Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: Αυταρχισμός και καλλιτεχνική δημιουργία: Η ρήξη Stalin – Shostakovich

Γιάννης Μουρέλος: Αυταρχισμός και καλλιτεχνική δημιουργία: Η ρήξη Stalin – Shostakovich

 

Στις 5 Μαρτίου 1953, στις 9.50 το βράδυ, στη Μόσχα, ο Joseph Vissarionovich Jughashvili ,  επονομαζόμενος Stalin, άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 73 ετών, από εγκεφαλική αιμορραγία.  Με τον θάνατο του Stalin έκλεισε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της ΕΣΣΔ. Ένα κεφάλαιο γεμάτο πόνο, αίμα, διώξεις, αλλά και απαράμιλλες στιγμές συλλογικής αυτοθυσίας και αντίστασης ενάντια στη λαίλαπα του ναζισμού. Ουσιαστικά, εκείνο το βράδυ του Μαρτίου, η χώρα πέρασε σε μεταπολεμικούς ρυθμούς στο πλαίσιο, έστω, της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης, που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.  Την ίδια ακριβώς μέρα, στην ίδια πόλη, πέθανε και ο Sergei Prokofiev, ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς, που γνώρισε ποτέ η ρωσική μουσική παραγωγή. Για έναν άλλον, όμως, μεγάλο μουσικοσυνθέτη, ο θάνατος του Stalin σηματοδοτούσε το τέλος μιας προσωπικής σύγκρουσης, διάρκειας κοντά είκοσι ετών, η οποία τον είχε στιγματίσει ανεξίτηλα ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο.

O Dmitri Dmitriyevich Shostakovich (1906 – 1975) ξεκίνησε την σταδιοδρομία του με φρενήρεις ρυθμούς. Η δημιουργική του φαντασία σε συνδυασμό με το νεανικό του παρορμητισμό, πολύ γρήγορα τον κατέταξαν στην κορυφή της μουσικής πρωτοπορίας. Η Συμφωνία αρ. 1 (από τις δεκαπέντε συνολικά), την οποία συνέθεσε το 1924 σε ηλικία 19, μόλις, ετών και ενώ ήταν ακόμα μαθητής στο ωδείο του Λένινγκραντ, της γενέτειρας πόλης του, όχι μόνο προκάλεσε γενικό θαυμασμό, αλλά του εξασφάλισε, παράλληλα, διεθνή αναγνώριση. Η ΕΣΣΔ ανακάλυπτε, έκθαμβη, ένα πολλά υποσχόμενα πρώϊμο και πηγαίο ταλέντο. Πόσο μάλλον που ο Shostakovich, ήταν γέννημα-θρέμμα της μετά το 1917 πραγματικότητας. Οι παραστάσεις της προεπαναστατικής Ρωσίας που διέθετε ήταν ισχνές, ο  ίδιος δε, είχε ασπασθεί ειλικρινά την κομμουνιστική ιδεολογία, την οποία ουδέποτε αποποιήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα δέκα χρόνια που ακολούθησαν, αποτελούν την ευτυχέστερη στιγμή του συνθέτη, καθώς του επέτρεψαν να δώσει ελεύθερη και αβίαστη διέξοδο στο πολισχυδές ταλέντο του σε όλους τους τομείς της μουσικής παραγωγής: συμφωνική μουσική, όπερα, μουσική δωματίου. Δεν είχαν γίνει ακόμη αισθητοί οι περιορισμοί που επέβαλε, κατόπιν, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Ούτε είχε ενεργοποιηθεί ο απεχθής κατασταλτικός μηχανισμός της σταλινικής εποχής.

 

                          

                             Α.  H πέτρα του σκανδάλου: η όπερα Lady  Macbeth of Mtsensk

 

unnamed
Η αφίσα της πρεμιέρας

 Αποκορύφωμα της πρώτης φάσης, από κάθε άποψη δημιουργικής, της μουσικής παραγωγής του  Shostakovich, αποτελεί η σύνθεση της όπερας Lady  Macbeth of Mtsensk ( “Λαίδη Μάκβεθ της περιοχής του Mtsensk”), η πρώτη παγκόσμια εκτέλεση της οποίας έλαβε χώρα το 1934 στο Λένινγκραντ.  To λιμπρέττο στηρίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Nikolai Leskov, η δε υπόθεση διαδραματίζεται στην τσαρική Ρωσία των αρχών του 19ου αιώνα. H  ντοστογιεφσκικής κοπής πρωταγωνίστρια, Katerina Izmailova,  είναι μια δυστυχισμένη σύζυγος ενός πλούσιου εμπόρου,αναγκασμένη  να υφίσταται   καθημερινά τη βίαιη και ταπεινωτική συμπεριφορά του συζύγου και του πεθερού της. Ευρισκόμενη σε απόγνωση, σχεδιάζει και επιτυγχάνει τελικά να δολοφονήσει αμφοτέρους, με τη συνδρομή του εραστή της, ενός γοητευτικού εργάτη που μόλις έχει προσληφθεί στο αγρόκτημα. Το έγκλημα αποκαλύπτεται και οι δυο ένοχοι εκτοπίζονται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της Σιβηρίας, όπου η πρωταγωνίστρια, ανακαλύπτοντας πως ο εραστής της την απατά, πνίγει την αντίζηλό της προτού αυτοκτονήσει. Υπόθεση και μουσική διαθέτουν έντονα στοιχεία εξπρεσιονισμού και μελοδραματισμού (verismo), καθιερώνοντας τον νεαρό Shostakovich ως άξιο συνεχιστή ενός Puccini και ενός Bartók. Συνάμα, αναδεικνύουν ανάγλυφα τις αδιαμφισβήτητες ικανότητες και τη φυσική ροπή του συνθέτη προς τον τομέα του λυρικού θεάτρου. H απήχηση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Μέσα στα δυο επόμενα χρόνια, το έργο συμπλήρωσε 200 παραστάσεις.

