Skip to main content

Δημήτριος Κούρτης: Η Συλλογική Μνήμη της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως Κανονιστικό Ζήτημα

100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων

Δημήτριος Κούρτης

 Η Συλλογική Μνήμη της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως Κανονιστικό Ζήτημα

 

Ι. Συλλογική Μνήμη, Μαζικές Θηριωδίες και Νομική Ρύθμιση

Ο απλούστερος ορισμός της έννοιας «συλλογική μνήμη»[1] εκκινεί από την παραδοχή (precept) ότι η μνήμη ως νοητική, ψυχο-συναισθηματική και κοινωνιο-κεντρική διαδικασία διαμορφώνεται όχι μόνον με αναφορά στο ατομικό βίωμα (στενή αυτό-αναφορικότητα), αλλά και την κοινωνική επίκτηση, δηλαδή ένα σύνολο κοινωνικών διαδικασιών που κατατείνουν στη διαμόρφωση, διαιώνιση και μεταλαμπάδευση από γενεά σε γενεά ορισμένων βασικών αφηγήσεων που θεμελιώνουν, ενοποιούν και εγγυώνται την κοινωνική συνοχή και συνέχεια.[2] Στην πραγματικότητα, η συλλογική μνήμη ως ιδεότυπος προϋποθέτει –σε σχέση αιτίου-αιτιατού– την ύπαρξη κοινότητας ή κοινωνίας και την εξ ορισμένου λόγου (ιστορικού, κοινωνικού, βιολογικού, κοσμοθεωρητικού, κοινωνικο-συναισθηματικού) ένταξη ορισμένου προσώπου σ’ αυτήν (προϋπόθεση ιδιότητας μέλους).[3] Η ένταξη πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε το να συμμερίζεται κανείς τα βασικά κοινοτιστικά αφηγήματα να δικαιολογεί, να επικυρώνει και να οριστικοποιεί την εισδοχή του υποκειμένου στη συλλογικότητα[4] στους τρεις άξονες του ιστορικού χρόνου (παρελθόν-παρόν-μέλλον) και στο σημειακό θεμέλιο, δηλαδή το άχρονο εκείνο όριο που καθορίζει την κοινωνική μεταφυσική.[5] Αυτός ακριβώς ο άχρονος σημειακός τόπος αποτελεί και τον συμβολικό τόπο της συλλογικής μνήμης.

Στο πεδίο της νομικής ρύθμισης των μαζικών θηριωδιών, τα ζητήματα διαχείρισης της μνήμης, ποινικοποίησης της άρνησης ή αμφισβήτησης αυτών και εγκαθίδρυσης επίσημων πολιτικών μνήμης εμφανίζονται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα.[6] Περαιτέρω, είναι αληθές ότι η σταδιακή ανάδυση νόμων μνήμης[7] που αποβλέπουν στην αποκρυστάλλωση ενός επίσημου αφηγήματος για ορισμένη τετελεσμένη θηριωδία και στην προληπτική/κατασταλτική αντιμετώπιση αναθεωρητικών τάσεων έλκει την κανονιστική της καταγωγή από τη δυτικοευρωπαϊκή νομοθετική πρακτική, αναφορικά με την κατεξοχήν γενοκτονία avant la lettre,[8] ήτοι το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Γηραιάς Ηπείρου.[9] Με δεδομένο ότι το υπό εξέταση ζήτημα αφορά τη νομική μεταχείριση της συλλογικής μνήμης μιας ακόμη «προ-συμβατικής» (πριν την έναρξη ισχύος της ΣΠΚΕΓ) γενοκτονίας, εκείνης του Ελληνισμού του Πόντου, μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις κρίνονται αναγκαίες.

Ένα από τα σημαντικότερα επίδικα, στο πλαίσιο της αλληλοδιαπλοκής ως άνω σκοπών, παραμένει η θέση και η φωνή των θυμάτων της τετελεσμένης θηριωδίας.[18] Στον απόηχο της μαζικής φρίκης του Ολοκαυτώματος, διαπιστώνεται μια σταδιακή στροφή της διεθνούς έννομης τάξης στην προστασία του μνημονικού αποτυπώματος των εγκλημάτων θηριωδίας,[19] τόσο μέσα από το δόγμα των ατομικών ελευθεριών όσο και μέσα από την τυπολογία των θετικών υποχρεώσεων των κρατών.[20] Κατ’ αυτόν τον τρόπο από τις ρήτρες λησμοσύνης του αττικού δικαίου[21] και της Συνθήκης της Βεστφαλίας (1648)[22] και την κανονιστική επιβολή συγκεκριμένων ιστορικών αφηγημάτων,[23] το διεθνές σύστημα πέρασε στην εποχή της αποκαταστατικής λειτουργίας της μνήμης, η οποία κατέστη αυτοτελές έννομο αγαθό.[24]Η διατήρηση της μνήμης των τετελεσμένων γενοκτονιών, αποτελεί –κατά την παραδοσιακότερη προσέγγιση– αυτοτελή και αυτοδύναμη εγγύηση μη επανάληψης της θηριωδίας του παρελθόντος.[10] Ταυτόχρονα, σε αρκετές περιπτώσεις η ως άνω στόχευση συμπλέκεται με τους αποκαταστατικούς και γενικο-προληπτικούς σκοπούς της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, αποκτώντας έτσι ένα «σκληρό πυρήνα» συμβολοποίησης,[11] πέρα από την αρχική μνημονική ratio. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην περίπτωση των δικών των μειζόνων εγκληματιών πολέμου ενώπιον του Διεθνούς Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης,[12] του οποίου η αποστολή περιελάμβανε την εκτενή ιστορική καταγραφή των θηριωδιών του Γ’ Ράιχ,[13] με σκοπό τη γενική πρόληψη, αλλά και την επικοινωνία μιας ολοκληρωμένης και συνολικής αφήγησης γεγονότων.[14] Είναι εύληπτο ότι η στόχευση αυτή υπερβαίνει τόσο τις κλασικές επιδιώξεις του ποινικού συστήματος[15] όσο και τις βασικές επιταγές του κοινού κρατικού ή διακρατικού ενδιαφέροντος για τη διατήρηση της ανάμνησης ενός ιστορικού γεγονότος,[16] θεμελιούμενη στην καταστατική επιλογή δημιουργίας ενός διεθνούς συστήματος πρόληψης-καταστολής-μη επανάληψης των φρικαλεοτήτων του παρελθόντος.[17]

Φυσικά, η ετερόνομη ρύθμιση της ιστορικής αλήθειας δυνάμει πράξεων του εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου συχνά υποκρύπτει την επιθυμία των κρατών να παγιώσουν ορισμένο αφήγημα, ανταποκρινόμενα σε εσωτερικές πολιτικές και λοιπές πιέσεις.[25] Όταν, μάλιστα, η κρατική παρέμβαση αφορά την προστασία της συλλογικής μνήμης τετελεσμένης γενοκτονίας προ της έναρξης ισχύος της ΣΠΚΕΓ, εκεί η επιδίωξη προστασίας της ηθικής υπόστασης των θυμάτων και των απογόνων τους[26] αποτελεί οπωσδήποτε μόνον τη μία όψη του νομίσματος της νομοθετικής ratio. Ειδικότερα, λαμβάνοντας ως δεδομένες τις νομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο χαρακτηρισμός των ως άνω γενοκτονικών θηριωδιών ως «γενοκτονιών sensu legale»,[27] αλλά και της απόλυτης άρνησης του κράτους-δράστη να αναλάβει την ευθύνη και να παράσχει επανόρθωση, η μνημονική θωράκιση του υποκείμενο ιστορικού αφηγήματος αποτελεί, επί της ουσίας, μια μορφή νομικής πολεμικής (lawfare).[28] Ως τέτοια κατατείνει, δια της επιστράτευσης κανονιστικών μέσων, μεθόδων και τυπολογιών, στην ενίσχυση του ηθικού αλλά και νομικού κεφαλαίου των μη κρατικών δρώντων που διεκδικούν την αναγνώριση της εν λόγω γενοκτονίας και την απόδοση ευθυνών στο κράτος, στο οποίο η πράξη αυτή θα μπορούσε να καταλογιστεί.[29]

Με βάση τις ως άνω παρατηρήσεις, στο δεύτερο μέρος του παρόντος θα επιχειρηθεί μια πρώτη προσέγγιση στην τυπολογία, στοχοθεσία και λειτουργία του ελληνικού νόμου μνήμης αναφορικά με τη Γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου. Αφού παρουσιαστεί το δικαιο-πολιτικό πλαίσιο της υιοθέτησής του επίμαχου νομοθετήματος, θα επιχειρηθεί μια συνοπτική αξιολόγηση των βασικών εννόμων συνεπειών του και θα εξεταστεί εάν και κατά πόσο εκείνες ανταποκρίνονται στην αρχική νομοθετική στοχοθεσία. Η παρούσα συμβολή θα ολοκληρωθεί με ορισμένες προκαταρκτικές προτάσεις επαναπροσδιορισμού της εθνικής νομοθετικής αντιμετώπισης της επίμαχης θηριωδίας, αλλά και μερικές καταληκτικές επισημάνσεις για τη επίδραση του επίμαχου νομοθετήματος και της συναφούς ελληνικής πρακτικής στη διαμόρφωση και αποσαφήνιση του περιεχομένου των κανόνων του εθιμικού διεθνούς δικαίου αναφορικά με τις γενοκτονίες που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της ΣΠΚΕΓ.

 

ΙΙ.Η Ελληνική Πρακτική αναφορικά με την Αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου

Η σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το έγκλημα της γενοκτονίας γενικά μπορεί να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ταραχώδης. Η χώρα ποινικοποίησε τρεις φορές το έγκλημα της γενοκτονίας,[30] για να συνάψει τελικά με πενήντα επτά έτη καθυστέρηση συγκεκριμένη κύρωση στο εν λόγω διεθνές ποινικό αδίκημα.[31] Η «ελληνική ιδιαιτερότητα», βέβαια, δεν περιορίζεται μονάχα στην ομαλή οικοδόμηση του φράγματος της ποινικοποίησης, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της προβληματικής που μας απασχολεί ενόψει της συμπλήρωσης εκατό ετών από την τελική φάση (19η Μαΐου 1919) της γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου. Η προβληματική αυτή αφορά την απόφαση της Ελληνικής Πολιτείας να προβεί στην νομοθέτηση ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου,[32] χωρίς προηγούμενα να εξετάσει το βασικό νομικό διακύβευμα, αλλά και το οικείο νομικό πλαίσιο,[33] αυτής της ενέργειάς της. Επεξηγηματικά, η υιοθέτηση ενός μνημονικού νόμου[34] επιχειρήθηκε, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αναφορά στο μείζον, ήτοι στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης νομικής και διπλωματικής στρατηγικής με σκοπό την οριστική δικαίωση των αρχικών και διαγενεακών θυμάτων της θηριωδίας.

Αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά την υιοθέτηση του επίμαχου νομοθετήματος, δεν υπήρξε καμία αναφορά στο έργο της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών που εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να επεξεργάζεται ζητήματα απτόμενα των δικαιωμάτων των θυμάτων εγκλημάτων θηριωδίας και άλλων σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών ελευθεριών.[35] Σημαντική είναι και η πλήρης παράβλεψη του αρχικού ορισμού της έννοιας του θύματος, όπως αποτυπώθηκε στη Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τις Βασικές Αρχές Δικαιοσύνης για τα Θύματα Εγκλήματος και Κατάχρησης Εξουσίας (1985).[36] Πέραν, όμως, του θυματολογικού ελλείμματος της επίμαχης ρύθμισης,[37] η κανονιστική πληρότητα του κειμένου της καθίσταται ακόμη πιο αμφίβολη, όταν εξεταστεί η νομοπαρασκευαστική της ιστορία.

Ειδικότερα, είναι ενδιαφέρον ότι στην εισηγητική έκθεση του σχεδίου νόμου, που υποβλήθηκε από το Υπουργείο των Εσωτερικών,[38] επιχειρείται ευθεία αναφορά στον βασικό κυρωτικό κανόνα της ΣΠΚΕΓ (Αρθρ. ΙΙ), χωρίς μνεία του πρωθυστέρου, δηλαδή του γεγονότος ότι η γενοκτονία υπέρ της οποίας θεσμοθετείται ημέρα μνήμης συνιστά γενοκτονία avant la lettre, ήτοι γενοκτονία προ της έναρξης της ισχύος της ΣΠΚΕΓ (δηλαδή προ της 12ης Ιανουαρίου 1951):

Στην περίπτωση της Ποντιακής γενοκτονίας έχουμε εξόντωση των μελών συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, σοβαρή προσβολή της φυσικής και πνευματικής της ακεραιότητας και υποβολή αυτής σε συνθήκες διαβίωσης που συνεπάγονταν τη μερική ή ολική βιολογική καταστροφή της. Έχουμε βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα. Όλες δηλαδή τις πράξεις, που σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, στοιχειοθετούν αυτό το μεγάλο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, το έγκλημα της γενοκτονίας.[39]

Από δε την εισηγητική έκθεση της πρότασης νόμου,[40] δεδομένου ότι το κρίσιμο νομοσχέδιο κατατέθηκε με βουλευτική πρωτοβουλία, ενώ συζητήθηκε ως σχέδιο νόμου αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, προκύπτει ότι:

Η γενοκτονία των Ποντίων, η δεύτερη μέσα στον 20ό αιώνα μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων, δεν θα επραγματοποιείτο εάν δεν υπήρχαν άμεσοι ή έμμεσοι συνεργοί των Τούρκων εγκληματιών.[41]

Ήδη μέσα από την παράθεση των ως άνω αποσπασμάτων καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως τέτοιας, ενδεχόμενα δε και το ζήτημα της ολικής ή μερικής αναδρομικής εφαρμογής της ΣΠΚΕΓ, ουδόλως απασχόλησε την τότε κυβέρνηση ή/και την κυβερνητική πλειοψηφία. Η απουσία έκθεσης της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής[42] είναι, επίσης, ενδεικτική της παντελούς παράβλεψης των νομικών πτυχών του ζητήματος κατά το στάδιο επιχείρησης της θεμελιωδέστερης νομικής πράξης εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η επιχειρούμενη κριτική προσέγγιση δεν εξαντλείται στην απλή διαπίστωση των νομοπαρασκευαστικών και νομοτεχνικών προβλημάτων ή ελλείψεων της ρύθμισης. Σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο, η Ελληνική Πολιτεία παρέμενε απόλυτα ελεύθερη να υιοθετήσει έναν πληρέστερο νόμο μνήμης ή να αρκεστεί σε μια de minimis νομοθέτηση, όπως και έπραξε εν τέλει. Δεδομένου ότι οι αρχές της καλής νομοθέτησης, τις οποίες η ίδια υιοθέτησε,[43] δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ, στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου δεν εγείρονται ιδιαίτερα ζητήματα. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίον μας απασχολεί η ως άνω προβληματική συνάπτεται ακριβώς με τον νομικό χαρακτηρισμό και τις συνέπειες που απορρέουν από την επίμαχη πράξη. Επεξηγηματικά, ο Ν. 2193/1994 επιτελεί διττή λειτουργία. Εν πρώτοις σωματοποιεί μια επίσημη κρατική πολιτική, εκείνη της υιοθέτησης ενός εσωτερικού μνημονικού νόμου.[44] Η στοχοθεσία, όμως, του νομοθετήματος βαίνει και πέραν αυτού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του αρμοδίου Υπουργού, η ratio του N. 2193 δεν ήταν μόνον η εγκαθίδρυση μιας μνημονικής αφήγησης, αλλά και η συμβολή του στην ηθική αποκατάσταση του Ελληνισμού του Πόντου. Κατ’ αυτό το σκέλος, αποτελούσε δε επανορθωτικό νομοθετικό μέτρο, το οποίο:

έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο εθνικό, ιστορικό, ηθικό και πολιτικό κενό καθιερώνοντας την 19η Μαΐου, […], ως ήμερα μνήμης της Ποντιακής γενοκτονίας […] [σ]υμβάλλοντας, έτσι, έστω και στο ελάχιστο στην αποκατάσταση της ηθικής καταστροφής που υπέστη ο Ποντιακός Ελληνισμός, καθιερώνοντας μια ημέρα ιστορικής μνήμης.[45]

Σε επίπεδο μνημονικής πολιτικής, πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι ο Ν. 2193 είναι αρκετά αφαιρετικός, καθιερώνοντας την ημέρα μνήμης[46] και εξουσιοδοτώντας την κανονιστικά δρώσα Διοίκηση να προβεί στην εξειδίκευση της μορφής, του χαρακτήρα, του φορέα και του τρόπου οργάνωσης των εκδηλώσεων.[47] Το δε εκτελεστικό νομοθέτημα, πέραν της περιγραφής των εθιμοτυπικών και πανηγυρικών στοιχείων των εκδηλώσεων μνήμης, δεν συμπληρώνει ούτε προσθέτει τίποτε στο εξ αρχής ελλιπές κανονιστικό πλαίσιο.[48] Ήδη από την απλή αντιπαραβολή της επίμαχης ελληνική μνημονική νομοθεσίας με άλλα ευρωπαϊκά ανάλογα,[49] μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, ο ελληνικός νόμος δεν εγκαθιδρύει έναν κεντρικό δρώντα συντονισμού του οικείου μνημονικού αφηγήματος, δεν αναλαμβάνει την κυριότητα των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίμαχη πράξη αναγνώρισης και δεν υπεισέρχεται καν στα ακανθώδη νομικά ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με τις γενοκτονίες avant la lettre. Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε αυτή την πράξη αναγνώρισης ως παραδειγματική περίπτωση αποσυσχέτισης[50] της νομικής από την κοινωνική πρόσληψη της γενοκτονίας.[51]

Εξάλλου, ως αποκαταστατικό μέτρο, ο Ν. 2193 φαίνεται και πάλι να μην στέκεται στο ύψος των προσδοκιών. Αρχικά, πρέπει να επισημάνουμε ότι παραβλέπει τις βασικές προκλήσεις που θέτει το φαινόμενο της μαζικής και διαγενεακής θυματοποίησης, ως απότοκο της εξαιρετικής βίας (μαζική εγκληματικότητα/μαζική θυματοποίηση)[52] που χαρακτηρίζει τη Γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου. Παρά τις διακηρύξεις κατά το στάδιο της ψήφισης, στις οποίες αναφερθήκαμε, ο Ν. 2193 δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα αποκατάστασης ως άμεση έννομη συνέπεια της παραβίασης μιας υποχρέωσης που το μητροπολιτικό κράτος φέρει έναντι των πολιτών του και όσων εντάσσει στη σφαίρα της υπηκοότητάς του. Πρόκειται για την κομβική υποχρέωση προστασίας τόσο από την αρχική θηριωδία όσο και από τις επιπτώσεις της παρατεταμένης μη επανόρθωσης.[53]

 

Περαιτέρω, λαμβάνοντας ως αφετηρία την τριμερή πρόσληψη[54] για τη θεραπευτική λειτουργία της αλήθειας στο πλαίσιο μαζικών θηριωδιών του παρελθόντος,[55] μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το επίμαχο νομοθέτημα (α) δεν συνεισφέρει αποτελεσματικά στην απαίτηση για έννομη προστασία των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, η οποία εντείνεται ενόψει του διαδραμόντος χρόνου αλλά και της αμετάκλητης ατιμωρησίας των φυσικών αυτουργών· (β) δεν αρθρώνει ένα ενεργητικό πλαίσιο προώθησης της αξίωσης των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας για δικαίωση και επανόρθωση, (γ) δεν επικυρώνει, πέραν της χρήσης του όρου «γενοκτονία», το πυρηνικό αφήγημα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου και δεν επιδεικνύει την παραμικρή μέριμνα για την ανάγκη αποκάλυψης, τεκμηρίωσης, επικοινωνίας και διατήρησης της ιστορικής αλήθειας για τις τύχες των αρχικών θυμάτων.

Επί της ουσίας, η πράξη αναγνώρισης πέραν της χρήσης της «λέξης από γ-»,[56] αποσυνδέει παντελώς το κύριο έννομο αποτέλεσμα (καθιέρωση της ημέρας μνήμης) από τη διακηρυγμένη του αποκαταστική στόχευση.[57] Με δεδομένο ότι η αποκάλυψη και επικύρωση της αλήθειας για την τύχη των θυμάτων συνιστά τόσο προϋπόθεση όσο και συστατικό στοιχείο[58] της σκοπούμενης από τον νόμο ηθικής αποκατάστασης της θυματοποιημένης κοινότητας, η επίμαχη μνημονική ρύθμιση υπολείπεται κατά πολύ του ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου (άρση λειτουργικών προσκομμάτων, δημιουργία/προώθηση οριζόντιων συνεργιών και δικτύων, προαγωγή του δημόσιου λόγου αναφορικά με την κρίσιμη θηριωδία, εγκαθίδρυση δημόσιο χώρου, εκπαίδευση, τεκμηρίωση και δημιουργία επίσημων αρχείων)[59] που απαιτείται για την ενίσχυση των προσπαθειών των δρώντων της κοινωνίας των πολιτών με σκοπό την οριστική δικαίωση.

Είναι αναντίρρητο ότι η κυριότητα αυτού του αγώνα ανήκει πρώτα και κύρια στους απογόνους της θυματοποιημένης κοινότητας.[60] Από την άλλη, σε καμία περίπτωση μια νομική ρύθμιση per se δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιστορική έρευνα. Παρόμοια, δεν είναι επ’ ουδενί σκόπιμο ή αναγκαίο στη θέση της επιστημονικής κοινότητας που διερευνά την ιστορική αλήθεια να υποκατασταθεί ένας εθνικός νομοθέτης, αποπροσωποποιημένος όσο και πάντα ευεπίφορος στην αξιοποίηση της ιστορικής αφήγησης για αλλότριους σκοπούς.[61] Ωστόσο, ένα νομοθέτημα που εντάσσει στους σκοπούς του την ηθική δικαίωση της θυματοποιημένης κοινότητας είναι αναγκαίο να θέτει, τουλάχιστον, τους βασικούς θεσμικούς όρους για την υλοποίηση αυτής. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Ν. 2193. Η δε υιοθέτησή του, υπό το κράτος των στοχεύσεων που προαναφέρθηκαν, δεν εξαντλεί σε καμία περίπτωση την υποχρέωση του μητροπολιτικού κράτους έναντι της θυματοποιημένης κοινότητας.

Δεδομένου ότι σε αμιγώς δικαιοδοτικό επίπεδο, η προσφυγή ενώπιον της διεθνούς δικαιοσύνης συνάπτεται με σειρά σοβαρότατων προκλήσεων,[62] μια ολοκληρωμένη στρατηγική ενίσχυσης των δρώντων της κοινωνίας των πολιτών, σε αρμονία με τις θεμελιακές παραδοχές του σύγχρονου διεθνούς δικαίου για τα δικαιώματα των θυμάτων, προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη.[63] Εξάλλου, σε επίπεδο δικαιο-πολιτικό, είναι βέβαιο ότι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ή η διερεύνηση των ευθυνών για θηριωδίες που έλαβαν χώρα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει στην περιορισμένη και συναινετικά θεμελιωμένη εντολή των διεθνών δικαιοδοτικών θεσμών, όπως του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης ή του Διαρκούς Διαιτητικού Δικαστηρίου.[64] Για τον λόγο αυτόν, η όποια πράξη αναγνώρισης εκ μέρους του μητροπολιτικού κράτους, η οποία επιχειρείται υπό συνθήκες φαινόμενου νομικού κενού, χωρίς οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη νομική ενδυνάμωση της θέσης των θυμάτων και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, είναι βέβαιο ότι δεν επιτυγχάνει ούτε κατ’ ελάχιστον τους αποκαταστατικούς σκοπούς, τους οποίους ευαγγελίζεται.

Με την οδό, λοιπόν, της δικαιοδοτικής κρίσης να παραμένει δύσβατη, θα ήταν αναμενόμενο το ενδιαφερόμενο κράτος να επιχειρήσει να ενισχύσει νομικά τον κρίσιμο σκοπό, με διαφορετικό τρόπο και τα κατάλληλα μέσα. Αντ’ αυτού, η πράξη αναγνώρισης εκ μέρους των ελληνικών αρχών επιχειρήθηκε υπό συνθήκες φαινόμενου νομικού κενού, χωρίς οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη νομική ενδυνάμωση της θέσης των θυμάτων και χωρίς καν την ύπαρξη υποτυπώδους σχεδιασμού διαχείρισης των υποχρεώσεων που προκύπτουν από μια τέτοια αναγνώριση. Ο Ν. 2193 παραβλέποντας ότι η αναγνωριζόμενη γενοκτονία δεν αφορά κάποιον απρόσωπο πληθυσμό ενός μακρινού τόπου, αλλά μια μεγάλη μερίδα υπηκόων της Ελληνικής Πολιτείας που έλκουν δικαιώματα και καταγωγή από την αρχικά στοχευμένη κοινότητα, όχι μόνον δεν κατόρθωσε να ενδυναμώσει νομικά τις θέσεις του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά φαίνεται ότι καλλιέργησε και μια λογική εξάντλησης των κρατικών υποχρεώσεων στην απλή θεσμοθέτηση της ημέρας μνήμης. Επιπλέον, το εν λόγω νομοθέτημα δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έφερε την κοινότητα πλησιέστερα προς την διακηρυχθείσα «ηθική αποκατάσταση».

Η ως άνω κριτική δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το η ρύθμιση αυτή στερείται παντελώς εννόμων συνεπειών ή νομικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, εξετάζοντας τον Ν. 2193 από κοινού με τις ποινικού χαρακτήρα διατάξεις του Αρθρ. 2(1) Ν. 927/1979,[65] όπως σήμερα ισχύει, διαπιστώνουμε ότι η βασικότερη έννομη συνέπεια της υιοθέτησης του νόμου είναι ποινικοποίηση της άρνησης της επίμαχης γενοκτονίας. Αναλυτικότερα, η εκ προθέσεως δημόσια άρνηση ή αμφισβήτηση της αναγνωρισμένης από τη Βουλή των Ελλήνων Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της νομοτυπικής υπόστασης του αδικήματος,[66] συνιστά σοβαρό πλημμέλημα, για το οποίο απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική κύρωση.[67] Ωστόσο, η κρίσιμη διάταξη, κατά το σκέλος που απειλεί ποινικές κυρώσεις εναντίον πράξεων αμφισβήτησης αναγνωρισμένων με απόφαση του εθνικού κοινοβουλίου γενοκτονιών, βαίνει πέραν του γράμματος των αντίστοιχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου,[68] τις οποίες ο προαναφερθείς νόμος επιχείρησε να ενσωματώσει στην ελληνική έννομη τάξη.[69] Η αναντιστοιχία αυτή, μάλιστα, συνέβαλε στην έγερση σειράς νομικών ζητημάτων αναφορικά με τη συνταγματικότητα της επίμαχης ρύθμισης. Συγκεκριμένα, η πρόσφατη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας, στο πλαίσιο της περίφημης υπόθεσης Richter,[70] τείνει στον παραμερισμό της σχετικής ποινικής διάταξης, θεωρώντας το περιεχόμενό της αντισυνταγματικό.[71]

Σύμφωνα με την ως άνω νομολογιακή προσέγγιση, κατά το μέρος που ο Ν. 927/1979 αναγνωρίζει την εξουσία του ελληνικού κοινοβουλίου να αποφαίνεται δεσμευτικά για τον χαρακτηρισμό ορισμένης θηριωδίας ως γενοκτονίας, παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Θεμέλιο της κρίσης του δικαστηρίου, συνιστά η άποψη ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα νομικής αξιολόγησης και χαρακτηρισμού των εκάστοτε επίδικων γεγονότων ανήκει στη δικαιοσύνη και όχι στο νομοθετικό σώμα ή/και την εκτελεστική λειτουργία.[72] Η έμμεση δε αναγνώριση συν-αρμοδιότητας δεσμευτικής κρίσης υπέρ του εθνικού κοινοβουλίου συνιστά νόσφιση δικαιοδοτικής λειτουργίας και για αυτόν τον λόγο παραβιάζει τον διακανονισμό της νομής κρατικής εξουσίας που αποκρυσταλλώνει στην εσωτερική έννομη τάξη το Αρθρ. 26 Συντ.

Αν και η εν λόγω ερμηνεία θα επανεξεταστεί στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης που έχει ξεκινήσει, η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με την αποκλειστικότητα της επίμαχης αρμοδιότητας και τις συνέπειες που απορρέουν από την έλλειψη δικανικής διάγνωσης είναι εξόχως προβληματική. Ειδικότερα, σύμφωνα με την επίμαχη απόφαση, η μη αναγνώριση των κρίσιμων εγκλημάτων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων ισοδυναμεί με έμμεση απόδειξη για την νομική τους ανυπαρξία.[73] Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παραδοχή αυτή κρίνεται, τουλάχιστον, ατυχής, καθώς αγνοεί παντελώς όχι μόνον τη διεθνή, αλλά και την εσωτερική δικονομική πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, το δικαστήριο, στην προσπάθειά του να κατοχυρώσει την πληρότητα της δικαστικής αρμοδιότητας για τον νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων θηριωδίας, παρέβλεψε μια από τις πλέον οικουμενικές αλήθειες του διεθνούς βίου· δηλαδή, το γεγονός ότι ελάχιστα εγκλήματα θηριωδίας φθάνουν τελικά στις αίθουσες των εθνικών, διεθνικών και των αληθώς διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων.

Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένο ότι η προαναφερθείσα υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, μετά την άσκηση αναίρεσης υπέρ του νόμου, εκείνο το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε με σχετική ασφάλεια είναι ότι η πλέον σοβαρή έννομη συνέπεια της βασικής πράξης αναγνώρισης, δηλαδή η ποινικοποίηση πράξεων αρνητισμού ή αμφισβήτησης, παρίσταται –στην παρούσα φάση– τουλάχιστον νομικά αβέβαιη. Εάν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη μας και τη σχετικά πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [ΕΔΑΔ] στην υπόθεση Perinçek, αναφορικά με τα όρια ποινικοποίησης της αμφισβήτησης των γενοκτονιών avant la lettre,[74] μπορούμε ευχερώς να συνάγουμε ότι η αξιοποίηση των μέσων του ποινικού οπλοστασίου για την προστασία της ηθικής υπόστασης της θυματοποιημένης κοινότητας, όπως τουλάχιστον επιχειρήθηκε στην περίπτωση που εξετάζουμε, αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες αν μη και κίνδυνο οριστικής ματαίωσης.

Στο σημείο αυτό γίνεται αντιληπτό ότι η υπό εξέταση πράξη αναγνώρισης δεν παρουσιάζει μόνο σημαντικές ελλείψεις ως νομοθέτημα μνήμης, αλλά στερείται ακόμη και των βασικότερων χαρακτηριστικών που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί αποκαταστατικό κανονιστικό μέτρο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι η πλέον κομβική έννομη συνέπεια της πράξης αναγνώρισης, δηλαδή η ποινική αντιμετώπιση των αρνητών της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου εντός της μητροπολιτικής έννομης τάξης, παραμένει –στην καλύτερη περίπτωση– μετάρσια, έως ότου αποφανθεί το αναιρετικό δικαστήριο. Επιπρόσθετα, η μακροχρόνια αδράνεια του ελληνικού κράτους εντείνει τα προβλήματα που προκύπτουν από την πλημμελή και ελλειπτική πράξη αναγνώρισης. Είναι ενδεικτικό ότι η ελληνική δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των κυβερνήσεων που παρενέβησαν εκ τρίτου στη υπόθεση Perinçek ενώπιον της μείζονος σύνθεσης του ΕΔΑΔ.[75]

Η απόφαση αυτή της ελληνικής πλευράς βαραίνει ιδιαίτερα, καθώς η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων,[76] ποινικοποιώντας εντεύθεν πράξεις αρνητισμού ή αμφισβήτησής της. Λόγω της ουσιώδους ομοιότητας των πραγματικών και νομικών δεδομένων, είναι προφανές ότι η χώρα μας θα είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση της εξέλιξης της επίμαχης υπόθεσης. Η ως άνω στάση της ελληνικής κυβέρνησης είναι, πάντως, συνεπής προς την αντίστοιχη πρακτική των αναγνωρίσεων εκ μέρους του κοινοβουλίου και επιβεβαιώνει μια αρκετά δυσάρεστη όσο και προβληματική παραδοχή· πρόκειται για την άποψη των πολιτειακών αρχών σχετικά με την εξάντληση των υποχρεώσεών τους προς τους απογόνους των θυματοποιημένων κοινοτήτων, από και δια της υιοθέτησης ενός ελλειπτικού νόμου μνήμης που απλά χρησιμοποιεί τον όρο «γενοκτονία».

 

IIΙ. Μερικές Επιλογικές Παρατηρήσεις

Όπως έχει επισημανθεί στην επιστήμη, μια από τις βασικές προκλήσεις, όταν εξετάζουμε την περίπτωση των γενοκτονιών avant la lettre των απαρχών του 20ου αιώνα, έγκειται στον προσδιορισμό εκείνου του απώτατου χρονικού σημείου, μετά το οποίο μπορούμε να ομιλούμε για την ανάδυση ενός εθιμικού κανόνα τυποποίησης των επίμαχων θηριωδιών ως εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.[77] Αν και η συστηματική μελέτη της κρατικής πρακτικής από την έναρξη εφαρμογής της γενοκτονικής πολιτικής εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έως τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) στηρίζει την παραδοχή σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων θηριωδιών ως διεθνών ποινικών αδικημάτων,[78] είναι βέβαιο ότι το εθιμικό καθεστώς χρήζει τόσο αποσαφήνισης όσο και παγίωσης. Η ανάγκη αυτή προβάλλει επιτακτικά, προκειμένου η τουρκική πλευρά να στερηθεί του πλέον προσφιλούς επιχειρήματός της σχετικά με την ανυπαρξία του διεθνούς ποινικού αδικήματος πριν την υιοθέτηση της ΣΠΚΕΓ.[79] Μια πράξη αναγνώρισης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως τέτοιας, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί απλά ζήτημα υψηλής πολιτικής ή συμβολισμών. Για να μπορέσει πράγματι να ενισχύσει τη θέση και τον αγώνα των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, θα πρέπει να επιφέρει και νομικά αποτελέσματα, αποσαφηνίζοντας το περιεχόμενο του εθιμικού διεθνούς δικαίου κατά τον κρίσιμο χρόνο και προωθώντας την αντίληψη σχετικά με τη δυνατότητα αναδρομικής εφαρμογής ορισμένων τουλάχιστον διατάξεων της ΣΠΚΕΓ.[80] Με άλλα λόγια, μια πράξη αναγνώρισης πρέπει να αποτελεί εν ταυτώ και σημαντική κατά το διεθνές δίκαιο κρατική πρακτική.

Συναφώς, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το σχέδιο συμπερασμάτων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών για την αναγνώριση του εθιμικού διεθνούς δικαίου,[81] η κρατική πρακτική ως συστατικό στοιχείο του εθιμικού διεθνούς δικαίου θεμελιώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του κράτους κατά την ενάσκηση είτε των κλασικών του εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαιοδοτική) είτε και λοιπών λειτουργιών.[82] Μάλιστα, αξιοσημείωτη είναι η παραδοχή της Επιτροπής ότι ακόμη και ενέργειες των τοπικών ή περιφερειακών κρατικών οργάνων και αρχών δεν εξαιρούνται εκ των προτέρων από το σώμα του πρωτογενούς υλικού θεμελίωσης του αντικειμενικού στοιχείου του διεθνούς εθίμου.[83] Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εσωτερική νομοθεσία συνιστά τμήμα της κρατικής πρακτικής, ήτοι του υλικού βραχίονα του εθιμικού διεθνούς δικαίου.[84] Με δεδομένο ότι η Επιτροπή υιοθετεί την ευρύτερη δυνατή πρόσληψη της έννοιας «νομοθεσία»,[85] είναι εύληπτο ότι οι ελληνικοί νόμοι μνήμης μπορούν αντικειμενικά να αποτελέσουν στοιχείο της ελληνικής κρατικής πρακτικής.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η προσπάθεια για την οικουμενική αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου μπορεί και είναι αναγκαίο να λάβει και τη μορφή μιας προσπάθειας αποκρυστάλλωσης και διασάφησης του εθιμικού καθεστώτος σχετικά με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Καθώς ο αγώνας των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας μπορεί να αποκτήσει και μια νέα δυναμική, και έχοντας πάντοτε κατά νου την συμπλήρωση εκατό χρόνων από την τελική φάση της γενοκτονίας που σηματοδοτεί η άφιξη του Κεμάλ στην Αμισό, είναι αναγκαίο η ελληνική πράξη αναγνώρισης να επανεξεταστεί με σκοπό τη συμπλήρωσή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, κατά τον χρόνο επιχείρησής της, αποτέλεσε μια σπουδαία κατάκτηση του Ποντιακού Ελληνισμού με σοβαρές συμβολικές, αλλά και πολιτικές προεκτάσεις. Πλην όμως, σήμερα –είκοσι πέντε έτη μετά την υιοθέτηση του Ν. 2193– έχει γίνει προφανές ότι η αποσύνδεση των συμβολικών και πολιτικών κινήσεων από τα νομικά επίδικα δεν ενισχύει, αλλά αδυνατίζει τις αξιώσεις της θυματοποιημένης κοινότητας.

Αν η Ελλάδα επιθυμεί πράγματι να  «να καλύψει ένα μεγάλο εθνικό, ιστορικό, ηθικό και πολιτικό κενό […] [σ]υμβάλλοντας, έτσι, έστω και στο ελάχιστο στην αποκατάσταση της ηθικής καταστροφής»[86] που υπέστη ο Ελληνισμός του Πόντου, τότε η υιοθέτηση ενός πληρέστερου νόμου μνήμης, σε αρμονία προς τις σύγχρονες εξελίξεις στο πεδίο του διεθνούς δικαίου κατά των μαζικών θηριωδιών, κρίνεται επιβεβλημένη.[87] Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ένα νέο νομοθέτημα καθαυτό δεν αρκεί. Είναι αναγκαία τόσο η ανάληψη πρωτοβουλιών σε διεθνές επίπεδο[88] όσο και η επίτευξη νομικά σημαντικών αναγνωρίσεων, όπως πρώτιστα εκείνες που προέρχονται από όργανα με εξουσία διεθνούς εκπροσώπησης του αναγνωρίζοντος κράτους ή από το κεντρικό νομοθετικό του σώμα.[89] Εν τέλει δε, είναι απαραίτητη μια συγκροτημένη όσο και δημιουργική σύμπραξη μεταξύ των κρατικών αρχών και της κοινωνίας των πολιτών, η οποία θα μπορούσε να λάβει και κανονιστική αποτύπωση, ιδίως μέσα από τη δημιουργία ενός ζώντος οργανισμού προστασίας της συλλογικής μνήμης. Σε διαφορετική περίπτωση, η απλή ετήσια άσκηση μνημοσύνης και εθιμοτυπίας εκ μέρους των φορέων των διαφόρων κρατικών λειτουργιών, όχι μόνον δεν προσθέτει τίποτε στις εργώδεις προσπάθειες των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, αλλά γεννά εύλογες αμφιβολίες σχετικά με το αν οι κρατικές αρχές έχουν διαχρονικά συνειδητοποιήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υιοθέτηση της επίμαχης πράξης αναγνώρισης.

Ο Δημήτριος Κούρτης είναι δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, με αντικείμενο διδακτορικής διατριβής ‘Remedies for victims of genocide in international law’.

Υποσημειώσεις

[1] Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στο έργο του Γάλλου κοινωνιολόγου Maurice Halbwachs, On Collective Memory (Lewis A. Coser ed. & trns., Chicago/London: University of Chicago Press, 1992), αποδίδοντας την αντίληψη για γεγονότα του παρελθόντος ως κοινό, αμοιβαία αποδεκτό και αλληλεπιδραστικά επιβεβαιούμενο γνωσιακό αγαθό ορισμένης συλλογικότητας, στο πλάτος της οποίας εντάσσονται από μικρές ομαδοποιήσεις, χωρίς συγκεκριμένη τυπολογία, έως και εθνικά κράτη, διεθνείς μη κρατικοί δρώντες, αλλά ακόμη και η ίδια η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της. Βλ. και Joachim J. Savelsberg, Ryan D. King, ‘Law and Collective Memory’ (2007) 3 Annual Review of Law & Social Science 189, 191.

[2] Βλ. Jeffrey K. Olick, Vered Vinitzky-Seroussi & Daniel Levy, ‘Introduction’ στο Jeffrey K. Olick, Vered Vinitzky-Seroussi & Daniel Levy (eds.), The Collective Memory Reader (Oxford: Oxford University Press, 2011) 3-62· Jeffrey K. Olick, ‘Collective Memory: The Two Cultures’ (1999) 17 Sociological Theory 333. Επίσης και Moshe Hirsch, Invitation to the Sociology of International Law (Oxford: Oxford University Press, 2015) 50-52.

[3] Aaron Beim, ‘The Cognitive Aspects of Collective Memory’ (2007) 30(1) Symbolic Interaction 7.

[4] Hirsch Invitation 51· Eviatar Zerubavel, ‘Social Memories: Steps to a Past’ (1996) 19(3) Qualitative Sociology 283-289· Jan Assmann, John Czaplicka, ‘Collective Memory and Cultural Identity’ (1995) 65 New German Critique 125-133.

[5] Βλ. και Jeffrey K. Olick, ‘From Collective Memory to the Sociology of Mnemonic Practices and Products’ στο Astrid Erll, Ansgar Nünning (eds), Cultural Memory Studies: An International and Interdisciplinary Handbook (N. York/Berlin: Walter de Gruyter, 2008) 151-159· Jeffrey Andrew Barash, Collective Memory and the Historical Past (Chicago/London: Chicago University Press, 2016) 1, 11 et seq.

[6] Βλ. ενδεικτικά Emanuela Fronza, Memory and Punishment: Historical Denialism, Free Speech and the Limits of Criminal Law (The Hague: TMC Asser, 2018)· Paul Behrens, Nicholas Terry & Olaf Jensen (eds), Holocaust and Genocide Denial: A Contextual Perspective (Abington Oxon: Routlege, 2017)· Uladzislau Belavusau, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias (eds), Law and Memory: Towards Legal Governance of History (Cambridge: Cambridge University Press, 2017)· Nikolay Koposov, Memory Laws, Memory Wars: The Politics of the Past in Europe and Russia (Cambridge: Cambridge University Press, 2017)· Mark Osiel, Mass Atrocity, Collective Memory, and the Law (Michael Curtis ed., 1st edn. 1997, Abington Oxon: Routledge, 2017)· Rachel López, ‘The (Re)Collection of Memory After Mass Atrocity and the Dilemma for Transitional Justice’ (2015) 47 N. York University Journal of International Law & Politics 799· Gabriele Delia Morte, ‘International Law between the Duty of Memory and the Right to Oblivion’ (2014) 14 International Criminal Law Review 427· Ludovic Hennebel, Thomas Hochmann (eds), Genocide Denials and the Law (Oxford: Oxford University Press, 2011)· Robert A. Kahn, Holocaust Denial and the Law: A Comparative Study (N. York: Palgrave Macmillan, 2004).

[7] Σύμφωνα με έναν ασφαλή όσο και αρκετά αφαιρετικό ορισμό, ως «νόμοι μνήμης» (memory laws) νοούνται οι κανονιστικές ρυθμίσεις που υιοθετούν μια συγκεκριμένη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, αποδίδοντας συνήθως σε αυτά και δεδομένο νομικό χαρακτηρισμό· βλ. Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘Historical Truth’ στο Andreas Johannes Wiesand, Kalliopi Chainoglou & alt. (eds), Culture and Human Rights – The Wroclaw Commentaries (Berlin/Boston MA: De Gruyter, 2016) 177.

[8] Με το λεκτικό αυτό σχήμα αποδίδονται μαζικές θηριωδίες που φέρουν τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας, πλην όμως έλαβαν χώρα πριν από την υιοθέτηση της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας [ΣΠΚΕΓ] της 9ης Δεκεμβρίου 1948, Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide (adopted 9 December 1948, entered into force 12 January 1951) [UNGA Res. 260A(III), UN Doc. A/RES/260A(III)] 78 UNTS 277· βλ. Donald Bloxham, A. Dirk Moses, ‘Editors’ Introduction: Changing Themes in the Study of Genocide’ στο Donald Bloxham, A. Dirk Moses (eds.), Oxford Handbook of Genocide Studies (Oxford: Oxford University Press, 2010) 1, 10-11.

[9] Uladzislau Belavusau, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘Introduction: Memory Laws: Mapping a New Subject in Comparative Law and Transitional Justice’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 1, 6· Koposov Memory Laws 7, 27-38.

[10] Πρβλ. τη θέση του πολιτικού τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, το οποίο, πριν την ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος με ειδικό νόμο το 1985, είχε θεμελιώσει ερμηνευτικά το αξιόποινο, μέσα από τις διατάξεις του γερμανικού ποινικού κώδικα σχετικά με τα εγκλήματα κατά της τιμής· σύμφωνα με τη νομολογιακή αυτή προσέγγιση, η ποινική αντιμετώπιση της αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος αντιστοιχούσε στην υποχρέωση του γερμανικού λαού να διατηρήσει τη μνήμη της θηριωδίας που, με τη σειρά της, λειτουργούσε ως εγγύηση μη επανάληψης και αποτελούσε όρο sine qua non, προκειμένου οι επιζήσαντες της στοχευμένης κοινότητας να συνεχίσουν τη ζωή τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στη μεταπολεμική Γερμανία· BGH 18.09.1979 – VI ZR 140/78 στο BGHZ 75 (1979) 160, 161· Kahn Holocaust Denial 18· Koposov Memory Laws 77.

[11] Marina Aksenova, ‘The Role of International Criminal Tribunals in Shaping the Historical Accounts of Genocide’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 48-69.

[12] IMT Nuremberg, United States of America et alt. v. Göring, Judgment & Sentences of 1 October 1946 (1947) 41(1) American Journal of International Law 172.

[13] William A. Schabas, Unimaginable Atrocities: Justice, Politics, and Rights at the War Crimes Tribunals (Oxford: Oxford University Press, 2012) 9-14.

[14] Hirsch Invitation 53· Antonio Cassese, International Criminal Law (3rd edn., Oxford: Oxford University Press, 2013) 256· Savelsberg & King Law 193.

[15] Δηλαδή, γενική πρόληψη (αποτροπή), αποδοκιμασία, ανταπόδοση και συλλογική συνδιαλλαγή· βλ. ICTY[TC], Case No IT-96-22-T, Prosecutor v. Erdemović, Sentencing Judgment of 29 November 1996 para 58: ‘[…] general prevention (or deterrence), reprobation, retribution (or “just deserts”), as well as collective reconciliation’.

[16] Για τις πρώιμες κρατικές προσπάθειες εμπέδωσης συγκεκριμένων πολιτικών δημόσιας μνήμης στην επαναστατική Γαλλία, βλ. Andrew McClellan, Inventing the Louvre: Art, Politics, and the Origins of the Modern Museum in Eighteenth-Century Paris (Berkeley CA: University of California Press, 1999)· για την πρώιμη διακρατική συνεργασία στο αντίστοιχο πεδίο, βλ. Belavusau & Gliszczyńska-Grabias Introduction 3, 6.

[17] Osiel Mass Atrocity 6· βλ. επίσης και I/ACtHR, Case of Gutiérrez Soler v. Colombia, Judgment (Merits, Reparations & Costs) of 12 September 2005, Series C No 132 Separate Opinion of Judge Antônio Augusto Cançado Trindade paras 11-14.

[18] Luke Moffett, Justice for Victims Before the International Criminal Court (London/N.York: Routledge, 2014) 35-38· Chrisje Brants, Katrien Klep, ‘Transitional Justice: History-Telling, Collective Memory, and the Victim-Witness’ (2013) 7(1) International Journal of Conflict & Violence 37· Yael Danieli, ‘Massive Trauma and the Healing Role of Reparative Justice’ στο Carla Ferstman, Mariana Goetz, Alan Stephens (eds.), Reparations for Victims of Genocide, War Crimes and Crimes against Humanity: Systems in Place and Systems in the Making (Leiden/Boston MA: Martinus Nijhoff Publishers, 2009) 41-77· Raquel Aldana-Pindell, ‘In Vindication of Justiciable Victims’ Rights to Truth and Justice for State-Sponsored Crimes’ (2002) 35(5) Vanderbilt Journal of Transnational Law 1399.

[19] Koposov Memory Laws 38-41.

[20] ECtHR[GC], El-Masri v. The Former Yugoslav Republic of Macedonia, Application No 39630/09, Judgment of 13 December 2012 para 191· ECtHR, Association ‘21 December 1989’ v. Romania, Application No 33810/07, Judgment of 24 May 2011 para 144· I/ACtHR, Case of Bámaca Velásquez v. Guatemala, Judgment (Merits) of 25 November 2000, Series C No 70 para 201· βλ. και Juan Carlos Ochoa, The Rights of Victims in Criminal Justice Proceedings for Serious Human Rights Violations (Leiden/Boston MA: Martinus Nijhoff Publishers, 2013) 37 et seq.

[21] Πρβλ. Ανδοκίδης, Περί των Μυστηρίων 1.81-90· για την Αθηναϊκή Αμνηστία του 403 π.Χ./ΠΚΕ, βλ. Edwin Carawan, The Athenian Amnesty and Reconstructing the Law (Oxford: Oxford University Press, 2013).

[22] Peace Treaty (Peace Treaty of Münster) (Spain ― Netherlands) 30 January 1648, 1 CTS 1· Treaty of Peace (Pacts of Münster) (Holy Roman Empire ― France) 12 (24) October 1648, 1 CTS 271· Peace Treaty (Pact of Osnabrück) (Holy Roman Empire ― Sweden) 14 (24) October 1648, 1 CTS 198· Κοινό Αρθρ. ΙΙ: «[…] θα υπάρξει διηνεκής Λησμοσύνη και Αμνήστευση [Διαγραφή από την Ιστορική Μνήμη] όλων όσων διαπράχθησαν από την αρχή αυτών των Ταραχών».

[23] Versailles Peace Treaty (Allied & Associated Powers ― Germany) (signed 28 June 1919, entered into force 10 January 1920) 225 CTS 188· Αρθρ. 231: «Αι Σύμμαχοι και Συνησπισμέναι Κυβερνήσεις δηλούσιν, η δε Γερμανία αναγνωρίζει ότι αύτη και οι Σύμμαχοι αυτής εισίν υπεύθυνοι, ως γενόμενοι πρόξενοι, όλων των απωλειών και ζημιών ας υπέστησαν αι Σύμμαχαι και Συνησπισμέναι Κυβερνήσεις και οι υπήκοοι αυτών συνεπεία του επιβληθέντος αυταίς πολέμου εκ της επιθέσεως της Γερμανίας και των Συμμάχων αυτής».

