Skip to main content

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Β΄: Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Β΄:  Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

 

Στην «αιχμαλωσία» της γης, της οικογένειας…

Πάνω από ένα μήνα θα διαρκέσει το ταξίδι του Λευκάδιου Χερν με προορισμό τη Χώρα του «Ανατέλλοντος Ηλίου». Στις 12 Απριλίου του 1890 η συγκίνηση τον πνίγει καθώς αγναντεύει, πλησιάζοντας στη Yokohama, τις ανάερες γραμμές του ιαπωνικού ορίζοντα και τις χιονοσκεπείς κορυφές του μυθικού Φούτζι. τα γαλάζια, διάφανα περιγράμματα, που χάνονται αργοσβήνοντας με μιαν απροσδιόριστη πνευματικότητα, αφήνοντας μόνο τη λεπτή αίσθηση του λυρισμού τους. Aυτή είναι, θα γράψει, και η γοητεία της Ιαπωνίας στο πρώτο της αντίκρισμα, ακαθόριστη και ρευστή, όπως το άρωμα. Πληθωρική ομορφιά που πολιορκεί με τα χρώματα της ανθισμένης κερασιάς και την ακόρεστη ανθοφορία των λωτών το βλέμμα και την ψυχή του. Μέσα του έχει αρχίσει η διεργασία της ψυχικής του αιχμαλωσίας, πολύτιμη πρώτη ύλη, που θα εναποτεθεί  στις σελίδες των βιβλίων του- ξενάγηση στον μαγικό κόσμο της Άπω Ανατολής, διυλισμένη από το λυρικό βίωμα της ενσυναισθητικής επικοινωνίας μαζί της. «Μην παραμελήσεις να καταγράψεις τις πρώτες σου εντυπώσεις  όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Eίναι, ξέρεις, φευγαλέες, ποτέ δεν θα ξανάρθουν, έτσι και ξεθωριάσουν…» τον είχε συμβουλέψει ο μέντοράς του τώρα στην Ιαπωνία, ο Ιαπωνολόγος καθηγητής στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο, Basil Hall Chamberlain1.

Παραδίνεται από την αρχή στην απίστευτη γοητεία και την πράυνση  που ασκεί στον εύθραυστο ψυχισμό του το λεπτό άρωμα της φύσης και των ανθρώπων, που μετουσιώνονται μέσα του σε ποιητικό στοχασμό.

«Αισθάνομαι αδέξιος να περιγράψω την Ιαπωνία», θα εξομολογηθεί στην αγαπημένη φίλη και βιογράφο του Elizabeth Bisland, από τις πρώτες κιόλας επιστολές του, το 1890. «H φύση εδώ δεν είναι βέβαια όπως στους τροπικούς, που είναι τόσο υπέροχη και άγρια και παντοδύναμα όμορφη, ώστε νιώθω, αυτήν ακριβώς τη στιγμή που γράφω, τον ίδιο πόνο στην καρδιά μου με κείνον που ένιωσα φεύγοντας από τη Μαρτινίκα. Πρόκειται για μιαν εξημερωμένη φύση, που αγαπάει τον άνθρωπο και γίνεται όμορφη γι’αυτόν μ’έναν ήσυχο, γκριζογάλαζο τρόπο, σαν τις Γιαπωνέζες, και τα δέντρα μοιάζουν να γνωρίζουν τι λένε οι άνθρωποι γι’αυτά-μοιάζουν να έχουν μικρές ανθρώπινες ψυχές. Ό,τι αγαπώ στην Ιαπωνία είναι οι Ιάπωνες-η φτωχή, απλή ανθρωπιά της χώρας. Είναι θεϊκό. Δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό τον κόσμο που να προσεγγίζει την αφελή, φυσική γοητεία τους. Κανένα βιβλίο απ’όσα έχουν γραφεί μέχρι σήμερα δεν το αντικατοπτρίζει.  Αγαπώ τους θεούς τους, τα έθιμά τους, την ενδυμασία τους, τα τραγούδια τους που μοιάζουν με των πουλιών τα τρεμάμενα τραγούδια, τα σπίτια τους, τις δεισιδαιμονίες τους, τα σφάλματα τους. Και πιστεύω ότι η τέχνη τους είναι τόσο πιο προχωρημένη από τη δική μας, όσο υπερείχε η αρχαία ελληνική τέχνη από τις πρώιμες ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές αναζητήσεις… Είμαστε οι βάρβαροι! Δεν είναι που απλώς κάνω αυτές τις σκέψεις. Είμαι τόσο σίγουρος γι’αυτά όσο και για τον θάνατο. Απλώς θα ήθελα να επανενσαρκωθώ σε κάποιο μικρό ιαπωνικό μωρό, έτσι ώστε να μπορώ να δω και να αισθανθώ τον κόσμο τόσο όμορφα όσο το κάνει ένα ιαπωνικό μυαλό»2.

To όρος Φούτζι, σε φωτογραφία του 1880.

Γι’αυτό προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να «ενδυθεί» ο,τιδήποτε από τον πολιτισμό της χώρας: τη γλώσσα της, που τη βρίσκει εξαιρετικά δύσκολη, ευελπιστεί όμως σε μιαν ακουστική εξοικείωση μαζί της. Τη θρησκεία -μελετά τον Βουδισμό και προχωρεί σε θρησκειολογικές συγκρίσεις, όχι μόνον ανάμεσα στον Βουδισμό και τον Σιντοϊσμό αλλά και στη σύγκρισή τους με τον Χριστιανισμό. Την ιαπωνική τέχνη, την ιδιαίτερη υφή της αισθητικής ως τρόπο ζωής, τον χαρακτήρα των ανθρώπων- βρίσκει ότι είναι οι πιο αξιαγάπητοι στον κόσμο. Όμως η συνεχής φτώχεια δεν του επιτρέπει την απρόσκοπτη βίωση αυτής της ομορφιάς. Το κόστος ζωής στην Ιαπωνία είναι υψηλότερο από της Νέας Υόρκης. Αναζητά μεσολάβηση για κάποια νέα δημοσιογραφική δουλειά στην Αμερική, καθώς έχει διαλύσει τη σχέση του με τους Harper’s: «Με εξουθένωσαν. Τα εισοδήματά μου τα τρία τελευταία χρόνια μόλις και έφταναν τα πεντακόσια δολάρια το χρόνο κατά μέσον όρο…», γράφει στην Elizabeth Bisland. Και της αποκαλύπτει την ψυχική και ηθική προπάντων εξουθένωση που η κατάσταση αυτή του δημιουργεί. « Είμαι τόσο κουρασμένος από τη σκληρή πίεση στην οποία υποβάλλομαι, από την αδιαφορία και την πείνα. Και από το να δέχομαι ηθική ταπείνωση, κατάσταση πολύ χειρότερη από το κρύο και την πείνα…»3

Με τη μεσολάβηση του Basil Hall Chamberlain ο Λευκάδιος Χερν θα μετακινηθεί μαζί με τον διερμηνέα του Akira Manabe (τον είχε γνωρίσει σε επίσκεψή του σε βουδιστικό μοναστήρι), στην πόλη Ματσούε. Εκεί θα συναντηθεί με το πνεύμα της φεουδαρχικής ιαπωνικής κοινωνίας και τις παραδοσιακές αξίες των Σαμουράι. Έχουν παρέλθει 22 χρόνια αφότου η Ιαπωνία έχει περάσει στην εποχή του Μεϊτζί (1868)4 και παρά το άνοιγμα προς τη Δύση και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού –βιομηχανικού, κοινωνικού, πολιτισμικού- εντούτοις οι αξίες και οι παραδόσεις του ιαπωνικού λαού εξακολουθούν να προσδιορίζουν τα ήθη των ανθρώπων και να διαχέονται στην καθημερινή τους ζωή μ’ένα μοναδικά λεπταίσθητο τρόπο-αυτόν που έκαμε τον Λευκάδιο Χερν να αισθανθεί βαθιά μέσα του και, ως φορέας του δυτικού πολιτισμού, να αναφωνήσει: «Είμαστε οι βάρβαροι!»

Σ’αυτή τη φάση ωστόσο της ιαπωνικής μετάβασης, υπάρχει μεγάλη ανάγκη επικοινωνίας με την αγγλική γλώσσα, γεγονός που θα του εξασφαλίσει δουλειά ως δασκάλου της αγγλικής γλώσσας σε δευτεροβάθμια σχολεία- αργότερα και στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Oι έφηβοι μαθητές του θα τον αντιμετωπίσουν με ευγένεια, που θα μετατραπεί σε αγάπη καθώς –σε αντίθεση με προηγούμενους δασκάλους τους ιεραποστόλους-ο Λευκάδιος θα περιβάλει με ιδιαίτερη συγκίνηση και σεβασμό τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, τα ήθη και έθιμα, τους μύθους και τις καθημερινές τους συνήθειες. Ατέλειωτες διαδρομές στην πόλη μετά το μάθημα, εξερευνώντας ανθρώπους και πράγματα, ο,τιδήποτε πρόσφερε ως ζητούμενο η περιέργεια και η εθνογραφική του ευαισθησία, η ανθρωπιστική του φύση, τον έκαναν ενσυναισθητικό αποδέκτη ενός κόσμου εύοσμου, που χωρίς προσπάθεια γινόταν ο δικός του ποιητικός κόσμος.

Είναι ωστόσο τόσο διαφορετική η φύση όλων των πραγμάτων εκεί ώστε ο ευρωπαίος άνθρωπος φαντάζει ως κάτι το ανοίκειο και περίεργο. Χαρακτηριστική η σκηνή που αφηγείται σε επιστολή του προς τον Basil Chamberlain, τον Σεπτέμβρη του 1890 από το Ματσούε: «Στο δρόμο εδώ σταμάτησα σε ένα πολύ πρωτόγονο χωριό όπου υπάρχουν ηφαιστειακές πηγές και σχεδόν κάθε σπίτι έχει μια «φυσική μπανιέρα» πάντα ζεστή και φρέσκια. Και ο καλός γέρος στο σπίτι του οποίου σταμάτησα είπε ότι μόνο μια φορά σε όλη του τη ζωή είδε Ευρωπαίο – αλλά δεν ήξερε αν ο Ευρωπαίος ήταν άντρας ή γυναίκα. Ο Ευρωπαίος είχε πολύ μακριά μαλλιά, με περίεργο χρώμα, φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, που έφτανε μέχρι κάτω στα πόδια του και οι τρόποι του ήταν ήσυχοι και ευγενικοί. Ανακάλυψα αργότερα ότι ήταν νορβηγίδα ιεραπόστολος, που είχε το θάρρος να ταξιδεύει μόνη». Και σε λίγο μεταγενέστερη επιστολή του (Ιανουάριος 1892) προς τον Ellwood Hendrick, αναφέρει ότι όταν έδειξε φωτογραφίες διακεκριμένων ξένων στη γυναίκα του και στα κορίτσια του σπιτιού, είπαν πως θα πέθαιναν από τον φόβο τους αν συναντούσαν τέτοιους ανθρώπους στον δρόμο. «Τα αμερικανικά και τα αγγλικά πρόσωπα – τα βαθιά τους μάτια – τρομοκρατούν τους απλούς, ανεπιτήδευτους Ιάπωνες. Τα παιδιά κλαίνε από φόβο στη θέα ενός ξένου» 5.

Αυτή η διαφορετικότητα του Ιάπωνα ανθρώπου και της ιαπωνικής φύσης, η ενσωματωμένη ποίηση σε κάθε κίνηση, σε κάθε χειρονομία, όλα τα φανερά και τα κεκρυμμένα που ερευνά ανήσυχα και αυθεντικά ο Λευκάδιος Χερν, είναι η ουσία της φυσικής και ανθρώπινης οντολογίας που τον αιχμαλωτίζουν και τον κάνουν να θεωρεί τον εαυτό του «προδότη»: της ευρωπαϊκής πολιτισμικής μήτρας από την οποία κατάγεται.

Τίποτα όμως στη ζωή του Λευκάδιου δεν είναι εύκολο. Ο χειμώνας στο Ματσούε είναι βαρύς, το χιόνι πυκνό, οι άνεμοι πνέουν δυνατοί και ο ίδιος φοβάται πως αν έρθουν κι άλλοι τέτοιοι χειμώνες «θα τον βάλουν κάτω από τη γη». Και τότε, ο συνάδελφός του στο σχολείο, Sentaro Nishida, δάσκαλος της Αγγλικής επίσης, του κάνει πρόταση να παντρευτεί. Και του προτείνει την Setsu (Setsuko) Koizumi (1868-1932),  μια νέα γυναίκα, από παλιά- εκπεσμένη οικονομικά- οικογένεια σαμουράι. Σχεδόν είκοσι χρόνια τους χωρίζουν, εκείνη 22, ο Λευκάδιος 40. Προκειμένου ωστόσο να τελεστεί ο γάμος, και σύμφωνα με τις ιαπωνικές παραδόσεις, ο Λευκάδιος θα πρέπει να υιοθετηθεί από την οικογένεια και να γίνει ένας πολίτης της Ιαπωνίας. Τον Γενάρη του 1891, ο Λευκάδιος και η Setsu,  θα τελέσουν τη γαμήλια τελετή ενώπιον των μελών της οικογένειας και φίλων του Λευκάδιου στο Ματσούε. Με τον γάμο του θα γνωρίσει επιτέλους τη θαλπωρή μιας οικογένειας, αν και η σχέση του με τη Setsu δεν θα του εμπνεύσει τον δυνατό έρωτα, αλλά την ομορφιά της συντροφικότητας και την πληρότητα της οικογενειακής ζωής, που τόσο ήθελε και τόσο δραματικά είχε στερηθεί. Κι ακόμα την πολύτιμη συνοδοιπορία στις επίμονες αναζητήσεις του της ψυχής του ιαπωνικού λαού μέσα από τις αφηγήσεις της των λαϊκών μύθων και των παραδόσεων της ‘Απω Ανατολής, των ηθών και της φυσιογνωμίας του πολιτισμού της.

Πέντε χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1896, κι ενώ πλέον η καθημερινότητα της ιαπωνικής οικογενειακής και δημόσιας ζωής είναι βίωμά του, που ευχάριστα και φιλοσοφημένα το εγκαθιστά στην ψυχή του, θα γίνει και επίσημα ένας πολίτης της Ιαπωνίας, αλλάζοντας και το -ευρωπαϊκό-όνομά του, σε Υakumo, (Οκτώ σύννεφα), δανεισμένο από την πρώτη λέξη του πιο αρχαίου σωζόμενου ποιήματος της ιαπωνικής γλώσσας. Και Koizumi (Το μέρος που γεννιούνται τα σύννεφα), από το επώνυμο της γυναίκας του. Είναι πια αποφασισμένος να ζήσει στη χώρα αυτή για πάντα, γιατί, καθώς γράφει στον Chamberlain: «Oι Ιάπωνες είναι ακόμα οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο για να ζήσεις ανάμεσά τους-επομένως γιατί να επιθυμώ να ζήσω οπουδήποτε αλλού; Κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να με αγαπήσει περισσότερο απ’αυτούς που τώρα με αγαπούν. κι αυτό είναι η πιο πολύτιμη σκέψη στη ζωή, δίπλα από την απλή δυνατότητα να υπάρχεις» 6.

Ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιός τους Καζούο.

Στιγμές ευτυχίας και μέθης: η οικογενειακή ζωή-και κυρίως η γέννηση του πρώτου αγοριού, του Καζούο (1893-1965). H γέννηση του πρώτου του παιδιού τον γεμίζει ευτυχία και περηφάνια αλλά και αγωνία και φόβους για το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνει απέναντί του. Θα εξομολογηθεί στον παλιό του φίλο Henry Watkin σε επιστολή του από το Ματσούε: « Έχω ένα γιο. Είναι το βασανιστήριο και η περηφάνια μου. Δεν μοιάζει σε μένα, ούτε στη μάνα του.  Έχει καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια και είναι υπερβολικά δυνατός-το παλιό γοτθικό αίμα υπερίσχυσε. Είμαι βέβαια πολύ ανήσυχος γι’αυτόν.  Δεν μπορεί να γίνει ένας Γιαπωνέζος-η ψυχή του είναι ολόκληρη αγγλική. Και τα μάτια του. Πρέπει να τον σπουδάσω στο εξωτερικό. Το κεφάλι του όλο πάνω από τ’αυτιά του-υπόσχεται ότι θα είναι έξυπνος. Δεν πρόκειται ποτέ να κάμω άλλο παιδί. Αισθάνομαι πολύ τρομαχτική την ευθύνη…»7

Lafcadio Hearn’s Old Residence in Matsue

Με τη σκευή του εθνογράφου-λαογράφου…

Η ενασχόληση του Λευκάδιου με τη συγγραφή, έπειτα από πολυσχιδή έρευνα της πραγματικότητας με όλους τους τρόπους και τις μεθόδους που η σύγχρονη εθνογραφική έρευνα αξιοποιεί, από την παρατήρηση μέχρι την επιτόπια έρευνα και την προφορική μαρτυρία, θα είναι η δεύτερη πηγή ευτυχισμένων ημερών στην ιαπωνική φάση της ζωής του. Η φύση του, βαθιά στοχαστική, τον εξαναγκάζει σε σκέψεις βασανιστικές, τόσο για το μέλλον της οικογένειάς του-ένα μοναδικό ιδανικό βίωμα-, όσο και για το μέλλον του κόσμου, που τον βλέπει να οδεύει προς μιαν απάνθρωπη, στερούμενη ηθικής,  εξέλιξη. Ακόμα και οι επιστολές του είναι δοκίμια ηθικής φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, λαογραφίας, λογοτεχνικής κριτικής και κοινωνιολογικών αναλύσεων, που θεωρούν συγκριτικά με το παρελθόν την επερχόμενη πραγματικότητα. Ενώ κατάλοιπα αυτής της αυθεντικότητας αναγνωρίζει μόνο στις αγροτικές κοινωνίες. Σε επιστολή του προς τον Ellwood Hendrick, τον Αύγουστο του 1893, θα επισημάνει την έννοια του νόθου, του κίβδηλου, όπως εκπηγάζει από τις εμπειρίες της σύγχρονής του βιομηχανίας και του εμπορίου σε σχέση με την έννοια της γνησιότητας, όπως τη ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι. Και περνώντας από το εμπόριο και τη βιομηχανία, θα μιλήσει για το ψεύτικο, το κίβδηλο στο πεδίο της ηθικής. «Αντικαθιστούμε το πραγματικό με τo πλαστό.  Είναι πολύ λυπηρό… Aλλά παρ’όλα αυτά το ψεύτικο φαίνεται καλά να προχωρεί. …Για παράδειγμα η απόλυτη αλήθεια παρεμποδίστηκε από τις επιχειρήσεις, η απόλυτη αγάπη έγινε ενοχλητική, καταλάμβανε υπερβολικό χώρο… Ακριβώς όπως είμαστε πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα του αμιγούς χρώματος έτσι έχουμε γίνει πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα της γνήσιας αγάπης… Έτσι, επίσης, αρχίζουμε να θεωρούμε χυδαίους τους ανθρώπους που έχουν την τάση να ζουν με απλά συναισθήματα… Η υπάρχουσα ζωή είναι πολύ περίπλοκη για καθαρά συναισθήματα. Θέλουμε μικτούς τόνους, με ιδιαίτερη γεύση και χρώμα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πρωταρχικές πηγές της ζωής ξεχνιούνται. Η αγάπη, η τιμή, ο ιδεαλισμός, κλπ., Αυτά δεν μπορούν πλέον να είναι υπέρτατα ή ενδιαφέροντα κίνητρα. Παρεμβαίνουν με πιο σοβαρές ανάγκες και με την απόλαυση. Έχουμε πρώτα να μάθουμε πώς να ζούμε μέσα στο ρολόι των οχτώ ημερών της σύγχρονης ζωής χωρίς να παγιδευτούμε στα γρανάζια του…» Κι αφού καταλήξει στην ανήσυχη σκέψη ότι ο σύγχρονός του άνθρωπος δεν θεωρεί ως τη σοβαρότερη αναγκαιότητα την ηθική πλευρά της ζωής του, αλλά πρέπει να παίξει μ’αυτήν όπως με μια εταίρα, αναρωτιέται με αγωνία: «Και είναι αυτό πρόοδος με μια σταθερή έννοια ή νοσηρότητα στην εξέλιξη;»8

Η έντονη διανοητική του δραστηριότητα θα δώσει το πρώτο σημαντικό του βιβλίο κατά την παραμονή του στο Ματσούε, το οποίο θα εκδοθεί στην Αμερική το 1894, με τίτλο: Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία (Glimpses of unfamiliar Japan). Ήδη ο Χερν έχει μετακινηθεί, εξαιτίας της ευάλωτης υγείας του, από τον βορά προς τον ιαπωνικό νότο, στην πόλη Κουμαμότο, όπου και πάλι ως δάσκαλος της αγγλικής θα παραμείνει για τρία χρόνια. Εκεί θα συνθέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο Από την Ανατολή (Οut of the East), το οποίο πάλι θα εκδοθεί και θα κυκλοφορήσει στην Αμερική, ενώ ο ίδιος μετακομίζει ξανά, για λόγους υγείας, στο νότιο τμήμα του νησιού Χόνσου, στην πόλη Κόμπε. Εκεί θ’αρχίσει πάλι τη δημοσιογραφική του συνεργασία με την αγγλόφωνη έκδοση της τοπικής ιαπωνικής εφημερίδας  Japan Chronicle, με μηνιαίο μισθό 100 γιεν. Τα θέματα των άρθρων του είναι επιθέσεις εναντίον των ιεραποστολών, αλλά και ποικίλα ζητήματα σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού: Το πρόβλημα της εργασίας στην Αμερική, Η μετανάστευση των Ιαπώνων στις Δυτικές Ινδίες, Είναι οι Άγγλοι άγγελοι; Πατριωτισμός και εκπαίδευση και θέματα σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα στο Κόμπε και τις νέες αστικές κατηγορίες που αναδύονται. Ταυτόχρονα θα εκδώσει το τρίτο βιβλίο του για την Ιαπωνία, που φέρει τον ιαπωνικό τίτλο: ΚοκορόΥπαινιγμοί και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής (Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life), 1896. Στα κείμενα αυτής της συλλογής ανατέμνει την εσώτερη πνευματική ζωή των Ιαπώνων, την «καρδιά», σύμφωνα με τον τίτλο, το πνεύμα του λαού με τον τόσο ιδιαίτερο πολιτισμό.                              

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διδάσκοντας και γράφοντας…

Τον Δεκέμβρη του 1895 ο Λευκάδιος μαζί με την οικογένειά του θα εγκατασταθούν στο Τόκυο, όπου με τις συστάσεις καλών φίλων θα του προσφερθεί μια θέση καθηγητή της Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Όμως τα συναισθήματά του είναι αρνητικά απέναντι στο «πιο φριχτό μέρος της Ιαπωνίας», όπου ο εκσυγχρονισμός δεν έχει αφήσει τίποτε από την πνευματική ευγένεια και τον λυρισμό του τόπου. Δρόμοι άσχημοι, λάσπη, κακός καιρός-οι εξωτερικές συνθήκες. Εσωτερική μοναξιά. Η βίωση του στίγματος της διαφορετικότητας. Είναι πολύ έντονες οι αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η διαφορετικότητα προκαλεί την εξώφθαλμη αποδοκιμασία αλλά και τη νοσηρή καχυποψία απέναντι στον ξένο: «Ορισμένοι κύριοι φτύνουν στο έδαφος όταν περνάω… Πριν πάω στο Τόκυο ένιωθα ενστικτωδώς ότι πήγαινα σε έναν κόσμο ίντριγκας, αλλά δεν ήξερα ακριβώς. Το ξένο στοιχείο φαίνεται να ζει σε μια κατάσταση διαρκούς πανικού. Όλοι φοβούνται συνεχώς όλους τους άλλους, φοβούνται να εκφράσουν όχι μόνο τη σκέψη τους, αλλά να μιλάνε για ο,τιδήποτε εκτός από άσχετα θέματα και μάλιστα μόνο σε ένα συγκεκριμένο τυπικό τόνο, που επιβάλλεται από το έθιμο. Συγκεντρώνονται μερικές φορές σε πάρτι και μιλάνε όλοι μαζί δυνατά για τίποτα, όπως οι άνθρωποι με την προσδοκία μιας πιθανής καταστροφής ή σαν τους ανθρώπους που κάνουν θόρυβο για να απομακρύνουν τα φαντάσματα ή τον φόβο των φαντασμάτων… Και εγώ είμαι σαν ψύλλος σε ένα πλυντήριο…»9

Μοναδική του καταφυγή ένα βουδιστικό μοναστήρι, ειδυλλιακό σημείο, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, τα ψηλά δέντρα και τα βουδιστικά αγάλματα. Το μόνο που επιθυμεί, εξομολογείται στη Σέτσου, είναι η επιθυμία του να βρισκόταν ως μοναχός σ’αυτό το μοναστήρι, αφιερωμένος στην απόλυτη πνευματικότητα: της μελέτης του βουδισμού (αναδύεται μέσα του ως υψηλή ανθρωπιστική φιλοσοφία) και της συγγραφής. H Σέτσου, δεν συμμερίζεται την πληγωμένη εσωστρέφεια του Λευκάδιου, αλλά ζει τη χαρά της νέας εμπειρίας, «σαν πουλί που χτίζει τη φωλιά του», θα γράψει ο Λευκάδιος στον Sentaro Nishida, τον Μάιο του 1897.

Η ζωή του στο Πανεπιστήμιο εξισορροπεί κάπως τα πράγματα. Οι συνάδελφοί του συγκρατημένοι αλλά  ευγενικοί. σε κάποιους αναγνωρίζει την εγγύτητα της διανοητικής και ψυχικής συγγένειας. Διδάσκει δώδεκα ώρες-οι φοιτητές του επιλέγουν διαφορετικούς συγγραφείς και έργα ανά τμήμα: Tο έργο του Tennyson Princess και του Μilton τo Paradise Lost. Σε άλλες τάξεις οι φοιτητές παρακολουθούν απλώς διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα της αγγλικής λογοτεχνίας, όπως η λογοτεχνική μπαλάντα-αρχαία και σύγχρονη, η βικτωριανή λογοτεχνία, Ποιήματα για τα έντομα, Ποιήματα για τη νύχτα, κ.λ.π. Από το ετήσιο πρόγραμμα παρελαύνουν οι δημιουργοί του αγγλικού ρομαντισμού William Blake και Samuel Taylor Coleridge, ο Byron, ο William  Wordsworth, ο William Wilkie Collins, η Charlotte Bronte, ο Sir Thomas Browne…

Οι φοιτητές, μετά τις πρώτες αντιδράσεις στην περίεργη ξένη παρουσία του νέου καθηγητή τους, όχι απλώς  τον αποδέχονται, αλλά αισθάνονται ότι τους εμπνέει. Κρατούν σημειώσεις στις παραδόσεις του από τις οποίες αποκτούμε σαφή εικόνα της ευρύτητας των αντικειμένων που δίδασκε και των μεθόδων με τις οποίες προσέγγιζε το διδακτικό του αντικείμενο. Στόχος του ήταν, εκτός από την πραγματολογία των γνωστικών στοιχείων, να μεταγγίσει στους φοιτητές του-με τον τόσο διαφορετικό από του δυτικού ανθρώπου ψυχισμό-, το είδος της συγκίνησης -διανοητικής και συναισθηματικής- που διατρέχει τα μεγάλα έργα της αγγλικής ποίησης και πεζογραφίας. H επήρειά του είναι καταλυτική. Συνάδελφός του διηγείται ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο: «Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην τάξη. Οι πρώτες δύο ή τρεις σειρές των φοιτητών του ήταν όλοι δακρυσμένοι. Δεν ξέρω γιατί συνέβαινε όλο αυτό. Είναι σπάνιο γεγονός για έναν Ιάπωνα να δακρύσει. Aκόμα κι ένας εργάτης αισθάνεται ντροπή γι’αυτό. Και με τους ανθρώπους της ανώτερης τάξης, είναι πολύ περισσότερο χτυπητό απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι στην Αγγλία. Ο Χερν είχε διαβάσει κάποιο πολύ απλό αγγλικό ποίημα. Και να το αποτέλεσμα»9.

Η οικογένεια του αναστατώνει ευχάριστα την ψυχή, αν και μια διαρκής ανασφάλεια και φόβοι -ως ένας επικείμενος θάνατος- δεν του αφήνουν τελικά δρόμο προς την απλή ανθρώπινη ευτυχία. Στο μεταξύ έχει αποχτήσει τρία ακόμα παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι:  τον Ιγουάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962), που θα κληρονομήσει το καλλιτεχνικό ταλέντο του πατέρα του και θ’αναδειχτεί σε καλό ζωγράφο, και τη Σουτζούκο (1903-1944), που θα πεθάνει νέα. Η έντονη πνευματικότητα και η αδιάκοπη διανοητικότητα προσθέτουν στη μελαγχολική του φύση, όμως η αφοσίωση στο έργο του θα παραμένει πάντα το σταθερό κρηπίδωμα της υπαρξιακής του αγωνίας και ταυτόχρονα της εξόδου του απ’αυτή. Μια συγγραφική υπερδραστηριότητα θα διαμορφώσει τη λογοτεχνική του φυσιογνωμία και θα τον καθιερώσει ως τον εθνικό συγγραφέα των Ιαπώνων. Ανασκάπτει κάθε πτυχή της ιαπωνικής ζωής, της ιαπωνικής ψυχής και μένει αιχμάλωτος στη γοητεία του λαϊκού της πολιτισμού, της σκέψης και των ηθών των απλών, λαϊκών ανθρώπων, της ιαπωνικής θρησκείας Σίντο στη συνάντησή της με τον Βουδισμό, στην ιαπωνική τέχνη, το ιαπωνικό χαμόγελο, στις αριστοκρατικές αξίες των σαμουράι10

Κεντρική αρτηρία του Τόκυο στις αρχές του 20ού αι.

To Tόκυο αρχίζει να βαραίνει πια στη ζωή του. Δυσανεκτικός απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης-η δημοσιογραφία και το Πανεπιστήμιο ανήκουν σ’αυτές. Ζωντανεύει ξανά το σύνδρομο του φυγάδα. Προς τα πού; Οι παλιές πατρίδες-Ευρώπη, Αμερική-, άξενες στις φαντασιώσεις της σκέψης του, οικοδομούν ωστόσο το μέλλον του νέου πολιτισμού που έρχεται. Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι για τον Καζούο σκέφτεται το «εξωτερικό» και την προχωρημένη γνώση που μπορεί να του προσφέρει η Αμερική κυρίως.  Αλλά για τον ίδιο πάντα υπάρχουν τα μαγικά, απομακρυσμένα νησιά με τους αθώους παράξενους ανθρώπους, που ζουν ανέμελα και έξω από τον πόλεμο, τον κάθε είδους πόλεμο των «πολιτισμένων». Οι εκθέσεις του Stevenson για τη ζωή του στα νησιά Σαμόα, τα «Νησιά της ευτυχίας», στον Νότιο Ειρηνικό, ξεσηκώνουν ξανά τον ενθουσιασμό του για τον εξωτισμό των «απολίτιστων». Τον καθηλώνει μόνον η βασανιστική υπεύθυνη προσήλωσή του στην οικογένεια, τα ιδεώδη της οποίας είναι μέρος της προσωπικής του ισορροπίας. Η Ιαπωνία -όπως τη ζει στο Τόκυο- έχει αρχίσει να «ενηλικιώνεται» και να χάνει όλη εκείνη την ανόθευτη, παραδοσιακή ποιητική της γοητεία. “Ανήκω στην αρχέγονη δυτική ακτή, όπου ο λόγος είναι πιο τραχύς και οι τρόποι πιο απλοί, που τίποτε μπορεί να μην έχεις να φας, -αλλ’όπου οι αρχαίοι θεοί ζουν ακόμα στις καρδιές…Τι μένει μετά απ’όλα αυτά, ν’αγαπήσεις στην Ιαπωνία, εκτός απ’όσα έχουν χαθεί;11

Γι’αυτή την Ιαπωνία θα μιλήσει και στα υπόλοιπα έργα του, που θα συνθέσει μετά την εγκατάστασή του στο Τόκυο:

Βουδιστικά Σταχυολογήματα: Σπουδές του χεριού και της ψυχής στην Άπω Ανατολή (Gleanings in BuddhaFields: Studies of Hand and Soul in the Far East), 1897.

Εξωτικά και Αναδρομικά (Exotics and Retrospectives), 1898.

Στην Ιαπωνία των Φαντασμάτων (In Ghostly Japan), 1899.

Σκιές (Shadowings), 1900.

Ιαπωνικά Ανάλεκτα (Japanese Miscellany), 1901.

Κοττό: Παράξενα και πολύτιμα της Ιαπωνίας σκεπασμένα με ιστούς αράχνης (Kottó: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs), 1902.

Καϊντάν: Ιστορίες και σπουδές παράξενων πραγμάτων (Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things), 1904.

Ιαπωνία: Μια Απόπειρα Ερμηνείας (Japan: An Attempt at Interpretation), 1904.

«To μονοπάτι του (προς τη ζωή) ήταν η δουλειά του, η δουλειά του ήταν ο δρόμος της ύπαρξής του στον κόσμο, και το γράψιμό του ήταν μια πράξη αυτοκριτικής καθώς επίσης και ένα όργανο για να παρακολουθεί την εξαφάνιση των πραγμάτων», θα σημειώσει ο βιογράφος του Jonathan Cott12.Και ο ίδιος θα εξομολογηθεί στον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβρη του 1898: « Όταν περάσει μια μέρα χωρίς να γράψω, είναι το μαρτύριό μου. Η ψυχαγωγία δεν υπάρχει για μένα, παρά μονάχα μετά το πέρας της δουλειάς μου…»13

Πιστεύω πως η συγγραφή ήταν για τον Λευκάδιο Χερν κάτι περισσότερο, μια πράξη αυθεντικής ζωής, που τον συνέδεε με τις ρίζες της ψυχής του, με τις πηγές ενός ευτοπικού οράματος για τον άνθρωπο, για τον κόσμο. Και χωρίς να βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα, ανέτεμνε τις ουσιαστικές πλευρές της, τις καλές και τις αντίθετες, με το λεκτικό και συναισθηματικό ύφος του δημιουργού που πραΰνει το άσχημο και καθοδηγεί στο καλό. Γι’αυτό οι μέθοδοι που αξιοποιούσε προκειμένου να οδηγηθεί στην αλήθεια του κόσμου που προσέγγιζε, ήταν, εκτός από τις επιστημονικές του έρευνες σε αναγνωστικές και ακαδημαϊκές εμπειρίες, η έντιμη και συναισθηματική επικοινωνία του με λαϊκούς, ανόθευτους ανθρώπους. Τους αναζητούσε και τους εύρισκε παντού, σε κάθε σταθμό της ζωής του. Στη μαρτυρία τους ανίχνευε την ουσία της ανθρωποσύνης, την υπέρτατη μορφή ποίησης. Κι όταν άρχισε να αισθάνεται βαριά πάνω του την κόπωση και την πίεση, ψυχική προπάντων, από τις συνθήκες στο Πανεπιστήμιο και στο εκσυγχρονισμένο Τόκυο, αποθάρρυνε κάθε τυπική επικοινωνία με συναδέλφους, με άλλους συγγραφείς ή αναγνώστες των άρθρων του, και αποδεχόταν μόνο τους «δικούς του» ανθρώπους: πλανόδιους μικροπωλητές, λαϊκούς τραγουδιστές του δρόμου, ταξιδευτές και τεχνίτες-καθέναν που απροσποίητα μπορούσε να εκτυλίξει το περιεχόμενο της ψυχής και της ζωής του γνήσιου ανθρώπου.

Η Σέτσου υπήρξε μία απ’αυτές τις αυθεντικές πηγές της γνωριμίας του με την παράδοση της Ιαπωνίας, με τους μύθους, τις θεότητες, τη θρησκεία, τη ζωή και το θάνατο, όπως τα έπλασαν οι άνθρωποι στη μακρά πορεία ωρίμανσης από τον μύθο στον Λόγο. Aρεσκόταν να την ακούει τα βράδια με χαμηλωμένο το φως της λάμπας να του αφηγείται ιστορίες από τα ακούσματα των παιδικών της χρόνων. Χρόνια μετά, η Σέτσου θυμάται: «Ο Χερν έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρόμο. Εγώ φυσικά έδινα έμφαση στα πιο συναρπαστικά μέρη των διηγήσεων, όταν τον έβλεπα τόσο συγκινημένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε σαν στοιχειωμένο. Συχνά έβλεπα φριχτά όνειρα και εφιάλτες. Ο Χερν έλεγε τότε: «Θα σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε για τέτοια πράγματα… Κι έτσι κάναμε. Ήταν όμως ευχαριστημένος όταν του έλεγα μια ιστορία που του άρεσε»14.

H ιστορία του Mimi-Nashi-Hoichi. Συμπεριλαμβάνεται στο έργο In Ghostly Japan.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός της εμπειρικής χρήσης από τον Χερν των μεθόδων της λαογραφικής και ανθρωπολογικής έρευνας και η διαισθητική προσαρμογή του σ’αυτές. Καθώς συνεχίζει η Σέτσου, όταν αντί να του αφηγείται μια ιστορία, τη διάβαζε από ένα βιβλίο, ο Χερν τη διέκοπτε και της ζητούσε να την αφηγηθεί με τα δικά της λόγια, με τον δικό της τρόπο-όλα περασμένα μέσα από τη δική της σκέψη. Κι όταν έφτανε σε ένα ενδιαφέρον σημείο, η έκφραση του προσώπου του άλλαζε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Και κάποτε, παρασυρμένοι σαν τα παιδιά, από την ένταση της ιστορίας, θεατροποιούσαν το δρώμενο: «Ενώ δουλεύαμε πάνω στην ιστορία του MimiNashiHoichi, έπεσε η νύχτα, αλλά δεν ανάψαμε λάμπα. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο και τον κάλεσα με μια σιγανή φωνή: –Yoshiichi! Yoshiichi! -Ναι, απάντησε ο Χερν, παίζοντας τον ρόλο του. Είμαι τυφλός. Ποιος είσαι; Και έμεινε σιωπηλός. Μ’αυτό τον τρόπο δούλευε και απορροφιόταν απ’αυτό που έκανε»15.

Τα θέματα των λογοτεχνικών του μεταπλασμένων ιστοριών, είναι παρμένα από τα πλούσια «ορυχεία» της ιαπωνικής μυθολογίας και των παράξενων παραδόσεών της. Η αγάπη και το φιλολογικό ενδιαφέρον του Λευκάδιου Χερν για το μυθικό, το φανταστικό, το τρομαχτικό, το αλλόκοτο και η σπουδή του σ’αυτό, φαίνεται αφενός από τις μεταφραστικές του επιλογές  και τις αναγνωστικές του προτιμήσεις (Θεόφιλος Γκωτιέ, Πιερ Λοτι, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.λ.π.), αφετέρου από τα φιλολογικά του κείμενα και τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις-σημαντικό είναι το κείμενό του με τίτλο: Η αξία του υπερφυσικού στο μυθιστόρημα (Τhe Value of the Supernatural in Fiction). Αναζητούσε πρωτογενείς λαϊκές πηγές για τις ιστορίες που θα αφηγούνταν-η Σέτσου, που αισθανόταν μειονεκτικά απέναντί του επειδή στερούνταν μόρφωσης, υπήρξε μία απ’αυτές- και προσπαθούσε να τις «ζήσει», περνώντας ο ίδιος μέσα στην ατμόσφαιρα του υπερφυσικού φόβου που προκαλούσαν.  Συχνά τα παιδιά του τον άκουγαν να περπατάει μπρος-πίσω στη βεράντα, να βογκάει, να κλαίει, να είναι χλωμός και το μάτι του να λάμπει καθώς ολόκληρος ήταν συνεπαρμένος από την ιστορία που ετοίμαζε να αποτυπώσει στο χαρτί. Η λογοτεχνική του γραφή ήταν το ισχυρότερο συγκινησιακό βίωμα, κατά πολύ ισχυρότερο από το έπος της πραγματικής του ζωής, καθώς μέσα στις αφηγήσεις του συνδυαζόταν το πιο αρχέγονο ψυχικό και συναισθηματικό βίωμα της ανθρωπότητας με τα δικά του βιωμένα ψυχικά γεγονότα. Ενδεχομένως στα τελευταία ανήκουν και οι προσωπικές του περιπέτειες στο αυστηρό, καθολικό οικογενειακό περιβάλλον της Ιρλανδίας, και στο κολέγιο των Ιησουιτών όπου φοίτησε. (Έγραφε, χρόνια αργότερα, στον Basil Chamberlain: «…Για τα πρότυπα των Ιησουιτών ήμουν η ενσάρκωση του κακού, και μου φέρονταν ανάλογα. Πόσο τους μισούσα! Το αδύναμο μίσος μου, συνήθιζε να καταλαγιάζει με το να φαντάζομαι σφαγές και φοβερά βασανιστήρια. Τους μισώ και βλέπω εφιάλτες ακόμα μ’αυτούς…»16

Θαύμαζε απεριόριστα τον Άντερσεν και την παραμυθιακή του αφήγηση, τον ήσυχα διεισδυτικό τρόπο του να αφηγείται παραμύθια, σαν απροσποίητος λαϊκός αφηγητής, με μια γλώσσα το ίδιο φυσική και απροσποίητη και με κρυμμένη λαϊκή σοφία. «Πόσο μεγάλη η τέχνη του ανθρώπου!-ο απέραντος όγκος της φαντασίας, η μαγική απλότητα, η καταπληκτική δύναμη της πύκνωσης! Δεν πρόκειται απλώς για την τέχνη να γράφεις λογοτεχνία. Είναι μια ψυχή φωτογραφημένη και φωνογραφημένη, και αποθηκευμένη σαν τον ηλεκτρισμό. Για να γράψει κάποιος σαν τον Άντερσεν, πρέπει να είναι ο Άντερσεν. Αλλά η πηγή της έμπνευσής του είναι ανεξάντλητη και ελπίζω να κερδίσω πίνοντας απ’αυτή…»17

Ο Χερν πήρε, βαδίζοντας στα ίχνη του Άντερσεν, την αρχέγονη φαντασία της Ανατολής και τη «διασκεύασε» χωρίς να αφαιρέσει τη σοφία των μύθων της και την αλληγορική της έκφραση, την προσάρμοσε στην υφολογική του ιδιόλεκτο και την παρέδωσε, ως ποιητική απομνημείωση της έμπειρης σοφίας της ανθρωπότητας, σε ευαίσθητους αναγνώστες του σε Ανατολή και Δύση. Επιδίωξή του ήταν στον λογοτεχνικό χώρο, από τότε που ήταν ακόμα στην Αμερική, να υλοποιήσει και να διαδώσει στη λογοτεχνική κοινότητα την ιδιαίτερη έκφραση-την υφολογική ιδιόλεκτο- μιας «ποιητικής πρόζας», όπως ο ίδιος είχε πει. Το ίδιο βασανιστικά τον απασχολούσε και η ανεπιτήδευτη απλότητα ως αφηγηματική αυθεντικότητα18. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πέτυχε το συνδυασμό και των δύο, στις εκ νέου αφηγημένες ιστορίες του-ένα νέο είδος αφήγησης, στα όρια της προφορικής και της έντεχνης λογοτεχνίας, μεταποιώντας δηλαδή τον λαϊκό μύθο της προφορικής αφήγησης σε έντεχνη λογοτεχνική έκφραση. Επιπλέον, απευθυνόμενος και στον ευρωπαίο αναγνώστη, ενσωματώνει σε υβριδική μορφή, τον κοινωνιολογικό δοκιμιακό λόγο, και καθιστά οικειότερο το πολιτισμικό κεφάλαιο της εξωτικής χώρας και τη δομή της σκέψης των ανθρώπων της, υλοποιώντας με τη γλώσσα της ύψιστης ευγένειας, την ουσία μιας ολιστικής ανθρωπιστικής φιλοσοφίας-φιλοσοφικό ιδεώδες του 21ου αιώνα.

                                                               

Οδεύοντας προς τη «δύση»…

Το αιφνίδιο τέλος θα έρθει στις 26 Σεπτέμβρη του 1904, ενώ μια έδρα διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας θα τον περιμένει στο Πανεπιστήμιο της Wasenda. Λίγες μέρες πριν, στις 19 Σεπτέμβρη,  αισθάνθηκε έναν δυνατό πόνο στην καρδιά. Αν πεθάνω, θα πει στην ανήσυχη Σέτσου, μην κλάψεις. Αγόρασε μια μικρή τεφροδόχο…Τοποθέτησε εκεί τα οστά μου και ενταφίασέ τα κοντά σε έναν ήσυχο ναό στην εξοχή. Δεν θα νιώθω καλά αν κλάψεις. Διασκέδασε τα παιδιά και παίξε κάρτες μαζί τους-πόσο περισσότερο θα μου δίνει χαρά αυτό! Λίγα λεπτά αργότερα, ο πόνος υποχώρησε. Ζήτησε ένα ποτήρι ουίσκι, το έφερε αργά στα χείλη του και αναφώνησε: Δεν θα πεθάνω.

Tη νεκρική πομπή προς το ναό της Kobudera στο νεκροταφείο Ζοσιγκάγια στο Τόκυο, θ’ακολουθήσουν, εκτός από τη Σέτσου και τα παιδιά τους, σαράντα καθηγητές, εκατό φοιτητές του, που αντιπροσωπεία τους θα καταθέσει στον τάφο του στεφάνι δάφνης, πολλοί ξένοι θαυμαστές του έργου του και οχτώ βουδιστές ιερείς. Της νεκρικής πομπής προηγούνταν τα βουδιστικά λάβαρα, ακολουθούσαν δυο μικρά παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μέσα σε μικρά κλουβιά ζωντανά πουλιά, που θα τα απελευθέρωναν -σύμβολα της ψυχής που απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία του σώματος. το φέρετρο με τον νεκρό και οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για τον νεκρό. Πάνω στον τάφο του, οι φοιτητές του θα σκιαγραφήσουν με λέξεις το υπέροχο πορτρέτο του δασκάλου τους: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο. Και οι φτωχοί ψαράδες της Γιαΐζου-το γραφικό ψαροχώρι κοντά στο Τόκυο-, όπου τον λαϊκό τους παλμό ένιωθε στην ψυχή του, ανήγειραν λιτό μνημείο προς τιμήν του δασκάλου στο σχολείο τους19

Ο τάφος του Λευκάδιου Χερν στο Κοιμητήριο Zōshigaya του Τόκυο.

Επιλογικά θα πρέπει ίσως ν’ακουστούν τα λόγια του νεαρού σαμουράι (από τον συντηρητικό του Χερν), ο οποίος αφού γύρισε όλο τον Δυτικό κόσμο, και είδε την αγριότητα και τη βία του, την πελώρια δύναμή του στην υπηρεσία του κακού, διαπιστώνει ότι η δυτική επιστήμη… τον διαβεβαίωνε  για την ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση  της δύναμης αυτού του πολιτισμού, όπως και για έναν ακατανίκητο, αναπόφευκτο, αμέτρητο κατακλυσμό από πόνο σ’ολόκληρο τον κόσμο. Και μπροστά στο ενδεχόμενο να εμβολιαστεί η Ιαπωνία μ’αυτόν τον πολιτισμό, θέτει το οριακό ερώτημα: Είναι το σύμπαν ηθικό; Κι αδυνατώντας να απαντήσει έτσι απλά στο ερώτημα, θα διατυπώσει τη μόνη ακλόνητη βεβαιότητά του: ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να επιδιώκει το μεγαλύτερο ηθικό ιδανικό με όλες τις δυνάμεις του μέχρι το άγνωστο τέλος, ακόμα και αν οι ήλιοι στην τροχιά τους μάχονται εναντίον του.

Δεν είναι αυτό ένα μέγιστο φιλοσοφικό ζητούμενο για τον ανερμάτιστο και αλαζονικό σύγχρονο πολιτισμό μας;20  

 

Λευκάδιος Χερν: Ο γητευτής των φαντασμάτων που κατέκτησε την Ιαπωνία

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Λευκάδιος Χερν, Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μετάφραση, Γ.Ε. Καλαμαντής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1998, σ.2 Ο Basil Hall Chamberlain (1850-1935), o πιο σημαντικός ιαπωνολόγος, που κατέστησε με το ακαδημαϊκό του έργο οικεία την Ιαπωνία στη Δύση, υπήρξε μέντορας του Χερν από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ιαπωνία το 1890. Ο Chamberlain είναι ο πρώτος που δημοσίευσε στην αγγλική γλώσσα το KojikiA Record of Ancient Matters), το παλαιότερο ιαπωνικό βιβλίο (ολοκληρώθηκε το 712 μ. Χ. ), που περιλαμβάνει τη μυθολογία, τη συμπεριφορά και τους τρόπους, τη γλώσσα και την παραδοσιακή ιστορία της Αρχαίας Ιαπωνίας. Το βιβλίο του Things Japanese, από το 1890 που κυκλοφόρησε, έμεινε για πολλές δεκατίες ο καλύτερος οδηγός ξενάγησης της Ιαπωνίας για δυτικά ακροατήρια. Βλ.σχετικά, Yuzo Ota, Basil Hall Chamberlain-Portrait of a Japonologist, Routledge, London and New York 2011.
  2. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.108. Και Paul Murray, A Fantastic Journey-The Life and Literature of Lafcadio Hearn, Routledge Curzon, London and New York 1993.
  3. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 109.
  4. Η περίοδος Μεϊτζί καλύπτει τα χρόνια του αυτοκράτορα Μεϊτζίο οποίος βασίλευσε στην Ιαπωνία από το 1867 μέχρι το 1912. Ο Μεϊτζί (3 Νοεμβρίου 1852-30 Ιουλίου 1912) ήταν ο 122ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Το όνομά του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας, τη μετατροπή της δηλαδή από ένα παραδοσιακό, φεουδαρχικό κράτος σε μια εκβιομηχανισμένη, δυτικού τύπου, υπερδύναμη. Η αποκατάσταση της κυριαρχικής θέσης του αυτοκράτορα, οδήγησε σε μια σειρά πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών  μεταρρυθμίσεων. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πολεμική βιομηχανία και στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, με θαυμαστά αποτελέσματα. Την περίοδο αυτή συντελέστηκε το πρώτο ιαπωνικό θαύμα, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Για την περίοδο Μεϊτζί, βλ. ενδεικτικά: Andrew Gordon, A Modern History of Japan: from Tokugawa Times to the Present, Oxford University Press, 2003. Donald Keene, Emperor of Japan: Meiji and His World, 1852–1912, Columbia University Press, 2002.  Marius B. Jansen, The Making of Modern Japan, Harvard University Press, 2000. Ben-Ami Shillony, The Emperors of Modern Japan, Brill, 2008. Fujitani Takashi, Splendid Monarchy: Power and Pageantry in Modern Japan, University of California Press, 1998.
  5. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 142. Σε επιστολή του προς τον Basil Hall Chamberlain, τον Μάρτη του 1894, από το Κumamoto, περιγράφει με λεπτομέρειες τη διαφορετικότητα των ματιών των Ιαπώνων και την ομορφιά που έχουν, τέτοια που, κατά τη γνώμη του, δεν έχουν τα μάτια των Δυτικών. Βλ. και Jonathan Cott, ό.π., σ. 380-381.
  6. Jonathan Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, σ. 318.
  7. Jonathan Cott, ό.π., σ.327. Ο Henry Watkin (1824-1910), προς τον οποίο ο Λευκάδιος Χερν απευθύνει την επιστολή, ήταν Άγγλος τυπογράφος, εκπατρισθείς στο Cincinnati του Ohio, φίλος και μέντορας του Χερν. Σε νεαρή ηλικία είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon. Υπήρξε ενεργό μέλος της κοινότητας προοδευτικών και ριζοσπαστών στο Cincinnati. Αλλά και σε πολλές άλλες επιστολές ο Χερν εξομολογείται την αγωνία και το ενδιαφέρον του για τη ζωή και την εκπαίδευση του Καζούο: στην Elizabeth Bisland (επιστολή, Ιανουάριος 1900), στον Sentaro Nishida (επιστολή, Αύγουστος 1894), στον Ellwood Hendrick (επιστολή, Σεπτέμβριος 1895) κ.α.
  8. Βλ. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 322-323. Ο Ellwood Hendrick (1861-1930), σπουδαίος Αμερικανός χημικός και συγγραφέας, φίλος του Χερν, έγραψε και μια βιογραφία του Χερν. Βλ. Ellwood Hendrick, Lafcadio Hearn, New York Public Library, New York 1929.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 344-34
  10. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Με προορισμό τη Χώρα των Χρυσανθέμων-Λευκάδιος Χερν, ο λυρισμός μιας διαπολιτισμικής λαιγραφίας”, περ. Ίαμβος, τ. 17-18, σ. 47-54.
  11. Jonathan Cott, ό.π., σ. 330. Aπό το περιεχόμενο επιστολής προς τον Ellwood Hendrick.
  12. Επιστολή προς τον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβριο του 1898, από το Τόκυο. Βλ. Jonathan Cott, ό.π., σ. 387.
  13. Στο ίδιο.
  14. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918, p. 36.
  15. Ό.π., σ. 38-39. Βλ. και Lafcadio Hearn, The writings of Lafcadio Hearn: Life and Letters III, ed. E. Bisland, Houghton Mifflin Company, Boston and New York, 1922, p. 384. Και, Satoshi Kida, The Making of Kwaidan: Lafcadio Hearn as a Reluctant Imperialist, Mie University, Mie Japan, 2010, p.
  16. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, το 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Βλ. Και Louis Allen and Jean Wilson (ed.), Lafcadio Hearn Japan’s Great Interpreter-A new anthology of his writings (1894-1904), Japan Library LTD., 1992, p. 3.
  17. Από το περιεχόμενο επιστολής προς τον Basil Chamberlain, που εστάλη το 1895, από το Kobe. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.182.
  18. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Επίσης, Lafcadio Hearn, Interpretations of Litterature, vol. II, Dodd, Mead and Company, New York 1922, p. 90-103.
  19. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918,p. 80-83. Kazuo Koizumi, Father and I, Memories of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, Boston and New York 1935, p. 204-208. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Λευκάδιος Χερν, Lacrimosa Dies”, gr, τ. 46.
  20. Βλ. Λευκάδιος Χερν, “Ο συντηρητικός”, στο: Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μτφρ. Γιώργος Καλαμαντής, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 278-279. Και, Σπύρος Βρεττός, Λευκάδιος Χερν: “Η καρδιά του χτυπά και μέσα στην καρδιά του σύγχρονού μας κόσμου” (Αντί προλόγου, στο: Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν, Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, εκδ. Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.7-10).

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

 

H σπουδή της περίπτωσης του Λευκάδιου Χερν συνιστά στις μέρες μας την πλέον ενδιαφέρουσα και πολυφωνική διεργασία ερευνητικής ενασχόλησης πολλών και διαφορετικών επιστημών: της φιλολογίας, της κοινωνιολογίας, της λαογραφίας, της ανθρωπολογίας και ψυχολογίας, της ιστορίας. Έχουν περάσει 117 χρόνια από τον θάνατό του και σε όλη αυτή τη μακρά σχετικά διαδρομή το όνομά του ήταν κάτι ωσάν του αινιγματικού «Βασιλιά της Ασίνης», που περίμενε καρτερικά την ώρα της αφύπνισης: του ενδιαφέροντος της ιστορίας γι’αυτόν, καθώς οι αέναες επιστροφές του χρόνου διαμορφώνουν νέες οικειότητες και νέες συγκλίσεις του παρελθόντος με το παρόν. Έτσι, ο Λευκάδιος Χερν είναι αυτή τη στιγμή –τουλάχιστον στον τόπο μας, αλλά και γενικότερα- το αδιαφιλονίκητο «εύρημα» της μετανεωτερικής θεώρησης, κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων αναζητήσεων τόσο της λογοτεχνίας όσο και της φιλολογίας και των Σπουδών του Πολιτισμού. Με έναν θαυμαστό τρόπο εμπλέκει, τόσο με τη ζωή όσο και με το έργο του, σε θεωρητικές και εμπειρικές διαδικασίες επανανάγνωσής του, στο πλαίσιο του γνωσιοθεωρητικού αναπροσανατολισμού των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Και κάτι περισσότερο θαυμαστό, που μπορεί να κινητοποιήσει πολλαπλώς το ενδιαφέρον της παγκόσμιας φιλολογικής και επιστημονικής κοινότητας: πρόκειται για την ακάματη -στη διάρκεια της ζωής του- γεωγραφική του κινητικότητα, καθώς, τόσο οι περιπλοκές του επώδυνου βίου του, όσο και μια ασυμβίβαστη με τον δυτικοκεντρισμό φιλοσοφία, την επιβάλλουν με το άφευκτο μιας ατομικής μοίρας.

Περισσότερο από εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Χερν, θα κυκλοφορήσει (1978) το βιβλίο Orientalism (Οριενταλισμός)1 του Παλαιστινιοαμερικανού κριτικού της λογοτεχνίας Έντουαρντ Σαΐντ, μια κριτική μελέτη για την αντίληψη των Δυτικών απέναντι στην εξωτική Ανατολή: έργο ανατρεπτικό που θα αποδομήσει την παράδοση της δυτικής σκέψης για το εξωτικό και θα συσχετίσει την αναπαράσταση άλλων πολιτισμών με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική εμπειρία. Ο Σαΐντ αναφέρεται στην έννοια του οριενταλισμού με τρεις σημασίες: α. Ως ακαδημαϊκό κλάδο που εμφανίζεται κατά τον 19ο αιώνα, συνδέεται με ένα σύνολο επιστημών (φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία κ.ά.), που στόχο έχουν την ανακάλυψη και μελέτη κειμένων των ανατολικών γλωσσών, αλλά και την έρευνα της ζωής, της σκέψης, των ηθών και εθίμων, των τελετουργιών, της κουλτούρας γενικότερα αυτών των πολιτισμών. β.  Ως τρόπο σκέψης που βασίζεται σε μια οντολογική και επιστημολογική διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης και γ. ως  θεσμό και μηχανισμό που κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας είχε τη δύναμη «να κυριαρχεί, να αναδιοργανώνει και να ασκεί εξουσία στην Ανατολή»2.

Εγείρονται έκτοτε ζητήματα γύρω από το πλαίσιο διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής γνώσης για τον Άλλο, για τους μηχανισμούς ανάδυσης αυτής της γνώσης, για τους «δισσούς», αντιθετικούς λόγους Εμείς-οι Άλλοι: καταλήγοντας βέβαια στο συμπέρασμα ότι οι αναπαραστάσεις αυτές δεν στηρίζονται σε φυσικές κατηγορίες αλλά σε κατασκευές, που εκπηγάζουν από έναν ισχυρότερο πολιτισμό με στόχο την αιτιολόγηση ενός imperium, που επιζητεί την ιστορική του δικαίωση.

Αντίθετα από τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο για το εξωτικό και την πολιτισμική διαφορετικότητα, ο Λευκάδιος Χερν θα γίνει ο «Δυτικός Άγγελος» (και με τη θρησκευτική του σημασία) της διχοτομίας Δυτικός-Ανατολικός πολιτισμός, με την πίστη στην αγαθότητα εξωευρωπαϊκών, εξωτικών πολιτισμών και την ανάδειξη μιας άλλης ανθρωποσύνης, που συνιστά και υπαγορεύει το πνεύμα μιας πρώιμης διαπολιτισμικής ανθρωπιάς.

Παρακολουθώντας το επικό χρονικό της διασποράς του σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη και την εναγώνια αναζήτηση φιλόξενης φιλοσοφικής στέγης για τη σκέψη και την ψυχή του, θα μπορούσαμε, σε μια προσπάθεια ενσυναισθητικής προσέγγισής του, να δούμε τις αντίστοιχες διαδρομές της κοσμοθεωρησιακής του αγωνίας:  να σφυρηλατήσει, για τον ανέστιο άνθρωπο κάθε πολιτισμικού περιθωρίου, αυτή την διαπολιτισμική πατρίδα ανθρωπιάς, την οποία παραπάνω αναφέραμε. Γι’αυτό το λόγο, ο Λευκάδιος Χερν, διαμεσολαβητής της γνώσης και της κατανόησης του εξωτικού στη δυτική ανθρωπολογική σκέψη, προβάλλει σήμερα ως ο λυρικός πρεσβευτής της πολιτισμικής ανωτερότητας της Ανατολής, σε αντίθεση με τον «πολιτισμένο άγριο» της Δύσης: ανατρέποντας τη ρητορική των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αφηγήσεων, που ανέγνωσε ο Έντουαρντ Σαΐντ .

Από τη Λευκάδα…

Ο Λευκάδιος Χερν θ’αρχίσει το ταξίδι της ζωής του ως καρπός μιας συναρπαστικής ιστορικής «μυθιστορίας», με φόντο τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα (1810-1864). Ο πατέρας του, Charles Bush Hearn (1818-1866), Iρλανδός, χειρούργος γιατρός, υπηρετούσε στη Λευκάδα, στο 76ο Σύνταγμα Πεζικού του στρατού κατοχής των Επτανήσων. Σε μιαν αποστολή του στα Κύθηρα, θα γνωρίσει την πανέμορφη Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη (1823-1882), από ευγενική οικογένεια, της οποίας οι ρίζες ανάγονται στην Κρήτη. Η μητέρα της Ρόζας, από την οικογένεια Δαρμάρου, μέλη της οποίας, είναι εγγεγραμμένα στην «Κοινότητα των Ευγενών» των Κυθήρων3. Δυνατός έρωτας του Καρόλου προς την κατά πέντε χρόνια μικρότερή του Ρόζα (αυτός ήταν τότε 30 χρόνων και η Ρόζα 25), θα οδηγήσει σε γάμο τους στη Λευκάδα, στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στα ΓΑΚ  Λευκάδας σώζεται η υπ’αριθμ. 154/1849 ληξιαρχική πράξη γάμου. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται και η γέννηση αρσενικού παιδιού, με το όνομα Γεώργιος- Ρομπέρτο, που γεννιέται στη Λευκάδα (24 Ιουλίου 1848), πεθαίνει δυο χρόνια μετά (20 Αυγούστου 1850) και ενταφιάζεται στον προαύλιο χώρο του ναού της Αγίας Παρασκευής  μέσα στην πόλη της Λευκάδας. Στον ίδιο ναό θα τελεστεί και η βάπτιση του δεύτερου παιδιού, το οποίο θα πάρει το όνομα Πατρίκιος-Λευκάδιος (ληξιαρχική πράξη βάπτισης 334, αριθμ. Πρωτοκόλλου 53). (Αξίζει να αναφερθεί ότι το ιρλανδικό του όνομα Πατρίκιος θα το αρνηθεί κατά την ενηλικίωσή του, εξαιτίας των σκοτεινών παιδικών του χρόνων στην Ιρλανδία). Λίγο μετά τη γέννηση του Λευκάδιου ο πατέρας μετατίθεται στις Δυτικές Ινδίες.

W.L.Leitch, New Canal and Town of Santa Maura, One of the Ionian Islands – Από το περιοδικό Έσπερος, 1859

Η Ρόζα και ο µικρός Λευκάδιος παραµένουν στη Λευκάδα, προσµένοντας την επιστροφή του Καρόλου. Ο Κάρολος αποκρύπτει ωστόσο την οικογενειακή του κατάσταση – επειδή φοβάται το σκάνδαλο µεταξύ των στρατιωτικών ανωτέρων του – και µόνο σε µια επιστολή του µε ηµεροµηνία 30 Ιουλίου 1852, σταλµένη από τη Γρενάδα, όπου υπηρετούσε, ο Κάρολος κάνει λόγο για το γάµο του και τη γέννηση των παιδιών του, στο Υπουργείο Στρατιωτικών του Λονδίνου. Τότε περίπου, καλεί τη Ρόζα µε τα παιδιά να ταξιδέψουν στο Δουβλίνο, για να ζήσουν εκεί µε τη µητέρα του.

Charles Bush Hearn

 …στο παγερό Δουβλίνο

Όταν η Ρόζα φτάνει στο Δουβλίνο, την 1η Αυγούστου του 1852, ο Λευκάδιος είναι περίπου δύο χρόνων. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και καταθλιπτική, και το περιβάλλον  τόσο διαφορετικό από το λυρικό και  ανάλαφρο λυτρωτικό φως των ελληνικών νησιών της πατρίδας της. και προπάντων το θρησκευτικό καθολικό περιβάλλον της μητέρας του Καρόλου, η έκδηλη δυσανεξία της απέναντι στη νεαρή Ελληνίδα, ακόμα και η περιφρόνησή της για τη γλωσσική μειονεξία της Ρόζας στην επικοινωνία τους. Η μακρόχρονη απουσία του Καρόλου και η αφόρητη καταπίεση που δέχεται η Ρόζα θα συντελέσουν στην οριστική ρήξη της σχέσης τους. Με ένα τυπικό γραφειοκρατικό πρόσχημα-ότι η ληξιαρχική πράξη του γάμου τους ήταν ανυπόγραφη από τη Ρόζα, το δικαστήριο θα προχωρήσει εύκολα σε ακύρωσή του (ως μηδέποτε τελεσθέντος). Οι δύο σύζυγοι χωρίζουν οριστικά το 1857, έχοντας συμπληρώσει οκτώ περίπου χρόνια προβληματικής συζυγίας.

Η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει το 1854, ένα πρώτο νοσταλγικό ταξίδι στην Ελλάδα, στα Κύθηρα για να ξαναδεί τους δικούς της, έχοντας αφήσει τον τετράχρονο Λευκάδιο στα χέρια της πλούσιας θείας (αδελφής του Καρόλου) Sarah Holmes Brenan. Στη διάρκεια του ταξιδιού, ίσως μπαίνοντας στο λιμάνι της Κεφαλονιάς, θα γεννήσει το τρίτο της παιδί από τον Κάρολο, τον Daniel  James. Δυο χρόνια αργότερα, όντας ακόμα στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ο Κάρολος θα της διαμηνύσει την έκδοση του διαζυγίου τους.

Έκτοτε αρχίζει η δραματικότερη περιπλοκή της προσωπικής της ζωής και η οδυνηρή, τραυματική βίωση της παιδικής ηλικίας του Λευκάδιου. Ο ίδιος δεν επέπρωτο να ξαναδεί τη μητέρα του. Οργισμένη, απελπισμένη θα προχωρήσει σε δεύτερο γάμο, το 1857, εκεί στην πατρίδα της, με τον Ιωάννη Καβαλλίνη (Giovanni Cavallini), Έλληνα υπήκοο, ιταλικής καταγωγής από την οικογένεια Στάη, πράκτορα της ακτοπλοϊκής Εταιρείας Lloyd και υποπρόξενο της Αυστρίας. Με τον Ιωάννη Καβαλλίνη θ’ αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια.  Η περισσότερο δραματική σελίδα της ζωής της θα γραφεί όταν ο νέος της σύζυγος θα απαιτήσει να αποποιηθεί τα δύο παιδιά της από τον προηγούμενο γάμο. Και τότε η Ρόζα, βαριά πληγωμένη αλλά αδύναμη για οποιαδήποτε αντίδραση, θα στείλει στην Ιρλανδία τον Daniel James, να μεγαλώσει μαζί με τον Λευκάδιο.

Δυο μέτωπα τραγικότητας σ’αυτή την ανεπανάληπτα περίπλοκη, στις δραματικές της περιελίξεις, ιστορία. Η Ρόζα, ο Λευκάδιος. Οι εσωτερικές συγκρούσεις των πρωταγωνιστών θα έχουν τη γεύση αρχαίας τραγωδίας. Η Ρόζα δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από το φάσμα στέρησης των παιδιών της και μια απόπειρά της να μεταβεί κρυφά στην Ιρλανδία για να τα συναντήσει, ξεπερνώντας τρομαχτικές δυσχέρειες, θα αντιμετωπίσει την άκαμπτη στάση της οικογένειας Χερν, που δεν θ’ανοίξουν την πόρτα τους στη μητρική στοργή. Αλλά και τα αδέρφια θα μεγαλώσουν χωριστά. Τον Λευκάδιο αναλαμβάνει η εύπορη θεία Σάρα Μπρενάν, που έχει υποσχεθεί να τον καταστήσει έναν από τους κληρονόμους της μεγάλης περιουσίας της. Όπως έγραψε πολύ αργότερα σε επιστολή του, μόνο μια φορά θα συναντηθεί με τον αδερφό του όταν ήταν μικρό παιδί.

Ο Λευκάδιος θα μεγαλώνει απομονωμένος στο αυταρχικό περιβάλλον της θείας Μπρενάν, σε συνθήκες αυστηρής πειθαρχίας και θρησκευτικότητας, μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, γοτθική ατμόσφαιρα φαντασμάτων και σκιερών μυθικών δαιμόνων της ιρλανδικής μυθολογίας. Ο Λευκάδιος όμως αναζητεί παντού το φως. Στις συγκεχυμένες, ατακτοποίητες αναμνήσεις του βυθίζεται σε εικόνες φωτεινές με ήλιους και θάλασσες εξωτικών νησιών: της αληθινής πατρίδας του, της ψυχής του. Αυτό το ίδιο φως θ’ανακαλύψει και στην τυχαία πρώτη επαφή του με την ελληνική μυθολογία. «…Όταν έµαθα να γνωρίζω και ν’ αγαπώ τους αρχαίους θεούς ο κόσµος ξανάγινε φωτεινός, τα φαντάσµατα που τον τριγυρνούσαν άρχισαν να σβήνουν σιγά-σιγά»5.