Πέρα από την ΕΣΣΔ (το 1935 στη Μόσχα μόνο, είχε ανεβασθεί από τρία διαφορετικά θέατρα) παίχθηκε στην Κοπεγχάγη, στην Πράγα, στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, προκαλώντας γενικό θαυμασμό για τον μόλις 28 ετών μουσικοσυνθέτη. Η σταδιοδρομία του Shostakovich είχε εισέλθει σε τροχιά εκτίναξης. Ταυτόχρονα, είχε ολοκληρωθεί η σύνθεση της Συμφωνίας αρ. 4 (ό,τι πιο πρωτοποριακό και καινοτόμο είχε να επιδείξει μέχρι στιγμής) και η παγκόσμια πρώτη είχε προγραμματισθεί για τις αρχές του 1936. Αίφνης, το βράδυ της 26ης Ιανουαρίου του ιδίου έτους, τα πάντα άλλαξαν εκ διαμέτρου. Συνοδευόμενος από επιφανή στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, ο Stalin επέλεξε να παρακολουθήσει μια παράσταση της Lady  Macbeth of Mtsensk. Πλήρως ανυποψίαστος ως προς το τι έμελλε γενέσθαι, ο συνθέτης, παρών μέσα στην αίθουσα, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την κινητικότητα στο θεωρείο του Γενικού Γραμματέα. Η αποχώρηση του τελευταίου από εκεί λίγο πριν από το τέλος, δίχως να έχει μεσολαβήσει κάποιο έκτακτο γεγονός, το οποίο να συνηγορεί υπέρ μιας αλλαγής προγράμματος αυτού του είδους, ήταν ασφαλώς ένας κακός οιωνός. Η κατάσταση επιδεινώθηκε δυο μέρες αργότερα, όταν στο πρωτοσέλιδο της Pravda δημοσιεύθηκε ένας πύρινος ανώνυμος λίβελος με τίτλο “Χάος αντί για Μουσική”, πραγματικός κόλαφος ενάντια στο έργο και στον ίδιο τον συνθέτη. “Το τραγούδι έχει υποκατασταθεί από στριγκλιές”, ξεκινούσε το άρθρο. Η επιτυχία του έργου διεθνώς χαρακτηριζόταν ως τρανό παράδειγμα του παρακμιακού γούστου της αστικής τάξης, που μόνο μια νευρωτική μουσική του είδους αυτού ήταν σε θέση να θέλξει. Πάνω απ όλα, όμως, υπήρχε ευθεία αναφορά στους κινδύνους, τους οποίους διέτρεχε η σοβιετική καλλιτεχνική κοινότητα: “Η καλή μουσική, ικανή να γοητεύσει τις μάζες, θυσιάστηκε στο βωμό του μικροαστικού φορμαλισμού. Τέτοιου είδους παιχνίδια, μόνο κακό τέλος μπορούν να έχουν”, κατέληγε το κείμενο. Η όπερα εξαφανίσθηκε αυθημερόν από το στερέωμα. 

Μέχρι σήμερα, δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς ποιος ήταν ο συντάκτης του ανώνυμου άρθρου. Η επικρατέστερη εκδοχή κλίνει προς την πλευρά του Andrei Zhdanov, εμπίστου συνεργάτη του Stalin. Ο  Shostakovich, από τη δική του την πλευρά, ήταν πεπεισμένος πως ο συντάκτης δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ.  Το σκάνδαλο της  Lady  Macbeth of Mtsensk μόνο ως κεραυνός εν αιθρία δεν πρέπει να εκληφθεί. Το 1936, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός διανύει ήδη το πρώτο στάδιο ζωής, ενώ η, σε μεγέθη παράνοιας, μανία καταδίωξης του Stalin, πολύ σύντομα θα οδηγήσει στις μαζικές εκκαθαρίσεις του 1937. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η όπερα διέθετε, πράγματι, διακριτικά γνωρίσματα, ικανά να ερεθίσουν τις επίσημες αρχές, κάτι που ο συνθέτης, ιδεολογικά συνεπής και μεθυσμένος από την, ομολογουμένως εντυπωσιακή, ανέλιξη που μόλις είχε βιώσει, δεν ήταν, πιθανώς, σε θέση να αντιληφθεί. Το έργο ξεκινά με έναν μονόλογο της πρωταγωνίστριας, όπου περιγράφει την κατάθλιψη της προσωπικής της ζωής.

 

                          

Lady  Macbeth of Mtsensk, πράξη πρώτη, σκηνή πρώτη

           

                          

 

Πρόκειται ήδη για μια πρώτη κακοφωνία, τη στιγμή, όπου σύσσωμη η κυβερνητική προπαγάνδα διατυμπάνιζε με στόμφο πως η ζωή των πολιτών είχε δραστικά βελτιωθεί. Η ειρωνία της τύχης είναι πως στην προοπτική του  Shostakovich, η  Lady  Macbeth of Mtsensk αποτελούσε το πρώτο σκέλος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα την καταπίεση και την απελευθέρωση της γυναίκας πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από την Επανάσταση. Εξυπακούεται πως το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Λέγεται πως ο Stalin αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Boris, του τυραννικού και βίαιου πεθερού της πρωταγωνίστριας, ή πως εξέλαβε την ύπαρξη του αξιωματικού της τσαρικής αστυνομίας, ο οποίος συλλαμβάνει τον κόσμο αδιακρίτως, ως προσωπική επίθεση. Η ερωτική συνεύρεση της  Katerina Izmailova με τον εραστή της, στο τέλος της πρώτης πράξης, ασφαλώς δεν ήταν του γούστου του, διαποτισμένου από διαφορετικού είδους ηθικές αρχές και αξίες, σοβιετικού καθεστώτος. Τέλος, το στρατόπεδο εκτόπισης στη Σιβηρία, όπου διαδραματίζεται η τελευταία πράξη της όπερας, δεν διαφέρει σε πολλά σε σύγκριση με εκείνα που είχαν ήδη θέσει σε λειτουργία οι σταλινικές αρχές για τον εγκλεισμό των αντιφρονούντων.

 

 

 

         

  Lady  Macbeth of Mtsensk, πράξη τέταρτη, σκηνή ένατη

 

                                   

 

 ‘Εντρομος για την ίδια του τη ζωή, ο Shostakovich αναγκάστηκε να αποσύρει την Συμφωνία αρ. 4 (εκτελέσθηκε για πρώτη φορά το 1961, οκτώ χρόνια έπειτα από τον θάνατο του Stalin), δεν ξανασυνέθεσε ποτέ πλέον όπερα, παρά την αποδεδειγμένη κλίση του προς αυτό το είδος, μετέβαλε ριζικά το ύφος της μουσικής του σύνθεσης, προσαρμόζοντάς το θεματολογικά και αισθητικά στις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, για ολόκληρο το υπόλοιπο της ζωής του,   επιδώθηκε σε έναν επίπονο αγώνα επιβίωσης, προκειμένου να μπορέσει να διατηρήσει, στο μέτρο του δυνατού, την καλλιτεχνική του ακεραιότητα ενάντια στην ολοκληρωτική καταστολή.

 

                        Β.  Η πρόσκαιρη εκεχειρία: οι Συμφωνίες της περιόδου του πολέμου

 

Στις 22 Ιουνίου 1941, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για την απαρχή μιας αντιπαράθεσης, που όμοιά της δεν έχει υπάρξει σε επίπεδο βίας και σε μέγεθος ανθρωπίνων απωλειών. Ταυτόχρονα, εγκαινιάστηκε ένα από τα ηρωϊκότερα κεφάλαια της ιστορίας του ρωσικού λαού, εκείνο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Η γερμανική εισβολή βρήκε τον Shostakovich σε μια φάση συμβιβασμού με το καθεστώς. Συνθέσεις του όπως η Συμφωνία αρ.5 ή το κουαρτέτο εγχόρδων αρ.1, συνυφασμένα με τις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και απομακρυσμένα από το πρωτοποριακό και καινοτόμο ύφος της προ του 1936 παραγωγής, είχαν, τρόπον τινα, αποκαταστήσει τη αξιοπιστία του στα μάτια των κρατικών αρχών. Αν μη τι άλλο, ο ίδιος και η οικογένειά του, έχαιραν ένός ευπρεπούς τρόπου ζωής και δεν διακατέχονταν, πλέον, από το φόβο των διώξεων. Η γερμανική εισβολή ενεργοποίησε εκ νέου τα ανακλαστικά αντίστασης του συνθέτη κατά του αυταρχισμού. Με τη διαφορά του ό,τι η συγκυρία οδήγησε σε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους: τη σταλινική τρομοκρατία αντικατέστησε, για ολόκληρο το υπόλοιπο του πολέμου, η ναζιστική βαρβαρότητα. 