[24] Πρβλ. Fronza Memory and Punishment 24-38. Για την αποκαταστατική λειτουργία της μνήμης, βλ. Frédéric Mégret, ‘The International Criminal Court Statute and the Failure to Mention Symbolic Reparation’ (2009) 16 International Review of Victimology 127, 129-142.

[25] Για ανάλογες προσπάθειες εκ μέρους των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης, μέσω της υιοθέτησης νόμων μνήμης με έντονη ποινική χροιά από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, βλ. Koposov Memory Laws 152-176. Επίσης και Peter J. Verovšek, ‘Collective Memory, Politics, and the Influence of the Past: The Politics of Memory as a Research Paradigm’ (2016) 4(3) Politics, Groups, & Identities 529.

[26] Πρβλ. ECtHR[GC], Perinçek v. Switzerland, Application No 27510/08, Judgment of 15 October 2015 paras 155-157.

[27] Για τις βασικές νομικές προκλήσεις, βλ. Kai Ambos, ‘The Armenian “Genocide”?’ EJIL: Talk! Blog of the European Journal of International Law (11 May 2015), προσβάσιμο από <https://www.ejiltalk.org/the-armenian-genocide/> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)· Pulat Tacar, Maxime Gauin, ‘State Identity, Continuity, and Responsibility: The Ottoman Empire, the Republic of Turkey and the Armenian Genocide: A Reply to Vahagn Avedian’ (2012) 23(3) European Journal of International Law 821.

[28] Ενδιαφέρον είναι ότι ο William A. Schabas, ‘Gaza, Goldstone, and Lawfare’ (2010) 43 Case Western Reserve Journal of International Law 307, 309-310 αναφέρει ως αρχετυπική περίπτωση νομικής πολεμικής (lawfare) την Τριμερή Διακήρυξη του 1915 για τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Αρμενίων [File No. 867.4016/67 (28 May 1915), FRUSA WWI 1915 Supplement, προσβάσιμο από <https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1915Supp/d1398> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)]· πρόκειται για τη διακήρυξη στην οποίαν απαντά για πρώτη φορά ο όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»· βλ. William A. Schabas, Genocide in International Law: The Crime of Crimes (2nd edn., Cambridge: Cambridge University Press, 2009) 20· επίσης και M. Cherif Bassiouni, Crimes Against Humanity: Historical Evolution and Contemporary Application (Cambridge: Cambridge University Press, 2011) 1-2.

[29] Για τη λογική του «ηθικού κεφαλαίου» και της ενίσχυσης αυτού ως επιμέρους προβληματική της μελέτης των γενοκτονιών, βλ. Donald W. Beachler, The Genocide Debate: Politicians, Academics, and Victims (N. York: Palgrave Macmillan, 2011)· επίσης και Michael J. Kelly, Genocide, ‘The Power of a Label’ (2007) 40 Case Western Reserve Journal of International Law 147.

[30] Αρχικά, δυνάμει του ΝΔ 3091/1954 «Περί Κυρώσεως της Συμβάσεως δια την Πρόληψιν και Καταστολήν του Εγκλήματος της Γενοκτονίας από 9 Δεκεμβρίου 1948 (ΦΕΚ Α’ 250/12η Οκτωβρίου 1954)· εν συνεχεία, δυνάμει του Ν. 3003/2002 «Κύρωση του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου» (ΦΕΚ Α’ 75/8η Απριλίου 2002) και, τελικά, δια του Ν. 3948/2011 «Προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου» (ΦΕΚ Α’ 71/5η Απριλίου 2011).

[31] Αρθρ. 7 Ν. 3948/2011: «Όποιος, με σκοπό να καταστρέψει, εν όλω ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα, ως τέτοια: (α) σκοτώνει μέλος αυτής της ομάδας, (β) προκαλεί σε μέλος της ομάδας βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη (Άρθρο 310§2 ΠΚ), (γ) επιβάλλει στην ομάδα συνθήκες διαβίωσης ικανές να προκαλέσουν την πλήρη ή μερική φυσική της εξόντωση, (δ) επιβάλλει μέτρα που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας, (ε) μεταφέρει δια της βίας ανηλίκους της μιας ομάδας σε άλλη ομάδα και έτσι δημιουργεί ο ίδιος ή σε συνεργασία με άλλους, κίνδυνο για την ύπαρξη της ομάδας, τιμωρείται: (α) στην περίπτωση α’ με ισόβια κάθειρξη, (β) στις περιπτώσεις β’ έως ε’ με κάθειρξη και αν από την πράξη επήλθε θάνατος, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».

[32] Ν. 2193/1994 «Η 19η Μαΐου Καθιερώνεται ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου» (ΦΕΚ Α’ 32/11η Μαρτίου 1994).

[33] UN Doc. A/HRC/25/49 ‘Report of the Special Rapporteur in the Field of Cultural Rights, Farida Shaheed: Memorialization Processes’ (23 January 2014) paras 25-48. Βέβαια, αρκετές από τις κανονιστικές εξελίξεις που η Ειδική Εισηγήτρια Farida Shaheed καταγράφει στην έκθεσή της είναι μεταγενέστερες του υιοθετηθέντος νόμου. Ωστόσο, η οπτική των θεμελιωδών δικαιωμάτων (paras 45-48), ιδίως των πολιτισμικών δικαιωμάτων, προηγείται του επίμαχου νόμου τόσο στο εσωτερικό (πρώτιστα το συνταγματικό) δίκαιο όσο και στο πεδίο της διεθνούς δικαιοταξίας· βλ. International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights (adopted 16 December 1966, entry into force 3 January 1976) [UNGA Res. 2200A(XXI), UN Doc. A/RES/2200A(XXI)], το οποίο η Ελλάδα κύρωσε Ν. 1532/1985 «Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα» (ΦΕΚ Α’ 25/19η Μαρτίου 1985).

[34] Σχετικά με τους νόμους μνήμης, βλ. Belavusau & Gliszczyńska-Grabias Introduction 1-26.

[35] UN Doc. E/CN.4/Sub.2/1993/8 ‘Study Concerning the Right to Restitution, Compensation and Rehabilitation for Victims of Gross Violations of Human Rights and Fundamental Freedoms: Final Report submitted by Mr. Theo van Boven, Special Rapporteur’ (2 July 1993).

[36] Βλ. UNGA Res. 40/34, UN Doc. A/RES/4034 ‘Declaration of Basic Principles of Justice for Victims of Crime and Abuse of Power’ (29 November 1985).

[37] Φυσικά, ούτε οι αρχές Joinet/Orentlicher (1997/2005) ούτε οι αρχές van Boven/Bassiouni (1997/2000) λήφθηκαν υπόψη, καθώς διατυπώθηκαν μετά την υιοθέτηση του νομοθετήματος· UN Doc. E/CN.4/Sub.2/1997/20/Rev.1 ‘Question of the Impunity of Perpetrators of Human Rights Violations (Civil and Political): Revised Final Report prepared by Mr. Joinet pursuant to Sub-Commission Decision 1996/119’ (2 October 1997)· UN Doc. E/CN.4/2005/102/Add.1 ‘Impunity Report of the Independent Expert to update the Set of Principles to Combat Impunity, Diane Orentlicher’ (8 February 2005)· UN Doc. E/CN.4/1997/104, Annex ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to Reparation for Victims of [Gross] Violations of Human Rights and International Humanitarian Law’ (16 January 1997), ιδίως ¶15(f)· UN Doc. E/CN.4/2000/62 ‘The Right to Restitution, Compensation and Rehabilitation for Victims of Gross Violations of Human Rights and Fundamental Freedoms: Final Report of the Special Rapporteur, Mr. M. Cherif Bassiouni, submitted in accordance with Commission Resolution 1999/33’, Annex ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to a Remedy and Reparation for Victims of Violations of International Human Rights and International Humanitarian Law’ (18 January 2000), ιδίως ¶25(g). Επισημαίνεται ότι οι αρχές van Boven/Bassiouni αποτέλεσαν τη βάση για την κατάστρωση των Βασικών Αρχών και Κατευθυντηρίων σχετικά με το Δικαίωμα σε Έννομη Θεραπεία και Επανόρθωση για τα Θύματα των Δριμειών Παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 2005· βλ. UNGA Res. 60/147, UN Doc. A/RES/60/147 ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to a Remedy and Reparation for Victims of Gross Violations of International Human Rights Law and Serious Violations of International Humanitarian Law’ (21 March 2006).

[38] Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών στην Πρόταση Νόμου «Για την καθιέρωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων τον Πόντου ως Ημέρας Μνήμης» (23η Φεβρουαρίου 1994) 1-3, προσβάσιμη από <https://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=7cddf4a9-aa83-4615-8941-6ce27e1ac418 > (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[39] Ibid. 2.

[40] Εισηγητική Έκθεση Προτεινόντων Βουλευτών στην Πρόταση Νόμου «Για την καθιέρωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων τον Πόντου ως Ημέρας Μνήμης» (30η Μαρτίου 1992) 1-4, προσβάσιμη από <https://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=7cddf4a9-aa83-4615-8941-6ce27e1ac418 > (τελευταία πρόσβαση 4/2019)

[41] Ibid. 1.

[42] Για τη διαδικασία παραπομπής στην προβλεπόμενη από τα Αρθρ. 65(5) Συντ. και 162 Καν.ΒτΕ Επιστημονική Επιτροπή εισαχθέντων στην εθνική αντιπροσωπεία σχεδίων ή προτάσεων νόμων, βλ. Αρθρ. 92 Κανονισμού ΒτΕ.

[43] Ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης» (ΦΕΚ Α’ 34/23η Φεβρουαρίου 2012).

[44] Για την τυπολογία των νόμων μνήμης, βλ. Grażyna Baranowska, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘“Right to Truth” and Memory Laws: General Rules and Practical Implications’ (2018) 47(1) Polish Political Science Yearbook 97, 98-99.

[45] Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών 3.

[46] Αρθρ. 1 Ν. 2193/1994.

[47] Ibid. Αρθρ. 2.

[48] ΠΔ 99/1994 «Ορισμός της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου» (ΦΕΚ Α’ 98/13η Μαΐου 1994).

[49] Βλ. για παράδειγμα τον αντίστοιχο πολωνικό Νόμο για το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης [Act on the Institute of National Remembrance – Commission for the Prosecution of Crimes against the Polish Nation (18 December 1998), προσβάσιμη από <http://melaproject.org/sites/default/files/2018-12/Article%2055%20of%20Act%20on%20the%20Institute%20of%20National%20Remembrance%2C%2018%20December%201998.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)]. Για την πρόσφατη τροποποίησή του (2018), η οποία προκάλεσε έντονο θεωρητικό διάλογο, αλλά και διπλωματικούς τριγμούς μεταξύ Πολωνίας και Ισραήλ, βλ. <https://www.germandeathcampsnotpolish.com/772_act_en.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019). Μια πρώτη κριτική αποτίμηση σε Patrycja Grzebyk, ‘Amendments of January 2018 to the Act on the Institute of National Remembrance – Commission for the Prosecution of Crimes against the Polish Nation in Light of International Law’ (2017) 37 Polish Yearbook of International Law 287.

[50] Πρβλ. Larissa van den Herik, ‘The Schism between the Legal and the Social Concept of Genocide in Light of the Responsibility to Protect’ στο René Provost, Payam Akhavan (eds), Confronting Genocide (Dordrecht: Springer, 2012) 75, 75-76, 91-95.

[51] Αν και η πολωνική γενοκτονία συνιστά, επίσης, γενοκτονία avant la lettre, ο οικείος μνημονικός νόμος υιοθετεί (Αρθρ. 3 & 4) συγκεκριμένο διακηρυκτικό λεκτικό με αναφορά και στην ΣΠΚΕΓ, αποδίδοντας τη νομική πεποίθηση των πολωνικών αρχών αναφορικά με τη χρήση του όρου γενοκτονία. Για τη νομολογιακή αντιμετώπιση της επίμαχης θηριωδίας ως γενοκτονίας, βλ. Supreme National Tribunal of Poland, Trial of Hauptsturmführer Amon Leopold Goeth, Case No 37 (5 September 1946) VII LRTWC 1, 7-9· Supreme National Tribunal of Poland, Trial of Gauleiter Artur Greiser, Case No 74 (7 July 1946) XIII LRTWC 70, 113-114.

[52] Αναφορικά με την επίμαχη εξίσωση στο πλαίσιο των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, βλ. Adil A. Haque, ‘Group Violence and Group Vengeance: Toward a Retributivist Theory of International Criminal Law’ (2005) 9(1) Buffalo Criminal Law Review 273, 301 et seq.

[53] Για μια ενδιαφέρουσα επεξεργασία της σχέσης μεταξύ κοινωνικού συμβολαίου, υποχρέωσης πρόνοιας και επανόρθωσης, βλ. ICC[TC-V(a)], Case No ICC-01/09-01/11, Prosecutor v. Ruto & Sang, Victims’ Views and Concerns on the Issue of Reparation or Assistance in Lieu of Reparation Pursuant to the Trial Chamber Decision of 5 April 2016 on the Defence Motions on ‘No Case to Answer’, plus 3 Annexes (15 June 2016) paras 29-32.

[54] Sévane Garibian, ‘Ghosts Also Die Resisting Disappearance through the‘Right to the Truth’and the Juicios por la Verdad in Argentina’ (2014) 12 Journal of International Criminal Justice 515.

[55] Miltiadis Sarigiannidis, ‘On A Right and A Duty to the Truth, and its Relevance to International Peace and Justice’ στο Thomas Skouteris, Michael Vagias (eds), International Organizations and the Protection of Human Rights: Essays in Honor of Professor Paroula Naskou-Perraki (Athens: Themis, 2014) 31· Dermot Groom, ‘The Right to Truth in the Fight against Impunity’ (2011) 29(1) Berkley Journal of International Law 175· Juan E. Méndez, ‘The Right to Truth’ στο Reining in Impunity for International Crimes and Serious Violations of Fundamental Human Rights: Proceedings of the Siracusa Conference, 17-21 September 1998 (Toulouse: Érès, 1998) 255.

[56] Ο όρος αποδίδει το λεκτικό, νομικό, αλλά και εξωνομικό taboo που συνάπτεται προς τη χρήση της λέξης «γενοκτονία»· βλ. και Martin Mennecke, ‘What’s in a Name? Reflections on Using, Not Using, and Overusing the “G-Word”’ (2007) 2(1) Genocide Studies & Prevention 57.

[57] Για τα κριτήρια εξειδίκευσης της έννοιας της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, βλ. Pablo De Greiff, ‘Justice and Reparations’ στο Pablo De Greiff (ed.), The Handbook of Reparations (Oxford: Oxford University Press, 2006) 451, 455-466.

[58] Margaret Urban Walker, ‘Truth Telling as Reparations’ (2010) 41(4) Metaphilosophy 525, 530.

[59] Βλ. mutatis mutandis τις σχετικές προτάσεις του Ειδικού Εισηγητή για την προώθηση της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της επανόρθωσης και των εγγυήσεων μη επανάληψης De Greiff στο UN Doc. A/72/523 ‘Report of the Special Rapporteur on the Promotion of Truth, Justice, Reparation and Guarantees of Non-Recurrence’ (12 October 2017) paras 66-80.

[60] Βλ. και UN Doc. A/HRC/37/65 ‘Joint Study of the Special Rapporteur on the Promotion of Truth, Justice, Reparation and Guarantees of Non-Recurrence and the Special Adviser to the Secretary-General on the Prevention of Genocide’ (1 March 2018) paras 59-71.

[61] Πρβλ. τα σχόλια του ιδιαίτερα επικριτικού στις κανονιστικές επεμβάσεις τόσο στο μνημονικό όσο και στο ιστορικό πεδίο, Costas Douzinas, ‘History Trials: Can Law Decide History?’ (2012) 8 Annual Review of Law and Social Science 273, 287.

[62] Susan L. Karamanian, ‘The International Court of Justice and the Armenian Genocide’ στο Alexis Demirdjian (ed.), The Armenian Genocide Legacy (N. York/London: Palgrave Macmillan, 2016) 84, ιδίως 95-96, όπου η έμφαση δίδεται στις πιλοτικές μεμονωμένες δίκες ενώπιον εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων με σκοπό την αποκατάσταση των απογόνων των θυμάτων.

[63] Με αναφορά στο διατλαντικό δουλεμπόριο, βλ. Luke Moffett, Katarina Schwarz. ‘Reparations for the Transatlantic Slave Trade and Historical Enslavement: Linking Past Atrocities with Contemporary Victim Populations’ (2018) 36(4) Netherlands Quarterly of Human Rights 247, ιδίως 261 et seq.

[64] Βλ. και Alexis Demirdjian, ‘A Moving Defence: The Turkish State and the Armenian Genocide’ (2018) 16(3) Journal of International Criminal Justice 501, 522.

[65] «Περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις» (ΦΕΚ Α’ 139/28η Ιουνίου 1979).

[66] Ibid. «Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου «χαρακτηριστικά φύλου» ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 – 20.000) ευρώ».

[67] Για την συγκριτική προσέγγιση ελληνικής και γαλλικής πρακτικής αναφορικά με το ποινικό σκέλος των μνημονικών νόμων, βλ. Ioanna Tourkochoriti, ‘Challenging Historical Facts and National Truths: An Analysis of Cases from France and Greece’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 151-174.

[68] Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 «Για την Καταπολέμηση Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου» (Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ L 328/55/6-12-2008), Αρθρ. 1(δ): « Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει ότι τιμωρούνται οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: […] η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας».

[69] Αρθρ. 2 Ν. 4285/2014 «Τροποποίηση του Ν. 927/1979 (Α’ 139) και Προσαρμογή του στην Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την Καταπολέμηση Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου (L 328) και Άλλες Διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 191/10η Μαρτίου 2014).

[70] Tourkochoriti Challenging 161-164.

[71] Βλ. Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης 2383/2015 ΤΝΠ NOMOS και [2017] Ποινικά Χρονικά 450 (Μοροζίνης).

[72] Ibid. ¶¶80-81 «Ο Έλληνας νομοθέτης στο άρ. 2 του Ν. 4285/2014 προσέθεσε την αναφορά «σε αποφάσεις της Βουλής», η οποία ως επιλογή αποκλειόταν από το άρ. 1 παρ. 4 της απόφασης-πλαίσιο 2008/931/ΔΕΥ. Δυνάμει της τελευταίας, ο νομοθέτης μπορεί ουσιαστικά να τιμωρεί την επιδοκιμασία, τον ευτελισμό ή την κακόβουλη άρνηση της ύπαρξης και της σοβαρότητας ιστορικών ή σύγχρονων περιστατικών, των οποίων την ύπαρξη και το νομικό χαρακτηρισμό τους ως εγκλήματα μπορεί ο ίδιος να καθορίζει «αυθεντικά», χωρίς να έχει διεξαχθεί δίκη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Ωστόσο, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, η ποινική δικαιοδοσία, η οποία ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια κατά τα άρ. 26, 87 και 96 Συντ., περιλαμβάνει την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, τον νομικό χαρακτηρισμό τους και την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων στους δράστες για όλα τα εγκλήματα που προβλέπονται στο άρ. 2 του Ν. 4285/2014 […]. Ως εκ τούτου, με την παραπάνω προσθήκη, ο Έλληνας νομοθέτης υπερέβη τον συνταγματικώς καθορισμένο ρόλο του και εισέδυσε ανεπίτρεπτα στη ποινική δικαιοδοσία που ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια κατά τα άρ. 26,87 και 96 Συντ., υποκαθιστώντας τα τελευταία».

[73] Ibid. ¶83 «Επιπροσθέτως, η μη αναγνώριση των προβλεπόμενων εγκλημάτων από τα αρμόδια διεθνή ή εθνικά δικαστήρια στις περισσότερες περιπτώσεις κατατείνει λογικά στην ανυπαρξία τους, είτε επειδή τα επίδικα πραγματικά περιστατικά δεν τα στοιχειοθετούν είτε γιατί κατά το χρόνο επέλευσης των σχετικών γεγονότων δεν υπήρχε το απαραίτητο νομικό οπλοστάσιο. Κατ’ αποτέλεσμα, η εκ των υστέρων αναγνώριση των σχετικών εγκλημάτων με «αποφάσεις της Βουλής» συνιστά κατ’ ουσίαν μια ιδιότυπη αναδρομική εφαρμογή του ποινικού νόμου, αντίθετη με την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege praevia […]».

[74] Στην επίμαχη υπόθεση κρίθηκε ότι η καταδίκη του αρνητή της Γενοκτονίας των Αρμενίων Doğu Perinçek από ελβετικό ποινικό δικαστήριο συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση του κράτους στην ελευθερία της έκφρασης του προσφεύγοντος (Αρθρ. 10 ΕΣΔΑ). Βλ. ECtHR[GC] Perinçek paras 274-281.

[75] Ibid. paras 173-179· στην υπόθεση παρενέβησαν η τουρκική, αρμενική και γαλλική κυβέρνηση.

[76] Ν. 2397/1996 «Η 24η Απριλίου Καθιερώνεται ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία.» (ΦΕΚ Α’ 80/10η Μαΐου 1996).

[77] William A. Schabas, ‘Retroactive Application of the Genocide Convention’ (2010) 4 University of St. Thomas Journal of Law & Public Policy 36, 42 & 47.

[78] Βλ. και Miltiadis Sarigiannidis, ‘International Law Against the Politics of Evil: The Case of Genocide of Pontic Greeks 1915-1923’ [υπό δημοσίευση μελέτη σε συλλογικό τόμο πρακτικών συνεδρίου διοργάνωσης Institut für Diaspora – und Genozidforschung με θέμα ‘The Displacement, Extinction and Genocide of the Pontic Greeks 1916-1923’ (Bochum, Germany, 25-26 February 2016).] Ευχαριστώ θερμά τον κ. Σαρηγιαννίδη που έθεσε στη διάθεσή μου την αναφερόμενη συμβολή.

[79] Βλ. Republic of Turkey, Ministry of Foreign Affairs, ‘Controversy between Turkey and Armenia about the Events of 1915’, Armenian Claims and Historical Facts: Questions and Answers (Ankara: Center for Strategic Research, 2007) 27, προσβάσιμο από <http://www.mfa.gov.tr/data/DISPOLITIKA/ErmeniIddialari/Ermeni_ingilizce_Soru_CevapKitapcigi.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[80] Για τις προκλήσεις μιας τέτοιας προσέγγισης, βλ. International Center for Transitional Justice, ‘The Applicability of the United Nations Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide to Events which Occurred during the Early Twentieth Century: Legal Analysis’ (4 February 2003) 7, προσβάσιμο από <https://www.ictj.org/sites/default/files/ICTJ-Turkey-Armenian-Reconciliation-2002-English.pdf > (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[81] Βλ. την πλέον πρόσφατη εκδοχή των συμπερασμάτων στο International Law Commission, ‘Draft Conclusions on Identification of Customary International Law’ (2018), προσβάσιμο από <http://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/draft_articles/1_13_2018.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[82] Ibid. Draft Conclusion 5.

[83] Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο status των ως άνω αρχών και οργάνων σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο. Βλ. International Law Commission, ‘Draft Conclusions on Identification of Customary International Law with Commentaries’ (2018), προσβάσιμο από <http://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/commentaries/1_13_2018.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019) Conclusion 5, Commentary para 2.

[84] Ibid. Draft Conclusion 6(2).

[85] Ibid. Commentary para 5.

[86]  Βλ. Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών 3.

[87] Για τις συνέπειες, αλλά και τις προκλήσεις, μιας τέτοιας καθυστερημένης μεταβατικής διαδικασίας, βλ. mutatis mutandis (αναφορικά με τη γαλλική νομοθεσία διαχείρισης της μνήμης του αποικιακού παρελθόντος) Stiina Löytömäki, ‘The Law and Collective Memory of Colonialism: France and the Case of ‘Belated’ Transitional Justice’ (2013) 7(2) International Journal of Transitional Justice 205-223.

[88] Στο σημείο αυτό, η αδράνεια της Ελληνική Δημοκρατίας έναντι του έργου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου αναφορικά με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (μέχρι τον 4/2019 η χώρα δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις, όπως προκύπτει από τον επίσημο ιστότοπο της Επιτροπής <http://legal.un.org/ilc/guide/7_7.shtml>) κρίνεται τουλάχιστον άστοχη.

[89] Για τη νομική αξιολόγηση των μονομερών δικαιοπραξιών (πράξεις αναγνώρισης) γενικότερα, βλ. Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης, «Μονομερείς Διακηρύξεις» στο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας (επιμ. εκδ.), Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας (3η εκδ., Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2017) 433.

Γιάννης Μουρέλος: Όπερα και Πολιτική John Adams «Nixon in China»

Γιάννης Μουρέλος

Όπερα και Πολιτική

John Adams «Nixon in China»

Πως θα σας φαινόταν αν βλέπατε επί σκηνής την άφιξη του Air Force One στο αεροδρόμιο του Πεκίνου, τον πρωθυπουργό της Κίνας Zou Enlai να υποδέχεται τον Richard Nixon, συνοδευόμενο από τη σύζυγό του και από τον Henry Kissinger, τις συνομιλίες με τον Mao Zedong, την μεγάλη δεξίωση στο Ανάκτορο του Λαού με τις αναπόφευκτες προπόσεις, την περιοδεία της Pat Nixon σε, αυστηρά επιλεγμένα από τις τοπικές αρχές, σημεία της πρωτεύουσας, την παράσταση της όπερας-μπαλέτου The Red Detachment of Women στην Όπερα του Πεκίνου προς τιμήν του προεδρικού ζεύγους, τη σύζυγο του Mao, Chiang Ch’ing, να τραγουδά την άρια «I am the wife of Mao Zedong«, εκθειάζοντας τα επιτεύγματα της Πολιτιστικής Επανάστασης; Αυτά και άλλα πολλά διαδραματίζονται στην τρίπρακτη όπερα του John Adams με τίτλο Nixon in China.

John Adams

Toν Φεβρουάριο του 2017, o John Adams συμπλήρωσε  τα 70 του χρόνια. Μεγάλες ορχήστρες, όπως οι Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες, οι συμφωνικές ορχήστρες της Βοστώνης, του Λονδίνου και του Σαν Φρανσίσκο συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους συναυλίες με έργα του συνθέτη τιμώντας, με τον τρόπο αυτό, έναν δημιουργό που έχει σφραγίσει με την πολυσχιδή προσωπικότητά του την αμερικανική (και όχι μόνο) μουσική παραγωγή στο γύρισμα της χιλιετίας.Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή, επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler, που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε, στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος, καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα. Από τα συμφωνικά του έργα αξίζει να αναφερθούν οι εξής τίτλοι: Harmonielehre (1984–85) – Θεωρία της αρμονίας – για μεγάλη ορχήστρα, εμπνευσμένο από την ομώνυμη πραγματεία του Arnold Schoenberg, Grand Pianola Music (1982), το ευρηματικό Short Ride in a Fast Machine (1986) και πρόσφατα το Scheherazade.2(2014), μια δραματική συμφωνία για βιολί και ορχήστρα. Μεγάλο ενδιαφέρον για έναν μελετητή της Ιστορίας, παρουσιάζει η στροφή του Adams προς την όπερα, καθώς η θεματολογία που επιλέγει αντλείται από συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα: Nixon in China (1987) – πρόκειται για την επίσκεψη του Nixon στην Κίνα, που άφησε εποχή με το άνοιγμα που επιχείρησε προς το αντίπαλο στρατόπεδο εν μέσω της περιόδου του Ψυχρού πολέμου τον Φεβρουάριο του 1972, The Death of Klinghoffer (1991) – το επεισόδιο της τρομοκρατικής ενέργειας κατά του κρουαζιερόπλοιου Achille Lauro από Παλαιστινίους τον Οκτώβριο του 1985, τέλος, Doctor Atomic(2005) – το πρόγραμμα Manhattan και η δοκιμή της πρώτης ατομικής βόμβας το 1945. Όσο και αν παραξενεύεται κανείς βλέποντας να παρελαύνουν επί σκηνής τραγουδιστές που υποδύονται τον Nixon, τον Mao, τον Kissinger, τον Klinghoffer (ένα από τα θύματα του Achille Lauro) ή τον Robert Oppenheimer, εν τούτοις, η περίπτωση του Adams διαθέτει προηγούμενο ως προς την επιλογή των ιστορικών θεμάτων και προσώπων: την περίπτωση του Modest Mussorgsky (1839-1881), με την πασίγνωστη όπερα Boris Godunov και τη λιγότερο γνωστή Khovanshchina. Αμφότερες διαδραματίζονται στη Ρωσία του 16ου-17ου αιώνα και εμπνέονται από τις κοινωνικο-πολιτικές εντάσεις της εποχής.

Nixon in China

Η υποδοχή στο αεροδρόμιο του Πεκίνου (21 Φεβρουαρίου 1972)
Το 1983, έντεκα χρόνια, μόλις, έπειτα από την επίσκεψη στην Κίνα και με το σκάνδαλο του Watergate να έχει αμαυρώσει, στο ενδιάμεσο, την εικόνα και το κύρος του Richard Nixon, ο εκκεντρικός σκηνοθέτης Peter Sellars προέτρεψε τον Adams να προχωρήσει στη σύνθεση μιας όπερας με θέμα το ταξίδι αυτό. Στην αρχή, ο μουσικοσυνθέτης εξέφρασε σκεπτικισμό. Όχι μόνο δεν είχε δοκιμαστεί ο ίδιος καθόλου στο χώρο της όπερας, γεγονός που από μόνο του δημιουργούσε ανασφάλεια, αλλά δεν είχε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τις ακριβείς προθέσεις του Sellars ως προς το πνεύμα του έργου. Από ποια οπτική γωνία θα επιχειρούσε να προσεγγίσει το θέμα που του είχε προταθεί; Εκείνη της εξιδανίκευσης; Αντίθετα, εκείνη της απομυθοποίησης; Τέλος, εκείνη της σάτιρας; Το γεγονός ήταν από χρονικής απόψεως πολύ πρόσφατο ακόμα, ώστε να καταφέρει κανείς να το αποδώσει με τη νηφαλιότητα και τη σφαιρικότητα ενός ιστορικού ερευνητή. Σε τελευταία ανάλυση, δεν επρόκειτο περί κάποιας αυστηρής επιστημονικής διαδικασίας. Επρόκειτο περί Τέχνης, όπου τα πάντα επιτρέπονται. Έτσι, επιλέχθηκε τελικά η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και η περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο ο καθένας από αυτούς είχε καταγράψει και αξιολογήσει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που μόλις είχε βιώσει. Αυτό συμβαίνει στην τρίτη και τελευταία πράξη της όπερας, που αποτελεί, τρόπον τινά και την κατακλείδα του έργου, αφήνοντας στον θεατή-ακροατή, εθισμένο από τη σπουδαιότητα της ιστορικής συγκυρίας, μια αίσθηση ανεπαίσθητης πίκρας και απογοήτευσης. Βέβαια, συνθέτης και σκηνοθέτης έχουν φροντίσει συστηματικά να δημιουργήσουν αυτή την εντύπωση. Τις δυο πρώτες πράξεις, όπου ξετυλίγονται, με τρόπο φαντασμαγορικό τα γεγονότα (τελετή υποδοχής, επίσημες συνομιλίες και δείπνα, επίσκεψη στην Απαγορευμένη Πόλη και παρακολούθηση παράστασης στην Όπερα του Πεκίνου), και που θυμίζουν σκηνές από την κινηματογραφική ταινία του Bernardo Bertolucci Ο τελευταίος Αυτοκράτορας, διαδέχεται μια τρίτη πράξη διαστάσεων σχεδόν όπερας δωματίου, όπου ο καθένας από τους πρωταγωνιστές, μέσα στην οικειότητα της κρεββατοκάμαράς του, προβαίνει στη δική του, υποκειμενική αποτίμηση, εκφράζοντας προσδοκίες και ανησυχίες για το μέλλον. Η ανθρώπινη διάσταση της Ιστορίας και η μοναξιά της εξουσίας σε όλο τους το μεγαλείο. Ένα ευρηματικό κλείσιμο, που καθιστά τον Adams ειδήμονα σε ζητήματα εμβάθυνσης στην ανθρώπινη ψυχή, ταυτόχρονα, όμως, και επεξεργασίας θεμάτων βγαλμένων από το πρόσφατο παρελθόν, κάτι που επιχειρείται για πρώτη φορά στην Ιστορία της Μουσικής. Άλλωστε, η εμπειρία αυτή δεν θα μείνει αναξιοποίητη. Θα επαναληφθεί με ανάλογη επιτυχία και στην περίπτωση των άλλων δυο έργων, The death of Klinghoffer και Doctor Atomic.
Η σκηνή της υποδοχής από την παράσταση της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης (2011)
Η επίσκεψη στην Απαγορευμένη Πόλη
Η ίδια σκηνή στο Τhéâtre du Châtelet του Παρισιού (2012)
Η μουσική γραφή περιέχει έντονα στοιχεία μινιμαλισμού, ένα στυλ που εισήχθη στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960. Χαρακτηρίζεται από την επανάληψη μικρών ρυθμικών φράσεων και από σχεδόν καθολική απουσία μελωδικής ανάπτυξης. Η ενορχήστρωση, αντίθετα, είναι γεμάτη πρωτότυπες ιδέες και ποικιλία. Την ορχήστρα πλαισιώνουν σαξόφωνα, πιάνο, ηλεκτρονικό synthesizer και μεγάλη γκάμα από κρουστά όργανα. Η διαφορά κοσμοαντίληψης και προοπτικής μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι εμφανής και μουσικά από τις πρώτες κιόλας νότες του έργου: ευρεία παλέτα αρμονικών χρωμάτων στην περίπτωση των Κινέζων, γρήγορες κοφτές φράσεις και συγκοπές, που παραπέμπουν ευθέως στη μουσική της jazz, σε εκείνη των Αμερικανών. Ο τρόπος χρήσης των φωνών δεν απέχει από την εποχή του ρομαντισμού. Ο συνθέτης εμπιστεύεται το ρόλο του Mao Zedong σε ηρωϊκό τενόρο βαγκνερικής τεχνοτροπίας (heldentenor) – παρά τη μεγάλη ηλικία του πρωταγωνιστή – και επιλέγει το περισσότερο στοχαστικό τίμπρο ενός βαρύτονου για το ρόλο του Nixon, ευθεία αναφορά στην τραγικότητα και στη μοναξιά του Simon Boccanegra του Verdi.
Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έλαβε χώρα στις 22 Οκτωβρίου του 1987 στην Grand Opera του Houston. Η υποδοχή υπήρξε χλιαρή, καθώς το κοινό δεν ήταν εξοικειωμένο με αυτού του είδους τη θεματολογία και με αυτού του είδους τη μουσική. Έκτοτε, έχει ανεβεί από τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές: Musiektheater του Άμστερνταμ και Διεθνές Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1988, Los Angeles Opera το 1990 (με σκηνοθετική αναφορά στα γεγονότα της πλατείας Τιεν Αν Μεν, που μόλις είχαν προηγηθεί), English National Opera του Λονδίνου το 2000, Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης το 2011 και Τhéâtre du Châtelet του Παρισιού το 2012. Για την επέτειο των 70 ετών από τη γέννηση του συνθέτη, η Houston Grand Opera ανέβασε μια νέα παραγωγή ενώ το έργο, με την ίδια πάντοτε αφορμή, παρουσιάστηκε και από άλλα λυρικά θέατρα ανά τον κόσμο και εκτελέστηκε και σε μορφή concertante από μεγάλες ορχήστρες.
Εν κατακλείδι, ο John Adams έχει καταξιωθεί πλέον ως ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς (και όχι μόνο) μουσικοσυνθέτες του 21ου αιώνα, καταλαμβάνοντας θέση εφάμιλλη με εκείνες ενός Gershwin, ενός Copland και ενός Bernstein για τον 20ό. Για εμάς τους ιστορικούς υπάρχει και μια προσθήκη. Εισήγαγε ένα νέο είδος. Αυτό της πολιτικής όπερας, που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος.
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (του οποίου υπήρξε πρόεδρος τη διετία 2011-2013).

Φωτογραφικό Υλικό

 Τότε & Τώρα

nixon-and-mao
Η συνάντηση με τον Mao Zedong
apenkalski_1296844009_NixonInChina
Η συνάντηση με τον Mao Zedong

 

nixon-chou-en-lai-1972
Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού

 

gp_nixon_gallery7_tx700
Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού

 

REVOLUTIONARY-BALLET
H παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου

 

nboc-red-detachment-boy-girl-flag-trouble_1000
H παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου

 

Pat-Nixon-2
Η περιοδεία της Pat Nixon στο Πεκίνο

 

gp_nixon_gallery4_tx800
Η περιοδεία της Pat Nixon στο Πεκίνο

 

Αποσπάσματα από την όπερα του 

John Adams: «Nixon in China»

Nixon in China (The Film). Το επίσημο ντοκιμαντέρ της επίσκεψης

Η σκηνή της υποδοχής στο αεροδρόμιο του Πεκίνου (πρώτη πράξη), Metropolitan Opera Νέας Υόρκης (2011)

Η συνάντηση με τον Μαο Ζedong (πρώτη πράξη), Houston Grand Opera (1987)

Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού (πρώτη πράξη), Metropolitan Opera Νέας Υόρκης (2011)

Η παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου (δεύτερη πράξη),  Théâtre du Châtelet, Παρίσι (2012)

Θεοδόσης Κυριακίδης: Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων

Θεοδόσης Κυριακίδης

 Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου[i].

Η καταστροφή του ελληνορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την καταστροφή και εξαφάνιση των υπόλοιπων γηγενών χριστιανών της Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεταβατικής δεκαετίας, από την ίδια τους την κυβέρνηση. Οι γενοκτονημένοι λαοί με άλλα λόγια υπήρξαν οθωμανοί υπήκοοι και εξοντώθηκαν από το ίδιο τους το κράτος[ii]. Για να κατανοήσουμε πως οι κυβερνητικές ελίτ, οι Νεότουρκοι και αργότερα οι Κεμαλικοί κατέληξαν στο σχέδιο της εξόντωσης των χριστιανών οθωμανών πολιτών, θα πρέπει να κατανοήσουμε το ιστορικό συγκείμενο και τις αιτίες που πυροδότησαν τη συγκεκριμένη εξέλιξη.  Η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής αποτελεί την κορύφωση δυο ιστορικών διαδικασιών και μεταμορφώσεων που είχαν ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Αυτές ήταν αφενός το περίφημο Ανατολικό ζήτημα και αφετέρου η αφύπνιση του εθνικισμού και η κυριαρχία των εννοιών του έθνους-κράτους.

Η διαδρομή από τη σύλληψη της ιδέας, -οι ερευνητές προβληματίζονται για το πότε ακριβώς αποφασίστηκε επιτελικά η εξόντωση-, μέχρι τη  διάπραξη της Γενοκτονίας αναπτύχθηκε σταδιακά και επηρεάστηκε τόσο από εξωτερικά, όσο και από εσωτερικά γεγονότα, όπως θα σημειώσουμε παρακάτω. Αυτή η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής χαρακτηρίστηκε από την Tessa Hofmann  ως Γενοκτονία εν ροή  (cumulative Genocide)[iii].

Είναι γεγονός πως οι γενοκτονίες δεν πραγματοποιούνται χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και βασικούς πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια δεν αποτελούν μια σειρά από αυθόρμητες βιαιότητες. Αντίθετα, αποτελούν καλά μελετημένες πράξεις σφαγών και βίαιων εκτοπίσεων πληθυσμών, σε συνθήκες που οδηγούν αναπόφευκτα σε εξόντωση[iv]. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πληρούν τις προδιαγραφές του ορισμού  της «γενοκτονίας», που διατυπώθηκε από τον πολωνοεβραίο νομικό Raphael Lemkin και υιοθετήθηκε με  τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, σύμβαση που τέθηκε σε ισχύ από τις 12 Ιανουαρίου 1951[v].

Στη Σύμβαση αναφέροναι, μεταξύ άλλων, ως πράξεις Γενοκτονίας οι οργανωμένες σφαγές ή άλλες πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή της στοχευμένης ομάδας με σκοπό την εξολόθρευση. Εκείνο που παραμένει σημαντικό στην περίπτωση μιας Γενοκτονίας, είναι η πρόθεση. Για τον Roger Smith, αυτή ακριβώς η πρόθεση εφαρμόστηκε στην περίπτωση των Ελλήνων στον Πόντο. Όπως γράφει «… κάποιος πρέπει να εξετάσει την πρόθεση και τις συνέπειες. Και στις περιπτώσεις των οθωμανικών αρχών, η πρόθεση είναι σαφής καθώς και οι συνέπειες: οι χριστιανικές μειονότητες της Τουρκίας καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό από το 1913 έως το 1923»[vi]. Ο Hannibal Travis αντίστοιχα σημειώνει: «Εάν δεν υπήρξε κυβερνητική πρόθεση να εξοντωθούν οι χριστιανοί της Αυτοκρατορίας, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να εξηγηθεί πώς οι σφαγές, οι βιασμοί, οι απελάσεις και οι εκδιώξεις των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων χριστιανών που ζουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Πώς θα μπορούσε να προκύψει ένας τέτοιος σημαντικός βαθμός συντονισμού και κοινός σκοπός στη σφαγή αμάχων, τη διαφθορά των γυναικών, τη δημιουργία ορφανών παιδιών και την κλοπή χρημάτων και περιουσίας χωρίς οργάνωση και κατεύθυνση από ψηλά;»[vii].

Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου η εξολόθρευση δεν επιτεύχθηκε μόνο με σφαγές, αλλά με σειρά μέτρων που εφαρμόστηκαν. Οι αναφορές σε διπλωματικά έγγραφα το καταδεικνύουν καθαρά καθώς αναφέρουν ότι μέχρι το 1916, μεγάλο μέρος του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολίας εξοντώθηκε με την αναγκαστική είσοδό του στα τάγματα εργασίας[viii], αλλά και από εκτοπίσεις και βίαιους διωγμούς, οι οποίοι ήταν εξίσου θανατηφόροι όσο και οι σφαγές, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Τάγματα Εργασίας.

Οι εκτοπίσεις ισοδυναμούν με θάνατο

Σχετικά με τις εκτοπίσεις και τις μακρές εξαντλητικές πορείες  θανάτου, οι καθολικοί ιεραπόστολοι και διάφοροι διπλωμάτες ήταν πεπεισμένοι ότι δεν πραγματοποιούνταν για στρατιωτικούς λόγους και ότι ο εκτοπισμός σήμαινε σκόπιμο και βέβαιο θάνατο. Πολλές είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Μια αναφορά που απεστάλη στον καρδινάλιο Gasparri, της Γραμματείας του Κράτους του Βατικανού, στις 20 Μαρτίου 1916, από τον αποστολικό επιτετραμμένο της Βιέννης καρδινάλιο Scapinelli[ix] υπογράμμιζε τα εξής: «Κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι η απέλαση είναι μια πιο ήπια μορφή τιμωρίας από τη δολοφονία. Πράγματι, αλλά η πρώτη δεν διαφέρει πολύ από την τελευταία. Και αυτό διότι παρόλο που κάποιος μπορεί να ξεφύγει τη γενική σφαγή, μπορεί να κρυφτεί ή να διαφύγει στα βουνά, η προοπτική επιβίωσης για τους εκτοπισμένους είναι εξαιρετικά χαμηλή. Αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους όπως τα βοοειδή, περπατούν εβδομάδες και μήνες σε διαφορετικές κατευθύνσεις του αρχικού προορισμού τους, ενώ η παροχή του απαραίτητου φαγητού είναι η πιο σπάνια περίπτωση. Έτσι, οι φτωχοί υποκύπτουν στη μαζική λιμοκτονία και τις επιδημίες. Όταν φτάνουν στον προορισμό τους δεν υπάρχει διαμονή για αυτούς, αλλά οδηγούνται σε έναν νέο προορισμό και στη συνέχεια πάλι σε άλλο, έτσι ώστε να μην ξαποστάσουν ποτέ. Σε άλλες περιπτώσεις, οι οικογένειες διασκορπίζονται και επειδή οι άνδρες συνήθως διαχωρίζονται από τις γυναίκες και επειδή οι τελευταίες εξαρτώνται εξ ολοκλήρου στη ζωή τους από τους συζύγους, η πείνα και οι απειλές οδηγούν τις γυναίκες στα τουρκικά σπίτια. Τα παιδιά εξισλαμίζονται από ιδιώτες Τούρκους ή ως ορφανά πολέμου εξισλαμίζονται μέσω κρατικών δομών … «[x]. Παρόμοιες πληροφορίες απεστάλησαν από τον Αποστολικό Νούντσιο της Βιέννης στις 5 Νοεμβρίου 1915, όπου σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι «ο εκτοπισμός είναι πολύ συχνά ισοδύναμος με τον θάνατο ή για τα μικρότερα παιδιά σημαίνει την είσοδο στις ισλαμικές και τουρκικές οικογένειες»[xi].  Και ο Γερμανός πρόξενος της Σαμψούντας, Kückhoff, έγραψε στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 16 Ιουλίου 1916: «Από αξιόπιστες πηγές, ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα»[xii].

Από τους 13.000 συνολικά κατοίκους της περιοχής Τριπόλεως επέζησαν μετά τους βίαιους εκτοπισμούς μόνο οι 800.

Πράγματι, όπως φαίνεται από το ποσοστό των επιζώντων, η πεποίθηση των ιεραποστόλων και των διπλωματών είναι ακριβής. Ας δούμε κάποια παραδείγματα: Από τους 13.000 που απελάθηκαν από την Τρίπολη μόνο 800 επέζησαν [xiii], από 700 εκδιωγμένους από το Τεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης το 1916, μόνο 232 επέζησαν [xiv] και σύμφωνα με τις αναφορές του Μητροπολίτη Γερμανού: «Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών»[xv].

«Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών», Μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός.

Παρόλο, όμως, που οι εκτοπίσεις είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό των σφαγών, παρέχουν στον θύτη των εγκλημάτων το πλεονέκτημα του ισχυρισμού ότι είναι αθώος. Αναφέρει ο Hannibal Travis: «Η γενοκτονία  διαμέσου του εκτοπισμού διευκολύνει την άρνηση του εγκλήματος. Λίγοι θα μπορούσαν να αρνηθούν ότι η γενοκτονία με άμεση δολοφονία μιας φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας θα αποτελούσε ένα τεράστιο έγκλημα… Στην πρόσφατη εργασία μου υποστήριξα ότι η γενοκτονία μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω εκτοπισμών σε συνθήκες που προκαλούν θανάτους μεγάλης κλίμακας από πείνα, την ασθένεια, την έκθεση και την έλλειψη στέγης»[xvi]. Η συγκεκριμένη πρακτική των βίαιων εκτοπισμών εμπίπτει στο άρθρο 2, παρ. γ) της Σύμβασης του 1948, το οποίο αναφέρει πως πράξεις γενοκτονίας είναι η «Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν αυτής»[xvii].

Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη αξία για έναν ιστορικό, από το να κατονομάσει τα γεγονότα, είναι να κατανοήσει τη χρονική αλληλουχία και τις αιτίες αυτών. Υπό αυτή την έννοια, η εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών, δηλαδή των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων, πρέπει να ειδωθεί ως ένα συνολικό σχέδιο εξόντωσης και αντικατάστασης του ανεπιθύμητου πληθυσμού στην προσπάθεια δημιουργίας «καθαρού» εθνικού κράτους. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε  με διωγμούς και  απελάσεις ήδη από το 1913 με τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και στη συνέχεια με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Το πρόγραμμα εξολόθρευσης περιελάμβανε βίαιες μετακινήσεις και απελάσεις, οικονομικό αποκλεισμό, σφαγές και λεηλασίες. Είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως όλα τα παραπάνω συνέβησαν πριν από την παρέμβαση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με όσα συχνά υποστηρίζει η τουρκική ιστοριογραφία, ότι δηλαδή τα γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτό που συνέβη με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης ήταν πρόδρομος σε αυτό που θα ακολουθούσε και σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς[xviii]. Πράγματι, ο αμερικανός πρέσβης Henry Morgnethau,αποκαλύπτει ότι ο Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη, ανέφερε σε έναν από τους γραμματείς του ότι οι μετακινήσεις των Ελλήνων ήταν τόσο επιτυχείς, που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την ίδια μέθοδο και στις άλλες φυλές της Αυτοκρατορίας[xix]. Υπήρξαν δηλαδή όχι απλά σαφείς ενδείξεις, αλλά δημόσιες ομολογίες για την εξολόθρευση των χριστιανών.

Henry Morgenthau, Αμερικανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη.
Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δημογραφικές ανησυχίες της Αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν τις απελάσεις του ελληνικού πληθυσμού στον Πόντο. Ως εκ τούτου, οι εκτοπισμοί δεν πραγματοποιήθηκαν τυχαία και χωρίς σχέδιο, αλλά υπήρξαν συνέπεια  μιας συστηματικής μελέτης των δεδομένων του πληθυσμού. Ο Fuat Dundar κατέγραψε στη μελέτη του ότι οι Νεότουρκοι ανέπτυξαν εθνικές στατιστικές, χάρτες και εθνολογικές μελέτες το καλοκαίρι του 1914, γεγονός που τους βοήθησε να προσδώσουν έναν επιστημονικό τρόπο στην πολιτική ομοιογενοποίησης της Ανατολίας. Επιπλέον, οι Fuat Dundar και Taner Akcam συμφωνούν ότι τα οθωμανικά έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η δημογραφική πολιτική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά των Ελλήνων στη δυτική Ανατολία και εφαρμόστηκε μεταξύ των ετών 1913 και 1914. Έτσι, πρώτοι οι Έλληνες και αργότερα οι Αρμένιοι διανεμήθηκαν σε όλη την Αυτοκρατορία, ώστε ο αριθμός των χριστιανών σε κάθε περιοχή να είναι 10%, 5% και 2% ή ακόμα λιγότερο από τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό. Με άλλα λόγια, είναι πλέον γεγονός ότι η πολιτική βίαιων εκτοπισμών στο εσωτερικό ήταν μια καλά μελετημένη και όχι τυχαία ενέργεια για την απομάκρυνση των Ελλήνων του Πόντου[xx].