Πόση η αντίθεση ανάμεσα στο φως και στην ομορφιά που αυθόρμητα ζούσε μέσα του-βίωμα της σκέψης του- και στη βαριά σκοτεινιά που οι πραγματικές συνθήκες επισώρευαν στην ψυχή του. Γι’αυτό ο Λευκάδιος θα διαρρηγνύει πάντοτε τη σχέση του με το παρόν, ανατρέχοντας σε πρωταρχές συναισθηματικής βίωσης της ζωής, όχι μόνον της δικής του αλλά και της ανθρωπότητας. Και θα συνδέει την πρωτογενή αθωότητα του κόσμου με την αιθεριωμένη μορφή της δικής του μητέρας: Θα γράψει κάποτε στον αδερφό του: «Ο,τιδήποτε καλό υπάρχει σε μένα, προέρχεται από κείνη τη μελαχρινή ψυχή, για την οποία τόσο λίγα γνωρίζουμε. Η αγάπη μου για το σωστό , το μίσος μου για το άδικο , ο θαυμασμός μου για κάθε τι το ωραίο ή αληθινό , η πίστη μου στον άντρα ή στη γυναίκα, η ευαισθησία μου απέναντι στην τέχνη, που μου δίνει την οποιαδήποτε μικρή επιτυχία, η δύναμη της γλώσσας ακόμα … όλα προέρχονται απ’ αυτήν ! …Eίναι η μάνα που μας πλάθει- της χρωστάμε τουλάχιστον  όλα εκείνα που κάνουν τον άνθρωπο ευγενή. Όχι τη δύναμη ή τις δυνατότητες υπολογισμού, αλλά την καρδιά του  και τη δύναμη της αγάπης. Κι εγώ θα προτιμούσα να έχω το πορτρέτο της παρά μια ολόκληρη περιουσία»6

Σε ηλικία δεκατριών χρόνων, η θεία Μπρενάν θα τον γράψει εσώκλειστο στο καθολικό κολέγιο του Ούχσαβ (Uchaw), μάλλον προς σωφρονισμό. Εκεί θα έχει μια ακόμα οδυνηρή εμπειρία που θα τον βασανίζει σε όλη του τη ζωή. Στη διάρκεια αστεϊσμών με συμμαθητή του, θα χάσει το αριστερό του μάτι. Η όρασή του θα είναι στο εξής προβληματική αλλά και η αισθητική κακοποίηση του προσώπου του θα δεινώνει την κοινωνικότητά του. Στο μεταξύ ο πατέρας του έχει παντρευτεί, στις 18 Ιουλίου 1857, την Alicia Goslin Crawford- παλιό του έρωτα- στο Δουβλίνο, και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς φεύγει ξανά για τις Ινδίες µε την Alicia και τα παιδιά της από προηγούμενο γάμο. Θα γράψει για τον πατέρα του ο Λευκάδιος πολύ αργότερα στον αδερφό του: «Όταν κοιτάζω τη φωτογραφία του…μ’αυτό το αυστηρό, δυσάρεστο πρόσωπο και τα ψυχρά σαν ατσάλι μάτια, δεν μπορώ να νιώσω πως έχω τίποτα κοινό μαζί του. Υποψιάζομαι πως δεν τον αγαπώ». Η οικογένεια ωστόσο του Καρόλου διαλύεται σύντομα. Η Αlicia πεθαίνει το 1861 και την ακολουθεί πέντε χρόνια αργότερα (21 Νοεμβρίου 1866) ο Κάρολος.

Ο Λευκάδιος σε ηλικία οκτώ χρόνων με τη Σάρα Μπρενάν

Η καταχνιά στη ζωή του Λευκάδιου συνεχίζεται. Η θεία Μπρενάν, θα τον στείλει για λόγους παιδαγωγικούς και εκπαιδευτικούς στη Γαλλία, στο αυστηρό καθολικό Institution Ecclésiastique, στο Yvetot, κοντά στη Ρουέν, όπου θα συναντηθεί με τον Γκυ ντε Μωπασσάν- συμμαθητή του για ένα χρόνο στο ίδιο κολέγιο.

Λονδίνο: ο επόμενος σταθμός του δεκαοχτάχρονου πια Λευκάδιου, όπου δεν έχει πλέον και καμιά οικονομική υποστήριξη, καθώς η θεία Μπρενάν, χρεωκοπημένη και αδύναμη λόγω ηλικίας, υποτάσσεται στις επιλογές του Henry Molyneux, μακρινού συγγενή από τον άντρα της, ο οποίος και ευθυνόταν για την οικονομική της καταστροφή. Περιφέρεται στους υγρούς δρόμους, άστεγος, έφηβος «αλήτης» και κάπου-κάπου προσφέρει τις υπηρεσίες του σε σπίτια για να εξασφαλίζει προσωρινά μια στέγη. Η μόνη φωτεινή ανάμνηση εκείνων των ημερών που γνώρισε το άγριο πρόσωπο της ζωής, ήταν μια συλλογή ποιημάτων του Swinburn, που βρήκε σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Στη διάρκεια λυτρωτικών, μοναχικών περιπάτων διαβάζει φωναχτά τα ποιήματα, έτσι ώστε να παίρνει θάρρος και να ανασαίνει στη γνησιότητα της εύθραυστης πνευματικής του φύσης. Ενώ τα απογεύματα επισκέπτεται το Βρετανικό Μουσείο, όπου συνομιλεί με τα αγάλματα των Ανατολικών θεών στην αίθουσα της Ιαπωνικής και Αιγυπτιακής τέχνης7.

Η τελευταία πράξη της άστοργης κηδεμονίας του Λευκάδιου από τον Henry Molyneux, που πλέον αυτενεργεί, έχοντας παρακάμψει την φτωχή πια θεία Μπρενάν, θα είναι η απόφασή του να τον εξαποστείλει στην Αμερική, στη χώρα των μεγάλων ευκαιριών. Με την υπόσχεση της υποδοχής του από την οικογένεια μιας ξενιτεμένης αδερφής του, της Frances Anne, που ζούσε στο Cincinnati, και με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή στο χέρι, θα δρομολογήσει ο Χερν τη ζωή του προς μιαν άγνωστη περιπέτεια στον χαώδη κόσμο της άφιλης ξενιτιάς: όπου ωστόσο θα αναδυθεί και θα καρποφορήσει-όχι χωρίς επώδυνες παλινδρομήσεις- η δημιουργική του φύση και η συγγραφική επιτέλεση μιας θεωρίας της οικουμενικής του ανθρωπιάς.

 

Αμερική: H εμπειρία της αστεγίας και…

Κατάλυμα ο δρόμος, πάνω σε κιβώτια ή χαρτοκούτια το βιος του και οι νύχτες, που δεν του προσφέρουν παρά μονάχα το άπειρο-την ποίηση του ουρανού. Κάποιοι αμαξάδες θα τον λυπηθούν και θα του προσφέρουν θέση σ’έναν αχυρώνα για λίγες βδομάδες- συγκάτοικος των αλόγων, των μόνων πλασμάτων που ζέσταιναν την εγκατάλειψή του. «Η ζέστη από τα μεγάλα τους σώματα γεμίζει τον χώρo…ζωηρεύει στις φλέβες το αίμα μου-η ζωή τους είναι η ζωή μου… Θα ‘θελα να μπορούσα να τους πω πόσο ευγνώμων τους είμαι, πόσο αισθάνομαι να τα αγαπώ, πόση ευχαρίστηση νιώθω από τη δύναμή τους, από την αίσθηση της δύναμης και της ζωής που απλώνουν μέσα στη σιωπή, σαν μια μεγάλη, ζεστή Ψυχή», θα γράψει στις συγκλονιστικές αυτοβιογραφικές του σημειώσεις. Κι αφού θα συγκρίνει τη ζωή τους με τη δική του, θα θέσει τα δικά του βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα, μιλώντας για λογαριασμό –και για πάντα-όλων των μεταναστών της γης: «Αυτά (τα άλογα) κερδίζουν το καλό τους φαγητό και τη στέγη τους, κερδίζουν τη φροντίδα που τα κρατά λαμπερά και όμορφα-είναι χρήσιμα στον κόσμο. Σε τι είμαι χρήσιμος στον κόσμο εγώ;»8

Η πρώτη σημαντική στροφή στη ζωή του, θα είναι η γνωριμία του με τον Άγγλο εκδότη, μετανάστη στο Cincinnati, Henry Watkin (1824-1910). Οπαδός του ουτοπικού σοσιαλισμού, ήδη από την Αγγλία, επηρεασμένος βαθύτατα από τις ιδέες των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon, θα γίνει στο εξής ο μέντορας του Λευκάδιου, υποκατάστατο του χαμένου πατέρα του. Γι’αυτό θα τον αποκαλεί Dad ή Old Man, κι εκείνος τον Λευκάδιο Raven (Κοράκι), από το ομώνυμο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που και οι δύο αγαπούσαν. Η συμβατότητα της σκέψης τους φαίνεται ότι είναι μια διαρκής πηγή ενδυνάμωσης της μεταξύ τους αγάπης και αφοσίωσης. Κλεισμένοι για ώρες στο μικρό γραφείο του Watkin, συζητούν πάνω σε ανατρεπτικά ουτοπικά μοντέλα πολιτικής θεωρίας και πράξης, αναλύουν θέματα θρησκευτικά και ζητήματα αθεΐας, μιλούν για ποίηση. Τότε ο Λευκάδιος, όντας σε μια συνεχή διανοητική «αυτοκαταδίωξη» από ό,τι του πρόσφερε η κατεστημένη πολιτική, κοινωνική και ηθική πραγματικότητα, θα ταξιδέψει στις ιδέες του Tom Paine, του Voltaire, του Saint-Simon, του Emerson, του Oliver Wendell Holmes, του James Russell Lowell, του John Humphrey Noyes –προπάντων-, σε ετερόδοξες απόψεις και σχέδια για την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το πνευματικό περιβάλλον της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Cincinnati, που αριθμούσε τότε πενήντα χιλιάδες τόμους βιβλίων, ήταν ο παράδεισος της ανήσυχης ψυχής του στην αναζήτηση υποδοχής ευαίσθητης στην έξαρση των πνευματικών του αναζητήσεων και της ψυχικής του ευαλωσίας. Εκεί γνώρισε και διάβασε με πάθος συγγραφείς και ποιητές των οποίων η αντισυμβατική σκέψη ήταν σύστοιχη με τη δική του και τους οποίους αργότερα θα μεταφράσει μεταγράφοντας τη δική τους ευαίσθητη πρόσληψη του κόσμου στο λογοτεχνικό και ψυχικό του σύμπαν: Gautier, Flaubert, Baudelaire, Loti, Gerard de Nerval9.

Η αλληλογραφία του Λευκάδιου Χερν με τον Henry Watkin, New York, Brentano’s, 1907

Η εγγενής ωστόσο πνευματικότητά του δεν τον ήθελε απλώς «ερευνητή του εργαστηρίου». Το ενδιαφέρον του για την πραγματική ζωή, όπως τη ζουν οι άνθρωποι στο παρόν, σε σκοτεινές φτωχές γειτονιές, σε απόμερους γκρίζους δρόμους, σε στέκια που συχνάζει το περιθώριο των εγκληματιών και παραβατών κάθε κατηγορίας, οι περιθωριοποιημένοι μαύροι, οι έγχρωμοι μετανάστες, οι εκπορνευμένες γυναίκες-ιδιαίτερα επίμονος ο περισκοπικός φακός του απέναντι στην κοινωνική μειονεξία-θα προσδώσει στην ευαισθησία του το βάθος και τη γνησιότητα αυτής της διαπολιτισμικής ανθρωπιάς, που πάνω της θα ακουμπήσει η λογοτεχνική και κοινωνιολογική του γραφίδα. Η παρατηρητικότητά του και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να οικειωθεί με την αλήθεια του περιβάλλοντος ανθρώπων και πραγμάτων, ακούγοντας ακόμα και τους μικροήχους που εκπέμπουν, είναι πολύ πιο πέρα από τη ρηχή δημοσιογραφική προσέγγιση: τον οδηγεί διαισθητικά κοντά στη σύγχρονη εθνογραφική-λαογραφική και γενικότερα την κοινωνική έρευνα in situ, με την εμπειρική χρήση σύγχρονων μεθόδων προσέγγισης του ερευνώμενου κάθε φορά θέματος. Αλλά και σκοτεινοί κόσμοι της φαντασίας του, συμπίλημα εικόνων συνειδητών και υποσυνείδητων της πραγματικής ζωής του, της ανυπόταχτης φαντασίας του σμιλεμένης με το σκοτάδι των ιρλανδικών παιδικών του εμπειριών και του ρομαντισμού των γοτθικών έργων αγαπημένων του ποιητών-των Gautier, Loti, Longfellow, και Poe κυρίως- μορφοποιούν την ενδοψυχική του κατάσταση, η οποία με τη σειρά της θα εκφραστεί στο σύνολο των δημοσιογραφικών και λογοτεχνικών του κειμένων. Όπως και στη διαχείριση της ιδιάζουσας κοινωνικότητάς του.

 

Αμερική: Mια φιλόξενη στέγη για το πνεύμα του…

H πρώτη του δημοσιογραφική συνεργασία θα είναι με την εφημερίδα Enquirer. Αφοσιωμένος απόλυτα στην έρευνα και τη συγγραφή των δημοσιογραφικών κειμένων, θα εργάζεται σκληρά πάνω από δεκατέσσερις ώρες τη μέρα, εφτά μέρες τη βδομάδα, για ένα μισθό δέκα δολαρίων. Τα κείμενά του ενθουσιάζουν το ανδρικό κυρίως κοινό των αναγνωστών, με την υποδόρια ποιητική ατμόσφαιρα του πιο σκληρού νατουραλισμού των ανθρώπων του περιθωρίου και της κρυμμένης παραβατικότητας στο Σινσιννάτι. Ο λόγος του πραΰνει τη σκληρότητα και τη δραματικότητα των περιγραφόμενων. Για τρία ολόκληρα χρόνια εργάζεται με εξοντωτικούς ρυθμούς στην εφημερίδα, προκαλώντας τον αυξανόμενο φθόνο συναδέλφων για τις δημοσιογραφικές του επιτυχίες. Μοιραία όμως θα σταθεί η γνωριμία του με την «ταπεινή και καταφρονεμένη» μιγάδα μαγείρισσα Alethea Foley, την οποία θα γνωρίσει σε οικοτροφείο που διαμένει για κάποιο διάστημα και ο ίδιος. Κι εκεί στην κουζίνα που η Alethea μαγειρεύει θα την επισκέπτεται τακτικά ο Λευκάδιος, για να αποσπά από τις συναρπαστικές αφηγήσεις της το υλικό της δραματικής της αυτοβιογραφίας, στην οποία θα αναγνωρίζει μια παράλληλη, με τη δική του, ιστορία. Μετά από τετραετή σχεδόν συστέγαση, ο Λευκάδιος θα παντρευτεί την Alethea, πραγματοποιώντας έναν βραχύβιο, οδυνηρό, για τη μετέπειτα εξέλιξη της ζωής του, γάμο. Η βίαιη απομάκρυνσή του από την εφημερίδα Εnquirer,  θα είναι ξανά ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα, που θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Μαζί και οι τύψεις του για την κατάληξη της σχέσης του με την αδύναμη Alethea: «Υπάρχει σ’αυτήν τόση αθώα παιδική καλοσύνη, και μετά απ’όλα αυτά», θα γράψει στον Watkin.

Σε σύντομο όμως διάστημα  θα προσληφθεί στην εφημερίδα Commercial, ανταγωνίστρια της Εnquirer, όπου θα συνεχίσει την ενδιαφέρουσα διερεύνηση και περιγραφή εξωτικών θεμάτων της καθημερινής ειδησεογραφίας μαζί με την ανασκαφή των ριζών και της λαϊκής κουλτούρας.  Το 1877 στρέφεται στη μετάφραση αγαπημένων του -Γάλλων κυρίως- συγγραφέων. Kαι επεξεργάζεται το σχέδιο μιας εκ νέου απόδρασης προς φιλικότερα κλίματα και γαλάζιους αισιόδοξους ουρανούς.

Βίωμα εξωτισμού…

Με προορισμό πια την εξωτική Νέα Ορλεάνη, τη χώρα  διασταύρωσης της λατινικής και κρεολικής κουλτούρας, με τα χαρούμενα χρώματα και το υποτροπικό κλίμα, προς την οποία όμως ο ενδιάμεσος σταθμός στην Memphis, θα είναι για λίγο μια παλινδρόμηση σε παλιούς εφιάλτες. «O παράδεισος είναι εδώ», αναφωνεί ενθουσιαστικά στον Watkin όταν το πλοίο πιάνει το δυνατό φράγμα της Νέας Ορλεάνης. «…Ο παράδεισος του Νότου είναι εδώ, έρημος και μισοερειπωμένος. Ποτέ δεν είδα τίποτα τόσο όμορφο και τόσο λυπημένο»10.

Δέκα χρόνια θα διαρκέσει η παραμονή του Λευκάδιου εκεί. Είναι τα χρόνια που η ψυχή του θ’ανακαλύπτει την ομορφιά του τόπου και τη θαλπωρή των εξωτικών σύμμεικτων πληθυσμών και ταυτόχρονα τη λαογραφία των μεγάλων αντιθέσεων ανάμεσα στην κανονική ζωή και τις γκρίζες ζώνες της κρυμμένης μέσα στη νύχτα αμαρτίας. Τόσα θέματα για τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, στην Item αρχικά, στην Times Democrat, το πιο πετυχημένο έντυπο του Νότου, από το 1881 και μετά. Εργάζεται σε ένα καθεστώς ελεύθερης λογοτεχνικής δημοσιογραφίας, χάρη στον Page Baker, διευθυντή της εφημερίδας, άνθρωπο ευφυή και με βαθιά προσήλωση στη λογοτεχνία, ο οποίος έχει εκτιμήσει τόσο την προσωπικότητα όσο και τη γραφή του Λευκάδιου Χερν.

Αναπαράσταση της Νέας Ορλεάνης το 1880

Στη Νέα Ορλεάνη θα ασκήσει την έμφυτη ροπή του προς την κοινωνική παρατήρηση και την εγγενή ευαισθησία του, ζυμωμένη και με τον πλούτο των προσωπικών του εμπειριών,  προς τους παρίες και τους δραπέτες της ζωής, τους ανέστιους του πολιτισμού και της μοίρας τους. Είναι συναρπαστική υπόθεση σχολαστικής έρευνας στα γραπτά του η διεισδυτική ματιά του στον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζει την ουσία των ιδιαίτερων πραγμάτων και συμπεριφορών, της νοοτροπίας και του ψυχισμού των ανθρώπων-κυρίως στα editorials του τύπου κι ακόμα στις αυτοβιογραφικές του αναφορές και στην ποικίλη αλληλογραφία του με ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του.  και που σε μια αμοιβαιότητα ερευνητικής έντασης, αξιοποίησαν την απέραντη, φανατική του συσσώρευση γνώσης γύρω από θέματα της τοπικότητας-αλλά και την ευαίσθητη πρόσληψη της σύστασης της διαφορετικότητας στα τοπικά πολιτισμικά συστήματα, οριοθετώντας με θαυμαστή τεκμηρίωση και αναλυτική λογική τον χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Αναφέρω όλως ενδεικτικά το κείμενό του για την ιδιόρρυθμη «μανία» των κατοίκων της Νέας Ορλεάνης να μιλούν στον εαυτό τους, περπατώντας μόνοι στο δρόμο και τη σχολαστική του εσωτερική διαλεκτική για την ερμηνεία του φαινομένου. Φόνοι μακάβριοι, τυμβωρυχίες με κλοπές σωμάτων των νεκρών που πουλιόνταν στις ιατρικές σχολές για το μάθημα ανατομίας, και εξεζητημένα θέματα πολυπολιτισμικών αναφορών, όπως οι πολύπλοκες τελετουργίες ταφής της Ιουδαϊκής θρησκείας, η φιλοσοφία του Γερμανού νομικού και φιλόσοφου, Ferdinand Lassalle (1825-1864), πατέρα του γερμανικού σοσιαλισμού, οι φυλές των Tuareg της Βόρειας Σαχάρας, η ομορφιά της σανσκριτικής ποίησης, τα δόγματα και οι τελετουργίες του βουδισμού, το βουντού, η μαγεία, το εγκώμιο του Pepe Llulla  (στο κείμενο: «Ο τελευταίος των Ξιφομάχων της Νέας Ορλεάνης»), το ελεγείο για τον θάνατο του Jean Montanet («Ο Τελευταίος των Βουντού») και τον θάνατο της  «βασίλισσας των βουντού» Marie Laveau11.

Παράλληλα με τη βαθυστόχαστη ερευνητική του δραστηριότητα και την εύκαρπη λογοτεχνική του παραγωγή αυτή τη δεκαετία, ο Χερν έρχεται αντιμέτωπος και με τη συγκριτική μελέτη θρησκευτικών δογμάτων, προσπαθώντας να ανασύρει, σε μια υπαρξιακή του μεταφυσική, το ανώτερο ανθρωπιστικό κήρυγμα για τον εσαεί δεσμώτη άνθρωπο. Επιστήμη, λογοτεχνία και τέχνη-είναι αξιοπρόσεχτες οι ξυλογραφίες του, που υπομνηματίζουν εικαστικά τα κείμενά του-συναιρούνται στη χαρισματική, δημιουργική του φύση και συναντώνται όλες μαζί ποιητικά εναρμονισμένες σε κάθε έργο του. Εξέχουσες προσωπικότητες της περιοχής (ενδεικτικά αναφέρουμε: Dr. Rudolph Matas, Père Adrien Emmanuel Rouquette, George Washington Cable, Henry Edward Krehbiel, Elizabeth Bisland, η μετέπειτα βιογράφος του Χερν, κ.ά.), παράξενοι «αναχωρητές» και ερευνητές κι αυτοί σε διάφορα πεδία, από τις τοπικές μουσικές μέχρι τη θρησκειολογία, θα μοιραστούν, σε συναρπαστική συνοδοιπορία μαζί του, τον πλούτο των εμπειριών τους.

Οι μεταφράσεις στις οποίες επιδίδεται με δημιουργικό πάθος τώρα, αγαπημένων του Γάλλων συγγραφέων-Théophile Gautier, Émile Zola, Guy de Maupassant, Gérard de Nerval, Anatole France, Pierre Loti- και λογοτεχνικών άρθρων από γαλλικά έντυπα12, τον βοηθούν να ανασκάψει τη δική του ψυχή και να αισθανθεί τη μελαγχολική χαρά της οικείωσης με όμοιες, ταλαίπωρες ψυχές που έχει τις «αμαρτίες» τους καθαγιάσει ο ανθρώπινος πόνος ή τα ανθρώπινα πάθη. Και πάντα οι λαϊκοί πολιτισμοί. Αγοράζει συνεχώς βιβλία: «Ποτέ δεν διάβασα κανένα βιβλίο που να μην εξάπτει  δυνατά  τη φαντασία μου. Συνεχώς διαβάζω, δεν έχει σημασία τι…» Σκύβει με απίστευτη επιμονή και μεθοδικότητα σε μια χωρίς όρια ερευνητική κατάδυση στη λαϊκή σοφία και τέχνη, στις θρησκείες: των Ιαπώνων, των Αράβων, των Εβραίων, των Περσών, των Κρεολών της σύγχρονής του πραγματικότητας. Τότε θα γράψει την Κρεολική Κουζίνα: Μια Συλλογή Συνταγών Μαγειρικής (La Cuisine Créole: A Collection of Culinary Recipes), 1885, το Gombo Zhèbes”: Μικρό λεξικό κρεολικών παροιμιών, διαλεγμένων από έξι κρεολικές διαλέκτους (“Gombo Zhèbes”: Little Dictionary of Creole Proverbs, Selected from Six Creole Dialects), 1885.  Και τις ανθολογίες κειμένων του, που θα εκδοθούν στην Αμερική μετά τον θάνατό του: Φύλλα από το Ημερολόγιο ενός Ιμπρεσιονιστή: Πρώιμα γραπτά του Λευκάδιου Χερν (Leaves from the Diary of an Impressionist: Εarly Writings by Lafcadio Hearn), 1911, Φανταστικά και Άλλα Φανταχτερά (Fantastics and Other Fancies), 1914, Κρεολικά Σκίτσα (Creole Sketches), 1924.

 

Σφυρηλατώντας το όραμα της «Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου»

Ήδη μέσα του χτυπά η καρδιά του ξένου προς την εποχή και τις μεγάλες αστικές μητροπόλεις. Η απόδραση είναι συνεχές και επίμονο βίωμα, που ενισχύεται ή βρίσκει λυτρωτική διέξοδο στις αναγνώσεις, τις ονειροπολήσεις και στις έρευνές του για την κουλτούρα παράξενων πολιτισμών και τη ζωή απείραχτων, στον όποιο βαθμό, από τον σύγχρονό του πολιτισμό, λαών και μεμονωμένων ανθρώπων.

Paul Gauguin: Au bord de la rivière, 1887, Van Gogh Museum, Amsterdam

Και τότε, μια σειρά ανταποκρίσεων από την «Παγκόσμια Έκθεση» της Νέας Ορλεάνης, θα εξάψουν τη φαντασία του για τον ιαπωνικό πολιτισμό και θα γεννήσουν στην ψυχή του το πρώτο σκίρτημα γι’αυτό το εξωτικό άγνωστο, που θα λειτουργήσει ως πεπρωμένο και καταληκτικός σταθμός της ζωής του. Αγοράζει δύο τόμους γιαπωνέζικων μύθων και ασταμάτητα βυθίζεται στη μαγεία τους. Η δημοσιογραφική αποστολή του το 1887 από το Harpers Weekly και η παραμονή του για δύο χρόνια στην εξωτική Μαρτινίκα, κοντά στην πόλη που ο Πωλ Γκωγκέν είχε μετακινήσει τις πηγές της έμπνευσής του, θα προσδιορίσουν τελικά τα όρια της προσδοκίας του Λευκάδιου Χερν. Εκεί θα γράψει το οδοιπορικό του: Δυο χρόνια στις Γαλλικές Ινδίες και το μυθιστόρημα Γιούμα, η ιστορία μιας σκλάβας των Δυτικών Ινδιών, που θα δημοσιευτούν το 1890. Με τη λήξη της δημοσιογραφικής αποστολής επιστρέφει για λίγο στη Νέα Υόρκη. Η ιδέα της Ιαπωνίας τον έχει κυριεύσει. Πριν πάρει την οριστική του απόφαση να εγκαταλείψει γι’άλλη μια φορά ό,τι έχει κερδίσει ως βεβαιότητες στη ζωή του, θα προετοιμάζει ολοένα τον ψυχισμό του για τη νέα εμπειρία. Θα συναντηθεί με τον Αμερικανό συγγραφέα και αστρονόμο Percival Lowell (1855-1916), που πριν από τον ίδιο, μαγεύτηκε από την Ιαπωνία και εκδίπλωσε στα μάτια του τη μαγική επήρεια του πολιτισμού της. Στα βιβλία του Percival Lowell μεταφέρονται θαυμάσιες περιγραφές της ιαπωνικής ζωής, πληροφορίες για τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, την ψυχολογία και τις συμπεριφορές του ιαπωνικού λαού, την οικονομία. Στο πιο γνωστό του έργο, με τίτλο: Η ψυχή της Άπω Ανατολής (1888), αναφαίνονται, σε μια πρώιμη σύνθεση, κάποιες από τις μετέπειτα ιδέες του, ότι η ανθρώπινη πρόοδος είναι συνάρτηση των χαρακτηριστικών της ατομικότητας και της φαντασίας. Ασκεί ωστόσο την κριτική του σ’αυτό, επισημαίνοντας ότι ο Lowell δεν είδε την πιο ουσιαστική και εκπληκτική ποιότητα της φυλής: την ιδιοφυΐα του εκλεκτικισμού. Και τότε προχωρεί σε διορατικές εκτιμήσεις για τον πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ Δύσης και Ανατολής, που θα μπορούσε να έχουν διατυπωθεί μόλις στο δικό μας ιστορικό παρόν. Ή που μάλλον σήμερα φαίνεται ότι αποκτούν την ευκρίνεια της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας.  «Το μέλλον έχει πολλά προβλήματα αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις για το μέλλον των φυλών. Και δεν επιθυμούμε να υποστηρίξουμε την πεποίθηση ότι η Ανατολή μπορεί να κυριαρχήσει στη Δύση και να την απορροφήσει εντελώς. Η Κίνα φαίνεται να αποτελεί ένα πολύ μεγαλύτερο ερωτηματικό από τη Ρωσία…»13

O Percival Lowell και η πρόσληψη της Ιαπωνίας

Ερευνώντας συνεχώς και αναζητώντας αυθεντικές αναγνωστικές εμπειρίες της Άπω Ανατολής, ανακάλυψε και γοητεύτηκε επίσης από την επαφή του με το Κο-Ji-Ki, μια αγγλική απόδοση του αρχαιότερου χρονικού της Ιαπωνίας, χρονολογημένου από τον 8ο αιώνα. Η Ιαπωνία ήταν -όπως όλα έδειχναν– ο προορισμός του: με την έννοια της ανατολικής φιλοσοφικής σκέψης.

Η πρόταση του William Patten, εκδότη του Harper’s Magazine να γράψει μια σειρά άρθρων για την Ιαπωνία, ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Στις 28 Νοεμβρίου του 1889, ο Λευκάδιος Χερν –και προκειμένου να προετοιμαστεί οικονομικά-θα στείλει στον εκδότη μια πρόταση για τη συγγραφή ενός νέου ταξιδιωτικού βιβλίου με θέμα την Ιαπωνία: «…Ο σκοπός μου είναι να δημιουργήσω στη σκέψη των αναγνωστών, μια ζωηρή εντύπωση της ζωής στην Ιαπωνία-όχι απλώς σαν παρατηρητής αλλά όπως κάποιος που συμμετέχει στην καθημερινή ύπαρξη των συνηθισμένων ανθρώπων, και που σκέφτεται με τη δική τους σκέψη…»14

8 Μαρτίου του 1890 –και πάλι φτωχός- εγκαταλείπει οριστικά τη φριχτή για κείνον Νέα Υόρκη, όπως γράφει στην Elizabeth Bisland, σε μια τρυφερή, διστακτικά ερωτική, επιστολή που της αφήνει15. Με το τρένο διασχίζει τον παγωμένο Καναδά, επιβιβάζεται στο ατμόπλοιο Αβησσυνία, που παίρνει από το Βανκούβερ στις 17 Μαρτίου, με προορισμό τη Xώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου…

                                    

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. 1.Έντουαρντ Σαΐντ, Οριενταλισμός, Νεφέλη, Αθήνα 1996.
  2. Βλ. Έντουαρντ Σαΐντ, ό.π. και Σ. Σούρλαγκας, “Έντουαρντ Σαΐντ”, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008.
  3. Γ.Ν. Λεοντσίνης, “Η Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη στα Κύθηρα του 19ου αιώνα (1823-1883)”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 27-43.
  4. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.34. επίσης, Μ.Κ. Πετροχείλου, Η μητέρα του Χερν, Φωνή των Κυθήρων, Μάρτιος 1987.
  5. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, Λευκάδα 2004, σ.36.
  6. E.C. Beck and Lafcadio Hearn, “Letters of Lafcadio Hearn to his brother”, The English Journal, vol.20, No 4 (Apr. 1931), p. 287-292. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2017, σ. 62.
  7. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 33-34.
  8. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, ό.π., σ. 26-30. Επίσης, Elizabeth Bisland, Lafcadio Hearn, Octagon Books, New York 1979, p. 114-116. και Jonathan  Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, p. 37.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 114.
  10. Η Marie Catherine Laveau (10 Σεπτεμβρίου 1801-1 Ιουνίου 1881), υπήρξε η μαύρη ιέρεια-«Βασίλισσα του βουντού» στη Νέα Ορλεάνη. Κόρη της Μarguerite Henry, απελεύθερης σκλάβας αφρικανικής και γαλλικής καταγωγής και του πλούσιου επιχειρηματία Charles Laveau Trudeau. Η Marie πραγματοποίησε έναν ολιγόχρονο γάμο με τον Γάλλο μετανάστη Jacques Paris, που είχε καταφύγει ως λευκός πρόσφυγας από τη μαύρη επανάσταση της Αϊτής στην πρώην γαλλική επικράτεια του Saint-Dominique. Για 30 χρόνια συζούσε με έναν λευκό άντρα, ευγενικής καταγωγής από τη Γαλλία, τον Cristophe Glapion. Η Marie ξεκίνησε την καριέρα της ως κομμώτρια των ευπορότερων οικογενειών της Νέας Ορλεάνης. Η εξέλιξή της ως «Βασίλισσας του βουντού», χάνεται μέσα σε μαγικές ιστορίες που στηρίζουν τον μύθο της. Φαίνεται ότι μετά τον θάνατό της την διαδέχτηκε μία από τις κόρες της, που έφερε επίσης το ίδιο όνομα. Τα κείμενα του Χερν με τίτλο: “The Death of Marie Laveau” και “The Last of the Voodoos” για τον Jean Montanet, περιλαμβάνονται στο: S. Frederick Starr (ed.), Inventing New Orleans-Writings of Lafcadio Hearn, University Press of Mississippi-Jackson,2001,p. 77-81 και 70-71 αντίστοιχα.
  11. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, ό.π., σ. 40-41. Καλλιόπη Πλουμιστάκη, “Διαπολιτισμικές ζυμώσεις στο έργο του Λευκάδιου Χερν”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 125-134. Eπίσης, Πιερ Λοτί, Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας, μτφρ. Φοίβος Πιομπίνος, εκδ. Θίνες, Αθήνα 2916, σ.9-24.
  12. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, IΙ, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Η επιστολή απευθύνεται στον ιαπωνολόγο και μέντορα του Χερν στην Ιαπωνία, Basil Hall Chamberlain, τον Μάιο του 1891.
  13. Επιστολή προς τον Harper, με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1889. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Επίσης, J. Cott, ό.π., σ. 236. και Γιώργος Φρέρης, “Ο Κοϊζούμι Γιακούμο (Πατρίκ-Λευκάδιος Χερν), ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας στην Ιαπωνία”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ.107-123.
  14. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.274-275.

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί      

 

[Συνεχίζεται]

 

Benoît Lemay : Erwin Rommel: Ο ήρωας της προπαγάνδας

Benoît Lemay

Erwin Rommel: Ο ήρωας της προπαγάνδας

Υπάρχει κανείς, που να μη γνωρίζει τον Στρατάρχη Erwin Rommel; Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο επονομαζόμενος “Αλεπού της Ερήμου” υπήρξε ο διασημότερος από όλους τους Γερμανούς υψηλόβαθμους αξιωματικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Λαμπρός διοικητής στο πεδίο των μαχών, ύψωσε ανάστημα ενάντια στους Βρετανούς στο επιχειρησιακό θέατρο της Β. Αφρικής για μεγάλο χρονικό διάστημα, προτού αναλάβει την οργάνωση της άμυνας ενόψει της επικείμενης Συμμαχικής εισβολής στη Δύση και προσχωρήσει, κατά κάποιο τρόπο, στην αντίσταση κατά του ναζιστικού καθεστώτος, επιλογή, την οποία πλήρωσε, άλλωστε, με την ίδια του τη ζωή τον Οκτώβριο του 1944. Τουλάχιστον, έτσι έχει το στίγμα, που ο Rommel άφησε στην Ιστορία έχοντας μετουσιωθεί, παράλληλα, σε θρύλο. Όμως, ποιός υπήρξε στην πραγματικότητα;

Όσο κι αν αυτό ηχεί παράξενο, τίποτα δεν προδίκαζε μια σταδιοδρομία στον στρατιωτικό κλάδο, καθώς ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί στον πιο ατρόμητο και επικοινωνιακό αξιωματικό του Γ΄ Ράϊχ εξασφαλίζοντας περίοπτη θέση στο πάνθεον των μεγάλων Γερμανών πολεμιστών, στερείτο παντελώς μιας, στοιχειώδους έστω, οικογενειακής προϊστορίας στο συγκεκριμένο χώρο. Ο Erwin Rommel γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891 στην κωμόπολη Heidenheim της Σουαβίας, στη ΝΔ Γερμανία. Ο πατέρας του δίδασκε Μαθηματικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Υπακούοντας με δισταγμό στην πατρική διαταγή, στράφηκε προς την κατεύθυνση μιας σταδιοδρομίας στις τάξεις του Αυτοκρατορικού Στρατού. Η υποψηφιότητά του απορρίφθηκε από το Πυροβολικό και το Μηχανικό, προτού γίνει δεκτή στο Πεζικό. Τον Ιούλιο του 1910, τοποθετήθηκε στο 124ο Σύνταγμα της Βυρτεμβέργης, με έδρα το Weingarten. Τον Μάρτιο του επομένου έτους αποσπάστηκε στην περίφημη Βασιλική Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών του Dantzig. Παρά το γεγονός ότι αποφοίτησε τον Ιανουάριο του 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, οι εκπαιδευτές του δεν διέκριναν σε αυτόν τίποτα παραπάνω από έναν ικανό, υποσχόμενο, μέτριο ωστόσο, αξιωματικό.

Η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε στον Rommel τη δυνατότητα να αποδείξει πως κάθε άλλο παρά μέτριος στρατιωτικός ήταν. Για πρώτη φορά διακρίθηκε στις αρχές του 1915, διασπώντας τις γαλλικές γραμμές στο ύψος του ποταμού Argonne. Επρόκειτο για λαμπρή πρωτοβουλία, χάρη στην οποία υπήρξε ο πρώτος λοχαγός του Συντάγματός του, που τιμήθηκε με το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού Α΄ Τάξεως. Το φθινόπωρο του 1917, στο μέτωπο του Isonzo στη ΒΑ Ιταλία, παρασημοφορήθηκε με το μετάλιο Pour le Mérite, την ανώτατη πολεμική διάκριση της Αυτοκρατορικής Γερμανίας. Επικεφαλής του ορεινού Τάγματος της Βυρτεμβέργης, διέσπασε, για μια ακόμη φορά, τις γραμμές του αντιπάλου καταλαμβάνοντας το χωριό Longarone επί του ποταμού Piave, αιχμαλωτίζοντας πάνω από 8 000 Ιταλούς.

Αριστερά: Τα πρώτα βήματα στις τάξεις του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Στρατού. Δεξιά: Ο Rommel το 1917 στο μέτωπο του Isonzo, φορώντας υπερήφανα το παράσημο Pour le Mérite, γνωστότερο ως Blue Max, τιμητική διάκριση, που είχε θεσπίσει από το 1740 o βασιλέας Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και η οποία διατηρήθηκε έως το πέρας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

O Rommel είχε πλέον αναδειχθεί σε ήρωα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια, τα οποία απέρρεαν από αυτή τη διάκριση στους κόλπους του Αυτοκρατορικού Στρατού. Το ψυχολογικό τραύμα, που προκάλεσε μέσα του η συνομολόγηση της ανακωχής της Rethondes (11 Νοεμβρίου 1918) υπήρξε βαθύ. Το ίδιο ίσχυε για την κατάσταση, η οποία προέκυψε στην πατρίδα του από την κατάρρευση του αυτοκρατορικού καθεστώτος, την επιβολή του αντίστοιχου δημοκρατικού, την κομμουνιστική εξέγερση και τη διολίσθηση της Γερμανίας στο χάος του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν είχε επιβιώσει από την εθνική ομοψυχία και την πατριοτική αλληλεγγύη, που είχε σφυρηλατηθεί μέσα στα χαρακώματα. Όσο για την επιβληθείσα από τους νικητές Συνθήκη των Βερσαλλιών, λειτουργούσε μέσα του ως μια επιπρόσθετη και αβάστακτη ταπείνωση. Καθιστούσε τη Γερμανία ως μοναδική υπεύθυνη του πολέμου εξουδετερώνοντας την στρατιωτική της ισχύ και περιορίζοντας τον “ένδοξο στρατό” της σε μόλις 100 000 άνδρες, εκ των οποίων 4 000 αξιωματικούς.

Ο Rommel θεωρούσε υπεύθυνο για την εθνική κατάρρευση την επονομαζόμενη “πισώπλατη μαχαιριά”, δηλαδή το εσωτερικό μέτωπο σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε έγραφε το 1925: “Επί τέσσερα χρόνια καταφέραμε μόνο επιτυχίες σε βάρος των Συμμάχων. Η ανακωχή του 1918 δεν αποτελεί απόρροια ανικανότητας των στρατιωτικών, αλλά των πολιτικών”.¹ Πίστευε πως υπεύθυνοι για την εθνική προδοσία και των συγκρούσεων στο εσωτερικό της μεταπολεμικής Γερμανίας ήταν οι επαναστάτες κομμουνιστές, κατ επέκταση δε, τα δημοκρατικά, φιλελεύθερα, σοσιαλιστικά και ειρηνόφιλα κινήματα. Αυτοί είχαν ανατρέψει τη μοναρχία και, ως εκ τούτου, αποδυναμώσει τη σημασία του στρατού στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας.

Παρά ταύτα, και έχοντας προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού προς το τέλος του πολέμου, ο Rommel είχε την τύχη και την ικανοποίηση να ανήκει στην κατηγορία των αξιωματικών εκείνων, οι οποίοι είχαν παραμείνει ενεργοί στις τάξεις του στρατεύματος. Βέβαια, ως προς τα κριτήρια επιλογής, πριμοδοτούνταν οι έχοντες υπηρετήσει σε επιτελικές θέσεις αξιωματικοί. Ωστόσο, οι επιδόσεις και τα λαμπρά κατορθώματα του παρελθόντος του είχαν εξασφαλίσει μια θέση στο στρατό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Καθώς, μάλιστα, η στρατιωτική σταδιοδρομία είχε προ πολλού εξελιχθεί σε λόγο ύπαρξης γι αυτόν, στενά συνδεδεμένη με την κοσμοαντίληψή του, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τον παλαίμαχο, πλέον, Rommel, να προσαρμόζεται με άνεση στη νέα πραγματικότητα. Την άνοιξη του 1920, συμμετείχε στις επιχειρήσεις εναντίον του “κόκκινου στρατού της Ρηνανίας”, γεγονός που δεν πρέπει να εκπλήσσει. Ο Rommel ήταν νομιμόφρων. Οραματιζόταν την έλευση ενός νέου Bismarck. Έως τότε, είχε επιλέξει να υπακούει στα κελεύσματα μιας ατιμασμένης και απαξιωμένης δημοκρατίας. Στις αρχές του επομένου έτους ανέλαβε επικεφαλής ενός λόχου τυφεκιοφόρων του 13ου Συντάγματος Πεζικού της Στουτγάρδης, τη διοίκηση του οποίου διατήρησε έως το 1929.

Υπήρχε, ωστόσο, ένα δίδαγμα, το οποίο είχε αντλήσει από τον πόλεμο. Επρόκειτο για την ανεπάρκεια και την ανικανότητα της παλαιάς τάξης πραγμάτων. Οι εκτιμήσεις του ήταν στρατιωτικής φύσεως, από τη στιγμή που ζούσε και δραστηριοποιείτο μέσα σε ένα περιβάλλον, που ουδέποτε είχε εγκαταλείψει: εκείνο του στρατώνα και του πεδίου των μαχών. Θεωρούσε πως η διοίκηση και η δομή του στρατεύματος δεν ανταποκρίνονταν στις προκλήσεις ενός σύγχρονου πολέμου. Ειδικότερα, κατήγγειλε τη δεσπόζουσα επιρροή της αρτηριοσκληρωτικής τάξης των αξιωματικών με αριστοκρατική προέλευση. Οραματιζόταν έναν εθνικό στρατό, στους κόλπους του οποίου θα λειτουργούσε μια κοινωνική κινητικότητα. Μόνο έτσι η Γερμανία θα κατάφερνε να απαλλαγεί από το όνειδος της ανακωχής της Rethondes.²

Όταν, στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο Hitler αναγορεύτηκε στη θέση του καγκελαρίου του Ράιχ, ο Rommel, από τη θέση του εκπαιδευτή της Σχολής Πεζικού της Δρέσδης, εκφράστηκε ως εξής: “Η άνοδος του Hitler στην εξουσία είναι ευλογία για τον τόπο. Ο Θεός τον έστειλε προκειμένου το Ράιχ να μπορέσει ανακτήσει την απωλεσθείσα αίγλη του. Μια τέτοια είδηση δεν μπορεί παρά να αποτελέσει πηγή χαράς για το στράτευμα. Μεγάλη στιγμή για τη Γερμανία!”.³ Η αδιαφορία του για τα πολιτικά τεκταινόμενα δεν τον εμπόδισε να διακρίνει στο πρόσωπο του Hitler έναν “πατριώτη”. Ίσως, ακόμα, και τον διάδοχο του Bismarck, ο οποίος θα αποκαθιστούσε το στράτευμα στην περίοπτη θέση, που δικαιωματικά του αναλογούσε μέσα στους κόλπους του γερμανικού κράτους. Όμως, κάτι τέτοιο προϋπέθετε αύξηση του έμψυχου δυναμικού, κατ επέκταση δε, περισσότερες ευκαιρίες προαγωγής των αξιωματικών, σπάνιες έως ανύπαρκτες στο πλαίσιο του καχεκτικού στρατού της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ιανουάριος 1933: Η άνοδος του Hitler στην εξουσία.

Ευχή και ελπίδα του Rommel ήταν πως ο Hitler θα μεριμνούσε για τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης και της δομής των ενόπλων δυνάμεων, που εξακολουθούσαν να ελέγχονται από την αριστοκρατία. Άλλωστε, ο ίδιος ο προερχόμενος από τα λαϊκά στρώματα “Αυστριακός δεκανέας”, ανέκαθεν οραματιζόταν να συγκεράσει τον εθνικισμό με τον σοσιαλισμό. Πολύ γρήγορα διαπίστωσε με ικανοποίηση πως έτρεφε τις ίδιες απόψεις με τον Φύρερ ως προς το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Αμφότεροι τάσσονταν υπέρ της μηχανοκίνησης του στρατού, καθώς και μιας ταχείας ανάπτυξης μιας τεθωρακισμένης και αεροπορικής επιχειρησιακής δύναμης κρούσης. Επίσης, διαφωνούσαν με τα ανώτερα κλιμάκια του Γενικού Επιτελείου, τα οποία, από παράδοση και μόνο, έδιναν προτεραιότητα στο βαρύ πυροβολικό και στις διάφορες υπηρεσίες του μηχανικού, των σιδηροδρόμων και των πληροφοριών.

Η εκτίμηση των αξιωματικών στο πρόσωπο του Hitler, ενισχύθηκε και χάρη σε μια άλλη παράμετρο. Ο νέος καγκελάριος του Ράιχ απέφυγε να πλαισιωθεί από διάφορα “υποκείμενα μη προσεγγίσιμα”, και συγκεκριμένα, τα προερχόμενα από τα απείθαρχα και ταραχοποιά SA, τα οποία ο Rommel θεωρούσε επικίνδυνους ανταγωνιστές του τακτικού στρατού. Ως εκ τούτου, δεν εξεπλάγη όταν, στις 30 Ιουνίου 1934, πληροφορήθηκε την εξολόθρευση του Ernst Röhm και των πέριξ αυτού παρασιτικών στοιχείων από τα SS. Η ενεργητική και αποφασιστική αυτή πρωτοβουλία του Φύρερ τον χαροποίησε. Ουδόλως αμφισβήτησε την επίσημη εκδοχή, του υπουργού Προπαγάνδας του καθεστώτος, Joseph Goebbels, σύμφωνα με την οποία κατεστάλη συνομωσία, εξαιτίας της οποίας ο Röhm υπέστη την αναμενόμενη τιμωρία.

Αφ ης στιγμής ο Hitler εξασφάλισε τον πλήρη έλεγχο της Βέρμαχτ, αποστρατεύοντας σημαντικό αριθμό στρατηγών αριστοκρατικής προέλευσης, ο Rommel εξελίχθηκε σε αδιαμφισβήτητο οπαδό του, δίχως, ωστόσο, να έχει προσχωρήσει στις τάξεις των Ναζί. Υποστήριζε τον εθνικοσοσιαλισμό από αυτοματισμό, μόνο και μόνο επειδή ήταν η ιδεολογία του αρχηγού του. Η εικόνα που είχε σχηματίσει γι αυτήν ήταν αρκετά αόριστη. Τον Δεκέμβριο 1938 σημείωνε με ενθουσιασμό: “Η Βέρμαχτ είναι η αιχμή του δόρατος της νέας γερμανικής κοσμοαντίληψης (Weltanschauung)”. Επρόκειτο για μια αντίληψη με αυστηρά στρατιωτικά κριτήρια, αγνοώντας πως ουσία της συγκεκριμένης ιδεολογίας ήταν η περιφρόνηση του ανθρώπου.⁵

Επομένως, ο Rommel είχε ευνοηθεί από την άνοδο του Hitler στην εξουσία. Γι αυτό ακριβώς απόφευγε να θέτει στον εαυτό του πολλά ερωτήματα. Τον Οκτώβριο 1933 είχε αναλάβει τη διοίκηση του 3ου Τάγματος του 17ου Συντάγματος Αλπινιστών με έδρα το Γκόσλαρ της Κάτω Σαξονίας. Τον Μάρτιο 1935, προήχθη σε αντισυνταγματάρχη, τρία χρόνια, μόλις, έπειτα από την ανέλιξή του στο βαθμό του ταγματάρχη. Εν συνεχεία, τον Οκτώβριο 1935, τοποθετήθηκε ως κύριος εκπαιδευτής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Πότσνταμ, προήχθη σε συνταγματάρχη τον Ιούλιο 1937, ανέλαβε διοικητής της Σχολής Πολέμου του Wiener-Neustadt τον Νοέμβριο 1938. Στη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής της Σουδητίας τον Οκτώβριο 1938 και της Βοημίας-Μοραβίας τον Μάρτιο του επομένου έτους, του ανατέθηκε η προσωρινή διοίκηση ενός τάγματος της προσωπικής φρουράς του Φύρερ.

Ο Hitler και ο Rommel το 1934, στο Γκόσλαρ.

Τις παραμονές της εισβολής της Βέρμαχτ στην Πολωνία, ο Rommel, γαλήνιος όσο ποτέ, έγραφε στη σύζυγό του: “O Φύρερ γνωρίζει τι είναι καλό για εμάς”.⁶ Δυο μέρες αργότερα συνέχιζε: “Δεν είναι υπέροχο που έχουμε έναν τέτοιον άνδρα;”.⁷ Στα μάτια του, ο Hitler διέθετε “μια ισχύ που μαγνήτιζε, σχεδόν υπνώτιζε, απόρροια της αποστολής, η οποία του είχε ανατεθεί από την θεία πρόνοια, προκειμένου να διασφαλίσει για το γερμανικό λαό μια θέση στον ήλιο. Κατά καιρούς, εκφραζόταν σαν προφήτης”.⁸

Παρόλη την πολύμηνη παραμονή στο γενικό στρατηγείο του Φύρερ, ο Rommel δεν είχε αντιληφθεί ότι ο πολεμικός σχεδιασμός του ηγέτη του προσέβλεπε στη δημιουργία ενός μεγάλου Ράιχ στην ηπειρωτική Ευρώπη, στηριζόμενου επάνω σε αποικιακές κτήσεις. Ούτε το γεγονός ότι ακρογωνιαίος λίθος ήταν η κατάκτηση ζωτικού χώρου προς Ανατολάς, σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν είχε διαγνώσει πως στο νου του Hitler δεν κυριαρχούσε η προοπτική μιας αναμέτρησης ανάμεσα στην ηπειρωτική Γερμανία και τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Αντίθετα, μάλιστα, ο Φύρερ σχεδίαζε να προσεγγίσει τη Γηραιά Αλβιώνα την επομένη της εξουδετέρωσης της ΕΣΣΔ, με στόχο να απαλλαγεί και από τον ύστατο αντίπαλο: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Αφότου η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Γερμανίας ως επακόλουθο της εισβολής της τελευταίας στην Πολωνία, η προσοχή του Rommel ήταν αποσπασμένη στην εκστρατεία, ενόσω αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη. Η Πολωνία βρισκόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης και γρήγορα θα διαμοιραζόταν ανάμεσα στο Ράιχ και την ΕΣΣΔ, σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov. Σε νέα επιστολή προς τη σύζυγό του επεσήμανε: “Πιστεύω ότι θα επιστρέψω στο σπίτι πριν από την έλευση του χειμώνα. Οι επιχειρήσεις εξελισσονται ακριβώς έτσι όπως τις είχαμε σχεδιάσει. Στην πραγματικότητα, έχουν ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι Ρώσοι πρόκειται να επιτεθούν οσονούπω. Δυο εκατομμύρια άνδρες!”.⁹

Σεπτέμβριος 1939. Ο Adolf Hitler επισκέπτεται το μέτωπο της Πολωνίας. Πλαισιώνεται από τους Erwin Rommel και Martin Bormann.

Τον Φεβρουάριο 1940, ο Rommel ανέλαβε τη διοίκηση της 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων. Επρόκειτο για το επιστέγασμα της μέχρι τότε σταδιοδρομίας του. Με αυτή την ιδιότητα, για δεύτερη φορά στη ζωή του, τον Μάϊο του ιδίου έτους επιτέθηκε κατά της Δύσης. Με τα άρματά του, διέσπασε τις γραμμές του αντιπάλου στην προέκταση της γραμμής Maginot, μια εβδομάδα, μόλις, έπειτα από την έναρξη της εισβολής. Χάρη στην παραπάνω επίδοση, υπήρξε ο πρώτος, κατά σειρά, Μέραρχος, ο οποίος παρασημοφορήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Ιππότη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Γαλλίας. Ενσάρκωνε το νέο πνεύμα, που επικρατούσε πλέον στις τάξεις της Βέρμαχτ. Έκθαμβος από την πρωτοφανή επικράτηση σε βάρος ενός τόσο υπολογίσιμου αντιπάλου, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως ο Hitler, μέσω αυτής, σκόπευε να θέσει τη Μεγάλη Βρετανία προ τετελεσμένου και να την σύρει σε διαπραγματεύσεις.

Ο Rommel και ο Βρετανός αιχμάλωτός του στρατηγός Fortune, διοικητής της 51ης Μεραρχίας Highlanders, στο λιμάνι Saint-Valéry της Νορμανδίας, στις 12 Ιουνίου 1940.

Τον Φεβρουάριο του 1941, ο Rommel τοποθετήθηκε επικεφαλής του νεοσύστατου Afrikakorps με τον βαθμό του Αντιστρατήγου. Έχοντας διαγνώσει πως οι σύμμαχοί του Ιταλοί βρίσκονταν στα πρόθυρα κατάρρευσης στο μέτωπο της Β. Αφρικής, ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ αποφάσισε να στείλει επιτόπου προς ενίσχυση μια μονάδα τεθωρακισμένων. Σε επιστολή του προς τον Mussolini, ενημέρωνε τον τελευταίο πως είχε εμπιστευθεί την παραπάνω μονάδα στον “πιο τολμηρό διοικητή που διαθέτουμε στις τάξεις του γερμανικού στρατού”.¹º

Όταν, στις 12 Φεβρουαρίου, πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Τρίπολη της Λιβύης, ο Rommel είχε πλήρη άγνοια της πρόθεσης του Hitler να επιτεθεί κατά της Σοβιετικής Ένωσης καθώς και της όλης προπαρασκευής της επιχείρησης. Δίχως χρονοτριβή, πέρασε στην αντεπίθεση, καταστρατηγώντας τις οδηγίες, τις οποίες είχε για υιοθέτηση αμυντικής τακτικής και παρά τις σφοδρές διαμαρτυρίες των Ιταλών. Στόχος του ήταν να αποσπάσει την Αίγυπτο από τον έλεγχο των Βρετανών. Περί τα μέσα Απριλίου, οι, ισχνές, ακόμη, δυνάμεις του Άξονα, είχαν θέσει στο στόχαστρό τους την πόλη του Τομπρούκ. Την ίδια στιγμή, άλλες μονάδες είχαν σκοπίμως προσπεράσει την οχυρή αυτή θέση, την οποία οι αντίπαλοι υπερασπίζονταν λυσσαλέα, και έφτασαν έως τη θέση Σολούμ, επί της μεθορίου με την Αίγυπτο. Ωστόσο, η πολιορκία και οι σκληρές μάχες του Τομπρούκ ως αποτέλεσμα είχαν να φθείρουν τα στρατεύματα του Rommel. Επιπρόσθετα, υπήρχε σοβαρό θέμα ανεφοδιασμού, καθώς, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, το Γ΄ Ράιχ είχε εξαπολύσει την εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ. Για πρώτη φορά από ενάρξεως του πολέμου, μια γερμανική στρατιωτική δύναμη κινδύνευε να αφανιστεί. Ο Rommel κατάφερε, παρά ταύτα, να διατηρήσει τις θέσεις του έως τον Δεκέμβριο. Έκτοτε, αναγκάστηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του έως την αρχική γραμμή εξόρμησης, στον κόλπο της Σύρτης.

Η πρώτη επίθεση (24 Μαρτίου – 15 Ιουνίου 1941).

Τον Ιανουάριο του 1942, διαθέτοντας την υποστήριξη του μεταφερθέντος στη Μεσόγειο από το Ανατολικό μέτωπο 2ου εναερίου στόλου του Kesselring, ο Rommel ανακατέλαβε την Κυρηναϊκή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, εβδομάδων. Επρόκειτο για μια εντυπωσιακή επίδοση, χάρη στην οποία προήχθη σε Στρατηγό. Μάλιστα, στις τάξεις της Βέρμαχτ, ήταν ο νεότερος σε ηλικία μεταξύ των ομολόγων του. Όμως, επιμηκύνοντας εκ νέου υπερβολικά τις γραμμές ανεφοδιασμού, είδε τις μονάδες του να ακινητοποιούνται προσωρινά στη μέση της ερήμου, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Ως εκ τούτου, ήρθε συχνά σε σύγκρουση με την ιταλική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση. Δεν υπήρξαν λίγες οι φορές, που ο Hitler αναγκάστηκε να τον συγκρατήσει, καθώς οι αρμονικές σχέσεις με τους Ιταλούς ήταν επιτακτική προς όφελος της συμμαχίας, εξαιτίας της τροπής των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ανατολικό μέτωπο. Πολυτιμότερη ακόμα και από τις επιτυχίες κατά των Βρετανών στη Β. Αφρική.

Την άνοιξη, κι ενώ η Λουφτβάφε ήταν απασχολημένη με τις επιδρομές σε βάρος της Μάλτας, ο Rommel εκπόνησε ένα νέο σχέδιο (χαρακτηρίστηκε ως ευφάνταστο από τη γερμανική στρατιωτική ηγεσία) το οποίο προσέβλεπε στην εξολόθρευση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Β. Αφρική, με σκοπό τη διέλευση έως τη Διώρυγα του Σουέζ. Από εκεί, θα ήταν δυνατή μια περαιτέρω προέλαση προς την κατεύθυνση της Περσίας και του Ιράκ, με στόχο τη διακοπή των επικοινωνιών των Ρώσων με το λιμάνι της Βασόρας, στη ζεύξη των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Συνακόλουθα, ο έλεγχος των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της περιοχής, θα επέτρεπε την προετοιμασία μιας επίθεσης κατά του Καυκάσου, με έπαθλο τις πετρελαιοπηγές του Μπακού. Θα επρόκειτο για ένα ισχυρό πλήγμα κατά της ΕΣΣΔ σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή για την πολεμική οικονομία της τελευταίας, ικανό από μόνο του να οδηγήσει σε κατάρρευση τον ρωσικό κολοσσό μέσω μιας περιφερειακής στρατηγικής.¹¹

Όσον καιρό ο Rommel ηγείτο ενός δευτερεύοντος μετώπου και δεν μπορούσε να πείσει τους ανωτέρους του, όλα τα παραπάνω δεν ήταν παρά απλές σκέψεις. Όμως, οι φιλοδοξίες της “Αλεπούς της Ερήμου”, δεν ήταν δυνατό να περιοριστούν σε αυτό το επίπεδο. Γι αυτό και δεν εγκατέλειπε, ευκαιρίας δοθείσης, την προσπάθεια να εκμαιεύσει τη συγκατάθεση του ηγέτη του Γ΄ Ράιχ για μια σταδιακή εφαρμογή του όλου σχεδίου. Περί το τέλος Απριλίου 1942, πλησίασε όσο ποτέ άλλοτε στο στόχο του. Κατόπιν δικής του παραίνεσης, οι Hitler και Mussolini όρισαν τα μέσα Μαΐου ως ημερομηνία εκδήλωσης της επίθεσης κατά του Τομπρούκ. Επιπρόσθετα, ο Hitler διαβεβαίωσε τον Ιταλό σύμμαχό του ως προς την παροχή στρατιωτικής συνδρομής στις σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις για την κατάληψη της Μάλτας. Η εκδήλωση της επιχείρησης Ηρακλής προγραμματιζόταν για την επομένη της πτώσης του Τομπρούκ και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, θα διασφαλιζόταν επί μονίμου βάσεως ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων του Rommel.

Ο Rommel στο μέτωπο της Β. Αφρικής το 1942.

Στις 21 Ιουνίου 1942, το Τομπρούκ παραδόθηκε έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις τεσσάρων εβδομάδων. Ο Rommel είχε αγγίξει το απόγειο της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας. Ο Hitler τον προήγαγε στο βαθμό του Στρατάρχη. Για μια φορά ακόμη, ήταν ο νεότερος σε ηλικία αξιωματικός, ο οποίος έφερε τόσο υψηλές διακρίσεις. Σε αντίθεση με το ιταλικό Γενικό Επιτελείο και τον ανώτατο διοικητή Ν. Ευρώπης, τον Στρατάρχη Kesselring, που ασκούσαν πιέσεις για την, προγραμματισθείσα ούτως ή άλλως, κατάληψη της Μάλτας, ο Rommel δεν έπαψε να διεκδικεί τα μέσα εκείνα, τα οποία θα έδιναν περαιτέρω πνοή στην επίθεσή του και θα άνοιγαν το δρόμο για την πραγμάτωση των υπερφίαλων στόχων του. Ο Kesselring αντέδρασε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως μια παραμονή της Μάλτας υπό τον έλεγχο των Βρετανών θα είχε ως συνέπεια την παρεμπόδιση των θαλασσίων επικοινωνιών και κατ επέκταση, θα καθιστούσε προβληματικό τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων του Άξονα, που μάχονταν στο μέτωπο της Β. Αφρικής. Υπό παρόμοιες συνθήκες, το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Rommel ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να υλοποιηθεί. Η συνέχιση της επίθεσης, την οποία είχε εξαπολύσει, στερείτο νοήματος. Ωστόσο, ο Hitler είχε διαφορετική άποψη. Στις 23 Ιουνίου, δήλωσε στον Mussolini πως είχε σημάνει η ώρα για την πλήρη εξουδετέρωση της 8ης Βρετανικής Στρατιάς, που, κατά τον ίδιο, βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης: “Στον πόλεμο, η τύχη χαμογελά μια και μόνη φορά στον διοικητή μιας Στρατιάς. Όποιος δεν αξιοποιεί την ευκαιρία, κινδυνεύει να την απωλέσει για πάντα”.¹² Τελικά, η επίθεση ανακόπηκε τον Ιούλιο, στο ύψος της ισχυρής θέσης του El-Alamein, ανάμεσα στο τεκτονικό βύθισμα της Κατάρας και τις ακτές της Μεσογείου. Το στρατηγικό αυτό λάθος, το οποίο πολλαπλασίασε εντυπωσιακά τα ήδη σοβαρά λογιστικά προβλήματα του Άξονα, έμελλε να στοιχίσει στον τελευταίο την απώλεια της Β. Αφρικής.

Η δεύτερη επίθεση (31 Ιανουαρίου – 7 Ιουλίου 1942).

WW2 HD – Erwin Rommel – Afrikakorps vs. Desert Rats

Tον Νοέμβριο του 1943, ο Rommel ανέλαβε καθήκοντα γενικού επιθεωρητή των οχυρωματικών έργων του “Τείχους του Ατλαντικού”. Ήταν η εποχή, που η Βέρμαχτ είχε επιδοθεί σε έναν αμυντικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Στο Νότο, η Β. Αφρική είχε οριστικά χαθεί ήδη από τον προηγούμενο Μάϊο. Κατόπιν τούτου, οι Σύμμαχοι, μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου είχαν εισβάλει στη Σικελία πρώτα, και κατόπιν στη Ν. Ιταλία. Ανατολικά, από την επομένη της μάχης του Κουρσκ (Ιούλιος 1943), ο Κόκκινος Στρατός είχε τρέψει σε υποχώρηση τους Γερμανούς σε ολόκληρο το μέτωπο. Στη Δύση, επίκειτο ανά πάσα στιγμή εκδήλωση Συμμαχικής εισβολής στις ακτές του Ατλαντικού. Κατά τον Hitler, σε περίπτωση επιτυχούς απόκρουσης μιας εισβολής αυτού του είδους, η Βέρμαχτ θα εξασφάλιζε πολύτιμο χρόνο, που θα της επέτρεπε να μετατρέψει την εκστρατεία της Ρωσίας σε έναν μακρύ πόλεμο φθοράς, με προοπτικές τελικής επικράτησης. Με αυτό το σκεπτικό, τον Ιανουάριο του 1944, ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ επιφόρτισε τον Rommel με επιπρόσθετα καθήκοντα. Συγκεκριμένα, του εμπιστεύθηκε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Β΄, η οποία έδρευε στη Γαλλία. Πρόθεση του νεοδιορισθέντος διοικητή, ήταν να καθηλώσει, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τον εισβολέα στις ακτές της απόβασης και να μην του επιτρέψει να προωθηθεί στην ενδοχώρα. “Είμαστε απόλυτα βέβαιοι για τη νίκη στη Δύση”, διαβεβαίωνε τη σύζυγό του τον Μάϊο του 1944. “Αναμένω τη μεγάλη μάχη γεμάτος αυτοπεποίθηση”.¹³ Χρειάστηκε να μεσολαβήσει λιγότερο από ένας μήνας, έως ότου εκδηλωθεί η εισβολή, στις 6 Ιουνίου, στις ακτές της Νορμανδίας, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα από τις ακτές της Μάγχης, δηλαδή το σημείο, όπου ο Rommel ήταν πεπεισμένος ότι αυτή θα λάμβανε χώρα. Μέσα σε λίγες μέρες, οι Σύμμαχοι είχαν διασφαλίσει ευρεία προγεφυρώματα, προς την κατεύθυνση των οποίων προωθούσαν αδιάλειπτα ενισχύσεις και εφόδια. Η απόβαση υπήρξε επιτυχής, σε αντιδιαστολή με το σχέδιο του Rommel και την πρόθεσή του να ρίξει τον εισβολέα πίσω στη θάλασσα. Έξι εβδομάδες αργότερα, ο Στρατάρχης τραυματίστηκε σοβαρά, όταν το αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε, δέχτηκε επίθεση από εχθρικό καταδιωκτικό αεροπλάνο. Αυτό υπήρξε συνάμα και το τέλος της σταδιοδρομίας του.

Το προγεφύρωμα στην ακτή Omaha, τρεις ημέρες έπειτα από την απόβαση των Συμμάχων.

