Skip to main content

Βαγγέλης Κανσίζογλου: 26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο. Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

Βαγγέλης Κανσίζογλου

26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο

Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

 

Εισαγωγή

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στον εθνικό κορμό, για λόγους ιστορικού δικαίου και με την ασφάλεια της a posteriori γνώσης, εύκολα μπορεί να εκλαμβάνεται σήμερα ως αυτονόητη. Το χάσμα είναι μεγάλο, αν σκεφτεί κανείς πως η επικράτηση στα πεδία των μαχών μόνο εγγυημένη δεν ήταν. Και η πρόσφατη, τότε, πολεμική εμπειρία «έδειχνε» μάλλον προς δυσοίωνες προβλέψεις. Γιατί πώς ήταν δυνατόν το Ελληνικό Βασίλειο, μία δεκαπενταετία μετά τον όλεθρο του 1897, να αποτολμήσει εκ νέου δυναμική εμπλοκή στο χρονίζον Κρητικό Ζήτημα και να αξιώνει με κάποιο κύρος επέκταση στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου;

Όμως, οι ταχύτατες διεθνείς εξελίξεις υπαγόρευαν άμεσες οργανωτικές και στρατηγικές τομές. Και το 1912 σηματοδοτεί πράγματι μια επανάσταση στις διπλωματικές σχέσεις των βαλκανικών κρατών, καθότι για πρώτη φορά, χωρίς σαφή ποδηγέτηση από κάποια Μ. Δύναμη, αυτά κινήθηκαν από κοινού προς την κατεύθυνση της ανοικτής σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[1] Πληθώρα μελετών έχει αναλύσει τις συνθήκες που ευνόησαν τη βαλκανική συνεννόηση η οποία ανέτρεψε το επιβεβλημένο status quo στην ευρωπαϊκή Τουρκία.[2]

Βεβαίως, το βάρος του πολέμου, το οποίο κλήθηκε να επωμιστεί η Βουλγαρία, ρίχτηκε στη Θράκη,[3] μολονότι διόλου αμελητέα υπήρξε η συμβολή του ελληνικού στόλου. Το μοναδικό βαλκανικό κράτος με αξιόλογη παρουσία στη θάλασσα δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί από τη εξυφαινόμενη συμμαχία. Το ναυτικό αποτέλεσε τη βάση της ελληνο-βουλγαρικής συνεννόησης, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη σχετική στρατιωτική σύμβαση, με το Ελληνικό Βασίλειο να αναλαμβάνει τη δέσμευση για πλήρη κυριαρχία στο Αιγαίο. Αυτή εξασφάλισε την ανακούφιση του ανατολικού μετώπου –και κατ’ επέκταση των Συμμάχων συλλήβδην– από εκατοντάδες χιλιάδες οθωμανικών εφεδρειών της ασιατικής ενδοχώρας.[4]

Στρατιωτικές στολές των εμπολέμων.

Όπως επίσης, είναι προφανές πως οι δυνάμεις των Οθωμανών στα δυτικά Βαλκάνια ήταν υπονομευμένες, εξαιτίας της υποστελέχωσης που συνεπάγετο η έμφαση στην αντιμετώπιση της Βουλγαρίας και η απόσπαση μονάδων στα απομακρυσμένα μέτωπα της Λιβύης και της Υεμένης. Ταυτόχρονα, τα δυτικά βιλαέτια συνταράσσονταν από τις αλβανικές εξεγέρσεις που έφτασαν μέχρι και την κατάληψη των Σκοπίων (14 Αυγούστου, ν.η.). Οπωσδήποτε, οι Οθωμανοί ήταν απροετοίμαστοι για έναν διμέτωπο αγώνα σε Βορρά και Νότο, γι’ αυτό και την τελευταία στιγμή επέδειξαν διάθεση διακανονισμού με την Ελλάδα στην υπόθεση της Κρήτης, εις μάτην βέβαια, καθώς οι πολεμικές εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί.

Στο υπόλοιπο του αφιερώματος θα εκτεθεί η εμπειρία του μοιραίου στρατηγού που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ευθύς εξαρχής το κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων, από την ελληνο-οθωμανική μεθόριο στη Θεσσαλία μέχρι την καρδιά του βιλαετιού της Θεσσαλονίκης, σε συνέπεια, πάντοτε, με τις διαπιστώσεις της διεθνούς ιστοριογραφίας για τους Βαλκανικούς Πολέμους.

 

Οι «αναμνήσεις» του Χασάν Ταχσίν πασά και η αξιοπιστία τους

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί παρά σταθμό μιας συστηματικής προώθησης του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία. Αντίστοιχα, για τους Οθωμανούς συνεπάγετο μια μακρά πορεία τακτικής, ως επί το πλείστον, υποχώρησης. Αυτή η αγωνιώδης πορεία αποτυπώνεται στα Απομνημονεύματα του οθωμανού στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά. Σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του και προκειμένου να διαφυλάξει την υστεροφημία του, ο εξόριστος Ταχσίν, από τη Γενεύη της Ελβετίας, άρχισε να καταγράφει τις προσωπικές του εκτιμήσεις για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», ωστόσο, ανέτρεψε τα σχέδια για άμεση δημοσίευσή τους.

Αποσπάσματα στα γαλλικά κυκλοφόρησαν χάρη στη συμβολή του φίλου του και πρώην αρχισυντάκτη της Journal de Salonique, Σαμ Λεβή, ενώ μέρος της γαλλικής μετάφρασης έχει εντοπιστεί στο Αρχείο του εκδότη της εφημερίδας Messager d’ Athènes, Αντώνιου Στεφανόπολι. Στην ολότητά του το γαλλικό κείμενο εκτέθηκε τμηματικά στο συλλεκτικό περιοδικό Collectio την περίοδο 1991-1993. Σήμερα, η σειρά του Collectio διασώζεται στο Αρχείο του συλλέκτη Γιάννη Μέγα, το οποίο ενεχείρισε στη Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ.

Η ελληνική εκδοχή των αναμνήσεων οφείλεται στην επιμέλεια του Κενάν Μεσαρέ, γιού του Ταχσίν, ο οποίος αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του (1918) και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1950 μετέφρασε στα ελληνικά και δακτυλογράφησε τις σημειώσεις που είχε στη διάθεσή του. Τις εξέδωσε τμηματικά δια της εφημερίδας Ελληνικός Βορράς το φθινόπωρο του 1961.[5] Το κείμενό του είναι εκτενέστερο σε σχέση με εκείνο της γαλλικής μετάφρασης, εμπεριέχει περισσότερα στρατιωτικά έγγραφα και αποκτά ιδιαίτερη αξία χάρη στην προσθήκη ενός ευσύνοπτου πρόλογου, όπου παρατίθενται ακροθιγώς στοιχεία από τη ζωή του Ταχσίν. Επιπλέον, περιλαμβάνει τρία παραρτήματα που αφορούν περιστατικά από τις κρίσιμές εκείνες μέρες για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και την οικογένεια Μεσαρέ η οποία διέμενε στην πόλη.

Το δακτυλογραφημένο κείμενο των απομνημονευμάτων με τις εξόχως ενδιαφέρουσες συμπληρώσεις του Κενάν παρέδωσαν με τη σειρά τους οι γιοί του επιμελητή στον ιστοριοδίφη συνταγματάρχη Βασίλη Νικόλτσιο,[6] ως ανέκδοτο κείμενο, αγνοώντας προφανώς την παλαιότερη δημοσίευση στον Ελληνικό Βορρά. Το κείμενο του Κενάν γνώρισε μια απλή ανατύπωση από το Γ΄ Σώμα Στρατού (2001), αλλά και μια πλούσια σε πραγματολογικά στοιχεία κριτική έκδοση υπό την ερευνητική επιμέλεια του Βασίλειου Κ. Γούναρη (2002). Η έκδοση αυτή θεωρείται η πληρέστερη και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον πρόσθετο λόγο ότι ο επιμελητής της, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της σειράς του Collectio, προέβη σε μια συγκριτική μελέτη της γαλλικής και της ελληνικής παραλλαγής. Ως εκ τούτου, η εν λόγω συμβολή καθίσταται ιδανικό ερευνητικό βοήθημα.[7]

Χασάν Ταχσίν πασάς (1845-1918).

Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εικόνα των πρωτόγραφων απομνημονευμάτων που παρέλαβε ο Κενάν θα πρέπει να ήταν αυτή των σκόρπιων σημειώσεων, γεμάτων με επαναλήψεις και «δύσβατα» σημεία. Το τελικό κείμενο το οποίο παραδόθηκε, μοιραία σημαδεύτηκε από την προσπάθεια προσαρμογής στα ελληνικά δεδομένα (τοπωνύμια, ημερολόγιο, ώρα) και οπωσδήποτε στο πνεύμα της διατήρησης του κύρους του Ταχσίν στα μάτια των Ελλήνων. Έτσι, η ρητορική είναι ανέλπιστα «ήπια» όταν γίνεται αναφορά στους Έλληνες. Εκεί προτιμάται ο όρος «αντίπαλος» αντί του «εχθρός», όπως επίσης το «χάρη» αντί του «εξαιτίας». Επίσης, εντύπωση προκαλεί η παρουσίαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 ως «ατυχήματος», η μνημόνευση «Μακεδονικού Αγώνα», αλλά και η κολακευτική διάθεση έναντι των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων. Έτι πιο απροκάλυπτα, οι δεκαοκτώ αναφορές στον πρίγκιπα-διάδοχο Κωνσταντίνο, σύμφωνα με τον Γούναρη, απουσιάζουν πλήρως από την εκδοχή της γαλλικής μετάφρασης. Βεβαίως, η φερόμενη εκτίμηση του Ταχσίν στο πρόσωπο των πριγκίπων και δη του Κωνσταντίνου είναι εκπεφρασμένη σε συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει και ο ίδιος.[8] Εντούτοις, με βάση τις εκθέσεις του ελληνικού, τουλάχιστον, ΓΕΣ είναι γνωστό πως η στρατιωτική τάξη υπαγορεύει αφενός τη γενικευτική μνεία σε «εχθρό» και αφετέρου την αποφυγή προσωπικών αναφορών. Σημαντικές επεμβάσεις έχουν συντελεστεί και στο περιεχόμενο των στρατιωτικών εγγράφων, ιδιαίτερα στο ζήτημα της κριτικής που ασκήθηκε στον Ταχσίν από τον διοικητή της Δυτικής Στρατιάς, Αλή Ριζά πασά, για την καταστρατήγηση του επιτελικού σχεδίου στις φάσεις υποχώρησής του, ενώ ενδεικτική παραμένει η χρήση της καθαρεύουσας κατά την απόδοση του περιεχομένου των εγγράφων, παραπέμποντας στο ύφος των αντίστοιχων ελληνικών κατά τη δεκαετία του 1950. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι οι επεμβάσεις του Κενάν δεν αλλοιώνουν τον πυρήνα της σκέψης του συγγραφέα.[9]

 

Η πολεμική πραγματικότητα κατά τον Ταχσίν

Ο αλβανικής καταγωγής Χασάν Ταχσίν πασάς ήταν ένας ευσυνείδητος, πλην όμως προχωρημένης ηλικίας, στρατιωτικός αξιωματούχος, ο οποίος ξεκίνησε ουσιαστικά τη σταδιοδρομία του στη χωροφυλακή των Ιωαννίνων το 1881.[10] Έκτοτε μετατέθηκε σε διάφορες περιοχές και πόστα. Ιδιαίτερα επιτυχημένο θεωρείται το πέρασμά του από την Κρήτη (1899-1896), μολονότι ο πλέον εντυπωσιακός, ίσως, σταθμός στην καριέρα του υπήρξε ο διορισμός του σε βαλή της ακριτικής Υεμένης (1908-1910). Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και παρά το γεγονός ότι κατά την στρατιωτική τάξη όφειλε να αποστρατευτεί λόγω ηλικίας, διορίστηκε βαλής Ιωαννίνων, προφανώς με τη σκοπιμότητα της τοποθέτησης αλβανού διοικητή στην περιοχή προς ικανοποίηση των ομοφύλων του εθνικιστών.[11]

Υπό αντίστοιχα πιεστικές συνθήκες, στο ξέσπασα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου δύο μήνες αργότερα, του έλαχε η διοίκηση του Η΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλία. Προς υπεράσπισή του, στα Απομνημονεύματα ο Ταχσίν υπερθεματίζει ως προς τη γενικευμένη απροθυμία επιφανέστερων αξιωματούχων να εμπλακούν στο ελληνο-οθωμανικό μέτωπο εξαιτίας της επιχειρησιακής ανεπάρκειας του εκεί συγκροτηθέντος στρατεύματος, καθιστώντας σαφές πως εν γνώσει του αποδέχτηκε μια αποστολή a priori υπονομευμένη.[12] Αυτή του η απόφαση και η σύνδεση, εντέλει, με τη Θεσσαλονίκη σημάδεψε ανεπιστρεπτί τα τελευταία χρόνια της ζωής, αλλά και τη μετά θάνατον πρόσληψη του Ταχσίν. Η επιλογή της παράδοσης στους Έλληνες ήταν αρκετή για τον εξιλεώσει στα μάτια τους και ταυτόχρονα να τον καταβαραθρώσει στο βουλγαρικό και τουρκικό αφήγημα. Όμως, συχνά λησμονείται ότι ο Ταχσίν βρέθηκε συστηματικά απέναντι από τον ελληνικό στρατό, στις μάχες του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου) και των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου), ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή απέρριπτε τη συνθηκολόγηση.

Γι’ αυτό και οι «αναμνήσεις» του Ταχσίν επικεντρώνουν ακριβώς στους λόγους για τους οποίους α) αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό στο πεδίο της μάχης και β) εξωθήθηκε σε συνθηκολόγηση, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Για το μεν πρώτο, έστω και μεταθανάτια, φαίνεται πως βρήκε δικαίωση, καθότι η έκθεσή του διασταυρώνεται με τα δεδομένα της έρευνας. Ως προς το δεύτερο, γίνεται μεν παραδεκτή η επίκληση της σκοπιμότητας να αποφευχθεί η αιματοχυσία στη Θεσσαλονίκη, εντούτοις θα παραμείνουν διφορούμενες οι προθέσεις του, εφόσον προτίμησε να μην εμπλέξει καθόλου τους Βούλγαρους και να παραδοθεί στους Έλληνες.

Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, όλες οι παραλείψεις και αστοχίες του οθωμανικού κράτους ενόψει της παμβαλκανική σύρραξης, τις οποίες προλογίζοντας θίγει ο συγγραφέας, επιβεβαιώνονται από τους μελετητές. Μεγαλύτερη, ίσως, βαρύτητα έχει η αδυναμία διαχρονικά των Οθωμανών να αντιληφθούν τους χριστιανούς γείτονές τους ως αυθύπαρκτες πολιτικά οντότητες. Στον αντίποδα, τα όμορα κράτη –πρώην οθωμανικές επαρχίες– εκλαμβάνονταν πάντοτε σε συνάρτηση και υπό την κηδεμονία κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης.[13]

Η μάχη του Σαρανταπόρου.

Έτσι, η εμπλοκή σε βαλκανικό πόλεμο, εκτός του ότι κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη εξαπίνης, ερχόταν ως επιστέγασμα χρόνιων προβλημάτων, τα οποία απορροφούσαν συστηματικά δυνάμεις και πόρους ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό τμήμα. Πέρα από τα διαρκή δημοσιονομικά ελλείμματα και τη μόνιμη αναστάτωση εξαιτίας των αλβανικών εξεγέρσεων και του ανορθόδοξου αγώνα σε Μακεδονία και Υεμένη, ο ιταλο-οθωμανικός πόλεμος στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο (Σεπτέμβριος 1911-Οκτώβριος 1912) απέβη και αυτός σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαράθεση φθοράς που δεν έδειχνε να συντελεί σε οριστική έκβαση.[14] Ως εκ τούτου, για τα βαλκανικά μέτωπα οι Οθωμανοί βασίστηκαν εν πολλοίς στα τοπικά σώματα εφέδρων (redif), τουτέστι σε πρεσβύτερους και ελλιπώς εξοπλισμένους άνδρες, οι οποίοι κατά μεγάλο μέρος συνιστούσαν απείθαρχα, μη τουρκικά και μη μουσουλμανικά στοιχεία με μειωμένη αφοσίωση.[15] Εν ολίγοις, το βαλκανικό θέατρο επιχειρήσεων στερήθηκε πολύτιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους με δεδομένη την ελληνική επικράτηση στο Αιγαίο και το ανεπαρκές του σιδηροδρομικού δικτύου.[16] Σα να μην έφταναν αυτά, η συνοχή της οθωμανικής ελίτ και του στρατεύματος δοκιμαζόταν έντονα από την εποχή της Νεοτουρκικής Επανάστασης (1908).[17]

Η απουσία σαφούς επιτελικού σχεδίου για την αντιμετώπιση των βαλκανικών κρατών υπήρξε εξίσου καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της αποτελεσματικότητας των Οθωμανών και την υιοθέτηση αμυντικής στάσης. Κατά την αμήχανη είσοδο στον πόλεμο προκρίθηκε το 5ο αμυντικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το ευρωπαϊκό τμήμα διακρίθηκε στα δύο πολεμικά πεδία της Μακεδονίας και της Θράκης. Αντίστοιχα, ο οθωμανικός στρατός χωρίστηκε σε δύο στρατηγεία: το Ανατολικό, που θα υπερασπιζόταν τη Θράκη και το Δυτικό, αυτό της Μακεδονίας, υπό τον Αλή Ριζά πασά. Μάλιστα, το στρατηγείο της Μακεδονίας χωρίστηκε στις περιφέρειες της Άνω και της κάτω Μακεδονίας (κατά των Σέρβων και των Ελλήνων αντίστοιχα). «Η εκτίμηση του Γενικού Αρχηγείου Τουρκίας ήταν ότι την έκβαση θα κρίνει οριστικά η νίκη κατά των Βουλγάρων στη Θράκη. Γι’ αυτό και όλα τα πολεμικά μέσα και εφόδια είχαν διατεθεί για τα στρατεύματα των συνόρων της Βουλγαρίας». Στα λοιπά μέτωπα τηρήθηκε αμυντική στάση.[18]

Επομένως, γίνεται σαφές πως «η σαρωτική ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα αιτιών πολύ συνθετότερων από τις αδυναμίες ενός γηραιού στρατηγού […], ωστόσο το κείμενό του επιτρέπει να του καταλογιστούν ορισμένες ευθύνες σε θέματα στρατηγικής».[19]

Γιατί μπορεί τα οθωμανικά αρχεία να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ταχσίν, πως είχε στη διάθεσή του μια κατ’ επίφαση, μόνο, ισχυρή δύναμη, που στην πραγματικότητα συγκροτείτο κυρίως από εφέδρους (redif), με σοβαρές ελλείψεις και απουσία του πολύτιμου για τις πρώτες επιχειρήσεις ορεινού πυροβολικού, ακόμα και με ελαττωματικά, σε ορισμένες περιπτώσεις, βλήματα, γεγονός, πάντως, είναι ότι στην παρθενική αντιπαράθεση στο Σαραντάπορο και ενώ «η κατάσταση ήταν ρευστή […,] η απόφαση του Ταχσίν [για απόσυρση] έδωσε στους Έλληνες τη βεβαιότητα της νίκης τη στιγμή ακριβώς που τη χρειάζονταν», επιδρώντας καθοριστικά στο ηθικό των δύο παρατάξεων.[20]

Γιατί παραμένει εντυπωσιακή η συγκυρία κατά την οποία ο Ταχσίν διέταξε υποχώρηση, τη στιγμή που ανέμενε ακόμα εφεδρείες.[21] Οπωσδήποτε, το προβληματικό σύστημα επικοινωνίας ήταν που τήρησε τον σωματάρχη πασά σε κακή εκτίμηση της κατάστασης, καθ’ ομολογία του οποίου δημιουργήθηκε η αίσθηση επικείμενης κύκλωσης και αποκλεισμού των Οθωμανών από τις προωθούμενες εκ παραλλήλου –ανατολικά (Λιβάδι) και κυρίως δυτικά (Λαζαράδες) του Σαρανταπόρου– ελληνικές δυνάμεις. Προς στιγμήν, μάλιστα, θεωρήθηκε εκτεθειμένο το ίδιο το στρατηγείο στα μετόπισθεν (Σέρβια). Γενικότερα, η εξιστόρηση του Ταχσίν αντανακλά περιορισμένες προσδοκίες και ένα αίσθημα μειονεκτικότητας. Σε τελική ανάλυση, όμως, η αριθμητική υπεροπλία του αντίπαλου ήταν τέτοια που αργά ή γρήγορα οι Οθωμανοί θα αναγκάζονταν να υπαναχωρήσουν.

Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ο λόγος που το Οθωμανικό Επιτελείο διέθετε τόσο εσφαλμένες πληροφορίες για τις ελληνικές προθέσεις, ώστε να διανείμει σχεδόν ισόρροπα τις δυνάμεις του ανάμεσα στο ανεξάρτητο σώμα Ιωαννίνων και το Η΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλία. Αυτό, όμως, υπήρξε και το καθοριστικό στοιχείο που υπονόμευσε την προάσπιση της Μακεδονίας, καθώς το Ελληνικό Επιτελείο έριξε όλο το βάρος της επίθεσης εκεί. Γι’ αυτό και είναι κατανοητό ότι, μπροστά στις συντριπτικά επικρατέστερες ελληνικές δυνάμεις, ο Ταχσίν δεν ήταν σε θέση να διεξαγάγει επιθετικό πόλεμο, παρά αποσκοπούσε εξαρχής στο να καθυστερήσει την προέλαση του εχθρού.[22]

Παρά ταύτα, η εγκατάλειψη των φύσει οχυρών θέσεων στο Σαραντάπορο κόστισε τελικά μια σημαντική ποσότητα σε πυρομαχικά, άνδρες και μεταφορικά οχήματα, αλλά και 21 πυροβόλα, απώλεια δυσβάσταχτη κατά παραδοχή του ίδιου του πασά. Η δε οργανωμένη, αρχικά, υποχώρηση εξελίχθηκε άτακτα, λόγω της ταυτόχρονης φυγής των αμάχων προς Κοζάνη διαμέσου της γέφυρας του Αλιάκμονα (της μόνης ασφαλούς διεξόδου!), όπου επικράτησε συνωστισμός.[23] Έκτοτε, ο Ταχσίν επιδόθηκε σε μια μακρά πορεία ταχείας υποχώρησης, παραγνωρίζοντας καίριες θέσεις, οι οποίες επιτελικά είχαν προβλεφθεί ως γραμμές άμυνας. Γι’ αυτό και δέχτηκε την κριτική του ανωτέρου του, Ριζά πασά, αλλά και ορισμένων μελετητών. Εφεξής, κάθε φάση υποχώρησης συνοδευόταν από αθρόες λιποταξίες κυρίως από τις τάξεις των εφέδρων.[24]

Εντούτοις, κατόπιν μιας ολιστικής προσέγγισης, γίνεται αντιληπτός ο συνεπής προσανατολισμός του Ταχσίν στον συντηρητικό πόλεμο προς εξοικονόμηση δυνάμεων, δικαιολογημένα ενόψει ενός υπέρτερου αντίπαλου, όπου η τακτική της φθοράς και της «εξαγοράς» χρόνου μέχρι την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για μετωπική σύγκρουση ήταν η ενδεδειγμένη. Και ακριβώς εκεί φαίνεται να υπολόγιζε ο πασάς, προσδοκώντας στην άφιξη περαιτέρω ενισχύσεων. Βέβαια, μέσα από τις σημειώσεις του γίνεται σαφές πως οι απώλειες που υφίστατο και ο ίδιος, εξαιτίας των εφέδρων, δεν ήταν αμελητέες. Γι’ αυτό και όταν έφτασε σε ικανοποιητικό βαθμό ισχύος –στην πρώτη και μοναδική ευκαιρία του ουσιαστικά– αποφάσισε να αναμετρηθεί ανοιχτά με τους Έλληνες λίγο έξω από τα Γιαννιτσά. Εκεί θα πρέπει να κριθεί το πολεμικό του αισθητήριο.[25]

Όσον αφορά την επιλογή της θέσης, ιστοριογραφικά ο πασάς βρίσκεται εκτεθειμένος, γιατί δεν προέκρινε ως γραμμή άμυνας τον δυσκολοδιάβατο Αξιό, αρκετά ανατολικότερα. Παρά ταύτα, τουλάχιστον από το αφήγημά του, προκύπτει πως η άμεση εμπλοκή με τους Έλληνες, και μάλιστα αρκετά δυτικότερα, εξυπηρετούσε την αποφυγή διεξαγωγής ενός πολέμου «διμέτωπης φθοράς». Γιατί την ίδια στιγμή το Σώμα Στρυμόνα ερχόταν προς ενίσχυση του Ταχσίν, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα του στους προελαύνοντες Βούλγαρους. Εν ολίγοις, ο οθωμανός διοικητής φέρεται να επεδίωξε την ανάσχεση των ελληνικών δυνάμεων προτού φτάσουν στο σημείο να συμπράξουν με βουλγαρικές μονάδες. Επιπλέον, η προτεραιοποίηση στην προάσπιση μιας ιερής μουσουλμανικής πόλης δε θα πρέπει να θεωρηθεί άνευ σημασίας.

Ο Ταχσίν σωστά αντιλήφθηκε τον ελληνικό σχεδιασμό για κυκλωτική κίνηση από Βορρά και, έχοντας γνώση του ελώδους εδάφους στον Νότο, ανέμενε τον κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων βορείως της λίμνης των Γιαννιτσών (19 Οκτωβρίου). Για την επιλογή του αυτή ο Erickson του πιστώνει ορθό σχεδιασμό και άρτια αξιοποίηση των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του. Τελικά, η μάχη, αν και ξεκίνησε με ευνοϊκές προδιαγραφές και παρά το γεγονός ότι στο κλείσιμο της ημέρας έδειχνε αμφίρροπη, φέρεται να σημαδεύτηκε από αθρόες λιποταξίες των εφέδρων κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι οποίες υπονόμευσαν την πολεμική προσπάθεια της επόμενης μέρας. Πάντως, οι μελετητές δεν κάνουν καμία αναφορά στον αρνητικό ρόλο των εφέδρων, στον οποίο ενέμεινε τόσο ο πασάς. Αντίθετα, επανέρχονται στο θέμα της χρήσης προβληματικών πυρομαχικών.[26]

Η μάχη των Γιαννιτσών και η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη.

Από κει και πέρα, ο συγγραφέας των Απομνημονευμάτων προετοιμάζει το έδαφος για να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος, αυτό της επιλογής του να παραδοθεί στους Έλληνες. Η δυσμενή εξέλιξη στα Γιαννιτσά συνιστά το σημείο καμπής που έπεισε τον Ταχσίν πως η κατάσταση όδευε προς το αναπόφευκτο. Άμεσα, μετέφερε το στρατηγείο του στο Τόψιν (21-22 Οκτωβρίου). Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη δεχόταν χιλιάδες προσφύγων, υποχωρούντων στρατιωτών και χωρικών, οι οποίοι συνέρρεαν ενόψει της καθόδου των βαλκανικών δυνάμεων από όλες τις κατευθύνσεις. Εντούτοις, η «καθοριστική βολή» για τον Ταχσίν επήλθε από την ενημέρωση του Μ. Βεζίρη, Κιαμήλ πασά, πως η συνέχιση του αγώνα κρινόταν «αδύνατη» και πως η οθωμανική κυβέρνηση αναζητούσε πλέον ανοιχτά τη διπλωματική οδό, αιτούμενη ανακωχή με τη μεσολάβηση των Μ. Δυνάμεων. Το σχετικό τηλεγράφημα αποτέλεσε για τον γράφοντα ισχυρότατο «άλλοθι».[27] Άλλωστε, η φυγάδευση του εξόριστου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ για την Κωνσταντινούπολη (17 Οκτωβρίου) επιβεβαίωνε πως για την κυβέρνηση ο πόλεμος είχε κριθεί. Και ο τορπιλισμός του παλαιού θωρηκτού «Φέτχι Μπουλέντ» (18 Οκτωβρίου) σε απόσταση αναπνοής από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, μια συμβολική ενέργεια άνευ ουσίας, προκάλεσε ψυχρολουσία στους παράγοντες και τους κατοίκους της πόλης. Ο κλοιός γύρω από τη Θεσσαλονίκη περιεσφίγγετο ολοένα, ιδιαίτερα μετά την απώλεια του Πολύγυρου Χαλκιδικής υπέρ των Ελλήνων. Στις προτροπές των προξένων ήρθαν να προστεθούν οι παραινέσεις των μελών του επαρχιακού και του δημοτικού συμβουλίου της πόλης, μετά των ταγών των θρησκευτικών κοινοτήτων, για την αποφυγή αιματοχυσίας με ολέθριες συνέπειες για την πόλη.[28]

Η διάβαση του Αξιού από τον ελληνικό στρατό (24 Οκτωβρίου 1912).

Οι έντονες αμφιταλαντεύσεις συνεχίστηκαν και κατά την 23η Οκτωβρίου. Πάντως, το αφήγημα του Ταχσίν δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της αποφασιστικότητάς του να υπερασπιστεί τη Θεσσαλονίκη μέχρις εσχάτων.[29] Στις 24 του μηνός ο ελληνικός στρατός, με καθυστέρηση ημερών την οποία χρεώθηκε ο προσωπικά ο Κωνσταντίνος, διέβη τελικά τον Βαρδάρη (Αξιό). Στα Απομνημονεύματά του ο Ταχσίν δε διευκρινίζει αν διενεργήθηκαν αψιμαχίες, σε κάθε περίπτωση πάντως, δήλωσε πως αναγκάστηκε να εκκενώσει την περιοχή ανατολικά του Αξιού, εξαιτίας  –για άλλη μια φορά– της εκτεταμένης «αποσύνθεσης των εφέδρων», αφήνοντας ανεκμετάλλευτα τα φυσικά αμυντικά πλεονεκτήματα της περιοχής και ανυπεράσπιστες τις ελάχιστες διαβάσεις, τις οποίες ο ελληνικός στρατός είχε προλάβει να αποκαταστήσει προκειμένου να διαπεραιωθεί. Για την παθητικότητά του αυτή ο Hall αδυνατεί να βρει οποιοδήποτε ελαφρυντικό. Ως εκ τούτου, «το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου [ο ελληνικός στρατός] βρέθηκε στο ύψος της γραμμής» Σίνδος-Βαθύλακκος-Ξηροχώρι, με τις εμπροσθοφυλακές να προωθούνται περαιτέρω. Από αυτό το σημείο καμία έξοδος διαφυγής δε θα ήταν ασφαλής. Η ανησυχία στη Θεσσαλονίκη κορυφώθηκε, αν και η παρουσία ευρωπαϊκών ναυτικών μονάδων στον Θερμαϊκό κόλπο ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τους ξένους υπηκόους. Ο Ταχσίν, αφού εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Ωραιόκαστρο, κίνησε να επισκεφτεί τον βαλή της Θεσσαλονίκης, Ναζίμ πασά, αποσκοπώντας, κατά τους ισχυρισμούς του, να λάβει ενημέρωση για την κατάσταση στην πόλη. Η απουσία του φαίνεται πως ενθάρρυνε τις φυγόστρατες τάσεις μεταξύ των εφέδρων. Φυσικά, οι ενέργειες αυτές δεν ήταν άσχετες με τη φημολογούμενη πρόθεσή του για συνθηκολόγηση. Πράγματι, σύμφωνα και με τον ίδιο, αυθημερόν υπέκυψε στα αιτήματα σύμπασας της κοινοτικής ηγεσίας και των προξένων και απέστειλε εκπρόσωπο στο Τόψιν, όπου είχε εγκατασταθεί το ελληνικό στρατηγείο, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσης. Τούτες τις ώρες επιθυμούσε να διασφαλίσει άθικτο το στράτευμα, διατηρώντας, παράλληλα, τα πολύτιμα οχυρά του Καραμπουρνού.[30] Εντούτοις, ο Κωνσταντίνος αξίωνε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών, γεγονός που περιέπλεξε τα πράγματα.[31]

Στο σημείο αυτό, ως συγγραφέας ο Ταχσίν αποκάλυψε τα διαπραγματευτικά του χαρτιά προσβλέποντας σε ικανοποίηση των δικών του όρων. Ειδικότερα, καθώς οι πληροφορίες έκαναν λόγο για προέλαση των βουλγαρικών δυνάμεων προς Λαγκαδά και έχοντας επίγνωση του υφέρποντος ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού, ισχυρίστηκε πως θα μπορούσε να προσφέρει στους Έλληνες μια άμεση λύση που θα καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την κυριαρχία τους στη Θεσσαλονίκη. Πάντως, οι διαπραγματευτικές προσπάθειες του εντεταλμένου του, Σεφήκ πασά, μετά των προξένων, οι οποίοι απηύθυναν έκκληση για την κατάπαυση του πυρός μέχρι τη συνομολόγηση των όρων παράδοσης, έπεσαν στο κενό (βράδυ της 25ης Οκτωβρίου). Στο αντίποδα, ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου έδωσε εντολή για συνέχιση των επιχειρήσεων.

Το πρωτόκολλο παράδοσης.

Την επομένη, ο Ταχσίν απευθύνθηκε σε όλους τους διοικητές μονάδων που υπερασπίζονταν διάφορες θέσεις σε κοντινή ακτίνα γύρω από τη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να εξετάσει κάθε περιθώριο ένοπλης αντίστασης. Οι απαντήσεις ήταν απογοητευτικές. Αν επέλεγε τη σύγκρουση δεν θα υπήρχε ασφαλές πέρασμα διαφυγής. Οι σύμμαχοι σε μεταξύ τους συνεννόηση είχαν αποκόψει την τηλεγραφική επικοινωνία και ο ελληνικός στόλος είχε αποκλείσει κάθε θαλάσσια δίοδο. Η Θεσσαλονίκη, αν και πλήρως οχυρωμένη και εξοπλισμένη σε τρόφιμα και πολεμοφόδια, εντούτοις δεν είχε αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης. Επιπλέον, στερείτο φυσικών αμυντικών βοηθημάτων. Επί της ουσίας, ήταν περικυκλωμένη και οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ήττας θα συμπαρέσυρε τους αμάχους της. Ως εκ τούτου, κατόπιν έντονων πιέσεων, ο Ταχσίν δέχτηκε τους όρους του Κωνσταντίνου, ο οποίος απέστειλε τον Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά προκειμένου να συνομολογήσουν το πρωτόκολλο παράδοσης.[32] Πράγματι, στις 9 τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου οι έλληνες αξιωματικοί που μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη άρχισαν τις συνεννοήσεις με τον Ταχσίν. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Δούσμανη, στην πραγματικότητα «η σύνταξις της συμβάσεως και η υπογραφή αυτής επερατώθη περί την 1.30 μετά μεσονύκτιον, εσυμφωνήσαμεν όμως να θέσωμεν ως ημερομηνίαν την 26ην Οκτωβρίου, διότι εξ υπαιτιότητος των Τούρκων εβραδύναμεν να συναντηθώμεν και ν’ αρχίσωμεν την συζήτησιν και την σύνταξιν αυτής».[33] Ο Κενάν Μεσαρέ, ως υπασπιστής του πατέρα του, έγραψε στα γαλλικά από κοινού με τον Μεταξά και τον Δούσμανη, τους δέκα όρους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Πέρα από τις πιέσεις, γνώμονας στην απόφαση της συνθηκολόγησης για τον Ταχσίν φαίνεται πως ήταν η τιμή των όπλων και η διάσωση του στρατεύματος, όπως αποκαλύπτουν οι όροι, οι οποίοι αποτυπώθηκαν και στο πρωτόκολλο παράδοσης.[34] Αλλά και ο φόβος για δηώσεις και καταστροφές στην Θεσσαλονίκη έπαιξε τον ρόλο της. Ας μη λησμονείται ότι, τουλάχιστον από το 1911, ο Ταχσίν ήταν μόνιμα εγκατεστημένος με την οικογένειά του στην πόλη και ως εκ τούτου διέθετε ισχυρούς δεσμούς με τη ρωμαίικη κοινότητά της (π.χ. με την οικογένεια Ζάννα). Κατά τη βουλγαρική εκδοχή, μάλιστα, ο Ταχσίν διενήργησε χωριστές διαπραγματεύσεις και απλά οι Έλληνες προσέφεραν ευνοϊκότερους όρους παράδοσης, καθώς και χρηματικές απολαβές προς τον πασά, ενώ έχει τεθεί η υπόνοια ότι κινήθηκε υστερόβουλα για τη διαφύλαξη της ακίνητης περιουσίας του στη Θεσσαλονίκη. Επί της ουσίας, τη φιλελληνική σκοπιμότητα, που χρεώνεται από Βούλγαρους και Νεότουρκους, εξέθρεψε και η ελληνική ρητορική των επόμενων δεκαετιών. Παρά ταύτα, οι προσωπικές αντιστάσεις του Ταχσίν για συνθηκολόγηση δεν αποτελούν αποκύημα των «αναμνήσεών» του, παρά αποτυπώθηκαν και στον σύγχρονο των γεγονότων ελληνικό Τύπο, ανεξάρτητα από το αν η μεταπολεμικά θετική αποτίμηση της προσωπικότητάς του συνέβαλε, ώστε η πτυχή αυτή, προϊόντος του χρόνου, να υποπέσει στη λήθη.[35]

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Κατά τον Γούναρη, πάντως, οι στρατηγικές επιλογές του Ταχσίν αντανακλούν την έγνοια του να καταστεί ρυθμιστής της διάδοχης κατάστασης στη Θεσσαλονίκη, έχοντας επίγνωση του αναπόδραστου της απώλειάς της. Ακόμα κι αν γίνει δεκτό κάτι τέτοιο, σαφώς και ο Ταχσίν δε μπορεί να κατηγορηθεί για τις προσωπικές του προτιμήσεις ή αντιπάθειες κατά τη διαχείριση της ήττας του. Εξάλλου, για τους Οθωμανούς το διακύβευμα ήταν η διαιώνιση της παρουσίας τους στη Βαλκανική και μόνο για τους συμμάχους η μετα-οθωμανική πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Ταχσίν ομολογούσε: «Παρόλους τους συμμαχικούς δεσμούς και τον κοινό σκοπό οι Έλληνες ουδέποτε θα επιθυμούσαν μια συνδυασμένη σύμπραξη και συγκάλυψη της πόλης […]. Οι Έλληνες προπορεύονταν και είχαν όλα τα δικαιώματα. Ένας από τους δύο έπρεπε να παραμερισθεί και να παρεμποδιστεί με κάθε τρόπο […]». Συνεπώς, καθίσταται έκδηλη η εμπιστοσύνη του στην ελληνική –αντιπαραβολικά προς τη βουλγαρική– διοίκηση για την τήρηση της τάξης και τον σεβασμό των αιχμαλώτων. Επιπλέον, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι οι Έλληνες διεκδικούσαν ιστορικώ δικαίω τη Θεσσαλονίκη αναμενόταν να είναι προσεκτικότεροι. Μετέπειτα περιστατικά σε βάρος της οικογένειας Μεσαρέ από τους Βούλγαρους δικαίωσαν, κατά τον Κενάν, την επιλογή του πατέρα του.[36]

 

Η τύχη του πασά

Ο πασάς θεωρείται πως έχαιρε ειδικής μεταχείρισης από την ελληνική κυβέρνηση λόγω και της γνωριμίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο από την εποχή της υπηρέτησής του στην Κρήτη, ενώ δεν έκρυβε την εκτίμησή του προς τους πρίγκιπες, Κωνσταντίνο και Νικόλαο. Για την «αναίμακτη» παράδοση της Θεσσαλονίκης η ελληνική κυβέρνηση του επεφύλαξε ορισμένα προνόμια και διευκολύνσεις: χρηματική επιχορήγηση, ελληνική ιθαγένεια και διατήρηση της ιδιοκτησίας σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, εφόσον επιθυμούσαν την παραμονή τους στην Ελλάδα και ελληνική προστασία επί της Μεσαριάς.[37]

Μετά τη συνθηκολόγηση ο Ταχσίν παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη,[38] προκειμένου να επιβλέψει τον αφοπλισμό του στρατού του, κυρίως όμως για να ελέγξει την εφαρμογή των όρων παράδοσης από τις ελληνικές αρχές, οι οποίοι εντέλει παραβιάστηκαν. Πρώτα, αφοπλίστηκαν τα σώματα της αστυνομίας και της χωροφυλακής, ενώ πολύ σύντομα παραβιάστηκε και ο όρος που προέβλεπε την παραμονή των στρατιωτών στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες του πυροβολικού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου παράδοσης. Παρά ταύτα, o Ταχσίν κράτησε χαμηλούς τόνους, υπερασπιζόμενος ωστόσο τα δίκαια των στρατιωτών του. Παράλληλα, αντιμετώπισε προβλήματα με ορισμένους Βούλγαρους, κομιτατζήδες και στρατιώτες.[39] Οι σχέσεις του μαζί τους ήταν οξυμμένες εξαιτίας της προτίμησής του να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Μάλιστα, ο Ταχσίν μνημονεύει τις πιέσεις που δέχτηκε προκειμένου να υπογράψει νέο πρωτόκολλο με αποδέκτες τους Βούλγαρους, ώστε να φανεί ότι η πόλη παραδόθηκε στους δύο συμμάχους ταυτόχρονα, υπαινισσόμενος ακόμα και απόπειρα δωροδοκίας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, στις αρχές του 1913 πραγματοποιήθηκε απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του.[40] Σύντομα, οδηγήθηκε μαζί και με άλλους οθωμανούς αξιωματικούς στο Ξενοδοχείο «Ακταίον», στο Φάληρο Αττικής. Τελικά, για λόγους υγείας και προστασίας του επιτράπηκε η μετάβαση στο εξωτερικό. Ο Χασάν Ταχσίν πασάς καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης. Απεβίωσε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1918.

Το οστεοφυλάκιο των Χασάν Ταχσίν πασά και Κενάν Μεσαρέ στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο των Βαλκανικών Πολέμων στο χωριό Γέφυρα Αξιού (πρώην Τοψίν). Μεταφέρθηκαν εκεί το 2002.

 

Ο Βαγγέλης Κανσίζογλου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διπλωματική του εργασία, στην οποία το παρόν άρθρο στηρίζεται, φέρει τον τίτλο «Η Προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά» και υποστηρίχθηκε τον Ιούνιο του 2020.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Είναι αλήθεια ότι η σερβο-βουλγαρική προσέγγιση έλαβε χώρα χάρη σε ρωσικές διπλωματικές ενέργειες. Αυτή, ωστόσο, αποσκοπούσε στη δημιουργία μετώπου κατά της Αυστρο-ουγγαρίας.

[2] Για τις συνθήκες που οδήγησαν στη βαλκανική συνεννόηση ενδεικτικά βλ. Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000. – Barbara Jelavich, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983. – Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία: από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τομ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

[3] Είναι χαρακτηριστικό ότι η βουλγαρική ιστοριογραφία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα περιέγραφε τον Α΄ Βαλκανικό ως τον «πόλεμο ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Τουρκία, 1912-1913», βλ. Svetlozar Eldarovand, Bisser Petrov, “Bulgarian Historiography on the Balkan Wars 1912-13” in: Katrin Boeckh, Sabine Rutar(eds.), The Balkan Wars from Contemporary Perception to Historic Memory, London: Palgrave Macmillan 2017, σ. 224.

[4] Ευπραξία Σ. Πασχαλίδου, «Στρατηγική σχεδίαση και επιχειρησιακή εφαρμογή στους βαλκανικούς πολέμους» στο: ΓΕΣ/ΔΙΣ, 100 Χρόνια από τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων: Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, 7-8 Φεβρουαρίου 2013, Αθήνα 2013, σ. 66, 70. Για τη σημασία του ελληνικού ναυτικού βλ. Zisis Fotakis, Greek Naval Strategy and Policy, 1910-1919, London-N. York: Routledge 2005.

[5] Ελληνικός Βορράς, 8 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1961.

[6] Έχει κατατεθεί στο Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (KEMIT) στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης (IMMA).

[7] Βασίλειος Νικόλτσιος Βασίλης Κ Γούναρης, Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002, σ. 11.

[8] Εμπρός, 7 Νοεμβρίου 1912. – Μακεδονία, 15 Αυγούστου 1913.

[9]  Στο ίδιο, σ. 13, 15-16.

[10] Γενέτειρα του Ταχσίν ήταν η Μεσαριά, ένα χωριό του βιλαετιού Ιωαννίνων, κοντά στη σημερινή ελληνο-αλβανική μεθόριο. Από το εν λόγω τοπωνύμιο προκύπτει και το οικογενειακό επίθετο Μεσαρέ. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ευάγγελος Κανσίζογλου, Η προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ 2020, σ. 22-23.

[11] Η απόφαση διορισμού του Ταχσίν έγινε γνωστή στον ελληνικό Τύπο στις 4 Αυγούστου του 1912. Στις 15 του μήνα οργανώθηκε συλλαλητήριο στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών (σημ. πλατεία Κοτζιά) από Έλληνες Ηπειρώτες της Αθήνας και του Πειραιά, με τη συμπαράσταση πολλών Ελλαδιτών, στρεφόμενο μεταξύ άλλων «κατά του διορισμού Αλβανού βαλή εν Ιωαννίνοις, καθότι τούτο αποτελεί κίνδυνον των συμφερόντων της ημετέρας φυλής και προσπάθειαν προς διαστροφήν της Ελληνικής εθνολογικής χροιάς του βιλαετιού Ιωαννίνων». Η συγκεκριμένη διατύπωση αποκαλύπτει πως η αντίθεση στην τοποθέτηση του Ταχσίν δεν αφορούσε προσωπικά τον ίδιο αλλά στόχευε τον πυρήνα της κυβερνητικής απόφασης, που συνεπάγετο παραχώρηση αυτονομίας και «αλβανοποίηση» της Ηπείρου. Σε άλλο σημείο, άλλωστε, οι διαδηλωτές εξέφρασαν την εκτίμησή τους προς το πρόσωπο του Ταχσίν. Το συνταχθέν ψήφισμα επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση και τον ελληνικό Τύπο, στους πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων και στον οθωμανό πρέσβη. Για τα σχετικά δημοσιεύματα βλ. Μακεδονία, 4 Αυγούστου 1912. – Παμμακεδονική, 7 Σεπτεμβρίου 1912. – Σκρίπ, 17 Αυγούστου 1912. – Χρίστος Χριστοδούλου, Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012. σ. 156.

[12] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 19, 21-22.

[13] Ebru Boyar, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007, σ. 77-78. – Αναστάσιος Κ. Ιορδάνογλου, «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014, σ. 85-86.

[14] Τελικώς, τον τερματισμό του πολέμου εκζήτησε η οθωμανική πλευρά στον απόηχο της βαλκανικής εμπλοκής.

[15] Redif καλούνταν οι εφεδρικές δυνάμεις του οθωμανικού στρατού στις τάξεις των οποίων υπηρετούσαν για επτά χρόνια οι τακτικοί στρατιώτες μετά το πέρας της τριετούς στρατιωτικής τους θητείας. Στα Δυτικά Βαλκάνια το αρχηγείο των εφεδρικών αυτών δυνάμεων εδραζόταν το Μοναστήρι και άρα από εκεί θα πρέπει να προήλθε ο πυρήνας του Η΄ Σώματος Στρατού τη διοίκηση του οποίου ανέλαβε ο Ταχσίν, βλ. Stanford Shaw-Ezel, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977, σ. 85-86.

[16] Ryan Gingeras, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016, σ. 80-81. – Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000, σ. 19-20.

[17] Οι ένοπλες δυνάμεις υπονομεύτηκαν εξαιτίας των αποστρατεύσεων σκοπιμότητας και της διάστασης των αξιωματικών ανάμεσα στους θιασώτες και τους πολέμιους της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου. Μάλιστα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Μουχτάρ και Κιαμήλ (Ιούλιος 1912-Ιανουάριος 1913), οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν τη βαλκανική κρίση, εκπροσωπούσαν το ρεύμα που επεδίωκε την περιθωριοποίηση -αν όχι εξουδετέρωση- της Επιτροπής. Αναμενόμενα και παρά την φερόμενη εκεχειρία, τα πολιτικά πάθη δεν εξαλείφθηκαν ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

[18] Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 85-87.

[19] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5.

[20] Στο ίδιο, σ. 5, 36-37.

[21] Ο κίνδυνος περικύκλωσης αποτελούσε για τον Ταχσίν μόνιμη έγνοια. Αντίθετα από τον πόλεμο του 1897, ο οθωμανικός στρατός δεν φέρεται να διέθετε επαρκείς δυνάμεις για να υποστηρίξει τα άκρα του, ώστε να αποφύγει την κύκλωση. Συνεπώς, όταν πλέον τα πράγματα έδειχναν να οδεύουν προς τα εκεί, και εκμεταλλευόμενος την περιορισμένη ορατότητα λόγω της έντονης βροχόπτωσης και την κάλυψη της νύχτας, ο πασάς σήμανε οπισθοχώρηση, βλ. Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 27, 30-32.

[22] Erickson, ό.π., σ. 214-215. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 86.

[23] Erickson, ό.π., σ. 215-216, 218. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 88. – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 32-35.

[24] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 26-27, 29. Όπως αναφέρθηκε, πολλοί εκ των εφέδρων ήσαν οικογενειάρχες και κριτήριο στράτευσης γι’ αυτούς ήταν η υπεράσπιση των οίκων τους. Εφόσον ο παραπάνω στόχος δεν πληρούνταν, εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Αυτή η συνθήκη αφορούσε φυσικά και τους Αλβανούς, οι οποίοι όταν πλέον το Η΄ Σώμα έπαψε να εξυπηρετεί την υπεράσπιση των «αλβανικών» περιοχών δεν είχαν λόγο παραμονής στο στράτευμα. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Çağdaş Sümer, “What did the Albanians Do?”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 727-738. – Hall, ό.π., σ. 59.

[25] Κάνοντας μια γενικότερη αποτίμηση, με την εμπλοκή του σε μια κατάσταση η οποία πόρρω απείχε από την μέχρι τότε εμπειρία διοίκησης και το συνηθισμένο επίπεδο επαγγελματισμού, αποτιμάται θετικά η ικανότητά του να επιδεικνύει ρεαλισμό και ευελιξία, παρότι αδιαμφισβήτητα την ίδια στιγμή αντιμετώπιζε και την προσωπική του δυσκολία στη διαχείριση ενός οριακά επαγγελματικού στρατού.

[26] Erickson, ό.π., σ. 214-216, 218-223. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 79, 86, 88-91.  – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 32-35, 46, 48, 51.

[27] Είναι σκόπιμο να σημειωθεί πως οι ενέργειες της κυβέρνησης Κιαμήλ για διαπραγματεύσεις έβρισκε αντίθετα τα μέλη της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου, με εξελίξεις όπως η απώλεια της Θεσσαλονίκης να πυροδοτήσουν την πραξικοπηματική απομάκρυνση του Μ. Βεζίρη στο «άνοιγμα» του νέου έτους. Πρόδηλα, η ανατροπή της κυβέρνησης Κιαμήλ συνέβαλε στην επανεκτίμηση και του ρόλου του Ταχσίν. Εύλογα, ο στρατηγός, στο πλαίσιο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ταυτίστηκε από τους Νεότουρκους με την χρεωκοπημένη παράταξη των «μεγάλων» πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, την οποία άλλωστε είχε διαχρονικά υπηρετήσει. Το νεοτουρκικό αφήγημα τον καταδίκασε σε μια σύγχρονη damnatio memoriae. Αφετέρου, φωνές ανεξάρτητες από την Επιτροπή απέδωσαν την «προδοτική» στάση του Ταχσίν στην καταγωγή του, σε συνάρτηση με τη διακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας (28 Νοεμβρίου 1912), είτε του καταλόγισαν χρηματισμό από τους Έλληνες, βλ. Gingeras, ό.π., σ. 82-83, 86. – Sümer, ό.π., 732-733.

[28] Σπύρος Κουζινόπουλος, Το Μεγάλο Άλμα: η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997, σ. 338-339. – Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001, σ. 1-6 (Παραρτήματα Ι-ΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 55-57, 59, 60.

[29] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 62-64.

[30] Αυτή ήταν και η επιτελική εντολή του Αλή Ριζά.

[31] Στο ίδιο, 64-67.

[32] Στο ίδιο, 67-68.

[33] Κουζινόπουλος, ό.π., σ. 119-121.

[34] Μεταξύ αυτών ήταν: η διατήρηση άθικτου του στρατεύματος, των οχυρών του Καραμπουρνού και έστω πέντε χιλιάδων όπλων για «την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων», τήρηση των όπλων στους αξιωματικούς, την αστυνομία και τη χωροφυλακή και παραμονή του οθωμανικού στρατού στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες πυροβολικού, με ευθύνη σίτισης από της ελληνική διοίκηση.

[35] Dalibor Jovanovski, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman (επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 36. – Nedim İpek, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 646. – Μακεδονία, 12 Οκτωβρίου 1912.

[36] Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-14 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 67.

[37] Ιωάννης Γ. Αλεξάκης, «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 248. – Κωνσταντίνος Ι. Κουλίδας, Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010, σ. 246-247. – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 221-237.

[38] Μνημονεύεται να παρακολουθεί τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού από τα κλειστά παράθυρα του γραφείου του, στο Διοικητήριο της πόλης. Βλ Χαρίλαος Χαρίσης, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1962, σ. 25-26.

[39] Ως γνωστόν, βουλγαρικές δυνάμεις είχαν εγκατασταθεί στην πόλη με άδεια του Κωνσταντίνου.

[40] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 76-78. – Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-11 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 228-229, 233.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημοσιευμένες Πηγές

Δούσμανης, Βίκτωρ(στρατηγός), Απομνημονεύματα: ιστορικαί σελίδες τις οποίες έζησα, Αθήνα 1946.

Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001.

Χαρίσης, Χαρίλαος, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962.

 

Βοηθήματα

Αλεξάκης, Ιωάννης, Γ., «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 247-248.

Boyar, Ebru, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007.

Erickson, Edward J., Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans: 1912-1913, Westport, Connecticut-London: Greenwood Publishing Group 2003.

Gingeras, Ryan, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016.

Ιορδάνογλου, Αναστάσιος K., «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014.

İpek, Nedim, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 621-664.

Jelavich, Barbara, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983.

Jovanovski, Dalibor, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman(επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 31-46.

Κουζινόπουλος, Σπύρος, Το Μεγάλο Άλμα: Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997.

Κουλίδας, Κωνσταντίνος Ι., Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010.

Macfie, A.L., The End of the Ottoman Empire: 1908-1923, London-N. York: Routledge 1998.

Μέγας, Γιάννης, Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης 1912-1913, Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2011.

Νικόλτσιος, Βασίλειος – Γούναρης, Βασίλης, Κ., Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002.

Shaw, Stanford J. – Shaw, Ezel Kural, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977.

Hall, Richard C., The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000.

Hanioğlu, M. Şükrü, A Brief History of the Late Ottoman Empire, Princeton-Oxford: Princeton University Press 2008.

Χριστοδούλου, Χρίστος Κ., Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012.

Zürcher, Erick J., Turkey: A Modern History, London: I.B. Tauris 2004.

 

Εφημερίδες

Ελληνικός Βορράς (Θεσσαλονίκη), 1961.

Εμπρός (Αθήνα), 1912.

Μακεδονία (Θεσσαλονίκη), 1912-1913, 1962.

Παμμακεδονική (Θεσσαλονίκη), 1912.

Σκρίπ (Αθήνα), 1912.

 

Γιάννης Μουρέλος: Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

100 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις

τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

 

Έχοντας ως επίκεντρο το Σύμφωνο Franklin-Bouillon ή Συμφωνία της Άγκυρας όπως ονομάζεται συχνότερα (20 Οκτωβρίου 1921), στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια ευρύτερη ανασκόπηση των σχέσεων ανάμεσα στη Γαλλία και το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας μεταξύ των ετών 1919-1922. Το υλικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε είναι αποκλειστικά αρχειακό και ανήκει στα υπουργεία Εξωτερικών της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας.¹ Άφθονο και αποκαλυπτικό, προσδίδει τις διαστάσεις που του αναλογούν σε ένα πρόβλημα, το οποίο θεωρείται ως μια από τις βαθύτερες αιτίες του άδοξου τέλους της ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. Εκ πρώτης όψεως, η ανάμειξη της Ελλάδας στην όλη υπόθεση φαίνεται περιορισμένη καθώς η χώρα μας τηρεί στάση παρατηρητή. Ωστόσο, το καθένα από τα ζητήματα που πρόκειται να αναπτυχθούν παρακάτω επηρεάζει άμεσα την όλη εξέλιξη της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Η Γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν αποτελεί απλή λεπτομέρεια του Μικρασιατικού Ζητήματος. Άπτεται της ίδιας της δομής του φαινομένου και των διεθνών προεκτάσεων του τελευταίου, που αποδίδουν την τελική Καταστροφή στην επικάλυψη των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενός διεθνούς πλαισίου το οποίο, τώρα που είναι διαθέσιμες πλέον στην έρευνα όλες οι πρωτογενείς πηγές, αποτελεί σημαντικό κλειδί για την κατανόηση και ερμηνεία του Μικρασιατικού Ζητήματος.

Το παρόν κείμενο θα κινηθεί γύρω από τρεις άξονες.  Ο πρώτος (από το φθινόπωρο του 1919 έως την άνοιξη του 1921), περιλαμβάνει τις επαφές της γαλλικής κυβέρνησης με το κεμαλικό κίνημα από την απαρχή τους έως την υπογραφή, στο Λονδίνο, μιας πρώτης διμερούς συμφωνίας, η οποία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Ο δεύτερος άξονας, περισσότερο σημαντικός, στρέφεται γύρω από τον δεύτερο κύκλο διαπραγματεύσεων που κατέληξε, το φθινόπωρο του 1921 στην υπογραφή  οριστικής συμφωνίας. Ο τρίτος άξονας αναφέρεται στην εφαρμογή και τις επιπτώσεις της τελευταίας, εστιάζοντας στο κρίσιμο ζήτμα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους.

 

Η απαρχή (Δεκέμβριος 1919 – Μάρτιος 1921)

Οι επεκτατικές βλέψεις της Γαλλίας στην ευρύτερη οθωμανική επικράτεια ανάγονται στον ΙΣΤ΄αιώνα. Ωστόσο, ουδέποτε προσέλαβαν μορφή κλασσικής αποικιακής πολιτικής, κάτι που συνέβαινε αργότερα στη βόρειο Αφρική ή στη νοτιοανατολική Ασία. Στόχος ήταν η διασφάλιση σημαντικών οικονομικής και πολιτιστικής φύσεως συμφερόντων. Η μετεξέλιξη ως προς την όλη πρόσληψη από πλευράς Παρισιού, προέκυψε από μια αλληλουχία πολέμων (ιταλοτουρκικός του 1911-1912, Βαλκανικοί του 1912-1913, Α΄ Παγκόσμιος), που κατέδειξαν σε πόσο προχωρημένο στάδιο εσωτερικής σήψης βρισκόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι βλέψεις του γαλλικού επεκτατισμού ενισχύθηκαν το 1918 με αφορμή την ήττα της Γερμανίας, του πιο επικίνδυνου ανταγωνιστή στο χώρο της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής. Ταυτόχρονα όμως έκανε την εμφάνισή του ένας απρόσμενος αντίπαλος, στην ουσία ένας άσπονδος φίλος, η Μεγ. Βρετανία. Ήδη από το 1916 οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού, με την υπογραφή του Συμφώνου Sykes-Picot, είχαν συμφωνήσει ως προς τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Το Σύμφωνο Sykes-Picot δεν ικανοποίησε απόλυτα τους Γάλλους. Τα νότια όρια της δικής τους ζώνης αντί να φτάνουν μέχρι το Σινάι, σταματούσαν στο λιμάνι της Άκρας. Το θέμα του ελέγχου της Παλαιστίνης παρέμενε σε εκκρεμότητα. Το 1917, βρετανικά στρατεύματα προερχόμενα από την Αίγυπτο κατέλαβαν όλα τα εδάφη τα οποία, βάσει του συμφώνου, αναλογούσαν στη Γαλλία, δημιουργώντας μια νέα de facto κατάσταση. Στη Συρία (γαλλική ζώνη επιρροής με γνώμονα πάντοτε το σύμφωνο Sykes-Picot), οι Βρετανοί έδρασαν με έμμεσο τρόπο, εγκαθιστώντας στη Δαμασκό μια αραβική κυβέρνηση υπό τον έλεγχό τους. Τον Δεκέμβριο του 1918 η κυβέρνηση Clemenceau δέχθηκε να αποσπάσει από τη Συρία και να εκχωρήσει στους Βρετανούς την περιοχή της Μοσούλης. Σαν αντάλλαγμα, οι Βρετανοί αναγνώρισαν τα δικαιώματα της Γαλλίας στη Συρία, την Κιλικία (ΝΔ Τουρκία) και τον Λίβανο. Επρόκειτο για ολέθριο ολίσθημα της γαλλικής διπλωματίας. Δεχόταν διαβεβαιώσεις για μια κατάσταση η οποία είχε ήδη κατοχυρωθεί από τις διατάξεις του Συμφώνου Sykes-Picot, ανεξάρτητα εάν στο μεταξύ τα εδάφη αυτά είχαν καταληφθεί από βρετανικά στρατεύματα. Το τίμημα ήταν βαρύ: η απώλεια μιας πετρελαιοφόρου περιοχής, η  αξία της οποίας ήταν ανεκτίμητη. Όταν η κυβέρνηση του Παρισιού συνειδητοποίησε το μέγεθος του ατοπήματος ήταν πλέον αργά. Ορισμένες προσπάθειες για επανατοποθέτηση του προβλήματος στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης απέβησαν άκαρπες. Επομένως, μέσα στο 1919 η βρετανική επιρροή στην περιοχή κατάφερε να υπερφαλαγγίσει τη θέση των Γάλλων προκαλώντας στο Παρίσι μια αίσθηση πικρίας αλλά και ανταπόδοσης, ευκαιρίας δοθείσης, του πλήγματος, κάτι που εξηγεί προκαταβολικά τη μετέπειτα προσέγγιση με το κεμαλικό κίνημα.

Τα σχέδια διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1915-1917).

Βέβαια, μέσα στο 1919 δεν διαγράφονταν προοπτικές αυτού του είδους. Την άνοιξη του 1920 οι Γάλλοι έλαβαν από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο την εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας όπου είχαν εγκαταστήσει στρατό κατοχής και βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους κεμαλικούς. Παρά ταύτα, επαφές ανάμεσα στις δυο πλευρές είχαν ήδη σημειωθεί και διατηρήθηκαν ενόσω η κρίση της Κιλικίας βρισκόταν σε φάση κλιμάκωσης. Από τις επαφές αυτές είχαν προκύψει δυο σημαντικά στοιχεία για τις μεταγενέστερες εξελίξεις: 1) η επιθυμία των Γάλλων για επίτευξη εκεχειρίας στην Κιλικία και 2) η εμμονή του Μουσταφά Κεμάλ για επίσημη αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος της Τουρκίας από μια Μεγάλη Δύναμη της Δύσης. Η ευνοϊκή μεταστροφή του όλου κλίματος ενισχύθηκε και από την ευθυγράμμιση σημαντικών γαλλικών επιχειρηματικών κύκλων (συγκεκριμένα των εμπορικών επιμελητηρίων της Λυών και της Μασσαλίας) για οικονομική διείσδυση σε ολόκληρη την επικράτεια που τελούσε υπό τον έλεγχο του κεμαλικού κινήματος.

Ένας δεύτερος παράγοντας ο οποίος συνέβαλε στην αναβάθμιση των διμερών γαλλοκεμαλικών σχέσεων ήταν η κυβερνητική μεταβολή που έλαβε χώρα στη Γαλλία στις αρχές του 1920. Με την αποχώρηση του Clemenceau από το πολιτικό στερέωμα τερματίστηκε μια περίοδος σχετικής αδράνειας ως προς τα θέματα της Εγγύς Ανατολής. Ο Εθνικός Συνασπισμός, ο οποίος ανέβηκε στην εξουσία, προσέβλεπε στην προσάρτηση όλων των εδαφών που το Σύμφωνο Sykes-Picot εκχωρούσε στη Γαλλία, συμπεριλαμβανομένης και της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης. To καλοκαίρι του 1920, ταυτόχρονα με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών², υπογράφηκε ένα Τριμερές Σύμφωνο ανάμεσα στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία, βάσει του οποίου επικυρώθηκε η γαλλική εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας και η βρετανική εντολή για εκείνη της Μεσοποταμίας και της Παλαιστίνης. Το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη Συνθήκη και το Τριμερές Σύμφωνο. Υπό αυτές τις συνθήκες εισήλθε το 1921, καθοριστικό έτος για την εν γένει εξέλιξη των γαλλοκεμαλικών σχέσεων.

Η είσοδος του 1921 συμπίπτει με μια κλιμάκωση της φιλοκεμαλικής προπαγάνδας στη Γαλλία. Ένας από τους κύριους συντελεστές υπήρξε το πρόσωπο που επρόκειτο να αναλάβει αργότερα τον ρόλο του διαμεσολαβητή: ο φραγκολεβαντίνος βουλευτής, πρώην υπουργός Προπαγάνδας και πρώην πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου, Henri Franklin-Bouillon.

Αριστερά: Henri Franklin-Bouillon.
Δεξιά: Aristide Briand πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας.
(Πηγή: Gallica.fr/Bibliothèque Nationale de France).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αξιολογηθούν οι παράμετροι εκείνες, που συνηγορούν υπέρ της μεταστροφής του όλου κλίματος. Πρώτη και καλύτερη είναι οι σχέσεις, τις οποίες το κεμαλικό κίνημα καλλιεργούσε τους τελευταίους έξι μήνες με τη Μόσχα. Η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη είχε διεισδύσει στους κόλπους του κινήματος και η προσκείμενη προς αυτή μερίδα μπορούσε κάλλιστα εν καιρώ να παρεμποδίσει μια ενδεχόμενη προσέγγιση με τη Γαλλία για ιδεολογικούς και μόνο σκοπούς. Το Παρίσι κινδύνευε να απωλέσει την προνομιούχο θέση της πρώτης ευρωπαϊκής δύναμης που θα συνθηκολογούσε με τον Κεμάλ, με συνακόλουθη την απώλεια των σημαντικών οικονομικών πλεονεκτημάτων που κάτι τέτοιο συνεπαγόταν. Συνεπώς, η γαλλική κυβέρνηση όφειλε να ενεργήσει ταχύτατα εάν πράγματι επιθυμούσε μια προσέγγιση αυτού του είδους. Μια δεύτερη παράμετρος ήταν η ανάγκη τερματισμού των εχθροπραξιών με τους Τούρκους εθνικιστές στην Κιλικία, για την οποία η κυβέρνηση είχε γίνει αποδέκτης πιέσεων.³ Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Aristide Briand τον Ιανουάριο του 1921. Με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του επέλεξε ως προτεραιότητα της εξωτερικής του πολιτικής την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και τη σύναψη διμερούς συμφωνίας με τον Κεμάλ.

Την αφορμή την οποία τόσο επίμονα αποζητούσε η Γαλλία προσέφεραν οι ελληνικές εκλογές του Νοεμβρίου 1920 που προκάλεσαν την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου και την άνοδο της παράταξης των βασιλοφρόνων στην εξουσία. Η επάνοδος στο πολιτικό προσκήνιο της Αθήνας στελεχών που είχαν εκφράσει παλαιότερα γερμανόφιλα αισθήματα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη γαλλική κυβέρνηση να απεμπλακεί από τους ενοχλητικούς περιορισμούς που της επέβαλε το καθεστώς των Σεβρών.⁴ Οι πρώτες επαφές με τους κεμαλικούς σημειώθηκαν τον Μάρτιο του 1921 στο Λονδίνο, στο περιθώριο διεθνούς συνδιάσκεψης για τα προβλήματα της Ανατολής, όπου το εθνικιστικό κίνημα κλήθηκε να στείλει παρατηρητές. Οι συνομιλίες καρποφόρησαν στις 11 του μήνα  με την υπογραφή ενός συμφώνου, το οποίο προέβλεπε: 1) την άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών, 2) την απόσυρση από την Κιλικία του συνόλου των γαλλικών και τουρκικών στρατευμάτων εντός τριάντα ημερών, υπό την προϋπόθεση του έγκαιρου αφοπλισμού των συμμοριών των ατάκτων, 3) την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου, 4) διαβεβαιώσεις για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, 5) την γαλλοτουρκική οικονομική συνεργασία με την εξασφάλιση προτεραιότητας στις γαλλικές επιχειρήσεις⁵, 6) τη συνεργασία του οθωμανικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο γαλλικό για την ανάπτυξη της Κιλικίας. Το σύμφωνο θα είχε προσωρινή διάρκεια εφαρμογής μέχρι τη σύναψη, από τις δυο πλευρές, μιας συνθήκης με ευρύτερη εμβέλεια.⁶ “Σήμερα, 11 Μαρτίου στις 21.30΄ υπογράψαμε ειρήνη με τον Κεμάλ κάτω από όρους που εξυπηρετούν περισσότερο τα δικά του συμφέροντα αφού προϋποθέτουν την αναγνώριση της εθνικιστικής κυβέρνησης της Τουρκίας (…). Σε τελευταία ανάλυση δεν είμαστε δυσαρεστημένοι. Πετύχαμε επιτέλους την ειρήνη στα σύνορα της Συρίας, γεγονός που μας επιτρέπει να περιορίσουμε τις δαπάνες και τις στρατιωτικές μας δυνάμεις θέτοντας τέλος σε άσκοπες απώλειες (…). Έχουμε την αίσθηση ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσαμε να πετύχουμε περισσότερα. Δεν μετανιώνουμε που οι Τούρκοι κέρδισαν περισσότερα. Η ατμόσφαιρα υπήρξε φιλική και πιστεύουμε πως μελλοντικά θα καλλιεργήσουμε μαζί τους σχέσεις δίχως προκαταλήψεις ή απώτερους σκοπούς” επεσήμαινε σε τηλεγράφημα προς το Παρίσι ο Albert Kammerer, προϊστάμενος της διεύθυνσης Ασίας και Ωκεανίας του υπουργείου Εξωτερικών και εξέχον μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Η συνομολόγηση του συμφώνου του Λονδίνου αποτελεί το πρώτο σκέλος της γαλλοκεμαλικής προσέγγισης. Χρειάστηκε να περάσουν επτά ολόκληροι μήνες έως ότου τεθεί, έπειτα από επίπονες προσπάθειες, σε εφαρμογή.

Γαλλικά αποικιακά στρατεύματα παρελαύνουν σε κεντρικό δρόμο των Αδάνων, πρωτεύουσας της Κιλικίας.

Η αποστολή FranklinBouillon και η Συμφωνία της Άγκυρας (Μάρτιος – Οκτώβριος 1921)

Τρεις είναι οι παράγοντες εκείνοι, οι οποίοι επέδρασαν επάνω στις μετέπειτα εξελίξεις: 1) η αντίδραση των ενδιαφερομένων δυνάμεων, μεγάλων και μη, 2) οι συσχετισμοί των ισορροπιών στους κόλπους του κεμαλικού κινήματος και 3) η ανάληψη ιδιωτικών πρωτοβουλιών που έμελλαν να οδηγήσουν τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις σε αίσιον πέρας.

Τα άμεσα ενδιαφερόμενα κράτη χωρίστηκαν σε δυο κατηγορίες: εκείνα που επέκριναν τη γαλλοκεμαλική συμφωνία του Λονδίνου (Μεγ. Βρετανία και Ελλάδα) και εκείνα, τα οποία ακολουθώντας τα ίχνη της Γαλλίας, επεδίωξαν προσέγγιση με τον Κεμάλ (Ιταλία και μπολσεβικική Ρωσία). Κυρίως όμως, αξίζει να μνημονευθεί η κάθετη έξαρση της έντασης που παρατηρήθηκε στις σχέσεις μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, καθώς αναβίωσε ο μεταξύ τους παραδοσιακός ανταγωνισμός. Όλη αυτή η διεθνοποίηση του ζητήματος, δηλαδή η αιφνίδια μετατροπή του κεμαλικού κινήματος από κομπάρσο σε ρυθμιστή, δεν μπορούσε παρά να βλάψει τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις. Πρώτον γιατί η αντίδραση των Βρετανών αποκάλυψε ότι η Γαλλία δεν είχε επιδιώξει, όπως δημόσια διακήρυττε, έναν τοπικό διακανονισμό στην Κιλικία, αλλά μια παρασκηνιακή αναθεώρηση του Ανατολικού Ζητήματος προς όφελός της. Κατόπιν, επειδή το κεμαλικό κίνημα απέκτησε συνείδηση των δυνατοτήτων του και άρχισε να εκμεταλλεύεται την κατάσταση παίζοντας ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα.

David Lloyd-George, πρωθυπουργός της Μεγ. Βρετανίας
George Nathaniel Curzon, υπουργός Εξωτερικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε ένα αρχικό στάδιο, η βρετανική κυβέρνηση απέφυγε να αντιδράσει. Η επίσημη θέση της είχε ως εξής: η Μεγάλη Βρετανία ήταν της άποψης ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις αντιπροσωπείες της Γαλλίας και της εθνικιστικής Τουρκίας ήταν απόλυτα φυσιολογικές όσο περιορίζονταν σε αποκλειστικά διμερή ζητήματα (εκκένωση της Κιλικίας, ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου, οργάνωση μεικτής χωροφυλακής). Η εμμονή, όμως, των Γάλλων να μην ενημερώνουν τους Συμμάχους για την εξέλιξη των συνομιλιών σε συνδυασμό με σχόλια των γαλλικών εφημερίδων ότι η εν λόγω συμφωνία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Στις 4 Απριλίου 1921, ο λόρδος Hardinge, πρέσβης της A.M. στο Παρίσι, υποστήριξε πως η ενέργεια της Γαλλίας είχε υπονομεύσει τη διασυμμαχική ενότητα. Η κυβέρνηση του Παρισιού προσπάθησε να δικαιολογήσει την προσέγγιση με τους κεμαλικούς υποστηρίζοντας ότι το θέμα που την ενδιέφερε ήταν η κατάπαυση των εχθροπραξιών στο μέτωπο της Κιλικίας. Στις 19 Απριλίου, ο λόρδος Curzon, υπουργός Εξωτερικών, επανέλαβε τους ενδοιασμούς της κυβέρνησής του. Δυο σημεία τον είχαν ανησυχήσει ιδιαίτερα: 1) η χωριστή σύναψη συμφώνου με μια εχθρική δύναμη, με αντάλλαγμα την επέκταση της γαλλικής οικονομικής ζώνης παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του Briand και 2) η αναπροσαρμογή των συνόρων Τουρκίας-Συρίας με όρους που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο Τριμερές Σύμφωνο⁸ .

