες διαβουλεύσεις μαζί του, στα τέλη Ιουνίου του 1917. Ο Δίγκας προσκόμισε προς συζήτηση προτάσεις για την επίλυση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, όπως ήταν η απομάκρυνση των αρχιερέων που τέλεσαν τα Αναθέματα και η παραπομπή τους σε δίκη, η ανάθεση της διακυβέρνησης των κενών εδρών σε Μητροπολίτες των Νέων Χωρών και η ένωση των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών με την Εκκλησία της Ελλάδος. Το τελευταίο από τα μέτρα αποσκοπούσε στην οριστική διαρρύθμιση των ορίων της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ώστε να συμπίπτουν με τα όρια του κράτους, πριν τεθεί σε εφαρμογή η  εκκλησιαστική πολιτική της κυβέρνησης. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της διορισμένης Συνόδου παραβρέθηκε και ο Δίγκας, ο οποίος, προδικάζοντας τις εξελίξεις, χαρακτήρισε τα απαλλαγέντα μέλη ως ένοχα και όχι απλά υπόλογα, έναντι των εκκλησιαστικών Κανόνων και των νόμων του κράτους. Το Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο πρότεινε επίσης τον καταρτισμό «Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου» (ΑΕΔ), που θα δίκαζε τους αρχιερείς που ενεπλάκησαν στα Αναθέματα. Το δικαστήριο αυτό συστάθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 11ης Ιουλίου 1917 και όλα τα μέλη του πρόσκεινταν πολιτικά στη παράταξη των Φιλελευθέρων· το απάρτιζαν ορισμένοι από τους αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του επιλέχτηκαν από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών και συγκεκριμένα, διορίστηκαν σ’ αυτό όλα τα μέλη του φιλοβενιζελικού Αρχιερατικού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης.

Τις μηνύσεις εκ μέρους της κυβέρνησης υπέβαλλε ο ίδιος ο Δίγκας και αφορούσαν τριάντα ένα Μητροπολίτες και Επισκόπους, τόσο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, όσο και των Νέων Χωρών. Οι κατηγορίες εστίαζαν στην υποστήριξη που παρείχαν οι υπόδικοι στους αντίπαλους των Φιλελευθέρων και στην ανάμιξή τους «εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή τις κομματικές διαμάχες, κορύφωση της οποίας υπήρξε η τέλεση, στην Αθήνα και την επαρχία, Αναθεμάτων και αφορισμών στον Βενιζέλο και τους οπαδούς του. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας του, το ΑΕΔ συνεδρίασε συνολικά πενήντα φορές, από τις 2 Αυγούστου μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1917. Παρών στις περισσότερες εργασίες του ήταν και ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, που εκτελούσε χρέη Βασιλικού Επίτροπου στην Ιερά Σύνοδο. Την ίδια περίοδο, απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά του ο διορισμένος από τη κυβέρνηση του Βενιζέλου και μέχρι τότε Βασιλικός Επίτροπος Μιχαήλ Γαλανός, βαρυνόμενος με τη μομφή ότι υπέγραψε το πρακτικό της Συνόδου για το Ανάθεμα. ‘Απολογούμενος’ ο Γαλανός, , υποστήριξε ότι πολλές φορές εξέφρασε την αντίθεσή του στη συμμετοχή της Συνόδου στο Ανάθεμα και πρότεινε στον Θεόκλητο να ζητήσει τη μεσολάβηση του βασιλιά για την προστασία της Συνόδου από τις πιέσεις των Επιστράτων. Συμπλήρωσε ότι η υπογραφή του Βασιλικού Επίτροπου ήταν τυπική και υποχρεωτική και επομένως, άνευ ουσιαστικής σημασίας· ωστόσο, τα επιχειρήματά του δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν την αποπομπή του. Ο Γαλανός αποπέμφθηκε από τη θέση του, τον Αύγουστο του 1917, από τον ίδιο τον Βενιζέλο με δηλώσεις του τελευταίου στον Τύπο. Ο Γαλανός αυτοπροσδιοριζόμενος πολιτικά, είπε ότι ήταν χριστιανός φιλελεύθερων αρχών. Ως ανακριτές διορίστηκαν αρχιερείς και τους ανατέθηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, με βάση τις μηνύσεις του Δίγκα. Αυτοί μετέβησαν στις έδρες ή στις Μονές, όπου τελούσαν υπό περιορισμό οι υπόδικοι και έλαβαν τις απολογίες τους και άλλες μαρτυρικές καταθέσεις. Με βάση αυτά τα στοιχεία συνέταξαν ανακριτικές εκθέσεις και έκριναν κατ’ αρχήν βάσιμες τις κατηγορίες εναντίον όλων των κατηγορουμένων.

Επιστολή, υπογεγραμμένη από τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, με την οποία ανατίθεται στον Κασσανδρείας Ειρηναίο η διεξαγωγή ανακρίσεων εις βάρος αρχιερέων, που κατηγορούνται «επί αναμίξει εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή για την τέλεση Αναθεμάτων.

Τα πέντε μέλη της Συνόδου κατηγορούνταν για την αντικανονικότητα του Αναθέματος,  για ανάμιξη στην πολιτική διαμάχη, για συνεργασία με τους συλλόγους των Επιστράτων, για τη διατύπωση του Αναθέματος, με παραβίαση της σχετικής διαδικασίας, για παραβίαση του Καταστατικού Νόμου της Εκκλησίας και ανυπακοή στη κυβέρνηση, για ανάμιξη στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους, για κατάπτωση του θρησκευτικού γοήτρου, για τη διαταγή τέλεσης Αναθεμάτων και στις επαρχιακές πόλεις, για πολιτικά ελατήρια των επιστολών που απεστάλησαν στην παπική, αγγλικανική και ρωσική εκκλησία και τέλος, για την ανακοίνωση του Αναθέματος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η μοναδική περίπτωση συγκρότησης εκκλησιαστικού δικαστηρίου για αρχιερείς, που υπάρχουν δημοσιευμένα, έστω και σε περίληψη, τα πρακτικά του. Η δημοσίευση προφανώς εξυπηρετούσε την απαξίωση των κατηγορούμενων στη συνείδηση της κοινής γνώμης της εποχής.

Πρώτος παρουσιάστηκε ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, ο οποίος κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα. Αρχικά, αμφισβήτησε τη νομιμότητα του δικαστηρίου και επιτέθηκε στην κυβέρνηση για τα νομοθετικά μέτρα που έλαβε. Θεωρούσε ότι η ‘Αριστίνδην’ Σύνοδος ήταν παράνομη και προϊόν αντισυνταγματικών και αυθαίρετων νομοθετημάτων της βενιζελικής κυβέρνησης. Επίσης, δεν αναγνώρισε το κύρος της Βουλής, που ψήφισε αυτούς τους νόμους, χαρακτηρίζοντάς την παράνομη. Ζήτησε την εξαίρεση εκείνων των ιεραρχών, εναντίον των οποίων διεξήγαγε ανακρίσεις η Ιερά Σύνοδος, από τα τέλη του 1916 και συγκεκριμένα, του Θεσσαλονίκης Γεννάδιου, του Μυτιλήνης Κύριλλου και του Σισανίου Ιερόθεου. Επικαλέστηκε και πολλούς άλλους λόγους, που άπτονταν του εκκλησιαστικού δικαίου, για να προσβάλλει το κύρος και τη νομιμότητα του ΑΕΔ. Οι μομφές του εναντίον της κυβέρνησης προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Υπουργού των Εκκλησιαστικών. Ο Δίγκας ζήτησε αντίγραφο του υπομνήματος του Θεόκλητου, γιατί θεώρησε ότι περιελάμβανε εκφράσεις που πρόσβαλλαν το πολιτικό καθεστώς και προειδοποίησε για μελλοντική παραπομπή του στο Στρατοδικείο. Ο Θεόκλητος, απαντώντας στο εις βάρος του κατηγορητήριο, δεν το αποδέχτηκε και προσπάθησε να το αναιρέσει, υπερασπιζόμενος τις επιλογές της φιλοβασιλικής Συνόδου, στην οποία προέδρευε. Όσον αφορά δε στο Ανάθεμα, πίστευε ότι δεν αποτελούσε ανάμιξη στις πολιτικές διαμάχες, αλλά απλώς εκδήλωση της νομιμοφροσύνης προς την επίσημη κυβέρνηση του κράτους και στρεφόταν εναντίον του Βενιζέλου και όχι της παράταξης των Φιλελευθέρων στο σύνολό της. Κάλεσε επίσης το δικαστήριο να μην υποδουλώσει την Εκκλησία στο κράτος, με την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του.

Από τους υπόλοιπους Συνοδικούς, διαλλακτική τακτική ακολούθησαν οι Φωκίδος και Κεφαλληνίας, σε αντίθεση με τον Λαρίσης και τον Ηλείας, που απουσίαζαν από τις συνεδριάσεις και υπέβαλλαν έγγραφες απολογίες. Πάντως, ανεξάρτητα από την υπερασπιστική τακτική που επέλεξαν, κοινό γνώρισμα όλων των επιχειρημάτων τους ήταν η επίκληση των κινδύνων που διέτρεχε η ζωή τους από τα φανατισμένα πλήθη και τις ασφυκτικές πιέσεις, που υφίσταντο από τους Επίστρατους. Αφού ολοκληρώθηκαν οι απολογίες τους, ο Κασσανδρείας Ειρηναίος που εκτελούσε χρέη δικαστή, συσχέτισε εύστοχα την τέλεση του Αναθέματος με τις εκτιμήσεις των ιεραρχών για την πολιτική κατάσταση εκείνης της περιόδου· εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι «οι κατηγορούμενοι προέβησαν εις το ανάθεμα, ίνα αρέσωσι τω βασιλεί και το φοβερώτερον, ότι μετά τόσου θάρρους προέβησαν εις τούτο, διότι μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα, την καταστροφήν του φιλελευθέρου τύπου και τα φλογερά άρθρα του αντιθέτου τύπου, εσχημάτισαν την εντύπωσιν ότι ο Βενιζέλος ήτο νεκρός πολιτικώς και έρριπτον λίθον επί νεκρού, κατ’ αυτούς, σώματος. Μεγαλυτέρα ασέβεια δεν υπάρχει. Ο Άγιος Αθηνών είναι επιφυλακτικός και εν επί τοις εκατόν, εάν ήλπιζε να έλθη ο κ. Βενιζέλος, δεν θα προέβαινε». Στην περίπτωση του Αθηνών Θεόκλητου, επιχειρήθηκε και η ηθική του απαξίωση, καθώς το 1918, του αφαιρέθηκε το παράσημο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και διαγράφηκε από τους τιτλούχους του Τάγματος.

Αφού μελετήθηκαν οι απολογίες, όλοι οι Συνοδικοί κρίθηκαν ένοχοι των κατηγοριών, αλλά επιβλήθηκαν επιεικέστερες ποινές στους Επισκόπους Φωκίδος και Κεφαλληνίας γιατί επέδειξαν μεταμέλεια. Οι καταδικασθέντες Συνοδικοί δεν κατέγραψαν τις αναμνήσεις τους από τα γεγονότα αυτά και δεν έχει διασωθεί η δική τους μαρτυρία για τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις ποινές τους. Εξαίρεση αποτελεί ίσως ένα χειρόγραφο αυτοβιογραφικό σημείωμα του Επισκόπου Λαρίσης Αρσένιου Αφεντούλη. Σ’ αυτό, ο Αρσένιος, αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια, περίεγραψε, με εκτενείς αναφορές, τις ταλαιπωρίες του μετά την καταδίκη του. Θυμόταν, μεταξύ άλλων ότι: «Τον Ιούλιον του έτους 1917 προ της διαδικασίας μας μετά του Μητροπολίτου Αθηνών Θεοκλήτου και του Επισκόπου Ηλείας Δαμασκηνού εξωρίσθην εις την Ι. Μονήν της Παναγίας εις την νήσον Αίγιναν. Κατά Ιούλιον του έτους 1918 συλληφθείς υπό ενόπλων χωροφυλάκων και φυλακισθείς παρεπέμφθην μετά εικοσαήμερον εις το Στρατοδικείον υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων εις Λάρισαν. Μετά την υπ’ αυτού πανηγυρικήν αθώωσίν μου κατ’ Αύγουστον ιδίου έτους απηλάθην εις την Νήσον Αμοργόν Κυκλάδων. Τον Νοέμβριον του έτους 1919 υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων μετεφέρθην ως εξόριστος εις την εν Ζακύνθω Ι. Μονήν του Αγίου Διονυσίου, οπόθεν απεστάλην εις την ερημόνησον Στροφάδων. Εκείθεν κατά Μάιον του 1920, ασθενήσας, αποφάσει της Ι. Συνόδου μετεφέρθην εις Ζάκυνθον εν τη Ι. Μονή Αγίου Διονυσίου».

Η λήξη των εργασιών του Δικαστηρίου, για το έτος 1917, σύμφωνα με τη βενιζελική προσέγγιση των πραγμάτων, σήμαινε για την Εκκλησία της Ελλάδος την ‘εξυγίανσή’ της, η κυβέρνηση εξέφρασε την ευαρέσκεια της και υποσχέθηκε την αμέριστη συμπαράστασή της για την εκκλησιαστική ‘ανόρθωση’, προσανατολισμένη εντός των πλαισίων που είχαν τεθεί από το 1914.

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ο τρόπος διαχείρισης της μνήμης αυτών των γεγονότων από τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή τους δικαστές και τους κατηγορούμενους. Σχεδόν στο σύνολό τους οι κληρικοί απέφευγαν να αναφερθούν δημόσια σε αυτά τα συμβάντα και να υπερασπιστούν τις επιλογές τους, φανερώνοντας την αμηχανία τους για τους ρόλους τους, είτε στα Αναθέματα, είτε στη λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Οι μόνες περιπτώσεις ιερέων που υπεραμύνθηκαν με συγγράμματά τους, της συμμετοχής τους στα Αναθέματα ήταν του Πολύκαρπου Ζάχου, τότε ιεροκήρυκα Δημητριάδος, ο οποίος, το 1917, εξέδωσε το βιβλίο «Το Ανάθεμα των Προδοτών και η ιερότης της βασιλείας» και του Γερμανού Ρουμπάνη, τότε Διευθυντή της Ιερατικής Σχολής Τρίπολης, ο οποίος, το 1958, ως Μητροπολίτης πλέον Μαντινείας και Κυνουρίας, εξακολουθούσε να δικαιολογεί τα Αναθέματα και την προσωπική του εμπλοκή σ’ αυτά.

Ήταν κοινή η εκτίμηση τόσο των δικαστών, όσο και της πολιτικής ηγεσίας ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίστηκαν με επιείκεια και δεν τους επιβλήθηκαν  εξοντωτικές ποινές. Μάλιστα, προκλήθηκαν και αντιδράσεις από μερίδα του Τύπου, που επιθυμούσε ακόμα αυστηρότερη αντιμετώπισή τους. Οι δικαστές ωστόσο κάνοντας τον επίσημο απολογισμό της εργασίας τους, την αξιολόγησαν ως δίκαιη. Όσον αφορά στην αμεροληψία της διαδικασίας θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κυβερνητική παρουσία ήταν συνεχής, μέσω του κυβερνητικού Επιτρόπου Αμίλκα Αλιβιζάτου, στις συνεδριάσεις. Δεν παρατηρήθηκαν ωστόσο εμφανείς παρεμβάσεις στο έργο των δικαστών. Οι αδυναμίες  της εντοπίζονται περισσότερο στα πολιτικά φρονήματα των ίδιων των δικαστών-αρχιερέων και λιγότερο στις άμεσες πιέσεις της πολιτικής εξουσίας. Άλλωστε, η ίδια η σύνθεση των δικαστών και των ανακριτών εξασφάλιζε εκ των προτέρων τις επιθυμητές ετυμηγορίες και καθιστούσε περιττές τις απροκάλυπτες και έξωθεν παρεμβάσεις. Από την άλλη πλευρά βέβαια, πρέπει να τονιστεί πως το δικαστήριο δημιουργήθηκε με την πολιτική βούληση του κόμματος των Φιλελευθέρων και εξυπηρετούσε την επιθυμία του να λειτουργήσουν οι επιβληθείσες ποινές αποτρεπτικά για την εμφάνιση παρόμοιων φαινομένων και στο μέλλον. Η πλέον σημαντική όμως παράμετρος ήταν η απομάκρυνση εκείνων των ιεραρχών που θα μπορούσαν να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση στην εφαρμογή της εκκλησιαστικής της πολιτικής και κυρίως στη μεταβολή της ηγεσίας στην εκκλησιαστική διοίκηση. Θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ο Θεόκλητος και οι υπόλοιποι Συνοδικοί εξέφραζαν στο εκκλησιαστικό επίπεδο τις αντίστοιχες δυνάμεις του παλαιοκομματισμού στο πολιτικό και η απομάκρυνσή τους κρινόταν αναγκαία προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ‘ανόρθωσης’.

Συμπερασματικά, η σύσταση και λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου αποτελούσε ένα τμήμα μόνο της πρώτης περιόδου των ‘εκκαθαρίσεων’ σε διάφορους τομείς του κρατικού μηχανισμού (δημόσιος τομέας, δικαιοσύνη και στρατός), στις οποίες προέβη η βενιζελική κυβέρνηση, μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα. Η πολιτική των ‘εκκαθαρίσεων’ αξιολογήθηκε ως απαραίτητη για δύο κυρίως λόγους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικό εργαλείο για να γίνει αντιληπτή η στάση της κυβέρνησης και στο χώρο της Εκκλησίας: α) εγγυόταν την απαλλαγή όσων ιεραρχών οι ιδέες δυσχέραιναν την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, παραμένοντας πιστοί στον εξόριστο βασιλιά Κωνσταντίνο και β) εξοικονομούσε επισκοπικές θέσεις για την στελέχωσή τους με υποστηρικτές των Φιλελευθέρων, που θα λειτουργούσαν επικουρικά στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Η καινοτομία της πολιτικής των ‘εκκαθαρίσεων’, έτσι όπως υλοποιήθηκε στην Εκκλησία και η διαφοροποίηση σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόστηκε στους κρατικούς τομείς, ήταν ότι ανατέθηκε από την Πολιτεία στους ίδιους τους κληρικούς, οι οποίοι ανέλαβαν το βάρος και την ευθύνη της εφαρμογής της. Η βούληση της κυβέρνησης ήταν να δώσει στους φιλοβενιζελικούς αρχιερείς μία αίσθηση ελευθερίας κινήσεων και σχετικής ανεξαρτησίας στην εκδίκαση των υποθέσεων, παρουσιάζοντας εν τέλει τις καταδικαστικές αποφάσεις ως έργο της ίδιας της Εκκλησίας και όχι δικό της.

Οι μνήμες από το Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου παραμένουν ανθεκτικές στην εσωτερική πολιτική ζωή, ιδιαίτερα σε πριόδους πόλωσης ή σύγκρουσης της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία, αλλά και στη συλλογική εκκλησιαστική συνείδηση· ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, στις 2 Απριλίου 2000, αποδοκίμασε την ανάμιξη της Εκκλησίας στις πολιτικές διαμάχες του Εθνικού Διχασμού: «Σκέφτομαι ότι θα έπρεπε κάποτε η Εκκλησία να ζητήσει συγγνώμη από τον λαό για την ανάμειξή της στις πολιτικές διαμάχες του αιώνος που πέρασε και ειδικότερα για την ανάμειξή της στον διχασμό ο οποίος ταλάνισε τον Ελληνισμό κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του. Ήταν πραγματικό λάθος να αποφασίζονται αναθέματα για πολιτικούς λόγους και η Εκκλησία να χρησιμοποιείται, κατά κάποιον τρόπο, για να επενδύουν επάνω εις αυτήν οι διάφοροι πολιτικοί άνδρες τις δικές τους επιδιώξεις».

Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ..

Σημείωση: το κείμενο αντλεί στοιχεία από τη διδακτορική διατριβή του γράφοντος. Στη συνέχεια, παρατίθενται βασικές πηγές και βιβλιογραφία:

 

Πηγές

 Α. Αδημοσίευτες πηγές

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο Αθήνας

Αρχείο Πατριωτικής Ενώσεως

Ίδρυμα Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αντίστοιχης εθνικής περιόδου

Ιστορικό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου

Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων

Αρχείο Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου Παντολέοντος

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

φάκ. 15/10, Ιερά Μητρόπολις Κασσανδρείας

φάκ. 69/8, υποφ. Γ1λστ´, Εκκλησιαστικόν Αρχιερατικόν Συμβούλιον

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

φάκ. 1.7, Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος

φάκ. 1.37, Ενοριακά-Εφημεριακά (1909-1961)

φάκ. 1.42, Διάφορα (1915-1923)

φάκ. 1.59, Καταγγελίαι (1906-1920)

φάκ. 1.79, Ιεροκήρυκες (1838-1964)

φάκ. 12, Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος, Επισκοπικά (1883-1941), υποφ. 3 και υποφ. 6

φάκ. 13, Ιερά Μητρόπολις Σερβίων και Κοζάνης, Μητροπολίτες Φώτιος και Ιωακείμ (1918-1936)

φάκ. 40, Ιερά Μητρόπολις Λαρίσης, Επισκοπικά (1882-1940)

φάκ. 70, Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης, Μητροπολίτου Σπάρτης καταγγελλομένου (1902-1925)

φάκ. Θέματα Συνόδου (1915-1919), υποφ. έτους 1916 και υποφ. ετών 1917-1919

φάκ. Εθνικά-Πολεμικά Θέματα (1834-1949)

Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών

1914, φάκ. Β/35, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1916, φάκ. Β/35, υποφ. 1, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1917, φάκ. Β/35, υποφ. 2, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα

Κώδικας Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Κασσανδρείας, β´ τόμ. (1914-1925)

Περιοδικά

Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1917-1918, Εκκλησιαστικός Κήρυξ, 1914-1915

Ζωή, 1913, 1915, 1917-1918

Εφημερίδες

Εμπρός, 1916

Β. Δημοσιευμένες πηγές

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1901-1933), α´ τόμ., Αθήνα 1955.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1934-1956), β´ τόμ., Αθήνα 1956.

Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον, Απόφασις Καταδίκης των Μελών της Ιεράς Συνόδου της ΞΑ´ Περιόδου, Έκδοσις «Πατριωτικής Ενώσεως», Αθήνα 1917.

Έγγραφα επί του ζητήματος της παύσεως του Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου και του διορισμού των καθηρημένων και εκπτώτων Επισκόπων (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1920), Αθήνα 1920.

Πρακτικά της εν Θεσσαλονίκη συγκληθείσης Συνελεύσεως των Ιεραρχών της Ν. Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1917.

ΦΕΚ 11ης Ιουλίου 1917.

Φύλλον Εφημερίδος της Προσωρινής Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος 1ης Ιουνίου 1917.

Γ. Βιβλιογραφία

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η εκκλησιαστική ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, κε´ τόμ., Θεσσαλονίκη 1981.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική Ιστορία. Η Εκκλησία των Νέων Χωρών, Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η Εκκλησία Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (εικοστός αιώνας), Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

Αλεξιάδης Γεννάδιος (Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης), «Η Εκκλησία των Νέων Χωρών», ΓΠ, 145, (Ιανουάριος 1928), 14-26, 146, (Φεβρουάριος 1928), 55-63 και 147, (Μάρτιος 1928), 103-120.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, Η εν τω ελληνικώ κράτει εκκλησιαστική πολιτική, Λόγος εκφωνηθείς εντολή της Συγκλήτου εν τη αιθούση των τελετών του Πανεπιστημίου τη 30 Ιανουαρίου 1932 επί τη εορτή των Τριών Ιεραρχών και τω κατ’ αυτήν τελεσθέντι μνημοσύνω των ιδρυτών, ευεργετών και καθηγητών του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1932.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, «Εκκλησία και πολιτική», Ελεύθερον Βήμα, 31 Οκτωβρίου 1934, σσ. 1-2.

Αναστασιάδης Γιώργος-Χεκίμογλου Ευάγγελος, Δημήτριος Γ. Δίγκας (1876-1974). Η ζωή και το έργο του Μακεδόνα Υπουργού, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002.

Ατέσης Βασιλείος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, β´ τόμ., Αθήνα 1953.

Ατέσης Βασίλειος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, γ´ τόμ., Αθήνα 1969.

Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μαλαματή, Πολιτικές και Συνταγματικές πτυχές του καθεστώτος των Νέων Χωρών, Εκδόσεις Επέκταση, Κατερίνη 2003.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, α´ τόμ. και β´ τόμ., Ίκαρος, Αθήνα 1970.

Χουρμούζιος Σ. Χρ., Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα, Λονδίνο.

Δέλτα Πηνελόπη Σ., Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος. Ημερολόγιο-Αναμνήσεις-Μαρτυρίες-Αλληλογραφία, Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Ερμής, Αθήνα 1978.

Δραγούμης Φίλιππος Στεφ., Ημερολόγιο. Διχασμός (1916-1919), Μάρκος Φ. Δραγούμης (επιμ.), Εκδόσεις ‘‘Δωδώνη’’, Αθήνα-Γιάννινα 1995.

Edgar William, «Οι εκκαθαρίσεις του 1917: η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου», στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 519-550.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Η Συνέλευσις των Ιεραρχών», ΓΠ, 1, (1917), 1-138 και 178-190.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Το εν Αθήναις Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον», ΓΠ, 1, (1917), 569-576, 666-680, 689-703 και 772-786.

Frazer J. G., «The Cursing of Venizelos», Folklore, κβ΄ τόμ., 2, (30 Ιουνίου 1917), 133-140.

Γαλανόπουλος Μελέτιος Ευάγ., Εκκλησιαστικαί Σελίδες Λακωνίας, Αθήνα 1939.

Γαλανός Μιχαήλ Ι., «Η απολογία μου. Πως έχουν τα πράγματα», ΓΠ,  1, (1917), 704-713.

Γατόπουλος Δ., Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (1875-1938), Εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1947.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Εκκλησία και κράτος (1833-1997). Ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, Εκδόσεις ‘‘Το Ποντίκι’’, Αθήνα.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο, Προσκήνιο, Αθήνα 2001.

Καραθανάσης Αθανάσιος – Τριανταφυλλίδης Γεώργιος, Η Επισκοπική Σύνοδος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (19ος-20ός αιώνας), Μακεδονική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1994.

Καταπόδης Πάνος, Βεελζεβουλικά. Σάτυραι κατά του Βεελζεβούλ Βενιζέλου, Αθήνα 1931.

Κολτούκη Πελαγία Γ., Ο κώδικας αλληλογραφίας της Μητροπόλεως Κασσανδρείας (1907-1925), ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1997.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., «Ανάθεμα κατά Βενιζέλου», ΘΗΕ, β´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 474-477.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα 1970.

Κονιδάρης Ι. Μ., «Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στα εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής του», στο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως νομικός. Η συμβολή του στην αναμόρφωση του ελληνικού δικαίου, Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘‘Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος’’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σσ. 149-172.

Κοντογιώργος Χριστόφορος, Τα παρασκήνια του Αναθέματος, Αθήνα 1917.

Κούρκουλας Κωνσταντίνος, «Γαλανός Μιχαήλ», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 155-157.

Κρανιωτάκης Ν., «Ο διωγμός», Η Καθημερινή, 8 Απριλίου 1924, σ. 1.

Κυράτσος Διονυσίος Κ., Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας από τις απαρχές της μέχρι σήμερα, Δράμα 1995.

Λεβίδης Νικόλαος, Τα κατά της Εκκλησίας τολμηθέντα, Αθήνα 1921.

Λευκοπαρίδης Ξ. (επιμ.), Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα (1906-1940), Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 1956.

Λιναρδάτος Σπύρος, Πως εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Θεμέλιο, Αθήνα 1988.

Λογοθετόπουλος Κ., Ιδού η Αλήθεια, Αθήνα 1948.

Μανωλιδάκης Γιάννης, Ελευθέριος Βενιζέλος. Η άγνωστη ζωή του, Εκδόσεις «Γνώση», 1985.

Mavrogordatos George Th., Stilborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece (1922-1936), University of California Press, Berkeley-Los Angeles-London 1983.

Μουρέλος Γιάννης, Τα ‘‘Νοεμβριανά’’ του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006.

Νανάκης Ανδρέας, Η Εκκλησία και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘Ελευθέριος Βενιζέλος’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008.

Πανώτης Αρ., «Γερμανός ο Μαυρομμάτης. Μητροπολίτης πρώην Δημητριάδος», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 403-406.

Παπαδάκης Χρυσόστομος, Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο Άγιος Νεκτάριος, στην ιστοσελίδα: http://www.kairatos.com.gr/afieromata/anathemavenizeloy.htm (ανάκτηση: 9 Νοεμβρίου 2019).

Παπαγεωργίου Νίκη Η., Η Εκκλησία στη νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000.

Πλουμίδης Γιώργος, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολιτική τους (1910-1935)» στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 605-631.

Πρίντζιπας Γιώργος Θ., Οι μεγάλες κρίσεις στην Εκκλησία. Πέντε σταθμοί στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Εκδόσεις Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος, Αθήνα 2004.

Ψυχογιού Ελένη, «Το Ανάθεμα στην ελληνική λαογραφία», Ε-Ιστορικά, 274, (24 Φεβρουαρίου 2005), 36-41.

Ρήγος Άλκης, Η Β´ Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935). Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, Θεμέλιο, Αθήνα 1992.

Σοϊλεντάκης Νικόλαος Π., «Το κύρος του Αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (ανέκδοτα στοιχεία)», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 44ος, (2004), 721-741.

Σπεράντζας Θεοδόσιος Κ., «Ελευθέριος Βενιζέλος», ΘΗΕ, γ´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 804-808.

Στεφάνου Στέφανος Ι. (επιμ.), Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου Πολιτικαί υποθήκαι ανθολογήσαι από τα κείμενα αυτού, β΄ τόμ., Αθήνα 1969.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Κάτοπτρον σχέσεων αντιμαχομένων Εκκλησίας και Πολιτείας (1817-1967), Αθήνα 1967.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), α´ τόμ., Αθήνα 1969, β´ τόμ., Αθήνα 1970.

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ

Πριν από 100 χρόνια

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ

«Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, […]». Ελευθέριος Βενιζέλος, εφημερίδα Μακεδονία, 19 Νοεμβρίου 1919.

Στις 27 Νοεμβρίου 1919, στο πλαίσιο των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, υπογράφονταν δύο διεθνείς πράξεις: η πολυμερής Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ και η διμερής Σύμβαση του Νεϊγύ. Η πρώτη, ανάμεσα στην ηττηθείσα στον Μεγάλο Πόλεμο, Βουλγαρία και στις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, τις νικήτριες του Πολέμου, η δεύτερη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η πρώτη αφορούσε στη ρύθμιση των εκ του πολέμου, και όχι μόνο, εκκρεμών προβλημάτων, που αναφέρονταν στην πρώτη συμβαλλόμενη και την επιβολή σ’ αυτήν τιμωρητικών όρων· η δεύτερη στην αμοιβαία και εθελούσια μετανάστευση των ελληνοβουλγαρικών μειονοτήτων. Η δεύτερη διεθνής πράξη δύναται να θεωρηθεί και ως υποστηρικτική της πρώτης, αν ληφθεί υπόψη πως η ανταλλαγή των πληθυσμών θα μείωνε ή θα εξάλειφε τις τοπικές εντάσεις, τις ικανές να οδηγήσουν και πάλι τα δύο μέρη σ’ έναν καινούργιο πόλεμο, σε περιφερειακό ή ευρύτερο πεδίο, προκαλώντας διεθνείς αναταράξεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, από το 1913, κυρίως, και εξής.

Η αντιπαλότητα των δύο κρατών, κυρίως, ως προς την περιοχή της Θράκης1, αλλά και γενικότερα ο αναβρασμός στα Βαλκάνια, ως προς τα διεκδικούμενα εδάφη, απαιτούσε χειρουργικούς, διπλωματικούς χειρισμούς, ώστε να οδηγηθούν τα μέρη σε κοινά αποδεκτό αποτέλεσμα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν αμέτοχες σε όλη αυτή την αναστάτωση. Τουναντίον, οι ιμπεριαλιστικές τους φιλοδοξίες υποκινούσαν, ενέτειναν και πυροδοτούσαν τον ανταγωνισμό των Βαλκανικών κρατών.

Με το τέλος του πολέμου, οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις ανέλαβαν τις διαδικασίες θεσμοθέτησης της ειρήνης, μέσα από μια Συνδιάσκεψη, οι εργασίες της οποίας ξεκίνησαν επισήμως στις 18 Ιανουαρίου 1919, στο Παρίσι, ύστερα από απαίτηση του Georges Clemenceau, ο οποίος συγκρούστηκε, μάλιστα, με τον Lloyd George και τον Woodrow Wilson, που είχαν μεταβεί εκεί, όπως και ο Orlando, εκπροσωπώντας τις Δυνάμεις της Συνεννόησης. Η επιθυμία της Μπολσεβικικής, πλέον, Ρωσίας να συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις, είχε απορριφθεί από τους πρώην Συμμάχους, οι οποίοι μαζί με τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας και τους υπουργούς Εξωτερικών των χωρών τους συναπάρτισαν το Συμβούλιο των Δέκα, το οποίο αργότερα λειτούργησε ως Συμβούλιο των Πέντε και κατόπιν, ως Συμβούλιο των Τεσσάρων. Η πρώτη, ανεπίσημη συνάντηση των μελών του, πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου. Η ατζέντα της Συνδιάσκεψης ήταν πολυθεματική και συστάθηκαν Επιτροπές και Υποεπιτροπές, για να μελετήσουν τα επί μέρους ζητήματα, με σκοπό να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.

Παρίσι, 18 Ιανουαρίου 1919. Επίσημη έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.(Πηγή: Excelsior – L’Equipe/Roger-Viollet).

Στις 4 Φεβρουαρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση μιας Επιτροπής, αρμόδιας για τη μελέτη των Ελληνικών Υποθέσεων. Μια μέρα νωρίτερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε παρουσιάσει τα ελληνικά αιτήματα. Σύμφωνα με την απόφαση, «τα ζητήματα, τα οποία ανακινήθηκαν από τις δηλώσεις του κ. Βενιζέλου, ως προς το θέμα των εδαφικών ενδιαφερόντων της Ελλάδας […] θα αποσταλούν για μια πρώτη εξέταση σε μια Επιτροπή ειδικών, αποτελούμενη από δύο αντιπροσώπους για κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Βρετανική Αυτοκρατορία, Γαλλία και Ιταλία. […] Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμβουλευτεί τους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων λαών». Στις 24 Φεβρουαρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο, αφού άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan Pasha, αποφάσισε να παραπέμψει την εξέταση των εδαφικών ζητημάτων, που αφορούσαν στην Αλβανία στην Επιτροπή, την επιφορτισμένη με τη μελέτη των ελληνικών ζητημάτων. Μέλη της Επιτροπής ήταν οι: W. Westermann, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τους W. H. Buckler, Clive Day (ΗΠΑ), sir Robert Borden, sir Eyre Crowe, Eric Forbes Adams (Βρετανική Αυτοκρατορία), Jules Cambon, Gout (Γαλλία), G. de Martino, Castoldi (Ιταλία). Πρόεδρος του Γραφείου της Επιτροπής, ορίστηκε ο Jules Cambon. Η Επιτροπή συνεδρίασε δώδεκα φορές. Άπασες έλαβαν χώρα στο Quai d’ Orsay, από τις 12 Φεβρουαρίου ως τις 21 Μαρτίου 1919. Η Επιτροπή δέχθηκε σε ακρόαση τους: Βενιζέλο, Καραπάνο, Αδαμίδη, Βαμβακά, Αντωνιάδη, για τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και τους Turkhan Pasha, Mehemed Bey Konitza, Dr. Tourtoulis, μέλη της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας. Ο Turkhan Pasha είχε οριστεί πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας, βάσει της απόφασης της αλβανικής εθνοσυνέλευσης, η οποία είχε συνέλθει στο Δυρράχιο, στις 25 Δεκεμβρίου 1918.

Στο Παρίσι είχαν συγκεντρωθεί αντιπροσωπείες από είκοσι εννέα χώρες και πλήθος δημοσιογράφων. Οι εκπρόσωποι των ηττημένων κρατών, δεν προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία από την έναρξη των συζητήσεων. Η Ελλάδα, χώρα ανήκουσα στη χορεία των νικητών, εκπροσωπήθηκε στο Συνέδριο της Ειρήνης από εκείνον, ο οποίος με τις αποφάσεις και τις ενέργειές του την είχε εντάξει σ’ αυτό το στρατόπεδο, τον πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο, που θεωρούσε πως «από την απόφασιν της συνδιασκέψεως μέλλει να εξαρτηθή-χωρίς καμμίαν ρητορικήν υπερβολήν-το μέλλον του έθνους». Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε σκληρή μάχη, για να κατοχυρώσει τα ελληνικά δίκαια, εργαζόμενος ακόμα και 15-16 ώρες ημερησίως, σε σημείο τέτοιο, που να επιτρέπει στον υπουργό Εξωτερικών, Νικόλαο Πολίτη, και μέλος της ελληνικής αποστολής, να γράφει στον Διομήδη πως θαύμαζε την «ακαταπόνητη ενεργητικότητά του». Η ένταση, που τον διακατείχε, αποτυπώνεται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του προς τον Εμμανουήλ Ρέπουλη, όπου δήλωνε, μεταξύ πολλών άλλων, πως από τη «ζωηράν συγκίνησιν αφ’ ης κατέχομαι δεν έκλεισα μάτι τας δύο τελευταίας ημέρας […]»· ή, σε άλλο σημείο, όταν οι εξελίξεις στο θρακικό ζήτημα φαίνονταν να δυσχεραίνονται από την αμερικανική στάση, σημείωνε πως «διέκοψα επί ικανά λεπτά όπως αφήσω να ρεύσουν ελευθέρως και επί πολύ τα δάκρυα, άτινα αναβλύζουν από πηγήν βαθυτάτης συγκινήσεως».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός από το φθινόπωρο του 1918 είχε ενημερώσει τον Γεώργιο Ρούσσο, τον Έλληνα Επιτετραμμένο στο Λονδίνο, πως τα πράγματα εξελίσσονταν κατά τέτοιο τρόπο, που επέτρεπε να προβληθούν οι ελληνικές αξιώσεις στην Μικρά Ασία. Όμως, στις οδηγίες εκείνες δεν είχε περιλάβει τη Θράκη, οπότε ο Νικόλαος Πολίτης απευθύνθηκε στον Ρούσσο, εφιστώντας την προσοχή του στο ότι θα έπρεπε να φροντίσει, ώστε να γίνει κατανοητό πως η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε από τις επιδιώξεις της σ’ εκείνες τις περιοχές. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Πολίτης μιλούσε στον Ρούσσο για τη Θράκη και διευκρίνιζε ότι αν εγκρινόταν «η προσάρτησή της στην Ελλάδα θα ήμασταν ικανοποιημένοι και με κάποια άλλη μορφή διακυβέρνησης, υπό την προϋπόθεση να απαλλαγεί η περιοχή από τον βουλγαρικό ζυγό». Τελικώς, το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης περιελήφθη στις ελληνικές, εδαφικές διεκδικήσεις, ύστερα από περίσκεψη και με καθυστέρηση.

Την μεθεπομένη της άφιξής του στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, συναντήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Woodrow Wilson, ο οποίος του ζήτησε να του εκθέσει «τας εθνικάς […] διεκδικήσεις», όπως εξηγούσε ο ίδιος στην πρώτη από τις δέκα έξι επιστολές, που έστειλε στον Ρέπουλη από το Παρίσι, στον οποίο είχε αναθέσει την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων, ενόσω θα απουσίαζε. Ύστερα από συνεννόηση με τον Wilson, συνομίλησε με εκπροσώπους της αμερικανικής αντιπροσωπείας και απαιτήθηκαν τρεις μέρες, επί δύο και πλέον ώρες κάθε μέρα, ώστε ο Βενιζέλος να ενημερώσει επισταμένως τους εντολοδόχους του Αμερικανού προέδρου για τα εδαφικά αιτήματα της Ελλάδας. Ο Wilson είχε παρακαλέσει τον Βενιζέλο να συντάξει ένα κείμενο, όπου θα εξέθετε τις απόψεις του επί των εθνικών διεκδικήσεων· αυτό θα συντασσόταν στη γαλλική και την αγγλική και θα διανεμόταν στα κυριότερα μέλη των εκπροσώπων των Συμμάχων2.

Πράγματι, τα αιτήματα της Ελλάδας, ως προς τα εδάφη που διεκδικούσε συμπεριλήφθηκαν σε ένα πολυσέλιδο και μακροσκελές κείμενο, που συνέταξε ο Βενιζέλος, ο οποίος εργάστηκε επί δωδεκάωρο. Στο κείμενό του ανέλυε καταλεπτώς τις εθνικές διεκδικήσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Θράκη, περιοχή διεκδικούμενη από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο Υπόμνημα αντικατοπτριζόταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και συνιστούσε μια παρακαταθήκη, με ειδική εθνική βαρύτητα, δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, δίχως να προαπαιτήσει εδαφικά ανταλλάγματα, όπως για παράδειγμα είχε πράξει η Ιταλία, τον Απρίλιο του 1915.

Παρέλαση μπροστά από το νεοαποκτηθέν κτήριο της ελληνικής πρεσβείας, στην οδό Auguste Vacquerie, στο αριστοκρατικό 16° δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού, παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο της Συνδιάσκεψης των Παρισίων το Υπόμνημα με τον τίτλο «Η Ελλάδα στο Συνέδριο της Ειρήνης», τις γενικές, κατευθυντήριες γραμμές, του οποίου ανέπτυξε στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου. Στην πρώτη συνεδρίαση, μίλησε και για την Κύπρο, την οποία δεν περιλάμβανε στο Υπόμνημα, επειδή είχε την πεποίθηση πως η Μεγάλη Βρετανία προετίθετο να την εκχωρήσει στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε και στη Βόρειο Ήπειρο, τη Θράκη και τις βλέψεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας επ’ αυτής, ενώ στην επόμενη συνεδρίαση, της 4ης Φεβρουαρίου, ανέλυσε το ζήτημα της Μικράς Ασίας.

Στις 12, 18 και 19 Φεβρουαρίου 1919, είχαν λάβει χώρα οι τρεις πρώτες συνεδριάσεις της Ελληνικής Επιτροπής, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, ενώ στις 20 Φεβρουαρίου, η Επιτροπή συζήτησε το θέμα της Θράκης. Την προηγούμενη μέρα, στις 19, είχε σημειωθεί απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Συνδιάσκεψης, Georges Clemenceau. Ο Maurice Barrès, της L’Homme Libre, θεωρούσε πως «ο δολοφόνος […] δεν έχει επιφορτιστεί από τη Γερμανία […αλλά] από την αναρχία· αλλά η Γερμανία επιχορηγεί την αναρχία». Σημεία των καιρών.

Στις πρώτες συνεδρίες, συζητήθηκε και το ζήτημα της Θράκης και φάνηκε πως οι σύνεδροι συμφωνούσαν στην απόδοση τόσο της Ανατολικής όσο και της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με την εξαίρεση του εδαφικού τμήματος, του κείμενου στην ανατολική πλευρά της γραμμής Αίνου-Μηδείας, το οποίο προόριζαν να ενταχθεί στο συζητούμενο να ιδρυθεί, διεθνές κράτος της Κωνσταντινούπολης, υπό την αίρεση, όμως, πως θα διασφαλιζόταν για τη Βουλγαρία να διακινεί τα εμπορεύματά της, μέσω του Αιγαίου Πελάγους. Μάλιστα, ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, Day, σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις, αναφερόμενος στο ζήτημα της Δυτικής Θράκης, είχε υποστηρίξει πως το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της Βουλγαρίας δεν ήταν ικανό να ανατρέψει τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, αν, δε, το έδαφος αυτό δινόταν στην Ελλάδα, θα μπορούσαν να υπολογίσουν στην εκτέλεση της ήδη δοθείσας, εκ μέρους της, υπόσχεσης για έξοδο στο Δεδεαγάτς ή στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Άλλωστε, η υλοποίηση αυτής της υπόσχεσης θα ετίθετο στην έγκριση της ΚτΕ και δεν εξηρτάτο από τους ίδιους. Ο Γάλλος αντιπρόσωπος, Gout, διευκρίνισε πως σε περίπτωση, που υιοθετείτο το προσχέδιο από τη Συνδιάσκεψη, η κύρωση της ΚτΕ θα εφαρμοζόταν σε εδαφικό τμήμα της Δυτικής Θράκης, δηλ. σε κομμάτι, που εκείνη τη στιγμή ανήκε στη Βουλγαρία. Όμως, το άρθρο 19 του Συμφώνου της ΚτΕ αναφερόταν σε εντολή (mandate), η οποία αφορούσε εδάφη, που θα συμπεριλαμβάνονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο των Δέκα άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan pasha, ο οποίος μίλησε για τις αλβανικές εδαφικές διεκδικήσεις και διατύπωσε την ευχή η χώρα του «να συμπεριληφθεί στην καινούργια μοιρασιά των βαλκανικών εδαφών». Στην ίδια συνεδρίαση, εκπρόσωποι της “μακεδονο-ρουμανικής κοινότητας” παρουσίασαν στους αρμόδιους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων, υπόμνημα, σχετικό με την Αλβανία. Μετά το πέρας των ακροάσεων, το Συμβούλιο θα συνεδρίαζε ύστερα από δύο μέρες, όπου θα συζητούνταν τα καίρια και επείγοντα προβλήματα, που ανέμεναν τη λύση τους: το δυτικό σύνορο της Γερμανίας και τη διανομή των εδαφών, τα οποία βρίσκονταν στην ανατολική ακτή της Αδριατικής.

Το ζήτημα των αλβανικών διεκδικήσεων, που ήταν άρρηκτα δεμένο με εκείνο της Βορείου Ηπείρου, όπως και το Θρακικό, συζητήθηκαν στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου, της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων, υπό την προεδρία του Jules Cambon. Όταν έλαβε το λόγο ο Έλληνας πρωθυπουργός, αναφέρθηκε στο θέμα της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής, στο θεσμικό πλαίσιο της προστασίας των μειονοτήτων από την ελληνική Πολιτεία και επανέλαβε, περιληπτικώς, τα όσα ανέλυε στο Υπόμνημά του. Παρουσίασε τον αριθμό των Ελλήνων, που συναπάρτιζαν το ελληνικό έθνος και κατοικούσαν στο βασίλειο της Ελλάδας και πέραν αυτού, σε περιοχές, όπου διαβιούσαν Έλληνες αδελφοί. Αυτές, ήταν κατά σειρά, η Βόρειος Ήπειρος, η Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, τα Νησιά του Αιγαίου Πελάγους και γινόταν μια περιορισμένη αναφορά στη Δωδεκάνησο. Το τμήμα, που αφορούσε στη Θράκη, ήταν εκτενές και σ’ αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός επιχειρούσε μια σε βάθος ιστορική αναδρομή.

Jules Cambon (1845-1935), Πρόεδρος της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης.

Τα κυριότερα σημεία αφορούσαν στο γεγονός πως η Βουλγαρία «εθεωρήθη επί μακρόν ως το προέχον εις τα Βαλκάνια στοιχείον», μια και πρώτη εκείνη, αν και αυτόνομη ηγεμονία, «απέκτησε στρατόν». Θεωρείτο η «Πρωσσία των Βαλκανίων», μικρότερη σε έκταση αμέσως μετά την Αλβανία, επιδίωξε «να επιβάλη δια της βίας την ηγεμονίαν της», οι προσφορές, που της έγιναν τα τελευταία χρόνια δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία της, επομένως οιαδήποτε εκδήλωση συμπάθειας προς αυτή δεν θα ήταν παρά «εκδήλωσις νοσηράς αισθηματολογίας και ενός πνεύματος αδικίας καταδήλου». Περιορίστηκε στο να υπενθυμίσει τις ωμότητες, στις οποίες είχαν προβεί οι Βούλγαροι κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Δεν παρέλειψε να επαναλάβει πως ο ίδιος είχε επιδείξει πνεύμα συμβιβασμού απέναντι στη Βουλγαρία, προσβλέποντας σε μια «βαλκανικήν ομοσπονδίαν», αλλά θα ήταν, πλέον, «παραφροσύνη» να πιστεύει κανείς πως θα δέχονταν οι Βούλγαροι δίχως «πονηράς υστεροβουλίας οιανδήποτε προσφοράν, η οποία θα τους εξασφάλιζε την ποθητήν των ηγεμονίαν». Η επίδειξη συγκαταβατικότητας, εκείνη τη στιγμή, θα αντετίθετο «προς την στοιχειώδη πολιτικήν ηθικήν». Διευκρίνισε πως επέμενε στην απομάκρυνση της Βουλγαρίας από τη θάλασσα, δεδομένου ότι, ήδη, διέθετε δύο λιμάνια στη Μαύρη θάλασσα, τη Βάρνα και το Μπουργκάς, ενώ η Ρουμανία διέθετε μόνο την Κωνστάντζα, ωστόσο αναγνώριζε πως για την κατασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει «εμπορικήν διέξοδον», ανάλογη με εκείνη, που είχε αναγνωρίσει στη σύμμαχο Σερβία. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής, δήλωσε πως η επιθυμία του ήταν να ορισθεί ως εμπορική διέξοδος στο Αιγαίο, το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη), αλλά δεν θα αντιδρούσε αν η διέξοδος παραχωρείτο στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι ο πρόεδρος, τον ρώτησε αν εννοούσε να παραχωρήσει η Ελλάδα στη Βουλγαρία, ένα ή περισσότερα λιμάνια και ο Έλληνας πρωθυπουργός απάντησε πως ένα λιμάνι ήταν προτιμότερο, ούτως ώστε «να μην αυξηθούν οι πιθανότητες διαφωνιών». Στην επισήμανση του προέδρου πως θα έπρεπε να φανεί πρόθυμος για την χρήση σιδηροδρόμου, ο Βενιζέλος απάντησε πως, αν η Συνδιάσκεψη αποφάσιζε «οι Βούλγαροι να έχουν είσοδο στην Καβάλα, θα αναλάβω εγώ ο ίδιος να εγκαταστήσω μια σιδηροδρομική γραμμή από την Καβάλα ως το βουλγαρικό σύνορο». Ο Βενιζέλος έμεινε ικανοποιημένος και αισιόδοξος από την όλη συζήτηση, γι’ αυτό και έγραψε στον Ρέπουλη πως ήταν στην ευχάριστη θέση να ενημερώσει ότι «αι επ’ αυτής διεκδικήσεις μας είναι από τούδε εξησφαλισμέναι εκ μέρους της επιτροπής, ήτις κατά πάσαν πιθανότητα θ’ αποφανθή όπως επιδικασθή ημίν η δυτική Θράκη […]». Στη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου συζητήθηκε το ζήτημα της Θράκης, όπου μίλησαν οι Βαμβακάς και Αντωνιάδης, για το ζήτημα της Καβάλας, ο πρώτος και για το ζήτημα της Αδριανούπολης, ο δεύτερος. Και οι δύο εκπροσωπούσαν το οθωμανικό κοινοβούλιο.

Τα γεωγραφικά όρια της Βουλγαρίας, όπως προβλέπονταν από τις Συνθήκες της Κωνσταντινούπολης, του Αγίου Στεφάνου, του Βερολίνου, του Λονδίνου, του Βουκουρεστίου και του Νεϊγύ.

Αξίζει να σημειωθεί πως τις ίδιες εκείνες μέρες, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Wilson βρισκόταν στις ΗΠΑ, όπου συζητούσε με τα μέλη των Επιτροπών των Εξωτερικών Υποθέσεων το ζήτημα της Κοινωνίας των Εθνών. Η συζήτηση κράτησε επί αρκετό χρονικό διάστημα και ο πρόεδρος δήλωνε πως «εάν οι ΗΠΑ δεν εισέρχονταν στην Ένωση, αυτή θα αποτύγχανε και θα προέκυπτε στην Ευρώπη ένα χάος και μια σύγχυση, που θα ξεπερνούσε κάθε περιγραφή». Τα υποστηριζόμενα από τον Αμερικανό πρόεδρο υποδήλωναν τις δυσκολίες, που συναντούσε στο εσωτερικό της χώρας του, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει το δικό του δημιούργημα, την ΚτΕ, και προδήλωναν, ίσως, την αποτυχία της επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από την αμερικανική Γερουσία και κατ’ επέκταση την παρασπονδία των ΗΠΑ από τον νεοϊδρυόμενο οργανισμό.

Η στάση των Αμερικανών στη διάρκεια των συζητήσεων της Συνδιάσκεψης αναφορικά με το ζήτημα της Θράκης ήταν επαμφοτερίζουσα, γεγονός το οποίο, προφανώς και οφειλόταν στις φιλικές σχέσεις των δύο κρατών, ΗΠΑ και Βουλγαρίας. Στις ΗΠΑ, αλλά και στην έτερη ενδιαφερόμενη για τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, Δύναμη, την Ιταλία, οφειλόταν, εν πολλοίς, η καθυστέρηση της διευθέτησης του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι φάνηκαν, εκείνη την περίοδο, περισσότερο απαιτητικοί. Το ενδιαφέρον τους για την Αλβανία και για τις παράλιες περιοχές της Μικράς Ασίας πυροδοτούσε και δυσχέραινε τις συζητήσεις. Μάλιστα, την πρώτη μέρα του Μαρτίου έδειξαν την αντίθεσή τους καταθέτοντας δύο διακοινώσεις. Στην πρώτη, αναφέρονταν στη Δυτική Θράκη, για την οποία διετείνοντο πως μια προσεκτική εξέταση των εθνογραφικών δεδομένων θα αποδείκνυε πως δεν ήταν ευνοϊκά για την Ελλάδα «στο σύνολο των αιτουμένων εδαφών». Η ιταλική αντιπροσωπεία συμφωνούσε με τις άλλες αντιπροσωπείες, ωστόσο πολλοί λόγοι συνηγορούσαν στο να «εξεταστεί το ζήτημα σε βάθος». Τάσσονταν υπέρ της αναγνώρισης της βουλγαρικής κυριαρχίας στην Δεδέαγατς, δεδομένου ότι, συμφώνα «με τις στατιστικές, που παρουσιάστηκαν από τον κ. Βενιζέλο, οι Βούλγαροι πλειοψηφούν, έναντι των Ελλήνων […]». Προφανώς, με την απόδοση της Αλεξανδρούπολης στη Βουλγαρία θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα τα οικονομικά συμφέροντά της.

Στο δεύτερο έγγραφο, της 1ης Μαρτίου, η ιταλική αντιπροσωπεία παρουσίαζε τους πιθανούς λόγους, για τους οποίους διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς την απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, οι οποίες φαίνονταν να έχουν άμεση σχέση με την «πιθανότητα υιοθέτησης ενός ειδικού καθεστώτος για την Κωνσταντινούπολη».

Ο πρόεδρος της Επιτροπής, επέμεινε στη διευθέτηση του Θρακικού και η Επιτροπή, σε Έκθεσή της, αφού έλαβε υπόψη τις επιφυλάξεις τόσο των Αμερικανών όσο και των Ιταλών, πρότεινε να παραχωρηθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, δεδομένου ότι, όπως παραδεχόταν, «ο μουσουλμανικός πληθυσμός [της εν λόγω περιοχής] ήταν μάλλον ελληνικός παρά βουλγαρικός» και επομένως οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας «υπερτερούσαν των βουλγαρικών». Ως προς την Ανατολική Θράκη, η Επιτροπή εξέφραζε την άποψη, την οποία και πρότεινε, να αποδοθεί στην Ελλάδα το κομμάτι, που δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο εδαφικό τμήμα του κράτους της Κωνσταντινούπολης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώθηκαν στην απόφαση της 6ης Μαρτίου, ωστόσο, το ζήτημα δεν διευθετήθηκε.

Robert Daniel Murphy (1894-1978), Επιτετραμμένος των ΗΠΑ στη Σόφια.

Στις 11 Μαρτίου, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Day αιφνιδίασε τους συνδαιτυμόνες του, αφού συνέδεσε το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης με το ζήτημα της Κωνσταντινούπολης, υποστηρίζοντας πως, όταν θα γνωστοποιείτο η εδαφική έκταση του κράτους της Πόλης, τα σύνορα των δύο περιοχών θα έπρεπε να υπόκεινται σε «απεριόριστη αναθεώρηση και τροποποίηση». Στις αντιρρήσεις, που εξέφρασαν οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι, παρενέβη ο Castoldi, υπενθυμίζοντας τις ιταλικές θέσεις της 1ης Μαρτίου, κατά τις οποίες το ζήτημα των συνόρων των δύο περιοχών, της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης, «ήταν ακόμα ανοιχτό». Η μεταστροφή της αμερικανικής στάσης πρέπει να οφειλόταν και στην επιρροή, που άσκησε ο Αμερικανός επιτετραμμένος στη Σόφια, Murphy, ο οποίος από τον Φεβρουάριο είχε επηρεάσει τους ομοεθνείς του αντιπροσώπους στην Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων, όταν φθάνοντας αυτοπροσώπως στο Παρίσι ανέλυσε τα επιχειρήματά του, δυναμιτίζοντας με τον τρόπο αυτό την προτεινόμενη λύση από την Επιτροπή Ελληνικών Υποθέσεων. Ο αντίλογος Βρετανών και Γάλλων, πως η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη, εφόσον η γραμμή Αίνου-Μήδειας ήταν μια υποθετική γραμμή, δεν στάθηκε ικανή να συγκεράσει τις διιστάμενες απόψεις.

Στις 30 Μαρτίου η Επιτροπή παρουσίασε στο Ανώτατο Συμβούλιο το οριστικό κείμενο της Αναφοράς (της 21ης Μαρτίου). Αυτή είχε αναθεωρηθεί από την Κεντρική Επιτροπή των Εδαφικών Υποθέσεων, των σχετικών με την Ελλάδα, όπου διατυπώνονταν οι θέσεις της. Ως προς το ζήτημα της Δυτικής Θράκης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις στατιστικές, που είχε στη διάθεσή της, «αναγνώριζε πως ο μη μουσουλμανικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης ήταν περισσότερο ελληνικός, παρά βουλγαρικός και, συνεπώς, οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας είναι περισσότερο έγκυρες από εκείνες της Βουλγαρίας». Ως προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Δυτικής Θράκης η Επιτροπή πίστευε πως αυτός «θα δεχόταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση» την ελληνική κυριαρχία παρά εκείνη της Βουλγαρίας. Στη συνέχεια μιλούσαν για την έξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, μέσω ενός λιμανιού, που θα παραχωρούσε η Ελλάδα. Σημαντική ήταν και η αναφορά στο αναμενόμενο άνοιγμα των Στενών, γεγονός, που θα διασφάλιζε στο μέλλον «ένα ελεύθερο πέρασμα στις εμπορικές μεταφορές της Βουλγαρίας από και προς τα λιμάνια της Βάρνας και του Μπουργκάς». Η απόφαση της Επιτροπής ήταν ομόφωνη «ως προς την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα». Αναφερόταν πως η Ιταλία διατηρούσε κάποιες επιφυλάξεις και πως οι Αμερικανοί είχαν προτείνει ορισμένες, μικρές τροποποιήσεις στα σύνορα, που είχαν υποδειχθεί από τον Βενιζέλο.

Εκείνη την περίοδο, από τον Μάρτη του 1919 ως τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, οπότε υποβλήθηκαν από τις Σύμμαχες Δυνάμεις οι όροι τη Ειρήνης στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, το Θρακικό δεν επιλύθηκε. Κάποιες συζητήσεις, που έγιναν από τα τέλη Μαρτίου και τον Απρίλιο και τον Μάιο, σε επίπεδο στρατιωτικής ηγεσίας, ανάμεσα στον D’ Espérey, τον Παρασκευόπουλο και τον Κατεχάκη, για κατάληψη της Δυτικής Θράκης και της Αδριανούπολης, ναυάγησαν. Ο Γάλλος στρατιωτικός θεωρούσε πως έπρεπε να αναμένουν την απόφαση της Συνδιάσκεψης και ύστερα να δράσουν, ο δε Clemenceau, εξηγούσε πως «δεν πρόκειται να δράσουμε στη Θράκη· δεν το επιθυμούμε, διότι αυτό θα [οδηγούσε] σε μια άμεση σύγκρουση με τη Βουλγαρία».

Η μη επίλυση του Θρακικού, δεν οφειλόταν μόνο στις αντιτιθέμενες απόψεις ορισμένων εκ των μελών, που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις. Σημαντικό ρόλο έπαιζε και η συνεξέταση με τα άλλα και του τουρκικού ζητήματος από τα αρμόδια όργανα της Συνδιάσκεψης, ζήτημα, που ενδιέφερε άμεσα τις Μεγάλες Δυνάμεις και λόγω του ότι σ’ αυτό ήταν άρρηκτα προσδεμένο και το θέμα της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης, άρα και ο έλεγχος επί του υδάτινου δρόμου των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Επιπλέον, την άνοιξη, ο ελληνικός στρατός, εκτελώντας εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιάσκεψης στη συνεδρίαση της οποίας δεν συμμετείχε ο Ιταλός αντιπρόσωπος, για λόγους, που ανάγονταν στη σφαίρα της ιταλικής εσωτερικής πολιτικής, αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, γεγονός που έθιγε τις βλέψεις της Ιταλίας σ’ εκείνο το γεωγραφικό τμήμα. Παραλλήλως, τα έκτροπα, που σημειώθηκαν στην περιοχή, παρείχαν στην Ιταλία την ευκαιρία να προβάλει την ιδέα της «θρακικής αυτονομίας» και επωφελούμενη από τη γενική αναταραχή να προξενήσει αναστάτωση στους συμμάχους της.