Η Πολιορκία του Λένινγκραντ
Η Πολιορκία του Λένινγκραντ

Η εμπειρία του πολέμου προσέφερε το έναυσμα για τη σύνθεση δυο, επικών διαστάσεων, συμφωνιών. Η Συμφωνία αρ.7 φέρει την προσωνυμία “Λένινγκραντ” και γράφηκε μέσα στην πολιορκημένη πόλη. Ο   Shostakovich υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της πρωτοφανούς αυτής δοκιμασίας. Κατατάχθηκε εθελοντικά στις τάξεις του πυροσβεστικού σώματος, η δε φωτογραφία του, ένστολου, έκανε το γύρο του κόσμου ως σύμβολο  της ηρωϊκής, από κάθε άποψη, αντίστασης των συμπολιτών του. Η Συμφωνία αρ.7 περιγράφει, ουσιαστικά, ολόκληρο το ιστορικό των 872 ημερών από την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης έως τη λύση της πολιορκίας.

       

   Σπάνιο τεκμήριο: η σύνθεση της Συμφωνίας αρ.7 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας

                                   

 

unnamed (1)
Εξώφυλλο του Time Magazine

Πρόκειται, αναμφίβολα, για προγραμματική μουσική, στα όρια του πομπώδους. Εμπεριέχει, ωστόσο, ολόκληρο τον πόνο και τον σπαραγμό του δράματος, το οποίο περιγράφει. Η παρτιτούρα φυγαδεύθηκε υπό μορφή μικροφίλμ στις ΗΠΑ, όπου το έργο γνώρισε, το καλοκαίρι του 1942, την πρώτη του εκτός ΕΣΣΔ εκτέλεση, υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini. Τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων, η Συμφωνία του Λένινγκραντ γνώρισε τεράστια απήχηση λειτουργώντας, σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου κι ενώ τίποτα δεν είχε ακόμα κριθεί, ως κορυφαία έκφραση εμψύχωσης στον αγώνα κατά του γερμανικού ολοκληρωτισμού και μιλιταρισμού. Χαρακτηριστικά, διαρκούντος του πολέμου, αριθμεί άνω των 60 εκτελέσεων στις ΗΠΑ, τη Μεγ. Βρετανία, την Αυστραλία και τη Λατινική Αμερική. Περισσότερο συγκινητική υπήρξε, ωστόσο, στις 9 Αυγούστου 1942, η πρώτη (τρίτη κατά σειρά εντός της ΕΣΣΔ) εκτέλεση μέσα στο πολιορκημένο Λένινγκραντ από μια αποδεκατισμένη, εξαιτίας των θανάτων   από τον λιμό, ορχήστρα, υπό τον ήχο των εκρήξεων. Μεταξύ των παρευρισκομένων ακροατών,  αισθητή ήταν η παρουσία μαχητών, που  μόλις είχαν προσέλθει από τη γραμμή του μετώπου και έφεραν μαζί τον οπλισμό τους. Αντιπροσωπευτικό προϊόν συγκυρίας, η Συμφωνία απώλεσε σημαντικό μέρος από την αίγλη της μετά το πέρας των εχθροπραξιών και μόνο πρόσφατα επανήλθε με αξιώσεις στο ρεπερτόριο των μεγάλων αιθουσών συναυλιών ανά τον κόσμο.

                                    

                                    Το θριαμβευτικό φινάλε της Συμφωνίας αρ.7

                                 


 

Λιγότερο απλή είναι η περίπτωση της έτερης “πολεμικής” Συμφωνίας, η οποία φέρει τον αριθμό 8. Φαινομενικά, η συμφωνία αυτή αποτελεί προέκταση της προκατόχου της. Στην πραγματικότητα, τα δυο έργα δεν διαθέτουν κανένα, σχεδόν, κοινό παρονομαστή, πέραν του ό,τι γράφτηκαν εν καιρώ πολέμου. Η εντυπωσιακών διαστάσεων όγδοη Συμφωνία χρονολογείται από το 1943. Η σύνθεσή της ολοκληρώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 40, μόλις, ημερών. Παίχτηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του ιδίου έτους στη Μόσχα. Οι επιχειρήσεις είχαν προσλάβει, πλέον, ευνοϊκή τροπή για τους Συμμάχους, γεγονός που επέτρεπε μια λιγότερο περιγραφική προσέγγιση και προσέφερε τη δυνατότητα για έναν σε βάθος στοχασμό επάνω στα δεινά του πολέμου. Κατά τον  Shostakovich, επρόκειτο για ένα ποίημα αφιερωμένο στην ανθρώπινη δυστυχία γενικότερα, ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκαλούν. Και εκεί ακριβώς ελλόχευε ο κίνδυνος να ζωντανέψουν μνήμες και σύνδρομα του παρελθόντος με κίνδυνο να επαναληφθεί η διαπόμπευση του 1936. Τελικά, μια δυσάρεστη εξέλιξη αυτού του είδους απετράπη χάρη σε δυο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας, εντός και εκτός ΕΣΣΔ, που είχε γνωρίσει προηγουμένως η Συμφωνία του Λένινγκραντ. Ο δεύτερος ήταν η καταλυτική παρέμβαση του έγκριτου  μουσικολόγου και προσωπικού φίλου του συνθέτη, Ivan Sollertinsky, ο οποίος, λίγο πριν από την πρεμιέρα, ερμήνευσε αυθαίρετα το έργο ως αντανάκλαση των δεινών του συγκεκριμένου πολέμου, με ένα παράθυρο ανοικτό προς τη μεταπολεμική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Συμφωνία αρ.8 εκφράζει πολλά περισσότερα. Ο ίδιος ο συνθέτης έτρεφε αδυναμία για το συγκεκριμένο έργο, θεωρώντας πως περικλείει αυτοβιογραφικά και βιωματικά στοιχεία. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν ειδικοί, οι οποίοι θεωρούν την όγδοη Συμφωνία ως την παρακαταθήκη του Shostakovich . Είναι ορθό έως τη συγκεκριμένη φάση της μουσικής του παραγωγής. Ακολουθούν, όμως, έργα, όπως οι Συμφωνίες αρ. 10 και 15, τα οποία διεκδικούν με περισσότερες αξιώσεις τον τίτλο της παρακαταθήκης. Κάποια στιγμή, οι επίσημες αρχές σκέφτηκαν να προσδώσουν στην όγδοη Συμφωνία την προσωνυμία “Στάλινγκραντ” και να την αφιερώσουν στη μνήμη των πεσόντων της ομώνυμης μάχης. Ευτυχώς για το έργο και για τον ίδιο τον  Shostakovich προσωπικά, η ιδέα  εγκαταλείφθηκε στην πορεία.