Ένας επιπρόσθετος λόγος που είχε προκαλέσει την εύλογη ανησυχία των Βρετανών ήταν η συνομολόγηση, επίσης στα παρασκήνια της συνδιάσκεψης του Λονδίνου, ενός δεύτερου συμφώνου, τη φορά αυτή ανάμεσα στους Ιταλούς και την κεμαλική αντιπροσωπεία. Το εν λόγω σύμφωνο, το οποίο υπογράφηκε στις 13 Μαρτίου, προέβλεπε μια μελλοντική απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων από το οθωμανικό έδαφος. Ως αντάλλαγμα, η εθνικιστική κυβέρνηση της Άγκυρας υποσχέθηκε οικονομική προτεραιότητα για τα ιταλικά συμφέροντα στα σαντζάκια της Αττάλειας, του Μπουλντούρ και της Μούγλας καθώς και σε τμήματα των σαντζακίων του Αφιόν Καραχισάρ, της Κιουτάχειας, του Αϊδινίου και του Ικονίου. Μια ιταλική εταιρεία επρόκειτο επίσης να αναλάβει την εκμετάλλευση των μεταλλείων  της Ηράκλειας. Η ζώνη των οικονομικών εκχωρήσεων ανταποκρινόταν απόλυτα στους όρους του Τριμερούς Συμφώνου. Το ιταλοτουρκικό σύμφωνο δεν αποτελούσε, συνεπώς, πράξη ξεχωριστής πρωτοβουλίας ούτε και πλήγμα σε βάρος της διασυμμαχικής αλληλεγγύης. Εκείνο, ωστόσο, που προκάλεσε την ανησυχία των Βρετανών, ήταν η υπόσχεση της Ρώμης περί μελλοντικής στήριξης των αξιώσεων των κεμαλικών σε θέματα ευρύτερης εξωτερικής πολιτικής. Μεταξύ των θεμάτων αυτών συγκαταλέγονταν η επιστροφή της ανατολικής Θράκης και της Σμύρνης στην Τουρκία. Με τη σύναψη, μέσα σε διάστημα πέντε ημερών, διμερών πράξεων με τη Γαλλία, την Ιταλία και την μπολσεβικική Ρωσία⁹, ο Κεμάλ είχε εξέλθει από την απομόνωση έχοντας πετύχει αξιοσημείωτη πρόοδο στο ζήτημα της επίσημης αναγνώρισης του εθνικιστικού κινήματος.

Η ενδυνάμωση της θέσης των κεμαλικών προσέδωσε νέες διαστάσεις στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή. Μια αναγεννημένη εθνικιστική Τουρκία, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας ήταν ικανή να προκαλέσει μια αναζωπύρωση του φαινομένου του πανισλαμισμού. Μπορούσε επίσης να συσχετισθεί και με την εξάπλωση του αραβικού επεκτατισμού που ήδη εγκυμονούσε κινδύνους σε βάρος των βρετανικών κτήσεων της Μεσοποταμίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Από την άλλη πλευρά, το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο της Μόσχας προέβλεπε μια ρωσική εξάπλωση στην Περσία και στο Αφγανιστάν. Με μια ισχυρή εθνικιστική Τουρκία και με την παρουσία των μπολσεβίκων στις παρυφές της Ινδίας, ο κίνδυνος διαγραφόταν μεγάλος για την Βρετανική Αυτοκρατορία. Δικαιολογημένα η κυβέρνηση του Λονδίνου υποψιαζόταν πως οι Σύμμαχοί της, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα, προσπαθούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τόσο τη Συνθήκη των Σεβρών όσο και το Τριμερές Σύμφωνο.¹º

Δυσκολίες, όμως, προέκυψαν και μέσα στους κόλπους του εθνικιστικού κινήματος μεταξύ των οπαδών της στροφής προς τη Μόσχα και εκείνων της προσέγγισης με τη Δύση. Στις 10 Μαΐου 1921, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας καταψήφισε κατά πλειοψηφία το γαλλοκεμαλικό σύμφωνο του Λονδίνου, με αποτέλεσμα το τελευταίο να μη καταφέρει να τεθεί  σε ισχύ. Μια επίσημη δέσμευση των εθνικιστών έναντι της Γαλλίας θα είχε ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση των σχέσεων που το κίνημα καλλιεργούσε με τη Μόσχα. Κατά συνέπεια, η γαλλοτουρκική προσέγγιση βρέθηκε ξαφνικά σε άμεση εξάρτηση από ζυμώσεις, οι οποίες είχαν ανακύψει εντός του εθνικιστικού κινήματος. Η κυβέρνηση της Άγκυρας προσπαθούσε να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ο οποίος θα της επέτρεπε να αξιολογήσει ασφαλέστερα τα πλεονεκτήματα που προσέφεραν αντίστοιχα η γαλλική και η σοβιετική λύση. Στις αρχές Απριλίου οι γαλλοκεμαλικές σχέσεις εισήλθαν σε μια περίοδο εκνευριστικής στασιμότητας. Στο μέτωπο της Κιλικίας επικρατούσε σχετική ηρεμία με εξαίρεση σποραδικές επιθέσεις συμμοριών ατάκτων. Ο τουρκικός στρατός είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο, τις ενέργειες των ατάκτων, οι οποίες είχαν επεκταθεί μέχρι το εσωτερικό της Συρίας, καθοδηγούσαν αξιωματικοί του κεμαλικού στρατού. Η στάση αυτή επέτρεπε στην κυβέρνηση της Άγκυρας να συνεχίζει τις εχθροπραξίες με τους Γάλλους χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι παραβίαζε τη συμφωνία του Λονδίνου. Από την επομένη, όμως, της απόρριψης της τελευταίας από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας, στο αρχηγείο της Βηρυτού άρχισαν να καταφθάνουν πληροφορίες περί συγκέντρωσης σημαντικών δυνάμεων του κεμαλικού στρατού κοντά στο Μαράς. Ο στρατηγός Gouraud, Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας στη Συρία, έσπευσε να ζητήσει την άδεια από το Παρίσι να επιτεθεί ούτως ώστε να εμποδίσει τους Τούρκους να αναπτυχθούν. Ο Briand όμως τον απέτρεψε από ενέργειες ικανές να πλήξουν ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις.¹¹

Το κτήριο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας (Πηγή: Musée Albert Kahn).

Ως εκ τούτου, δρομολογήθηκαν ιδιωτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση μιας αναθέρμανσης των γαλλοκεμαλικών σχέσεων. Η διάθεση του ιδίου του Κεμάλ και της μετριοπαθούς πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος να προχωρήσουν σε σύναψη συμφωνίας με τη Γαλλία είχαν πείσει τον Γάλλο πρωθυπουργό να μεθοδεύσει στα παρασκήνια μια εναλλακτική λύση. Το σχέδιο του Briand περιλάμβανε την αποστολή στην Άγκυρα ενός ανεπίσημου εκπροσώπου, επιφορτισμένου με την εντολή να αξιολογήσει σε ένα πρώτο στάδιο τις πιθανότητες επίτευξης ενός συμβιβασμού με γνώμονα τις διατάξεις του γαλλοκεμαλικού συμφώνου του Λονδίνου. Η αποστολή αυτή θα προσλάμβανε τη μορφή αυθόρμητης πρωτοβουλίας εκ μέρους του προσώπου εκείνου, το οποίο θα επιφορτιζόταν με τη διεκπεραίωσή της. Επρόκειτο για μια απαραίτητη κίνηση προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες αντιδράσεις τόσο από την πλευρά της υπολογίσιμης σοβιετόφιλης πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος όσο και από εκείνη των Βρετανών.¹² Η αποστολή ανατέθηκε στον Henri Franklin-Bouillon, άτομο εμπιστοσύνης του Briand και πρωτεργάτη μιας προσέγγισης με τους Τούρκους. Ο Γάλλος απεσταλμένος εγκατέλειψε το Παρίσι τις τελευταίες ημέρες του Μαΐου και λίγο αργότερα τηλεγραφούσε από την Κωνσταντινούπολη συνοψίζοντας τις δυσκολίες της αποστολής του: “Αναχωρώ σήμερα για την Άγκυρα όπου ευελπιστώ να φτάσω στις 9 Ιουνίου. Προκειμένου να ξεγελάσω τους πράκτορες των Άγγλων και των Ελλήνων σκοπεύω να επιβιβαστώ σε ένα αντιτορπιλικό που θα με αφήσει στην Ινέπολη (…). Με τους κεμαλικούς έχω ήδη έρθει σε επαφή μέσω τεσσάρων διαφορετικών διαύλων. Θα τους αποδείξω ότι η συνέχιση της πολιτικής τους αποτελεί ένα σφάλμα που μπορεί να δυσαρεστήσει τη γαλλική κοινή γνώμη (…) Γνωρίζω ότι επηρεάζονται εύκολα (…). Ο Κεμάλ εξακολουθεί να επιθυμεί τη συνεννόηση με την Γαλλία. Είναι όμως δύσκολο να επιβάλει τη γνώμη του στην Εθνοσυνέλευση (…). Το μίσος κατά των Άγγλων έχει φτάσει σε απίστευτο βαθμό. Αντίθετα, η πολιτική σας έχει τοποθετήσει την Γαλλία στην πρώτη θέση. Έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μια μεταστροφή της Άγκυρας προς τη λογική”.¹³

H διεκπεραίωση των διαπραγματεύσεων οφείλεται αποκλειστικά στη βούληση δυο ανθρώπων. Του ιδίου του Franklin-Bouillon και του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς την επίσημη αναγνώριση του κινήματος από μια μεγάλη δύναμη της Δύσης. Η όλη συμπεριφορά του Franklin-Bouillon θύμιζε περισσότερο έναν φανατικό συνήγορο των Τούρκων παρά έναν διαμεσολαβητή. Βέβαια, κατάφερε να αποσπάσει γρήγορα την υπόσχεση περί τερματισμού των εχθροπραξιών στην Κιλικία. Το τίμημα όμως ήταν βαρύ: ο Κεμάλ ζήτησε την αναγνώριση από πλευράς Γαλλίας όλων των αξιώσεων των εθνικιστών σε ζητήματα γενικότερης εξωτερικής πολιτικής. Αποδεχόμενη κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση του Παρισιού κινδύνευε να εκτεθεί άσχημα έναντι των υπολοίπων Συμμάχων της. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, ο Briand επεδίωκε τη διευθέτηση του προβλήματος της Κιλικίας και τη διασφάλιση των οικονομικών ανταλλαγμάτων με τον πιο αθόρυβο και ανώδυνο δυνατό τρόπο. Αντίθετα, όσα πρότεινε ο Franklin-Bouillon και κατ’ επέκταση ο Κεμάλ, αρκούσαν για να ρίξουν λάδι στη φωτιά. Ο Franklin-Bouillon προχώρησε ακόμη μακρύτερα. Υποσχέθηκε την παραχώρηση ολόκληρου του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας, δίχως να διαθέτει την παραμικρή εντολή από την κυβέρνησή του προκειμένου να το πράξει.

Οι συνομιλίες διατήρησαν μέχρι τέλους τον χαρακτήρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η συγκατάθεση των δυο κυβερνήσεων ήταν απαραίτητη για την προώθηση του σχεδίου το οποίο είχε δρομολογηθεί. Πολλά από τα σημεία όπου είχε επέλθει σύγκλιση αποτελούσαν υποχώρηση σε σχέση με τις επίσημες αρχικές αξιώσεις της κάθε πλευράς. Ο Franklin-Bouillon διέκοψε τη διαμονή του στην Άγκυρα και επέστρεψε στο Παρίσι, πεπεισμένος πως εκεί επρόκειτο να αποφασιστούν τα πάντα. Έφτασε στη Βηρυτό στις αρχές Ιουλίου αφού είχε προηγουμένως επισκεφθεί με τη συνοδεία του Κεμάλ το ελληνοτουρκικό μέτωπο στο ύψος του Εσκί-Σεχίρ.

Την ίδια στιγμή, στη γαλλική πρωτεύουσα κυριαρχούσε μια διαφορετική αντίληψη. Παρά την ενθαρρυντική έκβαση της αποστολής του Franklin-Bouillon στην Άγκυρα, ο Briand ανησυχούσε με τον σοβιετόφιλο προσανατολισμό της ακραίας παράταξης του εθνικιστικού κινήματος. Έπειτα από μια σειρά συνομιλιών που είχε με τον λόρδο Curzon, υποστήριξε δημόσια τη σύσφιξη των διασυμμαχικών δεσμών και την ανάγκη υιοθέτησης κοινής πολιτικής ως προς τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής. Σε οδηγίες που απέστειλε προς τον Franklin-Bouillon απέφυγε να υποσχεθεί τη στήριξη της Γαλλίας στις αρχές του αγώνα των κεμαλικών. Η όποια γαλλοτουρκική συμφωνία όφειλε να έχει ειδικό χαρακτήρα και να περιορίζεται στη διευθέτηση της εκκρεμότητας της Κιλικίας.¹⁴

Η κυριότερη πηγή επιφυλάξεων του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν η επίθεση του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο που εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στις 17 έπεσε η Κιουτάχεια και στις 21 το Εσκί-Σεχίρ. Μια προσέγγιση με τους εθνικιστές κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσε παρά να εκθέσει την κυβέρνηση του Παρισιού. Η γενικότερη εντύπωση στη γαλλική πρωτεύουσα συνηγορούσε υπέρ του ότι ο Franklin-Bouillon δεν είχε εκτιμήσει δεόντως την ισχύ του ελληνικού στρατού.¹⁵ Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Gouraud, διαπίστωνε πως η κυβέρνηση της Άγκυρας είχε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες αποσύρει όλες σχεδόν τις εφεδρείες που στάθμευαν στην Κιλικία προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Παρουσιαζόταν έτσι στα γαλλικά στρατεύματα μοναδική ευκαιρία να εξαπολύσουν μια νικηφόρο επίθεση κατά των Τούρκων επιλύοντας την εκκρεμότητα της Κιλικίας με δυναμικό τρόπο.¹⁶ Στις 14 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε νέα γενική επίθεση. Αντικειμενικός στόχος τη φορά αυτή ήταν η ίδια η Άγκυρα. Στις 23, ήρθε σε επαφή με τον εχθρό στο ύψος του ποταμού Σαγγάριου. Οι ενδοιασμοί του Briand πολλαπλασιάστηκαν: “Μου είναι αδύνατο να αποφασίσω ποια θα είναι η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουμε έναντι των κεμαλικών” τηλεγραφούσε προς τον Gouraud μια ημέρα αργότερα.¹⁷.

Η διάβαση της Αλμυράς Ερήμου από τον ελληνικό στρατό.

Η μάχη του Σαγγάριου και η σταθεροποίηση του μετώπου που τη διαδέχθηκε έπεισαν τον Γάλλο πρωθυπουργό να συνεχίσει την πολιτική της προσέγγισης. Στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα ακριβώς που ο κεμαλικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, ο Franklin-Bouillon εγκατέλειψε το Παρίσι ως επίσημος, πλέον, εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης με εξουσίες για την υπογραφή της συμφωνίας.¹⁸ Ο Γάλλος απεσταλμένος έφτασε στην Άγκυρα στις 25 Σεπτεμβρίου και άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας που είχε προκαλέσει η επικράτηση επί του ελληνικού στρατού. Κι ενώ, από εδώ και στο εξής, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, είχε περιορίσει αισθητά τους αυτοσχεδιασμούς του, ένα δεύτερο πρόσωπο, με τις παρεμβάσεις του, συνέβαλε τα μέγιστα στην ευόδωση των διαπραγματεύσεων. Και το πρόσωπο αυτό δεν ήταν άλλο από τον Μουσταφά Κεμάλ. Αρχικά, ο αρχηγός του εθνικιστικού κινήματος παρέμεινε διακριτικά στο περιθώριο. Μόλις όμως διαπίστωσε την προσπάθεια της εξτρεμιστικής πτέρυγας να βραχυκυκλώσει τις συνομιλίες, με προσωπική παρέμβαση και ενισχυμένος με ψήφο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης, απομάκρυνε από την επιτροπή διαπραγματεύσεων τους οπαδούς της στροφής προς τη Μόσχα. Κατόπιν τούτου, οι τελευταίες εξελίχθηκαν ομαλά και κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας στις 20 Οκτωβρίου 1921. Η εκκρεμότητα της Κιλικίας διευθετήθηκε με την εκχώρηση της επαρχίας από τη Γαλλία στην Τουρκία. Θα προηγείτο μια μεταβατική περίοδος δυο μηνών για τη μεταβίβαση της εξουσίας και την απόσυρση των γαλλικών στρατευμάτων. Τα οικονομικά ανταλλάγματα ήταν πλούσια. Επρόκειτο για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης (τμήμα Ποζαντί – Νουσεϊμπίν) σε γαλλική εταιρεία, η οποία θα αναλάμβανε επίσης την κατασκευή διακλαδώσεων εντός του βιλαετίου των Αδάνων. Τουρκία και Γαλλία διατηρούσαν το δικαίωμα χρήσης του δικτύου για τη μεταφορά στρατευμάτων κατά μήκος των συνόρων Κιλικίας-Συρίας. Η κυβέρνηση της Άγκυρας εκχωρούσε για χρονικό διάστημα 99 ετών την εκμετάλλευση των μεταλλείων σιδήρου, χρωμίου και αργύρου της κοιλάδας του ποταμού Χαρσιώτη, με συμμετοχή τουρκικών κεφαλαίων σε ποσοστό 50%. Αναλάμβανε επίσης την μελέτη παρόμοιων εκχωρήσεων και σε άλλες περιοχές, ανάλογα με προτάσεις που θα υπέβαλαν γαλλικές εταιρείες. Τέλος, αποφασίστηκε η παραχώρηση των βαμβακοπαραγωγών εκτάσεων της Κιλικίας στον οίκο Vendeuvre de Lesseps. Το κυριότερο, όμως, σημείο της συμφωνίας ήταν πολιτικής φύσεως. Επρόκειτο για την χάραξη συνοριακής γραμμής ανάμεσα στην Τουρκία και τη Συρία, η οποία εξακολουθούσε να τελεί υπό γαλλική εντολή. Με την ενέργεια αυτή, η Γαλλία άνοιγε διάλογο με την κεμαλική Τουρκία αντιμετωπίζοντας την τελευταία ως ισότιμο συνομιλητή. Με άλλα λόγια, προχωρούσε και τυπικά πλέον στην πολιτική αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο επιστολής, την οποία απηύθυνε προς τον Franklin-Bouillon ο Γιουσούφ Κεμάλ μπέης, υπουργός Εξωτερικών του εθνικιστικού κινήματος: “Εξοχώτατε, ελπίζω ότι το σύμφωνο που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας για μια οριστική και διαρκή ειρήνη θα έχει σαν συνέπεια τη σύσφιγξη των στενών δεσμών του παρελθόντος και την προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να λύσει με πνεύμα εγκάρδιας συνεννόησης όλες τις υποθέσεις που αφορούν την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Τουρκίας (…)”.¹⁹

Σημειωτέον ότι η πιο επείγουσα από αυτές τις υποθέσεις ήταν η άνευ όρων αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Η κυβέρνηση της Άγκυρας πέτυχε να ξεφύγει από τα περιορισμένα πλαίσια του τοπικού διακανονισμού και να παρασύρει τη Γαλλία σε επικίνδυνα εδάφη. Το πόσο επικίνδυνα ήταν τα εδάφη αυτά, αποδεικνύεται στην τρίτη και τελευταία ενότητα με επίκεντρο το επίμαχο ζήτημα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας.

                   

Η παραχώρηση του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους

(Νοέμβριος 1921 – Ιανουάριος 1922)

Από τα διπλωματικά και στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας προκύπτει πως, με δική του πρωτοβουλία, ο Franklin-Bouillon, λίγο πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Οκτωβρίου, είχε προβεί προφορικά σε αυτή την υπόσχεση. Σημειωτέον πως με απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Αυγούστου του 1921 είχε ρητά απαγορευθεί η χορήγηση πολεμικού υλικού ή οικονομικής βοήθειας από τις Μεγάλες Δυνάμεις είτε προς τους Έλληνες είτε προς τους Τούρκους. Επομένως, εάν η γαλλική κυβέρνηση προχωρούσε σε μια παραχώρηση αυτού του είδους θα ήταν υπόλογη έναντι των υπολοίπων Συμμάχων.

Όταν, περί τα τέλη Οκτωβρίου, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε στο Παρίσι, κατέθεσε στο υπουργείο Στρατιωτικών μια κατάσταση με το πολεμικό υλικό που πίστευε πως έπρεπε να παραχωρηθεί στους Τούρκους. Επωφελήθηκε, μάλιστα, της απουσίας του Briand στην Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να προσηλυτίσει στις απόψεις του τα ανώτερα στελέχη του Quai dOrsay.²¹ Στο σημείο αυτό παρενέβησαν οι Βρετανοί, οι οποίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται όσα διαμοίβονταν στα παρασκήνια, αλλά και οι Τούρκοι, που πίεζαν για παραχώρηση αεροπλάνων, πυροβόλων, αυτοκινήτων, αλόγων και  υλικού τηλεπικοινωνιών.²²  Μεσολαβητής και σε αυτόν το διάλογο μεταξύ Γάλλων και Τούρκων ήταν εκ νέου ο Franklin-Bouillon, ο οποίος είχε στο μεταξύ μεταβεί στην Κιλικία προκειμένου να επιβλέψει την πιστή εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας. Για κακή του τύχη, την ίδια στιγμή η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας διασφαλίσει πλέον τα οικονομικά της συμφέροντα στην περιοχή, αποζητούσε την αποκλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις της με τη Μεγάλη Βρετανία. Άσχημα εκτεθειμένος, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε εσπευσμένα στο Παρίσι, όπου κατάφερε τελικά να μεταπείσει τους ανωτέρους του. Το κύριο επιχείρημά του ήταν ο φόβος μιας ολοκληρωτικής εξάρτησης του κεμαλικού κινήματος από την μπολσεβικική Ρωσία. Αν και κάπως υπερβολικό, το επιχείρημα δεν στερείτο λογικής βάσης. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη συμφωνία της Άγκυρας, οι κεμαλικοί είχαν υπογράψει συμφωνίες με τις Σοβιετικές Δημοκρατίες του Καυκάσου και βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τον ίδιο σκοπό με τη Δημοκρατία της Ουκρανίας. Επιπλέον, οι Ρώσοι τροφοδοτούσαν ακατάπαυστα τους Τούρκους με οπλισμό από τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου. Η Τουρκία είχε ενεργοποιήσει την παραδοσιακή της τακτική να συναλλάσσεται ταυτόχρονα με όλες τις πλευρές. Με κάθε δε ευκαιρία, φρόντιζε να επαναλαμβάνει εμφατικά προς το Παρίσι την πρόθεσή της να καταγγείλει μονομερώς τη συμφωνία της Άγκυρας σε περίπτωση που δεν αποκτούσε το πολεμικό υλικό της Κιλικίας.²²

Το γεγονός εκείνο που απαγκίστρωσε τους Γάλλους από τη δεινή θέση στην οποία είχαν περιέλθει, ήταν η είδηση περί έγκρισης δανείου ύψους 15 εκατ. λιρών Αγγλίας από τη Μεγάλη Βρετανία προς την Ελλάδα. Το Λονδίνο παραβίαζε την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου που απαγόρευε τη χορήγηση βοήθειας προς τους εμπολέμους, δημιουργώντας, έτσι, ένα προηγούμενο, έστω και εάν το δάνειο αυτό ουδέποτε χορηγήθηκε τελικά. Η γαλλική κυβέρνηση, απελευθερωμένη ως δια μαγείας από τους ενδοιασμούς της, ενέκρινε, τον Ιανουάριο του 1922 την παραχώρηση του οπλισμού.²³

Εάν πιστέψουμε τις ελληνικές εκτιμήσεις, η ποσότητα και το είδος του υλικού ήταν, όντως, σε θέση να ανατρέψει τους συσχετισμούς στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για 80.000 όπλα, 50 πυροβόλα, 250 μυδραλιοβόλα και 2 εκατ. φυσίγγια.Οι εμπιστευτικές εκθέσεις που βρίσκονται στα αρχεία των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας της Γαλλίας μιλούν για 10.000 όπλα, για 10.000 στολές εκστρατείας, για 2.000 άλογα και για ολόκληρο το υλικό τηλεπικοινωνιών. Γίνεται επίσης μνεία για χορήγηση 10 αεροσκαφών με τα ανταλλακτικά τους. Διαφορά υπάρχει και ως προς την εκτίμηση των γαλλικών δυνάμεων κατοχής της Κιλικίας, κάτι που σχετίζεται άμεσα με το μέγεθος του παραχωρηθέντος υλικού. Οι ελληνικές εκτιμήσεις ανεβάζουν τις γαλλικές δυνάμεις σε 80.000 (80.000 όπλα, 80.000 άνδρες – ο συλλογισμός είναι απλοϊκός). Στην πραγματικότητα, ο ανώτατος αριθμός ουδέποτε ξεπέρασε τους 34.000 άνδρες, κατά τη δε στιγμή της εκκένωσης, είχαν απομείνει επιτόπου 18.000, αριθμός που αντιστοιχεί και με το μέγεθος του οπλισμού. Όσο για τις δυνάμεις που ο Κεμάλ διατηρούσε εκεί, σε μια μόνο στιγμή τα γαλλικά αρχεία μας δίνουν μια εκτίμηση: 9.000. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ένας απροσδιόριστος αριθμός ατάκτων που πλαισιώνονταν από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Αυτή, άκρες-μέσες, υπήρξε η δύναμη, η οποία αποδεσμεύτηκε και μεταφέρθηκε κατόπιν στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.²⁴

Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, ούτε η αποδέσμευση 9.000 ανδρών, ούτε η παραχώρηση 10.000 όπλων και 10 αεροπλάνων ήταν ικανή να ανατρέψει ριζικά τον συσχετισμό των δυνάμεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Έναν συσχετισμό, ο οποίος είχε προ πολλού ανατραπεί εξαιτίας της διενέργειας λαθρεμπορίου όπλων προς τον Κεμάλ από τους Ιταλούς, αλλά και της συστηματικής στρατιωτικής ενίσχυσης από τους Σοβιετικούς.

Μουσταφά Κεμάλ και Henri Franklin-Bouillon σε στιγμιότυπο εγκάρδιου εναγκαλισμού.

Συνεπώς, και αυτό είναι το δια ταύτα του παρόντος κειμένου, η γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν προσδιόρισε την έκβαση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Διεκδικεί όμως μεγάλο μερίδιο από την πολιτική πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Με την επίσημη αναγνώριση του κεμαλικού κινήματος από μια μεγάλη ευρωπαϊκή Δύναμη αφενός και με τη διάσπαση της ενδοσυμμαχικής ενότητας αφετέρου (ρήξη Βρετανίας-Γαλλίας), δημιουργήθηκαν πολιτικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις τέτοιες, που συνέβαλαν στην χαλύβδωση της πεποίθησης των Τούρκων για τελική επικράτηση.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Ministère Français des Affaires Étrangères, Archives Diplomatiques (συντομογραφία MΑΕ), Série E: Levant 1918-1929 (Syrie-Cilicie-Liban, Turquie). Série Z: Europe 1918-1929 (Grèce). Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου (συντομογραφία ΥΔΙΑ), Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας (1921-1922), Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης, Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως. Documents on British Foreign Policy (συντομογραφία DBFP), First Series: Greece and Turkey (1921-1922), Vol. XVII (January 1, 1921 – September 2, 1922), Edited by W.N. Medlicott, Douglas Dakin, M.E. Lambert, London, Her Majesty’s Stationery Office, 1970.

² Χαρακτηριστικό της μεταστροφής του κλίματος στη Γαλλία αποτελεί το κρυπτογράφημα, το οποίο απέστειλε στο Παρίσι ο Ύπατος Αρμοστής στη Συρία και στην Κιλικία, στρατηγός Henri Gouraud στις 3 Ιουνίου 1920, δυο μήνες προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών: “Το σχέδιο συνθήκης ειρήνης με την Τουρκία ευνοεί τόσο πολύ την Ελλάδα (…) ώστε είναι αδύνατο να αποτραπεί μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ τους. Γι’ αυτό, καλό είναι να μην καθυστερούμε (…). Θα ήταν προς όφελός μας εάν το υπουργείο των Εξωτερικών έθετε τα θεμέλια για μια συνεννόηση με τους κεμαλικούς, απόρροια της οποίας θα ήταν η οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών με τις γαλλικές δυνάμεις στην Κιλικία”. Δυο μέρες αργότερα, ο ομόλογός του στην Κωνσταντινούπολη Jules Defrance κινήθηκε μέσα στο ίδιο πνεύμα: “Είναι καιρός που είχα προτείνει τη σύναψη ενός τέτοιου συμφώνου με τη μετριοπαθή πτέρυγα των εθνικιστών. Προϋπόθεση όμως είναι η υπογραφή μιας γενικής συνθήκης ειρήνης, οι όροι της οποίας θα γίνονται αποδεκτοί από τους Τούρκους (…). Αποτέλεσμα της διαγραφόμενης συνθήκης σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι Τούρκοι έχουν ακολουθήσει το εθνικιστικό κίνημα. Αν δεν επιφέρουμε ουσιαστικές τροποποιήσεις στο τελικό κείμενο της συνθήκης δεν έχουμε ελπίδες για μια έναρξη διαπραγματεύσεων μαζί τους”. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 170, Gouraud προς Millerand, αρ. 1150-1151, 3.6.1920, Defrance προς Millerand, αρ. 916-917, 5.6.1920.

³ Στους γαλλικούς κυβερνητικούς κύκλους επικρατούσε η άποψη πως έπρεπε σύντομα να δοθεί κάποια λύση στο ζήτημα της Κιλικίας. Οι στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής ήταν επαρκείς προκειμένου να αναχαιτίσουν τις συμμορίες των ατάκτων που δρούσαν εκεί και κατά μήκος των βορείων συνόρων της Συρίας. Ήταν όμως αμφίβολο εάν θα ήταν σε θέση να εμποδίσουν μια καλύτερα οργανωμένη επίθεση των κεμαλικών, κάτι που αναμενόταν με την είσοδο της άνοιξης του 1921. Σε διάστημα ενός έτους οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής της Κιλικίας είχαν αυξηθεί από 22.000 σε 34.000 άνδρες. Οι απώλειες ανέρχονταν σε 6.500 νεκρούς και τραυματίες, οι δε στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν κοστίσει στο γαλλικό κράτος 324.623.000 γαλλικά φράγκα. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 114, Barthou προς Leygues, έκθεση αρ. 24, 11.1.1921, προς Briand, έκθεση αρ. 913, 18.2.1921.

⁴ ΜΑΕ 73, Billy προς Briand, αρ. 47, 23.1.1920.

⁵ Η προτεραιότητα αυτή αφορούσε οικονομικές παραχωρήσεις που επεκτείνονταν στα βιλαέτια του Ντιαρμπεκίρ, της Σεβάστειας και του Μαμουρέτ-Ελ-Αζίζ.

⁶ ΜΑΕ 170, Κείμενο του γαλλοκεμαλικού συμφώνου της 11.3.1920. ΥΔΙΑ/1921/Α 2  και Α 18, Καλογερόπουλος προς Μπαλτατζή, αρ. 152 της 2.3.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Μελάς προς Αρχηγείο Στρατιάς Μικράς Ασίας, αρ. 44, 6.3.1921 (π.ημ.).

⁷ ΜΑΕ 171, Kammerer προς de Caix, επιστολή της 11.3.1921.

⁸ ΜΑΕ 171, Briand προς Saint-Aulaire, αρ. 1149-1153, προς Pellé, αρ. 786-790, προς Barrère, αρ. 931-935, 4.4.1921. DBFP (56, 60, 63, 76, 84), Curzon προς Rumbold, αρ. 172, 19.3.1921, αρ. 181, 22.3.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 160, 23.3.1921, αρ. 178, 2.4.1921. Curzon προς Hardinge, αρ. 138, 29.3.1921.

⁹ Στις 16 Μαρτίου 1921 στη Μόσχα.

¹º MAE 171, Montille προς Briand, αρ. 181, 14.4.1921. Saint-Aulaire προς Briand, αρ. 297, 19.4.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 511, 13.4.1921. DBFP (69, 75, 81, 107, 114, 121, 201), Buchanan προς Curzon, αρ. 84, 24.3.1921, αρ.102, 2.4.1921, αρ.127,  16.4.1921. Curzon προς Buchanan, αρ. 96, 29.3.1921, αρ. 135-136, 15.4.1921, προς Hardinge, αρ. 1132, 19.4.1921. Υπόμνημα Crowe σχετικά με την ελληνοτουρκική διένεξη, 30.5.1921.

¹¹ MAE 114, Gouraud προς Briand, αρ. 840-843, 7.6.1921. Briand προς Gouraud, 593-594, 8.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Άννινος προς Μπαλτατζή, αρ. 184, 23.5.1921.Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2178, 5.7.1921. DBFP (203), Περίληψη συνομιλίας Leeper-Ραγκαβή στο Foreign Office, 31.5.1921.

¹² MAE 175, Υπόμνημα της γαλλικής κυβέρνησης προς το Foreign Office, 15.11.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Παπούλας προς Θεοτόκη, αρ. 10142/3891/2 και 10143/4201/2, 28.5.1921.

¹³ ΜΑΕ 172, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 976-979, 2.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 3795, 6.6.1921. DBFP (228), Rattigan προς Curzon, αρ. 425, 14.6.1921.

¹⁴ ΜΑΕ 173, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 685-694, 15.7.1921. DBFP (218,223, 226, 228, 229, 232, 255, 256, 298, 309), Rattigan προς Curzon, αρ. 570, 8.6.1921, αρ. 579, 11.6.1921, αρ. 425, 14.6.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 377, 15.6.1921, αρ.406 και 411, 23.6.1921. Cheetam προς Curzon, αρ. 491, 6.7.1921, προς Briand, επιστολή, 10.7.1921.

¹⁵ ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1059, 28.7.1921.

¹⁶ ΜΑΕ 114 – ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1106-1108, 9.8.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 2740, 14.8.1921.

¹⁷ ΜΑΕ 173, Briand προς Gouraud, αρ. 771, 24.8.1921.  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2552, 1.8.1921.

¹⁸  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 3167, 24.9.1921.

¹⁹  ΜΑΕ 174 – ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4) – DBFP (502), Κείμενο του γαλλοτουρκικού συμφώνου. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, χωρίς αριθμό, 23.9.1921. Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3544, 22.10.1921. DBFP (422), Rumbold προς Curzon, αρ. 986, 25.10.1921. Χαρακτηριστικό της διγλωσσίας της γαλλικής διπλωματίας είναι το κείμενο τηλεγραφήματος του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Πέτρου Μεταξά, προς το υπουργείο Εξωτερικών: “Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων ενταύθα Υπουργείου των Εξωτερικών μεθ’ ου συνωμίλησα σήμερον περί γαλλοτουρκικής συμφωνίας (…) μοι επανέλαβεν προτέρας κατηγορηματικάς δηλώσεις του ότι συμφωνία ούσα ειδική, ουδαμώς θίγει ζητήματα γενικής φύσεως, ως κυριαρχίας επί Θράκης και Σμύρνης ή αναγνώρισιν εκ μέρους Γαλλίας αξιώσεων Εθνοσυνελεύσεως Αγκύρας γνωστών υπό το όνομα Εθνικός Όρκος”  ( ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3258, 15.10.1921 παλαιό ημερολόγιο)

²º  ΜΑΕ 138, Barthou προς Peretti, αρ. 4070, 10.11.1921. Briand προς Peretti, αρ. 1011, 13.11.1921. Peretti προς Gouraud, αρ. 996, 17.11.1921, προς Barthou, αρ. 2325, 18.11.1921.

²¹  ΜΑΕ 140, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 18-21, 14.12.1921. Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 29, 17.12.1921. De Caix προς Briand, αρ. 1637, 21.12.1921. Peretti προς Franklin-Bouillon, αρ. 24, 21.12.1952. Laporte προς Briand, αρ. 8, 24.12.1921. ΜΑΕ 142, Μεικτή επιτροπή για την εκκένωση της Κιλικίας, έκθεση της 5.3.1922. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5356, 28.12.1921.

²² ΜΑΕ 141, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 2126, 27.12.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(3), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3992, 25.11.1921. ΥΔΙΑ/1922/Α 4, Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 4488, 7.1.1922, χωρις αριθμό, 8.1.1922. DBFP (454, 501), Rumbold προς Curzon, αρ. 1061, 22.11.1921, αρ. 13, 6.1.1922.

²³ ΥΔΙΑ/1921/Θ 230, Γούναρης προς Καρτάλη, αρ. 357, 23.12.1922, αρ. 362, 24.12.1921. Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5631, 30.12.1921. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5408, 29.12.1921, αρ. 611, 28.2.1922, αρ. 621, 1.3.1922, αρ. 631, 2.3.1922, αρ. 711, 10.3.1922. DBFP (499), Curzon προς Bentinck, αρ. 2, 3.1.1922.

²⁴  ΜΑΕ 141, Briand προς Peretti, αρ. 17-18, 8.1.1922. Franklin-Bouillon προς Γιουσούφ Κεμάλ, αρ. 62-65, 25.1.1922. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(8), Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙ, ΄Εκθεσις περί εφοδιασμού Κεμαλικού Στρατού και ενισχύσεως αυτού παρ’ ουδετέρων, 18.9.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(9), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 9, 26.9.1921.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jean-Claude Allain: Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

Jean-Claude Allain

Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

 

Στις 10 Μαΐου 1871, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Συνοδεύτηκε από μια καθεστωτική μεταβολή, την οποία η ίδια η ήττα προκάλεσε πολύ περισσότερο παρά της προσέφερε ελεύθερη διέξοδο, προκειμένου να εκδηλωθεί. Την εξουσία αναλαμβάνει πλέον μια προσωρινή κυβέρνηση, αυτοαποκαλούμενη “Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας”. Αποστολή της είναι η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων κατά την κρίσιμη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στο μόλις καταρρεύσαν αυτοκρατορικό καθεστώς και το απόλυτο άγνωστο. Ο επαναστατικός χαρακτήρας της τελευταίας, σε συνδυασμό με τον δημοκρατικό λόγο, τον οποίον εκφέρει, κάθε άλλο παρά συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση του διεθνούς κύρους της χώρας. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις στο ευρωπαϊκό στερέωμα είναι αρνητικές, στη δε καλύτερη περίπτωση, ιδιαίτερα επιφυλακτικές. Παρά ταύτα, η προσωρινή κυβέρνηση είναι ευρύτερα αποδεκτή ως εφήμερος εκπρόσωπος της Γαλλίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένας διπλωματικός εταίρος. Απόδειξη αποτελεί η συμμετοχή της χώρας στη διεθνή συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου 1871 στο Λονδίνο, με αντικείμενο τη μεταβολή του καθεστώτος λειτουργίας των Στενών (Δαρδανέλια-Βόσπορος). Φυσικά, επρόκειτο για κάτι παραπάνω από μια απλή παρουσία και συμμετοχή, σε τελική ανάλυση δε, για μια αποφασιστική συνεισφορά στις εργασίες της συνδιάσκεψης.¹ Μπορεί μεν η Γαλλία να διένυε μια περίοδο μεγάλης δοκιμασίας, ωστόσο, παρά την στρατιωτική ήττα, την οποία είχε μόλις υποστεί, εξακολουθούσε να παραμένει ένας υπολογίσιμος παράγων στο διπλωματικό στερέωμα, συμμετέχοντας ενεργά στις πολιτικές και στρατηγικές ανακατατάξεις.

Νικητές και ηττημένοι: o καγκελάριος της Πρωσίας και πολύ σύντομα της ενοποιημένης Γερμανίας Otto von Bismarck (αριστερά). Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Jules Favre (στο μέσο). Ο μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας Adolphe Thiers (δεξιά) στις αρχές του 1871 στις Βερσαλλίες, προσωρινή έδρα της γαλλικής κυβέρνησης.

Η θεαματική αλλαγή της ευρωπαϊκής εικόνας της Γαλλίας σε σχέση με την πριν τον πόλεμο του 1870-1871 κατάσταση, έμελλε να αποτελέσει μια νέα παράμετρο στην εν γένει αποτίμηση των συσχετισμών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Η συρρίκνωση (όχι, όμως εξαφάνιση) της Γαλλίας δεν αιφνιδίασε. Ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή, κατά την οποία ο κυρίαρχος ρόλος της τελευταίας ακολουθούσε φθίνουσα πορεία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1860. Απλούστατα, η στρατιωτική ήττα του 1870 επικύρωσε στο πεδίο των μαχών αδυναμίες, που μέχρι τότε καταλογίζονταν σε άστοχους χειρισμούς της διπλωματικής δραστηριότητας. Επρόκειτο για μια ανατροπή των δεδομένων. Έστω και πιθανολογούμενη ως προσωρινή, η ανατροπή αυτή έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη, καθότι αποτελούσε καινοτομία στην Ευρώπη.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-1871 και η τελική του έκβαση, δεν οδήγησαν σε μια απλή συγκυριακή μεταβολή των συσχετισμών. Σηματοδοτούν μια δομική αλλαγή, την οποία η αυτοκρατορική Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ δεν τολμούσε να επιφέρει, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε στη δημιουργία της. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος και η υποβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας δεν συνιστούσαν μια ανάκληση στην τάξη, την οποία η ίδια είχε φροντίσει να διασαλεύσει. Αποτελούσαν την έκφραση μιας νέας τάξης, που άρχισε να επιβάλλεται γεωγραφικά και διπλωματικά διαμέσου μιας θεαματικής στρατιωτικής ήττας. Δεν προκλήθηκε από αυτή, αλλά μέσω της παραπάνω ήττας, τής παρασχέθηκε η δυνατότητα να κάνει την ύπαρξή της αισθητή. Στην περίπτωση, η Γαλλία επωμίστηκε τον ρόλο του υπαιτίου για μια διαδικασία ενεργούς μετάλλαξης, η οποία, το καλοκαίρι του 1870, είχε ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία ζωής. Ταυτόχρονα, ασκεί ανάλογο ρόλο, πρωτοπόρο τη φορά αυτή, στην ανασυγκρότηση του διπλωματικού τοπίου μετά το 1871. Στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, έμελλε να υποστεί τις συνέπειες, τη στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία είχαν δρομολογηθεί σταδιακά οι νέοι κανόνες της ευρωπαϊκής ισορροπίας και στρατηγικής οργάνωσης.

Anton von Werner, Die Proklamierung des deutschen Kaiserreiches (18. Januar 1871), 1885, Otto-von-Bismarck-Stiftung, Friedrichsruh.

 

Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας

Η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας προσέφερε τη δυνατότητα στο βασίλειο της Ιταλίας να προσαρτήσει τη Ρώμη και την ευρύτερη περιοχή της (Σεπτέμβριος 1870), στη γερμανική ομοσπονδία να διευρυνθεί με την ενσωμάτωση των κρατιδίων του νότου (Ιανουάριος 1871), στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία να αποσπάσει από τον γαλλικό εθνικό κορμό την Αλσατία και τμήμα του διαμερίσματος της Λωρραίνης (Μάιος 1871). Από τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις εδαφικών προσαρτήσεων, μόνο η πρώτη υπήρξε αποκύημα προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος. Οι υπόλοιπες δυο, σημαντικότερες ως προς τα μεγέθη εδαφικής έκτασης και πληθυσμού, προέκυψαν από σχετικές κρατικές αποφάσεις, οι οποίες, είτε επιβλήθηκαν άνωθεν, είτε αντικατοπτρίζουν το απόσταγμα διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Καμία, ωστόσο, δεν επικυρώθηκε από τους ιδίους τους κατοίκους, εφόσον δεν τους αναγνωρίστηκε το στοιχειώδες δικαίωμα να τοποθετηθούν αναφορικά με το μέλλον τους.

Η επικύρωση της Συνθήκης της Φρανκφούρτης από τις αιρετές αρχές, ήταν γενικού περιεχομένου, δίχως να υπάρχει ειδική μέριμνα για τους εκπροσώπους των γεωγραφικών διαμερισμάτων εκείνων, τα οποία είχαν μόλις εκχωρηθεί στο γερμανικό Ράιχ. Πρόκειται για μια θεμελιώδη τομή σε σχέση με την πρακτική που εφαρμοζόταν μέχρι τότε και κινείτο στα χνάρια της Γαλλικής Επανάστασης. Από το 1848 και μετά, είμαστε μάρτυρες πολλών εκφάνσεων της παραπάνω μεθόδου. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του έτους εκείνου, η ένωση της Λομβαρδίας με το βασίλειο της Σαρδηνίας προέκυψε κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος. Δυο μήνες αργότερα, μια συνέλευση προκρίτων τοποθετήθηκε υπέρ της προσχώρησης της Βενετίας στο ίδιο βασίλειο. Αν και σε μικρότερη κλίμακα συγκριτικά με το προηγούμενο παράδειγμα, εξακολουθεί να λειτουργεί η αρχή του σεβασμού της επιθυμίας των κατοίκων των εν λόγω περιοχών. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε τα έτη 1859 και 1860, με αφορμή την ενσωμάτωση στο βασίλειο της Ιταλίας των πριγκιπάτων της Πάρμας και της Μοδένας, του βασιλείου της Τοσκάνης, των Παπικών κρατιδίων, τέλος, του βασιλείου των Δύο Σικελιών. To 1866, η διαδικασία της ενοποίησης συμπεριέλαβε την επαρχία της Βενετίας και το 1870 την προσάρτηση της Ρώμης.

Τα στάδια της ιταλικής ενοποίησης.

Με ανάλογο τρόπο η Νίκαια και η Σαβοΐα περιήλθαν στη Γαλλία (1860), τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα (1863) και οι Δανέζικες Δυτικές Ινδίες (νήσοι Αγίου Θωμά και Αγίου Ιωάννη) στις ΗΠΑ (1868).²

Δίπλα, όμως, σε αυτή την πρακτική, που προεκτείνει με δημοκρατικό τρόπο την αρχή των εθνοτήτων, υπάρχει μια δεύτερη, η οποία συναντάται την ίδια εποχή στην ηπειρωτική Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γερμανία και στη Ρωσία. Η εν λόγω πρακτική διαχειρίζεται με εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο την αρχή των εθνοτήτων: την εφαρμόζει σε επίπεδο κρατικής εξουσίας. Σχετίζεται ευθέως με την αρχή της “νομιμότητας”, την οποία είχε σθεναρά υποστηρίξει ο Talleyrand στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Βιέννης και που πρέσβευε ότι πάσης φύσεως μεταφορά εδαφικής κυριαρχίας συνεπαγόταν την σύμφωνη γνώμη του τοπικού πρίγκιπα, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο τελευταίος δεν αντλούσε την κληρονομική του εξουσία από τον λαό. Βέβαια, η παραπάνω συγκατάβαση μπορούσε να αποσπαστεί είτε δια της βίας, είτε μέσω διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από εκείνον. Στην περίπτωση, η λαϊκή κυριαρχία υπερφαλαγγίζεται από την κρατική. Η Πρωσία υιοθέτησε την εν λόγω μέθοδο, προκειμένου να προσδώσει μεγαλύτερη ευελιξία στην όλη διαδικασία της ενοποίησης των γερμανικών κρατιδίων. Επιπρόσθετα, η ίδια πρακτική παρουσίαζε ένα ακόμη πλεονέκτημα. Ήταν σε θέση να επιβληθεί απερίφραστα, δίχως αποχρώσεις και αμφισβητήσεις, ανάλογα με τον υφιστάμενο συσχετισμό των ισορροπιών. Συνεπώς, ουδείς εκπλήσσεται από το γεγονός ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο συντελέστηκε η προσχώρηση των γερμανικών κρατιδίων του νότου στο Ράιχ (αρκεί να φέρουμε στο νου τον γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Anton von Werner, ο οποίος απεικονίζει τη στέψη του Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως πρώτου αυτοκράτορα της ενοποιημένης Γερμανίας στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών) ή ακόμα και η απόσπαση από τη Γαλλία των δυο γεωγραφικών διαμερισμάτων της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Αλσατίας και της Λωρραίνης σε γερμανικό χάρτη εποχής.

Μεταξύ άλλων πολλών, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας του 1870-1871 σηματοδότησε και την εμπέδωση μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας, υπαγορευόμενης από την νικήτρια Γερμανία. Η αρχή της αυτοδιάθεσης εξαφανίζεται από μια Ευρώπη, εντός της οποίας είχε νωρίτερα σφυρηλατηθεί. Η κτυπητή αντίθεση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ανάμεσα στη δεκαετία του 1850 και εκείνη του 1870, αντανακλά μια ριζική μεταβολή του συσχετισμού των ισορροπιών, η οποία είχε επέλθει στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εντός των ορίων της Γηραιάς Ηπείρου.

 

Η αναδιάταξη της ιεραρχίας των Μεγάλων Δυνάμεων

Είναι γνωστό πως από το 1815, οι Μεγάλες Δυνάμεις λειτουργούν ως άτυπο διευθυντήριο, το οποίο αναζητεί λύσεις σε διενέξεις τοπικής κλίμακας, που όμως έχουν προσλάβει βίαιη μορφή (εμπόλεμες καταστάσεις, ένοπλες εξεγέρσεις κλπ.). Συνδιασκέψεις και συνέδρια διαδέχονται και συμπληρώνουν συνήθως διάφορες προκαταρκτικές διμερείς διαπραγματεύσεις, εναλλάσσονται δε ανάλογα με τους ρυθμούς και τη συχνότητα των τοπικών κρίσεων. Η αμοιβαία αναγνώριση μιας Δύναμης πρώτου μεγέθους, δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια σχέση ισοτιμίας ούτε και μια επ’ αόριστον καθαγίαση. Μια Μεγάλη Δύναμη διαθέτει εξ ορισμού μια υπεροχή μέσα στους κόλπους της πενταρχίας (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία), η οποία είχε προκύψει από το Συνέδριο της Βιέννης. Υπεροχή, όχι ηγεμονία δίχως όρια και συμβιβασμούς. Η Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ ασκούσε την εν λόγω υπεροχή από το 1856 και τη διενέργεια, τότε, του Συνεδρίου των Παρισίων. Όμως, την απώλεσε το 1871, προς όφελος του νικητή, που μετεξελίχθηκε σε αυτοκρατορία. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος, αντανάκλαση της στρατιωτικής της κατωτερότητας αλλά και της εύθραυστης πολιτικής της κατάστασης, που διαδέχθηκαν τον πόλεμο του 1870-1871, παρουσιάζει, παρά ταύτα, ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν θα έπρεπε να διογκωθούν, προκειμένου να μη λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά σε βάρος του συσχετισμού των ισορροπιών.

Αν και ηττημένη, με άλλα λόγια εκ των πραγμάτων υποβαθμισμένη, η Γαλλία δεν έχει απωλέσει τις ικανότητές της ως Μεγάλης Δύναμης. Ο Bismarck απέφυγε να την μειώσει παραπάνω. Την ίδια ακριβώς στάση είχε υιοθετήσει νωρίτερα και έναντι της Αυστρίας, την επομένη της μάχης της Sadowa (1866). Πέραν από την υφαρπαγή της Αλσατίας και της Λωρραίνης, που από μόνη της εγείρει αντιδράσεις συναισθηματικής φύσεως, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει σήμερα την μετριοπάθεια των διατάξεων της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Η Γαλλία, αν και υπαίτια για την κήρυξη του πολέμου, δεν υπεβλήθη σε κάποιο καθεστώς μονομερούς ή συλλογικής κηδεμονίας, δεν υπέστη συρρίκνωση της κυριαρχίας της. Με την ολοκλήρωση της αποπληρωμής των πολεμικών επανορθώσεων, που της επιβλήθηκαν ακολουθώντας την παράδοση νικητών-ηττημένων εντός και εκτός Ευρώπης, ήταν ελεύθερη να ανακτήσει το κύρος της στο στρατιωτικό, ναυτικό, αποικιακό και οικονομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, υπό αυτές τις συνθήκες η Γαλλία εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των Μεγάλων Δυνάμεων και να τρέφει βάσιμες προσδοκίες για μια μελλοντική αποκατάσταση της χαμένης της αίγλης. Βέβαια, την επομένη του γαλλοπρωσικού πολέμου των ετών 1870-1871, περιορίζεται σε έναν περισσότερο διακριτικό ρόλο σε σχέση με το άμεσο παρελθόν. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη στρατιωτική ήττα στο πεδίο των μαχών, όσο στην καθεστωτική μεταβολή, η οποία την διαδέχθηκε καθώς και στη συνακόλουθη αναζήτηση μιας νέας, πρωτόγνωρης, πολιτικής οργάνωσης κάτω από ένα αβασίλευτο καθεστώς. Η αναγκαστική στροφή της προς μια εποχή ανασύνταξης και εσωστρέφειας, υπήρξε τελικά εκείνη, η οποία επέτρεψε την σφυρηλάτηση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αναδιοργάνωσης,

Η παρισινή Κομμούνα του 1871.

Ένα πράγμα είναι, πάντως, γεγονός. Η συγκυριακή αναδίπλωση της Γαλλίας κατά κανένα τρόπο δεν υποβαθμίζει επί της ουσίας την τελευταία σε δευτερεύουσα δύναμη. Απλούστατα, την εξαναγκάζει προσωρινά και επί μια δεκαετία να επωμιστεί έναν ελάσσονα ρόλο στο διεθνές διπλωματικό στερέωμα. Σημαντικά ενισχυμένη από αυτήν ακριβώς την κατάσταση εξήλθε η νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση των συνόρων προς δυσμάς, με την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης, την οποίαν αποδέχτηκαν οι υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Το Βερολίνο είχε επομένως κάθε λόγο να παγιώσει την πρωτοκαθεδρία αυτή στην Ευρώπη, μια προνομιακή θέση, την οποία είχε εξασφαλίσει χάρη στην πρόσφατη επικράτηση σε βάρος της Γαλλίας.

 

Το στρατηγικό πάγωμα στην Ευρώπη

H σταδιακή σφυρηλάτηση, περισσότερο εμπειρική παρά συστηματική, αυτού που ονομάζεται σύστημα συμμαχιών του Bismarck μεταξύ των ετών 1873 και 1890, προκάλεσε ένα γενικό στρατηγικό πάγωμα όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι τελευταίες, βρέθηκαν προ της ανάγκης να εγκαταλείψουν τις ευέλικτες διπλωματικές μεθόδους, τις οποίες ασκούσαν μέχρι πρότινος η κάθε μια για δικό της λογαριασμό. Ο λόγος ήταν οι αντιφάσεις και οι επικαλύψεις, που είχαν προκύψει εξαιτίας των δεσμεύσεων, οι οποίες πήγαζαν από τη συμμετοχή τους σε ένα νέο σύστημα συμμαχιών. Η παραπάνω μετεξέλιξη οφειλόταν σε δυο καινοτομίες, τις οποίες είχε επιφέρει η γερμανική πολιτική.

Κατά πρώτο λόγο, ο Bismarck είχε περάσει από μια στρατηγική ενοποίησης του γερμανικού χώρου σε μια πολιτική εσωτερικής συγχώνευσης του νεότευκτου Ράιχ και μεθοδικής σταθεροποίησης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος του τελευταίου.³ Επρόκειτο για μια αλλαγή πλεύσης έναντι του έξω κόσμου, η οποία εξυπηρετούσε ταυτόχρονα το γερμανικό ενωτικό ζήτημα και την πρωσική ισχύ, ένα διπλό διακύβευμα που εξασφάλιζε στον Γερμανό καγκελάριο χρονική συνέχεια και στρατηγική προοπτική. Κατά δεύτερο λόγο, ο Bismarck ενεργοποίησε την αρχή της μόνιμης συμμαχίας μέσω διαδοχικών ανανεώσεων σε περίοδο ειρήνης. Μάλιστα, σε αυτόν ακριβώς τον νέο τρόπο άσκησης της διπλωματίας, οι μετά τον πόλεμο του 1870-1871 δυο δεκαετίες οφείλουν τον χαρακτηρισμό της “ένοπλης ειρήνης” ο οποίος τους αποδόθηκε. Ουσιαστικά, ο Γερμανός καγκελάριος διαφοροποιείται από την πρακτική του παρελθόντος, που απέβλεπε σε συμμαχίες εφήμερης διάρκειας, δηλαδή μέχρι τον τερματισμό της κρίσης, για την αντιμετώπιση της οποίας οι τελευταίες είχαν συνομολογηθεί. Στο εξής, η σύναψη αμυντικής φύσεως συμμαχιών εν καιρώ ειρήνης, χαλυβδώνει ακόμα περισσότερο τις διακρατικές σχέσεις χάρη στις συμβατικές δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτές, καθιστούν δυσκολότερη τη μονομερή καταγγελία από την πλευρά κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, τέλος, διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ διπλωματίας, το οποίο τους ανήκει δικαιωματικά. Για τη δομή και την πλαισίωση της πολιτικής του, ο Bismarck, τόσο σε επίπεδο πρωτοβουλιών όσο και σε επίπεδο αξιοποίησης των εκάστοτε συγκυριών, σφυρηλατεί ένα σύστημα συμμαχιών, του οποίου αξίζει να μνημονευθούν τα κυριότερα στάδια.

Η πρώτη Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων (DreiKaiserAbkommen) του 1873, απαρτίζεται από τρεις ανισοβαρείς διακρατικές πράξεις: α) Μια στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας β) μια υπόσχεση για διμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας και γ) μια δήλωση προσχώρησης της Γερμανίας στην παραπάνω υπόσχεση. Σε καμία από τις τρεις αυτές πράξεις δεν αναφέρεται χρονική διάρκεια ισχύος. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα, το οποίο εξασφαλίζει στη Γερμανία, παρούσα και στα δυο επίπεδα του τελευταίου, ρόλο διαμεσολαβητή (Ρωσία και Αυστροουγγαρία τρέφουν αντικρουόμενα συμφέροντα στα Βαλκάνια), συνεπώς και ουσιαστικού ρυθμιστή του συστήματος. Η βαλκανική κρίση των ετών 1875-1876, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος των ετών 1877-1878, το πρόβλημα της αναθεώρησης της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, καθιστούν εκ των πραγμάτων το Βερολίνο επίκεντρο των εξελίξεων και οικοδεσπότη της μεγάλης διεθνούς συνδιάσκεψης, την ημερήσια διάταξη της οποίας μονοπωλούσε η αλλαγή του καθεστώτος των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια βαλκανική κρίση, λειτούργησε ως ταφόπλακα της πρώτης Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων, εξαιτίας ακριβώς των αντικρουομένων συμφερόντων των δυο εταίρων της Γερμανίας στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος-Ιούλιος 1878). Ο Bismarck εικονίζεται στο κέντρο της εικόνας. Πλαισιώνεται από πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ο Βρετανός Disraeli, ο Ούγγρος Andrassy, ο Ρώσος Gortchakoff, ο Γάλλος Waddington και οι εκπρόσωποι της Υψηλής Πύλης.

Κατόπιν τούτου, ο Bismarck προέβη σε μια αποφασιστική, για το μέλλον, απόφαση. Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να επιλέξει μια εκ των Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας, έπεισε τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α΄ να επικυρώσει το αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας (Zweibund) του 1879, πενταετούς ισχύος, το οποίο ανανεώθηκε το 1883 με δυνατότητα περαιτέρω σιωπηρών ανανεώσεων. Μυστική στην αρχή, η ύπαρξη του αυστρογερμανικού συμφώνου συμμαχίας διέρρευσε το 1888. Όμως, ήδη από το 1881, ο Bismarck είχε επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της Ρωσίας, έχοντας κατά νου την αναβίωση της Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων. Η όλη επιχείρηση καρποφόρησε τον Ιούνιο του ιδίου έτους, με τον σχηματισμό της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων (Dreikaiserbund ). Η τελευταία εξασφαλίζει απόλυτη ισοτιμία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ρωσία): τήρηση ουδετερότητας σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός εκ μέρους κάποιας τετάρτης Μεγάλης Δύναμης (στην περίπτωση υπονοούνται δίχως να κατονομάζονται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας και η Μεγ. Βρετανία σε βάρος της Ρωσίας). Ήταν τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.

Στα παραπάνω, ήρθε να προστεθεί ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1882, η Τριπλή Συμμαχία (Dreibund) ανάμεσα στις Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία. Πρόκειται για την μακροβιότερη από όλες τις πράξεις, οι οποίες συγκροτούν το σύστημα συμμαχιών του Bismarck, εφόσον αποτελεί το ένα από δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τα οποία το καλοκαίρι του 1914 ήρθαν σε μεταξύ τους ρήξη (το δεύτερο ήταν η κατά πολύ μεταγενέστερη Τριπλή Συνεννόηση μεταξύ Γαλλίας, Μεγ. Βρετανίας και Ρωσίας). Η Τριπλή Συμμαχία, πενταετούς διάρκειας και ανανεώσιμη, προκαθόριζε συνδρομή των συμβαλλομένων μερών με το σύνολο των στρατιωτικών τους δυνάμεων σε περίπτωση προσβολής σε βάρος του ενός ή δυο εξ αυτών από μια τέταρτη Δύναμη. Ως τέτοια, την φορά αυτή, κατονομάζεται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας ή της Ιταλίας. Σε διαφορετική περίπτωση, προβλεπόταν η τήρηση στάσης ουδετερότητας.

Η υπέρθεση τριών τύπων διακρατικών πράξεων, κάθε μια εκ των οποίων διατηρεί τη δική της αυτονομία, συγκροτεί τον άξονα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck των ετών 1882-1887. Ο κεντρικός πυλώνας είναι αυστρογερμανικός (αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας – Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων – Τριπλή Συμμαχία). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γερμανία διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο καταφέρνει να υπερκεράσει τα συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα των εταίρων της (Αυστροουγγαρία, Ρωσία, Ιταλία) και να διαφυλάξει την εσωτερική συνοχή του όλου συστήματος, υλοποιώντας παράλληλα τον πρωταρχικό αντικειμενικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας. Πρόκειται για ένα ερώτημα, το οποίο στην πραγματικότητα ευσταθεί μόνο για την περίπτωση της Ρωσίας.

Το σύστημα συμμαχιών του Bismarck και η διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας (1873-1890).

Ένα μήνα προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, ο Bismarck εκμαίευσε μια κοινή δήλωση των αυτοκρατόρων της Γερμανίας Γουλιέλμου Α΄ και της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ, βάσει της οποίας, η διμερής αυστρογερμανική Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 διατηρείτο στο έπακρο, έχοντας, μάλιστα, ανώτερη τυπική ισχύ έναντι της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.⁴ Μεταξύ των πιθανών αιτίων ενεργοποίησης, η διμερής Συνθήκη του 1879 συμπεριλάμβανε μια επίθεση εκ μέρους της Ρωσίας (άρθρο 1) ή εκ μέρους κάποιου τρίτου διαθέτοντος την υποστήριξη της Ρωσίας (άρθρο 2.2). Η συγκεκριμένη διακρατική πράξη διαθέτει αμυντική και όχι επιθετική προοπτική. Παρέχει, επομένως, κάλυψη στα δυο συμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση επιθετικής πρωτοβουλίας από την πλευρά της Ρωσίας. Οι δυο καγκελάριοι Andrassy και Bismarck, σε μεταξύ τους συνάντηση στη Βιέννη στις 24 Σεπτεμβρίου 1879, υπέθεσαν πως και η ρωσική κυβέρνηση διακατεχόταν από ανάλογο αμυντικό πνεύμα. Επομένως, δεν ετίθετο ζήτημα ενεργοποίησης της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Τον Ιούνιο του 1881, η συνομολόγηση της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων ήρθε να επιβεβαιώσει την υπόθεση των Andrassy και Bismarck. H τριμερής αυτή πράξη πρέσβευε αμοιβαία ουδετερότητα σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης ενός συμβαλλομένου μέρους με κάποιο άλλο κράτος. Συνεπώς, καθιστά, ουσιαστικά, ανενεργό το άρθρο 2.2 της αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Πόσο μάλλον που αποκλείει κάθε πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής ανάμεσα στους τρεις εταίρους.

Η Τριπλή Συμμαχία του 1881 (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ιταλία) επανέρχεται στην αρχή της ουδετερότητας σε περίπτωση διμερούς πολέμου, με εξαίρεση, βέβαια, το ενδεχόμενο επιθετικής ενέργειας εκ μέρους της Γαλλίας μόνης, ή υποστηριζόμενης από κάποια άλλη Μεγάλη Δύναμη πλην των τριών συμβαλλομένων. Ποια, όμως, μπορούσε να είναι αυτή η άλλη Δύναμη; Η Μεγάλη Βρετανία; Οι προοπτικές για κάτι τέτοιο ήταν πενιχρές το 1882. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία; Δεν πρόκειται για Μεγάλη, αλλά για Μεσαία Δύναμη σε κατάσταση αποσύνθεσης την ίδια εποχή. Απομένει η Ρωσία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήδη αποκλείεται, όμως, από τη Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, η οποία επιτάσσει. όπως είδαμε, στη Ρωσία την τήρηση ουδέτερης στάσης.

Δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την σταθεροποιητική λογική ενός ολόκληρου οικοδομήματος, απαρτιζόμενου από ξεχωριστές διακρατικές πράξεις. Παράλληλα, όμως, να διαπιστώσει τον επισφαλή και εύθραυστο χαρακτήρα του τελευταίου.⁵ Συμπληρώνεται από ένα αυστριακό υποσύστημα, το οποίο περιλαμβάνει δυο σκέλη: α) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Σερβία (Ιούνιος 1881) δεκαετούς ισχύος, η οποία, υπό τη μορφή φιλίας, ειρήνης και καλής γειτονίας, προσφέρει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση της Βιέννης να θέσει υπό την προστασία της (δηλαδή υπό τον έλεγχό της) τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες και οράματα του Βελιγραδίου και β) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Ρουμανία (Οκτώβριος 1883), πενταετούς διάρκειας (ανανεώθηκε ανελλιπώς έως το 1912), άμεσα ενεργοποιήσιμη σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η Γερμανία προσχώρησε αυθημερόν στην παραπάνω Συνθήκη καθώς και σε όλες τις ανανεώσεις, που έμελλαν να ακολουθήσουν. Πρόκειται για ένα τριμερές (τετραμερές έπειτα και από την προσχώρηση της Ιταλίας τον Μάιο του 1888) σχήμα, το οποίο συμπληρώνει κατά τρόπο ιδανικό την Τριπλή Συμμαχία του 1882.

Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1879 και 1883, με πρωτοβουλία και συμμετοχή της Γερμανίας, συντελείται κατά στάδια ένα στρατηγικό πάγωμα της κεντρικής Ευρώπης, από τη Βαλτική έως την Αδριατική. Χάρη στο Βερολίνο, αναπτύσσονται όλα τα συμβατικά μέσα εκείνα, τα οποία εμπόδισαν τη Ρωσία και την Γαλλία να αποτελέσουν απειλή. Η πρώτη ενσωματώθηκε στο σύστημα, η δεύτερη καταδικάστηκε σε διπλωματική απομόνωση, η οποία διήρκεσε επί μια περίπου ολόκληρη εικοσαετία. Η Γερμανία και κατά δεύτερο λόγο η Αυστροουγγαρία λειτούργησαν ως γεωγραφικοί και στρατιωτικοί πυλώνες του συστήματος συμμαχιών. Άραγε, το ηπειρωτικό αυτό κλείδωμα ήταν δυνατό να διευρυνθεί προς την κατεύθυνση της Ιταλίας και με πόση αξιοπιστία; Οι εξελίξεις απέδειξαν πως η απομάκρυνση από το κεντροευρωπαϊκό κέντρο βάρους εξασθένισε την αποτελεσματικότητα του παραπάνω συστήματος συμμαχιών. Οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονταν πλέον με γνώμονα διαφορετικά δεδομένα.

 

Ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης

Η επίκληση του γαλλικού κινδύνου σε βάρος της διατήρησης της ειρήνης στην Ευρώπη χάνει σιγά- σιγά την διπλωματική της αξιοπιστία. Βραχυπρόθεσμα, η Γ’ Γαλλική Δημοκρατία δεν ενστερνίστηκε κάποιον μεσσιανικό ή εκδικητικό, σε βάρος της Γερμανίας, ρόλο. Δεν πράττει τίποτε το ουσιαστικό, προκειμένου να ανακτήσει τις Αλσατία και Λωρραίνη. Το όλο ζήτημα εξακολουθεί, βέβαια, να βασανίζει τις συνειδήσεις, ουδέποτε, ωστόσο, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων με τη Γερμανία. Το 1880, στο γύρισμα της δεκαετίας, το Ράιχ δεν καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα εξεγέρσεων ή παθητικής αντίστασης. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι κανένα σημείο της επικράτειας δεν τελεί υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου. Η πολιτική του Bismarck των ετών 1873-1877, την οποία οι Γάλλοι αποκαλούσαν “πολιτική των συναγερμών” είχε παρέλθει. Συνίστατο στη δημιουργία “μη γεγονότων”, διατηρώντας σε κατάσταση συναγερμού το Παρίσι και προσφέροντάς του την πολυτέλεια να εμφανίζεται ως εν δυνάμει θύμα της Γερμανίας. Από ένα σημείο και έπειτα, ωστόσο, η πολιτική αυτή προκάλεσε τη δυσαρέσκεια Βρετανών και Ρώσων, με αποτέλεσμα ο Bismarck να αναγκαστεί να την εγκαταλείψει το 1877. Την αντικατέστησε με μια επίθεση φιλίας προς τη Γαλλία, με αντίτιμο τη λήθη του πρόσφατου ακόμα γαλλοπρωσικού πολέμου και την αποδοχή του status quo, έτσι όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη το 1871. Μεταξύ των ετών 1878 και 1885, ενθαρρύνει συνεχώς την κυβέρνηση του Παρισιού να στραφεί προς την κατεύθυνση της αποικιακής εξάπλωσης εκτός Ευρώπης, πεπεισμένος πως με αυτόν τον τρόπο, η Γαλλία θα εξόρκιζε τις ανασφάλειές της και θα έβρισκε ελεύθερο χώρο για να αναπτύξει την ισχύ της μακριά από την “καυτή” εκκρεμότητα της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Η τακτική αυτή κίνηση του Γερμανού καγκελαρίου υπαγορεύεται και από άλλου είδους υστεροβουλίες. Μια μεταστροφή της Γαλλίας προς την αποικιακή εξάπλωση, αργά ή γρήγορα θα έφερνε την τελευταία αντιμέτωπη με την μοναδική Μεγάλη Δύναμη, η οποία είχε παραμείνει εκτός του συστήματος συμμαχιών, τη Μεγ. Βρετανία. Με τον τρόπο αυτό εξουδετερωνόταν κάθε προοπτική προσέγγισης ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι. Οι Γάλλοι ιθύνοντες είχαν απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, γι αυτό και υπήρξαν ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επιλογές και κινήσεις τους. Το ελεύθερο παρέμβασης στην Τυνησία, το οποίο παραχωρήθηκε στους Γάλλους στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1878, δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο το 1881 κι έπειτα από πολλή σκέψη. Παρά ταύτα, η ενέργεια αυτή έσπρωξε την Ιταλία στις αγκάλες του Βερολίνου, κάτι που είχε επίσης διαβλέψει ο πανούργος Γερμανός καγκελάριος. Η έλλειψη αποφασιστικότητας που επέδειξε η Γαλλία στο ζήτημα της Αιγύπτου, στέρησε τελικά από τη χώρα την δυνατότητα να μετατρέψει σε πολιτική συγκυριαρχία τον έλεγχο, τον οποίο ασκούσε από κοινού με τη Μεγ. Βρετανία στον οικονομικό τομέα, αφήνοντας, τον Ιούλιο του 1882, το πεδίο ελεύθερο στην διείσδυση της βρετανικής επιρροής.⁶

Οι Βρετανοί στην Αίγυπτο.

Επομένως, στο αποικιακό στερέωμα, η Γαλλία όχι μόνο είναι αποδεκτή, αλλά αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος είτε σε διμερή είτε σε πολυμερή κλίμακα. Την ίδια εποχή, στην ανατολική Ασία και στον Ειρηνικό Ωκεανό οι Μεγάλες Δυνάμεις (των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων) παρεμβαίνουν αυτοδύναμα. Αντίθετα, η αφρικανική ήπειρος, πεδίο, όπου διακυβεύονται αντικρουόμενα συμφέροντα, υπαγορεύει κωδικοποιημένο τρόπο παρέμβασης. Δυο είναι οι ζώνες, οι οποίες ξεχωρίζουν: α) εκείνες, οι οποίες υπάγονται είτε κυρίαρχα είτε υπό καθεστώς υψηλής επικυριαρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και β) εκείνες, οι οποίες δεν ανήκουν κατά κανένα τρόπο στην τελευταία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο κίνδυνος αντιπαραθέσεων είναι μικρότερος, καθώς προσφέρεται η δυνατότητα ανεύρεσης λύσης μεταξύ των ανταγωνιστών (της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης) μέσω πολυμερών διαπραγματεύσεων. Είναι η περίπτωση του Μαρόκου, ανεξάρτητου κράτους, στην κυβέρνηση του οποίου όφειλε κανείς να υπολογίζει. Κατόπιν αιτήματος της τελευταίας συνήλθε το 1880 η συνδιάσκεψη της Μαδρίτης με τη συμμετοχή δώδεκα κρατών. Αντικείμενο των εργασιών ήταν ο προσδιορισμός του αριθμού καθώς και του νομικού καθεστώτος των Μαροκινών εμπορικών πρακτόρων, οι οποίοι απασχολούνταν από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας. Ένας κοινός κανόνας για όλους εξομοιώνει μεταξύ τους τα εμπλεκόμενα κράτη ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στην εγχώρια αγορά, αναγνωρίζοντας παράλληλα στους αλλοδαπούς το δικαίωμα απόκτησης γης. Με τον τρόπο αυτό σφυρηλατείται ένα modus vivendi μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, ένας κώδικας ισότιμης παρέμβασης στα εσωτερικά πράγματα του Μαρόκου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.⁷

Από ανάλογο πνεύμα διαπνέεται και η συνδιάσκεψη για τις υποθέσεις της κεντρικής Αφρικής, η οποία συνήλθε στο Βερολίνο το 1884-1885 με τη συμμετοχή δεκατεσσάρων κρατών. Η τελική πράξη εγγυάται την ελεύθερη διακίνηση εμπορίου στις λεκάνες των ποταμών Νίγηρα και Κονγκό. Κυρίως, όμως, ορίζονται οι διαδικασίες μελλοντικών παρεμβάσεων στις αχαρτογράφητες, ακόμη, περιοχές της μαύρης Αφρικής. Η συνδιάσκεψη κατέληξε στην υιοθέτηση, εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων μερών, ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς, ικανού να αποτρέψει αιχμηρές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις αποικιακές δυνάμεις, που με τη σειρά τους, ενδέχετο να διαχυθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Με άλλα λόγια, ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης λειτουργεί προληπτικά, εξουδετερώνοντας εν τη γενέσει τους κάθε μορφής περιφερειακούς κινδύνους σε βάρος της ειρήνης στη Γηραιά Ήπειρο.⁸

Αποικιακές κτήσεις στην Αφρικανική Ήπειρο.

