Skip to main content

Θωμάς Δημόπουλος: Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

Θωμάς Δημόπουλος

 

Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

 

Στη μνήμη του δασκάλου μου Σπύρου Σφέτα

 

 

A. Ο δρόμος προς το Βαλκανικό Σύμφωνο της 9ης Φεβρουαρίου 1934

 

Οι ισορροπίες στα Βαλκάνια και η προπαρασκευή του Βαλκανικού Συμφώνου

 Οι Συνθήκες που τερμάτισαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν κατάφεραν να επιλύσουν ουσιαστικά τα εθνικά ζητήματα στα Βαλκάνια. Το σύστημα των Βερσαλλιών ήταν το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού ανάμεσα στη θέληση των βαλκανικών λαών και τα συμφέροντα των νικητριών Δυνάμεων. Το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (Γιουγκοσλαβία από το 1929) και η Ελλάδα ανήκαν στους νικητές του Μεγάλου Πολέμου και επεδίωκαν σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου την διατήρηση του status quo και την εμπέδωση των νέων εδαφών και των πληθυσμών τους. Ωστόσο, οι δύο χώρες συνόρευαν σε πολλές περιπτώσεις με αναθεωρητικά κράτη, όπως η Ουγγαρία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.

Η Ιταλία ακολουθούσε μια πολιτική περικύκλωσης της Γιουγκοσλαβίας. Για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους δεν επιθυμούσε να βρίσκεται μια μεγάλη δύναμη στην αντίπερα όχθη της Αδριατικής, ενώ παράλληλα επιθυμούσε να αυξήσει την επιρροή στα Βαλκάνια. Οι διπλωματικές κινήσεις της Ιταλίας σε συνδυασμό με τα σύμφωνα Ελλάδας-Ιταλίας και Ιταλίας-Τουρκίας του 1928, καθώς και το σύμφωνο Ελλάδας-Τουρκίας του 1930 θεωρήθηκαν από την Γαλλία ότι εντάσσονταν στην ίδια ιταλική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου, εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς εξελίξεις ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την Ιταλία και την Τουρκία, ασκώντας με τον τρόπο αυτό πίεση στην παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας με στόχο να εξομαλύνει και με την τελευταία τις σχέσεις της.

Από το 1933 το οικοδόμημα των Βερσαλλιών άρχισε να απειλείται καθώς το σύστημα συλλογικής ασφάλειας κατέρρεε. Η οικονομική κρίση του 1929 και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ενίσχυσε το αναθεωρητικό μέτωπο στην Ευρώπη. Η γαλλική πολιτική, ανησυχώντας για τις διεθνείς εξελίξεις, προώθησε την σύμπηξη ενός διαβαλκανικού συνασπισμού, ο οποίος θα συνδεόταν έμμεσα με την Μικρή Αντάντ. Παράλληλα, από την άνοιξη του 1933, ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών τάχθηκε υπέρ ενός νέου συμφώνου που θα περιελάβανε περισσότερα κράτη της Βαλκανικής σε μια προσπάθεια επέκτασης της γαλλικής πολιτικής έναντι της ιταλικής και της γερμανικής επιθετικότητας. Ως αρχικός στόχος προτάθηκε η συνεργασία όλων των βαλκανικών κρατών σε πολιτικό, οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, ωστόσο, κατόπιν της γαλλικής επιρροής η Βαλκανική Συμφωνία άρχισε να λαμβάνει αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά, που στρέφονταν κυρίως εναντίον των αναθεωρητικών κρατών. Ο υπό δημιουργία συνασπισμός έλαβε σύντομα αντιιταλικά χαρακτηριστικά, ενώ απέτρεπε την προσχώρηση της Βουλγαρίας, καθώς ακρογωνιαίος λίθος του συνασπισμού κατέστη η διατήρηση του status quo.1

Χάρτης των Βαλκανίων της δεκαετίας του 1930.

Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος που ανήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο του 1933 ήταν ανοιχτή στο ενδεχόμενο προσχώρησης της Ελλάδος σε κάποιο πολυμερές σύμφωνο σε αντίθεση με την έως τότε πολιτική του Βενιζέλου. Η αρχική προσπάθεια δημιουργίας ενός άξονα μεταξύ της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας με στόχο την αποτροπή μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης απέτυχε. Η Ελλάδα ανησύχησε ιδιαίτερα από την βουλγαρική πολιτική καθώς διαφαινόταν ότι η Σόφια προτιμούσε μια προσέγγιση με το Βελιγράδι, την οποία προωθούσε και η Γαλλία, σε ανθελληνική βάση.2 Σύμφωνα με τον Τούρκο πρεσβευτή στην Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση δεν εμπιστευόταν την βουλγαρική καλή θέληση και επιθυμούσε την ενίσχυση της ελληνοτουρκικής φιλίας χωρίς αυτή να τάσσεται υπέρ του ιταλικού ή του γαλλικού συνασπισμού.3 Η προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης ενισχύθηκε μέσω του Συμφώνου «Εγκάρδιας Συνεννόησης» του 1933, το οποίο προέβλεπε την εξασφάλιση του κοινού συνόρου της Θράκης και της συνεννόησης Ελλάδος και Τουρκίας.

Αλέξανδρος Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.
Βόρις Γ΄ της Βουλγαρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Γαλλία ασκούσε πιέσεις με σκοπό μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Μια πρώτη διάθεση προσέγγισης της Γιουγκοσλαβίας είχε διαφανεί από την βουλγαρική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης τον Οκτώβριο του 1931, έχοντας όμως ημιεπίσημο χαρακτήρα.4 Η κυβέρνηση του Νικόλα Μουσάνωφ (Никола Мушанов) σκεφτόταν την διάλυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) με σκοπό να μειώσει τις εντάσεις που δημιουργούσε στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στο ζήτημα της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία. Από τον Απρίλιο του 1933 η βουλγαρική κυβέρνηση χορήγησε αμνηστία στους Βούλγαρους αγροτικούς φυγάδες που είχαν καταφύγει στην Γιουγκοσλαβία και ήταν υπέρμαχοι μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, ενώ στα τέλη του ίδιου μήνα αντιπροσωπεία της σερβικής εκκλησίας με επικεφαλής τον επίσκοπο του Νόβι Σαντ και τον επίσκοπο Αχριδών – Βιτωλίων συλλειτούργησε στη Σόφια με τον Έξαρχο, μητροπολίτη Σόφιας Στέφανο, αν και η βουλγαρική εκκλησία ήταν σχισματική.5 Κατόπιν γαλλικών προτροπών και της διαμεσολάβησης του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Πώλ Μπονκούρ (Paul Boncour), ο βασιλιάς Αλέξανδρος πείστηκε να συναντηθεί με τον Βούλγαρο βασιλιά, Βόριδα Γ’. Οι δύο βασιλείς συναντήθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου 1933 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βελιγραδίου. Αν και στην συνάντηση επισημάνθηκαν τα κοινά στοιχεία των δύο λαών, ο βασιλιάς Αλέξανδρος εξακολουθούσε να είναι επιφυλακτικός απέναντι στον Βούλγαρο βασιλιά όσο ο τελευταίος συνέχιζε να στηρίζει την δράση της ΕΜΕΟ.6

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των συσκέψεων των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ τον Σεπτέμβριο του 1933, οι κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας αποφάσισαν να λάβουν πρωτοβουλίες για την εδραίωση του status quo στα Βαλκάνια. O Γιουγκοσλάβος βασιλιάς, Αλέξανδρος, και ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών, Νικολάε Τιτουλέσκου (Nikolae Titulescu), αποφάσισαν να διενεργήσουν συναντήσεις με τις κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, ώστε να επιτευχθεί κάποιου είδους προσέγγιση. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε η βαλκανική συνεννόηση να λάβει αντιιταλικό χαρακτήρα, ενώ η Ρουμανία ανησυχούσε για την έναρξη μιας προσέγγισης μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας, η οποία θα έστρεφε τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό στην Νότια Δοβρουτσά. Η επιτυχία ή η αποτυχία του εγχειρήματος θα ευνοούσε αντίστοιχα την γαλλική ή την ιταλική πολιτική στα Βαλκάνια.7

6 Νοεμβρίου 1933. Βαλκανική Διάσκεψη για ειρηνική συνύπαρξη στη Θεσσαλονίκη. Μια πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ξεκινώντας τις επαφές του με τις κυβερνήσεις των βαλκανικών κρατών πραγματοποίησε μια συνάντηση με τον βασιλιά Βόριδα στο Ευξείνογκραντ, στις 2 Οκτωβρίου 1933, καθώς ταξίδευε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η επαναπροσέγγιση ήταν εφικτή και επιθυμητή», εφόσον επιλύονταν ορισμένα διμερή θέματα, ωστόσο ο Βόρις ήταν αρνητικός, τονίζοντας ότι μια προσέγγιση δεν ήταν ακόμη εφικτή λόγω των ισχυρών ερεισμάτων της ΕΜΕΟ.8 Ο Αλέξανδρος, επιθυμώντας την συμμετοχή της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο πρότεινε μια ευέλικτη φόρμουλα, η οποία θα προέβλεπε την «ασφάλεια» και όχι το απαραβίαστο των συνόρων. Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος συναντήθηκε με τον Έλληνα υπουργό των Εξωτερικών, Δημήτριο Μάξιμο, όπου του εξέθεσε λεπτομερώς τα όσα είχαν στο μεταξύ διημείφθη με τον Βούλγαρο βασιλιά και τον Τούρκο πρόεδρο. Ο Μάξιμος συμφώνησε και τέθηκε ως βάση της συνεργασίας η απόκρουση οποιασδήποτε εδαφικής μεταβολής στα Βαλκάνια. Το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία εργάζονταν προς την διατήρηση του υφιστάμενου status quо, ενώ η Βουλγαρία ήταν απρόθυμη να το αποδεχτεί.9 Λίγες μέρες αργότερα ξεκίνησε ένας νέος γύρος διαβουλεύσεων με αφορμή το ταξίδι του Ρουμάνου υπουργού των Εξωτερικών στα ίδια κράτη. Το περιεχόμενο των συνομιλιών ήταν παρόμοιο με τα διαμειφθέντα κατά το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά. Τελικά, συμφωνήθηκε να δοθεί ένα μικρό περιθώριο, ώστε να επιχειρηθεί να καμφθούν οι βουλγαρικές επιφυλάξεις.10

Η ένταση των προσπαθειών για την υπερκέραση των διαφορών ανάμεσα στο Βελιγράδι και τη Σόφια οδήγησαν την κυβέρνηση Τσαλδάρη στο συμπέρασμα ότι η ελληνική διπλωματία όφειλε να αλλάξει την πολιτική που βασιζόταν αποκλειστικά στα διμερή σύμφωνα και να συμμετάσχει σε ένα πολυμερές περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Από την πλευρά της, η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε την προσέγγιση με την Βουλγαρία με σκοπό να την απομακρύνει από την ιταλική επιρροή και να εξασφαλίσει ότι δεν θα αναγκαζόταν να διεξάγει διμέτωπο αγώνα εναντίον της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Για την Γιουγκοσλαβία το σύμφωνο αποτελούσε μια στήριξη σε περίπτωση επιδείνωσης των σχέσεων της με την Ιταλία. Για την Τουρκία και την Ελλάδα, αντίθετα, το σύμφωνο είχε καθαρά ενδοβαλκανικό χαρακτήρα, καθώς η μόνη απειλή προερχόταν από βουλγαρικής πλευράς.11 Αντιλαμβανόμενη την βουλγαρική αδιαλλαξία αναφορικά με το ενδεχόμενο προσχώρησης στο Βαλκανικό Σύμφωνο, η Γιουγκοσλαβία συνέχισε να επιδιώκει την συνεργασία, επεξεργαζόμενη οικονομικές παραχωρήσεις και αντικαθιστώντας τον ανεπιθύμητο πλέον πρεσβευτή Βούκτσεβιτς (Вукчевић) με τον Τσίντσαρ Μάρκοβιτς (Цинцар Марковић).12 

Μέλη και βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος περιστοιχίζουν τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Αριστερά του όρθιος ο νεαρός τότε Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παράλληλα, η νέα προσπάθεια επίλυσης των ελληνοβουλγαρικών οικονομικών ζητημάτων που επιχειρήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1933 ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Η επίσκεψη του Βόριδος στο Βελιγράδι και η διαφαινόμενη προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία παρείχε μεγαλύτερη διαπραγματευτική άνεση στη Σόφια έναντι της Αθήνας.13Στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων συνέβαλε και η προσφυγή της Ελλάδος στην Κοινωνία των Εθνών, λίγους μήνες πριν, καθώς η Βουλγαρία δεν προχωρούσε στην υλοποίηση των αποφάσεων του διαιτητή Ούντεν σχετικά με τα δάση της Ροδόπης.14 Η προσφυγή της Ελλάδος δυσαρέστησε αναμφίβολα την Βουλγαρία, αποτελώντας έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα.15

 

Η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στο λυκαυγές της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης

Ο φόβος μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης ήταν ένας από τους σπουδαιότερους λόγους που ώθησαν την Τουρκία και την Ελλάδα κυρίως, στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου του 1934, καθώς η προσέγγιση των δύο σλαβικών κρατών γινόταν πλέον ορατή. Η Βουλγαρία είχε κάνει σαφές με κάθε τρόπο ότι δεν επρόκειτο να προσχωρήσει στο Βαλκανικό Σύμφωνο με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κενό λόγω της απουσίας του μοναδικού καθαρά βαλκανικού κράτους. Το γεγονός αυτό προσέδιδε στη Βαλκανική Συνεννόηση τον χαρακτήρα ενός αντιβουλγαρικού συνασπισμού. Οι διαδικασίες υπογραφής του συμφώνου προχωρούσαν με πολύ αργούς ρυθμούς καθώς η Γιουγκοσλαβία, παρά τη διαρκή άρνηση της Βουλγαρίας, εξακολουθούσε να επιδιώκει την συνεννόηση μαζί της.

Δημήτριος Μάξιμος, υπουργός Εξωτερικών (1933 – 1935).

Ο Δημήτριος Μάξιμος αποφάσισε να επισκεφθεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με ένα διττό σκοπό: αφενός να τις ενημερώσει για το προς υπογραφήν σύμφωνο και, αφετέρου, να επισπεύσει την υπογραφή αυτού.16 Ο Μάξιμος αναχώρησε την 21η Δεκεμβρίου 1933 με πρώτο σταθμό το Ζάγκρεμπ, όπου συναντήθηκε με τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον υπουργό των Εξωτερικών, Μπόγκολιουμπ Γιέφτιτς (Богољуб Јевтић). Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του εγκρίθηκε το  προσχέδιο του Βαλκανικού Συμφώνου προτού ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών μεταβεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να βολιδοσκοπήσει την στάση των Μεγάλων Δυνάμεων.17 Το προσχέδιο του συμφώνου περιελάμβανε τρία άρθρα που προέβλεπαν: 1) την αμοιβαία εγγύηση των βαλκανικών συνόρων, 2) την αμοιβαία συνεννόηση επί όλων των ζητημάτων που απέρρεαν από το Βαλκανικό Σύμφωνο και την υποχρέωση να μη προβούν σε καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με κάποιο άλλο βαλκανικό κράτος χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τα υπόλοιπα και 3) το ζήτημα της προσχώρησης άλλου βαλκανικού κράτους θα αποτελούσε θέμα συζήτησης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.18

Στο Παρίσι η ιδέα του ενός βαλκανικού συμφώνου έγινε αμέσως δεκτή. Άλλωστε, η Γαλλία εργαζόταν από καιρό με σκοπό την εξασφάλιση του status quo στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ενώ η σύναψη του Συμφώνου θα αποτελούσε διπλωματική νίκη έναντι της Ιταλίας. Στην Ιταλία, ο Μάξιμος συναντήθηκε με τον Μουσολίνι στις 5 Ιανουαρίου 1934. Ο Ιταλός δικτάτωρ δεν φάνηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός προς τη Βαλκανική Συνεννόηση,19  καθώς ο Έλληνας υπουργός του ανέγνωσε το προσχέδιο του Συμφώνου, διαβεβαιώνοντάς ότι η εξασφάλιση των συνόρων αφορούσε μόνο το ενδοβαλκανικό status quo και ότι δεν θα γινόταν κάποια προσπάθεια περί συμμετοχής της Αλβανίας στο Βαλκανικό Σύμφωνο. Τέλος, στο Λονδίνο, ο Έλληνας υπουργός συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Ράμσεϊ Μακντόναλντ (Ramsey MacDonald), και τον Βρετανό ομόλογό του, Σερ Τζών Σάιμον (Sir John Simon). Η αγγλική κυβέρνηση, αν και ήταν θετική στο ενδεχόμενο σύμπηξης ενός βαλκανικού συμφώνου, παρατήρησε ότι έπρεπε να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε να επιτευχθεί η συμμετοχή της Βουλγαρίας. Μάλιστα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών πρότεινε την τήρηση μιας διαλλακτικής στάσης προς την Βουλγαρία, ενδίδοντας σε κάποιες αξιώσεις της, όπως η διέξοδος στο Αιγαίο, στο πλαίσιο της συνθήκης του Νεϊγύ.20

Ορισμένες διαφωνίες μεταξύ των κρατών σχετικά με τις διατάξεις του συμφώνου ευνόησαν την παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας, η οποία ζήτησε τρίμηνη αναβολή, επιδιώκοντας μια νέα προσπάθεια προσέγγισης με την Βουλγαρία. Τα τρία άλλα κράτη άρχισαν να ανησυχούν για την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς η τελευταία επιθυμούσε να διατυπωθεί το σύμφωνο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη θίγεται η προσέγγισή της με τη Βουλγαρία. Τελικά ο Τιτουλέσκου πρότεινε να συναντηθούν οι τέσσερις υπουργοί των Εξωτερικών στις αρχές Φεβρουαρίου στο Βελιγράδι.21  

Η συνάντηση στο Βελιγράδι πραγματοποιήθηκε το διάστημα 3-4 Φεβρουαρίου 1934. Το τελικό κείμενο της συμφωνίας δεν διέφερε καθόλου από το προσχέδιο που είχε καταρτιστεί τον Δεκέμβριο του 1933, όμως, προστέθηκε ένα μυστικό πρωτόκολλο. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονταν τη συνθήκη του Λονδίνου περί του προσδιορισμού του επιτιθέμενου (άρθρο 1), δήλωναν ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν στρέφεται εναντίον κάποιας άλλης δύναμης, αλλά σκοπός αυτού είναι η εξασφάλιση της ασφάλειας των βαλκανικών συνόρων από κάθε επίθεση που προέρχεται εκ μέρους βαλκανικού κράτους (άρθρο 2), ενώ σε περίπτωση συνδυασμένης επίθεσης ενός βαλκανικού και ενός μη βαλκανικού κράτους τότε η συμφωνία θα εφαρμοστεί μόνο εναντίον του βαλκανικού κράτους (άρθρο 3). Σύμφωνα με το 4ο άρθρο τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνταν να υπογράψουν τις ανάλογες συμβάσεις για την εφαρμογή του συμφώνου. Το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης υπογράφτηκε στην Αθήνα από τους τέσσερις υπουργούς των Εξωτερικών στις 9 Φεβρουαρίου 1934.

Παρά τον θριαμβευτικό χαρακτήρα που έλαβε η εκδήλωση υπογραφής του Βαλκανικού Συμφώνου, η βουλγαρική κοινή γνώμη θεωρούσε ότι η πολιτική της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μπορούσε να συνεχιστεί και θα δεν θα μπορούσε να ανακοπεί από το Βαλκανικό Σύμφωνο.22   Λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1934 ο Σέρβος Πατριάρχης Βαρνάβας δέχθηκε στο Βελιγράδι τους Βούλγαρους φοιτητές της θεολογικής σχολής της Σόφιας. Στον λόγο του τόνισε τις αγαθές σχέσεις των δύο Εκκλησιών, οι ενέργειες των οποίων αποσκοπούν στην εδραίωση καλών σχέσεων μεταξύ αυτών και των δύο λαών.23 Ο Πατριάρχης Βαρνάβας προσκάλεσε τους Βούλγαρους αρχιερείς στο Βελιγράδι, ως ανταπόδοση της επίσκεψης των Σέρβων αρχιερέων στη Σόφια το προηγούμενο έτος.

Η πανηγυρική υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στην Ακαδημία Αθηνών.

Η τετραμερής βαλκανική συμφωνία του 1934 κατάφερε να προσεγγίσει τα ευρύτερα εφικτά όρια μιας πολυμερούς βαλκανικής συνθήκης, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στην ανάγκη για καθολική συσπείρωση όλων των βαλκανικών κρατών σε έναν ενιαίο συνασπισμό. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμφωνία που υπογράφτηκε διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των τεσσάρων και της Βουλγαρίας, καθώς ο κύριος σκοπός που εξυπηρετούσε ήταν η προάσπιση του status quo, σε αντίθεση με την Βουλγαρία που παρέμενε προσκολλημένη στην επιδίωξη της αναθεώρησης του. Το Βαλκανικό Σύμφωνο αποδείχθηκε σχεδόν από τη στιγμή της υπογραφής του θνησιγενές, καθώς διατηρήθηκαν οι υπάρχοντες άξονες Ελλάδας-Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας-Ρουμανίας. Ελλάδα και Τουρκία επιθυμούσαν την ανάσχεση της διαφαινόμενης σλαβικής προσέγγισης, ενώ Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την εμπλοκή των δύο πρώτων σε εξωβαλκανικές περιπέτειες.

 

Ο εν Ελλάδι απόηχος του Βαλκανικού Συμφώνου

 Η υπογραφή του Συμφώνου προκάλεσε έντονη πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Η αντιπολίτευση με πρωταγωνιστή τον Βενιζέλο άσκησε δριμεία κριτική έναντι του υπογραφέντος συμφώνου. Ο Βενιζέλος έθετε ως προϋποθέσεις την προσχώρηση της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο και την συγκατάθεση της Ιταλίας, ώστε να μην διαρραγούν οι ελληνοϊταλικές σχέσεις και η Ελλάδα να διατηρήσει την ιταλική διπλωματική υποστήριξη έναντι της Γιουγκοσλαβίας.24 Ο Κρης πολιτικός ανησυχούσε ότι το μυστικό πρωτόκολλο ενδεχομένως περιέπλεκε την Ελλάδα σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ιταλίας.25 Θεωρούσε ότι έπρεπε να επικυρωθεί η συμφωνία για να μην εκτεθεί η Ελλάδα, αλλά να αναλάβει όσο το δυνατό λιγότερες, ή και καθόλου, στρατιωτικές υποχρεώσεις.26 Παράλληλα, η αναιμική υποστήριξη εκ μέρους κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων ή και η αποκήρυξη του από κάποιες άλλες εξέθεσαν την κυβέρνηση ως προς τις διαβεβαιώσεις που παρείχε. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πλειοψηφία που κατείχε η αντιπολίτευση στη Γερουσία οδήγησαν στη σύγκληση της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών μεταξύ της 26ης Φεβρουαρίου και της 3ης Μαρτίου 1934, καθώς έπρεπε να εξευρεθεί μια μέση λύση, ώστε να επικυρωθεί η συμφωνία.27

Στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ο Δημήτριος Μάξιμος τόνισε την αδυναμία των Δυτικών Δυνάμεων να περιορίσουν τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό. Ο Βενιζέλος θεωρούσε απίθανη την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας για την παρούσα τουλάχιστον γενιά,28 ενώ επεσήμανε ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την προσέγγιση των δύο κρατών σε περίπτωση επίλυσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών ζητημάτων, αλλά αντίθετα θα είχε ως μοναδικό τελικά αποτέλεσμα την επιδείνωση των ελληνοϊταλικών σχέσεων. Η άποψη του Κρητός πολιτικού για το Βαλκανικό Σύμφωνο συνοψίζεται σε μια ερώτηση που έθεσε προς τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την 28η Φεβρουαρίου 1934, φοβούμενος ότι η Ελλάδα θα αχθεί σε έναν πόλεμο χάριν των γιουγκοσλαβικών συμφερόντων: «Ποιά δουλειά ἔχομεν ἡμείς νά μπλέξουμε μεταξύ Ἰταλίας καί Γιουγκοσλαβίας;».29 

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Ιωάννης Μεταξάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μεταξάς, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να αποφύγει οιαδήποτε σύγκρουση με την Ιταλία, πρότεινε να υπερψηφισθεί το Βαλκανικό Σύμφωνο, αφού όμως τροποποιηθεί, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδος έναντι της Ιταλίας καθώς «ἡ Ὲλλάς δεν δύναται να δώσῃ οὔτε την παραμικράν βοήθειαν. Ἡ Ἑλλάς δεν εἴναι μία χερσόνησος περιβρεχομένη ὑπό θαλάσσης, ἀλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη ὑπό ξηράς».30  Σχετικά με το ζήτημα της απειλής από την σύμπηξη μιας συμμαχίας από τις δύο βαλκανικές σλαβικές χώρες ο Μεταξάς δεν διέβλεπε κάποιο κίνδυνο καθώς εμπιστευόταν τις ιταλικές εγγυήσεις όσον αφορά στην Θεσσαλονίκη. Οι πολιτικοί αρχηγοί συμφώνησαν με τις προτάσεις του Μεταξά, καθώς, αν το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν υπερψηφιζόταν, η Ελλάδα θα βρισκόταν εκτεθειμένη και η θέση θα γινόταν δυσχερέστερη, δυσαρεστώντας τα άλλα τρία κράτη.31 Τελικά, το Βαλκανικό Σύμφωνο επικυρώθηκε από τα νομοθετικά σώματα στις 14 Μαρτίου 1934, συνοδευόμενο από μια ερμηνευτική δήλωση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, με την οποία περιόριζε τις υποχρεώσεις της Ελλάδος που απέρρεαν από το σύμφωνο, ώστε να αποκλείεται η περίπτωση εμπλοκής της σε πόλεμο έναντι της Ιταλίας. Ο Μάξιμος δήλωσε ότι «σκοπός τοῦ συμφώνου τῆς Βαλκανικῆς συνεννοήσεως εἶναι μόνο ἡ εγγύησις τῆς ἀσφάλειας τῶν ἐνδοβαλκανικῶν συνόρων ἒναντι ἐπιθέσεως προερχομένης ἐξ οἰουδήποτε Βαλκανικοῦ κράτους. Κατά συνέπειαν ἡ Ἐλλάς ἐν οὐδεμία περιπτώσει δύναται προς ἐκτέλεσιν τῶν διά τοῦ Συμφώνου ἀναλαμβανομένων ὑποχρεώσεων να ἀχθῆ εἰς πόλεμον μἐ οἱανδήποτε τῶν Μεγάλων Δυνάμεων».32

Η ελληνική δήλωση προκάλεσε την δυσφορία και την δυσπιστία εκ μέρους των τριών άλλων κρατών. Η Γιουγκοσλαβία, η οποία από την αρχή ακολουθούσε μια τακτική κωλυσιεργίας, έβρισκε νέες αφορμές μετά από αυτά τα γεγονότα. Ο Γιέφτιτς μετέβη στην Άγκυρα τον Απρίλιο του 1934, ζητώντας τον αποκλεισμό της Ελλάδας από το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η τουρκική κυβέρνηση δήλωσε ότι αυτή ήταν μια μη συμφέρουσα επιλογή και τόνισε ότι θα απείχε και η ίδια από κάθε άλλο Σύμφωνο σε περίπτωση που απείχε η Ελλάδα. Τελικά, ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών υποχώρησε και συμφωνήθηκε η ταχεία σύναψη των στρατιωτικών συμβάσεων, όπως υπαγόρευε το 4ο άρθρο του Μυστικού Πρωτοκόλλου.33

Η δημόσια συζήτηση περί του Βαλκανικού Συμφώνου οδήγησε την ελληνική εξωτερική πολιτική σε δύσκολη θέση. Από τη μια πλευρά η συμμετοχή της Ελλάδας στο πολιτικό σκέλος της Συμφωνίας δυσαρέστησε την Ιταλία, οι σχέσεις με την οποία θα έχουν μια φθίνουσα πορεία έως τον Οκτώβριο του 1940, ενώ από την άλλη πλευρά η οξεία κριτική του Βενιζέλου αλλά και των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης επιδείνωσαν τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης διευκόλυνε την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση καθώς αφενός η Βουλγαρία διέβλεπε την δυσαρέσκεια της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Ελλάδας και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία ήταν ανασφαλής λόγω της αντίδρασης στο εσωτερικό της Ελλάδος σχετικά με το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η Γιουγκοσλαβία, θέλοντας να περιορίσει τους κινδύνους, άρχισε να ασκεί πιο ένθερμα μια διαδικασία προσέγγισης με την Βουλγαρία.

 

B. Η έξοδος της Βουλγαρίας από την απομόνωση και η ατόνηση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων

 

Η έναρξη της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης και η περαιτέρω αποδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης

Η προσέγγιση Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας συνεχίστηκε παρά την υπογραφή του Συμφώνου. Ήδη από τα τέλη του 1933 αντικαταστάθηκε ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στην Σόφια, ενώ ταυτόχρονα τοποθετήθηκε ως πρεσβευτής της Βουλγαρίας στο Βελιγράδι ο Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (Георги Кьосеиванов), ένθερμος υποστηρικτής της προσέγγισης των δύο κρατών. Ταυτόχρονα, η υπογραφή των Πρωτοκόλλων της Ρώμης τον Μάρτιο του 1934 ώθησαν την Γιουγκοσλαβία να επαναξιολογήσει την στάση της έναντι της Βουλγαρίας. Οι δύο βασιλείς, Αλέξανδρος και Βόρις, συναντήθηκαν και πάλι μετά τα μέσα Μαρτίου του 1934 με αφορμή τον θάνατο του Βέλγου βασιλιά, Αλβέρτου. Ο Ρουμάνος πρέσβης στο Βερολίνο ενημέρωσε τον Τιτουλέσκου ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που είχε ο Βόρις με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών συζητήθηκε το ενδεχόμενο προσέγγισης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Ο Γερμανός υπουργός τόνισε ότι η Γερμανία αναλάμβανε να διευκολύνει την προσέγγιση αυτή.34  Στην Βουλγαρία δρούσε ήδη γερμανικό δίκτυο, το οποίο ενίσχυε την γερμανική προπαγάνδα και επεδίωκε την διατήρηση της Βουλγαρίας και της Αλβανίας εκτός του Βαλκανικού Συμφώνου.35

Η προσπάθεια προσέγγισης μέσω ανταλλαγής επισκέψεων πολιτιστικών ή άλλων συλλόγων κατέδειξε τις δυσκολίες που υπήρχαν. Ο βουλγαρικός λαός και διάφορες μακεδονικές οργανώσεις δεν επεφύλαξαν θετική υποδοχή στις σερβικές αντιπροσωπείες, αποδεικνύοντας ότι η επιχειρούμενη προσέγγιση ήταν μια εκ των άνω προσπάθεια.36 Ωστόσο, η διπλωματική και πολιτική απομόνωση της Βουλγαρία οδήγησε στην άσκηση κριτικής της πολιτικής του Μουσάνωφ και εκδηλώθηκε μια επιθυμία υπέρ της επιστροφής στην πολιτική του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι (Александар Стамболијски), η οποία τασσόταν υπέρ της εξομάλυνσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Η βουλγαρική κοινή γνώμη άρχισε να αντιμετωπίζει θετικότερα το ενδεχόμενο της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μέσω προπαγανδιστικών διαλέξεων και άρθρων του Τύπου, τα οποία έστρεφαν τις βουλγαρικές διεκδικήσεις προς το Αιγαίο. Η διαφαινόμενη βελτίωση των σχέσεων της Βουλγαρίας με την Γιουγκοσλαβία επέτρεψε στην πρώτη να ασκεί μια πιο επιθετική πολιτική έναντι της Ελλάδας και του ελληνικού πληθυσμού στην Βουλγαρία.

Η εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας μεταβλήθηκε ριζικά μετά το πραξικόπημα της 19ης Μαΐου 1934. Η Στρατιωτική Λίγκα και η οργάνωση Zveno (Σύνδεσμος) ανήλθαν πραξικοπηματικά στην εξουσία με την στήριξη της Γαλλίας, θέτοντας ως βασικό στόχο της εξωτερικής τους πολιτικής να εξέλθει η χώρα από την απομόνωση και να προσεγγίσει την Γιουγκοσλαβία. Ήδη από τον Φεβρουάριο η Zveno παρατήρησε την δυσθυμία της Γιουγκοσλαβίας στην υπογραφή της Βαλκανικής Συνεννόησης λόγω της μη προσχώρησης της Βουλγαρίας και θεώρησε ότι ήταν μια ευκαιρία που έπρεπε να εκμεταλλευτούν.37 Έως τον Ιούνιο του 1934 η κυβέρνηση του Κίμωνος Γκεοργκίεφ (Кимон Георгиев) απήλλαξε την περιοχή του Πετριτσίου από την ΕΜΕΟ, κάνοντας το σημαντικότερο βήμα για την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων.38 Ο γαλλικός και ο γιουγκοσλαβικός Τύπος αντιμετώπιζαν θετικά την πολιτική αλλαγή που επήλθε και προσέβλεπαν σε μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση.

Ωστόσο, η δολοφονία του βασιλιά Αλέξανδρου σε συνδυασμό με την κρίση που αυτή προκάλεσε στην Ευρώπη οδήγησε σε στασιμότητα την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Παράλληλα, η δολοφονία του Γιουγκοσλάβου βασιλιά οδήγησε σε μερική συσπείρωση την Βαλκανική Συνεννόηση. Οι βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις δεν προχώρησαν για το μεγαλύτερο διάστημα του 1935, ωστόσο, η ανάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τον Μίλαν Στογιαντίνοβιτς (Милан Стојадиновић), ο οποίος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, έδωσε μια νέα δυναμική στην διαδικασία αυτή.

Η απώλεια του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κόστισε κυρίως στην Βαλκανική Συνεννόηση, καθώς απώλεσε έναν από τους πρωτεργάτες της, ενώ παράλληλα άρχισαν να διατυπώνονται φόβοι για το ενδεχόμενο ενός θερμότερου εναγκαλισμού μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας.39 Η δημοσίευση κοινού ανακοινωθέντος μετά την διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ και της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 19 Οκτωβρίου 1934 προκάλεσε φόβο τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό σχετικά με το ενδεχόμενο συγχώνευσης των δύο συνασπισμών και την εμπλοκή της Ελλάδας σε εξωβαλκανικά ζητήματα. Ο Μάξιμος στην προσπάθεια του να καθησυχάσει τις εν Ελλάδι αντιδράσεις δήλωσε ότι το κοινό ανακοινωθέν ήταν μια εκδήλωση συμπάθειας και ηθικής αλληλεγγύης προς την Γιουγκοσλαβία.40 Η Ελλάδα και η Τουρκία δέχθηκαν την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος καθώς επιθυμούσαν να διαφανεί το ενωτικό κλίμα μεταξύ των τεσσάρων κρατών.

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. Η δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.

 

Assassination of King Alexander I of Yugoslavia & Louis Barthou (1934) | British Pathé (FILM ID:799.12)

Η γιουγκοσλαβική στήριξη προς την Ελλάδα έλαβε ουσιαστικότερη μορφή κατά τα γεγονότα του κινήματος του Βενιζέλου της 1ης Μαρτίου 1935, μέσω της αποστολής αεροπλάνων. Η συγκέντρωση βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ελλάδα ενίσχυσαν τους ελληνικούς φόβους για μια ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση. Η Τουρκία, σε απάντηση στην βουλγαρική ενέργεια, συγκέντρωσε στρατεύματα στα βουλγαροτουρκικά σύνορα, θέλοντας να αποτρέψει τις όποιες βουλγαρικές σκέψεις περί κατάληψης ελληνικού εδάφους. Παράλληλα, και η Ιταλία διέβλεπε την αναταραχή στην Ελλάδα ως μια ενδεχόμενη αφορμή αύξησης της επιρροής της στην ανατολική Μεσόγειο. Με την στάση της, η Βαλκανική Συνεννόηση κατέστησε σαφές ότι οι ελληνικές αναταραχές δεν αποτελούσαν πεδίο για επεκτατική πολιτική εκ μέρους άλλων κρατών. Η άμεση αντίδραση της και η επιτυχία που είχε, αποτρέποντας κάθε επίδοξο τυχοδιώκτη, συνέβαλε στην έστω και προσωρινή συσπείρωση των μελών της.41

Μετά την επικράτηση της κυβέρνησης της Αθήνα στα γεγονότα του Μαρτίου του 1935 ανακινήθηκε το ζήτημα του πολιτειακού. Ο Κονδύλης, θέλοντας να προετοιμάσει την γιουγκοσλαβική κυβέρνηση για την επερχόμενη παλινόρθωση επισκέφθηκε στα μέσα Ιουλίου την Γιουγκοσλαβία και είχε συνομιλίες με τον αντιβασιλέα Παύλο και τον Στογιαντίνοβιτς. Ο Κονδύλης συμφώνησε κατά την συνάντηση στο Μπλέντ με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό και τον Αντιβασιλέα Παύλο ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο αποτελεί γνώμονα της πολιτικής των δύο κρατών. Ο Κονδύλης επιβεβαίωσε ότι μια ενδεχόμενη παλινόρθωση της μοναρχίας δεν θα μετέβαλε τις αρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ επεσήμανε ότι η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στην ελληνογιουγκοσλαβική φιλία.42 Παράλληλα, στις αρχές Αυγούστου ο Τσαλδάρης, κατευθυνόμενος προς την Βαυαρία, επισκέφθηκε τον αντιβασιλέα Παύλο και τον ενημέρωσε σχετικώς. Ο Παύλος τάχθηκε υπέρ της παλινόρθωσης και μάλιστα άμεσα, καθώς είχε νυμφευθεί την κόρη του πρίγκιπα Νικολάου και, επομένως, υπήρχαν συγγενικοί δεσμοί μεταξύ των δύο βασιλικών οίκων.43

Oι διεθνείς εξελίξεις σε συνδυασμό με την οξυμένη κατάσταση λόγω της αιθιοπικής κρίσης καθώς και της εσωτερικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα σχετικά με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος στη Βαλκανική Συνεννόηση ώθησαν τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό να ζητήσει τον Ιανουάριο του 1936 από την Ελλάδα να καθορίσει την στάση στις εξής περιπτώσεις441) Ἐάν ἡ Ἑλλάς θά συνεχίσῃ τήν πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως. 2) Ἐάν ἡ Ἑλλάς εἶναι ἑτοίμη νά συνάψῃ μετά τῶν ἄλλων κρατῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως σύμβασιν στρατιωτικήν: α) Ἐπί τῇ ὑποθέσει βαλκανικῆς συρράξεως εἰς ἣν θά ἀνεμιγνύετο ἐναντίον τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἡ Ἰταλία. β) Ἐπί τῇ ὑποθέσει καθαρῶς βαλκανικῆς συρράξεως καί γ) Ἐπί τῇ ὑποθέσει συρράξεως εἰς ἣν θά ἐνεπλέκετο ἡ Ἰταλία κατά τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Γαλλίας καί εἰς ἣν αἱ χῶραι τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως θά ἐτίθεντο μέ τό μέρος τῶν τελευταίων τούτων δυνάμεων. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε κυρίως, εκτός της ελάχιστης στρατιωτικής βοήθειας της Ελλάδας, την υπονόμευση της ελληνοϊταλικής φιλίας, ώστε να παρουσιάζεται ως προστάτιδα δύναμη της Ελλάδος.

Ο Μεταξάς, έχοντας αναλάβει την πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του Δεμερτζή και υπό την ιδιότητα του ως υπουργός των Εξωτερικών εκπροσώπησε την Ελλάδα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης τον Μάιο του 1936. Στο Βελιγράδι, ο Μεταξάς παρουσίασε αναλυτικά τις απόψεις της κυβέρνησης του και κατόπιν μακράς συζήτησης κατάφερε να διασκεδάσει την δυσπιστία των τριών άλλων κρατών.45 Ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι: 1) Η Ελλάδα είναι «σταθερῶς ἀποφασισμένη να συνεχίσῃ την πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἐν τῷ πλέον εἰλικρινεῖ πνεύματι στενῆς, πίστῆς και μονίμου συνεργασίας μετά τῶν Βαλκανικῶν Συμμάχων της». Επίσης, δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν δεσμεύεται με άλλα σύμφωνα πέραν του ελληνοϊταλικού συμφώνου του 1928. 2 α) Σχετικά με την περίπτωση της βαλκανικής σύρραξης, στην οποία θα μετείχε και η Ιταλία εναντίον της Βαλκανικής Συνεννόησης, «ἡ Ἑλλάς … θεωρεῖὅτι δεν θα δυνηθῇ να ἐμπλακῇ αὐτομάτωςεἰς τον πόλεμον, ἀλλά θα τηρήσῃ ἐν τῷ καλῶς ἐννοουυμένῳ συμφέροντι τοῦ Βαλκανικοῦ Συνασπιμοῦ, οὐδετερότητα ἐν πλήρει συμμορφώσει με τάς ὑποχρεώσεις τοῦ Συμφώνου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν… Ἐνὄψει λοιπόν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ Ἑλλάς ἐκτιμάὅτι δεν συντρέχει λόγος συνάψεως Στρατιωτικῆς Συμβάσεως». β)Στην περίπτωση αμιγώς βαλκανικής σύρραξης «ἡ Ἑλλάς θα λάβῃ μέρος εἰς την σύρραξιν με τάς καθρισθησομένας δυνάμεις ἐπεμβάσεως. Εἶναι, συνεπῶς, διά την περίπτωσιν ταύτην ἑτοιμη να συνάψῃ Στρατιωτικήν Σύμβασιν μετά τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως». Η προς υπογραφή στρατιωτική σύμβαση θα προέβλεπε την περίπτωση όπου κάποιο μέλος της Βαλκανικής Συνεννόησης θα δεχόταν επίθεση από την Αλβανία ή την Βουλγαρία μεμονωμένα ή συνδυασμένα από κοινού ή σε συνεργασία με την Ουγγαρία. γ)Όσον αφορά στην περίπτωση συρράξεως μιας Μεγάλης Δύναμης με την Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία, όπου τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννοήσεως επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στο πλευρό των τελευταίων «ἡ Ἑλλάς εἶναι διατεθειμένη να συνεννοηθῇ εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις με την Μεγάλην Βρεττανίαν και την Γαλλίαν, ὡς ἐπίσης και με τους Βαλκανικούς Συμμάχους της, ἵνα καθορίσῆ την ἔκτασιν και τον τρόπον ἐνεργείας της. Κατόπιν της ελληνικής τοποθέτησης ο Στογιαντίνοβιτς δήλωσε ότι: «Το ἐλληνικόν ζήτημα ἐρρυθμίσθη πλήρως, συμφώνως προς τάς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι αἱ ἐρμηνευτικαί δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως και τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων συμφωνοῦν ἀπολύτως προς το πνεῦμα τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου και ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, σαφέστατα καθοριζόμεναι εἶναι ἀποκλειστικῶς βαλκανικαί. Μετά τάς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Μεταξᾶ ἡ Βαλκανική Συνεννόησις ἐξέρχεται ἑνισχυμένη».

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου στα μέσα του 1936 είχε πεισθεί ότι η ελληνική ασφάλεια έπρεπε να στηρίζεται σε δύο πυλώνες: την Μεγάλη Βρετανία όσον αφορά στην προστασία των θαλασσίων συνόρων και την Βαλκανική Συνεννόηση όσον αφορά στην προστασία των χερσαίων συνόρων. Ωστόσο, παρά την φαινομενική ενδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης μέσω του ανακοινωθέντος του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης, ο τετραμερής βαλκανικός συνασπισμός βρισκόταν σε μια διαδικασία αποσύνθεσης. Η πολιτική, κυρίως, του Στογιαντίνοβιτς αποσκοπούσε στην προσέγγιση της Γιουγκοσλαβίας με την Βουλγαρία, την Ιταλία και την Γερμανία. Η Ιταλία μάλιστα λίγες μέρες μετά τη δήλωση του Μεταξά πληροφορήθηκε μέσω του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού την πρόθεση της Ελλάδας να προσχωρήσει στον γαλλοβρετανικό συνασπισμό σε βάρος της Ιταλίας με αποτέλεσμα να διαρραγούν πλήρως οι σχέσεις των δύο κρατών μετά και την υιοθέτηση των κυρώσεων, που επέβαλε η Κοινωνία των Εθνών στην Ιταλία, από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1935.46

Αναμνηστική σειρά γραμματοσήμων που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στις χώρες των συμβαλλομένων μερών την επομένη της συνομολόγησης του Βαλκανικού Συμφώνου το 1934 στην Αθήνα.
Η εξέλιξη των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων και η προπαρασκευή του Συμφώνου Αιώνιας Φιλίας

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στογιαντίνοβιτς στην Γιουγκοσλαβία τον Ιούνιο του 1935 συνδέθηκε κυρίως με την προσέγγιση της χώρας του με την Βουλγαρία με αποκορύφωμα το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας της 24ης Ιανουαρίου 1937. Ο Στογιαντίνοβιτς προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα καθώς σταδιακά γινόταν όλο και πιο φανερή η απόσταση μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής Συνεννόησης, ενώ ταυτόχρονα η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία τηρούσαν μια παθητική στάση στην ιταλική και την γερμανική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, η διάλυση της ΕΜΕΟ στη Βουλγαρία από το 1934 είχε προλειάνει το έδαφος για την επικείμενη προσέγγιση των δύο κρατών.

Η σταδιακή βελτίωση των σχέσεων των δύο κρατών συνδυάστηκε με μια συνεχώς αυξανόμενα επιθετική πολιτική της Βουλγαρίας προς την Ελλάδα καθώς εξήλθε της διπλωματικής απομόνωσης στα Βαλκάνια, ενώ υποστηριζόταν και από την Γερμανία, της οποία η δύναμη αυξανόταν στην ευρωπαϊκή σκηνή. Παράλληλα, στις υπονόμευση των διμερών σχέσεων συνέβαλλε και ο Τύπος των δύο κρατών, ο οποίος περιείχε εκατέρωθεν κατηγορίες σχετικά με τις βλέψεις του ετέρου κράτους.47 Στις κακές ελληνοβουλγαρικές σχέσεις συνέβαλλε και η συνέχιση ενός τελωνειακού πολέμου που υφίστατο μεταξύ των δύο κρατών από τις αρχές της δεκαετίας.

Παράλληλα, από τις αρχές του 1935 Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία άρχισαν και πάλι να εργάζονται με σκοπό την προσέγγιση των δύο λαών. Η Γαλλία, βλέποντας ήδη από τον Απρίλιο την κατεύθυνση που λάμβανε η γιουγκοσλαβική πολιτική, τοποθέτησε ως πρεσβευτή στο Βελιγράδι τον Νταμπιέρ (Robert de Dampierre), ο οποίος νωρίτερα υπηρετούσε ως σύμβουλος στη γαλλική πρεσβεία της Ρώμης. Η αλλαγή αυτή στο προσωπικό της γαλλικής πρεσβείας στη Γιουγκοσλαβία έγινε ώστε να υπάρχει συστηματικότερη παρακολούθηση των ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων, αφού ο Νταμπιέρ ήταν άριστος γνώστης των ιταλικών πραγμάτων.48 Η βουλγαρική πολιτική σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών της Βουλγαρίας συνεχίστηκε. Τον Ιούλιο του 1935 οι βουλγαρικές αρχές απείλησαν τους Έλληνες της Σωζόπολης που δεν διέθεταν διαβατήριο ή προξενική πιστοποίηση ότι εάν δεν λάβουν την βουλγαρική ιθαγένεια θα απελαθούν.49

Η ανάληψη της κυβέρνησης από τον Κιοσεϊβάνωφ, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία και είχε διατελέσει πρέσβης στο Βελιγράδι, οδήγησε στην σταδιακή επιτάχυνση της προσπάθειας. Ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι είχε πρόθεση να συσφίξει τις σχέσεις του με όλους τους γείτονες κάνοντας, όμως, ειδική μνεία για τις βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Παρά τις δηλώσεις του Κιοσεϊβάνωφ στο διπλωματικό τοπίο δεν σημειώθηκε κάποια μεταβολή. Ο αντιβασιλέας Παύλος, όντας πιο επιφυλακτικός από τον Στογιαντίνοβιτς όσον αφορά στην προσέγγιση με την Βουλγαρία, ανέφερε στον Νικόλαο Πολίτη ότι δεν εμπιστευόταν την Βουλγαρία, θεωρώντας την άπληστη και παρέμενε υπέρμαχος της διατήρησης της Βαλκανικής Συνεννόησης. Παρόλα αυτά, επιθυμούσε την βελτίωση των σχέσεων με την Βουλγαρία σε οικονομικό επίπεδο.50  Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ικανοποιούνταν με τα βήματα βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, καθώς αποσκοπούσαν στην απεξάρτηση της Βουλγαρίας από την ιταλική σφαίρα επιρροής.51

Η έντονη μυστικότητα των αρμόδιων υπηρεσιών, η άκρα επιφυλακτικότητα της κυβέρνησης και το ανελεύθερο καθεστώς του Τύπου περιόριζαν τα μέσα εξακρίβωσης της σημασίας των γεγονότων για τις ξένες αποστολές. Ο ελληνικός Τύπος θεωρούσε ότι ο αντιβασιλέας Παύλος θα προσπαθούσε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Βούλγαρου βασιλιά να τον πείσει να προσχωρήσει η Βουλγαρία στη Βαλκανική Συνεννόηση σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την Βουλγαρία από την σφαίρα της ιταλικής επιρροής.52  Ωστόσο, υπήρχε προβληματισμός λόγω της αποκλίνουσας πολιτικής μεταξύ του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού και του αντιβασιλέα Παύλου καθώς ο πρώτος προσπαθούσε να αναπτύξει τις σχέσεις του με τη Γερμανία και την Ιταλία σε αντίθεση με τον δεύτερο που ασκούσε φιλοβρετανική πολιτική.53

Οι επαφές μεταξύ Βούλγαρων και Γιουγκοσλάβων άρχισαν σταδιακά να πυκνώνουν. Τον Σεπτέμβριο του 1936 Βούλγαροι κληρικοί επισκέφθηκαν τη νότια Σερβία. Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση παρείχε πλήρη ελευθερία στους βουλγαρόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Οι κάτοικοι υποδέχθηκαν τους Βούλγαρους κληρικούς ένθερμα, αποδεικνύοντας ότι η εικοσαετής προσπάθεια εκσερβισμού δεν είχε αποδώσει λόγω της έως πρότινος δράσης της ΕΜΕΟ.54  Η επίσκεψη του Βούλγαρου πρωθυπουργού στο Βελιγράδι στις 12 Οκτωβρίου 1936 σχολιάστηκε πολύ θετικά από τον γιουγκοσλαβικό Τύπο. Σκοπός της επίσκεψης του Κιοσεϊβάνωφ ήταν η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο κρατών, χωρίς όμως να σημειωθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος, σύμφωνα με την έκθεση της ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι.55

Η τόσο έντονη κινητικότητα μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο σλαβικών κρατών ανησύχησαν τα υπόλοιπα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης. Η τουρκική κυβέρνηση άσκησε πιέσεις, ώστε ο Στογιαντίνοβιτς να επισκεφθεί την Τουρκία με τον τελευταίο να δέχεται απρόθυμα να επισκεφθεί την Άγκυρα στα τέλη Οκτωβρίου του 1936.56 Ο Στογιαντίνοβιτς ενημέρωσε τον Ινονού (İsmet İnönü) ότι η Βουλγαρία προέβη σε βολιδοσκόπηση σχετικά με τη σύναψη συμφώνου φιλίας με την Γιουγκοσλαβία. Ο Τούρκος πρωθυπουργός φάνηκε θετικός, ωστόσο τόνισε ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης. Ο Ινονού θεώρησε πιθανό ότι η Γιουγκοσλαβία θα έθετε το θέμα στην προσεχή σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 15 Φεβρουαρίου 1937.

Αττατούρκ, Στογιαντίνοβιτς και Μεταξάς στην Άγκυρα (Μάρτιος 1938).

Λίγες μέρες αργότερα ο Στογιαντίνοβιτς επισκέφθηκε το Κρίτσιμ της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του με τους Βόριδα και Κιοσεϊβάνωφ δήλωσε πως επιθυμούσε και ο ίδιος την υπογραφή ενός συμφώνου με μια και μοναδική παράγραφο, η ουσία της οποίας θα αποδιδόταν με τη φράση: «Αιώνια φιλία μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας». Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Στογιαντίνοβιτς, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν υπήρχαν πλέον εκκρεμή ζητήματα με την Γιουγκοσλαβία. Η ουσία της δήλωσης ήταν ότι η Βουλγαρία παραιτούνταν από την γιουγκοσλαβική Μακεδονία με σκοπό να ξεπεραστεί και το τελευταίο εμπόδιο για την προσέγγιση των δύο κρατών. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Κιοσεϊβάνωφ πρότεινε και επίσημα τη σύναψη ενός βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου.57

Μετά τη συνάντηση των Κιοσεϊβάνωφ και Στογιαντίνοβιτς, όπου προτάθηκε η σύναψη διμερούς συμφώνου, ξεκίνησε μια διαδικασία βολιδοσκόπησης των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας. Η τουρκική πλευρά είχε δυσαρεστηθεί με την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς Τουρκία και Γιουγκοσλαβία είχαν αναπτύξει άριστες σχέσεις λόγω της ιταλικής επιθετικότητας. Η Τουρκία επιθυμούσε να ολοκληρωθεί η βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για την Βαλκανική Συνεννόηση καθώς η ίδια βρισκόταν παράλληλα σε διαπραγματεύσεις με την Γαλλία για την επίλυση των διαφορών τους στην περιοχή της Αλεξανδρέττας.58 Ο Αράς τόνισε στον Σπυρίδωνα Πολυχρονιάδη ότι ο Στογιαντίνοβιτς ήταν πρόθυμος να παρέχει ενυπόγραφη υπόσχεση ότι, εάν κατά τις ελληνοβουλγαρικές διαπραγματεύσεις η Βουλγαρία ζητούσε κάθοδο στο Αιγαίο, η Γιουγκοσλαβία θα τασσόταν υπέρ της Ελλάδος και της Τουρκίας.59

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια συνομιλιών του Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό, ο τελευταίος δήλωσε ότι σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης για σύναψη του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου θα διαφαινόταν έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Γιουγκοσλαβία, επηρεάζοντας την εσωτερική συνοχή αλλά και το κύρος που εξέπεμπε η Συνεννόηση.60 Ταυτόχρονα, ο Στογιαντίνοβιτς σε μια προσπάθεια να μετριάσει την ανησυχία της Γαλλίας διεμήνυσε στον Γάλλο πρεσβευτή ότι, εάν η Γιουγκοσλαβία δεν δεχόταν την προταθείσα συμφωνία, τότε η Βουλγαρία θα ωθούνταν προς τη Γερμανία.61 Τελικά, Ελλάδα και Ρουμανία αποφάσισαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου να μην ασκήσουν περισσότερη πίεση στην Γιουγκοσλαβία, ακολουθώντας την πολιτική της Τουρκίας, δίνοντας την συγκατάθεσή τους για την υπογραφή του συμφώνου στα τέλη Δεκεμβρίου με την προϋπόθεση ότι ο Στογιαντίνοβιτς θα παρείχε διαβεβαιώσεις περί της σταθερότητας της Βαλκανικής Συνεννόησης στην προγραμματισμένη για τις 15 Φεβρουαρίου 1937 σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης.62

Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, έχοντας λάβει τη συγκατάθεση των υπόλοιπων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης, επέσπευσε τις διαδικασίες υπογραφής του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1937 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δημοσίευσε μια επίσημη ανακοίνωση, στην οποία έδινε θετική απάντηση στη βουλγαρική πρόταση περί υπογραφής συμφώνου μη επιθέσεως.63 Υπό τις νέες εξελίξεις η βουλγαρική κοινή γνώμη πίστευε ότι η γιουγκοσλαβική πολιτική θα στήριζε τις βουλγαρικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας ως αντάλλαγμα της παραίτησης της Βουλγαρίας από την σερβική Μακεδονία. Παράλληλα, υπήρχε η άποψη περί κοινής ανθελληνικής πολιτικής με σκοπό η Γιουγκοσλαβία να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και η Βουλγαρία την Δυτική Θράκη.64 Σύμφωνα με πληροφορίες του ελληνικού Τύπου οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση του συμφώνου προχωρούσαν ταχύτατα και φημολογούταν ότι θα υπογραφεί έως τα τέλη του Ιανουαρίου του 1937.65

Τελικά στις 24 Ιανουαρίου 1937 υπογράφηκε στο Βελιγράδι το βουλγαρογιουγκοσλαβικό Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας. Το Σύμφωνο είχε ασυνήθιστη μορφή καθώς περιείχε μόλις ένα άρθρο, στο οποίο δεν διασαφηνίζονταν οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, παρά μόνο οριζόταν ότι στο εξής «θα υπήρχε αδιάρρηκτη ειρήνη και ειλικρινής και αιώνια φιλία μεταξύ του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και του Βασιλείου της Βουλγαρίας», ενώ δεν υπήρχε καμία αναφορά στο Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών. Παρά τις διθυραμβικές δηλώσεις των δύο πρωθυπουργών η προσέγγιση αυτή ήταν αρκετά τεχνητή καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που αναπτύχθηκαν ανάμεσα τους από τον καιρό που ο Βούλγαρος πρωθυπουργός υπηρετούσε ως πρεσβευτής στη Γιουγκοσλαβία. Παρά τη συμφωνία για αποσιώπηση του σημαντικότερου ζητήματος για το οποίο συγκρούονταν οι δύο λαοί, το Μακεδονικό, θα επανεμφανιζόταν μόλις λίγα χρόνια αργότερα.66

Οι πρωθυπουργοί της Βουλγαρίας Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (αριστερά) και Μίλαν Στογιαντίνοβιτς υπογράφουν το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας μεταξύ των δυο χωρών.

Η λιτή μορφή του συμφώνου γέννησε φόβους περί ύπαρξης μυστικών πρωτοκόλλων. Όπως αποδείχθηκε μελλοντικά δεν υπήρχε σαφής ανθελληνική ρήτρα, αλλά, εάν άλλαζαν ριζικά οι διεθνείς σχέσεις, ο Στογιαντίνοβιτς δεν είχε ενδοιασμούς να στρέψει τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό προς την Ελλάδα και την Ρουμανία, αναζητώντας οφέλη και για την Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, δεν παρείχε κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στη Βουλγαρία. Το πρώτο διάστημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας οι πληροφορίες που λάμβαναν οι πρεσβευτές ήταν ελάχιστες καθώς υπήρχε έντονη μυστικότητα από τον Στογιαντίνοβιτς και τον Γιουγκοσλάβο αντιβασιλέα σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας. Αν και ο αντιβασιλέας Παύλος αντιπαθούσε τους Βούλγαρους, πείστηκε πιθανότατα από τον βρετανικό παράγοντα να μεταβάλει την στάση του, καθώς ο Βρετανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι τάχθηκε υπέρ του συμφώνου σε συνομιλία που είχε με τον πρώτο.

Τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αναγκάστηκαν να συναινέσουν στη σύναψη του Συμφώνου Αιώνας Φιλίας, καθώς δεν επιθυμούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με την Γιουγκοσλαβία ή να μειώσουν την ισχύ που διέθετε η Συνεννόηση διεθνώς. Σκοπός της Βαλκανικής Συνεννόησης ήταν να μεταδώσουν ένα κλίμα συνοχής και σύμπνοιας στο εξωτερικό, ακόμα και αν αυτό πρακτικά δεν υπήρχε. Τα τρία άλλα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αρκέστηκαν στην δήλωση του Στογιαντίνοβιτς κατά την εν Αθήναις σύνοδο της Συνεννόησης μεταξύ 15 και 18 Φεβρουαρίου 1937, η οποία ανέφερε ότι το υπογραφέν σύμφωνο «ὀυδαμῶς θίγει τάς ὐποχρεώσεις τάς ἀπορρεούσας ἐκ τῶν συνθηκῶν συμμαχίας, τῶν συναφθεισῶν ὑπό τῆς Γιουγκοσλαβίας και τῶν ἄλλων κρατῶν τῆς Βαλκανικής Συνεννοήσεως».67

Αν και το σύνθημα των Βαλκανικών Διασκέψεων ήταν «τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους», κατόπιν της ηγεμονικής στάσης της Γαλλίας και των βουλγαρικών απαιτήσεων για αναγνώριση μειονοτικών δικαιωμάτων από τα γειτονικά κράτη, οι Βαλκανικές Διασκέψεις οδήγησαν στην υπογραφή της Βαλκανική Συμφωνίας. Η Συμφωνία αυτή δημιούργησε έναν φιλογαλλικό συνασπισμό, συμπληρωματικό της Μικρής Αντάντ στη βαλκανική χερσόνησο. Ωστόσο, η συμμετοχή των τεσσάρων κρατών είχε διαφορετικά κίνητρα. Αφενός η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία επιθυμούσαν η Βαλκανική Συμφωνία να αποτελέσει επέκταση της Μικρής Αντάντ στα Βαλκάνια, εμπλέκοντας την Ελλάδα και την Τουρκία σε εξωβαλκανικές υποθέσεις. Παράλληλα, η γιουγκοσλαβική πολιτική με τη βοήθεια της Γαλλίας εργαζόταν σε δεύτερο επίπεδο από το 1933 στην εξομάλυνση των σχέσεων της με την Βουλγαρία. Η Γιουγκοσλαβία, φοβούμενη την διεξαγωγή ενός διμέτωπου αγώνα με την Ιταλία στα δυτικά και την Βουλγαρία στα νοτιοανατολικά, ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την τελευταία. Παράλληλα, η γαλλική πολιτική στήριζε την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας καθώς επιθυμούσε την μείωση της ιταλικής επιρροής στην Βουλγαρία. Η προσέγγιση μεταξύ της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας ανήχθη σε πολιτική τόσο του αναθεωρητικού όσο και του μη αναθεωρητικού στρατοπέδου σε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής τους.

Η απροθυμία της Ελλάδος να αναλάβει εξωβαλκανικές υποχρεώσεις και να εισέλθει σε περιπέτειες χάριν γιουγκοσλαβικών υποθέσεων ώθησε την Γιουγκοσλαβία σε εξομάλυνση των σχέσεών της με την Βουλγαρία. Στην χάραξη της γιουγκοσλαβικής πολιτικής συνηγορούν και οι διεθνείς εξελίξεις. Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία άρχισαν να ακολουθούν αντίθετες πορείες, καθώς ο Μεταξάς είχε καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα θα προσχωρούσε στον βρετανικό συνασπισμό σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Ο Στογιαντίνοβιτς, βλέποντας τις νέες ισορροπίες που είχαν πλέον διαμορφωθεί στην Ευρώπη, επέλεξε να προσεγγίσει τις χώρες που ασκούσαν πιο δυναμική πολιτική, όπως τη Βουλγαρία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Ωστόσο, ο Γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός ασκούσε προσωποπαγή πολιτική με αποτέλεσμα την άμεση κατάρρευση των βουλγαρογιουγκοσλαβικών και ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων αμέσως μετά την αποπομπή του τον Φεβρουάριο του 1939.

Οι σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας το διάστημα 1934-1937 δεν ήταν ιδιαίτερα εγκάρδιες, καθώς η συμμετοχή των δύο κρατών στο Βαλκανικό Σύμφωνο έγινε για ιδιοτελής σκοπούς. Αφενός η Ελλάδα αποσκοπούσε να αδρανοποιήσει την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε να υπονομεύσει τις ελληνοϊταλικές σχέσεις, εξασφαλίζοντας την ελληνική στήριξη σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Για την Γιουγκοσλαβία ήταν ζωτικής σημασίας η δυνατότητα πολεμικού ανεφοδιασμού μέσω της Θεσσαλονίκης, καθώς η μεταφορά πολεμικού υλικού από την Γαλλία και την Αγγλία καθίστατο αδύνατη σε οιαδήποτε άλλη περίπτωση. Ωστόσο, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψιν της και την μεσογειακή διάσταση της εξωτερικής της πολιτικής, μη αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις έναντι μιας μεσαίας ναυτικής μεσογειακής δύναμης, όπως η Ιταλία, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη της ελληνικής. Η Γιουγκοσλαβία, αντιλαμβανόμενη την ελληνική απροθυμία, επέλεξε να προσεγγίσει την Βουλγαρία κατόπιν και της υποστήριξης αμφότερων των δύο αντιμαχόμενων ευρωπαϊκών συνασπισμών.

Ο Θωμάς Δημόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Πηγές

 Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (Υ.Δ.Ι.Α)

1934: Α/3/2, Α/3/5, Α/3/5/1, Α/3/9, Α/3/11, Α/5/2, Α/5/3/1, Α/6/1, 1934 ΑΑΚ/9, ΑΑΚ/24

1935: Α/3/3, Α/5/4, Α/6/3, ΑΑΚ/17

1936: Α/6/2, 15/7, 24/2, 28/1

1937: 13/1

 

Εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα (1934-1937)

 

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία

Ristelhueber, R., Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2000.

Δαφνής, Γ., Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τ. Β., εκδόσεις Ίκαρος, 1955.

Κορόζης, Αθ., Οι πόλεμοι 1940-1941 επιτυχίαι και ευθύναι, τ. Α’, Αθήνα 1957.

Κούμας, Μ., Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1933-1936, εκδόσεις Σιδέρης, 2010.

Λάσκαρις, Σ., Διπλωματική ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1914-1939, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1954.

Μαρκεζίνης, Σπ., Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ. Γ’, εκδόσεις Πάπυρος, 1968. Μεταξάς, Ι., Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ., εκδόσεις Ίκαρος, 1960.

Πιπινέλης, Π., Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος 1923-1941, εκδόσεις Σαλιβέρος, Αθήνα 1948.

Σβολόπουλος, Κ., Το βαλκανικό σύμφωνο και η ελληνική εξωτερική πολιτική 1928-1934, εκδόσεις Κολλάρου, 1974.

Σφέτας, Σπ., Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001.

Τούντα-Φεργάδη, A., Ηγετικές μορφές του Μεσοπολέμου και εξωτερική πολιτική, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2003.

Της ιδίας, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας 1912-1941, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2005.

 

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Avramovski, Ž., «The Yugoslav-Bulgarian Perpetual Friendship Pact of 24 January 1937»,

Canadian Slavonic Papers 11.3 (1969).

Campus, E., The little Entente and the Balkan Alliance, Academiei Republici Socialiste Romania, 1978.

Glenny, M., The Balkans 1804-1999. Nationalism, war and the Great Powers, Granta Books, London 1999.

Kerner, R. J., Howard, H. N., The Balkan Conference and the Balkan Entente (1930- 1935),Greenwood Press, Connecticut 1970.

Маркобић, Д., Мићић, С., «Сусрети краља Александра и краља Бориса од Септембра до Десембра 1933. Године», Токови историје (1/2017), Институт за новију историју Србије.

Raditsa, B., «Venizelos and the struggle around the Balkan Pact», Balkan Studies, vol. 6 n. 1 (1965).

Ross, G., The Great Powers and the decline of the european states system 1914-1945, εκδόσεις Longman, United States of America 1983.

Симић Б., «Највећи пријателј Бугарске. Милан Стојадиновић у бугарском листу Днес»,

Токови историје (3/2014), Институт за новију историју Србије.

 

Ιστοσελίδες

Αρχείο Βενιζέλου http://www.venizelosarchives.gr/index.asp

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

Σπυρίδων Σφέτας: Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

Σπυρίδων Σφέτας

Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

 

Η αντίσταση των διαφόρων φορέων κατά των κατοχικών δυνάμεων, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ταυτόχρονα και ένας αγώνας για την εξουσία μετά την απελευθέρωση, κάτι που αναπόφευκτα οδηγούσε σε εμφύλιες συγκρούσεις. Στη Γιουγκοσλαβία, για παράδειγμα, οι Σέρβοι τσέτνικς του Ντράζα Μιχαήλοβιτς και οι παρτιζάνοι του Τίτο, πέρα από την αντίσταση κατά των Γερμανών, αγωνίζονταν και για το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας: οι τσέτνικς για μια ασαφή ομοσπονδία Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων υπό τη σερβική δυναστεία των Καραγιώργηδων, χωρίς μεταβολή του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, οι παρτιζάνοι για μια νέα ομοσπονδιακή σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία με την αναγνώριση της ισοτιμίας όλων των εθνοτήτων. Το ίδιο συνέβη με τους Μπαλίστες και τους παρτιζάνους του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ ή τα Τάγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα. Αλλά σε κάθε περίπτωση για τη νέα μεταπολεμική τάξη στα Βαλκάνια αποφασιστική σημασία είχε η στάση της Αγγλίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Για γνωστούς ιστορικούς και γεωστρατηγικούς λόγους σε μια άτυπη συμφωνία Άγγλων και Σοβιετικών, ήδη από το Μάιο του 1944, η Ελλάδα επιδικάστηκε στην αγγλική σφαίρα επιρροής και η Ρουμανία στη σοβιετική. Η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Άξονα και στη χώρα δεν είχε οργανωθεί παρτιζάνικο κίνημα. Αλλά αποτελούσε την πρώτη χώρα διέλευσης του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια και είχε μεγάλη σημασία για τη Σοβιετική Ένωση. Μετά την άτυπη αγγλοσοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 μπορεί να εξηγηθεί η παρέμβαση της σοβιετικής αποστολής υπό τον συνταγματάρχη Γκρηγκόρ Ποπώφ προς το ΚΚΕ να σεβαστεί τη συμφωνία του Λιβάνου και να προσχωρήσει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου με την αποδοχή από το ΕΑΜ των «ασήμαντων υπουργείων». Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 το ΕΑΜ έστειλε τους υπουργούς του στο Κάιρο. Με την είσοδο, ωστόσο, του Κόκκινου Στρατού στη Ρουμανία (30 Αυγούστου 1944) και στη Βουλγαρία (9 Σεπτεμβρίου 1944) το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι ισχυροποιούνταν οι θέσεις του έναντι της «ανίσχυρης» κυβέρνησης Παπανδρέου. Μετά την πολιτική μεταβολή της 9ης Σεπτεμβρίου 1944 στη Βουλγαρία ο άλλοτε «φασιστικός» βουλγαρικός στρατός στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, που τώρα υπαγόταν στη σοβιετική διοίκηση του Τρίτου Ουκρανικού Μετώπου υπό τους Σεργκέυ Μπιριουζώφ και Φιοντώρ Τολμπούχιν, ενίσχυε στρατιωτικά τον ΕΛΑΣ.

Αριστερά: Οι Πέτρος Ρούσσος, Αλέξανδρος Σβώλος και Στέφανος Σαράφης αναχωρούν για τον Λίβανο. Δεξιά: το ξενοδοχείο όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες του Συνεδρίου του Λιβάνου.
Εκδήλωση ελληνοβουλγαρικής συναδέλφωσης στην Αλεξανδρούπολη, στις 15/9/1944, με την ευκαιρία συνάντησης τμημάτων του ΕΛΑΣ με τον βουλγαρικό στρατό. Ό άλλοτε «φασιστικός» στρατός του Βόριδος, που ευθύνονταν για εγκλήματα στην Αν. Μακεδονία και Δ. Θράκη, τελούσε πλέον υπό σοβιετική διοίκηση. Και ο ΕΛΑΣ λάμβανε τώρα στρατιωτική βοήθεια από τον βουλγαρικό στρατό, μέχρι την αποχώρησή του από την Ελλάδα.

Από τις 12 μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1944 οι Βούλγαροι υπουργοί στην κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου Ντόμπρι Τερπέτσεφ και Ντημήταρ Νέικωφ επισκέφθηκαν την Καβάλα, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Παρόλο που ο στρατηγός Τολμπούχιν απέρριψε το αίτημα του Γιώργη Ερυθριάδη για κάθοδο του Κόκκινου Στρατού στην Ελλάδα στην παρούσα φάση, τον Σεπτέμβριο του 1944, και μόνο η παρουσία Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια και οι αναγνωριστικές επισκέψεις Σοβιετικών αξιωματικών στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη αναμφισβήτητα δημιούργησαν στο ΚΚΕ την ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός αποτελούσε μια σημαντική δύναμη στην οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί σε περίπτωση ανάγκης.

Το Κ.Κ.Ε, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είχε εγκαταλείψει τα σχέδια για κατάληψη της εξουσίας. Ενόψει των εξελίξεων στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία δύο μεραρχίες του ΕΛΑΣ μετά την είσοδο του σοβιετικού στρατού στη Βουλγαρία άρχισαν να μετακινούνται προς την Αθήνα. Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Παπανδρέου, ο οποίος επισήμανε ότι καμιά κίνηση του ΕΛΑΣ προς την Αθήνα δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την έγκριση των Άγγλων.

Τηλεγράφημα του Ζέβγου προς τον Ανδρέα Τζήμα και τον Γιάννη Ιωαννίδη στις 12 ή 16 Σεπτεμβρίου 1944: “Ήρθε είδηση ότι δύο μεραρχίες ΕΛΑΣ βαδίζουν εναντίον aθήνας stop παπανδρέου ζητεί όπως μη ενεργείται καμιά στρατιωτική ενέργεια ΕΛΑΣ άνευ διαταγής Συμμαχικού Στρατηγείου stopαρνηθήκαμε να δεχτούμε τέτια άποψη & προτείνομε όπως έρθει σύνδεσμος τής Κυβερνήσεως τo Στρατηγείο τού ΕΛΑΣ stopπεριμένουμε αμέσως οδηγίες σας stop”
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Προφανώς μετά από έντονη αντίδραση του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής ο Ζέβγος, ως υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου, συμβούλεψε το Κ.Κ.Ε (19/9/1944) στην παρούσα φάση, προσωρινά να εγκαταλείψει τα σχέδια για μονομερή κατάληψη στην Αθήνα και να δημιουργήσει δομές εξουσίες στην υπόλοιπη Ελλάδα, αποφεύγοντας τις εκτελέσεις των συλληφθέντων.

Δεύτερο τηλεγράφημα: “Δυο πράματα ενδιαφέρουν εξαιρετικά ελληνικούς & ξένους κύκλους & ασκήσουν εξαιρετική επίδραση σε τοποθέτηση ουδετέρων στοιχείων απέναντί μας & αφοπλισμό αντιπάλων stop Πρώτον stop Συμπεριφορά μας απέναντι συλλαμβανομένων αντιδραστικών stop πρέπει ληφθούν μέτρα αυστηρά & μη γίνουν εχτελέσεις συλλαμβανομένων stop επαναλαμβάνω συλλαμβανομένων stop (…) stop το πρόβλημα της αθήνας προκαλεί γενική προσοχή stop| ΕΛΑΣ μπορεί εγκαθιδρύσει αρχάς σε λοιπή Ελλάδα εξ ονόματος κυβέρνησης stop Γι αθήνα όλοι ξεχωρίζουν ζήτημα & ζητούν όπως μη γίνουν ενέργειες δίχως εντολή του συμμαχικού στρατηγείου & μονομερής κατάληψη εξουσίας stop επιμένουμε σ’ αυτή τη γραμμή stop Λαός & οργανώσεις αμυνόμενες κατά Γερμανο-προδοτών σήμερον & κατά Παγκάλου ίσως αύριο παλέβουν & θα παλέψουν για χτύπημα & διάλυσή τους & επιβολή τάξης εξ ονόματος εθνική κυβέρνησης |stop αυτό δε σημαίνει μονομερή κατάληψη εξουσίας πράμα που δεν επιδιώκει το Κ.Κ. stop Σ’ αυτό το έργο υπεράσπισης λαού απελευθέρωσης & επιβολής τάξης αστυνομία & όλοι πατριώτες να συννενοηθούν & συνεργαστούν με ΕΑΜ εναντίον Γερμανο-προδοτών stop Ίσως χρειαστεί να κάνουμε δηλώσεις με αυτό το πνεύμα stop. Νομίζουμε σκόπιμο να γίνει κάποια ανακοίνωση σ’ αυτό το σημείο από το Π.Γ στον αθηναϊκό λαό stop Πήραμε δυο τηλεγραφήματα του Σαράφη και Μάντακα stop Περιμένουμε πάραυτα οδηγίες & γνώμες τους stop Τέλος.»
19-9-1944
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί οι Άγγλοι επείγονταν για την υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας. Η υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) και η τυπική υπαγωγή των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στις διαταγές του Άγγλου στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπυ σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσαν συνθηκολόγηση για το ΚΚΕ, αλλά αναγκαίο ελιγμό. Παρά τους δισταγμούς τους να υπογράψουν τη συμφωνία της Καζέρτας, τελικά ο Στέφανος Σαράφης και ο Κώστας Δεσποτόπουλος μεταπείστηκαν μετά από προσωπική παρέμβαση του Γιάννη Ζέβγου, υπουργού του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου. Με την τακτική της «νομιμοφροσύνης», το ΚΚΕ μάλλον αποσκοπούσε σε παραπλάνηση των Άγγλων, ώστε να μην μεταφερθεί μεγάλος όγκος αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, κάτι που επιβεβαίωσε και ο Γιάννης Ιωαννίδης στις «Αναμνήσεις» του. Οι Άγγλοι δεν έθεσαν ζήτημα αποστράτευσης του ΕΛΑΣ στη Καζέρτα, αλλά στρατιωτικού ελέγχου. Ωστόσο, από νομική άποψη τα πλεονεκτήματα των Άγγλων ήταν εμφανή. Απαγορευόταν στον ΕΛΑΣ να αναλάβει δράση στην Αθήνα και στην περιφέρεια Αττικής. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης της Καζέρτας ο Φίτιν (ψευδώνυμο του Πάβελ Μιχαηλοβιτς, προϊστάμενου της 5ης Υπηρεσίας Κατασκοπείας του Υπουργείου Εσωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης) ενημέρωσε στις 27 Σεπτεμβρίου τον Γκεόργκι Δημητρώφ στη Μόσχα για τα σχέδια των Άγγλων στην Ελλάδα: οι Άγγλοι θα μετέφεραν περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις σε νευραλγικά σημεία της Αθήνας, θα έδιναν υπεύθυνη στρατιωτική θέση στο στρατηγό Σπηλιωτόπουλο (στο κείμενο αναφέρεται ως Σπηλιόπουλος), θα προχωρούσαν σε αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, θα κήρυτταν την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και θα αντικαθιστούσαν τις πολιτικές διοικητικές δομές με στρατιωτικές.

Στέφανος Σαράφης, Ronald Scobie και Ναπολέων Ζέρβας στην Καζέρτα.

Στη «περίφημη» Συμφωνία των Ποσοστών του Οκτωβρίου 1944, επισημοποιήθηκε από τον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν η προκαταρκτική αγγλο-σοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 για την Ελλάδα και τη Ρουμανία(90% και 10% αντίστοιχα στη κάθε χώρα). Συζητήθηκαν επίσης διεξοδικά και οι σφαίρες επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και της Αγγλίας στην Γιουγκοσλαβία(50%-50%) και στη Βουλγαρία(75%-25%). Από τα δημοσιευμένα σοβιετικά πρακτικά της συνάντησης αυτής προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα ποσοστά στη Βουλγαρία, στη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία αφορούσαν όχι τόσο την κομμουνιστοποιήση των χωρών αυτών, η οποία ήταν πλέον δεδομένη, αλλά κυρίως τα ποσοστά της αγγλικής και σοβιετικής επιρροής. Για παράδειγμα, το 25% της αγγλικής επιρροής στη Βουλγαρία σήμαινε ότι η Αγγλία έπρεπε να έχει ένα λόγο για την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων της Βουλγαρίας στην Ελλάδα και για την αποτροπή εδαφικής διεξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Δηλαδή, οι Άγγλοι ήθελαν να έχουν λόγο στη Βουλγαρία για ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα. Για να δικαιολογήσουν το 25%, το οποίο στις συνομιλίες ο Στάλιν ήθελε να μειώσει, οι Άγγλοι επικαλούνταν το γεγονός ότι η Βουλγαρία είχε κηρύξει πόλεμο στην Αγγλία και όχι στη Σοβιετική Ένωση. To Κ.Κ.Ε δεν ενημερώθηκε από τους Σοβιετικούς ούτε για τα σχέδια των Άγγλων ούτε για την “Συμφωνία των Ποσοστών», παρ’ όλο που οι σοβιετικοί υπαινιγμοί ήταν σαφείς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1944 ο Φίτιν ενημέρωσε τον Δημητρώφ για τα αγγλικά σχέδια σχετικά με την Ελλάδα, που προέβλεπαν και αποστράτευση του ΕΛΑΣ.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10/2/1947), όταν οι αγγλικοί στόχοι είχαν κατά βάση επιτευχθεί, δεν υπήρχε και στοιχειώδες αγγλικό ενδιαφέρον για τη Βουλγαρία, που κομμουνιστοποιούνταν πλήρως με την εξουδετέρωση κάθε είδους αντιπολίτευσης. Σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία το 50 %- 50 % είχε την έννοια ότι οι Σοβιετικοί δεν θα είχαν βάσεις στην Αδριατική. Είναι χαρακτηριστικό ότι και όταν ακόμη υπήρχε σοβιετο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, μετά το σοκ της ρήξης του 1948, ποτέ ο Τίτο δεν εκχώρησε ναυτικές βάσεις στους Σοβιετικούς στην Αδριατική. Στο πνεύμα της τελικής πράξης του Ελσίνκι(1975) και της προσωρινής ύφεσης στις σχέσεις Η.Π.Α-Ε.Σ.Σ..Δ, ο Τίτο απλά παραχώρησε στους Σοβιετικούς το δικαίωμα ελλιμενισμού και επισκευής σοβιετικών πλοίων σε γιουγκοσλαβικά λιμάνια της Αδριατικής. Στην προσπάθεια των Σοβιετικών, κατά στις συζητήσεις στη Μόσχα, να αυξήσουν τα δικά τους ποσοστά στη Γιουγκοσλαβία (δηλαδή οι Σοβιετικοί να έχουν το 60% και οι Άγγλοι το 40%), οι Άγγλοι απαντούσαν ότι αυτοί ενίσχυσαν στρατιωτικά τον Τίτο. Πράγματι, μέχρι το ’44 δεν υπήρξε σοβιετική βοήθεια προς τους παρτιζάνους του Τίτο. Στην Ελλάδα οι Σοβιετικοί ήταν απλά θεατές(10%), όπως και στη Ρουμανία οι Άγγλοι ήταν επίσης θεατές(10%). Η Αλβανία για ευεξήγητους λόγους, που δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν εδώ, δεν αναφέρεται στη Συμφωνία των Ποσοστών, κάτι που έδινε την δυνατότητα στην Αγγλία να επιδιώξει αργότερα την ανατροπή του Χότζα.

Η επίσκεψη του Τσώρτσιλ στη Μόσχα τον Οκτώβριο 1944 και η λεγόμενη “Συμφωνία των Ποσοστών”.

Ωστόσο, αν ο ΕΛΑΣ επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία αμέσως μετά την 12η Οκτωβρίου 1944, την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας, η ενέργεια αυτή θα συνιστούσε κατάφωρο πραξικόπημα μέσα στη γενική ευφορία του κόσμου για την απελευθέρωση και θα καταδικαζόταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Στην ουσία η κυβέρνηση Παπανδρέου ήλεγχε μόνο την Αθήνα και τον Πειραιά. Η υπόλοιπη χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης από τα τέλη Οκτωβρίου 1944, τελούσε υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ελέγχοντας τη χώρα μέσω του ΕΛΑΣ και ελπίζοντας σε βοήθεια από τα γειτονικά βαλκανικά κράτη (ήδη το Νοέμβριο του 1944 ο Τίτο είχε υποσχεθεί αόριστα βοήθεια και το ΚΚΕ είχε αποκτήσει κρυπτογραφική επικοινωνία με το Δημητρώφ στη Μόσχα μέσω βουλγαρικής οδού – Πρόκειται για τα αποτελέσματα του ταξιδιού του Αναστασιάδη στο Βελιγράδι και τη Σόφια, το Νοέμβριο του 1944) , το ΚΚΕ πίστευε ότι στη πράξη θα απέβαινε κύριος ρυθμιστής των εξελίξεων με «νόμιμα» μέσα, από θέση ισχύος. Εδώ υποτίμησε τον αγγλικό παράγοντα και υπερεκτίμησε τον σοβιετικό.

Καταλύτης για τη κρίση του Νοεμβρίου απέβη, όπως είναι γνωστό, το ζήτημα της διάλυσης των ανταρτικών ομάδων και της συγκρότησης εθνικού τακτικού στρατού. Η κάθοδος του ΕΑΜ στις εκλογές, χωρίς τη στρατιωτική ύπαρξη του ΕΛΑΣ, στερούσε από το ΚΚΕ τη δυνατότητα επηρεασμού του προεκλογικού αγώνα και του εκλογικού αποτελέσματος. Και όταν στις αρχές Δεκεμβρίου το ΚΚΕ αποφάσισε να συγκρουστεί, αφού πρώτα παραιτήθηκαν οι υπουργοί του Ε.Α.Μ στη κυβέρνηση Παπανδρέου, εκτιμούσε ότι οι Άγγλοι δεν θα επενέβαιναν στη σύγκρουση του ΕΛΑΣ με την «ντόπια αντίδραση» και για το λόγο αυτό δεν στράφηκε αρχικά κατά των Άγγλων. Υπολόγιζε ότι λόγω της συμμαχίας Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης στον διαρκούντα ακόμη πόλεμο κατά της Γερμανίας οι Άγγλοι θα παρέμεναν ουδέτεροι. Οι Άγγλοι επενέβησαν αδίστακτα και οι Σοβιετικοί δεν παρενέβησαν ούτε στρατιωτικά ούτε διπλωματικά. Η Ελλάδα είχε επιδικαστεί στο δυτικό κόσμο και ο Στάλιν δεν θα προκαλούσε διεθνή κρίση με τους Άγγλους για το ελληνικό ζήτημα. Ό,τι ήθελε ο Στάλιν για την Ελλάδα, από το ’45 και μετά, ήταν ένα νόμιμο, ισχυρό Κ.Κ.Ε (ως αντιπολιτευτική δύναμη) που θα μπορούσε να επηρεάζει τις εσωτερικές εξελίξεις. Δυστυχώς, ο Ζαχαριάδης επικαλούμενος τη «λευκή τρομοκρατία», δεν άκουσε τις σοβιετικές συμβουλές για συμμετοχή στις εκλογές και οδήγησε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο. Μετά το 1949 αναζήτησε τα αίτια της ήττας στη «προδοσία» του Τίτο: Πάγια η τακτική της παραπλάνησης και της απόσεισης ευθυνών.

Ο Σπυρίδων Σφέτας (1960 – 2021) θεωρείται ως ένας από τους πλέον έγκριτους Έλληνες βαλκανιολόγους. Διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Χωρών Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ο αδόκητος θάνατός του βύθισε σε πένθος τους μαθητές και τους συναδέλφους του καθώς και την εν γένει επιστημονική κοινότητα.

 

Bruna Bagnato: Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) (Μέρος Β΄)

Bruna Bagnato 

Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) 

(Μέρος Β΄)

 

Η ενοχοποίηση της Γαλλίας (1986-1991)

Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων γύρω από την πολυπλοκότητα των διμερών σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και την Τρίπολη επί προεδρίας Giscard d’ Estaing, σε συνδυασμό με την εν γένει δραστηριοποίηση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών στον συγκεκριμένο τομέα, έχουν οδηγήσει σε μια εκτίμηση, βάσει της οποίας η συντριβή του DC-9 της εταιρίας Itavia υπήρξε αποτέλεσμα λανθασμένου χειρισμού στο πλαίσιο μιας αερομαχίας ανάμεσα σε ένα αεροσκάφος της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας και ένα λιβυκό MIG-23. Είναι γεγονός πως τα συντρίμμια του τελευταίου εντοπίστηκαν λίγες ημέρες αργότερα στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, μαζί με τη σορό του χειριστή. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, η οποία εκφράστηκε κατ’ επανάληψη μέσα στη δεκαετία του 1980, η πτήση 870 επλήγη από έναν δεύτερο πύραυλο που εκτόξευσε ο Γάλλος πιλότος στην προσπάθειά του να καταρρίψει το λιβυκό αεροσκάφος.1 Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, η Γαλλία βρέθηκε υπόλογη για την όλη υπόθεση σε δυο διαφορετικά, συχνά συγκλίνοντα, επίπεδα: εκείνο των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων και εκείνο των κοινοβουλευτικών ανακρίσεων. Μέχρι το 1986, η τραγωδία της Ustica δεν συγκαταλεγόταν στην ημερήσια διάταξη των εργασιών του ιταλικού Κοινοβουλίου. Ούτε ήγειρε το ενδιαφέρον των πολιτικών κομμάτων και γενικότερα της κοινωνίας. Ωστόσο, η θεωρία του πυραύλου απασχολούσε σοβαρά τον δημοσιογραφικό κόσμο. Στον Τύπο άρχισαν να κυκλοφορούν ρεπορτάζ, τα οποία ήδη από το 1980 αμφισβητούσαν την επίσημη άποψη περί παντελούς απουσίας στρατιωτικών αεροσκαφών στην ευρύτερη περιοχή της Ustica τη στιγμή της συντριβής.2

Το 1986 μια δικαστική έρευνα κατέληξε σε αποτυχία. Σύμφωνα με το πόρισμα, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να εξακριβωθούν με απόλυτη βεβαιότητα τα αίτια του δυστυχήματος. Τον Ιούνιο, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι ετών, ιδρύθηκε η Επιτροπή Αλήθειας για την Ustica. Η τελευταία ζήτησε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Francesco Cossiga να δώσει τέλος στην “αφόρητη σιωπή”, η οποία επί χρόνια επιβάρυνε το μυστήριο της τραγωδίας και να “άρει τα εμπόδια που απέτρεπαν την αλήθεια να βγει στο φως”.3 Χάρη στη στελέχωσή της από επώνυμα και επιφανή άτομα του κόσμου της πολιτικής και των θεσμών⁸¹4 και υπό την προεδρία του Francesco Bonifacio, πρώην προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή κατάφερε να ευαισθητοποιήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας σε μια υπόθεση, έναντι της οποίας ούτε η κυβέρνηση ούτε και το Κοινοβούλιο είχαν πάρει ακόμα θέση.5 Ο πρόεδρος Cossiga, ο οποίος τη στιγμή της συντριβής κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού, ανταποκρινόμενος στην έκκληση της Επιτροπής ζήτησε από τον πρωθυπουργό Bettino Craxi να επιταχύνει τις διαδικασίες διαλεύκανσης των αιτίων και να μεριμνήσει για την ανέλκυση από τη θάλασσα των συντριμμιών του μοιραίου DC-9.6

Φωτογραφίες θυμάτων της αεροπορικής τραγωδίας.

Όπως ήταν επόμενο, η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας προσέδωσε νέα ώθηση στο ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1986, η εφημερίδα Corriere della Sera έκανε για πρώτη φορά λόγο περί παρουσίας στον ουρανό της Ustica, την μοιραία 27η Ιουνίου 1980, “αεροναυτικών μονάδων συμμάχων χωρών, οι οποίες δεν ανήκαν στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ”. Η είδηση αναμεταδόθηκε και από άλλα ΜΜΕ που επισήμαναν πως τη στιγμή της τραγωδίας, το γαλλικό αεροπλανοφόρο Clemenceau έπλεε στην ίδια περιοχή.7

Οι αναφορές των εφημερίδων κατά τις επόμενες ημέρες γίνονταν ολοένα και περισσότερο λεπτομερείς. Υιοθετώντας την εκδοχή του πυραύλου, οι υποψίες άρχισαν να στρέφονται γύρω από το αεροπλανοφόρο, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, βρισκόταν στον κόλπο της Νεάπολης και από όπου εκτοξεύθηκε από παραδρομή πύραυλος στο πλαίσιο άσκησης βολής. Αποτέλεσμα του λανθασμένου χειρισμού ήταν η κατάρριψη της πτήσης 870. Η ευαισθησία της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη αυξήθηκε από τη σιβυλλική δήλωση του υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato ενώπιον του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την οποία κανενός είδους εκδοχή δεν έπρεπε να αγνοηθεί στη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας.8

Στις 7 Οκτωβρίου 1986, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας, ανταποκρινόμενο σε υπόδειξη του στρατιωτικού του ακολούθου στην Ιταλία, απέστειλε προς το Palazzo Farnese (έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη) επίσημη δήλωση με αναλυτική καταγραφή των κινήσεων του πολεμικού στόλου στη Μεσόγειο στις 27 Ιουνίου 1980. Τρία ήταν τα επίμαχα σημεία, τα οποία διευκρινίζονταν: 1) το αεροπλανοφόρο Foch βρισκόταν στα ανοικτά της μεγάλης ναυτικής βάσης της Τουλώνης, πλησίον της Μασσαλίας, τα δε αεροσκάφη του ήταν προς στιγμή παροπλισμένα. Το έτερο αεροπλανοφόρο του γαλλικού στόλου Clemenceau, είχε επιστρέψει στις 6.30 π.μ. της επίμαχης ημέρας επίσης στην Τουλώνη, έχοντας ολοκληρώσει ναυτική αποστολή. 2) Οι γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις βρίσκονταν στο έδαφος μακριά από τον τόπο της τραγωδίας. 3) Το εκρηκτικό τύπου Τ4, ίχνη του οποίου εντοπίστηκαν τόσο στις σορούς των θυμάτων όσο και στην άτρακτο του DC-9, ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την κατασκευή πυραύλων αέρος-αέρος της γαλλικής ναυτικής αεροπορίας.9

Τα αεροπλανοφόρα Foch (αριστερά) και Clemenceau του γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού.

Τα ιταλικά ΜΜΕ δεν έδειξαν να πείθονται. Στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής Monitor (Canale 5) της 26ης Οκτωβρίου 1986, αν και οι δημοσιογράφοι δεν απόκλεισαν τις άλλες πιθανές εκδοχές (λιβυκός δάκτυλος, έκρηξη βόμβας τοποθετημένης εντός του αεροσκάφους) επέμειναν εμφατικά στην περίπτωση ενός γαλλικού λανθασμένου χειρισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το DC-9 καταρρίφθηκε έναντι άλλου στόχου, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν εν κινήσει στον αέρα. Προκειμένου μάλιστα να στηρίξουν τη θέση τους επικαλέστηκαν το γεγονός ότι ο στρατηγός Giuseppe Santovito, αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών (SISMI), αμέσως μετά τη συντριβή ζήτησε εξηγήσεις από τον Γάλλο ομόλογό του, Alexandre de Marenches. Στενός συνεργάτης, μάλιστα, του τελευταίου φαίνεται πως είχε διαρρεύσει ότι οι υπηρεσίες των δυο χωρών είχαν συνεργαστεί προς την κατεύθυνση της συγκάλυψης όσον αφορούσε τα πραγματικά αίτια της τραγωδίας.

Λειτουργώντας ως προπομπός της παραπάνω εκπομπής δυο ημέρες νωρίτερα, η εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας Corriere della Serra υπογράμμισε πως στη Γαλλία, αναφερόμενα στη θεματολογία της επικείμενης εκπομπής, το μεν υπουργείο Εθνικής Άμυνας αρνήθηκε να σχολιάσει την πληροφορία περί συγκάλυψης, το δε υπουργείο Εξωτερικών τη διέψευσε κατηγορηματικά.10 Στις 25 Οκτωβρίου, παραμονή της μετάδοσης της εκπομπής, το SISMI ανταποκρινόμενο σε αίτημα ασαφούς προελεύσεως για πληροφόρηση, απάντησε λακωνικά πως “δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στα αρχεία” περί επαφής ανάμεσα στους Marenches και Santovito κατά τις ώρες που διαδέχθηκαν την πτώση του αεροσκάφους.11 Την ίδια στιγμή, το Palazzo Farnese διέρρεε πως “ορισμένοι δημοσιογραφικοί κύκλοι ορμώμενοι από πνεύμα εντυπωσιασμού και οι δικαιολογημένα ανήσυχες οικογένειες των θυμάτων είχαν ενώσει τις προσπάθειές τους με στόχο να επιβαρύνουν τις υποψίες σε βάρος της Γαλλίας”. Ταυτόχρονα, η γαλλική πρεσβεία παρότρυνε το υπουργείο Εξωτερικών να προβεί σε μια επίσημη τοποθέτηση παρόμοια με εκείνη του υπουργείου Άμυνας της 7ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με την οποία “καμία ναυτική ή αεροπορική μονάδα δεν είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ustica στις 27 Ιουνίου 1980, ακόμα λιγότερο δε είχε εξαπολύσει κάποιο πύραυλο”.12

Η πορεία της πτήσης 870 και η κινητικότητα των επίσημα και μη ταυτοποιηθέντων αεροσκαφών τη στιγμή της συντριβής.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1986, η εφημερίδα L’ Espresso επανήλθε στη θεωρία περί γαλλικής ευθύνης στηριζόμενη επάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό σκεπτικό. Συγκεκριμένα, ο αρθρογράφος Pierluigi Faconeri υποστήριξε για πρώτη φορά πως ένα αεροσκάφος MIG -23 της πολεμικής αεροπορίας της Λιβύης (τα συντρίμμια του οποίου εντοπίστηκαν λίγες μέρες αργότερα στην Καλαβρία) είχε πλησιάσει επικίνδυνα το αεροπλανοφόρο Clemenceau. Δίχως χρονοτριβή απονηώθηκε από το τελευταίο ένα καταδιωκτικό αεροσκάφος, το οποίο, εξαιτίας λανθασμένου χειρισμού, κατέρριψε ταυτόχρονα το MIG και το DC-9 της Itavia που την ίδια στιγμή έτυχε να ακολουθεί παρεμφερή πορεία. Σύμφωνα με τον ίδιο δημοσιογράφο, επιβεβαίωση των παραπάνω αποτελούσε η ταυτόχρονη σχεδόν επικοινωνία μεταξύ των Santovito και Marenches παρά τις διάφορες διαψεύσεις περί τούτου, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήριζε ως ανεπαρκείς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι γαλλικές ανακοινώσεις μιλούσαν για αεροπλανοφόρα με παροπλισμένα αεροσκάφη καθώς και για μια εκρηκτική ύλη (Τ4), η οποία υποτίθεται ότι ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί, τη στιγμή που αποτελούσε κοινό μυστικό ότι ήταν το βασικό υλικό κατασκευής του πυροκροτητή παντός τύπου πυραύλων.13 Το Palazzo Farnese διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον εκδότη της εφημερίδας, Giovanni Valentini, ζητώντας με επιστολή από τον τελευταίο να αναδημοσιεύσει την ανακοίνωση της 7ης Οκτωβρίου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας.14

Ανάλογες επιστολές στάλθηκαν και προς άλλες εφημερίδες και έντυπα στις αρχές του 1987, όταν, στις 5 Ιανουαρίου, η εκπομπή Focus (Rai 2) άφησε να εννοηθεί πως ναυτικές μονάδες της Γαλλίας και των ΗΠΑ εκτελούσαν κοινά γυμνάσια στο Τυρρηνικό Πέλαγος τη στιγμή της αεροπορικής τραγωδίας. Στη διάρκεια της παραπάνω τηλεοπτικής εκπομπής προβλήθηκε συνέντευξη του βοηθού γραμματέα της Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato, σύμφωνα με την οποία εξακολουθούσε ακόμα να παραμένει ασαφής η ακριβής ημερομηνία συντριβής του λιβυκού MIG-23 στην περιοχή της Καλαβρίας. Ήδη από τις 28 Οκτωβρίου του προηγουμένου έτους, η εφημερίδα Il Messaggero είχε προβεί στην εντυπωσιακή αποκάλυψη ότι το πόρισμα της νεκροψίας της σορού του χειριστή άφηνε να εννοηθεί ως ημερομηνία θανάτου όχι την 18η Ιουλίου 1980 (επίσημη εκδοχή), αλλά είκοσι περίπου ημέρες νωρίτερα. Με άλλα λόγια, το συμβάν μπορούσε κάλλιστα να είχε λάβει χώρα τη νύκτα της τραγωδίας της Ustica.15 Ωστόσο, στη συνέχεια της προβολής της εκπομπής Focus, οι υποψίες του ιταλικού Τύπου άρχισαν να στρέφονται προς την κατεύθυνση της Λιβύης προς μεγάλη ανακούφιση των κύκλων του Palazzo Farnese.16

Palazzo Farnese, έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη.

Την άνοιξη του 1987, ο αρμόδιος για την υπόθεση ανακριτής Vittorio Bucarelli αποφάσισε να συγχωνεύσει την έρευνα για την τραγωδία της Ustica με εκείνη για τη συντριβή του λιβυκού αεροσκάφους. Με την ενέργεια αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα ο συσχετισμός του θανάτου του πιλότου Fadal el Adim με την απώλεια του DC-9. Τότε πρωτοεμφανίστηκε ένα σενάριο με γνώμονα τις ευθύνες του καθεστώτος της Τρίπολης: ομάδα καταδιωκτικών της λιβυκής αεροπορίας ήταν εκείνα που κατέρριψαν το MIG (σύμφωνα με την ίδια θεωρία ο χειριστής ανήκε στην κατηγορία των αντιφρονούντων του κανταφικού καθεστώτος και επιχειρούσε να αυτομολήσει στη Δύση). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συντριβή στη θάλασσα της πτήσης 870 έπρεπε να εκληφθεί ως παράπλευρη απώλεια. Παρά ταύτα, η εκδοχή της γαλλικής ευθύνης εξακολουθούσε να προβάλλεται από ορισμένα ιταλικά έντυπα. Στις 16 Απριλίου 1987, η κυβέρνηση της Ρώμης ανέθεσε την περισυλλογή και ανέλκυση των συντριμμιών του μοιραίου DC-9 στη γαλλικών συμφερόντων εταιρία IFREMER. To Palazzo Farnese εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την επιλογή, φροντίζοντας να τις διαμηνύσει στο Παρίσι. Κατά την άποψή του, ελλόχευε κίνδυνος να κατηγορηθεί το γαλλικό κράτος για εσκεμμένη απόκρυψη στοιχείων μέσω της συγκεκριμένης εταιρίας.17

Περί το τέλος του 1988 η Γαλλία βρέθηκε εκ νέου στο στόχαστρο από την ίδια την πρόοδο των ανακρίσεων. Τη φορά αυτή οι υποψίες δεν προέρχονταν από τους δημοσιογραφικούς κύκλους, αλλά από την ίδια την επιτροπή του ιταλικού Κοινοβουλίου, η οποία είχε συγκροτηθεί με την αποστολή να διαλευκάνει τα αίτια του δυστυχήματος. Η συντριβή της Ustica είχε πλέον προσλάβει πολιτικές διαστάσεις. Εμβληματική του επικρατούντος πνεύματος υπήρξε η ίδρυση, τον Φεβρουάριο του 1988 στην Μπολόνια, του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica (Associazione Parenti delle Vittime della Strage di Ustica), στόχος των ενεργειών του οποίου ήταν η αναζήτηση της αλήθειας και η κατανομή των ευθυνών. Χαρακτηριστική είναι η συμπερίληψη στην ονομασία του Συλλόγου του όρου “σφαγή” (strage). Στο εξής η υπόθεση της Ustica προσλάμβανε στα μάτια του κόσμου διαστάσεις “κρατικής σφαγής”.18

Quarant’anni dalla strage di Ustica, le famiglie delle vittime

Ο πολιτικός αγώνας του Συλλόγου για την αναζήτηση της αλήθειας ενώθηκε με εκείνους αντίστοιχων ομάδων θυμάτων τρομοκρατικών επιθέσεων κ.ά. Η μυστικοπάθεια γύρω από όσα συνέβησαν θεωρήθηκε από κοινού ως παράγωγο “σκοτεινής θεσμικής ανεπάρκειας”.19 Το ίδιο αφήγημα υιοθετήθηκε από τον Τύπο και από το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο επιστρατεύθηκε ενάντια στη σιωπή και την αμηχανία της ελεγχόμενης από τους Χριστιανοδημοκράτες εξουσίας. Το 1989 η υπόθεση της Ustica συμπεριλήφθηκε μεταξύ των θεμάτων που απασχόλησαν την κοινοβουλευτική επιτροπή αρμόδια για τις τρομοκρατικές ενέργειες επί του ιταλικού εδάφους, ειδικότερα δε εκείνες, για τις οποίες είχε προκύψει δυστοκία ως προς την ταυτοποίηση των υπευθύνων (Commissione parlamentare d’ inchiesta sul terrorismo in Italia e sulle cause della mancata individuazione dei responsabili delle stragi). Η παραπάνω επιτροπή συγκροτήθηκε βάσει του Νόμου 172/17.5.1988.

Η ανάσυρση των σορών των θυμάτων την επομένη της τραγωδίας.

Τον Νοέμβριο του 1988, ο υπουργός Άμυνας Valerio Zanone, ζήτησε από τον πρωθυπουργό Ciriaco De Mita να συγκροτήσει μια ανακριτική επιτροπή με σκοπό να αξιολογήσει κάθε είδους πληροφορία με προέλευση (πέραν της ίδιας της Ιταλίας) χώρες όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Λιβύη. Είχε μόλις προηγηθεί μια εκπομπή του τηλεοπτικού δικτύου Rai 1, η οποία δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ευθύνης των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων στα γεγονότα της Ustica.20 Στις 29 Δεκεμβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στο Παρίσι Giacomo Attolico επέδωσε προς τον γενικό γραμματέα του Quai d’ Orsay ρηματική διακοίνωση, με την οποία ζητούσε από το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών να παρέμβει σε επίπεδο των αρμοδίων αρχών για τη συλλογή πληροφοριών σε διπλό επίπεδο: 1) ενδεχόμενη παρουσία γαλλικών ναυτικών ή αεροπορικών μονάδων στη ζώνη και τη στιγμή της καταστροφής και 2) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης προώθηση προς τις ιταλικές αρχές όλων των πληροφοριών, τις οποίες οι εν λόγω μονάδες είχαν περισυλλέξει μέσω ασυρμάτου και ραντάρ. Το Quai d’ Orsay προθυμοποιήθηκε να διαβιβάσει πάραυτα το ιταλικό αίτημα προς τα υπουργεία Άμυνας και Συγκοινωνιών. Δεσμεύθηκε δε να ενημερώσει τη Ρώμη μόλις συγκέντρωνε τα σχετικά στοιχεία.21

Το αίτημα διαβιβάσθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1989.22 Η απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας κοινοποιήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση μεταξύ των δυο υπουργών Άμυνας Jean-Pierre Chevènement και Valerio Zanone (Ρώμη, 7 Ιανουαρίου), στο πλαίσιο της οποίας το επίμαχο ζήτημα εθίγη επιδερμικά. Συγκεκριμένα, η συζήτηση περιορίστηκε σε μια αόριστη αναφορά του Ιταλού υπουργού για στοιχεία που πιθανό να είχε στη διάθεσή της η απέναντι πλευρά. Ο Γάλλος ομόλογός του υποσχέθηκε να απαντήσει.23 Η επίσημη απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας της 16ης Φεβρουαρίου, αποτελούσε απλή αναπαραγωγή των όσων το τελευταίο είχε υποστηρίξει τον Οκτώβριο του 1986, με αφορμή τότε “μια δημοσιογραφική εκστρατεία, η οποία επιδίωκε να εμπλέξει τις ένοπλες δυνάμεις τρίτων χωρών στο όλο επεισόδιο”: στις 27 Ιουνίου 1980 το αεροπλανοφόρο Foch έπλεε στα ανοικτά της Τουλώνης, τα δε παροπλισμένα αεροσκάφη του βρίσκονταν εκτός βεληνεκούς της Ustica. Το Clemenceau μόλις είχε επιστρέψει στη βάση του στις 6.30 του πρωινού της ίδιας ημέρας. Η πολεμική αεροπορία δεν επιχείρησε στη ζώνη της συντριβής και, το κυριότερο, κανένα αεροσκάφος δεν προέβη σε εκτόξευση πυραύλου. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με το κείμενο, απάλλασσαν τη γαλλική πλευρά από κάθε υποψία. Ως προς τη διαβίβαση των ραδιοσημάτων (το δεύτερο σκέλος του ιταλικού διαβήματος) η απάντηση του υπουργείου Άμυνας υπήρξε αόριστη. Εφόσον είχε τέτοια σήματα στη διάθεσή του θα τα έστελνε εν ευθέτω χρόνω στο Quai d’ Orsay.24 Στις 27 Ιουνίου 1989, ένατη επέτειο της τραγωδίας, το υπουργείο Άμυνας επανήλθε δηλώνοντας πως οι έρευνες για τα ραδιοσήματα δεν είχαν αποδώσει. Επανέλαβε ότι “καμιά μονάδα του γαλλικού ναυτικού ή της αεροπορίας ενεπλάκη με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στην υπόθεση ούτε και είχε συλλέξει πληροφορίες ικανές να συνδράμουν τις ιταλικές αρχές στην αναζήτηση των αιτίων του δυστυχήματος”.25

Στην Ιταλία, η τραγωδία της Ustica είχε εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα δημόσιας συζήτησης σε συνδυασμό με την αδιαφάνεια που επικρατούσε, αλλά και τη γενικότερη κρίση ηθικής, η οποία χαρακτήριζε την τότε εξουσία.26 Πολλοί ήσαν εκείνοι που καταλόγιζαν όχι απλή αδυναμία αλλά εσκεμμένη άρνηση να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα της πτήσης 870 και στους συγγενείς τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα συνεχίστηκαν οι εργασίες της κοινοβουλευτικής ανακριτικής επιτροπής, οι οποίες, εκ νέου, έθεσαν ζήτημα γαλλικής εμπλοκής και ευθύνης. Περί το τέλος Ιουνίου του 1990, σε κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής, ο ναύαρχος Fulvio Martini, επικεφαλής της SISMI ήδη από το 1984, δίχως να αποκλείσει την εκδοχή έκρηξης βόμβας, έκανε λόγο “ως απλή υπόθεση εργασίας” περί εκτόξευσης πυραύλου. Ο αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, αποκλείοντας για διάφορους λόγους την πιθανότητα λιβυκής ή βρετανικής ευθύνης, υποδείκνυε ως υπεύθυνες τη Γαλλία και τις ΗΠΑ “με ποσοστά ευθύνης 50% για την κάθε μια από αυτές”, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε.27 Πέραν αυτού, ο Martini εξέφρασε ζωηρές επιφυλάξεις σχετικά με την αμεροληψία της διαδικασίας περισυλλογής των συντριμμιών του DC-9 από τη γαλλική εταιρία IFREMER. Από μόνη της, η παραπάνω ανάθεση έθετε θέμα αξιοπιστίας. Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και το περιεχόμενό της παρέμεινε απόρρητο. Ωστόσο, οι συνεντεύξεις τις οποίες ο ναύαρχος παρέθεσε προς τις εφημερίδες, έπεισαν τα ΜΜΕ να επανέλθουν με δριμύτητα στην εκδοχή περί γαλλικής εμπλοκής.

Ο ναύαρχος Fulvio Martini και η συναρμολόγηση των συντριμμιών της ατράκτου του μοιραίου DC-9.

Η όλη υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε το Palazzo Farnese διαμήνυσε προς το Παρίσι μήπως ήταν σκόπιμο η γαλλική κυβέρνηση να προβεί σε μια επίσημη και κατηγορηματική δήλωση.28 Πόσο μάλλον που η κοινοβουλευτική ανακριτική επιτροπή είχε μόλις αποφασίσει να αξιολογήσει τις συνθήκες ανάθεσης της ανέλκυσης των συντριμμιών στην IFREMER.29 Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια ακριβώς στιγμή, η λιβυκή τηλεόραση υιοθέτησε με δραματικά και σαρκαστικά σχόλια την εκδοχή περί γαλλικής ανάμειξης.30

To Quai d’ Orsay ωστόσο, χαρακτήρισε ως “μη επιθυμητή” μια δημόσια τοποθέτηση στο πλαίσιο μιας αντιδικίας, κάτι “που θα μας ανάγκαζε να αντιδρούμε συνεχώς στις φήμες και διαδόσεις των εφημερίδων”. Στις οχλήσεις των ιταλικών ΜΜΕ, το Palazzo Farnese έλαβε εντολή από το Παρίσι να αντιτάσσει επίμονα τη διάψευση του Οκτωβρίου 1986.31 Στους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας της Ρώμης επικράτησε μεγάλος προβληματισμός, καθώς η γαλλική κυβέρνηση αρκούνταν μέχρι τότε στο να απορρίπτει ως αβάσιμες τις κατηγορίες του ιταλικού Τύπου αντί να διαψεύδει κατηγορηματικά και ξεκάθαρα το περιεχόμενό τους. Σύμφωνα πάντοτε με τους ίδιους κύκλους, η ίδια η διατύπωση του ανακοινωθέντος του Οκτωβρίου 1986 ήταν ασαφής. Συγκεκριμένα, διέψευδε την παρουσία στη ζώνη της συντριβής γαλλικών μονάδων, κάτι που αναφερόταν ευθέως σε πλοία του Πολεμικού Ναυτικού όχι όμως σε αεροσκάφη. Κυρίως όμως, ουδέποτε μέχρι στιγμής είχε αποσαφηνιστεί η διαφορά ανάμεσα σε δυο σοβαρούς υπαινιγμούς: ο πρώτος από αυτούς κατηγορούσε τη Γαλλία ως υπεύθυνη για την καταστροφή του DC-9. Ο δεύτερος πρόσαπτε στην κυβέρνηση του Παρισιού την επιμονή να μην αποκαλύπτει στοιχεία σχετικά με το συμβάν, τα οποία είχε συγκεντρώσει χάρη στα ακουστικά και ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης τα οποία διέθετε. Επρόκειτο για δυο εκ διαμέτρου διαφορετικά πράγματα. Όπως και να είχε, πάντως, το ζήτημα, το Palazzo Farnese παρακολουθούσε στενά την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας. 32 Τον Ιούνιο του 1990 ο Vittorio Bucarelli υπέβαλε την παραίτησή του. Ο φάκελος των ανακρίσεων ανατέθηκε στον Rosario Priore. Στο τέλος του ιδίου έτους ο νέος ανακριτής αποφάσισε να επανεξετάσει τις έρευνες της IFREMER σχετικά με τα συντρίμμια του DC-9.33 Η γαλλική εταιρία αντέδρασε έντονα τον Ιούλιο του 1991, όταν δημοσιεύθηκαν στον Τύπο υπαινιγμοί περί συνεργασίας της τελευταίας με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα την εσκεμμένη αλλοίωση των αποτελεσμάτων της έρευνας.34

Dara Bonfietti, η δραστήρια πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica.
Ο ανακριτής Rosario Priore.

 

 

 

Συμπέρασμα

Στις 31 Αυγούστου 1999 ολοκληρώθηκε η μακροσκελέστερη ανακριτική διαδικασία στα δικαστικά χρονικά της Ιταλίας με την κατάθεση του τελικού πορίσματος από τον Rosario Priore. Η ταυτόχρονη δήλωση του ανακριτή υπήρξε αποκαλυπτική: “Το συμβάν σε βάρος του DC-9 έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης αναχαίτισης. Επομένως τη νύκτα της 27ης Ιουνίου 1980 σημειώθηκε στον ουρανό της Ustica πολεμική πράξη ένεκα της οποίας το DC-9 καταρρίφθηκε. Η ζωή 81 αθώων πολιτών χάθηκε από μια στρατιωτική ενέργεια ακήρυχτου πολέμου, μια καλυμμένη επιχείρηση διεθνούς αστυνόμευσης σε βάρος της χώρας μας, τα σύνορα και τα δικαιώματα της οποίας παραβιάστηκαν. Ουδείς προθυμοποιήθηκε να δώσει την παραμικρή εξήγηση γιa ό,τι συνέβη”.35

Έκτοτε, η ιταλική Δικαιοσύνη δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να εργάζεται για την αποκάλυψη της αλήθειας. Η αναζήτηση των πραγματικών αιτίων συνιστά χρέος έναντι της κοινωνίας κι όχι μόνο έναντι της μνήμης των θυμάτων και της αξιοπρέπειας των συγγενών τους. 36 Στους ιστορικούς εμπίπτει η αποστολή να στραφούν προς τις αρμόδιες αρχές ζητώντας να τεθούν στη διάθεση της επιστημονικής έρευνας οι πηγές και τα στοιχεία που θα επιτρέψουν την μελέτη και κατανόηση σε βάθος ενός από τα πλέον δραματικά επεισόδια της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας.

CRASH DE L’USTICA : Une Bavure Française ?

 

Η Bruna Bagnato είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (Università degli Studi, Firenze).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Bruna Bagnato: Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) (Μέρος Α΄)

Bruna Bagnato

 Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) 

(Μέρος Α΄)

Στις 20.59 μ.μ. της 27ης Ιουνίου 1980, ένα αεροσκάφος τύπου Douglas DC-9 της ιταλικής εταιρείας Itavia κατέπεσε στο Τυρρηνικό Πέλαγος βόρεια της Σικελίας, πλησίον της νήσου Ustica. Εκτελούσε το δρομολόγιο Μπολόνιας-Παλέρμου. Από τους 81 επιβαίνοντες δεν επέζησε κανείς. Τα αίτια της τραγωδίας δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ.1 Η υπόθεση του ατυχήματος αποκλείστηκε γρήγορα. Παραχώρησε τη θέση της σε άλλες εκδοχές, ανάμεσα στις οποίες και σε εκείνη του πλήγματος από πύραυλο καταδιωκτικού αεροσκάφους γαλλικής, λιβυκής ή αμερικανικής προέλευσης. Το DC-9 ενδεχομένως καταρρίφθηκε κατά λάθος, στο πλαίσιο της καταδίωξης ενός MIG 23 της πολεμικής αεροπορίας της Λιβύης, το οποίο είχε επιλέξει να κρυφτεί πίσω από το επιβατηγό αεροπλάνο προκειμένου να αποφύγει τα πυρά των διωκτών του. Το παραπάνω σενάριο ενισχύθηκε στις 18 Ιουλίου του ιδίου έτους από μια δημόσια ανακοίνωση του ιταλικού υπουργείου Άμυνας, σύμφωνα με την οποία ένα λιβυκό MIG είχε συντριβεί στον ορεινό όγκο της Σίλας, στο νοτιότατο άκρο των Απεννίνων Ορέων.

