Skip to main content

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.

 

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.

Γεώργιος Καλαφίκης: Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

Γεώργιος Καλαφίκης    

Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

 

Ι. Εισαγωγική θεώρηση

Σε προηγούμενη δημοσίευση μάς απασχόλησε το ζήτημα της χρονολόγησης καθώς και των γενικών αιτίων για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris από τον Βεγέτιο. Χάρη στην παράθεση ποικίλων επιχειρημάτων υποστηρίξαμε πως ο συγγραφέας έγραψε την πραγματεία μάλλον προς τα τέλη της βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), και πάντως πριν από την έλευση του 5ου αι. Αναφέραμε επίσης ως πιθανή αιτία για τη συγγραφή του βιβλίου γενικότερα τις βαρβαρικές εισβολές και τη διείσδυση βαρβάρων στην ενδοχώρα της αυτοκρατορίας, συγκεκριμένα όμως με αφορμή την απειλητική εμφάνιση και το ξέσπασμα του γοτθικού κινδύνου. Φαίνεται όμως ότι τέτοια σαφέστερα στοιχεία παραλείφθηκαν ή αφαιρέθηκαν (μαζί με τον αυτοκράτορα καθ’ υπόδειξη και εν ονόματι του οποίου ο Βεγέτιος συνέγραψε τη στρατιωτική του επιτομή) από επόμενο εκδότη και αναθεωρητή του αρχικού κειμένου –μάλλον από τον μυστηριώδη Φλάβιο Ευτρόπιο στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 450– ώστε το κείμενο να καταστεί πιο «διαχρονικό» και «διδακτικό». Πάντως, ούτε τότε άλλαξε ο πυρήνας των διαπιστώσεων του Βεγέτιου: (α) τα προβλήματα στη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας, (β) η υπερβολική και λανθασμένη εξάρτηση σε ξένους μισθοφόρους για την επάνδρωση του στρατού (και συνακόλουθα για την άμυνα του κράτους), γενικά δε (γ) οι εισβολές και η διείσδυση των βαρβάρων εντός της επικράτειας, δημιουργούσαν καινούργια δεδομένα, έθεταν επικίνδυνες προκλήσεις και διέπλαθαν νέες απειλές για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε επιτυχή σύνοψη των αιτίων και της στόχευσης προβαίνει ο Milner στην εισαγωγή της δικής του κριτικής μετάφρασης του πρωτότυπου κειμένου. Ο μεταφραστής θεωρεί τη «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης» του Βεγέτιου ως απόπειρα «συστηματικής θεραπείας» (systematized remedy) στρατιωτικών αστοχιών σε τομείς όπως: (α) στρατολογία και εκπαίδευση, (β) οργάνωση, τακτικές και στρατηγική, (γ) όπλα και εξοπλισμό1.

Τακτικές ιππικού και παραποτάμιων περιπολιών συνήθως παραλείπονται ως γνωστές, ήδη ανεπτυγμένες και εφαρμόσιμες, και συνεπώς ως ευκόλως εννοούμενες ενόψει της προόδου που είχε εντωμεταξύ επιτευχθεί. Δεν δίνεται επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα σε μεθόδους πολιορκίας εχθρικών πόλεων, αφενός διότι οι κύριοι εχθροί τους οποίους ο Βεγέτιος κατονομάζει (Γότθοι, Ούννοι και Αλανοί) δεν κατοικούσαν σε πόλεις, και αφετέρου γιατί οι πολεμικές επιχειρήσεις στρέφονταν πλέον εναντίον του εκτενούς δικτύου των ελληνορωμαϊκών πόλεων εντός της επικράτειας. Γι’ αυτό άλλωστε ο Βεγέτιος αφιέρωσε συνολικά είκοσι δύο (22) από τις τριάντα ενότητες (30) περί πολιορκητικής σε αμυντικά μέτρα, ενώ αντιθέτως μόλις οκτώ (8) σε επιθετικά2. Θα τολμούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας η αυτοκρατορία τελούσε πλέον συνεχώς σε «κατάσταση πολιορκίας»!

ΙΙ. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και η μάχη της Αδριανούπολης (378) ως αιτία και αφορμή αντίστοιχα για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris

Το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος του 4ου αι. μ.Χ. δεν ήταν το ίδιο «άτρωτο» όπως παλαιότερα, δηλαδή κατά τη ρεπουμπλικανική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Τότε απολάμβανε διαρκή μεγέθυνση της έκτασης και της ισχύος του, παρά ορισμένες σοβαρές κατά καιρούς αποτυχίες. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ασφαλώς εξέλθει με επιτυχία από τη μακροβιότερη κρίση της ιστορίας της, την περιβόητη «κρίση του 3ου αι. μ.Χ.», έχοντας όμως προηγουμένως υποστεί σε όλα τα μέτωπα απανωτά πλήγματα από πολλούς εχθρούς, τα οποία ενίοτε συνεχίστηκαν και τον 4ο αι.

Γερμανικά (λ.χ. Άγγλοι, Σάξονες) και κελτικά φύλα (λ.χ. Πικτοί, Σκώτοι) προσέβαλλαν κατά καιρούς τη Βρετανία. Διάφοροι λαοί –κυρίως γερμανικής (Φράγκοι, Αλαμανοί, Βουργουνδοί, Κουάδοι, Βάνδαλοι, Γότθοι κ.ά.), αλλά και ιρανικής (λ.χ. Σαρμάτες και Αλανοί) καταγωγής– επιτίθονταν κατά κύματα στις ευρωπαϊκές επαρχίες καθ’ όλο το μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Στη Μέση Ανατολή η Περσία προκαλούσε διαρκώς σε όλα τα επίπεδα –πολιτικό, διπλωματικό και βεβαίως στρατιωτικό– τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Η Περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών αποτελούσε το «αντίπαλο δέος» της ύστερης Ρωμαϊκής και μετέπειτα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν όντως μία εκ των δύο «υπερδυνάμεων» (superpowers) εκείνης της εποχής στην καθ’ ημάς οικουμένη, σχεδόν ισάξια και σίγουρα ισότιμη με τη Ρώμη (και το Βυζάντιο)3.

Εχθροί της Ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: Πέρσες Σασσανίδες, Γότθοι, διάφοροι άλλοι Βάρβαροι.

Παρ’ όλα αυτά, την εποχή του Βεγέτιου, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι., άλλο ήταν πλέον το μέγιστο και κυρίαρχο πρόβλημα. Πλήγματα μπορεί να είχε δεχτεί η αυτοκρατορία ως τότε αρκετά, ρήγματα ωστόσο ποτέ. Όταν γραφόταν η «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης», βάρβαροι, ιδίως Γότθοι και Αλανοί, είχαν ήδη διαρρήξει τα σύνορα και είχαν εγκατασταθεί μαζικά στην ενδοχώρα της Βαλκανικής. Προσπαθούσαν να αποφύγουν τον εφιάλτη των Ούννων, οι οποίοι τούς είχαν οριστικά εκδιώξει από τις πατρογονικές τους εστίες βορείως του Δούναβη λίγο νωρίτερα. Ακόμη χειρότερα, αυτοί οι ξένοι λαοί διεκδίκησαν με τη βία και πέτυχαν το δικαίωμα όχι μόνο στη διαβίωση αλλά και σε κάποιας μορφής αυτονομία εντός του πλαισίου της αυτοκρατορίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στον «γοτθικό» πόλεμο των ετών 376/7-382, σημείο καμπής του οποίου υπήρξε αναμφίβολα η συντριβή των ρωμαϊκών στρατευμάτων και ο θάνατος του αυτοκράτορα Βάλη στη μάχη της Αδριανούπολης τον Αύγουστο του 378.

Ως εκ τούτων, θεωρείται πιθανότερο πως ο Βεγέτιος έγραψε τη στρατιωτική του επιτομή με απώτερη αφορμή τη μάχη της Αδριανούπολης και με βαθύτερη αιτία τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης καταστροφής και γενικότερα εκείνου του «γοτθικού» πολέμου. Επιχείρησε, επομένως, να «αποσβέσει» τις στρατιωτικές συμφορές που έπληξαν εντωμεταξύ το κράτος. Υποστήριξε, λοιπόν, την απάλειψη της εξάρτησης από ξένους μισθοφόρους και την ευρεία αναδιοργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού, ώστε να καταστεί εκ νέου ικανός αμύντορας του κράτους και της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, η στρατιωτική ανασυγκρότηση όφειλε να στηριχθεί στα αρχαιότερα «κλασικά» ρωμαϊκά πρότυπα. Αυτά συμπεριελάμβαναν ποικίλες τακτικές και διάφορα στρατηγήματα που αναλύουμε σε δύο επόμενες δημοσιεύσεις.

Ως γνωστόν βεβαίως, αυτή η αποφασιστικής σημασίας ήττα απέβη καθοριστική για τις σχέσεις της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και του αρχαίου κόσμου εν γένει, με τους ξένους λαούς –κυρίως γερμανικής καταγωγής– που συνωθούνταν και διαβιούσαν γύρω από τα αχανή ευρωπαϊκά σύνορα του κράτους κατά μήκος και πέραν της μεθοριακής γραμμής που σχημάτιζαν οι δύο μεγάλοι ποταμοί Ρήνος και Δούναβης. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και ειδικά η μάχη της Αδριανούπολης (378) θεωρούνται ως απαρχή της «εποχής των Μεταναστεύσεων» (γερμ. Völkerwanderung). Κατά τη διάρκεια των επομένων δύο αιώνων πλήθη βαρβάρων εγκαταστάθηκαν σταδιακά και μαζικά στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, εξώθησαν σε τελεσίδικη διάλυση το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Στη θέση του δημιουργήθηκαν ποικίλα βαρβαρικά βασίλεια (regna barbarica) κατά τον 5ο και 6ο αι. Ήδη, η συνθήκη (foedus) με τους Γότθους το 382 αποτελούσε άσχημο οιωνό για το μέλλον, αφού προέβλεπε την παραχώρηση γης για την οριστική διαμονή των τελευταίων σε βαλκανικές επαρχίες. Οι Γότθοι διατήρησαν, ωστόσο, την ιδιαίτερη φυλετική τους οργάνωση· σε αντάλλαγμα υποσχέθηκαν την αυτοτελή ένταξη γοτθικών στρατιωτικών τμημάτων στις τάξεις του αυτοκρατορικού στρατού όποτε τους ζητούνταν υπό το καθεστώς των «υπόσπονδων» συμμάχων, ευρύτερα γνωστών με την προσωνυμία «φοιδεράτοι» (foederati). Αυτό το γεγονός οδήγησε μελλοντικά στον εξοπλισμό τους με έξοδα και πόρους του κράτους.

Βάρβαροι: Οι Γότθοι. Nτοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians – The Goths.

IIΙ. Η αριθμητική αποδυνάμωση του στρατού και προτάσεις για την αναπλήρωση των απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό

Πράγματι, το βιβλίο βρίθει κατά τη γνώμη μας από πάμπολλα σχόλια που μπορούν να αξιοποιηθούν ως δείκτες συγγραφής με ειδικότερη αφορμή τη συντριπτική ήττα στην Αδριανούπολη και γενικότερη αιτία τον αιματηρό «γοτθικό πόλεμο». Κατ’ αρχάς, μία σειρά προτροπών-προτάσεων που διατύπωσε ο Βεγέτιος στα αρχικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου αφενός υπονοούσαν αποψίλωση των μονάδων του αυτοκρατορικού στρατού (πεζικού και ιππικού), ενώ αφετέρου υποδείκνυαν γρήγορη και άμεση αναπλήρωση των απωλειών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Βεγέτιος (α) προέτρεψε εμμέσως τους ιθύνοντες να προτιμήσουν τη στρατολόγηση υπηκόων πολιτών της αυτοκρατορίας (άρα –συμπληρώνουμε– όχι ξένων και ειδικά Γερμανών, I.2). Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας πρότεινε (β) να εντάσσονται πλέον στις τάξεις του στρατού ακόμη και αστοί (I.3), έφηβοι και γενικά νεαρής ηλικίας άρρενες (I.4), καθώς και άνδρες χαμηλότερου αναστήματος (I.5). Εισηγήθηκε ουσιαστικά (γ) την επαναφορά και εφαρμογή της υποχρεωτικής στρατολογίας και της στράτευσης πολιτών που ανήκαν σε διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες οι οποίες ως τότε εξαιρούνταν (I.7). Κατά κανόνα, όλοι εκείνοι οι άνδρες είτε απέφευγαν τότε την κατάταξη, είτε αποκλείονταν πλέον από τον στρατό. Θεωρούνταν ασύμβατοι ή και ανίκανοι για στρατιωτική θητεία λόγω «ασθενούς κράσης» ή «ανεπαρκούς σωματικής διάπλασης». Ο Βεγέτιος έθεσε, λοιπόν, μία απολύτως λογική προϋπόθεση, ώστε αυτοί να ενσωματώνονται εκ νέου απρόσκοπτα στις τάξεις του στρατεύματος: (δ) κυρίαρχο κριτήριο για την επιλογή των στρατευσίμων όφειλε να είναι η ευρωστία και το σφρίγος, και όχι η διάπλαση ή το σωματικό μέγεθος των υποψηφίων (I.6).

Οι παραπάνω υποδείξεις λίγο απέχουν από το να θεωρηθούν ουσιαστικά ως πρόταση «γενικής κινητοποίησης και επιστράτευσης». Μάλιστα, μπορούν εύσχημα και εύστοχα να παραβληθούν με αντίστοιχη έμμεση εισήγηση του ιστορικού Αμμιανού Μαρκελλίνου με αφορμή το ξέσπασμα του γοτθικού πολέμου το 376/7 μ.Χ. Χωρίς να αποφεύγει το στερεότυπο της προϊούσας ηθικής παρακμής των συγχρόνων του σε σύγκριση με αρχαιότερες και ενδοξότερες εποχές, ο Αμμιανός ισχυρίστηκε εντούτοις ότι το Ρωμαϊκό κράτος είχε τότε ακόμη δυνατότητα επιτυχούς αντίστασης εναντίον των Γότθων και των άλλων βαρβάρων, εφόσον συγκέντρωνε ενωμένες όλες τις δυνάμεις (για την ακρίβεια, εφόσον συστρατεύονταν οι πολίτες όλων των τάξεων) εναντίον του εχθρού. Τέτοια επείγοντα μέτρα –όλα διόλου συμπτωματικά εναντίον γερμανικών λαών– σχολιάζει πως εφαρμόστηκαν παλαιότερα κατά τη διάρκεια των πολέμων του στρατηγού Μάριου εναντίον των Κίμβρων και των Τευτόνων (113-101 π.Χ.), του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου εναντίον των Μαρκομάνων (167-180 μ.Χ.), καθώς και των αυτοκρατόρων Κλαυδίου Γοτθικού και Αυρηλιανού εναντίον των Γότθων (268-271 μ.Χ.) (AmmMarcXXXI 5.10-17). Υπήρχε βεβαίως και το πρότυπο της έκτακτης επιστράτευσης και της τεράστιας κινητοποίησης που διενήργησαν οι Ρωμαίοι και οι Ιταλοί σύμμαχοί τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218-201 π.Χ.), αμέσως μετά από τη συντριβή τους στις Κάννες από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα το 216 π.Χ. (Πολύβιος Ιστ. 2.24). Είναι, πάντως, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαδιακή η διαπίστωση ότι περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή προς τα τέλη 4ου αι. μ.Χ., δύο από τους κορυφαίους τότε Λατίνους συγγραφείς κατέληξαν σε ανάλογα και αντίστοιχα συμπεράσματα σχετικά με την αντιμετώπιση και εξουδετέρωση ξένων εισβολέων.

Σε κάθε περίπτωση, η προτροπή του Βεγέτιου για συμπλήρωση του αριθμού των στρατευμένων ακόμη και με νεοσύλλεκτους κατώτερης στάθμης, υποδήλωνε με σαφήνεια τις τρομερές απώλειες που είχε εντωμεταξύ υποστεί ο στρατός τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι., ως απόρροια των μαζικών βαρβαρικών εισβολών και των αλλεπάλληλων εμφυλίων πολέμων που έπληξαν την αυτοκρατορία στο σύνολό της. Ο γοτθικός πόλεμος και ειδικά η συμφορά στην Αδριανούπολη είχαν ήδη προκαλέσει βαριές απώλειες στον στρατό κρούσης-εκστρατείας (comitatenses) της υστερορωμαϊκής Ανατολής, κυρίως στα στρατεύματα του Ιλλυρικού και της Θράκης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στην υστερορωμαϊκή Δύση, που διενεργήθηκαν από τον Θεοδόσιο Α΄ εναντίον των σφετεριστών Μάγνου Μάξιμου (383-388) και Ευγένιου (392-394), θεωρείται επίσης βέβαιο πως αποδυνάμωσαν τις τοπικές στρατιωτικές μονάδες. Ασφαλώς, το πρόβλημα επιτάθηκε λόγω των βαρβαρικών εισβολών στη στροφή του 4ου προς τον 5ο αι. Σημειώνουμε την πρώτη εισβολή των Γότθων του Αλάριχου το 401/2 και λίγο αργότερα της βαρβαρικής ορδής του Ραδαγάισου το 405/6 στην Ιταλία, τη συνδυασμένη εισβολή διαφόρων Γερμανών στη Γαλατία το 406/7, τη δεύτερη εισβολή του Αλάριχου στην Ιταλία το 408 κ.ο.κ.

Βάρβαροι επιτιθέμενοι

Επομένως, μόνο τυχαία δεν είναι μία υπόδειξη προς το τέλος του τρίτου βιβλίου, η οποία συνιστά προέκταση και έρχεται ως επιστέγασμα όλων των παραπάνω απόψεων και προτροπών στην αρχή του πρώτου βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος υποστήριξε ότι, παρ’ όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες και τις απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη, εφόσον σε πρώτη φάση το στράτευμα ανασυγκροτούνταν με όλο το διαθέσιμο και εναπομείναν προσωπικό, και ύστερα ανεφοδιαζόταν και εξοπλιζόταν κατάλληλα. Μετά από αυτά τα πρώτα και βασικά βήματα ήταν απαραίτητο να αναζητηθούν καινούργιοι στρατιώτες, ώστε να επανδρώσουν τις διάφορες μονάδες (legiones και auxilia). Έτσι, ο στρατός θα έβρισκε την ευκαιρία να ανακτήσει το ηθικό του και να αντεπιτεθεί στον εχθρό, χάρη στην ευρεία στρατολόγηση και στην ενίσχυσή του με όλους τους διαθέσιμους πόρους (III.25).

Κατά συνέπεια, η επιμονή του Βεγέτιου για τη διενέργεια εκτενούς στρατολόγησης (λατ. dilectus) συνιστά τόσο την αρχή του πρώτου όσο και το τέλος αντίστοιχα του τρίτου βιβλίου. Η τοποθέτηση του θέματος στην αρχή και στο τέλος της σχετικής με τον στρατό ξηράς διαπραγμάτευσης είναι προδήλως σκόπιμη. Για την ακρίβεια, αποτελεί κεφαλαιώδες δομικό στοιχείο των στρατιωτικών του προτάσεων, αφού τίθεται ως θεμέλιο και κορωνίδα της όλης στρατιωτικής ανασυγκρότησης. Με άλλα λόγια, η ικανή επάνδρωση των μονάδων μέσω της διενέργειας μεθοδικής στρατολογίας κρίνεται από τον συγγραφέα «ως το Α και το Ω» για τη σωστή οργάνωση ειδικά του στρατού ξηράς. Ο συγγραφέας ασχολήθηκε εκτενώς με το ζήτημα στα τρία πρώτα βιβλία της στρατιωτικής επιτομής του (στο τέταρτο και τελευταίο ασχολείται με ειδικότερα θέματα πολιορκητικής, αμυντικής και επιθετικής, καθώς και ναυτικής τέχνης).

Εντούτοις, επιστρέφοντας πάλι στο πρώτο βιβλίο, παρατηρούμε πως σε αμέσως επόμενα κεφάλαια ο Βεγέτιος προβαίνει σε πρόταση που κατ’ αρχήν φαίνεται να έρχεται σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, πρότεινε προσεκτική επιλογή νεοσυλλέκτων, γιατί –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει– λίγο παλαιότερα το κράτος έπαθε μεγάλα δεινά, αφότου παραμελήθηκε αυτή η διαδικασία (I.7-8). Σε αυτό το σημείο ο Βεγέτιος φαινομενικά αυτοαναιρείται ισχυριζόμενος αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα. Πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται η στράτευση ακόμη και κατώτερης ποιοτικά στάθμης ανδρών σε συνάρτηση με ενδελεχή επιλογή νεοσυλλέκτων; Πρόκειται για προτάσεις εκ πρώτης όψεως ασύμβατες και αλληλοαναιρούμενες. Κρίνω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον σκόπελο, εφόσον δεχτούμε πως η μεθοδική επιλογή στρατευσίμων αφορούσε κυρίως στον εξοβελισμό των ξένων από τις τάξεις του στρατεύματος από τότε και στο εξής. Εκείνοι ήταν λογικά οι υπαίτιοι για τη συσσώρευση τόσων δεινών, σύμφωνα τουλάχιστον με τη γνώμη του Βεγέτιου. Τα κενά στην επάνδρωση θα καλύπτονταν από τη θέσπιση ευρύτερων κριτηρίων για τη στράτευση υπηκόων πολιτών, ώστε δυνητικά να δημιουργηθεί μία καινούργια και πιο αξιόπιστη «δεξαμενή» στρατευσίμων.

    IV. Το πρόβλημα του «εκβαρβαρισμού» του στρατού και προτάσεις για την αντιμετώπισή του

Τα δεινά, τα οποία ο συγγραφέας ανέφερε παραπάνω, ήταν προφανώς οι βαρβαρικές εισβολές και η μαζική ενίσχυση ειδικά των αυτοκρατορικών στρατών κρούσης-εκστρατείας με ολόκληρα βαρβαρικά σώματα αποτελούμενα κυρίως από πολεμιστές γερμανικής καταγωγής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι βάρβαροι μαχητές παρέμεναν ουσιαστικά υπό την άμεση ηγεσία των ίδιων των φυλάρχων τους και τυπικά μόνον ετίθεντο υπό τη διοίκηση Ρωμαίων αξιωματικών. Αυτό το φαινόμενο άρχισε να μεγεθύνεται από τον γοτθικό πόλεμο (376/7-382) και έπειτα. Καθώς φαίνεται, ο Βεγέτιος έκρινε τον στρατό της εποχής του υπερβολικά «εκβαρβαρισμένο». Κατέγραψε, λοιπόν, τις εξής επικριτικές παρατηρήσεις:

Α) Ύστερα από τη βασιλεία του Γρατιανού (375-383), οι πεζικάριοι που θήτευαν στις τάξεις του πάλαι ποτέ ένδοξου ρωμαϊκού στρατού όδευαν στη μάχη μάλλον αθωράκιστοι. Αντιθέτως, οι ιππείς ήταν επαρκώς θωρακισμένοι στα πρότυπα των Γότθων, των Αλανών και των Ούννων αντιπάλων τους (I.20). Η ρητή μνεία σε Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς αποτελεί ένα επιπλέον δεδομένο, το οποίο μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι μάλλον ο Βεγέτιος έγραφε επηρεασμένος από την άκρως επιτυχημένη δράση του βαρβαρικού ιππικού ειδικά στη μάχη της Αδριανούπολης το 378 και τη συμβολή του στον γοτθικό θρίαμβο.

Β) Παρατηρούσε επίσης κατ’ αντιδιαστολή πως βάρβαροι και όχι πλέον Ρωμαίοι παρέτασσαν ενίοτε θυρεοφόρους πεζούς (scutati) εξοπλισμένους με υσσούς (λατ. pila, bebrae· γερμ. angones), δηλαδή βαριά ακόντια ρίψης (I.20).

Γ) Ισχυριζόταν, μάλιστα, ότι οι ειδικά οι Γότθοι αποδεκάτισαν επανειλημμένως με πυκνή και εύστοχη τοξοβολία τους αθωράκιστους άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού, επηρεασμένος καθώς φαίνεται από τις παρατεταμένες συγκρούσεις εναντίον τους. Αυτή η πληροφορία μπορεί παράλληλα να θεωρηθεί και ως δείκτης γραφής της πραγματείας έπειτα από τον σκληρό και ανηλεή «γοτθικό» πόλεμο εκείνων των ετών, ως αντίκτυπος αυτού (I.20).

Η Πολεμική Τεχνολογία των Γότθων. Deadly Barbarian Battle Tech: Documentary on the War Technology of the Goths (Full Documentary)

Δ) Επιπλέον, ο Βεγέτιος σχολίαζε πως ο στρατός της εποχής του είχε εγκαταλείψει την περιχαράκωση και οχύρωση των στρατοπέδων εκστρατείας. Αυτή η πρακτική αποτελεί βασικό παράγοντα διαφοροποίησης ενός τακτικού στρατού από άτακτες ορδές πολεμιστών. Η απουσία τέτοιας εξειδικευμένης αμυντικής πρόνοιας έκανε τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό ευάλωτο σε αιφνιδιαστικές εχθρικές προσβολές και επιθέσεις (I.21)4. Ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο τρίτο βιβλίο: οι Πέρσες οχύρωναν στρατόπεδα εκστρατείας με αμμόσακους, βαρβαρικά φύλα σχημάτιζαν προστατευτικούς κλοιούς από άμαξες (laager), ενώ αντιθέτως οι Ρωμαίοι είχαν πια απολέσει αυτή τη χρήσιμη τέχνη, που κάποτε συνιστούσε ειδοποιό διαφορά μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων (III.10).

Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Βεγέτιου ήταν πως πλέον οι βάρβαροι πολεμούσαν προσεκτικά και μεθοδικά παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις, ακριβώς όπως οι Ρωμαίοι παλαιότερα· αντιθέτως, οι Ρωμαίοι έτειναν να μάχονται απερίσκεπτα και ασύνετα χωρίς την αναγκαία προστασία, όπως άλλοτε οι βάρβαροι. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα επιχειρήματα, παρότι υπερβολικά ως έναν βαθμό, αποκαλύπτουν δύο σημαντικές εξελίξεις: Πρώτον, εκατέρωθεν της συνοριογραμμής (limes) «βάρβαροι» και «Ρωμαίοι» επηρέαζαν ενεργά αλλήλους στον τρόπο του μάχεσθαι μέσω των αδιάλειπτων συγκρούσεων. Αυτοί οι μαχητές ενίοτε ήταν οργανωμένοι σε παρεμφερείς στρατιωτικές δομές, διέθεταν παραπλήσιο εξοπλισμό, ενώ εφάρμοζαν κατά περίπτωση και παρόμοιες πολεμικές τακτικές. Έτσι, διαμορφωνόταν τελικά μία «κοινότητα πολεμιστών» που διέσχιζε την Ευρώπη και απλωνόταν έως τη Μέση Ανατολή.

Βεβαίως, οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν ορισμένα σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Αυτά εδράζονταν κυρίως σε δύο παράγοντες: αφενός (α) παρέτασσαν μόνιμα τακτικά στρατεύματα, ενώ αφετέρου (β) η στρατιωτική τους οργάνωση παρέμενε επαρκώς δομημένη, διότι στηριζόταν σε σταθερές διαχρονικά βάσεις: κατάταξη, εκπαίδευση, πειθαρχία, επαγγελματισμός, «πνεύμα μονάδος» (esprit de corps), ιεραρχία και διοίκηση, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη, ιατρική φροντίδα, παροχή εξοπλισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βεγέτιο όλα αυτά τα προτερήματα τελούσαν ήδη σε ύφεση, η υπεροχή έναντι των βαρβάρων είχε υπονομευθεί, ενώ η ρωμαϊκή υπεροπλία είχε γενικά τρωθεί. Γιατί όμως;

Επειδή, δεύτερον, η υιοθέτηση «ρωμαϊκών» πρακτικών από βαρβάρους και αντιστοίχως «βαρβαρικών» από Ρωμαίους υποδήλωνε ένα δεδομένο ελάττωμα εξαιρετικά επίφοβο για την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού και τελικά δυνητικά ολέθριο για τη συνοχή του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους: τη μαζική στελέχωση του άλλοτε υπερήφανου και πανίσχυρου τακτικού αυτοκρατορικού στρατού από αλλοδαπούς οπλίτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς, και από άτακτους φυλετικούς μαχητές γερμανικής ως επί το πλείστον καταγωγής, με παράλληλη αντίστοιχη ελάττωση του αριθμού, της σημασίας και της επιρροής των γηγενών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Milner θεωρεί τελικά ως «χαμένη υπόθεση» τις νουθεσίες του Βεγέτιου, διότι κατά τη διάρκεια του 5ου αι. οι στρατιές «πρώτης γραμμής» τόσο του ανατολικού όσο ιδιαιτέρως του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους έτειναν πλέον να σχηματίζονται: (α) από «φοιδεράτους» (foederati) βαρβάρους –θεωρητικά υπόσπονδους, αλλά ουσιαστικά αυτόνομους και πρακτικά ανεξέλεγκτους– μαζικά στρατολογημένους en bloc, δηλαδή εν σώματι, στον στρατό, (β) από «βουκελάριους» (bucellarii) στρατιώτες, κυρίως ιππείς που υπάγονταν «προσωπικά» σε Ρωμαίους στρατηγούς ή βαρβάρους πολέμαρχους και υπηρετούσαν αποκλειστικά υπό την ηγεσία τους, οφείλοντας υπακοή πρωτίστως σε εκείνους και όχι στο κράτος, και (γ) σε μικρότερο βαθμό από άλλους «υποταγμένους» (dediticii) βαρβάρους, παραδομένους στη διάκριση των υστερορωμαϊκών αρχών5.

Βουκελάριοι ιππείς

Σε αυστηρά στρατιωτικό πλαίσιο, η αθρόα συμμετοχή βαρβάρων και η ανεξέλεγκτη συσσώρευση ολόκληρων βαρβαρικών πολεμικών σωμάτων στις τάξεις του ύστερου ρωμαϊκού στρατού ασφαλώς αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του, υποβάθμιζε την πειθαρχία και έφθειρε τη μαχητική του αξία. Οι ξένοι μετέφεραν σε έναν πανάρχαιο και τακτικό στρατιωτικό μηχανισμό οργανωμένο με «επιστημονικό» τρόπο τη νοοτροπία ατάκτων πολεμιστών, όπως τη συνήθεια να μάχονται αθωράκιστοι, με άναρχο και απροσχεδίαστο τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και προστασίας. Σε τελική ανάλυση, η διαρκώς αυξανόμενη προσέλευση ξένων νεοσυλλέκτων και η εντεινόμενη επάνδρωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού από αλλοδαπούς μισθοφόρους υπέσκαπτε την ισορροπία και τη σταθερότητά του ως πολεμικής μηχανής. Παράλληλα, υπονόμευε την αποτελεσματικότητά του ως κατεξοχήν στηρίγματος της αυτοκρατορικής εξουσίας. Το διακύβευμα ήταν όντως κολοσσιαίο και τρομακτικό.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Βεγέτιος είχε συμβουλέψει την επαναφορά της νύξης κατά τη χρήση του ξίφους με παράλληλη εγκατάλειψη της κόψης που εφάρμοζαν οι βάρβαροι (I.12). Τούτη η παραίνεση αποτελούσε έμμεση προτροπή αποφυγής «βαρβαρικών» πολεμικών μεθόδων. Σε μεταγενέστερο κεφάλαιο συνέστησε μάλιστα την επιστροφή στα δόγματα των αρχαίων προγόνων, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «συμφέρει οικονομικά να εκπαιδεύεις ημεδαπούς πολίτες στην (αρχαία) πολεμική τέχνη, παρά να εξαγοράζεις τις στρατιωτικές υπηρεσίες ξένων βαρβάρων μισθοφόρων (αμφίβολης νομιμοφροσύνης και ευμετάβλητης αφοσίωσης, συμπληρώνουμε)» (I.28). Τις απόψεις αυτές επανέλαβε και στο δεύτερο βιβλίο. Εκεί, πρότεινε πάλι τη στρατολόγηση αυτοχθόνων νεοσυλλέκτων και την επιστροφή στα παλαιά στρατιωτικά δόγματα ως διέξοδο από την κρίση (II.18). Τέλος, στην αρχή του τρίτου βιβλίου ανακεφαλαίωσε τα συμπεράσματά του ως εξής: δεν είναι σωστό να υπηρετούν στις ρωμαϊκές στρατιές περισσότεροι ξένοι σύμμαχοι συγκριτικά με γηγενείς πολίτες (III.1).

Επομένως, πλην της εισδοχής και κατάταξης ημεδαπών ως βασικό μέτρο αριθμητικής ενίσχυσης των στρατευμάτων, ο Βεγέτιος υπέδειξε –έστω και εμμέσως– την αποπομπή και τον αποκλεισμό αλλοδαπών από τις τάξεις του, ώστε να επέλθει αφενός διαφοροποίηση και αφετέρου εξισορρόπηση στις «πηγές ή δεξαμενές» στελέχωσης του στρατού. Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι προτάσεις και διάφορες μέθοδοι αντιμετώπισης του φαινομένου του «εκβαρβαρισμού» συνέτειναν σε μία καίρια διαπίστωση που είχε νωρίτερα επισημανθεί από τον συγγραφέα: η σύνθεση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων όφειλε να κυμαίνεται στην παλαιότερη, ασφαλέστερη, και επιτυχέστερη αναλογία μεταξύ «πολιτών» και «συμμάχων», δηλαδή αδρομερώς μεταξύ λεγεωνάριων (legiones, legionarii) και συμμάχων (auxilia, auxiliares). Σύμφωνα με εκείνη, οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι από τους δεύτερους (ΙΙI.2-3).

V. Προτάσεις για τη λήψη αμυντικών μέτρων με αντικειμενικό σκοπό την αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας

Αμέσως μετά, ο Βεγέτιος ανέλυσε σειρά αμυντικών στρατιωτικών μέτρων που αφορούσαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της κράτους (III.3). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως: (1) κύρια μέριμνα οφείλει να είναι η απρόσκοπτη διασφάλιση της επιμελητείας μέσω της παροχής όλων των απαραίτητων εφοδίων στα φίλια στρατεύματα, η αντίστοιχη στέρησή τους από τον εχθρό και η καταστροφή του αντιπάλου μέσω λιμοκτονίας. (2) Η συγκέντρωση εφοδίων πρέπει να γίνεται συντονισμένα στις επαρχίες πριν από την έναρξη κάθε εκστρατευτικής περιόδου. (3) Ιδιαίτερη πρόνοια επιβάλλεται να επιδεικνύουν αμυνόμενοι πολιορκημένοι ώστε να συγκεντρώνουν όλα τα χρειώδη σε ασφαλή και οχυρά σημεία. (4) Οι άμαχοι ενδείκνυται να αποσύρονται σε οχυρωμένες απρόσιτες τοποθεσίες πριν από την έλευση επιδρομέων ή εισβολέων. (5) Οι οχυρώσεις απαιτείται να βρίσκονται σε καλή κατάσταση, οι πολεμικές μηχανές να συντηρούνται επαρκώς και οι στρατιώτες να είναι ετοιμοπόλεμοι. (6) Βασικές προμήθειες –όπως νερό, τρόφιμα και σιτηρέσιο, ζωοτροφές και ξυλεία– οφείλουν απαραιτήτως να χορηγούνται αδιάκοπα στα στρατεύματα σε φάση πολεμικών επιχειρήσεων. Η λελογισμένη διανομή των εφοδίων γίνεται από τις (ενίοτε οχυρωμένες) σιταποθήκες (horrea) με χρηστή επίβλεψη. (7) Τα οχυρά και οι πόλεις αρκεί να φρουρούνται από στρατιώτες κατώτερης ποιότητας, εξοπλισμένους όμως με πλειάδα ποικίλων εκηβόλων όπλων, ώστε να προβάλουν επιτυχή άμυνα. Τότε, οι καλά προετοιμασμένοι πολιορκημένοι έχουν τη δυνατότητα να εξουδετερώσουν τον εχθρό είτε μέσω λιμού, εάν διατηρεί συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του, είτε μέσω αιφνιδιαστικών αντεπιθέσεων, εάν οι πολιορκητές έχουν διασκορπιστεί στην ευρύτερη περιοχή. (8) Τέλος, ο Βεγέτιος εφιστούσε ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν προσπάθειες εξαπάτησης των αμυνομένων από τους επιτιθέμενους με πρόσχημα τη διενέργεια διαπραγματεύσεων ή τη σύναψη ανακωχής. Αυτή η τελευταία συμβουλή ίσως απηχούσε το τέχνασμα που εφάρμοσαν οι Γότθοι πριν από την έναρξη της μάχης της Αδριανούπολης. Τότε, είχαν απευθύνει έκκληση για δήθεν διαβουλεύσεις και συνεννόηση με τη ρωμαϊκή ηγεσία, στις οποίες οι Ρωμαίοι ενέδωσαν αφρόνως. Στην πραγματικότητα οι Γότθοι ηγέτες είχαν εσκεμμένα επιδιώξει να καθυστερήσουν την εκδήλωση της σύρραξης, μέχρις ότου συγκληθούν και συγκεντρωθούν όλες οι διασκορπισμένες τους δυνάμεις και ειδικά οι ιππείς, ώστε να αντιμετωπίσουν με σύντονο και μαζικό τρόπο τη μάζα του αυτοκρατορικού στρατού που πλησίαζε επικίνδυνα και απειλητικά.

Ύστεροι Ρωμαίοι αμυνόμενοι

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπάνω συστάσεις αποκάλυπταν την ύπαρξη και πολεμική δραστηριοποίηση εντός της επικράτειας αλλότριων εθνών, τα οποία μέχρι πρότινος έδρευαν έξω και μακριά από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επομένως, ξένοι λαοί –με προεξάρχοντες ασφαλώς τους Γότθους– είχαν ήδη διασπάσει τον limes (τις συνοριακές γραμμές), και κινούμενοι κατά το δοκούν είχαν εγκατασταθεί σε επαρχίες του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους, τις οποίες κατόπιν λυμαίνονταν προς όφελός τους. Κατ’ αναλογία λοιπόν, οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν μεταφερθεί πλέον intra muros, δηλαδή «εντός των τειχών». Άρα, επιβαλλόταν τροποποίηση των πολεμικών μεθόδων και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, (α) η λογιστική υποστήριξη (επιμελητεία) των στρατευμάτων με παράλληλη στήριξη και προστασία των αμάχων, δηλαδή εντέλει της πληθυσμιακής βάσης της αυτοκρατορίας, καθώς και (β) η ενδελεχής συντήρηση του οπλισμού και των οχυρώσεων, προέβαλλαν ως οι δύο κύριοι αμυντικοί πυλώνες επί των οποίων όφειλε να στηριχθεί από τότε και στο εξής η πολεμική προσπάθεια. Πάντως, σε τελική ανάλυση ο Βεγέτιος θεωρούσε τη βαρβαρική διείσδυση μάλλον διαχειρίσιμη, εφόσον το κράτος έπαιρνε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα. Με άλλα λόγια, δεν έκρινε ως αδύνατη και ατελέσφορη την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης απειλής. Συνεπώς, η διάχυση και η διασπορά των βαρβάρων δεν είχαν ακόμη πάρει τη μορφή ανεξέλεγκτης και ασταμάτητης «χιονοστιβάδας», όπως συνέβη ειδικά από τη δεύτερη δεκαετία του 5ου αι. και έπειτα στην υστερορωμαϊκή Δύση.

Χάρτες

Η εγκατάσταση βαρβάρων σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν ήταν βεβαίως ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον συνηθισμένο περιστατικό. Πρωτοφανείς και δυσμενείς ήταν, ωστόσο, οι συγκεκριμένοι όροι της «ένοπλης» εγκατάστασης των Γότθων σύμφωνα με το foedus του 382. Η συμφωνία προέβλεπε τη διατήρηση της αυτονομίας τους, συμπεριλαμβανομένου de facto του δικαιώματος στην αυτοάμυνα. Για πρώτη φορά στη ρωμαϊκή ιστορία, εχθροί εγκαθίστανται σε εδάφη της αυτοκρατορίας κατόπιν ένοπλης σύρραξης, όχι όμως διότι πρώτα νικήθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή παραδόθηκαν εντός ή εκτός των συνόρων, αλλά επειδή το κράτος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί μαζί τους και να υποκύψει στις απαιτήσεις τους, αποδεχόμενο έτσι σιωπηρώς την αδυναμία του να τους υποτάξει. Στο μεταξύ είχε αποτύχει παταγωδώς να περιορίσει και να εξουδετερώσει τη μεγάλη εξέγερση που εκδηλώθηκε προηγουμένως εντός της επικράτειάς του.

Γότθοι πρόσφυγες

VI. Πιθανές αντανακλάσεις συγκεκριμένων συγκρούσεων του στρατού με βαρβάρους στο κείμενο της Epitoma rei militaris

Τρεις επιπρόσθετες αναφορές στο τρίτο βιβλίο υποκρύπτουν, πιθανότατα, σχέση με τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, καθώς και με τα επακόλουθα αυτής. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια της προσέγγισης με τον εχθρό πρέπει να λαμβάνονται στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης. Επιμένει ιδιαίτερα στην προσεκτική σχεδίαση και χάραξη της πορείας από το επιτελείο του στρατηγού διαμέσου (α) της χρήσης χαρτών και οδοιπορικών (itineraria) και (β) της αξιοποίησης τοπικών οδηγών. Έτσι, επιτυγχάνεται αφενός (i) ορθή αξιολόγηση και επαλήθευση των σχετικών γεωμορφολογικών πληροφοριών μέσω διασταύρωσης από διάφορες πηγές και αφετέρου (ii) επιμελής αναγνώριση της περιοχής την οποία το στράτευμα διασχίζει ή επί της οποίας αναπτύσσεται. Παράλληλα συμβουλεύει τη διατήρηση πλήρους συσκότισης για τις προθέσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, ώστε χάρη στη μυστικότητα να μην διαρρέουν πληροφορίες στον εχθρό (III.6). Ο αυτοκράτορας Βάλης είχε εμπλέξει απρογραμμάτιστα και τμηματικά, με ολέθρια ως γνωστόν αποτελέσματα, το σύνολο των στρατιωτικών του δυνάμεων στη μάχη της Αδριανούπολης, χωρίς να προηγηθεί ούτε ενδελεχής κατόπτευση του πεδίου μάχης, ούτε πλήρης αναγνώριση της διάταξης του αντιπάλου στρατού. Το αποτέλεσμα ήταν οι φίλιες δυνάμεις να αιφνιδιαστούν τόσο από το πλήθος όσο και από τις ενέδρες των εχθρών. Η πλημμελής ενημέρωση της στρατιωτικής διοίκησης για την τακτική κατάσταση, καθώς και η άτακτη εμπλοκή των διαφόρων στρατιωτικών τμημάτων οδήγησαν τελικά τους μεν Ρωμαίους σε πανωλεθρία, τους δε Γότθους στον θρίαμβο.

Ο Βεγέτιος προέτρεψε, επίσης, να αποφεύγονται οι κοπιώδεις πορείες αμέσως πριν από τη διενέργεια μάχης, επειδή προφανώς ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε εξάντληση τους στρατιώτες προτού έρθουν σε επαφή και συμπλακούν με τον εχθρό (III.11). Η ομοιότητα τέτοιας άστοχης και επικίνδυνης ενέργειας με τα γεγονότα ακριβώς προτού ξεσπάσει η σύγκρουση στην Αδριανούπολη κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν· μάλλον δημιουργούσε εύλογο και άμεσο συνειρμό, αποτελώντας εμμέσως παράδειγμα προς αποφυγή.

Τέλος, ο συγγραφέας υποστήριξε πως εχθρός ανέτοιμος, διεσπαρμένος προς άγραν εφοδίων, εξαντλημένος λόγω κοπιώδους πορείας ή απλώς παντελώς ανυποψίαστος μπορεί να υποστεί αιφνιδιαστικές επιθέσεις εξαιτίας συνολικής τακτικής μειονεξίας (III.22). Κατ’ επέκταση, αυτές ακριβώς τις αδυναμίες οφείλουν να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Η συνάφεια των παραπάνω διαπιστώσεων με τα σοβαρά τακτικά λάθη και σφάλματα που διέπραξε ο στρατός εκστρατείας του Βάλη αμέσως πριν από την εκδήλωση της κρίσιμης μάχης στην Αδριανούπολη καθίσταται εκ νέου πρόδηλη. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Βεγέτιος –όπως άλλωστε και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος– είχε πρόσβαση και αναπαρήγαγε στο κείμενό του επίσημες κρατικές εκθέσεις και αναφορές. Σε εκείνες αναλύονταν οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν τον στρατό στη βαριά αυτή ήττα που ολοκληρώθηκε με τον θάνατο ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα στο πεδίο της μάχης, ένα όντως εξαιρετικά σπάνιο και ατυχές περιστατικό.