Οι φιλοβουλγαρικές ενέργειες, εκ μέρους της Ιταλίας, καταγγέλλονταν τον Μάιο του 1919 από τον Βενιζέλο στον Ορλάντο και ενημερώνονταν εμπιστευτικώς οι Lloyd George, Clemenceau και Wilson, για γεγονότα που σημειώνονταν στη Μακεδονία και είχαν σχέση με Ιταλούς υπαλλήλους και στρατιώτες, οι οποίοι διευκόλυναν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό Βουλγάρων φυλακισμένων να αποδράσουν από τη Μακεδονία στη Βουλγαρία. Επιπλέον, Βούλγαροι ερχόμενοι από τη Στρούμιτσα (Στρώμνιτσα) εισέρχονταν στο ελληνικό έδαφος με ιταλικά αυτοκίνητα και ήσαν ενδεδυμένοι με ιταλικές στολές.

Οι ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων Lloyd-George, Orlando, Clemenceau και Wilson.

Οι επόμενοι μήνες, κυρίως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, θα είναι μεστοί σημαντικών γεγονότων, δεδομένου ότι παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις των αμερικανικών και των ιταλικών θέσεων, ιδίως των πρώτων, οι οποίοι πριν από τα μέσα Ιουλίου, έχουν φέρει στην επιφάνεια το ζήτημα της Θράκης, υπεραμυνόμενοι της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων, δηλ. διατήρηση της βουλγαρικής κυριαρχίας όχι μόνο στη Δυτική Θράκη, κυριαρχία, που της είχε αναγνωρισθεί, βάσει της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου, του Αυγούστου 1913, αλλά και στα εδάφη, που η χώρα είχε αποκτήσει το 1915, ύστερα από τη συμφωνία, που είχε υπογράψει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για έξοδό της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Παραγνωρίζοντας την πολιτική των εκτοπισμών των Ελλήνων από την περιοχή και του εποικισμού με Βούλγαρους, έφτασαν μέχρι του σημείου να αντιστρέψουν πραγματικά γεγονότα και να τα εμφανίσουν ως αληθή, ισχυριζόμενοι πως η βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης, από το 1913 και εξής, είχε οδηγήσει σε ενίσχυση, επομένως, σε υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου, έναντι του ελληνικού, σε σημείο, που τα όσα είχε επικαλεσθεί ο Βενιζέλος στο ιστορικό Υπόμνημά του, της 30ής Δεκεμβρίου 1918, για την πληθυσμιακή σύνθεση των συγκεκριμένων εδαφών, να μην ευσταθούν. Υπεραμύνονταν της άμεσης εξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, επικαλούμενοι οικονομικούς λόγους, μιλούσαν για αποκατάσταση της συντελεσθείσας «αδικίας», τον Αύγουστο του 1913. Βρετανοί και Γάλλοι αντέκρουσαν τις δοξασίες των Αμερικανών, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή συνεπικουρούνταν και από τους Ιταλούς, υπογραμμίζοντας πως η καλή πίστη των συμμάχων της Βουλγαρίας, Ελλάδας και Σερβίας, οι οποίες της παραχώρησαν τη Δυτική Θράκη, τότε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει τώρα. Δέχονταν τις θέσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, ως προς την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, με τον Tardieu να δηλώνει αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, πως «οι σφαγές δεν ήταν δυνατόν να δημιουργούν τίτλους κατοχής». Ας σημειωθεί πως ο Tardieu, στις 11 Ιουλίου, ενημέρωσε τον Βενιζέλο για το ενδεχόμενο η βουλγαρική ειρήνη να προβλέπει την απόδοση της Δυτικής Θράκης στις Σύμμαχες Δυνάμεις και όχι στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό το Θρακικό θα διευθετείτο μαζί με το Τουρκικό.

Σε αναφορά, της 21ης Ιουλίου, της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, εξετίθεντο οι απόψεις των Αμερικανών και των Ιταλών. Οι πρώτοι θεωρούσαν πως οι στατιστικές, που επικαλούνταν οι Έλληνες είχαν διενεργηθεί πριν από την εκχώρηση της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Ύστερα από αυτό, μέρος του ελληνικού πληθυσμού αποχώρησε από την περιοχή «κι’ αυτή η έξοδος συνεχίστηκε, ενώ έφτανε ένα κύμα Βουλγάρων για να αντικαταστήσουν τους Έλληνες». Στο τέλος της αναφοράς τους, κατέληγαν στο γεγονός πως όλα τα στοιχεία, οικονομικά, εθνογραφικά, πολιτικά, ακόμα και «οι ισχύοντες τίτλοι», συνηγορούσαν στη «διατήρηση των βουλγαρικών συνόρων», όπως υφίσταντο τη δεδομένη στιγμή. Οι απόψεις της ιταλικής αντιπροσωπείας εναρμονίζονταν με εκείνες της αμερικανικής.

Πληθυσμιακή σύνθεση της Δυτικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Αν θέλαμε να κωδικοποιήσουμε τους λόγους για τους οποίους η αμερικανική αντιπροσωπεία υποστήριζε τις βουλγαρικές θέσεις, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως η φιλοβουλγαρική στάση των ΗΠΑ είχε ρίζες στις ειδικές αποστολές, που δρούσαν στη Βουλγαρία επί χρόνια και εκφράστηκε με την άρνηση του Wilson να κηρύξει πόλεμο εναντίον της, παρά τις προτροπές των ηγετών της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Ακόμα, η πεποίθηση του πολιτικού προσωπικού των ΗΠΑ, πως μετά την οκτωβριανή επανάσταση, του 1917, στη Ρωσία, η «ρωσική ιμπεριαλιστική απειλή» είχε εκλείψει για την Κωνσταντινούπολη, επομένως, δεν θεωρούσαν απίθανη την αποδοχή των βουλγαρικών αιτημάτων από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης. Επιπλέον, οι Αμερικανοί απομακρύνονταν, σταδιακά, από την Ευρώπη, επιστρέφοντας στην πολιτική του απομονωτισμού. Στο εσωτερικό πολιτικό τους τοπίο είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι αντιρρήσεις για την επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, άρα και της μη συμμετοχής τους στην ΚτΕ. Άλλωστε, αμέσως μετά την Ανακωχή, στις 21 Νοεμβρίου 1918, η αμερικανική κυβέρνηση είχε δηλώσει πως «το σύστημα βοήθειας, που εγκαθιδρύθηκε για τις ανάγκες του πολέμου, θα τελείωνε (Renouvin)». Η δήλωση αφορούσε στον τερματισμό της οικονομικής βοήθειας, που οι ΗΠΑ είχαν παράσχει στους ευρωπαίους, αλλά προϊδέαζε και για την μετέπειτα στάση τους, ως προς το πολιτικό σκέλος. Επομένως, δεν είναι παράδοξο που οι Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνονταν να εναντιώνονται στις προτάσεις τους.

Το επόμενο χρονικό διάστημα, η υπογραφή της γνωστής Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιτόνι, της 29ης Ιουλίου 1919 θα συμβάλει στο να μεταστραφεί η θέση των Ιταλών, όχι, όμως και των Αμερικανών, οι θέσεις των οποίων οδήγησαν το Ανώτατο Συμβούλιο σε μια απόφαση, η οποία στόχευε στη διευκόλυνση της κατάστασης: διαχωρισμός των δύο ζητημάτων. Η Βουλγαρία θα εκχωρούσε τη Δυτική Θράκη στους Συμμάχους, στρατεύματα των οποίων, μαζί με ελληνικά, θα καταλάμβαναν τις συγκεκριμένες περιοχές. Το ζήτημα της Ανατολικής Θράκης θα διευθετείτο ομού με εκείνο της ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 2 Σεπτεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο σχετική έκθεση, όπου ορίζονταν τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας και το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της στο Αιγαίο Πέλαγος θα ρυθμιζόταν από άλλη Επιτροπή, αρμόδια για ανάλογα ζητήματα. Ο Tardieu πρότεινε ελληνικά στρατεύματα να μεταβούν στις περιοχές της Δυτικής Θράκης, που θα αποδίδονταν στην Ελλάδα, δηλ. στην Ξάνθη και την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή), ενώ τα υπόλοιπα εδαφικά τμήματα θα καταλαμβάνονταν από τις συμμαχικές Δυνάμεις. Στις 17 του μηνός τα βουλγαρικά στρατεύματα αποχωρούσαν από τη Δυτική Θράκη. Δύο μέρες αργότερα, στις 19, συνεδρίαζε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμβούλιο και παρέδιδε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία έγγραφο, όπου περιλαμβάνονταν οι όροι, που προτείνονταν για την επίτευξη της ειρήνης. Τον Οκτώβριο, κατόπιν εντολής της Συνδιάσκεψης, συμμαχικά στρατεύματα έφθαναν στη Δυτική Θράκη.

Η Βουλγαρία δεν είχε συμμετάσχει από την αρχή στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ανήκε στη χορεία των ηττημένων. Παρόλα αυτά, αμέσως μετά την Ανακωχή της Θεσσαλονίκης, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, είχε στραφεί προς τις ΗΠΑ ζητώντας να στείλουν αντιπροσωπεία στο Συνέδριο της Ειρήνης. Αλλά, οι ηττημένοι δεν είχαν λόγο στις επίσημες διαβουλεύσεις. Έστειλε, ακόμα, ένα υπόμνημα, όπου ζητούσε, μεταξύ άλλων, να περιληφθούν στις εδαφικές της διεκδικήσεις τόσο η Ανατολική όσο και η Δυτική Θράκη. Αργότερα, όταν ο Βενιζέλος ανέπτυξε τα επιχειρήματά του στη Συνδιάσκεψη, ο Todorov ζήτησε, μέσω της αμερικανικής πρεσβείας να της επιτραπεί η αποστολή εκπροσώπων της, ώστε να έχει «ανεπίσημες συνομιλίες με τους εκπροσώπους των υπολοίπων Βαλκανικών κρατών». Όμως, η απάντηση των ηγετών ήταν και πάλι αρνητική: δεν επιθυμούσαν να συζητηθούν «ξεχωριστά» τα βαλκανικά ζητήματα· επιπλέον, έπρεπε να αναμένουν ως την υπογραφή της γενικής Συνθήκης Ειρήνης, η οποία θα διευθετούσε τα προβλήματα με την πρωταίτια του Πολέμου, τη Γερμανία, γεγονός που αποτελούσε και το πρωταρχικό μέλημα των Συμμάχων. Έτσι, η βουλγαρική αντιπροσωπεία έφτασε στο Παρίσι στις 25 Ιουλίου, αλλά δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, αρκούμενη στην υποβολή ενός υπομνήματος, στη Συνδιάσκεψη, όπου εξέθετε τις απόψεις της αναφορικά με τα σχεδιαζόμενα σύνορά της με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, την Ελλάδα και τη Ρουμανία. Τους μήνες εκείνους, η βουλγαρική αντιπροσωπεία υπέβαλε στη Συνδιάσκεψη μια σειρά υπομνημάτων, στην προσπάθειά της να αποτρέψει τον εδαφικό της ακρωτηριασμό, προβάλλοντας ως επιχείρημα την υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου έναντι του ελληνικού, αλλά εις μάτην.

Αριστερά: Εντολή Clemenceau προς Franchet d’ Espèrey περί κατάληψης της Δυτικής Θράκης από τα γαλλικά στρατεύματα, 29 Σεπτεμβρίου 1919. Δεξιά: Σημείωμα περί εκκένωσης της Θράκης και της κοιλάδας του Στρυμώνα από τους Βούλγαρους, 11 Οκτωβρίου 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Τον Αύγουστο, διεξήχθησαν στη Βουλγαρία εκλογές, μέσα σ’ ένα κλίμα οικονομικής και κοινωνικής αναστάτωσης, από τις οποίες νικητής εξήλθε το Αγροτικό Κόμμα του Alexander Stamboliiski, που προχώρησε στο σχηματισμό κυβέρνησης με το Λαϊκό Κόμμα, εφόσον δεν είχε συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Stamboliiski, ο οποίος επανήλθε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, εκπροσωπώντας τη χώρα του και στις 4 Νοεμβρίου αντικατέστησε τον Todorov, που αρνείτο να υπογράψει την επαίσχυντη, όπως τη θεωρούσε, Συνθήκη Ειρήνης. Ο Stamboliiski ανέλαβε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το βάρος της ειρήνευσης της Βουλγαρίας με τους νικητές του πολέμου, υπογράφοντας «ακόμα και μια κακή ειρήνη», όπως δήλωνε.

Ο Todorov είχε εκπροσωπήσει την χώρα του στη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1919, στη διάρκεια της οποίας οι όροι της Συνθήκης Ειρήνης είχαν γνωστοποιηθεί στη βουλγαρική αντιπροσωπεία. Ο πρόεδρος Clemenceau, απευθυνόμενος προς τον Todorov, του παρέδωσε τον τόμο, όπου περιλαμβάνονταν οι κατευθυντήριες γραμμές της ειρήνης. Οι Βούλγαροι θα έπρεπε μέσα σε δέκα πέντε μέρες να εκθέσουν τις απόψεις τους, εγγράφως, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο, θα μελετούσε το βουλγαρικό υπόμνημα, στο οποίο θα απαντούσε εγγράφως στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, προσδιορίζοντας τον ακριβή χρόνο μέσα στον οποίο όφειλε να δώσει μια συνολική και «οριστική» απάντηση. Ο Todorov διάβασε στη συνέχεια το υπόμνημά του, το οποίο είχε συντάξει στη γαλλική. Επέρριψε την ευθύνη για την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο, στον βασιλιά Φερδινάνδο και στην κυβέρνηση Radoslavoff· ανέφερε πως κατηγορούν τη χώρα του για «ιμπεριαλιστική πολιτική», όμως οι Βούλγαροι ιθύνοντες δεν επιθυμούσαν παρά την «απελευθέρωση των αδελφών της φυλής τους, που το Συνέδριο του Βερολίνου άφησε υπό την οθωμανική κυριαρχία». Οι διεκδικήσεις τους αφορούσαν περιοχές, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί με το φιρμάνι του 1871, από την πρεσβευτική Συνδιάσκεψη (της Κωνσταντινούπολης), του Δεκεμβρίου 1876 και από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Διευκρίνισε πως «τα νόμιμα όρια της Βουλγαρίας είναι η ιστορία, η εθνογραφία, οι διεθνείς πράξεις, που τα καθόρισαν μ’ έναν τρόπο αναντίρρητο». Ολοκλήρωσε την ομιλία του, επισημαίνοντας πως το «δίκαιο και η δικαιοσύνη νίκησαν στον πόλεμο». Είναι, «με ένα δημοψήφισμα, που θα θριαμβεύσουν οριστικώς μέσα στην ειρήνη».

“H Βουλγαρία στο πλευρό μας”. Γερμανική καρτ-ποστάλ του 1915.

Στο κείμενο, που δόθηκε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, περιγράφονταν λεπτομερώς οι όροι, βάσει των οποίων θα αποκαθίστατο η ειρήνη ανάμεσα στη Βουλγαρία και στους νικητές του πολέμου. Από γεωγραφικής άποψης οριζόταν, πως στα βόρεια, τα σύνορα με τη Ρουμανία, θα παρέμεναν τα ίδια. Προς δυσμάς, τα σύνορα με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων δεν θα μεταβάλλονταν, θα διατηρούνταν, σε γενικές γραμμές, τα ίδια με τα παλιά σερβοβουλγαρικά σύνορα, αλλά η Βουλγαρία θα του εκχωρούσε μικρά, κομμάτια εδάφους και σ’ αυτά περιλαμβανόταν η Στρούμιτσα με την περιφέρειά της. Στα νότια, γινόταν μια περιορισμένη τροποποίηση, ενώ προς ανατολάς, σύνορο θα παρέμενε η Μαύρη Θάλασσα, όπως ίσχυε και πριν. Ως προς τη Θράκη, η Βουλγαρία παραιτείτο υπέρ των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων από κάθε τίτλο και δικαίωμα επί των εδαφών αυτών, που άλλοτε ανήκαν στη Βουλγαρική Μοναρχία και τα οποία, ευρισκόμενα πέραν των καινούργιων βουλγαρικών συνόρων, δεν είχαν ακόμα εκχωρηθεί σε κανένα κράτος. Η Βουλγαρία δεσμευόταν πως θα δεχόταν οποιαδήποτε απόφαση λάμβαναν οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα αφορούσε τη συγκεκριμένη, γεωγραφική περιοχή, ενώ, οι Δυνάμεις, από την πλευρά τους, δεσμεύονταν πως θα εξασφαλίσουν στη Βουλγαρία μια οικονομική διέξοδο, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Η κατάσταση για την Ελλάδα δεν προγραφόταν ευοίωνη. Τούτο διαπίστωνε και ο Νικόλαος Πολίτης, όταν, στις 24 Σεπτεμβρίου, πέντε μέρες ύστερα από την προαναφερθείσα συνεδρίαση, έγραφε στον Διομήδη πως: «Ο λαός, φαντάζεται, γενικώς, πως έχουμε επιτύχει μεγάλες [επιτυχίες] και ότι οι υποθέσεις μας βρίσκονται σ’ έναν καλό δρόμο προς την επίλυση. Δυστυχώς, η αλήθεια είναι ότι τα ζητήματά μας είναι ακόμα σε εκκρεμότητα και το Θρακικό ζήτημα, στο οποίο είναι επικεντρωμένη η προσοχή όλων των Ελλήνων, συναντά την δηλωθείσα εχθρότητα των ΗΠΑ. Αυτή η αργοπορία έχει δημιουργήσει μια γενική νωθρότητα, η οποία μπορεί να επισκιάσει το πρωταρχικό ενδιαφέρον μας, που βρίσκεται στο Τουρκικό ζήτημα και το οποίο, δυστυχώς, θα είναι το τελευταίο, που θα επιλυθεί». Πράγματι, η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών καθυστερούσε. Τα γεγονότα του Μαΐου, είχαν δυσαρεστήσει τη διεθνή κοινότητα αλλά και τους Συμμάχους στο Παρίσι. Τρεις μέρες μετά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου, ο Βενιζέλος απευθυνόταν στον αρχιστράτηγο, Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, και τον ειδοποιούσε πως ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου να διατάξει κατάληψη της Δυτικής Θράκης από ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα, πριν από τη συνομολόγηση της ειρήνης με τη Βουλγαρία, θα έπρεπε να φροντίσει για την ηρεμία της περιοχής, δεδομένου ότι «[ε]πανάληψις παρεκτροπών θα εσημείωνεν οριστικόν ναυάγιον όλων των εθνικών μας διεκδικήσεων».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν αρκέστηκε στα παραπάνω. Στις 27 Σεπτεμβρίου, οχτώ μέρες αφότου υποβλήθηκαν στη Βουλγαρία οι όροι της Ειρήνης, απευθυνόταν στον Αμερικανό πρόεδρο και διευκρίνιζε πως με το μήνυμα, που του είχε διαβιβάσει μέσω του Polk, στις 24 Σεπτεμβρίου, είχαν επιβεβαιωθεί οι φόβοι του πως «η άρνησή του να αποδεχθεί την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα βασιζόταν, κυρίως, αν όχι εξολοκλήρου, στην υπόθεση πως το ελληνικό στοιχείο στη Θράκη ‘δεν διαθέτει καθαρή προτεραιότητα’». Υπενθύμιζε στον Αμερικανό πρόεδρο τα όσα είχαν σημειωθεί τον περασμένο Φεβρουάριο, όπου η Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων αντιμετώπισε θετικά τη διεκδίκηση της Θράκης από την Ελλάδα και μάλιστα ο Αμερικανός αντιπρόσωπος είχε συμπαραταχθεί με τους εκπροσώπους της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Επόμενο ήταν να πιστεύει πως «το ζήτημα της Θράκης θα ρυθμιζόταν επ’ ωφελεία της Ελλάδας». Ο Wilson παρέμεινε αμετάπειστος· μάλιστα, θεωρούσε πως το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να αποδοθεί στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα οι περιοχές της Αδριανούπολης και των Σαράντα Εκκλησιών (Kirk-Kilissé).

Το Νοέμβριο του 1919, το Παρίσι, βίωνε την πρώτη επέτειο της Ανακωχής της Rethondes. Στις 11 του μηνός συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την ημέρα, που οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις είχαν υπογράψει με τη Γερμανία την ομώνυμη Ανακωχή, που έθεσε τέλος στις εχθροπραξίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και άνοιξε το δρόμο για τις διαβουλεύσεις της ειρήνης. Όμως, εορτασμοί δεν υπήρξαν, δεδομένου ότι ο Γάλλος πρωθυπουργός, Clemenceau, θεωρούσε πως εξαιτίας της προεκλογικής περιόδου, δεν θα λάβαινε χώρα καμία «επίσημη τελετή», εκτός από περιορισμένες, προερχόμενες από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ, ο Wilson συναντούσε δυσκολίες στην επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από το αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ στη Γαλλία δεν εκδίδονταν, παρά ελάχιστες, εφημερίδες, από τις 11-12 του μηνός έως τα τέλη του μήνα, λόγω της απεργίας, που είχαν κηρύξει οι εκδότες του Τύπου.

Στις 12 Νοεμβρίου το Ανώτατο Συμβούλιο είχε λάβει απόφαση, σύμφωνα με την οποία τα ζητήματα, τα αφορώντα στη διοίκηση της Σμύρνης θα εξετάζονταν από την Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων, όπου συζητήθηκαν στις 17 και 19 Νοεμβρίου, σε τέσσερις συνεδρίες. Οκτώ μέρες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου 1919, υπογραφόταν, ανάμεσα στη Βουλγαρία και τις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ (Neuilly-sur-Seine) και την ίδια μέρα υπογράφηκε και η ομώνυμη Σύμβαση Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μεταναστεύσεως των Ελληνοβουλγαρικών Μειονοτήτων, μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, καθώς και η Ρουμανία, υπέγραψαν λίγες μέρες αργότερα. Η Συνθήκη Ειρήνης περιλάμβανε 13 Μέρη, που υποδιαιρούνταν σε 5 Τμήματα και 296 άρθρα. Το πρώτο Μέρος ήταν αφιερωμένο στο ιδρυτικό Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, παραπέμποντας στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, που είχε υπογραφεί πέντε μήνες νωρίτερα και ήταν προσαρτημένο στην καινούργια Συνθήκη, πρακτική που ίσχυσε για όλες τις Συνθήκες Ειρήνης. Το δεύτερο Μέρος αφορούσε στα σύνορα της Βουλγαρίας με τα γειτονικά της κράτη· στο κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων εκχωρούσε ορισμένα εδαφικά τμήματα, χάνοντας μακεδονικά εδάφη, ενώ τα σύνορα με την Ρουμανία επανέρχονταν στα προ του 1913. Το τρίτο Μέρος, υπό τον τίτλο Πολιτικοί Όροι, περιλάμβανε ξεχωριστά Τμήματα. Στο Τμήμα II και στα άρθρα 42 έως 47, περιλαμβάνονταν όροι, που ρύθμιζαν ζητήματα αφορώντα τις σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας. Στο Τμήμα III, υπό το όνομα Θράκη, περιλαμβανόταν το μοναδικό άρθρο, αρ.48.Με αυτό, η Βουλγαρία «παραιτείται υπέρ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων παντός δικαιώματος και τίτλου αυτής επί των εκείθεν των νέων συνόρων της Βουλγαρίας-ως ταύτα περιγράφονται εν τω άρθρω 27 εδαφ. 3ον του Β΄ Μέρους (Σύνορα της Βουλγαρίας)-κειμένων εδαφών της Θράκης, άτινα ανήκον τη Βουλγαρική Μοναρχία, το γε νυν δ’ έχον δεν αποτελούσιν αντικείμενον εδαφικής παραχωρήσεως». Στο ίδιο άρθρο οι Δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση να «εξασφαλίσωσι την ελευθέραν οικονομικήν διέξοδον της Βουλγαρίας προς το Αιγαίον Πέλαγος. Οι όροι της εξασφαλίσεως ταύτης θέλουσι μεταγενεστέρως καθορισθή».

Η βουλγαρική αντιπροσωπεία εξέρχεται από το Δημαρχιακό Μέγαρο του Νεϊγύ, κομίζοντας το τελικό κείμενο της ομώνυμης Συνθήκης Ειρήνης (Πηγή: Gallica/Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας).

Το Δ΄ Τμήμα αφορούσε στην προστασία των Μειονοτήτων και σ’ αυτό περιλαμβανόταν το άρθρο 56, § 2, βάσει του οποίου προβλεπόταν η υπογραφή της Ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μετανάστευσης των εθνικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων, που κατοικούσαν στα δυο κράτη, η οποία, όπως προείπαμε, υπογράφηκε την ίδια μέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης. Σημαντικά ήταν και τα άρθρα της Συνθήκης, που επέβαλαν στην ηττημένη Βουλγαρία όρους, περιοριστικούς της κυριαρχίας της, αφορώντες στον αφοπλισμό της (είχε δικαίωμα να διατηρεί μισθοφορικό στρατό, η δύναμη του οποίου δεν θα ξεπερνούσε τις 20.000 άνδρες) και στην υποχρέωσή της να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές του πολέμου, ύψους 2.250.000 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων από τις βουλγαρικές κυβερνήσεις πόρρω απείχε από τα οριζόμενα στη Συνθήκη.

Η γνωστοποίηση της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από μερίδα του συμπολιτευόμενου τύπου. Η εφημερίδα Οι Καιροί αφιέρωνε ένα σημαντικό, πρωτοσέλιδο άρθρο στο γεγονός και επισήμαινε πως, βάσει αυτής, η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως η νικήτρια χώρα και έπρεπε «να διατελή εν επιφυλακή απέναντι της δολίας γείτονος, ήτις παρά τας εντός 10ετίας συνεχείς ήττας αυτής, εξακολουθεί πάντοτε να ελλοχεύη και να διατηρή το αίσθημα της εκδικήσεως». Και όντως, οι σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας γνώρισαν περιόδους οξύτατης έντασης κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, σε πολλά επίπεδα.

Αριστερά: Το πλήρες κείμενο της Συνθήκης του Νεϊγύ. Δεξιά: Η επικύρωση από τον τσάρο της Βουλγαρίας και την κυβέρνηση της Σόφιας (15 Φεβρουαρίου 1920).

Δεν υπερβάλλουμε, επομένως, αν υποστηρίξουμε πως η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ δεν διευθετούσε τις ελληνοβουλγαρικές εκκρεμότητες κατά τρόπο οριστικό. Και τούτο, διότι δεν προέβλεπε την κατακύρωση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Συγκρινόμενη με τη Συνθήκη του Λονδίνου, του Μαΐου 1913, η οποία έθετε τέρμα στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο αλλά άφηνε ορθάνοιχτη την πόρτα για το ξέσπασμα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και με την μη οριστική κατακύρωση των απελευθερωθέντων νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου στην ελληνική επικράτεια και, επομένως, την μη νομική τους κατοχύρωση, το ζήτημα περιπλέχθηκε σε σημείο τέτοιο, ώστε να επιλυθεί, οριστικά ύστερα από δέκα χρόνια. Η οριστική ρύθμιση του ζητήματος της Δυτικής Θράκης επήλθε ύστερα από τέσσερα χρόνια.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ εναπέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις, τις νικήτριες του πολέμου, τη διευθέτηση του συγκεκριμένου θέματος. Η μεσολάβηση του ελληνοτουρκικού πολέμου, του 1919-1922, ακύρωσε τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών, στην οποία είχε περιληφθεί η Συνθήκη Περί Θράκης, η οποία, όμως, εντάχθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η περιοχή της Δυτικής Θράκης ενσωματώθηκε στον κορμό του ελληνικού κράτους, οριστικώς και αμετακλήτως.

Ωστόσο, η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί της Δυτικής Θράκης, είχε χρειαστεί να επιβεβαιωθεί και κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Κατά τις πρώτες μέρες των συνομιλιών, στις 9/22 Νοεμβρίου, ο Τούρκος αντιπρόσωπος, Ismet Pasha, με αφορμή τη συζήτηση για την Ανατολική Θράκη, πρότεινε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη Δυτική. Όμως, η αντίδραση του Έλληνα αντιπροσώπου, του Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν άμεση. Συγκεκριμένα, τόνισε πως «Η τύχη αυτής της περιοχής ρυθμίστηκε από μια συνθήκη, η οποία είναι απολύτως ανεξάρτητη από τη συνθήκη των Σεβρών». Έργο της Συνδιάσκεψης ήταν η αναθεώρηση της εν λόγω Συνθήκης και όχι να επανασυζητήσει άλλες συνθήκες, οι οποίες «έχουν υπογραφεί, έχουν επικυρωθεί από τους Συμμάχους και εφαρμόζονται». Η Συνθήκη του Νεϊγύ προβλέπει τα σχετικά με την εν λόγω περιοχή και η Τουρκία δεν έχει καμία σχέση με τη Συνθήκη, δοθέντος ότι και πριν από τον πόλεμο η Δυτική Θράκη δεν της ανήκε, την είχε εκχωρήσει στη Βουλγαρία, κατόπιν διαπραγματεύσεων, και την είχε εγκαταλείψει «αυτοβούλως». Οι θέσεις του Βενιζέλου υποστηρίχτηκαν και από τον Βρετανό αντιπρόσωπο, τον Λόρδο Curzon, ο οποίος αντέδρασε και στο δημοψήφισμα, υποστηρίζοντας πως τούτο δεν αποτελούσε «κριτήριον ασφαλές κατόπιν των επελθουσών αλληλοδιαδόχων εγκαταστάσεων και εξόδων πληθυσμών διαφόρων φυλών». Θέση, δηλ., ανάλογη με εκείνη, που είχε λάβει ο Tardieu στις συζητήσεις του Παρισιού, το 1919.

Το 1919, ο Βενιζέλος, επιστρέφοντας στην Ελλάδα από το ταξίδι του στο Παρίσι, όπου ο ίδιος και ο Νικόλαος Πολίτης είχαν υπογράψει την ειρήνη με τη Βουλγαρία, μετέβη στην πλατεία Συντάγματος και απευθυνόμενος προς το πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί, εξηγούσε πως η μόλις υπογραφείσα διεθνής πράξη συνιστούσε έναν «από τους ιστορικωτέρους σταθμούς της εθνικής μας ιστορίας». Υπενθύμιζε, δε, πως τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου την είχε χαρακτηρίσει ως τον «Καταστατικόν Χάρτην της Βαλκανικής Χερσονήσου». Όμως, σε συνέντευξή του, που αναδημοσιευόταν από την εφημερίδα Μακεδονία, της 19ης Νοεμβρίου, δήλωνε: «Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, αλλ’ όμως βεβαιώ ότι είμαι ικανοποιημένος εκ των λύσεων, ας έχει υπόψει της η Συνδιάσκεψις. Εις Παρισίους θα επανέλθω ευθύς ως έλθη και αύθις επί του τάπητος το τουρκικόν πρόβλημα». Τα λεγόμενά του αντικατόπτριζαν και το περιεχόμενο της Συνθήκης, που μόλις είχε υπογράψει και προδιέγραφαν τις διαψευσθείσες ελπίδες, όπως αποδείχθηκε, στην εξελικτική πορεία της ιστορίας, για την αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας σ’ ένα τμήμα της Μικράς Ασίας.

 

Treaties of World War I

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Σημειώσεις

1. Ως και τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, οι όροι Ανατολική και Δυτική Θράκη υποδήλωναν γεωγραφικές περιοχές, με διαχωριστικό σύνορό τους τον Έβρο ποταμό και τον παραπόταμό του, Τούντζα. Διαρκούντος του Μεγάλου Πολέμου, η Δυτική Θράκη τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή και η Ανατολική, υπό οθωμανική. Με βάση τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία του 1914 οι Έλληνες των περιοχών ανέρχονταν, συνολικά, στις 573.000, οι Τούρκοι στις 514.000 και οι Βούλγαροι στις 140.000. Βάσει, των αντίστοιχων οθωμανικών, της ίδιας χρονιάς, οι Έλληνες υπολογίζονταν στις 310.935, οι Τούρκοι στις 722.862 και οι Βούλγαροι στις 68.656.

2. Σ’ όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ο Βενιζέλος εργάστηκε παρασκηνιακά, ώστε να προωθήσει τα ελληνικά δίκαια και εθνικά συμφέροντα.

 

Επιλεκτική Βιβλιογραφία

Αθήναι

Μακεδονία

Οι Καιροί

L’Homme Libre

Le Gaulois

Le Matin

Le Temps
Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Τόμος Γ΄, Αθήνα, Υπουργείο Εξωτερικών-Εθνικό Τυπογραφείο, 1994.

Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Βουλγαρίας μετά του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, Υπογραφείσα εν Νεϊγύ τη 14-27 Νοεμβρίου 1919, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου 1919.

Σύμβασις μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας περί Αμοιβαίας Μεταναστεύσεως των Μειονοτήτων, υπογραφείσα εν Νεϊγύ, τη 14/27 Νοεμβρίου 1919, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1919.

International Documentation on Macedonia, The Paris Peace Conference, 1919-1920. The Frontiers of Bulgaria, Geneva 1979.

Martens, N.R.G., Nouveau recueil général de traités 3 Série, t. XII, no 70, pp. 323-423.
Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Μιράντα, Η Δυτική Θράκη στην Εξωτερική Πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923, Αθήνα, Gutenberg, 1997.

Τούντα-Φεργάδη, Αρετή, Η Εξωτερική Πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Ι. Σιδέρις, 2005².

Στεφάνου, Στέφανος (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου, Τα Κείμενα, Τόμος Β΄, Αθήνα, Λέσχη Φιλελευθέρων/Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, 1981.

Kitsikis Dimitri, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920, Paris, Presses Universitaires de France, 1963.

Macmillan, Margaret, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, [Αθήνα], εκδόσεις Θεμέλιο, 2005.

Petsalis-Diomidis, N., Greece at the Paris Peace Conference, 1919, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1978.

Renouvin, Pierre, Histoire des Relations Internationales, Tome VII, Paris, Hachette, 1957.

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

 

Ο Τίτο αρχηγός των Παρτιζάνων

 Ολόκληρη η διαγωγή του Τίτο, από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία του ΚΚΓ το 1937 έως τον Ιούνιο του 1941, επιβεβαιώνει πως σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα λειτούργησε ως συνεπής και ευσυνείδητος εκπρόσωπος της Κομιντέρν στη Γιουγκοσλαβία. Το κόμμα υλοποίησε, υπό την καθοδήγησή του, συστηματικά και δίχως αντιρρήσεις όλες τις οδηγίες της Μόσχας. Στα μάτια του, το συμφέρον της Γιουγκοσλαβίας, η εργατική τάξη και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της τελευταίας, έρχονταν σε ελάσσονα μοίρα συγκριτικά με τα αντίστοιχα της ΕΣΣΔ. Ενδεικτικό είναι το ότι δεν πυροδότησε μια ένοπλη εξέγερση τη στιγμή, κατά την οποία η Γιουγκοσλαβία έπεσε θύμα επίθεσης και κατοχής, παρά μόνο έπειτα από την γερμανική εισβολή σε βάρος της ΕΣΣΔ και αφού, προηγουμένως, υπήρξε αποδέκτης σχετικών οδηγιών εκ μέρους της Μόσχας. Το ΚΚΓ ήταν παράρτημα της Κομιντέρν και συνέχισε να λειτουργεί ως τέτοιο όσο διατηρείτο η επαφή με τη σοβιετική πρωτεύουσα. Μοναδικό σημείο, όπου ο Τίτο και το κόμμα του εκδήλωναν, εδώ και κάποιο καιρό, τάσεις αυτονόμησης, ήταν εκείνο περί συγκρότησης μιας λαϊκής κυβέρνησης, με άλλα λόγια περί εξώθησης σε ένοπλη εξέγερση ενάντια στο νόμιμο καθεστώς της χώρας. Ακόμα και τις στιγμές που η Μόσχα τον αποθάρρυνε από το να προχωρήσει σε μια πρωτοβουλία του είδους αυτού, η ιδέα είχε σφηνωθεί βαθειά μέσα στη σκέψη του. Μια αλληλουχία από αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού, στο πεδίο των εχθροπραξιών αμέσως μετά την εκδήλωση της γερμανικής  εισβολής, μοιραία απέσπασε την προσοχή της σοβιετικής κυβέρνησης και της Κομιντέρν από τα τεκταινόμενα στη Γιουγκοσλαβία. Από τον Ιούλιο του 1941 και εφεξής, ο Τίτο και το ΚΚΓ αφέθηκαν, ως ένα βαθμό, μόνοι. Αναμενόμενο ήταν να επανέλθουν στη στρατηγική τους περί κατάκτησης της εξουσίας. Ας επισημανθεί δε πως πρόκειται για μια στρατηγική, η οποία δεν επιβλήθηκε καθ οιονδήποτε τρόπο από την ηγεσία του κόμματος. Αποτελούσε κοινή συνισταμένη  σύσσωμου του μηχανισμού του ΚΚΓ, ο οποίος την είχε αυθόρμητα ενστερνιστεί.

Πεποίθηση όλων ήταν ότι η έκβαση του πολέμου θα προέκυπτε από μια νικηφόρα προέλαση του Κόκκινου Στρατού εντός του Γιουγκοσλαβικού εδάφους. Απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, η ουσιαστική αποστολή, η οποία αναλογούσε στο ΚΚΓ, συνίστατο στην κατάληψη της εξουσίας μέσω μιας κοινωνικής επανάστασης πριν από την έλευση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ο πόλεμος ενάντια στη Γερμανία, δεν μπορούσε να κερδηθεί δίχως τη συνδρομή του Κόκκινου Στρατού. Όμως, ο αγώνας για την εξουσία εντός της Γιουγκοσλαβίας, ήταν υπόθεση του ΚΚΓ. Όταν οι πρώτες ομάδες Παρτιζάνων ανέλαβαν δράση εντός του Ιουλίου, πέραν από τη σύγκρουση με τις δυνάμεις κατοχής, στόχος ήταν να διαφανεί πως το προπολεμικό Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας είχε πάψει να υφίσταται δια παντός. Κάθε φορά που εισέρχονταν σε μικρές κωμοπόλεις της επαρχίας, οι τοπικοί διοικητές των Παρτιζάνων φρόντιζαν να καταστρέφουν  ο,τιδήποτε  παρέπεμπε στο παλαιό καθεστώς. Οι δήμαρχοι συλλαμβάνονταν, ενίοτε δε εκτελούνταν, τα αστυνομικά και δικαστικά αρχεία, οι στρατολογικές καταστάσεις  και τα κτηματολόγια καίγονταν. Φωτογραφίες, εικόνες και σύμβολα της βασιλικής εποχής αποσύρονταν. Μια νέα εποχή είχε ανατείλει και το ΚΚΓ ήταν αποφασισμένο να το καταστήσει σαφές προς πάσα κατεύθυνση.³⁷

Γερμανικές θηριωδίες στο Pancevo, 21-22 Απριλίου 1941.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του Αυγούστου, ο Τίτο ενημέρωσε σχετικά την Κομιντέρν ως εξής: “Οι Παρτιζάνοι προβαίνουν στην αντικατάσταση των τοπικών αρχών. Καίνε στις στρατολογικές και φορολογικές καταστάσεις καθώς και κάθε άλλου είδους αρχεία, τέλος, εγκαθιστούν λαϊκές επιτροπές εν είδει νέας μορφής τοπικής διοίκησης”.³⁸ Αντικειμενικός σκοπός ήταν, ακριβώς,  η ίδρυση λαϊκών συμβουλίων σε τοπική κλίμακα. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ο υπαρχηγός του Τίτο, Σλοβένος Edvard Kardelj, απέδωσε την αντικατάσταση των υπαρχουσών τοπικών αρχών στο γεγονός ότι οι τελευταίες υπηρετούσαν πιστά τις δυνάμεις κατοχής. Για μια συστράτευση ενάντια στους Γερμανούς, ήταν αναγκαία η δημιουργία νέου είδους τοπικών αρχών. Αποστολή των λαϊκών συμβουλίων ήταν ο ανεφοδιασμός των Παρτιζάνων και η παροχή βοήθειας προς αυτούς, η τήρηση της τάξης, τέλος, ο επισιτισμός των κατοίκων.³⁹ Οι διάφορες μορφές τοπικής διοίκησης δεν συνέκλιναν προς κάποιας μορφής πυραμίδα εξουσίας. Αργότερα, έπειτα από το πέρας του πολέμου, ο Τίτο αναγνώρισε πως είχε αποφύγει να πράξει κάτι τέτοιο, προκειμένου να μην προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της Μόσχας. Άλλωστε, από τον Οκτώβριο του 1941, η ΕΣΣΔ είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την ευρισκόμενη στο Λονδίνο εξόριστη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Αυτός υπήρξε και ο λόγος που, για πολλοστή φορά τον απέτρεψε από τη σκέψη εγκαθίδρυσης  οποιουδήποτε είδους λαϊκής κυβέρνησης.⁴°

Ο Τίτο και ο  Edvard Kardelj (τρίτος από αριστερά), στο Γενικό Στρατηγείο των Παρτιζάνων.

Ο Τίτο είχε απόλυτη συναίσθηση του ότι η Μόσχα έτρεφε διαφορετικού είδους επιδιώξεις όταν του ανέθετε την οργάνωση μιας ένοπλης εξέγερσης. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη “Θεωρία των δυο φάσεων”, δηλαδή, για την κατεπείγουσα συμμαχία με όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ειδικότερα ως προς την Σερβία, κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με σύμπραξη με τους Tchetniks του συνταγματάρχη Dragoljub Draža Mihailović. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση της Σερβίας συνίστατο στο ότι η τελευταία τελούσε υπό άμεση γερμανική κατοχή. Αμέσως μετά το πέρας των εχθροπραξιών, το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων μεταφέρθηκε στο ανατολικό μέτωπο, αφήνοντας επιτόπου δυο, μόνο, υποστελεχωμένες μεραρχίες. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία είχε επιτρέψει στον Mihailović να οργανώσει ένα αντιστασιακό κίνημα ήδη από τον μήνα Μάϊο. Τον πυρήνα του κινήματος συγκροτούσαν αξιωματικοί και οπλίτες του σερβικού στρατού, ταπεινωμένοι από την ήττα και την αδυναμία προβολής αποτελεσματικής αντίστασης για την προάσπιση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της Σερβίας. Έτσι λοιπόν, όταν οι Παρτιζάνοι του Τίτο ανέλαβαν δράση τον Ιούλιο, ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν σοβαρά τις μονάδες του   Mihailović. Τα δυο αντιστασιακά κινήματα διέθεταν αντικρουόμενες πολιτικές στρατηγικές. Ο  Mihailović είχε κατά νου την αποκατάσταση των προπολεμικών θεσμών, την ίδια στιγμή που, καθώς είδαμε, οι Παρτιζάνοι του Τίτο είχαν αρχίσει να τους υποκαθιστούν, σε τοπική κλίμακα, δια της βίας.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Mihailović ήταν το κύρος, που του προσέδιδε ο βαθμός του, όπως και ένα ολόκληρο δίκτυο συναδέλφων του αξιωματικών, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Σερβία. Στα μάτια της τοπικής διοίκησης, φάνταζε ως η μοναδική εναλλακτική λύση έναντι ενός καθεστώτος συνεργατών, που οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει μέσω της κατοχικής κυβέρνησης του στρατηγού Milan Nedić. Η στρατηγική του Mihailović ήταν κατά κύριο λόγο αμυντική. Προσέβλεπε σε μια ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων, η οποία θα συνεπάγετο την απελευθέρωση της χώρας. Αντιμετώπιζε το κίνημά του σαν μια οργάνωση, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να συνδράμει τους τελευταίους σε περίπτωση που επέλεγαν να αποβιβαστούν στα Βαλκάνια. Δεν χρειαζόταν να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση του κινήματός του. Την διέθετε εκ των πραγμάτων από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση του παρείχε πλήρη υποστήριξη.

Αντίθετα, οι Παρτιζάνοι του Τίτο στερούνταν παντελώς πολιτικής νομιμοποίησης. Η, πριν από τον πόλεμο, περιορισμένης διάρκειας παρουσία του ΚΚΓ στα πολιτικά δρώμενα της Γιουγκοσλαβίας,  δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν κάποιας μορφής αξιοπιστία ήταν να αναγορευτούν σε αιχμή του δόρατος του αγώνα κατά των Γερμανών. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η επιθυμία της Μόσχας. Η αντιπαράθεση με τον κατακτητή μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική προπαγάνδα προς όφελος του ΚΚΓ. Στρεφόμενο δυναμικά κατά των Γερμανών, αλλά και ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα τοπικής διοίκησης, το οποίο είχε αφομοιωθεί από τις δυνάμεις κατοχής, το κόμμα θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει τα κατάλοιπα της προπολεμικής τάξης πραγμάτων. Το χάσμα με το κίνημα του Mihailović ήταν αγεφύρωτο. Παρά ταύτα, η Μόσχα εξακολουθούσε να προτρέπει προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός ενιαίου εθνικού Λαϊκού Μετώπου. Ο Τίτο δεν είχε επιλογή άλλη από το να συνεργαστεί με τον πολιτικό του αντίπαλο, τον Mihailović.

Έως ότου οι δυο άνδρες συναντηθούν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Τίτο αγνοούσε επιδεικτικά κάθε δραστηριότητα του Mihailović στις επαφές που είχε με τη Μόσχα. Περιέγραφε μόνο τα επιτεύγματα των δικών του μονάδων, στιγματίζοντας τους εθελοντές συνεργάτες του Kosta Pećanac, ο οποίος είχε συνάψει σύμφωνο με τις τοπικές αρχές κατοχής.⁴¹ Η πρώτη μνεία χρονολογείται από τις 28 Σεπτεμβρίου, όπου δεν αναφέρεται καθόλου το όνομα του Mihailović. Γίνεται μοναχά λόγος για μονάδες στρατιωτικών Tchetniks, οι οποίοι μάχονταν κατά των Γερμανών.⁴² Επί της ουσίας, ο Mihailović πρωτοεμφανίζεται ονομαστικά στις αναφορές του Τίτο στις 25 Νοεμβρίου, δηλαδή δυο ολόκληρους μήνες αφότου συνήψαν σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ τους (19 Σεπτεμβρίου 1941).⁴³ Έκτοτε, δεν έπαψε να καταγγέλει τον Mihailović στη Μόσχα για συνεργασία με τον κατακτητή, κάθε φορά που του προσφερόταν η δυνατότητα. Έπραξε τα πάντα προκειμένου να εμφανίζει τους Παρτιζάνους ως το μοναδικό αυθεντικό αντιστασιακό κίνημα από τον Ιούλιο 1941 και έπειτα. Απέκρυπτε συστηματικά κάθε είδους δραστηριότητα των Tchetniks. Το πρόβλημα ανέκυψε από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση αναγνώρισε τον Mihailović ως ηγέτη της γιουγκοσλαβικής αντίστασης. Οι καταγγελίες του Τίτο ανάγκασαν τον Dimitrov να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις για το είδος των σχέσεων μεταξύ των δυο ανδρών. Τέλος, ο επικεφαλής της Κομιντέρν θέλησε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο είχε προβεί σε ενέργειες προς την κατεύθυνση της θέσπισης μιας ενιαίας διοίκησης των Γιουγκοσλάβων αντιστασιακών.⁴⁴

O Dragoljub Draža Mihailović (δεύτερος από αριστερα στην πρώτη σειρά) τον Ιανουάριο του 1944.

Το κρυπτογράφημα του Dimitrov παραλήφθηκε τον Δεκέμβριο, την ίδια ακριβώς στιγμή που γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εντός της Σερβίας είχαν φέρει σε εξαιρετικά δυσχερή θέση τόσο τους Παρτιζάνους όσο και τους  Tchetniks. Ο Τίτο, συνοδευόμενος από λιγότερους από χίλιους άνδρες, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει στο Sandžak. Από τη δική του πλευρά, ο Mihailović διέταξε τις ομάδες του να διαλυθούν και να καταφύγουν στο Μαυροβούνιο. Επιπρόσθετα, ήδη από τον Νοέμβριο, είχαν ξεσπάσει και κρούσματα αντιπαράθεσης μεταξύ τους, με αποτέλεσμα αμφότεροι να εξασθενίσουν περισσότερο. Ήταν εμφανές πως είχε εξαντληθεί κάθε προοπτική συνεργασίας. Το σχέδιο της Μόσχας περί συγκρότησης μιας ευρείας συμμαχίας είχε ναυαγήσει ως προς την Σερβία, αλλά και ως προς την Γιουγκοσλαβία γενικότερα. Ακόμα χειρότερα, δεν υπήρξε ανταπόκριση στις εκκλήσεις απελπισίας του Τίτο για αποστολή όπλων, εξοπλισμού και πυρομαχικών. Η ΕΣΣΔ ήταν ανήμπορη να απελευθερώσει τη Γιουγκοσλαβία, έτσι όπως το ΚΚΓ το είχε οραματιστεί το καλοκαίρι του 1941. Ο Τίτο και οι σύντροφοί του είχαν αφεθεί ολομόναχοι κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς και δυσοίωνες συνθήκες. Μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, αποφάσισαν να υλοποιήσουν τη δική τους στρατηγική, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο το είχαν πράξει στις αρχές του 1938, την επομένη της εξολόθρευσης του Gorkić.

 

Η στρατηγική του Τίτο

Η αδυναμία της Μόσχας να παράσχει οποιασδήποτε μορφής βοήθεια προς τους Παρτιζάνους και ο αγώνας επιβίωσης, στον οποίο εκ των πραγμάτων η ΕΣΣΔ είχε επιδοθεί, ανάγκασαν τον Τίτο να αναζητήσει λύσεις από μόνος. Το ιδεολογικό υπόβαθρο δεν είχε μεταβληθεί από την εποχή της επανόδου του από την σοβιετική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά, ωστόσο, του εμφανιζόταν η ευκαιρία να το εφαρμόσει απερίσπαστος. Έχοντας αποσυρθεί αρχικά στο Sandžak και κατόπιν στη Βοσνία, βρισκόταν σε έδαφος, το οποίο τελούσε υπό το καθεστώς των Ούστασε (Ustaša) του  Ante Pavelić. Συνεπώς, ήταν υποχρεωμένος να αναμετρηθεί με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβοι είχαν αναζητήσει καταφύγιο στα δάση της Κροατίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, επιχειρώντας να διαφύγουν από την γενοκτονία, στην οποία ο  Pavelić είχε προβεί σε βάρος των Σέρβων, των Εβραίων και των Ρομά. Σε μερικές περιπτώσεις, οργανώνονταν σε αυτοσχέδιες πολιτοφυλακές. Άλλοτε πάλι, προσχωρούσαν στις τάξεις των Παρτιζάνων. Τέλος, ορισμένοι από αυτούς στελέχωναν τις ομάδες των Tchetniks, υπό την κατ όνομα, μόνο,  ανώτατη διοίκηση του Mihailović. Όλοι αυτοί οι διαφυγέντες, αποτελούσαν ιδανική πελατεία για τους Παρτιζάνους από τη στιγμή που το καθεστώς Pavelić ακολουθούσε μια εθνοκτόνο πολιτική: Το ένα τρίτο των Σέρβων, οι οποίοι βρίσκονταν εντός των ορίων του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους έπρεπε να εξοντωθεί. Άλλο ένα τρίτο, να απελαθεί. Το εναπομείναν τρίτο μπορούσε να παραμείνει επιτόπου, υπό την προϋπόθεση να ασπαστεί την Καθολική θρησκεία. Προκειμένου να τους εντάξει στο κίνημά του, ο Τίτο χρειαζόταν κάτι παραπάνω από συνθήματα περί κοινού αγώνα κατά του κατακτητή. Είχε ανάγκη από μια ευνόητη πολιτική και στρατιωτική στρατηγική, βασισμένη επάνω στα όσα είχε ο ίδιος μάθει στη Μόσχα. Μια στρατηγική γύρω από το τρίπτυχο: 1) Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία των εθνών, 2) Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση και 3) Κυβέρνηση από τον λαό. Απώτερος στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η οργάνωση μιας  κοινωνικής επανάστασης.

Ο κατακερματισμός της κατεχόμενης Γιουγκοσλαβίας.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα των γενεθλίων του Στάλιν, ο Τίτο συγκρότησε στην Πρώτη Προλεταριακή ταξιαρχία, μια ετοιμοπόλεμη επίλεκτη μονάδα, ικανή να επιχειρεί άμεσα σε κάθε  σημείο της επικράτειας. Η παρουσία και μόνο μονάδων αυτού του είδους σε περιοχές, οι οποίες κατοικούνταν από Σέρβους χωρικούς, αρκούσε, προκειμένου να πείσει τους τελευταίους να προσχωρήσουν ομαδικά στις τάξεις των Παρτιζάνων. Περισσότερο ετοιμοπόλεμες από τις αντίστοιχες των Tchetniks, οι μονάδες αυτές ήταν σε θέση να παράσχουν μεγαλύτερη προστασία ενάντια στα εγκλήματα των Ούστασε. Οι Παρτιζάνοι διέθεταν ένα ιδεολογικό πλεονέκτημα. Δεν μάχονταν μόνο για την αποτίναξη του ξένου ζυγού. Πολεμούσαν συνάμα για την επιβολή μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Στα μέρη, από όπου περνούσαν, φρόντιζαν να εγκαθιστούν λαϊκά συμβούλια, τα επονομαζόμενα, από το 1942 και μετά, Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης (τα αρχικά στη Σερβική γλώσσα είναι ΝΟΟ). Η αποστολή των παραπάνω συμβουλίων καθορίστηκε από τις οδηγίες του Φεβρουαρίου 1942. Είχαν επινοηθεί προκειμένου να λειτουργούν ως υπόβαθρο ενός νέου πολιτικού συστήματος, μέσω του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και πολεμοφόδια των μονάδων εκείνων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Αποτελούσαν μέρος του όλου πολεμικού μηχανισμού, από τη στιγμή, κατά την οποία ενέπιπτε σε αυτά ο έλεγχος των μετόπισθεν. Στα συμβούλια μπορούσαν να εδρεύουν άτομα προερχόμενα και από άλλα κόμματα, ωστόσο όχι ως εντολοδόχοι των τελευταίων.⁴⁵ Η στελέχωση ακολουθούσε πιστά την αρχή περί   “Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, καθώς τον πλήρη έλεγχο ασκούσε το ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που επέλεγε όσους προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.

Η νέα στρατηγική του Τίτο σχεδιάστηκε σε μια στιγμή που οι επαφές με τη Μόσχα ήταν περιορισμένες. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τότε που αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Σερβία. Η ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μέσω του Kopinič, στο Ζάγκρεμπ, αποδείχτηκε ακόμα πιο δυσχερής. Ευρισκόμενος ακόμη στη Σερβία, ο Τίτο μπορούσε να κάνει χρήση ενός τηλεγράφου, που το σοβιετικό διπλωματικό προσωπικό, προτού αποχωρήσει, είχε αφήσει σε έναν δημοσιογράφο ονόματι Miša Brašić. Μη δυνάμενος να χειριστεί το μηχάνημα, ο Brašić εμπιστεύτηκε τους κώδικες στους Παρτιζάνους, οι οποίοι τους μετέφεραν στον Τίτο. Δυστυχώς γι αυτόν, οι κώδικες αποδείχτηκαν λανθασμένοι. Η απευθείας επαφή με τη Μόσχα αποκαταστάθηκε μόνο έπειτα από την έλευση του Kopinič από το Ζάγκρεμπ, τον Φεβρουάριο του 1942, φέροντος τους σωστούς κώδικες. Επομένως, για κάποιο χρονικό διάστημα ο Τίτο απέφυγε να ενημερώσει την Μόσχα σχετικά με τη νέα του στρατηγική. Το έπραξε, όμως, η βασιλική εξόριστη κυβέρνηση, η οποία κοινοποίησε προς τις σοβιετικές αρχές ότι ολόκληρο αυτόν τον καιρό, το ΚΚΓ εφάρμοζε το δικό του πρόγραμμα στην Γιουγκοσλαβία. Οι Προλεταριακές Ταξιαρχίες έφεραν στο πηλίκιό τους ένα κόκκινο αστέρι, απόδειξη της κομμουνιστικής τους προέλευσης. Κατόπιν τούτου, η Μόσχα ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο η συγκρότηση των μονάδων αυτών ήταν απαραίτητη και σε ποιό βαθμό στελεχώνονταν από κομμουνιστές. Πάνω απ όλα, επεδίωκε να μάθει εάν ο Τίτο είχε σκοπό  να εγκαθιδρύσει ένα σοβιετικής εμπνεύσεως πολιτικό σύστημα στη χώρα του. Του υπενθύμισε πως πρωταρχικός στόχος ήταν ο σχηματισμός ενός ευρέως αντιφασιστικού μετώπου, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στους κόλπους του και τον Mihailović. Αντ αυτού, τα σήματα τα οποία λάμβανε, έκαναν λόγο περί προδοσίας του τελευταίου, κάτι που η Μόσχα αμφισβητούσε καθότι, από τον Ιανουάριο 1942, ο Mihailović ασκούσε καθήκοντα υπουργού Στρατιωτικών για λογαριασμό της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης.⁴⁶

Επρόκειτο για μια θεμελιώδη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον Τίτο και τους προϊσταμένους του. Ο ηγέτης των Παρτιζάνων αρνείτο να ακολουθήσει τη γραμμή της Μόσχας περί “στρατηγικής των δυο φάσεων”. Άλλωστε, αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο από τη στιγμή, κατα την οποία είχε διακόψει σχέσεις με τον Mihailović και είχε ξεκινήσει να οικοδομεί το δικό του πολιτικό σύστημα, δομημένο με γνώμονα το σοβιετικό μοντέλο. Ωστόσο, τα πράγματα άλλαξαν εκ νέου, εξαιτίας της πίεσης που άρχισε να ασκεί η Μόσχα. Η αλληλογραφία έβριθε οδηγιών για αποκατάσταση των σχέσεων με τον Mihailović. Μια παρόμοια εξέλιξη θα διευκόλυνε τα μέγιστα μια συμμαχία ανάμεσα στην ΕΣΣΔ από τη μια πλευρά, την Μεγ. Βρετανία και τις ΗΠΑ από την άλλη. Αρχικά, ο Τίτο έδειχνε να επιμένει στις θέσεις του συνεχίζοντας πεισματικά να καταγγέλει τον Mihailović ως ένοχο προδοσίας και να πολεμά εναντίον του, εξωθώντας τα πράγματα σε εμφύλια αντιπαράθεση. Σε ένα δεύτερο στάδιο, τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων άρχισαν να αναμεταδίδονται από τα σοβιετικά μέσα ενημέρωσης. Σταδιακά, ο Τίτο κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Μόσχας ως προς το όραμά του για την Γιουγκοσλαβία. Με την πάροδο του χρόνου, οι σοβιετικοί διπλωμάτες, άρχισαν να απηχούν τις απόψεις του Τίτο στις επαφές τους με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση.⁴⁷

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθούσε να παραμένει άλυτο. Επρόκειτο για την άρνηση του Τίτο να εφαρμόσει την “στρατηγική των δυο φάσεων”, ένα πραγματικό αγκάθι στις σχέσεις του με την Μόσχα. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, διαμήνυε τα ακόλουθα: “Βρισκόμαστε σε  διαδικασία συγκρότησης ενός είδους κυβέρνησης, που θα ονομάσουμε Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (NKOJ). Όλα τα έθνη και τα πρώην κόμματα θα εκπροσωπούνται στους κόλπους της”.⁴⁸ Απαντώντας, ο Dimitrov υπογράμμισε τις υπάρχουσες διαστάσεις απόψεων. Ναι μεν επικροτούσε την επικείμενη ίδρυση της Εθνικής Επιτροπής, όχι όμως ως μορφή κυβέρνησης, αλλά ως πολιτικό σώμα του κινήματος των Παρτιζάνων: “Μη φέρετε την Εθνική Επιτροπή σε σύγκρουση με την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση του Λονδίνου. Στην παρούσα φάση αποφύγετε να  κάνετε λόγο για κατάργηση της Μοναρχίας προβάλλοντας το σύνθημα περί εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Όπως αντιλαμβάνεστε, η επιλογή του πολιτικού συστήματος θα γίνει έπειτα από την ήττα του Ιταλο-Γερμανικού συνασπισμού και την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας…Μη λησμονείτε πως η ΕΣΣΔ έχει συνάψει διπλωματικές σχέσεις με τον βασιλέα και την εξόριστη κυβέρνηση. Μια ενδεχόμενη μετωπική σύγκρουση με αυτούς θα προκαλέσει δυσκολίες στην κοινή πολεμική προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης με τις ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία. Οφείλετε να αναλογίζεστε την έκβαση του αγώνα σας όχι μόνο υπό το πρίσμα των εθνικών συμφερόντων αλλά και σε συνάρτηση με τους στόχους και τις επιταγές της τριμερούς διεθνούς συμμαχίας”.⁴⁹

Η αναφορά του Dimitrov στην “παρούσα φάση” υπαινίσσεται αναμφίβολα την περίφημη “στρατηγική των δυο φάσεων”, την οποία με τόσο πεισματικό τρόπο ο Τίτο αρνείτο να εφαρμόσει. Παρά ταύτα, ο τελευταίος ήταν αναγκασμένος να ακολουθήσει τις οδηγίες της Κομιντέρν. Στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1942 στο Bihać, συνήλθε για πρώτη φορά του λεγόμενο Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ), ενα νεότευκτο όργανο, το οποίο o ίδιος προόριζε ως εθνοσυνέλευση των Παρτιζάνων. Όμως, από τη συνέλευση αυτή δεν προέκυψε καμία κυβέρνηση. Σεβόμενος τις οδηγίες της Μόσχας, ο Τίτο απεμπόλησε για την ώρα την ιδέα σχηματισμού λαϊκής

Ενθύμιο της πρώτης συνεδρίασης του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας.