H εκδοχή πως είχε υπάρξει γαλλική εμπλοκή και ευθύνη σε ένα επεισόδιο που χαρακτηρίστηκε ως “πράξη πολέμου” εντός του ιταλικού εναερίου χώρου2 προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις ιδιάζουσες σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία του Valéry Giscard d’ Estaing και τη Λιβύη του Muammar Gaddafi. Πρόκειται για μια εκδοχή, η οποία κατέλαβε συχνά το προσκήνιο τα τελευταία χρόνια.

Στις 25 Ιουνίου 2007, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο πρώην πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Francesco Cossiga, που ασκούσε το αξίωμα του πρωθυπουργού όταν σημειώθηκε η αεροπορική τραγωδία, προέβη σε μια αποκαλυπτική δήλωση στο ραδιόφωνο και στο τηλεοπτικό κανάλι Sky: “Οι Γάλλοι γνώριζαν ότι το αεροσκάφος του Gaddafi επρόκειτο να κάνει χρήση του ίδιου αεροδιαδρόμου. Απέφυγε την απόπειρα μόνο και μόνο επειδή ενημερώθηκε σχετικά από τον στρατηγό Giuseppe Santovito, αρχηγό των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών [SISMI – Servizio per le Informazioni e la Sicurezza Militare] αμέσως έπειτα από την απογείωση. Κατόπιν τούτου, επέστρεψε στη βάση του. Οι Γάλλοι εντόπισαν ένα αεροσκάφος, το οποίο είχε τοποθετηθεί σε μικρή απόσταση πίσω από ένα επιβατηγό DC-9, με σκοπό να περάσει απαρατήρητο από τα ραντάρ. Αυτοί, με τη συνδρομή ενός αεροσκάφους του πολεμικού ναυτικού, εκτόξευσαν έναν πύραυλο…”.3

Francesco Cossiga.
Giuseppe Santovito.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 2010, σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στη σιωπή των γαλλικών αρχών σχετικά με τη συντριβή της Ustica και την προσπάθεια φυσικής εξουδετέρωσης του Gaddafi, ο ανακριτής Rosario Priore, ο οποίος επί δέκα ολόκληρα χρόνια χειρίστηκε τον φάκελο της όλης υπόθεσης, εκφράστηκε ως εξής: “Τόσο ο Giscard d’ Estaing όσο και ο Mitterrand κλείστηκαν σαν στρείδια μέσα στο κέλυφός τους, εμμένοντας σε μια πολιτική απόλυτης συγκάλυψης και προστασίας των κρατικών απορρήτων ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης των κυβερνήσεών τους. Από μια ανταλλαγή απόψεων μακράς διαρκείας με τον [αρχηγό της SDECE – Service de Documentation Extérieure et du Contre- Espionnage] Alexandre de Marenches, κατάφερα να αποσπάσω κάποιες πολύτιμες ενδείξεις. Μου είπε πως, ούτως ή άλλως, οι έρευνες στη Γαλλία δεν επρόκειτο να καρποφορήσουν, από τη στιγμή κατά την οποία ακόμα και αν οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες είχαν εκπονήσει κάποιο σχέδιο φυσικής εξόντωσης του Gaddafi, δεν υπήρχε περίπτωση να είχαν αφήσει πίσω τους γραπτά ίχνη. Πρόσθεσε ωστόσο ότι κατά την άποψή του, ο Λίβυος ηγέτης έπρεπε να εξουδετερωθεί και πως αυτή ήταν η υποχρέωση πολλών κυβερνήσεων”.4

To 2013, δυο καταδίκες εκδοθείσες από το ιταλικό Κακουργιοδικείο απέδωσαν την έκρηξη του DC- 9 σε πύραυλο αέρος-αέρος, δίχως να προσδιορίζεται η ταυτότητα του αεροσκάφους το οποίο τον είχε εκτοξεύσει. Επίσης λαμβανόταν υπόψη και η εκδοχή της σύγκρουσης στον αέρα με πολεμικό αεροσκάφος. Το ιταλικό Δημόσιο καλείτο να καταβάλλει το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ εν είδει αποζημίωσης προς τους συγγενείς των θυμάτων, εφόσον κρίθηκε ανίκανο να εγγυηθεί την ασφάλεια των επιβατών.5 Σύμφωνα με τους δικαστές, ο πύραυλος προοριζόταν κατά πάσα πιθανότητα για τον Gaddafi, τα δε χαρακτηριστικά του ενοχοποιούσαν τη Γαλλία.6 Τον Ιούνιο του 2014, η ιταλική Δικαιοσύνη απηύθυνε προς το Παρίσι μια δεσμίδα αιτημάτων δικαστικής συνδρομής σχετικά με τη συντριβή του αεροσκάφους ζητώντας να πληροφορηθεί την κινητικότητα, την ίδια στιγμή, γαλλικών καταδιωκτικών με προέλευση την αεροπορική βάση Σολενζάρα της Κορσικής ή το αεροπλανοφόρο Foch. Στην απάντησή του, το Quai d’ Orsay [γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών] διαβεβαίωσε αόριστα ότι ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί σε βάθος με τις δικαστικές αρχές της γείτονος χώρας.7 Τον Ιανουάριο του 2016, το τηλεοπτικό κανάλι Canal Plus μετέδωσε μια έρευνα του δημοσιογράφου Emmanuel Ostian σχετικά με την τραγωδία της Ustica. Σύμφωνα με αυτή, η καταστροφή επήλθε από γαλλικό πύραυλο που είχε εκτοξευθεί από τη βάση της Σολενζάρα. Το DC-9 είχε ακολουθηθεί σε μικρή απόσταση από ένα λιβυκό MIG, το οποίο είχαν στοχοποιήσει οι Γάλλοι με πρόθεση να το καταρρίψουν 8 Την ίδια ακριβώς εποχή το δικαστήριο του Παλέρμου επιβεβαίωσε την εκδοχή του πλήγματος από πύραυλο ή της σύγκρουσης με άλλο αεροσκάφος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η αεροπορική τραγωδία στα πρωτοσέλιδα του ιταλικού Τύπου.

Πολύ πρόσφατα, τον Δεκέμβριο του 2018, η ανάγκη διαλεύκανσης των αιτίων της καταστροφής της Ustica βρέθηκε στο επίκεντρο συνομιλιών των προέδρων του ιταλικού και του γαλλικού Κοινοβουλίου, Roberto Fico και Richard Ferrand. Ο πρώτος υποστήριξε ότι “η Γαλλία όφειλε να επωμιστεί το βάρος που της αναλογούσε στην όλη υπόθεση” επισημαίνοντας πως ήταν έτοιμος να απευθύνει προς το Παρίσι “μια επιστολή με την απαρίθμηση συγκεκριμένων αιτημάτων προς αυτή την κατεύθυνση”. 9 Τον Φεβρουάριο του 2019, η γερουσιαστής Daria Bonfietti, πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής [sic] της Ustica (Associazione Parenti delle Vittime della Strage di Ustica) ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών Matteo Salvini, ο οποίος είχε συνάντηση με τον Γάλλο ομόλογό του, να επιμείνει ούτως ώστε η Γαλλία να αποκαλύψει την αλήθεια.10

Στόχος του παρόντος άρθρου δεν είναι, φυσικά, η ανακάλυψη της πραγματικότητας σχετικά με αυτό που συνέβη στην Ustica. Σε ένα πρώτο στάδιο, επικεντρώνει στην ανάλυση της πολιτικής της Γαλλίας του Giscard d’ Estaing αναφορικά με τις χώρες της μεσογειακής Αφρικής (ειδικότερα με τη Λιβύη). Σε ένα δεύτερο στάδιο, αξιολογεί με γνώμονα τα γαλλικά διπλωματικά αρχεία (πρεσβευτικά και προξενικά τα οποία φυλάσσονται στη Νάντη) τις αντιδράσεις του Παρισιού στους διάφορους υπαινιγμούς και υποψίες σχετικά με μια πιθανή εμπλοκή της Γαλλίας. Αναφέρεται επίσης στην κατηγορηματική άρνηση της τελευταίας να εφοδιάσει την διεξαγόμενη ιταλική ανακριτική έρευνα με στοιχεία προερχόμενα από ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις και εντοπισμούς των ραντάρ. Η μελέτη του συμβάντος, η οποία ξεκίνησε το 1986, οπότε και η έρευνα γύρω από την τραγική απώλεια του DC 9 της εταιρείας Itavia προσέλαβε μια εντυπωσιακή δυναμική, διακόπηκε το 1991, καθώς από τη στιγμή εκείνη και κατόπιν ήταν βάσει νόμου αδύνατη η πρόσβαση στο αρχειακό υλικό. Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, η έρευνα στα αρχεία της Γαλλικής Προεδρίας της Δημοκρατίας, τα οποία φυλάσσονται στα Γαλλικά Κρατικά Αρχεία (Archives Nationales – Pierrefitte-sur-Seine) καθώς και σε εκείνα της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών (La Courneuve) απέβη άκαρπη.

27 giugno 1980: la strage irrisolta di Ustica, l’audio con le ultime parole dei piloti

 

Η Γαλλία του Giscard d’ Estaing και οι χώρες της Μεσογειακής Αφρικής

Όταν τον Ιούνιο του 1980 έλαβε χώρα η αεροπορική τραγωδία της Ustica, η προεδρική θητεία του Valéry Giscard d’ Estaing διένυε τον έκτο χρόνο ζωής. Μέσα σε αυτό το διάστημα η γαλλική μεσογειακή πολιτική είχε να επιδείξει αρκετές καινοτομίες σε σύγκριση με την προγενέστερη εποχή. Οι αλλαγές στον τομέα του στρατηγικού σχεδιασμού, σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του προέδρου και την ωρίμανση των αρχικών του επιλογών, αποτελούσαν ως ένα βαθμό και την απάντηση στις διάφορες προκλήσεις της δεκαετίας του ‘70. 11 Πολλές από τις επιλογές του Giscard d’ Estaing δεν είναι δυνατό να αποκοπούν από το ευρύτερο όραμά του περί θέσπισης νέων πολιτικών και οικονομικών ισορροπιών τόσο σε ευρωπαϊκή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, οι επιλογές αυτές περιέκλειαν ειδικά χαρακτηριστικά, συνυφασμένα με συγκεκριμένα στοιχεία. Ένα από αυτά ήταν η γεωγραφική παράμετρος. Ένα άλλο, το ιστορικό βάθος της γαλλικής παρουσίας στα νότια παράλια της Μεσογείου. Ένα τρίτο, η εκπόνηση μιας τοπικής πολιτικής με συγκεκριμένους στόχους και επιδιώξεις. Ένα τέταρτο, το ειδικό βάρος του αραβόφωνου πληθυσμού που ήταν εγκατεστημένος εντός των ορίων του μητροπολιτικού εξαγώνου. Ένα πέμπτο, η μόνιμη ύπαρξη μιας σαφώς διαμορφωμένης αφρικανικής προοπτικής στον εν γένει σχεδιασμό της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Ένα έκτο, η εξέλιξη της αραβο-ισραηλινής αντιπαράθεσης. Ένα έβδομο, το ειδικό βάρος μιας πετρελαϊκής πολιτικής. Τέλος, η έγνοια της ενδυνάμωσης των σχέσεων με τα κράτη που βρέχονται από τη Μεσόγειο.

Η αφρικανική πολιτική της επταετούς θητείας του Giscard d’ Estaing χαρακτηρίζεται από την βούληση και την προσπάθεια εφαρμογής μιας πολυμερούς φόρμουλας στις σχέσεις με τις χώρες της περιοχής, από τη διεύρυνση του ορίζοντα προς την Κεντρική Αφρική μέσω συνεργασιών 12 αλλά και από την προσφυγή σε στρατιωτικά μέσα όποτε και όπου αυτό κρινόταν απαραίτητο για τη στήριξη φίλιων καθεστώτων (έμμεση παρέμβαση στο Ζαΐρ το 1977, άμεση στη Μαυριτανία το 1977 και κυρίως στο Τσαντ το 1978-1980). 13 Σχετικά με τις χώρες της Μεσογειακής Αφρικής, η Γαλλία έκανε χρήση μιας εξειδικευμένης γλώσσας, αφενός γιατί οι τελευταίες λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, αφετέρου επειδή το πολιτικό μήνυμα απευθυνόταν σε αποδέκτες, οι οποίοι έχρηζαν λεπτών και ιδιαίτερα προσεκτικών χειρισμών.

Μάιος 1974. Ο Valéry Giscard d’ Estaing επισκέπτεται την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Εικονίζεται στο πλευρό του στρατηγού Jean-Bédel Bokassa. Το περιώνυμο σκάνδαλο με τα διαμάντια θα επιφέρει αργότερα μεγάλο πολιτικό κόστος προδικάζοντας σε μεγάλο ποσοστό την ήττα του Giscard στις προεδρικές εκλογές του 1981.

Η αναβάθμιση της γαλλικής παρουσίας στη Μεσόγειο14 και ειδικότερα στις χώρες του γαλλόφωνου Μαγκρέμπ, είχε ξεκινήσει επί των ημερών του Georges Pompidou. Ο διάδοχός του στον προεδρικό θώκο προσέθεσε νέα πνοή σε αυτή την πολιτική.15 Ο Giscard d’ Estaing προσέβλεπε σε μια ταχεία ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης με κράτη, τα οποία στο παρελθόν είχαν τελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και με διάφορους τρόπους υπό γαλλικό έλεγχο. Σε μια περιοχή γνωστή για τις εύθραυστες ισορροπίες, όπου το παρελθόν και η αφήγησή του επηρεάζουν σε σημαντική κλίμακα συνειδήσεις και επιλογές, ο Γάλλος πρόεδρος επεδίωκε να εφαρμόσει μια πολιτική, την οποία ο ίδιος είχε βαπτίσει “πολιτική ύφεσης”. Στόχος του ήταν να εξαγνίσει την εξωτερική πολιτική της χώρας από τις δραματικές κορώνες και κορυφώσεις, που την είχαν επιβαρύνει από την εποχή της προεδρίας του στρατηγού De Gaulle. Ο Giscard d’ Estaing ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει στο δρόμο που είχε χαράξει ο Pompidou επικεντρώνοντας στα σημεία εκείνα, τα οποία θεωρούσε πως θα της προσέδιδαν βαρύτητα, ταυτότητα και κύρος καθιστώντας την υπολογίσιμη αξία.16

Έτσι εξηγείται η απόφασή του, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάδειξη στην προεδρία, να επισκεφθεί τις τρεις γαλλόφωνες χώρες του Μαγκρέμπ. Ειδικότερα στην περίπτωση της Αλγερίας πρόκειται για σημαδιακή μεταστροφή της γαλλικής διπλωματίας, καθώς επρόκειτο για την πρώτη επίσημη επίσκεψη αρχηγού του γαλλικού κράτους από την εποχή της ανεξαρτησίας της χώρας έπειτα από έναν οκταετή πόλεμο γεμάτο βία που είχε σημαδέψει μνήμες και συνειδήσεις. Είναι αλήθεια πως η ιδέα μιας επίσκεψης στο Αλγέρι συμπεριλαμβανόταν και στους σχεδιασμούς του Pompidou, δίχως, ωστόσο, να περάσει στο στάδιο της υλοποίησης. Η απόφαση του Giscard, σε πρώιμο, μάλιστα, στάδιο της θητείας του, έτυχε να συμπέσει με την κυοφορούμενη σύγκληση της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Οικονομικής Συνεργασίας (Δεκέμβριος 1975 – Ιούνιος 1977) στο Παρίσι, στόχος της οποίας ήταν η εξομάλυνση των οικονομικών σχέσεων Βορρά – Νότου, έπειτα από το σχετικό ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών (Μάιος 1974).17 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φάνταζε ως επιτακτική ανάγκη η προσχώρηση του Αλγερινού προέδρου Houari Boumedienne, γενικού γραμματέα της κίνησης των Αδεσμεύτων.18 Από όλες τις επίσημες επισκέψεις στις χώρες του Μαγκρέμπ εντός του 1975 (Αλγέρι 10-12 Απριλίου, Ραμπάτ 3-6 Μαΐου, Τύνιδα 6-8 Νοεμβρίου), η πρώτη ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας ικανή να προκαλέσει μια θεαματική μεταστροφή. Δικαίως χαρακτηρίστηκε ως “the most powerful symbolic act in the colonial partnership”.19

Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της μετάβασης του Giscard d’ Estaing στο Αλγέρι, πολλαπλασιάστηκαν οι ενδείξεις του ανοίγματος της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι του αραβικού κόσμου: άρση του εμπάργκο όπλων προς τους εμπόλεμους στη Μέση Ανατολή (Αύγουστος 1974 – το εμπάργκο είχε επιβληθεί το 1967 αμέσως έπειτα από τον τερματισμό του Πολέμου των Έξι Ημερών), θεμελιώδης αλλαγή στάσης ως προς το παλαιστινιακό20, απόφαση ανέγερσης στο Παρίσι του αρχιτεκτονικά πρωτοποριακού Ινστιτούτου του Αραβικού Κόσμου, προϊόντος συνεργασίας της Γαλλίας με είκοσι, περίπου, αραβικά κράτη και με προοπτική τη διάδοση του αραβικού πολιτισμού στο ευρύτερο γαλλικό κοινό (τα εγκαίνια της λειτουργίας έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 1987, επί προεδρίας François Mitterrand).21

Το Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου στο Παρίσι (αρχιτέκτων Jean Nouvel).

Περί τα τέλη Αυγούστου 1974 ο Giscard d’ Estaing κοινοποίησε την πρόθεση να επισκεφθεί επίσημα την Αλγερία. Επρόκειτο για υλοποίηση υπόσχεσης, στην οποία είχε προβεί νωρίτερα ως υπουργός Οικονομικών της προηγούμενης κυβέρνησης. Παράλληλα, θα ήταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη σε χώρα του Μαγκρέμπ έπειτα από την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας (Μάιος 1974). Στόχος ήταν η υπέρβαση των τραυμάτων του παρελθόντος και η προπαρασκευή ενός ευοίωνου μέλλοντος στις επώδυνες και πολυσύνθετες σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών.22 Με απλούστερα λόγια, επρόκειτο για μια αλλαγή σελίδας.23

Παρ’ όλη την αμφίπλευρη εξονυχιστική διπλωματική προετοιμασία της επίσκεψης, το θετικό κλίμα της αρχής,24 το επιμελημένο και συγκρατημένο ύφος του κοινού ανακοινωθέντος,25 ο διάλογος μεταξύ των δυο ηγετών κάθε άλλο παρά ως χαλαρός και εγκάρδιος μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο Giscard και ο Boumedienne απεχθάνονταν ο ένας τον άλλον, η δε κατ’ ιδίαν συνάντηση παρέμεινε σε εθιμοτυπικό επίπεδο. Το βάρος του πρόσφατου παρελθόντος, η έλλειψη προσωπικής χημείας, η άρνηση της Γαλλίας να αποδεχθεί την αλγερινή πρόταση για στενότερη συνεργασία εξηγούν εν πολλοίς την ψυχρότητα του όλου κλίματος. Ο ίδιος ο Γάλλος πρόεδρος, σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε το 1977, δήλωσε πως στη συνομιλία με τον Αλγερινό ομόλογό του δυο χρόνια νωρίτερα, είχε εκφραστεί υπέρ μιας σταδιακής προσέγγισης. Κατά τη γνώμη του έπρεπε να προηγηθεί ένα στάδιο οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης ούτως ώστε οι διμερείς σχέσεις να μπορέσουν να μετεξελιχθούν σε “εγκάρδιες”.26 Επρόκειτο για ένα σκεπτικό, το οποίο ήταν δύσκολο να πείσει τον συνομιλητή του. Ο Boumedienne ήταν της γνώμης “ότι οι σχέσεις μεταξύ των δυο κρατών δεν μπορούσαν κατά κανένα τρόπο να είναι κοινότυπες, παρά μόνο μέτριες ή εξαιρετικές”.27 Η επιβράδυνση της προσέγγισης οφειλόταν εξάλλου και σε διαφορετικές έως αντικρουόμενες θέσεις σε πολλά θέματα κατά τα επόμενα χρόνια. Χαρακτηριστική υπήρξε η διάσταση απόψεων στο ζήτημα της πρώην ισπανικής Σαχάρας. Την επομένη του τριμερούς συμφώνου (Ισπανία, Μαρόκο, Μαυριτανία) της Μαδρίτης του Νοεμβρίου 1975, η υπόθεση λειτούργησε ως τροχοπέδη στην ομαλή εξέλιξη των διμερούς γαλλοαλγερινού διαλόγου.28 Το Αλγέρι είχε ταχθεί με σθένος υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου Πολισάριο. Το Παρίσι, αντίθετα, κινείτο στους αντίποδες της παραπάνω θέσης.29 Τον Φεβρουάριο του 1976, τη στιγμή της ίδρυσης της Αραβικής Δημοκρατίας της Σαχάρας, η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε να προχωρήσει στην αναγνώρισή της.30 Στο διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 1977 και Ιουλίου 1978, στο πλαίσιο της επιχείρησης Lamantin, μονάδες του γαλλικού στρατού ενεπλάκησαν άμεσα στη διαμάχη πολεμώντας στο πλευρό του Μαρόκου και της Μαυριτανίας ενάντια στο μέτωπο Πολισάριο.31

Valéry Giscard d’ Estaing και Houari Boumedienne (Αλγέρι, Απρίλιος 1975).

Εάν τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Giscard d’ Estaing στο Αλγέρι υπήρξαν απογοητευτικά,32 δεν ίσχυε το ίδιο στην περίπτωση του Μαρόκου, ειδικότερα σε ανώτατο επίπεδο ανάμεσα στον Γάλλο πρόεδρο και τον βασιλέα Χασάν Β΄. Σε αντίθεση με το προηγούμενο της Αλγερίας, η επίσκεψη του Μαΐου 1975 στο Μαρόκο (η πρώτη ενός προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας από την εποχή της ανεξαρτησίας της χώρας) έδωσε νέα πνοή και ώθηση στον τομέα των διμερών σχέσεων33: οικονομία, εμπορικές συναλλαγές, τουρισμός, επενδύσεις,34 στρατιωτική συνεργασία κλπ. Γενικότερα, το Μαρόκο καταλάμβανε εξέχουσα θέση στη νέα αραβική πολιτική της Γαλλίας, όπως αυτή εφαρμόστηκε έπειτα από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, αντικείμενο της οποίας ήταν η προσέγγιση του Παρισιού με όλα τα φιλοδυτικά καθεστώτα της περιοχής.35

Με την επίσκεψη στην Τύνιδα συμπληρώθηκε το τρίπτυχο του Μαγκρέμπ. Οι αρχικές προσδοκίες κάθε άλλο παρά διαψεύσθηκαν.36 Αντίθετα, χαλυβδώθηκαν οι σχέσεις ακολουθώντας τον δρόμο, τον οποίο είχε νωρίτερα χαράξει ο Georges Pompidou υποδεχόμενος στο Παρίσι τον Τυνήσιο πρόεδρο Habib Bourguiba.37 Σε γενικές γραμμές και σε ότι σχετίζεται με το Μαρόκο και την Τυνησία, η προεδρία Giscard d’ Estaing αποτελεί προέκταση του θετικού προσήμου της προηγούμενης περιόδου. Αντίθετα, η επίσκεψη του Απριλίου 1975 στο Αλγέρι δεν συνέβαλε στο να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και τα εμπόδια μιας εύθραυστης διμερούς διακρατικής σχέσης, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή του θανάτου του προέδρου Boumedienne το 1978.38

Ο διάλογος του Παρισιού με το Κάιρο διαθέτει τις δικές του συνιστώσες. Από την αρχή της επταετούς θητείας του, ο Giscard εξέφρασε τη βούληση να εργαστεί για την ενδυνάμωση των δεσμών με την Αίγυπτο, στο πλαίσιο μιας προοπτικής, την οποία είχε εγκαινιάσει ο στρατηγός De Gaulle. Οι επίσημες επισκέψεις των προέδρων Anwar el-Sadat στη Γαλλία (27-29 Ιανουαρίου 1975)39 και Valéry Giscard d’ Estaing στην Αίγυπτο (10-15 Δεκεμβρίου 1975) επιβεβαίωσαν το εξαίρετο επίπεδο των διμερών σχέσεων σε διάφορους τομείς συμπεριλαμβανομένης της πώλησης στρατιωτικού υλικού από τη Γαλλία.40 Έκτοτε, οι δυο ηγέτες είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν κατ’ επανάληψη. Μπορεί μεν ο διάλογος να γνώρισε μια λεπτή φάση εξαιτίας της επιφύλαξης, με την οποία το Παρίσι υποδέχθηκε τη συνομολόγηση των συμφωνιών του Camp David,41 ωστόσο η κοινή απειλή της Λιβύης του συνταγματάρχη Gaddafi λειτούργησε ως συγκολλητική ουσία ανάμεσα στις δυο χώρες.42

Κάνοντας μόνο χρήση αρνητικών επιθετικών προσδιορισμών δύναται κανείς να αξιολογήσει το είδος των σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και την Τρίπολη: πολύπλοκες, διφορούμενες, τελματώδεις, ακατανόητες,43 44 άμεσα εξαρτώμενες από τις αναταράξεις της επιθετικής στρατηγικής της Λιβύης έναντι της Αιγύπτου, της Τυνησίας και κυρίως του Τσαντ.45 Μέσα σε αυτό το αποτρεπτικό πλαίσιο, το Παρίσι προσπαθούσε να διασφαλίσει τα σημαντικά οικονομικά συμφέροντα, τα οποία διέθετε στη συγκεκριμένη χώρα, όπως αποδεικνύεται από την αποστολή στην Τρίπολη του πρωθυπουργού Jacques Chirac και του υπουργού Εξωτερικών Jean François-Poncet, οπότε και υπογράφηκαν σημαντικές διμερείς συμφωνίες οικονομικής, πολιτιστικής και επιστημονικής φύσεως. 46

Η μετάβαση του πρωθυπουργού Jacques Chirac στην Τρίπολη της Λιβύης και η συνάντηση με τον Muammar Gaddafi.

Παρά ταύτα, στα χρόνια που ακολούθησαν οι διμερείς σχέσεις δοκιμάστηκαν από μια περίοδο μεγάλης αστάθειας. Από τη μια πλευρά, τον Ιανουάριο 1977 ο Giscard d’ Estaing εξέφρασε δημόσια την ευαρέσκειά του προς τον συνταγματάρχη Gaddafi για την αποτελεσματική μεσολάβηση του τελευταίου στην υπόθεση της απελευθέρωσης του ζεύγους Claustre, που είχε απαχθεί τρία χρόνια νωρίτερα από το εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο του Τσαντ (Frolinat), το οποίο υποστηριζόταν από την Τρίπολη.47 Την ίδια, όμως, εποχή – όπως ο Giscard αποκάλυψε στα Απομνημονεύματά του – το Μέγαρο των Ηλυσίων έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στις εκκλήσεις του Sadat για υποστήριξη μπροστά στην ολοένα αυξανόμενη παρέμβαση του Λίβυου ηγέτη στις εσωτερικές υποθέσεις της Αιγύπτου. Μάλιστα ο Γάλλος πρόεδρος ήταν ενήμερος για μια ανατρεπτική ενέργεια σε βάρος του Gaddafi, η οποία προετοιμαζόταν με σχολαστική μυστικότητα. H συνωμοσία είχε προγραμματισθεί για την άνοιξη του 1977 με την ενεργό συνδρομή του Μαρόκου. Τελικά απέτυχε εξαιτίας της παρέμβασης των Αμερικανών (αυτή τουλάχιστον ήταν η εκτίμηση του Giscard d’ Estaing).48

Η μετέπειτα έρευνα έχει αποδείξει την ύπαρξη μιας σε βάθος συνεργασίας Αιγύπτου-Γαλλίας στην όλη εκπόνηση του σχεδίου ανατροπής. Συγκεκριμένα, φαίνεται πως ο Giscard, με τη συνδρομή της SDECE – Service de Documentation Extérieure et du Contre-Espionnage- του Alexandre de Marenches, ήταν αποφασισμένος να συνεργαστεί για την ανατροπή του Gaddafi και τη στήριξη της υπό τον Mahmoud al-Maghreb ευρισκόμενης στην Αίγυπτο εξόριστης λιβυκής κυβέρνησης. Το σχέδιο συνίστατο στη δημιουργία συνθηκών ανταρτοπολέμου κατά μήκος της μεθορίου Αιγύπτου- Λιβύης.49 Η στήριξη από πλευράς Γαλλίας περιλάμβανε την προμήθεια εκρηκτικών με τη μεσολάβηση της SDECE για επιχειρήσεις δολιοφθοράς εντός του λιβυκού εδάφους με απώτερο στόχο την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος.50 Τον Ιούλιο του 1977 ξέσπασε πραγματικός ανταρτοπόλεμος με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες να συντονίζουν τις επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια αποτυχία άνευ προηγουμένου.51

Ο συνταγματάρχης Gaddafi και η ιδεολογική Βίβλος του καθεστώτος της Λιβύης.

Σύμφωνα με τις εκμυστηρεύσεις του Alexandre de Marenches, μέσα στο 1978 ο Sadat επιδίωξε εις μάτην τη συνδρομή της SDECE για την οργάνωση της δολοφονίας του Gaddafi.52 Τον Φεβρουάριο του 1979, έπειτα από δεύτερη έκκληση του προέδρου της Αιγύπτου, ο Giscard έστειλε στο Κάιρο τον René Journiac, διευθυντή των Αφρικανικών υποθέσεων του Μεγάρου των Ηλυσίων.53 Σκοπός της μετάβασης στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα ήταν για μια ακόμη φορά η οργάνωση της ανατροπής του Gadaffi. Την 1η Σεπτεμβρίου 1979 στη Βεγγάζη, στο πλαίσιο του εορτασμού των δέκα χρόνων από την άνοδο στην εξουσία, ο Λίβυος ηγέτης έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης. Πολλοί υπήρξαν εκείνοι που αναγνώρισαν γαλλικό δάκτυλο στην όλη υπόθεση. Ο Giscard το αρνήθηκε κατηγορηματικά.54

Η αποτυχία κάθε άλλο παρά διέκοψε τις προσπάθειες της Γαλλίας και της Αιγύπτου για την ανατροπή του καθεστώτος της Τρίπολης.55 Για το Παρίσι, ο Gaddafi αποτελούσε επιπλέον απειλή και ως προς τις εύθραυστες ισορροπίες της Υποσαχάριας Αφρικής. Η στροφή της Τρίπολης υπέρ του αιμοσταγούς δικτάτορα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας και παλαιότερα προσωπικού φίλου του Giscard, Jean-Bédel Bokassa, υπήρξε η αφορμή για γαλλική δυναμική παρέμβαση στην παραπάνω χώρα τον Σεπτέμβριο του 1979.56 57

Alexandre de Marenches, διοικητής της SDECE.
René Journiac, ο “κύριος Αφρική” του Μεγάρου των Ηλυσίων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τον Δεκέμβριο του 1979, ολοένα και περισσότερο πιεσμένος εντός και εκτός συνόρων από την αποκάλυψη του περίφημου “σκανδάλου των διαμαντιών”58, o Γάλλος πρόεδρος ανέθεσε στον συνταγματάρχη Alain de Gaignerons de Maroles, αρμόδιο των ειδικών επιχειρήσεων στους κόλπους της SDECE, να προετοιμάσει σε στενή συνεργασία με το Κάιρο ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο θα οδηγούσε στην ανατροπή του Gaddafi και στη μεταφορά στην Τρίπολη της εγκατεστημένης στην Αίγυπτο εξόριστης λιβυκής κυβέρνησης.59 Το πραξικόπημα, υπό μορφή εξέγερσης, θα λάμβανε χώρα στο Τομπρούκ και στη Βεγγάζη. Εφαρμόζοντας το σχέδιο, στις 5 Αυγούστου η ΙΧ ταξιαρχία στράφηκε ενάντια στην κυβέρνηση με επικεφαλής τον Driss Chahaibi, προερχόμενο από το στενό περιβάλλον του Gaddafi. Ωστόσο, το πραξικόπημα απέτυχε οικτρά.60 Αποτέλεσμα ήταν η άμεση παραίτηση του Gaignerons de Maroles. Δεν του καταλογίστηκε η αποτυχία της επιχείρησης, όσο το ότι προετοίμασε την τελευταία σε απευθείας επαφή με το Μέγαρο των Ηλυσίων, παρακάμπτοντας ουσιαστικά την ίδια της υπηρεσία στην οποία ανήκε, δηλαδή τη SDECE.61 Ως εκ θαύματος, λίγους μήνες αργότερα ο ιθύνων νους του πραξικοπήματος προήχθη σε ταξίαρχο του γαλλικού στρατού ξηράς.62

Απειλητική για τα γαλλικά συμφέροντα υπήρξε και η ανάμειξη του κανταφικού καθεστώτος στα εσωτερικά πράγματα της Τυνησίας. Τον Ιανουάριο του 1980, Τυνήσιοι αντιφρονούντες, έχοντες βρει καταφύγιο εντός του λιβυκού εδάφους, προέβησαν σε μια ενέργεια αποσταθεροποίησης στην περιοχή της Γκάφσα, με την υποστήριξη της Τρίπολης.63 Ο πρόεδρος της Τυνησίας Habib Bourguiba ζήτησε πάραυτα τη συνδρομή της Γαλλίας. Ανταποκρινόμενη στην έκκληση, η τελευταία έστειλε ελικόπτερα τύπου Puma και στρατιωτικούς συμβούλους για την καταστολή των ταραχών.64  Η αντίδραση της Λιβύης δεν καθυστέρησε να εκδηλωθεί. Τον Φεβρουάριο πυρπολήθηκαν η γαλλική πρεσβεία στην Τρίπολη και το γαλλικό Πολιτιστικό Κέντρο στη Βεγγάζη. Τα έκτροπα αυτά οδήγησαν στην ανάκληση του Γάλλου πρέσβη.65

Παρά τα φαινόμενα, στους αμέσως επόμενους μήνες οι διμερείς σχέσεις Γαλλίας – Λιβύης διέτρεξαν μια περίοδο φαινομενικής ύφεσης. Ήδη τον Μάρτιο, οι δυο χώρες εξέφρασαν την επιθυμία να εξορθολογίσουν τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις. Άλλωστε, μόλις είχε ολοκληρωθεί η επιχείρηση Tacaud, στο πλαίσιο της οποίας η Γαλλία είχε σταθεί στο πλευρό των τακτικών ενόπλων δυνάμεων του Τσαντ ενάντια στο μέτωπο Frolinat που έχαιρε της υποστήριξης του καθεστώτος της Τρίπολης.66 Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1980, σε συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι France 3, o Muammar Gaddafi δήλωσε πως, παρά τις διαφορές του με το Παρίσι, αντιμετώπιζε με θετικό πνεύμα την προοπτική εξαγωγής πετρελαίου προς τη Γαλλία “με αποδεκτούς όρους”.67 Επρόκειτο για μια πρόσκληση που δεν πέρασε απαρατήρητη: περί τα τέλη Νοεμβρίου, ο Albin Chalandon, πρόεδρος του ομίλου Elf- Acquitaine, μετέβη στην Τρίπολη. Τον συνόδευε ο διευθυντής Αφρικανικών και Μεσανατολικών υποθέσεων του Quai d’ Orsay, Serge Boidevais. Η αποστολή των δυο ανδρών καρποφόρησε ανέλπιστα. Διαπραγματεύσεις, οι οποίες είχαν τελματώσει επί δυο έτη, ολοκληρώθηκαν την 1η Δεκεμβρίου με την υπογραφή ενός πετρελαϊκού συμφώνου.68

Χάρτης της Βορείου Αφρικής.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ασταθές κλίμα, σε μια συγκυρία, μάλιστα, που μεσουρανούσαν οι υποψίες περί ύπαρξης λιβυκού δακτύλου σε μια αιματηρή τρομοκρατική ενέργεια. Συγκεκριμένα, στις 3 Οκτωβρίου 1980, μια επίθεση σε βάρος της Συναγωγής της οδού Copernic του Παρισιού, προκάλεσε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων και τον τραυματισμό άλλων σαράντα έξι.69 Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την αύξηση της υποψίας του κράτους του Ισραήλ έναντι της Γαλλίας (μόλις είχε υιοθετηθεί από το Παρίσι η δήλωση της Βενετίας του Ιουνίου 1980, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη από την κυβέρνηση του Τελ-Αβίβ).70 Την επομένη της επίθεσης, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Menahem Begin δήλωσε πως η πολιτική της Γαλλίας έναντι του κράτους του Ισραήλ ήταν εκείνη που υπέθαλπε τις αντισημιτικές τρομοκρατικές ενέργειες.71 72 Ο υπουργός Εξωτερικών Yitzhak Shamir απέδωσε την επίθεση στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και άσκησε δριμεία κριτική σε βάρος της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς και της όλης στάσης την οποία η τελευταία είχε υιοθετήσει έναντι των Παλαιστινίων.73 Ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας Christian Bonnet έκανε λόγο περί ξένου δακτύλου στην όλη υπόθεση.74 Ο αρχηγός του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου Jean-Marie Lepen αναφέρθηκε ευθέως στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες (KGB).75 Ωστόσο, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναγνώρισαν τον Muammar Gaddafi ως ηθικό αυτουργό της τρομοκρατικής επίθεσης.76

Είναι γεγονός ότι η εκδοχή περί ανάμειξης της Λιβύης για πολλούς φάνταζε αξιόπιστη. Ο γαλλικός και ο διεθνής Τύπος δεν είχαν πάψει να επαναλαμβάνουν πως τόσο η απόπειρα ανατροπής του Σεπτεμβρίου 1979 κατά του Gaddafi όσο και το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου 1980 είχαν σχεδιαστεί και οργανωθεί κατόπιν συνεννόησης των γαλλικών και αιγυπτιακών μυστικών υπηρεσιών. Η τρομοκρατική επίθεση της οδού Copernic μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την απάντηση του Λίβυου ηγέτη.77

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

Η Bruna Bagnato είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (Università degli Studi, Firenze).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο “Un “acte de guerre” dans le ciel italien? La France, la Libye et le crash d’ Ustica (27 Juin 1980)” στο περιοδικό Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος 278/2020, σ. 123-143.

© PUF/Humensis, 2020
Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Γεώργιος Π. Νάκος: To Δικαιικό Έργο «του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού Κωνσταντίνου Δ. Ρακτιβάν, ως [πρώτου] Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στην προσωρινή διοίκηση των καταληφθεισών [Νέων] Χωρών»

Γεώργιος Π. Νάκος

 

To Δικαιικό Έργο «του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού Κωνσταντίνου Δ. Ρακτιβάν, ως [πρώτου] Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στην προσωρινή διοίκηση των καταληφθεισών [Νέων] Χωρών»

 

 H ταχύτατη εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου οδήγησε στην άμεση υλοποίηση της «πολιτικής» (αυτής) μορφής διακυβερνήσεως της Μακεδονίας, έναντι της προταθείσης με ειδική αναφορά του αντιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου της 28ης [ορθότερα 26ης ) Οκτωβρίου 1912 προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως [Ελευθέριο Βενιζέλο] και Υπουργό των Στρατιωτικών, με το ανάλογο «ανακτορικό» ύφος που δεν επιδεχόταν αντίρρηση, την ειδική αντίληψή του ότι επιβαλλόταν η διοργάνωση «Πολιτικού Γραφείου» αποτελούμενο από ανώτερους υπαλλήλους στο Γενικό Στρατηγείο Θεσσαλίας, το οποίο «θα ασκή και υπό τας αμέσους διαταγάς Μου [του Κωνσταντίνου] των εξουσιών αίτινες κατά νόμον είναι ανατεθειμέναι εις τα οικεία πολιτικά υπουργεία και θα διαβιβάζη προς τας πολιτικάς αρχάς τας διαταγάς Μου [του Κωνσταντίνου]»[1]. Η ενλόγω αναφορά του διαδόχου Κωνσταντίνου δεν έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση, γιατί δεν εντἀσσονταν στις προθέσεις της ο «τρόπος» αυτός διακυβερνήσεως της Μακεδονίας, ο οποίος έκλινε ειδικότερα προς τη μορφή «πολιτικής» διοικήσεως, με ευθύνη της επίσημης εκλεγμένης Κυβερνήσεως. Η σχετική αυτή απόφαση της Κυβερνήσεως Βενιζέλου άμεσα υλοποιήθηκε. Με πρωϊνή τηλεγραφική αναφορά του Βενιζέλου της 27ης Οκτωβρίου 1912 ζητήθηκε η έγκριση του Βασιλέα, «για την ανάθεση της [σχετικής] εντολής να κανονίση τα της προσωρινής διοικἠσεως των καταληφθεισών χωρών», στον υπουργό επί της Δικαιοσύνης Kωνσταντίνο Δ. Ρακτιβάν, την οποία αιτιολογούσε με την κεντρική σκέψη ότι «αναγκαίον αποβαίνει όπως η διοικητική οργάνωσις της καταλαμβανομένης χώρας λάβη κανονικωτέραν τινά μορφήν, ήδη μάλιστα ότε επίκειται η κατάληψις της Θεσσαλονίκης»[2]. Μετά την έγκριση από τον Βασιλέα «της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών», ενεργοποιήθηκε αυθημερόν [27η Οκτωβρίου 1912] η αναχώρηση του Ρακτιβάν, και στις 6 το απόγευμα επιβιβάστηκε στο εξοπλισμένο ατμόπλοιο «Αρκαδία», που απέπλευσε από τον Πειραιά για τη Θεσσαλονίκη, στο λιμένα της οποίας, υπό συνθήκες ιδιαίτερα επικίνδυνες, λόγω του αποκλεισμού του λιμένα από τοποθετημένες τορπίλες, εισέπλευσε την 30ή Οκτωβρίου 1912.

Κωνσταντίνος Δ. Ρακτιβάν (1865 – 1935).
Μήνυμα του Υπουργού Δικαιοσύνης Κ.Δ. Ρακτιβάν προς
τους πληθυσμούς των καταληφθεισών υπό του ελληνικού
στρατού επαρχιών» (Οκτώβριος 1912). Πηγή: ΓΑΚ – Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας –κωδικός αρχείου GRGSA IAM_ADM001.01.F000118

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παράλληλα, με ταυτόχρονο ημερολογιακά σήμα της Κυβερνήσεως, υπογραφόμενο από τον ίδιο το Βενιζέλο, προς τον Κωνσταντίνο ως «Αρχηγό Στρατού», τον ενημέρωνε ότι «η Κυβέρνησις κρίνει ότι πολιτικαί ανάγκαι επιβάλλουσιν όπως η διοικητική οργάνωσις της καταληφθείσης χώρας λάβη κανονικωτέραν τινά μορφήν», γιαυτό απεφάσισε, την ανάθεση στον εκ Βεροίας καταγόμενο υπουργό της Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Δ. Ρακτιβάν, της «εντολής να κανονίση τα της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών», έτσι ώστε «και η Υμετέρα Βασ[ιλική] Υψηλότης θ’ απαλλαχθή περισπασμών, μη συνδεομένων αναγκαίως προς το στρατιωτικόν αυτής έργον»[3].

Η «πολιτική» βούληση της Κυβερνήσεως υλοποιήθηκε με την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος της 31ης Οκτωβρίου 1912, που υπεγράφη στη Θεσσαλονίκη από το Βασιλέα Γεώργιο Α΄, με το οποίο ανατέθηκαν «εις τον Ημέτερον επί της Δικαιοσύνης Υπουργόν Κύριον Κ. Ρακτιβάν, όπως, ως αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, κανονίση τα της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών». Με γνώμονα έτσι, την απόλυτη ανάγκη διοικητικής ευδοκιμήσεως, διακήρυσσε ο Ρακτιβάν, «Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄», την επομένη της αποβιβάσεώς του στη Θεσσαλονίκη της 31ης Οκτωβρίου 1912, στη συνταγμένη ήδη από την Αθήνα «Προκήρυξίν» του «προς τους Πληθυσμούς των υπό του Ελληνικού Στρατού καταληφθεισών Επαρχιών», αιτιολογούσε ότι «ελάβομεν πάντες από κοινού τα όπλα κατά του Τουρκικού Κράτους, διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν και κακοδιοίκησιν, αίτινες ήσαν απ’ αιώνων συμφυείς προς αυτό, και να φέρωμεν τ’ αγαθά της ελευθερίας εις πάντας αδιακρίτως τους κατοίκους της χώρας, διότι αληθής ελευθερία δεν δύναται να νοηθή άνευ τελείας ισότητος των υπό την σκέπην της αυτής πολιτείας διαβιούντων λαών». Έτσι «το έργον, ούτινος τόσον ευκλεώς κατήρξατο ο στρατός , πρόκειται να επιστεγασθή διά παγιώσεως διοικήσεως αξίας πεπολιτισμένου κράτους, ισχυράς άμα και ισονόμου»[4]. Η όλη αναφορά πάντως του Ρακτιβάν ενείχε τόσες, και όχι μόνο, εγγενείς δυσχέρειες, που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της μακρόχρονης οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και άλλες, πολλές και ποικίλης «μορφής» «αρνήσεις», προερχόμενες από έλλειψη «δυνατότητας», ίσως και «βουλήσεως», άμεσης προσαρμογής από τα στοιχεία που συνέθεταν την τότε «εσωτερική» κοινωνική πραγματικότητα, χωρίς να μπορεί να παροραθεί ο «εξωτερικός» παράγοντας, τον οποίο συνέθεταν οι Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα οι Πρόξενοί τους στη Θεσσαλονίκη.

Παρόλα αυτά η όλη εργώδης προσπάθεια του Ρακτιβάν πέτυχε το ακατόρθωτο, να επιτευχθεί δηλαδή μία, κατά το δυνατό ανεκτή, έστω και στα βασικά της στοιχεία, ουσιαστική οργάνωση των καταληφθέντων νέων εδαφών μέχρι την οριστική ένταξή τους στη Μητέρα Πατρίδα. Στην προσπάθειά του υλοποιήσεως ενός πλαισίου κοινωνικού προσώπου, ως πρώτη πτυχή αποτέλεσε η ουσιαστική μέριμνά του, την οποία επέδειξε με την αρωγή του για τις τοπικές αρχές τόσο των μουσουλμανικών, κυρίως, όσο και των εβραϊκών κοινοτήτων[5].

Ελαυνόμενος, ωσαύτως, ο Ρακτιβάν από τη βασική του νομική θέση της «από πραγματικής βάσεως περιφρουρήσεως των [ιδιοκτησιακών] δικαιωμάτων αυτών [«των διαφερομένων»]», τη διατύπωνε περαιτέρω ως μια μορφή δικαιικής αρχής που αναφερόταν στο «πρώτιστον καθήκον της ημετέρας νυν πολιτείας είναι να σεβαστώμεν τα υφιστάμενα [ιδιοκτησιακά] δικαιώματα και [να] διατηρήσωμεν κατ’ αρχήν την υπάρχουσαν πραγματικήν κατάστασιν, επιφυλαττόμενοι να ρυθμίσωμεν τας σχέσεις ταύτας επί τα βελτίω διά της νομοθετικής οδού, ήτις μόνη είναι υποχρεωτική δι’ αμφότερα τα μέρη και ουχί η αυθαίρετος βούλησις του ενός ή του ετέρου εξ αυτών»[6].

Ομοίως ο ειδικότερος διοικητικός προσδιορισμός της κατακτηθείσας Μακεδονικής χώρας βασίστηκε στην απλή αλλά βασική σκέψη του Ρακτιβάν να μη διαταράξει την υφιστάμενη από Τουρκοκρατίας χωρική κατανομή της, την οποία αιτιολόγησε στην υπ’ αριθ. 587 της 26ης Νοεμβρίου 1912 Oργανική Εγκύκλιο Διαταγή του, με την απαράμιλλη πυκνότητα του ύφους του, αναφέροντας ότι: «Διατηρήσαντες κατά το εφικτόν την προϋπάρχουσαν διοικητικήν διαίρεσιν των καταληφθεισών χωρών, αλλά και λαβόντες υπ’ όψιν τας λοιπάς συνθήκας υφ’ άς διατελεί η καταληφθείσα έκτασις, ωρίσαμεν τας διοικητικάς περιφερείας Μακεδονίας»[7].

Χάρτης των Νέων Χωρών.

Στο πνεύμα πάντοτε του προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων των διοικητικών υπηρεσιών, κυρίως, συντελεί η βασική ρυθμιστική εντολή του Ρακτιβάν για την υλοποίηση της προσπάθειάς του εμπεδώσεως μιας ουσιαστικής αποκεντρωτικής πολιτικής στη Διοίκηση[8] την οποία διεύρυνε ο επόμενος Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στέφανος Νικ. Δραγούμης, δεν τηρήθηκε, όμως, με την ίδια ακρίβεια από τους διαδόχους τους, Εμμανουήλ Ρέπουλη και Θεμιστοκλή Σοφούλη, για να καταργηθεί από το Δημήτριο Γούναρη[9]. Mε τον τρόπο αυτό σηματοδοτήθηκε η αρξάμενη πολιτική με τη σταδιακή δημιουργία των απαραίτητων εκείνων στοιχείων, που υφίστανται και στόχευαν στην οργανική διοικητική ενοποίηση των Νέων Χωρών και της Παλαιάς Ελλάδος, με βάση την καταλληλότερη μορφή για την οργάνωση της διοικήσεως της «ανακτηθείσης χώρας της Μακεδονίας», που δεν καθυστέρησε πολύ η σταδιακή υλοποίησή της[10].

Χαρακτηριστική είναι η τονιζόμενη εμφαντικά ειδική δικαιοδοσία της στρατιωτικής αρχής στην κατεχόμενη από τα ελληνικά στρατεύματα χώρα σε σχέση με την εθνική κυριαρχία, σύμφωνα με την οποία: «ο στρατός, ο δικαιώματι πολέμου εισελθών και κατακτήσας την χώραν ταύτην και κατέχων νυν αυτήν στρατιωτικώς, εκπροσωπεί αναντιρρήτως την κυριαρχίαν του κράτους, εις ό ανήκει, και μόνον ταύτην και τούτου τα δίκαια αποκλειστικώς ασκεί», με βάση τις θεμελιώδεις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου. Στη συνέχεια, οι τελευταίες αυτές διατάξεις ερμηνευτικά διαστέλλονταν με απόλυτα ακριβείς διατυπώσεις που θεωρούσαν ότι: «η πολιτική διοίκησις κατά το προσωρινόν στάδιον της στρατιωτικής κατοχής και καθ΄ ό μέρος ανάγεται εις την ενέργειαν αυτής θέλει σεβασθή, αυτή η πολιτική διοίκησις και ουχί ο στρατός, τα εκ των διεθνών συμβάσεων προκύπτοντα δικαιώματα των αλλοδαπών. Τον σεβασμόν [όμως] τούτον περιώρισε ρητώς και αποκλειστικώς εις τον κύκλον της δράσεως των πολιτικών αρχών, εν αίς και των κοινών δικαστηρίων, εφ΄ όσον ταύτα παρίστανται συνεχίζοντα την δικαιοδοσίαν των προϋφισταμένων οθωμανικών τοιούτων (ουχί ποτε δε των στρατιωτικών ημών δικαστηρίων)»[11].

Η Δικαιοσύνη και η ειδικότερη μορφή του τρόπου απονομής της, κατά το μεταβατικό αυτό στάδιο λειτουργίας των κατακτηθέντων εδαφών, στα πλαίσια της ελληνικής πλέον κυρίαρχης εξουσίας, αποτέλεσε τη βασικότερη μέριμνα του Ρακτιβάν, όχι με βάση τις καταβολές του από την ενγένει νομική του ιδιότητα, όσο του θεωρητικού του «πιστεύω» αναφορικά με την άσκηση της Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι αποτελούσε τόσο λόγω την κύρια κρατική λειτουργία, άκρως απαραίτητη για την εμπέδωση μιας κατά το δυνατό, με τις υφιστάμενες τότε συνθήκες, μορφής κράτους δικαίου.

Ήδη σε λιγότερο από δέκα πέντε ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του (της 31ης Οκτωβρίου 1912), που αφορούσαν ειδικότερα την οργάνωση από τον ίδιο της προσωρινής Διοικήσεως των υπό του ελληνικού στρατού καταληφθεισών χωρών, ως Αντιπρόσωπος της [ελληνικής] Κυβερνήσεως, εξέδωσε τη βασική Oργανική του Εγκύκλιο Διαταγή υπ’ αριθ. 300/14ης Νοεμβρίου 1912 «περί δικαστικής οργανώσεως» των πιο πάνω χωρών, η οποία αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα εγγράφου, όπως περαιτέρω αξιολογείται, που περιείχε δικαιικούς κανόνες, με βασικές αναφορές στις αιτιολογίες των περιεχόμενων ρυθμιστικών επιταγών, έτσι ώστε να πείθει απόλυτα για την ανάγκη θεσπίσεώς τους[12].

Έτσι αρχικά αιτιολογείται ότι αναφέρεται στην επιταγή του «δόγματος του διεθνούς δικαίου ως διατυπούται εν άρθρω 43 των Κανονισμών της Χάγης, καθ’ ό επί χώρας στρατιωτικώς κατεχομένης διατηρούνται οι υφιστάμενοι νόμοι» πλήν εφ’ όσον ήθελεν υπάρχει επί τούτω αναπόφευκτον κώλυμα», που σηματοδοτεί την ουσιαστική «αδυναμία» εφαρμογής των οθωμανικών νόμων. Για την τεκμηρίωση της «αδυναμίας» αυτής υφίσταται αντίστοιχη αναφορά αναφερόμενη στις από 7 και 12 Νοεμβρίου 1912 Εκθέσεις των δικαστικών λειτουργών Γ. Βάου και Α. Λάμπρου που ορίστηκαν, προφανώς για την εκτίμηση της όλης καταστάσεως, σύμφωνα με τις οποίες, τελικά, «ανεπίτευκτος όλως παρίσταται [με την έννοια του «ανέφικτου», «αδύνατου», «ακατόρθωτου», κ.ά.] η υπό το νέον Ελληνικόν καθεστώς συγκρότησις και λειτουργία δικαστηρίων κατά τον οθωμανικόν οργανισμόν και [τας οθωμανικάς] δικονομίας»[13]. Κατά συνέπεια το «ανέφικτον» της εμφανίσεως «της συγκροτήσεως Πρωτοδικείων ισαρίθμων προς τα επί «Τουρκικής» [ορθότερα: οθωμανικής] διοικήσεως λειτουργούντα, αλλ’ εν τώ παρόντι [η σύσταση] δύο μόνον [Πρωτοδικείων] κατά την περιφέρειαν Θεσσαλονίκης, και επί πλέον ενδείκνυται η σύστασις εν εκάστη υποδιοικήσει ή επαρχία ανά ενός ειρηνοδικείου συμφώνως τή υφιστάμενη διοικητική διαιρέσει», τα οποία στη συνέχεια της Εγκυκλίου διατάχθηκε η σχετική τους σύσταση και εγκαθίδρυση. Συναφώς ορίζεται ότι «Τα Δικαστήρια ταύτα εκδικάζοντα τας τε πολιτικάς και ποινικάς υποθέσεις (ως Πλημμελειοδικεία και Πταισματοδικεία), θέλουσι λειτουργεί κατά τας διατάξεις του Ελληνικού Δικαστικού Οργανισμού και της Ελληνικής Πολ[ιτικής] και Ποιν[ικής] Δικονομίας , καθ’ άς θέλει κριθή η τε καθ’ ύλην και η προσωπική αρμοδιότης, η όλη διαδικασία και τα ένδικα μέσα. Αλλ’ επί των υποθέσεων καθ΄ άς οι διάδικοι είνε ξένοι υπήκοοι των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων θα τηρώνται εν τώ παρόντι οι σχετικοί όροι των διεθνών συμβάσεων (capitulations)». Παράλληλα, τεκμηριώνεται ρητώς η ισχύς «των γενικών του δικαίου αρχών, καθ’ άς το μεν αι ποινικαί διατάξεις τυγχάνουσιν εν γένει δημοσίας τάξεως, εφαρμοζομένου απολύτως εν τή κατεχομένη χώρα του ημετέρου ποινικού νόμου υπό των στρατιωτικών δικαστηρίων, το δε και επί προγενεστέρων αδικημάτων εφαρμοστέαι εισίν αι ηπιώτεραι διατάξεις του νεωτέρου νόμου». Επίσης αναφέρεται ότι «Τα ειρημένα δικαστήρια εν μεν ταις πολιτικαίς υποθέσεσι θέλουσιν εφαρμόζει τας διατάξεις των οθωμανικών νόμων, εν δε ταις ποινικαίς επί μεν των από της στρατιωτικής κατοχής διαπραχθέντων αδικημάτων τον Ελληνικόν Ποινικόν Νόμον, επί δε των προγενεστέρων πράξεων τον οθωμανικόν Ποινικόν νόμον και αντ’ αυτού τας τυχόν επιεικεστέρας διατάξεις του του Ελληνικού [Ποινικού] νόμου»[14].