Το γεγονός ότι το όνομά του ήταν περισσότερο δημοφιλές από όσο εκείνα των συμπολεμιστών του von Manstein, von Kluge, von Runstedt και Guderian, οφειλόταν περισσότερο στις ειδικές σχέσεις, τις οποίες καλλιεργούσε με την προπαγάνδα και λιγότερο στις επιχειρησιακές του ικανότητες, με αποτέλεσμα να μετεξελιχθεί σε πραγματικό μύθο. Μη διαθέτοντας αριστοκρατικές καταβολές αλλά και μη όντας, ο ίδιος, προϊόν του Γενικού Επιτελείου, ο Rommel ανταποκρινόταν στο έπακρο στο αρχέτυπο, που επέμενε να προωθεί το ναζιστικό καθεστώς. Προκειμένου να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες φιλοδοξίες, τις οποίες έτρεφε, είχε, ευθύς εξαρχής, επιδοθεί σε μια προσπάθεια αυτοπροβολής, σαν να επρόκειτο για τον “Βοναπάρτη του 20ού αιώνα”. Ήδη από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου φρόντιζε να παρουσιάζει τα ανδραγαθήματά του με τον πλέον επικοινωνιακό δυνατό τρόπο. Άλλωστε, με την ίδια πρόθεση δημοσίευσε το, 1937, ένα εγχειρίδιο τακτικής του Πεζικού με τίτλο Infanterie greift an (Το Πεζικό επιτίθεται), όπου περιέγραφε τις εμπειρίες του της περιόδου του Μεγάλου Πολέμου.¹⁴

Μετά το πέρας της εκστρατείας της Γαλλίας, θέλησε να δημοσιεύσει ένα εικονογραφημένο λεύκωμα της θριαμβευτικής προέλασης της 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων, της οποίας είχε αναλάβει τη διοίκηση. O Karl Hanke, ανώτατο στέλεχος του υπουργείου Προπαγάνδας και μετέπειτα γκαουλάιτερ της Σιλεσίας, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως επιτελικός αξιωματικός κάτω από τις διαταγές του, προσέφερε απλόχερα βοήθεια ενόψει της παραπάνω έκδοσης. Η όλη επιχείρηση δεν κατόρθωσε τελικά να καρποφορήσει, εξαιτίας της αντίστασης που προέβαλαν κύκλοι της ανώτατης ηγεσίας του Στρατού Ξηράς. Οι τελευταίοι πρόσαπταν στον Rommel τον άκρατο ατομικισμό του, ειδικότερα δε, τη συνήθεια να αναδεικνύει τα επιτεύγματά του, αποσιωπώντας εκείνα των υφισταμένων του. Ο ίδιος ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο στρατηγός Franz Halder, αρνήθηκε να τον εφοδιάσει με τις φωτογραφίες, οι οποίες προορίζονταν για το συγκεκριμένο λεύκωμα. Παρά ταύτα, οι καλές σχέσεις, που διατηρούσε με το υπουργείο Προπαγάνδας, συνέβαλαν στη διάδοση, στον γραπτό και στον ραδιοφωνικό Τύπο, των πληροφοριών γύρω την ένδοξη επίδοση της 7ης Μεραρχίας – γνωστής και ως “Μεραρχία Φάντασμα”. Μάλιστα, το όνομα του Rommel είχε γίνει, πλέον, συνώνυμο του όρου “αστραπιαίος πόλεμος” (Blitzkrieg). Η προπαγάνδα είχε επινοήσει και τον όρο Rommeln, περιγράφοντας μια ταχύτατη προέλαση βαθειά πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Μια επική κινηματογραφική ταινία, συρραφή επικαίρων (Sieg im Westen Επικράτηση στη Δύση), επίσης αποκύημα του υπουργείου Προπαγάνδας, τον είχε κυριολεκτικά ηρωποιήσει στη συνείδηση των θεατών. Στο γύρισμα της συγκεκριμένης ταινίας μακράς διαρκείας, ο Rommel είχε συμμετάσχει ενεργά, τόσο εμπρός όσο και πίσω από την κινηματογραφική μηχανή λήψης. Σε όλα τα παραπάνω, πρέπει να συνυπολογιστεί, την ίδια εποχή, και η κυκλοφορία ενός βιβλίου με τίτλο Das Gespenster-Division (Η Μεραρχία-Φάντασμα).¹⁵

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H εκστρατεία στη Β. Αφρική τον εφοδίασε με διαστάσεις εθνικού ήρωα. Το συγκεκριμένο επιχειρησιακό θέατρο διέθετε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να λειτουργήσει ως σύμβολο θεαματικής εξάπλωσης της σφαίρας επιρροής της Γερμανίας. Τον Νοέμβριο του 1941, ο Goebbels είχε επισημάνει στην ανώτατη διοίκηση της Βέρμαχτ, πως ο Στρατός Ξηράς είχε απόλυτη ανάγκη από την κατασκευή ινδαλμάτων ανάλογου διαμετρήματος με εκείνα, τα οποία ήδη διέθεταν το Πολεμικό Ναυτικό και η Λουφτβάφε.¹⁶ Εξυπακούεται πως ο υπουργός Προπαγάνδας είχε κατά νου το πρόσωπο του Rommel. Μια παρόμοια ενέργεια μπορούσε να λειτουργήσει και ως αντιπερισπασμός σε επίπεδο κοινής γνώμης, αποσπώντας την προσοχή της τελευταίας από το προβληματικό Ανατολικό μέτωπο. Οι εικόνες διαδέχονταν η μια την άλλη: O Rommel, προπορευόμενος των τεθωρακισμένων μονάδων του, όρθιος μέσα σε ανοικτό αυτοκίνητο, εκτεθειμένος στα πυρά της αντίπαλης αεροπορίας. Ο Rommel, παρακολουθώντας με διόπτρες ανταλλαγή πυρών κάτω από τον γαλανό ουρανό. Ο Rommel, αναλύοντας στους υφισταμένους του, με χρήση χάρτη και ύφος πολέμαρχου, το σχέδιο επίθεσης. Έτσι είχαν οι εικόνες, που κυριαρχούσαν, σε εβδομαδιαία κλίμακα, στα επίκαιρα της εποχής. Οι διάφοροι πολεμικοί ανταποκριτές, φωτογράφοι και εικονολήπτες, οι οποίοι ήταν αποσπασμένοι στο Afrikakorps, έπρατταν τα πάντα, προκειμένου να ενδυναμώσουν τη φήμη του. Το ίδιο και ο υπασπιστής του, ο υπολοχαγός Alfred-Ingemar Berndt. Ο τελευταίος, δεν ήταν μόνο ένας ταλαντούχος ενορχηστρωτής προπαγάνδας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, εκτελούσε χρέη μεσάζοντα ανάμεσα στους Rommel και Goebbels. Την επομένη της κατάληψης του Τομπρούκ, η “Αλεπού της Ερήμου” δεν είχε τίποτα να ζηλέψει, σε επίπεδο δημοτικότητας, από τον ίδιο τον Hitler. Κατά τον Goebbels, “…είναι η ενσάρκωση του πετυχημένου Γερμανού στρατιώτη. Δεν υπάρχει άλλος αξιωματικός, που να κατανοεί, όπως ο Rommel, τη σημασία και την αξία της χρήσης της προπαγάνδας. Πρόκειται για έναν σύγχρονο, από κάθε άποψη, στρατιωτικό”.¹⁷

Ο Rommel, την επομένη της άφιξής του στη Β. Αφρική το 1941.

Στις αρχές του 1942, ο Rommel άρχισε να μονοπωλεί τις συζητήσεις και στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Η παραμονή, τότε, του Winston Churchill στην πρωθυπουργία ήταν επισφαλής, εξαιτίας των αλεπάλληλων αποτυχιών, που είχαν εισπράξει τα βρετανικά στρατεύματα. Η άφιξη του ιαπωνικού στρατού στα περίχωρα της Σινγκαπούρης, είχε ως συνέπεια την απόσυρση σημαντικών χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων από το θέατρο της Μεσογείου και τη μεταφορά τους στην ΝΑ Ασία. Το τίμημα στην έρημο της Λιβύης υπήρξε βαρύ. Οι επιλογές του Βρετανού πρωθυπουργού προσέφεραν λαβή για άσκηση κριτικής. Υπεραμυνόμενος των απόψεών του, ο Churchill έπλεξε το εγκώμιο του Rommel ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων: “ Έχουμε, .απέναντί μας, έναν ιδιαίτερα τολμηρό και επιδέξιο αντίπαλο και, επιτρέψτε μου, παρά τη φρίκη του πολέμου, να αναφέρω: Έναν μεγάλο Στρατηγό!”.¹⁸ Ακριβώς την ίδια εποχή, ο Rommel ήταν, από κοινού με τον Hitler, ο γνωστότερος Γερμανός στη συνείδηση των Βρετανών. Έχαιρε τόσο μεγάλης δημοτικότητας, ώστε πολλοί Βρετανοί συνάδελφοί του να αναγκάζονται να διαβεβαιώνουν πως δεν αισθάνονταν ανταγωνιστικά. Το όνομά του ενέπνεε φόβο και δέος στις τάξεις των στρατιωτών, κάνοντας τον Στρατηγό Claude Auchinleck, ανώτατο διοικητή του θεάτρου της Μέσης Ανατολής, να διατάξει τους διοικητές των μονάδων να μην τον μνημονεύουν δημόσια.¹⁹

Η εξύμνηση του Rommel στη Βρετανία συνεχίστηκε καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τόσο ο Churchill όσο και οι στρατηγοί του, τον διατηρούσαν σε υψηλή εκτίμηση. Το αυτό ίσχυε και για επώνυμους βιογράφους και ιστορικούς, εξειδικευμένους στο χώρo της στρατιωτικής Ιστορίας (Desmond Young και Basil Henry Liddel Hart). Επρόκειτο για έναν έμμεσο τρόπο ανάδειξης των βρετανικών επιτυχιών στο βορειοαφρικανικό επιχειρησιακό θέατρο και της συμβολής τους στην τελική έκβαση και κατατρόπωση του Γ΄ Ράιχ. Στο στρατόπεδο των ηττημένων, η εκστρατεία της Ερήμου αναδείκνυε ανάγλυφα τις αρετές του Γερμανού στρατιώτη, την ίδια στιγμή που, στο ρωσικό μέτωπο, οι ομαδικές εκτελέσεις, οι πάσης φύσεως ακρότητες και βιαιοπραγίες δέσποζαν στην ημερήσια διάταξη. Τα Απομνημονεύματα του Rommel, παρουσίαζαν τον πόλεμο, τον οποίο διεξήγαγε, ακριβώς έτσι όπως τιτλοφορούνταν το 1950, οπότε και κυκλοφόρησαν: Krieg ohne Hass (Πόλεμος δίχως μίσος).²° Ακόμα και σήμερα, η εκστρατεία της Β. Αφρικής διατηρεί συστατικά στοιχεία, τα οποία παραπέμπουν ευθέως σε μια ιπποτική αναμέτρηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Rommel κατάφερε να παραμείνει υπό το φως των προβολέων της ναζιστικής προπαγάνδας περισσότερο από κάθε άλλον ανώτατο αξιωματικό της Βέρμαχτ χάρη στην προσωπική του σχέση με τον Hitler και μόνο. Ο αντικομφορμισμός, σε συνδυασμό με την έντονα αισιόδοξη φύση του, είχαν ευμενώς προδιαθέσει τον ηγέτη του Γ΄ Ράιχ. Ο Albert Speer διαβεβαίωνε πως επρόκειτο για τον αγάπημένο Στρατηγό του Φύρερ.²¹ Η μεταξύ τους σχέση χαρακτηριζόταν από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν, το καλοκαίρι του 1942, ο Rommel κατέκτησε το Τομπρούκ, ο Hitler τον αναγόρευσε στο αξίωμα του Στρατάρχη. Μάλιστα, για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, ερωτοτροπούσε με τη σκέψη να τον διορίσει ανώτατο διοικητή του Στρατού Ξηράς. “Είναι ακέραιος και έμπιστος από ιδεολογικής απόψεως. Δεν κινείται, απλώς, κοντά στους εθνικοσοσιαλιστές. Είναι ο ίδιος εθνικοσοσιαλιστής. Ταυτόχρονα, διαθέτει ικανότητες αυτοσχεδιασμού, είναι από τη φύση του θαρραλέος και ασυνήθιστα εφευρετικός. Πρόκειται ακριβώς για το είδος του στρατιωτικού, που τόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε. Ο Rommel είναι ο μελλοντικός ανώτατος διοικητής του Στρατού Ξηράς”.²² Φαίνεται δε, πως ακριβώς τότε, η “Αλεπού της Ερήμου” ασκούσε μια επίδραση σχεδόν υπνωτική επάνω στον Φύρερ.²³

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, στους κύκλους της ανώτατης ηγεσίας του Στρατού Ξηράς, η ιλιγγιώδης σταδιοδρομία του αγαπημένου Στρατάρχη του Hitler, τον έκανε να φαντάζει ως τον μόνο, μεταξύ των ομολόγων του, που δεν υπήρξε καθαρόαιμο προϊόν του Γενικού Επιτελείου. Γι αυτό και αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Ήδη από το 1940, η ανάληψη της διοίκησης μιας Μεραρχίας Τεθωρακισμένων οφειλόταν στην προσωπική παρέμβαση του Φύρερ. Ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Προσωπικού, αναλογιζόμενος τα κατορθώματά του της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σκόπευε να του εμπιστευθεί τη διοίκηση μιας Ορεινής Μεραρχίας. Το επόμενο έτος, ο Hitler του ανέθεσε τη διοίκηση του Afrikakorps, παρακάπτοντας τις εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου, το οποίο θεωρούσε ως καταλληλότερο έναν εκ των Erich von Manstein και Hans von Funk. Στη Β. Αφρική, ο Rommel δεν άργησε να δώσει δείγματα ανεξαρτησίας και ελεύθερου πνεύματος ως προς την άσκηση των καθηκόντων του. Όταν, την άνοιξη του 1941, το Afrikakorps βρέθηκε πολύ γρήγορα σε δεινή θέση, ο Halder έκρινε σκόπιμο να στείλει επιτόπου τον άμεσο συνεργάτη του, τον Στρατηγό Friedrich Paulus, με σαφή εντολή να επαναφέρει στην τάξη “τον στρατιωτικό εκείνο, που είχε μετεξελιχθεί σε τρελλό για δέσιμο”.²⁴ Λίγο αργότερα, ο Paulus υπέβαλε την σχετική έκθεση: “Παραβλέποντας τις διαταγές, ο Rommel δημιούργησε μια κατάσταση, η οποία καθιστά ανεπαρκή τον ανεφοδιασμό, με γνώμονα τα υπάρχοντα δεδομένα. Αναμφίβολα, είναι κατώτερος των περιστάσεων”.²⁵ Εκφράζοντας ανάλογη άποψη, ο Halder προσέθετε: “Τα ελαττώματά του τον καθιστούν αντιπαθή. Ουδείς, ωστόσο, διανοείται να διασταυρώσει τα ξίφη μαζί του, εξαιτίας των βίαιων μεθόδων του και της υποστήριξης, της οποίας χαίρει στα υψηλότατα κλιμάκια”.²⁶ Ο Στρατάρχης Walther von Brauchitsch, ανώτατος διοικητής του Στρατού Ξηράς, είχε, με τη σειρά του, αρνητική άποψη για τον Rommel. Τόσο αυτός, όσο και ο Halder, θα τον είχαν ευχαρίστως απαλλάξει από τη διοίκηση του Afrikakorps. Με τη διαφορά του ότι ο Rommel διέθετε ένα μη αντιστρέψιμο πλεονέκτημα: την υποστήριξη του ιδίου του Hitler προσωπικά.

Αριστερά: Η ανώτατη ηγεσία του Στρατού Ξηράς, Franz Halder και Walther von Brauchitsch. Δεξιά: O Erwin Rommel και ο υπουργός Προπαγάνδας του Γ΄Ράιχ, Joseph Goebbels.

Η κατάσταση άλλαξε άρδην, όταν, την επομένη της αγγλο-αμερικανικής απόβασης στη Νορμανδία, ο Rommel συνειδητοποίησε πως η Γερμανία κινδύνευε να ηττηθεί, ενόσω αναλωνόταν σε έναν άνισο διμέτωπο αγώνα. Στις αρχές του καλοκαιριού του 1944, προσπάθησε εις μάτην να πείσει τον Hitler να συνάψει ανακωχή στη Δύση. Το χειρότερο όλων ήταν πως είχε απωλέσει, πλέον, την εμπιστοσύνη του Φύρερ. Στις αρχές Ιουλίου, άρχισε να σκέπτεται το ενδεχόμενο να επιδιώξει επαφή, με δική του πρωτοβουλία και ενάντια στην επίσημη πολιτική, με τον Στρατηγό Bernard Montgommery, παλαιό του αντίπαλο στο θέατρο της Β. Αφρικής. Αντικείμενο θα ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων για επίτευξη μιας έντιμης, για τη χώρα του, ειρήνης. Δυστυχώς, στις 17 Ιουλίου, η τύχη τον εγκατέλειψε. Πληροφορούμενος, λίγες ημέρες αργότερα, βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο, την αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του Hitler, εκμυστηρεύτηκε στη σύζυγό του: “Πέραν από το ατύχημα, η απόπειρα κατά του Hitler με κλόνισε. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό που όλα εξελίχθηκαν, τελικά, κατ ευχήν”.²⁷

Ούτε μια φορά, παρουσία προσώπων της εμπιστοσύνης του, ο Rommel επικρότησε την ενέργεια του Clauss von Stauffenberg. Όχι μόνο παρέμεινε πιστός στον Hitler μέχρι τέλους, αλλά αισθανόταν υπερήφανος για την εντιμότητά του έναντι του αρχηγού του. Κατ επέκταση, εξέλαβε ως ατίμωση των συνομωτών τον όλο σχεδιασμό και εκτέλεση της δολοφονικής απόπειρας. Στον υπασπιστή και στενό του φίλο από παλιά, Helmuth Lang, για πολλοστή φορά επικαλέστηκε τη θεία πρόνοια, που προστάτεψε τον Φύρερ, απαλλάσσοντας τη Γερμανία από μια οδυνηρή δοκιμασία.²⁸

Για μια φορά, ακόμη, η τύχη του έστρεψε την πλάτη καθώς τον συμπεριέλαβε στο κύμα διώξεων, υπό την απειλή των οποίων, κυρίαρχο μέλημα των ανώτατων αξιωματικών της Βέρμαχτ ήταν να διατυμπανίζουν προς πάσα κατεύθυνση την αφοσίωσή τους στο πρόσωπο του Hitler. Το όνομα του Rommel αναμίχθηκε από δυο αξιωματικούς, δίχως ο ενδιαφερόμενος να έχει αντιληφθεί το παραμικρό. Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο υποστράτηγος Hans Speidel, αρχηγός του επιτελείου του Rommel στη Γαλλία. Αμφότεροι ήταν της άποψης πως η ανεύρεση μιας πολιτικής λύσης στη Δύση ήταν επιβεβλημένη. Διαφωνούσαν, ωστόσο, ως προς ένα κομβικής σημασίας σημείο. Ο Speidel θεωρούσε πως ουδέποτε οι Σύμμαχοι θα δέχονταν να συνομολογήσουν ειρήνη με τον Hitler. Συνεπώς, προείχε η ανατροπή του καθεστώτος με τη φυσική εξόντωση του Φύρερ. Ουδέποτε, όμως, κατέστησε τον Rommel κοινωνό της τελευταίας, αυτής, σκέψης. Από τη δική του πλευρά, ο Rommel, με αρκετή δόση πολιτικής αφέλειας είναι αληθεία, επένδυε στην πολιτική επιδεξιότητα του Φύρερ, βέβαιος πως ο τελευταίος θα λάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα εκείνα, που θα επέτρεπαν την υπογραφή χωριστής ειρήνης στο Δυτικό μέτωπο.²⁹

Οι Erwin Rommel και Hans Speidel (πίσω αριστερά) επιθεωρούν το Τείχος του Ατλαντικού τον Φεβρουάριο του 1944

 

Ο αντισμήναρχος και εξάδελφος του Clauss von Stauffenberg, Caesar von Hofacker

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O δεύτερος αξιωματικός, ο οποίος ενέπλεξε το όνομα του Rommel στη συνωμοσία της 20ής Ιουλίου, ήταν ο αντισμήναρχος Caesar von Hofacker. Την ίδια εποχή υπηρετούσε στη Γαλλία και είχε μυηθεί στην όλη υπόθεση, όπως άλλωστε όλα, σχεδόν, τα ανώτατα στελέχη της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης της χώρας αυτής. Στις αρχές Ιουλίου του 1944, οι συνωμότες αγνοούσαν ακόμη κατά πόσο μπορούσαν να υπολογίζουν ή όχι στη σύμπραξη του Rommel. Αυτός υπήρξε ο λόγος, ο οποίος έπεισε τον Στρατηγό Karl-Heinrich von Stülpnagel, στρατιωτικό διοικητή της Γαλλίας, να στείλει τον Hofacker στο στρατηγείο του Rommel, στον πύργο της La Roche-Guyon, με σκοπό να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του Στρατάρχη και του επιτελείου του. Ο Hofacker ξεκίνησε με μια ανάλυση της όλης στρατηγικής κατάστασης. Οι πάντες συναίνεσαν ως προς την ανάγκη ανεύρεσης μιας πολιτικής λύσης στο Δυτικό μέτωπο το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να αποφευχθεί μια ολική στρατιωτική κατάρρευση της Γερμανίας. Ωστόσο, αν και ο ίδιος γνώριζε την ακριβή ημερομηνία της απόπειρας, ο Hofacker δεν ανέφερε λέξη ως προς την ανάγκη φυσικής εξόντωσης του Hitler. Επομένως, ούτε ο Speidel ούτε ο Hofacker είχαν μυήσει τον Rommel στη συνωμοσία, όταν, στις 20 Ιουλίου του 1944, εξερράγη η βόμβα, που ο Stauffenberg είχε τοποθετήσει στο στρατηγείο του Hitler, στην Ανατολική Πρωσία.³°

Παρά ταύτα, καταλυτική υπήρξε για τον Rommel η μαρτυρία του Speidel, τη συμμετοχή του οποίου στη συνωμοσία ομολόγησε ο Hofacker μόλις συνελήφθη από την Γκεστάπο. Προκειμένου να βγει από το αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει, και να αποφύγει την βέβαιη θανατική καταδίκη, ο Speidel ομολόγησε πως είχε πληροφορηθεί από τον Hofacker την ακριβή ημερομηνία της απόπειρας. Συνέχισε δε, λέγοντας πως επιτέλεσε το καθήκον του, διαβιβάζοντας την πληροφορία στον προϊστάμενό του, δηλαδή στον Rommel. Με τον τρόπο αυτό, μετέφερε στον Στρατάρχη την ευθύνη της απόκρυψης της είδησης, και συνακόλουθα, της αποφυγής ενημέρωσης των ανωτάτων κλιμακίων της Βέρμαχτ. Η μαρτυρία του Speidel ήταν, όντως, αξιόπιστη; Αρμόδιο να αποφανθεί, ήταν πλέον το στρατοδικείο. Με τη διαφορά ότι, ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, το πλαισίωναν όλοι οι αντίζηλοι του Rommel, όπως ο Στρατάρχης Wilhelm Keitel, o Στρατηγός Heinz Guderian και ο Υποστράτηγος Heinrich Kirchheim. Αναμενόμενο ήταν οι προαναφερθέντες να σπεύσουν να υιοθετήσουν τη μαρτυρία του Speidel στο σύνολό της και να επιρρίψουν στον Rommel την ευθύνη για την μη ενημέρωση της ηγεσίας της Βέρμαχτ. Ο τελευταίος αγνοούσε παντελώς τα όσα υφαίνονταν εις βάρος του στο Βερολίνο. Μοναδικό του μέλημα ήταν ο προβληματισμός μήπως του καταλογιστούν ευθύνες για την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία. “Ο σύζυγός μου ήταν πεπεισμένος πως θα αναζητούσαν να επιρρίψουν σε κάποιον την ευθύνη για τη στρατιωτική κατάσταση στη Δύση”, αποκάλυψε αργότερα η Lucie Rommel.³¹

Στις 14 Οκτωβρίου 1944, στο Herrlingen της Σουαβίας, όπου βρισκόταν η οικία του Rommel (ο Στρατάρχης τελούσε ακόμη υπό ανάρρωση από τον βαρύτατο τραυματισμό του), έκαναν την εμφάνισή τους οι Στρατηγοί Wilhelm Burgdorf και Erns Maisel, ως ειδικοί απεσταλμένοι του Hitler. Οι διαταγές του Φύρερ ήταν σαφείς, θέτοντας τον Rommel προ διλήμματος: διασυρμό ενώπιον της Δικαιοσύνης με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και όλες τις επακόλουθες συνέπειες εις βάρος των μελών της οικογενείας του ή αυτοκτονία με ταυτόχρονη διασφάλιση της τιμής του. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Rommel έδωσε τέλος στη ζωή του καταπίνοντας μια κάψουλα υδροκυανίου, με την οποία οι δυο απεσταλμένοι αξιωματικοί φρόντισαν να τον εφοδιάσουν. Το κρατικό ραδιόφωνο μετέδωσε την είδηση πως ο Στρατάρχης είχε υποκύψει στα τραύματά του. Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία, στο Ουλμ, ο πρύτανης του σώματος των Στραταρχών Gerd von Runstedt, εκφώνησε τον επικήδειο εξ ονόματος του Hitler, τονίζοντας εμφατικά η αφοσίωση του Rommel “στον Φύρερ και στο Ράιχ”, για να ολοκληρώσει με την ακόλουθη ορθή, κυνική ωστόσο, αναφορά: “Η καρδιά του ανήκε στον Φύρερ”.³² Μόνο που ο θάνατος του Rommel δεν σήμαινε κατ ανάγκη και το τέλος του θρύλου του.

Η κηδεία του Erwin Rommel στο Ουλμ.

 Nazi Secrets: The Desert Fox full documentary HD

O Benoît Lemay είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Μοντρεάλ και κάτοχος μεταδιδακτορικού τίτλου σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV – Sorbonne). Έχει ειδικευθεί στον τομέα της στρατιωτικής ιστορίας της Γερμανίας της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και σε εκείνους της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της σημερινής Γερμανίας. Από το 2011 διδάσκει στο Βασιλικό Στρατιωτικό Κολλέγιο του Καναδά (Royal Military College of Canada).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος αρ. 234 του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporainsΠαρίσι, Presses Universitaires de France, Μάρτιος-Ιούνιος 2009, σσ. 25-37, υπό τον τίτλο “Erwin Rommel: Le héros de la propagande”.

¹ Dominique Lormier, Rommel. La fin d’ un mythe, Paris, Le Cherche-Midi, 2003, σ. 43.

² Ralf Georg Reuth, Rommel. Das Ende einer Legende, München, Piper, 2004, σ. 30-32.

³ Lormier, Rommel…, σ. 49-50.

⁴ National Archives (Washington), RG 242 T84/Rommel Collection Roll: NA RG 242 T84/275 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 2 Δεκεμβρίου 1938).

⁵ Ralf Georg Reuth, “Erwin Rommel – Die Propaganaschöphung” in Ronald Smelser και Enrico Syring (επιμ.), Die Militärelite des Dritten Reiches, Berlin, Ullstein, 1995, σ. 463.

⁶ ΝΑ RG 242 T84/274 (Eπιστολή προς Lucie Rommel, 31 Αυγούστου 1939).

⁷   NA RG 242 T84/274 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 2 Σεπτεμβρίου 1939).

⁸   Desmond Young, Rommel, the Desert Fox, New York, Harper & Brothers, 1950, σ. 41.

⁹ ΝΑ RG 242 T84/273 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 10 Σεπτεμβρίου 1939).

¹º Reuth, Rommel…, σ. 61.

¹¹ Basil Henry Liddel Hart (επιμ.), The Rommel Papers, New York, Da Capo Press, 1953, σ. 511-515.

¹² Guido Knopp και Rudolf Gültner, “Das Idol” in Guido Knopp (επιμ.), Hitlers Krieger, Μόναχο, Goldmann, 2000, σ. 47.

¹³ NA RG 242 T84/275 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 12 Μαΐου 1944).

¹⁴ Erwin Rommel, Infanterie greift an. Erlebnis und Erfahrung, Potsdam, Voggenreiter, 1937.

¹⁵ Alfred Tschimpke, Die Gespenster-Division, München, F. Eher, 1941.

¹⁶ Elke Fröhlich (επιμ.), Die Tagebücher von Joseph Goebbels, München, K. G. Saur, 1987, Τ. ΙΙ/2, 28 Νοεμβρίου 1941, σ. 385.

¹⁷ Henry Picker (επιμ.), Hitlers Tischgespräche im Führerhauptquartier, Stuttgart, Seewald, 1976, σ. 373-374.

¹⁸ Winston S. Churchill, The Second World War, T. 4, The Hinge of Fate, Boston, Houghton Mifflin Company, 1950, σ. 67.

¹⁹ Hans Gert Freiherr von Esebeck, Afrikanische Schicksaldsjahre. Das deutsche Afrika-Korps unter Feldmarschall Rommel, Wiesbaden, Limes, 1950, σ. 132.

²° Lucie-Maria Rommel και Fritz Bayerlein (επιμ.), Krieg ohne Hass. Afrikanische Memoiren, Heidenheim, Heidenheimer Zeitung, 1950.

²¹ Albert Speer, Erinnerungen, Frankfurt am Main, Ullstein, 1969, σ. 256.

²² Fröhlich (επιμ.), Tagebücher von Joseph Goebbels…, T. II/4, 4 Οκτωβρίου 1942, σ. 65.

²³ Albert Kesselring, Soldat bis zum letzten Tag, Bonn, Athenäum, 1953, σ. 169.

²⁴ Franz Halder, Kriegstagebuch, T. II: Von der geplanten, Landung in Englad bis zum Beginn des Ostfeldzuges, Stuttgart, W. Kohlhammer, 1963, 23 Απριλίου 1941, σ. 377-378.

²⁵ Ibid., 11 Μαΐου 1941.

²⁶ Franz Halder, Kriegstagebuch, T. IΙI: Der Russlandfeldzug bis zu Marsch auf Stalingrad, Stuttgart, W. Kohlhammer, 1964, 6 Ιουλίου 1941, σ. 48.

²⁷ NA RG 242 T84/275 (Eπιστολή προς Lucie Rommel, 24 Ιουλίου 1944).

²⁸ Maurice Philip Remy, Mythos Rommel, München, List, 2004, σ. 294-295.

²⁹ Friedrich Ruge, Rommel und die Invasion: Erinnerungen, Stuttgart, K.F. Koehler, 1959, σ. 214-215.

³° Reuth, Rommel…, σ. 217-223.

³¹ Young, Rommel…, σ. 205.

³² ΝΑ RG 242 T/277 (Aντίγραφο του επικηδείου λόγου). 

© PUF/Humensis, 2009

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα Πλουτάρχου Ηθικά: “Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης” Το ταξίδι και η αποικία των Ελλήνων στην Β. Αμερική

Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα

Πλουτάρχου Ηθικά: “Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης”

Το ταξίδι και η αποικία των Ελλήνων στην Β. Αμερική*

 

Πότε: Χρονολόγηση με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του κειμένου

Πως: Αναλυτική περιγραφή του ταξιδιού – Ρεύματα Ατλαντικού Ωκεανού

Εισαγωγή

Ο Πλούταρχος γεννήθηκε και έζησε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας, τον 1Ο αιώνα μ.Χ.(45 -120). Ήταν ένας πολυγραφότατος ιστορικός, βιογράφος και δοκιμιογράφος. Ταξίδεψε πολύ στον μεσογειακό κόσμο και δύο φορές πήγε στη Ρώμη. Είχε φίλους Ρωμαίους με ισχυρή επιρροή, ανάμεσα στους οποίους ο Lucius Mestrius Florus, Ρωμαίος ύπατος, ο οποίος φρόντισε να αποδοθεί στον Πλούταρχο η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Αργότερα, όταν ο Πλούταρχος ήταν σε προχωρημένη ηλικία, ορίστηκε procurator, δηλαδή επίτροπος της Αχαΐας. Μια θέση που του επέτρεπε να φέρει τα εμβλήματα και τα ενδύματα του Ρωμαίου ύπατου. Ο Πλούταρχος μυήθηκε στα μυστήρια του Απόλλωνα. Ήταν πρεσβύτερος των ιερέων του Απόλλωνα, στο Μαντείο των Δελφών, όπου διετέλεσε υπεύθυνος για την ερμηνεία των χρησμών της Πυθίας, αξίωμα που κράτησε για 29 έτη έως τον θάνατό του. Εκτός από τα καθήκοντά του στους Δελφούς, ο Πλούταρχος ήταν επίσης magistratus, δηλαδή άρχων στη Χαιρώνεια και αντιπροσώπευσε την ιδιαίτερη πατρίδα του σε διάφορες αποστολές σε ξένες χώρες.

Αν και το πιο γνωστό του έργο είναι οι Βίοι Παράλληλοι, μια σειρά βιογραφιών διάσημων Ελλήνων και Ρωμαίων, διευθετημένων ανά ζεύγη, υπάρχει και μια υπέροχη συλλογή 183 πραγματειών και καταγραμμένων λόγων, (σώζονται 76) που διασώθηκε υπό τον τίτλο Ηθικά. Ανάμεσα σε αυτά, βρίσκεται και το έργο Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης που, με αφορμή το λεγόμενο ‘πρόσωπο’ το οποίο μοιάζει να απεικονίζεται στην Σελήνη (λόγω των σκιάσεων), πραγματεύεται θέματα σχετικά με την Σελήνη (έδαφος, φωτεινότητα, ανακλαστικότητα, εκλείψεις κλπ) από την άποψη της Φυσικής αλλά και της Φιλοσοφίας-Θεολογίας. Πρόκειται για συζήτηση μεταξύ εκπροσώπων διαφόρων Φιλοσοφικών Σχολών και όχι μόνον, που διεξάγεται ενώ περπατούν, μετά την λήξη ενός Συμποσίου, στο οποίο συμμετείχε και ο Πλούταρχος (όπως γράφουν οι αναλυτές του κειμένου).

Τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι:

  • Ο αδελφός του Πλουτάρχου, ο Λαμπρίας, ο οποίος ήταν ιερέας στο Μαντείο της Λιβαδειάς και magistratus στο ναό του Απόλλωνα, στους Δελφούς. Ο Λαμπρίας είναι ο συντονιστής αυτής της συζήτησης.
  • Ο γεωμέτρης Απολλωνίδης
  • Ο Αριστοτέλης
  • Ο Φαρνάκης
  • Ο Θέων από την Αίγυπτο, Στωικός Φιλόσοφος
  • Ο Μαθηματικός Μενέλαος από την Αλεξάνδρεια που ήταν επίσης και διάσημος Αστρονόμος (είχε κάνει δύο αστρονομικές παρατηρήσεις στην Ρώμη, τον Ιανουάριο του 98 μ.Χ. Πρόκειται για τις αποκρύψεις των αστέρων Spica(Στάχυς) and Beta Scorpii (β του Σκορπιού) από την Σελήνη).
  • Ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος που είχε προσφέρει και το δείπνο υποδοχής για τον Πλούταρχο κατά την άφιξή του στην Ρώμη μετά από μακρά απουσία (8th Book Symposia (Quaestiones conivales, 727Β and in De cohibenda ira 453, C 9).
  • Ο Λεύκιος, ένας Πυθαγόρειος μαθητής του Μοντεράτου από την Τυρρηνία που επίσης είχε παραβρεθεί και στο δείπνο υποδοχής για τον Πλούταρχο στην Ρώμη (Quaestiones conivales (727Β 5)).

Σύμφωνα με τους μελετητές του έργου, η συνάντηση όλων αυτών και ο διάλογος μεταξύ τους έγινε στην Ρώμη, κατά την δεύτερη επίσκεψη του Πλουτάρχου σε αυτήν, καθώς φαίνεται ότι ήταν ήδη πολύ γνωστός στους φιλοσοφικούς κύκλους της Ρωμαϊκής πρωτεύουσας. Στο πρώτο του ταξίδι στην Ρώμη όταν ήταν νέος, τον συνόδευε ο Λούκιος Μέστριος Φλώρος. Αναφέρεται ότι τότε πήγε και στην Λομβαρδία, στην Κρεμώνα, η οποία ως γνωστόν καταστράφηκε το 69 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Βεσπασιανού.

Πλούταρχος (45 – 120), Αρχαιολογικό Μουσείο των Δελφών.

Προς το τέλος της συζήτησης ο Λαμπρίας καλεί τους συνομιλητές να καθίσουν για να ακούσουν αυτά που έχει να τους πει ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος. Εκείνος τους μεταφέρει τις πληροφορίες περί Θεολογίας της Σελήνης που είχε μάθει από κάποιο ‘ξένο’ τον οποίο είχε συναντήσει στην Καρχηδόνα. Αυτός ο ‘ξένος’ είχε επιστρέψει από ένα μεγάλο ταξίδι, από την ‘μεγάλη ήπειρο’ που συνδέεται με την ‘μεγάλη θάλασσα’… Αν για τους ανθρώπους της Μεσογείου θαλάσσης, η ‘μεγάλη θάλασσα’ είναι ο Ατλαντικός Ωκεανός, τότε η ‘μεγάλη ήπειρος’ θα πρέπει να είναι η Αμερική…

Συγκεκριμένα ο ‘ξένος’ κάνει λόγο για ένα νησί που είναι κοντά στην ‘μεγάλη ήπειρο’ και που –όπως λένε οι βάρβαροι- ο Δίας είχε φυλακίσει τον Κρόνο. Για αυτό τον λόγο, αυτή η θάλασσα ονομάζεται Κρόνιο Πέλαγος. Και από άλλες αναφορές αρχαίων κειμένων, όπως τα Ορφικά Αργοναυτικά, γνωρίζουμε ότι το Κρόνιο Πέλαγος βρίσκεται στο Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Τιτάνας Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του, μόλις τα γεννούσε η Τιτανίδα Ρέα. Όμως στην περίπτωση του Δία, η Ρέα ξεγέλασε τον Κρόνο δίνοντάς του μια φασκιωμένη πέτρα αντί για το μωρό. Τον Δία τον έκρυψε στην Κρήτη, όπου και μεγάλωσε. Τότε διεκδίκησε από τον Κρόνο την κυριαρχία του κόσμου. Απελευθέρωσε τα αδέλφια του, τους μετέπειτα θεούς Ποσειδώνα, Άδη, Ήρα, Δήμητρα και Εστία και τελικά έγινε η Τιτανομαχία, όπου οι θεοί με τον Δία νίκησαν τους Τιτάνες του Κρόνου. Ο Δίας εξόρισε τον Κρόνο κάπου πολύ μακριά. Μαζί του εξορίστηκαν και όλοι οι σύντροφοι και ακόλουθοί του. Στο κείμενο του Πλουτάρχου αναφέρεται ότι όλοι αυτοί υπηρετούν τον Κρόνο που κοιμάται μέσα σε ‘χρυσό σπήλαιο’ σε ένα νησί κοντά στην ‘μεγάλη ήπειρο’.

Η Τιτανομαχία, όπως απεικονίζεται στον Βωμό της Περγάμου, Βερολίνο, Pergamonmuseum.

Εκεί λοιπόν είχε μεταναστεύσει ο ‘ξένος’ και υπηρετούσε τον Κρόνο. Οι γνώσεις που είχε αποκομίσει από το ιερατείο του Κρόνου ήταν πολλές και σημαντικές, όπως Αστρονομία, Γεωμετρία, έρευνα της Φύσης κλπ. Αλλά όταν πέρασαν 30 χρόνια και ήλθε κάποια άλλη αποστολή αποίκων, εκείνος επέστρεψε στην πατρίδα του, στην Μεσόγειο Θάλασσα. Ο Σύλλας διευκρινίζει ότι ο ίδιος ο ‘ξένος’ τους διηγήθηκε πάρα πολλά πράγματα, όχι μόνο στον Σύλλα, αλλά και σε κάποιους άλλους (χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό), σχετικά με ιερά γραπτά και μύηση σε ιερές τελετές. Όμως εδώ θα περιοριστεί να μεταφέρει ότι τους είπε-συμπεριλαμβανομένης της Κρόνιας αντίληψης- για την Σελήνη.

Τα κείμενο του Πλουτάρχου τελειώνει με αυτές τις φράσεις: ‘Τούτα, είπε ο Σύλλας, άκουσα τον ξένο να διηγείται, ενώ σε εκείνον, όπως έλεγε ο ίδιος, τα αποκάλυψαν οι θαλαμηπόλοι και οι υπηρέτες του Κρόνου. Όσο για σας Λαμπρία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την διήγηση όπως θέλετε’. Μια προτροπή που θα έλεγα ότι ισχύει και για τον σημερινό αναγνώστη.

Η διήγηση περί της αποικίας των Ελλήνων

Σύμφωνα λοιπόν με τα λεγόμενα των βαρβάρων, όπως τα μεταφέρει ο Σύλλας, στις ακτές αυτής της ‘μεγάλης ηπείρου’ κατοικούν Έλληνες, γύρω από ένα κόλπο. Επειδή το νησί του Κρόνου, ο κόλπος και η ‘μεγάλη ήπειρος’ είναι πολύ κοντά, αυτοί οι Έλληνες θεωρούν τους εαυτούς τους στεριανούς και νησιώτες ταυτόχρονα. Και μάλιστα λένε ότι ‘ενώ το ελληνικό στοιχείο είχε φθαρεί μετά από τόσους αιώνες, έφτασε εκεί αποστολή αποίκων υπό τον Ηρακλή και έτσι το ελληνικό στοιχείο αναζωπυρώθηκε και έγινε πάλι ισχυρό. Για αυτό τον λόγο, αυτοί οι Έλληνες τιμούν τον Ηρακλή και τον Κρόνο’.

Αν για την Τιτανομαχία δεν μπορούμε να έχουμε σαφή χρονολόγηση, για τον Ηρακλή μπορούμε να πούμε πότε έζησε. Αυτό προκύπτει από το ότι ο Ηρακλής, λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Θησέα, αφενός έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν και πατέρες ηρώων του Ομηρικού Τρωικού Πολέμου, και αφετέρου ο ίδιος ο Ηρακλής εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, όταν βασιλιάς της ήταν ο Λαομέδων, ο πατέρας του Πριάμου, που ήταν βασιλιάς της κατά τον Ομηρικό Τρωικό Πόλεμο. Ο Ηρακλής νίκησε και σκότωσε τον Λαομέδοντα και τοποθέτησε στον θρόνο της Τροίας τον νεαρό Πρίαμο.

Γνωρίζοντας ότι ο Ομηρικός Τρωικός Πόλεμος έγινε γύρω στο 1250 π.Χ. (στρώμα TROY VIIa, σύμφωνα με μεγάλη μερίδα αρχαιολόγων, αλλά και αρχαίων κειμένων), ο Ηρακλής πρέπει να έζησε γύρω στο 1300 π.Χ. Με βάση την χρονολόγηση από τα Αστρονομικά στοιχεία των Ομηρικών Επών, ο Τρωικός Πόλεμος έγινε το 1228-1218 π.Χ. (Papamarinopoulos, Preka-Papadema et al, 2016), όταν ο Πρίαμος ήταν υπέργηρος σύμφωνα με τον Όμηρο. Ο πρώτος Τρωικός Πόλεμος υπό τον Ηρακλή πρέπει να έγινε μία-δύο γενιές πιο πριν, καθώς ο Πρίαμος ήταν τότε νεαρός.

Έκτοτε, από τον καιρό του Ηρακλή, περί το 1300 π.Χ., κάθε 30 χρόνια φεύγει μια αποστολή αποίκων από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την ‘μεγάλη ήπειρο’ ώστε να ανανεώνεται συνεχώς το Ελληνικό Στοιχείο, σύμφωνα με την περιγραφή του Σύλλα. Αναχωρούν ‘πλοία’ και όχι ένα πλοίο, οι άποικοι εκλέγονται δια κλήρου, γίνονται πάρα πολλές ετοιμασίες καθώς το ταξίδι είναι δύσκολο και φυσικά όλα αυτά απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα προετοιμασίας πριν φύγουν τα πλοία με τους νέους αποίκους.

Όταν φτάσει εκεί στην ‘μεγάλη ήπειρο’ η νέα αποστολή αποίκων, οι προηγούμενοι άποικοι, αν επιθυμούν, μπορούν να επιστρέψουν στην Μεσόγειο Θάλασσα. Αλλά οι περισσότεροι επιλέγουν να παραμείνουν, καθώς η ζωή τους εκεί, φαίνεται ότι είναι πολύ καλή. Υπάρχει όμως και η περίπτωση που το ιερατείο του Κρόνου δεν τους επιτρέπει να φύγουν. Άραγε ο συγκεκριμένος ‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα και άρα Έλληνας σύμφωνα με την διήγηση, έφυγε μόνος του ή μήπως κατόπιν σχετικής εντολής του ιερατείου του Κρόνου, γιατί είχε κάποια ειδική αποστολή; Γιατί ο άνθρωπος αυτός αφού επέστρεψε στην πατρίδα του, οργάνωσε άλλο ταξίδι προς την Καρχηδόνα. Εκεί πέρασε πολύ καιρό ψάχνοντας για κάποιες ιερές περγαμηνές τις οποίες κάποιοι είχαν θάψει έξω από την πόλη για να τις διασώσουν από την πλήρη καταστροφή της πόλης κατά τον 3ο Καρχηδονιακό Πόλεμο (149-146 π.Χ.), όπως αναγράφεται στο κείμενο του Πλουτάρχου.

Ίσως αυτές οι περγαμηνές θάφτηκαν από το ιερατείο του Κρόνου της Καρχηδόνας, καθώς ο μεγάλος ναός του Κρόνου στην Μεσόγειο Θάλασσα, βρισκόταν στην Καρχηδόνα. Πρόκειται για τον Baal Hammon-Κρόνος. Η Καρχηδόνα ήταν αποικία των Φοινίκων και ο θεός τους ήταν ο αντίστοιχος του Φοινικικού θεού Κρόνου. Οι ανασκαφές έχουν δείξει στοιχεία ύπαρξης ανθρωποθυσιών και μάλιστα μικρών παιδιών, προς τιμήν του Baal Hammon-Κρόνος.

Επίσης στην Καρχηδόνα τιμάται ιδιαιτέρως και ο Ηρακλής (ο οποίος απεικονίζεται και στα νομίσματα της) ως ο Φοινικικός θεός Melqart-Ηρακλής. Παρατηρούμε ότι και οι δύο θεότητες των Ελλήνων αποίκων της ‘μεγάλης ηπείρου’ τιμώνται και στην Καρχηδόνα, αποικία των Φοινίκων και ισχυρή ναυτική δύναμη. Ο Έλληνας άποικος που επέστρεψε από το νησί του φυλακισμένου Κρόνου αναζητά και βρίσκει μετά από πολύ χρόνο και κόπο τις ιερές περγαμηνές που ίσως να ήταν φυλαγμένες στον ναό του Κρόνου στην Καρχηδόνα.

Ο Baal Hammon-Κρόνος, στο θρόνο του (1ος αι.), Rijksmuseum van Oudheden, Leiden
Κεφαλή του Melqart-Ηρακλή (circa 500-480 π.X.), Museo Barracco di Scultura Antica, Ρώμη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρονολόγηση με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του κειμένου

Αλλά πότε έγιναν όλα αυτά; Πότε έγινε αυτό το ταξίδι του ‘ξένου’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, που ήταν όμως Έλληνας, σύμφωνα με τα γραφόμενα; Πότε έγινε αυτή η σπουδαία συνάντηση του Λαμπρία και των συνομιλητών του στην Ρώμη; Στο κείμενο αναγράφονται δύο Αστρονομικά στοιχεία που θα μας οδηγήσουν στην χρονολόγηση.

Τα ταξίδια από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την ‘μεγάλη ήπειρο’ πραγματοποιούνται κάθε 30 χρόνια, σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, όταν ο ‘αστέρας του Κρόνου’ τον οποίο οι λαοί της Μεσογείου Θαλάσσης αποκαλούν Φαίνοντα, ενώ στην ‘μεγάλη ήπειρο’ τον ονομάζουν Νυκτούρο, εισέρχεται στον αστερισμό του Ταύρου. Πράγματι, ο χρόνος περιφοράς του πλανήτη Κρόνου γύρω από τον Ήλιο είναι περίπου 30 (29.4571) χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι κάθε 30 χρόνια ο Κρόνος φαίνεται να προβάλλεται στο ίδιο μέρος του ουρανού, επί του Ζωδιακού Κύκλου.

Οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώριζαν τα αστέρια σε απλανείς και πλάνητες αστέρες. Δηλαδή σε αστέρες που έχουν μια σταθερή θέση στον ουρανό, για ένα επίγειο παρατηρητή και σε αστέρες που μετακινούνται (πλανώνται) επί της ουρανίου σφαίρας. Αυτοί οι τελευταίοι, ορατοί δια γυμνού οφθαλμού, λόγω ακριβώς αυτής της ‘ιδιαιτερότητας’ αποδόθηκαν σε θεότητες. Πρόκειται για τον Ήλιο, την Σελήνη, τον Ερμή, την Αφροδίτη, τον Άρη, τον Δία και τον Κρόνο. Διατήρησαν όμως και ένα χαρακτηρισμό. Έτσι ο αστέρας του Κρόνου λέγεται Φαίνων, ο αστέρας του Δία Φαέθων, ο αστέρας του Άρη Πυρόεντας κλπ.

Είναι γνωστό ότι όλοι οι πλανήτες (Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδών), και οι νάνοι πλανήτες (Δήμητρα, Πλούτων-Χάρων, Έρις κλπ) περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο σε ελλειπτικές τροχιές, επί ενός νοητού επιπέδου που ονομάζεται εκλειπτική ή ζωδιακός κύκλος καθώς ‘οριοθετείται’ από τα 12 ζώδια. Δηλαδή χωρίζεται σε 12 μέρη που το καθένα ‘χαρακτηρίζεται’ από ένα αστερισμό-Ζώδιο. Οι Αστερισμοί είναι ομάδες (απλανών) αστέρων που φαίνονται προβαλλόμενες σε κάποιο μέρος του ουρανού να σκιαγραφούν ένα ζώο ή μια μορφή ή ένα αντικείμενο που τους δίνει και το όνομα τους. Δώδεκα εξ αυτών είναι τα γνωστά Ζώδια. Όλοι οι αστερισμοί συνδέονται με κάποιο μύθο.

Συνεπώς κάθε πλανήτης καθώς περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, φαίνεται να προβάλλεται διαδοχικά σε καθένα από τα δώδεκα Ζώδια. Έτσι ο πλανήτης Κρόνος (Φαίνων ή Νυκτούρος) κάθε 30 χρόνια, που είναι ο χρόνος περιφοράς του γύρω από τον Ήλιο, θα προβάλλεται πάνω στο ίδιο Ζώδιο. Για τα συγκεκριμένα ταξίδια έχει γίνει η επιλογή της προβολής του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου. Θα μπορούσε να είχε γίνει οποιαδήποτε άλλη επιλογή αστερισμού-Ζωδίου. Και πάλι θα ίσχυαν τα 30 χρόνια.

Ακρωτήρι Θήρας: Η ζωφόρος του Στόλου (απόσπασμα).

Γιατί άραγε επελέγη ο αστερισμός του Ταύρου; Φυσικά ο πλανήτης Κρόνος έχει απόλυτο σχέση με την ύπαρξη και λατρεία του Τιτάνα Κρόνου στο νησί της ‘μεγάλης ηπείρου’. Ο μύθος που διασώζει ο Ερατοσθένης (έργο Καταστερισμοί) για τον αστερισμό του Ταύρου είναι ότι πρόκειται για τον Ταύρο-Σύμβολο του Δία-που έτσι μεταμορφωμένος έκλεψε την Ευρώπη από την Φοινίκη και την έφερε στην Κρήτη. Ο γιός του Δία και της Ευρώπης, ο Μίνωας, είναι ο ιδρυτής του μεγάλου πολιτισμού και της θαλασσοκρατίας της Κρήτης (Μινωικός Πολιτισμός). Ο Ταύρος είναι το ιερό σύμβολο του Μινωικού πολιτισμού με ακμή περί το 2000 π.Χ. Μία σύνδεση Κρήτης-Φοινίκης-Καρχηδόνας;;; Είναι αποδεκτό ότι τα Μινωικά καράβια έφταναν σε πολύ μακρινές αποστάσεις σε σχέση με την Κρήτη.

Ο Ηρακλής πάλι, που πρώτος εγκαινίασε αυτά τα ταξίδια σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, ήταν γιος του Δία, ημίθεος. Ένας ξεχωριστός ήρωας που τιμάται εξίσου από τους Έλληνες, τους Φοίνικες, τους Καρχηδόνιους και τους Αιγύπτιους. Ο Melqart-Ηρακλής έχει τον μεγάλο ναό του στην Τύρο της Φοινίκης ή στην αποικία των Φοινίκων στην Ταρτησσό, επί του Ατλαντικού Ωκεανού, κοντά στις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ).

Μοιάζει ως ο Ηρακλής να ‘επανασυνδέει’ τον Δία-Ταύρο (Μινωική Κρήτη) με τον εξόριστο λαό του Κρόνου. Αυτό θα μπορούσε συμβολικά να σημαίνει η ‘είσοδος’- προβολή του ‘αστέρα του Κρόνου’ στον αστερισμό του Ταύρου-Δία.

Αλλά πότε έγινε αυτό τον 1ο αιώνα μ.Χ. τότε που ζούσε ο Πλούταρχος; Στις χρονολογίες που φαίνονται στον πίνακα εισόδου-εξόδου του πλανήτη Κρόνου από τον αστερισμό του Ταύρου, παρατηρούμε ότι το 26 μ.Χ. ο Πλούταρχος ήταν αγέννητος (γεννήθηκε το 45 μ.Χ.), το 56 μ.Χ. ήταν μόλις 11 ετών, ενώ το 85 μ.Χ. ήταν 40 ετών. Πάντως ο Έλληνας άποικος, ‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, πρέπει να επέστρεψε από την ‘μεγάλη ήπειρο’ στην Μεσόγειο Θάλασσα σε κάποια από αυτές τις χρονολογίες.

Πίνακας με τις χρονολογίες εισόδου/εξόδου του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ

Το δεύτερο αστρονομικό στοιχείο είναι η αναφορά του αρχαίου κειμένου για μια ηλιακή έκλειψη, η οποία είχε προηγηθεί της συγκεκριμένης συνάντησης-συζήτησης του Λαμπρία, Σύλλα κλπ συνομιλητών. Αυτή η ηλιακή έκλειψη ξεκίνησε ‘αμέσως μετά το μεσημέρι’ (12 μ.μ.). Η περιγραφή που δίνεται (φάνηκαν τα αστέρια στον ουρανό, το χρώμα του ουρανού κλπ) οδηγεί σε ολική ηλιακή έκλειψη. Ηλιακή έκλειψη συμβαίνει όταν τα τρία σώματα Ήλιος-Σελήνη-Γη ευθυγραμμίζονται απολύτως, οπότε ο δίσκος της Σελήνης που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα άλλα δύο σώματα καλύπτει πλήρως τον δίσκο του Ηλίου και η σκιά της Σελήνης πέφτει πάνω σε κάποιες περιοχές της Γης. Οπότε σε αυτές τις περιοχές σταδιακά σκοτεινιάζει και για λίγα λεπτά της ώρας υπάρχει απόλυτο σκοτάδι, καθώς ο δίσκος του Ηλίου είναι πλήρως καλυμμένος. Στις γειτονικές περιοχές εμφανίζεται μερική ηλιακή έκλειψη. Δηλαδή ο ηλιακός δίσκος είναι καλυμμένος κατά ένα ποσοστό.

Με βάση αυτή την αναφορά έχουν προταθεί κατά καιρούς διάφορες χρονολογήσεις και διάφοροι τόποι:

  • Ginzel, 1899: 71, March 20, Chaeronia
  • Sandbach, 1929: 75, January 5, Carthage, Rome
  • Sandbach, 1929: 83, December 27, Alexandria
  • Cherniss, 1957: Later than 75, in or about Rome
  • Hirzel, 1895: After the devastation of Delphi and before the restoration of the oracle.
  • Adler, 1910: Before 84

Αλλά από τους καταλόγους εκλείψεων της NASA [https://eclipse.gsfc.nasa.gov/solar.html] φαίνεται ότι δεν υπάρχει ολική ηλιακή έκλειψη ορατή στην Ρώμη, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Όμως στο αρχαίο κείμενο δεν διευκρινίζεται αν αυτή η ολική ηλιακή έκλειψη έγινε ορατή από την Ρώμη ή από κάποια άλλη περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γιατί πράγματι όπως φαίνεται στον πίνακα των ολικών ηλιακών εκλείψεων, συνέβησαν αρκετές τέτοιες εκλείψεις μεταξύ των ετών 1-120 μ.Χ. και ήταν ορατές από διάφορες περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Πίνακας με τις χρονολογίες των ολικών ηλιακών εκλείψεων που ήταν ορατές σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Όπως φαίνεται από αυτόν τον πίνακα, οι εκλείψεις των ετών 17, 21 και 24 μ.Χ. πρέπει να αποκλεισθούν, καθώς ο Πλούταρχος ήταν τότε αγέννητος. Επίσης πρέπει να αποκλεισθεί και η έκλειψη του 59 μ.Χ. γιατί ο Πλούταρχος ήταν τότε, μόλις 14 ετών. Επειδή στο αρχαίο κείμενο διευκρινίζεται ότι η έκλειψη ξεκίνησε αμέσως μετά το μεσημέρι, οφείλουμε να εξαιρέσουμε και τις εκλείψεις των ετών 71, 113 και 118 μ.Χ. οι οποίες ξεκινούν πρωινές ώρες. Συνεπώς μένουν μόνο δύο εκλείψεις που πληρούν τις προδιαγραφές του αρχαίου κειμένου. Οι ολικές ηλιακές εκλείψεις των ετών 75 και 83 μ.Χ., όταν ο Πλούταρχος ήταν 30 και 38 ετών, αντίστοιχα.

Η ολική ηλιακή έκλειψη του 75 μ.Χ. έγινε ορατή στην Τυνησία, στην Σικελία, Νότια Ιταλία και στα Βαλκάνια, ενώ στην Ρώμη έγινε ορατή με μεγάλη κάλυψη του ηλιακού δίσκου, 89% και φυσικά σκοτείνιασε πάρα πολύ, μέσα στο μεσημέρι. Η ολική ηλιακή έκλειψη του 83 μ.Χ. έγινε ορατή στην Αίγυπτο και την Μεσοποταμία, ενώ στην Ρώμη έγινε ορατή με κάλυψη του ηλιακού δίσκου, 63%.

Η ζώνη (zone of totality) που έγινε ορατή η ολική έκλειψη του 75 μ.Χ. (δύο παράλληλες γραμμές) διέρχεται από την Αφρική, την Ιταλία και τα Βαλκάνια. Στον ενσωματωμένο πίνακα αναγράφονται όλα τα στοιχεία της συγκεκριμένης έκλειψης που αναλογούν σε παρατήρηση από την Ρώμη, όπου ο ηλιακός δίσκος σκοτείνιασε σχεδόν κατά 90% (μερική ηλιακή έκλειψη).

Επανερχόμενοι στον πίνακα εισόδου-εξόδου του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου και σε συνδυασμό με τον πίνακα των ολικών ηλιακών εκλείψεων, παρατηρούμε ότι το ταξίδι της επιστροφής του ‘ξένου’ δεν μπορεί να πραγματοποιήθηκε τα έτη 85-88 μ.Χ. καθόσον οι ηλιακές εκλείψεις που έπονται αυτής της χρονολογίας ξεκινούν πρωινές ώρες και όχι ‘αμέσως μετά το μεσημέρι’. Εξ άλλου υπάρχει μια πληροφορία ότι ο Πλούταρχος δεν ταξίδευε μετά το 90 μ.Χ. Συνεπώς δεν υπάρχει άλλη επιλογή. O ‘ξένος’, δηλαδή ο συγκεκριμένος Έλληνας άποικος, έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα για την ‘μεγάλη ήπειρο’, με την αποστολή του 26 μ.Χ. και επέστρεψε με την αποστολή αποίκων που έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα το 56 μ.Χ.

Κάνοντας μερικούς υπολογισμούς έχουμε ότι τον Απρίλιο του 56 μ.Χ. (επί αυτοκρατορίας του Νέρωνα), με την ‘είσοδο’ του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου ξεκινούν οι χρονοβόρες προετοιμασίες των πλοίων για το μεγάλο ταξίδι. Αν αυτές διήρκεσαν ένα χρόνο, τότε η αποστολή ξεκίνησε την άνοιξη του 57 μ.Χ. και έφτασε στην ‘μεγάλη ήπειρο’ μετά από μήνες. Λογικά, το ταξίδι της επιστροφής δεν μπορεί να ξεκίνησε αμέσως. Θα έγιναν και εκεί χρονοβόρες προετοιμασίες, έπρεπε να ξεκουραστούν τα πληρώματα των καραβιών, να επιδιορθωθούν τυχόν ‘αβαρίες’ των πλοίων κλπ. Αν έφυγαν το 58 μ.Χ. τότε ο συγκεκριμένος άποικος επέστρεψε στην πατρίδα του το 58-59 μ.Χ. Σίγουρα δεν έφυγε αμέσως για την Καρχηδόνα, χρειαζόταν κάποια ξεκούραση, να δει τους δικούς του ανθρώπους και βεβαίως να ετοιμαστεί κατάλληλα για το νέο του ταξίδι. Αν έφτασε στην Καρχηδόνα το 63 μ.Χ. και έμεινε εκεί πολύ καιρό, έστω δέκα χρόνια, ώσπου να ανακαλύψει τις θαμμένες ιερές περγαμηνές, όπως γράφεται στο αρχαίο κείμενο, τότε συνάντησε τον Σύλλα, το 73 μ.Χ., αφού είχε βρει τις περγαμηνές, σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα. Η ολική ηλιακή έκλειψη έγινε τον Ιανουάριο του 75 μ.Χ. και η συνάντηση-συζήτηση του Σύλλα και των υπολοίπων συνομιλητών έγινε λίγο μετά, στην Ρώμη, την άνοιξη του 75 μ.Χ. Αυτή η υπόθεση ταιριάζει αφενός με τα δυο αστρονομικά στοιχεία που παρέχει το ίδιο το κείμενο του Πλουτάρχου και αφετέρου με την χρονολογία που πρέπει να έγινε η δεύτερη επίσκεψη του Πλουτάρχου στην Ρώμη. Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη επίσκεψη του Πλουτάρχου στην Ρώμη έλαβε χώρα περί το 69 μ.Χ.

Η τροχιά του πλανήτη Κρόνου καθώς αυτός διέρχεται από το τμήμα του ουράνιου θόλου που χαρακτηρίζεται από το ζώδιο του Ταύρου, κατά τα έτη 56-58 μ.Χ.

Πρόκειται για μία πολύ ταραγμένη περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς η διάδοση του Χριστιανισμού ήταν έντονη και αρχίζουν οι πρώτοι διωγμοί. Η μεγάλη πυρκαγιά της Ρώμης επί Νέρωνα, έγινε το 64 μ.Χ. και σηματοδότησε τον πρώτο μεγάλο διωγμό των Χριστιανών. Μετά την αυτοκτονία του Νέρωνα ανέλαβε αυτοκράτορας ο Γάλβας που δολοφονήθηκε το 69 μ.Χ. , μετά ο Όθωνας που αυτοκτόνησε το ίδιο έτος, το 69 μ.Χ., και ο Βιτέλλιος που δολοφονήθηκε επίσης το 69 μ.Χ. Τελικά έγινε αυτοκράτορας ο Βεσπασιανός (69-79 μ.Χ.) της δυναστείας των Φλαβίων.

Γεωγραφικός προσδιορισμός της αποικίας

Πού βρίσκεται όμως αυτή η τοποθεσία με τους Έλληνες στην ‘μεγάλη ήπειρο’; Είδαμε ήδη ότι αυτή η μεγάλη ηπειρωτική χώρα που είναι στην ‘μεγάλη θάλασσα’ πέρα από την Μεσόγειο θάλασσα, πρέπει να είναι η Αμερική, ενώ η ‘μεγάλη θάλασσα’ δεν μπορεί να είναι άλλη από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Η τοποθεσία με την Ελληνική αποικία προσδιορίζεται από το κείμενο του Πλουτάρχου. Είναι γύρω από ένα κόλπο της ‘μεγάλης ηπείρου’, δηλαδή της Αμερικής, που είναι μεγαλύτερος από την Μαιώτιδα λίμνη (Αζοφική Θάλασσα) που βρίσκεται στο βόρειο μέρος του Ευξείνου Πόντου. Το στόμιο αυτού του κόλπου βρίσκεται στην ίδια ευθεία (άρα στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος) με το στόμιο της Κασπίας Θάλασσας (μετά τον Εύξεινο Πόντο, στην Ασία). Το βόρειο γεωγραφικό πλάτος στο δέλτα του ποταμού Βόλγα που χύνεται στο βόρειο άκρο της Κασπίας Θάλασσας είναι 45 μοίρες 53 πρώτα λεπτά 17.37 δεύτερα λεπτά. Αλλά στο ίδιο βόρειο γεωγραφικό πλάτος επί των Αμερικανικών ακτών, στο Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκεται η είσοδος του κόλπου Saint Lawrence (45 μοίρες 48 πρώτα λεπτά 46.84 δεύτερα λεπτά) μεταξύ των νήσων Nova Scotia και New Foundland. Το εμβαδόν του κόλπου (236000 τετρ. χλμ) είναι σαφώς μεγαλύτερο από το εμβαδόν της Αζοφικής Θάλασσας (39000 τετρ. χλμ). Συνεπώς η πανάρχαιη αυτή Ελληνική αποικία την οποία αναφέρει ο Πλούταρχος, βρισκόταν στον σημερινό Καναδά, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το προσδιορίζει δίνοντας αυτή την ξεκάθαρη περιγραφή.

Το γεωγραφικό πλάτος της Κασπίας θάλασσας (στο δέλτα του ποταμού Βόλγα, 45 μοίρες 53 πρώτα λεπτά 17.37 δεύτερα λεπτά) στην Ασία είναι το ίδιο με το γεωγραφικό πλάτος του κόλπου Saint Lawrence ( είσοδος κόλπου μεταξύ των νήσων Nova Scotia και New Foundland, 45 μοίρες 48 πρώτα λεπτά 46.84 δεύτερα λεπτά) στον Καναδά.

Όμως ο εντοπισμός του νησιού που βρίσκεται ο Κρόνος βασίζεται στην Ομηρική Ωγυγία (το νησί της Καλυψούς στο οποίο έμεινε ο Οδυσσέας) με βάση την διήγηση του Σύλλα. Η Ωγυγία, κατά τον Πλούταρχο βρίσκεται στον Ατλαντικό Ωκεανό, δυτικά των Βρετανικών Νήσων, απέχοντας από αυτές, πέντε μέρες ταξίδι με τα καράβια εκείνης της εποχής. Κοιτώντας ένα χάρτη, θα δούμε ότι τα κοντινότερα νησιά που απέχουν από την Βρετανία και την Ιρλανδία (Βρετανικές Νήσοι) είναι στα βορειοδυτικά η Ισλανδία και στα νοτιοδυτικά οι Αζόρες. Αν αποπλεύσουν από την Σκοτία (Εβρίδες Νήσοι, γνωστές στην αρχαιότητα) προς την Ισλανδία με ταχύτητα 7 χλμ/ώρα (3.77 κόμβοι), σε πέντε μέρες θα έχουν διανύσει την απόσταση των 870 χλμ και θα φτάσουν άνετα στην Ισλανδία. Αν όμως αποπλεύσουν από τα νότια, από την Κελτική Θάλασσα, για να φτάσουν στις Αζόρες (απόσταση 2200 χλμ) σε πέντε μέρες θα πρέπει τα πλοία να αναπτύξουν ταχύτητα 18 χλμ/ώρα, πράγμα αδύνατον για τα καράβια εκείνης της εποχής.

Αλλά η διήγηση του Σύλλα συνεχίζει. Η Ωγυγία απέχει από την ‘μεγάλη ήπειρο’, δηλαδή την Αμερική, γύρω στα 5000 στάδια (925 χλμ) και το ταξίδι γίνεται με πλοία που χρησιμοποιούν κουπιά. Φυσικά ούτε οι Αζόρες, ούτε η Ισλανδία απέχουν 925 χλμ από την Αμερική. Σε μια τέτοια απόσταση βρίσκονται οι Βερμούδες Νήσοι (1350 χλμ από το Χάλιφαξ της νήσου Nova Scotia) που όμως βρίσκονται στα δυτικά της Βρετανίας, αλλά σε απόσταση 5219 χλμ. Αυτή η απόσταση δεν μπορεί να καλυφθεί με κωπήλατα πλοία σε πέντε μέρες.

Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει καμία νήσος στον Ατλαντικό Ωκεανό, στα δυτικά της Βρετανίας, που να απέχει 5 μέρες ταξίδι με κωπήλατα πλοία και ταυτόχρονα να απέχει 5000 στάδια από την Αμερική. Επισημαίνεται ότι, η απόσταση αυτή ταιριάζει στην νήσο New Foundland που απέχει 1085 χλμ από την αμερικανική ακτή (Saint Lawrence river, Quebec).

Επιπροσθέτως, δίνεται και η πληροφορία από τον Σύλλα, ότι τα πλοία φτάνουν στην ‘μεγάλη ήπειρο’ κωπηλατώντας γιατί το ‘πέλαγος είναι λασπουδερό, δύσκολα προσβάσιμο, λόγω των πολλών ρευμάτων’. Και μάλιστα διευκρινίζεται ότι αυτά ‘τα ρεύματα βγαίνουν από την ηπειρωτική χώρα’, δηλαδή την Αμερική. Συνεπώς γνώριζαν τα θαλάσσια ρεύματα του Ατλαντικού Ωκεανού που ξεκινούν από τον κόλπο του Μεξικού (Gulf stream current).

Για τον προσδιορισμό του νησιού που βρίσκεται φυλακισμένος ο Κρόνος και ζουν οι Έλληνες άποικοι χρησιμοποιούνται τρία νησιά που βρίσκονται στα βοριοδυτικά (εκεί που δύει ο Ήλιος το καλοκαίρι) του βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού (Κρόνιο Πέλαγος). Τα τρία αυτά νησιά βρίσκονται μακριά από την Ωγυγία και ‘απέχουν σε ίση απόσταση από την Ωγυγία και μεταξύ τους’. Η Ελληνική Αποικία, το νησί του Κρόνου, είναι ένα από αυτά τα τρία νησιά.

Αν υπονοείται ότι τα τρία νησιά σχηματίζουν ένα ισόπλευρο τρίγωνο, τότε θα μπορούσε να είναι η Γροιλανδία, το Baffin Island στον Καναδά και η New Foundland στον κόλπο του Saint Lawrence που απέχουν περίπου 1200 χλμ, το ένα από το άλλο.

Γροιλανδία-Baffin Island: 1167 χλμ

Γροιλανδία – New Foundland: 1166 χλμ

Baffin Island – New Foundland: 1218 χλμ

Τα τρία νησιά, Γροιλανδία (G), Baffin island (B) και New Foundland (F) σχηματίζουν ένα ισόπλευρο τρίγωνο, καθώς απέχουν το ένα από το άλλο περίπου 1200 χλμ. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, θα πρέπει και τα τρία νησιά να ισαπέχουν από την Ωγυγία. Δηλαδή, η Ωγυγία θα έπρεπε να βρισκόταν στο κέντρο αυτού του τριγώνου. Όμως εκεί δεν υπάρχει κανένα νησί. Ούτε φυσικά ισαπέχουν από την Ισλανδία, αν υποθέσουμε ότι εκεί βρισκόταν η αρχαία Ωγυγία.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση η Ωγυγία θα έπρεπε να βρίσκεται στο κέντρο του ισοπλεύρου τριγώνου που σχηματίζεται από αυτά τα τρία νησιά. Έτσι αυτά τα νησιά θα ισαπέχουν και από την Ωγυγία. Αλλά σε αυτή την θέση δεν υπάρχει κανένα νησί.

