Skip to main content

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας

στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

 

Ιστορικό πλαίσιο

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο και η ιστορικά αποτελεσματική παρουσία τους εκεί διαπιστώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Μωχάμετ Άλη. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα ευνόησε την Ελληνική διασπορά προσφέροντάς της απλόχερα γόνιμο έδαφος, οικονομικό και πολιτικό, για να αναπτύξει εντυπωσιακή δραστηριότητα. Ο Μωχάμετ Άλη υπολόγιζε πολύ στη συμβολή των Ελλήνων παροίκων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, που συνίστατο στην αποδέσμευση της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος και την πρόσδεσή της στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούσε την καθιέρωση της εκτατικής καλλιέργειας του βάμβακος και, μέσω αυτής, το ιστορικό άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση. Η οργανική συνεργασία των Ελλήνων παροίκων με τις Δυτικές μητροπόλεις ήταν το πλαίσιο αυτής της αμοιβαία επωφελούς διευθέτησης.

Εποποιΐα και η Ευποιΐα είναι δύο εμβληματικά σημαίνοντα που συνοψίζουν το ιστορικό αποτύπωμα του περάσματος των Ελλήνων από τη χώρα του Νείλου. Στην πορεία αυτή η δεσπόζουσα πτυχή είναι  «ο δρόμος του βαμβακιού»,  που παραμένει ακόμη ένας θρύλος για όσους τον έζησαν.

Η εξέλιξη του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού χωρίζεται σε τρείς μεγάλες περιόδους που σηματοδοτούν και την συνολική του ιστορία.

  • Η πρώτη περίοδος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και αντιστοιχεί στην συγκρότηση και ανάπτυξη της παροικίας. Ανάπτυξη δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε η θέση της παροικίας μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Αραμπή (1882) και την κατάληψη της Αιγύπτου από την Αγγλία. Η κυριαρχία των Άγγλων ταυτίστηκε με τη δημιουργία του Quartier Grec στην Αλεξάνδρεια, γεγονός που άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό της παροικίας. Μία εκδήλωση αυτής της αλλαγής ήταν και το ότι οι Κοινοτικές εκλογές του 1884 ανέδειξαν την Αγγλόφιλη ομάδα των Ζερβουδάκη-Σαλβάγου-Μπενάκη πλάι στους Ράλλη-Αβέρωφ.

  • Η δεύτερη περίοδος καλύπτει το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα και φτάνει πρακτικά μέχρι το 1930. Εμφανίζει υψηλούς δημογραφικούς ρυθμούς και αντιπροσωπεύει την εν γένει ωριμότητα και ακμή της παροικίας. Ακμή δημογραφική, οικονομική και κοινοτική με επέκταση και στην Ελλάδα, όπου οι Αιγυπτιώτες συμμετέχουν αποφασιστικά στον αστικό μετασχηματισμό τον οποίο προωθούσε ο Βενιζελισμός και ο Ευεργετισμός που ανέπτυξαν. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της σε όλους τους τομείς.

  • Η τρίτη περίοδος ξεκινά γύρω στο 1930 και έχει ως σταθμούς το 1934 (ψηφίζεται ο Νόμος 51 και θεσμοθετείται ο κρατικός έλεγχος στις ποικιλίες βάμβακος) και το 1937 (καταργούνται οι Διομολογήσεις). Σ’ αυτή την περίοδο η παροικία ακολουθεί την φθίνουσα πορεία του αποικιακού συστήματος και μπαίνει σε κρίση. Κρίση δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Αμέσως μετά το 1952 και την επανάσταση του στρατού καθίστανται εμφανή τα σημεία της δημογραφικής κρίσης και της επακόλουθης διάλυσής της το 1960.

Και στις τρεις αυτές περιόδους η ιστορία έδειξε ότι οι Αιγυπτιώτισσες όλων των κοινωνικών τάξεων συμμετείχαν με τρόπο ουσιαστικό, διακριτό και αναγνωρίσιμο στο γίγνεσθαι της Ελληνικής παροικίας.

Ξένες παροικίες στην Αίγυπτο. Η πολυπληθής ελληνική κατέχει αριθμητικά την πρώτη θέση.

Συγκρότηση και εξέλιξη της παροικίας

Στην πρώτη περίοδο η παροικία συγκροτείται κυρίως μέσω της εισροής ανδρών μεταναστών πού αναζητούσαν έναν τόπο εργασίας και επιβίωσης, συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η μετακίνησή τους να χαρακτηρίζεται «οικονομική μετανάστευση».

Στην Αιγυπτιακή Απογραφή πληθυσμού του 1897 παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση από την θάλασσα, δηλαδή από το εύφορο Δέλτα του Νείλου, τόσο περισσότεροι είναι οι άντρες που επιδίδονται μόνοι τους στην περιπέτεια της εγκατάστασης στους δύσκολους εκείνους τόπους, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Χαρακτηριστικά, στις επαρχίες της Βεχέρας, της Μενουφίας και της Γιαλουμπίας, όπου κυριαρχούσαν οι σκληρές και επίπονες ασχολίες με τη γη κυρίως, ο αριθμός των Ελληνίδων υπολείπεται αισθητά των ανδρών παροίκων.

Από τα δεδομένα αυτά συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη μετανάστευση στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα εκτός από «οικονομική» ήταν και «έμφυλη», με ό,τι επακόλουθα είχε αυτό στην συγκρότηση της παροικίας. Στη συνέχεια, χάρις στις Αδελφότητες των συντοπιτών που εξασφάλιζαν την σύσφιξη των ανθρώπινων δεσμών στις συνθήκες του μαζικού εκπατρισμού, αλλά και χάρις στα προξενιά που γίνονταν, οι άντρες της παροικίας προτρέπονταν να ταξιδέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους προκειμένου να παντρευτούν τη γυναίκα που τους είχαν προξενέψει στην οικεία Αδελφότητα. Ακολουθούσαν οι «κουμπαριές», που έπλεκαν δεσμούς αλληλοϋποστήριξης και βλέψεις για πιθανή κοινωνική άνοδο, και η οριστική εγκατάσταση και των γυναικών στην παροικία.

Με τον τρόπο αυτό, η «οικονομική μετανάστευση» μετατρεπόταν εύκολα και γρήγορα σε «μετανάστευση εγκατάστασης». Δηλαδή στην αρχή ήταν η ανάγκη που έδιωχνε τους ανθρώπους από τον τόπο τους προς ένα άλλο τόπο όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν εργασία και ψωμί για να ζήσουν. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί επέλεγαν ένα νέο τόπο εγκατάστασης, ο οποίος προοριζόταν να γίνει η δεύτερη πατρίδα τους.

Διαμονητήριο που εξέδωσε το Γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Κάιρο το 1902 (Συλλογή Ιωάννη Ζήλλη).

Σε αυτές τις συνθήκες οι Αιγυπτιώτισσες επιτελούν ζωτική λειτουργία στο οικογενειακό και κοινωνικό πεδίο. Η δομική συμβολή τους στη συγκρότηση και αναπαραγωγή της παροικίας συνεχώς αυξάνει και τελικά δεσπόζει. Οι οικογένειες που δημιουργούσαν συνιστούσαν τον θεμελιώδη θεσμό, μέσω του οποίου οι άνθρωποι οργάνωναν τη ζωή τους και τις δραστηριότητές τους, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της Ελληνικότητας και της ορθοδοξίας στις συνθήκες της πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής αποικιοκρατούμενης Αιγύπτου.

Στην πορεία της, η παροικία ανέδειξε πολλά ζευγάρια που σημάδεψαν την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρομαι στα ακόλουθα :

Μιχαήλ Τοσίτσας και Ελένη Τοσίτσα

Εμμανουήλ Μπενάκης και Βιργινία Χωρέμη

Μικές Σαλβάγος και Αργίνη Μπενάκη

Θεόδωρος Κότσικας και Δέσποινα Μπενάκη

Μιχάλης Καζούλλης και Μαρίκα Δραγούμη

Γεώργιος Σπετσερόπουλος και Αθηνά Μαλούχου

Σοφοκλής Βενιζέλος και Ζωή Ροδοκανάκη

Απόστολος Πάντος και Αλίκη Μάνου

Παλαιολόγος Γεωργίου και Αλκμήνη Πετρώνδα

Νίκος Ζελίτας (Στέφανος Πάργας) και Στέλλα Κρεμεζή

Έχει ενδιαφέρον εδώ το γεγονός ότι η Αιγυπτιώτισσα σύζυγος δεν κινήθηκε μόνο στη σκιά του συζύγου της. Λειτούργησε και αυτοτελώς στα επίπεδα της μητρότητας, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της υπερεθνικής κοινωνικής αλληλεγγύης, δημιουργώντας αυτό που της ταίριαζε σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο και επηρεασμένο από τα Ευρωπαϊκά ρεύματα.

Η οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη.

Μητρότητα

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μητρότητας στις Αιγυπτιώτισσες Ελληνίδες είναι τα ακόλουθα:

  • Η σπουδαιότητα της μεταναστευτικής ροής για την υποστήριξη της δημογραφικής συγκρότησης και ανάπτυξης της παροικίας. Όπως είπαμε πιο πάνω, στα αρχικά στάδια οι μετανάστες ήταν άντρες, οι οποίοι δεν παντρεύονταν γυναίκες από την Αίγυπτο αλλά από τον τόπο καταγωγής τους με τη διαμεσολάβηση των Αδελφοτήτων, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούσαν και ως μηχανισμός που εξασφάλιζε νύφες. Ειδικά στην φάση αυτή οι μετανάστριες που εισέρεαν στην Αίγυπτο ήταν νέες γυναίκες. Η απουσία του παραδοσιακού σογιού, που υποστήριζε την μητρότητα ανεξάρτητα από την παρουσία της μητέρας, ήταν καθοριστική ως προς τη σταδιακή μείωση της γεννητικότητας.

  • Η διαχρονική τάση μείωσης των ρυθμών της δημογραφικής λειτουργίας (β΄ και γ΄ περίοδος). Όπως έδειξε η έρευνά μας για τον ελληνισμό του Καΐρου μεταξύ των ετών 1927-1936 παρατηρήθηκε έντονη μείωση της γεννητικότητας, της οποίας το ποσοστό μειώθηκε κατά το 1/4, από 40‰ σε 30‰ (βλ. πίνακα που ακολουθεί)

 

Ποσοστά (‰) δημογραφικών συμβάντων της Καϊρινής παροικίας (1907-1946)
Περίοδος Μέσος πληθυσμός δεκαετίας Γεννητικότητα Γαμηλιότητα
1907-1916 17.284,5 40,19 13,95
1917-1926 17.682,5 39,22 13,58
1927-1936 18.532,0 30,60 11,48
1937-1946 16.311,0 36,56 20,16

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καΐρου.

 

Έπεται η γαμηλιότητα, που το ποσοστό της φθίνει κατά περίπου το 1/5, από 14 ‰ σε 11,5‰. Ακολουθεί η θνησιμότητα, το ποσοστό της οποίας μειώνεται κατά το 1/6, από 30‰ σε 25 ‰.

Η μεγάλη καμπή στη δημογραφική λειτουργία της Καϊρινής παροικίας αντιστοιχεί, λοιπόν, στην περίοδο 1927-1936. Πρόκειται για δομικό μετασχηματισμό της παροικιακής δημογραφίας, που αντιστοιχεί στη διαδικασία της δημογραφικής μετάβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μετάβαση αυτή από το Ανατολικό μοντέλο γαμηλιότητας-γονιμότητας στο Δυτικό πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με την παράλληλη δηλαδή μείωση της γεννητικότητας και της θνησιμότητας, και μάλιστα με περισσότερο έντονη τη μείωση της γεννητικότητας. Το αρχικό υπόδειγμα δημογραφικής λειτουργίας αντιστοιχούσε σε αυτό της χώρας καταγωγής (Ελλάδα) και μάλιστα με ρυθμούς γεννητικότητας που προσομοιάζουν με αυτούς της χώρας υποδοχής (Αίγυπτος). Ωστόσο, η δημογραφική μετάβαση πραγματοποιήθηκε τελικά σύμφωνα με το πρότυπο των χωρών και των πολιτισμών αναφοράς (Δυτική Ευρώπη). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Καϊρινής παροικίας αποδέσμευσε το πρότυπο της δημογραφικής της λειτουργίας τόσο από τη χώρα υποδοχής όσο και από τη χώρα καταγωγής και ανέδειξε τους προνομιακούς δεσμούς της με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

 

Επαγγελματικός βίος

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της γυναικείας επαγγελματικής δραστηριότητας. Στα πρώτα χρόνια ζωής της παροικίας, η εξωτερική γυναικεία απασχόληση φαίνεται να μη συνηθιζόταν στην Αίγυπτο σε κορίτσια μικρότερα των 10 ετών. Έτσι, στην απογραφή του 1897 (βλ. πίνακα που ακολουθεί) μόνο το 20% του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών (7.440/37.669) αναφέρεται ως απασχολούμενο και κατά κύριο λόγο ως οικιακές βοηθοί (2.683/7.440, ήτοι το 36% των εργαζομένων), ως εκπαιδευτικοί(1.749/7.440, ήτοι το 24%) και στη νηματουργία-υφαντουργία (1.251/7.440,ήτοι το 17%).

Απογραφή 1897: Επαγγέλματα γυναικών (άνω των 10 ετών) κατά εθνικότητα (Πηγή: Centre d’ études et de documentation économiques, juridiques et sociales – CEDEJ).

Το σύνολο των εργαζομένων Ελληνίδων είναι 17%. Ειδικότερα, στις οικιακές βοηθούς η συντριπτική πλειονότητα ήταν Ελληνίδες (42%), ακολουθεί ο τομέας της εκπαίδευσης (22%) και τελευταίος ο τομέας της νηματουργίας-υφαντουργίας (24%).

Η εργασία, ιδίως για λογαριασμό τρίτων (π.χ. οικιακή βοηθός, υπάλληλος, δασκάλα, κλπ.) έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις χρόνου, κόπου και ψυχοδιανοητικής επένδυσης. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται και δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για τη μητρότητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας έξω από την οικογένεια αντιπροσωπεύουν ενδείκτη που εκφράζει τη διαθεσιμότητα για μητρική μέριμνα, και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα και την αναπαράσταση της μητρότητας στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται στις μητρικές δραστηριότητες.

Διαπαιδαγώγηση

Ανοιχτά μυαλά, οι πάροικοι από πολύ νωρίς είχαν σε υψηλή αξία την επαγγελματική εκπαίδευση. Τα κορίτσια τους τα έγραφαν στη Σχολή κοπτικής- ραπτικής και αργότερα στην Μέση Εμπορική του Αβερωφείου, που ήταν αντίστοιχη με την Σαλβάγειο επαγγελματική, Σχολή που προτιμούσαν για τα αγόρια τους. Ηθικά στοιχεία σε γενικές γραμμές, ενίσχυαν οικονομικά την πατρική τους οικογένεια και κυριαρχούσε η αλληλοσυμπαράσταση. Γενικότερα τα παιδιά τους ανατρέφονταν με αγάπη αλλά και αυστηρότητα. Ο ρόλος της Αιγυπτιώτισσας μητέρας σε αυτό ήταν καθοριστικός.

Μετά τον πόλεμο, λόγω της βελτίωσης των οικονομικών, πολλοί πάροικοι φρόντιζαν να διαμένουν σε καλές γειτονιές των μεγάλων πόλεων όπου κατοικούσαν, να έχουν ποιότητα ζωής στο σπίτι τους, καλή εκπαίδευση για τα παιδιά τους και να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως προσκοπισμός, αθλητισμός, μουσική, θέατρο, μπαλέτο. Διοργάνωναν πάρτι για τα γενέθλιά τους και την ονομαστική τους γιορτή, κυρίως Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Διαμορφώνονταν έτσι άτομα κοινωνικά και φιλοπρόοδα, ενώ οι κοινωνικές εκδηλώσεις της παροικίας αποτελούν σημείο νοσταλγικής αναφοράς για όσες και όσους τα έζησαν.

Όσο περνούσαν τα χρόνια δίνανε μεγαλύτερη βαρύτητα στη μόρφωση. Τα παιδιά έπρεπε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους μέσα από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις τους. Αγόρια και κορίτσια μαθήτευαν σε χωριστά κτίρια στα σχολεία τους, αλλά με τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν άνεση στην επικοινωνία τους. Εξ ου και είχαν δημιουργηθεί ειδύλλια με κατάληξη τον γάμο. Στα περισσότερα σπίτια τώρα υπήρχε μία συγγενής, μία γιαγιά ή μία θεία που βοηθούσε στο νοικοκυριό και στην ανατροφή, η οποία περιλάμβανε καλούς τρόπους, καθαρή εμφάνιση, τήρηση του προγράμματος των μαθημάτων, προσέλευση στην εκκλησία, σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Αν και καθε νοικοκυριό, πλούσιο ή φτωχό, είχε τη δική του αντίληψη και λειτουργία, σημαντικοί αρωγοί για την καλή ανατροφή των παιδιών τους ήταν το σχολείο, η εκκλησία, η τήρηση από όλους των ηθών και εθίμων που είχαν καθιερωθεί, γεγονός που βάρυνε αποφασιστικά στη σύσφιξη των σχέσεων των παροίκων.

Στους ξενιτεμένους Αιγυπτιώτες κυριαρχούσε το πνεύμα της φιλοπατρίας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι σχέσεις της παροικίας με την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πυκνές και υποστηρικτικές. Οι Αιγυπτιώτες πάροικοι μοιράστηκαν με τους κατοίκους του ελληνικού κράτους τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, τις εθνικές περιπέτειες και τις παγκόσμιες κρίσεις, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αντιαποικιακά κινήματα, που οδήγησαν ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της διασποράς στην επανασύμπτυξή του στο εθνικό κέντρο.

Από τον πίνακα των πεσόντων που ακολουθεί διαπιστώνουμε ότι πολλοί πάροικοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα της παροικίας, έχασαν τη ζωή τους σε αυτούς τους πολέμους.

Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός της Αιγύπτου προσπάθησε με κάθε τρόπο να αμβλύνει τον πόνο από τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο πρόεδρος της ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Θεόδωρος Π. Κότσικας, συμπαραστεκόμενος στον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, Νικόλαο Βατιμπέλλα, για τον θάνατο του γιού του.Η στάση λοιπόν και η συμμετοχή των Ελληνικών Κοινοτήτων και των παροικιακών οικογενειών στα αποφασιστικά εθνικά και διεθνή γεγονότα, όπως τα προαναφερθέντα, εικονογραφούν ανάγλυφα τη διάσταση του «κρατικού μηχανισμού υπό κλίμακα», που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ολόκληρης της παροικίας Αιγύπτου.

Αριστερά: Ονόματα πεσόντων παροίκων στους πολέμους 1914-1922. Δεξιά: Ο Γεώργιος Β΄ στην Αίγυπτο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κοινωφελής δραστηριότητα

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα της σωματεμπορίας είχε απασχολήσει τους κρατικούς λειτουργούς και τους φιλανθρώπους σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το 1876 ιδρύθηκε στην Ελβετία η Διεθνής Ένωση Προστασίας των Νεανίδων, η National Vigilance Association καθώς και η Traveller’s Aid Society.

Στην Αίγυπτο, οι Ελληνίδες που έφταναν μόνες τους για να βρουν εργασία βρίσκονταν απροστάτευτες και εκτεθειμένες σε πλείστους κινδύνους. Για την προστασία τους, η Βιργινία Μπενάκη ίδρυσε τον Δεκέμβριο 1909 το Άσυλο Προστασίας Ελληνίδων, που λειτουργούσε παράλληλα με τον Διεθνή Σύνδεσμο κατά της Σωματεμπορίας. Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής για την σύνταξη του Κανονισμού του Ασύλου ήταν η Βιργινία Μπενάκη (Πρόεδρος) και οι Μπαλάνου, Πηλαβάκη, Θεοδωράκη, Κέπετζη, Κορομηλή και Παπαδοπούλου, προερχόμενες από την ανώτερη κοινωνική τάξη της παροικίας.

Την ίδια εποχή, ήδη στην Αθήνα είχαν αρχίσει να λειτουργούν γυναικείες φιλανθρωπικές ομάδες που συγκέντρωναν γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων προκειμένου να αναπτύξουν σημαντική κοινωφελή δραστηριότητα.

Από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, πολλές Αιγυπτιώτισσες, προερχόμενες από όλες τις κοινωνικές τάξεις της παροικίας, συμμετείχαν ενεργά αναπτύσσοντας εξαιρετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Δημιουργήθηκαν οι «Σύλλογοι Κυριών» , η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Γυναικών Αιγύπτου». Οι οργανώσεις αυτές πρόσθεσαν στις καθαρά φιλανθρωπικές δραστηριότητες (υποστήριξη των Ορφανοτροφείων, των λαϊκών συσσιτίων, των φτωχοκομείων και των παιδικών εξοχών) και άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αναμόρφωσης. Τέτοιες ήταν οι Ημερήσιες Σχολές, οι καμπάνιες για την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος, οι επαγγελματικές Σχολές, τα Κυριακά Σχολεία για τον λαό, το κίνημα υπερεθνικής αλληλεγγύης στις αγωνιζόμενες Αιγύπτιες για παραχώρηση ψήφου.

Εμπνεύστηκαν τη δημιουργία στοχευμένων εράνων που γίνονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τέτοιο ήταν το γνωστό «τριανταφυλλάκι», φτιαγμένο από πολύχρωμο χαρτί, που την Μεγάλη Εβδομάδα κινητοποιούσε ολόκληρη την παροικία και έκανε να συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις των παροίκων. Εμπνεύστηκαν την συγκέντρωση και τη διανομή φαρμάκων για τους απόρους, γεγονός που αντανακλά την πρόνοια που έδειξαν για τις πρώτες κοινωνικές ανάγκες της παροικίας. Καθιέρωσαν το φιλανθρωπικό λαχείο, διάφορες λαχειοφόρες αγορές και χοροεσπερίδες, των οποίων οι εισπράξεις κάλυπταν πολλές ανάγκες της παροικίας και των ιδρυμάτων της.

Το αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας των Ελληνίδων στην Αίγυπτο ήταν να αναπτυχθεί η ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χαρακτήρα της παροικίας και να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στον εκτός του περιορισμένου ελληνικού κράτους παροικιακό χώρο.

Το Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας.

Φιλανθρωπία – ευεργετισμός

Πολλές Αιγυπτιώτισσες ανέπτυξαν την ανθρωπιστική τους λειτουργία με υποδειγματικό τρόπο αναδεικνύοντάς την σε κοινωνική παρέμβαση με μέγιστη σημασία. Πρόκειται για γυναίκες που άσκησαν φιλανθρωπία και δίδαξαν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική καλοσύνη.

Γενικά, φιλάνθρωπος είναι ένα άτομο (ο/η δυνάμενος/η) που βοηθάει πλήθος άλλων ατόμων (αδυνάμων). Πρόκειται για μία προσωπική λειτουργία από άνθρωπο σε άνθρωπο που την συναντάμε στην παραδοσιακή κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζεται από την διιστορικότητα των παραδοσιακών διανοουμένων και θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούσε ο παπάς και ο γιατρός στην παραδοσιακή κοινωνία.

Στην κοινωνία υποδοχής των παροίκων, ο Ισλαμισμός διδάσκει το Σαντακάτ (φιλευσπλαχνία) ως ενδεδειγμένη στάση που ενθαρρύνει όλο τον κόσμο να κάνει το καλό. Το Σαντακάτ , για το οποίο πολύ συχνά μιλάει το Κοράνι, διαφοροποιείται από το Ζακάτ (ευεργεσία) η λειτουργία του οποίου είναι υποχρεωτική αλλά μόνο για τους πλούσιους.

Κάτι ανάλογο γινόταν και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις . Η ευεργεσία ήταν υποχρεωτική μόνο για τους εύπορους που μπορούσαν να την πράξουν (κατ’ αναλογία με το Ζακάτ). Αντίθετα, η φιλανθρωπία που αναπτύχθηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην Αιγυπτιώτικη παροικία αποτελεί έκφραση ψυχικής ανάγκης των ανθρώπων που γίνεται με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη χωρίς να επιβάλλεται από την χριστιανική θρησκεία (κατά αναλογία με το Σαντακάτ).

Ο φιλάνθρωπος με τη διασπορά της αγαθοεργίας του ανταποκρίνεται σε προσωπικά αιτήματα συνανθρώπων του καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Καλλιεργεί έτσι την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική ηθική. Το έργο του διακόπτεται υποχρεωτικά με τον φυσικό του θάνατο, που σημαίνει και το τέλος της συγκεκριμένης χειρονομίας από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ το όνομά του πλέον μένει στις προφορικές διηγήσεις μόνο ως ανάμνηση του «καλού και φιλάνθρωπου ανθρώπου».

Ανάμεσα στους Έλληνες της παροικίας, το όνομα της  Μαρίκας Καζούλλη στην Αλεξάνδρεια έμεινε στη μνήμη για τη φιλανθρωπική της δράση και την έμπρακτη υποστήριξή της όχι μόνο στους ομογενείς της παροικίας, αλλά και στους συνανθρώπους της του Αιγυπτιακού πληθυσμού. Μεγάλη φιλάνθρωπος, η Μαρίκα Καζούλλη ανέπτυξε σπάνια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Σύζυγος του ευεργέτη Μιχάλη Καζούλλη, κόρη του πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1909 Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του διπλωμάτη και πολιτικού Ιωνα Δραγούμη, ίδρυσε το 1918 τον «Εθνικό Σύνδεσμο Ελληνίδων Αιγύπτου» που συντηρούσε τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα ολόκληρης της ελληνικής παροικίας. Η φιλανθρωπική της όμως δραστηριότητα αναπτύχθηκε και με προσωπικές χειρονομίες ατομικής αρωγής σε φτωχούς ανθρώπους, δραστηριότητα που της προσέδωσε το προσωνύμιο «Μάννα». Ήταν η «Μάννα» του φτωχού που το όνομά της προκαλούσε σεβασμό . Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική της προσφορά που η ημέρα του θανάτου της (22 Νοεμβρίου 1939) κηρύχθηκε ημέρα πένθους σε ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.

Μπενάκειο οικονομικό συσσίτιο.

Αν και η φιλανθρωπία διαφοροποιείται από τον ευεργετισμό, ωστόσο και  τα δύο αναπτύχθηκαν στην παροικία με έντονη την γυναικεία έμπρακτη συμμετοχή.

Συγκεκριμένες Αιγυπτιώτισσες της παροικιακής αστικής τάξης, ακολουθώντας την οικογενειακή τους παράδοση, λειτούργησαν και στην κλίμακα του ευεργετισμού, που είναι κατ΄εξοχήν αστική ιδεολογία και πραγματώνεται μέσα από τον κύριο κώδικα της κεφαλαιοκρατικής λειτουργίας, ήτοι του χρήματος. Ανταποκρίθηκαν στο τρίπτυχο της ευεργετικής λειτουργίας και διέθεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την παροικία και το εθνικό κέντρο. Η Ελένη Τοσίτσα, σύζυγος του Μιχαήλ Τοσίτσα, ανέλαβε την οικονομική κάλυψη προκειμένου να δημιουργηθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Η Βιργινία Μπενάκη , σύζυγος του Εμμανουήλ Μπενάκη, δημιούργησε το Δημοτικό πολυιατρείο Αθηνών. Η Ευφροσύνη Ιωνίδη, σύζυγος του Δημητρίου Κασσαβέτη, είναι ευεργέτιδα του Ωδείου Αθηνών ενώ η Ιωάννα Καζούλλη, σύζυγος του Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ανέλαβε την δαπάνη για τις απαλλοτριώσεις και τις ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος και κληροδότησε μέρος του οικοπέδου της βίλας της στην Κηφισιά, προκειμένου να χτιστεί το νοσοκομείο ατυχημάτων ΚΑΤ.

Οι ξεχωριστές αυτές Αιγυπτιώτισσες πραγματοποίησαν μία προσωπική διαδρομή με όρους ατομικής εποποιίας και ευποιίας στην υπηρεσία του κοινού αγαθού. Υπηρέτησαν τους θεσμούς, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό. Με το ευεργέτημά τους προσέφεραν όχι μόνο σε έναν άνθρωπο που είχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως έκαναν όσες ανέπτυξαν την φιλανθρωπία. Προσέφεραν στο σύνολο των ανθρώπων, αφού υπηρετώντας τους θεσμούς δημιούργησαν νοσοκομεία, σχολεία, ωδεία και μουσεία. Λειτούργησαν δηλαδή όχι ως παραδοσιακοί διανοούμενοι (φιλάνθρωποι) αλλά ως οργανικοί διανοούμενοι (με την Γκραμσιανή έννοια) και προσέφεραν τα μέγιστα στην οργάνωση της κοινωνίας, καθώς ως ευεργέτες διεκπεραίωσαν έργα στη θέση της συντεταγμένης πολιτείας και των συλλογικοτήτων. Τα έργα τους παραμένουν σε λειτουργία και μετά τον θάνατό τους, καθώς και η αναγνώριση του έργου τους.

 

Γυναικεία εκπαίδευση

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης απασχόλησε πολύ τόσο την μητροπολιτική Ελλάδα όσο και τον χώρο του παροικιακού Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών βρισκόταν σε ευθεία αναλογία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, η εκπαίδευση των κοριτσιών στην παροικία της Αιγύπτου αρχίζει πολύ αργότερα από τα αγόρια, όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «Σχολεία κορασίδων» (Παρθεναγωγεία) σε όλες τις Ελληνικές Κοινότητες.

Στην Αλεξάνδρεια οι αδελφοί Θεόδωρος και Μιχαήλ Τοσίτσας το 1854 ίδρυσαν και λειτούργησαν την «Τοσιτσαία Σχολή θηλέων». Το 1878 ιδρύεται η Αβερώφειος Σχολή Αλεξανδρείας, που το 1909-10 μετονομάστηκε σε «Αβερώφειο Παρθεναγωγείο-Διδασκαλείο». Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε το κτήριο που στέγασε την τότε Ζερβουδάκειο Αστική Σχολή αρρένων και το οποίο αργότερα έγινε μικτής φοίτησης. Το 1918-19 το Αβερώφειο Διδασκαλείο μετονομάζεται σε «Ανώτερο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο» και το 1935-36 σε «Αβερώφειο γυμνάσιο θηλέων», ενώ δημιουργείται και η «Μέση Εμπορική Σχολή» του Αβερωφείου. Από το 1926 αρχίζει την λειτουργία της η «Φαμηλιάδειος Δημοτική Σχολή αρρένων και θηλέων».

Σχολείο θηλέων στην Αλεξάνδρεια.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου 1883 ο Ευάγγελος Αχιλλόπουλος, από την Δρέσδη όπου βρισκόταν, κληροδότησε στην κοινότητα 15.000 λίρες Αιγύπτου προκειμένου να ιδρυθεί το «Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείου Καΐρου».

Παράλληλα ιδρύθηκαν επαγγελματικές Σχολές γυναικών όπου διδάσκονταν κοπτική, ραπτική και πλέξιμο.  Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συναντήσει ανάλογες κινήσεις που γίνονταν στην Αθήνα από το ζεύγος Χίλλ, την Καλλιρόη Σιγανού-Παρρέν και την Σεβαστή Καλησπέρη.

Η αξία της γνώσης στα κορίτσια, κυρίως των ανώτερων και μέσων κοινωνικών τάξεων της παροικίας, αντανακλάται στον αυξανόμενο αριθμό κοριτσιών που παρακολουθούσαν την σχολική εκπαίδευση. Όχι μόνο στα Κοινοτικά σχολεία αλλά και σε πολλά ιδιωτικά ξένα Σχολεία – κυρίως στα Γαλλικά και στα Ιταλικά.

Η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτισσών είχε δύο στόχους: τη μόρφωση οικοδεσποινών, που θα εξασφάλιζαν γαλήνη και ασφάλεια στην οικογενειακή ζωή, και την εκπαίδευση διδασκαλισσών. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την μόρφωση των παιδιών τους, καθώς και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για την καλύτερη εξωοικιακή επαγγελματική τακτοποίηση των επιστημονικά ειδικευμένων κοριτσιών, απασχόλησε τους Αιγυπτιώτες γονείς.

Άνθρωποι δραστήριοι και οξυδερκείς, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να στείλουν τις κόρες τους στην Αθήνα προκειμένου να φοιτήσουν εσώκλειστες στα Αρσάκεια Σχολεία Ψυχικού. Το μελλοντικό σχέδιο ήταν να εργαστούν ως δασκάλες στα Κοινοτικά σχολεία της Αιγύπτου ή όπου αλλού θα μπορούσαν να είναι απαραίτητες. Η μελέτη στο Αρχείο του Αρσακείου για τις Αιγυπτιώτισσες που μαθήτευσαν εκεί την 30ετία 1892-1921 παρέχει πολύτιμες πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους καθώς και την κοινωνική τους προέλευση, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο επάγγελμα του πατέρα τους.

Διαπιστώθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών έρχονταν από την Αλεξάνδρεια, ένας μικρός αριθμός μαθητριών ήταν από το Κάιρο και ελάχιστες από την Μανσούρα. Εκεί, οι Αιγυπτιώτισσες βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα κορίτσια ομογενών που προέρχονταν από την Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, ακόμη και από την Νέα Υόρκη, γεγονός που εικονογραφεί και τις διαστάσεις της Ελληνικής διασποράς . Από το Αρσάκειο πήρε το πτυχίο της δασκάλας το 1878 η Καλλιρόη Παρρέν που αργότερα έγινε διευθύντρια στο Παρθεναγωγείο Οδησσού. Το έτος 1920 διακρίνουμε στο μαθητολόγιο την Στέλλα Κρεμεζή από την Αλεξάνδρεια, με πατέρα παραγγελιοδόχο ( εμπορικές λειτουργίες) η οποία στην ηλικία μόλις των 19 ετών φοιτά στο Αρσάκειο και είναι υποψήφια δασκάλα. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια παντρεύτηκε τον λόγιο Νίκο Ζελίτα(1888-1938). Περισσότερο γνωστός με το όνομα Στέφανος Πάργας , ο Νίκος Ζελίτας ήταν εκδότης του περιοδικού «Γράμματα» και ιδρυτής του εβδομαδιαίου περιοδικού «Παναιγύπτια».

Η διδασκαλική μόρφωση των κοριτσιών συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας και μέσω της επαγγελματικής τους αποκατάστασης  διευκολύνθηκε η προσαρμογή τους στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονταν τότε στον Αιγυπτιακό πολυεθνικό χώρο. Πολύ παραστατική η Αλεξανδρινή εκπαιδευτικός  Αθηνά Ρουσσάκη το 1912 συμπύκνωσε τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές στο σύνθημα «Τόπο στις γυναίκες». Λίγο αργότερα ο μυθιστoριογράφος Κώστας Τσαγκαράδας, με καταγωγή από το Πήλιο, γνώστης των καθημερινών εξελίξεων στην παροικία,  καταπιάστηκε με την ιστορία των γυναικών (The history of women) κάνοντας αναφορά σε 1000 γυναίκες διαφορετικών λαών και εποχών. Το 1926 δημοσίευσε το έργο του Women under androcracy, βιβλίο που η Αγγελική Παναγιωτάτου του ζήτησε να το παρουσιάσει στη «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Κυριών Αιγύπτου» που εκείνη διηύθυνε.

Το 1929 ιδρύθηκε η Διδασκαλική Ένωση Αλεξανδρείας και Καΐρου . Οι σκοποί της Ένωσης ήταν συντεχνιακοί και απέβλεπαν στη βελτίωση της πνευματικής και της οικονομικής  θέσης των εκπαιδευτικών ολόκληρης της παροικίας. Στις δραστηριότητές της πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε την οργάνωση διαλέξεων και συνεδρίων επιστημονικού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων Διδασκαλικών Ενώσεων.

Τον Απρίλιο 1931, στο πρώτο Διδασκαλικό Συνέδριο Αλεξανδρείας εντυπωσίασε η εισήγηση της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου του Πορτ – Σαΐντ, Καίτης Μαλανδρή. Στο θέμα των ορίων της γυναικείας επαγγελματικότητας διατύπωσε τη δική της άποψη, εμφανώς επηρεασμένη από τον προλεταριακό χώρο του Πόρτ – Σαΐντ και από τις φεμινιστικές διακηρύξεις της Αιγυπτίας Doria Shafik, που τότε έδινε μεγάλο αγώνα υπερασπιζόμενη τις γυναίκες και την γυναικεία υπόθεση. Μπροστά στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις λοιπόν  η Μαλανδρή διακήρυξε ότι έβλεπε τις γυναίκες «όχι μόνο να εργάζονται και να λαμβάνωσι υπεύθυνο δράση, αλλά και να επιζητούν αναγνώρισιν δικαιωμάτων». Τις ίδιες απόψεις υποστήριζαν η καθηγήτρια του Αβερωφείου Αλεξανδρείας Ηρώ Αρμενοπούλου και η διευθύντρια του επιφανούς αυτού Σχολείου Αλκμήνη Πετρώνδα.

Ωστόσο, στο ίδιο Διδασκαλικό Συνέδριο η εισήγηση της Πηνελόπης Χριστάκου, διευθύντριας του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου Καΐρου, ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση. Στο ζήτημα «Ποία είναι η θέσις της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και ποίαι πρέπει να είναι αι εκπαιδευτικαί της κατευθύνσεις», η συντηρητική Χρηστάκου στηλίτευσε την γυναικεία επαγγελματικότητα και πρότεινε «να περιοριστεί η γυναίκα στα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα, όπως ήταν τα ιατρικά», και  επισήμανε (τιμώντας ίσως και τη θέση της ως διευθύντριας) την πληρότητα των γνώσεων που παρέχονταν στα κορίτσια του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου.

Η ουσιαστική απόκλιση των εισηγήσεων των δύο διευθυντριών της παροικίας, πέρα από τη διάσταση των απόψεων, προδίδει και την ένταση των συζητήσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών του χώρου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας της εποχής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Πρύτανης και Καθηγητής της ΦΜΣ Αθηνών, Αντώνης Χρηστομάνος, το 1897 υποστήριζε ότι «η χειραφέτηση των γυναικών εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ’ ημίν. Οφείλομεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μήν παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μην ενισχύωμεν αυτάς δι’ υπερβολικής ενθαρρύνσεως». Τις απόψεις του Αντώνη Χριστομάνου αντέκρουσε 30 χρόνια αργότερα ο Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όταν, το 1927, δημόσια υποστήριζε ότι «θα έπρεπε να αποκλείονται οι γυναίκες από της πανεπιστημιακής παιδεύσεως«.

Γυναίκες επιστήμονες

Για την Αιγυπτιώτισσα Αγγελική Παναγιωτάτου (1875-1954), με καταγωγή από τη Θηνιά της Κεφαλονιάς, το ερώτημα «εάν οι επιστήμες έχουν φύλο» δεν είχε βάση και δεν έπρεπε ούτε να συζητείται. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Αθηνών. Αντιμετώπισε βέβαια το ανδροκρατούμενο περιβάλλον (1893-1897) στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής και τα θορυβώδη επιφωνήματα των συμφοιτητών της «στην κουζίνα, να πάς στην κουζίνα σου»!

Εκείνα τα χρόνια ήταν άθλος για μία γυναίκα ακόμη και να ονειρευτεί ότι θα γινόταν γιατρός. Ωστόσο, η  Αγγελική Παναγιωτάτου έγινε όχι μόνο γιατρός αλλά και Καθηγήτρια της Ιατρικής, στον Τομέα της Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας. καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εμπνευσμένη Ελληνίδα η Παναγιωτάτου, όταν το 1900 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ανέπτυξε σημαντική κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Με δική της πρωτοβουλία λειτούργησε το «Κυριακάτικο Σχολείο» που παρείχε βασική μόρφωση στους εργαζόμενους παροίκους. Ίδρυσε τις «παιδικές εξοχές» που στις περιόδους των σχολικών διακοπών βοηθούσαν τα οικονομικά αδύναμα παιδιά της παροικίας. Το 1934 ίδρυσε την Φιλολογική Συντροφιά Κυριών Αιγύπτου, γνωστή με το όνομα «Φιλολογικό σαλόνι» της Παναγιωτάτου, που λειτούργησε ως το 1954. Διετέλεσε Σύμβουλος του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στέλεχος του Συλλόγου «Πτολεμαίος» και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων.

Γιατρός υγιεινολόγος η Παναγιωτάτου για πολλά χρόνια εργάσθηκε κοντά στον μικροβιολόγο Καθηγητή Στέφανο Καρτούλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι επιδημίες χολέρας και πανώλης (πανούκλα) ήταν εξαιρετικά θανατηφόρες στην Αίγυπτο. Για την θανατηφόρα ασθένεια γράφει ο γιατρός και επιφανής πάροικος του Καΐρου Διονύσιος Οικονομόπουλος  ότι «από τον Οχτώβρη του 1895 ως το Φλεβάρη του 1896 πέφτει νέα επιδημία πανούκλας, με σαράντα χιλιάδες θύματα». Μπροστά στην επείγουσα αυτή κατάσταση, η Αγγελική Παναγιωτάτου αποσύρθηκε στο λοιμοκαθαρτήριο του Ελ Τορ και εκεί, στους πρόποδες του όρους Σινά όπου βρισκόταν το λοιμοκαθαρτήριο, μελέτησε τις επιδημίες και πρότεινε τρόπους ίασής τους. Για το συγκεκριμένο ερευνητικό της έργο βραβεύθηκε το 1902 από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύθηκε από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση. Η πρώτη βραβευμένη γυναίκα στην Αίγυπτο είναι Αιγυπτιώτισσα!

Η Αγγελική Παναγιωτάτου στο γραφείο της

Πολιτική συνείδηση και υπερεθνική αλληλεγγύη

Οι επιφανείς και επώνυμες αυτές γυναίκες είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της συμβολής της Αιγυπτιώτισσας Ελληνίδας στη πρόοδο της  εκπαίδευσης, της επιστήμης, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας και του ευεργετισμού στην παροικία.

Πολλές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι και οι Αιγυπτιώτισσες των λαϊκών τάξεων καλλιεργούσαν και διατηρούσαν αγαθές σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς με τις Αιγύπτιες γυναίκες και γενικότερα με τον Αιγυπτιακό λαό.

Η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης τις έκανε όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούν τα προβλήματα από την έλλειψη της γυναικείας χειραφέτησης. Στις αρχές του 20ου αιώνα είδαμε την Αγγελική Παναγιωτάτου να μάχεται στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών για τα δικαιώματα των γυναικών στην μάθηση. Την ίδια εποχή, η εκπαιδευτικός Αθηνά Ρουσσάκη-Γερμανού συμπυκνώνοντας τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές έκλεινε τις δημόσιες ομιλίες της με το πρόσταγμα «κάντε τόπο στις γυναίκες».

Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στον Αιγυπτιακό χώρο ήταν η Huda Sha’arawi (1879-1947). Γεννημένη στην Μίνια το 1879 μετείχε στον οργανισμό «Αιγυπτιακή Ένωση γυναικών» και μέχρι τον θάνατό της το 1947 στο Κάιρο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών. Παράλληλα, η εμφάνιση της Αιγυπτίας φεμινίστριας Doria Shafik (1908-1975) άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στο ζήτημα της υπερεθνικής αλληλεγγύης.  Γεννημένη το 1908 στην Τάντα, η Doria Shafik το 1948 οργάνωσε το κίνημα Πέντ Αλ Νείλ ( ένωση κοριτσιών του Νείλου) προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική συνειδητοποίηση των γυναικών της Αιγύπτου και να τους δοθεί το δικαίωμα ψήφου. Τον Φεβρουάριο 1951 μαζί με τις Ragia Ragab, Fathia Al Falaky, Amina Shokry και άλλες πέντε Αιγύπτιες, ηγήθηκε της πρώτης γυναικείας διαδήλωσης στην Αίγυπτο. Ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις σε συνδιοργάνωση με το Συνδικάτο Δημοσιογράφων.

Στις 16 Ιανουαρίου 1956, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1952, ψηφίστηκε το πρώτο Αιγυπτιακό Σύνταγμα, «Το Σύνταγμα του 1956». Στο Σύνταγμα αυτό η Αιγυπτιακή κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα ψήφου στις Αιγύπτιες δίνοντάς τους το δικαίωμα συμμετοχής τους και εκλογής τους στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι Αιγυπτιώτισσες , με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της παροχής ψήφου στις γυναίκες, υποστήριξαν τα αιτήματα των αδελφών τους Αιγυπτίων. Η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Αιγυπτιακή Ένωση Γυναικών» βρέθηκαν στην ίδια πορεία πολιτικής συνειδητότητας και υπερεθνικής αλληλεγγύης.

 

  Σύνοψη

Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός εξελίχθηκε και άνθησε εντασσόμενος στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών που βασιζόταν στην αποικιακή κυριαρχία των Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων. Η κρίση και κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος συμπαρέσυρε και τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους η παροικία δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία της Νασερικής επανάστασης αναπροσαρμόζοντας τις δραστηριότητές της- όσο ίσως το επέτρεπαν οι νέες συνθήκες – είναι ένα πρόβλημα ακόμη ανοιχτό για την ιστορική έρευνα.

Δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά η παροικία δεν είναι σήμερα αυτό που ήταν άλλοτε. Μετά την φυγή τους, οι Αιγυπτιώτες τράβηξαν τις προσωπικές τους διαδρομές στις χώρες όπου έχουν διασπαρεί.

Τώρα η Αίγυπτος είναι η χώρα της απουσίας για τους Έλληνες. Ωστόσο η αναφορά των Αιγυπτιωτισσών σε αυτήν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς και της αξιοπρέπειάς τους. Ταξιδεύουν την κληρονομιά των σπουδαίων χρόνων της παροικίας στη μνήμη τους, στη νοοτροπία τους, στον τρόπο ζωής τους, στα όνειρά τους.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστώ την αλεξανδρινή κυρία Νίνα Παπαναστασίου, η οποία μοιράστηκε μαζί μου εμπειρίες, μνήμες και γνώσεις από τη ζωή της παροικίας, καθώς και τον υποψήφιο διδάκτορα Σάμεχ Ελλαμπόντι για τις αναζητήσεις του στις αιγυπτιακές εφημερίδες.

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Βιβλιογραφία

  • Αιγυπτιακή Εφημερίδα Αχέρ Σαά, «Το σχέδιο της Doria στη διαδήλωση της Βουλής », Κάιρο, 2 Μαρτίου 1951
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχμπάρ, «Η απεργία πείνας της Doria Shafic», Kάιρο, 13 Μαρτίου 1954
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχράμ, «9 Αιγύπτιες αρχίζουν απεργία πείνας μέσα στο Συνδικάτο Δημοσιογράφων», Κάιρο, 18 και 20 Μαρτίου 1954
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και Προσωπικότητα. Ευεργέτες Έλληνες του Καίρου (2 τόμοι), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Αλεξανδρινές Οικογένειες. Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα, 2004
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, «Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Συλλογική εποποιία και ατομική ευποιία», Πρακτικά Ημερίδας του Μουσείου Μπενάκη με θέμα Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 2006
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καίρου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2007
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2011
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016
  • Α.Θ.Πολίτης, Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, εκδόσεις Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1930
  • Ν. Αρμαδώρος, Ο Πάροικος, εκδόσεις Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, 1992
  • Μανώλης Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006
  • Αντώνιος Σακτούρης, Έκθεσις του εν Αλεξανδρεία Β΄ Γενικού Προξένου περί εμπορίας, γεωργίας, βιομηχανίας, ναυτιλίας κ.λ.π. της Αιγύπτου από του έτους 1884 έως το 1913, Αθήνα, 1915
  • Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995
  • Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974
  • Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986
  • Matoula Tomara-Sideris, “Egyptian Hellenism and Benefaction”, Journal of the Hellenic Diaspora, v. 29.1, Pella Publishing Co,NY 2003
  • Matoula Tomara-Sideris, “Women’s Status in the Greek Colonies of Egypt”, Evi Tastsoglou (ed.), στο Women, Gender, and Diasporic Lives. Labor, Community, and Identity in Greek Migrations, Lexington Mellen press, USA, 2009
  • Matoula Tomara-Sideris, Benefaction in Modern Greece. Theory and History, Kerkyra, Athens 2017

 

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης (1839-1923)

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης
(1839-1923)

 

Προλεγόμενα

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί – σύμβολο της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τον κοσμικό κεμαλισμό και τη Δύση απέχει μία μόλις δεκαετία από τον αντίθετο συμβολισμό των εκδηλώσεων και εκδόσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης». Σε αυτές ανήκαν η περιοδεύουσα έκθεση «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και το ομότιτλο βιβλίο με κείμενα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά – τουρκικά και ελληνικά – αγγλικά) που παρουσίασαν το έργο των αρχιτεκτόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην πολυεθνική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέραν της συμβολής του στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού –έως την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923–, το έργο αυτό κάνει ακόμη και σήμερα αισθητή την παρουσία του. Πολλά από τα κτίρια των ρωμιών αρχιτεκτόνων κατοικούνται άνετα μέχρι σήμερα ή άλλαξαν επιτυχώς χρήση, ενώ αρκετά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στο Πανεπιστήμιο Ωραίων Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniνersitesi) της Κωνσταντινούπολης με έργα του Περικλή Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκφραστές της ελληνοορθόδοξης αρχιτεκτονικής (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Cité de Péra – Κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων με στοά στην ιστορική συνοικία του Πέραν / σήμερα Beyoğlu, 1876, έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννου εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Στο άρθρο παρουσιάζονται η έκθεση και το βιβλίo για το έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του εξευρωπαϊσμού της, αφού γίνει λόγος για τις ευνοϊκές συνθήκες δημιουργίας αυτού του έργου και ανάδειξής του.

 

Οι ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 1839-1923

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και παραχώρησαν πολλά δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές εθνότητες, άρχισαν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ του Γκιούλχανε. Συμπληρώθηκαν το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν και ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της παιδείας και της οικονομίας διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, τη διάδοση των νέων τεχνοτροπιών και κατασκευαστικών μεθόδων της Δύσης, που ήταν άγνωστες στην οθωμανική αρχιτεκτονική. Έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες με σκοπό την κατασκευή των πρεσβειών των χωρών τους, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν στην Πόλη. Ακολουθούν οι αρχιτέκτονες οθωμανικής υπηκοότητας, όπως Λεβαντίνοι, Έλληνες και Αρμένιοι, που είχαν κατά κανόνα επαφές με την Ευρώπη και γνώριζαν καλά ξένες γλώσσες (Kuruyazici, 2019: 9).

Ένας από τους λόγους της κυριαρχίας των ξένων αρχιτεκτόνων στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης ήταν το γεγονός ότι οι νεαροί Μουσουλμάνοι προτιμούσαν να γίνουν στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή θεολόγοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα μεγάλο μέρος των φοιτητών της αρχιτεκτονικής στη Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών –της μετέπειτα Σχολής Ωραίων Τεχνών– ήσαν Έλληνες και Αρμένιοι (Kuruyazici, 2019: 9).

 

Η αισιοδοξία της ρωμαίικης κοινότητας στην αυγή του 21ου αιώνα

Η ιδέα της πρωτοποριακής έκθεσης και του βιβλίου για την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ρωμιών της Πόλης ανήκει στον ομογενή κ. Λάκη Βίγκα, του οποίου ο πατέρας ήταν αρχιτέκτων. Η ανάδειξη της αξίας αυτής της κληρονομιάς  συνδέθηκε  με τη βούληση της  ρωμαίικης κοινότητας να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη της οικονομικά αναπτυσσόμενης Τουρκίας. Τη βούληση αυτή εξέφρασε σε εισήγηση-μανιφέστο, δημοσιευμένη στα Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον» (30.6.-2.7.2006), ο εμπνευστής της έκθεσης και του βιβλίου Λάκης Βίγκας: «Η ομογένεια της Πόλης αναμετρά σήμερα τις δυνατότητές της … Κουράστηκε να επιβιώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας, που μας εμβολιάζεται επί δεκαετίες από παντού… Θέλουμε να αγωνιστούμε για τη λειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης των ιδρυμάτων μας… ώστε να πετύχουμε την ανοικοδόμηση ή ανάπλαση των κοινοτικών μας ακινήτων, για την επιμόρφωση και την ενθάρρυνση της νεολαίας μας, για τις σπουδές της και τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, στο πλαίσιο των νέων προοπτικών που ανοίγονται από την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και την έλευση στη χώρα μας ελληνικών εταιρειών…Επιθυμούμε να συμβάλλουμε στο διάλογο της Ελλάδας με την Τουρκία, όντας ταυτόχρονα μέλη μιας ιστορικής κοινότητας με ελληνικό πολιτισμό και Τούρκοι πολίτες… Θέλουμε να προσαρμοστούμε στην εξελισσόμενη ευρωπαϊκή κοινωνία…, να επωφεληθούμε από τις εμποροβιομηχανικές ευκαιρίες της χώρας μας… Υπάρχει μια νέα γενιά που παραμένει εδώ στην Πόλη τα τελευταία δέκα χρόνια, είναι προσαρμοσμένη στις καθημερινές συνθήκες της ζωής και ενταγμένη στα κοινωνικά και εμπορικά δεδομένα της Πόλης. Αυτοί οι νέοι θα ενισχυθούν και με την έλευση άλλων, από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ, και θα είναι δυναμικοί παράγοντες του μέλλοντός μας.» (Βίγκας, 2009 και Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, 2009: 295-297).