Βαθύς γνώστης ο Ρακτιβάν των διατάξεων του διαχρονικού δικαίου, ιδιαίτερα για τις μεταβατικές δικαιικές σχέσεις μεταξύ κρατών, αναφορικά με τη μορφοποίηση των ιδιωτικού δικαίου σχέσεων που είχαν διαμορφωθεί υπό το προηγούμενο δικαιικό καθεστώς του προκάτοχου στην κυριαρχία κράτους, είχε ενστερνισθεί τις ουσιαστικές ρυθμίσεις της Συμβάσεως IV της Χάγης της 18ης Οκτωβρίου του 1907 «για την τήρηση των νόμων και των εθίμων του πολέμου», σύμφωνα με τις οποίες στο σχετικό Παράρτημα της οποίας παρατίθεται ο «Κανονισμός για το σεβασμό των νόμων και των εθίμων του πολέμου». Ειδικότερα στο άρθρ. 43 του ενλόγω Κανονισμού αναφερόταν ότι: «Αφ’ ής η άσκησις της νομίμου εξουσίας περιέλθη «πράγματι» (de facto) εις χείρας του κατέχοντος, ούτος θα λάβη πάντα τα εξ αυτού εξαρτώμενα μέτρα επί τώ σκοπώ όπως αποκαταστήση και διασφαλίση, κατά το δυνατόν, την τάξιν και τον δημόσιον βίον, σεβόμενος, εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς, τους εν ισχύι νόμους εις το κατεχόμενον έδαφος»[15]. Κατά συνέπεια διαπιστώνεται μια ουσιαστική αρνητική διαφοροποίηση στην απόλυτη εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, που συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια ύστερα από τη ρητή ένδειξη της διατυπώσεως του ενλόγω Κανονισμού, άρθρ. 43: «σεβόμενος, εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς, τους εν ισχύι νόμους εις το κατεχόμενον έδαφος», με διαφορετική ερμηνευτική απόδοση, χωρίς αλλοίωση όμως της ουσίας της ρυθμίσεως: «εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς» = «εκτός απολύτου κωλύματος», με γραφίδα Πολυχρονιάδου, σε άμεση συσχέτιση με την περαιτέρω γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ’ / 28ης.2.1913. H ρητή αναφορά στις διατάξεις του ελληνικού δικαστικού οργανισμού και του δικονομικού μας γενικά δικαίου αποτελούσε ουσιαστική συνάρτηση με τη βασική έκφραση της ελληνικής κυριαρχίας, την υλοποίηση της οποίας πραγματοποίησε με την εισαγωγή των πιο πάνω ελληνικών ρυθμιστικών κανόνων, άμεση η οποία, ως ουσιαστική μεταβολή του δικονομικού δικαίου, υπαγορεύει ταυτόχρονα την αλλαγή στον φορέα της κρατικής επιβολής, που εκδηλώνεται και με τη δικαστική λειτουργία[16].

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στην απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη. Προηγούνται ο βασιλέας Γεώργιος Α΄
και ο διάδοχος και αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Κωνσταντίνος.

Εξειδικεύοντας αξιολογικά την έννοια των αναφερόμενων «πιο πάνω ελληνικών ερμηνευτικών κανόνων», θετική θα μπορούσε να θεωρηθεί η υποστηριζόμενη θέση του Κωνσταντίνου Κεραμέα ότι πρόκειται «μάλλον για διπλωματική συγκάλυψη της μερικής εισαγωγής του ελληνικού δικαίου», η οποία με την ουσιαστική λειτουργία των πιο πάνω ήδη αναφερθέντων όρων: «αναπόφευκτον κώλυμα», «ανεπίτευκτος όλως παρίσταται», «κώλυμα ανυπέρβλητον», ελάχιστο περιθώριο ουσιαστικής εφαρμογής του οθωμανικού δικαίου υφίστατο, καθότι oι πιο πάνω «όροι» λειτουργούσαν παρακωλυτικά της εν λόγω εφαρμογής του προηγουμένως υφιστάμενου [οθωμανικού] δικαίου.

Η διαφοροποίηση που προαναφέρθηκε κατά την εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, με σταδιακή την αδυναμία της γενικής διατηρήσεως των οθωμανικών νόμων, η οποία χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στο Νόμο ,ΔΡΛΔ’ (υπ΄ αριθ. 4134) /28ης Φεβρουαρίου 1913, «περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», θεσπίζοντας ότι η εφαρμογή της υφιστάμενης [οθωμανικής] νομοθεσίας εξαιρείται από τη γενική διατήρησή της, όπου στο άρθρ. 7.1 προσδιορίζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια το νομικό πλαίσιο της αναγνωρίσεως της προηγουμένης εφαρμοζόμενης νομοθεσίας.

Το νομοθετημένο γραμματικό της περιεχόμενο της διατάξεως αυτής του άρθρ. 7.1 αναφέρει ότι: « Άπασα η εν τή καταληφθείση χώρα υφισταμένη [οθωμανική] νομοθεσία, αστική (συν τη εμπορική) διοικητική εν γένει και οικονομική περιλαμβανομένων και των φορολογικών νόμων, διατηρείται κατά κανόνα εν ισχύι, εξαιρέσει των διατάξεων των αντιτιθεμένων προς [τους] Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως, ως και οσάκις υπάρχει κώλυμα ανυπέρβλητον προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος [οθωμανικού] νόμου. Κατά τας περιπτώσεις ταύτας τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι»[17].

Για την ενότητα της αξιολογήσεως, αναφέρεται μία συμπληρωματική προσθήκη στο περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρ. 7.1, που αναπτύσσεται πληρέστερα στη συνέχεια της αναπτύξεως, αναφορικά με τη γενική διατήρηση των προϋφιστάμενων «φορολογικών νόμων» , οι οποίοι πλέον, σύμφωνα με το άρθρ. 1 του τροποποιητικού Νόμου 80/ 16ης Νοεμβρίου 1913 «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ΄ νόμου», υπάγονται στις γενικότερες ρυθμίσεις του άρθρ. 7.1[18]. Έτσι, για τις δυνατότητες εφαρμογής των ελληνικών νόμων στις περιπτώσεις υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή οθωμανικών νόμων, πλέον, εφαρμόζεται και για τους φορολογικούς νόμους, για τους οποίους συνάγεται ότι το «ανυπέρβλητο κώλυμα» τεκμαίρεται (σχηματικά) ως υφιστάμενο, σύμφωνα, όμως, με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Η όλη αυτή διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρ. 7.1 θεωρείται μακροσκοπικά ότι εισήγαγε «άπασα» την «υφισταμένη» οθωμανική νομοθεσία, σε ολόκληρο το πλαίσιο του Δικαίου, που σύμφωνα με το γραμματικό περιεχόμενο της διατάξεως «διατηρείται κατά κανόνα εν ισχύι».

Υφίσταται, όμως, ρητή εξαίρεση με τις οθωμανικές διατάξεις τις «αντιτιθέμενες» στους ελληνικούς νόμους δημόσιας τάξεως ή όταν υπάρχει «κώλυμα ανυπέρβλητον» για την εφαρμογή κάποιου εγχώριου οθωμανικού νόμου, ή «ανεπίτευκτος παρίσταται» η συγκρότηση δικαστηρίων σύμφωνα με τον οθωμανικό δικαστικό οργανισμό.

Παρόλα αυτά, όμως, η ουσιαστική σε βάθος αξιολόγηση αποδίδει αντίθετες ερμηνείες, βασιζόμενες, κυρίως, σε τρεις χαρακτηριστικούς νομικούς όρους, αναφερόμενων στο ίδιο άρθρ. 7.1, που ήταν: οι «κατά κανόνα», οι «αντιτιθέμενες» και το «ανυπέρβλητον», που δημιουργούν μια βασική ανάσχεση στην ακώλυτη ισχύ του οθωμανικού δικαίου, μολονότι αποτελούσε ουσιαστική κοσμοθεωρία του Ρακτιβάν για τη διατήρηση της πραγματικής δικαιικής καταστάσεως (τότε) στη Μακεδονία και της (τότε) εγχώριας κοινωνικής ζωής.

Επιπρόσθετη αξιολόγηση υποστηρίζει τη συναγόμενη έννοια : «της διατηρήσεως δήλα δη κατά το εφικτόν και εφόσον δεν αντίκειται προς [τους] ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως, εν τἠ καταληφθείση χώρα, της υφισταμένης νομοθεσίας αυτής»[19].

Επίσης, η πιο πάνω ρυθμιστική διάταξη του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913 δε θα αποτελούσε έωλη ερμηνεία, αν την αξιολογήσουμε, μάλλον, ως μια ουσιαστική πρόδρομη διάταξη, ενταγμένης, μετέπειτα, μετά ένα περίπου έτος, στο θεσπισμένο από τον ίδιο το Ρακτιβάν , ως υπουργό επί της Δικαιοσύνης, νομοθέτημα υπ’ αριθ. 147/5ης Ιανουαρίου 1914, ως διάταξη του άρθρ. 2 εδ. 4, η οποία περιλαμβανόταν με χαρακτηριστική γενική ομοιότητα, λεκτική και εννοιολογική.

Θεσπίζεται με το άρθρ. 2.4, Νόμου 147 ότι: «εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών [των οθωμανικών γαιών] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους». Στο κείμενο, όμως, της ενλόγω διατάξεως δεν είχαν παρατεθεί [για λόγους που ανάγονται στην απώτερη βούληση του συντάκτη του Νόμου 147] οι εξαιρέσεις του πιο πάνω άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ’/ 1913, που ρύθμιζαν τις αναφερόμενες αυτές παρακωλυτικές περιπτώσεις, ειδικότερα «των διατάξεων των αντιτιθέμενων προς τους Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως», καθώς και της υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή της οποιασδήποτε «εγχωρίου» οθωμανικής διατάξεως[20].

Βέβαια η αρνητική διαφοροποίηση στην απόλυτη εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, ταυτιζόμενη «μάλλον ως διπλωματική συγκάλυψη της μερικής εισαγωγής του ελληνικού δικαίου» που προαναφέρθηκε, έτσι ώστε θεμιτά να καταλήγει ότι ελάχιστο περιθώριο ουσιαστικής εφαρμογής του οθωμανικού δικαίου υφίστατο. Κι αυτό γιατί βασίστηκε στο επιχείρημα του «ανεπίτευκτου όλως παρίσταται» της υπό το νέο ελληνικό καθεστώς συγκροτήσεως και λειτουργίας δικαστηρίων με βάση τον οθωμανικό [δικαστικό] οργανισμό.

Η λειτουργική πορεία του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913, παρόλη την επιτασσόμενη εμφανή και γενικευμένη εφαρμογή του στη διατήρηση της οθωμανικής νομοθεσίας εν ισχύι στην καταληφθείσα υπό του Ελληνικού στρατού Μακεδονία, υπήρχε περίπτωση αναστολής της, στην περίπτωση τυχόν υπάρξεως «ανυπερβλήτου» κωλύματος κατά την εφαρμογή κάποιου εγχώριου οθωμανικού νόμου, με συνέπεια την ενεργοποίηση των υφιστάμενων «εξαιρέσεων», οπότε θα αναβίωναν αυτοδικαίως οι Ελληνικοί νόμοι.

Στέφανος Δραγούμης, Εμμανουήλ Ρέπουλης, Θεμιστοκλής Σοφούλης: οι τρεις διάδοχοι του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.

Στην περαιτέρω, όμως, εφαρμογή της 7.1 διατάξεως παρουσιάστηκαν σαφείς και ουσιαστικές «αδυναμίες» στην εφαρμογή της, την οποία επικέντρωνε πολύ επιγραμματικά στην «αδυναμία ουσιαστικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας» με τις «σαφείς δυσχέρειες στην εφαρμογή της», με συνέπεια «η διάταξις αύτη κατ΄ ουσίαν [να θεωρηθεί ότι] παρέμεινεν ανεφάρμοστος»[21].

Ειδικότερο θέμα ανέκυψε κατά τη δικαστηριακή πρακτική αναφορικά με τα ενώπιον των δικαστηρίων απευθυνόμενα δικόγραφα, στα οποία υπόκεινται στα κατά τον οθωμανικό νόμο θεσπισμένα δικαστικά και τέλη χαρτοσήμου, εισπραττόμενα με επίθεση κινητού ενσήμου της ελληνικής Προξενικής υπηρεσίας αντίστοιχης αξίας. Η είσπραξη όμως των δικαστικών τελών και των τελών χαρτοσήμου, ήσσονος σημασίας εξαιτίας του αντικειμένου του, παρόλα αυτά διαφοροποιήθηκε με σχετική ερμηνευτική Εγκύκλιο Διαταγή του Ρακτιβάν, εξαιτίας των ανυπέρβλητων δυσχερειών που αντιμετώπισαν στην πράξη πλείστοι δικαστικοί λειτουργοί κατά την εφαρμογή των περί τελών οθωμανικών διατάξεων στις ποινικές δίκες, καθόσον τα επιβαλλόμενα σ’ αυτές τέλη δεν μπορούσαν να «προσαρμοστούν» εξαιτίας των διαφορετικών διαδικαστικών πράξεων της ελληνικής ποινικής δικονομίας. H λύση που δόθηκε από το Ρακτιβάν, απλή στη βάση της αλλά πλήρως νομικά αιτιολογημένη, βασιζόμενη στα διεθνή νόμιμα και τις ρυθμίσεις του Κανονισμού της Χάγης, που αναγνωρίζουν ως θεμιτή στις περιπτώσεις στρατιωτικής κατοχής τη διαφοροποίηση του συστήματος των υπέρ του δημοσίου προσδιορισμένων φόρων, οδήγησε το Ρακτιβάν στην έγκριση εφαρμογής από τα ελληνικά δικαστήρια της αντικαταστάσεως των επίμαχων διατάξεων της οθωμανικής νομοθεσίας από αντίστοιχα ελληνικά νομοθετήματα[22].

Επίσης, αιτιολογείται, η απόλυτη θεμελίωση της εντάξεως των διατάξεων ποινικού δικαίου στην ελληνική δικαιοταξία, με βάση τις αναφορές στις γενικές δικαιικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες οι ποινικές διατάξεις θεωρούνται εν γένει δημοσίας τάξεως, γιαυτό εφαρμόζεται απολύτως στην κατεχόμενη χώρα ο ελληνικός ποινικός νόμος από τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια, για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο «από της στρατιωτικής κατοχής» κατά τη χαρακτηριστική διατύπωσή της[23].

Συναφώς, εξαιτίας του «ανεπίτευκτου» της υπό το ελληνικό καθεστώς λειτουργίας δικαστηρίων σύμφωνα με τον οθωμανικό οργανισμό, ενώ προσδιορίστηκε ότι τα δικαστήρια που συστήθηκαν στις «Μακεδονικές χώρες», σύμφωνα με τη διατύπωση του Κ.Δ.Πολυχρονιάδου, για την εκδίκαση πολιτικών και ποινικών υποθέσεων, βασίζουν τη λειτουργία τους στις διατάξεις του ελληνικού δικαστικού οργανισμού και της ελληνικής πολιτικής και ποινικής δικονομίας, εφαρμόζουν στις πολιτικές υποθέσεις τις διατάξεις των οθωμανικών νόμων (ή κατά άλλη διατύπωση) «κατ’ ουσίαν τους οθωμανικούς νόμους». Η εν λόγω διάταξη αξιολογούμενη ερμηνευτικά συνάγει ότι, όπως προκύπτει εκ της δικαιολογητικής βάσεως και του δεδηλωμένου σκοπού αυτής, αφορά [μόνο] τα τακτικά δικαστήρια τα συσταθέντα καθ’ υποκατάσταση ή διαδοχή των οθωμανικών δικαστηρίων συσταθέντα, [ενώ] δεν περιλαμβάνει τα υφιστάμενα μουσουλμανικά εκκλησιαστικά ή θρησκευτικά δικαστήρια, αναφερόμενων κυριολεκτικά στην προσωρινή ισχύ του ουσιαστικού οθωμανικού δικαίου που προΐσχυε, δηλαδή του οθωμανικού «αστυκού» Δικαίου και του [οθωμανικού] εμπορικού νόμου, η οποία θεωρήθηκε ως ήσσονος σημασίας και εμβέλειας, καθότι απέβλεπε στην ασφάλεια των συναλλαγών και μάλιστα των εμπορικών[24].

Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική για την απόλυτη υπηρεσιακή πρόνοια του Ρακτιβάν αποτελεί η πρώιμη φροντίδα της ελληνικής Πολιτείας να τηρήσει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του Κανονισμού της Συμβάσεως της Χάγης του 1907, φροντίζοντας «πρωθυστέρως»! κατά την επιτυχή σημειολογική επισήμανση του Γ.Δ. Δημακόπουλου, να εφαρμόσει, παρέχοντας την 29η Οκτωβρίου 1912, ταυτόχρονα με την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, ειδικές «Πρόχειρες Οδηγίες» στους Έλληνες διοικητικούς υπαλλήλους που τοποθετούνταν στις έδρες των υφιστάμενων καζάδων ως Διοικητικοί Επίτροποι, σύμφωνα με τις οποίες: θα εξακολουθήσει η ισχύς στις καταλαμβανόμενες χώρες των «κειμένων άχρι τούδε Τουρκικών νόμων» προσωρινώς και μέχρι νεωτέρας διαταγής. «Επομένως, θα τηρηθώσιν εν ισχύι προσωρινώς αι εξής διατάξεις [ενδεικτικώς αναφερόμεναι]: α΄ Αι διατάξεις της καθ΄ εαυτό διοικήσεως, ως και αι της τοπικής διοικήσεως (διοικητικαί διαιρέσεις κ.λπ., δημοτικά συμβούλια, δημογεροντίαι κ.λπ.). β΄ Αι διατάξεις του Αστικού και του Εμπορικού Δικαίου κ.λπ.», προφανώς του οθωμανικού δικαίου[25].

Παράλληλα με το συμπληρωματικό Νόμο υπ’ αριθ. 80 της 16ης Νοεμβρίου 1913, «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ΄ νόμου», προστέθηκαν από το Ρακτιβάν, από το κλεινόν άστυ πλέον, όπου είχε επανέλθει ουσιαστικά στις κύριες αρμοδιότητές του ως υπουργός επί της Δικαιοσύνης στην Αθήνα, ορισμένες απαραίτητες προσθήκες στον υφιστάμενο βασικό νόμο, οι οποίες δεν ήταν τόσο απλά διευκρινιστικές, όπως διαγράφονταν ή συνάγονταν από το γραμματικό τους περιεχόμενο, αλλά στόχευαν σε μια βασική διαπίστωση που οδηγούσε, αρχικά, στη διεύρυνση του αρχικού περιεχομένου των επίμαχων διατάξεων του Νόμου ,ΔΡΛΔ’, αλλά και σε άλλους στόχους ουσιαστικά ευρύτερους, όπως περαιτέρω εκτίθεται:

 α) Στο άρθρ. 1 του πιο πάνω Νόμου υπ’ αριθ. 80, αναφέρεται ιδιαίτερα στην ελλειπτικά αναφερόμενη διάταξη του άρθρ. 7.1, που θέσπιζε γενικότερα ότι στην περίπτωση υφιστάμενου ανυπέρβλητου κωλύματος για την εφαρμογή κάποιου «εγχώριου τινος [οθωμανικού] νόμου τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι», προστίθεται ειδικότερη ρύθμιση με στενότερο περιεχόμενο, σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται (σχηματικά) ως υφιστάμενο το ανυπέρβλητο κώλυμα και έτσι «εφαρμόζεται και ως προς τους φορολογικούς νόμους κατ΄ ειδικήν [όμως] περί τούτου απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου». Kατά τη γραμματική όμως διατύπωση του ενλόγω άρθρ. 1, επισημαίνεται ότι «απαλείφθηκε» (;) ο όρος «αυτοδικαίως» που υπήρχε στη διατύπωση του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄ : «τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι», η οποία όπως παρατέθηκε: «τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι», αποδίδει περιεχόμενο μη συνάδον με την ουσιαστική έννοια του άρθρ. 7.1. Κι αυτό γιατί με την παράλειψη του όρου «αυτοδικαίως» (άρθρ. 7.1), θα μπορούσε να προσδοθεί διαφορετικό ερμηνευτικό περιεχόμενο στο άρθρ. 7.1, όχι μόνο με την παράλειψη (!) του όρου «αυτοδικαίως» (άρθρ. 7.1), που σήμαινε δικαιωματική εφαρμογή των ελληνικών νόμων [ipso iure], χωρίς να προϋποτίθεται για την ενεργοποίησή του καμιά άλλη ενέργεια, αλλά με την αντικατάστασή του με την «ειδικήν περί τούτου απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου» (άρθρ. 1 Νόμου 80), η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί: α) ή ότι θα νομιμοποιούσε το «ανυπέρβλητο κώλυμα προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος [οθωμανικού] νόμου» και β) ή ότι θα οδηγούσε την εναπόθεση της αρμοδιότητας αυτής όχι στην επιτασσόμενη ρητώς στο νόμο («αυτοδικαίως») αλλά σε ολιγομελές «πολιτικό» όργανο («το Υπουργικό Συμβούλιο»)[26].

 β) Στο άρθρ. 2.1 του ίδιου πιο πάνω Νόμου 80, όπου διευκρινίζεται ότι «ο νόμος ,ΔΡΛΔ’ ….εξακολουθεί παραμένων εν ισχύι μέχρι της οριστικής ρυθμίσεως της διοικήσεως εν γένει των προσαρτωμένων χωρών», προφανώς γιατί δεν είχε περατωθεί η διαδικασία των εκατέρωθεν επικυρώσεων των σχετικών Συνθηκών «περί ειρήνης», μεταξύ των οποίων ήταν και η περί Ειρήνης Συνθήκη (άλλως Συμβάσεως των Αθηνών) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας [οθωμανικής αυτοκρατορίας] της 1ης /14ης Νοεμβρίου 1913, που κυρώθηκε με το Νόμο ,ΔΣΙΓ΄/1913 (υπ’ αριθ. 4213, που έλαβε μεταγενέστερα τον αριθ. 79/14ης Νοεμβρίου 1913).

 γ) Ωσαύτως, ειδικότερα στο ίδιο άρθρ. 2.2 του Νόμου υπ’ αριθ. 80 εμφανίζεται μια άμεση και ουσιαστική έναρξη υλοποιήσεως της ενοποιήσεως της διοικητικής νομοθεσίας, πριν από την τυπική συντέλεση της ενοποιήσεως που ρητά δηλώνεται ότι: «Επιτρέπεται διά Β[ασιλικών] Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, η συγχώνευσις υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τἠ Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων και η επέκτασις της ισχύος και εις τας προσαρτωμένας ή στρατιωτικώς κατεχομένας χώρας εν όλω ή εν μέρει υφισταμένων εν τή Παλαιά Ελλάδι νόμων και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των χωρών τούτων εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου».

Πιο ενδελεχής μελέτη του πιο πάνω άρθρου θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η ειδικότερη νομοτεχνική διατύπωσή του δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες ή ερωτηματικά σχετικά με τη χρησιμοποίηση ορολογικών διατυπώσεων, όπως: της «συγχωνεύσεως υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τή Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων», καθώς και «των υφισταμένων εν τή Παλαιά Ελλάδι νόμων», και της «υπαγωγής Πρωτοδικείων των χωρών τούτων [των προσαρτωμένων] εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου», που τυπικά βέβαια θεωρούνταν ότι αποτελούσαν διευκρινιστικά στοιχεία για την ακριβολογία των σχετικών ρυθμίσεων. Σε πιο ουσιαστική, όμως, αναφορά προσέδιναν το κυρίαρχο μέτρο της προετοιμαζόμενης επιβολής της υφιστάμενης διοικητικής νομοθεσίας της Παλαιάς Ελλάδος, στις ανακτηθείσες περιοχές των Νέων Χωρών, με τον ευρύτερο στόχο της τυπικά διοικητικής αλλά «βίαιης» γραφειοκρατικής ενσωματώσεως των περιοχών αυτών με τη νομοθεσία της λοιπής [«Παλαιάς»] Ελλάδος, άκριτα και χωρίς καμία ευρύτερη σκέψη για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις. Πιο ουσιαστικά, μέχρι τότε (1913) δεν είχαν εμφανισθεί θετικά αλλά πιο εμφανή «πολιτικά» στοιχεία, μάλλον «λανθάνοντα» , ίσως ορθότερα «υποκρυπτόμενα», στην απώτερη βούληση των διοικητικών υπηρεσιών ή της κατεστημένης γενικότερης αρνητικής πολιτικής νοοτροπίας της Παλαιάς Ελλάδος έναντι των προσαρτημένων «νέων» επαρχιών. Η πιο πάνω ανάπτυξη, στηριγμένη στην ειδικότερη αναφορά του ενλόγω άρθρ. 2.2 του υπ’ αριθ. 80/1913 Νόμου, σχετικά με τις πιθανολογούμενες «συγχωνεύσεις» της νομοθεσίας, τελικά δεν οδηγήθηκε από τη νομοθεσία [ούτε] στη βάση της σταδιακής επεκτάσεως της λοιπής Ελλάδος και στις Νέες Χώρες, συλλογιστικής Πολυχρονιάδη, που υποστήριζε μεταξύ άλλων και τη θεωρία της «αφομοιωτικής πολιτικής» της νομοθεσίας της Παλαιάς Ελλάδος στο νομοθετικό περιβάλλον των Νέων Χωρών. Σχετικά, εφαρμόστηκε, μάλλον, μια πολιτική ουσιαστικού «εξαναγκασμού», «εν τοις πράγμασι», της Παλαιάς Ελλάδος για την επίτευξη της αποδοχής από τις Νέες Χώρες μιας πραγματιστικής αντιλήψεως που επικράτησε, αναφορικά με την ενοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας, Παλαιάς και Νέας Ελλάδος, όπως αυτή αποδεικνύεται τόσο από την έκδοση σειράς ειδικών νόμων, ρυθμιστικών συγχωνεύσεων υπηρεσιών και επεκτάσεων νόμων, όσο και της πληθώρας των Βασιλικών Διαταγμάτων. Η ενεργητική τους νομιμοποίηση βασιζόταν στη ρυθμιστική διάταξη του πιο πάνω άρθρ. 2.2, το περιεχόμενο της οποίας ρητά διατηρήθηκε σε περαιτέρω ισχύ με το άρθρ. 36. 3 του πιο κάτω αξιολογούμενου Νόμου 147/5ης .1.1914, «περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής τους οργανώσεως», οφειλόμενου στην άμεση προσωπική νομοθετική γραφίδα του Κ. Δ. Ρακτιβάν, ως υπουργού επί της Δικαιοσύνης[27].

Το πρόβλημα όμως της αναγνωρίσεως της οθωμανικής νομοθεσίας, το πλαίσιο της οποίας διαρρυθμίστηκε από τον Ρακτιβάν με τις εκδιδόμενες από τον ίδιο Οργανικές Εγκυκλίους του στην περίοδο της παραμονής του στη Μακεδονία ως ο Πρώτος Διοικητής της στις προσαρτώμενες χώρες, τηρώντας τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907 για τη διατήρηση των υφιστάμενων οθωμανικών νόμων στη στρατιωτικώς κατεχόμενη χώρα, δεν επηρέασε κυριαρχικά το ιδιωτικό δίκαιο, κυρίως στις γαιοκτητικές σχέσεις, το χρονικό διάστημα λειτουργίας του, σε σχέση με τη μετέπειτα χρονική περίοδο.

Θεσσαλονίκη: η έδρα της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας.

Στη διακυβέρνηση Ρακτιβάν θεσπίστηκαν δυο βασικά νομοθετήματα, αποδιδόμενα στη νομοθετική του γραφίδα, ο Νόμος ,ΔΡΛΔ’ /28ης Φεβρουαρίου 1913 «περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», που ενσωμάτωσε με συνέπεια τις αρχές της Χάγης του 1907 για τη διασφάλιση της τάξεως και του δημόσιου βίου, καθώς και του σεβασμού των εν ισχύι υφιστάμενων νόμων στα κατεχόμενα εδάφη, και ο Νόμος 147 της 5ης Ιανουαρίου/ 1ης Φεβρουαρίου 1914 «περί της εν ταις προσαρτωμέναις [Νέαις] χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως».

Θεσπίστηκε επίσης και ο Νόμος ,ΔΣΙΓ’ (υπ’ αριθ. 4213 που έλαβε μεταγενέστερα τον αριθ. 79)/ 1ης – 14ης Νοεμβρίου 1913, κυρωτικού της μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας [οθωμανικής αυτοκρατορίας] Συνθήκης (άλλως Συμβάσεως) περί Ειρήνης [λεγόμενης των Αθηνών], άρθρ. 5 και 6 σχετιζόμενα με την επιτασσόμενη αναγνώριση των μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

O Nόμος ,ΔΡΛΔ’ στο άρθρ. 7.1 εισάγει σε λειτουργία «άπασα» την υφιστάμενη οθωμανική νομοθεσία εν τη καταληφθείση χώρα, με εξαίρεση των διατάξεων των αντιτιθέμενων προς τους Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως και οσάκις υπάρχει κώλυμα ανυπέρβλητον προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος οθωμανικού νόμου[28].

Με το άρθρ. 1 του συμπληρωματικού Νόμου υπ’ αριθ. 80/ 16ης Νοεμβρίου 1913 «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ’ νόμου», που προαναφέρθηκε, περιέχεται συμπληρωματική προσθήκη στο άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ’ αναφορικά με τους προϋφιστάμενους φορολογικούς νόμους[29]. Επίσης στον πιο πάνω Νόμο 80 εισήχθηκε με το άρθρ. 2.2 που εμφάνισε την έναρξη της υλοποιήσεως της ενοποιήσεως της διοικητικής νομοθεσίας και οργανώσεως πριν από την τυπική συντέλεση της ενοποιήσεως και «συγχωνεύσεως υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τη Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων, καθώς και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των χωρών τούτων εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου»[30].

Η ρητή αναγνώριση ολόκληρου του δικαιικού πλαισίου της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας ουσιαστικά εισάγεται με τις βασικές ρυθμίσεις του Νόμου υπ’ αριθ. 147/ 1914, οι οποίες εντάσσονται κύρια και ουσιαστικά στο ελληνικό δίκαιο με τις εξειδικευμένες διατάξεις τους, ιδιαίτερα του άρθρ. 2.4, να περιέχουν (άλλως να αντιγράφουν πιστά) και όχι απλώς να αποδίδουν ρυθμίσεις του οθωμανικού δικαίου. Aπό την άποψη του περιεχομένου του ο Νόμος 147, από τους πιο θεμελιακούς του ελληνικού δικαίου, θεσπίζει επίσης την αποκλειστική ισχύ των ελληνικών ποινικών και αστυνομικών νόμων, που είχαν ήδη εισαχθεί με βάση το Νόμο ,ΔΡΛΔ’ /1913 στις προσαρτημένες χώρες (άρθρ. 1). Εισάγει στις Νέες Χώρες την ελληνική αστική νομοθεσία του Παλαιού Βασιλείου (άρθρ. 2.1), στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που είχε «εξισωθεί» αναγωγικά με την «κείμενη» νομοθεσία, με βάση το Διάταγμα της 23ης– 2/7ης -5 1835 «περί Πολιτικού Νόμου», το οποίο, ας σημειωθεί, ρητά αναγνωρίζει την ισχύ των εθίμων, ενώ ιδιαίτερα στις προσαρτημένες χώρες επαναλαμβάνεται η εξακολούθηση της ισχύος για την Κρήτη των διατάξεων το Βυζαντινού Δικαίου, αναφορικά με το οικογενειακό και το κληρονομικό δίκαιο (άρθρ. 2.3 Νόμου 147)[31].

Το πρόβλημα, όμως, της ισχύος των ρυθμίσεων των περιλαμβανόμενων στο άρθρ. 2.4 του Νόμου 147/1914 οθωμανικών διατάξεων, που θεωρούνται ότι καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΑΚ (23ης– 2- 1946, άρθρ. 5.8 ΕισΝΑΚ), η λειτουργία τους όμως συνεχίζεται, και τελικά διατηρούνται, αναγωγικά, με βάση ιδιαίτερα το άρθρ. 51 του ΕισΝΑΚ : «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους». Παράλληλα, σύμφωνα με τη θεσπιζόμενη γραμματική τους αναφορά, στο ειδικότερο περιεχόμενό τους, το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρ. 2.4, του Νόμου 147, ορίζεται απόλυτα ότι: «εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών [οθωμανικαί] διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών [των οθωμανικών γαιών] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους». Η βασική αυτή διάταξη σημαίνει ότι διατηρούνται σε ισχύ άμεσα, αποκλειστικά και εξειδικευμένα, με τις ρυθμίσεις του Νόμου 147, οι περί οθωμανικών γαιών διατάξεις του οθωμανικού δικαίου, τις οποίες, εφόσον ο ελληνικός νόμος τις κατέστησε εσωτερικό δίκαιο, ουσιαστικά, πλέον, ανάγεται το περαιτέρω ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο στο προϋφιστάμενο οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα.

Έτσι, αναγωγικά, οι διατάξεις του προϋφιστάμενου οθωμανικού δικαίου θεωρούνται οιονεί ελληνικό δίκαιο και περιέχουν κυρίως και όχι απλώς αποδίδουν ρυθμίσεις του οθωμανικού δικαίου, που περιλαμβάνονται στο βασικό κωδικοποιημένο οθωμανικό Νόμο περί Γαιών του 1858, οι διατάξεις του οποίου ρύθμιζαν τα ιδιωτικά δικαιώματα των δικαιούχων επί των δημόσιων, των μη κυρίως αφιερωμένων ή βακουφικών, των καθιερωμένων σε κοινή χρήση, των νεκρών και των λεγόμενων μοναστηριακών γαιών.

Επίσης, αναγνωρίζεται το ιδιαίτερο καθεστώς των μουσουλμάνων και των ισραηλιτών που ανήκαν στο προσωπικό τους θρήσκευμα, αναφορικά με τις γαμικές και τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων, οι οποίες διέπονται και κρίνονται από τον ιερό τους νόμο (άρθρ. 4), και συνάμα προσδιορίζεται ότι η συντέλεση της κτήσεως των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων πραγματοποιείται διά μεταγραφής (άρθρ. 8.2)[32].

Εξειδικεύεται, παράλληλα, η δυνατότητα αναγνωρίσεως ως δεκτικών μεταγραφής των ποικιλοτρόπως συνταγμένων αντεγγράφων, ως αποδεικτικών του πραγματικού ιδιοκτήτη ακίνητων κτημάτων, που εμφανίζονταν μέχρι τότε εικονικά στο όνομα ιδιώτη, σε αντιδιαστολή με τους πραγματικούς δικαιούχους που ήταν νομικά πρόσωπα ευαγών ή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, κοινοτήτων, ή του ελληνικού Δημοσίου, κι αυτό γιατί η οθωμανική νομοθεσία δεν αναγνώριζε τα νομικά πρόσωπα, με συνέπεια αυτά να εμφανίζονται εικονικά στο όνομα ιδιωτών (άρθρ. 8.3). Αυτή η χαρακτηριστική διασφαλιστική πρακτική είχε διαμορφωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά την Τουρκοκρατία[33], για την εξασφάλιση ιδιαίτερα των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων των διάφορων εκκλησιαστικών οργανισμών που δεν είχαν τη νομική δυνατότητα να εγγραφούν στο οθωμανικό κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα τη λύση της σχέσεως με τον παρένθετο εικονικό ιδιοκτήτη, που φρόντιζε στη συνέχεια την κατάρτιση του σχετικού αντεγγράφου, όπου διευκρινιζόταν τόσο ο φυσικός όσο και ο εικονικός ιδιοκτήτης.

Οθωμανικό κτηματολόγιο Τίτλος ιδιοκτησίας (Αύγουστος 1911). Πηγή: ΓΑΚ – Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας – Κωδικός αρχείου: OCD001.01.

Εκτός της άμεσης νομοθετήσεως της ελληνικής Πολιτείας, αναφορικά με τις αναγνωρίσεις των τέως οθωμανικών ιδιοκτησιών, κυρίως με τις νομοθετικές παρεμβάσεις του Κ. Δ. Ρακτιβάν, ιδιαίτερα με την προηγηθείσα ανάπτυξη του ελληνικού βασικού Νόμου 147/1914 που κλήθηκε να θεραπεύσει την κακή εφαρμογή των γαιοκτητικών ρυθμίσεων του θεμελιακού αυτού νομοθετήματος στις προσαρτώμενες χώρες της Μακεδονίας, καίρια προβληματική θεμελιώθηκε με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των άρθρ. 5 και 6, της κυρωτικής μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συνθήκης (Νόμος ,ΔΣΙΓ΄, άλλως Συμβάσεως) περί Ειρήνης (άλλως και των Αθηνών) της 14ης– 11- 1913. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Αθηνών (Νόμος ,ΔΣΙΓ΄) που σχετίζονται με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αναφέρονται κυρίως στο περιεχόμενο των άρθρ. 5 και 6, το οποίο δημιούργησε δικαιώματα εκ των προτέρων αποδεδειγμένα, τα οποία η Πολιτεία όχι απλώς τα «υπέθαλψε» αλλά πανηγυρικά τα αναγνώρισε!, άκριτα τις περισσότερες φορές, άλλοτε «σιγή» και άλλοτε με «αστήρικτες» αιτιολογίες ή υπεκφυγές παιδικού τύπου, όπως «για την κάλυψη αγροτικών αναγκών».

Τα επίμαχα αυτά άρθρα αναφέρονται:

α) Άρθρ. 5: «Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα καθώς και αι δικαστικαί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά των αρμοδίων Οθωμανικών Αρχών έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί του εναντίου αποδείξεως».

β) Άρθρ. 6.1: «Οι κάτοικοι των εκχωρηθεισών χωρών… και διατηρούντες την οθωμανικήν ιθαγένειαν ήθελον μεταναστεύσει εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν ή εις το εξωτερικόν ή οίτινες μονίμως ήθελον εγκαταστή [εγκατασταθή] εν αυτοίς, θα εξακολουθήσωσι διατηρούντες τας ακινήτους αυτών ιδιοκτησίας, τας κειμένας εν ταις εκχωρηθείσαις ταύταις χώραις, εκμισθούντες ή διά τρίτων διαχειριζόμενοι αυτάς».

Άρθρ. 6.2: «Τα εν ταις εκχωρουμέναις τή Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τον οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως».

  Άρθρ. 6. 3: «Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων των εγγεγραμμένων επ’ ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ’ αυτών δυνάμει των οθωμανικών νόμων, των προγενεστέρως της ειρημένης καταλήψεως».

Με τη δήλωση στο άρθρ. 6.4: ότι «Ουδείς δύναται να στερηθή τας ιδιοκτησίας αυτού, εν μέρει ή εν όλω, εμμέσως ή αμέσως, ειμή διά λόγους δεόντως βεβαιουμένης δημοσίας ωφελείας, μετά προηγουμένην δικαίαν αποζημίωσιν».

Eρμηνευτικό συμπέρασμα των ρυθμίσεων αυτών ήταν ότι έπρεπε να τύχουν ουσιαστικής προστασίας όλα τα υπό το προηγούμενο οθωμανικό δικαιικό καθεστώς ιδιωτικά (άλλως «ιδιοκτησιακά») δικαιώματα, οι δικαστικές αποφάσεις των οθωμανικών δικαστηρίων, καθώς και οι «νόμιμοι» οθωμανικοί γαιοκτητικοί τίτλοι, οι οποίοι προσπόριζαν τα αντίστοιχα με τους τίτλους αυτούς γενικότερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αρκεί να είχαν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του σχετικού οθωμανικού Νόμου περί Γαιών του 1858 που προέβλεπαν το ειδικότερο περιεχόμενό τους.

Η επιτασσόμενη αυτή προστασία των δικαιωμάτων αυτών ήταν απόλυτη: «έσονται σεβαστά και απαραβίαστα», ενώ θέτονταν ως χρονικό σημείο της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της υπάρξεως ή κτήσεως αυτών το διάστημα : «μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών» (άρθρ. 5) ή της υπάρξεώς τους «προγενεστέρως της καταλήψεως» ( άρθρ. 6)[34].

Βασικότερη, όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί η υποχρέωση της ελληνικής κυβερνήσεως (άρθρ. 6.2) για την αναγνώριση των αναφερόμενων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί των περιγραφόμενων ρητώς στοιχείων που κατέχονταν από ιδιώτες, με νομιμοποιημένους ιδιοκτησιακούς οθωμανικούς τίτλους, που θα ήταν «προγενέστεροι της καταλήψεως». Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο αποτέλεσε η αναγνώριση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί των ακινήτων των «νομικών προσώπων», που κατέχονταν νόμιμα απ’ αυτά τη χρονική περίοδο «προγενέστερα της καταλήψεώς» τους (άρθρ. 6.3), ενώ σημειώνεται ότι τα «νομικά αυτά πρόσωπα» θεσμικά είναι γνωστό ότι δεν περιλαμβάνονταν στις ρυθμίσεις της οθωμανικής ή της μουσουλμανικής νομικής γραμματείας, οι οποίες αγνοούσαν την ύπαρξη της δικαιικής αυτής ιδιότητάς τους, ρυθμιζόμενης από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.

Κατά συνέπεια επί των διατάξεων αυτών, θα μπορούσε να διατυπωθεί ένας ουσιαστικός νομικός προβληματισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε ως απόρροια του γραμματικού περιεχομένου των ρυθμιζόμενων με τις πιο πάνω ρυθμίσεις ιδιοκτησιακών, κυρίως, δικαιωμάτων, αναφερόμενος σε ένα βασικό και κύριο ερώτημα σχετικά με τα δικαιώματα αυτά της ιδιοκτησίας, των οποίων η περί αυτών κοσμοθεωρία του οθωμανικού δικαίου ήταν διαμετρικά αντίθετη με την έννοια της ιδιοκτησίας του υφιστάμενου σε ισχύ στη λοιπή Ελλάδα βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η επικέντρωση του οποίου αφορούσε την ειδικότερη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που έπρεπε να λειτουργήσουν για την ενεργοποίηση της υποχρεώσεως αυτής του ελληνικού κράτους.

Ωσαύτως, με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο προκύπτει ένα θετικό ερμηνευτικό κενό, με την έννοια ότι δε διευκρινιζόταν το βασικά εφαρμοζόμενο δίκαιο, κι αν το κυρίαρχο δίκαιο που θα λαβαινόταν υπόψη θα ήταν το αντίστοιχο της κτήσεως των δικαιωμάτων αυτών, που θα ήταν το οθωμανικό ή το διάδοχο ελληνικό, με τη μορφή που «ίσχυε» και λειτουργούσε τότε στην Ελλάδα, ως δίκαιο της διάδοχης κυριαρχίας, στο νομικό καθεστώς της οποίας θα υπάγονταν στη συνέχεια και οι δικαιούχοι των «κεκτημένων» υπό το προηγούμενο οθωμανικό δικαιικό καθεστώς δικαιωμάτων (ως δίκαιο λειτουργίας των «κεκτημένων» δικαιωμάτων)[35].

Συναφής πηγή αξιολογήσεως του νομικού προβληματισμού, που ήδη αναπτύχθηκε, ήταν και η σχετική ερμηνευτική της Συμβάσεως των Αθηνών Εγκύκλιος υπ’ αριθ. 34 498/20ής Δεκεμβρίου 1913 του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών, υπογραφόμενη από τον υπουργό των Εξωτερικών Δημήτριο Πανά και απευθύνονταν «Προς τα επί της Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας Β[ασιλικά] Υπουργεία», η οποία, ως ευρισκόμενη εγγύτερα με τις συνθήκες συνάψεως της ενλόγω Συμβάσεως, επιχειρούσε να «ερμηνεύσει» το πιο πάνω άρθρ. 6. 2, της Συμβάσεως των Αθηνών, για την έννοια και την ειδικότερη φύση των υπό αναγνώριση «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας». Έτσι, προσδίδονταν μία «επίσημη» μορφή της ελληνικής θέσεως, διά του αρμοδιότερου όλων υπουργείου των Εξωτερικών, σχετικά με τον όρο «δικαιώματα ιδιοκτησίας», τον οποίο μάλιστα ανέφερε μόνο με τη γαλλική του απόδοσή “droits de propriété”, χωρίς να δίδει, όμως, κανένα ερμηνευτικό στοιχείο από το οποίο θα συναγόταν η απάντηση για την άρση της ασάφειας του γενικόλογου όρου «δικαιώματα ιδιοκτησίας».

H Eγκύκλιος ειδικότερα περιελάμβανε ότι: «ο όρος “droits de propriété” δέον να ερμηνευθή εν τη κρατούση εν Τουρκία γενικωτέρα σημασία, ήτοι ο όρος ούτος περιλαμβάνει πάντα τα επί ακινήτων εμπράγματα δικαιώματα, δηλονότι δικαιώματα κυριότητος επί κτημάτων κατά κυριότητα εξουσιαζομένων (μούλκ), δικαιώματα επικαρπίας, προκειμένου περί δημοσίων γαιών (εραζίι μιριέ), βακουφικών (αφιερωμένων) κτημάτων κ.λπ, συμφώνως προς τους Οθωμανικούς Νόμους τους ισχύοντας μέχρι της ημέρας της καταλήψεως των προσαρτηθεισών χωρών. Επί τη βάσει δε της Νομοθεσίας ταύτης θέλουσι καθορισθή και τ’ αμοιβαία δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και των επικαρπωτών δημοσίων γαιών…. αποκλειομένης της εφαρμογής των μεταγενεστέρων νεαρών νόμων…». Από τη διατύπωση, όμως, αυτή, δε συνάγεται πάντως το ακριβές περιεχόμενο των «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας», εκτός κι αν θεωρηθεί ότι στο περιεχόμενο αυτό υπάγονταν: «πάντα τα επί ακινήτων εμπράγματα δικαιώματα», σύμφωνα με την πιο πάνω γραμματική διατύπωση της ίδιας Εγκυκλίου, τα οποία προβλέπονταν ότι «επί τη βάσει δε της Νομοθεσίας ταύτης [δηλαδή της οθωμανικής] θέλουσι καθορισθή και τ’ αμοιβαία δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και των επικαρπωτών δημοσίων γαιών»[36].

Στη βάση της πιο πάνω αξιολογήσεως των ρυθμιστικών διατάξεων της Συμβάσεως των Αθηνών, αναφορικά με την «άκριτη» και γενικευμένη οριζόντια αναγνώριση των σχετικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, στηρίχθηκε η «πρωτόγνωρη» για τα ελληνικά δεδομένα «μετατροπή» των δικαιωμάτων αυτών, που οδήγησε μεταγενέστερα σε μια ουσιαστική μορφή ρητού και άμεσου «νομικού μεταβολισμού» της τέως οθωμανικής «δημόσιας ιδιοκτησίας» στην πλήρη κυριότητα του βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που στηρίχθηκε αναγωγικά στο ερμηνευτικό πλαίσιο της συναφούς ρυθμιστικής επιταγής της Ελληνο – Τουρκικής Συμβάσεως του 1881[37].

Η επίτευξή της, όμως, δε βασίστηκε μόνο στις επιτασσόμενες επιταγές της πιο πάνω διεθνούς Πράξεως, οι οποίες στις προσαρτήσεις των Νέων Χωρών του 1912-1913 δεν είχαν τα ίδια μορφολογικά στοιχεία, όπου η «ιδιοκτησιακή» βάση των κεκτημένων ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των τέως οθωμανικών γαιών δε «μεταβολίστηκε» στηριγμένη απλώς στο ρυθμιστικό πλαίσιο μιας διεθνούς Πράξεως (έμμεσος συμβατικός νομικός , μεταβολισμός), αλλά εμφανίστηκε διαφοροποιημένα, με την οριοθέτησή της να θεμελιώνεται ουσιαστικά στη ρυθμιστική της «οθωμανικής» αυτής ιδιοκτησίας ελληνική νομοθεσία[38].

Η αρχική διαμόρφωση του αρχικού δικαιικού πλαισίου του αξιολογούμενoυ Νόμου 147/5/1 – 1/2 -1914 του Ρακτιβάν, «περί της εν ταις προσαρτωμέναις [Νέαις] χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως», «διατήρησαν σε ισχύ τις περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις, που ρύθμιζαν τα επί [των γαιών] αυτών [κεκτημένα] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα». Με τον τρόπο αυτό εισήχθηκαν διαμέσου του θεσπισμένου ελληνικού νομοθετήματος του Νόμου 147 οι «περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις» του οθωμανικού Νόμου περί Γαιών του 1858, διαμορφώνοντας μια αρχική δικαιική υποδομή, κατά τεκμήριο ασφαλή, με βάση τις ουσιαστικές διατάξεις του Νόμου 147, οι οποίες θα οδηγούσαν (θεωρητικά) τη νομοθετική μηχανή στις ουσιαστικές ρυθμίσεις της ρητής οθωμανικής νομοθεσίας (του οθΝπΓαιών), εφαρμοζόμενες, όμως, σύμφωνα με το περιεχόμενο των σχετικών [οθωμανικών] διατάξεων, oι οποίες ατυχώς δεν είχαν την αναμενόμενη εφαρμογή τους.

Με μεταγενέστερο, όμως, νομοθέτημα, της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, ύστερα από νομοθετική πρωτοβουλία οφειλόμενη στον τότε υπουργό Γεωργίας Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, διαπιστώθηκε ότι επήλθε μια ουσιαστική διεύρυνση στην αναγνώριση των κεκτημένων επί των τέως οθωμανικών γαιών ιδιωτικών δικαιωμάτων, που ανάγονταν κατευθείαν στις ρυθμίσεις του οθΝπΓαιών. Η ολοκληρωτική νομοθετική εμπέδωση επιτεύχθηκε με το ρυθμιστικό πλαίσιο του Διατάγματος υπ’ αριθ. 2468/ 20ής -5- 1917, « περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς νόμους δημοσίων γαιών», το οποίο, στη συνέχεια, μορφοποίησε τελείως τον όλο δικαιικό «μεταβολισμό» της φύσεως της οθωμανικής «ιδιοκτησίας», που κυρώθηκε με το Νόμο 1072/18ης -11-1917, «περί επεκτάσεως καθ’ άπαν το κράτος [ως γενικός νόμος] των υπ’ αριθ. 2466- 2470 διαταγμάτων της προσωρινής Κυβερνήσεως [Θεσσαλονίκης] περί του αγροτικού ζητήματος».

Έτσι με το εν λόγω Διάταγμα 2468 υπερακοντίστηκε στην ουσία η βασική διάταξη του άρθρ. 2.4 του Νόμου 147, που θέσπιζε τη διατήρηση σε ισχύ των «περί [οθωμανικών] γαιών διατάξεων», διευρύνοντας ολόκληρη τη βάση της αρχικής νομοθετικής αυτής ρυθμίσεως, οι διατάξεις των οποίων διαμόρφωσαν ένα νέο πλήρη νομοθετικό «μεταβολισμό», της φύσεως των δικαιωμάτων των γαιών αυτών. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, με την αναγνώριση αυτή της αυτοδίκαιης «μεταβολιστικής μετατροπής» της «εκφάνσεως» της «ιδιοκτησιακής» βάσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων «εξουσιάσεως» [ως ερμηνευτικής αποδόσεως του δικαιώματος tasarruf] επί των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών – από της δημοσιεύσεως του Διατάγματος 2468/20ής Μαΐου 1917 – , επήλθε, με την επίκληση ενός «κατά φαινόμενο» υφιστάμενου «δικαιικού πλάσματος», η «μετατροπή» των δικαιωμάτων αυτών «εξουσιάσεως» σε δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας, με την έννοια της κυριότητας, και σύμφωνα με τις προσδιοριζόμενες νομοθετικά προϋποθέσεις[39]. Πιο ειδικά τα κατά «παραχώρηση» αυτά δικαιώματα «ιδιοκτησίας» περιήλθαν στους δικαιούχους του δικαιώματος της «εξουσιάσεως» κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, με συνδικαιούχο κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου το ελληνικό δημόσιο, δικαίωμα το οποίο, κι αυτό στη συνέχεια (1929), καταργήθηκε, και έτσι η πιο πάνω συνιδιοκτησία (του 1/5 εξ αδιαιρέτου του ελληνικού δημοσίου) επί των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών των λεγόμενων Νέων Χωρών, περιήλθε, με βάση το άρθρ. 101. 1 του Προεδρικού Διατάγματος της 11ης-11- 1929 «περί διοικήσεως δημόσιων κτημάτων», αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία Μεταγραφών, έναντι τιμήματος, στους συνιδιοκτήτες των υπόλοιπων 4/5 κατά το χρόνο ισχύος του πιο πάνω Διατάγματος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Νόμος 147/1914, μολονότι καταργήθηκε τυπικά με το άρθρ. 5.8 του ΕισΝΑΚ, ουσιαστικά συνεχίζει τη λειτουργία του με τις ειδικές και αρκούντως θεμελιακές ρυθμίσεις του άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο: «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους», ενώ αναγωγικά ισχύει για τα ελκόμενα από τις ρυθμίσεις του κεκτημένα ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, αναφορικά με το νομοθετικό πλαίσιο υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του οθΝπΓαιών/1858[40].

Προτομή του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν στον περίβολο του Δικαστικού Μεγάρου Βεροίας.

Το έργο του Ρακτιβάν ατυχώς στην ελληνική επικράτεια δεν έγινε αρκούντως γνωστό, κι αυτό γιατί τα πολεμικά γεγονότα συνεχίζονταν, κατά τη διάρκεια της διακυβερνήσεως της χώρας των ετών μετά την απελευθέρωσή της του 1912, και υπερκέρασαν τη γνώση του, ταυτόχρονα με την τιτάνια προσπάθειά του να προβεί σε όλες αυτές τις πολιτικο-διοικητικές ενέργειες, υλοποιώντας τις ρυθμίσεις διεθνών νομίμων που αφορούσαν τη διοίκηση των καταλαμβανόμενων χωρών προ της οριστικής τους προσαρτήσεως.

Το γεγονός είναι ότι η Διοίκηση Ρακτιβάν κατάφερε τα ακατόρθωτα.

Η αναφορά στις πολυποίκιλες νομοθετικές του παρεμβάσεις κρίνονται τόσο επιτυχημένες, που διερωτάται κανείς πώς μπορεί αναγωγικά να καταστεί κατανοητή η ψυχική δύναμη! ενός ιστορικο – δικαιικού επιστήμονα, λάτρη και ένθερμου θιασώτη των θεσμών του βυζαντινο – ρωμαϊκού δικαίου, καθώς και διαπρεπέστατου πολιτικού και νομικού, υπουργού της Δικαιοσύνης από το Μάιο του 1912, ο οποίος αποδέχθηκε τη νέα θέση που τον προόριζε ο Βενιζέλος, μέσα στη δίνη του πολέμου, βασικό προσδιοριστικό γεγονός, το οποίο μάς καθιστά απόλυτα φανερό το μέγεθος των ανυπέρβλητων δυσχερειών, που είχε να αντιμετωπίσει, στην όλη τους την έκταση, η τότε διακυβέρνηση του Πρώτου Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στη Μακεδονία.

Ο Γεώργιος Π. Νάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ομιλία, η οποία εκφωνήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε από την Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Ιστορίας του Δικαίου, στις 26 Φεβρουαρίου 2020 στην Αίθουσα «Κωνσταντίνος Δ. Ρακτιβάν» του Συμβουλίου της Επικρατείας.

[1] Βλ. Αργυρόπουλου, Περ. Αλ., Απομνημονεύματα, εν Αθήναις 1970, σ. 128-130 – βλ. και Δημακόπουλου, Γ. Δ., “Η διοικητική οργάνωση των καταληφθέντων εδαφών (1912-1914), Γενική Επισκόπησις”, έκδ. Ε.Λ.Ι.Α., Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914, Αθήνα 1993, σ. 206-207- πρβλ. Νάκου, Γ.Π., “Το νέο σύστημα δικαίου στη Μακεδονία. Μετά και Κατά την Απελευθέρωση των Νέων Χωρών από τον οθωμανικό ζυγό” (περαιτέρω: Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία), Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, (περαιτέρω: ΕΚΕΙΕΔ), τχ. 46, Αθήνα 2016, σ. 281 κε. σημ. 7-10 κε.

[2] Ρακτιβάν, Κων. Δ., Έγγραφα και Σημειώσεις εκ της πρώτης Ελληνικής Διοικήσεως της Μακεδονίας (1912-1913) (περαιτέρω: Ρακτιβάν, Έγγραφα), Θεσσαλονίκη 1951, σ. 85 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία, σ. 282-283 κε.

[3] Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 85 κε.- Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 4, σ. 282 κε.

[4] Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 17 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 284-285.

[5] Κεραμέα, Κ. Δ., “Η απελευθέρωση της Μακεδονίας και ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν”, Πανηγυρικός ΑΠΘ, στις 26.10. 1977, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 22 σημ. 46 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου, & 6, σ. 285 σημ. 19, 286 κε.

[6] Η οποία διατυπωνόταν με τη μορφή δικαιικής αρχής, προερχόμενης από την «ουσία» της όλης «καταστάσεως», σύμφωνα με τις ειδικότερες επιστημονικές θέσεις του Ρακτιβάν, για την ανεύρεση της συναγόμενης ή προτεινόμενης ή τεκμαιρόμενης ή τελικά ρυθμιζόμενης (δηλαδή επιβαλλόμενης) νομοθετικά λύσεως, προστασίας των γενικότερων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, με την εξειδικευμένη προστασία της αγροτικής ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που αναφάνηκαν εξαιτίας του πολέμου «και των παρομαρτουσών αυτώ περιστάσεων» και αποτέλεσαν αιτίες δημιουργίας ανωμαλιών, που εκτίθενται στην υπ’ αριθ. 13 255/6ης Ιουνίου 1913 ενδεικτική Εγκύκλιό του, προς τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κ.ά. της Μακεδονίας, Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 102-103 – περισσότερα Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου, &. 7, σ. 289 κε., σημ. 31, 33, και && 41, 54, 55, για την απαγόρευση μεταβιβαστικών πράξεων επί ακινήτων και της νομοθετημένης απαγορεύσεως κάθε δικαιοπραξίας επί οιουδήποτε ακινήτου κειμένου στις καταληφθείσες χώρες, άρθρ. 14.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913, αντίστοιχα σ. 328 κε., 340 κε., 342 κε.

[7] Μόνο στους νομούς Θεσσαλονίκης, Κοζάνης, και Δυτικής Μακεδονίας («για το υπόλοιπον της καταλαμβανόμενης χώρας»), στου [Ρακτιβάν] Οργανικαί Διατάξεις, Εγκύκλιοι και Οδηγίαι, του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ως Αντιπρόσωπος της Ελλ[ηνικής] Κυβερνήσεως εν ταις υπό του Ελληνικού Στρατού καταληφθείσαις Μακεδονικαίς Χώραις (περαιτέρω: Οργανικαί Δ.), εν Θεσσαλονίκη 1913, σ. 35 – βλ. επίσης Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 8, σ. 290.

[8] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 9, σ. 291 σημ. 44, 45, με την έκδοση ειδικής Oργανικής Εγκυκλίου Διαταγής «περί δικαιοδοσίας και αποκεντρώσεως υπηρεσιών» υπ’ αριθ. 1246/22ας Ιανουαρίου 1913, Οργανικαί Δ., σ. 90 κε., όπου διατυπώνονται οι βασικοί αποκεντρωτικοί κανόνες, με βάση την αναφερόμενη προεισαγωγικά αρχή, με την οποία: «Η από του κέντρου διεκπεραίωσις απασών των διοικητικών υποθέσεων την μεν κεντρικήν υπηρεσίαν βαρύνει υπερμέτρως, δεν δύναται δε να θεωρηθεί ασφαλώς ως η ευστοχωτέρα, εφ’ όσον ενδέχεται να μην κατέχη το κέντρον πάσας τας λεπτομερείας, στερείται δε εν γένει της επί τόπου αντιλήψεως της υποθέσεως, εν ώ ετέρωθεν η αναγνώρισις αυτενεργείας τινός εις τας κατά μέρος διοικητικάς αρχάς ενδείκνυται εξ αυτής της φύσεως των καθηκόντων και άγει προς την ταχυτέραν άμα λειτουργίαν της επαρχιακής διοικήσεως» – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 44 σημ. 223 – Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 107 κε.