Το μεσογειακό περίγραμμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Αιτία είναι η συνήθης κρισιμότητα και ιδιαιτερότητα του χώρου και η επικάλυψη των γεωγραφικών του ορίων με τα διάφορα διακυβεύματα του στρατηγικού συστήματος, το οποίο διαμορφώθηκε κατά τη διετία 1881-1883. Οι μεσογειακές βλέψεις της Ιταλίας, οι οποίες περιεστάλησαν εξαιτίας του ζητήματος της Τυνησίας, οδήγησαν το 1887 στην ανανέωση και στην έμμεση διεύρυνση της Τριπλής Συμμαχίας. Η μοναδική παρουσία της Γαλλίας μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνίσταται στο ότι κατονομάζεται ως εν δυνάμει εχθρός. Η βουλγαρική κρίση (1886-1887), η έξαρση του εθνικιστικού κλίματος στη Γαλλία (1887), οι κλιμακούμενες εκδηλώσεις αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας εντός του Ράιχ, καθιστούν αναγκαία την ενδυνάμωση της Τριπλής Συμμαχίας στην Ευρώπη, με την προσθήκη, μάλιστα, μιας μεσογειακής προέκτασης. Ο Bismarck, θεωρεί απαραίτητη μια στρατιωτική συνδρομή της Ιταλίας κατά της Γαλλίας, σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου. Γι αυτό και κρίνει αναγκαία την διατήρηση της χώρας αυτής στους κόλπους του τριμερούς συνασπισμού. Άλλο τόσο ενδιαφέρεται και ο τρίτος εταίρος, η Αυστροουγγαρία. Η Βιέννη επιχειρεί να αποφύγει πάση θυσία μια προσέγγιση ανάμεσα στη Ρώμη και την Αγία Πετρούπολη για τις βαλκανικές υποθέσεις. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη θα την έφερνε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση σε περίπτωση ρήξης των σχέσεών της με τη Ρωσία. Συνεπώς, ήταν προτιμότερο να ληφθούν υπόψη και να εξυπηρετηθούν στο μέτρο του δυνατού οι επιθυμίες της Ιταλίας. Η συμπληρωματική αυστροϊταλική σύμβαση του 1887 σχετικά με τη διατήρηση του status quo στα Βαλκάνια προβλέπει συνεργασία ανάμεσα στα δυο μέρη επάνω στη βάση αμοιβαίων ικανοποιήσεων (οικονομικών, ενδεχομένως και εδαφικών), γεγονός, το οποίο καθιστά την Ιταλία διεκδικήτρια δύναμη στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η συμπληρωματική ιταλογερμανική σύμβαση του ιδίου έτους επανέρχεται στην αρχή της διατήρησης και προστασίας του status quo διευρύνοντας το casus foederis σε βάρος της Γαλλίας στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία η Ιταλία, στην προσπάθειά της να αποτρέψει ενδεχόμενη γαλλική παρέμβαση στην Τριπολίτιδα ή στο Μαρόκο, μετέφερε κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας τον πόλεμο εντός του μητροπολιτικού εδάφους της Γαλλίας.⁹

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δυο παραπάνω συμβάσεις, οι οποίες ήρθαν να συμπληρώσουν το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας, ανοίγουν προοπτικές για εδαφικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, εκείνο, το οποίο προέχει, παραμένει η διατήρηση του status quo, έστω και για λόγους επιβίωσης της ίδιας της συμμαχίας. Για μια ακόμη φορά ο Bismarck καταφέρνει να προτάξει την σταθερότητα των διακρατικών σχέσεων στην κεντρική Ευρώπη. Το σύστημα συμμαχιών, που σφυρηλάτησε μεταξύ των ετών 1879-1882, εξέρχεται από τη δύσκολη ανανέωση του 1887 ενισχυμένο ως προς την βορειοδυτική και νοτιοδυτική του πτέρυγα. Αντίθετα, χωλαίνει στο βορειοανατολικό του πλευρό, εξαιτίας της μη ανανέωσης της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων, αποκύημα της διπλωματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ρωσία και την Αυστροουγγαρία με αφορμή την βουλγαρική κρίση του 1886-1887. Κατά συνέπεια, ελλοχεύει εκ νέου ο κίνδυνος μιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των δυο χωρών. Πρόκειται για μια ρωγμή, ικανή από μόνη της να καταστήσει το σύστημα συμμαχιών ανενεργό στο σύνολό του.

H διαγραφόμενη απειλή είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Γερμανία λόγω της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας αλλά και εξαιτίας του ρυθμιστικού ρόλου, τον οποίον επί μια σχεδόν δεκαπενταετία είχε αυτοβούλως επωμιστεί στη Γηραιά Ήπειρο, σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι πολεμικές ιαχές, με προέλευση την Γαλλία, ακούγονται μέχρι το Βερολίνο. Η προοπτική διενέργειας ενός διμέτωπου αγώνα, με άλλα λόγια ο σχηματισμός ενός γαλλορωσικού συνασπισμού, εισέρχεται για μια ακόμη φορά στην ημερήσια διάταξη προκαλώντας ρίγη ανησυχίας στη γερμανική πρωτεύουσα. Βέβαια, μια εξέλιξη του είδους αυτού συνιστά casus foederis με βάση τις διατάξεις της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας του 1879 αλλά και της ίδιας της Τριπλής Συμμαχίας, με τους όρους, με τους οποίους η τελευταία ανανεώθηκε το 1887. Με τη διαφορά του ότι ο Bismarck δεν έτρεφε παρά ελάχιστη εκτίμηση για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού, πόσο μάλλον στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου, ικανού να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης, της βαλκανικής χερσονήσου συμπεριλαμβανομένης. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση επιχείρησε να αποτρέψει συνομολογώντας με τη Ρωσία το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης (Rückversicherungsvertrag), έστω και αν η πρωτοβουλία αυτή υστερεί ως προς τις δεσμεύσεις, τις οποίες υπαγορεύει, έναντι της παλαιότερης Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.

Το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης της 18ης Ιουνίου 1887 τηρήθηκε μυστικό. Είχε τριετή διάρκεια ισχύος και προέβλεπε τήρηση στάσης ουδετερότητας εκ μέρους της Ρωσίας σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου έπειτα από πρωτοβουλία της Γαλλίας, ανάλογη στάση εκ μέρους του Βερολίνου σε περίπτωση εμπλοκής της Ρωσίας σε έναν αμυντικό πόλεμο (βλ. προκληθέντα από την Αυστροουγγαρία). Άραγε το περιεχόμενο του νέου συμφώνου έρχεται σε αντιδιαστολή με τις δεσμεύσεις της Γερμανίας έναντι της Αυστροουγγαρίας, έτσι όπως αυτές ορίζονται από την διμερή Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 και από το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας; Η απάντηση είναι όχι. Μια εμπλοκή του ενός εκ των τριών εταίρων της Τριπλής Συμμαχίας σε πόλεμο, υπαγορεύει την ουδετερότητα των υπολοίπων δυο, η δε Συνθήκη του 1879 δεν είναι ενεργοποιήσιμη παρά μόνο σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας σε βάρος της Αυστροουγγαρίας κι όχι αντιστρόφως. Ο Bismarck δεν υπόσχεται στην Αγία Πετρούπολη κάτι υπεράνω των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Βιέννης. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο ο μυστικός χαρακτήρας του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης απομακρύνει ουσιαστικά την προοπτική ενός αυστρορωσικού πολέμου. Η ανανέωση της Τριπλής Συμμαχίας το 1887 δημοσιοποιήθηκε (μυστική τηρήθηκε μόνο η διάρκεια ισχύος). Για τη Ρωσία, η υποσχεθείσα ουδετερότητα της Γερμανίας μέσω του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης του ιδίου έτους δεν είναι εφικτή παρά μόνο εάν η πρώτη έπεφτε θύμα επίθεσης εκ μέρους της Αυστροουγγαρίας. Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, η Γερμανία θα συνέδραμε την Αυστροουγγαρία στρατιωτικά με το σύνολο των δυνάμεών της. Με τον τρόπο αυτό, ο συνδυασμός των περιεχομένων της Τριπλής Συμμαχίας και του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης συγκρατεί την Ρωσία από το να διακινδυνέψει την καταφορά ενός πλήγματος κατά της Αυστροουγγαρίας.

18th June 1887: Germany and Russia sign the secret Reinsurance Treaty

Ανάλογες υπήρξαν και οι επιπτώσεις της πρωτοβουλίας του Bismarck και έναντι της Βιέννης, η οποία αγνοεί την ύπαρξη του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης. Σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι οποίες είχαν προηγηθεί της ανανέωσης της Τριπλής Συμμαχίας, η Γερμανία αγωνίστηκε για τη διατήρηση του status quo και για μια ειρηνική διευθέτηση των διαφορών με τη Ρωσία. Μάλιστα, στις 12 Ιανουαρίου του 1887, ο Bismarck είχε δηλώσει ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν άξιζε τον κόπο, προκειμένου να προκαλέσει πόλεμο και πως εν πάση περιπτώσει, η Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει στον οποιονδήποτε “να της περάσει τη θηλειά στον λαιμό διαταράσσοντας τις σχέσεις της με τη Ρωσία”. Υπενθύμισε ταυτόχρονα τον αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα της Τριπλής Συμμαχίας, επισημαίνοντας πως θα παρεμπόδιζε διολίσθηση πέραν του συγκεκριμένου αυτού ορίου. Επρόκειτο για μια προληπτική δημόσια καταδίκη ενός αυστρορωσικού πολέμου με αυστριακή υπαιτιότητα. Βεβαίως, εναπόκειτο στη Βιέννη να επιλέξει το είδος των ενεργειών της. Ωστόσο, στην πράξη, η παραπάνω τοποθέτηση του Γερμανού καγκελαρίου την συγκρατεί από το να παρέμβει μόνη. Όπως και με την περίπτωση της Ρωσίας νωρίτερα, έτσι και εδώ, με εκείνη της Αυστροουγγαρίας, το ειδικό βάρος της γερμανικής ισχύος λειτουργεί αποτρεπτικά.

Ο Bismarck κατόρθωσε να διατηρήσει τον έλεγχο του όλου ηπειρωτικού συστήματος και να επεκτείνει την επιρροή του τελευταίου, χάρη σε έναν επιπρόσθετο, περισσότερο αβέβαιο ωστόσο, μηχανισμό σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο. Καθοριστικός υπήρξε, στην περίπτωση, ο ρόλος, τον οποίον διαδραμάτισε η Ιταλία. Από κοινού με την Αυστροουγγαρία, η τελευταία επεξεργάζεται ένα υποσύστημα μεσογειακού βεληνεκούς. Σε αυτό προσχωρούν η Μεγ. Βρετανία και η Ισπανία. Στόχος πάντοτε είναι η διατήρηση του stαtus quo.

Η εμβέλεια του Μεσογειακού Συμφώνου του 1887 είναι μάλλον περιορισμένη. Όμως, το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη στιγμή τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται για μεταξύ τους διαβουλεύσεις σχετικά με την ισχύουσα, τότε, τάξη πραγμάτων στο Αιγαίο, στην Αδριατική και στα παράλια της βορείου Αφρικής, ενισχύει την συγκυριακή σταθερότητα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck, εφόσον απομακρύνει, προσωρινά έστω, τον κίνδυνο εμπόλεμων αναφλέξεων σε μια περιοχή, την Μεσόγειο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα συμφέροντα. Φοβούμενο μήπως παραμείνει στο περιθώριο των εξελίξεων, το Λονδίνο αποδέχεται την ανταλλαγή επιστολών με την Ιταλία σχετικά με τα παραπάνω. Αποφεύγει, παρά ταύτα την πρόταση της Ρώμης περί αμοιβαίας διπλωματικής συνδρομής για την παρέμβαση και εγκατάσταση της Ιταλίας στην Τριπολίτιδα και της Μεγ. Βρετανίας στην Αίγυπτο. Ας μη ξεχνάμε πως, αν και τελούσα υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, η Αίγυπτος έχει περάσει ολοκληρωτικά, εδώ και μια πενταετία, κάτω από τον έλεγχο των Βρετανών. Η Ισπανία, από τη δική της πλευρά, υπόσχεται να μην προβεί σε οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία στο Μαγκρέμπ, δίχως προηγουμένως να έχει προηγηθεί συνεννόηση με την Ιταλία, όχι όμως με τη Γαλλία. Στα παραπάνω διμερή πρωτόκολλα των Μαρτίου και Μαΐου 1887 προσχωρεί και η Αυστροουγγαρία. Τέλος, τον μήνα Δεκέμβριο, λαμβάνει χώρα νέα (τριμερής τη φορά αυτή) ανταλλαγή επιστολών, η οποία προβλέπει ακόμα και παροχή στρατιωτικής συνδρομής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε περίπτωση, κατά την οποία μια τρίτη δύναμη (βλ. Ρωσία) επιχειρούσε να πλήξει την ακεραιότητα της τελευταίας ή να μεταβάλει το διεθνές καθεστώς των Στενών.

Με την προσχώρηση, το 1888, της Ιταλίας στη συμμαχία Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας – Ρουμανίας, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα έτη 1887-1888 κλειδώνει ένα σύστημα συμμαχιών, η σφυρηλάτηση του οποίου είχε ξεκινήσει μεθοδικά τουλάχιστον εννέα χρόνια νωρίτερα, με έναν και μοναδικό στόχο: την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας, σε ελάσσονα δε κλίμακα, και εκείνη της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, η Γερμανία καταφέρνει να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία της στην Ευρώπη για τρία ακόμη χρόνια, έως το 1890 και τον εξαναγκασμό του Bismarck σε υποβολή παραίτησης από τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄.

Αριστερά: ο Otto von Bismarck με τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄. Δεξιά: το πρώτο ρήγμα σε βάρος του συστήματος συμμαχιών του Bismarck: η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 και η έξοδος της Γαλλίας από μια εικοσαετή περίοδο διπλωματικής απομόνωσης.

Δεκαέξι χρόνια έπειτα από την ήττα της Γαλλίας, η στρατηγική οργάνωση της Ευρώπης αγγίζει το 1887 το απόγειό της, τόσο ως προς την πολυπλοκότητα των διακρατικών πράξεων που περικλείει, όσο και σε επίπεδο διεύρυνσης προς τον μεσογειακό χώρο. Επιπρόσθετα, πρέπει να προσμετρηθεί και η πρόνοια για ασφάλεια του συστήματος σε περίπτωση περιπλοκών στην Αφρική, την πλησιέστερη προς τον ευρωμεσογειακό χώρο ζώνη, όπου επεκτείνονται οι σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και διακυβεύονται σημαντικά συμφέροντα. Αυτή ακριβώς η γεωγραφική και περιπτωσιολογική διαστολή αποτελεί συνάμα και την αδυναμία του όλου συστήματος λιγότερο λόγω φθοράς και περισσότερο εξαιτίας των αντικρουόμενων συμφερόντων και των εκπτώσεων φιλοδοξίας, που το ίδιο το σύστημα υπαγορεύει για την εσωτερική του συνοχή και επιβίωση. Μια λογική, η οποία πηγάζει από την προαναφερόμενη πλειάδα κρατών και προδικάζει την μελλοντική εξέλιξη του όλου συστήματος, όσο απομακρυνόμαστε από τους αρχικούς λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στον σχηματισμό του, δηλαδή την στρατιωτική ήττα της Γαλλίας το 1870-1871 και το τέλος της γαλλικής πρωτοκαθεδρίας στην Ευρώπη.

Η δυναμική του διπλωματικού της αποκλεισμού στην Ευρώπη, ανάγκασε τελικά την Γαλλία στο να επεκτείνει την κυριαρχία της σε υπερπόντια κλίμακα, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της ισχύος της στον κόσμο και κατ’ επέκταση στην ίδια την Γηραιά Ήπειρο. Καταδικάζοντάς την σε απομόνωση, ο Bismarck φρόντισε να εξαλείψει τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα της επέτρεπαν να αναζητήσει τη φιλία της Ιταλίας, της Ρωσίας ή της Μεγ. Βρετανίας. Ωστόσο, η Ρωσία, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Γερμανού καγκελαρίου, κατάφερε να γλυστρίσει εκτός ενός συστήματος, που ολοένα και περισσότερο έτεινε να στραφεί εναντίον της. Το 1887, η κυβέρνηση του τσάρου προχώρησε στην παραγγελία 100.000 όπλων από την Γαλλία. Ένα έτος αργότερα, στη σύναψη ενός πρώτου δανείου από την τελευταία. Πρόκειται για τις πρώτες ενδείξεις περί αλλαγής πλεύσης της ρωσικής διπλωματίας, μια διαδικασία, η οποία έμελλε να καρποφορήσει στις αρχές του 1894, με τη συνομολόγηση της γαλλορωσικής συμμαχίας, πρώτου βήματος προς την αποδόμηση του συστήματος συμμαχιών του Bismarck.

 

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (Le Mans – 1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των επιστημονικών περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les conséquences de la défaite sur les relations intereuropéennes” δημοσιεύτηκε στον (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider) τόμο των Πρακτικών του 20ού γαλλο-γερμανικού Επιστημονικού Συμποσίου (οργανωτικοί φορείς: Deutsches Historisches Institut Paris και Centre de Recherches Adolphe Thiers), οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1984 και 14-15 Οκτωβρίου 1985 στο Παρίσι. Σχετικά βλ. (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider), La guerre de 1870/71 et ses conséquences, Βόννη, Bouvier Verlag, 1990, σ. 323-338.

¹ Βλ. σχετικά J. Favre, Le gouvernement de la Défense nationale, T.2, Παρίσι, 1873, κεφ.4. Πρωτόκολα και τελικό κείμενο στο NRGT (Nouveau Recueil Général des Traités, εκδ. Martens), 1ère série, T, 18, σ. 273-303.

² Βλ. σχετικά, E. Rouard De Card, Les annexions et les plébiscites de l’ histoire contemporaine, Παρίσι, Thorin, 1880 και S. Wambaugh, La pratique des plébiscites internationaux, Παρίσι, Hachette, 1928. Στα ήδη μνημονευθέντα παραδείγματα δύνανται να προστεθούν οι γαλλικές προτάσεις για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος (1867) καθώς και η πιθανολογούμενη προσάρτηση του Βελγίου (1867).

³ E. Eyck, Bismarck, T. 3, Ζυρίχη, Eugen Rentsch Verlag, 1944, ειδικότερα το κεφ. 2, σ. 29-30.

⁴ A.F. Pribram, Les traités politiques secrets de l’ Autriche-Hongrie, T. 1, Παρίσι, Alfred Costes, 1923, σ. 16. Η σχετική διατύπωση έχει ως ακολούθως: “H Συμμαχία θα παραμείνει σε ισχύ ωσάν το υπό διαπραγμάτευση Σύμφωνο με την Ρωσία να μην υφίσταται” (“wie wenn [dieses] nicht existiert”).

Ibid. Βλ. επίσης NRGT, Σειρά 2, Τ. 15 και Σειρά 3, Τ.10. E Lancer, European Alliances and Alignements 1871-1891, 2η έκδοση, Νέα Υόρκη, Knopf, 1966.

⁶ Ch. De Freycinet, La question d’ Égypte, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1905, κεφ. 3.

⁷ J.-C. Allain, Agadir, 1911, Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 1976, σ. 16-17.

⁸ J.-C. Allain, “La conférence de Berlin sur l’ Afrique”, L’ Afrique noire depuis la conférence de Berlin, Colloque international organisé par le Centre de Hautes Études sur l’ Afrique et l’ Asie Modernes, Berlin 13-16 mars 1985, Παρίσι, 1985, σ. 19-25.

⁹ Οι δύο συμπληρωματικές συμβάσεις ενσωματώθηκαν ως άρθρα 6 και 11 στο κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας κατά την ανανέωση του 1891. Μοναδικό σημείο, το οποίο δεν ενσωματώθηκε υπήρξε η διάταξη περί Μαρόκου.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού: Μαρία Πολυδούρη-Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου. Μέρος Β΄: Τραγουδώντας τον Έρωτα…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 

Μαρία Πολυδούρη- Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου

Μέρος Β΄: Τραγουδώντας τον Έρωτα…

 

Ο νέος που πρόσμενε (ς) να ‘ρθει…

Το μεγάλο κεφάλαιο του Έρωτα και του Πόνου ανοίγει στη ζωή της Μαρίας Πολυδούρη τον Δεκέμβρη του 1921, όταν ο Κώστας Καρυωτάκης θα μετατεθεί στη Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας (28-12-1921),  ως Γραμματέας Α’ Τάξεως, αφού προηγουμένως, μετά τον πρώτο του διορισμό στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης (9-11-1919), θα έχει περάσει με διαδοχικές μεταθέσεις από τη Νομαρχία Άρτας (23-11-1920) και Κυκλάδων (31-8-1921). Η συνάντησή του με τη Μαρία Πολυδούρη, κάπου στις αρχές της άνοιξης του 1922, θα είναι η απαρχή ενός μοιραίου, δραματικού, αυτοκαταστροφικού έρωτα. Ήταν ως να τον περίμενε να ‘ρθει. Όλα τα προηγούμενα σκιρτήματα της ψυχής της τα βλέπει σαν μια ψυχική προετοιμασία για να δεχτεί τον αληθινό έρωτα61: «Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το νοιώθω μέσα μου κι όμως δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει μέρα που θα μου αποδείξει ότι αγαπώ αληθινά. Δεν είναι αγάπη ό,τι έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα. Μια τρέλα της στιγμής που με θαμπώνει με την ορμητική λάμψι κι έπειτα φεύγει και με αφήνει έκπληκτον!», γράφει στο Ημερολόγιό της στις 28 Νοεμβρίου 192162. Πέντε περίπου μήνες αργότερα, φαίνεται ότι έχει αρχίσει να την πολιορκεί τυραννικά το  ηφαιστειακό αίσθημα-όπως η ίδια το βιώνει- με τον Καρυωτάκη.

Την πρώτη «κλινική» συμπτωματολογία του έρωτά της προς τον Καρυωτάκη περιγράφει στις ημερολογιακές της  σημειώσεις στις 27 Απριλίου 1922: «Δύο ώρες μετά το μεσονύχτι. Το αίμα μου όλο ανεβασμένο στο κεφάλι μου κάνει να χτυπούν φριχτά οι φλέβες και να νοιώθω μια βουή στ’αυτιά μου σαν να πήρα 30 κόκκους κινίνο. Τι λοιπόν; Είναι αυτό ίσως το πάθος που δεν εγνώρισα;… Γιατί έτσι πάλι ανηλεής ποιητή μου…»63 Στις 3 Μαΐου είναι σε θέση πια να απαντήσει στον εαυτό της με σιγουριά: «Τον αγαπώ…Τον αγαπώ καμιά αμφιβολία πια. Ό,τι νοιώθω σιμά του κι ό,τι δοκιμάζω μακριά του το γνωρίζω για πρώτη φορά…»64 Όλες, στο εξής, οι σημειώσεις του ημερολογίου της δεν είναι παρά η παραληρηματική έκφραση ενός μεγάλου έρωτα, που τον συνοδεύουν τα ερωτικά ψυχοσύνδρομα της εκρηκτικής ψυχής της. Πάσχει αθεράπευτα: πάθος, αγωνία, πόνος, ανασφάλεια, ερωτική ζηλοτυπία, εξιδανίκευση, κτητικότητα, αλλά και αυταπάρνηση και αυτοταπείνωση. Η υπερηφάνεια και η φεμινιστική, εξεγερμένη συνείδηση της ποιήτριας υποτάσσονται στον απόλυτο έρωτα: «Ρίχνω τη ζωή μου στα πόδια σου…»65

Απέναντι στην ορμητική έκφραση αυτής της «ερωτικής παθολογίας» της Πολυδούρη, ο Καρυωτάκης ρίχνει στη μάχη τού έρωτα τη δική του ιδιοσυγκρασιακή ερωτική απόκριση: πότε τη σιωπηλή, μυστηριακή του σιωπή, τις λιτές του εξομολογήσεις αγάπης, κάποτε τη δυσερμήνευτη νευρικότητα και περίσκεψη, αλλά και τις ζεστές ερωτικές του περιπτύξεις66. Οι ιδιαίτερες χειρονομίες της αγάπης του δεν είναι ωστόσο ικανές να καταλαγιάσουν την ερωτική βάσανο της Μαρίας.  «Σας αγαπούσα τόσο πολύ. Δεν είχατε καταλάβει τίποτα; Δεν είχατε πιστέψει; Δεν μ’αγαπούσατε; Δεν ξέρω τι ήταν απ’όλα ίσως τίποτε κι ίσως όλα μαζί… Η ευτυχία μου με εξαΰλωσε, δεν αγαπούσα παρά την αγάπη σας, δεν σκεφτόμουνα παρά αυτή67», σημειώνει μετά το άδοξο τέλος αυτής της παράφορα τραυματικής σχέσης, στις σελίδες αυτοβιογραφίας, που αποπειράται να γράψει χωρίς ωστόσο να προλάβει…

Κώστας Καρυωτάκης.

Βραχείας διάρκειας-από την άνοιξη του 1922 μέχρι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, ένα εξάμηνο περίπου-θα είναι η θυελλώδης σχέση τους, και αμφίβολο αν θα ολοκληρωθεί ερωτικά. Μέσα στο καλοκαίρι ίσως, ο Καρυωτάκης θα δεχτεί το μοιραίο –και για τους δύο- χτύπημα. Νοσεί από σύφιλη. Μαζί με την αφιέρωση του ποιήματός του Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα68 αποκαλύπτει με αντρίκια εντιμότητα στη Μαρία και την αρρώστια του, που αποκρύπτει απ’όλους και από την οικογένειά του, φοβούμενος το στίγμα και τον κοινωνικό αποκλεισμό69. Με την οδύνη της απρόσμενης αποκάλυψης η Πολυδούρη του προτείνει με επιστολή της να παντρευτούν κι ας μην αποχτήσουν ποτέ παιδιά. Το ανδρικό φιλότιμο και η ηθική του ανωτερότητα δεν του επιτρέπουν να δεχτεί παρόμοια πρόταση. Η Πολυδούρη ωστόσο, γνωρίζοντας τις προγενέστερες ερωτικές του συνήθειες, τον εφηβικό του έρωτα προς την Άννα Σκορδύλη70 αλλά και τη φοίτησή του-συνήθεια των νέων της εποχής- σε χαμαιτυπεία71 πιστεύει πως όλα είναι επινοήματα για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στα χρόνια που ακολουθούν ο δεσμός του Καρυωτάκη με την Πολυδούρη έχει πάρει τη μορφή μιας στοργικής φιλίας, που θα διατηρείται χαλαρά με αραιές συναντήσεις και ανταλλαγή σκέψεων πάνω στην ποίηση και στα καθημερινά της ζωής τους. Το 1923 εκδηλώνονται και τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας της Πολυδούρη. Αρρωσταίνει από αδενοπάθεια, προστάδιο της φυματίωσης. Μεταβαίνει στο Μαρούσι να ξεκουραστεί. Εκτός από τον μόνιμο φίλο της και αιώνια ερωτευμένο μαζί της ποιητή Κώστα Παπαδάκη, την επισκέπτεται εκεί ο Καρυωτάκης και της προσφέρει το ποίημα «Ένα σπιτάκι»72. Η κατάστασή της επιδεινώνεται από το υγρό κλίμα της περιοχής και σύμφωνα με τις συστάσεις των γιατρών, θα μετακινηθεί το καλοκαίρι του 1923 στο Χαλάνδρι. Γράφει  «Τα σονέτα του κυνηγού», δέχεται τις τελευταίες επισκέψεις του Καρυωτάκη, καθώς προς το τέλος της χρονιάς η ψυχολογία της γνωρίζει συνεχείς μεταπτώσεις.

Τότε (αρχές του 1924) θα γνωρίσει τον νεαρό, ευπαρουσίαστο και εύπορο αστό δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, ο οποίος μόλις έχει φτάσει στην Αθήνα από το Παρίσι. Θα την ερωτευτεί βαθιά και θα ζητήσει άμεσα να επισημοποιήσει τη σχέση του μαζί της. Απρόθυμη στον έρωτά του αρχικά εκείνη, θα προχωρήσει σε αρραβώνα το 1925, ενώ παραμένει με τη σκέψη προσκολλημένη δραματικά στον ποιητή. «Εδώ είμαι και καρτερώ να στρέψεις την όψη σου σε μένα…ρέει το δάκρυ απ’τα φτωχά μου μάτια νύχτα και μέρα…Τριγύρω μου φαρμακερά θ’ανθίσουν λουλούδια…θα υψωθούν να με ζώσουν και θα πνιγώ απ’αυτά, πέρα κρυμμένη πάντα κι απ’τα δικά σου μάτια…μείνε!» , τον εκλιπαρεί σε ανεπίδοτη επιστολή της με ημερομηνία 15-6-192573.

Το ενδιαφέρον της για τις νομικές σπουδές έχει υποχωρήσει. Ασκεί πλημμελώς τα υπηρεσιακά της καθήκοντα στο γραφείο- αν και οι πρώτες υπηρεσιακές της εκθέσεις μαρτυρούν την αξιοσύνη και την υπευθυνότητά της. Απουσιάζει διαρκώς με αποτέλεσμα να χάσει τη δουλειά της. Προσωρινά θα ζωντανέψει ένα παλιό ενδιαφέρον της για το θέατρο και για μικρό χρονικό διάστημα (1925) θα φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού-με δασκάλους τον Φώτο Πολίτη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη-, και στη Σχολή Κουνελάκη. Την επόμενη χρονιά (1926) θα παίξει στο Κουρελάκι του Dario Niccodemi. Το καλοκαίρι, προσβεβλημένη από τυφοειδή πυρετό, παραθερίζει στη Φτέρη του Αιγίου και ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορήματος, το οποίο θα παραδώσει -μέσω του Κώστα Παπαδάκη-στον εκδότη Χρυσόστομο Γανιάρη προς έκδοση.

Η πρώτη επιστολή της, παραμονή Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς, έρχεται από το Παρίσι (24 Δεκεμβρίου 1926)74, στον Κώστα Παπαδάκη. Έχει ήδη διαλύσει από το καλοκαίρι του 1926 τον αρραβώνα της με τον Αριστοτέλη Γεωργίου και με την αυθορμησία τού διαρκώς εξεγερμένου ψυχισμού της βρίσκεται στο Παρίσι: μια απόλυτη ανατροπή στη ζωή της, μια αντισυμβατική χειρονομία μοιραίας απελευθέρωσης, που θα την βυθίσει σταδιακά στη φτώχεια και στην αρρώστια. Γιατί; «Έπληττα στην Αθήνα αυτόν τον τελευταίο καιρό, έπληττα φοβερά…», γράφει στον Βασίλη Γεντέκο, τον επίσης αφοσιωμένο και ιώβεια ερωτευμένο μαζί της, στις 27 Ιανουαρίου του 192775.

Στους μήνες παραμονής της στο Παρίσι, και μέσα στις ατελέσφορες προσπάθειες να πραγματοποιήσει κάποιο από τα καλλιτεχνικά της όνειρα θα αλληλογραφεί με τον Βασίλη Γεντέκο, για την εκδοτική τύχη του μυθιστορήματός της. Σχεδόν απομονωμένη, βασανιστικά αδύναμη οικονομικά ώστε να γνωρίσει τη συναρπαστική πολιτιστική ζωή της «πόλης του φωτός», και έξω από τις συσπειρώσεις Ελλήνων του Παρισιού,  που δεν της ταιριάζουν καθόλου. Τους περιγράφει σε επιστολές της απαξιωτικά, με σαρκαστικά σχόλια: «Στη γειτονιά μου είναι ένα καφενείο όπου συχνάζουν κάμποσοι Έλληνες, μα κάτι τύποι. Ένας κι ένας. Γι’αυτό οι Γάλλοι το’χουν το grec ίσον με το λωποδύτης, δεν έχουνε άδικο…»76 Με αφορμή κάποιον Δεϊμέζη77, που έχει επιβληθεί ως προσωπικότητα στο Παρίσι, σχολιάζει ειρωνικά τον «διανοούμενο κόσμο»: «Μα είναι τόσο ακατανόητος ο διανοούμενος κόσμος, ο ελληνικός εννοείται, που θα τους έλεγε κανείς πολύ εύκολα σπείρα υπόπτων προσώπων…» 78

Επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη προς τον Βασίλη  Γεντέκο.

Επίμονη, αγωνιστική και εξακολουθητικά φτωχή. Τα χρήματα που είχε πάρει στο μερίδιό της μετά την εκποίηση της πατρικής περιουσίας, εξανεμίστηκαν. Λίγες ευκαιριακές δουλειές, δεν της εξασφαλίζουν ούτε το φαγητό. Αποφασίζει να φοιτήσει στη σχολή ραπτικής Pigier, απ’όπου και παίρνει δίπλωμα. Όμως στο Παρίσι την «επισκέπτεται», επώδυνα τώρα, η μοιραία ασθένεια, που θα την οδηγήσει αργά και βασανιστικά στον θάνατο. Μια λιποθυμία σε δρόμο του Παρισιού, μεταφορά στο νοσοκομείο Hôpital de la Charité, νοσηλεία της εκεί για ένα μήνα (από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι την 1η Μαρτίου του 1928), θα είναι η απαρχή της πιο οδυνηρής φάσης της ζωής της. Η διάγνωση είναι φυματίωση.

Η πρόσοψη του νοσοκομείο Hôpital de la Charité στο Παρίσι.

Με σύσταση των γιατρών επιστρέφει στην Ελλάδα. Την «υποδέχεται» το Κρατικό Θεραπευτήριο Σωτηρία στις 4 Απριλίου 1928. Εκεί θα συναντηθεί με τον νεαρό ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που έχει εισαχθεί από τον Φεβρουάριο του 1927, μετά από βραχεία θεραπεία στην Κλινική Παπαδημητρίου. «Στην πτέρυγα της Πολυδούρη, στο ισόγειο», αφηγείται δεκαετίες μετά ο Ρίτσος στον Κώστα Σταματίου, «υπήρχε μια μεγάλη «αίθουσα υποδοχής» με το μοναδικό πιάνο με ουρά σ’ όλη τη Σωτηρία. Τ’ απογέματα, πήγαινα εκεί κι έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγοντας το πιάνο, η Πολυδούρη κατέβαινε από το δωμάτιό της και έτσι γνωριστήκαμε… «Ούτε καν εικοσάχρονος εγώ, τελείως άγνωστος…, άγνωστη κι αυτή, αφού δεν είχε τυπώσει καμιά συλλογή… Βλεπόμαστε τακτικά, ανταλλάσσαμε βιβλία για διάβασμα. Γίναμε φίλοι… Ήταν μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς»79.

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει Μαρία Πολυδούρη («Βαριά καρδιά»)

Το ποίημα «Βαριά καρδιά» το έγραψε η Μαρία Πολυδούρη για τον νεαρό, τότε, Γιάννη Ρίτσο, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους.

<

Το καλοκαίρι του 1928 γράφεται η τελευταία πράξη της ολιγόζωης αλλά μοιραίας σχέσης του Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη. Ο ίδιος θα την επισκεφτεί στη Σωτηρία, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πρέβεζα, μετά την τιμωρητική του -καταληκτική- μετάθεση80. Έχει προηγηθεί η τιμωρητική του επίσης απόσπαση στην Πάτρα, απ’όπου θα γράψει στους οικείους του, στις 23 Μαρτίου 1928: «Η υπομονή μου εξηντλήθη, και βλέπω ότι δεν εξαρτάται από μένα να μείνω σ’αυτό το Υπουργείο, στο οποίο για να σταθεί κανείς, πρέπει να είναι αρκετά παλιάνθρωπος»81. Ένα ταξίδι του στο Παρίσι, με μηνιαία κανονική άδεια, στις 13 Μαΐου 1928 –τι τραγική ειρωνεία!-συμπίπτει χρονικά με την ημερομηνία επιστροφής της άρρωστης Μαρίας Πολυδούρη στην Αθήνα. Ήδη η ενασχόλησή του με τον συνδικαλισμό από τα τέλη του 1927, η μαχητική του παρουσία στις δημοσιοϋπαλληλικές απεργιακές κινητοποιήσεις82 αλλά και η μετωπική του σύγκρουση με το Υπουργείο Υγιεινής και τον υπουργό Μ. Κύρκο83, έχουν δεινώσει τη σχέση του με την υπηρεσία, σε βαθμό αμοιβαίας δυσανεξίας. Το άρθρο του Ανάγκη χρηστότητος: Το Δημοσιοϋπαλληλικόν Ζήτημα84, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελληνική στις 8 Φεβρουαρίου 1928, δεν είναι απλώς ένα καταγγελτικό κείμενο «γραφειοκρατικού ρεαλισμού» αλλά περισσότερο μια ηθική καταγγελία της σήψης και της διαφθοράς της κρατικής γραφειοκρατίας.

Αμήχανη, ενώπιον κι άλλων επισκεπτών, όπως μαρτυρεί ο Ρίτσος, θα είναι η τελευταία εκείνη συνάντηση στη Σωτηρία, σε κλίμα γνήσιου ανθρώπινου ενδιαφέροντος και συζητήσεων μεταξύ ομοτέχνων. Ο Καρυωτάκης θα της δωρίσει την τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και σάτιρες, με τσακισμένη τη σελίδα στο ποίημα-αφιερωμένο στην ίδια-Ένα ξερό δαφνόφυλλο. Στην τελευταία επιστολή του, τέλη του ίδιου μήνα, στοργική και συμβουλευτική, σε τυπικό πληθυντικό, τής συνιστά-με ενσυναίσθηση προς την απείθαρχη φύση της- υπακοή στις συμβουλές των γιατρών85.

Η επόμενη πράξη του δράματος θα είναι ο ήχος του οπλισμένου θυμού του. Λεπτομέρειες και αναπαραστάσεις της τελευταίας διαυγούς επιλογής και των χειρισμών της έχουν γραφεί επανειλημμένως. και επανέρχονται με τα ίδια στοιχεία ή με προσαρμογές και «εκσυγχρονισμένες» εικασίες86. Ο Καρυωτάκης μένει αμέτοχος, μειδιώντας ειρωνικά σε όλους και όλα, σαρκαστικά στον εαυτό του. Η σημειολογική ανάλυση ωστόσο της Ωχράς σπειροχαίτης87 θα καταθέτει στο ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του τα κλινικά δεδομένα της απέλπιδος επιλογής88, όχι μόνον ως βιωμένο παρόν αλλά και ως το μελλοντικό εφιαλτικό φάσμα της ασθένειας, που δεν θα μπορούσε η αξιοπρέπειά του να δεχτεί.

Υπάρχουν και τα ποιήματα και τα πεζά κείμενα για την ασφυξία της δημοσιοϋπαλληλικής εμπειρίας, για «το συναίσθημα του πνιγμού και της αισθητικής ανίας»89, που το βίωσε επιθετικά ως γενναία, ανυπότακτη, μαχόμενη υπαλληλική και συνδικαλιστική φωνή-ένας κοινωνικός ποιητής- και τραυματικά ως δονούμενη, ευπαθής και ευάλωτη ποιητική φύση90.

Υπάρχει και η αποχαιρετιστήρια επιστολή91, το τελευταίο επιμελημένο κείμενο του ποιητή, λίγο πριν η σθεναρή απόφαση οπλίσει το χέρι του. Επεξεργασμένος λόγος, φροντισμένος ίσως από καιρό να φιλοξενήσει τις σκέψεις και τις ύστατες υποθήκες του- τεκμήριο περισσότερο της υφολογίας του –ποιητικής και ανθρώπινης-κατάλληλα αρμοσμένος για να υποσημειώσει ανεξίτηλα με τον δικό του αυθεντικό τρόπο το γεγονός. Πραγματιστικό, υπαρξιακό, δραματικά ειρωνικό το αποχαιρετιστήριο μήνυμα-απαγορεύει το δάκρυ κι ανασταίνει τον μελαγχολικό στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα της εποχής του, της κάθε εποχής. Ο Καρυωτάκης επιλέγει να τελειώσει με τη δική του βούληση ως ποιητής και περισσότερο ως αξιοπρεπής και γενναίος άνθρωπος. «Επέταξε τη ζωή του στο πρόσωπο των προϊσταμένων του-ή μάλλον στο πρόσωπον όλης της Ζωής»92.

Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928. Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός (φωτογραφία της Χωροφυλακής).

Κάπως έτσι θα πορευτεί και η Μαρία Πολυδούρη το μικρό διάστημα των δύο χρόνων  που ακολούθησαν μέχρι τον δικό της θάνατο, σχεδόν αυτοκτονικά, αν και πάνω στο ζήτημα ξεκαθαρίζει τις απόψεις της: «Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής… Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν  γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά…»93 Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο, μια συγχώρεση για τον ποιητή, ή και ένας προϊδεασμός για το επιδιωκόμενο δικό της τέλος;  Απείθαρχη,  ριψοκίνδυνη, παράφορα πληγωμένη, δεινώνει εκούσια την κατάσταση της υγείας της. Νυχτερινές έξοδοι, ποτό, κάπνισμα, ακόμα και -τα απαγορευμένα από τους γιατρούς της- μπάνια στη θάλασσα. «Σπιτικό» της έχει γίνει -σύμφωνα με δικό της αίτημα- το απομονωτήριο των μελλοθάνατων, ώστε να μπορεί να ηρεμεί και να γράφει. Τότε αρχίζει την Αυτοβιογραφία της94, έναν τρόπο να συνομιλεί-να ζει με  τον νεκρό πια ποιητή της. «10 Αυγούστου 1928 … Καθώς απλώνω τα χέρια μου στο κενό, εντελώς κενό, σε κείνον που πέρασε χωρίς να μπορέσω να τον κρατήσω με όλη την αγάπη μου, μου φαίνεται πως δεν είμαι πια τίποτε άλλο από έρωτας. Η σκέψη μου είναι τόσο γεμάτη από ό,τι μου είπε, ό,τι του είπα, ό,τι μου έγραψε…»95 Και σε κατάσταση συγκινησιακού παροξυσμού: «…Απευθύνομαι σε σας αγαπητέ μου… γιατί μονάχα για σας γράφω τις σελίδες αυτές… ήσασταν στη ζωή μου ένα συγκλονιστικό γεγονός… Σαν ένας μεγάλος σεισμός, σαν ένας κυκλώνας που φέρνει κάτι στο φως…»96

 

Ιδεατό υποκατάστατο…

To καμαράκι της στη Σωτηρία γεμίζει κόσμο. Η μοιραία ποιήτρια έχει γίνει αξιοθέατο. Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η δική της ασθένεια, η μποέμ, σκανδαλώδης και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της, και μαζί η έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής97, την φέρνουν στο προσκήνιο μιας δραματικής υπερβολής, που αφενός προκαλεί τη συστράτευση αγάπης αφοσιωμένων φίλων. και αφετέρου την αναιδή περιέργεια αυτής της κοσμικότητας, που θέλει να τραβήξει το παραβάν και να δει… Στους πρώτους ανήκουν η αγαπημένη της Μυρτιώτισσα98, η Γαλάτεια Καζαντζάκη99, η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού100 και κάποιες φεμινίστριες από τον κύκλο του περιοδικού Ελληνίς, η Ίρις Σκαραβαίου101… Και βέβαια πολλοί από τους νέους, άγνωστους ποιητές-όλοι σχεδόν ερωτευμένοι μαζί της: ο Κώστας Παπαδάκης, ο Μίνως Ζώτος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Μανώλης Κανελλής…

Στη σκέψη της έχει εγκατασταθεί όμως τώρα ο Κερκυραίος ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης102, που θα μετεξελιχτεί στον τελευταίο λιγόζωο έρωτα της ζωής της.… Τη γνωριμία του, από τον Ιανουάριο του 1929, οφείλει στον Κώστα Παπαδάκη, από τον οποίο θα λάβει στο νοσοκομείο τα Λυπημένα λουλούδια του Χονδρογιάννη, ποιητική του συλλογή, που έχει κυκλοφορήσει από το 1926. Μια πρώτη συνάντηση των τριών στο Ζάππειο θα είναι η απαρχή ερωτικού σκιρτήματος, που θα ζωντανέψει στη συνέχεια και θα συνεπάρει τη Μαρία στη φαντασίωση μιας αισθηματικής αναγέννησης. Ο ψυχικός και πνευματικός τους συντονισμός, η κοινότητα των ενδιαφερόντων, η ποιητική τους φύση, οι νομικές σπουδές και η γαλλική τους παιδεία, η νεότητά τους τέλος, ασκούν μιαν αμοιβαία έλξη, που θα αναθερμάνει προσωρινά τον αποστραγγισμένη, τρωμένη ψυχή της Πολυδούρη. Είναι ως η πυρωμένη πάντοτε ψυχή της να αναζητά εναγώνια το υποκατάστατο έστω του χαμένου ποιητή της. Τον Δεκέμβρη του 1928, που εκδίδεται η πρώτη της ποιητική συλλογή, Οι τρίλλιες που σβήνουν, ο Χονδρογιάννης θα την υποδεχτεί με μια ενθουσιώδη κριτική στο περιοδικό Πνοή-κάποιοι τη χαρακτήρισαν ερωτική επιστολή103.

Γιάννης Χονδρογιάννης.

Την τρυφερή τους επικοινωνία ενδυναμώνουν δύο εκδρομές που θα πραγματοποιήσουν την άνοιξη του 1929. Η πρώτη τον Απρίλιο του 1929 στον Πόρο μαζί με τον αχώριστο φίλο Κώστα Παπαδάκη. «Το ότι, ένα δειλινό του Απρίλη, βρισκόμαστε τρεις άνθρωποι, δυο ονειροπαρμένοι νέοι και μια νέα, ωραία γυναίκα, μόνοι κοντά στη θάλασσα , σ’ένα νησάκι μακρυνό, μέσα σ’ένα δωμάτιο , έφτανε για να γεμίσει την ύπαρξή μας με την ακαθόριστη εκείνη ευφροσύνη κάποιων ωρών που το βάρος του υλικού κόσμου γίνεται αλαφρότερο κι από ένα φτερό, διαλύεται όλο σε φως και αέρα», σημειώνει ο Χονδρογιάννης στο βιβλίο του Η Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη104.

Και για τη δεύτερη, μοναχική εκδρομή τους, αρχές Μαΐου στην Κηφισιά, παρά την ανυποχώρητη απειλή της αρρώστιας της: «… γυρίζοντας από μικρόν περίπατον, αντίκρυσα στο κατώφλι του ξενοδοχείου από μακρυά τ’ωραίο κι αψηλό κορμί της και τα εξαϋλωμένα μάτια της, τα αιθέρια, να ανυψώνονται ανυπόμονα και γνώριμα να μου χαμογελούν…  χαμένη μές στα σύσκια δένδρα, σαν πεταλούδα παιγνιδιάρα κι αλαφρή, γύριζε με μια παπαρούνα στο χέρι, που την έκανε να λάμπει με ξωτικό ένα φως!»105. Μετά από δυο μήνες σιωπής θα της στείλει επιστολή (24 Ιουνίου 1929) και θα της ορίζει ερωτική συνάντηση για το  Σάββατο 29 Ιουνίου. Αντί για την ίδια, ο Χονδρογιάννης θα λάβει την επιστολική της απάντηση από τη Σωτηρία. «Αγαπητέ κ. Χονδρογιάννη. Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω στο ραντεβού σας είμαι πολύ άρρωστη δε θα μπορούσα καν να κατεβώ απ’το κρεββάτι μου. Βλέπετε… πρέπει: να με λησμονήσετε, όπως τόσο φρόνιμα εκάματε έως τώρα. Είμαι μια αλυσσίδα από κόκκαλα, δεν πιστεύω να νομίζετε πως θα’μουν ένα ωραίο στολίδι για την αγάπη σας!». Σε δεύτερη, επίμονη για τη συνάντηση, επιστολή του, λίγες μέρες μετά (1η Ιουλίου 1929), που δείχνει ότι ο Χονδρογιάννης «αναγιγνώσκει» σωστά την προσχηματική άρνησή της, και πάλι θα ακολουθήσει η πείσμων άρνηση της ποιήτριας. Έτσι θα περάσουν στη φάση της ερωτικής αλληλογραφίας, μέχρι τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, όταν ο ποιητής θα παραθερίζει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και κείνη, αιχμάλωτη της αρρώστιας της, θα «κείτεται» στη Σωτηρία. Την εικόνα της αποτυπώνει στην τελευταία τους συνάντηση, πριν αναχωρήσει για το χωριό του, το Σωκράκι της Κέρκυρας: «Την είχα ειδοποιήσει από την προηγούμενη πως θα πήγαινα το πρωί, γιατί το απόγευμα έφευγε το βαπόρι. Τη βρήκα ντυμένη στα ολόασπρα, στο κρεββάτι της αρρώστειάς της και η μοναχική κάμαρά της να ευωδιάζει από τ’άνθη. Κάθησα αντικρύ της, σε μια πολυθρόνα. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα αυτή μετά επτά ώρες. Μόλις πρόφθασα το βαπόρι που έφευγε»106.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πλατωνικό έρωτα, που οι αναβαθμοί του εκτυλίσσονται στην επιστολογραφία τους. όπως και η υφολογία της επικοινωνίας τους, δείγμα της διαφορετικότητας των εκδηλώσεων και της έκφρασης του συναισθηματικού τους κόσμου. Εκείνη είναι -όπως η φύση την έπλασε-παθιασμένη, αυθόρμητη, ανυπόμονη, εριστική, αβέβαιη, γνήσια ερωτική. « Γιατί με βγάλατε από τη γαλήνη μου, ήταν τόσο καλά καθώς δεν περίμενα τίποτα. Και για μένα δεν έχει μεσαίο βαθμό. Ή η γαλήνη του νεκρού, ή η αγωνία».  Εκείνος δειλός, συνεσταλμένος, άτολμος, συγκρατημένος μέσα στις λυρικές του ποιητικές εξομολογήσεις, που δεν έχουν όμως την προσδοκώμενη, από κείνη, ερωτική ένταση. Ιδιαίτερα η επίμονη χρήση του πληθυντικού, εξοργίζει αφάνταστα τη Μαρία: «Οι πληθυντικοί σου μου φαίνονται καραγκιοζιλίκια, προσποιήσεις, ψεύτικα πράμματα και μ’αηδιάζουν».

Η τελευταία επίσκεψή του στη Μαρία, θα είναι τον Μάρτιο του 1930, στην ύστατη φάση της αρρώστιας της, όταν έχει μεταφερθεί στην ιδιωτική κλινική του Χρηστομάνου. Κάποιες επιστολές-περισσότερο φιλολογικού χαρακτήρα- έχουν ανταλλάξει τον Ιανουάριο του 1930, με την έκδοση της δεύτερης ποιητικής της συλλογής Ηχώ στο χάος107, για την οποία θα γράψει ξανά ενθουσιαστικά σχόλια. Τα ίδια σχόλια θα καταθέσει και στην κριτική του για το έργο της, στο περιοδικό Ελληνική Επιθεώρησις.

Τι ήταν ωστόσο εκείνο που δηλητηρίασε τη βραχύβια εκ των πραγμάτων σχέση τους; Πέρα από τις παραξενιές των ερωτευμένων και τις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων τους και πάνω απ’όλα, την τραγικότητα της ασθένειας, μια δικαιολογημένη απόλυτα παρεξήγηση της ποιήτριας με αφορμή ποίημα της δεύτερης συλλογής του Χονδρογιάννη, που κυκλοφορεί στα τέλη του 1929, με τον τίτλο: Μυστικές μέρες108. «Στο τέλος, ανέσυρε κάτου από το μαξιλάρι της το τελευταίο βιβλίο μου, τις Μυστικές Ημέρες, μου τις έδειξε και μου είπε: «Εγώ ξαίρω, ότι εκτός από τα ποιήματα που φαίνονται πως είναι γραμμένα για μένα, υπάρχουν και άλλα πολλά109, που είναι χωρίς να φαίνονται, αλλά εγώ τα ξαίρω κι αυτά» και χαμογέλασε πικρά, πετώντας το βιβλίο στο κρεββάτι της», μεταφέρει στις σημειώσεις του ο Χονδρογιάννης τη σκηνή από την τελευταία του επίσκεψη στη Μαρία. Τα δυο γράμματα που πρόλαβε να της στείλει στη συνέχεια, το λίγο διάστημα μέχρι τον θάνατό της, ήταν ίσως ανάμεσα σε ό,τι κατέστρεψε εκείνη λίγο πριν χαθεί110.

 

«Σ’αναμονή θανάτου»

Μετά την έκδοση της δεύτερης ποιητικής της συλλογής Ηχώ στο χάος (Δεκέμβριος 1929), η φήμη της Μαρίας Πολυδούρη θα απλωθεί ηχηρά σε όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους. Λίγους μήνες πριν από το τέλος οι επισκέψεις λογοτεχνών και καλλιτεχνών της εποχής πληθαίνουν. Ανάμεσά τους, ο δάσκαλός της Φώτος Πολίτης και η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Σωτήρης Σκίπης και ο Κώστας Ουράνης μαζί με τη σύζυγό του Ελένη, ο σκιτσογράφος Φωκίων Δημητριάδης. Ο Άγγελος Σικελιανός: «Χρωστώ στη Μυρτιώτισσα τη γνωριμία μου με την Πολυδούρη. Ήτανε τους τελευταίους μήνες του 1929 και τους πρώτους του 1930, σ’έναν από τους πιο ζοφερούς τότε κύκλους της Νεοελληνικής κόλασης, στο φθισιατρείο η Σωτηρία. Της χρωστώ πως δεν μ’έμπασε  από την πόρτα της κοινής εισόδου που την μισάνοιγαν τότε κάποιοι «θαυμαστές» βάνοντας το κεφάλι τους ανάμεσα στη χαραμάδα μόνο από το φόβο των μικρόβιων, για να ιδούνε καθηλωμένη σ’ένα απλό κλινάρι, μια νέα περήφανη μορφή που τήκονταν ώρα την ώρα  και που την παράστεκε ο αόρατος αρχαγγελικός θάνατος»111. Η συγκίνησή του στο θέαμα της χλωμής ποιήτριας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη καθώς οι συνειρμοί τον οδηγούν στις επώδυνες μνήμες του θανάτου της αδελφής του Πηνελόπης στο Νταβός της Ελβετίας, από την ίδια ασθένεια. «Από τα τραγούδια της Μαρίας δεν ήξερα κι’ ακόμα δεν καλοξέρω παρά μόνο ένα τραγούδι, εκείνο που καθιέρωνε τον έρωτά της στον αγαπημένο της που δεν υπήρχε πια, αυτό που λέγεται «Γιατί μ’ αγάπησες» και πούφτανε για την ψυχή μου, γιατί η λυρική γυναικεία της φωνή ανέβαινε σε τούτο το τραγούδι με την καθαρότητα ενός αηδονήσιου τραγουδιού μέσα στη νύχτα… ό,τι μ’ είχε φέρει αντίκρυ στην ψυχή της, είταν η φλόγα πούκαιγε σε κείνο το τραγούδι και που φαίνονταν στα μάτια της να καίει τόσο πολύ, όπου ώρες-ώρες έλεγα πως θα την σώριαζε ήσυχα καθώς με κοίταζαν, απάνω στο προσκέφαλο, όπως πέφτει σε μια στια πάνω στη στάχτη ένα δαυλί, που αναλαμπάδιασεν ολόκληρο μεμιάς…»112

Η Μαρία Πολυδούρη στο κρεββάτι του πόνου, σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη.

Τα δημοσιεύματα στον τύπο –άλλα καλοπροαίρετα και ειλικρινή ώστε να προκληθεί ένα ευρύτερο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για την υποστήριξη, με κάθε τρόπο, της ποιήτριας-και άλλα ηχηρά και δακρύβρεχτα ή σκληρά και αήθη, που σπιλώνουν ηθικά το ψυχικό μεγαλείο και την αήττητη αξιοπρέπειά της. Στα πρώτα, το άρθρο του Κώστα Ουράνη113, με το οποίο θα ζητήσει τη διενέργεια εράνου για τη φτωχή ποιήτρια,  μας προσφέρει και την εικονοποιΐα του δεινού εγκλεισμού της: «Ένα μικρό φτωχικό δωμάτιο… Ένα κοινότατο μικροσκοπικό τραπέζι και δυο μονά σιδερένια κρεβάτια, στρωμένα με στρατιωτικές κουβέρτες-αυτό ήταν όλο. Από το ανοιχτό παράθυρο, το χειμωνιάτικο κρύο πάγωνε τους τοίχους, και τα κρεβάτια, και τις πλάκες του δαπέδου. Και σ’ένα από τα δυο κρεβάτια, με τους ώμους ανασηκωμένους από ένα πλήθος μικρών μαξιλαριών, συγυρισμένη για μια αναμονή, μια νέα κόρη, που θα είταν άλλοτε ένα άνθος ομορφιάς, ακίνητη τώρα σε μια βαθειά εξάντληση, μας κοίταζε με δυο μεγάλα μαύρα μάτια που, μέσα στην κέρινη χλωμάδα του προσώπου της, έλαμπαν από τον πυρετό σαν δυο κάρβουνα…»114  Μια ύστατη έκκληση  από την Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού προς τις αναγνώστριες του περιοδικού «Ελληνίς» για την οικονομική υποστήριξη της ποιήτριας, χειρονομία αρμόζουσα  στο ήθος και στην αξιοπρέπειά της: «…να περάσουν από τα γραφεία μας και να αγοράσουν το βιβλίο της που τιμάται με 20 δραχμάς. Να είναι βέβαιες, πως δεν θα το μετανιώσουν, θ’απολαύσουν βαθειές ποιητικές συγκινήσεις  διαβάζοντάς το και θα συντελέσουν ίσως να σωθεί  μια ωραία και ευγενικιά ζωή»115.

Για το «υποκριτικό», όψιμο ενδιαφέρον του διανοούμενου κόσμου και την κίβδηλη κοσμική παρουσία του θα δημοσιεύσει, μετά το άρθρο του Ουράνη, ο Παύλος Κριναίος το σαρκαστικό του σχόλιο: «Τα αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται με κοσμικούς κυρίους και ντεμουαζελίτσες, η Σωτηρία γίνεται το κοινόν ραντεβού όλων. Η ποιήτρια-Θέαμα, ο Πόνος της επιφυλλίς και ανάγνωσμα. Μονυελοφορούντες και μη, κριτικοί και επιφυλλιδογράφοι, εκάνατε μεγάλον κακόν, εδώσατε πραγματικήν συμφοράν εις την ποιήτριαν. Εξυπνήσατε πολύ αργά για να την ζημιώσετε ηθικά, ψυχικά, ανεπανόρθωτα. Οι φίλοι της, οι σύντροφοί της που φώναζαν τόσον καιρόν της φτάνουν. Δεν είχεν ανάγκη από τον όψιμον οίκτον σας, και την φιλανθρωπίαν σας…»116.

Είναι γεγονός -που τεκμηριώνουν όχι μόνον οι μαρτυρίες των πολύ δικών της ανθρώπων αλλά και οι ίδιοι οι ανυπόταχτοι στίχοι της- ότι η περηφάνια της δεν επέτρεπε καμιά χειρονομία οίκτου. Πριν καμφθούν απόλυτα οι δυνάμεις της και -καθώς μας πληροφορεί η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού-όταν μαθαίνει για τις κριτικές των ποιημάτων της ή τις διάφορες κινήσεις υποστήριξης και τα σχετικά δημοσιεύματα εντύπων, εξεγείρεται η περήφανη ψυχή της: «Να κρίνουν το τραγούδι μου, να το χτυπήσουν! Μα τι τους ενδιαφέρει η φτώχεια κι η αρρώστεια μου; Ποιος γύρεψε τον οίκτο τους;»117 Και σε αχρονολόγητη επιστολή της προς τον Γιάννη Χονδρογιάννη, λίγο πριν το τέλος: «Γιατί τι ενδιαφέρον θέλεις να έχει για μένα η κρίση του ενός και του άλλου εφημεριδομπακάλη ή αριστοκράτη των γραμμάτων που δεν έχει καμμιά θέση στην καρδιά μου;»118.

Σπαρακτικοί οι στίχοι της – διαθήκη ως για την αιωνιότητα: «Την περηφάνια μου μην ταπεινώσεις/κοίτα, μη μου λερώσεις τα φτερά»119. Αντικατοπτρισμοί της μεγάλης αλήθειας της, που σε μια συνεπή διαλεκτική με τη ζωή της, τις ενσυνείδητες επιλογές και τα παιχνίδια της μοίρας, προσφέρουν το συνολικό ψυχικό και συναισθηματικό ανάπτυγμα της ζωής και της σκέψης της-της ποίησής της. Όπως το εκφράζει με την εύστοχη παρατήρησή του ο Τέλλος Άγρας «ιχνογραφώντας» και τους δύο ποιητές, την Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη: «Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είν’άλλο παρά τυχαία –και μοιραία- έκφραση της ζωής του, όμοια μ’όλες τις άλλες, σε τρόπο που η τέχνη του να είναι η ζωή του και η ζωή του να είναι η τέχνη του, μαζί ν’αρχίζουν , μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν»120.

Από τον Ιανουάριο του 1930 η κατάσταση της υγείας της γνωρίζει ραγδαία επιδείνωση. Λίγους μήνες μετά, ξημερώνοντας η 29η Απρίλη, θ’αφήσει την τελευταία της πνοή στην ιδιωτική κλινική Χρηστομάνου121, στην οποία έχει φροντίσει, με δικές του δαπάνες, να μεταφερθεί, ο πρώην αρραβωνιαστικός της Αριστοτέλης Γεωργίου, χωρίς η ίδια να το μάθει ποτέ. Οι μόνοι άνθρωποι κοντά της εκείνη τη νύχτα-όπως και σε όλο το διάστημα της τυραννίας της-, ο επιστήθιος φίλος της Βασίλης Γεντέκος122, και η αφοσιωμένη αδελφή της Βιργινία. Η κηδεία της θα γίνει την ίδια μέρα. «Μια μικρή νεανική κουστωδία», όπως γράφει ο Άγγελος Τερζάκης, σφιγμένοι στη βουβαμάρα της λύπης, ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό να πάνε στην ιδιωτική κλινική στα Κάτω Πατήσια για να συναντήσουν τη νεκρή πια ποιήτρια: «… Όταν φτάσαμε κι ανεβήκαμε στο απάνω πάτωμα, στο μακρύ, γυαλιστερό διάδρομο, μας είπαν να περιμένουμε, να μη μπούμε στο δωμάτιο της νεκρής. Η πόρτα του άνοιξε, βγήκε ένα φορείο. Απάνω, τυλιγμένο από κορφή σε νύχια μέσα σ΄ασπρο σεντόνι, ένα κορμί κοριτσιού ταλαντευόταν μαλακά, ίσως ακόμα ζεστό, και που τόνιωθες τρυφερό. Πέρασε αργά μπροστά μας. Σκύψαμε τα κεφάλια μας. Και την ξαναβλέπω κάτω στο μικροσκοπικό εκκλησάκι της κλινικής, ύστερα στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου. Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι, οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς… την ώρα εκείνη που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας ν’ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής»123.

Πολλά έχουν γραφεί και πολλά εξακολουθούν να γράφονται επιχειρώντας να αιχμαλωτίσουν μέσα σε λογικές εικασίες και πιθανότητες την άδοξη κατάληξη ενός μοναδικού ερωτικού δεσμού και τις δραματικές του διασταυρώσεις με τον θάνατο. Η μοιραία συνάντηση του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη- συνοδοιπορία έρωτα και  θανάτου- υπήρξε πάνω απ’όλους τους ερμηνευτικούς σχολιασμούς- μια εκδοχή της «ποιητικής» τους, μια ιδιοσυγκρασιακή ποιητική, η ποιητική μιας επιλέγουσας άσφαλτα τα θύματά της «μοίρας» ή η «αντι-ποιητική» μιας πραγματικότητας, που, άχρωμη και απαθής, εκδιώκει απηνώς τους ποιητές. Η συνανάγνωση και η συνεκτίμηση των παραπάνω θα οδηγεί ενδεχομένως προς μια μερική έστω πάντα αλήθεια, όπως άλλωστε συμβαίνει με το λογικά παράλογο πολλών καταστάσεων και δη της φύσης των ποιητών.

 

Υπάρχει (;) και η ποίηση

Στην περίπτωση της Μαρίας Πολυδούρη (όπως και του Καρυωτάκη) η κριτική παρασύρεται σε μια χρόνια διολίσθηση προς τη δραματικότητα της ζωής τους, την οποία προσπαθεί να ιχνηλατήσει και μέσα στην ποίησή τους, χρησιμοποιώντας την ως έναν εγκιβωτισμένο εκεί μυστικό οδηγό διττής κατανόησης-από τη ζωή στο έργο τους και από το έργο στη ζωή τους. «Λίγα ονόματα είναι ενωμένα μέσα στη λογοτεχνική μας ζωή, όσο του Καρυωτάκη με την Πολυδούρη. Επλάσαμε γύρω στο δεσμό τους ένα μύθο που μας διευκολύνει ίσως και στην προσέγγιση του έργου. Πέρα όμως από το μύθο υπάρχει μια πραγματικότητα, που μπορεί να ξεπερνάει τη δύναμη του μύθου», θα γράψει ο Γιάννης Χατζίνης124.

Η Χριστίνα Ντουνιά εκφέρει τη δική της άποψη σχετικά με το ζήτημα πρόταξης της ζωής της ποιήτριας σε βάρος του έργου της: «Το ερώτημα που θέτει συνήθως η κριτική όταν εκφράζει τον σκεπτικισμό της για την περίπτωση της Πολυδούρη είναι το εξής: «Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; Έχω τη γνώμη ότι το ερώτημα πρέπει να αντιστραφεί: θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια;» Και επικαλούμενη την περίπτωση και των δύο ποιητών Πολυδούρη και Καρυωτάκη, αναγνωρίζει ότι ανήκουν στους δημιουργούς που η ζωή τους έχει ταυτιστεί σε τέτοιο βαθμό με το έργο τους, ώστε  τα συμβάντα του βίου τους να μετατρέπονται σε «λογοτεχνικό γεγονός»125.

Το γεγονός ωστόσο αυτής της ταύτισης εξακολουθεί να αδικεί και να οδηγεί σε υστερήσεις, μονομέρειες και μεροληψίες τη σοβαρή και ανανεούμενη -όπως οι μεταμορφώσεις και οι μεταλλαγές των εποχών απαιτούν- κρίση για το έργο της126. Αν και δεν είναι πρόθεση της παρούσας μελέτης η φιλολογική παρουσίαση μιας κριτικής επισκόπησης πάνω στο έργο της Μαρίας Πολυδούρη, εντούτοις είναι αναγκαίο να κατατεθούν κάποιες, συναφείς με το έργο της, σκέψεις. Η συνολική εργασία και αποκατάστασή του από την καθηγήτρια Χριστίνα Ντουνιά, προσφέρει το στέρεο, πρωτογενές (και ερμηνευτικό) υλικό για τις όποιες μελλοντικές κριτικές «αναγνώσεις» και αναθεωρήσεις.

Το έργο της Μαρίας Πολυδούρη αποτελείται από δύο ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα, ένα σπάραγμα Αυτοβιογραφίας, επιστολές, ημερολόγια, δύο μαθητικά της κείμενα και διάσπαρτη σε έντυπα της εποχής ποίηση. Στην ολιγόζωη πορεία της φαίνεται να πέρασε από περιόδους που αισθανόταν πιο έντονες τις δυνάμεις που την οδηγούσαν στην πεζογραφία, για να κατασταλάξει οριστικά στην ποίηση και να περάσει στη νεοελληνική γραμματεία ως η πιο ποιοτική, λυρική γυναικεία φωνή της μεσοπολεμικής δεκαετίας του 1920. Πρόλαβε να δει την έκδοση των ποιητικών της συλλογών: Οι τρίλλιες που σβήνουν (τέλη του 1928), λίγους μήνες μετά την αυτοκτονία του ποιητή της και ένα χρόνο μετά, την έκδοση της συλλογής: Ηχώ στο χάος (τέλη του 1929). Στο μεταξύ ποιήματά της δημοσιεύει στα χρόνια της πρώιμης ποιητικής της ωρίμανσης, στα περιοδικά: Πολιτισμός του Φώτου Γιοφύλλη, Η Παιδική Χαρά127, Ημερολόγιο Πανδώρα, Πνοή, Ελληνίς, Ελληνική Επιθεώρησις, εφημερίδα Πρωΐα. Θερμή υποδοχή θα επιφυλάξουν στα ποιήματά της οι νέοι τότε ποιητές -και θαυμαστές της- και τα φεμινιστικά έντυπα, που αναγνωρίζουν στο πρόσωπό της τη γνήσια εκπρόσωπο της γυναικείας χειραφέτησης στην πράξη αλλά και την ποιήτρια που διακρίνεται για το «στοχαστικό» της «Πνεύμα»128.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τη στοχαστική διάθεση της ποίησής της θα σημειώσει και ο Σωτήρης Σκίπης129 και θα  εξάρει ο Γιάννης Χονδρογιάννης: «Απορεί κανείς, μα την αλήθεια, πώς είναι δυνατόν να βρίσκεται μέσα σε μια γυναικεία καρδιά τόση θαυμαστή απλότης και τόσος στοχασμός»130. Αλλά και στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν, η κριτική δεν θα μετακινηθεί από τα γνωστά, ενώ στις πολύ σύντομες131 γραμματολογικές αναφορές η Πολυδούρη θα αναφέρεται απλώς ως η σημαντικότερη γυναικεία φωνή της γενιάς της με όλα τα ψεγάδια όμως και τις «κοινοτοπίες» της ποίησής της. Και χωρίς να μεταβάλλεται η ουσία της  κριτικής αποτίμησης, συχνά αναφέρεται ο πρόωρος θάνατός της ως εμπόδιο στην εξέλιξη της ποιητικής της γραφής. αλλά και η επήρεια της αρρώστιας στη μορφοποίηση της «κλαυθμηράς διαθέσεως», όπως καταθέτει στη δική του κριτική ο Τέλλος Άγρας, υπερασπιζόμενος και τη «φυσικότητα» των στίχων της, παρά την ποικιλία «των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών»132.

Οι αιτιάσεις που της απευθύνονται προέρχονται από δύο κυρίως πεδία: α. το μορφικό-η ποιήτρια θυσιάζει στο όνομα της ποιητικής της αυθορμησίας και της πηγαίας εκτόνωσης του συναισθήματος τη μορφική αρτιότητα της ποίησής της. και β. την αποκλειστική πρόταξη του προσωπικού-υποκειμενικού βιώματος σε βάρος της συλλογικότητας και των κοινωνικών αγώνων της εποχής133, τους οποίους ωστόσο με τη συμπεριφορά, το εξεγερμένο ήθος και την ανυπόταχτη προσωπικότητά της υπηρετούσε χωρίς συμβιβασμούς και μικροαστικές συμβατικότητες.

Είναι άραγε αποτετελεσμένη η κριτική για την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη; Και σε ποιο βαθμό και με ποια στοιχεία-μετά από τις ανακατατάξεις στη θεώρηση της ποίησης και της ποιητικής γραφής από τη δεκετία του ’30 και μετά-μπορούμε να κρατάμε την ποίησή της «αιχμάλωτη» της τραυματικής ζωής και της συγχρονικής της κριτικής; Μήπως οι κεραίες μιας ανοιχτής συζήτησης για την ποίηση γενικότερα, τα περιεχόμενα και τις τεχνικές, την αναζήτηση του έσω ανθρώπου, τη διαλεκτική ποίησης και πρόζας και όσα άλλα προκύπτουν στην ιστορική αναθεώρηση των ποιητικών έργων, θα μπορούσε να συμπεριλάβουν και την Πολυδούρη; Αρκετά νωρίς, ο Κώστας Σταματίου επισημαίνει την ανάγκη επανεξέτασης του έργου της: «Προσωπικά πιστεύω πως μια νέα ανάλυση και τοποθέτηση ήταν απαραίτητες. Ιδιαίτερα γιατί, με την εξαίρεση του Τέλλου Άγρα, η παλιότερη κριτική είχε δει πολύ περιορισμένα το έργο της Πολυδούρη, συρρικνώνοντάς το στο πρωτογενές ερωτικό στοιχείο»134.

Η Χριστίνα Ντουνιά-που άνοιξε το δρόμο και συστηματικά τον υπηρετεί-, για την επιστροφή στα «χρωστούμενα» προς τη μεσοπολεμική γενιά, και ιδιαίτερα στην Πολυδούρη- αποφαίνεται: «Πράγματι η Μαρία  Πολυδούρη δεν αρκείται στην αυθόρμητη μεταφορά του βιώματος στους στίχους της. Διαθέτει την οξύνοια και την καλλιτεχνική ωριμότητα που της επιτρέπουν να στοχαστεί πάνω στα γεγονότα της ζωής και στις προσωπικές της επιλογές, να διεκδικήσει τον έλεγχο της μοίρας της και των εκφραστικών της μέσων… Όλα αυτά ακόμα και αν δεν φαίνονται καθαρά, δεν θεματοποιούνται δηλαδή στην ποίησή της, τη διατρέχουν όμως υπόγεια, γεγονός που της δίνει την δυνατότητα να μεταβάλει τον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής της και να στοιχειοθετήσει νέα κριτήρια πρόσληψης της γυναικείας γραφής»135.

