Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

100 χρόνια από τότε 

Αντώνης Κλάψης 

Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

 

Η ελληνική συμμετοχή στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διευθέτησης διαφορών που είχαν ανακύψει κατά τη διάρκειά του, αλλά και άλλων που προϋπήρχαν της διεξαγωγής του. Η επαναχάραξη συνόρων, η διάλυση κρατών και η δημιουργία νέων, η πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων, η ηθική καταδίκη και ο αφοπλισμός των ηττημένων έμελλαν να αποτελέσουν τα κορυφαία ζητήματα που θα απασχολούσαν τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, η οποία συνήλθε στο Παρίσι με έναν βασικό σκοπό: την κατάρτιση των Συνθηκών Ειρήνης μεταξύ αφενός των νικητριών κρατών της Αντάντ, αφετέρου των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία και Αυστρο-Ουγγαρία) και των συμμάχων τους (Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία). Μαζί με τους υπόλοιπους νικητές, στη Συνδιάσκεψη θα λάμβανε μέρος και η Ελλάδα, η οποία δεν είχε ποτέ μέχρι τότε κληθεί να συμμετάσχει σε ένα ανάλογο διεθνές forum.

Το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης είχε θεωρητικά τεθεί εκ των προτέρων πάνω στη βάση των Δεκατεσσάρων Σημείων, τα οποία είχε ανακοινώσει στις 26 Δεκεμβρίου 1917/8 Ιανουαρίου 1918 ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον: μεταξύ άλλων, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, ελευθερία της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου, μείωση των εξοπλισμών, αμερόληπτη διευθέτηση όλων των αποικιακών διεκδικήσεων, αυτοδιάθεση των λαών, ίδρυση ενός παγκόσμιου οργανισμού για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας[1]. Ωστόσο, οι ιδεαλιστικές εισηγήσεις του Αμερικανού προέδρου δεν ήταν πάντα εύκολο να εφαρμοστούν, καθώς προσέκρουαν σε ζωτικής σημασίας εθνικά συμφέροντα. Παρά τις διακηρύξεις για την κυριαρχική ισότητα όλων των κρατών, από την πρώτη κιόλας στιγμή της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Παρισιού αποδείχτηκε ότι η διάκριση μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και μικρότερων χωρών παρέμενε κεφαλαιώδους σημασίας. Ο αποκλεισμός των ηττημένων, αλλά και της νεοπαγούς Σοβιετικής Ρωσίας από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις συνοδεύτηκε από την καθιέρωση ενός «διευθυντηρίου» των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων της Αντάντ: το Συμβούλιο των Τεσσάρων, στο οποίο συμμετείχαν ο πρόεδρος Ουίλσον και οι πρωθυπουργοί της Μεγάλης Βρετανίας Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ, της Γαλλίας Ζωρζ Κλεμανσώ και της Ιταλίας Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο, θα συνεδρίαζε τακτικά, αναλαμβάνοντας αποφασιστικό ρόλο στη διευθέτηση όλων των επιμέρους ζητημάτων[2].

Η έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης στο ανάκτορο του Τριανόν, στις Βερσαλλίες ( Ιανουάριος 1919).

Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της Συνδιάσκεψης για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ελλάδας, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη γαλλική πρωτεύουσα τέθηκε ο Βενιζέλος, πλαισιωμένος από ικανότατους συνεργάτες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ο Άθως Ρωμάνος και ο Λάμπρος Κορομηλάς. Διαθέτοντας σπάνια διπλωματική δεινότητα και χαίροντας της εκτίμησης του συνόλου των άλλων ηγετών της εποχής του, ο Κρητικός πολιτικός γρήγορα αναδείχθηκε σε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της Συνδιάσκεψης: ήταν «ο σπουδαιότερος άνθρωπος που συνάντησα στο Παρίσι» εξομολογούνταν ο Ουίλσον[3]. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όνομα του Έλληνα πρωθυπουργού συζητήθηκε σοβαρά για την ανάληψη της θέσης του πρώτου γενικού γραμματέα της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών. Ικανότατος διαπραγματευτής, αποφασιστικός αλλά και διαλλακτικός όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, ο Βενιζέλος επιχείρησε –συνήθως με επιτυχία– να εκμεταλλευθεί προς όφελος της Αθήνας τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες μεταξύ των μελών του Συμβουλίου των Τεσσάρων, πείθοντας ότι η ικανοποίηση των ποικίλων ελληνικών αιτημάτων δεν εδραζόταν μόνο στον δίκαιο χαρακτήρα τους, αλλά ότι εξίσου εξυπηρετούσε τα συμπίπτοντα με εκείνα της Ελλάδας συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ελληνική λιθογραφία συμπεριλαμβάνουσα τον Ελευθέριο Βενιζέλο μεταξύ των συντελεστών της νίκης.

Αποδεικνύοντας προκαταβολικά το ρεαλιστικό του πνεύμα, ο Βενιζέλος είχε σπεύσει στα τέλη του 1918 να προσφέρει την ενεργή συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στη συμμαχική εκστρατεία στην Ουκρανία εναντίον των Μπολσεβίκων έτσι ώστε να εξασφαλίσει πρόσθετα διαπραγματευτικά χαρτιά (ιδίως προς την κατεύθυνση της Γαλλίας) εν όψει της έναρξης της ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης[4]. Για την επίτευξη, εξάλλου, των στόχων του χρησιμοποίησε μεθόδους όπως το lobbying και η συστηματική προπαγάνδα[5], οι οποίες συχνά συνδυάζονταν με ασυνήθιστες για τα δεδομένα της εποχής «διπλωματικές παραστάσεις»: όταν στις 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1919 εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων προκειμένου να παρουσιάσει προφορικά τις ελληνικές διεκδικήσεις, δεν ξεκίνησε αναφερόμενος στα αιτήματά του, αλλά αντίθετα, προφανώς σε μια προσπάθεια αφενός χαλάρωσης του φορτισμένου κλίματος των αδιάκοπων διαπραγματεύσεων, αφετέρου δημιουργίας θετικών εντυπώσεων, παρουσίασε στους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων φωτογραφίες σφουγγαράδων από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα[6].

 

Οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις

Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας διατυπώθηκαν αναλυτικά στο υπόμνημα που υπέβαλε ο Βενιζέλος προς τη Συνδιάσκεψη στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918[7]. Τα ελληνικά αιτήματα θεμελιώνονταν πρώτα απ’ όλα στην επίκληση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί στα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός παρέθετε αναλυτικά στατιστικά στοιχεία για τους αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς, επιχειρώντας να αποδείξει την αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από την πλευρά της Ελλάδας. Οι ελληνικές αξιώσεις, οι οποίες λίγες εβδομάδες αργότερα παρουσιάστηκαν και προφορικά από τον Βενιζέλο ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, περιλάμβαναν τη Βόρεια Ήπειρο, ολόκληρη τη Θράκη (Δυτική από τη Βουλγαρία και Ανατολική από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) έως τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, το σύνολο των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας (από την Πάνορμο στη Θάλασσα του Μαρμαρά έως νότια της Μάκρης), τα Δωδεκάνησα (που από την άνοιξη του 1912 τελούσαν υπό καθεστώς ιταλικής κατοχής), καθώς και την επικύρωση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου[8].

Αντίθετα, αναγνωρίζοντας τις αντικειμενικές δυσχέρειες που προέκυπταν λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής του από τις υπόλοιπες περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό, ο Βενιζέλος απέφυγε να διατυπώσει διεκδικήσεις για τον Πόντο. Η Ελλάδα, ακόμα κι αν εξασφάλιζε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν ήταν σε θέση να παρέμβει στρατιωτικά στην περιοχή προκειμένου να επιβάλει με τη δύναμη των όπλων, εάν αυτό απαιτούνταν, τη θέλησή της. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι σοβαρές αμφιβολίες εκφράζονταν για τη δυνατότητα των Ποντίων να αντιμετωπίσουν μόνοι τους ενδεχόμενες τουρκικές πιέσεις, ο Βενιζέλος απέρριψε τη λύση της ίδρυσης ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εισηγήθηκε, ωστόσο, την ενσωμάτωση του Πόντου (αλλά και του βιλαετίου των Αδάνων, όπου κατοικούσαν περίπου 70.000 Έλληνες) στη νεοσυσταθείσα Αρμενική Δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας εικαζόταν ότι οι Έλληνες θα απολάμβαναν πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση της παρουσίας τους και την ευημερία τους στις πατρογονικές τους εστίες[9].

Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος.

Έχοντας ως προτεραιότητα να μην διαταράξει τις εγκάρδιες σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία, στην ένθερμη υποστήριξη της οποίας υπολόγιζε προκειμένου να προωθήσει τα υπόλοιπα ελληνικά αιτήματα, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έθεσε ούτε θέμα απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα[10]. Εκτιμώντας ότι στη δεδομένη συγκυρία καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να εγείρει αξιώσεις για την Κύπρο, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία ελληνικός, ο Βενιζέλος προτίμησε να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις. Όπως, εξάλλου, δήλωσε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή στο μέλλον η βρετανική κυβέρνηση θα προσέφερε οικειοθελώς την Κύπρο στην Ελλάδα, όπως είχε πράξει περισσότερο από μισό αιώνα νωρίτερα στην περίπτωση των Επτανήσων[11].

Αντιλαμβανόμενος, τέλος, το ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων για την Κωνσταντινούπολη, ο Βενιζέλος δεν επέμεινε για την κατακύρωσή της στην Ελλάδα. Αντιπρότεινε, όμως, τη συμπερίληψη της πόλης, μαζί με ολόκληρη την περιοχή των Στενών και την απαραίτητη ενδοχώρα, σε ένα διεθνές κράτος, το οποίο θα τελούσε υπό την προστασία της μέλλουσας να ιδρυθεί Κοινωνίας των Εθνών[12]. Ο υπολογισμός ήταν προφανής: σε μια διεθνοποιημένη Κωνσταντινούπολη, ο ήδη ποσοτικά και ποιοτικά ακμαίος ελληνικός πληθυσμός θα ενισχυόταν περαιτέρω και θα αναδεικνυόταν αναπόφευκτα σε κυρίαρχο στοιχείο. Εάν το διεθνές κράτος επιβίωνε, η Κωνσταντινούπολη θα μετατρεπόταν σταδιακά σε μια de facto ελληνική πόλη, τουλάχιστον από άποψη οικονομική και πνευματική. Αντίθετα, σε περίπτωση διάλυσής του, για τους ίδιους ακριβώς λόγους η απόδοση της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα θα πρόβαλε ως η πλέον ρεαλιστική λύση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο χρόνος εικαζόταν ότι θα ήταν σύμμαχος των ελληνικών συμφερόντων.

Η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων συνεπαγόταν σχεδόν τον πλήρη θρίαμβο της Μεγάλης Ιδέας. Ένα ελληνικό κράτος που θα απλωνόταν σε δύο ηπείρους και θα βρεχόταν από πέντε θάλασσες, θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που κατοικούσαν στα Βαλκάνια, στην Εγγύς Ανατολή και στα νησιά του Αιγαίου. Με ή έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη, η προοπτική της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έμοιαζε περισσότερο εφικτή παρά ποτέ. Ασφαλώς, το εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν να ευοδωθεί. Όμως, οι υποστηρικτές του –συμπεριλαμβανομένου του Βενιζέλου– παρέμεναν αισιόδοξοι, υπολογίζοντας στη θετική για την ελληνική πλευρά αλληλεπίδραση μιας σειράς παραγόντων.

Προσέλευση της οθωμανικής αντιπροσωπείας.

Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη αυξημένη σημασία αποδιδόταν στη σταθερή υποστήριξη που παρείχε στα περισσότερα από τα ελληνικά αιτήματα η Μεγάλη Βρετανία, και ακόμα περισσότερο ο πρωθυπουργός της Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ. Ο Λόυντ Τζωρτζ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Βενιζέλο (τον «μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό από την εποχή του Περικλή», όπως τον χαρακτήριζε[13]), με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία. Υπό την επίδραση έντονων συναισθηματικών –κατά συνέπεια, όχι απαραίτητα ρεαλιστικών– παρορμήσεων ικανών να υπερβούν τις –συχνά τεκμηριωμένες– αντιρρήσεις ακόμα και των στενότερων συνεργατών του, ο Βρετανός πρωθυπουργός έβλεπε την Ελλάδα ως ανερχόμενη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και, ταυτόχρονα, ως τον μελλοντικό τοπικό εγγυητή των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση, επομένως, της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας μέσω της διεύρυνσης των εδαφικών ορίων της επικράτειάς της, καθίστατο στη σκέψη του επιτακτική για τον έλεγχο κρίσιμης στρατηγικής σημασίας σημείων και κατ’ επέκταση για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης συνέχισης των αυτοκρατορικών συγκοινωνιών με την Ινδία ακόμα και σε περιόδους διεθνών αναταραχών[14].

Την υλοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων έμοιαζε επίσης να διευκολύνει η συμβατότητά τους με τις αρχές που είχαν διακηρυχθεί από τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ειδικότερα με εκείνη της αυτοδιάθεσης των λαών. Η σταθερή επιμονή του Βενιζέλου στην υπογράμμιση της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που διεκδικούνταν από την Ελλάδα αποτελούσε οπωσδήποτε αντανάκλαση αυτής της διαπίστωσης και ταυτόχρονα προσπάθεια εκμετάλλευσης της διεθνούς συγκυρίας προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων. Ειδικά ως προς την περίπτωση των εδαφικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Θράκη και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η θέση της Αθήνας εμφανιζόταν να ευνοείται ακόμα περισσότερο από τη ρητή αναφορά, στο δωδέκατο από τα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον, του δικαιώματος για «αυτόνομη ανάπτυξη» των μέχρι τότε υπόδουλων εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε μια ιστορική συγκυρία που οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες στην Ανατολική Ευρώπη, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή διαλύονταν, τα αιτήματα του Βενιζέλου ήταν συμβατά με το πνεύμα της εποχής. Κατά την αντίληψή του, η διατύπωσή τους ήταν αυτονόητη, ενώ η παράλειψή τους θα σήμαινε την απώλεια μιας ευκαιρίας, η οποία ήταν αμφίβολο εάν θα παρουσιαζόταν ποτέ στο μέλλον.

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας ενισχυόταν επιπλέον από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων της στρεφόταν σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, οι οποίες είχαν βρεθεί στο στρατόπεδο των ηττημένων κρατών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αντιπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης απέναντι και στις δύο ήταν δεδομένη, καθώς είχαν ταυτιστεί με τις Δυνάμεις που στα μάτια των νικητών βαρύνονταν με τις ευθύνες έναρξης της αιματηρής σύρραξης. Ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν σχεδόν βέβαιος, ενώ η πλήρης αποχώρηση των Οθωμανών από την Ευρώπη περίπου δεδομένη[15]. Κατά συνέπεια, η πρόσκτηση περιοχών που έως τότε υπάγονταν είτε σε οθωμανική είτε σε βουλγαρική κυριαρχία μπορούσε να επιτευχθεί, από τη στιγμή μάλιστα που συνδυαζόταν με την επίκληση επιχειρημάτων εθνολογικού χαρακτήρα. Η διεκδίκηση της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας προβαλλόταν επιπλέον από τον Βενιζέλο ως το πιο (αν όχι το μόνο) αποτελεσματικό μέσο προστασίας των εκεί ελληνικών πληθυσμών από την επανάληψη των συστηματικών διώξεων, τις οποίες είχαν υποστεί από τις οθωμανικές αρχές τα αμέσως προηγούμενα χρόνια: αν η συμπερίληψή τους στον ελληνικό εθνικό κορμό δεν καθίστατο δυνατή, τότε η επιβίωση αυτών των πληθυσμών στις πατρογονικές τους εστίες ήταν στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή εξίσου σημαντικά εμπόδια ορθώνονταν στο δρόμο για την ευόδωση των ελληνικών εδαφικών επιδιώξεων. Από κάθε άποψη το σημαντικότερο από αυτά δεν ήταν άλλο από τη στάση της Ρώμης έναντι σχεδόν του συνόλου των ελληνικών αιτημάτων[16]. Οι Ιταλοί αντιμετώπιζαν αρνητικά την προοπτική ενίσχυσης της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας, βλέποντας την Αθήνα αφενός ως τοπική ανταγωνίστρια, αφετέρου ως πράκτορα των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, την οποία θεωρούσαν ως δικό τους προνομιακό πεδίο δράσης. Το ενδεχόμενο απόδοσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα ενείχε για την Ιταλία τον κίνδυνο προώθησης της ελληνικής επιρροής στην είσοδο της Αδριατικής Θάλασσας[17]. Αντίστοιχα, η παραχώρηση στην Ελλάδα της Θράκης (Ανατολικής και Δυτικής), της Δυτικής Μικράς Ασίας και των Δωδεκανήσων (τα οποία οι Ιταλοί κατείχαν de facto από το 1912) θα καθιστούσε το Αιγαίο ελληνική λίμνη. Όσο η προοπτική της ανάδειξης της Ελλάδας σε υπολογίσιμη περιφερειακή Δύναμη έθελγε τον Λόυντ Τζώρτζ, άλλο τόσο αποτελούσε απευκταίο ενδεχόμενο για την ιταλική πλευρά.

Οι τέσσερις “Μεγάλοι”. Από αριστερά προς τα δεξιά: Vittorio Emanuele Orlando (Ιταλία), David Lloyd-George (Μεγ. Βρετανία), Georges Clemenceau (Γαλλία) και Woodrow Wilson (Η.Π.Α.).

H αντίδραση της Ρώμης σε κάθε ελληνικό αίτημα συνδυαζόταν με την επιφυλακτικότητα του Ουίλσον απέναντι σε κάποιες από τις ελληνικές διεκδικήσεις, και ειδικότερα σε εκείνες που αφορούσαν στη Θράκη και στη Μικρά Ασία. Μολονότι αυτές οι διεκδικήσεις φαινομενικά εδράζονταν στα Δεκατέσσερα Σημεία του, ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε πως συχνά κατέτειναν όχι στην εφαρμογή των αρχών που ο ίδιος είχε επιγραμματικά διατυπώσει, αλλά αντίθετα στη διαστρέβλωσή τους. Τόσο η αμερικανική όσο και άλλες αντιπροσωπείες στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού συχνά αμφισβητούσαν την αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία παρουσιάζονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να διογκώνουν σκόπιμα τον αριθμό των Ελλήνων σε βάρος των υπόλοιπων σύνοικων πληθυσμών: με σχεδόν ταχυδακτυλουργικό τρόπο, ο Βενιζέλος, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη ελληνικής πλειοψηφίας στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, δεν είχε διστάσει να αθροίσει στους κατοίκους τους και εκείνους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Ίμβρο, Τένεδο, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία και Δωδεκάνησα[18]), υποστηρίζοντας ότι τα νησιά αυτά αποτελούσαν από γεωγραφική και οικονομική άποψη φυσική προέκταση της μικρασιατικής χερσονήσου[19]. Εξάλλου, ακόμα και βάσει των ελληνικών στοιχείων, σε κάποια από τα εδάφη που αξίωνε η Ελλάδα οι Έλληνες δεν ήταν παρά μειοψηφία: η περίπτωση της Δυτικής Θράκης ήταν η χαρακτηριστικότερη.

Οι εξωελληνικές δυσχέρειες συμπληρώνονταν από εκείνες που αφορούσαν στην κατάσταση στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς η χώρα παρέμενε βαθιά διχασμένη, πολιτικά και ψυχολογικά. Τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κάθε άλλο παρά είχαν κοπάσει. Ο φαύλος κύκλος των εκατέρωθεν διώξεων δεν είχε σταθεί δυνατόν να σταματήσει, δημιουργώντας έτσι συνθήκες λανθάνουσας εμφύλιας αναμέτρησης. Αυτή η διαίρεση  αποτυπωνόταν και στο πεδίο των εδαφικών διεκδικήσεων: στη «μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» που υποσχόταν ο Βενιζέλος, οι αντίπαλοί του αντέτειναν ότι προτιμούσαν μια «μικρή αλλά έντιμη Ελλάδα»[20]. Η σύμπνοια ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο αλλά και ως προς τα μέσα που θα χρησιμοποιούνταν για την επίτευξή του –στοιχείο πάντοτε ενισχυτικό στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών– όχι μόνο δεν είχε επιτευχθεί, αλλά αντίθετα στη δεδομένη συγκυρία αποτελούσε ανέφικτο ζητούμενο. Το διπλωματικό οικοδόμημα του Βενιζέλου θεμελιωνόταν σε εξαιρετικά ασταθές –και κατά συνέπεια επικίνδυνο για τη στατικότητα του κτίσματος– έδαφος.

Ακόμα, πάντως, κι αν όλα τα διεθνή και εσωτερικά εμπόδια μπορούσαν να ξεπεραστούν και οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις ικανοποιούνταν στο σύνολό τους ή έστω στο μεγαλύτερό τους μέρος, τα δεδομένα θα εξακολουθούσαν να δημιουργούν προβληματισμό σχετικά με τις προοπτικές του διευρυμένου ελληνικού κράτους. Με τα αιτήματα που διατύπωσε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, ο Βενιζέλος πρότεινε σχεδόν τον επαναδιπλασιασμό της ήδη διπλασιασμένης Ελλάδας των Βαλκανικών Πολέμων. Το όραμα ήταν πολύ θελκτικό για να αγνοηθεί από οποιονδήποτε οπαδό της Μεγάλης Ιδέας. Όμως, ούτε η γοητεία που ασκούσε αυτό το όραμα, ούτε η καταπληκτική διπλωματική δεινότητα του Κρητικού πολιτικού αρκούσαν για να μεταβάλουν μονομιάς μια σειρά από δυσμενή για τα ελληνικά συμφέροντα δεδομένα. Η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» θα ήταν ένα κράτος με παράξενο σχήμα: όχι μια στεριά περιβαλλόμενη από θάλασσα, αλλά μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από –συχνά εξαιρετικά στενές, όπως στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης– λωρίδες στεριάς. Θα επρόκειτο, επίσης, για ένα κράτος που δεν θα ήταν εύκολα υπερασπίσιμο, αλλά αντίθετα θα ήταν ευάλωτο από στρατιωτική άποψη, ιδιαίτερα εάν λαμβανόταν υπόψη ότι θα συνόρευε με πολλούς εν δυνάμει εχθρούς[21]. Ειδικά στην περίπτωση της απόκτησης του συνόλου ή μέρους της δυτικής μικρασιατικής ακτής, η Ελλάδα, παρά τα προφανή οφέλη, θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της στρατηγικής υπερεξάπλωσης, επιδιώκοντας την επίτευξη ενός εξαιρετικά φιλόδοξου σχεδίου, για το οποίο όμως ήταν αμφίβολο εάν διέθετε τις απαραίτητες δυνάμεις[22]. Το μόνιμο πρόβλημα της αναντιστοιχίας στόχου και μέσων ως προς την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας εμφανιζόταν και πάλι στο προσκήνιο, απειλώντας να μετατρέψει το όνειρο σε εφιάλτη.

 

Η έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Η διεθνής συγκυρία που είχε προκύψει μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα να επιδιώξει την επέκταση της κυριαρχίας της στα ασιατικά παράλια του Αιγαίου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ηττηθεί και οι νικητές είχαν ήδη αποφασίσει τον εδαφικό διαμελισμό της. Πριν ακόμα από τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης, ο Βενιζέλος είχε θέσει ευθέως ενώπιον του Λόυντ Τζωρτζ το ζήτημα της προσάρτησης της Ιωνίας στην Ελλάδα[23]. Η επιλογή αυτή, πέραν της φιλίας που συνέδεε του δύο ηγέτες, αποτελούσε σαφή ένδειξη του αταλάντευτα φιλοβρετανικού προσανατολισμού του Βενιζέλου. Η πολιτική της σύμπραξης με τη Μεγάλη Βρετανία θεμελιωνόταν στην εδραία πεποίθησή του ότι τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα μέσα από τη στενή συνεργασία της Αθήνας με το Λονδίνο, από τη στιγμή μάλιστα που το τελευταίο είχε αποστασιοποιηθεί πλήρως από το παραδοσιακό βρετανικό δόγμα της διαφύλαξης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξης της Μεγάλης Βρετανίας καθίστατο ακόμα επιτακτικότερη προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ελληνικές αξιώσεις στη Μικρά Ασία. Σημαντικό τμήμα της ίδιας περιοχής (από τη Σμύρνη έως την Αττάλεια) διεκδικούσε και η Ιταλία. Η Ρώμη είχε λάβει έγγραφες υποσχέσεις από το Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Συνθήκη του Λονδίνου το 1915 και Συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης το 1917). Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εμφανίζονταν ολοένα και λιγότερο πρόθυμοι να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους[24]. Η προσθήκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον συμμαχικό συνασπισμό συνέτεινε στην περαιτέρω αποδυνάμωση των ιταλικών θέσεων. Οι Αμερικανοί δεν αναγνώριζαν τις μυστικές συμφωνίες που είχαν συναφθεί ερήμην τους πριν από τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια σύρραξη. Ειδικότερα ως προς το μικρασιατικό ζήτημα, οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ρώμης, οι οποίες δεν εδράζονταν στα πληθυσμιακά δεδομένα παρά μόνο σε γεωπολιτικά επιχειρήματα, αντέφασκαν με τις διακηρύξεις του Ουίλσον αναφορικά με την αυτοδιάθεση των λαών.

Η ύπαρξη σημαντικού ανταγωνιστή δυσχέραινε την ευόδωση των ελληνικών επιδιώξεων. Τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Ιταλίας δεν συγκρούονταν μόνο στη Μικρά Ασία, αλλά εξίσου στα Δωδεκάνησα και στη Βόρειο Ήπειρο, καθώς επίσης και στην περίπτωση της Θράκης. Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία του ιταλικού παράγοντα, ο Βενιζέλος είχε ήδη από τις παραμονές της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού αναζητήσει το έδαφος μιας συνεννόησης ανάμεσα στην Αθήνα και στη Ρώμη. Όμως τον Δεκέμβριο του 1918 η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, καθώς πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι ούτε η ελληνική ούτε η ιταλική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένες να υποχωρήσουν στο θέμα της διεκδίκησης της Σμύρνης[25].

Όταν πλέον η Συνδιάσκεψη του Παρισιού εγκαινίασε τις εργασίες της, οι αποκλίνουσες απόψεις της Ελλάδας και της Ιταλίας διαπιστώθηκαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Η επίμονη άρνηση των Ιταλών έστω και να εξετάσουν το ενδεχόμενο εκχώρησης της Σμύρνης και της ενδοχώρας της στην Ελλάδα δημιούργησε αδιέξοδο όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά εξίσου μέσα στους κόλπους του Συμβουλίου των Τεσσάρων. Η λύση στον γόρδιο διπλωματικό δεσμό ήρθε την άνοιξη του 1919 με τον πλέον απροσδόκητο και συνάμα καταιγιστικό τρόπο. Στις 11/24 Απριλίου ο Ιταλός πρωθυπουργός Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο αποχώρησε από τη γαλλική πρωτεύουσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άρνηση των υπόλοιπων τριών Δυνάμεων, και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών, να συγκατανεύσουν στην παραχώρηση του Φιούμε (σημαντικού λιμανιού στη βόρεια ακτή της Αδριατικής Θάλασσας) στην Ιταλία. Αυτή η ενέργεια δημιούργησε κλίμα αντιπάθειας και καχυποψίας σε βάρος των Ιταλών, το οποίο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, μετατρεπόμενο σε αγανάκτηση, λίγες ημέρες αργότερα όταν στο Παρίσι έφτασαν πληροφορίες για ιταλικές προετοιμασίες κατάληψης της Σμύρνης χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων μελών του Συμβουλίου. Αντιδρώντας άμεσα προκειμένου να προληφθεί η δημιουργία ιταλικού τετελεσμένου, οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας συμφώνησαν να εξουσιοδοτήσουν την Ελλάδα να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, η αποστολή των οποίων θα ήταν η τήρηση της τάξης και η προστασία του πολυάριθμου χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής[26]. Έκδηλα ενθουσιασμένος, ο Βενιζέλος έσπευσε άμεσα να αδράξει την ευκαιρία που τόσο αναπάντεχα του είχε παρουσιαστεί, αποδεχόμενος χωρίς δισταγμό τη συμμαχική εντολή[27]. Εκ των υστέρων οι Ιταλοί αναγκάστηκαν απρόθυμα να συγκατανεύσουν.

Η νηοπομπή που μεταφέρει την Ι Μεραρχία στη Σμύρνη αποπλέει από τις Ελευθερές.

Το πρωί της 2ας/15ης Μαΐου 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά αποσπάσματα αποβιβάστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης, όπου έγιναν δεκτά με φρενήρη ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους, καθώς η κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό ερμηνεύτηκε ως προάγγελος της ένωσής της με την Ελλάδα. Πολύ γρήγορα ολόκληρη η περιοχή γύρω από τη Σμύρνη, από το Αϊβαλί στον βορρά έως το Αϊδίνι στον νότο, μαζί με την απαραίτητη ενδοχώρα, πέρασε σε ελληνικό έλεγχο. Ωστόσο, η αρχική ευφορία αμβλύνθηκε άμεσα από φαινόμενα διασάλευσης της τάξης, τα οποία, παρά τις ρητές εντολές του Βενιζέλου για επίδειξη πνεύματος αυτοσυγκράτησης και μετριοπάθειας, έλαβαν –ήδη από την πρώτη ημέρα– τη μορφή εκτρόπων των ελληνικών στρατευμάτων σε βάρος ανδρών του οθωμανικού στρατού αλλά και Τούρκων αμάχων. Η αποστολή του ύπατου αρμοστή της Ελλάδας στη Σμύρνη Αριστείδη Στεργιάδη συνέβαλε στην αποκατάσταση της ομαλότητας: η συστηματική προσπάθεια εμπέδωσης αισθήματος ασφάλειας και επιβολής κράτους δικαίου συνδυάστηκε με την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων και την αποζημίωση των θυμάτων[28]. Οι αρνητικές διεθνείς εντυπώσεις όμως δεν ήταν εύκολο να ανασκευαστούν. Η Ελλάδα εμφανιζόταν ασυνεπής στην εκτέλεση της εντολής που είχε λάβει από τις νικήτριες Δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πόρισμα της Διασυμμαχικής Εξεταστικής Επιτροπής που συστήθηκε ειδικά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών υπήρξε επιβαρυντικό για την ελληνική πλευρά, αμαυρώνοντας έτσι ευθύς εξαρχής την ελληνική επιχείρηση στη Δυτική Μικρά Ασία και δημιουργώντας πρόσθετα προσκόμματα στην ικανοποίηση των ελληνικών διεκδικήσεων σε αυτή την περιοχή: η εισήγηση των μελών της Επιτροπής για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αντικατάσταση των ελληνικών στρατευμάτων από πολύ μικρότερα σε αριθμό συμμαχικά κάθε άλλο παρά θετική εξέλιξη προς την κατεύθυνση της υλοποίησης των σχεδίων του Βενιζέλου αποτελούσε[29].

Την ίδια στιγμή ένας ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος για τη συνέχιση της ελληνικής παρουσίας στα παράλια της Ιωνίας εμφανίστηκε στον ορίζοντα: η βούληση των Τούρκων να αντισταθούν στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στις 6/19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα του Πόντου ως εντεταλμένος της κυβέρνησης του σουλτάνου, με σκοπό τη διάλυση των άτακτων ομάδων στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αδιαφορώντας για το περιεχόμενο της αποστολής του, ο Κεμάλ έθεσε σε εφαρμογή του σχέδιό του για την οργάνωση ενός εθνικού τουρκικού κινήματος υπό την ηγεσία του. Στόχος του κινήματος, το οποίο εκ των πραγμάτων λειτουργούσε ως αντίπαλος πόλος εξουσίας σε αυτή του σουλτάνου, ήταν η υπεράσπιση του τουρκικού εδάφους απέναντι στους ξένους εισβολείς, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς –κατά την αντίληψη των κεμαλικών– και των Ελλήνων.  Η ελληνική κατάληψη της Σμύρνης είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Για τον Κεμάλ και τους οπαδούς του η Ελλάδα αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς σε αντίθεση με τις Μεγάλες Δυνάμεις, διέθετε ιστορικά και εθνολογικά ερείσματα στη Μικρά Ασία, τμήμα της οποίας ήταν αποφασισμένη να προσαρτήσει μόνιμα[30].

Κεντρική αρτηρία της Σμύρνης (Πηγή: Library of Congress, Ουάσιγκτον).

Η εντυπωσιακά γρήγορη ανάπτυξη του κεμαλικού κινήματος δημιούργησε ανησυχίες στην ελληνική κυβέρνηση. Τον Ιούλιο του 1919 ο Βενιζέλος ζήτησε από το συμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι ελευθερία δράσης για τα ελληνικά στρατεύματα έξω από τη ζώνη κατοχή της Σμύρνης προκειμένου να συντρίψουν τις αντάρτικες τουρκικές δυνάμεις πριν εκείνες μπορέσουν να οργανωθούν πλήρως. Η συμμαχική συγκατάθεση για τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από την πλευρά του ελληνικού στρατού σε βάθος λίγων χιλιομέτρων, υπό τον όρο της επιστροφής του στα όρια της δικαιοδοσίας του, έδωσε τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης υπεράσπισης των θέσεών του[31]. Παράλληλα, ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδίωξε τη συνεννόηση με την Ιταλία προκειμένου να υπερπηδηθεί ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά εμπόδια στο δρόμο για την απόδοση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα. Η σύναψη της Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιττόνι στις 16/29 Ιουλίου 1919, βάσει της οποίας η Ρώμη υποσχόταν να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις στη Δυτική Μικρά Ασία, αποτέλεσε το επιστέγασμα αυτών των προσπαθειών. Όμως η ελληνοϊταλική συνεννόηση αποδείχθηκε θνησιγενής, καθώς ακριβώς έναν χρόνο αργότερα η νέα ιταλική κυβέρνηση υπό τον Τζιοβάννι Τζιολίττι κατήγγειλε τη Συμφωνία[32].

Το καλοκαίρι του 1920 την αμυντική τακτική διαδέχτηκε η ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών από ελληνικής πλευράς. Μετά την εξασφάλιση της βρετανικής και της γαλλικής συναίνεσης για τη διεύρυνση των ορίων της ελληνικής ζώνης κατοχής[33], ο ελληνικός στρατός προέλαυσε ανατολικά έως τη Φιλαδέλφεια και κατόπιν έως το Ουσάκ, και βορειοανατολικά έως την Προύσα[34]. Στο ίδιο διάστημα, η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης ενίσχυσε την ελληνική αισιοδοξία ότι το μικρασιατικό εγχείρημα μπορούσε να καταλήξει σε επιτυχία[35]. Ωστόσο, πίσω από τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών κρυβόταν μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Οι νίκες των ελληνικών όπλων δεν είχαν σταθεί ικανές να εκμηδενίσουν τις κεμαλικές δυνάμεις, οι οποίες μέρα με τη μέρα ενισχύονταν. Αντίθετα, η διείσδυση στο εσωτερικό της Ανατολίας και η διεύρυνση της γραμμής του μετώπου πολλαπλασίαζαν το κόστος διεξαγωγής του πολέμου για την Ελλάδα τόσο σε χρήματα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό, ενώ παράλληλα εξέθεταν τα ελληνικά στρατεύματα σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Ταυτόχρονα, πλήθαιναν ολοένα και καθίσταντο σαφέστερες οι ενδείξεις ότι η Γαλλία και η Ιταλία κάθε άλλο παρά με συμπάθεια αντιμετώπιζαν τη μικρασιατική πολιτική της Ελλάδας[36]. Τα πρώτα σημάδια της αδιέξοδης πορείας θα διαφαίνονταν πιο καθαρά εάν δεν τα κάλυπτε με την ακτινοβολία της η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών.

 

«Εύθραυστη σαν πορσελάνη»: η Συνθήκη των Σεβρών

Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920, στο εργοστάσιο κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών οι νικήτριες Δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, υπέγραψαν με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία την από καιρό αναμενόμενη Συνθήκη Ειρήνης. Για την ελληνική πλευρά η Συνθήκη των Σεβρών αποτελούσε διπλωματικό θρίαμβο. Η Ελλάδα αποκτούσε την Ανατολική Θράκη έως τη γραμμή της Τσατάλτζας λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και όλα τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου. Επιπλέον, η Σμύρνη και η ενδοχώρα της ετίθεντο υπό ελληνική διοίκηση για περίοδο πέντε ετών, μετά την παρέλευση των οποίων η τοπική βουλή θα μπορούσε να ζητήσει από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών την ένωση με την Ελλάδα· από την πλευρά του, το Συμβούλιο διατηρούσε το δικαίωμα να συστήσει προηγουμένως τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και να καθορίσει τους όρους του[37].

Οι ελληνικές υποθέσεις ρυθμίζονταν επίσης από τις διατάξεις τριών ειδικότερων διεθνών πράξεων: της Συνθήκης «περί Θράκης»[38], της ελληνοϊταλικής Συνθήκης «περί Δωδεκανήσου»[39] και της Συνθήκης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο ελληνικό έδαφος[40]. Βάσει της πρώτης, οι συμμαχικές Δυνάμεις μεταβίβαζαν την κυριότητα της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα· παράλληλα, αναγνωριζόταν η ελευθερία διαμετακόμισης βουλγαρικών εμπορευμάτων μέσω του ελληνικού θρακικού εδάφους και υπήρχε πρόνοια για την εκμίσθωση στη Βουλγαρία χώρου στο λιμάνι του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης), το οποίο κηρυσσόταν λιμάνι «διεθνούς συμφέροντος». Με τη δεύτερη Συνθήκη, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από το Καστελόριζο και τη Ρόδο: για την τελευταία, ωστόσο, προβλεπόταν η καθιέρωση καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας, ενώ οι κάτοικοί της θα μπορούσαν μετά την πάροδο δεκαπενταετίας να αποφασίσουν για το μέλλον τους εφόσον προηγουμένως η Μεγάλη Βρετανία είχε εκχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η τρίτη Συνθήκη κατοχύρωνε την προστασία των ποικίλων μειονοτικών ομάδων που κατοικούσαν στα νέα ελληνικά εδάφη· οι ελληνικές δεσμεύσεις, όμως, συνδυάζονταν με την παραίτηση από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας των δικαιωμάτων προστασίας που ασκούσαν στο ελληνικό κράτος από την εποχή της ίδρυσής του εννέα δεκαετίες νωρίτερα: η Ελλάδα είχε πλέον επίσημα «ενηλικιωθεί».

Τα ελληνικά εδαφικά κέρδη εντάσσονταν στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής διευθέτησης του Ανατολικού ζητήματος, η λύση του οποίου από τη Συνθήκη των Σεβρών συνεπαγόταν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον των παραχωρήσεων προς την πλευρά της Ελλάδας, ο σουλτάνος δήλωνε ότι παραιτούνταν από τα δικαιώματά του σε όλες τις πρώην αραβικές του επαρχίες. Τα Στενά διεθνοποιούνταν, προβλεπόταν η ίδρυση ανεξάρτητου αρμενικού κράτους, ενώ ανοιγόταν ο δρόμος για τη δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδιστάν. Τέλος, μία τριμερής Συμφωνία μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, η οποία συνόδευε τη Συνθήκη, διένειμε σφαίρες οικονομικής επιρροής σε μεγάλα τμήματα της Μικράς Ασίας: οι Γάλλοι λάμβαναν την Κιλικία, ενώ οι Ιταλοί την περιοχή της Αττάλειας και τα νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια[41].

Ο χάρτης της Συνθήκης των Σεβρών.

Στην πραγματικότητα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαυε να υφίσταται ως σημαντικό κράτος. Πρακτικά αποκομμένη από τη Μεσόγειο, η σουλτανική επικράτεια διατηρούσε έξοδο στη θάλασσα –κι αυτή επισφαλή– μόνο μέσω του Εύξεινου Πόντου. Περιορισμένο στο εσωτερικό της Ανατολίας, χάνοντας τεράστιες εδαφικές εκτάσεις, πληθυσμιακό δυναμικό και πλουτοπαραγωγικούς πόρους, το οθωμανικό κράτος ήταν σχεδόν καταδικασμένο σε οικονομικό μαρασμό. Ακόμα και η διατήρηση της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης τελούσε υπό την αίρεση ότι η Υψηλή Πύλη θα εφάρμοζε κατά γράμμα τους υπόλοιπους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Σε αντίθετη περίπτωση, οι συμμαχικές Δυνάμεις διατηρούσαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν το καθεστώς της πόλης, τροποποίηση στην οποία η οθωμανική κυβέρνηση δήλωνε προκαταβολικά ότι θα συμφωνούσε.

Υπογράφοντας τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών και τα υπόλοιπα συμβατικά κείμενα που τη συνόδευαν, ο Βενιζέλος εκπλήρωνε σχεδόν το σύνολο των στόχων που είχε θέσει. Το όραμα της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» έμοιαζε πλέον να υλοποιείται. Η επιτυχία ήταν συγκλονιστική. Μέσα σε διάστημα οκτώ ετών η μικρή «Ελλάδα της Μελούνας» είχε κατορθώσει να υπερδιπλασιαστεί σε έκταση και σε πληθυσμό, δίνοντας τη θέση της στη μεγάλη «Ελλάδα των Σεβρών». Για πρώτη φορά στην ιστορική του πορεία το ελληνικό βασίλειο θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η Μεγάλη Ιδέα έτεινε προς τη σχεδόν ολοκληρωτική δικαίωσή της.

Πέρα από τις ρομαντικές αναπαραστάσεις περί ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη), για την Ελλάδα η Συνθήκη των Σεβρών ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο: ήταν ένα κολοσσιαίων διαστάσεων γεωπολιτικό στοίχημα. Η εφαρμογή της Συνθήκης συνεπαγόταν την αναβάθμιση της Ελλάδας από μικρή σε σημαντική περιφερειακή Δύναμη. Ένα ελληνικό κράτος που θα ξεκινούσε δυτικά από τις παρυφές της Αδριατικής Θάλασσας και θα κατέληγε ανατολικά στον Εύξεινο Πόντο, έχοντας υπό τον έλεγχό του τις δύο ακτές και τα νησιά του Αιγαίου, θα μετέτρεπε το Αρχιπέλαγος σε ελληνική λίμνη. «Η Ελλάδα θα μπορέσει να βρει το αληθινό της μέλλον από τη στιγμή που θα κυριαρχήσει στο Αιγαίο»[42]: η ρήση του Βενιζέλου ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων στις αρχές του 1919 κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Το σχήμα της «Ελλάδας των Σεβρών» ήταν βέβαια άβολο: μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από στενές λωρίδες στεριάς. Ο Βενιζέλος το γνώριζε αυτό. Όμως δεν πτοούνταν. Εκτιμούσε ότι η ιστορία ήταν με το μέρος των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως εξηγούσε, «επί τριάντα αιώνες […] είχαν ζήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες και είχαν κατορθώσει να ξεπεράσουν μεγάλες καταστροφές, να ευημερήσουν και να αυξηθούν»[43].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών.

Η «Ελλάδα των Σεβρών» ήταν ένα διπλωματικό δημιούργημα του Βενιζέλου, ενδεχομένως μεγαλύτερο από εκείνο που μπορούσαν να αντέξουν οι ελληνικές δυνάμεις. Διαθέτοντας οξύτατο πολιτικό αισθητήριο, ο  ίδιος είχε διαβλέψει πολλά από τα εμπόδια που παρεμβάλλονταν: η επιχειρηματολογία του υπέρ της σκοπιμότητας ενθάρρυνσης της αμοιβαίας εθελούσιας μετανάστευσης μουσουλμανικού πληθυσμού εκτός και αντίστοιχου χριστιανικού εντός της ελληνικής ζώνης στη Δυτική Μικρά Ασία, έτσι ώστε να ενισχυόταν η εθνική ομοιογένεια των κατοίκων της, αποτελούσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα[44]. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν τους περιορισμούς και τις ατέλειες της Συνθήκης των Σεβρών. Κοιτάζοντας, όμως, τον χάρτη της Εγγύς Ανατολής όπως διαμορφωνόταν από την ίδια Συνθήκη, είχε λόγους να αισιοδοξεί. Η ζώνη της Σμύρνης δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο κεφάλαιο, αλλά εντασσόταν στο πολύ ευρύτερο πλαίσιο της αναδιάταξης των ισορροπιών σε όλη την περιοχή. Το οθωμανικό κράτος προοριζόταν να είναι μικρό και αδύναμο, μεγάλα τμήματά του θα ελέγχονταν από ξένες Δυνάμεις (η Κιλικία από τη Γαλλία και η Αττάλεια από την Ιταλία), ενώ η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στη συνεργασία με φιλικές χώρες στην περιοχή, όπως η Αρμενία, προκειμένου να εξισορροπεί τυχόν αναθεωρητικές τουρκικές τάσεις[45].