[9]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 9, σ. 292 κε.

[10]Bλ. γενικότερα Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, && 9, σ. 292 κε., 56, σ. 343 κε., σημ. 248 κε – Ειδικότερη ανάπτυξη βλ. στου Πολυχρονιάδου, Κ.Δ., Μελέτη περί της Διοικήσεως των Ανακτηθεισών Χωρών της Μακεδονίας, εν Αθήναις 1913, σ. 100 κε., 108 κε.

[11] Βλ. Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 63 κε. – πρβλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 25, σ. 314 κε.

[12] To κείμενο της πιο πάνω αναφερόμενης Εγκυκλίου υπ’ αριθ. 300/ 1912 βλ. Οργανικαί Δ., σ. 5 κε., με τις περαιτέρω τροποποιήσεις των υπ΄ αριθ. 427, 871, 2291 Oργανικών εγκυκλίων – επίσης Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 27 σ. 315 κε.

[13] Ό.π., Οργανικαί Δ., σ. 5 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 27 σημ. 149.

[14] Ό.π., Οργανικαί Δ., σ. 5-6 κε, 12 κε. 83 κε.- Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 316.

[15] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, && 27, σ. 315 κε., 42, σ. 329- 330 κε., σημ. 212- Πολυχρονιάδου, σ. 84.

[16] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 28, σ. 316 σημ. 152.

[17]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334 κε. Ενώ για την πιο πάνω & 9 του κειμένου «διπλωματική συγκάλυψη» βλ. αυτόθι Σύστημα, & 27, σ. 316 σημ. 152.

[18]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 335 και ad hoc & 56, σ. 343 σημ. 250 κε.

[19] Με αναφορά στη γραφίδα Πολυχρονιάδη, ό.π. (σημ. 10), σ. 87 σημ. 1- πρβλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 334 κε. σημ. 227, «όροι» που εντοπίζονται στα άρθρ. 7. 1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913 και 1 Ν. 80/ 16-11-1913, αυτόθι, && 46 και 56, αντίστοιχα σ. 336, σημ. 231, 227, 343.

[20] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334-336 σημ. 233 – Νόμος 147/1914 – Σύστημα, & 56 σημ. 250, && 59, 67 και 71.

[21] Πολυχρονιάδου, Μελέτη της Διοικήσεως των Ανακτηθεισών Χωρών της Μακεδονίας, σ. 82, 97 κε. – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334, ad hoc σημ. 227, σε συνδυασμό με & 43, σ. 330, σημ. 212 και ad hoc σημ. 216, 217.

[22] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 29, σ. 316 κε., σημ. 157, 158.

[23] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 30, σ. 317 κε., σημ. 160.

[24] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 34, σ. 320 κε., σημ. 176-180.

[25] Νάκου, Γ.Π. Σύστημα, & 42, σ. 330, σημ. 214-216 (σημ. 214, για την αναφερόμενη σχετική επισήμανση του Γ.Δ. Δημακόπουλου).

[26] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, σ. 343 κ.ε., σημ. ad hoc σημ. 250.

[27] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, γ΄, σ. 344-345 σημ. 253, σημ. 256, που νομιμοποιεί την ισχύ του άρθρ. 36.3 του Ν. 147 για τις αναφερόμενες συγχωνεύσεις, σ. 346 σημ. 257, με την ενδεικτική αναφορά των διάφορων συγχωνεύσεων υπηρεσιών, επεκτάσεων νομοθετικών ρυθμίσεων, κ.ά.

[28] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 55, σ. 342 κ.ε., για την αναδρομική ισχύ του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄, λογιζόμενης αναδρομικά από της 6ης Οκτωβρίου 1912, της επομένης της κηρύξεως του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

[29] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, που ήδη αξιολογήθηκαν αρκούντως πιο πάνω, οι οποίοι υπάγονται στις γενικότερες ρυθμίσεις του άρθρ. 7.1 στις περιπτώσεις υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, το οποίο εφαρμόζεται και για τους φορολογικούς νόμους, για τους οποίους συνάγεται ότι το «ανυπέρβλητο κώλυμα» τεκμαίρεται «σχηματικά» ως υφιστάμενο, σύμφωνα, όμως, με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Συναφώς, στο ίδιο αυτό άρθρ. 1 του Νόμου 80 παραλείφθηκε ο όρος «αυτοδικαίως» που υπήρχε στο άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄: «τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι», με την πιο απλή [και ακίνδυνη!] παράθεσή της ως: «τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι».

[30] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, σ. 343-346 κ.ε., σημ. 56-257 κε. Οι συγχωνεύσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλη έκταση, ενώ καθίσταται φανερό ότι δεν πρόλαβαν [ή δεν κατάφεραν!] να περατωθούν, αφού η νομιμοποιητική για την ενεργοποίησή τους διάταξη του άρθρ. 2.2 του Νόμου 80 διατηρήθηκε σε περαιτέρω ισχύ με το άρθρ. 36.3 του περαιτέρω αξιολογούμενου Νόμου 147/ 5ς– 1- 1914, με την οποία «επιτράπηκαν» οι εν λόγω «συγχωνεύσεις», θεσπίζοντας ότι : « Διατηρείται προσέτι εν ισχύι και η διάταξις 2.2 του Νόμου 80, που όριζε ότι επιτρέπονται οι συγχωνεύσεις υπηρεσιών, οι επεκτάσεις της ισχύος υφισταμένων στην Παλαιά Ελλάδα νόμων και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των Νέων Χωρών σε Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου της Ελλάδος».

[31] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 68, σ. 355 κε., σημ. 280, αναφορικά με την κατάργηση της ισχύος του.

[32] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, βλ. & 52, σ. 339 κε., 340 κε. – & 54, σελ. 340 η προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων – & 55, σ. 342 κε. η αναδρομική ισχύ Νόμου ,ΔΡΛΔ΄.

[33] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & & 46, σ. 334 κε., σημ. 227, 231 – & 56, σ. 343 κε. σημ. 250.- & 67, σ. 355 κε., σημ. 280- 286.- & 68, σ. 357 κε., 358 (αντέγγραφα), 359 (Ν. 1072), 360, 361.- και ad hoc & 68, σ. 355 κε., σημ. 280-283 (αντέγγραφα ιδιοκτησίας), & 68, σ. 357 κε. σημ. 286. Για τη φύση των ιδιοκτησιακών αυτών αντεγγράφων βλ. Νάκου, Γ.Π., “Τα εικονικά αντέγγραφα ως εξασφαλιστική μορφή ιδιοκτησίας κατά την Οθωμανοκρατία”, υπό δημοσίευση στον Τιμητικό Τόμο Κων. Πιτσάκη, έκδοση Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

[34] Για τις κατηγορίες αυτές των προγενεστέρων της καταλήψεως του 1912 ιδιοκτησιακών τίτλων βλ. συναφώς Νάκου, Γ.Π., Το νομικό καθεστὠς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών, 1821-1912, Θεσσαλονίκη 1984, κυρίως για τις μορφές των οθωμανικών τίτλων του άρθρ. 4.1 της Συμβάσεως του 1881, σ. 331 κε., καθώς και για τους μη αναφερόμενους αλλά υπαγόμενους στις ρυθμίσεις του 4.1, οθωμανικούς τίτλους, σ. 341 κε., 343 κε., εξού και η διαφορά από την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από τον Ρακτιβάν, βλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, ad hoc && 54-55, σ. 340 κε.

[35] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 60 σ. 347 κε., σημ. 262, & 61 σ. 348, σημ. 263, & 62 σ. 349, σημ. 264 κε.

[36] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 62, σ. 349 κε., σημ. 266 κε.

[37] Νάκου, Γ.Π., Νομικό Καθεστώς, σ. 303-304, σε πρβλ. με σ.. 21, 25, 27, 230, του ίδιου, “Δικαιικοί «μεταβολισμοί» της ιδιοκτησίας στις Νέες Χώρες μετά την ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια”, Συμπόσιο ΙΜΧΑ, Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 16-18.11.1988, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 9, 13, 164-166 κε. Για λόγους καθαρά επιστημονικούς κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι η πρωτοχρησιμοποίηση του όρου «νομικός μεταβολισμός» της οθωμανικής ιδιοκτησίας και των επί των τέως οθωμανικών γαιών εμπράγματων δικαιωμάτων εισήχθηκε ερμηνευτικά στην Ιστορία του Δικαίου, το έτος 1984, στο πιο πάνω έργο του Γ.Π. Νάκου, Νομικό καθεστώς, ό.π., σ. 303-304 κε., σε συμπαραβολή με σ. 21 κε., 25 κε., 27 κε., 239 κε, και έκτοτε αναπτύχθηκε σε βασική ερμηνευτική θεωρία των δικαιωμάτων αυτών στις πιο πάνω ειδικότερες μελέτες μου: “Δικαιικοί «μεταβολισμοί»”, ό.π., σ. 154 κε. σημ. 7, 155 σημ. 9-10, 156 σημ. 11-13, 158 σημ. 14, 163 σημ. 31-33, 164- 166 σημ. 34-50, 173 σημ. 62 – του ίδιου, “Το νέο σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία”, ό.π., σ. 351 κε., 359 κε. ( ως αρχική διάλεξη- επιστημονική ανακοίνωση στην επέτειο για τα «Εκατό Χρόνια 1912-2012» από την Απελευθέρωση της Μακεδονίας στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, με τίτλο «Το νέο Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία», εκφωνηθείσα στις 28.11.2012 και εκτυπωθείσα με τις λοιπές μελέτες της Επετείου Όψεις 100 Ετών, 1912-2012, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 97 κε.) – “Στοιχεία απαλλοτριωτικών αποφάσεων Αγιορειτικών μετοχίων της Θάσου”, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, Ακαδημίας Αθηνών, τχ. 47, Αθήνα 2017, σ. 221 κε., σημ. 17 – “Δικαιικές αντινομίες του απώτερου ιστορικο – δικαιικού παρελθόντος: Η απαξίωση του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου”, Τιμητικός Τόμος Χρηστογιώργη Καλτσίκη, Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ, 2016, σ. 51 κε., 62 κε – “Τα γαιοκτητικά «μεταβολιστικά» αποτελέσματα της Τουρκοκρατίας στη Θάσο και οι δυνατότητες χρησικτησίας των τέως οθωμανικών γαιών”, Η΄ Συμπόσιο Θασιακών Μελετών, υπό δημοσίευση στα Πρακτικά, Καβάλα 2019-2020.

[38] Νάκου, Γ.Π., Δικαιικοί μεταβολισμοί, σ. 165-166 σε συνδυασμό με σ. 155 σημ. 10.

[39] Νάκου, Γ.Π, βλ. Σύστημα, ad hoc && 66, 67, σ. 353 κε.

[40] Νάκου, Γ.Π., Δικαιικοί Μεταβολισμοί, σ. 165 – του ίδιου, Σύστημα, & 63, σ. 351 κε. σημ. 270, σε πρβλ. με του ίδιου, Σύστημα, && 66, 67, σ.. 353- 354, & 69, σ. 359 σημ. 287, σ. 360 σημ. 290.

Κώστας Τσίβος: Από τον Μπουχάριν στον Σλάνσκι. Σκηνοθετημένες Δίκες της Σταλινικής Εποχής

Κώστας Τσίβος

 

Από τον Μπουχάριν στον Σλάνσκι.

Σκηνοθετημένες Δίκες της Σταλινικής Εποχής

 

«Έλαβα αυτό που μου άξιζε», δήλωσε τον Νοέμβριο του 1952 ο Ρούντολφ Σλάνσκι, γενικός γραμματέας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, λίγο μετά την ανακοίνωση της θανατικής ποινής του σε μια σκηνοθετημένη δίκη που βασίστηκε σε ομολογίες που αποσπάστηκαν με τη βία από τον ίδιο και τους συγκατηγορούμενούς του. Η δίκη της «αντικρατικής συνωμοτικής συμμορίας του Σλάνσκι και των συνεργατών του» αποτέλεσε την κορυφαία από τις δεκάδες σκηνοθετημένες δίκες που μεταπολεμικά έλαβαν χώρα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ένα από τα πολλά «γιατί» που συνοδεύουν τις δίκες – παρωδία είναι η πίστη των θυμάτων όχι μόνο στο λαμπρό μέλλον του κομμουνισμού, όσο και η αφοσίωσή τους στους θύτες τους, πάνω απ΄ όλα στον Στάλιν. Γιατί λοιπόν ο «σοφός» Στάλιν επέμενε τόσο πολύ όχι μόνο στην φυσική εξόντωση των υποτιθέμενων αντιπάλων του, αλλά και στην απόσπαση της δημόσιας ενοχής τους, χρησιμοποιώντας πρωτοφανείς ψυχολογικές πιέσεις και ανήκουστα βασανιστήρια;

Η «παράνοια» του Στάλιν είναι το κεντρικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε αναλύσεις γνωστών ιστορικών αναφορικά με την ενοχοποίηση ηγετικών παραγόντων των κομμουνιστικών κομμάτων. Μια άλλη ερμηνεία αναφορικά με το δημόσιο χαρακτήρα των σκηνοθετημένων δικών σχετίζεται με τη νομιμοποίηση των διώξεων με την τυπολατρική τήρηση των κανόνων διεξαγωγής μιας κανονικής δίκης: οι σχετικές διαδικασίες ήταν ανοιχτές στο κοινό, στα έδρανα κάθονταν επαγγελματίες δικαστές, οι κατηγορούμενοι είχαν συνήγορο υπεράσπισης. Η δεύτερη επιδίωξη αυτών των θεατρικών παραστάσεων σχετίζονταν με τη «διαπαιδαγώγηση των μαζών». Η εξέλιξη των δικών περιγραφόταν λεπτομερώς στις εφημερίδες, αναμεταδιδόταν από το ραδιόφωνο, προβαλλόταν στα κινηματογραφικά επίκαιρα. Υπογραμμιζόταν έτσι η ανάγκη της επαγρύπνησης για την αποκάλυψη και εξόντωση του ταξικού εχθρού, ο οποίος μπορούσε να διεισδύσει ακόμα και στα ανώτατα ηγετικά κλιμάκια της «επαναστατικής πρωτοπορίας». Το παρόν άρθρο αναλύει την εξέλιξη των σκηνοθετημένων δικών από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 στη Μόσχα μέχρι την καταδίκη του Ρούντολφ Σλάνσκι στην Πράγα τον Νοέμβριο του 1952, αντλώντας στοιχεία και πληροφορίες από τη σχετική βιβλιογραφία.

 

Οι μεγάλες δίκες της Μόσχας

Αφορμή για τις «μεγάλες εκκαθαρίσεις» του ΄30 αποτέλεσε η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ (1886- 1934), δημοφιλούς γραμματέα της κομματικής οργάνωσης Λένιγκραντ. Στις δίκες που ακολούθησαν ο Στάλιν εξόντωσε τους σημαντικότερους, πραγματικούς και υποτιθέμενους, αντιπάλους του. Αποδεκάτισε έτσι από τα κορυφαία όργανα του σοβιετικού κόμματος και του «Κόκκινου Στρατού» τα σημαντικότερα στελέχη του, εξαφανίζοντας τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Όπως σημειώνει η Αυστραλή ιστορικός Σέιλα Φιτζπάτρικ, σκηνοθετώντας τη συνενοχή των Λεβ Κάμενεφ και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ηγετικών στελεχών των μπολσεβίκων στη δολοφονία του Κίροφ, καθώς και τη συμμετοχή τους σε άλλα ανατρεπτικά σχέδια, ο Στάλιν διάβηκε το Ρουβίκωνα: Έσπαζε το ταμπού που μέχρι το 1936 απαγόρευε την φυσική εξόντωση των ηττημένων εσωκομματικών αντιπάλων. Από δω και πέρα κανένα στέλεχος, ακόμα και οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν και τα συγγενικά τους πρόσωπα, δεν αισθανόταν σίγουροι ότι δεν θα βρισκόταν κατηγορούμενοι για τα πιο απίθανα ανατρεπτικά σχέδια. Ο φόβος για τη διαφύλαξη της ζωής τους και τα αισθήματα συνενοχής για την εξόντωση στενών συντρόφων και συνεργατών απλώθηκε σε όλη την προπολεμική Σοβιετική Ένωση.

Η κηδεία του Σεργκέι Κίροφ το 1934.
Οι Λεβ Κάμενεφ και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ στη φυλακή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι απώλειες της «μεγάλης τρομοκρατίας» σε επίπεδο ηγεσίας είναι εντυπωσιακές. Εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των μελών της ΚΕ που εκλέχτηκαν στο 17ο Συνέδριο του 1934, τα τέσσερα από τα πέντε αναπληρωματικά μέλη του Πολιτικού Γραφείου, είκοσι από τους 25 υπουργούς της κυβέρνησης Μολότοφ. Από τους 90 στρατηγούς του «Κόκκινου Στρατού» επέζησαν μόλις έξι. Όλοι οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένου του στρατάρχη Τουχατσέφσκι, εκτελέστηκαν με την κατηγορία της συμμετοχής στην υπόθεση της αντισοβιετικής τροτσκιστικής ομάδας. Μεταξύ των εκτελεσμένων και ο Νικολάι Μπουχάριν, θεωρητικός των μπολσεβίκων και «αγαπημένο παιδί του κόμματος» κατά τον Λένιν. Η εξόντωση του Μπουχάριν οδήγησε στην φυσική εξόντωση εκατοντάδων στελεχών ξένων κομμουνιστικών κομμάτων που συνεργάστηκαν μαζί του στα πλαίσια της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Π.χ. αποδεκατίστηκε η ηγεσία του πολωνικού κόμματος, ενώ παρόμοια εξοντώθηκαν δεκάδες στελέχη του ΚΚΕ που τη δεκαετία του ΄30 είχαν ανακληθεί από την Αθήνα. Πριν ο Μπουχάριν καταστεί ο ίδιος θύμα, εκτιμούσε την πολιτική ιδέα μιας γενικής εκκαθάρισης ως μια παγκόσμια ιστορική αποστολή, ένα προληπτικό πλήγμα πριν από τον επικείμενο πόλεμο ή μια πρωτοβουλία που θα βοηθούσε τους απλούς πολίτες να απαλλαγούν από ανάξιους αξιωματούχους. Ο Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, επιχειρώντας αναδρομικά να δικαιολογήσει τις εκκαθαρίσεις, τις «θυσίες» καθόλα αθώων και πιστών στελεχών, πρόβαλε το επιχείρημα ότι χάρη στις εκκαθαρίσεις του ΄30 στη διάρκεια του πολέμου δεν υπήρξε «Πέμπτη φάλαγγα». Ο Λάζαρ Καγκάνοβιτς, υπερασπιζόμενος τη λογική των εκκαθαρίσεων σχεδόν μισό αιώνα μετά τη λήξη τους, δήλωνε αφοπλιστικά πως «δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά»!

Αριστερά: Ο Νικολάι Γέζοφ, αρχηγός της NKVD (προκάτοχος της KGB) συνθλίβει τους υποτιθέμενους αντιφρονούντες. Δεξιά: Η Διαταγή αρ. 00447 του Αυγούστου 1937, βάσει της οποίας πραγματοποιήθηκε σειρά εκκαθαρίσεων.

Το 1939, καθώς πύκνωναν τα σύννεφα του επερχόμενου πολέμου, έληξε η περίοδος της μεγάλης τρομοκρατίας. Ο Στάλιν και οι στενοί του συνεργάτες είχαν εδραιώσει την εξουσία τους στο κόμμα και στο κράτος. Στις εργασίες του 18ου συνεδρίου που έγινε τον Μάρτιο του 1939 μόλις το 3% των αντιπροσώπων συμμετείχαν και στο προηγούμενο συνέδριο. Την ίδια χρονιά ξαναγράφτηκε η ιστορία του κόμματος των μπολσεβίκων. Μεταξύ των συντακτών του νέου εγχειριδίου ιστορίας συμπεριλαμβανόταν ο ίδιος ο Στάλιν, ο οποίος φρόντισε «ξεχαστεί» η διαθήκη του Λένιν, ενώ επιδαψίλευσε στον εαυτό του ρόλους και συνεισφορές που αναλογούσαν σε άλλα στελέχη. Τον Αύγουστο του 1939 ο Μολότοφ υπέγραψε με τον Ρίμπεντροπ, υπουργό Εξωτερικών του Χίτλερ, το αμφιλεγόμενο σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο δημιούργησε αισθήματα πικρίας και προδοσίας στους εκτός Σοβιετικής Ένωσης κομμουνιστές. Ακριβώς έναν χρόνο αργότερα ένας πράκτορας των Σοβιετικών, ο Ραμόν Μερκαντέρ, δολοφονούσε στο Μεξικό τον Λέον Τρότσκι, τον πλέον θανάσιμο εχθρό του Στάλιν.

Με την εκδήλωση της χιτλερικής επίθεσης ο Στάλιν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις οδυνηρές συνέπειες των μεγάλων εκκαθαρίσεων. Αυτές εκδηλώθηκαν κυρίως με φαινόμενα αποδιοργάνωσης στην ηγεσία του «Κόκκινου Στρατού», γεγονός που φάνηκε τόσο κατά τη διάρκεια του φινλανδο- σοβιετικού πολέμου (1940), όσο και κατά την πρώτη φάση της «επιχείρησης Μπαρμπαρόσα». Οι συνέπειες των εκκαθαρίσεων, σε συνδυασμό με τις λανθασμένες εκτιμήσεις του Στάλιν αναφορικά με τις προθέσεις της χιτλερικής Γερμανίας, οδήγησαν στη διάσπαση της σοβιετικής αμυντικής γραμμής και σε τεράστιες απώλειες στις τάξεις του «Κόκκινου Στρατού». Οι δυσμενείς εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο υποχρέωσαν τον σοβιετικό ηγέτη να υιοθετήσει μια πατριωτική ρητορεία, επιτρέποντας σε χιλιάδες εξόριστους και φυλακισμένους σοβιετικούς και αλλοδαπούς αντιφασίστες να συστρατευτούν στον αγώνα ενάντια στον ναζισμό. Παράλληλα προέβη στη διάλυση της Τρίτης Διεθνούς (Μάιος 1943), ενώ εγκαινίασε μια στενή συνεργασία με εκπροσώπους των δυτικών δημοκρατικών δυνάμεων.

Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ (Φεβρουάριος 1943), τις επιτυχίες του «Κόκκινου Στρατού» και τις βαριές θυσίες των Σοβιετικών στον αγώνα για την ήττα του ναζισμού, άρχισε να ανατέλλει το άστρο του Στάλιν, όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στη Δύση. Αρκετές ηγετικές προσωπικότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και άλλων δυτικών κρατών που είχαν δοκιμάσει τη βαρβαρότητα της ναζιστικής κατοχής επιβράβευαν στο πρόσωπο του Στάλιν το πνεύμα του αγώνα και της θυσίας που επέδειξαν οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης. Επιφυλάξεις και αμφιλεγόμενα ζητήματα που αφορούσαν τις προπολεμικές εξελίξεις, όπως το ζήτημα των εκκαθαρίσεων ή της εξόντωσης χιλιάδων Πολωνών στο Κατύν, παραμερίστηκαν στο όνομα της οικοδόμησης μιας ισχυρής αντιχιτλερικής συμμαχίας και μιας δημοκρατικής Ευρώπης. Στιγμές δόξας και γενικής αποδοχής γνώρισε ο Στάλιν μεταξύ όχι μόνο των κομμουνιστών, αλλά και των περισσότερων αριστερών της Ευρώπης που επιδόθηκαν σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για το ποιος θα εξυμνήσει με τον πλέον πρωτότυπο τρόπο τη μεγαλοφυία του «μεγάλου», «αξεπέραστου» και «αδάμαστου» στρατηλάτη.

Προπαγανδιστικές αφίσες.

 

Το κυνήγι μαγισσών στα Βαλκάνια

Ο σοβιετικός ηγέτης φαινόταν να απολαμβάνει τις εκδηλώσεις αφοσίωσης Σοβιετικών και μη. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις ή οι μετατοπίσεις ορισμένων μικρότερων εθνών που εκπρόσωποί τους συνεργάστηκαν με τους χιτλερικούς, οι τιμωρίες που επέβαλε εις βάρος των αιχμαλώτων σοβιετικών στρατιωτών, θεωρήθηκαν, παρά τη σκληρότητά τους, αναπόφευκτες συνέπειες του πολέμου ή σκόπιμες επιλογές. Σημαντική αλλαγή στη στάση του σοβιετικού ηγέτη παρατηρήθηκε μετά το 1947, όταν υιοθέτησε την άποψη ότι η Δύση προετοίμαζε έναν νέο πόλεμο εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της. Επιπλέον η αδιαμφισβήτητη αποδοχή του από τους κομμουνιστές της Ευρώπης δέχτηκε το πρώτο πλήγμα το 1948, όταν διέβλεψε τάσεις ανεξαρτητοποίησης του γιουγκοσλάβου ηγέτη Τίτο.

Την ίδια χρονιά το νεοπαγές Ισραήλ, την ίδρυση του οποίου είχε υποστηρίξει η Μόσχα και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες με αποστολές στρατιωτικού υλικού και εκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών, διαχώρισε τη στάση του από τη Σοβιετική Ένωση, επιλέγοντας να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ. Τα δυο αυτά γεγονότα, η «προδοσία του Τίτο» και η «αποστασία του Ισραήλ», πυροδότησαν τις υποψίες του Στάλιν για την ύπαρξη εχθρικών θυλάκων ή κατασκόπων στις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων των νέων σοσιαλιστικών χωρών και στις εβραϊκές κοινότητες που δρούσαν στην Ευρώπη. Στο στόχαστρο του σοβιετικού ηγέτη από το 1948 θα βρεθούν κυρίως οι κομμουνιστές ηγέτες που υποστήριζαν την εφαρμογή ενός «εθνικού μοντέλου» σοσιαλισμού στις χώρες τους. Επιπλέον υποπτευόταν τα στελέχη που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας ή αργότερα ήρθαν σε επαφή με δυτικούς παράγοντες καθώς και όσα στελέχη είχαν εβραϊκή καταγωγή. Έτσι από το τέλος του 1948 και μέχρι τον θάνατο του Στάλιν (5 Μαρτίου 1953) θα απλωθεί, κυρίως στις νέες Λαϊκές Δημοκρατίες, ένα νέο κύμα διώξεων και σκηνοθετημένων δικών εναντίον ηγετικών στελεχών των κομμουνιστικών κομμάτων. Κεντρικός ενορχηστρωτής των δικών– παρωδία θα είναι ειδικοί ανακριτές του Στάλιν με κεντρικό συντονιστή τον ίδιο.

Για «τιτοϊκή παρέκκλιση» κατηγορήθηκαν στην αρχή στελέχη κομμουνιστικών κομμάτων που συνόρευαν με τη Γιουγκοσλαβία, ήτοι κομμουνιστές της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας. Μετά την αρχική καταδίκη της Γιουγκοσλαβίας από το Γραφείο Πληροφοριών («Ινφομπυρό») τον Ιούνιο του 1948 ακολούθησε και μια δεύτερη στο αιτιολογικό της οποίας συνοψίζονταν η νέα ιδεολογική και πολιτική γραμμή του Στάλιν περί έντασης του ταξικού αγώνα στον σοσιαλισμό. Ο Τίτο από «παράδειγμα προς μίμηση» μετατράπηκε από τη μια μέρα στην άλλη σε «προδότη» και «συμμορίτη». Κάθε αναφορά του ονόματός του στα ΜΜΕ των σοσιαλιστικών χωρών θα συνοδεύεται με χαρακτηρισμούς όπως «πουλημένος στους ιμπεριαλιστές», «λυσσασμένο σκυλί» και άλλα παρεμφερή. Ο Στάλιν, ωστόσο, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις ως προς τη δυνατότητα ανατροπής του Τίτο εκ των έσω. Απαντώντας σε σχετική επιστολή του τσεχοσλοβάκου ηγέτη Κλέμεντ Γκότβαλντ, την οποία κοινοποιούσε και στον ιταλό κομμουνιστή ηγέτη Παλμίρο Τολιάτι, ο σοβιετικός ηγέτης σημείωνε: «Εμείς οι Μοσχοβίτες δεν υπολογίζουμε και δεν υπολογίζαμε σε μια τόσο σύντομη ήττα της ομάδας Τίτο…. Στο πρώτο στάδιο, ο σκοπός μας ήταν να απομονώσουμε τους Γιουγκοσλάβους καθοδηγητές και να εκθέσουμε τις υστερικές μηχανορραφίες τους στα μάτια των άλλων κομμάτων. Πετύχαμε αυτόν τον στόχο».[1]

Συκοφαντώντας τον Τίτο, μεταξύ άλλων και για συνεργασία με τους «μοναρχοφασίστες» της Αθήνας, ο σοβιετικός ηγέτης απέβλεπε κυρίως στον εκφοβισμό των ηγετικών στελεχών των υπολοίπων χωρών του σοβιετικού στρατοπέδου. Διεθνοποιώντας τη διαφορά με τους Γιουγκοσλάβους ήθελε να τους δείξει τί συνέπειες θα επέφερε τυχόν δική τους διαφωνία ή επιμονή στην «εθνική οδό» προς τον σοσιαλισμό. Διακηρύχθηκε η απόλυτη προσήλωση στο σοβιετικό μοντέλο, ενώ κάθε παρέκβαση συνιστούσε «αστικό εθνικισμό».

Το νέο κυνήγι μαγισσών ξεκίνησε από την Αλβανία, η οποία διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον Τίτο, που επεδίωκε μάλιστα να εγκαταστήσει γιουγκοσλαβικές στρατιωτικές μονάδες σε αλβανικό έδαφος. Προς στιγμή φάνηκε ότι η φιλο-γιουγκοσλαβική πτέρυγα του αλβανικού κόμματος, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ισχυρός υπουργός Εσωτερικών Κότσι Τζότζε, αναλάμβανε τα ηνία στις εσωτερικές εξελίξεις, απομονώνοντας την αντίπαλη ομάδα του Μεχμέτ Σέχου. Τελικά η κατάσταση αντιστράφηκε οριστικά μετά τον Ιούνιο του 1948. Τα Τίρανα διέκοψαν τις επαφές τους με τον Τίτο, ο Τζότζε και οι συνεργάτες του αποπέμφθηκαν από τα κομματικά και κρατικά όργανα της Αλβανίας, ενώ τον Μάρτιο του 1949 προφυλακίστηκαν πέντε ανώτατα στελέχη με την κατηγορία της αντικρατικής συνομωσίας με σκοπό να απομονώσουν την Αλβανία από τη Σοβιετική Ένωση. Στις 10 Ιουνίου 1949 ο Τζότζε καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε την αμέσως επόμενη ημέρα. Οι υπόλοιποι συνεργάτες του καταδικάστηκαν σε πολυετή εγκλεισμό σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Στάλιν και Τίτο, λίγο πριν από το σχίσμα.

Στην περίπτωση της Βουλγαρίας ύποπτος για φιλο-τιτοϊκή παρέκκλιση θεωρήθηκε ο Τράϊτσο Κοστόφ, ο 50χρονος Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας, υπεύθυνος για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, ο οποίος προαλειφόταν να αναλάβει την ηγεσία του βουλγαρικού κόμματος μετά το θάνατο του Ντιμιτρόφ. Λίγο μετά την εκδήλωση της διαφοράς με τον Τίτο έπεσε σε δυσμένεια. Τον Ιανουάριο του 1949 κατηγορήθηκε για εκδήλωση αντισοβιετικής τάσης. Ενόσω η κατάσταση υγείας του Ντιμιτρόφ επιδεινωνόταν, αλλά τόσο εντεινόταν οι επικρίσεις για τις υποτιθέμενες πολιτικές επιδιώξεις του Κοστόφ, ο οποίος κατηγορούνταν για εθνικιστικές τάσεις και για παρεμπόδιση της συνεργασίας μεταξύ της Βουλγαρίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Σταδιακά ο Βασίλι Κολάροφ, ο οποίος ανέλαβε τις αρμοδιότητες του ασθενούς Ντιμιτρόφ, διεύρυνε τις κατηγορίες όχι μόνο για πολιτικά λάθη αλλά και για τροτσκιστική παρέκκλιση την περίοδο της δεκαετίας του ΄30. Τον Ιούλιο του 1949, λίγο μετά τον θάνατο του Ντιμιτρόφ, ο Κοστόφ καθαιρέθηκε από όλα τα αξιώματα. Στο μεταξύ αντίστοιχες κατηγορίες δέχτηκε ο Βλάντισλαβ Γκομούλκα στην Πολωνία και ο Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία.

Η δίκη – παρωδία του Κοστόφ άρχισε στις 7 Δεκεμβρίου 1949 σύμφωνα με το σενάριο που είχε δοκιμαστεί την περίοδο των μεγάλων εκκαθαρίσεων στη Σοβιετική Ένωση: οι κατηγορούμενοι έπρεπε να απολογηθούν, αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους, έτσι όπως είχαν πράξει κατά τη διάρκεια των προανακρίσεων. Στη δίκη ο πρώην πανίσχυρος άνδρας του βουλγαρικού κόμματος βρέθηκε κατηγορούμενος με άλλους εννέα συνεργάτες του για σύσταση του «κοστοφισμού, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά τιτοϊσμός σε βουλγαρικό έδαφος». Κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο Κοστόφ του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει τη συνεργασία του με τη βουλγαρική φασιστική αστυνομία, τη βρετανική Ιντέλιντζενς Σέρβις και τον Τίτο. Ο Κοστόφ αρνήθηκε τις κατηγορίες, απορρίπτοντας το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων. Προκλήθηκε χάος, οι δικαστές του αφαίρεσαν το λόγο και άρχισαν να διαβάζουν την κατάθεσή του στους ανακριτές. Οι βούλγαροι ηγέτες Κολάροφ και Τσερβενκόφ εκνευρίστηκαν από τον δικαστικό τραγέλαφο, τον οποίο ο σοβιετικός πρέσβης στη Σόφια χαρακτήρισε λακωνικά ως «πολιτικό αναλφαβητισμό». Στις 14 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε η απόφαση, βάσει της οποίας ο Κοστόφ καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ οι συνεργάτες του σε κάθειρξη από 12 έτη έως ισόβια. Δυο μέρες μετά η βουλγαρική βουλή απέρριψε το αίτημα του Κοστόφ για απονομή χάριτος και την ίδια μέρα εκτελέστηκε. Ακολούθησαν άλλες δίκες με «συνεργάτες της συνωμοτικής συμμορίας Κοστόφ» στον στρατό και στην Ασφάλεια. Όλοι καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές φυλάκισης. Όλοι τους αποκαταστάθηκαν το 1956.

Η δίκη του Τράϊτσο Κοστόφ το 1949.

Το φθινόπωρο του 1948 στους υπόπτους για συνεργασία με τον Τίτο προστέθηκαν και τα στελέχη εβραϊκής καταγωγής. Οι Εβραίοι των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων, από την ιδεολογία των οποίων απουσίαζε κάθε αντισημιτική ή ρατσιστική αναφορά. Υψηλόβαθμα στελέχη των κομμουνιστών στη Σοβιετική Ένωση και στις σοσιαλιστικές χώρες προέρχονταν από τις εβραϊκές κοινότητες. Οι κομμουνιστές της Ρουμανίας και της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του ισραηλινού στρατού. Στη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση ανάπτυσσε έντονη δράση η Αντιφασιστική Επιτροπή. Η σύμπλευση Εβραίων και κομμουνιστών άλλαξε ριζικά μετά την άρνηση της ισραηλινής ηγεσίας να καταστεί σύμμαχος των Σοβιετικών στη Μέση Ανατολή. Τον Νοέμβριο του 1948 στη Σοβιετική Ένωση απαγορεύτηκε η δράση της Αντιφασιστικής Επιτροπής και τα στελέχη της φυλακίστηκαν. Οι σοβιετικές υπηρεσίες έκλεισαν τα εβραϊκά σχολεία και θέατρα, ενώ απαγόρευσαν την έκδοση εβραϊκών περιοδικών. Στις σοβιετικές εφημερίδες άρχισαν να εμφανίζονται άρθρα και σχόλια που σηματοδοτούσαν την αλλαγή στάσης έναντι των Εβραίων, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως κοσμοπολίτες, απάτριδες και γυρολόγοι.

Στη Ρουμανία το πρώτο θύμα των μεγάλων εκκαθαρίσεων ήταν ο Λουκρέτσιου Πατρεσκάνου, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ρουμανικού κόμματος, υπουργός Δικαιοσύνης και ιδρυτής της διαβόητης «Σεκουριτάτε». Ο Πατρεσκάνου συνελήφθη τον Απρίλιο του 1948, κυρίως λόγω της αντιπαράθεσής του με τον ρουμάνο ηγέτη Γκεοργκίου Ντέι. Αργότερα του προσήψαν την κατηγορία του τιτοϊσμού. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων ο Πατρεσκάνου επιχείρησε δυο φορές να αυτοκτονήσει, την πρώτη φορά κόβοντας τις φλέβες του με ξυράφι, τη δεύτερη παίρνοντας υπερβολική δόση χαπιών. Η καθοδήγηση της προανακριτικής διαδικασίας πέρασε στα χέρια σοβιετικών ανακριτών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών. Ενώ είχε «προετοιμαστεί» κατάλληλα για να πρωταγωνιστεί σε άλλη μια δίκη – παρωδία, παρόμοια με αυτή του Ράικ στην Ουγγαρία, η κατάσταση περιπλέχτηκε μετά τη σύλληψη μιας νέας «ομάδας συνωμοτών» που φερόταν να δρα υπό την καθοδήγηση Άνα Πάουκερ, γνωστής ως «Πασιονάρια των Βαλκανίων».

O Λουκρέτσιου Πατρεσκάνου (δεύτερος από τα αριστερά) και ο Γκεόργκε Γκεοργκίου Ντέι σε επίσημη εκδήλωση την Πρωτομαγιά του 1946, δυο χρόνια πριν από την μεταξύ τους ρήξη.

Η εβραϊκής καταγωγής Άνα Πάουκερ την περίοδο του μεσοπολέμου αποτελούσε μια από τις πλέον δραστήριες γυναίκες στις τάξεις της Κομιντέρν. Μολονότι ο σύζυγός της έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων, η ίδια παρέμεινε σημαίνον στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς διατηρώντας προσωπικές σχέσεις τόσο με τον Ντιμιτρόφ, όσο και με τον Στάλιν. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής της Πάουκερ, με προτροπή του Στάλιν, ηγέτης του ρουμανικού κόμματος ορίστηκε ο Γκεοργκίου Ντέι. Μετά τον Αύγουστο του 1944 η Πάουκερ αναδείχτηκε στα ανώτατα κομματικά και κρατικά αξιώματα, ενώ αναδείχτηκε σε πρώτη γυναίκα υπουργό Εξωτερικών παγκοσμίως. Το 1952 κατηγορήθηκε για σχέσεις με το διεθνή σιωνισμό και καθαιρέθηκε από όλα τα αξιώματα. Στις αρχές του 1953 συνελήφθη, αφέθηκε όμως και πάλι ελεύθερη λίγο μετά τον θάνατο του Στάλιν για να πεθάνει ξεχασμένη το 1960. Αντίθετα, ο Πατρεσκάνου καταδικάστηκε σε θάνατο ως πράκτορας των Βρετανών και τον Απρίλιο του 1954 εκτελέστηκε μυστικά στη φυλακή, παρουσία του Ίαν Τσισινέφσκι, ηγετικού στελέχους του ρουμανικού κόμματος και σημαντικότερου πράκτορα των Σοβιετικών στο Βουκουρέστι.

 

Η καταδίκη του Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία

Στην Ουγγαρία, και λίγο αργότερα στην Πολωνία και στην Τσεχοσλοβακία, σημαντικό ρόλο στην ανεύρεση εξιλαστήριου θύματος διαδραμάτισε η δράση του αμερικανού διπλωμάτη Νόελ Φιλντ, ο οποίος τη δεκαετία του ΄30 είχε προσχωρήσει μυστικά στις τάξεις του ΚΚ Γερμανίας καθώς και στις τάξεις των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.[2] Λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ ΠΠ είχε βοηθήσει αρκετούς κομμουνιστές, στελέχη των Διεθνών Ταξιαρχιών, ενώ τη περίοδο του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Γενεύη εκπροσωπώντας την αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση USC. Με αυτή την ιδιότητα συνδέθηκε με δεκάδες στελέχη αντιφασιστικών οργανώσεων και αντιστασιακούς κομμουνιστές που κατέφυγαν στην Ελβετία. Όταν το 1947 απολύθηκε από την USC, άρχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής αμερικανικών εφημερίδων. Τον Αύγουστο του 1948 ταξίδεψε με τη γυναίκα του στην Πράγα. Στο μεταξύ στην Αμερική, στα πλαίσια του εντεινόμενου Μακαρθισμού, κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος των Σοβιετικών, οπότε η χορήγηση άδειας παραμονής από την Τσεχοσλοβακία αποτελούσε μια σωτήρια προοπτική για τον ίδιο και τη σύζυγό του.

Το ζεύγος Νόελ και Χέρτα Φιλντ.

Τον Οκτώβριο 1948 γνωστοί κομμουνιστές από τις τάξεις των διανοουμένων και των μελών των Διεθνών Ταξιαρχιών, κάλεσαν το τσεχοσλοβάκικο υπουργείο Εξωτερικών να επισπεύσει την έκδοση άδειας παραμονής για το ζεύγος Φιλντ. Η Μόσχα όμως στο μεταξύ είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τον Φίλντ για τις δικές της επιδιώξεις. Αποκτώντας πρόσβαση σε ορισμένες επιστολές που αντάλλαξε ο Νόελ Φιλντ με τον Άλλαν Ντάλες, επικεφαλής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, διαμήνυσε στους αξιωματικούς της ουγγρικής Ασφάλειας να ζητήσουν από την Πράγα την σύλληψη του Νόελ και την έκδοσή του στη Βουδαπέστη. Το σχετικό αίτημα υπέβαλε στον Κλέμεντ Γκότβαλντ την «ημέρα της Νίκης» (9 Μαΐου 1949) ο ούγγρος κομματικός ηγέτης Μάτυας Ράκοσι, επικαλούμενος σχετική οδηγία του σοβιετικού συμβούλου επί θεμάτων ασφαλείας, στρατηγού Μπιέλκιν. Δυο ημέρες αργότερα ο Φιλντ συνελήφθη και παραδόθηκε στην ουγγρική ασφάλεια. Τρεις μήνες αργότερα η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τη σύζυγό του Χέρτα.

Οι Φιλντ βασανίστηκαν σκληρά προκειμένου καταθέσουν πληροφορίες που, σύμφωνα με τους σοβιετικούς ανακριτές, θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη ενός «συνωμοτικού κέντρου» που δρούσε εντός των κομμουνιστικών κομμάτων της Κεντρικής Ευρώπης. Οι επαφές του Φιλντ με μεγάλο αριθμό κομμουνιστών από αυτές τις χώρες, σε συνδυασμό με την αλληλογραφία του με τον Ντάλες, τον καθιστούσαν τον κατάλληλο άνθρωπο για την ενοχοποίηση δεκάδων στελεχών. Πρώτος στοχοποιήθηκε ο Λάσλο Ράικ, παντοδύναμος υπουργός Εσωτερικών της Ουγγαρίας στην πρώτη φάση μετάβασης της χώρας στον κομμουνισμό, υπουργός Εξωτερικών στη συνέχεια. Για τον ίδιο τον Φιλντ κρίθηκε ανώφελο να διοργανωθεί οποιαδήποτε δίκη. Αρκούσαν οι βίαια αποσπασμένες ομολογίες του. Μετά τον θάνατο του Στάλιν απελευθερώθηκε και μέχρι τον θάνατό του (1970) έζησε ξεχασμένος στη Βουδαπέστη.

Βάσει των μαρτυριών του Φιλντ άρχισαν μαζικές συλλήψεις δεκάδων στελεχών του ουγγρικού κόμματος και της Κρατικής Ασφάλειας στη Βουδαπέστη. Πολλοί απ΄ αυτούς είχαν θητεύσει πριν τον πόλεμο στο ουγγρικό τάγμα Μάτυας Ράκοσι των Διεθνών Ταξιαρχιών, έχοντας επικεφαλής τον Λάσλο Ράικ. Ο τελευταίος συνελήφθη στις 30 Μαΐου 1949. Αφορμή για την σύλληψή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Ράικ σε συγκρατούμενό του – πράκτορα της ασφάλειας, ήταν η διαφορετική άποψη που εξέφρασε σε σχέση με τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία: «Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι ο Τίτο είναι προδότης. Ήμουν της γνώμης ότι αυτές οι κατηγορίες θα προκαλέσουν μια μοιραία διάσπαση στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο», ανέφερε ο Ράικ. Η εκστρατεία εναντίον του Ράικ συνέπεσε χρονικά με την εκστρατεία εναντίον του Βλάντισλαβ Γκομούλκα, δεύτερου γραμματέα της ΚΕ του πολωνικού κόμματος. Κοινός παρονομαστής και στις δυο εκστρατείες ήταν η «εθνικιστική παρέκκλιση». Η αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους του «εθνικισμού» στην Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία είχε ξεκινήσει νωρίτερα, μέχρι το 1948 όμως διεξαγόταν στη βάση ιδεολογικών και πολιτικών επιχειρημάτων, ακόμα κι όταν στα παρασκήνια κυριαρχούσαν προσωπικές φιλοδοξίες και αντιπαλότητες.

Οι σοβιετικοί σύμβουλοι αντιλήφθηκαν δεν μπορούσαν να οικοδομήσουν μια συνταρακτική δικαστική υπόθεση που θα έμοιαζε με αυτές τις δεκαετίας του ΄30 βασισμένη στην κατηγορία της «εθνικιστικής παρέκκλισης». Αποφάσισαν λοιπόν να διευρύνουν το κατηγορητήριο διανθίζοντάς το με κατηγορίες για συνεργασία με την «εγκληματική συμμορία του Τίτο», προσθέτοντας ισχυρές δόσεις τροτσκισμού και αντισημιτισμού. Η βασική κατηγορία που διατυπώθηκε ήταν περί «τροτσκισμού και ο εθνικισμού ως μέσα ιμπεριαλιστικής διείσδυσης», ενώ η βασική ιδέα του κατηγορητηρίου συνίστατο στο ότι «ο τροτσκισμός, ο φασισμός, ο σιωνισμός και ο αντισημιτισμός αποτέλεσαν τον συγγενικό κύκλο και το ιδεολογικό υπόβαθρο, από το οποίο ξεφύτρωσε ο Ράικ και η συμμορία του». Για να ενισχυθεί το κατηγορητήριο περί «έρποντος τιτοϊσμού» μεταξύ των κατηγορουμένων συμπεριλήφθηκε ο γραμματέας της Ένωσης Νότιων Σλάβων Ουγγαρίας, όπως και ο Λάζαρ Μπράνκοφ, σύμβουλος της γιουγκοσλαβικής Πρεσβείας στη Βουδαπέστη. Παράλληλα με τη δίκη μεθοδεύτηκε μια τεράστια προπαγανδιστική εκστρατεία, κατά τη διάρκεια της οποίας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, κομματικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικοί συνεταιρισμοί και σχολεία ζητούσαν την επιβολή των πλέον αυστηρών ποινών για τους προδότες και τους υπονομευτές της εργατικής εξουσίας στην Ουγγαρία.

Η δίκη του Ράικ και των συνεργατών του έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1949. Ο Ράικ και άλλοι δυο σύντροφοί του καταδικάστηκαν στην ποινή του θανάτου. Εκτελέστηκαν μετά από δυο μέρες. Σε άλλη, παράλληλη δίκη, ένα μήνα αργότερα καταδικάστηκαν σε θάνατο τέσσερα στρατιωτικά στελέχη, τα οποία επίσης εκτελέστηκαν. Δεκάδες άλλοι σύντροφοι και συνεργάτες του Ράικ καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά ή σε πολυετείς φυλακίσεις. Μεταξύ των τελευταίων και ο Γιάννος Κάνταρ, ο οποίος καταδικάστηκε για εθνικιστική παρέκκλιση. Στη συνέχεια η σταλινική ομάδα Ράκοσι – Γκέρε επέβαλε ένα σκληρό σύστημα διακυβέρνησης που οδήγησε σε τόσο εκτεταμένους διωγμούς που το 1953 έκαναν ακόμα και τον ίδιο τον Μπέρια να απορεί με τις διαστάσεις της: οι ποινές και τα περιοριστικά μέτρα που είχαν αποφασισθεί αφορούσαν 1,5 εκατομμύριο πολίτες σε μια χώρα με συνολικό πληθυσμό 9,5 εκατομμύρια κατοίκους!

Λάσλο Ράικ.

Η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης κορυφώθηκε λίγο μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Φεβρουάριο του 1956. Την ίδια περίοδο αποκαταστάθηκε ο Ράικ και οι συνεργάτες του. Κατά παράδοξο τρόπο ο άλλοτε ιδρυτής της διαβόητης μυστικής αστυνομίας ÁVH (Államvédelmi Hatóság), αναδείχτηκε σε ήρωα και σύμβολο των μεταρρυθμίσεων. Κατά τη διάρκεια επαναταφής των οστών του διοργανώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις που ζητούσαν την απομάκρυνση των Ράκοσι και Γκέρε, οι οποίοι τώρα δήλωναν παρασυρμένοι από τις μηχανορραφίες που είχε καταστρώσει ο Λαβρέντι Μπέρια, ο οποίος στο μεταξύ είχε εκτελεσθεί. Σε συνθήκες επαναστατικής έξαρσης ανασύρθηκαν από το περιθώριο δυο στελέχη που το 1949 είχαν καταδικασθεί για εθνικιστική παρέκκλιση: Ο Ίμρε Νάγκι και ο Γιάννος Κάνταρ. Οι δυο τους συνέπλευσαν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην ίδια κυβέρνηση. Στη διάρκεια των αιματηρών «ουγγρικών γεγονότων» το Οκτώβριο – Νοέμβριο του 1956 ο Νάγκι απώλεσε την εμπιστοσύνη των Σοβιετικών, οι οποίοι τον συνέλαβαν, τον καταδίκασαν και τον εκτέλεσαν. Αντίθετα ο πειθήνιος Κάνταρ παρέμεινε στο τιμόνι της Ουγγαρίας ουσιαστικά μέχρι το τέλος της σοσιαλιστικής περιόδου. Μετά την «εκκαθάριση» του πολιτικού σκηνικού το 1956, προκειμένου να αποσπάσει εάν όχι την υποστήριξη τουλάχιστον την ανοχή της κοινής γνώμης, εφάρμοσε ένα σχέδιο σχετικής φιλελευθεροποίησης της ουγγρικής οικονομίας που έμειναν γνωστές ως «σοσιαλισμός του γκούλας».

 

Η «εθνικιστική παρέκκλιση» στην Πολωνία

Ακόμα πριν την ενεργοποίηση της δίωξης του Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία, άρχισε η διαδικασία αποκαθήλωσης του Βλάντισλαβ Γκομούλκα, γενικού γραμματέα του ΚΚ Πολωνίας και αντιπροέδρου της κυβέρνησης. Ο Γκομούλκα αποτέλεσε επίσης ιδανικό στόχο, καθώς ήταν ο μοναδικός ηγέτης σοσιαλιστικού κράτους που δεν είχε πρωθύστερη θητεία στη Μόσχα (εξαιρουμένης της αλβανικής ηγεσίας). Αντίθετα, στη Μόσχα και στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες είχε επί μακρού θητεύσει ο Μπόλεσλαβ Μπιέρουτ, πρόεδρος της πολωνικής κυβέρνησης. Τη θέση του Γκομούλκα επιβάρυναν ορισμένες απόψεις του αναφορικά με την επιβολή της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης στον αγροτικό τομέα ή τις επιφυλάξεις του αναφορικά με την αποδοχή του σοβιετικού μοντέλου. Ο ίδιος υποστήριξε με σθένος της απόψεις του επικαλούμενος τις ιδιαιτερότητες της χώρας, για την οποία, σημειωτέον, ο Στάλιν είχε δηλώσει ότι «είναι πιο εύκολο να σαμαρώσεις αγελάδα απ΄ το να κάνεις σοσιαλισμό στην Πολωνία». Λόγω των πολιτικών του διαφωνιών ο Γκομούλκα καθαιρέθηκε στις αρχές του 1949, ενώ την ίδια τύχη γνώρισαν και άλλα δυο μέλη του Πολιτικού Γραφείου του πολωνικού κόμματος (Κλίσκο και Σπιχάλσκι).

Μετά την εκτέλεση του Ράικ στην Ουγγαρία οι άνδρες της πολωνικής ασφάλειας, με την αρωγή σοβιετικών συμβούλων, άρχισαν να ερευνούν την ύπαρξη συνωμοτικών διασυνδέσεων στη Βαρσοβία. Ο Γκομούλκα και τα δυο προαναφερθέντα στελέχη φυλακίστηκαν στις αρχές του 1952 σε μια βίλα της πολωνικής ασφάλειας, η οποία επιδόθηκε στην αναζήτηση ενοχοποιητικών στοιχείων για τον Γκομούλκα, όχι μόνο στην Πολωνία, αλλά και στις γειτονικές χώρες. Λόγω του ότι δεν προέκυψαν σοβαρά στοιχεία στην περίπτωση της Πολωνίας δεν υπήρξε καμία σκηνοθετημένη δίκη. Μία από τις ερμηνείες που προσφέρεται για το γεγονός αυτό είναι ότι στο μεταξύ η προσοχή των σοβιετικών συμβούλων είχε στραφεί στην Πράγα, όπου ο Ρούντολφ Σλάνσκι, γενικός γραμματέας του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, φαινόταν να συγκεντρώνει ένα καλύτερο προφίλ προκειμένου να πρωταγωνιστήσει σε μια γιγαντιαία δίκη. Όσο για τον Γκομούλκα, αποφυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1955. Σύντομα αποκαταστάθηκε στο κόμμα και τον Οκτώβριο του 1956, την περίοδο που ξέσπασαν τεράστιες διαδηλώσεις δυσαρέσκειας εναντίον του σοσιαλιστικού συστήματος διακυβέρνησης και επαπειλούνταν σοβιετική στρατιωτική επέμβαση, ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος και του κράτους. Η επιστροφή του στην πολιτική έγινε δεκτή με τεράστιο ενθουσιασμό, ενώ τα μέτρα φιλελευθεροποίησης που ανήγγειλε, εκτόξευσαν τη δημοτικότητά του. Επιδεικνύοντας πνεύμα μετριοπάθειας και ρεαλισμού απέτρεψε τη σοβιετική επέμβαση το 1956. Κατά τη διάρκεια των επομένων ετών ωστόσο θα εξελιχθεί σε σύμβολο της συντήρησης και θα αναδειχθεί σε τυφλό όργανο εκτέλεσης των επιθυμιών της Μόσχας.

O Βλάντισλαβ Γκομούλκα και η αποκατάστασή του το 1956 στους κόλπους του ΚΚΠ.

Παρενθετικά, ας σημειωθεί ότι την περίοδο που τα παραπάνω γεγονότα λαμβάνουν χώρα στα ηγετικά κλιμάκια των κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών, στην Ελλάδα λήγει ο εμφύλιος πόλεμος και η ηγεσία του ΚΚΕ αναζητεί στη Σοβιετική Ένωση και στις παραπάνω χώρες καταφύγιο για την ίδια, τους ηττημένους αντάρτες, τα πολιτικά στελέχη και τα συγγενικά τους πρόσωπα. Σε αυτή την περίοδο αναβρασμού αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπήρχε η πολυτέλεια για να ασχοληθεί με τις διώξεις εναντίον διακεκριμένων στελεχών των αδελφών κομμάτων, με τα οποία οι ηγέτες του ΚΚΕ, ιδιαίτερα ο Ζαχαριάδης και ο Ιωαννίδης, διατηρούσαν στενές σχέσεις. Από το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι από την σύλληψη του Ράικ επιχείρησε να επωφεληθεί ο παραμερισμένος Μάρκος Βαφειάδης, ο οποίος με νέα επιστολή του στη σοβιετική ηγεσία υποστήριζε ότι ο έλληνας Ράικ είναι ο Ζαχαριάδης. Τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης, Ιωαννίδης, Παρτσαλίδης), έχοντας επιπλέον την εμπειρία του ΄30, οσμίστηκαν την ευκαιρία και επιχείρησαν να επωφεληθούν από την καταδίκη του Τίτο, υιοθετώντας τη στάση για το «πισώπλατο χτύπημα», ενώ παράλληλα επιδόθηκαν σε απηνείς διωγμούς εις βάρος των σλαβομακεδόνων συντρόφων τους, οι οποίοι αποτέλεσαν τα πρώτα θύματα της αντι-τιτοϊκής υστερίας μέσα στους κόλπους του ΚΚΕ.

 

Οι δίκες της Πράγας

Η κορύφωση του δράματος των σκηνοθετημένων δικών επρόκειτο να διαδραματιστεί στην Πράγα, στην οποία μέχρι το φθινόπωρο του 1949 δεν είχε προκύψει καμία εκστρατεία για την αποκάλυψη «εσωτερικών εχθρών». Είχαν προηγηθεί ωστόσο δεκάδες δίκες που αποσκοπούσαν στην καταστολή και τιμωρία των εχθρών του «λαϊκο-δημοκρατικού καθεστώτος». Στην πιο γνωστή δίκη κατηγορούμενη ήταν η σοσιαλίστρια βουλευτής Μιλάντα Χοράκοβα, αντιστασιακός την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, και ο ιστορικός Ζάβις Καλάντρα, ο οποίος προπολεμικά είχε διαγραφτεί από το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας για «τροτσκιστική παρέκκλιση». Η δίκη των παραπάνω και έξι συνεργατών τους έγινε στις αρχές Ιουνίου. Κατά τη διάρκεια της δίκης κορυφώθηκε η προπαγανδιστική εκστρατεία εναντίον των «εχθρών του σοσιαλισμού». Χιλιάδες τηλεγραφήματα και ψηφίσματα δήμων, συνδικάτων, συνεταιρισμών, σχολείων κλπ. ζητούσαν την εξόντωση των κατηγορούμενων «πρακτόρων». Σε τέσσερις από τους κατηγορούμενους επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Οι θανατικές ποινές, παρά τις διαμαρτυρίες γνωστών εκπροσώπων της παγκόσμιας κοινής γνώμης όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ή ο Μπέρτραντ Ράσελ, εκτελέστηκαν στις 27 Ιουνίου του 1950. Ακολούθησαν άλλες 35 δίκες με 600 περίπου κατηγορούμενους στους οποίους επιβλήθηκαν 10 θανατικές ποινές, 38 καταδίκες σε ισόβια, ενώ συνολικά οι ποινές στέρησης της ελευθερίας ανέρχονταν σε 7.850 έτη.