Η όλη δομή επιβεβαιώνει τις προθέσεις του συνθέτη. Πυρήνας του έργου είναι δυο σαρδόνια, μακάβρια σχεδόν, με ιλιγγιώδεις μηχανικούς ρυθμούς, scherzi διάρκειας 6-7 λεπτών της ώρας το καθένα. Η επιρροή του Gustav Mahler, ενός συνθέτη, τον οποίο ο Shostakovich εκτιμούσε ιδιαίτερα, είναι εμφανής τόσο σε δομικό όσο και σε υφολογικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, με τα δυο αυτά scherzi, δίνεται επιτέλους, έπειτα από πολλά χρόνια, ελεύθερη διέξοδος στο πηγαίο ταλέντο του συνθέτη. Τα δυο κεντρικά μέρη πλαισιώνονται από ένα εισαγωγικό adagio διάρκειας 27΄ (!) και από ένα μικρότερης διάρκειας largo. Το φινάλε (allegretto), είναι το περίφημο άνοιγμα προς το μέλλον. Σχετικά με αυτό το μέρος, ο  Shostakovich εκφράστηκε ως εξής:Πρόκειται για μια προσπάθεια να διερευνήσει κανείς το μέλλον, τη μεταπολεμική εποχή. Ο,τιδήποτε δαιμονικό και άσχημο θα εξαφανιστεί. Το καλό και το όμορφο θα θριαμβεύσουν”. Διόλου παράξενο το ό,τι κινδύνεψε τα μέγιστα να υποστεί εκ νέου ένα διασυρμό ίσης κλίμακας με εκείνον της δεκαετίας του ΄30.

      Το τρίτο μέρος της Συμφωνίας αρ.8, υπό τη διεύθυνση του θρυλικού Yevgeny Mravinsky

                                  

 

 

                                                         Γ.  Η εκδίκηση: η Συμφωνία αρ.9

 Ο τερματισμός του πολέμου, το 1945, βρήκε τον  Shostakovich με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια πλευρά, είχε οριστικά και αμετάκλητα κλείσει ένα από τα πλέον οδυνηρά και ολέθρια κεφάλαια της Ιστορίας. Η ανακούφιση ήταν αναμενόμενη αντίδραση. Από την άλλη, όμως, τα χρόνια προβλήματα της σοβιετικής κοινωνίας, επιβαρυμένα από το κόστος του πολέμου, επανέρχονταν στο προσκήνιο, σε συνδυασμό με μια έκδηλη ανησυχία μήπως η τελική επικράτηση της ΕΣΣΔ καθιστούσε τον Stalin ακόμα πιο αλαζόνα και αδίστακτο. Αξιοποιώντας στο έπακρο την αίγλη του νικητή, ο τελευταίος ουδόλως θα δίσταζε να προσφύγει σε αυταρχικότερες μεθόδους, προκειμένου να εμπεδώσει το ούτως ή άλλως τυραννικό του καθεστώς. Πολύ γρήγορα, ο Shostakovich αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να επωμιστεί μια δυσβάσταχτη αποστολή. Την αποστολή της σύνθεσης μιας ένατης Συμφωνίας. Η πρόκληση ήταν πολυδιάστατη.

Κατά πρώτο λόγο, ο αριθμός 9 ενεργοποιούσε, μεταξύ των μουσικοσυνθετών, συνειρμούς υπαρξιακής φύσεως. Ο Beethoven και ο Schubert είχαν καταφέρει να φτάσουν έως εκεί. Ωστόσο, ο πρώτος, εξαιτίας σοβαρού προβλήματος ακοής, δεν ήταν σε θέση να απολαύσει την πρώτη εκτέλεση του έργου. Ο δεύτερος άφησε την τελευταία του πνοή, προτού η δική του ένατη Συμφωνία προφτάσει να δει το φως της ημέρας.

unnamed (2)
Η Μόσχα πανηγυρίζει τον τερματισμό του πολέμου

Η ένατη του Bruckner παρέμεινε ημιτελής για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ο Mahler κατάφερε να συνθέσει μια πλήρη ένατη Συμφωνία (ουσιαστικά δέκατη) έχοντας προηγουμένως αντιστρέψει, για λόγους προληπτικούς, την αριθμητική ιεραρχία και βαπτίσει την πραγματική του ένατη “Το τραγούδι της Γης”. Η εσκεμμένη αυτή πρωτοβουλία δεν απέτρεψε, τελικά, τον θάνατό του, λίγο καιρό αργότερα. Σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους, ο  Shostakovich διέθετε το συγκριτικό πλεονέκτημα της ηλικίας. Ήταν μόλις 39 ετών και έχαιρε άκρας υγείας. Ο αριθμός εννέα δεν ενείχε, επομένως, για εκείνον, συμβολισμούς μεταφυσικού περιεχομένου. Το πραγματικό δέος προερχόταν από το συνδυασμό δυο άλλων παραμέτρων: Της, μυθικής σχεδόν, αίγλης, που εξέπεμπαν ανεξαιρέτως όλες οι παραπάνω Συμφωνίες και των υπέρμετρων προσδοκιών που έτρεφε το σοβιετικό καθεστώς ως προς τη σύνθεση μιας κορωνίδας των Συμφωνιών, μιας ένατης των ενάτων, ενός έργου, δηλαδή, το οποίο όχι μόνο θα αντανακλούσε το μέγεθος της νίκης, αλλά θα εξυμνούσε, παράλληλα, τα επιτεύγματα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Άλλωστε, με αφορμή τις δυο “πολεμικές” Συμφωνίες, ο Shostakovich είχε αποδείξει έμπρακτα πως δεν αντιμετώπιζε κανένα απολύτως πρόβλημα σύνθεσης ενός έργου κολοσσιαίων διαστάσεων. Κατά συνέπεια, το χρίσμα του ανήκε δικαιωματικά. Ο ίδιος χειρίστηκε την υπόθεση με τρόπο αριστοτεχνικό. Απέφυγε τον κίνδυνο της σύγκρισης με τα μεγαθήρια της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς, συνθέτοντας την πλέον απρόβλεπτη ένατη Συμφωνία, την οποία θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί. Ταυτόχρονα, μετάλλαξε την όλη πομπώδη, γεμάτη προσδοκίες, διαδικασία σε πραγματική φαρσοκωμωδία, παίρνοντας, με την ευκαιρία αυτή, εκδίκηση για όσα είχε υποστεί στο παρελθόν.  Η Συμφωνία αρ.9 του Shostakovich δεν εμπεριέχει το πανανθρώπινο μήνυμα του Beethoven. Ούτε τα βιωματικά στοιχεία (εν είδει απολογισμού και αποχαιρετισμού στη ζωή) των Schubert, Bruckner και Mahler. Δεν παραπέμπει καν στη μορφή και στο πνεύμα των δυο Συμφωνιών της εποχής του πολέμου. Πρόκειται για ένα σύντομο, σχετικά, έργο, με διαφανή ενορχήστρωση, ένα έργο γεμάτο χιούμορ, ανατροπές, νεανική φρεσκάδα, σαρκασμό, γρίφους, πρωτότυπες ιδέες και ατελείωτες εκπλήξεις, σφυρηλατημένο  με γνώμονα την καλύτερη παράδοση ενός Haydn. Πλήρης ανακολουθία με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη σταλινική Ρωσία του 1945.