κυβέρνησης. Το Αντιφασιστικό Συμβούλιο προχώρησε στη συγκρότηση μιας Εκτελεστικής Επιτροπής, δίχως να προσδιορίσει επακριβώς τις αρμοδιότητές της. Έστω κι έτσι, οι Παρτιζάνοι ανήγειραν την δική τους πυραμίδα εξουσίας. Βάση της τελευταίας ήταν τα Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης, εθνοσυνέλευση το Αντιφασιστικό Συμβούλιο και διοικητικό όργανο η Εκτελεστική Επιτροπή.⁵º Ο δημοκρατικός χαρακτήρας των προαναφερθέντων οργάνων συνεπαγόταν διενέργεια αδιάβλητων εκλογών μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες.⁵¹ Για την ώρα, το Αντιφασιστικό Συμβούλιο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο του ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που είχε επιλέξει επιμελώς τους συμμετέχοντες της ιδρυτικής συνέλευσης του Bihać. Η ίδια συνέλευση κατήγγειλε τους Pavelić, Nedić και Mihailović ως Κουΐσλινγκς και συνεργάτες του κατακτητή.

Ειδικότερα, το ζήτημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις κατοχής προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις για τους Παρτιζάνους την άνοιξη του 1943. Ήταν η στιγμή που, τόσο ο Τίτο όσο και οι Γερμανοί, ήταν πεπεισμένοι πως οι Σύμμαχοι, έχοντας επιτυχώς ολοκληρώσει τις επιχειρήσεις τους στην Β. Αφρική, προετοιμάζονταν για απόβαση στα Βαλκάνια. Ο Τίτο φοβόταν πως παρόμοια εξέλιξη θα ενίσχυε σημαντικά τον Mihailović στο πλαίσιο διεξαγωγής του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Vladimir Dedijer, ανεπίσημος χρονικογράφος του αγώνα των Παρτιζάνων, αντικειμενικός στόχος μιας Συμμαχικής απόβασης θα ήταν η προάσπιση του καπιταλισμού, του συγκεντρωτισμού και της μοναρχίας.⁵² Μάλιστα, ο Τίτο έφτασε μέχρι σημείου να εκλάβει την ανασύνταξη των ομάδων του Mihailović εντός του Μαυροβουνίου ως προπαρασκευαστική ενέργεια της παρέμβασης των Συμμάχων. Πρόθεσή του ήταν να επανέλθει στο Μαυροβούνιο και να εξουδετερώσει τον εσωτερικό αντίπαλο προτού οι τελευταίοι προλάβουν να αποβιβαστούν. Εν συνεχεία, θα μετακινούσε τις δυνάμεις του στη Σερβία αναμένοντας την έλευση του Κόκκινου Στρατού.⁵³ Πρωταρχικό του μέλημα ήταν να κερδίσει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό. Προκειμένου δε να το πράξει, ήταν έτοιμος να συνάψει ανακωχή ακόμα και με τους Γερμανούς. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος κατά του Mihailović προτού αποκρούσει, κατόπιν, μια Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής.

Την θέση σε εφαρμογή των σχεδίων του Τίτο πρόλαβε η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, η οποία προχώρησε σε μια σειρά προληπτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε βάρος όλων των αντιστασιακών δυνάμεων στην ενδοχώρα. Πρόκειται για την επιχείρηση Weiss, το πρώτο σκέλος της οποίας έλαβε χώρα στις αρχές του 1943 στην ΒΔ Βοσνία. Το αμέσως επόμενο στάδιο, στην Ερζεγοβίνη και στο Μαυροβούνιο, είχε ως στόχο την εξουδετέρωση των ομάδων του Mihailović στις δυο παραπάνω επαρχίες.⁵⁴ Συμπιεσμένος από τη διάταξη των Γερμανών, ο Τίτο αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει προς τα παράλια. Το κύριο σώμα των δυνάμεών του βρισκόταν συγκεντρωμένο στην κοιλάδα του ποταμού Neretva, όταν πληροφορήθηκε την σύλληψη ενός Γερμανού ταγματάρχη της 717ης Μεραρχίας. Μέσω αυτού, βολιδοσκόπησε την Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση για μια ευρείας κλίμακας ανταλλαγή αιχμαλώτων. Η πρακτική αυτή διέθετε την δική της προϊστορία, καθώς ανταλλαγές του είδους αυτού είχαν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, ο Marijan Stilinović, διοικητής μιας ομάδας Παρτιζάνων, μετέβη στο Ζάγκρεμπ, με αποστολή να βοηθήσει τους Γερμανούς να εντοπίσουν συλληφθέντα μέλη του ΚΚΓ, τα οποία προορίζονταν για ανταλλαγή. Στη διάρκεια της εκεί παραμονής του, ο Stilinović υπήρξε αποδέκτης μιας αναπάντεχης πρότασης εκ μέρους του Γερμανού Γενικού Πληρεξουσίου εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους, Edmund Glaise von Horstenau: της απόσυρσης του συνόλου των μονάδων των Παρτιζάνων εντός των ορίων του Sandžak, μιας ζώνης ιταλικής ευθύνης, ευρισκόμενης μακριά από τους μεγάλους συγκοινωνιακούς άξονες.⁵⁵ Στις 4 Μαρτίου 1943, έπειτα από μια σύσκεψη με τους Djilas και Ranković, ο Τίτο αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση. Καθώς μάλιστα, δεν επρόκειτο να προκύψουν προστριβές με τα γερμανικά στρατεύματα, οι Παρτιζάνοι θα μπορούσαν να εστιάσουν την προσοχή τους στην αναμέτρηση με τον Mihailović, ενδεχομένως δε, και με τους Συμμάχους.⁵⁶ Για τον σκοπό αυτό, έστειλε στον διοικητή της 717ης Γερμανικής Μεραρχίας τους  Milovan Djilas, Koča Popović (διοικητή της 1ης Προλεταριακής ταξιαρχίας), καθώς και τον άνθρωπό του, επιφορτισμένο με τις ειδικές αποστολές, Vladimir Velebit. Πέραν της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι τρεις απεσταλμένοι ήταν κομιστές μιας πρότασης για αναστολή των εχθροπραξιών και δημιουργία ουδέτερης ζώνης, που θα επέτρεπε μια ασφαλή οπισθοχώρηση των Παρτιζάνων. Κατέστησαν σαφές ότι δεν συνέτρεχε λόγος για συνέχιση των εχθροπραξιών, από τη στιγμή που ο κύριος αντίπαλος ήταν οι δυνάμεις του Mihailović. Διαβεβαίωσαν, μάλιστα, τους Γερμανούς, για την βούληση των Παρτιζάνων να αποκρούσουν μια πιθανή Συμμαχική απόβαση.⁵⁷ Η τριμελής αντιπροσωπεία επέδωσε τις προτάσεις της γραπτά στον Γερμανό διοικητή της 717ης Μεραρχίας, προτρέποντάς τον να τις διαβιβάσει προς τους ανωτέρους του.⁵⁸

Επιχείρηση Weiss (Ιανουάριος – Μάρτιος 1943).

Ο Popović επέστρεψε στην μονάδα του προτού γίνει γνωστή η απάντηση της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Οι Djilas και Velebit μετέβησαν κατά πάσα πιθανότητα στο Σεράγεβο και κατόπιν στο Ζάγκρεμπ για να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Εκεί, ο Horstenau έθεσε ως προϋπόθεση την άμεση διακοπή των επιθέσεων των Παρτιζάνων κατά μήκος του σιδηροδρομικού  άξονα μεταξύ Βελιγραδίου και Ζάγκρεμπ. Οι δυο απεσταλμένοι ενημέρωσαν σχετικά τον Τίτο και εκείνος διέταξε αναλόγως τις ομάδες, που επιχειρούσαν εντός της Βοσνίας. Χάρη στη μεσολάβηση του Velebit, έστειλε την ίδια διαταγή και προς τις μονάδες, οι οποίες δρούσαν στην Κροατία. Ο τελευταίος, μετέβη επιτόπου, συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς. Δεν επιτεύχθηκε επίσημη διακοπή των εχθροπραξιών. Στην ουσία, όμως, οι Παρτιζάνοι της Κροατίας συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Τίτο. Οι διαπραγματεύσεις δεν έμελλαν να καρποφορήσουν. Γι αυτή την άδοξη εξέλιξη, το βάρος της ευθύνης φέρει προσωπικά ο Hitler και η κατηγορηματική του άρνηση να διαπραγματευτεί με “κακοποιούς”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε τους Παρτιζάνους.⁵⁹

Αν και άκαρπες, οι παραπάνω διαπραγματεύσεις ανέδειξαν την πραγματική φύση του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Ευρισκόμενος υπό πίεση και πεπεισμένος πως επίκειται Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής, ο Τίτο δεν δίστασε να προτείνει προς τους Γερμανούς μια μορφή σύμπραξης εάν όχι συνεργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις οι ειδικοί απεσταλμένοι του υπήρξαν εκείνοι που πρότειναν αναστολή των εχθροπραξιών, ούτως ώστε η προσοχή να στραφεί προς τον κύριο αντίπαλο: τον Mihailović, πιθανότατα δε και τους Συμμάχους. Οι προτεραιότητες του Τίτο αποκαλύφτηκαν, έστω και εάν δεν δόθηκε, τελικά, συνέχεια στις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς. Δεν περιορίστηκε στο να μην υλοποιήσει την “Θεωρία των δυο φάσεων” της Μόσχας. Στην ουσία την αντέστρεψε. Πρωταρχικός του στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η εξουδετέρωση του  Mihailović. Το δήλωσε δίχως περισπασμούς στις οδηγίες, τις οποίες απηύθυνε προς τους Παρτιζάνους της Βοσνίας.⁶º Επιπρόσθετα, κέρδισε πολύτιμο χρόνο, που του επέτρεψε να συνεχίσει την ανάπτυξη των δυνάμεών του προς την Ερζεγοβίνη και προς το Μαυροβούνιο.⁶¹ Στις αναφορές του προς την Μόσχα, υποβάθμισε εσκεμμένα την υπόθεση των επαφών με τους Γερμανούς. Έκανε λόγο περί παρουσίας Παρτιζάνων απεσταλμένων στο Ζάγκρεμπ με μόνη εντολή την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η εχθρότητά του έναντι της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης του Λονδίνου. Αιτία ήταν η υποστήριξη, την οποία η τελευταία παρείχε απλόχερα προς τον Mihailović. Ωστόσο την εξέφρασε κατά τέτοιο τρόπο, που ο ίδιος πίστευε ότι δεν θα δυσαρεστούσε την Μόσχα. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι και τα διάφορα έθνη της Γιουγκοσλαβίας έτρεφαν πηγαίο μίσος κατά της Μεγ. Βρετανίας, επειδή η τελευταία απέφευγε να προβεί στην διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη.⁶² Ο Dimitrov αντέδρασε καταδικάζοντας τις επαφές με τους Γερμανούς και χαρακτηρίζοντας ως μη παραγωγική την αντιπαλότητα με την Μεγ. Βρετανία. ⁶³ Οι εξηγήσεις του Τίτο δεν αρκούσαν, προκειμένου να υπερκεραστεί η θεμελιώδης διάσταση απόψεων ως προς την ακολουθητέα στρατηγική, η οποία είχε ανακύψει ανάμεσα σε αυτόν και την Μόσχα.

Το εύρος των διαφορών ανάμεσα στον Τίτο και τη σοβιετική κυβέρνηση αποκαλύφθηκε στις πραγματικές του διαστάσεις με αφορμή την απόφαση της Μόσχας να διαλύσει την Κομιντέρν. Επρόκειτο για μια επιλογή ανάγκης προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει η συμμαχία με τις Δυτικές δυνάμεις. Με τον τρόπο αυτό πήρε τέλος ένας θεσμός, ο οποίος επί χρόνια προΐστατο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μολαταύτα, η ατζέντα του Τίτο παρέμεινε αναλοίωτη: Κατάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τους κομμουνιστές, μέσω της αντιπαράθεσης με τον Mihailović. Βρήκε, ωστόσο, τρόπο για να στήσει ένα ευρύ αντιφασιστικό μέτωπο, αλλά και για να έρθει σε άμεση επαφή με τον βρετανικό στρατό. Τον Μάϊο του 1943, έπεσαν με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του οι πρώτοι Βρετανοί σύνδεσμοι αξιωματικοί. Είναι αλήθεια πως ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς τον Dimitrov για τις επαφές που είχε με αυτούς και, αργότερα, για εκείνες με τους Αμερικανούς ομολόγους τους. Από την άλλη πλευρά, οι αναφορές των συνδέσμων αξιωματικών επηρρέασαν τα μέγιστα την μεταστροφή της στρατηγικής των Συμμάχων έναντι της κίνησης των Παρτιζάνων.

Ξεχώριζαν εκείνες του Βρετανού ταξίαρχου Fitzroy Maclean και του Αμερικανού ταγματάρχη Lynn Farish. Αμφότεροι κατέφτασαν στις 19 Σεπτεμβρίου 1943. Ο Maclean, ο οποίος είχε παλαιότερα υπηρετήσει στην πρεσβεία της Μόσχας, ήταν ιδανικό πρόσωπο για την συγκεκριμένη αποστολή. Μόλις είχε προαχθεί στον βαθμό του ταξίαρχου και διέθετε προσωπική πρόσβαση στον Churchill. O Farish, από την δική του πλευρά, ήταν λιγότερο κατάλληλος να αξιολογήσει την όλη κατάσταση, που επικρατούσε στην Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, οι αναφορές του αποδείχτηκαν και αυτές πολύτιμες, καθώς ο πρόεδρος Roosevelt τις είχε διαβάσει προτού μεταβεί στην Τεχεράνη για να παραστεί στην Συμμαχική Συνδιάσκεψη Κορυφής.

Από όλους τους συνδέσμους αξιωματικούς στο αρχηγείο του Τίτο, ο Maclean ήταν ο πλέον υψηλόβαθμος. Στις 6 Νοεμβρίου, υπέβαλε την αναφορά του στον Churchill. Επέστησε την προσοχή του παραλήπτη στο γεγονός ότι όλες οι καίριες θέσεις στις ομάδες των Παρτιζάνων βρίσκονταν στα χέρια των κομμουνιστών όπως και ότι το σύνολο των δραστηριοτήτων διεκπεραιωνόταν με γνώμονα αυστηρές κομματικές γραμμές. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι είχαν καταφέρει να σφυρηλατήσουν ένα “κοινό αντιφασιστικό μέτωπο”, και πως, σε περίπτωση τελικής επικράτησης, θα προχωρούσαν στην θέσπιση ενός ομοσπονδιακού συστήματος στη Γιουγκοσλαβία. Εκτιμούσε πως οι Παρτιζάνοι ήταν περισσότερο κατάλληλοι από ό,τι οι μονάδες του  Mihailović, προκειμένου να συνεισφέρουν στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων.⁶⁴ Ο Farish βρισκόταν στη Γιουγκοσλαβία ως μέλος της βρετανικής αποστολής. Ως εκ τούτου, τελούσε υπό τις διαταγές του MacLean. Συνέταξε την δική του αναφορά με βάση την εμπειρία, την οποία βίωσε επιχειρώντας να κατασκευάσει ένα πρόχειρο αεροδρόμιο στο Livno. Τον είχε στείλει εκεί ο MacLean, μόνο και μόνο με σκοπό να τον απομακρύνει από το αρχηγείο του Τίτο. Μη κατέχοντας την γλώσσα και δίχως να συνοδεύεται από κάποιον διερμηνέα, ο Farish εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να πληροφορηθεί πολλά για τους Παρτιζάνους. Ωστόσο, έπειτα από την πάροδο σαράντα ημερών, συνέταξε την δική του αναφορά, η οποία κατέληγε με την πεποίθηση πως το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ανήκε στους Παρτιζάνους. Ήταν περισσότεροι και καλύτερα οργανωμένοι από όσο φαντάζονταν οι ευρισκόμενοι εκτός των συνόρων της χώρας. Κατά τον Farish, η κίνησή τους δεν διέθετε κομμουνιστικό, αποκλειστικά, χαρακτήρα. Ωστόσο, οι κομμουνιστές αγωνίζονταν με στόχο να επηρρεάσουν το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας. Για την ώρα, η μεγάλη συνεισφορά των Παρτιζάνων συνίστατο στο ότι μάχονταν ανηλεώς ενάντια στον Άξονα.

Ο Fitzroy Maclean και η βιογραφία του Τίτο, η οποία κυκλοφόρησε το 1957.

Αμφότερες οι αναφορές αποδείχτηκαν υψίστης σημασίας για τις συζητήσεις ως προς το Γιουγκοσλαβικό Ζήτημα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης. Επιθυμώντας να δελεάσει τον Στάλιν, ο Roosevelt, στηριζόμενος σε εκείνη του  Farish, εισηγήθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα, έναν γύρο κοινών πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στους Συμμάχους και τους Παρτιζάνους στη Βόρεια Γιουγκοσλαβία. Με τον τρόπο αυτό, ευελπιστούσε να διευκολύνει την εκδήλωση μιας σοβιετικής επίθεσης σε βάρος της Ρουμανίας. Ο Churchill συμφώνησε, όχι όμως ο Στάλιν. Για τους Σοβιετικούς προείχε η διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στη Γαλλία και όχι στα Βαλκάνια. Οποιουδήποτε είδους άλλη επιχείρηση ισοδυναμούσε γι αυτούς με άσκοπη απώλεια πολύτιμου χρόνου και ανθρωπίνων ζωών. Η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας σφραγίστηκε τη στιγμή, κατά την οποία ο Στάλιν και ο Roosevelt συμφώνησαν, τελικά, να μη λάβει χώρα εκεί μια Συμμαχική απόβαση. Η Γιουγκοσλαβία θα ανήκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Ήταν και αυτό μέρος του τιμήματος που ο πρόεδρος των ΗΠΑ καλείτο να καταβάλει, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνομολόγηση ενός γενικότερου συμφώνου με την ΕΣΣΔ. Συνακόλουθα, ως μοναδικοί σύμμαχοι εντός της Γιουγκοσλαβίας θεωρούνταν, από τη στιγμή αυτή και κατόπιν, μόνον οι προστατευόμενοι των Σοβιετικών. Οποιεσδήποτε αποφάσεις για τη χώρα αυτή, όφειλαν να λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα των τελευταίων. Μοναδικό αντιστασιακό κίνημα, προορισμένο να απολαμβάνει της Συμμαχικής υποστήριξης, ήταν εφεξής οι Παρτιζάνοι.

Χάρη, λοιπόν, στην αμερικανο-σοβιετική σύγκλιση, ο Τίτο έλυσε το πρόβλημα του αντιφασιστικού μετώπου, αναλαμβάνοντας επίσημα ανώτατος διοικητής των Συμμάχων εντός της Γιουγκοσλαβίας. Ήδη προτού πληροφορηθεί τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να υλοποιήσει το σχέδιό του περί σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης. Κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης τη νύκτα της 29ης προς 30ή Νοεμβρίου 1943 στην πόλη Jajce, η  Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αναγορεύτηκε σε κυβέρνηση, έπαψε να αναγνωρίζει κάθε δικαίωμα της βασιλικής κυβέρνησης να εκπροσωπεί την χώρα στο εξωτερικό, απαγόρευσε την επάνοδο του βασιλέα, ονόμασε τον Τίτο στρατάρχη της Γιουγκοσλαβίας και δήλωσε πως η χώρα επρόκειτο να αποκτήσει ένα ομοσπονδικό σύστημα διακυβέρνησης.⁶⁵ Οι τρεις θεμελιώδεις στόχοι της στρατηγικής του Τίτο, έτσι όπως ο τελευταίος τους είχε σχεδιάσει την άνοιξη του 1941 (Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, “Λαϊκό Μέτωπο από την βάση”, “λαϊκή κυβέρνηση”), ήταν, πλέον, πραγματικότητα. Κατάφερε να υλοποιήσει και τους τρεις δίχως την συνδρομή της ΕΣΣΔ, με αποτέλεσμα να έχει ήδη αναγνωριστεί επίσημα ως ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών στρατευμάτων και να έχει κάτω από τις διαταγές του σημαντικές δυνάμεις όταν κατέφτασε στην Γιουγκοσλαβία η σοβιετική στρατιωτική αποστολή.

Η αποστολή του στρατηγού Kornyev έφτασε στο αρχηγείο του Τίτο στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στις 27, ακολούθησε η αμερικανική αποστολή υπό τον αντισυν/ρχη Richard Weill. Ο Weill ήταν ο πρώτος αξιωματικός, από όσους στάλθηκαν στην Γιουγκοσλαβία, που ανήκε στις τάξεις των Υπηρεσιών Πληροφοριών. Οι εκτιμήσεις του για την εν γένει οργάνωση των Παρτιζάνων διέφεραν παρασάγγας απο εκείνες των προκατόχων του. Διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γιουγκοσλαβία διέθεταν στοιχεία ανορθόδοξου πολέμου. Συνεπώς, οι διακηρύξεις περί “ελευθέρων εδαφών των Παρτιζάνων” δεν συμβάδιζαν με την πραγματικότητα. Μπορεί μεν, στα εδάφη αυτά, να μην υπήρχαν κατοχικά στρατεύματα, μπορούσαν όμως να εισέλθουν ανά πάσα στιγμή. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη γραμμή μετώπου, ούτε, φυσικά, και ελεύθερη ενδοχώρα πίσω από την ανύπαρκτη αυτή γραμμή. Ο τομέας, όπου οι Παρτιζάνοι είχαν καταγράψει επιτυχίες, ήταν εκείνος της παρενόχλησης των επικοινωνιών του εχθρού. Αναγνώριζε ότι τα στρατεύματα κατοχής είχαν αναγκαστεί να περιχαρακωθούν εντός των πόλεων και οποιαδήποτε μετακίνηση έξω από αυτές γινόταν με συνοδεία από ένοπλες φάλαγγες. Από την άλλη πλευρά, ο Weill αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς των Παρτιζάνων, σύμφωνα με τους οποίους οι τελευταίοι είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν 17 εχθρικές μεραρχίες και άνω των 500 000 άνδρες.

Ήταν πεπεισμένος πως οι Παρτιζάνοι δεν ήταν σε θέση: 1) να εκδιώξουν εκτός συνόρων τον αντίπαλο, 2) να τον αποτρέψουν από το να αποσυρθεί από τη χώρα και συνακόλουθα 3) να τον εξολοθρεύσουν επιτόπου. Ήταν μόνο σε θέση να τον παρενοχλήσουν, να τον εμποδίσουν να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές, να καταστρέψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να κάμψουν το ηθικό του προκαλώντας ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας. Τέλος, θεωρούσε τους Παρτιζάνους ανίκανους να μεταλλαχθούν σε ένα σύγχρονο στρατό κάνοντας χρήση τεθωρακισμένων και βαρέως πυροβολικού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, ο στρατός του Τίτο δεν ξεπερνούσε τα 300 000 άτομα.⁶⁶

Yugoslav Partisans during World War II

Οι εκτιμήσεις του Weill για την ισχύ, τις μεθόδους και τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων προσφέρουν μια αμερόληπτη εικόνα των όσων ο Τίτο είχε καταφέρει λίγο προτού αποκατασταθούν οι σχέσεις του με την Μόσχα. Πρόκειται, ωστόσο, για απλές εκτιμήσεις, από την στιγμή που μοναδική πηγή των πληροφοριών του ήταν οι ίδιοι οι Παρτιζάνοι και ως εκ τούτου ήταν ανήμπορος να τις διασταυρώσει. Ο αριθμός τους ήταν σημαντικός. Μάλιστα, στο σημείο αυτό συνίσταται ίσως και το μεγαλύτερο επίτευγμα του Τίτο. Στο ότι, δηλαδή, αρχικά δεν διέθετε παρά μόνο 8 000 μέλη του ΚΚΓ και άλλα 30 000 της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Τρία χρόνια αργότερα, βρισκόταν επικεφαλής ενός στρατού 200 000 περίπου ανδρών, ο οποίος, παρά τις εμφανείς ελλείψεις του, συμπεριλάμβανε όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες πληροφοριών, αστυνόμευσης, προπαγάνδας και υγειονομικού. Πρωτίστως όμως, την τρέχουσα διοίκηση του τελευταίου ασκούσε το ΚΚΓ. Ολόκληρος αυτός ο μηχανισμός είχε γαλουχηθεί με την εικόνα του Τίτο ως ηγέτη, καθώς και με εκείνες των αυθεντικών αρχών και αξιών της γιουγκοσλαβικής επανάστασης, της ομόσπονδης λύσης και του ηγετικού ρόλου του ΚΚΓ. Πυρήνας του κινήματος ήταν Σέρβοι, προερχόμενοι από την Κροατία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο. Όλοι τους είχαν επενδύσει τα πάντα σε μια επικράτηση των Παρτιζάνων. Η στρατηγική του Τίτο στα χρόνια του πολέμου ήταν δομημένη με γνώμονα τα όσα είχε ο ίδιος διδαχθεί στην Μόσχα. Δεν υπήρχαν ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Απλούστατα, ο Τίτο τα είχε εφαρμόσει δίχως να έχει προτάξει τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Στην περίπτωση, συμπεριφέρθηκε ως σταλινικότερος του Στάλιν, από τη στιγμή που δεν ανέμενε, κατά τις υποδείξεις της Μόσχας, να διαμορφωθούν οι “κατάλληλες συνθήκες”. Επέλεξε να προχωρήσει από μόνος στη φάση της κοινωνικής επανάστασης.

Ο Weill δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς τα μελλούμενα να συμβούν. Όταν ο Τίτο τον διαβεβαίωσε πως οι Παρτιζάνοι θα σέβονταν τις πολιτικές επιθυμίες του λαού μετά τον πόλεμο, σημείωσε: “Οι Παρτιζάνοι προφανώς και θα συνεχίσουν να ελέγχουν τη δυνατότητα έκφρασης της επιθυμίας του λαού σε ζητήματα εθνικής σημασίας”. Είχε κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει πλήρως τον τρόπο σκέψης των Παρτιζάνων. Κάποια στιγμή ο Τίτο του ανέφερε πως ο βασιλέας, προτού έρθει σε επαφή μαζί του, όφειλε προηγουμένως να απολύσει τον Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών. Η απόφαση του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας ως προς την απαγόρευση επανόδου του μονάρχη στη χώρα πριν από τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος για το Πολιτειακό ήταν δεσμευτική. “Η πολιτική φιλοσοφία του Τίτο αφήνει να εννοηθεί πως ο ίδιος είναι διατεθειμένος να προβεί σε ορισμένους συμβιβασμούς σε ζητήματα ελάσσονος σημασίας, με αντίτιμο την εξασφάλιση εξωτερικής βοήθειας. Ως προς τις θεμελιώδεις κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες έχει κατά νου, είναι ανυποχώρητος και ξεκάθαρος”, σημείωνε ο Weill.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος ήταν αμετάπειστος. Οι Παρτιζάνοι προσέβλεπαν στην κατάληψη της εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία, χρησιμοποιώντας ως μοχλό, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους, τον αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα. Αντιλαμβανόταν τα στάδια της δραστηριότητάς  τους ως ακολούθως: “1) Οι Παρτιζάνοι θα ενισχύσουν ποσοτικά και ποιοτικά τη στρατιωτική και πολιτική θέση τους. 2) Η ισχύς των αντιθέτων παρατάξεων θα ακολουθήσει φθίνουσα πορεία έστω και αν οι παρατάξεις αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν. 3) Ταυτόχρονα με την απόσυρση των δυνάμεων κατοχής οι Παρτιζάνοι θα αποκτήσουν τον έλεγχο του συνόλου της χώρας. Είναι αποφασισμένοι να το πράξουν ακόμα και αν αυτό στοιχίσει σε επίπεδο αιματηρών εσωτερικών αντιπαραθέσεων. 4) Οι Παρτιζάνοι θα παραμείνουν στη θέση τους για ένα έτος, τουλάχιστον, έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών. 5) Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως η κατάσταση αυτή θα παραταθεί για αρκετά χρόνια. 6) Θα υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους με την οργάνωση δημοψηφισμάτων, την εγκατάσταση τοπικών επιτροπών με γνώμονα μια πυραμίδα ιεραρχίας από τα χωριά, τις επαρχίες και τις περιφέρειες έως την εθνική Επιτροπή. Με άλλα λόγια, πρόκειται να εγκαθιδρύσουν ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης”. Μοναδική εκκρεμότητα ως προς τα παραπάνω ήταν η απόκτηση πολιτικής αναγνώρισης του κινήματός τους. Ο Τίτο αντιμετωπιζόταν από όλες τις πλευρές ως ο αδιαφιλονίκητος ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στη Γιουγκοσλαβία. Όμως, η εξόριστη κυβέρνηση και ο βασιλέας εξακολουθούσαν να τυγχάνουν της υποστήριξης των ΗΠΑ και της Μεγ. Βρετανίας.

 

Ο Τίτο πολιτικός ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας

Για την πλήρη επικράτηση του Τίτο στον Εμφύλιο Πόλεμο, απέμενε μια εκκρεμότητα. Εκείνη της αντικατάστασης της βασιλικής κυβέρνησης από την Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας. Μια ενέργεια του είδους αυτού θα προσέδιδε αναμφίβολα διεθνή υπόσταση στην τελευταία, αλλά και σε άλλα όργανα της πυραμίδας εξουσίας των Παρτιζάνων. Η συνδρομή και οι συμβουλές της Μόσχας ήταν ευπρόσδεκτες στο συγκεκριμένο  στάδιο. Με τη διαφορά ότι η Μόσχα δεν ήταν, πλέον, σε θέση να υπαγορεύει διαταγές. Ούτε μπορούσε να προσφέρει απλόχερα την πολιτική και διπλωματική της υποστήριξη προς τους Παρτιζάνους δίχως να δυσαρεστήσει τους υπόλοιπους Συμμάχους. Η επίσημη σοβιετική προπαγάνδα καθώς και τα κομμουνιστικά έντυπα στη Μεγ. Βρετανία και στις ΗΠΑ εξαπέλησαν εκστρατεία υπέρ των Παρτιζάνων. Όμως, η πολιτική έκβαση του Εμφυλίου στην Γιουγκοσλαβία θα προέκυπτε έπειτα από άμεση επαφή του Τίτο με τις κυβερνήσεις του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.

Οι Maclean και Farish επανήλθαν, τον Ιανουάριο 1944, στο αρχηγείο του Τίτο. Ήταν κομιστές επιστολών των κυβερνήσεών τους προς τον αρχηγό των Παρτιζάνων. Οι στρατηγικές τους ήταν αποκλίνουσες. Ο Churchill επεδίωξε προσωπική συνάντηση. Συνέταξε μια ιδιωτική επιστολή, την οποία επέδωσε στον Τίτο ο Maclean, όπου ανακοίνωνε πως η βρετανική κυβέρνηση διέκοπτε κάθε είδους υποστήριξη προς τον Mihailović. Ως αντάλλαγμα, ο βρετανός πρωθυπουργός εξέφραζε την ελπίδα πως ο Τίτο θα κατανοούσε την ηθική δέσμευση του Λονδίνου έναντι του βασιλέα της Γιουγκοσλαβίας.⁶⁷ Ο ανεπίσημος, αυτός συμβιβασμός δεν έδειξε να συγκινεί τον Τίτο. Ούτε και το γεγονός ότι προερχόταν από τον βρετανό πρωθυπουργό προσωπικά. Ένα μήνα αργότερα, ο Churchill επανήλθε με μια δεύτερη επιστολή. Σε αυτή, ζητούσε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο ήταν διατεθειμένος να υποδεχτεί στο αρχηγείο του τον βασιλέα, έπειτα από μια ενδεχόμενη αποπομπή του  Mihailović από τις τάξεις της εξόριστης κυβέρνησης.

Η συνάντηση Τίτο-Churchill στις 15 Αυγούστου 1944 στη Νεάπολη της Ιταλίας.

Για μια ακόμη φορά ο Τίτο αντέδρασε ψυχρά σε αυτή την επαφή του υψίστου επιπέδου. Αρκέστηκε στο να επαναλάβει τις αποφάσεις της δεύτερης συνεδρίασης του   Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης: ο βασιλέας δεν μπορούσε να επιστρέψει, η δε εξόριστη κυβέρνηση έπρεπε να διαλυθεί εφόσον  η Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε την μοναδική νόμιμη μορφή εξουσίας στη χώρα. Η μη ανταπόκριση του Τίτο στις προτάσεις Churchill οφείλονται σε εντολές με προέλευση τη Μόσχα. Απάντησε στον Churchill έχοντας μόλις λάβει τις οδηγίες του Dimitrov, που έκαναν λόγο περί αναγκαίας αποπομπής του Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών.⁶⁸ Μια πολιτική λύση του είδους αυτού φάνταζε απαράδεκτη στα μάτια των Βρετανών. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε ο υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden, μοναδική επιλογή για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος ήταν ο σχηματισμός μεταβατικής κυβέρνησης έως την προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία, μέσω διενέργειας εκλογών. μετά το πέρας του πολέμου.⁶⁹

Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε χάρη στην αμερικανική πρόταση, κομιστής της οποίας υπήρξε ο Farish. Οι μυστικές υπηρεσίες στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού (OSS – Office of Strategic Services), τάχθηκαν υπέρ της έλευσης στη Γιουγκοσλαβία του αντιβασιλέα της Κροατίας, Ivan Šubašić. Ο τελευταίος συγκέντρωνε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να εξασφαλίσει την προσχώρηση, στο κίνημα των Παρτιζάνων, του μεγαλυτέρου προπολεμικού πολιτικού κόμματος της Κροατίας, εκείνου των Αγροτών. Επρόκειτο περί σχεδίου, που ο ίδιος ο Šubašić είχε υποβάλλει προς τον OSS. Η ιδέα διαβιβάστηκε επίσημα προς τον Τίτο και εκείνος την αξιοποίησε δεόντως προς την κατεύθυνση της άρσης του αδιεξόδου στις σχέσεις του με τους Βρετανούς. Ο Τίτο γνώριζε πως κατ επανάληψη στο παρελθόν, ο Šubašić είχε εκφραστεί με εγκωμιαστικά λόγια για τους Παρτιζάνους και τον αγώνα τους. Το είχε πληροφορηθεί δια μέσου της Μόσχας από τις ΗΠΑ, όπου ο Šubašić ήταν εγκατεστημένος έπειτα από την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, τρία χρόνια νωρίτερα. Έχοντας αυτά κατά νου, κατέστησε τον MacLean κοινωνό της σκέψης του περί σχηματισμού μεταβατικής κυβέρνησης, αποτελούμενης από εκπροσώπους των Παρτιζάνων αλλά και ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων της προπολεμικής περιόδου. Ανάμεσα στα τελευταία, κυριαρχούσε το όνομα του  Šubašić.⁷º Έτσι, από τις αρχές του 1944, ερχόμενος σε άμεση επικοινωνία με τους Δυτικούς  Συμμάχους, ο Τίτο επέβαλε την δική του εκδοχή ως προς την πολιτική επίλυση του Γιουγκοσλαβικού Ζητήματος. Η συμφωνία, την οποία υπέγραψε με τον Šubašić τον Ιούνιο στη νήσο Vis, στα ανοικτά των ακτών της Κροατίας, δρομολόγησε μια σταδιακή μεταφορά ισχύος από τη βασιλική κυβέρνηση προς εκείνη των Παρτιζάνων. Το όλο εγχείρημα τύγχανε της έγκρισης των Συμμάχων, παρόλο που οι τελευταίοι εξακολουθούσαν να τρέφουν αμυδρές ελπίδες πως η Γιουγκοσλαβία δεν θα έπεφτε υπό τον πλήρη έλεγχο των κομμουνιστών. Από την άλλη πλευρά, όμως, διέθεταν περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης. Ήδη από την εποχή της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, η χώρα είχε καταχωριστεί στην σοβιετική σφαίρα επιρροής. Η κατάκτηση της εξουσίας από τους Παρτιζάνους πραγματοποιήθηκε δίχως εμφανή ανάμειξη της Μόσχας. Η επίσημη ΕΣΣΔ ισχυριζόταν ότι δεν διέθετε επαρκή εσωτερική πληροφόρηση ως προς τα τεκταινόμενα εκεί. Κατά συνέπεια, δεν επηρρέαζε τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία. Κάτι που ισχύει μερικώς μόνο, καθότι ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς την Μόσχα για κάθε του κίνηση. Η κατάσταση άλλαξε μέσα στον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1944, με την μετάβασή του στην Ρουμανία και στην ΕΣΣΔ καθώς και με τη συνακόλουθη έλευση του Κόκκινου Στρατού στη Γιουγκοσλαβία.

Με την δύση του 1994, οι αποφάσεις της Τεχεράνης είχαν πλήρως υλοποιηθεί χάρη στην αποφασιστική επικράτηση των Παρτιζάνων και την παρουσία του Κόκκινου Στρατού. Ο Τίτο μπορούσε πλέον να επιβάλλει στον πληθυσμό της Σερβίας, γνωστού για την αφοσίωσή του προς την Μοναρχία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, μια κομμουνιστικού τύπου δικτατορία. Η σοβιετική στρατιωτική βοήθεια, της οποίας έχαιρε απλόχερα, συνέβαλε στην μετεξέλιξη των Παρτιζάνων από μονάδες ανορθόδοξου πολέμου σε έναν σύγχρονο τακτικό στρατό, ικανό να συντρίψει τα ευρισκόμενα υπό καθεστώς υποχώρησης στρατεύματα κατοχής. Η πολιτική υποστήριξη της Μόσχας στην οργάνωση των εκλογών, που έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 1945 και νομιμοποίησαν την εξουσία του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης, αποδείχτηκε αποφασιστική. Από όλες τις λαϊκές δημοκρατίες, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε η πρώτη, η οποία εγκαθίδρυσε ένα αποκλειστικά κομμουνιστικό καθεστώς. Ο Τίτο παρέμεινε στο προσκήνιο των εξελίξεων και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τότε η Γιουγκοσλαβία αψήφισε τη Δύση στο ζήτημα της Τεργέστης και του Φρίουλι-Βενέτσια Τζούλια. Η ΕΣΣΔ δεν προσέτρεξε προς υποστήριξή των διεκδικήσεών της στην επαρχία αυτή της Βορειοανατολικής Ιταλίας. Το 1946, η γιουγκοσλαβική αεροπορία κατέρριψε αμερικανικά αεροσκάφη εντός του εναερίου χώρου της Σλοβενίας. Κατά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, οι δυνάμεις της Αριστεράς στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στην συνδρομή του Τίτο. Ευκαιρίας δοθείσης, η Γιουγκοσλαβία διατυμπάνιζε προς κάθε κατεύθυνση ότι αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του Κομμουνιστικού Κινήματος. Σε αυτή την κατάσταση έθεσε τέλος το 1948 η ρήξη Τίτο-Στάλιν. Το ΚΚΓ κατηγορήθηκε από την Μόσχα για ιδεολογική απόκλιση και ευθεία προδοσία σε βάρος του κομμουνιστικού ιδεώδους.

“Αποκλειστική επίσκεψη στον άνθρωπο που αψήφισε το Κρεμλίνο”. Εξώφυλλο του περιοδικού Life, 12.09.1949.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ δεν οφείλεται σε ιδεολογικής φύσεως διαφορές. Ήταν αποκλειστικά υπόθεση κρατικών συμφερόντων. Ανάλογα, ο Τίτο ακολούθησε τη δική του ατζέντα κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπηρετώντας τα συμφέροντα της χώρας του έτσι όπως τα αντιλαμβανόταν. Περιφερειακή συνεργασία, Βαλκανική ομοσπονδία, γιουγκοσλαβική στρατιωτική παρουσία στην Αλβανία – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει τη δική του εξωτερική πολιτική και να εκφράσει τα συμφέροντα του κομμουνισμού στα Βαλκάνια. Αυτή ακριβώς η τάση αυτονομίας έναντι του Στάλιν υπήρξε η πραγματική αιτία της σύγκρουσης ανάμεσα στους δυο άνδρες. Από ιδεολογικής απόψεως, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε το πλέον αυθεντικό αντίγραφο της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο και το ΚΚΓ ήταν σε θέση να αντιταχθούν στον Στάλιν όχι επειδή δεν ήταν σταλινικοί, αλλά ακριβώς επειδή ήταν. Μόνο ένα σταλινικό μονολιθικό οικοδόμημα, όπως εκείνο που δημιούργησαν οι Παρτιζάνοι στην διάρκεια του πολέμου, ήταν σε θέση να απορροφήσει την πίεση, στην οποία η Γιουγκοσλαβία εκτέθηκε από το 1948 και μετά.

Tito – The Power of Resistance

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας  Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

³⁷  AJ, 507, CK SKJ, II/3-8, 10, 11, 13, 15, 16, 18, 19, 21, 24, 25, 28, 32. Εκθέσεις των τοπικών διοικητών από Valjevo, Šabac, Požarevac, Užice, Niš, Leskovac, Ιούλιος – Αύγουστος 1941.

³⁸  Tito, Sabrana djela, vol. VII, 93-94.

³⁹ Branko Petranović, AVNOJ i revolucija. Tematska zbirka dokumenata (Belgrade: Narodna

knjiga, 1983), 115, 116.

⁴° Tito, Sabrana djela, vol. VII, 82.

⁴¹ Vujošević, “Prepiska”, 311, 314.

⁴² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 103.

⁴³ Ibid. 135, 136.

⁴⁴ Vujošević, “Prepiska”, 333.

⁴⁵ Petranović, AVNOJ, 173-179.

⁴⁶ Tito, Sabrana djela, vol. IX, 224.

⁴⁷ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 214, 215.

⁴⁸ Ibid., 248.

⁴⁹ Ibid., 254.

⁵º Ibid., 256, 257.

⁵¹ Petranović, AVNOJ, 270.

⁵² Vladimir Dedijer, Novi prilozi za biografjju Josipa Broza Tita, vol. II (Rijeka: Liburnija, 1981),

803.

⁵³ Stevan K. Pavlowitch, Hitler’s New Disorder. The Second World War in Yugoslavia (London:

Hurst, 2008), 155.

⁵⁴ Ibid.

⁵⁵  Mira Šuvar, Vladimir Velebit, Svjedok istorije (Zagreb: Razlog, 2001), 280.

⁵⁶ Mišo Leković, Martovski pregovori 1943 (Belgrade: Narodna knjiga, 1985), 50, 51.

⁵⁷ Ibid. 87.

⁵⁸ Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 805.

⁵⁹ Šuvar, Vladimir Velebit, 284-285. Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 808-810.

⁶º Ibid.

⁶¹ Mladenko Colić, Pregled operacija na jugoslovenskom ratištu 1941-1945 (Beograd: Vojnoistorijski institut, 1988), 104-105.

⁶² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 301, 302.

⁶³ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 302.

⁶⁴ The National Archives, London, FO, 371, 37615, R11589/143/92, Rapport by Brigadier MacLean 6 November 1943.

⁶⁵  Petranović, AVNOJ, 445-454.

⁶⁶ National Archives Washington, RG 226, microfilm 1642, roll 131, Weils’ report, 27 March 1944.

⁶⁷ Vojislav Pavlović, Od monarhije do republike (Belgrade: Clio, 1998), 321.

⁶⁸ Odnosi Jugoslavijei Rusije, 364, 365.

⁶⁹ Ibid., 323.

⁷º Ibid., 324.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

H ρήξη Τίτο–Στάλιν του 1948, υπήρξε ένα γεγονός υψίστης σημασίας για τη δεύτερη, κομμουνιστική, Γιουγκοσλαβία, προσδίδοντας στη χώρα αυτή μια εξαιρετική σημασία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Παρά την απέλασή της από το ανατολικό μπλοκ, η κομμουνιστική ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας είχε το σθένος να σφυρηλατήσει για τον τόπο μια κυρίαρχη θέση  στο διεθνές στερέωμα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε σήμερα να φαντάζει αδιανόητη οποιαδήποτε άλλη τροπή των πραγμάτων. Εξάλλου, η επίσημη ιστοριογραφία της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας επινόησε μια θεωρία περί φυσιολογικής εξέλιξης του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας (εφεξής ΚΚΓ), η οποία επέτρεψε αναπότρεπτα στο τελευταίο να καλύψει ολόκληρη τη χρονική απόσταση από την εποχή της παρανομίας έως τη ρήξη με την ΕΣΣΔ και τον Στάλιν, δια μέσου των ετών του πολέμου. Η ρήξη αυτό καθεαυτό αξιολογείται με κριτήρια ιδεολογικής φύσεως, ως διαφορά, η οποία οδήγησε το ΚΚΓ να αποσπαστεί από τo Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων)¹  αν όχι νωρίτερα, ασφαλώς έπειτα από το 1937, οπότε ο Τίτο ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΓ. Το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει η θεωρία, είναι αδιαμφισβήτητο: τόσο ο Τίτο όσο και το ΚΚΓ ουδέποτε υπήρξαν σταλινικοί, από τη στιγμή που μόνοι αυτοί όρθωσαν το ανάστημά τους έναντι του Στάλιν, μολονότι αυτό συνέβη σε μια και μοναδική συγκυρία, εκείνη του 1948.  H συγκεκριμένη post factum επινόηση δεν αποτελεί μονοπώλιο της επίσημης γιουγκοσλαβικής ιστοριογραφίας. Πολλές είναι οι δημοσιεύσεις που διακατέχονται από ανάλογο πνεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μαρτυρίες Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι συναντήθηκαν με τον Τίτο στη διάρκεια του πολέμου και που αργότερα, όταν ξέσπασε ο Ψυχρός Πόλεμος αισθάνθηκαν την ανάγκη να αιτιολογήσουν τη συνδρομή τους προς τους Παρτιζάνους. Ο ταξίαρχος Fitzroy Maclean, ο πλέον υψηλόβαθμος αξιωματικός, που έπεσε με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του Τίτο στην ευρισκόμενη υπό κατοχή Γιουγκοσλαβία, εκμυστηρεύτηκε, στα απομνημονεύματά του, πως ο Τίτο ήταν ένας διαφορετικού είδους κομμουνιστής. Η μοναδικότητα του αυθεντικού αντιστασιακού κινήματος του τελευταίου όπως και η ικανότητά του να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός διπολικού κόσμου, προέτρεψε κι άλλους συγγραφείς να αφιερώσουν εκατοντάδες σελίδες στις καταβολές του πρώτου κομμουνιστικού κράτους, που είχε το σθένος να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν.²

Όποια και αν είναι η ορθή ερμηνεία, ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο Τίτο και το ΚΚΓ πέτυχαν ένα ανεπανάληπτο κατόρθωμα. Ευρισκόμενοι στο χείλος της διάλυσης, το 1937,³ κατάφεραν να ορθοποδήσουν και να μετεξελιχθούν σε ισότιμο εταίρο του ΚΚΣΕ.⁴ Αυτό αναδύεται ανάγλυφα από τη διακήρυξη της Μόσχας του 1956, που έκανε λόγο περί “…συνεργασίας θεμελιωμένης επάνω στην ελεύθερη θέληση και την απόλυτη ισότητα (μεταξύ των μερών)…”.⁵ Ένα αυτόνομο αντιστασιακό κίνημα, που μετεξελίχθηκε σε ένα ενθουσιώδες κομμουνιστικό ανεξάρτητο κράτος, και το οποίο έφτασε μέχρι σημείου να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν, δεν μπορούσε να είναι σταλινικό. Κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο συνέβη το αντίθετο, αλλά, επιπρόσθετα, το ΚΚΓ υπήρξε ο πλέον πιστός συνοδοιπόρος της ΕΣΣΔ.

Προκειμένου να αποδείξουμε την εγκυρότητα της υπόθεσής μας, θεωρούμε απαραίτητο να αξιολογήσουμε κατά πόσο η εν γένει πορεία και εξέλιξη του ΚΚΓ προεξοφλούσε τη ρήξη με το ομόλογο σοβιετικό, όπως υποστηρίζει χαρακτηριστικά η επίσημη ιστοριογραφία της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, ας επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την ιστορία του ΚΚΓ από το 1937 έως το 1948 με γνώμονα μια χρονολογική προοπτική και όχι υπό το πρίσμα της ρήξης μεταξύ Τίτο και Στάλιν. Καθ όλη την χρονική αυτή περίοδο, ο Josip Broz, περισσότερο γνωστός ως Τίτο, υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του κόμματος. Το 1937, τέθηκε επικεφαλής ενός μικρού παράνομου ΚΚ, στα πρόθυρα της διάλυσης. Δέκα χρόνια, μόλις, αργότερα, στεκόταν στο πλευρό του Στάλιν, ένα κατόρθωμα, που προκύπτει από διαδοχικές μεταπτώσεις, οι οποίες σηματοδοτούν τις σχέσεις ανάμεσα στους δυο άνδρες. Κύριος αρχιτέκτων των παραπάνω μεταπτώσεων υπήρξε ο ίδιος ο Τίτο. Για το λόγο αυτό, η παρούσα μελέτη προτίθεται να ακολουθήσει την προσωπική του ιστορία σε ολόκληρη αυτή την περίοδο.⁶

H πορεία του ΚΚΓ μέσα στο χρόνο χωρίζεται σε δυο διακριτές, από κάθε άποψη, χρονικές περιόδους: πριν και μετά από την ανάδειξη του Josip Čižinski, γνωστότερου ως Milan Gorkić, ως επικεφαλής του κόμματος το 1932. Προ του διορισμού, το κόμμα διοικούσαν κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει την πολιτική τους σταδιοδρομία στο πλαίσιο της σύντομης, ταραχώδους ωστόσο κοινοβουλευτικής ζωής του ΚΚΓ. Στις εκλογές του 1920, το κόμμα κέρδισε 58 έδρες στους κόλπους της πρώτης βουλής του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Χάρη στην επίδοση αυτή, είχε αναδειχτεί σε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας. Οι ηγέτες του, όπως ο Sima Marković, καθηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, προέρχονταν από το χώρο της διανόησης ως συνεχιστές και θεματοφύλακες της παράδοσης του προπολεμικού Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Συμμετείχαν ενεργά στο κοινοβουλευτικό έργο μέσα στο πλαίσιο μιας ξεκάθαρης και δημοκρατικά δομημένης κομματικής γραμμής, η οποία εξέφραζε, άλλωστε, την εκλογική βάση που τους είχε ψηφίσει. Αν και κομμουνιστές, συμμετείχαν στα πολιτικά δρώμενα δίχως να προκαλούν αναταράξεις και κραδασμούς. Από τη στιγμή, όμως, που το ΚΚΓ τέθηκε εκτός νόμου το 1921, εγκαινιάστηκε μια μακρά περίοδος μετάλλαξης του ιδίου του κόμματος και της ηγεσίας του. Οι συνθήκες της παρανομίας, υπό τις οποίες εκ των πραγμάτων λειτουργούσαν πλέον, συνέβαλαν στην ανάδειξη νέων ηγετών και νέων προτεραιοτήτων. Ανίκανο να χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητά του, το ΚΚΓ βρισκόταν σε πλήρη εξάρτηση από την οικονομική ενίσχυση της Μόσχας. Μαζί με την ενίσχυση, κατέφθασε και μια νέα ιδεολογία αλλά και ένας διαφορετικός τύπος ηγεσίας, γαλουχημένος να εφαρμοζει τις κατευθύνσεις που υπαγόρευε η Μόσχα. Όσοι συνέχισαν να σκέφτονται ανεξάρτητα και να αξιολογούν την πολιτική κατάσταση της Γιουγκοσλαβίας κάτω από καθαρά τοπική οπτική, παραμερίστηκαν σταδιακά. Η νέα γραμμή της Μόσχας – ένα είδος οικουμενικού κομμουνιστικού Πιστεύω – διεύρυνε το ήδη υπάρχον χάσμα ανάμεσα στους κομμουνιστές και την πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Η γραμμή αυτή αποδείχτηκε παντελώς ανεπαρκής καθ όλη τη διάρκεια της προσωποπαγούς αυταρχικής διακυβέρνησης του βασιλέα Αλεξάνδρου, ο οποίος, το 1929 προέβη στην κατάργηση του Συντάγματος και του συνόλου των πολιτικών κόμματων. Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Μόσχας περί ένοπλης εξέγερσης, ικανής να το εγκαταστήσει στην εξουσία, το ΚΚΓ αυτοπροσδιορίστηκε ως ο κύριος αντίπαλος του νέου καθεστώτος. Επόμενο ήταν, η αφρόκρεμα και η ηγεσία του κόμματος να εξαρθρωθούν από τις αστυνομικές αρχές, το δε αποδυναμωθέν κόμμα να μην είναι πλέον σε θέση να συνεχίσει τη δραστηριότητά του εντός των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας. Κατόπιν τούτου, η ηγεσία του μετοίκησε στη Μόσχα, με αποτέλεσμα να τελεί υπό πλήρη εξάρτηση της Κομιντέρν.

Βελιγράδι, Μάρτιος 1920. Συλλαλητήριο έπειτα από την επικράτηση του ΚΚΓ σε πολλά από τα μεγάλα αστικά κέντρα στις δημοτικές εκλογές.

Ο Τίτο, υπαρχηγός του Gorkić

To 1932, έπειτα από ευκαιριακές ad hoc ηγεσίες, η Κομιντέρν τοποθέτησε τον Milan Gorkić επικεφαλής του ΚΚΓ. Ο τελευταίος ήταν νεότατος όταν, το 1924, είχε εγκαταλείψει τη χώρα του. Στη Μόσχα ενσωματώθηκε αρχικά στα υψηλά κλιμάκια της Διεθνούς Νεολαίας, και κατόπιν σε εκείνα της 3ης Διεθνούς ή Κομιντέρν. Κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ, ο  Gorkić απέκτησε φίλους και προστάτες με ισχύ, όπως ο Dmitri Manouïlski, εκπρόσωπος του Πανενωσιακού Kομμουνιστικού Kόμματος (Μπολσεβίκων) στους κόλπους της Κομιντέρν ή ο Nikolaï Boukharine, από τα ηγετικά στελέχη του ιδίου κόμματος από την εποχή του Λένιν αλλά και σημαίνουσα φυσιογνωμία της Κομιντέρν. Ο  Gorkić μετεξελίχθηκε σε αναπόσπαστο μέρος του σοβιετικού κομματικού μηχανισμού και με αυτή την ιδιότητα ανέλαβε κατ εντολή να βάλει σε τάξη το ΚΚΓ. Πρώτη προτεραιότητά ήταν, αναμφίβολα, ο μετασχηματισμός του ΚΚΓ σε παράρτημα της Κομιντέρν, με την περιθοριοποίηση όλων όσων επιχειρούσαν να σκέφτονται αυτόνομα σχετικά με την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία. Κατάφερε να εκσταλινίσει το ΚΚΓ και να το υπαγάγει πλήρως στους φίλους και προστάτες, τους οποίους είχε στο μεταξύ αποκτήσει στη Μόσχα.⁷  Το 1934, συμπεριέλαβε στα ανώτερα κλιμάκια του κόμματος τον σύντροφο Josip Broz, περισσότερο γνωστό αργότερα με το ψευδώνυμο Τίτο.

O σύντροφος Broz εντάχθηκε στο ΚΚΓ με αρκετή καθυστέρηση. Γεννημένος το 1892 στο Kumrovec της Κροατίας, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στις τάξεις του αυστρο-ουγγρικού στρατού. Πολέμησε στο ανατολικό μέτωπο και το 1915 αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους. Πέρασε τα επόμενα πέντε χρόνια στη Ρωσία, έως και

Το πατρικό σπίτι στο  Kumrovec και ο αδριάντας του  Josip Broz.

μετά την απελευθέρωσή του, δίχως, ωστόσο, να ασπαστεί τον κομμουνισμό. Έγινε μέλος του ΚΚΓ το 1920, αφού είχε, προηγουμένως, επιστρέψει στη Γιουγκοσλαβία και συγκεκριμένα στο Ζάγκρεμπ. Καθώς, μάλιστα, ακολούθησε γρήγορα η θέση εκτός νόμου του ΚΚΓ, η προσχώρηση του Broz στις τάξεις του τελευταίου παρέμεινε ανενεργή έως τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Από τότε μόνο εγκαινιάζεται η πολιτική του δραστηριότητα, η οποία, το 1928, θα τον οδηγήσει στη φυλακή καθώς συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές έχοντας στην κατοχή του όπλα και υλικό κομμουνιστικού περιεχομένου. Το θεωρητικό του υπόβαθρο διαμορφώθηκε ενόσω παρέμεινε έγκλειστος, χάρη στην επικοινωνία, την οποία είχε συνάψει με ομοϊδεάτες συγκρατούμενούς του, μέλη του ΚΚΓ.  Η συνάντησή του με τον  Gorkić έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα, αμέσως έπειτα από την αποφυλάκισή του. Ο τελευταίος τον ενέταξε στην Κεντρική Επιτροπή και τον έστειλε στη Μόσχα, προκειμένου να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.

Η παραπάνω επιλογή έγινε με γνώμονα σταλινικά κριτήρια. Η ηγεσία του ΚΚΓ έβριθε από διανοούμενους. Αντίθετα, οι εργάτες ήταν λίγοι και ο Broz προερχόταν ακριβώς από αυτό τον χώρο. Επιπρόσθετα, η προσχώρησή του στο κόμμα ήταν σχετικά πρόσφατη. Κατά συνέπεια, δεν είχε στη διάθεσή του τον απαραίτητο χρόνο για να συνάψει σχέσεις με την προκάτοχο ηγεσία, ειδικότερα δε με τους κύκλους εκείνους που αντιπολιτεύονταν τον  Gorkić. Φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1935 στη Μόσχα, ο Τίτο δικαίωσε από κάθε άποψη την επιλογή του. Κατάφερε ταχύτατα να δικτυωθεί στους διαδρόμους της Κομιντέρν. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι μιλούσε άπταιστα ρωσικά. Πάνω απ όλα, όμως, πέρασε με αξιοσημείωτη επιτυχία τη δοκιμασία του Τμήματος Στελέχωσης (Cadres Department), ενός είδους εσωτερικής υπηρεσίας ελέγχου του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, η διοίκηση του οποίου ασκείτο από αξιωματικούς των Σοβιετικών αρχών ασφαλείας. Ο Τίτο χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματική περίπτωση στρατολόγησης, το είδος των ατόμων εκείνων της απολύτου εμπιστοσύνης, τα οποία το συγκεκριμένο Τμήμα φρόντιζε να τοποθετεί στους κόλπους κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί και να ελέγχει τη δραστηριότητά του. Ως εκ τούτου, καθ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Μόσχα, ο Τίτο συνεργάστηκε στενά με τον Βούλγαρο Ivan Genčevič ή Ivan Karaivanov, μέλος του Τμήματος Στελέχωσης και εκπαιδεύτηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να υπηρετεί το Τμήμα μέσα από τις τάξεις του ΚΚΓ. Καθώς μάλιστα σε ένα κόμμα σταλινικής κοπής όπως το τελευταίο, η καλή γνώση της ιεραρχίας, των επιλογών της και των εν γένει προαγωγών και τοποθετήσεων σε όλα τα κλιμάκια του κομματικού μηχανισμού προσέδιδαν σημαντική ισχύ, η θέση, για την οποία προαλειφόταν ο Broz ήταν στρατηγικής σημασίας. Καμμία τοποθέτηση δεν μπορούσε να λάβει χώρα, εάν, προηγουμένως, δεν έχαιρε της συγκατάθεσης του Τμήματος Στελέχωσης. Έτσι, όταν τον Οκτώβριο 1936 ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία, ανέλαβε, ουσιαστικά, καθήκοντα ως εγκάθετος του τελευταίου εντός του ΚΚΓ. Ωστόσο, η ηγεσία του κόμματος εξακολούθησε να παραμένει στα στιβαρά χέρια του  Gorkić. Αφότου εγκατέλειψαν τη Μόσχα τον Οκτώ-

Ο Josip Broz, πολιτικός κρατούμενος το 1928.

-βριο και τον Δεκέμβριο του 1936 αντίστοιχα, οι Τίτο και  Gorkić ήταν κομιστές επιτακτικών γραπτών εντολών, τις οποίες η ηγεσία του ΚΚΓ όφειλε να αποδεχτεί και εφαρμόσει. Ουδείς διανοείτο να εκφέρει επιφυλάξεις ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας (modus operandi) του κόμματος. Το τελευταίο είχε μετεξελιχθεί σε παρακλάδι του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, και ως τέτοιο υπαγόταν στην Κομιντέρν, η οποία και ασκούσε τη διοίκησή του. Ο Τίτο ήταν ο υπαρχηγός ενός σταλινικού κόμματος, το δε αξίωμά του, δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια επιλογών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αντιμετώπιζε την παραμικρή δυσκολία να αναπτύξει το σκεπτικό περί Λαϊκού Μετώπου στον Božidar Adžija, διδάκτορα Νομικής του Πανεπιστημίου της Πράγας, παρά το γεγονός ότι οι γνώσεις του Τίτο υστερούσαν συγκριτικά. Το επίπεδο των γνώσεών τους ήταν άνευ αντικρίσματος, από τη στιγμή, κατά την οποία καλούνταν, αμφότεροι, να εφαρμόσουν το μοντέλο και όχι να στοχαστούν πάνω σε αυτό. Στην περίπτωση ο Τίτο διέθετε ένα πλεονέκτημα: μιλούσε εξ ονόματος της Κομιντέρν ασκώντας, πλέον, αδιαμφισβήτητη εξουσία επί των συντρόφων του στη Γιουγκοσλαβία.⁸ Το κύρος της Κομιτέρν ήταν τέτοιο, που οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί. Η πολιτική δραστηριότητα του ΚΚΓ ελεγχόταν πλήρως από εκείνη, η δε εν γένει κινητικότητα του Τίτο αποτελεί το πιο εύγλωττο παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο το κόμμα λειτουργούσε την εποχή εκείνη.