Η Μαρία Πολυδούρη ήταν στη ζωή και στην ποίηση αυτό που ένιωσε για κείνη, με την τιτάνια ψυχή του, ο Σικελιανός στο λίγο που την έζησε όντας στο κρεβάτι του πόνου. Είναι γεγονός ότι δεν διέθεσε απόλυτα τη φλεγόμενη ψυχή της πουθενά αλλού,  παρά μονάχα στην ποίηση και στον έρωτα- τη βαθιά επαφή της με την «ουσία». Στην ποίησή της  προσέδωσε τις τονικότητες όλων των ήχων του έρωτα και της ζωής, σε μιαν ευαίσθητη και ευπαθή μουσική «υπερχορδή», που η απόλυτη δοτικότητα της φωνής της ακούστηκε ως αυτοκαταστροφική ενσυναίσθηση του ιδεατού. Κοιτώντας το πρόσωπό της, είναι ίσως καιρός να σμιλέψουμε το πορτρέτο του ανθρώπου που φέρει την τόλμη της επανάστασης στον ίδιο βαθμό με το «θάρρος των δακρύων»136. Το έχει τόσο ανάγκη η στερεμένη και από τα δύο εποχή μας! Όσο για την ποίησή της, ό,τι είπε για τον Καρυωτάκη ο Φώτης Κόντογλους εκείνες τις παγερές μέρες: ας αφήσει πίσω της η κριτική τη «νεκροψία» πάνω στο κορμιά της κι ας αφουγκραστεί απελεύθερο από τους «επιστημονικούς κυνισμούς» τη φωνή των στίχων της137.

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς». Είναι συγγραφέας του θεατρικού έργου Μαρία Πολυδούρη (Βακχικόν, 2019). Το έργο παραστάθηκε (χειμερινή σεζόν 2018-2019 και 2019-2020) από τον «Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου ΑΙΧΜΗ».

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

61. Ο έρωτάς της για τον Σπύρο Μαρκέτο φαίνεται να εκπνέει όταν μετά την επιστροφή του από την Σμύρνη θα τοποθετηθεί ως Διευθυντής στη Νομαρχία Αττικής – όπου υπηρετεί και η Πολυδούρη.

62. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, (Ημερολόγιο), ό.π., σ. 186.

63. Ό.π., σ. 190.

64. Ό.π., σ. 190.

65. “Ημερολόγιο”, 12 Μαΐου (1922) Μεσάνυχτα. Ό.π., σ. 192.

66. Ό.π., σ. 192.

67. Ό.π., σ. 212.

68. Το ποίημα είχε αρχικά αφιέρωση «Μ». Βλ. Κ. Γ. Καρυωτάκης, επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1980, σ. 70.

69. Για τις στιγματιστικές επιπτώσεις της φυματίωσης, βλ. Κωνσταντίνος Τσιάμης, Μαρία Μάνδυλα – Κουσουνή, Δημήτριος Ανωγιάτης – Pele, “Ιατρικές και κοινωνικές αντιλήψεις περί φυματιώσεως την εποχή του Μεσοπολέμου”, Ιατρικά Χρονικά Βορειοδυτικής Ελλάδας 2014, τόμος 10, Τεύχος 1, σ. 56-60.

70. Ο πρώτος εφηβικός έρωτας του Καρυωτάκη. Τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη θα ερωτευτεί το 1913, σε ηλικία 17 χρονών. Η σχέση τους θα συνεχιστεί με διαλείμματα ακόμα και μετά τον γάμο της Άννας (1915, σε ηλικία 19 χρονών), τουλάχιστον μέχρι το 1922. (Βλ. περιοδικό Η Λέξη, ειδικό αφιέρωμα για τα 60 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, τεύχος 79-80, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1988, σ. 804-807).

71. Ο Γ. Π. Σαββίδης, που έχει το ταλέντο να κοιτάζει από την… παραφιλολογική “κλειδαρότρυπα“, προσπαθώντας να ερμηνεύσει σημείο από την “Αποχαιρετιστήρια Επιστολή“ του Καρυωτάκη, γράφει: «Βεβαίως, ο ποιητής μας – όπως όλοι δα οι “υγιώς σκεπτόμενοι“  Έλληνες άνδρες – εσύχναζε σε μπορντέλα και είχε επισκεφθεί το “Moulin Rouge“στο Παρίσι. Επίσης είχε δεσμούς με κοπέλες, ύπανδρες γυναίκες και ποιήτριες ελευθέρων ηθών…»(Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, Κείμενα 1966-88, Νεφέλη, Αθήνα 1989, σ. 109).

72. Και αυτό το ποίημα φέρει την αφιέρωση «Μ. Π.».

73. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, (Στοιχεία βιογραφίας), σ. 397.

 74. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… , ό.π., (Γράμματα από το Παρίσι), σ. 237-238.

75. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… , ό.π., σ.239.

76. Επιστολή προς τον Βασίλη Γεντέκο, με ημερομηνία 10 Απριλίου (1927).  (Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π.), σ. 241.

77. Πρόκειται για τον Αδάμ Δεϊμέζη, θαυμαστή και φίλο της αδερφής της Βιργινίας, τον οποίο φαίνεται να μην εκτιμά διόλου η Μαρία. Ο Δεϊμέζης είχε γράψει το βιβλίο: Η σύγχρονος Σουηδία και ο σουηδικός πολιτισμός, Paris,εκδ. οίκος Jean Budry & Cie,1928.

78. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π. , σ. 242.

79. Βλ. Κώστας Σταματίου, “Εξόριστη στην εποχή της”. Τα (σχεδόν πλήρη) Άπαντα της Πολυδούρη, εφ. Τα Νέα, 3 Απριλίου 1982, και Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 273. Για τον Γιάννη Ρίτσο η Πολυδούρη θα γράψει το ποίημα “Βαριά καρδιά“ (Οι τρίλλιες που σβήνουν). Και με αφιέρωση «Στον κ. Γιάννη Ρίτσο» το ποίημα «Θυσία» (Οι τρίλλιες που σβήνουν).

80. Στις 21 Απριλίου εκδίδεται η απόφαση μετάθεσης του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα. Στις 18 Ιουνίου 1928 θα φτάσει στην Πρέβεζα με καράβι. Θα τοποθετηθεί στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο “Γραφείο Εποικισμού κα Αποκαταστάσεως Προσφύγων“. Νομάρχης ήταν τότε ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης.

81. Αλεξάνδρα Κωστάκη – Μέξη, Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη, εκδ. Άπειρος Χώρα, Αθήνα 2014.

82. Βλ. Ζήση Καπούλα, Τα συλλογικά δικαιώματα της απεργίας και του συνεταιρίζεσθαι των δημοσίων υπαλλήλων, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2002. Για την περίοδο του Μεσοπολέμου, βλ. τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο: Σελίδες από την Ιστορία του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος (1920-1931), σ. 291 κ.ε.

83. Γεωργία Δάλκου, Κ. Γ. Καρυωτάκης, Δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών…,ό.π. και Γιάννης Παπακώστας, Ο πολιτικός Καρυωτάκης, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας“, Αθήνα 1992.

84. Ανάγκη χρηστότητος, Ένα λανθάνον κείμενο κοινωνικής πολιτικής – Επιμέλεια – Σημειώσεις – Σχόλια: Γιάννης Παπακώστας, Φιλιππότης, Αθήνα 1986. Το άρθρο δημοσίευσε ο Καρυωτάκης ως Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, λίγο πριν αρχίσουν οι διαδοχικές, δυσμενείς υπηρεσιακές του μετακινήσεις. Βλ. Γ. Ρομποτής, Η διοίκηση την ελληνική λογοτεχνία…, ό.π., σ. 130-132, Γ. Παπακώστας, ό.π., σ. 84 κ.ε. Το κείμενο υπερβαίνει την απλή παρουσίαση της κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων και τα δικαιολογημένα αιτήματά τους, και προχωρεί σε δριμεία κριτική όλου του σαθρού πολιτικού και διοικητικού κατεστημένου. Το άρθρο χρησιμοποιήθηκε συχνά – αν και δημοσιεύτηκε σε αντιβενιζελική εφημερίδα – ως τεκμήριο αριστερών ιδεών του ποιητή. Ο ίδιος, προερχόμενος από φιλοβασιλική οικογένεια, παρέμενε αντιβενιζελικός, χωρίς ωστόσο να εκδηλώνει ανοιχτά την ιδεολογκή του τοποθέτηση. (Βλ. και Ζωή Γεωργιάδου, Αναπαράσταση του νεοελληνικού κράτους στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας, Φιλολογική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνή 2013, σ. 8.

85. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π. , σ. 273.

86. Βλ. σχετικά, Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, ό.π.. Βαγγέλης Αυδίκος, “Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο τύπος”, στο: Συμπόσιο για τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, Πρακτικά, Πρέβεζα 1990, σ. 353-363. Στο ίδιο, Γ.Π. Σαββίδης, “Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Κ.Γ. Καρυωτάκη”,σ. 365-375. Αλεξάνδρα Κωστάκη – Μέξη, Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη, ό.π.

87. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1923 με τον τίτλο: “Τραγούδι παραφροσύνης”. Βλ. Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια: Γ.Π. Σαββίδης, Ερμής 1980, σ. 107.

88. Μια εκδοχή του θανάτου του, βλ. Ελένη Κουρμαντζή, Κ.Γ. Καρυωτάκης: Ένας πρακτικός θάνατος στην Πρέβεζα (file:///C:/Users/%CE%92%CE%99%CE%92%CE%97/Downloads/4893%20(2).pdf)

89. Βλ. Γ. Ρομποτής, Η διοίκηση την ελληνική λογοτεχνία…, ό.π., σ. 120.

90. Γ. Ρομποτής, ό.π., σ. 130-131 και σημείωση 388. Θα γράψει ο Βύρων Λεοντάρης: «Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής, προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας…». (Δοκίμια για την ποίηση, Έρασμος, Αθήνα 1985, σ. 18).

91. Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, ό.π., σ. 101-115. και Χριστίνα Ντουνιά, “Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Καρυωτάκη: μια νέα απόπειρα αποκρυπτογράφησης”, Ανάτυπο από το περιοδικό Κονδυλοφόρος, 4/2005, σ. 139-147.

92. Τέλλος Άγρας, “Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες”, στο Κ.Γ. Καρυωτάκη, Άπαντα, 1938, σ. LXXXIX-CXXIX).

93. Το κείμενο γράφτηκε στις 24-7-1929, ένα χρόνο μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Βλ. Γ.Π. Σαββίδης, ό.π., σ. 170-171.

94. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 219-227. Και στο ίδιο, Σχόλια (Χριστίνα Ντουνιά), σ. 259.

95. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, (Ημερολόγιο) , ό.π., σ .219.

96. Από το αχρονολόγητο κείμενο της Πολυδούρη “Στον ποιητή Φίλιππο Κλεωνά”. Η Χριστίνα Ντουνιά υποθέτει ότι θα πρέπει να γράφτηκε το καλοκαίρι του 1925 και το θεωρεί μια απόπειρα αυτοβιογραφήματος. Τη συγγραφή του η Πολυδούρη εγκαταλείπει για να αφιερωθεί στην απόπειρα συγγραφής τού – άτιτλου – μυθιστορήματος, που η Ντουνιά δημοσιεύει με τον τίτλο “Ρομάντσο“. Βλ. σχετικά, Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 29-156, 207-215 και 258.

97.  Οι τρίλλιες που σβήνουν δημοσιεύεται στα τέλη του 1928. Τα ποιήματα γίνονται με ενθουσιασμό δεκτά από τους νέους. Ο Κερκυραίος ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης, (1903-1987) θα δημοσιεύσει διθυραμβική κριτική, που θα γίνει αφορμή να αρχίσουν αλληλογραφία και στη συνέχεια να γνωριστούν μέσω του κοινού τους φίλου ποιητή Κώστα Παπαδάκη .

98. Στη Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου, 1885-1968), με την οποία συνδέθηκε από τον Αύγουστο του 1928 με στενή φιλία, παρέδωσε – λίγο πριν πεθάνει – όλα της τα γραπτά.

99. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), η πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη, αδελφή της Έλλης Αλεξίου, φεμινίστρια της εποχής, στρατευμένη στο ΚΚΕ, μετέπειτα σύζυγος του Μάρκου Αυγέρη.

100.  Αθηνά Γαϊτάνου – Γιαννιού (1880-1952), από τις πρώτες Ελληνίδες φεμινίστριες, σύζυγος του σοσιαλιστή πολιτικού Νικολάου Γιαννιού. Ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου των Γυναικών και διευθύντρια των περιοδικών Ελληνίς και Σοσιαλιστική Ζωή. Στην Πολυδούρη συμπαραστάθηκε έμπρακτα μέχρι την τελευταία στιγμή.

101. Η πρώτη ελληνίδα κινηματογραφική κριτικός (1900-1992).

102. Βλ. Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου, ό.π.

103. Σωτήρης Τριβιζάς, “Ο τελευταίος έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη”, Literature.gr. 

(https://www.literature.gr/otelefteoserotastismariaspolidouritousotiritriviza/)

104. Βλ. Γιάννης Χονδρογιάννης, Η Μαρία Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1975, σ. 75.

105.Ό.π., σ. 76.

106. Ό.π., σ. 102.

107. Εκδίδεται στα τέλη του 1929. Η κριτική αυτή τη φορά είναι πολύ θερμή

108. Κριτική της ποιητικής συλλογής Μυστικές Ημέρες δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 77, σ. 274-275.

109. Το άτιτλο ποίημα του Γιάννη Χονδρογιάννη: “ Ήσουν το ρόδο της αυγής / κ’ ήσουν το κρίνο της εσπέρας. / Εφύσηξε κακός αγέρας / και σ’ έχει ρίξει καταγής. /  Ήσουν νεράκι της πηγής / κ’ ήσουν λαμπρός στη φύση αιθέρας … / Τώρα τ’ ανείπωτο είσαι τέρας. / Και να πεθάνεις πόσο αργείς!”.

110. Βλ. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα (στο: Στοιχεία βιογραφίας – Χ. Ντουνιά), ό.π., σ. 401-402. Η πρώτη μελέτη που γράφτηκε για τη Μαρία Πολυδούρη και στηρίζεται στο αρχείο και το ημερολόγιό της, όπως και σε μαρτυρίες της αδελφής της Βιργινίας και της Μυρτιώτισσας, είναι της Βασιλικής Μπόμπου. Επρόκειτο για τη διπλωματική της εργασία, την οποία ο καθηγητής της Γ. Ζώρας  φρόντισε να δημοσιευτεί στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία του Σπύρου Μελά, (έτος Ζ΄, τόμος 14, Αθήνα 15 Μαΐου 1954).

111. Άγγελος Σικελιανός, “Ελληνικόν Ημερολόγιον”,Ορίζοντες, τ.Β. 1945. Μαρία Πολυδούρη, Ζωή με παραφορά, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σ. 350-351.

112. Ό.π., σ. 351. Στη Μαρία Πολυδούρη ο Σικελιανός αφιέρωσε ένα ποίημα γραμμένο μετά από μια επίσκεψή του στο νοσοκομείο, όταν εκείνη του παραπονέθηκε πως άργησε να την δεί.

113. Κώστας Ουράνης, «Μια ποιήτρια του έρωτος και του θανάτου», Ελεύθερον Βήμα, 26 και 27 Ιανουαρίου 1930.

114. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα (Χ. Ντουνιά, “Ο ματωμένος λυρισμός…”), σ. 315-316.

115. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, ό.π., σ.319.

116. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, ό.π., σ.315.

117. Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, «Μαρία Πολυδούρη», Ελληνίς, τχ. 5, 1930, σ. 119.

118. Γ. Χονδρογιάννης, Η Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη, ό.π., σ.114.

119. Από το ποίημα «Σ’αναμονή θανάτου».

120. Τέλλος Άγρας, «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες». Περιλαμβάνεται στο: Κ.Γ.Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια: Γ.Π.Σαββίδης, Ερμής, Αθήνα 1980, σ. 194-195.

121. Στα Πατήσια βρίσκονταν πολλά θεραπευτήρια της Αθήνας. Ανάμεσά τους και η “Νέα Κλινική“ των καθηγητών Αντωνίου Χρηστομάνου – Ν. Οικονομοπούλου. Βλ. Ευγενία Μπουρνόβα, Οι κάτοικοι των Αθηνών , 1990-1960. Δημογραφία, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών – ΕΚΠΑ, Αθήνα 2016, σ. 38.

122. Έχει γραφεί ότι ο Βασίλης Γεντέκος, υπακούοντας στην από καιρό αποσπασμένη υπόσχεσή του προς την ποιήτρια, διευκολύνει το βασανιστικό της τέλος εκείνο το βράδυ με μια ένεση μορφίνης. (Βλ. Λιλή Ζωγράφου, Κώστας Καρυωτάκης-Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Παπαζήσης, Αθήνα χ.χ., σ. 108-109).

123. Άγγελος Τερζάκης, «Ο ματωμένος λυρισμός», Το Βήμα, 19 Απριλίου 1961.

124. Εφ. Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 1954.

125. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Το «θέμα» και ο «τρόπος»: Ζητήματα πρόσληψης”), ό.π., σ. 334.

126. Την υποτίμηση της Πολυδούρη από την κριτική (Δημαράς, Κορδάτος, Vitti, Λ. Πολίτης, Αργυρίου…), παρά τη θετική πρόσληψή της από έγκυρους κριτικούς του Μεσοπολέμου (Κλέων Παράσχος, Τέλλος Άγρας, Ανδρέας Καραντώνης, Κώστας Ουράνης), συνδέει εν μέρει η Χριστίνα Ντουνιά «με τους όρους πρόσληψης της ποίησης μετά τη δεκαετία του ’30, και την επικράτηση του μοντερνισμού». Η ίδια ωστόσο ανιχνεύει στοιχεία πρώιμου μοντερνισμού στην ποίηση της Πολυδούρη. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Μελωδίες παλιές και «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»”, ό.π., σ. 356.

127. Βλ. Αικατερίνη Χρυσαφάκη, Η συγκρότηση του παιδικού προτύπου στο Μεσοπόλεμο μέσα από το περιοδικό “Η Παιδική Χαρά” κατά τα έτη 1921-1931 και 1935-1936, διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα 1999.

128. Καίτη Ζέγγελη, «Τρεις γυναίκες-τρία έργα», Ελληνίς, τεύχ. 2, 1930, σ. 35. και Μ.Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Αναστοχασμός του βιώματος:»Μια διανοούμενη που την κυβερνά το ένστικτο”, ό.π., σ. 363.

129. Σωτήρης Σκίπης, «Μαρίας Πολυδούρη, Ηχώ στο Χάος», Εστία, 19-1-1930, σ. 2.

130. Γ. Χονδρογιάννης, «Μαρία Πολυδούρη», Ελληνική Επιθεώρηση, τεύχ. 23 (1930), σ. 53.

131. Η λακωνικότητα των ιστορικών της λογοτεχνίας λύεται από την εκτεταμένη κριτική αναφορά του Bruno Lavagnini  στην Ιστορία του της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1955).

132. Τέλλος Άγρας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Και Κ. Ουράνης: «Δυο βιβλία που περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες…» (Κ. Ουράνης, «Μια ποιήτρια του έρωτα και του θανάτου», Ελεύθερο Βήμα, , τ. 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1955, σ. 239-240.

133. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Το «θέμα» και ο «τρόπος»: Ζητήματα πρόσληψης”), ό.π., σ. 330.

134. Κώστας Σταματίου, «Εξόριστη στην εποχή της. Τα (σχεδόν πλήρη) Άπαντα της Πολυδούρη», Τα Νέα, 3-4-1982.

135. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Μελωδίες παλιές και «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»”, ό.π., σ. 366.

136. Έκφραση της Ζέφης Δαράκη σε ομιλία της για το βιβλίο της Χριστίνας Ντουνιά Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, Εστία 2014.

137. Φώτης Κόντογλους, Νεοελληνικά Γράμματα, 75, 23 Απριλίου 1938.

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού: Μαρία Πολυδούρη-Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου. Μέρος Α΄: Περίπατοι στα φαιόχρωμα τοπία της γενιάς της

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 

Μαρία Πολυδούρη- Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου

Μέρος Α΄: Περίπατοι στα φαιόχρωμα τοπία της γενιάς της

 

Η ζωή της Μαρίας Πολυδούρη (1902-1930) καλύπτει δημιουργικά τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα και την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία. Είναι επομένως η σύνθεση της περισσότερο δραματικής-επώδυνης, θα λέγαμε- για την ιστορία του τόπου, δεκαετίας, καθώς θρυμματίζεται κυριολεκτικά μια μεγαλοφάνταστη εθνική φαντασίωση, που διατήρησε ζωντανό το μεγάλο όραμα από την Άλωση και μετά και που τώρα οριακά προδιαγράφει τις ορίζουσες μιας νέας εποχής: τον μακρόχρονο μετεωρισμό ανάμεσα στη θρηνωδία –πάνω στις πικρές παρενέργειες της καταστροφής- και στην κυοφορία μιας αναγεννημένης πραγματικότητας¹.

Έχει τονιστεί, τόσο στην ιστορία του μεσοπολέμου όσο και στη θεώρηση της λογοτεχνικής παραγωγής-της ποίησης κυρίως-, το κλίμα μιας απαισιόδοξης, εσωτερικής εστίασης δημιουργίας, της οποίας οι λυρικοί τόνοι και η έμπνευση κατάγονται από τα ρεύματα της γαλλικής ποίησης, ως μια εγκλιματισμένη στο ελληνικό μεσοπολεμικό περιβάλλον νεορομαντική-νεοσυμβολιστική ενδοψυχική έκφραση απόγνωσης και παραίτησης από τη ζωή και τη νεανική της ακμή2. Δεν πρόκειται απλώς για τη μετακένωση και τη φιλόξενη δεξίωση μιας πρωτογενούς ευρωπαϊκής τάσης. Καθώς σχηματοποιούμε την εγκατάλειψη της παλαμικής επικής παράδοσης, που συγκροτεί-μέχρι την επερχόμενη βίαιη ρήξη- την ανασύνθεση των πολλαπλών μεταμορφώσεων του ελληνισμού και τη συγκρότηση της ενιαίας πορείας του μέσα στο χρόνο, βρισκόμαστε αίφνης αντιμέτωποι-και μετά από ένα παγκόσμιο πόλεμο- με μιαν οριακή εθνική τραγωδία- τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. Η Μικρασιατική Καταστροφή θα διαταράξει βίαια τις πολιτικοοικονομικές, τις δημογραφικές και κυρίως τις ιδεολογικές συνιστώσες, εκθεμελιώνοντας εθνικές βεβαιότητες και μακροχρόνιες προσδοκίες. Είναι μια «νόσος» της «προσωποποιημένης» ιστορίας, που βυθίζει το άτομο, κερματισμένο κι αποκομμένο από τα ερείσματά του με την κοινωνία, στο πένθος και στη θρηνωδία3, στο φλερτ με τον θάνατο και την ασθένεια, αλλά και στον αντίδοτο έρωτα-λυρική ενατένιση της ομορφιάς πέρα από της ιστορίας τα παθήματα.

Αυτές τις στιγμές του συλλογικού δράματος, της ήττας μετά από ένα όραμα αιώνων, οι άνθρωποι που δημιουργούν στρέφονται προς τον εσωτερικό τους κόσμο, σε μιαν ενδοσκοπική διαδικασία αυτολύτρωσης ή, κατά την αριστοτελική έννοια, λυτρωτικής κάθαρσης. Ο «Πόνος»4 ενοχοποιείται για την παραίτηση, το αίσθημα ματαίωσης και τις συν-αισθηματικές τονικότητες του κλειστού, ενδοψυχικού περιβάλλοντος. Η έννοια της decadence και των εκπροσώπων της ευρωπαίων ποιητών (decadents), μεταγλωττίζεται στην εθνική μας λογοτεχνία του μεσοπολέμου ως «παρακμή» και οι ποιητές που εκφράζουν αυτό το κλίμα χαρακτηρίζονται ως «παρακμιακοί»5.  Η ιστορία εκβάλλει στη λογοτεχνία- τα πράγματα μετατοπίζονται από την προγενέστερη  βίωση μιας επικής αίσθησης της ιστορίας στη λυρική, προσωπική-υποκειμενική, ενδοψυχική κατάδυση στην ποιητική μοναξιά. Έτσι, οι μείζονες επικοί τόνοι της παλαμικής ποίησης6 παραδίνονται πια στη συνείδηση μιας έκπτωσης, ηθικής και κοινωνικής υφής, με αισθήματα που κυμαίνονται από την ανήμπορη για πράξη μελαγχολία και νοσηρή απόδραση, μέχρι τη σατιρική-σαρκαστική (και αυτοσαρκαστική) αποδόμηση της κατεστημένης πραγματικότητας και τη βίαιη κοινωνική κριτική.

Για πολλές δεκαετίες προβλήθηκε-υπό την επήρεια και της θεώρησης του Γερμανοεβραίου γιατρού Max Nordeau-7  και ερμηνεύτηκε κριτικά, το παθολογικό στοιχείο που έφερε η μεσοπολεμική ποίηση, καθώς πολλοί από τους ευρωπαίους και τους Έλληνες, στη συνέχεια, εκπροσώπους της αποτελούσαν επίσης ένα είδος σπουδής για το πώς η «νοσηρότητα» διολισθαίνει διαδοχικά από τον δημιουργό στο έργο του και εκβάλλει στην κοινότητα, προσδιορίζοντας την ιστορικότητα του βιώματος, των συναισθηματικών και αισθητικών προβολών του.

Η ιστορία ωστόσο αυτής της περιόδου στον τόπο μας έρχεται να τεκμηριώσει την «παθολογία» της ίδιας της εποχής, που αν δεν είναι η αποκλειστική ικανή συνθήκη, συνιστά όμως έναν σοβαρό αντικειμενικό παράγοντα, που διαπλέκεται με τον λογοτεχνικό (τις ευρωπαϊκές επιδράσεις) και μορφοποιεί δημιουργικά τη στροφή στον υποκειμενικό λυρισμό. Ο Εθνικός Διχασμός8, απότοκος προηγούμενων εσωτερικών συγκρούσεων της εξουσίας, που φαίνεται ότι θα συνεχιστεί για δεκαετίες -με άλλες γεγονοτολογικές εκδοχές- και θα οξύνεται παρά την καταλυτική επήρεια παγκόσμιων γεγονότων. οι ιδεολογικές αντιθέσεις που μετασχηματίζονται ολοένα και με τη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (1918-δύο χρόνια μετά την τραγωδία του Μικρασιατικού πολέμου θα μετονομαστεί σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας), θα εγκαταστήσουν τη νέα ιδεολογική πόλωση9 (που θα εκβάλει και στη λογοτεχνία και στη λογοτεχνική κριτική)10– με τις δραματικές κορυφώσεις του Εμφυλίου Πολέμου και την μεταπολεμική, τραυματική διάβρωση της κοινωνικής και πνευματικής ζωής.

 

Μακρά πορεία εγκλιματισμού…

Η εθνική τραγωδία: στις πιο οικτρές της εκφάνσεις επρόκειτο για την τραγωδία 1,5 εκατομμυρίων νοικοκυραίων ανθρώπων που αφήνοντας πίσω τους αποτρόπαια σφαγιασμένους δικούς τους ανθρώπους κι έναν ακμαίο, ανθηρό αστικό πολιτισμό σε προαιώνιες ελληνικές κοιτίδες, και με σπαράγματα ζωής11 έρχονταν τώρα, σε μια χώρα εντελώς απροετοίμαστη για τα στοιχειώδη, να μετεγκατασταθούν στον εθνικό κορμό, ξεκινώντας από την αρχή το χτίσιμο της ζωής τους με το βαρύ φορτίο του πρόσφυγα12.

Τα «big data» του προσφυγικού ζητήματος έχουν πολλά ακόμα να αφηγηθούν και πολλές πτυχές της δημογραφίας, της οικονομίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης, των πολιτισμικών συγκράσεων και της ανθρώπινης περιπέτειας να ερευνήσουν κατασκευάζοντας, όσο δυνατόν, τη χαρτογραφημένη πραγματικότητα της φύσης της καταστροφής και των ψυχικών της αποτυπώσεων13, όπως και την πιο ρεαλιστική και μετρήσιμη πραγματικότητα του εγκλιματισμού, της ανάπτυξης, της αστικής επιτάχυνσης της χώρας –το μερικό ισοζύγιο καταστροφής και ανόρθωσης14.

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον αρχαίο ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.

Η λογοτεχνία της μεσοπολεμικής περιόδου θα ακουμπήσει τη συγκίνησή της σ’αυτό το  τραυματικό έως και νοσογόνο περιβάλλον της εποχής, που θα τροφοδοτεί την ελεγειακή ατμόσφαιρα, τους ερωτικούς πεισιθάνατους στίχους, την απαισιόδοξη στοχαστικότητα και τον εγκλεισμό στο εσώτερο, τραυματισμένο εγώ.

«Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό παίζουν το ρόλο τους οι ιστορικοί παράγοντες», θα γράψει ο Άγγελος Τερζάκης, «δεν θέλω, δεν μ’ αρέσει να τους υπερτιμώ. Πιστεύω πως -όχι κάθε γενιά, όπως συχνά λέγεται- αλλά κάθε συνομοταξία ανθρώπων έρχεται μ’ ένα δικό της αστέρι στη ζωή, στρατεύεται κάτω από το σημείο του. Όσοι πίστεψαν, αργότερα, πως η απαισιοδοξία μας, ο «ρομαντισμός» μας, ήταν πόζες ή απομιμήσεις δεν αδικούν εμάς, αδικούν τον εαυτό τους: Αυτοκαταγγέλλονται ως ηθικά αδιαπέραστοι. Η νεολαία εκείνη που θερίστηκε γύρω μου τότε, που την ήπιε σαν σταγόνα νερό ένας θανάσιμος ήλιος, η επαρχία, η φτώχεια, η καταδίωξη, η εξορία, η αρρώστια, η αστοχία των άλλων είχε ένα δράμα εσωτερικό …»15

Μ’αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τουλάχιστον για την ελληνική πραγματικότητα, η ποιητική αίσθηση της παρακμής, η επικράτηση του νεορομαντισμού-όρου αμφιλεγόμενου στη μεσοπολεμική ποίηση και το κλίμα των decadents- προσδιορίζεται και κατανοείται εναργώς μέσα στα όρια της ιστορικότητάς του. Ο Roderick Beaton θεωρεί ότι στη μεσοπολεμική ποιητική παραγωγή έχουμε δύο βασικές κατευθύνσεις, που προσδιορίζουν την απαξιωτική και απαξιωμένη στάση των δημιουργών απέναντι στην εποχή τους: την παθητική λυρική θρηνωδία αφενός –σ’αυτήν εντάσσονται ποιητές όπως ο Κώστας Ουράνης, η Μαρία Πολυδούρη, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης…-. και αφετέρου τον αμείλικτο σαρκασμό16-μέχρι τη νιτσεϊκή διάλυση- μαζί με την ακραία αυτοειρωνεία, στοιχεία που καθιστά ο Κώστας Καρυωτάκης ποιητική του «ιδιόλεκτο», προσδίδοντας στη μοντερνιστική ειρωνεία του τη σκληρή φωνή του αξιολογικού κριτηρίου της ζωής και της τέχνης.

 

Μια ανατρεπτική, κοσμοπολίτικη φωνή

Διαφορετική ωστόσο αίσθηση-και βίωση- των πραγμάτων δημιουργεί η απομάκρυνση από τον «τύπον των ήλων» της εθνικής ταπείνωσης, το άνοιγμα της δημιουργικής διανόησης σε ένα κοσμοπολίτικο, ανοιχτό περιβάλλον ευρωπαϊκών αναζητήσεων και εμπειριών.

Απότοκο αυτού του εξωστρεφούς προσανατολισμού και της κηρυγμένης άρνησης του «επαρχιακού» εγκλεισμού, που επηρεάζει όλες τις μορφές λογοτεχνικής έκφρασης, είναι το Ελεύθερο Πνεύμα17 του Γιώργου Θεοτοκά, που πρώτος ο Louis Roussel το είχε χαρακτηρίσει «μανιφέστο». Γύρω από τις ανατρεπτικές, της κατεστημένης λογοτεχνικής πραγματικότητας, ιδέες του θα συνασπιστούν όλοι οι νεωτερικοί ποιητές και μυθιστοριογράφοι, που συνεργάζονται για την έκδοση του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα (1935-1944)18. Το μακρόβιο περιοδικό, υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Καραντώνη και την ένθερμη υποστήριξη του Γιώργου Κατσίμπαλη, θα στεγάσει και θα προωθήσει τη φιλελεύθερη αστική ιδεολογία και το φιλελεύθερο πνεύμα των λογοτεχνών και διανοητών εκπροσώπων του, που μέχρι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα συνηχεί με τη μαρξιστική και σοσιαλιστική διανόηση, την οποία θα υπηρετούν, με διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις, τα δικά της περιοδικά (Νέοι Βωμοί (1924), Νέα Επιθεώρηση (1928-’29), Οι Πρωτοπόροι (1930,1931) κ.ά.)19

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, με νομικές σπουδές στην Αθήνα και στο Παρίσι, και ολοκληρώνοντας τις μεταπτυχιακές νομικές του σπουδές στο Λονδίνο, θα βιώσει την περιθωριακότητα της ελληνικής παρουσίας στη σύγχρονη σκέψη και τον ανύπαρκτο ρόλο των Ελλήνων δημιουργών στον ευρωπαϊκό χώρο. «Το αισθανόμαστε βαθιά πως μόλις περάσομε τα σύνορά μας δεν αντιπροσωπεύομε τίποτα, κανείς δε μας λογαριάζει στα σοβαρά… πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορτζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο»20. Με πνεύμα κριτικής διαλεκτικής θα οργανώσει το πρώτο σάλπισμα της εθνικής πνευματικής-δημιουργικής αφύπνισης προς την ευρωπαϊκή συνοδοιπορία με όρους οικουμενικότητας πλέον. «…Η χειραφέτηση της μεταπολεμικής γενεάς είναι μια υπόθεση που επείγει»21, θα γράψει στο εισαγωγικό κείμενο του δοκιμίου του, το οποίο θα  υπογράψει και θα τυπώσει με το ψευδώνυμο «Ορέστης Διγενής» το 1929, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων. Η κριτική του σε μια μη δημιουργική, αποστραγγισμένη πανεπιστημιακή διανόηση, παρά την ευγένεια της γλώσσας που χρησιμοποιεί, είναι αμείλικτη. Χωρίς να αρνείται τη σημαντικότητα μεγάλων εθνικών λογοτεχνών-εκπροσώπων της παράδοσης-, θεωρεί ότι «λείπουν από τους Έλληνες οι πνευματικοί ορίζοντες, η παράδοση μιας ανώτερης πνευματικής ζωής, η ελεύθερη σκέψη… Δεν έχουν ακόμα οι ελληνικοί εγκέφαλοι τη δύναμη ν’απλωθούν ελεύθερα στον κόσμο των ιδεών και σε κάθε βήμα, στη φιλοσοφία, στην αισθητική, στην ιστορία, στις κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και στη γλωσσολογία, γυρεύουν την απόλυτη Αλήθεια, δηλαδή μια φυλακή…»22 Απόλυτες βεβαιότητες μόνον η επιδερμική θεώρηση των ζητημάτων της τέχνης παράγει. Ο στοχασμός ανακαλύπτει την πολυπλοκότητα των συναφών ζητημάτων και οδηγεί τον σκεπτόμενο άνθρωπο στη συνείδηση της πνευματικής ατέλειας και στη διανοητική μετριοφροσύνη. Η βαθιά και βασανιστική σκέψη είναι εκείνη που απομακρύνει από τον δογματισμό, τις κοσμοθεωρίες και τις απόλυτες αρχές23. «Αλίμονο στην Ελλάδα αν στηρίζει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών»24, θα αποφανθεί ζυμωμένος με τα μανιφέστα τέχνης των πρώτων ευρωπαϊκών δεκαετιών.

Η αστική του προέλευση και η κοσμοπολίτικη κουλτούρα του τον βοηθούν να υπερκεράσει τη στατική θλίψη των εγκλωβισμένων στην περίκλειστη, εντός των εθνικών ορίων25, μοίρα των δημιουργών, που μαστίζονται από την αρρώστια, τη φτώχεια, την εθνική ταπείνωση. Αναφέρεται στη «θυσιασμένη γενιά» λογοτεχνών, θυμάτων της ιστορικής συγκυρίας, που «δεν τους έμεινε καιρός να συγκεντρωθούν, να σκεφθούν, να συνθέσουν». Την παραίτησή τους δικαιολογεί όχι τόσο εξαιτίας αντίξοων υλικών συνθηκών αλλά προπάντων εξαιτίας της ψυχικής τους κάμψης. «Τέτοιες γενικές μεταβολές του ρυθμού μιας κοινωνίας μονάχα πολύ δυνατές ιδιοσυγκρασίες είναι ικανές να τις υποστούν ψύχραιμα. Ένα λεπτό τάλαντο, γεννημένο για να εκφράζει ήρεμα συναισθήματα μέσα σε μιαν ήρεμη ατμόσφαιρα, απελπίζεται εύκολα όταν  ξεσπάσουν τέτοιες τρικυμίες»26.

Γιώργος Θεοτοκάς.


σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Οι στίχοι του Καρυωτάκη27 ηχούν ως η λυρική πύκνωση της μοίρας των ποιητών που δεν επέπρωτο να ζήσουν. μια καίρια, στη δωρική της ακρίβεια, «αυτο-βιογραφία», ένα ομαδικό πορτρέτο, που ενοποιεί τις όποιες διαφορές και περιχαρακώνει το πεπρωμένο τους σε δύο μόνον ασύμβατα –και γι’αυτό τραγικά- λεκτικά συμβάντα: νεότητα-έρωτας/ θάνατος. Η ζωή τους, όχι μόνο του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη αλλά και πολλών από τους λιγότερο γνωστούς ή και άγνωστους ποιητές αυτής της «γενιάς»,28φαίνεται να παίζει σε πικρή παράσταση την άρρητη αλήθεια της ιστορίας, καθώς η γεγονοτολογία της δεν κατορθώνει  να αποτυπώσει τα ψυχικά συμφραζόμενα των οδυρόμενων, μέσα στη δίνη της, ανθρώπων.

Συνηθίζουμε, για λόγους ιστορικούς, φιλολογικούς-και γενικότερα ερμηνευτικούς-, να χρησιμοποιούμε ομαδοποιήσεις που σχετίζονται με το έργο των δημιουργών, την ηλικία, τις επιδράσεις, τους εκφραστικούς τρόπους, την αντίληψή τους για τη λογοτεχνία ή την τέχνη, τις ανησυχίες τους για τα κοινωνικά και πολιτισμικά προβλήματα της εποχής τους. Στην περίπτωση των «ελασσόνων» κυρίως μεσοπολεμικών ποιητών της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, το στοιχείο που ενοποιεί δραματικά τη βραχύβια βιολογικά παρουσία τους είναι η αρρώστια και ο θάνατος29. Λαθρεπιβάτες της ζωής, πριν συμπληρώσουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους θα πεθάνουν από φυματίωση (κάποιοι και φτώχεια): η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1908-1935), ο Μίνως Ζώτος (1905-1932), ο Γιάννης Αηδονόπουλος (1916-1944), ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), (θα νοσηλευτεί στα σανατόρια της Πεντέλης και της Πάρνηθας, αλλά πιο «τυχερός», θα πεθάνει μια εικοσαετία αργότερα, στα 47 του χρόνια). Ενώ τα ναρκωτικά θα εξοντώσουν τον Γ. Μ. Μυλωνογιαννάκη (1909-1954) σε ηλικία 45 χρόνων και τον Γιώργο Καρατζά (1912-1948), φιλάσθενο φίλο και μαθητή του Τέλλου Άγρα, στην ηλικία των 35 χρόνων. Αντι-ηρωικό ρίγος διαπερνά τη ζωή και την τέχνη τους, με εξαίρεση τον αντιστασιακό Φώτο Πασχαλινό (1913-1943), που θα εκτελεστεί από τους Γερμανούς στα τριάντα του χρόνια.

Ποικίλες αποχρώσεις θανάτου-ατελεύτητη παρέλαση εικόνων- κεντούν τη νεότητα των ποιητών και περνούν σαν δυσοίωνες προφητείες από την ποίησή τους: Η «Σωτηρία» της Μαρίας Πολυδούρη, η «Θυσία» της ίδιας για τον «συγκρατούμενό» της στη Σωτηρία νεαρό ποιητή Γιάννη Ρίτσο. «Ο Ποιητής» για τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο (1890-1923), που θα νοσηλευτεί κι αυτός στη Σωτηρία και θα χαθεί από φυματίωση σε ηλικία 26 χρονών . «Η μπαλλάντα των φθισικών» της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, ο «Τάφος» του Μίνου Ζώτου (Αφιερωμένο στους κατάκοιτους φυματικούς του κόσμου), η «Ωχρά σπειροχαίτη» του Καρυωτάκη-τονικότητες και αναβαθμοί μιας προδιαγεγραμμένης πορείας προς τον θάνατο, όπου η ποίηση απλώς χρονογραφεί τη βιολογία. και η βιολογία μορφοποιεί το ατομικό δραματικό βίωμα σε ποίηση.

 

Μαρία Πολυδούρη

Η Μαρία Πολυδούρη είναι η επιτομή της τραγικότητας όλων των άτυχων ποιητών της γενιάς της. Στη σύντομη ζωή της συναντώνται -και τη δραματοποιούν σε ισόποσες δόσεις- ο έρωτας, η αρρώστια, η φτώχεια, ο πρόωρος θάνατος. Αλλά και η διαρκής εξέγερση, η ανυποταξία, που την ακολουθεί -ουσιώδες στοιχείο της ψυχικής και συν-αισθηματικής της ζωής- από την παιδική της ακόμα ηλικία κι ως το τέλος. κι ενώ τίποτα δεν προμήνυε στο ξεκίνημά της τις δραματικές περιπλοκές που ακολούθησαν. «Ναι γεννήθηκα για να ζήσω με μια πλούσια ξεχειλισμένη ζωή. Γεμάτη όνειρα και περηφάνια. Στο σπίτι μου με καμάρωναν σαν κάτι ωραίο και δυνατό…Κι έτσι, γιατί ήμουν δυνατή, γιατί δεν αφέθηκα στη ζωή, κέρδισα τη δυσμένειά της…», θα γράψει στην Αυτοβιογραφία της30.

Συχνά, προσπαθεί να κατανοήσει τις τροπές που όρισαν τη μοίρα της-παλεύει ανάμεσα στη δύναμη τη δική της και τη δύναμη των εξωτερικών πραγμάτων-στην ψευδαίσθηση πως μπορούμε να αρθούμε πάνω από τα πράγματα και τις συντυχίες. Κι αυτή η αίσθηση ανατροφοδοτεί διαρκώς-και αντίθετα από τις εξωτερικές συγκυρίες και τη μελαγχολία τής ποιητικής της έκφρασης- την αγωνιστική διάθεση, το ίδιο το πείσμα της για ζωή: « Όλα αυτά που τα ονομάζουμε μοιραίο, όλες οι μεταβολές που οι ίδιοι εμείς γενήκαμε το όργανο χωρίς καν να έχουμε συναίσθηση και φέρνουμε το βάρος των αμαρτημάτων μας που δε διαπράξαμε, έρχεται μια εποχή και τα βλέπουμε ξάστερα, πώς αρχίνησαν και πώς τελείωσαν, τι εκάναμε και τι έπρεπε να κάνουμε31.

Μαρία Πολυδούρη.

Γεννημένη στην Καλαμάτα, Πρωταπριλιά του 1902 και-τι τραγική ειρωνεία!- σαν ψέμα η ζωή της ολόκληρη θα γνωρίζει τις δραματικές της κορυφώσεις πάντα μέσα στον ανοιξιάτικο μήνα Απρίλη32. Στα εικοστά της γενέθλια, Πρωταπριλιά του 1921, θα γράψει στο ημερολόγιό της για τα βιώματα της απριλιάτικης άνοιξης που την έφερε στον κόσμο: «Ο μήνας που μου έδωκε τη ζωή κι ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής!»33

Η Μαρία ήταν η τρίτη κόρη του φιλόλογου καθηγητή Ευγένιου Πολυδούρη, από τη Μικρομάνη της Μεσσηνίας, και της Κυριακής Μαρκάτου, γυναίκας πεπαιδευμένης, με ιδέες προοδευτικές γύρω από το φεμινιστικό κίνημα και τις ριζοσπαστικές αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό χώρο. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της ήταν η Πέπη και η Βιργινία-η τελευταία θα σταθεί δίπλα της σε όλη την επώδυνη φάση της αρρώστιας και μέχρι τον θάνατό της. Αργότερα θα γεννηθούν και τα δύο αγόρια της οικογένειας, ο Κώστας, και τελευταίος (το 1915), ο Ευάγγελος, ο χαϊδεμένος της Λίλης. Γι’αυτόν η Μαρία, είχε γεμίσει ένα ολόκληρο τετράδιο με νανουρίσματα, που αργότερα το ανακάλυψαν οι γονείς της, σύμφωνα με μαρτυρία της Βιργινίας. Γι’αυτόν και το ποίημα Λίλης Π…34. Τρυφερές εικόνες από τη «μητρική», παιδική της σχέση με τον μικρό της αδελφό, μας παραδίνει η συμπατριώτισσα και στενή της φίλη, ποιήτρια Τίλλα Μπαλή35: «Τη θυμάμαι τη Μαρία, με μια πλεξούδα που της κατέβαινε κάτω από τη μέση-γιατί είχε πλούσια μαύρα ίσια μαλλιά-κι ένα κοντό φορεματάκι λεπτό πάνω από τα γόνατα… Τις περισσότερες φορές κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μικρό αδερφάκι και το ντάντευε στοργικά. Κι όμως, ήταν σοβαρή, λιγομίλητη και δεν είχε την παιδικότητα της ηλικίας της. Ονειροπαρμένη κοίταζε το φεγγάρι με μια μελαγχολική σχεδόν ρέμβη, κι άλλοτε την άκουγα να τραγουδάει»36.

Οι συχνές μεταθέσεις του πατέρα της ήδη από την πολύ παιδική της ηλικία και η γνωριμία των ελληνικών παραδοσιακών τόπων, θα εγκαθιστούν στην ψυχή της βιώματα-από τη φύση και τους ανθρώπους, κυρίως τους λαϊκούς ανθρώπους και τα ήθη τους- ανεπεξέργαστα αρχικά κι αργότερα σμιλεμένα σε στίχους. Η πρώτη μετακίνηση στο Γύθειο το 1905, όταν η Μαρία ήταν μόλις τριών χρονών. Εκεί θα τελειώσει το δημοτικό σχολείο και θα εγγραφεί στην πρώτη τάξη του Ελληνικού Σχολείου. Και τότε θ’αρχίσουν να ξετυλίγονται «οι ιστορίες της ζωής της», όπως θα γράψει η ίδια: «Όλες οι ιστορίες αρχίζουν απ’την αρχή και οι ιστορίες της ζωής αρχίζουν από την παιδική ηλικία»37.

Έχει σίγουρα μια ασυνήθιστα ώριμη πρόσληψη των πραγμάτων γύρω της και των συμβάντων. Κυρίως του θανάτου. Ο θάνατος φαίνεται να την συγκλονίζει τόσο ως πραγματικότητα όσο και ως πολιτισμικό δεδομένο. Τρυπώνει στα μανιάτικα σπίτια και παρακολουθεί τελετουργικά του θανάτου, τις μοιρολογίστρες, που πάλλονται και δονούνται ολόκληρες με γοερή εκφραστικότητα,  και καταγράφει τα τραγούδια τους. Όμως ο θάνατος την επισκέπτεται νωρίς και θα σημαδέψει την άγουρη παιδική της ηλικία, όταν θα χάσει δύο αδέλφια της σε νηπιακή ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές της σημειώσεις μέσα στη Σωτηρία, αναθυμάται: «…Όταν είδα να πεθαίνουν δύο αδελφάκια μου κάτι όμορφα κι έξυπνα παιδάκια κατάλαβα πως το τραγικώτερο πράμμα στη ζωή ήταν ο θάνατος… «Ώστε έτσι είναι; Θα πεθάνω;» αυτό ήταν ένα τραγικό ερώτημα»38.

Ακόμα και το πρώτο της δημοσιευμένο λυρικό κείμενο στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ, με τίτλο: «Δυστυχής μήτηρ»39, θα είναι εμπνευσμένο από το τραγικό γεγονός του πνιγμού ενός νέου, του οποίου το πτώμα θα ξεβράσει η θάλασσα.

Η επόμενη μετάθεση του πατέρα της στα Φιλιατρά το 1914. Εκεί η Μαρία θα φοιτήσει στην πρώτη και δευτέρα τάξη του γυμνασίου. Στις αυτοβιογραφικές της σελίδες ανακαλεί τα συναισθήματα και τη βουή της ταραγμένης εφηβείας της, το ανοίκειο του κόσμου μέσα στον οποίο καλούνταν να ζήσει: «Πήγαινα τώρα πια στο Γυμνάσιο, έμπαινα στην εφηβική ηλικία κι άρχιζε μια σκοτεινή εποχή  πάλης χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Όλες μου οι αντιθέσεις οι πιο βίαιες. Ένα μίσος για κάθε πράξη μου, για με την ίδια, για τον εαυτό μου που μου ξέφευγε. Το αυθόρμητο, η καλοσύνη μου, ο έρωτας για όλα, ξεχείλιζαν, μού φεύγαν για έναν κόσμο, ένα περιβάλλον ανίδεο, σχεδόν εχθρικό για μένα… Μια περηφάνεια ωραία και σκληρή…»40

Το 1917, η επόμενη μετάθεση του καθηγητή Πολυδούρη πάλι στην Καλαμάτα, όπου η Μαρία θα φοιτήσει στην τρίτη γυμνασίου. (Από το ίδιο γυμνάσιο θα αποφοιτήσει τον Ιούνιο του 1918, με βαθμό «πάνυ καλώς» και διαγωγή «κοσμιωτάτη»). Ήδη από τα πρώιμα σχολικά της χρόνια διακρίνεται η ιδιαίτερη κλίση της προς την ποίηση. Τώρα, στην Καλαμάτα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα δείξει για τη λυρική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων λυρικών, κυρίως για τη Σαπφώ, της οποίας στίχους μεταφράζει. Τα πρώτα δικά της ποιήματα, θα συγκεντρώσει σε τετράδιο, και θα δώσει στην πρωτόλεια ποιητική της συλλογή-που δεν θα διασωθεί-τον τίτλο: «Μαργαρίτες».

Άποψη της Καλαμάτας περί τα τέλη της δεκαετίας 1910-1920.
Ιδιόχειρο ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη.

Η μαθητική της ζωή δεν είναι η συνήθης. Ευφυής, «καλή», με τους δικούς της όρους, μαθήτρια, με σοβαρότητα που, παρά την ατίθαση αλλά ευπρεπή στάση της, την καθιστά αξιοσέβαστη ως προσωπικότητα στους καθηγητές της. «Στο σχολείο ήμουν μια καλή μαθήτρια όμως όχι αγαπητή στους Καθηγητές μου. Με σέβονταν δεν ξέρω γιατί, εξαναγκαστικά όμως, δε μ’αγαπούσαν. Δεν ήμουν επιμελής, δε σηκωνόμουν να πω μάθημα παρά όταν ήθελα εγώ και συχνά έλειπα απ’το μάθημα κατεβαίνοντας στην παραλία. Δε μου ζητούσαν ούτε εξηγήσεις.  Μα όταν τα διαγωνίσματα έρχονταν ήταν γνωστό από πριν τι βαθμό θα έπαιρνα.  Οι εκθέσεις μου διαβάζονταν και στις άλλες τάξεις.  Όταν με ρωτούσαν για το μέλλον μου τους έλεγα ότι θα γινόμουν Υπουργός και με κοίταζαν παράξενα!»41

Στο οικογενειακό της περιβάλλον-φυτώριο προοδευτικών ιδεών- μυείται στις φιλελεύθερες ιδέες που εκφράζονται τότε μέσω του φεμινιστικού κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών και τη δυναμική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους στην εκπαίδευση και στην εργασία42. Και που αργότερα θα τις εγγράψει στους δικούς της αγώνες και στα δικά της σχήματα ζωής. Στο σπίτι τους κυκλοφορεί ανελλιπώς η «Εφημερίς των κυριών»43, που εξέδιδε η Καλλιρόη Παρρέν, την οποία η μητέρα της θαύμαζε.

Στις αρχές των γυμνασιακών της χρόνων, όταν κάποτε ο πατέρας της, ευγενής και πράος χαρακτήρας, είχε ρωτήσει τον Σχολάρχη στα Φιλιατρά για τη συμπεριφορά της κόρης του, εκείνος: «Στη Μαρία διακρίνω σατανικό μυαλό, να μη σας λείψουν από τα χέρια σας ούτε στιγμή τα γκέμια, κύριε Πολυδούρη, γιατί θ’αφηνιάσει και θα χαθεί»44. Ο ίδιος, ωστόσο, «κρατούσε μια ηρεμία επιβλητική απέναντί μου», σημειώνει στην αυτοβιογραφία της η Μαρία, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη σιωπηλή ανεκτικότητα του πατέρα της απέναντι στην ανυπόταχτη, εξεγερμένη κόρη του. «Είχε μια φανερή ανησυχία στο βλέμμα όταν τον κοίταζα μ’ένα βλέμμα τόσο απομακρυσμένο σα να μην τον γνώριζα. Πολλές φορές είδα το βλέμμα του θολωμένο κι αυτό το δάκρυ μέσα στα γαλάζια στοργικά μάτια ήταν το πιο γλυκό πράμμα στη ζωή μου. Τίποτε δε θυμάμαι με περισσότερη  ευγνωμοσύνη, σχεδόν με ταπεινοσύνη. Θα ήθελα να γονατίσω και να κρύψω την όψη μου μέσα στα χέρια του…»45

Ήταν μόνο 16 χρονών με το απολυτήριο γυμνασίου στο χέρι, όταν αμέσως δίνει επιτυχώς εξετάσεις σε διαγωνισμό της Νομαρχίας για πρόσληψη υπαλλήλου. Τον Ιούλιο του 1918 διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Ένα χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 1919 θα κάμει εγγραφή στη Νομική Σχολή Αθηνών. Βαρύ, διπλό χτύπημα επέπρωτο να τη βυθίσει σε πένθος και να εγκαταστήσει μέσα της το φάσμα του θανάτου-μαζί με κείνο του έρωτα- το δίπολο της ζωής και του ποιητικού της λυρισμού: το 1920 πεθαίνει από πνευμονία ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα, εξασθενημένη από αδενοπάθεια, η μητέρα της. Στο ποίημα Της Μητέρας μου46, η Μαρία αποθέτει στη νεκρή πια μητέρα της σπαρακτικά τη μεταμέλειά της για όσα την πίκραναν τις τελευταίες ώρες της, στην αδυναμία της να καταλάβει πόσο φριχτά κοντά ήταν το τέλος… Ήταν τότε η πρώτη της δυνατή ερωτική «φαντασίωση» με τον Σπύρο Μαρκέτο (τον Πίπη του Ημερολογίου της), επίδοξο πολιτικό, για χάρη του οποίου θα φύγει παρορμητικά για την Αθήνα, ενώ η μητέρα της νοσηλευόταν βαριά στο νοσοκομείο. «…Είχα τη σκληρότητα να της ειπώ ότι δεν μπορούσα να την ακούσω και ότι θα έφευγα. Καημένη Μαμά μου δεν θα ξεχάσω τα δάκρυά Σου της προηγούμενης ημέρας πριν αφήσεις τον Κόσμο… Δεν πρόφθασα να πέσω στα γόνατά της να της ζητήσω συγγνώμη…»47, θα γράψει, με πικρή μεταμέλεια, στο Ημερολόγιό της (18 Ιουλίου 1921).

Από τον Δεκέμβριο του 1920 η Μαρία Πολυδούρη βρίσκεται με μετάθεση στη Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας «προς πλήρωσιν κενής θέσεως». «Ευρίσκομαι εδώ στην Αθήνα, την πόλι των ονείρων μου για να ιδώ πραγματοποιουμένη κάθε σκέψι μου. Ο Θεός να με βοηθήσει…»48, γράφει με ψυχική αβεβαιότητα και δικαιολογημένο φόβο στο ημερολόγιό της την 1η Φεβρουαρίου 1921. Δειλή και αδέξια αρχικά στη μεγάλη πόλη αισθάνεται τη μειονεξία της επαρχιακής της εμφάνισης-τη σκέτη καλογερική της ποδιά, το τριμμένο της παλτό, το μεταποιημένο από την ίδια καπέλο-και νομίζει πως όλοι στο δρόμο τής ρίχνουν ειρωνικά βλέμματα49. Άλλωστε είναι πολύ νωπό το πένθος της και η αίσθηση του ανερμάτιστου προσθέτει στη γενικότερα ανασφαλή της φύση, την οποία επιμελώς η άλλη, η εξεγερμένη φύση της, κρύβει και μεταμορφώνει σε περηφάνια και αλαζονική ειρωνεία.

Η πρώτη μέρα στο γραφείο, όταν στις 15 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται για να αναλάβει τα καθήκοντά της, θα την «υποδεχτεί» η δημοσιοϋπαλληλική άπνοια, η καχεκτική, απισχνασμένη νόηση των ανθρώπων που θα γίνουν συνάδελφοι και συνεργάτες της. Το φύσει γερασμένο, παρακμιακό περιβάλλον εγείρει την αυθόρμητη άσκηση της ειρωνικής της διάθεσης μέχρι τα όρια του ανελέητου σαρκασμού-στοιχείο κοινό ως βίωμα στην ψυχή και στην ποίηση του Καρυωτάκη50. «…Μου παρουσίασαν καμπόσους από τους και τας συναδέλφους. Τι έκπληξις! παρ’ολίγο θα γελούσα μπρος τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί και ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι. Θεός φυλάξοι μην είναι όλοι οι συνάδελφοι στον ίδιο τύπο! Ή θα αηδιάζω ή θα πεθαίνω στα γέλια βλέποντάς τους!»51

Αντίδοτο στην καχεξία και τη μιζέρια του γραφείου, το Πανεπιστήμιο. Ενθαρρυντική η πρώτη της εμφάνιση εκεί, πολλαπλασιάζει με τον νεανικό ενθουσιασμό που τη χαρακτηρίζει -καταλυτικό στοιχείο της προσωπικότητάς της- τη συμπάθεια και την εύνοια του φοιτητικού περιβάλλοντος και των νεαρών συμφοιτητών της. «Να ‘μαι και στο Πανεπιστήμιο στην αίθουσα της Νομικής. Με μια ζωηρή συγκίνηση ανέβαινα ένα-ένα τα ιερά σκαλιά του. Δεν είχα πλέον την καταραμένη δειλία, μια υπερηφάνεια όγκωνε την ψυχή μου και ανύψωνε το πνεύμα μου. Την υποδοχή που μου έκαναν οι συμφοιτηταί μου θα την θυμούμαι πάντα. Χειροκροτήματα συνεχή… Κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά… Αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ονόμασε χήρα…»52

Αριστερά φωτογραφία του διαβατηρίου της Μαρίας Πολυδούρη και δεξιά το φοιτητικό της πάσο.

Η Αθήνα ωστόσο απλώνεται με την αλήθεια της πέρα από την αρχική φαντασίωση της Μαρίας Πολυδούρη. Το όνειρο προσγειώνεται στην καθημερινή της πραγματικότητα: στο ύφος της ποιητικής μελαγχολίας, που ωστόσο δεν είναι αναίτια: Το κρύο-του χειμώνα και το μέσα της κρύο. Ένα πιάτο φαγητό σε μια θεία της, που γρήγορα, μέσ’στο χειμώνα, θα το αφήσει για μια ταπεινή, ανεξάρτητη στέγη στα Εξάρχεια.  Και προπάντων η φτώχεια, η ψυχική ερημιά, η ασφυξία του γραφείου (μοναδική φίλη, συνάδελφος στο γραφείο, πρόσφυξ εκ Φιλιππουπόλεως, ερωτευμένη με νεαρό στρατιώτη  που υπηρετεί στο μέτωπο). οι ανεκπλήρωτοι-περαστικοί- έρωτες. Σε ημερολογιακή σημείωσή της, την 1η Ιουνίου 1921, αποτυπώνει τη θλιβερή της οικονομική κατάσταση ενδεδυμένη με την εξεγερμένη ομολογία μιας απελπισμένης ιδεολογικής συνειδητότητας. «Είδα και έπαθα έως ότου να περάσω το μισό Μάη. Θεέ παντοδύναμε! και έπειτα να μην είσαι μπολσεβίκος!…»53 Τα βιβλία είναι το μόνο της καταφύγιο. «Τίποτε δεν θα μπορούσε σ’αυτήν την εποχή να με παρηγορήσει όπως αυτά. Κλείνουν μια δύναμη απεριόριστη μέσα τους που τη νοιώθω ακόμα πιο μεγάλη…»54 

 

Η «ανθρωπολογία» του έρωτα: μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας

Το στοιχείο ωστόσο που υπερτερεί και αναστατώνει –ως καθ’ημέραν εμπειρία-την ψυχική της ερημιά, μέχρι τη μοιραία συνάντησή της με τον Καρυωτάκη, είναι η αισθηματική της δεκτικότητα, οι ευαίσθητες στο ερωτικό κάλεσμα κεραίες της- πλασματική, ιδανικευμένη εικονοποιΐα, που προσεγγίζει την «εμμονή», μια ατελέσφορη σύγκρουση μεταξύ φαντασιωσικού και πραγματικού κόσμου. Η ιδέα του έρωτα μοιάζει να την καταπονεί ψυχικά από την παιδική της ηλικία και να αποτελεί την πιο ουσιαστική «μονοθεματική» βιογραφία της. Γύρω από τον «έρωτα» της Πολυδούρη πλέκεται η παρερμηνευμένη μυθολογία της ερωτικής της παραφοράς, της παρεξηγημένης ερωτικής της συμπεριφοράς, της ελευθέριας ηθικής, της υπέρβασης των ορίων της εποχής της. (Είναι ενδιαφέρουσα υπόθεση τόσο για τη φιλολογία όσο και –περισσότερο- για την ψυχολογία, η αποκλειστική θεώρηση της ζωής και της ποίησης της Πολυδούρη και η κατανόηση της ποιητικής ανθρωπολογίας της κάτω από την οπτική του «έρωτα» και των σημασιοδοτήσεών του με βάση τα προσωπικά, εξομολογητικά της κείμενα και τα ποιήματά της).

Ο «έρωτας» είναι η αυτοαναγνώριση της ταυτότητάς της, η πρώτη ομολογία στην αρχή της «Αυτοβιογραφίας» της (10 Αυγούστου 1928): «… εγώ υπήρξα μια ερωτευμένη σ’όλη μου τη ζωή… Ο έρωτας! Ε λοιπόν ναι είμαι μια ερωτευμένη. Αυτή η κοινοτυπία μ’ενθουσιάζει, μου δείχνει πόσο ήμουν ένα σωστό ανθρώπινο πλάσμα και όχι εξαθρωμένο…»55 Διαποτίζει κάθε της κύτταρο από την παιδική της ακόμα ηλικία και συνέχει τον πληθωρικό, συναισθηματικό της κόσμο με τη μυθολογία του: ο έρωτας γενεσιουργός της ζωής, ο έρωτας- ομορφιά, ο έρωτας-φύση,  ο έρωτας-στοργή, ο έρωτας- εφηβικό παιχνίδι, ο έρωτας συντροφικότητα, ο έρωτας-αφοσίωση, ο έρωτας-ανθρωπιά, ο έρωτας πάθος, ο έρωτας-δηλητήριο, ο έρωτας-τρέλα, ο έρωτας-θάνατος, ο έρωτας-επανάσταση, ο έρωτας-αυτοθυσία… όψεις και τονικότητες, από την κοσμολογική του καταγωγή μέχρι το απόλυτο ερωτικό βίωμα και την ερωτική πράξη-προϊόν καθολικής κοσμικής εμπειρίας.

Η δραματικότητα του έρωτα πλάθεται από τις διαρκείς αντιθέσεις: υποφέρει για κείνους που δεν ανταποκρίνονται, συμμερίζεται με οίκτο εκείνους που την θέλουν και την αγαπούν πραγματικά ενώ η ίδια τούς αρνείται. Παραδομένη στην αιχμαλωσία του «πόνου» με τους πρώτους, σκληρή και ανυποχώρητη με τους δεύτερους. Παρά την εσωτερικευμένη της ανάγκη για εκδηλώσεις ερωτικής αγάπης, και ένα διαρκές φλερτ –κάτι σαν παιχνίδι δοκιμής και απόρριψης, ποινικοποιημένη αντίδραση της φεμινιστικής της συνείδησης- συναισθάνεται και αναγνωρίζει την επιδερμικότητα πολλών επίδοξων εραστών και τους διαχειρίζεται ανάλογα. Θα σχολιάσει στο ημερολόγιό της για έναν απ’αυτούς: «Ο τρόπος του μου έδινε την ιδέα ότι δεν με είχε εκτιμήσει πραγματικά. Αυτοί που ζούνε ζωή έκλυτο παθαίνουν ένα είδος μυωπίας προκειμένου να διακρίνουν την ηθική θέσι μιας γυναίκας. Πριν ακόμα καταλάβουν με ποιον έχουν να κάνουν, αρχίζουν την συνηθισμένη τους τροχιά μέχρις ότου πάρουν το κονζέ τους!»56

Εκδρομή με την σχολή θεάτρου στις 1.5.1925. Η Μαρία Πολυδούρη διακρίνεται δεύτερη από τα αριστερά.

Όταν εγώ δεν αγαπώ…

Οι έννοιες της μελαγχολίας, του πόνου και της πλήξης-το εγκλιματισμένο στον ψυχισμό της  μπωντλαιρικό spleen- αποτυπώνονται τόσο στα ποιήματα όσο και στις προσωπικές της καταθέσεις. «Νιώθω την άνοιξι σιμά μου, ο αιώνιος πόνος μου ξαναρχίζει, η καταραμένη πλήξις με επισκέπτεται πλέον ανεπιφύλακτα… Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά, με τρέλα, και ας μη με αγαπήσει, δε με μέλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι…» Και επαναλαμβάνοντας, ως κορυφαία αποφθεγματική πύκνωση της σοφόκλειας Αντιγόνης την δραματική ομολογία: «Γεννήθηκα για ν’αγαπώ είν’αλήθεια και δεν αρκεί να μ’αγαπούν. Όταν εγώ δεν αγαπώ είμαι δυστυχής κι ας με αγαπούν»57.

Μίνως Ζώτος.

Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την άρνηση -ενός ακόμα- σφοδρού έρωτα για την ποιήτρια, του συγκαιρινού της ποιητή Μίνου Ζώτου (1905-1932), που τελικά θα ακολουθήσει την ίδια με την Πολυδούρη πορεία προς τον θάνατο από φυματίωση, δυο χρόνια μετά απ’αυτή58. Ευκρινή σκιαγραφία της όψης και της έντονης, χαρισματικής προσωπικότητας του Ζώτου μας προσφέρει ο στενός του φίλος ποιητής, Γιώργος Κοτζιούλας: «Κοντό ανάστημα, πρόσωπο μελαχρινό, ωραία μαλλιά. Το μάτι τού γλύκαινε πιο πολύ την ήμερη όψη, μα κι’ έκοβε μαζί, διαπεραστικό… Είχε κέφι σχεδόν αδιάκοπο, μιλούσε και χαριτολογούσε ολωσδιόλου αβίαστα, κι’ όσο γι’ απαγγελία ποτέ δεν κουραζόταν να λέει ποιήματα, κουβέντιαζε μ’ ευκολία και χάρη, σωστός τεχνίτης του λόγου, κι’ ήταν ευχαρίστηση να τον ακούς… Σύχναζε ταχτικά στα καφενεία. Μαγερειό δεν άλλαζε – ήταν ανοικονόμητος, και με όλο το μισθό που έπαιρνε έμενε ολοένα χρεωμένος. Δεν πήγαινε σε διαλέξεις, ούτε σ’ εκδρομές. Προτιμούσε τα φιλολογικά κέντρα των νέων –όταν υπήρχαν– και τις λέσχες των καλλιτεχνών, όπου βρίσκονται το περισσότερο κυρίες […]. Η ποίηση όμως τον είχε  αφοσιωμένο της πιστό…»59

Γενναίος στο αντίκρισμα του θανάτου ο Μίνως Ζώτος (Θα μ’εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη-ποίημα Σιγά-σιγά) και παρά τον ανεκπλήρωτο έρωτα προς την ποιήτρια, θα επιμένει με τους στίχους του μέχρι τέλους: «Όλα τα ωραία βιβλία για σένα λένε/κι όλα τα παραμύθια τα πουλιά. Τ’ άνθη, Μαρία, την άνοιξη σε κλαίνε,/Μαρία, πικρά σε κλαίνε τα πουλιά…»60

 

[Συνεχίζεται]

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς». Είναι συγγραφέας του θεατρικού έργου Μαρία Πολυδούρη (Βακχικόν, 2019). Το έργο παραστάθηκε (χειμερινή σεζόν 2018-2019 και 2019-2020) από τον «Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου ΑΙΧΜΗ».


 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

1. Όλως ενδεικτικά, βλ. Κώστας Κωστής, Αγροτική οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987. του ίδιου, “Η Ιδεολογία της οικονομικής ανάπτυξης: Οι πρόσφυγες στο μεσοπόλεμο”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 9, 31-46. Γιώργος Μαυρογορδάτος, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμέλεια), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988.

2. Βλ. σύντομα, Χριστίνα Ντουνιά, “Η δεκαετία του 1920 – Από την ποίηση της παρακμής στην κοινωνική αμφισβήτηση”, στον τόμο: Για μια ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα, επιμέλεια: Αγγέλα Καστρινάκη, Αλέξης Πολίτης, Δημήτρης Τζιόβας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – Μουσείο Μπενάκη, Ηράκλειο 2012, σ. 61-82 .

3. Βλ. ενδεικτικά, Λίζυ Τσιριμώκου, “«Μόνο δυο στίχους μου σκληρούς να πω και να χαθώ…» – Η αυτοσυνειδησία των ποιητών στον ελληνικό μεσοπόλεμο”, στον τόμο:Για μια ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα…ό.π., σ. 121-130.

4. Είναι η κυρίαρχη λέξη – βίωμα σε όλη την ποίηση της μεσοπολεμικής περιόδου. Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει χαρακτηριστικά: «Ο λυρισμός γι’ αυτούς τους νέους του ’20 είναι το βίωμα με όλη του την ειλικρίνεια και το βάρος που λυγίζει τις ψυχές. Οι προτιμήσεις τους, στο μεταξύ, ανοίγουν πιο πολύ τον κύκλο της λογοτεχνικής παράδοσης του πόνου και οι αναζητήσεις τους φτάνουν στους ποιητές του περασμένου αιώνα …». (Γεωργία Λαδογιάννη, Σκοτεινή ρίζα- Ανθολογία λυρισμού Α΄ 1900-1940, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2014 σ. 14.

5. Καθώς παρατηρεί ο Philippe Winn, «…η παρακμή είναι η καλλιτεχνική έκφραση της αισθητικής, η οποία γεννημένη από ένα πεσιμισμό, αναπτύσσεται στα τελευταία είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα και της οποίας οι βασικές αρχές περιλαμβάνουν κυρίως:άρνηση των κατεστημένων αξιών, αντίθεση στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γυναίκα, την υγεία, την φύση, εξύμνηση της νευροπάθειας, των ναρκωτικών, του ανδρόγυνου και κυρίως της τέχνης» (Sexualites decadents chez Jean Lorrain. Le heros fin de sexe, Άμστερναμ, Rodopi 1997, σ.32). Η Χριστίνα Ντουνιά επίσης παρατηρεί ότι το ζήτημα δεν είναι να αρνηθούμε τη σχέση των ποιητών του Μεσοπολέμου με ένα υπαρκτό ιδεολογικό- αισθητικό ρεύμα, αλλά το πώς θα ερμηνεύσουμε τη δυναμική αυτής της σχέσης. Από την πλευρά του μαρξιστικού χώρου, ο Μανόλης Λαμπρίδης, στην Επιθεώρηση Τέχνης, το 1955 ανοίγει ένα γόνιμο δρόμο στην ελληνική κριτική σκέψη. Βλ. Χ. Ντουνιά, Η δεκαετία του 1920… , ό.π., σ. 67.

6. Από τον Παλαμά θα κρατήσουν τους ελάσσονες, εξομολογητικά μελαγχολικούς στίχους του, τον αυτοβιογραφικό λυρισμό του. «Διαλέγουν την ποίηση που ψάχνει σε θαμπό τοπίο, την ποίηση που σκύβει για να ακούσει και όχι για να μιλήσει. Αυτόν τον Παλαμά, τον αντιρρητορικό και της ελάσσονος πνοής του λυρικού επιγράμματος, τον βρίσκουν στους »Πεντασύλλαβους » και στα »Παθητικά κρυφομιλήματα». (Γεωργία Λαδογιάννη, Σκοτεινή ρίζα, ό.π., σ. 15).

7. Βλ. Χριστίνα Ντουνιά, Η δεκαετία του 1920, ό.π., σ. 64.

8. Βλ. σχετικά, Γιάννης Μουρέλος, Τα Νοεμβριανά του 1916, Πατάκης, Αθήνα 2007. Άλκης Ρήγος, Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924- 1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, 3η έκδοση, Πρόλογος Νίκου Σβορώνου, Θεμέλιο, Αθήνα 1999. Του ίδιου: Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, https://argolikivivliothiki.gr/2018/06/10/national-division-8/ και: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού,https://argolikivivliothiki.gr/2018/04/27/national-division-4/. Επίσης, Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909 – 1940, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1982. “Συζήτηση“ πάνω σε βασικά ερωτήματα της εμφύλιας αντιπαράθεσης, αρχομένης με τα “Νοεμβριανά“ του 1916, στο : Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης – Η κορύφωση της σύγκρουσης δύο κόσμων – Η ιστορική αποτίμηση 100 χρόνια μετά, Πρακτικά Συμποσίου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Ίδρυμα Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος»,  Χανιά 2017, σ. 82-87 . Του ίδιου, “Ο εθνικός Διχασμός, στο: Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα 1910-1920”,  7 Ημέρες, Η Καθημερινή, Αθήνα 1999.