Η έκθεση και το βιβλίο «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» πραγματοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τη συνδρομή ελλήνων και τούρκων ειδικών επιστημόνων και με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Την έκθεση επιμελήθηκε ο ακάματος ερευνητής του έργου των ρωμιών και αρμενίων αρχιτεκτόνων της Πόλης δρ Hasan Kurayazici, ο οποίος ανέλαβε και την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου μαζί με την δρα Εύα Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου Ισίκ. Πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των μελών της επιτροπής του προγράμματος και συγκεκριμένα του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη και της δρος αρχιτέκτονος και λέκτορος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μαρίκας Παντελάρα, της διεθνολόγου Μαρίνας Δρυμαλίτου, του προέδρου του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Άρη Τσόκωνα και του καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστα Γαβρόγλου.

 

Η έκθεση

Τα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στην οποία παρουσιάστηκε και το βιβλίο, έγιναν παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar üniversitesi) της συνοικίας Φιντικλί. Η επιλογή του πρώτου χώρου της περιοδεύουσας έκθεσης είχε συμβολική σημασία. Από αυτό το ιστορικό Πανεπιστήμιο αποφοίτησε η πλειονότητα των ρωμιών αρχιτεκτόνων, όταν το ίδρυμα λειτουργούσε ως Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών (Sanayi-i Nefise) και αργότερα ως Ακαδημία Ωραίων Τεχνών (Güzel Sanatlar Akademisi). Το πολυπληθές και πολυεθνικό κοινό των εγκαινίων υποδέχτηκαν με σύντομες ομιλίες τους ο Πρόεδρος του Οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 κ. Σεκίπ Αβντάτζιτς και ο κ. Λάκης Βίγκας, εκ μέρους του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου. Χαιρετισμό απηύθυνε και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια της έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi), στις 22 Νοεμβρίου 2010 (Πηγή: αρχείο Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου).

Στην έκθεση τιμήθηκαν 105 ρωμιοί καλφάδες και αρχιτέκτονες, για τους οποίους οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές. Πρόκειται για τους: Πετράκη Κάλφα Αδαμαντίδη, Βίκτωρα Αδαμαντίδη, Αχιλλέα Αλεξίου, Αλέξανδρο Αλβανόπουλο, Σταύρο Αλβανόπουλο, Δημήτριο Βασιλειάδη, Θεοχάρη Γ. Βασιλειάδη, Χαρίλαο Βλαδίκα, Μιχάλη Βλασσιάδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Νικόλα Γιαγτζιόγλου, Αθανάσιο Γιάκα, Αλέξανδρο Δ. Γενίντουνια, Γεώργιο Γεωργιάδη, Δημήτριο Γεωργιάδη, Στέφανο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Γιολασιγμάζη, Ευάγγελο Ν. Δεβετζιάδη, Χρήστο Δημάδη, Κωνσταντίνο Δημάδη, Νικόλαο Δημάδη, Χρήστο Δημάδη, Αντώνη Φ. Δημητρακόπουλο, Βασίλειο Δημητρίου, Χρήστο Δημόπουλο,, Γ. Εμμανουηλίδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γεώργιο Ζαχαριάδη, Κλεάνθη Ζάννο, Νικόλαο Ζήκο, Βασιλάκη Ιωαννίδη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γιάγκο Κάλφα, Νικόλα Γκιργκιτζή, Θεόδωρο Κάλφα, Θεόγνωστο Κάλφα, Καντακουζηνό Κάλφα, Κώστα Κάλφα του Σισονίου, Μακρή Κάλφα, Μάρκο Κάλφα, Μήτσο Κάλφα, Παναγιώτη Κάλφα, Χατζή-Κομνηνό Κάλφα, Πάτροκλο Καμπανάκη, Κωνσταντίνο Κάντζο, Καπετανάκη, Ιωάννη Καραγιάννη, Κοσμά Καραγιάννη, Κωνσταντίνο Καρατζά, Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Νίκο Κεφάλα, Ι. Κιουπετζόγλου, Κλεόβουλο Κλωναρίδη, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Γ. Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Κόββα, Ευθύμο Κοτζαμπασούλη, Γεώργιο Κούλουθρο, Βασίλειο Κουρεμένο, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Ε. Λαδόπουλο, Μάρκο Γ. Λάγγα, Καλούδη Λάσκαρη, Ν. Λάτσo, Βελισάριο Μακρόπουλο, Χατζηκωστή Μαλτεζάκη, Αχιλλέα Μανούσο, Απόστολο Μαυροδόγλου, Αχιλλέα Μαυρομμάτη, Πέτρο Μεϊμαρίδη, Ι.Π. Μελίδη, Απόστολο Μεπάρλο, Ιωάννη Μογακοτή, Γρηγόριο Μόσχο, Χατζηνικολή Νικηταΐδη, Οικονόμου,,Δημήτριο Παναγιωτίδη, Μπ.Γ. Παπάζογλου, Κωνσταντίνο Παππά, Νικόλαο Γ. Πάρλο, Φ. Παρτάλη, Αριστείδη Πασαδαίο, Γ. Πασχάλη, Δημήτριο Ν. Πετσίλα, Απόστολο Κοσμά Πίστικα, Αχιλλέα Πολίτση, Ποτεσάρο, Οδυσσέα Πουσκουλού, Αριστείδη Ραζή, Ιωάννη Σωτήρη, Γιουβανάκη Ταστσιόγλου, Νικόλαο Τζελέπη, Βασίλειο Τσιλένη, Δημήτριο Τσιλένη, Μ. Δ. Τσουρβίδα,, Ιωάννη Τσουβαλά, Σταμάτη Φαλιέρο, Δημήτριο Φαρδή, Ε. Φαραντζή, Περικλή Φωτιάδη, Μ.Ι. Φραγκιά, Αντώνη Κάλφα Χατζηκώστα, Χατζηπέτρο, Ι. Χρηστίδη, Σταύρο Σ. Χρηστίδη, Αλφρέδο Ψάλτη.

Το Banner της έκθεσης (Φωτογραφία
Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

Οι 42 από αυτούς τους αρχιτέκτονες και καλφάδες αναφέρονταν μόνο στο μπάννερ της έκθεσης. Το έργο των υπολοίπων —120 εμβληματικά ή χαρακτηριστικά κτίριά τους— παρουσιάστηκε με φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και αρκετά πορτρέτα αρχιτεκτόνων και καλφάδων, καθώς και από ενημερωτική βιντεοταινία. Με την πρωτοβουλία αυτή του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου, άνοιξε ο δρόμος για τη συγκέντρωση νέων στοιχείων και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα της προστασίας της αρχιτεκτονικής αυτής κληρονομιάς.

Οι βασικοί κτιριακοί τύποι που παρουσιάστηκαν στην έκθεση είναι οι Ναοί, τα κτίρια εκπαίδευσης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας, οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα χάνια (κτίρια καταστημάτων, γραφείων και εργαστηρίων),οι εμπορικές στοές και οι εξοχικές κατοικίες.

Μερικά από τα εμβληματικά έργα της έκθεσης φέρουν την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί και στην Ελλάδα. Το αρχικό και σήμερα κατεδαφισμένο κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (έτος ίδρυσης 1861) ήταν έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου (Θεσσαλονίκη 1811 – Αθήνα 1885), ηγετικής φυσιογνωμίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα (Loyer, 1966: 75,82, 108-114, 177, 179, Loyer, 1983: 74 και Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 58—75, 114-115, 371-375). Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή (1880-1882) ανεγέρθηκε με σχέδια του γερμανοσπουδασμένου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (; – 1901), καταγόμενου πιθανώς από τον Λαύκο του Πηλίου. Άλλα σημαντικά έργα του Kωνσταντίνου Δημάδη στην Κωνσταντινούπολη είναι: το Zωγράφειο Παρθεναγωγείο, μετέπειτα Aστική Σχολή Nεοχωρίου στο Bόσπορο (1872) και το θέρετρο Tριανταφυλλίδη στη Πρίγκηπο (Τσιλένης 2004, 2009: 331-341 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2002).

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στη συνοικία Μουχλίου, 1880-1883, έργο του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (Πηγή: https://www.offlinepost.gr/2020/02/η-μεγάλη-του-γένους-σχολή-μέχρι σήμερα/).

Τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά θα αφήσει με την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911-1913) ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες Β. Ηπείρου 1875 – Αθήνα 1957), διπλωματούχος αρχιτέκτων της Ecole des beaux-arts του Παρισιού και ακαδημαϊκός, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αξιόλογα κτίρια έχουν την υπογραφή αποφοίτων της Σχολής Ωραίων Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Περικλής Φωτιάδης (Κωνσταντινούπολη 1859 – Αθήνα 1960), αρχιτέκτων της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1894-1896), του Ζωγραφείου Γυμνασίου (1890-1893) και τμημάτων του ρωμαίικου Νοσοκομείου Βαλουκλί, οι αρχιτέκτονες της πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane Κωνσταντίνος Κυριακίδης (Κωνσταντινούπολη 1881 – Αθήνα 1942) και Αλέξανδρος Γενίντουνια, καθώς και ο Αχιλλέας Μανούσος, αρχιτέκτων των ξενοδοχείων Grand Hôtel de Londres και Bristol, στο Τεπέμπασι (Τσιλένης, 2009: 295-330 και Φεσσά-Εμμανουήλ – Μαρμαράς, 2005 & 2013: 46-59)

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης…»: αριστερά η Τράπεζα Αθηνών / Minerva Han, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στο οποίο η νεωτερικότητα εναρμονίστηκε με την παράδοση του κλασικισμού και το πνεύμα του τόπου· στο κέντρο και δεξιά οι πολυκατοικίες κ.λπ. κτίρια των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Η Θεολογική Σχολή Χάλκης, 1894-1896, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη νεοβυζαντινής μορφολογίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, 1890-1893, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη όψιμης νεοκλασικής μορφολογίας(Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009).

 

Λεπτομέρεια της εκλεκτικιστικής πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane, έργο των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009)

 

To ξενοδοχείο Bristol στο Τεπέμπασι, 1893, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Μανούσου στο πνεύμα ενός ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Οι επόμενοι σταθμοί της έκθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν το Σισμανόγλειο Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου στη λεωφόρο Istiklal (πρώην Grande rue de Péra), όπου παρέμεινε από την 17η Δεκεμβρίου 2010 έως την 16η Ιανουαρίου 2011 και το Πανεπιστήμιο Μπαχτεσεχίρ (Φεβρουάριος 2011). Μετά την Κωνσταντινούπολη η έκθεση φιλοξενήθηκε στη Θεσσαλονίκη (Κτίριο Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, Απρίλιος 2011), στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία (Μάιος – Ιούλιος 2011), στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (Φεβρουάριος 2012), στη Μαρίνα της Μυτιλήνης (Αύγουστος 2012), στα Οθωμανικά Λουτρά του Κάστρου της Χίου (Σεπτέμβριος 2012), στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ξάνθης (Φεβρουάριος 2013), στο Loyola University, Chicago (Οκτώβριος 2013), στο κτίριο της Turkish American Society of Chicago (Μάϊος 2014), στο Clarke University, Dubuque, Iowa (Νοέμβριος 2014) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ίμβρου, Παναγία (Μάιος 2015).

 

Το βιβλίο

Με το βιβλίο Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού αξιοποιήθηκε επιστημονικά ένα μικρό μέρος των στοιχείων που έφεραν στο φως οι πολυετείς έρευνες και δημοσιεύσεις του δρα αρχιτέκτονα Hasan Kurayazici (Kurayazici, 2010, 2010) και του δρα αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Τσιλένη (Τσιλένης, 1998, 1999, 2000, 2002, 2004, 2005α,β, 2009α,β), το βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Κολώνα “Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική αυτοκρατορία”, αλλά και το ερευνητικό έργο των συγγραφέων του συλλογικού αυτού τόμου, τα ονόματα και τα άρθρα των οποίων αναφέρονται στη συνέχεια.

Το βιβλίο αυτό ανοίγει ένα ουσιαστικά αδιερεύνητο κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία της ελληνικής, τουρκικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για την ανάδειξη του έργου των ρωμιών αρχιτεκτόνων και της συμβολής του στον εκσυγχρονισμό της όψης της Κωνσταντινούπολης. Ο εκσυγχρονισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων: του νεοκλασικισμού, του ιστορισμού, του εκλεκτικισμού, της art nouveau (Jugendstil / Arte Nuova) και της art déco (Batur, 2005). Στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Κωνσταντινούπολης, η οποία έλαβε χώρα σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ξένων καλφάδων και αρχιτεκτόνων – Ρωμιών, και Λεβαντίνων (Kuruyazici, 2010:9).

Ο συλλογικός τόμος εκδόθηκε στα ελληνικά και τουρκικά από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του υπεύθυνου της έκθεσης Λάκη Βίγκα, πρόλογο του επιστημονικού επιμελητή της έκδοσης Hasan Kurayazici, δρα αρχιτέκτονα και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ, και 13 άρθρα Ελλήνων και Τούρκων ειδικών, τα οποία παρουσιάζονται εδώ με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα τουρκικά.
Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Στο άρθρο του με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Από την αναδιοργάνωση στον κοσμοπολιτισμό», ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου του Μπογάζιτσι, αφού αναφερθεί στη διαμάχη του εθνοκεντρικού μεγαλοϊδεατισμού της Αθήνας με την ιδεολογία του οικουμενισμού της Πόλης, καταλήγει στην εξής καίρια παρατήρηση: «Ωστόσο, η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη, με τις δομές του Πατριαρχείου και τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ένα άτυπο Υπουργείο Παιδείας για τους Ελληνο-οθωμανούς, ήταν σε θέση να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό και πολιτισμικό όραμα… Το πολιτισμικό, που πρωτίστως μας ενδιαφέρει με αφορμή την έκθεση, … έγκειται σε μια γόνιμη όσμωση ευρωπαϊκών επιρροών με τη ντόπια βυζαντινή και οθωμανική κληρονομιά, με άλλα λόγια έναν εκλεκτικισμό που σφράγισε αποκαλυπτικά τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα και την κοινωνική αυτοπεποίθηση των ηγετικών αυτών ομάδων έως την κατάρρευση της αυτοκρατορίας που σήμαινε το τέλος μιας δημιουργικής περιόδου για τους Ρωμιούς της Πόλης».

2. Ο Κώστας Γαβρόγλου, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Κάννερ, λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο τους με τίτλο «Από την καθημερινή ζωή των Ρωμιών της Πόλης: Αρχεία κοινοτήτων και τεκμήρια κατοίκησης», επικεντρώνονται στην ιστορική αξία της αρχειακής αυτής τεκμηρίωσης για την ανασυγκρότηση της καθημερινότητας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της πόλης.

3. Η Ayşe Özil, δρ ιστορικός και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμο του Μπογάζιτσι, στο άρθρο της «Δύο αναγνωστήρια, ένας νάρθηκας: Μια ιστορική και κοινωνική ματιά στα ρωμαίικα κοινοτικά κτίρια (1856-1914)», συσχετίζει το εκσυγχρονιστικό έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων στην εντός και εκτός των τειχών Κωνσταντινούπολη με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στους κόλπους της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια αλλαγή ήταν η άνοδος της αστικής τάξης, στην οποία οφείλεται η ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ο εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός της παιδείας κ.ά.

4. Τα σχολεία, ως δημόσια κτίρια που απηχούν τις νεωτεριστικές απόψεις της εποχής και εκφράζουν με τον πλέον ηχηρό τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να προωθήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, προσεγγίζονται στο άρθρο του Pınar Εrkan, δρα αρχιτέκτονα μηχανικού και λέκτορα, με τίτλο «Τα ελληνικά σχολεία της περιοχής Γαλατά Πέρα στα τέλη του 19ου αιώνα».

5. Το άρθρο του Σάββα Τσιλένη, δρα αρχιτέκτονα-μηχανικού – πολεοδόμου, με τίτλο «Η προβολή των ρωμιών αρχιτεκτόνων στα ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα)», δεν περιορίζεται στην αναφορά ονομάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από τη συστηματική αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της Πόλης, ενός ελληνόφωνου στόλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ναυαρχίδα του οποίου ήταν ο Νεολόγος (Α’ περίοδος 1867-1897) του Σταύρου Βουτυρά. Φωτίζει τα δυσμενή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα — πανσλαβική κίνηση, καθολική και προτεσταντική προπαγάνδα κ.ά. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία δημοσιογραφικού οργάνου, το οποίο, εκτός του μορφωτικού του ρόλου, αποσκοπούσε στην προβολή των απόψεων του οικουμενισμού προς την οθωμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδας. Πρόκειται για το περιοδικό που εκδιδόταν κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ’ (1880-1923) με τίτλο Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκτός του πρώτου έτους κατά το οποίο είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο Αλήθεια.

6. Με γνώση και αντικειμενικότητα ο Uğur Tanyeli, καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιλδίζ, προσεγγίζει βασικά ιστοριογραφικά ζητήματα με το εκτενές άρθρο του «Η εθνοθρησκευτική πολυμορφία στην Κωνσταντινούπολη και η οθωμανική αρχιτεκτονική (15ος-19ος αιώνας), Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι». Κρατώντας αποστάσεις από τις συνήθεις προσεγγίσεις, στις οποίες ανήκουν η εθνοκεντρική προσέγγιση (ταύτιση της εθνοθρησκευτικής ποικιλομορφίας με την ποικιλομορφία της αρχιτεκτονικής), η ερμηνεία της μνημειώδους αρχιτεκτονικής ως προϊόντος της οθωμανικής διακυβέρνησης, η οποία αποσιωπά την εθνοθρησκευτική διάσταση και η ιστορία των κτιρίων που αγνοεί ή υποτιμά τους δημιουργούς τους, ο Tanyeli υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «Με λίγα λόγια, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η εθνικότητα και η θρησκεία (ή απλά η ποικιλομορφία των ταυτοτήτων) είναι δύσκολο να γραφτεί η ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής». Απορρίπτει όμως και την αντίθετη κατεύθυνση. Την προσπάθεια τεκμηρίωσης ότι «η κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα έχει τη δική της αρχιτεκτονική», ότι δηλαδή «υπάρχει Τουρκικό (ή Οθωμανικό) σπίτι, Ελληνορθόδοξο σπίτι, Αρμένικο σπίτι κ.ο.κ .»

7. Ακολουθεί το άρθρο της Εύας Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Ισίκ, με τίτλο «Οι ελληνικές ορθόδοξες τρουλαίες εκκλησίες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα». Σε αυτό αναλύονται οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί ενός μέρους των ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών της Πόλης που υπάγονται στο Πατριαρχείο και ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο του εξευρωπαϊσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τους τρουλαίους ναούς του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα για τη ρυθμολογική προσέγγιση των προσόψεων και των εσωτερικών τους χώρων.

8. Το άρθρο «Εμπορικά κτίρια και κτίρια διαμερισμάτων στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του εξευρωπαϊσμού» του Βασίλη Κολώνα, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, είναι μια ιστορικοκριτική παρουσίαση του έργου των ελλήνων αρχιτεκτόνων της πόλης, επικεντρωμένη στις δύο βασικές κατηγορίες πολυώροφων κτιρίων της περιόδου 1890-1910 —τα χάνια (καταστήματα, γραφεία, εργαστήρια) και τα κτίρια διαμερισμάτων—, τα οποία άλλαξαν την εικονογραφία της Κωνσταντινούπολης. Επισημαίνονται οι όροι που ευνόησαν την κυριαρχία του εκλεκτικισμού ως αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και ιδεολογίας, καθώς και η υπολογίσιμη παρουσία του νεοκλασικισμού σε κτίρια ελλήνων ιδιοκτητών, αλλά και σε κτίρια άλλων εθνοτήτων που έχουν σχεδιαστεί από ρωμιούς αρχιτέκτονες.

9. Το άρθρο του Αhmet Ersoy, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μπογάζιτσι, με τίτλο «Ο κρυφός κάλφας του ασύμβατου κτιρίου: Το Χαμιντιγέ Τζαμί και ο Νικόλαος Τζελέπης», δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της πατρότητας του κτιρίου και την επιστημονική σκιαγράφηση του πορτρέτου του άγνωστου αρχιτέκτονά του Νικόλαου Τζελέπη ή Τζελεπόπουλου, ο οποίος στα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται ως Νικολάκης Εφέντης, κρατικός υπάλληλος και κάλφας. Ο Ersoy ερμηνεύει την τυπολογική και μορφολογική ασυμβατότητα του τζαμιού ως προσωπική αναζήτηση του δημιουργού της, ο οποίος ανέμειξε με εκλεκτικιστική διάθεση ιστορικά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής και στοιχεία της ευρωπαϊκής οριενταλιστικής τεχνοτροπίας που ήταν τότε του συρμού. Επρόκειτο, δηλαδή, για πειραματική έκφραση της τοπικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της διαφορετικότητας με μια διεθνή γλώσσα — τον εκλεκτικισμό και οριενταλισμό.

10. Το έργο του αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού Βασιλείου Κουρεμένου (1875-1957) στην Πόλη, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1905-1940, προσεγγίζεται από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικό της αρχιτεκτονικής και ομ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της, καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας, έχει τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αυθεντικότητα στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη, 1911-1915». Περιλαμβάνει: (α) ένα εισαγωγικό για την αρχιτεκτονική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του αρχιτέκτονα, πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των άγνωστων μέχρι πρότινος κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) συγκριτική ιστορική προσέγγιση δύο επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του —του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και του τάφου της οικογένειας Γαλίτση, στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου.

11. Καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας είναι και το άρθρο της δρος αρχιτέκτονος Λίλας Θεοδωρίδου-Σωτηρίου, καθηγήτριας Τ.Ε.Ι. Σερρών και του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη με τίτλο «Το αρχιτεκτονικό όραμα του Πάτροκλου Καμπανάκη». Σε αυτό σκιαγραφούνται η επαγγελματική πορεία, ο ιδεολογικός πλουραλισμός και το άγνωστο έργο του διανοούμενου–καλλιτέχνη, ο οποίος κινήθηκε έξω από τα όρια της ομογένειας. Εκτός από τη δραστηριότητά του στο Κάιρο και την Αθήνα, ο Καμπανάκης δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς αρένες, συμμετέχοντας στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς για τον Πύργο του Λονδίνου (1890), το Αρχαιολογικό Μουσείο Καϊρου (1890), το μέγαρο της Κοινωνίας των Εθνών (1928) και τον Φάρο του Κολόμβου (1929).

12. Η εισαγωγή της καινοτόμου τεχνικής του οπλισμένου σκυροδέματος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα της παρισινής φίρμας Bureau Technique de François Hennebique και τα σημαντικότερα κτίρια με οπλισμένο σκυρόδεμα πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα οποία συμμετείχαν έλληνες τεχνικοί, είναι το θέμα του άρθρου της Βίλμας Χαστάογλου-Μαρτινίδη, καθηγήτριας Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει τίτλο «Η έλευση του μπετόν αρμέ στην Πόλη και οι έλληνες αρχιτέκτονες, μηχανικοί και εργολάβοι, 1902-1913». Στο άρθρο παρέχεται πίνακας των 37 έργων, που μελετήθηκαν ή κατασκευάστηκαν στη Πόλη με το σύστημα Hennebique από το 1902 έως τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα 26 ήταν έργα ελλήνων αρχιτεκτόνων —Ερ. Βουτσίνου, Μ. Λάγγα κ.ά.— ή εργοληπτών και τα σημαντικότερα από αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά από τη συγγραφέα.

13. Το άρθρο του Στέλιου Ροΐδη, αρχιτέκτονα-μηχανικού του Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως, έχει τίτλο «Μια παράδοση του 20ού αιώνα: Οι ρωμιοί αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η προσφορά τους στην πόλη». Βασίζεται στη βιβλιογραφία (Τσιλένης, Κολώνας κ.ά.), σε στοιχεία που έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, και σε δικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο μέρος του άρθρου, υπάρχουν πληροφορίες για τις σπουδές και το έργο ορισμένων από τους 230 ρωμιούς αρχιτέκτονες της Πόλης, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1923. Στοιχεία για τα ονόματα, τις σπουδές και τη σταδιοδρομία των ρωμιών αρχιτεκτόνων μετά το 1923 δίνονται στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

 

Greek Architects of Istanbul exhibition film

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • Batur, Afife (ed., 2005), Architectural Guide to Istanbul. Galata, Chamber of Architects of Turkey – Istanbul Metropolitan Branch, Istanbul.

  • Βίγκας, Λάκης (2009), «Εισήγηση 21. Επισημάνσεις και αποτιμήσεις», σε: Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, σ. 295-297

  • Κuruyazici, Hasan και Sarlak, Eva (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Rum Mimarları / Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Ermeni Mimarları / Οι Αρμένιοι Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού (δίγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ομώνυμης έκθεσης), Uluslararası Hrant Dink Vakfı (Διεθνές Κοινωφελές Ίδρυμα Χραντ Ντινκ), Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (2010), «Πρόλογος», Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη, σ. 9.

  • Loyer, François (1983), “Lysandre Caftanzoglou. L’ architecture néoclassique dans la Grèce de l’ Indépendence, Archives d’Architecture Moderne, 25/1983, σ. 74-102.

  • Loyer, François (1966), Αrchitecture la Grèce contemporaine, διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, πολυγραφημένη, Παρίσι, σ. 75, 82, 108-114, 177, 179.

  •  Μαρμαράς, Εμμανουήλ Β. (2005 & 2013), «Κωνσταντίνος Κυριακίδης», σε: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. και Μαρμαράς, Εμ. Β., Δώδεκα ΄Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου / Twelve Greek Architects of the Interwar Period, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 46-59.

  • Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου (2009), Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.

  • Τσιλένης, Σάββας (1998), «Η Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, το πέρασμα από την παράδοση στον κοσμοπολιτισμό», επιθεώρηση Η καθ’ ημάς Ανατολή, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 4/1998, σ. 251-272.

  • Τσιλένης, Σάββας (1999), «Τα έργα και οι ημέρες ενός Κωνσταντινοπολίτη Κάλφα, του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», σε: Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, σ. 189 – 244.

  • Τσιλένης, Σάββας (2000), «Οι Ρωμιοί ‘αρχιτέκτονες’ καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, 74-75/2000, σ. 166 – 179.

  • Τσιλένης, Σάββας (2002), «Ο αιώνας του εξευρωπαϊσμού στην πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης, 1840-1950» / «The century of Europeanization in the urban development of Constantinople», σε: Γιαννακόπουλος, Γ. (επιμ.), Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων / Constantinople. City of Cities, Έφεσος, Αθήνα, σ. 89- 114.

  • Τσιλένης, Σάββας (2004), «Το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ο δημιουργός της K.  Δημάδης», σε: Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πρακτικά της τέταρτης επιστημονικής ημερίδας, Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα, σ. 323-366.

  • Τσιλένης, Σάββας (2005), «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη», σε: Σαπουνάκη-Δρακάκη, Λ. (επιμ.), Η Ελληνική Πόλη σε ιστορική προοπτική, εκδόσεις Διονικός με συνεργασία του European Association for Urban History, Αθήνα, σ. 70-81.

  • Τσιλένης, Σάββας (2006), «Οι Έλληνες αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή τους στη δημιουργία του αστικού περιβάλλοντος», σε: Πρακτικά πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27, 28, 29 Μαΐου 2005, Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα, σ. 161-177.

  • Τσιλένης, Σάββας (2009), Η διαμόρφωση του χώρου στην Κωνσταντινούπολη και ο ρόλος των   ομογενών αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διδακτορική διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Αθήνα 2009.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2002), «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου. Μια πρώτη καταγραφή», εν Βόλω, περιοδική έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου, 6/2002, σ. 42-49.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2017), Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017.

Βασίλης Κ. Γούναρης: Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)

Βασίλης Κ. Γούναρης

 

Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)*

 

Η κουρσάρικη δραστηριότητα αποτελεί βασική παράμετρο όλων των πολέμων του 18ου αιώνα που διεξήχθησαν μεταξύ ναυτικών δυνάμεων. Η δυνατότητα νόμιμης λεηλασίας και εμπορίας αγαθών που μετέφεραν πλοία με εχθρική σημαία δελέαζε όσους ναυτικούς μπορούσαν να εξοπλίσουν με πυροβόλα τα πλοία τους και να ριψοκινδυνεύσουν εμπλοκές με το επίσης οπλισμένο ή συνοδευόμενο εμπορικό ναυτικό των αντιπάλων. Ένα από τα δραματικότερα κεφάλαια των επιχειρήσεων αυτού του είδους γράφτηκε κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου (1756-1763). Η Βρετανία, αντιμέτωπη στη θάλασσα με τις δυνάμεις της Γαλλίας και της Ισπανίας (από το 1761), εξαπέλυσε άμεσα εκτεταμένο κουρσάρικο πόλεμο σε παγκόσμια κλίμακα, στον οποίο έλαβαν μέρος περίπου 1.700 καταδρομικά.[1] Στους κουρσάρους του βρετανικού στέμματος ανήκουν και οι λεγόμενοι Angligrecs, στους οποίους αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως ο Νίκος Σβορώνος. Ήταν έλληνες θαλασσόλυκοι, κυρίως από την παροικία του Mahon της Minorca αλλά και από τα Επτάνησα, τη Μάλτα και την Κρήτη, ανάμικτοι με «Σκλαβούνους» από τα δαλματικά παράλια. Εισήλθαν, επισήμως ή ανεπισήμως, στην υπηρεσία του βρετανικού ναυαρχείου με προτιμώμενη περιοχή δράσης την Ανατολική Μεσόγειο, τα δικά του νερά. Αποτέλεσαν τη συνέχεια της εμπορικής κουρσάρικης και πειρατικής δραστηριότητας που οι πάροικοι ναυτικοί της Minorca –αρκετοί από αυτούς Πάτμιοι στην καταγωγή– είχαν αναλάβει ήδη από τη δεκαετία του 1740, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Διαδοχής του Αυστριακού Θρόνου.[2] Ένας από αυτούς ήταν ο Κωνσταντής Καλαμάτας, γνωστός ήδη σε όσους έλληνες ιστορικούς ασχολήθηκαν με τη μελέτη των γαλλικών αρχειακών πηγών του 18ου αιώνα, λόγω της εντατικής δράσης του σε βάρος των Γάλλων, στα πελοποννησιακά παράλια. Θεωρούνταν μέχρι τώρα Ζακυθινός.[3] Η ατελής προσωπογραφία που θα επιχειρηθεί εδώ μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική της περιπετειώδους πορείας των ελλήνων ναυτικών στα μέσα του 18ου αιώνα∙ μιας γενιάς ανδρών που δεν καθιερώθηκαν ως εθνικοί ήρωες, όπως ο Λάμπρος Κατσώνης τριάντα χρόνια αργότερα, όμως συγκέντρωναν σχεδόν όλα τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ναυτικής επιχειρηματικότητας, μεταξύ ειρήνης και πολέμου, νόμου και παρανομίας, Δύσης και Ανατολής: τόλμη, πονηριά, επιλεκτική εντιμότητα, κινητικότητα, κοινωνικότητα, ευελιξία, προσαρμοστικότητα και επιμονή.[4]

Όταν ο Καλαμάτας, Έλληνας στο γένος, έλαβε το δικό του letter of marque, δηλαδή την άδεια ιδιωτικού κούρσου, στις 21 Οκτωβρίου 1757, είχε ήδη διανύσει μια περιπετειώδη ζωή. Σύμφωνα με κατοπινό έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας, η οποία βρισκόταν σε επαφή μαζί του, παρά το επίθετό του και την αντίθετη μαρτυρία των Γάλλων, ήταν Πάτμιος (a native of Patmos) κι όχι Ζακυθινός, ενδεχομένως καλαματιανής καταγωγής. Ως καπετάνιος μετέφερε παράνομα, κατά τα εμπορικά ταξίδια του στο Αρχιπέλαγος, αρκετούς συμπατριώτες του (his Countrymen) υπηκόους του σουλτάνου για μόνιμη εγκατάσταση στο νησί αυτό, που βρισκόταν υπό βρετανική διοίκηση από το 1713.[5] Είναι γνωστό ότι οι Βρετανοί ευνόησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1740 τη δημιουργία ελληνικής ουνιτικής (αλλά και εβραϊκής) κοινότητας, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν τεχνητά ερείσματα, φιλικά διακείμενα στο δικό τους καθεστώς μέσα στην καθολική Minorca.[6] Είναι γνωστό επίσης ότι μεγάλο μέρος της παροικίας –ίσως οι μισοί– ήταν Πάτμιοι, με σημαντικότερο τον σιτέμπορο Χατζή-Μανόλη Σίφαντο, που είχε ανοίξει το δρόμο προς τις Βαλεαρίδες.[7] Το 1743 επέτρεψαν την εγκατάσταση ορθόδοξου ιερέα από την Κορσική (Ουνίτη όμως) και επί μια δεκαετία αντιμετώπισαν σθεναρά όλες τις διαμαρτυρίες, αιτιάσεις και προκαταλήψεις των ντόπιων Καθολικών σε βάρος των Ελλήνων. Τελικά, με τη βοήθεια του νέου υποδιοικητή της Minorca, του ιρλανδού υποστρατήγου William Blakeney, το 1754, ολοκληρώθηκε και επιτέλους λειτούργησε στο Mahon ορθόδοξος ναός. Στα έξοδα της ανέγερσης είχε συμβάλει και ο Καλαμάτας με 150 pesas.[8] Την ίδια χρονιά (1754) χορηγήθηκε τριακονταετής άδεια χρήσης γης, κοντά στην ακτή, στους Νικόλαο και Θεόδωρο Αλεξιανό, δύο από τους πρώτους παροίκους, Μονεμβασιώτες στην καταγωγή,[9] καθώς και σε άλλους Έλληνες, προκειμένου να οργανώσουν αλυκές και να κτίσουν εργαστήριο επεξεργασίας τόνων.[10] Από την περίοδο αυτή διασώζεται μαρτυρία μιας πληρωμής στον Καλαμάτα, το Δεκέμβριο του 1753, από το δημόσιο ταμείο, ίσως για κάποια μεταφορικά. Καταβλήθηκε μέσω του Θεόδωρου Αλεξιανού, που τελούσε τότε εγγυητής του Charles Williams. Ο τελευταίος ήταν ο συλλέκτης των φόρων ελλιμενισμού και οινοπνεύματος, όπως φαίνεται από κατοπινό απολογισμό του Αλεξιανού στο Λονδίνο το 1758.[11] Έχει επίσης δημοσιευτεί έγγραφο,  από το οποίο προκύπτει πως ο Καλαμάτας ήταν καπετάνιος στην πολάκρα La Compostana ή Fornells, ιδιοκτησίας του Νικολάου και Θεόδωρου Αλεξιανού καθώς και του Ζαφείρη Παπαγιαννόπουλου, με ποσοστό επί του πλοίου 3/8. Το ποσοστό αυτό φαίνεται πως του το είχαν δώσει οι Αλεξιανοί και ο Παπαγιαννόπουλος. Επειδή όμως στερούνταν ιδίου κεφαλαίου, το παραχώρησε το 1755 στον έμπορο Lorenzo Poli ως εγγύηση, προκειμένου να εφοδιάσει το πλοίο του, κατά το ποσοστό που του αναλογούσε, πριν από ταξίδι στο Λεβάντε. Επειδή το ταξίδι αυτό δεν αποδείχτηκε προσοδοφόρο, ο Poli, για να πάρει πίσω τα χρήματά του, προσέφυγε στο υποναυαρχείο, όπου ο Καλαμάτας, στα τέλη του 1755, ομολόγησε το απλήρωτο χρέος του.[12]

Jean-Baptiste Martin le jeune, Prise de Port Mahon, Minorque le 20 mai 1756, Palais de Versailles.

Η πρώτη φάση της προβληματικής εγκατάστασης των Ελλήνων στη Minorca έληξε τον Ιούνιο του 1756, όταν το νησί καταλήφθηκε από τους Γάλλους. Αμέσως μετά την αποβίβασή τους, ο Καλαμάτας, σύμφωνα με διασταυρωμένες αναφορές του ιδίου, εγκατέλειψε την πολάκρα και τα άλλα υπάρχοντά του και προσέτρεξε ως άμισθος εθελοντής στο φρούριο St Philip, το βρετανικό προπύργιο, όπου και πολέμησε από τις 20 Απριλίου μέχρι τις 29 Ιουνίου. Στις αποθήκες του φρουρίου μετέφερε από το πλοίο του ένα βαρέλι καλαμποκάλευρο και δυο  κιβώτια με γεμάτες γυάλινες μπαρουτοθήκες και φυσίγγια. Συνολικά στη φρουρά μετρήθηκαν 53 Έλληνες, εκ των οποίων οι 21 μάχιμοι, οι περισσότεροι εθελοντές, λίγοι μισθοδοτούμενοι.[13] Μετά τη συνθηκολόγηση, ο Blakeney και οι άνδρες του μεταφέρθηκαν με γαλλικό πλοίο στο Γιβραλτάρ.[14] Εκεί παρέμειναν τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο. Τότε ο Καλαμάτας και οι άλλοι έλληνες εθελοντές, αποσκοπώντας σε αποζημίωση, φρόντισαν να εφοδιαστούν με συστατική επιστολή του Blakeney. Μεσολαβητής ήταν ο Θεόδωρος Αλεξιανός, τον οποίο ο βρετανός υποστράτηγος αναφέρει ως the principal Greek. Εξάλλου η σημαντική βοήθεια του Αλεξιανού και ο ηγετικός του ρόλος έχουν καταγραφεί και από άλλη πηγή.[15] Ουσιαστικά η σύσταση φαίνεται πως υπαγορεύτηκε από τον ίδιο τον Αλεξιανό, ο οποίος και βεβαίωσε, από πρώτο χέρι, την αφοσίωση του Καλαμάτα, έτοιμου πάντα να αναλάβει οποιοδήποτε καθήκον. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους έλληνες πολεμιστές. Σε μια από αυτές, μάλιστα, στην πίσω όψη, για να διευκολύνει τον κομιστή, έγραψε στα ελληνικά «σερτηφικάδο του γκενεράλε δια τον Παναγιώτη Αγηομαβρήτη».[16] Προφανώς η ελληνική φρουρά βρισκόταν υπό την ηγεσία του και είναι εντελώς απίθανο οι άνδρες της να είχαν προσωπική γνωριμία με τον υποστράτηγο. Άλλωστε, ο Καλαμάτας δεν γνώριζε καν την αγγλική γλώσσα.[17]

Sir William Blakeney, 1st Baron Blakeney (1672-1761).

Λίγο αργότερα, άγνωστο πότε ακριβώς, ο Αλέξανδρος και ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Καλαμάτας και κάποιοι άλλοι έλληνες εθελοντές (Γιακουμής Ιωάννου, Πέτρος Μιχαλίτσης, Νικόλας Καλημέρης, Γιώργος Αγγέλου, Γιώργος Μενιέ και Παναγιώτης Αγιομαυρίτης) βρέθηκαν στο Λονδίνο.[18] Τα ναύλα του ο πάτμιος θαλασσινός τα εξασφάλισε με δάνειο από κάποιον έμπορο του Γιβραλτάρ. Όπως έγραψε, δεν είχε πλέον φίλους και υποστηρικτές και αδυνατούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έχοντας φυγαδεύσει οθωμανούς υπηκόους, ήταν πλέον παράνομος. Ταλαιπωρημένος από ασθένειες, αποτάθηκε, τον Ιούλιο του 1757, στον βρετανό βασιλέα. Του ζήτησε χρηματική βοήθεια, ως ανταπόδοση της πιστοποιημένης εθελοντικής πολεμικής υπηρεσίας του.[19] Τo αίτημά του εγκρίθηκε και έλαβε πενήντα λίρες, όπως προκύπτει από την απόδειξη που υπέγραψε.[20] Ο Κωνσταντής έλαβε τα χρήματα και πλήρωσε τα χρέη που είχε δημιουργήσει στο Γιβραλτάρ αλλά όχι τα παλαιότερα στο Mahon. Με τη βοήθεια μερικών φίλων του, που δέχτηκαν να μπουν εγγυητές, όπλισε ένα πλοίο με ελληνικό πλήρωμα, για να ξεκινήσει καταδρομές εναντίον των Γάλλων με βάση το Γιβραλτάρ. Προμηθεύτηκε μάλιστα το απαιτούμενο letter of marque. Αγνοούσε, ενδεχομένως, πως η Πύλη, από την αρχή του Επταετούς, με αφορμή τη δράση ενός πλοίου νηολογημένου στο Mahon με έλληνα καπετάνιο, που διαλαλούσε πως είναι βρετανός υπήκοος, είχε ανανεώσει (όπως και η Βενετία) τη διαταγή απαγόρευσης προς όλους τους υπηκόους της να γίνουν κουρσάροι και να διεξαγάγουν εχθροπραξίες στις θάλασσες και τα φρούρια του Σουλτάνου. Ίδια απαγόρευση, όπως θα δούμε παρακάτω, είχαν εκδώσει και οι Άγγλοι, αλλά ίσως το πιστοποιητικό δράσης του ξακουστού Blakeney να δημιούργησε στο Ναυαρχείο την εντύπωση πως επρόκειτο περί εντοπίου της Minorca.[21] Αν δεν αγνοούσε τα τυπικά αυτά προβλήματα, τότε σίγουρα ο έλληνας καπετάνιος αδιαφορούσε και υποτιμούσε τις περιπλοκές, πιστεύοντας πως το χαρτί του ήταν πανίσχυρο.

Ο Καλαμάτας ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, όταν αρρώστησε βαριά και αναγκάστηκε να εξαντλήσει το περίσσευμά του σε φάρμακα και γιατρούς. Του ήταν αδύνατο να ενεργοποιήσει την άδεια κουρσάρικης δράσης χωρίς νέα οικονομική βοήθεια, την οποία ζήτησε, μετά από πέντε μήνες ασθένειας, με τη μεσολάβηση του William Ponsonby Viscount Duncannon,  δηλαδή του Λόρδου Επιτρόπου του Ναυαρχείου, ως αποζημίωση για τα εφόδια τα οποία είχε μεταφέρει στο φρούριο του St Philip, φροντίζοντας εγκαίρως να λάβει απόδειξη παραλαβής από την επιμελητεία. Οι ενυπόγραφες επιστολές των συμπληρωματικών αιτήσεών του δεν φέρουν ημερομηνία. Σημείωσε, όμως, πως βρισκόταν στην Αγγλία ήδη για ένα χρόνο και δύο μήνες. Με δεδομένο ότι η συστατική του επιστολή είχε υπογραφεί από τον Blakeney στο Γιβραλτάρ, στις 15 Σεπτεμβρίου 1756, το νέο αίτημα πρέπει να υποβλήθηκε το νωρίτερο στα τέλη του 1757.[22] Αν κρίνουμε από τις εξελίξεις, μάλλον κι αυτό ικανοποιήθηκε.

Σύμφωνα με τα παραπάνω το letter of marque του Καλαμάτα εκδόθηκε όσο ήταν ακόμη άρρωστος. Διέμενε τότε στην ενορία του Αγίου Γεωργίου στην Hanover Square, δηλαδή στο κεντρικό Λονδίνο, κοντά στο Oxford Circus. Παρά την κατάστασή του, αναγκάστηκε να παραστεί προσωπικά, όπως προβλεπόταν, στο High Court of Admiralty. Η άδεια κούρσου εκδόθηκε για λογαριασμό πλοίου περίπου 200 τόνων με το όνομα Lord Blakeney, που θα απέπλεε με πλήρωμα 150 ανδρών. Προφανώς δεν πρέπει να συγχέεται με το κουρσάρικο Brave Blakeney του Liverpool, ενενήντα μόλις τόνων, που μαζί με το Anson, την ίδια ακριβώς περίοδο, έκαναν πλούσιο τον ιδιοκτήτη τους George Campbell.  Τον ίδιο μήνα εκδόθηκαν άλλες 95 άδειες κούρσου –οι περισσότερες σε ένα μήνα κατά τη διάρκεια του Επταετούς– για καταδρομικά με πληρώματα που ξεπερνούσαν τους 11.300 άνδρες.[23] Ο πόλεμος κορυφωνόταν. Το σκαρί του Καλαμάτα έφερε οπλισμό  16 κανονιών με κιλλίβαντα, 18 περιστρεφόμενα κανονάκια, 150 μικρά όπλα, 150 σπαθιά, είκοσι βαρέλια πυρίτιδα, πενήντα μεγάλες μπάλες κανονιών και περίπου διακόσιες μικρές. Διέθετε εφόδια για έξι μήνες, δύο σύνολα ιστίων, τέσσερεις άγκυρες, τέσσερα παλαμάρια και περίπου ένα τόνο επικουρικά σχοινιά. Ήταν, δηλαδή, ένα μπριγκαντίνι ή μια πολάκρα, με προδιαγραφές κατώτερες από τη μικρότερη κατηγορία των πολεμικών πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού. Ως ιδιοκτήτες και εξοπλιστές του πλοίου δηλώθηκαν επισήμως ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Moses de Salvador Cansino και «άλλοι έμποροι του Λονδίνου». Ο Cansino ήταν Εβραίος της Minorca, παντρεμένος με Εβραία από το Γιβραλτάρ. Ενδεχομένως αυτός ήταν ο δανειστής του Καλαμάτα.[24] Προφανώς ο Πάτμιος δεν ήταν τόσο μόνος στο Λονδίνο όσο ήθελε να φαίνεται στις αιτήσεις του. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ύπαρχος (Lieutenant) του πλοίου θα ήταν ο Robert White∙ πυροβολητής ο Νικολός Παλαιολόγος, σίγουρα παλιός γνώριμος του Καλαμάτα από το Mahon,[25] που όμως δεν είχε πολεμήσει εθελοντής στην πολιορκία∙ λοστρόμος ο Thomas George (Θωμάς Γεωργίου;),  ξυλουργός o George Verdon, μάγειρας ο Γιάννης Αγγέλου,[26] παλαίμαχος κι αυτός του St Philip’s, και χειρουργός ο Thomas Williams. Το έγγραφο ήταν τυποποιημένο όσον αφορούσε τον αιτούμενο εξοπλισμό, τον οπλισμό όπως και τις στοιχειώδεις ειδικότητες. Υπήρχαν κενά, όπου έπρεπε να συμπληρωθούν αριθμοί και ονόματα. Ο οπλισμός σε πιστόλες και αγχέμαχα έπρεπε να είναι ανάλογος του δηλωμένου πληρώματος. Στο τέλος υπέγραψε ο Καλαμάτας. Αρχικά έγραψε «Κωνσταντής» στα ελληνικά. Μετά το έσβησε και έγραψε το όνομά του με το λατινικό αλφάβητο «Constanten Calamatta», με δύο ταυ, μολονότι ο γραφέας τον είχε ήδη καταχωρίσει ως Constantine Calamata.[27]

Δεν υπάρχει μαρτυρία αν ο Καλαμάτας ενεργοποιήθηκε στη Μεσόγειο εντός του 1758. Σύμφωνα με τις αναφορές των προξένων του Ναυπλίου, των Χανίων και της Χίου, γνωρίζουμε ότι το 1759 έπλεε στο Αιγαίο με πλήρωμα 87 νησιώτες ραγιάδες, υπηκόους της Βενετίας (προφανώς Επτανησίους) και της Ραγούζας. Τότε συνέλαβε στις Σπέτσες, με τη βοήθεια πυροβόλου εγκατεστημένου στη στεριά –άρα παρανόμως– το μπάρκο του Capitaine Brilland από τη Μασσαλία, αξίας 150.000 πιάστρων, με προορισμό τη Σμύρνη.[28] Στο τέλος της ίδιας χρονιάς υπάρχουν μαρτυρίες πως η ανεξέλεγκτη κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο, υπό βρετανική σημαία, προξενούσε πλέον εκνευρισμό και στη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Το κουρσάρικο Gibraltar, με κυβερνήτη κάποιον «Σκλαβούνο», τον Μάρκο Λούκαβικ, λεηλάτησε ένα πλοίο της Ραγούζας με εμπορεύματα Δανών και Ελβετών (του Τουρίνου), που κατευθύνονταν στη Θεσσαλονίκη, μεταφορτωμένα στη Νίκαια. Ο πρεσβευτής της Δανίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της λείας, ενώ ξεκίνησε έλεγχος των πιστοποιητικών του Λούκαβικ από το προξενείο της Σμύρνης.[29] Το Νοέμβριο αναφέρθηκε πως ένας έλληνας κουρσάρος, μη κατονομαζόμενος, με ελληνικό πλήρωμα, είχε συλλάβει ένα δανέζικο πλοίο με προορισμό τη Σμύρνη, ενώ ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Τζιας,  δηλαδή σε οθωμανική επικράτεια, και είχε αφαιρέσει δύο βαρέλια κοχενίλλης (κόκκινης χρωστικής) και άλλα αγαθά, τα οποία εξέλαβε ως γαλλική περιουσία. Στην αλληλογραφία με το Λονδίνο πιθανολογούνταν πως δεν είχε βρετανική άδεια δράσης στο όνομά του. Φερόταν –κατά την εκτίμηση του πρεσβευτή– ως διάδοχος άλλου πρώην κουρσάρου. Μετά βεβαιότητας θα εκδιδόταν οθωμανική απόφαση σε βάρος του, εξαγοράσιμη όμως, αν δεν τους είχε ήδη εκχωρήσει κάποιο μερίδιο της λείας στις αρχές.[30] Το Μάρτιο του 1760 η Levant Company, σε επιστολή προς την Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, ευχόταν τη σύλληψη και την τιμωρία του Λούκαβικ και του Καλαμάτα, για επιθέσεις εναντίον ουδετέρων πλοίων. Εκτιμούσαν, όμως, πως δεν θα προξενούσαν άλλα προβλήματα στην Πρεσβεία, ενόσω σέβονταν τουλάχιστον τα εμπορεύματα βρετανικών και οθωμανικών συμφερόντων.[31] Είναι σαφές, λοιπόν, πως το όνομά του πάτμιου θαλασσινού κυκλοφορούσε ήδη και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, οι φήμες για τις παρατυπίες του πολλαπλασιάζονταν τεχνηέντως από τη γαλλική πρεσβεία. Εξάλλου, οι καταδρομές των πρωσικών κουρσάρικων –συμμάχων της Βρετανίας– εναντίον πλοίων της Τοσκάνης και της Σουηδίας ανησυχούσαν τους βρετανούς  προξένους, μήπως αποβούν σε βάρος τους, αφού κάποια απ’ αυτά είχαν καπετάνιους συμπατριώτες τους.[32] Πολλώ δε μάλλον ότι την περίοδο αυτή ο πρεσβευτής τους James Porter εργαζόταν συστηματικά, ως μεσάζων, για την προσέγγιση της διστακτικής Πύλης με την Πρωσία, ώστε να αναλάβουν οι Τούρκοι πολεμική δράση εναντίον των Αυστριακών.[33]

Το Σεπτέμβριο του 1760, αποκαλύφτηκε ότι ο «Έλληνας με το ελληνικό πλήρωμα» του περιστατικού της Τζιας δεν ήταν άλλος από τον Κωνσταντή Καλαμάτα με το Lord Blakeney. Τον είχε ήδη σταματήσει ο καπουδάν πασάς με δυο φρεγάτες στην Κω. Σύμφωνα με κατοπινή έκθεση του ιδίου του κουρσάρου, οδηγούσε τη λεία του στο νησί αυτό, λιμένα προέλευσής της, ώστε να διαπιστώσει ποιων συμφερόντων ήταν τα εμπορεύματα, αφού οι τούρκοι επιβάτες του είχαν ισχυριστεί πως ήταν δικό τους και το πλοίο και το φορτίο του. Συνελήφθη, λοιπόν, παρά τις εξηγήσεις του, με βάση τις καταγγελίες του γάλλου καπετάνιου και του πληρώματος, πως δήθεν η εντολή του δεν ήταν έγκυρη, και κρατήθηκε μαζί με 60 άνδρες του, ως σκλάβος, στο πλοίο Πατρόνα, που αναχώρησε για την Πόλη. Άλλοι 20-25 άνδρες του φαίνεται πως κρατήθηκαν στη ναυαρχίδα (Capitana) του καπουδάν πασά, που ναυλοχούσε στην Κω. Αναγκάστηκε τότε ο έλληνας κουρσάρος να στείλει στη βρετανική πρεσβεία το letter of marque της 21ης Οκτωβρίου 1757 καθώς και το πιστοποιητικό εγγραφής του. Όμως ο  Porter αμφέβαλε για τη γνησιότητά του, αφού δεν διέθετε αντίγραφο της ομολογίας των ίδιων των εγγυητών. Κατά τον πρεσβευτή, ήταν γνωστός διάδοχος –επανέλαβε επί λέξει ό,τι είχε σημειώσει πριν από μήνες– άλλου κουρσάρου, βενετού υπηκόου –σίγουρα Επτανησίου–  ο οποίος, έχοντας δράσει με τη βρετανική σημαία εναντίον ουδετέρων σκαφών, είχε εγκατασταθεί, πλούσιος πλέον, στην Κεφαλονιά. Τις αμφιβολίες του επέτεινε το γεγονός ότι ο Καλαμάτας, παραδόξως, του είχε προτείνει μερίδιο του πλοίου έναντι της πρεσβευτικής προστασίας∙ μια πρόταση αδικαιολόγητη, αν τα χαρτιά του ήταν εντάξει και το πλοίο είχε άλλους ιδιοκτήτες. Την ίδια ύποπτη προσφορά είχε κάνει προηγουμένως και στον βρετανό πρόξενο στη Σμύρνη, τον Samuel Crawley. Ανησυχούσε επίσης έντονα ο πρεσβευτής και για το πιστοποιητικό του Λούκαβικ.[34]

Οι αμφιβολίες του Porter για τον έλληνα κουρσάρο λύθηκαν σύντομα. Στην έκθεση του επομένου μηνός ανέφερε ότι η πλήρης εξέταση της υπόθεσης του Καλαμάτα είχε φανερώσει πως τα χαρτιά του ήταν γνήσια, πως διέθετε τεκμήρια για τα πολλά ουδέτερα σκάφη, στα οποία είχε κάνει νηοψία και μετά τα είχε ελευθερώσει και πως είχε επανορθώσει ό,τι ζημίες είχε προξενήσει σ’ ένα δανέζικο πλοίο. Γι’ αυτό ο Porter, προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση και την προσβολή του Καλαμάτα, που απειλούνταν να προσαχθεί ως κανονικός πειρατής επί ποινή θανάτου, υπέβαλε παράπονα για την παρενόχληση που υπέστη, ενώ είχε επιδείξει έγκυρη βασιλική εντολή. Ήταν πράξη προσβολής για όλα τα βρετανικά κουρσάρικα και πολεμικά. Όμως δεν είχε ληφθεί ακόμη απόφαση από οθωμανικής πλευράς και, βέβαια, οι Γάλλοι ήταν αντίθετοι στην αθώωσή του.[35] Ένα κουρσάρικο λιγότερο –και μάλιστα επιτυχημένο– ήταν κέρδος γι’ αυτούς.