 

                            Ο Leonard Bernstein αναλύει και σχολιάζει τη Συμφωνία αρ.9                

                                    

 


Η τιμωριτική αντίδραση του καθεστώτος εκδηλώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1948. Ο Stalin είχε αναθέσει τότε την πολιτισμική πολιτική της ΕΣΣΔ στον  Andrei Zhdanov. Για δεύτερη φορά, η πορεία του τελευταίου διασταυρωνόταν με εκείνη του  Shostakovich, καθώς ο  Zhdanov υπήρξε, πιθανότατα, το 1936, ο ανώνυμος συντάκτης του περίφημου άρθρου, βάσει του οποίου  σηματοδοτήθηκε η δημόσια διαπόμπευση του μουσικοσυνθέτη. “Ο,τιδήποτε είχε καταδικαστεί το 1936”, δήλωσε ο νέος υπεύθυνος της πολιτισμικής πολιτικής, “εξακολουθεί να παραμένει καταδικαστέο. » Όποιος πιστεύει πως η Κεντρική Επιτροπή σφάλει υπεραμυνόμενη του ρεαλισμού και της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, ας βγει να το διακηρύξει δημόσια”.  Με αφετηρία την παραπάνω δήλωση, ξεκίνησε μια προσχεδιασμένη τριήμερη συζήτηση, με αντικειμενικό στόχο τη συμμόρφωση εάν όχι την ηθική εξόντωση μιας ομάδας καλλιτεχνών, έχουσας επικεφαλής τους Shostakovich, Prokofiev,Khachaturian και Kabalevsky. H ομιλία του  Shostakovich ήταν σπαρακτική: “Η δουλειά μου έχει να επιδείξει πολλές ελλείψεις παρά το γεγονός ό,τι, σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία μου, η σκέψη μου ήταν ανελλιπώς στραμμένη προς το λαό, προς τους ακροατές μου και προς όλους όσους με περιέβαλαν με την εμπιστοσύνη τους. Υπήρξα δεκτικός στην κριτική, επιδιώκοντας να δουλεύω ολοένα καλύτερα και σκληρότερα. Αποτελώ ο ίδιος αντικείμενο κριτικής σήμερα και θα συνεχίσω να σέβομαι την κριτική”. Η έσχατη ταπείνωση, με ψήγματα ειρωνίας παραταύτα, εντοπίζεται στο τέλος της ομιλίας: “Νομίζω πως η τριήμερη συζήτηση αποδείχθηκε μεγίστης αξίας, ειδικότερα αν μελετήσουμε προσεκτικότερα την ομιλία του Συντρόφου  Zhdanov. Όπως και άλλοι, επιθυμώ να προμηθευτώ ένα αντίγραφο. Μια πληρέστερη μελέτη αυτού του εξέχοντος κειμένου, είμαι πεπεισμένος πως θα βοηθήσει τα μέγιστα όλους στο έργο μας”. Η παραπάνω δήλωση νομιμοφροσύνης δεν αποδείχτηκε επαρκής, προκειμένου να διασώσει τον  Shostakovich από τη δυσμένεια. Οι συνέπειες επεκτάθηκαν και στη διδασκαλία του στα ωδεία της Μόσχας και του Λένινγκραντ.

Original caption: 3/25/1949-New York: Anti-Communist demonstrators carry placards outside the Waldorf Astoria where a press conference was in progress preceding the opening session of the controversial cultural and scientific conference for World Peace. (Copyright Bettmann/Corbis / AP Images)
Διαδήλωση έξω από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης για τις Επιστήμες και τον Πολιτισμό, Νέα Υόρκη, 1949

Χειρότερη από όλα υπήρξε η προβολή του, από τη σταλινική γραφειοκρατία, ως εμβληματική φυσιογνωμία στο πλαίσιο διαφόρων Διεθνών Συνδιασκέψεων Ειρήνης για τις Επιστήμες και τον Πολιτισμό, όπου ήταν υποχρεωμένος να εκφωνεί λόγους με τη γνωστή ξύλινη γλώσσα, τους οποίους υπαγόρευε το καθεστώς. Επακόλουθο όλων αυτών, ήταν ο σχηματισμός μιας δισυπόστατης και αντιφατικής αντίληψης γύρω από το πρόσωπό του. Για τις επίσημες αρχές, παρέμενε ο ενσαρκωτής του εκφυλισμένου αστικού φορμαλισμού. Αντίθετα, στα μάτια της Δύσης, λειτουργούσε ως γνήσιος εκφραστής του Σοβιετικού καλλιτεχνικού πνεύματος.

 

                             Δ.  Η λύτρωση: ο θάνατος του Stalin και η Συμφωνία αρ.10

unnamed (3)
Η σορός του Stalin σε δημόσιο προσκύνημα στο Κρεμλίνο

 

 Όταν, στις 5 Μαρτίου 1953 ο Stalin άφησε την τελευταία του πνοή, η ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης βρισκόταν σε περίοδο έξαρσης. Έπειτα από τη συγκυριακή συμπόρευση της περιόδου του πολέμου, ο Κομμουνισμός είχε εκ νέου αναγορευθεί σε αντίπαλο δέος του Καπιταλισμού, σε μια υφήλιο, η οποία είχε ήδη βιώσει τα πρώτα θερμά επεισόδια του Ψυχρού πολέμου (ελληνικός εμφύλιος, πόλεμος της Κορέας, πρώτη κρίση του Βερολίνου) κινούμενη, πλέον, στην πυρηνική εποχή (η ΕΣΣΔ προέβη στην πρώτη δοκιμή ατομικής βόμβας το 1949). Η σοβιετική επιρροή είχε επεκταθεί στο ήμισυ της ευρωπαϊκής ηπείρου. Στο εσωτερικό, το καθεστώς, στηριζόμενο αποκλειστικά επάνω στον τρόμο και στην καταστολή, είχε αγγίξει πρωτόγνωρα επίπεδα αυταρχισμού, συγκεντρωτισμού και αλαζονείας. Επόμενο ήταν ο αιφνίδιος θάνατος του ηγέτη να προκαλέσει οξύτατους περισπασμούς. Την αρχική ανακούφιση διαδέχθηκε μια πολύμηνη περίοδος ανακατατάξεων και γενικής αμηχανίας, έως ότου γίνει αντιληπτό πως η χώρα είχε εισέλθει σε τροχιά αποσταλινοποίησης. Η Συμφωνία αρ.10 του  Dmitri Shostakovich είναι ο αδιαφιλονίκητος καθρέπτης των παραπάνω.