Το ξέσπασμα του «γοτθικού πολέμου» το 376/7 και η μάχη της Αδριανούπολης το 378. Δραματοποιημένη ψηφιακή αναπαράσταση. Total War History: Battle of Adrianople (Parts 1-4)

Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος δεν τόνισε μόνο στρατιωτικές αποτυχίες και αδυναμίες ώστε με αφορμή και αιτία αυτές να συγγράψει την πραγματεία του. Προέβη σε μία διαπίστωση, που κατά τα φαινόμενα στηρίζεται σε μεγάλη στρατιωτική επιτυχία λίγο προγενέστερη της συγγραφής του κειμένου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος ολοκλήρωσε το βιβλίο κάπως απότομα σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «σχετικά με τα ελαφρά πλοία (naves lusoriae) που προφυλάσσουν τα φυλάκια του Δούναβη με τις καθημερινές τους περιπολίες, θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί σιγή, επειδή η πρόσφατη συχνή τους χρήση αποκάλυψε περισσότερα για τις δυνατότητες τους απ’ ό,τι είχαν επιδείξει τα παλαιά δόγματα» (IV.46). Άραγε, ποια τότε «πρόσφατη και συχνή» χρήση τόσο αποκαλυπτική για τις δυνατότητες των παραδουνάβιων πολεμικών σκαφών περιπολίας υπονοείται σε αυτήν την αναφορά του Βεγέτιου;

Πιθανότατα υποκρύπτεται νίκη του στρατηγού (magister militum) Προμώτου (Promotus) εναντίον κλάδου των Οστρογότθων στη Θράκη το έτος 386. Στη «Νέα Ιστορία» του Ζώσιμου (5ος/6ος αι.) αναλύονται τα αμυντικά μέτρα που έλαβε ο στρατηγός προκειμένου να εμποδίσει τη διάβαση του Δούναβη από Οστρογότθους. Μεταξύ άλλων τεχνασμάτων, ο Ζώσιμος ανέφερε ότι ο Πρόμωτος παρέταξε δεκάδες πλοία ακριβώς στο σημείο το οποίο επιχείρησαν να διασχίσουν οι Οστρογότθοι, χωρίς οι τελευταίοι να αντιληφθούν το στρατήγημα· έτσι, αφενός κατόρθωσε να αιφνιδιάσει πλήρως και να κατατροπώσει τους αποσβολωμένους εισβολείς, ενώ αφετέρου απέτρεψε ακόμη μία βαρβαρική εισβολή στα εδάφη της αυτοκρατορίας.

Η πανωλεθρία των Οστρογότθων στον θρακικό τομέα του Δούναβη το 386 μέσω πολεμικών σκαφών αποτέλεσε αναμφίβολα μεγάλο επίτευγμα. Εκτός από τον Ζώσιμο, μνημονεύθηκε από τον ποιητή Κλαύδιο Κλαυδιανό σε πανηγυρικό του έτους 398. Διασώζεται, επίσης, στο χρονικό του Υδάτιου και στα υπατικά κατάστιχα Consularia Constantinopolitana (5ος αι.)6. Μάλιστα, η μαχητική αξία των παραποτάμιων στολίσκων ήταν τέτοια, ώστε νομοθετική ρύθμιση του έτους 412 μεριμνούσε για τη συντήρηση και ανανέωση των εν λόγω πλοίων, επισείοντας ακόμη και χρηματικά πρόστιμα για τους στρατιωτικούς διοικητές (magistri militum) της Θράκης που τυχόν αμελούσαν τα σχετικά καθήκοντα7.

Naves lusoriae και scaphae exploratoriae

VII. Επίλογος

Στο τέλος του τρίτου βιβλίου –αμέσως μετά από την παράθεση τριάντα τριών (33) ευσύνοπτων και χρηστικών στρατιωτικών γνωμικών (regulae bellorum generales, δηλ. γενικοί κανόνες πολέμου)– ο Βεγέτιος ισχυρίστηκε ότι ο μη κατονομαζόμενος Ρωμαίος ηγεμόνας συνδύαζε αθροιστικά τις αρετές αρκετών αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Έτσι, οι Πέρσες θαύμαζαν τις αρετές του αυτοκράτορα στην τοξοβολία, οι Ούννοι και οι Αλανοί προσπαθούσαν μάταια να μιμηθούν τις δεξιότητές του στην ιππική τέχνη, ενώ οι Άραβες ήταν κατώτεροι από αυτόν στην κυνηγετική τέχνη (III.26).

Μέσω της παραπάνω φράσης ο συγγραφέας υπέδειξε τον στρατό ως άμεση προέκταση του εκάστοτε αυτοκράτορα. Υπ’ αυτήν την έννοια –σύμφωνα πάντα με τον Βεγέτιο– ο πλήρως συγκροτημένος και σωστά οργανωμένος ρωμαϊκός στρατός συνιστούσε το κατεξοχήν όργανο προβολής ισχύος και επιβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας, εφόσον όμως –συμπληρώνουμε– αυτός βρισκόταν υπό τον στιβαρό έλεγχο ικανών αυτοκρατόρων με την επικουρία γηγενών στρατηγών, και υπηρετούσε τη σταθερότητα του κράτους. Έτσι, η αυτοκρατορική εξουσία θα ήταν αδύνατον να αποτελέσει εφαλτήριο για την εκπλήρωση προσωπικών σκοπιμοτήτων και να μετατραπεί σε έρμαιο για τις φιλοδοξίες κάθε λογής αλλοδαπών στρατηγών (και βασιλέων), κυρίως γερμανικής καταγωγής (λ.χ. του Αρβογάστη, του Αλάριχου, του Γαϊνά, του Άσπαρος, του Ριχομέρη, του Οδόακρου, του Θεοδώριχου, κ.ά.). Ως γνωστόν άλλωστε, Γερμανοί φύλαρχοι, πολέμαρχοι και ηγεμόνες αρχικά υποκατέστησαν και τελικά αντικατέστησαν τον αυτοκρατορικό θεσμό ειδικά στο δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, δημιουργώντας στη θέση του τα γνωστά γερμανικά βασίλεια του πρώιμου μεσαίωνα.

Η εδαφική διακύμανση του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους (510 π.Χ. – 1453 μ.Χ.) 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος (ΠΕ 02) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Για τις επικρίσεις και τα παράπονα του Βεγέτιου όσον αφορά την άσχημη κατάσταση του στρατού βλ. Milner 1991: 146-147, 177-181. – Του ιδίου 32001: xvi.

2. Veg. IV.1-30. Αμυντικές μέθοδοι πολιορκημένων: κεφάλαια 1-12, 18-20, 22-27, 29. Επιθετικές μέθοδοι πολιορκητών: κεφάλαια 13-17, 21, 28, 30.

3. Πρβ. Elton 1996: 20-30.

4. Ο Milner (1991: 72-73) θεωρεί και αυτήν την παρατήρηση ως ενδεικτική συγγραφής με γνώμονα τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, διότι ο Βάλης δεν είχε προνοήσει για την κατασκευή στρατοπέδου εκστρατείας προτού εμπλακεί στη μοιραία σύγκρουση.

5. Milner 32001: xliii. Μάλιστα, στη σ. xlii υποστηρίζει πως ο Βεγέτιος πρότεινε τη μεταρρύθμιση και τον «αποβαρβαρισμό» ειδικά του επίλεκτου σώματος των comitatenses, που απάρτιζαν τα κατεξοχήν εκστρατευτικά στρατεύματα κρούσης του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

6. Ζώσιμος 4.38-39. Επίσης Cl. Claudianus De IV Cons. Honorii 619-637. – Hydatius Chronicon 13a (386). – Consul. Constantinopol. a. 386.

7. CTh. VII.17 «De lusoriis Danuvii». Μάλιστα, ο Βεγέτιος (IV.37) αναφέρει την ύπαρξη και δράση άλλων παρόμοιων «ανιχνευτικών σκαφών» (scaphae exploratoriae), τα οποία ήταν βαμμένα με θαλασσί χρώμα. Όντως, πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία, διότι αποκαλύπτει την εφαρμογή μεθόδων παραλλαγής (camouflage, δηλ. κάλυψης-απόκρυψης) από τους στολίσκους και τα πληρώματά τους στην ομιχλώδη Βόρεια Θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, [Loeb] London–Cambridge MA 1935-1939

Chronicle of Hydatius and Consularia Constantinopolitana: Two Contemporary Accounts of the Final Years of the Roman Empire, ed. R.W. Burgess, [Oxford Classical Monographs] Oxford 1993

Claudian, with an English translation by M. Platnauer in two volumes, volume I: Panegyric on the Fourth Consulship of the Emperor Honorius (A.D. 398), [Loeb] London–New York 1922, σ. 286-335

Polybius, The Histories, with an English translation by W.R. Paton in six volumes, volume I (Books I-II), [Loeb] London–New York 1922

Theodosiani Libri XVI cum Constitutionibus Sirmondianis, vol. I, ed. Th. Mommsen, Berlin 1905

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Ζώσιμος, Νέα Ιστορία. 306-410 μ.Χ., μτφ. Γ. Αβραμίδης – Θ. Καλαϊτζάκης, [Οι Τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί 9] Θεσσαλονίκη 2007

Β. Μελέτες

Bento Tavares, W.J. & Marques Gonçalves, Ana Teresa 2015. «Formation of a roman soldier in the fourth century a.D. and the foundation of a Military Paideia: rethinking the Vegetius Epitoma rei militaris», Acta Scientiarum 371: 15-26

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Coulston, J.C.N. 1990. «Later Roman Armour, 3rd–6th centuries A.D.», Journal of Roman Military Equipment Studies 1: 139-160

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Ferrill, A. 1991. Roman Imperial Grand Strategy, [Publications of the Association of Ancient Historians 3] Lanham MD–New York–London

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Halsall, G. 2007. Barbarian Migrations and the Roman West, 376-568, [Cambridge Medieval Textbooks] Cambridge–New York

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36

Lenski, N. 1997. «Initium mali Romano imperio: Contemporary Reactions to the Battle of Adrianople», Transactions of the American Philological Association 127: 129-168

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Mathisen, R.W. 2019. «The End of the Western Roman Empire in the Fifth Century CE: Barbarian Auxiliaries, Independent Military Contractors, and Civil Wars», στο The Fifth Century: Age of Transformation. Proceedings of the 12th Biennial Shifting Frontiers in Late Antiquity Conference, eds. J.W. Drijvers – N. Lenski et al., [Munera. Studi storici sulla Tarda Antichità 46] Bari, σ. 137-156

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Rostovtzeff, M. 1984. Ρωμαϊκή Ιστορία, μτφ. Ι. Τουλουμάκος, Αθήνα 1984

Σαμαράς, Χ.Β. 2010. Η Αμυντική Ναυτική Πολιτική των Βυζαντινών στα Ποτάμια και Θαλάσσια Σύνορα κατά την Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδο. Διδακτορική διατριβή. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Σαραντίδης, Ι. 2015. Η είσοδος των ξένων στο στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου (324-565) και οι επιπτώσεις στη βυζαντινή πολιτεία (κράτος, πολιτικό γίγνεσθαι, εικόνα του άλλου). Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Sarantis, A. 2013a. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Sarantis, A. 2013b. «Tactics: A Bibliographic Essay», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 177-207

Southern, Pat & Dixon, Karen R. 1996. The Late Roman Army, New Haven–London

Τσερεβελάκης, Γ.Τ. 22019. Η Ρώμη & οι Γερμανοί. Οι μεγάλες συγκρούσεις, Αθήνα

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Σοφία Λαΐου: Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 Σοφία  Λαΐου

Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 

                                                                Στα καπελειά βάζουν φωτιές,  στα σπίτια ρίχνουν μπαλλοτιές

                                                                             και όσον ημπορούσι και δύνονται βαρούσι…

                                                                         Ώχου, ταλαίπωροι Γραικοί, όσοι βρεθήκατε εκεί,

                                                                          σ’ εκείνη την μεγάλην  κακήν ανεμοζάλην! 

 

Οι παραπάνω στίχοι ανώνυμου λαϊκού ποιητή διεκτραγωδούν το ρεμπελιό, ή αλλιώς εξέγερση, των γενιτσάρων στην Σμύρνη το 1797, ένα γεγονός που προστέθηκε σε μια σειρά βίαιων συγκρούσεων που μάστιζαν την πόλη ήδη από το 17ο αιώνα. Ωστόσο, η έκταση των επεισοδίων και ο αριθμός των θυμάτων των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν τέτοιος, που το ρεμπελιό χαρακτηρίσθηκε ως η σημαντικότερη καταστροφή που υπέστη η Σμύρνη τον 18ο αιώνα, ενώ ο θρήνος και η οργή των απλών κατοίκων αποτυπώθηκαν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο σε λαϊκά στιχουργήματα της εποχής. Όπως θα φανεί παρακάτω, το ρεμπελιό συνέβη σε μια εποχή έντονων πολιτικών και οικονομικο-κοινωνικών διεργασιών στην οθωμανική αυτοκρατορία, που σημαδεύονταν από μια προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας και επιβολής του κρατικού ελέγχου σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες κινούνταν εκτός της παραδοσιακής οθωμανικής «τάξης» (nizam). Τέλος, το θέατρο των συγκρούσεων ήταν μια πόλη με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και κοινωνικές διαφοροποιήσεις που με τη σειρά τους γέννησαν οξείες διακοινοτικές συγκρούσεις.

Οι δυτικές και οθωμανικές πηγές σε γενικές γραμμές συγκλίνουν στην εξιστόρηση των γεγονότων, ρίχνοντας, ωστόσο, το κέντρο βάρους σε διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης. Το Μάρτιο του 1797 και κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα Ραμαζάν, κατέφθασε στην Σμύρνη ένας θίασος Αυστριακών ακροβατών για μια σειρά παραστάσεων. Η απαίτηση του βοεβόδα της πόλης Buldanlı Osman Efendi προς τον Αυστριακό πρόξενο να ακυρωθούν οι παραστάσεις, καθώς υπήρχε κατά τη γνώμη του η πιθανότητα να προκληθούν ζημίες και γενικευμένη αταξία, δεν λήφθηκε υπόψη. Άλλωστε το θέαμα αναμενόταν να προσελκύσει μεγάλο αριθμό – όπως και έγινε – από τους  Ευρωπαίους και άλλους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, ενώ φαίνεται ότι το ενδιαφέρον συμμερίστηκαν και μερικοί μουσουλμάνοι. Η παράσταση θα δινόταν σε υπαίθριο χώρο έξω από την πλουσιότερη συνοικία της πόλης και κέντρο του εμπορίου, τον Φραγκομαχαλά. Η είσοδος επιτρεπόταν μόνο μετά την πληρωμή του σχετικού αντιτίμου και για το σκοπό αυτό ο Βενετός πρόξενος εγκατέστησε έναν γενίτσαρο γιασακτσή (φρουρό) της ακολουθίας του. Ωστόσο, μια ομάδα ναυτών, Βενετών υπηκόων  από την Ζάκυνθο, μαζί με επίσης Βενετούς Κροάτες και Σκλαβούνους (κατοίκους των Δαλματικών ακτών) προσπάθησαν να εισέλθουν χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του γενιτσάρου που απέτρεψε την είσοδό τους. Οι συγκεκριμένοι ναύτες επέστρεψαν στον τόπο του θεάματος, αυτή τη φορά με όπλα, και κάποιος από αυτούς σκότωσε τον γενίτσαρο.

Η δολοφονία ξεσήκωσε το λόχο του συγκεκριμένου στρατιωτικού, του οποίου οι σύντροφοι, κατά μία μαρτυρία, περιέφεραν εξαγριωμένοι τα ματωμένα ρούχα του, απαιτώντας την παράδοση του δολοφόνου. Η  αντίδρασή τους ήταν νομικά η αναμενόμενη. Επρόκειτο για διένεξη μεταξύ ξένων και οθωμανών υπηκόων για αδίκημα κατά της ζωής, γεγονός που επέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης στο οθωμανικό ιεροδικείο και αφετέρου εξανάγκαζε- πάλι σύμφωνα με το οθωμανικό ποινικό δίκαιο- τους έχοντες νόμιμο συμφέρον και σχέση με το θύμα (δηλαδή τους συντρόφους του γενιτσάρου) να αναζητήσουν οι ίδιοι το θύτη, τυπικά-αλλά χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο στην προκειμένη περίπτωση- για να τον προσαγάγουν στο ιεροδικείο. Έτσι, απευθύνθηκαν, χωρίς αποτέλεσμα, στο Βενετικό και στη συνέχεια στο Ρωσικό Προξενείο, καθώς τους είχε δοθεί η πληροφορία ότι ο δολοφόνος είχε καταφύγει σε ένα από τα ρωσικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης.

Η πιθανότητα γενικευμένου ξεσηκωμού των γενιτσάρων στην πραγματικότητα αδρανοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Σε συμβούλιο των οθωμανών αξιωματούχων, που έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, ο οθωμανός δικαστής (καδής) και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, προφανώς μετά από σχετική προειδοποίηση των ίδιων των γενιτσάρων, έκαναν λόγο για επικείμενη εξέγερση των τελευταίων και ανέφεραν την απειλή για πυρπόληση της Φράγκικης συνοικίας σε περίπτωση που δεν παραδινόταν ο δολοφόνος. Ζήτησαν δε την άμεση ενημέρωση των προξένων και χαρακτηριστικά ανέφεραν ότι «σε κάθε περίπτωση εμείς νίπτουμε τας χείρας μας». Στη συνέχεια ο καδής παρέδωσε στους γενιτσάρους ιεροδικαστικό έγγραφο σχετικά με τη σύλληψη του ενόχου. Η φυγή, ωστόσο, του Βενετού προξένου Λουκά Χορτάτζη δεν βοήθησε στην εκτόνωση της κατάστασης, και όταν ζητήθηκε από τους Ευρωπαίους ομολόγούς του εκ μέρους των οθωμανικών αρχών να παραδώσουν τον ένοχο, ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτό απουσίαζε.

N. Knop, View of Smyrna. 1779, Amsterdam, Rijksmuseum.

Την  επόμενη μέρα κάποιοι από τους συντρόφους του δολοφονημένου γενίτσαρου κατέφυγαν στο «Χιώτικο Χάνι», όπου ήταν γνωστό ότι διέμεναν Βενετσιάνοι  Ζακυνθηνοί, Σκλαβούνοι και Κροάτες, προκειμένου να ζητήσουν την παράδοση του δράστη. Σε οθωμανικό έγγραφο αναφέρεται ότι ο αριθμός των Σκλαβούνων στο χάνι έφθανε τους 1.000, ενώ των γενιτσάρων σε 1.000-1.500. Η άρνηση παράδοσης του δολοφόνου και η ανταλλαγή πυροβολισμών με αποτέλεσμα τη δολοφονία γενιτσάρων έδωσε έναυσμα για μία από τις μεγαλύτερες σφαγές στην πόλη της Σμύρνης το 18ο αιώνα. Μαζί με τους εξεγερμένους γενίτσαρους ενώθηκαν ναύτες του οθωμανικού στόλου αλλά και οπλισμένοι μουσουλμάνοι της πόλης, συμπεριλαμβανομένων  ανέργων και άλλων φτωχών, οι οποίοι μετείχαν στην εξέγερση με το σύνθημα «οι Σκλαβούνοι επιτίθενται εναντίον των μουσουλμάνων». Η κατάσταση γρήγορα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι γενίτσαροι σκότωναν όποιον Έλληνα έβρισκαν μπροστά τους και πυρπολούσαν κτήρια στον Φραγκομαχαλά. Η ισοπέδωση της συνοικίας ήταν σχεδόν ολοκληρωτική, καθώς οι γενίτσαροι εμπόδιζαν οποιαδήποτε επιχείρηση κατάσβεσης των πυρκαγιών, όπως αυτή που προσπάθησαν να οργανώσουν Γάλλοι υπήκοοι. Ο Φραγκομαχαλάς ήταν πλέον έρμαιο της εκδικητικής μανίας των εξεγερμένων καθώς και της φοράς του ανέμου. Η τελευταία ήταν που μετέφερε τη φωτιά στην Αρμενική συνοικία με αποτέλεσμα και αυτή να υποστεί ζημίες.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα των σφαγών και των εμπρησμών προστέθηκαν οι λεηλασίες των σπιτιών, καταστημάτων και των αποθηκών των πλούσιων Ευρωπαίων εμπόρων αλλά και των απλών μη μουσουλμάνων κατοίκων. Φαίνεται ότι, εκτός από τους μουσουλμάνους -στρατιωτικούς και μη,  σημαντικό μερίδιο στις λεηλασίες είχαν οι  Βενετοί ναύτες, ενώ σύμφωνα με έγγραφο της οθωμανικής διοίκησης οι τελευταίοι ευθύνονταν για το θάνατο 30-40 κατοίκων. Για το ίδιο θέμα ο Γάλλος πρόξενος σε αναφορά που έστειλε στον πρέσβη του στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας σώζεται η μετάφραση στα οθωμανικά, κατηγορεί μαζί με τους μουσουλμάνους κακοποιούς και τους «Κροάτες», ενώ σε αντίστοιχη αναφορά του Ρώσου προξένου γίνεται λόγος για «Σκλαβούνους και Ζακυνθηνούς»∙ ο τελευταίος προσθέτει: «Φταίνε οι Βενετσιάνοι. Αυτοί εξαγρίωσαν τους μουσουλμάνους. Εάν δεν εκδιωχθούν όλοι οι Βενετσιάνοι, οι Ευρωπαίοι έμποροι και οι κάτοικοι δεν θα μπορούν να είναι ασφαλείς». Ο Ρώσος πρόξενος βέβαια είχε σοβαρούς λόγους για να είναι οργισμένος με τον Βενετό ομόλογό του, καθώς η φήμη που κυκλοφόρησε εντέχνως από τον τελευταίο ότι ο δολοφόνος του γενίτσαρου ήταν Ρώσος υπήκοος οδήγησε τον όχλο να επιτεθεί στην οικία του, ενώ ο ίδιος την τελευταία στιγμή κατόρθωσε να διαφύγει σε ισπανικό πλοίο. Η διατύπωση, ωστόσο, της κατηγορίας εναντίον των Βενετσιάνων φαίνεται ότι δεν εδραζόταν μόνο στην προσωπική οργή του Ρώσου προξένου. Σύμφωνα με οθωμανική πηγή ο διερμηνέας του Βενετού προξένου «Zahriye» (Ζαχαρίας;) υποστήριξε στον μουμπασίρη (ειδικό απεσταλμένο της Υψηλής Πύλης) Derviş Abdullah Ağa ότι υπεύθυνοι για τις λεηλασίες ήταν οι Βενετοί ναύτες, οι οποίοι μετέφεραν τα κλοπιμαία στις γύρω ακτές και σε γειτονικά νησιά, και ότι οι ίδιοι είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το «Γεγονός της Σμύρνης». Εντύπωση, πάντως, προκαλεί η απουσία οποιασδήποτε μνείας από τον διερμηνέα στο ρόλο των γενιτσάρων, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προσπάθεια της οθωμανικής κυβέρνησης να μοιραστεί η ευθύνη  για τη σφαγή και τις λεηλασίες.

Ενώ είναι γνωστό ότι οι γενίτσαροι εκτελούσαν όποιον Έλληνα συναντούσαν στον Φραγκομαχαλά, 0 προσδιορισμός του αριθμού των θυμάτων εξαρχής παρουσίαζε δυσκολίες. Σε αναφορά της οθωμανικής διοίκησης σημειώνεται ότι πολλοί εξ αυτών από φόβο δεν εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί, ενώ ο αριθμός τους ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί. Ωστόσο, ο Γάλλος Μ. Tricon, αυτόπτης μάρτυρας του μακελειού, μιλά για «μερικές εκατοντάδες» νεκρούς μεταξύ των «ραγιάδων». Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 60 μαθητές που κάηκαν όταν έπιασε φωτιά το σχολείο τους. Από την άλλη, ο Γάλλος πρόξενος στην Σμύρνη κάνει λόγο για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ σε αναφορά ανωνύμου σχετικά με τα γεγονότα ο αριθμός ανέρχεται στους 1.265 νεκρούς. Βρετανικές πηγές κάνουν λόγο για 1.500 θύματα. Σε μία από τις ανταποκρίσεις που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των αδελφών Πουλίων στην Βιέννη τον Απρίλιο του 1797 γίνεται λόγος για 3.000 θύματα, αριθμός υπερβολικά μεγάλος που ούτως ή άλλως αναιρείται σε επόμενες ανταποκρίσεις της ίδιας εφημερίδας. Ας σημειωθεί ότι πέρα από τους νεκρούς, υπήρξαν πολλά γυναικόπαιδα που αιχμαλωτίσθηκαν και τα οποία οι συγγενείς εξαγόρασαν έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Παρόλα αυτά ήταν αρκετοί οι χριστιανοί που σώθηκαν χάρις στις προσπάθειες μουσουλμάνων της πόλης, όπως ο ιμάμης «Nathir-Zabeth», ο οποίος σύμφωνα με τον αρθρογράφο της εφημερίδας Spectateur Oriental του Μαΐου του 1821, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να συγκρατήσει την οργή των γενιτσάρων. Από την άλλη πλευρά, οι ανθρώπινες απώλειες μεταξύ των Ευρωπαίων υπηκόων, εάν υπήρξαν, ήταν ελάχιστες, καθώς η γειτνίαση των σπιτιών και των προξενείων με τη θάλασσα κατέστησε δυνατή τη διάσωσή τους από τα αγκυροβολημένα πλοία.

Hippolyte Berteaux, Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1789-1807) έφιππος, Κωνσταντινούπολη, Μουσείο Τοπκαπί.

Η καταστροφή του εμπορικού και πλέον κοσμοπολίτικου – για τα δεδομένα της εποχής –κέντρου της Σμύρνης σήμαινε τεράστιες υλικές καταστροφές και σοβαρότατη ζημία για το εξωτερικό εμπόριο της πόλης. Πάνω από 1.500 σπίτια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν από τη φωτιά, ενώ τα αντίστοιχα καταστήματα ήταν περισσότερα από 3.500. Μεταξύ των κτηρίων που αποτεφρώθηκαν συμπεριλαμβάνονταν το νοσοκομείο των ορθοδόξων, τα προξενεία της Αγγλίας, Ολλανδίας και της Γαλλίας καθώς και η καθολική εκκλησία της Αγίας Μαρίας. Οι απώλειες μόνο των Βρετανών υπηκόων και εμπόρων έφθαναν τα 1.303.167 πιάστρα, ενώ η μεγαλύτερη ζημία που υπέστη Ευρωπαίος έμπορος ήταν αυτή του Βρετανού Joseph Franel που ανερχόταν σε 409.129 πιάστρα. Ήταν τέτοια η καταστροφή που, σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο «στην Σμύρνη δεν έμεινε ίχνος εμπόρου και εμπορικής δραστηριότητας».

Η επόμενη μέρα έφερε το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών, της αποζημίωσης των πληγέντων και της αποκατάστασης των καταστροφών. Οι πρόξενοι δικαιολογημένα επέρριψαν τις ευθύνες στις οθωμανικές αρχές, γιατί δεν απέτρεψαν την καταστροφή, ενώ γνώριζαν από πριν τι επρόκειτο να συμβεί. Μέσω των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη ζήτησαν την αποστολή στην Σμύρνη του τότε μουτεσελλίμη Αϊδινίου Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά, γόνο μιας από τις πλέον ισχυρές οικογένειες τοπικών αρχόντων (αγιάνηδων, ντερεμπέηδων) στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και κάτοχο εκτεταμένων τσιφλικιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις οθωμανικές αρχές και η έκκληση για τον ερχομό του Καραοσμάνογλου ερμηνεύτηκε από την τουρκική βιβλιογραφία ως ξένη παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους που αγωνιζόταν την εποχή εκείνη να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους τοπικούς άρχοντες, μερικοί εκ των οποίων κινούνταν πλέον εκτός της κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής. Ωστόσο, η αναζήτηση συνομιλητή στο πρόσωπο ενός Οθωμανού τοπικού άρχοντα και παράλληλα κρατικού αξιωματούχου, ο οποίος είχε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή και άρα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την διατήρηση μιας ομαλής οικονομικής δραστηριότητας, εν αντιθέσει με Οθωμανούς αξιωματούχους χωρίς ερείσματα στην περιοχή που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την φορολογική απομύζηση αγροτών και εμπόρων, αναδεικνύει τους πραγματικούς λόγους του αιτήματος των δυτικοευρωπαίων προξένων. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πολιτικών ανταγωνισμών και της διελκυστίνδας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας η τοποθέτηση του Καραοσμάνογλου ως επικεφαλής των ερευνών εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης πρέπει να προκάλεσε αίσθηση. Ενδεχομένως σ’ αυτό το πλαίσιο των ανταγωνισμών να τοποθετείται η επισήμανση του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) σε αναφορά του στην Υψηλή Πύλη τον Απρίλιο του 1797, ότι η τιμωρία των ενόχων «δεν είναι δουλειά μόνο των Καραοσμάνζαντε (Καραοσμάνογλου)».  Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι ο Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά συνοδευόταν από δύο ακόμα μουμπασίρηδες της Υψηλής Πύλης, ο ένας εκ των οποίων προερχόταν από το γενιτσαρικό σώμα.

Όπως θα φανεί παρακάτω, η οθωμανική κυβέρνηση επέρριψε το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης στους ναύτες Βενετούς υπηκόους. Ωστόσο, ο Καραοσμάνογλου φρόντισε να συλληφθεί και να φυλακισθεί ο βοεβόδας του γειτονικού προαστίου του Μπουρνόβα, Balıkçıbaşı Mehmed Ağa, ως υπεύθυνος για τα εδώ και καιρό συχνά φαινόμενα βιαιοπραγιών στην πόλη, καθώς και για το γεγονός ότι δεν φρόντισε να μην μετατραπεί σε εξέγερση η οργή των γενιτσάρων. Κατά τον Γάλλο Tricon, ο συγκεκριμένος βοεβόδας ήταν ένας από τους σημαντικότερους υπεύθυνους για τη σφαγή, κάτι που και ο Άγγλος πρέσβης αναφέρει σε επιστολή του τον Απρίλιο του 1797. Ο Tricon κατονομάζει επίσης και τον μουτεσελλίμη (βοεβόδα) της Σμύρνης, Buldanlı Osman Efendi, ο οποίος είχε ζητήσει τη ματαίωση της εκδήλωσης, γενικά ως «εχθρό των ευρωπαίων λόγω φανατισμού». Τελικά, τον Ιούνιο του 1797 ο βοεβόδας της Σμύρνης αντικαταστάθηκε λόγω της απροσεξίας και της αδράνειάς του να καταστείλει την εξέγερση και να συλλάβει τους κλέφτες. Επιπλέον, συνελήφθησαν ορισμένοι γενίτσαροι, ναύτες και άλλοι που θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στις επιθέσεις, ορισμένοι εκ των οποίων φυλακίσθηκαν και άλλοι αφέθησαν ελεύθεροι με την εγγύηση τρίτου προσώπου λόγω αμφιβολιών. Σώζεται πάντως κατάλογος των εικοσιένα μουσουλμάνων που κατηγορήθηκαν ως οι αρχηγοί του εξεγερμένου όχλου και ο οποίος εστάλη στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άγγλου Francis Werry, τον Μάιο του 1797 εκτελέστηκαν 18 μουσουλμάνοι και 3 Βενετοί. Παράλληλα, υπήρξαν εκτοπισμοί μουσουλμάνων που ενεπλάκησαν στα γεγονότα, αρκετοί εκ των οποίων κατάγονταν από την Κρήτη. Στο εξής στόχος της κυβέρνησης ήταν ο απόλυτος έλεγχος των γενιτσαρικών στρατευμάτων που έδρευαν στην πόλη.

Τα επόμενα βήματα των απεσταλμένων της Πύλης μαζί με τους τοπικούς αξιωματούχους αφορούσαν στην επιστροφή των κλοπιμαίων στους δυτικοευρωπαίους και μη κατόχους τους, πολλά εκ των οποίων ήταν κρυμμένα στα βενετικά πλοία στο λιμάνι της Σμύρνης. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε έγινε πολύ πιο αυστηρή η διαδικασία κατάπλου και αναχώρησης των πλοίων από το λιμάνι της πόλης. Παράλληλα, όσοι μουσουλμάνοι κάτοικοι συμμετείχαν στις λεηλασίες και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα κλοπιμαία, ενώ οι ίδιοι φυλακίσθηκαν. Ωστόσο, η επιχείρηση επιστροφής των κλεμμένων αντικειμένων ή χρηματικής αποζημίωσης των θυμάτων δεν είχε πάντοτε αίσια έκβαση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1798, σχεδόν ένα χρόνο μετά το γεγονός, οι Βρετανοί έμποροι δεν είχαν ακόμα αποζημιωθεί.

Από την άλλη πλευρά η προσπάθεια αποκατάστασης των ζημιών στον Φραγκομαχαλά και η επανακατασκευή των προξενείων και των οικιών φαίνεται ότι είχε τη συνδρομή της οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία απέστειλε στην πόλη ειδικό αξιωματούχο∙ δεν γνωρίζουμε ωστόσο λεπτομέρειες. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι ότι η στρατηγική θέση της πόλης όσον αφορά το δίκτυο του εξωτερικού εμπορίου της αυτοκρατορίας σταδιακά επανέφερε την οικονομική δραστηριότητα στα επίπεδα πριν την καταστροφή του 1797.

Χαρακτηριστικοί τύποι γενιτσάρων.

Τέλος, η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τη δημόσια τάξη, ελέγχοντας τη μετακίνηση των ξένων υπηκόων, ειδικά των Βενετών, στην Σμύρνη και την περιοχή γύρω από αυτήν, διαχωρίζοντάς τους σε ταξιδιώτες και κατοίκους με ξένη προστασία. Επίσης διάταγμα του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου Γαζή Χουσεΐν Πασά που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1797 απαγόρευσε την εγκατάσταση στα νησιά του Αιγαίου των «Βενετσιάνων σούδιτων» που δραπέτευσαν από την Σμύρνη, καθώς εκδόθηκε διαταγή εκτέλεσής τους συμπεριλαμβανομένων και όσων από τους ντόπιους κατοίκους τούς προσέφεραν προστασία. Παράλληλα στο ίδιο διάταγμα αναφέρεται ότι τα έγγραφα προστασίας που εξέδιδαν τα Βενετικά προξενεία για τους Ζακυνθηνούς, Κεφαλλονίτες, Κερκυραίους και άλλους θεωρούνταν άκυρα. Η Πύλη επανήλθε λίγους μήνες αργότερα και επέβαλε στους Βενετούς οι οποίοι εργάζονταν στην οθωμανική επικράτεια και ήταν παντρεμένοι με χριστιανές υπηκόους του σουλτάνου να επιλέξουν στην πραγματικότητα μεταξύ του «ραγιαδιλικιού», της οθωμανικής δηλαδή υπηκοότητας και επομένως και της αντίστοιχης φορολογικής επιβάρυνσης, και της εγκατάλειψης της χώρας. Επιπρόσθετα απαγορεύτηκε να κυκλοφορούν οι ναύτες Βενετικών πλοίων στις πόλεις οπλισμένοι ή να βγαίνουν από τα πλοία χωρίς λόγο και να διανυκτερεύουν εκτός. Στις περιπτώσεις αυτές θα συλλαμβάνονταν  χωρίς «να είναι καμμία υπόληψις εις το ότι είναι Βενετσιάνοι». Όσον αφορά δε τους «Σκλαβούνους, Ζακύνθιους, Κεφαλλωνίτας, Χιρβάταις» οι οποίοι ευθύνονταν, κατά την κυβέρνηση, για τα γεγονότα της Σμύρνης και οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Ρωσία αποκτώντας τη ρωσική προστασία και επέστρεφαν ως «Ρώσοι» στην οθωμανική επικράτεια, ορίστηκε να λογαριάζονται ως ξένοι υπήκοοι μόνον εφόσον ήταν καταγεγραμμένοι ως τέτοιοι στα ρωσικά προξενεία. Αντίστοιχα, οι βενετσιάνοι προστατευόμενοι οι οποίοι εργάζονταν ως ναύτες σε πλοία με ρωσική σημαία θα θεωρούνταν πλέον ως απλοί μισθωτοί, και θα έχαναν την ξένη προστασία.

 

Τα κοινωνικά συμφραζόμενα

Η κατανόηση των αιτιών που γέννησαν το ρεμπελιό της Σμύρνης προϋποθέτει τη διερεύνηση αφενός των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων που ανέδειξαν την πόλη αυτή ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του εξωτερικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο και αφετέρου των πολιτικών εξελίξεων των τελών του 18ου αιώνα και των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (1789-1807).

Οι διεργασίες που ανέδειξαν μια μικρή κωμόπολη στα τέλη του 16ου αιώνα σε σημαντικό κέντρο διεθνούς εμπορίου καταρχήν σχετίζονται με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις που έθεσαν σε νέα βάση τις σχέσεις κέντρου και περιφέρειας. Οι τελευταίες δύο δεκαετίες του 16ου αιώνα είναι η εποχή των στρατιωτικών και επώδυνων δημοσιονομικών αλλαγών που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων και των απωλειών στο δυτικό μέτωπο με τους Αψβούργους. Οι αλλαγές αυτές επανακαθόρισαν τη σχέση της Κωνσταντινούπολης με τις επαρχίες και έθεσαν τις βάσεις για την ανάδειξη των τοπικών παραγόντων, εξέλιξη που στη δυτική Μικρά Ασία και αλλού σταδιακά αποδυνάμωσε τον κεντρικό οικονομικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή των εμπορικών δρόμων μέσω των οποίων προωθούνταν τα μπαχαρικά και το μετάξι από την Ανατολική Ασία στην Ευρώπη και οι οποίοι παλαιότερα είχαν αναδείξει πόλεις όπως η Προύσα, το Χαλέπι και η Αλεξάνδρεια, συνέβαλε στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Μία από αυτές ήταν η εκμετάλλευση των πλούσιων πεδιάδων των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Η στροφή του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος στην περιοχή αυτή έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της Σμύρνης, η οποία από τους περίπου 2.000 κατοίκους στα τέλη του 16ου αι., στην πλειονότητά τους μουσουλμάνους, που ασχολούνταν με το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και ενίοτε έκαναν λαθρεμπόριο σιτηρών, έφθασε στα μέσα του 17ου αιώνα  τις 60-70.000 κατοίκους, και πάλι στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι. Ωστόσο, στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί μια ευδιάκριτη κοινότητα ξένων εμπόρων, Ολλανδών, Άγγλων, Γάλλων και Βενετών, οι οποίοι διείδαν τις δυνατότητες της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτούς προστέθηκε ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός μη μουσουλμάνων οθωμανών υπηκόων, οι οποίοι διείσδυσαν στα εμπορικά δίκτυα είτε αυτόνομα είτε ως μεσάζοντες των ξένων εμπόρων.

Πορτραίτο του Άγγλου εμπόρου Francis Levett, με τουρκική ενδυμασία. Χαρακτικό εμπνευσμένο από τον πίνακα του Jean Etienne Liotard M. Levett, Negociant Anglais, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου στην οθωμανική αυτοκρατορία σχετίζεται άμεσα με το θεσμό των διομολογήσεων, των εμπορικών προνομίων συνοδευόμενων με το δικαίωμα της ετεροδικίας, που –αρχικά μονομερώς- παραχωρούσε το οθωμανικό κράτος σε ευρωπαϊκές χώρες με αντάλλαγμα οφέλη σε οικονομικό (πληθώρα προϊόντων, αύξηση τελωνειακών δασμών ως αποτέλεσμα του όγκου των εμπορικών συναλλαγών) και διπλωματικό επίπεδο. Ουσιώδες χαρακτηριστικό των διομολογήσεων αποτέλεσε η δυνατότητα της παραχώρησης της προστασίας του συμβαλλόμενου ξένου κράτους σε μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι μέσω των σημαντικών προνομίων που αποκτούσαν ως δραγουμάνοι (μεταφραστές) έθεταν τους εαυτούς τους εκτός των πολιτικο-κοινωνικών ορίων που ενείχε η θέση τους ως ραγιάδων στην οθωμανική κοινωνία. Σταδιακά ο αριθμός των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους αυξήθηκε, εν πολλοίς ως αποτέλεσμα της «πώλησης» της προστασίας από τους ξένους πρέσβεις. Η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε με την ενασχόληση με ξένες προς τα καθήκοντά των «προστατευομένων» υποθέσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνική δραστηριότητα καθώς και η προσοδοφόρα φοροενοικίαση, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές διατάξεις των εμπορικών συμφωνιών. Η Υψηλή Πύλη προσπάθησε καθ΄όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα να περιορίσει το φαινόμενο αυτό, η πλέον όμως επιτυχημένη προσπάθεια έγινε μόλις το 1806. Ήταν περισσότερο η παράνομη ενασχόληση των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους με το εμπόριο που ενοχλούσε την κεντρική εξουσία, παρά η -όχι τόσο μεγάλη όσο παλαιότερα νομιζόταν- αύξηση του αριθμού τους.

Η ανάδειξη, επομένως, του λιμανιού της Σμύρνης ως εισαγωγικού και εξαγωγικού κέντρου με τη δραστηριοποίηση των ευρωπαίων προξένων συνδυάστηκε με την παραχώρηση της ξένης προστασίας κυρίως σε ορθόδοξους και αρμένιους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι αναλάμβαναν το ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του εμπόρου και των ντόπιων παραγωγών, γνωρίζοντας παράλληλα τη γλώσσα και τις συνήθειες των Οθωμανών αξιωματούχων. Ωστόσο, ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα τμήμα της ορθόδοξης κοινότητας της Σμύρνης, εκμεταλλευόμενο τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, κατόρθωσε να ελέγξει σημαντικό κομμάτι του διεθνούς εμπορίου, αναλαμβάνοντας εν πολλοίς αυτόνομη δράση. Σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο οι μουσουλμάνοι τοπάρχες της περιοχής έδειξαν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εξαγωγικού εμπορίου, προωθώντας στην αγορά προϊόντα, όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, που προέρχονταν από τα τσιφλίκια τους ή τις γαίες στις οποίες είχαν επενδύσει ως φοροενοικιαστές. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Σμύρνη και τα περίχωρά της είχε σχηματιστεί ένα τρίγωνο μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που οριζόταν από τους πλέον επιτυχημένους Ευρωπαίους εμπόρους και τους μεσάζοντές τους, τους οθωμανικής υπηκοότητας χριστιανούς μεγαλεμπόρους και τους μουσουλμάνους τοπάρχες. Εκτός του τριγώνου βρίσκονταν οι υπόλοιποι μικροέμποροι, βιοτέχνες και παραγωγοί, μουσουλμάνοι και μη, οι οποίοι επιδίωκαν να προσπορισθούν κέρδη από την ανάπτυξη του εμπορίου, ενώ παράλληλα υφίσταντο τις οικονομικές πιέσεις της κυβέρνησης και των τοπαρχών-τσιφλικάδων.

Σε αυτό το διεθνοποιημένο περιβάλλον οι κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις γίνονταν ολοένα και πιο έκδηλες, ιδιαίτερα μέσα σ’ ένα πλαίσιο θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών εντεινόμενων όσο η διεθνής θέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα οικονομικά της προβλήματα επιδεινώνονταν. Ήδη από το 17ο αιώνα ήταν συχνές οι διενέξεις Οθωμανών αξιωματούχων και ευρωπαίων προξένων ή εμπόρων για θέματα φορολογίας ή δικαιοδοσίας ως προς την εκδίκαση διαφορών. Στις διενέξεις αυτές πρέπει να προστεθούν οι ταραχές που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά των ξένων ναυτών ή των μουσουλμάνων πειρατών της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι περιφέρονταν στην πόλη οπλισμένοι τρομοκρατώντας τους κατοίκους της Σμύρνης. Ιδιαίτερα παραβατική συμπεριφορά φαίνεται όμως ότι είχαν οι υπήκοοι ή προστατευόμενοι της Βενετίας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτών που απασχολούνταν σε βενετσιάνικα πλοία. Ειδικότερα, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα μια ομάδα Ζακυνθηνών ναυτών, βενετών υπηκόων, αποτέλεσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη στην Σμύρνη, με αποτέλεσμα να πιεσθεί ο πρέσβης της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη από τους ομολόγους του να απομακρύνει τους ταραξίες από την πόλη. Το γεγονός ότι η παρουσία των συγκεκριμένων υπηκόων ή προστατευομένων συχνά συνδεόταν με ταραχές σχετίζεται και με τη λήψη μέτρων εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης λίγα χρόνια πριν το ρεμπελιό, προκειμένου να ελεγχθεί η οικονομική τους δραστηριότητα και ο τρόπος με τον οποίο αποδιδόταν η ξένη προστασία. Η επιδεινούμενη πάντως θέση της ίδιας της Βενετίας, η οποία λίγους μήνες μετά το ρεμπελιό έπαψε και επισήμως να υφίσταται ως κράτος με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, συνέτεινε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των υπηκόων και προστατευομένων καθώς και στην αδυναμία ελέγχου τους εκ μέρους των κατά τόπους προξένων.

Άποψη της Σμύρνης, χαρακτικό του 1733.