Στην πραγματικότητα, η υπογραφή του Βενιζέλου στο κείμενο της Συνθήκης των Σεβρών δεν αποτελούσε το τέρμα, αλλά μόνο έναν ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία για την υλοποίηση του σχεδίου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Από όποια πλευρά κι αν το έβλεπε κάποιος, η ουσία του προβλήματος παρέμενε η απαράλλακτη: εάν η Ελλάδα ήθελε να δει τη Συνθήκη να εφαρμόζεται θα έπρεπε να την επιβάλει με τη δύναμη των όπλων στον Κεμάλ και στους οπαδούς του, καθώς αυτοί την είχαν ευθύς εξαρχής απορρίψει[46]. Η πύκνωση των τάξεων των κεμαλικού κινήματος λόγω της απογοήτευσης και της αγανάκτησης που προκάλεσαν σε σημαντική μερίδα του τουρκικού λαού οι επαχθείς για την Οθωμανική Αυτοκρατορία όροι της Συνθήκης των Σεβρών, δυσχέραινε την ελληνική προσπάθεια. Θα την καθιστούσε ακόμα δυσκολότερη η σταδιακή αποστασιοποίηση της Ιταλίας και της Γαλλίας από τις συμβατικές δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει στις Σέβρες.

Φωτογραφία από αέρος του εργοστασίου κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών, όπου υπογράφηκε η τελική πράξη.

Οι εξωτερικές περιπλοκές συμπληρώνονταν από αντίστοιχες ενδοελληνικές. Στις 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Αθήνα, ο Βενιζέλος έπεσε θύμα ανεπιτυχούς δολοφονικής απόπειρας από δύο απότακτους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς. Το γεγονός είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την όξυνση των πολιτικών παθών στην Ελλάδα. Τα αντίποινα των βενιζελικών σε βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων κορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη[47]. Ο κύκλος του Εθνικού Διχασμού ξανάνοιγε, και μάλιστα με αιματηρό τρόπο. Η πανηγυρική υποδοχή που επιφυλάχτηκε στον Βενιζέλο από τη Βουλή των Ελλήνων[48] δεν αρκούσε για να αποκρύψει το γεγονός ότι το διπλωματικό του οικοδόμημά είχε θεμελιωθεί σε ασταθές έδαφος, ελληνικό και διεθνές. Η Συνθήκη των Σεβρών, είχε προφητικά διαβλέψει ο επιφανής Γάλλος πολιτικός Ραιμόν Πουανκαρέ, έμοιαζε εντυπωσιακά με τις εύθραυστες πορσελάνες που κατασκευάζονταν στον τόπο υπογραφής της: γι’ αυτόν τον λόγο, συμπλήρωνε, ήταν προτιμότερο να παραμείνει ανέγγιχτη, διαφορετικά κινδύνευε να θρυμματιστεί[49].

La fin de l’Empire ottoman

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το άρθρο βασίζεται σε κεφάλαια του βιβλίο του συγγραφέα με τίτλο Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2019.

[1]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1918. Supplement 1. The World War, τ. 1 (Washington: United States Government Printing Office, 1933), σ. 12-17.

[2]Ακόμα και στο εσωτερικό του Συμβουλίου των Τεσσάρων η διάκριση μεταξύ περισσότερο και λιγότερο ισχυρών κρατών υπήρξε χαρακτηριστική στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία σταθερά αντιμετωπιζόταν από τα υπόλοιπα τρία μέλη του ως η μικρότερη από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το Συμβούλιο των Τεσσάρων μετατρεπόταν, με την προσθήκη της Ιαπωνίας, σε Συμβούλιο των Πέντε όταν τα προς συζήτηση θέματα σχετίζονταν με την Άπω Ανατολή.

[3]Margaret MacMillan, Οι ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο (Αθήνα: Θεμέλιο, 2005), σ. 458.

[4]Κωνσταντίνος Γ. Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε, 1914-1922, τ. 2 (Αθήνα: χ.ε., 1947), σ. 55-56· N. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian campaign. Their effect on the Pontus question», Balkan Studies, 13(2) (1972), σ. 234-235· N. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference, 1919 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978), σ. 75· Κωνσταντίνος Γ. Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία της Ουκρανίας, Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (2003-2004), σ. 109-138· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 2. Νικόλαος Πλαστήρας. Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου 1933-Αλληλογραφία (Αθήνα: Ερμής, 1979), σ. 1-54· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 4. Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία, 1919 (Αθήνα: Ερμής 1982)· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις μεσημβρινήν Ρωσίαν (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1955)· Πέτρος Γ. Καρακασσώνης, Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν υπερποντίου εκστρατείας του 1919 (Αθήνα: Λαμπρόπουλος, 1934)· Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 89-113· Κωνσταντίνος Ξ. Νίδερ, Η εκστρατεία της Ουκρανίας, Ιανουάριος-Μάιος 1919 (Αθήνα: Κέδρος, 2015).

[5]Dimitri Kitsikis, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920 (Paris: Presses Universitaires de France, 1963)· Dimitri Kitsikis, Le rôle des experts à la Conférence de la Paix. Gestation d’une technocratie en politique internationale (Ottawa: Editions de l’Université d’Ottawa, 1972).

[6]Harold Nicolson, Peacemaking, 1919, being reminiscences of the Paris Peace Conference (Boston, MA/New York, NY: Houghton Mifflin, 1933), σ. 255.

[7]Eleutherios Venizelos, Greece before the Peace Congress of 1919. A memorandum dealing with the rights of Greece (New York: Oxford University Press, 1919).

[8]Μολονότι είχαν απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου δεν είχαν επίσημα αποδοθεί στην Ελλάδα.

[9]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 20· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), σ. 872-873· Ελευθέριος Δ. Παυλίδης, Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου (Αθήνα: χ.ε., 1956)· Θεοφύλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω στην άσβεστη φλόγα. Βιογραφικές αναμνήσεις. Αγώνες για την ανεξαρτησία του Πόντου (Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1997)· Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, Η Δημοκρατία του Πόντου. Ένα ανέφικτο όνειρο ή μια ρεαλιστική επιδίωξη; (Αθήνα: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, 2012)· Αλέξης Αλεξανδρής, «Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου, 1918-1922. Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση», στο: Θάνος Βερέμης & Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του (Αθήνα: Φιλιππότης, 1980), σ. 427-474.

[10]Οι Βρετανοί ασκούσαν τη διοίκηση της Κύπρου ήδη από το 1878. Τυπικά, ωστόσο, το νησί παρέμενε οθωμανική κτήση. Στις 23 Οκτωβρίου/5 Νοεμβρίου 1914, ημέρα κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Λονδίνο ανακοίνωνε τη μονομερή προσάρτηση της Κύπρου.

[11]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 861· Antonis Klapsis, «The strategic importance of Cyprus and the prospect of union with Greece, 1919-1931. The Greek perspective», Journal of Imperial and Commonwealth History, 41(5) (2013), σ. 768· Γιάννης Π. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό ζήτημα», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), σ. 198-201.

[12]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 18-19· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 865.

[13]MacMillan, Οι ειρηνοποιοί, σ. 462.

[14]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 12 (London: H.M. Stationery Office, 1962), έγγραφο αρ. 488· Harold Nicolson, Curzon. The last phase (London: Constable, 1934), σ. 92-94, 97.

[15]Paul C. Helmreich, From Paris to Sèvres. The partition of the Ottoman Empire at the Peace Conference of 1919-1920 (Columbus, OH: Ohio State University Press, 1974)· Elie Kedourie, England and the Middle East. The destruction of the Ottoman Empire, 1914-1921 (London: Hassocks, 1978, β΄ έκδοση)· R. J .B. Bosworth, «Italy and the end of the Ottoman Empire», στο: Marian Kent (ed.), The Great Powers and the end of the Ottoman Empire (London: Frank Cass, 1996), σ. 51-73· L. Bruce Fulton, «France and the end of the Ottoman Empire», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 137-164· Marian Kent, «Great Britain and the end of the Ottoman Empire, 1902-23», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 165-198· Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000), σ. 432-466.

[16]Ministero degli Affari Esteri, I documenti diplomatici italiani, τ. 3(7) (Roma: Libreria dello Stato, 2007), έγγραφο αρ. 314.

[17]Pietro Pastorelli, L’Albania nella politica estera italiana, 1914-1920 (Napoli: Jovene, 1970)· Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σ. 380-431.

[18]Με βάση τα ελληνικά στοιχεία στα νησιά αυτά κατοικούσαν λίγο περισσότεροι από 370.000 Έλληνες· βλ. Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 36.

[19]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 21-22. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Βενιζέλος στο υπόμνημά του προς τη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, στο σύνολο των περιοχών της Μικράς Ασίας που διεκδικούνταν από την Ελλάδα εμφανίζονταν να κατοικούν 1.188.359 Έλληνες και 1.042.050 Τούρκοι. Ωστόσο, ο Βενιζέλος διευκρίνιζε ότι σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλάμβανε και τους 370.000 Έλληνες των παρακείμενων στα μικρασιατικά παράλια νησιών του Αιγαίου. Επομένως, οι Έλληνες που όντως διέμεναν στη δυτική Μικρά Ασία ανέρχονταν σε περίπου 818.000. Με άλλα λόγια, ένας στους τρεις Έλληνες που στο υπόμνημα του Βενιζέλου εμφανιζόταν ως Μικρασιάτης, στην πραγματικότητα ήταν νησιώτης. Ανεξάρτητα, πάντως, από την ταχυδακτυλουργική φύση του ισχυρισμού, ο Βενιζέλος φαίνεται να παραγνώρισε ότι επιχείρημα πως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αποτελούσαν προέκταση της Μικράς Ασίας ήταν ένα είδος δίκοπου μαχαιριού. Ευνοούσε στη δεδομένη συγκυρία την Ελλάδα που βρισκόταν στην πλευρά των νικητών και διεκδικούσε να επεκταθεί στα μικρασιατικά παράλια. Θα  μπορούσε όμως εξίσου –όπως και έγινε όταν τα δεδομένα αντιστράφηκαν ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής– να χρησιμοποιηθεί αντεστραμμένο από τους Τούρκους προκειμένου να διεκδικήσουν εκείνοι τα νησιά.

[20]Η Καθημερινή, 12 Οκτωβρίου 1920, σ. 1.

[21]Erik Goldstein, «Great Britain and Greater Greece, 1917-1920», The Historical Journal, 32(2) (1989), σ. 346-347.

[22]Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Μεταξάς ήδη από τον Ιανουάριο του 1915, όταν για πρώτη φορά διαφάνηκε για την Ελλάδα η προοπτική εξασφάλισης εδαφικών ανταλλαγμάτων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας έναντι της άμεσης συμμετοχής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ είχε επισημάνει όλες τις περιπλοκές αλλά και τους κινδύνους που συνεπαγόταν ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα· βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. 2 (Αθήνα: Γκοβόστης, χ.χ.), σ. 384-390. Πρβλ. Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία (Αθήνα: Δημιουργία, 1994, δ έκδοση), σ. 23-29· A. A. Pallis, Greece’s Anatolian venture – and after (London: Methuen, 1937), σ. 20-28.

[23]David Lloyd George, The truth about the Peace Treaties, τ. 2 (London: Victor Collancz, 1938), σ. 228-231.

[24][Foreign Office], Agreement between France, Russia, Great Britain and Italy, signed at London, April 26, 1915 (London: H.M. Stationery Office, 1920)· Paul C. Helmreich, «Italy and the Anglo-French repudiation of the 1917 St. Jean de Maurienne Agreement», The Journal of Modern History, 48(2, supplement) (1976), σ. 99-139.

[25]Michael Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2004), σ. 146-147.

[26]Paul Mantoux, Les délibérations du Conseil des Quatre, 24 mars-28 juin 1919 (Paris: Éditions du Centre National de la Recerche Scientifique, 1955), τ. 1, σ. 486, 499· Σωτήρης Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος, ο αντιβενιζελισμός και η Μικρά Ασία (Αθήνα: Καστανιώτης, 2015), σ. 82-89· Έφη Αλλαμανή & Κρίστα Παναγιωτοπούλου, «Η συμμαχική εντολή για την κατάληψη της Σμύρνης και η δραστηριοποίηση της ελληνικής ηγεσίας», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο, σ. 119-172.

[27]Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ιδιόγραφον ημερολόγιον (Χανιά: Ιστορική, Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης, 1979), σ. 49-50. Για μια εκτενή και εμπεριστατωμένη ανάλυση της απόφασης του Βενιζέλου βλ. Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία (Αθήνα/Χανιά: Ίκαρος/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2009).

[28]Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας, σ. 177-198· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 2 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 582.

[29]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 9 (Washington, DC: Governement Printing Office, 1946), σ. 44-73· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 2 (London: H.M. Stationery Office, 1948), έγγραφο αρ. 17.

[30]Mustapha Kemal, A speech delivered by ghazi Mustapha Kemal, president of the Turkish Republic, October 1927 (Leipzig: Koehler, 1929), σ. 10-82· Roderic H. Davison, «Turkish diplomacy from Mudros to Lausanne», στο: Gordon A. Craig & Felix Gilbert (eds.), The diplomats, 1919-1939, τ. 1 (New York, NY: Atheneum, 1963), σ. 174-182· Lord Kinross, Atatürk. The rebirth of a nation (London/Edinburgh: Morrison & Gibb, 1965, γ’ εκδόση), σ. 149-173· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 4 (London: H.M. Stationery Office, 1952), έγγραφα αρ. 433 και 500.

[31]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 1 (London: H.M. Stationery Office, 1947), έγγραφο αρ. 12· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομος ιστορία εκστρατείας Μικράς Ασίας, 1919-1922 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1967), σ. 34.

[32]A. F. Frangulis, La Grèce et la crise mondiale, τ. 2 (Paris: Librairie Félix Alcan, 1926), σ. 93-103· Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1996), σ. 160-161.

[33]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 8 (London: H.M. Stationery Office, 1958), έγγραφο αρ. 26.

[34]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, 1919-1922. Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας-Προύσης-Ουσάκ, Ιούνιος-Νοέμβριος 1920, τ. 2 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1957)· Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, τ. 2, σ. 287-327.

[35]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επιχειρήσεις εις Θράκην, σ. 45-62· Λεωνίδας Ι. Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, 1896-1920, τ. 2 (Αθήνα: Πυρσός, 1935), σ. 328-350· Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα, σ. 272-276· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 13 (London: H.M. Stationery Office, 1963), έγγραφο αρ. 108.

[36]Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, σ. 130-157.

[37]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκίας, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· [Foreign Office], Treaty of Peace with Turkey, signed at vres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[38]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος περί Θράκης· [Foreign Office], Treaty between the Allied Powers and Greece relative to Thrace.

[39]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας περί της Δωδεκανήσου, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· Skevos Zervos, La question du Dodécanèse et ses documents diplomatiques (Αθήνα: P. D. Sakellarios, 1926), σ. 96-107.

[40][Foreign Office], Treaty between the Principal Allied and Associated Powers and Greece, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[41][Foreign Office], Tripartite Agreement between the British Empire, France and Italy respecting Anatolia, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[42]Nicolson, Peacemaking, σ. 341.

[43]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 874.

[44]Lloyd George, The truth, τ. 2, σ. 228-231.

[45]Nicolson, Curzon, σ. 91-93· Foreign Office, Documents on British foreign policy, τ. 13, έγγραφο αρ. 152· J. K. Hassiotis, «Shared illusions. Greek-Armenian co-operation in Asia Minor and the Caucasus, 1917-1922», στο: Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σ. 139-192.

[46]Bernard Lewis, The emergence of modern Turkey (London/Oxford/New York, NY: Oxford University Press, 1968, β΄ έκδοση), σ. 247.

[47]Επαμ. Ιω. Μάλαινος, Ιστορία των ξενικών επεμβάσεων, τ. 5 (Αθήνα: χ.ε., 1962), σ. 225-229.

[48]Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΟΑ΄, 25 Αυγούστου 1920, σ. 1-9· Η ιστορική συνεδρίασις της Βουλής. Λόγοι των κ.κ. Θ. Σοφούλη, Ελευθ. Βενιζέλου, Εμμ. Ρέπουλη (εκ των εστενογραφημένων πρακτικών της Βουλής) (Αθήνα: Πατρίς, χ.χ.), σ. 3-33.

[49]Raymond Poincaré, Histoire politique. Chroniques de quinzaine, τ. 1 (Paris: Plon, 1920), σ. 264.

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου: Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου

Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου*

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκατό χρόνια μετά την έκρηξη του στις 28 Ιουλίου 1914, έχει εδραιωθεί στην ιστοριογραφία ως ο «Μεγάλος Πόλεμος». Γεγονός κομβικής σημασίας του 20ου αιώνα, έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με τον ιστορικό Κρίστοφερ Κλαρκ, ως το τέλος μιας σύρραξης που συσσώρευσε 16 εκατ. νεκρούς, είδε τέσσερις αυτοκρατορίες να καταρρέουν, διέρρηξε τις βεβαιότητες της δυτικής κοινωνίας, συνομολόγησε τον θρίαμβο του εθνικισμού, εισήγαγε με βίαιο τρόπο την ανθρωπότητα στην εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας και διαμόρφωσε καθοριστικά τις τροχιές στις οποίες αργότερα θα διαγράφονταν φασισμός και κομμουνισμός, όλες οι αναγνωρίσιμες δομές του σύγχρονου κόσμου.

Ο πόλεμος υπήρξε η χειρότερη έκφραση της βιομηχανικής εποχής που μεταφέρθηκε και στην τέχνη, εμπνέοντας μερικά από τα χαρακτηριστικότερα έργα και στα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Δεν άλλαξε μόνο τη λογοτεχνία αλλά και τις υπόλοιπες τέχνες. Τα μεγάλα κινήματα στην τέχνη και στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα είναι εν πολλοίς απότοκα του πολέμου. Ο υπερρεαλισμός, ο εξπρεσιονισμός, η αφηρημένη τέχνη, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, γεννήθηκαν πριν ή μετά τον πόλεμο. Αλλά και στη μουσική και στον κινηματογράφο δημιουργήθηκαν έργα εμβληματικά υπό την επίδρασή του, χωρίς να παραλείψουμε να θυμίσουμε και τον αντίκτυπο που είχε σε κοινωνίες και πολιτισμούς εκτός της Δύσης (Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ).

H παρουσίαση του έργου των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων με θέμα τους την πόλη της Θεσσαλονίκης, που μέσα στη δίνη του πολέμου έβρισκαν καταφύγιο στη δημιουργική αυτή δράση, αποτελεί ανάκληση της μνήμης, μιας μνήμης που σήμερα όλο και πιο συχνά βρίσκεται σε συνεχή μάχη με τη λήθη. Το υλικό, άγνωστo στο ευρύ κοινό, ιχνηλατεί τη συνεισφορά των ξένων στρατιωτών στην ιστορική και κοινωνική ζωή της πόλης και αναζητεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι ξένοι μαχητές βίωναν τον πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Μελετώντας την τέχνη του Μεγάλου Πολέμου διαπιστώνουμε μια σιωπή της ιστορίας της τέχνης πάνω στα πολεμικά γεγονότα ως να μην είχε συμβεί τίποτε. Στη χώρα μας η ελληνική συμμετοχή στον Πόλεμο αυτό απουσίαζε από την επίσημη ιστορία και τον δημόσιο λόγο για πολλές δεκαετίες. Το ίδιο παρατηρείται και με τις βιογραφίες των συμμάχων καλλιτεχνών, όπου, για τα έτη 1914-1918 υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Εντούτοις, τα τέσσερα αυτά χρόνια δημιουργήθηκε μια πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, ανεξαρτήτως του τρόπου στράτευσης των καλλιτεχνών, η οποία σταδιακά από το 1980 και εξής έρχεται στο φως. Έκτοτε, το θέμα των ζωγράφων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε αντικείμενο πολλών εκθέσεων και μελετών. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Πολέμου οι καλλιτέχνες παύουν να είναι μόνο παρατηρητές των συγκρούσεων και μετέχουν ενεργά στη μάχη.

Στο κείμενο αυτό δεν θα αναφερθούμε στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή στην επίδραση του πολέμου στον καλλιτέχνη και στο έργο του, αναδεικνύοντας κυρίως τη σχέση του με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το πλούσιο εικαστικό έργο, είδος «ντοκουμέντου», έρχεται να συμπληρώσει το φωτογραφικό υλικό της στρατιάς της Ανατολής, υλικό που αποτελεί πολύτιμη πηγή για την σπουδή του μακεδονικού χώρου.

Το θέμα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό, αλλά και στην επιστημονική κοινότητα. Το υλικό είναι πολύ πλούσιο, πράγμα που μας υποχρεώσει σε μία επιλογή. Για τον λόγο αυτό, θα περιοριστούμε στους Γάλλους ζωγράφους στρατιώτες των οποίων ο αριθμός είναι μεγάλος και γιατί περισσότερο από τους άλλους στρατευμένους ασχολήθηκαν με την απεικόνιση της πόλης. Οι Άγγλοι μάς έχουν αφήσει ένα σπουδαίο εικαστικό έργο, όπως οι πίνακες που έχουν σχέση με την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης και άλλα έργα που δεν αφορά αποκλειστικά την πόλη.

Ονόματα Σέρβων ζωγράφων που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη ή περάσαν από αυτήν γνωρίζουμε αρκετά, αλλά το έργο τους δεν έχει εντοπιστεί στο σύνολό του. Για τους Ρώσους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1916 δεν γνωρίζουμε για την ώρα παρά ελάχιστα στοιχεία. Από τους Ιταλούς, εκτός άλλων, διαθέτουμε δύο ιδιαίτερα έργα του Αλμπέρτο Σαβίνιο, ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο, αδελφού του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, και πολλά κείμενά του που σχετίζονται με την πόλη, μια και υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη.

***

Η δίψα των στρατιωτών για ζωή θα στρέψει τα ενδιαφέροντά τους προς καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ενέργειες αναψυχής και διασκέδασης για την αποφυγή της πρωτόγνωρης σε βιαιότητα αναμέτρησης. Η ενασχόληση με τη ζωγραφική θα χρωματίσει την καθημερινότητα πολλών από αυτούς και θα τους απομακρύνει για μια στιγμή από την ολέθρια πραγματικότητα του πολέμου. Στους πίνακές τους αποτυπώνονται σκηνές από τη φύση, τοπία, εικόνες από τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, ενδυμασίες και ασχολίες των κατοίκων, στιγμιότυπα από τη ζωή στο στρατόπεδο και άλλα αξιοπερίεργα θέματα για αυτούς. Κυριαρχεί η εικόνα της πόλης με τα μνημεία και τα στενοσόκακα της Άνω Πόλης, το λιμάνι και η θάλασσα. Σε λίγους μόνο πίνακες θα βρούμε την αποτύπωση της φρίκης του πολέμου. Στα έργα τους διαβάζουμε τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις επιλογές τους.

Pierre Douillard, Η Αψίδα του Γαλερίου, 1916.

Για την κατανόηση της ενασχόλησης με την τέχνη στη ζωή του στρατοπέδου πολύ διαφωτιστικό είναι το άρθρο του J. De Tournes με τίτλο «Η τέχνη στα χαρακώματα», όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι «αυτοί που δεν έχουν γνωρίσει τον πόλεμο δεν μπορούν να καταλάβουν μέχρι πιο σημείο η τέχνη γίνεται μία ανάγκη για όλους αυτούς που την αγαπούν». Bέβαια, διαφορετικά είναι τα πράγματα σε καιρό ειρήνης και συνεχίζει ο ίδιος ότι στον «πόλεμο οφείλουν να ευχαριστιούνται (οι μαχητές) με έναν άλλο τύπο ομορφιάς απόλυτα ηθικής: τον ηρωισμό ή την αφοσίωση, τα παιχνίδια της σκιάς και του φωτός, το θέαμα των μαχών που, εκτός από τους προσωπικούς κινδύνους, προσφέρει τις αρετές και τα μειονεκτήματα των πινάκων του Van der Meulen»

Η αξία που είχε στη ζωή των στρατευμένων η τέχνη φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα του ίδιου συντάκτη. «Με τι ζήλο καταπιανόμασταν προκειμένου να γευτούμε το φρέσκο έργο τέχνης: Το σκίτσο ενός καλλιτέχνη γινόταν ένα τελείως πολύτιμο αγαθό, καθώς περνούσε από χέρι σε χέρι σαν ένα εύθραυστο και τρέμον φύλλο χρυσού. Η ιδέα δε ότι την επομένη θα είχαμε μια ώρα καλής μουσικής δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε όλη νύχτα» Η παρουσία του θανάτου ολόγυρά τους, δεν χωρά αμφιβολία, ότι έδινε νόημα σε κάθε επικοινωνία με την τέχνη. Είναι γεγονός ότι η καλλιτεχνική δημιουργία θεωρήθηκε απαραίτητο είδος αναψυχής στη ζωή του στρατοπέδου από πολλές εμπόλεμες χώρες, με αποτέλεσμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα αυτό.

Η πολεμική ζωγραφική είναι ένα εικαστικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή από τους απόηχους της δημοσιότητας. Οι πρώτοι ήταν κάτι σαν τους σύγχρονους φωτορεπόρτερ οι δεύτεροι σκηνοθετούσαν τα γεγονότα εκ των υστέρων. Ως παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης μπορούν να αναφερθούν ο Άγγλος ζωγράφος Stanley Spencer και ο Γάλλος Georges Scott. Η τέχνη για τους στρατιώτες δεν αποτελούσε ούτε αυτοσκοπό ούτε έδαφος για προσωπική έκφραση, αλλά λειτουργούσε ως ανάπαυλα ή ως ψυχοθεραπευτικό μέσο.

Στο ερώτημα πώς κατανοούσαν ή πώς προσλάμβαναν τον πόλεμο οι καλλιτέχνες- στρατιώτες στη Μακεδονία, για να περιοριστούμε στη Στρατιά της Ανατολής, διαπιστώνουμε ότι με τα έργα τους δεν καταγγέλλουν, ούτε αποτυπώνουν αποκλειστικά τη φρίκη του πολέμου, όπως αυτό συνέβαινε με τη σύγχρονη λογοτεχνία ή τα έργα των καλλιτεχνών στο Δυτικό Μέτωπο. Μάλιστα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι δεν ασχολήθηκαν με τα καθοριστικά γεγονότα του Πολέμου όσο θα περίμενε κανείς, ούτε τα είδαν ως ζωγράφοι ανταποκριτές, όπως συνέβη με τους Βαλκανικούς Πολέμους ή με άλλα μέτωπα μαχών. Ελάχιστοι απεικόνισαν τον ηρωισμό, τη φρίκη, ή τον πόνο. Ωστόσο, όλα τα σπουδαία και συγκλονιστικά συμβάντα που οι καλλιτέχνες απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο πάνω στον καμβά, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την ιστορία του τόπου, το τοπίο, την καθημερινότητα των κατοίκων, και τον πόλεμο, αποτελούν αξιόλογη πτυχή της ελληνικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή αυτή σύρραξη.

Ο πόλεμος είναι γεγονός ότι έθεσε τη Θεσσαλονίκη στο κέντρο της επικαιρότητας, όπως πριν λίγα χρόνια οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ήδη, με την αποβίβαση των συμμαχικών δυνάμεων ή πόλη είχε μετατραπεί σε επιτελικό κέντρο της Αντάντ και σε σταθμό ανεφοδιασμού των πολεμικών επιχειρήσεων της περιοχής. Η παρουσία των συμμάχων, ιδίως των Γάλλων, αποτέλεσε σημαντικό γεγονός όχι μόνο για την οικονομική και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, αλλά και για τις εσωτερικές εξελίξεις, της χώρας.

Paul Jouve, Εσωτερικό του ναού της Αχειροποιήτου, 1916, σχέδιο με μολύβι σε χαρτί.

***

Η Θεσσαλονίκη, «μια εκλεκτή γωνιά της γης», πλούσια σε χρώματα και μνήμες», όπως αναφέρεται στις περιγραφές των ξένων μαχητών ήταν για τους καλλιτέχνες της Στρατιάς ένα νέο θέμα, ένα μάθημα τέχνης μοναδικό. Σε άρθρο με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη και η γαλλική τέχνη» τα εγκωμιαστικά σχόλια που βρίσκουμε για το τοπίο και τα στοιχεία της φύσης ξεπερνούν κάθε φαντασία και κάθε ποιητική έκφραση. Καταρχάς, ο ύμνος στο φως που δεν έχει σχέση με το μεταλλικό φως των ακτών της Μεσογείου, αλλά είναι το φως των λεπτών αποχρώσεων, των διαφορετικών αποχρώσεων. «Το φως που τις ωραίες μέρες του χειμώνα, τη συγκινητική ώρα της δύσης, ντύνεται τις πιο γλυκιές αποχρώσεις του ροζ-μωβ, χρυσωμένου στον ήλιο, μέχρι τα μπλε γκρι-σιέλ, που ενώνουν γη, ουρανό και θάλασσα σε μια και μόνο ακαθόριστη ύλη. Στο βάθος του τοπίου ο μεγαλοπρεπής και ξεκάθαρος όγκος του Ολύμπου. Η θάλασσα μέσα στην αγκαλιά του κόλπου προσφέρει στο φως ένα θεϊκό αγγείο για να αντανακλάται ολόκληρη εκεί μέσα».

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης στα μάτια των ξένων στρατιωτών μέσα από τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα της Στρατιάς της Ανατολής μοιάζει να αποκτά ζωντάνια και έντονη δράση για μια ολόκληρη εποχή από το 1915 έως το 1918. Εξωτική και συγχρόνως κοσμοπολίτικη, παραδοσιακή και συνάμα πολύγλωσση με θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιθέσεις θα αποτελέσει αντικείμενο καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Πεζογράφοι, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, χαράκτες, ξένοι και Έλληνες, δημιούργησαν έργα με θέμα την περιπόθητη πόλη που προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι την άνοιξη του 1916 οργανώθηκε έκθεση με έργα Γάλλων στρατιωτών ζωγράφων στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη για τα δεδομένα της πόλης. Η Θεσσαλονίκη είδε να ανοίγει, κατά τον «μήνα των ρόδων», το Σαλόνι Τέχνης της Στρατιάς της Ανατολής, αναφέρεται σε περιοδικό της εποχής, που ήταν «ένα χαμόγελο του στρατιώτη». Στην τέχνη τους υπήρχε τέτοια ειλικρίνεια και τέτοια ελευθερία, ώστε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι «ένας πίνακάς τους μπορεί να μιλήσει για την τιμή της Γαλλίας, όπως και ένα καλό βιβλίο».

Η έκθεση και τα σχόλια του αρθρογράφου για τους καλλιτέχνες που πήραν μέρος με έργα τους, αποτελεί πολύτιμο οδηγό για την κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Μέτωπο. Μια έκθεση όμως ζωγραφικής εν μέσω πολέμου τι μπορούσε να σημαίνει; Το γεγονός αυτό καθαυτό και σήμερα ακόμη εκπλήσσει. Δεν είναι που οι στρατευμένοι είδαν και ξαναείδαν την πόλη να αντανακλά μέσα στις διάφορες φαντασίες και ευαισθησίες των καλλιτεχνών, ούτε την κάποια οικονομική βοήθεια που δινόταν ως ανταμοιβή στους ζωγράφους. Η επίσκεψη στην έκθεση μπορεί να μην αντιπροσώπευε για τους πολεμιστές τίποτε περισσότερο από ένα απόγευμα του Μαΐου, για τους ζωγράφους όμως ήταν η ανακάλυψη νέων εμπειριών και νέας ομορφιάς. Ωστόσο, κατά τον σχολιαστή «η έκθεση παραμένει ένα μοναδικό γεγονός, ένα επεισόδιο απλό μεν στη βουή του πολέμου, αλλά αξέχαστο στην ιστορία της γαλλικής τέχνης», γιατί «ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί καλλιτέχνες δεν θα προσεγγίσουν όλοι μαζί το ίδιο θέμα, μιλώντας ο καθένας για τις αλήθειες του».

Ωστόσο, με τους ζωγράφους-στρατιώτες έρχονται στο νου μας τα ονόματα μιας μεγάλης γενιάς νέων ανθρώπων, ποιητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων ,απλών πολιτών που χάθηκε στα χαρακώματα, αφήνοντας μαρτυρίες για τη φρίκη του πολέμου. Ο Έζρα Πάουντ έγραψε χαρακτηριστικά: «Πέθαναν μυριάδες/ και ανάμεσά τους οι καλύτεροι». Είναι γεγονός ότι η «ανυπόμονη γενεά» της belle époque θα βαδίσει στην αρχή με ενθουσιασμό προς τα πεδία των μαχών, αλλά η πολεμική εμπειρία θα απέχει πολύ από τη νικηφόρο έκβαση και την ηρωική προσδοκία.

Η ζωή στην πόλη μακριά από τα μέτωπα του πολέμου φαινομενικά κυλούσε ήρεμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και περιγραφές. Ένα πλήθος από θέατρα, καφενεία, ταβέρνες και οίκους ανοχής είχαν κατακλύσει την πόλη, ενώ το λιμάνι έσφυζε από στρατιώτες και κάθε είδος πολεμικού υλικού. Σε μικρό χρονικό διάστημα η Θεσσαλονίκη βρέθηκε να κατοικείται από έναν στρατό μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της, ένα έγχρωμο πλήθος πολεμιστών, τριγυρισμένη από παραπήγματα και αντίσκηνα «που μοιάζουν με άσπρα στίγματα κάτω από τον ήλιο» θα γράψει Γάλλος αξιωματικός.

H απραξία για ένα διάστημα στο Μακεδονικό Μέτωπο θα συντελέσει ώστε να θεωρηθεί η πόλη ως ιδεώδης τόπος παραθερισμού και διασκέδασης με χορούς στα μεγάλα ξενοδοχεία και τις επαύλεις, με μουσικές και τραγούδια και σουπέ στο ζαχαροπλαστείο Φλόκα. Ακόμη και οι θεατρικές σκηνές στο Παρίσι εμφανίζουν το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα, όπου έπαιρναν το τσάι τους ωραίες κυρίες και κομψοί αξιωματικοί. Πέρα από τα σχόλια για την κοσμοπολίτικη ζωή, η νικηφόρα συμμαχική επίθεση, με τη συμβολή και του ελληνικού στρατού, τον Σεπτέμβριο του 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο δείχνει την πραγματική διάσταση του πολέμου.

Μπαίνοντας στην πόλη δύο στοιχεία τραβούσαν σταθερά την προσοχή των ξένων : ο μιναρές και το κυπαρίσσι. Πράγματι, δεν είναι λίγοι οι ζωγράφοι που γοητεύτηκαν από τη ψιλόλιγνη κορμοστασιά του μιναρέ, με τον μικρό εξώστη και την εύθραυστη κορύφωσή του. Το κυπαρίσσι δίπλα στον μιναρέ έρχεται να υπογραμμίσει τη λευκότητα και την απλότητά του. Το δέντρο γνωστό στις χώρες της Μεσογείου, είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη, που παίρνει όλη την αξία της τέχνης και του συμβολισμού.

Bernard de Monvel, Υπαίθριος στιλβωτής, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Μία άλλη εικόνα που θα αποτυπωθεί σε καρτ-ποστάλ, πίνακες, χαρακτικά με ζωντάνια και χιούμορ είναι οι υπαίθριοι στιλβωτές υποδημάτων. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ξένων στρατιωτών έκανε τους γνωστούς  μας λούστρους να στήνουν τα σύνεργα της δουλειάς τους στους δρόμους, στις πλατείες, στα καφενεία και το περίεργο πλήθος να συνωστίζεται για να θαυμάσει τους ξένους με τις ωραίες στολές και τις γυαλισμένες μπότες.

Η εικόνα των μικρών ξυπόλητων στιλβωτών με τα λαμπερά κασελάκια τους θα βρει την καλύτερη έκφραση  στο ποίημα του Άγγλου οπλίτη Α. Γκάρλαντ (1916), με τον τίτλο «Λούστρος Τζόνυ», που φανερώνει τη συμπάθεια για τα αμέτρητα «βρόμικα χαμίνια, που σε τσούρμο μαζεμένα τα συναντούσες παντού, βράδυ πρωί, με χιόνι ή με βροχή». Και παρακάτω: «Όχι για τους μιναρέδες, ούτε για τον Όλυμπο, ούτε για τη λασπουριά, τον Βαρδάρη, του Μπότον τα Υγιεινά Λουτρά, μα για τα «Λούστρος Τζόνυ»-απ’ άλλον κόσμο, λες, φωνές. /Είναι που τη Σαλονίκη θα ‘χεις πάντα αναθυμιά».

Άμεση σχέση με τη ζωγραφική και την πόλη της Θεσσαλονίκης είχαν οι καρτ-ποστάλ γνωστές ως les souvenirs de Salonique. Για να μπορούν να αλληλογραφούν με τους δικούς τους οι χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί του συμμαχικού στρατού που ζούσαν μέσα στην πόλη και γύρω από αυτήν, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και κυκλοφόρησε ένας μεγάλος αριθμός ταχυδρομικών δελταρίων, οι καρτ-ποστάλ, όπως επικράτησε να ονομάζονται, με εικόνες της πόλης. H Θεσσαλονίκη υπήρξε κατεξοχήν ευνοημένη από την έκδοση και κυκλοφορία των εικονογραφημένων καρτών. Ο Μεγάλος Πόλεμος άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην παραγωγή και διάθεση των δελταρίων σε μία αγορά που ήδη ανθούσε, προκαλώντας ένα είδος πληθωρισμού του «όμορφου αυτού μικρού χαρτονιού».

Ασκηση Γάλλων ναυτών στον Θερμαϊκό, καρτ-ποστάλ, 1917.

Οι καρτ-ποστάλ, ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος, υπήρξαν στενά συνδεδεμένες με τον πόλεμο αυτό. Χαρακτηρίστηκαν τα sms της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσαν έναν εκπληκτικό μηχανισμό επικοινωνίας και συναισθηματικής εκτόνωσης για τους λαούς των εμπλεκόμενων στον πόλεμο χωρών. Εκατομμύρια ταχυδρομικά δελτάρια που διακινήθηκαν από το 1914 έως το 1918, τον ακριβή αριθμό των οποίων δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς, έχουν να διηγηθούν απίθανες ιστορίες ηρωισμού, νίκης, πόνου και απώλειας. Ο τεράστιος αριθμός και η ποικιλία των θεμάτων τους αποτελεί σημαντική πτυχή του Μεγάλου Πολέμου. Δραματικό επιστέγασμα των μέσων επικοινωνίας κατά την εμπόλεμη περίοδο, είχαν γνωρίσει το απόγειό τους κατά την προηγούμενη περίοδο, της ευημερίας της αστικής τάξης της Βelle Époque.

Τα θέματα ήταν συνήθως σατιρικά, συναισθηματικά, πατριωτικά, χωρίς να λείπουν τα χιουμοριστικά ή τα ειρωνικά. Οι κάρτες για χρήση της αλληλογραφίας των στρατιωτών, με προπαγανδιστικό πολλές φορές περιεχόμενο, κυκλοφορούσαν σε σειρές ή μεμονωμένες εκτυπώσεις, οφείλονταν δε σε ταλαντούχους ζωγράφους ή γραφίστες. Τα εικονογραφημένα αυτά δελτάρια, σπουδαία χρωμολιθόγραφα ή απλώς σταμπαριστά, ή με χρήση φωτογραφικού κλισέ, αποτελούν σήμερα μέρος των συλλογών τέχνης μουσείων και ιδιωτικών συλλογών.

Μία ξεχωριστή έκδοση καρτ-ποστάλ στη Γαλλία συνιστά η γνωστή με το όνομα La Pochette de la Marraine, η οποία, εκτός από την καλλιτεχνική σημασία της, παρουσιάζει εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει περίπου τριάντα διαφορετικές σειρές καρτ-ποστάλ. Η κάθε σειρά αριθμούσε επτά διαφορετικά σχέδια, δουλεμένα από νέους γνωστούς καλλιτέχνες.

 

Bernard de Monvel, Οι απολαύσεις της Θεσσαλονίκης, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Ο σκοπός της συλλογής καταρχάς ήταν να κάνει ελκυστικό τον τρόπο αλληλογραφίας, ανάμεσα στους φαντάρους και σε αυτούς που είχαν μείνει στα σπίτια τους, στις πατρίδες τους. Μέσα από μία καινούργια και καλαίσθητη έκδοση, ήθελαν να βοηθήσουν επίσης τους στρατευμένους καλλιτέχνες ή αυτούς που είχαν επιστρέψει τραυματίες  ώστε να έχουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα από την πώληση της La Pochette.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στα θέματα των καρτών, τα εμπνευσμένα από τη Θεσσαλονίκη, είναι, εκτός από την αισθητική τους, η ποικιλία των θεμάτων και η χιουμοριστική τους διάθεση. Καταγράφουν πλανόδιους πωλητές που περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης γραφικούς τύπους, μνημεία, παραδοσιακά επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί, και ό,τι ήταν περίεργο και εξωτικό. Μεταξύ των άλλων έδωσαν εικόνες ανεπανάληπτες από τα σπίτια του έρωτα και ό,τι έχει σχέση με αυτόν και τις φαντασιώσεις του σε καιρό πολέμου.

Αξίζει να αναζητήσουμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς εικονογραφημένων δελταρίων, και όχι μόνον, των οποίων η ζωγραφική ταυτίστηκε με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει ο Jacques Touchet, ο oποίος ίσως είναι ο πιο γνωστός από τους στρατιώτες- ζωγράφους χάρη στα χιουμοριστικά σχέδιά του πάνω σε τύπους και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησαν σε έντυπα της εποχής εκείνης. Χαρακτηριστικό της φήμης του αποτελεί η έκδοση σκίτσων σε μορφή καρτ-ποστάλ και μάλιστα προς χρωματισμό, σαν ένα είδος παιχνιδιού. Με ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο και πολύ ανθρώπινο, με όλη τη σημασία της λέξης, αποκαλύπτει χωρίς την παραμικρή κακία την καθημερινότητα των ανθρώπων της εργασίας, μετατρέποντας κάθε άτομο σε μια χαριτωμένη μαριονέττα. Η δουλειά του δείχνει

Jacques Touchet, Οι τέσσερις χωροφύλακες (στρατονόμοι), 1916-1917.

ότι πρόκειται για έναν επιδέξιο τεχνίτη ακουαρέλας που ξέρει να σέβεται τα μυστικά της τεχνικής. Εκτός από τα σχέδια για τις καρτ-ποστάλ επικοινωνίας, ο Touchet μάς άφησε 12 εξαιρετικές λιθογραφίες με επαγγέλματα της πόλης.

Ο ονόματι Coyer συνεχίζει στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα να ασχολείται με τους πλανόδιους πωλητές, τα έθιμα του χωριού και τα επαγγέλματα της χαράς και του κεφιού.

Goyet, Σκηνές καθημερινότητας.

Ο υποπλοίαρχος Douillard διαφοροποιείται, δίνοντας 12 μαγευτικές απόψεις της Θεσσαλονίκης, από τις πιο όμορφες που έχουμε δει. Χρώματα ζεστά λουσμένα στο φως αναδεικνύουν τα αρχιτεκτονήματα, τα στενοσόκακα, τη φύση, την εμβληματική εικόνα του τεκέ των δερβίσηδων με το ανεπανάληπτης ωραιότητας κυπαρίσσι και τα αρχιτεκτονικά σύμβολα της πόλης.

Εκτός από τους στρατιώτες ζωγράφους της έκθεσης, είναι γνωστά και άλλα ονόματα καλλιτεχνών με έργα εμπνευσμένα από την πόλη, στα χρόνια του πολέμου. O Charles Millot, γνωστός με το ψευδώνυμο Henri Gervèse (1880-1959), αξιωματικός του ναυτικού, ζωγράφος και εικονογράφος, που αποτελεί μια τέτοια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, κυρίως για τις σειρές των δελταρίων με σχέδια χιουμοριστικά πάνω στο Ναυτικό και τη ζωή των ναυτών. Το σχέδιό του καρικατουρίστικο, στυλ κόμικς, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στη σειρά των καρτ-ποστάλ.