Επισήμως, σύνθεση της Συμφωνίας αρ.10 έλαβε χώρα στο χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 1953, δηλαδή έπειτα από το θάνατο του Stalin. Προσχέδια του έργου υπήρχαν, ωστόσο, από το 1951 ήδη, είναι δε βέβαιο πως η κοσμοϊστορική καμπή της άνοιξης του 1953 δεν άφησε ανεπηρρέαστο τον συνθέτη, εναποθέτοντας το στίγμα της επάνω στο έργο. Η δέκατη Συμφωνία δικαιολογημένα θεωρείται ως η μεγαλύτερη στιγμή του Shostakovich. Με εξαίρεση την εντελώς διαφορετικής έμπνευσης και θεματολογίας Συμφωνία αρ.15, έναν αποχαιρετισμό στη ζωή, πουθενά αλλού ο μουσικοσυνθέτης δεν έδωσε τόσο ελεύθερη και ειλικρινή διέξοδο στο προσωπικό και αυτοβιογραφικό του συναίσθημα, όσο στη Συμφωνία αρ.10. H παγκόσμια πρώτη του έργου έλαβε χώρα στις 17 Δεκεμβρίου 1953 στο Λένινγκραντ, έξι, μόνο, ημέρες πριν από την εκτέλεση του Lavrentiy Beria, επικεφαλής της ΝΚVD (προκατόχου της KGB), μια πρώτη απτή ένδειξη πως η χώρα είχε γυρίσει αμετάκλητα σελίδα. Μέσα στην ίδια την ΕΣΣΔ, η Συμφωνία αρ.10 έγινε δεκτή με ανάμεικτα συναισθήματα.

unnamed (4)
H ιστορική ηχογράφηση υπό τον Δημήτρη Μητρόπουλο

Η Δύση, όμως, την υιοθέτησε δίχως χρονοτριβή. Τον Οκτώβριο του 1954, προτού συμπληρωθεί ένα έτος από την πρώτη εκτέλεση, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ η ιστορική ηχογράφηση, υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου. Ο μεγάλος Έλληνας αρχιμουσικός, διέγνωσε αμέσως την αξία του έργου καθώς και το μήνυμα που αυτό εξέπεμπε και έσπευσε να το εντάξει στο ρεπερτόριο της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Νέας Υόρκης, της οποίας ηγείτο.Είναι κρίμα που δεν μ’ άφησες να σας παίξουμε τη 10η Συμφωνία του Shostakovich, γιατί χαλάει ο κόσμος όπου την παίξαμε!”, έγραφε προς τη φίλη του, Καίτη Κατσογιάννη, τον Σεπτέμβριο του 1955, παραμονές της περιοδείας της ορχήστρας στην Ελλάδα Το βαθιά μελαγχολικό, πλήρες απαισιοδοξίας, πρώτο μέρος της Συμφωνίας, είναι ταυτόχρονα και το μακροσκελέστερο ολόκληρου του έργου. Η διάρκειά του ξεπερνά εκείνη των τρίτου και τετάρτου μέρους αθροιζομένων. Η εισαγωγή γίνεται από τα έγχορδα με αρκετές παύσεις στο ενδιάμεσο (οι σιωπές, γεμάτες συγκινησιακή φόρτιση, αποτελούν συστατικό στοιχείο της μουσικής γραφής του Shostakovich).  Τη σκυτάλη παίρνει, κατόπιν, το κλαρινέτο, προκειμένου να αναπτύξει μια υπέροχη μελωδία, όπου η ανθρώπινη ευαισθησία εκχυλίζει μέσα στο αχανές της σκοτεινής, απειλητικής σχεδόν, αυτής ατμόσφαιρας. Οι διάφορες ομάδες των οργάνων επεκτείνουν τη μελωδία, έως ότου η ορχήστρα, με πλήρη σύνθεση, οδηγήσει τα πράγματα σε μια σύντομη πρώτη δραματική κορύφωση. Το κλαρινέτο επανέρχεται στο προσκήνιο, ολοκληρώνοντας την εισαγωγική ενότητα του πρώτου μέρους.

                                              Η αρχή της Συμφωνίας αρ.10

                                   

 Εν συνεχεία, η απέραντη μοναξιά της αρχής μεταλλάσσεται  σε  πραγματική κραυγή απόγνωσης, με εντυπωσιακά fortissimi. Ποτέ άλλοτε η μουσική του Shostakovich  δεν άγγιξε τόσο ψηλά μεγέθη ανθρώπινου σπαραγμού όσο σε αυτό το σημείο. Το κλείσιμο του πρώτου μέρους, είναι ένα είδος αποχαιρετισμού, κράμα διστακτικότητας  και  λύπης, που επαναφέρει την απεραντοσύνη του μοναχικού τοπίου της αρχής. Στο προσκήνιο  επανέρχονται τα πνευστά,  δυο πίκολα κλαρινέτα στην προκειμένη περίπτωση, για να παραμείνει μόνο το ένα, καθώς σβήνει η μουσική.    Η πιανίστρια Tatyana Nikolaeva, προσωπική φίλη του Shostakovich, επιμένει πως η σύνθεση του πρώτου μέρους της Συμφωνίας είχε ολοκληρωθεί πριν από το θάνατο του Stalin. Διόλου απίθανο, καθώς πρόκειται για την κατάθεση ψυχής ενός απελπισμένου ανθρώπου, παγιδευμένου μέσα στα προσωπικά του αδιέξοδά και σε εκείνα του περιβάλλοντος, στο οποίο ζει και δημιουργεί.

Το βίαιο δεύτερο μέρος λέγεται πως είναι η μουσική απεικόνιση του ιδίου του Stalin. “Στη δέκατη Συμφωνία περιέγραψα, πράγματι, τον Stalin. Συνέθεσα το έργο μετά τον θάνατό του και κανείς, έως τώρα, δεν έχει μαντέψει περί τίνος η Συμφωνία κάνει λόγο. Αναφέρεται στον Stalin και στην εποχή του. Το δεύτερο μέρος, το scherzo, είναι, σε γενικές γραμμές, ένα μουσικό πορτραίτο του Stalin. Φυσικά, υπάρχουν και άλλα πολλά, αυτή, πάντως, είναι η κεντρική ιδέα”. Έτσι εκφράστηκε ο  Shostakovich στις συζητήσεις που είχε, πολύ αργότερα, με τον Solomon Volkov και που ο τελευταίος συγκέντρωσε το 1979 σε ένα βιβλίο με τίτλο: Testimony. The Memoirs of Dmitri Shostakovich. Σήμερα, επικρατούσα άποψη είναι πως το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αρ.10 αποτελεί, γενικότερα, το πορτραίτο μιας δικτατορίας και την καταγγελία ενός συστήματος στυγνής καταστολής.