Στην σχετική έκθεση που συντάσσει ο εκπαιδευτικός Π. Κυνηγόπουλος επιβεβαιώνει τα παραπάνω σημειώνοντας πως: «Στην περιοχή της Σεβάστειας, από το 1916, οι περισσότεροι άνδρες είτε εκτοπίστηκαν είτε φυλακίστηκαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην περιοχή Αζηζηγιέ, όπου κατανεμήθηκαν σε τουρκικά χωριά, με σκοπό τον εξισλαμισμό, κατά τέτοιο τρόπο,  ώστε  σε κάθε χωριό να μην υπάρχουν περισσότερες από  πέντε δέκα  ψυχές»[xxi]. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος έλαβε σχετική προειδοποίηση για τον επικείμενο κίνδυνο εκτουρκισμού που επικρατούσε στις 14 Ιανουαρίου 1915, η οποία είχε ως εξής: «Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφόσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικισμοί. Αι στρατιωτικαί ανάγκαι παρέχουσιν καταλληλοτάτην πρόφασιν ίνα διασκορπισθώσιν οι χριστιανοί και ούτω καταστή δυνατός ο εκτουρκισμός αυτών»[xxii]. Ενδεικτικό αυτής της πολιτικής είναι ότι η Διεύθυνση Εγκατάστασης Φυλών και Προσφύγων (ΙΑΜΜ), ρωτούσε διαρκώς πόσοι έφυγαν, πόσοι είχαν εγκατασταθεί και πόσοι είχαν παραμείνει στις περιοχές ενδιαφέροντος τους[xxiii]. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα στελέχη της Ένωσης και Προόδου είχαν προγραμματίσει όχι μόνο τη μετανάστευση των χριστιανών, αλλά και τη διαδικασία εγκατάστασης των μουσουλμάνων [xxiv]. Μόλις οι αρχές εκκένωναν ένα  χωριό ή μια περιοχή, εγκαθιστούσαν αμέσως μουσουλμανικό πληθυσμό[xxv]. Μάλιστα, διευκόλυναν την εθελοντική μετανάστευση για εκείνους που ήθελαν να φύγουν στην Ελλάδα. Σε επιστολή που στάλθηκε στην επαρχία Τραπεζούντας στις 15 Απριλίου 1914 αναφέρεται ότι ο ναύλος ήταν 10 γρόσια, αλλά σημειωνόταν ότι όλοι είχαν το δικαίωμα να ταξιδέψουν, ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν[xxvi]. Προκειμένου να καλυφθεί αυτή η διαδικασία μετακίνησης με ένα νομικό πλαίσιο, ψηφίστηκε στη Βουλή στις 27 Μαΐου 1915 ένας νόμος περί αποστολής και εγκατάστασης (Sevk ve İskan Kanunu), γνωστός ως νόμος tehcir [xxvii].

Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα στην Ελλάδα. Μεταφέρονται από την Πάτρα στην ενδοχώρα (Πηγή: National Geographic Magazine, Nοέμβριος 1925, αρ. τεύχους 48, σ. 568.

Μετά την έναρξη των πρώτων διωγμών το 1913, κυρίως στην Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μικρά Ασία, πολλοί παράγοντες επηρέασαν τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους και να σταματήσουν τους εκτοπισμούς. Ένας λόγος ήταν ότι η Ελλάδα δεν είχε εξέλθει στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, αλλά είχε παραμείνει ουδέτερη. Ως εκ τούτου, η Γερμανία είχε ζητήσει από τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους με την ελπίδα να κερδίσουν την Ελλάδα στο πλευρό τους[xxviii]. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι διαμαρτυρίες του Πατριαρχείου για τις βιαιότητες, οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων βουλευτών στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, καθώς και εκείνες  των ξένων διπλωματικών αντιπροσώπων. Ο Taner Akcam υπογραμμίζει ότι ένας ακόμα λόγος ήταν το γεγονός ότι η πίεση που ασκούνταν στους μουσουλμάνους του ελληνικού κράτους είχε επίσης σταματήσει[xxix]. Θεωρείται πάντως πως εάν δεν υπήρχε το ελληνικό κράτος και το σημαντικό μουσουλμανικό στοιχείο που πίεζε την Τουρκία, ο αριθμός των Ελλήνων θυμάτων των πρώτων αυτών διωγμών θα ήταν υψηλότερος[xxx]. Επιπλέον, ο Βενιζέλος χρησιμοποιούσε στη ρητορική του τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι στους Έλληνες και έτσι η αναστολή των εκτοπισμών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο πραγματοποιήθηκε για να μην ενισχύονται τα επιχειρήματά του εναντίον του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου[xxxi].Τόσο ο Βενιζέλος όσο όμως και ο Κωνσταντίνος είχαν διαμαρτυρηθεί έντονα για τις διώξεις ήδη από το 1914 και υπήρχε φόβος ότι, λόγω των διωγμών, θα  μπορούσε να ξεσπάσει μια γενική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, την οποία οι Τούρκοι και οι Γερμανοί δεν ενέκριναν για την ώρα[xxxii].

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η Γερμανία διατηρούσε μια πιο ήπια θέση εναντίον της Ελλάδας με την ελπίδα να την κερδίσει στην πλευρά της και να ευνοήσει τον βασιλιά σε βάρος της εξουσίας του Βενιζέλου. Αλλά οι σφαγές και τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Τούρκοι και οι σύμμαχοί τους, είχαν αρχίσει να την απασχολούν. Οι Γερμανοί ανησυχούσαν ιδιαιτέρως για τον αρνητικό αντίκτυπο που προκάλεσαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις της Τουρκίας στη διεθνή τους εικόνα, καθώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αυτοί ενέπνευσαν τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν. Η άποψη της κοινής γνώμης στη Γερμανία  καταγράφεται  στην εφημερίδα Münchner Tagesblatt στις 12 Οκτωβρίου 1915, όπου σημειωνόταν ότι οι σφαγές έγιναν στο όνομα του Kaiser[xxxiii].

Πάντως, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι αρχές ενέκριναν τη γενική εκκένωση των επαρχιών μόνο αφού είχαν κατορθώσει να μεταφέρουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς εκεί. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα κατέστρεφαν τις βιομηχανικές περιοχές της Αυτοκρατορίας ούτε θα σταματούσαν τη γεωργική παραγωγή που στήριζε την αδύναμη οικονομία της χώρας. Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο κάποιοι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και να διδάξουν μεθόδους παραγωγής στους μουσουλμάνους πρόσφυγες. Όπως δήλωσε ο Ραμμί Μπέη: «Οι Τούρκοι προτού εξαφανίσουν τους Έλληνες θα πρέπει να μάθουν πολλά από αυτούς»[xxxiv]. Πράγματι, οι ζημιές που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία και οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη, λόγω της απειρίας των μουσουλμάνων στο εμπόριο, υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές[xxxv].

 Ασυμφωνία τηλεγραφημάτων και πραγματικότητας. Οι ομολογίες του Ταλαάτ και το συστηματικό σχέδιο εξόντωσης.

Μέχρι το 1916, οι αρχές δεν είχαν εκτοπίσει μαζικά τους Έλληνες στον Πόντο. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει μόνο μετά το φθινόπωρο του 1916. Σύμφωνα με τον Taner Akcam, αυτό συνέβη για τρεις λόγους: 1) την κατάληψη των νησιών του Αιγαίου Μυτιλήνης, Χίου και Σάμου την προηγούμενη άνοιξη. 2) τη ρωσική πρόοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ανατολίας. και 3) την αναμονή μιας επικείμενης ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας και της Βρετανίας. Εκείνο που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον στην μελέτη των τηλεγραφημάτων είναι ότι, μέχρι το καλοκαίρι του 1916, ο Ταλαάτ ζητά να ακολουθηθεί μια ηπιότερη μεταχείριση στους Έλληνες, προκειμένου να μην προκαλέσουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ το χειμώνα του 1916, οι σφαγές και οι εκτοπισμοί κλιμακώνονται. Σε ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στην Τραπεζούντα στις 15 Μαΐου 1916 διαβάζουμε: «να διατηρείται μια ανεκτική πολιτική έναντι των Ελλήνων, είναι μειονέκτημα να κινηθούν όλοι οι Έλληνες της ακτής στο εσωτερικό της Ανατολίας, εκτός από εκείνους που κρίνεται απαραίτητο για λόγους ασφαλείας»[xxxvi]. Επιπλέον, ο Ταλαάτ ζήτησε τον τερματισμό των διώξεων στέλνοντας στην Τραπεζούντα το ακόλουθο τηλεγράφημα: «γνωρίζουμε ότι οι εκτοπίσεις των Ελλήνων πραγματοποιήθηκαν μετά από απόφαση των νομαρχιών και της συναίνεσης του στρατού». Αλλά «για να διασφαλιστεί η πρόληψη των αντιδράσεων της ελληνικής κυβέρνησης», το ελληνικό στοιχείο πρέπει να «αντιμετωπίζεται με πολιτική ανοχής»[xxxvii]. Το προαναφερθέν τηλεγράφημα, στέλνεται ακριβώς στη λογική της μη προτροπής της Ελλάδας να παρέμβει στον πόλεμο και χρησιμοποιείται από την τουρκική ιστοριογραφία ως πειστήριο για την ευνοϊκή μεταχείριση των εκτοπισμένων. Εκείνο, όμως, που πιστοποιούν τα γεγονότα με την κλιμάκωση των βιαιοτήτων και των εκτοπίσεων αμέσως μετά από τα συγκεκριμένα τηλεγραφήματα, είναι η ύπαρξη ενός διπλού μηχανισμού, με τον οποίο λειτουργούσαν οι Νεότουρκοι: από τη μια επίσημα τηλεγραφήματα για αναστολή των σφαγών ή ήπια μεταχείριση και από την άλλη ανεπίσημες οδηγίες, με κεντρικά πρόσωπα τους τοπικούς γραμματείς του Κομιτάτου για σφαγές και εξολόθρευση. Τέλος, εκείνο που επίσης πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι τα τηλεγραφήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσημα τη συμμετοχή των κρατικών οργάνων, των νομαρχιών και του στρατού στις εκτοπίσεις.

Ο Akcam διαπιστώνει ότι τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ από το Σεπτέμβριο του 1916 στους κυβερνήτες των επαρχιών, αποκαλύπτουν ότι περίμεναν την απέλαση των Ελλήνων υπό τη δικαιοδοσία τους. Με βάση τους αριθμούς των τηλεγραφημάτων, φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή κλιμακώθηκε το 1917[xxxviii]. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, ο Ταλαάτ σημειώνει συχνά στη βιογραφία του, ότι αυτό που συνέβη στους Έλληνες δεν είχε σχεδιαστεί κεντρικά. Σε προσωπική συνομιλία όμως, που είχε με έμπιστο του πράκτορα των Αυστριακών στις 31 Ιανουαρίου 1916, λίγο πριν από την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, αποκάλυψε τη σκέψη του λέγοντας ότι «βλέπει να παρουσιάζεται η αναγκαιότητα στην Τουρκία να ξεμπλέξει με τους Έλληνες, όπως προηγουμένως με τους Αρμένιους»[xxxix]. Η πρόθεση του Ταλαάτ να καθαρίσει την Τουρκία από όλα τα χριστιανικά στοιχεία είχε αποκαλυφθεί και νωρίτερα από τον Γερμανό Πρέσβυ Wangenheim, σε μια έκθεση που έστειλε στις 17 Ιουνίου 1915 στο Γερμανό Καγκελάριο Bethmann-Hollweg. Οι διπλωμάτες φαίνεται να είναι έκπληκτοι  από τις κυνικές αποκαλύψεις του[xl], καθώς μίλησε μαζί τους ανοιχτά για το θέμα της απέλασης των Χριστιανών: «Ο Ταλαάτ Μπέης … εξήγησε χωρίς δισταγμό ότι η κυβέρνηση ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (προκειμένου να μην επιτρέψει στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν), έτσι ώστε να καθαρίσει τη χώρα από τον εσωτερικό εχθρό – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των ομολογιών»[xli]. Επιπλέον και άλλοι αξιωματούχοι μιλούσαν ανοικτά για την διάθεση ολοκληρωτικής εξόντωσης των Ελλήνων. Σε μια εξαιρετικά εμπιστευτική έκθεση που έστειλε ο αυστριακός πρόξενος Kviatkovski από τη Σαμψούντα στις 29 Νοεμβρίου 1916, δηλώνεται ότι ο τοπικός μουτεσαρίφης του είπε: «Πρέπει τώρα να τελειώνουμε  με τους Έλληνες, έστειλα σήμερα στα περίχωρα μέρος της χωροφυλακής με σκοπό να σκοτώσουν κάθε Έλληνα που θα συναντούσαν στο δρόμο «[xlii].

Mehmed Talaat Pasha, υπουργός Εσωτερικών
Hans Freiherr von Wangenheim, Γερμανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Taner Akcam θεωρεί  ότι η προσπάθεια του Ταλαάτ να κρύψει τις γνώσεις του για τις σφαγές βασίστηκε ακριβώς στον διπλό  μηχανισμό που χρησιμοποιούσαν οι Νεότουρκοι. Από τη μια πλευρά δίνονταν γραπτές εντολές προς τις κυβερνητικές αρχές για να χειρίζονται ήπια τους Έλληνες και, από την άλλη, υπήρχαν προφορικές εντολές σε παραστρατιωτικές ομάδες, που οργάνωνε η Teskilat-i-mahsusa, για να πραγματοποιούν τις δολοφονίες και τις λεηλασίες. Πιστεύει επίσης ότι ο ίδιος αυτός μηχανισμός τέθηκε σε λειτουργία και στο μποϊκοτάζ που εφαρμόστηκε στους χριστιανούς.[xliii]. Η ίδια εικόνα, αφενός της υπεράσπισης μιας μη βίαιης εκτόπισης των Ελλήνων και αφετέρου της συμμετοχής του κεντρικού πολιτικού και στρατιωτικού μηχανισμού, αποκαλύπτεται στο ακόλουθο τηλεγράφημα που έστειλε ο Ταλαάτ στην επαρχία της Σαμψούντας στις 11 Ιανουαρίου 1917: «Μίλησα με τον Ένβερ Πασά. Λέει ότι οι ρυθμίσεις έγιναν από την 3η Στρατιά. Ο στόχος είναι να μεταφερθούν οι Έλληνες κατά μήκος της ακτής περίπου τριάντα έως πενήντα χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην υπάρξουν επιθέσεις σε κανένα άτομο ή ιδιοκτησία κατά τη διάρκεια των απελάσεων» [xliv]. Και πάλι αν διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο τηλεγράφημα αποκομμένο από το ιστορικό συγκείμενο, θα θεωρήσει ότι, πράγματι, οι μετακινήσεις πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την προστασία των Ελλήνων. Για αυτό λοιπόν είναι σημαντικό  να υπογραμμίσουμε πως το συγκεκριμένο επίσημο τηλεγράφημα στάλθηκε αμέσως μετά τις μαζικές σφαγές και τις φρικαλεότητες στο τέλος του 1916, υποδεικνύοντας αυτό που σημειώσαμε και παραπάνω, τη λειτουργία του διπλού μηχανισμού και τη διπλή φύση του Ταλαάτ και της Επιτροπής. Δηλαδή, ενώ εκδίδονταν επίσημα  τηλεγραφήματα για την προστασία των ανθρώπων και της περιουσίας τους, εκτελέστηκαν αντίθετες ενέργειες όπως εξορίες, εκτελέσεις, βίαιες εκτοπίσεις ανθρώπων μακρύτερα από τριάντα ή πενήντα χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στη Σεβάστεια ή ακόμη και στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια, ενώ ακολούθησε άμεση εγκατάσταση μουσουλμάνων στα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους. Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις μουσουλμάνων, τα σπίτια και τα χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν[xlv].

Παρά την διαταγή για εκτόπιση 30 ή 50 χλμ προς το εσωτερικό οι ομάδες των εκτοπισμένων εκτοπίζονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια ακόμη και μέχρι τη Σεβάστεια.

Η χρήση του εκτοπισμού ως αποτελεσματικού μηχανισμού για την εκκαθάριση των χριστιανών αποκαλύφθηκε από τον Ταλαάτ στον αμερικανό πρέσβη Henry Morgenthau. Ο Morgenthau έγραψε σχετικά με μία από τις συναντήσεις του με τον Ταλάτ: «Μου είπε ότι η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου εξέτασε προσεκτικά το θέμα σε όλες τις λεπτομέρειες και ότι η πολιτική που ακολουθούσε ήταν εκείνη που είχαν εγκρίνει επίσημα. Είπε ότι δεν πρέπει να έχω την ιδέα ότι οι απελάσεις αποφασίστηκαν βιαστικά· στην πραγματικότητα, ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης και προσεκτικής συζήτησης»[xlvi].

Ωστόσο, η επαγρύπνηση της Τουρκίας για την αποτροπή της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο και η ήπια στάση προς τους εκτοπισμένους, συνοδεύτηκε κι από ένα δεύτερο σχέδιο, σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε τελικά να συνταχθεί με τις δυνάμεις της Αντάντ. Το τηλεγράφημα, που έστειλε ο Ταλαάτ στις επαρχίες  προς το σκοπό αυτό, είναι διαφωτιστικό: «Υπό το φως της σημερινής κατάστασης, πρέπει να γίνουν ήδη τα αναγκαία βήματα και προετοιμασίες ώστε, στην πιθανή περίπτωση που η Ελλάδα θα ενταχθεί στον πόλεμο εναντίον μας, οι Οθωμανοί Έλληνες που ζουν στις παραμεθόριες περιοχές μπορούν, αμέσως μετά την αρχική διαταγή που προέρχεται από εδώ, να μετακινηθούν αμέσως στο εσωτερικό και να εγκατασταθούν σε κατάλληλα μέρη. Αυτή η κατάσταση πρέπει να διατηρείται αυστηρά μυστική και οι πληροφορίες [σχετικά με την κατάσταση της επιχείρησης] θα αναφέρονται πίσω εδώ»[xlvii]. Φαίνεται λοιπόν και από το συγκεκριμένο τηλεγράφημα πως το σχέδιο εκτοπισμού είχε μελετηθεί συστηματικά εκ των προτέρων, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι εκτοπίσεις έγιναν μετά από συστηματική μελέτη και στρατηγικό σχεδιασμό. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας (ΕUΜ) είχε ζητήσει να ενημερωθεί για τον αριθμό των εκτοπισθέντων Ελλήνων και αυτών που παρέμειναν πίσω, πριν από τη διαταγή της 3ης Στρατιάς για τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου. Αυτό που ακολούθησε ήταν η απέλασή τους, ο χωρισμός τους και η διασπορά τους σε μικρούς αριθμούς σε διαφορετικά σημεία στο εσωτερικό[xlviii].

Στοχευμένη και συστηματική εξολόθρευση

Η πρώτη μεγάλη καταστροφή στην περιοχή του Δυτικού Πόντου πραγματοποιήθηκε το 1916 στην Σαμψούντα. Η προσεκτική παρατήρηση των συγκεκριμένων γεγονότων αποδεικνύει, όχι μόνο πως η καταστροφή υπήρξε συστηματική,  -καίγεται και καταστρέφεται το ένα χωριό μετά το άλλο, -αλλά και ότι συνδυάζεται με την παρουσία συγκεκριμένων προσώπων στην περιοχή, γνωστών για τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στο Τζανίκ, οι αρχές ζητούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες είχαν μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη επαρχία του Δυτικού Πόντου, πού είχαν αποσταλεί και πόσοι από αυτούς είχαν παραμείνει στις θέσεις τους[xlix]. Δεν  γνωρίζουμε, δυστυχώς, την απάντηση στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα, αλλά στους επόμενους μήνες οι διώξεις και η βία κλιμακώθηκαν απότομα. Η άφιξη του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Bahaeddin Sakir έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μετά την άφιξη του στην περιοχή το φθινόπωρο του 1916, η διαδικασία απέλασης έγινε πιο συστηματική, ενώ μεταξύ του Ιουνίου του 1916 και του Φεβρουαρίου του 1917 οι σφαγές και οι μετακινήσεις κλιμακώθηκαν.

Οι εκκαθαριστικές ενέργειες στη Σινώπη και στην Ινέπολη περιγράφονται στις 7 Σεπτεμβρίου 1916 από τον Γερμανό επιτετραμένο Mithrinek ως εξής: «Στη Σινώπη, η εκκαθάριση διήρκεσε 4 ώρες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός, που φτάνει τα 4.500 άτομα, μεταφέρθηκε εν μέρει στο Μπογιαμπάτ και την Κασταμονή και εν μέρει μοιράσθηκε σε τουρκικά χωριά του βιλαετίου. Τα ίδια μέτρα πάρθηκαν στην Ινέπολη και σε μερικά άλλα χωριά»[l]. Αργότερα, μεταξύ 3 και 16 Νοεμβρίου 1916, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απέλαση από την Τρίπολη [li]. Στις 28 Δεκεμβρίου 1916, μια επιτροπή Τούρκων αξιωματικών που παρουσιάστηκε στην Κερασούντα και επιλέγοντας από έναν ειδικό κατάλογο πρώτα 65 και στη συνέχεια 150 οικογενειών, άρχισε τη δίωξη και τον εκτοπισμό των Ελλήνων της πόλης[lii].Συνολικά, μόνο στην Κερασούντα, 88 χωριά καταστράφηκαν, ενώ 33.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν το χειμώνα του 1916[liii]. Ο πρέσβυς της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη αναφέρει τη συστηματική καταστροφή: «11 Δεκεμβρίου 1916.  ελληνικά χωριά λεηλατήθηκαν και καίγονται. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης, τα χωριά καίγονται. 14 Δεκεμβρίου 1916. Όλα τα χωριά καίγονται μαζί με σχολεία και εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιοχή της Σαμψούντας, 11 χωριά κάηκαν. Η λεηλασία συνεχίζεται. Οι χωρικοί διώκονται. 31 Δεκεμβρίου 1916. Περίπου 18 χωριά έχουν καεί εντελώς, 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες βιάστηκαν. Έχουν λεηλατήσει ακόμη και τις εκκλησίες»[liv]. Ομοίως, νωρίτερα το ίδιο έτος, διατάχθηκε να εκκενωθούν οι ακτές της περιοχής Κασταμονής, Σινώπης, Κέρζε και της γύρω περιοχής, του Αλατζάμ και του Αγιαντζίκ. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 1916, 80 από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς πολίτες της Σαμψούντας φυλακίστηκαν και την επόμενη ημέρα εξορίστηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να πάρουν τίποτα για τη συντήρησή τους[lv].

Η Νεοτουρκική εξουσία κατά την πάγια τακτική της και αρνούμενη τις ευθύνες, απέδιδε τα γεγονότα σε άτακτες ομάδες. Σε τηλεγράφημα, λοιπόν, στο Τζανίκ στις 26 Φεβρουαρίου 1917, ο Ταλαάτ Πασάς απαίτησε: «να διεξαχθεί έρευνα και να αναφερθούν τα αποτελέσματα σχετικά με τα χωριά που καίγονται και καταστρέφονται μέχρι τώρα κατά τη διάρκεια επιδρομών ληστών«[lvi].

Η εξολόθρευση των κατοίκων της Κερασούντας μέσω των βίαιων εκτοπισμών και η καταστροφή των χωριών της περιοχής.

Εκτοπισμοί λόγω στρατιωτικών αναγκών;

Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει από την πολιτική των Νεότουρκων είναι ότι, ακόμη και αν αποδεχθεί κάποιος τη λογική της στρατιωτικής ανάγκης πίσω από τις διώξεις, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν: γιατί οι αρχές δεν εξόρισαν μόνο τους άνδρες, αλλά συμπεριέλαβαν στα μέτρα και τις γυναίκες και τα παιδιά; Ποιος ήταν ο στρατιωτικός λόγος που επέβαλλε τη συγκεκριμένη διαταγή; Ο Hans von Wanghenheim, τότε γερμανός πρέσβυς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν θεωρούσε ότι οι απελάσεις επιβλήθηκαν για στρατιωτικούς λόγους, αλλά ότι ο απώτερος στόχος των Τούρκων ήταν η οριστική απομάκρυνση των αυτόχθονων χριστιανών που θεωρούνταν εσωτερικοί εχθροί[lvii]. Σημαντικές ανησυχίες εξέφρασε επίσης ο αυστριακός πρόξενος Kwiatkowski, ο οποίος δήλωσε ότι τα μέτρα δεν είχαν επιβληθεί από κάποιον στρατιωτικό λόγο, αλλά για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς[lviii]. Ο Αυστριακός πρέσβυς Παλλαβιτσίνι είχε την ίδια άποψη: «Είναι φανερό ότι οι εκτοπίσεις αυτές δεν υπαγορεύονται, αυτή τη στιγμή, από κανένα στρατιωτικό λόγο και ότι στοχεύουν μόνο σε κακώς εννοούμενες πολιτικές σκοπιμότητες»[lix]. Επιπλέον, όπως έγραψε ο Αμερικανός πρέσβυς Henry Morgenthau, ο Ενβέρ και ο Ταλαάτ τον διαβεβαίωσαν ότι οι γυναίκες και τα παιδιά θα εξαιρούνταν από τα μέτρα [lx]. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν σκόπευε να επιτρέψει σε όσους απελάθηκαν από τις παράκτιες περιοχές να επιστρέψουν στα χωριά τους, δεδομένου ότι σχεδίαζε να εγκαταστήσει μουσουλμάνους πρόσφυγες στα σπίτια τους [lxi]. Σύμφωνα με τον Σουηδό πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη Cosswa Anckarsvärd, αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο οι διωγμοί τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων, είχαν συμπεριλάβει τον άμαχο πληθυσμό. Σε μια επιστολή που απέστειλε στην κυβέρνησή του, σημείωνε τα εξής: «Αυτό που φαίνεται πάνω από όλα ως περιττή σκληρότητα είναι ότι η απέλαση δεν περιορίζεται μόνο στους άνδρες, αλλά επεκτείνεται και στις γυναίκες και τα παιδιά. Αυτό υποτίθεται ότι γίνεται για να είναι πολύ ευκολότερο να κατασχεθεί η περιουσία του απελαθέντος»[lxii]. Στην πραγματικότητα όμως, η συγκριτική μελέτη των Γενοκτονιών μας δίνει την απάντηση. Όπως σημειώνει ο Anthonie Hoslag «η στοχοποίηση των γυναικών και των παιδιών καταδεικνύει ότι στη γενοκτονία δεν είναι ποτέ αρκετό να σκοτωθούν μαχητές, να δολοφονηθούν άνδρες και οι ηγέτες της κοινότητας, αλλά η συνέχεια της ομάδας πρέπει να διαρρηγνύεται αμετάκλητα με τη στοχοποίηση των γυναικών. Δεν πρέπει να επιτραπεί στην κοινότητα να έχει μέλλον»[lxiii]. Η πρόθεση εξόντωσης των εκτοπισμένων αποκαλύπτεται και από την έλλειψη πρόθεσης των αρχών να επιτρέψουν οποιαδήποτε επιστροφή στα χωριά και στις οικίες τους, όπως φανερώνει το παράδειγμα στον διωγμό των Ελλήνων της Κερασούντας. Δυο εβδομάδες μετά τον εκτοπισμό τους και το διαμοιρασμό τους τον Ιούνιο του 1917 στη Σεβάστεια, την Άγκυρα, το Μπολού και την Κασταμονή, πρόσφυγες από τον Καύκασο εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους [lxiv].

Πόντιοι αντάρτες το 1919.

Μετά την παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο, το καλοκαίρι του 1917, οι συστηματικές  διώξεις και σφαγές εντάθηκαν εκ νέου[lxv]. Τον Οκτώβριο του 1917, οι Έλληνες από την Κοτύωρα εκτοπίστηκαν στην Τοκάτη, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους οι Έλληνες της Μπάφρας στάλθηκαν στην Άγκυρα και στο Τσόρουμ [lxvi]. Ακριβώς επειδή οι εξοντώσεις και οι εκτοπισμοί αποτελούν μέρος ενός στρατηγικού σχεδιασμού, λίγους μήνες πριν το τέλος του πολέμου και της απώλειας της εξουσίας, οι Ενωτικοί ενδιαφέρονται να δουν πόσο έχει προχωρήσει το σχέδιό τους και ζητούν στατιστικές και αριθμούς του ελληνικού πληθυσμού. Με τηλεγράφημα που στέλνουν στην Τραπεζούντα στις 9 Σεπτεμβρίου 1918, επιθυμούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες έχουν εκτοπισθεί και πόσοι έχουν παραμείνει στους οικισμούς τους[lxvii]. Όταν κατάλαβαν ότι ο πόλεμος είχε χαθεί, αποφάσισαν την επιστροφή των εκτοπισθέντων, ενεργοποιώντας ξανά τον γνωστό μηχανισμό. Ζήτησαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του πληθυσμού του Δυτικού Πόντου και της Τραπεζούντας όπου έπρεπε να επιστρέψουν, καθώς και τους υπολογισμούς αυτών που αναμένονταν να επιστρέψουν. Αφού ενημερώθηκαν για τα στατιστικά στοιχεία τον Σεπτέμβριο του 1918, δόθηκε η άδεια για την επιστροφή τους. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία μετά το τέλος του πολέμου, δεν επιθυμούσε την επιστροφή των Ελλήνων στα σπίτια τους. Αυτό το γεγονός, μαζί με την κατάκτηση των αυτοκρατορικών εδαφών από τις νικηφόρες συμμαχικές δυνάμεις, οδήγησε στην ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Άλλωστε πολλοί Κεμαλικοί ήταν μουσουλμάνοι που είχαν εγκατασταθεί στα σπίτια των εκτοπισμένων Ελλήνων και συνεπώς δεν επιθυμούσαν την επιστροφή τους καθώς είχαν ήδη διαμοιράσει την περιουσία τους[lxviii]. Μάλιστα η καλοσχεδιασμένη στρατηγική των νεοτουρκικών αρχών προκειμένου να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους απέναντι στη διεθνή κοινότητα, ανάγκασε σε πολλές περιπτώσεις τους Έλληνες να υπογράψουν δηλώσεις ότι εγκατέλειπαν με δική τους βούληση και με δική τους πρωτοβουλία τα χωριά τους και τις περιουσίες τους[lxix].

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρατηρείται μια διακοπή στη γενοκτονική διαδικασία, την οποία όμως σύντομα θα ανατρέψει η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, στις 19 Μαΐου του 1919. Ο Κεμάλ στάλθηκε στον Πόντο με την ιδιότητα του επιθεωρητή των ανατολικών επαρχιών και με την εντολή, ουσιαστικά, των Βρετανών να επιβάλλει την τάξη στην περιοχή. Αμέσως μετά την αποβίβαση στη Σαμψούντα και ενώ έχει σταλεί εκεί προκειμένου να σταματήσει τη δράση των άτακτων ομάδων που βιαιοπραγούσαν και δολοφονούσαν, ο Κεμάλ ενέτεινε το σχέδιο της Γενοκτονίας, συγκεντρώνοντας γύρω του τα σημαντικότερα στελέχη αυτών των άτακτων ομάδων. Η περιγραφή αυτής της περιόδου ξεπερνά τους στόχους της παρούσας μελέτης.

Ο Θεοδόσης Κυριακίδης είναι Διδάκτωρ Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του ΑΠΘ

Υποσημειώσεις

[i] Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται μόνο η περίοδος των Νεοτούρκων (1913-1918), όπου οι βίαιοι εκτοπισμοί χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη έκταση για την καταστροφή της ελληνοχριστιανικής κοινότητας του Πόντου. Οι μεταφράσεις των ιταλικών και αγγλικών κειμένων είναι του συγγραφέα.

[ii] Τη συγκεκριμένη πρακτική, να γενοκτονούνται δηλαδή πολίτες από το ίδιο τους το κράτος ο Rudolph J. Rummel την ονόμασε Democide, στη γνωστή μελέτη του με τον τίτλο: Statistics of Democide. Genocide and Mass Murder since 1900.

[iii] Bλ. Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, New York 2011, σ. 39-111.

[iv] Θεωρώ πως η λογική της εκδίωξης και εκτοπισμού από τις εστίες στόχευσε όλους τους Έλληνες της Αυτοκρατορίας και όχι μόνο στους Έλληνες του Πόντου. Η σύλληψη της εξαφάνισης του ελληνικού ορθόδοξου στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν χαρακτηρίζεται από περιοχικούς περιορισμούς, καθώς η εθνική και θρησκευτική ομογενοποίηση της Ανατολίας αφορούσε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Ο χρόνος της εκτέλεσης, η ένταση και η έκταση των διωγμών διαμορφώθηκαν ανάλογα με πολιτικές, στρατιωτικές και άλλες περιστάσεις που ακροθιγώς αναφέρονται στο παρόν κείμενο. Ειδικότερα για τις διώξεις και το κλίμα που διαμορφώθηκε στην Αυτοκρατορία του Ελληνισμού πριν από τους πρώτους διωγμούς στον Πόντο, βλέπε ενδεικτικά Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 39-111, Taner Akcam, “The Greek Deportations and Massacres of 1913-1914: A Trial for the Armenian Genocide”, σ. 69-88, Matthias Bjørnlund, “The Persecution of Greeks and Armenians in Smyrna, 1914-1916: A Special Case in the course of the Late Ottoman Genocides”, σ. 89-133 στο George N. Shirinian, The Asia Minor catastrophe and the Ottoman Greek Genocide, Νέα Υόρκη 2012, Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26.

[v] Άλλωστε ο ίδιος ο Raphael Lemkin προκειμένου να δομήσει την έννοια της Γενοκτονίας βασίστηκε στις σφαγές που πραγματοποίησαν οι Νεότουρκοι και Κεμαλικοί στους πληθυσμούς των Αρμενίων και των Ελλήνων. Βλ. Steven Leonard Jacobs, Genocide of others: Raphael Lemkin, the Genocide of the Greeks, the Holocaust, and the present moment, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (ed.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 297-309.

[vi] Roger W. Smith, “Introduction: The Ottoman Genocides of Armenians, Assyrians, and Greeks”, Genocide Studies International, vol. 9. No. 1 (2015) 2.

[vii] Hannibal Travis, “Native Christians Massacred”: The Ottoman Genocide of the Assyrians during the World War I”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006), σ. 342.

[viii] βλ. χαρακτηριστικά Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 185-196 και Speros Vryonis, “Greek Labor Battalions in Asia Minor”, στο Richard G. Hovannisian, The Armenian Genocide: Cultural and Ethnical Legacies, New Jersey 2007, 275-290. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Ottoman Armenians: German diplomatic correspondence and eyewitness testimonies”, Genocide Studies International, vol. 9, no 1 (2015) 30-32.

[ix] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 8r, Card. Scapinelli στον Card. Gasparri, Βιέννη, 20 Μαρτίου, 1916.

[x] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 9r, 10r, 11r, 12r, 13r, 14r, 15r, 16r, 17r, 18r, 19r, 20r, 21r, 22r, 23r, 24r and 25r, M. Erzberger, Memorandum uber die Lage der kath. Armenier in der Türkei, Βερολίνο, Φεβρουάριος 1916. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1948 και το άρθρο 2, παράγραφος  ε), πράξη γενοκτονίας αποτελεί η «αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδος εις ετέραν ομάδα».

[xi] Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, p. 259r, mons. Raffaele to card. Gasparri, Vienna, 5 November, 1915 and Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, σ. 244r-246r, MEMORANDUM, Sullo stato delle cose cristiane in Turchia durante la guerra.

[xii] Bonn PAAA, Türkei Nr. 168, Beziehungen der Türkei zu Griechenland, Bd. 15, (16.7.1916), Abschrift von Telegramm Nr. 129 (15.7.1916) von Kückhoff. Wien HHSTA, PA, XXXVIII, Karton 369, Konsultate 1916, Trapezunt, ZI 27/p, Kwiatkowski an Buriàn, Samsun (30.7.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 208.  Βλ. και “Turkish Cruelty Bared by Greeks”, The New York Times (June 16, 1918), σ. 42 στο Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 54, που αναφέρεται στη μαρτυρία του Kückhoff ως εξής: “In Turkish the terms deportation and destruction have the same meaning, for in most cases those who are not killed fall victim to diseases or starvation”.

[xiii] Τ. Γκρίτσι Μιλλιέξ, Η Τρίπολη του Πόντου, Αθήνα 1976, σ. 150-152.

[xiv] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Β/38, Kerasun (15.12.1916) στο Konstantinos Emm. Fotiadis, The Genocide of the Pontian Greeks, σ. 185.

[xv] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 254.

[xvi] Hannibal Travis, “Genocide by deportation into poverty. Western diplomats on Ottoman Christian killings and expulsions, 1914-24”, in George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 354.

[xvii]http://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/CrimeOfGenocide.aspx. (προσπέλαση 15/1/2018) Σχετικά με τη συζήτηση για το αν οι βίαιοι εκτοπισμοί και η συνεπακόλουθη έκθεση σε κίνδυνο θανάτου αποτελούν νομικά μέρος μιας γενοκτονικής πρακτικής βλ. Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 371-78. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Christians in the Late Ottoman Period, 1912-1922”, στο George N. Shirinian, The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide. Essays on Asia Minor, Pontos, and Eastern Thrace, 1912-1923, Νέα Υόρκη 2012, σ. 55, όπου σημειώνει ότι οι εκτοπίσεις καταγράφονται στο άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης (1998) ως ένα από τα επτά αδικήματα που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

[xviii] Taner Akcam, A shameful act, σ. 108 και Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 48-52.

[xix] Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story, Νέα Υόρκη 1919, σ. 323.

[xx] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, Η μηχανική των εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» (1913-1918), Αθήνα/Νέα Υόρκη 2014.

[xxi] Κυνηγόπουλος Π., Εκθέσεις περί των καταστροφών και σφαγών της επαρχίας Κολωνίας της Νικοπόλεως του Πόντου, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 70. Βλ. και Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 230.

[xxii] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Οι ανθελληνικοί εν Τουρκία διωγμοί, reg. No 3501, Costantinople (14.6.1915), στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ.

[xxiii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity. The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire, Πρίνστον και Οξφόρδη 2012, σ. 78.

[xxiv] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 71-76. Βλ. και Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 361 και 362.

[xxv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 200-7.

[xxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 77-8.

[xxvii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 123.

[xxviii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 55-7.

[xxix] Taner Akcam, The Young Turkscrime, σ. 97 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-37. Ο Ντουντάρ σημειώνει ότι η δίωξη των Ελλήνων σταμάτησε στις 22 Οκτωβρίου 1914 λόγω της έναρξης των μυστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 238. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 164.

[xxx] Gevorg Vardanyan, “The Greek Genocide in the Ottoman Empire. Parallels with the Armenian Genocide”, στο George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 285-286.

[xxxi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 237 και 240. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 122.

[xxxii] Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 155-56.

[xxxiii] ASV, Arch. Deleg. Turchia 101, fasc 527, σ. 47r-48r και ASV, Arch. Deleg. Turchia 113, fasc. 601, σ. 263r-264r, Münchner Tagesblatt, 12 Οκτωβρίου, 1915.

[xxxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-5. Πράγματι, οι Έλληνες ήταν εξειδικευμένοι τεχνίτες και πρωτοπόροι στις γεωργικές παραγωγές. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 119-120.

[xxxv]Βλ. Ayhan Aktar, “Homogenizing the Nation, Turkifying the Economy: Turkish Experience of Populations Exchange Reconsidered”, στο Renée Hirschon (ed.), Crossing the Aegean: An Appraisal of the 1923 Compulsory Exchange between Greece and Turkey, Οξφόρδη 2003, σ. 88-92. Βλ. Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 159-61.

[xxxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, 106-7 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 245-6.

[xxxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ.  246.

[xxxviii] Taner Akcam, The Young Turkscrime, σ. 97 και 109-110 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 247.

[xxxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 227. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 152.

[xl] PA-AA/R 14086; A 19744, pr. 24.6.1915 p.m.; Bericht (1915-06-17-DE-003), Nr. 372, Der Botschafter in Konstantinopel (Wangenheim) an den Reichskanzler (Bethmann Hollweg), Pera, den 17. Juni 1915, στο  Wolfgang Gust (Hg.), Der Völkermord an den Armeniern 1915/16, Springe 2005, σ. 171. Βλ. και Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 28.

[xli] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Note added by Germany’s Consul-General in Constantinople, and expert on Armenian affairs Johannes Mordtmann to the report, dated 6 June 1915,  by the Consul in Aleppo, Rößler to the German Embassy in Constantinople.

[xlii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, Διπλωματικά Έγγραφα από την Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη 1996, σ.  139. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μερικές μέρες νωρίτερα (24/11/1916) από την προαναφερθείσα διακήρυξη, η κυβέρνηση Βενιζέλου της «Εθνικής Αμύνης» κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, γεγονός που ασφαλώς θα συνέβαλε στην επιτάχυνση της διαδικασίας εξόντωσης.

[xliii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 85. Βλ. και  Taner Akcam, Deportation and Massacres, σ. 306-308.

[xliv] BOA/DH,SFR, no. 71/234, Coded telegram from interior minister Talat to the Provincial District of Samsun, dated 11 January 1917: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity, σ. 111.

[xlv] Για παράδειγμα βλ. Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 251-252. Αυτή η προσπάθεια να χαλκευθεί η αλήθεια με τηλεγραφήματα που δεν είχαν καμιά σχέση με το τι πραγματικά συνέβαινε αναλύεται εξαιρετικά στην τελευταία μελέτη του Taner Akcam με τίτλο: Killing Orders, Talat Pashas Telegrams and the Armenian Genocide, Palgrave Macmillan, 2018

[xlvi] George N. Shirinian, The Background, σ. 59.

[xlvii] BOA/DH,SFR, no. 67/243, Coded telegram from interior minister Talat to several Provinces, dated 11 September 1916: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σσ. 109-110. Βλ. και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248.

[xlviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248-9.

[xlix] BOA/DH/ŞFR, 72/83/1335.RA.30, telegram from Interior Minister Talât to Canik district, dated 22 January 1916, στο  Taner Akcam, “Deportation and Massacres in the Cipher Telegrams of the Interior Ministry in the Prime Ministerial Archive (Başbakanlık Arşivi)”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006) 309.

[l] Bonn P.A.A.A., Türkei No. 168, Bd. 15, f. Bd. 16, No. 532, A. 24684, Θεραπειά (7.9.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 210.

[li] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 217.

[lii] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού 1914-1918, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 262.

[liii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26-27.

[liv] Wien HHSTA, PA, Türkei XXVII, Liasse 467 LIV, Griechenverfolgungen in der Türkei 1916-1918, No 97/pol., Konstantinopel (19.1.1916) and (2.1.1917). Ίδιες αναφορές και στα γερμανικά αρχεία: Bonn PAAA, Türkei Nr. 168. Bd. 15, f Bd. 16 (9.2.1917) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 201-211. Οι διώξεις που σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1916 περιγράφεται και από τον μητροπολίτη Αμασσίας Γερμανού Καραβαγγέλη.. Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 124.

[lv] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, σ. 291-293.

[lvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 112.

[lvii] Gabriele Paolini, Offensive di Pace, La Santa Sede e la prima guerra mondiale, Φλωρεντία 2008, σ. 329.

[lviii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σσ. κστ΄, κζ΄.

[lix] Wien HHStA, PA, Türkei XII, Liasse 467 LIV, No. 4/E/pol., Costantinople (12.1.1918) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 250.

[lx] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σ. 115.

[lxi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 113-14.

[lxii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126.

[lxiii] Anthonie Hoslag, “Exposed Bodies: A Conceptual Approach on Sexual Violence During the Armenian Genocide, στο A.E. Randall (επιμ.), Genocide and Gender in the Twentieth Century, Bloomsbury Publishing, Λονδίνο 2015, σ. 101.

[lxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxv] Βλ. χαρακτηριστικά Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126-28.

[lxvi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251.

[lxviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251-2.

[lxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 151. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 121.

Γιώργος Αν. Θεοδώρου: Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

100 χρόνια από τότε

Γιώργος Αν. Θεοδώρου

Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

 

Στις 30 Οκτωβρίου του 1918 υπογράφτηκε στον κόλπο του Μούδρου στη Λήμνο η ομώνυμη ανακωχή που έθετε τέρμα στις εχθροπραξίες ανάμεσα στους Συμμάχους και την ηττημένη πλέον κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά τα δυσάρεστα για την Ελλάδα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν την ημέρα  της απόβασης, ήταν επιτακτική η ανάγκη να αποσταλεί στη Σμύρνη πολιτικός αντιπρόσωπος, προκειμένου να συγκρατήσει τους ομοεθνείς και το στρατό από νέες ακρότητες σε βάρος των μουσουλμάνων. Ύστερα από ενέργειες του Ελ. Βενιζέλου, αποβιβάστηκε στις 21 Μαίου 1919 στο λιμάνι της Σμύρνης ο μέχρι εκείνη τη στιγμή Γενικός Διοικητής Ηπείρου Αριστείδης Στεργιάδης, με το διάταγμα του διορισμού του ως Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας. Στο εξής, οι στρατιωτικές αρχές και κάθε κάτοικος της περιοχής όφειλαν να συμμορφώνονται στις εντολές του. Η δικαιοδοσία επεκτεινόταν σε κάθε μορφής δραστηριότητες που ανέπτυσσαν οι ελληνικές και τουρκικές υπηρεσίες, εκτός από ζητήματα οργάνωσης και τακτικής του στρατού.

Τον πυρήνα της Ύπατης Αρμοστείας αποτέλεσαν, εκτός από τον Στεργιάδη, ο νομάρχης Δράμας Αλή Ναϊπ Ζαδέ, ο νομάρχης Πρέβεζας Τ. Κρυωνάς, ο Γ. Ξυνόπουλος, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Ε. Κουφιδάκης οικονομικός υπάλληλος του Γενικού Λογιστηρίου και ο Πέτρος Γουναράκης, γενικός γραμματέας της Διοίκησης Ηπείρου ο οποίος ανέλαβε την ίδια θέση στην Ύπατη Αρμοστεία. Οι περισσότερες  θέσεις καλύφθηκαν στη συνέχεια από υπαλλήλους αποσπασμένους από την Αθήνα, χάρη στους οποίους επιμορφώθηκαν αρκετοί Μικρασιάτες για να στελεχώσουν τις διάφορες υπηρεσίες.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης (δεύτερος από αριστερά) με τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο και τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο (δεύτερο από δεξιά) τον Αύγουστο του 1920 στη Σμύρνη.

Η Ύπατη Αρμοστεία στεγάστηκε στο κτίριο του ελληνικού προξενείου. Αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή τοποθετήθηκαν στις πόλεις που ολοένα καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός. Σταδιακά οργανώθηκαν 11 τμήματα: Γραφείο Ύπατου Αρμοστή, Γενική Γραμματεία, Τμήμα Διπλωματικών Σχέσεων, Τμήμα Υγείας, Τμήμα Παλιννόστησης και Εγκατάστασης Προσφύγων, Τμήμα Φυλακών, Ταχυδρομείων, Οικονομική Υπηρεσία, Μεταφραστικό Τμήμα, Τμήμα Δημοσίων Έργων καθώς και Τμήμα Μουσουλμανικών Υποθέσεων.

To έργο που έπρεπε να επιτελέσει η Ύπατη Αρμοστεία ήταν τριπλό: α) διακριτικός έλεγχος πάνω στις οθωμανικές αρχές μέχρι να αναλάβει η Ελλάδα την πλήρη διοίκηση της περιοχής μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, β) εκπροσώπηση των ελληνικών συμφερόντων ενώπιον των αντιπροσώπων των Συμμάχων και της οθωμανικής κυβέρνησης και γ) προετοιμασία του εδάφους για μελλοντική προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην κυρίως Ελλάδα.

Διακρίνονται δύο φάσεις στη λειτουργία της. Η πρώτη, από το Μάϊο του 1919 μέχρι τον Αύγουστο του 1920, οπότε και υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών, και η δεύτερη, που διαρκεί μέχρι και το Σεπτέμβρη του 1922. Σε αυτή τη δεύτερη περίοδο, η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης μετονομάστηκε σε Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εμφανής, καθώς ο Αριστείδης Στεργιάδης, επικεφαλής και στα δύο σχήματα αναφέρεται μέχρι το τέλος ως Ύπατος Αρμοστής. Η Ελληνική  Διοίκηση Σμύρνης οργανώθηκε σε δέκα Διευθύνσεις:

  • Γενική Γραμματεία που περιλάμβανε α) το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή, β) το πολιτικό τμήμα, γ) το τμήμα εξωτερικών υποθέσεων, δ) το γραφείο τύπου, ε) το γραφείο διεκπεραίωσης καταχώρησης αρχείου και στ) το γραφείο του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή. Από την αρχή της ελληνικής κατοχής Γενικός Γραμματέας τοποθετήθηκε ο Πέτρος Γουναράκης. Τη θέση του προϊσταμένου του γραφείου του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή κατέλαβε ο Διευθυντής Α΄ τάξης Αλή μπέης Ναϊπ Ζαδέ.
  • Διεύθυνση Δικαιοσύνης με α) τμήμα προσωπικού, β) υπηρεσία Διοίκησης Φυλακών Μ. Ασίας, γ) μεταφραστικό γραφείο και δ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Διευθυντής της διεύθυνσης αυτής ορίστηκε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Γουλιέλμος Τόμας.
  • Διεύθυνση Εσωτερικών με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα τοπικής διοίκησης, γ) τμήμα δημόσιας ασφάλειας, δ) τμήμα θρησκευμάτων, ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου και στ) υπηρεσία Επιθεώρησης. Εδώ αναπληρωτής Διευθυντής ανέλαβε ο Σπ. Σκαρπέτης και προϊστάμενος της υπηρεσίας επιθεώρησης ο Πέτρος Ευριπαίος.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Εκπαίδευσης που διαιρούνταν α) στο τμήμα Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης, β) στο τμήμα Αρχαιοτήτων, γ) στο τμήμα Σχολικής Υγιεινής, δ) στο γραφείο Γενικής Επιθεώρησης και ε) στο γραφείο διεκπεραίωσης Αρχείου. Γενικός Επιθεωρητής τοποθετήθηκε ο Μ. Μιχαηλίδης – Νουάρος.
  • Διεύθυνση Οικονομικών η οποία περιλάμβανε α) διοικητικό τμήμα, β)τμήμα έμμεσων φόρων, γ) τμήμα άμεσων φόρων, δ) τμήμα δημοσίων κτημάτων, ε) τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου και εντύπων. Στην ίδια διεύθυνση λειτουργούσε και Γενικό Λογιστήριο με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα ελέγχου ταμειακών υπολόγων, γ) τμήμα ελέγχου τελωνειακών υπολόγων, δ) τμήμα καταχώρησης και συγκέντρωσης λογαριασμών και ε) τμήμα εντελλομένων εξόδων. Επικεφαλής της διεύθυνσης ήταν ο Κ. Σαμαράκης.
  • Διεύθυνση Εθνικής Οικονομίας υποδιαιρούμενη στην Υποδιεύθυνση Εμπορίου και Βιομηχανίας και στην Υποδιεύθυνση Γεωργίας. Την πρώτη Υποδιεύθυνση αποτελούσαν τα τμήματα εμπορίου, βιομηχανίας , εργασίας και στατιστικής, το γραφείο επισιτισμού και το γραφείο μεταλλείων. υποδιευθυντής ανέλαβε ο διευθυντής Α΄ τάξης Σπ. Βάσιλας. Η δεύτερη Υποδιεύθυνση ανατέθηκε στο νομογεωπόνο Ι. Καραμάνο και περιλάμβανε τμήμα γεωργίας, τμήμα γεωργικής οικονομίας, κτηνιατρικό τμήμα, τμήμα δασών καθώς και τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου.
  • Διεύθυνση Δημοσίων Έργων με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα οδοποιίας, υδραυλικών και λιμενικών έργων γ) αρχιτεκτονικό τμήμα, ηλεκτομηχανολογικό τμήμα και ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής τοποθετήθηκε ο νομομηχανικός β΄τάξης Αλ. Ορτεντζάτος.
  • Διεύθυνση Τ.Τ.Τ. με α) ταχυδρομικό τμήμα, β) τηλεγραφικό και τηλεφωνικό τμήμα και γ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής ορίστηκε ο αρχιμηχανικός Φ. Κυριάκης.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Αντιλήψεως που την συγκροτούσαν α) το τμήμα δημόσιας υγείας, β) το τμήμα παλιννόστησης προσφύγων, γ) το τμήμα περίθαλψης επιστράτων, δ) το τμήμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, υγιεινής και αντιλήψεως και ε) το γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Τη θέση του διευθυντή εδώ κατείχε ο τμηματάρχης α΄ τάξης του υπουργείου εθνικής οικονομίας Γ. Ξυνόπουλος.
  • Διεύθυνση Μουσουλμανικών Υπηρεσιών με α) τμήμα ιδρυμάτων, β) τμήμα δικαστικών υποθέσεων, γ) τμήμα μουσουλμανικής εκπαίδευσης και δ) γραφείο διεκπεραίωσης. Αναπληρωτής διευθυντής ανέλαβε ο τμηματάρχης α΄ τάξης Δ. Βουδούρης.