Henri Gervèse, Οι ναύτες μας, καρτ-ποστάλ, 1915.

Στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα κινείται και η δουλειά ενός άλλου Γάλλου του Drack Oub –André Antoine Bouchard-. Το αραβόφωνο όνομά του αποτελεί αναγραμματισμό του επωνύμου του. Υπήρξε κατεξοχήν καρικατουρίστας και εικονογράφος στον τύπο. Mε αδρές πινελιές μας χαρίζει ένα πανόραμα χαρακτηριστικών μορφών φαντάρων των διαφόρων φυλών και εθνών, που είχαν μετατρέψει την πόλη σε ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο παζάρι που ανακατεύονταν χωρίς να μπερδεύονται.

Ο ζωγράφος που θα απαθανατίσει τη μαγευτική συνύπαρξη, τη βαθιά αρμονία μιναρέ και κυπαρισσιού και θα δώσει μερικά από τα πιο ατμοσφαιρικά έργα είναι ο Paul Jouve (1878-1973). Ο Jouve γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης, όπως άλλοτε ήταν οι καλλιτέχνες, επιστρατεύτηκε το 1915 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Στο Άγιον Όρος βρέθηκε κάποιους μήνες του 1917 και έδωσε υπέροχα σχέδια της μονής Σταυρονικήτα. Το κυπαρίσσι ή τα κυπαρίσσια που διακοσμούν τα εξώφυλλα του περιοδικού Revue Franco-Macédonienne, άλλοτε μόνα, άλλοτε παρέα με τον μιναρέ, δεν έχουν άλλη έγνοια για τον ζωγράφο παρά την απομόνωσή τους από τον γύρω κόσμο και την αναδημιουργία της αρχιτεκτονικής τους δομής. Με τα έργα «Αγία Αικατερίνη», «τα βουβάλια», «το εσωτερικό της Αχειροποιήτου», αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του. Τα έργα του είναι πρωτότυπα και η τεχνική πρώτης τάξης. Το κάρβουνο, το μολύβι, η πένα υποτάσσονται στη φαντασία του, στην οποία επιβάλλει περισσότερο την ιδέα του, από τη ματιά του. Ο Jouve είναι ο καλλιτέχνης που ίσως χωρίς να το επιζητεί, μεταμορφώνει σε πρότυπο αυτό που βλέπει. Ο πίνακας με το βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη και τη Ροτόντα στο βάθος, αποτελεί ένα τέτοιο δείγμα. Λατρεύει τα σύννεφα, τους ατμούς, τους οποίους ντύνει με μορφή πραγματική, κινούμενη.

Paul Jouve, Βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη της Θεσσαλονίκης, 1916.

O Bernard Boutet de Monvel είναι ένας μετριοπαθής οπαδός του κυβισμού θα τολμούσε να πει κανείς, κρίνοντας από τις σέπιες του. Τα σχέδιά του είναι αποκαλυπτικά μιας ιδιοσυγκρασίας καλλιτέχνη πρώτης τάξης. Θυμίζουμε την πολύ ενδιαφέρουσα σειρά των καρτ-ποστάλ του, με τα λεπτεπίλεπτα μικρογραφικά σχέδια, και τη σκωπτική τους διάθεση, στο πλαίσιο της έκδοσης La Pochette de la Marraine.

Ξεχωριστή περίπτωση Γάλλου στρατευμένου, αποτελεί ο ζωγράφος Emile Gerlach, έργα του οποίου είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έκθεση που έγινε στην πόλη, το 1982. Το ξεχωριστό ενδιαφέρον που προκάλεσαν τα έργα του Γάλλου καλλιτέχνη δεν οφείλεται στην αισθητική τους αξία αλλά στις μνήμες που για τη ζωή και την ιστορία της πόλης. Ο κρυφός και διαρκής πόθος του για γνωριμία καινούργιων τόπων θα τον φέρουν στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α’ Παγκόσμιο, όπου θα μείνει από τις 17 Απριλίου μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1917.

Émile Gerlach, Άποψη της Θεσσαλονίκης από τα κάστρα, 1917, υδατογραφία.

 

Émile Gerlach, Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, 1917, υδατογραφία.

Στις υδατογραφίες του βρίσκουμε στιγμιότυπα από τη ζωή της πόλης, εικόνες παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λαϊκές ενδυμασίες και ασχολίες κατοίκων. Οι πίνακές του κάνουν να περνούν μπροστά στα μάτια μας σπίτια πασάδων, βυζαντινές εκκλησίες, στενοσόκακα, απόψεις της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων της Μακεδονίας. Το έργο του που μοιάζει με φωτογραφική αποτύπωση, έρχεται να συμπληρώσει με τη χρωματική και αισθητική αξία το φωτογραφικό υλικό της ίδιας εποχής. «Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ένας στρατιώτης, όπως ο καλλιτέχνης, έχοντας επίγνωση της δίνης στην οποία περιέπεσε ο κόσμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατόρθωσε να δώσει μια τόσο ζωηρή και ειρηνική απεικόνιση της πόλης, μια τόσο πιστή και φωτεινή απόδοση της υπαίθρου», θα γράψει ο Χρ. Λαμπρινός το 1982 με την ευκαιρία της έκθεσής του.

Ο αριθμός των στρατευμένων Γάλλων καλλιτεχνών φαίνεται πως είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτής. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε στο ιδιαίτερο και εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο του Α. Frank. Πρόκειται για την εικονογράφηση ενός μικρού λευκώματος αφιερωμένου στην Υπηρεσία Διάνοιξης Δρόμων, υπηρεσία της οποίας η συμβολή στη θετική έκβαση του πολέμου και στην ανάπτυξη γενικότερα της Μακεδονίας υπήρξε καθοριστική. Ο αφηγητής του λευκώματος, με ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε στίχους και με τίτλο Η Προσευχή του Χαλίφη, επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της Υπηρεσίας αυτής στα πολύ δύσκολα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Με έναν ανάλαφρο και χιουμοριστικό τρόπο επιζητεί να απαντήσει στις απορίες του χαλίφη σχετικά με τις επιτυχίες των Γάλλων στις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Μοναστηριού. Ο χαλίφης απορημένος και κουρασμένος από τις εξηγήσεις εύχεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του να πεθάνει σε κάποια γωνιά, κοντά στα τείχη της Θεσσαλονίκης, που ο ήλιος χαϊδεύει στη δύση του. Τον ίδιο διασκεδαστικό χαρακτήρα αποπνέουν και τα έγχρωμα χαρακτικά του Α. Frank που συνοδεύουν το λεύκωμα και θυμίζουν εικονογραφημένα παιδικά και σχολικά βιβλία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.

Ruedolf, Φιγούρες νέων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, 1916-1917.

Τέλος, μετά τα παραπάνω ονόματα των Γάλλων ζωγράφων στρατιωτών, αξίζει να αναφερθούμε και στον ζωγράφο Ruedolf, ο οποίος με το ευαίσθητο σχέδιό του, είτε με μολύβι είτε με υδατογραφία, τόσο με την απεικόνιση των μνημείων όσο και με τα εκφραστικά πορτραίτα, τις φιγούρες κυρίως νέων ανθρώπων, δείχνει ότι πρόκειται για έναν μεγάλο καλλιτέχνη.

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των Γάλλων. Είναι ο τελευταίος παραδοσιακός και ταυτοχρόνως ο πρώτος μοντέρνος πόλεμος με όπλα μαζικής καταστροφής. «Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) γαλλική οικογένεια που να μην τη άγγιξε η απώλεια ή ο τραυματισμός κάποιου συγγενούς», αναφέρει ο Γάλλος συγγραφέας Πιερ Λεμέτρ στο βιβίο του Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (Αθήνα 1914). Η αλήθεια πάντως είναι ότι «ο πόλεμος των χαρακωμάτων», όπως επίσης λέγεται, φέρνει στον νου των περισσοτέρων Γάλλων, σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, ιστορίες με πάθη και δράματα, προπαντός τον πόνο μιας ανώφελης σφαγής. Στα χαρακώματα, μείγμα από λάσπη, ανθρώπινη σάρκα, εθισμό στον θάνατο, φόβο, οργή, ταπείνωση, ο άνθρωπος πλησίαζε άλλοτε τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και άλλοτε το κτήνος.

Οι Γάλλοι στρατιώτες-ζωγράφοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλοτε εφευρετικοί και άλλοτε ενταγμένοι σε μια συμβατική αισθητική, εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για την πόλη σε μια ολέθρια εποχή, σε δύσκολες συνθήκες. Ανεξάρτητα αν είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τη μελλοντική τους διαδρομή, αντιλαμβανόμαστε ότι με θάρρος μετέτρεψαν την αγωνία και τη φρίκη του πολέμου σε αίσθηση, σε όνειρο και δημιουργία.

Drack Oub  (André Antoine Bouchard), Σκωτσέζος και Ρώσος στρατιώτες, 1917.

 

Η Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του ΑΠΘ.

 

 

*Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου μου με τίτλο Η τέχνη στα χρόνια του «πολέμου των χαρακωμάτων». Στρατιώτες-ζωγράφοι της Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016, στο οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες και για τους άλλους στρατιώτες –ζωγράφους του Μακεδονικού Μετώπου.

Πέτρος Παπαπολυβίου: Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 Πέτρος Παπαπολυβίου

 Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο

(Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974

Το στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης του αρχιεπισκόπου Μακαρίου εκδηλώθηκε στις 8.20 το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974. Οι μονάδες και τα τμήματα της Εθνικής Φρουράς (μοίρες καταδρομών, τεθωρακισμένα και μικρό τμήμα του Ναυτικού) και οι διμοιρίες της ΕΛΔΥΚ που εκτέλεσαν το πραξικόπημα στη Λευκωσία, είχαν κύριους στόχους το Προεδρικό Μέγαρο και τη ζωή του ιδίου του Μακαρίου, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το στρατόπεδο του Εφεδρικού σώματος, το ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου), την Αρχιεπισκοπή, το Αεροδρόμιο Λευκωσίας και τον Πύργο Ελέγχου, το κεντρικό κτίριο της ΣΥΤΑ (του κυπριακού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών), τις Κεντρικές Φυλακές και τον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου.

Είχε προηγηθεί πολύμηνη προετοιμασία για τη στρατιωτική επιχείρηση που ακολούθησε την πολύχρονη υπόσκαψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησης του προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Έτσι, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, αποδείχθηκε ότι είχε οργανωθεί με κάθε λεπτομέρεια και σκηνοθετηθεί άψογα από τη στενή ηγετική ομάδα της δικτατορίας στην Ελλάδα, με αρχισυνωμότη τον Δημήτριο Ιωαννίδη: Ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, στρατηγός Γεώργιος Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ («Ελληνική Δύναμις Κύπρου») και ο πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο, Ευστάθιος Λαγάκος, είχαν προσκληθεί σε παραπλανητική σύσκεψη στην Αθήνα, την Παρασκευή 13 Ιουλίου, που διακόπηκε και θα συνεχιζόταν τη Δευτέρα, 15 Ιουλίου, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση πραξικοπήματος, απούσης της στρατιωτικής ηγεσίας. Η απομάκρυνση του Ντενίση από την Κύπρο εξυπηρετούσε και τη σκοπιμότητα της υλοποίησης του πραξικοπήματος από τους έμπιστους του Ιωαννίδη.

Επιπλέον, η εκδήλωση του πραξικοπήματος (με κωδικό σύνθημα «Αλέξανδρος εισήχθη στο νοσοκομείο») σχεδιάστηκε να γίνει μετά την επιστροφή, νωρίς το πρωί, του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Προεδρικό Μέγαρο από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, όπου συνήθιζε να μεταβαίνει τα σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών. Σε μια ώρα, που η κυκλοφορία στην καλοκαιρινή Λευκωσία ήταν αρκετά περιορισμένη και η Αστυνομία και το Εφεδρικό σώμα βρίσκονταν σε χαλάρωση, ύστερα από την ασφαλή μετακίνηση του Μακαρίου στο Προεδρικό.

Φαίδων Γκιζίκης, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης σε εποχές αγαστής συνεργασίας.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της εκστρατείας μίσους εναντίον του προέδρου Μακαρίου από τον κύκλο των πραξικοπηματιών που κυβερνούσαν δικτατορικά την Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1967. Τα μέλη του στενού αυτού συνωμοτικού κύκλου και ειδικότερα της ομάδας Ιωαννίδη, που είχαν τον απόλυτο έλεγχο της ελληνικής «κυβέρνησης» από τον Νοέμβριο του 1973, μισούσαν θανάσιμα τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και σταδιακά διαμόρφωσαν την πεποίθηση ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την παρουσία του με κάθε τρόπο, διακηρύσσοντας μάλιστα με ανέξοδη πατριωτική μεγαλοστομία ότι έτσι θα έφτανε η Κύπρος στην Ένωση με την Ελλάδα. Ανάμεσα στα κίνητρα του Ιωαννίδη, που μπορεί να ήλεγχε την «κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου» όμως δεν είχε εξασφαλίσει την πλήρη αποδοχή από τους περισσότερους Έλληνες αξιωματικούς, ασχέτως εάν παρέμεναν πειθήνιοι και αδρανείς, καθώς δεν κατανοούσαν την ανατροπή του Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973 ήταν, θεωρούμε, και η ανάγκη του να «πετύχει μια νίκη στο Κυπριακό», «αποδεικνύοντας» την «αναγκαιότητα» του πραξικοπήματος του 1973. Εξάλλου, και η συνωμοτική απριλιανή ομάδα των συνταγματαρχών του 1967, αντιστοίχως, είχε σπεύσει με εγκληματική αφέλεια, λίγους μήνες μετά την 21η Απριλίου, στις συνομιλίες του Έβρου «για να κλείσει το Κυπριακό», ενώ αργότερα είχε αποδεχθεί με ακατανόητη ευκολία την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, απογυμνώνοντας την άμυνα της μεγαλονήσου.

Η απόφαση για το πραξικόπημα είχε ληφθεί τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 1974, από τους Φαίδωνα Γκιζίκη, Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, Γρηγόριο Μπονάνο και Δημήτριο Ιωαννίδη. Διατάχθηκαν να την υλοποιήσουν ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, που αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα Ντενίση στην αρχηγία του ΓΕΕΦ (Γενικόν Επιτελείον Εθνικής Φρουράς) και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, διοικητής των κυπριακών Δυνάμεων Καταδρομών, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του επιχειρησιακού τμήματος. Η διαταγή δόθηκε μετά την ανακοίνωση από τον πρόεδρο Μακάριο, στις αρχές Ιουλίου, της δραστικής μείωσης της στρατιωτικής θητείας και της ανάκλησης των εξ Ελλάδος αξιωματικών. Ας σημειωθεί ότι την περίοδο Ιουνίου – Ιουλίου 1974 αρκετοί αξιωματικοί είχαν αντικατασταθεί ή επέκειτο ο επαναπατρισμός τους και οι αντικαταστάτες τους δεν είχαν προλάβει να ενημερωθούν για τα πεδία ευθύνης των μονάδων τους. Το αρνητικό κλίμα στις τάξεις των Ελλήνων αξιωματικών στην Κύπρο (που τα στοιχεία δείχνουν ότι στην πλειοψηφία τους ήταν «παπαδοπουλικοί» και όχι «ιωαννιδικοί») θα επιβάρυνε η μη επιστροφή του στρατηγού Ντενίση από την Αθήνα, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι οργανώθηκε το πραξικόπημα από υφισταμένους του, πίσω από την πλάτη του, υπέβαλε την παραίτησή του και αρνήθηκε να γυρίσει στη Λευκωσία. Παρότι αναζητήθηκε αντικαταστάτης του, από έναν κατάλογο ανώτερων αξιωματικών με προϋπηρεσία στην Κύπρο, δεν βρέθηκε. Έτσι, παρέμεινε διοικητής της κυπριακής Εθνοφρουράς ο Γεωργίτσης, ο οποίος είχε προαχθεί σε ταξίαρχο μερικές βδομάδες πριν από το πραξικόπημα και ανέμενε, εντός των επόμενων εβδομάδων, την τελική του μετάθεση και επιστροφή στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ανατροπή της στρατιωτικής ιεραρχίας, με αποκλειστικό κριτήριο την τυφλή πειθαρχία στον Δ. Ιωαννίδη, γεγονός που θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην εγκληματικά ανεπαρκή άμυνα εναντίον της τουρκικής εισβολής, αφού η Εθνική Φρουρά έμεινε ακέφαλη, στα χέρια άβουλων αξιωματικών, απλώς και μόνο για να πετύχει το πραξικόπημα. Στη συνέχεια, στις αρχές Αυγούστου 1974, σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί – πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος και δεκάδες άλλοι αντικαταστάθηκαν και απομακρύνθηκαν από την Κύπρο, ύστερα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Και αυτό, όμως, θα αποδεικνυόταν μειονέκτημα για την ελληνική κυπριακή άμυνα στη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, αφού οι αντικαταστάτες τους δεν θα προλάβαιναν να γνωρίσουν τον τόπο, τους άνδρες και τις μονάδες τους.

Το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 | AlphaNews Live | AlphaNews

 

Για λόγους συνωμοτικότητας οι μυημένοι στο πραξικόπημα Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο ήταν μετρημένοι, γύρω στους δέκα με δώδεκα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εκδήλωσή του, το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, να αιφνιδιάσει πολλούς αξιωματικούς. Ορισμένοι, στην επαρχία Πάφου, που βρέθηκαν για υπηρεσιακούς λόγους έξω από τα στρατόπεδά τους, συνελήφθησαν από τις πιστές στον Μακάριο δυνάμεις, εντελώς ανύποπτοι για το τι είχε συμβεί. Στη Λεμεσό, ένας εξ Ελλάδος ταγματάρχης δολοφονήθηκε από Έλληνα Κύπριο αστυνομικό αφού, ανυποψίαστος, έσπευσε στον κεντρικό Αστυνομικό σταθμό της πόλης για να πληροφορηθεί τι ακριβώς συνέβαινε στη Λευκωσία. Υπήρξαν και περιπτώσεις, στο μικρό σε προσωπικό και μονάδες κυπριακό Ναυτικό, όπου Έλληνες αξιωματικοί αρνήθηκαν κατηγορηματικά να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα. Η προσωπική αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε συνέβαλε στη μειωμένη αμυντική αντίδραση του κυπριακού πολεμικού Ναυτικού απέναντι στην τουρκική εισβολή. Άλλοι, αξιωματικοί του Πεζικού, όταν προσεγγίστηκαν να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα, πείστηκαν, τελικώς, αφού ζήτησαν πρώτα και έλαβαν τη σχετική διαταγή από τη στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα. Ας προστεθεί ότι οι Γεωργίτσης και Κομπόκης, όπως κατέθεσαν μερικά χρόνια αργότερα (1986) στην Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου», είχαν εκφράσει, μερικά εικοσιτετράωρα πριν από τις 15 Ιουλίου, τους ενδοιασμούς τους, υποδεικνύοντας τις πιθανές τουρκικές αντιδράσεις. Όμως, η ηγεσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν πλήρως καθησυχαστική. Το ότι αργότερα, μετά την ολοκλήρωση του εγκλήματος εναντίον της Κύπρου, ουδείς εκ της τότε ηγεσίας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ανέλαβε το βάρος των ευθυνών που του αναλογούσαν, αποδεικνύει τη θλιβερή ηθική κατάπτωση των ανώτερων αξιωματικών του στρατιωτικού καθεστώτος της επταετίας.

Το πραξικόπημα επικράτησε στη Λευκωσία ύστερα από μερικές ώρες. Όμως, ένας από τους βασικούς στόχους, η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, δεν επιτεύχθηκε, αφού ο Κύπριος πρόεδρος κατάφερε να διαφύγει από το περικυκλωμένο Προεδρικό Μέγαρο, πριν αυτό γίνει παρανάλωμα του πυρός. Οι συγκρούσεις για την επικράτηση του πραξικοπήματος είχαν πολλά θύματα, εξαιτίας της αντίστασης στο Προεδρικό, στην Αρχιεπισκοπή, στην περιοχή του Αρχηγείου της Αστυνομίας, και αλλού, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό και στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τους επίσημους καταλόγους, το σύνολο των θυμάτων στη διάρκεια του πραξικοπήματος ήταν 98 νεκροί, ένας μακάβρια υψηλός αριθμός για τα κυπριακά δεδομένα, αλλά και σε σύγκριση με την αντίσταση στην επιβολή της απριλιανής δικτατορίας και των προηγούμενων πραξικοπημάτων στην Ελλάδα. Οι πεσόντες στις συγκρούσεις και δολοφονηθέντες από τις πιστές στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμεις (Αστυνομία / Εφεδρικό και μέλη ένοπλων ομάδων πολιτών) ήταν 41, οι πολίτες – θύματα 16 (ανάμεσά τους και ένα κοριτσάκι επτά χρονών), ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις που πήραν μέρος στο πραξικόπημα είχαν άλλους τόσους νεκρούς: 36 Κύπριους και πέντε Ελλαδίτες (τρεις αξιωματικοί, οι δύο των ΛΟΚ). Ανάμεσα στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα ήταν η εντελώς αναίτια εν ψυχρώ δολοφονία τεσσάρων νέων, πιστών στον Μακάριο, μετά τη σύλληψή τους από άτακτους της ΕΟΚΑ Β΄, στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού, στις 16 Ιουλίου 1974.

Το Προεδρικό Μέγαρο με εμφανή τα ίχνη της επίθεσης.

Ο πρόεδρος Μακάριος κατάφερε να φτάσει στην Πάφο, μέσω της Μονής Κύκκου, με ιδιαίτερα περιπετειώδη τρόπο. Στο κτίριο της Μητρόπολης Πάφου, το απόγευμα της 15ης Ιουλίου ηχογραφήθηκε το ιστορικό ραδιοφωνικό διάγγελμα με το οποίο ο πρόεδρος της Κύπρου διέψευδε την «είδηση» που επαναλαμβανόταν από το ΡΙΚ ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός» και καλούσε τον κυπριακό λαό σε αντίσταση στο χουντικό πραξικόπημα. Την επομένη, 16 Ιουλίου, ο Μακάριος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάφο με βρετανικό ελικόπτερο που τον μετέφερε στη στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου. Από εκεί, αεροπλάνο τον μετέφερε στη Μάλτα και στις 17 Ιουλίου έφτασε στο Λονδίνο. Στη συνέχεια μετέβη στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου μίλησε στo Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατήγγειλε την ανατροπή του από την ελληνική στρατιωτική δικτατορία.

Στη Λευκωσία, το μεσημέρι της 15ης Ιουλίου 1974, ύστερα από αρνήσεις ή αδυναμία εντοπισμού των «υποψηφίων» που είχε υποδείξει το καθεστώς της Αθήνας (τα ονόματα είχε απομνημονεύσει ειδικός αγγελιαφόρος αξιωματικός), οι επικεφαλής του πραξικοπήματος διόρισαν «πρόεδρο της Δημοκρατίας», τον διευθυντή της εφημερίδας «Μάχη», βουλευτή και παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Νίκο Σαμψών. Αργότερα, ανακοινώθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης». Το νέο καθεστώς επέβαλε λογοκρισία στον Τύπο, ενώ το ΡΙΚ τέθηκε κάτω από στρατιωτικό έλεγχο. Οι κρατούμενοι στις φυλακές μέλη και υποστηρικτές της ΕΟΚΑ Β΄ αφέθηκαν ελεύθεροι και δεκάδες έφεδροι αξιωματικοί κλήθηκαν στα όπλα για να βοηθήσουν στην επιβολή του πραξικοπήματος. Την ίδια ώρα, δεκάδες πολίτες συνελήφθησαν και πολλοί από αυτούς υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια. Η «διακήρυξις των κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων» απέδιδε το πραξικόπημα στον «διαγραφόμενον κίνδυνον να περιέλθουν αι Ένοπλοι Δυνάμεις εις χείρας αναρχικών και εγκληματικών στοιχείων» και -για τραγική ειρωνεία- διαβεβαίωνε ότι θα συνεχίζονταν οι διακοινοτικές συνομιλίες όπως και «η αδέσμευτος εξωτερική πολιτική ως μέχρι τούδε»…

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο εγκάθετος της χούντας στην Κύπρο, Νικόλαος Σαμψών σε παλαιότερο στιγμιότυπο.

Η τουρκική εισβολή

Στις πρωινές ώρες του Σαββάτου, 20ης Ιουλίου 1974, η Κύπρος, σπαρασσόμενη και διαιρεμένη από το προηγηθέν πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, δέχθηκε από αέρος και θαλάσσης τουρκική στρατιωτική επίθεση. Ήταν μια στρατιωτική εισβολή που αν και είχε προαναγγελθεί από την προηγούμενη ημέρα από όλα τα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, που μετέδιδαν μάλιστα και τις σχετικές εικόνες, κατέλαβε απροετοίμαστα τα στρατιωτικά επιτελεία στην Αθήνα και τη Λευκωσία και απέδειξε με τραγικό τρόπο την εγκληματική ανεπάρκεια και επαγγελματική ανικανότητα της δικτατορικής ηγεσίας. Ήταν οι ίδιοι αξιωματικοί που είχαν αφιερώσει ολόκληρες εβδομάδες σχεδιάζοντας την επιτυχία του πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Μακαρίου… Αν και ο τουρκικός αποβατικός στόλος είχε αναχωρήσει από το λιμάνι της Μερσίνας από το μεσημέρι της 19ης Ιουλίου, η ηγεσία του πραξικοπήματος απέφυγε να προωθήσει τις προβλεπόμενες στρατιωτικές μονάδες στις ακτές της Κερύνειας κατά τις νυκτερινές ώρες και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), ανέμενε μάταια οδηγίες από την Αθήνα, την ώρα που τα τουρκικά πλοία πλησίαζαν την Κύπρο, αντί να θέσει σε εφαρμογή το Σχέδιο Αμύνης. Ας προστεθεί ότι μονάδες της Εθνοφρουράς, λόγω του πραξικοπήματος, είχαν μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες από την περιοχή του Πενταδακτύλου ή τη Λευκωσία στην Πάφο και ήταν καταπονημένες, ενώ η επιστράτευση (με αρκετά προβλήματα) κηρύχθηκε με αρκετή καθυστέρηση, το πρωί της 20ης Ιουλίου. Ήδη, όμως, στις 4.45 το πρωί η τουρκική αεροπορία είχε αρχίσει να βομβαρδίζει με σφοδρότητα στρατιωτικούς στόχους στην Κερύνεια και στη Λευκωσία, ενώ λίγη ώρα αργότερα βυθίστηκαν από τουρκικά πυρά, στα ανοικτά της Κερύνειας, δύο τορπιλάκατοι του Κυπριακού Ναυτικού που είχαν σπεύσει να εμποδίσουν τα δεκάδες πολεμικά τουρκικά πλοία και γύρω στις 6.00 το πρωί είχε αρχίσει, χωρίς ενόχληση, η ρίψη Τούρκων αλεξιπτωτιστών στην περιοχή Κιόνελι, για την ενίσχυση του τουρκοκυπριακού θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Οι βομβαρδισμοί των τουρκικών αεροπλάνων βρήκαν αρκετά τάγματα Πεζικού, τις περισσότερες μοίρες Πυροβολικού, τους άνδρες της ΕΛΔΥΚ ακόμη και το ίδιο το ΓΕΕΦ, εντός των στρατοπέδων τους. Δύο τάγματα που διατάχθηκαν βεβιασμένα να κινηθούν σε φάλαγγα από τη Λευκωσία προς τις βόρειες ακτές, χρησιμοποιώντας τον βασικό οδικό άξονα Λευκωσίας – Κερύνειας στο φως της ημέρας και χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, το 281 ΤΠ και στο 286 ΜΤΠ (το μοναδικό μηχανοκίνητο τάγμα της Εθνικής Φρουράς) αποτέλεσαν εύκολη λεία για την τουρκική αεροπορία και ουσιαστικά το δεύτερο εξουδετερώθηκε, έχοντας βαριές απώλειες, σε αξιωματικούς και οπλίτες. Το 286 ΜΤΠ, θρήνησε από την αεροπορική επιδρομή στον Κοντεμένο επτά νεκρούς αξιωματικούς και οπλίτες και είχε και 25 τραυματίες (ανάμεσά τους και ο διοικητής του, ανχης Γ. Μπούτος, που απεβίωσε στις 3 Αυγούστου 1974). Ήταν ένα τραγικό περιστατικό που επιβεβαίωσε από τις πρώτες ώρες την επαγγελματική ανεπάρκεια της στρατιωτικής ηγεσίας η οποία είχε επωμισθεί την ευθύνη για την άμυνα της Κύπρου εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Την ανικανότητα της ηγεσίας του ΓΕΕΦ τεκμηριώνουν, με ανείπωτη οδύνη για τον σημερινό αναγνώστη, οι διάλογοι μεταξύ στρατιωτικών επιτελείων Λευκωσίας και Αθήνας, τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου 1974: το ΓΕΕΦ, την ώρα που δεχόταν τους τουρκικούς βομβαρδισμούς και παρακολουθούσε την ρίψη των Τούρκων αλεξιπτωτιστών ζητούσε εναγωνίως διαταγές από την Αθήνα, η οποία συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, επιμένοντας ότι οι «Τούρκοι έκαναν απλώς επίδειξη δύναμης»…

Ο βομβαρδισμός της Λευκωσίας από την τουρκική πολεμική αεροπορία.

Τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου, οι πρώτοι Τούρκοι πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στις ακτές του Καραβά, στο Πέντε Μίλι και προωθήθηκαν στις υπώρειες της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Λίγο αργότερα, στον ίδιο χώρο αποβιβάστηκε μια ίλη τουρκικών τεθωρακισμένων Μ47, πυροβόλα, ερπυστριοφόρα οχήματα και δυνάμεις πεζικού. Το δεύτερο και ισχυρότερο αποβατικό κύμα έφτασε στις ακτές της Κερύνειας το πρωί της 22ας Ιουλίου, υπό τον στρατηγό Ντεμιρέλ. Παρά την απεγνωσμένη ασυντόνιστη άμυνα μερικών δεκάδων ανδρών και αξιωματικών του 251ΤΠ και της 33ης Μοίρας Καταδρομών, οι τουρκικές δυνάμεις, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, έφτασαν στην είσοδο της Κερύνειας και τμήματά τους προωθήθηκαν στον Πενταδάκτυλο, πετυχαίνοντας τη συνένωση του προγεφυρώματος με τον θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (16.00 της 22ας  Ιουλίου) τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Επιχείρηση Αττίλας 1. Ο πρώτος γύρος της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο.

Η κατάληψη της μικρότερης και ομορφότερης κυπριακής πόλης ήταν τεράστιο εδαφικό και συμβολικό πλήγμα για την Κυπριακή Δημοκρατία. Για τις τουρκικές δυνάμεις ήταν μια ένεση γοήτρου καθώς παρά την πολλαπλάσια υπεροπλία και την κυπριακή αποδιοργάνωση δεν είχαν πετύχει άλλα ουσιαστικά κέρδη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν εξουδετερώσει, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, τους περισσότερους τουρκικούς θύλακες, σε διάφορες περιοχές του νησιού. Όμως το επιτελείο του ΓΕΕΦ απέτυχε να αξιολογήσει την κατάσταση και δεν έδωσε το βάρος που έπρεπε στην προσπάθεια εξάλειψης του τουρκικού προγεφυρώματος, παρά τις επιτυχίες των δυνάμεων καταδρομών  που εκπόρθησαν με δυσκολία και ηρωισμό, το βράδυ της 20ης Ιουλίου, εχθρικές οχυρές θέσεις στον Πενταδάκτυλο. Κομβικό γεγονός, όχι τόσο για την άμυνα της Κύπρου όσο για το ηθικό των αμυνομένων και για την εκδίωξη του αισθήματος της παγερής εγκατάλειψης από την Ελλάδα, που είχε αρχίσει να κυριαρχεί ύστερα από την πρώτη ημέρα της εισβολής, ήταν η τραγική κατάληξη της επιχείρησης «Νίκη»: Λίγο μετά τα μεσάνυκτα τις 21ης Ιουλίου μεταγωγικά αεροπλάνα της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, τύπου «Νοράτλας», προσβλήθηκαν από φίλια πυρά, εξαιτίας του χάους και της ασυνεννοησίας, πάνω από το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Ένα από αυτά, που μετέφερε από τη Σούδα της Κρήτης άνδρες της Α΄ Μοίρας Καταδρομών, καταρρίφθηκε και κατέπεσε στην περιοχή της Μακεδονίτισσας, ενώ και άλλα υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Το σύνολο των θυμάτων ήταν τέσσερις άνδρες της πολεμικής αεροπορίας και 29 καταδρομείς. Όσοι κατάφεραν να αποβιβαστούν ήταν, μαζί με τους άνδρες της 103ης σειράς της ΕΛΔΥΚ, που είχαν επιστρέψει στην Κύπρο με το Α/Γ «Λέσβος» στις 20 Ιουλίου, το σύνολο της στρατιωτικής συνδρομής που έστειλε η Ελλάδα στην Κύπρο στη διάρκεια της πρώτης τουρκικής εισβολής.

Η απουσία έμπρακτης συμπαράστασης από την Αθήνα, βαθμιαία επηρέασε αρνητικά το ηθικό των αμυνομένων και του άμαχου πληθυσμού στην Κύπρο. Το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου, το «Έκτακτον Πολεμικόν Ανακοινωθέν υπ’ αρ. 5», είχε ενισχύσει, μέσω της συνεχούς επανάληψής του εν μέσω στρατιωτικών εμβατηρίων από το κυπριακό ραδιόφωνο, το αίσθημα της επικείμενης ελλαδικής συνδρομής, που έμελλε να διαψευσθεί οικτρά: «Ανακοινούται ότι η Ελλάς εκήρυξε γενικήν επιστράτευσιν. Διά ταύτης γίνεται αντιληπτόν ότι η Ελλάς ευρίσκεται παρά το πλευρόν της Κύπρου. Ζήτω η αιωνία Ελλάς.» Ας σημειωθεί ότι η αποστολή βοήθειας στην Κύπρο δεν ήταν μια ανέξοδη ρητορεία, όπως αυτές που εκφωνούσε κατά συρροή στις μεγαλόστομες «εθνικοπατριωτικές διακηρύξεις» της η ηγεσία της δικτατορίας στην επταετία, αλλά αποτελούσε θεσμική υποχρέωση του ελληνικού κράτους, διατυπωμένη ρητά στις Συμφωνίες της κυπριακής ανεξαρτησίας. Επιπλέον, τα «Σχέδια Αμύνης Κύπρου» προνοούσαν με λεπτομέρειες την αποστολή αεροπλάνων και υποβρυχίων από την Αθήνα για να συμβάλουν στην άμυνα του νησιού. Όπως έχουν υποστηρίξει δεκάδες Έλληνες αξιωματικοί, εάν αυτό συνέβαινε, έστω στις 22 Ιουλίου 1974, δηλαδή στο δεύτερο κύμα της απόβασης στις ακτές της Κερύνειας, θα είχαν επιτευχθεί καίρια πλήγματα στις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις. Από τις καταθέσεις του «Φακέλου Κύπρου» και από το συνοδευτικό μαρτυρικό υλικό δημιουργούνται πελώρια αναπάντητα ερωτήματα τόσο για την ανάκληση των σχετικών διαταγών (τα ελληνικά μαχητικά ήταν έτοιμα να απογειωθούν από την Κρήτη, ενώ τα υποβρύχια είχαν φτάσει μερικές δεκάδες μίλια μακριά από την Κερύνεια) όσο και για την επακολουθήσασα ατιμωρησία των υπευθύνων.

Στις 23 Ιουλίου 1974, μια μέρα μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, και ενώ στην Ελλάδα κατέρρεε η δικτατορία υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας, ο «πρόεδρος» της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης», Ν. Σαμψών παραιτήθηκε. Καθήκοντα προεδρεύοντος της Δημοκρατίας ανέλαβε ο νόμιμος αναπληρωτής, πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης. Στις 25 Ιουλίου, άρχισαν στη Γενεύη συνομιλίες για το Κυπριακό. Στην τριμερή διάσκεψη, στο «Παλάτι των Εθνών», μετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, Τζ. Κάλλαχαν, Γ. Μαύρος και Τ. Γκιουνές. Είχε μεσολαβήσει, μια μέρα προηγουμένως, η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα, που ορκίστηκε πρωθυπουργός και σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις 30 Ιουλίου οι συνομιλίες της Γενεύης κατέληξαν σε συμφωνία που επιβεβαίωνε την αρχική κατάπαυση του πυρός (22 Ιουλίου), όριζε τη μη επέκταση των ζωνών που κατείχαν οι δύο αντίπαλοι και την αποφυγή κάθε νεότερης στρατιωτικής ενέργειας, και τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Τέλος, συμφωνήθηκε η έναρξη νέου γύρου συνομιλιών, στις 8 Αυγούστου, πάλι στη Γενεύη, με τη συμμετοχή και των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την αποκατάσταση της ειρήνης, και «την επανεγκαθίδρυσιν συνταγματικής κυβερνήσεως εις την Κύπρον».

Turkish invasion of Cyprus | A divided Cyprus

Η κατάπαυση του πυρός, την οποία υποτίθεται θα εξασφάλιζαν οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, αποδείχθηκε κενό γράμμα για τα τουρκικά στρατεύματα. Η τουρκική προέλαση συνεχίστηκε στα προάστια της Λευκωσίας και στον Πενταδάκτυλο, παρά την απέλπιδα αντίσταση των δυνάμεων της Εθνοφρουράς και της ΕΛΔΥΚ. Οι τουρκικές δυνάμεις προωθήθηκαν στις δυτικές κορυφές του Πενταδακτύλου και στις 6 Αυγούστου, ύστερα από φονικές μάχες, με δεκάδες νεκρούς και αγνοούμενους, κατέλαβαν τις μεγάλες κωμοπόλεις του Καραβά και της Λαπήθου. Ήταν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας, τόσο του ΟΗΕ όσο και των δύο άλλων «εγγυητριών δυνάμεων» (Βρετανίας και Ελλάδας), να επιβάλουν τα συμφωνηθέντα στη Γενεύη. Την ίδια ώρα το κυπριακό πυροβολικό κρατούσε δεσμευμένα τα πυροβόλα του, καθώς κάποιος αξιωματούχος της Ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ είχε μεταφέρει την πληροφορία ότι εάν δρούσε κατά την εκεχειρία, η τουρκική αεροπορία θα βομβάρδιζε την Αμμόχωστο και τη Λευκωσία…

Παρά την κραυγαλέα τουρκική παρασπονδία, στις 8 – 14 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη φάση της Διάσκεψης της Γενεύης, την ίδια ώρα (9 Αυγούστου) που στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πρόεδρος Νίξον υπέβαλλε την παραίτησή του εξαιτίας του σκανδάλου Γουότεργκεητ. Της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας ηγούνταν ο Γλαύκος Κληρίδης και της τουρκοκυπριακής ο Ραούφ Ντενκτάς. Οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Γκιουνές, απαίτησε να δοθεί στους Τουρκοκύπριους και στον έλεγχο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ποσοστό 34% του κυπριακού εδάφους, με τη μορφή καντονίων. Μάλιστα, ζήτησε να δοθεί απάντηση στην εξωφρενική του απαίτηση μέσα σε 36 ώρες. Το τουρκικό τελεσίγραφο αρνήθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η Ελλάδα και η Κύπρος, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκική στάση εξόργισε και τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Τζ. Κάλλαχαν, ο οποίος προέβη σε σκληρές δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας. Όπως τόνισε, «Μια συμφωνία με την δύναμιν των όπλων είναι απλώς ένα κομμάτι χαρτί. Τώρα η νήσος είναι αιχμάλωτος των τουρκικών στρατευμάτων. Προσέξατε, όμως, μήπως τα τουρκικά στρατεύματα μεταβληθούν εις αιχμαλώτους της νήσου.» Στην Κύπρο, τις επόμενες ώρες και ενώ είχε αρχίσει η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, μεγαλύτερη αίσθηση στον άμαχο πληθυσμό προκάλεσαν, με στιγμιαία αισιοδοξία για την ελλαδική συμπαράσταση, που έμελλε να διαψευστεί άμεσα και τραγικά, οι δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γεώργιου Μαύρου ο οποίος χαρακτήρισε ατιμωτικές τις τουρκικές προτάσεις, σπεύδοντας να προσθέσει ότι «η Ελλάς προτιμά τον πόλεμον από την ατίμωσιν»… Δηλώσεις που αποδείχθηκαν κούφια λόγια.

Η τουρκική μαξιμαλιστική στάση ήταν προσχεδιασμένη, αφού αμέσως μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχυμένες σε άνδρες, οπλισμό και πολεμικά μέσα, εξαπέλυσαν τον δεύτερο γύρο της εισβολής («Αττίλας 2», 14 – 16  Αυγούστου). Σε αντίθεση με τον πρώτο γύρο της εισβολής, τα δεδομένα ήταν εντελώς διαφορετικά και η τουρκική υπεροπλία τόσο σε πολεμικό υλικό και μέσα όσο και σε στρατό (40.000 άνδρες) είχε μεταφερθεί και στο κυπριακό έδαφος, ενώ η αεροπορία και το ναυτικό συνέχισαν ανενόχλητα τις επιχειρήσεις τους. Τα τουρκικά στρατεύματα ολοκλήρωσαν την κατάληψη της οροσειράς του Πενταδακτύλου και προέλασαν με δεκάδες τεθωρακισμένα στην πεδιάδα της Μεσαορίας, εγκλωβίζοντας χιλιάδες Έλληνες, κυρίως στην περιοχή της Καρπασίας. Κατάφεραν εύκολα, παρά την απεγνωσμένη άμυνα μεμονωμένων ελληνικών τμημάτων, να φτάσουν και να εισέλθουν στην Αμμόχωστο, που είχε εγκαταλειφθεί μέσα σε συνθήκες πανικού τόσο από την Εθνική Φρουρά όσο και από τους κατοίκους της. Στα δυτικά κατελήφθη η Μόρφου και χωριά της περιοχής Ανατολικής Τηλλυρίας, με αποτέλεσμα την επέκταση της ζώνης κατοχής στα σημερινά επίπεδα (Γραμμή Μόρφου – «Πράσινη γραμμή» Λευκωσίας – Αμμόχωστος). Στη Λευκωσία, η ηρωική άμυνα λόχων της ΕΛΔΥΚ στην περιοχή του στρατοπέδου τους και μικρών τμημάτων της Εθνικής Φρουράς που δεν ακολούθησαν το γενικό κύμα φυγής και λιποταξιών, έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων αλλά και την κυπριακή πρωτεύουσα. Το πέρας της τουρκικής εισβολής είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη και την κατοχή, από τότε, του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τουρκικά στρατεύματα προελαύνουν κατά τον δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής (επιχείρηση Αττίλας 2).

Η Ελλάδα, στη μεταβατική περίοδο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δεν μπόρεσε και πάλι να συμπαρασταθεί στην αμυνόμενη Κύπρο, ούτε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της «εγγυήτριας δύναμης». Μόνη αντίδραση, για την τιμή των όπλων και τις εντυπώσεις, ήταν η ανακοίνωση της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου του 1974, και ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν την προέλασή τους, στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Χαρακτήρισε άφρον το πραξικόπημα στην Κύπρο, ενώ κατήγγειλε την Τουρκία ως απειλή για την ειρήνη του κόσμου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ομολόγησε ενώπιον του έθνους την αδυναμία της χώρας να βοηθήσει στην ανάσχεση της τουρκικής προέλασης στη μεγαλόνησο: «Η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις την Κύπρον καθίστατο αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος.»