Οι ταραχές που προκαλούσαν στην πόλη οι «ξένοι» δεν ήταν, ωστόσο, οι μοναδικές. Σε δύο περιπτώσεις, το 1738 και το 1772-1775, η Σμύρνη και τα περίχωρά της έγιναν το θέατρο συγκρούσεων μουσουλμάνων τοπαρχών που έριζαν για τη διεκδίκηση της τοπικής εξουσίας, δρώντας ανεξάρτητα ή σε συνεννόηση με την Υψηλή Πύλη, η οποία πάντοτε επεδίωκε την πλήρη υποταγή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο περιπτώσεις νικητές αναδείχθηκαν μέλη της ισχυρής οικογένειας των Καραοσμάνογλου, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει οικονομική δύναμη αλλά κυρίως είχαν ευρύ πελατειακό δίκτυο στον ντόπιο πληθυσμό και καλή σχετικά συνεργασία με τους ευρωπαίους εμπόρους. Παρά το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη προσπάθησε επανειλημμένως να μειώσει την εξουσία των Καραοσμάνογλου με διαφόρους τρόπους, η απουσία ισχυρού κεντρικού ελέγχου στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ήταν κάτι παραπάνω από προφανής δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας, που τελικά καλυπτόταν από τους ισχυρότερους τοπάρχες. Η προσφυγή επομένως των ευρωπαίων προξένων στον Χουσεΐν Καραοσμάνογλου την επαύριο του ρεμπελιού ήταν απολύτως αναμενόμενη.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι στην Σμύρνη του 1797 η έντονη οικονομική ανάπτυξη της οποίας τα κέρδη προσπορίζονταν μικρό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνδυασμό με τα διογκούμενα δημοσιονομικά  προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στους απλούς Οθωμανούς υπηκόους δημιούργησαν μία επισφαλή ισορροπία. Σε αυτό το πλαίσιο των ποικίλων ανισοτήτων και των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων η αντίδραση απέναντι στην οικονομική υπεροχή του ευρωπαίου υπηκόου, εκφραζόμενη συχνά με αλαζονεία, διατυπωνόταν από τους μουσουλμάνους με θρησκευτικούς και πολιτισμικούς όρους. Ενίοτε όμως και με εξέγερση.

Εάν οι ναύτες βενετσιάνικης υπηκοότητας αποτελούν τη μία πτυχή του δράματος, οι γενίτσαροι αποτελούν την άλλη. Η περιγραφή της δράσης των γενιτσάρων στο ρεμπελιό του 1797 ταιριάζει με ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που με τον καιρό απέκτησε το σώμα: απειθαρχία και παραβατική συμπεριφορά που συχνά κατέληγε σε εξέγερση. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η έλλειψη επαρκούς στρατιωτικής εκπαίδευσης, η ενασχόληση με οικονομικές δραστηριότητες και η μεγάλη αύξηση του αριθμού των γενιτσάρων, που περιλάμβαναν πλέον «στρατιώτες» που δεν είχαν σχέση με στρατιωτικά καθήκοντα αλλά και απλούς κατοίκους πόλεων-μικροεπαγγελματίες που μέσω της ονομαστικής και μόνο ένταξής τους στο σώμα επιζητούσαν την εξασφάλιση μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ίδιων των γενιτσάρων («ψευδογενίτσαροι»). Εν ολίγοις, το γενιτσαρικό σώμα του 1797 πόρρω απείχε από το αντίστοιχο του 15ου και 16ου αιώνα, που αποτέλεσε την αιχμή των οθωμανικών κατακτήσεων. Είναι γεγονός ότι η προσπάθεια του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ να ιδρύσει ένα εντελώς καινούργιο τύπο στρατού στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος (nizam-i cedid), το οποίο θα αποτελείτο από Τούρκους και θα είχε μοντέρνα για την εποχή στρατιωτική εκπαίδευση ως απάντηση στην ανικανότητα του παρωχημένου γενιτσαρικού σώματος, προκάλεσε την ανησυχία και στη συνέχεια οργή των γενιτσάρων και την καθαίρεση του σουλτάνου. Το γεγονός επίσης ότι η προσπάθεια αυτή άρχισε να υλοποιείται μόλις τρία χρόνια πριν το ρεμπελιό, επέτεινε την ανασφάλεια και την εχθρότητά τους προς την κεντρική εξουσία.

Ωστόσο, το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1797 δεν μπορεί να  εξηγηθεί μόνο στο πλαίσιο της αντίδρασης των γενιτσάρων στη μεταρρυθμιστική αυτή προσπάθεια. Θεωρώ πολύ πιθανό το γεγονός ότι οι γενίτσαροι εξέφρασαν τη δεδομένη στιγμή μαζί με τη δική τους οργή για τη δολοφονία ενός μουσουλμάνου στρατιώτη από χριστιανούς «απίστους» και την οργή του μουσουλμανικού και φτωχότερου τμήματος της Σμύρνης, αυτών που αδυνατούσαν να καρπωθούν τα οφέλη της ανάπτυξης του εμπορίου και βίωναν έντονα τις αντιθέσεις «χριστιανός/πλούσιος-μουσουλμάνος/φτωχός». Αυτές οι αντιθέσεις ανέτρεπαν την παραδοσιακή θεώρηση της μουσουλμανικής κοινωνίας στην οποία η υπεροχή του μουσουλμάνου θεωρείται δεδομένη έναντι όλων των μη μουσουλμάνων και πολύ περισσότερο αυτής των «δούλων της Πύλης» όπως θεωρούνταν οι γενίτσαροι. Έτσι, η υποστήριξη που σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές προσέφεραν τμήματα του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης στους εξεγερμένους γενιτσάρους εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Άλλωστε είναι πολύ πιθανόν οι ίδιοι γενίτσαροι της Σμύρνης να είχαν αναπτύξει οικονομική δραστηριότητα ή να είχαν δοσοληψίες και κοινά συμφέροντα με μικροεπαγγελματίες, όπως γινόταν την ίδια εποχή σε άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την περίπτωση οι γενίτσαροι έπαιζαν τον ρόλο των αυτόκλητων προστατών/εκφραστών των μουσουλμάνων βιοτεχνών και εμπόρων της Σμύρνης που πλήττονταν από την οικονομική πολιτική του οθωμανικού κράτους εξαιτίας των συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργούσαν οι διομολογήσεις.

Jacob Philipp Hackert, The Battle of Chesma on the 5th July 1770, St Petersburg, Central Naval Museum.

Πέρα όμως από τις παραμέτρους αυτές, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η υποβόσκουσα οργή των μουσουλμάνων για τις στρατιωτικές ήττες και εδαφικές απώλειες που υφίστατο η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία από τα χριστιανικά κράτη, και η οποία λειτούργησε συμπληρωματικά στο ήδη εκρηκτικό κλίμα που δημιουργήθηκε με τη δολοφονία των γενιτσάρων. Η οργή αυτή για πρώτη φορά εκδηλώθηκε στην Σμύρνη το 1770 με τις σφαγές χιλιάδων – κατά μία εκτίμηση – ορθοδόξων μετά την καταστροφή του οθωμανικού στόλου από τους Ρώσους στη ναυμαχία του Τσεσμέ. Ενώ οι γενίτσαροι ήταν αυτοί που το 1770 επέβαλαν την τάξη στην πόλη, είκοσι επτά χρόνια αργότερα ένας συνδυασμός παραγόντων όπως η άσχημη για την αυτοκρατορία διεθνής συγκυρία (απώλεια Κριμαίας και του ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας, απώλειες στα Βαλκάνια), οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του Σελίμ Γ΄ που τους έθιγαν άμεσα και οι ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές σε ένα κράτος που κατά τ’ άλλα ευαγγελιζόταν την ύπαρξη αυστηρών πολιτικο-θρησκευτικών διαχωρισμών μεταξύ μουσουλμάνων και μη, τους κατέστησαν πρωταγωνιστές της εξέγερσης. Επρόκειτο επομένως για έναν συνδυασμό πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που συνέτειναν στο ξέσπασμα του ρεμπελιού, ένα ξέσπασμα που σε τελευταία ανάλυση στρεφόταν εναντίον της διασάλευσης της παραδοσιακής τάξης, στην οποία οι γενίτσαροι κατείχαν σημαντική θέση. Για τους τελευταίους τη θέση αυτή απειλούσε πλέον το ίδιο το οθωμανικό κράτος, επιδιώκοντας τον παραμερισμό τους, αλλά και ο συσχετισμός των δυνάμεων που διαμορφώνονταν στην οθωμανική κοινωνία με την ανοχή της Υψηλής Πύλης και ο οποίος αναδείκνυε το ρόλο των μη μουσουλμάνων. Το γεγονός ότι τρεις μήνες μετά το ρεμπελιό στην Σμύρνη οι συγκρούσεις επαναλήφθηκαν αυτή την φορά στην Αλεξάνδρεια, όπου και εκεί ο στόχος ήταν οι μη μουσουλμάνοι και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, καταδεικνύει το μέγεθος των κοινωνικών εντάσεων.

Αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανική κυβέρνηση θα λάβει μέτρα, προκειμένου κυρίως να επιβάλει ξανά τον έλεγχο σε κοινωνικές ομάδες που είχαν- τυπικά ή όχι -ξεφύγει από το «ραγιαδιλίκι». Τα μέτρα αυτά εκτείνονταν από την ενίσχυση της οθωμανικής ναυτιλίας σε συνδυασμό με τον περιορισμό της ξένης προστασίας έως την  επαναφορά των περιοριστικών κανόνων ενδυμασίας για τους μη μουσουλμάνους. Τα μέτρα όμως ελήφθησαν πολύ αργά και ήταν αποσπασματικά. Σε τελευταία ανάλυση, δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν μια πορεία που είχε αρχίσει να διαγράφεται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 

Η Σοφία Λαΐου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ν. Κ.Χ. Κωστής, Σμυρναϊκά Ανάλεκτα. Το εν Σμύρνη ρεμπέλλιον του έτους 1797, εν Αθήναις 1904.

– I. Παπαγιαννόπουλος, «Νέο φως στο ρεμπελιό της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά Α΄(1938), 261-267.

-Ν. Βέης, «Το «μεγάλο ρεμπελλιό» της Σμύρνης κατά νεωτάτας έρευνας», Μικρασιατικά Χρονικά Δ΄ (1948), 411-422.

-Χ. Σολομωνίδης, Το θέατρο στην Σμύρνη, Αθήνα 1954.

– R. Clogg, «The Smyrna Rebellion of 1797: Some Documents from the British Archives», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 3 (1982), 71-125

– N. Ülker, «1797 Olayı ve İzmir΄in Yakılması», Tarih İncelemeleri Dergisi II (1984), 117-161.

– E. Frangakis-Syrett, The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century, Athens 1992.

-Λ. Χρηστάκης, Ο Νικήτας Νηφάκης και η «Ιστορία του Φραγκομαχαλά της Σμύρνης» (Το ρεμπελιό της Σμύρνης), Θεσσαλονίκη 1993.

-D. Goffman, «Izmir: from Village to Colonial Port City», στο E. Eldem-D. Goffman-B. Masters, The Ottoman City between East and West, Καίμπριτζ 1999, σ. 79-134.

-Ch. Philliou, «Mischief in the Old Regime: Provincial Dragomans and Social Change at the Turn of the Nineteenth Century», New Perspectives on Turkey 25 (2001), 104-121.

– C. Kafadar, “Janissaries and Other ‘Riffraff’ of Ottoman Istanbul: Rebels Without a Cause?”, B. Tezcan-K. Barbir (εκδ.), Identity and Identity Formation in the Ottoman World, Madison, Wisconsin 2007, σ. 113-134.

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ηγεσία και ηγετική ομάδα: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ηγεσία και ηγετική ομάδα:
Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

 

Ο ρόλος του πολιτικού ηγέτη σε ένα διοικητικό/πολιτικό σύστημα έχει εκτενώς απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα. Αποτελεί οργανικό μέρος ενός από τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα της ιστορικής και της πολιτικής επιστήμης, τη μελέτη του τρόπου λήψης αποφάσεων.

Ωστόσο, η συζήτηση για τον ρόλο του ηγέτη φαίνεται να έχει εν μέρει αλλοιωθεί στην ελληνική ιστοριογραφία και τη δημόσια συζήτηση, καθώς με τρόπο σχεδόν μόνιμο στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία οι πολιτικές αντιπαλότητες προσωποποιήθηκαν και εκφράστηκαν μέσω της ταύτισης ή της αντιπαλότητας με συγκεκριμένες προσωπικότητες: Τρικούπης-Δηλιγιάννης, βενιζελικοί και αντι-βενιζελικοί, οι συζητήσεις περί του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η συχνά οριζόμενη ως «αναμέτρηση» Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις δεκαετίες 1980 και 1990. Η ροπή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προς τον δικομματισμό, από τη δεκαετία του 1880 έως και τις ημέρες μας, ενίσχυσε την τάση για προσωποκεντρική ανάλυση. Ειδικά κατά τον Εθνικό Διχασμό, η δαιμονοποίηση ή μυθοποίηση του Ε. Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, προσέδωσαν ακόμη πιο έντονη χροιά στο φαινόμενο, με αποτέλεσμα η ελληνική επιστημονική κοινότητα να δυσπιστεί επί μακρόν ακόμη και έναντι του είδους της βιογραφίας, που συχνά θεωρείτο, περίπου εξ ορισμού, ως προορισμένο να υπηρετήσει τέτοιες απλουστεύσεις παρά να προωθήσει την έρευνα – μια τάση που μόλις πρόσφατα φαίνεται να ξεπερνιέται με την δημοσίευση αρκετών βιογραφιών. Η συχνή χρήση ανοίκειων όρων – όπως «Εθνάρχης» – για να περιγραφούν πολιτικοί ηγέτες μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (πρωτίστως ο Βενιζέλος αλλά σε μεγάλο βαθμό και ο Καραμανλής) μιλά από μόνη της. Πρόκειται για μια, σε κάθε περίπτωση, ατυχή ορολογία: ο «Εθνάρχης» αναφέρεται στην ηγεσία ενός λαού πολιτειακά ασύντακτου – και έτσι μπορεί ορθά να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τον ρόλο εκκλησιαστικών ηγετών σε περιόδους απώλειας της πολιτικής ανεξαρτησίας, όπως την Εκκλησία στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, την Εκκλησία της Κύπρου κατά τη μακρά διαδοχή ξένων κυριάρχων από το 1191 έως το 1960, ενώ εθναρχικά χαρακτηριστικά εντοπίζονται ακόμη και στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού κατά την Κατοχή του 1941-44 (γι’ αυτό έγινε αντιβασιλιάς αμέσως μετά). Δεν αρμόζει, ωστόσο, ο όρος τούτος στις περιπτώσεις είτε του Βενιζέλου είτε του Καραμανλή, ηγετών συντεταγμένου κράτους, οι οποίοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν διαδικασίες διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, συχνά παρ’ ημίν, αντί να μελετάται ένα «σύστημα λήψης αποφάσεων», μελετάται, τελικά, ένα πρόσωπο και μάλιστα με όρους όχι πάντοτε απολύτως ακριβείς.

Το φαινόμενο, πάντως, έχει και την αντίστροφη όψη του. Ένας από τους σημαντικότερους διανοουμένους και πολιτικούς δρώντες της σύγχρονης Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος – πρόσωπο με ευρύτερο ρόλο, όπως θα δειχθεί, στο πλαίσιο αυτής της μελέτης – κατέληξε σχετικά ενωρίς στο συμπέρασμα ότι η έμφαση στον ρόλο του ηγέτη είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που οφείλεται εν πολλοίς στη σχετική υπανάπτυξή του. Από το 1952 έως και την οριστική δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων του στο βασικό του έργο πολιτικής θεωρίας το 1965, ο Τσάτσος προέβαλε τη θέση ότι, με τα δεδομένα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο ηγέτης – αυτός που αποκαλούσε το 1952 «βασιλικό άνδρα» και το 1965 «εξουσιαστή» – αποτελεί μια sine qua non προϋπόθεση της επιτυχούς πολιτικής δράσης. Προέβαλε, διαχρονικά, τα πρότυπα των δύο ηγετών που ο ίδιος προέκρινε, του Βενιζέλου και του Καραμανλή.Στην Αργώ του, το 1936, ο Γιώργος Θεοτοκάς περιγράφει μια πολύμορφη κοινωνία σε μετάβαση, αλλά τελικά και αυτός αναζητεί τον κατάλληλο ηγέτη που θα φέρει σε πέρας την ακριβή του μεταρρύθμιση – η εφαρμογή της οποίας, υπονοεί σαφώς ο Θεοτοκάς, δεν μπορεί να αφεθεί στους διανοουμένους που χάνονται μέσα στους λαβυρίνθους των θεωρητικών σχημάτων τους, αλλά θα πρέπει επιτέλους να συναντηθεί με έναν πρακτικά προσανατολισμένο πολιτικό, ικανό να πράξει. Ο Θεοτοκάς προέκρινε τελικά τον Γεώργιο Παπανδρέου ως το δικό του πρότυπο.Με άλλα λόγια, ακόμη και κορυφαίοι αναλυτές της ελληνικής πολιτικής ζωής αναγνώρισαν τον αναβαθμισμένο ρόλο του ηγέτη ως ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Καλώς ή κακώς, υπονόησαν, είναι μια πραγματικότητά του.

Η Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά.

Το άρθρο αυτό θα αποπειραθεί να αποτιμήσει την ηγετική μεθοδολογία ενός από τα πλέον προβεβλημένα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον, όχι μόνον επειδή ο ρόλος του έχει αναδειχθεί στην εγχώρια δημόσια συζήτηση, αλλά και επειδή ακόμη και σε διεθνές επίπεδο έχει εξαρθεί, ειδικά σε συνάρτηση με την μετάβαση στη δημοκρατία το 1974-75. Έτσι, η αμερικανική πρεσβεία, απευθυνόμενη στο State Department στις αρχές του 1976, αναφέρθηκε στο πρόσωπό του με παρόμοιους όρους: «Caramanlis comes the closest to being a sufficient condition. In Greece today his person and the nation’s democracy are indistinguishable […] Thus Caramanlis is unique».Στη μελέτη τους για τη λειτουργία της προεδρίας της κυβέρνησης στη σύγχρονη Ελλάδα, οι Featherstone και Παπαδημητρίου χαρακτηρίζουν τον Καραμανλή ως «primus solus», επισημαίνοντας ότι το ύφος της διακυβέρνησής του ήταν «ιεραρχικό».Στο παρόν άρθρο θα διατυπωθεί μια άποψη που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στη συναφή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια: θα επισημανθεί η πράγματι καταλυτική ηγετική λειτουργία του Καραμανλή, παράλληλα όμως θα σημειωθεί η σημασία της ηγετικής ομάδας στην οποία βασίστηκε έως το 1980. Θα υποστηριχθεί, με άλλα λόγια, ότι με το όνομα «Καραμανλής» δεν περιγράφεται μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα ηγετών.

 

Πρώιμες αναγνώσεις: η εποχή των απλουστεύσεων

Σε μια αρχική φάση, η βιβλιογραφική αντιμετώπιση του Καραμανλή απείχε πολύ από του να είναι επαρκής. Σύντομα – και αναμενόμενα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όταν συζητείται ένας ηγέτης τόσο επιτυχημένος, εκλογικά αν μη τι άλλο – οι σχετικοί τίτλοι διακρίθηκαν σε πλήρως επικριτικούς και σε θετικούς προς το πρόσωπό του. Στους πρώτους συγκαταλέγονταν έργα συγγραφέων, κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, που τον επέκριναν ως βασικό εκφραστή μιας καταπιεστικής μετεμφυλιακής Δεξιάς, οπαδό της ανεξέλεγκτης ελεύθερης οικονομίας (στοιχείο ενδιαφέρον, καθώς σήμερα η επικρατούσα άποψη τον εμφανίζει ως κρατιστή), υποταγμένο στον περιλάλητο ξένο παράγοντα και ιδίως στους Αμερικανούς.Ένα από τα πλέον προβεβλημένα έργα πολιτικής επιστήμης, του Ζ. Μεϋνώ και των συνεργατών του, τον περιέγραφε, περίπου περιφρονητικά, ως εκφραστή ενός «καραμανλικού καθεστώτος […] φασιστικών τάσεων», άνθρωπο που καλλιεργούσε μια φθηνή προσωπολατρία με μεθόδους προπαγανδιστικές. «Δώσαμε στα προηγούμενα δείγματα του λιβανωτού με τον οποίο τα επίσημα κυβερνητικά δημοσιεύματα ανεφέροντο άλλοτε στον Κ. Καραμανλή κατά ένα τρόπο που έφτανε τα όρια της προσωπολατρίας».Και για να αποδείξει την απέχθειά του προς την προσωπολατρία, αλλά και την εμμονή του στη μη εφαρμογή διπλών κριτηρίων, ο Ζ. Μεϋνώ, στο δεύτερο βιβλίο του, περιέγραφε ως εξής τον Γ. Παπανδρέου (αποκαλούμενο, εκείνη την εποχή, «Γέρο της Δημοκρατίας»), μιλώντας για τη θριαμβευτική κάθοδό του από το Καστρί στην Αθήνα, μετά την «αποστασία», στις 19 Ιουλίου 1965:

Είναι αλήθεια ότι σαν δέχθηκε και πάλι τα χτυπήματα της αντιξοότητας – ακόμη και στο μέτρο που τα χτυπήματα αυτά ήσαν καρπός των αδυναμιών του – σε ηλικία ήδη εβδομήντα επτά ετών ο πολιτικός αυτός ηγέτης δείχνει ξανά για την προάσπιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας την ίδια θαυμαστή και ανυπέρβλητη αποφασιστικότητα. Και νάτος πάλι σε άμεση κοινωνία με αυτόν τον Λαό – ένα Λαό που ωστόσο με τόσες ατέλειες υπερασπίσθηκε όταν είχε ταυτόχρονα και την δύναμη και το χρέος.7

Σε αυτές τις ερμηνείες, αντιτάχθηκε μια σειρά άλλων έργων. Ορισμένα, γραμμένα από ξένους συγγραφείς, εφάρμοζαν στην ελληνική περίπτωση τις βασικές αρχές του επιστημονικού είδους της βιογραφίας, που είχε συστηματικά καλλιεργηθεί στο εξωτερικό· ήταν πάντως πρώιμα πονήματα, γραμμένα με τον Καραμανλή ακόμη εν ζωή, και χωρίς πρόσβαση στο αναγκαίο αρχειακό υλικό.Ακολούθησε σειρά άλλων παρουσιάσεων, από προσωπικούς του συνεργάτες, που αποτελούσαν όμως προσωπικές μαρτυρίες μάλλον, παρά πλήρως ανεπτυγμένα επιστημονικά έργα.Λίγα ήταν τα βιβλία εκείνης της εποχής που βασίζονταν σε επιστημονική μεθοδολογία – από αυτά ξεχωρίζει εκείνο του Παύλου Τζερμιά για την περίοδο της δικτατορίας.10

Δεν ήταν, βέβαια, ακόμη και τότε, όλα τα σχετικά έργα επικεντρωμένα στον ρόλο των προσώπων. Το 1961, ο Γρηγόριος Δαφνής, κορυφαίος αναλυτής που είχε πλήρη επίγνωση του ρόλου του ηγέτη (συγγραφέας της βιογραφίας του Σοφοκλή Βενιζέλου) και οπωσδήποτε πρόσωπο που δεν διακρινόταν για τη θετική του στάση έναντι του Καραμανλή, επικεντρώθηκε πάντως στο ελληνικό «πολιτικό σύστημα» στο σύνολό του, χωρίς να αλλοιώνει την ανάλυσή του με μονομερείς εμφάσεις στα πρόσωπα.11 Είναι όμως ενδιαφέρον ότι το βασικό τούτο βιβλίο έχει αγνοηθεί στην επιστημονική μνήμη της χώρας, και αντίθετα έχει προβληθεί ως πρώτο συνολικό έργο αυτό του Ζ. Μεϋνώ, με τη συνεπή του απέχθεια, όπως είδαμε, στις προσωπολατρικές ή μελοδραματικές προσεγγίσεις.

Σε κάθε περίπτωση, από τη δεκαετία του 1990 έχει εμφανιστεί μια νέα βιβλιογραφία, βασισμένη στις πολλές πηγές που έχουν πλέον καταστεί διαθέσιμες. Η νέα αυτή ιστοριογραφία, με την αυτοπεποίθηση που προσφέρει η πρόσβαση σε αρχειακές πηγές, έχει προβάλει μια αρκετά διαφορετική – σίγουρα, πληρέστερη – εικόνα. Στο παρόν άρθρο, θα χρησιμοποιηθούν έργα της νέας ιστοριογραφίας που σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της άσκησης ηγεσίας και της λήψης αποφάσεων· δεν θα υπάρξει, δηλαδή, μια πλήρης καταγραφή των έργων που αφορούν την περίοδο ή το συγκεκριμένο πρόσωπο.

 

Ηγετική μεθοδολογία, 1946-1980

Ας φύγουμε από τον μύθο των «εκρήξεων» ή της αγενούς συμπεριφοράς του «χωριάτη», μύθο που καλλιεργήθηκε σταθερά από την «καλή» κοινωνία η οποία δυσφορούσε για την άνοδο (και την παραμονή στην κορυφή) ενός «παρείσακτου». Εάν ο Καραμανλής ήταν απότομος στην κοινωνική του συμπεριφορά, μπορεί και τούτο βέβαια να αποτιμηθεί, αλλά δεν συνιστά σοβαρή αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο κυβερνούσε. Στην προσωπική του μεθοδολογία διαφαίνεται μια σειρά άλλων στοιχείων, που χαρακτήρισαν με τρόπο σταθερό την πολιτική του δράση. Για λόγους καλύτερης καταγραφής, τα στοιχεία τούτα θα διαχωριστούν – κάπως αυθαίρετα καθώς δεν υπάρχουν στεγανά σε αυτά τα πράγματα – σε προσωπικές επιλογές και προδιαθέσεις (οι οποίες, ασφαλώς, συνδέονται και με την ψυχοσύνθεσή του) και στη μέθοδο δράσης του ως επικεφαλής Υπουργείων ή κυβερνήσεων.

Ως προς την πρώτη κατηγορία,12 είναι θεμελιώδης η διαπίστωση ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν πάντοτε – ιδίως όμως έως και την πρώτη πρωθυπουργία του – από ένα έντονο αίσθημα κοινωνικής ανασφάλειας. Μιλά από μόνη της η περιγραφή του Γιώργου Θεοτοκά για τον δικό του φαντασιακό ηγέτη, τον Σχινά της Αργώς, περιγραφή που δείχνει (και σαρκάζει) την περιφρόνηση της «καλής» κοινωνίας προς όσους δεν ανήκαν σε αυτήν: «κατάγεται πάντως από το εσωτερικό της Μακεδονίας και, κατά πάσα πιθανότητα, γεννήθηκε χωριατόπαιδο».13 Αυτό ήταν κάτι που δεν αποδεχόταν εύκολα η «καλή» αθηναϊκή κοινωνία της δεκαετίας του 1950, ειδικά σε έναν άνθρωπο ο οποίος άλλαζε τόσο ριζικά τις παραμέτρους του πολιτικού παιχνιδιού, κυρίως με την έμφασή του στην κυβερνητική σταθερότητα – δηλαδή διατηρούμενος επί μακρόν στην εξουσία, αφαιρώντας την από τους «νόμιμους» διεκδικητές της, τους ανθρώπους του Κολωνακίου. Στις αρχές του 1957, η αμερικανική πρεσβεία παρατηρούσε: «His inability to speak French and poor family background are responsible for the snobbish accusations of Athens “society”».14 Ο γράφων έχει ακούσει πολλές περιγραφές περιφρονητικές για τον Καραμανλή, από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, που έκαναν λόγο για τον «χωριάτη που έπινε κόκκινο κρασί με παγάκια» ή φορούσε κάλτσες που δεν ταίριαζαν με το κοστούμι του.

Αυτή όμως ήταν μια ανελέητη πραγματικότητα, και ωθούσε τον Καραμανλή να είναι εξαιρετικά προσεκτικός στις πρωτοβουλίες του. Πολλά χρόνια πριν, ο Θεόδωρος Κουλουπής, που μελέτησε τις ηγετικές λειτουργίες του Καραμανλή και του Α. Παπανδρέου,15 σε συνομιλία μας, τον περιέγραψε ως «σιγουρατζή». Ήταν πράγματι, και αυτή η ροπή του προερχόταν από την ανάγκη του να αναδειχθεί σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δεν ήταν πάντοτε φιλικό: υπήρχαν βέβαια επιφανή μέλη της ελίτ που τον εκτιμούσαν και τον βοήθησαν, αλλά και ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος έτοιμο να τον πλήξει. Ο ίδιος είχε πλήρη επίγνωση αυτού του στοιχείου. Κινήθηκε κάθε φορά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε το περιθώριο του λάθους: μπορούσε να ανέλθει, με την προϋπόθεση όμως ότι ο ίδιος θα διατηρούσε την εικόνα του απρόσβλητου. Από τούτο προέκυπταν βασικά χαρακτηριστικά της δράσης του όπως η τάση του να λέει λίγα λόγια, οι μακρές σιωπές του (ιδίως το 1963-74 και το 1985-89) που αναστάτωναν ένα πολιτικό σύστημα εθισμένο στη φλυαρία, η βαθύτατη περιφρόνησή του για αυτό που αποκαλούσε πολιτικό «κουτσομπολιό» (στο οποίο συχνά ενέτασσε ακόμη και αναφορές των ξένων πρεσβειών για την ελληνική πολιτική ζωή) καθώς και – στη φάση της ανόδου του – η επιμελής αποφυγή εμπλοκής σε ενδοπαραταξιακές διαμάχες. Το τελευταίο αυτό στοιχείο ήταν καταλυτικό: γνώριζε ότι, σε περίπτωση λανθασμένης επιλογής, δεν θα επιβίωνε πολιτικά· ενώ αν είχε κοινωνική καταγωγή και περγαμηνές τούτο δεν θα ίσχυε, καθώς η ελίτ συγχωρούσε απίθανα εύκολα τα μέλη της, ακόμη και όταν αυτά έκαναν λάθη κολοσσιαίας κλίμακας.

7 Οκτωβρίου 1955. Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή μετά την κηδεία του Αλέξανδρου Παπάγου.

Η στρατηγική αυτή επιλογή φάνηκε κυρίως κατά τον εσωκομματικό αγώνα διαδοχής του 1955, όταν είχε ασθενήσει ο Παπάγος. Ο Καραμανλής έμεινε πεισματικά εκτός της εσωκομματικής σύγκρουσης, και τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει άφθαρτος ενώ οι δύο διεκδικητές (Π. Κανελλόπουλος και Στ. Στεφανόπουλος) ουσιαστικά κατέστρεψαν ο ένας τον άλλον.16 Τέλος, το στοιχείο που, σε συνδυασμό με τούτη τη στάση, τον βοηθούσε να αναδειχθεί, ήταν η γνωστή εργασιομανία του. Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε αποτέλεσμα. Η έμφασή του στην ανάγκη για αξιοπιστία ήταν ένα βασικό ψυχολογικό χαρακτηριστικό του (και θεμελιώδες πλεονέκτημά του ως ηγέτη), εν μέρει ανεξάρτητο από την παραπάνω συζήτηση, αλλά ενισχυόταν και από τις κοινωνικές προκλήσεις που ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει.

Η εικόνα του «νέου ανθρώπου» δεν σήμαινε πάντως ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν από κάποιο σύνδρομο κατωτερότητας ή ότι σκόπευε να ανέλθει για να υποταχθεί στο σύστημα – ακριβώς το αντίθετο. Φορέας μιας σαφώς εμπροσθοβαρούς, εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας17 (αλλά για αυτό, περισσότερα παρακάτω), διατήρησε επιμελώς τις αποστάσεις του από όλους: αυτό συχνά εκλαμβανόταν ως αλαζονεία, αλλά οφειλόταν στη μόνιμη κοινωνική ανασφάλειά του. Στόχος του ήταν να διατηρήσει την πολιτική του αυτονομία, την ελευθερία των κινήσεών του και τη δυνατότητά του να επιφέρει βαθιές αλλαγές σε εδραιωμένες πολιτικές συμπεριφορές τις οποίες αποδοκίμαζε (και όπως συχνά συμβαίνει στους ολιγόλογους ανθρώπους, τις αποδοκίμαζε έντονα). Η γνωστή συζήτηση περί του απότομου χαρακτήρα του τείνει να υποκρύψει ένα ουσιώδες στοιχείο της ηγετικής του λειτουργίας: προτιμούσε να συνθέτει τάσεις και χτυπούσε σπάνια· αλλά όταν αποφάσιζε να χτυπήσει, φρόντιζε ώστε το αποτέλεσμα να είναι συντριπτικό. Αυτό διαφάνηκε πρωτίστως στην πολιτική κρίση του 1958, όταν άλλαξε τις παραμέτρους λειτουργίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, έχοντας αντιμετωπίσει ήδη δύο φάσεις εσωκομματικής αμφισβήτησης από μέλη της παλαιότερης πολιτικής ελίτ (φθινόπωρο 1956 και καλοκαίρι 1957), στις αρχές του 1958 ανατράπηκε από μια μεγάλης κλίμακας εσωκομματική εξέγερση με αφορμή τον νέο εκλογικό νόμο. Στην εξέγερση μετείχαν και στενοί συνεργάτες του, ο Γ. Ράλλης και ο Π. Παπαληγούρας, αλλά και άλλοι που, αντίθετα με τους Ράλλη και Παπαληγούρα, βρίσκονταν σε συνεννόηση με τον Σ. Βενιζέλο και τον άνθρωπο που υπήρξε ο ικανότερος πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή εκείνη την εποχή, τον πρώην υπασπιστή του βασιλιά Παύλου, Χ. Ποταμιάνο. Αν και ο Καραμανλής έχασε τη δεδηλωμένη για λίγες ημέρες, σύντομα την επανέκτησε με την επιστροφή ορισμένων βουλευτών στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΡΕ. Αλλά δεν μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία με 151 βουλευτές μόνον: έπρεπε να αποδεχθεί την προσφορά της ΕΠΕΚ υπό τον Σ. Παπαπολίτη για στήριξη της κυβέρνησης. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αποδεχθεί την έως τότε επικρατούσα πρακτική των οπορτουνιστικών συμμαχιών και συνακόλουθα την προοπτική της σχετικής κυβερνητικής αστάθειας. Δεν το δέχτηκε. Επέλεξε έναν άλλον δρόμο, που αιφνιδίασε το παλαιό σύστημα: παραιτήθηκε και προκάλεσε εκλογές τις οποίες κέρδισε με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας εκτός Βουλής όλους τους αντάρτες πλην του Παπαληγούρα. Συνθλίβοντας με τρόπο ανελέητο και συντριπτικό την εξέγερση του 1958, ο Καραμανλής εδραίωσε την ηγεσία του στο κόμμα του (έκτοτε ήταν πολύ λίγες οι φορές που αμφισβητήθηκε, και αυτές εμμέσως), αλλά και την διακυβέρνηση της χώρας από συμπαγείς, σταθερές πλειοψηφίες. Ήταν μια περίπου επαναστατική πρωτοβουλία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, που το άλλαξε μακροπρόθεσμα.18 Όπως ανέφερε μεταγενέστερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, «ο Καραμανλής ξέρει να τιμωρεί».19 Ήταν και αυτό βασικό εργαλείο της ηγετικής του λειτουργίας, ιδιαίτερα επειδή χρησιμοποιείτο με φειδώ.

Το Κυπριακό στα Ηνωμένα Έθνη κατά τη δεκαετία του ’50: Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Σεφεριάδης [Σεφέρης] και Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας.

Πέραν όμως των προσωπικών/ψυχολογικών προδιαθέσεων, υπήρχε και η δεύτερη κατηγορία της πολιτικής του μεθοδολογίας, που αφορούσε τη μέθοδο λήψης αποφάσεων. Και σε τούτο το σημείο, η εικόνα του αυταρχικού «μοναχικού λύκου» που επέβαλλε με σκληρότητα τις αποφάσεις του δεν είναι ακριβής· και δεν θα μπορούσε να είναι, όταν μιλάμε για τη διακυβέρνηση της σύγχρονης εποχής και μάλιστα μιας χώρας που επί των ημερών του επέτυχε τον εκσυγχρονισμό της. Αντίθετα, η σύγχρονη έρευνα αναδεικνύει μια μεθοδολογία πολυεπίπεδη, με έμφαση στην συνεργασία με πολλούς ανθρώπους διαφορετικών ιδιοτήτων.

Στην περίοδο των υπουργικών του θητειών, από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου έως το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Παπάγου (1946-55), όταν εδραίωσε την εικόνα του ως αποτελεσματικού διοικητή, η μέθοδός του ήταν απλή. Πρώτα συγκέντρωνε συστηματικά – σχεδόν ζηλότυπα – τις αρμοδιότητες στο υπουργείο του. Κατόπιν όμως, αφού μάζευε ο ίδιος τις αρμοδιότητες, προχωρούσε σε μια ριζική αποκέντρωση: τις διέχεε σε τοπικούς φορείς, σε επίπεδο νομαρχίας, περνώντας «πάνω από τα κεφάλια» των πρώην συναρμοδίων υπουργών. Τούτο σήμαινε ότι αφού ξεπερνούσε το γνωστό πρόβλημα της συναρμοδιότητας Υπουργείων άρα της διοικητικής στασιμότητας, είχε την τάση να εμπιστεύεται ανθρώπους πιο «κάτω» στην κλίμακα της διοίκησης, με τους οποίους μοιραζόταν την πεποίθηση ότι έπρεπε να υπάρξει πράξη και όχι αδράνεια.20 Σε μεταγενέστερη φάση, όταν ηγείτο της κυβέρνησης και ειδικά στα χρόνια μετά το 1974, σημειώνεται ότι, ενώ δεν συγκαλούσε συχνά το Υπουργικό Συμβούλιο, βασιζόταν σε ένα σύστημα διαδοχικών εντατικών συσκέψεων για τη λήψη των αποφάσεων· σε εκείνη τη φάση η απόφαση λαμβανόταν με τη συμμετοχή (λίγων) αρμόδιων υπουργών και αρκετών κορυφαίων ειδικών, και μέχρι τη λήψη της πολλές λύσεις παρέμεναν ανοικτές· μετά τη λήψη της απόφασης, ενέμενε ανυποχώρητα σε αυτήν· και στη φάση της εφαρμογής (συνήθως έναν περίπου χρόνο μετά την απόφαση) άρχιζε μια σειρά νέων συσκέψεων και αξιολογήσεων της επιτελεσθείσας προόδου, με τη συμμετοχή και των ειδικών στους οποίους είχε ανατεθεί η εργασία.21

Αυτό σήμαινε ότι ο Καραμανλής εξακολουθούσε να στηρίζεται καταλυτικά σε διάφορες κατηγορίες συνεργατών, από τους υπουργούς στους οποίους είχε αναθέσει το σχετικό πρόγραμμα έως κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες που συνεπικουρούσαν τόσο στη φάση της μελέτης όσο και της εφαρμογής. Για να δοθούν ορισμένα μόνον ενδεικτικά παραδείγματα από την τελευταία κατηγορία (των ειδικών), στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1959 και του 1976, καταγράφεται η συμμετοχή των Ε. Παπανούτσου, Νικόλαου Λούρου και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου (1959) ή των Ε. Παπανούτσου, του Α. Δημαρά και των πρυτάνεων των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και του ΕΜΠ (1976).22 Η συμμετοχή των Μανόλη Ανδρόνικου και Δημητρίου Παντερμαλή στα μεγάλα προγράμματα για την αρχαιολογική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα δεν συνοδεύθηκε ποτέ από «προτροπές» του πρωθυπουργού να γίνει η παραμικρή έκπτωση στο επιστημονικό έργο τους.23 Το Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως του 1959/60 συντάχθηκε με τη συνεπικουρία του Ιταλού οικονομολόγου Πασκουάλε Σαρατσένο, ειδικού στα ζητήματα οικονομικής ανάπτυξης της Νότιας Ιταλίας και σημειολογικά κομβικής μορφής στην ιταλική οικονομική ιστορία, ως του ειδικού που στόχευε στη μείωση του χάσματος μεταξύ του ιταλικού βορρά και του νότου.24 Αλλά η αναφορά είναι απλώς ενδεικτική. Δεν υπάρχει τομέας στον οποίο να μην καταγράφεται απόφαση με τη συμμετοχή κορυφαίων ειδικών. Η διαδικασία της μελέτης μπορούσε να κρατήσει αρκετό καιρό ώστε να εξεταστούν διεξοδικά τα συναφή ζητήματα και οι διαθέσιμες επιλογές. Η ανακοίνωση του Πενταετούς το 1959 ήταν το τέλος μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1956-57. Αντίστοιχα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 είχε αρχίσει να σχεδιάζεται το 1957. Όταν όμως λαμβανόταν η απόφαση, η εφαρμογή ήταν αστραπιαία και πάλι όμως με τη συμμετοχή τέτοιων επιτελείων πολιτικών και ειδικών.

Βεργίνα, 26 Μαΐου 1981.Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενημερώνεται από τον Μανόλη Ανδρόνικο για την πορεία των ανασκαφών.

Τέλος, το κοινωνικό κλίμα της εποχής σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιούσε την πολιτική μεθοδολογία του. Ο Καραμανλής δρούσε έχοντας επίγνωση ότι εξέφραζε ένα τεράστιο τμήμα της κοινής γνώμης – πολύ μεγαλύτερο της «στενής» εκλογικής επιρροής του – το οποίο, έχοντας περάσει από την κόλαση του 1922-1949, ήταν έτοιμο να δράσει και να αλλάξει. Για τους λόγους αυτούς, ποτέ πριν και ποτέ μετά την εποχή εκείνη, το κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δεκτικό ή έστω ανεκτικό απέναντι στην ιδέα μιας βαθιάς μεταρρύθμισης, όπως αυτής που ήθελε ο ίδιος να επιφέρει. Αυτό, με σημερινούς όρους, αποκαλείται συχνά «ιδεολογική κυριαρχία». Για τον ίδιο λόγο, μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης αποδέχονταν ή ανέχονταν αυτόν τον περίεργο, εσωστρεφή, απότομο, σιωπηλό, εργασιομανή άνθρωπο που – σε αντίθεση με τη συνήθη πολιτική πρακτική – πάντοτε τους κρατούσε σε απόσταση και πολύ σπάνια τους κολάκευε. Τούτο σήμαινε ότι ο Καραμανλής μπορούσε να προσβλέπει σε μια μεγάλη κοινωνική βάση που υπερέβαινε κατά πολύ το εκλογικό ποσοστό του κόμματός του· ένα πλεονέκτημα που σε προγενέστερες εποχές διέθετε, ίσως, μόνον ο Ελευθέριος Βενιζέλος και αυτός μόνον για τα χρόνια 1910-1914.