Στις 12 Αυγούστου του 1920, δηλ. δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, συναντήθηκαν στο Διοικητήριο της Σμύρνης ο Π. Γουναράκης, Γενικός Γραμματέας της Ύπατης Αρμοστείας, όπως ήδη αναφέρθηκε, και ο αναπληρωτής Βαλής Αϊδινίου, Αχμέτ Μπεσίμ Μπέης. Εκεί υπογράφτηκε το πρωτόκολλο που παρέδιδε στην Ελλάδα κάθε διοικητική εξουσία στην περιοχή της Σμύρνης. Η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης ανέλαβε να οργανώσει διοικητικά από τη μια την περιοχή που αποδόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών δηλαδή τη «Διοικούμενη Ζώνη», εκτάσεως 17452 τετρ. χιλ., και από την άλλη τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα» η οποία ύστερα από συνεχείς προελάσεις του Ελληνικού Στρατού έφτασε τον Αύγουστο   του 1922 τα 80700 τετρ. χιλ.

H Διοικούμενη Ζώνη.

Η οργάνωση της πρώτης περιοχής βασίστηκε στη διοικητική υποδιαίρεση του οθωμανικού κράτους δηλ. τους Καζάδες με ελάχιστες παραλλαγές. Ολόκληρη η Ζώνη των Σεβρών είχε διαιρεθεί σε μια Νομαρχία(Μαγνησίας) και σε δέκα υποδιοικήσεις(Οδεμησίου, Θείρων, Βαϊνδηρίου Κασαμπά, Αξαρίου, Περγάμου, Νυμφαίου, Παλ. Φώκαιας, Μαινεμένης και Κυδωνίων). Η περιοχή του πρώην Καζά Σμύρνης με τον τομέα του Αγιασολούκ δεν αποτελούσαν ξεχωριστή υποδιοίκηση αλλά εξαρτήθηκαν απ’ ευθείας από το κέντρο.

Όσον αφορά τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα», σ’ αυτήν είχαν συγκροτηθεί είκοσι αντιπροσωπείες του Υπ. Αρμοστή , οι εξής: Ανωτέρα Αντιπροσωπεία Προύσης και οι αντιπροσωπείες: Μουδανιών, Πανόρμου, Κίου, Μίχαλιτς, Ινεγκιόλ, Μπίγας, Εζινέ, Μπάλιας, Μπαλή-Κεσέρ, Σόμα, Αδραμυττίου, Σαλιχλή, Αλασεχίρ (Φιλαδέλεφειας), Κούλων, Ουσάκ, Σιμάβ, Αφιόν Καραχισάρ, Κιουτάχειας και Εσκί Σεχίρ. Οι αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία των υπηρεσιών της οθωμανικής διοίκησης, καθώς και με την παρακολούθηση της κανονικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας (διοικητικής, φορολογικής, δικαστικής κ.α.) Ταυτόχρονα, παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή για την ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και σαν εκπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή επέβλεπαν την ακριβή εκτέλεση των αποφάσεών του. Εξάλλου, χρησίμευαν και ως μεσάζοντες μεταξύ των τουρκικών αρχών και του ελληνικού στρατού.

Σμύρνη: Αλλαγή φρουράς στην είσοδο της έδρας του Γενικού Στρατηγείου.

Η Εκπαίδευση

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στη μέριμνα της Ελληνικής Διοίκησης για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία. Στην περιοχή υπήρχε ένα πλήθος εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Οι ελληνικές αρχές βρήκαν το εκπαιδευτικό σύστημα αποδιοργανωμένο. Τις περισσότερες ελλείψεις είχαν τα χριστιανικά και ειδικότερα τα ελληνικά σχολεία, λόγω των γεγονότων του πολέμου και των διώξεων, που ασκήθηκαν σε βάρος των χριστιανών από τους Νεότουρκους. Η ανάγκη διατήρησης της εθνικής ταυτότητας  μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τους είχε αναγκάσει να οργανώσουν αποτελεσματικά την εκπαίδευση, αφού μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σταδιακή αφομοίωση. Τα σχολεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως πρότυπο σε τουρκικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς ήταν φανερό ότι τα προσόντα ενός Έλληνα ή ενός Αρμένιου μαθητή ήταν, σε γενικές γραμμές, περισσότερα από ενός μουσουλμάνου συνομηλίκου τους. Τα περισσότερα δημοτικά σχολεία ήταν επτατάξια και ονομάζονταν Αστικές Σχολές, ενώ η μέση εκπαίδευση περιοριζόταν σε πεντατάξια σχολεία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα που είχαν εφαρμοστεί στην Κωνσταντινούπολη. Την εποπτεία των χριστιανικών είχε αναλάβει το Πατριαρχείο μέσω ειδικής παιδαγωγικής επιτροπής. Η Ελληνική Διοίκηση φρόντισε, αμέσως μετά την εγκατάσταση της, για την οργάνωση του Γραφείου Παιδείας, στο οποίο ανήκαν εκτός από το Διευθυντή και του Τμηματάρχες μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης και οι Επιθεωρητές, που ήταν υπεύθυνοι όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα σχολεία των άλλων εθνοτήτων.

Από τις πρώτες φροντίδες της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η ίδρυση τριτάξιου διδασκαλείου αρρένων. Σκοπός ήταν η εκπαίδευση ντόπιων δασκάλων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Η ίδρυση κρίθηκε αναγκαία, γιατί το μόνο ανάλογο ίδρυμα στην περιοχή είχε πάψει να λειτουργεί από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο ενοριακό παρθεναγωγείο του Αγ. Τρύφωνα και το συντηρούσε με δικές της δαπάνες η Ύπατη Αρμοστεία. Είχε διδακτικό προσωπικό έντεκα καθηγητές, με διευθυντή τον Π. Αντωνόπουλο, που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά στην Ευρώπη. Η λειτουργία του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1919. Σύντομα απέκτησε αξιόλογη βιβλιοθήκη για τις ανάγκες των σπουδαστών. Τον πρώτο χρόνο φοίτησαν σε αυτό 18 σπουδαστές, το δεύτερο 15 και τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της λειτουργίας του 59. Εκτός από το διδασκαλείο αρρένων η Ύπατη Αρμοστεία συνειδητοποίησε την ανάγκη ίδρυσης διδασκαλείου νηπιαγωγών για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Η αύξηση του αριθμού των νηπιαγωγών θα βοηθούσε στην εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε τουρκόφωνους ελληνικούς  πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν εκφράσει κατά το παρελθόν την επιθυμία να μάθουν τα παιδιά τους την εθνική γλώσσα. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο κτίριο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου και η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε τα έξοδα των σπουδαστριών καθώς και τη στέγασή τους, προκειμένου να προσελκύσει υποψήφιες νηπιαγωγούς και  από τουρκόφωνες περιοχές.

Την άνοιξη του 1920 ιδρύθηκε το Αρμοστειακό Γυμνάσιο για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της μέσης εκπαίδευσης. Το νέο σχολείο στεγάστηκε στη συνοικία της Ευαγγελίστριας, στη Σμύρνη. Τον πρώτο χρόνο διέθετε τρεις τάξεις, ενώ το δεύτερο και τελευταίο αριθμούσε 230 μαθητές και 9 καθηγητές. Με Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου του 1922, αναγνωρίστηκε ισότιμο με τα υπόλοιπα δημόσια γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

Η Ελληνική Διοίκηση  επέφερε σημαντικές αλλαγές και στα εκπαιδευτικά  ιδρύματα που λειτουργούσαν  στη Σμύρνη πριν την εγκατάστασή της εκεί. Τροποποιήθηκαν τα έτη και η φοίτηση των μαθητριών  του  Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Ταυτόχρονα, ιδρύθηκε Γυμνάσιο θηλέων για τις απόφοιτες της Αστικής Σχολής του Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Στο Γυμνάσιο φοιτούσαν όσες ήθελαν να λάβουν πληρέστερη μόρφωση, αλλά δεν επιθυμούσαν να εργαστούν ως δασκάλες. Ανάλογες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και  στο σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα για τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης, την Ευαγγελική Σχολή που λειτουργούσε στην πόλη της Σμύρνης  ήδη από το 1733. Τον Ιούνιο του 1914, η Σχολή είχε κλείσει εξαιτίας των διωγμών εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Ο τότε βαλής (διοικητής) Ραχμή Μπέης έπαψε να αναγνωρίζει τη βρετανική προστασία που μέχρι τότε απολάμβανε το ίδρυμα και απαγόρευσε σε Έλληνες υπηκόους να διδάσκουν σε αυτό. Η Ευαγγελική Σχολή διέθετε Γυμνάσιο, Εμπορικό τμήμα και Διδασκαλείο.  Η οργάνωση και τα μέσα που χρησιμοποιούσε μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακά. Διέθετε δική της βιβλιοθήκη, πειραματικά εργαστήρια, γυμναστήρια και χώρους άθλησης για ομαδικά και ατομικά αθλήματα, μουσικό τμήμα κ.α.

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Μουσουλμανικά σχολεία:  Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης των Σεβρών, το ελληνικό κράτος δεν είχε καμία υποχρέωση σχετικά με  τη λειτουργία των τουρκικών σχολείων. Η συνθήκη καθόριζε ότι δεν έπρεπε να διακοπεί η λειτουργία τους, αλλά θα ήταν αναγκασμένα να εξασφαλίσουν τα ίδια τους πόρους προκειμένου να συντηρηθούν, όπως γινόταν παλιότερα με τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων. Παρά ταύτα, στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης ιδρύθηκε και Τουρκικό Τμήμα, το οποίο κατάρτισε λεπτομερή πίνακα των τουρκικών σχολείων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης, καθώς και των οργανικών τους θέσεων. Πολλά από αυτά δεν διέθεταν πλήρες προσωπικό, εξαιτίας παραιτήσεων για οικονομικούς, κυρίως, λόγους. Η Ελληνική Διοίκηση, προκειμένου να ανακόψει τη διάλυση της τουρκικής εκπαίδευσης, διόρισε κατ’ αρχήν επιθεωρητή του αντίστοιχου τμήματος τον Οθωμανό Μιδχάτ Εφέντη, ο οποίος συνέταξε πολλές εκθέσεις για την κατάσταση των μουσουλμανικών εκπαιδευτηρίων στην περιοχή. Οι εκθέσεις αυτές υποβλήθηκαν στον Ύπατο Αρμοστή μαζί με προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης. Τα προτεινόμενα μέτρα έγιναν αμέσως αποδεκτά και άρχισε ο διορισμός δασκάλων με αύξηση των αποδοχών τους κατά 20-30%. Το ενδιαφέρον των ελληνικών αρχών αποδεικνύουν οι συχνές επισκέψεις του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης σε τουρκικά σχολεία της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Μέχρι το 1922 μόνο, στην περιοχή της Σμύρνης λειτουργούσαν 14 σχολεία αρρένων με 145 δασκάλους και 2727 μαθητές, 16 παρθεναγωγεία με 153 δασκάλες και 2372 μαθήτριες καθώς και 3 ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Παράλληλα υπήρχε το λεγόμενο «Πολυτεχνείο» όπου οικότροφοι του ορφανοτροφείου διδάσκονταν ξυλουργική, ταπητουργία, εριουργία, βιβλιοδετική, ραπτική και μουσική.

Ιωνικό Πανεπιστήμιο: Από τις πρώτες μέριμνες του Ελ. Βενιζέλου και του Αρ. Στεργιάδη ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Το ίδρυμα θα εξυπηρετούσε τις κυριότερες ανάγκες της Δυτικής Μ. Ασίας σε επιστημονικό προσωπικό, για τη στελέχωση των  διάφορων τομέων της διοίκησης και της οικονομίας. Για την οργάνωσή του μετακλήθηκε, τον Απρίλιο του 1920, από το Βερολίνο, ο καθηγητής του εκεί πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Το 1904, ο Καραθεοδωρή είχε αναγορευτεί διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Göttingen  και διετέλεσε καθηγητής μαθηματικών στα πολυτεχνεία του Αννόβερου και του Μπρεσλάου, ενώ παράλληλα εκλέχτηκε μέλος των μεγαλύτερων Ακαδημιών της Ευρώπης. Σε έναν άνθρωπο, λοιπόν, με διεθνές κύρος, ανατέθηκε η οργάνωση του Ιωνικού Πανεπιστημίου. Ο Καραθεοδωρή είχε συντάξει ήδη τότε, έπειτα από υπόδειξη του Ελ. Βενιζέλου, το σχέδιο λειτουργίας του νέου ιδρύματος κατά το πρότυπο των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, που συνδύαζαν τις θετικές με τις θεωρητικές επιστήμες. Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης σύστησε το Γραφείο Οργανώσεως Πανεπιστημίου, οι αρμοδιότητες του οποίου εκτείνονταν στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου και του κανονισμού λειτουργίας του νεοσυσταθέντος ιδρύματος. Η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε, επίσης, να το χρηματοδοτήσει και να εξασφαλίσει τη στέγασή του. Το κτίριο που επιλέχθηκε, βρισκόταν στο λόφο Μπαχρή Μπαμπά και ήταν ημιτελές όταν εγκαταστάθηκαν οι ελληνικές αρχές στη Σμύρνη. Μετά την αποπεράτωσή του, περιλάμβανε 70 αίθουσες και αμφιθέατρο 320 θέσεων. Το οικόπεδο του πανεπιστημίου ήταν παλιότερα ισραηλιτικό νεκροταφείο, όπου μετά το 1878, η οθωμανική κυβέρνηση είχε εγκαταστήσει σε πρόχειρες παράγκες Τούρκους πρόσφυγες κυρίως από τη Βουλγαρία. Τελικά, έπειτα από διαβήματα της εβραϊκής κοινότητας, ο χώρος καθαρίστηκε και τους αποδόθηκε ξανά με τη συμφωνία να μην μη γίνονται πλέον νέες  ταφές και να πληρώνουν ετήσιο ενοίκιο. Επειδή το ενοίκιο δεν καταβλήθηκε ποτέ, το 1914 άρχισε με απόφαση του Βαλή να χτίζεται δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη Τουρκική Σχολή. Η ισραηλιτική κοινότητα ανακίνησε το θέμα μετά το Νοέμβριο του 1918, αλλά τόσο το Νομαρχιακό Συμβούλιο της Σμύρνης όσο και η Ύπατη Αρμοστεία, αργότερα, απέρριψαν τις αξιώσεις της, αφού το οικόπεδο ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο. Οι ελληνικές αρχές πρόσθεσαν και άλλα κτίρια στον περίβολο για τον Πρύτανη και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου, του οποίου η ολοκλήρωση κόστισε 110000 τουρκικές λίρες.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950).

Από την αρχή τέθηκαν οι στόχοι που έπρεπε να επιτελέσει το νέο ίδρυμα: α) προαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, β) βελτίωση των έργων υποδομής, γ) καταπολέμηση των λοιμωδών ασθενειών και δ) δημιουργία αξιόλογου διοικητικού προσωπικού. Για τους λόγους αυτούς περιλάμβανε τις εξής σχολές:

  1. Σχολή Φυσικών και Τεχνικών Επιστημών, από την οποία αρχικά θα αποφοιτούσαν πολιτικοί μηχανικοί και χημικοί, ενώ αργότερα θα αποκτούσε τμήματα μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων, γεωλόγων, φυσικών κλπ, απαραίτητα για τη ζωολογική φυτολογική και γεωλογική μελέτη της περιοχής, καθώς και για τη δημιουργία τεχνικών υποδομών.
  2. Γεωπονική Σχολή, με γνώσεις θεωρητικές και πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα θα παραδίδονταν μαθήματα σε καλλιεργητές. Οι απόφοιτοι θα υποδείκνυαν στους γεωργούς τρόπους για την αύξηση της παραγωγής τους στηριζόμενοι σε εργαστηριακές μελέτες και πρότυπες καλλιέργειες στο πειραματικό αγρόκτημα του πανεπιστημίου στο Τεπέκιοϊ. Εκτός από την καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών, τη σχολή θα την απασχολούσαν και όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με την κτηνοτροφία.
  3. Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, που θα προετοίμαζε δασκάλους των ανώτερων εκπαιδευτηρίων με έμφαση στην κατανόηση της ιστορίας και της φιλολογίας των ανατολικών πολιτισμών. Ιδιαίτερη έμφαση θα δινόταν στην ελληνική, την τουρκική, την αραβική, την περσική, την αρμενική και την εβραϊκή γλώσσα αφού ο πληθυσμός της περιοχής απαρτιζόταν από αυτές, κυρίως, τις εθνότητες. Εξάλλου, προβλεπόταν η δημιουργία φροντιστηρίων πρακτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση των συγκεκριμένων γλωσσών.
  4. Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων, για τη στελέχωση της ανώτερης, κυρίως, διοικητικής ιεραρχίας. Με την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών
  5. Προκαταρκτικό Τμήμα, για την προετοιμασία φοιτητών, που δε διέθεταν τις απαιτούμενες ικανότητες προκειμένου να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του πανεπιστημίου.
  6. Ινστιτούτο Υγιεινής, το οποίο θα διενεργούσε βακτηριολογικές, ουρολογικές, υγιειονολογικές και βιοχημικές εξετάσεις για τη στήριξη ιατρικών διαγνώσεων. Ακόμη θα παρασκεύαζε ορούς, εμβόλια, αντιτοξίνες και αντιγόνα. Υπηρεσία του Ινστιτούτου θα οργάνωνε τη συστηματική καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων και θα χρησίμευε σαν κέντρο ενημέρωσης σε γιατρούς που προορίζονταν να αναλάβουν την προστασία της δημόσιας υγείας. Ειδικά μαθήματα θα προσφέρονταν επίσης σε νοσοκόμους και μαίες.
  7. Εμπορική Σχολή, με τμήματα μέσου και ανωτέρου επιπέδου για όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο.
  8. Σχολείο Χωροσταθμών και Εργοδηγών, για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής τεχνικών έργων.
  9. Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδικείο, με σκοπό την επιμόρφωση Μουφτήδων και Ιεροδικαστών.
  10. Πρότυπο Αγρόκτημα στο Τεπέκιοϊ, για την εξοικείωση των αγροτών με τον τρόπο λειτουργίας και επισκευής γεωργικών μηχανημάτων.

Το πανεπιστήμιο θα διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί εκτός από το προσωπικό και τους φοιτητές, οποιοσδήποτε άλλος το επιθυμούσε. Επιθυμία του Κ. Καραθεοδωρή ήταν να δημιουργήσει στη Σμύρνη μια βιβλιοθήκη χωρίς προηγούμενο στη Μ. Ασία. Ενθουσιώδης θιασώτης της ιδέας αυτής ήταν και Ύπατος Αρμοστής που προχώρησε στην έκδοση επιταγής  2000000 μάρκων για την προμήθεια βιβλίων και εργαστηριακού υλικού από τη Γερμανία. Γερμανική ήταν επίσης και η επίπλωση του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σπάνια χειρόγραφα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της Μ. Ασίας.

Την έδρα της Φυσικής ανέλαβε με πρόταση του Καραθεοδωρή, ο Φρίξος Θεοδωρίδης, διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης. Στην έδρα της Χημείας τοποθετήθηκε ο Π. Κυρόπουλος, που διέθετε και γνώσεις μεταλλειολογίας. Τη Γεωπονική Σχολή η Ύπατη Αρμοστεία εμπιστεύθηκε στον Θ. Κασίσογλου, απόφοιτο της βελγικής σχολής του Gembloux. Στον τομέα Μηχανολογίας διορίστηκε ο E. Paschevitz, ειδικευμένος στο χειρισμό ευαίσθητων μηχανών υψηλής για την εποχή τεχνολογίας. Κάθε μέλος του ανώτερου διδακτικού προσωπικού είχε μηνιαίες αποδοχές 3000 δρχ. Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης φρόντισε για τη στελέχωση του πανεπιστημίου με διοικητικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δακτυλογράφοι, ακόλουθοι, σχεδιαστές, καθώς και ο γραμματέας του ιδρύματος Ν. Κρητικός, που αποσπάστηκε από τη Στρατιά Μ. Ασίας.

Δυστυχώς, το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, το «Φως εξ Ανατολών» όπως συνήθιζε να το χαρακτηρίζει ο Καραθεοδωρή, δεν άνοιξε ποτέ τις πύλες του στο λαό της Μ. Ασίας. Τα εγκαίνια είχαν προγραμματιστεί για τις 10 Οκτωβρίου 1922. Το μόνο που διασώθηκε ήταν ένα μέρος από τον εξοπλισμό, που φορτώθηκε εσπευσμένα χάρις στις προσπάθειες του Καραθεοδωρή στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που απέπλευσε από τη Σμύρνη.

Δοξολογία στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής.

Η ίδρυση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη

Από τα ελληνικά σχέδια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ανατολή δε θα μπορούσε να απουσιάζει και μια δυναμική οικονομική πολιτική. Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει πολύ πριν την παρουσία επίσημων πολιτικών αρχών στην Ιωνία. Ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος καθώς και η καθιέρωση της δραχμής ως βασικού μέσου συναλλαγών, αποτελούσαν τη δεύτερη, εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική επέκταση, συνιστώσα για την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Σουλτάνου. Ήδη, τον Απρίλιο του 1919 άρχισε να σχεδιάζεται η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων, προκειμένου να εφαρμοστεί η σχεδιαζόμενη οικονομική και νομισματική πολιτική.

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, η Εθνική Τράπεζα, ακολουθώντας την παράδοση συμπόρευσης με την κρατική πολιτική, έστειλε εκεί τον γενικό επιθεωρητή Αλ. Κορυζή για να εξετάσει το θέμα. Η έκθεση, που ο τελευταίος συνέταξε μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έπεισε τη διοίκηση της τράπεζας να λάβει θετικές αποφάσεις. Τα ελληνικά κεφάλαια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεναν ανενεργά, ενώ παράλληλα παρουσιάζονταν καθημερινά και νέες ανάγκες στην περιοχή, τις οποίες θα μπορούσαν να καλύψουν. Η Δυτική Μ. Ασία αποτελούσε δυναμική πρόκληση για γόνιμες και υγιείς επενδύσεις. Ο Αρ. Στεργιάδης υποστήριξε με ενθουσιασμό την ιδέα και όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, φρόντισε για τη στελέχωση του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στη Σμύρνη με ειδικευμένο προσωπικό. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο Αλ. Κορυζής, ο οποίος ανέλαβε και οικονομικός σύμβουλος της Ύπατης Αρμοστείας. Το κύρος του ήταν τέτοιο, ώστε γρήγορα περιβλήθηκε με την εμπιστοσύνη των ξένων οικονομικών οργανισμών. Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες του εξέχουσα θέση κατέλαβε η έγκριση δανείου είκοσι εκατομμυρίων δραχμών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων. Η παρουσία της ΕΤΕ στη Μ. Ασία  απάλλαξε τις ελληνικές αρχές από την ενασχόλησή τους με ζητήματα άσχετα του έργου τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η διατίμηση της δραχμής και των άλλων νομισμάτων, που κυκλοφορούσαν στις αγορές της Δυτικής Μ. Ασίας, είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης τόσο από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο και από διάφορους κερδοσκόπους. Οι παρεμβάσεις του Ύπατου Αρμοστή δεν είχαν σταθεί ικανές να συγκρατήσουν αδικαιολόγητες αυξήσεις σε τιμές βασικών αγαθών.

Το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Σμύρνη.

Το μόνιμο νομισματικό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η ΕΤΕ στη Σμύρνη, ήταν η συνέχιση της κυκλοφορίας του τουρκικού νομίσματος κατά τη μεταβατική περίοδο της πενταετίας, έως το δημοψήφισμα, το οποίο θα καθόριζε το οριστικό καθεστώς της περιοχής. Μολονότι οι Βρετανοί στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία απαγόρευαν την κυκλοφορία της τουρκικής λίρας, η συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξασφάλιζε τη διατήρηση του νομισματικού συστήματός της στην ελληνική ζώνη. Η σχετική διάταξη δεν αμφισβητούσε μόνο τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά δημιουργούσε και πρόσθετα προβλήματα, αφού η χάρτινη τουρκική λίρα είχε υποτιμηθεί άπειρες φορές μετά τον πόλεμο και δε γινόταν εύκολα δεκτή στις συναλλαγές. Η δραχμή εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται σαν ξένο νόμισμα και κατά συνέπεια η Σμύρνη και η περιοχή της να εξαρτώνται οικονομικά από την Τουρκία. Η ΕΤΕ αντέδρασε, καθιερώνοντας τη δραχμή ως βασικό νόμισμα πληρωμών. Με τον τρόπο αυτό, ενίσχυε το γόητρο της ελληνικής διοίκησης και διευκόλυνε την ιδιοποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της περιοχής από την Ελλάδα.

Το Μάιο του 1920 ο Αλ. Κορυζής ανακλήθηκε στην Αθήνα για να αναλάβει τη Διεύθυνση Επιθεωρήσεων. Στη Σμύρνη τον αντικατέστησε μέχρι το καλοκαίρι του 1922, ο στενός του συνεργάτης Σπ. Αναστασόπουλος. Έξι περίπου μήνες μετά την αποχώρηση του Κορυζή άρχισε, ταυτόχρονα με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, η ραγδαία διολίσθηση της αξίας της δραχμής. Η τιμή της στερλίνας από 37 δρχ. το Νοέμβριο του 1920 έφτασε τις 410 δρχ. το Σεπτέμβριο του 1922. Παρόλα αυτά, το υποκατάστημα της ΕΤΕ στη Σμύρνη αντιμετώπισε με επιτυχία τους κλυδωνισμούς που προκάλεσαν οι οικονομικές και πολιτικές αντιξοότητες. Το πιο σημαντικό είναι ότι εργάστηκε χωρίς να απασχολήσει κεφάλαια από το κέντρο. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις της σμυρναϊκής πελατείας και κατά το διάστημα 1919-1922 είχε καθαρά κέρδη 7515422,50 δρχ. Οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν με την ίδρυση παραρτημάτων και σε άλλες πόλεις, όπως το Αϊδίνιο, τη Μαγνησία, το Οδεμήσιο, την Πέργαμο, τις Κυδωνιές και το Τσεσμέ.

Ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης αποδεικνύει ότι έγινε το καλύτερο δυνατό από πολιτικής και ανθρωπιστικής πλευράς για την εδραίωση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολία. Συγκεκριμένα, τα δαπανηθέντα ποσά μέχρι την 1η Αυγούστου του 1922 ανέρχονταν σε  1736000 δραχμές. Οι μεγαλύτερες δαπάνες έγιναν για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων πόλεων (όπως για παράδειγμα του Αϊδινίου), την εγκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων που είχαν απομακρυνθεί από τις εστίες τους με τον πρώτο διωγμό του 1914, καθώς και για τις αποζημιώσεις για τις πρώτες μέρες της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη, οπότε και σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες. Οι εισπράξεις της διετίας 1920 – 1922 κάλυψαν τις λειτουργικές δαπάνες της τοπικής διοίκησης και επέτρεψαν την αποπεράτωση μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα το κτίριο του Ιωνικού Πανεπιστημίου, τη βελτίωση του συγκοινωνιακού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου κ.α. Ακόμα και το ελληνικό κράτος,  εξαντλημένο από την πολύχρονη πολεμική  προσπάθεια, βρήκε μοναδικό επίκουρο την Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης η οποία εκτός από μετρητά, είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει και τρόφιμα για τον ελληνικό στρατό. Εξάλλου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, χάρις στα περισσεύματα των ταμείων από τη Σμύρνη έγινε δυνατή η αντιμετώπιση των πρώτων ασφυκτικών αναγκών που είχαν προκύψει.

Σμύρνη: Πανοραμική άποψη της προκυμαίας

Έχει κατά καιρούς ειπωθεί ότι μόνο το έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού είναι αρκετό για να καταξιώσει την ελληνική παρουσία στη Μ. Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, αν θελήσει κανείς να προχωρήσει σε μια συνολική αποτίμηση, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για την οργάνωση της τοπικής οικονομίας σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Για την Ελλάδα, η Μικρά Ασία δεν ήταν ο χώρος όπου θα έβρισκε εφαρμογή η αποικιακή πολιτική που είχαν κατά νου οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί όταν πατούσαν  το πόδι τους στην Ανατολία, έχοντας από πριν καθορίσει ποιο τμήμα της θα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του. Οι μακραίωνοι δεσμοί ανάμεσα στη γη της Ιωνίας και το ελληνικό έθνος, επέβαλαν στην Ελλάδα να παρέμβει εποικοδομητικά και όχι να συντελέσει στην απομύζησή της. Η Μικρά Ασία ήταν σίγουρα μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες αξιοποίησης. Η Ελλάδα κατανόησε ότι έπρεπε να δείξει τον καλύτερο εαυτό της εάν ήθελε να ελπίζει στη διαρκή παρουσία της στην ασιατική ήπειρο. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος, που ώθησε την Ύπατη Αρμοστεία σε δραστηριότητες καθόλα αξιέπαινες, αλλά που φαντάζουν εξωπραγματικές όταν, λίγο πιο πέρα, μαινόταν αδυσώπητος ο πόλεμος. Ίσως πίστευε πως με ανάλογες ενέργειες θα συγκινούσε τους μεγάλους συμμάχους της για να τη συνδράμουν έστω και την έσχατη στιγμή. Πολλά πάντως από όσα έγιναν οφείλονται στο ζήλο των Ελλήνων που βρέθηκαν τότε εκεί. Γαλουχημένη με το όραμα  της Μεγάλης Ιδέας η γενιά εκείνη πίστεψε ότι της έλαχε να πραγματώσει τους προαιώνιους πόθους του Έθνους.

Από την άλλη, όμως, πλευρά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξαν και αρνητικά σημεία στο έργο των ελληνικών υπηρεσιών. Η εξιδανικευμένη εικόνα που απορρέει από τα έγγραφα της εποχής ή ακόμα και τα σύγχρονα και μεταγενέστερα συγγράμματα, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται εξ’ ολοκλήρου στην πραγματικότητα. Η μικρασιατική εκστρατεία συνιστά ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορική έρευνα. Το δραματικό τέλος των «Χαμένων Πατρίδων» κάλυψε τα πραγματικά γεγονότα με πέπλο βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης, που καθυστέρησε σημαντικά τη διαδικασία αποστασιοποίησης,  η οποία κρίνεται απαραίτητη για μια περισσότερο αντικειμενική παρουσίαση.

Στο σημερινό ερευνητή, οι αδυναμίες της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης φτάνουν μέσω ενδείξεων. Θα ήταν εξαιρετικά επισφαλές να εκτεθούν αβίαστα, δίχως να εκφραστεί η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το κατά πόσο αποτέλεσαν ή όχι πραγματικές καταστάσεις. Επιπλέον, μια άλλη παράμετρος που εμποδίζει την κριτική θεώρηση να αποδώσει, είναι η έλλειψη διάρκειας. Τα τρεισήμισι,  περίπου, χρόνια της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, προκειμένου να ανιχνευθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες είχε δώσει η κεντρική εξουσία για το μέλλον τη περιοχής. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα, που εύλογα προκύπτει, σχετίζεται με τους μουσουλμάνους της ελληνικής ζώνης. Θα εξακολουθούσαν  να απολαμβάνουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπολίτες τους ίση μεταχείριση «ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος», όπως φρόντιζαν να διαδίδουν σε κάθε τους βήμα οι Έλληνες αξιωματούχοι, ή ακολουθώντας τη μοίρα όλων, σχεδόν, των μειονοτήτων, θα παρέμεναν παραγκωνισμένοι μέχρι να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς;

Με το πέρασμα των αιώνων, η Ανατολία είχε μεταβληθεί σε πεδίο αναμέτρησης ποικίλων εθνικών και πολιτιστικών συνόλων. Το κυρίαρχο έθνος αργά ή γρήγορα θα αντιμετώπιζε την έχθρα των υπόλοιπων, στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, με σκοπό την πλήρη αφομοίωση. Η μικρασιατική εκστρατεία, με την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση, επίσπευσε απλά τη διαδικασία εκδίωξης των ετερογενών στοιχείων από το νέο εθνικό τουρκικό κράτος. Περιθώρια για συνύπαρξη ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους δεν υπήρχαν, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της εθνικιστικής φόρτισης που χαρακτηρίζει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έλληνες και Τούρκοι έπρεπε, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό, να διαχωριστούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πάψουν να υπάρχουν σημεία τριβής για τις δύο χώρες, που αναζητούσαν το δρόμο της ανάπτυξης ύστερα από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις.

Ο Γιώργος Αν. Θεοδώρου είναι Φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση
και κάτοχος τίτλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.
Η διπλωματική του εργασία (1991) έφερε τον τίτλο: Η άλλη όψη της Μικρασιατικής εκστρατείας. Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης (1919-1922)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακάς Δ., Η Μεγάλη Ελλάς, ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος πολεμικός ηγέτης, Αθήνα 1964

Βερέμης Θ. – Κωστής Κ., Η  Εθνική Τράπεζα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 1984

Horton G. , The Blight of Asia, Brooklyn N.Y., 1926

Νοταράς Μ, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν 50 χρόνια, Αθήναι 1972

Smith M. L. , Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919-1922, Λονδίνο 1973

 

Sir Michael Llewellyn-Smith: Η απόβαση στη Σμύρνη: μια εμβληματική ημέρα για την Ελλάδα

100 χρόνια από τότε

Sir Michael Llewellyn-Smith

Η απόβαση στη Σμύρνη: μια εμβληματική ημέρα για την Ελλάδα

Lloyd George: “Έχετε διαθέσιμες δυνάμεις;”

Βενιζέλος: “Έχουμε. Για ποιό σκοπό;”

Lloyd George: “Ο Πρόεδρος Wilson, ο κ. Clemenceau κι εγώ αποφασίσαμε πως πρέπει να καταλάβετε τη Σμύρνη”.

Βενιζέλος: “Είμαστε έτοιμοι”.¹

Στις 14 Μαΐου 1919, Συμμαχικά αγήματα, υπό τις διαταγές του Βρετανού Ναυάρχου Calthorpe, αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη, στα ανατολικά παράλια της Τουρκίας. Ο Calthorpe ενημέρωσε πάραυτα τον Τούρκο Βαλή της πόλης σχετικά με τις προθέσεις των Συμμάχων της Συνεννοήσεως. Οι άνδρες του  έθεσαν υπό έλεγχο τις αμυντικές οχυρώσεις της πόλης και ανέλαβαν τη φύλαξη των ξένων προξενείων. Ταυτόχρονα, φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν για τα σχέδια των Συμμάχων ως προς το μέλλον της πόλης και της ευρύτερης ενδοχώρας, που αποτελούσαν μέρος των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, έτσι όπως αυτές παρουσιάστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης, στο Παρίσι. Προς το τέλος της ημέρας διαδόθηκε η είδηση πως το ελληνικό σώμα κατοχής βρισκόταν ήδη καθ οδόν. Άλλωστε, η Σμύρνη ήταν η προεξέχουσα ελληνική πολιτιστική και εμπορική πόλη της  Ανατολής.

Το επόμενο πρωϊνό” όπως αργότερα περιέγραψε χαρακτηριστικά ένας ιστορικός, “ανέτειλε όμορφα και ηλιόλουστα. Χιλιάδες ‘Ελληνες συνέκλιναν προς την παραλία. Γαλανόλευκες σημαίες κυμάτιζαν στην προκυμαία και στόλιζαν τα κτήρια κατά μήκος του θαλασσίου μετώπου. Για τους Έλληνες κατοίκους της πόλης ήταν μια άνευ προηγουμένου συγκινητική περίσταση. Επρόκειτο για την υλοποίηση ενός οράματος. Ουδείς διανοείτο πως η εκεί παρουσία του ελληνικού στρατού μπορούσε να διαθέτει ημερομηνία λήξης. Με τις σημαίες και τις γιρλάντες να πάλλονται μέσα στο πρωϊνό φως του ηλίου, η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική. Ένα μικρό απόσπασμα, το οποίο αποβιβάστηκε πρώτο με σκοπό να θέσει υπό έλεγχο τα σημεία της αποβίβασης, απέτυχε να κρατήσει το πλήθος σε απόσταση ασφαλείας. Ο καπνός που ανέβαινε στον ορίζοντα, ήταν η πρώτη ένδειξη πως ο στόλος πλησίαζε. Στις επτά ακριβώς, τα μεταγωγικά πλοία άρχισαν να διακρίνονται στο βάθος του κόλπου. Μισή ώρα αργότερα, το επιβατηγό Πατρίς προσέγγισε στην προκυμαία. Από τη γέφυρα, ακούστηκε ένα σάλπισμα. Την ίδια στιγμή, άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες από όλα τα παραπλήσια ατμόπλοια”.²

Τα πρώτα αγήματα αποβιβάζονται στην προκυμαία.

Μόλις ο στολίσκος εισήλθε στο λιμάνι της Σμύρνης, ξεκίνησε η επιχείρηση αποβίβασης του σώματος κατοχής. Σε αντιδιαστολή με τον αρχικό σχεδιασμό του ασκούντος τη διοίκηση Έλληνα Συνταγματάρχη, ένα απόσπασμα, κινούμενο κατά μήκος της προκυμαίας, πέρασε μπροστά από το στρατώνα, όπου η τουρκική φρουρά της πόλης τελούσε υπό περιορισμό. Αίφνης, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ακολούθησε ομαδικό πυρ εναντίον των εγκαταστάσεων από την πλευρά των Ελλήνων, με αποτέλεσμα την άμεση παράδοση των εγκλείστων εκεί Τούρκων. Μέχρι σήμερα δεν εχει εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου, το οποίο πυροβόλησε πρώτο. Προς στιγμή, οι ελληνικές δυνάμεις απώλεσαν τον έλεγχο της όλης κατάστασης. Ορισμένοι Τούρκοι κακοποιήθηκαν καθώς σπρώχθηκαν προς την προκυμαία. Βιαιοπραγίες, εξαιτίας των οποίων καταμετρήθηκαν θύματα εκατέρωθεν (καμιά εκατοστή Τούρκοι, κάπως λιγότεροι Έλληνες) εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Επρόκειτο για μια ατυχή απαρχή για την ελληνική στρατιωτική παρουσία, η οποία, όπως  ο Βενιζέλος την εκλάμβανε απευθυνόμενος προς τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, προοριζόταν να αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τον ελληνικό πολιτισμό και να λειτουργήσει μελλοντικά ως υπόδειγμα διακυβέρνησης ενός έθνους από ένα άλλο.

Απόβαση στη Σμύρνη – τουρκική αντίδραση

Πως βρέθηκε, όμως, ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη; Οι αποφάσεις, οι οποίες οδήγησαν στη στρατιωτική κατοχή της πόλης συγκροτούν από μόνες τους ένα δράμα, που εντάσσεται σε ένα κατά πολύ μεγαλύτερο ομόλογό του: εκείνο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού, από τις σημαντικότερες του είδους στην παγκόσμια ιστορία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson και οι πρωθυπουργοί της Μεγ. Βρετανίας, David Lloyd George, και της Γαλλίας, Georges Clemenceau αγωνίστηκαν σκληρά, προκειμένου να καταφέρουν να προσαρμόσουν στα δικά τους εθνικά συμφέροντα δίκαιες και μακρόπνοες επιλογές για τη σφυρηλάτηση του μεταπολεμικού κόσμου. Η απόφαση περί αποστολής ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός της τουρκικής Μικράς Ασίας πήγαζε από τα διάφορα διπλωματικά στρατηγήματα της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η υπόθεση της Σμύρνης αναδύθηκε στην επιφάνεια χάρη σε ένα μοιραίο συνδυασμό: την επιθυμία του συνασπισμού της Συνεννοήσεως να προσδέσει την Ελλάδα στο δικό του άρμα και την εμμονή του Ελευθερίου Βενιζέλου να ευθυγραμμιστεί με αυτόν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση της Σμύρνης διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να λειτουργήσει ως δόλωμα. Ένα δόλωμα, το οποίο θα επέτρεπε, ενδεχομένως, στον Βενιζέλο να μεταπείσει τον βασιλέα Κωνσταντίνο κάνοντάς τον να αποδεχθεί την πρόταση των Συμμάχων.

Η προσφορά της Σμύρνης

Οι πρώτοι μήνες του πολέμου υπήρξαν μια περίοδος έντονης διπλωματικής κινητικότητας για όλα τα εμπλεκόμενα κράτη. Τόσο ο συνασπισμός της Συνεννοήσεως όσο και εκείνος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών είχαν επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού περιφερειακών κρατών. Στις αρχές του 1915, στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως είχαν εστιάσει την προσοχή τους πάνω σε τρεις χώρες: την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Αντικειμενικός τους στόχος ήταν να πείσουν μια ή και περισσότερες από αυτές να προστρέξουν σε βοήθεια της ευρισκόμενης υπό αυστριακή επίθεση και άσχημα δοκιμαζόμενης, τότε, Σερβίας. Για να πετύχουν, όμως, κάτι τέτοιο, έπρεπε να προτείνουν κάποιο αντίτιμο, υπό τη μορφή εδαφικών ανταλλαγμάτων. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας, ο προαλειφόμενος, για κάτι τέτοιο, χώρος, βρισκόταν προς βορρά (π.χ. Ανατολική Θράκη), και φάνταζε ως φυσική προέκταση των προσαρτήσεων της εποχής των Βαλκανικών Πολέμων. Μια προοπτική του είδους αυτού ερχόταν σε αντιδιαστολή με τα συμφέροντα της Βουλγαρίας, στο ποσοστό, κατά το οποίο οι Σύμμαχοι προσδοκούσαν και τη δική της προσχώρηση  ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, την τήρηση ευμενούς ουδετερότητας έναντι του πολέμου. Ως εκ τούτου,  μοναδική προσφερόμενη εναλλακτική λύση ήταν η Μικρά Ασία. Η παρέμβαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων απάλλαξε τους Συμμάχους από κάθε είδους αναστολές. Ήταν, πλέον, σε θέση να προσφέρουν στους Έλληνες τουρκικό έδαφος. Επιπρόσθετα, η εξέλιξη αυτή κατέστησε ακόμα πιο ελκυστική τη σύμπραξη της Ελλάδας. Έτσι έχει το ιστορικό της ασυνήθιστης προσφοράς προς την τελευταία, στην οποία προέβη στς 23 Ιανουαρίου 1915 ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρετανίας, Sir Edward Grey. Συγκεκριμένα, σε τηλεγράφημα, που απηύθηνε προς τον πρεσβευτή του στην Αθήνα, ο Grey τον εξουσιοδότησε να προσφέρει “υψίστης σημασίας εδαφικά ανταλλάγματα στα παράλια της Μικράς Ασίας” έναντι μιας εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

Η πρωτοβουλία του Grey προκάλεσε πυρετώδεις συζητήσεις στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος δεν εξέφρασε απολύτως καμία επιφύλαξη. Ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί την πρόταση και να σύρει την Ελλάδα στον πόλεμο. Ήδη από το 1912, την επομένη ακριβώς του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου και τη συνάντηση που είχε με τον Lloyd George, έβλεπε στο πρόσωπο της Μεγ. Βρετανίας έναν ισχυρό και αξιόπιστο επίδοξο προστάτη των ελληνικών συμφερόντων. Διακατεχόμενος από μια τέτοια ψυχολογία, είχε δρομολογήσει διμερείς συνομιλίες ενόψει μιας ευρύτερης ελληνοβρετανικής συνεργασίας στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Φιλοδοξία του ήταν να αξιοποιήσει οποιαδήποτε ευκαιρία, που θα επέτρεπε μια εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους καθώς και τη συμπερίληψη, εντός των νέων ορίων του τελευταίου, των Ελλήνων, που κατοικούσαν εντός της οθωμανικής επικράτειας. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα θα αναβαθμιζόταν σε αξιόλογη μεσογειακή δύναμη. Η απόκτηση της Σμύρνης και σημαντικού τμήματος του οθωμανικού εδάφους, όπου, μεταξύ άλλων, κατοικούσε μια πολυπληθής και σχετικά ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, συνιστούσε το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.³

Ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, εκείνο του βασιλέα και των κορυφαίων συμβούλων του Γεωργίου Στρέϊτ, υπουργού Εξωτερικών και Ιωάννη Μεταξά, ανώτατου επιτελικού αξιωματικού και πρώην στρατιωτικού συμβούλου του Βενιζέλου, υπήρχε έντονος προβληματισμός. Η προσφορά της Σμύρνης ήταν ασφαλώς ελκυστική. Μάλιστα, μπορούσε να εκληφθεί ως το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της υλοποίησης του μεγάλου ελληνικού οράματος: της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης και της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, πέραν της, ούτως ή άλλως,υφισταμένης πολιτικής αντιπαλότητας, τα μεγαλεπήβολα όνειρα του Βενιζέλου ενεργοποιούσαν αντιδράσεις καχυποψίας. Πόσο μάλλον που η καλή πρόθεση των χωρών της Συνεννοήσεως τελούσε υπό αμφισβήτηση. Αν μη τι άλλο, προεξοφλούσε την ήττα της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που ο Κωνσταντίνος και το περιβάλλον του δυσκολεύονταν να αποδεχτούν. Να λοιπόν, γιατί η καχυποψία και ο προβληματισμός υπερίσχυσαν τελικά του πειρασμού.

Οι παραπάνω επιφυλάξεις αποκρυσταλλώθηκαν σε μια ολόκληρη σειρά συνεδριάσεων και υπομνημάτων περί τα τέλη Ιανουαρίου και εντός του Φεβρουαρίου 1915.⁴ Η επιχειρηματολογία στρεφόταν εν μέρει γύρω από την υπάρχουσα πολιτική και στρατιωτική κατάσταση και τους συσχετισμούς και εν μέρει γύρω από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες ενδεχόμενης αποδοχής της προσφοράς του Sir Edward Grey. Συνέπειες, οι οποίες αντανακλούν την εν γένει κατάσταση έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε στο Παρίσι και στη Σμύρνη αργά την άνοιξη του 1919.  Η ισορροοπία των επιχειρημάτων αποτυπώνεται στις τοποθετήσεις των Βενιζέλου και Μεταξά, οι σταδιοδρομίες των οποίων διαπλέκονταν σε πολλά σημεία. Ωστόσο, οι δυο άνδρες διακατέχονταν από συναίσθημα αμοιβαίου σεβασμού, ακόμη και όταν συγκρούονταν μεταξύ τους ανελέητα. Ο Βενιζέλος, συνεπαρμένος υπέρμετρα από την προοπτική μιας εδαφικής επέκτασης, θεωρούσε πως η απόκτηση της Σμύρνης και της Δυτικής Μικράς Ασίας ήταν κάτι το εφικτό. Πόσο μάλλον εάν έχαιρε της υποστήριξης της Μεγ. Βρετανίας. Σε αυτή την προοπτική, ο Μεταξάς αντέτασσε τα στρατιωτικής φύσεως εμπόδια ως προς το γεωγραφικό και εθνογραφικό γίγνεσθαι της μεταπολεμικής Τουρκίας καθώς και το πνεύμα, από το οποίο διακατεχόταν ο τουρκικός λαός.