 

Σελίδες Μαρτυρολογίου

Για τα όσα έζησαν στα χέρια των «ειρηνοποιών του Αττίλα»  οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα το καλοκαίρι του 1974, σώθηκαν εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975. Ο ιστορικός όταν μελετά σήμερα τις χιλιάδες αυτές σελίδες, που καταγράφουν ανείπωτες αγριότητες, πέρα από τον απέραντο σεβασμό στην αγνότητα των αθώων θυμάτων, νοιώθει απέχθεια για τον «ιατροδικαστικό χαρακτήρα» του επαγγέλματός του. Τα μαρτύρια του άμαχου πληθυσμού στα χέρια των εισβολέων αποτελούν ένα πικρό μακρύ συναξάρι σύγχρονου μαρτυρολογίου: Σύλληψη, φυλάκιση, ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις, βασανιστήρια, ληστείες και λεηλασίες, εκτοπισμός, στέρηση φαγητού, νερού και ύπνου, κτηνώδεις βιασμοί ανυπεράσπιστων γυναικών και κοριτσιών. Οι πιο αποτρόπαιες σελίδες ενός πολέμου. Οι μαρτυρίες των τραγικών θυμάτων της εισβολής και όλα όσα έγιναν κατά τα χρόνια που ακολούθησαν εις βάρος των εγκλωβισμένων, πέρα από τη φρίκη που προκαλούν, αποκαλύπτουν στην πλήρη έκτασή του το σχέδιο εθνοκάθαρσης που υλοποιήθηκε από τον τουρκικό στρατό στην Κύπρο το 1974. Σε κάθε χωριό που εισερχόταν ο τουρκικός στρατός, τα γεγονότα ακολουθούσαν την ίδια, άγρια διαδικασία ωμοτήτων και βαρβαρότητας, σαν μια στερεότυπη καθημερινότητα. Εκτελέσεις εν ψυχρώ αμάχων ή αόπλων στρατιωτών, συγκέντρωση και εγκλεισμός των κατοίκων στην εκκλησία ή σε κεντρικά κτίρια του χωριού, διαχωρισμός ανδρών, ηλικιωμένων και γυναικοπαίδων, πρώτο κύμα λεηλασιών στα άδεια σπίτια των Ελλήνων Κυπρίων, μεταφορά – πολλές φορές  άσκοπη των ανδρών σε γειτονικά χωριά ή στη Λευκωσία, βιασμοί, ληστείες, βασανιστήρια, εξευτελισμός. Στο τέλος, οι κάτοικοι ένοιωθαν τη μεταφορά τους από τα χωριά τους στο μη κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως απελευθέρωση. Ο ίδιος εφιαλτικός μηχανισμός παρέμενε στην εφεδρεία για να ενεργοποιηθεί, όταν χρειαζόταν, στις περιοχές στις οποίες παρέμεναν εγκλωβισμένοι.

Από τις εκατοντάδες αυθεντικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις κυπριακές αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975 αναδημοσιεύονται εδώ με απέραντο σεβασμό προς τους αφηγητές και τα μαρτύριά τους, τμήμα αφήγησης ενός αιχμαλώτου και τρία μικρά αποσπάσματα από τις καταθέσεις τριών γυναικών. Μια επώδυνη υπόμνηση για την αγριότητα του πολέμου, όπως την βίωσαν οι Έλληνες της Κύπρου, αλλά και μια ανάδειξη πληγών, που στιγμάτισαν ζωές ανθρώπων και οικογενειών.

 

Μαρτυρία γυναίκας 80 ετών, από χωριό της επαρχίας Κερύνειας

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 26 Νοεμβρίου 1974.)

Κατάγομαι από (…) και είμαι χηράτη έχει 16 χρόνια. Τα παιδιά μου έφυαν που (…) προτού πιάσουν (…) οι Τούρκοι και έμεινα μόνη μου στο σπίτιν. Μιαν ημέρα πριν περίπου 20-25 μέρες ήρτεν στο σπίτιν της κόρης μου όπου εμείνησκε ένας Τούρκος που εμιλούσε σπασμένα τα ελληνικά και ήθελεν να με πιάσει αλλά εγώ έφερνα αντίστασιν. Ο Τούρκος τότες μου εκτύπησεν με τα σιέρκα του και με έβαλεν με το ζόρι πάνω στην καρκόλαν και με εβίασεν μιαν φοράν και μετ’ έφυεν και μου είπεν ότι ήταν να ξαναέρτη να με βιάσει και άλλην φοράν και εγώ έφυα τζιαι επήα στο σπίτιν της (…) και έμενα μαζί με άλλους χωριανούς μου τζιαι έτσι ο Τούρκος δεν ήρτεν να με εύρη ξανά. Τζιείνος ο Τούρκος που με εβίασεν μου είπε ότι ήσιεν γεναίκα τζαι μωρά αλλά δεν ξέρω αν ήταν Τούρκος της Τουρκίας ή Τουρκοκύπριος. Εγώ δεν είδα Τούρκους να σκοτώνουν χωρκανούς μου και ούτε άκουσα να εβίασαν και άλλες γεναίτζιες.

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας.)

Εις την οικίαν της (…) παρεμείναμεν περί τας 15 ημέρας. Έρχοντο συχνά Τούρκοι και προέβαινον εις ερεύνας. Μετά τρεις περίπου ημέρας με επήραν δύο Τούρκοι εκ Τουρκίας εις διπλανήν οικίαν και με εβίασαν αμφότεροι. Εβίασαν επίσης άλλοι Τούρκοι εκ Τουρκίας, κατά τον ίδιον τρόπον, την (…), την (…) και την (…). Τας (…) τας έπαιρναν και τας δύο μαζί. Από την οικίαν ένθα διέμενα εβίασαν την (…) 35 ετών, την (…) 30 περίπου ετών, μίαν φοράν την (…), 13 ετών, την (…) και την (…). Την (…) την επήραν εις αγρόν και την εβίασαν. Ήτο μικρή και επονούσεν και έκλαιεν γοερώς. Όταν την επομένην νύκτα ήλθαν να την πάρουν πάλιν, έκλαιε και δεν την επήραν. Πολύ συχνά έπαιρναν και εβίαζαν την (…) και την (…). Η (…) επήρεν μίαν ημέραν πετρέλαιο για να πιει παρουσία των Τούρκων και ο Τούρκος εκ Τουρκίας που την εβίαζε επήρε την φιάλην και την επέταξε. Της είπε ότι δεν ήθελε να πεθάνει. Την (…) την εβίαζε πάντοτε ο ίδιος Τούρκος ο οποίος την ερωτεύθη και δεν επέτρεπε εις άλλον να πάει μαζί της. Μίαν ημέραν την έκρυψεν ο πατέρας της και όταν ήλθεν ο Τούρκος και δεν την ηύρεν ήρχισε να φωνάζει, ηρεύνησε την περιοχήν και δεν την ηύρε. Μετ’ ολίγας όμως ώρας επέστρεψε και όταν την ηύρε εις την οικίαν, πάλιν την επήρε και την εβίασε. (…)

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Δεκεμβρίου 1974.)

Το Σάββατον 17 Αυγούστου 1974 κατά το μεσημέρι, ήρθαν στο σπίτι μου δύο Τούρκοι στρατιώτες, με στολήν, οπλισμένοι, με γαλόνια στα μανίκια, με ένα τζιπ στρατιωτικόν. (…) Η πόρτα ήτο ανοικτή και οι δύο Τούρκοι στρατιώτες  μπήκαν μέσα στο σπίτι μου οπλισμένοι. Εμείς καθόμασταν στο σπίτι και εκουβεντιάζαμεν, όταν αυτοί όρμησαν μέσα με τα όπλα, εμείς φοβηθήκαμεν και σηκωθήκαμεν όλες. Τότε ο ένας από τους δύο, μιλώντας τούρκικα όρμησεν επάνω στην (…) και της έσχισεν το καλτσόν της και μετά της έσχισεν το φόρεμά της στην μέση και της το έβγαλεν το φόρεμα και μπροστά μας της αφήρεσεν και την κιλόταν της. Εν τω μεταξύ ο άλλος μας επρόσεχεν με το όπλον. Την (…) την ετράβηξεν δίπλα στο δωμάτιον με το κρεβάτι και μπροστά στα μάτια όλων μας την εβίασεν. Η (…) εφώναζεν και αυτός έβγαλεν το μαχαίρι για να την μαχαιρώσει και αυτή εσιώπησε. Αυτός έμεινεν μισήν ώραν περίπου μαζί με την (…) στο κρεβάτι και εμείς εβλέπαμεν, δηλαδή εγώ, η κόρη μου (…), η θεία της (…), η μάνα της (…) και τα υπόλοιπα μωρά μου, τα οποία εκρυφτήκαν πίσω μας και έκλαιαν. Όταν αυτός εσηκώθηκεν άφησεν την (…) γυμνήν μπροστά μας και πήρεν το όπλον και εστάθηκεν στην πόρταν και μας επρόσεχεν, ενώ ο άλλος αφήρεσεν με την βίαν το παντελόνι της κόρης μου (…) 15 χρονών, πάλιν μπροστά μας. Εν τω μεταξύ η (…) εντύθη και την εφέραν και αυτήν μαζί μας και μας απειλούσαν με το όπλον. Από την (…) η οποία έκλαιε συνέχεια, ο άλλος στρατιώτης αφήρεσεν εκτός από το παντελόνι της και την πλούζαν της και τα εσώρουχά της και την άφησεν τελείως γυμνήν. Ενώ η κόρη μου ήτο γυμνή και έκλαιεν, τους είδα που εκοίταζαν το ρολόι και εμιλήσαν στα τούρκικα μεταξύ τους. Τότε επήραν μίαν ρόμπαν και εφορήσαν της κόρης μου και την εβάλαν μέσα στο τζιπ και εφύγαν. Μετά από δύο ώρες περίπου η (…) ήρθεν στο σπίτι με τα πόδια. Μόλις ήρθεν στο σπίτι κλαίοντας, ελιποθύμησεν. Όταν συνήλθεν την ερώτησα τι της συνέβη και μου είπεν ότι την επήραν κοντά στην (…), ένα μίλι μακρυά, και την εδέραν και την εβίασεν ο Τούρκος στρατιώτης μέσα στους κάμπους. (…) Μετά απ’ ότι συνέβη στην κόρη μου πήρα τα παιδιά μου και εκρυφτήκαμεν στους σπήλιους για έναν μήναν. Εκεί ήρθεν ο άνδρας μου και μας βρήκεν όπου και μας έφερνεν φαγητόν και ετρεφόμαστεν. (…)

 

Μαρτυρία του αιχμάλωτου Κυριάκου Κυριακίδη

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Νοεμβρίου 1974. Ο αιχμάλωτος ήταν λοχίας της Αστυνομίας, από τη Λάπηθο, κάτοικος Καραβά, και το 1974 ήταν 50 ετών.)

Τες 30.7.74 ενώ ευρισκόμην εις την οικίαν του Κώστα Δημοσθένους εις Θέρμιαν περί την 14.00 ώραν Τούρκοι στρατιώτες μετά Τουρκοκυπρίων με συνέλαβον. Συνέλαβον επίσης περί τα δέκα άλλα άτομα ως επί το πλείστον στρατιώτες και μας μετέφερον εις τον Κεντρικόν Αστυνομικόν Σταθμόν Κυρηνείας. Μας έκλεισαν όλους εντός των κρατητηρίων του σταθμού και μας επρόσεχον Τούρκοι στρατιώτες.                     

Κατά η ώρα 16.00 της ιδίας ημέρας κάποιος Τουρκοκύπριος ονόματι (…), λοχίας της τουρκοκυπριακής Αστυνομίας μας κατέγραψεν τα ονόματά μας. Εν συνεχεία μας έβγαζαν ένα-ένα από το κρατητήριον και αφού μας έδεναν τα χέρια και τα μάτια μας οδήγησαν μέσα σ’ ένα λεωφορείον. Το λεωφορείον εξεκίνησεν προς άγνωστον κατεύθυνσιν και γύρω στες 17.30 εφθάσαμεν εις το Σαράγιον εις τον τουρκοκυπριακόν τομέα Λευκωσίας. Στην διαδρομήν προς Λευκωσίαν μας υπεχρέωσαν να είμαστε σκυφτοί κάτω από τες μαξιλάρες του αυτοκινήτου και συνεχώς μας κτυπούσαν με τους υποκοπάνους των όπλων των εις τον αυχένα. Ταυτοχρόνως μας ύβριζον χυδαίως.                    

Στην Λευκωσίαν μας κατέβασαν στον Σταθμόν Σεραγίου και εκεί που κατεβαίναμεν από το λεωφορείον πλήθος Τούρκων στρατιωτών και Τουρκοκυπρίων αστυνομικών ώρμησεν κατ’ επάνω μας και ήρχισεν να μας κτυπά με τα όπλα του αγρίως, ρίχνοντάς μας κατά γης και ποδοπατώντας μας. Αυτή η σκηνή του ξυλοδαρμού διήρκεσεν περί τα 15 λεπτά. Μετά μας κατέγραψαν και μας ετοποθέτησαν μέσα στα κρατητήρια των φυλακών Σεραγίου. Μέσα στο λεωφορείον είμαστε 28 άτομα. Την 31ην Ιουλίου 74 με εκάλεσαν δι’ ανάκρισιν. Με ανέκρινεν κάποιος υπαστυνόμος της Αστυνομίας ονόματι (…). Ενώ ήμουν στην ανάκρισιν κάποιος αξιωματικός εκ Τουρκίας όλως απροσδοκήτως με συρματένιον μαστίγιον ήρχισεν να με κτυπά στην πλάτην. Με κτυπούσεν συνεχώς μέχρι αιματώματος. Η ανάκρισις διήρκεσεν περί τα 30 λεπτά. Κατόπιν με οδήγησαν πίσω στο κρατητήριον.

Το δράμα των αιχμαλώτων.

Τες 10.8.74 μας έβγαλαν έξω από το Σεράγιον και αφού μας έδεσαν τα χέρια και τα μάτια μας εβάλαν μέσα σε λεωφορεία και μας μετέφεραν εις ακτήν παρά την Κυρήνειαν. Θα είμαστε περίπου 70 άτομα. Μέχρι την Κυρήνειαν μέσα στο λεωφορείον μας κτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των και με τα χέρια των. Όπως είμαστε δεμένοι ακολούθως μας εβάλαν μέσα σε πλοίον και μας μετέφεραν στην Μερσίνα εις την Τουρκίαν. Μέσα στο πλοίον κατά την μεταφοράν μου στην Μερσίνα Τούρκοι στρατιώτες μας εκτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των εις διάφορα μέρη του σώματος μου. Επίσης με κλωτσούσαν συνεχώς και με ύβριζον χυδαίως. Με κτυπούσαν γιατί όπως έλεγαν το 1963 είχα σκοτώσει Τούρκους στην Λεμεσόν. Μου έλεγαν ότι θα μου κόψουν το κεφάλι και ότι θα μου κάμουν σουνέττιν.                      

Στην Μερσίναν εφθάσαμεν περί την 1800 ώραν της 10.8.74. Από εκεί μας ετοποθέτησαν σε στρατιωτικά οχήματα με δεμένα τα χέρια και μας μετέφεραν εις τες Φυλακές των Αδάνων. Για να μπούμεν στες Φυλακές έπρεπεν να περάσωμεν από ένα διάδρομον μήκους 50 μέτρων περίπου. Και στες δύο πλευρές του διαδρόμου αυτού υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες οι οποίοι στο πέρασμά μας μας κτυπούσαν αγρίως με τους υποκοπάνους των όπλων των, με τα χέρια τους και ττοππούζια μέχρι τους θαλάμους των φυλακών. Μόλις εμπήκα στον θάλαμον ήλθαν δύο αξιωματικοί Τούρκοι και με εφώναξαν ονομαστικώς να εξέλθω. Ακολούθως με οδήγησαν εις παρακείμενον δωμάτιον και αυτοί μου είπαν ότι έχουν μάθει ότι στην Θέρμια που ήμουν είχα σφάξει 12 Τούρκους αξιωματικούς και ότι είχα σκοτώσει το 1963 Τουρκοκύπριους εις Λεμεσόν. Εδώ μέσα στο δωμάτιον εισώρμησαν τότε πάνω μου περί του 10 Τούρκους στρατιώτες φέροντες ρόπαλα και ήρχισαν να με κτυπούν ανηλεώς και αδιακρίτως εις όλα τα μέρη του σώματός μου, μέχρις ότου απώλεσα τας αισθήσεις μου, και ακολούθως θυμούμαι ότι ευρέθην πάνω σε κρεβάτι μέσα στον θάλαμον που με είχαν βάλει.                       

Την 15.8.74 μαζί με άλλα οκτώ άτομα μας μετέφερον εντός κλειστού αυτοκινήτου εις την βάσιν της Στρατιωτικής Αστυνομίας παρά τα Άδανα. Εκεί στην βάσιν αυτήν εμένα μοναδικά με υπεχρέωσαν να στέκομαι συνεχώς επί του ενός ποδιού μου και Εσατζήδες Τούρκοι με εκτυπούσαν συνεχώς με τες κάννες των όπλων των στην κοιλιάν, στο στήθος και παντού και μου έλεγαν συνεχώς ότι θα με σφάξουν. Το μαρτύριον αυτό εκράτησεν περί την μίαν ώραν. (…)                      

Στες 26.8.74 μας μετέφεραν με τραίνο εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Μέσα στο τραίνο είμαστε 700 άτομα. Η διαδρομή με το τραίνο διήρκεσεν περί τες 27 ώρες. Κατά την δεύτερην ημέραν της διαδρομής σε ένα σημείον του δρόμου μας εκατέβασαν από το τραίνο και μας έβαλαν μέσα σε λεωφορεία και μας πήγαν στην Αμάσειαν. Όπως μάθαμε αργότερον έγινε δολιοφθορά στες γραμμές του τραίνου και γι’ αυτό μας μετέφερον με λεωφορεία. Κατά την διαδρομή με τα λεωφορεία αποστάσεως 200 μιλίων, από κάθε χωριό που περνούσαμε ή πόλιν πλήθος κόσμου εμαζευόταν ένθεν και ένθεν του δρόμου που περνούσαμε, φέροντες ππάλες, κουνιές, δίκαννα, φτυάρια, κούσπους και ορμούσαν πάνω στα λεωφορεία, ζητώντας να μας σκοτώσουν. Επίσης μας ελιθοβολούσαν. Εις την πόλιν Τοκάτ έγινε κάτι το απερίγραπτον. Ο τουρκικός όχλος ορμούσεν πάνω στα λεωφορεία για να τα αναποδογυρίσει. Στο λεωφορείον που ήμουν εγώ ο υπεύθυνος Τούρκος αξιωματικός για να μας γλυτώσει αναγκάστηκε και άνοιξεν πυρ εις τον αέρα για να υποχρεώσει τον όχλον να φύγει. Τα ίδια γεγονότα συνέβαινον και με την διαδρομήν με το τραίνον.                       

Περί την 10ην νυκτερινήν της 27.8.74 εφθάσαμεν εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Στις φυλακές εδώ έμενα σε ένα θάλαμον μαζί με άλλα 169 άτομα. Στην Αμάσειαν εμένα ξεχωριστά με εκτυπούσαν και με εκλωτσούσαν οι φρουροί ημέραν και νύκτα.                   

Στες 18.10.74 εμένα με άλλα 199 άτομα μας μετέφεραν με τραίνο εις την Μερσίνα από άλλην διαδρομήν. Το τραίνο σε κάθε πόλιν και χωριό εσταματούσεν και τουρκικός όχλος, μας αποδοκίμαζεν, μας ύβριζεν και μας εκαύλιαζον. Η όλη διαδρομή μας από τα Άδανα στην Αμάσεια και η επιστροφή στην Μερσίνα από διαφορετικήν διαδρομήν αποσκοπούσεν εις τον φανατισμόν του τουρκικού όχλου και εις την εξύψωσιν του θριάμβου του Ετζεβίτ για την νίκην του εις Κύπρον. Όταν φτάσαμεν στην Μερσίνα μας μετέφεραν με στρατιωτικά αυτοκίνητα εις τον λιμένα της Μερσίνας. Εις την μεταφοράν μας εκτυπούσαν συνεχώς  οι φρουροί μας και μερικούς ελόγχιζαν μέχρι της επιβιβάσεώς μας εις το πλοίον. Μέσα στο πλοίον μας υπεχρέωναν να είμαστε καθισμένοι και ουδείς εδικαιούτο να σταθεί. Ακόμη διά την μετάβασιν μας δια φυσικήν ανάγκην έπρεπεν να πηγαίνομεν τσουλλοκαθιστοί.                       

Μέσα στο πλοίον όταν πηγαίναμεν στην Τουρκίαν στες 10.8.74 οι Τούρκοι στρατιώτες μου αφήρεσαν ένα ωρολόγιον χειρός μάρκας Σέικο αξίας £60 και το ποσόν των £500.                       

Στες 20.10.74 εφτάσαμεν εις την Νήσον των Εχιδνών, παρά την Κυρήνειαν, και ακολούθως μετεφέρθημεν με λεωφορεία υπό την συνοδείαν Τουρκοκυπρίων Αστυνομικών εις Λευκωσίαν και μας έβαλαν σε μίαν αποθήκην του παλαιού Τελωνείου, παρά τον σιδηρόδρομον.                      

Την 21.10.74 απελύθην και μετεφέρθην εις τον ελληνικόν τομέα Λευκωσίας με άλλα 150 άτομα.

 

Και ο τραγικός, συνεχιζόμενος επίλογος

Η τουρκική εισβολή είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Το 37% περίπου του κυπριακού εδάφους, που αντιπροσώπευε τις πλουσιότερες εκτάσεις και τα μεγαλύτερα τουριστικά παραθαλάσσια θέρετρα της Αμμοχώστου και της Κερύνειας, και το 70% της οικονομικού δυναμικού καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα. 200.000 περίπου Ελληνοκύπριοι, σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού, εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στο νότιο ελεύθερο τμήμα του νησιού. Ανάμεσα στα εκατοντάδες θύματα των εχθροπραξιών περιλαμβάνονταν πολλοί άμαχοι, που σκοτώθηκαν από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς ή σε μαζικές εκτελέσεις ή είναι αγνοούμενοι. Στη διάρκεια της εισβολής αλλά και στους επόμενους μήνες, εις βάρος των αιχμαλώτων ή εγκλωβισμένων αμάχων, διαπράχθηκαν αποτρόπαιες ωμότητες από άνδρες του τουρκικού στρατού. Τη βάναυση αλλαγή του τοπίου ολοκλήρωσε, τέλος, η μαζική μεταφορά και εγκατάσταση στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεκάδων χιλιάδων εποίκων από την Ανατολία.

Η τραγωδία των αγοουμένων.

Ανάμεσα στις μεγαλύτερες και ανυπολόγιστες καταστροφές που επέφερε η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου μέρους εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η παραμέληση, καταστροφή και καταλήστευση των αρχαιολογικών θησαυρών της κυπριακής γης και των θρησκευτικών μνημείων και χώρων λατρείας που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Ο τουρκικός στρατός αλλά και οι κατοχικές «αρχές» επέδειξαν από τους πρώτους μήνες της κατοχής πρωτοφανή αδιαφορία για την προστασία των αρχαιοτήτων και των λατρευτικών χώρων, με αποτέλεσμα να ακμάσει η ανεξέλεγκτη σύληση και αρχαιοκαπηλία. Η κατεχόμενη Κύπρος προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον διεθνών κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας και από το τέλος του 1974 αρχαιολογικά ευρήματα και αντικείμενα, βυζαντινές εικόνες, λατρευτικά αντικείμενα, ολόκληρα εικονοστάσια, ακόμη και τμήματα τοιχογραφιών και ψηφιδωτών, κατέληξαν στα χέρια μεγαλεμπόρων αρχαιοκαπήλων και πουλήθηκαν σε μουσεία, ιδρύματα και ιδιώτες συλλέκτες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Παράλληλα, δημόσια και εκκλησιαστικά μουσεία αλλά και μεγάλες ιδιωτικές συλλογές ή βιβλιοθήκες λεηλατήθηκαν και αρχαιολογικοί χώροι ισοπεδώθηκαν. Σε μια άλλη θλιβερή εξέλιξη, το κατοχικό καθεστώς έδωσε «άδεια» για παράνομες ανασκαφές σε ξένους αρχαιολόγους, που δεν σεβάστηκαν και καταλήστευσαν το ανασκαφικό έργο συναδέλφων τους ή ξένων αρχαιολογικών αποστολών. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η Εκκλησία της Κύπρου και ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα έχουν προσπαθήσει, από το 1974, να εντοπίσουν  τις αρχαιότητες και τους βυζαντινούς και εκκλησιαστικούς θησαυρούς που έχουν κλαπεί από την κατεχόμενη Κύπρο, έχουν διεξάγει μεγάλους δικαστικούς αγώνες και έχουν καταφέρει, σε πολλές περιπτώσεις, τον επαναπατρισμό των κειμηλίων της αρχαιολογικής, πολιτιστικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Πιο γνωστή περίπτωση, οι μακροί δικαστικοί αγώνες που κατέληξαν στην επιστροφή στην Κύπρο των κλεμμένων ψηφιδωτών από τον ναό της Παναγίας της Κανακαριάς, στη Λυθράγκωμη, που είχαν πουληθεί από τον διαβόητο λαθρέμπορο Aydin Hikmet. Σήμερα βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Μακαρίου του Γ΄, στη Λευκωσία.

Από το 1974 μέχρι σήμερα στην κατεχόμενη Κύπρο έχει γίνει συστηματική λεηλασία και καταστροφή όλων των βυζαντινών εικόνων, των ιερών σκευών, των θρησκευτικών χειρογράφων και βιβλίων, και των εκκλησιαστικών επίπλων, μέχρι και του τελευταίου στασιδίου. Ελάχιστοι ναοί, κοιμητήρια και μοναστήρια έχουν μείνει αλώβητα από τη βέβηλη μανία των ιερόσυλων, κυρίως στην Καρπασία, όπου παρέμεινε η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων. Την απογύμνωση των λατρευτικών χώρων ακολούθησε η ιδιοποίηση των ναών και των μοναστηριών από τον τουρκικό στρατό, εκλεκτούς του καθεστώτος και άλλους ιδιώτες για ποικίλες χρήσεις: Γύρω στους ογδόντα ναούς έγιναν τζαμιά, άλλοι κατεδαφίστηκαν, άλλοι χρησιμοποιούνται ως αποθήκες του κατοχικού στρατού ή ιδιωτών, άλλοι στεγάζουν καφενεία, εστιατόρια, εργαστήρια, ξενοδοχεία, αίθουσες διδασκαλίας χορού, αχυρώνες, ή έχουν μετατραπεί σε στάβλους ή μάντρες. Είναι ένα από τα θλιβερότερα αποτελέσματα της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και μια ολοκληρωτική καταστροφή, που καμιά λογιστική τακτοποίηση του «περιουσιακού» δεν μπορεί να επανορθώσει…

 

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Σπύρος Παυλίδης: Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

Σπύρος Παυλίδης

Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία
ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

 

Στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες μια ιδιότυπη οικολογική «ευαισθησία» από μεγάλες κοινωνικές ομάδες για διάφορα σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα (ΧΥΤΑ, εξόρυξη μεταλλευμάτων, εκμετάλλευση γεωθερμικών πεδίων, υδρογονάνθρακες-λιγνίτες παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και αντιδράσεις για ανεμογεννήτριες κ.α.), που σχεδόν πάντα ξεπέρνα την απλή ευαισθησία και παίρνει «πολεμικές» διαστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με το κίνημα των Λουδιτών ή στρατό των «Εκδικητών» (Redressers) του 19ου αιώνα, ως νεολουδιτικό κίνημα σήμερα.

Η Αγγλία ως γνωστό υπήρξε η κλασική χώρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο 18ο και 19ο αιώνα. Η βιομηχανική ανάπτυξη στο αρχικό πρωτο-καπιταλιστικό στάδιό της πέρασε από διαφορές φάσεις διαμόρφωσης και προκάλεσε πολλές μορφές αντιδράσεων. Μια από τις πλέον ακραίες ήταν το περίφημο κίνημα των Λουδιτών (Luddites), που ξεκίνησε με μια «υστερική επίθεση» στα 1779, σε ένα χωριό του Λέισεστερσάιρ όταν κάποιος Νεντ Λουντ μπήκε σ’ ένα εργοστάσιο και κατέστρεψε δυο μηχανές πλεκτών, χαρακτηρίζοντας τες ως εχθρικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Οι καταστροφές μηχανών προσέλαβαν μεγάλες διαστάσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1811-12 με τις πολιτικές διακηρύξεις του τύπου:

«Δεν θα καταθέσουμε ποτέ τα όπλα (μέχρις ότου) η Βουλή υιοθετήσει νόμο για να απομακρυνθούν όλες οι μηχανές, οι οποίες είναι επιζήμιες για τις λαϊκές τάξεις και να ανακαλέσει τον νόμο για τον απαγχονισμό εκείνων οι οποίοι σπάζουν τις μηχανές. Δεν θα υποβάλλουμε αιτήματα, αυτό δεν αρκεί – αλλά κηρύσσουμε τον πόλεμο!».

C.L. Doughty: Workmen Take Out Their Anger on the Machines

Πραγματικά έγιναν επιθέσεις, αναπτύχτηκε ένα παράνομο, ισχυρό, αρκετά οργανωμένο και πειθαρχημένο κίνημα, με σημαντική λαϊκή υποστήριξη στις βιομηχανικές περιοχές, το οποίο προκάλεσε σημαντικές καταστροφές σε μηχανές και ιδιοκτησίες. Αντιμετωπίστηκε από μια πολιτική άγριας καταστολής, που περιελάμβανε τη δράση μυστικών αστυνομικών, πολιτοφυλάκων, εθελοντών πολιτών και εργατών που βοηθούσαν την αστυνομία, επεμβάσεις στρατιωτικών δυνάμεων, βαριές ποινές, ακόμη και εκτελέσεις με απαγχονισμό. Το λουδίτικο κίνημα αμφισβήτησε έμπρακτα τη νέα βιομηχανική κοινωνία, που επέβαλε η τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά κινήθηκε στην απόλυτη ουτοπία. Το κίνημα επηρέασε και τους ρομαντικούς διανοούμενους. Ο λόρδος Μπάιρον μάλιστα έγραφε: «Κάτω όλοι οι βασιλιάδες, εκτός από τον βασιλιά Λουντ!», ενώ αντέδρασε, τότε, σθεναρά, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο υποστήριξης των λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων (σοβαρή ρομαντική πολιτική παρακαταθήκη).

Ned Ludd, ο αρχηγός των Λουδιτών.
Richard Westall: George Gordon Byron, 6th Baron Byron.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κίνημα υπήρξε βραχύβιο. Δεν άργησε να κατανοηθεί η ανεπάρκεια αυτής της πολιτικής και ο ουτοπικός χαρακτήρας της. Όπως ήταν φυσικό δεν μπόρεσε ούτε κατ’ ελάχιστο να αντισταθεί ως κόκκος άμμου στο χειμαρρώδη μεγαποταμό της μεγάλης βιομηχανικής πλημμυρίδας, που χαρακτηρίστηκε επανάσταση (σταθμός της παγκόσμιας ιστορίας), γιατί άλλαξε ριζικά το οικονομικό, κοινωνικό, βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της ανθρωπότητας και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ακόμη μεγαλύτερες τεχνολογικές αλλαγές, με τις αναμφισβήτητα θετικές αλλά και αρνητικές της επιπτώσεις. Ακόμη και ο Μαρξ επεσήμανε τη διάκριση μεταξύ μηχανών από την οικονομική τους χρησιμοποίηση τονίζοντας ότι οι επιθέσεις δεν έπρεπε να στρέφονταν ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους και τάχτηκε ουσιαστικά εναντίον του λουδιτισμού. Κατ΄ αναλογία κάθε σοβαρός μαρξιστής και κάθε σώφρων άνθρωπος θα τασσόταν σήμερα ξεκάθαρα ενάντια στο νεολουδιτιμό.

Το κίνημα των Λουδιτών, ως ιδεολογικό και συντεχνιακό κίνημα, επιχείρησε να αντιδράσει στις «διαρθρωτικές» αλλαγές της εποχής – στην επικράτηση των μηχανών και των νέων μεθόδων στην παραγωγή, στο νέο βιομηχανικό- καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης – με τακτικές που, αν και πολλές φορές είχαν προσωρινά αποτελέσματα, εντούτοις, μακροπρόθεσμα δεν είχαν μέλλον και δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη μεγάλη πορεία της τεχνολογικής-καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρέμεινε γραφικό. Αν και υπήρξε αναχρονιστικό-συντηρητικό κίνημα, ιδεολογικά ήταν πρωτοποριακό, που επηρεάζει μέχρι σήμερα οικολογικά και πολιτικά κινήματα και θα συνεχίζει να επηρεάζει ιδιαίτερα στο μέλλον.

Οι αναλογίες με τα σημερινά κινήματα οικο-αναρχίας είναι ιδιαίτερα εμφανείς και οι παραλληλισμοί οδηγούν σε ιδεολογίες των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα με αυτές που προέρχονται από την ακραία φυσιοκρατική (φυσιολατρική) Οικολογία ή Οικοσοφία ή Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology). Ουσιαστικά πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση των παγκόσμιων προβλημάτων, που περιλαμβάνει στοιχεία φιλοσοφικά, συναισθηματικά, μυστικιστικά, πολιτικά, αλλά και τρόπους καθημερινής δράσης, συχνά ακραίους και βίαιους. Η Βαθιά Οικολογία, σε αντίθεση με τον δυτικό ανθρωποκεντρισμό, αναδεικνύει ως κεντρική ιδέα ότι, όλα τα έμβια όντα έχουν τη δική τους αξία, που πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Χαρακτηρίστηκε από θεωρητικούς οικολόγους ως “βαθιά ανοησία” ή «Οικοφασισμός» και η σκέψη και πρακτική της επικίνδυνη. Παρόλο που οι εκφράσεις αυτές είναι βαριές και ίσως άδικες, έγιναν αιτία για έντονες συζητήσεις, διαμάχες, διασπάσεις, διενέξεις στους κόλπους του οικολογικού, αριστερού και αριστερίστικου χώρου. Παράλληλα όμως βοήθησαν στη φιλοσοφική και κυρίως πολιτική ωρίμανση του οικολογικού κινήματος. Η άκρατη φυσιοκρατία πίστευε πως οι αντιλήψεις μας χρήζουν θεμελιωδών αλλαγών, όσον αφορά τις αξίες και τις πρακτικές που εναγκαλίζονται, ειδάλλως η ποικιλομορφία, η ομορφιά και η ικανότητα του περιβάλλοντος να στηρίξει την επιβίωσή του αλλά και τον ανθρώπινο πολιτισμό θα εκλείψουν.

Η βαθιά οικολογία ενδιαφέρεται πρώτα για την ηθική, το δίκαιο και τα δικαιώματα της Φύσης. Ένας λιγότερο ήπιος κλάδος της προσέφερε θετική υπηρεσία στη δημόσια πολιτική και στο δίκαιο του περιβάλλοντος επανεισάγοντας την κρίσιμη σημασία των οικοσυστημάτων για την επιβίωση του ανθρώπου. Όμως, όταν αυτή η πραγματικότητα υιοθετείται αυτούσια, όταν μετατρέπεται σε ανθρώπινη αξία και ιδεολογία και εισάγεται στην ανθρώπινη κοινωνία ως μοντέλο συνύπαρξης και συμπεριφοράς, τότε κλονίζεται πλήρως ο κοινωνικός ιστός (αντιστοιχία παρενεργειών Κοινωνιοβιολογίας). Υποτιμά ωστόσο σημαντικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πολιτισμού και κυρίως το ρόλο της ανθρώπινης φύσης και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα οικοσυστήματα έχουν ζωτική σημασία ως αναντικατάστατη φυσική βάση των ανθρωπογενών συστημάτων. Από την θέση αυτή πήγασε η ορθή ιδέα της βιωσιμότητας ή αειφόρου ανάπτυξης, που έδωσε νέα διάσταση στην ιδέα της ανάπτυξης. Η Βαθιά Οικολογία προσέφερε ιδεολογικά και μπορεί να προσφέρει, γιατί προβάλλει φιλοσοφικές (ιδεολογικές) ιδέες του απώτερου μέλλοντος. Ως πρακτική όμως και ρεαλιστική πολιτική προοπτική δεν έχει άλλη διέξοδο παρά μόνο την απόλυτη αποτυχία όπως το προγονικό της λουδιτικό κίνημα. Δεν έχει να προσφέρει πρακτικά τίποτα εκτός από το μίσος και την απογοήτευση στους φανατικούς οπαδούς. Ούτε η παραδοσιακή ηθική και ιδεολογία της ληστρικής εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος, που είναι κατά βάση άκρως ανθρωποκεντρική, μπορεί πλέον να λύσει τα άνθρωπο-περιβαλλοντικά προβλήματα. Οδηγείται και αυτή σε αδιέξοδα. Ο άνθρωπος παραδοσιακά αναγνωρίζει στα άλλα όντα σχετική μόνο αξία, ανάλογα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτόν, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική και σήμερα.

Λάθος και ορθή θεώρηση των πραγμάτων σύμφωνα με την βαθιά οικολογία.

Αντίθετα η Κοινωνική Οικολογία, υποστηρίζει ότι όλα τα οικολογικά προβλήματα προέρχονται από τα κοινωνικά προβλήματα. Η οικολογική ηθική αναγνωρίζει εγγενή, απόλυτη αξία σε ολόκληρη τη Φύση του ανθρώπου συμπεριλαμβανομένου ως τμήμα της.

Η λογική της βιώσιμης ανάπτυξης έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και συλλαμβάνει ορθότερα στη δυναμική των οικοσυστημάτων, αφού δεν απορρίπτει εκ των προτέρων την δυνατότητα εναρμόνισης οικοσυστημάτων και ανθρωπογενών συστημάτων, τη συνύπαρξη δηλαδή φυσικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής εξέλιξης. Ωστόσο αυτό παραμένει το κύριο πρόβλημα, αφού ΟΛΑ τα ανθρώπινης κατασκευής συστήματα διαφοροποιούνται από τα βιοτικά και διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Στα χαρακτηριστικά αυτά και ιδίως στη λογική ικανότητα, δημιουργικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, η συνεξέλιξη (όχι απλά συνύπαρξη) των ανθρωπογενών συστημάτων και των οικοσυστημάτων είναι εφικτή, αφού τα ανθρωπογενή συστήματα έχουν βραχύτερο χρόνο διάρκειας σε σχέση με τα φυσικά, όταν μπορούν να εντάσσονται αρμονικά στα οικοσυστήματα. Από τη διαπίστωση αυτή γεννήθηκε η σχολή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ακόμη και η πιο συντηρητική τάση της νέας περιβαλλοντικής οικονομίας επιδιώκει την ένταξη των παραμέτρων του περιβάλλοντος στα οικονομικά πρότυπα, αν και η βάρβαρη και καταστροφική περιβαλλοντική πολιτική συνεχίζεται πολλές φορές στα πλαίσια σύγχρονων οικονομικών μοντέλων. Η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης, αντί απλουστευτικών νόμων και ιδεολογιών, προσανατολίζεται προς τα προβλήματα της επιδιωκόμενης σταθερής συνεξέλιξης πολιτισμού και φύσης (αναγκαία συνύπαρξη).

Το Κοινωνικο-Οικολογικό μοντέλο.

Η μορφή και η πολυπλοκότητα αυτών των δύο φιλοσοφικών προσεγγίσεων, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, χρόνο και τόπο. Οι κοινωνίες όμως πάντα ρύθμιζαν ή πρέπει να ρυθμίζουν τη σχέση των μελών τους, εξασφαλίζοντας τη συνοχή τους. Η έννοια του Δικαίου παράγει γραπτούς ή άγραφους νόμους, ενώ η Ηθική κανόνες συμβίωσης και συμπεριφοράς, εργαλεία απαραίτητα για να εξασφαλιστεί ένα κοινωνικό περιβάλλον, έστω και κατ’ ελάχιστο, κατάλληλο για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Αυτά τα δύο φιλοσοφικά-κοινωνικά ρεύματα, βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα και επηρέασαν σημαντικά τις σύγχρονες οικολογικές τάσεις. Κατά καιρούς, όπως συμβαίνει πάντα, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία εκείνα που βόλευαν τις πολιτικές προεκτάσεις τους και τους σκοπούς εκείνων που τα χρησιμοποιούσαν (συμφέροντα πολλές φορές άσχετα με τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες). Το σημαντικό είναι ότι σήμερα προστέθηκαν νέες αξίες στην ηθική εξέλιξη των ανθρώπων, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Στην κλασική ηθική (=κανόνες μεταξύ των ανθρώπων) προστίθενται και οι αξίες της Οικο-ηθικής (π.χ. βιοηθική). Ως οικο-ηθική νοείται γενικά η διερεύνηση κανόνων στη σχέση μεταξύ Ανθρώπων και Φύσης (ιδιαίτερα σημαντικοί νόμοι της τελευταίας 40ετίας, έλεγχοι, νέες πρακτικές, ατελές ακόμη το σύστημα στα σπάργανα του). Οπωσδήποτε αποτελεί ένα εντελώς νέο σταθμό όχι μόνο στη φιλοσοφική-πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου, άγουρο ακόμη, αλλά και ένα νέο τρόπο σκέψης και δράσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ξεπερνά τις παλαιότερες αντιμαχόμενες αντιλήψεις πέραν του ανθρωποκεντρισμού και της ακραίας φυσιοκρατίας, στο πλαίσιο πάντα της μεσότητας και της εξεύρεσης ισορροπίας (δύσκολο εγχείρημα). Ακριβώς το αντίθετο επιδιώκουν οι ακρότητες, οι παρα-επιστημονικές διαστρεβλώσεις (πολύ συχνές) και πολιτικές σκοπιμότητας της Βαθιάς Οικολογίας. Επειδή η Οικολογία είναι και ιδεολογία με πολλές αποχρώσεις, ενέχει τη δυναμική να ευαισθητοποιεί το σύγχρονο άνθρωπο για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά και τον κίνδυνο να παγιδεύει υγιώς σκεπτόμενους και ευαισθητοποιημένους πολίτες σε ουτοπικά αδιέξοδα, να υπηρετεί κρυπτο-προσωπικά καμουφλαρισμένα ιδιοτελή ΚΑΙ πολιτικά-κομματικά συμφέροντα, που δεν έχουν καμιά σχέση με την προστασία της φύσης και να φτάνει μέχρι και την ιδιαίτερα επικίνδυνη οικοφασιστική (ή καλύτερα ιδιαίτερα ακραία) πολιτική εκτροπή, η οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνεται αντιληπτή σε ατομικό επίπεδο, με καταστροφικές όμως συνέπειες σε τοπικές και εθνικές κοινωνίες και φυσικά σε παγκόσμια κλίμακα, που μόνο στην προστασία του περιβάλλοντος δεν προσφέρει και στην επιδιωκόμενη ισορροπία Ανθρώπου-Φύσης. Αν δεν είναι καταστροφική είναι απλά ΟΥΤΟΠΙΚΗ.

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του Τμήματος Γεωλογίας ΣΘΕ-ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κερκπατρικ Σέιλ, Εξέγερση ενάντια στο μέλλον. Οι Λουδίτες και ο πόλεμος τους ενάντια στη βιομηχανική επανάσταση, Εκδ. Αγγλική 1995/Ελληνική FUTURA 2018.

Κωστελίδης Χρήστος, Οικολογικές θεωρήσειςhttp://ckostelidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_22.html

Mc Shane Katie, Anthropocentrism vs. Nonanthropocentrism: Why Should We Care?, http://www.environmentandsociety.org/mml/anthropocentrism-vs-nonanthropocentrism-why-should-we-care

Luddites https://en.wikipedia.org/wiki/Luddite

“Λουδίτες και νεο-Λουδίτες”,  Το Βήμα Online, 24 Νοε 2008, www.tovima.gr › 2008/11/24 › archive › loydites-kai-neo-loydites

Παυλίδης, Σπ., ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική Βιο-Γεωλογική διαδρομή στον Πλανήτη Γη, Εκδ. Leader Books, 2007.

Παυλίδης,  Σπ. “ΓΕΩ-ΒΙΟΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, μια φυσιοκρατική αντίληψη της Οικολογίας”, Περιοδικό Περιβάλλον και Δίκαιο, 2/2012, σελ. 232-242.