Την ίδια περίοδο το σύστημα εσωτερικής ασφάλειας και απονομής δικαιοσύνης της Τσεχοσλοβακίας θα προσαρμοστεί πλήρως με τα σοβιετικά πρότυπα. Δημιουργήθηκε το υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, από το οποίο απομακρύνθηκε ο μετριοπαθής υπουργός Εσωτερικών Βάτσλαβ Νόσεκ, ο οποίος ανέλαβε το σχετικό χαρτοφυλάκιο στην εξόριστη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Έντβαρντ Μπένες στο Λονδίνο. Αρχικά τον αντικατέστησε ο Λάντισλαβ Κοπρζίβα, ενώ στη συνέχεια το υπουργείο ανέλαβε ο Κάρολ Μπατσίλεκ. Πρωταρχικό τους μέλημα, σύμφωνα με όσα τους συμβούλευε ο Κλέμεντ Γκότβαλντ, πρώτος «εργάτης – πρόεδρος» της Τσεχοσλοβακίας, συνίστατο στο «να ακούν τους σοβιετικούς συμβούλους». Αντίστοιχα προσαρμόστηκε και το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο ανέλαβε ο Αλεξέι Τσεπίτσκα, ανερχόμενο αστέρι των τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών, γαμπρός του Γκότβαλντ και συνομιλητής του Στάλιν σε ότι αφορά τις εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία.

Ο Τσεπίτσκα και ο ούγγρος ηγέτης Μάτυας Ράκοσι ήταν αυτοί που μετέφεραν στον Γκότβαλντ τη δυσαρέσκεια του Στάλιν για το γεγονός ότι Τσεχοσλοβακία υστερούσε στην εκστρατεία αποκάλυψης του εσωτερικού εχθρού. Πανικόβλητοι οι Γκότβαλντ και Σλάνσκι, οι οποίοι μέχρι τότε αρνούνταν την ύπαρξη «συνωμοτικού κέντρου» εντός του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, συναίνεσαν με την παρουσία σοβιετικών συμβούλων, οι οποίοι θα μετέφεραν την εμπειρία τους και θα καθοδηγούσαν τους τσεχοσλοβάκους συντρόφους στην εκστρατεία αποκάλυψης και καταστολής των πρακτόρων του ιμπεριαλισμού που είχαν παρεισφρήσει στο εσωτερικό του κόμματος. Στην αρχή, βάσει των «αποκαλύψεων» Φιλντ, οι έρευνες προσανατολίστηκαν στις γνωστές ομάδες υπόπτων: μέλη των Διεθνών Ταξιαρχιών που υπηρετούσαν στον κομματικό και κρατικό μηχανισμό, στελέχη που δεν είχαν θητεύσει στη Μόσχα ή στελέχη που είχαν εκφράσει «εθνικιστικές τάσεις» (άρα φιλο-τιτοϊκές απόψεις), και από το τέλος του 1949 στελέχη εβραϊκής καταγωγής.

Υπό την καθοδήγηση της πρώτης ομάδας των σοβιετικών συμβούλων οι έρευνες αρχικά κατευθύνθηκαν εναντίον του Όττο Σλινγκ, γραμματέα της περιφερειακής οργάνωσης στο Μπρνο, ο οποίος συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία που τον καθιστούσαν «ιδανικό ύποπτο»: εβραϊκής καταγωγής προπολεμικό στέλεχος, με προϋπηρεσία στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ο οποίος στη συνέχεια κατέφυγε στο Λονδίνο συμμετέχοντας στην ηγεσία της αντιστασιακής οργάνωσης «Νεαρή Τσεχοσλοβακία». (Χάριν πρωτοβουλίας του καθιερώθηκε από τότε η 17η Νοεμβρίου ως παγκόσμια ημέρα των φοιτητών). Το προφίλ μεν του Σλινγκ ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του «προδότη», το αξίωμά του όμως δεν επαρκούσε για το στήσιμο του επιδιωκόμενου δικαστικού θεάτρου.

Πίσω από τη στοχοποίηση υπόπτων αρκετές φορές κρύβονταν προσωπικές φιλοδοξίες για ανέλιξη σε ανώτερα κομματικά κλιμάκια ή επιθυμία προσωπικής εκδίκησης. Για παράδειγμα, μετά τη δίωξη του Όττο Σλινγκ, ύποπτη θεωρήθηκε η Μαρίε Σβέρμοβα, προπολεμικό στέλεχος του κόμματος, χήρα του εθνικού ήρωα Γιαν Σβέρμα, κύριου εσωκομματικού αντιπάλου του Ρούντολφ Σλάνσκι ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της σλοβακικής εξέγερσης (Αύγουστος 1944). Μετά τον πόλεμο η Σβέρμοβα εκλέχτηκε στο προεδρείο του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, ενώ ο αδελφός της Κάρελ Σβαμπ καθοδηγούσε το παντοδύναμο Τμήμα Στελεχών του ίδιου κόμματος. Η Σβέρμοβα πρωταγωνίστησε το 1949 στην εκστρατεία εναντίον της Μιλάντα Χοράκοβα. Διατηρούσε ιδιαίτερα στενή σχέση με τον ήδη «ύποπτο» Όττο Σλινγκ, ενώ νωρίτερα απέρριψε πρόταση αρραβώνος που της απηύθυνε ο Βάτσλαβ Κοπέτσκι, υπουργός Πολιτισμού και κύριος ιδεολόγος του κόμματος. Το 1951 η πολιτική της καριέρα (όπως και του αδελφού της Κάρελ Σβαμπ) έληξε, καθώς κατηγορήθηκε ότι προετοίμαζε συνωμοσία εις βάρος του Ρούντολφ Σλάνσκι, με σκοπό να αναλάβει η ίδια την καθοδήγησή του κόμματος. Υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια για να ομολογήσει τα σχέδια της, ωστόσο, σε αντίθεση με την πλειονότητα των κατηγορουμένων, ποτέ δεν λύγισε, αρνούμενη να υπογράψει τις κατασκευασμένες κατηγορίες. Στη δίκη της που έγινε το 1954, δηλαδή μετά τον θάνατο των Στάλιν και Γκότβαλντ, καταδικάστηκε «μόνο» σε ισόβια δεσμά. Έμεινε στη φυλακή για πέντε χρόνια, αποκαταστάθηκε την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας (1968) για να ξανακαταδικαστεί μετά την ένταξή της στην Χάρτα της Πράγας το 1977.

Όττο Σλινγκ.
Μαρίε Σβέρμοβα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την περίοδο που ανακρίνονταν οι Σλινγκ και Σβέρμοβα άλλες έρευνες κατευθύνθηκαν στην αποκάλυψη εκπροσώπων του «αστικού εθνικισμού», οι οποίες επικεντρώθηκαν στη Σλοβακία, όπου οι ντόπιοι κομμουνιστές προωθούσαν την ιδέα της ομοσπονδοποίησης της Τσεχοσλοβακίας. Με την κατηγορία του «εθνικισμού» τον Μάιο του 1950 παύτηκαν από τα αξιώματά τους ο πρόεδρος του «Συμβουλίου των Επιτρόπων» (υπουργικού συμβουλίου) Γκούσταβ Χούσακ και ο υπουργός Παιδείας και γνωστός ποιητής Λάτσο Νοβομέσκι. Στη συνέχεια αποπέμφθηκε ο υπουργός Εξωτερικών της Τσεχοσλοβακίας Βλαντίμιρ Κλεμέντις, καθώς ο Στάλιν δεν ξέχασε ότι το 1939, όντας με κομματική αποστολή στη Γαλλία, καταδίκασε την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότοφ. Στις αρχές του 1951 τα τρία παραπάνω στελέχη και αρκετοί άλλοι σλοβάκοι αξιωματούχοι, αφού απαλλάχτηκαν από τα κρατικά ή βουλευτικά αξιώματά τους, συνελήφθησαν σταδιακά και παραπέμφθηκαν σε δίκη με τις κατηγορίες του εθνικισμού και του τιτοϊσμού. Την ίδια περίοδο από τα βιβλιοπωλεία αποσύρθηκαν οι ποιητικές συλλογές του Νοβομέσκι, ενώ η γνωστή φωτογραφία που απεικόνιζε τον Κλέμεντ Γκότβαλντ να βγάζει λόγο την «νικηφόρο 25η Φεβρουαρίου του 1948» στην πλατεία της Παλιάς Πράγας ρετουσαρίστηκε, ώστε να απαλλαχθεί από την παρουσία του Κλεμέντις. Από τους κατηγορούμενους αυτής της ομάδας κατ΄ εξαίρεση δεν υπέγραψε, παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε, «ομολογία» μόνο ο Γκούσταβ Χούσακ, ο οποίος, παρόμοια με τον Γκομούλκα, επρόκειτο να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Τσεχοσλοβακία μετά τη βίαιη καταστολή της Άνοιξης της Πράγας τον Αύγουστο του 1968.

Η ρετουσαρισμένη φωτογραφία του 1948 και η “εξαφάνιση” του Κλεμέντις από αυτή.

 

Ενοχοποιώντας τον γενικό γραμματέα

Όμως ούτε και η καταστολή της «κλίκας των σλοβάκων εθνικιστών» φάνηκε να ικανοποιεί τις επιδιώξεις των σοβιετικών συμβούλων του Στάλιν, ο οποίος ανακάλεσε την πρώτη ομάδα στέλνοντας νέα ομάδα με επικεφαλής τον Αλεξέι Μπεστσάστνοφ και με εντολή να επικεντρωθούν περισσότερο στην αποκάλυψη των σιωνιστών που δρούσαν στο εσωτερικό του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Εμμέσως πλην σαφώς ο Στάλιν υπεδείκνυε ως κύριο ύποπτο τον γενικό γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος Ρούντολφ Σλάνσκι. Ο σοβιετικός ηγέτης απέφυγε επιδεικτικά στις 31 Ιουλίου 1951 να στείλει, κατά τα ειωθότα, συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τον εορτασμό των γενεθλίων του 50χρονου γενικού γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος. Με την ευκαιρία του «ιωβηλαίου» ο Σλάνσκι τιμήθηκε με την απονομή ύπατων κρατικών και κομματικών διακρίσεων, ενώ δέχτηκε χιλιάδες συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων με ευχές για προσωπική και οικογενειακή μακροημέρευση. Από τους πλέον παρατηρητικούς, ωστόσο, δεν διέφυγε η απουσία σχετικού σοβιετικού τηλεγραφήματος. Προκειμένου να διαλύσει και τις τελευταίες δυσπιστίες του Γκότβαλντ, ο οποίος δίσταζε να πιστέψει ότι ο πλέον στενός συνεργάτης του ήταν «πράχτορας», ο Στάλιν φρόντισε, μέσω του Τσεπίτσκα, να διαμηνύσει στον τσεχοσλοβάκο ηγέτη ότι «ο εχθρός» είναι ο Σλάνσκι.

Έντρομος ο Γκότβαλντ, ο οποίος στο μεταξύ ανακάλυψε την ύπαρξη μηχανισμού υποκλοπής των τηλεφωνημάτων του, άφησε την πρωτοβουλία κινήσεων στον Τσεπίτσκα και στους σοβιετικούς συμβούλους. Ο ίδιος ουσιαστικά αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή βρίσκοντας διέξοδο στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου ο Σλάνσκι, ο οποίος μέχρι τότε, πιστός στα σοβιετικά κελεύσματα, είχε πρωταγωνιστήσει στην εκστρατεία αποκάλυψης του «εσωτερικού εχθρού», απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα το κόμματος, αναλαμβάνοντας αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του Άντονιν Ζάποτοτσκι. Αφορμή για την σύλληψη του Σλάνσκι στάθηκε η αποκάλυψη επιστολής από την τσεχοσλοβάκικη αντικατασκοπεία με παραλήπτη τον «μεγάλο οδοκαθαριστή», στον οποίο παρέχονταν οδηγίες να εγκαταλείψει τη χώρα. Θεωρήθηκε τελικός παραλήπτης της επιστολής ήταν ο ίδιος Σλάνσκι, ο οποίος φερόταν έτοιμος να εγκαταλείψει τη χώρα με κατεύθυνση το Ισραήλ.

Η κεφαλή του Σλάνσκι προσφέρεται “επί πίνακι” στον Στάλιν.

Η απόφαση για την σύλληψη του Σλάνσκι ελήφθη από τον Γκότβαλντ στις 23 Νοεμβρίου 1951 και εκτελέστηκε την ίδια μέρα με τη συνεργασία του Ζάποτοτσκι, του υπουργού Ασφάλειας Κοπρζίβα και των σοβιετικών συμβούλων. Ο Σλάνσκι το βράδυ της ίδιας μέρας προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε μια γιορτή που γινόταν στην οικία του πρωθυπουργού Ζάποτοτσκι. Ο τελευταίος έδωσε σήμα στην ειδική ανακριτική ομάδα, η οποία ανέμενε τον Σλάνσκι στον προθάλαμο του σπιτιού του. Όταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Σλάνσκι μπήκε στο σπίτι του τον έπιασαν και του φόρεσαν χειροπέδες. Οι ανακριτές αφού του έδεσαν το μάτια και του πέρασαν φίμωτρο τον οδήγησαν στην φυλακή Ρούζινιε. Εκεί ο μέχρι πρόσφατα παντοδύναμος γενικός γραμματέας παρέδωσε τον ρουχισμό του, παρέλαβε τη στολή του φυλακισμένου, ενώ ταυτοποιήθηκε με τον αριθμό 2359/865, με τον οποίο έπρεπε στο εξής να αναφέρεται. Επιπλέον στο κελί του τοποθετήθηκε συγκρατούμενος – πληροφοριοδότης των ανακριτών, ο οποίος είχε φυλακιστεί με πρωτοβουλία του ίδιου του Σλάνσκι. Ο συγκάτοικος του κελιού είχε προετοιμαστεί από τους ανακριτές, όχι μόνο να περιγράφει τις αντιδράσεις του Σλάνσκι μετά τις πολύωρες ανακρίσεις του, αλλά και να τον νουθετεί ή να τον πιέζει προκειμένου να του αποσπάσουν την επιδιωκόμενη «ομολογία» για την ενοχή του.

Την ίδια μέρα συνελήφθη ο επίσης εβραϊκής καταγωγής Μπέντρζιχ Γκέμιντερ, επικεφαλής του διεθνούς τμήματος της ΚΕ, ο οποίος πριν τον πόλεμο ήταν προσωπικός γραμματέας του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ στην Κομιντέρν. Μεταπολεμικά ήταν ο σύντροφος της κόρης του Γκότβαλντ, η οποία όμως στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Αλεξέι Τσεπίτσκα. Στη φυλακή οδηγήθηκαν δεκάδες στενοί συνεργάτες του Σλάνσκι, όπως και πολλά στελέχη εβραϊκής καταγωγής. Μεταξύ τους οι υφυπουργοί Εξωτερικών Άρτουρ Λόντον και Βάβρο Χάϊντου, οι υφυπουργοί Εξωτερικού Εμπορίου Έουγκεν Λεμπλ και Ρούντολφ Μαργκόλιους, ο υφυπουργός Οικονομικών Όττο Φισλ, ο παλαίμαχος κομμουνιστής δημοσιογράφος Αντρέ Σιμόν και άλλοι. Στην ομάδα αυτή προστέθηκε εκ των υστέρων και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Βλαντίμιρ Κλεμέντις. Οι 11 από τους 14 κατηγορούμενους για συμμετοχή στο «αντικρατικό συνωμοτικό κέντρο», όπως επίσημα ονομάστηκε η «συμμορία Σλάνσκι», καταγράφηκαν στο επίσημο κατηγορητήριο ως «εβραϊκής καταγωγής». Τα τσεχο-σλοβάκικα επώνυμά τους αλλάχτηκαν και εμφανίζονταν πλέον με τα πρωθύστερα γερμανικά, με σκοπό να γίνει πιο εμφανής η ξενική, «κοσμοπολίτικη» και μη τσεχική προέλευσή τους.

Η «ομολογία» ως κομματικό καθήκον

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης προφυλάκισής τους οι κρατούμενοι βασανίστηκαν απάνθρωπα, ενώ τους ασκήθηκαν ψυχολογικές πιέσεις να «ομολογήσουν» την ενοχή τους. Σύμφωνα με τις οδηγίες των σοβιετικών συμβούλων μπορούσαν να ασκηθούν εκβιασμοί που αφορούσαν το μέλλον των συγγενικών τους προσώπων προκειμένου να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη «ηθική κάμψη». Όσοι επικαλούνταν την πολυετή και άμεμπτη αγωνιστική τους θητεία, τη φυλάκισή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πιέζονταν να υπογράψουν με το επιχείρημα ότι η «ομολογία» αποτελεί κομματικό τους καθήκον. Ομολογώντας θα βοηθούσαν το κόμμα στην πάλη του ενάντια στους ιμπεριαλιστές καθώς, σύμφωνα με τη ρήση ενός από τους ανακριτές, «το κόμμα έχει δίκαιο ακόμα κι όταν ψεύδεται». Όσοι από τους κατηγορούμενους «πείθονταν» να αποδεχτούν τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν, χρησιμοποιούνταν σε πολύωρες αντιπαραθέσεις με τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους. Τελικός στόχος των ανακριτών ήταν «να φτιαχτούν» οι κατηγορούμενοι με τέτοιο τρόπο ώστε όχι μόνο να υπογράψουν τις καταθέσεις ενοχής τους, αλλά και να διακηρύξουν δημόσια την ενοχή τους στην προετοιμαζόμενη δίκη-παρωδία.

Ο Σλάνσκι στην αρχή των ανακρίσεων, οι οποίες συνοδεύονταν από προσωπικές προσβολές, βρισιές, αυπνία και χαστούκια, αποδέχτηκε πολιτικές ευθύνες για διάφορες λαθεμένες πρωτοβουλίες, κυρίως στον τομέα ανάδειξης στελεχών. Αρνούνταν όμως να αποδεχθεί ότι ο ίδιος υπήρξε συνειδητά «πράκτορας των ιμπεριαλιστών». Κατά την διάρκεια των επομένων μηνών το «φτιάξιμο» του γενικού γραμματέα προχώρησε σε τέτοιο σημείο, που ο ίδιος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει σπάζοντας το κεφάλι του στον τοίχο του ανακριτικού γραφείου. Στη συνέχεια «πείστηκε» από τους ανακριτές του ότι δεν έχει νόημα οποιαδήποτε αντίσταση στις κατηγορίες που του πρόσαπταν για σύσταση του «αντικρατικού συνωμοτικού κέντρου», σαμποτάζ εις βάρος της τσεχοσλοβάκικης οικονομίας, κατασκοπεία και εσχάτη προδοσία. Τα αποδεικτικά στοιχεία για τις κατηγορίες στηρίζονταν στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του. Η κατηγορία για σαμποτάζ τεκμηριώθηκε βάσει πορισμάτων εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι φόρτωσαν όλα τα προβλήματα της τσεχοσλοβάκικης οικονομίας στη δράση της «συμμορίας Σλάνσκι».

Τη σύνταξη του κατηγορητηρίου ανέλαβε ο νεαρός κομμουνιστής εισαγγελέας Γιόζεφ Ουρβάλεκ, ο οποίος νωρίτερα είχε διακριθεί στη δίκη της Μιλάντα Χοράκοβα. Πρότυπο του Ουρβάλεκ ήταν ο σοβιετικός εισαγγελέας Αντρέι Βυσίνσκι, ο οποίος με τις λυσσώδεις αγορεύσεις του είχε πρωταγωνιστήσει στις δίκες της Μόσχας τη δεκαετία του ΄30. Οι κατηγορούμενοι της Πράγας ήδη γνώριζαν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν την επιβολή της εσχάτης των ποινών. Ορισμένοι έτρεφαν ακόμα ελπίδες πως ίσως ο πρόεδρος Γκότβαλντ θα μπορούσε να τους επιβραβεύσει για τη συνεργασία τους με απονομή χάριτος. Όλοι οι κατηγορούμενοι συνέχισαν να περιβάλουν τον Γκότβαλντ με αισθήματα λατρείας. Όλοι ευελπιστούσαν ότι τα συγγενικά τους πρόσωπα θα γλίτωναν αν όχι τον διασυρμό, τουλάχιστον την επιβολή εξοντωτικών ποινών. Παράλληλα, εξαπολύθηκε μια άνευ προηγουμένου προπαγανδιστική εκστρατεία με την οποία χιλιάδες φορείς ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία των κατηγορουμένων που φέρονταν να έχουν προκαλέσει τόσα προβλήματα στο νεαρό σοσιαλιστικό καθεστώς.

Ο Σλάνσκι, παραιτημένος πια, είχε αποδεχθεί το κατηγορητήριο αποκτώντας ως επιβράβευση δικαίωμα σε ύπνο χωρίς διακοπές, χορήγηση ηρεμιστικών χαπιών, πρόσβαση σε βιβλία και καφέ. Τον Οκτώβριο, ανακριτές και κατηγορούμενοι επιδόθηκαν στην απομνημόνευση των απολογιών τους. Ο Σλάνσκι μετά από κάθε απαγγελία τους ρωτούσε με κάποια δόση ειρωνείας: «Τα είπα καλά τώρα;» Η μόνη κατηγορία που δεν παραδέχτηκε ήταν ότι το 1944 σκοπίμως άφησε τον Σβέρμα να πεθάνει αβοήθητος στα βουνά της Σλοβακίας. «Δεν θα με κάνετε τώρα και δολοφόνο», δήλωσε. Στις 15 Νοεμβρίου 1952 τον επισκέφτηκε στο κελί του ο εισαγγελέας Ουρβάλεκ, ο οποίος του διάβασε το κατηγορητήριο, το οποίο ο Σλάνσκι αποδέχτηκε χωρίς την παραμικρή ένσταση.

Η δίκη-παρωδία του Ρούντολφ Σλάνσκι.

Στις 20 Νοεμβρίου άρχισε η δίκη της «συμμορίας Σλάνσκι». Τα πάντα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια. Η δίκη μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο. Για την περίπτωση που κάποιος από τους 14 κατηγορούμενους στη διάρκεια τις απολογίας του παρέκκλινε από το κείμενο που είχε αποστηθίσει, οι σκηνοθέτες της δίκης είχαν έτοιμες μαγνητοφωνημένες απολογίες. Αντίστοιχη προετοιμασία είχε γίνει με τους δικαστές, τους μάρτυρες και τους συνήγορους υπεράσπισης. Οι ποινές που επρόκειτο να επιβληθούν στους κατηγορούμενους είχαν προηγουμένως συζητηθεί και επικυρωθεί από το προεδρείο του τσεχοσλοβάκικου κόμματος. Όλα βάδιζαν σύμφωνα με το προσυμφωνημένο σενάριο. Ο υπουργός Ασφάλειας Μπατσίλεκ, οι σοβιετικοί σύμβουλοι και η ομάδα των ανακριτών παρακολουθούσαν την εξέλιξη της δίκης από ειδική αίθουσα, δίπλα στο δικαστήριο, ενώ από το ραδιόφωνο παρακολουθούσε τη δίκη η κομματική ηγεσία και εκατομμύρια ακροατές σε όλη την Τσεχοσλοβακία. Από την πρώτη στιγμή οι εφημερίδες αφιέρωσαν σχεδόν όλη την ύλη τους στην κάλυψη της δικαστικής διαδικασίας. Τον λόγο έλαβε ο λαός: παράλληλα με τη δίκη πραγματοποιούνταν χιλιάδες συνελεύσεις σε χώρους εργασίας, οι οποίες κατέληγαν σε καταδικαστικά ψηφίσματα και αποφάσεις για την επιβολή παραδειγματικών ποινών στους «προδότες», τους «αιμοδιψείς συνωμότες», τους «σιωνιστές» και «κοσμοπολίτες με ύποπτη προέλευση».

Στην απολογία του ο Σλάνσκι, όπως και οι συγκατηγορούμενοί του, παραδέχτηκε την ενοχή του σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Η εγκληματική ζωή μου δεν αξίζει άλλο τέλος από αυτό που προτείνει ο εισαγγελέας». Στις 27 Νοεμβρίου οι ένδεκα από τους δεκατέσσερις κατηγορούμενους καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών δια απαγχονισμού. Ο Γκότβαλντ επικύρωσε τις προαποφασισμένες ποινές απορρίπτοντας τα αιτήματα για απονομή χάριτος. Εξαιρουμένου του Σλάνσκι, όλοι οι κατάδικοι έγραψαν αποχαιρετιστήριες επιστολές στις οικογένειές τους ή στον Γκότβαλντ. Διαβάζοντας κάποιος τις τελευταίες σειρές που έγραψαν λίγο πριν την εκτέλεσή τους ξαφνιάζεται με την παραδοχή της ενοχής τους. Όλοι εκφράζουν την ακράδαντη πίστη τους στο κόμμα, τον Γκότβαλντ και στο λαμπρό σοσιαλιστικό μέλλον της Τσεχοσλοβακίας. Ο υπουργός Ασφάλειας διαβίβασε τις επιστολές στον Γκότβαλντ δέκα μέρες μετά την εκτέλεσή τους. Οι οικογένειες των εκτελεσμένων έπρεπε να περιμένουν μια δεκαετία μέχρι να τις παραλάβουν.

Στις 15 Μαρτίου 2018 στα υπό κατεδάφιση γραφεία του Ινστιτούτου Μετάλλων βρέθηκαν είκοσι σφραγισμένα κιβώτια τα οποία περιείχαν τις μπομπίνες με τις ηχογραφήσεις της δίκης Σλάνσκι. Προστέθηκαν έτσι οι τελευταίες πινελιές στο τεράστιο αρχειακό υλικό που πρώτος επεξεργάστηκε ο ιστορικός Κάρελ Κάπλαν στο βιβλίο του «Αναφορά για τη δολοφονία του Ρούντολφ Σλάνσκι και των συνεργατών του». Νωρίτερα ο Άρτουρ Λόντον, ένας από τους τρεις κατηγορούμενους στη δίκη Σλάνκσι στους οποίους δεν επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου, έγραψε στα γαλλικά την μαρτυρία του με τον τίτλο L’aveu (H Ομολογία). Σ΄ αυτήν στηρίχθηκε ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς προκειμένου να γυρίσει το 1970 την συγκλονιστική ομώνυμη ταινία, σε σενάριο του Χόρχε Σεμπρούν και πρωταγωνιστές τους Υβ Μοντάν και Σιμόν Σινιορέ.

L’Aveu (1970) Bande Annonce

 

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νίκος Παπαδάτος, Άκρως απόρρητο. Οι σχέσεις ΕΣΣΔ – ΚΚΕ, 1944-1952. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, 2019, σελ. 94.

[2] Kati Marton, The true believer. The secret life of Noel Field, Stalin’s last American spy. Νέα Υόρκη: Simon & Schuster Paperbacks, 2017.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Για τη δίκη του Ρούντολφ Σλάνσκι βλ. Karel Kaplan, Report on the Murder of the General Secretary, Οχάιο: State University Press, 1990.

Για τις σκηνοθετημένες δίκες της Πράγας βλ. τις μαρτυρίες:

Artur London, L’aveu, Παρίσι: Gallimard, 1970. (Εδώ ο τίτλος στην εξαντλημένη ελληνική έκδοση: Άρτουρ Λόντον: Η ομολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Καμαρινόπουλου, 1965.)

Heda Margolius-Kovály, Under A Cruel Star – A Life in Prague 1941–1968. Νέα Υόρκη: Holmes & Meier, 1997.

Jo Langer, Convictions: My Life with a Good Communist, Λονδίνο: Granta, 2011.

Για τις μεγάλες εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ΄30 βλ. Sheila Fitzpatrick, Οι σύμβουλοι του Στάλιν, (μετ. Γ. Μπαρουξής), Αθήνα: Μεταίχμιο, 2017, σελ. 221 – 273.

Για τις δίκες σκοπιμότητας στη μεταπολεμική Ευρώπη βλ. Tony Judt, Postwar. A history of Europe since 1945, Νέα Υόρκη: The Penguin Press, 2005. Ειδικότερα 6ο κεφάλαιο: Into the Whirlwind, σελ. 180 – 195.

Για την περίπτωση Νόελ Φιλντ βλ. Kati Marton, The true believer. The secret life of Noel Field, Stalin’s last American spy. Νέα Υόρκη: Simon & Schuster Paperbacks, 2017.

Για το σχεδιασμό και την εκτέλεση της δολοφονίας του Τρότσκι βλ. Λεονάρδο Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, (μετ. Κ. Αθανασίου), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.

 

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Η ιστορική σημασία της ναυμαχίας της Nαυπάκτου σήμερα

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Η ιστορική σημασία της ναυμαχίας της Nαυπάκτου σήμερα

 

Ποια μπορεί να είναι σήμερα η ιστορική θεώρηση ενός πολεμικού γεγονότος που συνέβη πριν από τεσσερισήμισι αιώνες και που, παρά τον θεαματικό του χαρακτήρα, έμεινε (σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις) “νίκη χωρίς επαύριον”; Γιατί το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων μη περιγραφικών αναλύσεων της ναυμαχίας στα νησιά Εχινάδες στις 7 Οκτωβρίου 1571 (που καθιερώθηκε ως “της Nαυπάκτου”) αναλώθηκε στην αμφισβήτηση της διαχρονικής της σημασίας και συνακόλουθα και της υπερθετικής εκτίμησης του Θερβάντες (αλλά και πολλών άλλων συγχρόνων του) για την πιο κορυφαία στιγμή που είδαν ποτέ οι περασμένοι ή οι σημερινοί καιροί ή που θα δούν οι μελλούμενοι; H αμφισβήτηση αυτή ξεκίνησε από την εποχή του Bολταίρου και συνεχίστηκε για περισσότερο από ενάμιση αιώνα. Αλλά ως τον Μεσοπόλεμο είχε μάλλον αφετηρία ιδεολογικο-πολιτική, όχι άσχετη με την αντι-ισπανική προπαγάνδα (την περιβόητη “leyenda negra”). Επειδή η Ισπανία του Φιλίππου Β΄είχε ουσιαστικά (μαζί με τη Βενετία) εισπράξει το μέγιστο τμήμα της δόξας της χριστιανικής νίκης της Nαυπάκτου, οι αντίπαλοι του μοναρχικού απολυταρχισμού άρχισαν να αμφισβητούν και τη σημασία των στρατιωτικών επιτευγμάτων των Αψβούργων και ιδιαίτερα του ισπανικού τους κλάδου. Aλλά η σοβαρότερη –και συστηματικότερη– υποβάθμιση της σημασίας της ναυμαχίας άρχισε κυρίως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, και οφείλεται στη θεμελιακή αλλαγή των προτεραιοτήτων της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Eννοώ την υποβάθμιση της αποκαλούμενης “συμβαντολογικής” ιστορίας (histoire événémentielle), και μάλιστα της πολιτικής, υπέρ των ιστορικών φαινομένων “μακράς διάρκειας” (longue durée), όπως είναι π.χ. οι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί ή έστω οι μέσης διάρκειας μεταλλαγές των μεγάλων γεωστρατηγικών συσχετισμών και των ιδεολογιών ή ακόμα περισσότερο οι κλιματικές αλλαγές και οι δημογραφικές αναστατώσεις. Με δυο λόγια η ιστοριογραφία, τουλάχιστον η λεγόμενη μετανεωτερική, θεωρεί ότι η ενασχόληση με τα απλά γεγονότα –και μάλιστα τα στρατιωτικά και τα πολιτικά– δεν προάγει τον ιστορικό μας προβληματισμό, αλλά μάλλον μας αποπροσανατολίζει σε προσεγγίσεις επιφανειακές και συναισθηματικές. Με βάση τα κριτήρια αυτά πολλοί ιστορικοί, ανάμεσά τους και Έλληνες, θεωρούν ότι η ενασχόληση με τη ναυμαχία της Nαυπάκτου είναι ιστοριογραφικά τουλάχιστον “παλαιομοδίτικη”. Ο σκεπτικισμός μάλιστα αυτός για τη σημασία της θα πρέπει, σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις, να συνδυαστεί και με την εμμονή που χαρακτηρίζει ένα τμήμα της νεωτερικής (ή μετανεωτερικής) ιστοριογραφίας να απομυθοποιεί υπαρκτούς ή και ανύπαρκτους εθνικούς μύθους.

Το οξύμωρο είναι ότι η αντίληψη αυτή στηρίχτηκε ουσιαστικά στη μελέτη και το έργο τού Γάλλου ιστορικού που επανέφερε στην ιστοριογραφική επικαιρότητα τη “Ναύπακτο” (Lépante/Lepanto), αφιερώνοντας μεγάλο τμήμα του καλύτερου έργου του στα πριν και τα μετά τη ναυμαχία: εννοώ τον Fernand Braudel και το τρίτο μέρος (το “παραδοσιακό” και, κατά τη γνώμη μου, το πληρέστερα τεκμηριωμένο) της μνημειώδους μελέτης του για τη Μεσόγειο κατά τον 16ο αιώνα (Braudel, 1966). Και όχι μόνον αυτό: στα επόμενα χρόνια ο Braudel χρειάστηκε να επανέλθει επανειλημμένα στο ίδιο θέμα (με διάφορες αφορμές), κυρίως με τη μελέτη του για τα υπέρ και τα κατά της ναυμαχίας (Braudel, 1974).

Fernand Braudel (1902 – 1985).

Η βασική θέση τού Braudel για τα γεγονότα και για τα πρόσωπα είναι ότι φωτίζουν μόνον πρόσκαιρα την εποχή τους και δεν είναι αυτά που καθορίζουν την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά οι συνθήκες που τα επηρεάζουν, οι οποίες συχνά είναι υποδόριες, κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Μάλιστα ο Αμερικανός Andrew C. Hess (Hess, 1972), θεωρεί ότι ο Braudel υπερεκτίμησε τη ναυμαχία, με την τάση του να της προσδώσει παρόμοια εικόνα με εκείνη των “previous imperial histories”, ίσως επειδή δεν είχε πρόσβαση στα αρχεία της άλλης πλευράς, της οθωμανικής. Ο Hess είχε δίκιο, αλλά μόνο όταν αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Braudel δεν αμφισβήτησε ποτέ την αξία των γεγονότων στην Ιστορία· απλώς επιχείρησε να τα οργανώσει στο ιστορικό αφήγημα με διαφορετικό τρόπο, συνδέοντάς τα ή και εξαρτώντας τα από άλλους παράγοντες, όπως είναι π.χ. η οικονομία ή ακόμα και οι ανθρώπινες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Σε τελευταία ανάλυση ο Hess υποβάθμισε τη ναυμαχία ex silentio: με το κριτήριο ότι τα οθωμανικά αρχεία (που δείχνει να τα συμβουλεύτηκε) δεν είχαν την αφθονία των στοιχείων που θα πιστοποιούσαν τη μεγάλη απήχηση της τουρκικής ήττας στην ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η βιβλιογραφία που ακολούθησε επιβεβαίωσε την εφεκτική προσέγγιση του γεγονότος από τον καλύτερα βέβαια ενημερωμένο Braudel, ακυρώνοντας ουσιαστικά τις υποτιμητικές απόψεις τού Hess και των όχι λίγων ομοϊδεατών του. Η ακύρωση μάλιστα προήλθε από τον κορυφαίο Γάλλο τουρκολόγο R. Mantran (Mantran, 1973), αλλά και από τον Τούρκο ιστορικό Onur Yildirim (Yildirim, 2007). Ο Yildirim, μολονότι δεν θεώρησε τη “Ναύπακτο” ως απαρχή της κατάρρευσης της οθωμανικής δύναμης (τη μετέθεσε, όπως οι περισσότεροι, στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης του 1683), εκτίμησε τη ναυμαχία ως αφετηρία εσωτερικών οικονομικών αναστατώσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως με την αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων των υπηκόων της, που ευνόησε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και ανταρσίες εναντίον της Υψηλής Πύλης. Η θέσεις του Yildirim δικαιώνουν ως ένα βαθμό και μιαν ανάλογη δική μου προσέγγιση, που είχε διατυπωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα (Hassiotis, 1978, 2001): ότι δηλαδή μετά τη “Ναύπακτο” άρχισαν, για οικονομικούς και άλλους εσωτερικούς διοικητικούς και εξωτερικούς λόγους, να εντείνονται τα αντιτουρκικά κινήματα σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, ιδιαίτερα στην ελληνική χερσόνησο.

Giorgio Vasari, La battaglia di Lepanto, 1572-1573, Sala Regia, Πόλη του Βατικανού.

Οι αντιτιθέμενες απόψεις διαφαίνονται και στα σχετικά πρόσφατα έργα που αφιερώθηκαν στη ναυμαχία και τα οποία δείχνουν ανανεωμένο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για το γεγονός. Για το απροσδόκητο αυτό ενδιαφέρον υπάρχουν διάφορες ερμηνείες: Σύμφωνα με τους σκεπτικιστές, αλλά και μερικούς σοβαρούς ιστορικούς (που δεν ασχολήθηκαν όμως συστηματικά με τη “Ναύπακτο”) η ναυμαχία δεν θα πρέπει να εκτιμάται ιδιαίτερα, επειδή η πληθωρική σχετική βιβλιογραφία δεν διολισθαίνει μόνο σε μελέτες της “παλαιάς ιστοριογραφικής κοπής”, αλλά επιπλέον εξυπηρετεί αλλότριους και όχι καθαρά επιστημονικούς στόχους: προβάλλει τη σύγχρονη ισπανική και ιταλική εθνικιστική ιστοριογραφία, εξαίρει τον ιστορικό ρόλο της Αγίας Έδρας και γενικότερα των ρωμαιοκαθολικών δυνάμεων στη χριστιανική νίκη και υπερτιμά μονομερώς την υπεροχή του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού έναντι του ανατολικού, ιδιαίτερα του ισλαμικού. Τέλος υπάρχουν και δημοσιεύματα που είναι ευκαιριακά: αφορμούνται από επετειακές εκδηλώσεις διαφόρων ιταλικών και ισπανικών πόλεων (παραλείπουν, προφανώς αγνοώντας τες, τη δική μας Ναύπακτο και την Κεφαλονιά), που έχουν μάλλον χαρακτήρα συναισθηματικό, τοπικιστικό, ηθογραφικό ή και τουριστικό.

Δεν αποκλείεται πολλές από τις προσεγγίσεις της ναυμαχίας να συνδέονται με μερικές από τις εκτιμήσεις αυτές. Η εθνική ιδεολογία π.χ. στην Ισπανία είχε και έχει ως σημείο αναφοράς την ισπανική νίκη στο “Lepanto”, από την εποχή της ναυμαχίας ως σήμερα (Χασιώτης, 2015). Και η ιδεολογία αυτή φτάνει μερικές φορές σε υπερβολές, ιδιαίτερα σε ορισμένους κύκλους της εθνικιστικής δεξιάς και της ισπανικής Εκκλησίας. Στην Ιταλία (αν εξαιρέσουμε τον όψιμο 19ο αιώνα της εθνικής ανασυγκρότησης και την περίοδο του φασιστικού Μεσοπολέμου) η προβολή τού “Lepanto” ως σημαντικού ιστορικού γεγονότος γίνεται πια με προσεκτικό τρόπο, χωρίς τις εθνικιστικές εξάρσεις του παρελθόντος (Capponi, 2006). Μόνο ένα τμήμα της συντηρητικής intelligentsia, που βρίσκεται σε άμεση επαφή με το Βατικανό, προβάλλει διαχρονικά τη ναυμαχία ως κατεξοχήν επιτυχία της Αγίας Έδρας και γενικά του ενωμένου ρωμαιοκαθολικού κόσμου.

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου

Η επανεμφάνιση –και η πολιτική χρήση– του “Lepanto” είναι ήδη διάχυτη σε σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής –και όχι μόνο– κοινής γνώμης, συχνά όμως σε συνδυασμούς άσχετους με το ίδιο το ιστορικό γεγονός, όπως π.χ. με την περιβόητη “σύγκρουση των πολιτισμών”, αλλά και με αμφιλεγόμενες σύγχρονες καταστάσεις: την απόρριψη της εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη “σταυροφορία” εναντίον του ισλαμικού φονταμελισμού, την αντίδραση στην μετάλλαξη των χριστιανικών ευρωπαϊκών κοινωνιών με τη μαζική εισροή μουσουλμάνων μεταναστών στον ευρωπαϊκό χώρο κλπ. Έτσι, ενώ από το ένα μέρος εκθειάζουν τη σημασία της “Ναυπάκτου”, από το άλλο την υπερφορτίζουν ιδεολογικά, παραμορφώνοντάς την στη συλλογική μνήμη.

Μερικά από τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν και στην ιστοριογραφία που επανέφερε τη “Ναύπακτο” στην επικαιρότητα. Αλλά αυτό αφορά κυρίως εκλαϊκευτικές εκδόσεις· η τάση δεν συμπαρέσυρε τους επαγγελματίες ιστορικούς, όπως π.χ. τον ειδικό στη ναυτική και πολεμική τεχνολογία John F. Guilmartin, Jr. (Guilmartin, 2003), που ερμηνεύει πειστικά και τα αίτια της χριστιανικής νίκης και τις συνέπειές της στη μετέπειτα εξέλιξη της Ευρώπης, του Jean Dumont (Dumont,1997), που αναλύει τις ολέθριες για τη συνολική Ευρώπη συνέπειες της γαλλικής απουσίας από τη ναυμαχία, των David García Hernán και Enrique García Hernán (García Hernán, 1999), που εξετάζει ποιοί ποσοτικοί και πρακτικοί παράγοντες έπεισαν τον Φίλιππο Β΄ να μην αξιοποιήσει τη “Ναύπακτο”, τον Manuel Rivero Rodríguez (Rivero Rodríguez, 2008), που εξετάζει με πειστικότητα όλες σχεδόν τις παραμέτρους, θετικές και αρνητικές, της ναυμαχίας, κ.ά.

Paolo Veronese, Allegoria della battaglia di Lepanto, 1571, Gallerie dell’Accademia, Βενετία.

Αφήνοντας πάντως κατά μέρος την ιδεολογική χρήση του “Lepanto”, η αναθέρμανση κατά τα τελευταία χρόνια του καθαρά ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος για τη ναυμαχία επιβάλλει να αναστοχαστούμε τη διαχρονική της σημασία τόσο στο ευρύ ευρωπαϊκό ιστορικό πλαίσιο όσο και στο στενό ελληνικό. Μήπως τελικά, παρά την έλλειψη συνέχειας, η χριστιανική νίκη της 7ης Oκτωβρίου 1571 επηρέασε την εξέλιξη της οθωμανικής ισχύος στη νοτιοανατολική Eυρώπη και την ανατολική Μεσόγειο και, συνακόλουθα, και την τύχη των λαών της περιοχής και ιδιαίτερα των Ελλήνων; Θα προσπαθήσω να δείξω ότι, παρά τις ενστάσεις των ιστορικών, που επιμένουν να την υποβαθμίζουν, η “Ναύπακτος” συνδέθηκε με ιστορικές καταστάσεις που είχαν ευρύτερο χρονικό, γεωγραφικό και πολιτικό βεληνεκές και συνεπώς και ιστορικό βάρος. Και, για την περίσταση, θα επιμείνω περισσότερο στις πλευρές του ζητήματος που αφορούν τον ελληνικό κόσμο.

Ένσταση πρώτη: H δράση του Iερού Συνασπισμού δεν άλλαξε μακροπρόθεσμα την παραδοσιακή πολιτική των εμπλεκόμενων δυνάμεων: Oι Bενετοί, ενάμισυ μόλις χρόνο μετά τη ναυμαχία, υπέγραψαν μονομερώς ειρήνη με την Yψηλή Πύλη, αναγνωρίζοντας την οθωμανική κυριαρχία στην Kύπρο· οι Iσπανοί, οι βασικοί συντελεστές της νίκης, μετέθεσαν μετά το 1574 το βάρος της πολιτικής τους από τη Mεσόγειο στον Aτλαντικό και τη βόρεια Eυρώπη· τέλος, η Aγία Έδρα, ο κύριος μοχλός της αντιτουρκικής εκστρατείας, δεν κατάφερε για εκατό τουλάχιστον χρόνια να ξαναπαίξει ανάλογο ενοποιητικό ρόλο μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων και έναντι των Oθωμανών (ως τον Ιερό Συνασπισμό του Linz, που οδήγησε στην ήττα των Οθωμανών στη Βιέννη το 1683 και στην πρόσκαιρη ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Βενετούς στα 1685-1715). Aπό την άλλη πλευρά, η καταστροφή του στόλου των Οθωμανών στη “Ναύπακτο” δεν τους εμπόδισε να επανέλθουν, δυο χρόνια μετά την ήττα τους, στην κεντρική Mεσόγειο, και να ανακτήσουν ηγεμονική επιρροή στα βορειοαφρικανικά κρατίδια, προπάντων μετά την ανακατάληψη της Γολέτας και της Τύνιδας στα 1574, αλλά και τη μνημειώδη ήττα των Πορτογάλων στο μαροκινό Alcázer-Quibir στις 4 Αυγούστου του 1578.

Οι αρχηγοί των αντιπάλων στόλων. Αριστερά: Alonso Sánchez Coello, Don Juan de Austria armado, 1567, Monasterio de las Descalzas Reales, Μαδρίτη. Δεξιά: Ανώνυμου Γερμανού, Müezzinzade Ali Pasha, π. 1571, Deniz Müsezi, Κωνσταντινούπολη.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Καταρχήν η ίδια η ναυμαχία ως στρατιωτικό γεγονός ήταν πρωτοφανής με τα μέτρα της εποχής: Ο χριστιανικός στόλος αποτελούνταν από 207 γαλέρες, 6 γαλεάσες, 20 σκάφη μεταφοράς και 40 φρεγάτες και μπεργαντίνια. Aλλά και οι Oθωμανοί είχαν στο μεταξύ συγκροτήσει –κατά την εκτίμηση ανώνυμου Έλληνα παρατηρητή– “αρμάδαν μεγάλην και φοβεράν, κάτεργα διακόσια και μαγούνες δεκατέσσαρες και καφορόζες τριάντα και άλλα κάτεργα μικρά και μεγάλα και μαυροθαλασσίτικα και ασπροθαλασσίτικα περισσά, ώστε έγιναν όλα άρμενα τετρακόσια” (κατά τις δυτικές πηγές: 221 γαλέρες, 38 γαλεότες και 18 φούστες). Ποσοτικά λοιπόν εξεταζόμενες οι δυνάμεις των αντιπάλων ήταν και τεράστιες, με τους χριστιανούς να υπολείπονται έναντι των Oθωμανών στον αριθμό των σκαφών, αλλά να υπερέχουν στην πολεμική τεχνολογία και τη δύναμη πυρός (με 1.200 κανόνια έναντι 750) και στην τακτική του ναυτικού πολέμου. Aλλά εντυπωσιακό ήταν και το ανθρώπινο κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε: H χριστιανική αρμάδα διέθετε 34.000 στρατιώτες, 43.500 κωπηλάτες και 13.000 ναύτες, και ο οθωμανικός στόλος 34.000 πολεμιστές, 45.000 κωπηλάτες και 13.000 ναύτες. Όσο κι αν τα μεγέθη αυτά δεν συμφωνούν πάντοτε στις διαθέσιμες πηγές, το βέβαιο είναι ότι ο συνολικός αριθμός των πολεμιστών, ναυτικών και κωπηλατών των δυο στόλων ξεπερνούσε τους 180.000 άνδρες· πρόκειται για ένα μέγεθος, που ισοδυναμούσε τότε με τους κατοίκους μιας μεγάλης πόλης της Eυρώπης. Mπορεί κανείς να φανταστεί ποιά οργανωτικά προβλήματα δημιουργούσε και στις δυο πλευρές η συγκέντρωση, η διοίκηση, ο εξοπλισμός, η διατροφή και η επιμελητεία γενικά ενός τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων (και μάλιστα διαφορετικής προέλευσης). Kαι μόνο από την άποψη αυτή η συγκρότηση των δυο αντίπαλων στόλων αποτελούσε σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, μοναδικό στη νεότερη ιστορία της Mεσογείου.

Ο ανδριάντας του Miguel de Cervantes στο λιμάνι της Ναυπάκτου, έργο του Ισπανού γλύπτη Jaume Mir Ramis. Ο διάσημος συγγραφέας δέχτηκε τρία τραύματα πολεμώντας, δυο στο στήθος και ένα τρίτο στο αριστερό χέρι, με αποτέλεσμα το τελευταίο να αχρηστευτεί εφ΄ όρου ζωής.

Η ιστορική σημασία μιας πολεμικής αναμέτρησης δεν φαίνεται μόνο στο μέγεθος των δυνάμεων των αντιπάλων, αλλά και στην έκταση των απωλειών τους. Στην περίπτωση της ναυμαχίας της Nαυπάκτου οι απώλειες ήταν τεράστιες, τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε πλοία: Oι νεκροί στον χριστιανικό στόλο ξεπέρασαν τους 7.500, οι πνιγμένοι τους 2.500 και οι τραυματίες τους 14.000 (από τους οποίους μάλιστα πολλοί, κάπου 4.000, πέθαναν από τα τραύματά τους στις επόμενες μέρες). Oι Oθωμανοί είχαν πάνω από 20.000 νεκρούς και 10.000 πνιγμένους, ανάμεσά τους τον καπουδάν πασά και όλους σχεδόν τους ανώτερους αξιωματούχους του στόλου. Eπρόκειτο λοιπόν για μιαν από τις φονικότερες αναματερήσεις της νεότερης ναυτικής ιστορίας της Ευρώπης, με ένα συνολικό αριθμό θυμάτων που ξεπέρασε τα 60.000 άτομα. Aνάλογης έκτασης ήταν και οι απώλειες των πολεμικών σκαφών, κυρίως των ηττημένων: Η χριστιανική αρμάδα έχασε 10 γαλέρες (το 5% περίπου της συνολικής της δύναμης), αλλά βύθισε ή αιχμαλώτισε 195 οθωμανικές (δηλαδή πάνω από το 90%· ουσιαστικά διέφυγαν μόνον οι 35 γαλέρες και μερικά ακόμα μικρότερα σκάφη του διοικητή του Aλγερίου Oυλούτζ Aλή). Στα χέρια των χριστιανών έπεσαν επίσης 3.000 αιχμάλωτοι, εκτός από τις 7.000 περίπου χριστιανούς κωπηλάτες που απελευθερώθηκαν (οι περισσότεροι Έλληνες). Σπεύδω και πάλι να διευκρινίσω ότι οι αριθμοί αυτοί δεν συμπίπτουν σε όλες τις διαθέσιμες πηγές της εποχής· οπωσδήποτε όμως αντιπροσωπεύουν με αρκετή πιστότητα τα ποσοτικά μεγέθη και γενικά τις διαστάσεις της ναυμαχίας.

Αν επίσης εξετάσει κανείς το πολιτικό κλίμα μετά τη ναυμαχία, τόσο στη χριστιανική Δύση όσο και στην ανατολική Mεσόγειο, θα διακρίνει μερικές σημαντικές διαφοροποιήσεις. Kαταρχήν η ίδια η ναυμαχία (“la naval”, όπως αναφέρεται στερεοτυπικά και με αντονομασία στις πηγές της εποχής) αποτέλεσε αφετηρία για την ανανέωση του αντιτουρκικού κλίματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμα και στις χώρες που συνεργάζονταν με τους Oθωμανούς (π.χ. στη Γαλλία). H ανανέωση αυτή φαίνεται στην ευρεία κυκλοφορία ολιγοσέλιδων εντύπων λαϊκού χαρακτήρα για τους Oθωμανούς και το τυραννικό κράτος των σουλτάνων, αλλά και στην πληθωρική επίσης αντιτουρκική παραγωγή στο χώρο της έντεχνης φιλολογίας και της τέχνης. Κανένα άλλο γεγονός της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας ως τη Γαλλική Eπανάσταση δεν έχει εμπνεύσει τόσα πολλά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα όσα η ναυμαχία της Nαυπάκτου. Άσχετα από την ποιότητά τους, το πλήθος, η γεωγραφική έκταση και η χρονική διάρκεια των αποτυπώσεων του γεγονότος εκείνου στη λαϊκή φιλολογία, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη μουσική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική υπογραμμίζουν ένα σημαντικό ιστορικό δεδομένο: ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί, παρά την πολιτική και –το κυριότερο– την εκκλησιαστική τους διάσπαση, συνέχιζαν να συμπεριφέρονται ως μέλη μιας ενιαίας κοινότητας, ενός “κοινού χριστιανικού σώματος” (Corpus Christianorum). Συνεπώς η ναυμαχία, με το ιδεολογικό τουλάχιστον περιεχόμενο που της αποδόθηκε, συντέλεσε στη συνειδητοποίηση (και τότε, αλλά και αργότερα) της χριστιανικής ευρωπαϊκής ταυτότητας έναντι του αλλότριου “άλλου”: Αν και πολεμικό γεγονός, συνιστά σταθμό στην ιδεολογική ανέλιξη της ευρωπαϊκής ενότητας, που όχι μόνο ως την περίοδο του Διαφωτισμού, αλλά και ως σήμερα αποτελεί, παρά τις υπερβολές που προαναφέρθηκαν, ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς στους σταθμούς της ιστορικής συσπείρωσης των ευρωπαϊκών λαών.

Η ιδεολογική αυτή εξέλιξη είχε σχέση άμεση και με τον τρόπο που διεξήχθηκε η ναυμαχία και με το αποτέλεσμά της: Στη “Ναύπακτο” δεν συγκρούστηκαν μόνο δυο αντίπαλες θρησκευτικές κοινότητες· αναμετρήθηκαν και δυο διαφορετικές προσεγγίσεις του πολιτικού, του κοινωνικού, του οικονομικού και του τεχνολογικού χαρακτήρα του νεότερου κόσμου: από το ένα μέρος χώρες με σχετικά “αποκεντρωμένη” σε επιμέρους κράτη εξουσία, από το άλλο ένα συμπαγές μονολιθικό κρατικό μόρφωμα· από το ένα μέρος εκσυγχρονισμός στην τεχνολογία (έστω του πολέμου και του ναυτικού), από το άλλο στασιμότητα· από το ένα μέρος ανοίγματα στην εμπορική και οικονομική ζωή και συνεπώς και στη μετεξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας σε αστικότερη και σταδιακά φιλελεύθερη, από το άλλο εμμονή σε παραδοσιακές οικονομικές δομές, σε αυταρχικό και αντιπαραγωγικό σύστημα διακυβέρνησης ποικίλων και εχθρικών προς την κεντρική εξουσία λαών κλπ.

Eξάλλου, μολονότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν απαλλάχτηκε εντελώς από την παραδοσιακή της “τουρκοφοβία”, ωστόσο έπαψε να κατατρύχεται σε μεγάλο βαθμό από το πλέγμα κατωτερότητας έναντι της οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης. Το φάσμα άλλωστε των τουρκικών αποβάσεων στην κεντρική και τη δυτική Mεσόγειο ήταν μετά το 1571 σαφώς περιορισμένο: θα μπορούσε κανείς να πει ότι διαμορφώθηκε de facto ένα ανομολόγητο status quo στη Μεσόγειο, με τους Οθωμανούς να ηγεμονεύουν (αλλά όχι χωρίς αμφισβητήσεις) στο ανατολικό της τμήμα και με τα δυτικά κράτη να κυριαρχούν (έστω και ανταγωνιζόμενα) στο δυτικό. H πορεία βέβαια στην κάμψη της οθωμανικής πολεμικής ισχύος είχε αργό ρυθμό: χρειάστηκε ένας περίπου αιώνας για να αρχίσει η διαδικασία της σταδιακής αποχώρησης των Oθωμανών από την κεντρική Eυρώπη και τη βόρεια Bαλκανική, και δυο αιώνες για να ξαναδούμε πάλι μια μεγάλη καταστροφή του τουρκικού στόλου στη Mεσόγειο (στη ναυμαχία του Tσεσμέ στις 25-26 Ιουνίου/6-7 Ιουλίου 1770).

Giovammi Francesco Camocio, Battaglia di Lepanto, χαρακτικό π. 1575.

Aπό την άλλη μεριά μειώθηκαν δραστικά και οι μεγάλες δυτικές ναυτικές εξορμήσεις στην ανατολική Mεσόγειο. Ουσιαστικά η ναυτική παρουσία των Ευρωπαίων αντιπάλων του σουλτάνου περιορίστηκε στις μικρής κλίμακας συνεχείς κουρσαρικές εξορμήσεις στο Aιγαίο και το Iόνιο των Iσπανών της Nεάπολης και της Σικελίας και των ιπποτών της Mάλτας και της Tοσκάνης. Πάντως, παρά τη μικρή τους έκταση, οι εξορμήσεις εκείνες δεν έμειναν χωρίς συνέπειες: Aπό το ένα μέρος υποδαύλιζαν συνεχώς ζητήματα πολιτικά (την αμφισβήτηση της οθωμανικής ναυτικής δύναμης στο Αιγαίο)· από το άλλο υπονόμευαν σταθερά την ανάπτυξη των οθωμανικών εμπορικών ναυτικών μεταφορών, επειδή με τη δράση τους ανέβαζαν το κόστος τους σε δυσβάστακτα ύψη (με τα βυθισμένα πλοία, τους αιχμαλώτους και τις ζημιές από τις καταστροφές και τη λαφυραγωγία). H κατάσταση αυτή ευνόησε αντίστροφα τη ναυτιλιακή δραστηριότητα των Eλλήνων, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη σχετική ανοχή των χριστιανών κουρσάρων, ανέλαβαν το έργο της διακίνησης των προϊόντων της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας στους θαλάσσιους δρόμους της ανατολικής ή και της κεντρικής Mεσογείου (Κραντονέλλη, 1994). Και αυτό αποτέλεσε τη σχετικά άγνωστη πρώτη φάση στην άνοδο του ελληνικού ναυτικού, που θα γίνει αισθητή στα τέλη του 17ου και δυναμική κατά τον αρχόμενο 18ο αιώνα.

Ένσταση δεύτερη: H ναυμαχία της Nαυπάκτου έγινε μεν σε ελληνικά νερά, αλλά ουσιαστικά ερήμην των Eλλήνων· αποτελούσε ξένη σύγκρουση ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις και στους Oθωμανούς. Kαι όμως: η ελληνική εμπλοκή δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη (Manoussacas, 1974).