Alexandre-Gabriel Decamps, Pirates Grecs, National Maritime Museum, Greenwich.

Παράλληλα, όπως φαίνεται από την κατοπινή αλληλογραφία, ο Porter ζήτησε από τα γραφεία της Levant Company στο Λονδίνο να διασταυρωθούν τα στοιχεία του Lord Blakeney. Η Εταιρεία, εξάλλου, ήταν ήδη πληροφορημένη για την υπόθεση και θορυβημένη. Ήταν αντίθετη εξαρχής στη χορήγηση αδειών σε αλλοδαπούς και υποπτευόταν πως πολλοί από αυτούς δεν διέθεταν καν έγγραφα. Η σύλληψη ενός από αυτούς από τον καπουδάν πασά και η τιμωρία του θα λειτουργούσαν ανασχετικά.[36] Στο μεταξύ ο Καλαμάτας είχε οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη σιδηροδέσμιος μαζί με είκοσι άνδρες του (o ίδιος αναφέρει εξήντα), διαφορετικής καταγωγής, όλοι σε άθλια κατάσταση, ζητώντας την απαλλαγή τους. Ήταν πρωτοφανές γεγονός να φυλακίζονται ναυτικοί που δεν είχαν βλάψει Τούρκους, μόνον εξαιτίας γαλλικής υποκίνησης. Οι πρόξενοι της Ζακύνθου, της Πάτρας, της Σμύρνης και της Μήλου, ακόμη και ο στόλαρχος της βρετανικής μοίρας του Αιγαίου, o Hugh Palliser, όλοι συνιστούσαν τον Καλαμάτα ως έντιμο άνδρα, με πολεμικό ζήλο, από τον οποίο οι Τούρκοι δεν είχαν ποτέ έως τότε παράπονα. Είχε βουίξει ο κόσμος με την αδικία. Για ένα διάστημα φημολογήθηκε πως οι Τούρκοι, με γαλλική υποκίνηση, θα έφερναν στην Πόλη το Lord Blakeney με μαύρη πειρατική σημαία, επειδή στο πλήρωμά του συμπεριλαμβάνονταν και πέντε άνδρες του Ulysses, του διαβόητου καπετάν Σολωμού, μολονότι η βασιλική εντολή κούρσου κάλυπτε όλους όσοι βρίσκονταν κάτω από τη σημαία του πλοίου, ανεξαρτήτως πότε είχαν ναυτολογηθεί. Ο Porter αποφάσισε, με την ενθάρρυνση κι άλλων (ενδεχομένως των εμπόρων της Levant Company στην πρωτεύουσα), να διεκδικήσει τον Καλαμάτα και τους άνδρες τους ως προστατευόμενους του βρετανικού στέμματος. Παράλληλα ενεργούσε κι ένας καπετάνιος από την Τοσκάνη, φίλος του Καλαμάτα, που πρόσφερε 700-800 πιάστρα για την εξαγορά του. Μολονότι ο πρεσβευτής πείστηκε πως όλα θα εξελίσσονταν ομαλά, οι Τούρκοι αρνήθηκαν τον έλεγχο του αιχμάλωτου Lord Blakeney, που μάλλον βρισκόταν στη Σμύρνη, για τη συλλογή γραπτών πειστηρίων. Ακόμη και αυτός ο έλεγχος της εντολής του βρετανικού ναυαρχείου, μέσω Σμύρνης, κατέστη δυνατός μόνον μετά από επανειλημμένες αιτήσεις του προξένου στον καπουδάν πασά. Το γαλλικό χρήμα είχε φέρει αποτελέσματα. Μετά το περιστατικό του Καλαμάτα, τα βρετανικά κουρσάρικα δεν είχαν πλέον ασφαλή λιμάνια και όσα βρετανικά πλοία απέπλεαν δεν τολμούσαν να εξοπλιστούν, μην και χαρακτηριστούν κουρσάρικα.[37]

Δεν ήταν όμως μόνον το γαλλικό χρήμα που είχε αλλάξει τη διάθεση των Τούρκων. Παράλληλα είχε συμβεί ένα άλλο ασυνήθιστο γεγονός. Την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 1760, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος της Capitana βγήκε στην Κω για να επιτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα, ένας Chico, μάλλον Μαλτέζος, μαζί με περίπου 160 άλλους σκλάβους από διάφορα μέρη (σε άλλο έγγραφο αναφέρονται εβδομήντα), ακινητοποίησαν τη μικρή φρουρά και απήγαγαν το πλοίο, μαζί με το θησαυρό των φόρων που είχε συλλέξει ο πασάς κατά την περιοδεία του στα νησιά του Αρχιπελάγους. Το σκάφος ήταν οπλισμένο με εβδομήντα κανόνια και ο Chico έμπειρος καπετάνιος. Τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι τον προηγούμενο χρόνο στον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Στον πυρήνα της εξέγερσης βρισκόταν κι ένας χανιώτης πειρατής, ο Σταυριανός, αλλά και οι είκοσι άνδρες του Καλαμάτα, όπως έγινε αργότερα γνωστό. Καθώς όλος ο στόλος ήταν διασκορπισμένος, ο πασάς τους καταδίωξε με ένα μικρό ντουλτσινιώτικο και ένα μεγαλύτερο ραγουζάνικο πλοίο, αλλά σύντομα επέστρεψε στην Κω άπρακτος. Ακολούθησε ο αποκεφαλισμός του ιδίου του πασά και του καπετάνιου του ντροπιασμένου πλοίου. Ενώ τα κεφάλια τους μεταφέρονταν από την Κω στην Πόλη, ο Μέγας Σταβλάρχης είχε ήδη προαχθεί σε καπουδάν πασά και είχε ξεκινήσει με μια γαλέρα να αναλάβει το στόλο και να ανακτήσει την Capitana. Άλλες πληροφορίες έλεγαν πως το απαχθέν πλοίο βρισκόταν στη Μάλτα κι άλλες στα Σφακιά.[38] Λίγο αργότερα, προφανώς όταν επιβεβαιώθηκε πως το πλοίο των σκλάβων είχε καταφύγει όντως στη Μάλτα, η Πύλη άσκησε μεγάλη πίεση στον γάλλο πρεσβευτή, ώστε να ενεργήσει για την ανάκτησή του. Άρχισαν επίσης επιδεικτικά ετοιμασίες για μεγάλη εαρινή ναυτική εκστρατεία, ναυπηγώντας πλοία και συγκεντρώνοντας εφόδια και πληρώματα από τις αλβανικές ακτές για τον πενιχρό της στόλο. Παρόμοιες πιέσεις μεσολάβησης ασκούνταν προς τη Βενετία και τη Νάπολη.[39]

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Porter ήταν μάλλον απρόθυμος να πιέσει περισσότερο. Το πλήρωμα του Καλαμάτα ήταν ένα τσούρμο αθλίων, ναυτολογημένων εδώ κι εκεί, χωρίς κανέναν απολύτως Άγγλο ανάμεσά τους. Μόνο χάρη στον ίδιο τον Porter το Lord Blakeney δεν είχε χαρακτηριστεί ως πειρατικό και είχαν αποφευχθεί οι σοβαρές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης για τη βρετανική ναυτιλία. Ωστόσο, ο ίδιος δεν θα επανερχόταν στο θέμα, έως ότου μάθαινε από τη Levant Company με ποιο τρόπο είχε πάρει ο Καλαμάτας το letter of marque, ποιοι ήταν οι εγγυητές του  και βεβαιωνόταν ότι δεν είχε καταστρέψει με τις ληστείες και τις λεηλασίες του έντιμους ανθρώπους, όπως είχε συμβεί με τον Λούκαβικ, αν και είχαν διαβεβαιώσει την πρεσβεία περί του αντιθέτου.[40] Δυστυχώς, για την Εταιρεία, που έλπιζε στη σύλληψη ψευδεπίγραφων κουρσάρων, ο Καλαμάτας έφερε διαπιστωμένα νόμιμο έγγραφο όπως και βιβλίο οδηγιών. Έτσι  συμφωνούσαν πως, με βάση όσα είχε διαπιστώσει ο Porter, όντως ο κουρσάρος αυτός δικαιούνταν περισσότερης προστασίας από ό,τι μερικοί από τους συμπατριώτες του.[41] Στις αρχές Φεβρουαρίου 1761 –άγνωστο αν είχε ήδη λάβει την απάντηση της Εταιρείας που είχε συνταχθεί ένα μήνα νωρίτερα– ο πρεσβευτής παραπονέθηκε ότι ο Καλαμάτας τον είχε εξαπατήσει αρκετές φορές. Αρνούνταν τώρα να του παραδώσει τα αγαθά που είχε κατασχέσει από το δανέζικο πλοίο στο λιμάνι της Τζιας. Ως οθωμανός υπήκοος, με τη στάση του ρίσκαρε τη ζωή του, αφού οι Τούρκοι ήθελαν να εκδικηθούν τους νεκρούς της εξέγερσης των σκλάβων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δικοί του άνδρες. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θα ήταν ασφαλές να επιμείνει για την απελευθέρωσή του. Έμαθε μάλιστα από τον μεσάζοντα του Καλαμάτα ότι ήταν βενετός υπήκοος. Ο ίδιος ο κουρσάρος δεν το ανέφερε ούτε το επικαλέστηκε ποτέ. Δεν προέκυπτε πρακτικό όφελος, ακόμη κι αν ήταν αλήθεια. Ο Porter πάντως έκρινε την πληροφορία ως σημαντική, μολονότι ο ίδιος τον έφερε σταθερά ως Πάτμιο, άρα ως υπήκοο της Πύλης. Θα μπορούσε ενδεχομένως, αν η Πύλη έφθανε στα άκρα, να παρουσιάσει δημοσίως τη βενετική υπηκοότητα ως άλλοθι της βρετανικής αδιαφορίας. Αποφάσισε, λοιπόν, να περιμένει κάποια ευνοϊκότερη συγκυρία, αν ποτέ ήταν δυνατόν να του προσφερθεί βοήθεια.[42]

Ημερολόγιο και αλληλογραφία του Sir James Porter (1710–1786), έκδοση του 1854.

Το ζήτημα του Καλαμάτα επανήλθε στην πρεσβευτική αλληλογραφία τον επόμενο Αύγουστο. Τότε ο Porter  ζήτησε άδεια διέλευσης για την Capitana, την οποία επέστρεφαν οι Γάλλοι με γαλλική σημαία και συνοδεία γαλλικής φρεγάτας. Στην τιμητική της επιστροφή, που αποκαθιστούσε το κύρος των Γάλλων, όφειλαν να συμβάλουν κάπως και οι Βρετανοί. Με την αφορμή αυτή, ο πρεσβευτής ανέφερε πως ο φυλακισμένος κουρσάρος του έστελνε συχνά αιτήματα βοήθειας, αλλά, σε τελική ανάλυση, ήταν οθωμανός υπήκοος. Η συμμετοχή των ανδρών του στην εξέγερση της ναυαρχίδας είχε χολώσει τους Τούρκους. Θα μπορούσε να του στοιχίσει και τη ζωή του, με δεδομένες τις απώλειες αλλά και την παρατεταμένη αιχμαλωσία των τούρκων ναυτικών στη Μάλτα. Υπενθύμισε την ύποπτη προσφορά μεριδίου του πλοίου του, την ανυπαρξία Άγγλων στο πλήρωμά του και τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να είχαν οι παρατυπίες του. Όλα αυτά για να καταλήξει πως έκρινε συνετότερη την αναμονή, έως ότου είχε την κατηγορηματική εντολή του Υπουργείου να τον διεκδικήσει από τους Τούρκους. Με την ανάλυση που είχε κάνει, το μέλλον του Καλαμάτα ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Θα ήταν εντελώς απίθανο το Υπουργείο να προβεί σε τέτοια ρητή εντολή, με τόσες υποψίες στον αέρα και με τους Τούρκους εξαγριωμένους.[43] Ποιος νοιαζόταν στο Λονδίνο για τον Καλαμάτα, αν τον θυμόταν κανείς; Ο ίδιος ο Λόρδος Blakeney –ήρωας πλέον– από το γόητρο που οποίου αντλούσαν όλοι οι μαονέζοι κουρσάροι, πέθανε το Σεπτέμβριο του 1761.[44] H Levant Company, μολονότι παραδέχτηκε πως η εγγυητική του Καλαμάτα ήταν η συνηθισμένη, κατέληξε πως καλώς το ζήτημα είχε παραπεμφθεί στο Υπουργείο.[45]

Εξάλλου υπήρχε κι ένα σημαντικότερο ζήτημα: Καθώς προχωρούσε το θέρος του 1761, παρατηρήθηκε έλλειψη αλεύρων και ρυζιού, των βασικών ειδών διατροφής στην Κωνσταντινούπολη. Φημολογούνταν πως η συγκομιδή είχε αποτύχει στη Μαύρη Θάλασσα και τη Βεσσαραβία. Η Πόλη έβραζε στην ανησυχία της. Η πανώλη προσέβαλλε διάφορα λιμάνια. Μια στάση εκκολάφτηκε στην πρωτεύουσα, αλλά οι πρωτεργάτες απαγχονίστηκαν αμέσως.[46] Ο Porter εξέδωσε, κατ’ απαίτηση της Πύλης, εντολή στους κουρσάρους του να μην αγγίζουν όσα γαλλικά πλοία φόρτωναν καλαμπόκι στα λιμάνια του Αρχιπελάγους για την πρωτεύουσα. Η απρόσκοπτη μεταφορά τροφίμων από την Αίγυπτο ήταν ζωτικής σημασίας και ο ανεξέλεγκτος κούρσος των πλοίων στη διαδρομή αυτή  ήταν οχληρό αγκάθι στις βρετανοτουρκικές σχέσεις.[47]

Έτσι, ο έλληνας κουρσάρος πέρασε στην τουρκική φυλακή άλλους 15 μήνες, πριν ασχοληθεί κάποιος σοβαρά μαζί του. Προφανώς δεν πτοήθηκε. Τον Αύγουστο του 1762 υπέβαλε υπόμνημα ο ίδιος απευθείας στον Υπουργό των Εξωτερικών, στον Charles Wyndham Λόρδο Egremont, ο οποίος εδέησε να ενδιαφερθεί. Στα τέλη του 1762 ο νέος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Πύλη, ο Henry Grenville, έλαβε ιδιωτική επιστολή του υφυπουργού Sir Robert Wood, εκ μέρους του Egremont,  με συνημμένη επιστολή προς τον Καλαμάτα, με άγνωστο περιεχόμενο, η οποία και του παραδόθηκε. Επίσης, ο Grenville –προφανώς ακολουθώντας οδηγίες– ξέθαψε τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση αυτή, που είχε εκτυλιχθεί προ της θητείας του, ετοίμασε και έστειλε στο Λονδίνο υπόμνημα με τίτλο «Captain Calamata’s case». Από τη στιγμή που το υπόμνημα βασιζόταν στα αντίγραφα της αλληλογραφίας που είχε προηγηθεί, δεν μπορούσε να λέει κάτι καινούργιο, με μοναδική εξαίρεση τη νέα πληροφορία για τον γενναιόδωρο φίλο του πάτμιου καπετάνιου από την Τοσκάνη. Επίσης, κατά λάθος, το υπόμνημα φόρτωνε στον Καλαμάτα και τη λεηλασία εμπορευμάτων ελβετικών συμφερόντων από το πλοίο της Ραγούζας, έργο, όπως αναφέρθηκε, του κουρσάρου Λούκαβικ. Επιβεβαίωνε, πάντως, πως από την τελευταία επιστολή του Porter καμία νέα οδηγία δεν είχε ληφθεί, ενώ η Levant Company είχε αρκεστεί να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα του letter of marque  και να τοποθετηθεί μάλλον αόριστα επί του θέματος.[48]

Σημασία, όμως, για την έκβαση της υπόθεσης είχαν τα συμπεράσματα και οι προτάσεις του Grenville, τις οποίες υπέβαλε με δικές του επιστολές, μια επίσημη προς τον υπουργό των Εξωτερικών και μια ανεπίσημη προς τον Wood. Στην πρώτη εξέφρασε την προσωπική του άποψη, διανθισμένη με λελογισμένο συναισθηματισμό, αλλά βασικά δεν διαφοροποιούνταν από τον προκάτοχό του. Τα δεινά του Καλαμάτα ήταν πολλά, αλλά οι αμαρτίες και τα παραπτώματά του δεν ήταν λίγα. Όπως και να είχε λάβει την πιστοποίηση, δεν δικαιούνταν βρετανικής προστασίας. Αν ο Grenville τον διεκδικούσε ανοιχτά ως βρετανό κουρσάρο, σίγουρα θα εξαγρίωνε την Πύλη και θα προκαλούσε χειρότερες συνέπειες, ενδεχομένως και χρηματικά πρόστιμα (avanias) σε βάρος της αγγλικής κοινότητας, ως αποζημίωση των κουρσάρικων πράξεών του. Αν, όμως, ο Λόρδος έκρινε, παρόλα αυτά, πως ο Καλαμάτας άξιζε να τύχει της προσοχής του Grenville, τότε λύση υπήρχε. Ήταν ο χρηματισμός, που αποτελούσε, όπως σημείωσε, τον κινητήριο μοχλό της διεφθαρμένης οθωμανικής διοίκησης, χωρίς καν να είναι πράξη μεμπτή. Όμως, κατά τον πρεσβευτή, ήταν ο Καλαμάτας αυτός που όφειλε να καταβάλει το απαραίτητο ποσό, το οποίο εκτιμούσε πως δεν θα υπερέβαινε τις 100 λίρες Αγγλίας∙ εφόσον βέβαια είχε τη δυνατότητα. Καταφανώς ο έλληνας καπετάνιος δεν την είχε. Μετά από τόσους μήνες στη φυλακή, ήταν πλέον τόσο φτωχός, ώστε αδυνατούσε να προμηθευτεί το καθημερινό ψωμί του. Περισσότερες πληροφορίες για το ζήτημα αυτό υποσχέθηκε ο πρεσβευτής μέσω της ανεπίσημης επιστολής του προς τον Robert Wood, την οποία συνέταξε την ίδια ημέρα.[49] Σε αυτήν επανέλαβε, πως, ως οθωμανός υπήκοος, ο Καλαμάτας δεν δικαιούνταν προστασίας ούτε μπορούσε να διεκδικηθεί επισήμως∙ ούτε διέθετε τα απαραίτητα χρήματα για την εξαγορά της ελευθερίας του. Τα διέθετε όμως η Πρεσβεία. Ήταν ένα ποσό που ο Porter του είχε αφήσει, δημόσια χρήματα φυσικά. Αν ο Λόρδος Egremont, υποκινούμενος από πνεύμα χριστιανικής συμπόνιας, του ζητούσε να διευθετήσει το ζήτημα, με τη χρήση αυτού του ποσού, ώστε να απελευθερωθεί επιτέλους αυτός ο «φτωχοδιάβολος», θα μπορούσε να το πετύχει κατ’ ιδίαν, αλλά, επανέλαβε, ποτέ δημοσίως, ως βρετανικό αίτημα. Θα περίμενε επ’ αυτού τις εντολές του Λόρδου.[50]

Antoine de Favray, Panorama  du Bosphore et de la Corne d’ Or (τέλος ΙΗ’ αιώνα), Pera Museum.

Οι εντολές του Λόρδου Egremont  δεν έφτασαν ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, γιατί πέθανε τον Αύγουστο του 1763. Στο μεταξύ η πανούκλα μείωσε τους άνδρες του Lord Blakeney από 60 σε 30. Οι επιζώντες βρίσκονταν πλέον σε οριακή κατάσταση. Το τέλος τους πλησίαζε. Τέσσερα χρόνια φυλακισμένος, ο Καλαμάτας αναγκάστηκε να γράψει ένα ακόμη υπόμνημα προς το Λονδίνο, προς τον George Montagu-Dunk, Κόμη του Halifax, διάδοχο του Egremont στο Υπουργείο, και να αφηγηθεί εκ νέου τις περιπέτειές του. Υποστήριξε επίσης –προφανώς για να δικαιολογήσει την προσφορά μεριδίου του πλοίου στον Porter– ότι αυτός ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του Lord Blakeney. Ως εκ τούτου, γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές την αλληλογραφία που είχε προηγηθεί μεταξύ της Πρεσβείας και του Υπουργείου, ζήτησε να δώσει ο Halifax εντολή υποστήριξής του στον Grenville, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος και οι άνδρες του, να του αποδοθούν τα αγαθά που του είχε κατασχέσει ο Porter, το ίδιο το πλοίο του και οποιαδήποτε άλλη βοήθεια κρινόταν σκόπιμη.[51] Από την αλληλογραφία που ακολούθησε προκύπτει πως ο Halifax ενημέρωσε και ζήτησε τη γνώμη του D.Christie, αταύτιστου δημόσιου λειτουργού στο Λονδίνο. Σε απαντητική επιστολή του ο δεύτερος επιβεβαίωσε από μνήμης πως η δέσμευση των αγαθών είχε γίνει από τον Porter στις αρχές ή στα τέλη του 1759 (πέφτοντας έξω κατά ένα χρόνο) και ζήτησε να γίνει επαλήθευση, από τα βιβλία της χρονιάς εκείνης, ώστε να πειστεί και ο Halifax. Εφόσον πειθόταν, θα μπορούσε, συνεκτιμώντας την αγωνία του θανάτου που βίωνε ο Καλαμάτας, να διατάξει την άρση της δέσμευσης, ώστε να προχωρήσει η ρευστοποίηση των αγαθών και να συγκεντρωθεί το κεφάλαιο για την απελευθέρωση του κουρσάρου, από τον ίδιο ή από δικούς του ανθρώπους. Στο μεταξύ ο Christie είχε ήδη αποταθεί γραπτώς και στον Porter, για περαιτέρω πιστοποίηση των γεγονότων. Δύο και πλέον μήνες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 1764, το Υπουργείο έστειλε επιστολή στην Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως εκ μέρους του Halifax. Με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού, ο Grenville παρακαλούνταν, εφόσον εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τον Καλαμάτα, να «προωθήσει» τα χρήματα που θα του αποστέλλονταν από τον έλληνα κουρσάρο ή από τους φίλους του, σύμφωνα με τη ρύθμιση του Christie.[52]

Ένα χρόνο αργότερα, σε βρετανική επιστολή από την Κωνσταντινούπολη, αναφέρθηκε πως ο Σταυριανός, εκ των πρωτεργατών της απαγωγής της Capitana, είχε συλληφθεί από τον καπουδάν πασά για πειρατεία και απαγχονιστεί στις 4 Νοεμβρίου 1765. Το πλήρωμα της φελούκας του, δέκα Μανιάτες, στάλθηκε στα κάτεργα.[53] Για τον Καλαμάτα, όμως, δεν έγινε πλέον καμία αναφορά. Όσοι θα επιθυμούσαν οπωσδήποτε ένα ευτυχές τέλος στην περιπέτειά του μπορούν να το εικάσουν μόνον, κρίνοντας από την παρουσία το 1821, στην αγγλοκρατούμενη πλέον Μάλτα, του Demetrio Calamatta, Accatapano Minore (υπαστυνόμου) και του Lorenzo Calamatta, Regulator of the Clock of Vittoriosa (δηλαδή της πόλης της παλαιάς Μάλτας), μάλλον απογόνων του έλληνα κουρσάρου, που ζούσαν μια λιγότερο ταραγμένη ζωή, στη δούλεψη και αυτοί των Βρετανών.[54]

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστρέψει κανείς στην ευρύτερη εικόνα. Η κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο ήταν μια λεπτή υπόθεση. Αυτό είχε φανεί ήδη από την προηγούμενη πολεμική εμπλοκή της Βρετανίας με τη Γαλλία (1740-48). Η γαλλική εμπορική ναυσιπλοΐα στις θάλασσες αυτές ήταν τόσο δελεαστικός στόχος για τους Βρετανούς όσο και απαραίτητη για τη διακίνηση οθωμανικών συμφερόντων εμπορευμάτων –κυρίως δημητριακών– εντός και εκτός της Αυτοκρατορίας. Για διαφόρους λόγους η επάρκεια σε πολλά μέρη ήταν οριακή και ο αργοπορημένος εφοδιασμός μπορούσε να αποβεί καταστροφικός. Αυτό είχε επισημανθεί εγκαίρως από τον Porter. Είχαν επίσης επισημανθεί οι συνέπειες του ανεξέλεγκτου κούρσου για τη Levant Company. Είχε απολέσει σημαντικά ποσά, τα οποία αποσπάστηκαν ως αποζημιώσεις, ενώ το κύρος των Βρετανών γενικότερα και της Πρεσβείας ειδικότερα φθειρόταν.[55] Οι επιφυλάξεις αυτές είχαν υιοθετηθεί από τη βρετανική κυβέρνηση, μετά από σχετικό υπόμνημα της Εταιρείας, από την αρχή του πολέμου. Απαγορεύονταν ρητά οι κουρσάρικες επιθέσεις σε γαλλικά πλοία ελλιμενισμένα σε οθωμανικά λιμάνια, σε πλοία με τούρκους επιβάτες αλλά και σε κάθε γαλλικό πλοίο που μετέφερε εμπορεύματα μεταξύ οθωμανικών λιμένων ή από την Αίγυπτο.[56]

Από όσα παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι προφανές πως η πλήρης εφαρμογή τέτοιων κανόνων στον κόσμο των κουρσάρων ήταν αδύνατη και αυτό ήταν γεγονός όχι μόνον στον κόσμο των Angligrecs αλλά και των βρετανών συναδέλφων τους. Θαλασσινοί όπως ο Καλαμάτας αμελούσαν, σκοπίμως ή από άγνοια, την εφαρμογή των κανονισμών ή φρόντιζαν να βρουν ευλογοφανείς ή και εντελώς ψεύτικες αιτίες για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Προφανώς ο λόγος της τιμής τους ή η υπογραφή τους δεν κάλυπτε υποχρεώσεις προς το δημόσιο– ακόμη και προς το βρετανικό–, έστω κι αν είχαν ευεργετηθεί από αυτό. Η αντίληψή τους για τις υποχρεώσεις του Λονδίνου ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν για τις δικές τους αντίστοιχες υποχρεώσεις. Προερχόμενοι από το περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν πεπεισμένοι πως με ισχυρούς προστάτες, φίλους, δωροδοκίες και γαλιφιές μπορούσαν και να επιβιώσουν –ακόμη και μέσα στη νοσηρή τουρκική φυλακή– και να πλουτίσουν. Ήταν ικανοί να προσαρμοστούν και να εκμεταλλευτούν κάθε σύστημα, μέσω συστάσεων, αιτήσεων, υπομνημάτων και πολλαπλών υπηκοοτήτων, ακόμη και στο μακρινό Λονδίνο ή μέσα στη φυλακή. Πόσο μάλλον που είχαν πράγματι προσφέρει στο βρετανικό στέμμα την παλικαριά τους, επί σειρά ετών, με όσους κινδύνους συνεπαγόταν η προσφορά αυτή, καθώς και το δίκτυο των στρατολογήσιμων γνωριμιών τους, στη Minorca, την Κρήτη, τα Επτάνησα και αλλού.[57] Η απροθυμία της Πρεσβείας να τους προστατεύσει από τη διαβολή των Γάλλων, μετά από όλα αυτά, πρέπει να ήταν ακατανόητη και θλιβερή, για όσους διαλαλούσαν με περηφάνια πως ήταν «κουρσάροι ιγγλέζοι».

Samuel Scott, An English privateer engaging a French privateer, (μέσα ΙΘ’ αιώνα), National Maritime Museum, Greenwich.

Το συμπέρασμα ότι είχαν πέσει θύματα εκμετάλλευσης θα ήταν προφανές αλλά όχι αναγκαστικά σωστό. Κατ’ αρχάς το πρόβλημα της συμπεριφοράς των κουρσάρων στη Μεσόγειο –κι όχι μόνον– ήταν γενικότερο και, βεβαίως, αφορούσε και τους βρετανούς θαλασσινούς, ακόμη και τους κυβερνήτες των πολεμικών πλοίων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θεσπίστηκε η Privateer’s Act του 1759.[58] Όμως, από τις περιπέτειες που αναφέρθηκαν, προκύπτει πως ούτε πριν ούτε μετά τη θέσπιση της πράξης αυτής ήταν δυνατή η εφαρμογή των όρων ούτε οι ανακλήσεις των πιστοποιητικών ήταν ο κανόνας. Από τη στιγμή που τα πρόσωπα των εγγυητών και των ιδιοκτητών, όπως στην περίπτωση του Καλαμάτα, ήταν απλοί γνωστοί του καπετάνιου, ήταν δεδομένο ότι η συνέπεια με την οποία θα ασκούνταν η κουρσάρικη δραστηριότητα θα ήταν συνάρτηση της προσωπικότητας και των οικονομικών αναγκών του καπετάνιου∙ ειδικά αν ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του πλοίου. Το σύστημα, λοιπόν, είχε κενά και τα κενά αυτά επέτρεπαν την άσκηση ενός προσοδοφόρου επαγγέλματος. Από το 1708 και εξής, ως γνωστόν, το σύνολο της λείας, αν ήταν νόμιμη, περιερχόταν στην κυριότητα του κουρσάρου, ενώ η μεταπώλησή της ήταν ευκολότατη, είτε στο Αιγαίο είτε στο βενετοκρατούμενο Ιόνιο, προκειμένου για αγαθά στην κατοχή Οθωμανών.[59] Μια τέτοια προοπτική άξιζε τους κινδύνους αλλά και τη συχνή παραβίαση των κανόνων, βρετανικών και οθωμανικών. Ο 17ος αιώνας, παρά την αταξία, είχε αφήσει μια πολύτιμη παρακαταθήκη για όσους ναυτικούς του Αρχιπελάγους, του Ιονίου και της Αδριατικής τολμούσαν να ελιχθούν μεταξύ δυτικών εμπόρων, χριστιανών και μουσουλμάνων πειρατών.[60] Ο 18ος αιώνας πρόσφερε ένα σταθερότερο πλαίσιο ανάληψης ναυτικών επιχειρήσεων και συνάμα πολλαπλάσιες ευκαιρίες επωφελούς συνδυασμού εμπορικών και πολεμικών περιπετειών. Με τη βοήθεια της τύχης, μπορούσε ένας τολμηρός καπετάνιος να ξεχρεωθεί και να εξελιχθεί σχετικά σύντομα σε εύπορο έμπορο. Η σύγκλιση των βρετανικών και των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο τους ευνοούσε. Κι αν όλες οι πόρτες έκλειναν, τα βενετοκρατούμενα Επτάνησα –ειδικά τα Κύθηρα– τους εξασφάλιζαν πληρώματα, αγορές για τις λείες τους καθώς και τροφοδοσία. Κάποιοι, λοιπόν, από αυτούς τους θαλασσινούς πέτυχαν.

Όμως ο Καλαμάτας δεν είχε ποτέ τύχη στη θάλασσα. Πτωχευμένος ήδη το 1755, ριψοκινδύνευσε στο πλευρό των Άγγλων το 1756 και επιχείρησε ένα χρόνο αργότερα, με προσεχτικές κινήσεις, να μετατρέψει την πλήρη καταστροφή σε ευκαιρία ανάκαμψης. Μπορούσε να τα καταφέρει. Η ναυτική του αξία ήταν τόσο γνωστή, ώστε οι προστάτες και πιστωτές του να του έχουν ακόμη εμπιστοσύνη. Η συγκυρία ευνοούσε τους τολμηρούς. Σίγουρα παραβίασε τους όρους παραχώρησης του πιστοποιητικού δράσης –έστω με την ανοχή των Αλεξιανών και κάποιων γνωστών τους–, ενδεχομένως τους κανόνες εμπλοκής αλλά και τις οδηγίες της βρετανικής κυβέρνησης περί νόμιμης λείας στο Αιγαίο.  Το πλοίο του δεν είχε παρά το μισό από το απαραίτητο πλήρωμα (87 άνδρες έναντι 150 υπεσχημένων), σύμφωνα με τη διάταξη του 1759, ενώ η σύνθεση ήταν άσχετη από αυτή που είχε δηλωθεί, αφού δεν διέθετε Άγγλους σε θέσεις στελεχών. Το 1757 η αυτοψία δεν ήταν υποχρεωτική ακόμη κι έτσι ξεγλίστρησε. Επίσης παραβίασε πολλαπλώς τις απαγορεύσεις της Πύλης, φυγαδεύοντας Χριστιανούς στη Minorca και προσφέροντας κουρσάρικη υπηρεσία στη Βρετανία. Αλλά όλα αυτά δεν ήταν θανάσιμα αμαρτήματα ούτε για τους Βρετανούς ούτε για τους Οθωμανούς. Ήταν πολύ δύσκολο ακόμη και να πιστοποιηθούν. Δεν ετέθη καν θέμα ανάκλησης του πιστοποιητικού του, όπως θα μπορούσε, σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις. Δυστυχώς ο Καλαμάτας έπεσε στα χέρια των Τούρκων τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Η εποχή της ανοχής προς τους κουρσάρους είχε παρέλθει, λόγω των προβλημάτων ανεφοδιασμού, τα οποία επιδείνωνε η αυξανόμενη δράση τους. Η στάση των σκλάβων της Capitana και η έλλειψη των δημητριακών είχε εξαγριώσει τους Οθωμανούς. Η βρετανική μεσολάβηση στην Πύλη και ο φόβος της Levant Company για αυθαίρετα πρόστιμα έκαναν τους πρεσβευτές απρόθυμους να αναλώσουν πολιτικό κεφάλαιο, παρά την αντίθετη αντίληψη που φαίνεται πως είχε το Ναυαρχείο. Οι συνθήκες αυτές τους καθιστούσαν πλέον ευάλωτους στις διαβολές των Γάλλων. Προσωποποιούσε, λοιπόν, ο Καλαμάτας ένα σημαντικό πρόβλημα για την Πρεσβεία, χωρίς όμως να αποτελεί τη χειρότερη εκδοχή του, όπως μαρτυρούσαν κι αρκετοί σύγχρονοί του. Αν μη τι άλλο, είχε περισσότερες σχέσεις με τη Βρετανία από πολλούς άλλους απατεώνες και της είχε προσφέρει σημαντικό έργο, όπως συμφωνούσε ο βρετανός στόλαρχος και φανέρωνε η επιθυμία των Γάλλων να τον παροπλίσουν οριστικά. Στην πραγματικότητα η επίκληση των ατασθαλιών του έλληνα κουρσάρου –με εμφανείς δόσεις προτεσταντικής ηθικολογίας­– ήταν πρόσχημα. Η επίσημη πρεσβευτική παρέμβαση δεν ήταν σκόπιμη, για να μην υπονομευτούν πολύ σοβαρότερες οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες∙ σκοπιμότητες που ήταν περισσότερο αισθητές στην Κωνσταντινούπολη από ό,τι στο Λονδίνο. Στην Πόλη οι διπλωμάτες υπηρετούσαν το Στέμμα αλλά χρηματοδοτούνταν από τη Levant Company, η οποία δεν περνούσε την καλύτερη περίοδό της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[61] Άλλωστε, θύματα των σκοπιμοτήτων αυτών έπεσαν όχι μόνον έλληνες αλλά και βρετανοί κουρσάροι της Ανατολικής Μεσογείου. Οι θάλασσες αυτές μπορεί να ήταν πιο ήρεμες από τον Ωκεανό, αλλά οι παγίδες τους εξίσου επικίνδυνες για όσους θαλασσόλυκους υποτιμούσαν τους σκοπέλους της πολιτικής.

 

Ο Βασίλης Κ. Γούναρης είναι Καθηγητής Ιστορίας των Νεοτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Συντομευμένη μορφή της σχεδόν ομώνυμης εργασίας μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μνήμων, 33 (2013-14), 51-76.

[1] James G. Lydon, Pirates, Privateers, and Profits, Άπερ Σαντλ Ρίβερ, Νιού Τζέρσεϋ, The Greg Press, 1970, σ. 99-100. David Starkley, British Privateering Enterprise in the Eighteenth Century, Έξετερ, Univ. of Exeter Press, 1990, σ. 161-164, 174, 186-187. Για μια συνοπτικότερη παρουσίαση της δουλειάς του στα ελληνικά βλ. του ιδίου, «Δαιμόνια πνεύματα: Βρετανικές καταδρομικές επιχειρήσεις 1739-1815», Τζελίνα Χαρλαύτη (επιμ.), Ιστορία και Ναυτιλία, 16ος-20ος αιώνας. Ναυτιλία, εμπόριο, οικονομία, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2001, σ. 161-165, 179-192.

[2] Νίκος Γ. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, μετάφρ. Σ. Ασδραχάς, Ξ. Γιαταγάνας, Φ. Ηλιού, Θ. Καλαφάτης, Χ. Χατζηιωσήφ, Αθήνα,  Θεμέλιο, 1996, σ. 158-61. Γεώργιος Λεονταρίτης, Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1987, σ. 49. Τζελίνα Χαρλαύτη, Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας 19ος-20ος αιώνας, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σ. 68-70.

[3] Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ΄ αιώνα και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, Εστία, 1998, σ. 45. Βασίλης Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) με βάση τα γαλλικά αρχεία, Αθήνα, 1972, σ. 103-104. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4, Θεσσαλονίκη, 1973, σ. 201, όπου παραπέμπεται το άρθρο του Marshall (βλ. παρακάτω υποσημ.11).

[4] Για την εξέλιξη αυτή βλ. και Λεονταρίτης, ό.π., σ. 36.

[5] SP 97/42, Captain Calamata’s case, f. 8r.

[6] Οι οικογένειες των ελλήνων εμπόρων, σε αναφορά τους (9 Δεκεμβρίου 1743) προς τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο της Minorca, προσδιορίζονται ως “Catholick Christians of the Greek Church”: Colonial Office (CO) 174/2, f. 154r.

[7] Ν.Γ. Σβορώνος, «Η ελληνική παροικία της Μινόρκας. Συμβολή στην ιστορία του ελληνικού εμπορικού ναυτικού του 18ου αιώνα», langes Octave et Melpo Merlier, Αθήνα, Institut Français d’ Athènes, 1956, τόμ. 2, σ. 326, 347.

[8] Sanz F. Hernandez, “La colonia griega establecida en Mahón durante el siglo XVIII”, Revista de Menorca  20 (1925), 340.

[9] Βλ. αναφορά της 16ης Σεπτεμβρίου 1749 στο CO 174/2, f. 162r, όπου υπογράφει ως Νικόλας Αλεξάνο Μαλβαζία. Περισσότερα για τους Αλεξιανούς βλ. στο Ι.Κ. Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί της Μινόρκας. Συμβολή στην Ιστορία των ελληνικών αποδημιών κατά τον ΙΗ΄ αιώνα», Ροδωνιά. Τιμή στον Μ.Ι. Μανούσακα, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1994, τόμ. 2, σ. 649-660.

[10] Gregory Desmond, Minorca the Illusory Prize. A History of the British Occupations of Minorca between 1708 and 1802, Λονδίνο και Τορόντο, Associated University Presses, 1990, σ. 82 και 152. F. H. Marshall, “A Greek Community in Minorca”, The Slavonic and East European Review 11.31 (1932) 101-106.

[11] Court of Chancery (C) 12/991/23. Πρβλ. Τ(reasury) 1/364, ff.56-57.

[12] Pedro Pablo Moreno Lucas-Torres, La colonia Griega de Menorca a través de los documentos notariales de Mahón (1756-1802), Γρανάδα, αδημ. διδακτ. διατριβή, 2011, σ. 491-494, έγγρ. Νο. 69. Για την παραχώρηση και την ανάγνωση του εγγράφου, όπως και για την παραπομπή στον Hernandez ευχαριστώ τον ομότιμο καθηγητή Ι. Κ. Χασιώτη.

[13] Desmond, ό., σ. 172. Πρβλ. T1/393, f. 158r, όπου “List of the Greeks which were Volunteers at Saint Philip’s Castle in Minorca during the Siege” με 21 ονόματα. Άλλοι οκτώ μισθοδοτούνταν τακτικά κι έτσι δεν πιστοποιήθηκε ο εθελοντισμός τους, ώστε να αποζημιωθούν αργότερα.

[14] Admiralty 1/383, μήνυμα του πλοίου Ramilies εν πλω κοντά στο ακρωτήριο Sa Roquetta, 15 Ιουλίου 1756, f. 475r.

[15] Edward Clarke, A Defence of the Conduct of the Lieutenant-Governor of the Island of Minorca. In Reply to a Printed Libel, Secretly Dispersed, without a Name, and which is Annexed to this Account, Λονδίνο, 1767, σ. 35 και 40.

[16] T1/393, f. 155r.

[17] T1/379/47-49, ff. 73r-75r. Βλ. επίσης Marshall, ό.π., σ. 106-7, όπου δημοσιεύεται η αίτηση του Καλαμάτα προς το Privy Council (8 Ιουλίου 1757), η οποία παραπέμφθηκε στον Λόρδο Θησαυροφύλακα και εναποτέθηκε στο αρχείο του (Τ1/379, f. 73r).

[18] Τα ονόματα προκύπτουν από την υποβολή των αιτημάτων τους: T1/380/39, f. 74r, T1/393, ff. 150r-153r. Τελευταίος, το 1762, υπέβαλε το αίτημά του ο Αλέξανδρος Αλεξιανός: Privy Council (PC) 1.7.4, ff.1r-2r. Πρβλ. Marshall, ό.π., σ. 106.

[19] T1/379/47-48, ff. 73r-74r.

[20] T1/379/49, f.75v.

[21] SP 97/39, Fox προς Porter, Whitehall, 14 Ιουλίου 1756 s.f. και Porter προς Fox, Κωνσταντινούπολη, 14 Σεπτεμβρίου 1756, s.f.

[22] T1/382, f. 114r και T1/368, ff. 77r-78r.

[23] Desmond, Minorca, ό.π., σ. 183-4 και 301. Πρβλ. Gomer Williams, History of the Liverpool Privateers and Letters of Marque with an Account of the Liverpool Slave Trade, Λίβερπουλ, 1897, σ. 90-91. Και τα δυο κουρσάρικα αναφέρονται ως σταθμευμένα στο Κάλιαρι σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στο London Evening Post στις 28 Μαΐου 1757.

[24] Tito M. Benady, “The Role of the Jews in the British Colonies of the Western Mediterranean”, Transactions of the Historical Society of England, 33 (1994) 55.

[25] Μαζί με άλλους Παλαιολόγους υπέγραψε αναφορά το 1749 σχετικά με την αιτούμενη εκκλησία: Marshall, ό.π., σ. 101.

[26] Στη List of all Greeks (βλ. υποσημ. 14) αναφέρεται ως George Stravangelo.

[27] High Court of Admiralty (HCA) 26/8, f. 90r (21 Οκτωβρίου 1757).

[28] Βλ. τις σχετικές παραπομπές στην υποσημ. 4.

[29] Ο Σβορώνος (Το εμπόριο, ό.π., σ. 160) διαβάζει λανθασμένα στη γαλλική πηγή Loucovire και υποθέτει Λουκοβίτης. Πάντως δεν ταυτίζει τον Λουκά με τον Λούκαβικ. Πρβλ. Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[30] SP 97/40, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1759, s.f.

[31] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 13 Μαρτίου 1760, f. 49.

[32] Μάλλον αναφέρεται στη δράση του J. Melphy: Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[33] Βλ. π.χ. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 9 Φεβρουαρίου 1760, ff. 29r-41v. Πρβλ. Franz A. J. Szabo, The Seven Years War in Europe, 1756-1763, Χάρλοου, Pearson-Longman, 2008, σ. 401 και H. M. Scott, The Emergence of the Eastern Powers, 1756-1775, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 2001, σ. 113.

[34] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 2 Σεπτεμβρίου 1760, ff. 104v-105r. Βλ. επίσης SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 8r. και The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, f. 129r.

[35] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Οκτωβρίου, 1760, ff. 108r-108v.

[36] SP 105/119, The Governor and Company to Porter, Λονδίνο, 14 Οκτωβρίου 1760, f. 68.

[37] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117r-118v. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1760, f. 123r-v. SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 9r.

[38] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117v-118r., 3 Νοεμβρίου 1760, f. 122r. και 7 Δεκεμβρίου 1760, f. 133r. SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[39] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, ff. 128v-129v.

[40] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, f. 129v.

[41] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιανουαρίου 1761, f. 70.

[42] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 5 Φεβρουαρίου 1761, f. 146r  και 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[43] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Αυγούστου 1761, ff. 206v-207r.

[44] Για την ηρωοποίησή του βλ. Memoirs of the Life and Particular Actions, of that Brave Man, General Blakeney, Λονδίνο, [1756?].

[45] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιουνίου 1761, f. 76.

[46] Για παρόμοια στάση, που είχε εκδηλωθεί στη Θεσσαλονίκη μόλις το 1758, βλ. Basil C. Gounaris, “Reassessing Wheat Crises in 18th Century Salonica”, The Historical Review 5 (2008) 56-57. Για τις τεράστιες ανάγκες ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης και για το γαλλικό εμπόριο δημητριακών, εισαγωγικό και εξαγωγικό  βλ. Edhem Eldem, French Trade in Istanbul in the Eighteenth Century, Λάιντεν, Brill, 1999, σ. 25-6, 108-112. Για την πανώλη βλ. Μέρτζιος, Μνημεία, ό.π., σ. 386, 388-9,

[47] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[48] SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 8r-9v.

[49] SP 97/42, Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 6v-7r.

[50] SP 97/42, Grenville προς Wood, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 10r-11v.

[51] SP 97/42, The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, ff. 129r-129v.

[52] SP 97/42, Ministry of State προς Grenville, St. James’s, 23 Οκτωβρίου 1764, f. 127r, private. Την ίδια περίοδο διακανονίστηκε στο Mahon η τύχη του παλαιότερου πλοίου του Καλαμάτα, το οποίο πέρασε στα χέρια του Poli (μαζί με τα 3/8 του Καλαμάτα) έναντι του χρέους και διαφοράς 1.100 αργυρών pesas, τα οποία κατέβαλε στους Αλεξιανούς και τον Παπαγιαννόπουλο. Ο Poli είχε προσφύγει εκ νέου δικαστικά το 1761: Torres, La colonia Griega, σ. 491-494, έγγραφο Νο. 69. Ενδεχομένως μέρους του ποσού αυτού να αναλογούσε στον Καλαμάτα. Είναι δύσκολο πάντως να υποστηριχθεί βάσιμα πως ο διακανονισμός του Σεπτεμβρίου 1764 συνδεόταν με την επιχείρηση της εξαγοράς του στην Κωνσταντινούπολη.

[53] SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[54] CO 158/31, Fixed Establishment of all the Departments of Government in Malta. From the 1st January 1821 until further orders. Στη Μάλτα εξακολουθούν να ζουν γόνοι της οικογένειας, που γράφουν το επίθετό τους με δυο ταυ, όπως υπέγραψε ο Κωνσταντής το letter of marque στις 21 Οκτωβρίου 1757.

[55] SP 97/38, Porter προς Earl of Holderness, Κωνσταντινούπολη, 1 Σεπτεμβρίου 1755, s.f.

[56] SP 97/39, Court of St. James, 3 Ιανουαρίου 1756 (W. Sharpe), s.f.

[57] Στην υπηρεσία των Βρετανών ο Θεόδωρος και ο Αλέξανδρος Αλεξιανός έφτασαν και πολέμησαν το 1762 μέχρι τη μακρινή Κούβα. Πάντως, ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Στέμμα μετά την ανακατάληψη της Minorca: Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί», ό.π., σ. 657.

[58] Τον Ιούνιο του 1759, με την Privateer’s Act, η κυβέρνηση του William Pitt, προκειμένου να περιορίσει τις ποικίλες αυθαιρεσίες κατά τη διενέργεια νηοψιών, αφαίρεσε το δικαίωμα των πλοιοκτητών να εγγυώνται προσωπικά τη σωστή διεξαγωγή των κουρσάρικων επιχειρήσεων. Επίσης περιόρισε τη χορήγηση αδειών ιδιωτικού κούρσου μόνον σε πλοία εκτοπίσματος άνω των εκατό τόνων, με  ελάχιστο οπλισμό δέκα κανόνια και πλήρωμα σαράντα ανδρών, κατόπιν αυτοψίας του τελώνη. Όσες άδειες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ακυρώθηκαν.

[59] Richard Pares, Colonial Blockade and Neutral Rights 1739-1763, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1938, σ. 6-7.

[60] Για το θέμα αυτό βλ. Molly Greene, Catholic Pirates and Greek Merchants. A Maritime History of the Mediterranean, Πρίνστον, Princeton University Press, 2010.

[61] Για τα οικονομικά της προβλήματα βλ. SP 97/42 όπου το σχετικό υπόμνημα που υποβλήθηκε από τους factors στον κόμη  Halifax (24 Αυγούστου 1765), συνημμένο στην επιστολή Grenville προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 1 Οκτωβρίου 1765, ff. 286r-293v.

Masaki Miyake: Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Masaki Miyake

Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνοδεύουν την διαδοχή των γεγονότων του παρελθόντος είναι ασφαλώς η λεγόμενη “ανεκπλήρωτη πιθανότητα” (unfulfilled possibility) μιας δεδομένης στιγμής. Ο Γερμανός μελετητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικής Carl Schmitt, στην πραγματεία του με τίτλο Politische Romantik (1919) επισημαίνει πως το κάθε δευτερόλεπτο καθορίζει τον χρόνο ενός ανθρώπου  ψαλιδίζοντας τη δυναμική της βούλησής του. Υπό αυτή την έννοια η κάθε στιγμή ισοδυναμεί με τη διαρκή απόρριψη των αναρίθμητων εναλλακτικών επιλογών, τις οποίες και τελικά εξουδετερώνει.¹ Εάν υποτεθεί, λόγου χάρη, ότι σε κάποια συγκεκριμένη συγκυρία υφίσταντο οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ πολιτικές επιλογές, αλλά από αυτές υιοθετήθηκε μόνο η Α΄, η μελέτη και ανάλυση των υπολοίπων δεν στερείται ενδιαφέροντος. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που υπαγόρευσαν την προτίμηση της Α΄ επιλογής αλλά και να υπολογίσουμε επακριβώς την αξία της τελευταίας. Διαφορετικά, η πρόσληψη εκ μέρους μας της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής θα ήταν ελλιπής.²

Ένας επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος του είδους αυτού θα μπορούσε κάλλιστα να βαπτιστεί “αντισταθμιστική ιστορία” (counterfactual history). Συμπεριλαμβάνει το σκεπτικό “εάν…τότε…”. Ένα σκεπτικό, το οποίο θα μπορούσε να ευσταθεί και στην περίπτωση της πορείας της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor. Ως εναρκτήρια αιτία της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ θεωρείται γενικότερα η ιαπωνική εισβολή στην Μαντζουρία τον Σεπτέμβριο του 1931. Κατέστησε αναπόφευκτη την μετέπειτα ρήξη μεταξύ των δυο κρατών, στρεφόμενη ενάντια στην Διπλωματία των Ανοικτών Θυρών της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία σφυρηλατήθηκε με αφορμή την συνομολόγηση, το 1922, της Συνθήκης των Εννέα Δυνάμεων (Nine-Power Treaty). Εξάλλου, η Ιαπωνία συγκαταλεγόταν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της προαναφερθείσας Συνθήκης. Η Συνθήκη των Εννέα Δυνάμεων λειτουργούσε ως πυρήνας της Συνθήκης της Ουάσινγκτον, η οποία με τη σειρά της υποκαθιστούσε το καθεστώς εκείνης των Βερσαλλιών στην Ασία.

Σεπτέμβριος 1931. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία.