 

Ηγετική ομάδα: το μεγάλο πλεονέκτημα του Καραμανλή

Το νέο στοιχείο που έχει εισφέρει η έρευνα αφορά, επομένως, τον μεγάλο βαθμό στήριξης του Καραμανλή σε επιτελεία. Αλλά οι πρόσφατες μελέτες πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα. Ο γράφων ερμήνευσε τον ρόλο του Καραμανλή μέσα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ιδεολογικού/πολιτικού ρεύματος που άρχισε να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1930, γνώρισε μεγάλες διακυμάνσεις (και απογοητεύσεις) και απέληξε στη συγκρότηση αυτού που γνωρίζουμε ως σύγχρονη ελληνική Κεντροδεξιά, δηλαδή σε μια συμπαγή και ιδεολογικά προσανατολισμένη πολιτική δύναμη – όχι απλώς σε έναν (εξ ορισμού, πρόσκαιρο) ηγέτη, όσο και αν η δική του λειτουργία ήταν βαθιά διαπλαστική.25 Ο Τάκης Παππάς περιέγραψε μια λειτουργία του Καραμανλή ως «συντονιστή» παρά ως μόνη κινητήρια δύναμη.26 Πρόσφατες έρευνες τονίζουν παρόμοια στοιχεία: η πολιτιστική διπλωματία των κυβερνήσεών του, ειδικά απέναντι στην ενοποιούμενη Ευρώπη, βασίστηκε σε ένα επιτελείο διανοουμένων και διοικητών, όπως οι Κ. Τσάτσος και Π. Κανελλόπουλος·27 στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής του κατά τη δεκαετία του 1970 επισημαίνεται ο καταλυτικός ρόλος και των αρμόδιων υπουργών αλλά και επιφανών στελεχών του διπλωματικού κλάδου.28 Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παρόμοια παραδείγματα. Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η ηγετική ομάδα – το επιτελείο – που τον συνόδευσε σταθερά;

Η κυριότερη επιρροή πάνω στον Καραμανλή ήταν αυτή του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Ο Τσάτσος δεν ήταν απλώς ένας συνεργάτης του: ήταν κάτι πολύ περισσότερο – ο μέντοράς του. Ο Καραμανλής κυριολεκτικά μαθήτευσε υπό τον Τσάτσο στην οργάνωση της Σοσιαλιστικής Ένωσης το 1942-44. Ο Τσάτσος έγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΡΕ το 1956, και συνέταξε τα προσχέδια για την ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας το 1974 – δηλαδή τα βασικά ιδεολογικά κείμενα των κομμάτων του Καραμανλή. Συνέταξε τη «βαθεία τομή» του 1963 και το Σύνταγμα του 1975, και η έρευνα έχει εντοπίσει πως και τα δύο κείμενα βασίζονταν στον σχεδιασμό του Τσάτσου από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης του 1942-44. Ο ρόλος του ήταν διαδραστικός κατά το ότι δεν εκτελούσε απλώς τις εντολές του πρωθυπουργού αλλά και τις διαμόρφωνε. Προσωπικότητες που χαρακτηρίζονταν από τεράστιες διαφορές (χωρικός ο ένας, αστός ο άλλος· πολιτικός της πράξης ο ένας, κορυφαίος διανοούμενος ο άλλος), πάντως διακρίθηκαν για μια ασυνήθιστης ποιότητας προσωπική και πολιτική σχέση. Ο Καραμανλής εμπιστευόταν τον εαυτό του στην διανοητική δύναμη και καθοδήγηση του Τσάτσου, ο οποίος (ίσως δεν διαμόρφωσε, αλλά) επηρέασε καταλυτικά την πολιτειακή σκέψη του. Και ο Τσάτσος από την πλευρά του θαύμαζε την δύναμη της πράξης του Καραμανλή, η οποία έλειπε στον ίδιο, ως διανοούμενο. Ο Τσάτσος είναι ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα που, κατά την αλληλογραφία τους με τον Καραμανλή στο Παρίσι το 1964-74, τού απευθυνόταν στον ενικό – ούτε ο ίδιος ο αδελφός του δεν το έκανε.29

Η σχέση του Καραμανλή με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο είναι περίπλοκη: αρχικά ο Καραμανλής εντασσόταν στην ομάδα Κανελλοπουλου μέσα στον Ελληνικό Συναγερμό (από εκείνη την εποχή χρονολογείται και ο γάμος του Καραμανλή με την ανηψιά του Κανελλόπουλου, Αμαλία), αλλά αργότερα τον υπερκέρασε στη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας και μάλιστα δύο φορές, το 1955 και το 1974. Από την πλευρά του, πάντως, ο Κανελλόπουλος, αν και δεν είχε τη στενή σχέση με τον Καραμανλή που διέθετε ο Τσάτσος (και το 1958 υπήρξε υποψήφιος άλλου κόμματος) αποδέχθηκε την ηγεσία του παλαιού του επιτελή, για να υπηρετήσει μεγαλύτερους στόχους. Ο Κανελλόπουλος, ως κορυφαίος διανοούμενος και ηγέτης μιας δυναμικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής τάσης, είχε ήδη από παλαιότερα αναδείξει τη σημασία της ευρωπαϊκής επιλογής. Και για να την υπηρετήσει μπήκε στην κυβέρνηση της ΕΡΕ ως αντιπρόεδρος στις αρχές του 1959, όταν ακριβώς είχε καταστεί σαφές πως η Ελλάδα θα έπρεπε να επιδιώξει μόνη της την Σύνδεση με την ΕΟΚ. Ο Κανελλόπουλος υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης στις 9 Ιουλίου 1961. Και άνθρωποι που είχαν αναδειχθεί δίπλα στον Κανελλόπουλο – φοιτητές δικοί του και του Τσάτσου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών – ήταν αυτοί που διακρίθηκαν, και πάλι υπό την ηγεσία Καραμανλή, στην εφαρμογή της θεμελιώδους αυτής επιλογής. Πρώτος, ο Παναγής Παπαληγούρας, μια από τις σημαντικότερες παρουσίες στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, συγγραφέας ενός από τα σημαντικότερα (και ευρέως αναγνωρισμένα) σε ευρωπαϊκό επίπεδο έργα για την προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο οποίος διαμόρφωσε ήδη το 1957 την πρακτική επιλογή της ελληνικής ευρωπαϊκής πολιτικής, την επιλογή της ΕΟΚ.30 Επίσης, ο Ιωάννης Πεσμαζόγλου, στέλεχος πάντως άλλου κόμματος, ο οποίος ως αντιπρόεδρος της Τραπέζης της Ελλάδος ηγήθηκε της αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τη Σύνδεση. Η ευρωπαϊκή επιλογή διαμορφώθηκε στη θεωρητική και στην πρακτική μορφή της από αυτούς τους ανθρώπους – Τσάτσο, Κανελλόπουλο, Παπαληγούρα, Πεσμαζόγλου, μαζί με τον Ξ. Ζολώτα και τον Ε. Αβέρωφ – από πρόσωπα δηλαδή που υπήρξαν και κορυφαίοι αναλυτές και εξαίρετοι διοικητές. Δεν τη διαμόρφωσε ο Καραμανλής σε θεωρητικό επίπεδο, ως ιδεολογικό στόχο· ήταν όμως ο άνθρωπος που συντόνισε και εκτέλεσε.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Η σημασία του Παπαληγούρα στην οικονομική πολιτική ήταν μεγάλη, αλλά στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επισημανθεί η καταλυτική επιρροή του Ξενοφώντα Ζολώτα, με τον οποίο ο Καραμανλής είχε επικοινωνία από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης και που διαμόρφωσε την στρατηγική της ανάπτυξης ως διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος σε όλη τη διάρκεια των θητειών των κυβερνήσεων Καραμανλή. Η συνεπής εφαρμογή του παρεμβατικού κράτους – του κύριου δηλαδή μοντέλου διακυβέρνησης στη Δύση εκείνης της εποχής – η επιλογή των βασικών προτεραιοτήτων του Πενταετούς, αλλά και της εκβιομηχάνισης που επιτεύχθηκε μετά το 1958 στηρίζονταν σε τεράστιο βαθμό στην παρουσία του Ζολώτα.31 Τέλος, στο οικονομικό επιτελείο πρέπει να υπογραμμιστεί η επιρροή του Δημητρίου Χέλμη, με πολιτική καταγωγή από τους προοδευτικούς Λαϊκούς της προηγούμενης περιόδου. Ο Χέλμης υπηρέτησε ως υπουργός Συντονισμού έως το 1958, οπότε δεν μπόρεσε να επανεκλεγεί και κατόπιν ανέλαβε τη διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης έως το 1964.

Στο εσωτερικό μέτωπο, καταλυτική ήταν η παρουσία του Γεωργίου Ράλλη (υπηρέτησε διαρκώς στο εσωτερικό μέτωπο έως το 1978 όταν ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών μετά τη βαριά ασθένεια του Παπαληγούρα), καθώς και του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πιο κοντινός, μαζί με τον Τσάτσο, προς τον Καραμανλή υπαρχηγός του. Κρίσιμος ήταν και ο ρόλος του Ν. Μάρτη (ενός από τους Μακεδόνες νέους πολιτικούς που ανήκαν σε ένα στενότερο κύκλο του Καραμανλή από το 1951) στο Υπουργείο Βιομηχανίας μετά το 1958, δηλαδή στη φάση της εκβιομηχάνισης. Άλλης κλίμακας ήταν ο ρόλος του Σόλωνα Γκίκα στη Δημόσια Τάξη το 1974-76, όταν απέτρεψε σειρά αποπειρών δολοφονίας του Καραμανλή από νοσταλγούς της χούντας. Στον εξωτερικό τομέα, είναι ευρύτερα γνωστός ο ρόλος του Ε. Αβέρωφ, τόσο ως υπουργού Εξωτερικών το 1956-63 όσο και ως υπουργού Εθνικής Αμύνης το 1974-80, καθώς και του Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη ως υπουργού Εθνικής Αμύνης έως το 1963. Ο Δημήτρης Μπίτσιος, ακόμη και πριν γίνει υπουργός Εξωτερικών το 1974-77, αλλά και οι Βύρων Θεοδωρόπουλος και Ιωάννης Τζούνης μετά το 1974 είναι ορισμένα από τα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών στα οποία δινόταν ουσιαστικός, καθοδηγητικός ρόλος. Μια ακόμη μεγάλη προσωπικότητα της ελληνικής διπλωματίας, πολιτικός φίλος του Γ. Παπανδρέου παρά του Καραμανλή, που όμως έπαιξε βασικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής το 1956-63, ήταν ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, με την συνεπή υποστήριξή του προς τις πολιτικές ύφεσης με τον ανατολικό κόσμο.

 

Με τον Γεώργιο Ράλλη (αριστερά) και τους Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και Παναγή Παπαληγούρα (δεξιά).

Μετά το 1974, νέα πρόσωπα θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο πλαίσιο μιας αναμόρφωσης του πολιτικού χώρου της Κεντροδεξιάς. Από το Πανεπιστήμιο, οι Νικόλαος Λούρος, Δημήτριος Νιάνιας, Δημήτριος Ευρυγένης, Κωνσταντίνος Τρυπάνης. Ο Παναγιώτης Λαμπρίας ήρθε στο προσκήνιο ως υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, ενώ ανήλθαν νέοι πολιτικοί όπως οι Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Μιλτιάδης Έβερτ, Ιωάννης Μπούτος, Σπύρος Δοξιάδης και ο Γεώργιος Κοντογεώργης, ο οποίος ως ανώτατος κρατικός λειτουργός είχε μετάσχει στη διαπραγμάτευση για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ το 1959-61, αλλά μετά το 1978 ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός αρμόδιος για τις σχέσεις με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Αθανάσιος Κανελλόπουλος προσήλθαν από το παλαιό Κέντρο. Τέλος, εντελώς ιδιαίτερος και κρίσιμος (ακόμη και στην περίοδο μετά το 1980) ήταν ο ρόλος του διπλωμάτη Πέτρου Μολυβιάτη ως ενός από τους στενότερους συνεργάτες και συμβούλους του Καραμανλή.

Η στήριξη σε ένα μεγάλο, πολύμορφο επιτελείο παρέμεινε έντονη έως το τέλος των κυβερνητικών θητειών του Καραμανλή. Η σχέση του με αυτό ήταν πολύ πιο στενή σε σύγκριση με την προγενέστερη περίπτωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος πάντοτε διέθετε μια πολύ μεγαλύτερη «υπεροχή» έναντι των επιτελών του, τόσο στο επίπεδο της σύλληψης της νέας πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της εφαρμογής της. Ήταν όμως περίπλοκες οι απαιτήσεις της στρατηγικής και της διακυβέρνησης της μεταπολεμικής εποχής: ήταν αναγκαία η στήριξη σε τέτοια επιτελεία.

Ζάππειο Μέγαρο, 28 Μαΐου 1979. Η υπογραφή της συμφωνίας πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Συμπεράσματα

Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία και ειδικά η πρώτη εκλογική του νίκη τον Φεβρουάριο του 1956, αποτέλεσε καμπή για την πολιτική ιστορία της χώρας. Προκάλεσε μια τεράστιας κλίμακας ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. Άλλαξε τη δομή του πολιτικού συστήματος, με την εδραίωση των συμπαγών, μεγάλων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Ο ρόλος του παρέμεινε καταλυτικός: απόδειξη, το ότι όταν ο ίδιος αποχώρησε από την ηγεσία μετά το 1963, το ίδιο επιτελείο, που είχε παραμείνει στην ΕΡΕ, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το ίδιο αποτελεσματικά. Η υπεροχή του Καραμανλή μέσα στο κόμμα και τις κυβερνήσεις του ήταν αδιαμφισβήτητη, και τονίστηκε τόσο με την αντίδρασή του στην κρίση του 1958 που αναφέρθηκε παραπάνω, όσο και με την απουσία του το 1963-74, και ακόμη περισσότερο με την έλευσή του ως περίπου Μεσσία το 1974.

Ωστόσο, όσο και εάν είναι αναγκαίο να τονίζεται η δική του ηγετική συμβολή, είναι αδύνατον να μελετηθεί ο Καραμανλής ξεκομμένος από το επιτελείο του. Ο Καραμανλής δεν «επινόησε» μόνος του τις πολιτικές με τις οποίες ταυτίστηκε – το τρίπτυχο ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη. Μαζί με τον Καραμανλή ανήλθαν – όχι ως απλά μέλη του κόμματος αλλά ως μέλη της ηγετικής ομάδας – άνθρωποι μιας νέας γενιάς, της δικής του· άνθρωποι, επιπλέον, που είχαν ήδη διακριθεί (ή, εάν θέλει ο αναγνώστης, «ματώσει») στην επισήμανση της ανάγκης για υπέρβαση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών του Εθνικού Διχασμού και της ανάγκης για μια ριζική αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής. Ήταν, συχνά, ειδικότεροι του ιδίου ανά τομέα (και με πολύ πιο εξειδικευμένες σπουδές σε σύγκριση με τον ίδιο, πτυχιούχο της Νομικής Αθηνών). Από τα μέλη αυτού του επιτελείου, τέσσερις έγιναν πρωθυπουργοί (Κανελλόπουλος, Ράλλης, Ζολώτας, Μητσοτάκης), δύο πρόεδροι της Δημοκρατίας (Τσάτσος, Στεφανόπουλος), και θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται και άλλοι, εάν δεν ασθενούσε τόσο βαριά ο Παπαληγούρας, αν ο Αβέρωφ είχε άλλη τύχη στην ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας το 1980 και αν δεν ήταν τόσο μεγάλος σε ηλικία ο Παπακωνσταντίνου. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με το όνομα του Καραμανλή περιγράφεται όχι μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα προσώπων. Το επιτελείο αποτελεί οργανικό στοιχείο της ηγεσίας του Καραμανλή. Και τούτο δημιουργεί μια πολύ πιο περίπλοκη, αλλά και πιο λειτουργική εικόνα της ηγεσίας του.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ – ΣΚΑΪ – ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ – 2009 (HQ)

 

 

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής της Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ελληνική πορεία: πολιτικά δοκίμια (Αθήναι: Ίκαρος, 1952)· του ιδίου Πολιτική: θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (Αθήναι: Οι Εκδόσεις των φίλων, 32000)· του ιδίου, Ο άγνωστος Καραμανλής (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984).

2 Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 151998)· του ιδιου, Τετράδια ημερολογίου, 1939 1953, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Τζιόβας (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 32005), εγγραφές 4 Οκτωβρίου 1941, 24 Ιανουαρίου 1942, σσ. 292-293, 321-322. Για μια αποτίμηση της Αργώς ως πολιτικού έργου, βλ. Ευάνθης  Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010), κεφάλαιο 2.

Kubisch (Αθήνα) προς State Department, 1 Ιανουαρίου 1976, RG 59, Central Foreign Policy Files, 1973–79/Electronic Telegrams, National Archives and Records Administration, έγινε πρόσβαση στις 2 Φεβρουαρίου 2019 

Kevin Featherstone και Dimitris Papadimitriou, Prime Ministers in Greece: the Paradox of Power (Oxford: Oxford University Press, 2015).

Constantine Tsoucalas, The Greek Tragedy (Harmondsworth: Penguin. 1969)· J. A. Katris, Eyewitness in Greece: the Colonels Come to Power (St. Louis: New Critics Press, 1971).

J. Meynaud, με την συνεργασία Π. Μερλόπουλου και Γ. Νοταρά, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σσ. 244-249, 261, 272, 287.

J. Meynaud, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, μέρος Β΄: η βασιλική εκτροπή από τον Κοινοβουλευτισμό του Ιουλίου του 1965 (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σ. 72

Maurice Genevoix, The Greece of Karamanlis (St Louis: Doric Publications 1973)· C. M. Woodhouse, Karamanlis: the Restorer of Greek Democracy (Oxford: Clarendon Press, 1982)· Roger Massip, Caramanlis: un grec hors de commun (Paris: Stock 1982).

Το πιο αξιόλογο είναι το Τάκης Λαμπρίας, Στη σκιά ενός μεγάλου: μελετώντας 25 χρόνια τον Καραμανλή (Αθήνα: Μορφωτική Εστία, 1989).

10 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο Καραμανλής του αντιδικτατορικού αγώνα: ιστορική αποτίμηση μιας δύσκολης εποχής (1967-1974) (Αθήνα: Ροές, 1984).

11 Γρηγόριος Δαφνής, Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, 1821-1961 (Αθήνα:Γαλαξίας, 1961).

12 Βασικό έργο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία: Robert Jervis, How Statesmen Think: the Psychology of International Politics (Princeton: Princeton University Press, 2017).

13 Θεοτοκάς, Αργώ, τόμος Α΄, σ. 79.

14 Elting προς State Department, 9 Ιανουαρίου 1957, NARA, RG 59, 781.00/1-957.

15 Theodore A. Couloumbis, «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook1988.

16 Χατζηβασιλείου, Η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία, 1954-1956 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2001).

17 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007).

18 Για την κρίση του 1958 και τις συνέπειές της, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, κεφάλαιο 10. Βλ. επίσης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001), σσ. 217-224· Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008), σσ. 192-204.

19 Αναφέρεται στο Νίκος Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου: η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2003), σ. 83.

20 Χρήστος Χρηστίδης, «Το πρώτο δείγμα γραφής: η θητεία του Κ. Καραμανλή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, 1948-1950», στο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄ (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008), σσ. 69-83.

21 Τάκης Σ. Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70 και η “τέχνη της διακυβέρνησης”», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄, σσ. 435-454.

22 Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (γεν.επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα και κείμενα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδοτική Αθηνών, 1992-97), τόμος 2, σσ. 367-368, τόμος 3, σσ. 27-31 και τόμος 9, σσ. 135-136.

23 Δημήτριος Παντερμαλής, «Η πολιτική για τις ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα», στο Ευάνθης Χατζηβασιλείου και Χρήστος Χρηστίδης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Βόρεια Ελλάδα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδόσεις Πατάκη, 2006), σσ. 145-149· Στέλλα Δρούγου, «Πολιτιστική πολιτική της Ελλάδος: ο ρόλος του Κ. Καραμανλή», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 322-327.

24 Guido Vigna, Pasquale Saraceno: l’uomo che voleva unificare l’Italia (Milano: Rusconi, 1997).

25 Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός.

26 Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70».

27 Antigoni-Despoina Poimenidou, «La politique culturelle extérieure de la Grèce et l’Europe (1944-1979)», διδακτορική διατριβή, Sorbonne Université, 2018.

28 Athanassios Antonopoulos, «Redefining an Alliance: Greek-US Relations, 1974-1980» διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, 2016.

29 Για την σχέση των δύο προσώπων, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός· του ιδίου, «Το πνευματικό υπόβαθρο των πολιτικών επιλογών: η περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου», στο Παύλος Σούρλας (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018), σσ. 85-105.

30 Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, (επιμ.), Παναγή Παπαληγούρα, ομιλίες-άρθρα (Αθήνα: Αίολος, 1996)· του ιδίου, «Ο “ρεαλιστικός φιλελευθερισμός” του Παναγή Παπαληγούρα και η οικονομική πολιτική της περιόδου 1952-67», στο Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), τόμος Α΄, (Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994) σσ. 376-381· Ειρήνη Χειλά, Διεθνής κοινωνία – διαχρονικές και σύγχρονες αντιλήψεις: η συμβολή του Παναγή Παπαληγούρα (Αθήνα: Ηρόδοτος, 2006).

31 Κωνσταντίνος Δρακάτος, «Η συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην αναπτυξιακή αιχμή της ελληνικής οικονομίας (1955-1963)», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 17-32· Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Ο Ξενοφών Ζολώτας και η ελληνική οικονομία (Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2008).

32 Για τη συμμετοχή αυτών των προσώπων βλ. και Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, σσ. 328-330.

  

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Couloumbis, Theodore A., «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook, 1988
Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001)
Ριζάς, Σωτήρης, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τρεις τόμοι (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Καραμανλής, 1907-1998: μια πολιτική βιογραφία (Αθήνα: Ίκαρος, 2011)
Τζερμιάς, Παύλος Ν., Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007)
Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010)

 

Ανδρέας Δεβετζής: Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 Ανδρέας  Δεβετζής

Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 

Μέσα στη μακραίωνη πορεία του ο Ελληνισμός, ως εθνική οντότητα, διαμορφωμένη μέσα σε ποικίλες ιστορικές συγκυρίες, άφησε πάνω στο χάρτη του παγκόσμιου πολιτισμού λαμπρά έργα τέχνης και σκέψης.

Ακόμη και σε περιόδους που η Ιστορία επεφύλαξε στους Έλληνες σκληρή δοκιμασία, η συνολική αυτή εθνική συνείδηση κατάφερε να διατηρήσει, αν όχι να εξελίξει, λαμπρές μορφές της Τέχνης.

Μια μορφή πολιτισμού πολύ ιδιαίτερη, είναι αυτό που ονομάζουμε βυζαντινή  μουσική. Είναι η μουσική που διαμορφώθηκε μέσα στην περίοδο της βυζαντινής ιστορίας και είχε ως στόχο να επενδύσει ηχητικά τους ύμνους της Ανατολικής Εκκλησίας. Είναι η «λόγια» ελληνική μουσική· ό,τι δηλαδή ονομάζουμε σοβαρή μουσική για τον δυτικό κόσμο. Συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και αναλύθηκε, και ως πρακτική, και ως μουσική επιστήμη. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο διατηρήθηκε ως παράδοση σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς αλλά άνθισε περισσότερο και εξελίχθηκε κυρίως στο εθνικό τότε κέντρο που ήταν η Κωνσταντινούπολη με το ορθόδοξο Πατριαρχείο, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας και υπηρετώντας με αρτιότητα τον αρχικό σκοπό που ήταν η μελοποίηση των εκκλησιαστικών ύμνων.

Η βυζαντινή μουσική διαμορφώθηκε στα χρόνια του βυζαντινού Μεσαίωνα, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Ο μέγας φιλόσοφος Πυθαγόρας εφηύρε και ανέπτυξε το οκτάχορδο σύστημα, την πρώτη μουσική κλίμακα, μετά από εντατικούς μαθηματικούς υπολογισμούς. Αλλά, και άλλα σπουδαία ελληνικά ονόματα της αρχαιότητας αναφέρονται σε σχέση πάντα με τη Μουσική, όπως του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Πλούταρχου, του Ξενοφώντα, του Ευκλείδη, του Πτολεμαίου, του Αριστόξενου κλπ.

Κλίμακα του Πυθαγόρα

Υπάρχει κάτι κοινό που συνδέει την μουσική της αρχαίας Ελλάδας με τη βυζαντινή μουσική. Έχουν το ίδιο πνεύμα, τον ίδιο στόχο. Ο στόχος είναι να υπηρετήσει η μουσική τον μεγάλο ποιητικό λόγο.

Σκοπός του βυζαντινού μέλους (μελωδίας) δεν είναι αυτό που λέμε πολλές φορές «τέχνη για την τέχνη», αλλά κυρίως να συμβάλλει εις τον λατρευτικό σκοπό.

Έχουμε δηλαδή μία θαυμαστή συνεργασία και ισορροπία μεταξύ του ύμνου και του λόγου από τη μία πλευρά και των μουσικών χαρακτήρων από την άλλη. Οι ύμνοι προσφέρουν το υλικό και το μέλος προσφέρει το κατάλληλο μουσικό ένδυμα. Μέσα από την Οκτώηχο του Ιωάννου Δαμασκηνού επίσημα καθιερώνεται στην εκκλησιαστική μουσική η χρήση των τριών μουσικών γενών, δηλαδή του διατονικού, του εναρμονίου και του χρωματικού της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Η χρήση των ιδιαίτερων συστημάτων της βυζαντινής μουσικής. Η χρήση των οκτώ ήχων με τα ιδιώματά τους. Οι διαφορετικές κλίμακες και οι λεγόμενες φθορές που επιτρέπουν την εναλλαγή των ήχων μέσα σε ένα μέλος, είναι ένα μέρος του πλούσιου εξοπλισμού και οργανωμένου συστήματος που διαθέτει η βυζαντινή μουσική.

Το  μέλος ουδέποτε κινείται άσχετα με το περιεχόμενο των ύμνων, αλλά πάντοτε εμπνέεται από αυτό για να επιτευχθεί ο στόχος της υμνωδίας. Γι’  αυτό και ο τονισμός είναι βασικό στοιχείο του βυζαντινού μέλους, ώστε με τον σωστό τονισμό να αποδίδεται όσο γίνεται καλύτερα ο τονισμός του κειμένου και άρα να γίνεται αντιληπτό στους πιστούς της λατρευτικής ακολουθίας το νόημα των ύμνων. Το βυζαντινό μέλος διαθέτει μεγάλη εκφραστικότητα, δημιουργεί κατάνυξη, αναδύει σεμνότητα και ιεροπρέπεια περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος.

Για την Ορθόδοξη Χριστιανική λατρεία, η περίοδος της Μεγάλης Εβδομάδος και η Ανάσταση, είναι κορυφαία στιγμή της τόνωσης του θρησκευτικού συναισθήματος. Η έννοια του πάθους και της λυτρωτικής Ανάστασης, μέσα από την ελληνική παράδοση παραλληλίζεται με την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, συμβολικά συσχετίζεται με την επανάσταση απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό και τέλος, συνδέεται με πλήθος εθίμων και συνηθειών του λαού.

Είναι επόμενο η περίοδος αυτή να είναι μια κορύφωση της μουσικής απόδοσης. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλύπτεται όλος ο πλούτος της βυζαντινής μουσικής με σημαντικό όγκο έργων, καταπληκτική εναλλαγή των οκτών ήχων, συσσώρευση ιδιαίτερα αριστοτεχνικών και δύσκολων κομματιών-μαθημάτων, με μεγάλη καλλιτεχνική πυκνότητα. Η περίοδος που προηγείται, δηλαδή η περίοδος του Τριωδίου και των Νηστειών είναι για την ορθόδοξη λατρεία περίοδος προετοιμασίας και περισυλλογής για τους πιστούς.

Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της μουσικής. Μέσα στην περίοδο αυτή κάτι αλλάζει. Νέοι ύμνοι εισέρχονται μέσα στο Τυπικό των ακολουθιών, και ορισμένα μουσικά κομμάτια γίνονται ιδιαίτερα απαιτητικά για τους ψάλτες, όπως στους κατανυκτικούς εσπερινούς των Κυριακών της περιόδου, (προκείμενα, ιδιόμελα των αποστίχων). Στις λειτουργίες των Προηγιασμένων («νῦν αἱ δυνάμεις…) αντί του χερουβικού. («Γεύσασθε καί ἴδετε…») ως κοινωνικόν. Τα ιδιόμελα των αίνων και τα περίτεχνα Δοξαστικά του όρθρου των Κυριακών και άλλα.

Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, όπου και αρχίζει το Τριώδιο, το «τῆς μετανοίας ἄνοιξον…» σε ήχο πλάγιο Δ΄ που ακούγεται στον όρθρο, σαλπίζει το ξεκίνημα αυτής της περιόδου που μας προετοιμάζει και μας οδηγεί σιγά-σιγά στην Μεγάλη Εβδομάδα.

Μετά την περίοδο των Νηστειών φθάνουμε στην Κυριακή των Βαΐων. Συνήθως στην Ελλάδα έχουμε προχωρημένη Άνοιξη, σε όλο της το μεγαλείο. Το απόγευμα οι καμπάνες κτυπάνε όχι για τον συνήθη εσπερινό, αλλά για τον όρθρο της επόμενης μέρας, δηλαδή της Μεγάλης Δευτέρας. Κατά τη Μ. Εβδομάδα οι όρθροι των ημερών αποδίδονται κατά το βράδυ της προηγουμένης. Οι ναοί στολίζονται με το πένθιμο μωβ βαθύ χρώμα. Ο ιερέας κρατώντας ένα μικρό λιβανιστήρι με χειρολαβή και μικρά κουδουνάκια – όχι το σύνηθες θορυβώδες λιβανιστήρι – για να είναι ο ήχος του χαμηλός και σεμνός, λιβανίζει διατρέχοντας όλο το μήκος και το πλάτος του ναού. Από τη δυτική πύλη του ναού μπαίνει το τελευταίο φως της ημέρας. Μέσα του διαγράφονται οι σιλουέτες των πιστών που συρρέουν με ύφος σοβαρό και με κατάνυξη και σιγά-σιγά γεμίζουν το χώρο της εκκλησίας.

Τα πάντα είναι έτοιμα για την αρχή αυτής της ιδιαίτερης περιόδου που λέγεται Μ. Εβδομάδα. Το άρωμα του λιβανιού, χαμηλός φωτισμός, χρώματα και χαμηλόφωνη και σεμνή ψαλμωδία. «Ἐκ νυκτός ὀρθίζει τό πνεῦμα μου…» και, τα τρία στη σειρά αλληλούια με ψάλσιμο ιδιαίτερα σοβαρό. Ακολουθεί το «Ἰδοῦ ὁ Νυμφίος ἔρχεται …» σε αργό ειρμολογικό μέλος ακολουθούμενο από δύο σε σύντομο μέλος.

Από το βιβλίο του Χρύσανθου Θεοδοσόουλου, Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς. Θεσσαλονίκη 1996

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στο σημαντικό μουσικό έργο που μας έχει προσφέρει ο αείμνηστος μουσικός και Πρωτοψάλτης Κων. Πρίγγος. Με το σπουδαίο βιβλίο του Πατριαρχική Φόρμιγξ, Τόμος Α΄, Μουσική Κυψέλη η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς μας κληροδότησε ότι εκλεκτό έχει διασωθεί μέσα στους αιώνες από τους πολυάριθμους δασκάλους και πρωτοψάλτες που διαμόρφωσαν αυτό το ιδιαίτερο και άρτιο μουσικά Πατριαρχικό λεγόμενο ύφος. Ο Πρίγγος και ο Θρασύβουλος Στανίτσας, Κωνσταντινουπολίτες και οι δύο, είναι οι σπουδαιότεροι στυλοβάτες μαζί με τον Ναυπλιώτη που προηγήθηκε χρονικά, αυτού που λέμε βυζαντινό μέλος όπως αυτό διαμορφώθηκε και μας παραδόθηκε από τους μεγάλους μουσουργούς του απώτερου παρελθόντος. Από τον Ι. Δαμασκηνό, Ι. Κουκουζέλη, Πέτρο Μπερεκέτη, Δανιήλ, Πέτρο Λαμπαδάριο, Ιάκωβο Πρωτοψάλτη μέχρι τους Θ. Φωκαέα, Ιωάννη Πρωτοψάλτη, Π. Βυζάντιο, Βιολάκη και πλειάδα άλλων. Το προαναφερθέν βιβλίο του Κων. Πρίγγου είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τους ψάλτες κατά τη Μ. Εβδομάδα. Ένα άλλο αγαπητό βοήθημα είναι το Αγία και Μεγάλη Εβδομάς του Χρύσ. Θεοδοσόπουλου, πολύ κατατοπιστικό και πρακτικό βιβλίο για τον ψάλτη.

Ας ξαναβρεθούμε όμως πάλι μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της εκκλησίας και ας απολαύσουμε την αριστοτεχνική εναλλαγή των ήχων και των μουσικών συστημάτων της βυζαντινής μουσικής.

Από τα καθίσματα σε αργό ειρμολογικό και σύντομο σύστημα, τον κανόνα και το γνωστό εξαποστηλάριο «Τόν νυμφώνα σου βλέπω…», τους αίνους και το Δοξαστικό μέχρι τα ιδιόμελα των αποστίχων, πλούτος ηχοχρωμάτων, εκφραστικότητα, αστείρευτη έμπνευση. Το συναξάριο αναφέρει πως εκείνη την ημέρα «μνείαν ποιούμεθα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ παγκάλου καί τῆς ὑπό τοῦ Κυρίου καταραθείσης καί ξηρανθείσης συκῆς».

Την επόμενη μέρα, Μ.Δευτέρα απόγευμα, στον όρθρο της Μ.Τρίτης, «μνείαν ποιούμεθα τῶν δέκα παρθένων». Την Μ.Τρίτη το βράδυ ο όρθρος της Τετάρτης είναι αφιερωμένος στην πόρνη που άλειψε με μύρο τον Ιησού.

Το βράδυ της Μ.Τρίτης έχουμε την προσθήκη ενός εξαιρετικού και σπάνιας ομορφιάς και εκφραστικότητας τροπαρίου του Πέτρου του Λαμπαδαρίου σε ποίηση Κασσιανής. Είναι γραμμένο σε ήχο πλάγιο του Δ΄ σε ρυθμό αργό και ύφος μεγαλοπρέπειας και κατάνυξης, στοιχεία που προσφέρει ο ήχος αυτός στα αργά μέλη. Εναλλαγή στα μουσικά γένη και στους ήχους βοηθά στο να εκφραστούν καλύτερα οι διαφορετικές έννοιες και ψυχικές καταστάσεις που πηγάζουν από το ποιητικό κείμενο. Ακούγεται ο δεύτερος Β΄ ήχος και ο πλάγιος Β΄ εισάγοντάς μας στο χρωματικό γένος, καθώς και ο Γ΄ ήχος με τα διαστήματα του εναρμόνιου γένους. Ακούγεται επίσης και ο πλάγιος του Α΄ γυρίζοντάς μας στο διατονικό γένος.

Η ποικιλία, η πλοκή των μουσικών γραμμών, η ιδιαίτερη εκφραστικότητα, η ισορροπία σε αναβάσεις και καταβάσεις, η εναλλαγή των ήχων, καθιστούν αυτό το τροπάριο ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αγαπητά έργα της βυζαντινής μουσικής.

Η αρχή του τροπαρίου της Κασσιανής από το βιβλίο του Κων. Πρίγγου Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς., Α’ τόμος της Μουσικής Κυψέλης, Αθήνα 1969

Το Τροπάριο της Κασσιανής (Κ.Πρίγγου)-Γρ.Παπαεμμανουήλ, ΕΒΧ Οι Δομέστικοι

 

Το επόμενο βράδυ της Μ.Τετάρτης, στην απόδοση του όρθρου της Μ.Πέμπτης, εορτάζουμε τη μνήμη του Μυστικού Δείπνου κατά το συναξάριο. Εις τους αίνους αναφέρεται το συνέδριο των Ιουδαίων και η προδοσία του Ιούδα. Το ίδιο θέμα αναφέρεται και στα απόστιχα, μαζί και ο απόηχος του Μυστικού Δείπνου.

Και φθάνουμε στην Μ.Πέμπτη, όπου το απόγευμα και μετά έχουμε την ακολουθία των αγίων και αχράντων παθών του Ιησού Χριστού. Είναι η ημέρα όπου κορυφώνεται αυτό που αποκαλούμε πλούτο και ποικιλία στη βυζαντινή μουσική. Ακούγονται όλοι οι ήχοι. Είναι μια πραγματική πανδαισία. Επικρατεί εναλλαγή ηχοχρωμάτων, όπως εκπληκτική και εμπνευσμένη είναι και η εναλλαγή και η σειρά των στίχων. Κατά τη Μ.Πέμπτη το βράδυ ξετυλίγεται όλο το μεγαλείο της βυζαντινής μουσικής, παράλληλα με τον όγκο και το εκφραστικό βάθος του ποιητικού λόγου που κι αυτό με τη σειρά του εναλλάσσεται με τον λιτό αφηγηματικό και περιεκτικό λόγο των δώδεκα Ευαγγελίων. Μέσα στα χρόνια της ενασχόλησής μου με τη βυζαντινή μουσική έχει εντυπωθεί ιδιαίτερα η εμπειρία αυτής της εξαιρετικής και μυσταγωγικής βραδιάς. Είναι μια πραγματική δοκιμασία για τους ψάλτες και μια αληθινή τέρψη στα αυτιά των πιστών.

Μέχρι το έκτο Ευαγγέλιο, έχουμε μια αριστοτεχνική παράθεση όλων σχεδόν των ήχων σε μια ανεξάντλητη ροή τους από τα αντίφωνα και τα καθίσματα, διακοπτόμενη από τα Ευαγγέλια. Μετά την έξοδο του Εσταυρωμένου, ακούγονται οι μακαρισμοί σε ήχο Δ΄ λέγετον. Μετά το όγδοο Ευαγγέλιο, μεσολαβεί ο κανόνας, το εξαποστηλάριο και ερχόμαστε στους αίνους σε ήχο Γ΄.

Αίνοι και Δοξαστικό Όρθρου Μεγάλης Πέμπτης

 

Οι αίνοι το βράδυ της Μ.Πέμπτης. Χειρόγραφο από το βιβλίο του Άρχοντος Πρωτοψάλτου Τ. Γεωργιάδου. Αθήνα 1973

Σε αυτό το χρονικό σημείο της ακολουθίας, το άκουσμα του τρίτου ήχου είναι μια πνοή λυτρωτική και ανακουφιστική, βοηθώντας μας να στοχαστούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, πόσα φοβερά και οδυνηρά γεγονότα έχουν συμβεί στην πορεία προς το μαρτύριο, πόση εναλλαγή συναισθημάτων! Πυκνότητα γεγονότων εικόνων και σκέψεων. Μετά το ζωογόνο άκουσμα του Γ΄ ήχου, ακολουθεί το θρηνώδες δοξαστικό σε ήχο πλάγιο Β΄, όπου εμφανίζει τον ίδιο τον Ιησού να απαριθμεί με λύπη τα μέχρι εκείνη τη στιγμή παθήματα που τόσο απάνθρωπα υπέστη. Ένας μεγάλος λυγμός. Μετά το ενδέκατο Ευαγγέλιο, ακολουθούν τα απόστιχα σε ήχο Α΄ και Β΄ και η πλουσιώτατη και κατανυκτικότατη ακολουθία των Παθών, ολοκληρώνεται με το «ἀναβαίνοντός Σου…» και το «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» Ιακώβου του πρωτοψάλτου σε ήχο πλάγιο του τετάρτου με όλες τις δυνατότητες που παρέχει αυτός ο ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής ήχος. Μια αριστουργηματική σύνθεση. Η μουσική πληρότητα αυτής της μοναδικής ακολουθίας έχει ολοκληρωθεί.

Αριστερά: Έξοχη διακόσμηση μουσικού χειρόγραφου κειμένου. Δεξιά: «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» χειρόγραφη παρτιτούρα υπό Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Την επόμενη Μ.Παρασκευή το πρωί, μετά την ακολουθία των Ωρών τελείται ο Εσπερινός και η Αποκαθήλωση. Μετά το Ευαγγέλιο, στα απόστιχα, το ιδιαίτερα θρηνώδες προσόμοιο «ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου Σέ νεκρόν…» και άλλα τρία παρόμοια και μπροστά στον επιτάφιο το Δοξαστικό «Σέ τόν ἀναβαλλόμενον…» σε ήχο πλάγιο Α΄, σπαρακτικότατο.Με την Αποκαθήλωση η λύπη κορυφώνεται. Τα πάντα χάνονται. Απέραντος ανθρώπινος πόνος. Οι καμπάνες ηχούν πένθιμα καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας μέχρι το απόγευμα της Μ.Παρασκευής όπου τελείται ο όρθρος του Μ.Σαββάτου. Οι πιστοί έρχονται για την ακολουθία και στη συνέχεια την περιφορά του Επιταφίου. Μετά τα καθίσματα ψάλλεται ο κανόνας «κύματι θαλάσσης…» στον πένθιμο πλάγιο Β΄ ήχο. Μετά την Θ΄ ωδή και αφού οι ιερείς σταθούν μπροστά στον επιτάφιο ψέλνουμε τα εγκώμια σε πλάγιο του Α΄, α΄ και β΄ στάση και, στον Γ΄ ήχο γ΄ στάση. Και αμέσως μετά τα ευλογητάρια, όχι τα συνήθως ψαλλόμενα σύντομα, αλλά τα αργά στιχηραρικά του Θ. Φωκαέως σε ήχο πλάγιο του Α΄, που είναι ιδιαίτερα αγαπητά. Έχουν την υπέροχη γλυκύτητα και μαζί πανηγυρική διάθεση του σημαντικού αυτού ήχου. Ο πλάγιος του Α΄ δημιουργεί συναισθήματα συμπάθειας, μεταμέλειας, οικτιρμού. Μέσα σε στιγμές λύπης και μελαγχολίας, ανοίγει δίοδο πνευματικής γαλήνης και παράγει φως ελπίδας. Είναι ο ήχος του συναισθήματος της χαρμολύπης. Ένα αίσθημα κυρίαρχο το βράδυ της Μ.Παρασκευής.

Μετά το εξαποστειλάριο και τους αίνους, το δοξαστικό «Τήν σήμερον μυστικῶς…» σε πλάγιο Β΄. Δοξολογία στον ίδιο παθητικό ήχο και η έξοδος και περιφορά του επιταφίου. Ανάλογα με τις συνήθειες και τις παραδόσεις του κάθε τόπου, η περιφορά αυτή γίνεται ιδιαίτερα γραφική και ελκυστική.

Για την περιφορά του επιταφίου είναι γραμμένο ένα σημαντικό τροπάριο «τόν ἥλιον κρύψαντα…» από τον Γεώργιο Ακροπολίτη σε ήχο πλάγιο Α΄. Ένα μουσικό έργο εκτενές και απαιτητικό. Απευθύνεται σε έμπειρους και δεξιοτέχνες ψάλτες.

«Τόν ἥλιον κρύψαντα» από το χειρόγραφο βιβλίο του Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Τόν ἥλιον κρύψαντα Ιδιόμελον επιταφίου ήχος πλ.ά, εκτελεσμένο από τον Γ. Κωνσταντίνου.

 

Την επομένη Μ.Σάββατο πρωί, μετά τον εσπερινό, η λειτουργία του Μ.Βασιλείου. Αντί του χερουβικού ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του πρώτου το «Σιγησάτω πάσα σάρξ…» του Ιακώβου πρωτοψάλτου. Στο τέλος ακούγεται το κοινωνικό «ἐξηγέρθη…» του Πέτρου Λαμπαδαρίου σε Α΄ ήχο. Είναι η ακολουθία όπου πολλοί πιστοί επιλέγουν για να κοινωνήσουν μη μπορώντας να παραμείνουν και να παρακολουθήσουν την αναστάσιμη μεταμεσονύκτια λειτουργία.

Και να, φθάνει η νύχτα του Μ.Σαββάτου που όλοι συρρέουν στους ναούς για την ακολουθία της Αναστάσεως. Στην αρχή ψάλλεται ο κανόνας της Μ.Παρασκευής «Κύματι θαλάσσης…» το απολυτίκιο «ὅτε κατῆλθες…». Τα φώτα σβύνουν και οι ψάλτες μέσα στο ιερό, μέσα σε κατάνυξη ψάλλουν το επιβλητικό έβδομο εωθινό σε ήχο βαρύ εναρμόνιο «Ἰδοῦ σκοτία…». Κατόπιν, από την λαμπάδα του ιερέα μπροστά στην ωραία πύλη, όλοι ανάβουν τις λαμπάδες τους με το άγιο φως, ακούγοντας το «Δεῦτε λάβετε φῶς…» και ετοιμάζονται να ψάλλουν όλοι μαζί το «Χριστός ἀνέστη…» σε ήχο πλάγιο Α΄ πανηγυρικά.

Τρεις μουσικές εκδοχές του «Χριστός ἀνέστη…» υπό του Π. Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως. Χειρόγραφο.

Χριστός Ανέστη

 

Εδώ κλείνει μια μακρά περίοδος προετοιμασίας, προσμονής, πόνου, λύπης, μια κοπιαστική περίοδος ιδίως για τους ψάλτες που αυτές τις σημαντικές επτά ημέρες έχουν δώσει όλη τους την ψυχή, τηρώντας ευλαβικά και στηρίζοντας με ηρωισμό αυτό το μοναδικό καλλιτεχνικό σύστημα που ονομάζεται βυζαντινή μουσική, μέσα σε μια απίστευτα μοναδική, πυκνή, ανεπανάληπτη ηχητική έκσταση.

Ο Ανδρέας Δεβετζής είναι ζωγράφος και Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής

 

BIBΛIOΓΡAΦIA

 

Θ. Φωκαέως, Κρηπίς του θεωρητικού και πρακτικού της Εκκλησιαστικής Μουσικής, Θεσσαλονίκη, 1912.

Κ. Παπαγιάννη (επιμ.), Ανθολόγιον των Ιερών Ακολουθιών του Όλου Ενιαυτού, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, 1992.

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκοπαίδεια.

Δ.Γ. Παναγιωτόπουλου, Μέθοδος Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, Αθήνα, 1997.

Δ.Π. Ηλιοπούλου, Θεωρία και πράξις της Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα, 1995.

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

 

4. Ο Επταετής Πόλεμος: Μια αναμέτρηση παγκοσμίου βεληνεκούς

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763) διαθέτει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός γενικευμένου πολέμου. Δεν έφερε μόνο αντιμέτωπες μεταξύ τους τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης (το βασίλειο της Γαλλίας, το αρχιδουκάτο της Αυστρίας και τους συμμάχους τους, από τη μια πλευρά, το βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, εκείνο της Πρωσίας και τους συμμάχους τους από την άλλη). Κράτη όπως η Ρωσία και η Ισπανία παρενέβησαν για καθαρά καιροσκοπικούς λόγους, που δεν ήταν άλλοι από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα σε μια έκρυθμη και γεμάτη ανακατατάξεις διεθνή συγκυρία. Ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό είναι το ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν στα περιφερειακά θέατρα εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου (Ασία, Αφρική, Καραϊβική και Β. Αμερική). Στις περισσότερες από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, επικράτησαν οι Βρετανοί, οδηγώντας σε ολοκληρωτικό, σχεδόν, αφανισμό τις γαλλικές αποικιακές κτήσεις. Επάξια ο πόλεμος αυτός διεκδικεί για τον εαυτό του την προσωνυμία “παγκόσμιος”. Σε καθαρά ευρωπαϊκή κλίμακα, ο Επταετής Πόλεμος ανέδειξε ως υπολογίσιμη παράμετρο το βασίλειο της Πρωσίας χάρη στις δυο νίκες του τελευταίου το 1757, ενάντια στους Γάλλους, στο Rossbach και ενάντια στους Αυστριακούς στο Leuthen. Ως επίσημη ημερομηνία έναρξης υιοθετείται η 29η Αυγούστου 1756, όταν ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας επιτέθηκε κατά της Σαξωνίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η αντιπαράθεση είχε ήδη ξεκινήσει στις αποικίες της Β. Αμερικής, με τη σύγκρουση ανάμεσα στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Το διακύβευμα της αντιπαράθεσης αυτής ήταν πολυδιάστατο: 1) Ο έλεγχος της τεραστίων διαστάσεων έκτασης της Λουιζιάνας, 2) ο ανταγωνισμός ως προς το εξαιρετικά επικερδές εμπόριο της γούνας, παρά το καθεστώς των σχέσεων με τις διάφορες φυλές των Αμερινδιάνων, έτσι όπως αυτό είχε καθοριστεί έπειτα από τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (1701), 3) η ανησυχία των Βρετανών εξαιτίας της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής της Καθολικής θρησκείας μέσω των κτήσεων της Νέας Γαλλίας, 3) το δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης, περιοχής εξαιρετικά πλούσιας στο συγκεκριμένο είδος. Η πλέον κρίσιμη διαφορά όμως υπήρξε, αναμφίβολα, ο έλεγχος της κοιλάδας του Οχάϊο, την οποία διεκδικούσαν ταυτόχρονα οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, αλλά και η φυλή των Ινδιάνων Ιροκουά. Οι Γάλλοι στήριζαν τη διεκδίκησή τους στις διατάξεις της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713), οι οποίες προσδιόριζαν πως οι Ιροκουά δεν θεωρούνταν υπήκοοι του βρετανικού στέμματος. Καθώς το Οχάϊο είχε κατακτηθεί το 1742 από τους τελευταίους, οι Βρετανοί εμφάνιζαν τους εαυτούς τους ως κατ επέκταση νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής. Με τη διαφορά πως η κοιλάδα του Οχάϊο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των Γάλλων, οι οποίοι είχαν προχωρήσει και στην κατασκευή σειράς ολόκληρης οχυρών.¹³

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763). Με γραμμώσεις διαφαίνονται τα διάφορα κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά θέατρα.