Προτού αναχωρήσει από τη Μόσχα, ο Τίτο έλαβε γραπτές εντολές και από τον Wilhelm Pieck, έναν Γερμανό κομμουνιστή, υπεύθυνο για τα Βαλκάνια στους κόλπους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Οι δυο σημαντικότερες αποστολές που του είχαν ανατεθεί αναφέρονταν στη δημιουργία και καθιέρωση ενός  Λαϊκού Μετώπου και στην αποστολή εθελοντών στο πλευρό της Δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας, ενόσω εμαίνετο ο εκεί εμφύλιος πόλεμος. Η ίδια η πρόσληψη της ιδέας περί Λαϊκού Μετώπου επέδρασε καταλυτικά στις τάξεις του ΚΚΓ. Υπήρξε,ουσιαστικά, το πολιτικό “Πιστεύω” του κόμματος προ και στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καταβολές της

Božidar Adžija.
Wilhelm Pieck.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

όλης υπόθεσης είναι αρκετά ευδιάκριτες. Την επομένη της ανόδου του Hitler στην εξουσία,υπήρχε επιτακτική ανάγκη να βρεθούν σύμμαχοι για την ΕΣΣΔ. Σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, τα Κομμουνιστικά Κόμματα αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια δημιουργίας ευρέων συμμαχιών, ικανών να ενισχύσουν τη δυνατότητα των κρατών να αντικρούσουν τη γερμανική πίεση, σε δε περίπτωση πολέμου, να μετεξελιχθούν σε πολύτιμους συμμάχους των Σοβιετικών. Ειδικότερα στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, το μοντέλο περί  Λαϊκού Μετώπου ισοδυναμούσε με μια ριζική μεταστροφή της γενικότερης στρατηγικής. Η μέχρι στιγμής επίσημη στρατηγική της Κομιντέρν έναντι της Γιουγκοσλαβίας, αντιμετώπιζε την τελευταία ως δικτατορία αστικής προέλευσης σε βάρος των εθνοτήτων, που κατοικούσαν εντός των συνόρων της χώρας. Μια κατάσταση, η οποία έπρεπε να αποδομηθεί μέσω της χορήγησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης στους Κροάτες και στους Σλοβένους. Όμως, στην παρούσα φάση, φάνταζε προτιμότερο να αποφευχθεί ένας πιθανός κατακερματισμός. Ως εν δυνάμει σύμμαχος, η Γιουγκοσλαβία ήταν δυνατό να να μεταλλαχθεί, μέσω μεταρρυθμίσεων, προς την κατεύθυνση ενός ομοσπονδιακού συστήματος, ικανού να ανταποκριθεί στις διεκδικήσεις Κροατών και Σλοβένων απαλλάσοντας τους τελευταίους από την ανάγκη να ασκήσουν προς όφελός τους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Υπό τη μορφή μιας ελεύθερης ένωσης όλων των γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων, η χώρα δεν διέθετε απλά  προοπτικές επιβίωσης. Ήταν σε θέση να οργανώσει ένα ευρύ  Λαϊκό Μέτωπο, ικανό να προβάλει αντίσταση σε μια ενδεχόμενη Γερμανική εισβολή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τίτο προς τον Božidar Adžija τον Οκτώβριο του 1935 στο Γκρατς, δεν έπρεπε κανείς να εκλάβει το Λαϊκό Μέτωπο σαν κάποιο καινούριο πολιτικό κόμμα. Θα ήταν το ευρύτερο δυνατό πολιτικό κίνημα, που θα περιέκλειε στους κόλπους του κόμματα όλων των αποχρώσεων με κοινό παρονομαστή τη βούληση για διενέργεια αντιφασιστικού αγώνα. Πέραν αυτού όμως, μια τέτοια εξέλιξη ήταν σε θέση να προσδώσει τεράστιο κύρος και επιρροή στους κομμουνιστές, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν διέθεταν καθόλου. Ωστόσο, παρουσιαζόταν μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αναλάβουν ευθύς εξ αρχής τα ηνία του προαναφερθέντος κινήματος. Έτσι ακριβώς είχαν οι οδηγίες, τις οποίες ο Τίτο είχε λάβει τον Οκτώβριο του 1936 και που έμελλαν να παραμείνουν οι κατευθυντήριες αρχές της πολιτικής του στρατηγικής έως ότου ανέλαβε επίσημα την εξουσία στη Γιουγκοσλαβία το 1945.

Υπό την οπτική της Μόσχας, η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη της ΕΣΣΔ, από τη στιγμή που η επιβίωση του Κομμουνιστικού Κινήματος εξαρτάτο, στο σύνολό της, από εκείνη της γενέτειρας χώρας του. Ως πολύτιμος σύμμαχος μελλοντικά, η Γιουγκοσλαβία δεν έπρεπε να κατακερματιστεί. Άλλωστε, το ΚΚΓ δεν είχε δικαίωμα λόγου επί του συγκεκριμένου θέματος. Όσο σθεναρά είχαν αγωνιστεί επί χρόνια ολόκληρα για τη διάλυση της χώρας, άλλο τόσο οι Γιουγκοσλάβοι σύντροφοι το έπραξαν για την επιβίωσή της, μόλις υπήρξαν αποδέκτες των επιτακτικών οδηγιών της Μόσχας να στρέψουν τη δραστηριότητά τους προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Τίτο εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Μέσα στο καλοκαίρι του 1937, ο Gorkić ανακλήθηκε στη Μόσχα, όπου έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Κατόπιν τούτου, ο Τίτο ανέλαβε εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ, η καθημερινότητα του οποίου επηρρεάστηκε τα μέγιστα από την απουσία του Gorkić. Συγκεκριμένα έπαψαν να καταφθάνουν χρήματα και εντολές με προέλευση στη πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο εγκαταστάθηκε προσωρινά

Η τελευταία φωτογραφία του Milan  Gorkić αμέσως μετά τη σύλληψή του από την NKVD τo 1937.

στο Παρίσι, όπου μεταφέρθηκε η έδρα του κόμματος, αναμένοντας εντολές από τη Μόσχα.Χρειάστηκε να εισέλθει ο Ιανουάριος του 1938, προκειμένου να ανακοινωθεί επίσημα πως ο  Gorkić είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πως το σύνολο των δραστηριοτήτων του ΚΚΓ τελούσε υπό αναστολή. Το τέλος του Gorkić αναπτέρωσε το ηθικό της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Ο Τίτο υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης την ίδια ακριβώς στιγμή που άρχισαν να προβάλλουν κι άλλοι διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Τίτο αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Εκεί είχε συστήσει, μεταξύ των ετών 1936 και 1937, τον πυρήνα της μελλοντικής Κεντρικής Επιτροπής. Εγκατέλειψε το Παρίσι δίχως την έγκριση της Μόσχας, πεπεισμένος ότι το μέλλον του ΚΚΓ θα διαμορφωνόταν εντός της χώρας. Ευρισκόμενος επιτόπου, μπορούσε να υπολογίζει στη συνδρομή του Edvard Kardelj στη Σλοβενία, των Milovan Djilas και  Aleksandar Ranković στη  Σερβία, τέλος, σε εκείνη του Ivo Lola  Ribar, ως αρχηγού  της Κομμουνιστικής  Νεολαίας. Η επιλογή τους δεν οφειλόταν σε αυτόν. Άλλοι υπήρξαν εκείνοι που τους είχαν παρουσιάσει παλαιότερα στον εκτελεστικό Γραμματέα ως υπεύθυνους τοπικών οργανώσεων του κόμματος. Ο τελευταίος τους είχε αποδεχτεί και εκείνοι, με τη σειρά τους, είχαν αναγνωρίσει την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του, από τη στιγμή που ενσάρκωνε την εξουσία και το κύρος της Κομιντέρν. Με δική του πρωτοβουλία η παραπάνω ομάδα αναγορεύτηκε σε προσωρινή ηγεσία, αντικαθιστώντας την Κεντρική Επιτροπή του  Gorkić και προσδίδοντας στον Τίτο την απαραίτητη αξιοπιστία, που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε. Κι όμως, η νέα ad hoc αυτή ηγεσία στερείτο νομιμότητας, στο ποσοστό που δεν διέθετε την έγκριση της Κομιντέρν. Ο Τίτο απευθύνθηκε γραπτά κατ επανάληψη στον Georgi Dimitrov, τον επικεφαλής της Κομιντέρν, με στόχο να αποσπάσει την άδεια να μεταβεί στη Μόσχα και να εξηγήσει τις πρωτοβουλίες, στις οποίες είχε προβεί. Η πολυπόθητη πρόσκληση κατέφτασε τον Αύγουστο του 1938.

Πρώτη του ενέργεια στη Μόσχα ήταν να αιτιολογήσει τις πράξεις του, καθώς και εκείνες του ΚΚΓ. Στο μεταξύ, μια ολόκληρη γενιά στελεχών του κόμματος είχε πέσει θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Τόσο ο Gorkić προσωπικά, όσο και οι εσωκομματικοί αντίπαλοί του, είχαν εξουδετερωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χάθηκαν εν μέσω μιας παρανοϊκής εκστρατείας διώξεων, εμπνευσμένης από τις αρχές ασφαλείας του σοβιετικού καθεστώτος, η οποία υποτίθεται πως θα απήλλασε την ΕΣΣΔ από όλους τους ανεπιθύμητους ξένους αλλά και από ο,τιδήποτε ενείχε την παραμικρή απειλή σε βάρος της επιβίωσης της γενέτειρας του κομμουνισμού. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη σοβιετική πρωτεύουσα μεταξύ των μηνών Αυγούστου 1938 και Ιανουαρίου 1939, ο Τίτο κατόρθωσε τελικά να αποσπάσει τη συγκατάθεση για τη νέα του ηγεσία αλλά, κάτι ακόμα πιο σημαντικό, και για το σύνολο των ενεργειών του επί  Gorkić αλλά και κατόπιν. Όταν εγκατέλειψε τη Μόσχα, ήταν εκ νέου εφοδιασμένος με συγκεκριμένες και επιτακτικές οδηγίες.

Πλαστό καναδικό διαβατήριο, με το οποίο ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία φέρων το όνομα Σπυρίδων Μέκας.

Μεταξύ των υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει, ήταν και η σύγκλιση ενός συνεδρίου του ΚΚΓ, το οποίο θα επιδοκίμαζε την εξουδετέρωση της προηγούμενης ηγεσίας διαγράφοντάς την, post factum, από το κόμμα. Αυτό ακριβώς έπραξε ο Τίτο με το που επανήλθε στην πατρίδα του. Συγκάλεσε την προσωρινή ηγεσία μεταξύ 15 και 19 Μαρτίου 1939. Η τελευταία αυτοαναγορεύτηκε σε Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΓ. Με αυτήν ακριβώς την ιδιότητα διέγραψε από το κόμμα όλα τα στελέχη εκείνα, τα οποία είχαν πέσει θύματα των σταλινικών διώξεων. Με την ίδια ευκαιρία, ο Τίτο απομάκρυνε και όλους τους επίδοξους διαδόχους, που είχαν κάνει την εμφάνισή τους έπειτα από την εξαφάνιση του Gorkić.⁹ ‘Εχοντας εκπληρώσει κατά γράμμα τις εντολές, τις οποίες είχε λάβει, ανέμενε νέα κλήση από τη Μόσχα, προκειμένου να μεταβεί εκεί και να κάνει την αναφορά του. Έφτασε στη σοβιετική πρωτεύουσα τον κρίσιμο Σεπτέμβριο του 1939.

Για πολλοστή φορά, υπέστη τη γνωστή διαδικασία ελέγχου. Συνέταξε την αναφορά του και την υποστήριξε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Έως ότου τα θέματα, που τον αφορούσαν, συμπεριληφθούν στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής, συμμετείχε στις συζητήσεις τις σχετικές με την αξιολόγηση της κατάστασης, η οποία είχε προκύψει στην Ευρώπη έπειτα από την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο επίκεντρο των συζητήσεων κυριαρχούσε η ανάγκη ανεύρεσης μιας φόρμουλας, ικανής να συμβιβάσει τον αντιφασιστικό προσανατολισμό της σοβιετικής πολιτικής με την πρόσφατη  συνομολόγηση του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov. O  Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής, Dmitri Manouïlski, δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τη λύση, την οποία πρότεινε ο Τίτο: να αγνοηθεί, απλούστατα, η ύπαρξη του Συμφώνου, σαν αυτό να μην υπήρχε.¹º  Όμως, όσο και αν το  Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων) και η Κομιντέρν κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να μην το κοινοποιήσουν, το συγκεκριμένο κείμενο δεν έπαυε να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής τους. Η ίδια η συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία καθιστούσε ανενεργή τη στρατηγική περί  Λαϊκού Μετώπου, από τη στιγμή που η απειλή μιας ενδεχόμενης ναζιστικής επίθεσης είχε πάψει να υφίσταται.

Μόσχα, 23 Αυγούστου 1939. Η συνομολήγηση του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως.

Μια που δεν υπήρχε, πλέον, ανάγκη συνεργασίας με κόμματα αστικής προέλευσης, το πεδίο για την επάνοδο στην παραδοσιακή πολιτική ήταν ανοικτό. Η στρατηγική συνίστατο στην αντιπαράθεση με αριστερά κόμματα, όπως ήταν τα Σοσιαλδημοκρατικά, με διακύβευμα την  οικειοποίηση της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια στρατηγική περισσότερο γνωστή ως “Δημιουργία Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, με αυτονόητη την αποκλειστική επικράτηση και κυριαρχία της κομμουνιστικής επιρροής πάνω σε αγρότες και εργάτες. Η δημιουργία Λαϊκού Μετώπου θα προέκυπτε από την εξουδετέρωση και, γιατί όχι, ολοκληρωτική καταστροφή κάθε διαφορετικής ιδεολογίας. Η εποχή των πολιτικών συμμαχιών είχε παρέλθει. Το ΚΚΓ καλείτο να επανέλθει στη γνώριμη τακτική, με την οποία ήταν εξοικειωμένο: εκείνη της άνευ όρων μετωπικής σύγκρουσης με πάσης φύσεως δημοκρατικές πολιτικές παραλλαγές.

H νέα στρατηγική παρουσιάστηκε ενώπιον του ΚΚΓ στις 29 Οκτωβρίου 1939, με βάση τις σχετικές οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν, που ο Τίτο είχε πάρει μαζί του, όταν, ένα μήνα νωρίτερα, εγκατέλειπε τη Μόσχα. Εν μέρει, οι οδηγίες αυτές στηρίζονταν επάνω σε πληροφορίες σχετικές με τη Γιουγκοσλαβία, τις οποίες ο ίδιος είχε προσκομίσει νωρίτερα στη σοβιετική πρωτεύουσα. Ήταν, επίσης, παρών σε όλες τις συνεδριάσεις της Επιτροπής. Οι οδηγίες δεν ήταν τίποτε άλλο από μια λεπτομερής και ακριβής ατζέντα με αποδέκτη το ΚΚΓ, η οποία ανταποκρινόταν σε υψίστης σημασίας ζητήματα, όπως η διαχείριση της κατάστασης που είχε προκύψει εξαιτίας της έκρηξης του πολέμου. Σέ ένα πρώτο στάδιο, το κόμμα όφειλε να εξηγήσει στα μέλη και τους οπαδούς του ότι ο πόλεμος διέθετε έναν ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και πως όλοι οι τρεις κύριοι εμπλεκόμενοι σε αυτόν – Μεγ. Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία – ήταν καπιταλιστικές δυνάμεις με κατακτητικούς στόχους. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους, ούτε υφίστατο διαχωρισμός ανάμεσα σε επιτιθέμενους και θύματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΣΣΔ είχε κάθε δικαίωμα να συνάψει ένα Σύμφωνο (στην περίπτωση επρόκειτο για το γερμανο-σοβιετικό) προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντά της. Πόσο μάλλον που ήταν η μόνη δύναμη που ακολουθούσε ειρηνική πολιτική, παρέχοντας βοήθεια στα έθνη εκείνα, τα οποία μάχονταν για την ανεξαρτησία τους, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία και η Μεγ. Βρετανία, που διέδιδαν απατηλά ότι δήθεν πολεμούσαν για την ειρήνη και την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να διευρύνουν τον πόλεμο, παρασύροντας και άλλα κράτη σε αυτόν. Το ΚΚΓ όφειλε να εμποδίσει κάθε πρωτοβουλία της άρχουσας αστικής τάξης με στόχο τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο. Αντίθετα, άμεση προτεραιότητά του ήταν ο αγώνας για τη συνομολόγηση ενός συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με την ΕΣΣΔ. Ήταν η καλύτερη εγγύηση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας. Εν κατακλείδι, ο πόλεμος θα όξυνε την κρίση του καπιταλισμού, δημιουργώντας, έτσι, πρόσφορο έδαφος και ευνοϊκές συνθήκες για την οριστική εξάλειψη του τελευταίου.¹¹

Έτσι είχαν οι οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Απηχούσαν την ουσία μιας πολιτικής, την οποία ο Τίτο είδε με τα ίδια του τα μάτια να σφυρηλατείται κατά τη διαμονή του στη Μόσχα και που έμελλε να υπηρετήσει σθεναρά, ευρισκόμενος μακριά από αυτήν. Δεν κατάφερε να επισκεφθεί εκ νέου τη σοβιετική πρωτεύουσα παρά μόνο το καλοκαίρι του 1944, και μάλιστα με δική του πρωτοβουλία. Για έναν ηγέτη με τόσο περιορισμένο μορφωτικό επίπεδο, οι μάλλον απλές έως απλοϊκές έννοιες που περικλείονταν στις οδηγίες, φάνταζαν ως απαύγασμα των πολιτικών του ιδεών. Αφομοίωσε καλά τα μαθήματα που πήρε στη Μόσχα και δεν προβληματίστηκε ποτέ από οποιουδήποτε είδους αμφιβολίες διανοητικής μορφής. Η πολιτική του οξύνοια και διορατικότητα συνίσταντο στο να αναζητεί και να βρίσκει τρόπους με απώτερο στόχο να θέτει σε εφαρμογή τη στρατηγική, την οποία είχε σχεδιάσει η Μόσχα. Με έκδηλη προθυμία εξήγησε στον Bozidar Adžija τη θεωρία περί  Λαϊκού Μετώπου (συνεργασία με άλλα αστικά κόμματα για τη συγκρότηση μιας αντιφασιστικής δυναμικής) σύμφωνα με τις επιταγές του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Με την ίδια πίστη και πειθώ υποστήριξε το Σύμφωνο Molotov – Ribbentrop, που εκ των πραγμάτων καθιστούσε περιττή τη δημιουργία  Λαϊκού Μετώπου. Η κομμουνιστική πειθαρχία και ο οπορτουνισμός, που χαρακτήριζαν τις αντιδράσεις του, ουδέποτε κλονίστηκαν από διλήμματα ηθικής τάξεως. Πρώτιστη προτεραιότητα ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης. Πιστός στο ίδιο μοντέλο, δεν είχε αναστολές να στραφεί ενάντια στα αστικά Σοσιαλδημοκρατικά

Ο Στάλιν και οι Πολιτικοί Κομισάριοί του παρακολουθούν από τον εξώστη του Μαυσωλείου του Λένιν αθλητική παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία της Μόσχας.

κόμματα, τους μέχρι τούδε συμμάχους. Τον Μάρτιο του 1940, στο Ζάγκρεμπ, εξαπέλυσε μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του κόμματος Proleter, μια σφοδρή εκστρατεία σε βάρος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Γαλλίας και Μεγ. Βρετανίας¹² την ίδια στιγμή που χαιρέτιζε εμφατικά  την επικράτηση της ΕΣΣΔ επί της Φινλανδίας.¹³ Εξέλαβε τις διαδοχικές ήττες της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου ως αδιαμφισβήτη επιβεβαίωση της πολιτικής του λογικής. Επρόκειτο για μικρά κράτη, τα οποία είχαν παρασυρθεί από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προτού εγκαταλειφθούν στη μοίρα τους. Επόμενο ήταν να υποκύψουν στην ισχύ της ναζιστικής εισβολής. Μια και μόνη επιλογή προσφερόταν, της οποίας ο ίδιος υπήρξε ένθερμος συνήγορος: αποφυγή εμπλοκής της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο και καλλιέργεια στενών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ. Πρόκειται για τη λύση, που υποστήριξε μέσω της  Proleter.¹⁴ Ταυτόχρονα εγκαινίασε έναν γύρο εσωτερικών εκκαθαρίσεων, απομακρύνοντας από το ΚΚΓ όλους όσους παρέμεναν οπαδοί της δημιουργίας  Λαϊκού Μετώπου, με άλλα λόγια της σύμπραξης με τα αριστερά αστικά κόμματα. Άλλωστε, η στρατηγική και οι εν γένει προθέσεις του διαφαίνονταν από τον τίτλο ενός από τα πολλά άρθρα που συνέταξε:Περί εξυγίανσης και μπολσεβικοποίησης του Κόμματος”.¹⁵ Εξίσου αποκαλυπτικοί είναι και οι τίτλοι των κειμένων του σχετικά με τους Σοσιαλδημοκράτες:Κατά των επαναστατών ηγετών των Σοσιαλδημοκρατών, πολεμοκάπηλων και πρωτοστατών της αντι-Σοβιετικής εκστρατείας” (Ιούνιος 1940)¹⁶ καιΗ συμπαιγνία εργοδοτών, αστυνομίας και Σοσιαλδημοκρατών προδοτών ενάντια στους εργάτες” (Ιούλιος 1940).¹⁷ Η ριζοσπαστικοποίηση της στρατηγικής του έφτασε στο απόγειο με αφορμή την κατάρρευση της Γαλλίας, οπότε τάχθηκε υπέρ της αντικατάστασης της κυβέρνησης συνασπισμού των Dragiša Cvetković και Vlatko Maček από μια άλλη, απαρτιζόμενη από αγρότες και εργάτες υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ. Τον Ιούλιο 1940 έγραφε χαρακτηριστικά: “Η ενωμένη εργατική τάξη σε συνεργασία με την αγροτιά και με τον υπόλοιπο εργαζόμενο πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας οφείλει να προετοιμαστεί, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ, για έναν αγώνα δίχως οίκτο κατά της εκμετάλλευσης των εργατών από τους καπιταλιστές και για τη διενέργεια μιας αποφασιστικής μάχης με διακύβευμα τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας. Κύρια προϋπόθεση για την πραγμάτωση των παραπάνω στόχων είναι η ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και η εγκαθίδρυση μιας αληθινής λαϊκής διακυβέρνησης. Μιας διακυβέρνησης εργατών και αγροτών, διατεθειμένης να διοικήσει προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης, να δώσει στον λαό τα δικαιώματά του και να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της χώρας με τη συνδρομή της ΕΣΣΔ, του λίκνου των εργατών και αγροτών, ενός κράτους γιγαντιαίας προόδου και ευημερίας, προστάτιδος των μικρών κρατών και του πλέον αξιόπιστου εκφραστή της ειρήνης”.¹⁸

Η ακραία αυτή στρατηγική του ΚΚΓ δεν έτυχε της έγκρισης της Μόσχας. Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Τίτο υπήρξε αποδέκτης ενός μηνύματος, το οποίο χαρακτήριζε ως πρόωρη τη εγκαθίδρυση ενός  λαϊκού καθεστώτος στη χώρα. Το είδος της πολιτικής δραστηριότητας, προς την οποία το ΚΚΓ όφειλε να εστιάσει την προσοχή του ήταν πρωτίστως ο τομέας της προπαγάνδας και η σύνταξη μανιφέστων και παρεμφερών κειμένων.¹⁹

Ο Τίτο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Το αποκορύφωμα της ριζοσπαστικής ρητορικής του Τίτο υπήρξε ο εναρκτήριος λόγος που εκφώνησε τον Οκτώβριο 1940 στο Ζάγκρεμπ, στο πλαίσιο των εργασιών της 5ης Διάσκεψης του ΚΚΓ. Το διακύβευμα ήταν μεγάλο για τον ίδιο προσωπικά. Μέχρι στιγμής δεν διαδραμάτιζε παρά εκτελεστικό, μόνο, ρόλο κι έτσι ακριβώς αντιμετωπιζόταν από την Κομιντέρν. Μόνο ένα Συνέδριο του κόμματος διέθετε την αρμοδιότητα ορισμού ενός νέου Γενικού Γραμματέα. Έχοντας αυτό κατά νου, ο Τίτο σχεδίαζε τη διεξαγωγή ενός τέτοιου Συνεδρίου για το φθινώπορο του 1940. Η Μόσχα ήταν επιφυλακτική μπροστά σε αυτή την προοπτική. Συνέτρεχε κίνδυνος να διαρρεύσουν οι εμπιστευτικές συζητήσεις, με αποτέλεσμα η κομματική ηγεσία να συρθεί στις γιουγκοσλαβικές φυλακές. Ο Τίτο αναγκάστηκε να μετονομάσει τη συνάθροιση των 108 αντιπροσώπων των τοπικών οργανώσεων του κόμματος σε “Διάσκεψη”. Η τελευταία ξεκίνησε τις εργασίες της με την ανάγνωση μιας μακροσκελούς έκθεσης πεπραγμένων του Τίτο ως εκτελεστικού Γραμματέα. Ο τελευταίος, ανέπτυξε τους λόγους που είχαν οδηγήσει το κόμμα στο να αντιταχθεί στη γενική επιστράτευση, λίγους μήνες νωρίτερα. Χάρη σε αυτή τη στάση, το ΚΚΓ απέτρεψε μια παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στο πόλεμο. Ακολούθως, διευκρίνισε τη γραμμή που το κόμμα όφειλε να ακολουθήσει ενόσω μαινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη:Κάθε είδους δραστηριότητα και προσπάθεια του Κόμματος οφείλει να διαθέτει αμιγώς ταξικό υπόβαθρο. Πρέπει να θέσουμε τέλος σε όλες τις συμφωνίες και τα προγράμματα με τις ηγεσίες των διαφόρων αστικών αυτοαποκαλούμενων “δημοκρατικών” κομμάτων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε γνήσια αντιδραστικά πρακτορεία των μυστικών υπηρεσιών των Γάλλων και Βρετανών εμπνευστών του Πολέμου. Το Κόμμα μας, όπως και όλα τα τμήματα της Κομιντέρν ας αναλάβουν την ακόλουθη αποστολή: εκείνη του αγώνα υπέρ του σχηματισμού ενός Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, μέσω της οργάνωσης και της καθοδήγησης μιας καθημερινής προσπάθειας με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών της εργατικής τάξης, όπως είναι ο αγώνας κατά του Πολέμου, υπέρ της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων της καταπιεσμένης Γιουγκοσλαβικής εργατικής τάξης”.²º

Περιττό να αναφερθεί πως ο ενακτήριος λόγος του Τίτο καθώς και η έκθεση πεπραγμένων, αποτέλεσαν τη βάση των εργασιών της Διάσκεψης και των τελικών συμπερασμάτων. Με τη λήξη, ο Τίτο ανέλαβε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ. Υπό τη δική του ηγεσία, κυρίαρχη προτεραιότητα δόθηκε στον αγώνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Κι ενώ το κόμμα βρισκόταν σε θέση μάχης, διαθέτοντας έναν επίσημο ηγέτη και μια ομόφωνα επιλεγείσα στρατηγική, εκείνη του  Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, η Μόσχα παρενέβη εκ νέου. Τον Σεπτέμβριο του 1940, είχε αναχωρήσει για τη σοβιετική πρωτεύουσα ο Nikola Petrović, μηχανικός από το Βελιγράδι, ως προσωπικός απεσταλμένος του Τίτο. Αν και δεν έφερε μαζί του κάποιο γραπτό κείμενο, είχε ενημερωθεί διεξοδικά από τον τελευταίο σε προφορικό επίπεδο. Φθάνοντας στη Μόσχα ένα μήνα αργότερα, ο  Petrović εξέθεσε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν την κατάσταση που επικρατούσε τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στους κόλπους του κόμματος. Εν συνεχεία, η Επιτροπή κατέληξε σε συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες στάλθηκαν τηλεγραφικά στον Τίτο στις 25 Οκτωβρίου 1940. Το σχετικό τηλεγράφημα έφερε την υπογραφή του Pieck.

O τελευταίος έκανε έκκληση για αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία. Υπό τις παρούσες συνθήκες στα Βαλκάνια, φάνταζε αδύνατος ο σχηματισμός μιας λαϊκής κυβέρνησης. Αντ αυτού, ο Pieck πίεζε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ευρέως κινήματος, ικανού να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Γιουγκοσλαβίας καθώς και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που κατοικούσαν εντός των συνόρων της. Εισηγήθηκε τη σύμπραξη του ΚΚΓ με σχηματισμούς αστικής προέλευσης, όπως ήταν το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović. Το παραπάνω κίνημα θα είχε αντιπολεμική χροιά και θα καλλιεργούσε προνομιακές σχέσεις με την ΕΣΣΔ.²¹ Κομιστής του πλήρους κειμένου των οδηγιών, υπογεγραμμένου από τους Manouïlski, Pieck, Ercoli (ψευδώνυμο του Palmiro Togliati) και Klement Gottwald, υπήρξε ο ίδιος ο Petrović. Το επέδωσε προσωπικά στον Τίτο με το που επέστρεψε τον Δεκέμβριο στη Γιουγκοσλαβία.  Ήταν εμφανές πως οι νέες επιτακτικές οδηγίες της Μόσχας αναιρούσαν τα συμπεράσματα, στα οποία είχε καταλήξει η 5η Διάσκεψη, καθώς και την στρατηγική του ΚΚΓ στο σύνολό της. Αναφορικά με το ζήτημα του σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης προσδιόριζαν τα εξής:Υπό τις παρούσες συνθήκες, το αίτημα περί ανατροπής της κυβέρνησης και εγκαθίδρυσης μιας άλλης, υπό τον γνήσιο έλεγχο εργατών και αγροτών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή μιας δικτατορίας του προλεταριάτου. Η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο…Το Κόμμα πρέπει να αποδοκιμάζει σθεναρά κάθε είδους εικασίες ότι ο Κόκκινος Στρατός είναι, δήθεν, διατεθειμένος να συμβάλλει σε μια τέτοια  κατάσταση”.²²

Η θέση της Κομιντέρν ως προς τη στρατηγική έναντι του πολέμου στην Ευρώπη, χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη ασάφεια: “Επιλέγοντας ως σύνθημα την ανεξαρτησία των λαών της Γιουγκοσλαβίας, το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση και τη συσπείρωσή τους ενάντια σε κάθε πράξη βίας, το Κόμμα οφείλει να καλλιεργήσει προπαγάνδα στις μάζες και μεταξύ των πολιτών ενάντια στην διαφαινόμενη πρόθεση της αστικής τάξης και της κυβέρνησης να ενδώσει στα σχέδια των Γερμανών και Ιταλών ιμπεριαλιστών, τα οποία στοχεύουν στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, το Κόμμα δεν πρέπει να προβάλλει το σύνθημα υπέρ της προάσπισης των σημερινών συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, ούτε και να επαγγέλεται, ως απομονωμένη πολιτική δύναμη, την ένοπλη αντίσταση κατά των επίδοξων ιμπεριαλιστών εισβολέων. Αντίθετα, οφείλει να εκτιμήσει και να ενισχύσει όλες τις τάσεις μεταξύ των πολιτών και μέσα στους κόλπους του στρατεύματος, που προσανατολίζονται προς την κατεύθυνση οργάνωσης ένοπλης αντίστασης με σκοπό την ενδυνάμωση της αντίθεσης σε κάθε μορφής συνθηκολόγηση και την ενίσχυση της άμυνας της χώρας”.²³

Περισσότερο διαυγές ήταν το σκέλος των οδηγιών της Κομιντέρν σχετικά με την στρατηγική του  Λαϊκού Μετώπου:Το Κόμμα καλείται να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία συνεργασίας με στελέχη της αντιπολίτευσης και των μικρών αστικών κομμάτων, όπως και με  ομάδες εντός των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, προκειμένου να διευρύνει, προς το παρόν τουλάχιστον, το ενωμένο μέτωπο ενάντια στην αντίδραση, υπέρ του σεβασμού των διεκδικήσεων των μαζών όπως και υπέρ της προάσπισης της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας”.²⁴

Οι  Josip Broz και Nikola Petrović (δεξιά), το 1945 στο Βελιγράδι.

Ταυτόχρονα με την κατάρρευση της Γαλλίας και την επικράτηση του Hitler στη Δυτική Ευρώπη, ο ναζιστικός κίνδυνος έγινε εκ νέου αισθητός. Το Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση, με τη συνδρομή των αστικών κομμάτων, ειδικότερα δε των αριστερόστροφων, ήταν απαραίτητο για την προστασία της ΕΣΣΔ. Με τον ίδιο ζήλο και πειθώ, που τον χαρακτήριζαν στο πρόσφατο παρελθόν, ο νέος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ άρχισε, χωρίς καθυστέρηση, να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη στις 25 Δεκεμβρίου 1940 ενημέρωσε τη Μόσχα πως είχε έρθει σε συμφωνία με το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović, στη βάση ενός κοινού προγράμματος το οποίο συνιστατο: α) στη σύναψη ενός συμφώνου συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, β) σε ενέργειες εκδημοκρατισμού της Γιουγκοσλαβίας  και γ) σε προσπάθεια διασφάλισης της ανεξαρτησίας της χώρας.²⁵

Ο Petrović ήταν το τελευταίο μέλος του ΚΚΓ, το οποίο λειτούργησε ως μεσολαβητής ανάμεσα στον Τίτο και τη Μόσχα. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, έως ότου, την άνοιξη του 1944, ο Milovan Djilas επωμιστεί ανάλογη αποστολή, ερχόμενος σε απευθείας επαφή με τη σοβιετική ηγεσία. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η επικοινωνία εξασφαλιζόταν μέσω ραδιοσημάτων, υπό την ευθύνη του Josip Kopinič, ενός ήρωα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και προσωπικού φίλου του Τίτο. Ο  Kopinič είχε σταλεί από τη Μόσχα με συγκεκριμένη αποστολή: να διατηρήσει την επαφή με το ΚΚΓ και με άλλα οκτώ αντίστοιχα κόμματα των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης. Ο ασύρματος βρισκόταν στο Βελιγράδι και ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του  1940.²⁶

Josip Kopinič.
Milovan Djilas.

                            

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έως τον Μάϊο του 1941, ενόσω ο Τίτο βρισκόταν στο Ζάγκρεμπ, του ήταν σχετικά εύκολο να επικοινωνεί με τη Μόσχα. Ωστόσο, το είδος της επαφής δεν επέτρεπε κάτι περισσότερο από την ανταλλαγή περιληπτικών μηνυμάτων. Ήταν αδύνατη η διακίνηση εκτενών οδηγιών, σχετικών με τη στρατηγική, την οποία όφειλε να ακολουθήσει. Ήταν αναγκασμένος να αποφασίζει από μόνος για την περαιτέρω πορεία του ΚΚΓ. Μέχρι την εκδήλωση της Γερμανικής εισβολής, εφάρμοσε με ιεραποστολική προσήλωση τις οδηγίες, τις οποίες είχε προσκομίσει ο Petrović. Στις αρχές του 1941, ο Τίτο προσδιόρισε τη στρατηγική του κόμματος ως εξής: “…η διατήρηση της ειρήνης, η προάσπιση της εθνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας των λαών της Γιουγκοσλαβίας ενάντια στον πόλεμο και στην οποιαδήποτε σχέση των προαναφερθέντων λαών με τα ιμπεριαλιστικά εμπόλεμα μέρη, επειδή μια προσχώρηση στο πλευρό τους θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της ανεξαρτησίας της χώρας. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος προάσπισης της ανεξαρτησίας είναι η παραμονή της χώρας έξω από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η ενδυνάμωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ μέσω της σύναψης μιας συμμαχίας αμοιβαίας βοήθειας”.²⁷

Διακατεχόμενο από αυτό το σκεπτικό, το ΚΚΓ περιορίστηκε σε ρόλο απλού θεατή, όταν, στις 27 Μαρτίου 1941, μια ομάδα φιλοδυτικών στρατιωτικών ανέτρεψε την κυβέρνηση Cvetković-Maček, δυο, μόλις, ημέρες έπειτα από την προσχώρηση της τελευταίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Το κόμμα δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη στην οργάνωση των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων της ημέρας εκείνης ως υποστήριξη του πραξικοπήματος. Όταν, προς το τέλος της ημέρας, ορισμένα στελέχη προσχώρησαν στις κινητοποιήσεις, το μόνο σύνθημα, το οποίο προέβαλαν επιδεικτικά, ήταν εκείνο περί συμμαχίας με την ΕΣΣΔ. Το εντυπωσιακό μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν προκάλεσε καμία απολύτως αλλαγή στην όλη στρατηγική του Τίτο. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, ενημέρωσε την Κομιντέρν πως το ΚΚΓ θα προετοίμαζε τον κόσμο για αντίσταση έναντι μιας ένοπλης γερμανικής ή ιταλικής επίθεσης, αλλά και για μάχη κατά οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, η οποία θα αποσκοπούσε σε παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο στο πλευρό της Μεγ. Βρετανίας. Το ΚΚΓ ήταν υπέρ της καταγγελίας της πράξης προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ήλπιζε να δει τη νεοσύστατη κυβέρνηση του στρατηγού Dušan Simović να συνάπτει την πολυπόθητη συμμαχία με την ΕΣΣΔ.²⁸ Όμως, ακόμα και αυτή η μάλλον παθητική θέση του ΚΚΓ θεωρήθηκε άκρως ριψοκίνδυνη από την πλευρά της Κομιντέρν. Ο Γενικός Γραμματέας της τελευταίας, Georgi Dimitrov, εκτιμώντας τα γεγονότα της 27ης Μαρτίου, διέταξε τον Τίτο να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια, καθώς οι συνθήκες ήταν ακατάλληλες. Το ΚΚΓ έπρεπε να περιοριστεί στο να ενημερώνει την εργατική τάξη και το στράτευμα σχετικά με τη στρατηγική του.²⁹

Οι κινητοποιήσεις της 27ης Μαρτίου 1941 στους δρόμους του Βελιγραδίου.

Η εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης έπειτα από το πραξικόπημα ήταν, πλέον, ζήτημα ημερών.  Στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η κυβέρνηση Simović ευθυγραμμίστηκε με το κυριότερο αίτημα του ΚΚΓ, υπογράφοντας στις 5 Απριλίου, στη Μόσχα, ένα Σύμφωνο Φιλίας και μη Επιθέσεως με την ΕΣΣΔ.³º Τελικά, το κόμμα αποδέχτηκε να ανταποκριθούν τα μέλη του στις εκκλήσεις για επιστράτευση, με εξαίρεση εκείνα της Κεντρικής Επιτροπής.³¹ Η γερμανική επίθεση διήρκησε από τις 6 Απριλίου, ημέρα της εκδήλωσής της, έως τις 17 του ιδίου μήνα, οπότε  ο γιουγκοσλαβικός στρατός συνθηκολόγησε. Η χώρα διαμοιράστηκε ανάμεσα στους γείτονές της Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Αλβανία. Οι Ναζί εγκατέστησαν στην Κροατία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ένα γενοκτόνο καθεστώς μαριονέτα υπό τον Ante Pavelić και τους συνοδοιπόρους του Ούστασε (Ustaša), του αυτοαποκαλούμενου Κροατικού Επαναστατικού Κινήματος, δημιουργώντας το ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας. Αυτές ακριβώς οι εξελίξεις απασχόλησαν αποκλειστικά το Politbureau κατά τη συνάντησή του στο Ζάγκρεμπ, τον Μάϊο του ιδίου έτους. Αμέσως μετά, ο Τίτο μετέβη στο Βελιγράδι, όπου ενημέρωσε τη σοβιετική πρεσβεία για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στη Γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα είχε ξεκινήσει τη λειτουργία της μόλις τον Ιούνιο του 1940, ως επακόλουθο της εξομάλυνσης των διμερών διακρατικών σχέσεων. Οι τελευταίοι Σοβιετικοί διπλωμάτες εγκατέλειψαν το Βελιγράδι ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Τα αποτελέσματα της συνεδρίασης, έτσι τουλάχιστον όπως ο Τίτο τα περιέγραψε, υποτίθεται πως απηχούσαν τη νέα στρατηγική του ΚΚΓ υπό το πρίσμα της ξένης κατοχής. Πρωτίστως τονιζόταν το γεγονός ότι το κόμμα είχε κατορθώσει να διατηρήσει τη συνοχή του και εξακολουθούσε να είναι σε θέση να ασκήσει την επιρροή του στο σύνολο της προπολεμικής επικράτειας. Λίγο πριν την απαρχή του πολέμου, αριθμούσε 8 000 μέλη, ενώ άλλα 30 000 άτομα στελέχωναν την Κομμουνιστική Νεολαία. Άξονας της στρατηγικής των προηγουμένων μηνών ήταν: “O αγώνας ενάντια στις αντιδραστικές κυβερνήσεις, που αρνούνταν την εκχώρηση στο λαό των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ο αγώνας, επίσης, για την εγκαθίδρυση λαϊκής κυβέρνησης, η οποία θα παραχωρούσε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στους πολίτες της Γιουγκοσλαβίας και θα επανέφερε σε ισχύ δικαιώματα στα καταπιεσμένα έθνη”.³²

Σε άρθρο, το οποίο έγραψε τον Ιούνιο 1941, ο Τίτο υποστήριζε πως στο πέρας της συνεδρίασης του Μαΐου είχε διαγραφεί ομόφωνη διαπίστωση ότι στη χώρα υπήρχε διάχυτη μια “επαναστατική ενέργεια των μαζών”. Η τελευταία είχε προκύψει από: “Ένα βίαιο κατοχικό καθεστώς και τη συνακόλουθη λεηλασία σε βάρος του λαού. Από μια ακόμη πιο βίαιη καταπίεση ορισμένων εθνών και το αναμενόμενο μίσος εναντίον των εμπνευστών της. Από την προδοσία, στην οποία είχαν προβεί οι μέχρι πρότινος αστικοί κυβερνητικοί κύκλοι. Από την αδιαμφισβήτητη εγκληματική εθνική και κοινωνική πολιτική του εκπνεύσαντος καθεστώτος…”.³³

Βομβαρδισμός του Βελιγραδίου από τη γερμανική πολεμική αεροπορία (6 Απριλίου 1941).

Η επίκληση της ανάγκης σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης και η διαπίστωση ύπαρξης επαναστατικής ενέργειας αποκαλύπτουν πως ο Τίτο είχε αρχίσει να μεταστρέφεται προς τη σκέψη ότι η κατοχή μπορούσε να λειτουργήσει ως ιδανική αφορμή αξιοποίησης του ιμπεριαλιστικού πολέμου προς την κατεύθυνση της έκρηξης ενός επαναστατικού κινήματος. Στα τηλεγραφήματα, τα οποία απέστειλε προς τη Μόσχα, απέφυγε σχολαστικά να αναφέρει το παραμικρό σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Αρκέστηκε στο να διαβιβάσει μέσω του Kopinič τη διαβεβαίωση ότι το ΚΚΓ προετοιμαζόταν για ένοπλη δράση σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης σε βάρος της ΕΣΣΔ. Το ίδιο ακριβώς επανέλαβε και προς τον υπάλληλο της σοβιετικής πρεσβείας με τον οποίο συναντήθηκε τον Μάϊο στο Βελιγράδι.³⁴ Το ότι η πατρίδα του τελούσε υπό κατοχή, δεν αρκούσε προκειμένου να αναπτύξει, με δική του πρωτοβουλία, πολεμική δραστηριότητα. Οι οδηγίες, που είχε λάβει τον Μάρτιο από τον Dimitrov δεν άφηναν περιθώριο για παρερμηνείες. Το ΚΚΓ όφειλε να περιοριστεί στην ενημέρωση γύρω από τη στρατηγική του και να εξασφαλίσει για δικό του  λογαριασμό όσο το δυνατόν ευρύτερη επιρροή μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης. Όπως ήταν επόμενο, τα πάντα άλλαξαν μετά τις 22 Ιουνίου 1941 και την εκδήλωση της χιτλερικής εισβολής  κατά της ΕΣΣΔ.

Το ληφθέν αυθημερόν τηλεγράφημα με προέλευση τη Μόσχα, ήταν κρυστάλλινης διαύγειας. Η γερμανική και ιταλική εισβολή δεν ήταν απλώς ένα ράπισμα σε βάρος της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας. Ισοδυναμούσε με επίθεση ενάντια στην ελευθερία και ανεξαρτησία όλων των εθνών. Κατόπιν τούτου, το ΚΚΓ, μιμούμενο το παράδειγμα των άλλων αδελφών κομμάτων, καλείτο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός αυτοδύναμου εθνικού Λαϊκού Μετώπου καθώς και σε εκείνη ενός αντίστοιχου συλλογικού διεθνούς. Μεταξύ άλλων, το τηλεγράφημα προσδιόριζε και τις προτεραιότητες. Στη παρούσα φάση, το ΚΚΓ θα πολεμούσε για την αποτίναξη του κατοχικού ζυγού και όχι για μια σοσιαλιστική επανάσταση.³⁵ Ακολουθούσε η ανάλυση της επονομαζόμενης “Θεωρίας των δυο φάσεων”. Σε ένα πρώτο στάδιο προείχε η δημιουργία ενός Λαϊκού Μετώπου εκ των άνω, και μόνο όταν οι συνθήκες ήταν ώριμες, το ΚΚΓ θα αναλάμβανε δράση για κοινωνική επανάσταση. Η ΕΣΣΔ είχε άμεση ανάγκη από μια ευρεία συμμαχία με τη Μεγ. Βρετανία, ενδεχομένως και με τις ΗΠΑ, για την επιβίωσή της. Έκρηξη κοινωνικών επαναστάσεων μέσα στη συγκεκριμένη συγκυρία θα καθιστούσαν τη συμμαχία αυτή αδύνατη. Επομένως, το ΚΚΓ, όπως και τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα και οι υπηρεσίες της Κομιντέρν καλούνταν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη συγκρότηση ενός ευρέως  Λαϊκού Μετώπου, ικανού να αντισταθεί και να αντιπαρατεθεί με τη Γερμανία του Hitler. Την 1η Ιουλίου, η Μόσχα επανέλαβε τις οδηγίες προς τον Τίτο διατάσσοντάς τον να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία μονάδων παρτιζάνων με αποστολή τον αγώνα κατά του κατακτητή.³⁶

[Συνεχίζεται]

Josip Broz Tito: Rebel Communist and Yugoslav Hero


 

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

¹ Πρόκειται για την επίσημη ονομασία του ΚΚΣΕ μεταξύ των ετών 1925 και 1952 (ρωσ. Всесоюзная коммунистическая партия (большевиков)).

² Βλ. σχετικά, Leonid Gibianskii,“Soviet-Yugoslav Relations, the Cominform and Balkan Communist Parties: Documentary sources and some aspects of its research” στο (επιμ.  Vojislav Pavlović) The Balkans in the Cold War (Belgrade: Institute for Balkan Studies ot the Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011).

³ Η εκδοχή αυτή είχε υιοθετηθεί από την Κομιντέρν κατά τη διάρκεια των σταλικινών εκκαθαρίσεων στη Μόσχα.

⁴  Πρόκειται για τη νέα ονομασία μεταξύ των ετών 1952 και 1991.

Jugoslovensko-sovjetski odnosi 1945-1956 (Belgrade: Ministry of Foreign Affairs of Serbia, 2010), 917.

⁶ Οι βιογραφίες του Τίτο είναι αναρίθμητες. Η αγιογραφική προσέγγιση του Vladimir Dedijer, Tito (New York: Simon and Schuster, 1953) αντανακλά την επίσημη προπαγάνδα του ΚΚΓ. Από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία του πάλαι ποτέ στενού του συνεργάτη του  Milovan Djilas, Tito: the story from inside (New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1980) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο πόλεμος της πρώην Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε νέο γύρο ενδιαφέροντος ως προς την προσωπική ιστορία του Τίτο: Stevan K. Pavlowitch, Tito-Yugoslavia’s great dictator: a reassessment (Columbus: Ohio State University Press, 1992), Jasper Ridley, Tito (London: Constable, 1994), Richard West, Tito and the rise and fall of Yugoslavia (New York: Caroll & Graff Publishers, 1994).  Διάφορες βιογραφίες του Τίτο κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα: Geoffrey Swain, Tito: a biography (London, New York: I.B. Tauris, 2011), Pero Simić, Tito: fenomen 20. veka (Beograd: Službeni glasnik, 2011), Jože Pirjevec: Tito in tovariši (Ljubljana: Mladinska knjiga, 2011).

⁷ Branislav Gligorijević, Kominterna i jugoslovensko pitanje (Belgrade: Institut za savremenu istoriju, 1992), 252-253.

⁸ Josip Broz Tito, Sabrana djela, vol. III, (Belgrade: Komunist, 1983), 40 , Broz προς Gržetić, Βιέννη, 5 Νοεμβρίου 1936.

⁹ Tito, Sabrana djela, Vol. IV, 173-174.

¹º Aρχεία Γιουγκοσλαβίας, (στο εξής AJ), 837, IV-5-a, Φακ. 43, Συνέντευξη Τίτο, 29 Δεκεμβρίου 1979. 

¹¹ Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας (RGASPI), Φακ. 495, 11, έγγραφο 368, 60-65.

¹² Tito, Sabrana djela, vol. V, 56-60, “Radnom Narodu Jugoslavije”, Proleter, 3-4, 1940.

¹³ Ibid., 64-66.

¹⁴ Ibid., 69-71.

¹⁵ Ibid., 80-84.

¹⁶ Ibid., 90-96.

¹⁷ Ibid., 108-110.

¹⁸ Ibid., 119,120.

¹⁹ Ubavka Vujošević, “Prepiska (radiogrami) CK KPJ – IK KI”, Vojnoistorijski glasnik, XLIII, 1-3, 1992, 323.\

²º Tito, Sabrana djela, vol.VI, 20, 21.

²¹ Vujošević, “Prepiska”, 324.

²² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 202-204.

²³ Ibid.

²⁴ Ibid.

² Vujošević, “Prepiska”, 291.

²⁶ Vjenceslav Cenčić, Enigma Kopinič, vol. I (Belgrade: Rad, 1983), 128-130.

² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 207.

² Vujošević, “Prepiska”, 300.

²Tito, Sabrana djela, vol. VI, 215.

³º Odnosi Jugoslavije i Rusije (SSSR) 1940-1945 (Belgrade: Savezno Ministarstvo za inostrane poslove, 1996), 45-46.

³¹ Vujošević, “Prepiska”, 302.

³² Tito, Sabrana djela, vol. VII, 18-25.

³³ Ibid., 39.

³⁴ Vujošević, “Prepiska”, 305.

³⁵ Reneo Lukić, Les relations soviéto-yugoslaves de 1935 à 1945 (Bern : Peter Lang, 1996), 76.

³⁶ Vujošević, “Prepiska”, 302.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Έλλη Λεμονίδου: Αποτυπώσεις και ερμηνείες της δεκαετίας του 1940 στον ελληνικό κινηματογράφο

Έλλη Λεμονίδου

Αποτυπώσεις και ερμηνείες της δεκαετίας του 1940 στον ελληνικό κινηματογράφο

 

Εισαγωγή

H δυναμική του κινηματογράφου ως προνομιακού φορέα «συνομιλίας» με το παρελθόν είναι ένα θέμα που έχει επισημανθεί πολλαπλώς από τη σύγχρονη έρευνα, ιδίως μετά τη ραγδαία κατά τις τελευταίες δεκαετίες ενίσχυση του ενδιαφέροντος για τη Δημόσια Ιστορία και την αντίστοιχη προβολή της σημασίας του οπτικού γραμματισμού στο πλαίσιο της εγκύκλιας και μη εκπαιδευτικής διαδικασίας. Λόγω της πολυδύναμης λειτουργίας του ως μέσου που υποβάλλει τον θεατή σε μια ολοκληρωμένη αισθητική εμπειρία, το κινηματογραφικό έργο έχει τη δύναμη να επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση της εικόνας για μια ιστορική περίοδο. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η δυναμική του κινηματογραφικού μέσου δεν περιορίζεται μόνο στην παραδοσιακή μορφή θέασης στις σκοτεινές αίθουσες, αλλά διατηρείται με αμείωτη ένταση και μέσω των νεότερων μορφών διακίνησης των κινηματογραφικών προϊόντων, από την τηλεόραση και τη βιντεοταινία έως το διαδίκτυο.[1]

Η ενασχόληση του κινηματογράφου με το παρελθόν έχει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα όταν τα θέματα των ταινιών συνδέονται με ιδιαιτέρως σημαντικά και ευαίσθητα ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο τρόπος διαχείρισης μέσα από την κινηματογραφική εικόνα (είτε πρόκειται για συγκεκριμένες στάσεις απέναντι στα γεγονότα, είτε ακόμα και για παραλείψεις ή σιωπές) δύναται να έχει έως και καθοριστική σημασία για τη διαμόρφωση συλλογικών αντιλήψεων γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Ως εκ τούτου, η ακαδημαϊκή έρευνα για τη σχέση ιστορίας και κινηματογράφου αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στην κινηματογραφική διαχείριση αυτής της κατηγορίας θεμάτων, καθώς αποτελούν το πλέον πρόσφορο πεδίο για την κατανόηση και αξιολόγηση της επιδραστικότητας του μέσου.

 

Η δεκαετία του 1940 και ο ελληνικός κινηματογράφος – Γενικές παρατηρήσεις

Ελάχιστοι θα διαφωνούσαν με την εκτίμηση ότι η δεκαετία του 1940 αποτελεί το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα σημαντικού και ευαίσθητου ζητήματος στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τα πολλαπλά και καθοριστικής σημασίας γεγονότα εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να βρίσκονται, σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τόσο της ιστοριογραφικής έρευνας, όσο και της δημόσιας συζήτησης για το παρελθόν, προκαλώντας συνεχώς νέες προσεγγίσεις και ερμηνείες, ενίοτε δε και αντιπαραθέσεις. Παρουσιάζει, συνεπώς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση του τρόπου με τον οποίο έχει αντιμετωπίσει την περίοδο αυτή η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και έως τις μέρες μας, καθώς και η κατανόηση του διαχρονικού βαθμού συμβολής αυτού του μέσου στη συνολική της πρόσληψη.

Η πρώτη διάσταση που οφείλει να έχει κανείς υπόψη του προσεγγίζοντας τη δεκαετία του 1940 (και γενικά, αλλά και ειδικότερα ως προς την κινηματογραφική της διαχείριση) είναι ο πολύπτυχος και πολύπλοκος χαρακτήρας της. Η συγκεκριμένη περίοδος, την οποία, για μια σειρά από λόγους, οφείλουμε να εξετάζουμε ως ένα ενιαίο σύνολο, αποτελείται από πολλά διαφορετικά γεγονότα, σαφώς αλληλένδετα μεταξύ τους, αλλά ενίοτε και με έντονο βαθμό αυτονομίας ως προς τη δυναμική τους: ο Πόλεμος του 1940-1941, η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1946-1949, αλλά και ειδικότερες πτυχές, όπως τα Δεκεμβριανά ή το ζήτημα της αντιμετώπισης των Ελλήνων Εβραίων, αποτελούν ισχυρά υποπεδία της ιστορικής έρευνας, με μεγάλο όγκο πρωτογενούς και δευτερογενούς υλικού για κάθε περίπτωση. Αυτό έχει ως συνέπεια πολλές από τις μελέτες για την εν λόγω περίοδο να χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, η δε καταγραφή ολοκληρωμένων συνθέσεων να αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση, η οποία ωστόσο δεν πρέπει να λειτουργεί ανασταλτικά ως προς το έργο των μελετητών.

1941-1942: Ο λιμός της Αθήνας.

Πριν προχωρήσουμε στην αναλυτικότερη επισκόπηση της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής για τη δεκαετία του 1940, είναι χρήσιμο να προβούμε σε ορισμένες προκαταρκτικές επισημάνσεις, οι οποίες δύνανται να λειτουργήσουν και ως οδηγός για την ανάγνωση του υπόλοιπου κειμένου.

α) Η ελληνική περίπτωση, παρά τις ιδιαιτερότητές της, δεν διαφέρει από τις περιπτώσεις άλλων ευρωπαϊκών κρατών, όπου η μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ευρύτερα της δεκαετίας του 1940 (εξ ορισμού τραυματική σχεδόν στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου) γνώρισε πολλές διακυμάνσεις και μεταβολές, ευρισκόμενη σε άμεση διασύνδεση με την πολιτική συγκυρία και τις ευρύτερες πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις κάθε επιμέρους περιόδου σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο. Η κινηματογραφία –στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα– ακολουθεί σταθερά αυτήν την τάση.

β) Στην περίπτωση του ελληνικού κινηματογράφου, οι ταινίες με θεματικό επίκεντρο ή ουσιώδεις αναφορές στα γεγονότα της δεκαετίας του 1940 δεν είναι ιδιαίτερα πολλές στον αριθμό, πολύ δε περισσότερο αν συγκριθούν με τα συνολικά ποσοτικά δεδομένα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής κατά τις πρώτες ιδίως μεταπολεμικές δεκαετίες[2] – ακόμα και με αυτή την παραδοχή, ωστόσο, το δείγμα παραμένει σημαντικό και δύσκολα διαχειρίσιμο στο πλαίσιο μιας ενιαίας θεώρησης, καθώς εμπεριέχει πολλών τύπων προσεγγίσεις από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους κινηματογραφικά είδη.

γ) Σε ένα πολύ σημαντικό μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής, ανεξαρτήτως είδους, διακρίνεται μια ιδιαίτερη έμφαση στην καταγραφή του βιώματος της εξεταζόμενης εποχής (είτε στην ατομική/οικογενειακή, είτε σε μια πιο γενική, σχεδόν πανανθρώπινη διάσταση), σε βάρος μιας πιο ιστορικής προσέγγισης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο θα επισημανθεί και στη συνέχεια του κειμένου, συνδέεται σε έναν βαθμό και με μια ειδικότερη παρατήρηση: οι ταινίες για τη δεκαετία του 1940, μια περίοδο κατεξοχήν χαρακτηριζόμενη από την παρουσία της βίας, επιβεβαιώνουν μια γενικότερη τάση του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την αναπαράσταση του πολέμου στο σελιλόιντ[3] – η κύρια εξαίρεση σε αυτή την τάση εντοπίζεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με απολύτως διακριτά πολιτικοκοινωνικά χαρακτηριστικά.

Στην ανάλυσή μας θα ακολουθήσουμε τη χρονολογική ταξινόμηση των ταινιών που αναφέρονται μερικώς ή ολικώς στη δεκαετία του 1940 – αν και τα χρονολογικά όρια δεν είναι απολύτως ασφαλή και στεγανά ως προς την κατάταξη των ταινιών, οριοθετούν ωστόσο σαφείς τάσεις με σημαντικό βαθμό αναφοράς για τις αντίστοιχες περιόδους, ενώ τα προτεινόμενα έτη-τομές συμπίπτουν με καθοριστικά ορόσημα της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας.

 

1949-1967: αποφεύγοντας το τραύμα

Οι δύο δεκαετίες που ακολούθησαν τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου αποτελούν την εποχή της άνθισης της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, που πραγματώνεται με δύο διαφορετικούς τρόπους. Στη δεκαετία του 1950 κυριαρχούν οι μελοδραματικές ταινίες, οι οποίες αναπαριστάνουν τη δύσκολη καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που πασχίζουν να σταθούν στα πόδια τους. Την επόμενη δεκαετία, αντίθετα, ο ελληνικός κινηματογράφος, επηρεασμένος από τα δυτικά πρότυπα, στρέφεται προς την παραγωγή πιο ευχάριστων και ανάλαφρων ταινιών. Κοινός στόχος όλης αυτής της δημιουργίας είναι να προσφέρει στον μέσο θεατή ψυχαγωγία και διασκέδαση, αποσπώντας την προσοχή του από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιλογή της παράκαμψης κάθε αναδρομής σε πρόσφατα δεινά, όπως αυτά που σωρευτικά είχε επιφέρει η δεκαετία του 1940 σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ενώ, αντίθετα, προτιμώνται οι απεικονίσεις μιας ειρηνικής καθημερινότητας.[4]

Στις ελάχιστες ταινίες που πραγματεύονται τα ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940, οι Έλληνες σκηνοθέτες ασχολούνται περισσότερο με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή παρά με τον Εμφύλιο, ακολουθώντας το ευρύτερο κλίμα της μεταπολεμικής πραγματικότητας και πειθαρχώντας στους αυστηρούς κανόνες της λογοκρισίας της εποχής.[5] Στις ταινίες αυτές υπερτονίζονται, μεταξύ άλλων, οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, η γενναιότητα και η αυτοθυσία των Ελλήνων πολεμιστών, ενώ έμφαση δίνεται σε περιπτώσεις ατομικού ηρωισμού, κυρίως σαμποτέρ σε ειδικές αποστολές και κατασκόπων που συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νίκη έναντι του Ναζισμού. Παράλληλα, αποσιωπάται κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να διχάσει την ελληνική κοινωνία, σε μια προσπάθεια να προβληθούν ο υπερταξικός χαρακτήρας της Αντίστασης, η εθνική ομοψυχία και ενότητα του ελληνικού λαού, η σύσσωμη συσπείρωσή του ενάντια στον κατακτητή και η παλλαϊκή αντίσταση.

Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962).