Ένας από τους λόγους της ιαπωνικής εισβολής στη Μαντζουρία ήταν η οικονομική κρίση, η οποία επί δυο χρόνια ήδη μάστιζε τις ΗΠΑ έχοντας καταστήσει αναπόφευκτη την δραστική μείωση των εισαγωγών από την Ιαπωνία, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορούσε το ακατέργαστο μετάξι, που ήταν και το κυριότερο από τα προϊόντα τα οποία εξήγαγε η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη μελέτη του World Economy and World Politics 1924-1931 ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Gilbert Ziebura αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό:

Οι συνέπειες εις βάρος της ιαπωνικής οικονομίας και κοινωνίας δύνανται εύκολα να  αξιολογηθούν εφόσον ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τα έτη 1930 και 1931 οι ΗΠΑ απορροφούσαν το 96% των εξαγωγών της Ιαπωνίας σε μετάξι. Αντίστροφα, τα κέρδη από τις εξαγωγές επέτρεπαν την κάλυψη κατά 40% της δαπάνης αγοράς πρώτων υλών και μηχανημάτων που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα. Σημειωτέον πως το μετάξι αποτελούσε το μοναδικό προϊόν που η Ιαπωνία ήταν σε θέση να εξαγάγει σε μεγάλες ποσότητες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κοπεί το “μεταξένιο νήμα”, επί του οποίου στηριζόταν το σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εξαγωγές προς τον δεύτερο καλύτερο πελάτη, την Κίνα, γνώρισαν και εκείνες μείωση κατά 50%. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι πολλοί Ιάπωνες συμπέραναν τότε πως το καθεστώς της Συνθήκης της Ουάσινγκτον αποτελούσε πλέον νεκρό γράμμα.”.³

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ιαπωνία όταν η στρατιά του Κουαντούνγκ, τμήμα των στρατευμάτων που στάθμευαν ήδη στην Μαντζουρία και στη χερσόνησο Λιαοτούνγκ, ανέλαβαν δράση ευελπιστώντας την άρση του αδιεξόδου.

Παρά την αναπόφευκτη, κατά τα φαινόμενα, ρήξη με τις ΗΠΑ, υπήρχαν πιθανότητες αποτροπής της σύγκρουσης. Η υπογραφή, στις 23 Αυγούστου 1939, του Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιαπωνική διπλωματία.

Michinomiya Hirohito, Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας(1926-1989).
Fumimaro Konoe, Πρωθυπουργός (1937–39, 1940–41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Hideki Tojo, Πρωθυπουργός (1941-44)
Yōsuke Matsuoka, Υπουργός Εξωτερικών (1940-41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λεγομένη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο (αριστοκρατικό προάστιο του Τόκιο) του Ιουλίου 1940 κατέδειξε την προθυμία των πολιτικών αρχηγών υπέρ μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Σοβιετική Ένωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιλογή αυτή απέρρεε από την ολοκληρωτική ήττα την οποία είχαν υποστεί οι Ιάπωνες από τους Ρώσους το 1939 στο Νομονχάν, στη μεθόριο μεταξύ Μαντζουρίας και Μογγολίας. Ένας δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ φάνταζε πλέον ως συνεταίρος της Γερμανίας, συμμάχου της Ιαπωνίας από την εποχή της συνομολόγησης του Συμφώνου Αντι-Κομιτέρν, τον Νοέμβριο του 1936. Παρόντα στη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο ήταν τέσσερα επιφανή στελέχη της δεύτερης κατά σειρά κυβέρνησης Konoe, η οποία λιγες ημέρες μόλις αργότερα (22 Ιουλίου 1940) έμελλε να αναλάβει καθήκοντα. Επρόκειτο για τους Fumimaro Konoe (1891-1945), εν αναμονή πρωθυπουργό, αντιστράτηγο Hideki Tojo (1884-1948), μελλοντικό υπουργό Στρατιωτικών και πρωθυπουργό, υποναύαρχο Zengo Yoshida (1885-1966), εν ενεργεία υπουργό Ναυτικών και Yōsuke Matsuoka (1880-1946), μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών. Όλοι τους υιοθέτησαν ως κοινή πολιτική γραμμή της υπό εκκόλαψη κυβέρνησης ένα κείμενο με συντάκτη τον Matsuoka, το οποίο έθιγε, μεταξύ άλλων, δυο σημεία που επρόκειτο σύντομα να λειτουργήσουν ως θεμελιώδεις προτεραιότητες: α) την ενδυνάμωση του Άξονα μεταξύ Ιαπωνίας, Γερμανίας και Ιταλίας και β) τη συνομολόγηση ενός Συμφώνου μη Επιθέσεως πενταετούς ή δεκαετούς διάρκειας ανάμεσα στην Ιαπωνία, το κρατίδιο του Μαντσούκουο και την Εσωτερική Μογγολία αφενός, την ΕΣΣΔ αφετέρου. Το κείμενο αυτό διανθίστηκε με δυο ακόμη προσθήκες. Η πρώτη αναφερόταν στην Ανατολική Ασία και η δεύτερη στις ΗΠΑ.⁴

Ήδη από το καλοκαίρι του 1938, η ιαπωνική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την προοπτική σύναψης μιας νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Γερμανία και την Ιταλία. Μια συμμαχία αυτού του είδους θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και η Ιταλία. Οι σχετικές συζητήσεις δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίθεσης του ιαπωνικού Ναυτικού.⁵ Η είδηση της υπογραφής του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου του Αυγούστου 1939 έπεσε σαν κεραυνός στο Τόκιο. Για κάποιο χρονικό διάστημα το όλο σχέδιο παρέμεινε στο περιθώριο. Ωστόσο, η διαφαινόμενη επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρώπη έπεισε τους Ιάπωνες να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις. Η Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο δρομολόγησε την πορεία προς το Τριμερές Σύμφωνο.

Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Yōsuke Matsuoka έσπευσε να συνομολογήσει το παραπάνω Σύμφωνο έπειτα από συνoμιλίες που είχε τον Σεπτέμβριο του 1940 στο Τόκιο με τον Heinrich Stahmer, ειδικό απεσταλμένο του Γερμανού ομολόγου του, Joachim von Ribbentrop. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχημάτισε την εντύπωση πως η Γερμανία ήταν πρόθυμη να επωμιστεί έναν ρόλο έντιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Τόκιο και Μόσχας καθώς οι διμερείς σχέσεις με την ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να είναι προβληματικές και να εγείρουν ανησυχία στην Ιαπωνία.

Ορισμένες επισημάνσεις του Stahmer έχουν περισωθεί σε ένα έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται “Θεμελιώδη σημεία του ενημερωτικού διαλόγου μεταξύ Matsuoka και Stahmer, παρουσία του Γερμανού πρέσβη (9 και 10 Σεπτεμβρίου 1940)”.⁶

Μεταξύ άλλων ο Γερμανός απεσταλμένος, ο οποίος αργότερα ο αναβαθμίστηκε σε πρέσβη του Γ΄ Ράιχ στο Τόκιο (1943-1945), απευθύνθηκε προς τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών με τα ακόλουθα λόγια:Θεωρώ προτιμότερο να προηγηθεί η υπογραφή ενός Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και αμέσως κατόπιν να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ειλικρινής διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ιαπωνία και την ΕΣΣΔ. Δεν διακρίνει να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια και πιστεύει πως η όλη διαδικασία δύναται να ολοκληρωθεί δίχως μεγάλη δυσκολία. Σε αντίθεση με τα όσα διατυμπανίζει η βρετανική προπαγάνδα, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις είναι καλές, η δε ΕΣΣΔ ανταποκρίνεται σε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί μας προς μεγάλη μας ικανοποίηση”.

 

Οι Yōsuke Matsuoka, Wilhelm Keitel και Heinrich Stahmer στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1941 (Πηγή:  Bundesarchiv Bild 183-B01910).

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Stahmer διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του πως αντανακλούσαν τις απόψεις του ιδίου του Ribbentrop προσωπικά. Παίρνοντας τον λόγο, ο Matsuoka διεύρυνε το όλο σκεπτικό προς την κατεύθυνση ενός μεγαλειώδους οράματος: τη συνομολόγηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου με τη συμμετοχή σε αυτό και της ΕΣΣΔ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής με αυτές στο Ειρηνικό Ωκεανό, την οποία στο Τόκιο χαρακτήριζαν με δέος ως πραγματικό “Αρμαγεδδώνα”.⁷  Οι βιογράφοι του Matsuoka διαβεβαιώνουν ότι ήδη από τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Καλιφόρνια και στο Όρεγκον (1893-1902), ο τελευταίος είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως οι ΗΠΑ είχαν εισέλθει σε τροχιά ανέλιξης σε Μεγάλη Δύναμη. Μοναδικός τρόπος, ούτως ώστε η Ιαπωνία να μπορέσει να αποφύγει την απομόνωση ενισχύοντας συνάμα τη θέση της, ήταν η συνομολόγηση του Τριμερούς Συμφώνου με απώτερη προσχώρηση της ΕΣΣΔ σε αυτό. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του εκμαίευσε από τον Γερμανό πρέσβη, στρατηγό Eugen Ott, την περίφημη δέσμευση περί έντιμης διαμεσολάβησης του Βερολίνου στην όλη υπόθεση. Πράγματι, σε ιδιωτική επιστολή με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1940, ο Ott ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Matsuoka ως εξής:Αναφορικά με τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, η Γερμανία προτίθεται να προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις καλές της υπηρεσίες και να πράξει ό,τι δυνατόν για την προαγωγή ενός κλίματος αμοιβαίας και φιλικής κατανόησης μεταξύ των δυο μερών”.⁸ Η Johanna Menzel Meskill ισχυρίζεται πως ο Stahmer δεν φιλοτιμήθηκε καν να στείλει στον Ribbentrop αντίγραφο της επιστολής.⁹ Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, τότε το όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απλή ψευδαίσθηση.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Ribbentrop οραματιζόταν τη σφυρηλάτηση ενός ηπειρωτικού συνασπισμού, αποτελούμενου από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και με προοπτική προσχώρησης της Ισπανίας. Συχνά έκανε λόγο για μια συμμαχία, η οποία θα εκτεινόταν από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Γιοκοχάμα.¹º Ο συνασπισμός αυτός θα στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ribbentrop καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα εδώ και αρκετό καιρό. Σε σημείωμα, το οποίο είχε υποβάλλει στις 2 Ιανουαρίου 1938 στον Hitler, υποστήριζε ήδη τη δημιουργία ενός τριγώνου Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο.¹¹ Στη μελέτη του για τη διπλωματία του Ribbentrop,  o Wolfgang Michalka φτάνει μέχρι σημείου να ισχυριστεί πως το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν του 1936 ήταν αντικομμουνιστικό τύποις μόνο. Στην ουσία στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας.¹² Διακαής πόθος του Ribbentrop ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Στις οδηγίες του προς τον Γερμανό πρέσβη στη σοβιετική πρωτεύουσα, κόμη Werner von Schulenburg, ο Ribbentrop επανέρχεται στην ιδέα της γερμανικής έντιμης διαμεσολάβησης. Το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939 ήταν, επομένως, το επιστέγασμα της φιλορωσικής πολιτικής του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας.¹³

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Hitler αποφάσισε να επιτεθεί κατά της ΕΣΣΔ έπειτα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, τις οποίες είχε στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1940 στο Βερολίνο με τον Vyacheslav Molotov, κομισάριο του λαού για τις εξωτερικές υποθέσεις και επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, επρόκειτο, τότε, για το ουσιαστικό τέλος του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939. Είναι η άποψη τόσο του George F. Kennan, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στη Μόσχα,¹⁴ όσο και του James F. Byrnes, πρώην υπουργού Εξωτερικών. Ειδικότερα ο Byrnes γράφει σχετικά:Στους ιστορικούς εναπόκειται να εντοπίσουν πότε ακριβώς ο Hitler έλαβε την τελική απόφαση. Η σκέψη τον απασχολούσε από νωρίς. Ωστόσο, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, είμαι πεπεισμένος πως η κρίσιμη καμπή ήταν οι συνομιλίες με τον Molotov. Είναι προφανές ότι έπειτα από εκείνη τη μοιραία 13η Νοεμβρίου και μετά, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις ακολούθησαν μια σταδιακή φθίνουσα πορεία.”¹⁵

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Vyacheslav Molotov στο Βερολίνο και οι συνομιλίες κορυφής με τη γερμανική ηγεσία (12 – 13 Νοεμβρίου 1940).

Στην πρόσκληση του Hitler να προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, ο Stalin απάντησε με προκλητικό τρόπο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να μοιραστούν η Γερμανία με την ΕΣΣΔ τον κόσμο, ύστερα από την επικείμενη κατάρρευση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.¹⁶ Κατά την άποψή του, ο Hitler προέβη σε μια πρόταση αυτού του είδους προκειμένου να τον παρασύρει σε διαπραγματεύσεις γύρω από ευαίσθητα ζητήματα. Με τη σειρά του απάντησε ζητώντας υψηλό αντίτιμο όντας διατεθειμένος πάντως να μετριάσει τους όρους στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μετατροπή του Τριμερούς Συμφώνου σε Τετραμερές.¹⁷

Τα κυριότερα σημεία της απάντησης του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 είχαν ως εξής:

Η σοβιετική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευμενώς το σχέδιο περί συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου με αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές δεσμεύσεις, κάτω από τους ακόλουθους όρους:

  • Υπό την προϋπόθεση της άμεσης απόσυρσης των γερμανικών στρατευμάτων από την Φινλανδία εφόσον η τελευταία ανήκε πλέον στη ρωσική σφαίρα επιρροής· η ΕΣΣΔ δεσμευόταν από την πλευρά της να προστατέψει τα εκεί οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας (προμήθεια ξυλείας και νικελίου).
  • Υπό την προϋπόθεση ότι μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες θα διασφαλιζόταν η προστασία της ΕΣΣΔ στα Στενά μέσω της υπογραφής ενός διμερούς Συμφώνου με την Βουλγαρία και της εκχώρησης μιας ναυτικής βάσης στην ευρύτερη περιοχή του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων με καθεστώς μακροχρόνιας μίσθωσης.
  • Υπό την προϋπόθεση αναγνώρισης της ζώνης νοτίως του Μπατούμ και του Μπακού με γενική κατεύθυνση προς τον Περσικό Κόλπο ως ζώνης αποκλειστικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ.
  • Υπό την προϋπόθεση αποποίησης εκ μέρους της Ιαπωνίας κάθε δικαιώματος εκχώρησης στους τομείς του άνθρακα και του πετρελαίου στο βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης.¹⁸

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σφυρηλάτηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου (ή μιας Τετραμερούς Συνεννόησης, κατά τον προσφιλή όρο του Matsuoka) θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ, πόσο μάλλον εάν η πρωτοβουλία αυτή είχε μακροχρόνια διάρκεια. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, ευρισκόμενη προ τετελεσμένων, θα δίσταζε να εμπλακεί σε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από τη δική της πλευρά, η Κίνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ciang Kai-shek, θα αποδεχόταν μια ειρηνική διευθέτηση της πολεμικής της διαφοράς με την Ιαπωνία. Απόρροια όλων των παραπάνω θα ήταν μια αποκλιμάκωση της έντασης στον τομέα των διμερών αμερικανο-ιαπωνικών σχέσεων. Εξυπακούεται πως η ιδέα περί Τετραμερούς Συνεννόησης φάνταζε ως μακιαβελική για όποιον δεν προσμετρούσε τις ιδεολογικές διαφορές. Ήταν σε θέση, παρά ταύτα, να αποτρέψει τον κίνδυνο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ. Άλλωστε, το εναλλακτικό αυτό σχήμα παρέμεινε αξιόπιστο έως τις συνομιλίες Hitler-Molotov (12-13 Νοεμβρίου) και την επίσημη απάντηση του Stalin (25 Νοεμβρίου). Μια απάντηση, η οποία έθεσε την ταφόπλακα στην βραχύβια αυτή ιδέα. Ο Hitler δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να διαπραγματευθεί με την ΕΣΣΔ την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Φινλανδία. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς στιγμή αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Με την οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1940, διέταξε την  έναρξη των προετοιμασιών για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Ο Gerhard L. Weinberg μας εφιστά την προσοχή στο Ημερολόγιο του στρατηγού Franz Halder, αρχηγού του επιτελείου του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με αυτό (καταχώριση της 31ης Ιουλίου 1940), η απόφαση για την εισβολή είχε ληφθεί από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράιχ πολύ νωρίτερα. Μάλιστα, την είχε κοινοποιήσει σε συνάντησή του με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις 31 Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν. Η θεωρία του Weinberg μας δυσκολεύει να κατανοήσουμε τους λόγους της αποστολής, ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο, του Stahmer στο Τόκιο με τη προτροπή του Ribbentrop προς την Ιαπωνία να προσχωρήσει στον Άξονα Βερολίνου-Ρώμης με προοπτικές περαιτέρω διεύρυνσης χάρη στη συμμετοχή και της  ΕΣΣΔ σε αυτόν.¹⁹

Εάν η θεωρία του Weinberg ευσταθεί, τότε το όραμα του Matsuoka έτσι όπως το περιέγραψε τον Σεπτέμβριο του 1940 για μια Τετραμερή Συνεννόηση αποτελεί αυταπάτη, η οποία ουδέποτε ενεργοποίησε το ενδιαφέρον της Γερμανίας. Εάν, αντίθετα, ισχύουν τα όσα υποστηρίζει ο Byrnes, η ιδέα του Matsuoka αντιστοιχούσε με τη γερμανική αντίληψη περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού, η οποία προωθήθηκε από τον Ribbentrop στο σχέδιο για Τετραμερές Σύμφωνο και  επιδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου στον Molotov από τον Hitler προσωπικά.²º Σε περίπτωση δε που ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ έτρεφε κάποιες αμυδρές ελπίδες, ακόμα και μετά τη σύσκεψη της 31ης  Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν, να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, τότε το όραμα του Matsuoka συγκέντρωνε  πιθανότητες επιτυχίας σε ποσοστό 50%. Όπως προαναφέρθηκε, οι μαξιμαλιστικοί όροι τους οποίους έθεσε ο Stalin στην απάντησή του της 25ης Νοεμβρίου, υπήρξαν εκείνοι που έθεσαν απότομο και αμετάκλητο τέλος στην όλη υπόθεση, στρέφοντας τον Hitler προς την επιλογή της δυναμικής λύσης.

Αποκαλυπτική ως προς όλα αυτά είναι η εκδοχή του Klauss Hildebrand. Υποστηρίζει πως στους κόλπους του Γ΄ Ράιχ υπήρχαν δυο αντικρουόμενες πολιτικές. Η πρώτη από αυτές ήταν αντιβρετανική και φιλορωσική με κύριους εκφραστές τους κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών, του Πολεμικού Ναυτικού, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τον Ribbentrop, τον ναύαρχο Erich Raeder και τον Hjalmar Schacht. Επρόκειτο ουσιαστικά για την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Δεύτερη τάση ήταν η αγγλόφιλη και αντισοβιετική πολιτική του ιδίου του Hitler.²¹ Η θεωρία του Hildebrand επιτρέπει να κατανοήσουμε την αδυναμία του Matsuoka να αντιληφθεί τον δισυπόστατο χαρακτήρα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πρωθυπουργό Fumimaro Konoe και άλλους Ιάπωνες ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ παράμεινε αινιγματική και μυστηριώδης έως το τέλος του πολέμου.

Βερολίνο, 27 Σεπτεμβρίου 1940: η τελετή υπογραφής του Τριμερούς Συμφώνου. Διακρίνονται οι Saburō Kurusu, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Γερμανία, Galeazzo Ciano, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Adolf Hitler και Joachim von Ribbentrop (όρθιος στο βήμα).

Στο Τόκιο κοινή ήταν η πεποίθηση ότι οι θέσεις του Ribbentrop αντανακλούσαν εκείνες του Hitler, κάτι που κάθε άλλο παρά συνέβαινε στην πραγματικότητα.²² Σύμφωνα με τους Hildebrand και Andreas Hillgruber, ο Γερμανός καγκελάριος ουδέποτε ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό το σχήμα ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού που προωθούσε ο Ribbentrop.²³ Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζονται οι ρίζες της λανθασμένης εκτίμησης, εκ μέρους των Ιαπώνων, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο τότε πρέσβης στο Βερολίνο, Hiroshi Oshima, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα προς τον γράφοντα τη θλίψη, την οποία του εξέφρασε τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ribbentrop, επειδή η οριστική επιλογή του Hitler έκλινε προς την κατεύθυνση της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Σχετικά με όλα αυτά, ο Hildebrand γράφει τα ακόλουθα:

Αν και ο Hitler έδειχνε ολοένα και περισσότερο απορροφημένος από την ιδέα της εισβολής, ο Ribbentrop κατάφερε προς στιγμή να τον κάνει να στραφεί προς τη δική του αντίληψη. Στόχος του ήταν να τερματιστεί νικηφόρα ο πόλεμος το ταχύτερο δυνατό. Ο Hitler, έστω και δίχως ενθουσιασμό, συμφώνησε με την ιδέα του υπουργού του να εξαναγκάσει τη Μεγάλη Βρετανία να καταθέσει τα όπλα μέσω της σφυρηλάτησης ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού εκτεταμένου από τη Μαδρίτη έως τη Μόσχα. Το σχήμα αυτό απασχόλησε εκ νέου τους δυο άνδρες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1940. Η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της πολιτικής του Ribbentrop…Το σχέδιο περί δημιουργίας ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού θα οδηγούσε, έστω και προσωρινά, στην απομόνωση των ΗΠΑ και στη διατήρηση της ουδετερότητας της Ρωσίας. Θα γονάτιζε τη Βρετανία και θα εξασφάλιζε υπερπόντια εδαφικά κέρδη προς όφελος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως ο Hitler κατέληξε στις δικές του επιλογές επιθυμώντας να προσελκύσει το Λονδίνο σε αυτές. Όμως, η προσέγγιση με την Ιαπωνία, τον συνεταίρο από την Άπω Ανατολή στους κόλπους του Τριμερούς Συμφώνου, δεν γνώρισε εφαρμογή στην πράξη. Άλλο τόσο δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια ευθυγράμμισης των Mussolini, tain και Franco με τους ευσεβείς πόθους του Γερμανού καγκελαρίου. Πάντως, το όραμα του Ribbentrop δεν καρποφόρησε. Ο Φύρερ απέφυγε να αποκλείσει την ιδέα έως το τέλος Οκτωβρίου, οπότε τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της “Ανατολικής πολιτικής”. Η αποτυχία των συνομιλιών με τον Molotov τον Νοέμβριο του 1940 αφήνει να διαφανεί πως έπεισε τον Hitler να επιλέξει τη στρατιωτική λύση σε βάρος της ΕΣΣΔ, μια σκέψη, με την οποία ερωτοτροπούσε εδώ και αρκετό καιρό. Το ίδιο ισχύει σχετικά και με την πεποίθηση ότι η Βρετανία ήταν εφικτό να εξαναγκαστεί σε υποταγή.²⁴

Η απάντηση του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 και η έκδοση της σχετικής διαταγής από τον Hitler στις 18 Δεκεμβρίου, διέλυσαν κάθε προοπτική περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού και μαζί με αυτό κάθε ελπίδα αποφυγής, για την Ιαπωνία, ενός πολέμου στον Ειρηνικό. Μη έχοντας την παραμικρή ενημέρωση σχετικά με την τελική επιλογή του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, η κυβέρνηση Konoe ανέμενε εις μάτην την υποσχεθείσα έντιμη διαμεσολάβηση της Γερμανίας όσον αφορά τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Όταν ο Matsuoka υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το Σύμφωνο Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941 στη Μόσχα, η έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα πλησίαζε επικίνδυνα. Υπάρχουν δε και ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες και ο Stalin προετοιμαζόταν, με τη σειρά του, για μια δυναμική αναμέτρηση με την Γερμανία.²⁵ Εάν αυτό ευσταθεί, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε πως ουδέποτε υπήρξαν πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου. Έπειτα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στις 22 Ιουνίου 1941 εντός του σοβιετικού

Μόσχα, 13 Απριλίου 1941: Ο Yōsuke Matsuoka υπογράφει το Σύμφωνο Ουδετερότητας με την ΕΣΣΔ. Όρθιοι διακρίνονται οι Joseph Stalin και Vyacheslav Molotov.

εδάφους, οι προοπτικές αποφυγής ενός πολέμου ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ισχνές έως μηδαμινές. Μια από αυτές ήταν η αποφυγή στρατιωτικής παρέμβασης στη γαλλική κτήση της Ινδοκίνας. Ο Matsuoka είχε ταχθεί απροκάλυπτα εναντίον, προφητεύοντας πως μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανο-ιαπωνική πολεμική αντιπαράθεση. Αντ΄ αυτού, συνέστησε επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, σε συντονισμό με τη σύμμαχο Γερμανία. Δυο Ιάπωνες ιστορικοί, οι Sumio Hatano και Sadao Asada περιγράφουν την κατάσταση ως εξής:

Το μεγάλο εμπόδιο στην περίπτωση ήταν ο Matsuoka. Τις παραμονές της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ αντέστρεψε τις αρχικές του προτεραιότητες και τάχθηκε κατά μιας προέλασης προς νότο. Αντίθετα, υποστήριξε μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανώτατες ηγεσίες του Στρατού Ξηράς και του Ναυτικού, οι οποίες μέχρι τότε τον θεωρούσαν ως υπέρμαχο της παρέμβασης στην Ινδοκίνα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν αυτή τη μεταστροφή. Αργότερα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Matsuoka κατέθεσε πως είχε αντιταχθεί στη ιδέα μιας προέλασης προς νότο επειδή φοβόταν ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξήγηση μένει να επιβεβαιωθεί. Είναι προφανές πως έτρεφε επίσης μεγάλη εκτίμηση στο Τριμερές Σύμφωνο, στη σύναψη του οποίου είχε ο ίδιος διαδραματίσει σημαντικό ρόλο…Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου θρυμμάτισε το μεγάλο όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου και έριξε τους Ρώσους στις αγκάλες των Βρετανών και των Αμερικανών. Ωστόσο, η παραπάνω εξέλιξη δεν οδήγησε σε μονομερή καταγγελία του Τριμερούς Συμφώνου εκ μέρους της Ιαπωνίας. Το αντίθετο μάλιστα: η ιαπωνική ηγεσία συνέχισε να το υποστηρίζει. Προέβλεψε κατά κράτος επικράτηση της Γερμανίας στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, γεγονός, το οποίο θα απάλλασσε την Ιαπωνία από τον σοβιετικό κίνδυνο, επιτρέποντάς της, συνάμα, να καταφέρει απρόσκοπτα ένα αποφασιστικό κτύπημα προς νότο. Έκτοτε, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο: ιαπωνικά στρατεύματα θα στάθμευαν στην Ινδοκίνα. Ταυτόχρονα, θα προετοιμαζόταν επίθεση προς βορρά (εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης), στο ποσοστό που οι συνθήκες για κάτι τέτοιο θα ήταν “ιδιαίτερα ευνοϊκές”. Το Ναυτικό εξέφραζε αντιρρήσεις, μη επιθυμώντας μια ένοπλη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Τελικά, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί έπειτα από την διαβεβαίωση πως η πολεμική προετοιμασία ενάντια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ δεν επρόκειτο να επηρεαστεί. Αυτός υπήρξε ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο της 2ας Ιουλίου 1941. Την επομένη, διατάχθηκε επιστράτευση. Στρατός και Ναυτικό προετοιμάστηκαν για ειρηνική ή ένοπλη προέλαση, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, 40.000 άνδρες  εισήλθαν “ειρηνικά” στο νότο της Ινδοκίνας.²⁶

Η προέλαση του ιαπωνικού στρατού στη νότια Ινδοκίνα.

Οι ΗΠΑ απάντησαν στην ιαπωνική κατοχή της Ινδοκίνας με την επιβολή πλήρους πετρελαϊκού εμπάργκο που με τη σειρά της οδήγησε τις δυο χώρες σε πόλεμο. Ύστατη ευκαιρία αποτροπής του τελευταίου θα μπορούσε να ήταν, ενδεχομένως, μια συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Konoe και τον πρόεδρο Franklin D. Roosevelt.²⁷ Οι Hatano και Asada συνεχίζουν επ’ αυτού: Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Konoe συνίστατο σε μια συνάντηση κορυφής με τον Roosevelt. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να προβεί σε δραστικές παραχωρήσεις, παραβλέποντας τις προτεραιότητες της στρατιωτικής και ναυτικής ηγεσίας. Σκόπευε να αποσπάσει μια ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών υποθέσεων και με τη συνδρομή του Αυτοκράτορα να διατάξει κατόπιν τον υπουργό Στρατιωτικών Tojo να αποφύγει κάθε πρωτοβουλία ικανή να οδηγήσει σε πόλεμο. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρόταση περί συνάντησης κορυφής απορρίφτηκε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Cordell Hull, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση την επίτευξη μιας προκαταρκτικής συμφωνίας επάνω σε βασικές αρχές. Οι Ιάπωνες ιστορικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν κατά πόσο μια αποδοχή της πρότασης Konoe ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αποφυγή πολέμου. Υπάρχει η άποψη πως εάν οι Konoe και Roosevelt κατέληγαν σε κάποιο είδος modus vivendi κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, οι ίδιες οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Pearl Harbor.²⁸

Τέλος, ως μια ανεπαίσθητη ευκαιρία αναχαίτισης του πολέμου θα μπορούσε να εκληφθεί και η στιγμή της επιλογής, εκ μέρους του αυτοκράτορα, του διαδόχου του Konoe στον πρωθυπουργικό θώκο. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο πανίσχυρος υπουργός Σφραγιδοφύλακας Koichi Kido τάχθηκε υπέρ της επιλογής του στρατηγού Hideki Tojo με την ελπίδα πως ο τελευταίος θα συγκρατούσε τις πολεμοχαρείς τάσεις των αξιωματικών και θα απέφευγε μια πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ. Στις 18 Οκτωβρίου 1941 ο Tojo διορίστηκε πρωθυπουργός. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διορισμού συνοδευόταν από ένα προσωπικό μήνυμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο καλείτο να επανεξετάσει την απόφαση της Αυτοκρατορικής Σύσκεψης της 2ας Ιουλίου περί πολεμικής προπαρασκευής και να προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο. Έως τότε, ο Tojo δήλωνε οπαδός της εξάντλησης κάθε διπλωματικού περιθωρίου με τις ΗΠΑ πριν από την προσφυγή στα όπλα. Ήταν επίσης αντίθετος στην ιδέα της απόσυρσης των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Κίνα. Ο Kido ήλπιζε ότι ο νέος πρωθυπουργός θα παρέμενε συνεπής στις απόψεις του και πως θα συμμορφωνόταν με το περιεχόμενο του αυτοκρατορικού μηνύματος. Δεν χρειάστηκε να συμπληρωθούν δυο, μόλις, μήνες έως ότου οι προσδοκίες του Kido διαψευστούν παταγωδώς. Η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor εκδηλώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1941 [ώρα Ιαπωνίας].

Koichi Kido.
Ναύαρχος Koshiro Oikawa.

                                                                                                

 

 

 

 

 

7 Δεκεμβρίου 1941: η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor.

Ο υπολογισμός του Kido αποδείχθηκε πέρα ως πέρα εξωπραγματικός. Σε περίπτωση σύρραξης με τις ΗΠΑ, επόμενο ήταν ότι το μεγαλύτερο βάρος αναλογούσε στο Ναυτικό. Εκείνο προοριζόταν να διεξαγάγει τις αποφασιστικές μάχες. Υπό αυτές τις συνθήκες φάνταζε προτιμότερο να είχε επιλεγεί για τη θέση του πρωθυπουργού ένα άτομο προερχόμενο από τις τάξεις του Ναυτικού. Ο ναύαρχος Koshiro Oikawa, υπουργός Ναυτικών της απελθούσας κυβέρνησης Konoe, ήταν εξίσου καλά ενημερωμένος για την όλη κατάσταση χάρη στο αξίωμα, το οποίο κατείχε.²⁹ Επιπρόσθετα, ο Oikawa ήταν πολέμιος μιας δυναμικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Ο συλλογισμός του Kido στηριζόταν στην πεποίθηση πως ο Tojo θα παρέμενε νομοταγής στις υποδείξεις του αυτοκράτορα. Παράλληλα, ήταν ένας τρόπος να κτυπηθεί το κακό με το κακό. Αντ’αυτού, στις 18 Οκτωβρίου ο Tojo επέβαλε ένα αμιγώς δικτατορικό καθεστώς. Στην υποθετική περίπτωση επιλογής του Oikawa, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ακόμη και εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα του ναυάρχου, διαμετρικά αντίθετου με εκείνον του Tojo. Όπως και να έχει το ζήτημα, η προτίμηση του Kido στράφηκε προς το πρόσωπο του Tojo και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκε κάθε υπόνοια ελπίδας αποφυγής του πολέμου.³º

The Road to War – Japan


 

Ο Masaki Miyake είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιαπωνικής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Meiji του Τόκιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Possibilities for Avoiding War on Japan’s Road to Pearl Harbor» δημοσιεύτηκε στον τόμο L’ année ’41. La mondialisation du conflit, Conférence Internationale, C.R.H.Q Université de Caen – Mémorial de Caen “Un musée pour la paix”, Caen, Éditions du Lys, 1992, σ. 185-193.

¹  Carl Schmitt, Politische Romantik, β΄ έκδοση, Μόναχο, 1932, σ. 102.

² Masaki Miyake, “Kita Ikki’s Political Ideas and the February Mutiny of 1936”, International Studies, 1987/II.

³ Gilbert Ziebura, World Economy and World Politics 1924-1931. From Reconstruction to Collapse, μτφ. από τα γερμανικά Bruce Little, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη / Μόναχο, 1990, σ. 161.

⁴ Σχετικά με τη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο βλ. James W. Morley (επιμ.), Deterrent Diplomacy. Japan, Germany and the USSR, 1935-1940, New York, 1976, σ. 216-219 και Gerhard Krebs, Japans Deutschlandpolitik 1935-1941. Eine Studie zur Vorgeschichte des Pazifischen Krieges, τόμος Α΄, Αμβούργο, 1984, σ. 438-440.

⁵ Το θέμα αναλύεται διεξοδικά στο Morley (επιμ.), οπ.π., κεφ. Α΄ και Krebs, οπ.π., κεφ. Β’ και Γ΄. Βλ. επίσης Theo Sommer, Deutschland und Japan zwischen den Mächten 1935-1940 Tübingen,1962, κεφ. Γ΄ και Bernd Martin, “Die deutsch-japanischen Beziechungen während des Dritten Reiches” στο Manfred Funke (επιμ.), Deutschland und die Mächte, Ντύσσελντορφ, 1976.

International Military Tribunal for the Far East, τεκμήριο αρ. 549. Βλ. επίσης Ernst L. Presseisen, Germany and Japan. A Study in Totalitarian Diplomacy 1933-1941, Χάγη, 1958, σ. 260.

⁷ Masaki Miyake, “Die Achse Berlin-Rom-Tokyo im Spiegel der Japanischen Quellen”, Mitteilungen des Österreichischen Staatsarchivs, αρ. 21, 1968 (Βιέννη, 1969), του ίδιου, Nichi-doku-i sangoku domei no kenkyu (A Study on the Tripartite Alliance Berlin-Rome-Tokyo), Tokyo, 1975 (στα ιαπωνικά με περίληψη στην αγγλική γλώσσα).

⁸ Kimitada Miwa, Matsuoka Yōsuke. Sono ningen to gaiko (Yōsuke Matsuoka. His Personality and Diplomacy), Tokyo, 1971, σ. 36.

⁹  Johanna Menzel Meskill, “Der geheime deutsch-japanische Notenaustausch zum Dreimächtepakt. Documentation”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1957,2 και της ιδίας, Hitler and Japan. The Hollow Alliance, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 20.

¹º Wolfgang Michalka, Ribbentrop und die deutsche Weltpolitik 1933-1940. Aussenpolitische Konzeptionen und Entscheindungsprozesse im Dritten Reich, Μόναχο, 1980, σ. 255.

¹¹ Akten zur Deutschen Auswärtigen Politik 1918-1945 (στο εξής ADAP), σειρά Δ΄, τόμος 1, έγγραφο αρ.93.

¹² Michalka, οπ.π., σ. 138.

¹³ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 6, έγγραφο αρ. 441.

¹⁴ George F. Kennan, Russia and the West under Lenin and Stalin, Βοστώνη, 1960, κεφ. 22.

¹⁵ James F. Byrnes, Speaking Family, Νέα Υόρκη, 1947, σ. 289.

¹⁶ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ.325 και τόμος 11/2, έγγραφο αρ. 404.

¹⁷ Andreas Hillgruber, Hitlers Strategie. Politik und Kriegführung 1940-1941, Φρανκφούρτη, 1965, σ. 305-309.

¹⁸ Raymond J. Sontag – James S. Beddie (επιμ.), Nazi-Soviet Relations 1939-1941. Documents from the Archives of the German Foreign Office, Westpoint, 1976, σ. 258-259.

¹⁹ Gerhard L. Weinberg, “Hitlers Entschluss zum Angriff auf Russland”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1953, 4. Weinberg, Germany and the Soviet Union, β΄ έκδοση, Λάιντεν, 1972. Franz Halder, Kriegstagebuch, τόμος 2, Στουτγάρδη, 1963, σ. 49. Philipp W. Fabry, Der Hitler-Stalin Pakt 1939-1941. Ein Beitrag zur Methode Sowjetischer Aussenpolitik, Ντάρμσταντ, 1962, σ. 498 σημ. 272.

²º R. Sontag – J. Beddie, οπ.π., σ. 255-258. Το γερμανικό πρωτότυπο του σχεδίου περιλαμβάνεται στο ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ. 309.

²¹ Klaus Hildebrand, The Foreign Policy of the Third Reich, Translated by Anthony Fothergill, Λονδίνο, 1973, εισαγωγή.

²² Ibid., κεφ. 4.

²³ Hillgruber, Hitlers Strategie..., σ. 238-242.

²⁴ Hildebrand, The Foreign Policy…, σ. 102-103.

²⁵ Viktor Suvorov, Der Eisbrecher: Hitler in Stalin’s Kalkül, Στουτγάρδη, 1989.

²⁶ Sumio Hatano – Sadao Asada, “The Japanese Decision to Move South (1939-1941)” στο Robert Boyce και Esmonde M. Robertson (επιμ.), Paths to War. New Essays on the Origins of the Second World War, Λονδίνο, 1989, σ. 398-399.

²⁷ Chihiro Hosoya, “Taiheiyo senso wa sakeraretaka?” Rekishi to Jinbutsu, Τόκιο, Ιούλιος 1973, σ. 30-47.

²⁸ Hatano και Asada, οπ.π., σ. 401-402.

²⁹ Yoshitake Oka, Konoe Fumimaro. A Political Biography, Translated by Shumpei Okamoto and Patricia Murray, Τόκιο, 1983, σ. 158.

³º Kido Koichi kankei bunsho, Τόκιο, 1966, σ. 35-35. Hearings before the Joint Committee on the Investigation of the Pearl Harbor Attack, Congress of the United States, Seventy-Ninth Congress, Washington D.C. 1946, Part 20, Joint Committee Exhibits Nos. 173 – 179. Masaki Miyake, “Theories of Civil-Military Relations as related to Japan and a Comparison with Germany’s Case”, Sekei Ronso, τόμος 59, σ. 1-2, Τόκιο, Αύγουστος 1990.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Άνω Μακεδονία

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Άνω Μακεδονία

 

Η ιδέα για τη συγκεκριμένη μελέτη προέκυψε μετά την ενασχόληση του γράφοντος με τους όρους “κοινότητα” και “ταυτότητα” στην αρχαία Μακεδονία.Περιττό να σημειωθεί ότι με τους παραπάνω όρους συνδέονται κι άλλοι, όπως “όρια”, “σύνορα” και “τόποι”, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους ανθρωπολόγους κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα, μετά από την έκδοση από τον F. Barth του πρωτοποριακού για την εποχή του συλλογικού έργου Ethnic Groups and Boundaries.2 Κίνητρο για την επανεξέταση των πηγών που αφορούν στην Άνω Μακεδονία και τους πληθυσμούς της απετέλεσε η λεγόμενη “ανθρωπολογία των συνόρων”, η οποία θα μπορούσε πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως ένα μεθοδολογικό εργαλείο για την πρόσληψή τους, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο υποβοηθείται από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η θέση ότι «οι παραμεθόριες περιοχές συχνά έχουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό εθνών και κρατών».3 Μολονότι η άποψη αφορά σε σύγχρονους όρους, ίσως το σχήμα να έχει εφαρμογή και στην Αρχαιότητα. Τέλος, θα ληφθούν υπόψη, έστω και ακροθιγώς, οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικόνα.

Η γεωγραφική ενότητα, η οποία περικλείεται από τους ορεινούς όγκους του Βόρα Βερμίου στα ανατολικά, του Demir-Hissar, του Plakenska, της Πίνδου και του Βαρνούντα στα δυτικά, των Χασίων, Πιερίων και Καμβουνίων στα νότια και των Dautica, Babuna και Dren στα βόρεια, είναι γνωστή ως Άνω Μακεδονία.4 Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (7.173.4 και 8.137) και αργότερα στον Θουκυδίδη (2.99) ενώ τα εδάφια είναι γνωστά και έχουν σχολιασθεί επανειλημμένα.5 Ως περιοχές που περιλαμβάνονταν στην Άνω Μακεδονία θα πρέπει να θεωρηθούν η Ορεστίδα, η Ελίμεια, η Λυγκηστίδα, η Πελαγονία, η Εορδαία και η Δερρίοπος.6 Ωστόσο, στα ρωμαϊκά χρόνια οι εν λόγω περιοχές θεωρούνταν πλήρως ενταγμένες στο μακεδονικό βασίλειο.7

Χάρτης της Άνω Μακεδονίας κατά τον 4º αιώνα π.Χ.

O γεωγραφικός καταμερισμός, ο οποίος επιτείνεται από την ύπαρξη και άλλων, μικρότερων ορεινών όγκων στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, δημιουργεί ακόμη και σήμερα ένα έντονο αίσθημα διαφοροποίησης στον επισκέπτη, ο οποίος προκαλείται να ανακαλύψει τον τόπο και να εικάσει σε μεγάλο βαθμό (ελλείψει πηγών) την πρόσληψή του από τους νότιους Έλληνες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους του. Η γεωμορφολογία της περιοχής σε συνδυασμό με τα λιγοστά αρχαιολογικά κατάλοιπα είχε οδηγήσει αρχικά στην άποψη περί μερικής απομόνωσής της, όχι μόνον από τις νοτιότερες περιοχές του ελληνικού κόσμου αλλά και από την υπόλοιπη Μακεδονία, άποψη η οποία φαίνεται να διασκεδάζεται μερικώς τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρούμε βέβαιη τη διατήρηση της κώμης, ενός ανοχύρωτου οικισμού, ως βασικού τύπου εγκατάστασης, παρά το γεγονός ότι στη γειτονική Κάτω Μακεδονία η ύπαρξη αστικών σχηματισμών επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά ήδη από τα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ.8 Όπως, ωστόσο, αποδεικνύεται από τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, αυτή η απομόνωση φαίνεται ότι απετέλεσε μεν έναν παράγοντα καθοριστικό για την πρόσληψη των κατοίκων της από τρίτους, όχι όμως και για τις ιστορικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές εξελίξεις.9 Άλλωστε η αστικοποίηση ήταν ένα πρώιμο και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο, λ.χ. στην Ελίμεια, όπως φανερώνει η περίπτωση της Αιανής, πρωτεύουσας της Ελίμειας.10

Το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι το αν τα φύλα τα οποία κατοικούσαν στην περιοχή ήταν ελληνικά. Ή, για να θέσουμε αλλιώς το ζήτημα, αφορούσε τους κατοίκους της το συγκεκριμένο ερώτημα και, αν ναι, τότε το έθεταν για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής πρόσληψης; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση, αφού προηγηθεί μία σύντομη αναφορά σε εκείνα τα φύλα της Άνω Μακεδονίας για τα οποία σώζονται οι ιδρυτικοί τους μύθοι.

 

I. Ορεστίδα και Ορέστες

Οι διαθέσιμες για τους Ορέστες πηγές είναι εξαιρετικά ευάριθμες. Ο Στράβων θεωρεί ότι οι Ορέστες ήταν ένα ηπειρωτικό φύλο, αντλώντας προφανώς την πληροφορία του από τον Εκαταίο,11 το οποίο προσαρτήθηκε βίαια στο μακεδονικό βασίλειο μαζί με τους Πελαγόνες και τους Ελιμιώτες.12 Ο Hammond τους αποδέχεται ως Μολοσσούς και θεωρεί ότι κατοικούσαν κάποτε στη δυτική πλευρά των υψιπέδων στα νότια της κοιλάδας του Αώου και σταδιακά κινήθηκαν προς τα ανατολικά, στην κοιλάδα του Άνω Αλιάκμονα.13 Ο Zahrnt πιστεύει πως ο Θουκυδίδης θεωρεί όλα τα ἐπάνωθεν ἔθνη ως μακεδονικής καταγωγής.14 Ο θεσμός της βασιλείας ήταν επίσης γνώρισμα αυτού του φύλου, όπως προκύπτει από τον Θουκυδίδη και την αναφορά του στον βασιλέα των Ορεστών, Αντίοχο.15 Δεν συμπεριλαμβάνονται ονομαστικά και αυτοί στα φύλα της Άνω Μακεδονίας από τον ιστορικό, όπως οι Ελιμιώται και οι Λυγκησταί. Ωστόσο, μένει ανοιχτό το θέμα της ένταξής τους στο βασίλειο του Περδίκκα, καθώς η φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν θα μπορούσε κάλλιστα να τους συμπεριλαμβάνει.

Ανεξάρτητα από το ότι στην εποχή του Εκαταίου θεωρούνταν μολοσσικό φύλο,16 ο Πολύβιος τους συμπεριλαμβάνει στους Μακεδόνες, όταν γράφει ότι οι Ρωμαίοι, μετά τη νικηφόρα για αυτούς έκβαση του Β’ Μακεδονικού πολέμου εναντίον του Φιλίππου Ε’, Μακεδόνων μέν οὖν τούς Ὀρέστας καλουμένους διά τό προσχωρῆσαι σφίσι κατά τόν πόλεμον αὐτονόμους ἀφεῖσαν, ἠλευθέρωσαν δέ Περραιβούς καί Δόλοπας καί Μάγνητας.17 Προφανώς, είχε επέλθει η πολιτική αφομοίωση των Ορεστών με τους Μακεδόνες, μετά την προσάρτησή τους στο μακεδονικό κράτος από τον Φίλιππο Β’18 και ο Πολύβιος τους προσέδιδε την πολιτική έννοια του Μακεδόνος.19 Ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο να εξηγείται και η αναφορά του εθνικού Ὀρεστός Μολοσός σε επιγραφή του 164 π.Χ. από τη Δωδώνη.

Ο Ορέστης στο μαντείο των Δελφών περιστοιχιζόμενος από την Αθηνά και τον Πυλάδη. Ερυθρόμορφος κρατήρας, c. 330 π.Χ.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές διασώζουν τον σχετικό μύθο περί της ονοματοδοσίας της περιοχής από τον διωκόμενο από την Πελοπόννησο Ορέστη, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα και την πόλη Ἄργος Ὀρεστικόν στη Μακεδονία.20 Μολονότι η ιστορική αξία του μύθου δεν αναγνωρίζεται,21 η επιβίωσή του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ελληνική καταγωγή των Ορεστών και, κυρίως, για την επιθυμία τους να εμφανίζονται ως Έλληνες. Εάν ο Ορέστης αντιπαραβάλλεται προς το δωρικό Άργος, τότε γιατί να ιδρύσει στο μακεδονικό έδαφος μία ομώνυμη προς την “εχθρική” του πόλη;22 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, επειδή ο επώνυμος ήρωάς τους δεν συνδέεται με τον αντίστοιχο των Μακεδόνων, οι Ορέστες διαχωρίζονταν από τους Μακεδόνες και με αυτόν τον τρόπο αναδεικνυόταν ο «ξεχωριστός χαρακτήρας των Ορεστών μεταξύ των εθνών της Άνω Μακεδονίας και έναντι των Μακεδόνων της παραθαλάσσιας χώρας».23 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ανεξάρτητα από το αν οι Ορέστες ήταν μολοσσικό ή μακεδονικό φύλο, εντάσσονται στην ίδια ευρύτερη ελληνική εθνική ομάδα. Από την άλλη, ανεξάρτητα από την ιστορική αξία του ιδρυτικού μύθου, η τάση των Ορεστών να αποδώσουν την καταγωγή τους σε έναν Έλληνα της νότιας Ελλάδας εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι σαφώς και διαφοροποιούνταν ως φύλο από τους Τημενίδες Μακεδόνες, χωρίς να θέτουν, ωστόσο, θέμα ελληνικότητας των τελευταίων. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της Ηπείρου, όπου τα διαφορετικά μολοσσικά φύλα, πιεζόμενα μεταξύ τους, κατέληξαν σε κάποιον ελληνικό προσδιορισμό της εθνότητάς τους (ή, τουλάχιστον, των βασιλικών τους οίκων) μέσω ενός μύθου.24 Απόδειξη των παραπάνω είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι στον τέταρτο αιώνα ο Περδίκκας είχε υποκατασταθεί στον ιδρυτικό μύθο των Μακεδόνων από τον Κάρανο, πρόσωπο στενά δεμένο προς την Ορεστίδα.25 Εδώ θα πρέπει να ανιχνεύσουμε μάλλον την πολιτική του Φιλίππου Β’, ειδικά μετά την προσάρτηση της Ορεστίδος στο μακεδονικό βασίλειο. Η συνοχή του νέου βασιλείου απαιτούσε αλλαγές στην ιδρυτική του παράδοση, προκειμένου τα φύλα που είχαν προσαρτηθεί πρόσφατα να εγκολπωθούν και ιδεολογικά σε αυτό.

 

ΙΙ. Ελιμιώτιδα και Ελιμιώτες

Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος αντλεί την πληροφορία από τον Στράβωνα, στην περιοχή της Ελιμιώτιδας υπήρχε η πόλη της Ἐλιμίας, την οποία αναφέρει ρητά ως “πόλιν Μακεδονίας”. Η συγκεκριμένη πόλη είχε ιδρυθεί είτε από τον Τρώα ήρωα Έλυμο, νόθο γιο του Αγχίση και αδελφό του Αινεία, είτε από τον Έλενο, γιο του Πριάμου.26 Άσχετα με την αποδοχή ύπαρξης της εν λόγω πόλεως,27 προκύπτει η εύλογη απορία γιατί να υιοθετηθεί ένας Τρώας ως ιδρυτής μιας πόλεως στη Μακεδονία. Η έρευνα κατέληξε στο ότι οι Τρώες δεν αποτελούσαν τον απόλυτο βάρβαρο Άλλο πριν από την περίοδο των Περσικών Πολέμων.28 Εμφανίζονται να μιλούν ελληνικά, με ακριβώς τα ίδια ήθη και έθιμα αλλά και κανόνες ηθικής (φιλοπατρία). Επομένως, η ίδρυση πόλεων ή γενικότερα η παρουσία Τρώων σε περιοχές όπως η Μακεδονία (αλλά και η Ήπειρος), καθιστούσε αυτούς τους τόπους πιο οικείους για τους Έλληνες της Νότιας Ελλάδας.

Ενδεχομένως, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μαρτυρία για την καταγωγή του φύλου αλλά για την ίδρυση μιας πόλης από τον συγκεκριμένο ήρωα, οι Ελιμιώτες να θεωρούσαν τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Ωστόσο, οι γραμματειακές πηγές μας δεν βοηθούν στη διαλεύκανση του ζητήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από τις επιγραφικές μαρτυρίες, οι κάτοικοι της Ελίμειας διατήρησαν και τα δύο εθνικά επίθετα, ένδειξη ίσως του ισχυρού τοπικού αυτοσυναισθήματος,29 ενώ ο Hatzopoulos υποστήριξε ότι “το αρχαίο έθνος των Ελιμιωτών επιβίωσε όχι μόνον ως μονάδα επιστράτευσης, αλλά και σαν μία πολιτική οργάνωση μετά την κατάλυση της αρχαίας του βασιλείας και την προσάρτησή του στο βασίλειο των Τημενιδών, επί Περδίκκα Β’”.30 Ανεξάρτητα από τη σημασία αυτού του γεγονότος, η Ελιμιώτιδα παρέμεινε ανεξάρτητη ως την εποχή του Φιλίππου Β’. Η δράση των βασιλέων της (κυρίως του Δέρδα) ανιχνεύεται αδρά στον Θουκυδίδη31 καθώς και στην προαναφερθείσα επιγραφή που αφορά στη συνθήκη Περδίκκα και Αθηναίων.32 Ύστερα από την υπαγωγή της στο βασίλειο της Μακεδονίας, επί Φιλίππου Β, η Ελίμεια θεωρούνταν ως μακεδονική περιοχή.

Εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου Αιανής. Αριστερά: Κεραμικό του 14ου αιώνα π.Χ. Δεξιά: Χρυσή περόνη του δεύτερου ημίσεος του 6ου αιώνα π.Χ.