Αν όμως υπονοείται ότι τα τρία νησιά ισαπέχουν ανά δύο, δηλαδή σχηματίζουν ισοσκελές τρίγωνο, ενώ βρίσκονται μακριά από την Ωγυγία και σε ίση απόσταση από αυτή, τότε πρόκειται για τα νησιά Ισλανδία, Γροιλανδία και New Foundland.

Ισλανδία-Γροιλανδία : 1270 χλμ

Γροιλανδία- New Foundland: 1170 χλμ

Δηλαδή σχηματίζουν ισοσκελές τρίγωνο με τις δυο ίσες πλευρές να είναι περίπου 1200 χλμ.

Αυτά τα τρία νησιά είναι μακριά και απέχουν εξίσου από τις Αζόρες (Terceira island), περίπου 2600 χλμ.

Αζόρες-Ισλανδία: 2750 χλμ

Αζόρες –Γροιλανδία: 2590 χλμ

Αζόρες – New Foundland: 2600 χλμ

Τα τρία νησιά, Γροιλανδία (G), Ισλανδία (I) και New Foundland (F) σχηματίζουν ένα ισοσκελές τρίγωνο, καθώς η Γροιλανδία απέχει περίπου 1200-1300 χλμ. από την Ισλανδία και από την New Foundland, αντίστοιχα. Και τα τρία νησιά απέχουν εξίσου από τις Αζόρες (Terceira island), περίπου 2600-2700 χλμ. Όμως οι Αζόρες, ως Ωγυγία δεν απέχουν 5000 στάδια από την Αμερική, όπως αναφέρεται για την Ωγυγία από τον Πλούταρχο σε αυτό το ίδιο κείμενο.

Σε αυτή την περίπτωση, η Ομηρική Ωγυγία πρέπει να είναι στις Αζόρες. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Ωγυγία ‘ομφαλό της θάλασσας’. Οι Αζόρες βρίσκονται πάνω στην Μεσο-Ατλάντια ράχη, το μεγάλο ρήγμα που διαπερνά από βορά προς νότο τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Παρατηρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις, αποκλείεται η Ωγυγία να είναι η Ισλανδία, αν και το ταξίδι των πέντε ημερών από την Βρετανία την καλύπτει. Στην πρώτη περίπτωση, η Ωγυγία θα ήταν στο κέντρο του ισόπλευρου τριγώνου, του οποίου μια κορυφή κατέχει η Ισλανδία. Στην δεύτερη περίπτωση, η Ισλανδία βρίσκεται σε μια κορυφή του ισοσκελούς τριγώνου που απέχει από την Ωγυγία-Αζόρες ίση απόσταση, όπως και τα άλλα δύο νησιά.

Όμως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό νησί, η New Foundland, που συμπίπτει και με το γεωγραφικό πλάτος που δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος, συγκρίνοντας το, με εκείνο της Κασπίας Θάλασσας. Στο νησί αυτό υπάρχουν και σήμερα χρυσορυχεία, ενώ σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Κρόνος κοιμάται σε χρυσό σπήλαιο. Ο Έλληνας άποικος που έφυγε από εκεί, μετέφερε χρυσά αντικείμενα σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα.

Συνεπώς η αποικία των Ελλήνων που περιγράφει ο Πλούταρχος βρισκόταν στην νήσο New Foundland. Εκεί έφτανε κάθε 30 χρόνια νέα αποστολή αποίκων ώστε να διατηρηθεί το Ελληνικό στοιχείο. Αυτές οι αποστολές-σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο- ξεκίνησαν με τον Ηρακλή, περί το 1300 π.Χ. και συνεχίστηκαν μέχρι την εποχή του Πλουτάρχου, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ίσως τότε και να τελείωσαν, καθόσον η εύρεση και η ‘εξαφάνιση ή διασφάλιση’ των ιερών περγαμηνών να ήταν και η τελευταία αποστολή. Οι εποχές έχουν αλλάξει. Ο Χριστιανισμός, ήδη ισχυρός, έβαζε την ταφόπλακα στην μακραίωνη και πλούσια σε όποια δράση, αρχαιότητα.

Αναλυτική ναυτική περιγραφή του ταξιδιού – Ρεύματα Ατλαντικού Ωκεανού

Στο κείμενο του Πλουτάρχου δεν αναφέρεται από πού ξεκινούσαν αυτά τα ταξίδια. Το μόνο που γράφεται είναι ότι αυτός ο Έλληνας άποικος-‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, νοστάλγησε το ‘μεγάλο νησί του’, την πατρίδα του και επέστρεψε. Αν κυριολεκτεί, τότε έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στα πέντε μεγάλα νησιά της Μεσογείου Θαλάσσης: Σικελία, Σαρδηνία, Κύπρος, Κορσική και Κρήτη. Επειδή πρόκειται για Έλληνες κατοίκους του νησιού, αποκλείονται η Σαρδηνία και η Κορσική για τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Έστω ότι ξεκινούσαν από την Κρήτη και φυσικά κατευθυνόντουσαν προς τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) σε απόσταση 4120 χλμ. Επειδή αυτά τα πλοία μεταφέρουν ανθρώπους και προμήθειες δεν μπορεί να ταξιδεύουν γρήγορα. Έστω ότι κινούνται με 3 κόμβους (1 κόμβος=1.85 χλμ/ώρα). Οπότε θα φτάσουν στο Γιβραλτάρ σε 31 μέρες, αν ταξιδεύουν χωρίς διακοπή. Εκεί όμως θα σταματήσουν στην Ταρτησσό, το μεγάλο αυτό λιμάνι επί του Ατλαντικού Ωκεανού (Ισπανία) για ανεφοδιασμό.

Στην συνέχεια, κινούνται βόρεια ακολουθώντας την ακτογραμμή της Ευρώπης επί του Ατλαντικού Ωκεανού, φτάνοντας στην Αρκτική Ζώνη. Αυτό είναι εμφανές καθόσον όσοι επέζησαν από τις κακουχίες του ταξιδιού, έφτασαν στα ‘νησιά που βρίσκονται κοντά στις ακτές, κατοικούνται από Έλληνες και βλέπουν τον Ήλιο να κρύβεται για λιγότερο από μία ώρα επί 30 μέρες. Αυτή είναι νύχτα που έχει σκοτάδι ελαφρύ και λυκαυγές που φέγγει από την δύση’. Η περιγραφή αφορά τον Ήλιο του Μεσονυκτίου που είναι φαινόμενο της Αρκτικής Ζώνης. Ο Ήλιος χαμηλώνει προς την δύση, αλλά δεν δύει και ανεβαίνει πάλι ψηλά στον ορίζοντα.

Ο άξονας περιστροφής της Γης έχει μια κλίση 23.4 μοίρες ως προς την Εκλειπτική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Ήλιος να φωτίζει τον ένα εκ των δύο πόλων της Γης, εναλλάξ, συνεχώς όλο το 24ωρο, για μισό χρόνο περίπου. Έτσι στον Βόρειο Πόλο έχουμε την μεγαλύτερη διάρκεια ημέρας, σχεδόν 24 ώρες, κατά το θερινό ηλιοστάσιο (Ιούνιος) και την μεγαλύτερη διάρκεια νύχτας, σχεδόν 24 ώρες, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο (Δεκέμβριος). Το θερινό ηλιοστάσιο το 100 μ.Χ. ήταν στις 21-22 Ιουνίου.

Εντοπίσαμε την περιοχή επί της Ευρωπαϊκής ακτής, στον Ατλαντικό Ωκεανό, που ο Ήλιος ‘κρύβεται για λιγότερο από μια ώρα, για 30 μέρες’. Προφανώς χρονικά αυτό ισχύει κατά το θερινό ηλιοστάσιο. Πρόκειται για το Αρχιπέλαγος Vega με 6500 νησιά κατάσπαρτα κοντά στην ακτή της Νορβηγίας, όπως ακριβώς περιγράφεται στο κείμενο του Πλουτάρχου. Η πόλη Eiden (Γεωγραφικό πλάτος: 65 μοίρες 31 πρώτα λεπτά 41.60 δεύτερα λεπτά) έχει διάρκεια ημέρας 23 ώρες και 10 πρώτα λεπτά της ώρας κατά το θερινό ηλιοστάσιο. Εδώ καταλήγει το ρεύμα του κόλπου του Μεξικού (Gulf Stream) με το οποίο φτάνουν οι μπακαλιάροι και εδώ γίνεται η μεγάλη αλιεία του μπακαλιάρου.

Η απόσταση από το Γιβραλτάρ μέχρι τα νησιά Vega είναι 8850 χλμ. Αν τα πλοία ταξιδεύουν με την ταχύτητα των 3 κόμβων χωρίς διακοπή, χρειάζονται 66 μέρες για να φτάσουν σε αυτά τα νησιά της Νορβηγίας. Συνεπώς αν έφυγαν την άνοιξη του 57 μ.Χ., όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως, μετά από ταξίδι 3-4 μηνών με ενδιάμεσες στάσεις έφτασαν στις ακτές της Νορβηγίας τον Ιούνιο-Ιούλιο του 57 μ.Χ. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι και σε αυτή την περιοχή, ακτές Νορβηγίας, Αρχιπέλαγος Vega, κατοικούν Έλληνες, σύμφωνα με το κείμενο του Πλουτάρχου. Αυτοί οι Έλληνες τους φιλοξενούν για τρεις μήνες, δηλαδή για όλο το καλοκαίρι σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα.

Η διαδρομή του θαλάσσιου ταξιδιού από την Μεσόγειο Θάλασσα μέχρι τις ακτές της Νορβηγίας.

Στην συνέχεια ‘διαπεραιώνονται – περνούν απέναντι με την βοήθεια των ανέμων’, με την βοήθεια των ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού. Γιατί όμως χρειάστηκε να περιμένουν όλο το καλοκαίρι, πριν να συνεχίσουν το ταξίδι τους και να ‘περάσουν απέναντι’ στην Αμερική; Για δύο λόγους: α) Το καλοκαίρι λιώνουν τα παγόβουνα που υπάρχουν στην Αρκτική Ζώνη και είναι επικίνδυνα για την ναυσιπλοΐα β) Το Norwegian Current (Ρεύμα της Νορβηγίας) που θα τους οδηγήσει στον Ατλαντικό Ωκεανό έχει μεγαλύτερη ταχύτητα, το φθινόπωρο. Συνεπώς θα ενισχυθεί η ταχύτητα των πλοίων με την ταχύτητα του ρεύματος, μέσα στο οποίο θα ταξιδέψουν και θα διανύσουν πιο γρήγορα αυτή την βόρεια και κρύα περιοχή.

Το ρεύμα αυτό έρχεται από τα δυτικά στην ακτή της Νορβηγίας και από εκεί στρέφεται βόρεια προς να νησιά Svalbard (Spitsbergen Current). Στην συνέχεια το ρεύμα στρέφεται νότια προς την Γροιλανδία, περνώντας μεταξύ Ισλανδίας και Γροιλανδίας (East and West Greenland currents) και κατευθύνεται προς την Αμερική, φτάνοντας στον κόλπο του Labrador (Gulf of Labrador Current) και στο βόρειο άκρο της νήσου New Foundland.

Η απόσταση αυτής της διαδρομής από την Νορβηγία μέχρι την νήσο New Foundland είναι 6430 χλμ. Αν ταξίδευαν με 3 κόμβους θα ήθελαν 48 μέρες χωρίς διακοπή. Αλλά το θαλάσσιο ρεύμα το φθινόπωρο έχει μια ταχύτητα 30 cm/sec=1080 m/hour. Συνεπώς ενισχύεται με αυτή την ταχύτητα, η ταχύτητα των καραβιών και ο χρόνος ταξιδιού μειώνεται σε 31 μέρες, χωρίς διακοπή. Δηλαδή ξεκινώντας την άνοιξη του 57 μ.Χ. φτάνουν στο νησί New Foundland, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 57 μ.Χ., σύμφωνα με τους προηγούμενους υπολογισμούς μας.

Εποχιακές μεταβολές στην επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων, κοντά στην Νορβηγία (η έγχρωμη μπάρα). Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη ταχύτητα του ρεύματος είναι το φθινόπωρο. Τα βέλος δείχνει την κατεύθυνση του ρεύματος (και των καραβιών) προς τα Svalbard islands. [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017].
Επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, το φθινόπωρο [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017]. Τα καράβια ακολουθούσαν αυτή την διαδρομή των ρευμάτων. Έτσι από τα Svalbard islands έπλεαν μεταξύ Ισλανδίας και Γροιλανδίας, περιέπλεαν την Γροιλανδία και έφταναν στον κόλπο του Labrador, στο βόρειο άκρο της νήσου New Foundland, στον Καναδά.

Επισημαίνεται ότι στην ίδια περιοχή και με τον ίδιο τρόπο έφτασαν σε αυτή την περιοχή οι Vikings (Βίκινγκς), αλλά πολύ αργότερα, το 1000 μ.Χ. Υπάρχουν τα ευρήματα του οικισμού τους. Τα πλοιάρια των Vikings δεν διέφεραν από τα προγενέστερα Φοινικικά πλοιάρια που ταξίδευαν και στον Ατλαντικό Ωκεανό, καθώς έχουν βρεθεί Φοινικικές αποικίες στις ακτές της Ευρώπης και της Αφρικής. Αλλά δεν διέφεραν επίσης από τα πολύ προγενέστερα Μινωικά ή Μυκηναϊκά καράβια. Υπενθυμίζεται ότι στην χώρα των Vikings, στην Νορβηγία, υπήρχε αποικία των Ελλήνων, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Πλουτάρχου. Ακόμη να υπενθυμίσουμε ότι την εποχή του Ηρακλή, που σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο ξεκίνησαν αυτά τα ταξίδια, κατασκευάστηκε η Αργώ, πλοίο με 50 κωπηλάτες σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά. Συνεπώς και η τεχνολογία υπήρχε και η γνώση για να πραγματοποιήσουν αυτά τα ταξίδια.

Το αρχαιότερο πλοίο των Βίκινγκς, το Hjortspring, έχει τη μορφή των πετρόγλυφων μινωικών καραβιών.

Το ταξίδι της επιστροφής

Το ταξίδι της επιστροφής θα πρέπει να ξεκίνησε ένα χρόνο μετά την άφιξη της αποστολής εξ αιτίας των νέων και πολλών προετοιμασιών. Δηλαδή πρέπει να ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 58 μ.Χ. Τώρα όμως τα καράβια κινούνται νότια, εξέρχονται από το νότιο άνοιγμα του κόλπου Saint Lawrence (νότιο μέρος της νήσου New Foundland), από όπου διέρχεται το ρεύμα που καταλήγει στον κόλπο του Μεξικού (Gulf stream) και συναντούν την διακλάδωση ενός άλλου θαλάσσιου ρεύματος, το Slope Jet Current, οπότε εισέρχονται μέσα σε αυτό το ρεύμα. Η απόσταση που διανύουν μέχρι να εισέλθουν σε αυτό το ρεύμα είναι 1184 χλμ και η απόσταση που ταξιδεύουν μέσα σε αυτό το ρεύμα είναι 1236 χλμ. Συνολικά 2420 χλμ.

Τα ρεύματα Gulf Stream και Slope Jet Current, το φθινόπωρο, έχουν ταχύτητα 20 και 40 cm/sec,αντίστοιχα. Δηλαδή κατά μέσον όρο 30 cm/sec =1080 m/hour. Αυτή η ταχύτητα επιπροστίθεται στην ταχύτητα των καραβιών (3 κόμβοι), καθώς κινούνται μέσα σε αυτό το ρεύμα, με την ίδια διεύθυνση κίνησης και συνεπώς η διάρκεια του ταξιδιού μέσα σε αυτό το ρεύμα είναι 12 μέρες. Το ρεύμα αυτό (Slope Jet Current) φέρνει τα καράβια στον Κεντρικό Ατλαντικό Ωκεανό. Εκεί το ρεύμα διακλαδίζεται με ένα κλάδο να πηγαίνει βόρεια προς Ιρλανδία-Βρετανία (North Atlantic Drift Current) και ακολούθως προς την Νορβηγία και ένα άλλο κλάδο να κατευθύνεται από δυτικά προς τα ανατολικά, προς τις Αζόρες (Azores Current) και τα Κανάρια νησιά (Canary Current), πλησιάζοντας το Γιβραλτάρ. Ό σημαντικός αυτός διαχωρισμός των δύο κλάδων γίνεται περίπου σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 43 μοίρες και δυτικό γεωγραφικό μήκος 45 μοίρες.

Οι ναυτικοί οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικοί σε αυτό το σημείο, αν θέλουν να επιστρέψουν στο Γιβραλτάρ και στην Μεσόγειο Θάλασσα και να μην επιστρέψουν εκ νέου στην Αμερική, κινούμενοι προς τα βόρεια. Η σωστή πορεία θα βρεθεί με την βοήθεια της Ουρανογραφίας, την οποία γνώριζαν άριστα οι αρχαίοι ναυτικοί. Για παράδειγμα, αν βρέθηκαν σε αυτή την θέση (διαχωρισμός των δύο κλάδων) στις 3 Σεπτεμβρίου του 58 μ.Χ., την νύχτα, βλέποντας τον ουρανό με τους αστερισμούς και τα πολύ λαμπρά αστέρια, ήταν σε θέση να ξεχωρίσουν στα δυτικά το ‘θερινό τρίγωνο’ που σχηματίζεται από τα τρία λαμπερά αστέρια, τον Vega (της Λύρας), τον Deneb (του Κύκνου) και τον Altair (του Αετού). Στα ανατολικά μπορούσαν να διακρίνουν τον λαμπρό αστέρα Aldebaran του Ταύρου και τα λαμπρά αστέρια του Ορίονα. Συνεπώς μπορεί να ‘χαραχτεί’ η πορεία από τα δυτικά προς τα ανατολικά.

Επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων στον Κεντρικό Ατλαντικό Ωκεανό, το φθινόπωρο [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017]. Το ταξίδι της επιστροφής γίνεται με την βοήθεια αυτών των ρευμάτων (Slope Jet and Azores Currents) που τους οδηγούν προς το Γιβραλτάρ

Τα χαράματα της ίδιας μέρας, γύρω στις 4 π.μ., το ‘θερινό τρίγωνο’ έχει δύσει, ο Ταύρος και ο Ορίονας έχουν ανέβει ψηλά στον ουρανό, ενώ στην ανατολή φαίνεται στα νοτιοανατολικά ο λαμπρότερος αστέρας του ουρανού, ο Σείριος του Μεγάλου Κυνός και στα βορειοανατολικά-ανατολικά διακρίνεται καλά ο λαμπρός αστέρας Regulus του Λέοντα. Για να κατευθυνθούν προς το Γιβραλτάρ πρέπει να εισέλθουν στο Azores Current, δηλαδή να ταξιδέψουν νοτιοανατολικά, ακολουθώντας την πορεία που τους δείχνει από τον ουρανό, ο Σείριος. Η απόσταση των δύο ρευμάτων Slope Jet-Azores Currents είναι 245 χλμ. Με ταχύτητα 3 κόμβων θα εισέλθουν στο ρεύμα των Αζορών (Azores Current) σε 3 μέρες.

Η ταχύτητα αυτού του ρεύματος, που εκτείνεται από δυτικά προς ανατολικά σε απόσταση 3482 χλμ, το φθινόπωρο, είναι 70 cm/sec=2520 m/hour. Αυτή η ταχύτητα επιπροστίθεται στην ταχύτητα των καραβιών (3 κόμβοι) και συνεπώς η διάρκεια του ταξιδιού μέσα σε αυτό το ρεύμα, μέχρι το Γιβραλτάρ είναι 11-12 μέρες.

Όλο το ταξίδι της επιστροφής εντός του Ατλαντικού Ωκεανού, συνολικού μήκους 6147 χλμ καλύπτεται σε 25-30 μέρες. Αν σε αυτές προσθέσουμε και άλλες 30 μέρες για το ταξίδι εντός της Μεσογείου Θαλάσσης, το ταξίδι της επιστροφής διαρκεί 2-3 μήνες, χωρίς διακοπή. Αν λοιπόν έφυγαν αρχές Φθινοπώρου του 58 μ.Χ. από την Αμερική επέστρεψαν στην Μεσόγειο Θάλασσα στα τέλη Φθινοπώρου του 58 μ.Χ.

Α) Χάρτης του ουρανού για τον ταξιδιώτη-παρατηρητή που βρισκόταν στην διακλάδωση του Slope Jet Current, το φθινόπωρο του 58 μ.Χ. Διακρίνεται δυτικά, το ‘θερινό τρίγωνο’, και ανατολικά οι αστερισμοί του Ταύρου και του Ωρίωνα με τα λαμπρά τους αστέρια κλπ. Οι αρχαίοι ναυτικοί γνώριζαν πολύ καλά Ουρανογραφία και έτσι εύρισκαν τον προσανατολισμό του ταξιδιού τους.

 

Β) Στην ίδια περιοχή, χάρτης του ουρανού λίγο πριν ξημερώσει. Η εμφάνιση του πολύ λαμπρού αστέρα, του Σείριου, στα νοτιοανατολικά, δείχνει στους ναυτικούς την πορεία που πρέπει να χαράξουν ώστε από το Slope Jet Current να εισέλθουν στο Azores Current και να φτάσουν με ασφάλεια στο Γιβραλτάρ.

Εν κατακλείδι

Στην εργασία των Ι. Λυριτζή, Π. Πρέκα-Παπαδήμα, Π. Αντωνόπουλου, Κ. Καλαχάνη και Χ. Τζάνη, με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του αρχαίου κειμένου (ολική ηλιακή έκλειψη και ‘είσοδος’ του πλανήτη Κρόνου στον Αστερισμό του Ταύρου, κάθε 30 χρόνια), χρονολογούνται τα περιγραφόμενα στο έργο του Πλουτάρχου, γεγονότα. O ‘ξένος’, δηλαδή ο συγκεκριμένος Έλληνας άποικος, έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα για την ‘μεγάλη ήπειρο’, με την αποστολή του 26 μ.Χ. και επέστρεψε με την αποστολή του 56 μ.Χ. που έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα, την άνοιξη του 57 μ.Χ. Αν έφυγαν από την Αμερική, αρχές Φθινοπώρου του 58 μ.Χ. επέστρεψαν στην Μεσόγειο Θάλασσα στα τέλη Φθινοπώρου του 58 μ.Χ.

Η διαδρομή του θαλάσσιου ταξιδιού μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό. Από τις ακτές της Νορβηγίας μέχρι την νήσο New Foundland στον Καναδά. Επίσης φαίνεται και το ταξίδι της επιστροφής από την Αμερική μέχρι το Γιβραλτάρ.

Ο Έλληνας άποικος που επέστρεψε από το νησί του Κρόνου, από την ‘μεγάλη ήπειρο’, στο ‘μεγάλο νησί’, στην πατρίδα του, παρέμεινε εκεί, ξεκουράστηκε, είδε τους δικούς του ανθρώπους και στην συνέχεια ετοιμάστηκε για ένα άλλο ταξίδι, στην Καρχηδόνα. Αυτό το ταξίδι, πρέπει να πραγματοποιήθηκε μετά από πέντε-έξι χρόνια, το 63-64 μ.Χ. Περίπου τότε, που επί αυτοκράτορα Νέρωνα, συνέβη η μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη και ξεκίνησε ο πρώτος μεγάλος διωγμός των Χριστιανών.

Στην Καρχηδόνα, την πόλη που τιμάται ιδιαιτέρως ως θεότητα, ο Κρόνος, αναζητεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιες ‘ιερές περγαμηνές’ που είχαν θαφτεί έξω από την πόλη για να διασωθούν κατά την ερήμωση της πόλης, μετά τον τρίτο Καρχηδονιακό Πόλεμο.

Μετά την μακροχρόνια έρευνα, έστω δέκα χρόνια, το 73-74 μ.Χ., τις ανακάλυψε και τότε συναντήθηκε με τον Σύλλα τον Καρχηδόνιο και κάποιους άλλους, οπότε τους απεκάλυψε πολλά στοιχεία από την όλη ζωή του και τις γνώσεις που είχε αποκομίσει.

Τον Ιανουάριο του 75 μ.Χ., μια ολική ηλιακή έκλειψη γίνεται ορατή στην Τυνησία, την Σικελία και την Νότια Ιταλία και φυσικά και στην Καρχηδόνα. Στην ίδια την Ρώμη, αμέσως μετά το μεσημέρι, ο δίσκος του Ηλίου σκοτείνιασε κατά ~90% (μερική ηλιακή έκλειψη).

Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 75 μ.Χ. ο Πλούταρχος πρέπει να πραγματοποίησε το δεύτερο ταξίδι του στην Ρώμη, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά από ένα συμπόσιο, ο αδελφός του Πλουτάρχου, ο Λαμπρίας και οι συνομιλητές του, αναλύουν θέματα περί της Σελήνης. Τότε ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος μεταφέρει όλες τις σχετικές πληροφορίες όπως τις είχε μάθει από ένα ‘ξένο’, για αυτόν, ο οποίος όμως ήταν Έλληνας, σύμφωνα με την διήγηση του.

Έτσι, παρέχεται η πληροφορία της ύπαρξης Ελληνικής αποικίας στην ‘μεγάλη ήπειρο’ που με βάση όλα τα στοιχεία είναι η Αμερική, ενώ η αποικία εντοπίζεται στην νήσο New Foundland, στον κόλπο Saint Lawrence, στον Καναδά.

Η εργασία των Ι. Λυριτζή, Π. Πρέκα-Παπαδήμα, Π. Αντωνόπουλου, Κ. Καλαχάνη και Χ. Τζάνη περιγράφει επίσης και την διαδρομή του ταξιδιού από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την Αμερική και την επιστροφή από την Αμερική στην Μεσόγειο Θάλασσα, ταξίδια που γίνονται με την γνώση και χρήση των θαλασσίων ρευμάτων του Ατλαντικού Ωκεανού και φυσικά της Ουρανογραφίας. Επίσης, εντοπίζεται και η αποικία των Ελλήνων στην Αρκτική Ζώνη, που όπως γράφει ο Πλούταρχος, ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός του ταξιδιού. Πρόκειται για το Αρχιπέλαγος Vega με 6500 νησιά που ανήκει στην Νορβηγία. Επισημαίνεται ότι από την Νορβηγία και με τον ίδιο τρόπο, έφτασαν στην ίδια περιοχή, στην νήσο New Foundland, οι Vikings (Βίκινγκς), αλλά πολύ αργότερα, το 1000 μ.Χ.

Πλούταρχος: Το ταξίδι και η αποικία των Eλλήνων στην Β. Αμερική

 

Η Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αστροφυσικής
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

*Το παρόν κείμενο αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της εργασίας:

Does Astronomical and Geographical Information of Plutarch’s De Facie describe a trip beyond the North Atlantic Ocean?

By

I. Liritzis, P. Preka-Papadema, P. Antonopoulos, K. Kalachanis and C. Tzanis

Journal of Coastal Research, Vol. 34, 3, p.651-674, May 2018

Στην ανωτέρω εργασία υπάρχει πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία.

Οι περισσότερες εικόνες του κειμένου υπάρχουν στην ανωτέρω εργασία με τις σχετικές αναφορές.

 

Αντώνης Κλάψης: Αναζητώντας ερείσματα για την ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάννης: οι ελληνοϊταλικές σχέσεις την περίοδο της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου

Αντώνης Κλάψης

Αναζητώντας ερείσματα για την ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάννης: οι ελληνοϊταλικές σχέσεις την περίοδο της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου

 

Τον Ιούνιο του 1925 ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και επέβαλε στην Ελλάδα την από καιρό σχεδιαζόμενη δικτατορία του, αρχικά υπό κοινοβουλευτικό μανδύα και από τον Ιανουάριο του επόμενου έτους χωρίς κανένα πρόσχημα. Η εγκαθίδρυση του παγκαλικού καθεστώτος και η διατήρησή του στην εξουσία για 14 μήνες στιγμάτισε ανεξίτηλα την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς συνέτεινε στην αναθεώρηση των προσανατολισμών που καθοδηγούσαν τις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις στο διάστημα που είχε διαρρεύσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης. Θιασώτης του νεομεγαλοϊδεατισμού, ο Πάγκαλος έμελλε να απομακρύνει την Αθήνα από τη οδό της σύνεσης και του ρεαλισμού που προσδιόριζαν έως τότε το ελληνικό διπλωματικό πρόγραμμα, θέτοντας ως πρωταρχικό του στόχο τον επαναπροσδιορισμό –έστω και μερικό– των εδαφικών συμφωνηθέντων στη Λωζάννη.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στη διάρκεια των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης.

Η απόλυτα απορριπτική στάση του Πάγκαλου απέναντι στο συμβιβασμό που είχε επιτευχθεί στην ελβετική πόλη τον Ιούλιο του 1923 είχε διαφανεί άμεσα, όταν ο ίδιος έσπευσε να χαρακτηρίσει τη Συνθήκη της Λωζάννης ως «Ανταλκίδειο Ειρήνη»1. Ο Πάγκαλος, εξάλλου, είχε, ήδη από την εποχή των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης, ταχθεί υπέρ της δυναμικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, προτείνοντας, ως διοικητής της Στρατιάς του Έβρου, την οποία ο ίδιος είχε ανασυγκροτήσει2, την επανάληψη των εχθροπραξιών με σκοπό την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης3. Η έγκαιρη και αποφασιστική παρέμβαση του Ελευθέριου Βενιζέλου είχε τότε ανατρέψει τα σχέδια του Πάγκαλου, ο οποίος, ωστόσο, δεν εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες του για τη μελλοντική, όταν οι περιστάσεις το επέτρεπαν, βίαιη ανατροπή, προς όφελος της Αθήνας, του εδαφικού καθεστώτος που επέβαλε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία η Συνθήκη της Λωζάννης.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη στρατιά του Έβρου τον Μάϊο του 1923 (πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Η προσήλωση του Πάγκαλου στην ανάγκη επαναχάραξης των ελληνοτουρκικών συνόρων, η οποία θα απέδιδε στην Ελλάδα τουλάχιστον την Ανατολική Θράκη, ενδεχομένως δε και τμήμα της Μικράς Ασίας, έμελλε κατά συνέπεια να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο το καθεστώς του θα διαχειριζόταν την ελληνική εξωτερική πολιτική κατά το διάστημα της δεκατετράμηνης παραμονής του στην εξουσία. Η πρόθεση του Έλληνα δικτάτορα να σκληρύνει τη στάση της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα έγινε αμέσως εμφανής όταν ο ίδιος επέλεξε να θέσει επίσημα θέμα αγνοουμένων πολέμου που εξακολουθούσαν να εργάζονται κάτω από άθλιες συνθήκες σε τουρκικά αγροκτήματα της κεντρικής Μικράς Ασίας4. Εκδηλώνοντας, εξάλλου, έμπρακτα την προτίμησή του υπέρ των δυναμικών λύσεων των κάθε είδους διμερών διαφορών με τα γειτονικά κράτη, ο Πάγκαλος διέταξε τον Οκτώβριο του 1925 την εισβολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στο βουλγαρικό έδαφος και την κατάληψη της πόλης του Πετριτσίου, με στόχο τον εξαναγκασμό της Σόφιας να παράσχει έμπρακτα ικανοποίηση στην Αθήνα για τη δολοφονία ενός Έλληνα αξιωματικού και δύο στρατιωτών κατά τη διάρκεια μεθοριακού επεισοδίου: μακράν, ωστόσο, του να αποδώσει τους καρπούς που ο Πάγκαλος επιθυμούσε, η αψυχολόγητη πρωτοβουλία του απέδειξε περίτρανα τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας, η οποία καταδικάστηκε από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών και κλήθηκε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση στη Βουλγαρία5.

Το ελληνοβουλγαρικό μεθοριακό επεισόδιο στο Πετρίτσι το 1925.

Η δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα εξέλιξη του επεισοδίου στο Πετρίτσι καταδείκνυε ότι, προκειμένου να διαθέτουν έστω και ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, τα μαξιμαλιστικά σχέδια του Πάγκαλου όφειλαν προηγουμένως να βρίσκονται σε αρμονία με τα συμφέροντα τουλάχιστον μίας ή περισσότερων Μεγάλων Δυνάμεων που δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. Κάθε απόπειρα, με άλλα λόγια, ικανοποίησης των φιλοδοξιών του Έλληνα δικτάτορα για αναίρεση των –κατά τη γνώμη του– αδικιών που συνεπάγονταν για την Ελλάδα οι εδαφικοί όροι της Συνθήκης της Λωζάννης, ήταν άμεσα συνυφασμένη με την εξασφάλιση της υποστήριξης είτε της Μεγάλης Βρετανίας, είτε της Ιταλίας – ή ακόμα καλύτερα και των δύο. Αντίθετα, οι μονομερείς ενέργειες όχι μόνο ήταν περίπου πρακτικά αδύνατον να εξασφάλιζαν οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα για την Αθήνα, αλλά αντίθετα ενείχαν τον κίνδυνο επιδείνωσης της ήδη δυσμενούς διεθνούς της θέσης, με δυνητικά απρόβλεπτες συνέπειες.

Στη δεδομένη συγκυρία, η αναθεωρητική πολιτική του Πάγκαλου ενισχυόταν από τη συνεχιζόμενη εκκρεμότητα του ζητήματος της Μοσούλης, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε σύγκρουση τη Μεγάλη Βρετανία με την Τουρκία, οι οποίες έριζαν για τον έλεγχο της πλούσιας σε κοιτάσματα πετρελαίου περιοχής. Πράγματι, οι μακρές και συχνά επίπονες βρετανοτουρκικές διαπραγματεύσεις δεν είχαν οδηγήσει στην εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής λύσης σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς της πρώην οθωμανικής επαρχίας, ενώ η ένταση πολλές φορές κλιμακωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό, με κορυφαίο παράδειγμα το βομβαρδισμό, τον Αύγουστο του 1923, της Σουλεϊμανίγιας από τη βρετανική πολεμική αεροπορία6. Οι Τούρκοι, εξάλλου, υποπτεύονταν ότι το Λονδίνο υπέθαλπε τις κουρδικές εξεγέρσεις κοντά στα τουρκοϊρακινά σύνορα προκειμένου να αποδυναμώσει τη θέση της Άγκυρας στην εκκρεμότητα της Μοσούλης7. Η απόφαση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1925 να κατακυρώσει το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής της Μοσούλης στους Βρετανούς, όξυνε ακόμα περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα: ο τουρκικός Τύπος δεν απέκλειε το ενδεχόμενο του πολέμου, στην ίδια την Άγκυρα συγκλήθηκε πολεμικό συμβούλιο, ενώ μόλις μία ημέρα αργότερα, στις 17 Δεκεμβρίου, η τουρκική κυβέρνηση, αντιδρώντας στην αναβίωση –όπως εκτιμούσε– του βρετανικού ιμπεριαλισμού, υπέγραψε Σύμφωνο μη Επίθεσης με τη Σοβιετική Ένωση8.

Η υπόθεση της Μοσούλης στην ημερήσια διάταξη της Κοινωνίας των Εθνών.

Αναζητώντας ερείσματα προκειμένου να κάμψει τις τουρκικές αντιδράσεις, η Βρετανία στράφηκε προς την πλευρά της Ιταλίας. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1924 η κατ’ αρχήν συμφωνία ανάμεσα στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Σερ Ώστιν Τσάμπερλαιν και τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι για την αμοιβαία υποστήριξη των συμφερόντων του Λονδίνου και της Ρώμης στη Μικρά Ασία είχε θέσει τις βάσεις της διμερούς συνεργασίας, η οποία μοιραία αποκτούσε αντιτουρκική χροιά9. Ήταν, άλλωστε, γνωστές οι επεκτατικές βλέψεις του Μουσολίνι σε σχέση με τα νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια, οι οποίες προσδιόριζαν τη γενικότερη στάση της Ρώμης έναντι της Άγκυρας, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες στην τελευταία: «Το ότι η Ιταλία εποφθαλμιά την μικρασιατικήν γην αποτελεί αξίωμα της τουρκικής διπλωματίας», σημείωνε με νόημα τον Ιούνιο του 1925 ο Έλληνας επιτετραμμένος στην τουρκική πρωτεύουσα Ιωάννης Πολίτης10. Οι τουρκικοί φόβοι, εξάλλου, ενισχύονταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι Ιταλοί διατήρησαν μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης τα Δωδεκάνησα, τα οποία θα μπορούσαν πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθούν ως εφαλτήριο σε μία πιθανή απόπειρα στρατιωτικής προσβολής των μικρασιατικών παραλίων11.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Πάγκαλος εκτιμούσε ότι οι νεομεγαλοϊδεατικοί του οραματισμοί ήταν πολύ πιθανόν να έβρισκαν πρόσφορο έδαφος προκειμένου να αναπτυχθούν, καθώς Λονδίνο και Ρώμη ήταν λογικό να επιθυμούν τη συστράτευση και άλλων δυνάμεων, έστω και λιγότερο σημαντικών, όπως η Ελλάδα, στην προσπάθεια άσκησης πιέσεων στην Άγκυρα. Ενθαρρυμένος από την ιταλοβρετανική συνεννόηση, η οποία στρεφόταν προφανώς εναντίον της Τουρκίας, ο Έλληνας δικτάτορας υπολόγιζε ότι μία ενδεχόμενη ρήξη είτε της Μεγάλης Βρετανίας, είτε της Ιταλίας, είτε και των δύο με την Τουρκία, θα επέτρεπε στον ίδιο να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την ανακατάληψη τουλάχιστον της Ανατολικής Θράκης ή ακόμα και τμήματος της Μικράς Ασίας. Οι διευκολύνσεις, εξάλλου, που παρείχε στην Αθήνα η Ρώμη για την αγορά ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού12, έμοιαζαν να αποτελούν μία επιπλέον απτή απόδειξη του ενδιαφέροντος του Μουσολίνι για την προσέλκυση της Ελλάδας σε έναν ενδεχόμενο αντιτουρκικό σύνδεσμο.

Σε αυτό το πλαίσιο, και με δεδομένη την ιδεολογική συγγένεια του παγκαλικού με το μουσολινικό καθεστώς, η διπλωματική στροφή του Έλληνα δικτάτορα προς τον Ιταλό συνάδελφό του έδειχνε να αποτελεί φυσική εξέλιξη. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ελληνοϊταλικές σχέσεις ήταν επιβαρυμένες ήδη από την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, φθάνοντας σε κυριολεκτικά οριακό σημείο τον Αύγουστο του 1923 εξαιτίας της ιταλικής επιχείρησης κατάληψης της Κέρκυρας13, ο Πάγκαλος γρήγορα προσανατολίστηκε προς την ιδέα της σύσφιγξης των διμερών δεσμών, με απώτερο στόχο την εξασφάλιση των αναγκαίων διπλωματικών ερεισμάτων για την εφαρμογή στην πράξη των σχεδίων του εις βάρος της Τουρκίας. Η ανεπίσημη επίσκεψη του Ιταλού υφυπουργού Εξωτερικών Ντίνο Γκράντι στην Αθήνα στις αρχές Ιουλίου του 1925, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε επαφές με τον Έλληνα δικτάτορα, καθώς και με τον υπουργό Εξωτερικών Κωνσταντίνο Ρέντη, αποτελούσε το πρώτο ορατό σημάδι του νέου ανέμου που έπνεε στις σχέσεις Αθήνας και Ρώμης: ο Πάγκαλος δεν έχασε την ευκαιρία να δηλώσει στον Γκράντι ότι προσέβλεπε στην ελληνοϊταλική συνεργασία σε ζητήματα που τα συμφέροντα των δύο γειτονικών κρατών ταυτίζονταν, ενώ έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες ανέφεραν ότι οι συνομιλίες που είχε ο Ιταλός υφυπουργός στην ελληνική πρωτεύουσα προετοίμαζαν το έδαφος για στενότερη διμερή προσέγγιση14.

Οι Dino Grandi, υφυπουργός Εξωτερικών (δεξιά) και Vittorio Scialoja, μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιταλίας στην Κοινωνία των Εθνών, στο πλαίσιο των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Λοκάρνο (1925).

Πολύ σύντομα οι συζητήσεις θα έδιναν τη θέση τους σε περισσότερο πρακτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες υπογράμμιζαν τη βελτίωση του κλίματος ανάμεσα στην Αθήνα και τη Ρώμη. Η υπογραφή συμφωνιών για την προμήθεια από την Ελλάδα ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού15 συνιστούσε ένα επιπλέον απτό δείγμα αυτής της εγκαρδιότητας, η οποία έτεινε να εξελιχθεί σε διπλωματική σύμπραξη: σε προσωπικό μήνυμα που απηύθυνε προς τον Πάγκαλο, ο Μουσολίνι όχι μόνο εξέφραζε την ικανοποίησή του για την ελληνική παραγγελία, την οποία χαρακτήριζε ως πραγματικό δείγμα καλής γειτονίας, αλλά επιπλέον διατύπωνε την επιθυμία του για την περαιτέρω εμβάθυνση των δεσμών ανάμεσα στη Ρώμη και στην Αθήνα16. Η έναρξη, εξάλλου, διαπραγματεύσεων τον Νοέμβριο του 1925 για τη συνομολόγηση ελληνοϊταλικής εμπορικής σύμβασης17 προσέθετε έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των στενών διμερών επαφών.

Η συγκυρία για την εφαρμογή των σχεδίων του Πάγκαλου για συνεννόηση με την Ιταλία με σκοπό τη συγκρότηση κοινού αντιτουρκικού μετώπου, έμοιαζε να είναι ιδανική, καθώς, εκτός των άλλων, συνδυαζόταν με την επιδείνωση των βρετανοτουρκικών σχέσεων εξαιτίας της ευνοϊκής για το Λονδίνο απόφασης του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών για την τύχη της περιοχής της Μοσούλης. Ο Πάγκαλος ήταν αποφασισμένος να αδράξει την ευκαιρία, επιδιώκοντας την εξασφάλιση συγκεκριμένης δέσμευσης από την πλευρά του Μουσολίνι σχετικά με ενδεχόμενη κοινή μελλοντική δράση εναντίον της Τουρκίας. Από αυτήν την άποψη, η επίσημη επίσκεψη που πραγματοποίησαν στις αρχές Μαρτίου του 1926 στη Ρώμη οι Έλληνες υπουργοί Εξωτερικών Λουκάς Κανακάρης Ρούφος και Συγκοινωνίας Αναστάσιος Ταβουλάρης παρείχε τη δυνατότητα αφενός άμεσης εκδήλωσης των ελληνικών πρωτοβουλιών, και αφετέρου διερεύνησης των ιταλικών προθέσεων.

Ήδη από τις παραμονές της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στην ιταλική πρωτεύουσα, οι Ιταλοί ιθύνοντες τόνιζαν την εξαιρετική σημασία της επίσκεψης, την οποία χαρακτήριζαν ως διαπιστωτική της σύμπτωσης των συμφερόντων μεταξύ των δύο κρατών18. Το ζωηρό ενδιαφέρον που επιδείκνυε ο –ελεγχόμενος από το φασιστικό καθεστώς και επομένως γνήσιος εκφραστής των κυβερνητικών θέσεων– ιταλικός Τύπος μαρτυρούσε πράγματι την εξαιρετική σημασία της επίσκεψης19. Ειδικότερα, σε άρθρο της ημιεπίσημης Messaggero υπογραμμιζόταν ότι η επίσκεψη των Ελλήνων υπουργών απέβλεπε στην αποσαφήνιση και την αναζωογόνηση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε σαφές δείγμα του αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: διπλωματικά απομονωμένη και έχοντας διαφορές με όλους σχεδόν τους γείτονές της, η Ελλάδα, σημειωνόταν στο ίδιο άρθρο, ήταν φυσικό να αναζητά διεθνή ερείσματα και να απευθύνεται για αυτό το λόγο στην Ιταλία, καθώς η τελευταία αποτελούσε εκείνη τη Μεγάλη Δύναμη που μπορούσε να της παράσχει φιλία δημιουργική και ανιδιοτελή, από τη στιγμή που δεν υφίσταντο ουσιώδεις λόγοι διενέξεων ανάμεσα στην Αθήνα και τη Ρώμη, δεδομένου ότι στόχος της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η ανάπτυξη ειρηνικής πολιτικής συνεργασίας χωρίς πρόθεση κηδεμονίας του κατά περίπτωση αντισυμβαλλόμενου· ειδικά, εξάλλου, σε ότι αφορούσε στην Ελλάδα, κατέληγε ο συντάκτης της εφημερίδας, η ενίσχυση των δεσμών με την Ιταλία θα μπορούσε να επεκταθεί και στον οικονομικό τομέα, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο αποφασιστικά στην αναδιοργάνωση της ελληνικής οικονομίας20. Δίνοντας, τέλος, ακόμα σαφέστερα δείγματα του κλίματος που επικρατούσε στους ιθύνοντες ιταλικούς κύκλους, η Messaggero, την ημέρα της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη, τόνιζε χαρακτηριστικά ότι η Αθήνα εγκατέλειπε πλέον τον στενό ορίζοντα των συνδυασμών με τα γειτονικά της κράτη και εισερχόταν στη γενική ευρωπαϊκή πολιτική, καθιστάμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγοντας ειρήνης21.

Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος.

Η ιδιαίτερη σημασία του ταξιδιού των Ρούφου και Ταβουλάρη στην ιταλική πρωτεύουσα αποδεικνυόταν και από τα εκτενή σχετικά σχόλια του διεθνούς Τύπου. Πιο συγκεκριμένα, οι γαλλικές εφημερίδες έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στο ενδεχόμενο μεσολάβησης του Μουσολίνι για τη διευθέτηση των ελληνογιουγκοσλαβικών εκκρεμοτήτων: η πρωτοβουλία του Ιταλού δικτάτορα εικαζόταν ότι αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της σύναψης ενός –επωφελούς για τα ιταλικά συμφέροντα– βαλκανικού εγγυητικού συμφώνου22 κατά το πρότυπο των πρόσφατων Συμφωνιών του Λοκάρνο23. Την ίδια στιγμή, στην αντίπερα ακτή της Μάγχης, οι Times τόνιζαν ότι σκοπός της επίσκεψης των Ελλήνων υπουργών ήταν η ενίσχυση της πολιτικής και εμπορικής συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία24, ενώ ο Manchester Guardian επισήμαινε ότι η Αθήνα φερόταν αποφασισμένη να ακολουθήσει πολιτική φιλίας με τη Ρώμη, αναζητώντας την ιταλική βοήθεια προκειμένου να βελτιώσει τη διεθνή της θέση25. Προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω, η επίσης βρετανική Westminster Gazette διέβλεπε στις επαφές που θα είχε ο Ρούφος με τον Μουσολίνι την πρόθεση της Αθήνας να διερευνήσει τις πιθανότητες στενότερης ελληνοϊταλικής συνεργασίας, με απώτερο στόχο την κατάληξη σε μία ανεπίσημη, αλλά σαφή, συνεννόηση σχετικά με τα αμοιβαία συμφέροντά τους απέναντι στην Τουρκία: «Σε περίπτωση που η Ιταλία πάει στη Μικρά Ασία», υπογράμμιζε ο συντάκτης της εφημερίδας, «μία συνεννόηση με την Ελλάδα θα διασφάλιζε τα πλευρά της. Στην Ελλάδα ίσως επιτραπεί να επανακτήσει τμήμα της [Ανατολικής] Θράκης ή να λάβει παραχωρήσεις, πολιτικές ή οικονομικές, στη Σμύρνη»26.

Η είδηση της επικράτησης του παγκαλικού κινήματος στο πρωτοσέλιδο της Καθημερινής.

Η ανάλυση της Westminster Gazette απηχούσε πιθανότατα σε μεγάλο βαθμό τις ενδόμυχες σκέψεις του Πάγκαλου, οι οποίες όμως ήταν εξαιρετικά αμφίβολο εάν γίνονταν ευμενώς δεκτές από τον Μουσολίνι. Ήδη από την παραμονή της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη, αρμόδιοι ιταλικοί κύκλοι προϊδέαζαν για την επιφυλακτική στάση που θα τηρούσε η ιταλική κυβέρνηση απέναντι στις αναμενόμενες ελληνικές προτάσεις, αποκλείοντας το ενδεχόμενο ανάληψης οποιασδήποτε συμβατικής δέσμευσης από την πλευρά της Ιταλίας27. Η επιφυλακτικότητα, εξάλλου, της ιταλικής κυβέρνησης να επεκτείνει το πλαίσιο των συνομιλιών σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιτρέψει τη συζήτηση των μαξιμαλιστικών σχεδίων του Πάγκαλου, διαφάνηκε από την πρώτη στιγμή της άφιξης των Ελλήνων υπουργών: σύμφωνα με έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της –προπαρασκευαστικού χαρακτήρα28 εν όψει των επαφών με τον ίδιο τον Μουσολίνι– συνάντησης του Ρούφου με τον γενικό γραμματέα του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών Σαλβατόρε Κονταρίνι, η συνομιλία επικεντρώθηκε σε ζητήματα που ενδιέφεραν κατά κύριο λόγο την Ιταλία, όπως η διατήρηση της αλβανικής ανεξαρτησίας και η προοπτική σύναψης ενός βαλκανικού συμφώνου29.

Οι συζητήσεις των Ρούφου και Ταβουλάρη με τον Μουσολίνι επιβεβαίωσαν την ιταλική απροθυμία ανάληψης συγκεκριμένων δεσμεύσεων έναντι της Ελλάδας. Αφού προηγουμένως εξήρε τις εσωτερικές πολιτικές πρωτοβουλίες του Πάγκαλου, χαρακτηρίζοντας ως «έργο υψίστης φρονήσεως» τη διάλυση της ελληνικής Βουλής και τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του ίδιου, εκτιμώντας ότι μόνο ένα τέτοιου είδους καθεστώς θα μπορούσε να συντελέσει στην αναδημιουργία της Ελλάδας και καταδικάζοντας απερίφραστα τον κοινοβουλευτισμό ως «αχρηστεύσαντα την διοικητικήν μηχανήν και δεσμεύοντα πάσαν δράσιν μιας ισχυράς και εμπνευσμένης κυβερνήσεως», ο Μουσολίνι προχώρησε σε μία σύντομη επισκόπηση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, οι οποίες, όπως επισήμανε, καθίσταντο ολοένα στενότερες. Κατά την άποψη, εξάλλου, του Ιταλού δικτάτορα, η Ρώμη ουδέποτε είχε πραγματικούς λόγους να αντιστρατεύεται την Αθήνα, εναντίον της οποίας παραπονιόταν μόνο διότι συνδεόταν με δυνάμεις που εχθρεύονταν την Ιταλία, υπονοώντας προφανώς τη Μεγάλη Βρετανία: από τη στιγμή, όμως, που η Ρώμη συνεργαζόταν πλέον αγαστά με το Λονδίνο, αντιμετώπιζε θετικά τη φιλοβρετανική πολιτική που ακολουθούσε η Ελλάδα30. Το βασικότερο ενδιαφέρον του Μουσολίνι εντοπιζόταν προφανώς στο σχέδιό του για τη συνομολόγηση ενός βαλκανικού συμφώνου. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με τον Ρούφο, ο Ιταλός δικτάτορας τάχθηκε ανοιχτά υπέρ αυτής της εξέλιξης και άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν πρόθυμος να μεσολαβήσει για την ευόδωσή της. Από την πλευρά του, ο Ρούφος περιορίσθηκε να εξάρει την ωφελιμότητα ενός τέτοιου Συμφώνου, την πραγματοποίηση του οποίου, όπως διευκρίνισε, ευχόταν και είχε ήδη επιδιώξει και η Ελλάδα· ο ίδιος, πάντως, απέφυγε να τοποθετηθεί με σαφήνεια επί της προοπτικής της ιταλικής μεσολάβησης31.

Αντίθετα, πιο συγκεκριμένα έμοιαζαν να είναι τα αποτελέσματα των ελληνοϊταλικών συζητήσεων για θέματα αμιγώς οικονομικού ενδιαφέροντος. Ο Μουσολίνι διαβεβαίωσε τον Ταβουλάρη ότι επιθυμούσε τη σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων της Ιταλίας με την Ελλάδα, εμφανιζόμενος διατεθειμένος να παράσχει κάθε δυνατή ευκολία επί των κρατικών παραγγελιών τόσο σε πιστώσεις, όσο και σε εγγυήσεις: όπως διευκρίνιζε, άλλωστε, όσο σημαντικότερες ήταν οι παραγγελίες, τόσο μεγαλύτερες θα ήταν οι ευκολίες που θα παράσχονταν από ιταλικής πλευράς. Ο Μουσολίνι, εξάλλου, δήλωνε ικανοποιημένος από την επίσκεψη του Ταβουλάρη στη Ρώμη, την οποία χαρακτήρισε ως κέρδος για την ενίσχυση των οικονομικών δεσμών ανάμεσα στις δύο χώρες, ενώ ταυτόχρονα, εκδηλώνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πληρέστερη ενημέρωση του Έλληνα υπουργού Συγκοινωνίας, φρόντισε αυτοπροσώπως για την κατάρτιση του πολυήμερο προγράμματος περιοδείας του σε διάφορα βιομηχανικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας. «Η εντύπωσίς μου εκ των συνομιλιών», συμπέραινε ο Ταβουλάρης, «υπήρξεν ότι ούτος [ο Μουσολίνι] επιθυμεί την φιλίαν της Ελλάδος και ότι η εκτίμησίς του προς το πρόσωπον του Έλληνος Πρωθυπουργού είναι ειλικρινής και ότι έχων πληροφορίας ότι η [ελληνική] Κυβέρνησις είναι ισχυρά, έχει πραγματικήν επιθυμίαν προς στενωτέραν μετά της Ελλάδος συνεννόησιν»32.

O Benito Mussolini, σε μια από τις υπερφίαλες δημόσιες εμφανίσεις του.

Την ικανοποίησή του από τα αποτελέσματα των συνομιλιών εξέφραζε δημοσίως ο Ρούφος. Σε δηλώσεις του προς τον Τύπο λίγο πριν από την αναχώρησή του από τη Ρώμη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επισήμανε ότι οι επαφές που είχε με τον Μουσολίνι αποδείκνυαν την κοινή επιθυμία της Ελλάδας και της Ιταλίας να συσφίξουν τους μεταξύ τους δεσμούς, αν και εμμέσως αναγνώριζε ότι στην πραγματικότητα οι συζητήσεις δεν είχαν καταλήξει σε κάποιο απτότερο αποτέλεσμα33. Σκοπός, εξάλλου, της επίσκεψής του είχε υπάρξει η ενημέρωση της ιταλικής κυβέρνησης σχετικά με τις απόψεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: «Ωμίλησα εις τον κ. Μουσολίνι», διευκρίνιζε σε συνέντευξη που παραχώρησε στο δημοσιογραφικό όργανο του Ιταλού δικτάτορα Popolo d’Italia, «με την γλώσσαν της ειλικρινείας και της νομιμοφροσύνης. Διεπιστώσαμεν ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας και της Ιταλίας αποβλέπουσιν εις σκοπούς, οίτινες δεν ευρίσκονται εις αντίθεσιν». Σε αυτό το πλαίσιο, επομένως, και αποσκοπώντας στο σεβασμό των συνθηκών και στη διευθέτηση το ταχύτερο δυνατόν των εκκρεμοτήτων με τους γείτονές της, η Ελλάδα προσδοκούσε τη βελτίωση τόσο των πολιτικών, όσο και των εμπορικών σχέσεών της με την Ιταλία34. Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μουσολίνι εμφανιζόταν ευχαριστημένος από την αποκατάσταση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, προσβλέποντας, όπως εξηγούσε, στη σταθεροποίηση και στην περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες, οι οποίες συνδέονταν από τη γεωγραφία, την ιστορία και την κοινότητα συμφερόντων.35

Ταυτόχρονα, σύσσωμος ο ιταλικός Τύπος εξήρε τα αποτελέσματα των ελληνοϊταλικών συνομιλιών. Ειδικότερα, η ημιεπίσημη Messaggero επισήμαινε ότι η επίσκεψη του Ρούφου στη Ρώμη συνέβαλε αποφασιστικά στη βελτίωση των άλλοτε τεταμένων ελληνοϊταλικών σχέσεων, θέτοντας τις βάσεις μίας ευρύτερης διμερούς συνεννόησης. Η Ιταλία, υπογραμμιζόταν σε άρθρο της εφημερίδας, μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα αποτελεσματική και ανυστερόβουλη εγγύηση φιλίας, καθώς και να ενισχύσει την ελληνική οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρώμη παρουσιαζόταν πρόθυμη να προσφέρει τη μεσολάβησή της για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς στα Βαλκάνια, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις οποιουδήποτε κράτους ή να συγκροτεί συνασπισμούς στρεφόμενους εναντίον των συμφερόντων τρίτων36.

Ο υπαινιγμός ήταν σαφής: η ιταλική κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να έρθει σε συνεννόηση με την Αθήνα για την ανάληψη κοινής δράσης εναντίον της Τουρκίας. Από τη στιγμή, επομένως, που ο Μουσολίνι απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δέσμευση37, τα σχέδια του Πάγκαλου για τη σύμπηξη μίας ελληνοϊταλικής συμμαχίας με αντιτουρκικό προσανατολισμό δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν και οι ελπίδες του για την ανατροπή του εδαφικού καθεστώτος που είχε επιβάλει ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία η Συνθήκη της Λωζάννης θα παρέμεναν φρούδες. Κατά συνέπεια, η έκφραση ικανοποίησης από την πλευρά ελληνικών κυβερνητικών κύκλων για τα αποτελέσματα των συνομιλιών της Ρώμης38 δεν αρκούσε για να αλλάξει την εικόνα της ουσιαστικής αποτυχίας των διπλωματικών ανοιγμάτων της Αθήνας. Όπως εκμυστηρευόταν, λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση του Ρούφου από τον ιταλική πρωτεύουσα, ο Κονταρίνι στον εκεί Έλληνα πρεσβευτή Νικόλαο Μαυρουδή, οι συζητήσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών με τον Μουσολίνι είχαν περιορισθεί απλώς στην επισκόπηση ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος για τις δύο γειτονικές χώρες: ο Κονταρίνι, βέβαια, έσπευσε να υπογραμμίσει την ικανοποίηση της ιταλικής κυβέρνησης για την επίσκεψη των Ελλήνων υπουργών, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε σοβαρό βήμα προς την κατεύθυνση της παγίωσης των φιλικών ελληνοϊταλικών σχέσεων· προσέθεσε, όμως, με νόημα ότι στην πραγματικότητα οι συνομιλίες είχαν περιστραφεί γύρω από γενικότητες39, χωρίς προφανώς να καταλήξουν σε κάποιο απτό αποτέλεσμα όπως θα επιθυμούσε η Αθήνα.

Έστω, πάντως, κι αν η επίσκεψη των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη δεν είχε καταστήσει εφικτή την ικανοποίηση των μαξιμαλιστικών επιδιώξεων του Πάγκαλου, οι ελληνοϊταλικές επαφές είχαν θορυβήσει την Άγκυρα, η οποία ανησυχούσε για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενιαίου αντιτουρκικού μετώπου. Η τουρκική αναστάτωση, η οποία υποδαυλιζόταν περαιτέρω από τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε ο Μουσολίνι έκρινε σκόπιμο να καλέσει τον Τούρκο πρεσβευτή στη Ρώμη προκειμένου να διαλύσει τις υποψίες που είχαν δημιουργηθεί40. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 1926 η Τουρκία, θορυβημένη από τις φήμες για τη δημιουργία μίας ελληνοϊταλοβρετανικής συμμαχίας εναντίον της, είχε προτείνει στην Ιταλία τη σύναψη διμερούς συμφώνου ουδετερότητας, χωρίς ωστόσο να βρει ανταπόκριση από την πλευρά της ιταλικής κυβέρνησης41.

Η μεσολάβηση του ταξιδιού των Ελλήνων υπουργών στη Ρώμη και λίγες εβδομάδες αργότερα οι δημόσιες δηλώσεις του Μουσολίνι για την ανάγκη εξεύρεσης «μίας κατάλληλης αποικιακής διεξόδου για τον ιταλικό πληθυσμό», οι οποίες ερμηνεύθηκαν ακόμα και από επίσημα ιταλικά χείλη ως ευθεία αναφορά στις ιταλικές βλέψεις στη Μικρά Ασία, επέτειναν ακόμα περισσότερο τη νευρικότητα στην Άγκυρα: οι τουρκικές εφημερίδες αναμετέδιδαν φήμες για επικείμενη ιταλική ή ελληνοϊταλική επίθεση42, ενώ και στον διεθνή Τύπο δημοσιεύονταν πληροφορίες σχετικά με τη σύναψη μυστικής ελληνοϊταλικής συμφωνίας βάσει της οποίας Αθήνα και Ρώμη θα υποστήριζαν την αποκατάσταση του χαλιφάτου και τη μεταξύ τους διανομή της Μικράς Ασίας43. Προκειμένου να αποτρέψει ένα τέτοιο –απευκταίο για την ίδια– ενδεχόμενο, η τουρκική κυβέρνηση έσπευσε να προτείνει τη συνομολόγηση τριμερούς συμφώνου ουδετερότητας ανάμεσα στην Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία: και πάλι όμως η απάντηση του Μουσολίνι ήταν αρνητική44.

1926: H Μοσούλη εκχωρείται στο Ιράκ.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του Έλληνα πρεσβευτή στην Άγκυρα Περικλή Αργυρόπουλου, το τουρκικό ενδιαφέρον για τη σύναψη τριμερούς ελληνοϊταλοτουρκικού συμφώνου ήταν άμεσα συνυφασμένο με την προσπάθεια της Τουρκίας να διασφαλίσει την ακεραιότητα των ευρωπαϊκών της συνόρων και των μικρασιατικών παραλίων45. Πολύ σύντομα, ωστόσο, μία άλλη εξέλιξη στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έμελλε να ανατρέψει τα –ούτως ή άλλως ρευστά– δεδομένα. Στις 5 Ιουνίου 1926 Λονδίνο και Άγκυρα υπέγραψαν συμφωνία, βάσει της οποίας το σύνολο σχεδόν της περιοχής της Μοσούλης παραχωρούνταν στο υπό βρετανική Εντολή Ιράκ46, σηματοδοτώντας έτσι την απαρχή της αποκατάστασης των βρετανοτουρκικών σχέσεων47. Η διευθέτηση του ζητήματος της Μοσούλης, μολονότι δεν ήταν, αυτή καθ’ αυτή, ευνοϊκή για την τουρκική πλευρά, συνεπαγόταν τη χαλάρωση των πιέσεων του Λονδίνου εις βάρος της Άγκυρας, ενώ ταυτόχρονα αφενός απομάκρυνε το ενδεχόμενο εκδήλωσης των επεκτατικών σχεδίων του Μουσολίνι στη Μικρά Ασία και αφετέρου μείωνε ακόμα περισσότερο τις ελπίδες του Πάγκαλου για εφαρμογή στην πράξη των νεομεγαλοϊδεατικών του οραματισμών.

Ρώμη, 23 Σεπτεμβρίου 1928: Οι Ελευθέριος Βενιζέλος και Benito Mussolini υπογράφουν το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού.

Η –σχεδόν αγωνιώδης– προσπάθεια του Πάγκαλου να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ιταλίας με σκοπό την ανατροπή ορισμένων από τους εδαφικούς όρους της Συνθήκης της Λωζάννης υπήρξε δηλωτική του τρόπου με τον οποίο ο Έλληνας δικτάτορας αντιλαμβανόταν τη χάραξη και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Διακατεχόμενος από εμμονές, ο Πάγκαλος δεν ήταν σε θέση να σταθμίσει ψύχραιμα τα δεδομένα της αδήριτης πολιτικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα συχνά να μην μπορεί να διακρίνει το ευκταίο από το εφικτό. Οι σπασμωδικές επιλογές του ήταν, επομένως, φυσικό, όχι μόνο να μην έχουν το επιθυμητό για τον ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα να συμβάλλουν στη γενικότερη απορρύθμιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η στροφή που επιχείρησε ο Πάγκαλος, μετά την απογοήτευση από τη διαπίστωση της ιταλικής απροθυμίας συνεργασίας προς την κατεύθυνση της Γιουγκοσλαβίας, αναζητώντας στην υποστήριξη του Βελιγραδίου τα αναγκαία διεθνή ερείσματα προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον της Τουρκίας, καταδείκνυε την αποσπασματικότητα των πρωτοβουλιών του. Η άνευ όρων υποχώρηση του Έλληνα δικτάτορα στις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις σε μία σειρά από θέματα, με κορυφαίο εκείνο της ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αποτελούσε μία επιπλέον απόδειξη των άστοχων διπλωματικών επιλογών του παγκαλικού καθεστώτος, οι οποίες έμελλε τελικά να αποτελέσουν την αφορμή της ανατροπής του τον Αύγουστο του 1926.

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης
και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε παλαιότερη δημοσίευση του συγγραφέα: βλ. «Attempting to Revise the Treaty of Lausanne: Greek Foreign Policy and Italy during the Pangalos Dictatorship, 1925-1926», Diplomacy and Statecraft, 25 (2014), σ. 240-259

Βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2001, Γ’ Έκδοση), σ. 315.

Η σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος προκειμένου να επιβάλει την πειθαρχία στις μονάδες που κλήθηκε να διοικήσει υπήρξε παροιμιώδης. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι προκειμένου να παταχθεί το φαινόμενο της λιποταξίας, η πρόσκληση προς κατάταξη πέντε κλάσεων στρατευσίμων (1919-1923) συνοδευόταν από την προειδοποίηση πως όσοι δεν παρουσιάζονταν εγκαίρως θα οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα και οι οικογένειές τους θα εξορίζονταν στην Αφρική· βλ. Θεόδωρος Πάγκαλος, Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, τόμος Α΄ (Αθήνα: Κέδρος, 1973), σ. 206. Αναφορικά με τη συνεισφορά της Στρατιάς του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης βλ. D. Dakin, «The Importance of the Greek Army in Thrace during the Conference of Lausanne, 1922-1923», Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σ. 211-232.

Βλ. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος Α΄, (Αθήνα: Κάκτος, 1997), σ. 53-54.

Βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1925-1955», στο: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987 (Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση/ΕΛΙΑΜΕΠ, 1988), σ. 36-37. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι λιγότερους από πέντε μήνες πριν από την εγκαθίδρυση της παγκαλικής δικτατορίας ο γενικός διευθυντής του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών Περικλής Αργυρόπουλος, σε επιστολή που απηύθυνε προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, δεν άφηνε πολλά περιθώρια μελλοντικής ανακίνησης από ελληνικής πλευράς ζητήματος Ελλήνων που βρίσκονταν αιχμάλωτοι στην Τουρκία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Έχοντες υπ’ όψιν υμετέραν επιστολήν της 14ης Ιανουαρίου ε.έ. μετά της συνημμένης αιτήσεως των διαφόρων συγγενών των κρατουμένων έτι εν Μ. Ασία αιχμαλώτων, έχομεν την τιμήν να φέρωμεν εις γνώσιν της Υμετέρας Εξοχότητος ότι καίτοι προέβημεν ήδη εις πλείστα όσα διαβήματα μέσω της ημετέρας εν Αγκύρα Πρεσβείας, του Γενικού Προξενείου Σμύρνης και της ημετέρας εν Κων/πόλει Αντιπροσωπείας διά την ανεύρεσιν των απομεινάντων αιχμαλώτων, εις ουδέν καταλήξαμεν, καθόσον επισήμως επανειλημμένως εδηλώθη υπό της Τουρκικής Κυβερνήσεως ότι ουδαμού υπάρχουσι πλέον αιχμάλωτοι. Επομένως μόνον επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, επιστολών, ή προσφάτων εγκύρων πληροφοριών, περί του τόπου της διαμονής των, θα ήτο σκόπιμον η Ελληνική Κυβέρνησις να προκαλέση νέαν έρευναν τη μεσολαβήσει εν ανάγκη και αυτής της Κοινωνίας των Εθνών»· βλ. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (Μουσείο Μπενάκη), 173/φάκ. 21, Αργυρόπουλος προς Βενιζέλο, Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1925.

Για το επεισόδιο στο Πετρίτσι βλ. διεξοδικότερα James Barros, The League of Nations and the Great Powers: The Greek-Bulgarian Incident, 1925 (Oxford: Clarendon Press, 1970), και Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Η ελληνοβουλγαρική κρίση του 1924-1925. Ο πόλεμος της ζωοκλοπής (Αθήνα: Γόρδιος, 2006).

Βλ. Edward Reginald Vere-Hodge, Turkish Foreign Policy, 1918-1948 (Ambilly-Annemasse: 1950), σ. 59.

Αρχείο Ιωάννη Πολίτη (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής Α.Ι.Π.], 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 787, [Άγκυρα], 17 Μαρτίου 1925.

Vere-Hodge, ό.π., σ. 58-63.