Οι πρώτες αψιμαχίες έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1754 στην περιοχή του σημερινού Πίτσμπουργκ. Στις αρχικές αυτές επιχειρήσεις αναδείχτηκε η φυσιογνωμία ενός νεαρού αξιωματικού, ο οποίος μαχόταν στις τάξεις του βρετανικού τακτικού στρατού, ονόματι George Washington. Το επόμενο έτος, οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν στην διεκδικούμενη από αμφότερες τις πλευρές κοιλάδα του Οχάϊο. Οι προσπάθειες των Βρετανών να καταλάβουν τα γαλλικά οχυρά (Fort Niagara, Fort Duquesne) απέτυχαν οικτρά, παρόλη την αριθμητική τους υπεροχή. Ως αιτία της αποτυχίας θεωρείται ο τρόπος, με τον οποίο πολεμούσαν τα δυο αντιμαχόμενα μέρη. Στους παραδοσιακούς κανόνες τακτικού πολέμου, που είχαν υιοθετήσει οι Βρετανοί, οι Γάλλοι αντέτασσαν μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου, εμπνευσμένες από τους Ινδιάνους και εκ των πραγμάτων καλύτερα προσαρμοσμένες στις τοπογραφικές και κλιματολογικές ιδιαιτερότητες της περιοχής.¹⁴

Η κλιμάκωση των συγκρούσεων, σε συνδυασμό με την έκρηξη, το 1756, του Επταετούς Πολέμου στην Ευρώπη και την ένταξη του βορειοαμερικανικού θεάτρου στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των εμπολέμων, οδήγησε σε περαιτέρω αναδιοργάνωση των δυνάμεών τους επιτόπου. Τη διοίκηση ανέλαβαν αντίστοιχα οι στρατηγοί Louis-Joseph de Montcalm (1712-1759) και John Campbell (1705-1782). Ωστόσο, η προοπτική των δυο πλευρών εξακολουθούσε να διαφέρει παρασάγγας. Η Γαλλία είχε εστιάσει την προσοχή της στην ευρωπαϊκή της στρατηγική. Σε αντιδιαστολή, η Μεγάλη Βρετανία αντιμετώπιζε το βορειοαμερικανικό θέατρο ως εφαλτήριο για την εδραίωση της δικής της επιρροής στο σύνολο της ηπείρου, από τον κόλπο του Χάντσον έως την Καραϊβική. Με την άφιξή του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο Montcalm έθεσε ως άμεση προτεραιότητα στο πλαίσιο μιας αμυντικής στρατηγικής με επιθετικές τακτικές κινήσεις, τη διασφάλιση των επικοινωνιών ανάμεσα στον Καναδά, το νευραλγικό κέντρο της Νέας Γαλλίας, και την κοιλάδα του Οχάϊο, το επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων. Στόχος ήταν ο έλεγχος των οχυρών, που δέσποζαν της ευρύτερης περιοχής. Κατά τα έτη 1756 και 1757, τα υψίστης στρατηγικής σημασίας οχυρά Fort Oswego και Fort William Henry, έπεσαν στα χέρια των Γάλλων έπειτα από πολύμηνη πολιορκία. Στη δεύτερη περίπτωση αξίζει να μνημονευτεί η ηρωική αντίσταση, που προέβαλε ο διοικητής του οχυρού, συνταγματάρχης George Monro. Το επεισόδιο έχει αποθανατιστεί στο γνωστό μυθιστόρημα του James Fenimore Cooper, Ο τελευταίος των Μοϊκανών.¹⁵

Ένας από τους λόγους, που εξηγούν τις επιτυχίες των Γάλλων στην κοιλάδα του Οχάϊο είναι το γεγονός ότι την ίδια εποχή, το ενδιαφέρον των Βρετανών μονοπωλούσε η εξίσου στρατηγικής αξίας περιοχή της Νέας Σκωτίας και των εκβολών του Αγίου Λαυρεντίου. Στο σημείο εκείνο, οι Γάλλοι είχαν αναγείρει το πανίσχυρο οχυρό του Λούισμπουργκ. Πιθανή κατάληψη του τελευταίου εγκυμονούσε θανάσιμο κίνδυνο για την κυκλοφορία κατά μήκος του ποταμού έως το Κεμπέκ και το Μοντρεάλ. Με άλλα λόγια, το Λούισμπουργκ λειτουργούσε ως σύρτης της εισόδου πρόσβασης στην καρδιά της Νέας Γαλλίας. Ο στρατηγός Campbell έστρεψε τις δυνάμεις του προς εκείνη την κατεύθυνση εν αναμονή της άφιξης του βρετανικού στόλου. Η καθυστερημένη αναχώρηση του τελευταίου από τη Μητρόπολη επέτρεψε στους Γάλλους να αναπτύξουν το δικό τους ναυτικό στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας και να εμποδίσουν οποιοδήποτε επιθετικό εγχείρημα των αντιπάλων τους σε βάρος του οχυρού. Κατόπιν τούτου, ο Campbell προτίμησε να αποσυρθεί σε γειτονικό βρετανικό έδαφος, αναμένοντας τη λήξη του χειμώνα. Λίγο αργότερα, αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό James Abercrombie (1706-1781).

Επάνω: η γαλλοβρετανική αντιπαράθεση στο βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου. Κάτω: Άποψη του οχυρού Λούισμπουργκ από τη θάλασσα.

Η ακατάπαυστη άφιξη ενισχύσεων μέσα στο χειμώνα, καθώς και ο αποκλεισμός των ακτών της Νέας Σκωτίας, τον οποίο επέβαλε η Royal Navy, προσέφεραν στους Βρετανούς τη δυνατότητα να αναπτυχθούν μέσα στο 1758, μόλις οι κλιματολογικές συνθήκες το επέτρεψαν. Η επίθεση εκδηλώθηκε ακολουθώντας τρεις άξονες: τα οχυρά Λούισμπουργκ, Carillon (μετέπειτα Ticonderoga, στη σημερινή Πολιτεία της Νέας Υόρκης) και Duquesne (σημερινό Πίτσμπουργκ). Στο οχυρό Carillon, ο Montcalm, αν και μαχόμενος σε αναλογία 1 προς 5 εις βάρος του, κατήγαγε τον Ιούλιο, μια εντυπωσιακή νίκη επειδή οι Βρετανοί επέμεναν να προχωρούν σε πυκνό σχηματισμό, αποτελώντας ιδανικό στόχο για τους αντιπάλους τους. Στα άλλα δυο μέτωπα, ωστόσο, η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Βρετανών. Τον Αύγουστο παραδόθηκε το οχυρό Frontenac. Η κατάληψή του υπήρξε σκληρό κτύπημα για τους Γάλλους, καθώς το τελευταίο λειτουργούσε ως κέντρο ανεφοδιασμού ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής. Τέλος Οκτωβρίου έπεσε και το οχυρό Duquesne, το οποίο μετονομάστηκε ευθύς αμέσως σε “οχυρό William Pitt”, προς τιμήν του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, υπέρμαχου μιας δυναμικής αποικιακής πολιτικής.¹⁶ Στο μεταξύ, από τον Ιούνιο είχε ξεκινήσει η δεύτερη πολιορκία του Λούισμπουργκ, από μια δύναμη 15.000 ανδρών, συνεπικουρούμενων από τον πολεμικό στόλο. Στις 26 Ιουλίου, η φρουρά του οχυρού αναγκάστηκε να παραδοθεί. Η δύση του 1758 βρήκε, επομένως, τους Βρετανούς σε πλεονεκτική θέση. Μπορεί να μην είχαν σημειώσει πρόοδο ως προς την κατάκτηση του Καναδά. Εξασφάλισαν, ωστόσο, τον πλήρη έλεγχο κατά μήκος των συνόρων. Επιπρόσθετα, είχαν πετύχει την αποκοπή της Νέας Γαλλίας από τον έξω κόσμο, χάρη στην κατάκτηση του Λούισμπουργκ. Η προέλαση τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης εντός της μεγάλης γαλλικής αποικίας ήταν, πλέον, ζήτημα χρόνου.

Henry Alexander Ogden, The Victory of Montcalm’s Troops at Carillon, πίνακας των αρχών του 20ού αι., Fort Ticonderoga Museum, NY.

Québec History 12 – Battle of Carillon

5. Πολιορκία και πτώση της Πόλης του Κεμπέκ

Η κατάσταση ήταν λιγότερο απλή για τους Βρετανούς από όσο φαινόταν εκ πρώτης όψεως, καθώς μια παρατεταμένη εκστρατεία εντός του εδάφους της Νέας Γαλλίας κινδύνευε να προσκρούσει σε εγγενή εμπόδια. Εκείνα της συγκέντρωσης και αποστολής μιας ισχυρής αρμάδας στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, της μεγάλης απόστασης του πεδίου των εχθροπραξιών από τις βάσεις ανεφοδιασμού της Νέας Αγγλίας, του αξιόμαχου της γαλλικής πολιτοφυλακής έναντι εκείνου των Βρετανών αποίκων, της εκτενούς χρήσης μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου εκ μέρους του αντιπάλου συχνά σε συνεργασία με τους ιθαγενείς κλπ. Παρά ταύτα, όταν το 1757 κατέλαβε εκ νέου τον πρωθυπουργικό θώκο, ο Sir William Pitt ο πρεσβύτερος (1708-1778) έκρινε πως οι συνθήκες του επέτρεπαν να προχωρήσει στην εφαρμογή του μεγαλεπήβολου και δαπανηρού προγράμματος αποικιακής επέκτασης, που είχε σχεδιάσει. Σε ό,τι αφορούσε την κατάκτηση του Καναδά, αποφασίστηκε η αποστολή μιας δύναμης 23.000 ανδρών και ενός ισχυρού στόλου, καθώς και η αναδιοργάνωση και εκπαίδευση της τοπικής πολιτοφυλακής. Το σχέδιο περιλάμβανε δυο στάδια. Μια χερσαία επίθεση στην περιοχή των μεγάλων λιμνών και του άνω Αγίου Λαυρεντίου καθώς και την κατάληψη του Λούισμπουργκ. Σε ένα δεύτερο στάδιο, επρόκειτο να ακολουθήσει μια αμφίβια επιχείρηση κατά του Κεμπέκ, τέλος, η από ξηράς κατάληψη του Μοντρεάλ.¹⁷ Με την είσοδο του 1759, το πρώτο σκέλος του προγράμματος είχε ήδη στεφθεί με επιτυχία.

Με τον πόλεμο στην Ευρώπη να βρίσκεται σε εξέλιξη, ο υπουργός Εξωτερικών του Λουδοβίκου ΙΕ΄, Étienne-François de Choiseul, είχε διαφορετική αντίληψη ως προς τα τεκταινόμενα στη Νέα Γαλλία. Δεν ήταν, μόνο, απορροφημένος από τις πολεμικές επιχειρήσεις στη Γηραιά Ήπειρο. Το βορειοαμερικανικό θέατρο κατείχε χαμηλή θέση στις προτεραιότητές του. Πέρα από το εμπόριο της γούνας, η Γαλλία δεν διέτρεχε κίνδυνο να απωλέσει κάτι σημαντικό, αρκεί να είχε εξασφαλισμένο το εμπόριο σακχάρεως με τις Αντίλλες Νήσους και το μονοπώλιο της αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Ο Choiseul πίστευε πως είχε πράξει το καθήκον του έναντι των Γάλλων του Καναδά, έχοντας στείλει εκεί τον Montcalm, επικεφαλής μιας δύναμης 1.000 ανδρών. Άλλωστε, η Γαλλία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια αποστολής περαιτέρω ενισχύσεων. Η οργάνωση της άμυνας της Νέας Γαλλίας ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των αποίκων. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, ο Montcalm δεν διέθετε άλλη επιλογή πέραν της υιοθέτησης μιας αμυντικής στρατηγικής. Η αναμέτρηση με τους Βρετανούς θα λάμβανε χώρα στην κοιλάδα του Αγίου Λαυρεντίου, όπου, περιχαρακωμένες πίσω από τις κυριότερες οχυρές θέσεις, οι γαλλικές δυνάμεις θα παρέσυραν τον αντίπαλο σε έναν πόλεμο φθοράς, επενδύοντας στην ταχεία έλευση του βαρύ καναδικού χειμώνα, αποτρεπτικού για παντός είδους πολεμικές επιχειρήσεις.

Sir William Pitt ο πρεσβύτερος.
Étienne-François de Choiseul.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η βρετανική αρμάδα, επιφορτισμένη με την αποστολή της κατάληψης της Πόλης του Κεμπέκ, απέπλευσε από το Λούισμπουργκ στις 4 Ιουνίου 1759. Αντιπροσώπευε το 1/4 του συνολικού δυναμικού του βρετανικού στόλου: 49 πολεμικά σκάφη και 119 πλοία συνοδείας, που μετέφεραν ένα αποβατικό σώμα 8.500 ανδρών, μαζί με ισχυρό πυροβολικό. Πρέπει κανείς να προσθέσει και τα πληρώματα των πλοίων (άλλους 4.500 άνδρες), προκειμένου να σχηματίσει πλήρη εικόνα της εκστρατείας. Η ανώτατη διοίκηση είχε ανατεθεί στον νεοπροαχθέντα στρατηγό James Wolfe (1727-1759), ο οποίος, ένα έτος νωρίτερα, είχε δρέψει δάφνες κατά την πολιορκία και κατάληψη του Λούισμπουργκ. Άμεσος υφιστάμενός του ήταν ο στρατηγός George Townshend. Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν κακές. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας, ο Townshend αποδεχόταν δύσκολα την τοποθέτηση ενός νεαρού αξιωματικού με εμφανείς ενδείξεις κλονισμένης υγείας (λέγεται πως ο Wolfe υπέφερε από φυματίωση σε προχωρημένο στάδιο) επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.

Στις 26 Ιουνίου, η βρετανική αρμάδα έφτασε προ των πυλών της Πόλης του Κεμπέκ, έχοντας διασχίσει δίχως προβλήματα τον Άγιο Λαυρέντιο. Εν τω μεταξύ, ο Montcalm προετοίμαζε πυρετωδώς την άμυνα της πόλης, έχοντας μεταφέρει εκεί το στρατηγείο του από το Μοντρεάλ.¹⁸ Για μια καλύτερη κατανόηση των όσων συνέβησαν, είναι απαραίτητο να επισημανθεί η τοπογραφική και κλιματολογική ιδιαιτερότητα της περιοχής. Ο Άγιος Λαυρέντιος, ένας από τους φαρδύτερους ποταμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη, στενεύει απότομα καθώς κατευθύνεται κανείς προς τις πηγές του. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο είχε κτιστεί η Πόλη του Κεμπέκ (kebec στη διάλεκτο των Ινδιάνων Αλγκονκίνων σημαίνει: “σημείο όπου ο ποταμός στενεύει”). Η αριστερή όχθη είναι απόκρημνη, η δε πόλη είναι κτισμένη σε ένα ακρωτήρι περιλαμβάνοντας ένα φρούριο, το οποίο δεσπόζει από ψηλά. Τους μισούς μήνες του έτους ο ποταμός παγώνει, καθιστώντας αδύνατες τις όποιες επιχειρήσεις όπως και τον ανεφοδιασμό. Μια πολιορκία δεν μπορούσε, επομένως, παρά να ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας, και να επενδύει σε έναν συνδυασμό τύχης και αιφνιδιασμού. Συνεπώς, όλα έδειχναν να συνηγορούν υπέρ του αμυνόμενου.

Διαγωνίως απέναντι από την πόλη βρίσκεται το νησί της Ορλεάνης, το οποίο διαμοιράζει τον ρου του ποταμού στα δύο. Το 1759, ο βόρειος δίαυλος ήταν απροσπέλαστος εξαιτίας του αβαθούς του συγκεκριμένου σημείου. Το ίδιο ίσχυε και για το νότιο πέρασμα, πλην μιας στενής λωρίδας. Η βρετανική αρμάδα κατάφερε να προσπεράσει το νησί και να αγκυροβολήσει απέναντι από την πόλη, χάρη στο αισθητήριο και την ικανότητα ενός νεαρού και πολλά υποσχόμενου πλοηγού, ονόματι… James Cook. Στο μεταξύ, στις 28 Ιουνίου, και ενώ τα βρετανικά πλοία ήταν ακόμη συγκεντρωμένα νοτίως της Νήσου της Ορλεάνης, μια πρώτη επίθεση των Γάλλων με χρήση πυρπολικών, απέτυχε οικτρά. Η φωτιά είχε ανάψει νωρίτερα από την ώρα της.¹⁹

Η πολιορκία του Κεμπέκ (26 Ιουνίου-18 Σεπτεμβρίου 1759).

Ευθύς εξαρχής ο Wolfe είχε θέσει υπό πλήρη έλεγχο το νησί, όπου είχε αποβιβάσει στρατεύματα και εγκαταστήσει το στρατηγείο του. Από τη δική τους πλευρά, οι Γάλλοι είχαν μεταφέρει από το Μοντρεάλ όσες εφεδρείες διέθεταν και ενισχύσει την άμυνα των (λίγων σε αριθμό) ακτών, οι οποίες προσφέρονταν για απόβαση του εχθρού. Ο τελευταίος Κυβερνήτης της Νέας Γαλλίας, Pierre de Rigaud de Vaudreuil (1698-1778), είχε επιπλέον διατάξει την επιστράτευση της πολιτοφυλακής. Με τη θέα της βρετανικής αρμάδας, οι εκτός των τειχών κάτοικοι άρχισαν να εισρέουν στην πόλη μαζί με τις οικογένειες, τα υπάρχοντα και τα κοπάδια τους. Στις 30 Ιουνίου, οι πύλες του Κεμπέκ έκλεισαν ερμητικά.²º

Στην εξίσου απόκρημνη απέναντι όχθη του ποταμού, στη θέση Pointe-Lévis, σε μια απόσταση 1,2 χλμ. από την πόλη, οι Βρετανοί είχαν τοποθετήσει το πυροβολικό τους. Ο βομβαρδισμός του Κεμπέκ ξεκίνησε τη νύκτα της 12ης Ιουλίου. Επί δυο μήνες, κάθε βράδι κατά καιρούς δε και εντός της ημέρας, η άνω πόλη και όχι η παραλιακή ζώνη, όπου οι Γάλλοι είχαν εγκαταστήσει το μεγαλύτερο μέρος του δικού τους πυροβολικού, υπήρξε αποδέκτης των εχθρικών πυρών. Υπολογίζεται πως μέσα σε δώδεκα, μόνο, ημέρες, πάνω από 15.000 οβίδες εξερράγησαν στη ζώνη εντός των τειχών, προκαλώντας πανικό στους 8.000 εγκλείστους της πόλης. Το γαλλικό πυροβολικό της παράκτιας περιοχής δεν απάντησε, παρά το ότι ο αντίπαλος βρισκόταν εντός του βεληνεκούς. Αιτία για την όλη αδράνεια ήταν η επιτακτική ανάγκη εξοικονόμησης πυρομαχικών. Στόχος των Γάλλων ήταν να αποφύγουν μια αναμέτρηση σε ανοικτό χώρο και να παρασύρουν τον εχθρό σε μια πολιορκία φθοράς, εν αναμονή της εισόδου του χειμώνα, που από μόνη της θα εξανάγκαζε τους Βρετανούς σε αναδίπλωση. Αντίθετα, πρόθεση του Wolfe ήταν η τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης μέσω ενός ανελέητου βομβαρδισμού. Με τον τρόπο αυτό πίστευε πως ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την μια και αποφασιστική αναμέτρηση εκτός των τειχών, για την οποία διέθετε εξ ορισμού το πλεονέκτημα. Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκε ο καθεδρικός ναός και σημαντικό τμήμα της άνω πόλης (περί τα 180 κτήρια). Γενικότερα, για τον βομβαρδισμό του Κεμπέκ, το βρετανικό πυροβολικό έκανε χρήση τριπλάσιας ποσότητας πυρομαχικών από ό,τι σε ολόκληρη τη διάρκεια της πολιορκίας του Λούισμπουργκ, ένα χρόνο νωρίτερα. Ο αριθμός των θυμάτων υπήρξε μικρός σε σχέση με την ένταση, τη χρονική διάρκεια και τη συχνότητα του βομβαρδισμού.²¹

Άποψη του βομβαρδισμένου Κεμπέκ. Δεξιά διακρίνεται το κτήριο της Αρχιεπισκοπής.

Αν εξαιρέσει κανείς τον ψυχολογικό αντίκτυπο, ο βομβαρδισμός δεν προσέφερε τίποτε στους Βρετανούς. Στα τείχη της πόλης εξακολουθούσε να κυματίζει η σημαία με το άνθος του κρίνου (το γαλλικό βασιλικό έμβλημα), η παράκτια ζώνη, ακριβώς κάτω από την πόλη, ελεγχόταν πλήρως από τους πολιορκημένους και οι δίαυλοι επικοινωνίας με το Μοντρεάλ, μέσω του ποταμού, παρέμεναν ανοικτοί. Μια προσπάθεια του Wolfe να εκδιώξει τους Γάλλους από τη θέση Beauport, τον λιμένα ανατολικά της πόλης, απέτυχε οικτρά. Γενικότερα, με την είσοδο του Σεπτεμβρίου, ο εκνευρισμός στις τάξεις των Βρετανών υπήρξε έκδηλος. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, ενώ άρχισε να αμφισβητείται απροκάλυπτα η ηγεσία του Wolfe. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ανδρών του εκστρατευτικού σώματος κυκλοφόρησαν καρικατούρες, σχεδιασμένες από τους υφισταμένους του αξιωματικούς! Ο εκνευρισμός και η ανυπομονησία μεταφέρθηκαν ταχύτατα και στο Λονδίνο.

Η παράταση της πολιορκίας οδήγησε σε αναθεώρηση του αρχικού σχεδιασμού. Επιλέχθηκε η μετάβαση τμήματος του στόλου σε απόσταση 10 χλμ.προς δυσμάς της πόλης, στη θέση Cap-Rouge, η διακοπή των διαύλων ανεφοδιασμού με το Μοντρεάλ, η αποβίβαση ισχυρής στρατιωτικής δύναμης στην ξηρά και η προώθησή της προς την πόλη. Την ίδια στιγμή θα εκδηλώνονταν επιθετικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στα ανατολικά, ούτως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει στην εντέλεια το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Τη νύκτα της 3ης προς 4η Σεπτεμβρίου, για μια ακόμη φορά χάρη στην επιδεξιότητα του James Cook, σημαντικό μέρος της βρετανικής αρμάδας πέρασε εντελώς απαρατήρητο κάτω από την Πόλη του Κεμπέκ και κατευθύνθηκε προς δυσμάς. Η λαβίδα είχε κλείσει, δίχως να το αντιληφθούν οι πολιορκημένοι. Προκειμένου να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, ο Wolfe επέλεξε ως σημείο απόβασης των στρατευμάτων τον κολπίσκο Φουλόν (Anse au Foulon). Επρόκειτο για μια επιλογή σε ευθεία αντιδιαστολή με τους πλέον στοιχειώδεις στρατιωτικούς κανόνες, καθώς οι άνδρες του καλούνταν να σκαρφαλώσουν μια απόκρημνη ακτή ύψους 55 μέτρων μέσα στο σκοτάδι της νύκτας τηρώντας απόλυτη σιγή. Στην κορυφή του γκρεμού απλώνονταν οι Πεδιάδες του Αβραάμ (Plaines d’ Abraham), ένας ανοικτός χώρος ακριβώς μπροστά από τα δυτικά τείχη του Κεμπέκ, όπου οι Βρετανοί υπολόγιζαν να παρασύρουν τους Γάλλους στην τόσο αναμενόμενη μια και μοναδική μάχη, που θα έκρινε τη μοίρα της πόλης αλλά και ολόκληρης της Νέας Γαλλίας.²² Το όλο σχέδιο στηριζόταν στο στοιχείο της μυστικότητας και του αιφνιδιασμού. Το αποβατικό σώμα θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο κατά τη διάρκεια της δυσχερούς αναρρίχησης και τίποτα δεν προεξοφλούσε ότι θα διέθετε την αριθμητική υπεροχή μόλις έφτανε στο υψίπεδο. Το αντίθετο μάλιστα. Κινδύνευε να βρεθεί μεταξύ δυο πυρών: των πολιορκημένων και του επίλεκτου σώματος του Louis-Antoine de Bougainville, το οποίο στάθμευε στο Cap-Rouge, επιφορτισμένο με την προστασία των επικοινωνιών με το Μοντρεάλ.

Τη νύκτα της 12ης προς 13 Σεπτεμβρίου 1759, στον κολπίσκο Φουλόν, αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Βρετανοί και ξεκίνησαν δίχως χρονοτριβή την αναρρίχηση του βράχου. Ταυτόχρονα, είχε εκδηλωθεί επιχείρηση αντιπερισπασμού στη θέση Beauport, όπου βρισκόταν ο Montcalm, πεπεισμένος πως επρόκειτο για την κύρια επιθετική ενέργεια του αντιπάλου. Ενόσω συνεχίζονταν οι συγκρούσεις στα ανατολικά, οι Βρετανοί κατάφεραν να ανεβάσουν περί τους 3.300 άνδρες και ελάχιστες μονάδες πυροβολικού στο υψίπεδο. Με το φως της ημέρας, ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης στις τάξεις των Γάλλων. Ο Montcalm μετέβη εσπευσμένα στις Πεδιάδες του Αβραάμ, όπου παρέταξε μια δύναμη 3.500 ανδρών. Αν και περισσότεροι αριθμητικά, οι Γάλλοι υστερούσαν εμφανώς σε επίπεδο εκπαίδευσης. Το στοιχείο, ωστόσο, που έκανε τη διαφορά, ήταν η σύγχυση του ιδίου του Montcalm. Γαλουχημένος, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, με παραδοσιακές μεθόδους τακτικού πολέμου, ήταν αδύνατο να προβλέψει τον ελιγμό των Βρετανών. Επιπρόσθετα, ο καπνός των όπλων περιόριζε το οπτικό του πεδίο. Διακρίνοντας αμυδρά τα λίγα πυροβόλα που είχε απέναντί του, υπερεκτίμησε τη δύναμη, την οποία οι Βρετανοί είχαν καταφέρει, τελικά, να ανεβάσουν στο υψίπεδο. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, διέταξε γενική επίθεση, με σκοπό να τους εκτοπίσει από την πεδιάδα, προτού εκείνοι προλάβουν, όπως πίστευε, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις γραμμές τους.

Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ (13 Σεπτεμβρίου 1759).

Επρόκειτο για την κίνηση, που τόσο πολύ προσδοκούσαν οι Βρετανοί, καθώς η επίθεση των αντιπάλων τους εξελίχθηκε σε πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ μόλις που ξεπέρασε σε διάρκεια δέκα λεπτά της ώρας! Έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του σύγχρονου Καναδά. Σχεδόν ταυτόχρονα έχασαν τη ζωή τους οι δυο επικεφαλής. Ο Wolfe ακαριαία, ο Montcalm λίγες ώρες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε μεταφερθεί βαρειά τραυματισμένος μέσα στην πόλη. Το Κεμπέκ δεν έπεσε εκείνη τη μέρα. Οι Γάλλοι κατάφεραν να καταφύγουν εντός των τειχών.²³

Ο Κυβερνήτης Vaudreuil, απευθυνόμενος στο Παρίσι, επέρριψε την ευθύνη της ήττας στον αποθανόντα Montcalm. Οι μεταξύ τους διαξιφισμοί αποτελούσαν, άλλωστε, κοινό μυστικό. Ταυτόχρονα, διέταξε την ανασύνταξη των γαλλικών στρατευμάτων προς δυσμάς, στο δρόμο προς το Μοντρεάλ, αφήνοντας μια φρουρά για την υπεράσπιση της πόλης. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης του Κεμπέκ. Παρά τα φαινόμενα, τα πράγματα δεν είχαν ακόμη κριθεί επί της ουσίας. Οι εκατέρωθεν απώλειες της Μάχης των Πεδιάδων του Αβραάμ ήταν ισοδύναμες (658 Βρετανοί νεκροί έναντι 644 Γάλλων). Οι δυο πλευρές είχαν χάσει τους διοικητές τους. Στις 28 Απριλίου 1760, οι Γάλλοι ανταπέδωσαν το κτύπημα, επικρατώντας στη Μάχη της Sainte-Foy (σήμερα έχει ενταχθεί στον πολεοδομικό ιστό της Πόλης του Κεμπέκ). Τη φορά αυτή, οι Βρετανοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν πανικόβλητοι το πεδίο της μάχης, αναζητώντας καταφύγιο εντός των τειχών. Τη διαφορά θα έκανε η άφιξη της πρώτης αποστολής ανεφοδιασμού. Πρώτος έφτασε ο βρετανικός στόλος, μόλις ελευθερώθηκε ο Άγιος Λαυρέντιος από τους πάγους. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul προτίμησαν να εγκαταλείψουν τους συμπατριώτες τους του Καναδά στο έλεος της μοίρας τους. Το διακύβευμα γι αυτούς διαδραματιζόταν αλλού. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1760, ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση ενός έτους από τη Μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ ήρθε η σειρά του Μοντρεάλ να πέσει στα χέρια των Βρετανών. Στα τρία επόμενα χρόνια (1760-1763), το μεγαλύτερο τμήμα της Νέας Γαλλίας τελούσε υπό βρετανική στρατιωτική κατοχή, εν αναμονή της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης.

Benjamin West, The Death of General Wolfe, 1770, Ottawa, National Gallery of Canada.

 

Iconic: The Death of General Wolfe

 

6. Η Συνθήκη των Παρισίων και η γέννηση του σημερινού Καναδά

O Επταετής Πόλεμος τερματίστηκε επίσημα στις 3 Φεβρουαρίου 1763, με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Παρισίων. Μεγάλη κερδισμένη από τον πόλεμο εξήλθε η Βρετανία, η οποία στέφτηκε πρώτη δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα. Αντίθετα, η Γαλλία, απώλεσε το σύνολο σχεδόν των αποικιακών της κτήσεων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη Β. Αμερική, ολόκληρος ο Καναδάς (συμπεριλαμβανομένης της λεκάνης των μεγάλων λιμνών και της αριστερής όχθης του Μισισιπή) καθώς και οι Νήσοι Saint-Jean και Île Royale στις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, πέρασαν υπό πλήρη βρετανικό έλεγχο. Σε αντιδιαστολή, η Γαλλία διατήρησε το συγκρότημα των Νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon, στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Απώλειες κατέγραψε η Γαλλία και στην Καραϊβική, όπου κατάφερε, παρά ταύτα, να διατηρήσει τις, πλούσιες σε παραγωγή σακχάρεως, Νήσους Μαρτινίκα, Γουαδελούπη και Άγιο Δομήνικο. Το εμπόριο σακχάρεως ήταν πολλαπλά πιο επικερδές από εκείνο της γούνας, Ως εκ τούτου, η διασφάλιση των ερεισμάτων στην Καραϊβική, ερχόταν σε άμεση προτεραιότητα έναντι της διατήρησης του Καναδά. Το Δέλτα του Μισισιπή εκχωρήθηκε στην Ισπανία.²⁴

Εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η Γαλλία εγκατέλειψε τους συμπατριώτες της του Καναδά και της Νέας Γαλλίας γενικότερα. Η ήττα, την οποία υπέστη στον Επταετή Πόλεμο, σε συνάρτηση με την απώλεια ολόκληρης της αποικιακής της αυτοκρατορίας (ανάλογη υπήρξε και η τύχη των γαλλικών κτήσεων της Ινδίας), κατάφερε συντριπτικό πλήγμα εις βάρος της και οδήγησε σε ανατροπή των συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος της Μεγάλης Βρετανίας. Μέσα σε αυτό το καθ όλα ανασταλτικό πλαίσιο, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιχειρήσουν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατό να περισωθεί. Υπό αυτή την οπτική, η μοίρα της Νέας Γαλλίας ήταν προδιαγεγραμμένη υπόθεση. Άφησε, όμως, στους 60.000 αποίκους, που παρέμειναν επί τόπου, την πικρή γεύση και το παράπονο της εγκατάλειψης. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την αποδοχή της αποτυχίας, ο διορατικός Γάλλος υπουργός προέβη σε έναν επιδέξιο πολιτικό υπολογισμό: μέσα στην ταπεινωτική, από κάθε άποψη ήττα, διέβλεψε μια ανέλπιστη συνέπεια για το μέλλον των Γάλλων αποίκων του Καναδά. Οι δεκατρείς αποικίες της Νέας Αγγλίας θα ήταν εκείνες, που θα καλούνταν να αποπληρώσουν τα πολεμικά χρέη σε ό,τι αφορούσε το βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο. Μοιραία, θα έρχονταν σε αντιπαράθεση με τη Μητρόπολη. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε πέρα ως πέρα ορθή. Το 1775, δώδεκα έτη έπειτα από τον τερματισμό του Επταετούς Πολέμου, ξέσπασε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η εξάπλωση του επαναστατικού μικροβίου στους Γάλλους του Καναδά, η βρετανική διοίκηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε εκτεταμένης φύσεως προληπτικές παραχωρήσεις προς τους τελευταίους (παροχή ισονομίας, διατήρηση της καθολικής θρησκείας, δικαίωμα χρήσης της γαλλικής γλώσσας, αποκατάσταση, στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Λαυρεντίου, του καθεστώτος διοίκησης, το οποίο είχε εισαγάγει από το 1627 στη Νέα Γαλλία η Εταιρεία των Εκατό Μετόχων – το επωνομαζόμενο régime seigneurial). Χάρη σε αυτό το ημιαυτόνομο πλαίσιο διαβίωσης, απετράπη, τελικά, η πλήρης αφομοίωσή τους από τον αγγλόφωνο περίγυρο. Οι παραπάνω παραχωρήσεις αποκρυσταλλώθηκαν στις διατάξεις της ονομαζόμενης “Πράξης του Κεμπέκ” (η πλήρης ονομασία είναι British North America Quebec Act 1774), που ψήφισε στο Λονδίνο το βρετανικό Κοινοβούλιο.²⁵ Έτσι, όταν οι δεκατρείς αποικίες επιτέθηκαν κατά του Καναδά, οι Γάλλοι άποικοι απέκρουσαν την εισβολή με επιτυχία, πολεμώντας στο πλευρό των μέχρι πρότινος Βρετανών κατακτητών τους.

Άποψη των Πεδιάδων του Αβραάμ σήμερα. Στο βάθος διακρίνεται το φρούριο της Πόλης του Κεμπέκ.

Δυόμισι αιώνες αργότερα, ο Καναδάς εξακολουθεί να παραμένει υπό πλήρη αγγλοσαξωνικό έλεγχο. Νευραλγικοί τομείς, όπως η οικονομία, η εξωτερική, αμυντική και μεταναστευτική πολιτική, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων, δεν έχουν ξεφύγει από τα χέρια των Αγγλο-Καναδών. Οι θεσμοί και τα σύμβολα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι παρόντα τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επαρχιακό επίπεδο. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται πάντοτε η βασίλισσα της Αγγλίας. Στην Οττάβα, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, εκπροσωπείται από έναν Γενικό Κυβερνήτη. Ωστόσο, σε δυο περιστάσεις (1980 και 1995) οι καναδικές αρχές προσέφυγαν στη λαϊκή ετυμηγορία, διοργανώνοντας δημοψήφισμα με αντικείμενο την παραμονή ή την απόσχιση της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό. Και τις δυο φορές, πλειοψήφησαν οι οπαδοί της παραμονής (59,56% έναντι 40,44% και 50,58% έναντι 49,42% αντίστοιχα). Στα παραπάνω αποτελέσματα αποκρυσταλλώνεται μια ισχυρή τάση υπέρ της ανεξαρτησίας. Από την άλλη πλευρά, μισό αιώνα έπειτα από την επεισοδιακή επίσκεψη του Charles de Gaulle, τα πράγματα έχουν εξελιχθεί. Οι επαφές της Γαλλίας με την επαρχία του Κεμπέκ αναβαθμίστηκαν αισθητά. Ο γαλλόφωνος Καναδάς είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, πλέον, στους κόλπους της γαλλικής κοινής γνώμης. Πάμπολλες είναι οι εκδηλώσεις, εκδόσεις, άρθρα και ανταποκρίσεις, αφιερωμένες σε αυτόν. Δεκάδες χιλιάδες Γάλλοι επιχείρησαν ένα νέο ξεκίνημα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Σημαντικά, επίσης, είναι τα μεγέθη ανταλλαγών σε επίπεδο σπουδαστών, επιστημόνων, στελεχών, καλλιτεχνών κλπ. Έπειτα από μια μακρά περίοδο εγκατάλειψης, η Γαλλία αποκατέστησε άμεσες, πλήρεις και προνομιακές σχέσεις με τα ξαδέλφια της του Καναδά, τη μοναδική εναπομείνασα γαλλόφωνη νησίδα μέσα στους κόλπους μιας αγγλοσαξωνικής βορειοαμερικανικής ηπείρου, κατάλοιπο μιας ιστορικής παρουσίας αλλά και ενός οράματος, το οποίο δεν κατάφερε, τελικά, να ευδοκιμήσει.

La fin de la Nouvelle France – La bataille de Québec ARTE

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹³ Για μια γενική προσέγγιση του Επταετούς Πολέμου βλ. Daniel Marston, The Seven Years’ War, London, Osprey, 2001 και Franz A.J. Szabo, The Seven Years War in Europe: 1756-1763, London, Routledge, 2007. Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις στο θέατρο της Β. Αμερικής, βλ. Fred Anderson, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000, του ιδίου, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006, Christian Ayne Crouch,. Nobility Lost: French and Canadian Martial Cultures, Indians, and the End of New France. Ithaca, NY, Cornell University Press, 2014, William H. Fowler, Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America, Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005, Francis Jennings, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990, Laurent Veyssière και Bertrand Fonck (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

¹⁴ Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όφειλε τις επιτυχίες του σε αυτή την παράμετρο, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, ο Montcalm δεν έκρυβε την προτίμησή του για τις παραδοσιακές τακτικές. Αυτή υπήρξε η αιτία μιας διαρκούς διαφωνίας με τον κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, Vaudreuil, δεινό υποστηρικτή των μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου και μιας εκτενούς συνεργασίας με τους Ινδιάνους.

¹⁵ Σχετικά με την κατάληψη των οχυρών Oswego και William Henry βλ. William Nester, The first global war: Britain, France and the fate of North America, 1756-1757, Westport, Connecticut, 2000, Ian K. Steele, Betrayals: Fort William Henry & the ‘Massacre‘, New York, Oxford University Press 1990.

¹⁶ Για τις μάχες των οχυρών βλ. René Chartrand, Ticonderoga 1758: Montcalm’s Victory Against All Odds, Oxford, Osprey Publishing, 2000 και του ιδίου, Tomahawk and Musket; French and Indian Raids in the Ohio Valley 1758, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

¹⁷ Jean Hamelin (επιμ.), Histoire du Québec, Toulouse, Privat, 1976, σ. 233

¹⁸ Charles Perry Stacey, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959, σ. 210.

¹⁹ Ibid., σ. 52.

²º Ibid., σ. 336, Jacques Lacourcière, Histoire populaire du Québec, t. I, Sillery, Septentrion, 1995 , σ. 299.

²¹ Guy Frégault, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009, σ. 341, Charles Perry Stacey, οπ.π, σσ. 64-65.

²² Ibid., σ. 104.

²³ Christopher Loyd, The Capture of Quebec, London, B.T. Batsford, 1959, σ. 139, 149, Stuart Reid, Quebec 1759: The Battle That Won Canada, Oxford, Osprey Publishing, 2003, σσ. 74-79.

²⁴ Gilles Havard-Cécile Vidal, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003, σ. 664.

²⁵ Για τη Πράξη του Κεμπέκ βλ. Henry Cavendish, Debates of the House of Commons in the Year 1774 on the Bill for Making More Effectual Provision for the Government of the Province of Quebec: Drawn Up from the Notes of the Henry Cavendish, Member for Lostwithiel, London, Ridgway, 1839 και Séraphin Marion, L’Acte de Québec, concession magnanime ou intéressée?, Montréal, Éditions des dix, 1963.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

Anderson Fred, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000.

Anderson Fred, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006.

W.J. Eccles, France in America, Markham (Ontario), Fizhenry and Whiteside, 1990

Fortin Réal, 1760, les derniers jours de la Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2010.

Fowler William H., Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America. Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005.

Frégault Guy, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009.

Havard Gilles-Vidal Cécile, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003

Jennings Francis, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990.

Léger Roger (επιμ.), Le journal des campagnes du marquis de Montcalm en Canada de 1756 à 1759, Montréal, Michel Brûlé, 2007.

Parkman Francis, Montcalm and Wolfe: France and England in North America, 2 τόμοι, Boston, Little-Brown 1926.

Poussou Jean-Pierre, «Montcalm et la perte du Canada», Stratégique, n50,‎ 1991, σσ. 89-108

Pritchard James S., In Search of Empire: The French in the Americas, 1670-1730, Cambridge, Cambridge University Press, 2004.

Saint-Martin Gérard, Québec 1759-1760! Les plaines d’Abraham. L’adieu à La Nouvelle-France?, Paris, Economica, 2007

Stacey Charles Perry, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959.

Veyssière Laurent και Fonck Bertrand (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

 

Αφιερώνεται στους Αντώνη Μαγγανά και Όλγα Μαγγανά-Βουγιούκα, ως έκφραση ευαρέσκειας για τη φιλία μιας ολόκληρης ζωής

 

Προοίμιο: «Vive le Québec libre!»

Στις 24 Ιουλίου 1967, δέκα μόλις ημέρες έπειτα από τον εορτασμό της επετείου της κατάληψης της Βαστίλλης, ο στρατηγός Charles de Gaulle, πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, αναφώνησε από τον εξώστη του Δημαρχιακού Μεγάρου του Μοντρεάλ, μπροστά σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, που παραληρούσε από ενθουσιασμό, μια φράση, η οποία πέρασε στην Ιστορία: “Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ!”. Η φράση αυτή, υπήρξε η αιτία πρόκλησης διπλωματικού επεισοδίου ανάμεσα στη Γαλλία και τον Καναδά. Ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Lester Bowles Pearson, δήλωσε δημόσια την επομένη πως “Οι Καναδοί δεν νοιώθουν την παραμικρή ανάγκη να ελευθερωθούν”. Όσο για τον ίδιο τον στρατηγό, από τη στιγμή που θεωρήθηκε από τις καναδικές αρχές ως  persona non grata, αναγκάστηκε να διακόψει εσπευσμένα την επίσκεψη και να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Η πρωτοβουλία του de Gaulle, φέρει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός αυτοσχεδιασμού, υπό την επήρεια του παρορμητισμού και της συγκίνησης της στιγμής. Ωστόσο, εάν εξετάσει κανείς λεπτομερέστερα το όλο περιστατικό, θα διαπιστώσει την ύπαρξη ενός μεθοδευμένου σχεδιασμού και μιας αποκρυσταλλωμένης βούλησης. Η επίσκεψη στον Καναδά έλαβε χώρα σε μια στιγμή, κατά την οποία το αυτονομιστικό κίνημα υπέρ της απόσχισης της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό βρισκόταν σε έξαρση. Κατά δεύτερο λόγο, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απέφυγε να μεταβεί αεροπορικώς στον Καναδά. Το εθιμοτυπικό πρωτόκολλο προέβλεπε πως, σε παρόμοια περίπτωση, το προεδρικό αεροσκάφος όφειλε να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Οττάβας, της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας. Αντ αυτού, επελέγη ο διάπλους δια θαλάσσης, που μετέφερε τον στρατηγό στο σημείο ακριβώς, από το οποίο επιθυμούσε να ξεκινήσει την επίσκεψη: την Πόλη του Κεμπέκ, καρδιά της ομώνυμης γαλλόφωνης επαρχίας.

Μοντρεάλ, 24 Ιουλίου 1967: «Vive le Québec libre!»