Ξεχωριστή θέση στην παραγωγή αυτής της περιόδου κατέχουν δύο ταινίες που έχουν αποκτήσει εμβληματική θέση στη ελληνική φιλμογραφία για τη δεκαετία του 1940· πρόκειται για το δημοφιλές έργο Οι Γερμανοί ξανάρχονται (Αλέκος Σακελλάριος, 1948) που θέτει ξεκάθαρα –έστω και σε μια κάπως πρόωρη και άκαιρη στιγμή, μεσούντος ακόμα του Εμφυλίου– ζήτημα εθνικής συμφιλίωσης και για το Ξυπόλητο τάγμα του Ελληνοαμερικανού Γκρεγκ Τάλλας (1953), που παρουσιάζει με τρόπο ανάγλυφο τις κακουχίες της Κατοχής, αλλά και τις μικρές καθημερινές πράξεις αντίστασης μέσα από τις περιπέτειες μιας ομάδας ορφανών παιδιών. Η καθημερινότητα της Κατοχής και η τραυματική μνήμη της εποχής κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην επίσης γνωστή ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962). Τέλος, από την παραγωγή της εποχής αξίζει να μνημονεύσουμε τις πρώτες προσπάθειες διατύπωσης ενός εναλλακτικού λόγου για την περίοδο από ορισμένους δημιουργούς προερχόμενους από τον χώρο της Αριστεράς (Νίκος Κούνδουρος, Παράνομοι, 1958· Άδωνις Κύρου, Το μπλόκο, 1964· Ροβήρος Μανθούλης, Πρόσωπο με πρόσωπο, 1966), αλλά και τις σποραδικές αναφορές στο ζήτημα της αντιμετώπισης των Ελλήνων Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Γρηγόρης Γρηγορίου, Το πικρό ψωμί, 1951· Ντίνος Δημόπουλος, Αμόκ, 1953· Κώστας Μανουσάκης, Προδοσία, 1964), οι οποίες, καίτοι λίγες στον αριθμό, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον με δεδομένο το πέπλο σιωπής που κυριαρχούσε για το συγκεκριμένο θέμα εκείνη την εποχή.[6]

             

                            Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948) – Μίμης Φωτόπουλος, Βασίλης Λογοθετίδης                                      

 

1967-1974: πραγματώσεις και αποκλίσεις μιας εθνικής ρητορικής

Η περίοδος από το 1967 έως το 1974, που συμπίπτει χρονικά με το καθεστώς της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, πέρα από τα πολύ ιδιαίτερα κοινωνικοπολιτικά της χαρακτηριστικά, έχει και μια πολύ ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Είναι η εποχή κατά την οποία, από τη μία πλευρά, κορυφώνεται η επίδραση της επίσημης κρατικής ιδεολογίας στο έργο των κινηματογραφιστών, ενώ, σε μια παράλληλη πορεία, καταγράφεται η αποκορύφωση της δυναμικής και η αρχή της κάμψης του κινηματογράφου ως προνομιακού μέσου μαζικής ψυχαγωγίας, με σταδιακή υποκατάστασή του από την τηλεόραση. Όπως είναι εύλογο, αυτή η οριακή συγχρονία αποτυπώνεται με τρόπο εύγλωττο και στην παραγωγή ταινιών με ιστορικό περιεχόμενο.

Με δεδομένο ότι, στα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της δικτατορίας, ο κινηματογράφος παρέμενε η πιο δημοφιλής λαϊκή μορφή διασκέδασης, αρκετοί σκηνοθέτες στράφηκαν με προθυμία στην παραγωγή ταινιών όπου η πρόσφατη ελληνική ιστορία αποτελούσε τον βασικό καμβά ή το θεματικό φόντο της υπόθεσης. Καταγράφονται μάλιστα και αρκετές περιπτώσεις αναπαράστασης του πολέμου στο κινηματογραφικό πανί, σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση του ελληνικού σινεμά. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ταινίες μελοδραματικού χαρακτήρα, χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, που υπηρετούσαν το κυρίαρχο αφήγημα για το ένδοξο παρελθόν και την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Πιο συγκεκριμένα, γυρίζονται ταινίες για μια σειρά από περιόδους της ελληνικής ιστορίας (Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Επανάσταση 1821, Μακεδονικός Αγώνας), τη μερίδα του λέοντος όμως έχουν τα έργα με αναφορά στις διάφορες πτυχές της δεκαετίας του 1940.

Αριστερά: 28 Οκτωβρίου Ώρα 5.30 (1971). Δεξιά: Υπολοχαγός Νατάσσα (1970). Εξώφυλλο του περιοδικού Ρομάντσο.

Το αποκορύφωμα αυτής της δραστηριότητας σημειώνεται στα χρόνια 1970-1971, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των ταινιών αυτών παρουσιάζουν μεγάλη εισπρακτική κίνηση, σαφώς καλύτερη από αυτή αντίστοιχων ταινιών της προηγούμενης περιόδου. Αναφέρεται ενδεικτικά, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η τάση για αξιοποίηση του ιστορικού υποβάθρου της δεκαετίας του 1940 συνάντησε τα πρόσωπα και τις τεχνικές εντυπωσιασμού του εμπορικού κινηματογράφου, η ταινία Υπολοχαγός Νατάσσα (1970), η οποία επικαλείται θεματικά τον αγώνα εναντίον των κατακτητών μέσα από εντυπωσιακά εφέ αλλά και προβληματικές επιλογές σε επίπεδο σεναρίου και σκηνοθεσίας, εξασφαλίζοντας, ωστόσο, πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες.[7]

Οι ταινίες για την Κατοχή και την Αντίσταση ακολουθούν τους ίδιους κανόνες που δεσπόζουν στην κινηματογραφία των προηγούμενων δεκαετιών, δίνοντας έμφαση στον ρόλο του στρατού στην Αντίσταση και εξυμνώντας μεμονωμένα κατορθώματα ηρώων. Αποτυπώνεται η πίστη στο εθνικό ιδεώδες και στο ιστορικό βάθος του Ελληνισμού, σε μια επιλογή που υπηρετεί πλήρως τους σκοπούς και την ιδεολογία του καθεστώτος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κάθε διαφορετική εκδοχή για τα ιστορικά γεγονότα, σε επίπεδο σεναρίου ή πρωταγωνιστών, εφόσον διαφοροποιείται από τον κυρίαρχο ιδεολογικό κανόνα, είτε αποσιωπάται, είτε παρουσιάζεται με αρνητικό τρόπο.

Δεν λείπουν σποραδικά κάποιες αναφορές στη συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα γνήσιων πατριωτών από το στρατόπεδο της Αριστεράς – στις περιπτώσεις αυτές, ωστόσο, η αποτύπωση των χαρακτήρων τους συνοδεύεται από αναφορές στις έννοιες της «πλάνης» ή και της «μεταμέλειας», που αποτελούν στη φιλμική συνθήκη απαραίτητες προϋποθέσεις για την ένταξη των προσώπων αυτών στον εθνικό πατριωτικό κανόνα. Η τάση αυτή υπηρετεί και τις διακηρύξεις περί εθνικής ενότητας και συμφιλίωσης, όπως αυτές διατυπώνονταν από φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας της εποχής. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αποτύπωση αυτού του μοτίβου στην ταινία του Ερρίκου Ανδρέου Δώστε τα χέρια (1971), μια από τις πιο γνωστές κινηματογραφικές αποτυπώσεις της εποχής του Εμφυλίου κατά την υπό εξέταση περίοδο.[8]

Εντούτοις, τη στιγμή ακριβώς που η κινηματογραφική εκμετάλλευση της δεκαετίας του 1940 για εμπορικούς και για ιδεολογικούς σκοπούς έφτανε στην κορύφωσή της, εμφανίστηκαν και τα πρώτα σημάδια διάβρωσης αυτού του κυρίαρχου μοντέλου, αφήνοντας περιθώριο για τη διατύπωση ορισμένων διαφορετικών φωνών. Μια σειρά σκηνοθετών, οι οποίοι είχαν διαπλαστεί μέσα στο κλίμα του ιδεολογικού αναβρασμού των προδικτατορικών χρόνων και είχαν επηρεαστεί έντονα από τα παραδείγματα και τις τεχνικές των ρηξικέλευθων ανανεωτών της κινηματογραφικής τέχνης στην Ευρώπη, άρχισαν να διατυπώνουν διαφορετικές προτάσεις για την κινηματογραφική αποτύπωση του ιστορικού παρελθόντος και ειδικά της επίμαχης περιόδου 1940-1949.

Ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1975).

Οι πρώτες ρωγμές στην επίσημη αφήγηση εμφανίζονται με έμμεσο τρόπο μέσα από τη δύναμη της σάτιρας – είναι αξιοσημείωτη, για παράδειγμα, η αξιοποίηση αυτού του στοιχείου μέσα στην όλως δραματική αποτύπωση της κατοχικής Αθήνας στη γνωστή ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση (1971).[9] Ωστόσο, τα πιο αποφασιστικά βήματα θα γίνουν με τις πρώτες ταινίες των εκπροσώπων του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, που θέτουν τις βάσεις για μια ποιοτική στροφή του ελληνικού κινηματογράφου (εστιασμένη πλέον όχι στην εμπορική επιτυχία, αλλά σε καλλιτεχνικά κριτήρια) που θα συνεχιστεί και μετά την πτώση της δικτατορίας. Ο αποδομητικός λόγος για το παρελθόν αποτελεί ένα από τα κυριότερα εργαλεία για την ανανέωση της κινηματογραφικής γραφής. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το συνολικό έργο του οποίου επρόκειτο να είναι ένας διαρκής διάλογος με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο Αγγελόπουλος παρουσιάζει τα πρώτα του έργα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (Αναπαράσταση, 1970· Μέρες του ’36, 1972), ενώ πριν από την πτώση του καθεστώτος αρχίζει τα γυρίσματα του Θιάσου (1975), έργου εμβληματικού και διεθνώς αναγνωρισμένου ως προς την καλλιτεχνική του αξία. Υιοθετώντας τον αναστοχασμό απέναντι σε κρίσιμες στιγμές του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, ο Θίασος σηματοδοτεί την οριστική ρήξη με τον παραδοσιακό τρόπο κινηματογραφικής προσέγγισης της καθοριστικής δεκαετίας του 1940.[10]

 

Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; (1971) – Τελευταία σκηνή

                                     

Μεταπολίτευση: ένα νέο κινηματογραφικό τοπίο

Κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης διαμορφώνεται σταδιακά το κλίμα για μια πιο συναινετική προσέγγιση της δεκαετίας του 1940, με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας. Επιχειρείται, μεταξύ άλλων, μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις σε πολιτικό και σε συμβολικό επίπεδο, η οριστική ένταξη της Αντίστασης στο εθνικό αφήγημα, με τη μορφή του αγώνα σύσσωμου του ελληνικού έθνους για την απελευθέρωσή του από τους ξένους κατακτητές. Βεβαίως, η διαπραγμάτευση ορισμένων από τις πιο ευαίσθητες και προβληματικές πτυχές της περιόδου, ακόμα και στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, επρόκειτο να καθυστερήσει για αρκετά ακόμη χρόνια.

Σε ό,τι αφορά την κινηματογραφική παραγωγή, μετά το 1974 ο εμπορικός κινηματογράφος, παρά τις σποραδικές αναλαμπές του, παραχωρεί οριστικά τη θέση του στην πιο ανθρωποκεντρική, αλλά και ουσιωδώς πολιτικοποιημένη παραγωγή των εκπροσώπων του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Η μεταδικτατορική ελληνική κινηματογραφία, ακολουθώντας τις ευρύτερες πνευματικές και καλλιτεχνικές τάσεις στη χώρα, έχει σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και αντιπαρατίθεται προς τις κυρίαρχες αφηγήσεις και τα ιδεολογήματα των προηγούμενων δεκαετιών. Δοκιμάζονται νέοι τρόποι στην κινηματογραφική αφήγηση, ενώ το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στην αποτύπωση της βιωμένης εμπειρίας, στις ιστορίες των πρωταγωνιστών, που δεν έχουν τίποτε το ηρωικό ή το μεγαλειώδες, στην καταγραφή του τραύματος στην αμιγώς ανθρώπινή του διάσταση, πέρα από ιδεολογίες και στρατεύσεις. Ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης από την πρώιμη μεταπολιτευτική παραγωγή είναι οι ταινίες Χάππυ Νταίη (1976) του Παντελή Βούλγαρη και Οι Κυνηγοί (1977) του Θόδωρου Αγγελόπουλου.[11]

Η συνολική μεταβολή στο πολιτικό και πολιτισμικό μοντέλο της διαχείρισης της δεκαετίας του 1940 κορυφώθηκε μετά το 1981, ιδιαίτερα με το υψηλό συμβολικό φορτίο δύο σημαντικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν από δύο διαφορετικές κυβερνήσεις: την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982 και την απόφαση για καταστροφή των φακέλων πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων το 1989. Παρά τις ποικίλες αντιπαραθέσεις που προκάλεσαν και οι δύο ενέργειες, επί της ουσίας συνέβαλαν στην έμπρακτη υπέρβαση των μετεμφυλιακών διαιρέσεων που είχαν ταλανίσει επί μακρόν την ελληνική κοινωνία, απελευθερώνοντας ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες διατύπωσης διαφοροποιημένων αφηγήσεων για το παρελθόν. Σε επίπεδο κινηματογραφικής παραγωγής, δύο πολυσυζητημένες (και επιτυχημένες εμπορικά, ιδίως η πρώτη) ταινίες (Ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο του Νίκου Τζήμα το 1980 και τα Πέτρινα Χρόνια του Παντελή Βούλγαρη το 1985) καταγράφουν τα αποτυπώματα της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης στις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας, επιτυγχάνοντας τη συμβολοποίηση των ηρώων τους στο ευρύ κοινό, πέρα από ιδεολογικές επιλογές και στρατεύσεις. Την ίδια εποχή παρουσιάζονται και άλλες ενδιαφέρουσες ταινίες με θέμα τη δεκαετία του 1940, κάποιες από τις οποίες διαλέγονται με παλαιότερες κινηματογραφικές αποτυπώσεις του θέματος (Νίκος Τζήμας, Τα χρόνια της θύελλας, 1984),[12] ενώ άλλες ακολουθούν το μοτίβο της υπαρξιακής αναζήτησης αναφορικά με τους πρωταγωνιστές και τα θύματα των γεγονότων της εποχής (Χρίστος Σιοπαχάς, Η κάθοδος των εννέα, 1984· Κώστας Βρεττάκος, Τα παιδιά της χελιδόνας, 1987).

Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Συχνή είναι επίσης η ενασχόληση των κινηματογραφιστών με τη μοίρα και τις μνήμες των πολιτικών προσφύγων, την επιστροφή τους στην πατρίδα και τη συνάντηση με την οικογένεια ή τους παλιούς συντρόφους, στο πλαίσιο της οποίας είναι εμφανής η απομυθοποίηση της κομμουνιστικής ουτοπίας. Εξαιρετικό δείγμα αυτής της δημιουργίας αποτελεί η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) – ο ίδιος τα επόμενα χρόνια θα επεκτείνει τη θεματική του συνολικά στο θέμα των μετακινήσεων και των συνόρων (Τοπίο στην Ομίχλη, 1988· Το μετέωρο βήμα του πελαργού, 1991· Το βλέμμα του Οδυσσέα, 1995). Οι ταινίες αυτές θα ταξιδέψουν πέρα από τα ελληνικά σύνορα, αποκτώντας, χάρη στην καλλιτεχνική τους αξία, την υφολογική και θεματολογική καινοτομία και τον ανθρωποκεντρισμό τους, μια παραδειγματική διάσταση και λειτουργώντας προς την κατεύθυνση ενός ιδιότυπου ιστορικού διδακτισμού-φρονηματισμού, καθώς μιλούν σε μια οικουμενική προοπτική για κάθε είδους σύνορα του ανθρώπου, για την προσφυγιά και τη μετανάστευση ως πανανθρώπινα φαινόμενα.[13]

 

 Μετέωρο βήμα του πελαργού (1991)

 

Εντούτοις, ο μεγάλος βαθμός πολιτικοποίησης των κινηματογραφικών και μη αναφορών στη δεκαετία του 1940 κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο προκάλεσε τον κορεσμό και τη αποστροφή του κοινού για τις ιστορικές ταινίες. Εξάλλου, το σημείο τομής του 1989, που επέφερε καταλυτικές αλλαγές στο τοπίο της ιστορικής μνήμης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, βιώθηκε με έναν διαφορετικό τρόπο στον ελληνικό χώρο, χωρίς αναφορές –σε ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο– στη δεκαετία του 1940. Από τη δεκαετία του 1990 οι ταινίες με ιστορικό περιεχόμενο μειώνονται αισθητά, καθώς ο κινηματογράφος, που ούτως ή άλλως γνωρίζει μια παρατεταμένη κρίση, αλλάζει συνολικά θεματολογία, με τους πιο ανήσυχους δημιουργούς να στρέφονται προς το θέμα της μετανάστευσης και των εν εξελίξει μεταβολών στην ελληνική κοινωνία. Η δεκαετία του 1940 και ιδιαίτερα ο Εμφύλιος θα αποτελέσουν για πολλά χρόνια ένα ξεχασμένο από τους σκηνοθέτες θέμα, οι αναφορές σε αυτό θα είναι μόνο έμμεσες.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, υπάρχουν σαφή σημάδια αντιστροφής αυτής της τάσης. Η αναζωπύρωση, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, του ακαδημαϊκού και δημόσιου ενδιαφέροντος για την περίοδο 1940-1949 συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, εν μέσω και των πολύ ιδιαίτερων πολιτικοκοινωνικών συνθηκών στις οποίες βρέθηκε η Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του 2010. Παράλληλα με ένα πλήθος εκδόσεων και κάθε λογής δημοσίων παρεμβάσεων και αντιπαραθέσεων για το θέμα, ο κινηματογράφος είχε και αυτός τη δική του ορατή συμβολή στη νέα αυτή τάση. Ιδιαίτερα σημαντικός έχει υπάρξει, κατά την περίοδο αυτή, ο ρόλος των ιστορικών ντοκιμαντέρ – ενδεικτικά αναφέρονται η Μακρόνησος του Ηλία Γιαννακάκη (2008), δύο έργα της Αλίντας Δημητρίου για τις γυναίκες του Εμφυλίου (Ζωή στους βράχους, 2009· Τα κορίτσια της βροχής, 2011) και το βραβευμένο ντοκιμαντέρ Φιλιά εις τα παιδιά του Βασίλη Λουλέ (2011), που αναφέρεται στην επί σειρά ετών λησμονημένη υπόθεση των Ελλήνων Εβραίων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα, ο Παντελής Βούλγαρης εξακολουθεί να συνδιαλέγεται κινηματογραφικά με την εποχή, μέσα από μια ταινία για τον Εμφύλιο (Ψυχή βαθιά, 2009) και μία με θέμα την Αντίσταση (Το τελευταίο σημείωμα, 2017). Λαμβάνοντας υπόψη και την αθρόα παρουσία κοινού στα κινηματογραφικά αφιερώματα για τη δεκαετία του 1940, αναμένεται με ενδιαφέρον να φανεί πώς ο ελληνικός κινηματογράφος, σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών στη φύση και τη δυναμική αυτού του μέσου σε διεθνές επίπεδο, θα διαχειριστεί κατά τα επόμενα χρόνια το συγκεκριμένο θέμα· αν θα σιωπήσει, αν θα ακολουθήσει τις ευρύτερες τάσεις της δημόσιας και ακαδημαϊκής συζήτησης ή αν θα προτείνει νέες προσεγγίσεις που θα επηρεάσουν τη διαπραγμάτευση του θέματος πέρα από τα στενά όρια της Έβδομης Τέχνης.

 

Ψυχή βαθιά (2009), πρώτη χρήση εμπρηστικών βομβών στον ελληνικό εμφύλιο

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών και συγγραφέας της πραγματείας Η Ιστορία στη Μεγάλη Οθόνη (2017).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για μια εισαγωγή στο θέμα, με ιδιαίτερη έμφαση στο κρίσιμο δίπολο της σχέσης μεταξύ εθνικής ιστορίας και εθνικής κινηματογραφίας, βλ. Έλλη Λεμονίδου, Η Ιστορία στη μεγάλη οθόνη. Ιστορία, κινηματογράφος και εθνικές ταυτότητες, Ταξιδευτής, Αθήνα 2017, 9-20.

[2] Βλ. ενδεικτικά τα αριθμητικά στοιχεία για τα θέματα-πυρήνες της Κατοχής και της Αντίστασης κατά την πρώτη εικοσαετία μετά την απελευθέρωση της χώρας: Γιώργος Ανδρίτσος, «Αναπαραστάσεις της Κατοχής και της Αντίστασης στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1966», στο: Φωτεινή Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, Παπαζήσης, Αθήνα 2006, 89-101.

[3] Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Κοινωνική βία – πολεμική σύγκρουση – κινηματογραφική εξομάλυνση. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση της απουσίας ταινιών μάχης στον ελληνικό κινηματογράφο», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 78-79.

[4] Φώτος Λαμπρινός, «Κινηματογράφος. Η εποχή της καταξίωσης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 1770-2000, τ. 9ος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, 217-227.

[5] Γιώργος Ανδρίτσος, «Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1974)», στο: Πηνελόπη Πετσίνη, Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.), Η λογοκρισία στην Ελλάδα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Παράρτημα Ελλάδας, Αθήνα 2016, 35-42.

[6] Γιώργος Ανδρίτσος, «Οι διώξεις των Ελλήνων Εβραίων στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους, 1945-1981», στο: Αντρέας Ανδρέου, Σπύρος Κακουριώτης, Γιώργος Κόκκινος κ.ά. (επιμ.), Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015, 254-260.

[7] Μαρία Παραδείση, «Πόλεμος, δράμα και θέαμα: «Υπολογαχός Νατάσσα» (1970)», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 233-238.

[8] Γρηγόρης Θεοδωρίδης, «Ο κινηματογράφος ως ″ιστοριογραφία για την αντιμετώπιση των εχθρών του έθνους″: οι ταινίες για τη ″σλαβοκομμουνιστική επιβουλή″ κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974)», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 218-224. Για την ταινία Δώστε τα χέρια βλ. Πολυμέρης Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες: ο Εμφύλιος στον ελληνικό  κινηματογράφο», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 108-111.

[9] Μαρία A. Στασινοπούλου, «Αναπαραστάσεις του πολέμου μετά τον Εμφύλιο: η σάτιρα», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 255-262.

[10] Φώτος Λαμπρινός, «Ελληνικός κινηματογράφος. Από τη Μεταπολίτευση στο τέλος του 20ού αιώνα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 1770-2000, τ. 10ος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, 205-206.

[11] Π. Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες», ό.π., 107-108. Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Εφιαλτικά σενάρια για ευτυχισμένες μέρες – Για το ″Χάππυ Νταίη″ του Παντελή Βούλγαρη», στο: Φωτεινή Τομαή (επιμ.), Ιστορία και Πολιτική στο έργο του Παντελή Βούλγαρη, Παπαζήσης, Αθήνα 2007, 119, 125-126. Λάμπρος Φλιτούρης, «Ο εμφύλιος στο ″σέλιλοϊντ″: Ιστορία και μνήμη», στο: Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Τασούλα Βερβενιώτη, Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης Δαλκαβούκης, Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Μνήμες και λήθη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, 395-401.

[12] Π. Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες», ό.π., 111-114.

[13] Μαρία Κομνηνού, Από την αγορά στο θέαμα. Μελέτη για τη συγκρότηση της δημόσιας σφαίρας και του κινηματογράφου στη σύγχρονη Ελλάδα, 1950-2000, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, 186-191. Andrew Horton, «″Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να φτάσουμε στην πατρίδα;″: οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου και τα θέματα της μετανάστευσης και της παλιννόστησης», στο: Αθηνά Καρτάλου, Αφροδίτη Νικολαΐδου, Θάνος Αναστόπουλος (επιμ.), Σε ξένο τόπο. Η μετανάστευση στον ελληνικό κινηματογράφο. Immigration in Greek Cinema. 1956-2006, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 2006, 44.

Γιάννης Γκλαβίνας – Ελένη Θεοδωροπούλου: Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Γιάννης Γκλαβίνας – Ελένη Θεοδωροπούλου

Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Ο Ιωάννης Μεταξάς είναι αναμφισβήτητα από τις προσωπικότητες εκείνες που διαμόρφωσαν με τη στάση τους και τις επιλογές τους την ελληνική ιστορία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό, τις πολιτικές διαμάχες βασιλοφρόνων και οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας, τα στρατιωτικά κινήματα του Μεσοπολέμου έως την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, ο Μεταξάς άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του. Η προσωπικότητα και η πολιτεία του, στη σφαίρα, κυρίως, της δημόσιας ιστορίας, προκαλεί έντονες διαφωνίες, που σχετίζονται με την χρήση της ιστορίας για ιδεολογικούς ή πολιτικούς λόγους. Στον αντίποδα των διθυραμβικών κρίσεων για το πρόσωπο του Μεταξά που επικεντρώνονται στην περίοδο του 1936-1941 και κυρίως στην επιτυχή πολεμική προετοιμασία της χώρας, το «όχι» στο ιταλικό τελεσίγραφο και σε κάποια φιλολαϊκά μέτρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, λησμονώντας το ρόλο του στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού και το γεγονός ότι ήταν επικεφαλής ενός δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και των αφοριστικών ταυτίσεων της δικτατορίας του με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία που παραγνωρίζουν τον ατελή φασισμό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και τις διαφορές με την Ιταλία του Μουσολίνι και τη Γερμανία του Χίτλερ, για να μελετήσει κανείς την προσωπικότητα του Μεταξά, την ιδεολογική του συγκρότηση και τις πολιτικές του επιλογές, θα πρέπει να ανατρέξει στα έγγραφα του προσωπικού του αρχείου, αλλά και στους τίτλους των βιβλίων της προσωπικής του βιβλιοθήκης.

Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά φυλάσσεται στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Το δώρισαν τμηματικά το 1953, 1961 και το 1971 η χήρα του Ιωάννη Μεταξά, Λέλα και η κόρη του, Λουκία. Το αρχείο αποτελείται από 130 φακέλους, ενώ η ταξινόμησή του και η σύνταξη του καταλόγου, που το συνοδεύει, έγινε από την Λουκία Μεταξά. Χρονικά καλύπτει την περίοδο 1834 – 1977, με τον κύριο όγκο του υλικού να αφορά την περίοδο 1893-1941. Είναι προφανές, ότι το αρχείο περιλαμβάνει υλικό πριν από τη γέννηση του Μεταξά το 1871 στην Ιθάκη και μετά τον θάνατό του το 1941, υλικό που σχετίζεται με τους γονείς και προγόνους του Μεταξά και με έγγραφα που συνέταξαν μετά το 1941 η σύζυγος του Λέλα και η κόρη του Λουκία. Η βιβλιοθήκη του Μεταξά, που αποτελείται από περίπου 2.500 βιβλία, δωρίστηκε το 1945 από τη σύζυγο και τις κόρες του στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, με την αλληλογραφία της δωρεάς, το πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής και τον κατάλογο των 2.500 βιβλίων να βρίσκεται και στο αρχείο Μεταξά στα ΓΑΚ. Μια ανάγνωση των τίτλων των βιβλίων αποκαλύπτει την ευρύτητα του πνεύματος του ανθρώπου, την βαθιά του μόρφωση και τις λογοτεχνικές του ανησυχίες. Οι ανησυχίες αυτές αποτυπώνονται και στο αρχείο, αφού υπάρχουν φάκελοι με το σενάριο μιας κωμωδίας με τον τίτλο «24 ώρες αργοπορία» υπογεγραμμένο από τον Μεταξά και σκίτσα του ίδιου, που απεικονίζουν τοπία με τα περισσότερα να έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Κορσική και την Ιταλία, την τριετία 1917-1920.

Η έδρα της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο Παλαιό Ψυχικό.

Επιστρέφοντας στο αρχείο Μεταξά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για ένα ιδιωτικό αρχείο και όχι για κάποιο υπηρεσιακό αρχείο, που παρήχθη από κάποια γραμματεία υπουργείου ή από το πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού. Συνεπώς, αποτελείται ως επί το πλείστον από ιδιωτική αλληλογραφία με μέλη της οικογενείας του και φίλους ή πολιτικούς συνοδοιπόρους, ενώ τα υπηρεσιακά έγγραφα και υπομνήματα υπουργείων και υπηρεσιακών παραγόντων είναι εμφανώς λιγότερα, με αρκετά από αυτά υπό μορφή αντιγράφων. Στο πλαίσιο αυτό, διασώζεται αλληλογραφία του Μεταξά με τη σύζυγο του Λέλα και τις κόρες του Λουκία (Λουλού) και Ιωάννα (Νανά), επιστολές από συγγενείς της Λέλας Μεταξά το γένος Χατζηιωάννου, από άλλους συγγενείς και επιστολικά δελτάρια φίλων, με το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω υλικού να αφορά ζητήματα οικογενειακών υποθέσεων και κοινωνικών συναναστροφών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν τα σχόλια για τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας ή τις εξελίξεις σε πολεμικά μέτωπα και τη διεθνή διπλωματική κονίστρα. Διασώζονται ακόμη και τεκμήρια, τα οποία αφορούν τον πατέρα του Μεταξά και τους προγόνους τους, όπως η απονομή του Αργυρού Σταυρού των Ιπποτών από τον βασιλιά Όθωνα στο Ιωάννη Νικολάου Μεταξά και απόφαση του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων για απονομή του τίτλου του κόμη στην οικογένεια Μεταξά. Ως ιδιωτικό αρχείο, το αρχείο Μεταξά, διασώζει το περίφημο ημερολόγιο του Μεταξά, καθώς και πλήθος από ατζέντες και σημειωματάρια όπου ο ίδιος κατέγραφε διάφορες σκέψεις του. Το ημερολόγιο του Μεταξά αποτυπώνει εύγλωττα τον χαρακτήρα και τις εμμονές του – για παράδειγμα σχετικά με το ύψος του – το παρασκήνιο των πολιτικών του επιλογών, τους φόβους και τις προσδοκίες του.

Ι. Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο.

Στην παρούσα σύντομη παρουσίαση του αρχείου δεν θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο ημερολόγιο και τις ατζέντες με τις σκέψεις του Μεταξά που, άλλωστε, έχουν εκδοθεί, αλλά θα δοθεί έμφαση στο όχι και τόσο γνωστό υλικό του αρχείου. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα πρωτότυπα ημερολόγια με το μικρό τους μέγεθος, τον γραφικό χαρακτήρα και τις σημειώσεις περιθωρίου δίνουν πρόσθετες πληροφορίες για την ιδιοσυγκρασία του Μεταξά. Ειδικότερα, θα γίνει προσπάθεια να παρουσιαστεί το υλικό του αρχείου με γνώμονα τους σταθμούς του στρατιωτικού και πολιτικού βίου του Ιωάννη Μεταξά, χωρίς να θίγονται ζητήματα της οικογενειακής του ζωής. Ας επισημανθεί ότι η ταξινόμηση του αρχείου δεν έχει πάντα διακριτές θεματικές ή χρονολογικές ενότητες, ζήτημα που θα επιλυθεί από την αναλυτικότερη περιγραφή του περιεχομένου του αρχείου, η οποία σύντομα ολοκληρώνεται.

Για την περίοδο της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του Μεταξά, από την είσοδο του στη Σχολή Ευελπίδων το 1885 μέχρι την ανάληψη της αρχηγίας του Γενικού Επιτελείου (Επιτελική Υπηρεσία Στρατού) τον Φεβρουάριο του 1915, το αρχείο περιλαμβάνει διάσπαρτα τεκμήρια. Για την εποχή των σπουδών στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου το διάστημα 1899-1902, υπάρχει φάκελος με εργασίες, επιτελικούς χάρτες και σημειώσεις, όλα στα γερμανικά, που σχετίζονται με τη φοίτησή του στην Ακαδημία. Παράλληλα, σε φάκελο με διάφορα πιστοποιητικά του στρατιωτικού και πολιτικού του βίου, διασώζονται πιστοποιητικά βαθμολογίας, φύλλα χαρακτηρισμού και εκθέσεις υπηρεσίας, τα οποία εκδόθηκαν από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου. Σε άλλο φάκελο υπάρχουν οι χειρόγραφες σημειώσεις του Μεταξά με ημερολογιακή καταγραφή των μαθημάτων στρατιωτικής τακτικής και ιστορίας που παρέδιδε ο ίδιος την περίοδο 1907-1909 στον μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο Β΄, στο πλαίσιο της στρατιωτικής εκπαίδευσης του τελευταίου. Για την περίοδο της θητείας του στο Επιτελείο και τη σημαντική συμβολή του στις επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, ιδίως της κατάληψης του φρουρίου του Μπιζανίου στα Ιωάννινα, αλλά και τις διαπραγματεύσεις που ανέλαβε για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του Βενιζέλου, όπως επίσης και πριν από την έκρηξη του πολέμου για τη σύναψη στρατιωτικής συμμαχίας με τη Βουλγαρία, το αρχείο δεν διαθέτει κάποιες μεγάλες ενότητες, παρά μόνο διάσπαρτα τεκμήρια. Μεταξύ άλλων, διατηρείται, έγγραφο του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ για τον διορισμό του Μεταξά ως πληρεξούσιου για τις διαπραγματεύσεις υπογραφής συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1912, έγγραφο του Βενιζέλου για την άμεση επιστροφή του Μεταξά από το Λονδίνο στο Επιτελείο του Στρατού Μακεδονίας και Ηπείρου, σχετικά τηλεγραφήματα του αρχηγού του Επιτελείου Δούσμανη, χάρτες που μελέτησε ο Μεταξάς για να σχεδιάσει την επιχείρηση κατάληψης του Μπιζανίου το 1913 καθώς και το Βασιλικό Διάταγμα απονομής στον Μεταξά του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος τον Οκτώβριο του 1913. Από τη θητεία στο Επιτελείο υπάρχουν στο αρχείο διάφορα υπομνήματα και εκθέσεις που ο ίδιος υπέβαλε στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο ή στον αρχηγό του Επιτελείου, στρατηγό Βίκτωρα Δούσμανη, όπως, για παράδειγμα, υπόμνημα για τη λειτουργία της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής μετά το πέρας των Πολέμων, σχέδια για την προοπτική ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, για την κατάληψη των Δαρδανελίων από τον ελληνικό στρατό, για τη στάση της Ελλάδας σε ενδεχόμενο εξόδου της Βουλγαρίας από την ουδετερότητα και επίθεσης κατά της Σερβίας, για τη συνδρομή της Ελλάδας στη Σερβία μετά την αυστριακή επίθεση, αλλά και καταγραφή της συνομιλίας Μεταξά – Βενιζέλου τον Ιούλιο του 1914 για τη θέση της Ελλάδας έπειτα την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την πρόβλεψη του τελικού νικητή της αναμέτρησης (Μέταξας και Δούσμανης υπογράμμιζαν τη στρατιωτική υπεροχή της Γερμανίας).

Η πολιορκία των Ιωαννίνων (1913). Ο Κωνσταντίνος διακρίνεται με τα στελέχη του Γενικού Επιτελείου. Ο Μεταξάς εικονίζεται δεύτερος από αριστερά.

Για τον κομβικό ρόλο του Μεταξά στον Εθνικό Διχασμό και στη σύγκρουση Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου, εκτός από τις ημερολογιακές καταγραφές, το αρχείο περιλαμβάνει το σχέδιο του διαβόητου υπομνήματος για τη μη συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ στην επιχείρηση κατάληψης των Δαρδανελλίων, το οποίο υπέβαλε στον πρωθυπουργό Βενιζέλο τον Φεβρουάριο του 1915 με την ιδιότητα του αρχηγού του Επιτελείου, καθώς και το σχέδιο της επιστολής παραίτησης και αποστρατείας του Μεταξά, ενέργεια που αντέστρεψε την αρχική συναίνεση του Κωνσταντίνου στην πρόταση του Βενιζέλου να συμμετάσχει η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπράττοντας με τις δυνάμεις της Αντάντ. Για την ίδια κρίσιμη για τον Εθνικό Διχασμό περίοδο των αρχών του 1915, το αρχείο περιλαμβάνει καταγραφές συνομιλιών του Μεταξά με τον Βενιζέλο τον Ιανουάριο του ιδίου έτους και σχέδια επιστολών του προς τον πρωθυπουργό Γούναρη σχετικά με τις διαφορετικές απόψεις του Επιτελείου ως προς τη συμμετοχή της Ελλάδας σε εκστρατεία στη Μικρά Ασία πριν από τον Φεβρουάριο του 1915. Συμπεριλαμβάνονται, επίσης, υπομνήματα και καταγραφές συνομιλιών του Μεταξά με τον βασιλιά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο σχετικά με το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την ουδετερότητα. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι ο Μεταξάς, μαζί με τον Στρέιτ και τη βασίλισσα Σοφία, ήταν εκείνοι που επηρέαζαν περισσότερο τον Κωνσταντίνο. Τα επιτελικά σχέδια του Μεταξά για την στρατιωτική κατάσταση στο Βαλκανικό Μέτωπο και τη στάση της Ελλάδας συνεχίζονται μετά την επάνοδό του στο Επιτελείο τον Οκτώβριο του 1915. Υφίσταται, για παράδειγμα, επιτελικό σχέδιο του Μεταξά για τη διάταξη του ελληνικού στρατού που θα έμενε αδρανής σε περίπτωση που οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι τους επιχειρούσαν εισβολή εντός της ελληνικής επικράτειας, προκειμένου να εκδιώξουν τους Αγγλογάλλους.

Για την περίοδο από τη δημιουργία των Συνδέσμων Επιστράτων, την κήρυξη του κινήματος της Εθνικής Αμύνης, των «Νοεμβριανών» και την εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου από τον συνασπισμό της Αντάντ, το αρχείο διασώζει ελάχιστα τεκμήρια. Χαρακτηριστικά, στην αλληλογραφία με τη σύζυγό του Λέλα, στην επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1920 από το Αργοστόλι, ο Μεταξάς γράφει για τους Επίστρατους «…Ιδίως η κύρια ζύμη του [του ελληνικού λαού], θαυμάσια ζύμη είναι οι επίστρατοι. Και θα είναι αιωνία δόξα μου η οργάνωσίς των». Ενδεικτικό παράδειγμα ότι στην αλληλογραφία του Μεταξά με την οικογένειά του παρεισφρέουν και ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, υπάρχει πληθώρα τεκμήριων στο αρχείο για την περίοδο 1917-1920, όταν ο Μεταξάς εξορίστηκε στην Κορσική, παίρνοντας μαζί του και την οικογένειά του, προτού διαφύγει, τον Δεκέμβριο του 1918, στην Ιταλία (Κάλιαρι αρχικά και κατόπιν Σιένα και Φλωρεντία).

Οι Έλληνες εξόριστοι της Κορσικής στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν στο Αιάκειο (1917).

Για το παραπάνω χρονικό διάστημα υπάρχει στο αρχείο το αλφαβητάριο που δημιούργησε ο Μεταξάς στο Αιάκειο της Κορσικής για να διδάξει ελληνικά στα παιδιά του, ημερολόγιο της Λέλας Μεταξά με καταγραφές από τον βίο της οικογένειάς της την περίοδο της εξορίας καθώς και φάκελος που περιλαμβάνει επιστολές, αντίγραφα ή σχέδια επιστολών του Μεταξά, της Λέλας Μεταξά και του Γεωργίου Πεσμαζόγλου, ανάμεσα στα οποία και κάποια προς τον Γάλλο πρωθυπουργό Κλεμανσώ, τον πρωθυπουργό της Ιταλίας Ορλάντο και τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών Τιττόνι. Αφορούν, κυρίως, στην απόδρασή τους από την Κορσική στην Ιταλία και την εκεί μετάβαση των συζύγων τους καθώς και στη στάση της γαλλικής, ιταλικής και ελληνικής κυβέρνησης έναντι των εξορίστων. Για την ίδια, πάντοτε, περίοδο, διασώζεται και αλληλογραφία του Μεταξά με τη βασίλισσα Σοφία. Αμφότεροι εκφράζουν, μέσα σε αυτήν, τη δυσφορία και την απορία τους για την ήττα της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικότερα η Σοφία σημειώνει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε παραφροσύνη που μεταδόθηκε από τους μπολσεβίκους, ενώ ο Μεταξάς προβλέπει ότι ο Βενιζέλος δεν θα προβεί σε εκλογές, προκειμένου να μην εκφραστεί η λαϊκή θέληση εναντίον της «βενιζελικής τυραννίας». Η φιλία με τη βασίλισσα Σοφία και η προσήλωση του Μεταξά στον θεσμό της βασιλείας αποτυπώνεται και από τους φακέλους του αρχείου, που περιλαμβάνουν τις συνεντεύξεις, τις οποίες έλαβε ο δημοσιογράφος Σπυρίδων Μινώτος από διάφορα άτομα, με σκοπό να αναδείξει την προσωπικότητα και τη δράση της βασίλισσας Σοφίας.

Με την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου τον επόμενο μήνα, ο Μεταξάς επιστρέφει στην Ελλάδα, επισκεπτόμενος Αθήνα και Κεφαλονιά. Το θριαμβευτικό κλίμα της επιστροφής από την εξορία, ο Μεταξάς το αποτυπώνει στην αλληλογραφία με τη σύζυγό του, που παρέμενε ακόμη στη Φλωρεντία. Στο αρχείο περιλαμβάνεται και η καταγραφή από τον Μεταξά της συνομιλίας του τον Μάρτιο του 1921 με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, τον υπουργό Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη, τον υπουργό Στρατιωτικών Θεοτόκη και τον συμφοιτητή του στο Βερολίνο συνταγματάρχη Αθανάσιο Εξαδάκτυλο, όταν του προτάθηκε να επανέλθει στο Επιτελείο ή να αναλάβει τη γενική διοίκηση του στρατού στη Μικρά Ασία. Ο Μεταξάς αρνήθηκε εμμένοντας στις απόψεις του 1915 ότι δεν είναι δυνατόν να κερδηθεί ο πόλεμος, χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, τη Μικρασιατική Εκστρατεία κατακτητική πολιτική. Για την ίδια περίοδο, το αρχείο διασώζει και τη γνωστή επιστολή του αδερφού του βασιλιά Κωνσταντίνου, πρίγκιπα Ανδρέα, που στέλνει από τη Σμύρνη στον Μεταξά, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «Γιαννάκη», όπου συμπυκνώνεται η απέχθεια και το μίσος των αντιβενιζελικών προς τον μικρασιατικό Ελληνισμό σημειώνοντας ότι λόγω των βενιζελικών τους φρονημάτων «Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους». Τις πληροφορίες για την κρίσιμη κατάσταση του στρατεύματος στη Μικρά Ασία και για το γεγονός ότι επίκειτο τουρκική επίθεση την οποία θα ήταν αδύνατον να αποκρούσουν οι ελληνικές δυνάμεις, που πληροφορείται ο Μεταξάς από τον πρίγκιπα Ανδρέα, τις διαβιβάζει με επιστολή του τον Δεκέμβριο του 1921 στον πρωθυπουργό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη.

Από την άνοιξη του 1921, ο Μεταξάς αρχίζει επαφές για την ίδρυση πολιτικής κίνησης που το φθινόπωρο του 1922 έλαβε το όνομα Κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Ένα κόμμα βασιλοφρόνων και αντιβενιζελικών, εναλλακτική πρόταση σε σχέση με τα χρεοκοπημένα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης και το οποίο δεν έφερε το άγος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το κόμμα του Μεταξά διέθετε όλες τις προϋποθέσεις να κυριαρχήσει στον αντιβενιζελικό χώρο και να τον εκπροσωπήσει στις εκλογές του 1923, εάν ο Μεταξάς δεν είχε στηρίξει το κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη, τον Οκτώβριο του 1923 σε βάρος της επαναστατικής στρατιωτικής κυβέρνησης του 1922. Για την πολιτική αυτή δράση του Μεταξά την περίοδο 1922-1923, εκτός από επιστολές πολιτικής στήριξης, σημαντική είναι η αλληλογραφία με το ηγετικό στέλεχος του κόμματος και διευθυντή του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Ιωάννη Σπετσιώτη. Διασώζεται, επίσης, αλληλογραφία του Μεταξά με τον Γονατά για ένα περιστατικό λογοκρισίας από το στρατιωτικό καθεστώς στην εφημερίδα του κόμματος των Ελευθεροφρόνων Τα Χρονικά στις αρχές του Οκτωβρίου του 1923, με τον Μεταξά να κατηγορεί τον Γονατά για στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών και για μετατροπή της Ελλάδας από κράτος δικαίου σε κράτος βίας. Οι αντιφάσεις στην πολιτεία και τις απόψεις του Μεταξά είναι πολλές, εάν κανείς δεν περιοριστεί μόνο στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου. Ως προς το κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη στο αρχείο του Μεταξά υπάρχει ένα άλμπουμ που φέρει τον τίτλο «Ανάμνησις κρισίμων ημερών Οκτωβρίου 1923». Περιλαμβάνει αποκόμματα εφημερίδων αναφερόμενα στις έρευνες για τη σύλληψη του Μεταξά και στη διαφυγή του τελευταίου στην Ιταλία.

Το κίνημα Γονατά-Πλαστήρα (1922).

Ο Μεταξάς επέστρεψε στην Ελλάδα το 1924. Υπήρξε επικεφαλής, μαζί με τον Παναγή Τσαλδάρη, στον αγώνα των αντιβενιζελικών υπέρ της δυναστείας στο δημοψήφισμα του 1924, με τον Μεταξά να αναγνωρίζει, παρά ταύτα, το αποτέλεσμα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Στις εκλογές του 1926, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων εκλέγει 52 βουλευτές και συμμετέχει στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη, αναλαμβάνοντας αρχικά τα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δικαιοσύνης και μετά την αποχώρηση του Λαϊκού Κόμματος και τα υπουργεία Παιδείας και Εθνικής Οικονομίας. Ο ίδιος ο Μεταξάς διετέλεσε υπουργός Συγκοινωνιών. Για την συγκεκριμένη αυτή υπουργική θητεία, υπάρχουν στο αρχείο αρκετά έγγραφα, μελέτες, κείμενα συμβάσεων, στοιχεία εργοληπτικών εταιρειών και σχετικές αγορεύσεις του Μεταξά στο Κοινοβούλιο για τις συμβάσεις οδοποιίας, ιδιαίτερα για τη μη καταγγελία της σύμβασης που είχε υπογράψει η δικτατορία Πάγκαλου με τη βρετανική εταιρεία Power and Traction και η οποία περιείχε εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για την επιχείρηση, καθώς και για την ανάθεση ενός μεγάλου έργου οδοποιίας στην εταιρεία του επιχειρηματία Μακρή, αν και η προσφορά του ήταν μεγαλύτερη από εκείνην άλλων εταιρειών. Για την ίδια περίοδο, διασώζονται λίστες με υπομνήματα πολιτών, σωματείων και οργανώσεων, καθώς και κατάσταση με στοιχεία των βουλευτών του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων.

Οι εσωκομματικές διενέξεις και οι επιλογές του Μεταξά μειώνουν την κοινοβουλευτική δύναμη των Ελευθεροφρόνων. Έτσι, στις εκλογές του 1928 και 1929 (για τη Γερουσία) το ποσοστό του κόμματος κατρακυλά, με τον Μεταξά να σημειώνει στο ημερολόγιο του «Αποκτώ την πεποίθησιν ότι αδύνατον να προοδεύσωμεν με κοινοβουλευτικόν πολίτευμα». Στις εκλογές του 1932 το κόμμα των Ελευθεροφρόνων κατόρθωσε να εκλέξει μόνο 3 βουλευτές, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Μεταξάς συμμετέχει στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Εσωτερικών. Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του 1933 ο Μεταξάς στηρίζει εκ νέου την κυβέρνηση Τσαλδάρη. Μέχρι το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου 1935, ακολουθεί μια σειρά γεγονότων, που οξύνουν τα πολιτικά πάθη και επαναφέρουν την πολιτική ζωή στην εποχή του Εθνικού Διχασμού: το αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα το 1933, η απαίτηση των ακραίων αντιβενιζελικών, με επικεφαλής τον Μεταξά, για την παραπομπή του Βενιζέλου ως ηθικού αυτουργού και συνεργού του πραξικοπήματος, η απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου που οργανώθηκε από τον διοικητή της Γενικής Ασφάλειας Ι. Πολυχρονόπουλο τον οποίο είχε διορίσει ο Τσαλδάρης, οι προσπάθειες της αντιβενιζελικής κυβέρνησης να συγκαλύψει το έγκλημα της απόπειρας δολοφονίας, το νομοσχέδιο για το εκλογικό σύστημα, η προσπάθεια μεταβολής της σύνθεσης των ενόπλων δυνάμεων, η αρθρογραφία που εγκαινίασαν Βενιζέλος και Μεταξάς, αναφερόμενοι στα γεγονότα της περιόδου 1915-1922. Για τα παραπάνω, το αρχείο του Μεταξά περιλαμβάνει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής των Ελλήνων στις 15 και 17 Μαΐου 1933, όταν ο Βενιζέλος υπερασπίζεται τον εαυτό του κατά των κατηγοριών, ιδίως του Μεταξά, για συνενοχή στο πραξικόπημα του Πλαστήρα, επιστολή του Μεταξά προς τον Τσαλδάρη με την οποία γνωστοποιεί την παραίτηση από την κυβέρνηση του υπουργού του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων Τουρκοβασίλη λόγω της διαφωνίας σχετικά με την αμνήστευση του Βενιζέλου, τη συμπληρωματική κατάθεση του Βενιζέλου στον ανακριτή για την απόπειρα δολοφονίας του και τη μηνυτήρια αναφορά του Μεταξά κατά του Βενιζέλου με τις κατηγορίες της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας για την εμπλοκή του Μεταξά στην απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Διασώζονται, επίσης, διάφορα αποκόμματα εφημερίδων για ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής καθώς και της στρατιωτικής επετηρίδας.

Βουλευτική ταυτότητα (Φεβρουάριος 1936).

Για το κίνημα του 1935 και όσα επακολούθησαν, υπάρχει σχέδιο επιστολής του Μεταξά προς τον Τσαλδάρη με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1935, όπου ο συντάκτης αναλύει τις ενέργειες που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση για να εξασφαλίσει την πολιτική επικράτηση των αντιβενιζελικών, όπως την εκκαθάριση στρατεύματος και δημοσίων υπηρεσιών από τους αντιφρονούντες. Στο ίδιο πλαίσιο, διασώζονται στο αρχείο σχέδια της επιστολής παραίτησης του Μεταξά από την κυβέρνηση Τσαλδάρη όπως δημοσιεύτηκε αργότερα στον Τύπο, καθώς και σχέδιο επιστολής προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Ζαΐμη, με την οποία διαμαρτυρόταν για την προκήρυξη εκλογών δίχως την προηγούμενη άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της λογοκρισίας. Ακολουθούν οι εκλογές του 1935, η ανατροπή με πραξικόπημα της κυβέρνησης Τσαλδάρη τον Οκτώβριο και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας του Κονδύλη, που κηρύσσει την παλινόρθωση της Μοναρχίας και την επικυρώνει με νόθο δημοψήφισμα. Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936, βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί αναδεικνύονται κοινοβουλευτικά ισοδύναμοι, με το ΚΚΕ να έχει το ρόλο του ρυθμιστή για το σχηματισμό κυβέρνησης. Οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις των δύο μεγάλων κομμάτων να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση συνεργασίας οδήγησαν, ως γνωστόν, στην επιβολή από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ της δικτατορίας του Μεταξά τον Αύγουστο του 1936. Πριν από την 4η Αυγούστου ο Μεταξάς είχε οριστεί από τον βασιλιά αρχικά υπουργός Στρατιωτικών και τον Απρίλιο, μετά τον θάνατο του Δεμερτζή, πρωθυπουργός. Το αρχείο διασώζει μια μεταγενέστερη περιγραφή των γεγονότων της ανάληψης του υπουργείου Στρατιωτικών από τον Μεταξά, περιγραφή που γίνεται από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, υφυπουργό Δημοσίας Ασφαλείας της μεταξικής δικτατορίας, ενώ έκπληξη προκαλεί η ύπαρξη στο αρχείο αντίγραφου της επιστολής του Βενιζέλου στον Λ. Κανακάρη-Ρούφο στις 9 Μαρτίου 1936, στην οποία ο Βενιζέλος επικροτεί τον βασιλιά για την απόφασή του να διορίσει τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών κλείνοντας, μάλιστα, την επιστολή του με τη φράση «Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς!».

Γεώργιος Β΄ και Ιωάννης Μεταξάς.

Ο τρόπος επιβολής του καθεστώτος με την καταστολή κάθε διαμαρτυρίας, οι εκτοπίσεις κομμουνιστών, «βενιζελοκομμουνιστών» και κάθε είδους πολιτικού αντιπάλου, η παρακολούθηση πολιτών, η επιβολή προληπτικής λογοκρισίας, το ειδικό καθεστώς των παραμεθορίων περιοχών με τα καταπιεστικά μέτρα κατά των μειονοτήτων, αποτυπώνονται εύγλωττα στο αρχείο. Υπάρχουν έγγραφα για το αντιμεταξικό κίνημα στα Χανιά τον Ιούλιο του 1938, τη συμμετοχή του Εμμανουήλ Μάντακα και την εμπλοκή του Τσουδερού, αναφορά του Γενικού Διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη για τον πολιτικά αντιφρονούντα λαό της Κρήτης, αλλά και σχετικά με το μνημόσυνο του Βενιζέλου στο νησί το 1937 και τους φόβους για αντικαθεστωτικές δράσεις. Σχετικά με την παρακολούθηση των πολιτών και τα κοινωνικά τους φρονήματα, υφίστανται αρκετά σημειώματα της Ειδικής Ασφάλειας και του Μανιαδάκη προσωπικά για καθηγητές πανεπιστημίου (όπως η ομάδα του καθηγητή της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής Τουρνάκη), για δημοσίους υπαλλήλους που εκφράστηκαν αρνητικά για το πρόσωπο του Μεταξά, αλλά και σημειώματα συστάσεων προσώπων για κατάληψη ανώτερων θέσεων στο καθεστώς, ανάμεσα σε άλλα και του Κωστή Μπαστιά, Γενικού Διευθυντή Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, για τους υποψήφιους για την κατάληψη της διευθυντικής θέσης στην Εθνική Πινακοθήκη κλπ.. Ως προς τον εκτοπισμό των μελών και των δυνητικά συμπαθούντων το ΚΚΕ, το αρχείο δεν παρέχει πολλά στοιχεία. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την επιστολή του Γενικού Διοικητή Κρήτης με την οποία ενημερώνεται ο Μεταξάς για τη σύλληψη του Ευτύχη Παλλήκαρη και εννέα κομμουνιστών κατά το μνημόσυνο του Βενιζέλου, την παραίτηση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου, επειδή ο αδελφός της γυναίκας του συνελήφθη ως κομμουνιστής, καθώς και έγγραφο του Αρχηγού Γ.Ε.Ν. «Περί μέτρων κατά του κομμουνισμού». Για τους μη κομμουνιστές πολιτικούς αντιπάλους, το αρχείο περιλαμβάνει πληροφορίες για το επιφανέστερο πολιτικό θύμα της δικτατορίας, τον πρώην πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, που μετά τον εκτοπισμό του στην Πάρο απεβίωσε στην Αθήνα από ασθένεια συνδεόμενη με τις κακουχίες του εκτοπισμού – στο αρχείο υπάρχει έκθεση του διευθυντή του Ευαγγελισμού για τις συνθήκες θανάτου του Μιχαλακόπουλου – καθώς και για τον Κομνηνό Πυρομάγλου και τις παρεμβάσεις από τη Γαλλία, όπου σπούδασε, για την απελευθέρωσή του. Για την πολιτική της δικτατορίας απέναντι στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας και τις άλλες μειονότητες, το αρχείο διασώζει σειρά εκθέσεων για τους σλαβόφωνους από έναν δημοδιδάσκαλο που υπηρετούσε στην Έδεσσα καθώς και εκθέσεις της Δ/νσης Εποικισμού του υπουργείου Γεωργίας για τον εποικισμό των παραμεθορίων περιοχών. Σχετικά με την επιβολή λογοκρισίας από το καθεστώς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλογραφία του Μεταξά με την Έλενα Βενιζέλου με αντικείμενο τη λογοκρισία σε μεταφράσεις αρχαίων κειμένων του Βενιζέλου, καθώς και επιστολή του Θεολόγου Νικολούδη για τη λειτουργία του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού, αρμοδίου για την άσκηση λογοκρισίας και τη συγκέντρωση εκεί του συνόλου της προπαγανδιστικής δραστηριότητας του καθεστώτος.

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές αναφορές για τις ενδοκαθεστωτικές διενέξεις και την ενίσχυση της θέσης του Μεταξά μετά το 1938. Υπάρχει συγκροτημένος φάκελος για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1938, οπότε ο πρωθυπουργός επέβαλε αντικανονικά την ακύρωση της εκλογής του Δαμασκηνού και τον ορισμό του ευνοούμενού του Χρύσανθου. Παράλληλα, το αρχείο περιλαμβάνει τις επιστολές παραίτησης υπουργών, υφυπουργών και ανώτατων στελεχών της διοίκησης λόγω διαφωνιών με τον Μεταξά ή, κατά τον ίδιο, λόγω σχηματισμού φιλοβασιλικού μετώπου εναντίον του, όπως αυτές των υπουργών Παιδείας Γεωργακόπουλου, Δικαιοσύνης Λογοθέτη, Εμπορικής Ναυτιλίας Ρεδιάδη, Αγορανομίας Κρητικού, Εσωτερικών Σκυλακάκη, Σιδηροδρόμων και Αυτοκινήτων Σπυρίδωνος κ.ά. Στο ίδιο πλαίσιο, υπάρχει αλληλογραφία του Μεταξά με το πρώην στέλεχος των Ελευθεροφρόνων Τουρκοβασίλη και αντίγραφο επιστολής του τελευταίου προς τον στρατηγό Γ. Ρέππα στο Παρίσι. Ο Τουρκοβασίλης το 1940 συνελήφθη και εξορίστηκε για συμμετοχή σε ανατρεπτική κίνηση κατά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Στο χώρο του στρατεύματος, το προπύργιο του βασιλιά Γεωργίου Β΄, το αρχείο διασώζει έγγραφα της Ειδικής Ασφάλειας, ένορκες καταθέσεις, έκθεση του Αρχηγού του ΓΕΣ Αλέξανδρου Παπάγου σχετικά με την υπόθεση, τον Ιούλιο του 1940 του υποστράτηγου Κων/νου Πλατή και τις επαφές του με γερμανικούς κύκλους που εικάζεται ότι ήθελαν να αντικαταστήσουν τους αγγλόφιλους στρατηγούς (μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Παπάγο), με περισσότερο φιλικά διακείμενους στο Βερολίνο συναδέλφους τους. Υπάρχουν, επίσης, πληροφορίες, προερχόμενες από τις ελληνικές πρεσβείες για τις κινήσεις αντιφρονούντων του καθεστώτος, όπως για παράδειγμα επιστολές του Φωκά-Κοσμετάτου από το Παρίσι για τη δράση «πλαστηρικών και άλλων αντιδραστικών».

Με τον υπουργό Προπαγάνδας του Γ΄ Ράιχ Joseph Goebbels με φόντο το Μικρολίμανο (Σεπτέμβριος 1936).

Για την προσπάθεια της μεταξικής δικτατορίας να δημιουργήσει ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης στα πρότυπα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και για τον προσεταιρισμό των λαϊκών τάξεων του εργατικού και αγροτικού κόσμου μέσα από ένα πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικά στρωμάτων, το αρχείο παρέχει κάποιες αναφορές έμμεσες ή άμεσες. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαν να ενταχθούν τα ευχετήρια σημειώματα του Μεταξά προς τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, στους οποίους απευθύνεται ως ο Ανώτατος Επόπτης των Γεωργικών Συνεταιρισμών ή προς την Εθνική Συνομοσπονδία των Εργατών, στην οποία απευθύνεται ως ο “Πρώτος Εργάτης της Ελλάδος”, ένας κατάλογος με τα νοσηλευτικά ή φιλανθρωπικά ιδρύματα και σωματεία που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και η αιτιολογική έκθεση για το νόμο περί συστάσεως Οργανισμού Στέγης Εργάτου. Στον οικονομικό τομέα εφαρμόστηκε μια πολιτική οικονομικού εθνικισμού με την προσπάθεια αυτάρκειας της χώρας, τις συμφωνίες clearing και τη δασμολογική προστασία των εγχώριων προϊόντων καθώς και σε έναν περιορισμένο κρατικό παρεμβατισμό που δεν οδήγησε, ωστόσο, στην αντιγραφή των ιταλικών προτύπων συντεχνιακού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας – ο μοναδικός θιασώτης της οικονομικής αυτής πολιτικής ήταν ο καθηγητής της ΑΣΟΕΕ Ιωάννης Τουρνάκης και ο κύκλος του που, όπως φαίνεται από τα έγγραφα του αρχείου, παρακολουθούνταν από την Ασφάλεια. Το αρχείο περιλαμβάνει εκθέσεις του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου, του ανώτατου συμβουλευτικού οργάνου του κράτους σε οικονομικά ζητήματα, του αντιπροέδρου του Συμβουλίου Αλέξανδρου Διομήδη και του μέλους του τελευταίου, Γεώργιου Πεσμαζόγλου, σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας το 1936 και τα Ειδικά Ταμεία, όπως και έκθεση του Συμβουλίου σχετικά με την παραγωγή καπνού. Υπάρχουν, ακόμη, πίνακες της Στατιστικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για την εξέλιξη του τιμάριθμου του κόστους ζωής σε διάφορες ελληνικές πόλεις την περίοδο 1937-1940. Υπενθυμίζεται, ότι η δικτατορία απαγόρευε τη δημόσια διατύπωση απόψεων για το ύψος και την εξέλιξη του τιμάριθμου.

O Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) σε σχολικές επιδείξεις κοριτσιών – μελών της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ).