 

ΙΙΙ. Λύγκος και Λυγκηστές

Στο ήδη αναφερθέν εδάφιο του Θουκυδίδη (2.99.2), εμφανίζονται για πρώτη φορά στις πηγές μας οι Λυγκηστές. Αναφέρονται ως Μακεδόνες, με τον δικό τους βασιλέα (τον Αρραβαίο) και ήταν σύμμαχοι και υπήκοοι των Αργεαδών, ενώ η φυλετική τους οργάνωση αποτυπώνεται και στην ύπαρξη κωμών, όπως διαφαίνεται από ένα άλλο εδάφιο του Θουκυδίδη, στο οποίο αναφέρεται στην εισβολή του Βρασίδα και του Περδίκκα ἐς Λύγκον και τη δήωση των τοπικών κωμών από τους στρατιώτες του Περδίκκα.33 Ο Αρραβαίος απαντά σε τρία εδάφια στον Θουκυδίδη34 καθώς και στο κείμενο της συνθήκης μεταξύ των Αθηναίων και του Περδίκκα Β’.35 Η περιοχή αναφέρεται ως Λυγκηστίς για πρώτη φορά από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο.36

Σύμφωνα με τον Hammond, παρά το μικρό μέγεθος της περιοχής που ήλεγχαν, οι Λυγκηστές ήταν το πλέον ισχυρό φυλετικό κράτος στα μέρη αυτά, τουλάχιστον κατά το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα, ενώ η δύναμή του σχετίζεται με την ίδρυση ενός βασιλικού οίκου στα μέσα του αιώνα.37 Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η βασιλική οικογένεια ανήγαγε την καταγωγή της στους Βακχιάδες της Κορίνθου, παράδοση η οποία επιβίωνε ως την εποχή του Στράβωνος.38 Επρόκειτο, προφανώς, για μία παράδοση που εκπορευόταν από την ίδια τη βασιλική οικογένεια των Λυγκηστών, αντίστοιχη προς εκείνη των Τημενιδών. Οπωσδήποτε, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία η ύπαρξη κορινθιακών αποικιών στα παράλια της Αδριατικής με την κατασκευή αυτού του μύθου.39 Θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους Λυγκηστές Μακεδόνες με την πολιτική έννοια του όρου. Άλλωστε, στην έρευνα εντάσσονται φυλετικά στους Ηπειρώτες.40

Αγγείο-κύπελλο σε σχήμα κεφαλής κριού και ερυθρόμορφη διακόσμηση με φύλλα κισσού στον λαιμό (6ος-4ος αι. π.Χ.) που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία Λυγκηστίδα της Aνω Μακεδονίας. Πρόκειται για μια ανέλπιστη σημαντική αποκάλυψη, καθώς, μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης δεδομένων, επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι η περιοχή την περίοδο εκείνη ήταν κοινωνικά και πολιτισμικά απομονωμένη.

 

IV. Πελαγονία και Πελαγόνες

Ως επώνυμος ήρωας των Πελαγόνων αναφέρεται ο Πηλεγών, γιος του ποταμού Αξιού και της νύμφης Περιβοίας, πατέρας του Αστερόπαιου.41 Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας όπου η καταγωγή ανάγεται σε έναν ομηρικό ήρωα, γιο ποταμού, ενδεικτικό της αυτοχθονίας του φύλου.42 Οι πρώτες μαρτυρίες για τους Πελαγόνες χρονολογούνται μόλις στον τέταρτο αιώνα π.Χ. και, κατά παράδοξο τρόπο, είναι επιγραφικές. Όπως επισημαίνει η Papazoglou, θα έπρεπε να περάσουν άλλοι δύο αιώνες μέχρις ότου να εμφανισθούν οι Πελαγόνες στις γραμματειακές πηγές.43 Η πρώτη από αυτές τις μαρτυρίες αφορά στον Π[…6 τὸν Πε]λαγόνων βα|[σιλέα,44 ο οποίος τιμάται από τον δήμο των Αθηναίων ως πρόξενος καί εὐεργέτης. Το όνομα του τιμώμενου βασιλέα των Πελαγόνων δεν σώζεται, αντίθετα με την περίπτωση απονομής του τίτλου του ευεργέτη στον “ομοεθνή” του βασιλέως Μενέλαο, δύο χρόνια αργότερα (362 π.Χ.).45 Πιθανότατα, ο Μενέλαος ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας των Πελαγόνων, ίσως αδελφός του προαναφερθέντος βασιλέως. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η σημασία των δύο επιγραφών έγκειται στο ότι διαχωρίζεται η πολιτική οργάνωση των Πελαγόνων από εκείνη των Λυγκηστών.46 Έκτοτε, και ως την εποχή των Αντιγονιδών, η Πελαγονία δεν μαρτυρείται. Έχει υποστηριχθεί πως η Πελαγονία, ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, αποτελούσε τμήμα της Παιονίας και επομένως βρισκόταν εκτός των συνόρων της κυρίως Μακεδονίας.47

 

Η ταυτότητα

Η Papazoglou θεωρεί ότι η φράση του Θουκυδίδη τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιῶται καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, σχετικά με τα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία, δεν υπονοεί την πολιτική υπαγωγή όλων των φύλων που εννοούνται στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά την εθνική τους καταγωγή.48 Θεωρεί ότι επρόκειτο για Μακεδόνες, οι οποίοι δεν ήταν ενταγμένοι στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά είχαν τις δικές τους μοναρχίες.49 Δεν νομίζω ότι ήταν αμιγούς μακεδονικής καταγωγής φύλα. Θα πρέπει ενδεχομένως να θεωρήσουμε ότι οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών ήταν από εθνολογική άποψη μεικτοί, υπό την έννοια ότι μολοσσικά φύλα αναμείχθηκαν με τους Μακεδόνες, δημιουργώντας ένα «ετερογενές υπόστρωμα».50 Η άποψη της Papazoglou περί μακεδονικής καταγωγής θα ευσταθούσε, αν στην ξεχωριστή τους αναφορά από τον Θουκυδίδη υπήρχε μόνον η διευκρίνιση ότι επρόκειτο για ξύμμαχα φύλα. Ο ιστορικός, όμως, τα χαρακτηρίζει και ως ὑπήκοα, ένδειξη ότι αυτά είχαν υπαχθεί στη μακεδονική κυριαρχία κάποια στιγμή στο πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα.51

Ο Hammond ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης δεν άφησε τυχαία απροσδιόριστη τη φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, καθώς θεωρούσε ότι τα υπόλοιπα φύλα της περιοχής δεν ανήκαν στην άμεση εξουσία του Περδίκκα εκείνη την περίοδο,52 επισημαίνοντας παράλληλα και το εδάφιο από το τέταρτο βιβλίο του ιστορικού, στο οποίο αναφέρεται ο Αρραβαίος ως βασιλεύς των Λυγκηστών Μακεδόνων, όμορων του μακεδονικού βασιλείου.53 Σημειώνει ότι οι Ορέστες, οι Πελαγόνες και οι Ελιμιώτες εντάσσονταν από τον Στράβωνα (ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από τον Εκαταίο) ξεκάθαρα στα μολοσσικά φύλα,54 δείγμα ότι την εποχή του Εκαταίου αυτά τα φύλα θεωρούνταν «Μολοσσοί»,55 ενώ αργότερα, την εποχή του Θουκυδίδη, κάποια από αυτά (οι Ελιμιώτες και οι Λυγκηστές αλλά όχι και οι Πελαγόνες) χαρακτηρίζονται ως «Μακεδόνες». Η αιτία της αλλαγής για τον Hammond, όπως προαναφέρθηκε, ήταν καθαρά πολιτική, ενώ το εδάφιο του ιστορικού ερμηνεύεται ως αναγνώριση από την πλευρά του Θουκυδίδη των αξιώσεων του μακεδονικού βασιλείου στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αξιώσεις που δεν έγιναν πραγματικότητα παρά μόνο κατά τον τέταρτο αιώνα.56

O ιστορικός Nicholas Hammond (1907-2001) σε φωτογραφία του 1931.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε με ακρίβεια σε τι συνίστατο η διαφορά μεταξύ πόλεως και ἔθνους κατά τον πέμπτο αιώνα. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν επρόκειτο για δύο αντιθετικούς πόλους, αλλά ότι αποτελούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής οργάνωσης.57 Αφενός, χωρίς να αποτελούν πόλεις με την έννοια της πόλεως-κράτους, αυτά τα έθνη της Άνω Μακεδονίας δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσουν αυτόνομα στον τομέα των «διεθνών» σχέσεων, τουλάχιστον όσο ήταν ενταγμένα στο μακεδονικό βασίλειο.58 Η φράση του Στράβωνος, πιστεύω ότι απηχεί αυτήν την πραγματικότητα: καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν καί Ὀρεστιάδα καί Ἐλίμειαν τήν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ’ ὕστερον καί ἐλευθέραν·59

Αφετέρου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής εποχής, «η αίσθηση του ανήκειν σε ένα έθνος, το οποίο κατοικούσε σε μία ευρύτερη περιοχή, ήταν πιο δυνατή από την αντίστοιχη του ανήκειν σε μία συγκεκριμένη κοινότητα καθορισμένη να ξεχωρίζει από τους γείτονές της».60 Τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ερμηνευθεί και το ότι εκεί οι κάτοικοί της έφεραν το εθνικό επίθετο του γεωγραφικού συνόλου από το οποίο κατάγονταν και που είχε διαμορφωθεί πριν από την ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο βασίλειο των Αργεαδών.61

Παρόμοια με την εικόνα που συναντούμε στη Μακεδονία ήταν και εκείνη στη γειτονική Ήπειρο. Η πολιτική οργάνωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας μπορεί να συγκριθεί άνετα με εκείνη των Μολοσσών, για τους οποίους διαθέτουμε και τα περισσότερα στοιχεία.62 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σχετικές μαρτυρίες από τις περιοχές της Άνω Μακεδονίας φανερώνουν την ύπαρξη μιας πολιτικής οργάνωσης βασισμένης στις κώμες, την οποία αναγνωρίζει και ο Θουκυδίδης (1.5.1: πόλεσιν ἀτειχίστοις καί κατά κώμας οἰκουμέναις).63 Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η σχέση μεταξύ αυτών των οικισμών και των μεγάλων αστικών κέντρων ή της πρωτεύουσας, μέσω μιας εμπειρικής προσέγγισης και μιας ανάλυσης στην οποία δεν θα υπερτερεί (ελλείψει πηγών) η κρίση.64

 

Οι μύθοι καταγωγής

Ένα από τα στοιχεία που αποτελούν κοινό παρονομαστή στα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία είναι οι παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή της βασιλικής οικογένειας του κάθε φύλου. Αντιστοιχία υπάρχει όχι μόνον με τους Τημενίδες Μακεδόνες αλλά και με τους Μολοσσούς. Είναι γνωστή η προσπάθεια του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας να πείσει τους Ελλανοδίκες στην Ολυμπία για την καταγωγή του από τους Τημενίδες του Άργους, έτσι ώστε να του επιτραπεί να αγωνισθεί (Ηρόδ. 5.22). Επίσης, οι Μολοσσοί ανήγαγαν την καταγωγή τους στον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα, ο οποίος είχε βιάσει τη Λάνασσα, εγγονή του Ηρακλή, στη Δωδώνη.65 Έχει υποστηριχθεί ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο παραδόσεων συνεπάγεται ότι αυτές συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, δίχως όμως αυτός να προσδιορίζεται.66 Η παρουσία του Ηρακλή στον ιδρυτικό μύθο των Μολοσσών καθώς και το γεγονός ότι είναι ο μυθικός προπάτορας των Μακεδόνων δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ο I. Malkin, γράφοντας για τους κατοίκους της Ηπείρου, θεωρούσε ότι ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών (όπως και οι αντίστοιχοι οίκοι των υπολοίπων Ελλήνων) δεν στόχευε στον εξελληνισμό των «εθνικών» ριζών των λαών τους αλλά στην αναγωγή της καταγωγής τους σε κάποιον ήρωα, γεγονός σύνηθες στην Ελλάδα της Αρχαϊκής εποχής.67 Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι Μολοσσοί -με παρόμοιο τρόπο- υιοθέτησαν την ηρωική τους καταγωγή και τα συμπεριέλαβαν ως αποφασιστικό κριτήριο για την ταυτότητά τους, όταν θεώρησαν τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, ως τον μυθικό τους προπάτορα.68

Αυτό το οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα είναι ότι και η μοναδική ομοιότητα αφορά στην επιθυμία των βασιλικών οίκων για αναγνώριση της ελληνικότητάς τους. Για την Άνω Μακεδονία αντίστοιχοι μύθοι υπάρχουν, όπως είδαμε, για τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Ελιμιώτες και τους Πελαγόνες. Μολονότι οι μύθοι αυτοί δεν συνδέονται ρητά σε όλες τις περιπτώσεις με τις βασιλικές οικογένειες αυτών των φύλων, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση θα ήταν όμοια, δεδομένων των ομοιοτήτων στις φυλετικές δομές τους. Όλοι οι παραπάνω βασιλικοί οίκοι χρησιμοποιούσαν αυτούς τους μύθους ως «πολιτιστικά διαβατήρια» της ελληνικότητάς τους.69 Αν δεχθούμε ότι αυτά τα φύλα δεν υπολογίζονταν ως ελληνικά από τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας, τότε αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα κατανοητή από την πλευρά των βασιλικών οικογενειών: προσπαθούσαν να συμπεριληφθούν στον ελληνικό κόσμο, επομένως η χρήση του μύθου για τη δόμηση μιας συλλογικής συνείδησης ήταν σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτοί οι μύθοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης και για την πολιτισμική και “εθνική” διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλήνων και ντόπιων και συνέβαλαν τελικά στην δημιουργία της συλλογικής ταυτότητας των γηγενών λαών και την αυτοπρόσληψή τους.70

Ωστόσο, όλες αυτές οι παραδόσεις υιοθετούνται άκριτα από τον Εκαταίο (πηγή για τον Στράβωνα αλλά και τον Στέφανο) και τον Ηρόδοτο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν ήδη διαδεδομένες στα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ. Επίσης, δεν θα ήταν δυνατή η επιβίωση (ή η κατασκευή) αυτών των παραδόσεων δίχως την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών ιστορικών στοιχείων. Μολονότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε αυτή η διεύρυνση του όρου Ἕλλην ώστε να συμπεριλάβει και όσους κατοικούσαν στις εν λόγω περιοχές,71 θα πρέπει να θεωρήσουμε ως βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης της εποχής θα θεωρούσε τους βασιλικούς οίκους αυτών των φύλων ως ελληνικούς.72 Σύμφωνα με τις γενεαλογίες, ο Δευκαλίων και η Πύρρα τοποθετούνται να κατοικούν στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου, ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο ξεκινά η «εθνογένεση»73 όλων των Ελλήνων. Η γεωγραφική διεύρυνση της περιπλάνησης των Ηρακλειδών από τον Ηρόδοτο (Ι.56.2-3) στα βόρεια του Ολύμπου δεν είναι συμπτωματική. Οι απόγονοι του Ηρακλή (σημειωτέον, μυθικού προπάτορα των Μακεδόνων) εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο και βρίσκουν καταφύγιο αρχικά (επί Δευκαλίωνος) στη Φθιώτιδα, στη συνέχεια -επί Δώρου, γιου του Έλληνος (!)- στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου. Από εκεί, διωγμένοι από τους Καδμείους, καταφεύγουν στην Πίνδο, όπου ονομάζονται Μακεδνόν έθνος, για να καταλήξουν μέσω της Δρυοπίδας στην Πελοπόννησο. Στους Έλληνες συμπεριλαμβάνονται φυσικά όχι μόνον τα φύλα της νότιας Ελλάδας αλλά και εκείνα της Άνω Μακεδονίας, όπως επίσης οι Μολοσσοί και οι Αργεάδες Μακεδόνες, καθώς όλες αυτές οι παραδόσεις εξαπλώνονται σε ένα εξαιρετικά μεγάλο γεωγραφικό εύρος της βόρειας πλευράς της ελληνικής χερσονήσου, από τα παράλια του Ιονίου ως τον Θερμαϊκό κόλπο.

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Καστρί Γρεβενών.

Την προφορική παράδοση έρχονται να ενισχύσουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Πρόσφατες ανασκαφές στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας καταδεικνύουν την ύπαρξη πόλεων (αστικών κέντρων), με ιερά, μεγαλεπήβολα κτίρια και γενικότερα στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μια αναθεώρηση της άποψης ότι η Μακεδονία αποτελούσε μία περιοχή ξένη προς τον ελληνικό κόσμο. Αντίθετα, όλα φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η Μακεδονία αποτελούσε την εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού κόσμου. Τα πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν ισχυρές επαφές με τα μυκηναϊκά κέντρα, τουλάχιστον από την Ύστερη Εποχή Χαλκού, αν όχι νωρίτερα.74 Στην περιοχή του Ολύμπου και της Πιερίας αποκαλύφθηκαν σαφή δείγματα μυκηναϊκής παρουσίας, όπως και στην κοιλάδα του Αλιάκμονα.75 Επιπλέον, και οι αναφορές του Θουκυδίδη για την ενεργό συμμετοχή Αθηναίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στην περιοχή, ενισχύουν τη θέση αυτή. Μολονότι ο ιστορικός δεν παρουσιάζει αναλυτικά το πολιτειακό καθεστώς των φύλων αυτών εντάσσοντάς τα στους Μακεδόνες, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε άστοχη την άποψη που διατυπώθηκε ότι τους θεωρούσε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου.

Όσον αφορά στην ομοιογένεια που εμφάνιζαν τα φύλα που κατοικούσαν εκεί, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία η αναφορά του Στράβωνος ότι η όλη περιοχή θεωρούνταν Μακεδονία, εξαιτίας των ομοιοτήτων στη γλώσσα, την ενδυμασία και την κουρά (7.7.8: ἔνιοι δέ καί σύμπασαν τήν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καί κουρᾷ καί διαλέκτῳ καί χλαμύδι καί ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως). Επίσης, οι βασιλικοί οίκοι των Αργεαδών και των Μολοσσών ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου επί Φιλίππου Β’. Αυτό βέβαια συνέβαινε και με άλλους οίκους για πολιτικούς λόγους, ωστόσο η εν λόγω ένωση θα πρέπει να είχε μία ιδιαίτερη σημασία.

*

Η κατασκευή / επινόηση των παραπάνω ιδρυτικών μύθων τοποθετείται, όπως είδαμε, στον έβδομο αιώνα. Ωστόσο, ως και την υπαγωγή αυτών των περιοχών στο βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β’, αυτοί χρησιμοποιούνται ευρέως. Τι αναγκάζει τη διατήρησή τους ως τα μέσα του τέταρτου αιώνα; Ίσως το γεγονός ότι η περιοχή της Άνω Μακεδονίας συγκεντρώνει χαρακτηριστικά στοιχεία ενός ενδιάμεσου, αν όχι βαρβαρικού τόπου. Άξιο λόγου, ωστόσο, είναι ένα εδάφιο που απαντά στον Θεόπομπο, σύμφωνα με το οποίο ἐν † Λυγκήστωι φησί πηγήν εἶναι, τῆι μέν γεύσει ὀξίζουσαν, τούς δέ πίνοντας μεθύσκεσθαι ὡς ἀπό οἴνου.76 Είναι, κατά τη γνώμη μας, ενδεικτικό της πρόσληψης αυτών των περιοχών από τους νότιους Έλληνες. Συνήθως, παρόμοιες απόψεις παραπέμπουν σε αποτυπώσεις του βαρβαρικού στοιχείου, καθώς οι κάτοικοι αυτών των περιοχών εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο της Νότιας Ελλάδας. Δεν ήταν βάρβαροι, με την έννοια της πλήρους πολωτικής αντίθεσης μεταξύ αυτών και των Ελλήνων, αλλά ήταν τμήμα του ημιεξωτικού Άλλου.

Ακόμη και ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καθορίσει τον πολιτιστικό προσδιορισμό της ελληνικότητας, αλλά με διαφορετικούς όρους από τον Ηρόδοτο. Η πολιτιστική πρόσληψη της ελληνικής ταυτότητας από τον τελευταίο λειτουργούσε πάνω σε μία αδιαμφισβήτητη βάση αποδοχής/αποκλεισμού. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης θεωρούσε τους Έλληνες (δηλ. τους Αθηναίους) και τους βαρβάρους ως πολωτικά αντίθετους. Σε ένα εδάφιό του, όπου γίνεται αναφορά στους Ευρυτάνες, που αποτελούσαν ένα μεγάλο τμήμα του αιτωλικού ἔθνους, αφήνονται μέσω της διήγησης να διαφανούν οι ευρύτερες αθηναϊκές προκαταλήψεις απέναντι στους κατοίκους της κεντρικής και βόρειας Ελλαδικής χερσονήσου ως σύνολο. Το σχόλιο του Θουκυδίδη ότι οι Ευρυτάνες «μιλούσαν μία τελείως άγνωστη γλώσσα και κατανάλωναν ωμό κρέας» τονίζει εμφατικά τα γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια της διαφοροποίησης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ευρυτάνες «άλλους».77 Ο Θουκυδίδης διακήρυξε στην Αρχαιολογία του ότι, κατά τη γνώμη του, «οι αρχαίοι Έλληνες ζούσαν έτσι όπως ζουν οι σημερινοί βάρβαροι»,78 άποψη που υπονοεί ότι οι σύγχρονοί του Έλληνες ήταν κατά τεκμήριο ανώτεροι από τους βαρβάρους και ότι ήταν αδύνατο για τους τελευταίους να φτάσουν το ελληνικό επίπεδο διαβίωσης. Άρα, ένας βασικός σκοπός της Αρχαιολογίας ήταν να «δείξει τη βαθμίδα της πολιτιστικής προόδου στην οποία είχαν φτάσει ορισμένα τουλάχιστον μέρη της Ελλάδος το 431 και, ως εκ τούτου, να προβάλει έντονα την ηθική εξαχρείωση που είχε επιφέρει ο πόλεμος στον ελληνικό κόσμο».79 Γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη μιας διπολικότητας στην εισαγωγή του, η οποία απουσιάζει από το υπόλοιπο έργο του. Αλλά αυτή η διπολικότητα δεν είναι μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων (με τους οποίους, σημειωτέον, δεν ασχολείται καθόλου στη συγγραφή του). Από τη στιγμή που ονομάζει ως πολιτιστικά καθυστερημένους τους Λοκρούς, τους Ακαρνάνες και τους Αιτωλούς, πρόκειται ουσιαστικά για μία αντίθεση ανάμεσα σε εκείνους που είχαν φτάσει στο αθηναϊκό πολιτιστικό επίπεδο και σε όλους τους υπολοίπους.

Αρχαία Έδεσσα.

Αυτή η διαπίστωση μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο Θουκυδίδης επηρεαζόταν από συγκεκριμένες παραμέτρους. Καταρχάς, από την λεγόμενη «οπτική του αποικιστού», μέσω της οποίας οι συμπολίτες του Αθηναίοι, όπως και άλλοι Έλληνες της Νότιας Ελλάδας, αντιμετώπιζαν τους κατοίκους όλων των υπολοίπων περιοχών, από την Αιτωλία ως τα παράλια του βορείου Αιγαίου. Οι ελληνικές αποικίες στις ακτές της Πιερίας και της Χαλκιδικής θα πρέπει να συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αντίληψης ότι αυτές οι περιοχές κατοικούνταν από βαρβάρους. Όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στις αποικιακές κοινωνίες, οι εγχώριοι που κατοικούν στις νεοανακαλυφθείσες περιοχές προσλαμβάνονται από τους αποίκους ως «άλλοι», με τους οποίους έπρεπε είτε να συνεργαστούν (μέσω εμπορικών συναλλαγών, για παράδειγμα), είτε να εμπλακούν σε διαμάχες, ίσως και πόλεμο. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αποικιακή εμπειρία των Ελλήνων έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση τόσο της συνολικής όσο και της αντιθετικής αίσθησης της ελληνικότητας. Σε αυτήν τη διαδικασία, οι γηγενείς εθνικές ομάδες είχαν μία αντιθετική χροιά.80 Επιπρόσθετα, συγκεκριμένα στοιχεία αυτών των γηγενών πληθυσμών πρέπει να είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της εικόνας του βαρβαρικού: όλα αυτά τα έθνη είχαν βεβαίως τον δικό τους υλικό πολιτισμό, τη δική τους γλώσσα, θρησκεία καθώς και άλλα έθιμα.81 Η δεύτερη παράμετρος, που θα μπορούσε σαφώς να έχει επηρεάσει λ.χ. τον Θουκυδίδη ως προς τις αναφορές του στους λαούς της περιοχής, ήταν η ύπαρξη της πόλεως-κράτους. Η βάση της σκέψης του ήταν εκείνη της πόλεως με τον διαφορετικό πολιτισμό και τον τρόπο ζωής αλλά και τους διαφορετικούς θεσμούς. Αν στα παραπάνω προστεθούν και οι διενέξεις μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας με τους Μακεδόνες,82 τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ρευστή για έναν εξωτερικό παρατηρητή.

Επομένως, η κατασκευή και χρήση των ιδρυτικών μύθων από τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εξυπηρετούσε και αυτήν την ανάγκη: τη διασκέδαση οποιωνδήποτε υπονοιών περί μη ελληνικότητάς τους. Παράλληλα, λειτουργούσαν ενωτικά και στο εσωτερικό τους, καθιστώντας τα συμπαγή και με μία ισχυρή ελληνική αυτοσυνείδηση. Άλλωστε, επρόκειτο για μικρές περιοχές, όπου όλοι σχεδόν γνωρίζονταν μεταξύ τους και όπου ο όρος περιφερειακός σήμαινε σχεδόν τοπικός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταυτότητα βασίζεται στην καθημερινή εμπειρία, σε ό,τι αφορά αυτό που γίνεται κατανοητό ως “κοινά συμφέροντα” ή “το κοινό μας παρελθόν”.

 

Ο Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Xydopoulos, 2007, 1-22.

2. Barth 1969, 9.

3. Wilson-Donnan 1998, 3.

4. Για τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας, βλ. Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11 και σημ. 1.

5. Ηρόδοτ. 7.173.4: δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τό πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καί ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολήν ἐς Θεσσαλούς κατά τήν ἄνω Μακεδονίην διά Περραιβῶν κατά Γόννον πόλιν, τῇ περ δή καί ἐσέβαλε ἡ στρατιή ἡ Ξέρξεω και 8.137: τοῦ δέ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστί ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τήν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριούς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καί Ἀέροπος καί Περδίκκης, ἐκ δέ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τήν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. Βλ και Θουκ. 2.99.1 κεξ.: ξυνηθροίζοντο ον ν τΔοβήρκαί παρεσκευάζοντο, πως κατά κορυφήν σβαλοσιν ς τήν κάτω Μακεδονίαν, ς Περδίκκας ρχεντν γάρ Μακεδόνων εσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιται καί ἄλλα θνη πάνωθεν, ξύμμαχα μέν στι τούτοις καί πήκοαβασιλείας δχει καθ’ ατά. Βλ. Classen-Steup 19145, 190. Gomme 1956, 247Kleinknecht 1966, 134-146. Hammond 1967, 422 και 1979, 28. Zahrnt 1984, 341. Hornblower 1991, 374-375.

6. Με την εξαίρεση της Τυμφαίας, ακολουθώ τον χωρισμό του Hatzopoulos 1996, 77-104. Ο Zahrnt 1984, 346 επισημαίνει τη δυσκολία προσδιορισμού των ορίων της Άνω Μακεδονίας, ενώ οι Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11, δεν συμπεριλαμβάνουν σε αυτήν τη Δερρίοπο. Πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Τυμφαία στις μακεδονικές περιοχές (ενν. πριν την προσάρτησή της στο μακεδονικό βασίλειο από τον Φίλιππο Β’), ακολουθώντας τον Στράβωνα, όπως υποστήριξε και η Papazoglou (1988, 229-234), αλλά σε εκείνες που ανήκαν στο βασίλειο των Μολοσσών. Οι Τυμφαίοι συμπεριλήφθηκαν στο μακεδονικό βασίλειο μετά το 350, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα του, επομένως δεν συγκαταλέγονταν στα έθνη για τα οποία κάνει λόγο ο ΘουκυδίδηςΗ Papazoglou εξαιρεί τη Δασαρρήτιδα από την Άνω Μακεδονία, με το επιχείρημα ότι οι Δασσαρέτες ήταν ένα ιλλυρικό φύλο, το οποίο βρισκόταν στο εθνικό και πολιτικό όριο ανάμεσα στους Ιλλυριούς και τους Μακεδόνες (Papazoglou 1988, 227-228). Αντίθετα, η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 73 κεξ., συμπεριλαμβάνει τη Δασσαρήτιδα.

7. Όπως δέχεται η Papazoglou 1988, 276.  Για την αντίθετη άποψη, ότι δηλ. τα επιμέρους βασίλεια της Άνω Μακεδονίας (και ειδικά η Ορεστίδα) δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο μακεδονικό βασίλειο, βλ. Bosworth 1971, 105.

8. Hatzopoulos 2003, 55 και σημ. 30.

9. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008, 7.

10. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990, 75-92 ib., 2008.

11. Hammond 1967, 447 κεξ. Για τον Εκαταίο, βλ. πρκ. σημ. Στράβων 7.7.8: πειρται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τος λλυρικος ρεσι, τραχεαν οκοντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμνες καΑθικες καί Τυμφαοι καί Ὀρέσται Παρωραοί τε καί τιντνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τος Μακεδόσι μλλον οδέ τῷ Ἰονίῳ κόλπ.

12. Στράβων 9.5.11: διά γάρ τήν πιφάνειάν τε καί τήν πικράτειαν τν Θετταλν καί τν Μακεδόνων οπλησιάζοντες ατος μάλιστα τν πειρωτν, ομέν κόντες οδ’ κοντες, μέρη καθίσταντο Θετταλν Μακεδόνων, καθάπερ θαμνες καί Αθικες καί Τάλαρες Θετταλν, ρέσται δέ καί Πελαγόνες καί Ἐλιμιται Μακεδόνων.

13. Hammond 1972, 310.

14. Zahrnt 1984, 345.

15. Θουκ. 2.80.6: Μολοσσούς δέ ἦγε καί τιντνας Σαβύλινθος πίτροπος ν Θάρυπος τοβασιλέως τι παιδός ντοςκαί Παραυαίους ροιδος βασιλεύων. ρέσται δέ χίλιοι, ν βασίλευεν ντίοχος, μετά Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο ροίδῳἈντιόχου πιτρέψαντος. Ο Αντίοχος απαντά επίσης και στη συνθήκη μεταξύ Περδίκκα Β’ και Αθήνας (IG I3, 89, στ. 69). Το γεγονός ότι οι βασιλείς των Ορεστών, Λυγκηστών και πιθανότατα των Ελιμιωτών αναφέρονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Θουκυδίδη, περί ξυμμάχων καί ὑποτελῶν. Δεν θα πρέπει να θεωρούμε απίθανο το ότι ο αναφερόμενος στην ίδια επιγραφή Δέρδας, είναι ο ηγέτης της Ελίμειας (Θουκ. 1.57.3, 59.2), άποψη που έχουν διατυπώσει ήδη οι Geyer 1930, 78 και Hammond 1979, 18 και αφήνει ανοιχτή ως πιθανότητα ο Zahrnt 1984, 341, σημ. 53. Η επιγραφή χρονολογείται από τον Hammond 1979, 134 κεξ. γύρω στα 415 π.Χ. Ο Hatzopoulos 1986, 285 και σημ. 29 παραθέτει τη σχετική βιβλιογραφία Ο Μάλλιος 2011, 176-177, πιθανολογεί συμμαχία του Περδίκκα Β’ με τον Αντίοχο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους «φυγόκεντρους» Ελιμιώτες και Λυγκηστές, κάτι που προφανώς -κρίνοντας από την παραπάνω επιγραφή- στέφθηκε από επιτυχία.

16. Ο Hammond 1972, 439, σημειώνει ότι ο Στράβων τους αναφέρει ως ηπειρωτικά φύλα, χρησιμοποιώντας προφανώς έναν όρο που είχε εισαγάγει ο Έφορος.

17. Πολύβ. 18.47.6. Ο Walbank 1967, 616, απλά αναφέρει για τους Ορέστες ότι σύμφωνα με τον Στράβωνα (7.323.326) και τον Θουκ.(2.80.6) ήταν ηπειρωτικά φύλα, ενώ ο Εκαταίος τους αναφέρει ως Μολοσσούς (FGrHist 1, F 107). Ωστόσο, ήδη στον τέταρτο αιώνα οι Ορέστες είχαν συμπεριληφθεί στη Μακεδονία, δεδομένου ότι αποτελούν μια από τις έξι τάξεις στα Γαυγάμηλα, υπό την ηγεσία του Περδίκκα (Διόδ. 17.5.2). Βλ. Schmidt 1939, 960-965. Δεν θεωρώ ότι έχει δίκιο η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 96, η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ της μακεδονικής τoυς προέλευσης. Το ότι ονομάζονται Μακεδόνες στις πηγές σχετίζεται με το ότι είχαν υπαχθεί στο μακεδονικό βασίλειο. Βλ. και Zahrnt 1984, 353, ο οποίος θεωρεί ότι οι Ορέστες, όπως και τα άλλα ἔθνη ἐπάνωθεν «ανήκαν στους Μακεδόνες», εννοώντας την πολιτική τους ταυτότητα.

18. Ο Hammond 1972, 439 σημειώνει την αλλαγή στις αναφορές των Ορεστών, των Πελαγόνων και των Ελιμιωτών ως Μολοσσσών από τον Εκαταίο και ως «Μακεδόνων» την εποχή του Θουκυδίδη, την οποία βασίζει σε πολιτικούς λόγους (την προσάρτησή τους, δηλ. στο μακεδονικό βασίλειο). Στην κατεύθυνση αυτή κλίνει και ο Hornblower 1991, 363, ο οποίος θεωρεί ότι κατά τον πέμπτο αιώνα η Ορεστίδα λογιζόταν ως τμήμα της Ηπείρου, ακολουθώντας το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.80.6).

19. Η αναφορά στον Hammond 1972, 111.

20. Στράβων 7.7.8: λέγεται δέ τήν ρεστιάδα κατασχεν ποτε ρέστης φεύγων τόν τς μητρός φόνον καί καταλιπεν πώνυμον αυτοτήν χώραν κτίσαι, δέ καί πόλιν, καλεσθαι δ’ αὐτήν ργος ρεστικόνΟ Hatzopoulos 2004, 796, την συμπεριλαμβάνει στους προελληνιστικούς οικισμούς, οι οποίοι μαρτυρούνται ως πόλεις.

21. Hammond 1972, 311.

22. Όπως ισχυρίζεται ο Hammond 1979, 44-45. Βλ. για την αντίθετη άποψη, Μάλλιος 2011, 173.

23. Μάλλιος 2011, 169.

24. Malkin 1998, 141.

25. Ο Μάλλιος 2011, 174 κεξ, θεωρεί ότι ο Ορέστης ως μυθικός προπάτορας των Ορεστών αντιπαραβάλλεται προς τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα και ιδρυτή του κράτους των Μολοσσών.

26. Στέφ. Βυζ. σ. 266, στ. 13: <Ἐλιμία,πόλις Μακεδονίας, Στράβων ἑβδόμῳ. ἀπό Ἐλύμου τοῦ ἥρωος ἢ ἀπό Ἑλένου ἢ ἀπό Ἐλύμα τοῦ Τυρρηνῶν βασιλέως. τό ἐθνικόν Ἐλιμιώτης.

27. Η εν λόγω πόλη δεν αναφέρεται καν στον συνολικό κατάλογο των πόλεων της Μακεδονίας από τον Hatzopoulos, 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

28. Για την παρουσία των Τρώων στο έπος και την τραγωδία, βλ. γενικά την E. Hall 1989. Πρβλ. και J. Hall 1997, 46
και ib. 2007, 346-350.

29.  Αυτό ισχυρίζεται η Papazoglou ότι προκύπτει από το ψήφισμα των Δελφών, η οποία το χρονολογεί στο 222 π.Χ. Βλ. FD III 4, 417, III, 1  κεξ (εκεί δίνεται η χρονολόγηση 257/6 π.Χ.): θεοί· | Δελφοί ἔδωκαν Φιλάρχωι Ἑλλανίωνος Μακεδόνι Ἐ[λ]ειμιώτ[ηι] | ἐκ Πυθείου αὐτῶι καί ἐκγόνοις προξενίαν, προμαντείαν προεδρί|αν προδικίαν, ἀσυλίαν, ἀτέλειαν πάντων καί τἆλλα ὅσα καί τοῖς ἄλ|λοις προξένοις καί εὐεργέταιςΤο Πύθ(ε)ιο απουσιάζει επίσης στον Hatzopoulos 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

30. Hatzopoulos 1996, 89.

31. Θουκ. 1.57 και 59.

32. Βλ. πρπ., σημ. 15.

33. Θουκ. 4.124.4.

34. Θουκ. 4.79.2, 4.83, 4.124 κεξ.

35. IG I3, 89, στ. 55 -χρονολογημένη στη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου.

36. Πτολεμ. 3.12.30: Λυγκηστίδος ράκλεια.

37. Hammond 1972, 103.

38. Στράβων 7.7.8: οδέ Λυγκσται π‘ ρραβαίῳ ἐγένοντο τοῦ Βακχιαδν γένους ντι·

39. Malkin 1998, 136.

40. Ο Malkin 1998, 136 και σημ. 83, τους χαρακτηρίζει ως Ηπειρώτες (παραπέμποντας στον Hammond 1967, 439).

41. Ομήρου, Ιλιάδος Φ, 141.

42. Μάλλιος 2011, 204.

43. Papazoglou 1988, 276.

44. IG II/III2, 190.

45. IG II/III2, 110.

46. Papazoglou 1988, 278-279.

47. Hatzopoulos 1996, 91

48. Papazoglou 1988, 228.

49. Papazoglou 1988, 232.

50. Papazoglou 1988, σ. 227. 

51. Ο Hammond 1972, 439, ισχυρίζεται ότι αυτό συνέβη κάποια στιγμή μετά το 500 π.Χ., και θα μπορούσε να τοποθετηθεί πιθανότατα στην εποχή του Αλεξάνδρου Α’, καθώς ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνον αυτόν ανάμεσα στους επτά διαδόχους του Περδίκκα Α’. Ο Hammond 1989, 51, σημ. 4, σημειώνει ότι μεταφράζει τον όρο ξύμμαχα ως «υπόχρεους να πολεμούν μαζί με τους Μακεδόνες», καθώς η κυριολεκτική σημασία του δεν συμβαδίζει νοηματικά με τον όρο ὑπήκοα. Βασίζει τη μετάφρασή του στο εδάφιο 2.100.5, όπου οι Μακεδόνες αναζήτησαν ιππείς από τους συμμάχους στο εσωτερικό.

52. Hammond 1972, 436. Λίγο πιο κάτω (439), ο Hammond σημειώνει: «Το 429 π.Χ. η Μακεδονία ήταν περιορισμένη επειδή οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες και τα άλλα φύλα είχαν τις δικές τους μοναρχίες και συμπεριφέρονταν κατά καιρούς ανεξάρτητα, όπως στην περίπτωση των Λυγκηστών».

53. Θουκ. 4.83.1: Περδίκκας δέ Βρασίδαν καί τήν στρατιάν εθύς λαβών μετά τς αυτοδυνάμεως στρατεύει πί ρραβαον τόν ΒρομεροΛυγκηστν Μακεδόνων βασιλέα μορον ντα, διαφορς τε ατοσης καί βουλόμενος καταστρέψασθαι.

54. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.7.8: Ἠπειρῶται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τοῖς Ἰλλυρικοῖς ὄρεσι, τραχεῖαν οἰκοῦντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμᾶνες καί Αἴθικες καί Τυμφαῖοι καί Ὀρέσται Παρωραῖοί τε καί Ἀτιντᾶνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τοῖς Μακεδόσι μᾶλλον οἱ δέ τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ (…). πρός δέ τούτοις Λυγκῆσταί τε καί ἡ Δευρίοπος καί ἡ τρίπολις Πελαγονία καί Ἐορδοί καί Ἐλίμεια καὶ Ἐράτυρα.

55. Εκαταίος, FGrHist 1, 107: ρέσται. Μολοσσικόν θνος.

56. Hammond 1972, 439. Ο Hornblower 1991, 374-375, αφού σημειώνει ότι είναι παράξενο ότι ο Θουκυδίδης, ο οποίος και στο 2.99.2 και στο 4.83 είναι ξεκάθαρος ότι αυτοί οι βασιλείς της Άνω Μακεδονίας ήταν ανεξάρτητοι, τους αποκαλεί παρόλα αυτά “Μακεδόνες””, συντάσσεται με την άποψη του Hammond.

57. Archibald 2000, 214.

58. Hatzopoulos 1996, 81.

59. Στράβων 7.7.8.

60. Osborne 1996, 286.

61. Hatzopoulos 1996, 81. Kalléris 1988, 597.

62. Hatzopoulos 1996, 104.

63. Hatzopoulos 1996, 101.

64. Archibald 2000, 214-215.

65. Η όλη ιστορία στον Ιουστίνο, 17.3.1-22.

66. Davies 2000, 242.

67. Malkin 1998, 135.

68. Malkin 1998, 136.

69. Davies 2000, 242.

70. Malkin 1998 1 κεξ . Antonaccio 2001, 122 κεξ.

71. Όπως υποστήριξε σωστά ο Heuß 1962, 108, οι απαρχές αυτής της διεύρυνσης του όρου Ἕλλην θα πρέπει να τοποθετηθούν στο δεύτερο μισό του έβδομου αιώνα π.Χ. 

72. Για τους Αργεάδες, βλ. Ξυδόπουλος 20062, 54 και σημ. 87. Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε αυτήν την αποδοχή αντίστοιχη με εκείνη που εννοεί ο S. Hornblower , σε ένα πρόσφατο άρθρο του, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες άποικοι κατά τον όγδοο αιώνα, “επανακατηγοριοποιούσαν ως Έλληνες τους λαούς που έβρισκαν εκεί” (Hornblower 2008, 39).

73. Ο όρος απαντά στον Ulf 1996, 269-270.

74. Για την μυκηναϊκή παρουσία στην Μακεδονία βλ. Tiverios 2008, σ. 11  και σημ. 55, όπου και η σχετική πρόσφατη βιβλιογραφία.

75. Για την παρουσία Μυκηναίων στην κοιλάδα του Αλιάκμονα βλ. Karamitrou-Mentessidi 2007. Για τις ανασκαφές στην Πιερία και τον Όλυμπο βλ. Tiverios 2008, σ. 19 και σημ. 84-85.

76.  FGrHist 115, F 278d.

77. Θουκ. 3.94.5.

78. Θουκ. 1.6.6.

79. Cartledge 1993 [2002], 84.

80. Antonaccio 2001, 120-121.

81.  Antonaccio 2001, 121.

82.  Για την σχέση ανάμεσα στην Μακεδονία των Τημενιδών και την Άνω Μακεδονία βλ. ενδεικτικά Hammond 1978, 14 κεξ. Επίσης βλ. Zahrnt 1984, 341 κεξ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Antonaccio 2001 C. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, Irad Malkin (εκδ.), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London, 2001, 112-157.
Archibald 2000 Z.H. Archibald, “Space, Hierarchy, and Community in Archaic and Classical Macedonia, Thessaly, and Thrace”, στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 212-233.

 

Barth 1969

 

F. Barth, “Introduction”, in F. Barth (εκδ.), Ethnic Groups and Boundaries. The Social organization of Culture Difference, Boston 1969.

 

Bosworth 1971

 

A.B. Bosworth, “Philip II and Upper Macedonia”, The Classical Quarterly 21 (1971), 93-105.

 

Cartledge 1993 [2002] P. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge: Cambridge University Press, 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
Classen-Steup 19145

 

J. Classen – J. Steup, Thukydides, II, Berlin 19145.

 

Davies 2000

 

J.K. Davies, “A Wholly Non-Aristotelian Universe” στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 234-258.

 

Geyer 1930

 

F. Geyer, Makedonien bis zur Thronbesteigung Philipps II. [HZ 19], München 1930.

 

Gomme 1956

 

A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thucydides, vol. II, Books II-III, Oxford, 1956.

 

E. Hall 1989

 

E. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford, 1989.

 

J. Hall 1997 J.M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge, 1997.
J. Hall 2002

 

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago, 2002.

 

Hammond 1967

 

N.G.L. Hammond, Epirus, Oxford 1967.

 

Hammond 1972

 

N.G.L. Hammond, A History of Macedonia I. Historical Geography and Prehistory,
Oxford 1972.
Hammond 1979

 

N.G.L. Hammond – G.T. Griffith, A History of Macedonia, II, Oxford, 1979.

 

Hammond 1989

 

N.G.L. Hammond, The Macedonian State, Oxford 1989.

 

Hansen–Nielsen 2004

 

M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004.
Hatzopoulos 1986

 

M.B. Hatzopoulos, “Succesion and Regency in Classical Macedonia”, Αρχαία Μακεδονία IV, Θεσσαλονίκη 1986, 279-292.

 

Hatzopoulos 1996

 

Μ.Β. Hatzopoulos, Macedonian Institutions Under the Kings I (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22), Athens 1996.

 

Hatzopoulos 2003

 

M. B. Hatzopoulos, “Polis, Ethnos and Kingship in Northern Greece” στο K. Buraselis – K. Zoumboulakis (εκδ.), The Idea of European Community in History, vol. II, Athens 2003, 51-64.

 

Hatzopoulos 2004

 

Μ.Β. Hatzopoulos, “Makedonia” στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004, 794-809.

 

Heuß 1962

 

A. Heuß, “Hellas” στο G. Mann – A. Heuß (εκδ.), «Griechenland. Die hellenistische Welt», Propyläen Weltgeschichte, III, Berlin / Frankfurt a.M. / Wien 1962, 69-400.

 

Hornblower 1991

 

S. Hornblower, A Commentary on Thucydides, vol. I, Oxford, 1991.

 

Hornblower 2008

 

S. Hornblower, “Greek Identity in the Archaic and Classical Periods”, in K. Zacharia (εκδ.), Hellenisms. Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity, Hampshire 2008, 37-58.

 

 

Kalléris 1988

 

J. Kalléris, Les Anciens Macédoniens, I-II.1, Athènes, 1954-ανατ. 1988.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, “Ανασκαφή Αιανής 1990, ”ΑΕΜΘ 4 (1990), 75-92.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
Karamitrou-Mentessidi 2007 Karamitrou-Mentessidi, G., «The Late Bronze Age in Aiani», Aegeo-Balkan Prehistory, ανάρτηση της 16ης Μαρτίου 2007, (www.aegeobalkanprehistory.net).
Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Αιανή. Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσείο, Αιανή 2008.
Kleinknecht 1966

 

H. Kleinknecht, “Herodot und die makedonische Urgeschichte”, Hermes 94 (1966), 134-146.

 

Malkin 1998

 

I. Malkin, The Returns of Odysseus. Colonization and Ethnicity, Berkeley and Los Angeles 1998.

 

Μάλλιος (υπό έκδ.)

 

Γ. Μάλλιος, Μύθος και Ιστορία. Η περίπτωση της Αρχαίας Μακεδονίας, Διδ. Διατρ., Θεσσαλονίκη (υπό έκδοση).

 

Osborne 1996

 

R. Osborne, Greece in the Making 1200-479 BC, London 1996.

 

Papazoglou 1988

 

F. Papazoglou, Les villes de Macédoine à l’époque romaine (BCH Suppl. XIV), Paris 1988.

 

Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985

 

Θ. Ριζάκης – Ι. Τουράτσογλου, Ἐπιγραφές Ἄνω Μακεδονίας Ι, Αθήνα 1985.
Schmidt 1939

 

J. Schmidt, RE XVIII.1 (1939), s.v. ‘Orestai’, 960-965.

 

Tiverios 2008

 

M. Tiverios, “Greek Colonization of the Northern Aegean” στο G.R. Tsetskhladze (ed.), Greek Colonization. An Account of Greek Colonies and Other Settlements Overseas, vol. 2, Leiden-Boston 2008, 1-154.

 

Ulf 1996

 

C. Ulf, “Griechische Ethnogenese versus Wanderungen von Stämmen und Staamstaaten”, στο C. Ulf (εκδ.), Wege zur Genese griechischer Identität. Die Bedeutung der frügriechischen Zeit, Berlin 1996, 240-280.

 

Walbank 1967

 

F.W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius II, Oxford 1967.

 

Wilson-Donnan 1998 T.M. Wilson and H. Donnan, “Nation, State and identity at International frontiers” in T.M. Wilson and H. Donnan (eds.), Border identities. Nation and State at International frontiers, Cambridge 1998, 1-30.
Ξυδόπουλος 20062 Ι.Κ. Ξυδόπουλος, Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των Νοτίων Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 20062.
Xydopoulos 2007 I.K. Xydopoulos, “The Concept and Representation of Northern Communities in Ancient Greek Historiography: The Case of Thucydides”, in J. PanMontojo and F. Pedersen (eds.), Communities in European History: Representations, Jurisdictions, Conflicts, Pisa 2007, 1-22.
Zahrnt 1984

 

M. Zahrnt, ‘Die Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Persenkriegen’, Chiron 14 (1984), 325-368.

 

Bruno Arcidiacono: Οι προθέσεις των Συμμάχων για τους δορυφόρους της Γερμανίας μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Bruno Arcidiacono

Οι προθέσεις των Συμμάχων για τους δορυφόρους της Γερμανίας μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Kατά τα έτη 1943 και 1944, έπειτα από τρία χρόνια κυριαρχίας στην Ευρώπη από τη Μάγχη έως τον Βόλγα, η αναδίπλωση του γερμανικού στρατού άνοιξε διάπλατα στους Συμμάχους τα σύνορα δυο κατηγοριών εδαφών: 1) των κρατών εκείνων που συντάχθηκαν με την πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων και κατ’ επέκταση απελευθερώθηκαν με ολόκληρη τη σημασία του όρου το 1944 και 2) των κρατών-μελών του Άξονα και των δορυφόρων τους. Στη δεύτερη περίπτωση τα Συμμαχικά στρατεύματα έγιναν δεκτά, από πολλούς αν όχι από όλους στους κόλπους των αμάχων, ως απελευθερωτές. Ωστόσο, από νομικής όσο και πολιτικής απόψεως, επρόκειτο για χώρες ευρισκόμενες υπό καθεστώς κατοχής.¹ Είναι γεγονός πως, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τις σε βάρος τους συνέπειες της μετάλλαξης από αντίπαλο σε συμπολεμιστή, έσπευσαν η μια μετά την άλλη να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον του πρώην συμμάχου τους, της Γερμανίας, αμέσως έπειτα από τη συνθηκολόγησή τους. Η Βουλγαρία μάλιστα κατάφερε να βρεθεί για λίγες ώρες σε εμπόλεμη κατάσταση και με τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.² Παρά ταύτα, όλες τους υποτάχθηκαν στις διατάξεις των συνθηκολογήσεων βλέποντας την κυριαρχία τους καθώς και τις διακρατικές τους σχέσεις να περικόπτονται αισθητά. Τα δε Συμμαχικά στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν στο έδαφός τους, διατήρησαν όλα τα πλεονεκτήματα που αναλογούν σε δυνάμεις κατοχής.

Η πρώτη μέριμνα των νικητών ήταν σαφώς πολιτικής φύσεως. Καθώς δεν μπορούσαν να υπολογίζουν σε εξόριστες (στο Λονδίνο ή αλλού) κυβερνήσεις ώστε να τις επανεγκαταστήσουν στην εξουσία, οι Τρεις Μεγάλοι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι την κατάσταση με δυο τρόπους. Άμεση άσκηση της διακυβέρνησης με την επιβολή στρατιωτικής διοίκησης εξαρτώμενης από τις δυνάμεις κατοχής ή έμμεση, με τη συνεργασία των τοπικών αρχών. Απαραίτητη προϋπόθεση στη δεύτερη περίπτωση αποτελούσαν η αναζήτηση και ανεύρεση εμπίστων και ικανών ατόμων, προθύμων να επωμισθούν την αποστολή αυτή. Κυρίως όμως, ατόμων που θα έχαιραν της συμπάθειας της κοινής γνώμης τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εναπόκειτο στους Συμμάχους να ορίσουν το εύρος της αυτονομίας των προσωρινών αυτών κυβερνήσεων σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο των συμβάσεων συνθηκολόγησης. Επιπρόσθετα, έπρεπε να οριστεί εκείνος, ο οποίος θα ασκούσε ουσιαστικά τον έλεγχο. Θα ήταν το κράτος που εκπροσωπείτο επιτόπου από τα στρατεύματα κατοχής ή μήπως ο έλεγχος θα ήταν συλλογικός μέσω των λεγομένων Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου, τις οποίες θα εγκαθίδρυαν ως πραγματικούς θεματοφύλακες της εκτελεστικής εξουσίας σε κάθε μια από τις χώρες αυτές; Βλέπουμε επομένως να διαμορφώνεται κάτω από τον μανδύα “τεχνικών” εκκρεμοτήτων ένα διακύβευμα τεραστίων διαστάσεων. Πρόκειται για την από κοινού άσκηση της διοίκησης των ευρισκομένων υπό κατοχή χωρών από τους νικητές ή – εναλλακτικά – για τον διαχωρισμό της Ευρώπης σε σφαίρες αποκλειστικής επιρροής (Arbeitszonen) με γεωγραφικά όρια διακριτά, ανάλογα με την προέλαση των στρατευμάτων του καθενός στο πεδίο των μαχών.

Οι ζώνες κατοχής στην κεντρική Ευρώπη το 1945.

Το ενδιαφέρον του παρόντος κειμένου επικεντρώνεται στα σχέδια που εκπονήθηκαν και στις σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αμερικανών και Βρετανών σε πρώτη φάση, Βρετανών και Ρώσων σε μια δεύτερη. Κεντρικός άξονας όλων των παραπάνω ήταν η οργάνωση του διοικητικού συστήματος των μέχρι πρότινος αντιπάλων κρατών με γνώμονα το καθεστώς των συνθηκολογήσεων έως την οριστική επίλυση των διαφόρων εκκρεμοτήτων. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη. Επρόκειτο για μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο που απαιτούσε λεπτούς και υπεύθυνους χειρισμούς.