Οι διαφοροποιήσεις Βενιζέλου και Κωνσταντίνου οδήγησαν στη διαίρεση του ελληνικού λαού και στον επονομαζόμενο “Εθνικό Διχασμό”,⁵ καθώς και σε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους στη Μακεδονία, όπου από τα τέλη του 1915 έως τα τέλη του 1918, ένα διεθνές εκστρατευτικό σώμα απαρτιζόμενο από Γάλλους, Βρετανούς, Σέρβους, Έλληνες, Ιταλούς και Ρώσους, υπό γαλλική διοίκηση, αντιπαρατάθηκε με στρατεύματα προερχόμενα από τη Γερμανία, την Αυστρία και τη Βουλγαρία. Η προσφορά της Σμύρνης είχε ουσιαστικά πάψει να υφίσταται, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της απροθυμίας του βασιλέα να την αποδεχθεί και ως εκ τούτου της αδυναμίας της Ελλάδας να μπορέσει να ανταποκριθεί. Όμως, ο Βενιζέλος δεν την είχε λησμονήσει. Αρκούσε μια συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των χωρών της Συνεννοήσεως, προκειμένου να ενεργοποιηθεί εκ νέου και να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Την επομένη των επιτυχιών των Συμμάχων στο μακεδονικό μέτωπο, ο Βενιζέλος επισκέφτηκε το Λονδίνο και, κατόπιν, το Παρίσι, όπου και εκπροσώπησε τη χώρα του στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης. Τότε ακριβώς καθορίστηκε η μοίρα των ηττημένων, έπειτα από μήνες ολόκληρους εντατικών διαπραγματεύσεων. Μεταξύ των ηττημένων συγκαταλεγόταν και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία περιέκλειε το μεγάλο τρόπαιο, που ο Έλληνας πρωθυπουργός προόριζε για τη χώρα του: τη Σμύρνη.

Οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης στο Παρίσι

Το κύρος του Βενιζέλου είχε φτάσει τότε στο απόγειό του. Είχε καταφέρει να εξασφαλίσει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ηγέτες των δευτερευόντων κρατών, χάρη στην προσωπική γοητεία που εξέπεμπε αλλά και στη σκληρή προσπάθεια, στην οποία είχε επιδοθεί. Συνάμα, όμως, και να εξαργυρώσει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο το γεγονός, ότι χάρη σε αυτόν, η Ελλάδα είχε μετεξελιχθεί σε αξιόπιστο σύμμαχο της Συνεννοήσεως. Ως προς αυτό το τελευταίο, συνέδραμε τα μέγιστα η φιλική του σχέση με τον Lloyd George, όπως και η διαπραγματευτική του ικανότητα, όποτε συναλλασσόταν με τους υπόλοιπους μεγάλους. Αυτό ακριβώς υπήρξε το σκηνικό για την απόφαση περί Σμύρνης. Όταν έφτασε η στιγμή της υποστήριξης των ελληνικών διεκδικήσεων, ο Βενιζέλος έκανε χρήση, τόσο σε πολυμερές όσο και σε διμερές επίπεδο, μιας μεθοδικά προετοιμασμένης επιχειρηματολογίας. Εξέφρασε την υποστήριξή του προς τον θεσμό της Κοινωνίας των Εθνών (το πνευματικό τέκνο του προέδρου Wilson), συμμετείχε στρατιωτικά στη Συμμαχική εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (η πατρότητα της οποίας ανήκε στον Clemenceau), γοήτευσε τον Lloyd George και τα υπόλοιπα μέλη της βρετανικής αντιπροσωπείας.

Εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης στην αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών.

Θύματα της γοητείας του, οι ηγέτες της Δύσης θέλησαν να τον βοηθήσουν. Ακόμα και η απόφαση σχετικά με την εκχώρηση της Σμύρνης, πάρθηκε με βεβιασμένο, σχεδόν επιπόλαιο τρόπο. Είχε προηγηθεί μακρύς και επίπονος στοχασμός, προκειμένου να βρεθεί μια φόρμουλα, που θα εξασφάλιζε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ικανοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων. Την ανεύρεση της παραπάνω φόρμουλας ανέλαβε μια ειδική επιτροπή του Συμβουλίου των Τεσσάρων, η οποία, από βρετανικής πλευράς, περιλάμβανε στους κόλπους της τους Arnold Toynbee και Harold Nicolson. Η επιτροπή κινήθηκε προς την κατεύθυνση ενός συμβιβασμού ανάμεσα στην εθνική υπερηφάνεια των Τούρκων και τις διεκδικήσεις των Ελλήνων, συνυπολογίζοντας την οικονομική και στρατιωτική παράμετρο. Μόλις, όμως, η Ιταλία, μια χώρα ευρισκόμενη σε αναζήτηση αποικιών, έστειλε τον πολεμικό της στόλο επιτόπου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκβιάσει υπέρ των δικών της συμφερόντων τις αποφάσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου, οι Lloyd George, Clemenceau και Wilson αντέδρασαν πάραυτα, αποφασίζοντας την άμεση αποστολή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Επρόκειτο για μια μοιραία απόφαση. Ο Lloyd George εκμεταλλεύτηκε το στραβοπάτημα των Ιταλών, όπως και την εις βάρος τους αγανάκτηση του Wilson. Με τον τρόπο αυτό, κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση των δυο συναδέλφων του και να εξουσιοδοτήσει τους Έλληνες να καταλάβουν τη Σμύρνη. Η σχετική στιχομυθία έχει καταγραφεί πλήρως στα πρακτικά της Συνδιάσκεψης:

Lloyd George: Επιμένω πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε στην Ιταλία να μας θέσει προ τετελεσμένου στην Ασία. Ας εξουσιοδοτήσουμε τους Έλληνες να αποβιβάσουν στρατεύματα στη Σμύρνη…

Wilson: Γιατί δεν τους λέμε να το πράξουν ευθύς αμέσως; Έχετε κάποια αντίρρηση ως προς αυτό;

Lloyd George: Απολύτως καμία.

Clemenceau: Ούτε κι εγώ. Μήπως, ωστόσο, οφείλουμε να ενημερώσουμε προηγουμένως τους Ιταλούς;

Lloyd George: Κατά την άποψή μου, όχι.

Με γνώμονα τα μετέπειτα διαδραματισθέντα, δηλαδή την μακρά και επίπονη ελληνική εκστρατεία, όπως και την ατυχή της έκβαση τον Αύγουστο του 1922, η προαναφερθείσα απόφαση φαντάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξη έως και λανθασμένη. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για προϊόν αυτοσχεδιασμού, δίχως πρόνοια για τις συνακόλουθες συνέπειες μέσα στην ίδια την Τουρκία. Υπάρχουν, όμως, και παράγοντες, που λειτουργούν ως ελαφρυντικό. Σχετίζονται με την ισχυρή πίεση, υπό την οποία τελούσαν εκείνοι που την έλαβαν, ειδικότερα ως προς τα ζητήματα της ολοκλήρωσης του κύκλου των διαπραγματεύσεων για τη συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, της απειλητικής εξέλιξης της κατάστασης στη Ρωσία, τέλος, τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής πραγματικότητας στην Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη. Οι όποιες λανθασμένες ενέργειες δεν οφείλονται σε ανεπάρκειες και ελλείψεις του μηχανισμού της Συνδιάσκεψης. Είναι αποτέλεσμα πίεσης και δυσκολίας εύρεσης λύσης σε πολλά και σημαντικά εκκρεμή ζητήματα. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, η Συνδιάσκεψη κινούνταν σε αχαρτογράφητο τοπίο: την επικείμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την (προσωρινή) υπαγωγή του τουρκικού στρατού στις επιταγές της συνθηκολόγησης, τις εκτιμήσεις ως προς την ικανότητα της Ελλάδας να εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, τη χρονική διάρκεια της στρατιωτικής υπεροχής των Συμμάχων.

Από αριστερά προς τα δεξιά: David Lloyd George, Georges Clemenceau, Woodrow Wilson.

Στα παραπάνω οφείλει κανείς να προσθέσει και μια εξαιρετικά ανησυχητική οικονομική διάσταση. Τη στιγμή της έναρξης της ελληνικής κατοχής, η κατάσταση των οικονομικών της χώρας ακολουθούσε φθίνουσα πορεία. Η τριετία 1919-1922, υπήρξε μια περίοδος σταθερής και αργότερα ταχείας επιδείνωσης. Ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 1919, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών είχε προειδοποιήσει τον Βενιζέλο ως προς την επιβάρυνση, την οποία επέφερε το κόστος της στρατιωτικής εκστρατείας, επισημαίνοντας πως, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ήταν αδύνατο για τη χώρα να προσφύγει  σε εξωτερικό δανεισμό.⁸

Με δεδομένη την πατροπαράδοτη ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, θα περίμενε κανείς επίδειξη μεγαλύτερης μέριμνας εκ μέρους των Συμμάχων της Συννενοήσεως για μια ειρηνική κατοχή της Σμύρνης. Θα μπορούσαν, λ.χ., να αναθέσουν την τελευταία σε μια μεικτή δύναμη, αποτελούμενη από Βρετανούς, Γάλλους, Αμερικανούς και Ιταλούς. Τα πραγματα προσέλαβαν διαφορετική τροπή. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν αποφασισμένος να χειριστεί την όλη υπόθεση ως ευκαιρία επίδειξης ισχύος, προοίμιο για μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία. Απασχολημένοι με πολλά άλλα ζητήματα, οι Σύμμαχοι έσπευσαν να αφήσουν τον έλεγχο της όλης κατάστασης στον Βενιζέλο. Το αποτέλεσμα, που προέκυψε, ήταν ταραχές και σκοτωμοί μέσα στους δρόμους της Σμύρνης. Η βία εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς στην ευρύτερη ενδοχώρα. Η λογική της ελληνικής εντολής πρέσβευε τη διατήρηση της τάξης και της ησυχίας σε ολόκληρη τη ζώνη κατοχής. Η ελληνική διοίκηση και τα ελληνικά όπλα επέκτειναν την επιρροή και παρουσία τους σε μια περιοχή, όπου οι Έλληνες αποτελούσαν αριθμητικά μειοψηφία, οι δε Τούρκοι, πλειοψηφία.

Αντιδράσεις σε βάρος της ελληνικής κατοχής

Παρόλη την αρχική κακοτυχία, ο Βενιζέλος αντιμετώπισε την εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου των Συμμάχων προς την Ελλάδα ως το πρώτο βήμα προς την πλήρη προσάρτηση της Σμύρνης και της ενδοχώρας. Επιπρόσθετα, επρόκειτο για μια πολλά υποσχόμενη περιοχή, ικανή να τροφοδοτήσει τη χώρα με προϊόντα, πολιτισμό και ανθρώπινο δυναμικό. Η επικύρωση της ελληνικής εντολής εκκρεμούσε ενόψει της υπογραφής της συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για την οποία χρειάστηκε να παρέλθει άνω του ενός έτους έως ότου λάβει χώρα, τον Αύγουστο του 1920. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα η κατάσταση επιτόπου είχε επιδεινωθεί για την Ελλάδα, καθιστώντας αδύνατη την επικύρωση της συνθήκης. Ο κύριος υποκινητής της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Σμύρνη, Lloyd George, ήταν ευτυχής που είχε καταφέρει να βοηθήσει τον προσωπικό του φίλο, Βενιζέλο, και μέσω του τελευταίου να προωθήσει αυτά που ο ίδιος εκλάμβανε ως βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα. Υπήρχαν, όμως, και άλλοι με διαφορετική οπτική. Η πλειοψηφία της βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας θεωρούσε την ελληνική εντολή ως ασύμφορη. Ανάλογη υπήρξε και η στάση των αμερικανικών διπλωματικών και στρατιωτικών υπηρεσιών. Με την πάροδο του χρόνου κατέστη σαφές πως, σε αυστηρά πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, οι Γάλλοι θα επέλεγαν τους Τούρκους και όχι τους Έλληνες. Όσο για τους Ιταλούς, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί από τη διαδικασία της εκχώρησης της εντολής προς την Ελλάδα, καιροφυλακτούσαν, προκειμένου να υπονομεύσουν την ελληνική κατοχή.

Ιταλική προπαγανδιστική απόδοση της αποβίβασης του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Από τουρκικής πλευράς ήταν επόμενο να κυριαρχεί μια αίσθηση εθνικής ταπείνωσης. Η αίσθηση αυτή  εκπροσωπούσε τόσο μια εξαντλημένη και ευθυγραμμισμένη με τις επιταγές της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, όσο και ένα νεοφερμένο στο στερέωμα παράγοντα. Το καλοκαίρι του 1919, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος είχε σταλεί ως επιθεωρητής του στρατού στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του, εγκαινίασε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης των καταλοίπων του τουρκικού στρατού, αποστασιοποίησης από τις θέσεις της επίσημης κυβέρνησης και αναπτέρωσης του ηθικού προς την κατεύθυνση ενός αγώνα ανεξαρτησίας και αποτίναξης της ελληνικής παρουσίας.

Την ίδια εποχή, ο Βενιζέλος ήταν, ως επί το πλείστον, απών από την Αθήνα. Εκπροσωπούσε τα ελληνικά συμφέροντα στο Παρίσι. Τη διακυβέρνηση ασκούσαν οι συνεργάτες, τους οποίους είχε αφήσει πίσω, στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Ιωάννης Μεταξάς, βρίσκονταν εξόριστοι στην Κορσική, όπου τελούσαν υπό την επιτήρηση των γαλλικών αστυνομικών αρχών. Δεν ήταν, συνεπώς, σε θέση να τοποθετηθούν έναντι της αποστολής των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Παρά ταύτα, στο Ημερολόγιο του Μεταξά είναι καταγεγραμμένη η αρνητική τους διάθεση. Συγκεκριμένα, στις 5/18 Μαΐου υπάρχει η ακόλουθη καταχώριση: “ …Το βράδυ αι εφημερίδες: Οι Έλληνες κατέλαβον την Σμύρνην! Στρατιωτική κατοχή. Βεβαιότης ότι θα την λάβη. Ετελείωσε! Ημείς ηττήθημεν οριστικώς πολιτικώς, αλλά ας μεγαλυνθή η Ελλάς, και ας ευδαιμονήση, όπως αυτή νομίζει καλλίτερον. Ημείς θα ζήσωμεν εν εξορία, φυγάδες, πτωχοί, καταδιωκόμενοι…”.⁹

Πρώτες δυσκολίες: Η Διεθνής Ανακριτική Επιτροπή

Οι αρχικοί πέντε μήνες της κατοχής αποδείχτηκαν δύσκολοι για τους Έλληνες. Λίγοι ήταν εκείνοι, που αμφισβητούσαν τη νομιμότητα εκχώρησης της εντολής εκ μέρους των Τριών Μεγάλων. Πήγαζε, άλλωστε, από το δίκαιο του νικητή. Ωστόσο, τα κρούσματα βίας, τα οποία πλαισίωσαν την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων, συνέπεσαν με την εμφάνιση των πρώτων επιφυλάξεων ως προς τον βαθμό εμπιστοσύνης έναντι των ελληνικών διοικητικών αρχών της Δυτικής Μικράς Ασίας, καθώς επρόκειτο για μια περιοχή, όπου κατοικούσε μεγάλος αριθμός Τούρκων Μουσουλμάνων. Οι ειρηνοποιοί αντέδρασαν όπως κάθε κυβερνήτης που αντιμετωπίζει προβλήματα και δυσκολίες. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν τη σύσταση μιας Ανακριτικής Επιτροπής, επιφορτισμένης με την αποστολή να διερευνήσει τα έκτροπα της 15ης Μαΐου 1919. Μήπως, προσφεύγοντας σε αυτό το μέτρο, είχαν κατά νου κάποια μεταβολή προς την κατεύθυνση μιας αναστολής ή, ακόμα, μιας αποχώρησης της ελληνικής διοίκησης; Οι εξελίξεις συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Η εγκαθιδρυθείσα δύναμη διαθέτει, πάντοτε, πλεονεκτήματα. Στη δε συγκεκριμένη περίπτωση, εγκαθιδρυθείσα δύναμη ήταν η Ελλάδα. Πόσο μάλλον που έχαιρε της αμέριστης συμπαράστασης της Μεγ. Βρετανίας και εκείνης, περισσότερο αμφιλεγόμενης, της Γαλλίας. Μια διαταγή του Ανωτάτου Συμβουλίου για αποχώρηση των ελληνικών αρχών από τη Σμύρνη, θα ισοδυναμούσε με ομολογία αποτυχίας.

Την Ανακριτική Επιτροπή στελέχωναν ένας Αμερικανός ναύαρχος και ένας Βρετανός, Γάλλος και Ιταλός στρατηγός. Χρειάστηκαν 46 συνεδριάσεις, ακροάσεις μαρτύρων από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και αυτοψίες στη Σμύρνη και, γενικότερα, εντός των ορίων της ελληνικής ζώνης κατοχής. Τον Οκτώβριο 1919, η Επιτροπή κατέθεσε το πόρισμά της. Ήταν εξόχως επιβλαβές για την ελληνική υπόθεση. Η Επιτροπή κάλεσε το Ανώτατο Συμβούλιο να αποδεχθεί μια πραγματικότητα: την ατέρμονη αντίσταση των Τούρκων ενάντια στην ελληνική κατοχή. Το πόρισμα διακατεχόταν από μια στυγνή λογική: η ελληνική κατοχή ήταν αδύνατο να διαιωνιστεί, παρά μόνο στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία το Συνέδριο της Ειρήνης ανακοίνωνε την “οριστική και πλήρη προσάρτηση” της περιοχής στην Ελλάδα. Όμως, μια προσάρτηση του είδους αυτού αντέβαινε στο σεβασμό της αρχής των εθνοτήτων, από τη στιγμή που σε ολόκληρο το βιλαέτι του Αϊδινίου (με μοναδική εξαίρεση τη Σμύρνη και το Αϊβαλί), η αριθμητική υπεροχή του τουρκικού στοιχείου έναντι του ελληνικού, ήταν “αδιαμφισβήτητη”. Η Επιτροπή προχωρούσε περαιτέρω, επισημαίνοντας πως το τουρκικό εθνικό φρόνημα “ουδέποτε θα αποδεχόταν μια τέτοια προσάρτηση, παρά μόνο δια της βίας”. Κατά συνέπεια, η ελληνική κατοχή έπρεπε να λάβει τέλος.¹º

Η ελληνική σημαία κυματίζει μπροστά από το Κονάκι (Στρατώνα), όπου σημειώθηκαν τα πρώτα επεισόδια.

Όταν, στις 8 Νοεμβρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο έλαβε γνώση του τελικού πορίσματος, ο Clemenceau ζήτησε, για πρώτη φορά, εξηγήσεις σχετικά με την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε με σφοδρότητα, τόσο σε προφορικό όσο και σε γραπτό επίπεδο. Επρόκειτο για μια κομβική συγκυρία. Τη μοναδική, ίσως, όπου με αφορμή την επίκληση του πορίσματος της Επιτροπής, η Ελλάδα μπορούσε να έχει αποπεμφθεί από τη Μικρά Ασία, τηρώντας τα προσχήματα. Με τί είδους τίμημα, όμως, σε βάρος των εκεί ελληνικών κοινοτήτων; Η ευκαιρία χάθηκε, και η Ελλάδα συνέχισε να ασκεί την εντολή, η οποία της είχε ανατεθεί, κάτω από ολοένα και πιο αντίξοες συνθήκες.

Αριστείδης Στεργιάδης: ένας αμφιλεγόμενος ΄Υπατος Αρμοστής

Από την πρώτη στιγμή, ο Βενιζέλος είχε κοινοποιήσει προς κάθε κατεύθυνση, πως δεν επρόκειτο να ανεχθεί κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των στρατιωτικών. Όμως, η στρατιωτική διάσταση δεν ήταν η μόνη του όλου προβλήματος. Η Ελλάδα όφειλε, επίσης, να εγκαταστήσει μια ρωμαλέα και αμερόληπτη διοίκηση. Ο κλήρος για την αποστολή αυτή έπεσε σε έναν ευυπόληπτο Κρητικό, τον Αριστείδη Στεργιάδη.

Αριστείδης Στεργιάδης

Ο Στεργιάδης υπήρξε προσωπική επιλογή του Βενιζέλου. Οι δυο άνδρες γνωρίζονταν από την εποχή της διεθνούς κατοχής της Κρήτης από βρετανικές, γαλλικές, ιταλικές και ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Στεργιάδης ασκούσε, τότε, χρέη εκπροσώπου του Βενιζέλου στην ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου. Αργότερα, προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε ως Γενικός Διοικητής της Ηπείρου, αποσπώντας την εμπιστοσύνη του Βενιζέλου χάρη στην πάταξη της ληστείας και την ορθή επιβολή του Νόμου, ενέργειες, στις οποίες προέβη με τρόπο αποτελεσματικό. Συγχρόνως με την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, ο Βενιζέλος τον κάλεσε να μεταβεί κατεπειγόντως  επιτόπου. Σχεδόν ταυτόχρονα με την εγκατάστασή του, ο Στεργιάδης αποκατέστησε την τάξη, απαιτώντας από τα τοπικά δικαστήρια και από τις ελληνικές στρατιωτικές αρχές να επιδείξουν πνεύμα ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Με τη στάση του αυτή, έδωσε σε πολλούς επώνυμους συμπατριώτες του το πρόσχημα, προκειμένου να τον επικρίνουν για μεροληπτική συμπεριφορά υπέρ του τουρκικού στοιχείου. Διέθετε, ωστόσο, τη συμπαράσταση του Βενιζέλου, ο οποίος, ευκαιρίας δοθείσης, τον προστάτευε δημόσια ενάντια σε κάθε είδους κριτική με προέλευση τη Σμύρνη και την Αθήνα

Η ελληνική διοίκηση πληρούσε τις προδιαγραφές για να διαλύσει την καταιγίδα, που είχαν προκαλέσει τα συμβάντα της 15ης Μαΐου και των επομένων ημερών. Το καλοκαίρι του 1919 επικράτησε μια εύθραυστη ισορροπία σε ολόκληρη τη ζώνη της ελληνικής εντολής. Βέβαια, κρούσματα βίας, προερχόμενα από Τούρκους ατάκτους, δεν εξέλειπαν. Όμως, η ελληνική στρατιωτική ισχύς στην περιοχή ήταν επαρκής, ούτως ώστε να μπορέσει να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της διοίκησης και του Ύπατου Αρμοστή. Το όραμα του Στεργιάδη συμπεριλάμβανε την ίδρυση ενός Ιωνικού Πανεπιστημίου, πρώτος πρύτανης του οποίου διετέλεσε ο διακεκριμένος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Μόνο που ήταν αδύνατο για την εκπολιτιστική πολιτική του Στεργιάδη, και της Ελλάδας γενικότερα, να επιζήσει των εγγενών προστριβών του ιδίου με τις ελληνικές στρατιωτικές και εκκλησιαστικές αρχές, όπως και της αντιπαράθεσης μεταξύ ελληνικού και μουσουλμανικού πληθυσμού.

Η πορεία προς τον όλεθρο 

Η στρατιωτική προσπάθεια των Ελλήνων με στόχο την καταστολή του κεμαλικού κινήματος, χρεώθηκε με μια ολοκληρωτική ήττα. Ο τερματισμός της ελληνικής διοίκησης συνέπεσε με την καταστροφή της Σμύρνης τους μήνες  Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922. Πώς και γιατί, άραγε, τα πράγματα έφτασαν μέχρις αυτού του σημείου;

Η διήγηση ξεκινά από τις εξελίξεις μεταξύ καλοκαιριού και φθινωπόρου 1920 και τις αντιδράσεις του Βενιζέλου, μόλις συνειδητοποίησε το αδιέξοδο, το οποίο απειλούσε ευθέως την ευόδωση της ελληνικής παρουσίας και κατοχής. Ήταν η στιγμή, που μέσα στο νου του Έλληνα πρωθυπουργού έκρουσε ο κώδωνας του κινδύνου, καθώς προσμετρούσε το μέγεθος των δυνάμεων εκείνων, οι οποίες είχαν παραταχθεί απέναντί του και ενώ οι δικοί του σύμμαχοι εξέφραζαν ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη προθυμίας να προστρέξουν σε βοήθειά του. Η συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920, προσέλαβε στην Ελλάδα μορφή επιβεβαίωσης της επιτυχούς πολιτικής του. Μέσα, όμως, από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία του με τον Lloyd George κατά τους δύσκολους αυτούς μήνες, αναδεικνύονται ανάγλυφα στοιχεία απόγνωσης μπροστά στον διαρκώς ανερχόμενο κεμαλικό κίνδυνο.¹¹ Την ίδια, πάντοτε, εποχή, ήταν αισθητές οι εξουθενωτικές επιπτώσεις της παρατεταμένης στρατιωτικής κατοχής σε βάρος της ελληνικής οικονομίας. Ο Βενιζέλος προτίμησε να αγνοήσει αυτά τα προειδοποιητικά σημάδια. Είχε ψυχολογικά κλονιστεί από μια δολοφονική απόπειρα, που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή. Στις 12 Αυγούστου, τη μεθεπομένη, μόλις, της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, δυο βασιλικοί απότακτοι αξιωματικοί τον πυροβόλησαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, την προσοχή του μονοπώλησε η προετοιμασία των εκλογών. Η ημερομηνία των τελευταίων είχε επιλεγεί από τον ίδιο. Πίστευε ακράδαντα πως οι συγκυρίες ευνοούσαν την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η υπογραφή της Συνθήκης, εμφανίστηκε ως δικαίωση της εξωτερικής του πολιτικής και αναγορεύτηκε σε αιχμή του δόρατος της προεκλογικής του εκστρατείας. Ωστόσο, φαίνεται πως δεν κατάφερε να πείσει το εκλογικό σώμα. Ο ίδιος και το κόμμα των Φιλελευθέρων, του οποίου ηγείτο, υπέστησαν οδυνηρή ήττα. Σχεδόν αμέσως, επέλεξε την οδό της αυτοεξορίας.

Η επάνοδος του Κωνσταντίνου

 Από το εκλογικό αποτέλεσμα προέκυψε καθεστωτική μεταβολή. Την επαύριο ενός δημοψηφίσματος, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η διαχείριση της εξουσίας περιήλθε στην αντιβενιζελική παράταξη. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι η νέα κυβέρνηση, στους κόλπους της οποίας ξεχώριζε ως ισχυρός άνδρας ο Δημήτριος Γούναρης, συνέχισε να εφαρμόζει, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, το πρόγραμμα του Βενιζέλου. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η εκλογική αποτυχία και η αναχώρηση του Βενιζέλου από την Ελλάδα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αξιοποιήσιμη ευκαιρία για μια απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία και τον τερματισμό μιας δαπανηρής, από κάθε άποψη, εκστρατείας.

Η αντίδραση των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως στην επάνοδο του Κωνσταντίνου.

Η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου κατέστησε ακόμα πιο δυσχερή τη θέση της νέας κυβέρνησης. Κατόπιν πρωτοβουλίας των Γάλλων, οι οποίοι καταλόγιζαν στον Έλληνα μονάρχη την γερμανόφιλη  στάση, που είχε υιοθετήσει του κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (το 1916, Γάλλοι στρατιώτες είχαν απωλέσει τη ζωή τους μέσα στους δρόμους της Αθήνας κατά τα γνωστά “Νοεμβριανά”), διακόπηκε κάθε οικονομική παροχή προς τη χώρα. Κατόπιν τούτου, το κόστος διατήρησης επί ποδός πολέμου ενός στρατού κατοχής εντός ξένου εδάφους, μετέτρεψε την μικρασιατική εμπλοκή σε μια εμφανώς μη βιώσιμη υπόθεση. Στους κύκλους των βενιζελικών, υπήρχαν ακόμη άτομα, τα οποία οραματίζονταν μια παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ κάποιου από τους γιούς του. Διέφευγε από την αντίληψή τους το γεγονός ότι ο τελευταίος αποτελούσε το σύμβολο της αντιβενιζελικής παράταξης και της πρόσφατης εκλογικής της επιτυχίας. Ήταν, επομένως, αδιανόητο να αναμένει κανείς από αυτόν να θυσιαστεί οικειοθελώς υπό παρόμοιες συνθήκες. Ο Γούναρης επιδόθηκε σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των Συμμάχων έναντι της (κωνσταντινικής πλέον) Ελλάδας. Για την επίτευξη του σκοπού του, είχε επενδύσει στην υπάρχουσα, ακόμη, πεποίθηση του Lloyd George ως προς την ικανότητα της χώρας να φέρει εις πέρας το φιλόδοξο πρόγραμμα του Βενιζέλου. Προσέκρουε, όμως, σε μια ολόκληρη σειρά από παραμέτρους, οι οποίες λειτουργούσαν ανασταλτικά, όπως ήταν η ανεπάρκεια των ιδίων των διαδοχικών βασιλικών κυβερνήσεων, η οικονομική ευθραυστότητα, τέλος, η ακλόνητη αποφασιστικότητα του Κεμάλ να θέσει τέλος στην ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία.

Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, η κυβερνητική μεταβολή του Νοεμβρίου 1920, προσέδωσε μια νέα οπτική στην όλη υπόθεση. Η μικρασιατική εμπλοκή αντιμετωπιζόταν, πλέον, ως πρόβλημα και όχι ως ένδοξη πρόκληση. Με την πάροδο του χρόνου, οι μεν βενιζελικοί συνειδητοποιούσαν ολοένα και περισσότερο πως  δεν υπήρχαν προοπτικές, προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να επωμιστεί το φορτίο της Μικράς Ασίας, οι δε βασιλικοί διακατέχονταν από ένα διαρκώς αυξανόμενο συναίσθημα απαισιοδοξίας ως προς το επιχειρησιακό σκέλος. Οι όποιες πρωτοβουλίες των Βρετανών προς την κατεύθυνση ανεύρεσης διπλωματικής λύσης στο αδιέξοδο ναυάγησαν, εξαιτίας της αδιαλλαξίας των Τούρκων έναντι πάσης φύσεως συμβιβασμού. Η επιτάχυνση της επίλυσης των διαφορών στο πεδίο των εχθροπραξιών φάνταζε ως η μόνη εναλλακτική επιλογή. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση Γούναρη αναγκάστηκε να στραφεί προς αναζήτηση στρατιωτικής λύσης, προσβλέποντας στην καταστροφή του κεμαλικού κινήματος. Δυστυχώς, και η νέα αυτή ελληνική εκστρατεία έμελλε να χρεωθεί με αποτυχία.

1921: Προς αναζήτηση στρατιωτικής λύσης

Φαίνεται πως, κατά κάποιο βαθμό, είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη του Γούναρη προς τον αρχιστράτηγο του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο, στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα. Έτσι εξηγείται γιατί ο πρωθυπουργός και οι συνάδελφοί του βολιδοσκόπησαν, προβαίνοντας σε μια αιφνίδια και εντυπωσιακή πρωτοβουλία, τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Μεταξάς είχε αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες επιτελικές του αρετές στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Διέθετε, επομένως, όλες τις προδιαγραφές προκειμένου, για μια ακόμη φορά, να αντιστρέψει τους στρατιωτικούς συσχετισμούς. Σε δυο περιπτώσεις, στις 25 και 29 Μαρτίου 1921, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες συναντήθηκαν μαζί του στην οικία του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.¹² Οι συνομιλίες έχουν καταχωριστεί λεπτομερώς στο Ημερολόγιο του Μεταξά και αναδεικνύουν ανάγλυφα την ανικανότητα των υπουργών να αξιολογήσουν την εν γένει κατάσταση, την έλλειψη ιδεών που τους διέκρινε, τη μάταιη προσήλωσή τους σε μια πολιτική, στην οποία ούτε οι ίδιοι πίστευαν στην πραγματικότητα, τέλος, τον φόβο τους ότι, σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, θα διαμορφώνονταν συνθήκες, ικανές να επαναφέρουν τον μισητό Βενιζέλο στην εξουσία. Η καταγραφή των συνομιλιών από τον Μεταξά αποδίδουν εύγλωττα τις στρατηγικές και τακτικές επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης όπως και τη χρεοκοπία των υπουργών. Για τους τελευταίους, η πλέον επίφοβη εξέλιξη ήταν μια πτώση του βασιλικού καθεστώτος και του ιδίου του βασιλέα ως επακόλουθο μιας στρατιωτικής ήττας στη Μικρά Ασία. Η απάντηση του Μεταξά σε όλα αυτά υπήρξε δηκτική. Διακύβευμα του υπό διεξαγωγή πολέμου δεν ήταν η επιβίωση του συγκεκριμένου πολιτικού καθεστώτος. Εάν ο πόλεμος μπορούσε να προσλάβει νικηφόρα έκβαση χάρη σε μια επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, τότε δεν έπρεπε να αποκλειστεί ούτε αυτό, ακόμα, το ενδεχόμενο.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) το 1902, την εποχή της φοίτησής του στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου.

Τα επιχειρήματα, που ο Μεταξάς αντιπαρέβαλε, υπήρξαν απόλυτα συνεπή με εκείνα, τα οποία είχε επικαλεστεί το 1915 και είχαν καταγραφεί σε ένα υπόμνημα με αποδέκτη τον Βενιζέλο. Η φιλοδοξία της Ελλάδας ως προς τον έλεγχο της Μικράς Ασίας ήταν ανέφικτη. Τούτο υπαγόρευαν εθνολογικοί,  γεωγραφικοί και ψυχολογικοί παράγοντες. Ο πληθυσμός, στη μεγάλη του πλειοψηφία, ήταν τουρκικός και μουσουλμανικός. Ο ελληνικός στρατός θα ήταν υποχρεωμένος να επιχειρεί σε αφιλόξενο έδαφος, ενώ την ίδια στιγμή οι Τούρκοι θα διέθεταν άπλετο χώρο για να υποχωρήσουν και να ανασυνταχθούν. Τέλος, η Ελλάδα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν τουρκικό εθνικισμό, αποφασισμένο να υπερασπιστεί με κάθε κόστος την ίδια του τη χώρα. Ο Μεταξάς δεν ήταν διατεθειμένος να ενστερνιστεί μια πολιτική, στην αξία της οποίας ο ίδιος δεν έτρεφε την παραμικρή εμπιστοσύνη. Για το λόγο αυτό απέρριψε την πρόταση να αναλάβει το αξίωμα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου ή ακόμα εκείνο του Αρχιστρατήγου της Στρατιάς της Μικράς Ασίας. Οι ατέρμονες και εξαντλητικές συζητήσεις της 25ης και 29ης Μαρτίου κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Ο πόλεμος συνεχίστηκε έως την επώδυνη κατάληξή του δίχως τη συμπραξη του Μεταξά.

 1922: Η καταστροφή

Ο διάλογος ανάμεσα στους Μεταξά και Γούναρη (αν και φαίνεται πως τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην όλη συζήτηση εκ μέρους των κυβερνητικών είχαν ο οικοδεσπότης Πρωτοπαπαδάκης και ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης) επέτρεψε να διαφανούν τα διλήμματα της επίσημης ελληνικής πλευράς. Ταυτόχρονα, έδωσαν μια πρόγευση όσων έμελλαν να ακολουθήσουν ανάμεσα στην άνοιξη-καλοκαίρι 1921 και την καταληκτική καταστροφή του Σεπτεμβρίου 1922. Ο Μεταξάς δεν είχε προβλέψει την ολοκληρωτική κατάρρευση του μετώπου. Είχε διαγνώσει, απλώς, τις δυσκολίες των θερινών επιχειρήσεων του 1921, όταν ο ελληνικός στρατός αναλώθηκε σε μια εξουθενωτική πορεία εντός της μικρασιατικής ενδοχώρας δια μέσου της Αλμυράς Ερήμου. Η προέλαση είχε ως αντικειμενικό στόχο τη διάσπαση του τουρκικού μετώπου στο ύψος του ποταμού Σαγγάριου και τη στρατιωτική κατάληψη της Άγκυρας, της πρωτεύουσας του κεμαλικού κινήματος. Το σχέδιο απέτυχε, με αποτέλεσμα ο ελληνικός στρατός να επανέλθει στη γραμμή εκκίνησης και να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις για ολόκληρο το υπόλοιπο 1921 και για το πρώτο ήμισυ του 1922. Στο μεταξύ, η ελληνική οικονομία είχε αγγίξει το όριο της χρεοκοπίας.

Ενόσω το ηθικό των Ελλήνων, τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στο εσωτερικό μέτωπο, βρισκόταν υπό καθεστώς κατάρρευσης, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για την προετοιμασία της τουρκικής αντεπίθεσης. Η τελευταία εκδηλώθηκε προς το τέλος του καλοκαιριού του 1922, υπό τις διαταγές του Ismet Inönü. Ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση και καταστροφή της Σμύρνης, την εκκένωση από τον ελληνικό πληθυσμό και τον τερματισμό της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Έτσι είχε η καταστροφή της Σμύρνης, που σηματοδότησε το μέλλον της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, τοποθετώντας, συνάμα, την οριστική ταφόπλακα στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας.

Η πτώση και καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922.

 

Ο Sir Michael Llewellyn-Smith παρακολούθησε κλασσικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εισήλθε στη βρετανική διπλωματική υπηρεσία το 1970 και υπηρέτησε επί τριάντα χρόνια στις πρεσβείες της Μόσχας, του Παρισιού, της Βαρσοβίας, της Αθήνας καθώς και στην Κεντρική Υπηρεσία, στο Λονδίνο. Διετέλεσε πρέσβης στην Πολωνία (1991-1996) και στην Ελλάδα (1996-1999). Ως φοιτητής, δάσκαλος, διπλωμάτης και περιηγητής έχει αφιερώσει περισσότερα από έντεκα χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων με θέματα της ελληνικής ιστορίας και  πολιτισμού. Γνωστότερη είναι οι πραγματεία του για την ελληνική εμπλοκή στη Μικρά Ασία με τίτλο: Ionian Vision. Greece in Asia Minor, 1919-1922 (ελληνική έκδοση: Το Όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2009). Άλλες του μελέτες αναφέρονται στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, στην εξέλιξη της πόλης των Αθηνών δια μέσου των αιώνων, στην ιστορία του κτηρίου της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα (πρώην οικίας Βενιζέλου). Ο Sir Michael Llewellyn-Smith τιμήθηκε με τις διακρίσεις CMG το 1990 και το KCVO (Knight Commander of the Victorian Order) το 1996.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Ημερολόγιο Ελευθερίου Βενιζέλου (6-19 Μαΐου 1919), περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχη αρ. 788-781, Αθήνα, 16 Μαΐου-6 Ιουνίου 1969. Ο Βενιζέλος σπανίως τηρούσε ημερολόγιο. Στο συγκεκριμένο, αναφέρει πως “μετά το δείπνο, αποφάσισα να γράψω όλα αυτά σε ένα χαρτί, καθώς πρόκειται για ζητήματα υψίστης σημασίας για το μέλλον του έθνους και, ει δυνατόν, να συνεχίσω την καταγραφή σε ημερολόγιο έως το πέρας της κρίσης”.

²  M. Llewellyn Smith, Ionian Vision: Greece in Asia Minor 1919 – 1922, London: Hurst & Co., 2nd edn 1998, σ. 88-9.

³  Σχετικά με την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου βλ.  M. Llewellyn-Smith, ‘Venizelos’ Diplomacy, 1910-23: From Balkan Alliance to Greek-Turkish Settlement’, στο Kitromilides, Paschalis M. ed., Eleftherios Venizelos: The Trials of Statesmanship, Edinburgh University Press, 2006.

⁴  Επιστολές Βενιζέλου προς Κωνσταντίνο, 11/24 Ιανουαρίου 1915, στο Βενιζέλος, Κείμενα, τόμος Β΄, επιμ. Σ. Στεφάνου, Αθήνα 1982, σσ. 65-8. Επιστολή προς Κωνσταντίνο, 17/30 Ιανουαρίου, σσ. 68-71. Επιστολή προς Κωνσταντίνο, 17Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου, σσ. 71-4. Οι παραπάνω επιστολές, εμπλουτισμένες με επιπλέον σημαντική αλληλογραφία, έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες και σε άλλες πραγματείες, όπως στο παράρτημα του Α΄ τόμου του Γ. Βεντήρη, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα, 1931, σσ. 369-77. Ο Βεντήρης δημοσιεύει επίσης την επιστολή Μεταξά προς Βενιζέλο της 17 Φεβρ

⁵ Σχετικά με τον Εθνικό Διχασμό βλ, Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, 1915: Ο Εθνικός Διχασμός  Αθήνα, Πατάκης, 2015 και του ιδίου Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα, Πατάκης, 2017.

⁷  Link, Arthur S., ed., The Deliberations of the Council of Four, March 24 – June 28 1919, Notes of the Official Interpreter Paul Mantoux, vol. 1, Princeton University Press, 1992, [στηρίζεται στην αρχική γαλλική έκδοση του Paul Mantoux, Les Déliberations du Conseil des Quatre].

⁸ Κώστας Κωστής, Ιστορία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1914-1945, Αθήνα, Εκδόσεις του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας, 2003, σ. 150.

⁹  Ι. Μεταξάς, Το προσωπικό του Ημερολόγιο (επιμ. Χρ. Χρηστίδη), τόμος Β΄, Αθήνα, 1952, σ. 506.

¹º Σχετικά με τα ευρήματα της Διεθνούς Ανακριτικής Επιτροπής, βλ. Μ. Llewellyn-Smith, οπ.π., σσ. 110-14. Η πατρότητα της ιδέας ανήκε στον Clemenceau. Ο ίδιος πίεσε ακόμα πιο σκληρά τον Βενιζέλο στη συζήτηση, που ακολούθησε, γύρω από το τελικό πόρισμα.

¹¹ Για τις εξελίξεις, οι οποίες μεσολάβησαν μεταξύ της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου) και των εκλογών του Νοεμβρίου 1920, βλ. Μ. Llewellyn Smith, οπ.π., σσ. 129 – 134, ειδικότερα δε το τηλεγράφημα της 5ης Οκτωβρίου προς τον Lloyd George, σ. 131.

¹²  Ι. Μεταξάς, οπ.π., τόμος Γ΄, καταχωρίσεις της 25ης και 29ης Μαρτίου 1921. Διερωτάται κανείς πόσο πιστά απέδωσε τα γεγονότα ο Μεταξάς. Συνέταξε την μακροσκελή καταχώριση της 29ης Μαρτίου ανάμεσα στην ημερομηνία αυτή και την 25η Μαΐου. Ασφαλώς τελειοποίησε, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, την επιχειρηματολογία του, με απώτερο σκοπό την υστεροφημία του. Ωστόσο, δεν υφίσταται λόγος να αμφισβητήσει κανείς το όλο σκεπτικό, που παραμένει συνεπές και με την επιχειρηματολογία, την οποία, για πρώτη φορά είχε αναπτύξει στις αρχές του 1915.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Χρυσόστομος Β. Σαμαράς: Η αβαροσλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης (586 μ.Χ.): Τα γεγονότα και το πρόβλημα χρονολόγησης

Χρυσόστομος Β. Σαμαράς

Η αβαροσλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης (586 μ.Χ.): Τα γεγονότα και το πρόβλημα χρονολόγησης

Ο ιστοριογράφος Προκόπιος αναφέρει ότι κατά το 15ο έτος των Γοτθικών Πολέμων, δηλαδή το 549/50, πολυπληθής «Σκλαβηνών όμιλος όσος ούπω πρότερον αφίκετο ες ῾Ρωμαίων την γην», δηλαδή εισέβαλε στα βαλκανικά εδάφη του Βυζαντίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Σλάβοι «ως Θεσσαλονίκην τε αυτήν και πόλεις τας αμφ’ αυτήν πολιορκία εξαιρήσοντες ήκοιεν». Κατά τα φαινόμενα, τα νοτιοσλαβικά φύλα αποτέλεσαν σημαντική απειλή για τη Θεσσαλονίκη ήδη από τις πρώτες διεισδύσεις και επιδρομές τους στη ρωμαική επικράτεια. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α´ (527-565), για να απαλλάξει τη μακεδονική μητρόπολη και τα περίχωρά της από το σλαβικό κλοιό, χρειάστηκε να στείλει ισχυρή στρατιωτική δύναμη με επικεφαλής τον στρατηγό Γερμανό «Θεσσαλονίκη δε και πόλεσι ταίς άλλαις αμύναι, και την Σκλαβηνών έφοδον όση δύναμις αποκρούσασθαι». Ο συγκεκριμένος αξιωματικός είχε νωρίτερα αντιμετωπίσει με επιτυχία ένα άλλο σλαβικό φύλο, τους λεγόμενους Άντες. Επειδή προφανώς το όνομά του ενέπνεε φόβο στους Σλάβους, οι ορδές τους, που είχαν τότε εισβάλει στον ελλαδικό χώρο,«οδού μεν ευθύς της επί Θεσσαλονίκην απέσχοντο, ες δε το πεδίον καταβήναι ουκέτι ετόλμων, αλλά ξύμπαντα τα όρη τα ᾿Ιλλυριών διαμείψαντες εν Δαλματία εγένοντο». Μπορεί λοιπόν οι Σλάβοι εισβολείς να δίστασαν τότε να επιτεθούν στη Θεσσαλονίκη, αλλά συνέχισαν την πορεία τους στρεφόμενοι δυτικά προς τη Δαλματία, χωρίς να επιστρέψουν στις εστίες τους πέρα από το Δούναβη1.

Σλαβικός μεσαιωνικός οικισμός (www.orientalreview.com, http://keywordsuggest.org/gallery/1356158.html)

Όταν ο Μαυρίκιος ανέβηκε στο θρόνο της αυτοκρατορίας το 582, η αβαρική ομοσπονδία (που περιελάμβανε και τα νοτιοσλαβικά φύλα) υπό την ισχυρή κεντρική εξουσία του Αβάρου χαγάνου Βαϊανού, κατείχε πλέον τον μέχρι πρότινος ρωμαϊκό αμυντικό προμαχώνα του Σιρμίου. Οι Άβαροι πολιόρκησαν επί τρία χρόνια το Σίρμιο (579-582), ώστε να «ξεκλειδώσουν» τη βυζαντινή άμυνα στην περιοχή του Σαύου ποταμού και κατόπιν να χρησιμοποιήσουν τον προαναφερθέντα μεγάλο οχυρό οικισμό ως ορμητήριο για τη διευκόλυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεών τους σε νοτιότερα εδάφη2. Το 583 ο Βαϊανός, εκμεταλλευόμενος και τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει το Βυζάντιο στην Ανατολή λόγω του πολέμου με τους Πέρσες, αξίωσε μεγάλη αύξηση των χορηγιών (πάκτα) που πλήρωναν οι Βυζαντινοί στο πλαίσιο της συνθήκης ειρήνης με το Αβαρικό κράτος. Η αρχική άρνηση του Μαυρίκιου αποτέλεσε την αφορμή, ώστε να ακυρώσει ο χαγάνος τη συνθήκη με την αυτοκρατορία που είχε συναφθεί μετά την κατάληψη του Σιρμίου3.

Το Σίρμιο (Μακέτα στη σημερινή Σρέμσκα Μιτρόβιτσα, στη βόρεια Σερβία (https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=22094135)

Από το 583 οι Άβαροι και οι υποτελείς τους Σλάβοι εκμεταλλεύτηκαν την ευνοϊκή συγκυρία πραγματοποιώντας συνεχείς επιδρομές στα βόρεια βαλκανικά εδάφη της αυτοκρατορίας. Η συνήθης πορεία τους ήταν νοτιοανατολικά, κατά μήκος του Δούναβη προς τον Εύξεινο Πόντο. Για να διαχειμάσουν,  επέλεγαν την περιοχή της Αγχιάλου, καθώς εκεί υπήρχε πλούσια βοσκή για τα πολεμικά τους άλογα.

Από το δεύτερο κιόλας έτος των εκστρατειών, σημαντικές οχυρωμένες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως το Singidunum (Σιγγηδόνα κατά τον Σιμοκάττη), λεηλατήθηκαν από τις αβαροσλαβικές δυνάμεις4. Τα στρατιωτικά μέσα στο βόρειο σύνορο δεν επαρκούσαν για το Βυζάντιο εκείνη τη δύσκολη περίοδο και έτσι η διπλωματική οδός αποτέλεσε μονόδρομο για τον αυτοκράτορα, χωρίς όμως επαρκή ή μακροχρόνια αποτελέσματα5. Μάλιστα, το 585, και ενώ ο Μαυρίκιος είχε καταφέρει να συνθηκολογήσει με τους Αβάρους, μετά από μία ακόμη επιδρομή των τελευταίων στα βυζαντινά εδάφη, πολλοί Σλάβοι δεν ακολούθησαν τον αβαρικό στρατό κατά την αποχώρησή του και εμφανίστηκαν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Μαυρίκιος τέθηκε τότε επικεφαλής της αυτοκρατορικής φρουράς και επιθεώρησε τα τείχη6. Προφανώς εκείνη τη στιγμή ο αυτοκράτορας αντιλήφθηκε ότι το πρόβλημα της διείσδυσης των Νοτιοσλάβων στην περιοχή των Βαλκανίων ήταν σοβαρό και έτσι δημιούργησε μια στρατιωτική μονάδα με πυρήνα πιθανόν την αυτοκρατορική φρουρά και επικεφαλής τον Κομεντίολο. Η τελευταία απώθησε επιτυχώς πέρα από τη Θράκη τους εισβολείς7.

Το σύνορο του Δούναβη τον 6ο αιώνα (thehistoryofbyzantium.com – Maps)

Ωστόσο, παρόλο που η σλαβική ορδή απομακρύνθηκε από τη Θράκη, δεν κατευθύνθηκε βόρεια προς το Δούναβη, αλλά έπληξε τις λιγότερο προστατευμένες περιοχές, όπως τη Μακεδονία8. Ο Μαυρίκιος, σε μια προσπάθεια αντιπερισπασμού, δωροδόκησε τους Άντες για να επιτεθούν στις κύριες περιοχές των Νοτιοσλάβων, στις βόρειες όχθες του Δούναβη («Σκλαβηνία»). Το μόνο που κατάφερε, ωστόσο, ήταν να πείσει τους Σλάβους ότι ήταν ασφαλέστερο να παραμείνουν νότια του μεγάλου ποταμού. Με βασικό κριτήριο την προστασία της πρωτεύουσας, ο Μαυρίκιος διέταξε επίσης την ενίσχυση των οχυρωματικών έργων στην περιοχή της Αδριανούπολης, με το σκάψιμο μιας μεγάλης τάφρου9.