Ακόμα πιο αποκαλυπτική υπήρξε η εξομολόγηση του de Gaulle προς τον γαμπρό του, στρατηγό Alain de Boissieu, επί της φρεγάτας Colbert, που τον μετέφερε στον Καναδά: “Προτίθεμαι να καταφέρω ένα ισχυρό πλήγμα, που θα ανάψει τα αίματα. Είναι, όμως, απαραίτητο. Πρόκειται για την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας”.¹ Καθ όλη τη διάρκεια της μετάβασης από την Πόλη του Κεμπέκ προς το Μοντρεάλ, η προεδρική αυτοκινητοπομπή αναγκάστηκε να προβεί σε συνεχείς στάσεις, εξαιτίας της ενθουσιώδους υποδοχής από το πλήθος. Σε κάθε περίπτωση, ο de Gaulle προχωρούσε σε δηλώσεις, οι οποίες προσλάμβαναν ολοένα και περισσότερο εμπρηστικό χαρακτήρα (“Βλέπω μπροστά μου τον γαλλικό Καναδά. Είστε τμήμα του γαλλικού λαού. Ως Καναδοί-Γάλλοι, Γάλλοι-Καναδοί, πρέπει να ορίζετε μόνοι σας το δικό σας πεπρωμένο”, “Ό,τι και αν συνέβη στο παρελθόν, ζούμε πλέον στην εποχή, κατά την οποία το Κεμπέκ, ο γαλλικός Καναδάς, μετατρέπεται σε κυρίαρχο του εαυτού του, προς όφελος του Καναδά ολόκληρου”).²

Όταν η πομπή έφτασε στο Δημαρχιακό Μεγαρο του Μοντρεάλ στις 19.30 μ.μ., είχαν συγκεντρωθεί ήδη επιτόπου περί τα 15.000 άτομα. Το πρόγραμμα προέβλεπε έναν χαιρετισμό του πλήθους από τον εξώστη, όχι, όμως, εκφώνηση λόγου. Ο δήμαρχος, Jean Drapeau, φοβούμενος προφανώς τα χειρότερα, είχε φροντίσει να απενεργοποιήσει όλα τα μικρόφωνα. Ωστόσο, τα άτομα της προεδρικής συνοδείας ανακάλυψαν ένα μικρόφωνο (δεν έχει εξακριβωθεί μέχρι σήμερα εάν επρόκειτο περί ευτυχούς συγκυρίας ή εάν σκοπίμως βρισκόταν παραπεταμένο εκεί), το συνέδεσαν και ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απευθύνθηκε προς το πλήθος με τα εξής λόγια: “Θα σας αποκαλύψω ένα μυστικό, που δεν πρόκειται να επαναλάβετε. Απόψε, εδώ, όπως και καθ όλη τη διαδρομή νωρίτερα, βίωσα μια ατμόσφαιρα του ιδίου είδους με εκείνη της απελευθέρωσης [του 1944]. Διαπίστωσα σήμερα την τεραστίων διαστάσεων προσπάθεια προς την πρόοδο, την ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, προς την απελευθέρωση, στην οποία έχετε προβεί. Αυτό πρέπει να το πω εδώ, στο Μοντρεάλ. Γιατί αν υφίσταται στον κόσμο μια πόλη υποδειγματική ως προς τα σύγχρονα επιτεύγματά της, αυτή είναι η δική σας! Και επιτρέψτε μου να προσθέσω: είναι και η δική μας! Η αφυπνισθείσα Γαλλία σας περιβάλλει με την εμπιστοσύνη της. Πρέπει να γνωρίζετε την αγάπη της για τους Γάλλους του Καναδά…Ιδού τι ήρθα να σας πω απόψε, προσθέτοντας πως παίρνω μαζί μου από αυτή την ανεπανάληπτη σύναξη, μια αξέχαστη ανάμνηση. Η Γαλλία γνωρίζει, βλέπει, αφουγκράζεται τα όσα συμβαίνουν εδώ. Ζήτω το Μοντρεάλ, Ζήτω το Κεμπέκ, Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ, Ζήτω ο γαλλικός Καναδάς, Ζήτω η Γαλλία!”.³ O ενθουσιασμός του πλήθους υπήρξε απερίγραπτος, η δε αμηχανία των Καναδών επισήμων (ακόμα και του φίλα προσκείμενου πρωθυπουργού του Κεμπέκ, Daniel Johnson) έκδηλη. Η συνέχεια είναι γνωστή.

                   « Vive le Québec libre ! » – KarambolageARTE   

Λίγους μήνες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, που παραχώρησε στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, ο de Gaulle προσδιόρισε περισσότερο τη θέση του: “Οι Γάλλοι υπήρξαν εκείνοι, οι οποίοι εδώ και δυόμισι αιώνες, έως το 1763 ανακάλυψαν, κατοίκησαν και διοίκησαν τον Καναδά. Πριν από 204 χρόνια, η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας δεχτεί ισχυρά πλήγματα [στην Ευρώπη], εξαιτίας των οποίων βρισκόταν σε αδυναμία να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Άγγλων στην Αμερική, θεώρησε πως έπρεπε να αποσυρθεί από εκεί, εγκαταλείποντας 60.000 συμπατριώτες της… Οι Άγγλοι, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν στον Καναδά την εξουσία, τη διοίκηση, την οικονομία, το εμπόριο, την εκπαίδευση και έλεγχαν τον στρατό, προέβησαν σε συνεχόμενες προσπάθειες, μέσω κολακείας ή πειθούς, με στόχο να κάνουν τους Γάλλους Καναδούς να απαρνηθούν την ταυτότητά τους… Τα πάντα έδειχναν πως οι τελευταίοι θα αφομοιώνονταν. Κι όμως, χάρη σε ένα θαύμα ζωτικότητας, ενεργητικότητας και πίστης, ένα γαλλικό έθνος, τμήμα του λαού μας, κάνει σήμερα αισθητή την παρουσία του στον Καναδά και έχει την απαίτηση να αναγνωριστεί ως τέτοιο. Οι 60.000, οι οποίοι παρέμειναν τότε επιτόπου, έχουν φτάσει σήμερα τα 6 εκατομμύρια και παραμένουν Γάλλοι όσο ποτέ άλλοτε… Ουδείς μπορεί να φανταστεί το μέγεθος του κύματος πίστης και ελπίδας, που ξεσήκωσε τον πληθυσμό ολάκερου του Κεμπέκ στο πέρασμα του προέδρου της Δημοκρατίας. Από την πόλη του Κεμπέκ έως το Μοντρεάλ, σε αυτά τα 250 χιλιόμετρα κατά μήκος του ποταμού του Αγίου Λαυρεντίου, στα οποία οι Γάλλοι του Καναδά προσέδωσαν το όνομα “Βασιλική Οδός” (“Voie Royale”), επειδή επί γενεές ολόκληρες οι πατέρες τους ήλπιζαν να δουν κάποτε έναν αρχηγό κράτους της Γαλλίας να διασχίζει, χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν συγκεντρωθεί προκειμένου να αναφωνήσουν “Ζήτω η Γαλλία”, κουνώντας εκατοντάδες χιλιάδες τρίχρωμες [γαλλικές] σημαίες και σημαίες του Κεμπέκ με πλήρη απουσία οποιουδήποτε άλλου συμβόλου… Στο Μοντρεάλ, τη δεύτερη μεγαλύτερη γαλλική πόλη του κόσμου, καταληκτικό σημείο της περιοδείας μου, το ξέσπασμα του απελευθερωτικού πάθους ήταν τέτοιο, που η Γαλλία είχε ιερό καθήκον να ανταποκριθεί επίσημα και δίχως περισπασμούς. Αυτό ακριβώς έπραξα…”.⁴

                        Charles de Gaulle, Elysée, 27 novembre 1967 (Québec)   

 

Βρισκόμαστε, συνεπώς, μπροστά σε ένα διπλό φαινόμενο ρήξης με το πρόσφατο παρελθόν συνάμα όμως και αποκατάστασης της ιστορικής συνέχειας. Για πρώτη φορά, η κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας της Γαλλίας επιλέγει να πάρει εκδίκηση για την ήττα του 1763, παραγκωνίζοντας τις ευαισθησίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Οττάβας, καθώς και εκείνων του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.⁵ Από την άλλη πλευρά, είμαστε μάρτυρες μιας ενέργειας εξαγνισμού της επίσημης Γαλλίας για τη στάση, την οποία επί δυο αιώνες, είχε υιοθετήσει έναντι των ομοεθνών της του Καναδά. Τί ήταν, όμως, εκείνο, που είχε πείσει τον πρόεδρο de Gaulle να ξεπληρώσει, με αρκετά ριψοκίνδυνο τρόπο είναι αλήθεια, το ηθικό χρέος, το οποίο αισθανόταν πως είχε και να αξιοποιήσει, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ίδιος, την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας; Ιδού το ιστορικό της όλης υπόθεσης.

 

1.  Οι τρεις αποστολές του Jacques Cartier και η ίδρυση της πρώτης αποικίας (1534 – 1543)

O πρώτος Ευρωπαίος, ο οποίος περιέγραψε και χαρτογράφησε τον κόλπο και τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου ήταν ο θαλασσοπόρος Jacques Cartier, με καταγωγή από τη γαλλική επαρχία της Βρετάνης. Το 1534, ο βασιλέας Φραγκίσκος Α΄, ανέθεσε στον Cartier την αποστολή να ανακαλύψει ένα δυτικό πέρασμα προς τις πλούσιες αγορές της Ασίας. Ο τελευταίος απέπλευσε από τη γενέτειρά του, τον λιμένα του Saint-Malo, τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Έπειτα από έναν εικοσαήμερο διάπλου του Ατλαντικού, εξερεύνησε τμήμα της Νέας Γης και του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου. Ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με αυτόχθονες πληθυσμούς. Στις 24 Ιουλίου, στη θέση της σημερινής πόλης Gaspé, τοποθέτησε έναν σταυρό και παρουσία ενός μικρού αριθμού Ινδιάνων της φυλής Ιροκουά, κατέκτησε την περιοχή στο όνομα του βασιλέα της Γαλλίας. Tον Σεπτέμβριο επέστρεψε στην πατρίδα του, πεπεισμένος πως είχε φτάσει έως τις ακτές της Ασίας.⁶

Jacques Cartier (1491 – 1557).

 H αναφορά του κέντρισε το ενδιαφέρον του Γάλλου μονάρχη, ο οποίος τον επιφόρτισε με μια δεύτερη αποστολή για το αμέσως επόμενο έτος, διαθέτοντας αυξημένα μέσα συγκριτικά με την προηγούμενη (τρία πλοία, προσαρμοσμένα στις ανάγκες για πλου σε ποταμό και 110 άνδρες) για περαιτέρω εξερεύνηση της περιοχής. Ο Cartier έφτασε στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου και εισήλθε στον ποταμό.  Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1535, έφτασε στη θέση  Stadacona, όπου βρίσκεται σήμερα η Πόλη του Κεμπέκ. Ανεβαίνοντας τον ποταμό, συνέχισε έως τη θέση Hochelaga, την τοποθεσία του Μοντρεάλ, όπου έφτασε τον Οκτώβριο. ΄Εχοντας προηγουμένως, κληθεί να αντιμετωπίσει έναν βαρύ χειμώνα, την απώλεια του ενός τετάρτου των πληρωμάτων από σκορβούτο, τέλος, επιδείνωση των σχέσεων με τους ιθαγενείς, ο Cartier απέπλευσε τον Μάϊο του 1536 για τη Γαλλία, απαγάγοντας 12 Ινδιάνους (μεταξύ των οποίων τον αρχηγό της τοπικής φυλής, Donnacona και τους δυο γιούς του τελευταίου, Domagaya και Taignoagny), προκειμένου να εξάρουν ιδίοις στόμασι στον βασιλέα της Γαλλίας τα πλούτη και τις απεριόριστες δυνατότητες αξιοποίησης της περιοχής.

H δεύτερη αποστολή του Jacques Cartier στο Νέο Κόσμο (1535-1536).

Η τρίτη αποστολή (1541 – 1542), υπήρξε, μακρόθεν, η πλέον φιλόδοξη. Το διακύβευμα, δεν ήταν η αναζήτηση του βορειοδυτικού περάσματος, αλλά ο εποικισμός της περιοχής. Ωστόσο, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του Φραγκίσκου Α΄, η ηγεσία της αποστολής ανατέθηκε στον Jean-François de La Roque de Roberval, έναν Ουγενότο αυλικό και προσωπικό φίλο του βασιλέα. Στον Cartier ανατέθηκαν απλώς καθήκοντα αρχιπλοηγού. Αν και βαθιά απογοητευμένος, ο τελευταίος δέχτηκε να λειτουργήσει ως προπομπός του κυρίου σώματος της αποστολής. Στις 23 Μαίου απέπλευσε από το Saint-Malo, επικεφαλής πέντε πλοίων. Φτάνοντας στη Stadacona και διαπιστώνοντας τις, μάλλον απειλητικές προθέσεις των ιθαγενών, προτίμησε να εγκαθιδρύσει την αποικία λίγο μακρύτερα, στην ευκολότερα προστατεύσιμη θέση, όπου σήμερα υφίσταται το προάστιο της πόλης του Κεμπέκ, Cap-Rouge. Οι άποικοι και τα κοπάδια, έπειτα από μια κοπιώδη τρίμηνη διαμονή επάνω στα πλοία, αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου και εγκαταστάθηκαν. Η περιοχή οχυρώθηκε και ονομάστηκε Charlesbourg-Royal. Πρόκειται για την πρώτη αποικία στον Καναδά. Ο χειμώνας του 1541 – 1542 χαρακτηρίστηκε από περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με τους Ινδιάνους. Πέραν από την αμοιβαία καχυποψία, εκδηλώθηκαν φαινόμενα βίας, καθώς υπολογίζεται πως 35, περίπου, άποικοι απώλεσαν τη ζωή τους από επιθέσεις των Ιροκουά. Ήταν διάχυτη η αίσθηση πως ο Cartier στερείτο δυνάμεων για την υπεράσπιση της θέσης και για την εξερεύνηση της γύρω περιοχής. Εξουθενωμένος και απογοητευμένος, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τον Ιούνιο του 1542, στα ανοικτά της Νέας Γης, συναντήθηκε με το κύριο σώμα της αποστολής. Παρά τις πιεστικές παροτρύνσεις να επιστρέψει στο Charlesbourg-Royal, ο Cartier αναχώρησε για τη Γαλλία. Τη διοίκηση της αποικίας ανέλαβε ο Roberval προσωπικά. Ωστόσο, ο συνδυασμός  επιδημιών, δυσμενών καιρικών συνθηκών και εχθρικής συμπεριφοράς των ιθαγενών οδήγησε στη διάλυσή της, το 1543. Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα ολόκληρα χρόνια έως ότου ιδρυθεί νέα αποικία στον Καναδά. Τον Αύγουστο του 2006, ο πρωθυπουργός του Κεμπέκ Jean Charest, ανακοίνωσε τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης του Charlesbourg-Royal από τους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα μπορεί να είναι πενιχρά, δεν παύουν, ωστόσο, να αποτελούν αδειάσειστα τεκμήρια της πρώτης γνωστής αποικίας Ευρωπαίων στον Καναδά, έπειτα από εκείνη των Vikings στη Νέα Γη (περί το έτος 1000).

Η επαφή με τους Ινδιάνους Ιροκουά.

Παρά το άδοξο τέλος της αποστολής, η κληρονομιά, που άφησε πίσω του ο Cartier, πέρασε επάξια  στην Ιστορία. Έχοντας εξερευνήσει και χαρτογραφήσει τις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, υπήρξε αυτός που άνοιξε τον μεγαλύτερο δίαυλο διείσδυσης σε ολόκληρη τη Βόρειο Αμερική. Ίδρυσε την πρώτη αποικία και σε αυτόν ο Καναδάς οφείλει το όνομά του. Συγκεκριμένα, η ετυμολογία προέρχεται από τη λέξη  “kanata”, η οποία στη διάλεκτο των Χιούρον και των Ιροκουά σημαίνει χωριό, συγκρότημα κατοικιών ή, απλά, έδαφος. Ο Cartier, πρώτος, ονόμασε Καναδά την ευρύτερη περιοχή της Stadacona και Καναδούς τους ιθαγενείς, που συνάντησε εκεί.

 

2.  Δημιουργία και επέκταση της Νέας Γαλλίας (1608 – 1754)

Ως Νέα Γαλλία ονομάστηκε το σύνολο των γαλλικών αποικιών της ηπειρωτικής Βορείου Αμερικής. Αρχικά συμπεριλάμβανε τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου, τη Νέα Γη και την Ακαδία (σημερινή Νέα Σκωτία με πρόσβαση στον Ατλαντικό Ωκεανό). Με την πάροδο του χρόνου, η Νέα Γαλλία επεκτάθηκε σταδιακά και πέρα των Απαλαχίων Ορέων μέχρι των κόλπο του Μεξικού. Το όνομα Νέα Γαλλία (Gallia Nova) πρωτοεμφανίστηκε το 1529 σε ένα χάρτη του μοναχού  Giovanni da Verrazano, ο οποίος, το 1524, δέκα χρόνια πριν από την άφιξη του Cartier, είχε εξερευνήσει για λογαριασμό της Γαλλίας τις ακτές της Βορείου Αμερικής. Ως ημερομηνία ίδρυσης υπολογίζεται η εγκατάσταση, από τον Cartier, της εφήμερης αποικίας Charlesbourg-Royal. Ουσιαστικά, ωστόσο, η Νέα Γαλλία άρχισε να υφίσταται από το 1608, όταν ένας άλλος θαλασσοπόρος, εξερευνητής, χαρτογράφος, γεωγράφος και στρατιωτικός, ο Samuel de Champlain (1567 – 1635) ίδρυσε την αποικία του Κεμπέκ στην ακριβή θέση της σημερινής ομώνυμης πόλης, εκεί όπου ο ποταμός στενεύει. Άλλωστε, ο Champlain είναι εκείνος που θεωρείται ως πατέρας της Νέας Γαλλίας. Όχι μόνο από τότε οι Γάλλοι εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη κλίμακα στο Καναδά, αλλά με τις συνεχείς διευρύνσεις των ορίων της αποικίας τους, έφτασαν, έως τις αρχές του 18ου αιώνα, να ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του ανατολικού ημίσεως των σημερινών ΗΠΑ.

Σε ένα αρχικό στάδιο, η Νέα Γαλλία δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα άθροισμα εμπορικών σταθμών (colonies de comptoir) εφήμερης διάρκειας, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της αλιείας και του εμπορίου της γούνας με τους ιθαγενείς. Οι προσωρινοί κάτοικοι, μόλις εξασφάλιζαν τα όσα είχαν ανάγκη, εγκατέλειπαν το έδαφος της Νέας Γαλλίας επιστρέφοντας με την πραμάτειά τους στη Μητρόπολη. Τη διοίκηση των εμπορικών αυτών σταθμών ασκούσαν οι πολυάριθμες αποικιακές εταιρείες, οι οποίες σφυρηλατήθηκαν στη Γαλλία έχοντας επιλέξει ως πρότυπο την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (Verenigde Oost Indische Compagnie). Το 1617, ο Louis Hébert, ένας φαρμακοποιός από το Παρίσι, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Marie Rollet και τα τρία παιδιά τους, εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη βάση στο Κεμπέκ. Θεωρούνται οι πρώτοι άποικοι της Νέας Γαλλίας.

JD Kelly, Champlain Arrives at Québec, 1608 (1895).

Όταν, περί το 1750, η Νέα Γαλλία γνώρισε το γεωγραφικό της απόγειο, περιλάμβανε πέντε αποικίες, κάθε μια από τις οποίες διέθετε ξεχωριστή περιφερειακή διοίκηση: Καναδάς,  Ακαδία,  Κόλπος του Χάντσον (Βaie d’ Hudson), Νέα Γη και Πλεζάνς (Terre -Neuve et Plaisance) και Λουιζιάνα. Κάλυπτε μια αχανή έκταση 8 εκατομ. τετρ. χλμ. και αριθμούσε μόλις  70.000 πληθυσμό. Με γνώμονα τα σημερινά διοικητικά δεδομένα, η Νέα Γαλλία περιλάμβανε το σύνολο ή τμήμα επτά επαρχιών του Καναδά (Manitoba, New Brunswick, New Foundland and Labrador, Nova Scotia, Québec, Ontario, Saskatchewan) και 22 πολιτειών των ΗΠΑ (Αlabama, Arkansas, Illinois, Iowa, Indianna, Kansas, Kentucky, Louisiana, Michigan, Minnesota, Mississippi, Missouri, New York, North Dakota, Ohio, Oklahoma, Pennsylvania,  South Dakota, Tennessee, Texas, West Virginia, Wisconsin). Προς ανατολάς, οι γαλλικές κτήσεις εφάπτονταν με τις 13 βρετανικές αποικίες, προς νότο με εκείνες της Νέας Ισπανίας, προς βορρά και προς δυσμάς με ανεξερεύνητες, ακόμη, εκτάσεις.

Tο 1627, ο καρδινάλιος Richelieu ίδρυσε την Εταιρεία της Νέας Γαλλίας (Compagnie de la Nouvelle-France) ή Εταιρεία των Εκατό Συνεταίρων (Compagnie des Cent-Associés). Ο καθένας από τους εκατό μετόχους (μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο καρδινάλιος καθώς και ο ιδρυτής της Νέας Γαλλίας, Samuel de Champlain), προσκόμιζε το ποσό των 3.000 λιρών, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, στην Εταιρεία ένα επαρκές αποθεματικό, προκειμένου να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί. Η τελευταία, εισήγαγε στη Νέα Γαλλία το σώμα των νόμων (Coutume de Paris), βάσει των οποίων ασκείτο από το 1510 και κατόπιν η διοίκηση στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού. Ο βασιλιάς της είχε εκχωρήσει επ’ αόριστον το μονοπώλιο κάθε είδους εμπορίου, πλην εκείνου της γούνας, για το οποίο είχε οριστεί χρονικός ορίζοντας 15 ετών. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, η Εταιρεία φρόντισε να διεκπεραιώσει τις δεσμεύσεις της: μεταφορά και εγκατάσταση σε μόνιμη κλίμακα 4000 αποίκων, ανάληψη και άσκηση της διοίκησης, παροχή στρατιωτικής προστασίας, τέλος, καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους ιθαγενείς.⁷

Το 1663, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ αποφάσισε τη διάλυση της Εταιρείας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διοίκηση της Νέας Γαλλίας μέσω ενός Ύπατου Συμβουλίου (Conseil Souverain). Έκτοτε, η βασιλική εξουσία ασκήθηκε με γνώμονα το παραπάνω σχήμα, εως τη στιγμή της απώλειας της αποικίας το 1760. Το 1664, ένα έτος έπειτα από τη διάλυση της Εταιρείας, ο υπουργός Oικονομικών Jean-Baptiste Colbert, κατόπιν εντολής του μονάρχη, προχώρησε στην ίδρυση της Γαλλικής Εταιρείας Δυτικών Ινδιών (Compagnie française des Indes occidentales) με στόχο την ενίσχυση του μεταναστευτικού ρεύματος με προορισμό τη μεγάλη υπερπόντια αποικία, καθώς και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο του εμπορίου. Βρισκόμαστε εν μέσω της εποχής του μερκαντιλισμού, ιδιαίτερα δε, του κολμπερτισμού, μιας παραλλαγής του τελευταίου. Ωστόσο, η εν λόγω Εταιρεία αποδείχτηκε εφήμερης διάρκειας, καθώς μόλις που κατάφερε να συμπληρώσει μια δεκαετία ύπαρξης και λειτουργίας προτού πάψει να υφίσταται.⁸

Χάρτης της Νέας Γαλλίας το έτος 1750. Διακρίνονται επίσης οι βρετανικές και ισπανικές κτήσεις της εποχής. Σε αυτόν αποτυπώνονται, τέλος, και τα σημερινά διοικητικά όρια των επαρχιών του Καναδά και των πολιτειών των ΗΠΑ.

Ο Καναδάς ήταν η σημαντικότερη από τις πέντε αποικίες. Η Πόλη του Κεμπέκ, η πρωτεύουσά του, ήταν συνάμα και διοικητική πρωτεύουσα ολόκληρης της Νέας Γαλλίας. Δεύτερη σε μέγεθος αποικία, τελευταία, όμως, κατά χρονολογική σειρά, ήταν η Λουιζιάνα, η οποία κάλυπτε τη λεκάνη του Μισισιππή, από τις πηγές έως τις εκβολές του τελευταίου. Εκτεινόταν από τις Μεγάλες Λίμνες έως τον κόλπο του Μεξικού και από τα Απαλάχια έως τα Βραχώδη Όρη. Ανακαλύφτηκε το 1673 από τον Louis Jolliet και κατακτήθηκε εννέα χρόνια αργότερα, το 1682 από τον Cavelier de la Salle. H αποικία της Λουιζιάνας ιδρύθηκε το 1699 από τον Pierre Le Moyne d’ Iberville και οφείλει το όνομά της στον ηγεμόνα της Γαλλίας, τον βασιλέα Λουδοβίκο ΙΔ΄. Ήταν χωρισμένη σε δυο διοικητικές περιφέρειες: την Άνω Λουιζιάνα (την κοιλάδα του Οχάϊο, όπου ευδοκιμούσε το εμπόριο της γούνας) και την Κάτω Λουιζιάνα, γνωστή από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου και βάμβακος. Τελευταία πρωτεύουσα υπήρξε η Νέα Ορλεάνη και συγκεκριμένα η Γαλλική Συνοικία (Vieux Carrée), το σημερινό ιστορικό κέντρο της πόλης, που ιδρύθηκε το 1718.⁹  Ως αποτέλεσμα της ήττας στον Επταετή Πόλεμο, το 1763 η Γαλλία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει το ανατολικό τμήμα των εδαφών της Λουιζιάνας στη νικήτρια Βρετανία και παράλληλα εκχώρησε με τη συνθήκη του Φονταινεμπλώ (1762) το δυτικό τμήμα στην Ισπανία. Το 1800, επανέκτησε την κυριότητα των δυτικών εδαφών. Αλλά πιεζόμενος από υποχρώσεις στην Ευρώπη, ο Ναπολέων Βοναπάρτης αποφάσισε να πουλήσει την περιοχή στις ΗΠΑ με την επονομαζόμενη “Αγορά της Λουιζιάνας” του 1803, τερματίζοντας την παρουσία των Γάλλων στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχώρησαν μέρος της Αγοράς της Λουιζιάνας στη Μεγ. Βρετανία το 1818.

Χάρτης της Λουιζιάνας (π. 1720).

H Ακαδία, τρίτη σε μέγεθος αποικία της Νέας Γαλλίας, με πρωτεύουσα το Port-Royal, καταλάμβανε το σύνολο των σημερινών επαρχιών Nova Scotia και New Brunswick του Καναδά και της πολιτείας Maine των ΗΠΑ. To 1713, με βάση τις διατάξεις της συνθήκης της Ουτρέχτης, η Ακαδία παραχωρήθηκε στη Μεγ. Βρετανία. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα δυο νησιά Isle Royale και Isle Saint-Jean στην είσοδο του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, κοντά στις εκβολές του ποταμού. Το όνομα Ακαδία συνέχισε να ισχύει για τις εναπομείνασες περιοχές. Νέα πρωτεύουσα ορίστηκε η οχυρή θέση Λούισμπουργκ, έως την οριστική απώλεια της αποικίας, μετά το πέρας του Επταετούς Πολέμου. Η ιστορία της Ακαδίας και των κατοίκων της σημαδέυτηκε από ένα άλλο γεγονός: εκείνο του ομαδικού εκτοπισμού, στον οποίο προέβη η βρετανική διοίκηση το 1755. Παρά το γεγονός ότι από το 1713 ήδη, το μεγαλύτερο τμήμα της αποικίας είχε εκχωρηθεί στους Βρετανούς, ο γαλλόφωνος πληθυσμός αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη και να αποσυρθεί στις παρακείμενες δυο νήσους, που είχαν παραμείνει υπό γαλλικό έλεγχο. Στα σαράντα έτη που μεσολάβησαν, οι Ακαδιανοί μεγαλούργησαν, καθιστώντας καλλιεργήσιμες μεγάλες εκτάσεις, χάρη στα φράγματα, τα οποία κατασκεύασαν. Ο αιφνιδιασμός της βρετανικής διοίκησης, η οποία προσέβλεπε στην εθελούσια αποχώρηση των κατοίκων και στον εποικισμό της περιοχής από πληθυσμό, προερχόμενο από τις γειτονικές δεκατρείς βρετανικές αποικίες της Νέας Αγγλίας, υπήρξε έκδηλος. Με την πάροδο του χρόνου, η παρουσία και προκοπή των Ακαδιανών άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα προέκυψε από τους δημογραφικούς δείκτες. Μεταξύ των ετών 1714 και 1749, ο γαλλικός πληθυσμός αυξήθηκε από 2.528 σε 11.925 (οικογένειες με άνω των δεκαπέντε παιδιών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο). Κατά συνέπεια, οι γαλλόφωνοι καθολικοί πολλαπλασιάζονταν ταχύτερα από τους αγγλόφωνους προτεστάντες. Το 1753, ο Charles Lawrence ανέλαβε διοικητής της Νέας Σκωτίας. Ευθύς εξαρχής γνωστοποίησε την πρόθεσή του να εκδιώξει τους Ακαδιανούς. Προβλέποντας πως οι τελευταίοι θα αρνούνταν, έθεσε ως προϋπόθεση για μια παραμονή επιτόπου, τον υποχρεωτικό και άνευ όρων όρκο υποταγής προς τον βασιλέα της Αγγλίας. Η επιχείρηση απέλασης υπήρξε σύντομης διάρκειας και οδήγησε, δυο χρόνια αργότερα, στον ομαδικό εκπατρισμό 10.000 ατόμων. Ο ξεριζωμός αυτός είναι γνωστότερος ως “Μεγάλη Αναστάτωση” (Grand Dérangement).¹º

Η “Μεγάλη Αναστάτωση” των Ακαδιανών το 1755.

Από τις υπόλοιπες δυο αποικίες της Νέας Γαλλίας, η πρώτη (Νέα Γη και Πλεζάνς) ήταν περισσότερο γνωστή για τις δυνατότητες που προσέφερε στον τομέα της αλιείας., ειδικότερα γύρω από τη Νέα Γη και την εναπομείνασα μέχρι σήμερα γαλλική κτήση, τo σύμπλεγμα των νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Γαλλία διατήρησε το μονοπώλιο της αλιείας στην ευρύτερη περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποποιήθηκε το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα έναντι σημαντικής χρηματικής αποζημίωσης το 1904, στο πλαίσιο της συνομολόγησης του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης με τη Μεγ. Βρετανία. Ως προς τη δεύτερη αποικία (Κόλπος του Χάντσον), γνωστή για το εμπόριο γούνας, έπειτα από μακροχρόνια  αντιπαράθεση, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ εκχώρησε μεγάλα τμήματα στους Βρετανούς, με  την υπογραφή της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713).

 Les Grands Explorateurs de la Nouvelle-France (1534-1739)     

3.  Σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς

Κατά τα πρώτα έτη ζωής της Νέας Γαλλίας και έως το τέλος του 17ου αιώνα, η καθημερινότητα των αποίκων είχε σημαδευτεί από συνεχείς περιορισμούς: αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, μεγάλη απόσταση από τη Μητρόπολη, αβέβαιες εμπορικές συναλλαγές εξαιτίας της προηγούμενης παραμέτρου κλπ. Ως εκ τούτου, οι πρώτοι Γάλλοι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να αυτοσυντηρηθούν παράγοντας οι ίδιοι τα προς το ζην, προσαρμόζοντας στη βορειοαμερικανική πραγματικότητα τις μεθόδους καλλιέργειας, που είχαν προσκομίσει από τη γενέτειρά τους, τέλος, συνάπτοντας σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς και αφομοιώνοντας πολλές από τις συνήθειες των τελευταίων. Γρήγορα, ωστόσο, βρήκαν τον βηματισμό και τους ρυθμούς τους στο Νέο Κόσμο. Κατά τον 18ο αιώνα, το επίπεδο διαβίωσης των αποίκων εθεωρείτο υψηλότερο από εκείνο των κατοίκων της μητροπολιτικής Γαλλίας, ειδικότερα κατά την περίοδο της λεγομένης “Τριακονταετούς Ειρήνης” (1713-1744). Υπήρχε αφθονία ξυλείας για θέρμανση, κυνηγιού και ψαριού για διατροφή, τέλος, οι άποικοι ήταν ιδιοκτήτες της γης, επί της οποίας κατοικούσαν. Η σταθερή, αυτή, ανοδική πορεία ανακόπηκε από τους περισπασμούς, που προκάλεσαν πρώτα ο Πόλεμος της Αυστριακής  Διαδοχής (1740-1748)  και εν συνεχεία ο Επταετής Πόλεμος (1755-1764).¹¹

Ευθύς εξαρχής, οι Γάλλοι άποικοι της Ακαδίας και του Καναδά ήρθαν σε επαφή με τις φυλές των Αμερινδιάνων της περιοχής (Αλγκονκίνοι, Ιροκουά, Μικμάκοι, Μοχώκ και Χιούρον). Ο έλεγχος των δικτύων διακίνησης της γούνας εξελίχθηκε σε διακύβευμα αντιπαράθεσης, καθώς κάθε μια από τις παραπάνω φυλές φιλοδοξούσε να καλλιεργήσει προνομιακές σχέσεις με τους Ευρωπαίους αποίκους. Ο επονομαζόμενος “Πόλεμος της Γούνας” έφερε αντιμέτωπους τους Αλγκονκίνους και τους Χιούρον, συμμάχους των Γάλλων, με την ισχυρή Λίγκα των πέντε εθνών, ένα είδος συνομοσπονδίας που είχαν συγκροτήσει προς δικό τους όφελος οι Ιροκουά, διαθέτοντας την υποστήριξη των Ολλανδών του Νέου Αμστερνταμ (προδρόμου της Νέας Υόρκης) καθώς και των Βρετανών αποίκων της Νέας Αγγλίας. Οι όλο και περισσότερες επιδρομές των Ιροκουά προκάλεσαν την αποστολή στρατευμάτων από τη Γαλλία για την αποκατάσταση της τάξης και τη διασφάλιση της  βασιλικής εξουσίας. Το 1690 αποκρούστηκε μια επίθεση κατά της πόλης του Κεμπέκ, με τη συνδρομή των Βρετανών. Τα γαλλικά αντίποινα υπήρξαν βαρύτατα για τους Ινδιάνους. Επιπρόσθετα, η φυλή των Ιροκουά απειλήθηκε με ολοκληρωτικό αφανισμό εξαιτίας επιδημιών, με άμεσο ανασταλτικό αντίκτυπο στην εν γένει δημογραφική τους εξέλιξη. Έτσι, από το 1697 άρχισαν να υιοθετούν περισσότερο διαλακτική στάση. Ο δρόμος για μια γενικευμένη ειρήνη, επωφελή για όλες τις πλευρές, είχε πλέον ανοίξει.

Όλες οι προηγούμενες πρωτοβουλίες για συμβιβασμό είτε δεν είχαν καταφέρει να καρποφορήσουν, είτε είχαν καταλήξει σε εφήμερης διάρκειας  εύθραυστες διμερείς συμφωνίες ανάμεσα σε Γάλλους και Αμερινδιάνους ή, ακόμα, ανάμεσα σε Αμερινδιάνους μεταξύ τους. Έχοντας αυτό ακριβώς κατά νου, οι αρχές της Νέας Γαλλίας δρομολόγησαν μια διαδικασία σταδιακών προπαρασκευαστικών διαπραγματεύσεων, ικανών να καταλήξουν σε μια τελική συμφωνία ευρείας αποδοχής. Τον Μάρτιο του 1700, μια πρώτη συνδιάσκεψη έλαβε χώρα εντός του εδάφους των Ιροκουά. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στο Μοντρεάλ, υπογράφηκε μια προσωρινή ειρήνη με τη Λίγκα των πέντε εθνών. Ταυτόχρονα, στάλθηκε πρόσκληση προς όλες τις φυλές, που κατοικούσαν πέριξ των Μεγάλων Λιμνών, που σήμερα (με εξαίρεση τη λίμνη Μίσιγκαν) βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, για συμμετοχή σε μια μεγάλη συνδιάσκεψη με στόχο τη συνομολόγηση μιας τελικής πράξης. Φορείς της πρόσκλησης ήταν Γάλλοι ιερείς και στρατιωτικοί, με διασυνδέσεις στον κόσμο των Αμερινδιάνων. Η συνδιάσκεψη προγραμματίστηκε για το θέρος του 1701.

Χορός των Ινδιάνων Αλγκονκίνων (χαρακτικό του John White, 1590).

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι διαπραγματεύσεις με αντικείμενο την ουδετερότητα των πέντε εθνών Ιροκουά συνεχίστηκαν αδιάλειπτα. Οι πρώτες αντιπροσωπείες για τη μεγάλη συνδιάσκεψη άρχισαν να καταφθάνουν στο Μοντρεάλ στις αρχές του καλοκαιριού. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 21 Ιουλίου και 7 Αυγούστου με τη συμμετοχή 1.300 συνέδρων σε μια πόλη, που αριθμούσε μόλις 1.200 κατοίκους! Σημαδεύτηκαν, μεταξύ άλλων, από τον θάνατο εξαιτίας υψηλού πυρετού του Kondiaronk, αρχηγού της φυλής των Χιούρον, εκ των πρωτοστατών των διαπραγματεύσεων. Η κηδεία του υπήρξε μεγαλοπρεπής με τη συμμετοχή όλων των παρευρισκομένων. Μια μικρή καθυστέρηση, που παρατηρήθηκε ως προς τη διεκπεραίωση των συζητήσεων, οφειλόταν στην υπέρμετρη σχολαστικότητα του Louis-Hector de Callière, Κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, διακαής επιθυμία του οποίου ήταν η συνομολόγηση μιας συμφωνίας δίχως ελαττώματα και ελλείψεις.

  Canada A People’s History: Claiming the Wilderness 1670 to 1755     

Η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (Grande Paix de Montréal) υπογράφηκε στις 4 Αυγούστου 1701. Τρεις όροι αξίζουν μνείας: 1) Όλοι οι αιχμάλωτοι, αυτόχθονες και μη, απελευθερώνονταν. 2) Τα εδάφη, όπου ευδοκιμούσε το κυνήγι, συγχωνεύονταν και αξιοποιούνταν από κοινού από τους αυτόχθονες. 3) Οι φυλές των Αμερινδιάνων δεσμεύονταν να τηρήσουν στάση ουδετερότητας σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης μεταξύ των βρετανικών και γαλλικών αποικιών της ευρύτερης περιοχής. Σε αυστηρά διπλωματικό επίπεδο, η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Β. Αμερικής καθώς, πέρα από την ειρήνευση με τους ντόπιους, περιλαμβάνει διατάξεις (όπως η υπ αρ. 2), οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Άλλες, πάλι, παραβιάστηκαν στο πλαίσιο των πολέμων, που ακολούθησαν. Το εμπόριο και οι εξερευνητικές αποστολές ξαναβρήκαν το ρυθμό τους. Σε αντιδιαστολή με την πολιτική των Ισπανών στο αμερικανικό Νότο, η οποία προσέβλεπε στην υποδούλωση και αφομοίωση των ιθαγενών πληθυσμών, οι Γάλλοι επέλεξαν τη φωνή της λογικής. Εκείνη της συμβίωσης επ ωφελεία αμφοτέρων των πλευρών. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, οι άποικοι εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, υιοθετώντας δικές τους συνήθειες, όπως αποκαλύπτει η παράδοση των λεγομένων “δρομέων των δασών” (coureurs des bois), ένα είδος μεσαζόντων στον τομέα του εμπορίου της γούνας.¹²

Το πρωτότυπο της Μεγάλης Ειρήνης του Μοντρεάλ (Archives nationales d’outre-mer, Aix-en-Provence, Γαλλία).  Διακρίνονται τα εικονογράμματα της κάθε φυλής.

Εν κατακλείδι, από όλα τα κράτη, τα οποία επιδόθηκαν σε μια πολιτική αποικιακής εξάπλωσης, η Γαλλία υπήρξε το μόνο, που δεν προχώρησε σε εξόντωση των ιθαγενών, δεν επιχείρησε να τους καταστήσει σκλάβους ούτε και να τους εγκλωβίσει μέσα σε ρεζέρβες. Το έπραξε ακόμη και για ιδιοτελείς λόγους. Το εμπόριο της γούνας ήταν ο κινητήριος μοχλός της οικονομίας της Νέας Γαλλίας. Ο ρόλος των Αμερινδιάνων ήταν κομβικός στον τομέα αυτόν. Συνεπώς, η καλλιέργεια καλών σχέσεων μαζί τους, λειτουργούσε προς όφελος των ιδίων των Γάλλων. Μόνο έτσι, οι τελευταίοι μπορούσαν να είναι βέβαιοι για την απρόσκοπτη τροφοδοσία σε είδος των αγορών του Μοντρεάλ και του Κεμπέκ και την ασφαλή προώθηση, κατόπιν, του προϊόντος προς τη Μητρόπολη. Επί 150 ολόκληρα χρόνια, η Νέα Γαλλία ενσάρκωνε ένα όνειρο. Το όνειρο της διαβίωσης κάτω από καλύτερες συνθήκες σε ένα νέο, άγνωστο, κόσμο. Το μυστικό της επιτυχίας υπήρξε η καλλιέργεια και διατήρηση καλών σχέσεων με τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Ως προς αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα ο περιορισμένος αριθμός των αποίκων. Δεν προκαλούσε στους ντόπιους την αίσθηση μιας μαζικής έλευσης, με απώτερο στόχο την κατάκτηση. Αντίθετα, η άσκηση ελέγχου επάνω σε μια τεραστίων διαστάσεων περιοχή, δεν ήταν εφικτή παρά μόνο χάρη σε μια αρμονική συνύπαρξη με τους ιθαγενείς. Υπήρχαν, ωστόσο, εγγενή προβλήματα και δυσκολίες. Οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες καθιστούσαν, κατά τους χειμερινούς μήνες, αδύνατη την πρόσβαση δια θαλάσσης στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου, όπως και την κυκλοφορία κατά μήκος του ομώνυμου ποταμού. Προς ανατολάς, η ύπαρξη των 13 βρετανικών αποικιών απέκλειε κάθε υπόνοια πρόσβασης στις ακτές του Ατλαντικού. Έτσι εξηγείται η επέκταση της Νέας Γαλλίας προς τη μακρινή Λουιζιάνα και τον κόλπο του Μεξικού. Αντιστρόφως ανάλογα, η μεγάλη γαλλική αποικία παρεμπόδιζε μια βρετανική επέκταση από τις ανατολικές ακτές προς την ενδοχώρα. Σε αντίθεση με τη Νέα Γαλλία, μια αραιοκατοικημένη έκταση, οι γεμάτες δυναμισμό βρετανικές αποικίες ήταν υπερπληθείς. Αριθμούσαν 1 εκατομμύριο κατοίκους έναντι 70.000 Γάλλων μόνο. Επιπρόσθετα, ήταν αδιάκοπτος ο ρυθμός έλευσης, σε αυτές, αποίκων από την Ευρώπη. Συνεπώς, η Νέα Γαλλία ήταν, στην ουσία, μια αποικία, που δεν κόστιζε ακριβά, δεν απέδιδε, ωστόσο πολλά. Σε κάποιο βαθμό λειτουργούσε εν είδει αντιπερισπασμού προς όφελος της Μητρόπολης, απασχολώντας μακριά από το έδαφος της τελευταίας ισχυρά βρετανικά στρατεύματα. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία έμελλε να επηρρεάσει τα μάλλα τον σχεδιασμό της γαλλικής αποικιακής πολιτικής κατά τα έτη της εμπόλεμης αντιπαράθεσης με τη Μεγάλη Βρετανία, που επρόκειτο να ακολουθήσουν.

         Québec, Louisiane – Le Grand Tour       

 

[Συνεχίζεται]

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Dale C. Thomson, Vive le Québec Libre, Toronto, Deneau Publishers, 1988, σ. 199.

² Pierre Godin, Daniel Johnson, τόμος Β΄, La difficile recherche de l’ égalité, Montréal, Les éditions de l’Homme, 1980, σ. 221-223.

³ Alain Peyrefitte, «De Gaulle: Il y aura une République française du Canada», Les cahiers d’histoire du Québec au XXe siècle, n7 (printemps 1997), σ. 13-22.

⁴  https://degaulle.fondationlionelgroulx.org/discours-31.html

⁵ Για μια γενικότερη επισκόπηση της επίσκεψης του στρατηγού De Gaulle στο Κεμπέκ, βλ. Sylvie Guillaume, “Le général de Gaulle et le Québec”, Espoir, αρ. 70, 1990.

⁶ Patricia Seed, Ceremonies of Possession in Europe’s Conquest of the New World: 1492-1640, Cambridge University Press, 1995, σ. 56. Για μια αναλυτική προσέγγιση βλ. Jacques Cartier,  [Ramsay Cook, ed.], The Voyages of Jacques Cartier, Toronto, University of Toronto Press και Fernand Braudel – Michel Mollat du Jourdin, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

⁷ Marcel Trudel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973, σ.249.

⁸ Βλ.σχετικά, Édits, ordonnances royaux, déclarations et arrêts du Conseil d’État du roi, concernant le Canada, P.E. Desbarats, 1803

⁹ Για μια διεξοδική προσέγγιση της ιστορίας της Γαλλικής Λουιζιάνας βλ. το τετράτομο έργο του Marcel Giraud, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974 και Bernard Lugan, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

¹º Για τον μαζικό εκτοπισμό των κατοίκων της Ακαδίας βλ. Naomi Griffiths, The Contexts of Acadian History, 1686-1784, Montréal, McGill-Queen’s University Press, 1992 και Lockerby W. Earle, «Le serment d’allégeance, le service militaire, les déportations et les Acadiens: opinions de France et de Québec aux 17et 18siècles», στο Acadiensis, vol. xxxvii, n1,‎ hiver/printemps 2008, σ. 149-171.

¹¹ Για την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Νέας Γαλλίας βλ. Raymond Douville – Jacques Donat Casanova, La vie quotidienne en Nouvelle France. Le Canada de Champlain à Montcalm, Paris, Hachette, 1964.