H ενεργός καταρχήν συμμετοχή των Eλλήνων στο στρατιωτικό πεδίο ήταν μεγάλη σε έκταση και μοιρασμένη σε διαφορετικούς τομείς: Καταρχήν στις χερσαίες δυνάμεις υπηρέτησαν οι Έλληνες “stradioti” και γενικά οι άτακτοι, που, όπως είναι γνωστό, χρησιμοποιούνταν τόσο από τους Bενετούς (ιδιαίτερα στις κτήσεις τους της ελληνικής Aνατολής), όσο και από τους Iσπανούς. Oι ιδιόμορφες εκείνες στρατιωτικές μονάδες πήραν μέρος κυρίως στην άμυνα της Kύπρου, αλλά και στη ναυμαχία της Nαυπάκτου και στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Oι πιο γνωστές περιπτώσεις στον εξοπλισμό καραβιών από Έλληνες κυβερνήτες και ελληνικά πληρώματα αφορούν 4 γαλέρες από τους Kερκυραίους, 5 από τους Zακυνθινούς και 20 περίπου από τους Kρητικούς. Tα σκάφη αυτά έδρασαν στα παράλια της Hπείρου και στο νότιο Aιγαίο και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πήραν όλα μέρος στη ναυμαχία. Και ήταν, κατά τους ξένους παρατηρητές της εποχής, τα καλύτερα εξοπλισμένα πολεμικά του βενετικού στόλου. Στον ίδιο κύκλο θα πρέπει να εντάξουμε και τα μικρότερα καράβια, που έδρασαν άλλοτε συντονιζόμενα με τον χριστιανικό στόλο και άλλοτε μεμονωμένα. Αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό που πήρε μέρος –ενεργητικά ή και παθητικά– στη ναυμαχία δεν ήταν καθόλου αμελητέο: Oι Iσπανοί είχαν μαζί τους άγνωστο, αλλά πάντως μεγάλο αριθμό Eλλήνων, που στρατολογήθηκαν στις κατωϊταλικές τους κτήσεις (όλοι οι ενήλικοι άρρενες). Oι Bενετοί προχώρησαν σε αθρόες και κατά κανόνα υποχρεωτικές στρατολογήσεις και ναυτολογήσεις σε βενετοκρατούμενα, αλλά και σε τουρκοκρατούμενα μέρη. Yπολογίζεται ότι μόνο στην Kρήτη συγκεντρώθηκαν το 1570 για το βενετικό ναυτικό 2.804 κωπηλάτες και ναύτες και 3.730 ένοπλοι (Χασιώτης, 1971, σ. 91 κ.ε., 135 κ.ε., 145 κ.ε., 160 κ.ε., 197 κ.ε., 209 κ.ε.). Aκόμα μεγαλύτερη ήταν η ελληνική παρουσία στον οθωμανικό στόλο: Στις παραμονές της ναυμαχίας υπολογίστηκε ότι οι Έλληνες ναύτες και κωπηλάτες στην υπηρεσία των Oθωμανών ανέρχονταν σε 7.500-10.000 άνδρες (Σφυρόερας, 1968, σ. 24-27). Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική συμμετοχή στις επιχειρήσεις του Ιερού Συνασπισμού ήταν η μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνη που πρόσφεραν οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί (με την εξαίρεση βέβαια των Iσπανών και των ποικίλης προέλευσης Iταλών).

Naval Battle of Lepanto

Oι Έλληνες εξάλλου μοιράστηκαν με τον τρόπο τους και το κλίμα ευφορίας που επικράτησε στη δυτική Eυρώπη κατά τις παραμονές και κυρίως μετά τη χριστιανική νίκη στις Εχινάδες. Oι σχετικές “ενθυμήσεις” και τα “βραχέα χρονικά”, παρά την αναπόφευκτη λακωνικότητά τους, υποδηλώνουν με έμμεσο και υπιανικτικό τρόπο τη συγκρατημένη χαρά που προκάλεσε στους ανώνυμους συντάκτες τους η εμφάνιση στις ελληνικές θάλασσες “της μυριοστόλου νηός των Λατίνων” και στη συνέχεια “ο πόλεμος ο θαυμαστός και ο μέγας”, κατά τον οποίο μάλιστα “ενικήσασι οι Pωμαίοι” [sic]. H ευφορία βέβαια εκδηλώθηκε φανερά στις βενετοκρατούμενες περιοχές και στη Διασπορά· γι’ αυτό και από εκεί προήλθαν όχι μόνο τα ελάχιστα δυστυχώς σωζόμενα στιχουργήματα για τον πόλεμο της Kύπρου, αλλά και οι εικαστικές απεικονίσεις της ναυμαχίας είτε σε σχεδιάσματα (π.χ. του Γεωργίου Kλόντζα) και σε φορητές εικόνες (κυρίως Eπτανησίων αγιογράφων) είτε και σε μεγάλες συνθέσεις, όπως ήταν π.χ. οι καταστραμμένες τοιχογραφίες του Mηλιώτη ζωγράφου Aντωνίου Bασιλάκη στο βενετικό δουκικό ανάκτορο, το πορτραίτο του Δον Xουάν και κυρίως η “Aλληγορία του Iερού Συνασπισμού” του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Hassiotis, 2001, σ. 42· πρβλ. Mínguez Cornelles, 2016, σ. 234).

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, La Adoración del Nombre de Jesús (Alegoría de la Liga Santa), 1577-1579, Monasterio de El Escorial, Μαδρίτη

Ένσταση τρίτη και τελευταία: Παρά την ελληνική συμμετοχή, η ναυμαχία της Nαυπάκτου δεν επηρέασε την εξέλιξη των ελληνικού ενδιαφέροντος γεγονότων: ούτε την κατάκτηση της Kύπρου απέτρεψε ούτε την οθωμανική κυριαρχία κλόνισε σε άλλες ελληνικές περιοχές (π.χ. στην Πελοπόννησο). Εξάλλου η ναυμαχία έγινε μετά την κατάληψη και του τελευταίου κυπριακού οχυρού, της Aμμοχώστου. Kαι στον επόμενο χρόνο (1572) η τρίτη (και τελευταία) εξόρμηση του χριστιανικού στόλου θα περιοριστεί σε έναν άγονο κλεφτοπόλεμο στα πελοποννησιακά παράλια και σε μια εφήμερη απόβαση στον όρμο του Nαβαρίνου, που δεν επέτυχε κανέναν ουσιαστικό στρατιωτικό στόχο.

Παρ’ όλα αυτά η δράση του Iερού Συνασπισμού και η καταστροφή του οθωμανικού στόλου στη Nαύπακτο δεν έμεινε εντελώς ασύνδετη με την τύχη των Eλλήνων. Aπό τις παραμονές κιόλας της ναυμαχίας η προσδοκία της εμφάνισης της χριστιανικής “αρμάδας” υποδαύλιζε για μισόν αιώνα περίπου την επαναστατική κινητικότητα σε πολλές ελληνικές περιοχές, από την Kύπρο και τη νότια Πελοπόννησο ως τη βορειοδυτική Mακεδονία και την Ήπειρο. Όλες εκείνες οι προσπάθειες απέτυχαν ή είχαν και αιματηρή κατάληξη. Ωστόσο οι αμφισβητήσεις της οθωμανικής κυριαρχίας, ακόμα και όσες έμειναν στο στάδιο του σχεδιασμού, οργανώνονταν πάντοτε σε συνεννόηση με τις δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα του 1570-1572 και πάντοτε στον μακρόσυρτο απόηχο της “μεγάλης εκείνης ημέρας”. Tο γεγονός αυτό είχε αρκετές μακροπρόθεσμες συνέπειες: κρατούσε σταθερή και τη διασύνδεση των ελληνικών επαναστατικών κινήσεων με την πολιτική της χριστιανικής Δύσης στην ανατολική Mεσόγειο και, συνεπώς, ανανέωνε και την εξάρτηση του ελληνικού πολιτικού ζητήματος από τη χριστιανική Eυρώπη. Tο δεδομένο αυτό μπορεί να εκτιμηθεί μόνο αν το προσεγγίζουμε μέσα από την προοπτική του χρόνου: Σε τελευταία ανάλυση η ναυμαχία της 7ης Oκτωβρίου 1571 αποτέλεσε το προηγούμενο σε ένα άλλο ανάλογο γεγονός που συνέβη 256 χρόνια αργότερα τον ίδιο μήνα και –όχι τυχαία– στα ίδια περίπου νερά τού Iονίου· εννοώ βέβαια τη ναυμαχία της 8ης/20ής Oκτωβρίου 1827 στο Ναβαρίνο, η οποία, με μιαν ανάλογη καταστροφή του οθωμανικού στόλου, επιτάχυνε τις διαδικασίες για τη θετική κατάληξη του απελευθερωτικού αγώνα των Eλλήνων και την τελική ανεξαρτησία της Eλλάδας.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ.

 

                                                           

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Fernand Braudel, La Méditérranée et le monde méditerranéen à l’époque de Philippe II, α΄ έκδ., Παρίσι 1949, β΄ έκδ. αναθεωρ. και συμπληρ., τόμ. 1-2, Παρίσι 1966, ελλην. έκδ., Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄της Ισπανίας. Γεγονότα, πολιτική, άνθρωποι, τόμ. 1-3, Αθήνα 1991-1998.

Fernand Braudel, “Bilan d’une bataille”, Il Mediterraneo nella seconda metà del ’500 alla luce di Lepanto, επιμ. Gino Benzoni, Φλωρεντία 1974, σ. 109-120.

Niccolò Capponi, Victory of the West. The Story of the Battle of Lepanto, Νέα Υόρκη 2006, ιταλ. έκδ.: Lepanto 1571. La Lega Santa contro l’impero ottomano, Μιλάνο 2008.

Jean Dumont, Lépante, l’histoire étouffée, Παρίσι 1997.

David García Hernán – Enrique García Hernán, Lepanto: El día después, Mαδρίτη 1999.

John F. Guilmartin, Jr., Gunpowder and Galleys, Cambridge University Press 1974, και β΄ έκδ. αναθεωρ., Λονδίνο, 2003.

Ι.Κ. Χασιώτης, Οι Έλληνες στις παραμονές της ναυμαχίας της Ναυπάκτου, 1568-1571, Θεσσαλονίκη 1971.

Ι.Κ. Hassiotis, “Spanish Policy towards the Greek Insurrectionary Movements in the Early Seventeenth Century”, Actes du IIe Congrès Intern. des Etudes du Sud-est Européen, τόμ. 3, Aθήνα 1978, σ. 313-329.

Ι.K. Hassiotis, “Hacia una re-evaluación de Lepanto”, Volver a Cervantes: Actas del IV Congreso Internacional de la Asociación de Carvantistas, επιμ. Antonio Bernat Vistarini, τόμ. 1, Πάλμα (Μαγιόρκα), 2001, σ. 37-45.

Ι. Κ. Χασιώτης, “Ιδεολογικές επιβιώσεις της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στον ισπανικό κόσμο”, Mundo Neogriego y Europa: Contanctos, diálogos culturales, επιμ. Francisco Morcillo Ibáñez, Γρανάδα 2015, σ. 13-41.

Andrew C. Hess, “The battle of Lepanto and its place in Mediterranean history”, Past and Present, 57 (Nοέμβρ. 1972), 53-73.

Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, “Η σημασία της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας”, Σύμμικτα, 9 (ΕΙΕ, 1994), 269-282.

Manoussos Manoussacas, “Lepanto e i Greci”, Il Mediterraneo nella seconda metà del ’500 alla luce di Lepanto, επιμ. Gino Benzoni, Φλωρεντία 1974, σ. 215-241.

Robert Mantran, “L’écho de la bataille de Lépante à Constantinople”, Annales. Économie, Société, Civilisation, 28 (1973), 396-405.

Víctor Mínguez Cornelles, “El Greco y la sacralización de Lepanto en la Corte de Felipe II”, EL Greco en su IV Centenario: patrimonio Hispánico y diálogo intercultural, επιμ. Esther Almarcha, Palma Martínez-Burgos, Elena Sainz, Κουένκα, Universidad de Castilla-La Mancha, 2016, σ. 215-234.

Manuel Rivero Rodríguez, La batalla de Lepanto. Cruzada, guerra santa e identidad confesional, Μαδρίτη 2008.

Βασίλης Σφυρόερας, Τα ελληνικά πληρώματα του τουρκικού στόλου, Αθήνα 1968.

Onur Yildirim, “The Battle of Lepanto and its Impact on Ottoman History and Historiography”, Mediterraneo in Armi, επιμ. Rosella Cancilla, τόμ. 2, Παλέρμο 2007, σ. 533-556.

Ηλίας Δ. Μαριολάκος: Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

Ηλίας Δ. Μαριολάκος

 Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από την πραγματεία του συγγραφέα : Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία. Γεωλογικό και Φυσικογεωγραφικό Δυναμικό, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 2018.

 

Τι είναι Μυθολογία

Μυθολογία είναι η συρραφή θρύλων, διηγήσεων και παραδόσεων που σχετίζονται με τις πράξεις και τη δράση θεών, ημίθεων, ηρώων και ανθρώπων, των προϊστορικών λαών που κατοικούσαν σε οποιοδήποτε σημείο της Γης.

Η λέξη Μύθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει γενικώς τα λεγόμενα (λόγος, έπος, διήγηση). Για πολλούς, η λέξη Μύθος ταυτίζεται με την αναλήθεια, κι αυτό γιατί πιστεύουν ότι όλοι οι μύθοι είναι αποκλειστικό δημιούργημα της φαντασίας. Για τον Πλάτωνα, που θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας που έχει χρησιμοποιήσει τον όρο, “μυθολογία” σημαίνει να μιλάει κανείς για μύθους ή να διηγείται μύθους. Η αρχική σημασία του μύθου, σύμφωνα με πολλούς, είναι “λόγος προφορικός, άνευ διακρίσεως της αλήθειας ή του ψεύδους”. Άλλοι δέχονται ότι ο μύθος δεν είναι μια αφήγηση, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνεται, ενώ η μυθολογία δεν είναι η βιογραφία των θεών, όπως μπορεί να φαίνεται συχνά, ακόμα και όταν αναφέρεται στη γέννηση και την παιδική ηλικία των θεών, στα νεανικά τους κατορθώματα και μερικές φορές στον πρόωρο θάνατό τους.

Κατά τον F. Schelling, μύθος είναι εκείνη η ιστορία που περιέχει αφηγήσεις μιας εποχής στην οποία κανένα γεγονός ακόμα δεν σημειώνεται γραπτώς, αλλά το καθένα μεταδίδεται προφορικά. Ενώ μυθολογία είναι η προϊστοριογραφική ιστορία και φιλοσοφία μιας φυλής ή μιας ομάδας ανθρώπων.

Joseph Karl Stieler, Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, 1835, Neue Pinakothek, München.

O Heyne, που θεωρείται πρωτεργάτης των μυθολογικών ερευνών, δέχεται ένα πρωταρχικό, έμφυτο θρησκευτικό ένστικτο στον άνθρωπο, που τον οδήγησε στη θεοποίηση των φυσικών αντικειμένων, κάτι που ενισχύθηκε από τον φόβο του αγνώστου. Ο F. Schelling, απεναντίας, θεωρεί το θρησκευτικό στοιχείο του μύθου ως μεταγενέστερη προσθήκη. Κατ’ άλλους, ο μύθος θεωρείται γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου και επομένως, ως τέτοιος, δεν μπορεί να έχει σχέση με την πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις των περισσοτέρων, πρόκειται για ένα “παραμύθι”, που αναλόγως προς ποιον απευθύνεται, άλλοτε είναι παραμύθι για μικρά παιδιά και άλλοτε ωραίο παραμύθι για μεγάλους.

Ο Christian Gottlob Heyne και η Ιλιάδα του Ομήρου.

Κάπως έτσι έχει εκληφθεί από πολλούς η ελληνική μυθολογία. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο. Ο Ηρακλής, για παράδειγμα, δεν είναι κάποιο είδος Ταρζάν και θα ήταν λάθος να εκλαμβάνεται ως τέτοιος. Οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, ο Ποσειδώνας, ο Δίας και άλλοι θεοί και θεότητες, ημίθεοι και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Ιάσων και οι λοιποί, συνδέονται άμεσα με τη φύση του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου και άλλοι με τους αγώνες των κατοίκων του για επιβίωση μέσα στη συγκεκριμένη φύση και τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο ενός κοινωνικο-οικονομικού γίγνεσθαι που δεν συνδέεται μόνο με το φυσικογεωλογικό καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα με εκείνο του Αιγαίου, αλλά συνάμα με τον ευρωπαϊκό χώρο και τους Ωκεανούς.

Και όσον αφορά τα μυθολογικά πρόσωπα, ίσως πολλά από αυτά να είναι δημιουργήματα της φαντασίας των προϊστορικών κατοίκων αυτού του τόπου, μεγάλος αριθμός όμως από τις δραστηριότητες των θεών και των ηρώων είναι βέβαιο ότι συνδέονται με τους αγώνες των κατοίκων του με τα έντονα ως ακραία φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κάποια στιγμή ή σε κάποια περίοδο κατά τη μακραίωνη προϊστορική εποχή και που οπωσδήποτε ήταν πρωτόγνωρα για τον κάτοικο του αιγαιακού χώρου, αφού δεν τα είχε ξαναζήσει ποτέ πριν από τότε που πάτησε το πόδι του στην περιοχή, και επιπλέον δεν είχε ζήσει παρόμοια φαινόμενα ούτε στον τόπο απ’ όπου προήρχετο. Ειδικότερα στους φυσικούς μύθους [εκείνους που αναφέρονται στη σχέση των θεών με τον φυσικό κόσμο] σε πολλά φαινόμενα αποδίδονταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Διακρίνουμε δηλαδή μια προσωποποίηση, ή μάλλον έναν ανθρωπομορφισμό της φύσης, που η σημερινή της κατάσταση δεν φαίνεται μεν να δικαιολογεί την περιγραφή του μύθου, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αντιπροσωπεύει τη φυσικογεωλογική κατάσταση σε κάποια φάση του γεωλογικού παρελθόντος, που είναι πολύ πιθανόν να μην είναι ορατή σήμερα.

Ο Γίγαντας Εγκέλαδος ήρθε σε διαμάχη με τη θεά Αθηνά, η οποία τον έθαψε κάτω από το όρος Αίτνα. Έκτοτε, όποτε ήταν οργισμένος, η γη σειόταν.

Το φυσικογεωλογικό δυναμικό, όμως, για να συμβάλει στην ερμηνεία των μύθων, δεν πρέπει να εξετάζεται στατικά, αλλά δυναμικά και συγχρόνως διαχρονικά. Αυτό σημαίνει ότι, όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κάποιο μύθο, όπως, για παράδειγμα, την εποχή των Τιτάνων πριν από την Τιτανομαχία, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, την εποχή που γεννήθηκαν οι Τιτάνες, σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας τίποτα δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν ήταν, με άλλα λόγια, ούτε η θερμοκρασία ούτε οι βροχοπτώσεις όπως είναι σήμερα, ούτε οι παροχές των ποταμών ήσαν ίδιες, ούτε οι ακτές είχαν τη σημερινή τους μορφή, ούτε πολλές από τις πηγές ανέβλυζαν εκεί που αναβλύζουν σήμερα, ούτε οι σύγχρονες λίμνες είναι ίδιες με τις παλιές, με εξαίρεση ορισμένες εσωτερικές λίμνες, που ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι διαστάσεις τους ήσαν διαφορετικές. Για παράδειγμα, ποιος από όσους έχουν ασχοληθεί με την ανακάλυψη της γεωργίας στην Ελλάδα και τη θεά Δήμητρα λαμβάνει υπόψη ότι την εποχή εκείνη ο σημερινός κόλπος της Ελευσίνας ήταν λίμνη και ότι μεγάλο τμήμα του Σαρωνικού ήταν ξηρά; Ποιος λαμβάνει υπόψη ότι, την εποχή που υπολογίζεται ότι γεννήθηκαν οι Τιτάνες, οι κλιματικές και άλλες φυσικογεωλογικές συνθήκες ήσαν εντελώς διαφορετικές σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν την εποχή που έγινε η Τιτανομαχία, που είναι περίπου ίδιες με αυτές που επικρατούν σήμερα;

Για έναν που γνωρίζει καλά τα δυναμικά χαρακτηριστικά του φυσικογεωλογικού καθεστώτος του ελλαδικού χώρου και τις μεταβολές του κατά τα τελευταία 20-30.000 έτη, την περίοδο δηλαδή που ο σύγχρονος άνθρωπος, ο Homo sapiens, μένει μόνος του ως είδος πάνω στη Γη και αρχίζει σιγά- σιγά να κυριαρχεί, αφού έχει πλέον εξαφανιστεί ο Homo neanderthalensis, είναι σχεδόν αυτονόητο και πρόδηλο ότι ολόκληρη η Θεογονία, όπως μας την έχει παραδώσει ο Ησίοδος με τις συμπληρώσεις των μεταγενεστέρων, όσον αφορά τις διάφορες γενιές των θεών, αλλά και τη χωροχρονική διάταξη των επιμέρους δραστηριοτήτων τους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ταυτίζεται με τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου. 

 

Μύθοι και θρύλοι

 Η Γεωλογία, σε αντίθεση με τη Μυθολογία, αποτελεί μια θετική επιστήμη που, με βάση τα πετρώματα και τα απολιθώματα, με βάση δηλαδή τον ανόργανο και τον έμβιο κόσμο που έζησε σε παλαιότερες γεωλογικές εποχές, και εφαρμόζοντας διάφορες εργαστηριακές μεθόδους, έχει κατορθώσει να προσδιορίσει και να ταξινομήσει το γεωπεριβαλλοντικό καθεστώς που επικρατούσε σε μια περιοχή σε κάποια χρονική στιγμή του παρελθόντος. Συνεπώς, είναι σε θέση να προσδιορίσει και τις γεωπεριβαλλοντικές συνθήκες ενός γεωγραφικού χώρου ή μιας περιοχής όπου έχει δραστηριοποιηθεί κάποιος θεός, θεότητα ή ήρωας κατά τη μυθολογική εποχή, κατά την εποχή δηλαδή που καλείται προϊστορική, για την οποία δεν διαθέτουμε άλλες μαρτυρίες, ούτε τη δυνατότητα της χρονολόγησης με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα που μπορεί να μας δώσει μεγαλύτερης ακρίβειας αποτελέσματα.

Ο Ηρακλής και ο Ιόλαος σκοτώνουν τη Λερναία Ύδρα, αναπαράσταση σε αγγείο της αρχαϊκής εποχής

Η συσχέτιση, επομένως, της Γεωλογίας με τους μύθους δίδει μια άλλη διάσταση, πέραν της καθαρώς λατρευτικής, και εν πολλοίς θεολογικής, διότι, αφού είναι δυνατή η χρονολόγηση των δραστηριοτήτων ενός θεού και γενικότερα μιας θεότητας, τότε ο “άχρονος μύθος” γίνεται ιστορικό γεγονός. Ιστορικό γεγονός όχι τόσο με την έννοια της χρονολογικής ακρίβειας, όσο με την έννοια του γεγονότος. Ωραίο παράδειγμα αποτελεί ο μύθος της εξόντωσης της Λερναίας Ύδρας από τον Ηρακλή. Ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε, χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους, πότε έγινε η εξόντωσή της, η συστηματική γεωλογική έρευνα κατέδειξε ότι δεν μπορεί να έγινε πριν από το Κλιματικό Optimum του Ολοκαίνου (4-2.000 π.Χ.). Άρα, ο Ηρακλής, που εξολόθρευσε την Ύδρα, δεν μπορεί να έζησε κατά τη Νεολιθική Εποχή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κάποιος επειδή οι καρστικές πηγές της Λέρνης δεν είναι δυνατόν να είχαν δημιουργήσει προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής, όταν η στάθμη της θάλασσας στον Αργολικό ήταν αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Με παρόμοιο σκεπτικό, μια αρχαιολογική έρευνα της Μεσολιθικής Εποχής σε μια παράκτια περιοχή δεν μπορεί να είναι πλήρης, αφού ένας παράκτιος οικισμός της εποχής εκείνης σήμερα βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας λόγω των κλιματοευστατικών κινήσεων. Με ορισμένες τέτοιου είδους παραδοχές ή υποθέσεις, και με παράλληλη, λεπτομερή γεωλογική έρευνα πεδίου, σε συνδυασμό πάντοτε με την αρχαιολογική έρευνα, είναι δυνατόν να σμικρυνθεί το χρονικό παράθυρο για τον προσδιορισμό ενός “μυθολογικού” γεγονότος.

Η πηγή της Λέρνης, στο χωριό Μύλοι του νομού Αργολίδας.

Ως προς τη χρονολόγηση της πρωτοεμφάνισης ενός μύθου, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι εύκολη, όπως δύσκολο είναι να βρεθεί και η πρώτη, η αυθεντική περιγραφή, με άλλα λόγια το πραγματικό περιεχόμενό του. Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο του μύθου ταυτίζεται με μια τέτοια φυσικογεωλογική διεργασία μοναδική, που επιτρέπει να χρονολογηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια πότε πρέπει να πρωτοεμφανίστηκε, ανεξαρτήτως του πότε καταγράφηκε από κάποιον αρχαίο συγγραφέα ή ποιητή. Για παράδειγμα, ο σχηματισμός των Εχινάδων Νήσων, ενώ περιγράφεται από τον Διόδωρο Σικελιώτη ως μύθος, στην πραγματικότητα αναφέρεται σε φυσικογεωλογικές διεργασίες που η γεωλογική έρευνα έχει δείξει ότι είναι πάρα πολύ παλαιές. Ο φυσικογεωλογικός σχηματισμός των Εχινάδων πρέπει να ξεκίνησε γύρω στο 16.000 π.α.σ. Και να ολοκληρώθηκε πριν από 6.000 χρόνια περίπου.

Πηγές της ελληνικής μυθολογίας είναι κατά βάση τα ομηρικά έπη, τα Αργοναυτικά των Ορφικών, τα έργα του Ησιόδου, αλλά και όλα τα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ιστορικός, περιηγητής, ποιητής κ.λπ., από την εποχή του Ομήρου μέχρι ακόμα και τον 5ο αιώνα μ.Χ., μέχρι δηλαδή την εποχή που ο Χριστιανισμός εκτόπισε την αρχαιοελληνική θρησκεία, που να μην αναφέρεται σε κάποιο μύθο.

Jean-Baptiste Auguste Leloir, Homère, 1841, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Συμβολισμός ή αλληγορία των μύθων

Πολλοί μύθοι εμπεριέχουν αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερη αλληγορία ή συμβολισμό. Την αλληγορία ο Ηράκλειτος ο Ποντικός την ορίζει ως “…τον λόγο που, ενώ μιλάει για κάτι, υπονοεί κάτι άλλο…”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της θεάς Δήμητρας και της κόρης της, Περσεφόνης, οι οποίες συμβολίζουν τη γονιμότητα της γης και τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι που δεν φαίνεται να έχουν μια τέτοια αναφορά, όπως, για παράδειγμα, ο μύθος του Λαβυρίνθου. Δύσκολο να αντιληφθεί ο σημερινός άνθρωπος τι συμβολίζει ο Λαβύρινθος. Πέραν όμως των γνωστών συμβολισμών, στους οποίους κατά κάποιον τρόπο είναι εμφανής η σχέση του μύθου με κάποια φυσική ή ανθρώπινη δράση, υπάρχει και μια σειρά από μύθους που συμβολίζουν διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα. Πρόκειται δηλαδή για μια φυσικογεωλογική αλληγορία ή συμβολισμό, αφού περιγράφουν, “κρυπτογραφημένα”, φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κατά τη μυθολογική περίοδο, ή παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι την ίδια εποχή.

Πολλά τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα συνδέονται με τους θεούς-ποταμούς, όπως συμβαίνει στον μύθο του Αχελώου και των Εχινάδων, όπως και στον νεότερο της πάλης του Ηρακλή με τον Αχελώο, ή στους μύθους του Ασωπού ποταμού, που θεωρείται γεννήτορας πολλών νησιών, όπως της Αίγινας, της Σαλαμίνας, της Εύβοιας κ.ά. Σε όλους αυτούς, η αλληγορία δεν είναι εμφανής αν δεν γνωρίζει κάποιος τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του γεωγραφικού χώρου, εντός του οποίου διαδραματίζεται ο μύθος.

Η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, ερυθρόμορφος Κορινθιακός κρατήρας, 450 π.Χ.., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Χαρακτηριστικοί μύθοι που επιτρέπουν την ταύτιση των θεών και των φυσικών ή και κοσμογονικών στοιχείων, είναι, για παράδειγμα, ο Απόλλων, που συμβολίζει προσωποποιώντας τον Ήλιο, ο Δίας, που συμβολίζει τον Αιθέρα, ο Ποσειδών, που συνδέεται άμεσα με τους σεισμούς και τη θάλασσα. Ομοίως, ο μύθος του Αιόλου και των 12 παιδιών του θεωρείται ότι αποτελεί μια αλληγορική περιγραφή του έτους και των δώδεκα μηνών.

Έξι θυγατέρες και έξι γιοι γεμάτοι νιάτα”.

(Οδύσσεια, Ραψωδία ζ΄)

 

Μύθοι και φυσικογεωλογική πραγματικότητα

Α. Άμεση σχέση

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άμεσης σχέσης των μύθων με τη φυσικογεωλογική πραγματικότητα είναι τα ηφαίστεια με τον θεό Ήφαιστο, ή ο θεός Ήλιος (Απόλλων) με τον Ήλιο. Άλλωστε, η σύγχρονη επιστήμη έχει χρησιμοποιήσει συχνά ονόματα πολλών πρωταγωνιστών των διαφόρων μυθολογιών για να περιγράψει, όχι μόνο μια φυσικογεωλογική διεργασία, αλλά και έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Ο όρος ηφαιστειολογία προέρχεται από τον θεό Ήφαιστο, ο όρος ωκεανογραφία-ωκεανολογία από τον Τιτάνα Ωκεανό, ο όρος γεωλογία από τη θεά Γαία, γεννήτορα και μητέρα των πάντων. Στο γενεαλογικό δέντρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, πολλές θεότητες ταυτίζονται με διάφορα φυσικογεωλογικά συστήματα. Ήδη στη δεύτερη κιόλας γενιά, εμφανίζονται θεότητες όπως ο Πόντος και τα Όρη. Ο Πόντος μάλιστα, διαφοροποιείται όχι μόνο από τον Ωκεανό, αλλά και από τη Θάλασσα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές θεοτήτων. Η φυσικογεωλογική αυτή διαφοροποίηση παύει όταν η γενιά του Δία αντικαθιστά εκείνη του Κρόνου, οπότε όλα τα φυσικογεωλογικά συστήματα διανέμονται ανάμεσα στους τρεις μεγάλους Ολύμπιους θεούς. Ο Δίας είναι υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα, ο Ποσειδών είναι υπεύθυνος για τα φαινόμενα που εξελίσσονται στην υδρόσφαιρα και στη λιθόσφαιρα, τέλος, στον Πλούτωνα αναλογεί ένα τμήμα του εσωτερικού της Γης, όπου καταλήγουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατό τους.

Από τις πρώτες, επομένως, αράδες της Θεογονίας, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελληνική μυθολογία εμπεριέχει και μια φυσικογεωλογική διάσταση, το μέγεθος της οποίας είναι μάλιστα αντιστρόφως ανάλογο με την παλαιότητα της γενιάς της θεότητας.

Η Θεογονία του Ησιόδου.

Πολλοί από τους θεούς του ελληνικού πανθέου έχουν επινοηθεί προκειμένου να βοηθήσουν διάφορες ανάγκες του ανθρώπου και να του συμπαρασταθούν στα φαινόμενα που σχετίζονται με το γεωδυναμικό καθεστώς που επικρατούσε στον αιγαιακό και ευρύτερο περιαιγαιακό χώρο την κρίσιμη εποχή, τότε που οι κάτοικοι ένιωσαν την ανάγκη να πλάσουν τους προστάτες θεούς τους. Η περίπτωση του Ηφαίστου είναι χαρακτηριστική της εξελικτικής πορείας, και κατά συνέπεια της διάδοσης της λατρείας του θεού, από τον ηφαιστειογενή χώρο του Ωκεανού αρχικά στον ηφαιστειογενή αιγαιακό χώρο. Αυτό γίνεται εμφανές από τον μύθο που θέλει την πρώτη φορά να εκσφεντονίζεται από τη μητέρα του Ήρα και να πέφτει προφανώς στον ωκεανό, όπου περιθάλπτεται σε κάποιο σπήλαιο, φιλοξενούμενος της Ωκεανίδας Ευρυνόμης, ενώ, κατά τον δεύτερο εκσφεντονισμό του από τον Δία, καταλήγει στην ηφαιστειογενή Λήμνο. Και αυτός ο ίδιος ο Ωκεανός, από Τιτάνας που γεννήθηκε κι έζησε στην Ελλάδα, όπου, μαζί με την Τηθύ, θεωρείται γεννήτορας όλων σχεδόν των ποταμών της Γης, τελικά ταυτίστηκε με το μεγαλύτερο φυσικογεωλογικό σύστημα του πλανήτη μας, δίνοντάς του, μάλιστα, και το όνομά του.

Β. Έμμεση σχέση

 Στις μυθολογίες, όμως, υπάρχουν και περιγραφές δραστηριοτήτων πολλών θεών και ηρώων, ή περιγραφές φαινομένων που, ενώ στο πρώτο άκουσμά τους μοιάζουν ακατανόητες από τον σύγχρονο άνθρωπο, στην ουσία, όταν τις προσεγγίσει κάποιος επιστήμονας με ειδικές γνώσεις, διαπιστώνει με έκπληξη ότι πολλοί από τους μύθους αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από “κρυπτογραφημένα φυσικογεωλογικά φαινόμενα”, εξαιρετικής έντασης συνήθως, που όχι μόνο εντυπωσίασαν τους προϊστορικούς κατοίκους μιας περιοχής, αλλά τους δημιούργησαν ταυτόχρονα και τέτοιας κλίμακας καταστροφές, που χαράχτηκαν στη μνήμη τους. Η περιγραφή των φαινομένων αυτών είναι φορτισμένη, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με την κοινωνικο- ψυχολογική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την εποχή της εκδήλωσής τους.

Ο αδύναμος και φοβισμένος προϊστορικός άνθρωπος, θύμα των παραπάνω φαινομένων, αδυνατώντας να τα ερμηνεύσει, τα αποδίδει συνήθως στην οργή ή στον ανταγωνισμό των θεών, που σχεδόν πάντα έχει προκαλέσει ο ίδιος. Άπειρα τα παραδείγματα. Όλοι οι κατακλυσμοί, που περιγράφονται στις μυθολογίες πολλών λαών, συνδέονται με την οργή των θεών τους, που δεν αντέχουν πια τις αμαρτίες των ανθρώπων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρατεταμένες ξηρασίες. Με παρόμοιο σκεπτικό, τα Σόδομα και τα Γόμορρα καταστράφηκαν από τον θεό των Εβραίων επειδή είχαν μεταπέσει συνολικά σε μια αμαρτολή κοινωνία, ενώ είναι σήμερα γνωστό πως η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται πάνω σε μια ενεργή ρηξιγενή ζώνη, που δίδει πολλούς και μεγάλους σεισμούς.

John Martin, The Destruction of Sodom And Gomorrah, 1852, Laing Art Gallery, Newcastle upon Tyne.

Η διαπίστωση όμως της έμμεσης σχέσης μεταξύ των μυθολογικών αναφορών και των φυσικογεωλογικών φαινομένων, αλλά και του γεωπεριβάλλοντος, γίνεται ακόμα πιο δυσδιάκριτη όταν τα συγκεκριμένα φαινόμενα συνδέονται με φυσικογεωλογικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πολύ προτού αποκατασταθεί το σημερινό γεωμορφολογικό καθεστώς, που συμπίπτει γενικώς με την περίοδο μεταξύ της 6ης και της 4ης χιλιετίας πριν από σήμερα.

 

Γεωμυθολογία

 Η Γεωμυθολογία είναι ένας κλάδος των γεωεπιστημών που έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση και τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των μύθων ενός λαού και των φυσικογεωλογικών συνθηκών του γεωγραφικού χώρου, στον οποίο εξελίχθηκαν οι διάφοροι μύθοι, του χώρου δράσης των διαφόρων ηρώων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αναφέρονται όχι μόνο στην ελληνική μυθολογία, αλλά και σε αυτές άλλων λαών. Αναφερόμαστε επιγραμματικά σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα από την ελληνική μυθολογία:

  • H σχέση του Δία, της Ήρας και του Ηφαίστου με την ηφαιστειακή δραστηριότητα γενικά, και ειδικότερα με εκείνη της Λήμνου, της Λυκίας, της Αίτνας αλλά και των μεσο-ωκεανίων ραχών.

 

 

  • Ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα και ο Λίχας με το κάψιμο του σώματος του Ηρακλή και τις Λιχάδες Νήσους, που συνδέονται με την ηφαιστειακή και τη μεταηφαιστειακή δραστηριότητα στον ευρύτερο χώρο του Βορείου Ευβοϊκού, καθώς και με τις πολλές θερμές πηγές που υπάρχουν στην ίδια περιοχή.

 

 

  • Ο Ηρακλής και ο δαμασμός του Αχελώου κόβοντάς του τα κέρατα, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους αποκομμένους τεχνητά κλάδους των μαιάνδρων στο δέλτα του ποταμού, άλλοτε κατασκευάζοντας αντιπλημμυρικά έργα και άλλοτε παρεμβαίνοντας στις φυσικές διεργασίες των μαιάνδρων του.

 

 

  • Ο μύθος του Αχελώου και της δημιουργίας των Εχινάδων Νήσων, που συνδέεται με τις κλιματοευστατικές κινήσεις του Ιονίου, που ακολουθεί κι αυτό τις μεταβολές της παγκόσμιας θάλασσας.

 

 

  • Οι κλιματοευστατικές κινήσεις στο Αιγαίο, η δημιουργία της νήσου Δήλου και η σύνδεση του ονόματος του νησιού με τη συγκεκριμένη φυσικο-γεωγραφική εξέλιξη.

 

 

  • Ο Ασωπός ποταμός και ο Ασωπός πατέρας-γεννήτορας της Αίγινας και της Σαλαμίνας, που συνδέεται άμεσα με τη φυσικογεωλογική δημιουργία πρώτα της Αίγινας και στη συνέχεια της Σαλαμίνας, εξαιτίας των κλιματοευστατικών κινήσεων και της παλαιογεωγραφικής εξέλιξης του Σαρωνικού.

 

 

  • Ο σεισίχθων Ποσειδών και η γεωδυναμική κατάσταση του ελληνικού τόξου που είναι σεισμογόνο.

 

 

  • Ο επιλίμνιος και ο φυτάλμιος, ο ίσθμιος και ο πόρθμιος Ποσειδών, που συνδέεται με τις διαδοχικές λίμνες που δημιουργήθηκαν και εξαφανίστηκαν μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα, στην περιοχή μεταξύ του Σαρωνικού, του Ευβοϊκού, του Κορινθιακού και αλλού, καθώς και με την υφαλμύρωση των υπογείων υδροφόρων οριζόντων και των επιφανειακών υδάτων, αλλά και τις μεταβολές της παράκτιας τοπογραφίας.

 

  • Ο μύθος του Ηρακλή και της πολυκέφαλης Λερναίας Ύδρας, που συνδέεται άμεσα με τις υδρογεωλογικές συνθήκες των καρστικών πηγών της Λέρνης και της μικρότερης κλίμακας κλιματικές μεταβολές που επικρατούν στο Αρκαδικό Οροπέδιο.

 

 

  • Η αντικατάσταση στην κυριαρχία των Τιτάνων από τους θεούς της επόμενης γενιάς, που επιτυγχάνεται με την Τιτανομαχία, κι αυτή έχει τη φυσικογεωλογική της ερμηνεία, αφού στην ουσία αντιπροσωπεύει το νέο φυσικογεωλογικό καθεστώς που εγκαθίσταται από κάποια χρονική στιγμή και μετά, σταθεροποιώντας κατά κάποιο τρόπο τις φυσικές διεργασίες.

 

 

  • Οι Γίγαντες και η παρουσία τεράστιου μεγέθους απολιθωμένων οστών σε πολλές νεοτεκτονικές λεκάνες, όπως συμβαίνει στη λεκάνη της Μεγαλόπολης ή στον ευρύτερο χώρο των Γρεβενών και σε πολλές άλλες περιοχές.

 

 

Ένα άλλο αντικείμενο εργασίας της Γεωμυθολογίας είναι η μελέτη των φυσικογεωλογικών συνθηκών κατά τη μυθολογική περίοδο και κυρίως της εξέλιξης όλων αυτών των φαινομένων κατά τη μακρά χρονική περίοδο που αντιπροσωπεύει η λεγόμενη προϊστορική εποχή.

Τον όρο Γεωμυθολογία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1967 η ηφαιστειολόγος Dorothy Vitaliano. Στον ελλαδικό χώρο, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τους πρώτους γεωεπιστήμονες που ασχολήθηκαν με τη σχέση των μύθων και των γεωλογικών φαινομένων είναι ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος. Στο πρώτο σύγγραμμα Γεωλογίας που δημοσίευσε το 1894 με τίτλο Στοιχεία Γεωλογίας, και στον πρώτο τόμο που αναφέρεται στη Φυσιογραφική και Δυναμική Γεωλογία, ο οποίος εκδόθηκε ένα χρόνο νωρίτερα και ασχολείται διεξοδικά με τα διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα, δεν παραλείπει να τα συσχετίσει με τις διάφορες αναφορές της ελληνικής μυθολογίας αλλά και με αναφορές άλλων μυθολογιών, όπως εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παραθέτει ολόκληρα αποσπάσματα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων ή Λατίνων συγγραφέων. Ο Κ. Μητσόπουλος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση ενός φυσικού φαινομένου, όπως αυτό περιγράφεται σε κάποιο μυθολογικό κείμενο, αλλά προσπαθεί να συσχετίσει τις παρόμοιες αναφορές που δίδονται σε μυθολογίες διαφόρων λαών, για να καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα. Έτσι, για παράδειγμα, προσπαθεί να συσχετίσει τον κατακλυσμό του Νώε με τον κατακλυσμό του Χασίς Αδράς, που θεωρείται ο Ασσύριος Νώε και περιγράφεται στο έπος του Ισοβάρ. Συσχετίζει επίσης τη Θεογονία του Ησιόδου με τις μυθολογίες άλλων λαών όπως των Φοινίκων, των Ινδών, των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων.

Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (1844 – 1911).

Λίγο πριν από τον Κ. Μητσόπουλο, ένας άλλος πρωτοπόρος της ελληνικής επιστήμης, ο Κωνσταντίνος Ζέγγελης, καθηγητής Χημείας και Μεταλλουργίας στο Πολυτεχνείο αρχικά και λίγο αργότερα της Ανόργανης και Φυσικής Χημείας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, δημοσίευσε το 1891 ένα πόνημα με τίτλο Η επιστήμη της φύσεως παρ’ Ομήρω. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται σε στοιχεία που υπάρχουν στα έργα του Ομήρου και συνδέονται με τη φύση, όπως η αστρονομία, η μετεωρολογία, η ορυκτολογία, η μεταλλουργία και η γεωλογία. Είναι ο πρώτος, στην Ελλάδα, που υποστηρίζει πως ο Όμηρος περιγράφει αλληγορικά διάφορα θαλάσσια φαινόμενα, ενώ συγχρόνως προσωποποιεί πολλές ενάλιες δυνάμεις “…επί το ευφανταστότερον και μεγαλοπρεπέστερον”. Ως τέτοια φαινόμενα θεωρεί τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, που η φαντασία του Ομήρου μεταποιεί σε ενάλια τέρατα, ενώ στην ουσία πρόκειται για δυο σκοπέλους, για τη θέση των οποίων υφίστανται διάφορες απόψεις, με κυρίαρχη εκείνη που τους τοποθετεί στον Σικελικό Πορθμό. Ο Ζέγγελης, μάλιστα, διαπιστώνει ότι όλα τα καταστροφικά φαινόμενα που συνδέονται με πλημμυρικές παροχές ή με μετατοπίσεις στις κοίτες των ποταμών όπως του Ρήσου, του Επταπόρου, του Γρανικού, του Σκάμανδρου, θεωρούνται δράσεις του Ποσειδώνα. Εξάλλου, τις εκρήξεις των ηφαιστείων τις συνδέει με τον Τυφωέα και τη Χίμαιρα. Αναφέρει μάλιστα ότι “…ο Τυφωεύς ήτο προσωποποίησις της ηφαιστειογόνου καταχθονίου δυνάμεως”.

Κωνσταντίνος Δ. Ζέγγελης (1870 – 1957).

Αυτός όμως που ασχολήθηκε συστηματικά με τον συμβολισμό πολλών μύθων ή περιγραφών που περιλαμβάνονται στα Ομηρικά έπη, είναι ο Johannes Baptista Friedreich, ο οποίος, σ’ ένα μνημειώδες σύγγραμα με τίτλο Die Realien in der Iliade und Odysee, που εκδόθηκε το 1851, ασχολείται με τη φυσική πραγματικότητα του περιεχομένου των έργων του Ομήρου, και κατ’ επέκταση με τους συμβολισμούς της φύσης στην ελληνική μυθολογία. Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά σε ό,τι έχει σχέση με το γεωπεριβάλλον και το γεωλογικό δυναμικό. Για παράδειγμα, θεωρεί τις Σειρήνες αλληγορία ενός φυσικού φαινομένου, και συγκεκριμένα τις συνδέει με τον ήχο που δημιουργείτο από την πρόσκρουση των ανέμων πάνω στα βράχια απόκρημνων ακτών.

Johannes Baptista Friedreich (1796 – 1862).

Θεοί, θεότητες και φύση

 Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν και κατά πόσο ένας θεός επινοήθηκε με αφορμή ένα φυσικογεωλογικό φαινόμενο ή αν προϋπήρχε και για κάποιους λόγους συνδέθηκε αργότερα με τη συγκεκριμένη φυσικογεωλογική δραστηριότητα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι πολλοί από τους θεούς των πρώτων τεσσάρων γενεών έχουν δημιουργηθεί λόγω ενός εξαιρετικής έντασης ακραίου φυσικογεωλογικού φαινομένου, που σκόρπισε τον τρόμο στους κατοίκους κάποιας περιοχής εξαιτίας των καταστροφών, όπως είναι ένας κατακλυσμός, ένας μεγάλος σεισμός, η έκρηξη ενός ηφαιστείου, μια περίοδος παρατεταμένης ξηρασίας. Άλλη περίπτωση είναι η συνεχής εξέλιξη ενός φυσικού φαινομένου, που καταλήγει σε ολοκληρωτική περιβαλλοντική καταστροφή, όπως συμβαίνει με τις κλιματοευστατικές κινήσεις, δηλαδή μεταβολές της στάθμης της θάλασσας που αλλάζουν αργά μεν, αλλά σταθερά, το παράκτιο τοπίο.

Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από την παρατήρηση ότι στην ελληνική μυθολογία δεν υπάρχουν θεοί ή θεότητες που να συνδέονται με φυσικογεωλογικά φαινόμενα που δεν παρατηρούνται στον ελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι τους παλαιότερους κατοίκους του τόπου μας δεν είχαν απασχολήσει φαινόμενα που συνδέονται με χαμηλές θερμοκρασίες όπως είναι τα παγωμένα εδάφη, οι πάγοι κ.λπ., αφού, ακόμα και αν είχαν εκδηλωθεί παρόμοια φαινόμενα κάποια περίοδο, δεν πρέπει να είχαν προκαλέσει καταστροφές τέτοιες που να είχαν χαραχθεί στη μνήμη τους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υπάρχει κάποια θεότητα που να αντιπροσωπεύει ή να συνδέεται με το ψύχος, το χιόνι ή τους παγετώνες, κάτι που συμβαίνει στη Βόρεια Ευρώπη και αποτυπώνεται στους εκεί μύθους. Οι παλαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου δεν χρειάζοντο μια τέτοια θεότητα, ούτε ως δημιουργό του φαινομένου ούτε ως προστάτη από αυτό. Απεναντίας, από το ελληνικό πάνθεον δεν απουσιάζει ο Τυφωέας, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν ανήκει στη ζώνη των μουσώνων ή των τυφώνων.

Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, όλοι σχεδόν οι ποταμοί είναι θεοί, και μάλιστα ανήκουν στην ίδια γενιά με τους έξι πρώτους Ολύμπιους θεούς, την τέταρτη. Κάθε ποταμός, όμως, αποτελεί ένα ενεργό υδάτινο φυσικογεωλογικό σύστημα που, με εξαίρεση τα σημερινά τους δέλτα, προϋπήρχαν και λειτουργούσαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια προτού εμφανιστεί στη Γη ο Homo sapiens, αλλά και το προγενέστερο είδος, ο Homo neanderthalensis. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη γεωπεριβαλλοντική παρατήρηση, προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Πότε θεοποιήθηκε, για παράδειγμα, ο Αχελώος ποταμός; Η απάντηση είναι απλή και αυτονόητη. Η θεοποίηση πρέπει να έγινε μετά την εμφάνιση του ανθρώπου. Με την κοινή λογική δεν μπορεί να υπάρξει θεός χωρίς τον άνθρωπο. Αν αποδεχτούμε, όμως, ότι ο Αχελώος ποταμός θεοποιήθηκε μετά την εμφάνιση του Homo, τότε ανακύπτει το επόμενο ερώτημα.

β) Ποιος απο τους δυο θεοποιήθηκε πρώτος, το φυσικογεωλογικό σύστημα, ο ποταμός Αχελώος, ή ο άνθρωπος Αχελώος, που θεωρείται γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ή της Γαίας, ή κάποιας νύμφης Ναϊάδας και ο οποίος, επειδή δεν υπέφερε τη λύπη για τη δυστυχία των θυγατέρων του Σειρήνων, έπεσε και πνίγηκε στον ποταμό;

Peter Paul Rubens, The Feast of Achelous, π. 1615, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ποταμός, προτού πάρει αυτό το όνομα, ονομαζόταν Θέστιος, από το όνομα του βασιλιά της Αιτωλίας, που ήταν γιος του Άρεως και της Πεισιδίκης, επειδή για άλλους λόγους έπεσε και εκείνος στον ποταμό και πνίγηκε και ακόμα πιο πριν τον αποκαλούσαν Άξενο, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρώτα θεοποιήθηκε το φυσικογεωλογικό φαινόμενο και στη συνέχεια ο βασιλιάς. Δεν είναι υπερβολή να δεχτούμε ότι ο βασιλιάς Αχελώος θεοποιήθηκε μέσω του ήδη θεοποιημένου ποτάμιου συστήματος.

Δεν υπάρχει κάποια περίπτωση που κάποιος ήρωας να θεοποιήθηκε; Και βέβαια υπάρχει. Μια από αυτές είναι ο ήρωας Ηρακλής, ο οποίος θεοποιήθηκε έπειτα από απόφαση όλων των Ολύμπιων θεών. Τον Ηρακλή, όμως, τον λάτρεψαν ως θεό κυρίως κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές πόλεις της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης, έχουν βρεθεί ιερά αφιερωμένα στον μεγαλύτερο ήρωα της εποχής εκείνης.

Ρωμαϊκή σαρκοφάγος του 3ου μ.Χ αιώνα με αναπαράσταση των άθλων του Ηρακλή.

Από τους θεούς της προηγούμενης γενιάς των Ολυμπίων, που είναι οι Τιτάνες, στην ουσία ένας είναι αυτός που ξεχωρίζει ως θεός: ο Κρόνος. Αυτόν υμνούν, σε αυτόν θυσιάζουν. Είναι ο αρχηγός των Τιτάνων, εκείνος που κυριάρχησε για πολλές χιλιάδες χρόνια στο θρησκευτικό-κοινωνικό στερέωμα, μέχρι τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου κλίματος, δηλαδή μέχρι τη χαραυγή της Εποχής του Χαλκού.

Οι Ολύμπιοι, με επικεφαλής τον Δία, αντιπροσωπεύουν το παγκόσμιο φυσικογεωλογικό δυναμικό, και παράλληλα την κοινωνικο-ψυχολογική θεώρηση και τις αντίστοιχες ανθρώπινες αξίες, όπως είχαν διαμορφωθεί έπειτα από χιλιάδων ετών εξέλιξη σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπεριβάλλον, με αλλαγές όμως άγνωστες στους μεταγενέστερους κατοίκους, αυτούς που έζησαν μετά τη σταθεροποίηση του κλίματος. Δεν είναι θνητοί που έγιναν θεοί, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι θεοί, στους οποίους οι αρχαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι προσέδωσαν ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσδιορίσουν ακόμα και τον τόπο γέννησης των περισσοτέρων. Ο Ποσειδών, σύμφωνα με τον Παυσανία, γεννιέται δίπλα σε μια πηγή που αναβλύζει νερό μέχρι σήμερα, στις πλαγιές του όρους Αλησίου, στη Μαντίνεια της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Δίας γεννήθηκε στο Λύκαιον όρος της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια άλλη, γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο Απόλλων και η Άρτεμις στη Δήλο, η Αφροδίτη στην Κύπρο.

 

Ελληνική μυθολογία

Κυριαρχεί η άποψη ότι η ελληνική μυθολογία, που συναρπάζει και συγκινεί εδώ και χιλιάδες χρόνια όχι μόνο τους Έλληνες κάθε ηλικίας, αλλά και πολλούς άλλους λαούς, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημανθεί ότι, μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., οι Έλληνες πίστευαν ότι η μυθολογία αντιπροσωπεύει την πραγματική ιστορία των προγόνων τους. Ο Θουκιδίδης, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, πίστευε ότι ο Τρωικός Πόλεμος ήταν πραγματικότης και ότι διαδραματίστηκε όπως περίπου τον περιγράφει ο Όμηρος.

Ο Ευριπίδης αντίθετα, καίτι σύγχρονος του Θουκιδίδη, πίστευε ότι ολόκληρος ο μυθικός κόσμος είναι φανταστικός. Πρόκειται για την εποχή όπου ξεκινά η αμφισβήτηση της ιστορικότητας των μύθων. Μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι ανασκαφές του Schliemann τόσο στην Τροία όσο και στις Μυκήνες, αποδεικνύουν ότι ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε πράγματι χώρα, υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να αρνούνται ότι ο μύθος έχει έστω και κάποιον ιστορικό πυρήνα.

Η πλειονότης δέχεται ότι μέσα από τους μύθους, το περιεχόμενο των οποίων είναι άλλοτε τραγικό ή ηρωικό, άλλοτε διασκεδαστικό ή τρομακτικό, που συνδέονται με θεούς και ημίθεους ή ατρόμητους και υπερφυσικούς ήρωες, που κατοικούν στα βάθη της θάλασσας ή ακόμα και στο εσωτερικό της γης, αναδύονται υψηλά νοήματα και διδάγματα τέτοια, που καθοδήγησαν την κοινωνία του αρχαίου κόσμου και συνεχίζουν να καθοδηγούν αρκετούς ταγούς της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας. Ο σεβασμός στο θείο, η αντρειοσύνη, η φιλοπατρία και η αγάπη για τη ζωή, η εντιμότητα και η αξία της φιλίας, ο έρωτας, η αυτοθυσία και πλείστα άλλα νοήματα και διδάγματα αναδύονται από τις ιστορίες που περιγράφονται με τόση γλαφυρότητα και τόσο ποιητικά, ώστε η ελληνική μυθολογία έχει αποκτήσει διαχρονική αξία τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Θεοί και ήρωες, όπως ο Δίας και ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας, ο Ωκεανός και ο Κρόνος, η Ευρώπη και ο Άτλας, καθώς και πολλοί άλλοι, είναι γνωστοί στα πέρατα του κόσμου κι έχουν δώσει το όνομά τους σε ολόκληρες ηπείρους ή έχουν ταυτιστεί με τεράστια φυσικογεωγραφικά συστήματα. Όλοι αυτοί λοιπόν, θεοί, ημίθεοι, ήρωες κ.λπ., σύμφωνα με την πλειοψηφία των επιστημόνων που ασχολούνται με την ελληνική μυθολογία, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η ελληνική μυθολογία είναι αποκομμένη από το φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι – δίχως να απορρίπτω τη διδακτική διάσταση της ελληνικής μυθολογίας – οι περιγραφές των μύθων είναι η κρυπτογραφημένη ιστορία των κατοίκων που έζησαν στον ευρύτερο αιγαιακό και περιαιγαιακό χώρο από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή μέχρι το λυκαυγές της ιστορικής εποχής. Αυτό σημαίνει ότι ο πυρήνας των περισσοτέρων μύθων πρέπει να εμπεριέχει κάποιο σπέρμα ιστορικής αλήθειας. Αν κάποιος αρχαιολόγος ακούσει αυτές τις απόψεις, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα αντιδράσει αρνητικά και θα θέσει αμέσως το ερώτημα-άποψη ότι όλα τα παραπάνω δεν τεκμηριώνονται αρχαιολογικά. Και θα έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά τεκμήρια.

Η δραστηριότητα όμως ενός θεού ή ενός ήρωα δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί με αρχαιολογικά τεκμήρια. Γενικότερα, ακόμα και αν ένας ήρωας έχει δραστηριοποιηθεί σε περιόδους όπου ο άνθρωπος έχει αφήσει ολόκληρα μνημεία πίσω του, όπως για παράδειγμα οι ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής, είναι αδύνατο να έχει αφήσει κάποιο έργο που να μπορεί να μελετηθεί και να αξιολογηθεί με μεθόδους καθαρά αρχαιολογικές. Ένας ποταμός-θεός, όπως για παράδειγμα ο Ασωπός ή ο Αχελώος, τι μπορεί να έχει αφήσει πίσω του που θα βρεί ένας αρχαιολόγος ή ένας ιστορικός επιστήμονας που ασχολείται με την προϊστορική εποχή, και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τα γραφόμενα και στη συνέχεια να χρονολογήσει τη δραστηριότητά του;

Κι όμως, ένας ποταμός μπορεί να δώσει πάρα πολλές πληροφορίες!

Ο ποταμός Αχελώος, για παράδειγμα, όπως και κάθε άλλος ποταμός, είναι ένα φυσικογεωλογικό σύστημα που αποτελείται από επιμέρους συστήματα, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του φυσικογεωλογική ιστορία. Έτσι, ο ποταμός-θεός Αχελώος αποτελείται από τον άνω ρου, την κοίτη του, τις αναβαθμίδες του, τις αποθέσεις του δέλτα, τις παλαιότερες και νεότερες λίμνες που έχουν κατά καιρούς σχηματιστεί είτε μπροστά από τις εκβολές του είτε πίσω από αυτές, έχει τους μαιάνδρους του, που μεταβάλλουν συνεχώς θέσεις στο διάβα του χρόνου. Όλα αυτά τα επιμέρους φυσικογεωλογικά συστήματα διαθέτουν και από μια διαφορετική φυσικογεωλογική ιστορία, αφού ούτε δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, ούτε την ίδια στιγμή εξαφανίστηκαν, καταστράφηκαν ή έπαψαν να λειτουργούν, επειδή το καθένα από αυτά συνδέεται με διαφορετικές φυσικογεωλογικές διεργασίες και συνθήκες που δεν είναι σταθερές, αλλά συνεχώς μεταβάλλονται.

Ένα θεοποιημένο φυσικογεωγραφικό σύστημα, όπως είναι ένας ποταμός, δεν έχει καταγράψει τη φυσικογεωλογική του ιστορία χρησιμοποιώντας κάποιου είδους γραφή, όπως πράττουν οι άνθρωποι προκειμένου να καταγράψουν τις δικές τους δραστηριότητες. Ένα ποτάμιο σύστημα χρησιμοποιεί τα δικά του γράμματα, που είναι οι κροκάλες και η άμμος, η ιλύς και οι άργιλοι που έχει αφήσει στα διάφορα στρώματα των αποθέσεών του και που αποτελούν τις σελίδες της αυτοβιογραφίας του. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ποτάμιο σύστημα έχει φροντίσει να αφήσει και ορισμένα υπολείμματα οργανισμών – φυτικών ή ζωικών – που μας επιτρέπουν να σελιδοποιήσουμε και να χρονολογήσουμε όλες τους τις μεταβολές.