Δάφνη Μουρέλου: Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

Με αφορμή την επέτειο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Δάφνη Μουρέλου

Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αμερική αποτελεί άγονο πεδίο σε ό,τι αφορά τον χορό, καθώς η εξοικείωση του κοινού με την συγκεκριμένη τέχνη εξαντλείται σε θεάματα τύπου burlesque και music hall, αλλά και θεάματα τύπου εξτραβαγκάντζα όπου  κανείς μπορούσε να δει έναν συνδυασμό τραγουδιού, χορού και θεάτρου με φαντασμαγορική χρήση των τότε διαθέσιμων τεχνολογιών.[i]

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κυριαρχεί το κίνημα του μοντερνισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, το οποίο βέβαια δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χορό. Σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα από τις προτάσεις πρωτοπόρων όπως ο θίασος των Ρωσικών Μπαλέτων και οι Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Το αιτούμενο των μοντερνιστών ήταν σε κάθε περίπτωση η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και η αναζήτηση νέας φόρμας, νέων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το κλίμα της αλλαγής δεν αργεί να φτάσει και στις ΗΠΑ, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται μια τάση προς αναζήτηση νέων μορφών κίνησης και φόρμας. Θα λέγαμε ότι επικρατεί μια λογική απόρριψης των κυρίαρχων μορφών στο χορό, δηλαδή της αισθητικής του μπαλέτου. Το μπαλέτο τείνει να θεωρηθεί ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, φορμαλιστικό, μια καθαρά σωματική πρακτική που δεν εμπλέκει το νου και την ψυχή.  Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιτέχνες όπως η Isadora Duncan, η Loie Fuller και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Ruth st Denis και Ted Shawn μέσα από μια σειρά καινοτόμων προτάσεων σε ό,τι αφορά τον χορό, σηματοδοτούν τις απαρχές του χορευτικού μοντερνισμού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Θα λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για την δημιουργία ενός μοντέρνου χορευτικού κινήματος. [ii]

Isadora Duncan (https://fundacionbbva.pe/opinion/isadora-duncan-el-movimiento-el-amor-y-la-perdida/).

 

Loie Fuller (https://www.metmuseum.org/art/collection/search/287806).

Οι καλλιτέχνες – συνεχιστές της γενιάς αυτής αυτοπροσδιορίζονται ως επί το πλείστον από ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα: τη δημιουργία ενός διακριτού χορευτικού ιδιώματος, το οποίο θα είχε ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα – θα ήταν, δηλαδή, αμερικανικός χορός. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κίνησης είναι η Martha Graham και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Doris Humphrey και Charles Weidman. Η αναζήτηση ενός αμερικανικού ιδιώματος ήταν ένα πολύ κοινό διακύβευμα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, καθώς ανέκυπτε η ανάγκη να δημιουργηθεί μια εθνική τέχνη που θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και θα απολάμβανε ανάλογο κύρος με την Ευρωπαϊκή. Έτσι, παρατηρούμε μια γενικευμένη στροφή προς μια θεματολογία που εξερευνά και φωτίζει πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας όπως ο εποικισμός, αλλά και έννοιες όπως η ατομικότητα, το ανεξάρτητο πνεύμα και η δημοκρατία.[iii]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα εξετάσουμε δύο έργα από το ρεπερτόριο της Martha Graham και τις ιδεολογικές τους προεκτάσεις.

Η Martha Graham είναι μια από τις διασημότερες εκπροσώπους του αμερικανικού μοντερνισμού με πλούσιο ρεπερτόριο, το οποίο αναπαράγεται μέχρι σήμερα. Η Graham είναι «παιδί» της πρώτης γενιάς, καθώς μαθήτευσε δίπλα στους Ruth st Denis και Ted Shawn. Ωστόσο, σύντομα ξεκίνησε την προσωπική της αναζήτηση επάνω στον χορό και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επινόησε μια ιδιαίτερη τεχνική, δίνοντας έμφαση στην περιοχή της λεκάνης, καθώς πίστευε ότι εκεί είναι το πιο ισχυρό σημείο έκφρασης του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέπτυξε την δική της κινησιολογία, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι το contraction (σύσπαση στην περιοχή της λεκάνης) και το release (απελευθέρωση από την ένταση που προκάλεσε η σύσπαση).[iv]

Στόχος της Graham ήταν να δημιουργήσει αμερικανικό χορό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί έτσι τόσο από τον ευρωπαϊσμό του κλασικού μπαλέτου, όσο και από τον οριενταλισμό των Ruth st Denis και Ted Shawn. Θεμελιώδεις πηγές έμπνευσης για το χορογραφικό της έργο ήταν η ελληνική μυθολογία, η αμερικανική κληρονομιά, καθώς επίσης και η τραγικότητα, η ένταση και η υποσυνείδητη φύση του ανθρώπινου συναισθήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και έπειτα, η Graham ασχολήθηκε επισταμένα με την αμερικανική κληρονομιά. Τα κυριότερα έργα αυτής της περιόδου είναι τα ακόλουθα: Frontier (1935), Panorama (1935), Horizons (1936), American Document (1938), El Penitente (1940), Letter to the world (1940), Salem Shore (1942), Appalachian Spring (1944).[v]

Εδώ θα επικεντρωθούμε στο πρώτο (Frontier) και στο τελευταίο έργο (Appalachian Spring) της αμερικανικής περιόδου της Graham και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα δύο έργα διατρέχονται από συγγενή θεματολογία και ένα κοινό κεντρικό μοτίβο.

Το Frontier είναι ένα σόλο το οποίο χορογράφησε η Graham το 1935 σε μουσική του Louis Horst. Αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες της χορογράφου να καταπιαστεί με αμερικανική θεματολογία. Πρόκειται για ένα έργο βγαλμένο μέσα από τα προσωπικά βιώματα της Graham και την μετακίνηση της ιδίας και της οικογένειάς της προς τον Βορρά. Παρατηρώντας τις γραμμές του τραίνου και το πώς αυτές αγκαλιάζουν την αχανή γη της χώρας, γεννήθηκε το Frontier.[vi] Η κεντρική αρχετυπική φιγούρα είναι μια έποικος του 19ου αιώνα που περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει από το πεδίο της μάχης. Το μινιμαλιστικό, αλλά υπαινικτικό σκηνικό του γλύπτη Isamu Noguchi είναι ένας χαμηλός φράχτης – σύνορο και δύο σχοινιά σε σχήμα V τα οποία ενώνονται πίσω από τον φράχτη, δίνοντας την αίσθηση της  προοπτικής. Η αχανής έκταση, τα ατελείωτα στρέμματα γης προς κατάκτηση είναι μια ιδέα συνδεδεμένη στο αμερικανικό φαντασιακό, την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας αλλά και την ιδέα των απεριόριστων ευκαιριών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.[vii] Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του έργου είναι “American Perspective of the Plains”.[viii] Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το έργο είναι, κατά τα λόγια της χορογράφου, “the appetite for space”, ως ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του αμερικανικού εποικισμού, αλλά και τμήμα συλλογικής ταυτότητας.[ix] Ο θριαμβευτικός τόνος της μουσικής του Horst αλλά και το εμβατήριο που παραπέμπει σε ώρες μάχης, ενισχύουν και εμπλουτίζουν περαιτέρω την ιδέα αυτή στο επίπεδο της αναπαράστασης, παραπέμποντας στις ένοπλες συρράξεις των εποίκων με στόχο την κατάκτηση της γης και την διεύρυνση του συνόρου. Το σύνορο, συνεπώς, διαθέτει την προοπτική συνεχούς επέκτασης προς το άπειρο. Ο σκοπός της Graham ήταν να δώσει ακριβώς αυτή την αίσθηση της ατελείωτης γης.[x]

Η Martha Graham στο Frontier το 1936 (https://www.loc.gov/collections/martha-graham/?fa=subject:frontier).

 

Martha Graham – FRONTIER  Danced by Janet Eilber

 

To Appalachian Spring πραγματεύεται έναν γάμο σε μια μικρή αμερικανική παραδοσιακή κοινότητα του 19ου αιώνα, περίπου 50 χρόνια μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.[xi] Οι τέσσερις κεντρικοί, επίσης αρχετυπικοί χαρακτήρες του έργου είναι η νύφη, ο γαμπρός, ο ιερέας και η έποικος. Όπως και στο Frontier, τo σκηνικό του Isamu Noguchi είναι μάλλον υπαινικτικό παρά ρεαλιστικό. Η έννοια του συνόρου μπορεί να πει κανείς ότι είναι ο κοινός παρονομαστής, που συνδέει μεταξύ τους σε επίπεδο ιδεολογίας τα δύο έργα της Graham.

Τα Απαλάχια όρη είναι ένα σύμπλεγμα βουνών στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε φυσικό σύνορο για τους εποίκους καθώς η περίπλοκη γεωγραφία τους στεκόταν ως εμπόδιο στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών της ηπείρου. Κατά την διάρκεια της πορείας προς την κατάκτηση, γηγενείς πληθυσμοί εκδιώχθηκαν αναγκαζόμενοι να απεγκαταστήσουν τους καταυλισμούς τους.[xii] Αξιοσημείωτη είναι η έλλειψη αναφοράς στο ινδιάνικο στοιχείο. Στον αρχικό σχεδιασμό του έργου φαίνεται πως υπήρξε η ιδέα να δημιουργηθεί ρόλος για μια Ινδιάνα, σκέψη που όμως τελικά εγκαταλείφθηκε.[xiii]

 

Αριστερά: Aaron Copland. Δεξιά: Appalachian Spring (Ballet for Martha). H παρτιτούρα του έργου (https://www.nycmusicservices.com/engraving-a-new-edition-of-coplands-appalachian-spring/).

                                

Martha Graham’s Appalachian Spring

[Τhe Bride: Martha Graham The Husbandman: Stuart Hodes The Revivalist: Bertram Ross The Pioneer Woman: Matt Turney. Παράσταση του 1959].

Appalachian Spring – Martha Graham Dance Company 2012

 

Η έννοια του συνόρου αποτελεί κεντρικό διακύβευμα στο αμερικανικό φαντασιακό. Είναι συνδεδεμένη με τις ιδιότητες της ανεξαρτησίας, του δυναμισμού, της δημοκρατίας και της ισότητας, χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία το αμερικανικό έθνος έχει χτίσει την ταυτότητά του. Για τις ΗΠΑ, η συνεχόμενη επέκταση προς τον Βορρά ήταν ένας αγώνας, ικανός να προσδώσει μια διακριτή ταυτότητα.[xiv] Μέσα από το έργο της Graham ζωντανεύει το αμερικανικό όνειρο, εκείνο της ευημερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και των πολλαπλών ευκαιριών, στις οποίες μπορεί κανείς να ελπίζει ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Το σκηνικό του Noguchi πέρα από τον χώρο, οριοθετεί και την έννοια της ιδιοκτησίας. Άλλωστε, η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης βρισκόταν στην καρδιά της δημιουργίας του έργου.[xv]  Ο τίτλος είναι βεβαίως συμβολικός, καθώς άνοιξη σημαίνει αναγέννηση. Μέσα από την χρήση του μοτίβου του γάμου, το έργο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της γέννησης και της σταθερής ανάπτυξης ενός έθνους σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Παρά τις δυσκολίες του εποικισμού, η μόνιμη εγκατάσταση αποτελεί, αναμφίβολα, μια πραγματικότητα. Το έργο χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αντικατοπτρίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκε, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαινε προς το τέλος του.[xvi] Με ενδιαφέροντα τρόπο, η Graham επιλέγει να στραφεί στο ιστορικό παρελθόν, ώστε να αναπτερώσει την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική του Aaron Copland έρχεται να ζωντανέψει την εθνική ιδέα ενσωματώνοντας φολκλόρ μοτίβα από έναν από τους πιο γνωστούς ύμνους των Κουακέρων.[xvii] Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνθέτης χρησιμοποιεί παραδοσιακά μοτίβα στο έργο του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι επίσης τα μπαλέτα Billy the Kid και Rodeo.[xviii] Η προσωπικότητα της εποίκου είναι μια μητρική φιγούρα, σημείο αναφοράς που συμβολίζει την προηγούμενη γενιά. Το ζευγάρι των νεονύμφων από τη δική του πλευρά, συμβολίζει τη νέα γενιά που φέρνει την υπόσχεση της εθνικής συνέχειας μέσα από τον γάμο και την δημιουργία απογόνων. Η αίσθηση της ατελείωτης γης μας δίνεται πολύ εύστοχα με το αγνάντεμα  πέρα από τον φράχτη, ο οποίος, σε αντίθεση με το Frontier, δεν υποδηλώνει το εθνικό σύνορο, αλλά την οριοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο χαρακτήρας του ιερέα συμβολίζει την έννοια του Πουριτανισμού, μια έννοια επίσης στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική παράδοση. Η αναφορά αυτή προέρχεται από προσωπικά βιώματα της Graham και ανακύπτει συχνά στο έργο της με αμφίθυμο πρόσημο.[xix]

 

       Appalachian Spring by Aaron Copland performed by Perspectives Ensemble

[Εκδοχή για 13 όργανα, όπως γράφτηκε το 1944  για το μπαλέτο της Martha Graham]

 

Η έννοια του συνόρου είναι το κεντρικό θεματικό μοτίβο των δύο έργων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί θεμελιώδες συστατικό του τίτλου – στο Frontier δίνεται ευθέως και σε ένα αρκετά γενικευμένο πλαίσιο, ενώ στο Appalachian Spring αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και γεωγραφική περιοχή που σηματοδότησαν την επέκταση του συνόρου. Και στα δύο έργα, το ιστορικό γεγονός του εποικισμού είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Εδραιώνεται η ιδέα της επέκτασης και ανακύπτουν οι έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας και της μόνιμης εγκατάστασης που την συνοδεύουν στο αμερικανικό φαντασιακό.

Η Martha Graham και ο Louis Horst εν μέσω των μαθητών τους.

 

Το έργο της Graham αξιοποιήθηκε δεόντως σε επίπεδο πολιτιστικής διπλωματίας εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης αργότερα, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αναγνώριση και κανονικοποίηση του νέου είδους ως «υψηλή τέχνη» ήταν πλέον δεδομένη.[xx] Την εποχή εκείνη, η πολιτιστική διπλωματία νοούνταν ως ένας τρόπος να δείξει η εκάστοτε χώρα την υπεροχή της σε διεθνές επίπεδο. Το έργο της Graham και η εθνική δυναμική του έκανε αίσθηση από νωρίς.  Έτσι, το 1937, η ίδια υπήρξε η πρώτη χορεύτρια που έδωσε παράσταση στον Λευκό Οίκο και μάλιστα το έργο που επιλέχθηκε ήταν το Frontier.[xxi] Επιπλέον, το Appalachian Spring ήταν σταθερό κομμάτι του ρεπερτορίου σε μια από τις πρώτες περιοδείες που οργάνωσε το State Department το 1955-56. Η πεποίθηση ήταν ότι πέρα από την εθνική προπαγάνδα, το έργο ήταν σε θέση να περάσει και ένα ισχυρό αντι-αποικιακό μήνυμα σε βάρος της Μεγ. Βρετανίας – ο παραλληλισμός με τις βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν στη νέα ήπειρο ήταν αναπόφευκτος. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούσαν να σφυρηλατήσουν στο διεθνές στερέωμα της εποχής εκείνης την εικόνα ενός έθνους, φιλικά προσκείμενου προς νεοσύστατα, μετά-αποικιακά κράτη.[xxii] Οι περιοδείες του State Department, μια πρωτοβουλία του τότε Προέδρου Dwight Eisenhower, πραγματοποιήθηκαν στις Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική με το σκεπτικό να καλλιεργηθεί συγκεκριμένη επιρροή στις χώρες του επονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου. Μέσω αυτής της πολιτικής, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να επωμιστούν την εικόνα ενός πρωτοπόρου, επιτυχημένου και φιλικά προσκείμενου έθνους. Η ομάδα της Graham είχε ενεργό συμμετοχή στις περιοδείες παρουσιάζοντας έργα τόσο από την αμερικανική, όσο και από την ελληνική περίοδο της δημιουργού.[xxiii]

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο χορός, και μάλιστα ένα νεοσύστατο είδος, αξιοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ που μάλιστα εδραίωσε το μπαλέτο ως νέα τέχνη, αλλά και ο εξπρεσιονιστικός χορός στη ναζιστική Γερμανία. Σαφέστατα οι περιπτώσεις και το πλαίσιο διαφέρουν, ωστόσο αυτό που καθίσταται ανάγλυφο είναι η δύναμη της χορευτικής αναπαράστασης και, σε τελική ανάλυση, εκείνη της ίδιας της κίνησης.

Επιστολή της Martha Graham προς τον Aaron Copland (22 Ιουλίου 1943) ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνθεση του Appalachian Spring (https://blogs.loc.gov/loc/2014/10/documenting-dance-the-making-of-appalachian-spring/).

 

 

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

 

 

Σημειώσεις

 

[i] Nancy Reynolds & Malcolm Mc Cormick (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London, σ. 2.

[ii] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London, σσ. 87-94.

[iii] Helen Thomas (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada, σ. 118 – 119.

[iv]  Susan Au (2006), ό.π., σσ. 119-120.

[v] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 115.

[vi] Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

[vii] Helen Thomas (1995), ό.π., σσ. 117-118.

[viii] https://marthagraham.org/portfolio-items/frontier-1935/.

[ix] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[x] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[xi] Victoria Philips Gedud (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y., σ .159.

[xii] John Anthony Caruso (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A., σσ. 4-12.

[xiii] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 145.

[xiv] John Anthony Caruso (2003), ό.π., σσ. 4-12.

[xv] Lynn Garafola (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford, σσ. 137 – 138.

[xvi] https://marthagraham.org/portfolio-items/appalachian-spring-1944/.

[xvii] Lynn Garafola (2005), ό.π., σ. 138.

[xviii]  Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 135.

[xix] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 144.

[xx] Naima Prevots (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A., σ. 51.

[xxi]Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 157.

[xxii]  Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 159.

[xxiii] Dana Mills (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ., σ. 51.

 

 

                                                             ΒιβλιογραφίαΠηγές

 

  • Au, Susan (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London.
  • Caruso, John Anthony (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A.
  • Garafola, Lynn (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford
  • Mills, Dana (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ.
  • Philips Gedud, Victoria (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y.
  • Prevots, Naima (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A.
  • Reynolds, Nancy & Mc Cormick, Malcolm (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London.
  • Thomas, Helen (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada.
  • https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.
  • https://marthagraham.org/.
  • Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

 

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος

Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατηρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρακτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων· να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν· να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λαούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται τη μισαλλοδοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πολυπλοκότητα των αιτιών και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να εκτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η άγνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύματα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ότι η ιστορία δεν παίζει το ρόλο του δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην παραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθησή τους ότι υπάρχει τέτοια αλήθεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θεράποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολούθως για τους ιστορικούς:

«Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεύς, ἔστω ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καί ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησίν, τά σῦκα σῦκα, τήν σκάφην δέ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδέ φιλίᾳ νέμων οὐδέ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μή θατέρῳ τι ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καί ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλά τί πέπρακται λέγων

«Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, αβασίλευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθεία πεποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μίας ευνομούμενης πολιτείας.

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορίας διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνομούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι» όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλλωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότητας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ’αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκμήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δίκαιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχετικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφάσεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλειας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομούμενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι απόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι αποδεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και οι αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι βέβαια, προϊόντα του Δυτικού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μίας παγκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικατασταθεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πολιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Ανδριάντας του Θουκυδίδη έξω από το αυστριακό Κοινοβούλιο (Βιέννη).

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κράτους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά από διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του εθνικισμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορισμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφωση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η εθνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προβάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλιστα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφόρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της αρετής (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοιμασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλογους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανομένης, είχε από τους κλασσικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χαρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτερικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και επιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λουκιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτοσκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η αναζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελτιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Αριστερά: Κλειώ, Μούσα της Ιστορίας, μαρμάρινο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής, Ρώμη, Μουσείο Βατικανού. Δεξιά: Charles Meynier, Clio, Muse of History 1800, Cleveland Museum of Art.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ιστορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλήνων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προτείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλλους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα διδάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ιστορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, το έθνος, και κατ’επέκταση σε μία εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη άλλα και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βιβλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυτότητα. Κρίνεται, λοιπόν ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύκλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυσπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους αποτελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μία τέτοια αδυναμία είναι το εφήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνικούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λησμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις της ενισχυμένο. Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβητήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαράγουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρηνιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών που ευνοούσαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βιβλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ταυτότητας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλλαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμένου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύονται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι’αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγωγή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο αποφασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής περιεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαίνουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως μεταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών απαλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρούνται ότι αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διάφορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και εμπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βιβλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρόνιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστήσουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μία περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθεία ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορισμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στη καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτιμούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώκουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστήσουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς επιστήμονες που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύναται, με την πεποίθηση ότι κατ’αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμερες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της εθνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη διαμόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχιστον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχτούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεότερων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να είναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων εθνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτικά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνεργασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, διαμόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακόμη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους -όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ’ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815)- να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνικές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πιστεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδραστη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρατίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πιστεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτισμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευτική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι επίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέβαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων αφού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανίσχυρων κοινοτήτων.

Johann Heinrich Tischbein, Die Muse Klio (Die neun Musen), 1780, Museumslandschaft Hessen Kassel.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανεκτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερματισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και το φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι καιροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έχουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ιστορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικρατείας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας “cabale” ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαισθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊόν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμάντιου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έθνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φιλοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

 

Ο Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν έχει διατελέσει επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κολούμπια και της Οξφόρδης. Συμμετείχε σε επιστημονικές επιτροπές για θέματα ιστορικής έρευνας, όπως στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος), στο Κέντρο Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηριώσεως του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Επιστημονικό Συμβούλιο και το εκδοτικό τμήμα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

 

Wilhelm Deist: Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 Wilhelm Deist

Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κληθείς να αντιμετωπίσει, τον Ιούλιο του 1914, την προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη, ο Γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg ήταν πεπεισμένος πως η εθνική συνοχή και ενότητα αποτελούσαν τη θεμελιώδη προϋπόθεση για έναν νικηφόρο στρατιωτικό αγώνα. Ωστόσο, επρόκειτο για μια μάλλον τολμηρή εκτίμηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η γερμανική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη από πολιτικής απόψεως. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το υπόλοιπο έθνος, είχε γνωρίσει ένα σημείο κορύφωσης το 1912, όταν το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα απόκτησε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, κυρίως δε το συντηρητικό κατεστημένο, εξακολουθούσε να θεωρεί τα μέλη του κόμματος ως εσωτερικό εχθρό (Reichsfeinde). Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 πυροδότησαν ένα κλίμα έντασης, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα ήταν αβέβαιη.¹

Αλλά και η κατάσταση στους κόλπους του στρατεύματος, εγγυητή του ισχύοντος καθεστώτος, ήταν έκρυθμη, εξαιτίας της περίφημης υπόθεσης Zabern, όταν, το 1913, στην ομώνυμη κωμόπολη της ευρισκόμενης υπό γερμανική κατοχή Αλσατίας και Λωρραίνης, η φρουρά αντέδρασε σε διαμαρτυρίες της τοπικής κοινής γνώμης με προσφυγή σε χρήση πρωτοφανούς βίας σε βάρος της τελευταίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπάρχοντες θεσμούς, καθώς και τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.²

Κι όμως, τον Ιούλιο του 1914, ο Bethmann Hollweg δικαιώθηκε. Χάρη στη γενική επιστράτευση, την οποία διέταξε ο τσάρος στις 30 Ιουλίου, η Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως ο επιτιθέμενος εναντίον του οποίου η Γερμανία όφειλε να αμυνθεί.³ Αξιοποίησε, μάλιστα, την ευκαιρία, δίνοντας εντολή προς τον υπουργό Εσωτερικών, Clemens von Delbrück, και προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Πρωσίας, Erich von Falkenhayn, να αποφύγουν να εφαρμόσουν τα ήδη επιμελώς σχεδιασμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης ενάντια στα μέλη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος και των εργατικών συνδικάτων. Στις 25 Ιουλίου, ο Falkenhayn διέταξε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να μη στραφούν κατά της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων ούτε και κατά του Τύπου σε περίπτωση επιβολής καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.⁴ Με δεδομένες τις έκρυθμες σχέσεις, ήδη από το 1890, ανάμεσα στο στρατιωτικό κατεστημένο και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, επρόκειτο για μια μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, λειτουργούσε ως προπομπός για μια σειρά πετυχημένων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον καγκελάριο και τους εκπροσώπους του παραπάνω κόμματος. Μόνο έτσι φάνταζε εφικτή η υπερψήφιση στο Ράιχσταγκ των πολεμικών κονδυλίων, γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα δίχως προβλήματα και κραδασμούς στις 4 Αυγούστου.⁵

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄.
Theobald von Bethmann Hollweg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως ενίσχυση ακολούθησε και μια δημόσια τοποθέτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, που δήλωσε πως δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα παρά μόνο Γερμανοί. Κατόπιν τούτου, το όραμα του Bethman Hollweg περί εθνικής ενότητας υιοθετήθηκε ως άξονας του πολιτικού προγραμματισμού, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα. Από τη δική τους πλευρά, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Helmuth von Moltke καθώς και ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας, έσπευσαν να υιοθετήσουν δημόσια τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες παρέμειναν γνωστές με την προσωνυμία “πολιτική εκεχειρία εν καιρώ πολέμου”. Ειδικότερα ο πρώτος, δήλωσε πως η εθνική ομοψυχία ήταν πρώτιστης σημασίας για την εν γένει διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ούτε ένα περιστατικό απόκλισης από αυτήν.⁶

Με ποιό τρόπο εκλάμβανε, άραγε, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο την έννοια του όρου “πολιτική εκεχειρία”; Τόσο ο Bethmann Hollweg όσο και ο Moltke, ήταν πεπεισμένοι ήδη από τον Ιούλιο, πως ο συγκεκριμένος πόλεμος θα ήταν φορέας ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων.⁷ Ως εκ τούτου, η αντίληψη περί “πολιτικής εκεχειρίας” δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως απάντηση σε μια αναμενόμενη πρόκληση του είδους αυτού. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την πολιτική εξίσωση ενός πολέμου σύντομης διάρκειας. Εάν αναζητεί κανείς κάποιο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του πολέμου, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δήλωση του Bethmann Hollweg περί “πολιτικής νέου προσανατολισμού”, νεφελώδη και αόριστη ως προς το περιεχόμενό της, μια αβέβαιη και αμήχανη υπόσχεση για το μέλλον.⁸  Όσο δε για την “πολιτική εκεχειρία”, είναι σαφές πως δεν έγινε αποδεκτή από τους κύκλους της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς. Μάλιστα, μια από τις διαφορές ανάμεσα στους δυο παραπάνω χώρους οφείλει να επισημανθεί πάραυτα: Η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αντικείμενο στενής παρακολούθησης από τις κατά τόπους στρατιωτικές αρχές, οι οποίες και κατέστειλαν κάθε προσπάθεια πολιτικής έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση, που ανέπτυξε μέσα στον χειμώνα του 1914 προς 1915 ο στρατιωτικός διοικητής του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και τις οργανώσεις νεολαίας της τελευταίας.⁹

Βερολίνο, 29 Ιουλίου 1914. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ απευθύνεται προς το πλήθος από τον εξώστη των ανακτόρων

Σε αντιδιαστολή με την άκρα αριστερά, ο χώρος της δεξιάς, ακόμη και αν διαφωνούσε με την “πολιτική εκεχειρία” του καγκελαρίου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο. Θεωρούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα ως αναξιόπιστο και ασκούσε πίεση για υπέρμετρες πολεμικές διεκδικήσεις.¹º Ο Bethmann Hollweg ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει, εξαιτίας των διασυνδέσεών του με υψηλά ιστάμενα στελέχη και οικονομικούς παράγοντες. Η άρνηση του καγκελαρίου να αντλήσει διδάγματα από την εύθραυστη στρατιωτική συγκυρία των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1914 οφειλόταν εν μέρει στην ανερχόμενη πολιτική επιροή της άκρας δεξιάς. Ο αγώνας του να εφαρμόσει περισσότερο στιβαρή λογοκρισία κατά των “ακραίων” δημοσιευμάτων περί τα τέλη του 1914, αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησής του από τις κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις.¹¹ Ως συνέπεια της διάλυσης της ψευδαίσθησης περί πολέμου μικρής διαρκείας και των υπέρμετρων πολεμικών διεκδικήσεων που τη συνόδευαν, η “πολιτική εκεχειρία” μετεξελίχθηκε σε κούφιο σύνθημα ήδη από το τέλος του 1914.

The German Home Front Part 1

 

Ο γερμανικός λαός (στρατιώτες και άμαχοι) εξήλθαν στον πόλεμο με ενθουσιασμό (αν και όχι παντού), πεπεισμένοι ότι θα διεξήγαγαν έναν αμυντικό, δίκαιο και σύντομο αγώνα, ο οποίος, επιπρόσθετα, θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της Γερμανίας.¹² Υπό αυτή την οπτική, η εθνική ομοψυχία έδειχνε πως είχε επιτευχθεί. Οι πρώτοι κραδασμοί προέκυψαν από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου και τη στασιμότητα των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1914. Στις 14 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενημέρωσε τον αυτοκράτορα ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του πυροβολικού επαρκούσαν για τέσσερις, μόνο, ημέρες. Λίγο αργότερα, πληροφόρησε και τον καγκελάριο πως ο στρατός είχε απωλέσει το επιθετικό του πνεύμα, ομολογώντας ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες, μια επικράτηση σε βάρος του αντιπάλου φάνταζε αδύνατη. Αιτήθηκε την ενεργοποίηση μιας διπλωματικής διαδικασίας με αντικειμενικό στόχο τη συνομολόγηση χωριστής ειρήνης με τη Ρωσία. Ειδάλλως, μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, ικανού να φέρει τα δυο αντιμαχόμενα συμμαχικά στρατόπεδα στα όρια της εξάντλησης, δίχως, ωστόσο, να εγγυάται την τελική στρατιωτική επικράτηση.¹³ Δυστυχώς, ούτε ο καγκελάριος ούτε το στρατιωτικό κατεστημένο πείστηκαν από τη ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης, στον οποία ο Falkenhayn είχε προβεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία του αρχηγού του επιτελείου γνώρισε μια αναπάντεχη αντανάκλαση στο δυτικό μέτωπο. Εκεί, η αλλαγή σε ό,τι αφορούσε την συναισθηματική πρόσληψη του πολέμου, εκδηλώθηκε μέσω μιας πρωτοφανούς και αυθόρμητης Χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας κατά μήκος, πρωτίστως, του αγγλογερμανικού μετώπου.¹⁴ Η παραπάνω αλλαγή διάθεσης, ενεργοποίησε στο εσωτερικό της χώρας μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις επεκτατικές πολεμικές διεκδικήσεις, την οποία, ο καγκελάριος Bethmann Hollweg επιχείρησε δίχως ιδιαίτερη επιτυχία να αποτρέψει.        

Βερολίνο, Αύγουστος 1914. Η αναχώρηση για το μέτωπο.

Όμως, η εν γένει ψυχολογική κατάσταση στα μετόπισθεν, έτσι τουλάχιστον όπως άρχισε να διαμορφώνεται εντός του 1915, δεν ήταν απόρροια της πολιτικής προπαγάνδας, αλλά μιας άλλης πικρής συνέπειας του πολέμου: εκείνης του ολοένα και περισσότερο ασφυκτικού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Καθώς, μάλιστα, η γερμανική οικονομία δεν ήταν αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, τα αποτελέσματα του τελευταίου έγιναν ταχύτατα αισθητά με την έλλειψη βασικών ειδών και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών. Ως αντίμετρο, οι αρχές επέβαλαν ανώτατα όρια στις τιμές, με αποτέλεσμα είτε τη στροφή προς παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν ενέπιπταν για την ώρα στην παραπάνω κατηγορία, είτε, το απλούστερο όλων, τη στροφή προς τη μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και εξαιτίας της απουσίας κάποιου ισχυρού κρατικού φορέα, ικανού να περιορίσει τις ανισότητες και τις παρατυπίες του συστήματος διανομής τροφίμων. Το συνεχώς υποβαθμιζόμενο επίπεδο ζωής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων μοιραία επηρέασε τη στάση των τελευταίων έναντι του πολέμου.¹⁵

Δελτίο διανομής άρτου στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1916.

Την ίδια ακριβώς εποχή, η κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων, γνώρισε έναν νέο γύρο  υπέρμετρης δημόσιας προβολής και πολλαπλασιασμού των σχετικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων. Η πολιτική του καγκελαρίου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακροδεξιών οπαδών των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων αφενός και των απαιτήσεων του αριστερού και του κεντρώου χώρου αφετέρου, που απέρρεαν από τη χαοτική κατάσταση της τροφοδοσίας του πληθυσμού σε τρόφιμα. Η μέχρι τότε “πολιτική εκεχειρία”, η οποία είχε ως άξονα την άσκηση της εξουσίας δίχως πολλές αντικρουόμενες παρεμβάσεις εκ μέρους των κομμάτων, υποκαταστάθηκε από μια πολιτική διαμεσολάβησης ανάμεσα σε δυο πλήρως ανταγωνιστικές αντιλήψεις των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το όραμα περί εθνικής ενότητας εν καιρώ πολέμου είχε εξαερωθεί.

Αν και η κακή κατάσταση στο δυτικό μέτωπο ήταν αναστρέψιμη διαρκούντος του 1915, το εν γένει κλίμα στα μετόπισθεν επιδεινώθηκε, εξαναγκάζοντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποσοβηθούν εξεγέρσεις στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα. Ο Τύπος εξαναγκάστηκε από τις υπηρεσίες λογοκρισίας να αποσιωπήσει γεγονότα του είδους αυτού, τα οποία εκδηλώθηκαν τον Νοέμβριο του 1915, στο Βερολίνο, στη Δρέσδη και στη Λειψία. Οι Σύμμαχοι, από τη δική τους πλευρά, χρησιμοποίησαν τις παραπάνω έκρυθμες καταστάσεις ως αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους στο δυτικό μέτωπο.¹⁶

Υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα και συνειδητοποιώντας την αδύναμη και αναποτελεσματική θέση του στην κρατική δομή εξουσίας, ο καγκελάριος εξακολουθούσε να πιστεύει ενδόμυχα στις δυνατότητες της “πολιτικής εκεχειρίας”. Αντλούσε αισιοδοξία από το γεγονός της αξιοθαύμαστης προσαρμογής των Σοσιαλδημοκρατών στην εθνική πολεμική προσπάθεια, παρόλη την εμμονή των οπαδών των πολεμικών διεκδικήσεων να εξασφαλίσουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα για τον εαυτό και τις θέσεις τους.¹⁷

The German Home Front Part 2

Με την είσοδο του 1916, οι στρατιωτικές αρχές παραδέχτηκαν πως κάτι έπρεπε να γίνει σχετικά με την διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης. Διαφορετικά εγκυμονούσε θανάσιμος κίνδυνος σε βάρος του ηθικού των μονάδων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.  Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν σε αναζήτηση αντιμέτρων, ικανών να εκτονώσουν την όλη ένταση.  Για την επίτευξη του στόχου ήταν απαραίτητη η καλλιέργεια κάποιου είδους προπαγάνδας. Έτσι, όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχτηκε πως μια τέτοια προπαγάνδα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ανύπαρκτου προγράμματος πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας υπήρξε το πρώτο κατά σειρά, που επισήμανε ότι η γενική δυσφορία εξαιτίας των ελλείψεων σε επίπεδο επισιτισμού, η διογκούμενη αντιπαράθεση της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα, τέλος, ορισμένα περιστατικά εξεγέρσεων, τα οποία είχαν εκδηλωθεί στη βόρειο Γερμανία, απειλούσαν πλέον απροκάλυπτα την πολεμική προσπάθεια της χώρας στο σύνολό της.¹⁸  Επικέντρωνε την εκτίμησή του στις αρνητικές συνέπειες της περιγραφής της κατάστασης, έτσι όπως αυτή διατυπωνόταν στις ιδιωτικές επιστολές συγγενών με αποδέκτες τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Εισηγήθηκε την καταπολέμηση με κάθε τρόπο (π.χ. μέσω συστηματικής προπαγάνδας για την καταπολέμηση της πείνας) της κόπωσης εξαιτίας της παράτασης του πολέμου και των αναδυομένων τάσεων υπέρ της ειρήνης. Ως έμμεσα εργαλεία της παραπάνω προπαγάνδας εισηγήθηκε να αξιοποιηθούν οι τοπικές αρχές, ο κλήρος, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διάφοροι ιδιωτικοί φορείς. Ήταν προτιμότερο να αποφευχθεί, προς το παρόν, η εμπλοκή της κεντρικής εξουσίας.

Εν συνεχεία, τη σκυτάλη πήραν τα υπουργεία Στρατιωτικών της Πρωσίας και της Βυρτεμβέργης.¹⁹ Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθεί και να εξαπολυθεί σε ολόκληρη την επικράτεια μια προπαγάνδα με κεντρικό σύνθημα τη λέξη “Αντέχουμε”.²º Συντονιστής της όλης προσπάθειας ανέλαβε το νεοϊδρυθέν ακριβώς για τον σκοπό αυτό Γραφείο Τύπου Πολέμου (Kriegspresseamt), το οποίο και παρήγαγε έναν τεράστιο όγκο προπαγανδιστικού υλικού.²¹ Αν και ο φορέας είχε αναπτύξει δράση εντός περιοχών, που υπάγονταν στη στρατιωτική δικαιοδοσία, το υπουργείο Στρατιωτικών απέφυγε να εμπλακεί άμεσα, παρακολουθώντας την οργάνωση της εκστρατείας από απόσταση. Συνειδητοποιώντας την ανάγκη να προσεταιριστεί το εργατικό κίνημα, έστειλε οδηγίες προς τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να επιτρέψουν εκδηλώσεις του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος με αντικείμενο τον επισιτισμό της χώρας. Παρά την ανοχή, η εγρήγορση των αρχών βρισκόταν στο έπακρο. Στόχος ήταν να αποφευχθούν απεργίες, εξεγέρσεις και έκτροπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή, την οποία επιδείκνυαν, λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης της έντασης. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένες να καταστείλουν με κάθε μέσο τις όποιες αντιδράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.²²

Είναι γεγονός πως καταγράφηκαν επιτυχίες στο πλαίσιο της παραπάνω προπαγανδιστικής εκστρατείας. Σε γενικές γραμμές, όμως, η προσπάθεια απέτυχε, από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επισιτισμού και της συνακόλουθης αισχροκέρδειας. Οι μηνιαίες εκθέσεις των στρατιωτικών διοικήσεων το καλοκαίρι του 1916, επισήμαιναν πως η γενική ψυχολογία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν ολοκληρωτικά συνυφασμένη με την επάρκεια και τη διάθεση των τροφίμων. Σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της αδυναμίας των επιφορτισμένων με τη διανομή φορέων να εκπληρώσουν ισότιμα και δίκαια την αποστολή τους.  Σύμφωνα με τις εκθέσεις της στρατιωτικής διοίκησης της Ρηνανίας (περιοχής κατεξοχήν βιομηχανικής), οι εργάτες, ανάλογα με τον τόπο εργασίας τους, ήταν δυνατό να λάβουν διπλή μερίδα ή ακόμα και καθόλου τροφή.²³ Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία εξώθησε τον πληθυσμό, ειδικότερα τον γυναικείο, σε δημόσιες διαμαρτυρίες, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για το μέλλον. Η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί διατηρήθηκε έως το πέρας του πολέμου. Οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και στην εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτικών διοικήσεων.²⁴

Διανομή σούπας στο Βερολίνο του 1916.

Ενόσω μαίνονταν οι μάχες του Verdun και του Somme, ένας άλλος παράγων συνέβαλε στη δημιουργία έκρυθμου κλίματος στο εσωτερικό. Η δεξιά αντιπολίτευση στην πολιτική του καγκελαρίου, δηλαδή οι ακραίοι οπαδοί των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων, υπέσκαψαν συστηματικά τη θέση του Bethmann Hollweg, απευθυνόμενοι τόσο προς τα ανώτατα κλιμάκια όσο και προς την κοινή γνώμη. Τον Αύγουστο του 1916, το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας ενημέρωσε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές του κρατιδίου για την ύπαρξη μιας ευρέως διαδεδομένης και ισχυρής κίνησης σε βάρος του καγκελαρίου (Kanzlersturzbewegung).Το ίδιο το υπουργείο χαρακτήριζε την τελευταία ως ανεύθυνη, επιβλαβή και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια.²⁵ O Bethmann Hollweg επέζησε της συνωμοσίας επειδή επέλεξε να συνταχθεί με το μέρος των δυο ηρώων του ανατολικού μετώπου: των στρατηγών Hindenburg και Ludendorff.

Η τοποθέτηση των δυο στρατηγών επικεφαλής της 3ης Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberste Heeresleitung η 1η ήταν υπό τη διοίκηση του Moltke μεταξύ των ετών 1906-1914, η 2η υπό τον Falkenhayn μεταξύ των ετών 1914-1916), αποτελούσε μια επιπλέον ένδειξη ότι ο πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση.²⁶ Από τον πρώτο κιόλας μήνα ήταν σαφές πως η 3η ΑΣΔ προσέβλεπε σε μια γενική κινητοποίηση του εναπομείναντος ανθρώπινου, υλικού και ηθικού δυναμικού σε μια μεγαλειώδη πολεμική προσπάθεια. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το επωνομαζόμενο “πρόγραμμα Hindenburg” από κοινού με τη νομική υπηρεσία της 3ης ΑΣΔ, σκόπευαν να άρουν τη λογοκρισία σε ότι σχετιζόταν με τις πολεμικές διεκδικήσεις.²⁷ Το όλο θέμα αποτελούσε αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και προβληματισμών ήδη από την αρχή του πολέμου. Τότε, οι Bethmann Hollweg και Falkenhayn είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια άρση του είδους αυτού, όχι μόνο θα δίχαζε τον γερμανικό λαό, αλλά θα επέφερε αρνητικές συνέπειες και ως προς την εν γένει διαχείριση του πολέμου. Ως εκ τούτου, η απόφαση, αργότερα, του Ludendorff και των επιτελών του Walter Nicolai και Max Bauer²⁸ να προχωρήσουν στην άρση της λογοκρισίας για τις πολεμικές διεκδικήσεις σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική μεταστροφή. Οι συνέπειες ήταν εμφανείς ευθύς εξαρχής. Η 3η ΑΣΔ έπαιρνε θέση υπέρ των πολιτικών αντιπάλων του καγκελαρίου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε υποστηρίξει με σθένος τον διορισμό του διοικητή της. Η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε ουσιαστικά απεμπολήσει κάθε προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ενότητας, έτσι όπως την επαγγελόταν η “πολιτική εκεχειρία”, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η τραγική κατάσταση του επισιτισμού αδυνατούσε να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα προς όφελος των πολεμικών διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα, η παραπάνω στοφή έλαβε χώρα υπό το πρίσμα των φθοροποιών αναμετρήσεων του Verdun και του Somme.

Paul von Hindenburg και Erich Ludendorff.

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο υπουργός Στρατιωτικών της Βαυαρίας, ο οποίος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να επιδίδεται στην οργάνωση της προπαγάνδας εντός του συγκεκριμένου κρατιδίου, σε μια αποκαλυπτική του επιστολή προς τους διοικητές των Βαυαρικών μονάδων στο μέτωπο, ενημέρωνε τους τελευταίους περί ύπαρξης επαρκών αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες το ηθικό χωριών ολόκληρων δηλητηριαζόταν από καταγγελίες στρατιωτών για καταχρηστική συμπεριφορά των αξιωματικών σε βάρος τους.²⁹ Ο Βαυαρός υπουργός εφιστούσε την προσοχή των υφισταμένων του, προτρέποντάς τους να καλλιεργήσουν τις πολύτιμες σχέσεις με τους στρατιώτες, εν ανάγκη δε, να πράξουν ό,τι δυνατό, προκειμένου να τις περιφρουρήσουν. Για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ένα φαινόμενο, που διαμόρφωνε σε μεγάλο ποσοστό το όλο κλίμα στα μετόπισθεν με σημαντικές συνέπειες εξαιτίας της αδυναμίας των αρχών να καταπολεμήσουν τις καταβολές και τα αίτιά του. Πόσο μάλλον, που επρόκειτο για ένα φαινόμενο, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ήττα του 1918.³º Οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες πήγαζαν, αναμφίβολα, από τη στασιμότητα των επιχειρήσεων, που επιδείνωνε εκ των πραγμάτων την αντίθεση ως προς τον τρόπο ζωής μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραμμής του μετώπου, με άλλα λόγια, μεταξύ των μαχητών των χαρακωμάτων και του συνόλου του επιτελικού μηχανισμού, λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω.³¹ Αντιστρόφως ανάλογα, ο απόηχος της κοινωνικής δυσφορίας, προσέλαβε καταλυτικές διαστάσεις στην πρώτη γραμμή κατά τα έτη 1917 και 1918. Αλάθητα σημάδια υπήρχαν, όμως, ήδη από το 1916. Τον Μάϊο του ιδίου έτους, το ποίμνιο της προτεσταντικής εκκλησίας του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης³² προβληματιζόταν ως προς τις προοπτικές μιας επιτυχούς εφαρμογής της προσχεδιασμένης προπαγάνδας ενόσω το κλίμα γενικής δυσφορίας δεν επιδείκνυε σημάδια εκτόνωσης. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες διαμαρτύρονταν για τους ψηλούς μισθούς των νεαρών αξιωματικών, για τις πολυτελείς συνθήκες διαβίωσης των στελεχών του επιτελείου και για την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας μενονωμένων περιπτώσεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Hindenburg αναγκάστηκε να παρέμβει αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα, εξέδωσε μια διαταγή περί μηδενικής ανοχής για περιστατικά του είδους αυτού στους κόλπους του σώματος των αξιωματικών.³³ Η ίδια η διαταγή αποδεικνύει πως η 3η ΑΣΔ είχε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης και των κινδύνων, τους οποίους η τελευταία εγκυμονούσε. Το πρόβλημα συνίσταται, όπως γνωρίζουμε, στο γεγονός ότι ήταν παντελώς ανεπαρκής προκειμένου να καταφέρει να την επιδιορθώσει.