Η λεπτότητα της όλης κατάστασης συνίστατο στην αναπόφευκτη επικάλυψη ανάμεσα στη στρατιωτική και στην πολιτική παράμετρο.³ Η κρισιμότητα συνίστατο στο γεγονός. Οι αρχές κατοχής ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να υποθηκεύσουν αμετάκλητα το μέλλον των χωρών αυτών μέσω μιας διαδικασίας αποναζιστικοποίησης, εκκαθαρίσεων και ανασυγκρότησης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μοιραία σε μια βίαιη και ριζική μεταβολή των πολιτικών και κοινωνικών δομών ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην αποκατάσταση μιας επιδερμικής συνέχειας με την προπολεμική τάξη πραγμάτων. Ουσιαστικές όμως ήταν και οι προβλεπόμενες επιπτώσεις επάνω στην πορεία των διασυμμαχικών σχέσεων. Η συμμαχία όφειλε να διατηρήσει τη συνοχή της ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι επιλογές των μεν κινδύνευαν να λειτουργήσουν επιζήμια σε βάρος των συμφερόντων των δε. Εν ολίγοις, η τύχη των ηττημένων ήταν μια πρώτου μεγέθους δοκιμή για τη μετάβαση των νικητών από τον πόλεμο στην ειρήνη και για την εγκαθίδρυση ενός νέου συστήματος διεθνούς ισορροπίας, με άλλα λόγια για τη σφυρηλάτηση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.

Η υπόθεση εντάχθηκε στην ημερήσια διάταξη των Συμμάχων το 1943 σε δυο περιστάσεις. Κατ’ αρχήν, στο πλαίσιο της αγγλοαμερικανικής διάσκεψης κορυφής του Μαΐου γνωστής με την προσωνυμία “Τρίαινα” (Trident) όπου οι δυο πλευρές κατάφεραν επιτέλους να ευθυγραμμιστούν σε μια κοινή στρατηγική γραμμή, η οποία συνίστατο στον εξαναγκασμό της Ιταλίας σε απόσυρση από τον πόλεμο προτού εξαπολυθεί, μέσω του στενού της Μάγχης, η κύρια επίθεση σε βάρος της Γερμανίας. Τον Ιούλιο, τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σικελία συμβάλλοντας στην κατάρρευση του μουσσολινικού καθεστώτος. Στις 9 Σεπτεμβρίου, τρία χρόνια και τρεις  μήνες έπειτα από

Η αγγλοαμερικανική διάσκεψη κορυφής Trident στην Ουάσινγκτον (12 – 25 Μαΐου 1943).

την εκκένωση της Δουνκέρκης, οι Σύμμαχοι ξαναπάτησαν στο ευρωπαϊκό ηπειρωτικό έδαφος. Λίγο νωρίτερα, στις 3 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του στρατάρχη Badoglio είχε συνθηκολογήσει. Η Ιταλία δρομολόγησε με αυτό τον τρόπο μια αλυσίδα παραδόσεων και υπήρξε το πρώτο κατά σειρά ευρωπαϊκό εχθρικό έδαφος το οποίο υποτάχθηκε στους Συμμάχους. Κατόπιν τούτου, οι Αγγλοαμερικανοί καλούνταν να ενεργοποιήσουν έναν μηχανισμό, ο οποίος όφειλε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της στιγμής εκείνης αλλά και στις τοπικές συνθήκες. Παράλληλα, ο ίδιος μηχανισμός έπρεπε να διαθέτει όλες τις προδιαγραφές ούτως ώστε να μπορέσει συνάμα να λειτουργήσει και ως σημείο αναφοράς για τις επερχόμενες κατοχές, μεταξύ των οποίων και τις σοβιετικές σε ό,τι αφορούσε την ανατολική Ευρώπη.

Δεύτερη περίσταση ήταν οι εξελίξεις στο ανατολικό μέτωπο από την είσοδο του 1943 και κατόπιν, τις οποίες ένας Βρετανός ιστορικός χαρακτήρισε: “the impossible, the unthinkable and the unimaginable”. Με τις διαδοχικές ήττες της Βέρμαχτ στις μάχες του Στάλινγραντ και του Κουρσκ, οι επιχειρήσεις προσέλαβαν νέα τροπή. Αμερικανοί και Βρετανοί άρχισαν να επιδίδονται σε προβλέψεις και υπολογισμούς σχετικά με τη λήξη των εχθροπραξιών, κάτι που φάνταζε αδιανόητο μέχρι τότε. Ταυτόχρονα, όμως προβληματίζονταν σχετικά με την προοπτική μιας προέλασης του Κόκκινου στρατού και την επιβολή του σοβιετικού ελέγχου επάνω στο σύνολο του ανατολικού και μέρος του κεντρικού τμήματος της Γηραιάς Ηπείρου. To όλο θέμα άρχισε να απασχολεί τους Βρετανούς διπλωμάτες από την επαύριο κιόλας της μάχης του Στάλινγκραντ αν όχι από τη στιγμή της παράδοσης της 6ης Στρατιάς του στρατηγού von Paulus. Έκτοτε, άρχισε να πλανάται στους διαδρόμους του Whitehall το φάσμα της “σοβιετοποίησης” των συγκεκριμένων εδαφών καθώς και εκείνο της δημιουργίας μιας αλυσίδας σοσιαλιστικών δημοκρατιών στα Βαλκάνια και στην παραδουνάβια περιοχή, από το Μπουργκάς μέχρι την Τεργέστη και από την Δοβρουτζά μέχρι το Μαυροβούνιο.

Η επικάλυψη των δυο παραπάνω προτεραιοτήτων – διοικητική οργάνωση της καταληφθείσας Ιταλίας και επικείμενη προέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ – δρομολόγησε μια σειρά επαφών ανάμεσα στο Λονδίνο, την Ουάσινγκτον και το Αλγέρι⁴, στις λεπτομέρειες των οποίων είναι αδύνατο να υπεισέλθουμε επί του παρόντος. Το μεγάλο πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίστατο στο ότι οι εκατέρωθεν απόψεις και επιχειρηματολογίες κινούνταν σε διαφορετικό μήκος κύματος. Η εκφορά του λόγου από την πλευρά του Foreign Office ήταν πρωτίστως πολιτική και στραμμένη προς το μέλλον. Αντίθετα, οι θέσεις των Αμερικανών (στρατηγείο του Αλγερίου και επιτελείο της Ουάσινγκτον), περισσότερο στρατιωτικής υφής, αντανακλούσαν τις τρέχουσες ανάγκες διεξαγωγής του πολέμου. Αποτέλεσμα ήταν η συνθηκολόγηση και παράδοση της Ιταλίας να λάβει χώρα κάτω από συνθήκες υπέρμετρων αντιφάσεων και έλλειψης ομοψυχίας.

Τον Μάιο του 1943, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Foreign Office είχαν καταλήξει σε ένα σχέδιο, το οποίο προοριζόταν για το σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου. Το σχέδιο αυτό πριμοδοτούσε την επιβολή ενός τριμερούς και ισομερούς μεταξύ των Συμμάχων διοικητικού συστήματος επί των αντιπάλων κρατών, ανεξαρτήτως προέλευσης των στρατευμάτων που θα τα απελευθέρωναν. Για τη βρετανική διπλωματία δυο παράμετροι θεωρούνταν δεδομένες. Εάν ο στόχος ήταν η επιβίωση της τριμερούς συμμαχίας την επομένη της κατατρόπωσης του κοινού εχθρού (το Λονδίνο έδειχνε να το πιστεύει και να το προσδοκά καθώς η εγκαθίδρυση μιας βιώσιμης και μακροχρόνιας ειρήνης ήταν εφικτή μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή), τότε έπρεπε να αποφευχθεί η άσκηση μιας αυτοδύναμης πολιτικής στις περιοχές εκείνες που ελέγχονταν από τον καθένα από τους Συμμάχους, σε βάρος μάλιστα των υπολοίπων και πίσω από την πλάτη τους. Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν επιτακτικό να αποτραπεί η σφυρηλάτηση ενός σοβιετικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη. Με τη διαφορά του ότι Αμερικανοί και Βρετανοί δεν είχαν πράξει έως τότε απολύτως τίποτα προκειμένου να αναμείξουν την ΕΣΣΔ στις πολιτικές υποθέσεις της Ιταλίας. Ως εκ τούτου, δεν έτρεφαν ελπίδες, με τη σειρά τους, να κληθούν να διοικήσουν από κοινού τις περιοχές που θα έπεφταν στα χέρια του Κόκκινου στρατού. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσδοκούσαν κάτι το υπέρμετρο στη Ρουμανία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Δεν θα αποκόμιζαν, όμως, απολύτως τίποτα εφόσον απέκλειαν τους Ρώσους από την Ιταλία. Επομένως, η Ιταλία λειτουργούσε κατά κάποιο τρόπο ως πρόκριμα για τη μελλοντική συνεργασία των Δυτικών με την ΕΣΣΔ, μια συνεργασία επί της οποίας θα στηριζόταν ολόκληρη η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων.

Ιούνιος 1944: τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στη Ρώμη.

To σχέδιο του Foreign Office ξεκαθάριζε πως η ευθύνη για την κάθε χώρα υπό Συμμαχική κατοχή θα αναλογούσε σε μια τρικέφαλη επιτροπή, της οποίας θα προέδρευαν εκ περιτροπής ένας Βρετανός, ένας Αμερικανός και ένας Σοβιετικός αξιωματούχος. Με τη σειρά τους, οι παραπάνω επιτροπές θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία μιας “Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών της Ευρώπης”. Η τελευταία θα ήταν η ανώτατη Συμμαχική αρχή στην Ευρώπη στους δε κόλπους της ο καθένας από τους Τρεις θα έχαιρε του δικαιώματος της οριστικής αρνησικυρίας (βέτο). Σκοπός ήταν η ελαχιστοποίηση του στρατιωτικού παράγοντα, με άλλα λόγια του ειδικού βάρους που θα μπορούσε να ασκηθεί από τον κάθε εταίρο στο κρίσιμο χρονικό διάστημα της μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη.

Το σχέδιο δεν γνώρισε συνέχεια. Υπολογίζοντας σε μια ταχεία κατάρρευση της Ιταλίας, οι Βρετανοί το υπέβαλαν στους Αμερικανούς και στους Σοβιετικούς την παραμονή της Συμμαχικής απόβασης στη Σικελία. Το Foreign Office δεν είχε προβλέψει τις συνθήκες που τελικά επικράτησαν. Το ότι, δηλαδή, θα υπογραφόταν ανακωχή με έναν από τους κυριότερους αντιπάλους, δίχως ωστόσο να εκλείψουν οι εχθροπραξίες εντός του εδάφους της χώρας που την είχε υπογράψει. Επρόκειτο ακριβώς γι αυτό που συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1943: την ίδια στιγμή κατά την οποία η Ιταλία έβγαινε από τον πόλεμο, ο πόλεμος εισήλθε στο έδαφός της. Η επιλογή των Γερμανών να προβάλλουν αντίσταση στη Συμμαχική προέλαση και να μην ανασυνταχθούν στο βορρά όπως όλοι ανέμεναν, είχε ως συνέπεια η χώρα να μετατραπεί σε θέατρο μακροχρόνιων και αιματηρών επιχειρήσεων. Οι συνθήκες ήταν αποτρεπτικές για την υλοποίηση του βρετανικού σχεδίου.

Η αλήθεια είναι πως οι Αμερικανοί είχαν υποδεχθεί με σοβαρότατες επιφυλάξεις την ιδέα την οποία προωθούσε το Foreign Office και που έκανε λόγο για έμμεση διοίκηση της ηπειρωτικής Ιταλίας με τη διατήρηση μιας τοπικής κυβέρνησης. Η προτίμησή τους στρεφόταν προς ένα σχήμα ανάλογο με εκείνο που είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή στην Σικελία: επιβολή μιας Διασυμμαχικής Στρατιωτικής Διοίκησης (Allied Military Government), οργάνου του Γενικού Επιτελείου των στρατευμάτων εισβολής. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφαιρεθεί από τον Eisenhower (και κατ’ επέκταση από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Ουάσινγκτον) ο έλεγχος των ιταλικών αρχών ενόσω διαρκούσαν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Πόσο μάλλον να μετακυλήσουν σε ένα τριμερές συμβούλιο με τη συμμετοχή σε αυτό και των Σοβιετικών. Από μόνο του ένα σχήμα του είδους αυτού ήταν ικανό (εξαιτίας των παρεμβάσεων της Μόσχας) να βραχυκυκλώσει την υιοθέτηση κάθε μέτρου που θα κρινόταν απαραίτητο από τους στρατιωτικούς. Προσηλωμένοι στο δόγμα της υπεροχής του διοικητή του εκάστοτε επιχειρησιακού θεάτρου, οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχθούν παρά ένα και μόνο σχήμα: μια διμερή (και όχι τριμερή) αγγλοαμερικανική επιτροπή, υπαγόμενη στον Eisenhower και στο Μεικτό Γενικό Επιτελείο (Combined Chiefs of Staff). Εν τέλει, εάν η ΕΣΣΔ δεν συμμετείχε στη διοίκηση της Ιταλίας, αυτό δεν οφειλόταν ούτε σε αποστροφή της πρώτης (η Μόσχα είχε καλωσορίσει το βρετανικό σχέδιο), αλλά ούτε και στο φάσμα του κομμουνισμού και μιας επέκτασης της σοβιετικής επιρροής στη Μεσόγειο, όπως για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν η εντύπωση. Οφειλόταν στον τρόμο που ασκούσε πάνω στους στρατιωτικούς (ειδικότερα τους Αμερικανούς) η προοπτική ενός δίπολου σχήματος εξουσίας επί του ιδίου πεδίου των μαχών. Και στο τέλος του 1943, η ισχύς της στρατιωτικής λογικής ήταν αδιαμφισβήτητη.

Ιδού λοιπόν οι καταβολές μιας ολόκληρης κωμωδίας παρεξηγήσεων και υπαινιγμών, η οποία τον Οκτώβριο του ιδίου έτους στιγμάτισε τις εργασίες της συνδιάσκεψης σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, στη Μόσχα. Επρόκειτο για την πρώτη συνάντηση σε τόσο ψηλή κλίμακα από την εποχή της γέννησης της συμμαχίας. Από τη μια πλευρά οι Σοβιετικοί, δια στόματος Molotov, εκδήλωσαν ζωηρό ενδιαφέρον για την περίπτωση της Ιταλίας αποδεχόμενοι το σχέδιο, το οποίο τους είχε υποβάλλει τρεις μήνες νωρίτερα ο Eden και που έκανε λόγο για πλήρη συμμετοχή εκ μέρους τους. Από την άλλη πλευρά ο ίδιος ο Eden είχε ήδη θέσει την ταφόπλακα στο σχέδιό του υποχωρώντας κάτω από τις πιέσεις των Αμερικανών. Αντ’ αυτού, προώθησε ένα πιο χαλαρό σχήμα, το οποίο προσέφερε μεν στην ΕΣΣΔ την επίφαση μιας συμμετοχής, αφαιρώντας ωστόσο από αυτήν κάθε αρμοδιότητα επί της ουσίας.

Η Συνδιάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών των Τριών Μεγάλων στη Μόσχα (Οκτώβριος 1943).

Τον έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων της συνθηκολόγησης ανέλαβε μια Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου (Allied Control Commission), απαρτιζόμενη αποκλειστικά από Αμερικανούς και Βρετανούς με πρόεδρο ex officio τον στρατηγό Eisenhower. Η εν λόγω επιτροπή θα πλαισίωνε την τοπική κυβέρνηση λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην τελευταία και τον έξω κόσμο. Η ΕΣΣΔ, από κοινού με τους μικρότερους συμμάχους, θα συνδεόταν με αυτό το σχήμα μέσω ενός δευτέρου οργάνου που δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξυπηρετήσει τον σκοπό αυτό. Επρόκειτο για το “Γνωμοδοτικό Συμβούλιο για την Ιταλία” (Advisory Council for Italy), στους κόλπους του οποίου ο Ρώσος εντεταλμένος συμμετείχε επί ίσοις όροις με έναν Γάλλο, έναν Έλληνα και έναν Γιουγκοσλάβο ομολόγους του. Ο πρώτος κατά σειρά εκπρόσωπος, Andrei Vychinski, φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1943 επιτόπου, διαπίστωσε αμέσως πως το καθεστώς το οποίο επιφυλάχτηκε για τη χώρα του ήταν περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό. Βέβαια, καθώς ο πρώτιστος στόχος ολόκληρου αυτού του μηχανισμού ήταν η διαφύλαξη και διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, το παραπάνω σχήμα δεν ήταν δυνατό να επιβιώσει την επομένη της λήξης των εχθροπραξιών εντός του ιταλικού εδάφους. Όταν σχεδίαζαν το μέλλον της μεταπολεμικής Ιταλίας, οι Σύμμαχοι δεν είχαν φανταστεί πως οι επιχειρήσεις θα εξακολουθούσαν επί είκοσι μήνες έπειτα από τη συνθηκολόγηση, με άλλα λόγια έως το πέρας του πολέμου στην Ευρώπη.

Έτσι λοιπόν, στις αρχές του 1944 το “ιταλικό μοντέλο” τοποθετήθηκε στη θέση του. Κινείτο στους αντίποδες εκείνου που είχαν οραματιστεί οι Βρετανοί διπλωμάτες. Σε ό,τι αφορούσε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, παρείχε πλήρη αποκλειστικότητα στις αρχές κατοχής. Μοναδική απόκλιση αποτελούσε ένα locus standi που επινοήθηκε ειδικά για την περίπτωση της ΕΣΣΔ και το οποίο λειτούργησε περιθωριακά μέχρι τέλους. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκαν ορισμένοι ιστορικοί, οι Ρώσοι δεν υπέκυψαν στα τετελεσμένα. Τον δευτερεύοντα ρόλο που τους αποδόθηκε ήταν κάλλιστα σε θέση (όφειλαν καλύτερα) να τον θεωρήσουν ευθύς εξαρχής ως χρήσιμο προηγούμενο για το μέλλον. Σε ένα πρώτο στάδιο δεν το συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να τον διευρύνουν με κάθε δυνατό μέσο. Αρχικά στράφηκαν προς τους Αγγλοαμερικανούς, ζητώντας να ενταχθούν ισότιμα στους κόλπους της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου. Εν συνεχεία, έδρασαν μονομερώς.

Το Μάρτιο του 1944, έπειτα από μυστική συνεννόηση του Vychinski με τους Ιταλούς, η Μόσχα συνήψε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την κυβέρνηση Badoglio δίχως να ενημερώσει προηγουμένως τους υπόλοιπους Συμμάχους. Ο σκοπός ήταν να βραχυκυκλωθεί η Διασυμμαχική Επιτροπή και να εξουδετερωθεί ολόκληρος ο μηχανισμός, τον οποίον είχαν στήσει οι Αγγλοαμερικανοί. Οι τελευταίοι αντέδρασαν βίαια. Όχι μόνο δεν χαλάρωσαν τον έλεγχο που ασκούσαν μέχρι τότε, αλλά αντίθετα τον ενδυνάμωσαν περαιτέρω. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του State Department περί τα μέσα Μαρτίου: “Ολόκληρο το σύστημα ελέγχου της Ιταλίας προέκυψε έπειτα από ώριμη σκέψη, επιβλήθηκε και εξελίχθηκε ως απαραίτητο στρατιωτικό εργαλείο (…), το οποίο παρέχει στον ανώτατο διοικητή την δυνατότητα να προστατέψει και να διεκπεραιώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις επί του ιταλικού εδάφους. Αυτή η ύπατη αρμοδιότητα εξακολουθεί να ασκείται από τον ίδιο και καμιά ειδική συνεννόηση ανάμεσα στην ιταλική κυβέρνηση και κάποια από τις σύμμαχες ομόλογές της δεν είναι σε θέση να την μεταβάλει ούτε κατά διάνοια”.

Τραπεζογραμμάτιο αξίας 50 ιταλικών λιρών. Εκδόθηκε το 1944 κατόπιν αδείας των Συμμαχικών αρχών κατοχής.

Την άνοιξη του 1944, κι ενώ οι Αμερικανοί εκφέρουν έναν αδιάλλακτο λόγο σχετικά με τις υποθέσεις της Ιταλίας, η έξοδος από τον πόλεμο των ανατολικών δορυφόρων της Γερμανίας βρισκόταν ήδη στην ημερήσια διάταξη. Πρώτη υποψήφια για υπογραφή συνθηκολόγησης ήταν η Ρουμανία. Κατά τον μήνα Μάρτιο ο Κόκκινος στρατός, έχοντας εξαπολύσει επίθεση μεγάλου βεληνεκούς, εισέβαλλε στην Βεσσαραβία φθάνοντας μέχρι τον ποταμό Προύθο όπου ακινητοποιήθηκε επί πέντε μήνες. Το ζητούμενο ήταν, συνεπώς, η προετοιμασία της επόμενης μέρας, οι όροι της επικείμενης συνθηκολόγησης και ο τρόπος επιβολής τους.

Η αρχική ιδέα των Βρετανών συνίστατο σε ένα τριμερές και ισότιμο διοικητικό σύστημα για ολόκληρη την Ευρώπη. Δυστυχώς, το προηγούμενο της Ιταλίας κατέστησε κάτι τέτοιο ανέφικτο. Ήταν αυτονόητο πλέον πως στις περιπτώσεις της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας τον πρώτο λόγο θα είχε η στρατιωτική διοίκηση των δυνάμεων κατοχής, δηλαδή η ΕΣΣΔ. Ωστόσο, αν και το Λονδίνο αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει ριζικά τον προγραμματισμό του σε επίπεδο τακτικής, δεν απομακρύνθηκε ούτε στιγμή από τους πολιτικούς στόχους τους οποίους είχε θέσει. Υποστηρίχτηκε από πολλές πλευρές πως οι Βρετανοί, θεωρώντας αδύνατη μια συνύπαρξη με τους Ρώσους και επιδιώκοντας να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην Μεσόγειο, προώθησαν, σε αντιδιαστολή με τους Αμερικανούς συμμάχους τους, το σχήμα ενός διαμοιρασμού της Ευρώπης σε ζώνες αποκλειστικής επιρροής. Είναι γεγονός πως στη Μεγάλη Βρετανία ακούστηκαν φωνές προς αυτή την κατεύθυνση, όπως άλλωστε και στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ (η περίπτωση του George Kennan αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα). Σε κυβερνητικό επίπεδο ωστόσο, κάθε άλλο παρά συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ένας διαμελισμός σε μόνιμες και αδιαπέραστες ζώνες επιρροής προκαλούσε ρίγη ανησυχίας στους κύκλους του Foreign Office μεταξύ των ετών 1943 και 1945. Ο λόγος δεν ήταν η ψευδαίσθηση περί οικοδόμησης της δημοκρατίας στην ανατολική Ευρώπη ούτε η ευημερία Ρουμάνων, Βουλγάρων και Ούγγρων. Πραγματικός στόχος ήταν η επιβίωση της τριμερούς συμμαχίας, στην ύπαρξη της οποίας στηρίζονταν όλοι οι σχεδιασμοί για την μεταπολεμική Ευρώπη. Σε αυτό το τριμερές σχήμα μπορούσαν να προσχωρήσουν η Γαλλία και η Κίνα, με προοπτική το τελευταίο να εξελιχθεί σε ένα Διευθυντήριο πλανητικής κλίμακας.

Η βρετανική διπλωματία προσέβλεπε στην επίτευξη δυο στόχων: στη διατήρηση της συμμαχίας και στην αποφυγή υποδούλωσης της ανατολικής Ευρώπης από την ΕΣΣΔ. Οι δυο στόχοι ήταν αλληλένδετοι. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ήταν και ασύμβατοι μεταξύ τους. Ήταν ποτέ δυνατό να αναμένει κανείς από τους Ρώσους να αφήσουν ανέγγιχτες τις πολιτικές, θεσμικές και κοινωνικές δομές των χωρών που θα τελούσαν υπό τον έλεγχο του Κόκκινου στρατού; Προτού υπεισέλθουμε στο κεφάλαιο περί ανατολικών συνθηκολογήσεων (επρόκειτο εξ ολοκλήρου για διμερείς αγγλορωσικές διαπραγματεύσεις καθότι, το 1944, η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών στα Βαλκάνια και στην παραδουνάβια Ευρώπη ήταν πενιχρή έως μηδαμινή), αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε τα δεδομένα επί των οποίων στηρίζονταν οι σχεδιασμοί του Λονδίνου και να τους συσχετίσουμε με εκείνους του Κρεμλίνου και γενικότερα με την ίδια τη φύση της ΕΣΣΔ.⁵

Η δεσπόζουσα εικόνα της ΕΣΣΔ τόσο στις τάξεις των Βρετανών όσο και σε εκείνες των Αμερικανών, ήταν πως η συμμετοχή στον πόλεμο είχε μετατρέψει ριζικά την τελευταία σε μια “κλασσική” παράμετρο του ευρωπαϊκού στερεώματος ή, τουλάχιστον, την είχε εισαγάγει σε μια διαδικασία μετάλλαξης προς την κατεύθυνση αυτή (“μια πόρνη σε φάση εξιλέωσης” σύμφωνα με την άκομψη έκφραση του πρέσβη της Α.Μ. στη Μόσχα). Με άλλα λόγια, η πρόσληψη της σοβιετικής μεταπολεμικής εξωτερικής πολιτικής κάθε άλλο παρά σχετιζόταν με το επεκτατικό μοντέλο της χιτλερικής Γερμανίας (η εικόνα αυτή άρχισε να διαμορφώνεται αργότερα, ενόσω βρισκόταν πια σε εξέλιξη ο Ψυχρός Πόλεμος). Αντίθετα, παρέπεμπε περισσότερο σε εκείνη της Γερμανίας της εποχής του Bismarck, ειδικότερα κατά τις δυο δεκαετίες του 1870 και του 1880: μιας κορεσμένης δύναμης, απορροφημένης από τα εσωτερικά προβλήματα και συντηρητικής ως προς την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, με διακαή επιθυμία να συμβάλει στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Κατά πάσα βεβαιότητα η ΕΣΣΔ επιθυμούσε και εκείνη να προεκτείνει σε περίοδο ειρήνης την τριμερή συμμαχία με Βρετανούς και Αμερικανούς δίχως να προσβλέπει απαραίτητα στη σοβιετοποίηση της ανατολικής Ευρώπης μετά το πέρας του πολέμου. Εν ολίγοις, το Κρεμλίνο δεν προσδοκούσε μια μόνιμη δορυφοροποίηση των κατεχομένων περιοχών. Η στρατηγική του δεν ήταν στραμμένη προς μια κατεύθυνση αυτού του είδους αλλά ούτε και προς εκείνη μιας εσκεμμένης επιθετικής μορφής. Δεν διακατεχόταν από εξάρσεις επαναστατικού μεσσιανισμού, ούτε από κάποια πρόθεση πολιτικού προσηλυτισμού. Είχε πάψει να υπαγορεύεται από ιδεολογικά κίνητρα. Ο στόχος της ήταν περιορισμένος, σαφής και απόλυτα κατανοητός. Επρόκειτο για την ασφάλεια και την προστασία των νέων συνόρων της ΕΣΣΔ.

H προέλαση του Κόκκινου στρατού στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Το αναπόφευκτο επακόλουθο του παραπάνω αξιώματος εκφράστηκε τον Μάιο του 1943 με γλαφυρά και προφητικά λόγια από έναν λειτουργό του Foreign Office: “Η εν γένει συμπεριφορά της μεταπολεμικής ΕΣΣΔ έναντι ημών και όλων εκείνων που εκδηλώνουν κάποιο ενδιαφέρον γι αυτή, θα εξαρτηθεί από τον τρόπο, με τον οποίον θα της συμπεριφερθούμε εμείς έως τότε”. Εάν η ρωσική πολιτική δεν ήταν ιδεολογικά προκαθορισμένη, διατηρώντας βέβαια έναν βαθμό καχυποψίας αναφορικά με τον έξω κόσμο, τότε θα έπρεπε να διανύσει μια περίοδο μεγίστης ελαστικότητας προς την κατεύθυνση κάποιου είδους δυτικοποίησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, κομβικός παράγοντας θα έπρεπε να είναι η στάση των Αγγλοαμερικανών, ειδικότερα σε θέματα που άπτονταν της ασφάλειας της ΕΣΣΔ. Αυτός ακριβώς υπήρξε ο άξονας πέριξ του οποίου σφυρηλατήθηκε η βρετανική πρόσληψη της ρωσικής πολιτικής: αυτή η τελευταία θα εξαρτάτο από την πρόσληψη της βρετανικής πολιτικής εκ μέρους του Κρεμλίνου. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο φόβος μιας σοβιετοποίησης των ανατολικών χωρών παρέμενε μια σοβαρή απειλή, έστω και αν, σύμφωνα πάντοτε με την οπτική του Λονδίνου, δεν ήταν αναπότρεπτα εγγεγραμμένη στη λογική των περιστάσεων. Ο δε μεγαλύτερος κίνδυνος συνίστατο στο να ερμηνευτεί η συμπεριφορά των Αγγλοσαξόνων ως εχθρική έναντι της Μόσχας ή, τουλάχιστον, ως ζημιογόνα ως προς τις δίκαιες διεκδικήσεις της τελευταίας στον τομέα της ασφάλειας. Στην απευκταία περίπτωση που η ΕΣΣΔ διαπίστωνε ότι οι διεκδικήσεις της δεν επρόκειτο να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο ενός κλίματος κατανόησης και συνεργασίας με τους δυο συμμάχους της, ήταν βέβαιο πως θα επιχειρούσε να τις εκπληρώσει δίχως αυτούς, για να μην πει κανείς ενάντια σε αυτούς. Και όλα αυτά φυσικά,σε βάρος των λαών της ανατολικής Ευρώπης. Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δυο στόχους των Βρετανών ήταν διαλεκτικής φύσεως: ένας στοιχειώδης σεβασμός των δημοκρατικών αρχών και αξιών στις χώρες υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της συμμαχίας. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η διατήρηση της ενδοσυμμαχικής αρμονίας αποτελούσε την καλύτερη εγγύηση ως προς το μέλλον των χωρών αυτών.

Σύμφωνα με τους Βρετανούς διπλωμάτες εγκυμονούσε και ένας δεύτερος κίνδυνος. Η διαδικασία σοβιετοποίησης ήταν δυνατό να ενεργοποιηθεί και εξαιτίας ενός επιπρόσθετου παράγοντα. Εκείνου της κατάστασης που θα επικρατούσε εντός των παραπάνω χωρών. Επρόκειτο για μια παράμετρο ικανή να επηρεάσει από μόνη αρνητικά τις επιλογές της Μόσχας σε πολλαπλά επίπεδα. Υπήρχαν ήδη ενδείξεις, βάσει των οποίων ο τερματισμός του πολέμου θα βύθιζε τη ΝΑ Ευρώπη μέσα σε ένα χάος κοινωνικής αναρχίας, πολιτικών συγκρούσεων ακόμη και εμφυλίου πολέμου. Μια παρόμοια εξέλιξη ενείχε τον κίνδυνο να πείσει τους Σοβιετικούς να ενεργήσουν με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που είχαν αρχικά σχεδιάσει. Ή και να προσφέρει στις τοπικές δυνάμεις της άκρας αριστεράς την ευκαιρία να δραστηριοποιηθούν με τρόπο που θα καθιστούσε δύσκολο για την ΕΣΣΔ να καταδικάσει, ακόμα περισσότερο δε να καταστείλει.⁶

Μια άλλη πηγή ανησυχίας, η οποία με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε σε κυρίαρχη, ήταν η συμπεριφορά της αστικής τάξης (της πλέον ευθυγραμμισμένης με το αγγλοσαξονικό σύστημα διακυβέρνησης) και της ηγεσίας της σε κάθε μια από τις χώρες της κεντροανατολικής Ευρώπης. Σε ορισμένες από τις τελευταίες (λ.χ. στη Ρουμανία), οι αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις διακατέχονταν από ένα έντονο αντισοβιετικό συναίσθημα και ήταν σε θέση, συνακόλουθα, να στρέψουν τους Συμμάχους τους μεν εναντίον των δε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ κατά της ΕΣΣΔ, με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίον οι Ιταλοί επιχείρησαν να στρέψουν την ΕΣΣΔ εναντίον των Αγγλοαμερικανών. Αντί να βυθιστούν στο πλαίσιο των βρετανικών επιδιώξεων περί συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των Τριών, οι αστικές τάξεις των εν λόγω χωρών κινδύνευαν να στραφούν κατά της πολιτικής που προωθούσε το Λονδίνο. Με άλλα λόγια, δεν ήταν διατεθειμένες να υποκύψουν άνευ όρων στον έλεγχο του Κόκκινου στρατού. Θα μπορούσαν κάλλιστα να αξιοποιήσουν τις διαφορές μεταξύ των Συμμάχων ή να δημιουργήσουν νέες εκεί που δεν υπήρχαν. Θα ήταν επίσης σε θέση να προκαλέσουν την ΕΣΣΔ, ούτως ώστε η τελευταία να αναγκαστεί να τραβήξει το ξίφος από το θηκάρι και να τις αναγκάσει να περιχαρακωθούν πίσω από την ισχυρή αγγλοσαξονική ασπίδα. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν, καθώς παραγνώριζαν το γεγονός ότι σε περίπτωση ρήξης των ενδοσυμμαχικών σχέσεων, οι Αγγλοαμερικανοί δεν διέθεταν ασπίδα για να τους προστατεύσουν. Με άλλα λόγια, οι μετριοπαθείς ελίτ των χωρών αυτών, επιχειρώντας να εκμαιεύσουν την αντίδραση της Δύσης, θα προσέφεραν άθελά τους το πρόσχημα στην ΕΣΣΔ να θεμελιώσει τον έλεγχό της, στηριζόμενη αποκλειστικά στα κομμουνιστικά κόμματα. Το τελευταίο πράγμα που το Λονδίνο επιθυμούσε να δει ήταν μια εξέλιξη τέτοιας μορφής.

Έτσι είχε το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων με αντικείμενο τους όρους συνθηκολόγησης της Ρουμανίας, και αργότερα της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας, οι οποίες ξεκίνησαν την άνοιξη του 1944. Κύριο μέλημα των Βρετανών ήταν να προσπεράσουν την αρχική φάση της κατοχής από τον Κόκκινο στρατό με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες σε κάθε επίπεδο. Στους σχεδιασμούς του Foreign Office, δυο ήταν τα σημεία εκείνα που μονοπωλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον. Από τη μια πλευρά, οι Δυτικοί είχαν κάθε συμφέρον να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν την πρωτοκαθεδρία της ΕΣΣΔ ενόσω οι όροι της συνθηκολόγησης παρέμεναν σε ισχύ. Από την άλλη, όφειλαν να εξασφαλίσουν επιτόπου μια αποτελεσματική εκπροσώπηση για τον εαυτό τους, η οποία θα τους επέτρεπε να ελέγχουν την πολιτική σταθερότητα και να παρεμβαίνουν για την αποκατάσταση και διατήρησή της. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση των όρων της κάθε συνθηκολόγησης δεν έπρεπε να επαφίεται στην αρμοδιότητα ενός και μόνο τοπικού στρατιωτικού διοικητή, αλλά να εμπίπτει σε έναν οργανισμό, στους κόλπους του οποίου η σοβιετική ανώτατη διοίκηση θα διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία πλαισιωμένη από εκπροσώπους της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ. Βέβαια, πρώτιστη προϋπόθεση γι’ αυτό το τελευταίο αποτελούσε η συγκατάθεση της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, κάτι που δεν έπρεπε να θεωρείται ως δεδομένο από τη στιγμή που οι Αμερικανοί όχι μόνο δεν εκδήλωναν το παραμικρό ενδιαφέρον για τις εν λόγω περιοχές, αλλά έπρατταν τα πάντα προκειμένου να παραμείνουν αμέτοχες όσον αφορούσε τις εκεί εξελίξεις. Οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των δυτικών εντεταλμένων θα ορίζονταν κατά περίπτωση και ως προς αυτό, το Foreign Office είχε πλήρη συνείδηση πως το προηγούμενο της Ιταλίας λειτουργούσε αρνητικά. Πάντως, σε κάθε περίπτωση οι δικοί του εκπρόσωποι θα ήταν επιφορτισμένοι με μια τριπλή αποστολή: 1) την επίβλεψη της εφαρμογής των όρων της συνθηκολόγησης σε στενή συνεργασία με τις σοβιετικές αρχές κατοχής, 2) την ενθάρρυνση των τοπικών πολιτικών δυνάμεων (ειδικότερα των μετριοπαθών) να πράξουν το ίδιο, καθιστώντας κατανοητό ότι μια ενδεχόμενη ρήξη των ενδοσυμμαχικών σχέσεων θα ήταν επιζήμια για όλους και 3) τη στενή παρακολούθηση των εξελίξεων και την άμεση ενημέρωση των κυβερνήσεων της Δύσης σχετικά με κάθε προσπάθεια επιβολής μιας μόνιμης σοβιετικής κατοχής, επικίνδυνης για το μέλλον των συγκεκριμένων χωρών αλλά και για την ίδια την συνοχή της τριμερούς συμμαχίας.

Προπαγανδιστική αφίσα της ανατροπής του καθεστώτος Antonescu και της προσχώρησης της Ρουμανίας στο στρατόπεδο των Συμμάχων (κυρίως Σοβιετικών), στις 23 Αυγούστου 1944.

Μέσα στο παραπάνω γενικό πλαίσιο, το ειδικό βάρος των βρετανικών αξιώσεων διέφερε από χώρα σε χώρα με γνώμονα διάφορα κριτήρια. Απλοποιώντας, θα εστιάσουμε σε τρία από αυτά: 1) στα άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα που οι Βρετανοί διατηρούσαν (ή πίστευαν πως διέθεταν) στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, 2) στο μέγεθος του εκτιμώμενου κινδύνου ανά χώρα και 3) σε αντιδιαστολή με το προηγούμενο, στον βαθμό της ανασφάλειας την οποία ένοιωθαν οι Σοβιετικοί. Ως προς την Ρουμανία, οι αξιώσεις των Βρετανών υπήρξαν περιορισμένης κλίμακας. Στα μάτια τους, η συγκεκριμένη χώρα παρουσίαζε μικρότερο ενδιαφέρον από ό,τι οι όμορές της, ειδικότερα η Βουλγαρία. Από την άλλη πλευρά, είχαν διατηρήσει επαφές, διαρκούντος του πολέμου, με τους κύκλους των αντιφρονούντων στο καθεστώς Antonescu, γεγονός που τους επέτρεπε στην παρούσα φάση να εξασφαλίσουν ερείσματα στους κόλπους των ιδίων πολιτικών δυνάμεων με προεξέχοντα το Φιλελεύθερο και το Αγροτικό κόμμα. Η Ρωσία, αντίθετα, ήταν ελάχιστα δημοφιλής σε επίπεδο ρουμανικής κοινής γνώμης, η δε πρόσφατη υφαρπαγή της Βεσσαραβίας από τον Κόκκινο στρατό δεν λειτουργούσε προς όφελος μιας άμβλυνσης της έντασης των σχέσεων. Μοναδικό στήριγμα της ΕΣΣΔ ήταν το Κομμουνιστικό κόμμα της χώρας. Όμως το τελευταίο δεν έχαιρε ευρείας αποδοχής και φάνταζε αδύναμο και ανίκανο να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, κυρίαρχο μέλημα του Foreign Office ήταν να καθησυχάσει το Κρεμλίνο πως, παρόλο τον ευνοϊκό συσχετισμό των ισορροπιών, δεν είχε την πρόθεση να επιδοθεί σε δολοπλοκίες σε βάρος των σοβιετικών συμφερόντων,  ακριβώς προκειμένου να αποτραπεί η δια της βίας επιβολή ενός κομμουνιστικού καθεστώτος.

Ο καθησυχασμός των Ρώσων ιθυνόντων ήταν ακόμη πιο επιτακτικός καθότι, περί τα τέλη του 1943, η Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων (Special Operations Executive – SOE) είχε άθελά της ρίξει λάδι στη φωτιά προωθώντας στη Ρουμανία μια ομάδα πρακτόρων, επιφορτισμένων με την αποστολή να αποκαταστήσουν επαφή με τον Iuliu Maniu, ηγέτη του Αγροτικού κόμματος. Η επιχείρηση απέτυχε καθώς οι τελευταίοι συνελήφθησαν αμέσως από το καθεστώς Antonescu. Οι επίσημες ρουμανικές αρχές, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν όλους τους διαύλους επικοινωνίας ανοικτούς, όχι μόνο δεν παρέδωσαν τους συλληφθέντες στους Γερμανούς, αλλά τους επέτρεψαν να συνεχίζουν να επικοινωνούν με το Κάιρο μέσω ασυρμάτου. Τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 1944, το παραπάνω επεισόδιο προκάλεσε τη οργή του Molotov, ο οποίος κατηγόρησε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ότι μηχανορραφούσαν με τον Ρουμάνο δικτάτορα ενάντια στα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Αμήχανο, το Λονδίνο απάντησε προτείνοντας προκαταβολικά, σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις εντυπώσεις, την αναγνώριση της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας στην Ρουμανία, με αντάλλαγμα την αποδοχή της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα. Εννοείται πως δεν γινόταν λόγος για εγκατάλειψη της Ρουμανίας στην μοίρα της. Η πρόταση του Foreign Office στόχευε στην αποκλιμάκωση της έντασης αλλά και στην αποφυγή περισσότερο ακραίων λύσεων για την εν λόγω χώρα. Επρόκειτο για την απαρχή της διαδικασίας, η οποία πέντε μήνες αργότερα έμελλε να ολοκληρωθεί με τη σύναψη της λεγομένης “Συμφωνίας των ποσοστών”.

Με την αποκατάσταση της ηρεμίας στις διμερείς αγγλορωσικές σχέσεις, η σύνταξη των όρων συνθηκολόγησης της Ρουμανίας δεν προσέκρουσε σε άλλα εμπόδια. Θέλοντας και μη, το Λονδίνο παραχώρησε στους Σοβιετικούς τη μέριμνα για τη σύνταξη του τελικού κειμένου. Αρκέστηκε μόνο να ρωτήσει κατά πόσο η σύσταση μιας Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου, προορισμένης να επιβλέπει τη δραστηριότητα της νέας ρουμανικής κυβέρνησης, συγκαταλεγόταν μεταξύ των προθέσεων της Μόσχας. Όταν οι Ρώσοι απάντησαν καταφατικά, επισημαίνοντας παρά ταύτα, πως η Διασυμμαχική Επιτροπή θα υπαγόταν απευθείας στον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης ειρήνης, το Foreign Office δεν εξέφρασε αντίρρηση. Κατόπιν τούτου, οι συνομιλίες μεταξύ των Τριών – με ιδιαίτερα ισχνή την αμερικανική παρουσία και συμμετοχή – κατέληξαν στην υπογραφή, στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, της πράξης Συνθηκολόγησης. Την υπέγραψαν ο στρατάρχης Malinovsky στο όνομα των Συμμάχων και οι εντεταλμένοι της νέας κυβέρνησης συνασπισμού, την οποία είχε ορκίσει ο βασιλέας Μιχαήλ, την επομένη της ανατροπής του δωσίλογου καθεστώτος Antonescu.

Το άρθρο 18 προέβλεπε όντως πως η εκτέλεση των όρων συνθηκολόγησης ανήκε σε μια τριμερή επιτροπή, υπαγόμενη “στη γενική διοίκηση και στις διαταγές της [Σοβιετικής] Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης”, η οποία θα λειτουργούσε σε κάθε περίπτωση “στο όνομα των Συμμάχων”. Έτσι, οι Βρετανοί εξασφάλισαν για τον εαυτό τους και για τους Αμερικανούς (οι οποίοι αδιαφορούσαν σχεδόν επιδεικτικά) την εκπροσώπηση στους κόλπους της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου. Στην ουσία όμως είχαν παραχωρήσει στους Σοβιετικούς τη δυνατότητα να προσδιορίζουν το είδος και το μέγεθος της συμμετοχής των Δυτικών. Τα πάντα εξαρτώνταν από την ερμηνεία την οποία το Κρεμλίνο απέδιδε στην έννοια “στο όνομα των Συμμάχων”. Βρετανοί και Αμερικανοί θα είχαν λόγο στις σημαντικότερες, τουλάχιστον, αποφάσεις; Ή μήπως, οι σοβιετικές αποφάσεις βαπτίζονταν απλώς και μόνο “συμμαχικές”; Όπως και να έχει το ζήτημα, το Λονδίνο ήταν σε θέση να παρακολουθεί επιτόπου, μέσω των δικών του εκπροσώπων στο Βουκουρέστι, τις εξελίξεις τόσο σε επίπεδο πολιτικής ζωής όσο και σε επίπεδο ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας. Άλλωστε, θα καταφέρει τελικά να επηρεάσει αμφότερες τις πλευρές προς όφελος ενός διπλού στόχου: εκείνου της διατήρησης ομαλών σχέσεων με τις σοβιετικές στρατιωτικές αρχές και εκείνον της αποφυγής επιδείνωσης της όλης κατάστασης μέσω της επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Βουλγαρικός θυρεός μετά την επιβολή του κομμουνισμού.

Στην περίπτωση της Βουλγαρίας τα πράγματα αποδείχτηκαν διαφορετικά και πολύ δυσκολότερα. Στα μάτια των Βρετανών, η συγκεκριμένη χώρα ήταν από στρατηγικής απόψεως η σημαντικότερη στα Βαλκάνια, ενδεχομένως δε και σε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη, της Πολωνίας μη εξαιρουμένης. Μια σοβιετοποίηση της Βουλγαρίας ήταν ικανή να αποσταθεροποιήσει τα Βαλκάνια απειλώντας τα Στενά, την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία. Με άλλα λόγια, ήταν σε θέση να δυναμιτίσει τη βρετανική παρουσία και επιρροή στο σύνολο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Επιπρόσθετα, η Μεγάλη Βρετανία δεν διέθετε ερείσματα στη Σόφια, εν μέρει εξαιτίας των καλών σχέσεων τις οποίες διατηρούσε διαρκούντος του πολέμου με τις εξόριστες στο Λονδίνο κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, οι Σοβιετικοί δεν ήσαν σε καθεστώς πολέμου με την Βουλγαρία παρά μόνο κατά το τριήμερο 5 έως 8 Σεπτεμβρίου. Αλλά ακόμα και τότε επρόκειτο για εικονικό πόλεμο δίχως την παραμικρή απώλεια ζωής. Συνεπώς μπορούσαν να υπολογίζουν στη στήριξη σημαντικής μερίδας του πληθυσμού αλλά και στους παραδοσιακούς φυλετικούς δεσμούς ανάμεσα στους δυο λαούς. Το Λονδίνο θεωρούσε το ΚΚΒ ως το ισχυρότερο και καλύτερα οργανωμένο κόμμα στο πολιτικό στερέωμα της Βουλγαρίας. Σαν να μην αρκούσε αυτό, εντός της χώρας, η σοβιετοποίηση της οποίας φάνταζε ως θανάσιμος κίνδυνος, βρίσκονταν οι καλύτερα οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι κομμουνιστές για την κατάληψη της εξουσίας.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, μόλις η ΕΣΣΔ κατέστησε γνωστή την πρόθεσή της να παρέμβει κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, οι Βρετανοί φρόντισαν να διαμηνύσουν πως στο ζήτημα της συνθηκολόγησης και του ελέγχου της χώρας αυτής σκόπευαν να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους έναν πολύ πιο αποτελεσματικό ρόλο από ό,τι στην αντίστοιχη περίπτωση της Ρουμανίας. Συγκεκριμένα έκαναν λόγο για ισότιμη εκπροσώπηση, προβάλλοντας το επιχείρημα πως βρίσκονταν σε καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία επί τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ η Σοβιετική Ένωση επί τρεις μόνο ημέρες. Δικαιούνταν επομένως καλύτερης μεταχείρισης στην προκειμένη περίπτωση. Κατά κακή τους τύχη, οι Ρώσοι δεν έδειχναν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν. Μάλιστα, εξέφρασαν την άρνησή τους επικαλούμενοι το ιταλικό προηγούμενο, όταν οι Δυτικοί έσπευσαν να διακηρύξουν τότε την ανώτατη εξουσία του στρατιωτικού διοικητή του συγκεκριμένου επιχειρησιακού θεάτρου. Από μόνη της, η ύπαρξη του ιταλικού παραδείγματος απαγόρευε κάθε διαφοροποίηση στις περιπτώσεις της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Αποτέλεσμα ήταν η καθυστέρηση των συνομιλιών μεταξύ των Τριών.⁷ Για την άρση του αδιεξόδου, το Foreign Office επινόησε έναν συμβιβασμό, τον οποίον ανέπτυξε τον Οκτώβριο ο Eden συνοδεύοντας τον  Churchill κατά την επίσκεψή του στην Μόσχα. Πράγματι, είναι γεγονός πως σε ολόκληρο τον κύκλο των διαπραγματεύσεων για την περίφημη “Συμφωνία των Ποσοστών”, σε ό,τι αφορούσε την περίπτωση της Βουλγαρίας, Βρετανοί και Ρώσοι δεν αναλώθηκαν σε στείρα παράθεση αριθμών. Το ζήτημα της συνθηκολόγησης της χώρας αυτής, ειδικότερα δε εκείνο των αρμοδιοτήτων που θα εκχωρούνταν στην Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου, κατείχαν σημαίνουσα θέση.

9 Σεπτεμβρίου 1944: η υποδοχή του Κόκκινου στρατού στη Σόφια.

Ο συμβιβασμός συνίστατο στον διαχωρισμό της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου σε δυο στάδια. Ένα πρώτο, έως τον τερματισμό των εχθροπραξιών με τη Γερμανία, οπότε τον έλεγχο της Διασυμμαχικής Επιτροπής θα ασκούσαν οι Σοβιετικοί. Σε ένα διάδοχο δεύτερο, και έως την συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης, η Επιτροπή θα λειτουργούσε σε ισότιμη βάση. Η πρόταση έγινε μερικώς αποδεκτή (ή μερικώς απορρίφθηκε σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις) από τους Ρώσους έπειτα από ατέρμονες διαπραγματεύσεις. Το Κρεμλίνο δεσμεύτηκε να συζητήσει μεταβολή του τρόπου λειτουργίας της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου έπειτα από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Ωστόσο, απέφυγε να υποσχεθεί αναβάθμιση των υπολοίπων δυο στους κόλπους της ίδιας επιτροπής. Κατέστησε σαφές πως κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε εκ των πραγμάτων με καταδίκη της δικής του εκπροσώπησης σε καθεστώς μόνιμης μειοψηφίας.

Πολλοί ιστορικοί συνηθίζουν να θεωρούν την αγγλορωσική Συμφωνία του Οκτωβρίου 1944 ως την πεμπτουσία του κυνισμού ή ως θέατρο του παραλόγου, από τη στιγμή κατά την οποία τα ποσοστά δεν εκπροσωπούσαν τίποτα στα μάτια των δυο ενδιαφερομένων πλευρών. Ωστόσο, οι ενέργειες των Βρετανών δεν αποτελούσαν προϊόν κυνισμού. Υπαγορεύονταν περισσότερο από ευσεβείς πόθους. Με γνώμονα τη δική τους οπτική, η αναγνώριση της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία διέθετε ημερομηνία λήξης: την περίοδο της κατοχής από τον Κόκκινο στρατό μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Επρόκειτο για ένα προσωρινό καθεστώς, το οποίο δεν παρείχε κατά κανένα τρόπο στην ΕΣΣΔ το δικαίωμα να λειτουργεί επιτόπου αυτοδύναμα. Ως προς αυτό βέβαια, ο Stalin δεν χρειαζόταν την άδεια των Συμμάχων καθώς θεωρούσε τη σοβιετική στρατιωτική παρουσία στις παραπάνω χώρες ως εγγύηση ότι οι Αγγλοαμερικανοί δεν επρόκειτο να προβούν σε δολοπλοκίες εις βάρος των δικών του συμφερόντων. Απώτερος στόχος του βρετανικού σκεπτικού ήταν, όπως πάντα, ο καθησυχασμός των Ρώσων και η αποφυγή δημιουργίας ενός κλίματος αμοιβαίας καχυποψίας που θα τους έκανε να μετατρέψουν μια ζώνη προσωρινής στρατιωτικής κατοχής σε μια μόνιμη εσωστρεφή πολιτική σφαίρα, πλήρως αποξενωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.

Όσον αφορά δε τα ποσοστά, δεν αποκτούσαν νόημα παρά μόνο εάν εξετάζονταν κατά περίπτωση, σε αναλογία με τι ακριβώς εκπροσωπούσαν στην πραγματικότητα. Εκείνο που μετρά είναι η σχετική αξία του καθενός από αυτά. Προκειμένου να αντιληφθεί κανείς την σημασία ενός δυτικού ποσοστού της τάξης του 10% (Ρουμανία) ή του 20 % (Βουλγαρία), αρκεί να προβεί σε μια απλή σύγκριση ανάμεσα στις πράξεις Συνθηκολόγησης με τα δυο κράτη. Το ρουμανικό κείμενο έθετε την Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου κάτω από τις διαταγές της σοβιετικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκούσε η επιτόπου παρουσία του Κόκκινου στρατού. Το βουλγαρικό κείμενο, απόσταγμα των συνομιλιών Eden-Molotov του Οκτωβρίου 1944, προέβλεπε κάτι ανάλογο “μέχρι την λήξη των εχθροπραξιών με την Γερμανία”. Στο διάστημα ανάμεσα στη λήξη των εχθροπραξιών και την τελική υπογραφή της ειρήνης (ένα διάστημα που κινδύνευε να αποβεί μακροχρόνιο), η Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου θα τελούσε υπό την “προεδρία” και όχι υπό την “διεύθυνση” ενός Ρώσου ανώτατου αξιωματικού. Ο ίδιος ο Molotov είχε διαβεβαιώσει τον Βρετανό ομόλογό του πως: “Εξυπακούεται ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής φάσης, ο πρωταρχικός ρόλος της σοβιετικής ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης θα μειωθεί κάπως,  προς όφελος των Αμερικανών και Βρετανών εντεταλμένων”. Σε ποιο βαθμό όμως; Επρόκειτο για την ουσία του προβλήματος, την οποία, όμως και οι Τρεις προτίμησαν να προσπεράσουν προσωρινά έως ότου σιγήσουν πλήρως τα όπλα στο σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου.⁸

Το ιδιόχειρο σημείωμα του Churchill προς τον Stalin, με τις βρετανικές αξιώσεις ως προς τα ποσοστά.