Η περίοδος της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν αποτελεί τομή στις κατευθυντήριες γραμμές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και του αμυντικού δόγματος της χώρας. Ο Μεταξάς συνέχισε την πολιτική πρόσδεσης της Ελλάδας στο άρμα της Μεγάλης Βρετανίας ως αντίβαρο στον βουλγαρικό αναθεωρητισμό και τον ιταλικό επεκτατισμό, ενώ παρέμεινε πιστός και στο Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934. Αν και προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ Βερολίνου, Λονδίνου και Ρώμης, συνυπολογίζοντας και τον μεγάλο όγκο των εμπορικών συναλλαγών με τη Γερμανία, και να εξορκίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην επερχόμενη πολεμική σύγκρουση δηλώνοντας ουδέτερος, στην πραγματικότητα, παρά την όποια ιδεολογική συνάφεια του καθεστώτος του με τη φασιστική Ιταλία και την ναζιστική Γερμανία και χωρίς να ασκηθεί πίεση από τον βασιλιά, είχε αποφασίσει ότι η Ελλάδα, εφόσον δεν μπορούσε να αποφύγει τη συμμετοχή στον πόλεμο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανήκει σε στρατόπεδο διαφορετικό από εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίφαση με τη φιλογερμανική στάση του Μεταξά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού και δεν είναι βέβαια η μοναδική. Άλλωστε, στο ημερολόγιό του λίγο προτού φύγει από τη ζωή, ο Μεταξάς ζητούσε συγχώρεση από τον Θεό για όσα έπραξε το 1915. Για την εξωτερική πολιτική της περιόδου 1936-1940, το προσωπικό αρχείο του Μεταξά περιέχει αρκετά στοιχεία, όπως αλληλογραφία με τον βασιλιά και με ελληνικές πρεσβείες καθώς και υπομνήματα πολιτικών για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται αλληλογραφία του ιδίου με τον πρέσβη στο Λονδίνο Χαράλαμπο Σιμόπουλο, με τους Νικόλαο Πολίτη και Σπυρίδωνα Φωκά-Κοσμετάτο στην πρεσβεία στο Παρίσι, τον Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή, πρέσβη στο Βερολίνο, τον Περικλή Αργυρόπουλο στη Μαδρίτη κ.ά. Κυρίαρχο, βέβαια, ζήτημα στην παραπάνω αλληλογραφία αποτελεί ο πόλεμος, η στάση της Ελλάδας και των βαλκανικών χωρών, ειδικότερα της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, οι βλέψεις της Ιταλίας, τέλος, οι επαφές και συνεννοήσεις μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας.

Με τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο.

Παράλληλα, θίγονται ζητήματα οικονομικών σχέσεων, εμπορικών συναλλαγών και διαπραγματεύσεων για την αγορά όπλων από την ελληνική κυβέρνηση, όπως των γαλλικών βομβαρδιστικών αεροπλάνων Potez ή την ενδεχόμενη αγορά βρετανικών αεροσκαφών. Σημειώνεται, επίσης, η ύπαρξη εγγράφων με αναφορές στον «Ναύαρχον Κανάρη» (Φον Κανάρις), ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που παρουσιάζεται να μεσολαβεί το 1935 εκ μέρους του γερμανικού υπουργείου Αμύνης σε συζητήσεις με τον Ιωάννη (Τζων) Θεοτόκη, υπουργό Εξωτερικών, για την αγορά γερμανικών αεροπλάνων από το ελληνικό κράτος. Το αρχείο περιλαμβάνει και φάκελο με αλληλογραφία του Μεταξά με ελληνικές διπλωματικές αποστολές και τον Γεώργιο σχετικά με το ταξίδι του τελευταίου το 1937 σε Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο. Ακόμη, διασώζονται υπομνήματα πολιτικών (Παπανδρέου, Σοφούλης, Ράλλης, Καφαντάρης κ.ά.) για την εξωτερική πολιτική της χώρας μετά την υπογραφή του συμφώνου φιλίας μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας ή υπομνήματα σχετικά με την εξωτερική πολιτική του Δ. Φιλάρετου, του Λ. Μάκκα κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα του,μετέπειτα υπουργού των δωσιλογικών κυβερνήσεων, Σωτηρίου Γκοτζαμάνη τον Μάιο του 1940, σχετικά με την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας από μια ενδεχόμενη επικράτηση στον πόλεμο της Γερμανίας και των δυνάμεων του Άξονα, καθώς και η στήριξη του Σοφοκλή Βενιζέλου, τον Αύγουστο του 1940, στην πολιτική του Μεταξά απέναντι στις απειλές που αντιμετώπιζε η χώρα.

Η κήρυξη του πολέμου και η ιδιόχειρη καταχώρισή της στο πρωτότυπο του Ημερολογίου (δεξιά).

Όπως και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, έτσι και το αμυντικό δόγμα της Ελλάδας δεν άλλαξε μετά την εγκαθίδρυση της 4ης Αυγούστου. Πρώτιστη απειλή για τη χώρα ήταν ο βουλγαρικός αναθεωρητισμός και μόνο μετά την στρατιωτική κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, τον Απρίλιο του 1939, απασχόλησε σοβαρά τη στρατιωτική ηγεσία η προοπτική μιας ιταλικής επίθεσης. Το αρχείο περιέχει πλείστες εκθέσεις του Ανωτάτου Πολεμικού Συμβουλίου, του Γενικού Επιτελείου και των επιμέρους Επιτελείων σχετικά με σχέδια άμυνας του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επίθεσης κυρίως της Βουλγαρίας, μελέτες οχυρώσεων, πολεμικής προπαρασκευής, την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων και ιδίως της αεροπορίας, σχέδια στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής επιστράτευσης, επιτελικούς χάρτες, δελτία πληροφοριών και εκθέσεις για τη στρατιωτική δύναμη και τη διάταξη του βουλγαρικού και ιταλικού στρατού, υπόμνημα για την αναδιοργάνωση του ΓΕΣ κ.ά. Ενδεικτικά αναφέρονται η έκθεση του 1936 των αρχηγών των Επιτελείων για τη στρατηγική στάση της Ελλάδας σε περίπτωση αγγλοϊταλικού πολέμου, επιτελικός χάρτης της Αλβανίας με τη διάταξη των ιταλικών δυνάμεων τον Σεπτέμβριο του 1939, έκθεση πληροφοριών του ΓΕΣ για τη δύναμη και τη διάταξη των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Αλβανία τον Μάρτιο του 1940 και έκθεση του Α/ΓΕΣ αντιστρατήγου Παπάγου για την εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης στην Ελλάδα από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης έως την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος.

Για το σύντομο χρονικό διάστημα από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου έως τον θάνατο του Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου του 1941, τα έγγραφα του αρχείου είναι λίγα και περιορίζονται σε επιστολές στήριξης της πολεμικής προσπάθειας της Ελλάδας, μια επιστολή του στρατηγού Τσολάκογλου από την Κορυτσά σχετική με τα συγχαρητήρια του Μεταξά στη μονάδα του για την κατάληψη της πόλης. Για τον θάνατο του Μεταξά, για τον οποίο κυκλοφορούν διάφορες φήμες, υπάρχει φάκελος με αποκόμματα εφημερίδων σχετικά με τις συνθήκες θανάτου και σημείωμα της Λουκίας Μεταξά για το ίδιο θέμα, καθώς και αντίγραφα της διαθήκης του Μεταξά και της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του.

Με τη σύζυγό του Λέλα, το γένος Χατζηϊωάννου, στον κήπο της οικίας του, στην Κηφισιά.

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, το αρχείο περιλαμβάνει υλικό και μετά τον θάνατο του Μεταξά, το οποίο συντάχθηκε ή συγκεντρώθηκε από τη σύζυγό του και τις κόρες του. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι οι αποφάσεις του 1942 του «Συμβουλίου της εν Αθήναις Ανακριτικής επιτροπής Ελέγχου Περιουσιών» σχετικά με τον νόμιμο τρόπο απόκτησης της περιουσίας του Ιωάννη Μεταξά και μελών της οικογένειάς του και την παραπομπή τους σύμφωνα με το Ν.Δ. 845/1941 – τελικά, η απόφαση του Συμβουλίου ήταν αθωωτική – και το ημερολόγιο της Λέλας Μεταξά, που περιγράφει τη σύλληψη και την ομηρία της από τον ΕΛΑΣ την περίοδο Δεκεμβρίου 1944 – Ιανουαρίου 1945 και το οποίο εξέδωσε αργότερα.

Κλείνοντας, και αναφορικά μόνο με το αρχειακό απόθεμα της Κεντρικής Υπηρεσίας των ΓΑΚ, για τη μελέτη των γεγονότων της περιόδου κατά την οποία ο Μεταξάς είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι απαραίτητη η παράλληλη έρευνα στα αρχεία του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, που καλύπτει το χρονικό διάστημα 1917 – 1928, και των Βασιλικών Ανακτόρων, όπου, ιδίως για την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, συγκεντρώνονται τα υπομνήματα των αρχηγών των προδικτατορικών πολιτικών κομμάτων προς τον βασιλιά, τον έτερο πόλο εξουσίας της περιόδου 1936 – 1940, με τα οποία εκφράζεται η αντίθεσή τους προς την μεταξική δικτατορία. Παράλληλα, η Κ.Υ. των ΓΑΚ διαθέτει στις συλλογές της το αρχείο της ΕΟΝ, της σοβαρότερης, αλλά ανολοκλήρωτης, προσπάθειας του Μεταξά να δημιουργήσει στο μέλλον μια λαϊκή βάση ενός φασιστικού καθεστώτος, από τη στιγμή, κατά την οποία εκείνο της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε «από τα πάνω», τον βασιλιά δηλαδή, δίχως να στηρίζεται, όπως συνέβη στην Ιταλία και την Γερμανία, σε κάποιο μαζικό κόμμα ή κίνημα.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και Αρχειονόμος της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους
Η Ελένη Θεοδωροπούλου είναι Φιλόλογος, εργαζόμενη στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων
του Κράτους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Κεντρική Υπηρεσία, Αρχείο Ιωάννη Μεταξά.

Βατικιώτης, Παναγιώτης, Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά. Φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα, 1936-1941, μετ. Δήμητρα Αμαραντίδου, Ευρασία, Αθήνα 2005.

Βεντήρης, Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Πυρσός, Αθήνα 1931.

Βερέμης, Θάνος (επιμ.), Ο Μεταξάς και η εποχή του, Ευρασία, Αθήνα 2009.

Δαφνής, Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923 – 1940, Ίκαρος, Αθήνα 1955.

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού κατά την αρθογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003.

Κολιόπουλος, Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο Πόλεμος του ’40, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2005.

Μαυρογορδάτος, Γιώργος, 1915: ο Εθνικός Διχασμός, Πατάκης, Αθήνα 2015.

Του ιδίου, Μετά το 1922: η παράταση του διχασμού, Πατάκης, Αθήνα 2017.

Μεταξά, Λέλα, Ημερολόγιο ομηρίας 1944 – 1945, Αθήνα 1972.

Μεταξάς, Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο, 4 τ., Εστία και Ίκαρος, Αθήνα 1951, 1960-1964.

Του ιδίου, Λόγοι και σκέψεις, 2 τ., Ίκαρος, Αθήνα 1969.

Μουρέλος, Γιάννης, Τα Νοεμβριανά του 1916, Παττάκης, Αθήνα, 2007.

Πλουμίδης, Σπυρίδων, Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936 – 1941), Εστία, Αθήνα 2016.

Το πολίτευμα του Ιωάννου Μεταξά. Εκ του προσωπικού του αρχείου, Αθήνα 1945.

Hering Gunar, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μετ. Θ. Παρασκευόπουλος, 2 τ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.

Γιάννης Μουρέλος: Από τους Καραγιάννηδες της Κοζάνης στον Herbert von Karajan του Σάλτσμπουργκ, της Βιέννης και του Βερολίνου

Γιάννης Μουρέλος

Από τους Καραγιάννηδες της Κοζάνης στον Herbert von Karajan

του Σάλτσμπουργκ, της Βιέννης και του Βερολίνου

 

                                                          

Α. De profundis

H πρώτη φορά που άκουσα τον Herbert von Karajan ζωντανά, ήταν την 1η Οκτωβρίου 1970 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Τhéâtre des Champs-Élysées) του Παρισιού, της πόλης των πανεπιστημιακών μου σπουδών. Διηύθηνε την εναρκτήρια συναυλία της περιόδου 1970-1971 της, νεότευκτης ακόμα τότε, Ορχήστρας του Παρισιού, της οποίας διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1968 έως το 1971. Στο πρόγραμμα, θυμάμαι, περιλαμβάνονταν δυο έργα: η Συμφωνία αρ. 2 για έγχορδα και χάλκινα πνευστά του Ελβετού συνθέτη Arthur Honegger και η Φανταστική Συμφωνία του Hector Berlioz, η “εθνική” συμφωνία των Γάλλων. Ομολογώ πως δεν κατάφερα να υπεισέλθω στην ποιότητα της ερμηνείας. Το βίωμα και μόνο της φυσικής μου παρουσίας σε μια συναυλία του πλέον επικοινωνιακού καλλιτέχνη της εποχής (και αναμφίβολα ενός από τους μεγαλύτερους του είδους), επισκίαζε κάθε άλλη διάσταση. Πόσο μάλλον που είχα την τύχη να βλέπω και να ακούω ζωντανά έναν αρχιμουσικό, τη δουλειά του οποίου γνώριζα ήδη από τις δεκάδες δικές του ηχογραφήσεις, που κοσμούσαν τη δισκοθήκη μου. Η δικαιολογημένη υπερένταση της στιγμής παρεμπόδιζε την όποια συγκέντρωση. Η εμπειρία ήταν οπτική και όχι ακουστική. Έστω κι έτσι, άφησε το στίγμα της. Ένας μικρόσωμος άνδρας (περισσότερο από όσο φαντάζεται κανείς κοιτάζοντας τις φωτογραφίες), συνεχώς σκυμμένος προς τα εμπρός, δίχως παρτιτούρα (χαρακτηριστικό του γνώρισμα σε όλες τις συναυλίες συμφωνικής μουσικής, όχι, όμως, σε παραστάσεις όπερας), με αρκετά νευρικές (όχι  υπερβολικές) κινήσεις. Αυτή υπήρξε η εικόνα που έχω συγκρατήσει κοντά μισό αιώνα έπειτα από την αξέχαστη  εκείνη βραδιά. Στο περιθώριο της συγκεκριμένης συναυλίας γυρίστηκε το παρακάτω βίντεο. Η ποιότητα της εικόνας και του ήχου, είναι μέτριες. Παρά ταύτα, πρόκειται για τη μοναδική μαρτυρία των ημερών εκείνων, η οποία έχει περισωθεί. Για τον γράφοντα διαθέτει μεγάλη συναισθηματική αξία.

 

Hector Berlioz: Φανταστική Συμφωνία, έργο 14 (μέρος Δ΄: H πορεία προς το ικρίωμα), Παρίσι, 1970

 

Η δεύτερη εμπειρία, οκτώ μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1971, άφησε διαφορετική ανάμνηση. Το ίδιο το πρόγραμμα κατ αρχήν: το Requiem του Giuseppe Verdi, από τα ωραιότερα και πλέον σπαρακτικά (παρά το αναπόφευκτο θεατρικό στοιχείο) έργα του μεγάλου Ιταλού μουσικοσυνθέτη. Επρόκειτο για την αποχαιρετιστήρια συναυλία του Karajan ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Ορχήστρας του Παρισιού. Χρειάστηκε να περιμένω υπομονετικά τέσσερις ώρες στην ουρά, προκειμένου να προμηθευτώ το  πολυπόθητο εισιτήριο. Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί, δισκογραφικά τουλάχιστον, μια από τις στιγμές δόξας του Αυστριακού αρχιμουσικού, το σύνολο ήταν απολαυστικό. Μια ονειρώδης τετράδα μονωδών (Mirella Freni, Christa Ludwig, Carlo Cossutta, Nicolai Ghiaurov – οι ειδικοί είμαι πεπεισμένος πως θα συνηγορήσουν), μια από τις καλύτερες χορωδίες του κόσμου (Singverein της Βιέννης) και μια ορχήστρα, η οποία αν και ευρισκόμενη ακόμα σε αναζήτηση της ταυτότητάς της, παρασύρθηκε από τους υπόλοιπους συντελεστές προς τα εμπρός, ξεπερνώντας κατά πολύ τον εαυτό της και τις δυνατότητές της (πέρασε καιρός έως ότου, ως τακτικός συνδρομητής πλέον, την ακούσω να ξαναπιάνει το επίπεδο εκτέλεσης της ημέρας εκείνης).

Το πρόγραμμα της συναυλίας (πηγή: Αρχείο Γιάννη Μουρέλου).

Τέλος, ένας Karajan,  απόλυτος κυρίαρχος των πάντων, διευθύνοντας δίχως μπαγκέτα και κοιτάζοντας (επιτέλους) προς τα ψηλά, όποτε απευθυνόταν στη χορωδία. Κυρίως, όμως, άρχισα να κατανοώ το περίφημο στυλ του μαέστρου: έμφαση στην τονική ομορφιά του ήχου. Η αισθητική (μαζί και η τεχνική) τελειότητα υπεράνω του πνεύματος και του μηνύματος του έργου. Αν και υπέρμετρα εγωκεντρική, στα όρια του ναρκισσισμού θα έλεγε κανείς, η αντίληψη αυτή παρήγαγε ηχοχρώματα ασυναγώνιστης ποιότητας, που μάγευαν και τον πλέον δύσπιστο ακροατή. Βγαίνοντας από την αίθουσα, μελαγχόλησα με τη σκέψη πως η αποχώρηση του Karajan από την Ορχήστρα του Παρισιού ισοδυναμούσε με αποχώρηση και από το ίδιο το Παρίσι.

Υπήρξα από τους πλέον ευτυχείς όταν, την άνοιξη του 1972, επανήλθε, συνοδευόμενος, μάλιστα, από το καθαρόαιμο σύνολο, του οποίου ηγείτο: τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, την καλύτερη, ίσως, ορχήστρα παγκοσμίως την εποχή εκείνη. Στο πρόγραμμα συμπεριλαμβανόταν ένα έργο που λάτρευα (και εξακολουθώ να λατρεύω): η Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Η ακρόαση, μάλιστα, του έργου, μέσα στην ίδια ακριβώς αίθουσα όπου, στις 29 Μαΐου 1913, έλαβε χώρα η θυελλώδης παγκόσμια πρώτη, προκαλώντας ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της μουσικής, προσέδιδε επιπρόσθετες προσδοκίες στην όλη εμπειρία. Θέλοντας να κατανοήσω περισσότερο το στυλ του Karajan, φρόντισα να επιλέξω θέση σε χαμηλό θεωρείο. Το Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων είναι μια κλασσική ημικυκλική αίθουσα ιταλικού ρυθμού. Από το ακραίο θεωρείο, όπου βρισκόμουν, η απόσταση από το βήμα του αρχιμουσικού ήταν μικρή, στο ύψος, περίπου, της τελευταίας σειράς των πρώτων βιολιών της ορχήστρας. Μπορούσα, επομένως, να παρακολουθήσω ακόμα και την έκφραση του προσώπου του μαέστρου. Σε ολόκληρη τη διάρκεια της συναυλίας δεν απόσπασα το βλέμμα μου από πάνω του. Γνωρίζοντας το έργο απ έξω, το σιγοτραγουδούσα διαρκώς,  θαυμάζοντας τις κινήσεις του. Κινήσεις ακριβείας κλάσματος δευτερολέπτου, λες και η (απούσα από μπροστά του) παρτιτούρα αναδυόταν ανάγλυφα μέσα από τα χέρια του. “Τυχερή η ορχήστρα που διευθύνεται από έναν τέτοιο αρχιμουσικό” σκέφτηκα. Αλλά και τί ορχήστρα!

Εσωτερική άποψη του Θεάτρου των Ηλυσίων Πεδίων.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα που άκουσα δεν ήταν Stravinsky. Ήταν η κατά Karajan εκδοχή του Stravinsky. Ένα προϊόν τονικής τελειότητας ενός έργου γεμάτου βία, παγανιστικό ρυθμό και πρωτογονισμό, που απαιτεί ακριβώς το…αντίθετο. Λίγους μήνες νωρίτερα, το είχα ακούσει εκ νέου ζωντανά, σε μια συγκλονιστική ερμηνεία υπό τον Igor Markevitch, έναν από τους αγαπημένους διευθυντές ορχήστρας του Stravinsky προσωπικά, και ως εκ τούτου, θεματοφύλακα, τρόπον τινα, της κληρονομιάς του συνθέτη. Μια εμπειρία, η οποία με έχει σημαδέψει μέχρι σήμερα. Εκρήξεις βίας και πρωτογονισμού δεν απουσίαζαν από την προσέγγιση του Karajan. Δεν επρόκειτο, όμως, για τα ενστικτώδη ξεσπάσματα, που αποζητεί το έργο. Δημιουργούσαν την αίσθηση μιας συνειδητής επιλογής, επιμελώς προκατασκευασμένης και προορισμένης για την εξυπηρέτηση της πρώτιστης προτεραιότητας. Εκείνη της παραγωγής του τέλειου ήχου. Κοντολογίς, πρέπει να ονομάζεσαι Herbert von Karajan και να ηγείσαι μιας φάλαγγας όπως η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, προκειμένου να καταφέρνεις το ακατόρθωτο: να κινείσαι, δηλαδή, τόσο πολύ εκτός θέματος και, παρά ταύτα, να μαγνητίζεις και να συνεπαίρνεις κυριολεκτικά το ακροατήριο.

Η τέταρτη φορά ήταν, μακρόθεν, η καλύτερη. Ένας πλήρης κύκλος των τεσσάρων Συμφωνιών του Johannes Brahms σε δυο κυλιόμενες συναυλίες (4η και 2η Συμφωνίες την πρώτη μέρα, 3η και 1η τη δεύτερη), την άνοιξη του 1975. Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη και δυσκολότερη πρόκληση είναι να μπορεί κανείς να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός χιλιοπαιγμένου ρεπερτορίου, δίχως να το προδώσει αναζητώντας την πρωτοτυπία. Το στυλ του Karajan ταίριαζε σαν γάντι με τη μουσική του Brahms. Παρορμητικός ρομαντισμός, άκρατος λυρισμός, ονειρώδης άρθρωση, μεγάλες ανάσες, έμφαση στο παίξιμο legato (νότες ενωμένες μεταξύ τους), προσήλωση στο πνεύμα του συνθέτη. Τέλος, μια ορχήστρα (η αναπόφευκτη Φιλαρμονική του Βερολίνου), όλες οι ομάδες οργάνων της οποίας παρήγαγαν τον ωραιότερο ήχο που δύναται κανείς να διανοηθεί. Πραγματική μυσταγωγία!

 

Johannes Brahms: Συμφωνία αρ. 1, έργο 68 (τελευταίο μέρος), Βερολίνο, 1973   

 

Στις 17 Ιουνίου 1977, άκουσα τον Herbert von Karajan για πέμπτη και τελευταία φορά. Δεν βρισκόταν, πλέον, στο απόγειο των δυνάμεών του. Είχε αρχίσει να φθίνει μουσικά και βιολογικά.  Μου έκανε εντύπωση η δυσκολία στο βάδισμα (είχε προηγηθεί μια άσχημη πτώση, με χρόνιες συνέπειες στη σπονδυλική στήλη), οι δε κινήσεις των χεριών του, μηχανικές και μονότονες, δεν συγκρίνονταν με τη μαγεία εκείνων του παρελθόντος. Επιπρόσθετα, είχε επιλέξει ένα εξουθενωτικό σε διάρκεια και απαιτήσεις μουσικό έργο: τη Συμφωνία αρ. 6 του Gustav Mahler. Ο Mahler ουδέποτε υπήρξε η δυνατή στιγμή του Karajan, πέραν από μια μνημειώδη ηχογράφηση της Συμφωνίας αρ. 9. Τον είχε εντάξει στο ρεπερτόριό του, μόνο και μόνο εξαιτίας της μεγάλης δημοτικότητας που άρχισε να γνωρίζει παγκοσμίως η μουσική του Αυστριακού συνθέτη μέσα στη δεκαετία του ’70, εν μέρει χάρη στην κινηματογραφική ταινία Θάνατος στη Βενετία του Luchino Visconti. Επίσης, η πλούσια και ευρηματική ενορχήστρωση του Mahler (ως ταλαντούχος αρχιμουσικός ο ίδιος, ήταν βαθύς γνώστης των μυστικών της ορχήστρας), επιτρέπει να αναδειχθούν, μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών αλλά και σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων, οι πολυάριθμες αρετές ενός μεγάλου συμφωνικού συνόλου (η 6η Συμφωνία απαιτεί τη συμμετοχή άνω των εκατό μουσικών και μια πλούσια ποικιλία οργάνων, ειδικότερα στην κατηγορία των κρουστών). Τί προτιμότερο για τις επιδειξιομανείς φιλοδοξίες ενός Karajan και της απαράμιλλης ποιοτικά ορχήστρας του! Όλα αυτά δεν επαρκούν όμως. Η Συμφωνία αρ. 6 είναι ένα τιτάνιο έργο, μια κατάθεση ψυχής του συνθέτη, η οποία πραγματεύεται την άνιση και ανεπιτυχή αναμέτρηση του ανθρώπου με το πεπρωμένο. Ένα έργο γεμάτο δυναμισμό και απαισιοδοξία (φέρει και την προσωνυμία “Τραγική”), με συνεχείς συγκινησιακές διακυμάνσεις και ανατροπές. Προσλαμβάνει δε αυτοβιογραφικές και προφητικές προεκτάσεις: τα τρία κτυπήματα της μοίρας (το τρίτο είναι και το αποφασιστικό), που περιγράφονται στο φινάλε του έργου, ο Mahler επρόκειτο να τα βιώσει σύντομα: τον θάνατο της μικρής του κόρης, την απόλυση από τη θέση του διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της ίδιας πόλης, τέλος, τη διάγνωση ότι πάσχει από καρδιακό νόσημα, πάθηση, η οποία έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή.

Η μουσική του Mahler δεν προσφέρεται μόνο για την ανάδειξη των τεχνικών δεξιοτήτων μιας ορχήστρας. Απαιτεί μεγάλη εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση και στον κόσμο του συνθέτη. Ο Karajan ουδέποτε ανήκε  στην κατηγορία των “Μαλερικών” αρχιμουσικών. Έχοντας την ευκαιρία να ακούσω νωρίτερα το ίδιο έργο ζωντανά με μαέστρους εξοικειωμένους με το συγκεκριμένο ρεπερτόριο, όπως οι Leonard Bernstein,  Georg Solti και Claudio Abbado, η ζυγαριά δεν έκλινε προς όφελος του Karajan. Όταν τον είδα, φανερά καταπονημένο, να ευχαριστεί το κοινό, που, ως συνήθως, του επιφύλαξε αποθεωτική υποδοχή, ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα, καθώς ολοκλήρωνα τον κύκλο των σπουδών μου και ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στην πατρίδα. Έστω και αν δεν τον είχα πετύχει στην καλύτερη στιγμή, εξαιρουμένων, όπως πάντα, της τεχνικής τελειότητας και της τονικής καλαισθησίας, ήμουν (και παραμένω) πλημμυρισμένος από αισθήματα απεριόριστου θαυμασμού και ευγνωμοσύνης έναντι ενός μεγάλου καλλιτέχνη, ο οποίος, μέσω των ποιοτικών του συναυλιών και ηχογραφήσεων, μου επέτρεψε να γνωρίσω, να κατανοήσω και να αγαπήσω ένα ευρύτατο ρεπερτόριο μουσικών δημιουργιών.

Gustav Mahler: Συμφωνία αρ. 6. Το εξώφυλλο της ηχογράφησης του 1977.

 

B. Μια πολυτάραχη και υποδειγματική σταδιοδρομία

Η παράσταση είχε μόλις τελειώσει όταν ο Herbert von Karajan όρμησε βιαστικός στον δρόμο σταματώντας το πρώτο ταξί που περνούσε από το θέατρο. «Γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε στον οδηγό. «Εντάξει, αλλά πού πηγαίνετε;» τον ρώτησε εκείνος. «Οπουδήποτε» του απάντησε ο αρχιμουσικός. «Ετσι κι αλλιώς, παντού με ζητούν…».

Καίτοι σε κάποια άλλη περίπτωση το παραπάνω ανέκδοτο δεν θα ήταν παρά η διακωμώδηση μιας ακραία αλαζονικής συμπεριφοράς, εν προκειμένω πρόκειται απλώς για μια διαπίστωση αναγνωριστική. Επικεφαλής, ταυτοχρόνως, της Κρατικής Οπερας της Βιέννης, του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου και διατηρώντας στενές σχέσεις με τη Συμφωνική της Βιέννης, την Philharmonia Orchestra του Λονδίνου και τη Σκάλα του Μιλάνου, ο Karajan θεωρούνταν για περισσότερα από 20 χρόνια ο «γενικός μουσικός διευθυντής της Ευρώπης», κυριαρχώντας στo στερέωμα της Γηραιάς Ηπείρου μεταξύ των δεκαετιών 1950-1970 όσο κανένας άλλος έως τότε. Αρχιμουσικός με ευρύτατο ρεπερτόριο, αστέρας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, παραγωγός όπερας, ιδρυτής και διευθυντής επιτυχημένων φεστιβάλ, ο Karajan ήταν πάνω απ’ όλα, όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε κάποτε, «ο άνθρωπος που έκανε τη μουσική θρησκεία και έγινε ο ίδιος ο πλέον ένθερμος κήρυκάς της».

Ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργούσε πάνω στο βήμα ήταν μοναδικός από κάθε άποψη. Στην ιστορία της μουσικής δεν υπήρξε προηγούμενο αρχιμουσικού, που να διευθύνει με τα μάτια συνεχώς κλειστά. Άλλωστε, η έλλειψη οπτικής επικοινωνίας αποπροσανατόλιζε τα μέλη της ορχήστρας. Οι μουσικοί της Φιλαρμονικής του Βερολίνου χρειάστηκαν χρόνο, έως ότου μπορέσουν να προσαρμοστούν στο ιδιόρυθμο αυτό στυλ. Πόσο μάλλον, που ο προκάτοχος του Karajan, Wilhelm Furtwängler, έπραττε ακριβώς το αντίθετο. Ο Karajan ισχυριζόταν πως ο τρόπος, τον οποίο είχε επιλέξει, του επέτρεπε να  συγκεντρώνεται καλύτερα στην παρτιτούρα. Διαθέτοντας φωτογραφική μνήμη, μέσα στο νου του γύριζε ακόμη και τις σελίδες την ώρα της συναυλίας. Η αλήθεια είναι πως, τουλάχιστον έως το τέλος της δεκαετίας του ΄70, οι κινήσεις του διακρίνονταν από ακρίβεια και παραστατικότητα. Απέπνεαν μια αίσθηση απόλυτου ελέγχου του έργου και διασφάλιζαν μεταδοτικότητα, αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη αλλά και ισχυρογνωμοσύνη. Ταυτισμένος με το πάλαι ποτέ μοντέλο του «μαέστρου-δικτάτορα», ανέβαινε στο βάθρο για να διατάξει. Όχι για να συνδιαλλαγεί με τους μουσικούς της ορχήστρας. «Γεννήθηκα για να δίνω διαταγές» φερόταν να έχει πει κάποτε. Το στυλ άλλαξε κάπως στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Μπορεί τα μάτια να άνοιξαν, όμως οι κινήσεις απώλεσαν σημαντικό μέρος από την φαντασία και (γιατί όχι;) από τη γοητεία τους.

 Ludwig van Beethoven, Συμφωνία αρ. 5, έργο 67 (Α΄ μέρος), Βερολίνο 1972

 

Αντίθετα, εκείνη που παρέμεινε αναλλοίωτη, ήταν η τονική ομορφιά του ήχου. Μάλιστα, με την πάροδο του χρόνου, ο Karajan έδινε ολοένα και περισσότερη έμφαση στον συγκεκριμένο τομέα, συχνά εις βάρος του πνεύματος, της φιλοσοφίας και του μηνύματος του έργου, το οποίο εκτελούσε. “Αν υπάρχει μουσική στον Παράδεισο, κάπως έτσι θα πρέπει να ηχεί”, μου εκμυστηρεύτηκε χαρακτηριστικά κάποτε ένας Γάλλος φίλος μου, καθώς ακούγαμε, εκστατικοί, μια εκτός θέματος, πλην όμως απαράμιλλης αισθητικής ποιότητας, ηχογράφηση της Λειτουργίας σε Σι ελάσσονα του Johann Sebastian Bach. Σε κάθε περίπτωση, ο Αυστριακός αρχιμουσικός είχε απόλυτη συναίσθηση του ήχου που επιθυμούσε να εκμαιεύσει από την ορχήστρα, όντας συνάμα αποφασισμένος να το πράξει καταβάλλοντας οποιοδήποτε τίμημα. Το συμφωνικό και λυρικό του ρεπερτόριο ήταν ατελείωτα. Κάλυπταν τεράστιο εύρος, από τους προκλασσικούς συνθέτες και τη μουσική μπαρόκ έως την επονομαζόμενη Νέα Σχολή της Βιέννης των δεκαετιών του 1910 και 1920. Επόμενο ήταν να προκύψουν ανισότητες και μάλιστα ουκ ολίγες. Όμως, οι επίσης ουκ ολίγες στιγμές του ουσιαστικού συναπαντήματος ανάμεσα στους συνθέτες και τον ερμηνευτή, ήταν μοναδικές. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τις περιπτώσεις των Αυστριακών και Γερμανών Bach, Mozart, Haydn, Beethoven, Schubert, Schumann, Mendelssohn, Brahms, Bruckner, Wagner, Richard Strauss, των Ιταλών Verdi, Puccini, Respighi, των Γάλλων Berlioz, Bizet, Debussy, Ravel, του Βέλγου Franck, των Ρώσων και κεντροευρωπαίων Tchaikovsky, Mussorgsky, Prokoviev, Shostakovitch, Dvořák, Smetana, Liszt, Bartók, των Σκανδιναυών Grieg, Nielsen, Sibelius, του Βρετανού Holst κλπ. Μέσα σε αυτό το ρεπερτόριο συγκαταλέγονται και εκπλήξεις με έργα όχι τόσο γνωστά στο ευρύ κοινό, όπως η σκηνική καντάτα De temporum fine comoedia του Carl Orff, η όπερα  Assassinio nella cattedrale του Ildebrando Pizzetti, το έργο Antifone για έντεκα έγχορδα, πνευστά και κρουστά του Hans Werner Henze, το ορατόριο A Child of Our Time του Michael Tippet, η Συμφωνία αρ.1 του William Walton, ενώ για μια και μοναδική φορά, το 1964, ο Karajan διηύθυνε το μεγαλειώδες War Requiem του Benjamin Britten, ερμηνεία, από την οποία δεν έχει, δυστυχώς, διασωθεί κανένα απολύτως ηχητικό τεκμήριο.

 

Ο Sir Simon Rattle μιλά για τον Herbert von Karajan

 

Γεννημένος το 1908 στο Σάλτσμπουργκ, σπούδασε στο Mozarteum της ίδιας πόλης και κατόπιν στη Μουσική Σχολή της Βιέννης. Οι πρώτες θέσεις που κατέλαβε προπολεμικά ήταν στο Κρατικό Θέατρο του Ουλμ και στην Όπερα του Άαχεν. Μέσα στη δεκαετία του ΄30 ξεκίνησε η συνεργασία του με τις μεγαλύτερες ορχήστρες, με τις οποίες συνδέθηκε αργότερα στενά. Το 1934 έκανε το ντεμπούτο του με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τρία χρόνια αργότερα, το 1937, με εκείνη του Βερολίνου. Το 1938, με αφορμή την παράσταση της όπερας Tristan und Isolde του Richard Wagner στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου, ο Τύπος της εποχής άρχισε να κάνει χρήση της έκφρασης  Das Wunder Karajan (Το Θαύμα Karajan). Πολλά έχουν γραφεί σχετικά με την προσχώρησή του στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και τις σχέσεις του με τον Ναζισμό. Το όλο θέμα ανέκυψε έπειτα από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποναζιστικοποίησης. Παρά το γεγονός ότι οι ανακρίσεις δεν κατέληξαν σε κατηγορία για κάτι μεμπτό εις βάρος του (η αίτηση, την οποία είχε καταθέσει προκειμένου να γίνει μέλος του κόμματος το 1933,  ήταν μια κίνηση τακτικής προκειμένου να διασφαλίσει τη θέση του στο θέατρο του Ουλμ σε μια εποχή γενικότερων διώξεων, ενώ η δεύτερη αίτηση – το 1935 – ερμηνεύθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταλάβει τη θέση του διευθυντή της Οπερας του Άαχεν), το στίγμα τον βάρυνε για αρκετά χρόνια. Το 1946, οι σοβιετικές αρχές του Βερολίνου απαγόρευσαν στον Karajan κάθε είδους επαγγελματική δραστηριότητα (η ποινή ανακλήθηκε δυο χρόνια αργότερα). Το 1948, διήυθηνε δυο όπερες στο θερινό Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, που είχαν ιδρύσει από το 1920 οι Max Reinhardt, Hugo von Hofmannsthal και Richard Strauss. Δεν προσκλήθηκε άλλη φορά, εξαιτίας της ανταγωνιστικής του σχέσης με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ και προκάτοχό του διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, Wilhelm Furtwängler. To 1951, διηύθηνε μια μνημειώδη παράσταση των Αρχιτραγουδιστών της Νυρεμβέργης (Die Meistersinger von Nürnberg) του Wagner στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, από την οποία υφίσταται μια ζωντανή ηχογράφηση.

Με τον Walter Legge, τον Ιανουάριο του 1958.

Tο Λονδίνο της δεκαετίας του ΄50 υπήρξε το καταφύγιο αλλά και το εφαλτήριο εκτίναξης της μεταπολεμικής σταδιοδρομίας του Karajan, χάρη στην υποστήριξη του δαιμόνιου παραγωγού Walter Legge, o οποίος του εμπιστεύθηκε την ορχήστρα, που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1945 κάτω από αντίξοες συνθήκες, για μια σειρά ηχογραφήσεων που άφησαν εποχή. Με την Philharmonia Orchestra, ο Karajan κληροδότησε το πιο ενδιαφέρον, ίσως, αποτύπωμα, καθώς ένας ασυνήθιστος αυθορμητισμός (θα τον απωλέσει σταδιακά μέσα στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70), συνδυάζεται ιδανικά με τα πρώτα δείγματα αναζητήσεων προς την κατεύθυνση της παραγωγής του περίφημου ήχου, τόσο χαρακτηριστικού του Αυστριακού αρχιμουσικού. Πέραν από ένα σύνολο μοναδικών εκτελέσεων στο χώρο του λυρικού θεάτρου (Cosi fan tutte  του Mozart, Ariadne auf Naxos και Der Rosenkavalier του Richard Strauss, Falstaff του Verdi, Hansel und Gretel του Humperdinck), η περίοδος του Λονδίνου συνέπεσε και με την έκδοση τριών σημαντικών εγχειρημάτων: ενός πλήρους κύκλου των συμφωνιών του Beethoven και του Brahms, καθώς και ενός ημιτελούς των συμφωνιών του Sibelius. Αργότερα, στο Βερολίνο, ο Karajan θα ηχογραφήσει κατ επανάληψη τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα έργα, δίχως, ωστόσο, να φτάσει στο ίδιο επίπεδο πηγαίας συγκίνησης με εκείνο των ερμηνειών της περιόδου του Λονδίνου.

Δισκογραφικές επιτυχίες της γόνιμης λονδρέζικης περιόδου με εξώφυλλα εποχής.

To 1956, έλαβε χώρα το γεγονός, το οποίο επρόκειτο να σφραγίσει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του: ανέλαβε ισόβιος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, διαδεχόμενος τον Wilhelm Furtwängler. Είχε, επιτέλους, στη διάθεσή του το ποιοτικό όργανο εκείνο, που θα του επέτρεπε να εκπληρώσει το όραμά του. Η τριαντατριάχρονη συμβίωση δεν ήταν εύκολη. Υπήρξαν φορές που προσέλαβε συγκρουσιακές διαστάσεις, καθώς ο Karajan επέμενε να θεωρεί την ορχήστρα δικό του κτήμα, να την αξιοποιεί για προσωπική του προβολή και να επιβάλει υπερβολικές έως παράλογες απαιτήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αναρίθμητων κινηματογραφικών λήψεων με χρήση του συστήματος play back (η εγγραφή του ηχητικού μέρους είχε ήδη ολοκληρωθεί και οι επαγγελματίες μουσικοί της καλύτερης ορχήστρας του κόσμου υποχρεούνταν, ως κοινοί κομπάρσοι, να υποκρίνονται επί ώρες ολόκληρες ότι εκτελούν τα έργα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της σκηνοθεσίας). Τα δοξάρια των εγχόρδων έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς στην ίδια ευθεία ώστε να υποδηλώνεται ο συγχρονισμός, τα δε άτομα με αραιή τριχοφυία αναγκάζονταν να φορούν περούκες! Ο φακός εστίαζε μονίμως στον μαέστρο. Τα πρόσωπα των υπολοίπων φαίνονταν, ως επί το πλείστον, θολά. Μεγαλύτερη έμφαση δινόταν στα άψυχα όργανα παρά στα έμψυχα άτομα της ορχήστρας, διαφορετικά συνέτρεχε κίνδυνος να αποσπασθεί η προσοχή του κοινού από το πρόσωπο του αρχιμουσικού.

Από την άλλη πλευρά, η σύμπραξη του Karajan με τους Βερολινέζους, προσέφερε ανεπανάληπτες στιγμές επιτυχίας και γενικευμένης αναγνώρισης. Ο ήχος της ορχήστρας έφτασε στο ύψιστο σημείο ποιότητας, εν μέρει και χάρη στην ανέγερση, μεταξύ των ετών 1960 και 1963 της περίφημης αίθουσας συναυλιών (Berliner Philharmonie), στον δυτικό τομέα της πόλης, δίπλα στο τείχος. Εμπνευστής και υποκινητής της πρωτοβουλίας υπήρξε ο ίδιος ο Karajan. Τα σχέδια ανήκαν στον αρχιτέκτονα Hans Scharoun. Πέρα από τη θαυμάσια ακουστική, η αίθουσα εθεωρείτο πρωτοποριακή για την εποχή της και προκάλεσε τον θαυμασμό των ειδικών. Για πρώτη φορά, μια ορχήστρα περιστοιχιζόταν χωροταξικά από τα καθίσματα, που προορίζονταν για το κοινό. Μαζί συγκροτούσαν, έτσι, ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο, που επέτρεπε βαθύτερη επικοινωνία κατά τη διάρκεια της συναυλίας, προς τέρψη αμφοτέρων και, φυσικά, προς όφελος της μουσικής.

Η αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.

Δεύτερη παράμετρος υπήρξε ένας πραγματικός δισκογραφικός οργασμός. O ίδιος ο Karajan ήταν λάτρης της τεχνολογίας του ήχου και υπήρξε πάντοτε από τους πρωτοπόρους χρήστες της εκάστοτε εξέλιξης (μετάβαση από τους δίσκους 78 στροφών σε δίσκους μακράς διαρκείας 33 στροφών, εγγραφή σε μαγνητοταινία, στερεοφωνία, τετραφωνία, ψηφιακή ανάλυση, μετάβαση από τους δίσκους βινυλίου σε συμπαγείς δίσκους – compact discs, τηλεβιντεοσκοπήσεις – DVD). Με την εταιρεία Deutsche Grammophon Gesellschaft, με την οποία μαέστρος και ορχήστρα συνδέθηκαν με αποκλειστικό συμβόλαιο για ευρύ χρονικό διάστημα, αλλά και με άλλες μεγάλες εταιρίες, οι ηχογραφήσεις ξεπέρασαν τον αριθμό των οκτακοσίων και υπολογίζεται πως πουλήθηκαν άνω των 200 εκατομμυρίων κομμάτια! Περισσότερο παραγωγική ποιοτικά μοιάζει να είναι η δεκαετία του ΄60, με εκτελέσεις, οι οποίες έχουν παραμείνει αξεπέραστες. Κορυφαίες στιγμές αποτελούν ο δεύτερος πλήρης κύκλος των συμφωνιών του Beethoven (πρώτος με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου καθώς έμελλαν να ακολουθήσουν ακόμη δυο), η Missa Solemnis του ιδίου συνθέτη, το ορατόριο Η Δημιουργία (Die Schöpfung) του Haydn, το Γερμανικό Ρέκβιεμ (Ein Deutsches Requiem) του Brahms.

Όμως, το πλέον φιλόδοξο δισκογραφικά (και όχι μόνο) εγχείρημα της σταδιοδρομίας του Karajan, υπήρξε, μεταξύ των ετών 1966 και 1970, η ηχογράφηση του κύκλου Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ (Der Ring des Nibelungen) του Richard Wagner, που απαρτίζεται από τέσσερις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου (Das Rheingold), Η Βαλκυρία (Die Walküre), Ζίγκφρηντ (Siegfried) και Το Λυκόφως των Θεών (Götterdämmerung). Αθροιστικά, τα παραπάνω έργα  συμπληρώνουν 18 ώρες ακρόασης περίπου. Τη στιγμή που ξεκίνησε στο Βερολίνο το όλο εγχείρημα, μόλις είχε ολοκληρωθεί η ηχογράφηση του πρώτου, στην ιστορία του δίσκου, πλήρους κύκλου, υπό τη διεύθυνση του Ούγγρου αρχιμουσικού Georg Solti (επίσης μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία). Αντιπαραβάλοντας κανείς τις δυο ερμηνείες δεν θα μπορούσε να διανοηθεί μεγαλύτερες διαφορές. Ο Solti διαχειρίζεται τα έργα, ακριβώς όπως αυτά έχουν, δηλαδή ως όπερες. Το θεατρικό και θεαματικό στοιχείο (με εντυπωσιακή ηχοληψία για την εποχή) κυριαρχούν. Ο ακροατής σχηματίζει την αίσθηση πως βρίσκεται μέσα στην αίθουσα, παρακολουθώντας παράσταση επί σκηνής. Ο Karajan, αντίθετα, διεισδύει μέσα στην ίδια την παρτιτούρα. Επιτυγχάνει μια ιδανική ηχητική σκηνοθεσία ειδικά για δίσκο. Αποδίδει με μια ανεπανάληπτη πλαστικότητα, ροή και ευλυγισία, εμφυσώντας πνοή, μια εκ προοιμίου στατική μουσική, απαρτιζόμενη από μακρόσυρτους διαλόγους και μονολόγους (το αφηγηματικό στοιχείο χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον Wagner). Για μια ακόμη φορά, το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ο θεσπέσιος ήχος της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο Karajan υλοποιεί την επιθυμία του συνθέτη: αρμονικό συνδυασμό ενός επί σκηνής δράματος επικών διαστάσεων με μια συμφωνία διαρκείας, αναδυόμενη από το βάθρο της ορχήστρας. Ανάλογη είναι και η ποιότητα των φωνών. Η διανομή έγινε με γνώμονα τη σύμπλευση του τίμπρου των μονωδών με τις αισθητικές απαιτήσεις του μαέστρου. Στην Τετραλογία του Solti συναντάμε καλλιτέχνες εξοικειωμένους με το βαρύ βαγκνερικό ρεπερτόριο, στο οποίο έχουν ήδη διαπρέψει. Σε εκείνη του Karajan, πολλοί προσεγγίζουν για πρώτη φορά τη μουσική του Wagner. Τέλος, ουδέποτε η προσοχή και η προσήλωση αποσπώνται. Κάθε νέα ακρόαση εφοδιάζει τον ακροατή με επιπλέον εκπλήξεις. Μισό αιώνα μετά, το επίτευγμα όχι μόνο δεν προδίδει την ηλικία του, αλλά εξακολουθεί να κερδίζει σε ποιότητα και γοητεία.

Ταυτόχρονα με την πορεία των ηχογραφήσεων, η Τετραλογία ανέβηκε στη γενέτειρα πόλη του Karajan, το Σάλτσμπουργκ, στο πλαίσιο του Πασχαλινού Φεστιβάλ, που με την ευκαιρία αυτή είχε ιδρύσει ο Αυστριακός αρχιμουσικός. Η διανομή των ρόλων ήταν ανάλογη με εκείνη των ηχογραφήσεων. Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο ίδιος ο Karajan, τα δε σκηνικά είχε φιλοτεχνήσει ο  Günther Schneider-Siemssen. Αρχικά, υπήρξε πρόβλεψη η Τετραλογία να διαβεί τον Ατλαντικό και να φιλοξενηθεί στη σκηνή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης. Για κάποιο λόγο, το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μόνο κατά το ήμισυ. Οι παραστάσεις ανέβηκαν, δίχως την έμπρακτη συμμετοχή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου και με αρκετές αλλαγές στη διανομή των ρόλων. Το 2017, επιθυμώντας να τιμήσει τη συμπλήρωση πενήντα ετών από την ημερομηνία της ίδρυσης, η διεύθυνση του Πασχαλινού Φεστιβάλ, συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα  την Βαλκυρία, διατηρώντας σκηνοθεσία και σκηνικά της αρχικής παράστασης.

                Richard Wagner: Götterdämmerung (πράξη Γ΄ –  Πένθιμο Εμβατήριο), Βερολίνο, 1970                                  

 

Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι πως η αναμέτρηση με την Τετραλογία αποτελεί το επιστέγασμα της  σταδιοδρομίας του Karajan γενικότερα, παρόλες τις φυσιολογικές ανισότητες ενός εγχειρήματος αυτής της κλίμακας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70, θα ξεκινήσει μια πορεία αργής, πλην όμως, σταθερής φθοράς. Βέβαια, στα ίχνη της δυναμικής των ετών 1960-1970, θα ακολουθήσουν κι άλλες, αδιαμφισβήτητες, δισκογραφικές επιτυχίες στον τομέα του λυρικού θεάτρου κυρίως, όπως o Parsifal και Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης του Wagner (το ένα και μοναδικό, αποτυπωμένο σε δίσκο, συναπάντημα του Karajan με την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης, από το οποίο θα προκύψει ένα αποτέλεσμα εκτός συναγωνισμού), ο Fidelio του Beethoven, o Don Carlo του Verdi, η Σαλώμη του Richard Strauss και ο Boris Godunov του Modest Mussorgsky. Διαθέτοντας την στήριξη του διαφημιστικού μηχανισμού των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, ο Karajan θα αυξήσει τον αριθμό και τη συχνότητα των ηχογραφήσεων. Για πολλοστή φορά θα κυκλοφορήσει νέος κύκλος των συμφωνιών του Beethoven, του Brahms,του Bruckner (ημιτελής κύκλος) και του Tchaikovsky, των συμφωνικών ποιημάτων του Richard Strauss, ενώ οι νέες εκτελέσεις της Missa Solemnis και του Γερμανικού Ρέκβιεμ κινούνταν μακριά πίσω από το επίπεδο των προκατόχων τους της δεκαετίας του ΄60. Το άνοιγμα προς νέους ορίζοντες (π.χ. η όπερα Pelléas et Mélisande του Claude Debussy) δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα. Αν και υπέρμετρα λεπτολόγος, ο Karajan δεν θα καταφέρει να υπεισέλθει στον γεμάτο αποχρώσεις κόσμο του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Γαλουχημένος με βαγκνερική παράδοση, θα αντιμετωπίσει το έργο ως προέκταση του Τριστάνου και Ιζόλδης, παρερμηνεύοντας εντελώς το νόημα. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη μηνύματος υποκαθίσταται από την αισθητική τελειότητα. Όμως, η εμμονή του Κarajan σε αυτό τον νευραλγικό τομέα, ενισχύει τη διαπίστωση πως είχε προ πολλού  προσφέρει ό,τι είχε να προσφέρει και πως αυτός ο νέος δισκογραφικός οργασμός υπαγορευόταν από καθαρά εμπορικούς λόγους, ενδεχομένως δε και από κάποια ανάγκη επιβεβαίωσης και αναπροσδιορισμού ενός καλλιτέχνη, ευρισκομένου στο κατώφλι του θανάτου.

 Herbert von Karajan: Η δισκογραφική παραγωγή με την Deutsche Grammophon Gesellschaft

 

Αν και ισόβιας διάρκειας, η σχέση με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου διακόπηκε άδοξα. Ο γάμος ενός συμφωνικού συνόλου ισχυρής προσωπικότητας με έναν ιδιοσυγκρασιακό αρχιμουσικό, είχε περάσει, μοιραία, από πολλά κύματα στο παρελθόν. Ωστόσο, είχε επιδείξει μια αξιοσημείωτη αντοχή και συνέχεια χάρη, κυρίως, στα αισθήματα αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. Η “ασυνεννοησία χαρακτήρων” εκδηλώθηκε κατά την περίοδο 1982-1983, όταν ο Karajan προσέλαβε την κλαρινετίστα Sabine Meyer. Η απαρτιζόμενη αποκλειστικά από άντρες ορχήστρα, αντιτάχθηκε σθεναρά στην επιλογή με μια ψηφοφορία 73 προς 4. Το προβαλλόμενο επιχείρημα ήταν πως ο ήχος της σολίστ δεν ευθυγραμμιζόταν με εκείνον της ορχήστρας. Ο Karajan, από την πλευρά του, ήταν πεπεισμένος πως η αντίδραση των μουσικών υπαγορευόταν από σεξιστικά κίνητρα. Στο τέλος της περιόδου, η Meyer αποχώρησε οικειοθελώς. Όμως, ο άλλοτε πανίσχυρος μαέστρος είχε απωλέσει μια αποφασιστική μάχη, θεωρώντας, ως εκ τούτου, ότι το κύρος του έναντι των μελών της ορχήστρας είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σχέση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα ο Karajan να υποβάλει παραίτηση τον Απρίλιο του 1989. Η Βιέννη και το Σάλτσμπουργκ λειτούργησαν ως καλλιτεχνικά καταφύγια κατά τους λίγους μήνες που του απέμεναν να ζήσει.

Όταν, το 1956, ο Karajan ανέλαβε καθήκοντα ισόβιου αρχιμουσικού, τα μέλη της Φιλαρμονικής του Βερολίνου θεώρησαν την αποκλειστικότητα ως δεδομένη. Η είδηση της σχεδόν ταυτόχρονης ανάληψης, από τον ίδιο, της διεύθυνσης του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ δεν εξέπληξε ιδιαίτερα τους μουσικούς, για διάφορους λόγους. Τα ίδια, ακριβώς, παράλληλα καθήκοντα ασκούσε και ο προκάτοχος του Karajan, ο Wilhelm Furtwängler, μέχρι τον θάνατό του, το 1954. Απλούστατα, ο νέος διευθυντής επισφράγιζε, με τον τρόπο αυτό, μια παράδοση. Θα ήταν αδόκιμο και εγωιστικό να εκφράσουν δυσαρέσκεια, πόσο μάλλον που ο τελευταίος είχε δει το φως της ημέρας το 1908 στη συγκεκριμένη πόλη, είχε ολοκληρώσει εκεί τον πρώτο κύκλο των σπουδών του και ήταν φυσιολογικό να συμβάλλει στην καλλιτεχνική της ανάδειξη. Τελικά, οι δυο θητείες στο Βερολίνο και στο Σάλτσμπουργκ εμφανίζουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους σε διάρκεια (1956-1989 σε αμφότερες τις περιπτώσεις) καθώς και σε έργα υποδομής. Το Σάλτσμπουργκ απέκτησε και εκείνο μια νέα αίθουσα, το Grosses Festspielhaus, η ανέγερση του οποίου διήρκεσε από το 1956 έως το 1960. Η αίθουσα προοριζόταν για συναυλίες συμφωνικής μουσικής, αλλά και για παραστάσεις όπερας (διαθέτει τη μεγαλύτερη σκηνή στον κόσμο, το άνοιγμα της οποίας είναι διπλάσιο από εκείνο της Κρατικής Όπερας της Βιέννης). Επί διευθύνσεως Karajan, η ιδιαίτερη πατρίδα του Mozart εξελίχθηκε σε πόλο έλξης στον τομέα της μουσικής δραστηριότητας, καθώς επί δυο μήνες κάθε καλοκαίρι, συνέρρεαν εκεί από όλο τον κόσμο τα καλύτερα ορχηστρικά σύνολα και οι μεγαλύτεροι σολίστ.

Σάλτσμπουργκ, Αύγουστος 1959. Τόπος συνάντησης τριών μεγάλων αρχιμουσικών (Herbert von Karajan, Δημήτρης Μητρόπουλος – στο κέντρο – και Leonard Bernstein).

Το 1967, ο Karajan ίδρυσε ένα δεύτερο Φεστιβάλ. Λάμβανε χώρα την περίοδο του Πάσχα, η διάρκειά του, ωστόσο, δεν ξεπερνούσε τη μια εβδομάδα. Η πρωτοβουλία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στο Βερολίνο, καθώς καθιστούσε ως επίσημη ορχήστρα του Πασχαλινού Φεστιβάλ τη Φιλαρμονική, μέσα στο φέουδο, μάλιστα, της μεγάλης αντιζήλου της, της Φιλαρμονικής της Βιέννης. Η πρακτική αυτή διατηρήθηκε και μετά από τον θάνατο του Karajan έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010, οπότε η Φιλαρμονική του Βερολίνου αποποιήθηκε την παραπάνω ιδιότητα, παραχωρώντας τη θέση της σε μια άλλη, μεγάλη, ομόλογή της, την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης.

Εσωτερική άποψη του Grosses Festspielhaus του Σάλτσμπουργκ.

Εάν η ανάληψη της διεύθυνσης του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ δεν προκάλεσε τριγμούς στους κόλπους της Φιλαρμονικής του Βερολίνου το 1956, δεν συνέβη το ίδιο ένα χρόνο αργότερα, το 1957, όταν έγινε γνωστή η τοποθέτηση του Karajan ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, ορχήστρα της οποίας ήταν ανέκαθεν η … ανταγωνίστρια Φιλαρμονική. Δεν επρόκειτο για μια απλή εποχιακή απασχόληση, όπως στην περίπτωση του Σάλτσμπουργκ, αλλά, αντίθετα, για χρονοβόρες υποχρεώσεις. Ο μαέστρος έδινε την εντύπωση (ίσως όχι εντελώς άδικα) πως χρησιμοποιούσε τις δυο μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου ως περιστασιακά εργαλεία για την προσωπική του προβολή. Η θητεία στη Βιέννη, η οποία διήρκησε έως το 1964, του επέτρεψε να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στο ρεπερτόριο της όπερας. Πολλές από τις παραστάσεις ανέβηκαν παράλληλα και στο Θερινό Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι αυτή η επταετής καθόλα εποικοδομητική συνεργασία, έχει αποθανατιστεί σε μια ολόκληρη σειρά ζωντανών ηχογραφήσεων και κινηματογραφικών λήψεων.

Richard Strauss: Der Rosenkavalier (πράξη Β΄ – Η Παρουσίαση του Ρόδου – Sena Jurinac, Anneliese Rothenberger), Σάλτσμπουργκ, 1960

Τελευταία αφήσαμε τη συνεργασία του Karajan με έναν άλλο μεγάλο οργανισμό και συγχρόνως ναό του Bel canto και του Verismo: τη Σκάλα του Μιλάνου. Η συνεργασία διήρκησε επί μια δεκαετία περίπου (μέσα των ετών ΄50 έως μέσα των ετών ΄60) και υπήρξε αμοιβαία επωφελής. Ο Karajan εντρύφησε στο κλασσικό και μετα-ρομαντικό ιταλικό λυρικό ρεπερτόριο μεταφέροντας, παράλληλα, στο Μιλάνο το λιγότερο γνωστό εκεί αντίστοιχο γερμανικό. Η συνάντησή του με την Μαρία Κάλλας, το έτερο “ιερό τέρας” της εποχής, παρήγαγε εξαιρετικά αποτελέσματα: Lucia di Lamermoor του Gaetano Donizetti το 1954, Madame Butterfly του Giacomo Puccini τo 1955 και Il Trovatore του Giuseppe Verdi το 1956. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αποθανατιστεί ηχητικά σε δίσκους.

Carmen του Georges Bizet (1955).
Lucia di Lamermoor (1954).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεταξύ των ετών 1965 και 1968, προς το τέλος της συνεργασίας του με την πρώτη ιταλική σκηνή, ο Karajan ερμήνευσε, ηχογράφησε  σε δίσκο και κινηματογράφησε δυο παραστάσεις: α) το δίπτυχο Cav/Pag (Cavalleria Rusticana του Pietro Mascagni και I Pagliacci του Ruggero Leoncavallo) σε σκηνοθεσία του Giorgio Strehler και β) μια εκτέλεση του Requiem του Verdi, στην τετράδα των μονωδών του οποίου συγκαταλεγόταν ένας φέρελπις και αγνώριστος φυσιογνωμικά νεαρός τενόρος, ονόματι Luciano Pavarotti. H συναυλία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μεγάλου Ιταλού μαέστρου Arturo Toscanini, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών, τότε, από τον θάνατό του.

Giuseppe Verdi, Messa da Requiem: Offertorio (Leontyne Price, Fiorenza Cossotto, Luciano Pavarotti, Nikolai Ghiaurov), Milano, Teatro alla Scala, 1967.