Η απόπειρα της 3ης ΑΣΔ να επιστρατεύσει το εναπομείναν δυναμικό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, δεν πρέπει να εκληφθεί ως διενέργεια προπαγάνδας. Επρόκειτο για κανονικό πολιτικό πρόγραμμα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην κοινωνική και οικονομική άρχουσα συντηρητική τάξη της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Οι Hindenburg και Ludendorff υποστήριξαν αμφότεροι την κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως λ.χ. εκείνο της αναθεώρησης του πρωσικού εκλογικού νόμου.³⁴ Ως εκ τούτου, η προσπάθεια του καγκελαρίου να περισώσει την “πολιτική εκεχειρία” του Αυγούστου 1914 μέσω της εισαγωγής μιας σειράς μεταρρυθμίσεων ναυάγησε οριστικά, ο δε Bethman Hollweg απομακρύνθηκε από το αξίωμα τον Ιούλιο του 1917.³⁵ Η προπαγανδιστική εκστρατεία της 3ης ΑΣΔ τελικά δεν καρποφόρησε. Στα μετόπισθεν, η άρση της λογοκρισίας σχετικά με τις πολεμικές επιδιώξεις συνέπεσε με πολλαπλασιασμό των ελλείψεων σε τρόφιμα, που με τη σειρά του οδήγησε μεταξύ των ετών 1916 και 1917 στον περίφημο “χειμώνα του γογγυλιού” (Steckrübenwinter), όταν η κατανάλωση πατάτας υποκαταστάθηκε από το σουηδικό γογγύλι rutabaga. Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση του Κιέλου, μιας υψίστης σημασίας ναυτικής βάσης με συνολικό πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Επί αρκετές εβδομάδες κατά τους αρχικούς μήνες του 1917, η πόλη υπέφερε από παντελή έλλειψη πατάτας.³⁶ Στο μέτωπο, ο Ludendorff άντλησε διδάγματα από τις επώδυνες εμπειρίες του Verdun και του Somme. Συγκεκριμένα, εγκατέλειψε κάθε μορφής επιθετική τακτική, εστιάζοντας σε έναν άκρως αποτελεσματικό αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να σταθεροποιήσει το μέτωπο καθώς και την πολεμική ετοιμότητα και ισχύ του στρατού. Ωστόσο, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επιδιωκόμενη μαζική συστράτευση. Στην πραγματικότητα, το χάσμα ανάμεσα στους στρατιώτες και την ηγεσία διευρυνόταν συνεχώς, επειδή η 3η ΑΣΔ αδυνατούσε και απέφευγε συστηματικά να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την διογκωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πολιτικό πρόγραμμα της τελευταίας δεν ανταποκρινόταν στο ζωτικό πρόβλημα της πείνας και των εν γένει ελλείψεων. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν πως τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν, τα αποτελέσματα, τα οποία προέκυψαν, υπήρξαν αντίθετα από τα αναμενόμενα.³⁷

Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα σε ολόκληρο αυτό το πλαίσιο υψώθηκαν φωνές, όπως εκείνη του Βαυαρικού υπουργείου Στρατιωτικών, οι οποίες τάχθηκαν απροκάλυπτα υπέρ της εισαγωγής μεταρρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1916, ο παραπάνω φορέας δήλωσε ότι η προσδοκώμενη συστράτευση, την οποία επαγγελόταν η 3η ΑΣΔ, ήταν εφικτή υπό την προϋπόθεση της, μερικής έστω, ικανοποίησης των αιτημάτων της κοινής γνώμης, όπως η ελευθερία έκφρασης και η δίκαιη και ισότιμη διανομή των τροφίμων.  Τον δε Απρίλιο του 1917, το ίδιο υπουργείο υποστήριξε απροκάλυπτα την αναθεώρηση του πρωσικού εκλογικού νόμου, χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως επιτακτική πολεμική αναγκαιότητα.³⁸

Τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού προγράμματος της 3ης ΑΣΔ περί συστράτευσης ενόψει ενός ολοκληρωτικού πολέμου δημιούργησαν εν μέρει τις προδιαγραφές για τη τελική ήττα της Γερμανίας. Κατά τρόπο παράδοξο, ο ίδιος ο εγγυητής του αυτοκρατορικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος συνέδραμε, με τις ίδιες του τις ενέργειες, στην κατάρρευση του καθεστώτος.

 

The German Home Front Part 3

 

Ο Wilhelm Deist (1931-2003) διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Ειδικεύθηκε στο χώρο της Στρατιωτικής Ιστορίας και ειδικότερα σε εκείνη της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 156 ff. Σχετικά με τις εκλογές του 1912 βλ. του ιδίου, Imperial Germany, 1871-1914. Economy, Society, Culture and Politics, Providence and Oxford. 1994, σ. 336.

² H.-U. Wehler, “Der Fall Zabern. Rückblick auf eine Verfassungskrise des wilhlelminischen Kaiserreiches”, Welt und Geschichte, 23 Jg, 1963, p. 27 ff. D. Schoenbaum, Zabern 1913. Consensus Politics in Imperial Germany, London, 1982.

³  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 196 ff.

⁴  Το περιεχόμενο της διαταγής βρίσκεται στο (επιμ. Wilhelm Deist) Militär und Innenpolitik im Weltkrieg 1914-1918, Düsseldorf, 1970, αρ. 77, σ. 188.

⁵  Για μια πειστική ερμηνεία βλ. W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993.

⁶  Η δήλωση von Moltke της 13/8/1914 στο Militär und Innenpolitik, αρ. 79, σ. 193 f. Με επιστολή που απηύθυνε στις 31/8/1914 προς τον εκδότη της εφημερίδας Vorwaerts, ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας (Falkenhayn), επέτρεψε την κυκλοφορία εντός του στρατεύματος των εφημερίδων και εντύπων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ibid., αρ. 81, σ. 196 f.

⁷  Βλ. Ημερολόγιο Rietzler, 7/7/1914. Ο Bethman Hollweg απευθυνόμενος προς τον φιλόσοφο και διπλωμάτη Kurt Rietzler, συντάκτη το 1914 του προγράμματος πολεμικών διεκδικήσεων της Γερμανίας, δήλωσε ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Βλ. Kurt Rietzler. Tagebücher, Aufsätze, Dokumente (επιμ. K. D. Ermann), Göttingen, 1972, σ. 183. Ανάλογες απόψεις συμπεριλαμβάνονται σε επιστολή του Moltke προς τον Bethmann Hollweg, με ημερομηνία 28/7/1914 στο Generaloberst Helmuth von Moltke. Erinnerungen, Briefe, Dokumente, 1877-1916 (επιμ. E. von Moltke), Stuttgart, 1922, σ. 3-7.

⁸  Βλ. E. v. Vietsch, Bethmann Hollweg. Staatsmann zwischen Macht und Ethos (= Schriften des Bundesarchivs, 18), Boppard, 1969, σ. 214 ff. S. Miller, Burgfrieden und Klassenkampf. Die deutsche Szialdemokratie im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1974.

⁹  W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993. Για τα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή της Βυρτεμβέργης βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 89 (11/11/1914), αρ. 91 (23/3/1915), σ. 209 ff.

¹º Βλ. την εκτίμηση του στρατηγού Wild von Hohenborn, διαδόχου του Falkenhayn στο αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών της Πρωσίας, σχετικά με το εργατικό κίνημα, όπως την εκφράζει σε επιστολή της 8/10/1914, Militär und Innenpolitik, αρ. 86 σ. 205. Για τις πολεμικές διεκδικήσεις της Γερμανίας βλ. F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 87-108, 132-154. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 15-54.

¹¹ Militär und Innenpolitik, αρ. 39 (19/10/1914), αρ. 40 (22/10/1914), αρ. 44 (30/11/1914), σ. 78 ff.

¹² Σχετικά με το “Πνεύμα του Αυγούστου 1914” βλ.: J. T. Ventley, TheSpirit of 1914”. The Myth of Enthusiasm and thr Rhetoric of Unity in World War I Germany, Berkeley, 1991. W. Kruse, “Die Kriegsbegeinsterung im Deutschen Reich zu Beginn des Ersten Weltkrieges. Entstehungszusammenhänge, Grenzen und ideologische Strukturen” στο (επιμ. Marcel van der Linden, Gottfried Mergner), Kriegsbegeinsterung und mentale Kriegsvorbereitung. Interdisziplinäre Studien, Berlin, 1991, σ. 73-87. Β. Ziemann, “Zum ländlichen Augusterlebnis 1914 in Deutschland” στο (επιμ. B. Löwenstein) Geschichte und Psychologie. Annäherungsversuche, Pfaffenweiler, 1992, σ. 193-203. M. Stöcker, “Augusterlebnis 1914” in Darmstadt. Legende und Wirklichkeit, Darmstadt, 1994.

¹³ Υπόμνημα του Bethmann Hollweg με τη συνομιλία με τον Falkenhayn στις 18 Νοεμβρίου 1914 στο (επιμ. A. Scherer και J. Grunewald), L’ Allemagne et les problèmes de la paix pendant la première guerre mondiale, Paris, 1962, αρ. 13, σ. 15 ff.

¹⁴ M. Brown – S. Seaton, Christmas Truce, London, New York, 1984. M. Eksteins, Tanz über Gräben. Die Geburt der Moderne und der Erste Weltkrieg, Hamburg, 1990, σ. 150 ff. W. Deist, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

¹⁵ A. Skalweit, Die deutsche Kriegsemährungswirtschaft, Stuttgart, Berlin, Leipzig, 1927. J. Rund, Emährungswirtschaft und Zwangsarbeit im Raum Hannover 1914 bis 1923, Hannover, 1992. A. Roerkhol, Hungerblockade und Heimatfront. Die kommunale Lebensmittelversorgung in Westfalen während des Ersten Weltkrieges, Stuttgart, 1991.

¹⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁷ F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 150 ff, σ. 208 ff. Σχετικά με την πολιτική του Bethmann Hollweg βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁸  Militär und Innenpolitik, αρ. 126, σ. 294 ff.

¹⁹ Militär und Innenpolitik, αρ. 128 και αρ. 129, σ. 302 ff.

²º Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 130 – 140, σ. 308 ff.

²¹ Το Γραφείο Τύπου Πολέμου ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 124, σ. 289 ff.

²² Η κατασταλτική δράση των στρατιωτικών αρχών σε βάρος της πολιτικής αναταραχής του Karl Liebknecht αναδεικνύεται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 100-103 (Απρίλιος-Ιούνιος 1915), σ. 232 ff., αρ. 120 (27/12/1915), σ. 277 ff., αρ. 147, σ. 367 ff., αρ. 149, σ. 369 ff.

²³ Αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1915, οι κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις συνέτασσαν μηνιαίες εκθέσεις προς το υπουργείο Στρατιωτικών της Πρωσίας. Βλ. σχετικά, Militär und Innenpolitik, αρ. 154, σ. 378 ff., αρ. 164, σ. 402-406, ειδικότερα σ. 404.

²⁴ Σημειωτέον πως ο κάθε στρατιωτικός διοικητής λογοδοτούσε απευθείας στον αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία διαιωνίστηκε έως τον Οκτώβριο του 1918. Βλ. σχετικά τα αποκαλυπτικά έγγραφα του πρώτου κεφαλαίου στο Militär und Innenpolitik, σ. 3-59.

²⁵ Militär und Innenpolitik, αρ. 165, σ. 406-414. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 216 ff.

²⁶ Ibid., σ. 237 ff. M. Kitchen, The Silent Dictatorship. The Politics of the German High Command under Hindenburg and Ludendorff, New York, 1976. G. D. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-1918, Princeton, 1966, σ. 135 ff. H. Afflerbach, Falkenhayn. Politisches Denken und Handeln im Kaiserreich, München, 1994, σ. 437-464.

²⁷ Militär und Innenpolitik, αρ. 175, σ. 431-440.

²⁸ Ο αντισυνταγματάρχης Nicolai ήταν υπεύθυνος της υπηρεσίας πληροφοριών και επικοινωνιών (λογοκρισία και προπαγανδα). Ο συνταγματάρχης Bauer, ειδήμων σε θέματα πυροβολικού, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά και με πολιτικούς της άκρας δεξιάς.

³º Das Werk des Unteruchungsausschusses des Verfanssunggebenden Deutschen Nationalversammlung und des Deutsches Reichstages, 4. Reie: Die Ursachen des deutschen Zusammenbruches im Jahre 1918, Bd. 1-12, Berlin, 1925-1930.

³¹ W. Deist, “The Military Collapse of the German Empire: The Reality Behind thw Stab-in-the-Back Myth”, στο War in History, Vol. 3 No. 2, 1996, σ. 186-207. Του ιδίου, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

³² Militär und Innenpolitik, αρ. 129, σ. 306 f., υποσ. 3.

³³ Ibid.

³⁴ R. Patemann, Der Kampf um die preußische Wahlreform im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1964. Militär und Innenpolitik, αρ. 276 (4/4/1917), αρ. 277 (5/4/1917), αρ. 81 (11/4/1917), σ. 702 ff.

³⁵ W. Mommsen, “Die deutsche öffentliche Meinung und der Zusammenbruch des Regierungssystems Bethmann Hollweg im Juli 1917” στο ( επιμ. W. Mommsen), Der autoritäre Nationalstaat. Verfassung, Gesellschaft und Kultur im deutschen Kaiserreich, Franfurt/M., 1990, σ. 422-440. Militär und Innenpolitik, αρ. 314 και 319, σ. 782 ff., 790 ff.

³⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 273, σ. 695 f. W. Deist, “Kiel und die Marine im Ersten Weltkrieg, στο (επιμ. J. Elvert, J. Jensen, M. Salewski, Kiel, die Deutschen und die See, Stuttgart, 1992, σ. 141-154.

³⁷ Τον Απρίλιο του 1917, η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρώτο κύμα σοβαρών ελλείψεων στον κλάδο της βιομηχανίας. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εκδηλώθηκαν περιστατικά κοινωνικής δυσαρέσκειας στις τάξεις του ναυτικού και του στρατού ξηράς.

³⁸ Militär und Innenpolitik, αρ. 190 (9/10/1916), σ. 492-497, αρ. 275 (2/4/1917), σ. 700-702.

 

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή ανακοίνωσης στο πλαίσιο διεθνούς Συνεδρίου με γενικό τίτλο La bataille de la Somme dans la Grande Guerre, οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα από 1-4 Ιουλίου 1996 στην κωμόπολη Péronne (Somme), με αφορμή τη συμπλήρωση ογδόντα ετών από τη Μάχη του Somme. Οργανωτικός φορέας: Centre de Recherches de l’ Historial de la Grande Guerre(https://www.historial.fr/en/international-research-center/presentation-et-missions/).Ο ξενόγλωσσος τίτλος του άρθρου έχει ως εξής: Germany 1916: The “mood” at home.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

50 χρόνια από τότε   

Γιάννης Μουρέλος

Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

To πιο θεαματικό ποδόσφαιρο που παίχτηκε ποτέ σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (Εθνική Βραζιλίας). Ο αγώνας του αιώνα (ημιτελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η απόκρουση του αιώνα (Gordon Banks, τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας της Αγγλίας). Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής, που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα (Pelé). Ονόματα, τα οποία άφησαν εποχή (οι Βραζιλιάνοι Gérson, Rivelino, Jairzinho, Tostão, Carlos Alberto Torres, οι Ιταλοί Gianni Rivera, Luigi Riva, Sandro Mazzola, Giacinto Facchetti, οι Γερμανοί Franz Beckenbauer, Gerd Müller, Uwe Seeler, Sepp Maier, οι Βρετανοί Gordon Banks, Bobby και Jackie Charlton,  Bobby Moore, Alan Ball, o Περουβιανός Teófilo Cubillas, o Ουρουγουανός Ladislao Mazurkiewicz κλπ.). Η αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου (ο μέσος όρος τερμάτων, 2,97 ανά αγώνα, εξακολουθεί να αποτελεί ακατάρριπτο ρεκόρ). Δίπλα στις παραπάνω συγκινήσεις, η αφόρητη ζέστη, το μεγάλο υψόμετρο, οι μεταμεσονύκτιες (ώρα Ευρώπης) απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις.  Όλα αυτά και πολλά άλλα, στοιχειοθέτησαν ένα ανεπανάληπτο πρωτάθλημα, το οποίο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και στις καρδιές (σε όσες τουλάχιστον, κατάφεραν να αντέξουν) όλων ημών, που το παρακολουθήσαμε καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες, σε ημέρες, μάλιστα, κρίσιμων σχολικών απολυτηρίων εξετάσεων. Με άλλα λόγια, ένα πραγματικό χάρμα οφθαλμών.

Μέσα σε αυτή την πανδαισία, το αφιέρωμα των πενήντα χρόνων από τότε, κινείται επιλεκτικά, εστιάζοντας στις παραμέτρους εκείνες, οι οποίες κατέστησαν το ΙΧ Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το έκτο μεταπολεμικά), έναν ύμνο στην πορεία του δημοφιλούς αυτού αθλήματος μέσα στο χρόνο.

What made Mexico so ’70?

 

Α. Οργάνωση και τέλεση των αγώνων

Οι χώρες, οι οποίες, σε ένα αρχικό στάδιο, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και το Περού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αποκλειστεί εκ των πραγμάτων, εφόσον η τελική φάση του προηγουμένου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, εκείνου του 1966, είχε διεξαχθεί στην Αγγλία. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες χώρες απέσυραν την υποψηφιότητά τους για ποικίλους λόγους, με αποτέλεσμα στη σύνοδο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), τον Οκτώβριο του 1964, οπότε και επρόκειτο να δωθεί το χρίσμα στην επιλεγείσα χώρα, να έχουν απομείνει μόνο δυο: η Αργεντινή και το Μεξικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο με 56 ψήφους έναντι 32. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, η τέλεση των αγώνων θα λάμβανε χώρα εκτός Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής.

Η επιλογή του Μεξικού διέθετε μειονεκτήματα: μεγάλο υψόμετρο (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Πόλη του Μεξικού), πολιτική αστάθεια, οικτρή κατάσταση της οικονομίας, κοινωνικός αναβρασμός κλπ. Άλλωστε, οι ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί τον Οκτώβριο του 1963, όταν η Πόλη του Μεξικού είχε επιλεγεί ως φιλοξενούσα της ΧΙΧ Ολυμπιάδας. Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν όταν, πέντε χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες λίγο έλειψε να ματαιωθούν εξαιτίας αιματηρών ταραχών και στυγνής καταστολής εκ μέρους των μεξικανικών αρχών. Όσο για το μεγάλο υψόμετρο, ήταν σαφές πως είχε επηρεάσει τις επιδόσεις των αθλημάτων ανοικτού χώρου. Μια δεύτερη ελεγχόμενη απόφαση της FIFA, αφορούσε την επιλογή της ημερομηνίας τέλεσης. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1968, είχαν μεταφερθεί για τον μήνα Οκτώβριο, προς αποφυγή της ζέστης. Αντίθετα, η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 αποφασίστηκε για τον μήνα Ιούνιο. Η διαφορά ώρας με την Ευρώπη, επιβάρυνε την όλη κατάσταση με επιπρόσθετες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η απευθείας μετάδοση των αγώνων πραγματοποιήθηκε, ως επί το πλείστον, σε μεταμεσονύκτιες ώρες, γεγονός, το οποίο καταπόνησε τους τηλεθεατές της Γηραιάς Ηπείρου. Σημαντικοί αγώνες όμως, όπως ο τελικός και ορισμένοι άλλοι, διεξήχθησαν καταμεσήμερο (ώρα Μεξικού), με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι ποδοσφαιριστές. Παρά ταύτα, η τηλεθέαση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι αγώνες μεταδόθηκαν απευθείας σε ολόκληρο, σχεδόν, τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έγχρωμα (δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας, όπου, ωστόσο, η μαυρόασπρη εικόνα υπήρξε ποιοτικά παραπάνω από ευπρεπής).

Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 68 χώρες. Η Εθνική Ελλάδος (με την ιστορική τριάδα Δομάζου-Σιδέρη-Παπαϊωάννου, αλλά και με άλλους προικισμένους ποδοσφαιριστές) έχασε την πρόκριση στην τελευταία αναμέτρηση από τη Ρουμανία, παραχωρώντας ισοπαλία εκτός έδρας (1-1). Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες φίλαθλοι έτρεφαν βάσιμες ελπίδες να δουν το εθνικό συγκρότημα να συμμετέχει σε μια τελική φάση, ειδικότερα έπειτα από τις θριαμβευτικές νίκες σε βάρος της Πορτογαλίας (4-2) και της Ελβετίας (4-1). Η τελική βαθμολογία του ομίλου είχε ως εξής: 1. Ρουμανία 8β. 2. Ελλάδα 7β. 3. Ελβετία 5β. 4. Πορτογαλία 4β. Αργότερα, η προκριθείσα Ρουμανία κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο, μαζί με τις Βραζιλία, Αγγλία και Τσεχοσλοβακία. Τα πικρόχολα σχόλια των Ελλήνων, τα οποία συνόδευσαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, ήταν αναμενόμενα. Στο Μεξικό μετέβησαν 16 ομάδες (9 από την Ευρώπη, 3 από τη Νότια Αμερική, 2 από την Κεντρική Αμερική και 2 από τις υπόλοιπες ηπείρους). Οι εθνικές ομάδες της Αγγλίας (κάτοχος του τροπαίου, τέσσερα χρόνια νωρίτερα) και του Μεξικού (διοργανώτρια χώρα) συμμετείχαν τιμής ένεκεν. Συγκροτήθηκαν τέσσερις όμιλοι, από ισάριθμες ομάδες ο καθένας.

Οι αγώνες της τελικής φάσης διεξήχθησαν σε πέντε πόλεις (Mexico City, Guadalajara, Léon, Puebla και Toluca) και σε ισάριθμα στάδια. Τα  μεγαλύτερα από αυτά (Estadio Azteca της πρωτεύσας και Estadio Jalisco της Guadalajara) ήταν χωρητικότητας 107.247 και 71.100 θεατών αντίστοιχα.

Πανοραμική άποψη του Estadio Azteca. Κάτω εικονίζεται ο Juanito, μασκότ  των αγώνων.

Για την ιστορία του θεσμού ας σημειωθεί πως το 1970, στο Μεξικό, εισήχθησαν καινοτομίες, για την εποχή εκείνη, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Πρόκειται για την κίτρινη (όχι ακόμα την κόκκινη) κάρτα των διαιτητών και για το δικαίωμα αλλαγής δυο (σήμερα τριών) παικτών ανά ομάδα σε οποιοδήποτε σημείο του αγώνα. Έως τότε, επιτρεπόταν μόνο η αντικατάσταση αποχωρούντος λόγω τραυματισμού.

 

Β. Εθνική Βραζιλίας. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών

Η Εθνική Βραζιλίας του 1970 αποτελούσε την προσωποποίηση του επιθετικού ποδοσφαίρου. Στον τελικό, ισοπέδωσε με 4-1 την κατεξοχήν εκπρόσωπο της αμυντικής τακτικής, ομάδα της Ιταλίας. Τρία λεπτά πριν από τη λήξη του τόσο κρίσιμου αγώνα και ενώ προηγούνταν ήδη με 3-1, οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν απτόητοι το επιθετικό τους σφυροκόπημα. Την μπάλα αντάλλαξαν μεταξύ τους εννέα από τους έντεκα παίκτες (δίχως να μπορέσει να την αγγίξει ούτε ένας αντίπαλος), προτού αυτή καταλήξει, μέσα σε γενική αποθέωση, για τέταρτη φορά στην αντίπαλη εστία. Η απόλυτη επικράτηση!

Άξιο μνείας είναι, επίσης, το ότι η Εθνική Βραζιλίας εξήλθε νικήτρια όλων ανεξαιρέτως των αγώνων που έδωσε τόσο στην προκριματική όσο και στην τελική φάση. Ειδικότερα στο Μεξικό, στην αρχική φάση των ομίλων κέρδισε την Τσεχοσλοβακία (4-1), την Αγγλία (1-0) και τη Ρουμανία (3-2). Στον προημητελικό γύρο, επικράτησε του Περού (4-2). Στον ημιτελικό επεβλήθη της Ουρουγουάης (3-1) και στον τελικό της Ιταλίας (4-1).

Κι όμως, στο Μεξικό η Εθνική Βραζιλίας δεν μετέβη ως φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Την διακατείχε ακόμη το σύνδρομο από την κακή εμφάνιση στα γήπεδα της Αγγλίας, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο πλαίσιο της τελικής φάσης του VIII Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου. Παρά τη συστηματική προετοιμασία σε επίπεδο φυσικής αγωγής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του μεγάλου υψομέτρου, τις παραμονές τέλεσης των αγώνων η ομάδα σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες.

Η ανάκρουση των εθνικών ύμνων Βραζιλίας και Ιταλίας λίγο πριν από τον μεγάλο τελικό.

Χαρακτηριστική των διαφόρων ζυμώσεων υπήρξε η αντικατάσταση του προπονητή την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή και η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Mário Zagallo. Ακόμα και η συμμετοχή του περιβόητου Pelé, αιχμής του δόρατος της ομάδας, δεν εθεωρείτο ως δεδομένη. Τελικά, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να συμπεριληφθεί, καθιστώντας σαφές πως επρόκειτο για το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Γενικότερα, η ομάδα της Βραζιλίας μετέβη στην τελική φάση, έχοντας συνειδητά διαθέσει ευρύ περιθώριο στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία των ποδοσφαιριστών, την έφεση των τελευταίων στο επιθετικό παιχνίδι και με τη συνδρομή της τύχης, το στοιχείο αυτό έμελλε να οδηγήσει τα πράγματα στην τελική αποθέωση. H παράμετρος τύχη συνίστατο στο ότι η ομάδα έδωσε τους πέντε από τους έξι αγώνες στο Estadio Jalisco της Guadalajara, σε υψόμετρο επιφανείας της θάλασσας. Στην Πόλη του Μεξικού μετέβη μόνο για να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον τελικό.

Κατακτώντας, το 1970, το τρόπαιο για τρίτη φορά, η Βραζιλία απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης φύλαξης του κυπέλλου, όπως ακριβώς προέβλεπαν οι κανονισμοί. Το τελευταίο εκλάπη το 1983 από την έδρα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στο Rio de Janeiro. Έκτοτε, χάθηκαν τα ίχνη του. Καθώς είχε σφυρηλατηθεί με άνω των τριών κιλών ατόφιο χρυσό, εικάζεται πως οι διαρρήκτες έσπευσαν να το λιώσουν.

Football’s Greatest International Teams .. Brazil 1970

 

Γ. Edson Arantes do Nascimento (Pelé)

Ο μέγιστος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος

Φτάνοντας στο Μεξικό, ο Pelé καλείτο να αναμετρηθεί με τα σύνδρομα και τις φοβίες του. Στις δυο προηγούμενες τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Χιλή 1962, Αγγλία 1966) είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει σε πρώιμη φάση του τουρνουά, εξαιτίας σοβαρών τραυματισμών.  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε βαρύνει και η αυτοπεποίθησή του έδειχνε να τον έχει εγκαταλείψει. Η ψυχολογία του βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μάλιστα, είχε φτάσει μέχρι σημείου να δηλώσει πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συμμετάσχει σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σφύριγμα έναρξης του πρώτου αγώνα των ομίλων ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, μετέτρεψε όλα τα παραπάνω, σαν να επρόκειτο για άγγιγμα με κάποιο μαγικό ραβδί. Πέτυχε γκολ, συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την εστία των αντιπάλων, μοίρασε έντεχνα παιχνίδι ως επιτελικός παίκτης, είχε έναν ξέφρενο ρυθμό από την αρχή έως το τέλος. Η πιο εντυπωσιακή φάση του αγώνα υπήρξε η προσπάθειά του να πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Διαπιστώνοντας ότι ο τερματοφύλακας Ivo Viktor βρισκόταν εκτός θέσης, έκανε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ από απόσταση 65 μέτρων! Η ταχύτητα της μπάλλας καταμετρήθηκε στα 105 χλμ. Τελικά, αστόχησε για 20 εκατοστά.

Pelé vs Czechoslovakia ● Building Confidence ● 1970 World Cup First Match

<

Ο Banks αποκρούει τη μπάλλα, ενώ ο Pelé πανηγυρίζει πιστεύοντας ότι έχει σκοράρει.

Στον δεύτερο, κρίσιμο, αγώνα κατά της Αγγλίας πραγματοποίησε την κεφαλιά, που οδήγησε στην επονομαζόμενη “απόκρουση του αιώνα” εκ μέρους του τερματοφύλακα Gordon Banks κι ενώ το αποτέλεσμα ήταν ακόμα ισόπαλο 0-0. Κατά τα λεγόμενα του Banks, ο Pelé, πεπεισμένος ότι είχε πετύχει τέρμα, άρχισε να πανηγυρίζει αναφωνώντας “Γκολ!”. Του ήταν αδιανόητο να φανταστεί πως δεν είχε βρει στόχο.

Στο δεύτερο ημίχρονο, υπήρξε ο παίκτης, ο οποίος τροφοδότησε τον σκόρερ του αγώνα, Jairzinho. Χάρη στη νίκη επί της Αγγλίας με 1-0, πέρα από το όποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα, η Εθνική Βραζιλίας διατήρησε το δικαίωμα συνέχισης των αγώνων της στην, από κάθε άποψη, ευνοϊκή Guadalajara.

Στον τελευταίο αγώνα των ομίλων (3-2 επί της Ρουμανίας) και ενώ η πρόκριση στον επόμενο γύρο είχε κριθεί, ο Pelé πέτυχε δυο από τα τρία τέρματα της ομάδας του. Το πρώτο (1-0) με απευθείας κτύπημα φάουλ και το δεύτερο (3-1), έπειτα από εκπληκτικής επινόησης τροφοδοσία από τον Tostão.

Pelé vs Romania ● Back To The Elite ● 1970 World Cup

Στους δυο επόμενους αγώνες (4-2 επί του Περού στον προημιτελικό γύρο και 3-1 επί της Ουρουγουάης στον ημιτελικό), ο Pelé δεν πέτυχε τέρμα. Ωστόσο, αξέχαστη θα παραμείνει στη μνήμη μας η ευρηματική του προσποίηση σε βάρος του τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, η οποία λίγο έλειψε να καρποφορήσει και να διεκδικήσει, με τον τρόπο αυτό, επάξια τον χαρακτηρισμό του θεαματικότερου γκολ της διοργάνωσης.

Η ευρηματική προσποίηση στον ημιτελικό κατά της Ουρουγουάης

O Pelé πανηγυρίζει το τέρμα, το οποίο πέτυχε σε βάρος της Ιταλίας στον τελικό.

Στον τελικό της 21ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ενάντια στην Ιταλία, ο Pelé πέτυχε το κρίσιμο, ψυχολογικά, πρώτο τέρμα στο 18΄, με εντυπωσιακή κεφαλιά. Το πρώτο ημίχρονο βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 1-1. Το δεύτερο μέρος αποδείχτηκε παράσταση για μια ομάδα: την Εθνική Βραζιλίας, η οποία, σε ρυθμό σάμπας έως το τελικό σφύριγμα του διαιτητή, μάγεψε τους πάντες. Συνάμα, επρόκειτο για έναν εμβληματικό αποχαιρετισμό ενός μεγάλου παίκτη στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο.

 

Δ. Η απόκρουση του αιώνα

Η απόκρουση του αιώνα πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουνίου, στο  Estadio Jalisco της Guadalajara, κατά το πρώτο ημίχρονο του κρίσιμου αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Βραζιλίας για τη φάση των ομίλων. Το αποτέλεσμα τη στιγμή εκείνη ήταν ισόπαλο 0-0. Μοιρασμένη ήταν και η παρουσία των δυο ομάδων μέσα στο γήπεδο, με μια ελαφρά υπεροχή εκ μέρους των Βραζιλιάνων. Από την αρχή είχε διαφανεί ότι τα πάντα θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες και πως, σε περίπτωση νίκης, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι οριακό.

Η επίμαχη φάση ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης επίθεσης της ομάδας της Βραζιλίας. Ο αρχηγός Carlos Alberto Torres τροφοδότησε στο δεξιό άκρο τον Jairzinho. Από τη γραμμή, σχεδόν, του άουτ, ο τελευταίος εξουδετέρωσε με μια ψηλοκρεμαστή σέντρα τον Άγγλο αμυντικό Terry Cooper. Με αξιοθαύμαστη ακρίβεια η μπάλα έφτασε στο κεφάλι του Pelé. Εκείνος απογειώθηκε και με καρφωτή κεφαλιά πίστεψε ότι είχε βρει στόχο. Η συνέχεια ανήκε στον τερματοφύλακα των αντιπάλων.

Ο Gordon Banks ήταν ένας έμπειρος και καταξιωμένος παίκτης. Τόσο πολύ, μάλιστα, που την παραμονή του αγώνα πληροφορήθηκε ότι είχε τιμηθεί με το Order of the British Empire (ΟΒΕ), την ανώτατη διάκριση, η οποία απονέμεται στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και ως αναγνώριση για πάσης φύσεως δημόσια διάκριση.

Γράφημα, το οποίο απεικονίζει την επίμαχη φάση.

Ο ίδιος ο Banks διατείνεται πως είχε διαβάσει τη φάση ευθύς εξαρχής. Βλέποντας ότι η σέντρα του  Jairzinho δεν ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τη γραμμή του τέρματος αλλά κατευθυνόταν προς τα πίσω, θεώρησε πως η απόσταση ήταν απαγορευτική προκειμένου να επιχειρήσει έξοδο. Για το λόγο αυτό, προτίμησε να κινηθεί προς το δεξιό άκρο της εστίας του, εκεί ακριβώς όπου υπολόγιζε ότι θα καταφερθεί το αντίπαλο κτύπημα. Τίποτα, μέχρι στιγμής, δεν ενέχει κάτι το εξαιρετικό. Η μεγάλη αξία της φάσης συνίσταται στην ίδια την απόκρουση. Ευρισκόμενος στην σωστή θέση, ο κάθε τερματοφύλακας μπορούσε να χρεωθεί γκολ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πόσο μάλλον, που η μπάλα, μετά από την κεφαλιά του Pelé έσκασε στο έδαφος και αναπήδησε. Η ενστικτώδης απόκρουση του Banks, σε χαμηλό ύψος, προτού προλάβει η μπάλα να περάσει τη γραμμή του τέρματος, είναι χάρμα οφθαλμών. Με την άκρη των δακτύλων του δεξιού χεριού, άλλαξε την πορεία της τελευταίας παραχωρώντας κόρνερ. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιχομυθία έως ότου εκτελεστεί το κόρνερ:

Pelé: “Νόμισα πως μπήκε γκολ”.

Banks: “Κι εγώ το ίδιο”.

Moore: “Άρχισες να γερνάς, Banksy. Συνήθιζες να ορμάς καταπάνω τους”.

Ο αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας, θεώρησε, προφανώς, πως ο τερματοφύλακας είχε υιοθετήσει λανθασμένη τακτική, μη επιχειρώντας έξοδο. Μέσα στον αναβρασμό της φάσης, δεν αντιλήφθηκε πως μόλις είχε υπάρξει μάρτυς της μεγαλύτερης απόκρουσης όλων των εποχών.

Στο υπόλοιπο της διοργάνωσης, ο Gordon Banks στάθηκε άτυχος. Θύμα γαστρεντερίτιδας την παραμονή του κρίσιμου προημιτελικού ενάντια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα, Peter Bonetti, και αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την οδυνηρή ήττα της ομάδας του από την τηλεόραση. Εξίσου άτυχος υπήρξε και στη συνέχεια της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1972, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα του κόστισε ταυτόχρονα την απώλεια του ενός οφθαλμού και το άδοξο τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. 

FIFA World Cup moments: Gordon Banks

Οι δυο πρωταγωνιστές, τριάντα χρόνια έπειτα από την ιστορική απόκρουση.

Ε. Ο αγώνας του αιώνα

Game of the Century, Match du siècle, Partita del secolo, Jahrhundertspiel, Partido del Siglo. Ουδέποτε άλλοτε αγώνας ποδοσφαίρου είχε αποσπάσει τόσο διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι ο ημιτελικός της 17ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είχε να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο έως το τελευταίο λεπτό. Οι Ιταλοί προηγούνταν από νωρίς (8′ μόλις λεπτό) με 1-0, με τον Roberto Boninsegna και είχαν ξεδιπλώσει απλόχερα το περίφημο σύστημα Catenaccio, του οποίου υπήρξαν οι εμπνευστές και που προσέβλεπε στη διατήρηση του θετικού αποτελέσματος μέσω ενός ακραιφνούς αμυντικού τρόπου παιχνιδιού, συχνά σε βάρος του θεάματος. Η τακτική τους ήταν να διατηρήσουν μέχρι τέλους το οριακό πλεονέκτημα, αποτρέποντας με κάθε μέσο (ακόμα και αντιαθλητικό) την ισοφάριση. Ειδικότερα στο δεύτερο ημίχρονο, τα πάντα διαδραματίζονταν στο μισό γήπεδο, με τη μια ευκαιρία να διαδέχεται την άλλη για τους Γερμανούς. Τα πολλά νεύρα και οι σκληροτράχηλες φάσεις ενθαρρύνθηκαν και από την ανεπαρκέστατη (και μεροληπτική υπέρ των Ιταλών) διαιτησία του Μεξικανού Arturo Maldonado. Χαρακτηριστικό της έντασης, που επικρατούσε, υπήρξε ο τραυματισμός του στυλοβάτη της γερμανικής άμυνας Franz Beckenbauer, ο οποίος υπέστη εξάρθρωση της ωμοπλάτης προς το τέλος του αγώνα. Παρά ταύτα, αναγκάστηκε να συνεχίσει, επειδή η ομάδα του είχε εξαντλήσει ήδη το δικαίωμα των δυο αλλαγών. Έως τη λήξη, συμμετείχε τυλιγμένος με επιδέσμους.

Ένταση και εκνευρισμός στο δεύτερο ημίχρονο.
O Franz Beckenbauer συνεχίζει να αγωνίζεται με την ωμοπλάτη τυλιγμένη με επιδέσμους.

Κι ενώ τα πάντα προδίκαζαν την τελική επικράτηση της Ιταλίας, σημειώθηκε η φάση εκείνη, η οποία έκανε τον αγώνα να μπει στην Ιστορία. Είχε συμπληρωθεί η κανονική διάρκεια και παίζονταν οι καθυστερήσεις, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελευταία, απέλπιδα, επίθεση. Εμφανιζόμενος από το πουθενά, σε μια στιγμή γενικευμένης σύγχυσης, κόπωσης και στιγμιαίας απώλειας αυτοσυγκέντρωσης των Ιταλών, ο αμυντικός Karl-Heinz Schnellinger, κατάφερε να ισοφαρίσει, στέλνοντας το παιχνίδι στην παράταση. Αυτό υπήρξε το ένα και μοναδικό τέρμα, το οποίο ο συγκεκριμένος παίκτης σημείωσε στους 47 αγώνες, που έδωσε φορώντας τα χρώματα της Εθνικής Γερμανίας. Μεγάλοι άτυχοι της όλης υπόθεσης ήσαν οι τηλεθεατές εκείνοι, οι οποίοι, θεωρώντας πως η έκβαση του αγώνα είχε κριθεί, έσβησαν τους δέκτες λίγα λεπτά της ώρας νωρίτερα και αποσύρθηκαν για ύπνο. Αναμενόμενη, κατά τα άλλα, αντίδραση, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, εφόσον η συνέχεια αποτελούσε πραγματική πρόκληση στη λογική και δεν μπορούσε να την προβλέψει κανείς.

Η κρίσιμη ισοφάριση της Γερμανίας από τον Schnellinger  στο 90+ λεπτό του αγώνα.

Στην ολιγόλεπτη διακοπή, η οποία μεσολάβησε έως την έναρξη του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης, διάχυτη ήταν η εντύπωση πως ο αγώνας επρόκειτο να διατηρήσει τα μέχρι τότε χαρακτηριστικά του. Αν και διέθεταν ψυχολογικό πλεονέκτημα, οι Γερμανοί είχαν κατασπαταλήσει δυνάμεις στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν το αποτέλεσμα. Αδιαφιλονίκητοι γνώστες της αμυντικής τακτικής, οι αντίπαλοί τους ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να αιφνιδιάσουν σε κάποια αντεπίθεση, διαφυλάττοντας τα νώτα τους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν προδιέγραφαν κάτι διαφορετικό: 33°C υπό σκιά, αραιός αέρας εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου, φυσική κόπωση και αφυδάτωση των περισσοτέρων παικτών. Η λογική υπαγόρευε πως το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό θα αναλογούσε στην ομάδα εκείνη, η οποία θα κατάφερνε να πετύχει ένα γκολ.

Τελικά, δεν επιτεύχθηκε ένα, αλλά πέντε! Η Ιταλία άφησε πίσω της το αμυντικό παιχνίδι και αυτό, το οποίο ακολούθησε ήταν απίστευτο, τόσο ως προς τη διακύμανση του σκορ όσο και σε επίπεδο ψυχολογικών ανατροπών. Η αρχή έγινε με την αιχμή του δόρατος της επίθεσης της Εθνικής Γερμανίας και της F.C. Bayern του Μονάχου, Gerd Müller στο 94΄ (Ιταλία-Γερμανία 1-2). Τέσσερα λεπτά αργότερα (98΄), οι Ιταλοί ξανάφεραν το αποτέλεσμα στα ίσα με τον Tarcisio Burgnich (Ιταλία-Γερμανία 2-2). Στο 104΄, έκαναν τη μεγάλη ανατροπή με τον Luigi Riva (Ιταλία-Γερμανία 3-2). Έξι λεπτά αργότερα, στο 110΄ (απέμεναν δέκα λεπτά έως τη λήξη του αγώνα), οι Γερμανοί ξανακτύπησαν με τον Gerd Müller (Ιταλία-Γερμανία 3-3). Δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί ένα λεπτό, όταν, στο 111΄ ο μεσοεπιθετικός και αρχηγός της  A.C. Milan, Gianni Rivera, πέτυχε το τέρμα, το οποίο έκανε την τελική διαφορά (Ιταλία-Γερμανία 4-3). Η εξέλιξη υπήρξε τόσο γρήγορη, ώστε η μεξικανική τηλεόραση, που τη στιγμή εκείνη μετέδιδε σε επανάληψη το γκολ της ισοφάρισης του Müller, έχασε τη φάση. Το αποφασιστικότερο τέρμα μεταδόθηκε μόνο σε αργή κίνηση κατόπιν εορτής!

Ο Müller πανηγυρίζει το δεύτερό του τέρμα, στο 110΄ του αγώνα. Εύγλωττη είναι η απογοήτευση των Ιταλών αμυντικών.
To αποφασιστικό γκολ του Rivera, ένα λεπτό αργότερα. Οι Ιταλοί στα Ουράνια, οι Γερμανοί στα Τάρταρα.