Το αντικείμενο του παρόντος άρθρου εστιάζει στην προσέγγιση των προθέσεων των Συμμάχων έναντι των δορυφόρων της Γερμανίας για τα έτη 1943 και 1944. Συνεπώς, δεν πρόκειται να εξεταστεί καθόλου το καθεστώς εφαρμογής των συνθηκολογήσεων το 1945, τόσο πριν όσο και έπειτα από τον τερματισμό των εχθροπραξιών με την Γερμανία.⁹ Θα ολοκληρώσουμε, εν είδει συμπερασμάτων, με μια σύντομη αναφορά στην κατάσταση, έτσι όπως διαμορφώθηκε, την επομένη της άφιξης στις εχθρικές χώρες της ΝΑ Ευρώπης, των Βρετανών εντεταλμένων στους κόλπους των Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου (εκείνη των συναδέλφων τους Αμερικανών ακολούθησε με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, η δε συμμετοχή τους, τόσο σε μέγεθος όσο και σε αρμοδιότητες υπήρξε μακρόθεν πιο διακριτική).

Το πρώτο γνώρισμα υπήρξε η διαρκώς κλιμακούμενη αντίφαση στις οδηγίες, των οποίων υπήρξαν οι αποδέκτες, και που αντανακλούσαν το δισυπόστατο των στρατηγικών στόχων. Η πολιτική, η οποία περιγράφηκε μέχρι στιγμής, εξέφραζε επακριβώς τις προθέσεις του Foreign Office έναντι των Βρετανών εκπροσώπων στο Βουκουρέστι, τη Σόφια και τη Βουδαπέστη. Οι οδηγίες – η καλύτερη απόδειξη της αντίθεσης του Λονδίνου στην ιδέα περί διανομής της Ευρώπης – έκλιναν σαφώς προς την κατεύθυνση μιας ειλικρινούς συνεργασίας και καλλιέργειας καλών σχέσεων με τους Ρώσους συναδέλφους τους. Ταυτόχρονα δε, προς την αποτροπή κάθε ατυχούς πρωτοβουλίας εκ μέρους των Ρουμάνων, Βουλγάρων και Ούγγρων, ικανής να επιφέρει σκλήρυνση της στάσης της ΕΣΣΔ. Από την άλλη πλευρά, οι Σοβιετικοί τελούσαν υπό συνεχή παρακολούθηση. Οι οδηγίες ήταν κρυστάλλινης διαύγειας ως προς αυτό. Οι συγκεκριμένες χώρες ενέπιπταν στην επιχειρησιακή σφαίρα του Κόκκινου στρατού. Επομένως ήταν φυσικό η ΕΣΣΔ να διαθέτει εκεί προνομιακή θέση έναντι των υπολοίπων συμμάχων της στο όλο ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων συνθηκολόγησης. Όμως, η Μεγάλη Βρετανία δεν επιθυμούσε κατά κανένα τρόπο να δει τις χώρες αυτές να υπάγονται επ’ αόριστον στον έλεγχο του Κρεμλίνου. Γι’ αυτό και ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει μια ισότιμη παρουσία και συμμετοχή στο σύνολο των πολιτικών υποθέσεων αμέσως μετά την υπογραφή των Συνθηκών Ειρήνης.

Έχοντας σχηματίσει ιδίοις όμμασι πληρέστερη εικόνα της όλης κατάστασης, οι Βρετανοί αξιωματούχοι στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης διαπίστωναν ολοένα και περισσότερο, με την πάροδο του χρόνου, το ασύμβατο ανάμεσα στους δυο στόχους (συνεργασία με τους Σοβιετικούς και προστασία της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των χωρών αυτών). Όταν πείστηκαν πως ήταν πρακτικά αδύνατη η ταυτόχρονη προώθηση αμφοτέρων, εγκατέλειψαν τον πρώτο και επικέντρωσαν την προσπάθειά τους στην επίτευξη του δευτέρου. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η μετάλλαξή τους σε απόστολους της σκληρής γραμμής (tough line) έναντι της ΕΣΣΔ αλλά και σε κύριους επικριτές της συγκαταβατικής πολιτικής που εξακολουθούσαν να προωθούν οι κύκλοι του Λονδίνου. Μια επιπρόσθετη δυσκολία, κάθε άλλο παρά αμελητέα, σχετιζόταν με την στάση των τοπικών μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων και των ηγετών τους. Υπήρξαν περιπτώσεις, όπου η κατάσταση ξεπέρασε τους χειρότερους εφιάλτες του Foreign Office.

Όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο συνίστατο στην αιφνίδια αφύπνιση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τη συγκεκριμένη περιοχή. Κομπάρσοι το 1944, οι Αμερικανοί μετεξελίχθηκαν σε πραγματικούς πρωταγωνιστές έναν χρόνο αργότερα. Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται συχνά, η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας επ’ ουδενί πρέπει να εκληφθεί ως υποχωρητικότητα εκ μέρους της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον. Ειδικότερα δε σε ό,τι σχετίζεται με τις ευρισκόμενες υπό κατοχή χώρες της ανατολικής Ευρώπης, σηματοδοτεί την απαρχή μιας δυναμικής και διεισδυτικής πολιτικής, η οποία και αντικατοπτρίζει πλέον το ενδιαφέρον των ΗΠΑ γι αυτές. Στόχος ήταν η αλλαγή του καθεστώτος των συνθηκολογήσεων ως προς την λειτουργία των Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου, με άλλα λόγια η απάλειψη της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας και η υποκατάστασή της από την αρχή της συλλογικής ευθύνης (Joint Responsibility) έτσι όπως αυτή διατυπώθηκε στη Διακήρυξη της Κριμαίας περί Ελεύθερης Ευρώπης. Ακολουθώντας την ίδια γραμμή και έπειτα από την ανάληψη της προεδρίας από τον Harry Truman, οι Αμερικανοί επέλεξαν ακριβώς αντίθετη πορεία από εκείνη που επαγγελόταν το Foreign Office. Εισήλθαν σε τροχιά σύγκρουσης με τους Ρώσους και δεν δίστασαν να επενδύσουν επάνω στα αστικά πολιτικά κόμματα της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, στρέφοντάς τα ενάντια στις σοβιετικές αρχές κατοχής.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945).

Το Foreign Office είχε προ πολλού προφητέψει πως μια πολιτική, η οποία θα στόχευε στη σκλήρυνση της στάσης κατά της ΕΣΣΔ, θα επέφερε ολέθρια αποτελέσματα: τη δηλητηρίαση των σχέσεων με το Κρεμλίνο, την επιδείνωση της μοίρας των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, τη θέση σε κίνδυνο (πολιτικό και φυσικό) των δυτικόφιλων στελεχών, στα οποία τόσο το Λονδίνο όσο και η Ουάσινγκτον ήταν αδύνατο να παράσχουν προστασία. Με την είσοδο του 1946, οι παραπάνω φόβοι μετεξελίχθηκαν σε πραγματικότητα.

O Bruno Arcidiacono διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Ανωτάτων Διεθνών Σπουδών (Institut des Hautes Études Internationales) της Γενεύης μεταξύ των ετών 1987 και 2015. Καθιερώθηκε παγκοσμίως ως ένας από τους βαθύτερους γνώστες της ιστορίας του διεθνούς συστήματος από την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1815) έως σήμερα. Η πρόωρη απώλειά του στις 5 Νοεμβρίου 2019 βύθισε συναδέλφους, μαθητές και φίλους σε βαρύ πένθος.

 

Επιλεκτική εργογραφία του συγγραφέα

 

Cinq types de paix. Une histoire des plans de pacification perpétuelle (XVIIe-XXe siècles). Paris, PUF, 2011, 465 p.

“De la balance politique et de ses rapports avec le droit des gens : Vattel, la «guerre pour l’équilibre» et le système européen”, in P. Haggenmacher et V. Chetail (dir.), Le droit international de Vattel  vu du XXIe siècle. Boston, Brill, 2011, 75-98.

“« Non par la guerre, à la manière des sauvages » : Kant et l’avènement de l’état de droit entre les nations”, Journal of the History of International Law, VIII, n° 1, 2006, 39-89.

“Pour une généalogie de la Charte des Nations Unies : la tradition directoriale”, Relations internationales, n° 127, 2006, 5-23.

“Les projets de réorganisation du système international au XIXe siècle (1871-1914)”, Relations internationales, n° 123, 2005, 11-24.

Alle origini della divisione europea. Armistizi e Commissioni di controllo alleate in Europa orientale, 1944-1946. Firenze, Ponte alle Grazie, 1993, 434 p.

Le « précédent italien » et les origines de la guerre froide. Les Alliés et l’occupation de l’Italie, 1943-1944. Bruxelles, Bruylant, 1984, 481 p.

 

Σημειώσεις

¹ Το παρόν άρθρο στηρίζεται σε δυο πραγματείες, οι οποίες αναφέρονται αντίστοιχα στις περιπτώσεις της Ιταλίας και των ανατολικοευρωπαϊκών και νοτιοευρωπαϊκών δορυφόρων της Γερμανίας (Ρουμανία, Βουλγαρία και Ουγγαρία). Η Φινλανδία εξαιρείται από την κατηγορία αυτή καθώς δεν κατακτήθηκε ούτε και τέλεσε υπό κατοχή. Bruno Arcidiacono, Le précédent italien et les origines de la guerre froide. Les Alliés et l’ occupation de l’ Italie, 1943-1944, Bruxelles, Bruylant, 1984. Του ιδίου, Alle origini della divisione europea. Armistizi e commissioni di controllo alleate in Europa orientale, 1944-1946, Firenze, Ponte alle Grazie, 1993.

² Είναι πάντως γεγονός πως στη συνείδηση του κόσμου, τα Συμμαχικά στρατεύματα έγιναν δεκτά ως απελευθερωτές και όχι ως στρατεύματα κατοχής. Βλ. σχετικά, Antonio Varsori – Ilaria Poggiolini, “Une ou des occupations anglo-américaines? Les cas de l’ Italie et du Japon” in Relations internationales, αρ. 79, φθινώπορο 1994.

³ Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η περίπτωση της Ιταλίας, όπου οι προτεραιότητες των Αμερικανών και Βρετανών στρατιωτικών, υπαγορευόμενες από τη συνέχιση του πολέμου κατά της Γερμανίας, διαπλέκονταν με τις επιλογές των διπλωματών, οι οποίοι λειτουργούσαν με μεταπολεμικά δεδομένα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διαμόρφωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ.

⁴ Από το Αλγέρι, ο στρατηγός Eisenhower συντόνιζε τις Συμμαχικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.

⁵ Βλ. σχετικά Bruno Arcidiacono, “Between War and Peace: The Western Perception of Soviet East European Policy”, in A. Varsori (επιμ.), Europe 1945-1990s. The End of an Era?, London, Macmillan, 1994, s. 47-61.

⁶ Ως προς αυτό το σημείο οι Βρετανοί εξέφραζαν έντονο προβληματισμό για την περίπτωση της Βουλγαρίας όπου οι κομμουνιστές φάνταζαν περισσότερο δυναμικοί από όσο στις υπόλοιπες χώρες.

⁷ Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην αναστολή των εχθροπραξιών και την υπογραφή της συνθηκολόγησης, θα μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα επτά εβδομάδων.

⁸ Το παράδειγμα της Ουγγαρίας επιβεβαιώνει τον συσχετισμό των ποσοστών με την πραγματικότητα. Τα ποσοστά για την συγκεκριμένη χώρα ήταν της τάξης του 80% – 20% υπέρ των Σοβιετικών, όπως και στην Βουλγαρία. Όσον αφορά το καθεστώς λειτουργίας της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου, πρόκειται για επί λέξει αναπαραγωγή της αντίστοιχης διάταξης, η οποία περιλαμβάνεται στην πράξη Συνθηκολόγησης της Βουλγαρίας. Η υπογραφή της Συνθηκολόγησης της Ουγγαρίας (20 Ιανουαρίου 1945) καθυστέρησε πολύ περισσότερο σε σύγκριση με εκείνες της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Ο λόγος ήταν η δυναμική αντίδραση των Γερμανών κατά του δικτάτορα Horthy στις 15 Οκτωβρίου 1944, μόλις ο τελευταίος δημοσιοποίησε την πρόθεσή του να αποσύρει την χώρα από τον πόλεμο.

⁹ Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. Bruno Arcidiacono, Alle origini…οπ. και του ιδίου “Anglais, Américains et Soviétiques dans les pays occupés de l’ Europe danubienne” in Relations Internationales, No 79, Paris – Genève, φθινώπορο 1994.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Γιώργος Β. Νικολάου: Η πραγματεία του Ευγένιου Βούλγαρη “Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ”. Ιστορική συγκυρία συγγραφής και πολιτική στόχευση

 Γιώργος Β. Νικολάου

Η πραγματεία του Ευγένιου Βούλγαρη “Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ”. Ιστορική συγκυρία συγγραφής και πολιτική στόχευση [1] 

Ο Ευγένιος Βούλγαρης είναι περισσότερο γνωστός για το τεράστιο θεολογικό, φιλοσοφικό και εκπαιδευτικό του έργο στα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού[2]. Με το παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε ένα πολιτικό του κείμενο, την πραγματεία Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ, εστιάζοντας στην ιστορική συγκυρία της συγγραφής και στην πολιτική του στόχευση. Ας σημειωθεί ότι στο έργο αυτό δεν αναφέρεται το όνομα του Βούλγαρη ως συγγραφέα ούτε ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής του, γίνεται όμως δεκτό από τους ειδικούς ερευνητές ότι είναι δικό του έργο και ότι συντάχθηκε και εκδόθηκε στην Αγία Πετρούπολη[3] –όπου ζούσε τότε- το 1772, κατά τη διάρκεια δηλαδή του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774. Μεταγενέστερες εκδόσεις του κυκλοφόρησαν στην Κέρκυρα το 1851 και το 1854[4]. Ας σημειωθεί δε ότι μεταφράστηκε και εκδόθηκε, ανώνυμα, στα γαλλικά με τον τίτλο  Reflexions sur l’état ctitique actuel de la puissance ottomane, με βάση την οποία έγιναν δύο μεταφράσεις στα ρωσικά, το 1780 και το 1788[5]

Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης των Στοχασμών.

Οι μεταφράσεις αυτές, σε σύντομο χρόνο μετά την ελληνική έκδοση, δείχνουν ότι οι Στοχασμοί θεωρήθηκαν ως ένα σημαντικό κείμενο για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι εξυπηρετούσαν τα ρωσικά σχέδια, προσφέροντας το κατάλληλο ιδεολογικό υπόβαθρο για τη θεμελίωση της ρωσικής επεκτατικής πολιτικής. Προφανώς, η γαλλική μετάφραση[6] απέβλεπε στην ενημέρωση του δυτικού κόσμου για το τι συνέβαινε στο κράτος του σουλτάνου, σε μία εποχή που στις ευρωπαϊκές Αυλές καταστρώνονταν σχέδια επί σχεδίων για τον διαμελισμό του και για το ποια εδαφικά οφέλη θα μπορούσε να αποκομίσει καθεμιά[7]. Είναι λοιπόν εντελώς απαραίτητο, πριν δούμε τις βασικές πολιτικές συνιστώσες αυτού του έργου και το που στόχευε, να αναφερθούμε, με κάθε δυνατή συντομία, στην ιστορική συγκυρία της συγγραφής του.

Είναι σε όλους γνωστό ότι κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Ρωσία κατέστη σταδιακά μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, με την οικοδόμηση ενός ισχυρού κράτους, οι βάσεις του οποίου τέθηκαν από τον Μεγάλο Πέτρο, τσάρο από το 1689 ως το 1725. H απομονωμένη και όχι ισχυρή έως τότε Pωσία θα γίνει, χάρη σ’ ένα μεγαλόπνοο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, μια πολύ υπολογίσιμη και με επεκτατική πολιτική ευρωπαϊκή δύναμη[8], προς την οποία, στο «ξανθό γένος», θα στρέψουν της ελπίδες τους για απελευθέρωση οι Έλληνες, αλλά και άλλοι Ορθόδοξοι Βαλκάνιοι, ύστερα από τις πολλές απογοητεύσεις που είχαν γνωρίσει από Δυτικούς ηγεμόνες κατά τους προηγούμενους αιώνες. Δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι με την άνοδο του Πέτρου στο ρωσικό θρόνο απλώνεται στα Bαλκάνια η φήμη του ως ισχυρού ηγεμόνα που στοχεύει στην απελευθέρωση των υπό οθωμανικό ζυγό ομόδοξων βαλκανικών λαών και το ότι δημιουργούνται γύρω από το πρόσωπό του πολλοί θρύλοι και προφητείες που συγκινούσαν ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα[9]. Από την πλευρά τους οι Ρώσοι θα χρησιμοποιήσουν τους Έλληνες (καθώς και τους Αλβανούς, τους Σλάβους και τους Αρμένιους) για την πραγμάτωση των επεκτατικών τους σχεδίων σε βάρος της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Την ίδια περίοδο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μία σειρά εσωτερικών προβλημάτων, διατηρούσε ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονές της, έχοντας συνάψει, το 1739 στο Βελιγράδι, μία συνθήκη ειρήνης με την Αυστρία, ενώ λίγο αργότερα έληξαν οι τουρκοπερσικοί πόλεμοι[10]. Πολλοί μάλιστα ιστορικοί πιστεύουν πως η χαλάρωση των εξωτερικών απειλών επέσπευσε τη διάβρωση του κράτους και επέτρεψε στις ηγετικές του ομάδες να αναβάλουν τη λύση των πολλών προβλημάτων, που θα προσπαθήσουν να τα επιλύσουν, στο τελευταίο τέταρτο αυτού του αιώνα και στις αρχές του 19ου, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ Α΄ (1774-1789), με τη βοήθεια του Ούγγρου βαρώνου de Tott, που είχε εγκατασταθεί στην Τουρκία, και ο σουλτάνος Σελήμ Γ΄ (1789-1807), με μία σειρά ανεπιτυχών εν πολλοίς μεταρρυθμίσεων, κυρίως στο στρατό[11]. Για να επανέλθουμε στη Ρωσία, στα χρόνια της βασιλείας της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄ (1762-1796) η δύναμη του Βορρά θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα, έχοντας σαφείς επεκτατικούς προσανατολισμούς σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οποίας –ιδίως στον ελλαδικό χώρο- συντελούνταν μεγάλες κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις και ιδεολογικές ζυμώσεις. Σταθερός στόχος της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η προσάρτηση της Κριμαίας και η επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο[12], κάτι για το οποίο εθεωρείτο απαραίτητη η σύμπραξη των Ορθόδοξων βαλκανικών λαών, με αντάλλαγμα τις υποσχέσεις για απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό.

Johann Baptist von Lampi der Ältere, Προσωπογραφία της Αικατερίνης Β΄, Kunsthistorisches Museum, Wien.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ρωσικών υποσχέσεων και ελληνικών ελπίδων, με σαφή επίδραση από Δυτικούς στοχαστές και με βάση το ευρωπαϊκό μοναρχικό πρότυπο της πεφωτισμένης δεσποτείας, ο Βούλγαρης επεξεργάστηκε μία θεωρία της ρωσικής φωτισμένης δεσποτείας. Σαφή δήλωση αυτών των πολιτικών απόψεων του Βούλγαρη συνιστά η ελληνική μετάφραση της περίφημης Εισήγησης της Αικατερίνης προς την επιτροπή των αντιπροσώπων, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τη σύνταξη του νέου νομοθετικού κώδικα για τη Ρωσική Αυτοκρατορία[13]. Με τη μετάφραση αυτή ο Βούλγαρης εξέφρασε και τις δικές του πολιτικές απόψεις για μία μορφή διακυβέρνησης, η οποία χαρακτηριζόταν από τη μέριμνα του φωτισμένου μονάρχη για τους υπηκόους του. Μ’ άλλα λόγια, στη σκέψη του η απελευθέρωση των ομοεθνών του ταυτιζόταν με την επέκταση της ρωσικής κυριαρχίας στις ορθόδοξες εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[14].

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Ευγένιου, την περίοδο που είχε αρχίσει ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774, βρισκόταν πρώτα η απελευθέρωση της πατρίδας του και εν συνεχεία η πολιτισμική της αναμόρφωση[15]. Το ενδιαφέρον του για την υπόδουλη Ελλάδα εκφράζεται, αρχικά, στην Ἰκετηρία τοῦ γένους τῶν Γραικών πρὸς πᾶσαν τὴν χριστιανικὴν Εὐρώπην, με την οποία εκλιπαρούσε τις χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης να συνδράμουν τους Έλληνες, η οικτρή τύχη των οποίων, ύστερα από την εισβολή Αλβανών μουσουλμάνων, μισθοφόρων του σουλτάνου, στην Πελοπόννησο απεικονίζεται σε μία συγκλονιστική περιγραφή. Ανεξάρτητα από το αν ήταν ο συντάκτης ή ο μεταφραστής της, η Ἰκετηρία ανήκει στον κύκλο του Βούλγαρη, συνοψίζει δε με τον εναργέστερο τρόπο την ιδεολογική και πολιτική σημασία με την οποία είχαν επενδύσει οι Έλληνες λόγιοι τις προσδοκίες τους για ρωσική συνδρομή κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αι. Σ’ αυτό το κείμενο, στο οποίο εκφράζονταν οι ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού για την Ελλάδα, τονιζόταν η πολιτισμική προσφορά της προς τους Ευρωπαίους, οι οποίοι καλούνταν τώρα να την συνδράμουν ώστε ν’ απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό και να βγει από την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Στο ίδιο κείμενο τονιζόταν ότι η αντιμετώπιση των Οθωμανών ήταν προς το συμφέρον και των Δυτικών[16]. Αλλά το έργο του Βούλγαρη το οποίο είναι σίγουρο εκείνο στο οποίο φανερώνονται με καθαρότητα οι πολιτικές αντιλήψεις του είναι οι Στοχασμοί.

Όπως σημειώνει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο καλύτερος μελετητής των πολιτικών ιδεών του αιώνα των Φώτων στον ελλαδικό χώρο, οι Στοχασμοί είναι το κατεξοχήν πολιτικό έργο του Επτανήσιου σοφού, στο οποίο αποπειράται να πραγματευθεί με τους όρους της πολιτικής θεωρίας του 18ου αι. για την ισορροπία των Δυνάμεων[17] –της «ἀντιρροπίας», όπως αποδίδει αυτόν τον όρο- τη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας μέσα στο πλαίσιο των γεωπολιτικών σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Στο δοκίμιο αυτό –συνεχίζει ο ίδιος- ο Βούλγαρης αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ισορροπίας των δυνάμεων, που αποτελούσε εξέλιξη της πολιτικής σκέψης στο πέρασμα από τον 17ο στον 18ο αι., την οποία μάλιστα αγνοεί ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της θεωρίας των διεθνών σχέσεων τον 17ο αι., ο Hugo Grotius. Την θεωρεί μάλιστα ανώτερη από το περίφημο δοκίμιο του David Hume, Of the balance of the Power, το οποίο εκδόθηκε το 1752, λόγω της οξύτητας και της ωριμότητας με την οποία ανέλυε τη διεθνή πολιτική της εποχής του[18]. Θα συμπληρώσω ότι πρόκειται για ένα έργο που προσφέρεται για πολύπλευρες αναγνώσεις. Για παράδειγμα, για να διερευνήσουμε την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι Έλληνες λόγιοι του Διαφωτισμού για την οθωμανική εξουσία, για τους Οθωμανούς Τούρκους και για τη μουσουλμανική θρησκεία, για τον πολιτικό ρόλο του Ισλάμ στο οθωμανικό κράτος κλπ.[19].

Ivan Aivazovsky, Η Ναυμαχία του Τσεσμέ τη νύκτα, 1848, Aivazovsky National Art Gallery, Feodosia, Crimea.

Αναμφίβολα, η ανάλυση των διεθνών σχέσεων της εποχής του από τον Επτανήσιο σοφό βρήκε τη γονιμότερη έκφρασή της σ’ αυτό το πολιτικό δοκίμιο, η συγγραφή του οποίου δεν είναι, προφανώς, άσχετη με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ξεσπάσει τότε. Σ’ αυτό, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αποπειράται να πραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών, που εκφραζόταν σε πολιτικό επίπεδο με το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα[20].

Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκαλύπτει έναν πολιτικό ρεαλισμό και καλή γνώση της οθωμανικής διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκευάζει λαθεμένες –κατά τη γνώμη του- αντιλήψεις στη σύγχρονή του ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και παρακμή. Μάλιστα, για να ενισχύσει αυτή του τη θέση, μεταφράζει από τα γαλλικά και χρησιμοποιεί πολλά αποσπάσματα έργων γνωστών Γάλλων Διαφωτιστών[21]. Κατά τη γνώμη μου τούτο δεν είναι άσχετο με το ότι στα έργα όλων σχεδόν των Γάλλων Διαφωτιστών καταδικάζεται κάθε δεσποτικό και τυραννικό καθεστώς μεταξύ αυτών, και μάλιστα πολύ έντονα (για παράδειγμα, τις Περσικές Επιστολές του Μοντεσκιέ) ο οθωμανικός «δεσποτισμός» και η «βαρβαρότητα»[22].

Από το έργα του Βολταίρου χρησιμοποιεί ο Βούλγαρης στην εξεταζόμενη πραγματεία του τα Nouveaux mélanges philosophiques, historiques, critiques etc., [Νέα φιλοσοφικά, ιστορικά, κριτικά και λοιπά σύμμεικτα] με βάση την έκδοση της Γενεύης, το 1765, στα οποίο παραπέμπει κατά τρόπο δυσνόητο. Χάρη σε σχετική μελέτη του ιστορικού Δημήτρη Αποστολόπουλου, γνωρίζουμε σήμερα ότι πίσω από τη λέξη μισγάγκεια, που χρησιμοποιεί ο Βούλγαρης, προσφεύγοντας στην προσφιλή του μέθοδο της δημιουργίας νεολογισμών, κρύβεται η γαλλική mélanges[23]. Από αυτό το έργο χρησιμοποιεί το τρίτο μέρος, που φέρει τον τίτλο De lutilité de lhistoire. [Περί της χρησιμότητας της ιστορίας], προκειμένου να αναλύσει την έννοια της ἀντιρροπίας στις σχέσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία[24]. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μία φιλοσοφία της ιστορίας με τη χρήση παραδειγμάτων από την παγκόσμια ιστορία. Η αντιπαραβολή του αποσπάσματος από αυτό το έργο του Βολταίρου με το αντίστοιχο των Στοχασμών δείχνει ότι ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί προγενέστερες πραγματείες με τρόπο ελεύθερο και δημιουργικό προκειμένου να ενισχύσει της θέσεις του για την επικίνδυνη για την Ευρώπη στρατιωτική ενδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σε μία απλή μετάφραση προγενέστερων έργων του αιώνα των Φώτων[25]. Τη θέση του  Γάλλου σοφού ότι «Un avantage que l’histoire moderne a sur l’ancienne, est d’apprendre à tous les Potentats que depuis le quinziéme siècle on s’est toûjours réuni contre une Puissance trop prépodérante. Ce système d’équilibre a toûjours été inconnu des Anciens, et c’est la raison du succès Romain, qui ayant formé une malice supérieure à celle des autres peuples, les subjuga l’ un après l’autre du Tibre jusqu’à l’Euphrate»[26] την μεταφράζει και την αξιοποιεί ο Βούλγαρης ως εξής: « Ἀντιῤῥοπία (λέγει ἕνας περιβόητος Συγγραφεὺς) εἶναι ἕναἐφεύρημα τὸ ὁποῖον ἐπενοήθη ἀπὸ τὸν ΙΕ΄ αἰῶνα καὶ ἐδῶ” (πιθανώτατα ἐννοεῖ τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος τὰ τέλη διότι μέσα εἰς αὐτὸν τὸν αἰῶνα Αὐτοκρατορία τῶν Ὀθωμανῶν συνεστήθη). “Ὑφίσταται (sic) δὲ Ἀντιῤῥοπίαἀκολουθεῖ αὐτὸς Συγγραφεὺςεἰς τοῦτο ὅτι ἅπασαι αἱ Δυνάμεις συνάπτονται κατὰ μιᾶς τινὸς ὑπερβριθεστέρας Δυνάμεως”. Μὰ εἰς τοὺς δύο ἐφεξῆς αἰώνας, τὸν ΙΣΤ΄ καὶ ΙΖ΄ ποῦ ἦτον αὐτὴ Ἀντιῤῥοπία καὶ διὰ ταύτην συνάφεια τῶν Ἄλλων Δυνάμεων διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν ὑπερβριθεστάτην; Αὐτό τὸ σύστημα (προσθέτει Συγγραφεὺς) ἦτον ἀγνοούμενον εἰς τοὺς παλαιούς, καὶ διά τοῦτο λαός τῆς Ρώμης ἔχων τὸ στρατιωτικὸν ὑπέρ τὰ λοιπὰ πάντα ἔθνη γεγυμνασμένον, τὰ καθυπέταξεν ἄλλα μετἄλλα, ἀπὸ τὸν Τίβεριν ποταμόν, ἕως εἰς τὸν Εὐφράτην»[27]. Από τον ίδιο συγγραφέα, τον Οὐολταίρο, όπως τον αποκαλεί χρησιμοποιεί, σε δική του μετάφραση, και το έργο του Annales de lEmpire depuis Charlemagne [Χρονικά της Αυτοκρατορίας από την εποχή του Καρλομάγνου], από μία έκδοση αυτού του έργου που έγινε στη Βασιλεία το 1753[28].

Χρησιμοποιεί, επίσης, ορισμένα αποσπάσματα από το έργο Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de leur décadence [Σκέψεις πάνω στις αιτίες του μεγαλείου των Ρωμαίων και της παρακμής τους] του άλλου επιφανούς εκπροσώπου του γαλλικού Διαφωτισμού, του Montesquieu[29]. Στο έργο αυτό ο Γάλλος Διαφωτιστής κάνει εκτενή αναφορά στην πτώση του κράτους του Βυζαντίου και στην, εν συνεχεία, ανάδυση-εδραίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως παγκόσμιας δύναμης. Προκειμένου να καταδείξει ο Βούλγαρης το ποσό αφελείς ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι δεν υπήρχε κανείς κίνδυνος για την Ευρώπη από τους Οθωμανούς παραθέτει ένα απόσπασμα από το συγκεκριμένο έργο του Montesquieu. Αντίθετα με ό,τι πίστευε ο Montesquieu και άλλοι Ευρωπαίοι πολιτικοί ή διανοούμενοι ότι το οθωμανικό κράτος βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή και, συνεπώς, ήταν ακίνδυνο για την Ευρώπη, ο Βούλγαρης υποστήριζε ότι ο εφησυχασμός συνιστούσε μία λαθεμένη πολιτική-στρατιωτική αντιμετώπιση των πραγμάτων και ότι, αντίθετα, το κράτος του σουλτάνου αποτελούσε έναν εν δυνάμει κίνδυνο για όλη την Ευρώπη[30].  Γράφει «Ἐγὼ δὲν ἡμπορῶ νὰ μὴ ἀναφέρω ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ Περιβλέπτου ἄλλως ἀνδρὸς, ὅστις ἔκαμε τὴν κρίσιν αὐτὴν τὴν παράλογον. Ἡ Αὐτοκρατορία τῶν Τούρκων λέγει “εἶναι κατὰ τὸ παρὸν, εἰς τὸν αὐτὸν σχεδὸν βαθμὸν τῆς ἀδυναμίας, εἰς ὅν ἦτον ἄλλοτε ἡ τῶν Γραικῶν∙ πλὴν θέλει διαρκέσει χρόνον πολύν∙ διατὶ ἐὰν τις Βασιλεύς, ὅστις ποτὲ τύχῃ, φέρῃ αὐτὸ τὸ κράτος εἰς κίνδυνον, ἀκολουθὼν νὰ κατακυριεύῃ τὰς χώρας του, αἱ τρεῖς Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης αἱ Ἐμπορικαὶ[31] γνωρίζουσι πάρα πολλά (sic) τὸ συμφέρον τους τὸ ἴδιον, διὰ νὰ μὴ φροντίσουν παρευθὺς νὰ ἐμποδίσουν”»[32].

Ο Επτανήσιος σοφός προειδοποιούσε τους Ευρωπαίους ότι οι Οθωμανοί, παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές ήττες τους, διδάσκονταν από τις προόδους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, επωφελούμενοι και από τις γνώσεις ειδικών (στρατιωτικών ή άλλων) που κατέφευγαν στο κράτος του σουλτάνου[33]. Έτσι δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη, συνιστώντας τη μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή ισορροπία Δυνάμεων[34]. Όπως γράφει σ’ ένα σημείο των Στοχασμῶν του, «Εἶναι λοιπὸν οἱ Τοῦρκοι μιμητικοί, ὡς εἴδομεν, καὶ δὲν εἶναι τόσον ἐχθροὶ τῆς καινοτομίας καὶ τοῦ νεωτερισμοῦ, καθὼς τοὺς ὑπολαμβάνουσι. Μάλιστα αὐτοὶ οὐ μόνον ἐκαινοτόμησαν πολλάκις μιμούμενοι τὰς τῶν ἄλλων πολιτικὰς τε καὶ πολεμικὰς τέχνας, ἀλλ’ ἐφάνησαν καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν ἐφευρέται, καὶ ἐνίοτε ἀνεδείχθησαν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Εὐρωπαίους πολεμικῆς ἐμπειρίας καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι. […]  Ἄς μὴ ἀποκοιμήση τὴν Εὐρώπην ὅλην τὸ κοινῶς λεγόμενον ὅτι αὐτὸ τὸ γένος, ὡς δυσπειθὲς φύσει καὶ ἀνυπότακτον, εἶναι πάντη μεταῤῥυθμίσεως καὶ διορθώσεως ἀνεπίδεκτον. Βάρβαροι εἶναι οἱ Τοῦρκοι. ἀπαίδευτοι, δυσάγωγοι, ἄτακτοι. ὅσον θέλεις∙ ἀλλὰ πρὸ τινῶν ἑκατοντάδων χρόνων, δὲν ἦσαν τοιαῦτα τὰ περισσότερα γένη τῆς Εὐρώπης; Τὰ γένη τὰ ὁποῖα τώρα θαυμάζομεν διὰ τὰς μαθήσεις καὶ τέχνας, διὰ τὴν κοσμιότητα καὶ ευταξίαν; Διὰ πολεμικὴν ἐμπειρίαν καὶ δεξιότητα;»[35].

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Βούλγαρης μιλάει προφητικά για τις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις που επιχείρησαν να εφαρμόσουν στο κράτος τους –με τη βοήθεια ξένων στρατιωτικών- οι σουλτάνοι Αβδούλ Χαμήτ Α΄ (1774-1789) και Σελήμ Γ΄ (1789-1807)[36]. Μεταρρυθμίσεις οι οποίες αφενός συνάντησαν τις αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους (ουλεμάδες κ. ά.) και από τους γενίτσαρους και αφετέρου δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την προϊούσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αποδίδεται στον Ferdinando Tonioli, Προσωπογραφία του Αβδούλ Χαμήτ Α΄,  Bibliothèque Νationale de France.
Joseph Warnia-Zarzecki, Sultan Selim III, Pera Museum, Κωνσταντινούπολη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προς επίρρωση της θέσης του ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, χάρη στις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, εξακολουθούσε να είναι μία πολύ σοβαρή απειλή για την Ευρώπη, χρησιμοποιεί πολλά αποσπάσματα από τη γαλλική μετάφραση, που εκδόθηκε το 1769 στη Βιέννη, ενός συγγράμματος του εξισλαμισμένου Ούγγρου Ibrahim Muteferrika με τον τίτλο Traité de la tactique ou méthode artificielle pour lordonance des troupes [Πραγματεία για την τακτική ή ερασιτεχνική μέθοδο για την οργάνωση των σωμάτων]. Το σύγγραμμα αυτό είχε εκδοθεί αρχικά στα τουρκικά, στο τυπογραφείο που είχε εγκαταστήσει ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη[37]. Στο εν λόγω έργο ο Muteferrika κάνει λεπτομερείς προτάσεις για τις αλλαγές που έπρεπε να λάβουν χώρα στον οθωμανικό στρατό προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, ύστερα από μία σειρά ηττών που υπέστη στα τέλη του 17ου αι. Τονίζει δε ότι οι Οθωμανοί θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του Μεγάλου Πέτρου, χάρη στις στρατιωτικές και λοιπές μεταρρυθμίσεις του οποίου η Ρωσία κατέστη μεγάλη δύναμη[38].

Αναφερόμενος στις οξυδερκείς διαπιστώσεις που έκανε ο Muteferrika για τις αιτίες παρακμής του οθωμανικού κράτους και τις προτάσεις του πάνω στα στρατιωτικής υφής ζητήματα, ο Βούλγαρης επιχειρεί να δείξει ότι οι Οθωμανοί πίστευαν πως η δύναμή του ήταν ακατάλυτη και ότι το κράτος περνούσε μία φάση πρόσκαιρης μόνο παρακμής. Αυτή του την πεποίθηση την τονίζει από την αρχή κιόλας του έργου του[39]. Ο Muteferrika, πίστευε πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα ξεπερνούσε σύντομα τις όποιες εγγενείς αδυναμίες της και θα επανερχόταν δριμύτερη στα ευρωπαϊκά πράγματα, πιο επικίνδυνη όσο ποτέ για την ευρωπαϊκή ισορροπία εξ ου και η ανάγκη έγκαιρης αντιμετώπισής της. Ποια ήταν τα αίτια της πρόσκαιρης παρακμής και τι πίστευαν γι’ αυτά οι Οθωμανοί διανοούμενοι;

Ο Βούλγαρης δίνει απάντηση σ’ αυτό το σημαντικό ερώτημα παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Muteferrika:  «Ἐὰν πότε καὶ πότε (λέγουσι) κατὰ θέλησιν τοῦ ὑψίστου, τὸ Μουσουλμανικὸν στράτευμα πταίῃ, ἤ καὶ ὁλοσχερῶς τροποῦται, αἰτίαι τοῦ δυστυχήματος εἶναι ἡ τῶν νόμων παράβασις, ἡ τῆς δικαιοσύνης κατάργησις, ἡ τῶν ποινῶν καὶ τῶν ἀντιδόσεων ἀμέλησις, ὁ τῶν ἀναξίων εἰς τὰ ἀξιώματα προβιβασμός, ἡ ἀβουλία περὶ τὰς ἐπιχειρήσεις, ἡ παρακοὴ τοῦ παραγγέλματος τῶν συνετῶν ἀνδρῶν, ἡ βραδύτης τῶν πολεμικῶν βουλευμάτων, ἡ ἀπραξία περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἐν ταῖς μάχαις ὀργάνων, ἡ θρασύτης καὶ ἡ ἀπείθεια τῶν στρατιωτῶν, καὶ τὸ ἔτι χεῖρον, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ ἀξιοκατάκριτος ἄγνοια καὶ ἀνεπιστημοσύνη τῶν Κανόνων καὶ τῶν Μεθόδων. […] Πλήν, μὲ ὅλα ταῦτα, ἡ γνώμη τῶν Ὀθωμανῶν πάντοτε μένει ἡ αὐτή∙ ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἶναι ἀκατάλυτον∙ αὐτὸς (sic) κατ’ αὐτοὺς εἶναι ἕνας ἥλιος, ὅπου ἄν πάσχῃ κατὰ καιροὺς τινὰς προσωρινὰς ἐκλείψεις, ποτὲ ὅμως δὲν θέλει ὁλοσχερῶς σκοτασθεῖ, ἀλλὰ μέλλει μάλιστα εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀναλάμψῃ ἀσυγκρίτως λαμπρότερος»[40]. Ας σημειωθεί ότι οι επισημάνσεις του Muteferrika αναφορικά με τα αίτια παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –που έγιναν και από άλλους Οθωμανούς διανοητές την ίδια περίοδο ή λίγο νωρίτερα[41]– βρίσκουν, σε γενικές γραμμές, σύμφωνους και τους σύγχρονούς μας οθωμανολόγους[42].

Ibrahim Müteferrika.

Όπως φαίνεται, ο Βούλγαρης πίστευε ότι μια εκσυγχρονισμένη στρατιωτικά Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Γι’ αυτό το λόγο οι χριστιανικές χώρες της Ευρώπης δεν έπρεπε να εφησυχάσουν, ούτε να ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να συνάψουν με τους Οθωμανούς σταθερές συμμαχίες και να διατηρούν μόνιμες φιλικές σχέσεις. Αντίθετα, θα έπρεπε να τους εξουδετερώσουν πριν προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και γίνουν επικίνδυνοι για την ευρωπαϊκή ισορροπία[43]∙ Συμπλήρωνε δε ότι η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως[44].

Με επιχειρήματα που δείχνουν έναν πολιτικό ρεαλισμό όχι συνηθισμένο, αλλά και πολύ καλή γνώση της κατάστασης που επικρατούσε στο κράτος του σουλτάνου, ο Βούλγαρης ανασκευάζει τις πεποιθήσεις όσων υποστήριζαν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση πλήρους παρακμής. Αντίθετα, αν και εντοπίζει και τα τρωτά της σημεία, με συχνές και πολύ αρνητικές αναφορές και στη μουσουλμανική θρησκεία[45], πιστεύει ότι οι Οθωμανοί δέχονταν πολύ ευεργετικές πολιτιστικές και τεχνολογικές επιρροές από τη Δύση και ότι δεν θ’ αργούσαν να ανασυγκροτηθούν αποτελώντας, έτσι, τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών Δυνάμεων[46].

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Βούλγαρης πίστευε ότι η Ρωσία της Μεγάλης Αικατερίνης είχε να διαδραματίσει μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία έναν πολύ σημαντικό ρόλο, ως αντίπαλο δέος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελέγχοντάς την προκειμένου να μην διαταραχθεί η ευρωπαϊκή ισορροπία και να μην συνιστά πλέον κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά κράτη. Με άλλα λόγια, η πολύ ισχυρή τότε Ρωσία θα λειτουργούσε ως αιχμή του ευρωπαϊκού δόρατος. Σ΄ όσους δε φοβούνταν ότι θα μπορούσε να καταστεί, με τη σειρά της, επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή ισορροπία και ειρήνη ο Βούλγαρης απαντούσε ότι η Δύναμη του βορρά γνώριζε τα όριά της και δεν είχε πρόθεση να διαταράξει τη διεθνή ἀντιρροπία (δηλ. την ισορροπία Δυνάμεων και την ειρήνη), αλλά, αντίθετα, συντελούσε στη διατήρησή της με το να κρατεί τους Οθωμανούς υπό έλεγχο.

Χρησιμοποιώντας ο φωτισμένος Επτανήσιος ιεράρχης στέρεα και, νομίζω, πολιτικά ορθά –μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία-, με σαφή βέβαια φιλορωσικό προσανατολισμό επιχειρήματα, προσπαθεί να δείξει ότι ήταν πολύ εσφαλμένη η θέση εκείνων που υποστήριζαν ότι συνέφερε την Ευρώπη η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκειμένου να διαφυλάσσεται η ευρωπαϊκή ισορροπία[47]. Ας παρακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία του: «Πρῶτον ἡ Ρωσία ὅσον μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ εὑρεθῆ, ποτὲ δὲν θέλει γένει εἰς τὴν Εὐρώπην τόσον φοβερὰ, ὅσον φοβερὰ καὶ ἄλλοτε ἐφάνη, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δύναται πάλιν νὰ φανῇ τῶν Τουρκῶν ἡ δύναμις. […] Δεύτερον, ἡ Ῥωσία κυριεύει τόπους καὶ χώρας ἀπεράντους, […] ἡ Ῥωσία δὲν χρειάζεται οἰκήσεις, χρειάζεται οἰκήτορας […] Τρίτον, ἡ Ῥωσία πολλὰ καλὰ τὸ ἠξεύρει ὅτι ἡ ὑπερβολικὴ ἐξάπλωσις μιᾶς δυνάμεως δὲν ἡμπορεῖ παρὰ νὰ προξενήςῃ εἰς αὐτὴν ἕως τέλους μίαν ἀτονίαν, ἤ μίαν παράλυσιν. […] Τέταρτον, διὰ τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἄλλαι ἴσως Χριστιανικαὶ ἐξουσίαι ἠδύναντο νὰ ὠφεληθοῦν πολὺ περισσότερον παρὰ ἡ Ῥωσία καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, ἕνας ἀνάλογος διαμερισμὸς τῶν ἐν Εὐρώπῃ τοῦ Τούρκου ἐπαρχιῶν, μὲ τὴν σύστασιν μιᾶς μετρίας μέν, ἀπολύτου δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους ἡγεμονίας ἤθελε φυλάττῃ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν ἐπιζητουμένην τῆς Εὐρώπης Ἰσοῤῥοπίαν»[48]. Στο τελευταίο επιχείρημα-πρόταση θα επανέλθουμε αμέσως παρακάτω. Οι σαφείς φιλορωσικοί προσανατολισμοί του Βούλγαρη τον έκαναν να θεωρεί τη Ρωσία της πεφωτισμένης δεσποτείας, στα χρόνια της φιλόδοξης αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης, ως τη μόνη εγγύηση αφενός για την εξουδετέρωση του κινδύνου που συνεπαγόταν για την Ευρώπη η ενίσχυση της δύναμης των Οθωμανών και αφετέρου για τη διατήρηση της ισορροπίας στη γηραιά ήπειρο.

Μιλώντας με λεπτή ειρωνεία, παρατηρεί πως αδυνατούσε να κατανοήσει τις καλές σχέσεις που διατηρούσαν οι μεγάλες Δυνάμεις της δυτικής Ευρώπης με το κράτος του σουλτάνου. Κατά τη γνώμη του, τα κέρδη που αποκόμιζαν από το εμπόριο που διεξήγαν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία οι ευρωπαϊκές χώρες (ιδίως η Γαλλία) δεν μπορούσαν να ισοσκελίσουν τις πολύ αρνητικές συνέπειες που αποτελούσε για την Ευρώπη η διατήρηση αυτής της Αυτοκρατορίας: «Πλὴν τὸ ἐκ τῆς ἐμπορίας κέρδος μόνης τῆς Γαλλίας, ἐμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινὰς ὅτι εἶναι τῆς Εὐρώπης τὸ ὄφελος; Καὶ αὐτὸ τὸ κέρδος ἔχει τινὰ σύγκρισιν ὅλως μὲ τὰς φρικτὰς καὶ ἀνεκδιηγήτους ζημίας, ὅσας ἡ Εὐρώπη ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἔπαθε, καὶ ἔτι εἰς τὸ ἑξῆς κινδυνεύει νὰ πάθῃ, ἕως ὁποῦ αὐτό τὸ ἀπάνθρωπον θηριῶδες καὶ ἄπιστον ἔθνος μέσα εἰς τὴν Εὐρώπην καταστηρίζεται[49].

Σ’ αυτό το πλαίσιο των πολιτικών του στοχασμών εντάσσει ο Βούλγαρης τις ελπίδες του για την εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων «μὲ τὴν σύστασιν μιᾶς μετρίας μέν, ἀπολύτου δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους Ἡγεμονίας»[50]. Ήταν πεπεισμένος ότι με τη βοήθεια της ομόδοξης Ρωσίας θα μπορούσε να δημιουργηθεί μία ανεξάρτητη ελληνική ηγεμονία, με περιορισμένη εδαφική έκταση και υπό την σκέπη της, κάτι που θα ενίσχυε ταυτόχρονα και την ευρωπαϊκή ισορροπία. Η λύτρωση, λοιπόν, του Γένους αποτελούσε τον τελικό στόχο του πολιτικού του προβληματισμού[51]. Το γένος των Γραικών υπέφερε κάτω από την οθωμανική τυραννία –ο κοινός τόπος των Ελλήνων Διαφωτιστών- και γι’ αυτό εκλιπαρούσε τη βοήθεια του «ξανθού γένους» και, γενικά των χριστιανών ηγεμόνων, οι οποίοι όμως έμεναν ασυγκίνητοι μπρος στα όσα υπέφεραν οι Έλληνες[52].

Γι’ αυτό είναι διάχυτη η πικρία του για την αδιαφορία των ευρωπαϊκών κρατών για όσα υφίσταντο οι συμπατριώτες του στην Ελλάδα. Όπως γράφει, «Οἱ Γραικοί, ἄν καὶ πρότερον εἶχον ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύονται, εἰς τὸν παρόντα πόλεμον τελειώτατα πληροφοροῦνται ὅτι ο ζῆλος οὗτος εἶναι εἰς αὐτοὺς περιττὸς καὶ ἡ ἐλπὶς ἐκείνη [εννοεί την ελπίδα για απελευθέρωση με τη συνδρομή των ευρωπαϊκών Δυνάμεων] ματαία. Οἱ Γραικοὶ βλέπουσιν ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα Χριστιανικὰ ἔθνη δὲν ἔχουσιν τὸν αὐτὸν ζῆλον ὑπὲρ τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως»[53].

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774 και τα Ορλωφικά.

Ποια απήχηση είχαν, τελικά, αυτοί οι Στοχασμοί στην Αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης, αλλά και στις άλλες ευρωπαϊκές Αυλές; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι πολύ δύσκολη. Κρίνοντας κανείς βιαστικά τα πολιτικά και τα στρατιωτικά συμβάντα εκείνου του καιρού θα έλεγε ότι η ελληνορωσική προσέγγιση, όπως αυτή επιχειρήθηκε από τον Βούλγαρη, δεν συνδύαζε με αποτελεσματικό τρόπο τα οράματα των Ελλήνων για απελευθέρωση και τα επεκτατικά σχέδια της Αικατερίνης Β΄ στον ευρύτερο χώρο της βαλκανικής χερσονήσου. Αυτό τουλάχιστον δείχνει ο τρόπος με τον οποίο υποκίνησε και διαχειρίστηκε η Ρωσία την εξέγερση των Ελλήνων το 1770 στην Πελοπόννησο και αλλού όπως και οι τραγικές συνέπειές της. Αν κρίνουμε όμως με βάση την πολιτική που ακολούθησε η Ρωσία στις σχέσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, μέσα σ’ έναν διαφορετικό, εν πολλοίς, συσχετισμό ευρωπαϊκών Δυνάμεων, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι πολιτικές σκέψεις και προτροπές του Βούλγαρη έπαιξαν –μαζί με πολλούς άλλους βέβαια παράγοντες- σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής. Αυτό φαίνεται, κυρίως, στο περίφημο «ελληνικό σχέδιο» («projet grec») που συνέλαβε η Μεγάλη Αικατερίνη στις αρχές της δεκαετίας 1780-1790, σύμφωνα με το οποίο σχεδίαζε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, να απελευθερώσει τα υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικά εδάφη και να ανασυστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, προορίζοντας μάλιστα για διάδοχο τον εγγονό της, στον οποίο έδωσε το συμβολικό όνομα Κωνσταντίνος[54].

Η αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών (1770)

Ο Γιώργος Β. Νικολάου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής, Οικονομικής και  Κοινωνικής Ιστορίας (16ος – 19ος αι.) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο δημοσιεύθηκε το 2018, στα Πρακτικά Συνεδρίου της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών για τα 200 χρόνια από τη γέννησή του Ευγένιου Βούλγαρη.

[2] Βλ., επιλεκτικά, για την προσωπικότητα και το έργο του Βούλγαρη: Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 4η έκδοση, Ερμής, Αθήνα 1985, σ. 15-17, 181-183, 234-235 κ. αλ.∙ Π. Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 53-66, 178-188, 192-197, 526-530 κ. αλ.∙ G. Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί τουρκοκρατίας 1453-1821, ΜΙΕΤ. Αθήνα 2005, σ. 428-442 κ. αλ.∙ Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, (επιμ.), Ευγένιος Βούλγαρης, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Κέρκυρα 1-3 Δεκ. 2006), Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2009.  Η πιο πρόσφατη μελέτη για τον Βούλγαρη είναι αυτή του Αθ. Ι. Καλαμάτα, Ευγένιος Βούλγαρης. Σκιαγράφηση των πολιτισμικών αλλαγών και των ιδεολογικών ζυμώσεων στον 18ο αιώνα, ανέκδοτη διδ. διατριβή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2011, όπου και η εργογραφία του Ευγένιου και πλούσια σχετική βιβλιογραφία.

[3] Πρβλ. St. K. Batalden, Catherine IIs Greek Prelate Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806, Νέα Υόρκη 1982, σ. 29-30, 157∙ Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 183∙ Β. Μακρίδης, «Συμπληρωματικά περί των “Στοχασμών” του Ευγενίου Βούλγαρη», Ο Ερανιστής 23 (2001), σ. 316 κ. εξ.

[4] Οι επανεκδόσεις αυτές των Στοχασμών έχουν αρκετές αλλαγές στη γλώσσα και στο περιεχόμενο∙ βλ. Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση και η έκδοση των “Στοχασμών” του Ευγένιου Βούλγαρη», Ο Ερανιστής 22 (1999), σ. 265, σημ. 7. Παρά τις προσπάθειές μας, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε σε Δημόσιες βιβλιοθήκες και σε παλαιοπωλεία την πρώτη έκδοση∙ γι’ αυτό χρησιμοποιούμε την έκδοση του 1851, η οποία φέρει ελαφρά παραλλαγμένο τίτλο, Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, Τυπογραφείον Σχερία, Κέρκυρα 1851.