Οι αβαροσλαβικές επιδρομές συνεχίστηκαν και κατά το 586. Από τη συγκεκριμένη εκστρατεία ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάληψη της Αππιάρειας. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της ένας Βυζαντινός αιχμάλωτος των Αβάρων, ο λεγόμενος Βουσάς, δίδαξε στους «᾿Αβάρους … συμπήγνυσθαι πολιορκητικόν τι μηχάνημα ἔτι τῶν τοιούτων ὀργάνων ἀμαθεστάτους ὑπάρχοντας, ἀκροβολίζειν τε παρεσκεύαζε τὴν ἑλέπολιν». Σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, ο αβαροσλαβικός στρατός για πρώτη φορά κατασκεύασε και χρησιμοποίησε έναν πολιορκητικό πύργο (ελέπολη) και με τη βοήθεια αυτών των μηχανών κατέλαβε την οχυρωμένη Αππιάρεια το 586 ή το 587, ενώ κατόπιν, το ίδιο έτος, χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη πολεμική τεχνολογία για να πολιορκήσει και άλλες μεγάλες βυζαντινές πόλεις, όπως τη Διοκλητιανούπολη, τη Φιλιππούπολη και την Αδριανούπολη, χωρίς όμως επιτυχία. Σε αυτό το σημείο πρέπει επίσης να τονιστεί ότι το 586 μαρτυρείται εισβολή σλαβικών φύλων μέχρι και στην Πελοπόννησο10.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολιορκητικός πύργος (Ελέπολη)(imgkid.com, forums.castlesiegegame.com, libriscrowe.com)

 

Η μεγάλη αβαροσλαβική επιδρομή του 586 ίσως όμως συνέπεσε και με την πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης, κατά την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Η μοναδική αφηγηματική πηγή, που εξιστορεί το σημαντικό αυτό γεγονός, είναι η συμπιληματική συλλογή θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου (Διήγησις θαυματουργιών), πολιούχου (προστάτη) αγίου της Θεσσαλονίκης. Δημιουργός μέρους της τελευταίας παρουσιάζεται ο τότε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ιωάννης, αυτόπτης μάρτυρας της πολιορκίας11. Το αξιοπερίεργο βέβαια είναι ότι καμία άλλη βυζαντινή πηγή, σύγχρονη ή μεταγενέστερη, δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη πολιορκία, γεγονός που ώθησε ορισμένους να εκφράσουν αμφιβολίες για τη σπουδαιότητά της ή ακόμη και για την πραγματοποίησή της στα τέλη του 6ου αιώνα. Ωστόσο, η γνησιότητα πολλών πληροφοριών που διασώζει αυτή η ταυτόχρονη με τα γεγονότα πηγή, έχει πλέον αποδειχθεί· οι αναφορές της χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους μελετητές για να συμπληρωθούν κάποια ιστορικά κενά.

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη  (vizantinaistorika.blogspot.com)

Η μαρτυρία του Ιωάννη ότι η είδηση της πολιορκίας έγινε γνωστή στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης κατά την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, δίχασε τους σύγχρονους ιστορικούς ερευνητές, καθώς αποδείχθηκε ότι τα μόνα έτη μεταξύ 582-602 (περίοδος παραμονής του Μαυρικίου στον αυτοκρατορικό θρόνο) που μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, με βάση τη γνωστή ημερομηνία και ημέρα, ήταν το 586 ή το 59712. Μια πρώτη παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει εδώ είναι ότι η είδηση της επίθεσης έγινε γνωστή την Κυριακή και η λήξη της πολιορκίας συνέβη πάλι την Κυριακή13. Η «σύμπτωση» αυτή, σε συνδυασμό με τον αγιολογικό σκοπό της πηγής, δηλαδή την εξυπηρέτηση κυρίως του θρησκευτικού συναισθήματος και όχι της ιστορικής ακρίβειας, γεννούν ήδη από την αρχή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των στοιχείων της, αμφιβολίες που επιτείνονται επίσης από τον συμπιληματικό χαρακτήρα της και την απουσία της συγκεκριμένης πολιορκίας του 6ουαιώνα από τις υπόλοιπες σύγχρονες και μεταγενέστερες ιστορικές πηγές εκείνης της περιόδου.

Ένα θεμελιώδες επιχείρημα των ερευνητών, που υποστηρίζουν ότι η πολιορκία έλαβε χώρα το 597, είναι ότι κατά το 586 ο αβαροσλαβικός στρατός δεν γνώριζε ακόμη τις απαραίτητες τεχνικές κατασκευής και χρήσης ελεπόλεων, οι οποίες αναφέρονται όμως στα «Θαύματα». Απεναντίας, τέτοιου είδους πολεμική τεχνολογία εμφανίζoνται να έχουν οι Άβαροι τόσο το 587 στην κατάληψη της Αππιάρειας, όσο και το 595 στην πολιορκία της Σιγγηδόνας14. Από τον Προκόπιο και το Στρατηγικόν του Ψευδο-Μαυρικίου αντλείται η πληροφορία ότι Άβαροι και Σλάβοι δεν κατείχαν αρχικά προηγμένες πολιορκητικές μηχανές, όπως «ελεπόλεις», ενώ από τον κατεξοχήν ιστορικό της περιόδου, τον Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, απομονώνεται ένα σχόλιο παρόμοιου περιεχομένου από την αβαροσλαβική πολιορκία της Αππιάρειας, που θεωρούν οι συγκεκριμένοι ερευνητές ότι έγινε το 587 και όχι το 586. Σύμφωνα με την πληροφορία του Σιμοκάττη, οι Άβαροι έως εκείνο το έτος εμφανίζονταν «αμαθέστατοι» από τέτοιου είδους πολιορκητικές κατασκευές15.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ίδιες σύγχρονες και μεταγενέστερες βυζαντινές πηγές αποσιωπούν ένα τόσο σημαντικό γεγονός στο τέλος του 6ου αιώνα, όπως η πολιορκία μιας εκ των μεγαλύτερων και πλουσιότερων εκείνη την εποχή βυζαντινών πόλεων. Οπότε έχουμε το εξής παράδοξο: αν λάβουμε υπόψη τις εγκυρότερες, σε σχέση με τα «Θαύματα», ιστορικές πηγές και αποδεχτούμε ότι Άβαροι και Σλάβοι δεν κατείχαν εξελιγμένες πολιορκητικές μηχανές έως το 587, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ότι τον ίδιο αιώνα η Θεσσαλονίκη δεν πολιορκήθηκε από Αβάρους και Σλάβους. Αλλιώς, αν αποδεχτούμε την πληροφορία που μας δίνει η αγιολογική πηγή σχετικά με τον χρόνο της εν λόγω πολιορκίας, τότε οι πιθανότητες αυτή να συνέβη το 586 είναι πολλές.

Καταρχάς τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι όλες οι μεταγενέστερες πολιορκίες της Θεσσαλονίκης τον 7ο αιώνα16 πραγματοποιήθηκαν από τους Αβάρους και τους Σλάβους υποτελείς τους μόνο σε περιόδους που το Βυζάντιο βρισκόταν σε δύσκολη θέση, εξαιτίας κάποιας σοβαρής απειλής στο ανατολικό μέτωπο από τους Πέρσες ή τους Άραβες, και επομένως δεν διέθετε επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα αβαροσλαβικά στρατεύματα. Όσο κι αν υπερτερούσε σε ποιότητα ο βυζαντινός στρατός, η αριθμητική υπεροχή του εχθρού δεν επέτρεπε την ανοιχτή σύγκρουση, όπως και το 548, σε μια από τις πρώτες μεγάλες εισβολές των Σλάβων στα εδάφη της αυτοκρατορίας, όταν οι βυζαντινές δυνάμεις απέφυγαν να εμπλακούν σε ανοιχτή μάχη με τις «βαρβαρικές» ορδές «τῷ πλήθει τῶν πολεμίων»17.

Επίσης, οι εκστρατείες Άβαρων και Σλάβων στη βόρεια βαλκανική βυζαντινή επικράτεια, φαίνεται πως κορυφώθηκαν κατά τη διετία από το 586 έως το 587, περίοδο, στην οποία καταγράφεται η προώθησή τους μέχρι την Πελοπόννησο. Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει αβίαστα είναι γιατί τη συγκεκριμένη διετία ο αβαροσλαβικός στρατός δεν ασχολήθηκε με τη Θεσσαλονίκη, όσο αποτρεπτικά και αν φάνταζαν τα επιβλητικά τείχη της, ενώ έκρινε σκόπιμο να επιτεθεί σε άλλες λιγότερο πλούσιες βυζαντινές πόλεις; Και αν μια επίθεση τόσο μεγάλης κλίμακας το 597 (από τον συγγραφέα των «Θαυμάτων» η στρατιά των «βαρβάρων» παρομοιάζεται με εκείνη του Ξέρξη, καθώς όπως αναφέρει αριθμούσε περίπου 100.000 πολεμιστές) είχε αποτύχει, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αιφνιδιαστική επίθεση του 604 από μία μικρή σχετικά αβαροσλαβική δύναμη 5.000 περίπου μαχητών;18 Ήταν τόσο προκλητική η εικόνα διάλυσης που εξέπεμπε η αυτοκρατορία την περίοδο βασιλείας του Φωκά; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι υπάρχει μαρτυρία για απειλητική παρουσία Σλάβων στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, ήδη από το 549.

Τα τείχη της Θεσσαλονίκης (https://www.scribd.com/document/368993126/Selanik-Saloniki-Saloniko-Saloniche-Soloun-Salonica-Salonique-Thessaloniki)

Το παράδοξο είναι, αν δεχθούμε ως έτος της πολιορκίας το 597, ότι ο χαγάνος, για να εξαπολύσει τη μεγάλη επίθεσή του εναντίον της Θεσσαλονίκης, όπως περιγράφεται στα «Θαύματα», δεν προτίμησε τα δύσκολα χρόνια που ταλάνισαν την αυτοκρατορία, λόγω του βυζαντινοπερσικού πολέμου στην Ανατολή έως το 591. Αντιθέτως, προτίμησε την περίοδο που τα βυζαντινά στρατεύματα στο βόρειο σύνορο είχαν ανασυνταχθεί και αποτελούσαν πια αξιόμαχο αντίπαλο για τις αβαροσλαβικές ορδές. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε βέβαια να δικαιολογηθεί από κάποια προβλήματα που αντιμετώπισε στο εσωτερικό του κράτους του και δεν του επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί τις περιόδους αδυναμίας των Βυζαντινών.

Ακόμη, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο μικρός στρατός του Κομεντίολου, που συνδέθηκε με την κατασκευή της τάφρου στην περιοχή της Αδριανούπολης, ενισχύθηκε σημαντικά το 586 με εκτεταμένες στρατολογήσεις και απέκτησε στρατόπεδο στην Αγχίαλο, στον δυτικό Εύξεινο Πόντο, την περιοχή δηλαδή που επέλεγαν συνήθως οι Άβαροι για να διαχειμάσουν κατά την περίοδο των εκστρατειών τους στα Βαλκάνια από το 58319. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι από το 586 οι Αβαροσλάβοι στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς τη νότια Ελλάδα, τότε προκύπτει το εύλογο συμπέρασμα ότι η τάφρος και ο αξιόμαχος στρατός του Κομεντίολου, που έδρασε επιτυχημένα στην περιοχή της Θράκης, εξέτρεψε προς νοτιότερα εδάφη τη συνήθη πορεία του αβαρικού στρατού προς τον Εύξεινο Πόντο. Ίσως μάλιστα η ενίσχυση εκείνη του βυζαντινού βαλκανικού στρατού να προκλήθηκε από την πολιορκία της Θεσσαλονίκης εκείνο το έτος. Επομένως, στο πλαίσιο της κορύφωσης των αβαροσλαβικών επιδρομών από το 586 έως το 587 και της εκτροπής τους προς τη Μακεδονία και τη νότια Ελλάδα, μια επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης έμοιαζε αναπόφευκτη.

Μετά το 591 και τη σύναψη ειρήνης με τους Πέρσες, ο Μαυρίκιος έσπευσε να μεταθέσει πολλές στρατιωτικές μονάδες από την Ανατολή στο βόρειο σύνορο, ενισχύοντας την παραδουνάβια άμυνα της αυτοκρατορίας ενάντια στον αβαροσλαβικό κίνδυνο. Από το 598 ο βυζαντινός στρατός ήταν πλέον σε θέση να στρατοπεδεύει στη βόρεια όχθη του κάτω Δούναβη και να διεξαγάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε εχθρικό έδαφος20, γεγονός που προϋποθέτει τη σχετικά επιτυχημένη δράση του τα προηγούμενα χρόνια, ενάντια σε Άβαρους και Σλάβους εισβολείς. Ας εστιάσουμε όμως στο 597. Πραγματικά, εκείνο το έτος μαρτυρείται ακόμη μια αβαροσλαβική εκστρατεία στα βυζαντινά εδάφη. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 597, που μπορεί να πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης, αβαρικά στρατεύματα βρίσκονταν έξω από την πόλη Τόμις, στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου21.

Το βέβαιο είναι ότι μια πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 597 θα αποτελούσε δύσκολο εγχείρημα για τις αβαροσλαβικές δυνάμεις, καθώς οι τελευταίες θα έπρεπε να υπερκεράσουν αρχικά το βαλκανικό βυζαντινό στρατό και στη συνέχεια να τον έχουν στα νώτα τους, με κίνδυνο να περικυκλωθούν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Μια τέτοια επιχείρηση το 597 μπορεί να δικαιολογηθεί βέβαια, εάν αυτή έγινε από τους Σλάβους με την προτροπή και καθοδήγηση των Αβάρων και κύριος στόχος της ήταν να εκβιαστεί ο Μαυρίκιος, ώστε να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βόρειο σύνορο και να ενδώσει στις οικονομικές απαιτήσεις του χαγάνου. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τη σχετικά γρήγορη λύση της πολιορκίας και την έλλειψη επιμονής των πολιορκητών. Μάλιστα προκαλεί εντύπωση που δεν αναφέρεται κάποια άλλη στρατιωτική επιχείρηση ενός τόσο μεγάλου στρατού. Ακόμη, με την κίνηση αυτή ο χαγάνος μπορούσε να τιμωρήσει το Βυζάντιο, επειδή είχε αρνηθεί να ενδώσει στις απαιτήσεις του, ενώ παράλληλα εκτόνωνε τις όποιες επαναστατικές τάσεις και την επιθετικότητα των Σλάβων υποτελών του, ιδιαίτερα σε περιόδους λιμού. Επίσης, υπάρχει και το ενδεχόμενο η πολιορκία να έγινε με πρωτοβουλία των Σλάβων, που δεν είχαν αποσυρθεί από τα εδάφη της Μακεδονίας, ύστερα από την πληροφορία ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν εξασθενημένη από πολύμηνη επιδημία. Ωστόσο, ο όρος μιας νέας αβαροβυζαντινής συνθήκης το 598, που έδινε το δικαίωμα στον βυζαντινό στρατό να περνάει τον «Ίστρο» για να επιτεθεί στους Σλάβους, φανερώνει ότι η αυτοκρατορία δεν βρέθηκε εκείνη την περίοδο σε δύσκολη θέση από μια προηγηθείσα αβαροσλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι ούτε με αφορμή τη νέα συνθήκη γίνεται κάποια αναφορά από τον Θεοφύλακτο στην πολιορκία αυτή22.

Άβαρος και Σλάβος πολεμιστής (www.pinterest.com)

Όσον αφορά τις «ελεπόλεις», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κατασκευή τους απείχε πολύ από την αποτελεσματική χρήση της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Οι Άβαροι μπορεί να κατείχαν πολιορκητικές μηχανές μετά την κατάληψη του Σιρμίου ή και νωρίτερα, από διάφορους αιχμάλωτους τεχνίτες, Βυζαντινούς23, Κουτριγούρους, Ουτιγούρους, Λογγοβάρδους (με τους οποίους συνεργάστηκαν κατά το 567 για να καταλύσουν το κράτος των Γεπιδών), οι οποίοι γνώριζαν από τέτοιου είδους πολεμική τεχνολογία. Ωστόσο, ο αβαρικός στρατός ήταν μία κατεξοχήν ιππική δύναμη, η οποία στηριζόταν στην ταχύτητα και στη μαχητική ικανότητα των έφιππων πολεμιστών. Το ελαφρύ πεζικό τους ήταν κυρίως οι Σλάβοι υπήκοοί τους, ανεκπαίδευτοι σε τακτικές μαχών. Η μεταφορά δυσκίνητων πολιορκητικών μηχανών, ήταν εξάλλου έργο εξαιρετικά δύσκολο και γι’ αυτό το λόγο η κατασκευή τους γινόταν συνήθως κοντά στο πεδίο της πολιορκίας.

Μπορεί, λοιπόν, οι Άβαροι να γνώριζαν τη συγκεκριμένη πολιορκητική τεχνολογία μέχρι το 587, αλλά μάλλον δεν ήταν εξοικειωμένοι («αμαθέστατοι») με τη χρήση της και προτιμούσαν πιο «πρωτόγονα» αλλά λιγότερο δύσχρηστα μέσα πολιορκίας, όπως ψηλές σκάλες και πολιορκητικούς κριούς. Επίσης, οι αποτυχημένες πολιορκίες μεγάλων βυζαντινών πόλεων το 586 ή 587 με τη χρήση ελεπόλεων, ίσως αποθάρρυνε τους Αβάρους για την εκτεταμένη μελλοντική αξιοποίηση της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Ακόμη, όμως, κι αν αποδεχτούμε την ορθότητα των πληροφοριών ότι οι Άβαροι δεν κατείχαν ή δεν εφάρμοσαν προηγμένη πολιορκητική τεχνολογία πριν το 587, τότε θα περιμέναμε την εκτεταμένη χρήση της από εκείνο το έτος και μετά, κάτι που θα συνεπαγόταν και περισσότερες αλώσεις βυζαντινών πόλεων. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα στις ιστορικές πηγές αναφέρεται μόνο η κατάληψη κάποιων βυζαντινών φρουρίων, όπως συνέβαινε και πριν το 587. Ακόμη και η μαρτυρία του Σιμοκάττη για την κατάληψη της Σιγγηδόνας το 595, είναι γενική και ασαφής ως προς τη χρήση τέτοιων πολιορκητικών κατασκευών, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Σιγγηδόνα είχε καταληφθεί από τους Αβάρους και το 584.

Μια ακόμη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι στις περιγραφές πολιορκιών που παραθέτουν οι βυζαντινές πηγές, όπως και η αγιολογική πηγή των «Θαυμάτων», υπάρχουν πολλοί «κοινοί τόποι», λόγω της προσφιλούς τακτικής των συγγραφέων να αντιγράφουν κλασσικά ή παλαιότερα πρότυπα. Στον πρόλογό του ο ανώνυμος συντάκτης της δεύτερης συλλογής των «Θαυμάτων», εκτός του ότι αρχικά σημειώνει ότι θα μιμηθεί τους τρόπους και τα έργα του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, δηλαδή του συντάκτη της πρώτης συλλογής των «Θαυμάτων», στη συνέχεια αναφέρει ότι συγγραφικά πρότυπά του είναι και οι Ζοροβάβελ, Φίλων και Ιώσηπος που συνέγραψαν ιουδαϊκή ιστορία. Και οι τρείς ιστορικοί χρησιμοποίησαν ως πηγή τη Βίβλο ενώ ο τελευταίος αφηγήθηκε με γλαφυρό τρόπο την πολιορκία και άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους τον 1ο αιώνα (66-70 μ.Χ.). Πράγματι, στα κείμενα του Ανωνύμου συναντάμε πολλούς κοινούς τόπους με τα κείμενα του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, ενώ ανάλογους κοινούς τόπους ανακαλύπτουμε και στο ιστορικό έργο του Ιώσηπου. Έτσι, στην παράγραφο 135 του 14ου «θαύματος» αναφέρεται ότι «μόνος ο Χριστός […] μας έσωσε από τα έγκατα του Άδη» και όχι της Κόλασης. Επίσης, λίγο παρακάτω η παράγραφος 139, όπου περιγράφονται τα πολιορκητικά μηχανήματα των εχθρών (ελεπόλεις, σιδερένιοι κριοί, πετροβόλα και χελώνες), είναι γεμάτη από «κοινούς τόπους» (πέτρες – βουνά, βέλη – χιονονιφάδες κτλ.) ενώ γίνεται λόγος για «νεοσφαγμένα βόδια και καμήλες» παρόλο που καμήλες ήταν προφανώς αδύνατο να διαθέτει ο «βαρβαρικός» στρατός24.

David Roberts, The Siege and Destruction of Jerusalem by the Romans Under the Command of Titus, A.D. 70 , 1850 (http://www.preteristarchive.com/ARTchive/1850_roberts_destruction-jerusalem.html)

Άλλες πληροφορίες ή διαπιστώσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν στο σχηματισμό κάποιων συμπερασμάτων είναι οι εξής:

α. Η πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης κράτησε μία εβδομάδα, όσο δηλαδή και η Γένεσις του Κόσμου στην Παλαιά Διαθήκη. Η Κυριακή αναφέρεται ως η σωτήρια ημέρα για τη Θεσσαλονίκη με τη λύση της πολιορκίας και μια τέτοια επιλογή δεν είναι συμπτωματική. Προφανώς εξυπηρετεί τον κατηχητικό χαρακτήρα του κειμένου. Ο στρατός των «απίστων» παρομοιάζεται σε μέγεθος με τον στρατό του Ξέρξη ή με τον στρατό των «Αιθιόπων και Λιβύων κατά Ιουδαίων»25. Ο αριθμός των 100.000 βαρβάρων στρατιωτών είναι «κοινός τόπος» όταν περιγράφεται ένας πολύ μεγάλος στρατός που προξενεί αίσθηση.

β. Το επίθετο «θηριώδης», που περιγράφει τη φυλή των «Σκλαβηνών» πολιορκητών, χρησιμοποιείται πολύ συχνά και στις υπόλοιπες πολιορκίες της Θεσσαλονίκης, όπως περιγράφονται στην αγιολογική πηγή, για να χαρακτηρίσει τον «βαρβαρικό» στρατό που προσπάθησε να κυριεύσει τη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα στην αβαροσλαβική πολιορκία του 618 όπως περιγράφεται στη συλλογή των «Θαυμάτων» του Ανωνύμου, γίνεται καθαρά λόγος για «επίλεκτους και σιδηρόφρακτους ιππείς», πράγμα φυσιολογικό αφού ο αβαρικός στρατός ήταν μία κατεξοχήν ιππική δύναμη. Μάλιστα η εύρεση βοσκής για τα άλογά του, προκαθόριζε τον χρόνο και την κατεύθυνση των κινήσεών του και κατ’ επέκταση τη μαχητική του ισχύ26. Ωστόσο, πουθενά στην περιγραφή της πρώτης πολιορκίας δεν γίνεται κάποια νύξη για τα περίφημα αβαρικά άλογα.

γ. Ο Ιωάννης επισημαίνει ότι αφότου έγινε την Κυριακή γνωστή η είδηση της επίθεσης εναντίον της Θεσσαλονίκης, οι «βάρβαροι» πολιορκητές αναμένονταν μετά από τέσσερις ή περισσότερες ημέρες μπροστά από τα τείχη της πόλης «και για το λόγο αυτόν δεν είχαν ληφθεί επείγοντα μέτρα για τη φρούρηση της πόλης». «Αλλά δεν είχε καλοξημερώσει η Δευτέρα κι εκείνοι έφτασαν αθόρυβοι μπροστά στα τείχη». Προξενεί εύλογα εντύπωση η παραπάνω μαρτυρία. Δηλαδή, ενώ οι Θεσσαλονικείς γνώριζαν πως ένας τεράστιος «βαρβαρικός» στρατός είχε εκστρατεύσει εναντίον τους, δεν επείγονταν να οργανώσουν την άμυνα της πόλης και είχαν επαναπαυτεί θεωρώντας αρκετές τις τέσσερις ημέρες για τις προετοιμασίες απόκρουσης του αντιπάλου. Εξίσου παράξενο είναι το γεγονός ότι η πολιορκία κράτησε μόλις μία εβδομάδα και λύθηκε μυστηριωδώς, παρά τις περιγραφές προηγμένων πολιορκητικών μηχανημάτων και αναρίθμητων πολεμιστών, δηλαδή παραγόντων που λογικά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι πολιορκητές είχαν ετοιμαστεί για μία μακροχρόνια επιχείρηση. Τέλος, η μαρτυρία ότι οι επιτιθέμενοι έφτασαν «αθόρυβοι» μπροστά στα τείχη, μάλλον σημαίνει ότι το θορυβώδες αβαρικό ιππικό απουσίαζε, ενώ οι πολιορκητές δεν έφερναν μαζί τους βαριά και επίσης θορυβώδη πολιορκητικά μηχανήματα. Ίσως στην «αθόρυβη» αυτή και αιφνιδιαστική άφιξη είχαν συμβάλει και τα σλαβικά μονόξυλα27.

Σλαβικό μονόξυλο (el.wiktionary.org , commons.wikimedia.org)

δ. Όπως είδαμε, ένα από τα θεμελιώδη επιχειρήματα για τη χρονολόγηση της πρώτης πολιορκίας της Θεσσαλονίκης το 597, είναι και η χρήση σχετικά προηγμένων πολιορκητικών μηχανημάτων, όπως ελεπόλεων, από τον αβαροσλαβικό στρατό. Ωστόσο, κατά την έναρξη της πολιορκίας οι εχθροί χρησιμοποιούν «προκατασκευασμένες σκάλες» ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ουσιαστική χρήση ελεπόλεων. Αντίθετα, στην πολιορκία του 618, περιγράφεται από τον Ανώνυμο ένας τέτοιος ξυλόπυργος. Επιπρόσθετα, οι «χελώνες» δεν είχαν αποτέλεσμα ενώ τα πετροβόλα δεν έβρισκαν στόχο προφανώς λόγω της απειρίας των χρηστών τους. Μάλιστα, ο αρχιεπίσκοπος Ευσέβιος, του οποίου την μαρτυρία μας μεταφέρει ο διάδοχός του Ιωάννης, αποφεύγει εντέχνως να περιγράψει τις ελεπόλεις και τη χρήση τους, αναφέροντας ότι οι φοβερότερες από αυτές τις κατασκευές είχαν συγκεντρωθεί στα βόρεια και δυτικά τείχη της πόλης, όπου δεν είχε πρόσβαση ο ίδιος ως αυτόπτης μάρτυρας, ενώ παράλληλα δεν θα ήθελε να προσθέσει στην αφήγησή του κουραστικές λεπτομέρειες28. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αναφορές σε τέτοιου είδους πολιορκητικά μηχανήματα συναντάμε στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ, όπως την κατέγραψε ο Ιώσηπος, ο οποίος αναφέρεται από τον Ανώνυμο ως ένα από τα πρότυπα για τη συγγραφή των «Θαυμάτων».

ε. Τις ίδιες περιγραφές και παρόμοιους αφηγηματικούς κοινούς τόπους σχετικά με τις κινήσεις των πολιορκητών συναντάμε σε όλες τις μεταγενέστερες πολιορκίες της Θεσσαλονίκης στη συλλογή του Ανωνύμου. Δηλαδή και στις πολιορκίες του 615 και 61829 έχουμε αναρίθμητους και θηριώδεις εχθρούς, τόσο, που στο διάβα τους στερεύουν οι ποταμοί. Στην πολιορκία του 615, όπως και σε εκείνη του 586 ή 597, οι εχθροί από θεία παρέμβαση πολιορκούν λάθος περιοχή και στο τέλος στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, ενώ κάποιοι βάρβαροι, που παραδίνονται, διηγούνται το θαύμα που τους έκανε να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν. Ακόμη, σε όλες αυτές τις διηγήσεις επαναλαμβάνονται κάποια κοινότοπα σημεία: ο στενός αποκλεισμός που έμοιαζε με θανατηφόρο στεφάνι, οι πολιορκούμενοι που λιποψυχούν στην αρχή και έπειτα αναθαρρούν από θαύμα, οι πολιορκητικές μηχανές που είναι πάντα οι ίδιες, η κάλυψή τους με σανίδες και δέρματα, η εκτόξευση πελώριων λίθων προς τα τείχη χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα, η ρίψη βελών που έπεφταν σαν νιφάδες χιονιού.

στ. Στον πρόλογό του, ο Ανώνυμος γράφει για τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη ότι «συνέγραψε […] τις τρομερές πολιορκίες που επί των ημερών του επιχείρησαν οι βάρβαροι εναντίον της πόλης μας ή δεν πρόλαβε να τις συντάξει διότι συνέβησαν όταν πλέον πλησίαζε η εις Κύριον αποδημία του»30. Πουθενά δεν αναφέρει τον αρχιεπίσκοπο Ευσέβιο και την πολιορκία που έλαβε χώρα επί των δικών του ημερών.

ζ. Στην παράγραφο 214, στο δεύτερο «θαύμα» της συλλογής του Ανωνύμου για την πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 618, γίνεται το εξής σχόλιο για τις πολιορκητικές μηχανές του αβαροσλαβικού στρατού: «ενώ πολλές φορές πριν τις είχαν δοκιμάσει (οι Άβαροι) και τους είχαν φανεί κατάλληλες και χρήσιμες, στην πολιορκία της πόλης (το 618) αποδείχτηκαν ακατάλληλες και απρόσφορες λόγω της επιστασίας των αγίων»31. Ωστόσο, και στην πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης οι μηχανές αυτές είχαν φανεί ακατάλληλες και απρόσφορες για τον αβαροσλαβικό στρατό, πράγμα όμως που δεν έκρινε σκόπιμο να αναφέρει ο Ανώνυμος στη διήγησή του.

η. Το 586/7 καταγράφονται κάποια συμβάντα που ίσως συνδέονται με την πολιορκία της Θεσσαλονίκης: Η αναφορά στον Βουσά, που δίδαξε την κατασκευή και χρήση ελεπόλεων στους Αβάρους, η ενίσχυση του αμυντικού στρατού του Κομεντίολου το 586 με έδρα την Αγχίαλο και η κατασκευή οχυρωματικών έργων στην περιοχή της Αδριανούπολης και, τέλος, η εισβολή Σλάβων ακόμη και στην Πελοπόννησο.

Συνοψίζοντας, παρόλο που δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αξιοπιστία όλων των πληροφοριών, που μας παρέχει η αγιολογική πηγή των «Θαυμάτων» και παρόλο που το 597, ως έτος της πρώτης πολιορκίας της Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα, το συμπέρασμα που προκύπτει, ύστερα και από τη συνεξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων και διαπιστώσεων, είναι ότι κατά τη διάρκεια της μεγάλης αβαροσλαβικής εκστρατείας του 586 έγινε η πρώτη ανεπιτυχής επίθεση Νοτιοσλάβων στη Θεσσαλονίκη, πιθανόν με την προτροπή και καθοδήγηση των Αβάρων.

O Χρυσόστομος Β. Σαμαράς είναι Εκπαιδευτικός (ΠΕ02 Φιλόλογος), Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας

Υποσημειώσεις

1 Προκόπιος (1962/3) 7.39.29.2 – 40.8.1.

2 Χρονικό Μονεμβασίας (1976) 6.53 κ.ε. Οι Βυζαντινοί έμοιαζαν ανήμποροι να εφαρμόσουν αυτό που γνώριζαν καλά, ότι δηλαδή «μετά το Θεό, θα έπρεπε να εναποθέσουν τις ελπίδες τους για ασφάλεια στα όπλα τους και όχι μόνο στις οχυρώσεις τους». Βλ. Στρατηγικόν Ψευδο-Μαυρικίου (1981) VIII. I. 38. 276. 118-9. Για τα χρονολογικά προβλήματα των αβαροσλαβικών επιδρομών αυτή την περίοδο βλ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου (1970) 145-182 (χρονολογικοί πίνακες 194-205). Γενικά για τις εισβολές των Αβαροσλάβων στα Βαλκάνια και τους δρόμους που ακολουθούσαν, βλ. Σαμαράς (2015) 81 κ.ε., 237 κ.ε. – Whitby (1988) 170-176.

3 Σιμοκάττης (1972) I.3.45.13-14, 3.46.12-14. Για τα δώρα που δίνονταν στους Αβάρους, βλ. Μένανδρος Προτήκτωρ (1903) 170–221, 442–477 και εν FHG IV 200-269, 1.422. 12-17, 2.442. 28 κ.ε. – Ιωάννης Εφέσου (1860) VI. 24. 428. – Θεοφάνης (1980) 252.31-2. – Χρονικό Μονεμβασίας (1976) 8. 60 κ.ε. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 237.

4 Σιμοκάττης (1972) Ι.4.46.14 κ.ε. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 238 (σημ. 385), 239. Άλλες τέτοιες πόλεις ήταν η Λιβιδινών και η Αππιάρεια. Βλ. Σιμοκάττης (1972) Ι.8.54.4-9, ΙΙ.15.101.10.

5 Σιμοκάττης (1972) Ι.4.47.3 κ.ε. – Χρονικό Μονεμβασίας (1976) 8-10.65 κ.ε.

6 Σιμοκάττης (1972) Ι. 6. 51. 17 – 7. 53. 11.Ι. – Ιωάννης Εφέσου (1860) VI.25.432-3. – Θεοφάνης (1980) 254.3-7. Πρβλ. Μ. Whitby, Theophanes’ Chronicle Source for the Reigns of Justin II, Tiberius and Maurice (AD 565-602), Βyzantion 53 (1983) 312-345, ειδικά 325-326.

7 Σιμοκάττης (1972) Ι.7.52.17 κ.ε.

8 Μιχαήλ Σύρος (1901) Χ.ΧΧΙ.362.380.

9 Μόνο ο Μιχαήλ Σύρος (1901) X. ΧΧΙ. 361. 379, αναφέρει αυτήν την τάφρο. Για την πιθανή θέση της, βλ. Whitby (1988) 144-145.

10 Σιμοκάττης (1972) ΙΙ.16.10.1-11.1.και 16.11-17.13.– Θεοφάνης (1980) 259. Πρβλ Vryonis (1981) 389 σημ. 33. – Καρδαράς (2008) 247. – Χρονικό Μονεμβασίας (1976) 12. 86 κ.ε. Σύμφωνα με την υπερβολική μαρτυρία του Χρονικού, οι Σλάβοι κατά το 6ο έτος της βασιλείας του Μαυρίκιου, δηλαδή το 587, απέσπασαν την Πελοπόννησο από το βυζαντινό έλεγχο.

11 Στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιήθηκε το κείμενο από τον Μπακιρτζή (1997). Η εγκυρότερη πιο πρόσφατη κριτική έκδοση παραμένει αυτή του P. Lemerle, Les plus anciens recueils des miracles de Saint Démétrius, I, Le Texte, Paris 1979.

12 Πρβλ. Vryonis (1981) 379 και σημ. 13, 14. Ο F. Barisic, Chuda Dimitrija Solunskog kao istoriski izvori, Beograd 1953, σ. 56-64, θεωρεί ότι η πολιορκία της Θεσσαλονίκης έγινε το 586 και καθώς οι επιδρομείς δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν συνέχισαν τη διείσδυσή τους στην Πελοπόννησο. Οι Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου (1970) 173. – P. Lemerle, La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, Byzantinische Zeitschrift 46 (1953) 349-361, ειδικά 354. – Vryonis, ό.π. – Korres (1998) 171 κ.ε., θεωρούν ότι εκείνη η επίθεση στη Θεσσαλονική έγινε το 597, ενώ ο Καρδαράς δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη πολιορκία.

13 Μπακιρτζής (1997) 214-5.157.

14 Σιμοκάττης (1972) VII.10.1.3-2.1: «τὰ τείχη καταβαλεῖν τῆς Σιγγηδόνος τὸν βάρβαρον». Ο Καρδαράς (2008) 245, θεωρεί ότι η κατάληψη της πόλης έγινε την άνοιξη του 586.

15 Σιμοκάττης (1972) ΙΙ.16.10.1-11.1. Πρβλ Vryonis (1981) 384 κ.ε.

16 Τέσσερις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης από Αβάρους και Σλάβους μαρτυρούνται τον 7ο αιώνα. Η πρώτη και λιγότερο επικίνδυνη έγινε το 604, επί αυτοκράτορα Φωκά, η δεύτερη και η τρίτη το 615 και το 618 αντίστοιχα, επί Ηρακλείου και με το βυζαντινο-περσικό πόλεμο στο αποκορύφωμά του, και η τέταρτη και τελευταία κάπου μεταξύ 676-678, κατά την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες και επί Κωνσταντίνου Δ΄. Πρβλ. Θ. Κορρές, Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025), www.imma.edu.gr/imma/history/04.html.

17 Προκόπιος (1962/3) 7.29.1.1 – 6.1 και 8.25.10.1-11.1.

18 Μπακιρτζής (1997) 171.107-108.

19 Μιχαήλ Σύρος (1901) Χ.ΧΧΙ.362.380. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 262 κ.ε.

20  Σαμαράς (2015) 276 κ.ε.

21  Σιμοκάττης (1972) VII.13.1-7. – Θεοφάνης (1980) 278. Πρβλ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου (1970) 172-175. – Καρδαράς (2008) 251-252.

22 Μπακιρτζής (1997) 180-1.117, 188-9.125. – Σιμοκάττης (1972) VII.15.272.22-273.11. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 285-286.

23 Ο χαγάνος είχε αποσπάσει Βυζαντινούς τεχνίτες από τον Τιβέριο Β΄, δήθεν για την κατασκευή παλατιού και λουτρού, τους οποίους χρησιμοποίησε για την κατασκευή γεφυρών κατά την πολιορκία του Σιρμίου. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 116.

24 Μπακιρτζής (1997) 176-177.232, 194-5.135 και 198-9.139. Πρβλ. Σαμαράς (2015) 256-257.

25 Μπακιρτζής (1997) 180.116 κ.ε., 198-9.140, 182-3.118.

26 Μπακιρτζής (1997) 180-3.117, 250-3.198 και 199. – Στρατηγικόν Ψευδο-Μαυρικίου (1981) VII.A.228.25 – 230.35.

27 Μπακιρτζής (1997) 182-3.119, 184-5.121, 188-9.125.

28 Μπακιρτζής (1997) 184-5.119, 258-9.211, 120, 206-7.147, 148, 212-3.153, 204-5.145.

29 Μπακιρτζής (1997) 236.179 κ.ε., 248.195 κ.ε.

30 Μπακιρτζής (1997) 232-3.176.

31 Μπακιρτζής (1997) 260-1.214.

Βιβλιογραφία

Xρονικό Μονεμβασίας (1976) : Chronaca di Monemvasia, έκδ. I. Dujcev, Palermo 1976.

Ιωάννης Εφέσου (1860) : The Third Part of the Ecclesiastical History of John of Ephesus, έκδ. R. Payne-Smith, Oxford 1860

Καρδαράς (2008) : Γ. Καρδαράς, Οι βυζαντινοαβαρικές διενέξεις και η μεθόριος του Δούναβη, 558-626, στο Σοφία Πατούρα-Σπανού, Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος του στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος – 7ος) [Ερευνητική Βιβλιοθήκη 6], Αθήνα: ΙΒΕ/ΕΙΕ 2008, σ. 237-266.

Korres (1998) : Th. Korres, Some remarks on the first two major attempts of the Avaroslavs to capture Thessaloniki (597 and 614, Βυζαντινά 19 (1998) 171-185

Μιχαήλ Σύρος (1901) : Michael the Syrian chronique, έκδ. J. B. Chabot, τ. ΙΙ, Paris 1901.

Μπακιρτζής (1997) : Χ. Μπακιρτζής, Αγίου Δημητρίου Θαύματα, Οι συλλογές Αρχιεπισκόπου Ιωάννου και Ανωνύμου, Ο βίος, τα θαύματα και η Θεσσαλονίκη του Αγίου Δημητρίου, μτφρ. Αλόη Σιδέρη, Αθήνα 1997.

Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου (1970) : Μ. Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602) (μετ’ επιμέτρου περί των Περσικών πολέμων), Σύμμεικτα 2 (1970) 145-206.

Προκόπιος (1962/63) : Procopii Caesariensis opera omnia I-II, έκδ. J. Haury, Lipsiae 1905. Ed. Stereotypa correctior. Addenda et corrigenda adiecit G. Wirth I-II, Leipzig 1962, 1963.

Μένανδρος Προτήκτωρ, Εκλογαί περί πρέσβεων εθνών προς Ρωμαίους, Excepta de legationibus barbarorum ad Romanos, έκδ. C. de Boor, Berolini 1903

Σαμαράς (2015) : Χ. Β. Σαμαράς, Η εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου στο μεταίχμιο μεταξύ πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2015.

Στρατηγικόν Ψευδο-Μαυρικίου (1981) : Das Strategikon des Maurikios, έκδ. G. T. Dennis – E. Gamillscheg [CFHB 17], Wien 1981.

Σιμοκάττης (1972) : Θεοφυλάκτου Σιμοκάττη ιστορία, έκδ. C. de Boor, Theophylacti Simocattae Historiae, διορθ. P. Wirth, Lipsiae 1887, ανατ. Stuttgart 1972

Θεοφάνης (1883) : Θεοφάνους χρονογραφία, έκδ. C. de Boor, Theophanis Chronographia τομ. Ι, Lipsiae 1883, ανατ. Hildesheim 1963, 1980.

Vryonis (1981) : S. Vryonis, Jr., The Evolution of Slavic Society and the Slavic Invasions in Greece. The First Major Slavic Attack on Thessaloniki, A.D. 597, Hesperia 50.4 (1981) 378-390.

Whitby (1988) : M. Whitby, The Emperor Maurice and his Historian, Oxford 1988.

Γιάννης Μουρέλος: “Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

500 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

 

H Tenochtitlán είναι χτισμένη πάνω σε μια λιμνοθάλασσα…Είναι μεγάλη όσο η Σεβίλλη ή η Κόρντομπα. Ορισμένοι από τους κύριους οδικούς άξονες βρίσκονται στην ξηρά, οι υπόλοιποι, όμως, οι μικρότεροι ως επί το πλείστον, είτε είναι κατασκευασμένοι πάνω στο έδαφος, είτε πρόκειται για κανάλια, τα οποία οι κάτοικοι διασχίζουν με τις πιρόγες τους κωπηλατώντας …Σε όλες τις συνοικίες συναντά κανείς ναούς και τόπους λατρείας. Πρόκειται για πολύ όμορφες κατασκευές…Μεταξύ αυτών των ναών, βρίσκεται ειδικά ένας, ο σημαντικότερος, το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του οποίου δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς. Ο περίβολός του, που περιστοιχίζεται από ένα ψηλό τείχος, είναι τόσο μεγάλος, που θα μπορούσε, κάλλιστα, να περικλείει πεντακόσια κτήρια. Στην εσωτερική περίμετρο του ναού, είναι χτισμένες ιδιαίτερα κομψές κατοικίες, όπου ζουν ιερείς. Υπάρχουν περί τους σαράντα ψηλοί πύργοι, ψηλότεροι ακόμα και από τον Καθεδρικό Ναό της Σεβίλλης…”.¹

Με αυτά τα λόγια ο Hernán Cortés περιέγραψε σε επιστολή του προς τον βασιλέα Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ της Αγίας Ρωμαιο-γερμανικής Αυτοκρατορίας, το θέαμα, το οποίο αντίκρισε έκθαμβος στις 8 Νοεμβρίου 1519, βλέποντας για πρώτη φορά την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Οι Ισπανοί κατακτητές είχαν έρθει σε επαφή με έναν παντελώς άγνωστο πολιτισμό, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Η γλώσσα και η θρησκεία των Αζτέκων εκτείνονταν σε μια τεράστια επικράτεια, από τις στέπες του βορρά (σημερινά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού) έως τη Γουατεμάλα και από τον Ειρηνικό έως τον Ατλαντικό ωκεανό. Το όνομα του ηγέτη τους Motecuhzoma Β΄ προκαλούσε παντού σεβασμό και δέος. Οι έμποροι διέσχιζαν από άκρη σε άκρη την αυτοκρατορία, μεταφέροντας την πραμάτειά τους. Οι φοροεισπράκτορες εκτελούσαν αδιάλειπτα την αποστολή τους. Οι στρατιωτικές φρουρές κρατούσαν σε απόσταση όσους ανυπάκουους απειλούσαν την ηρεμία και την ευημερία του τόπου. Η Tenochtitlán, η πρωτεύουσα, αριθμώντας 200.000 κατοίκους, με εντυπωσιακή ρυμοτομία και αρχιτεκτονική, ήταν, τότε, μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου ολόκληρου. Κι όμως, ο πολιτισμός των Αζτέκων ή Mexica κάθε άλλο παρά διέθετε μακρινές καταβολές. Νομάδες πληθυσμοί, βάρβαροι, φτωχοί και ακτήμονες, οι Αζτέκοι μόλις κατά τον 13ο αιώνα μετοίκησαν στο κεντρικό υψίπεδο του Μεξικού, προερχόμενοι από τις στέπες του βορρά. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν, χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Ακολούθησε σειρά ολόκληρη από πολιτισμούς, οι οποίοι γνώρισαν περίοδο ακμής: Οι Ολμέκοι (2ος αιώνας π.Χ.-6ος αιώνας), οι Μάγια στη χερσόνησο του Yucatán (ΝΑ άκρο του σημερινού κράτους του Μεξικού), ο πολιτισμός των οποίων επιβίωσε έως την ισπανική κατάκτηση, οι Ζαποτέκοι (700 π.Χ. – 700) νοτιοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Μεγάλες πόλεις, όπως η Monte-Albán και η Teotihuacán, με τις υπερμεγέθεις πυραμίδες που σώζονται έως σήμερα, άφησαν το στίγμα τους επάνω στη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.

Αναπαράσταση της Tenochtitlán, όπως την αντίκρισαν το 1519 οι Ισπανοί κατακτητές.

Η Tenochtitlán ιδρύθηκε το 1325, στο σημείο ακριβώς όπου οι Αζτέκοι θεώρησαν πως είδαν έναν οιωνό, σταλθέντα από τον  Huītzilōpōchtli, θεό του Ηλίου και του πολέμου, προστάτη της εξόδου από το βορρά και της μετοίκησής τους στο κεντρικό υψίπεδο: έναν αετό καθισμένο σε έναν κάκτο να κατασπαράζει ένα φίδι. Ακολουθώντας τον οιωνό, ίδρυσαν την πόλη επάνω σε ένα νησί, στο δυτικό άκρο της λιμνοθάλασσας. Η εικόνα του αετού με το φίδι παραμένει έως σήμερα το εθνικό έμβλημα του κράτους του Μεξικού. Η γεωγραφική θέση της Tenochtitlán στην πυκνοκατοικημένη λεκάνη του Μεξικού παρείχε σημαντικές ευκαιρίες για εμπόριο. Εκτεινόμενη δε ταχύτατα, έφθασε σε καθεστώς ευημερίας. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, μετεξελίχθηκε σε  πρωτεύουσα, με τον σχηματισμό της αυτοκρατορίας των Αζτέκων το 1428. Πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η Τριπλή Συμμαχία, η οποία είχε συνομολογηθεί ανάμεσα σε τρεις πόλεις – κράτη:  Tenochtitlán, Texcoco (δημιούργημα επίσης των Αζτέκων στο απέναντι άκρο της λιμνοθάλασσας) και Tlacopán (στον ορεινό περίγυρο, με καταβολές στον παλαιότερο πολιτισμό των Ολμέκων).

Η ίδρυση της Tenochtitlán.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η Tenochtitlán αναγορεύθηκε σε ρυθμιστή και κυρίαρχη παράμετρο της Τριπλής Συμμαχίας, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ. Η αυτοκρατορία διεύρυνε την δύναμή της με έναν συνδυασμό εμπορίου και επεκτατικών πολέμων. Επέβαλε τον έλεγχό της στα κατακτημένα κράτη, είτε τοποθετώντας φιλικούς προς αυτή κυβερνήτες, είτε δημιουργώντας συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, είτε, ακόμα, καλλιεργώντας σε όλα τα διαφορετικά φύλα την αίσθηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που να διασφαλίζουν την τάξη στις απομακρυσμένες επαρχίες. Οι υποτελείς λαοί έφεραν την υποχρέωση να καταβάλουν τακτικά φόρο, ενώ το γεγονός ότι η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ανάγκαζε όλους τους λαούς να στρέφονται προς το εσωτερικό για την προμήθεια πρώτων υλών και αγαθών. Με αυτόν τον τρόπο, η Τριπλή Συμμαχία εξασφάλισε την οικονομική εξάρτηση όλων των κατακτημένων πόλεων – κρατών από την  ίδια. Η ισχύς και η έκταση της αυτοκρατορίας πολλαπλασιάστηκαν αδιάλειπτα μέχρι το 1519.

Με την έλευση των Ισπανών, η αυτοκρατορία των Αζτέκων αριθμούσε 38 πόλεις, περισσότερο οικονομικές παρά πολιτικές οντότητες, υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρο στην κεντρική εξουσία.

 

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πόλεμοι και ανθρωποθυσίες

Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες ήταν δημιουργήματα της αμάθειας, της άγνοιας, της ανασφάλειας, του φόβου, του δέους και της αβεβαιότητας έναντι των φαινομένων της φύσης. Αν και συνυφασμένη με τον πολιτισμό των Αζτέκων, η πρακτική των ανθρωποθυσιών στην Κεντρική Αμερική ήταν στην πραγματικότητα πολύ παλαιότερη, είχε δε υιοθετηθεί από όλους όσους είχαν προηγηθεί της μετοίκησης των τελευταίων στη λεκάνη του Μεξικού. Αποτελεί το αιματηρό και βίαιο αντίβαρο στον, κατά τα άλλα, εκλεπτυσμένο τρόπο της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, η απάνθρωπη αυτή πρακτική ενισχύθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των ηθών. Η δεσπόζουσα θέση, την οποία οι ανθρωποθυσίες καταλαμβάνουν στην περίπτωση των Μάγια και των Αζτέκων, είναι το διακριτικό γνώρισμα που κάνει τους δυο αυτούς πολιτισμούς να ξεχωρίζουν συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η εμμονή, στα όρια της παραφροσύνης, για ομαδικές θυσίες πήγαζε από την ίδια την κοσμοαντίληψη των πολιτισμών αυτών. Οι Αζτέκοι ήταν πεπεισμένοι πως του δικού τους κύκλου ζωής είχαν προηγηθεί άλλοι τέσσερις (οι επονομαζόμενοι “Τέσσερις Ήλιοι”). Άπαντες είχαν άσχημο τέλος εξαιτίας κατακλυσμών και άλλου είδους φυσικών, ως επί το πλείστον, καταστροφών. Ο ισχύων κύκλος επρόκειτο, με τη σειρά του, να ολοκληρωθεί με καταστροφικούς σεισμούς (άλλωστε, ακόμα και σήμερα, η Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα δε το Μεξικό, είναι σεισμογενείς περιοχές υψηλού κινδύνου). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ο κύκλος είχε συμπληρώσει την πορεία του και η συντέλεια του κόσμου ήταν πιθανό να επέλθει ανά πάσα στιγμή. Ο Ήλιος, που εθεωρείτο θνητός, κάθε φορά που έσβηνε, αντικαθίστατο από έναν άλλον, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια ο καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι νέο κάθε φορά. Ο θεός Xolotl (θεός του φωτός και του θανάτου, που συνόδευε τον Ήλιο από τη στιγμή της δύσης έως εκείνη της ανατολής), έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο Ήλιος να δύναται να μεσουρανεί. Όμως, και πάλι, ο (πέμπτος κατά σειρά)  Ήλιος χρειαζόταν τροφή προκειμένου να ζήσει. Γι’ αυτό, προτού πεθάνει, ο Xolotl όρισε πως οι άνθρωποι έπρεπε να θυσιάζονται, ώστε με το αίμα τους (το επονομαζόμενο “πολύτιμο νερό”) να τρέφεται ο Ήλιος και να συνεχίζει να λάμπει. Με δεδομένα τα παραπάνω, εύκολα μπορεί να γίνουν αντιληπτές η ταραχή και η ανασφάλεια, από τις οποίες διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, από τον αυτοκράτορα έως τον τελευταίο υπήκοο, έως ότου χαράξει η επόμενη ημέρα.