 

Γ. Ο Herbert von Karajan και η Ελλάδα

Εν αρχῄ οι καταβολές. Ο Γεώργιος Καραγιάννης (Κοζάνη 1743 – Βιέννη 1813) και η σύζυγός του Περιστερά, το γένος Οικονόμου, μετοίκισαν από την Κοζάνη στη Βιέννη το 1767. Από εκεί, μετέβησαν στην πόλη Chemnitz της Σαξωνίας, όπου, από κοινού με τον αδελφό του Γεωργίου, Θεόδωρο-Ιωάννη, ίδρυσαν σειρά εργοστασίων υφαντουργίας. Ο εκλέκτορας της Σαξωνίας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή των αδελφών Καραγιάννη στον συγκεκριμένο κλάδο και γενικότερα στην ανάπτυξη του εμπορίου της ευρύτερης περιοχής, τους τίμησε, το 1792, με τίτλο ευγενείας. Ως Ιππότες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πλέον, οι αδελφοί Καραγιάννη μετονομάστηκαν σε “von Karajan”. Αργότερα, ο Georg von Karajan εμπιστεύτηκε στον αδελφό του τα εργοστάσια του Chemnitz και επέστρεψε στη Βιέννη, όπου πέθανε το 1813. Ο γιός του, Theodor Georg Ritter von Karajan (Βιέννη 1810 – Βιέννη 1873), προπάππος του αρχιμουσικού, εργάστηκε αρχικά στο Υπουργείο Οικονομικών με την ιδιότητα του αρχειονόμου, γρήγορα, όμως, κατέλαβε σημαίνουσα θέση στην Αυτοκρατορική Βιβλιοθήκη της Βιέννης. Το 1848 έγινε μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος από το 1866 έως τον θάνατό του. Παράλληλα, από το 1850, υπήρξε καθηγητής Κλασσικής Γερμανικής Φιλολογίας και Ιστορικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Το 1869, τιμήθηκε με τίτλο ευγενείας και αναγορεύθηκε στην κατηγορία του Τάγματος των Ιπποτών. Ο Ludwig Anton von Karajan (Βιέννη 1835 – Βιέννη 1906), παππούς του μαέστρου, ασχολήθηκε με την ιατρική. Υπήρξε το πρώτο μέλος της οικογενείας von Karajan, που έτρεφε βαθειά αγάπη για τη μουσική. Το διπλό ενδιαφέρον για την ιατρική και τη μουσική διαβιβάστηκε ακέραιο στον γιό του, Ernst Theodor Emanuel von Karajan  (Βιέννη 1862 – Βιέννη 1951), ο οποίος υπήρξε διαπρεπής χειρούργος. Το 1905, ο Ernst νυμφεύθηκε την Martha Kosmac. Μαζί απόκτησαν δυο γιούς: τον Wolfgang (1906 – 1987) και τον Herbert (1908 – 1989).    

 Ο Herbert von Karajan αναφέρεται στις ελληνικές του καταβολές.

 

Το οικόσημo της οικογενείας von Karajan.
Ernst Theodor Emanuel von Karajan, πατέρας του αρχιμουσικού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Herbert von Karajan επισκέφτηκε τη χώρα μας τέσσερις φορές, τα έτη 1939, 1962, 1963 και 1965. Όλες οι συναυλίες πραγματοποιήθηκαν στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Την πρώτη φορά, στις 13 Ιουνίου 1939, διηύθυνε σε ηλικία 31 ετών την τότε Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών (μετέπειτα Κρατική Ορχήστρα Αθηνών), σε ένα πρόγραμμα, το οποίο περιλάμβανε τη Συμφωνία αρ. 103, από τον κύκλο των Συμφωνιών του Λονδίνου, του Joseph Haydn, το συμφωνικό ποίημα Ο Μολδάβας (Vltava) του Bedřich Smetana  και, στο δεύτερο μέρος, τη Συμφωνία αρ.4 του Johannes Brahms. Λόγω του ανεπαρκούς ηλεκτροφωτισμού του χώρου, η συναυλία (η πρώτη κατά σειρά της θερινής περιόδου της ορχήστρας) ξεκίνησε στις 18.30 μ.μ., υπό το φως της ημέρας.

Ο Herbert von Karajan διευθύνει την πρώτη του συναυλία στο Ηρώδειο, στις 13 Ιουνίου 1939 (πηγή: Bundesarchiv). Δεξιά, το φυλλάδιο της συναυλίας (πηγή: Αρχείο Ωδείου Αθηνών)

Οι υπόλοιπες οκτώ συναυλίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και παρέμειναν διαχρονικά από τις κορυφαίες εκδηλώσεις στην ιστορία του θεσμού. Το 1962, ο Karajan επισκέφτηκε τη χώρα μας επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με μια σειρά συνεχόμενων συναυλιών στις 5, 6 και 7 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη από αυτές ήταν αφιερωμένη στον Ludwig van Beethoven (Εισαγωγή στον Κοριολανό, Συμφωνία αρ.6 Ποιμενική και, στο δεύτερο μέρος, Συμφωνία αρ.7). Την επόμενη μέρα, σειρά είχαν ο Wolfgang Amadeus Mozart (Συμφωνία αρ. 29), ο Richard Strauss (το συμφωνικό ποίημα Don Juan) και, στο δεύτερο μέρος, ο Brahms (Συμφωνία αρ.2). O Brahms είχε την τιμητική του και στην τρίτη και τελευταία συναυλία με το έργο Παραλλαγές σε ένα θέμα του Haydn. Πλαισιωνόταν από τους Robert Schumann (Συμφωνία αρ.4) και Richard Wagner (Εισαγωγή στον Tannhauser,  πρελούδιο Α΄ πράξης και θάνατος της Ιζόλδης από την όπερα Tristan und Isolde).

Το 1963, ο Karajan επέστρεψε συνοδευόμενος, τη φορά αυτή, από την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης για έναν κύκλο, εκ νέου, τριών συναυλιών. Η πρώτη, στις 6 Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε με τη Μικρή νυκτερινή μουσική του Mozart, συνεχίστηκε με το συμφωνικό ποίημα Θάνατος και Εξαΰλωση (Tod und Verklärung) του Richard Strauss και έκλεισε με τη Συμφωνία αρ.8 του Antonín Dvořák. Η δεύτερη, στις 7 Σεπτεμβρίου, ήταν αφιερωμένη στον Brahms (Διπλό κονσέρτο για βιολί, βιολοντσέλλο και ορχήστρα με δυο κορυφαίους Γάλλους σολίστ – Christian Ferras και Pierre Fournier – και Συμφωνία αρ.1). Η τρίτη συναυλία, στις 8 Σεπτεμβρίου, ήταν η πλέον αναμενόμενη. Είχε, όμως, απρόβλεπτη εξέλιξη. Στο πρώτο μέρος, το πρόγραμμα περιλάμβανε το κοντσέρτο αρ.1 για πιάνο και ορχήστρα του Pyotr Ilyich Tchaikovsky, με σολίστ τον Sviatoslav Richter. Την τελευταία στιγμή, ο ιδιοσυγκρασιακός διάσημος Ρώσος πιανίστας, ματαίωσε την έλευσή του στην Αθήνα. Λειτουργώντας με υψηλή επαγγελματική ευσυνειδησία, μαέστρος και ορχήστρα αντικατέστησαν το έργο με μια άψογη εκτέλεση της Συμφωνίας αρ.40 του Mozart. H βραδιά ολοκληρώθηκε με μια μεγαλειώδη απόδοση της Παθητικής (αρ.6) Συμφωνίας του  Tchaikovsky, η οποία ξεσήκωσε το αθηναϊκό κοινό.

Η γενική δοκιμή λίγη ώρα πριν από τη συναυλία.

Οι δυο τελευταίες συναυλίες του Karajan επί ελληνικού εδάφους έλαβαν χώρα στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1965. Ορχήστρα ήταν και πάλι η Φιλαρμονική του Βερολίνου, τρία χρόνια έπειτα από την πρώτη περιοδεία. Στην εναρκτήρια συναυλία ερμηνεύτηκαν έργα των Jean Sibelius (Συμφωνία αρ.5 και -εκτός προγράμματος- η θριαμβευτική Finlandia) και Claude Debussy (το συμφωνικό ποίημα Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου – Prélude à laprèsmidi dun faune και τα τρια συμφωνικά σκίτσα Η θάλασσαLa Mer). Η δεύτερη, ήταν αποκλειστικά μια συναυλία Beethoven (Συμφωνίες αρ.1 και 5, Εισαγωγή Λεονώρα 3). Στις οκτώ μεταπολεμικές εμφανίσεις, το κοινό της πρωτεύουσας (8.000 άτομα κάθε βράδυ) απόλαυσε μουσική υψηλού επιπέδου, ερμηνευμένη από τις δυο καλύτερες ορχήστρες του κόσμου και έναν από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς. Ευτυχείς όσοι μοιράστηκαν αυτό το βίωμα.                                       

Δ. Υπάρχει ζωή μετά από τον Karajan;

«Is there any life after Karajan?» Το ερώτημα τέθηκε επιτακτικά από το έγκριτο μουσικό περιοδικό The Grammophone, λίγες μέρες έπειτα από τον θάνατο του μαέστρου από καρδιακή προσβολή, στις 16 Ιουλίου 1989, στο σπίτι του στο Anif, λίγο έξω από το Σάλτσμπουργκ. Προκειμένου να μπορέσει κανείς να απαντήσει, πρέπει προηγουμένως να ικανοποιήσει ένα άλλο ερώτημα: τί ακριβώς ήταν ο Karajan; Ήταν ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης, ένας απαράμιλλος αισθητής, πλάστης του γοητευτικότερου ήχου που μπορεί να παράξει ένα ορχηστρικό σύνολο; Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα με βαθειά καλλιέργεια, διαρκείς ανησυχίες και σαφώς καθορισμένο όραμα, το οποίο επεκτεινόταν πέραν από τον κόσμο της μουσικής, στο χώρο της σκηνοθεσίας, της σκηνογραφίας και της τεχνολογίας του ήχου και της εικόνας; Ήταν ένας κυνηγός νέων ταλέντων, πολλά εκ των οποίων αναδείχτηκαν και κατάφεραν, χάρη στην υποστήριξή του, να ακολουθήσουν μια διεθνώς αναγνωρισμένη σταδιοδρομία (μεταξύ άλλων πολλών οι μαέστροι Seiji Ozawa και Mariss Jansons, η βιολονίστρια Anne-Sophie Mutter, o πιανίστας Evgeny Kissin, η Ελληνίδα μεσόφωνος Αγνή Μπάλτσα); Ήταν ο αδιαφιλονίκητος αυτοκράτορας του legato, όπως χαρακτηριστικά τον αποκάλεσε ο Sir Simon Rattle, μέχρι πρότινος διάδοχός του στο βήμα της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου;

Με την Αγνή Μπάλτσα και τον Δημήτρη Σγούρο.

Ή μήπως ήταν ένας αλαζονικός δικτάτορας, ένας αμετανόητος νάρκισσος, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί κάθε επικοινωνιακό μέσο (ακουστικό είτε οπτικό) για την προσωπική του προβολή; Ένας επιδειξιομανής κοσμικός, που κατανάλωνε τον ελεύθερο χρόνο στο πιλοτήριο του ιδιωτικού του αεροπλάνου, στο τιμόνι των ακριβών αυτοκινήτων του, στο πηδάλιο της ιδιωτικής του θαλαμηγού ή κάνοντας σκι στο Σέντ Μόριτζ της Ελβετίας σε περίοδο αιχμής και εν μέσω της αφρόκρεμας της διεθνούς υψηλής κοινωνίας;

Η απάντηση προκύπτει αβίαστα: ο Karajan ήταν όλα τα παραπάνω. Θετικά και αρνητικά στοιχεία συγκροτούν μια ενιαία εικόνα. Αποτελούν τις δυο όψεις του ιδίου νομίσματος. Αφαιρώντας κανείς οποιοδήποτε από τα γνωρίσματα αυτά, αποσταθεροποιεί το γενικό σύνολο. Είναι γεγονός πως υπάρχουν πτυχές, οι οποίες αν δεν ενοχλούν, τουλάχιστον προσφέρονται για άσκηση κριτικής. Τα διάφορα πικρόχολα σχόλια, τα οποία συνόδευσαν, το 1989, τη νεκρολογία του μαέστρου, δεν ήταν τυχαία. Ωστόσο, είτε επρόκειτο για συνειδητή επιλογή είτε όχι, ο Karajan εκπλήρωνε διαρκώς τον αντικειμενικό του στόχο: διατηρούσε στραμένους επάνω του τους προβολείς της δημοσιότητας. Συγκινούσε τους μυημένους λάτρεις της μουσικής με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο γοήτευε όλους εκείνους, που προσέτρεχαν στις συναυλίες του σαν να επρόκειτο για κάποιο κοσμικό γεγονός και έσπευδαν, κατόπιν, να αγοράσουν τους δικούς του δίσκους, έστω και αν υπήρχαν εξίσου καλές, αν όχι καλύτερες, ερμηνείες του ιδίου έργου από άλλους καλλιτέχνες.

Υπάρχει ζωή μετά από τον Karajan; Ασφαλώς ναι. Ο χρόνος δεν παγώνει, η δε Τέχνη είναι ένα συνεχώς εξελισσόμενο είδος. Τα τριάντα χρόνια, τα οποία μεσολάβησαν από το θάνατό του έως σήμερα, απέδειξαν πως το κενό που άφησε πίσω του φεύγοντας, μπόρεσε να καλυφθεί, έστω και με δυσκολία. Η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, το alter ego του, συνέχισε να διαπρέπει υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση δυο χαρισματικών αρχιμουσικών πρώτου μεγέθους: του Claudio Abbado (1989-2002) και του Sir Simon Rattle (2002-2018). Το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ (Θερινό και Πασχαλινό) συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των κορυφαίων του κόσμου. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ανδρώθηκε μια νέα, πολλά υποσχόμενη, γενιά μαέστρων. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Λατινοαμερικανού Gustavo Dudamel, του Γερμανού Christian Thielemann (του πλησιέστερου, ίσως, στη νοοτροπία και κοσμοαντίληψη του Karajan), του Λεττονού Andris Nelsons και του Ρώσου Kirill Petrenko, ο οποίος μόλις ανέλαβε τα ηνία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Όμως, το αύριο είναι αλληλένδετο με το χθες. Ο Karajan κληροδότησε ένα μήνυμα. Το μήνυμα αυτό διατηρείται ζωντανό μέσα από τα άφθονα ηχητικά και οπτικά τεκμήρια που διασώθηκαν, αλλά και μέσα από τα βιώματα και τις μαρτυρίες της γενιάς, που είχε την τύχη να συνεργαστεί μαζί του ή, απλούστατα, την ευτυχία να παρακολουθήσει και να απολαύσει τη δουλειά του. Ένα μήνυμα, που σφράγισε την εξέλιξη της μουσικής κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα δίνοντάς της πνοή και ώθηση έπειτα από τη συλλογική δοκιμασία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα μήνυμα δυναμικό και πρωτοπόρο, γεμάτο όραμα και αυτοπεποίθηση, που συνέβαλε αποφασιστικά στη μετάβαση του συγκεκριμένου κλάδου της Τέχνης από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα. Θα ήταν δυνατή η εμφάνιση ενός νέου Karajan σήμερα; Βεβαίως, αρκεί να μην διαθέτει τα ίδια χαρακτηριστικά. Διαφορετικά θα επρόκειτο για απομίμηση. Έστω και άψογα δομημένη, δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κοινό αντίγραφο.

BBC Four HD Karajan’s Magic and Myth (2014)

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Kleinert, Annemarie: Music at its Best: The Berlin Philharmonic. From Karajan to Rattle, Norderstedt: BoD, 2009.

Osborne, Richard: Herbert von Karajan, London, Chatto & Windus, 1998.

Osborne, Richard: Herbert von Karajan: A Life in Music, Boston, Northeastern University Press, 2000

Zignani, Alessandro: Herbert von Karajan. Il Musico perpetuo, Varese, Zecchini Editore, 2008.

Δελαλής, Ν.: “Συμπληρωματικά περί της εκ Κοζάνης οικογενείας των εν Αυστρία διαμενόντων Καραγιάννη-von Karajan”, Μακεδονικά, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1940, σελ. 525-526.

Σαββίδης, Αλέξιος Γ.Κ.: “Ο Herbert von Karajan στο Ηρώδειο”

http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=2316

Αncestry of Herbert von Karajan

https://gw.geneanet.org/rivallainf?lang=en&m=A&p=herbert&n=von+karajan&siblings=on&notes=on&t=T&v=6&image=on&marriage=on&full=on

Herbert von Karajan – Official Webpage Startseite

http://www.karajan.org/jart/prj3/karajan/main.jart

Salzburger Festspiele, Archiv

https://www.salzburgerfestspiele.at/archiv

Jean Ganiage: Το Κρητικό Ζήτημα (1895 – 1899)

Jean Ganiage

Το Κρητικό Ζήτημα
(1895 – 1899)*

 

Όπως συνέβαινε με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου περί τα τέλη του 19ου αιώνα, έτσι και η Κρήτη αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνοριακές αναπροσαρμογές, οι οποίες είχαν αποφασιστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου, επέφεραν το 1881 την εδαφική αύξηση του ελληνικού βασιλείου με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου. Στο Αρχιπέλαγος, ωστόσο, η κατάσταση είχε παραμείνει αμετάβλητη. Η Εύβοια, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες ανήκαν στην Ελλάδα. Η Κρήτη, η Ρόδος και όλα τα υπόλοιπα νησιά παρέμεναν κτήσεις του σουλτάνου, παρά το γεγονός ότι κατοικούνταν σε μεγάλο ποσοστό από ελληνορθόδοξους πληθυσμούς.

 

Η Κρήτη περί τα τέλη του 19ου αιώνα

H Κρήτη, η οποία δεσπόζει στο νότιο άκρο του Αιγαίου, είναι το μεγαλύτερο από τα ελληνικά νησιά, με εξαίρεση την Κύπρο. Η έκτασή της (8.600 τετραγ. χλμ.), ορεινή ως επί το πλείστον, είναι ανάλογη με εκείνη της Κορσικής. Το μήκος , από δυσμάς προς ανατολάς, δεν ξεπερνά τα 260 χλμ., το δε πλάτος κυμαίνεται, ανάλογα με την περιοχή, μεταξύ 12 και 60 χλμ. Η βόρεια ακτογραμμή απαρτίζεται από μια διαδοχή ακρωτηρίων (Σπάθα, Ακρωτήρι Χανίων, Σίδερο), με συνακόλουθη την ύπαρξη μεγάλων κόλπων (κόλποι Κισσάμου, Χανίων, Μιραμπέλου), αλλά και μικρότερων, όπως εκείνος της Σούδας, το πλέον προστατευμένο, ίσως, φυσικό αγκυροβόλι της ανατολικής Μεσογείου.

Χάρτης του 1861 από τον A. J. Johnson.

Το έδαφος μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα εύφορο, δεν υπολείπεται, ωστόσο, έναντι εκείνων της Εύβοιας ή της Πελοποννήσου. Καλύπτεται κατά τα τρία τέταρτα από όρεινούς όγκους (Λευκά Όρη δυτικά, Ίδη ή Ψηλορείτης – υψόμετρο 2.465 μέτρα – στο κέντρο και Δίκτη ή Λασιθιώτικα Όρη ανατολικά). Οι νότιες ακτές είναι απόκρημνες. Στο βορρά, όμως, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, υπάρχει θέση για στενές παραθαλάσσιες πεδιάδες. Η μεγάλη εσωτερική πεδιάδα, η Μεσσαρά, υπήρξε το κέντρο της Κρήτης κατά την Αρχαιότητα. Ωστόσο, κοντά στο γύρισμα του αιώνα, έχει περιέλθει σε κατάσταση εγκατάλειψης, όπως άλλωστε κι άλλες περιοχές. Το οδικό δίκτυο είναι ανύπαρκτο. Το υποτυπώδες αρδευτικό σύστημα αδυνατεί να προστατεύσει τις καλλιέργειες από την ξηρασία ή από τις πλημμύρες, ανάλογα με την εποχή. Οι παράλιες πεδιάδες, ελώδεις εκτάσεις ως επί το πλείστον, έχουν μετατραπεί σε εστίες ελονοσίας. Οι ορεινοί όγκοι της ενδοχώρας προσφέρονται ως καταφύγιο σε παράνομους και σε ληστές. Ελιές, αμπέλια και εσπεριδοειδή κυριαρχούν στον τομέα της αγροτικής καλλιέργειας, ενώ η σηροτροφία γνωρίζει περίοδο ύφεσης. Η Κρήτη, προκειμένου μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της, εξαρτάται άμεσα από τα σιτηρά της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή, εκείνη του 1887, ο συνολικός πληθυσμός ανερχόταν σε 294.000 κατοίκους. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1895, υπολογίζεται πως είχε ξεπεράσει τους 320.000. Παρά το γεγονός ότι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο αναλογούσαν μόνο 35 κάτοικοι, η Κρήτη εθεωρείτο ως πυκνοκατοικημένη περιοχή, εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους σε συνδυασμό με τις πενιχρές δυνατότητες που ήταν σε θέση να προσφέρει. Η μετανάστευση ήταν σύνηθες φαινόμενο από την αρχαία εποχή. Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει το νησί και εγκατασταθεί στην Ελλάδα ή στη Μικρά Ασία, υπολογίζονταν μεταξύ 35 και 40.000 άτομα.

Τα αστικά κέντρα δεν είχαν να επιδείξουν κάτι το ιδιαίτερο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν ψαράδικα λιμάνια, που εξυπηρετούνταν από περιορισμένο αριθμό ναυτιλιακών εταιριών και τα οποία φιλοξενούσαν ορισμένες βιοτεχνικής κλίμακας μονάδες παραγωγής (ελαιοτριβεία, βυρσοδεψεία, αλευρόμυλοι). Διοικητική πρωτεύουσα της νήσου ήταν τα Χανιά (22.000 κάτοικοι, εκ των οποίων πολλοί Μουσουλμάνοι, μαζί με τα περίχωρα). Στο κομψό και αριστοκρατικό προάστιο της Χαλέπας, προς ανατολάς, χτισμένο στις πλαγιές του Ακρωτηρίου, ήταν συγκεντρωμένα τα ξένα προξενεία.

Το λιμάνι των Χανίων το 1868.

Το Ηράκλειο, η παλιά πρωτεύουσα της εποχής της Βενετοκρατίας, προσπαθούσε ακόμα να απαλλαγεί από μια μακραίωνη περίοδο παρακμής. Αριθμούσε 25.000 κατοίκους περίπου, κατά πλειοψηφία Μουσουλμάνους και εθεωρείτο το οικονομικό επίκεντρο της Κρήτης. Από τις υπόλοιπες κωμοπόλεις, μόνο το Ρέθυμνο (8.000 κάτοικοι) είχε να επιδείξει χαρακτηριστικά αστικού κέντρου. Η Σητεία, τα Σφακιά και η Ιεράπετρα δεν ήταν παρά απλοί οικισμοί της τάξεως των 2.000 -3.000 κατοίκων έκαστος.

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, το μείζον πρόβλημα ήταν εκείνο της συνύπαρξης των δυο διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, χριστιανικής και μουσουλμανικής. Η πρώτη από αυτές, αριθμούσε 205.000 άτομα, σύμφωνα, πάντοτε, με τα δεδομένα της απογραφής του 1887. Ήταν όλοι ορθόδοξοι, πλην 250 καθολικών. Οι Μουσουλμάνοι (88.500) εκπροσωπούσαν το 30% του συνολικού πληθυσμού. Ωστόσο, ασκούσαν την εξουσία. Οι Χριστιανοί τους κατήγγειλαν για κατάχρηση. Οι πιο μετριοπαθείς απαιτούσαν την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση ενός αυτόνομου καθεστώτος υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι πιο ακραίοι τάσσονταν υπέρ της ένωσης του νησιού με το ελληνικό βασίλειο. Οφείλουμε να επισημάνουμε, πως άπαντες είχαν κοινή καταγωγή. Η αντιπαλότητα, η οποία εκδηλώθηκε ανάμεσα στις δυο θρησκευτικές κοινότητες ήταν απλά η συνέπεια ενός χρονικά αργοπορημένου εξισλαμισμού τμήματος του πληθυσμού. Αν εξαιρέσει κανείς έναν περιορισμένο αριθμό διοικητικών υπαλλήλων και αξιωματικών σταλθέντων από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και μια μικρή παροικία μεταναστών από τη Βεγγάζη, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Κρήτης ήταν αυτόχθονες και μιλούσαν ελληνικά.

Η κατανομή του πληθυσμού ήταν τέτοια, που απέκλειε εκ προοιμίου έναν γεωγραφικό διαχωρισμό ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Η συμβίωση στην ύπαιθρο δεν προκαλούσε προβλήματα. Όμως, η κατάσταση ήταν περισσότερο λεπτή στα αστικά κέντρα, όπου υπερτερούσαν αριθμητικά οι Μουσουλμάνοι. Συσπειρωμένοι, οι Χριστιανοί ζούσαν σε δικές τους, ξεχωριστές, συνοικίες. Στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, αποτελούσαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Στο Ηράκλειο, το 30% (17.000 Μουσουλμάνοι, 7.500 Χριστιανοί, 50 Ισραηλίτες). Αντίθετα, τα Σφακιά ήταν αμιγώς χριστιανικά. Όσο για τους κατοίκους της υπαίθρου, αυτοί ήταν κατά τα τέσσερα πέμπτα Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όμως, ακόμα κι εκεί, η κατανομή ήταν άνιση. Στην ενδοχώρα και στο νότο του νησιού, δεν συναντούσε κανείς παρά μόνο Χριστιανούς. Κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής, τα αριθμητικά ποσοστά ήταν σχεδόν ισοδύναμα. Πρόκειται για τη δημογραφική συνέπεια δυόμισι αιώνων οθωμανικής κατοχής. Η Κρήτη είχε περιέλθει στους Τούρκους κατά τον 17ο αιώνα, έπειτα από την περίφημη πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669), η οποία και σηματοδότησε το τέλος της παρουσίας των Βενετών στο νησί. Για τους Κρήτες, επρόκειτο για απλή αλλαγή δυνάστη, καθώς δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν πως η κυριαρχία του σουλτάνου ήταν ακόμα πιο επώδυνη από εκείνη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669) .

Η Υψηλή Πύλη διατήρησε το προϋπάρχον διοικητικό σύστημα, με μια ειδοποιό διαφορά. Οι Τούρκοι μπέηδες περιορίστηκαν στο να ασκούν τη διοίκηση μέσω επιβολής φόρων και καταναγκαστικών εργασιών. Αντίθετα, επί Βενετοκρατίας, ο πληθυσμός απολάμβανε, έστω και με τρόπο σχετικό, τα πλεονεκτήματα, που προσέφερε η εμπορική δραστηριότητα.

Η στυγνή άσκηση της διοίκησης, εξανάγκασε πολλούς κατοίκους του νησιού να ασπασθούν, έστω φαινομενικά, τη μουσουλμανική θρησκεία. Το φαινόμενο περιορίστηκε αρχικά στα αστικά κέντρα, όπου ήταν εμφανής η παρουσία της τουρκικής φρουράς. Αργότερα επεκτάθηκε στην ύπαιθρο, στα σημεία εκείνα, όπου η γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα καθιστούσε εφικτή την αιφνίδια επιδρομή του οθωμανικού ιππικού. Οι ρυθμοί αυξήθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου. Ωστόσο, πάμπολλες ήταν οι περιπτώσεις εξισλαμισθέντων, οι οποίοι βαπτίζονταν κρυφά, ενώ στα περισσότερα χωριά, η ορθόδοξη πίστη καλλιεργείτο παρασκηνιακά.Έκτοτε, οι μεταπτώσεις, σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, διαδέχθηκαν, η μια την άλλη. Το 1821, η Κρήτη εξεγέρθηκε, δίχως αποτέλεσμα. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια ομαδικών σφαγών. Η ανάθεση της διοίκησης, αμέσως έπειτα από την ελληνική Επανάσταση, στον πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλι, επέφερε καλύτερες συνθήκες ζωής για τους κατοίκους της νήσου. Η επάνοδος, όμως, της τουρκικής διοίκησης, το 1840, ξαναζωντάνεψε μνήμες και σύνδρομα του παρελθόντος. Ευτυχώς για τους Κρήτες, η κατάσταση αυτή αποδείχθηκε εφήμερης διάρκειας. Η πολιτική των μεταρρυθμίσεων (Tanzimat) τους εξασφάλισε εμφανή βελτίωση.

Με το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Ηatt-i humayoun) του 1856, εκχωρήθηκε στις κοινότητες το δικαίωμα προσδιορισμού και κατανομής των άμεσων φόρων. Παράλληλα, επετράπη η δυνατότητα μεταβολής του θρησκεύματος, γεγονός, το οποίο οδήγησε πολλούς εξισλαμισθέντες Κρήτες στο να ασπασθούν εκ νέου τον Χριστιανισμό και να ξαναθέσουν σε λειτουργία τις εκκλησίες τους. Το Φιρμάνι της 10ης Ιανουαρίου 1868, εισήγαγε ένα υποτυπώδες σύνταγμα. Στο εξής, τον σουλτάνο εκπροσωπούσαν ένας γενικός διοικητής (βαλής) και ένας αξιωματικός, επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης, η οποία έδρευε επιτόπου. Τον γενικό διοικητή πλαισίωναν δυο σύμβουλοι αξιωματούχοι, ένας Χριστιανός και ένας Μουσουλμάνος. Αμφότεροι, όπως άλλωστε και ο βαλής, επιλέγονταν και ορίζονταν από την Κωνσταντινούπολη. Στην άσκηση της διοίκησης συμμετείχε και ένα Γενικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από 80 αιρετούς τοπικούς προύχοντες: 42 Χριστιανούς και 38 Μουσουλμάνους. Για το σκοπό αυτό, η Κρήτη χωρίστηκε σε 20 εκλογικές περιφέρειες, η καθε μια εκ των οποίων εξέλεγε 4 εκπροσώπους. Χωρίστηκε, επίσης, σε 5 διαμερίσματα (σαντζάκια), επικεφαλής των οποίων τοποθετήθηκε από ένας τοπικός διοικητής (μουτεσαρίφης). Ως επίσημες γλώσσες αναγνωρίζονταν ισότιμα η ελληνική και η τουρκική.

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1878, τα παραπάνω πλεονεκτήματα διευρύνθηκαν χάρη στην υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του γενικού διοικητή ορίστηκε στα πέντε έτη. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε ένας αναπληρωτής γενικός διοικητής. Γενικός διοικητής και αναπληρωτής διοικητής έπρεπε, απαραιτήτως, να ανήκουν σε διαφορετικό θρήσκευμα. Στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, ο αριθμός των Χριστιανών εκπροσώπων αυξήθηκε κατά επτά άτομα (49 έναντι 42). Οι αρμοδιότητες του ιδίου οργάνου (αποκλειστικά συμβουλευτικές έως τότε) πολλαπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα, στη δικαιοδοσία του περνούσε στο εξής ο προϋπολογισμός του νησιού, το δικαίωμα εισαγωγής φορολογικών και δικαστικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και η εν γένει άσκηση ελέγχου στη διοίκηση του βαλή. Αυξήθηκε ο αριθμός των Χριστιανών κρατικών λειτουργών και υπήρξε μέριμνα για τη συγκρότηση μιας μεικτής χωροφυλακής.¹

Η διοίκηση ασκήθηκε απερίσπαστα επί μια επταετία. Σε αυτό συνέβαλε και η επιλογή, εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, για το αξίωμα του γενικού διοικητή, του Φωτιάδη μπέη, ενός μετριοπαθούς, ικανού και έξυπνου ατόμου, γόνου επώνυμης οικογένειας Φαναριωτών της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι αντιπαραθέσεις στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, υπαγορεύονταν περισσότερο από κοινωνικούς παράγοντες και λίγότερο από θρησκευτικές αντιπαλότητες. Από τις δυο πολιτικές παρατάξεις της εποχής, η μεν φιλελεύθερη απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από Χριστιανούς, ενώ η συντηρητική αντλούσε τους οπαδούς της από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους των αστικών κέντρων και των παραθαλάσσιων περιοχών του βορρά. Μεταξύ των ετών 1880 και 1886, ο Φωτιάδης μπέης κυβέρνησε στηριζόμενος στη φιλελεύθερη παράταξη, η οποία και διέθετε την πλειοψηφία. Ταυτόχρονα με τη λήξη της θητείας του, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ετών, ο σουλτάνος διόρισε απανωτά τέσσερεις γενικούς διοικητές, ενώ οι σχέσεις μεταξύ των δυο παρατάξεων έφτασαν σε ανοικτή ρήξη. Η ένταση των ετών 1888-1889 προσέφερε στον σουλτάνο το πρόσχημα, προκειμένου να παρέμβει προσωπικά στα εσωτερικά πράγματα της Κρήτης.

Αβδούλ Χαμίτ Β΄ (1842-1918).

Ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄, αποφασίζοντας να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, κατήργησε πολλές από τις εκχωρήσεις, στις οποίες είχε νωρίτερα προβεί προς τους κατοίκους της Κρήτης. Έστειλε επιτόπου στρατεύματα και με το φιρμάνι της 26ης Οκτωβρίου 1889, κατήργησε τη Σύμβαση της Χαλέπας, αποκαθιστώντας την απόλυτη εξουσία του γενικού διοικητή. Οι έδρες του Συμβουλίου μειώθηκαν στον αριθμό των 57 (έναντι των αρχικών 80), με την κατανομή ανάμεσα στις δυο κοινότητες να παραμένει αμετάβλητη (3/5 Χριστιανοί, 2/5 Μουσουλμάνοι). Οι αρμοδιότητες του οργάνου αποκτούσαν εκ νέου χαρακτήρα αυστηρά συμβουλευτικό, ενώ η εκλογή των μελών με καθολική ψηφοφορία υπακαταστάθηκε από ένα σύστημα επιλεκτικού δικαιώματος ψηφοφορίας, ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του καθενός. Στο εξής, προϋπόθεση για την επιλογή των κρατικών λειτουργών ήταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Με το μέτρο αυτό, πολλοί Χριστιανοί αποκλείονταν εξ ορισμού από κάθε είδους δημόσιο αξίωμα. Η χωροφυλακή επρόκειτο να στελεχώνεται από άτομα προερχόμενα από τις υπόλοιπες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το φιρμάνι του Οκτωβρίου 1889 υπήρξε, ουσιαστικά, η ταφόπλακα του ημι-αυτόνομου καθεστώτος. Με την ενέργεια αυτή, ο σουλτάνος επιφύλαξε στην Κρήτη την ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιοχές της επικράτειας. Στην πραγματικότητα, το νησί βρέθηκε ξαφνικά στο έλεος μπέηδων με ληστρικές διαθέσεις με τη συνέργια μιας χωροφυλακής, απαρτιζόμενης από Αλβανούς και Μαυροβούνιους. Οι συνέπειες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Το απάνθρωπο φοροεισπρακτικό σύστημα οδήγησε σε φοροδιαφυγή, ξέσπασαν ταραχές, τη στιγμή που οι Μουσουλμάνοι, θεωρώντας την ατιμωρησία ως δεδομένη, προέβησαν σε έκτροπα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά τους θερινούς μήνες του 1895, η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν διάχυτος ο κίνδυνος ότι η Κρήτη επρόκειτο να υποστεί ανάλογη μοίρα με εκείνη της Αρμενίας.

 

Το ξέσπασμα των ταραχών και η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα (1895-1897)

Από τον Σεπτέμβριο του 1895 και κατόπιν, ξεκίνησε ένας κύκλος καθημερινών, σχεδόν, βιαιοπραγιών σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων των Χανίων και του Ρεθύμνου. Η χωροφυλακή απέφυγε συστηματικά να εμπλακεί, αφήνοντας την κατάσταση να εξελιχθεί από μόνη. Εξαίρεση αποτέλεσε μόνο το Ηράκλειο, χάρη στις ενέργειες ενός δυναμικού μουτεσαρίφη, που προστάτευσαν τους Χριστιανούς κατοίκους της πόλης. Οι Κρήτες δεν ήταν διατεθειμένοι να υποστούν τη μοίρα των Αρμενίων. Ατίθασοι και πολεμοχαρείς, οργανώθηκαν σε ένοπλες ομάδες, οι οποίες κατέφυγαν στις δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές, υπό την αρχηγία σκληροτράχηλων ατόμων, όπως ο καπετάν Μιχάλης, βετεράνος δυο παλαιοτέρων εξεγέρσεων. Πολύ γρήγορα συστάθηκε και μια επαναστατική Επιτροπή, στελεχωμένη από προύχοντες του νησιού. Ως αντίποινα στα έκτροπα των Μουσουλμάνων, οι Χριστιανοί απάντησαν με χρήση βίας, με αποτέλεσμα να προκύψει μέγας κίνδυνος για γενικευμένες σφαγές στις πόλεις, όπου την αριθμητική πλειοψηφία διέθεταν οι Μουσουλμάνοι. Ο πλήρης αφανισμός της χριστιανικής συνοικίας των Χανίων αποτράπηκε τον Σεπτέμβριο του 1895 χάρη τον συγκυριακό κατάπλου ενός ρωσικού καταδρομικού.

Η Υψηλή Πύλη, σε μια προσπάθεια να επανακτήσει τον έλεγχο, έστειλε επιτόπου στρατιωτική δύναμη ύψους τεσσάρων ταγμάτων (2.300 άνδρες). Η ένταση αναζωπυρώθηκε σποραδικά τον Φεβρουάριο του επομένου έτους στην επαρχία Αποκορώνου, όπου τα στρατεύματα κακοδιοικούμενα και μη έχοντας γνώση της περιοχής, υπέστησαν διαδοχικές αποτυχίες στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τη δραστηριότητα χριστιανικών ενόπλων ομάδων. Περί τα τέλη Μαίου, οι ανταλλαγές πυροβολισμών ήταν καθημερινή πραγματικότητα μέσα στους δρόμους των Χανίων. Η μισή Κρήτη βρισκόταν υπό καθεστώς εξέγερσης. Μόνο στον κεντρικό τομέα (Ηράκλειο και ευρύτερη περιοχή) εξακολουθούσε να επικρατεί σχετική ηρεμία.²

Κρήτες εξεγερθέντες, φέροντες την ελληνική σημαία.

Υπακούοντας στις προτροπές των προξένων τους, οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μονάδες του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους: ένα θωρηκτό η Μεγάλη Βρετανία και από ένα καταδρομικό η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Στις 28 Μαίου, στην Κωνσταντινούπολη, συνεδρίασαν οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην ημερήσια διάταξη της συνάντησης κυριαρχούσε η αξιολόγηση της όλης κατάστασης και η ανάγκη συντονισμού των μελλοντικών πρωτοβουλιών. Από τη δική του πλευρά, ο σουλτάνος γνωστοποίησε την τοποθέτηση ενός νέου βαλή και την αποστολή ενισχύσεων ύψους 6.000 ανδρών. Την ίδια στιγμή, στην Κρήτη, απετράπησαν τα χειρότερα χάρη στις επαφές, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στους προξένους και τους επικεφαλής της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1896, το πρόβλημα επικεντρώθηκε στο ήρεμο, μέχρι τότε, Ηράκλειο, όπου άρχισαν να εκδηλώνονται ταραχές. Στο μεταξύ, ένας στολίσκος από ιστιοφόρα δεν έπαψε να μεταφέρει από την Ελλάδα οπλισμό αλλά και εθελοντές, οι οποίοι προσχωρούσαν στις τάξεις των εξεγερθέντων.

Τα αιτήματα της Επιτροπής διαβιβάστηκαν μέσω των προξένων και περιλάμβαναν επάνοδο στο καθεστώς της Σύμβασης της Χαλέπας, διορισμό Χριστιανού βαλή και εγγυήσεις για αναδιοργάνωση στους τομείς της χωροφυλακής και της δικαιοσύνης.³ Στην Κωνσταντινούπολη, οι πρέσβεις ανέλαβαν να συντάξουν ένα σχέδιο μετάβασης στην ομαλότητα, το οποίο, έως τον Σεπτέμβριο, εγκρίθηκε από την Υψηλή Πύλη, την Επιτροπή και τους Κρήτες οπλαρχηγούς. Υπό την εγγύηση των έξι Μεγάλων Δυνάμεων, ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ εκχωρούσε στην Κρήτη ένα καθεστώς αυτονομίας αντίστοιχο με εκείνο της διατελούσης, από το 1832, εν πλήρει ηρεμία Σάμου. Ως υπόβαθρο του νέου καθεστώτος λειτούργησαν οι διατάξεις της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του βαλή επρόκειτο να είναι πενταετής, ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου αυξήθηκε εκ νέου στους 80, με τα 2/3 των εδρών να αναλογούν στους Χριστιανούς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση του κρίσιμου ζητήματος των μεταρρυθμίσεων. Τις ουσιαστικές αρμοδιότητες ως προς τη χωροφυλακή και τη Δικαιοσύνη θα επωμίζονταν αλλοδαποί αξιωματούχοι, ενώ τα διάφορα όργανα θα στελεχώνονταν από ντόπιους Χριστιανούς σε ποσοστό 2/3. Κατόπιν τούτων, από πολιτικής απόψεως η κρίση έδειχνε να βαίνει προς εκτόνωση. Ωστόσο, με την είσοδο του 1897 ξέσπασαν νέες ταραχές εξαιτίας της εμπλοκής εξωγενών παραγόντων.

Τη φορά αυτή, ανησυχία ως προς το μέλλον τους εξέφρασαν οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι και υστερούσαν αριθμητικά. Υποκινούνταν και από απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης, που είχαν σταλεί κρυφά στην Κρήτη για τον σκοπό αυτό. Όμως, το γεγονός εκείνο, το οποίο με ιδιαίτερη βαρύτητα επηρρέασε τις μετέπειτα εξελίξεις υπήρξε η στάση των εθνικιστικών κύκλων της Ελλάδας. Η κυβέρνηση, υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, είχε εκφράσει την ικανοποίησή της πληροφορούμενη τον συμβιβασμό, που είχε μόλις επέλθει στο νησί και τις εγγυήσεις, οι οποίες είχαν δοθεί στους Κρήτες.

Το έμβλημα της “Εθνικής Εταιρείας”.

Ωστόσο, οι οπαδοί της “Μεγάλης Ιδέας”, δηλαδή του αλυτρωτικού οράματος, που προσέβλεπε στην απελευθέρωση όλων των Ελλήνων, διασκορπισμένων εντός και πέριξ του Αιγαίου Πελάγους, κρίνοντες και με αφορμή τη Σάμο, η οποία δεν είχε διεκδικήσει την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό βασίλειο, φοβήθηκαν ότι συνέτρεχε μέγας κίνδυνος οι Κρήτες να ακολουθήσουν και αυτοί το ίδιο παράδειγμα. Η “Εθνική Εταιρεία”, η οποία είχε συγκροτηθεί το 1894 με αφορμή τις εξελίξεις του Μακεδονικού, εξαπέλυσε μια σθεναρή εκστρατεία εντός του ελληνικού βασιλείου αλλά και στην ίδια την Κρήτη. Πολλά από τα μέλη της ήταν αξιωματικοί του στρατού. Η Εταιρεία προχώρησε στη συγκρότηση επιτροπών στήριξης του αγώνα των Κρητών με συγκέντρωση χρημάτων και οπλισμού, στρατολόγηση εθελοντών. Αξιομνημόνευτη υπήρξε και η ανταπόκριση των ελληνικών παροικιών της Αιγύπτου, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, η Εταιρεία παρότρυνε την κοινή γνώμη να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση και στα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Χαρίλαος Τρικούπης, άρχισε να επιτίθεται κατά της κυβέρνησης από τα έδρανα του Κοινοβουλίου, κατηγορώντας την τελευταία για επίδειξη αδράνειας.

Κατά βάθος, ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης και ο Γεώργιος Α΄ τάσσονταν υπέρ μιας εκτόνωσης της έντασης. Γρήγορα, όμως, αναγκάστηκαν να υπολογίζουν σε ένα ρεύμα, το οποίο παρέσυρε τη χώρα ολόκληρη. Η δυναστεία ήταν ξενόφερτη. Ο ίδιος ο Γεώργιος, που ανέβηκε στο θρόνο το 1863 σε ηλικία 18 ετών, ήταν γυιός του βασιλέα Χριστιανού ΙΧ της Δανίας και παντρεμένος με την πριγκίπισσα Όλγα, κόρη του Μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου και ανηψιά του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ της Ρωσίας. Τα 23 έτη της έως τότε παραμονής του στο θρόνο, τον είχαν πείσει πως δεν διέθετε άλλη επιλογή από το να ευθυγραμμιστεί με το δημόσιο αίσθημα, έστω με βαριά καρδιά, ακόμα και ενάντια στη βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι ταραχές, οι οποίες ξέσπασαν με την είσοδο του 1897 στην Κρήτη, δεν ήταν χειρότερες από τις προηγούμενες. Προσέλαβαν, όμως, διαστάσεις, εξαιτίας της εκστρατείας, στην οποία είχε επιδοθεί η Εθνική Εταιρεία. Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, Γερμάδης, μέλος ο ίδιος της Εταιρείας, υποκινούσε τους ντόπιους οπλαρχηγούς, υποσχόμενος την έμπρακτη συνδρομή της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας. Έπειτα από ένα μεμονωμένο επεισόδιο στα Χανιά, στις 3 Ιανουαρίου, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό δυο Μουσουλμάνων, τα χριστιανικά χωριά της περιοχής δέχθηκαν επίθεση από ομάδες ατάκτων. Αμέσως προσέτρεξε σε βοήθεια δύναμη 2.000 ενόπλων ανδρών, προερχομένων από ολόκληρο το νησί, για την προστασία του απειλούμενου χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Έπειτα από μεγάλη προσπάθεια, οι οπλαρχηγοί πείστηκαν να μη δώσουν συνέχεια κι έτσι αποτράπηκε το χειρότερο. Στο τέλος Ιανουαρίου, το Ηράκλειο υπήρξε, με τη σειρά του, θέατρο ταραχών. Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί αναγκάστηκαν να στείλουν επιτόπου πλοία του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους. Μόλις επικράτησε ηρεμία, τη σκυτάλη των ταραχών παρέλαβε εκ νέου η πρωτεύουσα: συμπλοκές εντός της πόλης και επιχειρήσεις, εν είδει αντιποίνων στα γύρω χωριά με λεηλασίες και εμπρησμούς. Στις 4 Φεβρουρίου, τα Χανιά τελούσαν υπό καθεστώς πλήρους εξέγερσης. Οι Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν με πρωτοφανή βία κατά της χριστιανικής συνοικίας της Χαλέπας, σκοτώνοντας και πυρπολώντας. Στα παραπάνω έκτροπα πρωτοστατούσαν άτομα, προερχόμενα από τη Βεγγάζη, μαύροι και μιγάδες, κοινωνικά υποβαθμισμένοι και που ασκούσαν επαγγέλματα, τα οποία ενέπνεαν γενική περιφρόνηση: αμαξάδες, κρεοπώλες, φορτοεκφορτωτές κλπ.

Η παρέμβαση του διεθνούς στόλου διέσωσε τους Χριστιανούς των Χανίων από πλήρη αφανισμό, καθώς εκκενώθηκαν στη Σμύρνη και στα νησιά του Αιγαίου. Τα πληρώματα των πλοίων, με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς της πόλης, κατάφεραν να δαμάσουν τις πάμπολλες πυρκαγιές. Ωστόσο, οι ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Τα δυο τρίτα της χριστιανικής συνοικίας (συμπεριλαμβανομένης και της Αρχιεπισκοπής) είχαν υποστεί ολική καταστροφή. Όσα κτήρια κατάφεραν να διασωθούν, είχαν υποστεί λεηλασία. Υπήρχε ενδεχόμενο το παράδειγμα των Χανίων να λειτουργήσει ως προηγούμενο σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου. Από την άλλη πλευρά, τα έκτροπα του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1897 υπήρξαν το έναυσμα για γενικευμένη εξέγερση των Χριστιανών της νήσου. Στο δυτικό τμήμα, πολλοί από αυτούς συγκεντρώθηκαν στο Ακρωτήρι, εν αναμονή μιας εφόδου εναντίον της πόλης των Χανίων. Τον όλο σχεδιασμό και συντονισμό είχε αναλάβει η Επιτροπή, την οποία στελέχωναν εκπρόσωποι της αστικής τάξης. Μεταξύ των μελών της συγκαταλεγόταν και ένας 33χρονος δικηγόρος, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος. Πρώτος στόχος υπήρξαν τα μουσουλμανικά χωριά της πεδιάδας, πολλά εκ των οποίων πυρπολήθηκαν. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές της Κρήτης, όπου το όνομα ενός σκληροτράχηλου οπλαρχηγού, του καπετάν Κόρακα, άφησε εποχή. Τα ένοπλα σώματα άφηναν παντού πίσω τους παραμορφωμένα πτώματα, βιασμένες γυναίκες και καμμένα ερείπια. Υπολογίζεται πως μέσα σε λίγες, μόνο, ημέρες, περί τους χιλίους Μουσουλμάνους έχασαν τη ζωή τους στην ύπαιθρο.⁴

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν ακαριαία, στέλνοντας ενισχύσεις. Η Γαλλία και η Ρωσία από μια μοίρα θωρηκτών, υπό τη διοίκηση των ναυάρχων Pottier και Alexeieff, η Αυστρουγγαρία ολόκληρο το στόλο που ναυλοχούσε στη ναυτική βάση της Πόλα, στην Αδριατική, η Γερμανία ένα καταδρομικό. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1897, εντός των κρητικών υδάτων είχαν συγκεντρωθεί 72 μονάδες επιφανείας, εκ των οποίων 20 βρετανικές υπό τον ναύαρχο Harris και 19 ιταλικές, υπό τον ναύαρχο Canevaro.

Απόσπασμα της διεθνούς δύναμης κατοχής στα κατεστραμμένα από την πυρπόληση Χανιά (Απρίλιος 1897).

Η συγκίνηση στην Ελλάδα είχε φτάσει στο έπακρο. Η κυβέρνηση Δηληγιάννη είχε στείλει στην Κρήτη τα πολεμικά πλοία “Ύδρα” και “Μιαούλης” για την εκκένωση προσφύγων. Οι Αθηναίοι διαδήλωναν έξω από το Κοινοβούλιο, ζητώντας τη λήψη δραστικότερων μέτρων. Ξεπερασμένη από εξελίξεις, ικανές να οδηγήσουν ακόμα και σε γενικό ξεσηκωμό και σε ανατροπή της δυναστείας, η κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με το κοινό αίσθημα, επενδύοντας σε μια παρέμβαση της τελευταίας στιγμής εκ μέρους του διεθνούς παράγοντα. Παντού συγκροτούνταν επιτροπές υποστήριξης προς τον αγώνα των Κρητών με συλλογή χρηματικών ποσών, συγκέντρωση όπλων, στρατολόγηση εθελοντών και μίσθωση πλοίων για τη μεταφορά τους. Ανήμπορες να αντιδράσουν, οι αρχές άφηναν την κατάσταση να εξελιχθεί. Από τη δική της πλευρά, η Εθνική Εταιρεία εξακολουθούσε να διαδίδει πως η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στην αμέριστη υποστήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Έριχνε λάδι στη φωτιά, με την ελπίδα ότι η κρίση θα ολοκληρωνόταν με την προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο. Όσο για την πιεσμένη πανταχόθεν κυβέρνηση, αναγκάστηκε να υιοθετήσει επιθετική πολιτική έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πληροφορούμενη φήμες, σύμφωνα με τις οποίες ο σουλτάνος σχεδίαζε να στείλει ενισχύσεις στο νησί για την καταστολή της εξέγερσης, ο Δηληγιάννης διέταξε, στις 11 Φεβρουαρίου, έναν στολίσκο έξι τορπιλοβόλων, υπό τη διοίκηση του δευτερότοκου πρίγκιπα Γεωργίου, να αναλάβει περιπολία στα ανοικτά της Κρήτης, με διαταγή να βυθίσει τα τουρκικά μεταγωγικά. Δυο μέρες αργότερα, ο υπασπιστής του βασιλέα, συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος, επικεφαλής ενός σώματος 2.000 εθελοντών, αναχώρησε από τον Πειραιά με σκοπό να καταλάβει το νησί στο όνομα του Γεωργίου Α΄. Υποκύπτοντας στον γενικό παροξυσμό, η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε τη διαδικασία της επιστράτευσης και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα κατά μήκος των συνόρων της Θεσσαλίας.

Ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος στο αρχηγείο του στον Κίσσαμο.
Ο πρίγκιπας Γεώργιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στην ίδια την Κρήτη, η κατάσταση ανατράπηκε πλήρως μέσα σε λίγες ημέρες. Ήταν η σειρά των Μουσουλμάνων να προσφύγουν σε έκκληση για βοήθεια. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια επιστράτευσης και με απειλές για παρέμβαση του ναυτικού της στην Κρήτη και του στρατού της στη Θεσσαλία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιθυμούσαν την εκτόνωση της έντασης και δεν ήταν διατεθειμένες να τεθούν προ τετελεσμένου γεγονότος από την Ελλάδα. Ωστόσο, ανέκυψε διχογνωμία ως προς την ακολουθητέα πορεία. Η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία διάκεινταν θετικά προς την Ελλάδα. Αντίθετα, η Ρωσία, κυρίως δε, η Γερμανία, η οποία διατηρούσε σημαντικά συμφέροντα εντός της οθωμανικής επικράτειας, τάχθηκαν αρνητικά. Το Βερολίνο κατήγγειλε την προσβλητική και προκλητική, όπως χαρακτήρισε, συμπεριφορά της Ελλάδας και εκστόμισε και εκείνο απειλές για διενέργεια αντιποίνων. Η πιστή σύμμαχός του στους κόλπους του συνασπισμού της Τριπλής Συμμαχίας, Αυστροουγγαρία, κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος. Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Γαλλία υπήρξε εκείνη που βρέθηκε στην πιο λεπτή θέση. Από παράδοση, η συμπάθειά της στρεφόταν προς την Ελλάδα. Έπρεπε, όμως, να συνυπολογίσει τη συμμαχία, που είχε πρόσφατα συνομολογήσει με τη Ρωσία. Πόσο μάλλον, που η παραπάνω διακρατική πράξη συμβόλιζε την έξοδο της χώρας από μια διπλωματική απομόνωση είκοσι και πλέον ετών, στην οποία την είχε καταδικάσει η πολιτική του Bismarck. Ο πρωθυπουργός Jules Méline και ο υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται μεταξύ ρεαλισμού και συναισθήματος. Η διστακτικότητα της Γαλλίας και η εν γένει έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των Δυνάμεων, κόστισε στις τελευταίες δυο πολύτιμες εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων η κατάσταση στην Κρήτη επιδεινώθηκε ταχύτατα.⁵

Οι εξεγερθέντες Χριστιανοί, με το ηθικό τους αναπτερωμένο έπειτα από την άφιξη των εθελοντών από την Ελλάδα στον κόλπο του Κισσάμου, επέδειξαν ακόμη μεγαλύτερη τόλμη. Οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν την κατάληψη των Χανίων από ένα σώμα 540 ναυτών από πέντε διαφορετικές εθνότητες. Έπειτα από σχετικό αίτημα της Υψηλής Πύλης, η κατοχή στρατηγικής σημασίας θέσεων επεκτάθηκε σε ολόκληρο το νησί. Οι Αυστριακοί εγκαταστάθηκαν στον Κίσσαμο, οι Ρώσοι στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία και στη Σπιναλόγκα, οι Ιταλοί στην Ιεράπετρα. Ναυτικά αγήματα στάλθηκαν στην ενδοχώρα για παροχή υποστήριξης στους Μουσουλμάνους. Τελικά, κατάφεραν να μεταφέρουν στις παράκτιες περιοχές εκατοντάδες πολίτες και στρατιώτες, οι οποίοι τελούσαν υπό καθεστώς πολιορκίας και απειλούνταν με φυσική εξόντωση. Οι ναύαρχοι έδειχναν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν με την ισχύ των όπλων τις θέσεις που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Από τον Κίσσαμο, ο Βάσσος δίσταζε να περάσει στην επίθεση. Όχι όμως και οι εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου, οι οποίοι άρχισαν να βάλλουν εναντίον των πλοίων των Δυνάμεων που ήταν αγκυροβολημένα εντός του κόλπου της Σούδας. Στα σποραδικά τους πυρά, οι ναύαρχοι απάντησαν με κανονικό βομβαρδισμό. Έτσι, προέκυψε η ακόλουθη παράδοξη κατάσταση: ο στόλος των Δυνάμεων, ο οποίος είχε καταπλέυσει στην Κρήτη για παροχή προστασίας προς τους Χριστιανούς, αναγκάστηκε να παρέμβει για τη σωτηρία των Μουσουλμάνων.

Πληροφορούμενη τις εξελίξεις, η κοινή γνώμη στην Ευρώπη ευαισθητοποιήθηκε. Οι αντιδράσεις διέφεραν ανάλογα με τη χώρα. Εάν η Ελλάδα βρισκόταν στο στόχαστρο του αυστριακού και του γερμανικού Τύπου, στη Γαλλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία, όπου συγκροτούνταν επιτροπές στήριξης του αγώνα των Κρητών, η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Στο Παρίσι έλαβαν χώρα διαδηλώσεις. Στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια λεγεώνα γαριβαλδινών εθελοντών έτοιμη να αναχωρήσει για το νησί. Στο Λονδίνο, ο πρώην πρωθυπουργός William Gladstone ηγήθηκε μιας κίνησης υπέρ των Κρητών. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, μόλις έγινε γνωστή η είδηση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, η φιλελεύθερη αντιπολίτευση προσήψε στη συντηρητική κυβέρνηση πως είχε μετατραπεί σε χωροφύλακα της Υψηλής Πύλης. Ανάλογη στάση υιοθέτησε στο γαλλικό Κοινοβούλιο ο Jean Jaurès.⁶

Η αμηχανία και η έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των κυβερνήσεων ήταν έκδηλες. Το Βερολίνο και η Αγία Πετρούπολη απαιτούσαν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας με την επιβολή ενός ναυτικού αποκλεισμού, που θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην ανάκληση του σώματος των εθελοντών και του στόλου, ο οποίος εξακολουθούσε να περιπολεί στα ανοικτά της Κρήτης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, λόρδος Salisbury, πρότεινε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε δημόσια δήλωση υποστήριξε πως ουδέποτε η κοινή γνώμη στη χώρα του επρόκειτο να αποδεχθεί μια παρέμβαση στην υπόθεση της Κρήτης, έχουσα ως απώτερο στόχο την επιστροφή της νήσου στο παλαιό καθεστώς. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, οι Δυνάμεις καταστάλλαξαν επιτέλους σε ένα κοινό σχήμα. Σε κοινό διάβημα προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη (2 Μαρτίου 1897) αποσαφήνιζαν ότι “υπό τις παρούσες συνθήκες είναι αδύνατη μια προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο”. Το νησί θα απολάμβανε ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Το κείμενο, το οποίο προσλάμβανε διαστάσεις τελεσιγράφου διευκρίνιζε ότι “εάν, εντός προθεσμίας έξι ημερών, η ελληνική κυβέρνηση δεν προχωρούσε στην ανάκληση των εθελοντών και του στόλου από την Κρήτη, επιφυλάσσονταν να προσφύγουν σε οποιοδήποτε μέτρο έκριναν σκόπιμο”.

Η Υψηλή Πύλη έσπευσε να αποδεχθεί τις παραπάνω προτάσεις. Αντίθετα, στην Αθήνα, όπου ο παροξυσμός είχε φτάσει στο έπακρο, η κυβέρνηση έθεσε ζήτημα διενέργειας δημοψηφίσματος. Ο ίδιος ο λαός της Κρήτης έπρεπε να αποφανθεί για το μέλλον του. Επιπρόσθετα, έκανε λόγο για μερική, μόνο, ανάκληση του στόλου. Οι εθελοντές θα παρέμεναν στο νησί. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία έδειξε να αιφνιδιάζει τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες. Οι τελευταίες δεν τόλμησαν να μετατρέψουν σε πράξη τις απειλές τους, πέραν της επιβολής ενός χαλαρού ναυτικού αποκλεισμού των ακτών της Κρήτης και της αποστολής περεταίρω ενισχύσεων επιτόπου.

Βρετανικό πυροβολικό παρατεταγμένο στο τείχος του Ηρακλείου.

Δυστυχώς, τα παραπάνω μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή, καθώς δεν κατάφεραν, τελικά, να αποσοβήσουν τον πόλεμο. Ο σουλτάνος, απέφυγε να διακινδυνεύσει μια έξοδο του στόλου του στο Αιγαίο. Το οθωμανικό πολεμικό ναυτικό βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Από τις εννέα μονάδες, οι οποίες ναυλοχούσαν στον Κεράτειο κόλπο, οι τρεις δεν απείχαν από την κατάσταση του ναυαγίου. Οι υπόλοιπες έξι, θα αποτελούσαν ιδανικό στόχο για τα ελληνικά τορπιλοβόλα σε περίπτωση που εγκατέλειπαν τα Στενά. Από τη στιγμή, που δεν μπορούσε να υπολογίζει παρά μόνο σε δυο μονάδες, ικανές να πλεύσουν με αξιώσεις, ο σουλτάνος απέκλεισε κάθε προοπτική ναυτικών επιχειρήσεων. Ο αποκλεισμός των ακτών της Κρήτης από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αποτελούσε, υπό τις συνθήκες αυτές, πλεονέκτημα για την Υψηλή Πύλη. Στη στεριά, αντίθετα, οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει στα σύνορα της Θεσσαλίας δύναμη 120.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του Eτέμ πασά. Στόχος τους ήταν η ανακατάληψη της επαρχίας, την οποία, 16 χρόνια νωρίτερα, είχαν εκχωρήσει στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο ήλπιζαν να εξαναγκάσουν τους Έλληνες κα αποχωρήσουν από την Κρήτη. Σημειωτέον ότι δέχονταν παρασκηνιακές παραινέσεις από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία προς την κατεύθυνση της ανάληψης πολεμικής δράσης. Αντίθετα, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί συμβούλευαν επίδειξη μετριοπάθειας. Για τον Αβδούλ Χαμίτ, η πλάστιγγα έκλινε προς την προοπτική μιας εμπόλεμης αναμέτρησης σύντομης διάρκειας. Διαφορετικά, διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν συνασπισμό μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Στις 13 Μαρτίου 1897, η Ελλάδα κήρυξε επιστράτευση. Η διαμεσολάβηση των Δυνάμεων στερείτο, πλέον, κάθε νοήματος. Διακατεχόμενοι από έναν ξέφρενο παρορμητισμό, οι Έλληνες δεν ήταν επιρρεπείς σε κανενός είδους συμβουλές. Οι Τούρκοι, από τη δική τους πλευρά, έκριναν πως είχε φθάσει η στιγμή να παραδώσουν ένα μάθημα στους ατίθασους γείτονές τους. Έπειτα από μια αλληλουχία προκλήσεων, ο σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στις 18 Απριλίου.