Η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε σε αυτό τον αγώνα, στέρησε ουσιαστικά από την Ιταλία το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερις μέρες αργότερα, κατέβηκε στον μεγάλο τελικό φανερά εξουθενωμένη. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να αντέξει επί ένα ημίχρονο στις πιέσεις μιας αχαλίνωτης Βραζιλίας. Επόμενο ήταν να ηττηθεί κατά κράτος. Η Γερμανία αποζημιώθηκε με την κατάληψη της τρίτης θέσης επικρατώντας με 1-0 της Ουρουγουάης στον διαδικαστικό και αδιάφορο μικρό τελικό. Το 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, ήταν η δική της σειρά να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Fussball WM 1970 – Deutschland vs Italien (Halbfinale)

Πρόκειται για τη μοναδική φορά, σε τόσο προχωρημένο στάδιο του θεσμού, που σημειώθηκαν πέντε τέρματα στη διάρκεια της παράτασης ενός αγώνα. Πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα έφτασε ένας άλλος μεγάλος, ημιτελικός: η αναμέτρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Γαλλία, στο  Estadio Ramón Sánchez Pizjuán της Σεβίλλης, στις 8 Ιουλίου 1982. Έληξε ισόπαλη 3-3 (1-1 στην κανονική διάρκεια), με τους Γερμανούς να προκρίνονται στη διαδικασία των πέναλτυ με 5-4. Ανάλογες συγκινήσεις, ανάλογες ανατροπές προς δόξα και τιμή του αθλήματος!

Σε μια από τις εισόδους του Estadio Azteca, υπάρχει μια εντοιχισμένη πινακίδα, επάνω στην οποία αναγράφεται:

Το Στάδιο των Αζτέκων αποτίει φόρο τιμής στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήτατα της Ιταλίας (4) και της Γερμανίας (3), πρωταγωνιστές, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, στον ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

17 Ιουνίου 1970”

Κάθε σχόλιο είναι περιττό.

 

Η τιμητική πινακίδα έξω από το Estadio Azteca.

Στ΄. Οι υπόλοιποι σημαντικότεροι αγώνες

Από τους 32, συνολικά, αγώνες της τελικής φάσης, συγγκρατήσαμε τρεις, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.

  1. Αγγλία – Βραζιλία 0-1 (7 Ιουνίου, Estadio Jalisco, Guadalajara)

Πέραν από τη μνημειώδη απόκρουση του Banks, ο συγκεκριμένος αγώνας υπήρξε ο σημαντικότερος, σε επίπεδο φάσης των ομίλων, ολόκληρης της διοργάνωσης. Η πρόκριση στους προημιτελικούς ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για αμφότερους τους αντιπάλους. Το διακύβευμα ήταν άλλης φύσεως. Το γόητρο κατ αρχήν. Η Εθνική Αγγλίας είχε μεταβεί στο Μεξικό με τον αέρα του τροπαιούχου. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να επαναλάβει τον άθλο του 1966. Η Βραζιλία, από τη δική της πλευρά, καλείτο να διασκεδάσει την άσχημη εντύπωση, την οποία είχε αφήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της  Αγγλίας. Δυο παράμετροι συνηγορούσαν υπέρ της άποψης αυτής: α) η σωστή φυσική προετοιμασία, που είχε προηγηθεί και β) η τέλεση των αγώνων σε λατινοαμερικανικό έδαφος, εκ προοιμίου περισσότερο φιλόξενου για την ομάδα. Ο νικητής και πρωτοπόρος του ομίλου θα διέθετε δυο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα. Την παραμονή στην Guadalajara, πόλη με μηδενικό υψόμετρο, στον επόμενο γύρο καθώς και, κατά τα φαινόμενα, έναν ευκολότερο αντίπαλο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν, ο νικητής του αγώνα επρόκειτο να βρεθεί  αντιμέτωπος με το Περού, ο ηττημένος με την παντοδύναμη Γερμανία.

Ο αγώνας υπήρξε, σε γενικές γραμμές, ισοβαρής. Ξεκίνησε με μια υπεροχή της Βραζιλίας. Έπειτα από τη διάσωση του Banks, η Αγγλία εξισορρόπησε το παιχνίδι έως το τέλος του ημιχρόνου. Με την έναρξη του δευτέρου μέρους, η κατάσταση παρέμεινε ως είχε. Από τα πρώτα λεπτά άρχισε να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι ο αγώνας θα κρινόταν οριακά. Το μοναδικό τέρμα, το οποίο έκανε τη διαφορά, πέτυχε στο 59΄ ο Jairzinho, έπειτα από πάσα του Pelé. Στο εναπομείναν μισάωρο, η Εθνική Αγγλίας άσκησε πίεση κι έφτασε αρκετές φορές κοντά στην ισοφάριση. Αλλά ακόμα και με ισόπαλο αποτέλεσμα, από βαθμολογικής απόψεως δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Οι δυο αντίπαλοι προκρίθηκαν στον επόμενο γύρο, όπου η Αγγλία έτυχε να βρεθεί απέναντι στη Γερμανία, σε μια επαναληπτική εκδοχή του τελικού του 1966.

Pelé vs England ● Early Clash ● 1970 World Cup

  1. ΓερμανίαΑγγλία 3-2 (14 Ιουνίου, Estadio Nou Camp, León)

Ο πρώτος, κατά σειρά, μεγάλος αγώνας της διοργάνωσης και, μακρόθεν, ο πιο δραματικός της προημιτελικής φάσης. Ταυτόχρονα ήταν επανάληψη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Τότε, η Αγγλία είχε νικήσει χάρη σε ένα αμφισβητούμενο γκολ και υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί ανάμεσα στις δυο ομάδες. Το 1970 επρόκειτο για νοκ-άουτ αναμέτρηση. Ο νικητής περνούσε στα ημιτελικά, ο ηττημένος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ουσιαστικά, η αντίστροφη μέτρηση για την Εθνική Αγγλίας είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν από την τέλεση του αγώνα, όταν ο τερματοφύλακας Gordon Banks, ο ήρωας του αγώνα με τη Βραζιλία, προσβλήθηκε από οξεία γαστρεντερίτιδα (εικάζεται ότι το πρόβλημα προέκυψε από κατανάλωση τοπικής μπύρας, καθότι η ομάδα είχε φέρει όλα τα εδέσματα από την Αγγλία και ίσχυαν αυστηρότατοι κανόνες διατροφής). Αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό Peter Bonetti, που έμελλε να αναδειχθεί σε μοιραίο παίκτη της συνάντησης.

Κι όμως, όλα ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς για τους Άγγλους, οι οποίοι προηγήθηκαν στο 32΄ με τέρμα του Alan Mullery (Γερμανία – Αγγλία 0-1). Με το αποτέλεσμα αυτό οι δυο ομάδες αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια με τη λήξη του ημιχρόνου.

Ο Alan Mullery πανηγυρίζει το 0-1.

Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, η Εθνική Αγγλίας έδειχνε να ελέγχει τη ροή του αγώνα. Στο 50΄, μάλιστα, κατάφερε να διπλασιάσει τα τέρματά της με τον Martin Peters. Τα πάντα προδίκαζαν μια άνετη πρόκριση. Ο προπονητής Sir Alf Ramsey, άρχισε να τρέφει όνειρα για τη συνέχεια, αντικαθιστώντας τον πλέον επιτελικό και πεπειραμένο ποδοσφαιριστή της ομάδας, Bobby Charlton, για εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει του επικείμενου ημιτελικού. Σε αυτή τη νευραλγική στιγμή, οι Γερμανοί κατάφεραν το πρώτο κτύπημα.

Δεκαοκτώ λεπτά έπειτα από την επίτευξη του δευτέρου τέρματος των Άγγλων και ενώ απέμενε μισή ώρα αγώνα, ο Franz Beckenbauer, ευρισκόμενος στην καρδιά της αντίπαλης άμυνας, μείωσε το σκορ. (Γερμανία-Αγγλία 1-2). Στη συγκεκριμένη φάση ο τερματοφύλακας έφερε μεγάλη ευθύνη, καθώς η μπάλλα πέρασε κάτω από το σώμα του. Το τέρμα του Beckenbauer αντέστρεψε εκ διαμέτρου την ψυχολογία των παικτών. ΄Εχοντας ασκήσει έως το σημείο εκείνο σαφή υπεροχή, η ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να χάσει τον αγώνα και να αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Γερμανοί, αντλώντας δύναμη από το εις βάρος τους αποτέλεσμα, συνέχισαν τις επιθέσεις ενάντια στους αποδιοργανωμένους πλήρως και ευρισκόμενους σε κατάσταση πανικού αντιπάλους τους. Στο 82΄, οκτώ λεπτά πριν από το τέλος, ισοφάρισαν με μια εντυπωσιακή ανάποδη κεφαλιά του αρχηγού της ομάδας, Uwe Seeler (Γερμανία-Αγγλία 2-2). Ο τερματοφύλακας Bonetti έφερε ευθύνη και σε αυτή την περίπτωση. Ο αγώνας πήγε στην παράταση, με τους Γερμανούς να διαθέτουν, πλέον, το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Το αναπόφευκτο έλαβε χώρα στο 108΄. Ο ευρισκόμενος πάντοτε μέσα στις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την αντίπαλη εστία Gerd Müller, πέτυχε από κοντά το γκολ της νίκης. (Γερμανία-Αγγλία 3-2). Παρότι απέμεναν ακόμη δώδεκα λεπτά αγώνα, ήταν σαφές πως η έκβαση είχε αμετάκλητα κριθεί.

Το νικητήριο τέρμα της Γερμανίας στο 108΄.

Επρόκειτο για τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης, ο οποίος διέθετε τόσο δραματική μορφή. Πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν, αμέσως έπειτα από το σφύριγμα της λήξης, πως ενδεχομένως επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της τελικής φάσης. Ουδείς διανοείτο εκείνο, το οποίο έμελλε να ακολουθήσει, τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στον ημιτελικό της Πόλης του Μεξικού, ανάμεσα στην νικήτρια Γερμανία και την Ιταλία.

14/06/1970 England v West Germany

  1. ΒραζιλίαΙταλία 4-1 (21 Ιουνίου, Estadio Azteca, Mexico City)

Ελπίδα και ευχή των οπαδών του αθλήματος ήταν ο μεγάλος τελικός να αποδειχθεί αντάξιος ενός πρωταθλήματος, το οποίο είχε ήδη προσφέρει υψηλού επιπέδου ποιοτικό θέαμα, έντονες συγκινήσεις και αναπάντεχες ανατροπές. Δεν διαψέυσθηκαν, μολονότι η τελευταία συνάντηση της διοργάνωσης δεν άργησε να μετεξελιχθεί σε παράσταση για έναν μόνο πρωταγωνιστή. Αλλά τί πρωταγωνιστή!

Μοναδική στιγμή, οπότε δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο αγώνας μπορούσε να εκλάβει χαρακτήρα αμφίρροπης αναμέτρησης, ήταν το 37΄. Τότε ο Roberto Boninsegna ισοφάρισε το τέρμα, το οποίο είχε σημειώσει με θεαματική κεφαλιά ο Pelé είκοσι λεπτά νωρίτερα. Εικόνα απατηλή, καθώς από τα πρώτα κιόλας λεπτά είχε διαφανεί η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Η διαφορά δεν είχε να κάνει τόσο με την αξία, όσο με τη φυσική κατάσταση. Η Βραζιλία είχε ολοκληρώσει το πρόγραμμά της κάνοντας εξοικονόμηση δυνάμεων. Έδωσε όλους τους αγώνες της στο φιλόξενο και κλιματολογικά ευνοϊκό περιβάλλον της Guadalajara, απέναντι σε ευκολότερα διαχειρίσιμους αντιπάλους. Αντίθετα, η Ιταλία είχε δυσκολότερο, αναλογικά, πρόγραμμα και μόλις είχε εξέλθει εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια, την οποία κατέβαλε στον πρόσφατο ημιτελικό ενάντια στη Γερμανία. Παρόλο το ισόπαλο (1-1) αποτέλεσμα του πρώτου ημιχρόνου, η Βραζιλία ξαναβγήκε στο γήπεδο με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση και με τη βούληση να αφήσει απλόχερα να ξεδιπλωθούν ανάγλυφα όλες τις τεχνικές της αρετές.

Ο Luigi Riva εν δράσει, υπό το βλέμμα του Pelé.

Στον τρόπο του παιχνιδιού της δεν υπήρχε τίποτα το επιδειξιομανές. Απλότητα, οξυδέρκεια, ευρηματικότητα, φαντασία, ομαδικότητα υπήρξε ο συνδυασμός εκείνος, τον οποίον, για ολόκληρο το υπόλοιπο της αναμέτρησης, απόλαυσαν οι 107.000 θεατές και εκατομμύρια άλλοι, καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες τους. Τρία γκολ και ένα δοκάρι ήταν ο απολογισμός. Τα πέτυχαν οι Gérson (66′), Jairzinho (71′), Carlos Alberto Torres (86′) και Rivelino (59′ – δοκάρι). Το τελευταίο τέρμα, τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ τα πάντα είχαν, πλέον, κριθεί με γνώμονα την εξέλιξη του αγώνα, ήταν συνάμα και η αποθέωση του επιθετικού παιχνιδιού: η μπάλα πέρασε από τα πόδια εννέα εκ των έντεκα Βραζιλιάνων παικτών, δίχως να καταφέρει να την αγγίξει ούτε ένας Ιταλός, προτού καταλήξει με θεαματικό τρόπο στα δίκτυα, επισφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή των νικητών. Έχει καταχωριστεί στα παγκόσμια χρονικά του ποδοσφαίρου ως το ωραιότερο τέρμα, προϊόν ομαδικής προσπάθειας.

Carlos Alberto (Mexico 1970)

Ο τελικός της 21ης Ιουνίου δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την ένταση και τη δραματική εξέλιξη προηγουμένων αγώνων. Όσοι ανέμεναν μια επανάληψη του μεγαλειώδους ημιτελικού Ιταλίας-Γερμανίας, διαψεύσθηκαν. Άλλωστε, αγώνες αυτού του είδους, δύσκολα διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Η μαγεία του τελικού συνίστατο στην επικράτηση κατά κράτος του θεάματος έναντι της ψυχρής, υπολογιστικής, τακτικής. Δυστυχώς, υπήρξε από τις τελευταίες εκφάνσεις της αντίληψης αυτής, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, τα δεδομένα αντιστράφηκαν, αφαιρώντας από το άθλημα μεγάλο μέρος της γοητείας του. Ίσως γι αυτόν τον λόγο, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, με την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών, με τη συμμεχοτή του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή, την απόκρουση του αιώνα, την αναμέτρηση του αιώνα, την αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου και του εν γένει θεάματος, έμεινε βαθειά χαραγμένο στη μνήμη και στην καρδιά όσων είχαμε την τύχη να το παρακολουθήσουμε, με θαυμασμό, αγάπη, συνάμα, όμως, και με ανείπωτη νοσταλγία.

Η στέψη των πρωταθλητών.

1970 FIFA World Cup Mexico

https://www.fifa.com/worldcup/archive/mexico1970/

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dawson, Jeff, Back Home: England and the 1970 World Cup,  London, Orion, 2001.

Downing, David, The Best of Enemies: England v Germany, London, Bloomsbury Publishing, 2001.

Glanville, Brian, The Story of the World Cup, London, Faber and Faber, 2010.

Jenkins, Garry, The Beautiful Team: In Search of Pele and the 1970 Brazilians, New York, Pocket Books, 1999.

Körner, Torsten, Franz Beckenbauer. Der freie Mann, Frankfurt, Scherz Verlag GmbH, 2005.

Morris, Jim, Gordon Banks: A BiographyStroud, Amberley Publishing 2013.

Pele, The AutobiographyNew York, Simon & Schuster, 2007.

Powell, Jeff, Bobby Moore: The Definitive Biography, London,The Robson Press 2014.

Rennie, Mandy, Gordon Banks and Pele!, San Francisco, Blurb, 2019.

Wilson, Jonathan, Inverting the Pyramid: The History of Football Tactics, London, Orion, 2008.

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

 

Ο Αλέξανδρος Γ’ που από τους αρχαίους αναφέρεται ως Αλέξανδρος ο Μακεδών και από τους νεότερους κυρίως ως Αλέξανδρος o Μέγας, γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ., έγινε βασιλιάς το 336 π.Χ. και πέθανε στην Βαβυλώνα το 323 π.Χ. Ήταν γιος του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 336 π.Χ., και της Ολυμπιάδος, κόρης του Νεοπτόλεμου Βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.1,2

Υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως στρατηλάτης που γνώρισε η ανθρωπότητα, αλλά ταυτόχρονα χάρη σ’ ένα πολιτικό αισθητήριο που η επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής έκανε ολοένα και πιο ώριμο, η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του.2

Στους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος της εκστρατείας του και τον πρόωρο θάνατο του, η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη.

Το πολιτικό του όραμα έγινε αντικείμενο ποικίλων εκτιμήσεων. Ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο, ότι η ενοποίηση του κόσμου που ανακλούσε το όραμα της κοσμοκρατορίας, έστω και αν δεν πραγματώθηκε στο πολιτικό επίπεδο, έγινε έντονα αισθητό στο πολιτιστικό. Για πολλούς αιώνες την ταυτότητα του ανθρώπου δεν θα την προσδιορίζει τόσο η εθνική του ιδιαιτερότητα όσο το γεγονός ότι ζει σε μια κοινότητα, που έχει ως υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της βαρύνει – περισσότερο ή λιγότερο – η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Αυτός ο κόσμος, ή σωστότερα, αυτή η οικουμένη, που με το πέρασμά της στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στον χριστιανισμό θα αποκτήσει δύο ακόμη ενοποιά στοιχεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη χριστιανική πίστη, δεν θα πάψει να ζει για πολλούς αιώνες τουλάχιστον ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Αυτή η βαριά κληρονομιά στην ανθρωπότητα του φαινόμενου «Μέγας Αλέξανδρος» απασχόλησε την παγκόσμια βιβλιογραφία όλων των επιστημών και των ειδικοτήτων. Αναφέρεται ότι έχουν γραφεί πολύ περισσότερα από 250.000 βιβλία σε όλο τον κόσμο με 54.000.000 αναφορές στο διαδίκτυο και σε αμέτρητες γλώσσες με κύριο θέμα την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δείγμα και η ανεύρεση του ονόματος σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Μία ιδανική αναπαραγωγή της νεότητας του Αλέξανδρου. Πιθανόν γνήσια εργασία του Λεοχάρη. Μουσείο Ακρόπολης.

Πως ήταν δυνατόν να λείψουν οι γιατροί από μια τέτοια πανδαισία;4 Το ιατρικό ιστορικό του Αλέξανδρου είναι πλούσιο σε τραυματισμούς και νοσήματα, όπως περιγράφονται από τους ιστορικούς.1,2,5,6,7 Ο Αλέξανδρος είχε πολύ δυνατή κράση που αποδεικνύεται από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη ή τα νοσήματα που πέρασε και επέζησε σύμφωνα με το ιστορικό του.7 Έτσι αναφέρονται μερικοί από αυτούς όπως τους περιγράφει ο Αρριανός.1

Στην Κιλικία, στην πόλη Ταρσό, είχε πυρετό με σπασμούς, εξάντληση και έντονη αϋπνία. Ο ιατρός του, Φίλιππος ο Ακαρνάνας, του έδωσε κάποιο φάρμακο. αλλά οι αυλικοί τον είχαν ειδοποιήσει με γράμμα ότι ο ιατρός του θα τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και το έδωσε στο Φίλιππο και ενώ εκείνος το διάβαζε, ο Αλέξανδρος ήπιε το φάρμακο δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στον ιατρό του.

Στην μάχη του Γρανικού ποταμού τραυματισμός στον ώμο από ακόντιο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με σπαθί που έκοψε την περικεφαλαία στα δύο και τραυμάτισε τον Αλέξανδρο στο κρανίο.

Ο Αλέξανδρος και ο Κρατερός στο κυνήγι λιονταριού, Νέο Μουσείο Πέλλας.

Στην Ισσό σοβαρός τραυματισμός στον μηρό από σπαθί.

Στην Γάζα διατιτραίνον τραύμα ωμοπλάτης επειδή τρύπησε η ασπίδα από εχθρικό βέλος.

Στον Ώξο ποταμό, βέλος στην κνήμη, διατιτραίνον τραύμα, κάταγμα περόνης.

Στην Κυρούπολη της Σογδιανής, κάκωση κεφαλής από πέτρα.

Στους Σκύθες, μολυσμένο νερό, σοβαρή διάρροια, εντερικοί κωλικοί.

Στην Ινδία, ελαφρύ τραύμα στην ποδοκνημική άρθρωση από βέλος του υιού του Πώρου.

Στην χώρα των Μαλλών γράφει ο Αρριανός: «Αλέξανδρος δε βάλλεται και αυτός δια του θώρακος ες το στήθος τοξεύματι υπέρ τον μαστόν , ώστε λέγει Πτολεμαίος ότι και πνεύμα ομού τω αίματι εκ του τραύματος εξεπνείτο». Διατιτραίνον τραύμα θώρακα πάνω από τον μαστό από μεγάλο Ινδικό βέλος. Εξήλθε αέρας με φύσημα από το τραύμα, μαζί με σφύζουσα αιμορραγία. Μεθαιμορραγική καταπληξία, ζάλη και λιποθυμία και διακοπή της αιμορραγίας προφανώς από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Αφαίρεση του βέλους, νέα αιμορραγία, νέα απώλεια των αισθήσεων και νέα διακοπή αιμορραγίας. Φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε από το τραύμα, σύμφωνα με τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος επέζησε από τον βαρύτατο τραυματισμό, ανέρρωσε μετά από μήνες και παρουσιάσθηκε στους στρατιώτες του από το πλοίο που τον μετέφερε στον Υδάσπη ποταμό.

Μετά την επιστροφή του στην Βαβυλώνα αρρώστησε και έπαψε να ζει την 13η Ιουνίου του έτους 323 π.Χ. ανεξάρτητα από την θέληση και τις αντιρρήσεις της γοργόνας

Η ενασχόληση, λοιπόν, με θέματα υγείας του Αλεξάνδρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση των αιτιών του θανάτου του, είναι κάτι που αποκτά κατά περιόδους επικαιρότητα.9 Το όνειρο όλων των αρχαιολόγων είναι η ανεύρεση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος αναζητείται είτε στην Αλεξάνδρεια, είτε στην όαση Σίβα, στην Πέλλα, στην Αμφίπολη, στην Βενετία ή όπου αλλού.

Το βέβαιο είναι ότι ενταφιάσθηκε στη Αίγυπτο, αφού το σώμα του ταριχεύθηκε στην Βαβυλώνα με την μέθοδο μουμιοποιήσεως των Φαραώ, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια αναμένοντας την προετοιμασία της άμαξας του φέρετρου και της σαρκοφάγου του.

Ο Πτολεμαίος τιμώντας τον νεκρό έφτασε με στρατό στην Συρία, παρέλαβε τον νεκρό από τον Αρριδαίο και τον φρόντισε όπως του άξιζε. Η άμαξα ήταν ένα κτίριο σχεδόν ολόχρυσο που το έσερναν 64 άλογα στεφανωμένα με ολόχρυσα στεφάνια, διαλεγμένα για την ρώμη και το ανάστημά τους από όλη την αυτοκρατορία.

Η αρμάμαξα που μετέφερε το φέρετρο και την σαρκοφάγο του Βασιληά.

Από τι πέθανε όμως ο Μέγας Μακεδόνας μόλις 33 χρονών, μακριά από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την Πέλλα, την πατρίδα που τον γέννησε;

Η πιστοποίηση του θανάτου δεν είναι από τις δυσκολότερες ιατρικές δεξιότητες. Η αιτιολόγηση ή η δικαιολόγηση όμως του θανάτου είναι δυσχερής, κάποτε δε, με αυστηρά κριτήρια, είναι σχεδόν αδύνατη. Το καλύτερο και πλέον αξιόπιστο μέσο είναι η αυτοψία (νεκροψία και νεκροτομή) σε συνδυασμό και προς τις παρεχόμενες ιατρικές πληροφορίες.

Νεκροτομή και νεκροψία, από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν φαίνεται να έγινε στον Αλέξανδρο. Εξάλλου, αυτό ήταν απαγορευμένο στην Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον στον Βασιλιά Αλέξανδρο. Επομένως, για τα αίτια του θανάτου του μπορεί κανείς να στηριχθεί μόνο στις πληροφορίες που ανευρίσκει στην προσιτή βιβλιογραφία, τις οποίες να κατατάξει και μετά με λογική και επιστημονική αξιολόγηση να οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα. Η ιατρική προσέγγιση του προβλήματος, η αξιολόγηση δηλαδή των συμπτωμάτων και των σημείων των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, η εφαρμογή της ιατρικής βασισμένης σε στοιχεία (evidence based medicine) ίσως να είναι ο μοναδικός και ο ασφαλέστερος τρόπος γι αυτό. Συστηματική καταγραφή των συμπτωμάτων και των ευρημάτων (υποκειμενικά και αντικειμενικά σημεία και ευρήματα – παρατηρήσεις και αξιολόγηση) και κωδικοποίηση αυτών, ιδίως της πορείας των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, φαίνεται να υπάρχει στη σχετική βιβλιογραφία τόσο από τον Καθηγητή Χ.Ν.Σμπαρούνη9,10 όσο και αργότερα και από άλλους με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα.

Από τις πληροφορίες, οι οποίες υπάρχουν, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις για την αιτία (ες) του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι βασιλικές εφημερίδες που κατέγραφαν καθημερινά δραστηριότητες του Βασιλιά και από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τα συμπτώματα και τα σημεία δεν υπάρχουν, γιατί καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο Αρριανός1 και ο Πλούταρχος2 συμπυκνώνουν τα θρυλούμενα σε τρεις εκδοχές, οι οποίες και αποτελούν το περίγραμμα μιας Ελληνικής τραγωδίας στο χώρο του θρύλου.11

Εκδοχή 1η. Ο Αριστοτέλης – λόγω του θανάτου του ανεψιού του Καλλισθένη από το Μέγα Αλέξανδρο- ανακαλύπτει δραστικότατο δηλητήριο, το οποίο δίδει στον Αντίπατρο. Αυτός το δίδει στο γιο του Κάσσανδρο, που θα πήγαινε στη Βαβυλώνα, για να το παραδώσει στον αδελφό του, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ο οινοχόος του Βασιλέα. Αυτός, ο Ιόλας, θα μπορούσε να ρίξει το δηλητήριο στο κρασί του Βασιλέα. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται από τον Πλούταρχο, το «φαρμάκι» προερχόταν από τα νερά της Στυγός. Ο τρόπος, με τον οποίο έφτασε στα χέρια του Ιόλα, ήταν ο ίδιος.

Εκδοχή 2η. Κατ’ αυτήν, συνεργός στη δολοφονία του θεωρείται ο Μήδιος (Μήδης). Ο Μήδιος ο οποίος υποκατέστησε τον Ηφαιστίωνα στην εμπιστοσύνη του Βασιλέα, αγαπούσε τον Ιόλα. Αυτός, ο οποίος και είχε αναλάβει να δηλητηριάσει το Βασιλέα, είχε κάθε λόγο να το κάνει γιατί τελευταία ο Αλέξανδρος του είχε κακοφερθεί. Ο Μήδιος στα τέλη του Μαΐου του 323 π.Χ. είχε καλέσει τον Βασιλέα στο σπίτι του για να συνεχίσουν, ύστερα από ένα «βαρύ» δείπνο, τη διασκέδασή τους. Του πρόσφερε κρασί. Ο Αλέξανδρος σε λίγο ένοιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι, ο οποίος τον ανάγκασε να φύγει από τη διασκέδαση.

Εκδοχή 3η. Όταν ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν ήταν πλέον για να ζήσει – το οποίον σημαίνει ότι είχε προηγηθεί ασθένεια – ήθελε να πάει στον Ευφράτη για μπάνιο και να χαθεί. Να δώσει την εντύπωση, πέφτοντας μέσα, πως – ως αθάνατος που ήταν – τον είχαν πάρει κοντά τους οι Θεοί. Αν και την εκδοχή αυτή την επικρίνει ο Αρριανός,ωστόσο, σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Αλέξανδρος δοκίμασε να φύγει μυστικά από το κρεβάτι της αρρώστιας του και να πέσει στο ποτάμι, για να χαθεί το σώμα του και να νομισθεί ότι ανεβαίνει στον Όλυμπο ως θεός .

Ο Αρριανός, βέβαια, συμπληρώνει την περιγραφή όλων των παραπάνω υπογραμμίζοντας πως τα περιγράφει περισσότερο σαν διαδόσεις παρά σαν αξιόπιστες πληροφορίες, για να μην λεχθεί ότι δεν τις γνωρίζει.1,11

Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δηλαδή τα συμπτώματα και τα σημεία, μπορούν να καταχωρηθούν σε ένα ιατρικό δελτίο που να αξιολογεί κάθε ημέρα την κατάσταση του ασθενούς.9,10,11

Ιατρικό Δελτίο

Ημέρα 1η: 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.Χ.
Μετά από βαρύ φαγητό και οινοποσία, σε δείπνο, αναφέρεται πόνος έντονος – διαξιφιστικός, στην κοιλία με αντανάκλαση αρχικά προς το θώρακα και μετά προς την πλάτη (κωλικός πόνος). Ο πόνος συνοδεύεται από εμετό προκλητό – ανακουφιστικό. Ακολουθεί ρίγος και πυρετός.2,11
Σχόλιο: Ο θεράπων ιατρός του θεώρησε την κατάστασή του πολύ βαριά και λέγεται ότι του έδωσε προθεσμία ζωής. Είναι δυνατόν επομένως το επεισόδιο αυτό να ήταν παρόξυνση γνωστής ασθένειάς του. Επίσης αναφέρεται ότι ο ασθενής εζήτησε και έκανε ένα λουτρό για να ανακουφισθεί. Είναι δυνατόν αυτό να σχετίζεται με το θρύλο της πνευμονίας;

Ημέρα 2η: 1η Ιουνίου (16 Δαισίου)
Το ρίγος εξακολουθεί και ο ασθενής αισθάνεται σωματική εξάντληση. Παρά ταύτα, αποδέχεται πρόσκληση να συνεχίσει το βράδυ την διασκέδαση του. Ακολουθεί οινοποσία, μέχρι μέθης. Επανεμφανίζεται κωλικός πόνος με αντανάκλαση προς την ωμοπλάτη. Τον πόνο συνοδεύουν ρίγος και πυρετός. Λέγεται ότι ο Βασιλιάς φώναζε-ούρλιαζε δυνατά από τον πόνο.
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν αδυναμία να τον βοηθήσουν και προβλέπουν ταχεία εξέλιξη της καταστάσεώς του. Ο θρύλος, εδώ, τον θέλει δηλητηριασμένο αν και τα συμπτώματά του δεν είναι ανάλογα λήψεως δηλητηρίου.

Ημέρα 3η: 2 Ιουνίου (17Δαισίου)
Ο πυρετός παραμένει υψηλός, αναφέρονται δε ιδρώτες και ρίγος. Ο ασθενής παρουσιάζει βυθιότητα και σωματική αδυναμία (κατάπτωση).

Ημέρα 4η: 3 Ιουνίου (18 Δαισίου)
Ο πυρετός συνεχίζεται υψηλός, ο ασθενής είναι κάτωχρος.Οι ιατροί συστήνουν κρύα μπάνια. Παρουσιάζει σαφή επιδείνωση της καταστάσεώς του, και δεν έχει καλή επικοινωνία με το περιβάλλον (συγχυτική κατάσταση).

Ημέρα 5η: 4 Ιουνίου (19 Δαισίου)
Ο ασθενής ευρίσκεται σε «κρίσιμη κατάσταση» και πέρασε μια δύσκολη ημέρα.

Ημέρα 6η: 5 Ιουνίου (20 Δαισίου)
Παρουσιάζει θόλωση της διανοίας, έχει παραλήρημα και διεγέρσεις. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολουθούν, εκδηλώνεται δε πιθανόν και ίκτερος που μπορεί να οφείλεται σε ηπατική δυσπραγία – απόφραξη χοληφόρου ή σηπτική καταπληξία.
Σχόλιο: Η κατάσταση κρίνεται πολύ βαριά, αφού συζητείται και θέμα αντιβασιλείας.

Ημέρα 7η: 6 Ιουνίου (21 Δαισίου)
Αναφέρεται, εντός έξι ημερών από της ενάρξεως της ασθένειάς του, σαφής επιδείνωση της καταστάσεώς του.
Σχόλιο: Οι θεράποντες ιατροί του ομολογούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εμπύρετη κατάσταση και ήλπιζαν στην αντοχή του οργανισμού του για να την ξεπεράσει.

Ημέρα 8η: 7 Ιουνίου (22 Δαισίου)
Εμφανίζεται ψυχρότητα των άκρων και ο ασθενής παρουσιάζει γενικότερη «οργανική» κάμψη, προϊούσα αδυναμία κινήσεων των κάτω άκρων και κάμψης των αρθρώσεων. Οι ιατροί του παλεύουν για να τον συνεφέρουν.

Ημέρα 9η: 8 Ιουνίου (23 Δαισίου)
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, τα χείλη του τραβηγμένα, τα δε άλλοτε ωραία του μαλλιά φαίνονται αραιά και θαμπά από τους κολλώδεις ιδρώτες. Τα μάτια του έδειχναν να σβήνουν. Κατάσταση ως επί επαπειλούμενου κώματος.

Ημέρα 10η και 11η: 9 και 10 Ιουνίου (24 και 25 Δαισίου)
Ο πυρετός του εξακολουθεί βασανιστικός η δε κατάστασή του είναι πολύ βαριά. Τα άκρα του είναι ψυχρά και παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Οι στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά του για να βεβαιωθούν ότι ζει.

Ημέρα 12η: 11 Ιουνίου (26 Δαισίου)
Η κατάστασή του περιγράφεται βαρύτατη και μη αναστρέψιμη.
Σχόλιο: Σε φωτεινό διάλειμμα ορίζει όμως ότι η αυτοκρατορία πρέπει να δοθεί «τω κρατίστω».

Ημέρα 13η: 12 Ιουνίου (27 Δαισίου)
Ο Μέγας Αλέξανδρος υποφέρει νικημένος. Πέφτει σε κώμα.
Παρουσιάζει δυσχέρεια αναπνοής. Το πρόσωπο του είναι κάτωχρο και δείχνει να έχει αβάσταχτους πόνους. Τα χείλη του τα κρατάει σφιχτά, τα δε μάτια του είναι «ρουφηγμένα». Κατάσταση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «Ιπποκράτειο προσωπείο».
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν ότι είναι αδύναμοι. Οι στρατηγοί του καταφεύγουν τώρα εις τους ναούς για να παρακαλέσουν τους Θεούς…..

Ημέρα 14η: 13 Ιουνίου (28 Δαισίου) του έτους 323 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι νεκρός. Ο θάνατος επήλθε στην 114η Ολυμπιάδα όταν Άρχων της Αθήνας ήταν ο Ηγεσίας. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος έζησε 32 χρόνια και 8 μήνες σύμφωνα με τον Αριστόβουλο.13

Francesco Trevisani: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Musée des beaux-arts de Pau, Γαλλία.

Ποια νόσο θα γράφαμε στο πιστοποιητικό θανάτου; Από τις πληροφορίες γύρω από το θάνατό του, ιδιαίτερα δε εκείνες των 14 ημερών της τραγικής και μοιραίας αρρώστιας του, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αιτία του θανάτου του όπως: Η ελονοσία,12,7,14 η πνευμονία ή πνευμονικό απόστημα,ο τυφοειδής πυρετός16, ο φόνος-δηλητηρίαση,15 ο μαρασμός από την απώλεια του Ηφαιστίωνα και η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.17

Γιατί όχι η ελονοσία; Επειδή το βασικό σύμπτωμα της ασθένειάς του είναι ο πυρετός. Αλλά ο τύπος του πυρετού δεν είναι εκείνος της ελονοσίας. Δεν αναφέρεται ύφεσή του της μορφής τριταίου ή τεταρταίου. Άλλωστε η ελονοσία δεν οδηγεί, συνήθως, τόσο σύντομα και με αυτόν τον τρόπο έως το θάνατο.

Γιατί όχι η πνευμονία; Σπάνια προκαλεί κοιλιακό πόνο. Η πνευμονία έχει ως βασικό σύμπτωμα τον πυρετό και θα μπορούσε να σχετισθεί με το λουτρό στον Ευφράτη ποταμό. Αλλά το αναφερόμενο λουτρό ήταν προς ανακούφιση και κυρίως από τον πυρετό, ο οποίος προϋπήρχε.

Γιατί όχι ο τύφος; Σοβαρή υποψηφιότητα για την αιτία του θανάτου. Πριν από την πιθανολογούμενη διάτρηση του εντέρου που θα προκαλούσε κοιλιακό πόνο, έπρεπε να προηγηθούν διάρροιες που δεν αναφέρονται. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, στοιχεία ή πληροφορίες για μαζικούς θανάτους στο περιβάλλον σαν επιδημία.

Γιατί όχι λοίμωξη από τον ιό του δυτικού Νείλου; Δεν υπάρχουν στοιχεία ή πληροφορίες για επιδημία. Εξάλλου, ο ιός του δυτικού Νείλου προκαλεί εγκεφαλίτιδα και ποτέ κοιλιακό πόνο. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι ο θάνατος από λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου επέρχεται κυρίως σε ηλικιωμένους ανθρώπους (άνω των 75 ετών ) και ανοσοκατασταλμένους.17

Γιατί όχι από το Σύνδρομο Guillain-Barre;29 Στο σύνδρομο Guillain-Barre δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ πόνος κοιλιακός και πυρετός. Όλες οι διαθέσιμες πηγές περιγράφουν μια προοδευτική απώλεια της συνείδησης. Η «παράλυσή» του ήταν αδυναμία εκτέλεσης ενεργητικών κινήσεων προφανώς εξαιτίας ηλεκτρολυτικών διαταραχών, σηπτικής κατάστασης και σοκ. Εξάλλου, η παράλυση των αναπνευστικών μυών θα οδηγούσε σε υποξαιμία και κυάνωση στο δέρμα, στα χείλη και στα άκρα, ένα προφανές εύρημα που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή.

Γιατί όχι κατάθλιψη από την απώλεια του Ηφαιστίωνα; Ο μαρασμός φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ως πρώτη αιτία εμπύρετου και σύντομου θανάτου. Ο μαρασμός μπορεί να ελαττώσει το αμυντικό σύστημα και το άτομο να γίνει ευάλωτο σε λοιμώξεις, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε κατάθλιψη, απόδειξη δε αυτού είναι ότι τις πρώτες μέρες της αρρώστιας του συνεργαζόταν με τους στρατηγούς για την επόμενη εκστρατεία.

Γιατί όχι δολοφονία με δηλητήριο; Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο σοφός δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, θα σκεφτόταν να δηλητηριάσει τον διάσημο μαθητή του; Αλλά και η όλη εισβολή και εξέλιξη της καταστάσεώς του δεν συμβαδίζει με εκείνη της δηλητηριάσεως. Σήμερα γνωρίζουμε όλα τα δηλητήρια της αρχαιότητας, επειδή όλα αυτά παράγονταν από φυσικές ουσίες και όχι από την χημική βιομηχανία. Μελετήσαμε 114 δηλητηριώδη ή δυνητικά δηλητηριώδη φυτά και δηλητήρια ζωικής προέλευσης της αρχαιότητας. Αυτά τα γνωστά δηλητήρια δεν προκαλούν τα συμπτώματα που είχε ο Αλέξανδρος στις τελευταίες ημέρες που αρρώστησε, όπως αναφέρει και ο Romm.19 Ουσίες όπως π.χ. το κώνειο, η στρυχνίνη, ατροπίνη, φυσοστιγμίνη, κυανογλυκοσίδες το υδροκυάνιο και άλλες γνωρίζουμε σήμερα από την τοξικολογία ότι προκαλούν βλάβες στο ΚΝΣ, παραλύσεις των άκρων και ο θάνατος επέρχεται από παράλυση του κέντρου της αναπνοής μέσα σε λίγες ώρες και όχι σε 14 ημέρες.

Αναλυτικότερα για την στρυχνίνη. Η στρυχνίνη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως τονωτικό. Ήταν εύκολα διαθέσιμη και θα μπορούσε να χορηγηθεί με επιμέλεια στο κρασί από τον Ιόλα, κατά τη διάρκεια του δείπνου του Μήδιου. Οι θανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης, συνήθως 1 – 2 mg / kg, προκαλούν θάνατο μέσα σε 3-5 ώρες, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν μυϊκή ακαμψία, σαρδώνειο γέλωτα, οπισθότονο, σπασμούς και καρδιοαναπνευστική ανακοπή.21 Υπάρχουν, δυστυχώς, λίγες πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές επιδράσεις μετά από υποθανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης. Ένας ασθενής που έλαβε οξεία δόση (~ 0,8 mg / kg) στρυχνίνης εμφάνισε μυϊκές συσπάσεις, δυσκολία στο περπάτημα, ήπιο έως μέτριο οπισθότονο, και τρόμο, οι οποίοι επιλύθηκαν τελικά, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μετά από 48 ώρες. Εκτός από την μυϊκή αδυναμία, ο Αλέξανδρος δεν εμφάνισε αυτά τα συμπτώματα και ως εκ τούτου ο θάνατός του ήταν απίθανο να οφείλεται σε δηλητηρίαση από στρυχνίνη.21

Άλλοι έχουν προτείνει το αρσενικό ως αιτία του θανάτου του Αλεξάνδρου.22,23 Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από οξεία δηλητηρίαση είναι ταχεία με ναυτία, έμετο και σοβαρή διάρροια, εξελισσόμενη φλεγμονή του λεπτού εντέρου με κατάληξη νέκρωση του τοιχώματος και διάτρηση, οδηγώντας έτσι σε αφυδάτωση, υποογκαιμία και σοκ. Ο θάνατος λαμβάνει χώρα εντός 24 ωρών έως 4 ημερών. Αυτά τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν με αυτά που εμφανίζει ο Μέγας Αλέξανδρος και συνεπώς ή πρόταση της δηλητηριάσεως από αρσενικό μπορεί να απορριφθεί.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου με δηλητήριο σε μικρογραφία του 15ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος εικονίζεται στο κάτω μέρος, έχοντας εισαγάγει ένα φτερό στο λαιμό του, προκειμένου να αφαιρέσει το δηλητήριο από τον οργανισμό του.

Η αναφορά από τον Leo J.Schep24 ότι μπορεί ο Αλέξανδρος να δηλητηριάσθηκε από το φυτικό δηλητήριο που προέρχεται από το φυτό Veratrum Album, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί στα συμπτώματα που περιγράφει δεν αναφέρεται ο πόνος που είναι κυρίαρχο σύμπτωμα, σύμφωνα με τον Αρριανόκαι τον Πλούταρχο2 από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τον θάνατό του. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει σε αμφιβολία την πρότασή του καταλήγοντας υποθετικά «εάν ο Αλέξανδρος ο Μέγας δηλητηριάσθηκε, το Βεράτρουμ Άλμπουμ προσφέρει την περισσότερο  αληθοφανή αιτία από ότι το αρσενικό, την στρυχνίνη και άλλα φυτικής προέλευσης δηλητήρια».  «If Alexander the Great was poisoned, Veratrum Album offers a more plausible cause than arsenic, strychnine, and other botanical poisons». Προφανώς η υπόθεση δηλητηρίασης βόλευε τους διαδόχους για να αμαυρώσουν  την φήμη των αντιπάλων τους για τον θρόνο και άρα μπορούμε να είμαστε καχύποπτοι γι’ αυτήν την εκδοχή.

Συνεπώς, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε κάποια νόσο που να δικαιολογεί την αρχική συμπτωματολογία, την εξέλιξη και την κατάληξή της. Εάν ξεκινήσουμε για λόγους τακτικής από την εξέλιξη, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη σηπτική κατάσταση από ενδοκοιλιακή λοίμωξη.

Θα πρέπει τώρα να επανέλθουμε στην έναρξη της νόσου και να αξιολογήσουμε τα αρχικά συμπτώματα, που είναι ο δυνατός πόνος στο δεξιό υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο και την πλάτη έπειτα από βαρύ γεύμα και έντονη οινοποσία «άκρατου οίνου». Παράλληλα, εμφάνιση πυρετού που παραμένει σε όλη την διάρκεια της νόσου. Αιφνίδιος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο εμφανίζεται ως κωλικός των χοληφόρων, διάτρηση γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, οξεία χολοκυστίτιδα-χολαγγειίτιδα, οξεία σκωληκοειδίτιδα (σπανιότατα).