[5] Βλ. γι’ αυτές τις μεταφράσεις, St. Batalden, Catherine IIs, ό. π., σ. 157∙ Φ. Ηλιού, Προσθήκες στην ελληνική βιβλιογραφία, Αθήνα 1973, σ. 310∙ Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση», ό. π., σ. 263-270.

[6] Η γαλλική μετάφραση φέρει τον τίτλο, Rélexions sur l’état critique actuel de la Puissance Ottoman∙ βλ. γι’ αυτήν Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση», ό. π., σ. 367-369.

[7] Βλ. γι’ αυτό το ζήτημα (στη διάρκεια του 18ου αι.) την παλαιά, αλλά πάντα χρήσιμη μελέτη του T. G. Djuvara, Cents projets de partage de la Turquie, Παρίσι 1914, σ. 240 κ. εξ.∙ επίσης, Ιω. Xασιώτης, Oι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Oθωμανική Aυτοκρατορία. Tο πρόβλημα της κυριαρχίας στην Aνατολική Mεσόγειο από τα μέσα του 15ου ως τις αρχές του 19ου αι., Θεσσαλονίκη 1976.

[8] Βλ. για τον Μεγάλο Πέτρο και την πολιτική του, L. Hughes, Russia in the Age of Peter the Great, New Haven 2000, ελλ. μτφρ., H Pωσία την εποχή του Mεγάλου Πέτρου, εκδ. Λιβάνη, Aθήνα 2007. Γενικά για την ανάδειξη της Ρωσίας σε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη τον 18ο αι. βλ., Η. Ragsdale, «Russian Projects of Conquest in the Eighteenth Century», στο H. Ragsdale (επιμ.), Imperial Russian Foreign Policy, Καίμπριτζ 1993, σ. 75-102 και A. Kamenskii, The Russian Empire in the Eighteenth Century. Searching for a Place in the World, Νέα Υόρκη 1997, σ. 191-264∙ Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση και εθνογένηση. Ορλωφικά και εθνική ιστοριογραφία, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 171 κ. εξ. Ειδικότερα για την πολιτική του έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βλ. B. H. Summer, Peter the Great and the Ottoman Empire, Οξφόρδη 1949.

[9] Για το πώς είδαν τον Μ. Πέτρο οι Έλληνες και γενικά όλοι οι Βαλκάνιοι βλ., Απ. Βακαλόπουλος, «Ο Μέγας Πέτρος και οι Έλληνες κατά τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνος», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 11 (1971), σ. 247-259∙ P. Cernovodeanu, «Pierre le Grand dans l’historiographie roumaine et balkanique du XVIIIe siècle», Revue des Etudes du SudEst Européennes 13 (1975), σ. 77-95 και Ν. Πίσσας, «Τροπές της “ρωσικής προσδοκίας” στα χρόνια του Μεγάλου Πέτρου, Μνήμων 30 (2009), σ. 33-59.

[10] Βλ., πρόχειρα, Μ. Κοκολάκης, «Μία Αυτοκρατορία σε κρίση: κρατική οργάνωση – παλαιοί θεσμοί – νέες προσαρμογές», στο Β. Παναγιωτόπουλος επιμ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τ. 1ος, Αθήνα 2003, σ. 41-58 (βλ. σ. 42-43).

[11] Πρβλ. R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ed. Fayard, Παρίσι 1989, σ. 423-428∙ Μ. Κοκολάκης, «Μία Αυτοκρατορία σε κρίση», ό. π., σ. 43-45.

[12] Τα εμπορικά και άλλα προνόμια που απέκτησε η Ρωσία με τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) δεν ικανοποίησαν παρά πρόσκαιρα μόνο τα πολύ φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια της Μεγ. Αικατερίνης∙ βλ. Isabel de Madariaga, La Russie au temps de la Grande Catherine, [Λονδίνο 1981], traduction française, éd. Fayard, Παρίσι 1987, σ. 412 κ. εξ.

[13] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 178.

[14] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, ό. π., σ. 181-182. Ο Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση, ό. π., σ. 221-222, τονίζει, από την πλευρά του, ότι η προσδοκία της απελευθέρωσης συνδέθηκε την εποχή της Αικατερίνης αφενός με την πεφωτισμένη δεσποτεία και αφετέρου με τις προνοιακές αντιλήψεις των υπόδουλων στην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λαών (ιδίως των Ελλήνων) από το «ξανθό γένος».

[15] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, ό. π., σ. 182∙ πρβλ. Αθ. Καλαμάτας, Ευγένιος Βούλγαρης, σ. 202-217, όπου κάνει λόγο για πολιτική και εθνική δράση του Βούλγαρη στη Ρωσία.

[16] Σύμφωνα με τον St. Batalden, Catherine IIs, ό. π., σ. 161-162, πρόκειται για μετάφραση ιταλικού πρωτοτύπου, που αποδίδεται στον Αντώνιο Γκίκα∙ βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 554, σημ. 48∙ πρβλ. Αθηνά Κονταλή, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης και η πορεία του Έθνους προς την ελευθερία», στο Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, (επιμ.), Ευγένιος Βούλγαρης, ό. π., σ. 166-167. Εξαιρετική ανάλυση αυτής της έκκλησης κάνει ο Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση, ό. π., σ. 232 κ. εξ. Για τις τραγικές συνέπειες (δημογραφικές, οικονομικές κ. ά.) της επανάστασης του 1770  στην Πελοπόννησο, την κυριώτερη εστία της, βλ. Τάσος Γριτσόπουλος, Tα Oρλωφικά. H εν Πελοποννήσω επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Aθήνα 1967.

[17] Η βιβλιογραφία για την ισορροπία των Δυνάμεων είναι πολύ πλούσια∙ βλ., επιλεκτικά, δύο πρόσφατες μελέτες: M. Sheehan, The balance of Power. History & Theory, ed. Routledge, Νέα Υόρκη 2000∙ R. Little, The balance of Power in International Relations. Metaphors, Myths and Models, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2007.

[18] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 183∙ P. Kitromilides, Enlightenment and Revolution. The making of Modern Greece, Harvard University Press, Καίμπριτζ – Λονδίνο 2013, σ. 126-133, με μία πολύ κατατοπιστική ανάλυση των πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες γράφτηκε αυτό το δοκίμιο (σ. 130-131) για τους Στοχασμούς), και, κυρίως, ο ίδιος, «Η πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη», Τα Ιστορικά, τ. 7/τχ. 12-13 (Ιουν. – Δεκ. 1990), σ. 167-178 (βλ. σ. 175-176). Ο όρος «ἀντιρροπία», με τον οποίο ο Βούλγαρης μεταφράζει τον γαλλικό όρο «équilibre», δεν αποτελεί νεολογισμό του, αλλά προέρχεται από το αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο∙ βλ. Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης αναγνώστης των Nouveaux Mélanges του Βολταίρου», στου ιδίου Voltaire – Οὐαλταίρος, Montesquieu – Μοντεσκιού,  Réal de Curban – Ρεάλ. Νεότερες έρευνες για την παρουσία τους στον ελληνικό ιδεολογικό χώρο τον 18ο αιώνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2007, σ. 27-28.

[19] Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα το οποίο δεν έχει μελετηθεί ακόμη από τους ιστορικούς.

[20] Η βιβλιογραφία για το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα είναι ογκώδης∙ βλ., επιλεκτικά: την κλασική μελέτη του Μ. S. Anderson, The Eastern Question 1774-1923. A Study of International Relations, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1966, για την περίοδο που μας απασχολεί εδώ σ. 2-27∙ επίσης, Ed. Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα από τις αρχές του έως τη συνθήκη των Σεβρών, Μέρος πρώτο, μτφρ. Λίνα Σταματιάδη, εκδ. Ιστορητής, Αθήνα 1997 [α΄ γαλλική έκδοση 1921], σ. 156-204 για το Ανατολικό Ζήτημα τον 18ο αι.∙ K. Roiter, Austria’s Eastern Question 1700-1790, Princeton University Press, Πρίνστον 1982∙ J. Droz, Histoire diplomatique de 1640 à 1919, 3e éd., Dalloz, Παρίσι 1982.

[21] Ο Βούλγαρης μεταφράζει και χρησιμοποιεί και έργα άλλων Ευρωπαίων διανοητών, κάτι που δείχνει τη γλωσσομάθειά του και την ευρυμάθειά του.

[22] Πρβλ., πρόχειρα, Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 130.

[23] Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης αναγνώστης των Nouveaux Mélanges του Βολταίρου», ό. π., σ. 19-22.

[24] Voltaire, Nouveaux mélanges philosophiques, historiques, critiques etc., troisième partie, M. DCC. LXV [1765], σ. 187 κ. εξ.

[25] Πρβλ. Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης», ό. π., σ. 25.

[26] Voltaire, Nouveaux mélanges, ό. π., σ. 188. Διατηρούμε την ορθογραφία της έκδοσης.

[27] Ε. Βούλγαρης  Στοχασμοί, ό. π.,, σ. 41-42.

[28] Annales de l’Empire depuis Charlemagne par l’Auteur du siècle de Luis XIV, A Basle, Chez Jean Henri Decker, 1753. Βλ. Annales, τ. 1ος, σ. 5-6∙ Στοχασμοί, ό. π., σ. 15-16, σημ. (1), Οὐoλτέρος ἐν τοῖς Χρονικοῖς τοῦ Ιμπερίου.

[29] Montesquieu, Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de leur décadence, A Amsterdam et à Leipsick, Chez Arkstée et Merkus, M. DCC. LXIV [1734]. Η πρώτη πλήρης μετάφραση αυτού του έργου στα ελληνικά έγινε αργότερα, το 1795 στη Λειψία με τον τίτλο, Ἔρευνα περὶ τῆς προόδου καὶ τῆς πτώσεως τῶν Ρωμαίων. Ο μεταφραστής του παραμένει άγνωστος∙ βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 286, 566 σημ. 71.

[30] Πρβλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 184.

[31] Όπως φαίνεται απ’ όσα γράφει παρακάτω, ως τρεις εμπορικές Δυνάμεις θεωρούσε ο Βούλγαρης τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ολλανδία.

[32] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44. Μάλιστα αμέσως παρακάτω ( σ. 45-46) ο Βούλγαρης παρατηρεί ότι τα κέρδη που είχαν τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη από το εμπόριο στο κράτος του σουλτάνου δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν «τὰς τόσον μεγάλας τῆς Εὐρώπης ζημίας». Το σχετικό απόσπασμα από το έργο του  Montesquieu: «L’Empire des Turcs est à present à peu près dns le même degré de foiblesse oừ étoit autrefois celui des Grecs: mais il subsistera long-tems; car si quelque Prince que ce fût mettroit cet Empire en peril en poursuivant ses conquêtes, les trois Puissances commerçantes de l’Europe connoissent trop leurs affaires pour n’en pas prendre la defense sur le champ»∙ Montesquieu, Considérations, ό. π., σ. 230.

[33] Στοχασμοί, ό. π., σ. 18. Πιο γνωστός απ’ όλους είναι ο Γάλλος μηχανικός του στρατού κόμης de Bonneval (1675-1747) ο οποίος, αφού υπηρέτησε πρώτα στον στρατό του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και μετά στον στρατό του πρίγκιπα της Σαβοΐας, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεταστράφηκε στο ισλάμ, παίρνοντας τον τίτλο Khumbardji Ahmed Pacha. Tου ανατέθηκε από τον σουλτάνο Μαχμούτ Α΄ (1730-1754) η αναδιοργάνωση του πυροβολικού. Ο Μποννεβάλ επιθυμούσε να κάνει γενικότερες μεταρρυθμίσεις στον οθωμανικό στρατό, αλλά αυτό το σχέδιό του συνάντησε την αντίδραση των γενιτσάρων. Επρόκειτο για τον πρώτο ξένο ειδικό από τον οποίο ένας σουλτάνος ζήτησε βοήθεια προκειμένου να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις στο κράτος του∙ βλ. R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ό. π., σ. 278. Ο Βούλγαρης γνώριζε το έργο του Bonneval για το οποίο γράφει, μεταξύ άλλων: «[…] καὶ εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν, ὅτι Σουλτὰν ἐκεῖνος τὸν Βοννεβάλην τὸν ἤκουσεν εἰς πολλὰ, καὶ διαφόρους στρατηγικὰς συμβουλὰς τε καὶ ὑποθήκας παρἐκείνου ἐδέχθη καὶ διαὐτοῦ ἔφερεν εἰς πολλὰ τελειοτέραν κατάστασιν  τῶν πυροτηλεβόλων τὴν μεταχείρησιν μηχανημάτων, καὶ μάλιστα τῶν Βομβαρδών […»] (Στοχασμοί, σ. 18-19).

[34] Πρβλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 184.

[35] Στοχασμοί, ό. π., σ. 22-24.

[36] Βλ., σύντομα, R. Mantran (dir.), Histoire de lEmpire Ottoman, ό. π., σ. 423-428 και τη σημ. 10.

[37] Σύμφωνα με ορισμένες αβέβαιες πληροφορίες, ο Μουτεφερίκα αιχμαλωτίστηκε στην Ουγγαρία και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος πολέμου, στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξισλαμίστηκε παίρνοντας το όνομα Ιμπραήμ. Το τυπογραφείο που εγκατέστησε στην Κωνσταντινούπολη, το 1727, ήταν το πρώτο τυπογραφείο της πόλης. Ως το θάνατό του, το 1745, εξέδωσε, εκτός από τα τουρκικά, αραβικά και περσικά βιβλία, καθώς και μεταφράσεις αγγλικών και γαλλικών βιβλίων για την ιστορία, τη γεωγραφία και άλλες επιστήμες. Όμως οι φανατικοί και οπισθοδρομικοί ουλεμάδες επωφελήθηκαν από τον θάνατό του για να σταματήσουν τη λειτουργία του∙ βλ. Vefa Erginibas, Forerunner of the Ottoman Enlightenment Ibrahim Muteferika and his Intellectual Landscape, Sabanci University 2005 και R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ό. π., σ. 278.

[38] Βλ. Ibrahim Muteferika, Traité, ό. π., κυρίως σ. 158 κ. εξ. και σ. 216.

[39] Στοχασμοί, ό. π., σ.  3.

[40] Στοχασμοί, ό. π., σ.  5. Παραπέμπει στον Ibrahim Muteferika, Traité, ό. π., σ. 151.

[41] Για παράδειγμα, ο Kuçi Bey (σε μία πραγματεία του το 1630) και ο Kâtib çelebi (1609-1757),ένας από τους μεγαλύτερους εκφραστές της τουρκικής σκέψης της εποχής του∙  βλ. Ιωάννης Γιαννόπουλος, «Η παρακμή του οθωμανικού κράτους. Η προσαρμογή των θεσμών στη νέα πραγματικότητα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1975, σ. 99. Αντίστοιχο χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον 18ο αι. είναι ο πελοποννησιακής καταγωγής Οθωμανός διανοητής Πενάχ Εφέντη∙ βλ. Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος από το χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), εκδ. Ηρόδοτος, 3η έκδοση, Αθήνα 2005, σ. 210 κ. εξ.

[42] Για τα αίτια παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αποδυνάμωση της κεντρικής διοίκησης, αγοραπωλησία αξιωμάτων, άνοδος σε υψηλά αξιώματα ανίκανων, συχνά, ατόμων, παραμέληση του στρατού, επαναστάσεις των γενιτσάρων, κυριαρχία του ξένου εμπορίου, επικράτηση της μεγάλης ιδιωτικής γαιοκτησίας, δηλ. των τσιφλικιών, αλλαγές στη φορολογία με την υπενοικίαση των φόρων κλπ., αυθαιρεσίες κατά την είσπραξή τους κ. ά.) βλ., ενδεικτικά, R. Mantran (dir.), Histoire de lEmpire Ottoman, ό. π., σ. 228-241, 247-253, 281-286∙ P. Sugar, Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία (1354-1804, μτφρ. Παυλίνα Μπαλουξή, εκδ. Σμίλη, τ. Β΄, Αθήνα 1994, σ. 145-159∙ G. Castellan, Hstoire des Balkans, XIVeXXe siècle, éd. Fayard, Παρίσι 1991, σ. 204-210. Για τις αλλαγές που συντελούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 17ο αι. και κυρίως τον 18ο βλ. Soraiya Faroqhi (επιμ.), The Cambridge history of Turkey, vol. 3, The Later Ottoman Empire 1603-1839, Cambridge University Press, 2006, σ. 63 κ. εξ.

[43] Στοχασμοί, ό. π., σ.  8-9, «Οἱ Χριστιανοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀμελοῦν τὴν εὐκαιρίαν, καθἥν ἡμποροῦν νὰ τοὺς ἰδοῦν τέλειον ταπεινωμένους, δὲν πρέπει βέβαια νὰ ἐλπίσουν παραῦτῶν ἐπιμονὴν εἰς τὰς συνθῆκας πίστιν εἰς τὰς ὑποσχέσεις εἰς τὴν φιλίαν βεβαιότηταθέλει τοὺς ἔχουν πάντοτε, ὅλοι ἐπίσης, ἐχθροὺς ἀσπόνδους […] καὶ ἐχθροὺς φοβεροὺς καὶ ἐπικινδύνους» (σ. 9)∙ πρβλ. σ. 27.

[44] Στοχασμοί, ό. π., σ. 25.

[45] Βλ., ενδεικτικά, Στοχασμοί, ό. π., σ. 7-8, 40,  45.  Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για έρευνα είναι το πώς είχε προσλάβει ο Βούλγαρης το ισλάμ.

[46] Στοχασμοί, ό. π., σ. 18-20, 22.

[47] Στοχασμοί, ό. π., σ. 42.

[48] Στοχασμοί, ό. π., σ. 42-44. Όπως παρατηρεί ο Δ. Τζάκης στη μελέτη του «Ρωσική παρουσία στο Αιγαίο. Από τα Ορλωφικά στον Λάμπρο Κατσώνη», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (επιμ. Β. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τ. 3ος, Αθήνα 2003, σ. 119, κυριαρχεί η ιδέα ότι η εξευρωπαϊσμένη Ρωσία θα εισερχόταν στο ευρωπαϊκό σύστημα σχέσεων κατακτώντας τη θέση άλλων παρηκμασμένων κρατών, εκπολιτίζοντας την Ανατολή και καταλύοντας την κυριαρχία της εξασθενημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[49] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44-45.

[50] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44.

[51] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης «Η πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη», ό. π., σ. 176,.

[52] Κάνοντας ο Βούλγαρης μία αναδρομή στο παρελθόν παρατηρεί ότι «Τρία πράγματα ἐκίνουν ἕως τώρα τοὺς Γραικοὺς νὰ κλίνουν ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν Βασιλέων, κάθε φορὰν ὁποῦ οὗτοι ἔλαβον πολέμους κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν. ἡ θλίψις τῆς βαρείας καὶ ἀνυποφόρου Τυραννίδος∙ ἡ ἐλπὶς τῆς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ γένους ἀποκαταστάσεως∙ ὁ ζῆλος ὁ ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως»∙ Στοχασμοί, ό. π., σ. 39. πρβλ. Αθηνά Κονταλή, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης», ό. π., σ. 169. Ο Βούλγαρης βλέπει λοιπόν το ζήτημα της απελευθέρωσης με όρους καθαρά εθνικοθρησκευτικούς.

[53] Στοχασμοί, ό. π., σ. 39-40.

[54] Βλ. γι’ αυτό το ζήτημα: Μ. S. Anderson, The Eastern Question, ό. π., σ. 8-9  Απ. Βακαλόπουλος, «Στροφή των Ελλήνων προς τους Ρώσους. Η άνοδος της ρωσικής δυνάμεως», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, ό. π., σ. 86-88∙ Isabel de Madariaga, La Russie, ό. π., σ. 417-418∙ J. Droz, Histoire diplomatique, ό. π., σ. 147.

Γιάννης Μουρέλος: Η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας στην εκφορά του γκωλικού λόγου με αφορμή το Μεσανατολικό

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle

Γιάννης Μουρέλος

Η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας στην εκφορά του γκωλικού λόγου
με αφορμή το Μεσανατολικό

 

Όταν, στις 5 Ιουνίου 1967, ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών, οι πάντες στη Γαλλία, από τα πολιτικά κόμματα έως τα διάφορα όργανα ενημέρωσης τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ του κράτους του Ισραήλ. Η μεγάλη έκπληξη προήλθε από τον στρατηγό de Gaulle, πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος κατήγγειλε την ισραηλινή επίθεση αναστέλλοντας ταυτόχρονα πάσης φύσεως προγραμματισμένη αποστολή γαλλικού οπλισμού με προορισμό τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η αρχική έκπληξη παραχώρησε ταχύτατα τη θέση της σε έναν χείμαρρο κατηγοριών και επιπλήξεων. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στην κοινή γνώμη και τον πρόεδρό της.

Η συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967, όπου έγινε πολύς λόγος για το Μεσανατολικό¹, περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την όλη κατάσταση. Είναι αλήθεια πως περιοριζόμενος κανείς σε μια επιδερμική ανάγνωση του περιεχομένου μπορεί εύκολα να προσάψει στον Γάλλο πρόεδρο αντισημιτικές προθέσεις. Άραγε, η προσφυγή στον όρο “ηγεμονικός λαός” (peuple dominateur) αναφορικά με τους Ισραηλίτες, είχε για μια φορά υπερκεράσει τη σκέψη του αδιαφιλονίκητου χρήστη της γαλλικής γλώσσας που ήταν ο στρατηγός; H απάντηση είναι αρνητική. Αν και υπόδειγμα δημιουργικής φαντασίας, οι συνεντεύξεις Τύπου προετοιμάζονταν προηγουμένως σχολαστικά, το δε περιεχόμενό τους αποτελούσε το απόσταγμα μακροχρόνιου και συστηματικού στοχασμού. Αυτό ήταν κοινό μυστικό. Σπανίως ξέφευγαν από το προκαθορισμένο πλαίσιο μιας γενικότερης προσέγγισης. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνέντευξη της 27ης Νοεμβρίου δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακολουθεί πιστά τον κανόνα. Συνεπώς, εύλογη είναι η απορία: τι ακριβώς συνέβη και  ανετράπησαν πλήρως τα έως τότε δεδομένα ενώ η άγραφη συμμαχία ανάμεσα στη Γαλλία και το κράτος του Ισραήλ είχε ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία; Τελικά, ο Πόλεμος τον Έξι Ημερών ήταν η πραγματική αιτία ή μήπως λειτούργησε ως πρόσχημα προκειμένου να διακοπεί η ειδική αυτή σχέση;

Η συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967 στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων

Το μόνο από τα πολιτικά κόμματα της χώρας που έσπευσε να στηρίξει την επίσημη θέση υπήρξε το κομμουνιστικό. Φυσικά το ίδιο συνέβη και με το γκωλικό κόμμα, όχι δίχως ενδοιασμούς και επιφυλάξεις που εκδηλώθηκαν αρκετά διακριτικά, είναι αλήθεια, για λόγους κομματικής πειθαρχίας και κυβερνητικής αλληλεγγύης. Κι όμως, ο μεσανατολικός προσανατολισμός της πολιτικής του de Gaulle ήταν προ πολλού γνωστός. Χρονολογείτο από τη στιγμή της ανάρρησης του στρατηγού στο ύπατο αξίωμα της χώρας το 1958. Εφαρμόστηκε μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μετά το πέρας του Πολέμου της Αλγερίας και την άρση του αδιεξόδου, στο οποίο είχε περιέλθει η Γαλλία εξαιτίας, ακριβώς, της διεξαγωγής του τελευταίου. Πρόκειται για μια πολιτική, η οποία είχε επιμελώς σχεδιαστεί και εντατικοποιηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρικής θητείας.

Η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση είχε αναγορευτεί, από το 1948 και κατόπιν, σε θεμελιώδη παράμετρο του Μεσανατολικού. Ήδη από τότε, ο de Gaulle δεν έκρυβε τη συμπάθεια, την οποία έτρεφε προς το νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Όταν, δέκα χρόνια αργότερα, ανέβηκε στην εξουσία, συνέχισε να διακατέχεται από τα ίδια αισθήματα. Ωστόσο, ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένοιωθε είχαν κάπως μετριαστεί εξαιτίας των επεκτατικών τάσεων αλλά και των διαφόρων προοπτικών ως προς το μέλλον του Ισραήλ. Έχοντας ο ίδιος απαλλαγεί από την αλγερινή υποθήκη, ξαναβρήκε μια ελευθερία κινήσεων, η οποία του επέτρεπε πλέον να αποκαταστήσει τη συνέχεια με τη γαλλική παραδοσιακή πολιτική, επιδιδόμενος σε μια αναπροσαρμογή ευρείας κλίμακας των σχέσεων της χώρας του με τον αραβικό κόσμο. Η καλλιέργεια προνομιακών σχέσεων με τον τελευταίο εξασφάλιζαν κι ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα. Ενδυνάμωναν τη θέση της Γαλλίας τόσο έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης όσο και έναντι των δυο υπερδυνάμεων της εποχής εκείνης. Έτσι άρχισε σιγά-σιγά να σφυρηλατείται το δόγμα μιας Γαλλίας, δυτικής δύναμης, διαθέτουσας αποτρεπτική στρατιωτική αυτοδυναμία, αποφασισμένης να τροποποιήσει τον διπολισμό των διεθνών σχέσεων και υπέρμαχου της διαφύλαξης της ειρήνης στη Μεσόγειο. Πρόκειται για μια επιλογή, η οποία δεν προσβλέπει στην ανατροπή των υπαρχουσών φιλικών σχέσεων, αλλά στην επέκταση των παραπάνω σχέσεων προς πάσα κατεύθυνση. Άλλωστε η συνέχεια μιας πολιτικής δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο όταν πηγάζει από το παρελθόν και από την παράδοση. Τότε και μόνο τότε αναδεικνύονται σε όλο τους το μέγεθος η σημασία και η πραγματική της αξία.

Προκειμένου να καταφέρει κανείς να κατανοήσει σφαιρικά τον λόγο, τον οποίο ο de Gaulle εκφέρει αναφορικά με το Μεσανατολικό, δεν αρκεί να περιοριστεί μόνο στην περίοδο της προεδρικής του θητείας (1958-1969). Είναι απαραίτητη μια αναδρομή στο παρελθόν, με τη διαμονή του στη Συρία και στον Λίβανο κατά τη διετία 1929-1931 ή ακόμα και στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο στρατηγός ηγείτο της μαχόμενης Γαλλίας. Μόνο έτσι αναδύονται μια συνέχεια στο συναίσθημα και μια μονιμότητα στον τρόπο σκέψης. Ο μεσογειακός κόσμος, ειδικότερα δε η Μέση Ανατολή, σημάδεψαν τον de Gaulle στις κρισιμότερες καμπές της ζωής του και της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Κατά κάποιο τρόπο σφράγισαν αμετάκλητα τη μοίρα του.

O ταγματάρχης de Gaulle στον Λίβανο το 1929.

Η πρώτη γνωριμία με τον χώρο πραγματοποιήθηκε το 1929. Η διετής παραμονή του ταγματάρχη de Gaulle στις γαλλικές κτήσεις της Συρίας και του Λιβάνου του επέτρεψε να ανακαλύψει τη μεσογειακή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, τον έθεσαν για πρώτη φορά αντιμέτωπο με την αποικιακή διάσταση της πολιτικής της χώρας του. Από την όλη εμπειρία εξήλθε βαθιά επηρεασμένος.² Τον Ιούνιο του 1940, τη στιγμή κατά την οποία η μητροπολιτική Γαλλία βρισκόταν υπό καθεστώς κατάρρευσης, η στροφή προς τις αποικιακές κτήσεις αποτελούσε μια σοβαρή εναλλακτική λύση για τη συνέχιση του πολέμου. Δυστυχώς, η κυβέρνηση (της οποίας ο ίδιος ο στρατηγός ήταν μέλος κατέχοντας το χαρτοφυλάκιο του υφυπουργού Στρατιωτικών), προτίμησε να υπεκφύγει προτάσσοντας τη λύση της συνθηκολόγησης με τη ναζιστική Γερμανία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, χάρη στον de Gaulle, το Λονδίνο λειτούργησε ως έδρα της μαχόμενης Γαλλίας, σύμβολο της συνέχειας και, ως ένα ποσοστό, της εθνικής νομιμότητας.³ Στα χρόνια που ακολούθησαν, η μαχόμενη Γαλλία υπήρξε παρούσα στο μεσογειακό επιχειρησιακό θέατρο. Το 1941 ο στρατηγός Catroux απόσπασε από τον έλεγχο του καθεστώτος του Βισύ τη Συρία και τον Λίβανο, υποσχόμενος μελλοντική ανεξαρτησία. Οι στρατηγοί Leclerc και Koenig έδρεψαν δάφνες, αντίστοιχα, στις μάχες της Κούφρα και του Μπιρ Χακέιμ. Ο στρατηγός Juin αναδείχτηκε στη μάχη του Μόντε Κασίνο. Ο στρατηγός de Lattre αποβιβάστηκε στις ακτές της Προβηγκίας στο πλευρό των Αμερικανών. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, το Αλγέρι λειτούργησε ως έδρα της Προσωρινής Εθνοσυνέλευσης.⁴ Μετά τη λήξη του πολέμου, το καθεστώς της Δ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας (1946-1958) καταποντίστηκε εν μέσω οξύτατων περισπασμών, τους οποίους είχαν προκαλέσει δυο διαδοχικοί αποικιακοί πόλεμοι, εκείνοι της Ινδοκίνας και της Αλγερίας. Άλλωστε το ίδιο το αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει το αλγερινό ζήτημα, υπήρξε εκείνο που επανέφερε το 1958 τον de Gaulle στην εξουσία. Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν άλλα τέσσερα χρόνια προκειμένου να καταφέρει η Γαλλία να απαλλαγεί από τη μέγκενη. Αυτό συνέβη το 1962 με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλγερίας.

Οι στρατηγοί de Gaulle, Leclerc, Catroux και Koenig, η αιχμή του δόρατος της μαχόμενης Γαλλίας.

Η παραπάνω διαγώνια διαδρομή μέσα στο χρόνο αρκεί για να αποδείξει την πρωταρχική θέση, την οποία ο μεσογειακός κόσμος κατέχει στη σκέψη και στην καρδιά του στρατηγού. Ποια ακριβώς, όμως, είναι η πρόσληψη εκ μέρους του τελευταίου, της Μεσογείου και ειδικότερα της Μέσης Ανατολής; Στο σημείο αυτό υπεισέρχονται αυτομάτως τέσσερις θεμελιώδεις παράμετροι: η ιστορία, η γεωπολιτική, η οικονομία και ο πολιτισμός.⁵

Για τον de Gaulle, η Μέση Ανατολή είναι μια πραγματικότητα, την ύπαρξη της οποίας συνειδητοποίησε διαμέσου της πολυπλοκότητας των σχέσεων ανάμεσα σε αλλόθρησκες κοινότητες αλλά και διαμέσου των διφορούμενων σχέσεων των τελευταίων με την αποικιακή δύναμη, τη Γαλλία.⁶ Ωστόσο, δεν οφείλει την παιδεία του στη μόνη βιωματική εμπειρία. Την οφείλει επίσης στα διδάγματα της Ιστορίας. Στην πορεία, την οποία ακολουθεί μέσα στο χρόνο, η Ιστορία κινείται προς δυο αντιφατικές μεταξύ τους κατευθύνσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για μια εναλλαγή καταστάσεων διαλόγου και διενέξεων. Η δημιουργία των φραγκικών βασιλείων στη Μικρά Ασία, η προσέγγιση του βασιλέα Φραγκίσκου Α΄ με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, η επιβολή του καθεστώτος των διομολογήσεων (εμπορικών προνομίων) εντός της οθωμανικής επικράτειας, η εκστρατεία του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο, η παροχή στήριξης στον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία λίγο αργότερα, όταν ο ρομαντισμός ενεργοποιεί τον συναισθηματισμό, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Με την απαρχή του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, η Γαλλία εγκαθίσταται στο Μαγκρέμπ. Η παλινόρθωση της μοναρχίας τo 1830 συμπίπτει με μια εντατικοποίηση του ανοίγματος προς τον αραβικό κόσμο, πολιτική, την οποία υιοθετεί για δικό του λογαριασμό και το καθεστώς της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (1852-1870) με κορυφαία στιγμή τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Την επομένη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου η Γαλλία λαμβάνει από τη διεθνή κοινότητα εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και του Λιβάνου. Πρόκειται για το επιστέγασμα της πολιτικής της στην περιοχή καθώς και για την κατοχύρωση των συμφερόντων της στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής.

Συνεπώς, ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα, οι σχέσεις με τον μεσογειακό κόσμο αποτελούν πρωτίστης σημασίας παράμετρο ως προς τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της γαλλικής διπλωματίας. Μεσογειακή δύναμη η ίδια, η Γαλλία βλέπει να εκπληρώνεται σε αυτό τον γεωγραφικό χώρο σημαντικό μέρος του πεπρωμένου της.⁷ Πρόκειται για την ευνόητη παρουσία μιας παράδοσης, η οποία, από τον 15ο αιώνα έως τον 20ό διαπέρασε το πνεύμα ενός μεγάλου αριθμού Γάλλων επωνύμων, από τον Άγιο Λουδοβίκο (Λουδοβίκο Θ΄) έως τον Φραγκίσκο Α΄, από τον Βοναπάρτη έως τον Chateaubriand και τον Michelet. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η επιτυχία του de Gaulle στον ευδόκιμο διάλογό του με τον μεσογειακό κόσμο, βρίσκει την εξήγησή της στην ύπαρξη ενός ιστορικού υποβάθρου αλλά και στο προσωπικό ενδιαφέρον και τον σεβασμό που ο στρατηγός έτρεφε για την ίδια την Ιστορία.

Από την Ιστορία ο στρατηγός διδάχθηκε επίσης πως ένας από τους θεμελιώδεις αντικειμενικούς στόχους της μεσογειακής και μεσανατολικής πολιτικής της Γαλλίας συνίστατο στην παρεμπόδιση της διείσδυσης και εγκατάστασης σε αυτή τη γωνία της γης, εξωτερικών ηγεμονιών (Ρωσία και Μεγ. Βρετανία στον 19ο αιώνα, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στον 20ό). Η Γαλλία, επιδιδόμενη σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης και αποτροπής αυτής της κατάστασης, δεν δίστασε να προσεγγίσει τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Μοναδική εξαίρεση, η οποία, ωστόσο, επιβεβαιώνει τον κανόνα, αποτελεί ο αποικισμός της Αλγερίας. Η ανεξαρτητοποίηση των χωρών του Τρίτου Κόσμου, πόσο μάλλον εκείνων που βρέχονται από τη Μεσόγειο, λειτουργούν ενισχυτικά προς όφελος της ίδιας της Γαλλίας. Αντίθετα, οι παντός είδους διαφορές και αντιπαραθέσεις, έστω και σε τοπική κλίμακα, ευνοούν τις υπερδυνάμεις. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η κρίση του Σουέζ (1956), η οποία σηματοδοτεί την απόσυρση της ευρωπαϊκής επιρροής από μια νευραλγική και συνάμα ζωτικής σημασίας περιοχή και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στην παρέμβαση των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Έκτοτε, η Ατλαντική Συμμαχία ολοένα και περισσότερο προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση ενός αγγλοσαξωνικού διευθυντηρίου. Η πορεία των δυο συμμάχων του Σουέζ (Μεγ. Βρετανία και Γαλλία) είναι αποκλίνουσα. Τη στιγμή, κατα την οποία η πρώτη στρέφεται προς μια στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ, η δεύτερη θέτει τα θεμέλια για μια ανεξάρτητη και αυτοδύναμη αμυντική πολιτική.⁸

Εδώ ακριβώς είναι που κάνει αισθητή την εμφάνισή της η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας και η γκωλική αντίληψη περί συμμαχιών. Για τον de Gaulle, να είναι κανείς ανεξάρτητος σημαίνει να διατηρεί για τον εαυτό του την ελευθερία απόφασης και παρέμβασης. Ωστόσο, μια χώρα δύναται κάλλιστα να αποτελεί μέλος μιας συμμαχίας ή ενός οικονομικού οργανισμού απολαμβάνοντας ταυτόχρονα ανεξαρτησία κινήσεων από τη στιγμή, κατά την οποία τα κριτήρια κάθε συμμαχίας είναι η ανεξαρτησία, η ευελιξία, τέλος, η ισοτιμία δικαιωμάτων και δεσμεύσεων των μελών που την απαρτίζουν. “Πρέπει απαραιτήτως να πρόκειται για σχέσεις συνεργασίας και όχι εξάρτησης”, επισήμανε εμφατικά σε λόγο, που εκφώνησε στις 7 Μαρτίου 1948 στην Κομπιένη.⁹ Σε ραδιοφωνικό διάγγελμα στις 27 Απριλίου 1965, το παραπάνω σκεπτικό αναδεικνύεται τρισδιάστατα. Επανερχόμενος στην ιερή και σταθερή αξία που αποτελεί για τον ίδιο η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας, συνεχίζει επί λέξει: “Όσον αφορά τα προβλήματα, τα οποία υφίστανται στον υπόλοιπο κόσμο, η δική μας ανεξαρτησία επιτάσσει να ακολουθήσουμε μια πορεία συνυφασμένη με τις αρχές και τις αξίες μας, δηλαδή: ουδεμία ηγεμονία επιβληθείσα από τον οποιονδήποτε, ουδεμία παρέμβαση τρίτων στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους, ουδεμία απαγόρευση καλλιέργειας σχέσεων με κάποιο άλλο κράτος είναι ανεκτές. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντοτε με τις δικές μας αντιλήψεις, το ύψιστο συμφέρον του ανθρωπίνου είδους υπαγορεύει πως κάθε έθνος είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του, απαλλαγμένο από έξωθεν πιέσεις, υποβοηθούμενο στην πρόοδό του δίχως προαπαιτούμενα υπακοής. (…) Ωστόσο, ακριβώς επειδή στη σημερινή διανομή του πλανήτη σε δυο ηγεμονίες, σε δυο στρατόπεδα, οι έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας, της συναδέλφωσης των λαών δεν βρίσκουν απήχηση, μια νέα τάξη, μια νέα ισορροπία είναι απαραίτητες για τη διαφύλαξη της ειρήνης. Ποιος άλλος, πέραν ημών, είναι σε θέση να εγγυηθεί κάτι τέτοιο υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα παραμείνουμε αυτοί που είμαστε;”.¹º

Discours du 27 avril 1965

Δυο νέα στοιχεία κάνουν επομένως την εμφάνισή τους: α) η δημιουργία ενός πολυπολικού συστήματος παγκόσμιας ισορροπίας σε αντικατάσταση του υπάρχοντος διπολικού και β) η ανάδειξη της Γαλλίας σε σημαντική δύναμη στο διεθνές στερέωμα χάρη στην ισχύ του πυρηνικού της οπλοστασίου. Η πολιτική των τελευταίων κυβερνήσεων της Δ’ Γαλλικής Δημοκρατίας προαναγγέλλει εκείνη που επρόκειτο να ακολουθηθεί μετά το 1958 από τον ίδιο τον de Gaulle. Η κρίση του Σουέζ και η συνακόλουθη παρέμβαση των ΗΠΑ προκάλεσαν ένα ρήγμα στους κόλπους της Ατλαντικής Συμμαχίας. Έκτοτε, η Γαλλία άρχισε να εφαρμόζει ένα νέο δόγμα, στρατιωτικό, στρατηγικό, γεωπολιτικό και ευρω-αφρικανικό, πριν καν την εγκαθίδρυση, το 1958, του καθεστώτος της Ε΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του,διευρύνει τον ορίζοντα προς την ίδια κατεύθυνση.¹¹ Αυτό αποδεικνύουν οι μελέτες των Jean Delmas, Bertrand Goldschmidt, Georges-Henri Soutou και Charles Ailleret.¹²

Το πυρηνικό θαύμα: Πριν με αγνοούσαν. Τώρα…Γελοιογραφία εποχής.

 

13 Φεβρουαρίου 1960: Η πρώτη πυρηνική δοκιμή της Γαλλίας στο Reggane της νοτίου Αλγερίας.

Στις ακτές της Μεσογείου σκιαγραφείται με σαφήνεια, επομένως, μια από τις θεμελιώδεις αρχές της γκωλικής κοσμοαντίληψης: η έγνοια για εθνική ανεξαρτησία και η αποτροπή των ηγεμονιών. Κατά γενική ομολογία πρόκειται για μια βαθιά αντιδιαστολή σε σχέση με τους στόχους και τις μεθόδους του παρελθόντος. Κατά την άποψη του de Gaulle, πέραν από από τη συγκυριακή διάσταση και τα απρόοπτα της πολιτικής, είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί το στοιχείο εκείνο, το οποίο μέσα σε κάθε κράτος ενσαρκώνει την έννοια της συνέχειας: ο άνθρωπος. Να παρασχεθούν ταυτόχρονα στον τελευταίο όλα τα μέσα εκείνα που θα του επιτρέπουν να εξελιχθεί και να διεκδικήσει δικαιωματικά την ανεξαρτησία του τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ιστορία και γεωγραφία δεν αρκούν προκειμένου να κατανοήσει κανείς τις επιλογές του στρατηγού αναφορικά με το σύμπλεγμα ανατολικής Μεσογείου – Μέσης Ανατολής. Στις παραπάνω παραμέτρους πρέπει να προστεθεί ακόμη μια, υψίστης σημασίας: η προστασία των οικονομικών συμφερόντων. Ο ίδιος ο de Gaulle το παραδέχεται όταν γράφει: “Στη Μέση Ανατολή τα συμφέροντά μας καρκινοβατούν. Οι κρίσεις της Αλγερίας και του Σουέζ έφραξαν τις προσβάσεις μας στον αραβικό κόσμο. Εννοείται πως μια από τις προτεραιότητές μου είναι να αποκαταστήσω το γόητρο και την εν γένει επιρροή της Γαλλίας σε μια περιοχή όπου ανέκαθεν υπήρξε παρούσα. Πόσο μάλλον που στις μέρες μας, η μεγάλη πολιτική και στρατηγική σημασία των κοιλάδων του Νείλου, του Ευφράτη και του Τίγρη, η Ερυθρά Θάλασσα, τέλος, ο Περσικός Κόλπος έχει θεαματικά αναβαθμιστεί χάρη στο πετρέλαιο και είναι πλέον συνυφασμένη με μια ανεκτίμητη οικονομική διάσταση. Τα πάντα επιτάσσουν να κάνουμε εκ νέου αισθητή την παρουσία μας στο Κάιρο, στη Δαμασκό, στο Αμμάν, στη Βαγδάτη και στο Χαρτούμ”.¹³

Η Γαλλία, έχοντας προηγουμένως αποδεχτεί τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς, ειδικότερα δε τους σχετικούς με την κατάργηση των τελωνειακών δασμών, προσέβλεπε στην αύξηση των συναλλαγών με τον αραβικό κόσμο με σκοπό να ενισχύσει τη δική της βιομηχανική παραγωγή, η οποία έως τότε λειτουργούσε με γνώμονα τους κανόνες του προστατευτισμού. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί δίχως μια σταθερή προσέγγιση σε πολιτικό επίπεδο, επιτρέποντας συνάμα την απρόσκοπτη τροφοδοσία της χώρας σε πετρέλαιο.¹⁴ Μέγας εισαγωγέας πετρελαίου, η Γαλλία αγοράζει από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες περισσότερα προϊόντα από ό,τι πουλά, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών με τις τελευταίες να είναι ελλειμματικό. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1962 και 1969 (έτος παραίτησης του de Gaulle από το προεδρικό αξίωμα), το άθροισμα των εισαγωγών με προέλευση την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία και την Ωκεανία υστερεί έναντι των αντιστοίχων από τις αραβικές χώρες. Μόνο οι προερχόμενες από τις ΗΠΑ εισαγωγές ξεπερνούν αυτό τον δείκτη. Οι εξαγωγές προς τις αραβικές χώρες αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων περιορίζουν κάπως τη διαφορά. Το εμπορικό ισοζύγιο στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής  είναι πλεονασματικό μόνο με τα κράτη εκείνα, από τα οποία η Γαλλία δεν εισάγει πετρέλαιο και λιπαντικές ουσίες. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της Αιγύπτου, του Ιράν (μοναδικής πετρελαιοπαραγωγού χώρας, με την οποία το ισοζύγιο είναι ισορροπημένο), του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης και φυσικά του Ισραήλ. Αντιθέτως, υπάρχει σημαντικό έλλειμμα με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ¹⁵, το Κουβέιτ και η Λιβύη.¹⁶ Σε τελευταία ανάλυση, η Γαλλία διατηρεί ισορροπημένες εμπορικές συναλλαγές με τα κράτη εκείνα, με τα οποία συνδέεται με μακροχρόνιες φιλικές σχέσεις. Πρόκειται για απλή σύμπτωση, από τη στιγμή που το εμπορικό ισοζύγιο διαμορφώνεται αποκλειστικά και μόνο από το είδος των προϊόντων που ανταλλάσσονται.¹⁷

Ο de Gaulle φωτογραφίζεται στο περβάζι του Προεδρικού Μεγάρου των Ηλυσίων με το βασιλικό ζεύγος της Ιορδανίας (1964) και με τον πρωθυπουργό του κράτους του Ισραήλ, David Ben Gurion (1960).

Η Ιστορία, η βούληση του στρατηγού να αντιταχθεί στις ηγεμονίες προικίζοντας την Γαλλία με ένα πρώτου μεγέθους διεθνές κύρος, οι επιταγές της ενεργειακής ανεξαρτησίας, είναι μερικά από τα εναύσματα, τα οποία τον οδήγησαν σε μια ευρεία αναπροσαρμογή της μεσανατολικής του πολιτικής την επαύριο της άρσης της αλγερινής υποθήκης. Καθώς μάλιστα η αναπροσαρμογή αυτή προσέλαβε εντυπωσιακές διαστάσεις, πολλοί παρατηρητές έσπευσαν να αναζητήσουν τις καταβολές και τα αίτιά της πέραν του χώρου της Realpolitik. Χαμένος κόπος, από τη στιγμή που ο ίδιος ο de Gaulle έδωσε την πιο απλή και συνάμα την πιο αξιόπιστη εξήγηση: “Βλέπετε”, εκμυστηρεύτηκε κάποια στιγμή προς το τέλος της προεδρικής του θητείας, “στις απέναντι ακτές της Μεσογείου υπάρχουν κράτη, τα οποία βρίσκονται σε τροχιά ανάπτυξης. Διατηρούν ωστόσο μέσα τους έναν πολιτισμό, μια κουλτούρα, έναν ουμανισμό και μια κάποια αντίληψη των ανθρωπίνων σχέσεων που εμείς έχουμε την τάση να απωλέσουμε ζώντας μέσα στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες μας και που κάποια μέρα θα ξαναβρούμε με μεγάλη ικανοποίηση χάρη στα κράτη αυτά. Αμφότεροι, ο καθένας με τους δικούς του ρυθμούς και τις δικές του δυνάμεις, βαδίζουμε προς την κατεύθυνση ενός βιομηχανικού πολιτισμού. Εάν όμως επιθυμία μας είναι να ορθώσουμε γύρω από τη Μεσόγειο, γενέτειρα τόσο μεγάλων πολιτισμών, μια βιομηχανική κοινωνία η οποία να μην αντιγράφει το αμερικανικό πρότυπο, μια κοινωνία, εντός της οποίας ο άνθρωπος θα είναι ένας σκοπός και όχι ένα μέσο, τότε κρίνω απαραίτητο οι κουλτούρες μας να ανοίξουν διάπλατα η μια στην άλλη”.¹⁸

Charles de Gaulle: «Un peuple d’élite, sûr de lui-même et dominateur»

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

To παρόν κείμενο με τίτλο Le fondement du discours gaullien vis-à-vis de l’ Orient diterranéen εκφωνήθηκε στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου με γενικό θέμα La France et la Grèce dans le monde au temps de De Gaulle et de Caramanlis (οργανωτικοί φορείς: Fondation Charles de Gaulle και Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»), οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα στις 27 και 28 Μαρτίου 2003 στο Παρίσι. Έχει δημοσιευθεί με τον ίδιο τίτλο στο Cahiers de la Fondation Charles de Gaulle, αρ. 14, 2004, σ. 60-68.

¹  Ο Philippe Daumas έχει υπολογίσει τη σημασία των όσων ελέχθησαν κατά τη συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967 προσμετρώντας το μήκος, σε μέτρα, των κυλίνδρων του σχετικού οπτικοακουστικού υλικού του πρακτορείου Agence France Presse! Συγκεκριμένα: 1,20μ. ήταν αφιερωμένο στο Μεσανατολικό, 1,30μ. και 1,50μ. αντίστοιχα στην υποψηφιότητα της Μεγάλης Βρετανίας στην Κοινή Αγορά και στο ζήτημα του Κεμπέκ. Μπορεί μεν οι αναφορές στο Μεσανατολικό να μη διεκδικούν τα πρωτεία, ωστόσο, τις εβδομάδες που ακολούθησαν μονοπώλησαν το ενδιαφέρον στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Βλ. σχετικά Philippe Daumas, “La politique française au Proche-Orient et l’ opinion publique”, Études gaulliennes, Τ. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 38.

²  Jean-Paul Bled, “Le général de Gaulle et le monde méditerranéen”,  Études gaulliennes, Τ. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 9-10.

³  Ibid.

⁴  Paul Balta, “La politique arabe du général de Gaulle”, De Gaulle en son siècle, T. 6, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 346-347.

⁵  Paul-Marie de La Gorce, “La politique arabe du général de Gaulle”, La politique étrangère du  général de Gaulle, Παρίσι, Institut universitaire des Hautes études internationales, 1985, σ. 191.

⁶   Ibid. σ. 179.

⁷  Jean-Paul Bled, οπ.π., σ. 10.

⁸  Maurice Vaisse, “France and the Suez Crisis”, (επιμ.) Roger Louis και Roger Owen, Suez 1956, Οξφόρδη, Clarendon Press, 1989, σ. 178-199. Του ιδίου, “La politique française à l’ égard de l’ OTAN (1956-1958). Continuité ou rupture?”, De Gaulle en son siècle, T.4, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 80.

⁹  Charles de Gaulle, Discours et Messages, T. 2, Παρίσι, Plon, 1970, σ. 124. Μνημονεύεται από τους Daniel Collard και Gérard Daille, “Le général de Gaulle et les alliances”, De Gaulle en son siècle, T.4, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 62-63.

¹º Μνημονεύεται από τον Paul Balta, “De Gaulle renoue avec la politique traditionnelle de la France en Méditerranée pour faire face aux hégémonies”, Études gauliennes, T. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 51.

¹¹ André Eshet, “Aspects stratégiques de la politique étrangère gaullienne”, La politique  étrangère du  général de Gaulle, Παρίσι, Institut universitaire des Hautes études internationales, 1985, σ. 77.

¹² Charles Ailleret, L’ aventure atomique française. Comment naquit la force de frappe, Παρίσι, Grasset, 1968, Bertrand Goldschmidt, “La genèse et l’ héritage”, L’ aventure de la bombe. De Gaulle et la dissuasion nucléaire (1958-1968), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου (οργανωτικοί φορείς: Πανεπιστήμιο Franche-Comté και Fondation Charles de Gaulle), Παρίσι, 1985, σ. 23-37, Georges-Henri Soutou, “La politique nucléaire de Pierre Mendès France”, Relations Internationales, αρ. 59, Γενεύη-Παρίσι, 1989, Jean Delmas, “Naissance et développement d’ une politique nucléaire militaire en France (1945-1956), Das Nordatlantische Bündnis (1949-1956), Μόναχο, R. Oldenbourg Verlag, 1993, σ. 263-272.

¹³ Charles de Gaulle, Mémoires d’ espoir, T. 1, Παρίσι, Plon, 1970, σ. 77.

¹⁴ Paul Balta, οπ.π., σ. 51.

¹⁵ Denys Krynen, La politique proche-orientale du général de Gaulle (1958-1969). Le sentiment et la raison, διδακτορική διατριβή, Τουλούζη, Université des sciences sociales, 1975, σ.218. Από όλα τα κράτη της Μέσης Ανατολής, οι περισσότερες εισαγωγές έχουν ως προέλευση το Ιράκ. Το μεγάλο έλλειμμα οφείλεται στον διπλασιασμό των εισαγωγών πετρελαίου από τη συγκεκριμένη χώρα μεταξύ των ετών 1962 και 1969. Παρά το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα οι γαλλικές εξαγωγές με προορισμό το Ιράκ πενταπλασιάστηκαν, το ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών παρέμεινε εντυπωσιακά ελλειμματικό για την Γαλλία.

¹⁶ Το ελλειμματικό ισοζύγιο και στην περίπτωση αυτή οφείλεται στις σε μεγάλη ποσότητα εισαγωγές πετρελαίου καθώς, σύμφωνα με τις σχετικές συμφωνίες του Φεβρουαρίου 1968, η Λιβύη είχε αναγορευτεί σε δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα προς τη Γαλλία, ακριβώς πίσω από το Ιράκ.

¹⁷ Denys Krynen, οπ.π., σ. 223.

¹⁸ Δήλωση του Ιανουαρίου 1969 στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων. Μνημονεύεται από τους Paul Balta και Claudine Rulleau, La politique arabe de la France, de De Gaulle à Pompidou, Παρίσι, Sinbad, 1973. σ. 58.