 

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος (Απρίλιος – Μάιος 1897)

Ο συσχετισμός των ισορροπιών στο πεδίο των εχθροπραξιών έκλινε πολύ γρήγορα εις βάρος των Ελλήνων. Παρά τις προειδοποιήσεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αγνόησε το γεγονός ότι σε περίπτωση πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε θέση διπλωματικής απομόνωσης. Στις αρχές Απριλίου, κατέστη σαφές προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη πως ουδενός είδους επιθετική πρωτοβουλία επρόκειτο να γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής. Αν και διαισθανόμενη πως οδεύει προς εθνική καταστροφή, η κυβέρνηση Δηλιγιάννη αποδείχθηκε παντελώς ανήμπορη να την αποτρέψει.

Η επιστράτευση διενεργήθηκε εν μέσω γενικευμένης αταξίας. Πολλοί προτίμησαν να επανδρώσουν σώματα ατάκτων αντί να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Η Αθήνα βίωνε καταστάσεις πατριωτικού παροξυσμού. Ο Τύπος πληροφορούσε για την φιλελληνική εκστρατεία, η οποία είχε εκδηλωθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και προανήγγειλε την έλευση ενός διεθνούς σώματος εθελοντών. Πρώτη κατέφθασε μια μικρή ομάδα γαριβαλδινών, στην οποία επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων, προτού η τελευταία προβεί σε συντεταγμένη έφοδο κατά των οίκων ανοχής του Πειραιά και της πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, ορισμένοι από τους εθελοντές κατάφεραν να προωθηθούν στην πρώτη γραμμή, στη Θεσσαλία, όπου διακρίθηκαν από έλλειψη πειθαρχίας.

Η Εθνική Εταιρεία είχε επινοήσει ένα σχέδιο αντιπερισπασμού μέσω της δημιουργίας ενός είδους “πέμπτης φάλαγγας”, προορισμένης να δραστηριοποιηθεί στη Μακεδονία, με τη συνδρομή του ντόπιου πληθυσμού. Ήταν κοινή η πεποίθηση πως έτσι ήταν εφικτό να δρομολογηθεί μια γενικευμένη εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών της επαρχίας ενάντια στην οθωμανική διοίκηση. Δεν θα απέμενε στον τακτικό ελληνικό στρατό παρά να σπεύσει προς βοήθεια των εξεγερθέντων, μαζί με την υποστήριξη των υπολοίπων βαλκανικών κρατών. Στο παραπάνω σχέδιο δεν λαμβάνονταν καθόλου υπόψη αντιπαραθέσεις και ανταγωνισμοί μεταξύ Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων αλλά και μεταξύ των κυβερνήσεών τους. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη απεμπόλησε με χαρακτηριστική επιπολαιότητα την ύστατη ευκαιρία, που της είχε προσφερθεί. Συγκεκριμένα, μια αντιπροσωπεία του σουλτάνου επισκέφθηκε την Αθήνα, προτείνοντας έναν έντιμο συμβιβασμό: την αμοιβαία απόσυρση των στρατευμάτων από τα σύνορα και την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος, με γνώμονα την αυτονομία. Η Υψηλή Πύλη έφτασε μέχρι σημείου να προτείνει την επιλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως διοικητού της νήσου. Φοβούμενη μήπως υποκατασταθεί από την Εθνική Εταιρεία, η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να δώσει συνέχεια.

Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι Έλληνες έβαιναν προς μια ένοπλη αναμέτρηση, την οποία οι ίδιοι είχαν καταστήσει αναπόφευκτη. “Είναι γεγονός πως τα ευρωπαϊκά κράτη είναι ισχυρά και ανίκητα”, ανέφερε μια αθηναϊκή εφημερίδα.⁷ “Εξίσου, όμως, μια μικρή χώρα οφείλει να πράξει αυτό που της υπαγορεύει το χρέος έναντι ενός αδελφού λαού. Η Αντιγόνη γνώριζε κάλλιστα πως ο θάνατος καιροφυλακτούσε για όποιον απέδιδε νεκρικές τιμές στον Πολυνείκη, παραβιάζοντας τη διαταγή του Κρέοντα. Ωστόσο, δεν δίστασε…Η Ελλάδα γνωρίζει πως διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο παραβιάζοντας τις διαταγές των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεν της επιτρέπεται, όμως, να υποχωρήσει. Οφείλει να τιμήσει τις δεσμεύσεις της έναντι της Κρήτης”. Άλλες εφημερίδες, όπως η γαλλόφωνη Messager d’ Athènes, χαρακτήριζε τον επικείμενο πόλεμο ως “αναπόφευκτη συμφορά, επιβεβλημένη από το ίδιο το πεπρωμένο”.

Τα στρατεύματα των δυο χωρών είχαν παραταχθεί κατά μήκος των συνόρων, όταν, στις αρχές Απριλίου 1897, δύναμη 3.000 περίπου ατάκτων εισέβαλε στη Μακεδονία με αποστολή να προκαλέσει γενικευμένη εξέγερση. Πέντε ημέρες αργότερα, μπροστά στη γενική αδιαφορία του αυτόχθονα πληθυσμού, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 18 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, ο σουλτάνος, ορμώμενος από μια αλληλουχία μεθοριακών επεισοδίων, κήρυξε τον πόλεμο. Ταυτόχρονα, έδωσε δεκαπενθήμερη διορία σε όσους Έλληνες επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την οθωμανική επικράτεια. Όσοι αποφάσιζαν να παραμείνουν, όφειλαν να αποκτήσουν την τουρκική υπηκοότητα. Η Κρήτη και η Αίγυπτος εξαιρέθηκαν από αυτό το μέτρο. Όμως, η εξαγγελία του τελευταίου προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και κατά μήκος των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας.

Χάρτης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν άνισος. Ο ακριβής υπολογισμός τους στάθηκε αδύνατος, καθώς αμφότερα τα επιτελεία είχαν διογκώσει το μέγεθος που τους αναλογούσε για λόγους εντυπωσιασμού. Ο Ετέμ πασάς διέθετε, θεωρητικά τουλάχιστον, 170.000 άνδρες και 474 πυροβόλα. Έχοντας επιλέξει αμυντική τακτική στο ορεινό μέτωπο της Ηπείρου, συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του (120.000 άνδρες περίπου) στο μέτωπο της Θεσσαλίας. Απέναντί του είχαν αναπτυχθεί 47.000 Έλληνες υπό τη διοίκηση του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι Τούρκοι ήταν καλογυμνασμένοι. Υστερούσαν στον τομέα της επιμελητείας και του υγειονομικού. Οι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν περγαμηνές στους δυο παραπάνω τομείς. Διακρίνονταν, όμως, γενικότερα από μεγάλη έλλειψη πειθαρχίας. Σε επιχειρησιακό επίπεδο οι εξελίξεις υπήρξαν ταχύτατες. Ο οθωμανικός στρατός πέρασε αμέσως στην επίθεση διασπώντας την ελληνική άμυνα. Εννέα, μόλις, ημέρες έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αναγκάστηκε να ζητήσει τη διαμεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Υψηλή Πύλη, θέλοντας να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ικανό να της επιτρέψει επιτυχίες στο πεδίο των εχθροπραξιών και, συνακόλουθα, υπεροχή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, κωλυσιεργούσε σκοπίμως. Σχεδιασμένη από τον Γερμανό στρατηγό von der Goltz, η τουρκική επίθεση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Το μέτωπο κατέρρευσε βορείως της Λάρισας και πολύ γρήγορα ολόκληρος ο θεσσαλικός κάμπος έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Η Μάχη των Φαρσάλων”, ελαιογραφία του Γεωργίου Ροϊλού, Μέτσοβο, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ.

Οι στρατιώτες του σουλτάνου επιδώθηκαν σε ένα πρωτοφανές όργιο βιαιοπραγιών και ασελγειών, αφήνοντας πίσω τους, από όπου περνούσαν, γυναίκες βιασμένες, οικίες κατεστραμμένες, εκκλησίες λεηλατημένες ή καμμένες. Σύμφωνα με τους ξένους ανταποκριτές, η αγαπημένη τους ψυχαγωγία ήταν να καίνε ζωντανούς τους ορθόδοξους ιερωμένους. “Οι στρατιώτες μας μάχονται γενναία”, αναγνώριζαν οι Τούρκοι αξιωματικοί, “αλλά κατόπιν καταστρέφουν τα πάντα”. Κατά τόπους, τραυματίες και αιχμάλωτοι τύγχαναν ευπρεπούς μεταχείρισης. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις, όπως σε κάποιο χωριό, όπου σουβλίστηκαν σαν οβελίες.⁸ Στη βία των στρατιωτών, ήρθαν να προστεθούν και οι ακρότητες των ληστών, που συνόδευαν τα στρατεύματα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας Αθηναίος δημοσιογράφος, “Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης όρμησαν στη Θεσσαλία όπως οι ακρίδες στην Αλγερία. Αυτοί, ακριβώς, οι Εβραίοι, ορμώμενοι από τη μανία του κέρδους, ενθάρρυναν ή συνέδραμαν τους Αλβανούς στις λεηλασίες, στις οποίες οι τελευταίοι επιδίδονταν. Το ανήθικο εμπόριό τους ξεπερνά κάθε περιγραφή…”. ⁹

Στις 3 Ιουνίου, ο Αβδούλ Χαμίτ συναίνεσε στην υπογραφή ανακωχής. Ως αντάλλαγμα, ζήτησε την επάνοδο στην προ του 1881 συνοριακή γραμμή και την επιβολή, στην Ελλάδα, πολεμικής αποζημίωσης ύψους 10 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία έσπευσαν να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις της Υψηλής Πύλης. Η Βρετανία αντιτάχθηκε σε οποιουδήποτε είδους εδαφική εκχώρηση. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: μια συμβολική αναπροσαρμογή των συνόρων. Πρόκειται για τη λύση εκείνη, που τελικά επικράτησε. Οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη επέλεξαν τη φόρμουλα της επιστροφής στην Τουρκία ορισμένων παραμεθορίων χωριών. Πέρα από αυτόν τον περιορισμένης κλίμακας ακρωτηριασμό, η Θεσσαλία παρέμεινε επαρχία του ελληνικού βασιλείου. Ως προς το Κρητικό Ζήτημα, δεν γινόταν πλέον λόγος για ένωση. Ωστόσο, το νησί θα αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Τέλος, η Ελλάδα θα κατέβαλε, υπό μορφή πολεμικής αποζημίωσης, χρηματικό ποσό ύψους 100 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Δεκεμβρίου 1897.

 

Ο διακανονισμός του Κρητικού Ζητήματος (1898-1899)

Τη στιγμή που η ηττημένη και ταπεινωμένη Ελλάδα ήταν απασχολημένη με οικονομικής φύσεως προβλήματα, τα οποία σύντομα θα την οδηγούσαν σε πτώχευση, στην Κρήτη, η κατάσταση έδειχνε να εξομαλύνεται με αργούς, διακεκομμένους ρυθμούς, εξαιτίας ορισμένων ξεσπασμάτων, λίγο έως πολύ βίαιων. Ο ναυτικός αποκλεισμός είχε θέσει τέλος στον ανεφοδιασμό των εξεγερθέντων με οπλισμό. Η κυβέρνηση της Αθήνας είχε προχωρήσει στην ανάκληση του στολίσκου των τορπιλοβόλων ενόψει μιας πιθανής ελληνοτουρκικής ναυτικής αναμέτρησης στο Αιγαίο. Τον Μάιο, όταν η ήττα φάνταζε βεβαία, απέσυρε και τη δύναμη του συνταγματάρχη Βάσσου από το νησί. Όμως, στο Ακρωτήρι όπως και σε πολλά σημεία της ενδοχώρας, οι εξεγερθέντες είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους, ενώ τα ναυτικά αγήματα των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν αναλάβει, πλέον, την προστασία των πόλεων, όπου συνέρρεαν χιλιάδες Μουσουλμάνοι πρόσφυγες. Πρόθεση των Δυνάμεων ήταν η εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου καθεστώτος με βάση τις αρχές του Συμφώνου της 25ης Αυγούστου 1896. Επ αυτού, παρατηρήθηκε διάσταση απόψεων: Η Γερμανία, θεωρώντας πως η προτεινόμενη λύση ευνοούσε τους Έλληνες ορθόδοξους, ανακάλεσε το μοναδικό πλοίο της δηλώνοντας ότι δεν ήταν, πλέον, διατεθειμένη να ασχοληθεί με το Κρητικό Ζήτημα. Το παράδειγμά της ακολούθησε σχεδόν αμέσως και η Αυστροουγγαρία. Επιτόπου, με τη δύση του 1897, είχαν παραμείνει η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ρωσία. Σε αυτές αναλογούσε η διαμόρφωση του μελλοντικού καθεστώτος της νήσου. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η αποκατάσταση της ηρεμίας και της τάξης. Επρόκειτο για μια δύσκολη αποστολή, έπειτα από δυόμισυ έτη διαρκών ταραχών και σφαγών. Μέσα στις πυκνοκατοικημένες πόλεις, οι πρόσφυγες οργανώνονταν και κινητοποιούνταν. Μια στάση της κακοπληρωμένης τουρκικής φρουράς (13.000 άνδρες) ήταν ενδεχόμενη. Από την άλλη πλευρά, στα χέρια των εξεγερθέντων, στις ορεινές και απρόσιτες περιοχές, βρίσκονταν 80.000 όπλα.

Τον Απρίλιο του 1898, οι ναύαρχοι των Δυνάμεων χώρισαν την Κρήτη σε πέντε τομείς, οι οποίοι συνέπιπταν, σχεδόν, με την ισχύουσα διοικητική διαίρεση. Οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία, οι Ιταλοί στα Σφακιά. Ο έλεγχος των Χανίων διεκπεραιώθηκε από κοινού. Ωστόσο, ο συνολικός αριθμός των 5.000 ναυτών δεν αρκούσε, προκειμένου να μπορέσει να ασκηθεί έλεγχος επί της νήσου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1898, σημειώθηκε στο Ηράκλειο γενικευμένη σύρραξη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους πρόσφυγες και Βρετανούς ναύτες. Αφού προηγουμένως εξανάγκασε τους τελευταίους να αναζητήσουν καταφύγιο στα πλοία του στόλου, ο εξαγριωμένος όχλος στράφηκε ενάντια στη χριστιανική συνοικία, την οποία πυρπόλησε και λεηλάτησε. Υπολογίζεται πως περί τους πεντακόσιους Χριστιανοί έχασαν τότε τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και ο Βρετανός πρόξενος. Κατά τις τραγικές εκείνες ημέρες, η τουρκική φρουρά της πόλης (4.000 άνδρες) αρκέστηκε σε ρόλο απλού παρατηρητή, επιτρέποντας στον όχλο να δρα ανεξέλεγκτα.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των Δυνάμεων, οι οποίες, με διάβημα προς την Υψηλή Πύλη, αξίωσαν την απόσυρση της τουρκικής φρουράς από την Κρήτη. Ταυτόχρονα, έστειλαν επιτόπου πέντε τάγματα για ενίσχυση. Μέσα στις πόλεις, οι ξένοι αξιωματικοί ανέλαβαν τον αφοπλισμό των πολιτών, αρχής γενομένης από τους Μουσουλμάνους.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου, όπως αποτυπώθηκαν στο περιοδικό “The Graphic” στις 17 Δεκεμβρίου 1898.

Τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην αποχώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας από την Κρήτη. Πρώτοι εγκατέλειψαν το νησί, συνοδεύοντας την απόσυρση της τουρκικής φρουράς, οι πρόσφυγες, που είχαν συγκεντρωθεί στα Χανιά και στο Ηράκλειο. Γρήγορα τους μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι.

Λίγες μέρες πριν από τις σφαγές του Ηρακλείου, είχε προηγηθεί η σύναψη ενός συμφώνου ανάμεσα στους εκπροσώπους των Δυνάμεων και τους εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου. Έφερε τις υπογραφές των τεσσάρων προξένων και των εντεταλμένων της ονομαζομένης Κρητικής Εκτελεστικής Επιτροπής και αφορούσε στο μελλοντικό διοικητικό καθεστώς της νήσου. Στο μακροσκελές αυτό κείμενο (περιείχε 188 άρθρα) υπήρχε πρόνοια για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στους ευαίσθητους τομείς της απονομής δικαιοσύνης και της τήρησης της τάξης. Στις 21 Δεκεμβρίου 1898, κατέφθασε ο Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας. Επρόκειτο για τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδος, επιλογή εξολοκλήρου των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Το νέο Σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε στις 27 Απριλίου 1899, καθιστούσε την Κρήτη σχεδόν ανεξάρτητη, καθώς είχε στο εξής το δικαίωμα να αναρτά δική της σημαία, να εκδίδει δικό της νόμισμα και να τυπώνει δικά της γραμματόσημα. Οι κάτοικοί της απολάμβαναν μιας ιδιόμορφης υπηκοότητας καθώς θεωρούνταν “Κρητικής προέλευσης”. Ο Ύπατος Αρμοστής, ασκούσε την εξουσία του με τη συνδρομή ενός πενταμελούς Συμβουλίου (τέσσερεις Χριστιανοί-ένας Μουσουλμάνος), που διόριζε ο ίδιος, και οι οποίοι λογοδοτούσαν ενώπιον μιας αιρετής Συνέλευσης.

Η Ύπατη Αρμοστεία του πρίγκιπα Γεωργίου (πάνω). Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας και ο συμβολισμός της (κάτω).

Πρώτος πρόεδρος της Κρητικής Συνελεύσεως αναδείχθηκε ο Ιωάννης Σφακιανάκης. Η πιο χαρισματική παρουσία, ωστόσο, ήταν εκείνη ενός δικηγόρου, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος, από τους πρωτεργάτες της εξέγερσης του Ακρωτηρίου, ο οποίος υιοθέτησε το σχήμα της αυτονομίας, αφού, προηγουμένως, είχε αγωνιστεί με θέρμη υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Το μειονοτικό πρόβλημα έφθινε με την πάροδο του χρόνου, χάρη στην εθελούσια ή μη αναχώρηση των Μουσουλμάνων από το νησί. Το πρώτο κύμα (Μουσουλμάνοι της υπαίθρου, που είχαν διαφύγει στις πόλεις έχοντας χάσει τις περιουσίες τους) διαδέχθηκαν οι ομόθρησκοί τους μόνιμοι κάτοικοι των πόλεων, καθώς άρχισε να επιστρέφει ο χριστιανικός αστικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την Κρήτη εν μέσω των σφαγών του 1897 και του 1898. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας γενικής απογραφής, το 1900, ο συνολικός πληθυσμός της Κρήτης δεν είχε γνωρίσει αξιόλογη αύξηση (301.577 κάτοικοι έναντι 294.192 το 1887). Όμως, ο αριθμός των Μουσουλμάνων δεν ξεπερνούσε τους 33.000 (11% του συνολικού πληθυσμού). Δεκατρία χρόνια νωρίτερα τα δεδομένα ήταν εκ διαμέτρου διαφορετικά (85.000 Μουσουλμάνοι, ποσοστό 30%).¹º Με άλλα λόγια, περί τα δυο τρίτα του Μουσουλμανικού πληθυσμού είχαν εγκαταλείψει το νησί αναζητώντας καταφύγιο στη Μικρά Ασία. Το φαινόμενο έμελλε να διατηρηθεί έως την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913. Σε τελευταία ανάλυση, το καθεστώς της αυτονομίας συνιστούσε εφήμερη πολιτική λύση εν αναμονή της φυσιολογικής εξέλιξης των πραγμάτων, δηλαδή της ένωσης. Συνέβαλε στην αποκατάσταση της ηρεμίας, χάρη στην αποχώρηση της Μουσουλμανικής μειονότητας. Η μια μετά την άλλη, οι Δυνάμεις απέσυραν τα ναυτικά τους αγήματα. Ωστόσο, ο πρίγκιπας Γεώργιος κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό ενωτικό κίνημα, το οποίο οδήγησε, το 1905, σε νέα διεθνή παρέμβαση. Το Κρητικό Ζήτημα λύθηκε οριστικά την επομένη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Ήδη, τα τρία προηγούμενα χρόνια, τα ηνία του ελληνικού βασιλείου βρίσκονταν στα χέρια του πιο διάσημου Κρητικού, του Ελευθερίου Βενιζέλου.

 

O Jean Ganiage (Mesnil-Théribus, 1923 – Παρίσι, 2012) υπήρξε ο νεώτερος σε ηλικία ακαδημαϊκός δάσκαλος της Φιλοσοφικής Σχολής του Παρισιού (αργότερα Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Πανεπιστήμιο Παρισιού-Σορβόννης IV), όταν, τον Σεπτέμβριο του 1961, εκλέχθηκε στη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή στον τομέα της Σύγχρονης Ιστορίας, όπου υπηρέτησε έως τη συνταξιοδότησή του, το 1985. Είχε, επίσης, μακρά συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) καθώς και με το Εθνικό Ίδρυμα Δημογραφικών Ερευνών (INED) σε επίπεδο έρευνας και δημοσιεύσεων. Ειδικεύθηκε στον χώρο της Ιστορίας της Αποικιοκρατίας και σε εκείνον της Ιστορικής Δημογραφίας. Οι μελέτες του για την αποικιακή εξάπλωση της Γαλλίας επί καθεστώτος της Γ΄ Δημοκρατίας και για τις καταβολές του γαλλικού προτεκτοράτου στην Τυνησία, υπήρξαν πρωτοποριακές για την εποχή τους και θεωρούνται, ακόμα και σήμερα, ως θεμελιώδη σημεία αναφοράς.

 

Εργογραφία του συγγραφέα

 

1.  Les Origines du Protectorat français en Tunisie (1861-1881), Presses universitaires de France, 1959, 776 pages. Réédité en Tunisie par la M.T.E en 1968.

2.  La population européenne de Tunis au milieu du 19è siècle, Etude démographique, Préface de Marcel Reihnard, P.U.F, 1960, 101 pages.

3.  Une entreprise italienne de Tunisie au milieu du 19è siècle, correspondance inédite de la thonaire de Sidi Daoud, Paris, Presses universitaires de France, 1960, 171 pages.

4. Trois villages d’Ile-de-France au XVIIIe siècle, Etude démographique, I.N.E.D, Paris, Presses Universitaires de France, 1963, 143 pages.

5. L’Afrique au XXe siècle (avec la collaboration de H. Deschamps et O. Guitard),  Paris, Sirey, 1966, 908 pages.

6. L’Expansion coloniale de la France sous la IIIe République, Payot, 1968, 434 pages, avec cartes. (ouvrage couronné par l’Académie française). En cours de réédition.

7. Les affaires d’Afrique du Nord de 1930 à 1964, (1ère partie), Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1972, 113 pages

8. Les relations internationales de 1890 à 1914, Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1974, 214 pages, Rééditions du CNRS, Paris 1999.

9. Le Beauvaisis au XVIIIe siècle, T 1, La Campagne,  Paris, INED, «Travaux et documents», Paris, P.U.F, 1988, VI- 278 pages avec cartes.

10. Histoire contemporaine du Maghreb, Paris, Fayard, 1994, 822 pages avec cartes (ouvrage honoré d’un prix décerné par l’Académie des Sciences d’Outre-mer).

11. Beauvais au XVIIIe siècle: Cadre urbain et population, Paris, Editions du Centre National de la Recherche Scientifique, 1999, 285 pages avec cartes. (Ouvrage couronné par l’Académie des Science morales et politiques).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

*Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les Affaires de Crète (1895-1899)” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Revue d’ Histoire diplomatique, Ιανουάριος-Ιούνιος 1974, αρ. 1 και 2, Παρίσι, 1974, σελ.1-26. Στηρίχθηκε σε ενδελεχή έρευνα του συγγραφέα στα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας (Σειρά: Τουρκία για τα έτη 1895-1896, και τους φακέλους της Νέας Σειράς – Nouvelle série – με τίτλο : Crète, établissement de l’ autonomie, guerre gréco-turque, αρ. 1 – 32, για την περίοδο από 1.1.1897 έως 31.12.1898, και Politique intérieure, αρ. 1 – 2 για τα έτη 1899-1904). Μια σύντομη αναδίφηση στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία επιβεβαίωσε την οπτική του γαλλικού υλικού. Ο πλέον δραστήριος και καλύτερα ενημερωμένος από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στα Χανιά, όπως προκύπτει από την διπλωματική αλληλογραφία, ήταν, αναμφίβολα, ο Γάλλος Paul Blanc. Ο ρόλος, τον οποίο διαδραμάτισε κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποτελεί περίτρανη απόδειξη. Συμπληρωματικά αναφέρουμε τις ακόλουθες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές: 1) την γαλλική Κίτρινη Βίβλο (Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894-février 1897), απογοητευτική σε σύγκριση με τα αρχεία, 2) Τέσσερα άρθρα του Νικολάου Πολίτη, τα οποία δημοσιεύθηκαν μεταξύ των ετών 1897 και 1898 στο περιοδικό Revue générale de droit international public υπό τον γενικό τίτλο “La guerre gréco-turque au pont de vue du droit international”, 3) την πραγματεία του Victor Bérard, Les affaires de Crète, Παρίσι, 1898. Τα ελληνικά και τα οθωμανικά αρχεία ασφαλώς θα είναι σε θέση να συμπληρώσουν με πρωτότυπα στοιχεία την προσέγγιση του Κρητικού Ζητήματος. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να προσφέρει μια πρώτη γεύση στο γαλλικό κοινό, για μια υπόθεση, η οποία δεν είναι δίχως αναλογίες με το σημερινό Κυπριακό Ζήτημα (σημ. μεταφρ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 1974, μεσούσης της Κυπριακής κρίσης).

¹ Το κείμενο της Σύμβασης της Χαλέπας καθώς και εκείνο του Αυτοκρατορικού Διατάγματος είναι καταχωρισμένα στη Γαλλική Κίτρινη Βίβλο ( Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894- février 1897, Παρίσι, Εθνικό Τυπογραφείο, 1897).

² Τα συμβάντα περιγράφονται αναλυτικά στην αλληλογραφία του Γάλλου προξένου στα Χανιά Paul Blanc (Affaires Étrangères, Turquie 1895-1896, passim.).

³ A.E., Turquie, Tηλεγρ. Paul Blanc, Χανιά, 17 Ιουλίου 1896 (συνημμένο της 15ης Ιουλίου).

⁴ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Blanc προς Hanotaux, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1897, passim.

⁵ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Συνομιλίες Hanotaux με Monson και Tornelli, αντίστοιχα πρέσβεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιταλίας στο Παρίσι. Αλληλογραφία με Marshall, Mouraviev και Goluchowski (Φεβρουάριος 1897).

⁶ Journal Officiel, Ολομέλεια του Γαλλικού Κοινοβουλίου, 15 Μαρτίου 1897.

Παλιγγενεσία, 5/17 Μαρτίου 1897. Αναφέρεται στο N. Politis, La guerre gréco-turque…,σελ. 9.

⁸ Politis, οπ.π., σελ. 49. Μαρτυρία ανταποκριτή της εφημερίδας Daily Telegraph.

⁹ Ibid., σελ. 53.

¹º Α.Ε. Crète, Politique intérieure, αρ. 1, Blanc προς Delcassé, Χανιά, 8 Ιουλίου 1900.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ιστορική εξέλιξη της Διπλωματίας. Από την αρχαιότητα στη «Νέα Διπλωματία»

Θεοδόσης Καρβουναράκης 

Η ιστορική εξέλιξη της Διπλωματίας.

Από την αρχαιότητα στη «Νέα Διπλωματία»[1]

 

Είναι λογικό οι απαρχές τις διπλωματικής δραστηριότητας, θεμελιώδους μορφής επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων κοινωνιών, να συμπίπτουν με τις απαρχές του ανθρωπίνου είδους. Ήταν ανάγκη κάποια στιγμή οι εχθροπραξίες ανάμεσα σε δυο ομάδες πρωτόγονων προγόνων μας να σταματήσουν για να περισυλλεγούν οι νεκροί και αυτό απαιτούσε κάποιας μορφής διάλογο και συνεννόηση των δυο πλευρών. Ήταν επίσης προφανές πως η συνεννόηση δε θα τελεσφορούσε αν δεν γινόταν σεβαστή η ζωή και η ασφάλεια των απεσταλμένων. Εκ των ων ουκ άνευ συστατικό λοιπόν της διπλωματικής δραστηριότητας αποτέλεσε εξ αρχής η ασυλία των διπλωματικών απεσταλμένων. Το πρώτο διπλωματικό σύστημα το οποίο περιγράφεται με επάρκεια και αξιοπιστία από τις ιστορικές πηγές είναι αυτό της αρχαίας Ελλάδας. Η διπλωματική δραστηριότητα είναι ήδη εμφανής στα προ του 700 π. Χ. χρόνια, ενώ με τη βοήθεια του Θουκυδίδη (c460-c395 π. Χ.) διαμορφώνουμε μια σαφή εικόνα της διπλωματικής πρακτικής στην εποχή της ακμής του αρχαίου Ελληνισμού. Οι Έλληνες πρέσβεις επιλέγονταν όχι κατ’ανάγκη για την διαπραγματευτική τους ικανότητα, αλλά κυρίως για τη ρητορική τους δεινότητα, καθ’ότι αποστολή τους ήταν να παρουσιάσουν τις θέσεις του εντολέα τους, Συνέλευσης των πολιτών ή ηγεμόνα, και όχι να διαπραγματευτούν. Η παράβαση των αυστηρών οδηγιών τους ή η αποτυχία της αποστολής μπορούσε να επισύρει την κατηγορία της «παραπρεσβείας», με πολύ δυσμενείς συνέπειες. Δεν υπήρχε μόνιμη αντιπροσώπευση των πόλεων. Υπήρχε, όμως, ο θεσμός του προξένου, επιφανούς πολίτη μιας ελληνικής πόλης, που εκπροσωπούσε στην πατρίδα του τα συμφέροντα μιας άλλης πόλης. Ο πρόξενος βοηθούσε τους πολίτες και τους διπλωματικούς απεσταλμένους της πόλης που εκπροσωπούσε, συνέβαλε στη σύσφιξη των σχέσεων, αλλά δεν αναμένονταν να προτάξει τα συμφέροντα της πόλης που εκπροσωπούσε εις βάρος των συμφερόντων της πατρίδας του. Το αξίωμα του προξένου ήταν τιμητικό και γνωστά ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Πίνδαρος, ο Δημοσθένης και ο Κίμων το είχαν ασκήσει.[2]

Ο θεσμός της προξενίας στην αρχαία Ελλάδα.

Η διπλωματία ανθεί και κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, προσλαμβάνει, ωστόσο, ιδιαίτερη μορφή. Στην εποχή της Δημοκρατίας την εξωτερική πολιτική ασκεί η Σύγκλητος, ενώ οι διπλωματικοί απεσταλμένοι επιλέγονται από τις τάξεις των Συγκλητικών. Οι Συγκλητικοί επίσης, είναι εκείνοι που δέχονταν τους πρέσβεις ξένων χωρών, οι οποίοι δικαιούνταν ασυλία, τιμητική μεταχείριση και φιλοξενία από το Ρωμαϊκό Δημόσιο. Με την κατάλυση της Δημοκρατίας στα τέλη του 1ου π. Χ. αιώνα, όλες οι κρατικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, που επικοινωνούσε μέσω επιστολών με ηγεμόνες άλλων κρατών και μερικές φορές δεχόταν ο ίδιος τις ξένες διπλωματικές αποστολές. Εξωτερική πολιτική και διπλωματία ασκούσαν και οι διοικητές των ρωμαϊκών επαρχιών, άνθρωποι ώριμοι και διοικητικά έμπειροι, που συχνά δέχονταν πρέσβεις ξένων χωρών και είτε διευθετούσαν οι ίδιοι τα επίμαχα ζητήματα, είτε παρέπεμπαν την υπόθεση και τους διπλωματικούς απεσταλμένους στον αυτοκράτορα.

Γενικά, η διπλωματία της αρχαίας Ρώμης, στα αρχικά στάδια εξέλιξης της πόλης, όταν αυτή παρέμενε ευάλωτη στις επιθέσεις των αντιπάλων της, δεν διέφερε από εκείνη των άλλων κρατών. Με την ανάδειξή της στη μόνη υπερδύναμη του αρχαίου κόσμου (με μοναδική πιθανή εξαίρεση την αυτοκρατορία των Πάρθων, ανατολικά του Ευφράτη και στο σημερινό Ιράν) η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλέον σπάνια χρειαζόταν να υποχωρεί, να συμβιβάζεται, να επιδιώκει συμμαχίες και να περιορίζεται από συμμαχικές υποχρεώσεις, να συλλέγει συστηματικά πληροφορίες για τους αντιπάλους της ή να αναζητεί νέες διπλωματικές μεθόδους για την επίτευξη των στόχων της. Η διπλωματία της, στηριζόμενη στην τεράστια στρατιωτική ισχύ της, ήταν κυρίως το μέσο για την υποταγή του αντιπάλου, δίχως να είναι αναγκαία η ανώφελη καταστροφή του και η χρήση του πολυδάπανου ρωμαϊκού στρατού. Θετική συνεισφορά των Ρωμαίων στην εξέλιξη της διπλωματίας αποτελεί η εισαγωγή αρχών και εννοιών του προηγμένου ρωμαϊκού δικαιϊκού συστήματος, που συντέλεσαν στην ασφαλέστερη σύναψη και ερμηνεία των διεθνών συμφωνιών.[3]

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχε το πλεονέκτημα της απόλυτης στρατιωτικής ισχύος όπως η προκάτοχός της, Ρώμη. Πλήθος γειτονικών κρατών και φυλών επιβουλεύονταν την εδαφική της ακεραιότητα και προκειμένου να τους αντιμετωπίσει, το Βυζάντιο χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση και με μεγάλη αποτελεσματικότητα την τέχνη της διπλωματίας. Με διάφορους τρόπους καλλιεργήθηκαν φιλικές σχέσεις με τους γειτονικούς λαούς και επιδιώχθηκε η εξαγορά τους, ο προσηλυτισμός τους και η εκμετάλλευση των μεταξύ τους διαφορών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εκμετάλλευση του μεγαλείου και του πλούτου της αυτοκρατορίας για τον εντυπωσιασμό και προσεταιρισμό των ξένων πρέσβεων και ηγεμόνων. Μεγαλοπρεπείς τελετές, συστηματική επιτήρηση των ξένων επισκεπτών και κάθε είδους τεχνάσματα χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία εντυπώσεων οικονομικής, πολιτιστικής και στρατιωτικής ανωτερότητας, που βοηθούσαν στη διαμόρφωση θετικής στάσης απέναντι στην αυτοκρατορία. Ακόμη και οι γάμοι βυζαντινών πριγκιπισσών με ξένους ηγεμόνες χρησιμοποιούνταν για τον ίδιο σκοπό. Ιδιαίτερη σημασία δίνονταν, επίσης, στη συγκέντρωση πληροφοριών, κάτι που γινόταν με συστηματικό και κεντρικά συντονισμένο τρόπο. Οι διπλωματικές πρακτικές του Βυζαντίου επηρέασαν την εξέλιξη της ευρωπαϊκής διπλωματίας καθώς εισήχθησαν μέσω των Ενετών στο διπλωματικό σύστημα των Ιταλικών πόλεων και από εκεί, αργότερα, σε ολόκληρη την Ευρώπη.[4]

Αποστολή διπλωματικής αντιπροσωπείας από τον ηγεμόνα της Βουλγαρίας προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα, δεν υπήρχε ο θεσμός της μόνιμης διπλωματικής εκπροσώπησης. Οι πρέσβεις επισκέπτονταν μια ξένη χώρα, παρέμεναν εκεί όσο χρειαζόταν για την εκπλήρωση της αποστολής τους και κατόπιν αποχωρούσαν. Η μόνιμη εγκατάσταση διπλωματικών εκπροσώπων στη χώρα διαπίστευσής τους αποτελεί καινοτομία των ιταλικών πόλεων-κρατών, που άκμασαν κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Με αρχική αιτία τη συστηματική συγκέντρωση πληροφοριών, που ήταν απαραίτητες για την επιβίωση κρατών και καθεστώτων στο εξαιρετικά ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον της ιταλικής χερσονήσου, καθιερώθηκε σταδιακά η αποστολή και η αποδοχή διπλωματικών απεσταλμένων. Οι άνθρωποι αυτοί, συχνά αμφιβόλου ποιόντος και χαμηλής κοινωνικής προέλευσης, ήταν πιθανό να παρέμβουν στα εσωτερικά της χώρας υποδοχής με την ανάμειξή τους σε συνομωσίες, δολοφονίες ή τον χρηματισμό αξιωματούχων, γι’αυτό και δεν είχαν κατ’ανάγκη την εύνοια των ηγεμόνων στην αυλή των οποίων γίνονταν δεκτοί. Η χρησιμότητα, όμως, των μονίμων διπλωματικών αποστολών οδήγησε στην καθιέρωσή τους ως εργαλείο της διπλωματικής πρακτικής σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ το 1536, η Γαλλία απέστειλε και τον πρώτο μόνιμο διπλωματικό εκπρόσωπο εκτός Ευρώπης, στην αυλή του Τούρκου Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά ο ρόλος των μονίμων πρέσβεων έγινε ακόμη σημαντικότερος, καθώς η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας έκανε αναγκαία την συνεχή επικοινωνία μεταξύ των κρατών. Σταδιακά, επίσης, οι μόνιμες διπλωματικές αποστολές υποκατέστησαν τις διπλωματικές αποστολές ειδικού σκοπού, που χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων. Οι τελευταίες, μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα είχαν σχεδόν εκλείψει και χρησιμοποιούνταν μόνο για τη σύναψη συνθηκών ειρήνης.

Jean-Baptiste van Mour, Réception de l’Ambassadeur de France, le vicomte d’Andrezel, par le Sultan Ahmed III, le 17 octobre 1724, à Constantinople:le dîner offert par le Grand Vizir Ibrahim Pacha, 1724, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η μόνιμη διπλωματική εκπροσώπηση είχε επίσης επιπτώσεις στο καθεστώς των διπλωματικών ασυλιών, την εγγύηση δηλαδή της προσωπικής ασφάλειας των πρέσβεων και προστασία από οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη δίωξη. Με την εγκατάσταση μονίμων αντιπροσωπειών δημιουργήθηκε το ζήτημα του ποια από τα μέλη του προσωπικού τους απολάμβαναν ασυλία, αλλά και της προστασίας του απαραβίαστου του χώρου της πρεσβείας. Μέχρι και κατά τον 17ο αιώνα, το θέμα δεν είχε ρυθμιστεί ομοιόμορφα από τις διάφορες χώρες υποδοχής. Ώθηση για την επίλυση  του όλου προβλήματος έδωσε η αποδοχή λειτουργίας παρεκκλησίων στους χώρους των πρεσβειών, δόγματος διαφορετικού από εκείνου της φιλοξενούσας χώρας, σημαντικό βήμα για τη φορτισμένη από θρησκευτικές έριδες Ευρώπη του 17ου αιώνα.

Η παρουσία διπλωματικών αντιπροσώπων διαφόρων χωρών σε μια πρωτεύουσα, δημιούργησε επίσης το πρόβλημα του προβαδίσματος, της προτεραιότητας, δηλαδή, σε κοινές επίσημες εκδηλώσεις και στις επαφές τους με τον ηγεμόνα της χώρας διαπίστευσης. Πραγματικές μάχες διεξήχθησαν ανάμεσα στο προσωπικό αντιπάλων διπλωματικών αποστολών, με στόχο την προάσπιση αυτού του δικαιώματος. Η προτεραιότητα, επίσης, η οποία θεωρούνταν ένδειξη υπεροχής σε θέματα εθιμοτυπίας στις διασκέψεις και κατά την υπογραφή των συνθηκών, μπορούσε να υπονομεύσει την ομαλή διεξαγωγή της διπλωματίας. Τεχνάσματα, όπως στρόγγυλα τραπέζια όπου όλοι οι συγκαθήμενοι έχουν ίσης αξίας θέση και πολλαπλά κείμενα συνθηκών, με πρώτο το όνομα του κάθε συμμετέχοντος, που υπέγραφαν όλοι, χρησιμοποιούνταν για να αποφευχθούν οι προστριβές.[5] Ριζικά αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814-1815, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, όπου συμφωνήθηκε πως η προτεραιότητα σε θέματα εθιμοτυπίας θα εξαρτάται από την αρχαιότητα, τα χρόνια παραμονής, δηλαδή, του κάθε διπλωματικού απεσταλμένου σε μια συγκεκριμένη πρωτεύουσα. Τρία χρόνια αργότερα, στο Συνέδριο της Aix-la-Chappelle, αποφασίστηκε ότι η υπογραφή των συνθηκών θα γινόταν με αλφαβητική σειρά και με γνώμονα το γαλλικό αλφάβητο.

Το Ευρωπαϊκό διπλωματικό σύστημα που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα και εξακολουθεί να διέπει τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των κρατών, εδραιώθηκε ως Γαλλικό Σύστημα. Η Γαλλία, που μετά το πέρας του Τριακονταετούς Πολέμου (1618-1648) εξελίχτηκε στην ισχυρότερη ευρωπαϊκή χώρα, είχε ηγεμονικές φιλοδοξίες και ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα. Με στόχο τον κεντρικό συντονισμό και την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας, ο πρωθυπουργός της χώρας, Καρδινάλιος Richelieu, ίδρυσε το 1626 το πρώτο στον κόσμο υπουργείο Εξωτερικών. Στα επόμενα χρόνια, ο διπλωματικός μηχανισμός της Γαλλίας έγινε ο πλέον οργανωμένος και αποτελεσματικός της Ευρώπης. Οι Γάλλοι πρέσβεις ήταν καλά ενημερωμένοι και με λεπτομερείς οδηγίες για την αποστολή τους ενώ σταδιακά η Κεντρική Υπηρεσία απέκτησε οργανωτική και λειτουργική μορφή, που δεν θα ξένιζε ακόμα και τον σύγχρονο μελετητή. Δημιουργήθηκαν τμήματα με εξειδικευμένα αντικείμενα και προσλήφθηκαν ειδικοί, όπως νομικοί σύμβουλοι, για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Η γαλλική διπλωματική πρακτική αποτέλεσε πρότυπο για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε βαθμό που η Ρωσία το 1784 ζήτησε επίσημα πληροφορίες από τη Γαλλία για την οργάνωση του δικού της υπουργείου Eξωτερικών.

Μεγάλη ήταν επίσης η επιρροή του γαλλικού πολιτισμού στους αριστοκρατικούς κύκλους, την άρχουσα δηλαδή τάξη της Ευρώπης, από την οποία και κατά κανόνα προέρχονταν οι διπλωμάτες της εποχής. Η γαλλική γλώσσα, η γαλλική λογοτεχνία, τα ήθη, ο τρόπος διαβίωσης αποτελούσαν αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης από το σύνολο της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Αναπόφευκτα και για τη διεξαγωγή της διπλωματίας, η γαλλική πολιτιστική επιρροή υπήρξε καθοριστική. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, τα γαλλικά υποκατέστησαν τα λατινικά ως επίσημη γλώσσα της διπλωματίας και διατήρησαν αυτή την κυρίαρχη θέση τους μέχρι τη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, που αναγνώριζε ως αυθεντική και ισότιμη με τη γαλλική και την αντίστοιχη αγγλική. Η κυριαρχία των γαλλικών στην προφορική διπλωματική επικοινωνία συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.

Το γαλλικό σύστημα διπλωματίας παρουσιάζεται και αναλύεται με υποδειγματικό τρόπο στο έργο του Γάλλου διπλωμάτη της εποχής του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄, François de Callières, De la manière de gocier avec les souverains (1716). Ο Callières προσδιορίζει τους στόχους και περιγράφει τις μεθόδους της επιτυχημένης διαπραγμάτευσης, θεωρεί την εντιμότητα και την αξιοπιστία ως θεμέλιο της διπλωματικής συναλλαγής, επισημαίνει τις αρετές του επιτυχημένου διπλωμάτη και τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης επαγγελματιών διπλωματών, σε αντιδιαστολή με την ευκαιριακή ανάθεση διπλωματικών καθηκόντων σε μη ειδικούς. Οι αναλύσεις και οι απόψεις του διατηρούν και στις μέρες μας την εγκυρότητα και αυθεντία τους, εφόσον ο πυρήνας της διπλωματικής δραστηριότητας εξακολουθεί να παραμένει, ουσιαστικά, ο ίδιος.[6]

François de Callières (1645 – 1717).

Κατά τον 19ο αιώνα, το διεθνές πολιτικό σύστημα, που παραμένει κατ’εξοχήν ευρωκεντρικό, αποκτά μεγαλύτερη συνοχή και συντονισμό δράσης, με αποτέλεσμα την ευρυθμότερη λειτουργία του και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διεθνών ζητημάτων. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στο θεσμό της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας ή Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, που θεσπίζεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο Συνέδριο της Βιέννης. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής διπλωματίας, οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Γαλλία θα συμφωνήσουν να συναντώνται οι εκπρόσωποι τους σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, μόνο έπειτα από τον τερματισμό κάποιου πολέμου, με στόχο την από κοινού αντιμετώπιση καταστάσεων, ικανών να διαταράξουν την ισορροπία ισχύος και την ειρήνη στην Ευρώπη. Παρά το ότι ο θεσμός δεν εξελίχθηκε όπως είχε σχεδιαστεί – η προσωπική συμμετοχή ηγεμόνων και υπουργών Εξωτερικών σύντομα ατόνησε – αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν επανειλημμένα στα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας και συνέπεσαν σε κοινά αποδεκτές λύσεις σε πλείστα όσα ζητήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στις διεθνείς σχέσεις και στα εσωτερικά προβλήματα μικρότερων και ασθενέστερων κρατών, στον κίνδυνο για το ευρωπαϊκό status quo από τις εθνικιστικές επαναστάσεις και τη νομή των αποικιών. Η επιτυχία του θεσμού γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας του από το 1815 έως το 1914, δεν υπήρξε γενικευμένος ευρωπαϊκός πόλεμος ενώ το εδαφικό καθεστώς που προέκυψε από το Συνέδριο της Βιέννης παρέμεινε αμετάβλητο στις θεμελιώδεις του συνιστώσες. Ενισχύθηκε, επίσης, και η πολυμερής διπλωματία, εξέλιξη βέβαια, που υπαγορεύτηκε και από την αυξανόμενη συνθετότητα των διεθνών ζητημάτων.

Κατά τον 19ο αιώνα διευρύνεται και η γεωγραφική εμβέλεια της διπλωματικής δραστηριότητας. Από το 1835, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπροσωπείται συστηματικά στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το 1860, η Κίνα, η οποία απέφευγε τις επαφές με άλλους λαούς, αναγκάζεται να δεχτεί τις πρώτες ξένες μόνιμες αντιπροσωπείες και σε σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα, να αποστείλει στο εξωτερικό και δικές της. Οι ξένες, όμως, αντιπροσωπείες επεμβαίνουν στα εσωτερικά της εξασθενημένης κινεζικής αυτοκρατορίας για να προασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντα των χωρών αποστολής τους. Έως το γύρισμα του αιώνα, η Κίνα χάνει, στην ουσία, την ανεξαρτησία της.

Διαπιστευτήρια Κινέζου αυτοκρατορικού απεσταλμένου στη Βρετανική Αυλή.

Αντίθετα, η Ιαπωνία, που επίσης εξαναγκάζεται να δημιουργήσει σχέσεις με τη Δύση, υιοθετεί τους δυτικούς πολιτικούς θεσμούς, τη διοικητική οργάνωση και τεχνολογία, εκσυγχρονίζεται και διατηρεί την ανεξαρτησία της. Με την θεαματική επικράτησή της επί της Ρωσίας στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο το 1904-1905, αναγνωρίζεται και ως Μεγάλη Δύναμη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, παρ’όλη την αλματώδη οικονομική τους ανάπτυξη και το τεράστιο δυναμικό τους, παραμένουν επιφυλακτικές ως προς τη συμμετοχή τους στα διεθνή προβλήματα. Η γεωγραφική τους απομόνωση και η ασφάλεια, που η τελευταία τους παρέχει, καθώς και κάποια αντιπάθεια για τις ιδέες και τις πρακτικές του παλαιού κόσμου, διατηρούν τις Ηνωμένες Πολιτείες στο περιθώριο των διπλωματικών εξελίξεων έως το τέλος του  19ου αιώνα. Περιορισμένη σημασία δίνεται, επίσης, στη διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας. Πολλές φορές αυτή  ανατίθεται σε ακατάλληλους, μη επαγγελματίες διπλωμάτες, με τις κατάλληλες, όμως, πολιτικές διασυνδέσεις.

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις του 19ου αιώνα επηρεάζουν και τη διεξαγωγή της διπλωματίας. Κομβική εξέλιξη αποτελεί η εφεύρεση και η διάδοση του τηλέγραφου. Ακόμη και στις αρχές του αιώνα, η επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών παρέμενε εξαιρετικά δυσχερής. Για παράδειγμα, το χειμώνα ένα ταξίδι από το Λονδίνο στην Αγία Πετρούπολη μπορούσε να διαρκέσει έναν μήνα. Πολύ πιο χρονοβόρα ήταν η επικοινωνία με τις απομακρυσμένες, εκτός Ευρώπης, περιοχές. Ο τηλέγραφος μεταλλάσσει ριζικά την κατάσταση. Από το 1853 υπήρχε τηλεγραφική σύνδεση μεταξύ Λονδίνου, Παρισιού και Βερολίνου, ενώ το 1866 επιτεύχθηκε η υπερπόντια σύνδεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο εξής, η Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών μπορούσε να λάβει πληροφορίες και να αποστείλει εντολές στις διπλωματικές της αποστολές με μεγάλη συχνότητα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εφικτό για οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού παραγωγής και διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής και αναβαθμίστηκε ο ρόλος της Κεντρικής Υπηρεσίας εις βάρος των κατά τόπους πρεσβειών, των οποίων η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών περιορίστηκε σημαντικά.

Ιαπωνική διπλωματική αποστολή στο Λονδίνο το 1872. Στο κέντρο διακρίνεται ο πρεσβευτής Iwakura Tomomi.

Η διπλωματία καλείται να ανταποκριθεί στα νέα πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα του 19ου αιώνα με νέους θεσμούς και πρακτικές. Η μεγάλη έκταση των ενόπλων συρράξεων, το αυξημένο μέγεθος των εθνικών στρατών, η μεταξύ τους συνεργασία και οι συνεχείς τεχνολογικές εξελίξεις δημιούργησαν αυξημένες ανάγκες ενημέρωσης για τις στρατιωτικές δυνατότητες της κάθε χώρας, αλλά και περισσότερο εξειδικευμένης επικοινωνίας μεταξύ τους. Από το 1851, με πρωτοπόρο τη Γαλλία, αρχίζει η συστηματική τοποθέτηση στρατιωτικών ακολούθων στις διάφορες πρεσβείες ανά τον κόσμο. Οι στρατιωτικοί ακόλουθοι της Ρωσίας και της Πρωσίας είχαν ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας τους και κινούνταν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη διπλωματική αποστολή. Η αύξηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών οδήγησε στη δημιουργία ειδικών διευθύνσεων στο βρετανικό και το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών και το 1880, στην τοποθέτηση του πρώτου εμπορικού ακολούθου από τη Βρετανία στο Παρίσι, με αποστολή την προώθηση του βρετανικού εμπορίου σε ολόκληρη την Ευρώπη. Γενικά, όμως, τα εμπορικά θέματα θεωρούνταν ανιαρά και κατωτέρου επιπέδου από τους διπλωμάτες, ενώ περιορισμένο ήταν και το ενδιαφέρον των Κεντρικών Υπηρεσιών. Η προώθηση των εμπορικών συμφερόντων των διαφόρων κρατών ήταν κυρίως υπόθεση των προξένων, υπαλλήλων που ανήκαν σε ξεχωριστό, κατωτέρου επιπέδου, διπλωματικό κλάδο, και ήταν εγκατεστημένοι σε πόλεις με ιδιαίτερο εμπορικό ενδιαφέρον για τις χώρες που εκπροσωπούσαν.

Η μεγάλη διάδοση της υποχρεωτικής στοιχειώδους εκπαίδευσης στην Ευρώπη κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά και η εξέλιξη της τεχνολογίας, που επέτρεψε τη μαζική παραγωγή φθηνών εικονογραφημένων εντύπων, προσέφερε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να επηρεάζουν δια του τύπου την κοινή γνώμη σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σταδιακά, οι Κεντρικές Υπηρεσίες των υπουργείων Εξωτερικών απέκτησαν γραφεία τύπου, τα οποία διοχέτευαν επιλεγμένες πληροφορίες σε εκπροσώπους του ξένου τύπου. Αξιωματούχοι του υπουργείου παραχωρούσαν  προσεκτικά προετοιμασμένες συνεντεύξεις σε ξένους ανταποκριτές, ενώ ορισμένες φορές καταβαλόταν και προσπάθεια εξαγοράς ξένων εφημερίδων, με στόχο την καλλιέργεια ευνοϊκού κλίματος στον τόπο έκδοσής τους. Οι απόψεις της κοινής γνώμης στο εξωτερικό, όπως αυτές φαινόταν να εκφράζονται ή να διαμορφώνονται δια του τύπου, παρακολουθούνταν από ειδικές υπηρεσίες των υπουργείων Εξωτερικών, οι οποίες μετέφραζαν και ανέλυαν άρθρα του ξένου τύπου. Την ίδια εποχή, κάνει την εμφάνισή της και μια πρώιμη μορφή πολιτιστικής διπλωματίας. Ταπεινωμένη από την ήττα, την οποία υπέστη στον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο το 1870-1871, η Γαλλία προσπαθεί να ενισχύσει το διεθνές της κύρος προβάλλοντας τα πολιτιστικά της επιτεύγματα και συγκεκριμένα τη γλώσσα της, που θεωρούνταν το κατεξοχήν διακριτικό γνώρισμα ενός έθνους. Επιδιώκεται, με τον τρόπο αυτό, η διάδοση της γαλλικής γλώσσας και μέσω αυτής μια φιλογαλλική διεθνής στάση με την ίδρυση σχολείων, δίχως, όμως, την άμεση εμπλοκή του γαλλικού κράτους. Δημιουργείται η Alliance-Française και ενισχύεται το διεθνές εκπαιδευτικό έργο της γαλλικής Καθολικής Εκκλησίας, παρά την έντονη αντιπαράθεση κράτους και εκκλησίας στο εσωτερικό της χώρας. Το 1911, το υπουργείο Εξωτερικών αποκτά  ειδικό γραφείο για το συντονισμό αυτής της προσπάθειας, που αποτελεί, ωστόσο, δευτερεύουσα  προτεραιότητα για τους ιθύνοντες.

Ανταποκρινόμενα στις ανάγκες της εποχής, τα διάφορα υπουργεία Εξωτερικών διευρύνουν τον κύκλο εργασιών τους, αυξάνουν το προσωπικό τους και αναδιοργανώνονται. Και μόνη η συνεχής ροή πλήθους τηλεγραφημάτων από τις κατά τόπους διπλωματικές αποστολές, που πρέπει να μελετηθούν και να ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αυξάνει εντυπωσιακά τον φόρτο εργασίας των υπαλλήλων του υπουργείου. Η Κεντρική Υπηρεσία αποκτά μορφή σύγχρονης διοικητικής μονάδας και ενισχύεται ο συντονιστικός και κατευθυντικός της ρόλος. Αργή όμως, είναι η προσαρμογή της διπλωματίας στα νέα κοινωνικά δεδομένα. Στη διπλωματική υπηρεσία κυριαρχούν οι ευγενείς και οι γόνοι των οικογενειών της ανώτερης αστικής τάξης, ενώ ο διορισμός τους εξακολουθεί να υπόκειται σε διαφόρων μορφών πολιτικές παρεμβάσεις.

Επίσημες στολές Γάλλων διπλωματών των αρχών του 20ού αιώνα.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι μεγάλες πολιτικο-κοινωνικές αλλαγές, τις οποίες επέφερε, επηρέασαν καθοριστικά τη διπλωματική δραστηριότητα. Η μυστικότητα των διπλωματικών συναλλαγών και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων θεωρήθηκε ως αιτία της επιδείνωσης των διεθνών σχέσεων, που οδήγησε στην ολέθρια σύρραξη. Ο ρόλος των διπλωματών απαξιώθηκε και περιορίστηκε τόσο από τους δημοκρατικούς ηγέτες των νικητριών δυνάμεων, που ανέλαβαν προσωπικά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας, όσο και από το επαναστατικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Νέα κράτη δημιουργήθηκαν, ενώ αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός εκείνων, που διεκδικούσαν ενεργή συμμετοχή στο διεθνές στερέωμα. Ταυτόχρονα, οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις είτε έπαψαν να υφίστανται, είτε απώλεσαν την παντοδυναμία τους. Η δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών και η διάδοση της πολυμερούς διπλωματίας, κατέστησε τη διεθνή κοινωνία περισσότερο ανοικτή, συνεκτική και «δημοκρατική». Προβλήθηκε με επιτακτικό τρόπο και σε μεγάλο βαθμό ικανοποιήθηκε το αίτημα για έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής από την κοινή γνώμη και τα κοινοβούλια στις δημοκρατικά κυβερνώμενες χώρες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι διπλωμάτες υποκαταστάθηκαν στο έργο τους από ειδικούς και υπαλλήλους άλλων κρατικών υπηρεσιών. Το σύνολο αυτών και πολλών άλλων αλλαγών, δημιούργησε τη λεγόμενη «νέα διπλωματία», μια καινοτόμο θεωρητική και πρακτική προσέγγιση, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και να εξελίσσεται προς την ίδια κατεύθυνση μέχρι τις μέρες μας.[7] Ο πυρήνας, όμως, της διπλωματικής δραστηριότητας, που είναι η συνεχής επικοινωνία και διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών του διεθνούς συστήματος με βάση μια υπηρεσία εξειδικευμένων επαγγελματιών, παραμένει  στην ουσία του αναλλοίωτος.

 

The Art of Diplomacy

 

John Christen Johansen, Signing of the Treaty of Versailles, 1919, 1919, National Portrait Gallery, Smithsonian Institution.

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για μια πιο εκτεταμένη ανάλυση του θέματος βλ. Θ. Καρβουναράκης, Η Τέχνη της Διπλωματίας και οι Tεχνικοί της. Μια Iστορική Eπισκόπηση, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2013.Βλ. επίσης, Anderson, M. S. The Rise of Modern Diplomacy 1450-1919. Longman, London 1993, Hamilton, Keith; Langhorne, Richard, The Practice of Diplomacy. Routledge, London 2011, Nicolson Harold, The Evolution of Diplomacy, Collier Books, New York 1966.

[2] Για τη διπλωματία στην αρχαία Ελλάδα βλ. Adcock, Frank; Mosley D. J., Diplomacy in Ancient Greece. Thames and Hudson, London 1975.

[3]  Για τη διπλωματία στην αρχαία Ρώμη βλ. Campbell, Brian, “Diplomacy in the Roman World (c. 500 BC – AD 235).” Diplomacy and Statecraft, Vol. 12, No. 1 (March 2001), σς. 1-22.

[4]  Για τη Διπλωματία στο Βυζάντιο βλ. Toynbee, Arnold, Constantine Porphyrogenitus and his World, Oxford University Press, New York 1975 καθώς και Luttwak Edward, The Grand Strategy of the Byzantine Empire, Harvard University Press, Cambridge-Massachusetts  2009.

[5] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που είχε η κατάταξη των κρατών στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος της εποχής, αλλά και των συμβολισμών με τους οποίους θεωρούνταν ότι αυτή εκφράζονταν, μας δίνει ο Anderson, σελ. 62. Φθάνοντας στη Δανία το 1674 ο νέος Ρώσος πρέσβης, που τότε εκπροσωπούσε μια χώρα φτωχή και απόμακρη από τα ευρωπαϊκά πράγματα, ζήτησε να συναντήσει τον Βασιλιά της χώρας, που όμως ήταν στο κρεβάτι και πολύ άρρωστος για να τον δεχτεί. Ο Ρώσος πρέσβης απαίτησε να τοποθετηθεί ένα ακόμη κρεβάτι δίπλα σε αυτό του Βασιλιά από το οποίο και αυτός ξαπλωμένος, στο ίδιο επίπεδο δηλαδή και όχι όρθιος, θα συνομιλούσε με τον Δανό μονάρχη.

[6]  Για τον Callières και το γαλλικό σύστημα διπλωματίας βλ. Nicolson (ο.π. σημ. 1) σς.69-96. Βλ. επίσης: De Callières, François, On the Manner of Negotiating with Princes. Introduction by Charles Handy, Houghton Mifflin, New York 2000.

[7]  Οι συνθήκες γένεσης και τα χαρακτηριστικά της νέας διπλωματίας περιγράφονται από τους Ross, Graham, The Great Powers and the Decline of the European States System, 1914-1945, Longman, London 1983, σς. 14-18, και Craig, Gordon; George Alexander, Force and Statecraft, Oxford University Press, Oxford 1995, σς. 43-51.