Ο ποταμός-θεός Αχελώος.

Καθεμία λοιπόν από αυτές τις φυσικογεωλογικές διεργασίες είναι δυνατόν να χρονολογηθεί σήμερα, με την εφαρμογή διαφόρων εργαστηριακών μεθόδων, που άλλοτε είναι φυσικές, άλλοτε χημικές, άλλοτε παλαιοντολογικές κ.λπ., ή με συνδυασμό όλων των παραπάνω. Διεργασίες, τις οποίες μπορεί σήμερα να μελετήσει ένας εξειδικευμένος γεωλόγος και, σε συνεργασία με άλλους γεωεπιστήμονες, να τις χρονολογήσει. Κάθε ποταμός-θεός, επομένως, έχει καταγράψει τη δική του φυσικογεωλογική αυτοβιογραφία. Εάν λοιπόν οι δραστηριότητες ενός θεού ή ήρωα της μυθολογίας συμπίπτουν με εκείνες που συμμετέχουν σε κάποια φυσικογεωλογική διεργασία, τότε είναι δυνατόν να χρονολογηθεί η αναφερόμενη στη μυθολογία “θεϊκή δραστηριότητα”. Βεβαίως, η ακρίβεια της χρονολόγησης τις περισσότερες φορές δεν είναι τόσο μεγάλη, δεν είναι δηλαδή σαν κι αυτή που μας έχει συνηθίσει η αρχαιολογία, σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, είναι ικανοποιητική.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, ένας από τους λόγους που έχει δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση στον πολύ κόσμο ότι η μυθολογία των Ελλήνων είναι ένα ωραίο παραμύθι συνδέεται με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αγνοείται από όλους η εξέλιξη του γεωπεριβάλλοντος κατά την κρίσιμη εποχή από τότε που άρχισε να αλλάζει το κλιματικό καθεστώς. Ο όρος “αγνοείται” ενδεχομένως να μην είναι ακριβής, επειδή οι πάντες ισχυρίζονται ότι έχουν αντιληφθεί πως το περιβάλλον μάλλον δεν παραμένει σταθερό, όμως (α) μέχρι τούδε δεν έχει ποσοτικοποιηθεί αυτή η μεταβολή και (β) ουδόλως λαμβάνεται ακόμα υπόψη στο όποιο σκεπτικό, στον οποιοδήποτε σχεδιασμό ή στην οποιαδήποτε ερμηνεία ενός μύθου.

Γεωμυθολογία: Ερμηνεύοντας τα ανεξήγητα

 

Ο Ηλίας Δ. Μαριολάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) και της Ελληνικής Γεωλογικής

 

 

Ελένη Γαβρά: Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Ελένη Γαβρά

Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου.

 

Το πλαίσιο της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων

Η Μικρασιατική καταστροφή σημειώνεται στη νεοελληνική ιστορία ως «οδυνηρός» σταθμός, σημαίνοντας παράλληλα την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η απότομη μεταβολή των δημογραφικών χαρακτηριστικών και της γεωγραφικής κατανομής του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν συνέπειες της μαζικής άφιξης των προσφύγων στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάννης. Η απογραφή του 1928 φαίνεται να είναι η μόνη ακριβής βάση δεδομένων, η οποία καταγράφοντας έναν αριθμό 1.221.849 προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτούς και των προερχόμενων από Βουλγαρία, Καύκασο, ανατολική Θράκη και Κωνσταντινούπολη, τους διακρίνει σε «αστούς» (673.025 τον αριθμό) και «αγρότες» (578.824 τον αριθμό). 1 Οι δυο αυτές κατηγορίες –«αστοί» και «αγρότες»- υποδήλωναν τον τρόπο αποκατάστασης 2 των προσφύγων, όχι όμως την προέλευση ή την επαγγελματική κατάσταση των ομάδων ή των ατόμων. 3

Το πρόβλημα της στέγασης στην προσφυγική Ελλάδα αναγνωρίστηκε, κατά γενική ομολογία, ως το πρωταρχικό και επείγον. Αυτή η σημασία εξάλλου, προέκυπτε ως λογικό επακόλουθο των επάλληλων και πληθωρικών προσφυγικών ρευμάτων εκείνης της περιόδου, τα οποία είχαν ως πρώτο αποτέλεσμα να κατακλυσθούν πρωτίστως τα αστικά κέντρα από πρόσφυγες. Οι τελευταίοι, με την άφιξή τους –και ενόσω διαρκούσε ακόμη η Έξοδος, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο σε χώρους δημόσιας χρήσης κυρίως, 4 μοιραία και παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών της Ελλάδας, αποδεκατίζονταν από την πείνα και τις επιδημίες.5 Η κατάσταση αυτή, διογκώνοντας την κοινωνική ένταση, υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να δραστηριοποιηθεί, δημιουργώντας αρχικά μηχανισμούς -στο πλαίσιο των υφισταμένων τότε δημοσίων υπηρεσιών του- και απευθυνόμενο, στη συνέχεια, προς τη Διεθνή Κοινότητα.6

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.

Θεσμικό και πολεοδομικό πλαίσιο

Σειρά θεσμικών εργαλείων και ρυθμίσεων συναφών με ζητήματα εποικιστικής πολιτικής -οικιστικής εγκατάστασης και ανασυγκρότησης περιοχών στον αστικό και αγροτικό χώρο- είχαν εμφανιστεί ήδη από τις προηγούμενες περιόδους των προσφυγικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο. Αξίζει να αναφερθούμε σχετικά σε ορισμένους από τους νόμους αυτούς, θεωρώντας τους κυρίαρχους στη διαμόρφωση του χάρτη των πρώτων πολεοδομικών ρυθμίσεων για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των πρώτων προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέκυψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτιμάται ότι αυτές είναι μάλλον διάσπαρτες και «δεν επηρεάζουν την εξέλιξη του δικτύου των οικισμών της χώρας».7 Η εποικιστική πολιτική της αντίστοιχης περιόδου κρίνεται μάλλον αποσπασματική, τα δε θεσμικά εργαλεία που αναφέρονται σχετικά (ψηφίσματα ή νόμοι), φαίνεται ότι προκύπτουν κατά περίπτωση. Το προσφυγικό ζήτημα εισέρχεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη περίοδο για τη χώρα με την απαρχή του 20ού αιώνα, όταν παρατηρούνται και οι έντονες πλέον μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθο των βαλκανικών πολέμων αρχικά και της μικρασιατικής ήττας και καταστροφής στη συνέχεια. Τότε, το πλαίσιο των ρυθμίσεων επαναπροσδιορίζεται και οι προσπάθειες σχεδιασμού τίθενται σε νέα βάση.

Ο πρώτος σχετικός Νόμος ΓΣΒ/1907 «περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία και περί Ιδρύσεως Γεωργικού Ταμείου», παράγωγο της κρατικής μέριμνας που ακολούθησε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (στα 1881) όριζε, για τη συγκεκριμένη περιφέρεια του ελλαδικού κράτους, χώρους εγκατάστασης (συνοικισμούς) για τους ομογενείς «εξ Ανατολικής Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Ρωμυλίας….από κοινού προς τους Θεσσαλούς εγκατοίκους».8

Επτά χρόνια αργότερα (1914), η Κεντρική Επιτροπή η οποία συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως κύριο σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ανέλαβε τη γεωργική εγκατάσταση και περίθαλψη συνολικά 174.000 ομογενών προσφύγων.9 Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς πρόσφυγες από τον Καύκασο και Πόντο (1917), από την Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία (1918-1919). Συνέπεια των γεγονότων αυτών, το κράτος, στο πλαίσιο δημιουργίας κανονιστικών ρυθμίσεων και εφαρμογής –κατ’ αναλογία- μιας στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής, θέσπισε τους νόμους 350/1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» και 351/1914 «περί του τρόπου αγοράς χωρίων ή τμημάτων αυτών υπό των εποίκων προς ιδία αυτών γεωργική εκμετάλλευση». Οι νόμοι αυτοί, σε συνδυασμό με σειρά άλλων νομοθετημάτων ή διαταγμάτων, αποτελούν κύρια θεσμικά εργαλεία δημιουργίας νέων συνοικισμών για την ιστορική εκείνη περίοδο.10 Ωστόσο, η διαδικασία σχεδιασμού, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων αποκατάστασης της περιόδου εκείνης, οδηγήθηκε σε περιθωριοποίηση: το σχέδιο συχνά έδινε μόνο κατευθύνσεις, επιτρέποντας στους δικαιούχους την άμεση παρέμβαση και τη στοιχειώδη –κατά περίπτωση- ενίσχυση ως προς τα υλικά κατασκευής.11

Εντωμεταξύ, η ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας (1914) και η δραστηριοποίηση σ’ αυτό του Αλ. Παπαναστασίου (1914-1917), συνδυάζονται με την μετατόπιση του ενδιαφέροντος άσκησης εφαρμογής της ελληνικής πολεοδομίας από το κέντρο στις βορειοελλαδικές πόλεις, γεγονός που καταδεικνύεται από τον εκπληκτικό αριθμό πολεοδομικών σχεδίων που υλοποιούνται και αφορούν μικρές και μεσαίες πόλεις και κωμοπόλεις, κέντρα πόλεων και προσφυγικούς συνοικισμούς στις Νέες Χώρες και δη στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλόγως με τον προγραμματισμό του αστικού χώρου κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, εξελίσσονται και οι θέσεις που αφορούν τον εποικισμό της υπαίθρου και την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, συμπληρωματικές προς εκείνες της προγενέστερης περιόδου εποικιστικής πολιτικής στην Ελλάδα.12

Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Εκτιμάται ότι, παρά τον «παροπλισμό» τους κατά την εφαρμογή στην κρίσιμη εκείνη ιστορική περίοδο, τα διατάγματα αυτά έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα πολεοδόμησης και οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για κοινωνική κατοικία. Ωστόσο, παρότι διαφαίνεται από πλευράς θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών εφαρμογής η δυνατότητα παροχής κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο, όμως κάτω από την πίεση των συνθηκών (αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων τα οποία συρρέουν στη χώρα) διολισθαίνει η ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας. 13

Παράλληλα προς το νομοθετικό έργο εκείνης της περιόδου, ιδιαιτέρως πλούσιο και σε νομοθετήματα πολεοδομικού σχεδιασμού, ο κρατικός μηχανισμός έχοντας ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τις προγενέστερες περιόδους στον τομέα της αποκατάστασης και περίθαλψης των προσφύγων- ενεργοποιήθηκε μέσω διαφόρων σχημάτων, φορέων, επιτροπών.14 Ωστόσο, και παρά τις καλές σχεδιαστικές και ρυθμιστικές προθέσεις και προϋποθέσεις, ο κρατικός μηχανισμός – υπό την πίεση των συνθηκών και το επείγον του χαρακτήρα της παρέμβασης- κατέληξε να λειτουργήσει με αποσπασματικότητα και ταχύτητα, συχνά δε και με προχειρότητα, κατά περίπτωση. 15 Εντωμεταξύ, ο Νόμος του 1927 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποτέλεσε τον προπομπό στην καθιέρωση της αστικής πολυκατοικίας. Εξάλλου, η προσφυγική κατοικία, βασικό παράγωγο της κοινωνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα, όπως και η αστική πολυκατοικία, εντάχθηκαν στο πεδίο των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων της εποχής.16

Ας σημειωθεί ότι, οι προσφυγικοί οικισμοί απευθύνονταν σε πληθυσμό με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Παρόλο δε τον σαφή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ρυθμίσεων, όσον αφορά τη δημιουργία των οικισμών αυτών (πρβ. σχετικά το νομοθετικό διάταγμα του 1923, όπως προαναφέρθηκε στο ίδιο κεφάλαιο), οι λόγοι της γένεσής τους και η διαδικασία του επείγοντος ως προς την υλοποίηση, οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε σε αποσπασματικότητα και προχειρότητα των επιμέρους λύσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ιδίως των αστικών σχηματισμών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, σχετικά απομονωμένοι στην περιφέρεια, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, καθοδηγούμενης από την τάση αφενός να διατηρηθεί αναλλοίωτη η δομή της υπάρχουσας πόλης, αφετέρου να διασφαλίζεται η ομοιογένεια ως προς το κοινωνικό περιβάλλον του ίδιου του αστικού προσφυγικού συνοικισμού.17

Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική κατανομή των προσφύγων στα διαμερίσματα της χώρας δεν ακολούθησε κανένα οργανωμένο σχεδιασμό, παρά έγινε με κριτήρια άμεσης παρέμβασης, προς ικανοποίηση της έκτακτης ανάγκης.18 Ένα από τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος στην προσφυγική Ελλάδα, αυτό της επίταξης ακινήτων, νομοθετημένο από την τότε επαναστατική κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανεπαρκές. Το μέτρο αυτό, ως μέρος της κρατικής κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων, προβλέποντας έως και επιτάξεις σπιτιών εντός πόλεων, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία έντονου κλίματος δυσαρέσκειας αφενός εναντίον του κράτους, όπως και εναντίον των ίδιων των προσφύγων.19

 

Οι κρατικοί και οι διεθνείς μηχανισμοί για την αποκατάσταση των προσφύγων

Στις 3-11-1922 η Πολιτεία αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), ενός ανεξάρτητου κρατικού οργάνου, το οποίο στελεχωμένο από Έλληνες, μεταξύ των οποίων και πρόσφυγες, παράλληλα με το Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως ανέλαβε την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων.20 Το Τ.Π.Π. διαλύθηκε τον Μάιο του 1925, όχι επειδή εξέλιπαν οι λόγοι δημιουργίας του, αλλά εξαιτίας της ίδρυσης –ήδη από το 1923- της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.),21 μιας αυτόνομης και ανεξάρτητης οργάνωσης, η οποία έχοντας ως πρωταρχικό λόγο σχηματισμού της τη διαχείριση των πόρων του δανείου της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.) προς την Ελλάδα, θα αναλάμβανε και την κύρια ευθύνη της αποκατάστασης των προσφύγων. Θα επισημάνουμε ότι, όσον αφορά το ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων μέσω του Τ.Π.Π. και παρά το γεγονός της φαινομενικά «πρόχειρης» έως «ευτελούς» αντιμετώπισής του κάτω από την πίεση της επείγουσας ανάγκης, η συμβολή του κρίνεται καθοριστική για τη στέγαση «χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τους συνοικισμούς της Κοκκινιάς, Καισαριανής, Βύρωνα και Νέας Ιωνίας».22 Επίσης, το Τ.Π.Π., εκτός από τους αστικούς συνοικισμούς στα περίχωρα της Αθήνας, είχε αναλάβει την κατασκευή και τριών αντίστοιχα, στην επαρχία: Έδεσσα, Βόλο και Ελευσίνα. Το διάστημα αυτό της λειτουργίας του Τ.Π.Π. θεωρείται και ως η πρώτη περίοδος εφαρμογής κρατικής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, ιδίως στον τομέα της στέγασης.23

Το έργο αυτό του Τ.Π.Π. ανέλαβε –ως κύριο καθήκον της- να συνεχίσει η Ε.Α.Π., συμπληρώνοντας τις εργασίες που είχε αρχίσει, ήδη από το 1922, η ελληνική κυβέρνηση στους παραπάνω συνοικισμούς, προωθώντας δε στη συνέχεια προς υλοποίηση και νέα προγράμματα αποκατάστασης αστών προσφύγων. 24 Ωστόσο, και παρά τις αρχικές προγραμματικές θέσεις της Επιτροπής, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν θα της επέτρεπαν να αναλάβει το εγχείρημα μιας πλήρους αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, κατ’ αναλογία της ολοκληρωμένης αγροτικής αντίστοιχης, περιορίζοντας τη δραστηριότητά της όσον αφορά τον αστικό χώρο, μόνο στις κατασκευές κατοικιών. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκθέσεις της Επιτροπής, η τελευταία –μετά το πέρας του αγροτικού εποικισμού- ανέλαβε τη διαχείριση των τεσσάρων μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας, όπως και όσων είχαν ξεκινήσει να κτίζονται στην επαρχία, προωθώντας παράλληλα την κατασκευή ανεξάρτητων προσφυγικών κατοικιών.25

Εορταστική εκδήλωση για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου. Διακρίνονται σε αναμνηστική φωτογραφία, ανάμεσα σε ορφανά προσφυγόπουλα, που βρίσκονται υπό τη φροντίδα της Near East Relief, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ανάμεσά τους ο Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Αθήνα, Φεβρουάριος 1924 ©Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π. Πουλίδη Πηγή:www.lifo.gr

Όσον αφορά την ολοκλήρωση του έργου της εγκατάστασης, η Επιτροπή –παραλαμβάνοντας, όπως προαναφέρθηκε το έργο του Τ.Π.Π.- ανέλαβε τη συνολική ευθύνη, ιδιαιτέρως για τον αγροτικό χώρο. Εξάλλου, η αγροτική αποκατάσταση –σε σχέση με την αστική- μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και «ανώδυνα», χωρίς να επιβάλλεται επαναπροσδιορισμός της ήδη υφιστάμενης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν κυρίως στη γεωργική παραγωγή. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι, στην ελληνική ύπαιθρο έως τα τέλη του 1928 δημιουργήθηκαν από την Ε.Α.Π. περί τους 2.000 αγροτικούς οικισμούς, οι περισσότεροι προσαρτημένοι σε ήδη υφιστάμενους και οι υπόλοιποι νέοι. Στους οικισμούς αυτούς εγκαταστάθηκαν περίπου 150.000 οικογένειες, οι περισσότερες δε από αυτές στη Μακεδονία και Θράκη.26

 

Συμπεράσματα

Γενικότερα, στην προσφυγική Ελλάδα η απόκτηση στέγης αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους, αναλόγως του φορέα παροχής.27 Το αντίτιμο των κατοικιών, από πλευράς των προσφύγων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταβαλλόταν, ενώ η ίδια η Πολιτεία, όντας ιδιαιτέρως ελαστική και εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, παρέβλεπε ακόμη και τις καταλήψεις ακινήτων ή την εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση, φαινόμενο περισσότερο συχνά απαντώμενο στον αστικό παρά στον αγροτικό χώρο. Σε πολεοδομικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι, οι οικισμοί ακολουθώντας απλούστατες γεωμετρικές χαράξεις -επακόλουθο του κατατεμαχισμού και της οικοπεδοποίησης της περιαστικής γης, δεν υπάκουαν σε κατευθύνσεις σχεδιασμού οι οποίες προέβλεπαν παράλληλα και τον στοιχειώδη κοινωνικό εξοπλισμό.28

Αντιπροσωπευτικό της εικόνας στέγασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και της ποικιλίας των τύπων εγκατάστασης που είχαν επικρατήσει, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, προερχόμενο από εκθέσεις της Ε.Α.Π.:

«…Καλά ή άσχημα, χιλιάδες κατεστραμμένα ή εγκαταλειμμένα σπίτια ξαναχτίζονται σχεδόν όλα σε κάποια γωνιά της Ελλάδας. Άλλοτε μέσα στα μεγάλα αστικά οικοδομικά τετράγωνα ολοκαίνουργια ή μέσα σε τυποποιημένα διαμερίσματα των αστικών περιχώρων, σε αγροικίες στην ύπαιθρο ή μέσα σε προσωρινές παράγκες, μέσα σε μεγάλα επιταγμένα κτίρια ή άλλοτε πάλι μέσα σε ετοιμόρροπα τεμένη, όπου η κάθε οικογένεια οριοθετεί με κουβέρτες ή ψάθες ριγμένες ολόγυρα το μικρό δικό της χώρο, παραδίπλα στο μικρό χώρο των γειτόνων. Έτσι αυτοί οι ξεριζωμένοι ξαναφτιάχνουν ένα σπιτικό, για να μαζεύονται εκεί το βράδυ ή να αναπαύονται στις αργίες. Συχνά αυτό το σπιτικό καταλαμβάνει μόνο ένα χώρο δέκα τετραγωνικών μέτρων ανάμεσα σε πολλών δεκάδων άλλων οικογενειών το σπιτικό…».29

 

Η Ελένη Γαβρά είναι Καθηγήτρια Οικιστικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Αντώνης Κλάψης: Ο διακανονισμός της Λωζάννης

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Αντώνης Κλάψης

Ο διακανονισμός της Λωζάννης

 

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Ανακωχή των Μουδανιών

Η στρατιωτική ήττα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία, η οποία ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922, έδωσε τη χαριστική βολή στη Συνθήκη των Σεβρών. Πλέον, ήταν φανερό ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένας νέος συμβατικός διακανονισμός, ο οποίος θα αντανακλούσε τα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της αρνητικής για την Ελλάδα εξέλιξης της πολεμικής αναμέτρησης με τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν θα βρισκόταν στη θέση της διεκδικήτριας εδαφών, όπως είχε συμβεί μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα θα όφειλε να εστιάσει τις προσπάθειές της στην αποφυγή περαιτέρω απωλειών από εκείνες που είχε ήδη δρομολογήσει η Μικρασιατική Καταστροφή.

Παράλληλα με τις νίκες τους εναντίον του ελληνικού στρατού, οι κεμαλικές δυνάμεις έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο πλήρους ξεριζωμού του ελληνικού στοιχείου. Σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί και άλλες βιαιοπραγίες συνέθεταν την εικόνα του διωγμού, η οποία συμπληρωνόταν από την αιχμαλωσία και την υποβολή σε εξοντωτικά καταναγκαστικά έργα των αμάχων ανδρών ηλικίας 18-45 ετών. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, αλλά και πολλοί Αρμένιοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο στην Ελλάδα, η οποία έγινε αποδέκτης ενός πρωτοφανούς προσφυγικού ρεύματος. Η πυρπόληση της Σμύρνης, σε συνδυασμό με τον μαρτυρικό θάνατο του μητροπολίτη της πόλης Χρυσόστομου, αποτέλεσαν το επιστέγασμα της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού.[1]

Στην Ελλάδα, η Μικρασιατική Καταστροφή δρομολόγησε καταιγιστικές εξελίξεις, με κορυφαία όλων την εκδήλωση κινήματος στις τάξεις των διασωθέντων μονάδων της νότιας στρατιάς της Μικράς Ασίας, τα οποία είχαν μεταφερθεί στη Λέσβο και στη Χίο. Επικεφαλής της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου» τέθηκαν οι συνταγματάρχες Στυλιανός Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Οι επαναστάτες ζήτησαν την άμεση παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της κυβέρνησης, τη διάλυση της Βουλής και την ενίσχυση του μετώπου της Θράκης. Προκειμένου να αποδείξουν την αποφασιστικότητά τους, διέταξαν την αποβίβαση τμημάτων των επαναστατημένων στρατιωτικών δυνάμεων στο Λαύριο, απαιτώντας τελεσιγραφικά πλέον την εκπλήρωση των απαιτήσεών τους˙ σε διαφορετική περίπτωση, δήλωναν ότι θα βάδιζαν εναντίον της Αθήνας. Ανήμπορος να αντιδράσει, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του διαδόχου, ο οποίος ανήλθε στο θρόνο ως Γεώργιος Β΄. Παράλληλα, συγκροτήθηκε νέα κυβέρνηση, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου».[2]

Η αλλαγή προσώπων δεν αρκούσε για να αναστρέψει τα αποτελέσματα της ελληνικής ήττας στη Μικρά Ασία. Η εξαιρετικά δυσμενής θέση της Ελλάδας επιβεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφισβήτηση ήδη από την επαύριον της ελληνικής συντριβής στο μικρασιατικό μέτωπο. Στις 20 Σεπτεμβρίου/3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά της Προποντίδας ξεκίνησαν οι εργασίες διεθνούς διάσκεψης με στόχο τη διαπραγμάτευση όρων ανακωχής που θα έθεταν το πλαίσιο τερματισμού των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην κεμαλική Τουρκία. Ωστόσο, στη διάσκεψη δεν προσκλήθηκε η ελληνική πλευρά, αλλά οι διαβουλεύσεις έγιναν, ερήμην της Ελλάδας, ανάμεσα σε αντιπροσώπους αφενός της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αφετέρου της Τουρκίας. Η συζήτηση δεν αφορούσε πλέον στη Μικρά Ασία, αλλά στο μέλλον της Ανατολικής Θράκης, την οποία η Άγκυρα θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού κράτους. Το τελικό κείμενο, το οποίο υπογράφηκε στις 28 Σεπτεμβρίου/11 Οκτωβρίου 1922, προέβλεπε την άμεση αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ανατολική Θράκη και την αποκατάσταση των τουρκικών αρχών στην περιοχή μέσα σε διάστημα 30 ημερών. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί εκ των υστέρων τους επαχθείς όρους.[3] Στις 2/15 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός άρχισε να εκκενώνει την Ανατολική Θράκη. Όπως ήταν αναμενόμενο, την ίδια πορεία ακολούθησε σύσσωμος ο ελληνικός της πληθυσμός. Ένα δεύτερο προσφυγικό ρεύμα προς την Ελλάδα της τάξης των 250.000 ανθρώπων προστέθηκε σε εκείνο που είχε ήδη δημιουργηθεί από τη Μικρά Ασία.[4]

Το κτήριο (σήμερα μουσείο) στα Μουδανιά, όπου έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις για την ανακωχή.

Η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης: το διαπραγματευτικό πλαίσιο

Για τη διευθέτηση όλων των ζητημάτων –όχι μόνο εκείνων που παρουσίαζαν ελληνικό ενδιαφέρον– τα οποία αφορούσαν στην Τουρκία και παρέμεναν εκκρεμή μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συγκλήθηκε τον Νοέμβριο του 1922 η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάννης. Ανταποκρινόμενος στην έκκληση της επαναστατικής κυβέρνησης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τέθηκε επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στην ελβετική πόλη. Η αποστολή που αναλάμβανε ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στο Παρίσι λίγα χρόνια νωρίτερα, η Ελλάδα προσερχόταν πλέον στις διαπραγματεύσεις όχι ως νικήτρια, αλλά ως ηττημένη ενός πολέμου και μάλιστα με το πρόσθετο δυσβάσταχτο βάρος της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συνακόλουθη πιεστική ανάγκη περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η Ανακωχή των Μουδανιών είχε ήδη καταστήσει αναπόφευκτη την οριστική απώλεια και της Ανατολικής Θράκης. Χωρίς να διαθέτει σχεδόν κανένα διεθνές έρεισμα, η ελληνική πλευρά καλούνταν να αντιμετωπίσει τις διευρυμένες τουρκικές αξιώσεις, οι οποίες περιλάμβαναν τη Δυτική Θράκη και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου.[5]

24 Ιουλίου 1923. Η καταληκτήρια συνεδρία στο Palais de Rumine της Λωζάννης.

Η δυσμενής διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας κατέστη ακόμα χειρότερη εξαιτίας της καταδίκης σε θάνατο πέντε επιφανών πολιτικών ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης και του τελευταίου αρχιστράτηγου της ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας ως υπαίτιων για την Καταστροφή. Οι διεθνείς πιέσεις που ασκήθηκαν (κυρίως από τη βρετανική πλευρά) για την αποτροπή των εκτελέσεων δεν είχαν αποτέλεσμα.[6] Το πρωί της 15ης/28ης Νοεμβρίου οι έξι εκτελέστηκαν στο Γουδί. Την ίδια ημέρα, υλοποιώντας τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του, ο Βρετανός πρεσβευτής εγκατέλειψε την Αθήνα. Οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ελλάδα διακόπηκαν, επιτείνοντας έτσι την ελληνική διπλωματική απομόνωση, την ώρα που η βρετανική υποστήριξη ήταν απολύτως απαραίτητη στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει στη Λωζάννη.[7]

Το πρώτο ελληνικού ενδιαφέροντος ζήτημα που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο της χάραξης των χερσαίων ελληνοτουρκικών συνόρων. Ως προς την Ανατολική Θράκη, η παραχώρησή της στην Τουρκία είχε προδιαγραφεί με την υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών. Ο Βενιζέλος το είχε έγκαιρα κατανοήσει και, ήδη πριν από την έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης είχε ξεκαθαρίσει τη στάση που θα τηρούσε:

Εδέχθην να υπηρετήσω την κυβέρνησιν της Ελλάδος, ασχέτως μάλιστα προς τ’ αποτελούντα αυτήν πρόσωπα, διότι έβλεπα και εξ άλλων τεκμηρίων και εκ της αναγνώσεως αυτού του φιλελευθέρου τύπου των Αθηνών, πόσον ολίγον αντελαμβάνετο ο κόσμος αυτού κάτω το μέγεθος της καταστροφής. Ο φιλελεύθερος τύπος και μετά την καταστροφήν εν Μικρασία επερίμενεν ότι, άμα κατήρχετο του θρόνου ο Κωνσταντίνος, ουδέν θα υπήρχε πλέον κώλυμα όπως ριφθώμεν εις τας αγκάλας των πρώην συμμάχων μας. Έβλεπα δε ότι η Επανάστασις ήρχετο με πρόγραμμα συνεχίσεως του πολέμου προς διάσωσιν της Αν. Θράκης και έκρινα ότι επεβάλλετο ν’ αποδεχθώ την επιβληθείσαν μοι υπηρεσίαν, διά να ειμπορέσω να είπω και προς την Επανάστασιν και προς τον ελλην. λαόν ότι η Αν. Θράκη εχάθη ήδη και δεν υπολείπεται παρά να ίδωμεν τι ειμπορεί ακόμη να σωθή, διά να μη φθάσωμεν εις πληρεστέραν ακόμη καταστροφήν. Εδέχθην ακόμη την εντολήν, διότι άλλως θα υπετίθετο ότι προσωπικός εγωισμός με ημπόδιζε να δεχθώ, διά να αποφύγω την τραγικήν ανάγκην να υπογράψω εξ ονόματος της Ελλάδος την συνθήκην της ήττης και δεν ήθελα να δώσω εις τους συμπολίτας μου το κακόν αυτό παράδειγμα της προτάξεως του εγώ υπέρ το κοινόν συμφέρον.[8]

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέρχεται από τον πύργο του Ouchy, όπου πραγματοποιήθηκε μέρος των διαπραγματεύσεων.

Ο ρεαλισμός του Βενιζέλου βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία αφενός με τη σύγχυση που εξακολουθούσε να επικρατεί στην Ελλάδα, αφετέρου με την αδυναμία κυβέρνησης και κοινής γνώμης να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν με πάθος ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει την παράδοση της Ανατολικής Θράκης ήταν και ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ηγετικό στέλεχος της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου». Την προπαραμονή της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών, διακήρυξε δημόσια ότι η απώλεια της Ανατολικής Θράκης δεν είχε έρθει ως αποτέλεσμα της ελληνικής συντριβής στη Μικρά Ασία, αλλά εξαιτίας της έλλειψης αποφασιστικότητας από την πλευρά της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα κεκτημένα.

Δεν θα χάσωμεν την Θράκην, διότι έχωμεν ολιγώτερον στρατόν ή ως στερούμενοι όπλων, πυροβόλων και εφοδίων. Θα την χάσωμεν διότι είμεθα άνανδροι και δειλοί. Περιφανή δε απόδειξιν περί των ανωτέρω μας παρέχει το πρόσφατον παράδειγμα του αλαζόνος Κεμάλ. Δι’ επισήμου συνθήκης, υπογεγραμμένης παρά των Συμμάχων Δυνάμεων, η Τουρκία ηκρωτηριάσθη οικτρώς, ενώ ιδιαίτερον άρθρον αυτής προέβλεπε περί εκδιώξεως του Σουλτάνου εκ Κωνσταντινουπόλεως και πλήρους σχεδόν διαμελισμού, εν η περιπτώσει οι άσημοι τότε αντάρται της Αγκύρας δεν κατέθετον τα όπλα. […] Εάν χάνωμεν την Θράκην, την χάνομεν διότι ΔΕΝ ΘΕΛΟΜΕΝ ΝΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΩΜΕΝ. Εάν οι σημερινοί υπό τα όπλα αξιωματικοί και οπλίται ΘΕΛΗΣΟΥΝ, είναι υπεραρκετοί να κάμψουν την οφρύν του επηρμένου Τούρκου. Οι αποτελούντες σήμερον την υπό τα όπλα δύναμιν άνδρες, δεν έχωσι καν υπέρ εαυτών το επιχείρημα των εκ της μακράς στρατεύσεως κακουχιών. Εάν υπάρχουν μεταξύ αυτών τινες επιλήσμονες της υπερτάτης προς την Πατρίδα υποχρεώσεως, οφείλει το Κράτος να πατάξη παραδειγματικώς τους μητραλοίας αυτούς, όπως εξυγιάνη το σύνολον. Και έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι, εάν νευρώδης Κυβέρνησις αναλάβη σήμερον στερά τη χείρι τα ηνία του Κράτους, θα δυνηθή να οδηγήση και την υστάτην αυτήν στιγμήν το Εθνικόν άρμα προς την οδόν της Τιμής και του Καθήκοντος.[9]

Οι απόψεις του Πάγκαλου βρίσκονταν μακριά από την πραγματικότητα. Όχι μόνο δεν υπήρχε κανένα περιθώριο η Ανατολική Θράκη να παραμείνει σε ελληνικά χέρια, αλλά στη Λωζάννη ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασάς ήγειρε ζήτημα Δυτικής Θράκης, ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο Βενιζέλος αντέδρασε αποφασιστικά, έχοντας στη διαπραγματευτική του φαρέτρα την ανασυγκρότηση –από τον Πάγκαλο– της Στρατιάς του Έβρου,[10] η οποία έδινε στην Ελλάδα ένα σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα. Απέρριψε το τουρκικό αίτημα, ξεκαθαρίζοντας πως εάν επρόκειτο να γίνει δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη, θα έπρεπε παράλληλα να γίνει και στην Ανατολική, αφού όμως επέστρεφε σε αυτή ο ελληνικός πληθυσμός. Το επιχείρημα ήταν καταλυτικό. Ομόφωνα αρνητική στάση απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις τήρησαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και τα βαλκανικά κράτη που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη. Έτσι, ο Ισμέτ επικεντρώθηκε στη διεκδίκηση μόνο του Καραγάτς, το οποίο βρίσκεται στη δυτική όχθη του Έβρου. Υποστήριξε ότι το Καραγάτς έπρεπε να δοθεί στην Τουρκία ώστε να εξασφαλισθεί αφενός η άμυνα της Αδριανούπολης, αφετέρου η σύνδεσή της με τη σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολης-Σόφιας.

 

Η στρατιά του Έβρου

 

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη στρατιά του Έβρου τον Μάιο του 1923 (πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Παρεμβολή στο ζήτημα του καθεστώτος της Δυτικής Θράκης υπήρξε και από την πλευρά της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι δεν είχαν εξοικειωθεί με την ιδέα της απώλειας της Δυτικής Θράκης, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (14/27 Νοεμβρίου 1919). Αντίθετα, εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την εξασφάλιση εδαφικής διεξόδου στο Αιγαίο Πέλαγος. Ωστόσο, στη Λωζάννη δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Έτσι, αρκέστηκαν στα δικαιώματα οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, τα οποία τους είχαν έτσι κι αλλιώς αναγνωριστεί με τη Συνθήκη του Νεϊγύ.[11]

Δεύτερο εδαφικό ζήτημα μείζονος σημασίας που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο του καθεστώτος των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Ευθύς εξαρχής, οι Ιταλοί ξεκαθάρισαν ότι δεν θα δέχονταν καμία συζήτηση για τα Δωδεκάνησα, τα οποία διαμήνυσαν ότι σκόπευαν να τα διατηρήσουν υπό την κυριαρχία τους. Ο Ισμέτ προσπάθησε να διεκδικήσει όσα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά μπορούσε. Πρωτίστως, υποστήριξε ότι, για λόγους ασφάλειας των Στενών, η Ίμβρος, η Τένεδος αλλά και η Σαμοθράκη έπρεπε οπωσδήποτε να δοθούν στην Τουρκία. Τα ελληνικά αντεπιχειρήματα ήταν θεμελιωμένα στην πληθυσμιακή σύνθεση των νησιών, η οποία ήταν συντριπτικά ελληνική.

Η τουρκική αντιπροσωπεία ζήτησε, επίσης, την πλήρη αποστρατικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας. Ο Ισμέτ υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο ώστε η Ελλάδα να μη χρησιμοποιούσε αυτά τα νησιά ως εφαλτήρια για μελλοντικές επιθετικές ενέργειες εναντίον της Τουρκίας. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά αξίωσε την καθιέρωση στα τέσσερα νησιά ειδικού καθεστώτος αυτονομίας, το οποίο –κατά την τουρκική άποψη– θα αποτελούσε εγγύηση για την «ουδέτερη και ανεξάρτητη πολιτική τους ύπαρξη». Η τουρκική διατύπωση ήταν ενδεικτική των πραγματικών προθέσεων της Άγκυρας: εφόσον δεν μπορούσε να αποσπάσει τα τέσσερα νησιά από την Ελλάδα, να δημιουργήσει ωστόσο ένα νομικό έρεισμα για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί αυτών όταν οι περιστάσεις θα ήταν ευνοϊκές για την Τουρκία.

Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη με επικεφαλής τον Ισμέτ Πασά.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Ο Βενιζέλος έγκαιρα συνειδητοποίησε ότι η de facto κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τον βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης ήταν αδύνατο να αλλάξει, με δεδομένη την πολιτική που ακολουθούσε το κεμαλικό καθεστώς της Άγκυρας. Ενδεικτικό των προθέσεων της κεμαλικής κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι μόλις πέντε ημέρες μετά την κατάληψη της Σμύρνης, ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων που έλεγχαν την πόλη, Νουρεντίν πασάς, ξεκαθάρισε προς τον επικεφαλής της αμερικανικής Επιτροπής Ανακούφισης Καταστροφής Σμύρνης Τσαρλς Κάλβιν Ντέηβις ότι η επανεγκατάσταση των προσφύγων στις εστίες τους ήταν αδύνατη και ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν οριστικά τη Μικρά Ασία: «Πιστεύω ότι αυτή είναι η τελική απόφαση της εθνικιστικής κυβέρνησης στο εθνοτικό ζήτημα», κατέληγε επιγραμματικά ο Ντέηβις.[12] Κάτω από την επίδραση των τετελεσμένων γεγονότων που ασφαλώς ευνοούσαν την τουρκική πλευρά, ο Βενιζέλος γρήγορα προσανατολίστηκε προς την ιδέα της σύναψης μιας Συνθήκης για την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Αμέσως μετά τη συνομολόγηση της Ανακωχής των Μουδανιών, έσπευσε να προτείνει στον ειδικό απεσταλμένο της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Φρίντγιοφ Νάνσεν την άμεση υλοποίηση της ανταλλαγής ακόμα και πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Αφενός επηρεασμένος από τις εισηγήσεις του Βενιζέλου και αφετέρου απογοητευμένος από την αδιαλλαξία της Άγκυρας, ο Νάνσεν ενστερνίστηκε την ιδέα.[13]

Η σκέψη για την –εθελούσια και όχι υποχρεωτική όπως τελικά συμφωνήθηκε στη Λωζάννη– ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες δεν ήταν καινούργια. Ήδη από το 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε αποδεχθεί ανάλογες τουρκικές προτάσεις σε μια προσπάθεια προστασίας του διωκόμενου ελληνικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[14] Όμως το 1922 ο διωγμός ήταν πλέον τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο γεγονός. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς περιστάσεις, ο Βενιζέλος πίστευε ότι η ανταλλαγή θα εξυπηρετούσε το τιτάνιο έργο της περίθαλψης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, καθώς η μετεγκατάστασή τους θα διευκολυνόταν αποφασιστικά από την αποχώρηση των μουσουλμάνων από τα ελληνικά εδάφη, έστω κι αν οι πρώτοι σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικά των τελευταίων. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν δίστασε να προειδοποιήσει τον Νάνσεν ότι σε περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση δεν ανταποκρινόταν θετικά στην πρόταση της ανταλλαγής, η ελληνική πλευρά ήταν αποφασισμένη να την εφαρμόσει μονομερώς, εκδιώκοντας τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την ελληνική επικράτεια.[15]

Στην Ελλάδα η προοπτική της ανταλλαγής συναντούσε ισχυρές αντιδράσεις τόσο από τα ηγετικά στελέχη της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», μεταξύ αυτών και του Πλαστήρα, όσο και από τους πρόσφυγες. Ωστόσο, η επιμονή του Βενιζέλου για την απόλυτη ανάγκη συνομολόγησης συνθήκης ανταλλαγής πληθυσμών με την Τουρκία έκαμψε τις αντιρρήσεις. Τελευταίο εμπόδιο για την κατάληξη σε οριστική συμφωνία ανάμεσα στην Αθήνα και στην Άγκυρα αποτέλεσε το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείο, το οποίο για τους κεμαλικούς εκλαμβανόταν ως δυνητικός θεματοφύλακας της Μεγάλης Ιδέας.[16] Η τουρκική πλευρά επιδίωκε την απομάκρυνσή του από την Κωνσταντινούπολη, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι τα ειδικά προνόμια που το Πατριαρχείο απολάμβανε εντός του πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζουν να του αναγνωρίζονται από το νέο τουρκικό κράτος. Τελικά, με δεδομένη την αντίθεση όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και όλων των υπόλοιπων αντιπροσωπειών, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση: δεσμεύτηκε να διατηρήσει το Πατριαρχείο στην ιστορική του έδρα, υπό τον όρο όμως ότι το τελευταίο θα απέβαλε όλες τις μη εκκλησιαστικές αρμοδιότητες που έως τότε διατηρούσε.[17]

Ο χάρτης της Ανταλλαγής των Πληθυσμών.

Μετά τη διευθέτηση όλων των επιμέρους λεπτομερειών, στις 17/30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάννη η διμερής Σύμβαση για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών. Με βάση τις διατάξεις της προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή αφενός των Ελλήνων ορθόδοξων που διέθεταν τουρκική υπηκοότητα και κατοικούσαν σε τουρκικά εδάφη, αφετέρου των μουσουλμάνων με ελληνική υπηκοότητα που κατοικούσαν σε ελληνικά εδάφη. Η ισχύς της ήταν αναδρομική, με χρονικό σημείο εκκίνησης την 5η/18η Οκτωβρίου 1912, ημερομηνία έναρξης των ελληνοτουρκικών εχθροπραξιών του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Οι ανταλλάξιμοι δεν είχαν το δικαίωμα επανεγκατάστασης στην Ελλάδα ή στην Τουρκία χωρίς την άδεια της ελληνικής ή της τουρκικής κυβέρνησης αντίστοιχα. Από τον γενικό κανόνα της ανταλλαγής εξαιρούνταν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.[18] Η Σύμβαση προνοούσε για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ανταλλάξιμων στις κινητές και στις ακίνητες περιουσίες τους. Τέλος, προβλεπόταν η σύσταση Μικτής Επιτροπής, η οποία επιφορτιζόταν με το καθήκον επίβλεψης της εφαρμογής όλων των πτυχών της Σύμβασης.[19]

 

Η Συνθήκη Ειρήνης

Η συνομολόγηση της Σύμβασης της Ανταλλαγής προηγήθηκε της σύναψης της Συνθήκης Ειρήνης κατά έξι μήνες. Σε αυτό το διάστημα, οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη πολύ συχνά ήταν κάθε άλλο παρά ευχερείς. Στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων το πλέον ακανθώδες ζήτημα ήταν η επιμονή της τουρκικής αντιπροσωπείας στην αξίωση για την πληρωμή αποζημίωσης από την πλευρά της Ελλάδας για τις καταστροφές που είχε διαπράξει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία. Η κατηγορηματική άρνηση της Αθήνας να αποδεχθεί αυτόν τον όρο –απότοκη μεταξύ άλλων και της πρακτικής αδυναμίας, λόγω της δεινότατης οικονομικής της θέσης, να τον εκπληρώσει– έτεινε να οδηγήσει σε ναυάγιο τις συζητήσεις. Μπροστά στο αδιέξοδο, τον Μάιο του 1923 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να καταγγείλει την Ανακωχή των Μουδανιών και να επαναλάβει τις εχθροπραξίες με την Τουρκία με στόχο την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, χρησιμοποιώντας για αυτόν τον σκοπό τη στρατιά του Έβρου, την οποία είχε γρήγορα και αποτελεσματικά ανασυγκροτήσει ο Πάγκαλος. Η ελληνική επίθεση αποφεύχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή χάρη στην επίτευξη μιας ιδιόρρυθμης συμβιβαστικής λύσης: η Ελλάδα δήλωσε ότι δεχόταν να καταβάλει την αποζημίωση, αλλά ταυτόχρονα η Τουρκία παραιτήθηκε ρητά από την είσπραξή της· σε αντάλλαγμα, η ελληνική πλευρά συναίνεσε στην παραχώρηση στην Τουρκία του τριγώνου του Καραγάτς.[20]

Πάνω: οι επίσημες πράξεις στα αγγλικά και ελληνικά. Κάτω: τουρκική καρικατούρα με αντικείμενο τις διαπραγματεύσεις.

Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων επισφραγίστηκε στις 24 Ιουλίου 1923 με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.[21] Βάσει αυτής, ως χερσαίο σύνορο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας καθιερώθηκε ο ποταμός Έβρος (με την οριακή εξαίρεση του τριγώνου του Καραγάτς). Βάσει ειδικότερης Σύμβασης, η οποία συνομολογήθηκε στη Λωζάννη την ίδια ημέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης, καθιερωνόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης σε βάθος 30 χιλιομέτρων εκατέρωθεν των ελληνοτουρκικών συνόρων κατά μήκος του Έβρου.[22] Η Ίμβρος και η Τένεδος επιστράφηκαν στην Τουρκία υπό τον όρο της εφαρμογής καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας για τους Έλληνες κατοίκους τους.[23] Στην Ελλάδα κατακυρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία όμως επιβαλλόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης: μερικής στη Λέσβο, στη Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία, πλήρους στη Λήμνο και στη Σαμοθράκη λόγω της γειτνίασής τους με τα Στενά των Δαρδανελλίων.[24] Ταυτόχρονα, αναγνωρίστηκαν αφενός η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα (αφού η Ρώμη είχε προκαταβολικά απορρίψει κάθε ενδεχόμενο παραχώρησής τους στην Ελλάδα),[25] αφετέρου η βρετανική στην Κύπρο.[26]

Η Συνθήκη της Λωζάννης διαμόρφωσε σχεδόν οριστικά την εδαφική φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους: μοναδική προσθήκη έκτοτε αποτέλεσαν τα Δωδεκάνησα το 1947. Ήταν μια έντιμη ειρήνη, η οποία αποτύπωνε το συσχετισμό των δυνάμεων που είχε προκύψει μετά την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία. Η ανταλλαγή των πληθυσμών συνέβαλε αποφασιστικά στην εθνική ομογενοποίηση των βόρειων ελληνικών επαρχιών. Η εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη μεγάλου αριθμού προσφύγων από  τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη πύκνωσε κατά πολύ το ελληνικό στοιχείο: η συνεισφορά τους έκτοτε σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας υπήρξε καθοριστική. Η ταυτόχρονη αποχώρηση περίπου 350.000 μουσουλμάνων από την Ελλάδα συνέτεινε επίσης στη δραστική αλλαγή της ανθρωπογεωγραφίας στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Κατά παράδοξο τρόπο, ο στόχος της Μεγάλης Ιδέας είχε επιτευχθεί αντεστραμμένος: έναν αιώνα μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το ελληνικό κράτος δεν είχε επεκταθεί τόσο ώστε να συμπεριλάβει στους κόλπους του το μέγιστο μέρος του ελληνικού  έθνους· όμως λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, η –σε μέγιστο βαθμό– ταύτιση των δύο προέκυψε μέσα από τον καταποντισμό του στόχου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και τη συνακόλουθη αναγκαστική μετακίνηση περισσότερων από 1.000.000 Ελλήνων στη συρρικνωμένη σε σχέση με τη Συνθήκη των Σεβρών ελληνική επικράτεια.

Lausanne, Switzerland. Peace in the Near East! (British Pathé – Film ID:1934.09)

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Χρ. Εμ. Αγγελομάτης, Χρονικόν μεγάλης τραγωδίας (το έπος της Μικρασίας) (Αθήνα: Εστία, χ.χ.), σ. 215-270, 337-352, 382-390· George Horton, Αναφορικά με την Τουρκία (Αθήνα: Λιβάνης, 1992), σ. 132-174· Henry Morgenthau, Η αποστολή μου στην Αθήνα (Αθήνα: Τροχαλία, 1994), σ. 85-133· Δημήτρης Σταματόπουλος, «Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Η ανθρωπογεωγραφία της Καταστροφής», στο: Αντώνης Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά (Αθήνα: Νεφέλη, 2011), σ. 85-97· Antonis Klapsis, «American initiatives for the relief of Greek refugees, 1922-1923», Genocide Studies and Prevention, 6(1) (2011), σ. 98-106· Antonis Klapsis, «Violent uprooting and forced migration. A demographic analysis of the Greek populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50(4) (2014), σ. 628-631.

[2] Γονατάς, Απομνημονεύματα,  σ. 229-250· Θησεύς Θ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, τ. 1 (Αθήνα: Κέδρος, 1973), σ. 114-159· Παύλος Π. Πετρίδης (επιμ.), Στη συγκυρία της αβασίλευτης. Από την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην έκπτωση των Γκλύξμπουργκ (Αθήνα: Τυπωθήτω, 1999), σ. 225-230.

[3] Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 62-66· Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τ. 1 (Αθήνα: Κάκτος, 1997), σ. 29-35· Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα (Αθήνα: Ίκαρος, 1948), σ. 305-324· Charles Harington, Tim Harington looks back (London: Murray, 1940), σ. 117-128· Harry J. Psomiades, «Thrace and the Armistice of Mudanya, October 3-11, 1922», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 12 (1997-1998), σ. 213-255· Thanassis Bravos, «The Allied note of 23rd September and Great Britain’s retreat on the question of Eastern Thrace», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 13 (1999-2000), σ. 179-208· Άγγελος Μ. Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις (Αθήνα: Πατάκης, 2015), σ. 33-42.

[4] Klapsis, «Violent uprooting», σ. 632-633.

[5] Γενική επισκόπηση της δράσης του Βενιζέλου κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης: Μιχαήλ Γ. Θεοτοκάς, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εις την Συνδιάσκεψιν της Λωζάννης, 1922-1923 (Αθήνα: Αετός, 1946). Συνοπτικότερα: Michael Llewellyn Smith, «Venizelos’ diplomacy, 1910-23. From Balkan alliance to Greek-Turkish settlement», στο: Paschalis M. Kitromilides (ed.), Eleftherios Venizelos. The trials of statesmanship (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2006), σ. 169-172. Πλήρης περιγραφή όλων των πτυχών των διαπραγματεύσεων (για θέματα όχι μόνο ελληνικού ενδιαφέροντος): Foreign Office, Lausanne Conference on Near East affairs, 1922-1923. Records of proceedings and draft terms of peace (London: H. M. Stationery Office, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, première serie, τ. 1-4 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, deuxième serie, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Documents diplomatiques. Conférence de Lausanne, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923).

[6] Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 258-259.

[7]Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το διπλωματικό παρασκήνιο της δίκης των Εξ», στο: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, ΚΓ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 24, 25, 26 Μαΐου 2002, Πρακτικά (Θεσσαλονίκη: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2003), σ. 483-502.

[8] Αντώνης Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Σύμβασης της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (Αθήνα/Χανιά: Ι. Σιδέρης/Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2010), σ. 32.

[9] Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 162-163.

[10] Η σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος προκειμένου να επιβάλει την πειθαρχία στις μονάδες που κλήθηκε να διοικήσει υπήρξε παροιμιώδης. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι προκειμένου να παταχθεί το φαινόμενο της λιποταξίας, η πρόσκληση προς κατάταξη πέντε κλάσεων στρατευσίμων (1919-1923) συνοδευόταν από την προειδοποίηση πως όσοι δεν παρουσιασθούν εγκαίρως «θα τυφεκισθώσιν και αι οικογένειαί των θα εξορισθώσιν εις Αφρικήν»· βλ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 206. Σχετικά με τη συνεισφορά της Στρατιάς του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης βλ. D. Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace during the Conference of Lausanne, 1922-1923», Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 211-232.

[11] Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923 (Αθήνα: Gutenberg, 1997), σ. 173-251· Miranda Paximadopoulou-Stavrinou, «L’attitude de la Serbie envers la Grèce et la question de la Thrace Occidentale à la Conférence de Lausanne, 1922-1923», Balkan Studies, 45 (2004), σ. 81-93.

[12] Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1922, τ. 2 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1938), σ. 421.

[13]Stephen P. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (New York: Macmillan, 1932), σ. 335-344. Ειδικότερα για τις πρωτοβουλίες του Νάνσεν, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στις συνεννοήσεις του με την κεμαλική κυβέρνηση βλ. League of Nations, Official Journal, January 1923, σ. 126-132· League of Nations, Official Journal, March 1923, σ. 383-384· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Ο Φρίντγιοφ Νάνσεν και το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα, 1922-1924. Μελέτη για την πολιτική της διεθνούς ανθρωπιστικής παρέμβασης και την ελληνοτουρκική Συμφωνία υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών (Αθήνα: Κέντρο Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2011)· Berit Tolleshaug, Φρίντγιοφ Νάνσεν. Ένας Νορβηγός ήρωας σε μια ελληνική τραγωδία (Κατερίνη: Μάτι, 2012)· John F. L. Ross, «Fridtjof Nansen and the Aegean Population Exchange», Scandinavian Journal of History, 40(2) (2015), σ. 133-158.

[14] Yannis G. Mourelos, «The 1914 persecutions and the first attempt at an exchange of minorities between Greece and Turkey», Balkan Studies, 26 (1985), σ. 389-413· Γιάννης Μουρέλος, «Πληθυσμιακές ανακατατάξεις την επομένη των Βαλκανικών Πολέμων. Η πρώτη απόπειρα ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία», στο: Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1990), σ. 175-190.

[15] Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 33-36· Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, 1919-1940, τ. 3 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1994), σ. 242· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 3 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 286.

[16] Για τη διασύνδεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον μεγαλοϊδεατισμό την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, «Ο εθναρχισμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, 1919-1922», Τα Ιστορικά, 25(47) (2007), σ. 373-420.

[17] Th. Agnides, The Ecumenical Patriarchate of Constantinople in the light of the Treaty of Lausanne (New York: 1964)· Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek–Turkish relations, 1918-1974 (Athens: Centre for Asia Minor Studies, 21992), σ. 87-95· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 125-130. Ειδικότερα για τις τουρκικές θέσεις και τη μεταστροφή τους λόγω των διεθνών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Άγκυρα βλ. Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, σ. 263-264, 268-269, 352-353.

[18] Με βάση τη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν και οι Έλληνες κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου. Ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε αναφορά σε αυτούς τους πληθυσμούς από τη Σύμβαση της Ανταλλαγής ήταν ότι όταν αυτή συνομολογήθηκε τα δύο νησιά εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό ελληνικό έλεγχο και η τύχη τους (δηλαδή εάν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα ή στην Τουρκία) δεν είχε ακόμα αποφασιστεί.

[19] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1923), σ. 87-90· League of Nations, Treaty Series, 32 (1925), σ. 76-87· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1981)· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σ. 93-120· Τh. P. Kiosseoglou, L’échange forcé des minorités daprès le Traité de Lausanne (Nancy: Imprimmerie Nancéienne, 1926)· Alexandre Emm. Deved, L’échange obligatoire des minorités grecques et turques en vertu de la Convention de Lausanne (Paris: Pierre Bossuet, 1929)· Ladas, The exchange of minorities, σ. 342-352· Dimitri Pentzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece (London: Hurst, 2002), σ. 67-71· John A. Petropulos, «The compulsory exchange of populations. Greek-Turkish peacemaking, 1922-1930», Byzantine and Modern Greek Studies, 2(1) (1976), σ. 135-160· Γιάννης Πετρόπουλος, «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Ελληνοτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», στο: Θ. Βερέμης & Γ. Γουλιμή (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Κοινωνίαοικονομίαπολιτική στην εποχή του (Αθήνα: Γνώση, 1989), σ. 439-473· Kalliopi K. Koufa & Constantinos Svolopoulos, «The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey. The settlement of minority questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its impact on Greek-Turkish relations», στο: Paul Smith, Kalliopi K. Koufa & Arnold Seppan (eds.), Ethnic groups in international relations (New York: New York University Press, 1991), σ. 275-308· Onur Yildirim, Diplomacy and displacement. Reconsidering the Turco-Greek exchange of populations, 1922-1934 (New York, NY/London: Routledge, 2006)· Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 31-50. Θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής από την οπτική του διεθνούς δικαίου: Stélio Séfériades, «L’échange des populations», στο: Académie de Droit International, Recueil des Cours, 4 (1928), σ. 311-437.

[20] Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace», σ. 211-232· Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου  Παγκάλου, τ. 1, σ. 178-264· Απόστολος Αλεξανδρής, Πολιτικαί αναμνήσεις (Πάτρα: Φραγγούλης & Βαρζάνης, 1947), σ. 78-101· Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τ. 1, σ. 47-52· Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση, σ. 70-73.

[21] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη· Photini Constantopoulou (ed.), The foundation of the modern Greek state. Major Treaties and Conventions, 1830-1947 (Αθήνα: Καστανιώτης, 1999), σ. 123-145. Γενική επισκόπηση: Arnold J. Toynbee, «The East after Lausanne», Foreign Affairs, 2 (1923-1924), σ. 84-99· Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, σ. 50-71.

[22] Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στην ελληνοτουρκική μεθόριο του Έβρου», στο: Κατερίνα Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Χρήστος Ροζάκης (επιμ.), Η αποστρατικοποίηση των ελληνοτουρκικών συνόρων (Αθήνα: Πάντειος Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, 1977), σ. 41-68.

[23] Το καθεστώς αυτό δεν εφαρμόσθηκε ποτέ από τις τουρκικές αρχές. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos. A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σ. 5-21.

[24] Κατερίνα Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στα ελληνικά νησιά του βορείου Αιγαίου», στο: Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Ροζάκης (επιμ.), ό.π., σ. 69-115· A. L. Macfie, The Straits question, 1908-36 (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1993), 181-211. Καθεστώς πλήρους αποστρατικοποίησης επιβλήθηκε για τους ίδιους λόγους στην Ίμβρο και στην Τένεδο, όπως φυσικά και στα Στενά αυτά καθ’ αυτά.

[25] Alan Cassels, Mussolini’s early diplomacy (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1970), σ. 21-24, 37-42.

[26] Constantine Svolopoulos, «The Lausanne Peace Treaty and the Cyprus problem», στο: Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 233-245.