Ruggero Moscati (ed.), I Documenti Diplomatici Italiani [στο εξής DDI], Settima Serie, Volume III: 1922-1935 (Rome: La Libreria Dello Stato, 1959), έγγραφα αρ. 184 και 605. Πρβλ. Alan Cassels, Mussolini’s Early Diplomacy (Princeton: Princeton University Press, 1970), σ. 305.

10 Α.Ι.Π., 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 2644, [Άγκυρα], 10 Ιουνίου 1925. Για την καχυποψία που είχε προκαλέσει στους Τούρκους ιθύνοντες βλ. επίσης Α.Ι.Π., 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1286, [Άγκυρα], 16 Απριλίου 1924. Ο Πολίτης αναφερόταν χαρακτηριστικά στη θύελλα οργής που είχε δημιουργηθεί στην Τουρκία, και η οποία είχε λάβει τη μορφή σωρείας αντιιταλικών άρθρων στον τουρκικό Τύπο, ως αποτέλεσμα των δηλώσεων του Μουσολίνι σχετικά με την εξάπλωση της Ιταλίας στην Ανατολή. Πρβλ. Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής Δ.Ι.Α.Υ.Ε.], 1926, 15.1, Αργυρόπουλος, «Γενική Έκθεσις υπ’ αριθ. 18 Πρεσβείας Αγκύρας», [Άγκυρα], 4 Μαΐου 1926

11 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1924, Α/5/ΙΑ΄, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1738, Λονδίνο, 7 Ιουνίου 1924.

12 DDI, Volume III, έγγραφο αρ. 606· W.N. Medlicott, Douglas Dakin & M. E. Lambert (eds.), Documents on British Foreign Policy, 1919-1939, Series IA, Volume I (London: Her Majesty’s Stationery Office, 1966), έγγραφο αρ. 129.

13 Για το επεισόδιο της Κέρκυρας βλ. διεξοδικότερα James Barros, The Corfu Incident of 1923. Mussolini and the League of Nations (Princeton: Princeton University Press, 1965). Βλ. επίσης Δαφνής, ό.π., σ. 71-111· Cassels, ό.π., σ. 91-126

14 Foreign Office/The National Archives (στο εξής FO) 371/10675, Τσίτχαμ προς Τσάμπερλαιν, αρ. 217, 8 Ιουλίου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 4 και 25 Ιουλίου 1925.

15 FO 317/10766, Κήλινγκ προς Τσάμπερλαιν, 14 Αυγούστου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 6 Αυγούστου 1925 και 13 Αυγούστου 1925.

16 FO 317/10765, Κήλινγκ προς Τσάμπερλαιν, 15 Αυγούστου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 11 Αυγούστου 1925.

17 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 14 Νοεμβρίου 1925.

18 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 3 Μαρτίου 1926.

19 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων των ιταλικών εφημερίδων περί της ενταύθα επισκέψεως των κ.κ. Υπουργών επί των Εξωτερικών και της Συγκοινωνίας και των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδος», άν. αρ., Ρώμη, 3 Μαρτίου 1926.

20 Στο ίδιο. Πρβλ. εφ. Εμπρός, 4 Μαρτίου 1926

21 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Ρούφος προς Υπουργείο Εξωτερικών, άν. αρ., Ρώμη, 5 Μαρτίου 1926.

22 Εφ. Εμπρός, 5 Μαρτίου 1926.

23 Για τις ιταλικές σκέψεις υπέρ ενός «βαλκανικού Λοκάρνο», ιδίως κατά τα τέλη του 1925, βλ. Cassels, ό.π., σ. 321.

24 Εφ. The Times, 4 Μαρτίου 1926.

25 Εφ. The Manchester Guardian, 5 Μαρτίου 1926.

26 Εφ. Westminster Gazette, 5 Μαρτίου 1926.

27 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 3 Μαρτίου 1926.

28 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

29 Εφ. The Times, 5 Μαρτίου 1926. Πρβλ. εφ. Ελεύθερον Βήμα, 5 Μαρτίου 1926.

30 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Πάγκαλο, αρ. 503, Ρώμη, 7 Μαρτίου 1926.

31 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

32 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Πάγκαλο, αρ. 503, Ρώμη, 7 Μαρτίου 1926.

33 Εφ. Εμπρός, 6 Μαρτίου 1926.

34 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη Ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων του ιταλικού Τύπου επί της επισκέψεως κα των συνομιλιών του κ. επί των Εξωτερικών Υπουργού μετά του κ. Μουσολίνι», άν. αρ., [Ρώμη], χ. ημ.

35 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 6 Μαρτίου 1926.

36 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη Ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων του ιταλικού Τύπου επί της επισκέψεως κα των συνομιλιών του κ. επί των Εξωτερικών Υπουργού μετά του κ. Μοσολίνι», άν. αρ., [Ρώμη], χ. ημ.

37 Βλ. Αθανάσιος Βερέμης, «Η δικτατορία του Πάγκαλου», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ΄ (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1978), σ. 293-294.

38 Εφ. Εμπρός, 7 Μαρτίου 1926.

39 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

40 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 497, Ρώμη, 6 Μαρτίου 1926.

41 DDI, Volume IV, έγγραφο αρ. 255.

42 DDI, Volume IV, έγγραφα αρ. 298 και 475· Cassels, ό.π., σ. 307-308.

43 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926-1927, 35.1, Κανελλόπουλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1017, Βερολίνο, 22 Απριλίου 1926· Κανελλόπουλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1055, Βερολίνο, 24 Απριλίου 1926.

44 Cassels, ό.π., σ. 308.

45 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 15.1, Αργυρόπουλος, «Γενική Έκθεσις υπ’ αριθ. 19», [Άγκυρα], 18 Μαΐου 1926.

46 Για το πλήρες κείμενο της Συμφωνίας, η οποία υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 5 Ιουνίου 1926 και καθόριζε λεπτομερώς τη μεθόριο ανάμεσα στο Ιράκ και την Τουρκία βλ. Treaty Series No. 18 (1927). Treaty between the United Kingdom and Iraq and Turkey regarding the settlement of the frontier between Turkey and Iraq together with Notes exchanged (London: His Majesty’s Stationery Office, 1927).

47 Vere-Hodge, ό.π., σ. 58-64. Πρβλ. William Hale, Turkish foreign policy, 1774-2000 (London/Portland: Frank Cass, 2002), σ. 58-59.

Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ: Η Αθήνα στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70: Πολεοδομική μεταμόρφωση και αρχιτεκτονική δημιουργία

Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ

Η Αθήνα στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70:

Πολεοδομική μεταμόρφωση και αρχιτεκτονική δημιουργία

 

Εισαγωγικά

Στην αυγή του 21ου αιώνα το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας πολύ λίγο θύμιζε την ευρωκεντρική Αθήνα του Μεσοπολέμου με τις αστικές κηπουπόλεις, τους προσφυγικούς συνοικισμούς και τις γειτονιές αυθαιρέτων. Αν εξαιρούσε κανείς τα λιγοστά κατάλοιπα της μακραίωνης και αδιάκοπης ιστορίας του, ο χαοτικός και πολυπολιτισμικός σχηματισμός των τεσσάρων περίπου εκατομμυρίων κατοίκων στα λεκανοπέδια της Αττικής ήταν ουσιαστικά μια σύγχρονη «μετάπολη», η οποία διέφερε  τόσο από τις ιστορικές πόλεις της Ευρώπης όσο και από τις νέες, σχεδιασμένες πόλεις του 20ού αιώνα.

Οι διαφορές αυτές, που χρωμάτιζαν και την αθηναϊκή αρχιτεκτονική, δεν οφείλονται μόνο σε κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Συνδέονται επίσης με γεωγραφικά και πολιτισμικά δεδομένα, με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και συνήθειες.

Σκαριφήματα  του αρχιτέκτονα – πολεοδόμου Γιώργου Κανδύλη, που δείχνουν την ιλιγγιώδη οικιστική ανάπτυξη  της Αθήνας από το 1940 μέχρι το 1985.

Οι πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής πρωτεύουσας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα παρουσιάζουν δύο όψεις: μια αρνητική και μια θετική. Για την πρώτη χύθηκε και εξακολουθεί να χύνεται πολύ μελάνι. Όλοι μας, ειδικοί και κάτοικοι της ελληνικής πρωτεύουσας, δυσφορούμε για τις συνέπειες που είχε η ασχεδίαστη μεταμόρφωση της Αθήνας. δηλαδή για τη ρύπανση, το συγκοινωνιακό πρόβλημα, την αισθητική και λειτουργική της υποβάθμιση κ.ά. Ωστόσο είναι γεγονός ότι με την επινόηση της αντιπαροχής, την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης και τις εκ των υστέρων ρυθμίσεις της πολιτείας, η μεταπολεμική Αθήνα ξανακτίστηκε σχεδόν χωρίς κεφάλαια και επεκτάθηκε γλυτώνοντας κάποιους κλυδωνισμούς ή άγονους πειραματισμούς των νέων πόλεων της Δύσης, των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού και του τρίτου κόσμου. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο το πρόσφατο ενδιαφέρον ξένων ερευνητών για τις θετικές όψεις της ιδιότυπης αθηναϊκής πολυκατοικίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ο συλλογικός τόμος με τίτλο Τhe Public Private House: Modern Athens and its Polykatoikia που επιμελήθηκε ο αρχιτέκτων – καθηγητής του Πολυτεχνείου της Νυρεμβέργης Richard Woditsch και κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Park Books της Ζυρίχης.

Τέλος, αντίθετα από ότι γίνεται αλλού, η αρχιτεκτονική ποιότητας ούτε ενθαρρύνεται ούτε αναγνωρίζεται από την πολιτεία. Έτσι, ο ρόλος των πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση της σύγχρονης Aθήνας και τον σχεδιασμό των σημαντικών κτιρίων της υπήρξε περιθωριακός. H περιθωριοποίηση αυτή ήταν ένας από τους λόγους της άναρχης δόμησης και της αισθητικής υποβάθμισης του αστικού της τοπίου. Aπό την Aθήνα ωστόσο δεν έλλειψαν ποτέ οι ικανοί πολεοδόμοι και οι προικισμένοι αρχιτέκτονες αλλά οι προϋποθέσεις για τη δημιουργική τους δράση, προϋποθέσεις που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσω: (α) να σκιαγραφήσω την πολεοδομική εξέλιξη της ελληνικής πρωτεύουσας από το 1950 έως το 1980. (β) να σχολιάσω χαρακτηριστικές όψεις της αρχιτεκτονικής των διαφόρων φάσεων αυτής της εξέλιξης. και (γ) να σταθώ σε αρχιτεκτονικά έργα μεγάλης επιρροής ή ιδιαίτερης σημασίας από ιστορική, πολιτισμική και αισθητική άποψη..

Χρειάζεται, όμως, να τονιστεί με έμφαση ότι η Aθήνα δεν έχει το μονοπώλιο της ποιοτικής αρχιτεκτονικής των ετών 1950-1980. Aναφέρω μερικά χτυπητά παραδείγματα. Τα περισσότερα μοντέρνα ξενοδοχεία Ξενία της δεκαετίας του ’60 ανεγέρθηκαν στην ελληνική επαρχία. Από τα σαράντα επτά κατασκευασμένα έργα του Άρη Kωνσταντινίδη μόνο τα πέντε βρίσκονται στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Tο Εργαστήριο ’66 του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, το Αρχιτεκτονικό Γραφείο 19/57 των Νίκου Δεσύλλα, Δημήτρη Κονταργύρη, Αντώνη Λαμπάκη και Παύλου Λουκάκη, τα Γραφεία των Τάσου και Δημήτρη Μπίρη, Δημήτρη Ησαΐα και Τάση Παπαϊωάννου κ.ά., πραγματοποίησαν ένα μεγάλο μέρος του έργου τους εκτός Aττικής. Οι αρχιτέκτονες –πολεοδόμοι Kωνσταντίνος Δοξιάδης και Γιώργος Kανδύλης εργάστηκαν και αναγνωρίστηκαν κυρίως στο εξωτερικό. Σε ολόκληρη την Eλλάδα και το εξωτερικό πραγματοποιήθηκε επίσης το έργο του Γραφείου Μελετών Αλέξανδρου Ν. Tομπάζη

 

1.Η αττική οικιστική παράδοση και η χρόνια αδυναμία για μια σχεδιασμένη πολεοδομική ανάπτυξη της νέας Αθήνας

Ο πρώτος που θα παραλληλίσει το ελεύθερο πολεοδομικό σύστημα της αρχαιότητας — το ονομαζόμενο αττικό— με την αυθαίρετη στέγαση στην Αθήνα του ’50 ήταν ο διαπρεπής αρχιτέκτων – αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός (1908-1985). «Η συνεχιζομένη προς όλας σχεδόν τας κατευθύνσεις ανάπτυξις της πόλεως», γράφει ο Τραυλός στα 1960, «προηγήθη πολλάκις της επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου. Κατά μήκος ή πλησίον των αρχαίων οδών, αι οποίαι ωδήγουν έξω της πόλεως, οι σημερινοί κάτοικοι, όπως και οι αρχαίοι, εξηκολούθουν να κτίζουν αυθαιρέτως και εκτός σχεδίου τας οικίας των, αττικώς, ώς είδομεν ότι εχαρακτηρίζετο κατά την αρχαιότητα το ελεύθερον τούτο πολεοδομικόν σύστημα». Το γεγονός ότι η ασχεδίαστη ανάπτυξη των ελληνικών οικισμών συνεχίστηκε και κατά τους μεσαίους χρόνους, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για μια αττική παράδοση δυναμικής ή οργανικής οικιστικής ανάπτυξης, η οποία αποδείχτηκε ισχυρότερη από την εκ των άνω προσπάθεια εκσυγχρονισμού της, δηλαδή από τα δυτικού τύπου ρυθμιστικά σχέδια των πολεοδόμων και τους ανεδαφικούς οικιστικούς νόμους της πολιτείας.

Η μορφή της μεταπολεμικής Αθήνας δεν καθορίστηκε από τις γνώμες των ειδικών και τη θέληση του νομοθέτη. Πολύ σημαντικότερος υπήρξε ο ρόλος άλλων παραγόντων: της μικροϊδιοκτησίας, των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων της πολιτείας, της μικρής κλίμακας των οικοδομικών επιχειρήσεων, αλλά και της ζωτικότητας του πληθυσμού, της κοινωνικής κινητικότητάς του, των νοοτροπιών και συνηθειών του. Η μεταπολεμική Αθήνα άρχισε να ξανακτίζεται επάνω στον παλιό της ιστό και να επεκτείνεται ασχεδίαστα, στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης καπιταλιστικής εξέλιξης, με κινητήριες δυνάμεις την εμπορευματοποίηση της κατοικίας, το οικοπεδεμπόριο, αλλά και την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης. Αντίθετα, το έγκαιρο, τεχνοκρατικό προσκλητήριο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη για μια ορθολογιστική οικιστική ανάπτυξη, όχι μόνο δεν εισακούστηκε από την πολιτική ηγεσία, αλλά τον έφερε και σε ρήξη μαζί της.

 

2.1949-1957: Στα δύσκολα χρόνια της Ανασυγκρότησης

Για την Αθήνα η περίοδος της οικονομικής ανάρρωσης αρχίζει με σημαντική καθυστέρηση και πραγματοποιείται σε κλίμα που το σκιάζουν  τα σκληρά βιώματα της  Κατοχής (1941-1944) και η  τραγωδία του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Η απόκλιση της πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής πορείας της από εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων εντείνεται κατά την περίοδο 1950-1980. Το κύριο βάρος της ανοικοδόμησης της Αθήνας αφέθηκε αφενός στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία η οποία απευθυνόταν κυρίως στα μεσαία στρώματα και αφετέρου στην αυθαίρετη στέγαση. Από τότε η ανέγερση πολυκατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής παίζει τον ρόλο κινητήριας δύναμης της οικονομίας.

Το μικρό σε όγκο έργο των αρχιτεκτόνων της δωδεκαετίας 1945-1957, η οποία έχει μεταβατικό χαρακτήρα, εμφανίζει πέντε τάσεις: μία δογματικά ή αναχρονιστικά μοντέρνα, μία συντηρητική, μία τοπικιστική, και μία νεωτερική. Χαρακτηριστικά κτίρια της δεύτερης τάσης  είναι το ξενοδοχείο Αθήναιον  Μέλαθρον – Athenée Palace  (Σταδίου και Κολοκοτρώνη, 1950) και η πολυτελής  πολυκατοικία στη γωνία των οδών Ηρώδου Αττικού  και Μουρούζη  (1951), δύο κλασικίζουσας μορφολογίας έργα του αρχιτέκτονα  Μανώλη  Βουρέκα. Το παρεκκλήσιο των Λ.Ο.Κ. στο Καβούρι (1948-1950) σχεδιάστηκε αριστοτεχνικά από τον αρχιτέκτονα Περικλή Σακελλάριου, στο πνεύμα μιας μεσογειακής νεωτερικότητας με αναφορές στην αρχιτεκτονική των Κυκλάδων.

Στα δύσκολα χρόνια της ανασυγκρότησης ο Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968) δημιουργεί ένα από τα κορυφαία τοπόσημα της Αθήνας: τη διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και στο λόφο του Φιλοπάππου με το συγκρότημα του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και του αναψυκτηρίου (1951-1957).

Η διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και στο λόφο του Φιλοπάππου, 1951-1957. Το γνωστότερο και μεγαλύτερης επιρροής έργο του Δημήτρη Πικιώνη: λεπτομέρεια από τον δρόμο του Φιλοπάππου.

Τότε αρχίζει η δημιουργία των πρώτων μοντέρνων λουτρικών – τουριστικών συγκροτημάτων της μεταπολεμικής Ελλάδας στις ακτές του Σαρωνικού που σχεδιάστηκαν με έμπνευση από τρεις αρχιτέκτονες —Περικλή Σακελλάριο (1905-1985), Προκόπη Βασιλειάδη (1912-1977), Μανώλη Βουρέκα (1905/1907-1992)—, προκάλεσαν το ενδιαφέρον της διεθνούς αρχιτεκτονικού Τύπου και άσκησαν μεγάλη επιρροή στο εσωτερικό της χώρας. Πρόκειται για τα κοσμοπολίτικα συγκροτήματα της «Αστήρ Α.Ε.», θυγατρικής εταιρίας της Εθνικής Τράπεζας, στη Γλυφάδα (1955-1958, συνεργάτες αρχιτέκτονες Αντώνης Γεωργιάδης, Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας) και στη Βουλιαγμένη (1959-1962), τη λαϊκή πλαζ του ΕΟΤ και τα εστιατόρια «Αργώ» και «Ωκεανίς» στη Μεγάλη Α κτή Βουλιαγμένης (1959-61, συνεργάτης αρχιτέκτων Νίκος Π. Χατζημιχάλης).

Το μοντέρνο λουτρικό  και τουριστικό  συγκρότημα  του «Αστέρος» στη  Γλυφάδα, 1955-1958: άποψη αποδυτηρίων. Αρχιτέκτονες Περικλής Σακελλάριος, Προκόπης Βασιλειάδης, Μανώλης Βουρέκας.
Συνεργάτες αρχιτέκτονες Αντώνης Γεωργιάδης και Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας.

 

Η υπερσύγχρονη  πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη, 1959-1961: άποψη των συγκροτημάτων αποδυτηρίων.
Αρχιτέκτονες Προκόπης Βασιλειάδης, Περικλής Σακελλάριος, Μανώλης Βουρέκας.
Συνεργάτης αρχιτέκτων Νίκος Π. Χατζημιχάλης.

Στα χρόνια αυτά έχομε τα πρώτα δείγματα γραφής του Νίκου Βαλσαμάκη (γ. 1924) και του Τάκη Χ. Ζενέτου (1926-1977), δύο μοντερνιστών μεγάλου διαμετρήματος, οι οποίοι αρχίζουν να δημιουργούν στην πρωτεύουσα ιδιωτικά κτίρια – σταθμούς της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ιστορίας της. Έργα της ανθρωποκεντρικής και φιλόκαλης προσέγγισης του Βαλσαμάκη είναι η αστική πολυκατοικία Λούρου (Σεμιτέλου 3, 1951-1953) και η πρώτη μοντέρνα προαστιακή πολυκατοικία  (Κηφισίας 272, Χαλάνδρι, 1957-1958).  Η ημιτελής ανάπλαση του εργοστασίου Φιξ (1957) στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις λεωφόρους Συγγρού και Καλλιρρόης και την οδό Αμβρ. Φραντζή, είναι το πιο πολυσυζητημένο έργο του Ζενέτου στο οποίο συνεργάστηκε με τον ομότεχνό του Μαργαρίτη Αποστολίδη (1922-2005). Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην αεροδυναμική μορφή του εργοστασίου ή στη ρηξικέλευθη πρόθεση του αρχιτέκτονα να χρησιμοποιήσει προκατασκευασμένα στοιχεία, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε για οικονομικούς λόγους. Έντονη κριτική προκάλεσαν ο μεταγενέστερος ακρωτηριασμός του εργοστασίου, αλλά και η ανακατασκευή του που ολοκληρώθηκε το 2016 για να στεγάσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

H πρώτη μοντέρνα πολυκατοικία της μεταπολεμικής Αθήνας, Σεμιτέλου 5, 1951-1953. Αρχιτέκτων Νίκος Βαλσαμάκης.

 

Το ριζοσπαστικά μοντέρνο εργοστάσιο Φιξ επί της  λεωφόρου Συγγρού, μετά την ημιτελή ανάπλαση  του 1957) από τον δεξιοτέχνη –  αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο και τον συνεργάτη του Μαργαρίτη Αποστολίδη.

3.1958-1966: Η βραχύβια αρχιτεκτονική άνοιξη

Ο χαρακτηρισμός της οκταετίας 1958-1966 ως αρχιτεκτονικής άνοιξης είναι βέβαιο πως θα ξενίσει πολλούς. Γιατί δεν ήταν λίγα τα ατοπήματα της εποχής αυτής των εργολάβων, η οποία ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωση  της πρωτεύουσας προς το χειρότερο με την ασχεδίαστη εξάπλωση της αστικής πολυκατοικίας. Στη διάρκεια της οκταετίας εξαφανίζεται σχεδόν το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και χάνονται πολλές ευκαιρίες για την αναβάθμιση της δημόσιας αρχιτεκτονικής της. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ιλιγγιώδη αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας κατά 220% από το 1950 έως το 1980 αφενός και στον περιορισμένο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους αφετέρου.

Για τα κύματα των κατοίκων της επαρχίας που κατέκλυσαν το κλεινόν άστυ και ανήκαν στα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα, η απόκτηση ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία αποτελούσε κοινωνική καταξίωση. Παρά το γεγονός ότι μόνο το 2% των αθηναϊκών πολυκατοικιών ήταν σχεδιασμένες από αρχιτέκτονες «το διαμέρισμα με επιπλώσεις παντός τύπου και ρυθμού σε συνδυασμό με τον καλό γάμο έγινε το όνειρο κάθε ανύπαντρης κοπέλας», όπως εύστοχα διατυπώνεται σε διαφήμιση της εποχής. Η απουσία εγκεκριμμένου ρυθμιστικού σχεδίου ενίσχυσε τους ρυθμούς αύξησης των αυθαιρέτων κατοικιών στις παρυφές της πόλης από τους εσωτερικούς μετανάστες χαμηλών εισοδημάτων, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν διαμερίσματα.

Και όμως, τότε ήταν που η αρχιτεκτονική των αρχιτεκτόνων της πρωτεύουσας παρουσίασε μια πρωτόγνωρη ζωντάνια, πολυφωνία και ετοιμότητα να συμβαδίσει με τα διεθνή ρεύματα. Θυμίζω ότι κατά τη δεκαετία του ’60, η σύγχρονη Ελλάδα εμφανίζεται δυναμικά στον παγκόσμιο ορίζοντα με δύο διεθνώς κορυφαίους αρχιτέκτονες – πολεοδόμους, που είναι ουσιαστικά απόντες από την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη (1913-1975) και τον Γιώργο Κανδύλη (1911-1995).

Το ρεύμα του εκσυγχρονισμού αυτών των χρόνων θα συμπαρασύρει και το αρχιτεκτονικό κατεστημένο, τα μέλη του οποίου διανύουν την πέμπτη ή έκτη δεκαετία της ζωής τους. Αρχιτέκτονες όπως ο Κώστας Κιτσίκης (1893-1969), ο Μανώλης Βουρέκας (1905-1992), ο Περικλής Σακελλάριος (1905-1985) και ο Προκόπης Βασιλειάδης (1912-1977) ανανεώνονται με τη βοήθεια των νεότερων συνεργατών τους, δημιουργώντας βασικά αρχέτυπα της εγχώριας αρχιτεκτονικής γοήτρου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Πρεσβεία των ΗΠΑ και το ξενοδοχείο Χίλτον, δύο δημιουργικές συνθέσεις του διεθνούς νεοϊστορισμού, που αποτελούσε την τότε κυρίαρχη τάση στον σχεδιασμό κτιρίων γοήτρου, με την αισθητική παράδοση του κλασικισμού.

Η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, 1959-1961: προοπτικό σχέδιο, φωτογραφία εποχής και τοπογραφικό σχέδιο.Αρχιτέκτονες : Walter Gropius – The Architects’ Collaborative.  Συνεργάτης αρχιτέκτων:  Περικλής Σακελλάριος.

 

Το ξενοδοχείο Χίλτον της Αθήνας, 1958-1963: φωτογραφίες εποχής και κάτοψη τυπικού ορόφου
Αρχιτέκτονες: Μανώλης Βουρέκας, Προκόπης Βασιλειάδης, Σπύρος Στάϊκος.
Συνεργαζόμενος αρχιτέκτων: Αντώνης Γεωργιάδης. Σύμβουλοι-αρχιτέκτονες εσωτερικών χώρων: Warner, Burns, Joane, Winde

Το κτίριο επιβατών του Ανατολικού Αερολιμένα στο Ελληνικό (1959-1963) ανήκει στα κορυφαία αρχιτεκτονήματα της εποχής. Σχεδιασμένο από τον δεξιοτέχνη Αμερικανο-φινλανδό αρχιτέκτονα Eero Saarinen (1910-1961) σε νέο-φουτουριστικό πνεύμα, υπερβαίνει τον πρακτικό σκοπό του, λειτουργώντας ως η πύλη – σύμβολο της σύγχρονης Αθήνας.

Κτίριο επιβατών Ανατολικού Αερολιμένα στο Ελληνικό, 1959-1963: προοπτικό σχέδιο.
Αρχιτέκτων Eero Saarinen.

Άλλοι καθιερωμένοι και νέοι αρχιτέκτονες εφαρμόζουν το κυρίαρχο Διεθνές Στιλ ή τον κώδικα του Le Corbusier (brutalism) ή προσπαθούν να εκφράσουν το πνεύμα του μεσοπολεμικού μοντέρνου κινήματος με ποικίλα αποτελέσματα. Αξιόλογα έργα της πρώτης τάσης είναι τα υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας, σχεδιασμένα από αρχιτέκτονες της υπηρεσίας μελετών της υπό τον Κωνσταντίνο Δεκαβάλλα (γ. 1925) στους οποίους ανήκει η Αναστασία Β. Τζάκου (1928-2015) και τα πρώτα κτίρια γραφείων με υαλοπετάσματα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν το κτίριο στην πλατεία Συντάγματος, έργο του Δημήτρη Παπαζήση (1926-2006).

Ένα από τα εμβληματικότερα αρχιτεκτονήματα της μεταπολεμικής Αθήνας ήταν το διεθνούς ακτινοβολίας Γραφείο Δοξιάδη, το οποίο στέγασε επίσης το Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής κα τις καινοτόμες Σχολές που παρείχαν υψηλού επιπέδου μόρφωση σε πολλές ειδικότητες, όπως σε σχεδιαστές, τεχνικούς βοηθούς, διακοσμητές, συντηρητές κ.ά. Κατασκευασμένο το 1955-1961 από εμφανές σκυρόδεμα, αποτελούσε αυθεντική έκφραση του πνεύματος και του γράμματος της αρχιτεκτονικής  του Le Corbusier, η οποία επηρέασε κυρίως την δημόσια αρχιτεκτονική. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, το κτίριο μετατράπηκε σε συγκρότημα πολυτελών κατοικιών από το αρχιτεκτονικό γραφείο Divercity Architects (Νικόλας και Δημήτρης Τραβασάρος, Χριστίνα Ακτύπη) με ριζική ανάπλαση του εσωτερικού, αλλά και αλλαγές στις όψεις.

Το Γραφείο Δοξιάδη, Στρατιωτικού  Συνδέσμου 24, 1955-1961. Μελέτη Γραφείου Δοξιάδη, αρχιτέκτονες Κωνσταντίνος Δοξιάδης, Αρθούρος Σκέπερς, Τίτος Κουραβέλος.

Το ημιτελές Ωδείο Αθηνών στη γωνία των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Ρηγίλλης (1969-1976) ήταν το μόνο κτίριο της πολύπαθης μελέτης του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας που υλοποιήθηκε, ύστερα από δεκαπενταετή αγώνα του αρχιτέκτονα και καθηγητή αρχιτεκτονικών συνθέσεων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Ιωάννη Δεσποτόπουλου (1903-1992). Στην οριστική μελέτη των εσωτερικών χώρων συνεργάστηκε με τον Μάνο Περράκη, αρχιτέκτονα με μεγάλη εμπειρία στον σχεδιασμό θεάτρων. Ο Δεσποτόπουλος υπήρξε ο πρώτος εκφραστής του ριζοσπαστικού πνεύματος του Bauhaus στην Ελλάδα. Η ιδεοκεντρική και κοινωνιοκεντρική προσέγγισή του άσκησε μεγάλη επίδραση στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου της Αθήνας, η οποία συνεχίστηκε από καθηγητές – μαθητές του. Το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τις απόψεις και το έργο του Δεσποτόπουλου αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς η εννοιολογική προσέγγιση των σχεδιαστικών προβλημάτων ανήκει στα διεθνή ρεύματα της εκπαίδευσης των αρχιτεκτόνων.

Το ημιτελές Ωδείο Αθηνών στη γωνία των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Ρηγίλλης (1969-1976, κάτω), ήταν το μόνο κτίριο της πολύπαθης μελέτης του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας (1959-1969, επάνω) που υλοποιήθηκε.

Ηγετικές όμως μορφές της αρχιτεκτονικής «άνοιξης» του ’60 είναι ο Νίκος Βαλσαμάκης και ο Τάκης Ζενέτος. Με τα σπάνια χαρίσματα και τον ιδεαλιστικό ορθολογισμό του, ο νεωτεριστής Βαλσαμάκης θα συμβάλει αποφασιστικά στην μετακένωση διεθνών ρευμάτων. Το έργο του είχε και κοινωνική αποδοχή επειδή υπήρξε προϊόν συμφιλίωσης του νέου με το παλιό, δηλαδή της εξωγενούς νεωτερικότητας με νεοελληνικές παραδόσεις: την αστική αρχικά και τη λαϊκή αργότερα. Τα αστικά κτίριά του αυτών των χρόνων, παρά τη μοντέρνα μορφή τους, δεν αντιδικούν με τη νεοκλασική παράδοση της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής και τις εξελίξεις της. Τα σημαντικότερα όμως έργα του Βαλσαμάκη στην Αττική είναι μονοκατοικίες. Η εξοχική κατοικία Λαναρά στην Ανάβυσσο (1961) και το σπίτι του αρχιτέκτονα στη Φιλοθέη (1961) ανήκουν στις κορυφαίες επιδόσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής του ’60 από κατασκευαστική, λειτουργική και αισθητική άποψη. Πρόκειται για ολικά έργα τέχνης απολύτως συγκρίσιμα με μινιμαλιστικά αρχιτεκτονήματα διεθνώς αναγνωρισμένων μοντερνιστών, όπως είναι λ.χ. o ουγγρικής καταγωγής Marcel Breuer (1902-1981). Η μονοκατοικία  Βαλσαμάκη  στη Φιλοθέη (Νιόβης 22, 1961) επελέγη από άλλες 100 μονοκατοικίες  διακεκριμένων  αρχιτεκτόνων του κόσμου για την εικονογράφηση του έξωφύλλου πρόσφατης έκδοσης του οίκου  Taschen.

Η κατοικία του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα  Νίκου Βαλσαμάκη στη Φιλοθέη (Νιόβης, 1961). Ένα  κατασκευαστικά καινοτόμο αρχιτεκτόνημα, μινιμαλιστικής μορφολογίας.  

Σε διαφορετικό δρόμο κινήθηκε ο δεξιοτέχνης – οραματιστής Τάκης Ζενέτος, απόφοιτος της École des beaux-arts του Παρισιού. Αρνούμενος να δεχθεί τη μίζερη πραγματικότητα της μεταπολεμικής Αθήνας, αγωνίστηκε με πάθος για την πραγμάτωση πρωτοποριακών στόχων, όπως ήταν η χρήση προηγμένης τεχνολογίας, η ευελιξία, ο ηλιασμός και η ηλιοπροστασία, η εξοικονόμηση ενέργειας και υλικών, και το σπάσιμο του μοντέρνου κτιριακού κύβου. Με το βλέμμα στραμένο στο μέλλον και το γερό ταλέντο του, ο Ζενέτος δημιούργησε ορόσημα ποιοτικής αρχιτεκτονικής στη μεταπολεμική Αθήνα. Ορισμένα μάλιστα έργα του, που δεν υπάρχουν πιά, θεωρήθηκαν συμβολές στο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας του ’60. Πρόκειται για τις κατασκευαστικά και μορφοπλαστικά καινοτόμες μονοκατοικίες Νομικού στο Καβούρι με τον αιωρούμενο εξώστη (Δεχεράνης 32, 1959-1961) και στη Γλυφάδα (1961). Λόγω της δραστικής επέμβασης στο περιβάλλον της, η πρώτη χαρακτηρίστηκε ως ελληνικό “Fallingwater”. Το “Fallingwater” ήταν η θρυλλική μονοκατοικία Kaufmann επάνω από καταρράκτη, έργο του Frank Lloyd Wright (Mill Run, Πενσυλβάνια, 1936-1939).

Η μονοκατοικία Νομικού στο Καβούρι (Δεχεράνης 32, 1959-1961) που έχει κατεδαφιστεί. Μια κατασκευαστικά και μορφολογικά καινοτόμος δημιουργία του δεξιοτέχνη οραματιστή Τάκη Ζενέτου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πολλοί νέοι αρχιτέκτονες, αλλά και μοντερνιστές του Μεσοπολέμου, με την ομαδική δουλειά, τον θεσμό των πανελλήνιων διαγωνισμών, τη μαχητική αισιοδοξία και τη συσπείρωση γύρω από τον Σύλλογό τους, άρχισαν να επηρεάζουν την αρχιτεκτονική των δημοσίων κτιρίων της Αθήνας και, κυρίως, της επαρχίας. Οι παλιές και νέες αυτές αρχιτεκτονικές δυνάμεις ενστερνίζονται το αντιϊστορικό πνεύμα της γενιάς του ’30 και δείχνουν μια σταθερή προτίμηση σε αντισυμβατικά πρότυπα ή τάσεις του καιρού τους, όπως ήταν η διεθνής  αρχιτεκτονική του εμφανούς σκυροδέματος (new brutalism), που εγκαινίασε ο Le Corbusier και συνέχισαν οι επίγονοί του. Η δράση τους διέπεται από τον κοινωνικό ιδεαλισμό και τη στρουκτουραλιστική προσέγγιση της τότε πρωτοποριακής «Ομάδας των 10» (Team X), στην οποία ανήκε και ο Κανδύλης. Πρόκειται για επιλογές που αντιδικούν λίγο-πολύ με την αστική αρχιτεκτονική παράδοση και το συνεχές οικοδομικό σύστημα των ιστορικών πόλεων. Σε αυτό οφείλεται η αντίδραση που προκάλεσε η προσπάθεια της νέας αρχιτεκτονικής γενιάς να επιβάλει τον ανοίκειο κώδικα του Le Corbusier και των επιγόνων του στην  αρχιτεκτονική γοήτρου της Αθήνας. Τα αξιολογότερα έργα αυτής της τάσης πραγματοποιήθηκαν στο πανταχόθεν ελεύθερο οικοδομικό σύστημα. Ο εμβληματικός επιβατικός σταθμός του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (1961/62-1967, σήμερα Εκθεσιακό Κέντρο) σχεδιάστηκε στο πνεύμα ενός δομικού εξπρεσιονισμού από τους, βραβευμένους σε πανελλήνιο διαγωνισμό, αρχιτέκτονες Γιάννη Λιάπη (1922-1993) —καθηγητή στην έδρα Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων του Πολυτεχνείου της Αθήνας— και Ηλία Σκρουμπέλο (1921-2006). Δημιουργήθηκε ως επιβατηγός σταθμός για τα υπερωκεάνια και ως σταθμός αποχαιρετισμού των Ελλήνων μεταναστών προς ΗΠΑ και Αυστραλία.

O επιβατικός σταθμός του ΟΛΠ στην αποβάθρα του Αγίου Νικολάου, σήμερα κέντρο εκθέσεων, 1961-1962.
Ενα πρωτοποριακό  έργο των αρχιτεκτόνων Γιάννη Λιάπη και Ηλία Σκρουμπέλου.

Η Κεντρική Λαχαγορά Αθηνών στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη (1962-1963) η οποία καταλαμβάνει έκταση 200 στρεμμάτων ήταν ένα από τα σημαντικότερα έργα κοινής ωφέλειας αυτών των χρόνων. Πρόκειται για αγορά ωποροκηπευτικών, κρεάτων, πουλερικών και αυγών ανοικτού τύπου, όπως και το πρότυπό της, οι Halles της Μασσαλίας. Μορφοπλαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν το κτίριο Διοίκησης και τα στέγαστρα της Νέας Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών από ανεπίχριστο, προεντεταμένο σκυρόδεμα. Έργο της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Μελετών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων υπό τον ικανότατο αρχιτέκτονα – πολεοδόμο Προκόπη Βασιλειάδη αποτελεί πρωτότυπη έκφραση του διεθνούς μπρουταλισμού.

Η μοντέρνα Λαχαναγορά Αθηνών στου Ρέντη, 1962-1963, έργο της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Μελετών της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Αρχιτέκτων – πολεοδόμος: Προκόπης Βασιλειάδης. Συνεργαζόμενοι αρχιτέκτονες Γιώργος Μπόγδανος κ.ά.

Τέλος, ο ριζοσπάστης Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) αφήνει στην περιφέρεια της πρωτεύουσας τη σφραγίδα της κοσμοθεωρίας του με δύο έργα – αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για τη μονοκατοικία του τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη στη γωνία των οδών Αρχιμήδους & Κλειτομάχου (1961) και το εξοχικό σπίτι του Κ. Παπαπαναγιώτου στην Ανάβυσσο (48ο χλμ. της οδού Αθηνών-Σουνίου, 1961-1962). Τα δύο σπίτια εκφράζουν βιώσιμες αρχές του μεσοπολεμικού μοντέρνου κινήματος σε συνδυασμό με αξίες της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο κριτικός της αρχιτεκτονικής και ποιητής Friedrich Achleitner, «στέκουν μέσα στο αττικό τοπίο σαν να βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί».

Η μονοκατοικία του τεχνοκριτικού και διπλωμάτη Αλέξανδρου Ξύδη, Αρχιμήδους και Κλειτομάχου, 1961. Μια πρωτότυπη σύνθεση νεωτερικότητας και παράδοσης του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη.

4.1967-1974. Οικοδομικός γιγαντισμός και αρχιτεκτονική κρίση

Το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου 1967-1974 δεν είναι μόνο το ότι επιταχύνονται τα αρνητικά φαινόμενα της προηγούμενης φάσης, δηλαδή η άναρχη και ισοπεδωτική  ανάπτυξη της πρωτεύουσας, η ευτέλεια του αρχιτεκτονικού εκσυγχρονισμού της, η κακοποίηση της ιστορίας της αλλά και του αττικού τοπίου. Είναι και η οριστική απώλεια του αστικού χαρακτήρα και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Αθήνας. Τα 13 αυτά χρόνια η ελληνική αρχιτεκτονική δοκιμάζεται από μια κρίση σύνθετη, που οφείλεται στη διεθνή αμφισβήτηση του δογματικού μοντερνισμού και σε τοπικές ιδιαιτερότητες.

Στην περίοδο αυτή, που χαρακτηρίστηκε ως «άγρια καπιταλιστική μεγέθυνση» της ελληνικής οικονομίας, η ποιοτική υστέρηση της δημόσιας αρχιτεκτονικής σε σχέση με την ιδιωτική αυξάνεται ραγδαία. Αυτό συμβαίνει παρά τις ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις που έφεραν την άνοδο της στάθμης των μελετών για τα δημόσια κτίρια.

Το μνημείο του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον περιβάλλοντα χώρο του στη λεωφόρο Βασ. Σοφίας, τοπόσημο της σύγχρονης Αθήνας, 1969. Έργο του  γλύπτη Γιάννη Παππά και του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Βοκοτόπουλου.
Το μνημείο σε φωτογραφία εποχής (επάνω) και σήμερα (κάτω).

Άλλα αξιόλογα κτίρια του δημόσιου τομέα, που ανήκουν στις πρωτότυπες κτιριολογικές λύσεις και εκφράσεις της αρχιτεκτονικής του εμφανούς σκυροδέματος είναι: το κτίριο γραφείων και σταθμός διανομής της ΔΕΗ (Γ΄ Σεπτεμβρίου 111 και Ρίζου, 1973-1977), έργο του αρχιτέκτονα Κλέωνα Κραντονέλλη (1912-1976) και ο κεντρικός σταθμός αυτοκινήτων του ΟΤΕ στην Καλλιθέα (Αγνώστου Στρατιώτου, Δοϊράνης, Σωκράτους και Πριάμου, 1969-1971), μελέτη Αρχιτεκτονικού Γραφείου 19/57, αρχιτέκτονες Νίκος Δεσύλλας [1926-2007] και Δημήτρης Κονταργύρης [γ. 1934]). Με φουτουριστική διάθεση ο Τάκης Ζενέτος θα σχεδιάσει ένα άλλο πολυσυζητημένο έργο του. Πρόκειται για το ρηξικέλευθο κυκλικό Γυμνάσιο & Λύκειο του Αγίου Δημητρίου (1970-1976), έκφραση  του οράματος του αρχιτέκτονα για  ένα ιδανικό σχολείο.Στη δημόσια αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας δεν σημειώνονται ουσιώδεις αλλαγές. Η προσπάθεια του δικτατορικού καθεστώτος να σφραγίσει την Αθήνα με μνημειώδη κτίρια αποβαίνει άκαρπη. Παρά τους πολυάριθμους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και τις άφθονες αναθέσεις μελετών, ο απολογισμός σε κτίρια γοήτρου, που να εκφράζουν τα τεχνοκρατικά και μικροαστικά ιδεώδη του δικτατορικού καθεστώτος, είναι πενιχρός. Οι περισσότερες βραβευμένες λύσεις αρχιτεκτονικών διαγωνισμών έμειναν στα χαρτιά. Ανάμεσά τους ο περιβόητος Ναός του Σωτήρος ή «Τάμα του Έθνους», για τον οποίο έγιναν τρεις διαγωνισμοί  (1970, 1971/1972, 1973). Στα έργα βιτρίνας της δικτατορίας ανήκουν ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός του 1968/1969 και οι πρώτες αναθέσεις μελετών του συγκροτήματος του Δικαστικού Μεγάρου της Αθήνας —Άρειος Πάγος, Εφετείο, Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο— στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και τις οδούς Κυρίλλου Λουκάρεως, Κάλβου και Δεγλερή. Η αρχιτεκτονική μελέτη του Αρείου Πάγου εκπονήθηκε από την ομάδα των βραβευμένων αρχιτεκτόνων Ιάσωνα Ρίζου (1923-1996) και Δημήτρη Καταρόπουλου με κλασικότροπο ύφος και η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε το 1981. Ένα από τα αξιολογότερα έργα αυτών των χρόνων, τα οποία προέκυψαν από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, ήταν το μνημείο του Ελευθερίου Βενιζέλου στη λεωφόρο Βασ. Σοφίας (1969). Τον ορειχάλκινο ανδριάντα του μεγάλου πολιτικού φιλοτέχνησε ο γλύπτης, καθηγητής της Α.Σ.Κ.Τ. και ακαδημαϊκός Γιάννης Παππάς (1913-2005). Την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου σχεδίασε με έμπνευση ο αρχιτέκτων Παναγιώτης Βοκοτόπουλος (γ. 1930), επιμελητής στην έδρα Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων του Πολυτεχνείου της Αθήνας.

Η οικονομική άνοδος ώς την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου για μια έντονα κερδοσκοπική ανοικοδόμηση, με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολεοδομικές συνέπειές τους, εκφράστηκαν κυρίως στην εμπορική αρχιτεκτονική, τις τουριστικές εγκαταστάσεις και τις πολυτελείς μονοκατοικίες.

Ο αμφιλεγόμενος αθηναϊκός «ουρανοξύστης» αποτελεί τη  θεαματικότερη εξέλιξη αυτών των χρόνων. Πρόκειται για τους πύργους γραφείων, διαμερισμάτων και ξενοδοχείων, που με τη μοναχική υπεροψία τους λειτουργούν ως σημεία έξαρσης στον πολεοδομικό ιστό. Εδώ ανήκουν οι γυάλινοι πύργοι γραφείων-καταστημάτων του αρχιτέκτονα Ιωάννη Βικέλα (γ. 1931) και των συνεργατών του, οι οποίοι αποτελούν καλαίσθητες μιμήσεις αμερικανικών και ευρωπαϊκών προτύπων υψηλής τεχνολογίας και πολυτελών υλικών. Πρόκειται για τον Πύργο των Αθηνών (1968-73, αρχιτέκτων Ι. Βικέλας σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Ι. Κυμπρίτη), τον οποίο θα ακολουθήσουν και άλλοι, όπως ο πύργος Αtrina στο Μαρούσι (μ. 1975-1976, αρχιτέκτων Ι. Βικέλας). Ο γυάλινος ουρανοξύστης όμως υπήρξε ένα βραχύβιο πείραμα της εμπορικής αρχιτεκτονικής στην πρωτεύουσα. Αντίθετα, η χρήση του γυαλιού στον σχεδιασμό κτιρίων γραφείων, η οποία έχει αρχίσει δέκα χρόνια νωρίτερα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα είτε με την αμιγή μορφή του υαλοπετάσματος είτε σε πιο στιβαρές κατασκευές οπλισμένου σκυροδέματος εμφανούς ή επενδεδυμένου.

Ο Πύργος των Αθηνών, πρώτος γυάλινος  «ουρανοξύστης»  γραφείων – καταστημάτων της  Αθήνας, Βασ. Σοφίας και Μεσογείων 2-4, 1971-1937. Αρχιτέκτων: Ιωάννης  Βικέλας σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Ιωάννη  Κυμπρίτη.

Οι πύργοι κατοικιών, παρά την εξελιγμένη δομική και ηλεκτρομηχανολογική τεχνολογία τους, δεν ήταν συνήθως παρά απλές μεγεθύνσεις της αθηναϊκής πολυκατοικίας του ’60. Στις εξαιρέσεις ανήκει το συγκρότημα Δίφρος στην Αγία Βαρβάρα από εμφανές σκυρόδεμα  (μ. 1971, αρχιτέκτων Αλέξανδρος Τομπάζης, συνεργάτης αρχιτέκτων Δημήτρης Διαμαντόπουλος). Το συγκρότημα αυτό,  καρπός μιας έντονα πλαστικής διάθεσης και δημιουργικής αφομοίωσης ιαπωνικών επιδράσεων, προκύπτει από την αντισυμβατική κάτοψη και ενσωματώνει πρωτοπόρες λύσεις για την ελληνική οικοδομική πρακτική. Όμως ο αθηναϊκός «ουρανοξύστης» και το σύστημα της προκατασκευής, που δοκιμάστηκε πειραματικά από μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες σε συγκροτήματα προαστιακών κατοικιών, δεν είχε μέλλον στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, γιατί υπερέβαινε τις δυνατότητες της εγχώριας αγοράς.

Άλλες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του τεχνοκρατικού και λαϊκιστικού κλίματος της επταετίας 1967-1974 ήταν: (α) ο γιγαντισμός των τουριστικών συγκροτημάτων και ξενοδοχείων που θα κατακλύσουν τον ελληνικό χώρο, αφανίζοντας τοπία μοναδικής ομορφιάς. β) τα τεράστια εκπαιδευτικά συγκροτήματα όλων των βαθμίδων στα λεκανοπέδια της Αττικής, με την απάνθρωπη μονοτονία και τη σκληρή, μπετονένια  μορφή τους. (γ) η δυνατότητα νομιμοποίησης των αυθαιρέτων, η οποία παρέχεται από τον Αναγκαστικό Νόμο 410/1968 και αποτελεί ένα άνοιγμα της δικτατορίας προς τους κατοίκους της περιφέρειας της Αθήνας, αλλά και τους οικιστές παραθεριστικών  περιοχών της Αττικής. και (δ) οι επαύλεις της ανανεωμένης ηγετικής τάξης του ’70 με την καινοφανή όψη, την αστραφτερή πολυτέλεια, τις εκκεντρικότητες ή την αρχοντολαϊκή τους γραφικότητα, οι οποίες ήταν έργα του παλιού και νέου αρχιτεκτονικού κατεστημένου.

Αρχιτεκτονική ποιότητας θα συνεχίσει να παράγεται στο περιθώριο των κυρίαρχων αυτών τάσεων τόσο από τους παλαιότερους όσο και από τους νέους δημιουργούς. Το συγκρότημα της Θεολογικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου ανήκει στις αξιόλογες εφαρμογές του μπρουταλιστικού κώδικα του Le Corbusier και της στρουκτουραλιστικής προσέγγισης της «Ομάδας των 10» (Team X). Σχεδιάστηκε το 1970-1976 από τους αρχιτέκτονες – επιμελητές της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π. Λάζαρο Καλυβίτη (1938-2018) και Γιώργο Λεονάρδο (γ. 1940), ύστερα από βράβευσή τους σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, μελέτη 1970-1976.
Αρχιτέκτονες: Λάζαρος Καλυβίτης και Γιώργος Λεονάρδος.

Δημιουργικό και μεγάλης επιρροής υπήρξε το αποτέλεσμα της αντίδρασης δύο νέων αρχιτεκτόνων στον βαλτωμένο τύπο της αστικής πολυκατοικίας του κέντρου της Αθήνας. Πρόκειται για τους ιδρυτές του Εργαστηρίου 66 Δημήτρη Αντωνακάκη (γ. 1933) και Σουζάνα Αντωνακάκη (γ. 1935) οι οποίοι, με την καινοτόμο πολυκατοικία τους στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη 118, αξιοποιούν ευφάνταστα τη δυσμενή νομοθεσία και εξαντλούν σχεδόν τα περιθώρια εξέλιξης του κτιριακού αυτού είδους από άποψη τυπολογίας, μορφής και εναλλακτικών τρόπων παραγωγής. Υιοθετώντας τους προβληματισμούς των φίλων τους – μελών του διεθνούς Τeam Χ, οι οποίοι αντιμετώπισαν την αρχιτεκτονική ως σύνθετο φαινόμενο —πολεοδομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, τεχνικό, οικονομικό—, αλλά και τις υποθήκες του Δημήτρη Πικιώνη σε συνδυασμό με βιωμένες μνήμες τους από την  ελληνική λαϊκή παράδοση, οι δύο αρχιτέκτονες εισάγουν μια διαφορετική άποψη για την πολυκατοικία. Βασικά γνωρίσματα αυτής της άποψης είναι η ελεύθερη οργάνωση του εσωτερικού χώρου με τη βοήθεια μιας πολύπλοκης πορείας/κίνησης, οι πολυσήμαντες σχέσεις ιδιωτικότητας και κοινωνικών οικογενειακών λειτουργιών, κλειστού και υπαίθριου χώρου, κτίσματος και πόλης, η γραφικότητα των υλικών και λεπτομερειών στα πολυεπίπεδα διαμερίσματα και τα έντονά χρώματά τους. 

Πολυκατοικία  στην οδό Εμμ. Μπενάκη 118, 1972-1975. Εργαστήριο 66 – Αρχιτέκτονες: Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη.

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Επιλογή βιβλιογραφίας

  • Achleitner, Fr. (1965), “Ein Griechischer Baumeister. Neues Bauen kritisch betrachtet: Aris Konstantinidis”, σε: Die Presse, Wien, 13/14.02.1965.
  • Αντωνιάδης Α. Κ., Σύγχρονη Ελληνική Αρχιτεκτονική, Αθήνα: Εκδόσεις ελληνικού αρχιτεκτονικού περιοδικού Άνθρωπος + Χώρος, 1979.
  • Aesopos Y., Simeoforidis Y. (ed.), Landscapes of modernisation. Greek Architecture 1960s and 1990s, Athens: Metapolis Press, 1999.
  • Βαλσαμάκης Ν., Νίκος Βαλσαμάκης, Αρχιτέκτων, Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη, 2007.
  • Cofano, P. & Konstantinidis, D. (eds.), Aris Konstantinidis 1913-1992, Milano: Electaarchitettura, 2010.
  • Constantopoulos Ε. (ed), Nicos Valsamakis, London: 9H Publications, 1984.
  • Γιακουμακάτος Α., Ελληνική Αρχιτεκτονική στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Gutenberg, 2017.
  • Δοξιάδης Κ., Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης. Κείμενα, σχέδια, οικισμοί, Αθήνα: Ίκαρος, 2006.
  • Δουμάνης Ορ. (επιμ.), Τάκης Χ. Ζενέτος, 1926-1977, Αθήνα: έκδοση «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων», 1978.
  • Δουμάνης Ορ., Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα 1945-1983 (Post-War Architecture in Greece 1945-1983), Αθήνα: Έκδοση «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων», 1984.
  • Fessas-Emmanouil H., “Public Architecture in Modern Greece”, in: New Public Buildings by Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, (Exhibition Catalogue of the Greek Participation at the 5th International Exhibition of Architecture/Biennale di Venezia, 1991), Athens: Greek Ministry of Culture, 1991.
  • Frampton K., Atelier 66. The architecture of Dimitri and Suzana Antonakakis, New York: Rizzoli, 1985.
  • Κανδύλης Γ., Γιώργος Κανδύλης. Ζωή και έργο, Αθήνα: Ερμής, 1985.
  • Καρδαμίτση-Αδάμη Μ., Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα, Αθήνα: Εκδόσεις «Μέλισσα», 2012.
  • Κιτσίκης Κ., «Πολεοδομικά και αισθητικά προβλήματα της αναμορφούμενης πόλεως των Αθηνών», Αρχιτεκτονική, 15-16/1959, Μάιος-Αύγ., σ. 12-17.
  • Κονταράτος Σ. – Wang W. (επιμ.) – Γιακουμακάτος Α. (επιμ. ελληνικής έκδοσης), Αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Ελλάδα, Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, Αθήνα – Deutsches Architektur-Museum (Φραγκφούρτη) – Prestel (Μόναχο, Λονδίνο, Νέα Υόρκη), 2000.
  • Loyer F., Architecture de la Grèce contemporaine, Université de Paris / Faculté des Lettres et Sciences Humaines, 1966, σσ. 714-719, 764-766, 784, 785, Annexe 1, σσ. 47, 56, 60, (πολυγραφημένη διδακτορική διατριβή).
  • Παπαϊωάννου Ι., Βασιλικιώτη Ε., Αμπαδογιάννη Β., Ζαβερδινού Ο., Δάνου Ι., Δάρα Μ., Η Κατοικία στην Ελλάδα. Κρατική Δραστηριότης, Αθήνα: έκδοση ΤΕΕ, 1975.
  • Πικιώνης Δ., Έργα Ακροπόλεως, Αθήνα: Ίνδικτος, 2001.
  • Πικιώνης Δ., Όλο το έργο του, Αθήνα: Μπάστας – Πλέσσας, 1994.
  • Κωνσταντινίδης Α., Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες + Κατασκευές, Αθήνα: Άγρα, 11981, ανατ. 1992.
  • Σακελλαρίου Ε. – Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., Π. Α:. Σακελάριος, Αρχιτέκτων / P.A. Sakellarios. An architect’s vision , Αθήνα: Ποταμός, 2006.
  • Σαρηγιάννης, Γ., Μ. Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές, Αθήνα: Εκδόσεις Συμμετρία, 2000.
  • Σαρηγιάννης, Γ., Τα ρυθμιστικά σχέδια Αθηνών και οι μεταβολές των πλαισίων τους, gr 2010 (http://www.greekarchitects.gr/gr/αρχιτεκτονικες-ματιες/τα-ρυθμιστικά-σχέδια-αθηνών-και-οι-μεταβολές-των-πλαισίων-τους-id3464).
  • Σύγχρονος Οικοδομική. Πολεοδομία – Αρχιτεκτονική – Τέχνη & Τεχνική, Αθήνα: Χ. Γ. Κορνάρος & Σία, 1961.
  • Τραυλός, Ιωάννης (1967), Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αθήναι: Έκδοσις Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, 1957.
  • Τσακόπουλος Π., Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Καλειδοσκόπιο, 2014.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., «Αρχιτεκτονική επίσημη και ‘γοήτρου’ στη μεταπολεμική Ελλάδα 1945-1975 / Prestige Architecture in post-war Greece: 1945-1975», Θέματα Χώρου + Τεχνών, 15/1984, σ. 34-73.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., «Η παρουσία της ελληνικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας στο διεθνή ορίζοντα», σε: Οι Έλληνες του Κόσμου, Αθήνα: Άποψη/Οργανισμός «Θεσσαλονίκη. Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», 1997, σ. 75-83.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε., Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα, 2001.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε. (επιμ.), Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία. Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, μέλη της Εταιρείας, Αθήνα: Ποταμός, 2006.
  • Φιλιππίδης Δ., Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830-1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας, Αθήνα: Μέλισσα, 1984.
  • Vassiliadis P., General Plan of the Greater Athens Area, 1975

Alan Wakefield: Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914

Alan Wakefield

Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914

Απευθύνοντας προς τη Στρατιά, που μάχεται στη Γαλλία, τις θερμότερες και από βάθους καρδίας ευχές για τα Χριστούγεννα και το Νέον Έτος, σπεύδω να εκφράσω για πολλοστή φορά τον θαυμασμό, τον οποίον μου εμπνέει η αξία και η αντοχή που έχει επιδείξει σε ολόκληρη αυτή την εκστρατεία. Ταυτόχρονα, την διαβεβαιώ πως το γεγονός ότι άσκησα τη διοίκηση τόσο αξιοθαύμαστων στρατευμάτων στο πεδίο των μαχών, θα αποτελεί εφεξής την πλέον περήφανη ανάμνηση της ζωής μου.
[Ημερήσια διαταγή του στρατηγού Sir John French, διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, 25 Δεκεμβρίου 1914].

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων του 1914 στο Δυτικό Μέτωπο αποτελεί ένα από τα γνωστότερα επεισόδια της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παρότι υπολογίζεται πως κατά κύριο λόγο, το φαινόμενο αφορούσε Βρετανούς και Γερμανούς στρατιώτες της πρώτης γραμμής, σε αυτό αναμίχθηκε τελικά και περιορισμένος αριθμός Γάλλων και Βέλγων. Μεταξύ των 30.000, περίπου, Βρετανών αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στη συγκυριακή αυτή συμφιλίωση, συγκαταλέγονταν και Ινδοί (2/3rd Gurkha Rifles και 39th Garhwal Regiment, υπαγόμενο στην 7η Μεραρχία Meerut), οι οποίοι είχαν αποσταλεί από τον Οκτώβριο του 1914 στη Γαλλία προς ενίσχυση του ευρισκομένου εκεί Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (British Expeditionnary Force).¹ Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης ότι οι ταυτοποιηθείσες Γερμανικές μονάδες, οι οποίες, από τη δική τους πλευρά ενεπλάκησαν στην όλη υπόθεση, προέρχονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη Βαυαρία και τη Σαξωνία κι όχι από την Πρωσία. Μέχρι το πέρας του πολέμου, οι Βρετανοί ήταν πεπεισμένοι πως, εμπλεκόμενες σε έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων, οι μη πρωσικές μονάδες του Γερμανικού Στρατού ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένες να υποβαθμίσουν την ένταση των συγκρούσεων με τον αντίπαλο. Το παρόν άρθρο προσεγγίζει τις παραμέτρους εκείνες, που οδήγησαν στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, περιγράφοντας τις πτυχές της αναπάντεχης συμφιλίωσης και τις συνέπειες της τελευταίας ως προς τη διεξαγωγή της αμέσως επόμενης φάσης του πολέμου. Αξιολογείται, επίσης, η δεσπόζουσα θέση, την οποία καταλαμβάνει στην όλη μυθολογία της εκεχειρίας το επεισόδιο της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης μεταξύ των αντιπάλων.

Η γραμμή του μετώπου στη Δυτική Ευρώπη τον Δεκέμβριο του 1914.

Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1914, το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα έλεγχε μια γραμμή μήκους 30 μιλίων (48 χλμ.), η οποία εκετεινόταν από το St. Eloi, νοτίως της Βελγικής πόλης Ypres, έως το Givenchy-en-Gohelle, εντός του εδάφους της Γαλλίας. Μεγάλο τμήμα από τον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου ήταν πεδινό και βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από ένα εκτεταμένο δίκτυο αρδευτικών τάφρων και χειμάρρων, που το προστάτευαν από πλημμύρες. Δυστυχώς για τα στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν εκεί, η δραστηριότητα του πυροβολικού σε συνδυασμό με την κατασκευή χαρακωμάτων, αχρήστευσε σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία του όλου δικτύου. Με την έλευση του χειμώνα, η περιοχή μετατράπηκε σε έναν απέραντο βάλτο. Πρόχειρα κατασκευασμένα χαρακώματα, που το 1914 μόλις που υπερτερούσαν των κοινών τάφρων, προσέφεραν ελάχιστες ανέσεις στους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Ο υπολοχαγός Wilbert Spencer (2nd Wiltshires) έγραφε προς τους δικούς του πίσω στην πατρίδα στις 23 Δεκεμβρίου:

Μόλις επέστρεψα έπειτα από δυο μερόνυκτα παραμονής στα χαρακώματα. Αναρωτιέμαι κατά πόσο ο κόσμος γνωρίζει ποια είναι η πραγματική κατάσταση εκεί. Στις εφημερίδες διαβάζουμε πως διανέμεται εν αφθονία ζεστή σούπα, ανάβονται και διατηρούνται υπέροχες φωτιές κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σημεία, όπου η λάσπη φτάνει μέχρι τα γόνατα. Δεν υπερβάλλω ως προς αυτό. Πιο συχνά ξεπερνά τους αστραγάλους. Η πρώτη νύκτα ήταν απαίσια. Δεν υπήρχε μέρος για να προστατευθεί κανείς. Είναι αξιοθαύμαστο το πως οι Tommies [χαρακτηρισμός των Βρετανών στρατιωτών] εξακολουθούν να στέκονται όρθιοι κάτω από τέτοιες συνθήκες…Θα άξιζε να μας βλέπατε σε ποια κατάσταση επιστρέψαμε στα μετόπισθεν, βουτηγμένοι στη λάσπη από πάνω έως κάτω, αξιοθρήνητοι και κουβαλώντας τον βαρύ οπλισμό μας. Ωστόσο, ούτε ένας από εμάς δεν έχει πτοηθεί.²

Η εκατέρωθεν προσπάθεια να προστατευθούν τα χαρακώματα από κατάρρευση και πλημμύρα είχε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα να εξασθενίσει ο ρυθμός και η ένταση των ενόπλων αντιπαραθέσεων. Σε ορισμένους τομείς μάλιστα, διαμείφθηκαν αυτοσχέδιες, μικρής διάρκειας, εκεχειρίες, που επέτρεψαν στις αντιμαχόμενες πλευρές να εργάζονται ακάλυπτες υπό το φως της ημέρας, προκειμένου να μπορέσουν οι ζημιές να αποκατασταθούν. Επιπρόσθετα, υπήρξε μέριμνα ούτως ώστε να μην βάλλονται ως στόχοι όσοι μετέφεραν τα συσσίτια, αλλά και να αποφεύγεται η ανταλλαγή πυρών την ώρα του φαγητού. Είναι βέβαιο πως τέτοιου είδους καταστάσεις συνέβαλαν τα μέγιστα στη βελτίωση του κλίματος όπως επίσης και σε μια θετικότερη πρόσληψη της εικόνας του αντιπάλου.

Έως το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, ο καιρός ήταν σε γενικές γραμμές βροχερός. Ωστόσο, μια απότομη πτώση της θερμοκρασίας είχε ως αποτέλεσμα να παγώσει το έδαφος, κάτι που κατέστησε ευκολότερη τη διάβαση της νεκρής ζώνης την επομένη ημέρα. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι τη συγκεκριμένη εκείνη παραμονή των Χριστουγέννων, οι Βρετανοί σκοποί διέκριναν μια ασυνήθιστη κινητικότητα στα απέναντι Γερμανικά χαρακώματα.

Η παραμονή των Χριστουγέννων στα Γερμανικά χαρακώματα.

Ο ταγματάρχης J. Q. Henriques (1/16th Londons), αναφέρει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του πως:

Με την έλευση του σκότους έκαναν την εμφάνισή τους φώτα στις απέναντι γραμμές. Αρχικά, οι δικοί μας άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να τα σβήσουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Η μυστηριώδης σιγή, η οποία ακολούθησε, μας ανησύχησε και μας κατέστησε άπαντες ιδιαίτερα επιφυλακτικούς, καθώς σχηματίσαμε την εντύπωση πως κάποιο τέχνασμα βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα φώτα επανήλθαν και πολύ γρήγορα η γραμμή φωταγωγήθηκε στο σύνολό της. Εικάζω ότι είχαν κρεμάσει φανάρια πάνω σε ψηλούς ιστούς και τα είχαν τοποθετήσει τόσο μέσα στα χαρακώματα όσο και έξω από αυτά. Στη συνέχεια άρχισαν να τραγουδούν…καταλήγοντας με το πατριωτικό άσμα Wacht am Rhein, τον Γερμανικό και τον Αυστριακό εθνικό ύμνο. Τραγουδούσαν όμορφα και η εντύπωση που προκάλεσαν ήταν παράξενη στο έπακρο. Τότε ακριβώς άρχισαν να εκστομίζουν συνθήματα με αποδέκτες εμάς τους ιδίους, στα οποία απαντήσαμε με τη σειρά μας. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να ακούσω ευδιάκριτα το περιεχόμενό τους. Εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων, ο καθένας από εμάς αναπολούσε την πατρίδα του. Στο νου μας κυριαρχούσε η νοσταλγία και η σκέψη των δικών μας ανθρώπων. Η νύκτα πέρασε δίχως να ακουστεί ούτε ένας πυροβολισμός. Παραταύτα, οι σκοποί βρίσκονταν σε διαρκή επαγρύπνηση και ομολογώ πως αυτή η ασυνήθιστη σιγή με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα

Γεγονός είναι πως με την καθιέρωση φιλικών σχέσεων, το σκηνικό είχε στηθεί επιτρέποντας στους πιο τολμηρούς κάθε πλευράς να προχωρήσουν την εκεχειρία ένα βήμα παραπέρα. Ο τυφεκιοφόρος Jack Chappel (1/5th Londons), συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των απίστευτων γεγονότων της επομένης:

Ανήμερα Χριστούγεννα, οι Γερμανοί μας φώναξαν πως σε περίπτωση κατάπαυσης του πυρός εκ μέρους μας ήταν διατεθειμένοι να μας μιμηθούν. Αυτό ακριβώς πράξαμε, όταν, εκατέρωθεν των χαρακωμάτων, στρατιώτες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους αισθητή και να κινούνται οι μεν προς την κατεύθυνση των δε. Δυο Γερμανοί πλησίασαν άοπλοι τις γραμμές μας και δικοί μας άνδρες ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Συναντήθηκαν περίπου στο μέσο και αντάλλαξαν χειραψία, τσιγάρα και πούρα καθώς και άλλου είδους αναμνηστικά. Πολύ σύντομα η νεκρή ζώνη γέμισε από κόσμο. O Russel συστήθηκε σε έναν κουρέα ονόματι Liddle. Ένας άλλος Γερμανός τον ρώτησε σε καλά αγγλικά εάν επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ο Russel τον ρώτησε ποιος ήταν ο τόπος διαμονής του κι εκείνος απάντησε πως ήταν το Λονδίνο, το οποίο ήλπιζε να επισκεφθεί σύντομα. Βρετανοί και Γερμανοί έθαψαν ακολούθως τους νεκρούς τους, οι σοροί των οποίων είχαν εγκαταληφθεί στη νεκρή ζώνη. Κατόπιν τούτου, οι Γερμανοί διατάχθηκαν από τους αξιωματικούς τους να επιστρέψουν στα χαρακώματά τους. Αμφότερες οι πλευρές συνέχισαν να επιδεικνύονται άφοβα η μια στην άλλη και να ανταλάσσουν από μακριά φιλικές κουβέντες. Ολόκληρη την ημέρα δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός παρόλο που έφθανε στα αυτιά μας ο απόηχος μακρυνών πυρών. Το πυροβολικό δεν είχε πάψει να αλληλοβομβαρδίζεται πάνω από τα κεφάλια μας.

Η αναφορά του Chappel στη δραστηριότητα του πυροβολικού σε γειτονικούς τομείς του μετώπου, αποδεικνύει πως η εκεχειρία των Χριστουγέννων δεν αποτελούσε ένα γενικευμένο φαινόμενο. Την ίδια μέρα, υπολογίζεται ότι 81 Βρετανοί στρατιώτες είχαν χάσει τη ζωή τους.