Η διάτρηση ΓΔΔΕ σπάνια εμφανίζεται μετά από γεύματα, διότι τα τελευταία εξουδετερώνουν τα όξινα υγρά του στομάχου και είναι χαρακτηριστική η διάτρηση σε κενό στόμαχο την νύχτα. Επίσης η περιτονίτιδα στην αρχή είναι χημική και δεν δημιουργεί πυρετό, όπως στον Αλέξανδρο. Η αυτόματη επικάλυψη από το μείζον επίπλου που μπορεί να συμβεί συχνά σε νέους ασθενείς είναι και θεραπευτική και δεν οδηγεί σε περαιτέρω επιπλοκές.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα πολύ σπάνια ή σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνεται με πόνο στο δεξιό υποχόνδριο, ακόμη και εάν είναι οπισθοτυφλική . Η τυπική φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης αρχίζει με περιομφαλικό άλγος που γρήγορα εντοπίζεται στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, συνοδεύεται από ελαφρό πυρέτιο, ποτέ στην αρχή από υψηλό πυρετό που να γίνει αντιληπτός από τους ιατρούς της αρχαιότητας, οι οποίοι δεν διέθεταν θερμόμετρα. Η δε εξέλιξή της μπορεί να είναι η δημιουργία plastron, αλλά όλα αυτά στον δεξιό λαγόνιο βόθρο και όχι στο επιγάστριο, όπως η περίπτωση του Αλέξανδρου.

Παραμένει λοιπόν ο κωλικός των χοληφόρων ή η χολοκυστίτιδα-χολαγγείτιδα που θα ταίριαζε στην εντόπιση, στο χαρακτήρα και στην εξέλιξη με έκρηξη μιας οξείας παγκρεατίτιδας, με τον πόνο στην πλάτη2 που στην αρχή μπορεί να είναι ορώδης, με πόνο και πυρετό και να εξελιχθεί σε νεκρωτική που οδηγεί σταδιακά αλλά σταθερά, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί (αντικατάσταση υγρών, αντιμετώπιση της αιτίας –χολολιθίαση-, αναπνευστική υποστήριξη με αναπνευστήρα κ.α.) στην βαριά σήψη και στον θάνατο με την συμπτωματολογία που περιγράφηκε πιο πάνω.

Υπάρχει λοιπόν η σοβαρή πρόταση της οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδας. Μια  διάσημη και επιθετική αρρώστια της κοιλιάς σκότωσε τον πιο διάσημο στρατηλάτη του κόσμου.25

Η σύγκριση της δηλητηρίασης με την οξεία παγκρεατίτιδα. Η δηλητηρίαση θα ταίριαζε ως πολιτική ερμηνεία γιατί:26

1. Υπάρχει (πάντα) η πρόθεση.

2. Το δηλητήριο όταν χορηγείται με φαγητό έχει ηπιότερη δράση λόγω της αραίωσης και της εξουδετέρωσης.

3. Η κλινική εικόνα εδώ δεν είναι τυπική.

4. Ο θάνατος είναι άμεσος και δεν διαρκεί 14 ημέρες.

5. Εάν το δηλητήριο είναι εισπνεόμενο, ο θάνατος επέρχεται αργότερα από επιπλοκές.

Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ιατρική ερμηνεία:

1. Συχνή αιτία της είναι η χολολιθίαση και η χρήση οινοπνεύματος

2. Βαρύ γεύμα και οινοποσία συχνά είναι αιτία κωλικών και οξείας παγκρεατίτιδας.

3.  Η κλινική εικόνα είναι τυπική.

4. Χωρίς θεραπεία η νόσος κάνει γρήγορα τον κύκλο της μέχρι τέλους.

5. Ο θάνατος επέρχεται από σηπτική κατάσταση και τις συνέπειές της (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα, πιθανότατα λιθιασικής αιτιολογίας, (επειδή υπάρχουν αναφορές ότι ο Βασιλιάς πάθαινε συχνές κρίσεις κοιλιακού πόνου) φαίνεται ότι είναι η πιθανότερη αιτία θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τούτο διότι:

1. Της ασθένειας  προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος όπως συνήθιζε τελευταία ο Βασιλιάς. Είναι γνωστό δε ότι, παρά την εισβολή της νόσου, δηλαδή του πόνου, επακολούθησε και την επόμενη ημέρα κατάχρηση οινοπνεύματος μέχρι μέθης.

2. Η κλινική εικόνα, η εισβολή και η εξέλιξη είναι τυπική. Δηλαδή: Ο πόνος οξύς, διαξιφιστικός (κωλικός ήπατος) με αντανάκλαση προς  την ωμοπλάτη ή τον θώρακακαι ακολούθως προς την κοιλία, ο οποίος συνοδεύεται από εμετό (ανακουφιστικό), ρίγος και πυρετό. Οι κολλώδεις ιδρώτες ( χαρακτηριστικό αφυδάτωσης), η ωχρότητα (που είναι η αγγειοσύσπαση αρχόμενης σηπτικής κατάστασης), η συγχυτική κατάσταση (που είναι αποτέλεσμα ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αναιμίας), η σωματική κατάπτωση (διαταραχές ηλεκτρολυτών κυρίως Καλίου), η θόλωση της διανοίας, το παραλήρημα, η διέγερση (χαρακτηριστικό εγκεφαλικής δυσλειτουργίας από έλλειψη ιχνοστοιχείων), τα ψυχρά άκρα (εκδήλωση εγκατεστημένης σήψης), η προϊούσα επιδείνωση, μέχρι το Ιπποκράτειο προσωπείο (βαριά σήψη, υποξυγοναιμία), τέλος ή αναπνευστική ανεπάρκεια (που είναι το τελευταίο στάδιο σηπτικής καταπληξίας), κατάσταση η οποία εξελίσσεται εντός 14 ημερών προς τον θάνατο, είναι τυπική της εξελίξεως βαριάς σηπτικής καταστάσεως σε εδάφος οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδος.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε κανείς αβίαστα να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως εξής:

a.i. Όνομα: Αλέξανδρος ο III ο Μακεδών, Βασιλιάς των Ελλήνων.

a.ii. Ημέρα: 13η Ιουνίου ή 28η Δαισίου 323 π.X.

a.iii. Ώρα: Πιθανόν απόγευμα.

a.iv. Πάθηση: Χολολιθίαση (;)

a.v. Επιπλοκή: Οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα.

a.vi. Αιτία θανάτου: Σηπτική κατάσταση, ανεπάρκεια οργάνων πολλών συστημάτων.

Για τον Νίκο Σοφιανό27, ο Αλέξανδρος πέθανε όταν «υποχρεώθηκε» να αρχίσει να επιστρέφει από την Ινδία . Έχει δίκιο ο Σοφιανός αλλά τότε πέθανε ίσως η μεγάλη φιλοδοξία του Στρατηλάτη να κατακτήσει όλον τον κόσμο μέχρι την Μεγάλη Θάλασσα, ενώ ο «οργανικός» του θάνατος επήλθε πολύ αργότερα στην Βαβυλώνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφιππος στον Βουκεφάλα. Παραλία Θεσσαλονίκης.

Εμείς οι Έλληνες Μακεδόνες όμως παραμένουμε στον θρύλο, ξεπερνώντας τον θάνατο. Μένουμε στην άφθαρτη νιότη του Αλέξανδρου με τα μακριά μαλλιά το γερμένο κεφάλι και το βλέμμα πάντα προς τα επάνω.

Γιατί όπως λέει ο Μάκης Βαρλάμης:28
Γεννήθηκα ανάμεσα στα ίδια βουνά και μεγάλωσα
κάτω από τον ίδιο Μακεδονικό ήλιο
κοινό χαμόγελο, κοινά μάτια.
Υπάρχουν μαζί μου χιλιάδες χρόνια.
Τα μάτια του, η ψυχή του, το πνεύμα Του.

Εμείς επίσης που ζούμε στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που πήρε το όνομα της από την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου επειδή γεννήθηκε την ημέρα που ο Φίλιππος νικούσε τους Θεσσαλούς (Θεσσαλών-Νίκη), συμφωνούμε με αυτό που υποστηρίζει και η άλλη αδελφή του, η μυθική γοργόνα.

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει

 

 

Ο Θωμάς Γερασιμίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Χειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής του ΑΠΘ. Για το επιστημονικό και το κοινωνικό του έργο τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και από την UNESCO και την Κοσμητεία της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει ασχοληθεί με τον εθελοντισμό, τις νέες τεχνολογίες αλλά και τις αιτίες του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέματα για τα οποία έχει κάνει πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις. Υπήρξε Πρόεδρος πολλών επιστημονικών εταιρειών μεταξύ των οποίων της Ιατρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης τις διετίες 2006-2007 και 2008 -2010.

Ο Χρήστος Παπανικολάου είναι Δρ. Χειρουργικής, τέως Διευθυντής Α΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο Απόστολος Καμπαρούδης είναι Καθηγητής Χειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Διευθυντής Ε΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ.
Ο Δημήτριος Καραμάνος είναι Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Α΄ Χειρουργική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αθανάσιος Παπανικολάου είναι Ειδικευόμενος Πλαστικής Χειρουργικής, Τμήμα Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βέρνης, Ελβετία.
Ο Συμεών Γερασιμίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Amherst MA της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

 

1. Αρριανός Φλάβιος: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

2. Πλούταρχος: Αλέξανδρος. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

3. Hammond N.G.L.: Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής. Μετάφραση : Π.Θεοδωρίδης. Εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία», 1997.

4. Λασκαράτος Ι.: Ο Μέγας Αλέξανδρος στα πεδία της Ιατρικής. Εκδόσεις J&J Hellas, Αθήνα 1997.

5. Πτολεμαίος ο Λάγου. Αναφέρεται στον Αρριανό.

6. Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, 1998.

6. Quintus Curtius Rufus: Historia Alexandri Magni [Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου]. Εισαγωγή-απόδοση-σημειώσεις Χάρη Μίκογλου. Εκδοτικός οίκος Ι.Ζαχαρόπουλος Α.Ε., Αθήνα 1993.

7. Σαμοθράκης Αχιλλέας: «Περί των ασθενειών, των τραυμάτων και του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ελληνική Ιατρική 1928. Αναφέρεται από Καργάκο.

8. Αυρηλιώνης Σ. Διονύσιος: Αίτια του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1974. Αναφέρεται από Καργάκο.

9. Sbarounis, Charalambos N. M.D.Journal of Clinical Gastroenterology: June 1997 – Volume 24 – Issue 4 – p 294-296.

10. Σμπαρούνης Χ.Ν. “Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδου. Ένα οδοιπορικό ή ένα ιατρικό δελτίο”. Ελληνική Ιατρική 1995, 61, 2:162-166,

11. Κιτσόπουλος Γ.: Αλέξανδρος ο Μέγας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλτιντζή, Τόμος τρίτος, Θεσσαλονίκη 1986.

12. Καργάκος Ι.Σαράντος: Μέγας Αλέξανδρος , ο άνθρωπος φαινόμενο. Μέρος Γ΄σελ. 199-208 Real news 2013.

13. Αριστόβουλος. Αναφέρεται στον Αρριανό.

14. National Geographic Deutschland. April 2013 D seite 40-73.

15. Docherty P.: The death of Alexander the Great: What or who really killed the young conqueror of the known world. New York: Carroll &Graf Publishers 2004. ISBN:0786713402

16. Oldach DW, Richard RE, Borza EN, Benitez RM.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 338:1764-1769.

17. Marr S, Calisher CH.: “Alexander the Great and West Νile virus encephalitis”. Emerg Infect Dis 2003;9:1599-1603.

18. Behrman AJ,Wilson RB.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 339:1248.

19.Romm J., Strassler R.B.: The Campaigns of Alexander. Pantheon Books, New York 2010. Book seven, page 310 and Appendix O page 404-6.

20. Boyd RE, Brennan PT,Deng JF, Rochester, Spyker DA,: “Strychnine poisoning. Recovery from profound lactic acidosis, hyperthermia, and rhabdomyolysis”. Am J Med 1983:74:507-512.

21. Haslam MT.: “Accidental strychnine poisoning”. Br Med J 1965:1:1191.

22. Ratnaike RN : “Acute and chronic arsenic toxicity”. Postgrad Med J 2003 79:391-396.

23. Gorby MS. “Arsenic poisoning”. West J Med.149, 1988, pp.308-315.

24. Schep Leo J. , Robin J. Slaughter, J. Allister Vale & Pat Wheatley: “Was the death of Alexander the Great due to poisoning? Was it Veratrum album?”. Clinical Toxicology 2013 Early Online 1-6 pp. 72-77.

25. Kuemmerle G : Professor fuer Chirurgie Dr.Med., Hab. Προσωπική επικοινωνία.

26. Ήρκος-Στάντης Ρ Αποστολίδης : Οι πρώτες Πηγές. «Μέγας Αλέξανδρος». Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών. Εκδόσεις Gutenberg, 2015.

27. Σοφιανός Ν.: Ζεί ο Αλέξανδρος;, Εκδόσεις Αντίθεση, Αθήνα.

28. Βαρλάμης Ε.: Θεσσαλονίκη, η Αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Εκδότης: IDEA International Art & Designcenter, Αυστρία και Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας λζ΄Δημήτρια 2002.

29. Katherine Hall.: “Did Alexander the Great die from Guillain-Barre Syndrom?”. The Ancient History Bulletin, 2018, Vol. 32, pp 106-128.

 

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα: Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά*

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ανήκει στη γενιά των ζωγράφων που επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν «ελληνότροπο μοντερνισμό». Το έργο του χαρακτηρίζεται από διαρκή προβληματισμό και μιαν αμφίδρομη κίνηση για την εννόηση του μοντέρνου μέσα από τα δεδομένα της δικής μας παράδοσης και αντίστοιχα τη χρήση στοιχείων της παράδοσης κατά την ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης.

Αρχικά φοίτησε στο «Σχολείο Καλών Τεχνών» της Αθήνας (1909-1916), κοντά σε συντηρητικούς δασκάλους, σπουδαγμένους στην Ακαδημία του Μονάχου, όπως ο Σπύρος  Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης  και  απόκτησε μια στέρεη ακαδημαϊκή παιδεία. Δούλευε, παράλληλα, για να επιβιώσει, «ρετουσάροντας σωρούς από μεγεθύνσεις πεσόντων στους Βαλκανικούς Πολέμους» και συνδέθηκε με στενή φιλία με  δύο Μικρασιάτες που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του, τον Στρατή Δούκα και τον Φώτη Κόντογλου. Ο Δούκας, μετά την επίσκεψή του, το 1914, δημιούργησε τον «θρύλο» του Άθω και ο Κόντογλου άνοιξε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου έφτασε έναν χρόνο πριν από τον Παπαλουκά.

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά  υπήρξε η  παραμονή και οι σπουδές του στο Παρίσι (1917-1921) και επιδίωξε να κάνει μια καινούργια αρχή, αφού, όπως φημολογείται, έκαψε σχεδόν όλα τα σπουδαστικά του έργα πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα. Ωστόσο, φαίνεται πως αντιμετώπιζε τις νεωτεριστικές τάσεις με επιφυλακτικότητα κι επέλεξε να φοιτήσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Γκραντ Σωμιέρ.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη.

Μετά την κρίση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι έφτασαν διαδοχικά οι Τζαρά, Ντυσάν, Πικαμπιά, Αρπ, Μαν Ρέυ, Μαξ Ερνστ και μαζί με τους ποιητές Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ και τον Πιερ Ρεβερντύ προετοίμαζαν τον Σουρεαλισμό. Παράλληλα, συνυπήρχαν και συμπλήρωναν την εικαστική πολυφωνία συντηρητικοί καλλιτέχνες, οι επίγονοι των Ναμπί, που είχαν φοιτήσει, μάλιστα, στην Ακαδημία Ζυλιάν, οι Μορίς Ντενί, Πιερ Μποννάρ, Εντουάρ Βυιγιάρ και άλλοι. Οι Ναμπί εκτιμούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες πριν από αυτούς και κυρίως τους εμπρεσιονιστές. Αν και η ονομασία τους (Ναμπί =προφήτης, στα εβραϊκά) παραπέμπει στη θεοσοφία, πρόθεσή τους υπήρξε, κυρίως, να γίνουν προφήτες της μοντέρνας τέχνης και, εφαρμόζοντας το δίδαγμα του Γκωγκέν, υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η τέχνη του ζωγράφου έγκειται στη δημιουργία ενός αυτόνομου κόσμου πάνω στη δισδιάστατη επιφάνεια του πίνακα που δε μιμείται τη φύση αλλά την αναπαριστά με πλαστικά και χρωματικά ισοδύναμα.

Οι επιδράσεις των πιο συντηρητικών τάσεων της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που ταίριαζαν και στην ιδιοσυγκρασία του, φαίνεται πως επηρέασαν τον Παπαλουκά κατά τη διάρκεια των σπουδών και  της παραμονής του στο Παρίσι, που διακόπηκε απότομα για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Για τα έργα που εκτέθηκαν στο Ζάππειο, στην «Πολεμική ΄Εκθεση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας», και χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης, είναι γνωστή μόνον η κριτική του Φώτου Πολίτη: « Ο κ. Παπαλουκάς…έχει μεθύσει, έχει τρελαθεί αληθινά με το φως της Ανατολής…Οι όγκοι των ανθρώπων, αι σειραί των στρατιωτών που ζωγραφίζει εξαϋλούνται, εξαερίζονται μέσα εις άπλετον φως».¹

Τα διδάγματα του Παρισιού διαφαίνονται σταδιακά στο έργο του, αφομοιωμένα και σε διαρκή επεξεργασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αναζητήσεις και σε συσχετισμό με τις αξίες που διέκρινε στη μελέτη της τέχνης της παράδοσης, μετά την εμπειρία της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Η προσοχή του παρέμενε διαρκώς στραμμένη στα αιτήματα του πολιτισμού του καιρού του που επιχειρούσε να  εκφράσει με τη ζωγραφική του, έχοντας πλήρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Σε συνέντευξή του το 1953 έλεγε: «Δεν έχουμε ακόμα μάτια για να φτάσουμε το μεγάλο αίτημα της εποχής μας (την απλούστευση). Αυτό θα το κατακτήσουμε βήμα-βήμα μόνο με τη μάθηση, ανεβαίνοντας ένα-ένα όλα τα σκαλιά που ανέβηκε η ζωγραφική στις χώρες της Ευρώπης».

Ξενάγηση στο έργο του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Παπαλουκάς σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του φιλοτέχνησε προσωπογραφίες, λίγα εσωτερικά, νεκρές φύσεις, μελέτες γυμνών, μνημειακά σύνολα, σκηνογραφίες, αλλά η τοπιογραφία, χωρίς να θεωρηθεί υπαιθριστής, υπήρξε το επίκεντρο των εικαστικών αναζητήσεων και προβληματισμών του. Οι μελετητές, όταν αναφέρονται στο έργο του, συνηθίζουν να το χαρακτηρίζουν με την ονομασία του τόπου που επισκέφτηκε και δούλεψε εκεί: περίοδος Αίγινας, Αγίου ΄Ορους, Σαλαμίνας, Μυτιλήνης, Πάρου, ΄Υδρας. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «το ύπαιθρο είναι… το μέσον που μου επιτρέπει να καθορίσω και να αξιολογήσω όλες τις ζωγραφικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό υπάρχουν εμφανή και σε μεγάλα μεγέθη οι πολύτιμες αξίες του χρώματος, των τόνων και του σχεδίου. Τα χαίρεται και τα μελετά ο καλλιτέχνης μεγεθυμένα. Δεν είμαι τοπιογράφος, γιατί με τραβούν τα θέλγητρα του τοπίου, δεν κάνω ζωγραφική ποίηση. Βγαίνω στο ύπαιθρο, εμπνέομαι από αυτό και πλουτίζω εντός μου όλες τις ζωγραφικές αξίες, τον ρυθμό, τις συνθετικές δυνατότητες».

Στον τομέα  της τοπιογραφίας, η επίδρασή του, μαζί με τον Μαλέα, τον Οικονόμου και τον Νικόλαο Λύτρα, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης.

Το εικαστικό τοπίο είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση που μεταβάλλεται κάθε φορά που η μεταξύ τους σχέση διαφοροποιείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού W. Heisenberg, στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα της φύσης αντανακλά τη δική μας σχέση με τη φύση και αντικείμενο της γνώσης δεν είναι η φύση καθεαυτή, αλλά η φύση που υπέστη τα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο δεύτερος καθοριστικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά υπήρξε η μετάβασή του στον Άθω με τον Στρατή Δούκα, από τον Νοέμβριο του 1923 έως τον Νοέμβριο του 1924. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Κόντογλου και η έκθεση αντιγράφων από βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια, σχέδια και πίνακες από τη ζωή και τη φύση του Άθω, στο Λύκειο Ελληνίδων, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1923, στην οποία εξέθεσε λίγα έργα και ο Παπαλουκάς. Με νωπές τις εντυπώσεις της έκθεσης ξεκίνησαν οι δύο σύντροφοι «γι αυτό το απεγνωσμένο ταξίδι στο Άγνωστο», όπως σημείωσε ο Δούκας.²

Ωστόσο το Άγιον Όρος δεν ήταν  άγνωστο ούτε στους Ευρωπαίους μελετητές ούτε στους ΄Ελληνες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι έρευνες του Gabriel Millet στα αρχεία και στα μνημεία, οι φωτογραφίες και οι μελέτες του για το Όρος³ είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία. Αλλά και ´Ελληνες αγιογράφοι μετά την Απελευθέρωση,  όπως ο Κωνσταντίνος Φανέλλης (1791- 1867;) και ο Σπυρίδων Χατζηγιαννόπουλος (1832- 1905), παρά τη δυτική παιδεία τους, κατέφευγαν στο ‘Ορος για να μελετήσουν και να αντιγράψουν βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες.⁴ Επίσης, το 1914, δύο σημαντικοί λόγιοι και φίλοι, με μεταφυσικές ανησυχίες,  ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκίνησαν σαν τους παλιούς προσκυνητές για σαρανταήμερη περιήγηση στο Όρος.⁵  Και πριν από τον Παπαλουκά, ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας (1887- 1940), γοητευμένος από τη φύση και τα μοναστήρια, κυκλοφόρησε το 1922, Le Mont Athos, ένα σπάνιο λεύκωμα με 12 πρωτότυπες οξυγραφίες, τυπωμένο στο Παρίσι  με πρόλογο του βυζαντινολόγου Charles Diehl, ενώ αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του κι άλλοι ´Ελληνες χαράκτες.⁶

Για την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων του ´Αθω εμβληματική υπήρξε η υπόδειξη του Δ. Γαλάνη προς τον Βενιζέλο, μετά την απογοητευτική υποδοχή της έκθεσης της Ομάδας Τέχνη στην παρισινή γκαλερί La Boetie, το 1919, «να στέλνετε τους υποτρόφους σας στο ΄Αγιον ΄Ορος».⁷ Πιθανόν και ο Παπαλουκάς που ήταν τότε στο Παρίσι να είδε την έκθεση και να άκουσε τα σχόλια.  Εξάλλου η προβολή επιλεγμένων αισθητικών στοιχείων της παραδοσιακής τέχνης-βυζαντινής και λαϊκής-συναντούσε  ανάλογα αξιώματα του μοντερνισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στροφή προς τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης αναφέρεται  πολύ πρώιμα, με ιδιαίτερη έμφαση, στο άρθρο του Περικλή Γιαννόπουλου « Η σύγχρονος ζωγραφική», στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Δεκέμβριο του 1902. Στις υποδείξεις προς τους ζωγράφους της εποχής του τόνιζε, πέρα από τη σπουδαιότητα του Φυσικού, του Μυθολογικού,  ότι « ο Βυζαντινός μας κόσμος είναι ακριβώς τα Προπύλαια του Αρχαίου μας κόσμου» και παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους ´Ελληνες, ενώ στην Ευρώπη « αι εκ της Βυζαντινής τέχνης εμπνεύσεις και μιμήσεις είναι του συρμού».

Αριστερά: Από τις Καρυές του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Alpha Bank.

Έναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η παραμονή του στο  ´Ορος και  ο Παπαλουκάς μελετούσε και ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μνημεία και τη φύση. Κατά τη μαρτυρία πάλι του Δούκα, «η φύση θα του προσφέρει για σπουδή το δυσυπόταχτο πράσινο, οι τοιχογραφίες τις δύσκαμπτες σιέννες, ο ποικίλος βυζαντινός διάκοσμος τη σοφία του μαζί με τον αυθορμητισμό. Ο πίνακάς του στυφίζει γεμάτος χυμούς».⁸ Οι δύο σύντροφοι  γοητεύτηκαν τόσο από την τέχνη όσο και από τη φύση του ´Ορους, όπως γλαφυρά αναφέρει στις σημειώσεις του ο Δούκας και στα «Γράμματα από τον ´Αθω» που έστελνε τακτικά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης. Κι ενώ ο συγγραφέας εξιστορούσε τις εντυπώσεις του από τα μνημεία και το περιβάλλον, ο ζωγράφος απεικόνιζε τα τοπία,  τα εξωτερικά των μοναστηριών και «σκαρφαλωμένος σε μαδέρι» έκανε αντίγραφα τοιχογραφιών του Τζώρτζη από τη Μονή Διονυσίου, του Θεοφάνη από την Τράπεζα της Λαύρας, χωρίς να γνωρίζει ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσε για την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας στην ´Αμφισσα.  Μελέτησε επίσης και αντέγραψε εικόνες  των τέμπλων, το χειρογράφο-ψαλτήριο αρ. 61 της Μονής Παντοκράτορος, το χρυσοϋφαντο επιτραχήλιο του 16ου αιώνα της Μονής Σταυρονικήτα, με τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου  [τώρα στη συλλογή του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης] και άλλα πολύτιμα, περίπου εξήντα συνολικά, αντικείμενα. ΄Οταν συμπληρώθηκε η συλλογή του υλικού, οι δύο φίλοι εγκαταστάθηκαν σ΄ένα κελί στις Καρυές, όπου ο συγγραφέας συνέχισε τις ανταποκρίσεις του και ο ζωγράφος δεν έπαψε να εργάζεται ακούραστα, φιλοτεχνώντας περί τα εκατό σχέδια και πίνακες . Τα τοπία του ΄Αθω, κυρίως απόψεις μοναστηριών  και αρσανάδες, συνεχίζουν τεχνοτροπικά τα έργα της Αίγινας, αλλά τώρα οι συνθέσεις γίνονται πολύπλοκες εξαιτίας της ιδιομορφίας του τὀπου, αναπτύσσονται κάθετα και το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια. Με κάποια θέματα από τον ΄Αθω, τοπία και κτίρια, πειραματίστηκε ο Παπαλουκάς και την επόμενη δεκαετία, επιχειρώντας με διαφορετικούς τρόπους την εικαστική τους απόδοση, ως προς τη δομή του χώρου, τις φόρμες και τα χρώματα.  Στα λίγα εσωτερικά που ζωγράφισε οι απαλοί χρωματισμοί, ο λυρισμός της γραμμής, η ρυθμική εναλλαγή καμπύλων και ευθειών παρουσιάζουν αναλογίες με  τις συνθέσεις των Γάλλων Εντιμιστών.

Αριστερά: Σκήτη Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους, 1932-1935, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935, λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη.

Τα αντίγραφα που φιλοτέχνησε από τις τοιχογραφίες και τα άλλα κειμήλια των μοναστηριών υπήρξαν μια άσκηση για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας και των αισθητικών κανόνων της βυζαντινής τέχνης  που διαπίστωσε ότι σε πολλά σημεία ανταποκρινόταν στα αξιώματα της μοντέρνας τέχνης: δισδιάστατες επιφάνειες, έλλειψη προοπτικής, λειτουργικότητα του χρώματος, υπέρβαση του νατουραλισμού, πλούσιος διάκοσμος με συμβολιστικές αναφορές.

 

Η Προδοσία, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από την τοιχογραφία του Καθολικού της Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη.
Ο Ευαγγελισμός, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από τον α´οίκο χρυσοϋφαντου επιτραχηλίου. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο 1924, κατεβαίνοντας από το Όρος, ο Παπαλουκάς, με τη συνεργασία του Δούκα, εξέθεσε στη Θεσσαλονίκη στο καφενείο του Λευκού Πύργου, ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, εκατόν είκοσι έργα της Αθωνικής παραγωγής. Η έκθεση αποτέλεσε γεγονός για την πόλη, έστω κι αν τα έργα παραξένεψαν πολλούς. Με την ευκαιρία της έκθεσης ο τύπος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον ζωγράφο που έδωσε συνεντεύξεις και διατύπωσε τις απόψεις του για τη βυζαντινή τέχνη.

« Η βυζαντινή τέχνη είναι μια άρτια τέχνη, που μπορεί να σταθεί αμείωτα σε κάθε εποχή…

Το Άγιον Όρος, το μεγαλύτερο αυτό Βυζαντινό Μουσείο του κόσμου, μου παρέσχε αληθινές αποκαλύψεις απάνου σε χίλιες δυό απορίες μου και τεχνικές εκζητήσεις. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο και άγνωστο…

Η μελέτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού διακόσμου, που δεν είναι παρά η λύσις των αισθητικών ζητημάτων που παρουσιάζει η εποχή αυτή της εθνικής μας ζωής, θα μας έδινε την ευκαιρία να ατενίσουμε την Ελληνική ιδέα σε ένα μαγαλύτερο βάθος.

Όποιος δεν καταλαβαίνει αισθητικά τον Βυζαντινό, ας μου επιτρέψει να του πω ότι δεν εννοεί ολότελα τον Αρχαίο. Και όταν ένας καλλιτέχνης δεν εννοεί το ελληνικό παρελθόν, πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνικό μέλλον, που είναι η δουλειά του;

…Εκεί απάνω είδα καθαρά πως η τέχνη σε κάθε μεγάλη της εποχή δεν είναι παρά φόρμα και χρώμα που έπρεπε να έχουν ανταπόκριση με μια μορφή που πάσχιζε να τη συλλάβει ένας ολόκληρος λαός. Λέγοντας μορφή εννοώ ένα σύνολο αισθητικών νόμων που σύμφωνα με αυτό ένας λαός και μια εποχή αρμονίζουν τις ανάγκες της ζωής μας».

Εδώ, ακριβώς, έγκειται και η διαφοροποίησή του από τον Κόντογλου, ο οποίος επέβαλε  τη μίμηση αισθητικών κανόνων μιας άλλης εποχής που δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες. Ενδεικτική για τις εδραιωμένες αντιλήψεις του Παπαλουκά, σχετικά με τη διαχείρηση της παράδοσης είναι η συζήτησή του με τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Ξυνόπουλο, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1956: «…ο τεχνίτης δεν είναι ειλικρινής όταν βασίζεται μόνο σ´ένα  ῾δάνειο῾, δηλαδή σ´αυτά που πήρε από την παράδοση. Για να σταθείς και να βαδίσεις δεν αρκεί ένα πόδι, χρειάζονται και τα δύο. Και τα διδάγματα από την παράδοση είναι το ένα πόδι μόνο…¨Επιστροφή στη φύση !῾ Είναι κάτι που κοστίζει και ζητάει θυσίες, ιδιαίτερα στην αρχή. Αλλά χρειάζεται, για να μπορέσει  κανείς να συνεχίσει δημιουργικά την παράδοση και να μπορέσει καλύτερα ύστερα να κάμει την ίδια αυτή δουλειά της μνημειακής τέχνης».⁹

Με τα απαραίτητα καλλιτεχνικά εφόδια και σοβαρό προβληματισμό σχετικά με την πορεία της νεοελληνικής τέχνης, ο Παπαλουκάς πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ιστόρηση της Ευαγγελίστριας, του Μητροπολιτικού ναού της ΄Αμφισσας (1926) και τα σχέδιά του εγκρίθηκαν παμψηφεί από την κριτική επιτροπή, που όπως αναφέρθηκε, είχε συσταθεί από τους αρχιτέκτονες Α. Ορλάνδο, Αρ. Ζάχο, Δημ. Πικιώνη και τον γνωστό ζωγράφο Κ. Παρθένη. Στην έκθεση αναφερόταν με λόγο χαρακτηριστικό των αντιλήψεων των επιφανών μελών το σκεπτικό της επιτροπής: «Η αξία του Παπαλουκά συνίσταται όχι τόσον εις το ότι ο καλλιτέχνης πειράται να εκφρασθεί δια της μορφής της Ελληνικής παραδόσεως από απλούς συναισθηματικούς λόγους, αλλά διότι ως καθίσταται προφανές, ο καλλιτέχνης έφθασε κατόπιν μακράς και στοχαστικής εργασίας εκ της φύσεως, εις την ανάγκην μιας εργασίας αφαιρέσεως. Τοιουτοτρόπως κατέστη ικανός να λάβει συνείδησιν πραγματικήν της βυζαντινής τέχνης ως «τέχνης». Και δια να εκφρασθώμεν πλέον συγκεκριμμένως, η αίσθησίς του της σημασίας της αρχιτεκτονικής των σχημάτων απορρέει από την πραγματικήν γνώσιν των αισθητικών νόμων. Η κριτική επιτροπή εγκρίνει όχι μόνον παμψηφεί τα σχέδια του Παπαλουκά, αλλά εκφράζει τον θερμότατον αυτής ενθουσιασμόν δι΄αυτά, ελπίζουσα ότι το έργον εκτελούμενον θ΄αποτελέσει σταθμόν εις την τέχνην του τόπου μας και αναβίωσιν των παραδόσεών μας…».¹º

Ο ναός ήταν προγενέστερο κτίσμα, του 1868, χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς με τρούλλο ναού, με επιβλητική είσοδο με τρίβηλο άνοιγμα,  τρία κλίτη στο εσωτερικό, εκ των οποίων το κεντρικό υπερυψωμένο και υπερώο σε σχήμα Π στα δυτικά.

Ο Παπαλουκάς εργάστηκε στο ναό από το 1927 έως το 1932, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο.  Σεβάστηκε την αρχιτεκτονική διάρθρωση  του μνημείου και πέτυχε την αρμονική προβολή των παραστάσεων πάνω στις επιφάνειές του, αλλά κυρίως σεβάστηκε το βασικό αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η εκκλησιαστική τέχνη υπηρετεί το δόγμα και ότι η βυζαντινή παράδοση έχει ιδιαίτερο βάρος.¹¹  Οι αφηγηματικές απεικονίσεις καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σημεία του ναού, τον τρούλλο, τις καμάρες του σταυρού, τα τόξα της Πρόθεσης και του Διακονικού, την καμάρα του υπερώου, ενώ οι υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων, των πεσσών, των οροφών των πλαγίων κλιτών και του υπερώου καλύπτονται από πλούσιο μεγάλης ποικιλίας διάκοσμο, φυτικό, γεωμετρικό, αφαιρετικό,  που έλκει την καταγωγή του από μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής- κάνθαροι με πουλιά κι ελικοειδείς βλαστοί, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται σταυροί από πολύπλοκα κασμήματα εμπνευσμένα από το μπαρόκ, από μιμήσεις ξυλόγλυπτων επιχρυσωμένων κοσμημάτων, από μοτίβα της λαϊκής τέχνης, ακόμα και από στοιχεία της αρ νουβώ.  Εκτός από τις οροφογραφίες των κλιτών του ισογείου και του γυναικωνίτη που παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους ο λοιπός διάκοσμος ντύνει τις επιφάνειες με τέτοια ευφάνταστη ευρηματικότητα στην ποικιλία των σχημάτων και των έντονων χρωμάτων  ώστε να δημιουργείται ένα παραδείσιο τοπίο, του οποίου, δυστυχώς, η συνοχή σήμερα  διασπάται κι εξαιτίας των φθορών που έχουν υποστεί οι τοιχογραφίες αλλά και από τις πολλές αναρτημένες εικόνες και τον πρόσθετο εξοπλισμό.

Διακόσμηση του νοτίου κλίτους του Μητροπολιτικού ναού της ‘Αμφισσας, 1927-1932.

Τα εικονογραφικά πρότυπα των συνθέσεων μαρτυρούν τη γνωριμία του καλλιτέχνη με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Όρους και τον ΄Οσιο Λουκά και τη στοχαστική μελέτη του πάνω σε αυτά πριν από τη μετάπλασή τους στον δικό του μορφοπλαστικό κώδικα. Ενδεικτικές είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ θρησκευτικών σκηνών που είχε αποτυπώσει στο Όρος, τοιχογραφιών και άλλων κειμηλίων και παραστάσεων της Ευαγγελίστριας. Σε πολλές σκηνές της ζωής του Χριστού και των Παθών ο Παπαλουκας είχε ως πρότυπα τις ανάλογες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Διονυσίου (16ος αιώνας), αλλά  και μορφές από την ψηφιδωτή διακόσμηση του Οσίου Λουκά (11ος αιώνας).


Οι περισσότερες παραστάσεις ξετυλίγονται σε νυκτερινά τοπία με έναστρο ουρανό, μπροστά σε αρχιτεκτονήματα (Ευαγγελισμός, σκηνές Παθών)  ή στη φύση και περιβάλλονται από σχηματοποιημένα βράχια, βουνά και δέντρα (Γέννηση, Βαϊοφόρος), όπως στα παλαιολόγεια έργα.  Η απόδοση όμως των ολόσωμων αποστόλων Πέτρου και Παύλου θυμίζει την τεχνική του Παρθένη στον Άγιο Αλέξανδρο Φαλήρου .

H Γέννηση, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας, 1927- 1932.
Η Βαΐοφόρος, 1924, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας

Η ερμηνεία των παραδοσιακών προτύπων  γίνεται  μ΄έναν καινούργιο τρόπο και προσωπικό ύφος, με μια διάθεση φωβιστική  σε ό,τι αφορά την απόδοση της φόρμας, του χρώματος, της τεχνικής, στην οποία διακρίνονται και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως τα έντονα περιγράμματα που παραπέμπουν ακόμα και σε ἐργα του Ρουώ, χωρίς να λείπουν  όμως και  κάποια δάνεια από τη λαϊκή τέχνη  που χαρίζουν αυθορμητισμό και ζωντάνια στις παραστάσεις.  Τα χρώματα είναι έντονα, οι μορφές αδρές και στιβαρές, η πτυχολογία σχηματοποιημένη, οι συνθέσεις αρμονικές και ισορροπημένες μεταξύ τους. Η έλλειψη προοπτικής και φωτοσκιάσεων αντισταθμίζεται από τις μελετημένες στάσεις των μορφών και την ανάλυση των όγκων σε χρωματικά επίπεδα.  Η Μ. Λαμπράκη- Πλάκα αποφαίνεται ότι «η εμπειρική σοφία των Βυζαντινών επαληθεύεται εδώ από μια βαθειά γνώση των φυσικών ιδιοτήτων του χρώματος, που ο Παπαλουκάς είχε σπουδάσει τόσο στα θεωρητικά κείμενα, όσο και στα έργα των ζωγράφων που θαύμαζε, ιδιαίτερα των Νεοεμπρεσιονιστών».¹²

O Άγγελος της Αποκάλυψης, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια πολυφωνία στις τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωγραφικής που εκφράζει τον γενικότερο ιδεολογικό προβληματισμό, αντίθετα από την  επίσημη Εκκλησία που μένει πιστή σε μια ναζαρηνίζουσα τάση. Πρωταρχικά αναδεικνύεται ο ρόλος της βυζαντινής αισθητικής, ενισχυμένος από τις θέσεις του ελληνικού Μοντερνισμού. Ο Παρθένης πλησίασε τους Βυζαντινούς με το υψηλό ήθος και την πνευματικότητα των έργων του, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου και ο Ρέγκος άντλησαν από τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, ο Κόντογλου όμως υπερέβαλε όλους, γιατί δεν άντλησε από την παράδοση αλλά επιδίωξε την αναβίωση της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας και σύντομα κατέληξε σε μια στείρα επανάληψη στερεοτύπων που επέβαλε και στους μαθητές του, από τους οποίους μόνον ο Ράλλης Κοψίδης κατόρθωσε να αποτινάξει τη βαριά σκιά του δασκάλου. Γι αυτό η εικονογράφηση της Άμφισσας θεωρείται ένα ξεχωριστό παράδειγμα, όπου «ο Παπαλουκάς εφύσηξε εκεί νέα πνοή στη μεταβυζαντινή ζωγραφική παράδοση και ξεπέρασε την τυφλή αντιγραφή βυζαντινών προτύπων» (Π. Μιχελής)¹³, ενώ «τα πορίσματα της παράδοσης καταξιώνονται με τον πιο έγκυρο τρόπο» (Δ. Πικιώνης).¹ Στην περίπτωση του Παπαλουκά επιβεβαιώνεται ο στοχασμός του Σεφέρη σχετικά με την παράδοση: «Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή, και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ´αυτό με υπερβολική αγάπη. ´Ενα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνιά του».¹⁵

Φωτογραφία του Παπαλουκά μπροστά στο σχέδιο του Αρχαγγέλου για την παράσταση του Ευαγγελισμού στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Το πλήθος των σχεδίων και των ανθιβόλων τα οποία χρησιμοποίησε, συνεχίζοντας την πρακτική των παλιών αγιογράφων, πολύ περισσότερο από το τελειωμένο έργο, αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Παπαλουκά, τον πολύμοχθο αγώνα, τη συνδυαστική φαντασία, τη στἐρεη συνθετική δομή, την αξιοποίηση των πνευματικών και τεχνικών του γνώσεων  για τη δημιουργία ενός μνημειώδους  και τολμηρού έργου που αντλώντας από τις παρακαταθήκες της παράδοσης  φαντάζει σύγχρονο  και αντιπροσωπευτικό της εποχής του.

Η συντήρηση των έργων του Σπύρου Παπαλουκά – Ένα γοητευτικό ταξίδι

 

H Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα διετέλεσε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το άρθρο αποτελεί μεταγραφή της  διάλεξης που πραγματοποίησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στις  7 Μαϊου 2019, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ.

¹  Σπύρος Παπαλουκάς- Θητεία στον ´Αθω. Αγιορείτικη Πινακοθήκη, ´Αγιον ´Ορος 2003, σ. 298.

Στον ίδιο τόμο παρατίθενται  γραπτά και  συνεντεύξεις του καλλιτέχνη, σ.47-55 (γι´αυτό δεν γίνονται  συνεχείς παραπομπές, όταν πρόκειται για δικές του εκφράσεις), λεπτομερές χρονολόγιο που έχει συντάξει η κόρη του Μίνα Παπαλουκά, αναδημοσιεύσεις άρθρων από εφημερίδες του 1924-1925 για την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, καθώς και επιλογή κριτικών κειμένων  για το έργο του καλλιτέχνη.

²  ό.π., σ. 299.

³ ´Αγιον ´Ορος στα χρόνια της Απελευθέρωσης. Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορειτική Εστία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 335-340.

⁴ Eυθ. Γεωργιάδου -Κούντουρα, ¨Το ´Αγιον ´Ορος και η νεότερη ελληνική τέχνη¨, περ. ο παρατηρητής, σ. 36.

⁵  ό.π., σ. 37.

⁶  ό.π.. σ. 38, 40

⁷ Ευγ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα- Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, επιμ. Χρ.Χατζηιωσήφ, τομ.Β’- Μέρος 2ο, Αθήνα 2003, σ. 417.

⁸  βλ. σημ. 1, σ. 299.

Σπύρος Παπαλουκάς. Συλλογή Ιδρύματος Εικαστκών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα 2008, σ. 102.

¹º Σπύρος Παπαλουκάς. Κατάλογος Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα 1976, σ. 13.

¹¹ Αναλυτικά για την εικονογράφηση του ναού βλ. Σπύρος Παπαλουκάς. Μητροπολιτικός ναός ´Αμφισσας, ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ 2016.

¹² Σπύρος Παπαλουκάς-Ζωγραφική, Ιονική Τράπεζα, Αθήνα 1995, σ. 57.

¹³ Αφιέρωμα στον Παπαλουκά [ άρθρα των Στρ. Δούκα, Π.Α.Μιχελή, Δ.Πικιώνη, Τ.Σπητέρη, Ελ.Βακαλό, Ν.Γ.Πεντζίκη κ.ά.], περ. Ζυγός, τ.39, Μάιος-Ιουν. 1958, σ. 11.

¹⁴ ό.π., σ. 29, σημ. 9.

¹⁵ Σὐγχρονη τέχνη και παράδοση. Πρακτικά εισηγήσεων Δευτέρου Συμποσίου, Αθήνα 1981, σ.188.