 

                                            Το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αρ.10

   Αν διατηρούνται κάποιες επιφυλάξεις κατά πόσο το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αποτελεί τη μουσική απεικόνιση του Stalin προσωπικά, ως προς την ταυτότητα του ατόμου, που περιγράφεται στο τρίτο μέρος, δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία: πρόκειται για τον ίδιο τον συνθέτη. Δεν χρειαζόταν κάποια επεξηγηματική τοποθέτηση, προκειμένου κάτι τέτοιο να αποδειχθεί. Ένας γρίφος, με ευκολότατο κλειδάριθμο αποκρυπτογράφησης, ήταν αρκετός

            Στον δυτικό τρόπο μουσικής γραφής, χρησιμοποιούνται εναλλακτικά δυο πρακτικές, προκειμένου να κατονομαστούν οι φθόγγοι στις μεγάλες κλίμακες, μείζονα και ελάσσονα: με συλλαβές (Do, Re, Mi, Fa, Sol, La, Si) και με γράμματα (C, D, E, F, G, A, Β/Η).

unnamed (1)

Τα ημιτόνια, η μικρότερη απόσταση μεταξύ 2 φθόγγων, έχουν επίσης, αντίστοιχα, τον δικό τους τρόπο ονομασίας: π.χ. Re δίεση = Dis, Mi ύφεση = Es, κ.ο.κ. Το τρίτο μέρος της Συμφωνίας διατρέχεται διαγωνίως από ένα απλούστατο μουσικό θέμα, που ο συνθέτης έχει εμπιστευθεί στα κόρνα. Το θέμα έχει ως ακολούθως:

unnamed (2)

Re – Mi ύφεση – Do – Si ή D – Es – C – H (DSCH), με άλλα λόγια, Dmitri Schostakovich (το επώνυμο του συνθέτη απαντάται και με αυτή την ορθογραφία). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με ένα δεύτερο μουσικό θέμα:

unnamed (3)

EL(a)M(i)R(e)A = ELMIRA. H Elmira Nasirova ήταν από τις αγαπημένες μαθήτριες του Shostakovich.

Διαδεχόμενο τη χιονοστιβάδα του δευτέρου μέρους, το τρίτο αποπνεέι μια αίσθηση συγκρατημένης αισιοδοξίας. Πιο ανυπόμονο και ενθουσιώδες, το θέμα ELMIRA επιχειρεί ένα είδος εξορκισμού και απαλλαγής από τον τύραννο και την κυριαρχία του. Περισσότερο συνεσταλμένο, το θέμα DSCH εκφράζει αμφιβολίες κατά πόσο είναι εφικτός ένας πανηγυρισμός στην παρούσα συγκυρία. ‘Ενα πάντως είναι δεδομένο. Ο Stalin είναι νεκρός, έστω και αν το κενό εξουσίας και ο φόβος του αγνώστου προκαλούν ανασφάλεια ως προς τη

unnamed (4)
Dmitri Shostakovich και Herbert von Karajan έπειτα από μια εκτέλεση της Συμφωνίας αρ.10, Μόσχα, 1969

διάδοχο κατάσταση. Από τα ίδια, ακριβώς, ανάμεικτα συναισθήματα διακατέχεται επίσης το πρώτο ήμισυ του τετάρτου μέρους. Ωστόσο, καθώς αναπτύσσεται, μετεξελίσσεται σε ένα ενστικτώδες ξέσπασμα  αγαλλίασης, στους αντίποδες ακριβώς του σκοτεινού πρώτου και του βίαιου δευτέρου μέρους. Το θέμα DSCH επανεμφανίζεται κάποια στιγμή, μέσα όμως σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Το πλαίσιο μιας συλλογικής, στα όρια της υστερίας σχεδόν, ανείπωτης χαράς.

 

                                Απόσπασμα από το φινάλε της Συμφωνίας αρ.10

                               

 

Πέραν του γεγονότος ό,τι αντανακλά τη λύτρωση, η Συμφωνία αρ.10 αποτελεί μια βαθιά προσωπική έκφραση του τι ήταν η ζωή πριν και έπειτα από τον θάνατο του Stalin, όχι μόνο για τον ίδιο τον  Shostakovich προσωπικά, αλλά για εκατομμύρια Ρώσων πολιτών.

 

Η Συμφωνία αρ.10 σε Μι Ελάσσονα, έργο 93, υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου

 

 

Shostakovich against Stalin, The war symphonies – A Documentary

 

 

Βιβλιογραφία

 

Anderson, M.T.     Symphony for the City of the Dead: Dmitri Shostakovich and the Siege of 

                               Leningrad, Σόμερβιλ, MA, 2015

Fay, L.                    Shostakovich: A Life, Οξφόρδη, 2000

Martynov, I.,           Dmitri Shostakovich, the man and his work, Νέα Υόρκη, 1974

Meyer, K.,              Dimitri Chostakovitch, Παρίσι, 1994

Rosebery, E.,          Shostakovich, Λονδίνο, 1981

Seroff, V.                Dmitri Shostakovich, the life and background of a Soviet Composer, Νέα Υόρκη,

                                  1947

Sollertinsky, D.       Pages from the life of Dmitri Shostakovich, Λονδίνο, 1980

Trotter, W.R.            Priest of Music: The Life of Dimitri Mitropoulos, Νέα Υόρκη, 1995

Volkov, S.                Testimony. The Memoirs of Dmitri Shostakovich, Λονδίνο, 1979

Volkov, S.                 Chostakovitch et Staline, L’artiste et le tsar, Παρίσι, 2004,

Μητρόπουλος, Δ.,     Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη, Αθήνα, 1966

 

Αshley, T.,                  “Too scary for Stalin”, The Guardian, 26.03.2004

Klefstad T.                  “Shostakovich and the Peace Conference” Music and Politics, vol.6, 2, 2012

Nees, V.                      “L’énigme de la Symphonie dite «Leningrad» de Chostakovitch”, wsws.org,

                                    04.11.2013

Vulliamy, E.,            “Lady Macbeth of Mtsensk and the muddle surrounding Shostakovich’s opera”,

                                    The Guardian, 25.09.2015

giannis
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η «Σύνοδος» της Κρήτης νόθος καρπός εξωσυζυγικών σχέσεων