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων στη μεγάλη οθόνη

Oh! What A Lovely War [1969]

Joyeux Noel [2005]

Η ανταλλαγή εδεσμάτων, ποτών και καπνού κυριάρχησε στην επικοινωνία μεταξύ των δυο πλευρών. Ανταλλάχθηκαν επίσης ενθύμια, όπως κουμπιά και σφαίρες. Σε ορισμένους τομείς (είναι η περίπτωση της οδού μεταξύ Sailly και Fromelles καθώς και εκείνη του Petillon, όπου στις 18 και 19 Δεκεμβρίου η 20ή Βρετανική Ταξιαρχία είχε εξαπολύσει επίθεση καταγράφοντας σημαντικές απώλειες) έλαβε χώρα η ταφή των νεκρών με την ενεργό συμμετοχή αμφοτέρων. Αλλού, στρατιώτες της μιας πλευράς επισκέφθηκαν τα χαρακώματα της άλλης, για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τις συνθήκες διαβίωσης του αντιπάλου. Κοντά στο χωριό Neuve Chapelle, ο σκαπανέας J Davey (2nd Field Company, Royal Engineers), περιέγραψε τον τρόπο, με τον οποίο Άγγλοι, Ιρλανδοί και Γερμανοί στρατιώτες επιδόθηκαν από κοινού στο κυνήγι ενός λαγού πέριξ της νεκρής ζώνης πετώντας πέτρες, με την ελπίδα να δουν το ζώο να καταλήγει κάποια στιγμή στη χύτρα.

Μεταξύ των πολλαπλών μαρτυριών, σχετικών με την εκεχειρία των Χριστουγέννων, λιγοστές είναι εκείνες που αναφέρονται σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στη μυθολογία γύρω από το υπό πραγμάτευση φαινόμενο. Πρόκειται για τη διεξαγωγή αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών. Στις επίσημες αναφορές, συμπεριλαμβανομένων των ημερολογίων των μονάδων εκείνων που συμμετείχαν ενεργά στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, δεν γίνεται σχεδόν καθόλου μνεία για κάτι ανάλογο. Σε προσωπικές γραπτές μαρτυρίες Βρετανών στρατιωτών, γίνεται, πράγματι, αναφορά σε αγώνες ποδοσφαίρου, μεταξύ, όμως, ατόμων, τα οποία ανήκαν στην ίδια μονάδα. Ενδεικτική είναι η επιστολή του οπλίτη William Farnden (3rd Rifle Brigade), η οποία δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 1915 στην εφήμερίδα Chelmsford Chronicle και ανέφερε πως: Βρισκόμασταν έξω από τα χαρακώματα συντροφιά με τους Γερμανούς, με τους οποίους τραγουδήσαμε και χορέψαμε, όταν δυο δικές μας ομάδες επιδόθηκαν σε αγώνα ποδοσφαίρου.⁵ Σε άλλες επιστολές, ημερολόγια και αναμνήσεις γίνεται λόγος για προτάσεις που υποβλήθηκαν με σκοπό τη διοργάνωση ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ Βρετανών και Γερμανών, οι οποίες, ωστόσο, δεν καρποφόρησαν. Σε πολλές περιπτώσεις αιτία ήταν η απουσία της κυρίας παραμέτρου, δηλαδή της ίδιας της μπάλας. Άλλες φορές το εγχείρημα προσέκρουσε στην αδυναμία ανεύρεσης κατάλληλου χώρου, στην απαγόρευση διεξαγωγής από τη στρατιωτική διοίκηση κλπ.. Τέλος, σε μια περίπτωση, ο αγώνας δεν κατάφερε να ξεκινήσει, καθώς την ίδια ακριβώς στιγμή ξέσπασε ανταλλαγή πυρών πυροβολικού.⁶

Η εξιδανίκευση της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης σε σκαρίφημα της εποχής.

Παραταύτα, υπάρχουν απτές αποδείξεις περί τέλεσης αγώνων μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών σε δυο τομείς του μετώπου (Frelinghien και Wulverghem). Ως προς τον πρώτο, υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες από δυο Γερμανούς αξιωματικούς. Πρόκειται για τους υπολοχαγούς Johannes Niemann και Hugo Klemm. Αμφότεροι υπηρετούσαν στο 133ο Σύνταγμα Πεζικού της Σαξωνίας. Περιγράφουν αναμέτρηση με Σκωτσέζους, φέροντες το χαρακτηριστικό κιλτ (φούστα), και νικητές τους Γερμανούς με σκορ 3-2. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε μια αναμνηστική κάρτα ενός τρίτου στρατιώτη της ιδίας μονάδας, όπου επίσης γίνεται μνεία περί ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Με δεδομένη την ακριβή τοποθεσία των χαρακωμάτων του 133 Σ/Π και την αναφορά σε αντιπάλους φέροντες σκωτσέζικη αμφίεση, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για το 2ο Argyll and Sutherland Highlanders Σύνταγμα, τη μόνη σχετική μονάδα της 19ης Βρετανικής Ταξιαρχίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την προστασία του συγκεκριμένου τομέα του μετώπου. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση (Wulverghem), την φορά αυτή οι πληροφορίες προέρχονται από το Βρετανικό στρατόπεδο. Στο φύλο της 31ης Δεκεμβρίου 1914 της εφημερίδας Newcastle Evening Mail, δημοσιεύτηκε μια συνέντευξη του δεκανέα Frank Naden (6th Cheshires).Έκανε λόγο για ποδοσφαιρική αναμέτρηση ανδρών της μονάδας του με αντιπάλους Γερμανούς στρατιώτες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο υπέργηρος, πλέον, Ernie Williams, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην ίδια μονάδα, επιβεβαίωσε την πληροφορία συμμετέχοντας σε τηλεοπτική εκπομπή με κεντρικό θέμα την εκεχειρία των Χριστουγέννων. Επιπλέον στοιχεία είδαν το φως το 2014, οπότε ανακαλύφθηκε μια ιδιωτική επιστολή με συντάκτη τον λοχία Albert Wyatt (1st Norfolks). Γίνεται αναφορά στο ίδιο ακριβώς περιστατικό, καθώς η μονάδα του Wyatt μοιραζόταν το ίδιο χαράκωμα με εκείνη των προαναφερθέντων συναδέλφων του. Συνεπάγεται πως οι Naden, Williams και Wyatt υπήρξαν, άπαντες, μάρτυρες της αναμέτρησης, η οποία έλαβε χώρα ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1914. Παρά το γεγονός ότι, αποδεδειγμένα, οργανώθηκαν ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ Βρετανών και Γερμανών σε δυο, τουλάχιστον, διαφορετικά σημεία, η όλη υπόθεση αναγορεύτηκε σε κομβικό μύθο της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στην πράξη, οι συγκεκριμένοι αγώνες δεν ξεπέρασαν το προκαταρκτικό στάδιο της απλής “κλωτσοπατινάδας” (kick abouts όπως χαρακτηριστικά τους βαπτίζει ο Ernie Williams) εμπλέκοντας, σε τελική ανάλυση, ελάχιστους από τους χιλιάδες στρατιώτες, οι οποίοι συμμετείχαν στην πρόσκαιρη συναδέλφωση του 1914.⁷

Andy Edwards, All Together Now. To γλυπτό τοποθετήθηκε το 2014 στον περίβολο του κατεστραμμένου από αεροπορικό βομβαρδισμό ναού St. Luke’s του Λίβερπουλ, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Το χρονικό εύρος της εκεχειρίας ποικίλλει ανάλογα με τους διαφόρους τομείς του μετώπου. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου οι αξιωματικοί διέταξαν την άμεση επάνοδο στα χαρακώματα. Αλλού, η συμφιλίωση συνεχίστηκε έως και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων. Μάλιστα, σε επιστολή προς τη μητέρα του, ο υπολοχαγός Dougan Chater (2nd Gordon Highlanders), γνωστοποιεί ότι οι Γερμανοί, που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από το τάγμα του, εισηγήθηκαν επανάληψη της εκεχειρίας ενόψει του Νέου Έτους, προκειμένου οι δυο πλευρές να διαπιστώσουν την ποιότητα των αναμνηστικών φωτογραφιών, οι οποίες είχαν τραβηχτεί μια εβδομάδα νωρίτερα.⁸ Πάντως, ανεξαρτήτως της διάρκειας της εκεχειρίας, οι περισσότερες από τις εμπλεκόμενες μονάδες υιοθέτησαν το αξίωμα “ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν”, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τις μεταξύ τους συγκρούσεις μέχρι την απόσυρσή τους από την πρώτη γραμμή και την αντικατάστασή τους από ομόλογες, προερχόμενες από τα μετόπισθεν.

Καθώς η είδηση της αυτοσχέδιας εκεχειρίας έφτασε στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία αμφοτέρων των αντιμαχομένων, οι αντιδράσεις υπήρξαν ανάμικτες. Για παράδειγμα, αναφορές προερχόμενες από το στρατηγείο του 4ου Σώματος, το οποίο μεταξύ 22 και 31 Δεκεμβρίου είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα, αναφέρουν ότι δεν δόθηκε συνέχεια εκ μέρους της 8ης Μεραρχίας στα ανοίγματα των Γερμανών περί προσωρινής αναστολής των εχθροπραξιών την ημέρα των Χριστουγέννων. Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο διοικητής της 7ης Μεραρχίας, στρατηγός Sir Thompson Capper, αποδέχτηκε την εκεχειρία της 25ης Δεκεμβρίου. Μάλιστα, επέκρινε τις μονάδες εκείνες, που ήταν έτοιμες να ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες μέσα στο επόμενο διήμερο. Σκοπός του ήταν η διασφάλιση πολύτιμου χρόνου για την ταφή των νεκρών και την απρόσκοπτη περάτωση των εργασιών συντήρησης στα χαρακώματα. Αρκεί η όποια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση να τύγχανε προηγουμένως της έγκρισης της ανωτάτης διοίκησης.⁹

Ωστόσο, μόλις ολοκληρώθηκαν οι παραπάνω εκκρεμότητες, οι διοικητές των μονάδων συνειδητοποίησαν πως έπρεπε να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στην εμπόλεμη κατάσταση, προτού το αξιόμαχο των ανδρών προλάβει να υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, το Γερμανικό, στις 29 Δεκεμβρίου εκδόθηκε μια γενική διαταγή, η οποία δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες: οποιαδήποτε ενέργεια συναδέλφωσης με τον εχθρό χαρακτηριζόταν απερίφραστα ως πράξη εσχάτης προδοσίας. Οι υπόλογοι αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου. Ήταν ο μόνος τρόπος, προκειμένου οι Γερμανοί στρατιώτες να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Από Βρετανικής πλευράς, οι αναφορές σε ενδεχόμενη επιβολή ποινών ήταν περισσότερο ασαφείς. Συγκεκριμένα, η 2η Στρατιά εξέδωσε σχετική διαταγή, όπου υπογραμμιζόταν πως οι ένοχοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, θα δικάζονταν από τα έκτακτα στρατοδικεία, ακριβώς έτσι όπως όριζε το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου που βρισκόταν σε ισχύ. Ταυτόχρονα, η ανώτατη διοίκηση διέταξε έναρξη νέου γύρου εκτεταμένης δραστηριότητας του πυροβολικού κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής του μετώπου, προκειμένου να επιταχυνθεί η ασφαλής επάνοδος στην παραδοσιακή επιχειρησιακή ετοιμότητα. Με τον τρόπο αυτό, όσοι υπέπεσαν σε πράξεις συναδέλφωσης με τον εχθρό, συνειδητοποίησαν πως η εκεχειρία δεν ήταν παρά μια σύντομη ανάπαυλα στο πλαίσιο ενός πολέμου, ο οποίος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και ρυθμό. Παραταύτα, υπήρξαν φορές, όπου επελέγη η καταφορά όσο το δυνατόν ηπιοτέρων κτυπημάτων σε βάρος των “φίλων”, οι οποίοι βρίσκονταν στην αντίπερα πλευρά της νεκρής ζώνης. Μεταξύ άλλων, πρόκειται για την περίπτωση του ανθυπολοχαγού Cyril Drummond (32nd Brigade, Royal Field Artillery), ο οποίος, σταλείς, στις 25 Δεκεμβρίου, ως προκεχωρημένος παρατηρητής πυροβολικού στα χαρακώματα του 2ου Τάγματος Τυφεκιοφόρων του Δουβλίνου (2nd Royal Dublin Fusiliers) βρέθηκε καταμεσίς της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου η συναδέλφωση διήρκεσε επί μια εβδομάδα περίπου, έως ότου καταφτάσουν οι διαταγές περί επανέναρξης των εχθροπραξιών. Ο Drummond διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην όλη υπόθεση:

Έφτασαν διαταγές…σύμφωνα με τις οποίες το πυροβολικό έπρεπε να ανοίξει πυρ το επόμενο πρωί εναντίον ενός αγροκτήματος ακριβώς πίσω από τη γραμμή υποστήριξης των Γερμανών. Η δική μας συστοιχία καλείτο να διεκπεραιώσει δώδεκα βολές με ώρα έναρξης τις 11.00 π.μ.. Στην περίπτωση, η τύχη μας χαμογέλασε. Ο αξιωματικός, ο επιφορτισμένος με την ευθύνη ήμουν εγώ ο ίδιος. “Τι πρόκειται να πράξουμε;” ρώτησα τον Johnny Hawkesley. “Στις έντεκα θα πίνουν τον καφέ τους! Τους βλέπω να το πράττουν καθημερινά από το παρατηρητήριό μου”. “Πρέπει να ενεργήσουμε”, μου απάντησε εκείνος. “Γι αυτό, τράβα να μιλήσεις με τους Δουβλινέζους”. Πράγματι, συναντήθηκα με τον συνταγματάρχη Loveband, διοικητή της μονάδας. Αμέσως έστειλε κάποιον να ειδοποιήσει τους Γερμαναράδες. Την επομένη στις 11.00 εξαπέλυσα δώδεκα οβίδες των 18 κατά του αγροκτήματος. Φυσικά, το τελευταίο ήταν έρημο, καθώς όλοι είχαν φροντίσει να το εκκενώσουν εγκαίρως. Πάντως η ενέργεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η εκεχειρία, στον δικό μας τομέα τουλάχιστον.¹º

Επιστολές στρατιωτών της πρώτης γραμμής, όπου περιγράφεται η εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Από τα Βρετανικά ημερολόγια σε επίπεδο Στρατιάς, Σώματος Στρατού, Μεραρχίας και Ταξιαρχίας, διαφαίνεται πως ικανός αριθμός αξιωματικών καριέρας προβληματιζόταν για τις πιθανές συνέπειες της εκεχειρίας σε βάρος της δικής τους σταδιοδρομίας. Ως αντιστάθμισμα, σε πολλές αναφορές με αποδέκτες ανώτατους αξιωματικούς, υπογραμμίζεται η χρησιμότητα της πρόσκαιρης αναστολής των εχθροπραξιών ως χρυσή ευκαιρία για τη συλλογή πληροφοριών. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω περιγραφή, προερχόμενη από το 2ο Seaforth Highlanders, υπαγόμενο στη 10η Ταξιαρχία Πεζικού, προς τη διοίκηση της 4ης Μεραρχίας:

Χθες το βράδυ οι Γερμανοί έκαναν πολύ θόρυβο με τα τραγούδια και τις φωνές τους. Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, πλησίασαν προς τις δικές μας γραμμές και μας κάλεσαν να συναντηθούμε. Δυο-τρεις δικοί μας ανταποκρίθηκαν. Βγήκαν από το χαράκωμά τους, μίλησαν με τους Γερμανούς και πλησίασαν στις απέναντι θέσεις. Διαπίστωσαν πως το αγρόκτημα της Ντουβ είχε καταληφθεί από μεγάλο αριθμό Γερμανών. Ορισμένοι από αυτούς έφεραν το χαρακτηριστικό μυτερό κράνος [picklehaube], οι περισσότεροι φορούσαν πηλίκιο ή το πρόσωπό τους ήταν τυλιγμένο με μάλλινη κουκούλα. Ο αριθμός του Συντάγματος, έτσι όπως φάνταζε στην επωμίδα της στολής τους, ήταν 10 και 25. Σήμερα το πρωί, πολλοί ήσαν αυτοί που πλησίασαν στο χαράκωμά μας. Τους φωνάξαμε να απομακρυνθούν, ειδάλλως θα ανοίγαμε πυρ. Οι αριθμοί στις στολές και στα πηλίκιά τους ήταν 7, 134 και 10. Κανείς τους δεν φορούσε κράνος. Δεν υπάρχει συρματόπλεγμα που να παρεμβάλλεται και τη θέση του οποίου να μην έχουμε εντοπίσει επακριβώς. Ουδεμία ανταλλαγή πυρών σήμερα. Χθες τη νύκτα, το Μηχανικό μας τοποθέτησε νέα σειρά από συρματοπλέγματα στην αριστερή πλευρά, επωφελούμενο από την ομίχλη.¹¹

Πέραν από την ταυτοποίηση των Γερμανικών Συνταγμάτων, υπήρχαν περιγραφές σχετικές με την ηλικία και την εκ πρώτης όψεως φυσική κατάσταση του αντιπάλου καθώς και εκτιμήσεις για το ανθρώπινο δυναμικό των μονάδων που στελέχωναν την πρώτη γραμμή. Σε ορισμένα σημεία, Βρετανοί αξιωματικοί και οπλίτες ξεναγήθηκαν εντός των απέναντι χαρακωμάτων από τους ίδιους τους Γερμανούς, οι οποίοι, μάλιστα, έσπευσαν να ικανοποιήσουν τις απορίες τους. Ο υπολοχαγός Belcher (1st East Lancashires) ρώτησε έναν Γερμανό ελεύθερο σκοπευτή να του αποκαλύψει τη θέση από την οποία συνήθιζε να πυροβολεί, προκειμένου να τον εντοπίσει μόλις ξανάρχιζαν οι μάχες και να τον εξουδετερώσει. Φυσικά, ο Γερμανός δεν ήταν αφελής ώστε να τον εφοδιάσει με τη σχετική πληροφορία.¹² Πολλές από τις παραπάνω λεπτομέρειες εντάχθηκαν σε επίσημες αναφορές. Αποκόμματα εφημερίδων σχετικά με την εκεχειρία, τα οποία διατηρούνταν επιμελώς ως ενθύμια από τους πρωταγωνιστές, συγκεντρώθηκαν και στάλθηκαν προς αξιολόγηση στις αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών, εφόσον περιείχαν υλικό για το ηθικό και τις συνθήκες διαβίωσης των Γερμανών, για τις διαθέσεις τους έναντι των Βρετανών ή ακόμα για την κατάσταση που επικρατούσε στα μετόπισθεν του εχθρού.

Απόκομμα της εφημερίδας Daily Mirror του Ιανουαρίου 1915.

Όσα επιχειρήματα και αν προβλήθηκαν υπέρ της χρησιμότητας της εκεχειρίας των Χριστουγέννων, ένα είναι βέβαιο: η ανασφάλεια, από την οποία διακατέχονταν τόσο η Βρετανική όσο και η Γερμανική ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από σειρά ολόκληρη προληπτικών μέτρων ενόψει των Χριστουγέννων του 1915. Οι Γερμανοί κατέστησαν σαφές πως κάθε περιστατικό συμφιλίωσης με τον εχθρό θα επέφερε επιτόπου εκτέλεση δια τυφεκισμού. Οι διαταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα, ήταν λιγότερο δρακόντειες. Χαρακτηριστικό του ύφους αποτελεί το εμπιστευτικό υπόμνημα της 140ής Μεραρχίας Πεζικού, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 1915:

Έχω εντολή από την Ανώτατη Διοίκηση να σας υπενθυμίσω την ανεπίσημη εκεχειρία, η οποία προέκυψε πέρυσι τα Χριστούγεννα σε έναν ή δυο τομείς του μετώπου και να σας επιστήσω την προσοχή πως τίποτε το ανάλογο δεν πρόκειται να γίνει ανεκτό φέτος. Το πυροβολικό θα διατηρήσει ολόκληρη την ημέρα μια χαμηλής εντάσεως δραστηριότητα κατά των αντιπάλων χαρακωμάτων, αρχής γενομένης από τα ξημερώματα. Όπως πάντα, καλείστε να αξιοποιήσετε κάθε δυνατότητα καταφοράς απωλειών, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου ο εχθρός θα αποκαλύψει τη θέση του, μη έχοντας μεριμνήσει προηγουμένως για λήψη μέτρων προστασίας.¹³

Ορισμένοι διοικητές Ταγμάτων φρόντισαν να διανθίσουν τις παραπάνω διαταγές με δικές τους, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του 1/8ου Londons:

Ο ταξίαρχος επιθυμεί να καταστήσετε σαφή τα παραπάνω προς πάσα κατεύθυνση και να επισημάνετε πως όποιος επιχειρήσει να επικοινωνήσει με τον εχθρό είτε λεκτικά, είτε με ανταλλαγή σημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, θα τιμωρηθεί αυστηρά. Οι ελεύθεροι σκοπευτές και οι χειριστές πολυβόλων καλούνται να βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα και να ανοίξουν πυρ σε βάρος όποιου Γερμανού κάνει αισθητή την παρουσία του υπεράνω του στηθαίου.¹⁴

Οι ανησυχίες δικαιώθηκαν, καθώς, ήδη από τον Νοέμβριο του 1915, διαπιστώθηκαν περιορισμένης, έστω, κλίμακας κρούσματα συμφιλίωσης μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στον τομέα του St. Eloi, του βορειότερου άκρου της ζώνης ευθύνης του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Υπήρξαν και άλλα σημεία του μετώπου όπου οι σχέσεις παρέμειναν κατά κάποιο τρόπο φιλικές. Παρόλο που το σύνολο των διοικητών των μονάδων της εμπόλεμης ζώνης παρώτρυνε τους στρατιώτες να απορρίψουν επιδεικτικά τα όποια φιλειρηνικά ανοίγματα των αντιπάλων τους, ορισμένοι από τους διοικητές αυτούς εξέφρασαν δυσφορία, επειδή περιορίστηκαν μόνο σε έκδοση αποτρεπτικών διαταγών και τίποτα παραπάνω. Ο στρατηγός Α. Holland, διοικητής της 1ης Μεραρχίας, πέρασε την ημέρα των Χριστουγέννων του 1915 στην πρώτη γραμμή, προκειμένου να βεβαιωθεί ιδίοις όμμασι πως δεν επρόκειτο να προκύψουν περιστατικά συναδέλφωσης.

Προφυλάξεις αυτού του είδους δεν απέτρεψαν, τελικά, το απευκταίο. Στο Laventie, κοντά στο σημείο όπου, δώδεκα μήνες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί επαφή μεταξύ των αντιπάλων πλευρών, η κατάσταση επαναλήφθηκε. Ο στρατιώτης W. Tate (2nd Coldstream Guards) υπήρξε αυτόπτης μάρτυς:

To Γερμανικό πεζικό εξήλθε από τα χαρακώματα προχωρώντας προς τις δικές μας γραμμές. Δεν ανοίξαμε πυρ, γιατί δεν έφεραν ούτε όπλα, ούτε εξοπλισμό οποιουδήποτε είδους. Ορισμένοι δικοί μας τους μιμήθηκαν. Έδωσαν τα χέρια και αντάλλαξαν ευχές, χρήματα, τσιγάρα κλπ.¹⁵

Το προαναφερθέν επεισόδιο θορύβησε τον διοικητή της Μεραρχίας, στρατηγό Frederick Rudolph Lambart, 10 λόρδο Cavan. Ο τελευταίος έσπευσε να απευθύνει μια αναφορά προς το 11ο Σώμα, γραμμένη σε απολογητικό ύφος:

Με λύπη αναφέρω πως παρόλες τις σχετικές ειδικές διαταγές, διαπράχθηκε σήμερα το πρωί επικοινωνία μεταξύ της Μεραρχίας και του 13ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων. Συναντήθηκα με τους αρμόδιους ταξιάρχους, οι οποίοι μετέβησαν επιτόπου προτού συμπληρωθούν είκοσι λεπτά της ώρας από τη στιγμή που πληροφορήθηκαν το συμβάν. Εντός 30 με 40 λεπτών, οι άνδρες μας είχαν επιστρέψει άπαντες στα χαρακώματά τους. Διέταξα για αύριο πλήρη διενέργεια ανακρίσεων ως προς το πως και γιατί οι σαφείς διαταγές μου δεν εισακούσθηκαν. Πρώτος που εμφανίστηκε ήταν μεγάλος αριθμός αόπλων Γερμανών. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο δικαιολογία και εκφράζω βαθύτατη θλίψη για ότι συνέβη.¹⁶

Ο Cavan αντέδρασε ταχύτατα. Στις 26 Δεκεμβρίου, η 1η και 2η Ταξιαρχία των Scots Guards προχώρησαν σε διεξαγωγή ανακρίσεων. Ο διοικητής του 11ου Σώματος, στρατηγός Sir Richard Haking, ενημερώθηκε σχετικά με τα πορίσματα της έρευνας από τον ίδιο τον Cavan προσωπικά. Τρεις ημέρες αργότερα, η όλη υπόθεση κλιμακώθηκε, καθώς η διοίκηση της 1ης Στρατιάς ζήτησε από το 11ο Σώμα λεπτομέρειες για την ακριβή διατύπωση των διαταγών περί απαγόρευσης συμφιλίωσης με τον εχθρό σε επίπεδο Ταξιαρχιών, Συνταγμάτων, Ταγμάτων και Λόχων καθώς και για τον τρόπο, με τον οποίο οι ίδιες διαταγές είχαν διεκπεραιωθεί στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Στις 4 Ιανουαρίου 1916, οι συνέπειες της συναδέλφωσης έπληξαν την 1η Ταξιαρχία, η οποία είχε εμπλακεί και στην εκεχειρία του 1914. Την ημέρα εκείνη συνελήφθη ο προσωρινός διοικητής του Τάγματος προκάλυψης, λοχαγός Miles Barne καθώς και ένας διοικητής λόχου, ο λοχαγός Sir Iain Colquhoun. Στις 18 Ιανουαρίου, οι δύο συλληφθέντες αξιωματικοί παρουσιάστηκαν ενώπιον του αρμοδίου στρατοδικείου. Την υπεράσπιση αμφοτέρων είχε αναλάβει ο υπολοχαγός Raymond Asquith, πτυχιούχος του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δικηγόρος και γιός του πρωθυπουργού Herbert Asquith. Ο Barne αθωώθηκε, ο δε Colquhoun γλύτωσε με απλή επίπληξη. Γρήγορα, ωστόσο, η ποινή διαγράφηκε από τον νέο ανώτατο διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγό Sir Douglas Haig, λόγω προτεραίας διακεκριμένης δράσης του Colquhoun στο πεδίο των μαχών. Παρόλο έναν πραγματικό χείμαρρο ερευνών και ανακρίσεων σχετικά με τα περιστατικά συμφιλίωσης του Δεκεμβρίου 1915 καθώς και μιας σειράς απειλών περί βαρυτάτων ποινικών συνεπειών, οι Barne και Colquhoun υπήρξαν τελικά οι μόνοι, οι οποίοι έφτασαν μέχρι το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Τα διακριτά Χριστούγεννα του 1915 Γερμανών (πάνω) και Σκωτσέζων (κάτω).

Η περιορισμένη κλίμακα των περιστατικών συμφιλίωσης του 1915 δεν οφείλεται μόνο στις προειδοποιήσεις της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας. Η μεσολάβηση ενός ακόμη έτους αδιάκοπων συγκρούσεων, είχε μεταλλάξει τον πόλεμο σε μια βιομηχανική αντιπαράθεση με χρήση δηλητηριωδών αερίων, βομβαρδισμούς από αερόπλοια (Ζέππελιν), τορπιλλισμούς εμπορικών πλοίων από Γερμανικά υποβρύχια με χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των χιλίων, περίπου, επιβατών του υπερωκεανείου Lusitania, το οποίο βυθίστηκε στις 7 Μαΐου 1915 στον Ατλαντικό Ωκεανό. Με την προπαγάνδα να αξιοποιεί επιμελώς και να καυτηριάζει επιδεικτικά επιθέσεις αυτού του είδους σε βάρος αμάχων, ολοένα και λιγότεροι στρατιώτες της πρώτης γραμμής έδειχναν διατεθειμένοι να συμφιλιωθούν με τον εχθρό, ακόμα και σε εκείνες τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.

Έτσι, η εκεχειρία του 1914 πέρασε στην Ιστορία ως ένα μεμονωμένο και έκτακτο επεισόδιο του Δυτικού Μετώπου, που θορύβησε τις ηγεσίες των αντιμαχομένων πλευρών. Ωστόσο, η υπέρμετρη ανησυχία της ανωτάτης στρατιωτικής διοίκησης αποδείχθηκε πέρα έως πέρα ανεδαφική. Ουδέποτε το φαινόμενο κινδύνευσε να διολισθήσει σε ένα είδος γενικευμένης ειρήνης κατόπιν πρωτοβουλίας των στρατιωτών. Η πλειονότητα των τελευταίων αντιμετώπισε την εκεχειρία ως εορταστική ανάπαυλα στο πλαίσιο διενέργειας ενός πολέμου, ο οποίος έπρεπε να γνωρίσει απαραίτητα νικηφόρα έκβαση. Τα Χριστούγεννα του 1914 ήταν τα πρώτα κατά σειρά εμφάνισης, μια πρωτόγνωρη εμπειρία για όλους όσους βρίσκονταν στο μέτωπο. Μακριά από τις οικογένειές τους και έπειτα από τέσσερις μόνο μήνες εμπόλεμου καθεστώτος, οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής διέγνωσαν μια ευκαιρία στιγμιαίας απόδρασης από τη σκληρή πραγματικότητα. Η ευκαιρία αυτή τους επέτρεψε να αποκαταστήσουν διανοητικά και ψυχολογικά κάποιου είδους επαφή με το πρόσφατο ευτυχισμένο παρελθόν. Ταυτόχρονα, να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά και να συναντηθούν με έναν αντίπαλο, ο οποίος, με δεδομένους τους κανόνες του στατικού πολέμου, παρέμενε πεισματικά αθέατος και αινιγματικός, αν και οντότητα διαρκώς παρούσα σε καθημερινή κλίμακα.

Christmas Truce

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βραχυγραφίες: IWM (Imperial War Museum), ΝΑΜ (National Army Museum), TNA (The National Archives).

¹ IWM, Documents.12327, Diary of Brigadier P. Mortimer, 3rd Company Meerut Divisional Train, καταχωρίσεις των 26 και 27 Δεκεμβρίου 1914.

² IWM, Documents.1684, Letters of Lieutenant Wilbert Spencer, 2nd Wiltshires.

³ NAM, 1989-01-105-2, Diary of Major J. Q. Henriques, 1/16th Londons.

⁴ IWM, Documents.1674, Letters of Lieutenant Colonel H. J. Chappell, London Regiment.

⁵ Αναφέρεται στο Baker, C., The Truce – The Day the War Stopped, Amberley, Stroud, 2014. Η συγκεκριμένη πραγματεία προσφέρει μια εξαιρετική ανάλυση της ποδοσφαιρικής διάστασης, υιοθετώντας την περιορισμένη έκταση, την οποία κατέλαβε εν τέλει το φαινόμενο. Βλ. ειδικότερα σελ. 159-163.

⁶ Για σχετικά παραδείγματα βλ. IWM Documents.1694, Brigadier C. A. F. Drummond, Royal Field Artillery; IWM Documents.6705, Private William Alfred Quinton, 2nd Bedfords; NAM, 2001-09-117, Diary of Rifleman William Francis Eve, 1st/16th Londons (Queen’s Westminster Rifles).

⁷ Σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις βλ. τους ακόλουθους ιστοτόπους: http://www.christmastruce.co.uk/christmas-truce-football-match/
https://www.historyextra.com/period/first-world-war/world-war-one-christmas-truce-football-match-really-happen-facts-debate/

⁸ IWM, Documents.1697, Letters of Captain Dougan Chater, 2nd Argyll & Sutherland Highlanders.

⁹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.

¹º IWM, Documents.1694, Memoir, Brigadier Cyril Drummond, Royal Field Artillery.

¹¹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.

¹² TNA, WO 95/1441, War Diary, 4th Division General Staff, October 1914 – December 1914.

¹³ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.

¹⁴ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.

¹⁵ IWM, Documents.4520, Memoir of Private W. Tate, 2nd Coldstream Guards.

¹⁶ TNA, WO 95/880, War Diary, XI Corps General Staff, 1 September 1915 – 31 December 1915.

 

Ο Alan Wakefield είναι πρόεδρος της Salonika Campaign Society και μέλος της Βρετανικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια προΐσταται του Φωτογραφικού Τμήματος του Imperial War Museum. Στη χώρα του θεωρείται σήμερα ως ο μεγαλύτερος ειδικός του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Μαρίνος Σαρηγιάννης: Η οθωμανική πολιτική σκέψη πριν το Τανζιμάτ: παράδοση, συνέχειες, ρήξεις

Μαρίνος Σαρηγιάννης

Η οθωμανική πολιτική σκέψη πριν το Τανζιμάτ: παράδοση, συνέχειες, ρήξεις

Η ιστορία της οθωμανικής πολιτικής σκέψης παραμένει ένα ζητούμενο για τις οθωμανικές σπουδές. Αν και έχουν δημοσιευθεί αρκετά άρθρα σχετικά με μεμονωμένους πολιτικούς συγγραφείς, ή άρθρα που επιχειρούν μια γενική σύνοψη των σπουδαιότερων πολιτικών πραγματειών,[1] μόνο πρόσφατα εκδόθηκαν κάποιες μονογραφίες που εξετάζουν όχι μόνο τα μεγάλα έργα-σταθμούς αυτής της γραμματείας, αλλά και τα λιγότερο πρωτότυπα, τα οποία έστω και αν δεν μπορούμε να τα πούμε καινοτόμα σχημάτιζαν ωστόσο το πλαίσιο και το υπόβαθρο των μετασχηματισμών και των μεταρρυθμίσεων της πολιτικής πρακτικής κατά την μακραίωνη παρουσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[2]

Οι παλιότερες μελέτες, μέχρι περίπου τις αρχές της χιλιετίας, έχουν, μπορούμε να πούμε, δύο κοινά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι περιορίζονται στους μείζονες στοχαστές, όπως ακριβώς οι παλαιότεροι ιστορικοί της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης εστίαζαν μόνο σε καινοτόμους ή επιβλητικούς στοχαστές όπως τον Ακινάτη, τον Τόμας Μουρ ή τον Μακιαβέλλι∙ μειονέκτημα που έγινε σαφές με το μνημειώδες έργο του Κουέντιν Σκίνερ, ο οποίος αντίθετα εξέτασε ένα τεράστιο σώμα συγγραφέων και έργων. Θα ήταν αλαζονικό να κατηγορούσαμε βέβαια τους παλαιότερους οθωμανολόγους για αυτή την παράλειψη, καθώς λίγα ξέρουμε για την πολιτική γραμματεία των Οθωμανών πέρα από τα μετρημένα στα δάχτυλα κείμενα που έχουν δημοσιευθεί (ακόμα λιγότερα σε γλώσσες εκτός των τουρκικών). Μια πρόχειρη ματιά στις περισσότερες από τις ανέκδοτες πηγές, απ’ την άλλη, μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει στο βιαστικό συμπέρασμα πως δεν πρόκειται παρά για μεταφράσεις ή διασκευές παλιότερων Αράβων ή Περσών συγγραφέων.

Ο Σουλτάνος Μουρατ Γ΄ (βασίλεψε μεταξύ των ετών 1574 και 1595) διατηρούσε μια πλούσια βιβλιοθήκη στα ανάκτορα. Εικονίζεται ανάμεσα στα βιβλία του σε χειρόγραφο του 1582 (Arthur M. Sackler Museum, The Edwin Binney 3rd Collection of Turkish Art at the Harvard Art Museums, Boston, Mass.).

Αυτό πάλι μας οδηγεί στο δεύτερο μειονέκτημα, που μπορεί να αποδοθεί σε ένα είδος «ντόπιου οριενταλισμού»: οι ανατολιστές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα τόνισαν την φιλοσοφική και πολιτική αξία των μεγάλων στοχαστών του μουσουλμανικού Μεσαίωνα, όπως του αλ-Φαράμπι, του αλ-Γαζάλι ή του Ιμπν Χαλντούν. Όταν αραβολόγοι έστρεψαν την προσοχή τους στους Οθωμανούς στοχαστές, είχαν την τάση να βλέπουν είτε μια στείρα συνέχιση και μίμηση των σπουδαίων Αράβων και Περσών προδρόμων τους, είτε μια χωρίς βαθύτερο νόημα σειρά παράθεσης συγκεκριμένων συμβουλών στρατιωτικού ή διοικητικού χαρακτήρα. Η αξία των οθωμανικών πολιτικών έργων μετριούνταν συνήθως με το βαθμό νεωτεριστικού πνεύματος που επεδείκνυαν, όχι με το πώς απαντούσαν σε συγκεκριμένα προβλήματα της οθωμανικής πραγματικότητας. Μεγάλο ρόλο σε μια τέτοια θεώρηση, εξάλλου, έπαιξε και η παραδοσιακή εικόνα της «παρακμής» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον ύστερο 16ο αιώνα, εικόνα που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε παρά στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Καταλαβαίνουμε ότι μια διαφορετική προσέγγιση θα έπρεπε να δώσει βάρος τόσο στην εξέλιξη του πολιτικού στοχασμού καθαυτή, όσο και με τη σχέση του με τις πολιτικές εξελίξεις και τις σχέσεις εξουσίας. Για να δώσουμε απάντηση σε τέτοια ερωτήματα είναι αναγκαίο να μελετηθεί συνολικά η ιστορία του οθωμανικού πολιτικού στοχασμού, από τις απαρχές του με τον Αχμεντί και τον Τουρσούν Μπέη το 15ο αιώνα μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ το πρώτο μισό του 19ου. Ένα τέτοιο έργο δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην εξέλιξη των πολιτικών ιδεών. Θα πρέπει και να διερευνήσει τη σχέση τους με τη συγκαιρινή τους πολιτική πρακτική, δηλαδή να εξετάσει το προσωπικό και διανοητικό υπόβαθρο των πολιτικών στοχαστών, τις σχέσεις τους με τους διάφορους παράγοντες και πόλους εξουσίας στην πολιτική σκηνή, τους στόχους και τα κίνητρά τους. Προκειμένου να ερευνηθούν τα πλαίσια και τα ρεύματα της οθωμανικής πολιτικής σκέψης, πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο οι μείζονες συγγραφείς αλλά και τα ελάσσονα έργα αυτής της κατηγορίας. Οι μελέτες που εστιάζουν μόνο στους μείζονες, έχουν το μειονέκτημα ότι δείχνουν την ιστορία της πολιτικής θεωρίας ως μια σειρά μεγάλων διανοητών, οι οποίοι είτε επανέλαβαν τα λεγόμενα των προδρόμων τους, Περσών ή Οθωμανών, είτε καινοτόμησαν. Μια μελέτη που θα συμπεριλάμβανε όσο το δυνατόν περισσότερους «ελάσσονες» συγγραφείς θα έδειχνε τις γενικές τάσεις κάθε περιόδου, και κατά συνέπεια και το βαθμό στον οποίο ο καθένας από τους «μείζονες» στοχαστές χρησιμοποιούσε κοινά νοητικά εργαλεία της εποχής του ή καινοτομούσε με νεωτεριστικές ιδέες. Όπως και η παράδοση, έτσι και η καινοτομία μπορεί να είναι μια συλλογική απόπειρα, ανάλογα με τη δυναμική μιας κοινωνίας και το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα μιας περιόδου∙ αυτό μπορεί να καταδειχθεί μόνον αν προεκτείνουμε το πεδίο της έρευνας σε ένα μεγάλο φάσμα συγγραφέων και έργων.

Εκτός από τα παραδοσιακά έργα της πολιτικής γραμματείας με τη στενή έννοια, στοιχεία πολιτικού στοχασμού ενυπάρχουν και σε άλλα είδη πηγών. Παράδειγμα, οι ηθικές πραγματείες, τα ιστοριογραφικά έργα, τα εγχειρίδια πρωτοκόλλου ή επίσημης αλληλογραφίας, τα εγχειρίδια διοικητικής πρακτικής, λογοτεχνικά έργα, ποιητικά ή όχι, οι συλλογές φετβάδων, θεολογικά δοκίμια, και ούτω καθεξής. Μερικά παραδείγματα: εκδίδονται φετβάδες (υπό πίεση ή όχι) προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους στόχους εξεγέρσεων και εκθρονίσεων, ιδιαίτερα επί Μουσταφά Α΄, Οσμάν, Ιμπραήμ και Μουσταφά Β΄. Τέτοιοι φετβάδες δείχνουν αφ’ ενός την ελαστικότητα του ιερού νόμου (αντίθετα προς την κρατούσα άποψη περί ακαμψίας και συντηρητικότητάς του), αφ’ ετέρου θέτουν εν αμφιβόλω την αντίληψη για την αμετακίνητη θέση του σουλτάνου στην κορυφή της οθωμανικής πολιτικής ιδεολογίας.[3]

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δώσουμε ένα περίγραμμα της οθωμανικής πολιτικής σκέψης. Δεν θα ακολουθήσουμε μια αυστηρή χρονολογική σειρά: αντίθετα, θα προτιμήσουμε να εστιάσουμε σε μια ομαδοποίηση με βάση ιδεολογικές κοινές αφετηρίες, οι οποίες συνήθως συμπίπτουν με μορφολογικές ομοιότητες. Αρχικά θα πρέπει να δει κανείς τις πολιτικές ιδέες των κύκλων των πρώτων γαζήδων, που αποτέλεσαν τον πυρήνα του πρώιμου οθωμανικού κράτους στις αρχές του 14ου αιώνα. Είναι αδύνατο φυσικά να βρούμε γραπτές πηγές εκείνης της εποχής που να προέρχονται από αυτό το περιβάλλον· μπορούμε ωστόσο να ιχνηλατήσουμε την επιβίωση των ιδεών τους, κυρίως μέσω της μεταγενέστερης αντιπολίτευσης στα αυτοκρατορικά σχέδια των σουλτάνων του ύστερου 15ου αιώνα. Βλέπουμε για παράδειγμα το χρονικό του Γιαχσί Φακίχ, ενσωματωμένο στην ιστορία του Ασικπασαζαντέ, αλλά και τα αποσπάσματα που ανήκουν στον ίδιο τον Ασικπασαζαντέ:[4] όπως και σε άλλες αντιαυτοκρατορικές πηγές,[5] δίνεται έμφαση στην ανάγκη ο ηγεμόνας να είναι γενναιόδωρος απέναντι στους πολεμιστές του, ενώ βλέπουμε και μια έντονη καχυποψία απέναντι σε κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της κεντρικής εξουσίας. Κάτι που βεβαίως δεν προξενεί καμία έκπληξη, καθώς μιλάμε για τους κύκλους των παλιών πολεμιστών που έβλεπαν τον αρχηγό τους να εξελίσσεται από πρώτος μεταξύ ίσων, σε σουλτάνο με απόλυτη εξουσία και αξιώσεις σε μια οικουμενική αυτοκρατορία. Την ίδια εποχή, ωστόσο, δηλαδή τον 14ο και 15ο αιώνα, κάνουν την εμφάνισή τους και λόγιοι που προέρχονταν από τα γειτονικά εμιράτα, όπου η περσική επιρροή ήταν εντονότατη. Το διάσημο έμμετρο χρονικό του Αχμεντί,[6] αλλά και πρώιμα ηθικολογικά κείμενα όπως του Σεΐχογλου Μουσταφά (ο οποίος, όπως και ο Αχμεντί, ήρθε στην οθωμανική αυλή στις αρχές της δεκαετίας του 1380 από το εμιράτο του Γκερμιγιάν) ή αργότερα του Σινάν Πασά, μεγάλου βεζίρη του Μεχμέτ Β΄ το 1476, φέρνουν στο προσκήνιο την λεγόμενη λογοτεχνία αντάμπ, με άλλα λόγια τα περσικά «κάτοπτρα ηγεμόνων». Η κεντρική έννοια εδώ είναι η σουλτανική δικαιοσύνη, σημαντικότερη από την ευσέβεια: όπως λέει το παλιό ρητό (που μάλλον προέρχεται από ένα διάσημο περσικό έργο του 13ου αιώνα), τα βασίλεια δεν γκρεμίζονται από την απιστία, αλλά από την αδικία.

Την ίδια περίπου εποχή, και καθώς η αυτοκρατορική παράδοση αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται, εμφανίζεται αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε νεοαριστοτελική τάση: με άλλα λόγια, η κληρονομιά Περσών συγγραφέων όπως ο Νασιρεντίν Τουσί και ο Νταββανί, οι οποίοι (εξελίσσοντας το έργο του αλ-Φαράμπι, του 10ου αιώνα) συνδύασαν την αριστοτελική ανάλυση της ψυχής με την πλατωνική ιδέα της ιδανικής πολιτείας. Οι συγγραφείς αυτοί είδαν στην ανθρωπότητα ένα συνεχές, από την ατομική ψυχή μέχρι την κοινωνία, και το ηθικό όραμά τους είναι κατά κάποιο τρόπο μια μελέτη της διακυβέρνησης: από την ατομική ηθική, δηλαδή την διακυβέρνηση του εαυτού μας, στην διακυβέρνηση της οικογένειας και του νοικοκυριού (την «οικονομία» των Αρχαίων) και από κει στη θεωρία του κράτους και τη διακυβέρνηση της κοινωνίας. Λίγοι γνωρίζουν πως η πρώτη εμφάνιση αυτής της θεωρίας στην οθωμανική γραμματεία χρονολογείται στις αρχές του 15ου αιώνα, με τον Αχμέτ Αμασί, σύγχρονο του Αχμεντί και του Σεΐχογλου Μουσταφά, ο οποίος διασκεύασε δύο από τα γνωστότερα περσικά πολιτικά έργα, το Akhlâq-e Nâsirî του Νασιρεντίν Τουσί και το Nasîha al-mulûk του αλ-Γαζάλι.

Αριστερά: Ο Αλέξανδρος και οι Εφτά Σοφοί. Ιράν, 16ος αιώνας. Δεξιά: Akhlâq-e Nâsirî του Νασιρεντίν Τουσί, εικονογράφηση (1595 π.).

Αν και το έργο του Αμασί πέρασε σχετικά απαρατήρητο, η άνθιση της περσικής ηθικοπολιτικής παράδοσης ήρθε με τη βασιλεία του Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή, με την εισαγωγή του Τουρσούν Μπέη στο χρονικό του και την ηθική πραγματεία του Ιντρίς Μπιτλισί. Και τα δύο έργα τονίζουν τις κεφαλαιώδεις αρετές που πρέπει να έχει ο σουλτάνος (σωφροσύνη, γενναιότητα, αγνότητα, δικαιοσύνη), ακολουθώντας στενά μια βελτιωμένη και επαυξημένη εκδοχή του ηθικού συστήματος του Τουσί, το Akhlâq-e Jalâlî του Τζαλαλαντίν Νταββανί. Τέλος, το μνημειώδες έργο του Κιναλιζαντέ Αλή, στα μέσα του 16ου αιώνα πια, αποτελεί την πιο αναλυτική έκθεση αυτών των ιδεών: με λεπτομερείς περιγραφές της ψυχής και των ιδιοτήτων της, των γνωρισμάτων αυτού που σήμερα θα λέγαμε πολιτική οικονομία, αλλά και της κοινωνίας και των αρχών της, είναι η κλασικότερη έκθεση κάποιων εννοιών που επηρέασαν βαθιά την οθωμανική κοσμοθεωρία: αναφέρομαι στην τετραμερή διαίρεση της κοινωνιας (σε ανθρώπους του σπαθιού, ανθρώπους της πένας,    χωρικούς  και εμπόρους) και στον περίφημο «κύκλο της δικαιοσύνης»: ο σουλτάνος βασίζεται στην ύπαρξη στρατού· ο στρατός χρειάζεται για τη συντήρησή του χρήμα· το χρήμα προέρχεται από τη φορολογία των υπηκόων· η φορολογία εξαρτάται από την ευημερία τους, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τη σουλτανική δικαιοσύνη. Η φιλοσοφική αυτή θεώρηση της κοινωνίας, έδινε έμφαση αφενός σε ένα ηθικό σύστημα αποτελούμενο από θεμελιώδεις και δευτερεύουσες αρετές, αφετέρου στη διαίρεση της κοινωνίας σε τέσσερις τάξεις ή «στύλους», η καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να περιορίζεται στα όρια και τον ρόλο της.

Με τα λόγια του σπουδαίου λόγιου Κιατίπ Τσελεμπή, για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια, οι ουλεμάδες, ο στρατός, οι έμποροι και οι ραγιάδες (εδώ: αγρότες) αποτελούν τους «τέσσερις στύλους του κοινωνικού συστήματος» και παρομοιάζονται με τους τέσσερις χυμούς του σώματος της μεσαιωνικής ιατρικής. Έτσι, οι ουλεμάδες είναι για την κοινωνία το αίμα, καθώς από την καρδιά, δηλαδή την πηγή της αλήθειας, μεταφέρουν την αλήθεια μέχρι τις κατώτερες τάξεις. Ο στρατός αντιστοιχεί στο φλέγμα· η υπερβολική αύξησή του χυμού αυτού βλάπτει τα άλλα όργανα, ενώ δεν πρέπει και να αναμιγνύεται με τους άλλους χυμούς. Οι έμποροι παρομοιάζονται με τη χολή, η οποία αν αναπτυχθεί υπερβολικά βλάπτει τα άλλα όργανα· κατά συνέπεια, οι έμποροι δεν πρέπει να πλουτίζουν υπερβολικά για να μην καταστρέφονται οι φτωχοί. Τέλος, οι ραγιάδες αντιστοιχούν στη μαύρη χολή. Όπως αν δεν μπει φαϊ στο στομάχι η σπλήνα (μαύρη χολή) τού δίνει χυμό, έτσι και οι ραγιάδες δίνουν αγαθά στο ταμείο (=στομάχι) για να μην μείνει άδειο. Έννοια κλειδί για την ορθή λειτουργία του συστήματος είναι η δικαιοσύνη, όπως είδαμε.

Το «φιλοσοφικό» αυτό ρεύμα φαίνεται να παρακμάζει μετά το τέλος του 16ου αιώνα. Έτσι τουλάχιστον δείχνει η επισκόπηση των γνωστότερων πολιτικών πραγματειών της εποχής, που στρέφονται πια όπως θα δούμε σε πιο συγκεκριμένες συμβουλές για την διοίκηση, τα οικονομικά ή τη στρατιωτική οργάνωση. Αν για παράδειγμα εξετάσει κανείς το μοτίβο των αρετών του ηγεμόνα, που προέρχεται από την αραβοπερσική παράδοση και παίζει μεγάλο ρόλο στη γραμματεία αυτού του είδους, θα παρατηρήσει ότι, πέρα από επιμέρους αλλαγές, γενικά εξαφανίζεται στην πορεία, ακόμα και στους χαρακτηρισμούς των σουλτάνων από τους ιστορικούς. Σύμφωνα με τον Hüseyin Yılmaz, η οθωμανική πολιτική σκέψη εγκαταλείπει την παραδοσιακή «ηθικοκεντρική» οπτική χάριν μιας πιο «θεσμοκεντρικής», όπου το κράτος πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από την ηθική ποιότητα του σουλτάνου. Ωστόσο, διάφορες εξαιρέσεις σε «ελάσσονες» συγγραφείς, αλλά και η αναβίωση όπως θα δούμε ενός αριστοτελικού μοντέλου στα μέσα του 18ου αιώνα από τον Ιμπραήμ Μουτεφερικά, δείχνουν ότι ίσως η παράδοση αυτή να παρέμεινε ζωντανή, έστω και με τη μορφή επαναλήψεων των μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος.

Μέχρι εδώ είχαμε ως επί το πλείστον προσαρμογές και διασκευές παλιότερων πολιτικών θεωριών. Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, χονδρικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566) μπορεί να πει κανείς ότι δημιουργείται ένα καθαρότερα οθωμανικό πολιτικό ρεύμα ή μάλλον μια δέσμη ιδεολογικών ρευμάτων, όχι πάντα παράλληλων. Καταρχάς έχουμε το έργο του σεϊχουλισλάμη Εμπουσουούντ, ο οποίος κατάφερε να συμβιβάσει το σουλτανικό δίκαιο με τον ιερό νόμο, ουσιαστικά διατυπώνοντας το πρώτο με όρους του δεύτερου, ιδίως σε θέματα πρωταρχικής πολιτικής σημασίας όπως η γαιοκτησία.[7] Κάπως απροσδόκητα, αυτή η προσπάθεια διευκολύνθηκε από την πρόσληψη του έργου του Αιγύπτιου νομομαθή Ιμπν Ταϊμίγια, το οποίο συνήθως θεωρείται πρόδρομος των μεταγενέστερων φονταμενταλιστικών κινημάτων. Δεν λείπουν ωστόσο και νέες μορφές αντίδρασης στο αυτοκρατορικό όραμα και τη σύνθεση ιερού και κοσμικού νόμου, προερχόμενες αυτή τη φορά από το περιβάλλον των νομομαθών ή ουλεμάδων. Ύστερα από τον πρίγκιπα Κορκούτ (θ. 1513), τον άτυχο γιο του Βαγιαζίτ Β΄, και τις απόψεις του για το ασύμβατο της πολιτικής εξουσίας με την πραγματική ευσέβεια, ακολούθησαν οι έντονες αντιδράσεις στις προσπάθειες του Εμπουσουούντ να νομιμοποιήσει το «κοσμικό» δίκαιο: πρώτα με τον ίδιο του τον προκάτοχο, τον Τζιβιζαντέ Εφέντη (πέθ 1542) και ύστερα με τον Μπιργκιβί Μεχμέτ Εφέντη, το έργο του οποίου άσκησε τεράστια επίδραση και αργότερα θεωρήθηκε απαρχή των «φονταμενταλιστών» ιεροκηρύκων του 17ου αιώνα. Από την άλλη, η περσική παράδοση διατήρησε την παρουσία της, τώρα όμως σε μια λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πρακτική μορφή, συχνά μάλιστα με έντονους θρησκευτικούς ή και εσχατολογικούς τόνους. Αν και το έργο του Κιναλιζαντέ ανήκει στην ίδια περίοδο, το κύριο περσικό πρότυπο για τους πολιτικούς συγγραφείς της εποχής ήταν όχι ο Νταββανί αλλά ο πιο εκλαϊκευτικός Κιασιφί, ο οποίος έδινε περισσότερο βάρος στο αντάμπ, τις συγκεκριμένες δηλαδή ηθικές και πολιτικές συμβουλές (και όχι στη φαλασίφα ή αχλάκ, τη γενική θεώρηση της ατομικής και συλλογικής οργάνωσης του ανθρώπινου είδους). Αυτή η τάση εκφράστηκε ιδανικά από τον Μουσταφά Τζελαλζαντέ, τον επικεφαλής της παλατιανής γραφειοκρατίας του Σουλεϊμάν. Πιο σημαντικός ωστόσο πρέπει να θεωρηθεί ο σύγχρονός του Λουτφή Πασάς (θ. 1563) με το Ασαφναμέ: το έργο αυτό σηματοδοτεί την έναρξη των καθαρά οθωμανικών «κατόπτρων ηγεμόνων», με την έμφαση που δίνει σε συγκεκριμένες διοικητικές και πολιτικές συμβουλές πάνω στις οθωμανικές πραγματικότητες, καθώς βασίζεται στην εμπειρία του συγγραφέα και όχι στις αυθεντίες του παρελθόντος, αλλά επίσης με την έμφασή του στους θεσμούς και τη λειτουργία τους, αντί για τις ατομικές αρετές του κυβερνήτη όπως γινόταν μέχρι τότε.

Γραφείς και μικρογράφοι, τέλη 16ου αι.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς εξελίχθηκε στη συνέχεια αυτό το χαρακτηριστικά οθωμανικό είδος και ειδικότερα το πώς συσχετίστηκε με τους τρόπους με τους οποίους οι Οθωμανοί συγγραφείς είδαν την έντονη κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική κρίση του ύστερου 16ου αιώνα. Ανεξάρτητα με τη σχετικά πρόσφατη συζήτηση σχετικά με τη νομιμότητα της έννοιας «παρακμή», η αλήθεια είναι ότι το μοντέλο αυτό (ότι δηλαδή η Αυτοκρατορία «άκμαζε» στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα και «παρήκμαζε» στη συνέχεια) ξεκίνησε από τους ίδιους τους Οθωμανούς στοχαστές της εποχής. Οι συγγραφείς του ύστερου 16ου αιώνα, ωστόσο, δεν μιλούσαν ακριβώς για παρακμή, κάποια ανεπίστρεπτη πορεία φθοράς προς την καταστροφή δηλαδή, ούτε είχαν ως κεντρική θέση τους (όπως θα συνέβαινε αργότερα, στις αρχές του επόμενου αιώνα) κάποια εξιδανίκευση του ένδοξου παρελθόντος. Στα ίχνη του Λουτφί Πασά, και αυτοί οι συγγραφείς έδιναν έμφαση σε συγκεκριμένες συμβουλές και παράπονα σχετικά με τους οθωμανικούς θεσμούς, δίνοντας μικρότερη θέση στην ηθικολογία και τις παρατηρήσεις σχετικά με τις ατομικές αρετές. Διάφορα ανώνυμα έργα καταρχάς (Kitâbu mesâlih, Hırzü’lmülûk) τόνισαν τις αποκλίσεις της συγκαιρινής τους πραγματικότητας από τους «ιδανικούς» θεσμούς των αρχών της βασιλείας του Σουλεϊμάν. Αργότερα ο περίφημος Μουσταφά Άλι από την Καλλίπολη (πεθ. 1600) στο ογκώδες έργο του εξέφρασε μια βαθιά απογοήτευση για αυτό που θεωρούσε αποσύνθεση της γνώσης και των αυτοκρατορικών θεσμών της εποχής του, συνδυάζοντάς την με την οξυδερκή αίσθησή του για την ισλαμική ιστορία ως μια σειρά από ανόδους και πτώσεις διαφόρων δυναστειών.[8] Παρόμοιες ιδέες εκφράστηκαν και από άλλους συγγραφείς του τέλους του 16ου αιώνα, όπως τον ιστορικό Μουσταφά Σελανικί ή τον Βόσνιο λόγιο Χασάν Καφί Ακχισαρί. Η ενίοτε εσχατολογική απαισιοδοξία τους μπορεί να ερμηνευθεί βάσει του γενικότερου κλίματος της εποχής, που έβλεπε τον εαυτό της σαν μια κρίσιμη ιστορική στιγμή που έπρεπε να ξεπεραστεί, για καλό ή για κακό.

Αυτή η «θεωρία της παρακμής» πήρε μια πιο εξελιγμένη μορφή στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, όταν η έμφαση τόσο στους θεσμούς

Γενίτσαρος, μέσα 17ου αιώνα.

όσο και στις αποκλίσεις από κάποια ιδανική κατάσταση του παρελθόντος πήρε ένα πολύ πιο συστηματικό χαρακτήρα. Οι συγγραφείς εκείνης της εποχής, επικεντρώνοντας σε συγκεκριμένους θεσμούς και πρακτικές του οθωμανικού κράτους αντί να παραθέτουν γενικές ιδέες και συμβουλές, ενίσχυσαν παραπέρα τον «οθωμανικό» χαρακτήρα των προκατόχων τους. Ταυτόχρονα όμως, εστίασαν στην ανάγκη μιας επιστροφής στο ένδοξο παρελθόν: εξιδανίκευαν τους θεσμούς των αρχών ή των μέσων του 16ου αιώνα και υπερασπίζονταν την αυστηρή τήρηση του «παλαιού νόμου». Από τη μια, έργα όπως το ανώνυμο Kitâb-ı müstetâb (περ. 1620), η πραγματεία του Κοτσί Μπέη (περ. 1630),9 τα «υπομνήματα της συλλογής Βελιγιουντίν» (1632) και η πραγματεία του Αζίζ Εφέντη (1633) μοιράζονταν την ίδια θεώρηση του παρόντος ως μιας επικίνδυνης απόκλισης από τους κανόνες και τους νόμους της εποχής του Σουλεϊμάν. Η λύση, υποστήριζαν, θα ήταν η επιστροφή σε εκείνους τους κανόνες. Τα έργα αυτά περιγράφουν λεπτομερώς τις αποκλίσεις που παρατηρούνται στην εποχή του από τους κανονισμούς της εποχής του Σουλεϊμάν στο στρατό, την τιμαριωτική διοίκηση, τη λειτουργία του παλατιού και ούτω καθεξής, και συστήνουν την επιστροφή στους αγνούς και γνήσιους θεσμούς που δόξασαν παλιά την αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συγγραφείς φαίνεται να σχετίζονταν με τον Μουράτ Δ΄ και τις προσπάθειές του να επιβάλει πειθαρχία και τάξη στον γενιτσαρικό στρατό μετά τις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1620.

Από την άλλη, την ίδια περίοδο (ξεκινώντας μάλιστα λίγο νωρίτερα) μια άλλη ομάδα έργων έκανε ένα βήμα παραπέρα και, αντί να εντοπίσει πού έπασχε το παρόν σε σχέση με τους ιδανικούς θεσμούς της «Χρυσής εποχής», κατέγραφε απευθείας τους κανόνες που έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνηση, καθαγιασμένους από την παλαιότητά τους. Ο κανονιστικός ρόλος τέτοιων καταλόγων και κανονισμών ήταν ήδη εμφανής από τον ύστερο 16ο αιώνα, έφτασε όμως στο αποκορύφωμά του τις πρώτες δεκαετίες του 17ου. Τα έργα αυτά περιλαμβάνουν το ανώνυμο Kavaninyeniçeriyân (1606), τις περιγραφές του γενιτσαρικού και τιμαριωτικού συστήματος από τον Άιν Άλι (περ. 1610) και τον Αβνί Ομέρ (1642), τη λεγόμενη δεύτερη πραγματεία του Κοτσί Μπέη (1640), αλλά και κάποιες μεταγενέστερες γενικές περιγραφές της Αυτοκρατορίας, όπως το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού έργου του Χουσεΐν Χεζαρφέν (1675) ή το ανώνυμο Kavânîn-ı osmanî ve rabıta-ı Asitâne (μετά το 1688).

Χειρόγραφο της παγκόσμιας ιστορίας του Χεζαρφέν Χουσεΐν Εφέντη, τέλη 17ου αιώνα.

Παράλληλα, ένα άλλο ρεύμα που κατά κάποιο τρόπο σχετίζεται με την αντίληψη περί παρακμής έλκει την καταγωγή του από τα γραπτά του Μπιργκιβί, του νομομαθή που αντιτάχθηκε στη νομική σύνθεση του Εμπουσουούντ και του Σουλεϊμάν βάσει των κανόνων του ιερού νόμου και της προφητικής παράδοσης (Σούννα). Πράγματι, παραδοσιακά θεωρείται πως ένα μεγάλο μέρος του 17ου αιώνα κυριαρχούνταν από τρεις διαδοχικές γενιές «φονταμενταλιστών» ιεροκηρύκων, των Καντιζαντελήδων, οι οποίοι εξαπέλυαν επιθέσεις εναντίον των δερβισικών αδελφοτήτων και πρέσβευαν την επιστροφή στις αξίες και πρακτικές της εποχής του Προφήτη. Ωστόσο, το ενδιαφέρον για την επιβολή της Σαρία, του ιερού νόμου, ήταν κοινό σε ολόκληρο το φάσμα όσων συμμετείχαν σε αυτές τις διαμάχες, τόσο στους Καντιζαντελήδες ιεροκήρυκες όσο και στους Χαλβετήδες δερβίσηδες δηλαδή. Εν τέλει αυτό που φαίνεται να κυριάρχησε στα τέλη του αιώνα, δηλαδή η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε θέματα όπως η γαιοκτησία, η φορολογία ή η σχέση ιερού και κοσμικού δικαίου προς μια πιο «ισλαμική» εκδοχή, μοιάζει να ήταν αποτέλεσμα ενός κοινού κλίματος που κυριαρχούσε στους κύκλους της οικονομικής γραφειοκρατίας του παλατιού, όπως δείχνει η δουλειά της Ekin Tuşalp Atiyas.[10]

Την ίδια εποχή ωστόσο αναδύεται και ένα άλλο ρεύμα, μιας επιστροφής σε μια γενικότερη και πιο φιλοσοφική θεώρηση της κοινωνίας, επηρεασμένης από το έργο του μεγάλου Άραβα ιστορικού Ιμπν Χαλντούν και τις απόψεις του για την ιστορική νομοτέλεια και την άνοδο και πτώση των νομαδικών κρατών.[11] Πρωτοπόρος στο ρεύμα αυτό ήταν ο Κιατίπ Τσελεμπής ή Χατζή Κάλφας, ο πολυγραφότατος ιστορικός, γεωγράφος και εγκυκλοπαιδιστής που επηρέασε με το έργο του όλη τη μεταγενέστερη οθωμανική γραμματεία. Ο Κιατίπ Τσελεμπής εισάγει έναν πρωτοποριακό ορισμό του κράτους, το οποίο θεωρεί αξεχώριστο από την κοινωνία, καθώς και μια καινοτόμα ιατρική μεταφορά για την ανθρώπινη κοινωνία (με τις τέσσερις τάξεις να παραλληλίζονται με τους τέσσερις χυμούς του σώματος, κάτι που διευκολύνει τη θεώρηση της κοινωνίας ως αναπτυσσόμενου οργανισμού)· είναι επίσης ο πρώτος που εισάγει συστηματικά την έννοια των «σταδίων», όπως την επεξεργάστηκε ο Ιμπν Χαλντούν, στην οθωμανική φιλοσοφία της ιστορίας. Ακόμα πιο σημαντική ίσως είναι η αντίληψη του Κιατίπ Τσελεμπή για την καινοτομία: ειδικότερα, η παραδοχή του ότι κάθε στάδιο κοινωνίας χρειάζεται και διαφορετικά μέτρα (όπως κάθε ηλικία χρειάζεται διαφορετικά φάρμακα), και επομένως ότι δεν μπορεί να είναι λύση η επιστροφή σε κάποιους εξιδανικευμένους θεσμούς του παρελθόντος.[12] Η επιρροή του Κιατίπ Τσελεμπή είναι καταφανής σε μια σειρά συγγραφέων του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα αλλά κυρίως στο ιστορικό έργο του Ναϊμά, στις αρχές του 18ου. Ο Ναϊμά εκθέτει τη θεωρία του Ιμπν Χαλντούν ακόμα λεπτομερέστερα και αναλυτικότερα: διατηρεί τα πέντε στάδια ενός κράτους (αντί για τα τρία στα οποία είχε περιοριστεί ο Κιατίπ Τσελεμπής), και εισάγει τη διάκριση νομαδισμού και εγκατεστημένης ζωής, η οποία επρόκειτο να παίξει σημαντικό ρόλο στα γραπτά του ύστερου 18ου αιώνα. Κατά τη θεωρία αυτή, κάθε κράτος στην ιστορία περνά από πέντε στάδια. Στο πρώτο στάδιο έχουμε την απαρχή του κράτους, όπου κυριαρχεί η λιτότητα, η ισότητα και η αλληλεγγύη (‘asabiyet). Κατά το δεύτερο στάδιο, η ισχύς του κράτους εδραιώνεται: ο ηγεμόνας χρειάζεται πλέον προσωπική φρουρά (δούλους) για να επιβάλλει την τάξη, ενώ προτεραιότητές του είναι πλέον η νομοθεσία και η ενίσχυση της θέσης του ίδιου και των διαφόρων τάξεων. Οδηγούμαστε έτσι στο τρίτο στάδιο, όπου επικρατεί ηρεμία και ασφάλεια. Ο σουλτάνος έχει επιβάλλει πια τη θέση του και δεν υπάρχει πλέον ανάγκη φυλετικής αλληλεγγύης. Το τέταρτο στάδιο είναι μια εποχή αυτάρκειας και επανάπαυσης. Η ισχύς των αξιωματούχων και ο πλούτος των σπουδαίων φτάνουν στο μέγιστο σημείο τους. Ταυτόχρονα όμως αρχίζουν και τα πρώτα σημάδια κόπωσης και παρακμής: οι αξιωματούχοι αρχίζουν να ενδιαφέρονται για περιουσίες και να δωροδοκούνται, ενώ ο στρατός, αν δεν απασχολείται με πόλεμο, αρχίζει να γίνεται ανυπάκουος και απείθαρχος. Κατά το πέμπτο στάδιο, εκείνο της παρακμής, την εξουσία ασκεί το περιβάλλον του σουλτάνου. Οι αξιωματούχοι αρπάζουν με διάφορα προσχήματα περιουσίες ακόμη και πλούσιων, οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα. Όντας βέβαια μέλος της κυρίαρχης ελίτ (και όχι αποστασιοποιημένος παρατηρητής όπως ο Ιμπν Χαλντούν), o Ναϊμά δεν μπορεί να παραδεχθεί το αναπόφευκτο της οθωμανικής παρακμής. Η θεραπεία, η οποία κατά τη γνώμη του μπορεί να ανακόψει την κατάρρευση του κράτους, είναι η ειρήνευση των συνόρων και η σώφρων διευθέτηση των κρατικών υποθέσεων βάσει της δικαιοσύνης. Σκοπός του Ναϊμά ήταν να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα μιας έστω και προσωρινής ειρήνης με τους άπιστους, όπως εκείνη που συνομολόγησε στο Κάρλοβιτς ο μέντοράς του. Το ενδιαφέρον αυτό το συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς του πρώιμου 18ου αιώνα, για παράδειγμα στον ποιητή Ναμπί.