¹² Σχετικά με τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ βλ. Alain Beaulieu – Roland Viau, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Montréal, Éditions Libre Εxpression, 2001.

 

EΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  A΄ ΜΕΡΟΥΣ

Beaulieu Alain – Viau Roland, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Québec, Éditions Libre Expression, 2001

Blashfield Jean F., Jacques Cartier in search of the Northwest Passage, MinneapolisMN,  Compass Point Books, 2002.

Braudel Fernand – Mollat du Jourdin Michel, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

Cartier Jacques, The Voyages of Jacques Cartier, Toronto Ramsay Cook, ed., 1993.

Charbonneau Hubert, Naissance d’une population: les Français établis au Canada au XVIIe siècle, Paris et Montréal, I.N.E.D., PUF et Presses de l’Université de Montréal, 1987.

Eccles William John, The French North America 1500-1763, East Lansing, Michigan State University Press, 1998.

Frégault Guy,  La Civilisation de la Nouvelle France 1713-1744, Montréal, Éditions Pascal, 1944 (2e édition 1969, 3e édition 1990).

Giraud Marcel, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974.

Greene Meg, Jacques Cartier: Navigating the St. Lawrence River, New York, Rosen Central, 2004.

Havard Gilles – Vidal Cécile, Histoire de l’ Amérique française, Paris, Flammarion, 2003.

Jacquin Philippe, Les Indiens blancs: Français et Indiens en Amérique du Nord (XVI– XVIIIsiècles), Paris, Payot, 1987.

Lahaise Robert – Vallerand Noël, La Nouvelle-France 1524-1760, Outremont (Québec), Lanctôt, 1999.

Lugan Bernard, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

Trudel Marcel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973.

Trudel Marcel, Histoire de la Nouvelle-France, Paris et Montréal, Fides, 1963-1999.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χαράλαμπος Μηνάογλου: Αναστάσιος Μιχαὴλ ο Μακεδὼν. Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκὸς

Χαράλαμπος Μηνάογλου

Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών.

Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός

Παρότι ο Έλληνας με τον βαρύτερο ακαδημαικό τίτλο στην εποχή του, αυτόν του μέλους της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου, ο Αναστάσιος Μιχαήλ είναι λόγιος που δεν έχει ακόμη βρεί την θέση που του αξίζει στα γράμματα και την ιστορία μας. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν διαθέτουμε ιδιαίτερες πληροφορίες. Γνωρίζουμε βεβαίως πως καταγόταν από την Νάουσα. Από τον Λόγο περί Ελληνισμού, το γνωστό μέχρι σήμερα στην βιβλιογραφία έργο του με τον τίτλο Περιηγηματικόν Πυκτάτιον[1], προκύπτει πως σπούδασε στα Γιάννενα, στην σχολή Γκιούμα, με δάσκαλο τον Γεώργιο Σουγδουρή (c. 1645-1725)[2], τον οποίο βοηθούσε και ως αντιγραφέας. Είχε συμμαθητές τον Αλέξιο Σπανό[3] και τον γνωστό μόνο από την εγγραφή του στην Πάδοβα Μαργαρίτη Μάνθου[4]. Φαίνεται όμως πως παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα και στην σχολή του Επιφανίου, την λεγομένη Μικρή Σχολή των Ιωαννίνων, καθώς δηλώνει πως παρακολουθούσε μαθήματα του Παρθένιου Κατσούλη, ο οποίος υπήρξε σχολάρχης της εν λόγω Σχολής[5]. Εκεί μάλιστα ο Μιχαήλ αναφέρει πως είχε και την πρώτη επαφή με Ευρωπαίους, καθώς πέρασαν από την Σχολή κάποιοι Άγγλοι ακόλουθοι της βρετανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη.

Αναστάσιος Μιχαήλ, Περιηγηματικόν Πυκτάτιον ἤτοι Περιήγησις τῆς Εὐρώπης (Ἐν Ἀμστελοδάμῳ 1706).

Πολλοί Έλληνες ιεράρχες τον ενίσχυσαν πνευματικά και οικονομικά. Περισσότερα όμως οφείλει στον οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας άγιο Γεράσιμο τον Παλλαδά, τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας Ζωσιμά, ενώ από τα γραφόμενά του φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό να γνωριζόταν και με τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο. Από τις αρχοντικές οικογένειες της Πόλης και των Ηγεμονιών γνώριζε τους Καντακουζηνούς, τους Μαυροκορδάτους και τους Καντεμίρ.

Μετά τα Γιάννενα, ο ίδιος μας πληροφορεί πως μετέβη στα 1702 στην Κέρκυρα και, ενώ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει για την Βενετία, μεταπείστηκε να αναβάλει το ταξίδι του στην Ευρώπη. Οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα των Ελληνικών Γραμμάτων. Από εκεί τον οδήγησε στην Χάλλη ο Adhard Adelung[6], παρότι σύμφωνα με τα γραφόμενα του φίλου του Αλεξάνδρου Ελλαδίου, ο Μιχαήλ επιθυμούσε πρωτίστως να ταξιδέψει στην Βενετία. Οπωσδήποτε τον Αύγουστο του 1703 βρισκόταν στην Γερμανία, καθώς τον βρίσκουμε γραμμένο στο Πανεπιστήμιο της Χάλλης για θεολογικές σπουδές[7], ενώ μέχρι τουλάχιστον τα 1710 διέμενε άλλοτε στην Γερμανία και άλλοτε στην Ολλανδία. Αυτήν την περίοδο ταξίδεψε για πρώτη φορά και στην Ρωσία. Σε αυτά τα χρόνια συνδέθηκε με φιλία με τους τρεις προαναφερθέντες Γερμανούς λογίους και επίσης τον ελληνιστή Johann Michael Langius (1664-1731)[8], ο οποίος σημειώνει ότι ο Μιχαήλ του έκανε διορθώσεις στα έργα του[9]. Ο κύκλος του εκτάθηκε και πέρα από τους ελληνιστές, καθώς υπήρξε φίλος και του αρμενολόγου Johann Joachim Schröder (1680-1756)[10]. Στην Χάλλη βρήκε την ευκαιρία να σπουδάσει και την εβραϊκή φιλολογία κοντά στον J. H. Michaelis[11].

Πέρα όμως από την φιλική του σχέση με τους Γερμανούς συνεργάστηκε και με τον Αλέξανδρο Ελλάδιο, στον οποίο αφιέρωσε και το εξής επίγραμμα:

«Οὖλε τ’ Ἀλέξανδρος, καί χαίροις αἴεν ἄμεινον,

Ἑλλάδος ἐσσί κλέος χ’ ᾅδε Θεσσαλίης.

Καί σε φέρον γέ Μοῦσ’ ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν ὁρᾶσθαι,

Κάλλος ὀλυμπιάδων, ἱζόμενον σοφίῃ.

Γερμανίης ὀμφήν σῆς ἄφθονον Ἑλλάδος ἦγες,

Καί φίλαν ἑλλαδίοις πάτραν ἑών τελέεις.

Ξυγχαίρω τοι, καί πάλιν αὖτ’ ἐρέω τεῦ χαίρειν

Πάτρῃ καλλίστῃ, τέμπε’, ὢ οἶα φέρει.

Θρέψε πάλαι πηλείδην, καί θάψ’ Ἱπποκράτην,

Τώ διόδεν γεγάατ’ Ἄλκιμοι Ἰατέρων.

Τοί τέ καί αὐτέῳ ἰατρίης ὄχα φρεσσί μέμηλε;

Καί γνῶσιν βοτανῶν ἔξοχα φρεσσί φέρεις.

Ἱπποκράτης ἄρ’ ἔοις, καί Ἀλέξανδρος θεοειδής.

Τοῦ δ’ ἐπειή τε δέμας τιτθός ἐών φερέεις.

Ὣς γ’ ἕλλην τέ σοφός πολλῶν ῥ’ ἀντάξιος ἄλλων,

Ὦ καί Ἀλεξάνδρου, κᾄξιε Θεσσαλίης»[12].

«Ανταποδίδοντας» ο Ελλάδιος τον αναφέρει αρκετές φορές στο έργο του[13]. Επίσης, γνωρίζουμε πως είχε επαφές και με τον Σεραφείμ τον Μυτιληναίο, άλλον Έλληνα λόγιο με τον οποίο η δράση του Μιχαήλ διασταυρώθηκε τόσο στην Γερμανία, όσο και στην Ρωσία[14].

Το Δημαρχείο και το παλαιό Πανεπιστήμιο της Χάλλης σε γκραβούρα των αρχών του 18ου αι.

Στην Ρωσία πρέπει να βρέθηκε για σύντομο διάστημα το 1709, ενώ εμφανίζεται εγκατεστημένος εκεί από το 1715, όταν και ανέπτυξε σπουδαία δράση κυρίως στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Υπήρξε ένας από τους Έλληνες που υπηρέτησαν τον Μεγάλο Πέτρο (1672-1725), στον οποίο αφιέρωσε και ένα έργο του[15]. Διετέλεσε μέλος της ειδικής επιτροπής, την οποία είχε συγκροτήσει ο Πέτρος για την νέα σλαβονική μετάφραση της Βίβλου[16]. Το 1722 ο τσάρος τον διόρισε πάρεδρο της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας. Στην καριέρα του στην Ρωσία θα πρέπει να θεωρήσουμε πως διαδραμάτισε ρόλο και η γνωριμία του με τον Andrey Artamonovich Matveev (1666-1728), γιό του σπουδαίου Ρώσου λογίου Artamon Sergeyevich Matveev (1625-1682), ο οποίος υπήρξε ευνοούμενος του τσάρου και πρεσβευτής του στο Λονδίνο, την Βιέννη και την Χάγη, όπου γνωρίστηκε και με τον Μιχαήλ[17]. Στην Ρωσία του Πέτρου έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1725.

Σχέδιο της Αγίας Πετρούπολης την εποχή του Μεγάλου Πέτρου.

 

Μεγάλος Πέτρος (1672-1725).

Ο Μιχαήλ υπήρξε σπουδαίος φιλόλογος και ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός, καθώς κατέστη μέλος μίας από τις τρεις αρχαιότερες ακαδημίες παγκοσμίως, αυτής του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) στα 1707. Η Ακαδημία είχε ιδρυθεί το 1700 με πρώτο πρόεδρο τον Gottfried Wilhelm Leibniz (1646-1716)[18].  Στην Πρωσική Ακαδημία αφιέρωσε και το έργο του με το οποίο θα ασχοληθούμε στην συνέχεια. Πρόκειται για το γνωστό στην βιβλιογραφία ως Περιηγηματικόν Πυκτάτιον, το οποίο έχει σωθεί σε ένα μόνο αντίτυπο και αυτό χωρίς σελίδα τίτλου και κολοβό, καθώς λείπουν οι σελίδες μετά την 216. Το κείμενο αυτό είναι πιθανόν να απετέλεσε και ομιλία του στην Ακαδημία.

Το τμήμα του έργου που είναι γνωστό δεν αποτελεί περιηγητικό κείμενο, όπως υπαινίσσεται ο μέχρι σήμερα τίτλος που ακολουθεί το έργο, αλλά μία πραγματεία, έναν Λόγο περί Ελληνισμού και έχει ως περιεχόμενο την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης[19], παιδείας και γλώσσας μετά την Άλωση, ώστε να αποδειχθεί αβάσιμη η ανθελληνική θέση διαφόρων Ευρωπαίων ελληνιστών της εποχής, ότι οι Έλληνες πλέον είχαν πάψει να υπάρχουν.

Ο Μιχαήλ διέπρεψε ως ελληνιστής[20], αν και δεν είναι γνωστό να δημοσίευσε αυτούσια σχετικά έργα, καθώς και αυτός, όπως οι περισσότεροι Έλληνες δάσκαλοι στην Ευρώπη κατά την πρώιμη νεότερη εποχή[21], αναγκάστηκε να εργαστεί για λογαριασμό Ευρωπαίων ελληνιστών, ώστε να εξοικονομήσει τα προς το ζην[22]. Οι τρεις τουλάχιστον γνωστές συμβολές του σε σπουδαία έργα Ευρωπαίων ελληνιστών, μαρτυρούν την επιστημοσύνη του. Ο Μιχαήλ δεν υπήρξε από αυτούς που μετέβη στην Ευρώπη, για να μάθει, αλλά για να διδάξει ελληνικά. Αυτό φαίνεται τόσο από την εκλογή του ως εξωτερικού μέλους στην Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Königliche Akademie der Wissenschaften), όσο και από την εκτίμηση που έτρεφαν για το πρόσωπό του καταξιωμένοι Γερμανοί ελληνιστές, όπως ο ακαδημαϊκός August Hermann Francke (1663-1727), ανατολιστής και ελληνιστής, ο ακαδημαϊκός Friedrich Hoffmann (1660-1742) και ο ελληνιστής Johann Tribbechovius (1677-1712)[23].

Ο στόχος που θέλησε να επιτύχει ο Μιχαήλ με την προσφώνησή του προς την ακαδημία του Βραδεμβούργου ήταν αναμφισβήτητα η προβολή του Ελληνισμού και η αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με αυτόν στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο λειτούργησε και ως ένα σημαντικό επιστημονικό πόνημα ανάμεσα στους Ευρωπαίους Ελληνιστές, οι οποίοι πλέον είχαν και μία αυθεντική μαρτυρία περί ελληνικής γλώσσας και περί του Ελληνισμού της εποχής τους, εφόσον αυτή κατατέθηκε από κάποιον που ήταν το γένος Έλλην και είχε την ελληνική ως μητρική του γλώσσα.

Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου σε γκραβούρα του 1748.

Ο κεντρικός σκοπός, η προβολή του Ελληνισμού τόσο προς τα μέσα, την ελληνική κοινωνία, όσο και προς τα έξω, την Ευρώπη, υπηρετείται κατάλληλα, από την επίτευξη τριών επιμέρους στόχων που έχει θέσει ο Μιχαήλ: την καταπολέμηση της ανθελληνικής άποψης που εκφραζόταν τότε από μερίδα των Ευρωπαίων Ελληνιστών πως τα μετακλασικά ελληνικά, δεν ήταν ελληνικά και κατά συνέπεια και οι Έλληνες των αρχών του 18ου αιώνα δεν ήταν Έλληνες, την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης και της παιδευτικής δραστηριότητας κατά την Τουρκοκρατία και την προβολή της επίδρασης του Ελληνισμού τόσο στους Ορθοδόξους λαούς, όσο και στους Δυτικούς.

Για αυτό και κατατροπώνει με αναντίρρητα επιχειρήματα τις γλωσσολογικές παραναγνώσεις των ανθελλήνων Ελληνιστών, με χωρία από ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Και όχι μόνο, καθώς συμπληρώνει παραπομπές και με χωρία λατινικά αλλά και εβραϊκά,  δείχνοντας πως αλλαγές στο φωνολογικό, τονικό, λεξιλογικό και συντακτικό μέρος τους έχουν υποστεί και άλλες γλώσσες χωρίς να αμφισβητείται η συνέχειά τους. Τονίζει έτσι ότι τα ελληνικά του καιρού του, είναι ελληνικά ακριβώς όσο ήταν και τα κλασικά ελληνικά του αθηναϊκού 5ου αιώνα. Επισημαίνει επίσης πως οι ανθέλληνες «σοφοί» δεν γράφουν όσα γράφουν από αφέλεια, αλλά έχουν προκατάληψη κατά του Ελληνισμού και πλημμελή γνώση της ελληνικής. Αυτή η αναίρεση συμπλέκεται με την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης της Τουρκοκρατίας, η οποία αποδεικνύει και ιστορικά την συνέχεια του Ελληνισμού, καθώς οι Έλληνες δάσκαλοι της Τουρκοκρατίας μεταβαίνουν στην Δύση τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Μιχαήλ κυρίως ως δάσκαλοι των Ελληνικών. Πως γίνεται λοιπόν η Ευρώπη να δέχεται ως δασκάλους της στα ελληνικά, αυτούς που δεν τα γνωρίζουν; Η ελληνική παιδεία συνεχίζει να καλλιεργείται. Άρα οι Έλληνες υπάρχουν μέχρι τουλάχιστον τα χρόνια του. Ο τρίτος επιμέρους στόχος, συμπλέκεται και αυτός μέσα στον Λόγο με τους δύο προηγούμενους και η επίτευξή του συνίσταται στην οριοθέτηση της επίδρασης της ελληνικής παιδείας, όπου στους μεν ορθοδόξους λαούς παρουσιάζεται ως απόλυτα κυρίαρχη και ανώτατη μορφή παιδείας με αυτήν την συνείδηση να είναι κοινή σε όλους τους Βλάχους, Βούλγαρους, Αρβανίτες και Σλάβους λογίους, οι οποίοι έχουν γίνει Έλληνες και θέλουν να παρουσιάζονται ως Έλληνες, ενώ στους δυτικούς προβάλλεται ως το κυρίαρχο υπόστρωμα της δικής τους παιδείας και απαραίτητο προσόν λογιοσύνης. Άρα, το συμπέρασμα που προκαλείται, και ας μην το διατυπώνει ρητά ο Μιχαήλ, είναι ότι είναι αδύνατο να αναγνωρίζονται οι Έλληνες ως Έλληνες σε Ανατολή και Δύση και να μην είναι τέτοιοι. Πως όλοι τους δέχονται ως δασκάλους τους, αν αυτοί δεν είναι πράγματι Έλληνες;

Έτσι, στον Λόγο αυτόν του Μιχαήλ θα πρέπει να δούμε την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια από ελληνικής πλευράς να δοθεί μία -αποστομωτική είναι αλήθεια- απάντηση στον νεώτερο ανθελληνισμό. Με τον όρο θέλουμε να δηλώσουμε το σύνολο των κειμένων, των ομιλιών και των ενεργειών, τα οποία κατά την πρώιμη νεότερη εποχή καταφέρονταν κατά του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρόκειται πραγματικά για ένα φαινόμενο νέο, σίγουρα νεωτερικότερο, από τον Νέο Ελληνισμό, καθώς έπρεπε να προηγηθεί η έννοια του Νέου Ελληνισμού, ώστε να αναπτυχθεί ο κατ’ αυτού νεώτερος ανθελληνισμός.  Και δεν παραδοξολογούμε επόμενοι τον Μιχαήλ και το ύφος του. Είναι μία πρωτοφανής προσπάθεια να προπαγανδιστεί, όχι πως ο Ελληνισμός είναι κάτι το κακό, πως σφάλλει, πως βλάπτει, αλλά πως απλώς δεν υπάρχει. Είναι ουσιαστικά η απαρχή της σημερινής θεώρησης ορισμένων περί κατασκευής του ελληνικού έθνους από τον Παπαρρηγόπουλο.

Μετά από την Άλωση, όταν έχει εξαλειφθεί πλέον η όντως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μαζί της και η πολιτική ισχύς των Ελλήνων, αρχίζει αυτή η νεώτερη ανθελληνική προσπάθεια, την οποία καταπολεμά πρώτος σε τέτοια έκταση ο Μιχαήλ. Σε αυτήν την νέα ανθελληνική φιλολογία, οι Έλληνες δεν χαρακτηρίζονται αιρετικοί, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, όπως συνέβαινε στα Contra Graecos μεσαιωνικά κείμενα, αλλά χαρακτηρίζονται ως μη Έλληνες. Εφόσον δηλαδή ο δυτικός ανθελληνισμός επέτυχε με την μεσαιωνική φάση του να στερήσει τους Έλληνες από την κρατική τους ύπαρξη, έρχεται τώρα να τους στερήσει και την πνευματική. Κάτι τέτοιο όμως, όπως επισημαίνει και ο Μιχαήλ, απλώς είναι ανέφικτο. Μόνο μία συνθήκη υπάρχει που μπορεί να πραγματοποιηθεί: να θελήσουν οι ίδιοι οι Έλληνες να αποδεχθούν πως δεν είναι Έλληνες, να αρνηθούν δηλαδή τον Ελληνισμό[24]!

Απόσπασμα από τον Λόγο περί Ἑλληνισμοῦ. Στο κάτω μέρος της αριστερής σελίδας, ο Μιχαήλ αναφέρεται στο όνομα των Σκοπίων.

Τα επιχειρήματα του νέου ανθελληνισμού είναι πρωτίστως γλωσσικά και στηρίζονται σε λανθασμένες σύμφωνα με την σύγχρονη γλωσσολογία παραδοχές, αλλά και σε πλημμελή γνώση της ελληνικής. Από την εποχή του Μιχαήλ και μετά θα αρχίσουν να γίνονται και «ιστορικά», καθώς οι ίδιοι κύκλοι λογίων, που μέχρι τότε διέδιδαν ότι οι Έλληνες δεν μιλούσαν ελληνικά, τότε άρχισαν να υποστηρίζουν, κυρίως μέσα από περιηγητικά και πρώιμα οριενταλιστικά κείμενα ότι οι Έλληνες της εποχής τους ήταν ένας βάρβαρος λαός, ο οποίος καμία σχέση δεν είχε με τον πολιτισμό και σε καμία περίπτωση λοιπόν δεν μπορούσαν να είναι απόγονοι των Ελλήνων.

Η παραπάνω κεντρική θέση του νεωτέρου ανθελληνισμού έλαβε συχνά και δύο επιμέρους εκδοχές, σαφώς ηπιότερες, αλλά με αισθητή διάκριση ως προς τον βαθμό ανθελληνικότητας μεταξύ τους. Πρόκειται για την άποψη πως οι Μακεδόνες δεν είναι Έλληνες και την άποψη πως οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και οι Βούλγαροι δεν είναι Έλληνες. Στην πρώτη, που έλαβε μεγάλη αύξηση, όταν την υιοθέτησε, έναν αιώνα αργότερα, ο Αδαμάντιος Κοραής, για τους δικούς του πολιτικούς και τελείως εξω-ιστορικούς λόγους, δίνει μία ικανοποιητική απάντηση ο Μιχαήλ. Η Μακεδονία είναι περισσότερο Ελλάδα από ό,τι είναι η Αττική, επειδή οι Έλληνες πρωτοεμφανίστηκαν στην Θεσσαλία, που γειτνιάζει με την Μακεδονία. Οι Μακεδόνες μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνισμό κυρίευσαν ολόκληρη την οικουμένη και διέδωσαν στα πέρατα του κόσμου την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά και πριν από αυτό η δική τους διάλεκτος ήταν στην ουσία η πρώτη ελληνική κοινή, από την οποία ξεπήδησαν όλες οι υπόλοιπες ελληνικές διάλεκτοι[25].

Με τον ίδιο σαφή και μη αποδεχόμενο άλλες ερμηνείες τρόπο αποδεικνύει την δολιότητα των ισχυρισμών των ανθελλήνων ως προς τους Αρβανίτες, τους Βλάχους και τους Βούλγαρους. Εξηγεί πραγματικά με τρόπο μοναδικό, από όσο γνωρίζω, σε κείμενο της Τουρκοκρατίας, την σχέση των υπολοίπων ορθοδόξων γλωσσικών κοινοτήτων με τους Έλληνες. Την στιγμή που οι ανθέλληνες ισχυρίζονται πως οι Βούλγαροι, οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες παρότι είναι ορθόδοξοι δεν είναι Έλληνες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τους απομακρύνουν από τον Ελληνισμό, ο Μιχαήλ έρχεται να εξηγήσει την πραγματικότητα. Και την εξηγεί με τόση ενάργεια, λόγω της φύσεως του κειμένου του, λόγω δηλαδή του γεγονότος πως πρόκειται για έναν Λόγο περί Ελληνισμού, ο οποίος απευθύνεται πρωτίστως στους Ευρωπαίους. Έτσι, αισθάνεται πως πρέπει να τα εξηγήσει όλα από την αρχή, σε αντίθεση με τα περισσότερα κείμενα της Τουρκοκρατίας, στα οποία δεν επισημαίνουν οι συγγραφείς τους την εθνική τους καταγωγή, καθώς απευθυνόμενοι σε συνέλληνες δεν χρειάζεται να τους πούν αυτά που και οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.  Προχωρεί λοιπόν ο Μιχαήλ και εξηγεί πως αυτές οι τρεις διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες έχουν εξελληνιστεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι μόνο η κοινή πίστη, η οποία προσφέρει την πρώτη αρχή της συστράτευσης με τους Έλληνες, καθώς πολλές από τις ακολουθίες τους τελούνται στα ελληνικά, αλλά είναι και η ίδια η γλώσσα και ο τρόπος των Ελλήνων, ο πολιτισμός τους δηλαδή, που κάνει τους υπόλοιπους ορθοδόξους να θέλουν να γίνουν Έλληνες. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, οι μη Έλληνες «τη φύσει» ορθόδοξοι των Βαλκανίων, δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται με το δικό τους εθνικό όνομα, αλλά προτιμούν το όνομα των Ελλήνων. Αισθάνονται Έλληνες και δηλώνουν Έλληνες[26].

Ο Μιχαήλ φαίνεται πως τα χρόνια γύρω από την αναγόρευσή του σε εξωτερικό μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου ασχολήθηκε επισταμένως με το ζήτημα του ανθελληνισμού. Από την περίπτωση του Μιχαήλ καθίσταται σαφές ότι οι Έλληνες σπουδαστές στην Χάλλη κατανοούσαν πλήρως τα σχέδια των ευσεβιστών να τους χρησιμοποιήσουν ποικιλοτρόπως στο προσηλυτιστικό έργο τους στην Ανατολή, αλλά μη έχοντας άλλη επιλογή παρέμεναν και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που τους παρείχε η Χάλλη για τους δικούς τους σκοπούς, την προβολή δηλαδή του Ελληνισμού[27].  Ήδη από το 1705 ο Μιχαήλ είχε δημοσιεύσει μία επιστολή-βιβλιοκρισία για το έργο του φίλου του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ῥωμαϊκῆς sive Graecae Vulgaris Elementa, μαζί με το ίδιο το έργο, στην οποία αναφερόταν σε μία παλαιότερη γραμματική των ελληνικών[28] και την οποία θεωρούσε –με ηπιότερους βέβαια χαρακτηρισμούς- πως δεν απέδιδε ορθά τα ελληνικά, όπως αυτή του φίλου του[29]. Μετά την αναγόρευσή του εξέδωσε τον Λόγο περί Ελληνισμού, όπου διαλαμβάνει τα σχετικά με τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΟΡΘΩΙΔΟ[30]. Μαζί του, άξιος συμπαραστάτης εκείνα τα χρόνια στον αγώνα για τον Ελληνισμό στάθηκε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος[31], ο οποίος είχε και εκείνος γνωριμία με τον κύκλο των ελληνιστών και ταυτόχρονα ευσεβιστών της Χάλλης, όπως προκύπτει από τα έργα του και κυρίως από την αλληλογραφία του με τον Francke[32].  Ο Θεσσαλός λόγιος ανέλαβε να απαντήσει στους ανθέλληνες, όχι θεωρητικά όπως ο Μιχαήλ, αλλά πρακτικά. Στα 1712 εξέδωσε μία γραμματική της σύγχρονής του ελληνικής, όπου εφαρμόζονταν όλα τα αξιώματα που διατύπωσε ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού. Της Γραμματικής προτάσσεται φανταστικός διάλογος σχετικά με την προφορά της νέας ελληνικής, στον οποίο διακωμωδούνται οι απόψεις των Ηenninii και Vossii[33]. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκαν οι σχετικές αναφορές του και στο επόμενο έργο του, το Status Praesens (1714)[34], από το οποίο θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα μεταφρασμένο στα ελληνικά, το οποίο καταδεικνύει με τον πλέον εναργή τρόπο την συνείδηση της ελληνικότητας των Ελλήνων λογίων της Τουρκοκρατίας:

Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status Praesens Ecclesiae Graecae

Γράφει συγκεκριμένα ο Ελλάδιος[35]: «Γνωρίζω, ἐπίσης, μέ ποιές κούφιες ὑποσχέσεις ἔφραξε ὁ Adelung τόν δρόμο τοῦ Ἀναστασίου Μιχαήλ […] Ξέρω ἐπίσης καί τά πιό ἀπόρρητα σχέδια μερικῶν, ἀπαίσιες ἀπάτες, καί αἰσχρές προσπάθειες νά χρησιμοποιηθοῦν οἱ Ἕλληνες ὥστε νά ἐξυπηρετηθοῦν ἄλλα συμφέροντα. Γνωρίζω […] ἐπίσης καί τί ἔπαθε ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ στό Ἄμστερνταμ. […] Ὅπως καί νά ἔχουν τά πράγματα, ἂς ξέρουν οἱ πάντες: ἐγώ γεννήθηκα καί εἶμαι Ἕλληνας, καί δέν διστάζω νά ἐπιτεθῶ σέ κανέναν, […] προκειμένου νά ὑποστηρίξω τήν πατρίδα μου καί τούς συμπατριῶτες μου, καί μάλιστα ἐφόσον τούς βλέπω νά παθαίνουν ἀπό ἀδικία τέτοιες συμφορές. Ὁ χρόνος ἄλλαξε πολλά, ἀλλά οἱ Ἕλληνες δέν ἔπαψαν νά εἶναι Ἕλληνες».

Αυτή η τελευταία φράση αποτελεί το απαύγασμα της συνείδησης και της διδασκαλίας του Ελλάδιου, αλλά και του ομόψυχού του Αναστασίου Μιχαήλ. Κατά μίαν έννοια σε αυτήν καταλήγει το σύνολο της ελληνικής λογιοσύνης μετά το 1453. Για αυτό και ο Αναστάσιος Μιχαήλ πέρα από πρώτος Έλληνας ακαδημαικός είναι και ο πρώτος που τόσο εύστοχα και τόσο εύγλωττα υποστήριξε απέναντι στον νεωτερικό ανθελληνισμό την συνέχεια των Ελλήνων.

 

Ο Χαράλαμπος Μηνάογλου είναι Διδάκτωρ Νεώτερης Ιστορίας του Ε.Κ.Π.Α. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία και δεκάδες επιστημονικά άρθρα. Διδάσκει στο Ζάννειο Πειραματικό Λύκειο. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και ειδικότερα στον πνευματικό βίο των Ελλήνων, τους Έλληνες περιηγητές, την ελληνική ιστοριογραφία, τους Φαναριώτες και την εκκλησιαστική ιστορία.

 

 

 Σημειώσεις

[1] Για τον Αναστάσιο Μιχαήλ και το συγκεκριμένο έργο του βλ. Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Αθήνα 2014.

[2] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 13.

[3] Υπήρξε δάσκαλος και συγγραφέας ανέκδοτης ακόμη γραμματικής, που σώζεται σε πολλά χειρόγραφα. Βλ. Λ. Βρανούσης, Ἐφημερίς, τ. 5, Ἀθήνα 1995, 781

[4] Ο Μαργαρίτης Μάνθου ενεγράφη στην Πάδοβα το 1703. Βλ. Γ. Πλουμίδης, «Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης (μέρος Β΄. Legisti 1591-1809)», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 38 (1971), 123.

[5] Ο ιερομόναχος Παρθένιος Κατσούλης διαδέχθηκε τον Μελέτιο Μήτρου στην διεύθυνση της Μικράς Σχολής η Σχολής του Επιφανίου στα Ιωάννινα. Ο Κατσούλης σχολάρχησε από το 1692 ως το 1696 και υπήρξε πρωτοπόρος σε έρευνες λαογραφικού περιεχομένου.

[6]  U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999, 81.

[7] Βλ. U. Moennig, «Die griechischen Studenten am Hallenser Collegium orientale theologicum», στο:  J. Wallmann – U. Sträter (επιμ.), Halle und Osteuropa. Zur europäischen Ausstrahlung des hallischen Pietismus, Tübingen 1998, 314-316. Β. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 160.

[8] Πρόκειται για τον κύκλο των Πιετιστών της Χάλλης, με τον οποίο συνεργάστηκε ο Μιχαήλ, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάστηκε στα ζητήματα της πίστεως. Για τους πιετιστές της Χάλλης βλ. H. Eideneier, «Martinus Crusius und die Folgen», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 123-136. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis.

[9] Βλ. J. Langius, Philologiae Barbaro-Graecae, τ. 1, Noribegae et Altdorfi 1708, πρώτο μέρος με τον τίτλο Meletema, παράγραφος XVI. Το πρώτο μέρος του βιβλίου του Langii, το Meletema, περιέχει αποσπάσματα από τον Λόγο περί Ελληνισμού του Μιχαήλ, σε λατινική μετάφραση. Η μετάφραση, ασχέτως από το ποιο από τα δύο κείμενα είναι το πρωτότυπο, δεν είναι ακριβής, αλλά μάλλον μοιάζει με ελεύθερη απόδοση. Σαν να τα έχει γράψει το ίδιο πρόσωπο, προφανώς ο Μιχαήλ, θέλοντας να διαφοροποιήσει το κείμενό του.

[10] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 15.

[11] Βλ. Β. Μακρίδης: «Στοιχεῖα γιά τίς σχέσεις τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἑλλαδίου μέ τήν Ρωσία», Μνήμων 19 (1997), 18.

[12]Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status praesens Ecclesiae graecae, Altdorf 1714,  μετά τον Πρόλογο, χωρίς σελιδαρίθμηση. Εκεί ο Μιχαήλ αναφέρεται ως «Anastasius Macedo, Nausensis, inclytae Regiae Societatis Borussiacae Membrum» (=Αναστάσιος ο Μακεδών από την Νάουσα, μέλος της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου).

[13]  Βλ. Ελλάδιος, Status praesens, 62-63, 321, 328, 342-343.

[14] Βλ. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 162. Μακρίδης: «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 32-33.

[15] Αναστάσιος Μιχαήλ, Βασιλικόν Θέατρον, Άμστερνταμ 1710. Βλ. και Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 195-207.

[16] Βλ. Μακρίδης, «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 18.

[17]  Βλ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 16.

[18] Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) είναι μία από τις παλαιότερες επιστημονικές Ακαδημίες στον κόσμο. Μαζί με την Παρισινή και την Λονδρέζικη Ακαδημία αποτελούσαν την κορωνίδα της ευρωπαικής επιστημοσύνης στις αρχές του 18ου αιώνα. Για την ιστορία της κατά τον 18ο αιώνα βλ. A. Harnack,  Geschichte der Königlichen Preussischen Akademie der Wissenschaften zu Berlin, τ. 1, Berlin 1900.

[19] Βλ. Αλ. Αγγέλου, «Δοκιμές για απογραφή και αποτίμηση της νεοελληνικής γραμματείας στην ευρυχωρία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ο Ερανιστής 11 (1974), 4.

[20]  Από τα κείμενά του προκύπτει ότι γνώριζε επίσης λατινικά, εβραικά, ρωσικά, αρβανίτικα, βλάχικα και στοιχεία τουλάχιστον της αρμενικής.

[21] Βλ. για παράδειγμα την περίπτωση του Μητροφάνη Κριτόπουλου (1589-1639), που παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τον Μιχαήλ. U. Moennig, «Matthias Berneggers Handexemplar des Glossarium graecobarbarum des Ioannes Meursius mit Korrekturen des Metrophanes Kritopoulos», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 161-198.

[22] Είναι χαρακτηριστικές οι πολλές συμβολές του στα θεολογικά έργα των πιετιστών της Χάλλης, οι οποίες όμως έγιναν χωρίς την θέλησή του. Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως αποσπάσματα από την μετάφρασή του της Καινής Διαθήκης σε εκδόσεις που είχαν στόχο τον προσηλυτισμό ορθοδόξων Ελλήνων μετά όμως από τον θάνατό του. Βλ.Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis, 71, 76-78, 81 και 103.

[23] Για τις απόψεις των δύο πρώτων βλ. Χ. Μηνάογλου, «Από τον Αναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 422-424. Για τον τρίτο βλ. την επιστολή-βιβλιοκρισία του Μιχαήλ, την οποία δημοσιεύει στο έργο του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[24] Εδώ τα λόγια του Αναστάσιου Μιχαήλ διατυπωμένα πριν από τρεις αιώνες μοιάζουν προφητικά.

[25] «Ἡ γάρ Μακεδονία, ἡ μή μόνον μετά τό τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, καί πάσης, μικροῦ δεῖν, τῆς τηνικαῦτα φερωνυμουμένης οἰκουμένης κρατῆσαι, τόν Ἑλληνισμόν, κατά τόν ἐν ἱεροφαντικοῖς τοῖς περί ταύτης τῷ Δανιήλ προαναπεφωνημένοις χρησμηγορήμασι πολυηχῆ χαλκόν, πανταχοῦ τῆς γῆς ἀκουστόν ποιήσασα, λαούς τε, φυλάς, καί γλώσσας, καί σχεδόν ἅπαν γένος ἀνθρώπων εἰς ὑποδοχήν τοῦ ὅσον οὔπω τηνικαῦτα μέλλοντος εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης ἐξελθεῖν φθόγγου παρασκευάσασα (ὡς ἐξ ἐκείνου μάλιστα, τοῦθ’ ὅπερ καλῶς παρατηρεῖ, μᾶλλον δέ βλέπει, ὁ μόνους τούς Ἕλληνας τῶν Ἑλληνικῶν ἁπάντων κατά τό δοκοῦν ἀποκηρύττων, μηδέν εἶναι κλίμα, οὐ θρησκείαν, οὐκ ἔθνος Ἀσίας καί Εὐρώπης , ὅπερ μή καί τι Ἑλληνικόν ἐν φωνῇ , ἐν ἤθεσιν, ἐν πολιτικαῖς διοικήσεσιν, ἐν τελεταῖς καί πᾶσι, ξυλλήβδην φάναι, τοῖς δι’ ὧν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος κοσμεῖται, διοικεῖται καί διεξάγεται μέχρι καί τῆς ἐνεστώσης, ἀποσῶζον ζώπυρον) ἀλλ’ ἔτι καί πολλῷ πρό τούτου κοινή καί πρωτίστη μήτηρ Ἑλληνισμοῦ παντός χρηματίσασα, καί τάς τῶν ἑκασταχοῦ τῆς Ἑλλάδος διαλέκτων παραφυάδας, ἐκ μιᾶς, τῆς πᾶσι τό πρῶτον τοῖς Ἕλλησι κοινῆς, (ὡς Κόρινθος ἐν τῷ περί διαλέκτων διευκρινεῖ) γλώσσης πηγάσασα, αὕτη, φημί, μετά ταῦτα καί αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς προσωνυμίας ἀπηλλωτρίωτο». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 187.

[26] «Εἰ δέ τινες τήν τοῦ ἔθνους τούτου πλησιεστέραν τῇ Ἑλλάδι τήν οἴκησιν ἔλαχον, ἀλλά καί οἱ φιλόκαλοι οὗτοι, πλήν τῶν σφῶν ἐθνικῆς (ἣν οὐδέ πάνυ τι νῦν ἡδέως ἀκούουσι) προσηγορίας, τ’ ἄλλα παρά μικρόν εἰς τῶν Ἑλλήνων μεταβέβληνται τρόπον. Οἷς καί ὑπό τοῦ Χριστοῦ συστρατεύονται σημείῳ. Ὡσαύτως καί τῶν περιοίκων Ἀλβανῶν ὅσοι εὐσεβόφρονες, καί Βουλγάρων τό εὐσεβές καί στεῤῥόπιστον ἔθνος. Δι’ Ἑλληνικῆς γάρ καί τούτοις γλώσσης τά πλεῖστα τῶν ἱερῶν ὑπανοίγεται τεμένη. Διά ταύτης  τάς ἀπύρους καί ἀκάπνους θυσίας τῷ θεῷ ἀναπέμπουσιν. Ὑφ’ Ἑλλήνων, ἢ  γοῦν ὁπωσοῦν Ἑλληνίζειν εἰδότων τά κατ’ αὐτούς ἱερά διευθετεῖται. Ὑπό τοιούτων ἡ τούτων νεολαία παιδεύεται. Οὐδέ γάρ οὐδέ τούτων τῶν ἐθνῶν, τά γε Χριστιανίζοντα, οἰητέον ἀκμήν ἀφύσικα πρός παιδείαν ὑπάρχειν. Ὡς οὐδ’ ὅσ’ ἄλλα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγέννησέ τε καί ὕψωσε, κᾂν βορειότερα ὦσι, κᾂν ὑπερβόρεια». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 133.

[27] Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και ο Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 168.

[28] Πρόκειται για το έργο S. Portius, Γραμματική της Ρωμαικής γλώσσας. Grammatica Linguae Graecae Vulgaris, Paris 1638.

[29] Βλ. J. Tribbechovius, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[30] Βλ. Henricus Christianus Henninius, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΟΡΘΩΙΔΟΣ, seu Graecam Linguam non esse pronunciandam secundum accentus; Dissertatio Paradoxa qua legitima et antiqua Linguae Graecae pronunciatio et modulatio demonstrator: atque obiter de Linguis carumque fatis disputatur. Ad virum amplissimum Salomonem Dierquens, addita est Isaaci Vossii, De accentibus Graecanicis sententia, Trajecti ad Rhenum 1684.

[31]  Βλ. Ν. Ψημμένος, «Η μαρτυρία του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την παιδεία του Γένους στην αυγή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», στο: Ν. Ψημμένος, Μελετήματα Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, τ. Α΄, Ιωάννινα 2004, 23-52.

[32] Βλ. U. Moennig, «Τρεις αυτόγραφες επιστολές του Ελλαδίου προς τον August Hermann Francke», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 125-149.

[33] Ο διάλογος τιτλοφορείται Διάλογος περί της εν Ευρώπη ελληνικής προφοράς και τα πρόσωπα που διαλέγονται είναι ο Μέλισσος και ο Αγάπιος. Προτάσσεται στις 58 πρώτες σελίδες του τόμου  χωρίς σελιδαρίθμηση (29 σελίδες ελληνικό κείμενο και αντικρυστά άλλες τόσες λατινική μετάφραση).  Πριν από την σελίδα τίτλου στο πρώτο κενό φύλλο γράφονται τα εξής: “Conf. Io. Albertus Fabricius in Bibl. Grac. Lib. V, cap. 7. p. 41. Vol. VII”. Αλέξανδρος Ελλάδιος, Σταχυολογία τεχνολογική της ελλάδος φωνής ήτοι Γραμματική ελληνική κατ’ ερωταπόκρισιν, hoc est Spicilegium Technologicum Graecismi, sive Grammatica Graeca, per quaestiones et responsiones, Noribergae 1712.

[34] Οι σχετικές απόψεις του παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με όσα γράφει ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού, για την ελληνική γλώσσα και την ορθή προφορά της. Για τις απόψεις του Ελλάδιου περί γλώσσας και προφοράς βλ. Γ. Καραμανώλης, «Οι απόψεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την προφορά της αρχαίας ελληνικής και οι θεωρίες των συγχρόνων του για την ελληνική γλώσσα», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.), Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 333-413.

[35] «Neque ignoro, quibus promissionibus D. Adelungius Anastasii Macedonis et Nicolai Sacerdotis iter, quod versus Venetias susceperant, impediverit, eosque alio deduxerit. […] Non ignoro nonnullorum arcaniora de Graecis consilia, fraudes detestandas, ac turpissima eorum nomine conata lucra. Non sum praeterea nescius, quid Anastasio, dum versus Berolinum iter suum dirigebat, accidit, ac quibus precibus victus suppressit librum, de statu Juvenum Graecorum, qui in hisce Europae regionibus studiis operam dederunt. Minime denique ignoro, […] quid Anastasio Amstelodami contigit. [ …] Illud omnibus, et singulis notum facio: me Graecum esse natum de parentibus non multum gloriabor est pro Patria genteque mea praesentim vero, cum injusta ratione tantas injurias illam pati videam, neque propriis Parentibus quidem, nedum illis, quibus calumniae in Graeciam et Graecorum diffamatio maxime conducit, ad propriumque interesse vergit, ullo modo parcam; Ita tempora non ingenia Graecorum mutata sunt».  Ἑλλάδιος, Status praesens, 327-329.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

– V. Benesevic, «Anastasius Nausios», Byzantinisch Neugriechische Jahrbiicher 10 (1933), 351-368.

– Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003.

– Χ. Μηνάογλου, «Από τον Ἀναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 419-435.

–  Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Ἀθήνα 2014.

– U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999.

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς:Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

 Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας*

Τα ανάκτορα των Αθηνών, κτισμένα για τον πρώτο βασιλέα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Όθωνα¹ ήταν ο σημαντικότερος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός (διάρκεια ανέγερσης 1836-1843) στη νέα πρωτεύουσα. Επανειλημμένως έχει τονισθεί η βαρύνουσα σημασία που έμελλε να παίξει το οικοδόμημα αυτό στην πολεοδομική εξέλιξη της νέας Αθήνας, καθώς και το γεγονός ότι η ανέγερσή του σηματοδότησε, όπως ανεμένετο, την ανάπτυξη μιας ιδιότυπης κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στον ελληνικό χώρο.

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας για πολιτικούς λόγους, και προκειμένου να εδραιωθεί η εξουσία της δυναστείας των Wittelsbach στην Ελλάδα, επιθυμούσε την ταχύτερη δυνατή έναρξη της οικοδομήσεως των ανακτόρων. Κατά τη διάρκεια της τετραμήνου παραμονής του στην Αθήνα (από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836) και κατόπιν επανειλημμένων γνωμοδοτήσεων σχετικά με τις κατάλληλες περιοχές χωροθετήσεως του κτηρίου, καθώς και κατόπιν συντάξεως δυο διεξοδικών αναφορών των θεραπόντων ιατρών του Όθωνος Röser και Wibmer (που τις υπέβαλαν την πρωτοχρονιά του 1836 και στις οποίες συνιστούσαν ως πλέον υγιεινή περιοχή για την ανέγερση των ανακτόρων τις ανατολικές παρυφές της πόλεως, δηλαδή την περιοχή του αρχαίου Λυκείου), ο βασιλεύς Λουδοβίκος – παρακάμπτοντας τον διστακτικό υιό του ‘Οθωνα – έκανε δεκτή την πρόταση των δυο ιατρών.