9. Για τα συναφή ζητήματα, βλ. ενδεικτικά στον συλλογικό τόμο: Η Ελλάδα 1936 – 1949. Συνέχειες και ασυνέχειες, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2003. Επίσης, σχετικά με τη συγκρότηση του αντικομμουνιστικού κράτους, βλ. Mark Mazower, “Η συγκρότηση του αντικομμουνιστικού κράτους”, Ίστωρ 3, 1991, σ. 65–84. Και για το ίδιο θέμα: Αναστασία Ι. Μητσοπούλου, Ο ελληνικός αντικομμουνισμός στο «σύντομο 20ό αιώνα»: Όψεις του δημόσιου λόγου στην πολιτική, στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία, Θεσσαλονίκη 2013. και Χ. Χατζηιωσήφ (επιμέλεια), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. Α’ και Β’, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003.

10. Για την επήρεια που ασκείται στη λογοτεχνία και στην κριτική της θεώρηση, βλ. Βασίλης Βασιλειάδης, Η ιδεολογία της λογοτεχνικής κριτικής του μεσοπολέμου για τη “γυναικεία” και την “ανδρική“ λογοτεχνία (διδακτορική διατριβή), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 2006. Και Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά της Αριστεράς στο Μεσοπόλεμο, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1996.

11. Βλ. Γιάννης Μουρέλος (επιμέλεια), Η Έξοδος – Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας, εισαγωγή – εποπτεία: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Αθήνα 2004 (ανατύπωση / 1η έκδοση 1982). Και, Άννα Παναγιωταρέα, Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες, Παρατηρητής, 1994.

12. Σχετικά με την εισροή και εγκατάσταση των προσφύγων στον Ελλαδικό χώρο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βλ. ενδεικτικά, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα. Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, Αθήνα 1999.  Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Αθήνα 2003. Επίσης, Ευστάθιος Πελαγίδης, Η ανθρωπογεωγραφία του προσφυγικού ζητήματος (1913 -1930), στον τόμο (όπου και άλλες ενδιαφέρουσες , σχετικά με το προσφυγικό ζήτημα, μελέτες): Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία – Από την τραγωδία στην εποποιΐα, επιμέλεια: Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος – Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Αθήνα 2009.. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Το έγκλημα και οι κοινωνικοί του προσδιορισμοί, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1998.

13. Η Μικρασιατική καταστροφή και η συμπαρακόλουθη προσφυγιά θα επηρεάσουν δραματικά τη συλλογική μνήμη, κατατεθειμένη τόσο σε αφηγήσεις ανθρώπων – θυμάτων που τη βίωσαν όσο και στη λογοτεχνία. Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες που έχουν συγκεντρωθεί από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Βλ. Γιάννης Μουρέλος (επιμέλεια), Η Έξοδος…, ό.π. Ενδιαφέρουσα η διαφορετική πρόσληψη και αποτύπωση στη συλλογική μνήμη του γεγονότος της προσφυγιάς, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Βλ. Damla Demirozu,“Το 1922 και η προσφυγιά στην ελληνική και την τουρκική αφήγηση”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 17, 2011, σ. 123-149. Από το 2017 ωστόσο έχει αρχίσει μια νέα προσπάθεια συγκέντρωσης σε βάση δεδομένων, όλων των στοιχείων και πληροφοριών που συνδέονται με το προσφυγικό ζήτημα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Η βάση περιλαμβάνει: Πολεοδομικούς χάρτες του 1930, απογραφές, κατάλογο αγροτών προσφύγων, κατάλογο 350.000 αστών προσφύγων, στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών για την εκλογική συμπεριφορά των προσφύγων, μαρτυρίες από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και από ποικίλες αρχειακές πηγές. Το εγχείρημα ξεκίνησε από τον Στέλιο Μιχαλόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brown των Η.Π.Α, σε συνεργασία με τον Θανάση Σταυρακούδη, αναπληρωτή καθηγητή Υπολογιστικής Προσομοίωσης, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και την επικουρία φοιτητών του ιδίου Πανεπιστημίου. Βλ. σχετικά, Νικόλας Ζώης, “Τα big data των προσφύγων της Μικράς Ασίας,” εφ. Η Καθημερινή, 20-6-2020.

14. Για τα συναφή ζητήματα, βλ. Ιστορία του Νέου ελληνισμού 1770-2000, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, 7ος τόμος, Τα Νέα. Δ.Ι. Λοΐζος, Οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, Αθήνα, αυτοέκδοση, 1994. Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1994. Κώστας Κατσάπης , “Η αποκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου: Το γενικό περίγραμμα“, στο: Γεώργιος Τζεδόπουλος (επιμ.), Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες Πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Β’ έκδοση, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2007, και του ίδιου, “Το προσφυγικό ζήτημα” , στο: Αντώνης Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά, Νεφέλη, Αθήνα 2011.

15. Άγγελος Τερζάκης, «Ο ματωμένος λυρισμός», στο: Προσανατολισμός στον αιώνα, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1963.

16. Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 169.

17. Με νέα ματιά εξετάζει το “Ελεύθερο Πνεύμα“ ο Δημήτρης Τζιόβας, χαρακτηρίζοντάς το ως την πιο “ολοκληρωμένη και δυναμική εκδήλωση του ατομικισμού στην Ελλάδα“. (Δημήτρης Τζιόβας, “Το ατομικιστικό μανιφέστο του Γ. Θεοτοκά”, εφ. Το Βήμα – Γνώμες, 24 Νοεμβρίου 2008. Βλ. και Παναγιώτης Μουλλάς, “Οι σιωπές του Ελεύθερου Πνεύματος”, Νέα Εστία, τόμ. 158, τεύχ. 1784, Δεκέμβριος 2005, σ. 975. Επίσης, Νάσος Βαγενάς, «Γιώργος Θεοτοκάς. Ένα ελεύθερο πνεύμα», στο: Κινούμενος στόχος, κριτικά κείμενα, εκδ. Πόλις , Αθήνα 2011, σ. 188. Για το “μανιφέστο“ και τους στόχους του συγγραφέα του: Mario Vitti, Η γενιά του τριάντα, Ερμής, Αθήνα 1989, σ. 20 κ.ε. Για την πρόσληψή του από την κριτική: Μαριάνθη Βουρτσάκη, Η υποδοχή του Ελεύθερου Πνεύματος του Γ. Θεοτοκά από την κριτική (1929-1931), Θεσσαλονίκη 2012.

18. Βλ. Σάββας Καράμπελας, Το περιοδικό “Τα Νέα Γράμματα” (1935-1940, 1944-1945), διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 2009.

19. Βλ. Σάββας Καράμπελας, ό.π., σ. 19. Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά της Αριστεράς στο Μεσοπόλεμο, ό.π., σ. 62 κ.ε. Επίσης,Roderick Beaton,ό.π., σ. 177-179.

20. Ορέστη Διγενή, Ελεύθερο πνεύμα, εκδότης Α.Ι. Ράλλης, Αθήνα 1929, σ. 10.

21. Ό.π., σ. 3.

22. Ό.π., σ. 20.

23. Ό.π., σ. 28.

24. Ό.π., σ. 35.

25. Για το διαφορετικό πνεύμα που διέπει τους “γηγενείς“ και τους κοσμοπολίτες δημιουργούς, Μ. Vitti ,ό.π., σ. 21-24.

26. Ό.π., σ. 63.

27. Aπό το ποίημα του Καρυωτάκη [Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…] (Συλλογή Ελεγεία και σάτιρες (1927).

28. Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του μεσοπολέμου, Καστανιώτης, Αθήνα 2015.

29. Για την προβολή αυτών των δραματικών περιελίξεων στην ποίησή τους, βλ. σύντομα τα άρθρα: Θάλεια Ιερωνυμάκη, “Η ξαφνική χορδή μιας αστραπής, που εχάθηκε στων ουρανών τα βάθη“, Ο Αναγνώστης (https://www.oanagnostis.gr/h-%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%87%CE%AC%CE%B8%CE%B7/). και Θανάση Νιάρχου, Φθισικοί, Τοξικομανείς, Αισθηματίες: ποιητές σχεδόν “καταραμένοι“, 22-1-2016, (https://www.tanea.gr/2016/01/22/lifearts/fthisikoi-toksikomaneis-aisthimaties-poiites-sxedon-kataramenoi/). Για την κατάσταση της δημόσιας υγείας στον Μεσοπόλεμο γενικά, βλ. Κωσταντίνος Κατσάπης, “Δημόσια Υγεία και Πρόσφυγες στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο”, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος ελληνισμού, Μ. Ασία, 2003.

30. Χριστίνα Ντουνιά (εισαγωγή – επιμέλεια), Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο και άλλα πεζά, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2014, σ. 219.

31. Ό. π., σ. 210.

32. Παρασκευή Κοψιδά – Βρεττού, Μαρία Πολυδούρη – Μονωδία πικρού Απριλίου, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2019 , σ. 13-14.

33. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…,ό.π, σ.163.

34. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά, Νέα συμπληρωμένη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας“, Αθήνα 2017, σ. 161-162.

35. Πάνου Παναγιωτούνη, «Δυο εκλεκτές Ελληνίδες ποιήτριες: Μαρία Πολυδούρη-Τίλλα Μπαλή, μελέτη», Νέα Πορεία, τόμ. 4, τ.χ. 37 (Μάρτιος 1958), σ. 94-95. και Τίλλα Μπαλή, Η απεσταλμένη των αιώνων, Ανθολόγηση – εισαγωγή: Γιάννης Σ. Βιτσαράς, εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα 2016 .

36. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, ό.π., σ. 392-393 καιΡομάντσο…, ό.π ., σ. 266-267. Η Τίλλα Μπαλή (1905-1971) αφιέρωσε στη Μαρία Πολυδούρη, μετά τον θάνατο της τελευταίας, το ποίημα: “Της Μαρίας Πολυδούρη – Μνημόσυνο.” (Ειρμοί , 1940) , ενώ η Μαρία Πολυδούρη είχε αφιερώσει στην Τίλλα Μπαλή το ποίημά της “Η ευχή μου“ (Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1954) .

37. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, ό.π., σ. 266.

38. Το περιοδικό κυκλοφορεί από το 1906 με την ονομασία Οικογενειακός Αστήρ και από το 1928-1931 με την ονομασία Νέος Οικογενειακός Αστήρ. Ήταν εβδομαδιαίο – αργότερα μηνιαίο- εικονογραφημένο οικογενειακό περιοδικό (Φιλολογικόν περιοδικόν μετ’ εργοχείρων ). Το κείμενό της αυτό, όπως και το δεύτερο “Αποχωρισμός φίλων“ συμπεριλαμβάνονται στο: Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 231-232 και 233-234.

39. Περιλαμβάνεται στην “Αυτοβιογραφία“ της. Βλ. Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π, σ. 224.

40. Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο …, ό.π., σ. 260.

41. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 25 και 267.

42. Από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, όλως ενδεικτικά: Αλεξάνδρα Μπακαλάκη – Ελένη Ελεγμίτου, Η εκπαίδευση“ εις τα του οίκου “και τα γυναικεία καθήκοντα, Αθήνα 1987. σχετικές δημοσιεύσεις στο: Γ. Μαυρογορδάτος- Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988. Δήμητρα Σαμίου, “Οι Ελληνίδες 1922-1940- κοινωνικά ζητήματα και φεμινιστικές διεκδικήσεις”, στο: Ιστορία του Νέου ελληνισμού 1770-2000, 7ος τόμος, Ελληνικά Γράμματα – Τα Νέα, 2003.

43. Η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα που δημιουργήθηκε από γυναικεία συντακτική ομάδα με διευθύντρια την Καλλιρόη Παρρέν και απευθυνόταν αποκλειστικά σε γυναίκες. Βλ. Λουκία Ευθυμίου, “Δυτικά πρότυπα και ελληνικότητα: Η “Εφημερίς των Κυριών“ της Καλλιρόης Παρρέν και τα διλήμματα του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος” στο: Ελληνικότητα και ετερότητα. Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας τον 19ο αιώνα, Πρακτικά Συμποσίου, επιμέλεια: Άννα Ταμπάκη – Ουρανία Πολυκανδριώτη, ΕΚΠΑ – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Β’ τόμος, Αθήνα 2016, σ. 329-342.

44. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο …,ό.π., σ. 225.

45. Βλ. Μ. Πολυδούρη,Τα ποιήματα, ό.π., σ. 63.

46. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο …,ό.π., σ. 171.

47. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 159.

48. Από το «Ημερολόγιο» της, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1921, ό.π., σ. 160.

49. Τα δημοσιοϋπαλληλικά του βιώματα καταθέτει με την ανελέητη ειρωνεία του, στα ποιήματα: “Γραφιάς“, “Μίσθια δουλειά“ και “Δημόσιοι Υπάλληλοι“ και σε δύο πεζά του: “Καλός Υπάλληλος“ και “Κάθαρσις“. Βλ. σχετικά, Γεωργία Δάλκου, Δημόσιος Υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1986, και Γεράσιμος Ρομποτής, Η διοίκηση στην ελληνική λογοτεχνία, ΕΚΠΑ, Αθήνα 2017, σ. 128 κ.ε. Και σύντομα, του ίδιου: Η λογοτεχνία ως πηγή για τη διοικητική ιστορία και τη διοικητική επιστήμη: η εικόνα του υπαλλήλου στην ελληνική πεζογραφία του 20ού αιώνα, https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/1013398

50. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, στις ημερολογιακές της σημειώσεις, σ. 160.

51. Ό.π.,σ. 160-161.

52. Ό.π., σ. 167. Για τη σχέση λογοτεχνίας και πολιτικής, όπως αποτυπώνεται στα περιοδικά του μεσοπολέμου, βλ. Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999.

53. Ό.π., σ. 163.

54. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… (Αυτοβιογραφία), σ. 220 κ.ε.

55. Ό.π., σ. 219.

56. Ό.π., σ. 185.

57. Από το “Ημερολόγιο”, με ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 1922 (Δευτέρα βράδυ), βλ. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…,ό.π., σ. 189-190.

58. Ο έρωτάς του προς την Πολυδούρη ήταν ένας από τους χωρίς ανταπόκριση έρωτες του Ζώτου. Οι λίγες επιστολές που αντάλλαξαν δημοσιεύονται στον τόμο των Απάντων του . Βλ. Μίνως Ζώτος, Άπαντα – Ποιήματα αλληλογραφία, εργοκριτικά, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2016. και Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2015. του ίδιου: Ο ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα, https://www.literature.gr/o-piitis-me-ti-thlimmeni-fatsa-tou-sotiri-triviza-apanta-minos-zotos/

59. Βλ. σχετικά Σωτήρης Τριβιζάς, Ο ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα, ό.π. και Θ. Μ. Πολίτης, «Μίνως Ζώτος: Ένας άξιος και ξεχασμένος Νιοχωρίτης ποιητής», περ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας,τεύχ. 40, Δεκέμβριος 1998.

60. Κ. Σ. Κώνστας, Άπαντα: Όσα βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Αυγούστου 1947 ως 1η Μαρτίου 1967, εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1991.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης. Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της

Ιωάννης Κ. Χασιώτης:

Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης.

Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της *

 

Η ελληνική παρουσία στη Νεάπολη και την ευρύτερη νότια Ιταλία έχει βέβαια πανάρχαιες ρίζες: από τα αρχαϊκά χρόνια της ίδρυσης της ίδιας της πρωτεύουσας της Καμπανίας ως Παρθενόπης και στη συνέχεια ως Νεάπολης μέχρι την επί πέντε αιώνες ενσωμάτωσή της στη βυζαντινή επικράτεια. Το δεδομένο αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη, για να κατανοήσουμε και τη διαφορετική προέλευση του ελληνικού στοιχείου του ιταλικού Mezzogiorno, όπου ακόμα και σήμερα μπορούμε να μιλούμε για μιαν ιδιόμορφη –πολιτιστικά τουλάχιστον– διαστρωμάτωση, και του ανθρώπινου δυναμικού στον μικρόκοσμο της ελληνικής κοινότητας: Πάνω στο υπόστρωμα των ελληνοφώνων των αρχαίων εποικισμών προστέθηκαν οι μέτοικοι της βυζαντινής περιόδου, τους οποίους ήρθαν να επικαλύψουν αιώνες αργότερα (από τα μέσα του 15ου αιώνα και εξής) οι φυγάδες και πρόσφυγες της τουρκοκρατούμενης Ανατολής και, βέβαια, να εμβολιαστούν στη συνέχεια με τους εφήμερους και μονίμους μετανάστες της σύγχρονης ελληνικής Διασποράς. Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι, αντίθετα με ό,τι αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα (ομαδοποιώντας μερικές φορές τα παλαιότερα και τα νεότερα στρώματα), η εθνοτική, κοινωνική και πολιτιστική διαστρωμάτωση του ιταλικού Νότου εξακολουθεί και σήμερα να επιβιώνει (εξασθενημένη βέβαια) και σε επίπεδο γλωσσικό (προς τέρψιν των γλωσσολόγων), αλλά και σε εκκλησιαστικό (προς δοκιμασίαν των θεολογούντων ιστορικών). Και σαν να μην έφταναν αυτά τα παιχνίδια της Ιστορίας, ήρθε να προστεθεί από το τέλος του Μεσαίωνα ως και τον 17ο αιώνα τουλάχιστον και ένας ακόμα παράγοντας: η διγλωσσία (ελληνικά και αρβανίτικα/arbëresh) ενός σημαντικού τμήματος των ομόθρησκων και ομόδοξων Ελληνορθόδοξων κατοίκων, οι οποίοι διαπεραιώνονταν από την τουρκοκρατούμενη νότια βαλκανική στην ιταλική χερσόνησο, αναζητώντας απελπισμένα ασφάλεια και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε χριστιανικό κρατικό περιβάλλον. Από το φαινόμενο αυτό (που μπορεί να ελκύει τους ανθρωπολόγους, αλλά επηρεάζει σοβαρά και τους εθνικιστές) προήλθε σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, και η εθνοτική ισοπέδωση των «Italo-greci» και των «Italo-albanesi», η οποία, σε μιαν εποχή κατά την οποία η εθνική ταυτότητα ήταν ακόμα ρευστή, υπήγαγε στην ίδια εθνική κατηγορία το σύνολο σχεδόν των ελληνορθόδοξων πληθυσμών, είτε αυτοί προέρχονταν από τη νότια Aλβανία είτε από την Ήπειρο (βόρεια και νότια) και την Πελοπόννησο είτε –ακόμα– από τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κύπρο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αναλύσεις αυτές (που περιπλέκουν την εικόνα στους μη ενημερωμένους με την ιστορική πολυσημία των λαών της Μεσογείου), ας περάσουμε στα καθαυτό χρονολογικά δεδομένα: Η νεότερη περίοδος της μικρής πια (αλλά δυναμικής, όπως θα δούμε) ελληνικής παρουσίας στη Νεάπολη και την ενδοχώρα της ξεκινά με σποραδικές εγκαταστάσεις Ελλήνων φυγάδων (στρατιωτικών και αριστοκρατών κυρίως) λίγο πριν και αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ήδη στη δεκαετία του 1460 είχε παραχωρηθεί η επικαρπία βαρονειών, χωριών, οικισμών ή φρουρίων σε μερικούς από αυτούς: στον Μανουήλ Παλαιολόγο στο San Pietro in Galatina, στους Παύλο, Γεώργιο και Ανδρόνικο Ράλλη στον Τάραντα, στον Ιωάννη Ράλλη στην Troia και στον Θωμά Ασάνη Παλαιολόγο στην Καλαβρία. Μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρεται από την Πελοπόννησο στην Απουλία από τον Αραγονέζο βασιλιά της Νεάπολης Φερδινάνδο Α΄ (Ferrante, 1458-1494) η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, οι πασίγνωστοι στη στρατιωτική ιστορία «stradioti» («estradiotes” στα ισπανικά), οι οποίοι όχι μόνο θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της ελληνορθόδοξης παροικίας της Νεάπολης, αλλά θα της προσδώσουν, ως τον  αρχόμενο 19ο αιώνα, και τα κύρια κοινωνικά της χαρακτηριστικά. Στα 1518 ο Θωμάς Ασάνης Παλαιολόγος, ηγετική πλέον φυσιογνωμία της νεαπολιτανικής κοινωνίας –«tenuto sempre fra primi del Regno», κατά τον Νεαπολιτανό χρονικογράφο του 17ου αιώνα Carlo de Lellis (†πριν από το 1691)– θα συνδεθεί με την επίσημη έναρξη της νεότερης ιστορίας της ελληνικής κοινότητας, οικοδομώντας την πρώτη μικρή ελληνική εκκλησία. Η κληρονομική κατοχύρωση ωστόσο στα 1526 της ιδιοκτησίας της εκκλησίας (jus patronatus) στην οικογένεια του Ασάνη Παλαιολόγου αποτέλεσε, όπως θα δούμε, αφορμή για όχι λίγες περιπέτειες και της εκκλησίας και της κοινότητας. Οπωσδήποτε το ναΐδριο εκείνο (που ανακαινίστηκε και επανοικοδομήθηκε εκ βάθρων αρκετές φορές στα επόμενα χρόνια ως ναός πλέον των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) έμελλε να είναι η πρώτη χρονολογικά ελληνική εκκλησία στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς (η οικοδόμηση του περίβλεπτου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας άρχισε δέκα χρόνια αργότερα και ολοκληρώθηκε στα 1573).

Οι μετοικεσίες των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία και την εποχή εκείνη, αλλά και στους επόμενους αιώνες, πραγματοποιούνταν παρά τις εναλλαγές της κρατικής κυριαρχίας στο «Reame» (όπως αποκαλούνταν διαχρονικά το βασίλειο της Νεάπολης)· και η κυριαρχία αυτή θα παραμείνει ξένη ως την ανάδυση του ενοποιημένου πλέον από τα 1861 ιταλικού κράτους: εννοώ την κατάκτησή της διαδοχικά από τους Γάλλους, τους Αραγονέζους, τους Ισπανούς (για πάνω από τρεις αιώνες), τους Αυστριακούς και πάλι τους Γάλλους, υπό το σκήπτρο διαφόρων δυναστικών οίκων: Anjou/Ανδηγαυών, Valois, Trastámara και Αραγόνας, Αψβούργων, Βουρβόνων, των ναπολεόντειων εκβλαστήσεων και της Σαβοΐας. Η συχνή εναλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό και για τις αποκλίνουσες κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν επί αιώνες στον ιταλικό Νότο, δεν ευνόησε την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα, όπου εγκαταστάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, η κοινωνική ανέλιξή τους αγκιστρώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο φεουδαλικό κατεστημένο των τοπικών βαρόνων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό τους (όπως άλλωστε και του υπόλοιπου ιταλικού πληθυσμού) είτε στον αγροτικό τομέα (κάτω από άθλιες συνθήκες) είτε στον στρατιωτικό (με καλύτερες προοπτικές). Και μόνον στην πόλη της Νεάπολης και, σε μικρότερο βαθμό, σε μερικά ακόμη αστικά κέντρα της κεντρο-νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (Αγκώνα, Μπαρλέτα, Μεσσήνη, Παλέρμο) έχουμε ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα κάποια δείγματα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας.

Η Νεάπολη στα τέλη του 16ου αιώνα (χαρακτικό του Mario Cartaro, 1579).

Αλλά η μεγάλη ανατροπή στην ιστορία της κοινότητας έγινε στα 1533-1534 με τη μαζική μεταφορά με τον ισπανικό και γενουατικό στόλο στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία τεσσάρων περίπου χιλιάδων κατοίκων της Κορώνης (αλλά και της Μεθώνης, της Πάτρας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου,). Η μετοικεσία εκείνη έγινε αναπόφευκτη, όταν ο Αψβούργος αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ (1519-1558), που είχε καταλάβει την Κορώνη το 1532, αποφάσισε να την εγκαταλείψει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ανάκτησή της από τους Οθωμανούς. Ακολούθησαν μικρότερες σε μέγεθος μετοικεσίες ως συνέχεια σε αλυσιδωτούς οικογενειακούς κυρίως εκπατρισμούς από την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Αλλά το επόμενο μεγάλο κύμα σημειώθηκε σαράντα χρόνια αργότερα, μετά την αποτυχία των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο, τις οποίες είχε προκαλέσει η προσδοκία της χριστιανικής επέμβασης στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιερού Συνασπισμού (Sacra Lega), λίγο πρίν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571. Η κατάληψη επίσης της Κύπρου από τους Οθωμανούς στα 1570-1571 ανάγκασε ένα τμήμα του πληθυσμού του νησιού να καταφύγει στην Ιταλία, το μεγαλύτερο στη Βενετία και μεμονωμένα άτομα στη Νεάπολη και τη Σικελία.

Η έλευση των προσφύγων, ιδίως του 1533-1534 –που αποκαλούνταν γενικά «Κορωναίοι» (Coronenses, Coronei, Coroneos) άσχετα από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους– προκάλεσε τη δημογραφική κοι κοινωνική αναγέννηση των ελληνικών εστιών της Κάτω Ιταλίας. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και φυγάδες των προηγούμενων μετοικεσιών (που ήταν γενικά αγρότες, κτηνοτρόφοι και κατά κανόνα αναλφάβητοι στρατιωτικοί), οι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως “αστοί” (με τα μέτρα βέβαια της εποχής). Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί λόγιοι, κωδικογράφοι, ποιητές, εγγράμματοι κληρικοί κλπ. Επιπλέον, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ιταλία οι «Κορωναίοι» ευνοήθηκαν από τον αυτοκράτορα Κάρολο με φορολογικές απαλλαγές, επιδόματα, διορισμούς κατ’ εξαίρεση στον στρατό και τον στόλο κλπ. Γι’ αυτό και επικράτησαν κοινωνικά έναντι των άλλων συμπατριωτών τους των προγενέστερων περιόδων. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη, σε μικρότερο βαθμό, και στους πρόσφυγες της δεκαετίας του 1570. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που πολλοί από τους νεήλυδες (ιδίως οι “Κορωναίοι”, αλλά και όσοι ακολούθησαν ως τον 17ο αιώνα) προέβαλλαν με επιμονή αρκετές γενιές την ελληνικότητά τους (την «grecità» τους), ενισχύοντας έτσι στη Νεάπολη και στην ενδοχώρα το νεότερο εθνοτικό περιεχόμενο του όρου «greco» έναντι του μεσαιωνικού θρησκευτικο-δογματικού “graecus”. Φαίνεται ότι οι «Κορωναίοι», στην προσπάθειά τους να επιτύχουν κοινωνική αναβάθμιση σε ένα ημιφεουδαλικό περιβάλλον τίτλους ευγενείας, εμφάνιζαν συχνά στις τοπικές αρχές πλαστά έγγραφα της αριστοκρατικής τους προέλευσης· την τακτική αυτή καταγγέλλει ο Κορωναίος ποιητής Ιωάννης Ατζαγιώλης Πρωτοκόμης στο γνωστό στιχούργημά του για τα ανδραγαθήματα του Καρόλου Ε΄, όταν του συνιστά:

                   καλέσαι μείζονας πόλεων πρεσβυτέρους,

                   ξεταζομένους ἀκριβῶς, μεθ’ ὅρκον ἀπό μέρους

                   καί εἰς θανάτου κίνδυνον καί τῆς περιουσίας,

                   ἵνα τά γινωσκόμενα πάντα μετ’ ἀληθείας

                   ἀπαραιτήτως δείξωσιν…….

                   Καί ταῦτα πάντα τάς γραφάς καλῶς ἐξετασθῆναι,

                   μήποτε ἐκ παραδρομῆς ἄλλος ἀδικηθῆναι.

Ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου της Νεάπολης (εξωτερικό).
Επιγραφή του 1617 στην είσοδο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η τάση αυτή αποτυπώθηκε στις επιτύμβιες επιγραφές που σώθηκαν (μερικές μόνο σε παλαιά χρονικά, κάποιες ακόμα και σήμερα στον χώρο της εκκλησίας) και που εξυμνούσαν στα λατινικά, ιταλικά και, σπανιότερα, στα αρχαία ελληνικά τα κατορθώματα και την “αριστοκρατική” καταγωγή των θανόντων και των οικογενειών τους (τα επιτύμβια τα διακοσμούσαν, ήδη από την εποχή του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου, με οικόσημα, θυρεούς και ανάλογα εμβληματικά σήματα).  Αλλά βέβαια η “grecità” της κοινότητας ανανεωνόταν κυρίως με τα επόμενα κύματα των φυγάδων και προσφύγων, που κατέφθαναν από την Κρήτη και τη Μάνη κατά τον 17ο αιώνα, και από την Ήπειρο, τα Επτάνησα και άλλες ελληνικές περιοχές (ακόμα και από τη Μικρά Ασία) κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην εμπέδωση του ελληνικού χαρακτήρα της κοινότητας συντέλεσε και η οργάνωσή της. Δυο μόλις χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Νεάπολη, οι “Κορωναίοι” εξασφάλισαν (με τη στήριξη των ισπανικών αρχών, που τους χρειάζονταν για τον στρατό και το ναυτικό τους), αλλά και τη συγκατάθεση της Αγίας Έδρας, την άδεια να συστήσουν δική τους ελληνορθόδοξη Αδελφότητα (Phratria ή Confraternita). Το νομικό καθεστώς αυτής της Αδελφότητας αποτυπώθηκε το 1561 σε ειδικό καταστατικό (Statuto), το οποίο συνέταξαν, όπως γράφουν οι ίδιοι, με βάση αυτοκρατορική απόφαση του 1535 και με αρκετά στοιχεία από την ανάλογη κοινοτική οργάνωση που είχαν στην Κορώνη στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.  Το δεδομένο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον (αν σκεφθεί κανείς ότι τα σωζόμενα καταστατικά κοινοτικής οργάνωσης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είναι μεταγενέστερα). Είναι πάντως πιθανόν ότι αρκετές από τις διατάξεις του Statuto του 1561, ιδιαίτερα εκείνες που θεσμοθετούσαν την πρωτοκαθεδρία των λαϊκών έναντι των κληρικών, αποτελούσαν συγκερασμό των κοινοτικών θεσμίων της Κορώνης και των ειδικών κανόνων που ίσχυαν αναγκαστικά στις χώρες υποδοχής για τη λειτουργία των θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, επαγγελματικών και συντεχνιακών συσσωματώσεων. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το καταστατικό αυτό, με τις μεταγενέστερες βελτιώσεις του (κυρίως με τη θεμελιώδη αναθεώρησή του στα 1593 από εκπροσώπους της δεύτερης γενιάς των Πελοποννησίων μετοίκων), θα αποτελέσει τη βάση όχι μόνο για τη συλλογική οργάνωση των Ελλήνων της Νεάπολης, αλλά και το βασικό νομικό τους όπλο στους πολλούς δικαστικούς αγώνες που θα χρειαστεί να δώσουν στους επόμενους αιώνες εναντίον των πολλών αμφισβητιών τού θρησκευτικού χαρακτήρα (όχι απλώς του ελληνόρρυθμου και ουνιτικού rito greco, αλλά του αμετακίνητου ortodosso) της κοινότητας· θα τη διασφαλίσει επίσης από τις απαιτήσεις των απογόνων του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου και άλλων διεκδικητών τής ακίνητης περιουσίας της, η οποία, χάρη στα κληροδοτήματα των φιλογενών μελών της παροικίας, είχε ήδη αρχίσει από τα μέσα του 16ου αιώνα να γίνεται δελεαστική. Αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, επίτευγμα εκείνης της μικρής Confraternita ήταν η σταθερή προσήλωσή της στην «grecità» της· την προστάτεψε χάρη στα διατάγματα των ισπανικών αρχών και τις βούλλες της Αγίας Έδρας, που μετέτρεπαν και de jure την Universitas Graecorum σε πολιτική οντότητα, όχι απλώς «εθνοτική», αλλά «εθνική» (nazionale), με τα μέτρα πάντοτε της εποχής. Και παρά τις αναπόφευτες αναταράξεις, η κοινότητα θα κατορθώσει να διατηρήσει την ταυτότητα αυτή και στους επόμενους αιώνες, χωρίς τις τεράστιες απώλειες που υπέστησαν οι μικρότερες και αδύναμες ελληνορθόδοξες εστίες της ενδοχώρας (όπου στο δίγλωσσο περιβάλλον επικράτησε σταδιακά το αλβανόφωνο στοιχείο έναντι του ελληνόφωνου, πολύ πριν από την ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος).

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι μέσα στον μικρόκοσμο της κοινότητας έλειψαν οι έριδες· και δεν εννοώ μόνο τις εκκλησιαστικές (ενωτικοί έναντι ακραιφνών ορθοδόξων), αλλά και ανάμεσα στα παλαιότερα μέλη (που είχαν στο μεταξύ ενταχθεί στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον του ιταλικού περιγύρου) και τα νεότερα, που εξακολουθούσαν να έρχονται είτε από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές (όσες είχαν απομείνει) είτε από τις τουρκοκρατούμενες.  Τελικά οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους Italo-Greci, τους Greci-Veneti και τους Greci-Ottomani και Greci Orientali επέβαλλαν την εκπόνηση στα 1764, νέου καταστατικού, με το οποίο οι νεότεροι επέβαλαν τις εθνικές προτεραιότητές τους έναντι των παλαιότερων. Η αλλαγή πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη των νέων κυριάρχων, των Βουρβόνων, που είχαν κι αυτοί ανάγκη, όπως και οι Ισπανοί, των στρατιωτικών κυρίως υπηρεσιών των Ελλήνων της Νεάπολης. Ήταν η εποχή που άνθησε στο Reame η νέα ελληνική μισθοφορία, τη φορά αυτή με πρωτοβουλία στελεχών της κοινότητας: του βετεράνου Xιμαριώτη στρατιωτικού Στρατή Γκίκα και του Hπειρώτη εμπόρου Aθανασίου Γλυκή. Στα 1735-1738 λοιπόν οργανώθηκε η πρώτη στρατιωτική μονάδα ως τάγμα (battaglione) και στη συνέχεια (στα 1754) –με πρωτοστάτη τον λόγιο Kεφαλλονίτη κόμη Γεώργιο Xωραφά (1692-1775)– ως πλήρες Σύνταγμα, αυτό που έμεινε στην ιστορία ως «Βασιλικό Μακεδονικό Σύνταγμα» (Reggimento Real Macedone). Ας σημειωθεί ότι το «Macedone» δεν αντιστοιχούσε μόνο –και τόσο– στην ιστορική Μακεδονία, αλλά σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, που, κατά την αντίληψη της εποχής, περιελάμβανε και τη σημερινή Αλβανία και μέρος του Μαυροβουλίου και της Δαλματίας. O Xωραφάς μάλιστα επιχειρηματολόγησε τη συμμετοχή και άλλων “nazioni” με αναφορές στον πολυεθνικό στρατό του Mεγάλου Aλεξάνδρου, αλλά και στη θρησκευτική και πολιτιστική συγγένεια των Ελλήνων με τους «Iλλυριούς». Tελικά στο «Reggimento» οι «Ιλλυριοί» (Αλβανοί και Δαλματοί) ήταν ελάχιστοι: την απόλυτη πλειονότητα τη συγκροτούσαν Χειμαριώτες, Ηπειρώτες, Επτανήσιοι και Έλληνες από άλλες περιοχές της Ανατολής, ακόμα και από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Το τέμπλο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου (με εικόνες του Βελισσαρίου Κορενσίου).

Με τη δύναμη των βετεράνων του «Reggimento Real Macedone» η κοινότητα κατάφερε και πάλι να εξουδετερώσει τις απειλές για την εκκλησιαστική και εθνική της αυτονομία μετά την παλινόρθωση στα 1815 του απολυταρχικού καθεστώτος του Φερδινάνδου Α΄ των Βουρβόνων (1815-1825) στο λεγόμενο πλέον Βασίλειο των Δύο Σικελιών. Στο μεταξύ η ανάδυση του ελληνικού κράτους, ενώ από το ένα μέρος επηρέασε αρνητικά τη δημογραφική εξέλιξη της παροικίας (όπως άλλωστε το σύνολο της ελληνικής Διασποράς, από όπου αρκετοί ομογενείς «επέστρεφαν» στην Ελλάδα), από το άλλο έδωσε τη δυνατότητα κάποιων παρεμβάσεων της Αθήνας (ασθενών οπωσδήποτε και περιορισμένων στο καίριο ζήτημα των εφημερίων του ελληνικού ναού). Και στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση των Ελλήνων παλαίμαχων αξιωματικών του Βασιλείου των Δύο Σικελιών (όπως π.χ. του Χειμαριώτη Δημητρίου Λέκα (1779-1862) διευκόλυνε την επικράτηση της ελληνικής πλευράς. Οπωσδήποτε, η ενοποίηση της Ιταλίας στα 1861 άνοιξε μια νέα εποχή στη μετέπειτα τύχη της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης. Ωστόσο, παρά την υπογραφή ελληνο-ιταλικών διακρατικών συμφωνιών, η κοινότητα θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει προβλήματα από τους κατά περιόδους εμφανιζόμενους διεκδικητές της θρησκευτικής της αυτονομίας και περιουσίας (με την επίκληση παλαιών κληρονομικών δικαιωμάτων και ετεροχρονισμένα επιχειρήματα αμφίβολης ιστορικής εγκυρότητας) ως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η επόμενη βέβαια μεγάλη –και τελευταία, αλλά μακρόχρονη– δοκιμασία ήταν εκείνη που της προξένησε το φασιστικό καθεστώς, προπάντων μετά τα επεισόδια Tellini και Κέρκυρας και, φυσικά, κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940. Τότε λεηλατήθηκαν αρκετά από τα σωζόμενα περιουσιακά στοιχεία της παροικίας και της εκκλησίας. Πάντως ένα τμήμα των λεηλατηθέντων ανακτήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια χάρη στην επιμονή της κοινότητας (διευρυμένης πλέον από το 1992 ως «Comunità ellenica di Napoli e Campania»), αλλά και στην συναντίληψη των τοπικών αρχών της Νεάπολης. Μέσα στο κλίμα αυτό της συναδέλφωσης Ιταλών και Ελλήνων επανήλθε και το αίτημα για την αποκατάσταση της προαιώνιας ιστορικής ονομασίας της οδού (και της συνοικίας) των Ελλήνων της πόλης (rua e vico dei Greci). Τον Δεκέμβριο του 2009 ο δήμος της Νεάπολης τοποθέτησε στον εξωτερικό τοίχο της ελληνικής εκκλησίας, στην οδό Tommaso d’Aquino (τη νεότερη ονομασία τής οδού από το ομώνυμο πολεοδομικό συγκρότημα), αναμνηστική πλάκα με την επιγραφή: «Via San Tommaso d’Aquino già Vico dei Greci». Είναι προφανές ότι οι παλιές πληγές –ευεξήγητες ίσως ιστορικά με τα πάθη του παρελθόντος– έχουν πια επουλωθεί.

Η σύντομη αυτή αναδρομή στη συγκρότηση και τα επιτεύγματα (παρά τα εμπόδια) της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης ίσως δίνει την εντύπωση ότι η παροικία ήταν αριθμητικά μεγάλη. Η εντύπωση αυτή ήταν διάχυτη και στην ίδια τη Νεάπολη στις αρχές του 17ου αιώνα. Σε ένα από τα χρονικά της εποχής, το διαλογικό Il Forastiero του 1634, του ιστορικού Giulio Cesare Capaccio (1550-1634), δίνεται η εξής υπερβολική εικόνα των Ελλήνων της πόλης:

       Forastiero. Mi han riferito che in Napoli siano infiniti habitatori greci.

       Cittadino. Han riferito quel ch’è. E vi dovea commemorar prima la Rua di Greci.

Ωστόσο η εκτίμηση για τους «αμέτρητους» Έλληνες (infiniti habitatori greci) της Νεάπολης –η οποία, ας σημειωθεί, ήταν τότε μια από τις πολυανθρωπότερες πόλεις της Ευρώπης, με κάπου 200 χιλ. κατοίκους– είναι το λιγότερο υπερβολική. Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία· αλλά ξεκινώντας από τα επώνυμα στελέχη της κοινότητας στα σωζόμενα πρακτικά της, μπορούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών της (δηλαδή των ενεργών στελεχών) κατά τον όψιμο 16ο και τον αρχόμενο 17ο αιώνα στα 30-40 άτομα (τα οποία βέβαια εκπροσωπούσαν ισάριθμες περίπου οικογένειες, που αποδίδουν ένα σύνολο 130-140 ατόμων). Το μέγεθος αυτό παραμένει, με μικρές αυξομειώσεις, ως τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε με τις στρατολογίες τού «Reggimento Real Macedone» τριπλασιάζεται: φτάνει τα 400 άτομα, για να ξαναπέσει όμως στο κλείσιμο του αιώνα στα 200. Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (που απορρόφησε, όπως αναφέρθηκε, τμήματα της συνολικής ελληνικής Διασποράς), ο αριθμός των μελών της κοινότητας επανήλθε στα παλαιότερα επίπεδα (κάπου στις 130-140 ψυχές και στο κλείσιμο του 19ου αιώνα στις 100).

Ωστόσο στον αριθμό αυτόν θα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν και τα μη μετρήσιμα, ανενεργά μέλη της παροικίας και οι επίσης μη μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της Νεάπολης. Αυτοί ίσως εμφάνιζαν το Vico dei Greci σαν έναν πολύβουο ανθρώπινο μικρόκοσμο. Ας μην ξεχνούμε ότι ως τα μέσα σχεδόν του 17ου αιώνα η Νεάπολη αποτελούσε τον πρώτο προορισμό (και το εφαλτήριο) σε όσους κατευθύνονταν προς την Ισπανία και τις ευρωπαϊκές και υπερπόντιες κτήσεις της. Αποτελούσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό για τους πρόσφυγες και μετανάστες της ελληνικής Ανατολής, που αναζητούσαν νέες πατρίδες σε διάφορες περιοχές είτε της νότιας Ιταλίας είτε της Τοσκάνης, της Κορσικής, της Σαρδηνίας και των Βαλεαρίδων. Μετά τη δημιουργία τού ελληνικού κράτους άρχισαν να περνούν από το λιμάνι της Νεάπολης και το γειτονικό Castellamare di Stabia χιλιάδες Ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι δεν εντάσσονταν βέβαια στην κοινότητα, άσχετα αν για ένα διάστημα φιλοξενούνταν σε δικά της καταλύματα.

Όπως και να το κάνουμε, η ελληνική εστία της Νεάπολης δεν εμφάνισε τα εντυπωσιακά μεγέθη της αντίστοιχης παροικίας της Βενετίας, στη συνέχεια της Τεργέστης και στις αρχές του 19ου αιώνα της Βιέννης (όπου οι πάροικοι μετρούνταν σε ορισμένες περιόδους σε κάποιες –λίγες πάντως– χιλιάδες). Η ανάγκη επίσης των Ελλήνων της Νεάπολης να διαφυλάξουν τη θρησκευτική και εθνική τους ιδιοπροσωπία, επέβαλλε και κάποιας μορφής περιχαράκωση έναντι του περιγύρου (του καθολικού ιταλικού, του ουνιτικού ιταλο-ελληνικού και του ορθοδόξου ιταλο-αλβανικού). Οι μικτοί γάμοι βέβαια δεν έλειπαν· προκαλούσαν μάλιστα προβλήματα στην κοινότητα, επειδή άνοιγαν την όρεξη σε νέους διεκδικητές της ακίνητης περιουσίας της. Ορισμένα επίσης από τα επίλεκτα μέλη τής παροικίας θέλησαν να επιτύχουν αντίστροφα –και πάλι με μικτούς γάμους– την κοινωνική τους άνοδο, εντασσόμενα στην ιταλική (και την ισπανική) élite της νότιας Ιταλίας. Πάντως αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι, μολονότι η ένταξή τους αυτή άνοιγε τον δρόμο στον εξιταλισμό και γενικά στην πολιτιστική και θρησκευτική τους αλλοτρίωση, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε και με την άρνηση της ελληνικότητας (grecità): Έχουμε δείγματα ελληνικών οικογενειών της Νεάπολης (από την Κορώνη, τη Μονεμβασία και τα Επτάνησα), οι οποίες, έχοντας καταφέρει να συγγενέψουν με σημαντικές οικογενειακές δυναστείες της Κάτω Ιταλίας, δεν έπαψαν να προβάλλουν επί αρκετές γενιές με υπερηφάνεια την ελληνική τους προέλευση (συχνά επικαλούμενοι, όπως είπαμε, και την αμφισβητήσιμη καταγωγή τους από αριστοκρατικούς οίκους του Βυζαντίου).

Έγγραφο του αρχείου της κοινότητας (πρακτικά του 16ου και 17ου αι.).

Ιστορικοί λόγοι επηρέασαν και τις κοινωνικές και επαγγελματικές προτεραιότητες των μελών της παροικίας. Χωρίς να λείπουν οι ασχολούμενοι με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, η πλειονότητά τους στράφηκε, όπως αναφέρθηκε, στη στρατιωτική σταδιοδρομία. Είδαμε εξάλλου ότι ο πρώτος πυρήνας της παροικίας είχε σχηματιστεί τον 15ο αιώνα από stradioti/estradiotes, τους οποίους “διαδέχτηκαν”, κατά κάποιο τρόπο, κατά τον 18ο και 19ο οι άνδρες του «Reggimento Real Macedone» και του διαδοχικού «Battaglione dei Cacciatori Macedoni». Το φαινόμενο, που συνεχίστηκε ως την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης, οφείλεται στο γεγονός ότι το βασίλειο της Νεάπολης (άσχετα από τους κατά περιόδους κυριάρχους του) είχε μετατραπεί για αιώνες (ως τα μέσα τουλάχιστον του 18ου αιώνα) σε προχωρημένο ανάχωμα (ένα πραγματικό “antemurale”) της χριστιανικής Δύσης απέναντι στην οθωμανική επεκτακτικότητα στην κεντρική και τη δυτική Μεσόγειο. Ήταν επίσης και το σταθερό ορμητήριο σε όλες σχεδόν τις ναυτικές εξορμήσεις των Ισπανών, των Φλωρεντινών και των Μαλτέζων στην ελληνική Ανατολή. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Έλληνες του Reame συνδύαζαν την έμμισθη στρατιωτική υπηρεσία με τις προσδοκίες τους για την εθνική τους αποκατάσταση, θεωρώντας την ανάμιξή τους σε αντιτουρκικά κινήματα κοινή υποχρέωση και έναντι της υπόδουλης Ελλάδας και έναντι της δεύτερης πατρίδας τους, της Νεάπολης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Vico dei Greci εξυφαίνονταν τα περισσότερα από τα επαναστατικά κινήματα που πραγματοποιούνταν (ή απλώς σχεδιάζονταν) κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω ότι η διπλή εξέγερση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου στη δυτική Θεσσαλία το 1601 και στην Ήπειρο στα 1611 (η σημαντικότερη που σημειώθηκε στον ελληνικό χώρο, από την εποχή της Άλωσης ως τα Ορλοφικά του 1768), οργανώθηκε αποκλειστικά από επώνυμα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης.

Το οικόσημο της οικογένειας Κοντόσταυλου σε κάλυμμα οικογενειακού τάφου του 16ου αιώνα (εξωτερικό εκκλησίας).
Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (εξωτερικό εκκλησίας).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από την άποψη λοιπόν αυτή η παροικία έπαιξε, παρά το μικρό της μέγεθος, σημαντικό ρόλο στη διαρκή αναζωπύρωση (παρά τις απογοητεύσεις) του επαναστατικού πνεύματος των Ελλήνων, από τα τέλη του 15ου αιώνα ως τις παραμονές της Επανάστασης του 1821. Ακόμα και μετά την προσέγγιση των Βουρβόνων της Νεάπολης με τους Οθωμανούς στα 1740, οι Έλληνες του Reame δεν έπαψαν να αναθερμαίνουν τα ασίγαστα απελευθερωτικά τους οράματα, με πιο γνωστά τα παραδείγματα του Χωραφά, του ιδρυτή του «Reggimento Macedone», και του Aντωνίου Γκίκα, γιου του διοικητή του Συντάγματος Στρατή: Και αν ο πρώτος περιορίστηκε σε εκκλήσεις (μερικές καθαρά φιλολογικές) προς τη Ρωσία για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο δεύτερος, ο Αντώνιος Γκίκας θα περάσει στη δράση, εντασσόμενος στην υπηρεσία των Ρώσων πριν και μετά τις επιχειρήσεις τους στις ελληνικές χώρες στα 1768-1770. Το ίδιο αφορά και δεκάδες άλλα στελέχη, επώνυμα και ανώνυμα, των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων της Νεάπολης στα τέλη του 18ου και στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα.

Οι εναλλασσόμενοι κυρίαρχοι της Νεάπολης (Ισπανοί, Αυστριακοί, ακόμα και οι επαναστατικοί Γάλλοι) χρησιμοποίησαν τους Έλληνες μισθοφόρους και σε επιχειρήσεις στο εσωτερικό του βασιλείου: αρχικά για την εξουδετέρωση των γαλλόφιλων βαρόνων, στη συνέχεια, στα 1647, της αντι-ισπανικής επανάστασης του Massanielo (Tommaso Aniello, 1620-1647), της λαϊκής εξέγερσης στο Παλέρμο στα 1733, των αντιδράσεων στη βραχύβια Παρθενόπεια Δημοκρατία (1799) και, τέλος, για την καταστολή της ενδημικής ληστείας του ιταλικού Νότου. Τελικά με την έκρηξη της ελληνικής Eπανάστασης του 1821 οι περισότεροι Έλληνες βετεράνοι των νεαπολιτανικών στρατιωτικών μονάδων που προαναφέρθηκαν –ακόμα και μετά την αναδιοργάνωσή τους το 1817 από τον Richard Church (1784-1873), τον μετέπειτα αρχιστράτηγο των Ελλήνων επαναστατών–, έσπευσαν στην Eλλάδα, πραγματοποιώντας επιτέλους ένα όνειρο που είχαν και αυτοί, όπως και οι προγενέστεροι Έλληνες ομότεχνοί τους: να διαθέσουν δηλαδή την πολεμική τους εμπειρία και τη ζωή τους όχι υπηρετώντας ξένους ηγεμόνες, αλλά τη δική τους πατρίδα. Σε αυτούς υπολόγιζαν και οι συντάκτες του γενικού επιτελικού σχεδίου τής Φιλικής Εταιρείας, όταν σημειώνουν ότι:

Εἰς Νεάπολιν…. εὑρισκεται ἕν σῶμα ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οί όποῖοι [sic] μέ τό νά ἠξεύρωσι καλῶς τήν τακτικήν, συμφέρει νά εὑρεθῶσιν εἰς τήν Ἑλλάδα κατά ταύτην τήν περίπτωσιν, ὄχι μόνον διά νά
συνεργήσουν, ἀλλά καί νά διδάξουν τούς ἡμετέρους τά τακτικά.

Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (λεπτομέρεια).

Ο στρατοκρατικός προσανατολισμός ενός μεγάλου τμήματος των παροίκων τής Νεάπολης δεν εμπόδισε το “αστικότερο” στοιχείο της να στραφεί σε ειρηνικότερους τομείς. Αναφέρθηκε ήδη λακωνικά η ενασχόλησή τους με τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Αλλά περισσότερο ενδιαφέρον ίσως παρουσιάζουν τα δείγματα των Ελλήνων της πόλης, που καλλιέργησαν τα γράμματα και τις τέχνες. Για ενάμιση αιώνα περίπου αρκετοί εφημέριοι της εκκλησίας ήταν απόφοιτοι του Ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (κατά κανόνα ουνίτες, που προκαλούσαν και αρκετές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της κοινότητας). Κάποιοι επίσης καταγράφονται ως διδάσκαλοι της (αρχαίας) ελληνικής στο Studio Pubblico της Νεάπολης, άλλοι ως μέλη φιλολογικών και καλλιτεχνικών «Ακαδημιών» της πόλης. Αλλά το όνομα που λάμπρυνε την ιστορία τού νεαπολιτανικού μπαρόκ είναι βέβαια του καταγόμενου από την Κυπαρισσία της Πελοποννήσου ζωγράφου Βελισσαρίου Κορενσίου (1558-1643). Ο Κορένσιος δεν εργάστηκε μόνο σε ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες και μοναστήρια της περιφέρειας της Νεάπολης, αλλά και στην εικονογράφηση (με ανάμικτο βυζαντινότροπο και δυτικό ύφος) της ελληνικής εκκλησίας της πόλης· εξάλλου συμμετείχε επανειλημμένα και στη διοίκηση της Αδελφότητας (Confraternita). Έναν αιώνα αργότερα (από το 1756 και εξής) εργάστηκε στην παροικία και ένας λιγότερο γνωστός καλλιτέχνης, αλλά με ενεργό κι αυτός συμμετοχή στα πράγματα της κοινότητας, ο Κεφαλονίτης λόγιος, ποιητής και ζωγράφος Ευστάθιος Καρούσος (1750-1818).

Με το πέρασμα στον 19ο αιώνα έζησαν στη Νεάπολη για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα αρκετοί Έλληνες λόγιοι και καλλιτέχνες, που ανανέωσαν, κάτω από νέους όρους, το πολιτιστικό κλίμα της μικρής ελληνικής εστίας.  Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν άλλοτε μερικά μόνιμα μέλη της κοινότητας, όπως π.χ. ο σημαντικός φιλόλογος και καθηγητής για μια εικοσαετία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Istituto Orientale της πόλης Κωνσταντίνος Τριανταφύλλης (1832-1912), και άλλοτε περιστασιακά, όπως π.χ. ο Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), ο εκδότης των έργων του Διονυσίου Σολωμού. Ιδιαίτερος λόγος θα πρέπει να γίνει για την παρουσία στη Νεάπολη των Επτανησίων μουσικών· ανάμεσά τους ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος (1795-1872), ο Σπυρίδων Ξύνδας (1812-1896), οι αδελφοί Ναπολέων (1864-1932) και Γεώργιος Λαμπελέτ (1875-1945) κ.ά., όλοι σπουδαστές και συνεργάτες διάσημων μουσικών της παρθενόπειας πολιτείας. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για τους καλλιτέχνες εκείνους (συνθέτες και διδασκάλους της μουσικής), που ουσιαστικά μετακένωσαν τη δυτική έντεχνη μουσική (και ιδιαίτερα το ιταλικό μελόδραμα) στον νεοελληνικό κόσμο.

Αναστοχαζόμενοι σήμερα τη μακρά διαδρομή μιας μικρής, αλλά δυναμικής ελληνικής εστίας της νεοελληνικής Διασποράς, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια πολύ γενικά συμπεράσματα: Καταρχήν η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης συνδέθηκε στενά –ίσως «στενότερα» σε σχέση με άλλες ελληνικές παροικίες της Δύσης– με τον κοινωνικό περίγυρό της τής νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (άσχετα από τις δογματικές διαφορές και τις αντιπαραθέσεις). Αποτέλεσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό στις ελληνικές μετοικεσίες από την ανατολική προς τη δυτική Μεσόγειο. Εκείνο που επίσης την ξεχώρισε ήταν η ενεργός και πρώιμη ανάμιξη των μελών της στο πολιτικό πρόβλημα της τουρκοκρατούμενης Ανατολής, όχι στην ιδεολογία (όπου άλλες εστίες της Ιταλίας έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο), αλλά στην επαναστατική πράξη. Όλα αυτά έχουν κάπως μελετηθεί. Αλλά τα desiderata παραμένουν, όπως π.χ. η θέση της κοινότητας στην πολιτιστική ιστορία της Νεάπολης, τόσο της πρώιμης νεότερης περιόδου (ιδιαίτερα κατά τον γόνιμο νεαπολιτανικό 17ο αιώνα), όσο –κυρίως–της όψιμης και σύγχρονης, από το τέλος του 18ου ως τον 19ο ή και τον 20ό αιώνα. Εξάλλου από το τέλος του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα η ιδεολογική επιρροή άλλων, άλλοτε ένδοξων ελληνικών παροικών της Ιταλίας (π.χ. της Βενετίας) είχε περάσει στη φάση της κάμψης αν όχι της αδράνειας. Αντίθετα στη Νεάπολη έχουμε αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα, ιδιαίτερα στον πολιτιστικό τομέα. Μερικά από τα δείγματα αυτά έχουν ήδη καταγραφεί. Ωστόσο το τεράστιο σωζόμενο αρχειακό υλικό για τον 18ο και 19ο αιώνα στη Νεάπολη, αλλά και σε άλλα ιταλικά και ευρωπαϊκά αρχεία, περιμένει ακόμα τη σκαπάνη των νεότερων ερευνητών. Και είναι ευοίωνο το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια, δίπλα στους ιταλομαθείς Έλληνες, ήρθαν να προστεθούν και οι αυξανόμενοι σε αριθμό ελληνομαθείς Ιταλοί ιστορικοί, από τους οποίος πολλοί μας έδωσαν ήδη ενδιαφέροντες ερευνητικούς καρπούς. Σ’ αυτούς λοιπόν εναπόκειται πλέον η ιστοριογραφική καταξίωση των ερευνητικών εκκρεμοτήτων που αναφέρθηκαν δειγματοληπτικά, αλλά και η διεύρυνση των επιστημονικών και γενικά των ανθρώπινων γεφυρών ανάμεσα στους δυο αδελφικούς –ή, αν θέλετε, εξαδελφικούς– λαούς της Μεσογείου.  Σε τελευταία ανάλυση αυτό θα αποτελέσει και την εκ των υστέρων δικαίωση των «Κορωναίων» του 16ου αιώνα («ὧν καί τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν»), που κατάφεραν να στήσουν στον χώρο της αρχαίας Μεγάλης Ελλάδας τη δική τους ταπεινή νεότερη Μικρή Ελλάδα, η οποία όμως ξεπέρασε ήδη τη μισή της χιλιετία.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 

Gian V. Meola, Delle istorie della chiesa greca in Napoli existente, Νεάπολη, Vincenzo Mazzola-Vocola, 1790.

Domenico Ambrasi, “In margine all’immigrazione greca nell’Italia meridionale nei secoli XV e XVI. La comunità greca di Napoli e la sua chiesa”, Asprenas, 8 (1961), 156-185.

K. Hassiotis, “La comunità greca di Napoli e i moti insurrezionali nella penisola balcanica meridionale durante la seconda metà del XVI secolo”, Balkan Studies, 10 (1969), 279-288.

Alberto Rizzi, “Le icone postbizantine della Chiesa greco-ortodossa dei SS. Pietro e Paolo in Napoli”, Θησαυρίσματα, 11 (1974), 136-163.

K. Hassiotis, “Sull’organizzazione, integrazione e ideologia politica dei Greci a Napoli (XV-XIX sec.)”, Eπιστ. Eπετ. Φιλοσ. Σχ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης, 20 (1981), 411-452.

Nicholas Charles Pappas, “Balkan Foreign Legions in the 18th Century Italy: The ‘Reggimento Real Macedone’ and its Successors”, Nation and Ideology. Essays in Honor of Wayne S. Vucinich,  επιμ. Ivo Banac. John G. Ackerman and Roman Szporluk, East European Monographs, Boulder, Columbia Univ. Press, New York 1981, σ. 35-59.

Constantino Nikas, Per la storia dell’insegnamento del greco moderno a Napoli”, Ιταλοελληνικά, 1  (1988), 37-47.

Γιάννης Κορίνθιος,  “Tο Bασίλειο των Δύο Σικελιών και η Eλληνική Eπανάσταση, Iταλοελληνικά,  3 (1990), 183-194.

Filippo D’Oria, “Cultura napoletana e diaspora greca nell’età dei Riformatori», Ιταλοελληνικά,  6 (1997-8), 331-348.

Jannis Korinthios,  I Greci di Napoli e del meridione d’Italia dal XV al XX secolo, Κάλιαρι, AM&D Edizioni, 2012.

 

 

* Κείμενο διάλεξης που δόθηκε στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας στις 9 Νοεμβρίου 2018, στο πλαίσιο της επετείου των 500 χρόνων της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης.

Ουρανία Φωτοπούλου: Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Ουρανία Φωτοπούλου

Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Στη δεκαετία 1912-1922, η Ελλάδα συμμετείχε σε στρατιωτικές συγκρούσεις καθοριστικής σημασίας για την πορεία του Ελληνισμού, από συστάσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Ξεκινούν με τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό του εδάφους της επικράτειας, και ολοκληρώνονται με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που γνώρισε αυτό το έθνος, τη συρρίκνωση και τον εγκλωβισμό του στα στενά όρια του ελληνικού κράτους, με την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Μέσα σε όλες αυτές τις πολεμικές περιπέτειες, ο ελληνικός στρατός υπήρξε θύτης, αλλά και θύμα της κοινής πολεμικής πρακτικής, δηλαδή της επιδίωξης ο αντίπαλος, εκτός από το να φονευτεί, να καταστεί αιχμάλωτος, να αφοπλιστεί και να χάσει εν γένει τη μαχητική του αξία. Ο ρόλος λοιπόν που διαδραμάτισε η Ελλάδα κατά την πολυτάραχη αυτή δεκαετία είχε ως λογική συνέπεια να κατέχει αιχμαλώτους, αλλά και να προσπαθεί να απελευθερώσει τους δικούς της που βρίσκονταν στα χέρια των εχθρών.

Σαφώς, τη μεγαλύτερη πρόκληση ως προς τη διαχείριση της δυσάρεστης κατάστασης στρατιωτικών σε αιχμαλωσία ο ελληνικός στρατός τη δέχτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, σε αντίθεση με τον μικρό αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων των προηγούμενων πολεμικών αναμετρήσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μικρασιατική τραγωδία συνίστατο όχι μόνο στον αφανισμό και την εκρίζωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, αλλά και στη μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ο ελληνικός στρατός στην ιστορία του, καταμετρώντας μεγάλο αριθμό απωλειών, τόσο σε νεκρούς, όσο και σε αιχμαλώτους.

Πριν την τελική Καταστροφή, στο πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι των Τούρκων δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες. Ο αριθμός τους προσέλαβε πρωτόγνωρα δραματικές διαστάσεις, μετά τη διάρρηξη του ελληνικού μετώπου από τις κεμαλικές δυνάμεις το καλοκαίρι του 1922.

Τις πρώτες μέρες μετά την ολοκλήρωση της τουρκικής επίθεσης και πριν ακόμη διεκπεραιωθούν τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού στην νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, η σύγχυση των ελληνικών αρχών για το μέγεθος των απωλειών ήταν τεράστια. Το Υπουργείο Στρατιωτικών δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι και πόσοι είχαν σωθεί, ποιοι είχαν σκοτωθεί και ποιοι είχαν περιαχθεί σε καθεστώς αιχμαλωσίας.¹

Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1922).

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες αιχμαλωσίας, λόγω του αιφνιδιαστικού τρόπου με τον οποίο εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση, είχαν ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός – ούτε κατά προσέγγιση – ο αριθμητικός προσδιορισμός των Ελλήνων αιχμαλώτων. Σχετικά με αυτό, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα επίσημα στοιχεία του τουρκικού Υπουργείου Στρατιωτικών. Σύμφωνα με το επίσημο τουρκικό κράτος, οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει κατά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου 30.000 στρατιωτικούς. Ο αριθμός αυτός όμως, σε λίγους μήνες, όταν άρχισαν οι ανταλλαγές των αιχμαλώτων, έγινε δραματικά μικρότερος και πάντως όχι σαφής ως προς το σύνολο των Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτικών.

Για αυτή την αριθμητική ανακολουθία, η Τουρκία λογοδότησε ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, ισχυριζόμενη ότι υπερέβαλε στις αρχικές εκτιμήσεις και ότι στην πραγματικότητα αυτοί που αιχμαλωτίστηκαν δεν ξεπερνούσαν τις 17.000.² Η διαφορά είναι σαφώς τεράστια και σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες περί μεγάλης έκτασης βιαιοπραγιών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, οδηγεί στη βάσιμη υποψία ότι εξοντώθηκαν περίπου οι μισοί από τους Έλληνες που αιχμαλωτίστηκαν, ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, πριν ακόμη αυτοί διαμοιραστούν και εγκατασταθούν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων.³

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο η αριθμητική διαφορά – ως ένα σημείο – να προέκυπτε και για δύο άλλους λόγους: α) όχι σημαντικός, αλλά υπαρκτός αριθμός Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν βουλγαρόφωνοι. Αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι σχεδόν άμεσα, με την προϋπόθεση να κατευθυνθούν στη Βουλγαρία, καθώς δήλωσαν Βούλγαροι στην καταγωγή και το φρόνημα⁴ και β) στις τάξεις του ελληνικού στρατού ενσωματώθηκαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποβίβασή του στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, και εθελοντές Μικρασιάτες. Πιθανόν, κατά τη σύλληψή τους, αρχικά προσμετρήθηκαν από τις τουρκικές αρχές, μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτών, όταν ταυτοποιήθηκαν όμως, οι Τούρκοι τους ενέταξαν στην κατηγορία των Τούρκων υπηκόων, κατηγορουμένων για εσχάτη προδοσία,⁵ οπότε και θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Η ασυγκράτητη ορμή του τουρκικού εθνικισμού – έτσι όπως αυτή εκδηλώθηκε με την τουρκική αντεπίθεση – σε συνδυασμό με εμπρηστικά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου περί παραδειγματικής τιμωρίας των «δυναστών του τουρκικού λαού» – αλλά και οι φήμες που διαδίδονταν⁶ για μαζικές σφαγές Ελλήνων στρατιωτικών και αμάχων, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σχετικά άμεσα σε κινήσεις για την προστασία των Ελλήνων αιχμαλώτων. Στο πλαίσιο αυτό απευθύνθηκε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και τις Ιταλίας, οι οποίες είχαν εξαιρετικές σχέσεις με τους κεμαλικούς τη δεδομένη χρονική περίοδο, αλλά και στην Ερυθρά Ημισέληνο, που είχε δηλώσει ότι θα ενεργούσε σε κάθε περίπτωση ως θεματοφύλακας των διεθνών κανόνων περί αιχμαλώτων,⁷ ρόλος που επωμίζονταν άλλωστε, βάσει σχετικών διατάξεων της IVης Σύμβασης της Χάγης του 1907 περί αιχμαλώτων πολέμου.⁸ Παρόλα αυτά, οι αιχμάλωτοι στρατιωτικοί υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση και την απόλυτη ευτέλεια. Η απαρίθμηση των βασανιστηρίων μπορεί να καλύψει όλο το εύρος κάθε νοσηρής φαντασίας. Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες για τη βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων, την κακοποίηση μέχρι θανάτου, τις εν ψυχρώ δολοφονίες και γενικά τις φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών που συνελήφθησαν.

Οι στρατηγοί Δημαράς (διοικητής IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) στο τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων του Κισεχίρ.

Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από το ότι, κατά παράβαση των διεθνών κανόνων, καταμετρήθηκαν για πρώτη φορά περίπου δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψή τους. Η αργοπορημένη καταμέτρηση των αιχμαλώτων αποδεικνύει ότι η εξόντωσή τους ήταν μέρος οργανωμένου σχεδίου, καθώς ο αιχμάλωτος αποκτά οντότητα και γίνεται άτομο που έχει δικαιώματα και χρήζει προστασίας, μόνο αφότου ταυτοποιηθεί και καταγραφεί σε καταλόγους, στους οποίους δύνανται να έχουν πρόσβαση οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Έτσι, οι χιλιάδες αιχμαλώτων, πολιτικών και στρατιωτικών που είχαν εντωμεταξύ σφαγιαστεί, ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ· η τουρκική πλευρά δεν τους χρεώθηκε ως αποθανόντες εν αιχμαλωσία, αντιθέτως συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία των αγνοουμένων, η ύπαρξη της οποίας στοίχειωνε για πολλά χρόνια τις οικογένειες όσων είχαν την ατυχία να συμπεριληφθούν σε αυτή.

Επίσης, κατά παρέκκλιση από τη διεθνή νομιμότητα, η τουρκική ηγεσία δεν έκανε τη διάκριση αξιωματικών – στρατιωτών, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, προκειμένου αυτοί να μισθοδοτούνται, αλλά και για να τηρείται η στρατιωτική ιεραρχία στα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Μόλις το Νοέμβριο του 1922 διαχώρισαν βαθμοφόρους από απλούς οπλίτες με σαφή στόχο την εξόντωση των αξιωματικών: μετά τη διαφοροποίηση των αξιωματικών από τους απλούς στρατιώτες, συγκέντρωσαν όλους τους αξιωματικούς στη Σεβάστεια και τους φωτογράφησαν. Οι φωτογραφίες τους απεστάλησαν σε όλη τη Μικρά Ασία, για να επιδεικνύονται στους κατοίκους, με σκοπό αφενός την ηθική ικανοποίηση των Τούρκων, αφετέρου για να υποδειχθούν όσοι αδίκησαν ή κακοποίησαν πληθυσμούς και να τιμωρηθούν καταλλήλως. Μέσα σε τρεις μήνες τουφεκίστηκαν χωρίς να δικαστούν, για δήθεν παρανομίες εις βάρος Τούρκων αμάχων, 150 αξιωματικοί διαφόρων βαθμών.

Όσο για τους οπλίτες, μετά το διαχωρισμό τους από τους βαθμοφόρους, αυτοί σχημάτισαν ένα ιδιαίτερο σώμα, το σώμα των εργατών, το οποίο διαιρέθηκε σε επιμέρους τμήματα που διασκορπίστηκαν σε διάφορα σημεία της τουρκικής επικράτειας, σε μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή, έως και τα σύνορα με τη Συρία. Τα σώματα αυτά μετακινούνταν συνεχώς, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και γιατί υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό καθεστώς δουλείας, οπουδήποτε εξυπηρετούνταν οι σκοπιμότητες της τουρκικής ηγεσίας.⁹

Μετά την εκτόνωση του τουρκικού εθνικισμού – και σε «δεύτερη ανάγνωση» – η ύπαρξη πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί για την τουρκική ηγεσία. Έτσι, η κράτησή τους πλαισιώθηκε από κανόνες –όπως η σύσταση Κανονισμού σε κάθε στρατόπεδο αιχμαλώτων που συνιστούσε στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο της λειτουργίας του – που τυπικά ταυτίζονταν με το διεθνώς αποδεκτό νομικό πλαίσιο περί μεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου. Στην πράξη βέβαια τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τα δικαιώματα των κρατουμένων στρατιωτικών επαφίονταν στη διάθεση του εκάστοτε δεσμoφύλακα, είτε αυτός ήταν ο απλός Τούρκος φαντάρος, είτε ο διοικητής του στρατοπέδου. Η χαλαρότητα τήρησης των κανόνων περί αιχμαλώτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι οι αιχμάλωτοι ήταν απόλυτα τρωτοί και έρμαια της ασυδοσίας κάθε Τούρκου, ακόμα και ενός απλού χωρικού.

Σε διεθνές επίπεδο, η Τουρκία προσπαθούσε να άρει κάθε εντύπωση κακομεταχείρισης των αιχμαλώτων πολέμου, κυρίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν άρχισε να διεκδικεί μία θέση μεταξύ των πολιτισμένων κρατών της Δύσης και επιδίωκε να αποσείσει το βαρβαρικό προφίλ που της είχαν αποδώσει πολλοί Ευρωπαίοι. Η επιδίωξη αυτή ερμηνεύει και τις παλινδρομήσεις που παρατηρούνται στη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους: περιστατικά ακραίας κακοποίησης έληγαν με νοσοκομειακή περίθαλψη του κακοποιημένου ή η στέρηση του ρουχισμού των αιχμαλώτων και οι συνακόλουθες συνέπειες (πνευμονία, κρυολογήματα) συνοδεύονταν από ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Φαίνεται ότι η τουρκική ηγεσία ισορροπούσε μεταξύ της εμπάθειας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος μεταξύ των δύο λαών και της χρηστικής αξίας των αιχμαλώτων ως εργατικών χεριών, αλλά και ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε από την πρώτη στιγμή προσπάθειες απεγκλωβισμού των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία, οι οποίες εντατικοποιήθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις ειρήνης στη Λωζάννη,¹º στο πλαίσιο των οποίων υπογράφηκε Πρωτόκολλο περί Ανταλλαγής υγειών και αρτιμελών αιχμαλώτων πολέμου, πολιτών και στρατιωτικών στις 30 Ιανουαρίου 1923.¹¹

Η υπογραφή της Συμφωνίας έγινε υπό την αιγίδα της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου οι οποίες προσπάθησαν να άρουν κάθε είδους πολιτική σκοπιμότητα και να θέσουν ως γνώμονα την εφαρμογή των ανθρωπιστικών ιδεωδών στους χιλιάδες πολίτες και στρατιωτικούς που επλήγησαν από την πολεμική σύρραξη· παρόλα αυτά, η Συμφωνία σκιαζόταν κατά κάποιο τρόπο από τη θριαμβευτική νίκη της Τουρκίας επί της Ελλάδος. Βασικός άξονάς της ήταν η Ελλάδα να αποδώσει απευθείας το σύνολο των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Αμέσως μετά τον επαναπατρισμό τους, η Τουρκία όφειλε να αποδώσει ίσο αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων, με αναλογία στρατιώτη με στρατιώτη και αξιωματικού με αξιωματικό.¹² Η απελευθέρωση των Ελλήνων και η συγκέντρωσή τους στο λιμάνι της Σμύρνης έπρεπε να συγχρονιστεί με την άφιξη των Τούρκων στην πατρίδα τους, ούτως ώστε την μεταγωγή των Τούρκων από την Ελλάδα να ακολουθήσει άμεσα αυτή των ισάριθμων Ελλήνων. Οι υπόλοιποι Έλληνες θα επαναπατρίζονταν, με έξοδα της Τουρκίας, μέσα σε τρεις βδομάδες το αργότερο από την υπογραφή του τελικού κειμένου της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.¹³

Πράξεις υπογραφείσες στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου και 24 Ιουλίου 1923.