Κιατίπ Τσελεμπή, Jihannuma [Καθρέπτης του Κόσμου], Κωνσταντινούπολη, 1732.

Η «δυτικιστική» ή «ευρωπαϊστική» τάση τέλος, στην οποία μόλις αναφέρθηκα, ουσιαστικά αποτελεί ένα συνδυασμό μιας πρότασης για στρατιωτική μεταρρύθμιση με μια επανανάγνωση του Ιμπν Χαλντούν (το έργο του οποίου πρωτομεταφράστηκε το 1730, αν και πιθανότατα ο Ναϊμά εξακολούθησε να αποτελεί το κύριο όχημα πρόσληψής του). Θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς με το έργο του Ιμπραΐμ Μουτεφερρικά (θ. 1745), ο οποίος εισήγαγε την αριστοτελική διάκριση των τριών πολιτευμάτων (στην πραγματικότητα αντιγράφοντας ένα σχετικά άγνωστο έργο του Κιατίπ Τσελεμπή) και πρότεινε καθαρά την αντιγραφή της στρατιωτικής οργάνωσης της Ευρώπης.[17] Οι ιδέες του Μουτεφερρικά ήταν σε αρμονία με το διανοητικό περιβάλλον της εποχής (της περίφημης «Εποχής των Τουλιπών»), με τις πολυάριθμες μεταφράσεις του Αριστοτέλη και την έμφαση στην καινοτομία σε διάφορους τομείς της επιστήμης. Από την άλλη μεριά, η ιδέα της ανωτερότητας της ευρωπαϊκής στρατιωτικής οργάνωσης βρίσκεται και σε άλλα έργα της περιόδου. Συχνά μάλιστα συνδυάζεται με την έννοια της «αμοιβαιότητας» (mukabele bilmisl, ότι δηλαδή πρέπει το μουσουλμανικό κράτος να απαντήσει με ανάλογα μέσα) και με την ιδέα ότι πρώτοι οι Ευρωπαίοι είχαν μιμηθεί τους Οθωμανούς (υποτίθεται ότι η γενική επιστράτευση ήταν μίμηση του θεσμού των γενιτσάρων). Συγγραφείς όπως ο Αχμέτ Ρεσμί μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι της ομάδας που σχεδίασε τις μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄. Ο ύστερος 18ος αιώνας, εξάλλου, ήταν όπως είναι γνωστό μια περίοδος έντονων μεταβολών στην πολιτική πράξη, που σηματοδοτείται από τις αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄ αλλά και το περίφημο «Έγγραφο συμμαχίας» (sened-i ittifak) το 1808, το οποίο από πολλούς θεωρείται το πρώτο συνταγματικό κείμενο στην οθωμανική ιστορία.[18] Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως την περίοδο αυτή έχουν παρατηρηθεί μια σειρά παρόμοιες μεταβολές που τείνουν προς μια «συνταγματική» θα έλεγε κανείς τάση στην οθωμανική κοινωνία και διοίκηση, οι οποίες όμως πρέπει να μελετηθούν σε βάθος προτού μπορέσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τη φύση των μεταβολών της περιόδου.

Ο Ρεΐς ουλ-κιουτάμπ (επικεφαλής της αυτοκρατορικής γραμματείας), αρχές 19ου αι.

Καταλαβαίνει κανείς από αυτή τη σύντομη επισκόπηση, ελπίζω, πόσο πλούσιο υλικό υπάρχει για μια ιστορία της οθωμανικής πολιτικής σκέψης, και πόσο χρήσιμη θα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Θέματα όπως η εξέλιξη της έννοιας του κράτους και ο σταδιακός διαχωρισμός της από εκείνη του ηγεμόνα, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν αποφασιστικά στη συζήτηση για την ανάδυση του λεγόμενου «πρώιμου νεωτερικού κράτους» στην οθωμανική περίπτωση. Τελευταία παρατηρείται μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για αυτό τον κομβικό τομέα της ιστορίας των ιδεών στο πεδίο των οθωμανικών σπουδών, που αναμένεται να έχει πολύ ενδιαφέροντα ερευνητικά αποτελέσματα.Αν μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια κομβικά σημεία στην εξέλιξη της οθωμανικής σκέψης, λοιπόν, θα ξεκινούσαμε με τη βασιλεία του Μουράτ Γ΄ (1574-1575), όταν το χαρακτηριστικά οθωμανικό είδος «θεσμικών συμβουλών», που είχε ξεκινήσει λίγες δεκαετίες πριν με το έργο του Λουτφή Πασά, συνδυάστηκε με μια αίσθηση παρακμής: οι πολιτικές πραγματείες εξακολούθησαν να τονίζουν την ανάγκη επιστροφής στις παλιότερες αξίες και κανόνες μέχρι και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Ένα δεύτερο σημείο καμπής μπορεί να ανιχνευθεί γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα: ξεκινώντας με το έργο του Κιατίπ Τσελεμπή, η ιδέα της αλλαγής ως αναγκαιότητας εμποτίζει σταδιακά τις απόψεις της οθωμανικής πολιτικής γραμματείας, προκειμένου να στηρίξει διαφόρων ειδών μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ρεύμα που την ίδια εποχή συνιστούσε την επιστροφή στις αξίες της θρησκευτικής παράδοσης, ρεύμα του οποίου η επιρροή φαίνεται να κορυφώνεται προς το τέλος του ίδιου αιώνα. Ένα τελευταίο σημείο καμπής θα μπορούσε να εντοπιστεί κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, όταν ακόμα και οι συγγραφείς που ακολουθούσαν την οθωμανική παράδοση αισθάνθηκαν την επείγουσα ανάγκη για δυτικοστραφείς μεταρρυθμίσεις, έστω και διαφορετικών προσανατολισμών.

Ο Μαρίνος Σαρηγιάννης είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, στο Ρέθυμνο.


Υποσημειώσεις

[1] Π.χ. Virginia Aksan, “Ottoman political writing, 1768-1808”, International journal of Middle East studies 25 (1993), 53-69· Pál Fodor, “State and society, crisis and reform, in 15th-17th century Ottoman mirror for princes”, Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae 40/2-3 (1986), 217-40.

[2] Linda T. Darling, A history of social justice and political power in the Middle East: The circle of justice from Mesopotamia to globalization, New York 2013· Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

[3] Βλ. Baki Tezcan, The second Ottoman Empire: Political and social transformation in the early modern world, Cambridge – New York 2010.

[4] Βλ. Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων, 1300-1400, Αθήνα 1991.

[5] Βλ. Stéphane Yérasimos, La fondation de Constantinople et de Sainte-Sophie dans les traditions turques, Paris 1990.

[6] Kemal Silay (ed.), Tâce’d-dîn İbrâhîm bin Hızır Ahmedi: History of the kings of the Ottoman lineage and their holy raids against the infidels, Harvard 2004.

[7] Colin Imber, Ebu’s-su‘ud. The Islamic legal tradition, Edinburgh 1997.

[8] Mustafa Ali, Mustafâ ‘Âlî‘s counsel for sultans of 1581. Text, transliteration, notes by Andreas Tietze, 2 vols, Vienna 1979-1982· Cornell H. Fleischer, Bureaucrat and intellectual in the Ottoman Empire: The historian Mustafa Âli (1541-1600), Princeton 1986

[9] Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Koğabeg’s Abhandlung über den Verfall des osmanischen Staatsgebäudes seit Sultan Suleiman dem Grossen”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 15 (1861), 272-332.

[10] Βλ. το οικείο κεφάλαιο στο Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

[11] Μια ανθολόγηση των απόψεων του Ιμπν Χαλντούν βλ. στο Ibn Khaldun, Προλεγόμενα, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1980.

[12] Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Hâğî Chalfa’s Dustûru’l-‘amal. Ein Beitrag zur osmanischen Finanzgeschichte”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 11 (1857), 111-132· Geoffrey L. Lewis (tr.), The balance of truth, by Kâtib Chelebi, London 1957.

[13] Walter Livingston Wright Jr., Ottoman statecraft. The book of counsel for vesirs and governors (Nasâ’ih ül-vüzera ve’l-ümera) of Sari Mehmed Pasha, the Defterdâr. Turkish text with introduction, translation and notes, Princeton 1935.

[14] Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος: από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), Αθήνα 1993.

[15] Βλ. Ethan L. Menchinger, The first of the modern Ottomans. The intellectual history of Ahmed Vâsıf, Cambridge 2017.

[16] Για τις διαμάχες σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄ ενδεικτικό είναι το έργο του «Σεκμπάνμπαση», ανώνυμου που ίσως ταυτίζεται με τον Βασίφ Εφέντη, που μεταφράζεται ως παράρτημα στο William Wilkinson, An account of the principalities of Wallachia and Moldavia, London 1820 (repr. New York 1971).

[17] Βλ. στο Niyazi Berkes, The development of secularism in Turkey, London 1964 (repr. in facsimile 1998).

[18] Ali Akyıldız – M. Şükrü Hanioğlu, “Negotiating the power of the sultan: The Ottoman Sened-i ittifak (Deed of agreement), 1808”, in Camron Michael Amin – Benjamin C. Fortna – Elizabeth Frierson (eds), The modern Middle East: A sourcebook for history, Oxford 2006, 22-30.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων, 1300-1400, Αθήνα 1991.

Leslie Peirce, Το σουλτανικό χαρέμι. Γυναίκες και εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετάφραση Άννα Πλατάκη, Αθήνα 2018.

Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος: από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), Αθήνα 1993.

Ibn Khaldun, Προλεγόμενα, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1980.

Ξενόγλωσση (επιλέχθηκαν έργα γραμμένα σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες)

Butrus Abu-Manneh, “The Islamic roots of the Gülhane rescript”, Die Welt des Islams 34 (1994), 173-203.

Virginia Aksan, “Ottoman political writing, 1768-1808”, International journal of Middle East studies 25 (1993), 53-69.

Ali Akyıldız – M. Şükrü Hanioğlu, “Negotiating the power of the sultan: The Ottoman Sened-i ittifak (Deed of agreement), 1808”, in Camron Michael Amin – Benjamin C. Fortna – Elizabeth Frierson (eds), The modern Middle East: A sourcebook for history, Oxford 2006, 22-30.

Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Hâğî Chalfa’s Dustûru’l-‘amal. Ein Beitrag zur osmanischen Finanzgeschichte”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 11 (1857), 111-132.

Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Koğabeg’s Abhandlung über den Verfall des osmanischen Staatsgebäudes seit Sultan Suleiman dem Grossen”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 15 (1861), 272-332.

Niyazi Berkes, The development of secularism in Turkey, London 1964 (repr. in facsimile 1998).

Linda T. Darling, A history of social justice and political power in the Middle East: The circle of justice from Mesopotamia to globalization, New York 2013.

Cornell H. Fleischer, Bureaucrat and intellectual in the Ottoman Empire: The historian Mustafa Âli (1541-1600), Princeton 1986.

Pál Fodor, “State and society, crisis and reform, in 15th-17th century Ottoman mirror for princes”, Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae 40/2-3 (1986), 217-40.

Gottfried Hagen, “Legitimacy and world order”, in Hakan T. Karateke – Maurus Reinkowski (eds), Legitimizing the order. The Ottoman rhetoric of state power, Leiden – Boston 2005, 55-83.

Douglas A. Howard, “Genre and myth in the Ottoman advice for kings literature”, in Virginia Aksan – Daniel Goffman (eds), The early modern Ottomans: Remapping the empire, Cambridge 2007, 137-166.

Colin Imber, Ebu’s-su‘ud. The Islamic legal tradition, Edinburgh 1997.

Ethan L. Menchinger, The first of the modern Ottomans. The intellectual history of Ahmed Vâsıf, Cambridge 2017.

Mustafa Ali, Mustafâ ‘Âlî‘s counsel for sultans of 1581. Text, transliteration, notes by Andreas Tietze, 2 vols, Vienna 1979-1982.

Geoffrey L. Lewis (tr.), The balance of truth, by Kâtib Chelebi, London 1957.

Yaşar Ocak, “Les réactions socio-religieuses contre l’idéologie officielle ottomane et la question de zendeqa ve ilhâd (hérésie et athéisme) au XVIe siècle”, Turcica 21-23 (1991), 71-82.

Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

Kemal Silay (ed.), Tâce’d-dîn İbrâhîm bin Hızır Ahmedi: History of the kings of the Ottoman lineage and their holy raids against the infidels, Harvard 2004.

Baki Tezcan, The second Ottoman Empire: Political and social transformation in the early modern world, Cambridge – New York 2010.

Stéphane Yérasimos, La fondation de Constantinople et de Sainte-Sophie dans les traditions turques, Paris 1990.

William Wilkinson, An account of the principalities of Wallachia and Moldavia, London 1820 (repr. New York 1971).

Walter Livingston Wright Jr., Ottoman statecraft. The book of counsel for vesirs and governors (Nasâ’ih ül-vüzera ve’l-ümera) of Sari Mehmed Pasha, the Defterdâr. Turkish text with introduction, translation and notes, Princeton 1935.

Γεωργία Μπακάλη: Θνησιγενής εργατική ενότητα: Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

Γεωργία Μπακάλη

Θνησιγενής εργατική ενότητα
Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

 

Η «προϊστορία» του εργατικού κινήματος (1909 – 1918)

[…] η παρατηρούμενη κατά τα τελευταία έτη (1910 και εδώ) εργατική κίνησις της Ελλάδος είναι κατά κανόνα αμελέτητος, άρρυθμος και εν πολλοίς άσκοπος, οφειλομένων των ελαττωμάτων της τούτων κυρίως εις το αμόρφωτον των εργατών, και κατ’ ίσον λόγον εις το μη ανεπηρέαστον της εξελίξεως της εργατικής κινήσεως παρ’ ημίν. 

Αλ. Σβώλος (Ιούλιος 1918)

Το 1909 αποτέλεσε αφετηρία νέων εξελίξεων για τις εργατικές δυνάμεις της χώρας. Με τη μαζική διαδήλωση του Συνδέσμου Συντεχνιών της 14ης Σεπτεμβρίου αναδύθηκε η κοινωνική και πολιτική δύναμη των επαγγελματικών σωματείων. Θέτοντας αιτήματα κοινωνικής πολιτικής, προέβαλαν την ανάγκη να υπάρξει, μεταξύ άλλων, ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τη βελτίωση της θέσης του εργάτη. Ακολούθως, τη δεκαετία του 1910 διάφοροι παράγοντες (διάχυση των σοσιαλιστικών ιδεών, διεύρυνση του οργανωμένου εργατικού κόσμου της Ελλάδας, επιπτώσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο βιοτικό επίπεδο των εργατών) προκαλούσαν ιδεολογικές ζυμώσεις τέτοιας εμβέλειας, ώστε να αποκρυσταλλώνεται σταδιακά μια συλλογική συνειδητοποίηση γύρω από κοινά εργατικά συμφέροντα. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτούργησε και ο Ν. 281/1914, Περί σωματείων. Προκάλεσε αθρόα σύσταση εργατικών σωματείων, επιτρέποντας συγχρόνως και την ανασύσταση των ήδη υφιστάμενων, σε διαφορετική όμως βάση. Ο νόμος όριζε –στην πραγματικότητα περιόριζε– την οργάνωση, λειτουργία και τον σκοπό των επαγγελματικών ενώσεων. Τα σωματεία, βάσει του συγκεκριμένου νόμου, έπρεπε να είναι αμιγώς εργατικά ή εργοδοτικά. Στόχος ήταν η σύσταση ενώσεων απαλλαγμένων από συντεχνιακές λογικές και αλληλοβοηθητικούς σκοπούς. Οριοθετώντας ο νόμος τις δύο «τάξεις» (εργάτες και εργοδότες) σε επίπεδο σωματειακής οργάνωσης, ευνοούσε τη συνειδητοποίηση της διάκρισής τους.

Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956).

Τη σημασία αυτή του νόμου τόνιζε από τη θέση του τμηματάρχη Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Σε Έκθεσή του με τίτλο Το Εργατικόν μας Ζήτημα (Ιούλιος 1918) επιχειρεί μια διεισδυτική διερεύνηση του θέματος. Με την επισήμανση ότι ο νόμος παρέσχε αμέσως εις τον εργάτην την βάσιν της συνειδήσεως της “τάξεώς” του και της αντιθέσεώς της προς την τάξιν του εργοδότου, δείχνει ότι ο νόμος συνέβαλε προς την κατεύθυνση της ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών, ακόμη και αν η εξέλιξη αυτή δεν ήταν γενικός κανόνας, αλλά ίσχυε μόνο για κάποιες κατηγορίες εργατών. Άλλωστε, η απόκτηση ταξικής συνείδησης δεν θα μπορούσε να είναι ούτε αυτόματη ούτε αυτονόητη ούτε καθολική για τους ελάχιστα μέχρι τότε χειραφετημένους εργάτες. Η περιορισμένη χειραφέτηση ήταν αποτέλεσμα βαθύτερου ελλείμματος. Ο Σβώλος με έμφαση περιγράφει τη χαμηλή πνευματική συγκρότηση των εργατών (όλοι μας σχεδόν οι εργάται είναι εις εκπληκτικόν βαθμόν αμόρφωτοι. Ο πνευματικός των ορίζων είναι στενός εις αξιοθρήνητον βαθμόν […] παρασύρεται με οικτράν τυφλότητα συνειδήσεως), υπογραμμίζοντας και την έλλειψη γνήσιας εργατικής συνείδησης. Εκτιμούσε ότι η έλλειψη αυτή οφειλόταν μεταξύ άλλων στην ανεπαρκή ιδεολογική τους κατάρτιση καθώς και στην απουσία σημαντικής βιομηχανίας. Ο εργάτης:

άρπαξε ολίγας συναρπαστικάς λέξεις από διαφόρους ρήτορας των συνελεύσεών του, δεν εννόησε κατά βάθος την έννοιαν αυτών, ήρχισε να κινήται κατά το πλείστον χωρίς πρόγραμμα, ενεπλάκη εις αγώνας προς τους εργοδότας του, αλλά πέραν τούτου καμμίαν σαφή δεν έχει ιδέαν ούτε περί της κοινωνικής διαφορικότητος των τάξεων, ούτε περί της ουσίας του αγώνος του, ούτε περί του μέλλοντός του. Αντιθέτως η συνείδησις του εργάτου μας είναι ακόμα αστική. Πολιτικώς δεν απεσπάσθη ποτέ από τα αστικά κόμματα […]

Μάλιστα, όπως σημειώνει, όχι μόνο δεν αποσπάστηκε από την επιρροή τους, αλλά ανέχτηκε την εκμετάλλευση και την κολακεία αστών, πλουσίων και πολιτευομένων, καθώς και δωροδοκίες του κράτους κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού (1916-1917). Χωρίς να γενικεύει, διακρίνει μόνο εκείνες τις απεργίες που οργανώθηκαν μετά λόγου και επιγνώσεως, όπως η απεργία των γαιανθρακεργατών (1913). Διακρίνει ακόμη και διαφορετικούς βαθμούς ως προς την απόκτηση εργατικής συνείδησης, παρατηρώντας ότι οι εργάτες της Θεσσαλονίκης, κυρίως οι περί την Σοσιαλιστικήν Ένωσιν, είχαν σαφέστατη εργατική συνείδηση. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους εργάτες του Πειραιά, παρατηρούσε ότι οι εργάτες του Βόλου και της Αθήνας είχαν αρχίσει να αποκτούν σαφέστερη αντίληψη της θέσης τους, και ότι μαρτυρούν βραδείαν μεν, αλλά φανεράν εξέλιξιν προς τας βάσεις καθαρώς σοσιαλιστικής εργατικής συνειδήσεως. Στις διαπιστώσεις του αυτές αναγνωρίζεται η σημασία των συντελούμενων σοσιαλιστικών ιδεολογικών ζυμώσεων ως προς τη σφυρηλάτηση εργατικής συνείδησης σε εργατικές ενώσεις τόσο της επαρχίας όσο και της πρωτεύουσας. Σημαντική εστία σοσιαλιστικής σκέψης, με σθεναρή κοινωνική και πολιτική δράση και πρωτοποριακές πρωτοβουλίες (όπως η οργάνωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας το 1914 στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη), υπήρξε η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (γνωστή ως Φεντερασιόν). Η ιστορική διαδρομή της ήταν εξαρχής (1909) συνδεδεμένη με τη ζωηρή συνδικαλιστική δράση του Αβραάμ Μπεναρόγια, την άμεση επικοινωνία του με τα σοσιαλιστικά ρεύματα της Δύσης και τον ριζοσπαστισμό του. Πόσο διαφορετικό ήταν το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης από εκείνο της Αθήνας με ευγλωττία το δείχνει η έκπληξη του Μπεναρόγια, όταν, επισκεπτόμενος το 1912 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που ιδρύθηκε έναν χρόνο πριν, στην αίθουσα του Κέντρου αντικρύζει αντί του Μάρξ την εικόνα του Χριστού.

Έγγραφο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, παραρτήματος της Φεντερασιόν, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1915. (Πηγή: http://paspartoy.blogspot.fr/2012/07/blog-post.html)

Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το 1915, στη δίνη του Εθνικού Διχασμού και του Πολέμου, όξυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις και ένα μέρος του εργατικού κόσμου αποκόπηκε από τον βενιζελικό χώρο. Η παράταση του Πολέμου και ο αποκλεισμός επαύξησαν την ανεργία, ενώ η κερδοσκοπία έπληξε τα –λιμοκτονούντα τότε– εργατικά στρώματα, διογκώνοντας την κακοδαιμονία τους, και εξ αυτού τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιώς τον Σεπτέμβριο του 1917, σε υπόμνημά του προς την κυβέρνηση, τονίζει ότι οι συνθήκες που προκάλεσε ο Πόλεμος και οι εθνικές πολιτικές αναστατώσεις κατέστησαν τον βίο των εργατικών τάξεων εντελώς αβίωτον και αιτούνταν εγγράφως –εφόσον δεν μπορούσαν να κατέλθουν σε απεργία– τη διά νομοτελεστικού διατάγματος υποχρέωση των εργοδοτών να αυξήσουν κατά 25% τουλάχιστον τα ημερομίσθια των εργατών, χωρίς να επιτραπεί παράλληλη αύξηση των ειδών κατανάλωσης, τα οποία είχαν αυξηθεί κατά 70-80% από την αρχή του Πολέμου. Η πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατών της χώρας και, ειδικότερα, η εξαθλίωση των εργατών της Αθήνας και του Πειραιά ήταν μία πλευρά του εργατικού προβλήματος που πρέπει να τονιστεί και να εξεταστεί για τη σημασία της στην ριζοσπαστικοποίηση ενός μέρους των εργατών καθώς και στην ομοσπονδιακή ενοποίηση το 1918. Σε αυτές τις εξελίξεις πρέπει να προστεθεί και το ότι η σοσιαλιστική ιδεολογία, μετά τον Οκτώβριο του 1917, πρόσφερε ένα μάλλον ελκυστικό όραμα για το μέλλον τους. Ο Σβώλος υπογραμμίζει ως αξιόλογο παράγοντα την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, οι οποίες εδραίωσαν την αυτοπεποίθηση του εργάτη, δίδοντάς του την αφορμή να αισθανθή το μέτρον της αξίας του εντός του κοινωνικού οργανισμού. Ήρχισε τέλος ν’ αναλογίζηται και την πολιτικήν θέσιν, η οποίαν του ανήκει εντός του οργανισμού της Πολιτείας. Το τέλος του Πολέμου ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για την ελληνική εργατική τάξη.

 

Η ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας
Η επιβολή της μειοψηφίας

[…] τώρα που η κόκκινη σημαία μας, στη Συνομοσπονδία κυματίζει…
κι’ όλους τους εργοδότας φοβερίζει.
Αλ. Σβώλος

Έχοντας αποβάλει οι εργατικές οργανώσεις της Ελλάδας τον αρχέγονο αλληλοβοηθητικό χαρακτήρα τους και παύοντας να συγκροτούν μεικτά (με εργάτες και εργοδότες) σωματεία, ανέλαβαν την ιστορική ευθύνη της ενιαίας συνδικαλιστικής και πολιτικής έκφρασης των εργατών το 1918. Σε επίπεδο συμβολισμών το πέρασμα σε μια εποχή νέων οραμάτων, στοχεύσεων, προσανατολισμών και δυναμικότερης εμπλοκής στο πολιτικό γίγνεθαι φαίνεται πως υποδήλωνε η υποστολή της σημαίας του προστάτη αγίου των ενώσεων και η έπαρση μιας άλλης σημαίας, εκείνης που υμνούσαν οι προαναφερόμενοι στίχοι (από ένα γνωστό πατριωτικόν τραγούδι […] το οποίον ψάλλουν οι ζωηρότεροι), όπως αναφέρει ο Σβώλος στην Έκθεσή του.

Το Α΄ Εργατικό Συνέδριο συγκλήθηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά τον Οκτώβριο του 1918. Σε αυτό αντιπροσωπεύτηκαν περίπου 230 περίπου εργατικά σωματεία από όλη τη χώρα. Η Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου (Ηλ. Δελαζάνος, Εμ. Ξανθάκης, Α. Μπεναρόγιας Π. Δημητράτος) ζήτησε από την κυβέρνηση να παρασχεθούν συγκεκριμένες διευκολύνσεις (οικονομικές, διαδικαστικές), ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συμμετοχή των αντιπροσώπων για την επιτυχία του, μολονότι η πλειοψηφία τους δεν ήταν σοσιαλιστές. Το αίτημα αυτό δείχνει πόσο συνειδητοποιημένα αντιλαμβάνονταν τη σημασία που θα είχε, για τη συγκρότηση και το κύρος του συνεδρίου, η παρουσία κατά το δυνατόν περισσότερων αντιπροσώπων. Ευρεία συμμετοχή συνεπαγόταν δύναμη και επιβολή απέναντι στο αστικό κράτος. Ανεξίτηλη άφησε τη σφραγίδα του στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή του συνεδρίου ο ενορχηστρωτής του, ο εκ Θεσσαλονίκης πρωτεργάτης του συνδικαλισμού, ο σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγιας, ψυχή και διδάσκαλος της Οργανωτικής Επιτροπής, όπως τον χαρακτηρίζει ο Σβώλος, προβλέποντας ότι:

Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος, ο οποίος ασφαλώς θα παίξη σπουδαίον ρόλον εις την χώραν μας, έδωκε την σφραγίδα της ιδεολογίας του εις το οργανωτικόν έργον των Ελλήνων εργατών κατορθώσας υποσυνειδήτως να επιπλεύση μεταξύ των παλαιοτέρων εργατικών αρχηγών και εκ του αφανούς να διευθύνη κατά μέγα μέρος την εργατικήν κίνησιν της χώρας.

Με κριτική ματιά και υπό το πρίσμα μιας αστικής οπτικής, ο Σβώλος αναπαριστά στην Έκθεσή του τη διεξαγωγή του ιδρυτικού συνεδρίου, αποκαλύπτοντας κάποιους λιγότερο ίσως γνωστούς συσχετισμούς. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της μειοψηφίας των σοσιαλιστών. Αυτή κατηύθυνε τις εργασίες σαν να ήταν πλειοψηφία. Και είναι αξιοπρόσεχτη η επισήμανσή του, ότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων όχι μόνο δεν ήταν σοσιαλιστές, αλλά οσάκις ηκούετο η λέξις “σοσιαλισμός” εξηγείρετο σύσσωμο σχεδόν το Συνέδριον εις βροντώδη αποδοκιμασίαν. Παρότι οι περισσότεροι σύνεδροι αντιδρούσαν και μόνο στο άκουσμα της λέξης και παρότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ψήφισε κατά παντός σοσιαλιστικού χρωματισμού, δεν αντιλήφθηκαν ότι η διατύπωση του καταστατικού ήταν σοσιαλιστική, όπως παρατηρούσε ο Σβώλος. Αυτό δείχνει απουσία ξεκάθαρης θέσης και προσανατολισμού καθώς και δυναμικών παρεμβάσεων από την πλευρά των μη σοσιαλιστών, οι οποίοι παρουσιάζονται να παίζουν έναν μάλλον παθητικό ρόλο σε σχέση με τον πρωταγωνιστικό των σοσιαλιστών. Με τη φράση συρόμενοι αγεληδόν από τους ευαρίθμους αλλ’ ευγλώττους σοσιαλιστάς, δηλώνεται ότι λειτούργησαν ως ενεργούμενα των σοσιαλιστών. Άλλωστε, η εκλογή της διοίκησης φανερώνει την υπερίσχυση της σοσιαλιστικής μειοψηφίας. Οι σοσιαλιστές ενώ, σύμφωνα με τον Σβώλο, ήταν μειοψηφία (16 προς 220!!), κατέλαβαν σημαντικό μερίδιο στη διοίκηση (τέσσερις σοσιαλιστές επί έντεκα επιτρόπων συνολικά). Οι δυναμικές προσωπικότητες φαίνεται πως άσκησαν επίδραση περισσότερο από όσο η αριθμητική δύναμη των αντιπροσώπων. Εντελώς διαφορετική προσωπικότητα από τον Μπεναρόγια, περιγράφει ο Σβώλος τον εκλεγμένο γενικό γραμματέα της Συνομοσπονδίας Ευάγγελο Μαχαίρα, τον αγνόν και ανυστερόβουλον όσον και ένζηλον εργάτην, αλλ’ αφελή καθ’ υπερβολήν και αγαθόν τύπον ευπίστου και αδυνάτου χαρακτήρος. Μολονότι διέθετε τη μεγάλη δύναμη των εργατικών οργανώσεων του Πειραιά, την μόνην πραγματικήν δύναμιν της Συνομοσπονδίας, σημειώνεται πως τελικά υποδουλώθηκε στη σοσιαλιστική μειοψηφία της διοικούσας επιτροπής παρασύροντας και τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Επιπλέον, και ο Μπεναρόγιας, στη δική του καταγραφή, εξαίρει τον ρόλο των ολιγάριθμων σοσιαλιστών, που όμως διέθεταν ρητορική δεινότητα, και έτσι κατόρθωσαν να επιβάλουν το ιδεολογικό τους στίγμα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παρέμβασή τους ως συνετή, θαρραλέα και σωτήρια.

Κατά τις εργασίες του συνεδρίου οι σοσιαλιστές, διαθέτοντας όχι μόνο ιδεολογική σκευή αλλά και οργανωτική εμπειρία, κατάφεραν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το πλεονέκτημά τους αυτό μέσα σε εκείνο το συγκεχυμένο μόρφωμα εργατικών αντιπροσώπων, ώστε να διαμορφώσουν το καταστατικό πλαίσιο αρχών του συνεδρίου. Με την εμπειρία, την πειθώ και την επιβολή τους καθόρισαν την ιδεολογική φυσιογνωμία της Συνομοσπονδίας, κατοχυρώνοντας την αποδοχή της πάλης των τάξεων ως καθοδηγητικής αρχής. Οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι που εφεξής κατηύθυναν την πορεία της Συνομοσπονδίας, επειδή η ορθόδοξος εργατική μερίς της διοίκησης –η πλειοψηφούσα– σπάνια διατύπωνε ενιαία, επεξεργασμένη και συγκροτημένη πρόταση, οπότε εμφανιζόταν σχεδόν πάντα σαν ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, κατά τον Σβώλο.

Γενικότερα, οι σοσιαλιστές ήταν σε θέση να ασκούν μεγάλη επιρροή αφήνοντας τη σφραγίδα τους και στην ιδεολογική φυσιογνωμία των σωματείων, εκείνων που ήταν σε θέση να ελέγχουν. Επιδίωξαν να δώσουν συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό στο εργατικό κίνημα είτε με τη διαπαιδαγώγηση των μελών τους είτε ακόμη τροποποιώντας τα καταστατικά εργατικών οργανώσεων στη βάση της πάλης των τάξεων. Δόθηκε έτσι σαφέστερη πολιτική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα. Σε πρακτικό επίπεδο, στα διοικητικά συμβούλια τοπικών σωματείων αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στρατευμένοι εγγράμματοι σοσιαλιστές, πρόσωπα που ήταν μέλη του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (του μετέπειτα ΚΚΕ) και δεν προέρχονταν πάντα από τις τοπικές κοινωνίες. Επρόκειτο για επαγγελματικά στελέχη, πρωτοστάτες της επαγγελλόμενης κοινωνικής ανατροπής. Οι σοσιαλιστές συνδικαλιστές, έχοντας αποκτήσει κάποιο κύρος, φρόντιζαν με την ενεργό ανάμειξή τους, τη ρητορική τους δεινότητα, την κυριαρχική και συντονισμένη παρουσία τους κατά τις συνελεύσεις-συγκεντρώσεις των σωματείων σε προαπεργιακές περιόδους να κατευθύνουν τους εργάτες και το εργατικό κίνημα. Οι σοσιαλιστικές ηγεσίες των σωματείων ενοποιούσαν την αγωνιστική εμπειρία. Ήταν αυτοί που καθοδηγούσαν το εργατικό κίνημα στην περιφέρεια συνδέοντάς το με την κεντρική πολιτική κατεύθυνση του Κόμματος.

Το κτήριο στον Πειραιά, όπου πραγματοποιήθηκε το Α΄ Ιδρυτικό Συνέδριο.

Σε επίπεδο ιδεολογικό δεν κατέστη δυνατόν, κατά τις εργασίες του συνεδρίου, να συγκεραστούν ασύμπτωτες απόψεις και αποκλίνουσες αντιλήψεις. Είναι ενδεικτικό ότι στην αφήγηση του Μπεναρόγια διακρίνονται αδιαπέραστες οι διαχωριστικές γραμμές. Οι εργάτες προσδιορίζονταν ως βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί, συντηρητικοί, σοσιαλιστές, μη σοσιαλιστές, συμπαθούντες και ακαθόριστοι. Οι κάθετες αυτές διαιρέσεις απεικονίζουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των συνέδρων· αντανακλούν τη φαινομενική ενότητα του συνεδρίου. Είναι προφανές ότι δεν συντελέστηκε η σύγκλιση σε κοινούς ιδεολογικούς άξονες. Μέσα από τις αφηγήσεις των Σβώλου και Μπεναρόγια σχηματίζεται η εικόνα μιας ανομοιογένειας που δύσκολα θα μπορούσε, μέσα στα όρια των συζητήσεων ενός ιδρυτικού συνεδρίου, να ξεπεραστεί. Μολονότι ο κατακερματισμένος εργατικός κόσμος ενώθηκε, η ένωση αυτή έφερε μέσα της τα σπέρματα της διάσπασης.

Η ίδρυση της Συνομοσπονδίας ήταν ένα οργανωτικό θαύμα, καθώς συντελέστηκε σε αντίξοες πολιτικές συνθήκες και μέσα στην αποσύνθεση που άφησε ο Πόλεμος και ο Διχασμός. Ένας πυρήνας μυημένων στις αρχές του σοσιαλισμού είχε την πρωτοβουλία για την ένωση των κατακερματισμένων εργατικών δυνάμεων, ενώ σε εκείνη τη δεδομένη συγκυρία η συνείδηση της πλειονότητας των εργατών της χώρας ήταν αδιαμόρφωτη ακόμη και ρευστή. Για την ακρίβεια ήταν ο κοινωνικός και πολιτικός οραματισμός του Μπεναρόγια, του ανθρώπου που με τη συνδικαλιστική και οργανωτική εμπειρία του έθεσε ένα όραμα στην εργατική τάξη στον αντίποδα του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Το γεγονός ότι ο Μπεναρόγιας από τη Θεσσαλονίκη και ο Παναγής Δημητράτος από το Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ) ήταν οι δύο κοινοί αντιπρόσωποι για την εργατική και τη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη δικαιολογεί την παρατήρηση ότι η ενοποίηση των Ελλήνων εργατών ξεκίνησε από διανοούμενους – δάσκαλος ο πρώτος της βουλγαρικής γλώσσας, δημοδιδάσκαλος ο δεύτερος. Η παρατήρηση παραπέμπει αναπόφευκτα σε εκείνη του Ν. Γιαννιού για την αφετηρία του ελληνικού συνδικαλισμού

Είναι περίεργο βέβαια η ελληνική συνδικαλιστική κίνηση να μην έχει γεννηθεί μέσα από το βιομηχανικό προλεταριάτο –στις πόρτες της φάμπρικας, όπως έλεγε ο Μάρξ–, αλλά να προβάλει με ολόκληρη μαρξιστική πανοπλία μέσα από τα ειρηνικά και μαλθακά σαλόνια των ξενοδοχείων!

Μια μικρή ομάδα σοσιαλιστών με καθοδηγητή τον Μπεναρόγια κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου το ήμισυ των σωματείων της χώρας από μια ελληνική εργατική τάξη με ετερόκλητα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Συνενώθηκε κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό η ελληνική κοινωνία: Παλαιά Ελλάδα και Νέες Χώρες, πρωτεύουσα και επαρχία, χριστιανοί, Εβραίοι και μουσουλμάνοι, γηγενείς και πρόσφυγες, εργάτες, μικροαστοί και διανοούμενοι, σοσιαλιστές και συντηρητικοί, ρομαντικοί και ριζοσπάστες. Ειδικότερα, στην πρωτοβουλία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης να συνενώσει όλες αυτές τις ομάδες, ανιχνεύεται μια προσπάθεια ανασύστασης του παλαιού ομοσπονδιακού χαρακτήρα της σε νέες βάσεις και διαφορετικό πλαίσιο. Μια προσπάθεια προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αφού μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία της Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι πραγματική ομοσπονδία· είχε μεταβληθεί σε τοπική, περισσότερο, σοσιαλιστική οργάνωση. Με την ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας οι εργατικές δυνάμεις απέκτησαν ενιαία οργανωτική υπόσταση, γεγονός που επέτρεπε να εκφραστεί σε ενιαία βάση η εργατική διαμαρτυρία, λαμβάνοντας τον χαρακτήρα της γενικής, δηλαδή της πανεργατικής διαμαρτυρίας. Δεν ενοποιήθηκε μόνο οργανωτικά η ελληνική εργατική τάξη αλλά και αγωνιστικά.

Η Συνομοσπονδία άρχισε, αμέσως μετά την ίδρυσή της, να καθοδηγεί ήδη από τις αρχές του 1919 το εργατικό κίνημα της χώρας. Εξ αυτού όχι μόνο επιτάθηκαν οι εργατικοί αγώνες αλλά διαφοροποιήθηκαν οι στοχεύσεις του εργατικού κινήματος. Σύμφωνα με την παρατήρηση του Σβώλου:

Η εργατική κίνησις του έτους 1917-1918 σκοπόν είχε ν’ ασφαλίση εις τον εργάτην σχεδόν κυρίως και αποκλειστικώς έν απαραίτητον ημερομίσθιον. Η αντίστοιχος κίνησις του έτους 1918-1919 επιδίωξε κυρίως να επιδείξη την επαγγελματικήν τουλάχιστον ισχύν του εργάτου. Η πρώτη απέβλεπεν εις την αποκατάστασιν του εργάτου εις ανεκτόν βίον, η δευτέρα εις την τρομοκρα[τίαν των εργοδο]τών.

Ένα εντελώς νέο στοιχείο παρουσίαζε η εργατική κίνηση του 1919· την απειλή της γενικής ή πανελλαδικής απεργίας. Με την τακτική αυτή, η οποία έδινε στις εργατικές κινητοποιήσεις τον άγριον και τρομοκρατικόν χαρακτήρα, εφαρμοζόταν, κατά τον Σβώλο, η αρχή η απεργία χάριν της απεργίας. Την ίδια δε στιγμή του ξεσπάσματος της απεργίας, οι ιθύνοντες συνδικαλιστές αδιαφορούσαν για τα πραγματικά αποτελέσματα που η απεργιακή παραφροσύνη προκαλούσε. Γενική απεργία κήρυξαν, για παράδειγμα, η Πανεργατική Βόλου (Ιανουάριος 1919), το Συνδικάτο Συγκοινωνίας και Μεταφορών (Απρίλιος 1919), η Καπνεργατική Ομοσπονδία Ελλάδος (Σεπτέμβριος 1919) καθώς και άλλες κατηγορίες εργατών.

Η σοσιαλιστική προπαγάνδα, ισχυριζόταν ο Σβώλος, κατόρθωνε με τη βοήθεια τοπικών Εργατικών Κέντρων να αναγάγει, ακόμη και τα ήσσονος σημασίας ζητήματα, σε πανεργατικά και να εμπλέκει τη Συνομοσπονδία, με μόνο σκοπό να εκβιάζει και να απειλεί την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Μόλις ανέκυπτε οποιοδήποτε εργατικό ζήτημα, δίκαιον ή άδικον, πριν καν ερευνηθή πώς έχουν τα πράγματα, πριν καν αυτό τούτο το ενδιαφερόμενον Σωματείον αποφασίση περί της πορείας του ζητήματός του, πριν ακόμη το Υπουργείον λάβη γνώσιν και εκδηλώση την γνώμιν του, το τοπικό Εργατικό Κέντρο με θόρυβον και φωνάς και απειλάς εκηρύττετο εν συναγερμώ “ετάσσετο εν λευκώ” στο πλευρό των εργατών και ακολούθως αξίωνε από την κυβέρνηση τηλεγραφικώς τη λύση του εκάστοτε ζητήματος, άλλως ηπείλει “γενικήν απεργίαν”. Η κυβέρνηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό την απειλή μιας γενικής ή πανελλαδικής απεργίας αναγκαζόταν να λάβει άμεσα μέτρα (ενίοτε δε σπασμωδικά), για να ικανοποιήσει τις εκάστοτε εργατικές αξιώσεις. Έτσι, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι η κυβέρνηση ετρομοκρατείτο από τους εργάτες.

Μια ακόμη πτυχή της τακτικής των σοσιαλιστών αποκαλύπτει ο Σβώλος· τη συνεργασία σοσιαλιστικών εργατικών στοιχείων της Αθήνας με κωνσταντινικούς. Επειδή λόγω της θέσης του είχε άμεση αντίληψη για το πώς εξελισσόταν κάθε εργατικό ζήτημα, με έκπληξη άκουγε από γνωστούς αντιδραστικούς, μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με τους εργάτας ότι την τάδε ημέραν “θα γίνουν ταραχαί” διά να επαναφέρουν τον Κωνσταντίνον. Και όπως σημειώνει, η ημέρα εκείνη ήταν πάντα η καθορισμένη ημέρα κήρυξης γενικής απεργίας. Μάλιστα, προσθέτει ότι κυκλοφορούσε ευρύτατα η φήμη ότι την 1η Μαΐου (1919) θα ξεσπούσε στασιαστικό κίνημα, αφετηρία του οποίου θα ήταν η γενική απεργία των εργατών. Τι ακριβώς συνέβαινε; Υπήρχε συνεννόησις μεταξύ των σοσιαλιστικών εργατικών κύκλων της πρωτευούσης εκ των άκρων αντιδραστικών στοιχείων, όπως θεωρεί αναμφισβήτητα ο Σβώλος, με σύνθημα την επάνοδο του Βασιλιά. Σε τι αποσκοπούσε η «συνεννόηση» αυτή; Ήταν μια περιστασιακή συστράτευση, ευνοημένη από την πολιτική συγκυρία, για να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες των σοσιαλιστών ή και των αντιβενιζελικών. Οι σοσιαλιστές από την πλευρά τους μήπως επιδίωκαν να χρησιμοποιήσουν τους αντιβενιζελικούς, ώστε να διογκωθεί η διαμαρτυρία, να προκληθεί κοινωνική ένταση και να «τρομοκρατηθεί» ακόμη περισσότερο η κυβέρνηση;

Η κήρυξη ή η απειλή γενικής απεργίας είχε πολλαπλό ρόλο. Η τακτική της γενικής απεργίας αναγόταν σε επίδειξη αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη προς τα σωματεία που απεργούσαν ενοποιούσε την εργατική εμπειρία διαμορφώνοντας μια συλλογική συνείδηση, αναγκαία για τη διεκδίκηση κοινών εργατικών συμφερόντων στη βάση ενός γενικού αγώνα. Με τη γενική απεργία μπορούσαν οι σοσιαλιστές να επιδείξουν πιο συγκροτημένα και μαζικά τη δύναμη της εργατικής τάξης και να αντιπαραταχθούν απέναντι στο αστικό κράτος. Η γενική απεργία αποτελούσε ένα μέσο σφυρηλάτησης της ταξικής συνείδησης των εργατών. Το ειδικό ζήτημα ενός εργατικού κλάδου υποστηριζόταν από τοπικές πανεργατικές ενώσεις, παρουσιαζόταν ως κυρίαρχο ζήτημα της τοπικής κοινωνίας και τελικά αναγόταν σε ζήτημα της Συνομοσπονδίας. Το μέρος αφορούσε και το όλον· το τοπικό γινόταν πανελλαδικό. Η απεργία ενός κλάδου γινόταν υπόθεση της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Το μήνυμα προς το κράτος ήταν ευδιάκριτο. Γινόταν ευκρινέστερο και ηχηρότερο με την παραγωγή ενιαίου λόγου και κοινής ρητορικής, με τη σύνταξη δηλαδή πανομοιότυπων κειμένων από τις διάφορες εργατικές οργανώσεις της χώρας. Η κήρυξη γενικής απεργίας, ως έκφραση της πάλης των τάξεων, αποτελούσε μέρος ενός κεντρικού πολιτικού σχεδίου που αποσκοπούσε στον έλεγχο και την καθοδήγηση των απλών εργατών, μελών των τοπικών σωματείων. Θα μπορούσε να θεωρηθεί επιπλέον ως μια προσπάθεια να αποσπαστούν οι εργάτες από την αστική πολιτική επιρροή των Φιλελευθέρων, προκειμένου η διαχείριση και ρύθμιση των εργατικών ζητημάτων να περάσει στα χέρια των σοσιαλιστών. Το ΣΕΚΕ αναμειγνυόταν για να συνδέσει τις εργατικές διεκδικήσεις με πολιτικά αιτήματα, να εντάξει το εργατικό στο πολιτικό πεδίο.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό ήταν πρώτη πανελλαδική καπνεργατική απεργία (Σεπτέμβριος 1919). Συνεχίζοντας την ανακοπείσα σοσιαλιστική διείσδυση που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, στρατευμένοι σοσιαλιστές από άλλες περιοχές σε συνεργασία με έναν πυρήνα μυημένων γηγενών της Ανατολικής Μακεδονίας, ανέλαβαν να ενοποιήσουν τις καπνεργατικές διεκδικήσεις θέτοντας το 1919 το ζήτημα των ανεπεξέργαστων καπνών (γνωστό ως καπνεργατικό ζήτημα). Διεκδικούσαν, δηλαδή, να συνεχίσει να γίνεται στις καπναποθήκες η κλασική, επιμελημένη επεξεργασία από τους ειδικευμένους καπνεργάτες (ντενκτσήδες), παρότι, όπως διαπιστώθηκε από την επιτόπια έρευνα εμπειρογνωμόνων (Έκθεσις Δ. Κυριαζή & Αλ. Σβώλου, Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 1919) του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, γινόταν επεξεργασία των εκλεκτών καπνών, διότι συνέφερε τόσο για την εμπορική φήμη όσο και για τη συντήρησή τους, εκτός βέβαια από ελάχιστες εξαιρέσεις και για ελάχιστες ποσότητες. Το ζήτημα τέθηκε επιτακτικά και έγινε ζήτημα πανελλαδικό ιδίως μετά τον παγκόσμιο πόλεμο με το ξύπνημα των εργατών και την ίδρυσιν της Ομοσπονδίας Καπνεργατών Ελλάδος, τον Ιανουάριο του 1919, όπως εξηγούσε η ηγεσία της σε μεταγενέστερο κείμενο, τον Οκτώβριο του 1924. Για την ακρίβεια, τέθηκε τρεις μήνες μετά την αποχώρηση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία. Αποσιωπώντας τόσο τη δεινή πραγματικότητα που άφησε η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή στην περιοχή (πολύ μικρή παραγωγή καπνών, αποδιάρθρωση του εξαγωγικού καπνεμπορίου και μεγάλο κενό στους άνδρες καπνεργάτες λόγω της ομηρείας στη Βουλγαρία, ένα μέρος του οποίου κάλυψαν γυναίκες και ανήλικα) όσο και τη γενικότερη αστάθεια του διεθνούς καπνεμπορίου αμέσως μετά τον Πόλεμο, οι σοσιαλιστές ηγέτες των καπνεργατών ωθούσαν, μάλλον πρώιμα και άκαιρα –κατά το κρίσιμο και μεταβατικό καπνικό έτος 1919– τους εργάτες σε αγώνες. Καταγγέλλοντας στη δημόσια ρητορική τους Έλληνες καπνεμπόρους, ότι επιδίωκαν την δυσφήμηση των καπνών και την καταστροφή των εργατών, οι Έλληνες σοσιαλιστές, υπό την επιρροή πλέον της Οκτωβριανής Επανάστασης, αρνούνταν τις εθνικές αντιθέσεις και την ιδιάζουσα κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα, διογκώνοντας μια επιμέρους ταξική αντίθεση. Για λόγους τακτικής; Κατά τον Σβώλο: Η λυδία λίθος της τακτικής της Συνομοσπονδίας υπήρξεν η διαχείρισις του Καπνεργατικού ζητήματος και της εργατικής επιδείξεως της 1ης Μαΐου. Με αφορμή την απηνή και συστηματική καταστολή από τις αρχές των απεργιών το καλοκαίρι του 1919 και ακολούθως της καπνεργατικής απεργίας, με τη φυλάκιση εργατών στις φυλακές της Δράμας, οι ηγεσίες των σωματείων της Ανατολικής Μακεδονίας το φθινόπωρο του 1919 διεκδικούσαν πρωτίστως πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες (αποφυλάκισιν και αμνηστείαν εις τους φυλακισθέντας, απόλυσιν των επιστρατευθέντων εργατών, ελευθερίαν συνελεύσεων και συγκεντρώσεων, ελευθερίαν δράσεως εις τον αγώνα μας) και άρση του, ισχύοντος ακόμη, Στρατιωτικού Νόμου, όχι εξ αφορμής εχθρών εξωτερικών, αλλά μόνο και μόνο δια να χαρακτηριζόμεθα ως εσωτερικοί εχθροί, όπως διατείνονταν. Τα αιτήματα αυτά αποκαλύπτουν τι ακριβώς διακυβευόταν για τους συνδικαλιστές, και ως εκ τούτου, γιατί πραγματικά αγωνίζονταν.

 

Το σχίσμα

Δυστυχώς η Συνομοσπονδία αύτη δεν κατώρθωσε ν’ αποσπασθή της επιρροής των διαπληκτιζομένων κομμάτων της χώρας […] Η δε ορθόδοξος εργατική μερίς εν τη διοικήσει της Συνομοσπονδίας, η πλειοψηφούσα, ήτο εκ συστάσεως εις τοιούτον βαθμόν ανίκανος να έχη ιδίαν γνώμην, […] ώστε εχρησίμευσε σχεδόν πάντοτε ως ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, μέχρι της στιγμής καθ’ ην επήλθε ο χωρισμός των δύο μερίδων.

Αλ. Σβώλος

Μια επεισοδιακή συνεδρίαση (12 Μαρτίου 1919) στο ΕΚΑ ήταν το προανάκρουσμα των εξελίξεων που ακολούθησαν λίγο αργότερα στους κόλπους της Συνομοσπονδίας, γεγονός που δείχνει πόσο επίπλαστη και εύθραυστη ήταν η ενότητα του ιδρυτικού συνεδρίου. Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Σβώλος, στη συνεδρίαση του ΕΚΑ οι σοσιαλιστές αντιπρόσωποι, 45 σε σύνολο 130, ύβριζον, ως συνήθως την «αστικήν πολιτικήν», ης όργανα εχαρακτήριζον τους συντηρητικωτέρους εργάτας. Τελικά, εν μέσω έντονων διαξιφισμών, οι μειοψηφούντες αποχώρησαν και οι εναπομείναντες της αποκαλούμενης «ορθόδοξης» πλευράς, εφαρμόζοντας άρθρο του καταστατικού του ΕΚΑ, τους διέγραψαν για τη συμπεριφορά τους. Οι διαγραφέντες απευθύνθηκαν προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ισχυριζόμενοι ότι διαγράφηκαν από τη μειοψηφία. Το Υπουργείο διενήργησε ανάκριση, ωστόσο δεν γνωμοδότησε, αφού κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε. Τότε ακολούθησε η απόσχιση των διαγραφέντων. Τα αποσχισθέντα 17 σωματεία (από τα 50 του ΕΚΑ) συνέπηξαν νέο κέντρο, το «Πανεργατικό». Η απόσχιση αυτή λειτούργησε σαν χιονοστιβάδα. Ακολούθησε η διάσπαση εργατικών κέντρων της επαρχίας (Πειραιά, Βόλου, Κέρκυρας), κατόπιν δε της Συνομοσπονδίας· στην «ορθόδοξη» πλευρά έμειναν τα 7/10, στη σοσιαλιστική τα υπόλοιπα. Οι πέντε σοσιαλιστές εκτελεστικοί επίτροποι που αποχώρησαν συνέστησαν νέα Συνομοσπονδία.

Οι σοσιαλιστές έβλεπαν με καχυποψία τους μη σοσιαλιστές και ενδεχομένως σαν εμπόδιο στην υλοποίηση των στόχων τους. Η επιρροή που επιχειρούσαν να ασκήσουν οι σοσιαλιστές στους μη σοσιαλιστές φαίνεται πως δεν ήταν πάντα εύκολο να εξασφαλιστεί. Κάποιοι ήταν ακόμη γραπωμένοι στο αστικό καθεστώς, στην κυβερνητική παράταξη ή ήταν αντίθετοι με την απεργιακή τακτική. Η μεταξύ τους αντιπαλότητα αντανακλούσε την ίδια την πάλη ανάμεσα στο αστικό κράτος και τους σοσιαλιστές. Η απόσχιση σήμαινε απαγκίστρωση από «ορθόδοξες» ή «συντηρητικές» πλειοψηφίες, η καταστατική δύναμη των οποίων μπορούσε να αποβεί ανά πάσα στιγμή καθοριστική για αποφάσεις σχετικές με την πορεία των εργατικών αγώνων. Η απόσχιση ισοδυναμούσε με αποδέσμευση από αστικά στοιχεία και συνέχιση ανεξάρτητης πορείας. Για τη σοσιαλιστική πλευρά είχε μεγάλη σημασία, χωρίς ανασχέσεις και εξαρτήσεις, να ηγηθεί του εργατικού κινήματος της χώρας θέτοντάς το στη δική της πορεία, «της πάλης των τάξεων».

Σε μεταγενέστερο υπόμνημα της Πενταμελούς Επιτροπής, του οργάνου που συνέστησε τη νέα Γενική Συνομοσπονδία, διατυπώνονται υπαινιγμοί για τους σκοπούς που επιδίωκαν οι κρατικές αρχές τον Μάρτιο του 1919, όταν αναμείχθηκαν υπουργικοί υπάλληλοι στις συνεδριάσεις του ΕΚΑ και προκλήθηκαν επεισόδια. Εξ αυτού επήλθε ο χωρισμός των εργατών της πρωτεύουσας σε δύο εργατικά κέντρα. Ακολούθως, τον Απρίλιο διαιρέθηκε και η Συνομοσπονδία. Αφορμή, όπως αναφέρεται στο υπόμνημα, ήταν η γιορτή της Πρωτομαγιάς, στην ουσία όμως, όπως επιτύχη η πολιτική της δια βίας αποσπάσεως της ενότητος των εργατών της Ελλάδος. Επομένως, η ευθύνη της διάσπασης φέρεται να αποδίδεται στο κράτος, που μέσω παρεμβάσεων επιδίωξε να υπονομεύσει την –ούτως ή άλλως– θνησιγενή ενότητα των εργατών. Το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, στον βαθμό που αναμίχθηκε στα εσωτερικά του ΕΚΑ, το έπραξε από καχυποψία και ανησυχία απέναντι στη δυναμική μειοψηφία, βλέποντας να χειραγωγείται από αυτήν η συντηρητική πλειοψηφία. Ήταν μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί η ορμή που καταλάμβανε το εργατικό κίνημα στις αρχές του 1919.

«Ριζοσπάστης» 1 Αυγούστου 1921 Επίσημον Όργανον του Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος και της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος.

Και πράγματι, πριν από τα γεγονότα στο ΕΚΑ, υπήρξε ζωηρή διεκδικητική κινητικότητα (συνδικάτα κήρυξαν γενική απεργία, όπως η Πανεργατική Ένωσις Βόλου, ή απείλησαν ότι θα προέβαιναν σε απεργία, όπως οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι της Πελοποννήσου), η οποία φαίνεται πως έπαιξε ρόλο στις καταιγιστικές συνδικαλιστικές εξελίξεις την άνοιξη του 1919. Οπωσδήποτε η αναφαινόμενη τότε εργατική μαχητικότητα άσκησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, «τρομοκρατική» επίδραση στους εργοδότες και στο κράτος. Ιδίως όταν συνδικάτα που ήταν επιστρατευμένα (ΤΤΤ, σιδηροδρομικοί), ενώ ήταν σε ισχύ ο Στρατιωτικός Νόμος, απειλούσαν με συμμετοχή σε απεργία. Η ενοποίηση των εργατών (συνδικαλιστική και πολιτική) ενίσχυε την αυτοπεποίθησή τους, με την έννοια ότι έχοντας συναίσθηση της δύναμής τους, θεωρούσαν ότι μπορούσαν να την ασκήσουν –και όντως αυτή ασκήθηκε–, για να πετύχουν τους διεκδικητικούς στόχους τους. Υπό την ασκούμενη πίεση, και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πανελλαδικής απεργίας, η κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιούσε εργατικά αιτήματα ή απαντούσε με άσκηση βίας και καταστολής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σβώλο, η εργατική δύναμη δεν ήταν απολύτως ακαταγώνιστη ούτε είχε αμείωτη συνοχή. Η επίδειξή της μάλιστα δεν υπηρετούσε στην ουσία τα εργατικά συμφέροντα, και το κυριότερο, στερούνταν ιδίως ηθικής βάσεως και συνειδήσεως ανωτέρου σκοπού. Παρατήρηση που παραπέμπει στην ακολουθούμενη τακτική: η απεργία για την απεργία.

Η απειλή της γενικής απεργίας, η απεργιακή υπερδραστηριότητα και η εμπλοκή του ΣΕΚΕ ήταν τακτικές με τις οποίες οι μη σοσιαλιστές δεν ήταν σύμφωνοι. Πώς έβλεπαν οι μη σοσιαλιστές-μέλη της Συνομοσπονδίας τη διαχείριση των εργατικών πραγμάτων; Σύμφωνα με όσα αφηγούνται (Εγκύκλιος προς άπαντα τα Εργατικά Επαγγελματικά Σωματεία, Συνδικάτα, Ομοσπονδίας και Εργατικά Κέντρα) τα μέλη της εκτελεστικής διοίκησης (τα εναπομείναντα «ορθόδοξα» μέλη της Συνομοσπονδίας), οι αποχωρήσαντες πέντε εκτελεστικοί επίτροποι (ενώ είχαν καταγγελθεί ότι έκαναν χρήση του τίτλου της Γενικής Συνομοσπονδίας χωρίς να έχουν το δικαίωμα, αφού ήταν μειοψηφία) ανέλαβαν να διαχειριστούν τα διάφορα εργατικά ζητήματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις οδηγίες που ελάμβανον από το κόμμα που εξυπηρετούσαν. Στο στόχαστρό τους έμπαινε το ΣΕΚΕ, απέναντι στο οποίο εξακοντίζονται αιχμηρές βολές και διατυπώνονται ειρωνικοί υπαινιγμοί: Προσθέτει στον τίτλο του τη λέξη Εργατικό […] αδιάφορο αν έχη για μέλη του τόσους εργάτες όσα εκατομμύρια έχουν οι βουλευταί του! Καταγγέλλουν τους σοσιαλιστές για τις προαπεργιακές διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αφηγούνται, δείχνουν τους σοσιαλιστές να ενεργούν μονομερώς, προσχηματικά και με καθαρά κομματικά ελατήρια:

Με τα όργανά του μεταξύ των εργατών και του τύπου ωθεί τους εργάτες σ’ απεργίες. Τα αιτήματα συντάσσονται όσο το δυνατό πιο βαργειά [sic] στα γραφεία του κόμματος. Απορρίπτονται από τους κεφαλαιούχους και αρχίζουν τρομερές απεργίες που βαστούν ολόκληρους μήνες, γιατί εκείνοι που κάνουν τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους των εργατών δεν θέλουν να καταλήξουν σε καμμιά συμφωνία. Ανακατώνεται το κόμμα, δίδει στην απεργία, χωρίς να έχη μορφή πολιτική και κάνει τη λύση της δυσκολώτερη, ενώ τα φύλλα του φωνάζουν για τα δίκαια των εργατών και κάνουν πολιτική δική τους εις βάρος των, τα δίκαια των εργατών, των θυμάτων, που εθυσιάσθησαν ακριβώς για να εύρουν αφορμή οι απρόσκλητοι δικηγόροι του κόμματος να τους κάμουν τον συνήγορο!

Η εμπειρία των απεργιών του 1919 περιγράφεται από τους «ορθόδοξους» ως καταστροφική για τους εργάτες και τα συμφέροντά τους. Οι απεργίες έφεραν κόπωση, απογοήτευση και διαίρεση. Ζητήματα τακτικής και διαχείρισης των εργατικών διεκδικήσεων φαίνεται πως έπαιξαν ρόλο στη διάσπαση της Συνομοσπονδίας, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Και μπορεί, κατά τον Μπεναρόγια, η ίδρυση της Συνομοσπονδίας να σηματοδοτούσε το τέλος της προϊστορίας του εργατικού κινήματος και την αρχή της ιστορίας του, όταν όμως επήλθε η διάσπασή της την άνοιξη του 1919, το γεγονός αυτό χαρακτηρίστηκε ως πραγματική απαρχή της ιστορίας της, σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο του Ριζοσπάστη. Παρουσιάζεται ως τομή: Τελειώνει το έργο των παρασίτων και εργατοκαπήλων, των ευνοουμένων και διοριζομένων υπό των υπουργικών γραφείων. Αρχίζει έργον άρδην αναμορφώσεως, ανεξάρτητον έργον εργατικόν, εμπιστευμένον πλέον εις τα χέρια αυτών των εργατών […] Τα φαύλα αστικά στοιχεία έως τώρα τον εδηλητηρίαζον, τον ενόθευον, τον εξεμηδένιζον. Πρόκειται για την οπτική ένθερμων ιδεολόγων, αποφασισμένων να αναλάβουν αποκλειστικά αυτοί –και αποκλείοντας τους άλλους– τα ηνία του εργατικού κινήματος στη βάση της «πάλης των τάξεων», εκκαθαρίζοντάς το από τους εχθρούς (όπως χαρακτηρίζονται σε άλλο σημείο του άρθρου) της εργατικής τάξης.

Έγγραφο της κομμουνιστικής ΓΣΕΕ , όπου φαίνεται το έμβλημα και η χρονολογία ίδρυσής της (1919), μετά τη διάσπαση.

Η μελέτη του λεκτικού των σοσιαλιστών (παράσιτα, εργατοκάπηλοι, εχθροί) από τη μία πλευρά και από την άλλη των συντακτών της Εγκυκλίου για τους αποχωρήσαντες σοσιαλιστές (εχθρούς, [τους] απαισίους αυτούς φίλους της εργατικής τάξης), μας επιτρέπει κάποιες σκέψεις. Κάθε πλευρά διεκδικούσε για λογαριασμό της την πρωτοκαθεδρία στην εργατική τάξη. Κάθε πλευρά αγωνιούσε να θέσει τη μάζα των εργατών στη σφαίρα της δικαιοδοσίας της. Οι σοσιαλιστές να τους αποσπάσουν από την όποια αστική επιρροή, οι «ορθόδοξοι» να αποτρέψουν την όποια ιδεολογική-κομματική επιρροή. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για πολιτική-συνδικαλιστική καθοδήγηση ήταν οξύς και επρόκειτο να αποβεί οξύτατος. Οξεία ήταν και η εκατέρωθεν πολεμική. Ο βαρύτατος χαρακτηρισμός εχθρός αποκαλύπτει τις βαθύτερες πολιτικές διαιρέσεις που διχοτομούσαν τον εργατικό κόσμο, και οι οποίες θα εκφραστούν με εκρηκτικό τρόπο κατά την περίοδο της Κατοχής. Στον δημόσιο λόγο των συνδικαλιστών του 1919 ανιχνεύονται οι απώτερες καταβολές, τα υπόγεια ρεύματα της κάθετης διαίρεσης μεταξύ αριστερών και μη, η οποία θα αποκρυσταλλωθεί στη δεκαετία του 1940, αλλά ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης διαδικασίας.

Α. Πηγές

α. Αδημοσίευτες

ΑΣΚΙ/Αρχείο Αλεξάνδρου Σβώλου, κουτί 1, φάκ. 1, Εκθέσεις και Σημειώματα [1918 -1919].

ΓΑΚ/ΚΥ/Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού (στο εξής ΑΠΓΠ), φάκ. 2, Εργατικό Κέντρο Πειραιώς, αρ. 557 (Πειραιάς, 17.09.1917).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 254, Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου προς το Πολιτικό Γραφείο, αρ. 20 (Αθήνα, 30.08.1918) και Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Ελληνικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου προς Πρόεδρο της Κυβερνήσεως (Αθήνα,01.09.1918).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 355, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος. Η Πενταμελής Επιτροπή, αρ. 573 (Αθήνα, 26.11.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 356, Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9592 (Καβάλα, 27.11.1919), Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς τον Πρωθυπουργό, αρ. 9536 (Καβάλα, 26.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 389 (Καβάλα, 04.12.1919), Σωματείο Καπνεργατών Σερρών Η Ένωσις προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9589 (Σέρραις, 27.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, αρ. 9549 (Καβάλα, 23.11.1919), και Σωματείο Καπνεργατών Δράμας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 114 (Δράμα, 07.12.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 357, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος, Εγκύκλιος.

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φ. 504, Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς την Κυβέρνηση, Υπόμνημα, Καβάλα (04.12.1919).

ΥΔΙΑ, φάκ. 1924/Α/2, 16, Διοίκησις Χωροφυλακής Καβάλας προς Υπουργείο Εξωτερικών, Δελτίο Πληροφοριών, Καβάλα (25.08.1924).

β. Δημοσιευμένες

Ριζοσπάστης (13.03.1919) και (01.05.1919).

Νίκος Γιαννιός, «Η ιστορία του συνδικαλισμού στην Ελλάδα», Σοσιαλιστική Ζωή, 26 (12/1930) 208.

Γραφείον Προστασίας ελληνικού καπνού Θεσσαλονίκης, Το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη επεξεργασίας του εις φύλλα καπνού. Συλλογή των σπουδαιοτέρων επισήμων εγγράφων, Θεσσαλονίκη 1925 (όπου το κείμενο της ΚΟΕ «Το ζήτημα της εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών», Οκτώβριος 1924, σ. 45-69).

Β. Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος Νίκος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, 3η έκδ., Αθήνα 1995.

Καλύβας Στάθης Ν., Μαραντζίδης Νίκος, Εμφύλια Πάθη, 23 + 2 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, 2η έκδ., Αθήνα 2016.

Λιάκος Αντώνης, Η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσαλονίκης (Φεντερασιόν) και η Σοσιαλιστική Νεολαία. Τα καταστατικά τους, Θεσσαλονίκη 1985.

Λεονταρίτης Γεώργιος, «Το ελληνικό εργατικό κίνημα και το αστικό κράτος 1910-1920», στο Θάνου Βερέμη και Οδυσσέα Δημητρακόπουλου (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα 1980.

Λιβιεράτος Δημήτρης, Το Ελληνικό Εργατικό Κίνημα, τ. 1, Αθήνα 1976.

Μαυρογορδάτος Γιώργος Θ. , Μετά το 1922. Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα 2017.

Μπεναρόγια Αβραάμ, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Άγγελος Ελεφάντης (επιμ.), Αθήνα 1986.

Νούτσος Παναγιώτης, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, τ. Β/1, 2η έκδ., Αθήνα 1994.

Τσίλαγα Φλώρα, «Ο ρόλος των εργατικών συντεχνιών στο κίνημα του Συνδέσμου», Αρτέμης Ψαρομηλίγκος και Βασιλική Λάζου (επιμ.), Ιστορικά, Γουδί 1909. Το κίνημα που άλλαξε την Ελλάδα, Αθήνα 2011, σ.125-154.

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Δρ. Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας
και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Θεοδόσης Τσιρώνης: Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

Θεοδόσης  Τσιρώνης

 Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

 

Κατά τη διάρκεια του 1916, οι πολιτικές εξελίξεις άρχισαν να επηρεάζουν, σε πρώτο στάδιο, και ορισμένους από τους κατώτερους κληρικούς, οι οποίοι εκδήλωναν φανερά τα κομματικά τους φρονήματα εντός των ναών. Η Ιερά Σύνοδος, που μέχρι το καλοκαίρι του 1916 διατηρούσε αποστάσεις από τα πολιτικά τεκταινόμενα, προσπάθησε να καταστείλει τα γεγονότα αυτά, εφιστώντας την προσοχή στους κατά τόπους Επισκόπους για την επιβολή της πειθαρχίας στους εφημέριούς τους.