Ο Friedrich von Gaertner (1791-1845), ο αρχιτέκτων, στον οποίον ο βασιλεύς Λουδοβίκος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων των ανακτόρων, ώρισε ως ακριβή τόπο χωροθέτησής τους όχι τη νότια κλιτύ του Λυκαβηττού, αλλά μία χαμηλή έξαρση του εδάφους στις ανατολικές παρυφές της νέας πόλεως, κοντά στην πύλη του Διοχάρους του αρχαίου τείχους, από όπου απολάμβανε κανείς ανεμπόδιστα τη θέα του Σαρωνικού, της Ακροπόλεως και της παλαιάς πόλεως.

Άποψη της Αθήνας από τον Λυκαβηττό. Διακρίνεται το τείχος του βοεβόδα Χασεκή και στον ορίζοντα τα βουνά της Σαλαμίνας. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Franz Heger (1792-1836).

Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για τη χωροθέτηση των ανακτόρων υπήρξε πολύ επιτυχής διότι προσέφερε έναν ανοικτό περιβάλλοντα χώρο και υπερυψωμένη θέση, η οποία εξησφάλιζε άριστες οπτικές διασυνδέσεις. Ξενίζει, ωστόσο, η αδιαφορία του Gaertner για μια μελετημένη πολεοδομική ένταξη των ανακτόρων στον ιστό τόσο της παλαιάς όσο και της νέας πόλεως. Το οικοδόμημα αναγείρεται σε μια προνομιούχο θέση που γεννά αυθορμήτως την σκέψη δημιουργίας μιας εκτεταμένης περιοχής πρασίνου, η οποία θα μπορούσε να εκτείνεται από τις κλιτύες του Λυκαβηττού μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.² Και πράγματι, αργότερα το νότιο τμήμα αυτής της περιοχής απέκτησε ενιαίο χαρακτήρα χώρου αναψυχής στο κέντρο της πόλεως, καθώς περιλαμβάνει τον Βασιλικό Κήπο, τον Κήπο του Ζαππείου, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και τον αναδασωμένο Λόφο του Αρδηττού. Ο αρχιτέκτων των ανακτόρων ωστόσο αγνόησε αυτή την προοπτική. Η ενασχόλησή του με τη διαμόρφωση του τοπίου που περιβάλλει τα ανάκτορα υπήρξε μάλλον επιπόλαια, θα λέγαμε μάλιστα συμβατική. Έχει κανείς την εντύπωση πως ήθελε να αποφύγει την διευθέτηση αυτού του θέματος. Και είχε τους λόγους του: επειδή εκείνη την εποχή επικρατούσε ακόμα αβεβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή του αναθεωρημένου από τον Leo von Klenze πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών (1834), ο Gaertner, σοφά πράττοντας, προτίμησε να αποφύγει τη διατύπωση συγκεκριμένων πολεοδομικών προτάσεων διαρρυθμίσεως του περιβάλλοντος χώρου για να μη θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του σχεδίου του για τα ανάκτορα.

Friedrich von Gaertner (1791-1845).

Παρ’ όλα αυτά μας είναι γνωστό ένα σχέδιο του Gaertner, στο οποίο είναι αποτυπωμένη πρότασή του για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου και τη διάταξη του βασιλικού κήπου.³ Ο σχηματικός χαρακτήρ αυτού του σχεδίου είναι προφανής. Απουσιάζει εντελώς η απεικόνιση των κυρίων οδών της πρωτευούσης σε σχέση με τα ανάκτορα, και της κυριοτέρας τότε οδού που είχε διανοιγεί στην παλαιά πόλη, της οδού Ερμού. Ανατολικά των ανακτόρων και σε άμεση επαφή με αυτά, ο Gaertner σχεδιάζει ένα μεγάλο ημικύκλιο, διαμέτρου 500 μ., το οποίο περιγράφει μια επιφάνεια 12 εκταρίων, ως αυστηρά γεωμετρικό κήπο των ανακτόρων με πρότυπο τους γαλλικής τεχνοτροπίας κήπους. Στο σχηματικό αυτό περίγραμμα, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η ψυχρή αυστηρότης της αξονικής συμμετρίας και το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται καθόλου υπ όψιν το έδαφος που κλίνει προς νότον. Ακριβείς προτάσεις για τη διαμόρφωση του κήπου δεν γίνονται. Έτσι το σκαρίφημα υποβάλλει την ιδέα ότι πρόκειται μάλλον για διακοσμητική πλαισίωση της κατόψεως των ανακτόρων παρά για σχεδιαστική έκφραση μίας ιδέας για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου. Επιπλέον, εκατέρωθεν των ανακτόρων καθώς και μπροστά σε αυτά ο Gaertner σχεδιάζει υπαινικτικά δυο μικρούς διακοσμητικούς οπωρόκηπους, ενώ δεν προβλέπει ευρύχωρο προαύλιο. Αντί προαυλίου προτείνεται μια οδός περιπάτου με δενδροστοιχίες πλάτους 38 μ., η οποία εφάπτεται μετωπικά στο κτήριο χωρίς να καταλήγει πουθενά.

Η πολεοδομική ένταξη των αθηναϊκών ανακτόρων στην κάτοψη της πόλεως έγινε αργότερα, με βάση το σχέδιο του λοχαγού Hoch, ο οποίος επέβλεπε τις οικοδομικές εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το σχέδιό του, το οποίο εξεπόνησε επί τόπου,⁴ συνιστά μία συγκεκριμένη πολεοδομική πρόταση διευθετήσεως του χώρου περί τα ανάκτορα. Προβλέπει την μνημειακή πλατεία Όθωνος (τη σημερινή πλατεία Συντάγματος) διαστάσεων 215 Χ 150 μ., μπροστά στη δυτική κύρια πρόσοψη των ανακτόρων. Το ακριβές περίγραμμα του κήπου απουσιάζει και από αυτό το σχέδιο. Το λεγόμενο “σχέδιο Hoch”ενεκρίθη με το διάταγμα της 22.5.1837 ως οριστικό σχέδιο διαμορφώσεως της περιοχής δυτικώς των ανακτόρων, και στις κύριες γραμμές του εφηρμόσθη πιστά.

Τα ανάκτορα του Όθωνος και η πλατεία Συντάγματος σε φωτογραφία του 1865.

Το σχέδιο και η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου των Αθηνών κατά τη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών δεν ακολούθησε ωστόσο την σχηματική πρόταση του Gaertner. Αυτή η πρώτη, και μέχρι σήμερα σημαντικότερη, δημιουργία της κηποτεχνίας στην Ελλάδα οφείλεται στην Αμαλία του Ολδεμβούργου, σύζυγο του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδος.

Όταν η δεκαοχτάχρονη βασίλισσα έφθασε, την άνοιξη του 1837, στην Αθήνα, έμελλε να κατοικήσει για έξι χρόνια, μέχρι δηλαδή την αποπεράτωση των υπό ανέγερση ανακτόρων, στην οικία Δεκόζη-Βούρου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αλλά η Αμαλία δεν έμεινε αδρανής όλο αυτό το διάστημα της διαμονής του βασιλικού ζεύγους στα προσωρινά ανάκτορα. Ενστερνίσθηκε τη ρήση του πεθερού της Λουδοβίκου Α΄: Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω,⁵ και έδρασε αναλόγως.

Κατά τη διάρκεια της εικοσιπεντάχρονης παραμονής της Αμαλίας στην Αθήνα (1837-1862) η δημιουργία του κήπου αυτού έμελλε να γίνει το σπουδαιότερο έργο της ζωής της. Με χαρακτηριστική καλαισθησία, θεληματικότητα και πείσμα διηύθυνε προσωπικά τη διαμόρφωση, τη φύτευση, την επέκταση και τον συνεχή εμπλουτισμό του κήπου των ανακτόρων, ο οποίος έλαβε εν τέλει τη μορφή ενός πυκνοφυτεμένου, ελεύθερα διαμορφωμένου μεσογειακού κήπου, ενός κήπου sui generis σε απομίμηση των φυσικών τοπίων (Landschaftspark). Ο κήπος είχε συλληφθεί εξ αρχής ως ελεύθερος χώρος τριπλής λειτουργίας: ως κήπος των ανακτόρων, ως δημόσιο πάρκο και ως βοτανικός κήπος· και από την άποψη αυτή είναι μοναδικός στη νότια Ευρώπη.

Με πρακτικό νου η νεαρά βασίλισσα επέλεξε την καλύτερη δυνατή χωροθέτηση του κήπου, και μάλιστα σε άμεση γειτνίαση με το κτήριο των ανακτόρων. Η διαμόρφωσή του ξεκίνησε από μια μικρή επιφάνεια 2,5 εκταρίων στη δυτική πτέρυγα του κτηρίου για να καλύψει τελικά περίπου 15,5 εκτάρια (μέγιστες διαστάσεις 410 Χ 470 μ.). Αυτή η παραλληλόγραμμου σχήματος έκταση εκτείνεται μονόπλευρα – δηλαδή στα νότια και τα ανατολικά του κτηρίου των ανακτόρων – σχεδόν μέχρι την είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ο κήπος απέκτησε τη μέγιστη επιφάνειά του επί Όθωνος και παραμένει έτσι μέχρι τις μέρες μας, τόσο ως προς την διαμόρφωση όσο και ως προς την έκτασή του· ένα «κτήμα εσ αεί” για την πόλη των Αθηνών.

Ludwig Lange, Η πηγή της Καλλιρρόης, όπου διαμορφώθηκε ο κήπος, 1835.

Σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν μόνο ο μεσημβρινός της προσανατολισμός και η κεντρική της θέση ανάμεσα στο κτήριο των ανακτόρων, τα μεγαλόπρεπα ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός και το κοίλον του Παναθηναϊκού Σταδίου· σπουδαίο ρόλο έπαιξε επίσης το σχετικά επίπεδο, αλλά ελαφρά προς νότον κεκλιμένον έδαφος (υψηλότερο σημείο 104,5 μ., χαμηλότερο σημείο 83,0 μ. πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης, υψομετρική διαφορά 21,5 μ., μέση κλίση 4,5%) το οποίο επέτρεψε την άνετη άρδευση του κήπου, δίχως αντλίες.

Στο διάστημα μεταξύ των ετών 1836 και 1859 ηγοράσθησαν σταδιακά περισσότερα από τριάντα αγροτεμάχια για την επέκταση του κήπου, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του δήμου των Αθηνών, της μονής Πετράκη αλλά και διαφόρων επιφανών αθηναϊκών οικογενειών.⁶ Τα έξοδα για τη διαμόρφωση, καλλιέργεια και συντήρηση του κήπου εκάλυπτε το βασιλικόν ταμείον, ενώ η αγορά γης (αγορά που ουσιαστικά είχε χαρακτήρα απαλλοτριώσεως) γινόταν με δαπάνες του κράτους. Ο Edmond About, γάλλος αρχαιολόγος που στο διάστημα 1852-1854 παρεπιδημούσε στην Αθήνα, μας άφησε μία ενδιαφέρουσα περιγραφή, διαπνεόμενη από θαυμασμό αλλά και ειρωνική διάθεση, που αναφέρεται στις πρωτοβουλίες της βασιλίσσης που είχαν σχέση με τον κήπο των ανακτόρων. Έτσι στο βιβλίο του La Grèce contemporaine, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1854, μας δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για τη μοναδική αυτή όαση πρασίνου στην Αθήνα, που υπέφερε από τη ζέστη το θέρος. Αναφέρει λοιπόν ότι ποσό ίσο με το 5% της ετήσιας βασιλικής χορηγίας επενδυόταν στον κήπο, στον οποίο ορισμένες ώρες καθημερινά είχε πρόσβαση και το κοινό. Επίσης αναφέρει ότι η βασίλισσα, προς μεγάλην αγανάκτησιν του πληθυσμού, ξόδευε σημαντικό μέρος του διαθεσίμου ύδατος της πόλεως για τον κήπο της⁷ και ότι στην περιοχή του είχαν βρεθεί τα λείψανα μιας ρωμαϊκής επαύλεως (1846). Επίσης τονίζει την ποιότητα της βοτανικής συλλογής του κήπου και αναφέρει τα κτυπήματα που δέχθηκε το έργο της βασιλίσσης εξ αρχής από τις κακοκαιρίες: τον χειμώνα του 1849/1850 οι θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν πολλές φοινικιές και 8.000 πορτοκαλιές και λεμονιές⁸ ενώ τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου του 1852 μιά άλλη ανεμοθύελλα, η οποία μάλιστα έριξε και έναν από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, προξένησε μεγάλες ζημιές τόσο στον βασιλικό κήπο όσο και στον αιωνόβιο ελαιώνα στην πεδιάδα του Κηφισού. Παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η βασίλισσα συνέχισε το έργο της, σχεδιάζοντας, προσθέτοντας φυτά και επεκτείνοντας διαρκώς τις εγκαταστάσεις του κήπου.

Ο Edmond About και η πραγματεία του La Grèce contemporaine.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι η πεδινή έκταση στα ανατολικά της παλαιάς πόλεως ανάμεσα στον Λυκαβηττό και την όχθη του Ιλισσού, όπου εδημιουργήθη ο βασιλικός κήπος, εκείνη την εποχή ήταν μια χέρσα επιφάνεια που είχε παραμείνει χωρίς άρδευση επί αιώνες⁹ και ότι μόνο στις όχθες του Ιλισού, ευδοκιμούσε ένας μικρός ελαιών. Τα πρώτα βήματα για τη διαμόρφωση του κήπου ήταν η προσθήκη φυτικής γης, οι αρχικές εργασίες φυτεύσεως, η διάνοιξη αρτεσιανών φρεάτων και η επισκευή του παλαιού υδραγωγείου Τσακουμάκου (από την εποχή της Τουρκοκρατίας), που εμάστευε το νερό του Ιλισού για την άρδευση του κήπου.

Κατά την άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα το 1837, το δημοτικό συμβούλιο της Σπάρτης απεφάσισε να κάνει στην νεαρή βασίλισσα ένα συμβολικό δώρο: έστειλε 300 μοσχεύματα λεμονιάς, πορτοκαλιάς και άλλων οπωροφόρων για να φυτευθούν στον μικρό οπωρώνα, τον οποίο η βασίλισσα διαμόρφωσε στα νότια του αναγειρομένου κτηρίου των νέων ανακτόρων.

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκε επιτροπή για τη διευθέτηση του κήπου, υπό την προεδρία του καθηγητού βοτανικής στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο Nikolaus Karl Fraas, ο οποίος είχε την ευθύνη του συντονισμού των εργασιών και της προμήθειας μεγάλης ποικιλίας φυτών, ιδίως από την κατάφυτη Εύβοια και το κρατικό φυτώριο του Βοτανικού (το πρώην κτήμα του βοεβόδα της Αθήνας Χατζή-Αλή Χασεκή).¹º 15.000 φυτά μετέφερε το ιστιοφόρο “Φοίνιξ” από τη Γένοβα¹¹ για να εμπλουτισθεί η ποικιλία των ειδών. Τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου (1839) η Αμαλία γράφει ενθουσιασμένη προς τον βασιλέα Λουδοβίκο στο Μόναχο: Ο κήπος των νέων ανακτόρων έχει ανασκαφεί και είναι έτοιμος ώστε να δενδροφυτευθεί. Κατά την εκτέλεση των εργασιών βρέθηκε το χέρι, το πόδι και ένα θραύσμα του κεφαλιού ενός κολοσσιαίου αγάλματος, καθώς και τα θεμέλια ενός αρχαίου κτηρίου που ο καθηγητής Ross εικάζει, βασιζόμενος σε μία επιγραφή, πως ήταν το γυμνάσιο ή το λύκειο (δεν θυμάμαι τί ακριβώς). Βρέθηκαν επίσης τάφοι, θραύσματα γλυπτών, μία δεξαμενή, κλπ.¹²

W. Rietschel – Fr. Hanfstaengl, Η βασίλισσα Αμαλία στον κήπο της, γύρω στο 1855.

Την ευθύνη του κήπου είχε αρχικά ο βαυαρός γεωπόνος Smarat, ο οποίος είχε έλθει κατόπιν επιθυμίας της Αμαλίας από το Μόναχο. Ο Smarat είχε στο πλευρό του τον Friedrich Schmidt, που είχε γεννηθεί στο Dessau του Anhalt και ο οποίος είχε έρθει σε ηλικία 36 ετών στην Ελλάδα με το βαυαρικό σώμα εκστρατείας, ως απλός λοχίας. Ο Schmidt παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γηρατειά (πέθανε το 1889) στην Αθήνα στην υπηρεσία τόσο του βασιλέως Όθωνος όσο και του βασιλέως Γεωργίου Α΄, φροντίζοντας τον κήπο των ανακτόρων. Προσωπικότης της παλαιάς Αθήνας, ο Schmidt ταυτίσθηκε από τους Αθηναίους με τον βασιλικό κήπο.

Αργότερα, όταν καθωρίσθησαν από τη λεγόμενη “Επιτροπή του 1847” τα νέα διευρυμένα όρια του κήπου, ανετέθη η φύτευσή του στον γάλλο κηποτέχνη François Louis Bareaud. O Bareaud, ο οποίος ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, έμεινε στην Ελλάδα μέχρι το 1854. Σχεδίασε οριστικά το δίκτυο δρομίσκων και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων, των μικρών κτισμάτων, των υδάτινων εκτάσεων και των περιφράκτων χώρων του κήπου.

Στην ωραία μονογραφία του, Deutsche bauen in Athen (Γερμανοί κτίζουν στην Αθήνα), που δημοσιεύθηκε στο Βερολίνο το 1942, ο ιστορικός της τέχνης Hans Hermann Russack χαρακτηρίζει συνοπτικά αλλά πολύ εύστοχα τον ιδιόμορφο, έξοχο σχεδιασμό του αθηναϊκού βασιλικού κήπου. Γράφει: Στο υποτροπικό, ξηρό κλίμα της Αττικής το νερό είναι πολύτιμο αγαθό, επομένως δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν μεγάλης εκτάσεως στάσιμα και ρέοντα ύδατα στον κήπο. Άλλωστε εξ αρχής η ανάγκη διαρκούς ύδρευσης κατά τους θερινούς μήνες – μέσω ενός πολύ ευρηματικού συστήματος αυλακιών – είχε θέσει όρια στη χωρική έκτασή του, διότι έπρεπε να αρδευτεί με τα υπάρχοντα αποθέματα νερού. Τον επισκέπτη του κήπου αποζημιώνει μία πληθώρα των πλέον ποικίλων δέντρων και θάμνων. Εδώ συνυπάρχουν φυτά των βορείων και των μεσογειακών χωρών, ευδοκιμεί μεγάλος αριθμός φυλλοβόλων και κωνοφόρων δένδρων, όπως μόνο κάτω από τον αττικό ουρανό είναι δυνατό να υπάρξουν. Φοινικιές συναντούν βελανιδιές και φράκτες από δάφνη Απόλλωνος και γιασεμιά που ευωδιάζουν. Ένα ευφυώς μελετημένο δίκτυο περίπλοκων δρομίσκων δημιουργεί την εντύπωση ότι η επιφάνεια του κήπου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από ότι στην πραγματικότητα. Κάτω από τον καυτό ουρανό της Αττικής η δροσιά και η σκιά είναι το δώρο το οποίο επιζητεί κανείς στους κήπους. Και γι αυτό τα πυκνοφυτεμένα δέντρα του βασιλικού κήπου της Αθήνας έχουν μεγαλύτερη αξία από τις γραφικές συστάδες δέντρων πάνω στους εκτεταμένους χλοοτάπητες των πάρκων στις χώρες του Βορρά.

Πράγματι, η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου Αθηνών πείθει με την ιδιόμορφη, τολμηρή και επιτυχημένη σύλληψή της. Το έργο του Bareaud, το οποίο εντάσσεται στην καλύτερη παράδοση του γαλλικού τύπου αστικής κηποτεχνίας, ¹³ εκπλήσσει με την επινοητική χάραξη των δρόμων, την πολυμορφία των έργων μικροαρχιτεκτονικής, τις λιμνούλες και τις πέργκολες, καθώς και με την παράτολμη ανάμιξη των διαφόρων φυτών σε σχετικά περιορισμένο χώρο. Κατά θαυμαστό τρόπο το τελικό αποτέλεσμα δεν δίνει την εντύπωση εξεζητημένου ή άμορφου χώρου, αλλά ενός κήπου που η μορφολογία του φέρει έντονη την σφραγίδα της βούλησης του δημιουργού του. Δεν πρέπει να λησμονούμε εξ άλλου ότι ο Bareaud εξεπόνησε αργότερα και τα σχέδια του ανακτόρου Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη

Σχέδιο του βασιλικού κήπου, όπου αποτυπώνονται όλα τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά: χάραξη δρόμων, μικροαρχιτεκτονική, λίμνες, πέργκολες, φυτά. Αποδίδεται στον François-Louis Bareaud.

Το πρωτότυπο σχέδιο αυτού του μοναδικού έργου παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή πάνω από 150 χρόνια, ανεύρετο, ώσπου εντελώς συμπτωματικά ο καθηγητής Jan Murken στο Μόναχο ανεκάλυψε προσφάτως σε παλαιοπωλείο ένα τυπωμένο σχέδιο υπό μορφή έγχρωμης λιθογραφίας.¹⁴ Το σχέδιο αυτό με υπόμνημα στα γαλλικά είναι σε κλίμακα 1:1.000 και φέρει τον τίτλο Plan du Jardin Royal dAthènes. Δεν φέρει μεν χρονολογία, ούτε υπογραφή, είναι όμως δικαιολογημένη η υπόθεση ότι το έχει φιλοτεχνήσει ο Bareaud, επειδή στο υπόμνημα αναφέρονται, με γαλλικούς κηποτεχνικούς όρους, πάνω από εβδομήντα συστατικά στοιχεία του κήπου (δηλαδή φυτά, λίμνες, βοηθητικά κτήρια, αντλιοστάσια, κλπ.) και τα αντίστοιχα σύμβολά τους στο σχέδιο.

Το τεκμήριο αυτό είναι σπάνιας ιστορικής αξίας, διότι είναι το μόνο σωζόμενο σχέδιο από την εποχή διαμορφώσεως του κήπου, στο οποίο είναι αποτυπωμένες όλες οι μορφολογικές προθέσεις του δημιουργού του. Η χάραξη του δικτύου των δρόμων, οι διαστάσεις τους καθώς και η ακριβής τοποθεσία σημαντικών μορφολογικών χαρακτηριστικών του κήπου (λίμνες, πέργκολες, λοφώδεις εξάρσεις) ταυτίζονται ως επί το πλείστον με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του σημερινού κήπου.

Παρουσιάζονται, ωστόσο, και αρκετές διαφορές, από τις οποίες συνάγεται η μεταγενέστερη εξέλιξη του κήπου και κάποιες επιμέρους επεμβάσεις ή αλλαγές. Έτσι απουσιάζουν από το σχέδιο αυτό το υφιστάμενο σήμερα παρτέρι με το ηλιακό ωρολόγιο και η δεντροστοιχία με τους μεγάλους φοίνικες (ουασιγκτόνιες) στη δυτική είσοδο, η μεγάλη πέργκολα με τις γλυτσίνιες, η βόρεια και η ανατολική είσοδος, καθώς και ο περίφρακτος χώρος των ζώων και ο ορνιθών στα ανατολικά της μεγάλης λίμνης. Άλλα στοιχεία, τα οποία προβλέπονται στο σχέδιο, όπως ο μεγάλος λαβύρινθος που σχηματίζουν φυτά του είδους ευώνυμον το ιαπωνικόν ή ο χώρος για τη διαβίωση των ζώων στη βορειοανατολική γωνία του κήπου δεν υφίστανται σήμερα. Καταλήγει κανείς επομένως στο σχεδόν βέβαιο συμπέρασμα ότι το τυπωμένο σχέδιο που ανεκαλύφθη προσφάτως, και το οποίο ο Bareaud υπέβαλε στην βασίλισσα την δεκαετία του 1850, αντικατοπτρίζει τις αρχικές ιδέες του για την διαμόρφωση του βασιλικού κήπου.

Μελετώντας προσεκτικά το σχέδιο αυτό διαπιστώνει κανείς ότι: πρώτον, το υφιστάμενο, πολύ πυκνό δίκτυο των έντονα καμπύλων πεζοδρόμων με την ομαλή χάραξη, ναι μεν αποτελεί ακριβή εφαρμογή του αρχικού σχεδίου, πλην όμως αργότερα προσετέθησαν και άλλοι πεζόδρομοι, έτσι ώστε η επιφάνεια του κήπου κατετμήθη ακόμη περισσότερο,. Δεύτερον, ότι η αρχική γενική κατανομή της ολικής επιφάνειας του κήπου σε επιμέρους ζώνες διαφόρων φυτεύσεων δεν ετηρήθη κατά την μεταγενέστερη εξέλιξή του.

Στο σχέδιο του Bareaud διακρίνονται καθαρά οι ακόλουθες διατάξεις που αλλοιώθηκαν μεταγενεστέρως:

  • Η πυκνή φύτευση του τμήματος του κήπου στα βορειοανατολικά των ανακτόρων με φυλλοβόλα δένδρα, ούτως ώστε εν είδει παραπετάσματος, να προφυλάσσουν τον κήπο από τους βορείους ανέμους και από την πόλη.
  • Η διαμόρφωση ενός εκτεταμένου οπωρώνος στο κέντρο του κήπου στα νότια των ανακτόρων, ώστε να δημιουργηθεί ένα εύχαρες περιβάλλον από σχετικά χαμηλού ύψους δέντρα που δεν παρεμποδίζουν τη θέα.
  • Η δημιουργία τριών διαδρόμων θέας, τους οποίους κοσμούν χλοοτάπητες με τριανταφυλλιές και άλλα άνθη και που οι παρυφές τους οριοθετούνται γραμμικά από συμπαγείς συστάδες δέντρων. Όλοι οι διάδρομοι θέας είναι νοτιοδυτικής κατευθύνσεως, και από χαμηλές εξάρσεις του εδάφους επιτρέπουν την οπτική επαφή με τον ναό του Ολυμπίου Διός και με την Ακρόπολη.

Με τη συστηματική πύκνωση των φυτεύσεων, οι διάδρομοι αυτοί αργότερα κατηργήθησαν και διετηρήθησαν μόνο μερικές νησίδες από χλοοτάπητες. Επίσης επεδιώχθη και τελικά επεβλήθη η φύτευση περισσοτέρων ειδών φυτών καθώς και μεγαλύτερος βαθμός διαπλοκής των φυτεύσεων. Αυτές οι μερικές αλλαγές δεν αναίρεσαν μεν την αρχική διαμόρφωση, ωστόσο συνέβαλαν στο να αποκτήσει ο βασιλικός κήπος χαρακτήρα κλειστού και εσωστρεφούς κήπου.

Αλλά και άλλες μεταγενέστερες διαρρυθμίσεις ήσαν μάλλον αναπόφευκτες. Ο κήπος περιεβλήθη βαθμιαία στα ανατολικά, τα βόρεια και τα δυτικά από την πυκνή δόμηση της πόλεως. Έτσι, ο ελεύθερος φυτευμένος χώρος μπορούσε να επεκταθεί μόνο προς νότον, όπως κι έγινε όταν, αργότερα, προσετέθησαν ο κήπος του Ζαππείου (επέκταση 1888), ο χώρος πρασίνου στις όχθες του Ιλισού και επραγματοποιήθη η αναδάσωση του λόφου του Αρδηττού. Τέλος, για να προστατευθεί, ο κήπος περιεφράχθη με ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα με μαρμάρινους πεσσούς και πυκνώθηκε η βλάστηση ακόμη περισότερο, ώστε να δημιουργηθεί ένα μικροκλίμα ευνοϊκό για την ανάπτυξη των φυτών.¹⁵

Ο βασιλικός (Εθνικός, σήμερα) Κήπος. Λήψη από αέρος.

Ο βασιλικός κήπος¹⁶ είναι μία περίφρακτη, αν και από όλες τις πλευρές προσβάσιμη, αστική όαση, η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας προσφέρει στους κατοίκους της Αθήνας και στους επισκέπτες της πόλεως έναν μοναδικό τόπο ανάπαυσης αλλά και αισθητικής απόλαυσης. Κατά την νύκτα ο κήπος παραμένει κλειστός.¹⁷ Αποτελείται από 80 παρτέρια – νησίδες πρασίνου – που το μικρότερο έχει έκταση 150 μ² και το μεγαλύτερο 7.500 μ², το μέσο μέγεθος δε των παρτεριών είναι περίπου 2.000 μ², πράγμα που δείχνει την έντονη κατάτμηση του χώρου. Οι πεζόδρομοι, όλοι στενοί, πλάτους 2-5 μ., είναι στρωμένοι αποκλειστικά με αμμοχάλικο, λύση που συμβάλλει στη φυσικότητα που αποπνέει το πάρκο. Το συνολικό μήκος των καμπυλογράμμων πεζοδρόμων φθάνει τα 7.500 μ., πράγμα που αποδεικνύει το πόσο πυκνό και περιπεπλεγμένο είναι το δίκτυο των δρομίσκων αυτών.

Στον Εθνικό Κήπο απαντώνται περίπου 520 είδη φυτών (420 από αυτά είναι φυτά που ευδοκιμούν στο εξωτερικό, 100 είναι γηγενή), ενώ αριθμεί περίπου 7.000 δέντρα και 40.000 θάμνους και πόες.¹⁸ Η πυκνότης φυτεύσεως και η περιπεπλεγμένη διάταξη των πεζοδρόμων προσδίδουν στον κήπο σχεδόν χαρακτήρα λαβυρίνθου, που δημιουργεί μία εξωτική και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Τα ξέφωτα είναι σπάνια και γι αυτό ακόμα πιο εντυπωσιακά. Οι υδάτινες επιφάνειες είναι μικρές, αλλά τόσο εύστοχα διαμορφωμένες, ώστε φαίνονται σχετικά μεγάλες. Με την κατάτμησή του σε μικρούς ενιαίους χώρους και τη μεγάλη ποικιλία φυτών, ο κήπος της βασιλίσσης έχει ανεπανάληπτη χάρη και λεπτότητα.

Η βασίλισσα Αμαλία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι παρούσα στη συνείδηση των Ελλήνων. Η σπουδαιότερη και ευρύτερη λεωφόρος της πόλεως εφάπτεται στη δυτική πλευρά του κήπου της και φέρει το όνομά της. Η γυναικεία εθνική φορεσιά – μία επινοημένη από την ίδια γυναικεία στολή, αντίστοιχη της αντρικής φουστανέλας – φέρει επίσης το όνομά της και φοριέται από νεαρές γυναίκες στις διάφορες εθνικές επετείους.

Όθων και Αμαλία, σε έναν από τους έφιππους περιπάτους τους.

Καμμία προτομή, καμμία αναμνηστική πλάκα στον Εθνικό Κήπο δεν θυμίζει, ωστόσο, στους σημερινούς επισκέπτες του ότι η αστική αυτή όαση ήταν το προσωπικότερο έργο ζωής της Αμαλίας. Εν τούτοις, ο κήπος της εξακολουθεί να υφίσταται ως τοπόσημο της Αθήνας και να κοσμεί την πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων. Στη νοτιοανατολική γωνία του, σε ένα χαμηλό βραχώδες ύψωμα, υπάρχει μία πολυγωνική μαρμάρινη βάση, γνωστή ως “κάθισμα της Αμαλίας”. Εδώ συνήθιζε η βασίλισσα να αναπαύεται και να θαυμάζει τον κήπο της και τα μακρινά περιγράμματα της Αττικής. Ο βασιλικός κήπος της Αθήνας, έργο αφοσιώσεως και αγάπης μας υπενθυμίζει την ύστατη ευχή της βασίλισσας: Είθε η Ελλάδα να είναι εις το μέλλον ευτυχισμένη όσο το επιθυμήσαμε [ο Όθων και εγώ]. Είθε τα όνειρα των νεανικών μας χρόνων να γίνουν πραγματικότης.¹⁹

   Ο κήπος της Αμαλίας. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς. Hellenic Parliament TV

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου 1972. Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο «Raymond Lemaire» του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982) και Μονάχου (1996-1997). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του Κέντρου HABITAT για την συντήρηση των ιστορικών πόλεων. Συγγραφέας 12 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 60 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε σε γερμανική γλώσσα στον συλλογικό τόμο Amalie, 1818-1875, Herzogin von Oldenburg, nigin von Griechelnand, Oldenburg, 2004, σ. 29-52.

Αναδημοσιεύθηκε στα ελληνικά με τίτλο “Η Βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, Πριγκίπισσα του Ολδεμβούργου (1818-1875) και ο Βασιλικός Κήπος της Αθήνας”, Ίχνη Ελληνικά, Αθήνα, 2005, σ. 245-262.

¹ O Όθων, γόνος της βασιλικής οικογενείας των Wittelsbach, δευτερότοκος υιός του Βασιλέως Λουδοβίκου Α΄της Βαυαρίας, βασίλευσε κατά την περίοδο 1832-1862.

²  Αυτό το όραμα είχε διατυπώσει με σαφήνεια το έτος 1836 ο νεαρός γερμανός αρχιτέκτων Ludwig von Lange, σε επιστολή του με ημερομηνία 1.5.1836 που αποστέλλει από την Αθήνα στον Gaertner (αρ. 2083 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου).

³ Σχέδιο διαμόρφωσης του περιβάλλοντος τα ανάκτορα των Αθηνών χώρου σύμφωνα με την τοπογραφική αποτύπωση που μου γνωστοποιήθηκε (Projektierte Anlage der Umgebung des Königlichen Palais in Athen nach dem mitgetheilten Situationsplan), αριθμός καταλόγου 1834a της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁴  Το σχέδιο φέρει τον τίτλο Plan der Umgebung des neuen Königlichen Palais, Athen, 6/18 Μαΐου, υπογραφή Hoch, αρ. Καταλόγου 1834 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁵ Ο Λουδοβίκος Α΄ γράφει το 1838 στην Αμαλία: Σκιά, πολλή σκιά χρειάζεται στην Αθήνα, σε αντίθεση με την Αγγλία όπου το φως του ηλίου είναι η εξαίρεση, γι αυτό και τα πάρκα της πρέπει να είναι διαφορετικά. Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω (…) επιθυμώ το πάρκο να μην διαμορφωθεί με πρότυπο τους κήπους αγγλικού ρυθμού, τους τόσο φτωχούς σε σκιά, αλλά όπως οι κήποι των ιταλικών επαύλεων που έχουν πολλούς σκιερούς περιπάτους, αλλά όχι άκαμπτους, όπως των παλαιών γαλλικών πάρκων. (Από το βιβλίο nig Ludwig I von Bayern in seinen Briefen an seinen Sohn den nig Otto von Griechenland [Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας μέσα από τις επιστολές του προς τον υιό του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδος], Bamberg, 1891, σ. 41). Φαίνεται πως η Αμαλία εφήρμοσε ακριβώς τις οδηγίες του Λουδοβίκου.

⁶  Ο Γεώργιος Λάιος, οξυδερκής ερευνητής της πολεοδομικής ιστορίας των Αθηνών, στο έργο του Tour la Reine, Αθήνα, 1977, μας δίνει ακριβείς πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες γης και τις τιμές αγοράς των οικοπέδων: Ιδιοκτήτες ήταν: ο δήμος Αθηναίων, η Μονή Πετράκη, ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο Δημήτριος Καλλιφρονάς, ο Ανάργυρος Πετράκης, ο Μ. Μπενάκης, ο Δημήτριος Περούκας, ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας, ο Γιαννούλης Αελούδης, ο Ισίδωρος Βεκούσης, ο Σπυρίδων Γιαλούρης, ο John Hill, ο George Finlay, η Κλεινώ Σουρμελή, ο David Pacificos, η Δούκισσα της Πλακεντίας, η Ελισάβετ Θεοτόκη, οι αδελφοί Δεμερτζή, οι κληρονόμοι του Τζουτζούρη, ο Παναγιώτης Κένταυρος, ο Πολυζώης Πικόπουλος, ο Σέργιος Ποστολάκας, ο Παύλος Σκουλούδης, ο Παναγής Καμπάς, οι αδελφοί Αθανάσιος και Νικόλαος Α. Μιαούλη, και άλλοι. Ο δήμος Αθηναίων προσέφερε την γη δωρεάν, ενώ άλλοι ιδιοκτήτες πούλησαν τα οικόπεδά τους προς 40 λεπτά τον πήχυ και άλλοι απήτησαν μία τιμή δέκα φορές υψηλότερη, γιατί στο μεταξύ το υπό ανέγερση κτήριο των ανακτόρων προσήλκυε σαν μαγνήτης πολλούς αγοραστές στην περιοχή και οι αξίες της γης είχαν ανέβει σημαντικά.

⁷  Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Edmont About: Η βασίλισσα διαθέτει τον ασύγκριτα πιο ωραίο κήπο του βασιλείου. Ξοδεύονται [για την συντήρησή του] κάθε χρόνο πενήντα χιλιάδες δραχμές, δηλαδή το εν εικοστόν της βασιλικής χορηγίας. Εάν υπάρχει κάτι τι το αξιοζήλευτο, στο μικρό βασίλειο της Ελλάδος, είναι η ιδιοκτησία αυτού του μεγάλου κήπου. Και λέγω “μεγάλου” καθ όσον αφορά την έκτασή του και όχι την ποιότητα του σχεδίου του: πρόκειται για έναν κήπο κατά τα αγγλικά πρότυπα, όλο περιστρεφομένους δρομίσκους και χωρίς μία δενδροστοιχία υψηλών δένδρων. Ένας κηποτέχνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας θα θεωρούσε έναν τέτοιο κήπο ένα σκάνδαλο και θα αναφωνούσε ότι η Μεγαλειότης της εκτίθεται περιπατώντας σε τέτειες αλέες (…) Η βασίλισσα έχει έναν πορτοκαλεώνα, που οι πορτοκαλιές του είναι δένδρα και όχι παιχνίδια. Έχει φοίνικες μεγαλύτερους από αυτούς που βρίσκουμε στον Βοτανικό Κήπο των Παρισίων, και που υψώνονται στο μέσον ενός πρασίνου χλοοτάπητος. Αυτό που κοστίζει περισσότερο είναι ο χλοοτάπης, όχι οι φοίνικες. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς το τί φροντίδες χρειάζονται και πόσο κόπος και δροσερό νερό απαιτούνται για να συντηρηθεί ένας χλοοτάπης τον Ιούλιο μήνα στην Αθήνα. Πρόκειται για αληθινά βασιλική πολυτέλεια. Για να ποτίσει τις φυτεύσεις της, η βασίλισσα κατέσχε ορισμένους αγωγούς υδρεύσεως της πόλεως. Η βασίλισσα τους οικειοποιήθηκε. Οι Αθηναίοι υποφέρουν αλλά οι χλοοτάπητες του κήπου θάλλουν (…) Ο κήπος της βασιλίσσης είναι δημόσιος: είναι δίκαιον αυτοί που τον χρηματοδότησαν να έχουν και το δικαίωμα να τον επισκέπτονται. Επειδή η βασίλισσα περιπατεί εις τον κήπο της και δεν επιθυμεί να συναντά πρόσωπον προς πρόσωπον τους υπηκόους της, το κοινόν έχει πρόσβαση εις τον κήπον μόνον από την στιγμή που αι αυτών Μεγαλειότητες εξέρχονται έφιπποι δια περίπατον μέχριν την δύσιν του ηλίου.

⁸  Πρβ. Wilhelm Erns Beaulieu, Athen im Frühjahr 1851 (Η Αθήνα την άνοιξη του 1851), σ. 16.

⁹  Ο πρίγκιψ Hermann von Pückler-Muskau, περίφημος κηποτέχνης και συγγραφεύς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, στο βιβλίο του stlicher Bildersaal, Griechische Leiden (Νοτιοανατολική πινακοθήκη, ελληνικά πάθη), Stuttgart, 1840, περιγράφει εύγλωττα την ερήμωση που αντίκρισε στην Αθήνα την άνοιξη του 1836. Γράφει: Η θέα της Ακροπόλεως και της γύρω περιοχής από το ύψωμα πλάι στο Στάδιο, όπου υπήρχε ναός της Τύχης, είναι μία από τις ωραιότερες κοντά στην Αθήνα, και τα νεαρά σπαρτά τής έδιναν τώρα επιπλέον, εν μέρει τουλάχιστον, και λίγο από το πράσινο που συνήθως είναι απόν. Εκτός από τον γκριζωπό, άχρωμο, μακρόσυρτο ελαιώνα και το πενιχρό περιεχόμενο διαφόρων απωρώνων, δυστυχώς δεν υπάρχουν άξια λόγου δέντρα, με εξαίρεση μερικές λεύκες πέρα μακριά, καθώς και τρεις καχεκτικές φοινικιές και μερικά κυπαρίσσια μέσα στην πόλη, που παρ όλα αυτά ως σύνολο συμβάλλουν πολύ στη γραφικότητα του τοπίου. Η δροσιά απουσιάζει παντού σε αυτά τα μέρη.

¹º Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Γεωργία, φάκ. 262.

¹¹ Κωνσταντίνος Μπίρης, “Φρειδερίκος Σμιτ, ο αρχιτέκτων του βασιλικού κήπου”, στο Αθηναϊκαί μελέται ΙΙ, σ. 34.

¹² Επιστολή της Αμαλίας από την Αθήνα προς τον Λουδοβίκο Α΄ στο Μόναχο μεημερομηνία 12/24 Δεκεμβρίου 1839. Κατάλοιπα του βασιλέως Λουδοβίκου Α΄ († 1868) 85/2 VII, Μυστικά Αρχεία [Geheimes Hausarchiv] Μονάχου. Παραθέτουμε με την ευκαιρία τις σημαντικότερες αρχαιολογικές  εκθέσεις που αναφέρονται στις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του βασιλικού κήπου κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσής του:

  • Κυρ. Πιττάκης, “Ανασκαφή στον βασιλικό κήπο”, Αρχαιολογική Εφημερίς, 1839, σ. 226.
  • Ludwig Ussing, “Bericht über Funde im königlichen Garten”, Bulletino del Instituto, 1839, σ. 226.
  • Adolph Michaelis, “Allgemeine Beschreibung der Archaeologischen Funde im königlichen Garten”, Archaeologischer Anzeiger 19/1861, s. 175-180.

¹³ Αυτή η παραλλαγή του πάρκου κατ απομίμησιν του φυσικού τοπίου, η οποία ανεπτύχθη στη Γαλλία κατά τη δεύτερη αυτοκρατορία, διετήρησε μεν την ελεύθερη, καμπυλόγραμμη χάραξη των πεζοδρόμων, καθώς και τη διάταξη των δέντρων εν είδει φυσικών συστάδων, που χαρακτηρίζει τον γερμανικού τύπου κήπο-τοπίο (Landschaftsgarten), αλλά διακριτικό της γνώρισμα ήταν οι μικρές διαστάσεις των παρτεριών και η κάπως επιτηδευμένη χάραξη του πυκνού δικτύου των πεζοδρόμων.

¹⁴ Το σχέδιο που ανεκάλυψε ο καθηγητής Jan Murken συμπεριελήφθη στη συλλογή του Μουσείου του βασιλέως Όθωνος του δήμου Ottobrunn/Βαυαρία. Ο καθηγητής Murken είχε την καλοσύνη να εμπιστευθεί στον συντάκτη του παρόντος άρθρου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά, αντίγραφο του σχεδίου αυτού. Το σχέδιο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακρίβεια και σημαντικό αριθμό πληροφοριών για την αρχική διαμόρφωση του κήπου, έτσι ώστε μελλοντικά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής κριτικής ερεύνης και λεπτομερούς σχολιασμού. Εδώ θα αναφερθούν μόνο ορισμένα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του.

¹⁵ Σε σύγκριση με τις θερμοκρασίες των περιοχών της πόλεως που γειτνιάζουν άμεσα με αυτόν, στον κήπο μετρήθησαν κατά τη διάρκεια των θερμοτέρων ημερών του θέρους θερμοκρασίες κατά πέντε βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες. Αξιόλογη είναι, επίσης, η σχετική ησυχία στο εσωτερικό του κήπου, παρά την έντονη μηχανοκίνητη κυκλοφορία στο κέντρο της πόλεως.

¹⁶ Το 1923 μετωνομάσθη “Εθνικός Κήπος” και εκηρύχθη δημόσιος κήπος της πόλεως.

¹⁷ Λόγω της πυκνής βλαστήσεως, η περιοχή του κήπου δεν είναι ασφαλής την νύκτα. Έτσι, κλείνει τις νυκτερινές ώρες και δεν χρειάζονται φωτιστικά σώματα, τα οποία θα αναιρούσαν τη φυσικότητα του χώρου.

¹⁸ Σύμφωνα με στοιχεία του πρώην διευθυντού του Εθνικού Κήπου, Νικολάου Ταμβάκη, γεωπόνου και κηποτέχνη, 1981.

¹⁹ Διαθήκη της Αμαλίας. Παράθεμα από το βιβλίο του Ανδρέα Μιχαήλ, Ο Όθων και η Αμαλία στη Βαμβέργη, Αθήνα, 1933.

Σχετικές μονογραφίες του συγγραφέα

  • Ο κήπος της Αμαλίας, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 2008.
  • Τρεις κήποι, δυο οράματα και μια παρουσία στην Αττική γη, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2016.