Για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου συστήθηκε Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Αιχμαλώτων¹⁴ η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 15 Φεβρουαρίου 1923¹⁵ και προσχεδίασε την έναρξη εφαρμογής της Συμφωνίας, δηλαδή τις πρώτες αναχωρήσεις των Τούρκων αιχμαλώτων από την Ελλάδα, στις 27 και 28 Φεβρουαρίου, υπό τη συνοδεία μελών της ελβετικής κοινότητας στην Αθήνα.¹⁶ Γρήγορα όμως κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία σειρά από δυσκολίες που ως επί το πλείστον προέκυπταν από τον έντονο ανταγωνισμό και την καχυποψία που υπήρχε μεταξύ των δύο κρατών.¹⁷

Παρά ταύτα, η Επιτροπή μέσα σε περίπου τρεις μήνες από τη σύστασή της, κατάφερε να επιστρέψουν στην Ελλάδα συνολικά 10.098 στρατιωτικοί αιχμάλωτοι,¹⁸ ενώ υπολογίζονταν ότι στην Τουρκία βρίσκονταν ακόμη 6 – 8.000 Έλληνες στρατιωτικοί, εκ των οποίων 400 αξιωματικοί.¹⁹ Συνέχισε τις εργασίες της ως τα τέλη Μαΐου, προσπαθώντας να συστηματοποιήσει την αναζήτηση αιχμαλώτων βάσει ονομαστικών καταλόγων που της είχαν υποβάλει οι δύο χώρες. Μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής²º, την παλιννόστηση των υπολειπομένων στρατιωτικών αιχμαλώτων ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.²¹

Το έργο της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής έχει αποτυπωθεί στα πρακτικά των Συνεδριάσεών της.²² Επρόκειτο σαφώς για το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης· παράλληλα όμως είχε επωμιστεί την επίλυση δευτερευούσης σημασίας ζητημάτων που ανέκυπταν από την πρακτική εφαρμογή της ανταλλαγής των αιχμαλώτων. Από τη θεώρηση των ζητημάτων αυτών διαφαίνεται η πολυπλοκότητα της διαδικασίας ανταλλαγής και το δύσκολο έργο της Επιτροπής. Όφειλε να τακτοποιήσει ποικίλες λεπτομέρειες και συνεχώς αναφυόμενα προβλήματα που προέκυπταν τόσο από την αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας²³, όσο και από την ίδια τη φύση του έργου της Επιτροπής. Ως παράδειγμα του εύρους και της διαφορετικότητας των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπίσει η Επιτροπή, αναφέρεται ότι όφειλε: να μεριμνήσει τόσο για τη συγκέντρωση, όσο και για την ταυτοποίηση και την αναζήτηση αιχμαλώτων· να σχεδιάσει με ακρίβεια τα δρομολόγια των πλοίων και να συγχρονίσει απόλυτα τους κρατικούς μηχανισμούς των δύο χωρών μεταξύ τους και με τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, για να μην προκληθεί συσσώρευση μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων σε ελληνικά ή τουρκικά λιμάνια, να επιλέξει τους καταλληλότερους συνοδούς και να ορίσει τα πλοία που θα τους μετέφεραν· να σχεδιάσει τις συνθήκες μεταφοράς των αιχμαλώτων, να λάβει μέριμνα για την απολύμανσή τους, το σωστό και συχνό καθαρισμό των πλοίων, προκειμένου να προληφθούν προβλήματα υγιεινής και μολύνσεων.

Ο Eduard Wildbolz, πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, σε παλαιότερη φωτογραφία με την ιδιότητα του διοικητή της 3ης Μεραρχίας του ελβετικού στρατού (1912-1917).

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι η Επιτροπή στερούνταν μηχανισμών επιβολής, την ανάγκαζε να περιοριστεί στη χρήση διπλωματικών κυρίως μέσων και να επαφίεται στην καλή προαίρεση των συμβαλλομένων για να επιτύχει όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα.

Επειδή ακριβώς επένδυε στην καλή διάθεση των δύο χωρών, στο πλαίσιο λειτουργίας της έλαβε χώρα και ένας ανταγωνισμός Ελλάδας – Τουρκίας για το ποιο από τα δύο κράτη θα κέρδιζε τις εντυπώσεις ως το πλέον συνεργάσιμο και διαλλακτικό. Οι συνεδριάσεις της λοιπόν αποτέλεσαν πολλές φορές και το πεδίο αντιπαραθέσεων και αντεκδίκησης των δύο χωρών. Κατά κάποιο τρόπο εκλαμβάνονταν από τις δύο χώρες ως ένα δευτερεύoν διπλωματικό μέτωπο που υπήρχε εκ παραλλήλου με αυτό της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εντολοδόχος της Συνδιάσκεψης.

Σαφώς η Επιτροπή αποτέλεσε έκφραση των ανθρωπιστικών ιδεωδών και προσπάθησε να διατηρήσει πολύτιμες ισορροπίες μεταξύ δύο χωρών που ήταν προαιώνιοι εχθροί και είχαν αναμετρηθεί πολεμικά πολλάκις κατά το πρόσφατο παρελθόν. Παράλληλα, πρέπει να της αναγνωριστεί η προσπάθεια να εξασφαλίσει την ακριβή εφαρμογή των αποφάσεων της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου,²⁴ χωρίς καμία παρέκκλιση, σε πλαίσιο αυστηρής ουδετερότητας και δικαιοσύνης.²⁵ Επίσης αναμφισβήτητο είναι το κύρος και η φερεγγυότητα που της προσέδιδε η υποχρέωσή της να λογοδοτεί στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, υπόψιν της οποίας ήταν υποχρεωμένη να υποβάλλει εκτενή αναφορά των πεπραγμένων της, μετά τη λήξη των εργασιών της.

Παρόλα αυτά, είχε περιορισμένη επαφή με την πραγματικότητα. Διέπονταν από υπερβάλλοντα ρομαντισμό που δεν επέτρεπε την ρεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ανταλλαγή· ενίοτε μάλιστα απεικόνιζε τις αποχρώσεις των πολιτικών σκοπιμοτήτων και των διπλωματικών μεθοδεύσεων που μπορούν να ευδοκιμήσουν σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές.

Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι εργασίες της Επιτροπής αποτέλεσαν μία εφαρμογή της συνεργασίας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, της Ερυθράς Ημισελήνου και της ΚτΕ για την επίτευξη ενός ανθρωπιστικού στόχου· από αυτή την άποψη, η δράση και τα αποτελέσματα της Επιτροπής έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή κοινότητα καθώς αποτελούσαν ένα από τα πρώτα εγχειρήματα πραγματοποίησης των ιδεωδών που επικράτησαν μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

                      Τα μέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5443

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-5]

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι εμπλεκόμενοι διεθνείς φορείς δεν θα επέτρεπαν την αποτυχία της Επιτροπής. Ίσως για αυτό το λόγο, ο πρόεδρός της στον απολογισμό του έργου της τοποθετήθηκε με λεπτότητα και επιτηδειότητα στο θέμα της εξαφάνισης μεγάλου αριθμού Ελλήνων, αλλά και της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από όσους διαβιούσαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, ερμηνεύοντας αυτή την ιδιαιτέρως παράταιρη με τα ανθρωπιστικά ιδανικά εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων, χωρίς να αποδίδει ευθύνη στην επίσημη Τουρκία για αυτό· τουναντίον υπερθεμάτισε υπέρ αυτής²⁶ και μετέθεσε το βάρος των ευθυνών σε επουσιώδεις αιτίες όπως: στις άσχημες κλιματολογικές συνθήκες στα υψίπεδα της Ανατολίας, στις λοιμώδεις ασθένειες που είχαν ενσκύψει κατά τη διάρκεια του χειμώνα και είχαν προκαλέσει πολλούς θανάτους και τέλος στις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας, μιας χώρας με αχανείς εκτάσεις, χωρίς υποδομές και πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή οδηγούνταν στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει, δυσκόλεψε κατά πολύ την ήδη δύσκολη ζωή των κατοίκων της Ανατολίας, οι οποίοι αναπόφευκτα πήραν ενεργό μέρος σε αυτόν. Ταυτόχρονα έφερε στην επιφάνεια τα στοιχεία διαφοροποίησης των δύο λαών, όπως αυτά της καταγωγής του πολιτισμού και της θρησκείας. Επομένως η υποχώρηση των Ελλήνων εύλογα προξένησε έκρηξη φανατισμού και θυμού στον άμαχο πληθυσμό που εκδηλώθηκε με τον χειρότερο τρόπο εναντίον των αιχμαλώτων στρατιωτικών και των Ελλήνων Μικρασιατών.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί και το οξύμωρο αφενός της απόδοσης ευσήμων προς την Τουρκία για τη «φροντίδα» που είχε προσφέρει στους Έλληνες αιχμαλώτους και αφετέρου την ταυτόχρονη έκκληση της Επιτροπής προς το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο για άμεση παρέμβαση, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης των Ελλήνων που συνέχιζαν να βρίσκονται σε αιχμαλωσία. Μπορεί λοιπόν η εξαθλίωση των αιχμαλώτων να ήταν κάτι που δε μπορούσε να παραβλεφθεί, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε κανείς να αναγνωρίσει μεθόδευση οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης, παρά μόνο αδυναμία της Τουρκίας να ξεπεράσει αντικειμενικές δυσκολίες ως προς τη φροντίδα, αλλά και γενικότερα τη διαχείριση τόσο μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων.

Το οξύμωρο του πορίσματος της Επιτροπής θα μπορούσε να εκληφθεί ως άκρως προκλητικό και ως επίδειξη ανερυθρίαστου εθελοτυφλισμού, όμως εύλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο θα ήταν η ανθρωπότητα και οι ρομαντικοί των ανθρωπιστικών οργανώσεων να αποδεχθούν τόσο σύντομα μια αποτυχία της νεοσύστατης ΚτΕ, ή το «ναυάγιο» των ελπίδων που διέσπειρε στoν κόσμο το ιδεολογικό πλαίσιο της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Εφημερίδα Εμπρός 6 Ιανουαρίου 1923.

Η αξιοθρήνητη κατάσταση των πρώτων αιχμαλώτων που απελευθερώθηκαν υπό την αιγίδα της Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων κλόνισε εκ νέου την ελληνική κυβέρνηση²⁷ και την ελληνική κοινή γνώμη.²⁸ Από τους περίπου 10.000 που απελευθερώθηκαν, κάποιοι πέθαναν στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω-. 620 από αυτούς, αφού απολυμάνθηκαν, στάλθηκαν για νοσηλεία στα νοσοκομεία των Αθηνών και του Πειραιά.²⁹ Οι στρατιωτικοί γιατροί που τους εξέτασαν πιστοποίησαν την κάκιστη κατάσταση της υγείας όλων σχεδόν, αλλά και το γεγονός ότι είχαν υποστεί επαναλαμβανόμενη κακοποίηση.³º Οι υπόλοιποι τέθηκαν σε καραντίνα από το φόβο τύφου.³¹

Η παραβίαση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου³² από την Τουρκία, ήταν περισσότερο από εμφανής. Η εκτροπή από κάθε ανθρωπιστικό νόμο και κάθε νόμο περί πολέμου, δεν άφηνε άλλα περιθώρια στην Ελλάδα από την άσκηση πολυμέτωπης πίεσης προς την Τουρκία με άμεσο στόχο τη μείωση της θνησιμότητας, όσων ακόμη δεν είχαν παλιννοστήσει,³³ καθώς οι φόβοι ότι, αν δεν επιβάλλονταν το συντομότερο έλεγχος στην Τουρκία, κανείς αιχμάλωτος δε θα κατάφερνε να επιβιώσει, ήταν παραπάνω από βάσιμοι.³⁴

Η κατ΄ επανάληψη πιστοποίηση της τουρκικής παραβατικότητας³⁵ έδινε ένα διπλωματικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, η οποία, ούσα η παταγωδώς ηττημένη του πολέμου στη Μ. Ασία, δεν είχε και πολλά περιθώρια χειρισμών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων Ειρήνης στη Λωζάννη. Οι προς κάθε κατεύθυνση καταγγελίες για τις τουρκικές μεθοδεύσεις ήταν από τα ελάχιστα εργαλεία της ελληνικής διπλωματίας, ούτως ώστε η Τουρκία να πιεστεί να αποδώσει το σύνολο των αιχμαλώτων που διατηρούσε υπό κράτηση. Ταυτοχρόνως χρησιμοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως για να ενισχυθούν γενικότερα οι θέσεις της Ελλάδος στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις.³⁶ Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποτέλεσαν το ανάχωμα της Ελλάδος στις αιτιάσεις των Τούρκων περί διωγμών των τουρκικών πληθυσμών στη Δυτική Θράκη. Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, προσπαθώντας να καλύψει τις εκτεταμένες βιαιοπραγίες και τις ωμότητες εναντίον των αιχμαλώτων και των χριστιανικών πληθυσμών, υπερμεγένθυνε μεμονωμένα επεισόδια στη Θράκη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.³⁷

Λωζάννη, Palais de Rumine, 24 Ιουλίου 1923. Η ημέρα υπογραφής της τελικής πράξης.

Βάσει της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου περί Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, άρθρο 5, η τουρκική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να ελευθερώσει τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιωτικούς εντός τριών εβδομάδων από την υπογραφή της Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Για την ελληνική λοιπόν πλευρά, η υπογραφή της, αποτελούσε το ορόσημο της παλιννόστησης των αιχμαλώτων.³⁸ Σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα όμως, η Τουρκία απέβλεπε σε παράταση του χρόνου, χρησιμοποιώντας τους αιχμαλώτους ως μέσο πίεσης για την επίτευξη όσο γίνεται περισσότερων από τους στόχους που είχε θέσει στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης.³⁹ Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ασκούσε πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες.

Το σημείο στο οποίο βρισκόταν τόσο οι σχέσεις των δύο χωρών, όσο και η διαδικασία ανταλλαγής, δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, ο Βενιζέλος ζήτησε από τη τουρκική αντιπροσωπεία την υπογραφή ειδικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας όπου θα προσδιοριζόταν επακριβώς η προθεσμία επιστροφής των αιχμαλώτων στις πατρίδες τους. Η τουρκική πλευρά συμφώνησε με την πρόταση, υπό τον όρο η Ελλάδα να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη μεταφορά των αιχμαλώτων, σε αντίθεση με τον όρο της Συνθήκης που προέβλεπε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων με τη φροντίδα της Τουρκίας.⁴º

Η Τουρκία, θέτοντας προϋποθέσεις, ουσιαστικά υποδείκνυε παράταση της διαδικασίας ανταλλαγής των αιχμαλώτων, εξέλιξη που υπερέβαινε τον προκαθορισμένο χρόνο λειτουργίας της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων.⁴¹

Εφημερίδα Εμπρός 6 Απριλίου 1923.

Η ελληνική γραμματεία στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, ύστερα από κοπιώδεις διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση του Οργανισμού, αλλά και την τουρκική κυβέρνηση, πέτυχε την παράταση των εργασιών της Επιτροπής, έως τις 15 Σεπτεμβρίου, οπότε και τερματίστηκε επίσημα η ανταλλαγή των στρατιωτικών αιχμαλώτων,⁴² δίχως όμως να έχει ολοκληρωθεί πλήρως η παλιννόστησή τους. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται σε διάφορα στρατόπεδα της τουρκικής επικράτειας Όλοι τους συνέχισαν να διάγουν ζωή αιχμαλώτου και να είναι οργανωμένοι σε τάγματα εργασίας.⁴³ Η μέριμνα για τον επαναπατρισμό τους ανατέθηκε στην Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.

Ο απολογισμός της ανταλλαγής των στρατιωτικών ήταν η πληθώρα των αγνοουμένων και οι πολυάριθμοι ανάπηροι και ασθενείς. Από τη θεώρηση των αρχείων, κανένας από τους επαναπατρισθέντες δεν βίωσε την αιχμαλωσία έχοντας διατηρήσει συγκροτημένο τον ψυχισμό του και ρωμαλέο το σώμα του.⁴⁴ Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι από αυτούς να είναι ανίκανοι για εργασία και να εκλιπαρούν, προκειμένου να ζήσουν, τη μέριμνα του Κράτους.

Εξυπακούεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν προβληματικό κοινωνικό «απόθεμα», για το οποίο η Πολιτεία έπρεπε να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα, για να μην εξοβελιστούν παντελώς από το κοινωνικό σώμα. Σε μία εποχή, όμως, που το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δράμα των αιχμαλώτων επισκιάστηκε από αυτό των προσφύγων,⁴⁵ οι αιχμάλωτοι έπρεπε να πάρουν μόνοι τους πρωτοβουλία για να διεκδικήσουν μεταχείριση συμβατή με τις επιδιώξεις τους. Έτσι οργανώθηκαν σε πανελλήνιες ή τοπικές ενώσεις οι οποίες διεκδικούσαν – εκ μέρους όλων των πρώην αιχμαλώτων – ιδιαίτερη μεταχείριση, καθώς η υπηρεσία προς την πατρίδα τούς είχε καταστήσει τα πλέον αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Τα αιτήματά τους διαγράφουν ανάγλυφα και τη φύση των προβλημάτων τους. Τα βασικότερα από αυτά τα αιτήματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) περίθαλψη στα στρατιωτικά νοσοκομεία όσων είχαν προβλήματα υγείας που αποκτήθηκαν κατά την αιχμαλωσία, β) παντελής φοροαπαλλαγή των απόρων αιχμαλώτων, γ) σύσταση ειδικής υγειονομικής επιτροπής προς εξέταση των αιχμαλώτων, ούτως ώστε να δικαιούνται σύνταξης οι ανίκανοι για εργασία, δ) απόδοση των μισθών που κατακρατήθηκαν, ενόσω βρισκόταν στην αιχμαλωσία, ε) προτεραιότητα των αιχμαλώτων στην πρόσληψή τους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στ) μείωση στο μισό των δικαστικών εξόδων των πολιτικών και ποινικών δικών των απόρων, αιχμαλώτων και ζ) έκπτωση 50% σε όλα τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς.⁴⁶

Παράλληλα, συνιστούσαν μοχλό πίεσης προς την Πολιτεία, σχετικά με το ζήτημα των αγνοούμενων συναδέλφων τους στη Μικρά Ασία, καθώς είχαν την πεποίθηση ότι οι Τούρκοι συνέχιζαν να παρακρατούν Έλληνες αιχμαλώτους. Φαίνεται μάλιστα να θεωρούσαν ηθική υποχρέωση την αναζήτηση των αγνοουμένων συναδέλφων τους, καθώς σε κάθε οργανωμένη διεκδίκησή τους, το αίτημα της αναζήτησης και επαναφοράς των Ελλήνων αιχμαλώτων από την Τουρκία ήταν πρωτεύον.⁴⁷

Η σύσταση συλλόγων αιχμαλώτων αναδεικνύει επίσης την ένταση της εμπειρίας που είχαν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί. Η σκληρότητα των συνθηκών κάτω από τις οποίες ήταν δέσμιοι είχε διαμορφώσει σε αυτούς την ψυχολογία μιας διάφορης από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα κοινωνικής ομάδας, χαρακτηριζόμενης μάλιστα από τους ίδιους ως πολύπαθης και αναξιοπαθούσας, στους κόλπους της οποίας μπορούσαν να βρουν αλληλοκατανόηση και, ίσως, παρηγοριά.⁴⁸

Εκτός από την επανενσωμάτωση των πρώην αιχμαλώτων στην ελληνική κοινωνία, η Ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να διαχειριστεί μεταξύ άλλων και την αναπόδραστη πραγματικότητα των χιλιάδων αγνοουμένων στρατιωτικών, οι οποίοι (με κάποιες επιφυλάξεις, λόγω των συνεχώς αλληλοαναιρούμενων αριθμητικών δεδομένων), υπολογίζονταν περισσότεροι από 18.000 άτομα, εκ των οποίων 500 περίπου αξιωματικοί.

Η αναζήτηση των αγνοουμένων καθίστατο εξόχως επιτακτική λόγω των ισχυρών πιέσεων που ασκούσε προς αυτή την κατεύθυνση η κοινή γνώμη⁴⁹, που σε μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από πρόσφυγες, οικογένειες αγνοουμένων στρατιωτών⁵º, βετεράνους της Στρατιάς Μικράς Ασίας και επανελθόντες από την αιχμαλωσία, οι οποίοι, πρέσβευαν με ιδιαίτερη ζέση την άποψη ότι συνέχιζαν να διαβιούν υπό απάνθρωπες συνθήκες Έλληνες αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η κοινή γνώμη εγέρθηκε εκ νέου για το ζήτημα των αιχμαλώτων. Ιδιαίτερα οι προσφυγικές οργανώσεις ανά την Ελλάδα, με έντονα υπομνήματά τους απαιτούσαν την επιστροφή όσων υποτίθεται ότι κρατούνταν ακόμη στην Τουρκία, στρατιωτικών και πολιτών. Η έξαψη αυτή, που συνοδευόταν και από την ανάλογη αρθρογραφία, σχετίζονταν με τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου του 1930.⁵¹

Οι ίδιοι έκριναν ως ανεπαρκείς τις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς την αντίστοιχη τουρκική στο θέμα αυτό και ξεκάθαρα μέμφονταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου για ακηδία⁵² και αμέλεια της εφαρμογής των σχετικών περί αιχμαλώτων αποφάσεων στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάννη.⁵³

Πιέσεις για το θέμα των εξαφανισμένων στη Μ. Ασία δεχόταν οι ελληνικές κυβερνήσεις και εκ των έσω: από τον στρατό που δεν είχε συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα του μικρασιατικού ολέθρου⁵⁴ και από ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες του εξωτερικού, με πιο ενεργητική την ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Εκεί ακριβώς έδρευε ο πολύ δραστήριος σύνδεσμος Γερμανών πρώην αιχμαλώτων πολέμου που, μεταξύ άλλων επιδίωκε τη δημιουργία και κωδικοποίηση νέου δικαίου περί αιχμαλώτων πολέμου. Ο εν λόγω σύνδεσμος πληροφόρησε την ελληνική πρεσβεία για την ύπαρξη περίπου 1500 Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως ανδράποδα από Τούρκους γαιοκτήμονες, υπό αφόρητες συνθήκες. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάστηκαν από την ελληνική πρεσβεία ως εξακριβωμένες, λόγω της εγκυρότητας από την οποία διέπονταν ο σύνδεσμος. Για το λόγο αυτό η πρεσβεία παρακινούσε την ελληνική κυβέρνηση να ανακινήσει το ζήτημα των αιχμαλώτων, κρίνοντας το «σκόπιμο και επίκαιρο», πιθανότατα λόγω της επικείμενης διάσκεψης για τη σύσταση νέου Δικαίου περί αιχμαλώτων στη Γενεύη εντός του 1929. Ο σύνδεσμος μάλιστα θα παρίστατο αρωγός στην ανακίνηση του ζητήματος.⁵⁵

Το ζήτημα συντηρούσε ανοικτό και η κατά καιρούς εμφάνιση κάποιων που διατείνονταν ότι ήταν δραπέτες αιχμάλωτοι, άρτι αφιχθέντες από τη Μικρά Ασία. Οι ειδήσεις για τυχόν όψιμες παλιννοστήσεις διοχετεύονταν συνήθως από τον Τύπο (π.χ, η εφημερίδα Ρουμελιώτης με άρθρο της στις 12. 5. 1928 υπό τον τίτλο Χαρμόσυνα Νέα ανέφερε: «Αιχμάλωτοι που θρηνούνταν ως νεκροί, είναι ζωντανοί στην Καισάρεια. Κάποιοι επέστρεψαν και δίνουν κατάλογο ονομάτων») και μέριμνα των ελληνικών αρχών ήταν να αναζητήσουν και να εξετάσουν ένορκα τους παλιννοστούντες.⁵⁶

Οι πληροφορίες που κατά καιρούς προέκυπταν δεν εξακριβώνονται, ούτε και διασταυρώνονται από κάποια επίσημη πηγή, θεωρούνται αναξιόπιστες, αποδιδόμενες στο πλαίσιο της μυθοπλασίας που άνθησε τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενδεικτικά αναφέρεται απόσπασμα μαρτυρικής καταθέσεως του επανελθόντος από την αιχμαλωσία πρόσφυγα Αλ. Πετρόπουλου ή Κορακάκη, στις 14. 7. 1930: « Στην Τουρκία υπάρχουν πολλοί Έλληνες αιχμάλωτοι και αξιωματικοί εξισλαμισθέντες, στους οποίους χορηγήθηκε υπό του Κεμάλ το ποσό των 20.000 λιρών και από ένα τσιφλίκι. Αυτοί βρήκαν συζύγους Τουρκάλες και κρατούν από 5 έως 10 αιχμαλώτους Έλληνες που εργάζονται στα χορηγηθέντα τσιφλίκια για την τροφή τους».⁵⁷

Οι φήμες περί ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων ευδοκίμησαν αφενός λόγω της μεγάλης ανάγκης των συγγενών των αγνοουμένων να ελπίζουν και αφετέρου της εξαθλίωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων, μέρος των οποίων μετέρχονταν κάθε μέσου για να κερδίσουν χρήματα, εν προκειμένω την εκμετάλλευση των οικογενειών όσων δεν είχαν επιστρέψει από το μέτωπο.⁵⁸ Η θέση αυτή ενισχύεται αν αναλογιστεί κανείς τις προσφορές των οικογενειών αυτών, με αντάλλαγμα την παραμικρή πληροφορία για τον αγνοούμενο συγγενή τους.⁵⁹

Για την αναξιοπιστία αυτών των μαρτυριών ήταν πεπεισμένη και η επίσημη ελληνική ηγεσία,⁶º όφειλε όμως να τις λάβει υπόψη και να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία. Όμως η συχνότητα εμφάνισης αναξιοπαθούντων εκ Μικράς Ασίας που διέδιδαν φήμες για ταλανιζόμενους Έλληνες, η αναστάτωση που αυτοί επέφεραν στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στους συγγενείς των αγνοουμένων, ο διασυρμός των ελληνικών αρχών στα μάτια της κοινής γνώμης και, τέλος, οι επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της χώρας, σε μία περίοδο που αυτή επεδίωκε εξομάλυνση των σχέσεων της με το όμορο κράτος, ανάγκασε την ελληνική Πολιτεία να λάβει δραστικά μέτρα προς όλους όσους ανακύκλωναν το ζήτημα, είτε επρόκειτο για εφημερίδες, είτε για άτομα που διέδιδαν ότι γνωρίζουν σχετικά με το θέμα. Τα μέτρα αυτά συνίστατο στην προσαγωγή των ατόμων αυτών στις αστυνομικές αρχές, όπου ανακρίνονταν, παρουσία εισαγγελέα. Αν όσα έγραφαν ή ισχυρίζονταν αποδεικνύονταν αναληθή, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν πάντοτε⁶¹, παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία του κοινού απατεώνα.⁶²

Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις που οι αρχές, όχι απλά διέγνωσαν απάτη,⁶³ αλλά εξήγαν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί οργανωμένης σπείρας κακοποιών που βάσει σχεδίου, στόχευαν στην εξαπάτηση των οικογενειών των αγνοουμένων. Το «μοτίβο» της εξαπάτησης ήταν αρχικά η διάδοση σχετικής είδησης στον Τύπο, για να δημιουργηθεί στις ενδιαφερόμενες οικογένειες η δέουσα συγκίνηση· στη συνέχεια ανέμεναν προσέγγισή τους από τις οικογένειες· όποιες δεν ανταποκρινόταν στο «κάλεσμα» τις προσέγγιζαν οι ίδιοι. Όταν επιτυγχάνονταν η επαφή, με επιδεξιότητα αποσπούσαν χρηματικά ποσά, παρέχοντας ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες.⁶⁴

Σχετικά με την ύπαρξη αγνοουμένων, το επίσημο ελληνικό κράτος φαίνεται να ισορροπούσε ανάμεσα στην πεποίθηση του ασκόπου της αναζήτησης Ελλήνων αιχμαλώτων⁶⁵ και στην ελπίδα που εξέπεμπε με ιδιαίτερη έμφαση η κοινή γνώμη ότι, αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθεί έστω και ένας από αυτούς, άξιζε τον κόπο η αναζήτησή τους.

Οι προαναφερθείσες εσωτερικές πιέσεις επέφεραν τέτοια ένταση στην πολιτική ζωή της χώρας, ώστε η ελληνική κυβέρνηση να επιδιώξει επανειλημμένως να κλείσει αυτό το κεφάλαιο δια παντός, διαλύοντας κάθε αμφιβολία. Επιπλέον, η λήξη της υπόθεσης θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Τουρκία. Η Ελλάδα λοιπόν, επί μια περίπου δεκαετία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν εφείσθη ούτε προσώπων, ούτε χρημάτων, ούτε προσπαθειών προκειμένου να επιβεβαιώσει την παρακράτηση ή μη Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία. Έγινε προσπάθεια να προωθεί το ζήτημα χωρίς να προκαλεί την Τουρκία, ανακινώντας το κάθε φορά που το επέτρεπαν οι συνθήκες, με προσεκτικές και μεθοδευμένες κινήσεις, αντιμετωπίζοντας με ρεαλισμό τις δυνατότητες έρευνας.⁶⁶

Ελλάδα, 1922. Παροχή βοήθειας σε αιχμαλώτους [Πηγή: CRC / hist-02493-14a].

Παρά τις άοκνες προσπάθειες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών⁶⁷ -σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία.-, κάθε αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη.⁶⁸ Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τρία περίπου χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και αφού είχαν μεσολαβήσει χιλιάδες διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές για αναζήτηση αγνοουμένων αιχμαλώτων, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά απογοητευτικό. Πιστοποιήθηκε μόνο ο θάνατος δύο αιχμαλώτων από διάρροια και φυματίωση αντιστοίχως στο νοσοκομείο της Καισάρειας. Έτσι με το πέρασμα των ετών, οι ελληνικές αρχές έτειναν να ευθυγραμμιστούν με τη θέση της τουρκικής πλευράς,⁶⁹ η οποία ήδη από το 1927, με έγγραφό της προσπάθησε να «κλείσει» την υπόθεση δια παντός, αρνούμενη κατηγορηματικά την ύπαρξη στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων στην τουρκική επικράτεια.⁷º

Στην ουσία της η υπόθεση των αγνοουμένων από την πρώτη στιγμή ήταν ατελέσφορη. Σε όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση, επανέρχονταν τα ίδια προβλήματα: α) ετεροχρονισμένες⁷¹ ή αβάσιμες συνήθως πληροφορίες και ελλιπή στοιχεία⁷² β) αλλαγή ονομάτων, καθώς πολλοί στρατιωτικοί απέφυγαν την αιχμαλωσία προσκολλούμενοι σε οικογένειες ομογενών, αλλά και άλλων εθνοτήτων, όπως Αρμενίων. Αυτοί διαβιούσαν εργαζόμενοι με άλλα ονόματα και περίμεναν να επωφεληθούν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, γ) η αναποτελεσματικότητα του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τους αγνοούμενους αιχμαλώτους,⁷³ αλλά και η εύλογη απροθυμία των Τούρκων να ασχοληθούν με αυτό θέμα, ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επανάληψη στερεότυπων αρνητικών απαντήσεων από την Τουρκία, δ) η αδυναμία των διπλωματικών υπηρεσιών της Ελλάδος να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα σε μία χώρα σαν την Τουρκία, λόγω της αυστηρότατης επιτήρησης από τους Τούρκους επί των ελληνικών διπλωματικών αντιπροσωπειών, γεγονός που σήμαινε ότι η ελληνική πλευρά είχε περιορισμένη δυνατότητα ενεργειών. Το πρόβλημα μάλιστα εντείνονταν από την παντελή έλλειψη εχεγγύων στο εσωτερικό, εχέγγυα που θα συνέβαλαν στην ευόδωση των ερευνών, π.χ. χριστιανικό στοιχείο,⁷⁴ ε) τα ελάχιστα χρήματα που διέθετε η Ελλάδα για τη διενέργεια ερευνών, στ) οι απέραντες εκτάσεις της μικρασιατικής Τουρκίας. Αν υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι, εγκλωβισμένοι σε κτήματα μεγαλοκτηματιών, δεν μπορούσαν να υπόκεινται στον αποτελεσματικό έλεγχο οποιασδήποτε διοίκησης, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονταν στις ανατολικές επαρχίες, τα οποία απολάμβαναν προνόμια φεουδαρχικού τύπου. Σε αυτές τις περιοχές περιορίζονταν η δυνατότητα ελέγχου ακόμη και των τουρκικών αρχών. Έτσι, η ανεύρεση δια της διοικητικής τουρκικής οδού ήταν μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία και ζ) η έλλειψη οργάνωσης των υπευθύνων υπηρεσιών, οι οποίες είτε δεν ενημέρωναν εγκαίρως τις προξενικές αρχές και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις που «όργωναν» την Τουρκία εις αναζήτηση αιχμαλώτων, είτε δεν φρόντιζαν ούτε να διαγράφουν από τους καταλόγους αυτών που αναζητούνταν, τα ονόματα όσων επαναπατρίζονταν, με αποτέλεσμα να διεκδικούνται ως ανταλλάξιμοι ακόμη και αυτοί που είχαν προ πολλού αποδοθεί.⁷⁵

 

1923: Επαναπατρισμός Ελλήνων αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5432

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-13]

Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες, το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό και συνίστατο στην «ανακάλυψη», κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια, 10 με 15 στρατιωτικών αιχμαλώτων, η πλειοψηφία των οποίων ψευδώς είχαν ισχυριστεί ότι ήταν βιαίως κρατούμενοι, ενώ επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για λιποτάκτες ή για άτομα που για προσωπικούς λόγους, είχαν οικιοθελώς επιλέξει να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα, μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα.⁷⁶

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν με ρεαλισμό την ύπαρξη χιλιάδων αγνοουμένων, μπορούμε να οδηγηθούμε στις εξής διαπιστώσεις:

1)Όσοι από τους στρατιωτικούς δεν αποδόθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής τους ή στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε αμέσως μετά, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπήρξαν θύματα των γενικευμένων σφαγών από τις πρώτες κιόλας μέρες της εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό ή πέθαναν από τις κακουχίες· η θέση αυτή ενισχύεται, αν λάβει κανείς υπόψη την μεγίστης κλίμακας φθορά που είχαν υποστεί αυτοί που κατάφεραν να επιστρέψουν.

2)Η υπόνοια ότι οι τουρκικές αρχές αποκρύπτουν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν αποδεικνύεται αρχειακά· αντιθέτως η Τουρκία επέδειξε πολλές φορές διάθεση συνεργασίας. Οι σχετικές φήμες εμπεδώθηκαν περισσότερο από την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να ελπίζει ότι ο θάνατος της Μεγάλης Ιδέας δεν κόστισε τόσο μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

3)Ελάχιστοι αιχμάλωτοι βρέθηκαν στα χέρια ιδιωτών. Αυτούς τους αναζήτησε η ελληνική κυβέρνηση διά μέσου ξένων υπηκόων και πρεσβειών και ομολογουμένως είχε κάποιες επιτυχίες.

4)Δεν αποκλείστηκε ποτέ η ύπαρξη ολιγάριθμων περιπτώσεων, εκουσίως παραμενόντων που ίσως ζούσαν στις εσχατιές της Ανατολής και κατά πάσα πιθανότητα είχαν ευθυγραμμιστεί με τις τοπικές κοινωνίες.⁷⁷

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων υπήρξε ένα μεγάλο κεφάλαιο της διαδρομής της χώρας τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας και καταδεικνύει για άλλη μία φορά το έντονο ίχνος που άφησε στην ελληνική κοινωνία η περιπέτεια του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία.

Δεν μπορεί κανείς παρά να συσχετίσει την περίπτωση των αγνοουμένων του μικρασιατικού πολέμου με τους αγνοούμενους ως αποτέλεσμα κάθε πολεμικής αναμέτρησης, όπου η ελπίδα των οικογενειών τους ότι είναι κάπου ζωντανοί συμπορεύεται με την αναπόδραστη συνήθως πραγματικότητα ότι είναι ήδη προ πολλού νεκροί.

Μετά την Καταστροφή, η διαχείριση των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1920· το δράμα τους όμως επισκιάστηκε από την ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία των προσφύγων.

Η δυνατότητα της χώρας να αποκαταστήσει τους αιχμαλώτους δεν εκπορεύονταν από την ισχύ της, σε επίπεδο στρατιωτικής ετοιμότητας ή προεξέχουσας θέσης σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο· συνιστούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας η οποία εξαρτιόταν απόλυτα και μπορούσε να επωφεληθεί μόνο από το ανθρωποκεντρικό στην ουσία του νομικό πλαίσιο, το σχετικό με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων.

Κατά συνέπεια εκμεταλλεύτηκε, όσο της επιτρεπόταν, τους μηχανισμούς που πλαισίωναν το δικαϊκό πλέγμα προστασίας των αιχμαλώτων, με την επιδίωξη σύστασης μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης των αιχμαλώτων και την έκκληση για παρέμβαση φορέων προάσπισης και προαγωγής του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού και την ΚτΕ.⁷⁸

Παράλληλα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη διπλωματική δεινότητα και τις προσωπικές σχέσεις των Ελλήνων αντιπροσώπων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, προτάσσοντας πολλές φορές την πολιτιστική ταύτιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με την πολιτιστική ετερότητα της Τουρκίας.

Ενώ λοιπόν το πλαίσιο δράσης της ελληνικής διπλωματίας οριοθετούνταν από τα διεθνή νόμιμα περί αιχμαλώτων, η Τουρκία, έχοντας το πλεονέκτημα του νικητή, τολμούσε και επιτύγχανε τις περισσότερες φορές να παρακάμπτει την εφαρμογή των αποφάσεων των διεθνών οργάνων και των Συνθηκών των σχετικών με τους αιχμαλώτους: Άλλοτε επιδεικνύοντας αναβλητικότητα, άλλοτε κωλυσιεργία, προσδιόριζε το ρυθμό των διαπραγματεύσεων κατά το επιθυμητό, απενεργοποιώντας ταυτόχρονα κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που επιχειρούσε να της επιβάλλει την εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου περί αιχμαλώτων.

 

Η Ουρανία Φωτοπούλου είναι Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ και Καθηγήτρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν. Κλαδάς για τον οποίο δε γνώριζαν αν είχε φονευτεί κατά την παράδοση της Μεραρχίας του ή όχι, αλλά και το γεγονός ότι μόλις στις αρχές του 1923 η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε ότι οι υποστράτηγοι βρισκόταν εν ζωή και ήταν υγιείς, ύστερα από παρέμβαση της ουδέτερης Ολλανδίας. Πρβ. ΓΕΣ/ ΔΙΣ, Φακ. 246, Β, 1, τηλεγράφημα ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στην Κων/πολη προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 1423, 3. 9. 1922(π.η), και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, ρηματική διακοίνωση ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 22. 12. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς οικογένειες Τρικούπη, Δημαρά και Διγενή, αρ.πρωτ. 311339/ 7734, 22. 12. 1922(π.η).

2. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή αντιπροσωπείας ΕΕΣ στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, 21. 7. 1923.

3. Ενδεικτικά από μαρτυρία αιχμαλώτου, ενώ ήταν περίπου 6.000 αιχμάλωτοι, μέσα σε μία βδομάδα από την αιχμαλωσία τους, μεταφερόμενοι από τη Σμύρνη στη Μαγνησία, έχασαν τη ζωή τους, με διάφορες αφορμές 3.000 άνδρες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η). Ίδια στοιχεία παρατίθενται και στο ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

4. Κάποιοι από αυτούς, φτάνοντας στη Σόφια επισκέφτηκαν την εκεί ελληνική πρεσβεία, για να τους βοηθήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ενώ όμως είχαν προμηθευτεί διαβατήρια και οδοιπορικά έξοδα, ουδέποτε έφυγαν από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό και με δεδομένη την καχυποψία απέναντι στους βουλγαρόφωνους εν γένει, η πρεσβεία διέκοψε κάθε μορφής βοήθεια προς όσους διατείνονταν ότι ήταν Έλληνες στρατιωτικοί, πρώην αιχμάλωτοι των Τούρκων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Γενικού Στρατηγείου προς υπουργείο Εξωτερικών και υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 26. 1. 1923, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 3. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στη Σόφια, α.α.π, 29. 3. 1923.

5. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς Γενική Επιθεώρηση Αιχμαλώτων, α.α.π, χ.η, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 670, 24. 2. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ, 47, όπου πληθώρα σχετικών μαρτυριών.

6. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, αρ.πρωτ.10580, 5/ 18. 10. 1922.

7. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ.πρωτ. 10134, 24. 9. 1922(π.η) και ρηματική διακοίνωση γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 9. 1922.

8. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge, άρθρο 12 της ΙVης Σύμβασης της Χάγης του 1907

9. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, επιστολή αρχηγού ΓΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, α.α.π, 20. 11. 1923 και έκθεση λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένου από τη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, 25. 10. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

10. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 6, όπου πολυάριθμα σχετικά έγγραφα.

11. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, Επ. 3675/ 30, 24.1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένο, αρ. Πρωτ. 31343, 8. 10. 1923.

12. Άρθρα 1 έως 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923. Στη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1923 της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής διευκρινίστηκε ότι οι αξιωματικοί που θα ανταλλάσονταν θα ήταν όσο το δυνατόν του ιδίου βαθμού. Λόγω των ευάριθμων Τούρκων αιχμαλώτων αξιωματικών, αποφασίστηκε η αποστολή στην Ελλάδα Τούρκου αξιωματούχου ο οποίος θα κατέγραφε τους Τούρκους βαθμοφόρους, προκειμένου να απελευθερωθούν αντιστοίχως οι Έλληνες αξιωματικοί.

13. Άρθρο 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923.

14. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, telegramme de Comite Grec de la Croix Rouge a monsieur Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, 5. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, διαταγή υπουργείου Εξωτερικών προς τμήμα εκκαθαρίσεως δαπανών ιδίου υπουργείου, α.α.π, 9. 3. 1923.

15. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

16. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 2. 1923(π.η) και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

17. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 2. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie και Séance de 3. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 1. 1923(π.η) και κοινοποίηση του προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 17. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών.

18. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 19. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων από τη Σμύρνη προς Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείο ΙΙ, α.α.π, 3. 4. 1923.

19. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης, α.α.π, 26. 4. 1923.

20. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport complémentaire sur l’ activité de la Commission d’ échange du 15 mai au 15 septembre 1923, du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, Octobre 1923.

21. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, όπου μεγάλος αριθμός εγγράφων σχετικών με περισυλλογή εναπομεινάντων στρατιωτικών από την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 10659/ 651, 28. 3. 1924.

22. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, όπου τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής.

23. Τα παραδείγματα συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι πολλά, κυρίως όμως αφορούν στην αμοιβαιότητα των αποδόσεων αιχμαλώτων και στην εφαρμογή του συνόλου των συμφωνηθέντων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς ΔΕΕΣ, α.α.π, 11. 6. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, από τη Σμύρνη προς Légation de sa Majestic Catholique, 5. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, ΔΕΕΣ και ΚτΕ, α.α.π, 20. 6. 1923.

24. Οι όροι της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου στο σύνολο τους θα τίθονταν σε ισχύ μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφορά γίνεται στις αποφάσεις της Συμφωνίας τις σχετικές με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων οι οποίες είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από την επομένη της υπογραφής της Συμφωνίας.

25. Για παράδειγμα, καθόσο η Επιτροπή βρίσκονταν στη Σμύρνη, αρκετοί αιχμάλωτοι δραπέτευσαν και κατέφευγαν στα ουδέτερα μέλη της ζητώντας άσυλο· λόγω δεοντολογίας, οι δραπέτες δεν βοηθήθηκαν. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

26. Η Επιτροπή χαρακτήρισε μάλιστα αξιέπαινη τη συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στους αιχμαλώτους, ιδιαίτερα απέναντι στους αξιωματικούς και κυρίως στους τρεις στρατηγούς.

27. Ταυτόχρονα με την επιβίβαση των πρώτων απελευθερωθέντων στο πλοίο «Πολικός», ο Έλληνας αντιπρόσωπος συνειδητοποίησε την τραγικότητα της κατάστασης των αιχμαλώτων: Νηστικοί, ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και κακοποιημένοι. Τραγικότερες ήταν όμως οι διηγήσεις των ίδιων των αιχμαλώτων σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής τους. Όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί τους αναφέρουν ότι δύσκολα θύμιζαν ζωντανούς ανθρώπους· περισσότερο παρέπεμπαν σε φοβισμένο ζώο, καθώς όταν τους απηύθυναν το λόγο, λούφαζαν φοβούμενοι μην κακοποιηθούν. Επίσης εξόχως αρνητική εντύπωση έκανε και η γύμνιά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και για τις κουρελιασμένες στολές που φορούσαν, όταν έφτασαν στην Ελλάδα, δήλωσαν ότι τους τις είχαν δώσει οι Τούρκοι, λίγο πριν επιβιβαστούν στο πλοίο, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους ήταν σχεδόν γυμνοί. Και μόνο το γεγονός ότι πολλοί αιχμάλωτοι είχαν πεθάνει στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω, – αποτελεί απόδειξη ότι είχαν φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολές διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς τη ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visite de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

28. Σε ορισμένες περιοχές έλαβαν χώρα εκδικητικές ενέργειες εις βάρος Τούρκων κατοίκων. Αν και το φαινόμενο ήταν περιορισμένης κλίμακας, η εκδήλωσή του και μόνο προκαλούσε ανησυχία στις ελληνικές αρχές, με αποτέλεσμα τη λήψη μέτρων από το υπουργείο Στρατιωτικών. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 1, τηλεγράφημα στρατιωτικής διοίκησης Κρήτης προς υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 7. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς γενικό στρατηγείο, α.α.π, 20. 4. 1923.

29. Χαρακτηριστικό της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από αυτούς είναι ότι περίπου ένα μήνα μετά την άφιξή τους, συνέχιζαν να νοσηλεύονται 1363αιχμάλωτοι. Αν και έχρηζαν στοιχειώδους περιθάλψεως οι παραπάνω από τους μισούς απ΄ όσους επέστρεψαν, λόγω της ηπιότητας της κατάστασής τους, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης υποδομών, προκρίθηκε αυτή να τους παρασχεθεί από την οικογένειά τους.Τα ποιό κοινά νοσήματα από τα οποία έπασχαν οι αιχμάλωτοι ήταν δυσεντερία, διάρροια, σκορβούτο, κρυοπαγήματα, πνευμονία, τύφο, πλευρίτιδα, εξάντληση, κ.α.

30. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923.

31. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visit de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923.

32. Επρόκειτο για κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 9 της Συνθήκης της Γενεύης του 1906, και του άρθρου 12 της Συνθήκης της Χάγης του 1907. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge.

33. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς διάφορες ξένες πρεσβείες στην Αθήνα, α.α.π, 5. 4. 1923, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ, α.α.π, 28. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικές πρεσβείες στις ΗΠΑ, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη και τη Ρώμη, α.α.π, 20. 4. 1923.

34. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

35. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19627/ 2697, 18. 11. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19709/ 2740, 23. 11. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 21297, 17. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, διαταγή υπουργείου Στρατιωτικών προς Α΄ Σώμα Στρατού, α.α.π, 25. 1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πρόεδρο Επιτροπής επί των τουρκικών ωμοτήτων, α.α.π, 9. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, κατάθεση Γεω. Σουργιεδάκη, εφέδρου υπιάτρου, λοιμοκαθαρτήριο Αγ. Γεωργίου, 19. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

36. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, declaration du Gouvernement de la Grande Assemble Nationale de Turquie a la Conference de la Paix, Lausanne, le 30. 5. 1923, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής της ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923 και τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, 6. 4. 1923, télégramme de Comité Grec de la Croix Rouge a monsieur le Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, α.α.π, 5. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς την ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 3. 5. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, τηλεγράφημα του προέδρου της ΔΕΕΣ προς την Ερυθρά Ημισέληνο, αρ. Πρωτ. 6484, 20. 4. 1923.

37. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 10. 6. 1923.

38. Ήδη από την άνοιξη του 1923 πολλοί Έλληνες αξιωματούχοι και κάποιοι Τούρκοι εξέφραζαν την άποψη ότι η ανταλλαγή των αιχμαλώτων έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν την υπογραφή της Ειρήνης, από φόβο μήπως μετά το τέλος της Συνδιάσκεψης επέρχονταν δυσκαμψία στις διαπραγματεύσεις και στις επαφές μεταξύ των δύο χωρών, η οποία θα επιβράδυνε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, κατάθεση υπολοχ. Κων/νου Λαζαρίδη προς υπουργείο Στρατιωτικών, Έμπεδον Τμήμα Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, Αθήνα, α.α.π, 12. 4. 1923.

39. Ο Βενιζέλος ασκούσε επάλληλες πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες: “Vu les circonstances actuels, ne croit pas possible de songer le rapatriement des PG grecs”. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923. Αντιπρόταση της Ελλάδος για έστω συγκέντρωση των αιχμαλώτων στα παράλια, προκειμένου να είναι έτοιμοι για επιστροφή στην Ελλάδα, απορρίφθηκε επίσης με το επιχείρημα της αδυναμίας επισιτισμού τους για όσο χρόνο θα παρέμεναν εκεί, αλλά και με τη διαβεβαίωση ότι οι Έλληνες αιχμάλωτοι διήγαν καλώς, γεγονός που θα αποδείκνυαν και οι επιτροπές που θα επισκέπτονταν για το λόγο αυτό τα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 6. 7. 1923.

40. Άρθρο 4 της ελληνοτουρκικής Συμφωνίας περί αποδόσεως αιχμαλώτων της 30ης Ιανουαρίου 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, 30. 7. 1923.

41. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 23. 6. 1923.

42. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή διευθυντή ελληνικής γραμματείας στη ΔΕΕΣ, Ιωα Πάλλη προς υπουργείο Εξωτερικών, 24. 8. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 23. 8. 1923, τηλεγράφημα ΔΕΕΣ προς Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ, 24. 8. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, αναφορά Ιωα. Μπακόπουλου, πρόσφυγα από τη Μ. Ασία προς τον Αρχηγό της Επαναστάσεως, 12. 11. 1923.

43. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται στο Αϊδίνιο. Αιχμάλωτοι υπήρχαν επίσης στα Άδανα, στο Αχμετλί, στα περίχωρα της Σμύρνης, στο Αφιόν Καραχισάρ και αλλού. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 254969/ 2150, 29. 12. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 88, όπου αντίγραφο έκθεσης εξετάσεως Αν. Τριανταφύλλου, χωροφύλακα εκ Σμύρνης, 4. 1. 1924, τηλεγράφημα ελληνικού προξενείου στη Συρία προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1356, 7. 12. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, κατάλογοι του 11ου εργατικού τάγματος, 2ου λόχου αιχμαλώτων Μαγνησίας.

44. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να επαναπατριστούν επανήλθαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση: άλλοι με όχι σώας τας φρένας, άλλοι παραμορφωμένοι στο σώμα ή στο πρόσωπο, άλλοι ακρωτηριασμένοι και άλλοι έχοντας νοσήσει από διάφορες αθεράπευτες ασθένειες.

45. Όπως ήταν αναμενόμενο, το βάρος της κρατικής μέριμνας, αλλά και οποιαδήποτε ιδιωτική ή άλλη συνεισφορά την απορρόφησαν οι μεγάλες ανάγκες των προσφύγων. Ελάχιστες οι συνδρομές υπέρ αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Επαναστατικής Επιτροπής προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 19. 5. 1923 και ευχαριστήριο τηλεγράφημα ελληνικής κυβέρνησης προς σουηδική πρεσβεία στην Αθήνα, α.α.π, 6. 4. 1923.

46. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου αιχμαλώτων Μ. Ασίας από τη Λακωνία προς Π. Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

47. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς γραφείο Πρωθυπουργού, αρ. πρωτ. 30693Β/ 1/ ΧΙ, 2. 8. 1933, υπόμνημα του εν Ηρακλείω συλλόγου στρατιωτικών αιχμαλώτων Τουρκίας προς τη σεβαστή κυβέρνηση, αρ. πρωτ. 226, 10. 7. 1933 και υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου Λακωνίας αιχμαλώτων Μικράς Ασίας προς τον Κο Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

48. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

49. Στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών διαγράφεται ξεκάθαρα το δράμα και η αγωνία χιλιάδων οικογενειών που αναζητούσαν μεταξύ των αιχμαλώτων τους συγγενείς τους, από την πρώτη στιγμή της υποχώρησης του ελληνικού στρατού και για πολλά χρόνια μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων: επάλληλες αιτήσεις προς αναζήτηση στρατιωτικών, οι οποίες συνοδεύονταν από φωτογραφίες του αγνοούμενου, λεπτομερείς πληροφορίες για στοιχεία ταυτότητας, φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία χαρακτήρα, πληροφορίες από την προσωπική του ζωή και οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα βοηθούσε στην ανεύρεση του αγνοούμενου, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (τοπικές αρχές, διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς, το ίδιο το υπουργείο, κλπ). Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 33, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 5, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 7, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 5, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 7, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86. 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934/ Φακ, Β, 1, ΧΙ, όπου χιλιάδες αιτήσεις για την αναζήτηση Ελλήνων στρατιωτικών.

50. Κάποιες οικογένειες στήριζαν την ελπίδα ότι το προσφιλές τους πρόσωπο βρίσκεται στη ζωή, λόγω των επιστολών που λάμβαναν από αυτό κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας ή και μετά την επίσημη ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Με δεδομένο ότι η αλληλογραφία των αιχμαλώτων με τους συγγενείς τους αποτελούσε δικαίωμά τους και ότι πολλές φορές αυτοί έστελναν και χρήματα για να διευκολύνουν κατά τι τη ζωή στην αιχμαλωσία, εκτιμάται ότι οι περισσότερες από τις επιστολές όσων τελικά δεν επέστρεψαν ήταν πλαστογραφία, για να μπορούν αυτοί που τις λάμβαναν να αποκομίζουν τα οφέλη από τυχόν δέματα ή εμβάσματα που συνόδευαν τις επιστολές αυτές. Αυτή η θέση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων με γνώμονα της επιστολές που υποτίθεται ότι είχαν στείλει ή συνέχιζαν να στέλνουν στους δικούς του, απέβησαν όλες άκαρπες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, επιστολή Κου Τζανή προς το υπουργείο Εξωτερικών εις αναζήτηση του υιού του Ανδρέα Τζανή, 20. 12. 1929 και επιστολή του υπουργείου Εξωτερικών προς τον Κο Τζανή, αρ. Πρωτ. 11822, 30. 9. 1930.

51. Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα ανώνυμου τηλεγραφήματος που στάλθηκε από τη Μυτιλήνη προς το υπουργείο Εξωτερικών, τη Βουλή, διάφορους βουλευτές, σε εφημερίδες και αλλού: «Επ΄ ευκαιρία συναφθείσης επιζημίου για ελληνικά συμφέροντα ελληνοτουρκικής οικονομικής συμφωνίας και μέλλοντος συναφθεί συμφώνου φιλίας και άλλων παρόμοιων τοιούτων μετά Τουρκίας, ας μη λησμονεί η Ελλάδα ότι υπάρχουν ακόμη στην Τουρκία συμπολίτες μας, λευκοί δούλοι, τους οποίους δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσει η κυβέρνηση εν ονόματι της εθνικής κρατικής φιλοτιμίας και του ανθρωπισμού». Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα από Μυτιλήνη προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η.

52. Πολλοί, απλοί πολίτες κυρίως, συνέχεαν την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής αιχμαλώτων με αυτή της Ανταλλαγής πληθυσμών, με αποτέλεσμα, μετά τη λήξη της Ανταλλαγής των στρατιωτικών αιχμαλώτων, να πιστεύουν ότι η ανταλλαγή αιχμαλώτων θεωρητικά ήταν ανοικτή, αλλά αδρανούσε, λόγω της κρατικής αδιαφορίας. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924.

53. Αρκετοί πρώην αιχμάλωτοι προσφέρονταν μάλιστα να πλαισιώσουν τις εκάστοτε ελληνικές αντιπροσωπείες προς την Τουρκία, για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των εναπομεινάντων στρατιωτικών, εκμεταλλευόμενοι τη γνώση του χώρου, του τόπου και των ανθρώπων, γνώση που είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4,όπου πληθώρα αιτήσεων ιδιωτών, προσφυγικών ενώσεων, αλλά και συλλόγων όπως αυτός των πολεμιστών του Αϊδινίου, της ομοσπονδίας παλαιών πολεμιστών, της πανηπειρωτικής ένωσης εφέδρων Ιωαννίνων και άλλων, που απαιτούσαν σύσταση επιτροπών επιφορτισμένων με τον επαναπατρισμό των εναπομεινάντων και συμμετοχή τους σε αυτές με ενεργό ρόλο. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα του συλλόγου αιχμαλώτων Σπάρτης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Θ. Πάγκαλο, 17. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

54. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 3059/1954, 5. 10. 1925.

55. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1385, 7. 6. 1928 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1881, 7. 8. 1928.

56. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26421, 22. 9. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930, αλλά και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου αρκετές περιπτώσεις «επανελθόντων» που ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι στρατιωτικοί στην Τουρκία.

57. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 59, 16. 7. 1930.

58. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 4, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 15. 4. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, χ.η.

59. Για παράδειγμα, οικογένεια αγνοουμένου προσέφερε 50.000δρχ σε πρόσφυγα που ισχυριζόταν ότι συνάντησε ζωντανό το παιδί της, αν κατόρθωνε να το ελευθερώσει, και 20.000δρχ, αν κατάφερνε τουλάχιστον να τους φέρει ιδιόχειρη επιστολή του υιού που να επιβεβαίωνε ότι ήταν ζωντανός. Πρβ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, αίτηση Μαρίας Πειράκη από τα Χανιά προς το υπουργείο Εξωτερικών, εις αναζήτηση του αγνοούμενου υιού της, Αύγουστος 1929.

60. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19089, 23. 10. 1926, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 18480, 1. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 5, διαβιβαστικό έγγραφο έκθεσης εξετάσεως αιχμάλωτου επιλοχία Υγειονομικού Σώματος, Ν. Λέκκα από τη γενική διοίκηση Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26151, 19. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 6, όπου πολυάριθμα έγγραφα που αφορούν σε ισχυρισμούς στρατιωτών περί αιχμαλωσίας τα οποία δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα από το γραφείο του πρωθυπουργού προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 36, 31. 8. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1,όπου προσπάθειες αναζήτησης δήθεν επανελθόντων από την αιχμαλωσία και εξακρίβωσης των ισχυρισμών τους, χωρίς αποτέλεσμα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 177958, 8. 6. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 57793, 11. 9. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Κων/πολης, αρ. πρωτ. 13870, 2. 11. 1931 και αναφορά υποδιοίκησης χωροφυλακής Καρδίτσας προς υπουργείο Εσωτερικών, α.α.π, χ.η.

61. Εξαίρεση αποτελούσαν οι περιπτώσεις αποδεδειγμένης παραπληροφόρησης από τρίτο.

62. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα γενικής διοίκησης Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 8062, 9. 8. 1931, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 11991, 11. 11. 1930.

63. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, αρ Πρωτ. 6811, 19. 6. 1928 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 5718, 23. 5. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πολιτικό τμήμα του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 53812, 20. 12. 1930, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι « είναι γνωστό ότι πάντες οι εκάστοτε εμφανιζόμενοι ως παλιννοστήσαντες εκ Τουρκίας αιχμάλωτοι, τυγχάνουσι εκμεταλλευτές της ευπιστίας των απλοϊκών, με μοναδικό σκοπό το χρηματισμό» και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133 και επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. Πρωτ. 67859, 14. 8. 1930.

64. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς δ/ση Δημοσίας Ασφάλειας, αρ.πρωτ. 1015/ 2105, 12. 10. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/  1926/ Φακ. 13, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4134, 22. 12. 1925.

65. Οι ελληνικές αρχές φαίνεται να είχαν διαμορφώσει από πολύ νωρίς ισχυρή άποψη για το ζήτημα των στρατιωτικών αιχμαλώτων, σύμφωνα με την οποία, αυτοί είχαν επιστρέψει προ καιρού. Η τυχόν ύπαρξη ευάριθμων Ελλήνων σε καθεστώς αιχμαλωσίας, συνίστατο σε πολίτες Μικρασιάτες που εργαζόταν σε απομακρυσμένα αγροκτήματα της Ανατολής. Πρέπει να επισημανθεί ότι από το 1924, η αναζήτηση των στρατιωτικών που ήταν αγνοούμενοι ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με αυτή των πολιτικών ομήρων. Έτσι, αν και αντικείμενο της παρούσας έρευνας είναι οι στρατιωτικοί αιχμάλωτοι, οι ενέργειες της επίσημης Ελλάδας που διαγράφονται στις επόμενες σελίδες αφορούν και στις δύο κατηγορίες, και ίσως περισσότερο στους πολιτικούς, λόγω του μεγαλύτερου αριθμού τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 109, 9. 2. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1331, 8. 7. 1931.

66. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

67. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ρηματική διακοίνωση βρεττανικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 5. 1925.

68. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 26. 6. 1925. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 3. 1924, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ. πρωτ. 9214, 17. 3. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1125, 8. 4. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1428, 5. 5. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα πρόεδρου της ελληνικής αποστολής παρά τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών προς το υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 7. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2417, 3. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1612, 2. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2695, 14. 9. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, αναφορά χωροφυλακής Αθηνών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 7. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, όπου πληθώρα παραδειγμάτων άτελεσφορων ερευνών.

69. Από την τουρκική πλευρά επανερχόταν στερεότυπη η απάντηση ότι δεν υπήρχε κανείς Έλληνας αιχμάλωτος στην Τουρκία. Όμως η εμμονή της Ελλάδας εξώθησε από ένα σημείο και μετά την Τουρκία, σε κάθε σχετική «επίθεση» να αμύνεται αντιπαραβάλλοντας ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων των Τούρκων αιχμαλώτων από τις ελληνικες αρχές και καταπιέσεις επί του τουρκικού στοιχείου που διαβιούσε στην Ελλάδα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ,, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 107, 31. 1. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1929/ Φακ. Β/ 67, διαβιβαστικό έγγραφο υπουργείου Εξωτερικών, τμήμα Τύπου προς τη δ/ση πολιτικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 35755, 7. 9. 1929. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στην Τουρκία προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 5. 1931, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2154, 6. 8. 1924 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2309, 28. 8. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 702, 23. 6. 1925, επιστολή   ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 1055, 23. 12. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 11980 & 2854, 16. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 6868 & 1604, 4. 6. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86, 4, επιστολή ΓΕΣ προς στρατιωτικό ακόλουθο της ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη, αρ. πρωτ. 518, 17. 3. 1927. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου πολυάριθμες περιπτώσεις άκαρπων αναζητήσεων.

70. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

71. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου παρεχόμενες πληροφορίες από καιρού εις καιρό ήταν αληθείς, αλλά αφορούσαν σε πρότερη χρονική περίοδο και δεν ίσχυαν, όταν διενεργούνταν η έρευνα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ.πρωτ. 258, 12. 11. 1925.

72. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 65/ 3/ 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Γεωργίας, δ/ση Ανταλλαγής, αρ. Πρωτ. 6943, 12. 9. 1925 .

73. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1922, 8. 7. 1924.

74. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 148, 5. 2. 1926.

75. Ειδικότερα αυτή η αιτία επέβαλε τη μεθόδευση της αναζήτησης, προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος των ελληνικών αρχών και για να μην προκαλείται μάταια σύγκρουση με την Τουρκία. Έτσι προκρίθηκε αφενός η άμεση διεκπεραίωση και αποστολή των αιτήσεων και καταλόγων αναζήτησης διαμέσου της κοινής ταχυδρομικής οδού στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και αφετέρου την ενημέρωση για οποιαδήποτε αλλαγή στους υφιστάμενους καταλόγους τηλεγραφικώς. Επιπλέον κρίθηκε απαραίτητο να επέλθει συντονισμός μεταξύ των ελληνικών διπλωματικών υπηρεσιών που βρίσκονταν στην Τουρκία, με επίκεντρο την ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 7137 & 672, 26. 2. 1924 επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 734, 27. 2. 1924.

76. Όπως η περίπτωση του στρατιώτη Σαράντη Κουρκουρή, ο οποίος, ύστερα από αναζήτηση, εντοπίστηκε στα Άδανα, όπου έμενε οικειοθελώς με το όνομα Μεχμέτ Εμίν. Επρόκειτο περί απατεώνα, που χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα και επιδίδονταν συστηματικά σε παράνομες δραστηριότητες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ. Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Μερσίνης, α.α.π, 25. 6. 1931. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στο Χαλέπι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ.175, 10. 6. 1925, όπου αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις Ελλήνων στρατιωτών που είχαν φτιάξει μία νεα ζωή στην Τουρκία και δεν επεδίωκαν επιστροφή στην Ελλάδα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4082, 31. 12. 1925.

77. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 4082, 31. 12. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1922, 8. 7. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 233, 9. 2. 1927 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. Πρωτ. 11991, 4. 10. 1930.

78. Ιδιαίτερα για την ΚτΕ, η Ελλάδα επιχείρησε ποικιλοτρόπως να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι η ίδια αποτελούσε μέλος του οργανισμού, σε αντιπαραβολή με την Τουρκία που ως χώρα ηττημένη στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, δεν της δόθηκε το δικαίωμα να συμμετάσχει στον Οργανισμό.

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης: Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

 

Ένα μήνα πριν τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής τον Αύγουστο του 1922, δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 119 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ο Νόμος 2870 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του νόμου:

«Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β. διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

Τα επόμενα χρόνια εντοπίζονται σποραδικά σε εφημερίδες της βενιζελικής παράταξης, άρθρα που συνδέουν τον συγκεκριμένο νόμο με γενικότερο σχέδιο της κυβέρνησης Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη για εσκεμμένη παρεμπόδιση διαφυγής των Μικρασιατών στην Ελλάδα. Το 1962, ο Μικρασιάτης διευθυντής της εφημερίδας Έθνος Γιάννης Π. Καψής, εκδίδει το βιβλίο Χαμένες Πατρίδες –που αποτελεί συρραφή προηγούμενης αρθρογραφίας στην εφημερίδα για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή– στο οποίο για πρώτη φορά καταγράφεται βιβλιογραφικώς η άποψη ότι ο νόμος προέβλεπε: «την σε μαρτυρικό θάνατο καταδίκη του μικρασιατικού Λαού», ενώ μετά την αναφορά στις πρόνοιές του, ο συγγραφέας καταλήγει:

«Η σκηνοθεσία του μεγάλου δράματος είχε συμπληρωθεί. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας αποφασισμένη –δεν έμενε παρά η εκτέλεση, που είχε ανατεθεί στον Χατζηανέστη. Και την τελευταία στιγμή οι κυβερνήτες της Αθήνας απαγορεύουν τη μετανάστευση των Μικρασιατών. Είναι εξοργιστικό ψέμα, ότι ήθελαν ν’ αποφύγουν τη δημιουργία προσφυγικού ζητήματος. Εκείνοι, που θα μετανάστευαν πρώτοι και υπό ομαλές συνθήκες, ήταν οι εύποροι Μικρασιάτες. [. . .] Άλλος ήταν ο λόγος, που οδήγησε στην απαγόρευση της μετανάστευσης: οι Μικρασιάτες είχαν το μίασμα του Βενιζελισμού – ήταν προτιμότερο να σφαγούν από τους διψασμένους για αίμα τσέτες, παρά να μεταφέρουν τις επαναστατικές ιδέες τους στην Ελλάδα. Ήταν τόσο ανόητοι. Πίστευαν, ότι έτσι θα μπορούσαν να σωθούν».

Έκτοτε, η συγκεκριμένη θεωρία έχει διαδοθεί και αναπαράγεται ευρέως ως αναπόσπαστο κομμάτι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι όμως φανερό, ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προϊόν στοιχειοθετημένης έρευνας, αλλά απλά μια προσωπική άποψη/σκέψη του συγγραφέα. Πρόσφατη αρχειακή έρευνα ανατρέπει πλήρως αυτήν την εκδοχή και αποκαλύπτει ότι ο νόμος δεν αποσκοπούσε σε οποιαδήποτε αποτροπή φυγής των Μικρασιατών, επειδή δήθεν η τότε κυβέρνηση γνώριζε ότι θα ακολουθούσε η εκκένωση της Μικράς Ασίας. Άλλη ήταν η αφετηρία σε μία υπόθεση που ξεκινά από το 1919!

 

Μεταπολεμική Παλιννόστηση

Με την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι ελληνικοί πληθυσμοί που είχαν αναγκαστεί σε προσφυγοποίηση ή βίαιη μετακίνηση, ήταν Θράκες και Μικρασιάτες που από το 1914 είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, Μικρασιάτες που είχαν εκτοπισθεί στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Μικρασιάτες Πόντιοι που από το 1917 άρχισαν να μετακινούνται προς τα ρωσσικά εδάφη του Καυκάσου. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, μετά την Ανακωχή του Μούδρου το 1918, επιζητούσαν την επιστροφή στις εστίες τους.

Στην Κωνσταντινούπολη, διάφοροι επιφανείς Έλληνες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ανέλαβαν τον συντονισμό ενός γιγαντιαίου έργου, το οποίο αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της επιστροφής όλων των προσφύγων στις εστίες τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και την παροχή επικουρίας για την πρώτη φάση της εγκατάστασής τους. Εκτός της βοήθειας που ζητήθηκε από τον Ύπατο Αρμοστής της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, ανάλογη κρούση έγινε και στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία έσπευσε να ανταποκριθεί. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σημείωνε σχετικά:

«Ανάγκη έλθωμεν παντοιοτρόπως αρωγοί εις δεινοπαθήσαντες ομογενείς όχι μόνον εκ καθήκοντος αλλά και εκ (συμφέροντος) απέναντι πολιτισμένου κόσμου. [. . .] Β. Κυβέρνησις εγκρίνουσα πάσαν ενέργειαν υπέρ δυστυχών ομογενών θέλει πάση δυνάμει συνδράμη τα εν Κων/πόλει αρξάμενα φιλανθρωπικά έργα».

Λίγους μήνες αργότερα και με επικείμενη την μεταφορά στρατευμάτων στην περιοχή της Σμύρνης, ανέφερε ειδικότερα:

«Είμεθα διατεθειμένοι επικουρήσωμεν παλιννοστούντας ομογενείς υποβαλλόμενοι εις πάσας αναγκαίας οικονομικάς θυσίας. [. . .] επικουρία ημών θα αποβλέπει κυρίως εις αγοράν ζώων, εργαλείων και σπόρων και συντήρησιν παλιννοστούντων μέχρι προσεχούς εσοδείας. Κυρίως διά παλιννοστούντας Θράκην επιβάλλεται όπως μεριμνήσωμεν γενναιότερον περί αποκαταστάσεώς των, προκειμένου περί πληθυσμών οίτινες επανέρχονται εις μητρικούς κόλπους. Το αυτό θα πράξωμεν και διά πρόσφυγας εκ Δ[υτικής]. Μ. Ασίας, αλλά ως προς αυτούς παλιννόστησις δεν πρέπει να γίνη πριν ή καταληφθή στρατιωτικώς τουλάχιστον χώρα παρ’ ημών και ασφαλισθή Τάξις. Ως προς πρόσφυγας ετέρων περιφερειών Τουρκίας δεν θα αδιαφορήσωμεν βεβαίως, αλλά επικουρία ημών έσται πολύ μετριωτέρα και ως προς αυτούς δέον επιδιώξωμεν επικουρίαν Αμερικανών».

H ελληνική κυβέρνηση σε αυτήν την προσπάθειά της, εναπόθεσε μεγάλες ελπίδες οικονομικής αρωγής από το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο των Συμμάχων με έδρα το Παρίσι, το οποίο διοχέτευσε κονδύλια για την αποκατάσταση προσφύγων και την ανοικοδόμηση στην Ευρώπη. Όπως είχε αρχικά υπολογισθεί, για την αποκατάσταση περίπου 38.000 ελληνικών οικογενειών που είχαν εκτοπισθεί από την Μικρά Ασία και Θράκη, απαιτείτο ένα κονδύλι περίπου 100 εκατομμυρίων δραχμών (4 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας), εκ των οποίων η ελληνική συνεισφορά θα ανερχόταν σε 12,5 εκατομμύρια δραχμές (0,5 εκατομμύριο λίρες Αγγλίες). Ωστόσο, αν και αρχικά υπήρξαν σχετικές διαβεβαιώσεις, έως τον Αύγουστο του 1919 έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρχε περίπτωση Συμμαχικής συνεισφοράς καθώς οι πόροι είχαν εξαντληθεί αφιερώμενοι σε Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία!

 

Εκστρατεία Μεσημβρινής Ρωσσίας

Αμέσως σχεδόν μετά την λήξη του Μεγάλου Πολέμου, τέθηκε από γαλλικής πλευράς στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο το ζήτημα της συμμετοχής στην Συμμαχική εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσσία, προκειμένου να κατασταλεί το μπολσεβικικό κίνημα. Ως αντάλλαγμα η Γαλλία θα αναλάμβανε πρωτοβουλία για την απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα και θα ήταν θετική αν ετίθετο θέμα παραχώρησης εδαφών στην Δυτική Μικρά Ασία. Τον Ιανουάριο του 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα κατέφθασαν στην περιοχή, αλλά σύντομα η εξέλιξη των επιχειρήσεων άρχισε να λαμβάνει αρνητική τροπή για τους Συμμάχους. Ήδη δε, από τον Φεβρουάριο οι ελληνικές προξενικές Αρχές άρχισαν να μεταδίδουν τα πρώτα ανησυχητικά μηνύματα των ελληνικών παροικιακών πληθυσμών που διαβιούσαν επί χρόνια στην Ρωσσία και τα οποία απηύθυναν εκκλήσεις βοηθείας απέναντι στην επερχόμενη απειλή των μπολσεβίκων. To αποκορύφωμα ήταν η πληροφορία που μεταδόθηκε στις 6 Μαρτίου, σύμφωνα με την οποία: «Άπαντες Έλληνες κάτοικοι Χερσώνος κατακρεουργήθησαν».

Συμμαχικά μεταγωγικά πλοία στον Βόσπορο το 1919, κατά την εκκένωση της Κριμαίας.