Η τακτική της τήρησης στάσης αναμονής έναντι των εξελίξεων δοκιμάστηκε όμως από την έκρηξη του κινήματος της Εθνικής Άμυνας. Πιο συγκεκριμένα, η Εκκλησία βρέθηκε σε δυσχερή θέση όταν σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση, υπό την ηγεσία των Βενιζέλου, Κουντουριώτη και Δαγκλή και δημιουργήθηκαν δύο πόλοι άσκησης κρατικής εξουσίας. Όταν αυτή εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, έλαβε γνώση η Σύνοδος από τηλεγράφημα του Επισκόπου Κίτρους Παρθενίου ότι η διοίκηση του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών ανατέθηκε στον Γεώργιο Αβέρωφ. Παράλληλα, Επίσκοποι των περιοχών που έλεγχε η Επαναστατική Κυβέρνηση ζητούσαν οδηγίες για την στάση που έπρεπε να κρατήσουν απέναντί της. Σύμφωνα με μία άποψη, ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου, συγκροτήθηκε μία άτυπη επιτροπή αποτελούμενη από πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους με επικεφαλής το Μητροπολίτη Λαρίσης Αρσένιο. Η επιτροπή είχε συσταθεί κατ΄ επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και το πρόγραμμα των εργασιών της είχε εκπονηθεί από τον Γεώργιο Στρέιτ. Αντικείμενό της ήταν η συλλογή επιβαρυντικών στοιχείων σχετικά με τη στάση της επαναστατικής κυβέρνησης και των κληρικών που την υποστήριζαν απέναντι στους αντιφρονούντες ιεράρχες και η διαρροή τους στις αντιβενιζελικές εφημερίδες για τον επηρεασμό του αναγνωστικού κοινού. Η επιτροπή βασίσθηκε σε μεγάλο μέρος στις πληροφορίες που της διαβίβασε ο Επίσκοπος Θεουπόλεως Γεννάδιος, βοηθός του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου.

Μητροπολίτης Λαρίσης Αρσένιος Αφεντούλης.

Στη συνεδρίαση της Συνόδου της 21ης Οκτωβρίου, ο Αρσένιος κατέθεσε στα υπόλοιπα μέλη τα στοιχεία που είχαν περιέλθει στην κατοχή του αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης όσων κληρικών εναντιώνονταν ή δεν αναγνώριζαν την εξουσία των επαναστατών. Τις πληροφορίες αυτές του είχαν διαβιβάσει Μητροπολίτες, αξιωματικοί, κρατικοί υπάλληλοι και άλλοι αυτόπτες μάρτυρες. Ο Αρσένιος ανέφερε αρκετά παραδείγματα, που εξέφραζαν σύμφωνα με όσα υποστήριζε, τη βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους κληρικούς που δεν υποστήριξαν το κίνημα: ο Δράμας Αγαθάγγελος, γνωστός στους βενιζελικούς για την αντιπολίτευση που τους ασκούσε, φερόταν να τελούσε υπό κράτηση σε άθλιες συνθήκες, μαζί με ποινικούς κρατούμενους, στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ στη Θεσσαλονίκη. Ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος απομακρύνθηκε με την απειλή όπλων από τη Μητρόπολή του και μεταφέρθηκε ως εξόριστος στη Χίο, όπου και φυλακίστηκε στις φυλακές Φρουρίου, μαζί με τους ποινικούς κρατούμενους. Στη συνέχεια ο ίδιος αρχιερέας, με  Διαταγή  της Επαναστατικής Κυβέρνησης, παύτηκε  από τα καθήκοντά του και στη θέση του διορίστηκε ο Επίσκοπος Πέτρας Τίτος, ο οποίος όμως αρνήθηκε να δεχτεί το διορισμό του και να μεταβεί στο Ηράκλειο. Είχε διαταχτεί επίσης, η σύλληψη και φυλάκιση του Επίσκοπου Ρεθύμνης. Ακόμα, ο Επίσκοπος Αρκαδίας Βασίλειος, τελώντας σε απομόνωση, πιεζόταν αφόρητα να προσχωρήσει στο κίνημα, απειλούμενος με σύλληψη και φυλάκιση. Τέλος, απαγορεύτηκε αυστηρά στην Κρήτη η μνημόνευση, εντός των ναών, του ονόματος του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Μητροπολίτης Μυτιλήνης
Κύριλλος Μουμτζής.

Έντονες ανησυχίες όμως προκάλεσε στη Σύνοδο όχι μόνο η στάση των επαναστατών απέναντι σε  αντιφρονούντες ιεράρχες, αλλά και η αναγνώριση του επαναστατικού κινήματος από άλλους συναδέλφους τους. Επρόκειτο για Μητροπολίτες που συντάχτηκαν ενεργώς  με τους επαναστάτες, σε περιοχές όπου αυτοί είχαν επικρατήσει. Συγκεκριμένες μαρτυρίες υπήρχαν για τον Επίσκοπο Χανίων Αγαθάγγελο, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και  προέτρεπε τον πληθυσμό σε υπακοή προς την Επαναστατική Επιτροπή. Ακόμη, ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κύριλλος, όταν μετέβη στη Μυτιλήνη η Επαναστατική Κυβέρνηση, απέστειλε τηλεγράφημα, με το οποίο της δήλωνε ότι: «Ανέκαθεν ασπαζόμενος πολιτικήν Βενιζέλου επιδοκιμάζω επαναστατικόν κίνημα και προσχωρών εις αυτό τίθεμαι παρά το πλευρόν και εις την διάθεσιν της επαναστατικής κυβερνήσεως»· ο ίδιος ιεράρχης επισκέφτηκε στις φυλακές έγκλειστους αξιωματικούς και στρατιώτες, που παρέμεναν πιστοί στη κυβέρνηση  της Αθήνας και τους προέτρεπε να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Στις 28 Νοεμβρίου, τέλεσε και μνημόσυνο για τους βενιζελικούς που δολοφονήθηκαν στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των ‘Νοεμβριανών’, διακηρύσσοντας πως:

«Η Εκκλησία εκπληρούσα το εαυτής καθήκον ανέπεμψεν ευχάς δια τους σφαγιασθέντας πυρί και σιδήρω αδελφούς μας εν Αθήναις μετά γυναικών και παίδων. Δεν ήσαν Έλληνες οι δολοφόνοι αόπλων και φιλησύχων πολιτών και των ευγενών Γάλλων και Άγγλων. Όχι. Αυτούς τους αποδοκιμάζει η Εθνική ψυχή, αυτούς τους αποκηρύττει η συνείδησις, ήσαν έκφυλοι του χειρίστου είδους, ήσαν αργυρώνητα όργανα επαίσχυντα, ήσαν οι μενόμενοι φαύλοι εκτελεσταί ανοσίας και απαισίας αποφάσεως, ο αίτιος όλων αυτών είναι ο προδότης, ο τύραννος, ο άτιμος Βασιλεύς. Η νήσος Λέσβος σύσσωμος συμμετέχουσα του κοινού πένθους και ρηγνύουσα κραυγήν αγανακτήσεως και οδύνης επί τοις γενομένοις δι΄ εμού του πνευματικού αυτής αρχηγού αποκηρύττει τον Βασιλέα Κωνσταντίνον και κηρύσσει αυτόν έκπτωτον του Βασιλικού αξιώματος και του Ελληνικού Θρόνου».

Οι δηλώσεις του Κύριλλου εντός του ναού πρέπει να προξένησαν ισχυρή εντύπωση και πιθανόν προκάλεσαν αντικρουόμενα συναισθήματα, τόσο στους υποστηρικτές και τους αντιπάλους του κινήματος, όσο και στα μέλη της Συνόδου στην Αθήνα, διότι πρώτη φορά ιεράρχης του ελληνικού κράτους αυτοχριζόταν ‘αρμόδιος’ για να κηρύξει έκπτωτο τον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα της χώρας.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος αναγνώρισε τη νομιμότητα της βενιζελικής κυβέρνησης και έδωσε ανάλογες εντολές στον υφιστάμενό του Επίσκοπο Θεουπόλεως. Επίσης, υπήρχαν καταγγελίες ότι ο Μητροπολίτης Σισανίου Ιερόθεος Ανθουλίδης, φορώντας αντάρτικη ενδυμασία και όντας ο ίδιος ένοπλος, ηγήθηκε των στασιαστών, οι οποίοι κατέλυσαν τις επίσημες αρχές. Ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος και ο Επίσκοπος Αρδαμερίου Ιωακείμ κατηγορούνταν ότι παρέδωσαν αντιφρονούντα Μακεδονομάχο σε αντιπρόσωπο των επαναστατών, οι οποίοι τον καταδίκασαν σε εκτέλεση δια απαγχονισμού. Η τελευταία από τις καταγγελίες που έφταναν στη Σύνοδο, αφορούσε στον Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και, κατόπιν εντολής των επαναστατών,  προέβη  σε αντικανονική χειροτονία κληρικού και διορισμό ιεροκήρυκα στη Μυτιλήνη.

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (Πηγή: Αγιορειτική Φωτοθήκη).

Η Σύνοδος θεώρησε ότι δεν μπορούσε να μείνει αδρανής έναντι αυτών των εξελίξεων και αποφάσισε, με πρωτοβουλία του Λαρίσης Αρσένιου, να αποδοκιμάσει τους ιεράρχες που εκδηλώθηκαν υπέρ του κινήματος, να προτρέψει τον ανώτερο και κατώτερο κλήρο και τους πιστούς να πειθαρχούν στους νόμους του επίσημου κράτους, να προσεύχονται υπέρ των βασιλέων και να προβεί σε έντονη διαμαρτυρία στην κυβέρνηση της Αθήνας για τις επεμβάσεις των επαναστατών σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ζήτησε επίσης την κυβερνητική μεσολάβηση για την παύση των διώξεων όσων ιεραρχών δεν συντάσσονταν με τους επαναστάτες. Στις 18 Νοεμβρίου, απέστειλε εγκύκλιο σε όλους τους ιεράρχες του κράτους, στο πνεύμα των αποφάσεων που είχαν ληφθεί. Στις επόμενες συνεδριάσεις της ανέθεσε στον Λαρίσης Αρσένιο τη διενέργεια ανακρίσεων εις βάρος των κληρικών που προσχώρησαν στο κίνημα και ζήτησε από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τις πληροφορίες ότι έπαυσαν τη μνημόνευση των ονομάτων των μελών της βασιλικής οικογένειας στις ιεροτελεστίες. Τέσσερις Μητροπολίτες, οι Θεσσαλονίκης, Αρδαμερίου, Βοδενών και Πολυανής, απάντησαν επιβεβαιώνοντας τις σχετικές πληροφορίες. Παράλληλα, γνωστοποιήθηκε στη Σύνοδο και η εμπιστευτική αλληλογραφία του Κυβερνητικού Επιτρόπου Κοζάνης-Φλώρινας Ηλιάκη με τον Κοζάνης Φώτιο, από την οποία προέκυπτε πως η απαγόρευση της μνημόνευσης προκλήθηκε κατόπιν σχετικών εντολών της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Στις συνθήκες του Εθνικού Διχασμού κατέστη ιδιαίτερα εμφανής η διαπίστωση ότι ο τύπος της μνημόνευσης στις θρησκευτικές ακολουθίες αποτελούσε μία μορφή δημόσιας εκδήλωσης νομιμοφροσύνης των εκκλησιαστικών αρχών προς την κρατική εξουσία. Έτσι, μπορεί να γίνει αντιληπτό το μεγάλο ενδιαφέρον και των δύο κυβερνήσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τον τρόπο μνημόνευσής τους εντός των ναών.

Την ίδια περίπου περίοδο, στις επιθέσεις που υποκίνησαν στην πρωτεύουσα οι Επίστρατοι σε βάρος των Φιλελευθέρων, στις 19 Νοεμβρίου, έλαβαν μέρος και κατώτεροι κληρικοί. Η Σύνοδος δεν ασχολήθηκε στις συνεδριάσεις της με τα έκτροπα και τις βιαιοπραγίες των αντιβενιζελικών, ούτε τις καταδίκασε εκ των υστέρων. Δύο υποθέσεις κληρικών, που βαρύνονταν με τις κατηγορίες της παράνομης οπλοφορίας, καθώς και της πρόκλησης προμελετημένων τραυματισμών, άδικης επίθεσης και διατάραξης κοινής ειρήνης, εκδικάστηκαν αργότερα  από το Διαρκές Στρατοδικείο του Α´ Σώματος Στρατού, όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η κυβέρνηση του Βενιζέλου. Και οι δύο κληρικοί κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης τεσσάρων και πέντε ετών αντίστοιχα. Η Μητρόπολη Αθηνών φέρεται επίσης να μην προστάτευσε, ακόμα και να κατέδωσε στους Επίστρατους, κληρικούς που είχαν εκτεθεί για τα βενιζελικά τους φρονήματα. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 1916, η Σύνοδος ενέτεινε τις πιέσεις στην αντιβενιζελική κυβέρνηση για την απελευθέρωση των φυλακισμένων κληρικών, ενώ δεχόταν και επικρίσεις για διαλλακτικότητα, καθώς ακόμα δεν είχε καταδικάσει δημόσια και απερίφραστα το επαναστατικό κίνημα, γεγονός που με τη σειρά του οδηγούσε ορισμένους, προφανώς αδιάλλακτους αντιβενιζελικούς κύκλους, να την εγκαλούν ακόμα και ως «Βενιζελίζουσα». Μάλιστα, ο Επίσκοπος Ηλείας Δαμασκηνός πρότεινε να απευθυνθεί η Σύνοδος απευθείας στον Βενιζέλο και να αξιώσει την αποφυλάκιση των αντιφρονούντων αρχιερέων, πρόταση που δεν έγινε δεκτή, ίσως γιατί φοβόταν ότι με τον τρόπο αυτό θα πρόβαινε σε μία de facto αναγνώριση της εξουσίας του.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1916, η αυτοαποκαλούμενη Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών δημοσίευσε προκήρυξη στον Τύπο, με την οποία καλούσε το λαό να παραστεί και να συμμετάσχει ενεργά στο Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, που είχε προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα. Για την εξασφάλιση της λαϊκής συμμετοχής αποφασίστηκε το κλείσιμο όλων των καταστημάτων και η αναστολή των περισσοτέρων επαγγελματικών δραστηριοτήτων για μία ώρα. Αυθημερόν, η Επιτροπή Επιστράτων, με επικεφαλής τον Πρόεδρο των Προέδρων Συντεχνιών Ιγγλέση, παρουσιάστηκε στον Αθηνών Θεόκλητο για να τον πληροφορήσει ότι την επόμενη μέρα θα συγκεντρωθεί ο λαός στο πεδίο του Άρεως για να ρίξει λίθο Αναθέματος κατά του Βενιζέλου και απαίτησε να παραβρεθεί  στην τελετή ο κλήρος.

Η διοικούσα Εκκλησία δεν αιφνιδιάστηκε με αυτή την εξέλιξη, καθώς για πρώτη φορά ο Λαρίσης Αρσένιος είχε εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο, ήδη από τον Οκτώβριο, χωρίς ωστόσο να ληφθεί τότε καμία απόφαση. Η οριστική απόφαση για τέλεση Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου ελήφθη στις 8 Νοεμβρίου 1916, σε συνάντηση που είχαν στο Υπουργείο της Παιδείας ο Λαρίσης Αρσένιος με τον Πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ο Θεόκλητος πρόβαλλε το κώλυμα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρεπόταν προσωπικός αφορισμός εναντίον λαϊκών, παρά μόνο μετά από προηγούμενη έγκριση της κυβέρνησης. Στην έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου, τέθηκε επίσης θέμα αναρμοδιότητάς της να συμμετάσχει, διότι το ζήτημα αφορούσε μόνο στη Μητρόπολη Αθηνών και αποφασίστηκε να επιδοκιμαστεί μόνο η συμμετοχή του κλήρου της Αθήνας στο Ανάθεμα. Όταν πληροφορήθηκε την απόφαση της Συνόδου ο Πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος, κάλεσε τον Θεόκλητο και, ενώπιον όλων των υπουργών του, του εξέφρασε την επιθυμία της κυβέρνησης περί αποχής του κλήρου από το Ανάθεμα· την ίδια εντολή διαβίβασε στο Μητροπολίτη Αθηνών και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης Μενέλαος Σουλτάνης. Ο Θεόκλητος απέστειλε τότε επιστολή στον Λάμπρο, ενημερώνοντάς τον ότι, κατόπιν της επιθυμίας της κυβέρνησης, δεν θα μετέβαινε ούτε ο ίδιος, ούτε ο κλήρος της Αθήνας στο Ανάθεμα, προκειμένου να διευκολύνει τις κυβερνητικές συνεννοήσεις με τις Δυνάμεις της Αντάντ. Ζητούσε όμως μέτρα προφύλαξης της Μητρόπολης, της Συνόδου και των εφημερίων γιατί φοβόταν την οργή των διαδηλωτών, οι οποίοι ενδεχομένως να εκλάμβαναν την αποχή της Συνόδου από το προγραμματισμένο Ανάθεμα ως ένδειξη ανοχής απέναντι στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου. Ενημέρωσε ταυτόχρονα και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Επιστράτων σχετικά με τις κυβερνητικές αποφάσεις για την αποχή του κλήρου από το Ανάθεμα. Ο Λάμπρος όμως θορυβήθηκε έντονα από το ενδεχόμενο να αποδοθεί στη κυβέρνησή του η πολιτική ευθύνη για την ενδεχόμενη ματαίωση του Αναθέματος, εξαιτίας της αποχής των κληρικών. Αναθεώρησε λοιπόν τη στάση του και ενημέρωσε τη Σύνοδο, ότι συναινούσε στη συμμετοχή της και της παραχώρησε στρατιωτική δύναμη για τη φύλαξη της Μητρόπολης. Κατόπιν της μεταβολής της κυβερνητικής στάσης, η Σύνοδος επικαλέστηκε τις έντονες πιέσεις των Επιστράτων και τις συνέπειες από ενδεχόμενη άρνησή της και αποφάσισε να συμμετάσχει στην τελετή. Η στάση της κυβέρνησης Λάμπρου ήταν ασυνεπής· μάλιστα, η κυβέρνηση εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της στο Θεόκλητο, υποστηρίζοντας ότι απλώς σύστησε στη Σύνοδο να μη λάβει μέρος στο Ανάθεμα, αλλά ποτέ δεν της το απαγόρευσε και ότι η διοίκηση της Εκκλησίας ήταν ελεύθερη να ενεργήσει όπως επιθυμούσε.

Ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος.

Πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, όλα τα μέλη της Συνόδου, άλλοι αρχιερείς που βρίσκονταν στην Αθήνα, πολλοί κληρικοί, υπάλληλοι της Συνόδου και μέλη του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου ήταν παρόντες, όταν ρίχτηκαν συμβολικά λίθοι από το συγκεντρωμένο πλήθος και εκφωνήθηκε το Ανάθεμα: «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω». Η διατύπωση του κειμένου, ουσιαστικά επαναλάμβανε, με επιγραμματικό τρόπο, τις κατηγορίες εναντίον του Βενιζέλου, έτσι όπως είχε ενημερωθεί για αυτές, τις είχε εξετάσει και υιοθετήσει ήδη η Σύνοδος στις συνεδριάσεις της, των τελευταίων δύο μηνών. Οι μομφές είχαν ουσιαστικά δύο σκέλη: α) αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολιτικό και εστίαζε στον σφετερισμό της κρατικής εξουσίας και β) το καθαρά εκκλησιαστικό, σχετικά με τις απροκάλυπτες επεμβάσεις των βενιζελικών στην εκκλησιαστική διοίκηση. Αξίζει επισήμανσης το γεγονός ότι η Σύνοδος θεωρούσε ότι το πρώτος σκέλος την αφορούσε το ίδιο άμεσα, όσο και το δεύτερο, διότι υιοθετούσε την αντίληψη περί θεϊκής εκπόρευσης της κρατικής εξουσίας και του βασιλικού θεσμού και ταύτιζε την υποταγή στους νόμους της Πολιτείας με θρησκευτική υποχρέωση. Η διαπίστωση αυτή, την οποία αξιολογούμε ως ιδιαίτερα σημαντική, προκύπτει τόσο από τη συνεδρίαση της Συνόδου, της 21ης Οκτωβρίου 1916, όσο και από την εγκύκλιο της 16ης Νοεμβρίου 1916. Το Ανάθεμα ωστόσο αποσιωπούσε με επιδεικτικό τρόπο τη συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα και τις συνεπαγόμενες ‘ευθύνες’ άλλων ιεραρχών, που το υποστήριξαν και συνετέλεσαν στην επικράτησή του, δρώντας ως προπαγανδιστές του.

Ο σωρός των λίθων του Αναθέματος.

Η τελετή του Αναθέματος έλαβε χώρα στην περιοχή του Πολύγωνου, όπου αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ελευθερίου (Γκύζη). Εκεί, είχε σκαφτεί μεγάλος λάκκος και πάνω σε έναν μεγάλο λίθο είχε στερεωθεί ομοίωμα του Βενιζέλου, στην κορυφή του οποίου είχε τοποθετηθεί ένα κρανίο ταύρου. Σ’ εκείνο το σημείο, το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο μετέφερε τεμαχισμένα κομμάτια μαρμάρου, λίθους ή και οικοδομικά υλικά, μαζί με τα μέλη της Ιεράς Συνόδου επαναλάμβαναν τα λόγια του Αναθέματος και έριχναν τους λίθους, έως ότου σχηματίστηκε ένας μεγάλος σωρός από πέτρες. Την επόμενη ημέρα, η Σύνοδος έλαβε επιστολή της Επιτροπής του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών, με την οποία την ευχαριστούσε για την ‘πρωτοβουλία’ της να τελέσει το Ανάθεμα. Προκαλεί δε εντύπωση η ευκολία μεταστροφής της πραγματικής αλληλουχίας των γεγονότων, που κατέληξαν στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος έλαβε μεν μέρος, σίγουρα όμως δεν θα μπορούσε να ‘χρεωθεί’ την ‘πρωτοβουλία’ τέλεσής του. Το Ανάθεμα κοινοποίησε στις κυβερνήσεις του εξωτερικού ο Υπουργός των Εξωτερικών Ζαλοκώστας: «Παρά επιμόνους ενεργείας Κυβερνήσεως, ο λαός της Αττικής προέβη προχθές εις έμπρακτον εκδήλωσιν εναντίον επαναστάσεως Θεσσαλονίκης. Πλήθη λαού, ανερχόμενα εις δεκάδες χιλιάδων, μετέβησαν εις το πεδίον του Άρεως και έρριψαν λίθον αναθέματος κατά ‘προδότου’. Αιτήσει των συντεχνιών μετέσχεν ο Μητροπολίτης Αθηνών».

Μία διαφορετική παράμετρος, αρκετά ενδιαφέρουσα, είναι η μετέπειτα τύχη των λίθων του Αναθέματος. Αρχικά, οι βενιζελικοί τοποθετούσαν τα βράδια λουλούδια και για το λόγο αυτό, τοποθετήθηκαν αστυνομικές φρουρές. Όταν η κυβέρνηση του Βενιζέλου μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, ο ίδιος ο Βενιζέλος απέκρουσε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της διάλυσης των στοιβαγμένων λίθων, δίνοντας έμφαση στη συμβολική λειτουργία τους και το φρονηματισμό των πολιτών. Έλεγε ο Βενιζέλος: «Όχι μόνο δε θα ζητήσω να σηκωθεί το ανάθεμα, αλλά και θα μείνουν οι πέτρες εκεί που έπεσαν στοίβα, να ξέρει και να θυμάται ο κοσμάκης πως είμαι αναθεματισμένος, και όμως πως η νίκη θα είναι δική μας. […] Δεν θέλω να χαθεί η απόδειξη αυτού του αναθέματος! Θα βάλω φύλακες! Εννοώ να μείνουν οι πέτρες όπως είναι, να τις βλέπουν κάθε μέρα οι περαστικοί και να ξέρουν τι ανόητα, τι μάταια πράγματα που είναι οι κατάρες της εκκλησίας!». Ωστόσο, παρά τη δεδηλωμένη επιθυμία του Βενιζέλου, οι οπαδοί του στη Λευκάδα ειδοποίησαν τους βασιλόφρονες συμπολίτες τους να πάρουν από το σωρό του Αναθέματος τις πέτρες τους και στη συνέχεια, με τους λίθους αυτούς κατασκευάστηκε εκεί ένα δημοτικό σχολείο.

Γελοιογραφικές αναπαραστάσεις του Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου.

Η πράξη του Αναθέματος δεν ήταν μόνο μια εκκλησιαστική τελετή, αλλά και μια πολιτική πράξη, που ευνόησε τη συσπείρωση των αντιβενιζελικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως στο επίπεδο των κοινωνικών συμμαχιών μεταξύ «των συντηρητικών μικροαστών και μέρους των αγροτών με την πολιτική και οικονομική ελίτ της Παλαιάς Ελλάδος εναντίον των επαναστατών». Μάλιστα, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απέρριπτε παντελώς τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα του Αναθέματος και του προσέδιδε μόνο πολιτικό χαρακτήρα. Η δε τελετουργία του Αναθέματος στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ήταν πάντα όμοια με της Αθήνας. Σε άλλες πόλεις, όπως στο Συρράκο της Ηπείρου, δεν ρίχτηκαν μόνο λίθοι, αλλά πυρπολήθηκαν επίσης εικόνες του Βενιζέλου και στενών συνεργατών του.

Η Σύνοδος ανακοίνωσε το Ανάθεμα στον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον ενημέρωσε για την υποστήριξη Μητροπολιτών στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου και την αποδοκιμασία της προς αυτούς ως «αναξίους λειτουργούς του Ελληνικού Κράτους», ζητώντας και την παραδειγματική τους τιμωρία και στη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1916, αποφάσισε να σταματήσει από το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο η καταβολή του μηνιαίου επιδόματος στους φιλοβενιζελικούς ιεράρχες Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, Καμπανίας Διόδωρο, Πολυανής Φώτιο, Ιερισσού Σωκράτη, Θεουπόλεως Γεννάδιο, Αρδαμερίου Ιωακείμ, Σισανίου Ιερόθεο, Κασσανδρείας Ειρηναίο, Βοδενών Κωνσταντίνο, Μογλενών Πολύκαρπο, Μυτιλήνης Κύριλλο, Χίου Ιερώνυμο και Σάμου Κωνσταντίνο. Επρόκειτο για μία μορφή οικονομικού αποκλεισμού τους και ήταν το μοναδικό ουσιαστικό κατασταλτικό μέτρο που μπορούσε να λάβει εναντίον τους. Προχώρησε στις κινήσεις αυτές διότι οι φιλοβενιζελικοί ιεράρχες των Νέων Χωρών, αν και βρίσκονταν και δραστηριοποιούνταν εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους, υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και δεν μπορούσε η ίδια να τους επιβάλλει εκκλησιαστικές ποινές, ούτε να τους εξαναγκάσει να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις της. Η Εκκλησία της Ελλάδος με τον τρόπο αυτό αποφάσιζε να ‘εξαγάγει’ την αντιπαράθεσή της με τους Μητροπολίτες που ακολουθούσαν το κίνημα και να αναζητήσει ερείσματα και σε άλλες εκκλησιαστικές Αρχές· τακτική που ακολούθησε και το αμέσως επόμενο διάστημα. Παράλληλα, ενέκρινε την τέλεση Αναθεμάτων και στην υπόλοιπη Αττική, καθώς και σε επαρχιακές πόλεις, στα εδάφη που δεν έλεγχε στρατιωτικά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Οι πρωτεργάτες του Αναθέματος σε αναμνηστική φωτογραφία, μετά την τέλεσή του.

Η Εκκλησία, υιοθετώντας σχετικές υποδείξεις των Επιστράτων, έλαβε μέτρα εναντίον όσων κληρικών αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στα κατά τόπους Αναθέματα. Μία χαρακτηριστική περίπτωση ήταν εκείνη του Ηλείας Δαμασκηνού, ο οποίος, κατόπιν ενημέρωσής του από συλλόγους Επίστρατων, απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον ιερέα και επισκοπικό επίτροπο Δημήτριο Σωτηρόπουλο Σακελλαρίου, εξαιτίας των φιλελεύθερων πολιτικών πεποιθήσεών του και της άρνησης συμμετοχής του στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος, ακολουθώντας τις υποδείξεις συλλόγων, όπως οι Επίστρατοι, που δεν είχαν καμία θεσμική εξουσιοδότηση στα όργανα λήψης των αποφάσεών της, φαινόταν αδύναμη να αντισταθεί στις πιέσεις που υφίστατο. Η σημαντικότερη ίσως παράμετρος ήταν ότι ταυτιζόταν με ακραίες πολιτικές συμπεριφορές, αναιρώντας την τακτική της αποφυγής εμπλοκής της στις κομματικές διενέξεις, που η ίδια διακήρυσσε επίσημα, τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 1916. Σε άλλες δε περιπτώσεις, όπως εκείνη του γνωστού για τα φιλελεύθερα κομματικά του φρονήματα ιερέα Δημήτριου Βακαλάκη στον Ασπρόπυργο, οι Επίστρατοι στράφηκαν εναντίον του ιδίου, της οικογένειάς του και της οικίας του με αποτέλεσμα να αναγκασθεί για λόγους ασφαλείας να καταφύγει αρχικά στην Ελευσίνα και στη συνέχεια στον Πειραιά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917. Οι Επίστρατοι επίσης επέβαλλαν την απομάκρυνση από το αξιώματα που κατείχαν όσων πολιτών αντιδρούσαν στις εγκυκλίους της Συνόδου των Αθηνών, που προέτρεπαν σε υπακοή στο βασιλιά. Τέτοια ήταν η περίπτωση του δικηγόρου, δημοτικού συμβούλου Χαλκίδας και προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Δημητρίου, Βασίλειου Αντωνίου. Ο Αντωνίου δεν έκρυψε τη δυσφορία του και αποχώρησε από από την εκκλησία την ώρα που ο Χαλκίδος και Καρυστίας Χρύσανθος διάβαζε στο εκκλησίασμα εγκύκλιο της Συνόδου «εις ενίσχυσιν του μαρτυρούντος εν τω παρόντι εθνικώ αγώνι Βασιλέως μας».

 

Το Ανάθεμα στον Τύπο της εποχής.

Σε πολύ σύντομο διάστημα μετά την τέλεση των Αναθεμάτων στην πρωτεύουσα και στις επαρχιακές πόλεις, εκδηλώθηκαν περιστατικά ακραίας πολιτικής τους εκμετάλλευσης. Το Δεκέμβριο του 1916, κυκλοφόρησε στην Πελοπόννησο έντυπος αφορισμός εναντίον του Βενιζέλου, που έφερε τα χαρακτηριστικά λιβελλογραφήματος. Το κείμενο, αν και ήταν προφανέστατα πλαστογραφημένο, καθώς έφερε τις υπογραφές ανύπαρκτων Επισκόπων, κυκλοφόρησε ελεύθερα, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου των Εφετών, στο Ναύπλιο. Ο έντυπος αφορισμός είχε ως εξής: «Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου της εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλλους, του ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν εις την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθή ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον πουλημένον Σενεγαλέζον τράγον Βενιζέλον, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράϊγ. Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ: το κήτος του Ιωνά: η λέπρα του Ιεχωβά: ο μαρασμός των νεκρών: το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων: οι κεραυνοί της Κολάσεως: και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. Τας ιδίας αράς θ’ αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην Βενιζέλον και παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις, όπως μαρανθώσι αυτών αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφανθώσι τα ώτα. Γένοιτο. Αμβρόσιος Μητροπολίτης, Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος».

Στην αντίπερα όχθη, η Συνέλευση των Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος, ένα εκκλησιαστικό όργανο άσκησης διοίκησης στις περιοχές που ήλεγχε η βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1917, ασχολήθηκε και με το Ανάθεμα στον Βενιζέλο από τη Σύνοδο της Αθήνας και τους προσκείμενους σ’ εκείνην Επισκόπους, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν το θέμα αυτό στον κατάλογο των εργασιών της. Ως προς το ζήτημα αυτό τοποθετήθηκε με σαφήνεια, τασσόμενη στο πλευρό της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη και «εξέφρασεν ομοφώνως την λύπην αυτής επί τη πράξει ταύτη και επευλόγησε τους την Εθνικήν Κυβέρνησιν αποτελούντας επικαλεσθείσα επ’ αυτούς την χάριν και ευλογίαν του Θεού· όπως δ’ εμφαντικώτερον εκδηλώση τας υπέρ του Εθνοσωτηρίου έργου της Εθνικής Κυβερνήσεως ευχάς και ευλογίας αυτής ομοφώνως απεφάσισεν ίνα τελεσθή μετά το πέρας των εργασιών αυτής εν τω Ιερώ Ναώ της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Αρχιερατική λειτουργία και δοξολογία τη συμμετοχή πάντων».

Αυτή η απόφαση λειτούργησε ως αντίβαρο στο Ανάθεμα, σηματοδοτούσε σε συμβολικό επίπεδο την ‘αναίρεσή’ του και οπωσδήποτε είχε έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Ήταν ταυτόχρονα και μία κίνηση προσέλκυσης και άλλων αμφιταλαντευόμενων αρχιερέων, κυρίως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, λειτουργώντας ως προπαγανδιστικό μέσο πρόκλησης εντυπώσεων. Εντός αυτών των πλαισίων έθεσε το θέμα και ο Μητροπολίτης Μογλενών και Φλωρίνης Πολύκαρπος: «Πολλοί εκ των ενταύθα και προ πάντων εκ της Παλαιάς Ελλάδος ίσως θα προσέφερον υπηρεσίας, αν μη εδεσμεύοντο υπό του Αναθέματος. Αν δε τώρα ακουσθή, ότι 24 Αρχιερείς μελετήσαντες καλώς το κακώς και όλως αντικανονικώς εκδοθέν Ανάθεμα απεδοκίμασαν αυτό, θα ανακουφισθή η συνείδησις των τοιούτων και θα σπεύσωσι να ταχθώσι εις τον Αγώνα, και από ημάς αυτούς δε ούτω θα άρωμεν την λυπηράν εντύπωσιν, ότι συνεργαζώμεθα μετά Κυβερνήσεως υπό Ανάθεμα διατελούσης». Ο δε Γεννάδιος, ως προεδρεύων της Συνέλευσης, είπε πως η απόφασή της: «είναι απόρροια των αγαθών προς την Εθνικήν Κυβέρνησιν διαθέσεων αυτής και […] είναι επιβεβλημένη προς ανακούφισιν της συνειδήσεως του Έθνους». Ο αρμόδιος βενιζελικός υπουργός των Εκκλησιαστικών εξέφρασε την μεγάλη ικανοποίηση της κυβέρνησής του, γιατί είχε ληφθεί χωρίς την παρέμβασή της, διατυπώνοντας με τον τρόπο αυτό υπαινιγμούς για τις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν στη Σύνοδο της Αθήνας και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκείνη είχε τελέσει το Ανάθεμα. Η απουσία εμφανούς παρέμβασης ή πίεσης από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης για τη λήψη της απόφασης, δεν απαλλάσσει ωστόσο την απόφαση από τον πολιτικό της χρωματισμό και τη Συνέλευση από την πολιτική της εξάρτηση.

Εγκύκλιος, με την οποία κοινοποιείται η παύση της μνημόνευσης των μελών της βασιλικής οικογένειας και η αντικατάστασή τους από τα μέλη της «Εθνικής Κυβερνήσεως», δηλαδή της επαναστατικής κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Η επικράτηση της βενιζελικής παράταξης, μετά τον Ιούνιο του 1917, δεν άφησε φυσικά ανεπηρέαστη τη διοίκηση της Εκκλησίας. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα από την ορκωμοσία της στην Αθήνα, έδρασε δυναμικά και εξέδωσε Νομοθετικό Διάταγμα «Περί Τροποποιήσεως του Καταστατικού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Στο κείμενο του διατάγματος ήταν αποτυπωμένη με τον πλέον επίσημο τρόπο η αποδοκιμασία της βενιζελικής κυβέρνησης για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν η Σύνοδος στην Αθήνα και οι Επίσκοποι των επαρχιακών πόλεων, την πολιτική κρίση των ετών 1916 και 1917:

«Δεν εδίστασε δε η Ι. Σύνοδος σύσσωμος, εκμεταλλευομένη, υπέρ της πολιτικής μερίδος ην υπερήσπιζε, το θρησκευτικόν του λαού αίσθημα, να μεταχειρισθή το έσχατον και αποτρόπαιον εναντίον των πολιτικών αυτής αντιπάλων μέσον του αναθέματος, εις τούτο δε εξ ιδίας πρωτοβουλίας και εκ κακής διαθέσεως και πολιτικής εμπαθείας […] προβάσα και τελείως δια του καταδεδικασμένου μεσαιωνικού τούτου μέσου καταστιγματίσασα την άμεμπτον υπό των ιερών κανόνων και των πολιτειακών νόμων απαιτουμένην δράσιν και ενέργειαν εν τη κοινωνία της εκκλησίας. […] Το παράδειγμα τούτο της Ι. Συνόδου όλως αυθορμήτως και άνευ ειδικής αυτής εντολής ηκολούθησαν και οι πλείστοι των κατά τόπους επισκόπων, υπό παρομοίων ελατηρίων και παθών ορμώμενοι, συντελέσαντες ούτω και ούτοι συμπληρωματικώς εις την τελείαν κακοήθη εκμετάλλευσιν, αλλ’ ακριβώς και δια τούτου κατάπτωσιν του θρησκευτικού παρά τω λαώ αισθήματος. Ουδαμώς μετά ταύτα παράδοξος η αηδεστάτη κατωτέρων κληρικών θέα, πάντως τη ανοχή της ανωτέρας αυτών αρχής ηγουμένων αυτόχρημα εγκληματικών πράξεων και εαυτούς και ως ποταπά όργανα καθαρώς αγρίας κομματικής πάλης παρεχόντων».

Στο ίδιο διάταγμα, προβλεπόταν ακόμα η απαλλαγή από τα καθήκοντά τους και των πέντε μελών της Συνόδου, που αποφάσισε το Ανάθεμα και η αντικατάστασή τους από άλλους. Οι απομακρυνόμενοι αρχιερείς θα διέμεναν επιτηρούμενοι σε Μονές και οι Επισκοπές τους θεωρήθηκαν σχολάζουσες. Ο Αθηνών Θεόκλητος παρέμενε φρουρούμενος στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αίγινα. Από εκεί διαμαρτυρήθηκε για την απαλλαγή του από τα Συνοδικά του καθήκοντα και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί εναντίον του: «Εγώ ουδέ υπό οιανδήποτε κατηγορίαν διατελώ, ουδέ έπαυσα να ήμαι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέχων των προεδρικών καθηκόντων ουχί οικιοθελώς, αλλά προσωρινεί απαγορεύσει του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, διαβιβασθείση μοι άμα τη συγκροτήσει του νέου Υπουργείου, και δια της υπό της Αστυνομικής Αρχής παρεμποδίσεως εμού να προσέλθω εις το κατάστημα της Ιεράς Συνόδου κατά την έναρξιν υμών ως Συνοδικών».

Η Σύνοδος που συγκροτήθηκε, μετά την απομάκρυνση των αντιβενιζελικών αρχιερέων, ονομάστηκε ‘Αριστίνδην’ και τα μέλη της διορίστηκαν άμεσα από την κυβέρνηση. Σχετική γνωμάτευση για τα ληπτέα μέτρα παρείχε στην κυβέρνηση το φιλοβενιζελικό Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο, σε συνεννόηση με τον Υπουργό των Εκκλησιαστικών Δίγκα, που είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη για επείγουσες διαβουλεύσεις μαζί του, στα τέλη Ιουνίου του 1917. Ο Δίγκας προσκόμισε προς συζήτηση προτάσεις για την επίλυση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, όπως ήταν η απομάκρυνση των αρχιερέων που τέλεσαν τα Αναθέματα και η παραπομπή τους σε δίκη, η ανάθεση της διακυβέρνησης των κενών εδρών σε Μητροπολίτες των Νέων Χωρών και η ένωση των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών με την Εκκλησία της Ελλάδος. Το τελευταίο από τα μέτρα αποσκοπούσε στην οριστική διαρρύθμιση των ορίων της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ώστε να συμπίπτουν με τα όρια του κράτους, πριν τεθεί σε εφαρμογή η  εκκλησιαστική πολιτική της κυβέρνησης. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της διορισμένης Συνόδου παραβρέθηκε και ο Δίγκας, ο οποίος, προδικάζοντας τις εξελίξεις, χαρακτήρισε τα απαλλαγέντα μέλη ως ένοχα και όχι απλά υπόλογα, έναντι των εκκλησιαστικών Κανόνων και των νόμων του κράτους. Το Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο πρότεινε επίσης τον καταρτισμό «Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου» (ΑΕΔ), που θα δίκαζε τους αρχιερείς που ενεπλάκησαν στα Αναθέματα. Το δικαστήριο αυτό συστάθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 11ης Ιουλίου 1917 και όλα τα μέλη του πρόσκεινταν πολιτικά στη παράταξη των Φιλελευθέρων· το απάρτιζαν ορισμένοι από τους αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του επιλέχτηκαν από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών και συγκεκριμένα, διορίστηκαν σ’ αυτό όλα τα μέλη του φιλοβενιζελικού Αρχιερατικού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης.

Τις μηνύσεις εκ μέρους της κυβέρνησης υπέβαλλε ο ίδιος ο Δίγκας και αφορούσαν τριάντα ένα Μητροπολίτες και Επισκόπους, τόσο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, όσο και των Νέων Χωρών. Οι κατηγορίες εστίαζαν στην υποστήριξη που παρείχαν οι υπόδικοι στους αντίπαλους των Φιλελευθέρων και στην ανάμιξή τους «εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή τις κομματικές διαμάχες, κορύφωση της οποίας υπήρξε η τέλεση, στην Αθήνα και την επαρχία, Αναθεμάτων και αφορισμών στον Βενιζέλο και τους οπαδούς του. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας του, το ΑΕΔ συνεδρίασε συνολικά πενήντα φορές, από τις 2 Αυγούστου μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1917. Παρών στις περισσότερες εργασίες του ήταν και ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, που εκτελούσε χρέη Βασιλικού Επίτροπου στην Ιερά Σύνοδο. Την ίδια περίοδο, απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά του ο διορισμένος από τη κυβέρνηση του Βενιζέλου και μέχρι τότε Βασιλικός Επίτροπος Μιχαήλ Γαλανός, βαρυνόμενος με τη μομφή ότι υπέγραψε το πρακτικό της Συνόδου για το Ανάθεμα. ‘Απολογούμενος’ ο Γαλανός, , υποστήριξε ότι πολλές φορές εξέφρασε την αντίθεσή του στη συμμετοχή της Συνόδου στο Ανάθεμα και πρότεινε στον Θεόκλητο να ζητήσει τη μεσολάβηση του βασιλιά για την προστασία της Συνόδου από τις πιέσεις των Επιστράτων. Συμπλήρωσε ότι η υπογραφή του Βασιλικού Επίτροπου ήταν τυπική και υποχρεωτική και επομένως, άνευ ουσιαστικής σημασίας· ωστόσο, τα επιχειρήματά του δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν την αποπομπή του. Ο Γαλανός αποπέμφθηκε από τη θέση του, τον Αύγουστο του 1917, από τον ίδιο τον Βενιζέλο με δηλώσεις του τελευταίου στον Τύπο. Ο Γαλανός αυτοπροσδιοριζόμενος πολιτικά, είπε ότι ήταν χριστιανός φιλελεύθερων αρχών. Ως ανακριτές διορίστηκαν αρχιερείς και τους ανατέθηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, με βάση τις μηνύσεις του Δίγκα. Αυτοί μετέβησαν στις έδρες ή στις Μονές, όπου τελούσαν υπό περιορισμό οι υπόδικοι και έλαβαν τις απολογίες τους και άλλες μαρτυρικές καταθέσεις. Με βάση αυτά τα στοιχεία συνέταξαν ανακριτικές εκθέσεις και έκριναν κατ’ αρχήν βάσιμες τις κατηγορίες εναντίον όλων των κατηγορουμένων.

Επιστολή, υπογεγραμμένη από τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, με την οποία ανατίθεται στον Κασσανδρείας Ειρηναίο η διεξαγωγή ανακρίσεων εις βάρος αρχιερέων, που κατηγορούνται «επί αναμίξει εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή για την τέλεση Αναθεμάτων.

Τα πέντε μέλη της Συνόδου κατηγορούνταν για την αντικανονικότητα του Αναθέματος,  για ανάμιξη στην πολιτική διαμάχη, για συνεργασία με τους συλλόγους των Επιστράτων, για τη διατύπωση του Αναθέματος, με παραβίαση της σχετικής διαδικασίας, για παραβίαση του Καταστατικού Νόμου της Εκκλησίας και ανυπακοή στη κυβέρνηση, για ανάμιξη στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους, για κατάπτωση του θρησκευτικού γοήτρου, για τη διαταγή τέλεσης Αναθεμάτων και στις επαρχιακές πόλεις, για πολιτικά ελατήρια των επιστολών που απεστάλησαν στην παπική, αγγλικανική και ρωσική εκκλησία και τέλος, για την ανακοίνωση του Αναθέματος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η μοναδική περίπτωση συγκρότησης εκκλησιαστικού δικαστηρίου για αρχιερείς, που υπάρχουν δημοσιευμένα, έστω και σε περίληψη, τα πρακτικά του. Η δημοσίευση προφανώς εξυπηρετούσε την απαξίωση των κατηγορούμενων στη συνείδηση της κοινής γνώμης της εποχής.

Πρώτος παρουσιάστηκε ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, ο οποίος κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα. Αρχικά, αμφισβήτησε τη νομιμότητα του δικαστηρίου και επιτέθηκε στην κυβέρνηση για τα νομοθετικά μέτρα που έλαβε. Θεωρούσε ότι η ‘Αριστίνδην’ Σύνοδος ήταν παράνομη και προϊόν αντισυνταγματικών και αυθαίρετων νομοθετημάτων της βενιζελικής κυβέρνησης. Επίσης, δεν αναγνώρισε το κύρος της Βουλής, που ψήφισε αυτούς τους νόμους, χαρακτηρίζοντάς την παράνομη. Ζήτησε την εξαίρεση εκείνων των ιεραρχών, εναντίον των οποίων διεξήγαγε ανακρίσεις η Ιερά Σύνοδος, από τα τέλη του 1916 και συγκεκριμένα, του Θεσσαλονίκης Γεννάδιου, του Μυτιλήνης Κύριλλου και του Σισανίου Ιερόθεου. Επικαλέστηκε και πολλούς άλλους λόγους, που άπτονταν του εκκλησιαστικού δικαίου, για να προσβάλλει το κύρος και τη νομιμότητα του ΑΕΔ. Οι μομφές του εναντίον της κυβέρνησης προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Υπουργού των Εκκλησιαστικών. Ο Δίγκας ζήτησε αντίγραφο του υπομνήματος του Θεόκλητου, γιατί θεώρησε ότι περιελάμβανε εκφράσεις που πρόσβαλλαν το πολιτικό καθεστώς και προειδοποίησε για μελλοντική παραπομπή του στο Στρατοδικείο. Ο Θεόκλητος, απαντώντας στο εις βάρος του κατηγορητήριο, δεν το αποδέχτηκε και προσπάθησε να το αναιρέσει, υπερασπιζόμενος τις επιλογές της φιλοβασιλικής Συνόδου, στην οποία προέδρευε. Όσον αφορά δε στο Ανάθεμα, πίστευε ότι δεν αποτελούσε ανάμιξη στις πολιτικές διαμάχες, αλλά απλώς εκδήλωση της νομιμοφροσύνης προς την επίσημη κυβέρνηση του κράτους και στρεφόταν εναντίον του Βενιζέλου και όχι της παράταξης των Φιλελευθέρων στο σύνολό της. Κάλεσε επίσης το δικαστήριο να μην υποδουλώσει την Εκκλησία στο κράτος, με την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του.

Από τους υπόλοιπους Συνοδικούς, διαλλακτική τακτική ακολούθησαν οι Φωκίδος και Κεφαλληνίας, σε αντίθεση με τον Λαρίσης και τον Ηλείας, που απουσίαζαν από τις συνεδριάσεις και υπέβαλλαν έγγραφες απολογίες. Πάντως, ανεξάρτητα από την υπερασπιστική τακτική που επέλεξαν, κοινό γνώρισμα όλων των επιχειρημάτων τους ήταν η επίκληση των κινδύνων που διέτρεχε η ζωή τους από τα φανατισμένα πλήθη και τις ασφυκτικές πιέσεις, που υφίσταντο από τους Επίστρατους. Αφού ολοκληρώθηκαν οι απολογίες τους, ο Κασσανδρείας Ειρηναίος που εκτελούσε χρέη δικαστή, συσχέτισε εύστοχα την τέλεση του Αναθέματος με τις εκτιμήσεις των ιεραρχών για την πολιτική κατάσταση εκείνης της περιόδου· εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι «οι κατηγορούμενοι προέβησαν εις το ανάθεμα, ίνα αρέσωσι τω βασιλεί και το φοβερώτερον, ότι μετά τόσου θάρρους προέβησαν εις τούτο, διότι μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα, την καταστροφήν του φιλελευθέρου τύπου και τα φλογερά άρθρα του αντιθέτου τύπου, εσχημάτισαν την εντύπωσιν ότι ο Βενιζέλος ήτο νεκρός πολιτικώς και έρριπτον λίθον επί νεκρού, κατ’ αυτούς, σώματος. Μεγαλυτέρα ασέβεια δεν υπάρχει. Ο Άγιος Αθηνών είναι επιφυλακτικός και εν επί τοις εκατόν, εάν ήλπιζε να έλθη ο κ. Βενιζέλος, δεν θα προέβαινε». Στην περίπτωση του Αθηνών Θεόκλητου, επιχειρήθηκε και η ηθική του απαξίωση, καθώς το 1918, του αφαιρέθηκε το παράσημο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και διαγράφηκε από τους τιτλούχους του Τάγματος.

Αφού μελετήθηκαν οι απολογίες, όλοι οι Συνοδικοί κρίθηκαν ένοχοι των κατηγοριών, αλλά επιβλήθηκαν επιεικέστερες ποινές στους Επισκόπους Φωκίδος και Κεφαλληνίας γιατί επέδειξαν μεταμέλεια. Οι καταδικασθέντες Συνοδικοί δεν κατέγραψαν τις αναμνήσεις τους από τα γεγονότα αυτά και δεν έχει διασωθεί η δική τους μαρτυρία για τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις ποινές τους. Εξαίρεση αποτελεί ίσως ένα χειρόγραφο αυτοβιογραφικό σημείωμα του Επισκόπου Λαρίσης Αρσένιου Αφεντούλη. Σ’ αυτό, ο Αρσένιος, αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια, περίεγραψε, με εκτενείς αναφορές, τις ταλαιπωρίες του μετά την καταδίκη του. Θυμόταν, μεταξύ άλλων ότι: «Τον Ιούλιον του έτους 1917 προ της διαδικασίας μας μετά του Μητροπολίτου Αθηνών Θεοκλήτου και του Επισκόπου Ηλείας Δαμασκηνού εξωρίσθην εις την Ι. Μονήν της Παναγίας εις την νήσον Αίγιναν. Κατά Ιούλιον του έτους 1918 συλληφθείς υπό ενόπλων χωροφυλάκων και φυλακισθείς παρεπέμφθην μετά εικοσαήμερον εις το Στρατοδικείον υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων εις Λάρισαν. Μετά την υπ’ αυτού πανηγυρικήν αθώωσίν μου κατ’ Αύγουστον ιδίου έτους απηλάθην εις την Νήσον Αμοργόν Κυκλάδων. Τον Νοέμβριον του έτους 1919 υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων μετεφέρθην ως εξόριστος εις την εν Ζακύνθω Ι. Μονήν του Αγίου Διονυσίου, οπόθεν απεστάλην εις την ερημόνησον Στροφάδων. Εκείθεν κατά Μάιον του 1920, ασθενήσας, αποφάσει της Ι. Συνόδου μετεφέρθην εις Ζάκυνθον εν τη Ι. Μονή Αγίου Διονυσίου».

Η λήξη των εργασιών του Δικαστηρίου, για το έτος 1917, σύμφωνα με τη βενιζελική προσέγγιση των πραγμάτων, σήμαινε για την Εκκλησία της Ελλάδος την ‘εξυγίανσή’ της, η κυβέρνηση εξέφρασε την ευαρέσκεια της και υποσχέθηκε την αμέριστη συμπαράστασή της για την εκκλησιαστική ‘ανόρθωση’, προσανατολισμένη εντός των πλαισίων που είχαν τεθεί από το 1914.

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ο τρόπος διαχείρισης της μνήμης αυτών των γεγονότων από τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή τους δικαστές και τους κατηγορούμενους. Σχεδόν στο σύνολό τους οι κληρικοί απέφευγαν να αναφερθούν δημόσια σε αυτά τα συμβάντα και να υπερασπιστούν τις επιλογές τους, φανερώνοντας την αμηχανία τους για τους ρόλους τους, είτε στα Αναθέματα, είτε στη λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Οι μόνες περιπτώσεις ιερέων που υπεραμύνθηκαν με συγγράμματά τους, της συμμετοχής τους στα Αναθέματα ήταν του Πολύκαρπου Ζάχου, τότε ιεροκήρυκα Δημητριάδος, ο οποίος, το 1917, εξέδωσε το βιβλίο «Το Ανάθεμα των Προδοτών και η ιερότης της βασιλείας» και του Γερμανού Ρουμπάνη, τότε Διευθυντή της Ιερατικής Σχολής Τρίπολης, ο οποίος, το 1958, ως Μητροπολίτης πλέον Μαντινείας και Κυνουρίας, εξακολουθούσε να δικαιολογεί τα Αναθέματα και την προσωπική του εμπλοκή σ’ αυτά.

Ήταν κοινή η εκτίμηση τόσο των δικαστών, όσο και της πολιτικής ηγεσίας ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίστηκαν με επιείκεια και δεν τους επιβλήθηκαν  εξοντωτικές ποινές. Μάλιστα, προκλήθηκαν και αντιδράσεις από μερίδα του Τύπου, που επιθυμούσε ακόμα αυστηρότερη αντιμετώπισή τους. Οι δικαστές ωστόσο κάνοντας τον επίσημο απολογισμό της εργασίας τους, την αξιολόγησαν ως δίκαιη. Όσον αφορά στην αμεροληψία της διαδικασίας θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κυβερνητική παρουσία ήταν συνεχής, μέσω του κυβερνητικού Επιτρόπου Αμίλκα Αλιβιζάτου, στις συνεδριάσεις. Δεν παρατηρήθηκαν ωστόσο εμφανείς παρεμβάσεις στο έργο των δικαστών. Οι αδυναμίες  της εντοπίζονται περισσότερο στα πολιτικά φρονήματα των ίδιων των δικαστών-αρχιερέων και λιγότερο στις άμεσες πιέσεις της πολιτικής εξουσίας. Άλλωστε, η ίδια η σύνθεση των δικαστών και των ανακριτών εξασφάλιζε εκ των προτέρων τις επιθυμητές ετυμηγορίες και καθιστούσε περιττές τις απροκάλυπτες και έξωθεν παρεμβάσεις. Από την άλλη πλευρά βέβαια, πρέπει να τονιστεί πως το δικαστήριο δημιουργήθηκε με την πολιτική βούληση του κόμματος των Φιλελευθέρων και εξυπηρετούσε την επιθυμία του να λειτουργήσουν οι επιβληθείσες ποινές αποτρεπτικά για την εμφάνιση παρόμοιων φαινομένων και στο μέλλον. Η πλέον σημαντική όμως παράμετρος ήταν η απομάκρυνση εκείνων των ιεραρχών που θα μπορούσαν να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση στην εφαρμογή της εκκλησιαστικής της πολιτικής και κυρίως στη μεταβολή της ηγεσίας στην εκκλησιαστική διοίκηση. Θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ο Θεόκλητος και οι υπόλοιποι Συνοδικοί εξέφραζαν στο εκκλησιαστικό επίπεδο τις αντίστοιχες δυνάμεις του παλαιοκομματισμού στο πολιτικό και η απομάκρυνσή τους κρινόταν αναγκαία προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ‘ανόρθωσης’.

Συμπερασματικά, η σύσταση και λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου αποτελούσε ένα τμήμα μόνο της πρώτης περιόδου των ‘εκκαθαρίσεων’ σε διάφορους τομείς του κρατικού μηχανισμού (δημόσιος τομέας, δικαιοσύνη και στρατός), στις οποίες προέβη η βενιζελική κυβέρνηση, μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα. Η πολιτική των ‘εκκαθαρίσεων’ αξιολογήθηκε ως απαραίτητη για δύο κυρίως λόγους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικό εργαλείο για να γίνει αντιληπτή η στάση της κυβέρνησης και στο χώρο της Εκκλησίας: α) εγγυόταν την απαλλαγή όσων ιεραρχών οι ιδέες δυσχέραιναν την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, παραμένοντας πιστοί στον εξόριστο βασιλιά Κωνσταντίνο και β) εξοικονομούσε επισκοπικές θέσεις για την στελέχωσή τους με υποστηρικτές των Φιλελευθέρων, που θα λειτουργούσαν επικουρικά στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Η καινοτομία της πολιτικής των ‘εκκαθαρίσεων’, έτσι όπως υλοποιήθηκε στην Εκκλησία και η διαφοροποίηση σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόστηκε στους κρατικούς τομείς, ήταν ότι ανατέθηκε από την Πολιτεία στους ίδιους τους κληρικούς, οι οποίοι ανέλαβαν το βάρος και την ευθύνη της εφαρμογής της. Η βούληση της κυβέρνησης ήταν να δώσει στους φιλοβενιζελικούς αρχιερείς μία αίσθηση ελευθερίας κινήσεων και σχετικής ανεξαρτησίας στην εκδίκαση των υποθέσεων, παρουσιάζοντας εν τέλει τις καταδικαστικές αποφάσεις ως έργο της ίδιας της Εκκλησίας και όχι δικό της.

Οι μνήμες από το Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου παραμένουν ανθεκτικές στην εσωτερική πολιτική ζωή, ιδιαίτερα σε πριόδους πόλωσης ή σύγκρουσης της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία, αλλά και στη συλλογική εκκλησιαστική συνείδηση· ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, στις 2 Απριλίου 2000, αποδοκίμασε την ανάμιξη της Εκκλησίας στις πολιτικές διαμάχες του Εθνικού Διχασμού: «Σκέφτομαι ότι θα έπρεπε κάποτε η Εκκλησία να ζητήσει συγγνώμη από τον λαό για την ανάμειξή της στις πολιτικές διαμάχες του αιώνος που πέρασε και ειδικότερα για την ανάμειξή της στον διχασμό ο οποίος ταλάνισε τον Ελληνισμό κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του. Ήταν πραγματικό λάθος να αποφασίζονται αναθέματα για πολιτικούς λόγους και η Εκκλησία να χρησιμοποιείται, κατά κάποιον τρόπο, για να επενδύουν επάνω εις αυτήν οι διάφοροι πολιτικοί άνδρες τις δικές τους επιδιώξεις».

Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ..

Σημείωση: το κείμενο αντλεί στοιχεία από τη διδακτορική διατριβή του γράφοντος. Στη συνέχεια, παρατίθενται βασικές πηγές και βιβλιογραφία:

 

Πηγές

 Α. Αδημοσίευτες πηγές

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο Αθήνας

Αρχείο Πατριωτικής Ενώσεως

Ίδρυμα Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αντίστοιχης εθνικής περιόδου

Ιστορικό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου

Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων

Αρχείο Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου Παντολέοντος

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

φάκ. 15/10, Ιερά Μητρόπολις Κασσανδρείας

φάκ. 69/8, υποφ. Γ1λστ´, Εκκλησιαστικόν Αρχιερατικόν Συμβούλιον

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

φάκ. 1.7, Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος

φάκ. 1.37, Ενοριακά-Εφημεριακά (1909-1961)

φάκ. 1.42, Διάφορα (1915-1923)

φάκ. 1.59, Καταγγελίαι (1906-1920)

φάκ. 1.79, Ιεροκήρυκες (1838-1964)

φάκ. 12, Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος, Επισκοπικά (1883-1941), υποφ. 3 και υποφ. 6

φάκ. 13, Ιερά Μητρόπολις Σερβίων και Κοζάνης, Μητροπολίτες Φώτιος και Ιωακείμ (1918-1936)

φάκ. 40, Ιερά Μητρόπολις Λαρίσης, Επισκοπικά (1882-1940)

φάκ. 70, Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης, Μητροπολίτου Σπάρτης καταγγελλομένου (1902-1925)

φάκ. Θέματα Συνόδου (1915-1919), υποφ. έτους 1916 και υποφ. ετών 1917-1919

φάκ. Εθνικά-Πολεμικά Θέματα (1834-1949)

Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών

1914, φάκ. Β/35, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1916, φάκ. Β/35, υποφ. 1, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1917, φάκ. Β/35, υποφ. 2, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα

Κώδικας Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Κασσανδρείας, β´ τόμ. (1914-1925)

Περιοδικά

Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1917-1918, Εκκλησιαστικός Κήρυξ, 1914-1915

Ζωή, 1913, 1915, 1917-1918

Εφημερίδες

Εμπρός, 1916

Β. Δημοσιευμένες πηγές

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1901-1933), α´ τόμ., Αθήνα 1955.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1934-1956), β´ τόμ., Αθήνα 1956.

Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον, Απόφασις Καταδίκης των Μελών της Ιεράς Συνόδου της ΞΑ´ Περιόδου, Έκδοσις «Πατριωτικής Ενώσεως», Αθήνα 1917.

Έγγραφα επί του ζητήματος της παύσεως του Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου και του διορισμού των καθηρημένων και εκπτώτων Επισκόπων (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1920), Αθήνα 1920.

Πρακτικά της εν Θεσσαλονίκη συγκληθείσης Συνελεύσεως των Ιεραρχών της Ν. Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1917.

ΦΕΚ 11ης Ιουλίου 1917.

Φύλλον Εφημερίδος της Προσωρινής Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος 1ης Ιουνίου 1917.

Γ. Βιβλιογραφία

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η εκκλησιαστική ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, κε´ τόμ., Θεσσαλονίκη 1981.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική Ιστορία. Η Εκκλησία των Νέων Χωρών, Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η Εκκλησία Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (εικοστός αιώνας), Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

Αλεξιάδης Γεννάδιος (Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης), «Η Εκκλησία των Νέων Χωρών», ΓΠ, 145, (Ιανουάριος 1928), 14-26, 146, (Φεβρουάριος 1928), 55-63 και 147, (Μάρτιος 1928), 103-120.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, Η εν τω ελληνικώ κράτει εκκλησιαστική πολιτική, Λόγος εκφωνηθείς εντολή της Συγκλήτου εν τη αιθούση των τελετών του Πανεπιστημίου τη 30 Ιανουαρίου 1932 επί τη εορτή των Τριών Ιεραρχών και τω κατ’ αυτήν τελεσθέντι μνημοσύνω των ιδρυτών, ευεργετών και καθηγητών του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1932.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, «Εκκλησία και πολιτική», Ελεύθερον Βήμα, 31 Οκτωβρίου 1934, σσ. 1-2.

Αναστασιάδης Γιώργος-Χεκίμογλου Ευάγγελος, Δημήτριος Γ. Δίγκας (1876-1974). Η ζωή και το έργο του Μακεδόνα Υπουργού, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002.

Ατέσης Βασιλείος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, β´ τόμ., Αθήνα 1953.

Ατέσης Βασίλειος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, γ´ τόμ., Αθήνα 1969.

Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μαλαματή, Πολιτικές και Συνταγματικές πτυχές του καθεστώτος των Νέων Χωρών, Εκδόσεις Επέκταση, Κατερίνη 2003.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, α´ τόμ. και β´ τόμ., Ίκαρος, Αθήνα 1970.

Χουρμούζιος Σ. Χρ., Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα, Λονδίνο.

Δέλτα Πηνελόπη Σ., Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος. Ημερολόγιο-Αναμνήσεις-Μαρτυρίες-Αλληλογραφία, Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Ερμής, Αθήνα 1978.

Δραγούμης Φίλιππος Στεφ., Ημερολόγιο. Διχασμός (1916-1919), Μάρκος Φ. Δραγούμης (επιμ.), Εκδόσεις ‘‘Δωδώνη’’, Αθήνα-Γιάννινα 1995.

Edgar William, «Οι εκκαθαρίσεις του 1917: η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου», στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 519-550.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Η Συνέλευσις των Ιεραρχών», ΓΠ, 1, (1917), 1-138 και 178-190.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Το εν Αθήναις Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον», ΓΠ, 1, (1917), 569-576, 666-680, 689-703 και 772-786.

Frazer J. G., «The Cursing of Venizelos», Folklore, κβ΄ τόμ., 2, (30 Ιουνίου 1917), 133-140.

Γαλανόπουλος Μελέτιος Ευάγ., Εκκλησιαστικαί Σελίδες Λακωνίας, Αθήνα 1939.

Γαλανός Μιχαήλ Ι., «Η απολογία μου. Πως έχουν τα πράγματα», ΓΠ,  1, (1917), 704-713.

Γατόπουλος Δ., Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (1875-1938), Εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1947.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Εκκλησία και κράτος (1833-1997). Ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, Εκδόσεις ‘‘Το Ποντίκι’’, Αθήνα.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο, Προσκήνιο, Αθήνα 2001.

Καραθανάσης Αθανάσιος – Τριανταφυλλίδης Γεώργιος, Η Επισκοπική Σύνοδος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (19ος-20ός αιώνας), Μακεδονική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1994.

Καταπόδης Πάνος, Βεελζεβουλικά. Σάτυραι κατά του Βεελζεβούλ Βενιζέλου, Αθήνα 1931.

Κολτούκη Πελαγία Γ., Ο κώδικας αλληλογραφίας της Μητροπόλεως Κασσανδρείας (1907-1925), ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1997.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., «Ανάθεμα κατά Βενιζέλου», ΘΗΕ, β´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 474-477.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα 1970.

Κονιδάρης Ι. Μ., «Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στα εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής του», στο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως νομικός. Η συμβολή του στην αναμόρφωση του ελληνικού δικαίου, Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘‘Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος’’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σσ. 149-172.

Κοντογιώργος Χριστόφορος, Τα παρασκήνια του Αναθέματος, Αθήνα 1917.

Κούρκουλας Κωνσταντίνος, «Γαλανός Μιχαήλ», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 155-157.

Κρανιωτάκης Ν., «Ο διωγμός», Η Καθημερινή, 8 Απριλίου 1924, σ. 1.

Κυράτσος Διονυσίος Κ., Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας από τις απαρχές της μέχρι σήμερα, Δράμα 1995.

Λεβίδης Νικόλαος, Τα κατά της Εκκλησίας τολμηθέντα, Αθήνα 1921.

Λευκοπαρίδης Ξ. (επιμ.), Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα (1906-1940), Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 1956.

Λιναρδάτος Σπύρος, Πως εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Θεμέλιο, Αθήνα 1988.

Λογοθετόπουλος Κ., Ιδού η Αλήθεια, Αθήνα 1948.

Μανωλιδάκης Γιάννης, Ελευθέριος Βενιζέλος. Η άγνωστη ζωή του, Εκδόσεις «Γνώση», 1985.

Mavrogordatos George Th., Stilborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece (1922-1936), University of California Press, Berkeley-Los Angeles-London 1983.

Μουρέλος Γιάννης, Τα ‘‘Νοεμβριανά’’ του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006.

Νανάκης Ανδρέας, Η Εκκλησία και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘Ελευθέριος Βενιζέλος’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008.

Πανώτης Αρ., «Γερμανός ο Μαυρομμάτης. Μητροπολίτης πρώην Δημητριάδος», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 403-406.

Παπαδάκης Χρυσόστομος, Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο Άγιος Νεκτάριος, στην ιστοσελίδα: http://www.kairatos.com.gr/afieromata/anathemavenizeloy.htm (ανάκτηση: 9 Νοεμβρίου 2019).

Παπαγεωργίου Νίκη Η., Η Εκκλησία στη νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000.

Πλουμίδης Γιώργος, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολιτική τους (1910-1935)» στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 605-631.

Πρίντζιπας Γιώργος Θ., Οι μεγάλες κρίσεις στην Εκκλησία. Πέντε σταθμοί στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Εκδόσεις Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος, Αθήνα 2004.

Ψυχογιού Ελένη, «Το Ανάθεμα στην ελληνική λαογραφία», Ε-Ιστορικά, 274, (24 Φεβρουαρίου 2005), 36-41.

Ρήγος Άλκης, Η Β´ Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935). Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, Θεμέλιο, Αθήνα 1992.

Σοϊλεντάκης Νικόλαος Π., «Το κύρος του Αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (ανέκδοτα στοιχεία)», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 44ος, (2004), 721-741.

Σπεράντζας Θεοδόσιος Κ., «Ελευθέριος Βενιζέλος», ΘΗΕ, γ´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 804-808.

Στεφάνου Στέφανος Ι. (επιμ.), Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου Πολιτικαί υποθήκαι ανθολογήσαι από τα κείμενα αυτού, β΄ τόμ., Αθήνα 1969.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Κάτοπτρον σχέσεων αντιμαχομένων Εκκλησίας και Πολιτείας (1817-1967), Αθήνα 1967.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), α´ τόμ., Αθήνα 1969, β´ τόμ., Αθήνα 1970.