Το λίθινο ημερολόγιο των Αζτέκων με τους Τέσσερις Ήλιους.

Επιπρόσθετα, οι μεσοαμερικανικές κοινωνίες ήταν “κοινωνίες θεάματος”. Το όλο  τελετουργικό καθώς και η μεγαλοπρεπής σκηνοθεσία των ανθρωποθυσιών ήταν αντανάκλαση του σύμπαντος επάνω στη γη, απόδειξη της παρουσίας των θεών ανάμεσα στους θνητούς. Ιερείς και θύματα προσλάμβαναν τη μορφή των θεών. Για την ακρίβεια, μεταλλάσονταν, προς στιγμήν, σε θεούς, καθώς παραχωρούσαν τα σώματά τους γι αυτή την απόλυτη ένωση, μπροστά στο εκστασιασμένο πλήθος. Η σημερινή κοινωνία (επίσης “κοινωνία θεάματος”) είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτούς τους πολιτισμούς, οι οποίοι, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις τους, επιδεικνύονταν ως θέαμα στον ίδιο τους τον εαυτό, προκειμένου να εξορκίσουν ανασφάλειες και υπαρξιακές αγωνίες. O πόλεμος και οι ανθρωποθυσίες, αποτελούσαν τους δυο πυλώνες ενός συστήματος, το οποίο συνέδεε την άσκηση της εξουσίας με την αναζωογόνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος, έτσι όπως τον διεξήγαγαν οι Αζτέκοι, δεν είχε ως πρώτιστο στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών. Το ζητούμενο ήταν η σύλληψη του μέγιστου δυνατού αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι, κατόπιν, οδηγούνταν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Στο πεδίο των μαχών, η βία ήταν σχετικά περιορισμένη, καθώς αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν η φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Η επιτακτική ανάγκη για σύλληψη αιχμαλώτων, είχε εκ των πραγμάτων οδηγήσει την ηγεσία των Αζτέκων στην επιλογή μιας εμπόλεμης κατάστασης διαρκείας. Έτσι εξηγείται και ο λόγος, για τον οποίο οι αρχές της  Tenochtitlán ανέχονταν, εάν όχι πριμοδοτούσαν, τη διατήρηση, εντός του εδάφους τους, του εχθρικού θύλακα της Tlaxcala, ανατολικά της πρωτεύουσας, στο μέσο, περίπου, της απόστασης από τις ακτές του Ατλαντικού. Ο ρυθμός των ανθρωποθυσιών επ ουδενί έπρεπε να ελαττωθεί, η δε διασφάλιση “πολύτιμου νερού” μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν μια πρακτική, που συνέφερε αμφότερες τις πλευρές.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Tenochtitlán ( Teocalli – “κατοικία των θεών” – κατά τους Αζτέκους, Templo Mayor κατά τους Ισπανούς) με τους δίδυμους βωμούς των θεών Tlaloc και Huītzilōpōchtli στην κορυφή. Λέγεται πως το 1487, με αφορμή τα εγκαίνια, έλαβε χώρα ένα πρωτοφανές ολοκαύτωμα (80.400 θυσίες εντός τεσσάρων, μόλις, ημερών). Όσο και αν η παραπάνω εκτίμηση ηχεί υπερβολική, είναι βέβαιο πως δεκάδες χιλιάδες άτομα θανατώθηκαν τότε.

Ο πόλεμος δεν ήταν ο αποκλειστικός τροφοδότης θυμάτων για τις ανθρωποθυσίες. Υπήρχαν και οι σκλάβοι, τους οποίους οι εύπορες οικογένειες αγόραζαν ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Πολλά θύματα επιλέγονταν και από τους ιερείς, με κριτήρια, τα οποία δεν μας είναι γνωστά. Τέλος, υπήρχαν και άτομα, τα οποία προσέφεραν οικειοθελώς τη ζωή τους. Η πιο κοινή μορφή θυσίας, ήταν εκείνη που γινόταν προς τιμήν του Huītzilōpōchtli, θεού του Ηλίου, του πολέμου και προστάτη της Tenochtitlán . Το γυμνό -εκτός από ένα περίζωμα- σώμα του θύματος βαφόταν με κατακόρυφες κόκκινες και λευκές ταινίες. Το υποψήφιο θύμα ανέβαινε το κλιμακοστάσιο στην πρόσοψη της πυραμίδας και έφτανε στην εξέδρα, μπροστά στο βωμό του θεού, φτιαγμένο από ηφαιστειακή πέτρα. Εκεί το ακινητοποιούσαν τέσσερις ιερείς. Κρατώντας ο καθένας ένα μέλος ξάπλωναν το θύμα πάνω στο βωμό. Ένας πέμπτος ιερέας, κραδαίνοντας ένα λίθινο ακονισμένο μαχαίρι, του έκανε μια τομή στο στήθος, κατά μήκος του στέρνου και των πλευρών. Αποσπούσε την καρδιά που παλλόταν ακόμα και την έτεινε ψηλά προς τον ήλιο, ενώ τα είδωλα των θεών αλείφονταν με ζεστό αίμα. Οι ιερείς τοποθετούσαν τις καρδιές σε πέτρινα αγγεία και αποκεφάλιζαν το πτώμα. Στη συνέχεια, το άφηναν να κυλήσει από τα 114 σκαλοπάτια της Μεγάλης Πυραμίδας έως τη βάση. Σούβλιζαν το κεφάλι σε ένα ξύλινο πλαίσιο, γνωστό ως «καβαλέτο των κρανίων». Το σώμα είτε αποτεφρωνόταν είτε δινόταν στον πολεμιστή που είχε αιχμαλωτίσει το θύμα. Αυτός μπορούσε να το τεμαχίσει και να το στείλει σε σημαντικά πρόσωπα ως προσφορά, ή ακόμα και να το καταναλώσει ο ίδιος (τελετουργικός κανιβαλισμός). Έως και οι σκληροτράχηλοι Ισπανοί πάγωσαν από φόβο και φρίκη, μόλις αντίκρισαν για πρώτη φορά τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια της πυραμίδας και εισέπνευσαν τη δυσοσμία, που ανέβλυζε από το τρομακτικό κρεματόριο.

Δυο διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες για μια πληρέστερη κατανόηση του όλου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως με γνώμονα τη χριστιανική ηθική και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής του 16ου αιώνα, όλα τα παραπάνω ήταν αποτρόπαια. Ως τέτοια, άλλωστε, εκλήφθηκαν μόλις επιτεύχθηκε επαφή με τον πολιτισμό των Αζτέκων.

Αναπαράσταση ανθρωποθυσίας σε λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Για τις προκολομβιανές κοινωνίες όμως, κλεισμένες στον εαυτό τους και διακατεχόμενες από υπερφυσικού μεγέθους δεισιδαιμονίες, προλήψεις και υπαρξιακές αγωνίες, διέθεταν κάποια λογική βάση. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης, εξαγνισμού, προσήλωσης στα θεία, συνακόλουθα δε, πρόσκαιρης αποτροπής της συντέλειας του κόσμου. Κατά δεύτερο λόγο, μια τόσο μοιρολατρική, ψυχοφθόρα και ηττοπαθής ψυχολογία, εξηγεί από μόνη πώς και γιατί οι κοινωνίες αυτές υποτάχθηκαν σχεδόν αμαχητί στον κατά πολύ ανώτερο, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, ισπανικό πολιτισμό, μέχρι σημείου ολοκληρωτικού αφανισμού.

 

Secrets in the Dust – Aztecs Sacrifice and Science

 

Ο  Hernán Cortés και η κατάκτηση του Μεξικού

Αντικρίζοντας, στις 12 Οκτωβρίου 1492 τις σημερινές Νήσους Μπαχάμες, ο Χριστόφορος Κολόμβος θεώρησε πως είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας. Σε ένα πρώτο στάδιο, η παρουσία των Ισπανών στην Καραϊβική περιορίστηκε στον Άγιο Δομήνικο, το Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα. Η εξερεύνηση των ακτών της Κεντρικής Αμερικής ξεκίνησε έπειτα από το γύρισμα του αιώνα. Επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, οι καραβέλλες των Ισπανών και οι πιρόγες των ιθαγενών διασταυρώνονταν στα ανοικτά, παρατηρώντας οι μεν τις δε. Το 1511, ένα ισπανικό πλοίο εξώκειλε,  λόγω κακοκαιρίας, στη χερσόνησο του  Yucatán. Ήταν η πρώτη επαφή με τον εκεί πολιτισμό των Μάγια. Καθώς δεν επέζησαν παρά μόνο δυο άτομα από το πλήρωμα (το ένα, μάλιστα, ελευθερώθηκε αργότερα από τον Cortés), η ανακάλυψη του νοτιοανατολικού τμήματος του Μεξικού πέρασε εντελώς απαρατήρητη εν μέσω των συχνότατων ναυαγίων της εποχής εκείνης. Το 1517, μια αποστολή τριών πλοίων με προέλευση την Κούβα κατέπλευσε στην ίδια περιοχή, ερχόμενη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους ιθαγενείς. Οι Ισπανοί αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν εσπευσμένα στα πλοία, εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, που είχαν υποστεί. Ωστόσο, επιστρέφοντας στην Κούβα, περιέγραψαν με θαυμασμό τα όσα είχαν προλάβει να δουν, εκθειάζοντας τη ρυμοτομία των οικισμών των Μάγια, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία φορούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ένα χρόνο αργότερα, μια νέα αποστολή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών του κόλπου του Μεξικού, ερχόμενη για πρώτη φορά σε επαφή με τους Αζτέκους. Οι τελευταίοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, προσφέροντας στους έκπληκτους Ισπανούς χρυσά αντικείμενα ως δώρα.

Hernán Cortés (1485-1547).
Motecuhzoma Β΄ (1466-1520).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519, απέπλευσε από την Κούβα, ένας στόλος 11 πλοίων, υπό τη διοίκηση του  Hernán Cortés. Μετέφερε 508 στρατιώτες, 16 άλογα και 14 πυροβόλα. Τον Απρίλιο κατέπλευσε στις ακτές του Μεξικού, στο ύψος της σημερινής πόλης Veracruz. Οι διαδοχικές εμφανίσεις των Ισπανών τα δυο τελευταία χρόνια, είχαν έντονα προβληματίσει τον αυτοκράτορα  Motecuhzoma Β΄ και τους υπηκόους του. Ο απόηχος, ο οποίος είχε φτάσει έως την  Tenochtitlán, περιέγραφε με δέος τις καραβέλλες ως “βουνά, που μετακινούνταν επάνω στη θάλασσα”. Επιπρόσθετα, το 1519 ήταν ιδιαίτερο έτος για τους Αζτέκους. Σύμφωνα με μια προφητεία, συμπληρωνόταν  τότε ο κύκλος των 52 ετών, που επρόκειτο να κλείσει με την επανεμφάνιση του Quetzalcoatl, θεού του ανέμου και της μάθησης, ο οποίος είχε καταφύγει σε έναν άγνωστο τόπο, προς τα ανατολικά. Αγαπημένος θεός των ιερέων, ο  Quetzalcoatl είχε, όσο κανένας άλλος ομόλογός του, συνδέσει το όνομά του με την έννοια του θανάτου και της αναγέννησης. Στη συνείδηση των Αζτέκων, οι μυστηριώδεις ξένοι, ερχόμενοι από τα ανατολικά, ιππεύοντας άλογα (ζώα που δεν είχε δει κανείς στο παρελθόν), φορώντας απαστράπτουσες πανοπλίες και δημιουργώντας, με τον οπλισμό τους, πραγματικούς κεραυνούς, φάνταζαν ως θεοί. Ο   Quetzalcoatl είχε επανέλθει, διεκδικώντας επάξια την κληρονομιά του! Στην πραγματικότητα, τον Motecuhzoma βασάνιζε ένα δίλημμα: να αντιμετωπίσει τους εισβολείς ως θεούς ή ως εχθρούς; Έτσι εξηγούνται, άλλωστε, οι αμφιταλαντεύσεις, που χαρακτήριζαν την εν γένει συμπεριφορά του. Η αντιπροσωπεία, την οποία έστειλε στην ακτή, τους υποδέχθηκε με τιμές, πλούσια δώρα και, φυσικά, με ανθρωποθυσίες. Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτορας έστειλε επιτόπου τους καλύτερους μάγους του, με αποστολή να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Διαπιστώνοντας πως οι ξένοι παρέμεναν απαθείς στα μάγια, πέρασε, ανεπιτυχώς εξαιτίας της διαφοράς ισχύος, στην επίθεση. Από τις πρώτες, κιόλας, αναμετρήσεις, ο αυτοκράτορας των Αζτέκων είχε διαβλέψει το δραματικό τέλος, που επίκειτο. Γι αυτό και τα συναισθήματά του κυμαίνονταν συνεχώς ανάμεσα στην πρόθεση να παραιτηθεί από το θρόνο και την αγανάκτηση, η οποία τον προέτρεπε για παράταση των εχθροπραξιών. Από τη δική του πλευρά, ο  Cortés, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει τον στόλο του, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε υπόνοια για επιστροφή, και εγκαταστήσει μια φρουρά 100 ατόμων στην ακτή, ξεκίνησε, τον Αύγουστο του 1519, την πορεία προς την ενδοχώρα.

Η πορεία των Ισπανών κατακτητών προς την ενδοχώρα.

Η πρώτη αντίσταση προήλθε, μεταξύ 2 και 5 Σεπτεμβρίου, από τον ορκισμένο εχθρό των Αζτέκων, την πόλη Tlaxcala, που έλεγχε την πρόσβαση στο κεντρικό υψίπεδο. Γρήγορα, ωστόσο, οι δυο πλευρές συνειδητοποίησαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα μιας μεταξύ τους συνεργασίας ενάντια στον κοινό αντίπαλο, την Τριπλή Συμμαχία. Τον Οκτώβριο, η μικρή δύναμη των Ισπανών, συνοδευόμενη από 1.000, περίπου, οπλισμένους άνδρες από την Tlaxcala, εισήλθε στην Cholula, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Κεντρικού Μεξικού μετά την Tenochtitlán. Θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς την πρωτεύουσα και τον αυτοκράτορα, ο  Cortés συγκέντρωσε χιλιάδες προύχοντες στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσε. Κατόπιν, πυρπόλησε ένα τμήμα της πόλης. Επικεφαλής ενός υπολογίσιμου στρατού, καλά εξοπλισμένου, έφτασε, στις 8 Νοεμβρίου 1519 στις πύλες της Tenochtitlán, όπου τον ανέμενε ένας θορυβημένος και έντρομος Motecuhzoma, πλαισιωμένος από υψηλούς κρατικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο βασιληάς του γειτονικού Texcoco.  Το συναπάντημα δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων πρέπει να ήταν ένα αξέχαστο θέαμα. Πεπεισμένος πως απευθυνόταν στον θεό  Quetzalcoatl, ο αυτοκράτορας εκφράστηκε ως εξής: “Καλώς ορίσατε, θεέ μας, πίσω στον τόπο σας, κοντά στο λαό σας, προκειμένου να ανεβείτε εκ νέου στο θρόνο σας, του οποίου υπήρξα προσωρινός κάτοχος”.² Οι Ισπανοί εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στα παλαιά ανάκτορα. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να θέσουν υπό κράτηση τον Motecuhzoma και άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Επί οκτώ μήνες, ακολούθησε μια νόθος κατάσταση.  Αν και αιχμάλωτος, ο αυτοκράτορας κατέβαλε αγωνιώδεις προσπάθειες, προκειμένου να καταπραϋνει την οργή των υπηκόων του. Από τη δική τους πλευρά, οι Ισπανοί επιχειρούσαν να επιβάλλουν, μέσω του  Motecuhzoma, ένα καθεστώς προτεκτοράτου, τη στιγμή που οι σύμμαχοί τους από την Tlaxcala, δεν έχαναν ευκαιρία να αποδείξουν έμπρακτα το μίσος τους ενάντια στους Αζτέκους. Με την πάροδο του χρόνου η ένταση συσσωρεύθηκε, καθώς, ολοένα και περισσότερο, οι Ισπανοί αντιτίθεντο στις εκδηλώσεις λατρείας των τοπικών θεών και κατείσχαν μεγάλη ποσότητα αντικειμένων από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ακολούθησαν χειρότερες καταστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τα πράγματα σε ευθεία αντιπαράθεση. Με αφορμή τελετή προς τιμή του θεού  Huītzilōpōchtli, οι Ισπανοί εξολόθρευσαν ολόκληρη, σχεδόν, την τάξη των ευγενών (περί τα 10.000 άτομα).

Emanuel Leutze: The Storming of the Teocalli by Cortés and His Troops, 1848, Wadsworth Atheneum, Hartford, Connecticut.

Τον Ιούνιο του 1520, ξέσπασε γενικευμένη εξέγερση. Ο Motecuhzoma έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λέγεται ότι θανατώθηκε από τους Ισπανούς, ή λιθοβολήθηκε από εξαγριωμένους υπηκόους του, όταν, κατόπιν διαταγής των κατακτητών, εξήλθε στον εξώστη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εξευμενίσει τα πλήθη. Αιφνιδιασμένοι και περικυκλωμένοι από τους υπεράριθμους Αζτέκους, οι Ισπανοί επιχείρησαν ηρωϊκή έξοδο από την Tenochtitlán στις 30 Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι, την ισχυρή βροχή και την απουσία σελήνης. Η φυγή έγινε αντιληπτή και οι απώλειές τους υπήρξαν βαρύτατες. O Bernal Díaz del Castillo (1490 – 1584), χρονογράφος της εκστρατείας, κάνει λόγο για 1.860 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των πολυάριθμων συμμάχων από την Tlaxcala. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Η νύκτα της 30ής Ιουνίου παρέμεινε γνωστή ως “Νύκτα θλίψης” (“Noche Triste”). Ο ίδιος ο  Cortés, μόλις κατάφερε να απομακρυνθεί από την πόλη, ευρισκόμενος σε κατάσταση απόγνωσης από το μέγεθος της καταστροφής, σωριάστηκε κάτω από ένα δέντρο και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Αποσύρθηκε στην Tlaxcala, από όπου άρχισε να προετοιμάζει την ανακατάληψη της  Tenochtitlán. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι προσπάθειες του νέου αυτοκράτορα Cuauhtémoc (1497-1525), να αναβιώσει την Τριπλή Συμμαχία, δεν καρποφόρησαν. Οι κάτοικοι του Texcoco και της Tlacopán, επέλεξαν, τελικά, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Ισπανών. Η επιθυμία τους να αποκομίσουν οφέλη από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, δεν τους επέτρεψε να διαγνώσουν, όπως, άλλωστε, και οι ομόλογοί τους της Tlaxcala, πως θα τύγχαναν ανάλογης μεταχείρισης αργότερα.

Η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις ανασυνταχθείσες δυνάμεις του  Cortés και των συγκυριακών συμμάχων του ξεκίνησε τον Μάιο του 1521 και διήρκεσε επί τρεις μήνες. Για τον σκοπό αυτό, οι Ισπανοί είχαν ναυπηγήσει ειδικό στολίσκο από ιστιοφόρα, ο οποίος τους εξασφάλισε τον έλεγχο της λιμνοθάλασσας και του συνόλου των προσβάσεων προς την πόλη. Καταπονημένοι από την πολύμηνη πολιορκία, την πείνα, τη δίψα και αποδεκατισμένοι από μια επιδημία ευλογιάς, που είχαν μεταφέρει από την Κούβα οι εισβολείς, οι κάτοικοι της  Tenochtitlán παραδόθηκαν στις 13 Αυγούστου. Ο  Cuauhtémoc καθαιρέθηκε, τέθηκε υπό περιορισμό, βασανίστηκε και, τέλος, απαγχονίστηκε το 1525, με την ψευδή κατηγορία της προτροπής σε εξέγερση. Έτσι είχε η άδοξη και δραματική κατάληξη της αυτοκρατορίας των Αζτέκων.

Leandro Izaguirre: El suplicio de Cuauhtémoc, 1893, Museo Nacional de Arte, México D.F.

Τα αίτια της κατάρρευσης και η επιβολή της ισπανικής διοίκησης

Αζτέκοι και Ισπανοί δεν διεξήγαγαν τον ίδιο πόλεμο. Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν μια αναμέτρηση, με τους θεούς σε ρόλο ανώτατου επιδιαιτητή, την οποία έφεραν εις πέρας εφαρμόζοντας σχολαστικά συγκεκριμένους παραδοσιακούς κανόνες. Στόχος ήταν η ανεύρεση αιχμαλώτων για τις ανθρωποθυσίες. Οι ηττημένοι όφειλαν να αναγνωρίζουν την εξουσία της  Tenochtitlán, να διαθέτουν τους ναούς τους στη λατρεία του Huītzilōpōchtli και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά τα άλλα, διατηρούσαν την πολιτιστική ή, ακόμα, και την πολιτική τους αυτονομία. Οι Ισπανοί, αντίθετα, διεξήγαγαν έναν πόλεμο ολοκληρωτικό. Στόχος ήταν η δια της βίας επιβολή της δικής τους θρησκείας, η διάλυση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων προς όφελος εκείνης του  Καρόλου Ε΄, η λεηλασία του πλούτου και η υπαγωγή των ιθαγενών στην κατηγορία των σκλάβων. Παρά τον μικρό, συγκριτικά, αριθμό τους, διέθεταν τα μέσα εκείνα, τα οποία έκαναν τη διαφορά. Οι πανοπλίες, η χρήση της πυρίτιδας (μουσκέτα και πυροβόλα), τα ιστιοφόρα και τα άλογα τους εξασφάλιζαν μια συντριπτική υπεροχή απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό, ελαφρά εξοπλισμένο με ξίφη, εύκολα διαπεράσιμες ασπίδες, τόξα και βέλη και που μετακινείτο πεζή ή με πιρόγες. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς των Ισπανών θα αποδεικνυόταν παντελώς ανεπαρκής, αν δεν συστρατεύονταν, στο πλευρό τους, οι πόλεις εκείνες, οι οποίες προσδοκούσαν να αντλήσουν οφέλη από μια κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Η ευρεία συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προσέδωσε, τελικά, στους Ισπανούς, την αριθμητική ισορροπία στο πεδίο των εχθροπραξιών και επέτρεψε να διαφανεί η τεχνολογική και τακτική τους υπεροχή.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, επίσης, η συνεισφορά του ψυχολογικού παράγοντα. Η μοιρολατρική αναμονή ενός αναπόφευκτου και κατακλυσμιαίου τέλους, προσέδωσε, στα μάτια των Αζτέκων, θεϊκές διαστάσεις στους πρωτόγνωρους εισβολείς. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληροι μήνες και να μεσολαβήσει η σφαγή της Μεγάλης Πυραμίδας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί, στη συνείδησή τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το οριακό σημείο υπήρξε η “Noche Triste” της 30ής Ιουνίου 1520. Με μεγάλη, έστω, χρονική καθυστέρηση, η δυναμική αντίδραση των Αζτέκων έφερε τους αντιπάλους τους στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Οι Ισπανοί κατάφεραν να ανασυνταχθούν αποκλειστικά και μόνο χάρη στη δυνατότητα διαμονής τους, επί ένα και πλέον έτος, στο ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον της Tlaxcala.

Το 1522, ο  Cortés αναγορεύθηκε σε διοικητή της “Νεας Ισπανίας” (“Nueva España”). Επέβαλε τη χριστιανική θρησκεία, απαγόρευσε τις ανθρωποθυσίες, τον τελετουργικό κανιβαλισμό και την κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, κατεδάφισε τους ναούς των Αζτέκων (συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Πυραμίδας), κατέστρεψε τα είδωλα, εξολόθρευσε τους ιερείς. Εν ολίγοις, η εικονοκλαστική βία υποκατέστησε εκείνη των ανθρωποθυσιών. Η έλευση, το 1525, Φραγκισκανών μοναχών, συνέπεσε με νέο γύρο βίαιου προσηλυτισμού στον Χριστιανισμό. Η κατάργηση της πολυγαμίας επέφερε μεγάλη αναστάτωση στον οικογενειακό ιστό της ντόπιας κοινωνίας, καθώς έριξε στο δρόμο πλήθος από δευτερεύουσες συζύγους με τα παιδιά τους, τα οποία, με το στίγμα του “νόθου”, βρέθηκαν δίχως όνομα και μέλλον. Οι όποιες αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν εμφάνιζαν τους Αζτέκους ως βάρβαρους ειδωλολάτρες. Ήταν η μόνη επαφή με την Ιστορία. Τα κατηχητικά σχολεία, όπου φοιτούσαν γόνοι της παλαιάς άρχουσας τάξης, μετεξελίχθηκαν σε φυτώρια “γενιτσάρων”, σφυρηλατώντας γενιές ολόκληρες νέων ανθρώπων, που προσέφεραν, κατόπιν, τις υπηρεσίες τους στην ισπανική διοίκηση ως υπάλληλοι, πράκτορες και καταδότες. Οι όποιες υπόνοιες περί αντίστασης, εξουδετερώθηκαν ταχύτατα, δια της μεθόδου των ομαδικών εκτελέσεων. Γρήγορα έκανε την εμφάνισή του ένας νέος φυλετικός συνδυασμός, προϊόν επιμειξίας μεταξύ ιθαγενών και κατακτητών. Πρόκειται για μιγάδες (“Mestizo”), κατηγορία, στην οποία ανήκει σήμερα το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής.

Η θέση της Μεγάλης Πυραμίδας, σε κεντρικό σημείο της σημερινής Πόλης του Μεξικού.

Το χάος, το οποίο διαδέχθηκε στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχή των ιθαγενών τη βίαιη επιβολή και άσκηση της αποικιακής διοίκησης, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λέξεις. Η συντριβή από την κατάκτηση, οι ξενόφερτες θανατηφόρες επιδημίες (με αιχμές τα έτη 1545-1548, 1581-1586 και 1629-1631), η απάνθρωπη εκμετάλλευση και ο αφανισμός παραδοσιακών αρχών και αξιών συγκροτούν το τετράπτυχο της νέας πραγματικότητας. Ο υψηλός δείκτης αυτοκτονιών από απελπισία ήρθε να συμπληρώσει την ανείπωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία. Ο πέμπτος κύκλος της προφητείας των Αζτέκων προσέλαβε αναπάντεχη μορφή: το πολυαναμενόμενο απότομο τέλος του κόσμου, είχε μετουσιωθεί σε μακρόσυρτο μαρτύριο. Το αγεφύρωτο πολιτισμικό χάσμα και η μετάβαση από την μια εποχή στην άλλη, αποτυπώνονται εύγλωττα, περί τα μέσα του 16ου αιώνα, στα αυθόρμητα λόγια ενός εκχριστιανισθέντος αυτόχθονα: “Η μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε τώρα, [σημ. αναφέρεται προφανώς στο χριστιανικό κήρυγμα, στο ποσοστό που το έχει κατανοήσει και αφομοιώσει] είναι ακόμα πιο τρομακτική, καθώς δεν μας εξαναγκάζει πλέον κανείς να φοβόμαστε ή να σεβόμαστε κανέναν”.³

Η δια νόμου διάκριση μεταξύ Ισπανών και Ινδιάνων (ο όρος “Ινδιάνοι” είχε υιοθετήθεί ήδη από τον 16ο αιώνα υποδεικνύοντας τους αυτόχθονες), καταργήθηκε το 1821, όταν το Μεξικό απέκτησε την ανεξαρτησία του. Θύλακες αυθεντικών απογόνων των Αζτέκων (και όχι μιγάδων) υπήρχαν στις παρυφές της Πόλης του Μεξικού, χονδρικά έως τη δεκαετία του 1940. Με την πάροδο του χρόνου απομηζύθηκαν από τη χοάνη της μεγαλούπολης των 20 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων.

Diego Rivera: Epopeya del pueblo mexicano, τοιχογραφία (1929-1935), Palacio Νacional de Méxicο, México D.F.

The Aztecs: The End of the Aztec Empire

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Hernán Cortés, Letters from Mexico, μετάφραση και επιμέλεια Anthony Pagden, Λονδίνο, 1972.

² Jacques Soustelle, Les Aztèques, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1970, σελ. 120.

³ Serge Gruzinski, The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire, Λονδίνο, Thames and Hudson. 1992, σελ. 106.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berdan, Frances (1982). The Aztecs of Central Mexico: An Imperial Society. Case Studies in Cultural Anthropology. Νέα Υόρκη: Holt, Rinehart & Winston.

Carrasco, David (1999). City of Sacrifice: The Aztec Empire and the Role of Violence in Civilization. Βοστώνη: Beacon Press.

Davies, Nigel (1973). The Aztecs: A History. Λονδίνο: Macmillan.

Díaz del Castillo, Bernal (1963) [1632]. Historia verdadera de la conquista de la Nueva España (Τhe Conquest of New Spain). Penguin Classics. J. M. Cohen (μετάφραση). Χάρμοντσγουορθ, Αγγλία: Penguin Books.

Gibson, Charles. (1964). The Aztecs Under Spanish Rule. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Gruzinski, Serge (1992). The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire. Λονδίνο: Thames and Hudson.

Soustelle, Jacques (1961). Daily Life of the Aztecs:On the Eve of the Spanish Conquest. Patrick O’Brian (Μετάφραση). Λονδίνο: Phoenix Press.

Soustelle, Jacques (1970). Les Aztèques. Παρίσι, Presses Universitaires de France.

Townsend, Richard F. (2000). The Aztecs. Λονδίνο: Thames & Hudson.

 

 

 

 

 

 

Jean Delmas : Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Jean Delmas

Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Διαρκούντος του Μεσοπολέμου, η Γαλλία και η Ελλάδα προχώρησαν στην κατασκευή μιας σειράς μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων στα σύνορα εκείνα, που έκριναν ότι ήταν περισσότερο  ευάλωττα για εκδήλωση εισβολής σε βάρος της εθνικής επικράτειας. Πρόκειται αντίστοιχα α) για τη γραμμή Maginot ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Ρήνο και β) για τη γραμμή Μεταξά κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα έργα δεν επεκτάθηκαν προς Δυσμάς, δηλαδή μέχρι τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου στην πρώτη περίπτωση, μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας στη δεύτερη. Τόσο το Βέλγιο όσο και η Γιουγκοσλαβία δεν αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει αντίπαλοι των δυο χωρών.

Ωστόσο, τον Μάϊο-Ιούνιο του 1940 και τον Απρίλιο του 1941, τα δυο αυτά συστήματα οχυρώσεων κατελήφθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα όχι εξαιτίας κατά μέτωπο επιθέσεων εις βάρος τους, αλλά επειδή παρακάμφθηκαν από Δυσμάς από τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία κινήθηκαν μέσω του βελγικού και του γιουγκοσλαβικού εδάφους αντίστοιχα. Αιχμή του δόρατος του εισβολέα σε αμφότερες τις περιπτώσεις ήταν οι τεθωρακισμένες μεραρχίες (Panzerdivisionen), οι οποίες προέβαλαν αιφνιδιαστικά από εδάφη που θεωρούνταν δύσβατα και αποτρεπτικά για μηχανοκίνητες μονάδες: τις βελγικές και γαλλικές Αρδέννες αφενός, τις ορεινές περιοχές μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας αφετέρου. Η αντίσταση της φρουράς των οχυρών απέδειξε την τεχνική ποιότητα των έργων αλλά και την μαχητική αξία των αμυνομένων. Δεν παύουν, όμως, να είναι μάχες για την τιμή των όπλων, από τη στιγμή που τα πάντα κρίθηκαν σε άλλους τομείς του μετώπου.

  1. Προς τί η κατασκευή τόσο δαπανηρών έργων;

Ως προς τη Γαλλία, τα έργα αυτά αποτελούν άμεσο επακόλουθο της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ναι μεν η χώρα εξήλθε νικήτρια, υπέστη, ωστόσο, ανυπολόγιστη φθορά, σε μεγάλο ποσοστό εξαιτίας των ολικώς κατεστραμμένων βορείων και βορειοδυτικών γεωγραφικών διαμερισμάτων, τα οποία είτε τέλεσαν υπό γερμανική κατοχή, είτε λειτούργησαν ως πρώτη γραμμή του μετώπου, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη δημιουργία μιας αίσθησης, η οποία λειτούργησε ως κοινός παρονομαστής σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό στερέωμα της χώρας: να αποκλειστεί οποιαδήποτε προοπτική μελλοντικής εισβολής μέσω της μετάλλαξης της εθνικης επικράτειας σε απόρθητο έδαφος. Άλλωστε, η επιλογή αυτή συνάδει με το εν γένει πνεύμα της αποστρατικοποίησης, το οποίο διαμορφώθηκε περί το 1925. Οχυρωμένη και ασφαλής, η Γαλλία θα υιοθετούσε μια αμυντική πολιτική. Θα ήταν, ωστόσο, σε θέση, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να προστατέψει αποτελεσματικά τη διενέργεια μιας γενικής επιστράτευσης κατά τα κρίσιμα πρώτα εικοσιτετράωρα μιας ενδεχόμενης ένοπλης αντιπαράθεσης με τη Γερμανία. Υπουργός Στρατιωτικών το 1930, όταν ψηφίστηκαν από τη βουλή τα κονδύλια, τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή των σχετικών οχυρωματικών έργων σε βάθος πενταετίας, ήταν ο André Maginot. Χάρη σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ο τελευταίος υπήρξε, ουσιαστικά, ο ανάδοχος της ομώνυμης γραμμής.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, πρωταρχική έγνοια του Γενικού Επιτελείου αποτελούσε η βουλγαρική απειλή και η διαχρονική πρόθεση της κυβέρνησης της Σόφιας περί πρόσβασης στο Αιγαίο. Άλλωστε, η απόσταση ανάμεσα στην ελληοβουλγαρική μεθόριο και τη θάλασσα είναι μικρή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση περί κατασκευής μιας οχυρωματικής γραμμής κατά μήκος των συνόρων (επρόκειτο για τη μελλοντική Γραμμή Μεταξά), προκειμένου να προστετευθεί η ανατολική Μακεδονία, ήταν αναπόφευκτη. Υπήρξε μεταγενέστερη της αντίστοιχης γαλλικής.

Οι δυο “ανάδοχοι”: Ιωάννης Μεταξάς (1871–1941) και André Maginot (1877–1932).
  1. Οχυρωματικά έργα και διεθνείς σχέσεις.                                        

Εξυπακούεται πως η κατασκευή δυο τόσο μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τον συσχετισμό των ισορροπιών της εποχής στο χώρο των διεθνών σχέσεων, ειδικότερα δε με τα υφιστάμενα, τότε, συστήματα συμμαχιών.

Καταληκτικό σημείο της Γραμμής Maginot προς βορρά, ήταν τα σύνορα της Γαλλίας με το Βέλγιο. Δεν υπήρχε λόγος, που να υπαγορεύει μια προέκταση των έργων έως τις ακτές της Μάγχης, από τη στιγμή που οι δυο χώρες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω μιας συνθήκης συμμαχίας, την οποία είχαν υπογράψει το 1921.  Πρώτη γραμμή, σε περίπτωση εχθροπραξιών με τη Γερμανία, θα ήταν τη βελγογερμανική μεθόριος, μέχρι το ύψος της οποίας θα προωθούνταν τα γαλλικά στρατεύματα. Με άλλα λόγια, η διαφαινόμενη στον ορίζοντα νέα μάχη της Γαλλίας θα διεξαγόταν επί του βελγικού εδάφους, από κοινού με τους βόρειους γείτονες και συμμάχους. Το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην το 1936, όταν για λόγους εσωτερικής πολιτικής (χειρονομία καλής θελήσεως έναντι της φλαμανδόφωνης κοινότητας), ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ εξήγγειλε την ουδετερότητα της χώρας. Αναπόφευκτη συνέπεια υπήρξε η ταυτόχρονη διακοπή των επαφών σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων, που οι δυο πλευρές καλλιεργούσαν συστηματικά μέχρι τότε. Εξωθούμενοι σε επανασχεδιασμό των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων, οι Γάλλοι άρχισαν να αναζητούν το νέο υποψήφιο σημείο, προορισμένο να υποστεί το εχθρικό πλήγμα: τη γαλλοβελγική μεθόριο, η οποία θα έπρεπε να διασφαλιστεί ταχύτατα με τη διενέργεια μικρής κλίμακας οχυρωματικών έργων, ή την αρχική επιλογή των βελγογερμανικών συνόρων. Στην τελευταία περίπτωση όμως, τα γαλλικά στρατεύματα θα ήταν αναγκασμένα να προωθηθούν έως την πρώτη γραμμή διερχόμενα μέσω του εδάφους ενός κράτους, το οποίο μόλις είχε ασπαστεί την ουδετερότητα. Μια επιχείρηση αυτού του είδους ήταν άμεσα εξαρτώμενη από τη συγκατάθεση της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Άνευ αυτής, η Γαλλία θα ήταν υπόλογη έναντι του Διεθνούς Δικαίου.  Η αβεβαιότητα παρέμεινε έως το 1939.

Η Γραμμή Maginot και η συγκριτικά αφύλακτη γαλλοβελγική μεθόριος.

Οι θέσεις της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν διχασμένες. Η τήρηση στάσης αναμονής κατά μήκος των βορείων συνόρων με το Βέλγιο, όπου είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία κατασκευής οχυρωματικών έργων, με αποφυγή, πάση θυσία, μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης με τα γερμανικά στρατεύματα, σε περίπτωση που τα τελευταία εισέβαλαν εντός του βελγικού εθνικού εδάφους, ήταν μια πρώτη προσφερόμενη επιλογή. Ταχύτατη προώθηση δια μέσου του Βελγίου για παροχή στρατιωτικής συνδρομής (επάνοδος δηλ. στο αρχικό σχέδιο) ήταν η δεύτερη. Αρχικά, φάνηκε να υπερισχύει η πρώτη εκδοχή. Γρήγορα, ωστόσο, η προτίμηση άλλαξε για λόγους ενδοσυμμαχικών συσχετισμών αλλά και διεθνούς κύρους. Συγκεκριμένα, δεν ήταν μόνο η Γαλλία εκείνη που δεν επιθυμούσε μια κατάληψη του Βελγίου από τα γερμανικά στρατεύματα. Ήταν και η Μεγάλη Βρετανία, για την οποία το βελγικό εθνικό έδαφος λειτουργούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο για την ίδια την ασφάλεια των Βρετανικών Νήσων. Μια ενδεχόμενη πτώση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αμβέρσας στα χέρια των Γερμανών, ήταν σε θέση να προκαλέσει στο Λονδίνο οξύτατους περισπασμούς. Από την άλλη πλευρά, μια εγκατάλειψη του Βελγίου στη μοίρα του, θα ισοδυναμούσε με ένα δεύτερο σύμφωνο του Μονάχου, όταν Βρετανοί και Γάλλοι άφησαν την Τσεχοσλοβακία αβοήθητη στο έλεος των Γερμανών. Ο αντίκτυπος σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας θα ήταν μεγάλος και η ηθική (και όχι μόνο) ζημιά ανυπολόγιστη. Εξ ορισμού, επομένως, η προτίμηση στράφηκε προς την παραδοσιακή επιλογή, δηλαδή την είσοδο του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Μόνο που τα πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει. Το Βέλγιο δεν ήταν πλέον ένα σύμμαχο κράτος. Είχε επιλέξει τη τήρηση ουδέτερης στάσης. Συνεπώς, για τη διάβαση των συνόρων από τον γαλλικό στρατό, απαραίτητη προῡπόθεση ήταν η υποβολή σχετικού αιτήματος προς την κυβέρνηση των Βρυξελλών. Διαδικασία, η οποία, με τη σειρά της, συνεπαγόταν απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ακόμα και αν οι αρχές του Βελγίου συναινούσαν σε κάτι τέτοιο, τα βελγικά στρατεύματα ήταν εκείνα που θα υφίσταντο εξ ολοκλήρου το αρχικό βάρος της γερμανικής επίθεσης έως ότου οι Γάλλοι καταφέρουν να προστρέξουν σε βοήθεια στην πρώτη γραμμή. Το όλο σχέδιο στηριζόταν επάνω σε αβέβαιο υπόβαθρο, εφόσον η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε, πλέον, στους Βέλγους. Πάντως, όταν στις 10 Μαΐου 1940 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, τα γαλλικά στρατεύματα ήταν χωρισμένα στα δυο: τη φρουρά των οχυρών, κατα μήκος της Γραμμής Maginot και της φυσικής διαχωριστικής γραμμής του Ρήνου, και μια ομάδα στρατιών, συγκεντρωμένη στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας, εν αναμονή της πολυπόθητης πρόσκλησης των Βρυξελλών περί εισόδου και χρήσης του βελγικού εθνικού εδάφους.

Το οχυρό Hackenberg με τα 19 πυροβολεία, και τα 10 χλμ. υπογείων στοών, υπήρξε από τα σημαντικότερα της Γραμμής Μaginot. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 160 εκταρίων.

Όπως συνέβαινε με τη Γαλλία, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας, το μέλλον της Γραμμής Μεταξά βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τις επιλογές ενός γείτονα, της Γιουγκοσλαβίας. Το όλο πρόβλημα τέθηκε ακόμη πιο επιτακτικά το φθινόπωρο του 1940, όταν δημιουργήθηκε στην Αλβανία ένα ελληνοῑταλικό επιχειρησιακό θέατρο, όπου το ελληνικό επιτελείο αναγκάστηκε να αποσπάσει μέρος από τη φρουρά των οχυρών, αποδύναμώνοντας αισθητά την αμυντική ισχύ της τελευταίας. Όσο ποτέ άλλοτε, η Γραμμή Μεταξά φάνταζε ως προμαχώνας ενάντια σε μια ενδεχόμενη βουλγαρική εισβολή. Η απειλή πολλαπλασιάστηκε θεαματικά στις αρχές του 1941, με την είσοδο και στάθμευση εντός της Βουλγαρίας του γερμανικού στρατού. Αξιολογώντας την κατάσταση με γνώμονα τα νέα δεδομένα, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος θεωρούσε πως οι επιλογές του Βελιγραδίου στρέφονταν γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες:

  • Παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο, στο πλευρό Βρετανών και Ελλήνων. Στην περίπτωση αυτή, μια ταχεία συγκέντρωση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο παράκαμψης από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά και καθιστούσε δυσχερή μια κάθοδο του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμώνα. Φυσικό επακόλουθο θα ήταν η μετατόπιση προς Ανατολάς του κέντρου βάρους της γερμανικής επίθεσης. Απαραίτητη ήταν η προώθηση των βρετανικών ενισχύσεων κατά μήκος των οχυρών του όρους Μπέλες έως τις εκβολές του ποταμού Νέστου. Επρόκειτο για μια ενέργεια, η οποία επέτρεπε την αποτελεσματική άμυνα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, μοναδικού πνεύμονα της Γιουγκοσλαβίας σε επίπεδο απρόσκοπτου ανεφοδιασμού. Σε περίπτωση τήρησης στάσης ουδετερότητας από πλευράς Τουρκίας (επρόκειτο για την εκδοχή, που συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες), οι ελληνικές δυνάμεις της Δυτικής Θράκης θα μπορούσαν να μεταφερθούν στη Μακεδονία.
  • Τήρηση ουδετερότητας με απαγόρευση διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων δια μέσου του γιουγκοσλαβικού εθνικού εδάφους. Σε μια τέτοια περίπτωση, έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας ασφαλούς τακτικής υποχώρησης των ελληνοβρετανικών δυνάμεων κατά μήκος του άξονα Βερμίου-Ολύμπου. Ήδη αντιμετωπίζεται η προοπτική μιας εγκατάλειψης της Γραμμής Μεταξά, ανήμπορης να ανταπεξέλθει στο βάρος μιας συντονισμένης γερμανοβουλγαρικής επίθεσης. Επιπρόσθετα δεν αποκλειόταν ο κίνδυνος μιας παράκαμψης από Δυσμάς μέσω μιας περιορισμένων διαστάσεων εισβολής του αντιπάλου εντός του εδάφους της Γιουγκοσλαβίας.
  • Τήρηση ουδετερότητας με παροχή άδειας διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων. Επρόκειτο, αναμφίβολα, για το χειρότερο και από κάθε άποψη απευκταίο σενάριο. Σε μια περίπτωση του είδους αυτού, η αμυντική γραμμή Βερμίου-Ολύμπου δεν παρείχε καμία απολύτως προστασία, από τη στιγμή που τα νώτα των συγκεντρωμένων εκεί στρατευμάτων, όπως και εκείνα των δυνάμεων, που μάχονταν κατά των Ιταλών στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων, θα ήταν εκτεθειμένα σε μια γερμανική προέλαση δια μέσου του άξονα Μοναστηρίου-Φλώρινας.

Οι παραπάνω επιλογές αναδεικνύουν ανάγλυφα τις λιγοστές προοπτικές, που προσφέρονταν για τη Γραμμή Μεταξά. Η τελευταία μπορούσε να αποβεί επαρκής μόνο στην περίπτωση της πρώτης επιλογής, με την επιπρόσθετη προῡπόθεση μιας ταχείας επιστράτευσης του γιουγκοσλαβικού στρατού και αποστολής ικανών ενισχύσεων στα σύνορα με την Ελλάδα. Άραγε, ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, κάτω από οριακές, μάλιστα, περιστάσεις; Η Αθήνα δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. Πόσο μάλλον, που οι Γερμανοί είχαν αποδείξει από την αρχή, ήδη, του πολέμου, πως είχαν υιοθετήσει ασυνήθιστους ρυθμούς ανάπτυξης των δυνάμεών τους, εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά.
  1. Οι οχυρώσεις εν καιρῴ μάχης.

Στη Γαλλία, αρχής γενομένης από τις 10 Μαΐου 1940, ημέρα εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης, φάνηκε ξεκάθαρα πως η Γραμμή Maginot δεν διαδραμάτιζε κανέναν απολύτως ρόλο στoν όλο σχεδιασμό της Wehrmacht. Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν σε βάρος της Ολλανδίας και του Βελγίου από την Ομάδα Στρατιών Β΄, στη δεξιά πτέρυγα των γερμανικών γραμμών. Επρόκειτο για μια ιδιοφυή κίνηση αντιπερισπασμού, η οποία παρέσυρε αυθημερόν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 13  Μαΐου,  εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά μια νέα επίθεση. Ως κέντρο βάρους (Schwerpunkt) είχε επιλεγεί ο ασθενέστερος τομέας της αμυντικής διάταξης των Γάλλων, μεταξύ των πόλεων Dinant και Sedan, ανάμεσα στις βόρειες παρυφές της οχυρωματικής γραμμής και τις δυνάμεις, που ήδη μάχονταν εντός του Βελγίου. Τα γερμανικά τεθωρακισμένα ξεπρόβαλαν από ένα σημείο που ουδείς ανέμενε, την έξοδο προς Δυσμάς του πυκνού δάσους των Αρδεννών, το οποίο εθεωρείτο απροσπέλαστο. Τη διάσπαση του μετώπου στο ύψος του ποταμού Μεύση διαδέχθηκε μια φρενήρης προέλαση της Ομάδας Στρατιών Α΄ του στρατάρχη Gerd von Rundstedt μέσα από της πεδιάδες της βορείου Γαλλίας. Μια, μόλις, εβδομάδα αργότερα (20  Μαΐου) οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στις ακτές της Μάγχης. Η λαβίδα είχε κλείσει, εγκλωβίζοντας το σύνολο του βελγικού στρατού, εκείνο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος (British Expeditionary Force – BEF) και το μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού στρατού εντός του Βελγίου. Φυσικό επακόλουθο υπήρξε η συνθηκολόγηση των Βέλγων, η εκκένωση βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων από τον θύλακα της Δουνκέρκης κάτω από δραματικές συνθήκες και η αιχμαλωσία εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Το υλικό της BEF (της καλύτερα εξοπλισμένης μηχανοκίνητης στρατιάς στον κόσμο), έπεσε σχεδόν ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών.

Η πρώτη φάση της Μάχης της Γαλλίας και η κυκλωτική κίνηση των γερμανικών στρατευμάτων έως την ολοκλήρωση της εκκένωσης της Δουνκέρκης  (20 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1940).
H διέλευση του δάσους των Αρδεννών από τα γερμανικά τεθωρακισμένα.

Σε ολόκληρη την πρώτη αυτή φάση της Μάχης της Γαλλίας, δεν εκδηλώθηκε η παραμικρή επιθετική ενέργεια σε βάρος της Γραμμής Maginot. Η Ομάδα Στρατιών Γ΄ του στρατάρχη Wilhelm Ritter von Leeb (η λιγότερο ισχυρή από τις τρεις), παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας απέναντι ακριβώς από τα γαλλικά οχυρά. Στο απέναντι στρατόπεδο, εν όψει της διαφαινόμενης πανωλεθρίας, σημαντικό μέρος από τη φρουρά των οχυρών αποσπάστηκε από εκεί και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Βέλγιο, όπου το μόνο, το οποίο κατάφερε, ήταν να αιχμαλωτιστεί!