Καθώς δεν είχε ακόμη γίνει αντιληπτή η γενική κατάρρευση της Συμμαχικής προσπάθειας, η ελληνική πλευρά βλέποντας την προέλαση των μπολσεβίκων προς την Οδησσό, στην οποία διαβιούσε σημαντικός αριθμός Ελλήνων, επιχείρησε να πείσει τους Συμμάχους για την μεταφορά τους στην χερσόνησο της Κριμαίας που θεωρείτο ασφαλής. Το επόμενο διάστημα έως τα τέλη Μαρτίου, μάταια επιχείρησε να επιτύχει την μεταφορά των ελληνικών κοινοτήτων που θεωρείτο ότι κινδύνευαν περισσότερο, διαδοχικά σε Βεσσαραβία και Κωνσταντινούπολη. Οι Σύμμαχοι επεδίωκαν την μεταφορά των ελληνικών πληθυσμών στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσσαλονίκη, που θεωρούσαν και ως φυσιολογική επιλογή.

Η δυσχέρεια της ελληνικής κυβέρνησης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκπορευόταν τόσο από πρακτικούς οικονομικούς περιορισμούς, όσο και σκέψεις αναγόμενες στο πολιτικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης. Αφ’ ενός μεν στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν υποδομές έστω και για την προσωρινή στέγαση των προσφύγων, αφ’ ετέρου δε, σε δεύτερο στάδιο, θα έπρεπε να εκπονηθεί ένα ακόμη πιο απαιτητικό πρόγραμμα μόνιμης εγκατάστασης/αποκατάστασης. Ως εκ τούτου ζητούσε την εγκατάσταση των Ελλήνων σε περιοχές όσο το δυνατόν πλησιέστερα στις εστίες τους και δήλωνε διατεθειμένη να αναλάβει η ίδια την συστηματική διατροφή τους. Από την άλλη πλευρά όμως, η άφιξη χιλιάδων προσφύγων θα εκλαμβάνετο ως αποτέλεσμα αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για αποστολή ελληνικού Στρατού στην Ρωσσία. Επιπλέον, ο αντίκτυπος δεν θα περιοριζόταν μόνο σε αυτό το σημείο, αλλά θεωρείτο ότι υπήρχε κίνδυνος διάδοσης μπολσεβικικών ιδεών στο εσωτερικό της Ελλάδας, με φορείς ορισμένους ακριβώς από τους ομογενείς που θα κατέφθαναν. Την ίδια περίοδο, υπήρχαν και έντονες υποψίες για ανάπτυξη ενός έντονου αισθήματος δυσαρέσκειας και εξέγερσης εντός των τάξεων των στρατευσίμων που είχαν αποσταλεί στην εκστρατεία.

Εν τέλει μεταφέρθηκαν από την Οδησσό περίπου 10.000 Έλληνες στην Θεσσαλονίκη, ενώ και οι Βρετανοί δέχθηκαν και πώλησαν στην ελληνική κυβέρνηση τα από την εποχή του πολέμου αναπτυχθέντα 28ο και 50ό Στρατιωτικά Νοσοκομεία στον συνοικισμό Χαρμάν Κιόι και Καλαμαριάς αντίστοιχα, τα οποία παραχωρήθηκαν για την φιλοξενία των ομογενών. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι τόσο κυβερνητικοί απεσταλμένοι, όσο και ο Υποναύαρχος Κακουλίδης επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων που εστάλησαν στον Εύξεινο Πόντο, κατάφεραν να εξασφαλίσουν διαβεβαιώσεις από τις επαναστατικές μπολσεβικικές Αρχές, ότι ο Ελληνισμός της περιοχής δεν επρόκειτο να υποστεί διώξεις και διακρίσεις.

 

Νότια Ρωσσία – Καύκασος

Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1919, οργανώθηκε από την Αθήνα η αποστολή αρμοδίων παραγόντων του Υπουργείου Περιθάλψεως, προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση στην περιοχή του Καυκάσου. Καθώς τα ρωσικά στρατεύματα αποχωρούσαν το 1917 από τα εδάφη του Πόντου, περίπου 85.300 Πόντιοι αποφάσισαν να βρουν καταφύγιο στην Νότιο Ρωσία. Από αυτούς οι 8.000 είχαν ήδη επιστρέψει το 1919 στην πατρίδα τους, άνω του 10% είχε αποβιώσει, οπότε απέμεναν 65.000 στα ρωσικά εδάφη για τους οποίους θα έπρεπε να ληφθεί μέριμνα.

Το Υπουργείο Περιθάλψεως αποφάσισε να επέμβει βοηθώντας στην παλιννόστηση αυτών των Ποντίων, ενώ παράλληλα θα παρείχε επί 6 μήνες περίθαλψη στους 35.000 εξ αυτών που ήσαν άποροι. Έγινε, επίσης, αντιληπτό ότι μεταξύ αυτών αλλά και του ποντιακού στοιχείου που είχε εγκατασταθεί στην Ρωσική Αυτοκρατορία χρόνια πριν, υπήρχε μια κρίσιμη μάζα τουλάχιστον 100.000, οι οποίοι είχαν εκφράσει ενδιαφέρον προκειμένου να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου σκέφθηκε πως μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ένα ιδανικό τρόπο για να αναπληρώσει τους Θράκες και Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Μακεδονία από το 1914 και οι οποίοι είχαν συμβάλει στην πύκνωση του εκεί ελληνικού στοιχείου, αλλά πλέον επιθυμούσαν την επιστροφή στις ρίζες τους.

Επιστολή του Υπουργού Περιθάλψεως Νίκου Καζαντζάκη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Αύγουστο του 1919 το Υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε τον συντονισμό της προσπάθειας στον αναπληρούντα τον Υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Διομήδη, ενώ καταρτίστηκε ειδική υπηρεσία στο Υπουργείο Περιθάλψεως υπό τον Νικόλαο Καζαντζάκη. Τα προβλήματα όμως που παρουσιάστηκαν περιέπλεξαν την κατάσταση. Η διαδικασία παλιννόστησης των προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα προς Θράκη και Μικρά Ασία, αντιμετώπιζε την άρνηση της οθωμανικής κυβέρνησης να τους επιτρέψει την επάνοδο. Συγκεκριμένα η Υψηλή Πύλη θεωρούσε μονομερώς, ότι βάσει των συνομιλιών του 1914, είχε τελεσίδικα αποφασισθεί ότι οι εκδιωχθέντες Έλληνες, δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν σε οθωμανικό έδαφος, ως οριστικά απερχόμενοι. Παράλληλα, Οθωμανοί πρόσφυγες από τα Βαλκάνια είχαν εγκατασταθεί στις εγκαταληφθείσες από Έλληνες περιουσίες, συνεπώς, έπρεπε πρώτα να απομακρυνθούν για να επιστρέψουν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες.

Στον Πόντο, ήδη από τα μέσα του 1919 η παλιννόστηση ήταν δυνατή μόνο στα παράλια, καθώς στην ενδοχώρα επικρατούσε αναρχία και η ελληνική κυβέρνηση μάταια προσδοκούσε ότι οι Σύμμαχοι θα επενέβαιναν μεταφέροντας στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή, προκειμένου να επιτευχθεί εκεί η ειρήνευση και να αναπτυχθούν οι συνθήκες για ανεμπόδιστη επιστροφή των προσφύγων. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, η οικονομική κατάσταση σταδιακά άρχισε να επιδεινώνεται. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταφύγει σε ευρύ εσωτερικό δανεισμό, περιλαμβανομένης και της έκδοσης πληθωριστικού χρήματος, ενώ η στρατιωτική παρουσία στην Μικρά Ασία απαιτούσε την αφιέρωση σημαντικών πόρων από το κράτος. Καθ’ όλη την διάρκεια του 1920, το ελληνικό Δημόσιο δανείσθηκε άνω του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, ενώ ταυτόχρονα ρευστοποιήθηκε και μέρος των πιστώσεων που μεταξύ 1918–1919 είχε συμφωνηθεί να παράσχουν Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ, ώστε να χρηματοδοτηθεί η ελληνική πολεμική προσπάθεια στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Την άνοιξη του 1920, το όλο πρόγραμμα κρατικής υποστήριξης στους ομογενείς της Νοτίου Ρωσσίας και του Καυκάσου, άρχισε να παρουσιάζει σημάδια αρρυθμίας, περιπλοκών, αλλά κυρίως έλλειψης πόρων. Η οικονομική δυστοκία, δεν διευκόλυνε στην άμβλυνση των προβλημάτων στέγασης που αντιμετώπιζε η Μακεδονία (η Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά του 1917, ακόμη ανοικοδομείτο), ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι οι πρόσφυγες του 1914 δεν είχαν στην ολότητά τους εκκενώσει τους χώρους που είχαν φιλοξενηθεί, καθώς εξακολουθούσαν να υφίστανται κολλήματα στην επιστροφή τους.

Στα πλαίσια αυτά, οι αποστολές του Υπουργείου Περιθάλψεως και οι διπλωματικές Αρχές που ευρίσκοντο σε ρωσσικό έδαφος, τον Μάρτιο του 1920 ζητούσαν από την Αθήνα να πληροφορηθούν πότε προβλεπόταν να καταστεί δυνατή η μεταφορά γεωργικών πληθυσμών από τον Καύκασο και υπογράμμιζαν χαρακτηριστικά:

«Εξ όλων των χωρίων κατέρχονται καθ’ εκάστην εις την πόλιν αντιπρόσωποι των χωρικών, ζητούντες να διευκολύνωμεν την αναχώρησιν αυτών εις Ελλάδα. Εις ουδέν ισχύουν οι συστάσεις,

τας οποίας τόσον εγώ, όσον και ο πρόξενος, απευθύνομεν προς τους χωρικούς περί αναμονής μέχρι νεωτέρων διαταγών παρά της κυβερνήσεως. Αυτοί πωλούσι τα οικιακά των σκεύη, τα ζώα των, τα ολίγα αποθέματα καπνού τα οποία έχουν, τα ξύλα των οικιών των ακόμη και συλλέγουν τα χρήματα, τα οποία τοις είναι αναγκαία διά την ναύλωσιν ατμοπλοίων προς αναχώρησιν. Υπάρχουσιν ήδη πολλαί ομάδες χωρικών, διαθέτουσαι από 200 χιλιάδας μέχρι 3 εκατομμυρίων ρουβλίων προς ναύλωσιν ατμ., ζητούσι δε παρ’ ημών μόνον μίαν μικράν διευκόλυνσιν εις το ζήτημα της αδείας, διά της εκδόσεως προσωρινώς διαβατηρίων ή άλλων πιστοποιητικών επί τη βάσει των οποίων να δύνανται να επιβιβασθώσιν ελευθέρως».

Η άνευ προηγουμένης προπαρασκευής έναρξη αποστολής ατμοπλοίων και άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα, προκάλεσε την αντίδραση του Γενικού Διοικητή Θεσσαλονίκης Αδοσίδη, ο οποίος μετέδιδε:

«. . . ατμόπλοιον ΚΑΛΟΥΤΑΣ διευθυνθέν Πειραιά εστάλη κατόπιν εδώ πολλών επιβατών πασχόντων εξ εξανθηματικού τύφου. Ήδη με συσσώρευσιν ενταύθα προσφύγων επισταθμία εν Θεσσαλονίκη ολονέν αφικνουμένων καθίσταται προβληματική μέσα δε γεωργικής των εγκαταστάσεως εις εσωτερικόν τόσον γλισχρά ώστε αν ρεύμα δεν ανασταλή αμέσως έποικοι ευρεθώσιν εκτεθειμένοι ενταύθα θέλει δε δημιουργηθή και ζήτημα δημοσίας Τάξεως. Σήμερον λαμβάνω επιστολήν εκ Νοβορωσσίσκης αντιπροσώπου Περιθάλψεως Ζέρβου αγγέλοντος δύο νέας αποστολάς. Επειδή πάντες ούτοι αμέσως ή εμμέσως κατευθύνονται εις Θεσσαλονίκην θεωρώ αναγκαίον τονίσω ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και συνεχίζουν τοιαύτας αποστολάς χωρίς ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

Ο Διευθυντής Περιθάλψεως Καζαντζάκης θεωρώντας, ότι υπήρχε άδεια αποστολής απεριορίστου αριθμού ομογενών και έχοντας ο ίδιος σχηματίσει την γνώμη ότι η μεταφορά των ομογενών στην Μακεδονία ήταν επωφελής και επιτακτική, τηλεγραφούσε και πίεζε για την άρση οποιουδήποτε εμποδίου στην συστηματική μετανάστευση ακόμα και αυτών που επιθυμούσαν να μεταφερθούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα. Από την πλευρά της, όμως, η Ύπατη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, απαντώντας, εφιστούσε την προσοχή από τα αντικρουόμενα μηνύματα που ελαμβάνοντο και επιχειρούσε να διαγράψει μια ρεαλιστική προσέγγιση στην επικρατούσα κατάσταση με την παύση –τουλάχιστον προσωρινή– της υποδοχής ομογενών, εξαιτίας των εγγενών περιορισμών που ετίθεντο στο ελληνικό κράτος:

«. . . παρακαλώ ανακοινώσατε Υπ. Περιθάλψεως ότι αν ημέτεραι Αρχαί εν Αντικαυκάσω επιτρέψουσιν απεριορίστως μετανάστευσιν βουλομένων ιδίαις δαπάναις έλθωσιν Ελλάδα υπό ιδιότητα πρόσφυγος τοιούτον μέτρον θα ισοδυναμεί με το να αφήσωμεν άπαντα τον πληθυσμόν ελεύθερον να μεταναστεύση διότι σχεδόν άπαντες οι χωρικοί εκποιήσαντες περιουσίας των είναι εις θέσιν και πρόθυμοι να απέλθωσιν έστω και ιδίαις δαπάναις. Πραγματικώς άποροι τυγχάνουσι ιδίως οι πλείστοι των εκ της περιφερείας Καρς φευγόντων των οποίων ακριβώς ενδείκνυται η μεταφορά δαπάναις ημών, διά την απορίαν και τους κινδύνους εις ους είναι εκτεθειμένοι. Οι τοιούτοι όμως χωρικοί αφικνούμενοι εις Ελλάδα θα γίνωσιν αμέσως βάρος εις το κράτος καθόσον εξαντλουμένων ταχέως των πόρων των θα απαιτούσι άμεσον γεωργικήν εγκατάστασιν ην κράτος προφανώς δεν είναι εις θέσιν παρέξη αυτοίς επί του παρόντος. Διά λόγους τούτους ειδοποίησα απάσας υπηρεσίας εν Αντικαυκάσω μη επιτρέψωσιν αναχώρησιν γεωργικού πληθυσμού μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Εάν επιθυμείτε άρω διαταγήν αυτήν παρακαλώ μοι δοθώσι σαφείς και κατηγορηματικαί οδηγίαι. Παρακαλώ όμως όπως έχητε υπ’ όψιν ότι μετά αποστολήν ΚΑΛΟΥΤΑΣ παρά τηλ/μά μου υπ’ αριθμόν 1764 εις Θεσσαλονίκην κ. Αδοσίδης μοι τηλεγραφεί διαμαρτυρόμενος εντόνως δι’ αποστολήν αυτού δι’ ην δεν ευθυνόμεθα και λέγει ότι θεωρεί αναγκαίον τονίση ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και ενεργούσι τοιαύτας αποστολάς χωρίς να ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

 

Κρυπτογράφημα του Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προς το Υπουργείο Εξωτερικών με αντικείμενο την παλινόστηση των Ελλήνων του Πόντου (πηγή: Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, το Υπουργείο Γεωργίας ζητούσε από την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων να εντείνει τις προσπάθειες, παρ’ όλες τις γνωστές ελλείψεις και δυσχέρειες και ενημέρωνε πως είχε ζητήσει από το Υπουργείο Περιθάλψεως να μην ανασταλεί η αποστολή προσφύγων στην Μακεδονία:

«. . . παρακαλούμεν υμάς, όπως συνεχίσητε το έργον της γεωργικής εγκαταστάσεως των προσφύγων εν τη καθ’ υμάς περιφερεία, συμφώνως και προς τας δοθείσας υμάς οδηγίας [. . .] με τα διατιθέμενα επί του παρόντος τεχνικά και οικονομικά μέσα, της ανεπαρκείας των οποίων διατελούντες εν γνώσει, θέλομεν επιδιώξει συν τω χρόνω βελτιουμένων και των περιστάσεων να καταστήσωμεν ταύτα επαρκέστερα. Βεβαίως αι επιπροσθούσαι δυσχέρειαι ως εκ της ελλείψεως ιδία οικημάτων και ζώων είναι σοβαραί και μεγάλαι, αλλ’ όχι και τοιαύται ώστε λιποψυχούντες και αποθαρρυνόμενοι να χαλαρώσωμεν την εποικιστικήν εργασίαν και ν’ αναστείλωμεν πάσαν αποστολήν προσφύγων γεωργών διακόπτοντες ούτο το αρξάμενον με πολλάς ελπίδας έργον της γεωργικής συγκροτήσεως της χώρας. Τουναντίον με τα υπάρχοντα και πενιχρά ακόμη μέσα οφείλομεν να τείνομεν τας προσπαθείας ημών, όπως επιτύχωμεν το μέγιστον δυνατόν αποτέλεσμα και εγκαταστήσωμεν πάσει δυνάμει όσον το δυνατόν περισσοτέρους γεωργούς έστω και προσωρινώς, δεν θα παύση η υπηρεσία να παρακολουθή και να μεριμνά διά τους εγκαθισταμένους, ώστε να συμπληρώση βαθμηδόν τας ελλείψεις των είτε εις ζώα, είτε εις γεωργικά εφόδια επ’ ωφελεία και τούτων και του Δημοσίου. Κατόπιν δε των ανωτέρω διά ταυταρίθμου προς Υπουργείον Περιθάλψεως εγγράφου μας, παρεκαλέσαμεν όπως μη ανασταλή εις Μακεδονίαν αποστολή προσφύγων, αλλά, όπως συνεννοήται μεθ’ ημών προ πάσης αποστολής ή μετακινήσεως προσφύγων γεωργών οσωνδήποτε, ως μελέτην και προπαρασκευήν της εγκαταστάσεώς των και αποφευχθή ούτω συγκέντρωσις μεγάλου αριθμού αυτών εν Θεσ/νίκη».

Ωστόσο, ήταν φανερό, ότι δεν αρκούσε μόνο η καλή θέληση και ένα αισιόδοξο πνεύμα προκειμένου να υλοποιηθεί ένα τόσο πολύπλοκο σχέδιο. Συνεπώς, η Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, στις υποδομές της οποίας μεταφέρονταν σε πρώτο στάδιο όλοι οι πρόσφυγες/μετανάστες, ζητούσε στις 20 Μαρτίου εκ νέου την αναστολή άφιξης νέων, για τους γνωστούς λόγους:

«προέχει επί του παρόντος το ζήτημα της στεγάσεως των ενταύθα Καυκασίων εποίκων, οίτινες ανήρχοντο περί τας 3.000, ήδη όμως με την άφιξιν του ατμοπλοίου ΚΑΛΟΥΤΑΣ δι’ ου απεστάλησαν ενταύθα και έτεροι 1.500 τοιούτοι, επληθύνθησαν εις τον τρόπον ώστε καθίσταται αυτόχρημα προβληματική η εν Θεσ/νίκη επισταθμία αυτών ελλείψει μέσων στεγάσεως, καθόσον ναι μεν διαθέτομεν το αγορασθέν υφ’ ημών 28ον Αγγλικόν Νοσοκομείον, αλλ’ αυτό μόλις θα επαρκέση διά τους ήδη εν τω 18ω Γαλλ. Νοσοκομείω εγκατεστημένους, όπερ, πιεζόμενοι υπό των γαλλικών Αρχών αίτινες το εξεποίησαν, είναι ανάγκη να παραδώσωμεν άνευ βραδύτητος. Αλλά και εάν υποτεθή ότι εξοικονομείτο η εν Θεσ/νίκη επισταθμία των εποίκων τούτων, θα συμβή ώστε το κράτος να επιβαρυνθή με τας ακάρπους δαπάνας της επί μακρόν ενταύθα διατροφής των, διότι η Γεωργική Υπηρεσία του Εποικισμού δεν δύναται ευκόλως να τους εγκαταστήση γεωργικώς εις την ύπαιθρον, προβαίνουσα εις τούτο κατά μικρόν, τούτο δε διότι και γενικώς στερείται επαρκών πιστώσεων διά τον προς γεωργικήν εγκατάστασιν εφοδιασμόν των, δεν υπάρχουν δε εξ άλλου εις τας γαίας έστω και πρόχειρα οικήματα. Προς τούτοις και όπου εγκατεστάθησαν ήδη οι ως άνω εκ ΚΑΥΚΑΣΟΥ πρόσφυγες προέκυψαν σοβαρά ζητήματα δημοσίας Τάξεως. Πάντως πληρουμένου του 28ου Νοσοκομείου, δεν υπάρχει ενταύθα άλλο μέρος προς στέγασιν τυχόν αφιχθησομένων νέων προσφύγων, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα ευρεθώ εις την ανάγκην να διευθύνω εις ΠΕΙΡΑΙΑ».

Συνεπώς, τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος ανέθεσε στον διπλωμάτη Κωνσταντίνο Ρέντη να περιοδεύσει σε εκείνες τις περιοχές, προκειμένου να εισηγηθεί την μελλοντική πολιτική σε σχέση με τους ποντιακούς πληθυσμούς. Ήδη στις αρχές Μαΐου, το Υπουργείο Περιθάλψεως συνόψιζε την υφιστάμενη κατάσταση και την πρόκληση που αντιπροσώπευε το θέμα των Καυκασίων Ποντίων για το κράτος:

«Η ελληνική κυβέρνησις είναι υποχρεωμένη ν’ αντικρύση τα εξής τέσσαρα προβλήματα και να επιζητήση την εύστοχον λύσιν των, εάν θέλη να σωθούν εκατοντάδες χιλιάδων Ελλήνων:

  • Κατεπείγουσαν μετανάστευσιν εις την Ελλάδα των κινδυνευόντων εις τας ακτάς ταύτας Ελλήνων.
  • Ρύθμισιν συγχρόνως της μεταναστεύσεως προς εποικισμόν εν Μακεδονία εκατόν χιλιάδων γεωργών Καρσίων κ.λπ.
  • Εντός ολίγων μηνών παλιννόστησιν εις τα κατεστραμμένα ελληνικά χωρία του Πόντου των εναπομεινάντων εκ των προσφυγόντων εις την Ρωσσίαν 000 Ποντίων και
  • Πρόνοιαν περί εγκαταστάσεως, ιδίως εν Ελλάδι όσον δυνατόν περισσότερων εκ των υπερπεντακοσίων χιλιάδων Ελλήνων των εκδιωκομένων νυν, ως εκ της επελθούσης πολιτικής ανατροπής, εκ Ρωσσίας και Αντικαυκάσου.
    Εάν αφεθή εις την τύχην του ο Ελληνισμός ούτος θα καταστραφή».
Κωνσταντίνος Ρέντης.

Ο Ρέντης επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη Μαΐου και κατέθεσε τα συμπεράσματα της περιοδείας του. Σε γενικές γραμμές, οι εξελίξεις δεν επέβαλλαν την λήψη εξαιρετικά δραστικών μέτρων, καθώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για το σύνολο των Ελλήνων στην περιοχή, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων:

«Ελληνικοί πληθυσμοί δεν κινδυνεύουσιν εξ επιθέσεων άλλων λαών, πλην εν μέρει των Καρσίων. Κινδυνεύουσιν όμως εκ του ότι δεν έσπειρον και πωλήσαντες ή εγκαταλείψαντες περιουσίας των κατήλθον εις τας ακτάς. Υπάρξασα πρότερον η δημιουργηθείσα λόγω ανωμαλιών εν Ρωσσία και (μεγεθύνσεως) Ελλάδος τάσις προς μετανάστευσιν φοβούμαι ότι ενισχύθη εκ παρουσίας και ενδιαφέροντος Αποστολής Περιθάλψεως. [. . .] Εν τη μπολσεβικική Ρωσσία Έλληνες προστατεύονται αλλά ελλείπουσι τρόφιμα. Αποστολή τοιούτων αποκλείεται διότι Σοβιέτ θα διανείμωσι αυτά μεταξύ όλου πληθυσμού. Εξευρέθη τρόπος αποστολής χρημάτων. Φρονώ ότι δυνάμεθα αναβάλλωμεν επί του παρόντος μεταφοράν αυτών εις Ελλάδα. Εν περιφερεία Σοχούμ (ημέτεροι) πληθυσμοί άνευ ευλόγου αιτίας ήρξαντο από δύο μηνών πωλούντες υπάρχοντά των αντί ευτελών τιμών και κατήρχοντο Σοχούμ προς επιβίβασιν. Συνεκεντρώθησαν ούτω υπέρ τας 6.000 και διαμένουσι εν υπαίθρω. Κύριος Σκέφερης από της αφίξεώς του προσεπάθησε ανακόψη ρεύμα και διένειμε σπόρον και εις αυτούς τους Καρσίους ακόμη. Ίνα ανακοπή τάσις διέταξα δύο ιστιοφόρα μεταφέροντα μετανάστας εις Βατούμ εκ Σοχούμ να επιστρέψωσι εις Σοχούμ ωμίλησα διά μακρών εις μετανάστας οίτινες εν τέλει παρεδέχθησαν αποχωρήσωσι εις χωρία των εάν προστατευθώσιν υπό γεωργιανών Αρχών. Κύριος Άψης θα φροντίση περί αυτού, περιέρχεται δε χωρία ανακόπτων περαιτέρω κάθοδον Ελλήνων ων αριθμός υπερβαίνει 30.000. Θα γίνη κατάλογος των μη δυναμένων επιστρέψωσι χωρία των. Παρακαλώ να μου τηλ/σητε εάν εγκρίνητε μεταφοράν τούτων».

Οι οριστικές αποφάσεις ελήφθησαν σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 26 Μαΐου, το οποίο εξετάζοντας την ακριβή πολιτική που θα έπρεπε να εφαρμοσθεί για την λύση του θέματος, κατέληξε στα εξής σημεία:

α) Σε σχέση με τους Έλληνες του Σοχούμ θα μεταφέρονταν περί τους 25.000 και από αυτούς του Καρς μόνο περί τους 2.000 από του απορώτερους γεωργούς. Αυτοί που επιθυμούσαν με δικά τους έξοδα να κατέλθουν στην Ελλάδα θα μπορούσαν να λάβουν θεώρηση στα διαβατήριά τους, εφ’ όσον εκτιμάτο ότι είχαν τα μέσα για την συντήρησή τους στην Ελλάδα επί 3μηνο και με ρητώς διατυπωμένη δήλωση επί του διαβατηρίου «ότι ουδεμίαν περί συντηρήσεως ή εγκαταστάσεώς των ευθύνην φέρει η κυβέρνησις».

β) Η περίθαλψη που παρείχετο επί τόπου (παροχή τροφίμων, ιατρική φροντίδα), θα περιοριζόταν στο ελάχιστο στοχεύοντας στις περιπτώσεις όπου υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση αυτή θα έπαυε μετά την παρέλεση 3μήνου.

γ) Από καμμία άλλη περιοχή δεν θα μεταφέρονταν άλλοι ομογενείς.

Συνεπώς, στους 12.000 ήδη αφιχθέντες στην Μακεδονία Καυκάσιους Ποντίους θα προστίθεντο τουλάχιστον 27.000 που είχαν απόλυτη ανάγκη και θα επιτρεπόταν επιπλέον η μετανάστευση μόνο σε αυτούς που μπορούσαν με δική τους ευθύνη και μέσα να διαβιώσουν στην Ελλάδα. Όπως ο ίδιος ο Ρέντης τηλεγράφησε στον Βενιζέλο, ενημερώνοντας για την ανάγκη λήψης μέτρων:

«Τα μέτρα ταύτα είναι απαραίτητα όπως ανακοπή το μεταναστευτικόν ρεύμα το τείνον να μεταβάλη μέγιστον μέρος των εν Ρωσσία Ελλήνων εις πρόσφυγας. Διότι το ζήτημα των εν Ν. Ρωσσία Ελλήνων, εν τη κυρίως βάσει του, υπήρξεν ελάχιστα προσφυγικόν και τα μέγιστα μεταναστευτικόν. Ο Ελληνισμός δεν καταδιώκεται και αν δυσφορή λόγω της καταστάσεως, βεβαίως υποφέρει ολιγώτερον ή κατά την διάρκειαν του πολέμου».

Επιπλέον, ο Ρέντης συμπέραινε, ότι η παρουσία των ελληνικών Αποστολών Περιθάλψεως ερέθιζε τους εκεί πληθυσμούς για μετανάστευση, ενώ αντίθετα σημείωνε ότι σε περιπτώσεις όπου τα εδάφη κατελήφθησαν από τους μπολσεβίκους και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα αποστολής πλοίων:

«Αποδεικνύει δε τούτο ότι η έλλειψις πολλού ενδιαφέροντος συγκρατεί τους Έλληνας της Ρωσσίας εις τας εστίας των». Τέλος, υπέβαλε την πρόταση, οι εναπομείναντες από τους 85.000 Ποντίους που από το 1917 είχαν εγκαταλείψει το Βιλαέτιο Τραπεζούντας καταφεύγοντας στην Ρωσσία, αλλά και οι υπόλοιποι που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την χώρα, να μεταφερθούν στον Πόντο, στον οποίο όμως ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εγκατάστασης, εξαιτίας της από το καλοκαίρι του 1919 επικράτησης εκεί του κεμαλικού κινήματος.

Παρά την κυβερνητική αλλαγή τον Νοέμβριο του 1920, η μεταφορά Καυκασίων ομογενών στην Ελλάδα συνεχίστηκε. Τον Μάρτιο του 1921, όμως και μετά την επιστράτευση εφέδρων για τις κλιμακούμενες επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, μοιραία διεκόπη η διαδικασία. Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1920–1921, είχαν μεταφερθεί συνολικά περίπου 70.000 Καυκάσιοι Πόντιοι γεωργοί, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Μακεδονία.

Το Λοιμοκαθαρτήριο της Μίκρας.

Η στρατιωτική αποτυχία του Ελληνικού Στρατού για καθυπόταξη του Κεμάλ και η δεινή οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην χώρα, δεν άφηναν περιθώρια για επανάληψη στο εγγύς μέλλον μιας παρόμοιας επιχείρησης αιμοδότησης του ελληνικού στοιχείου στην Μακεδονία. Το Αναγκαστικό Δάνειο του Μαρτίου 1922 διοχετεύθηκε στην διατήρηση του επιστρατευμένου Στρατού στην Μικρά Ασία και Θράκη, σε τμήματα των οποίων οι πληθυσμοί κινδύνευαν εξαιτίας του κεμαλικού κινήματος και κατά προτεραιότητα απασχολούσαν την ελληνική κυβέρνηση.

Πέραν των πολεμικών όμως επιχειρήσεων, μετά τον Νοέμβριο του 1920 και έως την λήξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι ελληνικές κυβερνήσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και έκτακτες προσφυγικές κρίσεις με κυριότερες αυτήν της Νικομήδειας (Μάρτιος 1921), της Κιλικίας (Νοέμβριος 1921) και των Σωκίων (Απρίλιος 1922), που αφορούσαν κυρίως ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά με σημαντικό στοιχείο Αρμενίων και αντικεμαλικών (κυρίως Κιρκασίους).

 

Το κρίσιμο 1922

Από τον Απρίλιο του 1922 διεφάνη μια ευκαιρία συνεννόησης με την σοβιετική ρωσική κυβέρνηση για την αποκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών της Ρωσσίας. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση ενήμερη για την άθλια κατάσταση μέρους των εκεί ελληνικών πληθυσμών, αποφάσισε να επέμβει με την αποστολή υγειονομικής αποστολής του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και επιτόπου μεταφορά τροφίμων. Ωστόσο, στην Νότιο Ρωσσία, το επισιτιστικό πρόβλημα που επικρατούσε, η απελπιστική κατάσταση που αντιμετώπιζαν όσοι δεν μεταφέρθηκαν τελικά στην Ελλάδα και οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το μπολσεβικικό καθεστώς, ώθησαν τους εκεί ομογενείς σε αναζήτηση λύσεων απελπισίας. Απροειδοποίητα και πριν προλάβει να αποσταλεί η κυβερνητική βοήθεια, άρχισε η άφιξη στην Θεσσαλονίκη χιλιάδων Ποντίων. Οι ίδιοι είχαν ναυλώσει ατμόπλοια, των οποίων οι κυβερνήτες επιδιώκοντας το εύκολο κέρδος δεν δίσταζαν να τους μεταφέρουν δίχως τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα που θα είχαν επικυρωθεί από τις ελληνικές ή Συμμαχικές προξενικές Αρχές.

Παρόλες τις εγκυκλίους διαταγές που εξέδωσαν οι αρμόδιες υπηρεσίες για απαγόρευση κατάπλου στους ελληνικούς λιμένες ατμοπλοίων που μετέφεραν Καυκασίους, το β’ δεκαήμερο του Μαΐου 1922 σημειώθηκαν νέες αφίξεις χιλιάδων προσφύγων. Όπως είναι φυσικό, δεν υπήρχε περίπτωση επιστροφής των ατμοπλοίων και των ομογενών στην Ρωσία. Το πρόβλημα ήταν οξύτατο καθώς εκτός των προβλημάτων στέγασης και περίθαλψης που υφίσταντο, μεταξύ των επιβατών οι οποίοι μεταφέρονταν υπό άθλιες συνθήκες, είχαν αναπτυχθεί μεταδοτικές ασθένειες, που θα απειλούσαν και την δημόσια υγεία. Οι χιλιάδες πρόσφυγες θα έπρεπε πρώτα να απολυμανθούν, να αναρρώσουν ανακτώντας τις δυνάμεις τους, ώστε αργότερα να εξεταστούν οι δυνατότητες αποκατάστασής τους. Δεδομένης της ανεπάρκειας του Λοιμοκαθαρτηρίου στην Μίκρα, το σύνολο των αφιχθέντων προσφύγων κατευθύνετο στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα.

Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στη Σαλαμίνα σήμερα.

Στις 31 Μαΐου η κυβέρνηση υπέβαλε επείγον νομοσχέδιο. Στις 11 Ιουνίου ψηφίσθηκε από την Γ΄ Συντακτική Συνέλευση ομοφώνως ο Νόμος 2870 που δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουλίου 1922. Κατά την διαδικασία δεν σημειώθηκε αντίδραση των Φιλελευθέρων πολιτικών εντός ή εκτός του κοινοβουλίου. Σε ορισμένες αντιπολιτευόμενες εφημερίδες δημοσιεύθηκαν μεμονωμένα και δίχως συνέχεια επικριτικά άρθρα. Πάντως ήταν ξεκάθαρο πως ο νόμος ψηφίσθηκε ως έσχατο μέτρο για την άναρχη έλευση προσφύγων από τον Καύκασο.

Εντός του κοινοβουλίου διεξήχθη συζήτηση για τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, οι οποίες όμως οφείλονταν αποκλειστικά στην συσσώρευση υπερβολικά μεγάλου αριθμού που ξεπερνούσε τις δυνατότητες υποδοχής και μάλιστα βραχυπρόθεσμης, ώστε να καταστεί δυνατή η σύντομη απολύμανσή του. Στις 22 Ιουνίου, η Εθνοσυνέλευση συζήτησε εκτεταμένως το θέμα. Τον λόγο έλαβε ο πληρεξούσιος Λυκούργος Τσουκαλάς, ο οποίος ανέφερε τα παράπονα των περιοίκων της Σαλαμίνας, περιέγραψε την οικτρή κατάσταση των προσφύγων και ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών να ενημερώσει για τα μέτρα που έχουν ληφθεί από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, ο πληρεξούσιος Γ. Αναστασόπουλος ζήτησε την επίσπευση των μέτρων, ώστε να καθησυχασθούν οι κάτοικοι και επεσήμανε την διάσταση της πρόληψης για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Απαντώντας, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, έκανε λόγο για αιφνιδιασμό της κυβέρνησης. «Ούτω προ ημερών ήλθον εκ Νοβορωσσίσκης 2.555 πρόσφυγες ευρισκόμενοι εις αξιοθρήνητον κατάστασιν, μετεφέρθησαν δε ενταύθα κατά τρόπον αξιοκατάκριτον διά τον πλοίαρχον του ατμοπλοίου. Εστιβάχθησαν εις τα αμπάρια και χολεριώντες και υγιείς έγιναν ένα και το αυτό. Το ατμόπλοιον όπερ τους μετέφερεν είχε προσεγγίσει εις την Θεσσαλονίκην, αλλ’ εκεί δεν ήτο δυνατόν να αποβιβασθούν λόγω μη υπάρξεως λοιμοκαθαρτηρίου διά την κάθαρσιν και μετεφέρθησαν εδώ όπου υπάρχει τοιούτον». Με την έλευση άλλων 2 ατμοπλοίων, ο αριθμός των προσφύγων ξεπέρασε τις 8.000 ψυχές, εκ των οποίων το 80% ήσαν Έλληνες και οι υπόλοιποι Αρμένιοι και Ρώσσοι. Εξαιτίας της ταλαιπωρίας που υπέστησαν κατά τον πλου, είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες και το πρόβλημα ήταν ακόμα οξύτερο: «διότι επρόκειτο ου μόνον περί διατροφής, αλλά και περί εξοικονομήσεως αυτών, ευρισκομένων εις οικτροτάτην κατάστασιν από πάσης απόψεως, και δη από υγιεινής». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν δυνατή η άμεση εγκατάστασή τους σε μόνιμες εστίες, οπότε τα ατμόπλοια που αρχικά είχαν καταπλεύσει στην Θεσσαλονίκη, εξαιτίας έλλειψης υποδομών, κατέπλευσαν εν συνεχεία στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα. Και εκεί όμως τα μέσα και οι υποδομές ήσαν ανεπαρκή (ελλείψεις σε απολυμαντικούς κλιβάνους, μαγειρεία), οπότε απαιτήθηκε η ανάπτυξη έκτακτης δραστηριότητας του προσωπικού, ενώ παρασχέθηκε και η αρωγή του Ναυστάθμου.

Σε κάθε περίπτωση, στις 16 Ιουνίου οι ασθενείς ανέρχονταν σε 466, εκ των οποίων: «136 εκ δυσεντερίας, 80 ύποπτοι χολέρας, 12 εξανθηματικού, 10 υποστρόφου πυρετού, 17 κοιλιακού τύφου, 10 ιλαράς, 8 εντερίτιδος, 7 φυματιώσεως, 10 ελονοσίας και οι υπόλοιποι εξ αυτών εξ άλλων νοσημάτων». Όπως εξήγησε ο υπουργός, τα πιο επικίνδυνα νοσήματα ήταν η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος στα οποία δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή, με τον αριθμό των πασχόντων από χολέρα να είναι σοβαρός, εν τέλει όμως, οι φόβοι μετάδοσης διαδοχικά στην Σαλαμίνα, τον Πειραιά και την Αθήνα, δεν επαληθεύθηκαν. Οι περίοικοι, βλέποντας το σύνολο των προσφύγων να καταφεύγει στο Λοιμοκαθαρτήριο, σχημάτισαν την εντύπωση ότι το σύνολο αυτών έπασχαν από χολέρα, όμως αυτό δεν ίσχυε και εν τέλει καμία μετάδοση νόσου δεν σημειώθηκε. Κατά τα άλλα, ελήφθησαν μέτρα για την ανακούφιση των υπολοίπων προσφύγων, οι οποίοι ταλαιπωρούμενοι από τον 12ήμερο πλου, δίχως τροφή και στοιβαγμένοι στα αμπάρια, είχαν πλήρως εξαντληθεί –πέραν της υφισταμένης εξάντλησής τους από τις προηγηθείσες στερήσεις στην Ρωσσία.

Μικρασιάτες πρόσφυγες έξω από το μετέπειτα κτήριο της Βουλής (Παλαιά Ανάκτορα), 1922-23.

Μεταξύ Μαΐου–Αυγούστου 1922, οι κρατικές υπηρεσίες ανέλαβαν το απαιτητικό έργο της απολύμανσης των προσφύγων, στις τάξεις των οποίων σημειώθηκαν πολλοί θάνατοι. Όμως από τις αρχές Αυγούστου, η κατάσταση φάνηκε να σταθεροποιείται καθώς αφ’ ενός μεν ολοκληρωνόταν η διαδικασία απολύμανσης/αποθεραπείας και άρχιζε η σταδιακή προώθηση προς αποκατάσταση σε περιοχές όπου εξευρέθησαν κατάλληλοι χώροι, όπως το Αίγιο και το Αγρίνιο. Στο β΄ δεκαήμερο του Αυγούστου όμως, η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, προκάλεσε μια νέα ασυλλήπτου μεγέθους ανθρωπιστική κρίση, με την έλευση σταδιακά περίπου 1.400.000 προσφύγων από την Θράκη και Μικρά Ασία. Η νέα αυτή τραγωδία του Ελληνισμού, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην Ιστορία, που μοιραίως επισκίασε όλες τις προηγούμενες προσφυγικές εμπειρίες.

 

O Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

 

Αδημοσίευτες αρχειακές συλλογές

Υπουργείο Εξωτερικών/Υπηρεσία Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου.

Κεντρική Υπηρεσία 1919, 1920, 1921, 1922, 1923.
Αρχείο Δημητρίου Γούναρη.

Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης.
Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού 1917–1928.
Αρχείο Υπουργείου Υγείας.

Μουσείο Μπενάκη.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.
Αρχείο Γεωργίου Μπαλτατζή.

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης/Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ακαδημία Αθηνών/Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού.

Αρχείο Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή.

The National Archives.

Cabinet Series.

National Archives.

Decimal Files.

Αρχείο Βουλής.

1921, 1922.

 

Άλλες πρωτογενείς πηγές

Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γ΄ εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύ- σεως 1920–1921–1922. Τεύχος Δ΄, Ε΄ (Μάιος–Ιούλιος 1922).
Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως.
Τεύχος Α΄, 1836, 1917, 1918, 1919, 1920, 1921, 1922.

 

Ημερήσιος Τύπος

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΣΦΑΙΡΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 1930.
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 1922, 1930.
Εφημερίδα ΝΕΟΝ ΚΡΑΤΟΣ, 1932.
Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ, 1934.

 

Κύρια Βιβλιογραφία (κατά χρονολογική σειρά)

  • Υπουργείον Περιθάλψεως, Το Έργον των Αποστολών του Υπουργείου Περιθάλψεως – Πόντος, Κωνσταντινούπολις, Σμύρνη, Μακεδονία, εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Κων. Θεοδωροπούλου, 1920.
  • Μιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Υπουργείον Περιθάλψεως, εν Αθήναις, έκδοσις Γραφείου Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, 1921.
  • Θέμηδος Κώδιξ Εκατονδεκαετίας ήτοι Γενική Κωδικοποίησις ολοκλήρου της ελληνικής νομοθεσίας από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερον, υπό τον τίτλον Κώδηξ Θέμιδος 1821–1931, επιμέλεια Αντωνίου Ν. Μαλαγαρδή, Τόμος Δ΄, Τόμος ΙΒ΄, εκδοτικός οίκος Ι. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι, 1933.
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Η Εκστρατεία εις Μικράν Ασίαν 1919–1922, τόμος τέταρτος, Επιχειρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου 1921, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήναι, 1962.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος δεύτερον, Σύμπτυξις του Γ΄ Σώματος Στρατού, έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • Petsalis-Diomidis N., “Hellenism in Southern Russia and the Ukranian Campaign: Τheir Effect on the Pontus Question (1919)”, Balkan Studies, 13.2, 1972.
  • Γιάννης Γ. Μουρέλος, «Η γαλλοτουρκική προσέγγιση του 1921: Το Σύμφωνο Franklin- Bouillon και η εκκένωση της Κιλικίας», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 4, 1983.
  • Ανδρέα Η. Ζαπάντη, Ελληνοσοβιετικές Σχέσεις 1917–1941, Μετ.: Αγγέλου Σ. Βλάχου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1989.

Jasmina Tomašević: Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

Jasmina Tomašević

 Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

 

Η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν διπλωματικές σχέσεις μόλις το 1868. Μάλιστα, η γεωγραφική εγγύτητα των δύο χωρών, η κοινή θρησκεία και η αιώνια υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και πάνω απ’ όλα οι παρόμοιες ιστορικές συνθήκες κατά της μακροχρόνιας τούρκικης κυριαρχίας, έφεραν τους δύο λαούς πιο κοντά. Τον πρώτο καιρό, η αλληλεγγύη και συνεργασία των δύο χωρών αντικατοπτρίστηκαν στη ροή εθελοντών στη διάρκεια των εξεγέρσεων έναντι των Οθωμανών, κατά την Πρώτη σερβική εξέγερση (1804-1813) και την Επανάσταση του 1821.Η σερβική εξέγερση το 1804, που ήταν – τυπικά τουλάχιστον – ο πρώτος απελευθερωτικός αγώνας σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βοήθησε τους Σέρβους να αποκτήσουν κύρος στα Βαλκάνια και μια καλύτερη εικόνα στη Δύση, όπου, για πολλούς, η χώρα ήταν σχεδόν ή πλήρως άγνωστη. Όμως, η εξέγερση αυτή, παρόλο που δεν κατέληξε στην πλήρη απελευθέρωση της Σερβίας, είχε απήχηση στις τουρκοκρατούμενες περιοχές των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα διαδόθηκε και η φήμη των Σέρβων ως καλών πολεμιστών, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από τους Έλληνες, δημιουργώντας εξ’ αρχής μια προνομιακή σχέση σε σύγκριση προς τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Εν τέλει, με τους απελευθερωτικούς αγώνες και την ανεξαρτησία τους, η Σερβία και η Ελλάδα αναδείχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες στα Βαλκάνια.2

Λαμβάνοντας υπόψη τους εξωτερικούς παράγοντες, μπορούν να διακριθούν τρεις διαφορετικές φάσεις στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, από τις αρχικές αμοιβαίες εξεγέρσεις για την ανεξαρτησία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη φάση διήρκεσε μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου. Πρόκειται για την εποχή που οι σχέσεις των δύο κρατών διαμορφώθηκαν γύρω από την ιδέα μιας βαλκανικής συμμαχίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, η Ανατολική Κρίση (1875-1878) και οι αποφάσεις της Συνθήκης του Βερολίνου, ψύχραναν τις σχέσεις Σερβίας-Ελλάδας, εφόσον η πρώτη «αναγκάστηκε» να κατευθυνθεί προς το Νότο, διεκδικώντας περιοχές της λεγόμενης σερβικής Μακεδονίας και ακόμη νοτιότερες. Στη φάση αυτή η ιδέα της κοινής μάχης κατά των Οθωμανών πήρε τη μορφή της από κοινού αντιμετώπισης της βουλγαρικής επιρροής στη Μακεδονία και διήρκεσε μέχρι το 1903, όταν στη Σερβία δολοφονήθηκε το βασιλικό ζεύγος των Ομπρένοβιτς.Μετά από αυτό το γεγονός που απομόνωσε τη Σερβία από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες η εικόνα της αμαυρώθηκε, το Βελιγράδι έστρεψε τη ματιά του προς την Αθήνα, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τις «παλιές, καλές» σχέσεις. Ο κοινός αγώνας έγινε εκ νέου πραγματικότητα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ η σερβο- ελληνική συνεργασία και φιλία κορυφώθηκαν λίγους μήνες αργότερα – στον Β΄ Βαλκανικό.

 

Ηλίας Γκαράσανιν (πηγή: Βικιπαίδεια).
Ιωάννης Κωλέττης (πηγή: Βικιπαίδεια).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πρώτη φάση των σερβο-ελληνικών σχέσεων, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, απέπνεε το ρομαντικό πνεύμα μιας εποχής, γεμάτης με εθνικά προγράμματα, στη σκιά του βαλκανικού οράματος του Ρήγα Φεραίου. Την ίδια περίοδο της «Μεγάλης Ιδέας» του Κωλέττη, ο Σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ηλίας Γκαράσανιν συνέταξε το 1844 το εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», που χρησιμοποιήθηκε ως βάση της σερβικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Από την άλλη, ο Φεραίος – που δολοφονήθηκε στο Βελιγράδι το 1798 – είχε κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές την ιδέα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας με κυρίαρχη την ελληνική κουλτούρα και προσανατολισμένης στις αρχές της γαλλικής επανάστασης.Όμως, προσδιόρισε την Ορθοδοξία ως την κυρίαρχη θρησκεία του κράτους, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο ρόλο στους λαούς του ορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εμπνευσμένοι από τις επαναστατικές ιδέες του Φεραίου, οι Έλληνες έδωσαν στην ορθόδοξη και πατριαρχική Σερβία ιδιαίτερη σημασία, από τη στιγμή που ήταν ενσωματωμένη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι το 1879.6

Εξάλλου, το όραμα του Φεραίου για τη συμφιλίωση των Βαλκανίων και την απαλλαγή από τον τούρκικο ζυγό, για πολλά χρόνια ακόμα έμεινε ζωντανό στη μνήμη των βαλκανικών κρατών, ειδικά στη Σερβία, όπου ο Έλληνας επαναστάτης και συγγραφέας άφησε την τελευταία του πνοή.7 Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης μεταφράστηκε συμβολικά στη σερβική γλώσσα ο Θούριος. Προς τιμήν του, ο ρομαντικός ποιητής Βόισλαβ Ίλιτς – γνωστότερος ως ο Σέρβος Πούσκιν – έγραψε το 1892 το ποίημα Glasnik slobode (Μαντατοφόρος της Ελευθερίας), υποστηρίζοντας σθεναρά τις ιδέες του και εκφράζοντας την οδύνη για το θάνατο  «του μεγάλου γιου της Ελλάδος», «απογόνου των θαρραλέων Ελλήνων των μαχών του Μαραθώνα και των Πλαταιών».8

Ο Πύργος Νεμπόισα στο Βελιγράδι όπου οι Τούρκοι βασάνισαν και σκότωσαν τον Ρήγα Φεραίο μαζί με τους συνεργάτες του (πηγή: Εθνική Βιβλιοθήκη της Σερβίας).

Η ίδια φάση, μέχρι το 1878, αποτελεί την περίοδο των πρώτων γνωριμιών και προσεγγίσεων μεταξύ των δύο χωρών. Με την καθιέρωση των διπλωματικών και προξενικών αρχών επισημάνθηκαν οι διμερείς σχέσεις του Βελιγραδίου και της Αθήνας.Από τη στιγμή που η θεμελιώδης ιδέα της σερβο-ελληνικής συνεργασίας ήταν η κοινή δράση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Φεσλάου τον Αύγουστο του 1867, με την οποία προβλεπόταν η στρατιωτική συνεργασία των δύο κρατών σε περίπτωση σύγκρουσης με αυτή την χώρα και ο διαμοιρασμός των βαλκανικών της εδαφών.

Με στόχο τη μεταξύ τους προσέγγιση, τα δυο μέρη έκαναν προσπάθειες και στα πεδία της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Κυκλοφόρησαν μεταφράσεις έργων με θέμα την ιστορία, τη λογοτεχνία και την παράδοση της γειτονικής χώρας, αλλά και εκδόσεις διάφορων άλλων πραγματειών και άρθρων με συντάκτες πολιτικούς και διανοούμενους της εποχής. Το έργο της προσέγγισης διευκόλυνε επίσης η παρουσία των Ελλήνων (σε μεγάλο βαθμό ελληνόφωνων Βλάχων) στη Σερβία, οι οποίοι πρωτοεγκαταστάθηκαν εκεί τον 16ο αιώνα. Οι εμπορευόμενοι εκπρόσωποι αυτών των παροικιών στην τουρκοκρατούμενη Σερβία και την αυστροκρατούμενη Βοϊβοντίνα λειτούργησαν ως φορείς του ελληνικού πολιτισμού. Μέσω των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, κατάφεραν να αποκτήσουν σημαντικές περιουσίες και ανάλογο κοινωνικό και πολιτισμικό κύρος στη σερβική κοινωνία. «Οι Έλληνες-Βλάχοι κυριάρχησαν στην κύρια αγορά και στο Ζέρεκ (δήμος Παλιάς Πόλης), επισκιάζοντας τα σερβικά μαγαζιά που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Βελιγραδίου», σημείωσε στο ιστορικό του μυθιστόρημα ο πρώτος Σέρβος συγγραφέας της επιστημονικής φαντασίας.10 Παρόλο που κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο της Σερβίας αφομοιώθηκε για διάφορους λόγους, εξακολουθούσαν να παραμένουν φανερά τα ίχνη του.11

Το φρούριο του Βελιγραδίου σε λιθογραφία εποχής (πηγή: Βικιπαίδεια).

Με την ίδρυση των ελληνικών δημοτικών σχολείων στη Σερβία και την Αυτοκρατορία των Αψβούργων (Βελιγράδι το 1718, Νόβι Σαντ το 1730, Σάμπατς γύρω στα 1760, Σέμλινο το 1794 κ.ά.), που μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα έφτασαν τα 23, ακολούθησε η εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας στη σερβική εκπαίδευση σε κάποια γυμνάσια, πολλά δημοτικά σχολεία, όπως και στην Εμπορική Σχολή του Βελιγραδίου.12 Αξίζει να σημειωθεί πως η ελληνική γλώσσα θεωρούνταν ως απαραίτητο προσόν για όσους ανήκαν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο, τα ελληνικά κατείχαν τα παιδιά του κνιάζ Μίλος, του πρωθυπουργού Πετρονίγιεβιτς και διάφορων εξεχουσών προσωπικοτήτων της εποχής.13 Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του βαφτιστικού του Μίλος και του προσωπικού γραμματέα της ηγεμόνισσας, Σρέτεν Πόποβιτς, που επισήμανε πως η γλώσσα αυτή αποτελούσε αδιαχώριστο μέρος της κατάλληλης μόρφωσης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα: «(Μετά από το σερβικό σχολείο), όποιος ήθελε να συνεχίσει την μόρφωσή του πήγαινε στο ελληνικό… Όλοι οι διανοούμενοι του Βελιγραδίου έκλιναν προς την ελληνική μόρφωση».14 Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία, όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την προσέγγιση των Σέρβων – «εκείνων που δεν είχαν ούτε μια σταγόνα αίματος των προγόνων από τις Θερμοπύλες» – προς τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους.15 

Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία, άρχισαν οι πρώτες μεταφράσεις στη σερβική γλώσσα με σκοπό να διευκολυνθεί η εκμάθηση της ελληνικής ως ξένης. Το έργο των δασκάλων – που ήταν και οι πρώτοι μεταφραστές – δεν περιορίστηκε μόνο στη μετάφραση των γραμματικών και λεξικών, αλλά περιέλαβε και τη συγγραφή βιβλίων με θέμα την Ελλάδα και τον πληθυσμό της, ώστε να έρθουν οι δύο λαοί πιο κοντά.16 Κατά την περίοδο αυτή, στη Σερβία κυκλοφόρησαν οι μεταφράσεις του Δημήτριου Δάρβαρη – του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου – η Χρηστοήθεια του Αντωνίου Βυζαντίου (1786), ο Πίνακας του Κέβητος και το Εγχειρίδιον του Επίκτητου (1799). Πέραν από αυτά τα έργα φιλοσοφικού χαρακτήρα, ο Δάρβαρης μετέφρασε και τον Καθρέφτη του Χριστιανισμού (1801), μια συλλογή διάφορων κειμένων Πατέρων της Εκκλησίας, με στόχο – όπως επισήμανε ο ίδιος – να μεταφέρει στο σερβικό λαό «ηθικά τους διδάγματα».17 Διδάσκοντας για πολλά χρόνια συνεισέφερε και με τη Γραμματική της απλής ελληνικής γλώσσας το 1806.18 Για τις μεταφράσεις του «στη σλαβενο-σερβική γλώσσα», έγραψε και ο πολιτικός Δημήτριος Νταβίντοβιτς, ιδρυτής της εφημερίδας Novine serbske, τονίζοντας τη συνεισφορά του στη σερβική λογοτεχνία.19 

Ακολούθησαν το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) και η Γραμματική Ελληνική περιέχουσα το ετυμολογικόν και συντακτικόν (1816) σε συγγραφή και μετάφραση του Γεωργίου Ζαχαριάδη από τον Τύρναβο, που δίδασκε επίσης στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου από το Σεπτέμβριο του 1799.20 Ο Ζαχαριάδης υπήρξε και ο πρώτος μεταφραστής των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στη Σερβία, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μεταφράζονταν μόνο τα βιβλία εκκλησιαστικού περιεχομένου.21 Το έργο του Ζαχαριάδη συνέχισε ο γιατρός και καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Πρώτο Γυμνάσιο του Βελιγραδίου, ο Παναγιώτης Παπακωστόπουλος. Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλέους (1873), την Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1874), τους Νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού (1874), την Βατραχομυομαχία του Ομήρου (1877)22 και τέλος την Οδύσσεια (1881), η οποία απέσπασε τις θετικές κριτικές των σερβικών λογοτεχνικών κύκλων.23 Επιθυμώντας να διευκολύνει τους μαθητές του την εκμάθηση της ελληνικής γραμματικής, ο Παπακωστόπουλος συνέταξε και δημοσίευσε το 1878 το εγχειρίδιο Jelinski jezik (Ελληνική γλώσσα). 24

Το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) του Γ. Ζαχαριάδη (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).
Η Ελληνική γλώσσα (1878) του Π. Παπακωστόπουλου (πηγή: Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσον αφορά την έκδοση ιστορικών βιβλίων, ικανών να προσεγγίσουν το ευρύτερο κοινό στη γειτονική χώρα, η παραγωγή τους ήταν μικρότερη, όχι όμως ανύπαρκτη. Δεν πέρασε απαρατήρητο σε αμφότερες τις πλευρές το έργο του πάροικου του Σεμλίνου, Τριαντάφυλλου Δούκα, η Ιστορία των Σλαβενο-Σέρβων (1807) που είχε ως έμπνευση την Πρώτη σερβική εξέγερση. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε μόλις το 1883, παρόλο που το έργο ήταν ήδη γνωστό για πολλές δεκαετίες στη Σερβία όπου είχαν μεταφραστεί κάποια αποσπάσματά του.25 Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εξέγερση των Σέρβων είχε μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα, όπως προκύπτει και από την ελληνική μετάφραση το 1862 του βιβλίου του Λεοπόλντ φον Ράνκε, Επανάστασις της Σερβίας συγγραφείσα κατά σερβικάς πηγάς και έγγραφα. Επίσης, ο ελληνικός Τύπος της εποχής, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1860 – αλλά και γενικότερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα – έβρισκε τα θέματα της Πρώτης και της Δεύτερης σερβικής εξέγερσης ενδιαφέροντα και δημοσίευε άρθρα για τις μάχες, όπως και για τις προσωπικότητες του Καραγιώργη Πέτροβιτς και του Μίλος Ομπρένοβιτς.26

Ταυτόχρονα εκδίδονταν μελέτες που αφορούσαν το σέρβικο στρατό και τον εξοπλισμό του, θίγονταν διάφορα θέματα από την ιστορία και τη γεωγραφία της Σερβίας προβάλλοντας μια θετική εικόνα της χώρας – «αδελφήν της Ελλάδος, αδελφήν ου μόνον ομόθρησκον και ομοιοπαθή».27

Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε επίσης στη σερβική δημοσιογραφία της εποχής, αλλά και γενικότερα στην εκδοτική παραγωγή της χώρας. Χρειάζεται όμως να τονιστεί πως η Σερβία σε σύγκριση με την Ελλάδα ακόμα δεν είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Για αυτό το λόγο, τέτοιες εκδόσεις που δημοσιεύονταν αποκλειστικά στο αυστριακό έδαφος ήταν λιγότερες αριθμητικά. Το Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες του αναφερόμενου Πόποβιτς που γράφτηκε τη στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης, «από την αγάπη προς τους πατριώτες Έλληνες, που για πολλούς αιώνες έδειχναν πως είναι άξιοι θαυμασμού», δεν είχε δημοσιευτεί ποτέ λόγω της αυστηρής αυστριακής λογοκρισίας.28 Δεν παραλείφθηκαν όμως εντελώς κάποια έργα, στα οποία εκθειάζονταν τα ελληνικά πολεμικά επιτεύγματα. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε το βιβλίο Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1829, όπου ο μεταφραστής εξέφρασε τη λύπη του για την «αιώνια σκλαβιά της αδερφικής χώρας», αλλά και τη χαρά του για την τελική συντριβή των Οθωμανών.29 Λίγες δεκαετίες αργότερα ακολούθησε και η μετάφραση της πραγματείας Ελληνική Επανάσταση: από την αρχή (1821) έως τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Στην αρχή του προλόγου, ο μεταφραστής τόνιζε την εγγύτητα των δύο λαών που «είχαν την ίδια μοίρα».30 Επίσης, στις σερβόγλωσσες εφημερίδες31 μπορούσε ένας αναγνώστης να πληροφορηθεί για τον πληθυσμό, το κλίμα και τη γεωγραφία της Ελλάδας. Τα περισσότερα, όμως, άρθρα αφορούσαν τα ιστορικά θέματα, ειδικά την Επανάσταση του ‘21, «που μαζί με τις σερβικές εξεγέρσεις έμεινε στην ιστορία ως η θρυλική εποποιία».32

Η μετάφραση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1829) στη σερβική γλώσσα (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).

Την ίδια περίοδο ο ταγματάρχης του ελληνικού στρατού και αγωνιστής του ’21, Λάμπρος Κουτσονίκας, στο έργο του Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1863-1864), πρότεινε την ομοσπονδία των δύο αδελφών χωρών στον αγώνα ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.33 Όμως, ήταν πλέον αργά. Τα εθνικά προγράμματα της Ελλάδας, της Σερβίας και κατόπιν της Βουλγαρίας δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Με λίγα λόγια, τα Βαλκάνια δεν ήταν αρκετά μεγάλα για να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα μια Μεγάλη Σερβία του Γκαράσανιν, μια Μεγάλη Ελλάδα του Κωλέττη και μια Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Σε αυτό το ρομαντικό και εν μέρει ουτοπιστικό πνεύμα της εποχής, η Σερβία και η Ελλάδα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή της Συνθήκης του Φεσλάου, που όμως δεν έτυχε ποτέ βασιλικής επικύρωσης. Προέβλεπε τις περιοχές, που θα ενσωμάτωναν αμφότερες οι χώρες μετά την απελευθέρωση: η Ελλάδα τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, η Σερβία τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη βόρεια ζώνη της Αλβανίας και το Μαυροβούνιο, σε περίπτωση που το τελευταίο δεν θα επιθυμούσε να γίνει ανεξάρτητο κράτος.34 Είναι ασαφές σε τι είδους συμφωνία κατέληξαν οι δύο χώρες όσον αφορά τη Μακεδονία, γιατί το σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν είχε διαφορετική αντίληψη για τα όριά της από την ελληνική πλευρά. Το συγκεκριμένο αυτό το ζήτημα παρέμεινε σε αφάνεια για λίγες ακόμη δεκαετίες. Η Σερβία του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς (1860-1868), είχε ακόμη στραμμένο το βλέμμα προς τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία θα της εξασφάλιζε τη διέξοδο στην Αδριατική.

Μόνο μια δεκαετία μετά την ηγεμονία του, η Σερβία κατευθύνθηκε προς τη Μακεδονία με αποτέλεσμα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σερβο-ελληνικές σχέσεις. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Σερβία και το Μαυροβούνιο απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ανατέθηκε έστω και προσωρινά στην Αυστροουγγαρία. Η de facto αυτή προσάρτηση σήμαινε πως ένα μεγάλο μέρος των Σέρβων θα συνέχιζε να παραμένει υπό ξένη κυριαρχία και ταυτόχρονα ματαιώνονταν τα σχέδια του Βελιγραδίου για έξοδο στην Αδριατική. Έκτοτε η Σερβία άρχισε ενεργά να διεκδικεί περιοχές της βόρειας Μακεδονίας,35 καταπολεμώντας το έργο της βουλγαρικής Εξαρχίας, μέσω των διαφόρων απεσταλμένων, εκπαιδευτικών και κληρικών.36

Ταυτόχρονα η σερβική και η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση. Ο πολιτικός Στόγιαν Νοβάκοβιτς, μέλος της Επιτροπής για τα σερβικά σχολεία και τους Σέρβους δασκάλους στην Παλαιά Σερβία και τη Μακεδονία – που εφάρμοσε τη σερβική εθνική πολιτική στις εν λόγω περιοχές – και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1886-1891) ανέπτυξε πρόγραμμα συνεργασίας με την ελληνική κυβέρνηση για την κατανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής. Ο Νοβάκοβιτς, που ήταν υποστηρικτής μιας συναινετικής σερβο-ελληνικής συμφωνίας,37 συζήτησε με τον Έλληνα πρεσβευτή Νικόλαο Μαυροκορδάτο με γνώμονα μια τέτοια προοπτική και την κατανομή της Μακεδονίας σε ελληνική και σερβική σφαίρα επιρροής. Συμφώνησαν να επιδικαστεί η βόρεια ζώνη στη Σερβία και η νότια στην Ελλάδα, αλλά υπήρξε διαφωνία για τη μεσαία ζώνη. Και οι δύο πλευρές διεκδικούσαν τη Στρώμνιτσα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και την Αχρίδα. Ούτε οι νέες διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν δύο χρόνια αργότερα, το 1892, καρποφόρησαν. Ο πολιτικός Βλάνταν Τζόρτεβιτς, απεσταλμένος του σερβικού κράτους στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Νοβάκοβιτς άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Στέφανο Δραγούμη. Η σερβική πλευρά φάνηκε πρόθυμη για κοινή δράση των δύο κρατών εναντίον της Βουλγαρίας, αλλά δεν υποχωρούσε βορειότερα από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και τον Περλεπέ. Και η τελευταία προσπάθεια, το 1899, ανάμεσα στον αντιπρόσωπο της Σερβίας, τον Αλέξανδρο Μιλίτσεβιτς και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο, απέβη άκαρπη.38 Παρόλο που οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθηκαν με συμφωνία για τη μεσαία ζώνη, μετεξελιχθηκαν σε βασική αρχή της διανομής της Μακεδονίας, απόφαση που απέκλειε τη Βουλγαρία, τον κοινό εχθρό των δύο χωρών.39

Οι οθωμανικές κτήσεις στα Βαλκάνια στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, οι αντικρουόμενες βλέψεις για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας οδήγησαν αναπόφευκτα σε ψύχρανση των διμερών σχέσεων. Τις επαφές δυσκόλεψε επιπρόσθετα η ουδέτερη στάση της σερβικής πλευράς στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όταν μάλιστα παραχωρήθηκαν στη Σερβία – ως αντάλλαγμα από την Υψηλή Πύλη – εκπαιδευτικά και θρησκευτικά προνόμια στα βιλαέτια του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης.40 Εκδηλώθηκαν, ωστόσο, κάποιες προσπάθειες προσέγγισης κατόπιν πρωτοβουλίας και των δυο πλευρών. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός της επετείου της μάχης του Κοσόβου στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου του 1889. Τρία χρόνια αργότερα, ένας άλλος Σέρβος πολιτικός, υποστηρικτής της διατήρησης των καλών σερβο- ελληνικών σχέσεων, ο Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, έγραψε το έργο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η τελευταία νύχτα της Πόλης. Σε αυτό τόνιζε το ηθικό δίκαιο και την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας στην εισαγωγή πως «υπάρχει στον κόσμο μια αίσθηση ότι η Πόλη μπορεί σύντομα να αλλάξει και πάλι χέρια».41 Ο μύθος της μάχης του Κοσόβου ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης της σερβικής εθνικής ταυτότητας. Η «κοιτίδα των Σέρβων» ήταν ό,τι για τους Έλληνες η Κωνσταντινούπολη. Οι δύο λαοί, υποστηρίζοντας αλλήλους στον αγώνα για την απελευθέρωση των «πατρώων εδαφών», καμούφλαραν το επίκαιρο Μακεδονικό Ζήτημα. Μια ακόμη προσέγγιση ήταν η ανέγερση αγάλματος προς τιμήν του Φεραίου στο Βελιγράδι το 1889, με την επιγραφή «Στον Ρήγα Φεραίο. Ο σερβικός και ο ελληνικός λαός».42

Ο αδριάντας του Ρήγα Φεραίου στο Βελιγράδι (πηγή: Βικιπαίδεια).

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες των δύο πλευρών, όπως ήταν και η επίσκεψη του Τρικούπη στο Βελιγράδι τον Ιούνιο του 1891, οι προετοιμασίες για υποδοχή Σέρβων φοιτητών στην Αθήνα, η οργάνωση συναυλιών για φιλανθρωπικούς σκοπούς στο Βελιγράδι για να στηριχθεί η Θεσσαλονίκη μετά από το σεισμό του 190243 και τα λογοτεχνικά άρθρα του πολιτικού και απεσταλμένου του σερβικού κράτους στην Αθήνα, του Βλάνταν Τζόρτζεβιτς44 δεν μπορούσαν να καλύψουν τη σοβαρότητα της διάστασης του Μακεδονικού Ζητήματος. Ακόμη και οι ειδήσεις ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν υποχρεωτικά στα σερβικά γυμνάσια πέρασε σχεδόν ασχολίαστη στον ελληνικό Τύπο.45 Κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης φάσης και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να συμφιλιώσουν τις αντικρουόμενες βλέψεις για τα τουρκικά εδάφη στα Βαλκάνια, που «περίμεναν τους απελευθερωτές». Με το Μακεδονικό Ζήτημα, η «παραδοσιακή» σερβο-ελληνική φιλία τέθηκε σε δοκιμασία. Δεν αρκούσαν άλλο οι συνθήκες φιλίας και συμμαχίας γραμμένες σ’ ένα απλό χαρτί, οι αναφορές μιας βαλκανικής ομοσπονδίας του Ρήγα και τα άρθρα προς τιμήν της άλλης χώρας. Είχε φτάσει η στιγμή των αποφάσεων και των διπλωματικών συμπράξεων.46 Η αυξανόμενη παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία συνέβαλε στο να αναστείλουν προς στιγμή οι δύο πλευρές τις διαφωνίες τους και να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις για την καταπολέμηση της βουλγαρικής προπαγάνδας.

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου Ομπρένοβιτς και της βασίλισσας Ντράγκα το Μάιο του 1903 διέκοψε πρόωρα τη φάση αυτή. Ουσιαστικά ήταν ένα πραξικόπημα που έφερε στο προσκήνιο την αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Με τη βασιλοκτονία η Σερβία εγγράφηκε ως έθνος βαρβάρων στη μαύρη λίστα της Ευρώπης, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.47 Η αρνητική εικόνα, ως «πρωτόγονης, βαρβαρικής χώρας»,48 την οδήγησε σε ακόμη πιο μεγάλη απομόνωση. Δίχως Ευρωπαίους υποστηρικτές, έτσι απομονωμένη όπως ήταν, η Σερβία επιχείρησε εκ νέου προσέγγιση με τη Ελλάδα. Η Αθήνα δεν την απέρριψε, γνωρίζοντας πως οι Σέρβοι αποτελούσαν πλέον μικρότερο κίνδυνο στη Μακεδονία από τους Βουλγάρους και όσο αυτή η απομόνωση της Σερβίας γινόταν μεγαλύτερη, τόσο οι σερβο-ελληνικές σχέσεις παρουσίαζαν δυνατότητες βελτίωσης.49 Εξάλλου, παρ’ όλες τις προσπάθειες, η σερβική επιρροή στη Μακεδονία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ουδέποτε προσέλαβε απειλητικές για τους Έλληνες διαστάσεις.50 Ο πολιτικός Μιγιάτοβιτς, που είχε ήδη εκφράσει τη θετική του γνώμη για τους Έλληνες στο βιβλίο του, επανήλθε το 1910 με την ιδέα της βαλκανικής συμμαχίας. Συνεισέφερε έτσι στην αποκατάσταση των διμερών σχέσεων. Στα σχέδιά του περιέλαβε ακόμη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί πίστευε πως έτσι μόνον θα ήταν εφικτή η αντιμετώπιση της Αυστροουγγαρίας.51

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου και της βασίλισσας Ντράγκα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Le Petit Parisien (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, και η Σερβία και η Ελλάδα έπρεπε να απαλλαγούν προηγουμένως από τον αιώνιο τους εχθρό, του οποίου η διάλυση «ήταν γραμμένη από πολύ καιρό στο βιβλίο της μοίρας».52 Τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να έχουν υπογράψει προηγουμένως συνθήκη συμμαχίας, οι δύο χώρες ενωμένες με τις δυνάμεις της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη συνέτριψαν σε σύντομο χρονικό διάστημα.53 Ως γνωστόν, η Συνθήκη του Λονδίνου, υπογεγραμμένη στις 30 Μαΐου του 1913, δεν ικανοποίησε τους συμμάχους και άφησε απροσδιόριστη τη μοίρα της Μακεδονίας. Η δυσαρέσκεια των χωρών για το διαγραφόμενο μέλλον των μακεδονικών εδαφών, ο αποκλεισμός της Σερβίας από την Αδριατική λόγω της δημιουργίας του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους και η βουλγαρική παρουσία στη Θεσσαλονίκη, ώθησαν το Βελιγράδι και την Αθήνα στην υπογραφή Μυστικού Προκαταρκτικού Πρωτοκόλλου.54 Η σημασία της σερβο-ελληνικής συμμαχίας αποδείχθηκε γρήγορα στην πράξη. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στις 10 Αυγούστου, η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν νέα εδάφη εις βάρος της Βουλγαρίας και, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, κοινά σύνορα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν σημαντικοί ιστορικοί σταθμοί της τρίτης φάσης των σερβο-ελληνικών σχέσεων. Οι δύο πλευρές λησμόνησαν τις διαφωνίες τους για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας. Έμεινε όμως μια θλίψη από ελληνικής πλευράς για το Μοναστήρι, το οποίο ο σερβικός στρατός κατέλαβε στις 19 Νοεμβρίου του 1912.55 Και οι τρεις φάσεις των σερβο-ελληνικών σχέσεων μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάστηκαν από την ιδέα της συμμαχίας και φιλίας, που είχε τις ρίζες της στο όραμα της βαλκανικής ομοσπονδίας του Φεραίου και στις πρώτες εξεγέρσεις των δύο κρατών εναντίον του οθωμανικού καθεστώτος. Η ιδέα αυτή δεν άλλαζε, παρά μόνο οι εχθροί. Ο πρώτος στη σειρά ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο αιώνιος κατακτητής των Βαλκανίων, ο οποίος, εγκαταλείποντας σταδιακά τα ευρωπαϊκά εδάφη πολλαπλασίασε τα περιθώρια συγκρούσεων ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη. Η Σερβία, που μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, πρόβαλλε ως σωτήρας όχι μόνο του σερβικού λαού, αλλά και όλων των Νοτίων Σλάβων στα Βαλκάνια, απέτυχε στην αποστολή της, λόγω της αυστριακής προσάρτησης της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης. Στρεφόμενη εκ των πραγμάτων προς τη Μακεδονία, την «προίκα» των Οθωμανών, άρχισε να βλέπει το σύμμαχό της στον αγώνα εναντίον του Σουλτάνου – την Ελλάδα – με διαφορετικό, περισσότερο ανταγωνιστικό μάτι. Ας τονιστεί πάντως ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και των ανταγωνισμών για τη κατανομή της Μακεδονίας, το – ιδιαίτερα ελληνικά διατεθειμένο – Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ήταν σύμμαχος του Βελιγραδίου. Το αντίθετο. Η Σερβική Εκκλησία δεν μπορούσε να συγκρουστεί με το «μητρικό» της Πατριαρχείο, ούτε όμως και να το εγκαταλείψει.56

Παρ’ όλες τις διαταραχές στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, η ιδέα της συμμαχίας συνεχίστηκε, και η βασική ιδέα των Σέρβων πολιτικών να βρεθεί μια συναινετική λύση με την ελληνική πλευρά για τη διανομή της Μακεδονίας τελικά ευοδώθηκε. Μάλιστα, πριν από τη συντριβή του βουλγαρικού στρατού στη Μακεδονία, έκανε την εμφάνισή της και η ιδέα μιας συμμαχίας εναντίον της Αυστροουγγαρίας, η οποία όμως δεν προχώρησε. Η σερβο-ελληνική συνθήκη συμμαχίας του 1913 προέβλεπε την αμυντική σύμπραξη σε περίπτωση επίθεσης τρίτης χώρας, αλλά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν τη θεώρησε δεσμευτική ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Μεγάλος Πόλεμος απέκτησε παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξάλλου, ούτε το Βελιγράδι ήταν διατεθειμένο να υποστηρίξει με τα όπλα την Αθήνα στο ζήτημα των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Αν σκεφτεί όμως κανείς, θα ήταν πράγματι παράλογη – για τα γεωπολιτικά δεδομένα της εποχής – η παρέμβαση της Ελλάδας σε έναν περιφερειακό αυστρο-σερβικό πόλεμο, όπως και η σερβική ανάμειξη σε μια τοπική ελληνο- τουρκική σύγκρουση για το ζήτημα των νησιών που δεν ανήκαν στη δική της σφαίρα συμφερόντων57 και επί των οποίων η Σερβία δεν ασκούσε κανένα απολύτως δικαίωμα.

Αν θα κάναμε την υποθετική ερώτηση ποια από αυτές τις δύο χώρες είχε μεγαλύτερη ανάγκη για να πλησιάσει την άλλη, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως αυτή ήταν η Σερβία.58 Η Αθήνα ζήτησε τη σερβική χείρα βοήθειας μόνο μια φορά, εκείνο το καλοκαίρι του 1913, όταν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν παρούσες βουλγαρικές μονάδες. Σε σύγκριση με την Ελλάδα, η Σερβία δεν είχε θαυμαστές στη Δύση. Ήταν μια αγροτική χώρα των Βαλκανίων ελάχιστα αναγνωρίσιμη και μετά από τη βασιλοκτονία ακόμη λιγότερο δημοφιλής. Ειδικά μετά από το 1903, η Σερβία προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να προσεγγίσει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Από την άλλη, η «κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού», διέθετε τη μακροχρόνια παράδοση του δυτικού φιλελληνισμού ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, θεωρητικού αλλά και έμπρακτου.59 Οι Σέρβοι διανοούμενοι, όπως ο Νοβάκοβιτς, ο φιλόλογος Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς και ο ιστορικός Γιόβαν Ράγιτς, αντιλαμβάνονταν τη διαφορετική απήχηση της Πρώτης σερβικής εξέγερσης και της Ελληνικής Επανάστασης στην Ευρώπη. Ο Ράγιτς έγραψε: «Έτσι η Ελλάδα απέκτησε τη μισή Θεσσαλία το 1878, χωρίς όπλα και χωρίς ούτε μια ανθρώπινη ζωή χαμένη».60

Μήπως ο σερβικός λαός, κυρίως λόγω του μύθου της σερβο-ελληνικής φιλίας, που για δεκαετίες προωθούσαν οι πολιτικοί των δύο κρατών, περίμενε κάποιες πράξεις από τους Έλληνες «εκ φύσεως»; Σε ερώτηση για την Ανατολική Ομοσπονδία, ο βασιλιάς Νικόλαος του Μαυροβουνίου δήλωσε στο Παρίσι το 1883 πως δεν υπήρχε συμφωνία των κρατών του Αίμου, επρόκειτο απλώς για μια «φυσική σχέση».61 Τα ίδια είχε δηλώσει και ο βασιλιάς Μίλαν στη Βιέννη, λίγους μήνες πριν από τη δήλωση του Τρικούπη πως η χώρα του δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τέτοιες συνεργασίες. Από αυτές τις βασιλικές δηλώσεις φαίνονται οι πεποιθήσεις τους για μια «αδελφότητα» των βαλκανικών κρατών, η οποία πιθανότατα να μην υπήρχε. Ίσως λόγω αυτής της «φυσικής σχέσης», η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα ήταν οι μοναδικές χώρες που δεν υπέγραψαν τη συνθήκη συμμαχίας στις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου; Ούτε οι σερβικοί, αλλά ούτε οι ελληνικοί διπλωματικοί κύκλοι έδειχναν κάποια ιδιαίτερη ανησυχία γι΄ αυτό το ζήτημα.62 Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός του Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας στις 6 Μαΐου του 1912 στη Σερβία. Ο σερβικός λαός, που γιόρταζε πανηγυρικά στους δρόμους του Βελιγραδίου την εορτή του τελευταίου, προκάλεσε στην Ελλάδα μεγάλη έκπληξη. Ένας Έλληνας ανταποκριτής έγραψε: «Ουδείς ανέμενε και κανείς δεν θα θελήση να πιστεύση εις την αυθόρμητον εκδήλωσιν εκ μέρους των Σέρβων τοσούτης παροχής φιλελληνικών συναισθημάτων».63

Η Ελλάς και η Σερβία συμφωνούν επί χάρτου στη μεταξύ τους διανομή των κερδών του πολέμου τους κατά της Τουρκίας (πηγή: Τίτος Ι. Αθανασιάδης, Οι μεγάλοι πόλεμοι της Ελλάδος, 1912 – 1913 / 1940 – 1941, Αθήνα: 1995).

Παρ’ όλες τις συγκρούσεις των προηγουμένων δεκαετιών λόγω του Μακεδονικού, οι Σέρβοι, μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμειναν στα μάτια των Ελλήνων οι πιο αγαπημένοι τους Σλάβοι, οι πιο χρήσιμοι και οι πιο έξυπνοι. Ο λαός τους ήταν «θαρραλέος», «περήφανος», «εργατικός» και «θιασώτης της ελευθερίας». Οι Έλληνες στα μάτια των Σέρβων αποτελούσαν έναν «αδελφικό» λαό και η χώρα τους μια «αδελφική» χώρα, που ήταν φορέας του Χριστιανισμού μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου η σερβική εκκλησία έμεινε ενταγμένη για αιώνες. Ο κοινός εχθρός στα Βαλκάνια – πρώτον η Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατόπιν η Βουλγαρία – έφερνε τους δύο λαούς πιο κοντά. Οι Έλληνες περιγράφηκαν ως άνθρωποι «περήφανοι» λόγω της καταγωγής τους και της κληρονομιάς του αρχαίου πολιτισμού τους. Αυτοί, όπως και οι Σέρβοι, ήταν οι λαοί με πνεύμα ανεξαρτησίας και περιγράφηκαν ως πολεμιστές της εθνικής ιδέας και ως άτομα με εθνική αυτοσυνειδησία.64 Παρόλο που ο μύθος της σερβο-ελληνικής φιλίας δεν ήταν πάντα η αντανάκλαση της πραγματικότητας – όπου δεν συμβάδιζαν πολύ συχνά οι «πολιτικές αντιπαλότητες»65 και τα συναισθήματα των δύο λαών – έβρισκε τον τρόπο να επιβιώσει μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, εξάλλου, μέχρι τις ημέρες μας. Η σερβο-ελληνική συνεργασία και φιλία, όσο και να ακούστηκε κατά περιόδους σαν μια «κενή φράση», αποτέλεσε αναπόσπαστο στοιχείο της σερβικής και ελληνικής εθνικής συνείδησης.66

Η Jasmina Tomašević είναι κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Για τη συνεργασία των Σέρβων και των Ελλήνων κατά τη διάρκεια των απελευθερωτικών τους αγώνων, βλ. Μιχαήλ Θ. Λάσκαρις, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώνας 1804-1830, Αθήνα, 1936, σ. 13-88.ֹ Σπύρος Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν,   1823-1826,  Θεσσαλονίκη, 1970, σ. 27-162.ֹ Σπύρος Λουκάτος, «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι, μαχητές της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821- 1829», Ίδρυμα  Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 101-151. ֹΑνώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη,  1979, σ. 9-260. Ιωάννης  Παπαδριανός, Η ελληνική παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση, Κομοτηνή, 1996, σ. 23-47. ֹΙωάννης Παπαδριανός, «Μαυροβούνιοι εθελοντές στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821», Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο 1, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 160-178. Barbara Jelavich,«The Balkan Nations and the Greek War of Independence», Balkan Studies Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 156 (1976), 157-169.ֹ Barbara Jelavich, History of the Balkans. Eighteen and Nighteen Centuries, τόμ. Α΄, Cambridge, 1983, σ. 171-234.ֹ Dimitrije Đorđević, Nacionalne revolucije balkanskih naroda 1804–1914, Beograd, 1995, σ. 23-25, 34-35.ֹ Kliment Džambazovski, «Grci u Prvom srpskom ustanku», Balkan Studies, Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 185-195.ֹ Lazar Tomanović, Bokelji u ratu za oslobođenje gr ko, Zadar, 1873, σ. 5-43.ֹ Dušan Kašić, «Grčki ustanak i Srbi: povodom proslave 150-godišnjice ustanka grčkog naroda», Teološki pogledi: dvomesečni versko naučni časopis, IV/2 (1971), 143- 154.ֹ Nebojša Ozimić, «Melentijeva buna: doprinos niškog sveštenstva Grčkom ustanku 1821. godine», Crkvene studije: godišnjak Centra za crkvene studije, III/3 (2006), 389-394.

2. Υπάρχουν μόνο δύο μελέτες γραμμένες στη σερβική γλώσσα για τις σερβο-ελληνικές σχέσεις πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βλ. Slavenko Terzić, Srbija i Grka (1856-1903): borba za Balkan, Beograd, ֹ Vladan Đorđević, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka, Beograd, 1923.

3. Terzić, ό.π., σ. 410.

4. Περισσότερο για το σερβικό εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», βλ. Dragoslav Stranjaković, Kako je postalo Garašaninovo „Na ertanije“, Beograd, 1939.ֹ Μελπομένη Κατσαροπούλου, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Naertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη, 2003.

5. Mark Mazower, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα, 2003, σ. 27-28.

6. Radoslav Grujić – Sava Vuković, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština, Kragujevac, 1989, σ. 151.

7. Το παρόμοιο όραμα για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό μοίραζε ένας άλλος έλληνας επαναστάτης, που άφησε επίσης την τελευταία του πνοή στο σερβικό έδαφος. Ο αγωνιστής του ΄21 από την περιοχή της Νάουσας, ο Δημήτριος Καρατάσος ήταν υποστηρικτής της σερβο-ελληνικής συνεργασίας για την οποία πίστευε πως ήταν η μόνη που μπορούσε να δώσει τέλος στην οθωμανική κυριαρχία στα Βαλκάνια. Με αυτή την ιδέα έφτασε στη Σερβία το 1861, αλλά είχε πεθάνει πριν να υπογράψει τη συμφωνία με τη σερβική πλευρά. Θάφτηκε με όλες τις τιμές κατά τη διαταγή του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, που του αφιέρωσε αυτούς τους στίχους γραμμένους στον τάφο του: «Περαστικέ, ενθάδε κείται ο ήρωας από το πεδίο μάχης μεγάλο και ιερό, από που πηγάζει η χαρά της Ελλάδος… Αν πας ποτέ σ΄ εκείνα τα μακρινά μέρη όπου μένουν οι Έλληνες, τα αδέρφια μας, πες τους πως εμείς ξέρουμε να εκτιμάμε τα πλήγματα, πες τους πως και αυτή η χώρα είχε απελευθερωθεί με αίμα», βλ. Milan Grol, Iz predratne Srbije, Beograd, 1939, σ. Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την Επανάστασιν του 1821. Διπλωματικαί διαπραγματεύσεις-πολεμικός αγών», Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, σ. 71.

8. Για το Φεραίο έγραψαν και οι άλλοι σέρβοι συγγραφείς και ποιητές του 19ου αιώνα: ο Γιόβαν Στέριγια Πόποβιτς το έργο Rigine ode i himne Grcima (Ωδαί και ύμνοι του Ρήγα προς τους Έλληνας) το 1821 και το Sedmograno cvetno drvo posvećeno borbenim Grcima (Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες) που παρέμεινε αδημοσίευτο, ο Σβέτομιρ Νικολάγιεβιτς το έργο Riga od Fere, pesnik i patriota (Ο Ρήγας Φεραίος, ποιητής και πατριώτης) το 1889, ο Πέρα Τοντόροβιτς το έργο Misterija Beograda (Το μυστήριο του Βελιγραδίου) το 1889 κ.ά.

9. Από το 1868 έως το 1903, η Ελλάδα διατηρούσε στο Βελιγράδι έναν επιτετραμμένο – με εξαίρεση την περίοδο 1868-1880 όταν διέθετε και γενικό πρόξενο. Ταυτόχρονα, η Σερβία διατηρούσε επιτετραμμένους στην Αθήνα κατά τις συγκεκριμένες περιόδους (1876, 1882-1885, 1886-1889 και 1891-1903), βλ. Lukijanos Hasiotis, Srpsko-gr ki odnosi 1913-1918. Savezni ke prednosti i politika rivalstva, Jasmina Tomašević (μτφρ.), Novi Sad, 2017, σ. 26

10. Στο μυθιστόρημα παρουσιάστηκε η ζωή των σημαντικών ελληνικών και βλάχικων οικογενειών του Βελιγραδίου, αλλά και η προσπάθεια των σέρβων εμπόρων να ενταχθούν στους εμπορικούς τους κύκλους, βλ. Dragutin J. Ilić, Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda, Beograd, 1908, σ. 7.

11. Για τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων στη Σερβία, τις οικονομικές, εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες, όπως και την κοινωνική τους θέση στη σερβική κοινωνία βλ. κυρίως Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ος αι.), Αλεξανδρούπολη, 2001, σ. 7-114.ֹ Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 9-260.ֹ Joanis Papadrianos, «Grčka škola u Zemunu i Srbi (XVIII i XIX vek)», Balcanica, 22 (1991), 281-291.ֹ Jovanka Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu», Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

12. Περισσότερο για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Σερβίας, βλ. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο Βελιγράδι. Από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1921», Διαβαλκανικό Συνέδριο 2, Κομοτηνή, 2002, σ. 165-171.

13. Ο δάσκαλος ονόματι Κωνσταντίνος Ράνος βρέθηκε στην υπηρεσία του κνιάζ Μίλος και δίδασκε ελληνικά στα παιδιά του, βλ. Mita Petrović, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima, τόμ. Α΄, Beograd, 1897, σ. 751, 754-756. Επίσης, ορισμένοι Σέρβοι όπως ο ποιητής Σίμα Μιλουτίνοβιτς Σαραγίλια και οι πολιτικοί Ηλίας Γκαράσανιν και Βλάνταν Τζόρτζεβιτς πήγαιναν και στο ελληνικό σχολείο στο Σέμλινο και το Βελιγράδι, βλ. Milan Đ. Milićević, Pomenik, Beograd, 1971, σ. 172.ֹ Dušan J. Popović, O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije, Beograd, [b.g.], σ. 221, 239.

14. Sreten Popović, Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880), Beograd, 1950, σ. 434.

15. Ilić, ό.π., σ. 15.

16. Πέραν από τη γλώσσα, στα ελληνικά σχολεία διδάσκονταν και η ελληνική ιστορία, βλ. Popović, ό.π., σ. 242.

17. Dimitrije Nikolajević Darvar (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe, Budim, 1801, σ. 7.

18. Vladan Đorđević, Grčka i srpska prosveta, Beograd, 1896, σ. 223.

19. Popović, ό.π., σ. 219.

20. Εκτός από τα βιβλία του Ζαχαριάδη που ήταν και τα πρώτα που χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση, για τον ίδιο σκοπό κυκλοφόρησαν στη Σερβία διάφορα λεξικά και γραμματικές: τα λογοτεχνικά αποσπάσματα με σύντομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε συγγραφή του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου και του μεταφραστή του Κοραή στη σερβική γλώσσα, του Βουκάσιν Ράδισιτς (1837), το λεξικό με καθημερινές εκφράσεις στην ελληνική και τουρκική γλώσσα του Ράντοβ Πέντσο (1845), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας (1845) και το διδακτικό εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στην Εμπορική Σχολή του παιδαγωγού Ευθυμίου Αμπράμοβιτς (1846, 1855), το μικρό σερβο-ελληνικό λεξικό του Ρίστα Γιοβάνοβιτς (1855), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Νόβι Σαντ, του Νικόλαου Γιαννακίδη (1863) κ.ά.

21. Ο Ζαχαριάδης μετέφρασε στη σερβική ή σλαβοσερβική γλώσσα τα εξής έργα των αρχαίων Ελλήνων: H Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως (1807), όπως και τα Γαμικά παραγγέλματα του ίδιου συγγραφέα (1808), η Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1807), Η δίκη των φωνηέντων του Λουκιανού του Σαμοσατέως (1834) που την υπέγραψε με το ψευδώνυμο «Φιλοσέρβος Κρίτων» και το έργο Hranilište iliti amajlija (Βιότοπος ή φυλαχτό) (1837), που ήταν η συλλογή διάφορων αποφθεγμάτων και σκέψεων των σοφών ανθρώπων της αρχαίας Ελλάδας, βλ. Žarko Vojnović (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867, τόμ. Α΄, Beograd, 2019, σ. 88, 115, 123, 176, 294, 316, 345, 385.

22. Ο Παπακωστόπουλος υποστήριξε τη λανθασμένη άποψη της ελληνιστικής εποχής ότι ο Όμηρος ήταν συγγραφέας του έπους Βατραχομυομαχία.

23. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15 ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα, 2003, σ. 2-5.

24. Εκτός από το έργο των τριών ελλήνων δασκάλων και καθηγητών, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου στη Σερβία δημοσιεύτηκαν ελληνικά βιβλία και μεταφράσεις από την ελληνική γλώσσα, που συνήθως είχαν ως θέμα τη θρησκεία. Ο σέρβος λογοτέχνης και ιερέας Βιτσέντιε Ράκιτς, που είχε γράψει και τη συλλογή ποιημάτων για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1854), ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός μεταφραστής: το κρητικό θρησκευτικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ (1799), το Φυλακτήριον της ψυχής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου (1800), το Άνθος Χαρίτων του Τομμάσο Γκοτζαντίνι (1800), τα ηθικά διδάγματα του Αγίου Σπυρίδωνα του Θαυματουργού (1802), η συλλογή προσευχών στον Χριστό και την Παναγία (1808), τα Θαυμάσια της υπεραγίας Θεοτόκου του Αγαπίου Λάνδου (1808), η συλλογή ποιημάτων του ιατροφιλοσόφου από τη Κοζάνη, του Γεωργίου Σακελλαρίου (Plač Đorđa Saćelarija, na smrt ljubezne svoje supruge Naste Karakase, 1821) κ.ά., βλ. Vojnović, ό.π., σ. 84, 119, 122, 134, 146.

25. Gordana Blagojević, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357.

26. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα σερβικά αναγνωστήρια μπορούσε να διαβάσει κανείς πάνω από 230 εφημερίδες σε 14 ξένες γλώσσες. Κάποιες απ’ αυτές ήταν και στην ελληνική γλώσσα που έφταναν τακτικά από την Ελλάδα, όπως οι Αιών, Αθήνα, Αμάλθεια, Ελλάδα, Ημέρα, Θεολόγος, Ισοκράτης, Τηλέγραφος και Χρόνος, βλ. Desanka Stamatović, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka», Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854-1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac, 1998, σ. 714.ֹ Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu», 165.

27. Βασίλης Κ. Γούναρης, Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, 2007, σ. 321-323.

28. Στην προσπάθεια να εκδώσει το βιβλίο του, ζήτησε τη βοήθεια του φιλολόγου και μεταρρυθμιστή της σερβικής γλώσσας, του Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς, «να βρει έλληνες και σέρβους συνδρομητές» που θα στήριζαν οικονομικά την έκδοσή του. Από τη στιγμή που το έργο παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζουμε πως ο Κάρατζιτς απέτυχε στην αποστολή αυτή, βλ. Vuk Stefanović Karadžić, Prepiska III, 1826–1828, Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd, 1989, σ. 64-65.ֹ Kosta Milunović, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti», Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος-Ιούνιος 1967), 10.

29. Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote, Avram Branković (μτφρ.), Budim, 1829, σ. VII-XII.

30. Karl Heinrich Hermes, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.), Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad, 1829, σ. I.

31. Χρειάζεται να τονιστεί πως η κυκλοφορία των πρώτων καθημερινών εφημερίδων στη Σερβία αργοπορούσε σε σύγκριση με την Ελλάδα. Μόλις το 1878, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, άρχισαν να δημοσιεύονται οι πρώτες εφημερίδες στη σερβική γλώσσα, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τα επίσημα όργανα των πολιτικών κομμάτων. Τέτοιες ήταν οι Samouprava (Αυτοδιοίκηση), Videlo (Φως) και Srpska nezavisnost (Σερβική ανεξαρτησία). Όσον αφορά εκείνες που κυκλοφορούσαν στο αυστριακό έδαφος ήταν η Zastava (Σημαία) από το Νόβι Σαντ και η Srbobran (Υπερασπιστής των Σέρβων) από το Ζάγκρεμπ. Οι εφημερίδες αυτές ενημέρωναν το σερβικό κοινό για τα γεγονότα στην Ελλάδα, όπως εκείνα της Κρητικής Επανάστασης (1895-1898) και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, ενώ καμιά φορά άγγιζαν και τα ιστορικά θέματα της προγενέστερου περιόδου, βλ. Nemanja M. Kalezić – Jasmina I. Tomašević, «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade, 2019, σ. 8-12.

32. Otadžbina: književnost, nauka, društveni život, «Posle bombardovanja Beograda», 8/29 (1881), 1-34, «Stara i nova Grčka», 18/70 (1888), 381-392.ֹ Službeni vojni list: organ i izdanje Vojnog ministarstva, «Grčka vojska», 16 (1881), 333-334, 24 (1881), 533-536.ֹ Srpska nezavisnost, 1 Μαΐου 1882, αριθ. 67, σ. 2.ֹ Delo: list za nauku, književnost i društveni život, «Istočno pitanje», 1 (1894), 496-508, 2 (1894), 448-466, «Intervencija u međunarodnom pravu s obzirom na Tursku», 30 (1904), 386-394, «Odnosi Karađorđevi i Miloševi sa Grcima. Prevod grčkih dokumenata iz Filomonove istorije Grčkog ustanka», 1-3 (1907), 9-10, 174-175.ֹ Prosvetni glasnik: službeni list Ministarstva prosvete i crkvenih poslova Kraljevine Srbije, «Opšta istorija», 6 (1894), 44-103.ֹ Srpski književni glasnik, «Pogled na ulogu Rusije i Austrije u Isto nom pitanju», 10/8 (1903), 584-605.

33. «Ἐάν ὅμως ἡ τῆς Ἐλλάδος αὕτή ἀδελφή, ἤτις καὶ θρησκευτικῷς ἀναποστάσεως ὑπάρχει συνδεδεμένη μετ’ αὐτῆς, ἑνωθῆ καὶ πολιτικῷς δι’ ἀγῷνα τὸν ἅπαντα, διὰ φιλικῆς καὶ ἀνασπάστου ὁμοσπονδίας, θέλει ἰσχυροποιηθῆ μεγάλως, ἀποκαθισταμένη σεβαστὴ παντοῦ», βλ. Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1863-1864, σ. 121.

34. Σταμάτιος Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα, 1947, σ. 117. Μιχαήλ Λάσκαρης, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη, 1948, σ. 225.

35. Στο σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν, που καθόρισε τη σερβική εξωτερική πολιτική μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν αναφέρονταν τα ονόματα των περιοχών της Παλαιάς Σερβίας (Ράσκα, Κοσσυφοπέδιο, Σκόπια), όπως και της Μακεδονίας (κάποιες περιοχές των βιλαετιών του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης). Όμως, εφόσον ο σέρβος πολιτικός ανέφερε στο πρόγραμμά του την Αυτοκρατορία του Δουσάν, θέτοντάς την ως βάση του νέου σερβικού κράτους, συμπεραίνεται πως αυτές οι περιοχές ήταν αυτονόητα εντός. Το μεσαιωνικό σερβικό κράτος νομιμοποιούσε το ιστορικό δίκαιο του σερβικού έθνους για τις περιοχές αυτές, βλ. Κατσαροπούλου, ό.π., σ. 172-179.

36. Για τη σερβική πολιτική στη Μακεδονία από την ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας και τη σερβική αντιμετώπιση του Μακεδονικού Ζητήματος, βλ. Κωνσταντίνος Κατσάνος, «Η Μακεδονία των Σέρβων 1870-1941: από την Παλαιά στη Νότια Σερβία», Μακεδονικές ταυτότητες το χρόνο: διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Ιωάννης Στεφανίδης (επιμ.), Αθήνα, 2008, σ. 212-234.ֹ Ljubiša Doklestić, Kroz historiju Makedonije: izabrani izvori, Zagreb, 1964, σ. 52-194. tojan Novaković, Najnovija balkanska kriza i srpsko pitanje: beleške, razmišljanja, razgovori i politiki članci iz 1908-1909, Beograd, 1910, σ. 2-100. Stojan Novaković, S’ Morave na Vardar, Beograd, 1892, σ. 3-109. ֹ  Stojan  Novaković,  Balkanska  pitanja  i  manje  istorijsko-politike  beleške  o  Balkanskom poluostrvu  1886-1905,  Beograd,  1906,  σ.  7-549. ֹ Stojan  Protić,  O  Makedoniji  i  Makedoncima, Beograd, 1928, σ. 4-107.ֹ Marko P. Cemović, Makedonski problem i Makedonci, Beograd, 1913, σ. 21-106.ֹ Jovan Cvijić, Balkansko poluostrvo i južnoslovenske zemlje: osnovi antropogeografije, Borivoje Drobnjaković (επιμ.), Beograd, 1931, τόμ. Β΄, σ. 73-171.ֹ Jovan Cvijić, Nekolika promatranja o etnografiji Makedonskih Slovena, Beograd, 1906, σ. 2-67.ֹ Jovan Cvijić, O balkanskim psihikim tipovima, Ivo Andrić (επιμ.), Beograd, 1988, σ. 15-113.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 3. Govori i članci, Radomir Lukić (επιμ.), Beograd, 1987, σ. 34-61.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 8. Osnovi za geografiju i geologiju Makedonije i Stare Srbije, Beograd, 1995, σ. 53-57, 437-464.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonija i maćedonsko pitanje», Srpski književni glasnik, 8 (Ιούνιος, 1902), 1264-1269.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonsko pitanje i turkofilstvo», Srpski književni glasnik, 6 (Αύγουστος, 1902), 459-467.

37. Ο Νοβάκοβιτς θεωρούσε πως η συνεργασία των δύο χωρών ήταν απαραίτητη για την καταπολέμηση της βουλγαρικής Εξαρχίας. Ήταν σίγουρα ο μοναδικός Σέρβος της εποχής που γνώριζε τόσα πολλά για το ελληνικό εθνικό πρόγραμμα και την ελληνική εθνική ιδεολογία. Έχοντας ευκαιρία να γνωρίσει τους ελληνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της θητείας του, ενδιαφέρθηκε για την καθημερινή ζωή τους και τον ελληνικό πολιτισμό. Προσπάθησε να φέρει τους Έλληνες πιο κοντά στο σερβικό λαό, μεταφράζοντας και συγγράφοντας διάφορα εγχειρίδια ελληνικής ιστορίας και συλλογές ποιημάτων. Στη Σερβία έγιναν γνωστά τα έργα του: Jelada i Jelini (Η Ελλάς και οι Έλληνες, 1874), Grčke misli o etnografiji Balkanskog poluostrva (Ελληνικές σκέψεις περί της εθνογραφίας της Βαλκανικής Χερσονήσου, 1890), Carigradska patrijaršija i pravoslavlje u evropskoj Turskoj (Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ορθοδοξία στην ευρωπαϊκή Τουρκία, 1895), όπως και οι μεταφράσεις των ελληνικών δημοτικών ποιημάτων από την τσεχική γλώσσα στο λογοτεχνικό περιοδικό Vila (Νεράιδα).

38. Hasiotis, ό.π., σ. 306.

39. Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 58.

40. Đorđević, Srbija i Grčka, σ. 263.

41. Čedomilj Mijatović, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London, 1892, σ. XII.

42. Male novine, 24 Ιουνίου 1889, αριθ. 184, σ. 2, 30 Ιουνίου 1889, αριθ. 190, σ. 2-3. Ιουλίου 1889, αριθ. 2569, σ. 1-2, 7 Ιουλίου 1889, αριθ. 2571, σ. 1-2.

43. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 166.

44. Μετέφρασε τα θεατρικά έργα του Άγγελου Βλάχου Βραδινό γλέντι στου κυρίου Σουζαμάτη το 1890 και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή Του Κοντρούλη ο γάμος το Ταυτόχρονα συνεισέφερε στην προσέγγιση των δύο πλευρών με συγγραφή βιβλίων και άρθρων όπως «Εικόνες από την Αθήνα και κοντινές περιοχές» το 189?, «Ο Σέρβος ποιητής Λ.Κ. Λαζάρεβιτς» το 1892, Η ελληνική και η σερβική παιδεία το 1896 κ.ά.

45. Γούναρης, ό.π., σ. 195.

46. Στο ίδιο, σ. 327.

47. Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα, 1999, σ. 23.

48. Slobodan Marković, «British Perceptions of the Salonika Front», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 410.

49. Basil C. Gounaris, «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 18.

50. Περισσότερο για τους λόγους αποτυχίας της σερβικής δράσης στη Μακεδονία, βλ. Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και Εθνικισμός στα Βαλκάνια. Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας (1870- 1904), Αθήνα, 1992, σ. 30-34.

51. Ακρόπολις, 13 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6730, σ. 1, 14 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6731, σ. 1.

52. Jacob Gold Schurman, The Balkan Wars, 1912-1913, London, 1914, σ. 3.

53. Λευτέρης Σταυριανός, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 534.

54. Hasiotis, ό.π., σ. 43-47.

55. Γούναρης, ό.π., σ. 219-220.

56 Terzić, ό.π., σ. 371, 411-412.

57. Hasiotis, ό.π., σ. 461.

58. Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα, 1988, σ. 416-420.

59. Στέφανος Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821- 1862, Αθήνα, 2005, σ. 116-117.

60. Terzić, ό.π., σ. 305.

61. Περισσότερο για την Ανατολική Ομοσπονδία, βλ. Λουκιανός Χασιώτης, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: Δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 12-61.

62. Γούναρης, ό.π., σ. 177, 218.

63. Pravda, 24 Απριλίου 1912, αριθ. 113, σ. ֹ Ακρόπολις, 7 Μαΐου 1912, αριθ. 6984, σ. 3.

64. Κωνσταντίνος Μητσόπουλος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, 1892, σ. 190.ֹ Σπύριδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 2009, σ. ֹ Stojan Novaković, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija, Beograd, 1874, σ. 50-63.ֹ Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους», σ. 23. Terzić, ό.π., σ. 411.

65. Hasiotis, ό.π., σ. 18.

66. Terzić, ό.π., σ. 419.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δημοσιευμένες πηγές

Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote [Ναυμαχία του Ναυαρίνου ή συντριβή του τουρκικού στόλου], Avram Branković (μτφρ.), Budim: Pismeni Kr. Vseučilišta Peštanskog 1829.

Grol, Milan, Iz predratne Srbije [Από την προπολεμική Σερβία], Beograd: Srpska književna zadruga 1939.

Darvar, Nikolajević Dimitrije (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe [Καθρέφτης του Χριστιανισμού], Budim: Slaveno-srbska pečatnja Kraljevskago vseučilišta vengerskago 1801.

Ilić, Dragutin J., Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda [Ο Χατζή-Ντίσα: μυθιστόρημα περί της ζωής του παλιού Βελιγραδίου], Beograd: Srpska književna zadruga 1908.

Popović, Sreten L., Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880) [Ταξιδεύοντας στη νέα Σερβία: (1878 και 1880)], Beograd: Srpska književna zadruga 1950.

Hermes, Heinrich Karl, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.) [Ελληνική Επανάσταση: από την έναρξη (1821) μέχρι τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827)], Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad: Nar. knjigopečatnja Dan. Medakovića 1829.

 

Βοηθήματα

Ανώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη: Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών 1979.

Blagojević, Gordana, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357-358.

Vojnović, Žarko (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867 [Σερβική βιβλιογραφία: βιβλία: 1801-1867], τόμ. Α΄, Beograd: Narodna biblioteka Srbije 2019.

Gounaris, Basil C., «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 5-22.

Γούναρης, Βασίλης Κ., Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα: Επίκεντρο 2007.

Grujić, Radoslav – Vuković, Sava, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština [Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία: πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά], Kragujevac: Svetlost 1989.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 157-167.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu» [Έλληνες του Βελιγραδίου. Κρυμμένες μειονότητες στα Βαλκάνια], Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα: Μανούσεια Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη 2003, σ. 1- 6.

Đorđević, Vladan, Grčka i srpska prosveta [Η ελληνική και η σερβική παιδεία], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1896.

Đorđević, Vladan, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka [Η Σερβία και η Ελλάδα 1891-1893: συμβολή στην ιστορία της σερβικής διπλωματίας στα τέλη του 19ου αιώνα], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1923.

Kalezić, Nemanja M. – Tomašević, Jasmina I., «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade: University of Belgrade 2019.

Karadžić, Stefanović Vuk, Prepiska III, 1826–1828 [Αλληλογραφία ΙΙΙ, 1826-1828], Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd: Prosveta 1989.

Κατσαροπούλου, Μελπομένη, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Načertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.

Κουτσονίκας, Λάμπρος, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα: Τύποις του Ευαγγελισμού 1863-1864.

Λάσκαρης, Μιχαήλ, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη: [χ.ό.] 1948.

Λάσκαρις, Σταμάτιος Θ., Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα: Τζάκας- Δελαγραμμάτικας 1947.

Mazower, Mark, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα: Πατάκης 2003.

Marković, Slobodan, «British Perceptions of the Salonika Front and the Belligerent Balkan Countries», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη: IMXA 2005, σ. 409-429.

Μητσόπουλος, Κωνσταντίνος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα: Σ.Κ. Βλαστώ 1892.

Mijatović, Čedomilj, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London: Sampson Low, Marston & company 1892.

Milićević, Milan Đ., Pomenik [Μνημόνευση], Beograd: Srpska književna zadruga 1971.

Milunović, Kosta, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti» [Ελληνικές εξεγέρσεις στη σερβική λογοτεχνία], Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος- Ιούνιος 1967), 3-19.

Novaković, Stojan, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija [Η Ελλάς και οι Έλληνες: οδοιπορικό, στατιστική, διοίκηση], Beograd: štamparija N. Stefanovića i družine 1874.

Παπαγεωργίου, Στέφανος, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, Αθήνα: Παπαζήσης 2005.

Παπαδριανός, Ιωάννης Α., Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ 1988.

Petrović, Mita, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do 1842. S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima [Οικονομία και θεσμοί της ανανεωμένης Σερβίας μέχρι το 1842. Με μια ματιά στην προηγούμενη ιστορική εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Σερβία: κατά τα πρωτότυπα έγγραφα], τόμ. Α΄, Beograd: Ministarstvo finansija 1897.

Popović, Dušan J., O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije [Περί των Αρμάνων: συνεισφορά στο ζήτημα της προέλευσης της πόλης μας], Beograd: Grafički institut Narodna misao [b.g.].

Σκοπετέα, Έλλη, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20 ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα: Βιβλιόραμα 1999.

Σκοπετέα, Έλλη, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο 1988.

Stamatović, Desanka, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka» [Ξένες και εγχώριες εφημερίδες και περιοδικά στα σερβικά αναγνωστήρια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα], Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854- 1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac: Univerzitet, 1998, σ. 711-725.

Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2007.

Σφέτας, Σπύριδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

Σφέτας, Σπυρίδων, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.

Schurman, Gold Jacob, The Balkan Wars, 1912-1913, London: Oxford University Press 1914. Terzić, Slavenko, Srbija i Grčka (1856-1903): borba za Balkan [Η Σερβία και η Ελλάδα (1856-1903): ο αγώνας για τα Βαλκάνια], Beograd: SANU 1992.

Χασιώτης, Λουκιανός, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: Δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2001.

Hasiotis, Lukijanos, Srpsko-grčki odnosi 1913-1918. Savezničke prednosti i politička rivalstva [Σερβο-ελληνικές σχέσεις 1913-1918: συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες], Jasmina Tomašević (μτφρ.), Novi Sad: Prometej 2017.

 

Εφημερίδες

Ακρόπολις, Αθήνα, 1889, 1910, 1912.

Delo: list za nauku, književnost i društveni život [Πράξη: περιοδικό επιστήμης, λογοτεχνίας και κοινωνικής ζωής], Beograd, 1894, 1904, 1907.

Male novine [Μικρές εφημερίδες], Beograd, 1889.

Otadžbina: književnost, nauka, društveni život [Πατρίδα: λογοτεχνία, επιστήμη, κοινωνική ζωή], Beograd, 1881, 1888.

Pravda [Δικαιοσύνη], Beograd, 1912.

Prosvetni glasnik: službeni list Ministarstva prosvete i crkvenih poslova Kraljevine Srbije [Εκπαιδευτικό περιοδικό: το επίσημο όργανο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων του Βασιλείου της Σερβίας], Beograd, 1894.

Službeni vojni list: organ i izdanje Vojnog ministarstva [Επίσημη εφημερίδα του Στρατού: το όργανο και η έκδοση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας], Beograd, 1881.

Srpski književni glasnik [Σερβικός λογοτεχνικός αγγελιαφόρος], Beograd, 1903.

Srpska nezavisnost [Σερβική ανεξαρτησία], Beograd, 1882.

 

 

 

Ίνα Μουλλάι: «Συστήματα». Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» (τέλη 9ου – 12ος αι.)

Ίνα Μουλλάι

 

«Συστήματα».

Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον»

(τέλη 9ου – 12ος αι.)

 

Το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη ρωμαϊκή οικονομική παράδοση και πρακτική τις κοινότητες όμοιων επαγγελματιών, τα ρωμαϊκά δηλαδή collegia ή corpora (ελλην. σύλλογοι ή ἑταιρεῖαι ή σωματεῖα). Επρόκειτο ουσιαστικά για συνεταιριστικούς δεσμούς, οι οποίοι μπορούν καταχρηστικά να ονομαστούν και συντεχνίες. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» του 10ου αι. (βλ. σχετικά παρακάτω) η έννοια της συντεχνίας προσδιορίζεται ωστόσο με τους τεχνικούς όρους σύστημα /-ήματα ή κοινότης τοῦ συστήματος. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται κάποια ασάφεια ως προς την ειδική ορολογία που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ερευνητές για να προσδιορίσουν τις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες· αυτό συμβαίνει διότι οι τελευταίοι ενίοτε δεν υιοθετούν στις δημοσιεύσεις τους την αυστηρή ορολογία των μεσαιωνικών ελληνικών κειμένων, αλλά «παρασύρονται» τρόπον τινά από τον σύγχρονο γενικό αγγλικό όρο guilds. Αξιοσημείωτη ως προς αυτό είναι ωστόσο η διαφοροποίηση του G. C. Maniatis: O συγκεκριμένος μελετητής επισημαίνει (ορθά κατά τη γνώμη μας) ότι οι έννοιες / όροι collegia, σύλλογοι, ἑταιρεῖαι, σωματεῖα / corpora, συστήματα, ἐργαστηριακοί και οι αποκαλούμενοι οἱ τῶν βαναύσων τεχνῶν δεν θα πρέπει να συγχέονται και να ταυτίζονται με τις συντεχνίες και το συντεχνιακό σύστημα της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή με τα αποκαλούμενα συστήματα. Ο ίδιος ερευνητής διακρίνει δυο ξεχωριστές ομάδες συντεχνιών, τις κρατικές – υποχρεωτικές (συστήματα) και τις εθελοντικές συνενώσεις (σωματεῖα και σύλλογοι). Η διάκρισή τους στηριζόταν κυρίως στο ενδιαφέρον ή όχι που έδειχνε το κράτος για αυτά τα επαγγέλματα και τους ασκούντες τους ¹.

Όλες οι συντεχνίες υπόκειντο στον έλεγχο του ἐπάρχου τῆς (Κωνσταντινου)πόλεως. Η συμμετοχή των επαγγελματιών στις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες ήταν υποχρεωτική μόνο για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Η αλήθεια είναι ότι έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τη χρονολόγηση και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου, το οποίο απευθυνόταν από τον αυτοκράτορα στον ἔπαρχον τῆς πόλεως, αξιωματούχο επόπτη και ρυθμιστή των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών στην ιδιαίτερη οικονομική και φορολογική ζώνη της βυζαντινής πρωτεύουσας (περί αυτής, βλ. τις σχετικές μελέτες του Ν. Oικονομίδη). Ωστόσο, οι περισσότεροι ερευνητές αποδέχονται πλέον ότι επρόκειτο μάλλον για συμπίλημα του 10ου αι. (τμήματά του ανάγονται από τη βασιλεία του Λέοντος Στ´ «Σοφού» [κυρίως] έως και την εποχή του Νικηφόρου Β´ Φωκά). Το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελούσε επαγγελματικό και αγορανομικό κώδικα, δηλαδή βασιλικό εγχειρίδιο εμπορικής δραστηριότητας με σαφή νομική και πρακτική εφαρμογή. Συμπεριέλαβε νέες (δηλαδή του τέλους του 9ου και των αρχών του 10ου αι.) αλλά και παλαιότερες κρατικές διατάξεις, οι οποίες διευθετούσαν ζητήματα σχετικά με τη δράση των λεγόμενων συστημάτων, δηλαδή των συντεχνιακά οργανωμένων επαγγελματιών της Κωνσταντινούπολης². Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ο εκάστοτε επαγγελματίας ασκούσε μια μόνο τέχνη και εντασσόταν στο αντίστοιχο σύστημα. Σε περίπτωση που κάποιος επιθυμούσε να αλλάξει τέχνη, αρκούσε η εγκατάλειψή της και η υιοθέτηση της νέας, με την παράλληλη βεβαίως είσοδό του στο ανάλογο σύστημα.

Απεικόνιση του ἐπάρχου τῆς πόλεως.

Η οργάνωση των επαγγελματιών σε συστήματα στόχευε σε ποικίλους σκοπούς: στη βέλτιστη άσκηση των επαγγελμάτων, στην ορθολογική κατανομή της εργασίας μεταξύ των συστημάτων, στη μετάδοση των γνώσεων μέσω της μαθητείας, στην εκπροσώπηση των επαγγελματιών έναντι των δημοσίων αρχών, στην εξασφάλιση προμηθειών σε λογικές τιμές από τις επαρχίες και το εξωτερικό, στη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής συμπεριφοράς, ώστε να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η απόκρυψη αγαθών σε κρίσιμες περιόδους, στην απαγόρευση της παραγωγής και εξαγωγής απαγορευμένων προϊόντων (όπως επίσης και τεχνιτών) και –τέλος– στη διευκόλυνση του κράτους στον αποτελεσματικό έλεγχο και στη συλλογή των φόρων. Ορισμένοι ερευνητές, βασιζόμενοι στις αναφορές στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» περί μέτρων και σταθμών, ελέγχου της παραγωγής από τον ἔπαρχο και καθορισμού του κέρδους των επαγγελματιών, θεώρησαν πως τα συστήματα αποσκοπούσαν επίσης στην αποτροπή του ανταγωνισμού μεταξύ των μελών τους και στη δημιουργία μονοπωλίου στις τιμές. Κατά την άποψη του G. C. Maniatis, η αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των μελών και το μονοπώλιο στις τιμές προϋπόθεταν ισχυρές αγορανομικές δομές, συνεργασία των μελών για τον καθορισμό και επιβολή των τιμών, επιλεκτική είσοδο νέων μελών, προστασία από τον εξωτερικό ανταγωνισμό αλλά και κρατική προστασία μέσω της νομοθεσίας.

Υπήρχαν πολλά επαγγέλματα και στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία δεν ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες και –πιο συγκεκριμένα– σε συστήματα. Οι δραστηριότητές τους ρυθμίζονταν ωστόσο από την καθαυτό αυτοκρατορική νομοθεσία και ορισμένα νομοκανονικά κείμενα. Το κράτος επέβαλλε την οργάνωση σε συστήματα των επαγγελματιών, οι δραστηριότητες των οποίων ενείχαν ιδιάζουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται και η επιλογή της σειράς των αναφερόμενων συστημάτων στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη άλλων συστημάτων, που δεν αναφέρονται στο τελευταίο, οι A. Stöckle και Α. Χριστοφιλόπουλος θεωρούσαν πως το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την ακριβή μορφή διάσωσης του συγκεκριμένου κειμένου. Όπως σημειώσαμε ήδη, το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελεί συμπιληματικό έργο· περιλαμβάνει διατάξεις για την επίλυση προβλημάτων που είχαν προκύψει κατά τις περιόδους σύνταξής του και για τα επαγγέλματα που είχαν σημασία για το κράτος. Συνεπώς, ακόμη και εάν υπήρχαν επιπρόσθετα συστήματα, δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριλαμβάνονται στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Ο Σπ. Βρυώνης υποστήριξε την άποψη της συντεχνιακής οργάνωσης όλων των επαγγελμάτων³. Ο G. C. Maniatis θεωρεί αντιθέτως ότι ορισμένες τέχνες δεν οργανώθηκαν σε συστήματα, καθώς ο μεγάλος αριθμός επαγγελματιών, οι οποίοι ασκούσαν την αντίστοιχη τέχνη, οι ποικίλες δραστηριότητες τους και οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις τους, αποτέλεσαν μερικούς από τους αποτρεπτικούς λόγους για την ένταξή τους⁴.

 

Κλίβανος εργαστηρίου κεραμικών δομικών υλικών από παράσταση εικονογραφημένου (ιστορημένου) χειρογράφου κώδικα (Biblioteca Apostolica Vaticana, Ms gr. 746, fol. 61r.).

Οι επικεφαλής των συστημάτων διορίζονταν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, με μοναδική εξαίρεση τον προϊστάμενο του συστήματος των ταβουλλαρίων, δηλαδή των συμβολαιογράφων, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος αυτού. Θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους εκλεγμένους από τα μέλη των συστημάτων προϊσταμένους (ἐξάρχους, προστάτας, πρωτοστάτας ή προστατεύοντας), οι οποίοι εγκρίνονταν κατόπιν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, και τους αξιωματούχους της υπηρεσίας του τελευταίου (λεγατάριος, σύμπονοι, βουλλωτὴς, μιττωτής και ἐπαρχικοί). Στα μέσα του 11ουαι. ο Μιχαήλ Ατταλειάτης αναφέρει επίσης τους τῆς ἀγορᾶς προεξάρχοντας⁵, ενώ ο ελαφρά μεταγενέστερος Γεώργιος Κεδρηνός τους λεγόμενους φροντιστάς⁶. Τα σχετιζόμενα με τον επισιτισμό της πόλεως συστήματα διέθεταν παραπάνω από έναν αντιπρόσωπο, με εξαίρεση τους σαλδαμαρίους (παντοπώλες) και μάγκιπας (φουρνάρηδες)⁷. Η ποικιλία των τίτλων αποδεικνύει την ύπαρξη μιας σαφούς εσωτερικής οργάνωσης των συστημάτων, η οποία αντικατόπτριζε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη αλλά και στα καθαυτό συστήματα. Γεγονός πάντως είναι ότι προϊστάμενοι των συστημάτων ήταν κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι προάσπιζαν πρωτίστως τα δημόσια οικονομικά και όχι τα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών των πρώτων. Οι ίδιοι λειτουργούσαν τρόπον τινά ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ του ἐπάρχου τῆς πόλεως και των μελών των συστημάτων αναφέροντας στον πρώτο τυχόν παραβάσεις των κανονισμών, αλλά δεν προέβαιναν σε λύση των εσωτερικών ζητημάτων των μελών.

Ήδη από τον 3ο αι. μ.Χ. οι ρωμαϊκές συντεχνίες χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα της τότε κρατικής μηχανής για την εφαρμογή της εκάστοτε κεντρικής οικονομικής πολιτικής. Ενίοτε ελάμβαναν τη μορφή ομάδων πιέσεως σε στιγμές αναταραχών, χωρίς να μπορούν να διακριθούν από τις φατρίες του Ιπποδρόμου⁸. Ένα ανάλογο περιστατικό αναφέρεται στη χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα μεταξύ των αθλητικών (και όχι μόνο) σωματείων (δήμων) των Πρασίνων και Βενέτων: οι τελευταίοι δωροδόκησαν τους λεγόμενους ἐργαστηριακούς, με σκοπό να συνεχίσουν τις συγκρούσεις κατά την πασίγνωστη λαϊκή Στάση του Νίκα στη βυζαντινή πρωτεύουσα (a. 532): « … ἐτοξεύετο ἐκ τῶν τοῦ Βενέτου μέρους· εἶχον γὰρ τῶν αὐτῶν ἐργαστηριακῶν διαφόρους ἀμοιβάς. καὶ τῇ ἔριδι συσχεθέντες … ». Χαρακτηριστική είναι όμως και η παλαιά σχετική αναφορά του Διόδωρου Σικελιώτη (1ος αι. π.Χ.), την οποία διασώζει και επαναλαμβάνει ο λόγιος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (μέσα 10ου αι.): « … ὥστε μὴ μόνον τοὺς ἐργαστηριακοὺς καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον συντρέχειν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὴν σύγκλητον ὑπερθέσθαι τοὺς χρηματισμούς … ». Από το πρώτο τέταρτο του 7ου έως και το 10ο αι., οι επαγγελματικές ενώσεις δεν απαντούν στις πηγές. Σποραδικές αναφορές εντοπίζουμε μόνο σε ἐργαστηριακούς, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη συνέχεια των συστημάτων.

 

O πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης διαμαρτύρεται στον έπαρχο πόλεως. Μικρογραφία χειρογράφου κώδικα του 12ου αι., Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Άγιον Όρος), Κωδ. 6, fol. 140b. Βλ. Π. Κ. Χρήστου – Χ. Μαυροπούλου-Τσιούμη – Σ. Ν. Καδάς, Οι θησαυροί του Αγίου Όρους. Εικονογραφημένα χειρόγραφα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1973, σ. 182, εικ. 308.

Αν και τα συστήματα ανέπτυσσαν πολυσχιδή δράση στην Κωνσταντινούπολη και διέπονταν από πολλούς κανονισμούς, υπολείπονταν στην εσωτερική οργάνωση. Τα μέλη τους δεν διέθεταν λ.χ. κανόνες για την άσκηση της τέχνης τους, ενώ παράλληλα δεν συμμετείχαν στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων· γενικά, δεν προωθείτο η ατομική πρωτοβουλία. Εντούτοις, τα μέλη των συστημάτων, ως ανήκοντα σε ενώσεις, επιτελούσαν και κοινωνικό έργο: αναλάμβαναν λ.χ. έξοδα νεκρώσιμων τελετών, προστάτευαν κοινωνικά τα αδύνατα μέλη των συστημάτων, ενώ προωθούσαν ακόμη και τη λατρεία. Κάθε σύστημα διέθετε κοινό ταμείο, το οποίο ενισχυόταν από τις εγγραφές των νέων του μελών. Τα έσοδα του ταμείου χρησιμοποιούνταν για το φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε το εκάστοτε σύστημα αλλά και για τις θρησκευτικές και δημόσιες εορτές που διοργανώνονταν από τις συγκεκριμένες ενώσεις⁹.

Τα συστήματα δεν αποτελούσαν νομικά πρόσωπα· συνακόλουθα, ήταν αδύνατη η κατοχή ιδιοκτησίας αλλά και η προσφυγή τους στα κρατικά δικαιοδοτικά όργανα. Βεβαίως, τα μέλη τους –ως ατομικές προσωπικότητες– διέθεταν ανάλογες δυνατότητες. Η εισαγωγή στα συστήματα πραγματοποιείτο δια εκλογής, εφόσον οι υποψήφιοι πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις· αντιθέτως, στα παλαιά ρωμαϊκά collegia η είσοδος ήταν κληρονομική. Η τελική έγκριση, όπως αντίστοιχα και η απομάκρυνση των παραβατών, αποφασιζόταν μόνο από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, καθώς τα ήδη ενταγμένα μέλη δεν συνεδρίαζαν¹º. Σε κάθε σύστημα, ανάλογα με την επαγγελματική φύση και δραστηριότητά του, οι προϋποθέσεις ένταξης νέου μέλους ήταν διαφορετικές. Έτσι, για την εισαγωγή μεταξοπρατῶν και καταρταρίων απαιτούνταν εγγυήσεις για το επαγγελματικό ήθος των υποψηφίων από αξιόπιστους άνδρες και η καταβολή δύο (χρυσών) νομισμάτων στο ταμείο του συστήματος. Για τους σηρικαρίους και βεστιοπράτας, οι αξιόπιστοι μάρτυρες ήταν πέντε, ενώ στο ταμείο του συστήματος κατέβαλλαν οι πρώτοι τρία και οι δεύτεροι έξι νομίσματα. Μόνο στα συστήματα των τραπεζιτῶν και χοιρεμπόρων δεν συνιστούσε προϋπόθεση η καταβολή χρημάτων παρά μόνο η προσέλευση μαρτύρων. Οι σαπωνοπράται αντίθετα, πέραν των εγγυήσεων από αξιόπιστους μάρτυρες, κατέβαλλαν στο δημόσιο ταμείο και το βασιλικό βεστιάριο από έξι νομίσματα. Για το σύστημα των ἰχθυοπρατῶν, αν και δεν αναφέρονται προϋποθέσεις στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», ο G. C. Maniatis υποθέτει την καταβολή δύο νομισμάτων και τις απαραίτητες εγγυήσεις από μάρτυρες. Ανάλογα με το επάγγελμα, τα νέα μέλη υποβάλλονταν σε ειδική εκπαίδευση ή απλή μαθητεία Διαθέτουμε για παράδειγμα αναφορές σε «παιδοδιδάσκαλο νομικὸ καὶ διδάσκαλο ἐν νομῇ» για το σύλλογο των ταβουλλαρίων, ενώ για τα συστήματα των κηρουλαρίων και των σαπωνοπρατῶν αναφέρονται μαθητευόμενοι κοντά στους ασκούντες της τέχνης: « … Τοὺς τὴν κηρουλαρικἠν μεταχειριζομένους τένην χρεὼν ἰδικῶς ἐν τοῖς ἑαυτῶν ἐργαστηρίοις ποιεῖσθαι τὰς πραγματείας καὶ μὴ παροδικῶς ἐν τοῖς ἀνεπιτηδείοις τόποις εἴτε δι’ οἰκετῶν μἢ καὶ μαθητῶν συνιστᾶν πρατήρια … », « … ὁ ἄνευ εἰδήσεως τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν προστάτου ἓτερον πρόσωπον μὴ ὂν ἐκ τοῦ συστήματος ἐκδιδάσκων τὴν τοιαύτην τέχνην … » ¹¹.

 

Εικόνες από την καθημερινή ζωή του Βυζαντίου. Στα λιμάνια λειτουργούσαν τα ιχθυοπωλεία, όπου οι ψαράδες πουλούσαν τα προϊόντα τους και τα καπηλειά για να φάνε, να πιούν ή και να διανυκτερεύσουν.

Τα νέα μέλη καταγράφονταν στο κατάστιχο του ἐπάρχου τῆς πόλεως και ελάμβαναν τη βούλλα του. Η τελευταία ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αλλά και ένταξη στο ευρύτερο συντεχνιακό καθεστώς, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο του ἐπάρχου. Οι ποινές για όσους δεν τηρούσαν τους κανόνες ήταν σκληρές και ταπεινωτικές, όπως σωματικός κολασμός, χρηματικά πρόστιμα, αποβολή από το σύστημα (ισοδύναμη με απώλεια άδειας άσκησης επαγγέλματος), διαπόμπευση μόνο για το σύστημα των μαγκίπων, εξορία από την Πόλη ακόμη και θανάτωση (ειδικά στην περίπτωση των σαπωνοπρατῶν). Οι ποινές επιβάλλονταν συνδυαστικά: συνήθως ο σωματικός κολασμός συνοδευόταν με τις υπόλοιπες ποινές¹². Κάποτε για το ίδιο παράπτωμα μνημονεύεται διαφορετική ποινή. Αυτό αποδίδεται στο συμπιληματικό χαρακτήρα του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», στη χρονική απόσταση του χειρογράφου κώδικα –δια του οποίου έχει διασωθεί το έργο (14ος αι.)– από τον αρχικό χρόνο σύνταξης του τελευταίου (10ος αι.) αλλά και στη διαφορετική οικονομική κατάσταση των μελών των συστημάτων. Οι υφιστάμενοι του ἐπάρχου φρόντιζαν για την άμεση εφαρμογή των ανωτέρω.

Υπήρχε δυνατότητα ένταξης ακόμη και δούλων σε ορισμένα συστήματα, με εγγυητές τους κυρίους των πρώτων. Οι μη ελεύθεροι δεν εμπλέκονταν μεν άμεσα στην παραγωγή και πώληση των προϊόντων, αλλά αναλάμβαναν τις οικιακές εργασίες. Υπήρχαν ωστόσο και δούλοι, έμπιστοι των κυριών τους, που αναλάμβαναν τη διαχείριση των ἐργαστηρίων, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τις τεχνικές γνώσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, με βάση και πάλι το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», διακρίνουμε δυο κατηγορίες δούλων: αυτούς που προΐσταντο των ἐργαστηρίων, αφού ο κύριός τους είχε διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια προς επένδυση, και εκείνους που ασκούσαν ορισμένες οικονομικές λειτουργίες υπό την επίβλεψη των ἐργαστηριακῶν. Μια αντίστοιχη πληροφορία αντλούμε δυο αιώνες αργότερα από σχετικό σχόλιο του κανονολόγου (αλλά και διακεκριμένου χρονογράφου) Ιωάννη Ζωναρά, με τη διαφορά πως στη δεύτερη κατηγορία ο τελευταίος εντάσσει τους οικιακούς δούλους¹³. Μέσω των δούλων δινόταν η δυνατότητα στους ευκατάστατους πολίτες να ασχοληθούν με το εμπόριο, σε περίπτωση που επιθυμούσαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους ή δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν οι ίδιοι προσωπικά.

 

Εργοτάξιο της βυζαντινής εποχής. Μικρογραφία χειρογράφου.
Χρονικό Ιωάννη Σκυλίτζη (κώδ. Vitr. 26 – 2, φ. 141ˇα) 13ος αι. Ισπανία, Μαδρίτη, Biblioteca Nacional.

Σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα, μαρτυρείται η ισότιμη συμμετοχή τους στο σύστημα των λεγόμενων καταρταρίων: « … οἱ μὴ ἐν τῇ ἀπογραφῇ ὄντες, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναῖκες, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῆς ἔξωθεν μετάξης ἐξωνεῖσθαι καὶ ἀπὸ τῶν μεταξοπρατῶν ἐξωνούμενοι … ». Πιθανότατα και οι συμμετέχουσες στο πανηγύρι της Αγίας Αγάθης, κλώστριες και υφάντριες μάλλινων ενδυμάτων, να εντάσσονταν σε σύστημα ή τουλάχιστον να συγκροτούσαν σωματείο¹⁴. Η συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα των ἀργυροπρατῶν και τραπεζιτῶν απαγορευόταν ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αναφέρεται πως σε περίπτωση έκθεσης προς πώληση πολύτιμων μετάλλων και λίθων από γυναίκες, απαιτείτο η γνωστοποίησή της στον ἔπαρχο τῆς πόλεως, για να αποφευχθεί η εξαγωγή των αγαθών σε ξένους λαούς. Η συμμετοχή κληρικών και Εβραίων απαγορευόταν.

Ενασχόληση των γυναικών με την υφαντουργία.

Πολλοί ερευνητές έχουν υποστηρίξει την πιθανότητα οργάνωσης των επαγγελματιών σε συστήματα και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στις μεσοβυζαντινές πόλεις που διέθεταν αναπτυγμένη βιοτεχνία (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο Θήβα, Εύριπος και Άνδρος) από το 10ο έως και το 12ο αι. Η σχετική επιχειρηματολογία τους στηρίζεται βασικά στην τεκμηριωμένη ύπαρξη βυζαντινής καλλιέργειας μουριών και βιοτεχνίας παραγωγής μεταξιού στις ανωτέρω περιοχές. Κατά τους ίδιους, εφόσον την παραγωγή και διανομή του τελευταίου πραγματοποιούσαν ἐργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν με βάση τους κανόνες του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», ήταν πιθανό το ίδιο να συνέβαινε και στα μεγάλα αστικά κέντρα παραγωγής των βυζαντινών επαρχιών. Οι ερευνητές τονίζουν τη λειτουργία συστημάτων ψαράδων κογχυλιών πορφύρας στη Θήβα, στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο (10ος αι.). Αν και στις πηγές δεν αναφέρεται παρόμοιο σύστημα, η πορφύρα συνιστούσε πολύ σημαντικό συστατικό για τη βαφή μεταξωτών υφασμάτων και δεν νοείτο η λειτουργία του έξω από το πλαίσιο κάποιου συστήματος.

 

Σκηνή από το βυζαντινό αγροτικό βίο από βίβλο του 11ου αι., Παρίσι, Bibliothèque Nationale de France.

O G. C. Maniatis αντικρούει ωστόσο την εικασία περί ύπαρξης συστημάτων και σε άλλες αυτοκρατορικές πόλεις πέραν της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος θεωρεί ότι η τελευταία προϋπόθετε την ύπαρξη ευρείας διοικητικής μηχανής με συγκεκριμένη νομική μορφή, στοιχεία της οποίας στις επαρχίες δεν μας έχουν διασωθεί, όπως σε προγενέστερες περιόδους. Εξάλλου, η ποικιλομορφία της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας, η επινόηση νέων φόρων και αγγαρειών και η αδυναμία πραγματικού ελέγχου της επαρχιακής οικονομικής δραστηριότητας καθιστούσαν αδύνατη τη δημιουργία ενός εθνικού συντεχνιακού δικτύου. Σχετικά με το σύστημα των ναυτικών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αι., την αναφορά του οποίου χρησιμοποίησαν ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης συστημάτων στις επαρχιακές βυζαντινές πόλεις οι O. Tafrali, Α. Χριστοφιλόπουλος, P. Charanis και Ν. Οικονομίδης¹⁵, πιθανότατα επρόκειτο για σωματείο μη υπαγόμενο σε κρατικό έλεγχο. Κατά τη γνώμη μας δεν υπήρξε κανένα σύστημα, τουλάχιστον οργανωμένο όπως εκείνα της Kωνσταντινούπολης, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, ο περιορισμός των συστημάτων αποκλειστικά στη βυζαντινή πρωτεύουσα καταδεικνύεται και από διάταγμα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), με το οποίο ο τελευταίος πρόσταζε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του κράτους να διασφαλίσουν τις εμπορικές συναλλαγές¹⁶.

Εργασία βυζαντινών τεχνιτών σε εργαστήριο.

Η προοδευτική επικράτηση των Λατίνων εμπόρων στην εμπορική ζωή της Κωνσταντινούπολης μετά τον 11ο αι., η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας μπροστά στην διαρκή πάλη μεταξύ δυναμικών ανταγωνιστικών ομάδων, η πολιτική αβεβαιότητα με την ταυτόχρονη αδυναμία ελέγχου των συστημάτων είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των τελευταίων στα τέλη του 12ου αι. Όπως τονίζει ο G. C. Maniatis, oι σποραδικές αναφορές ορισμένων όρων, όπως πρωτομαΐστωρ, πρωτομακελλάριος και ἔξαρχος, δεν αποτελούν απόδειξη της συνέχειας των συστημάτων, καθώς οι τελευταίοι προσδιόριζαν τους επικεφαλής διαφόρων επαγγελμάτων και όχι συστημάτων. Επίσης, υπήρχαν και οι επικεφαλής των επαγγελματικών συνεταιρισμών (συντροφίαι), όπως ο λεγόμενος πρωταλυκάριος, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας επαγγελματικής επιχείρησης και όχι προϊστάμενος ενός αντίστοιχου συστήματος. Προφανώς από το προγενέστερο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» δεν μπορεί να διαπιστωθεί η διατήρηση ή μη των συστημάτων από τα τέλη του 12ου αι. και εξής. Είναι αλήθεια ότι η απαγόρευση εισόδου κάποιου στο επάγγελμα ενός τρίτου, που απαντά στο τελευταίο κείμενο, αναπαράγεται πολύ αργότερα στη λεγόμενη «Ἑξάβιβλο» (νομική πραγματεία του 14ου αι. που συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο)¹⁷· αυτό ωστόσο από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη για τη συνέχεια των επαγγελματικών ενώσεων. Με την ουσιαστική απάλειψη των συστημάτων, έπαυσε έκτοτε και ο λόγος ύπαρξης, εφαρμογής και εποπτείας των κανονισμών του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου».

 

Η  Ίνα Μουλλάι είναι υποψήφια Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ).  Το ερευνητικό θέμα της διατριβής της αφορά το δευτερογενή τομέα παραγωγής στη μεσοβυζαντινή Μικρά Ασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹ Maniatis, Economy 339-345. Για τους επαγγελματίες της πρωτεύουσας, βλ. Dimitroukas, «Guilds». Για τα ἐργαστήρια και τους ἐργαστηριακούς, βλ. Μουλλάι, Εργαστήρια.

² Χριστοφιλόπουλος, Συντεχνίες 5. – Τρωιάνος, Πηγές 136-137. – Maniatis, «System» 542.

³ Βρυώνης, «Δημοκρατία» 297 (κείμ. και σημ. 26).

⁴ Maniatis, «System» 536.

Ατταλειάτης, Ἱστορία 12. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁶ Κεδρηνός 2. 641. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁷ Βλ. ειδικά το σύστημα των λεγόμενων λωροτόμων αλλά και εκείνα των καπήλων και των ἰχθυοπρατῶν. Ο αριθμός των επικεφαλής των συστημάτων καθοριζόταν από τα μέλη τους. Βλ. Ἐπαρχικόν Βιβλίον 17.1, 19.1, 20.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 66-67. – Maniatis, «System» 538.

⁸ Μαλάλας 491. 2-5. – Πορφυρογέννητος, Excerpta 285.15-17. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 290.

⁹ Dagron, «Οικονομία» 64.

¹º Stöckle, Zünfte 138, 140. – Maniatis, «System» 532.

¹¹ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 1.13, 11.1, 12.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 79 (κείμ. και σημ. 140). – Koder, «Authority» 87.

¹² Ἐπαρχικόν Βιβλίον 8.3, 10. 3, 12.3, 16.2: « … τυπτέσθω καὶ κουρευέσθω … ». Πρβλ. Koder, «Delikt und Strafe» 118. – Νεράντζη-Βαρμάζη, Σχόλια 1171-1172.

¹³  Σύνταγμα 2. 106. Πρβλ. Παπαγιάννη, Πρόβλημα 411-412.

¹  Laiou, Agathe 120.

¹⁵ Καντακουζηνός 575.8-13. Πρβλ. Χριστοφιλόπουλος, «Συντεχνίες» 4. – Oikonomidès, «Hommes» 78, 112-113.

¹⁶ Burgmann – Magdalino, «Michael» 382. – Maniatis, «Economy» 352-357. – Του ιδίου, «System» 537.

¹⁷ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 2.1, 4.1, 4.7, 5.1, 6.14-15, 8.6, 9.6, 10.1, 10.5, 10.6, 11.2, 12.4, 12.6, 13.1, 14.2, 15.1, 21.7. – Αρμενόπουλος, Ἑξάβιβλος (H) 6.14.12. Πρβλ. Maniatis, «Economy» 360-361.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Αρμενόπουλος Κωνσταντίνος, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, έκδ. Κ. Πιτσάκης [Βυζαντινά και Νεοελληνικά Κείμενα 1], Αθήνα 1971 (ανατ. 2006)

Ατταλειάτης Μιχαήλ, Ἱστορία, έκδ. Εύδ. Θ. Τσολάκης [CFHB 50], Athens 2011.

Burgmann, L. – Magdalino, P. (έκδ.), «Michael VIII on Maladministration», Fontes minores 6 (1976) 377-390.

Ἐπαρχικὸν Βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen [CFHB 33], Wien 1991.

Καντακουζηνός Ιωάννης, Ἱστορία, έκδ. L. Schopen, Ioannis Cantacuzeni ex imperatoris historiarum [CB], Bonnae 1828-1832.

Κεδρηνός Γεώργιος, Σύνοψις Ἱστοριῶν, έκδ. I. Bekker, Georgius Cedrenus. Ioannis Scylitzae ope [CB], Bonnae 1838.

Κόλιας, Τ. Κ. – Χρόνη, Μ., Το Επαρχικόν Βιβλίον Λέοντος Στ´ του Σοφού, Αθήνα 2010.

Μαλάλας Iωάννης, Χρονογραφία, έκδ. I. Thurn, Ioannis Malalae chronographia [CFHB 35], Berlin 2000.

Πορφυρογέννητος Κωνσταντίνος, έκδ. T. R. Büttner – A.G. Wobst, Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta. 1: Excerpta de insidiis, Berlin 1903, 2: Excerpta de virtutibus et vitiis, Berlin 1906, 1910, 3: Excerpta de insiidis, έκδ. C. de Boor, Berlin 1905, 4: Excerpta de sententiis, έκδ. U. P. Boissevain, Berlin 1906.

Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τὲ ἁγίων καὶ πανευφήμων ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν καὶ οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων πατέρων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Ἀθῆναι 1852-1859 (ανατ. 1966, 1982).

Βασιλικά, έκδ. H. J. Scheltema – N. van der Wal, Basilicorum Libri LX, τ.1-8 (κείμενο), Groningen 1955 κ.ε. και H. J. Scheltema – D. Holwerda, τ. 1-11 (σχόλια), Groningen 1953 κ.ε.

 

Β. Μελέτες

Χριστοφιλόπουλος, Α.Π., Τὸ Ἐπαρχικὸν Βιβλίον Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ αἱ συντεχνίαι ἐν Βυζαντίῳ, Ἀθῆναι 1935 (φωτ. ανατ. Θεσσαλονίκη 2000).

Dagron, G., «Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα», Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Τόμος Β´, γεν. εποπτ. Α. Λαΐου, επιστ. επιτρ. C. Morrisson – Χ. Μπούρας – Ν. Οικονομίδης – Κ. Πιτσάκης, Αθήνα 2006, σσ. 43-140.

Dimitroukas, Ι., «Craft Guilds in Constantinople», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople (2007), ιστοσ. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11681.

Koder, J., «Delikt und Strafe im Eparchenbuch», Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik 41 (1991) 113-131.

Koder, J., «The Authority of the “Eparchos” in the Markets of Constantinople (according to the Book of the Eparch)», Authority in Byzantium, επιμ. P. Amstrong, Abingdon, Oxon – New York 2013, σσ. 83-108.

Laiou, A. E., «The Festival of “Agathe”: Comments on the Life of Constantinopolitan Women», Bυζάντιον. Αφιέρωμα στὸν Ανδρέα Ν. Στράτο, επιμ. N. Στράτου, Αθήνα 1986, σσ. 111-123.

Maniatis, G. C., «The Domain of Private Guilds in the Byzantine Economy, Tenth to Fifteenth Centuries», Dumbarton Oaks Papers 55 (2001) 339-369.

Maniatis, G. C., «The Guild System in Byzantium and Medieval Western Europe: A Comparative Analysis of Organizational Structures, Regulatory Mechanisms, and Behavioral Patterns», Byzantion 76 (2006) 463-570.

Μουλλάι, Ί., Τα βυζαντινά εργαστήρια (9ος – 15ος αιώνας). Είδη, λειτουργία και συμβολή στην αστική οικονομία [Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία], ΑΠΘ 2018.

Νεράντζη-Βαρμάζη, B., «Σχόλια γύρω από τις ποινές στο Επαρχικό Βιβλίο του Λέοντα Στ΄ του Σοφού», Αντικήνσωρ: Τιμητικός τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου για τα ογδοηκοστά γενέθλια του, επιμ. Β. Α. Λεονταρίτου – Κ. Α. Μπουρδάρα – Ε. Σ. Παπαγιάννη, Αθήνα 2013, σσ. 1167-1176.

Παπαγιάννη, E., «Τὸ πρόβλημα τῶν δούλων στὸ ἔργο τῶν κανονολόγων τοῦ 12ου αι.», Τὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 12ο αἰώνα. Κανονικό δίκαιο, κράτος καὶ κοινωνία, επιμ. Ν. Οικονομίδης, Ἀθήνα 1991, σσ. 405-445.

Stöckle, Α., Spätrömische und Byzantinische Zünfte. Untersuchungen zum Sogenannten Ἐπαρχικόν Βιβλίον Leos des Weisen, Leipzig 1911 (ανατ. 1963).

Τρωιάνος, Σ. Ν., Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα 32011.

Vryonis, S., «Byzantine “Δημοκρατία” and the Guilds in the Eleventh Century», Dumbarton Oaks Papers 17 (1963) 287-314.