Αμέσως έπειτα από την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, ο Γάλλος αρχιστράτηγος Maxime Weygand, δεν διέθετε παρά ελάχιστο χρόνο προκειμένου να προχωρήσει στην οργάνωση μιας νέας συνεχόμενης αμυντικής γραμμής, από τη Μάγχη έως τη Γραμμή Maginot, κατά μήκος του ρου του ποταμού Somme. Αυτή ακριβώς η νέα αμυντική γραμμή υπέστη από τις 5 Ιουνίου και κατόπιν το δεύτερο κύμα της γερμανικής επίθεσης. Πέντε ημέρες αργότερα, το μέτωπο διασπάστηκε και τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Heinz Guderian ξεχύθηκαν ανενόχλητα στις πεδιάδες της κεντρικής Γαλλίας, επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση με κατεύθυνση Ν-ΝΑ, σε βάρος της γραμμής των οχυρών και των δυνάμεων του γαλλικού στρατού, που ήταν επιφορτισμένες με την άμυνα της Αλσατίας και της οροσειράς των Βοσγίων. Στις 17 Ιουνίου, οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στη μεθόριο της Γαλλίας με την Ελβετία, έχοντας αποκόψει πλήρως τη Γραμμή Maginot από την ενδοχώρα. Ταυτόχρονα με την παραπάνω εξέλιξη, η Ομάδα Στρατιών Γ΄ εξήλθε από την αδράνεια και επιτέθηκε κατά μέτωπο εναντίον των οχυρών. Τα τελευταία βρέθηκαν, επομένως, εγκλωβισμένα μεταξύ δυο πυρών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες δυσκολίες για τους υπερασπιστές της Γραμμής Maginot προκλήθηκαν από την προσπέλαση από Δυσμάς και όχι τόσο από την κατά μέτωπο επίθεση, την οποία υπέστησαν από τα ανατολικά. Φοβούμενος την πλήρη περικύκλωση, ο Weygand διέταξε γενική υποχώρηση. Μέρος της φρουράς των οχυρών παρήκουσε τις άνωθεν διαταγές και συνέχισε να μάχεται με ανδρεία και πέραν της υπογραφής της ανακωχής στις 22 Ιουνίου. Χρειάστηκε ολόκληρο το κύρος του νέου ηγέτη της Γαλλίας, στρατάρχη Pétain, προκειμένου οι μονάδες αυτές να πειστούν να καταθέσουν τελικά τα όπλα την 1η Ιουλίου 1940.

Les secrets de la Ligne Maginot

Από τους πρώτους μήνες του 1941, η 12η Γερμανική Στρατιά του στρατάρχη Wilhelm List είχε συγκεντρωθεί στη Βουλγαρία με την προοπτική να εισβάλλει στην Ελλάδα. Στις 27 Μαρτίου εκδηλώθηκε πραξικόπημα στο Βελιγράδι. Η κυβέρνηση, που μόλις είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τους Ναζί, ανατράπηκε. Αντικαταστάθηκε από μια άλλη, η οποία τάχθηκε δίχως χρονοτριβή στο πλευρό των Βρετανών και των Ελλήνων. H αντίδραση του Hitler ήταν ακαριαία: ταυτόχρονη εισβολή της Wehrmacht στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, το τεθωρακισμένο Σώμα του στρατηγού von Kleist διατάχθηκε να εγκαταλείψει τα περίχωρα της Σόφιας, όπου στάθμευε, και να εισβάλλει εντός του γιουγκοσλαβικού εδάφους προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις: την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα, το Βελιγράδι και τη Νις.

Επιχείρηση Marita: Οι τέσσερις άξονες της γερμανικής εισβολής κατά της Ελλάδας.

Για την εισβολή κατά της Ελλάδας επιστρατεύθηκαν τρία Σώματα της 12ης Στρατιάς. Δυο από αυτά (30ό και 18ο) προορίζονταν, το μεν πρώτο να διαβεί την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στο ύψος της Ροδόπης και κατόπιν να συνεχίσει προς την Αλεξανδρούπολη και την Ξάνθη, το δε δεύτερο να κατέλθει έως τις ακτές του Αιγαίου μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα, έχοντας προηγουμένως διασπάσει τη Γραμμή Μεταξά. Την ίδια στιγμή, η τεθωρακισμένη μεραρχία του 18ου Σώματος, διερχόμενη μέσα από το έδαφος της νότιας Γιουγκοσλαβίας και την κοιλάδα του Αξιού, θα παρέκαμπτε τα οχυρά έχοντας ως αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Ένα τρίτο Σώμα (11ο μηχανοκίνητο) ήταν επιφορτισμένο με μια ευρεία κυκλωτική κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Από την κοιλάδα του Άνω Αξιού θα κατευθυνόταν προς Νότο, κάνοντας χρήση του οδικού άξονα Σκοπίων-Μοναστηρίου-Φλώρινας. Το ζητούμενο ήταν η πλήρης αποκοπή του μακεδονικού επιχειρησιακού θεάτρου από το αντίστοιχο αλβανικό.

Στις 3 Απριλίου, στο ύψος της μεθορίου, σημειώθηκε επαφή μεταξύ Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων για έναν καλύτερο συντονισμό των μεταξύ τους ενεργειών έναντι της γερμανικής απειλής. Οι Γιουγκοσλάβοι σχεδίαζαν να αναθέσουν την υπεράσπιση του νοτίου τμήματος της χώρας σε τέσσερις μεραρχίες. Όμως, η Wehrmacht προκατέλαβε τους πάντες. Τη νύκτα της 5ης προς 6η Απριλίου 1941, αναπτύχθηκε κατά μήκος των αξόνων, που περιγράφονται παραπάνω, εκπληρώνοντας ταχύτατα το σύνολο των αντικειμενικών στόχων ως προς το σκέλος του σχεδίου, το οποίο προέβλεπε την παράκαμψη από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά. Η 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία κατέλαβε τη Στρώμνιτσα, παρόλη την εδαφική μορφολογία της περιοχής, η οποία εθεωρείτο δύσβατη για τα άρματα μάχης. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Απριλίου, εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Ήδη από τις 7, είχε προηγηθεί η κατάληψη των Σκοπίων, των Βελεσσών και του Μοναστηρίου χάρη στις ενέργειες της δεξιάς πτέρυγας της γερμανικής ανάπτυξης. Η διπλή διείσδυση (ειδικότερα εκείνη, που προκλήθηκε από τη 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία) έπεισε τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, να προσεγγίσει τους Γερμανούς. Η υπογραφή του πρωτοκόλλου συνθηκολόγησης το μεσημέρι της 9ης Απριλίου στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ανάγκασε τη φρουρά των οχυρών να καταθέσει τα όπλα τρεις, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης. Η παράδοση δεν οφειλόταν σε στρατιωτική ήττα. Ήταν προϊόν της διπλής υπερκέρασης, η οποία είχε προηγηθεί στον δυτικό τομέα του μετώπου.  Η συνθηκολόγηση περιλάμβανε εξαιρετικά έντιμους όρους για τους Έλληνες. Εν συνεχεία, ο διοικητής του ΤΣΑΜ διέταξε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, κάτι που προκάλεσε δυσαρέσκεια στις μονάδες που διεξήγαγαν τον αγώνα τους με επιτυχία (κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με την περίπτωση της Γαλλίας).

Η μετωπική επίθεση σε βάρος της Γραμμής Μεταξά δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα και κόστισε ακριβά στους Γερμανούς σε επίπεδο ανθρωπίνων απωλειών.  Οι διάφορες γερμανικές αναφορές αποκαλύπτουν τις ανυπέρβλητες, σχεδόν, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες οι δυο ορεινές μεραρχίες του 18ου Σώματος του στρατηγού Böhme. Η πληροφόρηση, που διέθεταν ως προς την οργάνωση του συστήματος των οχυρών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Όσο για τις αναγνωριστικές αποστολές, στις οποίες οι Γερμανοί προέβησαν για τον ίδιο σκοπό επί ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο προτού εκδηλωθεί η επίθεση, δεν απέφεραν τίποτα το ουσιώδες. Ειδικότερα η 5η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Ringel, που επιχειρούσε δυτικά του ορεινού αυχένα του Ρούπελ και ήταν επιφορτισμένη με την κατάληψη των γεφυρών του Στρυμόνα, προσέκρουσε επάνω σε οχυρώσεις από ενισχυμένο σκυρόδεμα, σκαμένες μέσα στον βράχο και οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες στοές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οχυρού Ιστίμπεη, με 29 πολυβολεία και φρουρά 13 αξιωματικών και 472 ανδρών. Η ισχύς πυρός του αποτελείτο κυρίως από πολυβόλα, 2 ελαφρά πυροβόλα και 4 αντιαεροπορικά, καθώς εξέλειπε πλήρως ο βαρύς οπλισμός. Νωρίς το πρωί της 6ης Απριλίου, το Ιστίμπεη δέχτηκε σφοδρά προπαρασκευαστικά πυρά. Είχε προηγηθεί βομβαρδισμός από αέρος με αεροσκάφη καθέτου εφορμήσεως (Stukas). Στόχος των τελευταίων ήταν τα επιφανειακά έργα της όλης κατασκευής και συγκεκριμένα οι πολεμίστρες, καθώς και η εξουδετέρωση των θωρακισμένων πολυβολείων. Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πενιχρό. Αποτελεσματικά καμουφλαρισμένοι μέσα στη φύση, οι στόχοι εντοπίζονταν με δυσκολία. Η προσέγγιση των εχθρικών αεροσκαφών ενεργοποιούσε τα συντονισμένα αντιαεροπορικά πυρά των αμυνομένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ένας Γερμανός παρατηρητής να ομολογήσει αργότερα πως “ουδέποτε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με παρόμοια κατάσταση στην Πολωνία και στη Γαλλία”.

Μόλις κατέπαυσε ο σφοδρός βομβαρδισμός, εκδηλώθηκε η επίθεση στην περιοχή της Κερκίνης από την 5η Ορεινή Μεραρχία (85ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 100ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 95ο Σύνταγμα Μηχανικού, 95ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού κ.ά.). Διεξήχθη σκληρός και φονικός αγώνας και ολόκληρα τμήματα των εισβολέων αποδεκατίστηκαν. Επανειλημμένες προσπάθειες των Γερμανών για την κατάληψη του οχυρού απέτυχαν με βαρύτατες απώλειες. Γύρω στις 14.00 μ.μ., περί τους 200 Γερμανοί δυναμιστές είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια του οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια προσπάθησαν να ανοίξουν τρύπες στο σκυρόδεμα και με εκρηκτικές ύλες και δέσμες δυναμίτιδας να καταστρέψουν τα έργα.  Ωστόσο εξουδετερώθηκαν. Έτσι, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις, το οχυρό εξακολουθούσε να αντέχει στο σκληρό και άνισο αυτόν αγώνα. Με τη σειρά τους, πρωτοβουλίες για ελληνική αντεπίθεση ή αποστολή ενισχύσεων από εφεδρικά τμήματα δεν καρποφόρησαν.

Τομή του οχυρού Ιστίμπεη (Θεσσαλονίκη, Πολεμικό Μουσείο).
Πολυβολείο στην κορυφή του όρους Μπέλες (υποτομέας Ρουμπέσκο – υψόμετρο 1 919 μέτρα).

Παρά το γεγονός ότι ορισμένα πολυβολεία είχαν τεθεί εκτός μάχης, το κεντρικό στεγανό παρέμενε άθικτο, τα δε παρακείμενα πολυβολεία σφυροκοπούσαν με συντονισμένα πυρά όσους Γερμανούς βρίσκονταν στην οροφή. Το ΙΙΙ/85 Τάγμα εξουδετερώθηκε πλήρως.  Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας της βροχής και της ελαφράς χιονόπτωσης, που δυσχαίρεναν τη ρύθμιση από αέρος των πυρών του πυροβολικού. Η πτώση της νύκτας υπήρξε τελικά εκείνη, που επέτρεψε την απόσυρση του Τάγματος. Εξουθενωμένο, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης, αφήνοντας επί τόπου 40 νεκρούς. Αντικαταστάθηκε από το ΙΙ/85 Τάγμα, ενισχυμένο με μια μονάδα του Μηχανικού, ειδικευμένη στα εκρηκτικά και εξοπλισμένη με φλογοβόλα. Η εν λόγω μονάδα κατάφερε να διοχετεύσει εντός του οχυρού ασφυξιογόνα αέρια, καπνογόνα, βενζίνη, κροτίδες, δέσμες δυναμίτιδας και εκρηκτικές ύλες, καθιστώντας τις συνθήκες ανυπόφορες για τους αμυνόμενους. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου, διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα μέσα στις ίδιες τις στοές. Γύρω στις 11.00 π.μ., ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης ΠΖ Ξάνθος Πικουλάκης, κρίνοντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, διέταξε την παράδοση. Ωστόσο, τα παραπλήσια οχυρά συνέχισαν να βάλουν κατά του εχθρού, με αποτέλεσμα να μην έχει επιτευχθεί η διάσπαση της Γραμμής Μεταξά και η διείσδυση των Γερμανών προς νότο μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα όταν, στις 9 Απριλίου, υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Αντίθετα, τα οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών. Επρόκειτο για μεμονωμένα έργα στη Θράκη, τα οποία βρίσκονταν ανατολικά της Γραμμής Μεταξά.

Η επίθεση των Γερμανών στο οχυρό Ιστίμπεη.

        Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα Η μάχη των οχυρών Η Μηχανή του Χρόνου ΕΤ-1

Συμπερασματικά, η μοίρα επιφύλαξε κοινή τραγική έκβαση στα δυο μεγάλα αυτά οχυρωματικά έργα. Υψηλού κόστους, προϊόντα επίπονης κατασκευής, δεν κατάφεραν, τελικά, να ανταποκριθούν στις προσδοκίες και να αντεπεξέλθουν στην αποστολή τους. Αναγκάστηκαν να παραδοθούν μέσα σε λίγες ώρες μόλις, επειδή είχαν υπερκεραστεί από τα δυτικά. Ωστόσο, δύναται κανείς να κάνει λόγο για αρνητικό απολογισμό; Ως προς αυτό θέμα, η απάντηση είναι σχετική. Αμφότερα τα οχυρωματικά συστήματα εκπλήρωσαν την αποτρεπτική αποστολή, η οποία εκ των πραγμάτων τους αναλογούσε, εξαναγκάζοντας τον αντίπαλο να επιχειρήσει κυκλωτική κίνηση δια μέσου ουδετέρου εδάφους. Η Wehrmacht εισέβαλε στις 10 Μαΐου 1940 στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, ακριβώς επειδή επιθυμούσε να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με την πανίσχυρη Γραμμή Maginot. Από τη δική της πλευρά, έντεκα μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, η 12η Στρατιά του List έκανε  χρήση του εδάφους της νοτίου Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου να μη ριψοκινδυνέψει πιθανή καθυστέρηση, που θα επέβαλε μια σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των οχυρών της Γραμμής Μεταξά. Επιπρόσθετα, τα οχυρωματικά συστήματα προσφέρουν το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης ανθρώπινου δυναμικού. Η Γραμμή Μεταξά ανταποκρίθηκε σε αυτή την αποστολή στην εντέλεια. Από τον Οκτώβριο 1940 έως τον Απρίλιο 1941, όταν η ενεργοποίηση του αλβανικού θεάτρου επιχειρήσεων κατά του ιταλικού στρατού απαιτούσε το μέγιστο της αποστολής και συγκέντρωσης εκεί των εφεδρειών, την περιφρούρηση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η φρουρά των οχυρών.

Στην περίπτωση της Γραμμής Maginot η κατάσταση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ήταν διαφορετική. Εάν εξετάσει κανείς από κοντά την κατανομή των αγγλογαλλικών δυνάμεων, έτσι όπως την είχε αποφασίσει πριν από την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης ο στρατηγός Gamelin από τα σύνορα της Γαλλίας με την Ελβετία έως τις ακτές της Μάγχης, διαπιστώνει ότι το μέγεθος και το δυναμικό της φρουράς της Γραμμής Maginot δεν υστερούσε καθόλου σε σχέση με εκείνα των μονάδων, οι οποίες, συγκεντρωμένες στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, τελούσαν εν αναμονή της διαταγής εισόδου στο Βέλγιο.

Η ίδια η διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων απέδειξε πως και στις δυο περιπτώσεις, τα εν λόγω οχυρωματικά συστήματα διέθεταν ποιοτικές αρετές υψηλού επιπέδου, παρά τις εμφανείς ελλείψεις σε ισχύ πυροβολικού στην περίπτωση της Ελλάδας. Το δράμα ενός οχυρωματικού συστήματος συνίσταται στο ότι το τελευταίο είναι στατικό και στερείται ευελιξίας. Μπορεί να ανταποκρίνεται στο έπακρο στις προδιαγραφές, με τις οποίες έχει κατασκευαστεί καθώς και στην αποστολή, που του αναλογεί. Συνάμα, όμως, η ίδια η ύπαρξή του απειλείται από μια ολόκληρη σειρά αστάθμητων παραμέτρων, ικανών να επιφέρουν το τέλος με βίαιο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Papagos (Alexander), The battle of Greece, 1940-1941, Athens, 1949.

Terkazis (Angelos), The Greek epic, 1940-1941, Athens, 1990.

Das Deutsche Reichund der zweite Weltkrieg, vol. 3: Der Mittelmeerraum und Südosteuropa von der “non belligeranza” Italiens bis zum Kriegseintritt der vereinigten staaten, Suttgart, 1984.

Buchner(Alex), “Kampf um die Metaxas-Linie”, in Allgemeine Schweizerische Militär Zeitschrift, October 1957, p. 727-737.

Le Goyet (Pierre), La défaite (10 mai – 25 juin 1940), Paris, 1990.

Delmas (Jean), Mai – juin 40, les combattants de l’ honneur, Paris, 1980.

http://www.maginot.org/

http://metaxasline.org/                        

Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Ligne Maginot, Ligne Métaxas,  même combat, même destin” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) /  Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 67-76.

O στρατηγός Jean Delmas (Bois-Colombes 1925 – Παρίσι 2018), διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, διετέλεσε διευθυντής σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Γαλλίας (1989-1997), διευθυντής των Γαλλικών Στρατιωτικών Αρχείων (1980-1986), πρόεδρος της Γαλλικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (1989-1999) και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Υπήρξε μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre (Somme), του Mémorial de Caen (Νορμανδία), του Musée du Général Leclerc de Hauteclocque et de la Libération de Paris και του Musée Jean Moulin του Παρισιού. Τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση (παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής – Légion d’ Honneur). Επισκέφθηκε κατ επανάληψη τη χώρα μας, συμμετέχοντας σε διεθνή συνέδρια στρατιωτικής ιστορίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).[1]

 

  1. Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού.

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθειά σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

“O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο”. Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

 

  1. Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918).

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

 

  1. Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία.

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

 

  1. Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό.

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

 

  1. Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα.

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

 

  1. Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

 

  1. Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού.

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).
  1. Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

 

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη: Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη

Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

«Υψηλώτατε και πολυχρονημένε τεβλετλού, ιναγετλού μερχαμετλού Βεζήρ Αλή πασιά εφέντημ, σκλαβηκώς σε προσκυνώ και το χρυσό σου μέστι φιλώ, τον μεγαλοδύναμον Θεόν παρακαλώ δια να σου χαρίσει ζωήν πολυχρόνιον με όλα τα χαϊρλί μουράτια της καρδιάς σας αμήν».

Τα παραπάνω προτάσσονται σε αρτζουχάλι, σε μια γραπτή δηλαδή αναφορά, προς τον Αλή πασά. Το συγκεκριμένο έγγραφο είχε συντάξει ένας χαμηλόβαθμος Οθωμανός αξιωματούχος, αποτελεί όμως έναν τυπικό –αν και όχι μοναδικό– τρόπο προσφώνησης του Αλή πασά. Ανάλογοι τρόποι αποτυπώνονται στην πλειονότητα των σωζόμενων εγγράφων που απευθύνονται προς αυτόν και συνιστούν μια ένδειξη του τρόπου επικοινωνίας με έναν βεζίρη της οθωμανικής διοίκησης. Στο αρχείο του Αλή πασά σώζονται λοιπόν τεκμήρια που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αλληλογραφία του Αλή πασά», με την έννοια των επιστολών ή έστω των κειμένων που έλαβε ή απέστειλε ο Αλή πασάς σε διάφορους παραλήπτες. Το περιεχόμενο όμως και ο χαρακτήρας του υλικού δεν επιτρέπει πάντοτε τη σαφή διάκριση μεταξύ των διάφορων αυτών τύπων κειμένων. Μια βασική ασάφεια προκύπτει από την αδυναμία διάκρισης μεταξύ των προσωπικών επιστολών και των επίσημων εγγράφων. Για παράδειγμα, σε μία επιστολή που του στέλνει ο γιός του Βελής, ως πασάς των Τρικάλων, με πληροφορίες σχετικά με προσόδους του πασαλικίου, ποια ιδιότητα υπερισχύει του γιού ή του πασά ενός γειτονικού πασαλικίου; Ανάλογα προβλήματα οριοθέτησης των κειμένων παρουσιάζει μεγάλο μέρος του σωζόμενου αρχειακού υλικού.[1]

Αξίζει να σημειωθεί ότι το υλικό αυτό αποτελεί τμήμα μόνο του αρχείου που φαίνεται ότι διατηρούσε ο βεζίρης των Ιωαννίνων. Η πυκνότητα των επιστολών, οι τόποι αποστολής και άλλα στοιχεία του τεκμηριωτικού υλικού συνιστούν ισχυρή ένδειξη ότι το αρχικό σύνολο ήταν πολλαπλάσιο του διασωθέντος. Παράλληλα όμως, το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα το διασωθέν τμήμα του αρχείου είναι αποτέλεσμα τύχης και όχι επιλογής, βάσει της σπουδαιότητας ή άλλου κριτηρίου, επιτρέπει να διαμορφωθεί μια πιο ευκρινής, αληθινή εικόνα του περιεχομένου της αλληλογραφίας του.

George de la Poer Beresford, Άποψη των Ιωαννίνων. Στο βάθος το Μιτσικέλι, λιθογραφία του 1855.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα των γραμμάτων που λαμβάνει ο Αλή πασάς μια τομή μπορεί να επιχειρηθεί με βάση την αιτία σύνταξής τους. Μια πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει γράμματα με τα οποία οι αποστολείς υποβάλλουν κάποιο αίτημα, ζητούν την παρέμβασή του για την επίλυση ενός συλλογικού ζητήματος ή και κάποιου προσωπικού θέματος. Μία δεύτερη ομάδα επιστολών είναι εκείνες που του παρέχουν πληροφόρηση για κάποιο ζήτημα εντός ή εκτός των ορίων του πασαλικίου του, καλύπτοντας μια ευρύτατη θεματολογία υποθέσεων. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών επιστολών είναι σαφής ως προς την πρόθεση του αποστολέα, δηλαδή την αιτία σύνταξης του γράμματος, αλλά δεν είναι απόλυτη, καθώς συχνότατα του αιτήματος προτάσσονται και χρήσιμες πληροφορίες, ενώ και οι ενημερωτικές επιστολές καταλήγουν κάποτε σε κάποιας μορφής αίτημα. Η θεματολογία ποικίλει, κυριαρχούν όμως τα σχετικά με την οικονομία θέματα, είτε ρητά είτε έμμεσα, όταν ανάμεσα σε άλλα ζητήματα που συζητούνται, αναδεικνύεται και κάποια οικονομική τους πλευρά.

Χαρακτηριστικό της αληπασαδικής αλληλογραφίας είναι η αδιαμεσολάβητη σχέση. Όλοι απευθύνονται στον Αλή πασά προσωπικά, μοιάζει σαν να μην υπήρχαν ενδιάμεσοι. Συνέβαινε άραγε έτσι; Διάβαζε ο Αλή πασάς όλα τα γράμματα ο ίδιος; Του τα διάβαζαν άλλοι ή τα διάβαζαν άλλοι για εκείνον; Και κατόπιν, απαντούσε σε ένα εύρος θεμάτων που αφορούσε σπουδαίες υποθέσεις της Αυτοκρατορίας έως μικρούς ασήμαντους οικισμούς χαμένους κάπου στην Αλβανία ή στα ελληνικά βουνά; Η απάντηση σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω δεν μπορεί να δοθεί εδώ, εκτός των άλλων γιατί απαιτεί μια ειδική μελέτη της επιστολογραφίας προσανατολισμένη στη διερεύνηση αυτών των θεμάτων. Η εύρεση πάντως στο αρχείο, ανάμεσα σε σημαντικά έγγραφα, και επιστολών που αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα και προσωπικές υποθέσεις αποδεικνύει ότι όλα τα έγγραφα είχαν με κάποιο τρόπο διαβαστεί και επιλεγεί να διατηρηθούν.

Η γενική εικόνα της αλληλογραφίας αποκαλύπτει ένα πλέγμα σχέσεων με ανθρώπους ποικίλων προελεύσεων διάσπαρτων σε μια εκτεταμένη γεωγραφική περιφέρεια. Χαρακτηριστικό της δικτύωσης αυτής είναι ότι έχει ως επίκεντρο τον Αλή πασά, απουσιάζει όμως η ιεραρχική συγκρότηση ή μια ορισμένη δομή. Βέβαια, η φύση των επιστολών που απευθύνονται προσωπικά στον Βεζίρη επιτείνει την εικόνα και ίσως λειτουργεί παραμορφωτικά. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι από την αλληλογραφία δεν προκύπτουν ενδιάμεσοι στις επιστολές. Σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει ειδική μνεία ότι ο μεταφορέας της επιστολής θα ενημερώσει και προφορικά τον Αλή πασά για την υπόθεση («έρχεται [να] συ τα κάμειν ιφαντέ δια στόματος», όπως σημειώνουν σε επιστολή τους πρόκριτοι της Τσαριτσάνης).[2] Εντούτοις δεν υπάρχουν παραπομπές ή αναφορές σε επιστολές άλλων προσώπων· δεν φαίνεται να υπάρχει διαμεσολάβηση. Η κουλτούρα της επιστολικής συνέχειας στην επικοινωνία είναι ασθενική, καθώς οι μνείες προγενέστερων επιστολών σε μεταγενέστερες είναι ελάχιστες, ακόμη και σε περιπτώσεις που η συνάφεια είναι χρονικά και θεματολογικά προφανής.

Το πανόραμα των «συνομιλητών» του Αλή πασά αποκαλύπτει ένα ευρύ φάσμα προσώπων, που βρίσκονται σε κάποιου είδους σχέση μαζί του.

Η οικογένεια – οι γιοι του Βελής και Μουχτάρ

Ο Αλή πασάς μέσω των γιων του, των εγγονών του και άλλων στενών συγγενών είχε καταφέρει να επεκτείνει και να διασπείρει την εξουσία του πολύ πέραν του πασαλικίου Ιωαννίνων. Η οικογενειακή δικτύωση στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο βεζίρης των Ιωαννίνων, λειτουργούσε με δύο βασικούς πόλους, τους γιους του Βελή και Μουχτάρ, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις πασάδων σε όμορα πασαλίκια (Ναύπακτος, Τρίκαλα, Πελοπόννησος, Μπεράτι). Παράλληλα μέσω της ενοικίασης προσόδων και της τσιφλικοποίησης οικισμών έχουν εκτείνει τα όρια της οικογενειακής περιουσίας και επιρροής.

Όπως φαίνεται από ένα τεκμήριο του έτους 1811, δηλαδή της περιόδου ακμής της δύναμης του Αλή, ο ίδιος ο βεζίρης των Ιωαννίνων επιχειρεί να αποτυπώσει γραπτά την κατανομή αξιωμάτων, αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ των μελών της οικογένειάς του, ενώ αυτοί βρίσκονται σε εκστρατεία στη Σόφια.[3] Η κατανομή αυτή, παρότι ο Αλής επικαλείται την ηλικία του, δεν έχει χαρακτήρα διανομής της κληρονομιάς, αλλά κατανομής της εξουσίας και της ευθύνης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας που τα μέλη της λειτουργούν ενιαία, πιθανότατα μάλιστα με κοινό ταμείο. Αν και δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος λειτουργίας της προσωπικής οικονομικής διαχείρισης του βεζίρη των Ιωαννίνων, μια ισχυρή ένδειξη στην κατεύθυνση της τήρησης κοινού ταμείου από όλα τα μέλη της οικογένειας παρέχει ο Βελή πασάς, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1818, σε μια έμμεση παρότρυνση του πατέρα του να τον συνδράμει οικονομικά στην ανοικοδόμηση του σαραγιού του στο Τεπελένι, όταν αυτό  καταστράφηκε από πυρκαγιά, του δηλώνει ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν θα το σκεφτόταν διότι «η υψηλότης σας είστε νοικοκύρης εις όλα, και εις το χέρι σας στέκονται, όποιο θέλετε βάλτε εις το ένα μέρος, όποιο θέλετε βάλτε εις το άλλο».[4]

Έχουν εντοπιστεί 57 επιστολές του Βελή πασά, 27 του Μουχτάρ, 6 του Σελήχ και 4 από τα εγγόνια του, που επίσης κατέχουν τοπικά διοικητικά αξιώματα.

Διασπορά προεστών που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Οι επιστολές χρονολογούνται από το 1797 έως το 1820, δεν είναι όμως ισομερώς κατανεμημένες στον χρόνο. Η αλληλογραφία πυκνώνει έντονα σε περιόδους που συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα, στα οποία έχει εμπλοκή ο αποστολέας, ο Βελής, για παράδειγμα, στα 1802-1803 την εποχή πολιορκίας του Σουλίου και ο Μουχτάρ το 1807 στην εποχή της εκστρατείας του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Γενικότερα όμως οι επιστολές των γιων του Αλή πασά προσφέρουν αποσπασματικό αλλά πλούσιο πληροφοριακό υλικό για πρόσωπα και πράγματα της αληπασαδικής πραγματικότητας, διάσπαρτα κομμάτια της δικτύωσης που είχε δημιουργήσει.

Ο κύριος όγκος των επιστολών όμως δεν προέρχεται από συγγενείς του Αλή. Θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κατηγορίες αποστολέων.

Χριστιανοί πρόκριτοι

Εντοπίστηκαν 44 επιστολές χριστιανών προκρίτων, κυρίως από πόλεις της Ρούμελης και της Θεσσαλίας. Όπως είναι εύλογο το βασικό θέμα που τους απασχολεί είναι δημοσιονομικά ζητήματα της περιοχής τους, όπως η ανάληψη είσπραξης των φόρων και η διαχείρισή τους στο εσωτερικό της κοινότητας, το γαιοκτητικό καθεστώς και η φορολογική επιβάρυνση της αγροτικής παραγωγής. Σχετικό με τη φορολογία –μια και αυτό αποτελούσε μια συμπληρωματική έμμεση μορφή της– είναι και το ζήτημα της διάθεσης εργατών για έργα που εκτελούσε ο Αλή πασάς ή το θέμα της φυγής κατοίκων, καθώς είχε άμεση επίπτωση στη φορολογική επιβάρυνση των εναπομενόντων.[5] Η ασφάλεια και το ζήτημα των ενόπλων κλεφτών που δρουν στην περιοχή τους επανέρχεται επίσης στα γράμματά τους, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς ο Αλή πασάς, ως επόπτης των δερβενίων, είχε άμεσα λόγο για το θέμα.[6] Τοπικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ομάδων προκρίτων, διαμαρτυρίες και παράπονα για τη συμπεριφορά αξιωματούχων της οθωμανικής διοίκησης γνωστοποιούνται επίσης μέσω των επιστολών στον βεζίρη των Ιωαννίνων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια ή η παρέμβασή του.[7]

Διασπορά μουσουλμάνων αξιωματούχων που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Τέλος, στις επιστολές συχνά παρεισφρέουν μικρά θέματα, εξυπηρετήσεις και χάρες ενδεικτικές του τρόπου λειτουργίας του διοικητικού συστήματος που είχε ο Αλής εγκαθιδρύσει στην ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, στα 1793 οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς, αν και τυπικά βρίσκονται εκτός της διοικητικής δικαιοδοσίας του, σε επιστολή τους τον ενημερώνουν ότι φρόντισαν προστατευόμενός του να αγοράσει «πραγμάτεια» σε προνομιακή τιμή («με είκοσι παράδες κάτου από ότι πουλείται», όπως γράφουν).[8] Ή ένας πρόκριτος της Σιάτιστας, που κλείνει την επιστολή του με την ακόλουθη φράση, αποκαλυπτική του καθεστώτος φόβου που βίωνε: «και σε παρακαλώ με δάκρυα να με προστάξης πώς να ακολουθήσω, επειδή και φοβούμαι το γαζέπι σου (οργή σου)».[9]

Μουσουλμάνοι αξιωματούχοι και έμπιστοι του Αλή πασά

Με τον Αλή πασά αλληλογραφούν στην ελληνική γλώσσα μια σειρά Οθωμανοί που κατέχουν διαφορετικά αξιώματα στην τοπική και κεντρική διοίκηση. Ορισμένοι από αυτούς ανήκουν στο στενό περιβάλλον του Αλή στα Γιάννενα και ενημερώνουν γραπτά τον κύριό τους, όταν βρίσκονται σε αποστολή εκτός της έδρας του πασαλικίου, όπως ο θησαυροφύλακάς του Ισούφ Αράπης ή οι άνθρωποί του Άγος Μουχουρντάρης, Μέτζε Μπόνος, Σελήμ μπέης Κόκας κ.ά. Ακόμη επιστολές του στέλνουν μουσουλμάνοι πρόκριτοι από πόλεις με ισχυρό μουσουλμανικό πληθυσμό (πχ. Δέλβινο, Βέροια, Πατρατζίκι, Σάλωνα, Τρίκαλα) ή περιοχές με Αλβανούς μουσουλμάνους με τους οποίους διατηρούσε στενή επικοινωνία (όπως οι αγάδες της Τσαμουριάς).

Πρόκειται για πολυπληθή ομάδα προσώπων που αποστέλλουν περίπου 203 επιστολές ποικίλης θεματολογίας, όπου βέβαια και εδώ κυριαρχεί το οικονομικό στοιχείο. Πρόκειται για ανθρώπους που λειτουργούν δορυφορικά στον Αλή πασά, αφού η σχέση τους μαζί του, τους προσπορίζει χρήματα, κύρος και εξουσία στην τοπική κοινωνία. Το προφίλ τους ποικίλει:

  • έμπιστοι άνθρωποί του που διατηρούν συχνή επαφή μαζί του και αντίστοιχη αλληλογραφία όταν δεν είναι στον ίδιο τόπο,
  • πρόσωπα, τα οποία χάρη στον Αλή πασά έχουν πάρει κάποιο τοπικό αξίωμα (βοεβοδαλίκι, διαχείριση τελωνείου, ενοικίαση φορολογικής προσόδου),
  • επιτηρητές ή διαχειριστές σε κτήματα και τσιφλίκια του,
  • επικεφαλής επαγγελματικών ομάδων ή συντεχνιών.

 Οι άνθρωποί του στην Κωνσταντινούπολη

Ο Αλή πασάς διατηρεί πυκνή αλληλογραφία με έμπιστούς του στην Κωνσταντινούπολη που λειτουργούν με την επίσημη ιδιότητα του εκπροσώπου του στην Υψηλή Πύλη (καπουτζοχαντάρηδες), ενώ υπάρχουν και ορισμένα πρόσωπα που αναλαμβάνουν επιμέρους ρόλους με σκοπό την πληροφόρηση του βεζίρη. Η πλειονότητα των επιστολών που λαμβάνει από την Κωνσταντινούπολη προέρχεται από τους καπουτζοχαντάρηδές του Χασάν εφέντη (10), Χουσεΐν μπέη (30), Ελμάζ Μέτζε (18), οι οποίοι τον ενημερώνουν αναλυτικά για όσα συμβαίνουν στο στενό περιβάλλον του σουλτάνου, αλλά του μεταφέρουν επίσης και καίριες πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν τα συμφέροντά του σε περιοχές που εκτείνονται πολύ πέραν του πασαλικίου του, και ιδίως για θέματα που σχετίζονται με την αγορά των δημοσίων αξιωμάτων και κρατικών προσόδων.

Όχι όμως και πάντοτε. Κάποτε αφορούν θέματα πιο προσωπικά, όπως η αποστολή γυναικών για ψυχαγωγία του Αλή. Διαβάζουμε έτσι σε επιστολή του έτους 1808 που έγραψε ο Διβάν εφέντης από την Κωνσταντινούπολη: «Τη σκλάβα την εδιόρθωσα με καράβι καλόν και την στέλω κατά την προσταγήν σας μέσα εις την κάμαραν με όλα τα ρεχάτια της (: ανέσεις). … Η άλλη σκλάβα οπού εχόρευε, η αμαρτία, και έβγαλε την ψώρα, και ήρθε ο Ραζής (: ο γιατρός Δημήτρης Ραζής) και μου λέγει, ευθύς να την δώσεις οπίσω και την έδωσα και χάλια (: έως τώρα) μου λείπουν και τα άσπρα [δηλαδή δεν του έχουν επιστρέψει τα χρήματα που έδωσε να την αγοράσει]. Στέλνω και μίαν άλλη γυναίκα, η οποία είναι Λαρσινή, είναι όμως αξημένη (: μεγαλωμένη) εδώ και τερπετλήτισα πολύ (: καλής ανατροφής). Και όσον θέλετε την κρατείτε αυτού και ύστερα ή εδώ την στέλετε ή εις την Λάρισαν».[10]

Στο αρχείο δεν έχει διασωθεί επίσημη αλληλογραφία της Υψηλής Πύλης με τον Αλή πασά. Άραγε δεν υπήρξε; Δεν μοιάζει πολύ πιθανό. Ενδεχομένως η απουσία των σχετικών τεκμηρίων θα πρέπει να αποδοθεί στις τύχες και στη διαδρομή του αρχείου από τα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη και τελικά στην Αθήνα, όπου τα έγγραφα αυτά, ως ειδικής σημασίας, αφαιρέθηκαν ίσως από κάποιον από τους διαδοχικούς κατόχους του. Εντοπίζονται όμως λίγες επιστολές (7) στην ελληνική γλώσσα από τοπικούς πασάδες της Αλβανίας, ουσιαστικά τον πασά Μπερατίου και Αυλώνας και εκείνον του Δελβίνου, στα πρώτα χρόνια της θητείας του.

Αρτζουχάλι του Ισμαήλ Πασόμπεη προς τον Αλή πασά, 21 Μαρτίου 1802. [Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Α΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Επιστολές προς τον Αλή πασά απευθύνουν και πρόσωπα που προΐστανται στην ιεραρχία της Ορθόδοξης εκκλησίας (17 συνολικά). Ανάμεσά τους ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ορισμένοι μητροπολίτες, για θέματα σχετικά με τη διανομή θέσεων στην ιεραρχία της εκκλησίας. Ξεχωρίζουν οι επιστολές του Ιγνάτιου τότε μητροπολίτη Άρτας, που έχουν όμως διαφορετικό χαρακτήρα, αφού διαδραμάτιζε ρόλο συμβούλου του βεζίρη των Ιωαννίνων σε πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις, και ιδίως στην υπόθεση της Πρέβεζας.                

Οι επικεφαλής των ενόπλων

Επικεφαλής στρατιωτικών σωμάτων και ενόπλων ομάδων επικοινωνούν απευθείας με τον Αλή πασά. Πρόκειται για αξιωματικούς των στρατιωτικών του δυνάμεων που μετέχουν σε πολεμικές ενέργειες, όπως στο Σούλι και στην Πρέβεζα, αλλά και επικεφαλής στρατιωτικών αποσπασμάτων που αναλαμβάνουν την καταδίωξη κλεφτών. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν και επιστολές που του απευθύνουν αρματολοί της Ρούμελης και της Κεντρικής Μακεδονίας για ζητήματα ασφάλειας. Το αξίωμα του επόπτη των Δερβενίων που κατείχε ο Αλή πασάς από το 1787, του επέτρεψε να διατηρεί αρματολικά σώματα σε μία εκτεταμένη γεωγραφικά περιοχή και να συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο οπλαρχηγών που είχαν αναπτύξει μαζί του στενούς δεσμούς. Ο μηχανισμός αυτός αποτέλεσε βασικό στοιχείο για την εδραίωση της ισχύος του.

Αξιωματούχοι άλλων κρατικών δυνάμεων

Ο Αλή πασάς διατηρούσε επίσημη αλληλογραφία με ευρωπαίους αξιωματούχους, κυρίως τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς διοικητές των εκάστοτε κυρίαρχων των Επτανήσων (Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι). Εδώ κυριαρχούν οι ρυθμίσεις –και οι απαιτήσεις– του Αλή πασά για τις πρώην βενετικές κτήσεις στην ηπειρωτική ακτή και ιδίως για την Πάργα, η κατάληψη της οποίας συνιστούσε βασική του επιδίωξη. Πυκνή αλληλογραφία υπάρχει με τους επιτρόπους των Αυτοκρατορικών Γάλλων στα Ιόνια την περίοδο 1807-1809, μια εποχή δηλαδή που ο Αλή πασάς επιδιώκει να προσεταιριστεί τον Ναπολέοντα. Δείγμα της εποπτείας που επιδίωκε να έχει ο Αλή πασάς είναι η λεπτομερής ενημέρωση που εξασφάλιζε από τους ανθρώπους του, για ζητήματα που αφορούν τόσο το σύνολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και τα συμβαίνοντα σε όλη την Ευρώπη. Μια μικρή ένδειξη του κύρους του είναι και μια επιστολή που του απευθύνει το 1812 ο ηγεμόνας της Σερβίας Καραγεώργης, σε σερβική γλώσσα και με κυριλλική γραφή, σχετικά με το χαρακτήρα της εξέγερσης στη Σερβία.[11]

George de la Poer Beresford, Η αίθουσα ακροάσεων στο ανάκτορο του Αλή πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Επιστολές διαφόρων

Στην αλληλογραφία εντοπίζεται ακόμη και ένας αριθμός γραμμάτων που στέλνουν στον Αλή πασά άσημοι κάτοικοι χωριών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του για να υποβάλουν προσωπικά αιτήματα, να ζητήσουν βοήθεια, επιείκεια ή δικαίωση. Ο βεζίρης των Ιωαννίνων καλείται λοιπόν να επιλύσει ζητήματα της καθημερινότητας των «ραγιάδων» του. Για παράδειγμα:

  • ένας καλλιεργητής από χωριό της Φιλιππιάδας ζητά από τον Αλή πασά να διατάξει έναν άλλο καλλιεργητή να μαζέψει από την οικία του τα φύλλα καπνού, που τα έχει απλωμένα και δυσχεραίνουν τη διαβίωσή του στον χώρο,[12]
  • ένας αγρότης σε τσιφλίκι του παραπονείται γιατί ο τοπικός μπουλούκμπασης του κατακρατεί «εφτά φορτώματα γέννημα»,[13]
  • ή ένας μάστορας από το Τεπελένι τον παρακαλεί για «ολίγον χαρτζηλίκι».[14]

Γυναίκες

Κλείνοντας, την περιήγηση στα πρόσωπα που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά να σταθούμε σε ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Έχουν εντοπιστεί 11 προσωπικές επιστολές γυναικών προς τον βεζίρη της Ηπείρου. Το προφίλ τους ποικίλει: η σύζυγος του Μουχτάρ, σύζυγοι άλλων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων που προβάλλουν οικογενειακά αιτήματα, γυναίκες του χαρεμιού που εκφράζουν την στενοχώρια τους για την απουσία του, πτωχές κάτοικοι χωριών που διεκτραγωδούν τα χρέη και τα παθήματά τους, χήρες που ζητούν οικονομική βοήθεια να θρέψουν τα ορφανά τους. Οι επιστολές είναι ίσως λίγες –ένα μικρό μόνο δείγμα– αλλά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς προσφέρουν ένα παράθυρο θέασης της καθημερινότητας, των συμπεριφορών και των νοοτροπιών, ικανό να προσφέρει μία διαφορετική από τη συνήθη προσέγγιση για τη θέση των γυναικών –χριστιανών και μουσουλμάνων– στην κοινωνία μιας επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

 

Γράμμα της «Χάνκως πάσιας», συζύγου του Ιμπραχήμ πασά του Μπερατίου, 25 Ιουλίου 1809.
[Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Β΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Θα σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε μία αχρονολόγητη επιστολή της η Μίνγκα, γυναικαδελφή του Βασίλη όπως προσδιορίζεται η ίδια ονομαστικά, μαζί με την θυγατέραν της, τη Ζωίτζα, απευθύνεται στον βεζίρη των Ιωαννίνων προκειμένου να φανερώσει το παράπονο που έχει από το γαμπρό της. Όπως καταγγέλλει, είναι πάνω από οκτώ χρόνια που έχει παντρέψει τη θυγατέρα της με τον γαμπρό της «και δεν ανταμώθηκαν σαν ο κόισμος αντρόγυνο … ο πεθερός και η πεθερά την αγαπούσαν με το παραπάνου την θυγατέραν μου και αυτός για γυναίκα δεν την θέλει». Όπως επισημαίνει η κόρη της έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, όμως αυτός την εγκατέλειψε φεύγοντας για τα Τρίκαλα και όταν γύρισε την έδιωξε από το σπίτι, αφήνοντάς τη γυμνή και απελπισμένη.  Η γυναίκα προσπίπτει στα πόδια του Αλή πασά ζητώντας του να αποδώσει δικαιοσύνη «δια τούτα τα άστρατα (: παράλογα) που ‘κανεν ο γαμπρός μου», γιατί «Και ζώο να ήτανε να τη κρατεί οχτώ χρόνους και απέ να τη διώξει κανένας δεν τα βρίσκει τζαΐζι (: πρέπον)». Και καταλήγει: «Εγώ σαν γυναίκα που είμαι ουδέ ξέρω πώς να κάμω, ουδέ ξέρω πώς να φερθώ, ότα[ν] όλοι οι ανθρώποι είναι εις το κορπέτι (: κουρμπέτι, στην ξενιτιά) και σκλάβοι σου είμεστε και όλα τα γνωρίζεις και όλα τα σιάζεις και ορισμός του αφεντός μας και οι χρόνοι σου πολλοί».[15]

Πρόκειται οπωσδήποτε για αναπάντεχη επιστολή, παραστατική και πλούσια σε πληροφορίες, που κοινοποιεί λεπτομέρειες της οικογενειακής και σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού, ζητώντας την παρέμβασή του Αλή πασά, με το ασαφές αίτημα να παρέμβει και να «σιάξει», να διορθώσει δηλαδή τα πράγματα. Μια εξαιρετική μαρτυρία, για τη ζωή στην επικράτεια του Αλή, το βαθμό παρέμβασης της εξουσίας στην καθημερινότητα των κατοίκων, τη νοοτροπία των ανθρώπων, την παρουσία των γυναικών στα κοινωνικά καθέκαστα, και βέβαια τους πολλαπλούς ρόλους που επιφύλασσε ο Αλής για τον εαυτό του, καθώς επίσης και εκείνες τις αρμοδιότητες που του αναγνώριζαν με τη σειρά τους, οι «υπήκοοί» του. Όσο όμως και αν η επιστολή αυτή είναι αποκαλυπτική των λεπτών και άγνωστων εν πολλοίς νημάτων που συνδέουν τον Αλή με όσους ζουν στην επικράτειά του, συνιστά μία ιδιαιτερότητα· αποτελεί εξαίρεση στο ύφος και στο χαρακτήρα της αλληλογραφίας του, εκείνης τουλάχιστον που έχει διασωθεί μέχρις εμάς.

George de la Poer Beresford, Το ανάκτορο του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Η αλληλογραφία του Αλή πασά, επιτρέπει λοιπόν να ανιχνευτεί ένα τμήμα τουλάχιστον από το παζλ της εκτεταμένης δικτύωσης που είχε δημιουργήσει. Εντάσσοντας σε αυτήν ποικίλα πρόσωπα, διαφορετικής οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής αναγνώρισης, θρησκεύματος, ακόμη και φύλου, ο βεζίρης της Ηπείρου είχε διαμορφώσει ένα σύστημα σχέσεων, επαφών και συνεργειών που οι απολήξεις του εξακτινώνονταν στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία Επτάνησα. Το πλέγμα αυτό λειτούργησε σαν ένας μηχανισμός που επέτρεπε στον Αλή πασά και στους ανθρώπους που ανήκαν στο περιβάλλον του να διατηρήσει, να τροφοδοτήσει και να επεκτείνει την οικονομική ισχύ και την εξουσία του μέσα από ένα εντυπωσιακό εύρος δραστηριοτήτων, που κάλυπταν το σύνολο της οικονομικής ζωής των περιοχών ελέγχου του. Αν όμως η οικονομία, ο προσπορισμός κέρδους, αποτελούσε τον στόχο, το μέσο για την επίτευξή του ήταν η βία, η δύναμη των ενόπλων σωμάτων του Αλή πασά, στα οποία προληπτικά και κατασταλτικά κατέφευγε για την επίτευξη των στόχων του.

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Η Βάλλια Ράπτη είναι  υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Υποσημειώσεις

[1] Τα αριθμητικά δεδομένα και οι αποτιμήσεις του παρόντος άρθρου είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας που έγινε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Κύρτου Πλέγματα» του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, το οποίο διενεργήθηκε στο πρόγραμμα «Κρηπίς» της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Αφορούν την επεξεργασία 1.469 εγγράφων του Αρχείου Αλή πασά που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και έχει εκδοθεί σε τέσσερις τόμους από το ΙΙΕ από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο με τη συνεργασία του Παναγιώτη Μιχαηλάρη και του Δημήτρη Δημητρόπουλου. Ένα τμήμα της ίδιας αρχειακής πηγής, της Συλλογής Ιωάννη Χώτζη, αποτελούμενο από 221 έγγραφα, έχει εντοπιστεί στα ΓΑΚ και στο Μουσείο Μπενάκη και αποτελεί τον πέμπτο τόμο της έκδοσης του Αρχείου Αλή πασά, που κυκλοφόρησε το 2018, δεν έχει συμπεριληφθεί εδώ. Στην αποδελτίωση και επεξεργασία των δεδομένων συνεργάστηκε η Βάλλια Ράπτη.

[2] Αρχείο Αλή πασά Συλλογής Ι. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, επιμέλεια: Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, τ. Α΄, Αθήνα 2007, έγγρ. 212. Κάτι ανάλογο αναφέρεται και σε έγγραφο προεστών της Λιβαδειάς· ό.π., τ. Γ΄, έγγρ. 1186.

[3] Αρχείο Αλή πασά, τ. Β΄, έγγρ. 571.

[4] Στο ίδιο, τ. Γ΄, έγγρ. 1126, σ. 175.

[5] Σχετικές αναφορές βλ. στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 165, 252, τ. Β. έγγρ. 442 κ.ά.

[6] Ενδεικτικά, στο ίδιο τ. Α΄, εγγρ. 155, 381, τ. Β΄ έγγρ. 903.

[7] Χαρακτηριστικά παραδείγματα στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 61, 94, 97, 390, κ.λπ.

[8] Στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 17.

[9] Στο ίδιο, τ. Γ΄ έγγρ. 1169.

[10] Στο ίδιο τ. Α΄ έγγρ. 375

[11] Στο ίδιο, τ. Β΄ έγγρ. 638.

[12] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1440

[13] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1461

[14] Στο ίδιο τ. Γ  έγγρ. 1179.

[15] Αρχείο Αλή πασά, τ. Γ΄ έγγρ. 1357.