1. Η Κωνσταντινούπολη εγκαταλείπει την Ορθόδοξη Παράδοση και αναγνωρίζει εκκλησιαστικότητα στους αιρετικούς
Ο συνοδικός θεσμός δεν έπαυσε ποτέ να λειτουργεί στη ζωή της Εκκλησίας. Και μετά τις θεωρούμενες από όλους επτά οικουμενικές συνόδους, με τελευταία την Ζ´ της Νικαίας (787), και τις μετά ταύτα θεωρούμενες από πολλούς ως Η´ και Θ´, την επί Μ. Φωτίου δηλαδή το 879 και την επί Αγίου Γρηγορίου Παλαμά του 1341/1351, συνήλθαν πολλές σύνοδοι με ευρύτερη η μικρότερη σύνθεση και με σπουδαίο συνοδικό έργο.
 ᾽Ακόμη και κατά την Τουρκοκρατία και σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνος πάμπολλες σύνοδοι, με την συμμετοχή τις περισσότερες φορές και των πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ως και ιεραρχών από τα πρεσβυγενή αυτά πατριαρχεία, αντιμετώπισαν τα ανακύψαντα θέματα στην ζωή της Εκκλησίας, ιδιαίτερα τον προσηλυτισμό Ορθοδόξων πιστών από παπικούς και προτεστάντες ιεραποστόλους. Δεν έπαυσε πάντως η Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, υπό καθεστώς δουλείας και αιχμαλωσίας, να οργανώνει με την δέουσα ιεροπρέπεια τα της διοικήσεως και της λατρείας της. Πλην της Αγίας και Μεγάλης Ρωσίας, όλες σχεδόν οι ορθόδοξες χώρες ήσαν υπό τον Οθωμανικό ζυγό.
Η παρακμή των Οθωμανών και η δημιουργία νέων κρατών, με την παραχώρηση αυτοκεφαλίας στις κατά τόπους εκκλησίες, εμείωσαν το ποίμνιο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και περιόρισαν την δικαιοδοσία της, έδωσαν όμως νέα δυναμική στα νέα ορθόδοξα κράτη να οργανώσουν ελεύθερα τα του εκκλησιαστικού βίου και να λαμπρύνουν την Ορθόδοξη πίστη και ζωή. Οι μεταξύ τους βέβαια ανταγωνισμοί και εθνοφυλετισμοί, που έφθασαν κάποιες φορές και μέχρι των πολεμικών συγκρούσεων, παρεμπόδιζαν την έκφραση της ενότητας των αυτοκεφάλων εκκλησιών και έδιναν την εικόνα μιας διεσπασμένης Εκκλησίας, μολονότι δεν υπήρχε τίποτε που να τις χωρίζει στο δόγμα, στη λατρεία και στην διοίκηση. Η μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον α´ παγκόσμιο πόλεμο σταθεροποίηση της πολιτικής καταστάσεως δεν διήρκεσε πολύ, διότι ακολούθησαν η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, που έθεσε την μεγαλύτερη και πιο δυνατή ορθόδοξη χώρα και την Εκκλησία της σε σκληρό αντιχριστιανικό διωγμό, δέσμια της κομμουνιστικής δικτατορίας και θηριωδίας, κατάσταση που επεκτάθηκε σε λίγο και στις άλλες βαλκανικές χώρες, πλην της Ελλάδος. Ήλθε κατόπιν η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, με τα εκατομμύρια των Ελλήνων προσφύγων που εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και απογύμνωσαν από ποίμνιο την ήδη αποδυναμωμένη από τις αυτοκεφαλίες «Εκκλησία των του Χριστού πενήτων», που έγινε τώρα φτωχότερη.
Στην Δύση, που δεν γνώρισε την ισλαμική τυραννία και δικτατορία, ο Παπισμός γεμάτος υπερηφάνεια και αυτοπεποίθηση συγκάλεσε το 1870 την Α´ Βατικάνειο Σύνοδο ως Οικουμενική, και εδογμάτισε το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, ενώ οι Προτεστάντες διηρημένοι και διεσπασμένοι οργάνωσαν από το τέλος του 19ου αιώνος την Οικουμενική Κίνηση που οδήγησε στην εξωτερική τους έστω ενότητα στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Μέσα σ᾽ αυτές τις παγκόσμιες και διαχριστιανικές διεργασίες θελήσαμε και οι Ορθόδοξοι να δώσουμε το παρόν, για να μην είμαστε δήθεν απομονωμένοι και αποδυναμωμένοι, αλλά όλος μαζί ο χριστιανικός κόσμος, ενωμένος
Κοντεύουν να κλείσουν από τότε εκατό χρόνια, και η αντιπαραδοσιακή αυτή και εκκλησιολογικά απαράδεκτη εκτροπή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως να μεταμορφώσει τις αιρέσεις σε «εκκλησίες», να χορηγήσει με συνοδικό έγγραφο εκκλησιαστικότητα στους αιρετικούς, αποκτά τώρα με την «Σύνοδο» της Κρήτης πανορθόδοξη συνοδική κατοχύρωση με το προβληματικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», που διαιρεί και διχάζει την Εκκλησία. Η αιχμάλωτη τώρα στον Οικουμενισμό της Δύσεως Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεί να παρασύρει και να πείσει τις άλλες ορθόδοξες τοπικές εκκλησίες, ως προκαθημένη και ως Μητέρα Εκκλησία των νεωτέρων αυτοκεφάλων εκκλησιών, ότι οι καιροί άλλαξαν, ότι η Πατερική Παράδοση και οι Ιεροί Κανόνες, που απαγορεύουν την κοινωνία με τους αιρετικούς και τις συμπροσευχές, πρέπει να αλλάξουν, να προσαρμοσθούν στις δήθεν νέες ανάγκες των καιρών, οι κήρυκες των οποίων μοναδικό στόχο έχουν να προκαλέσουν διαιρέσεις και σχίσματα στο σώμα της Εκκλησίας με το να αρνούνται την αποκλειστικότητα της σωτηρίας εν Χριστώ και την εκκλησιαστική αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όντως εχθροί του Χριστού και της δι᾽ Αυτού σωτηρίας.
Ήδη η Ημερολογιακή Μεταρρύθμιση το 1924 με πρωτεργάτη τον μασόνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, επιβληθείσα πραξικοπηματικώς, χωρίς πανορθόδοξη απόφαση, ετραυμάτισε και τραυματίζει σκληρά μέχρι σήμερα την εορτολογική ενότητα των Ορθοδόξων[2], ενώ η έκτοτε αρξαμένη συζήτηση για σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου με βασική θεματολογία οικουμενιστική, που όρισε ο εν λόγω καινοτόμος πατριάρχης, έθεσε δυστυχώς τις βάσεις και τα θεμέλια όχι για μία αληθινά Ορθόδοξη Σύνοδο, αλλά για μία ψευδοσύνοδο οικουμενιστικών προδιαγραφών, βασικός στόχος της οποίας δεν ήταν η επίλυση επειγόντων και φλεγόντων θεμάτων, αλλά η νομιμοποίηση των αιρέσεων ως εκκλησιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στον κατάλογο των θεμάτων γράφτηκαν και διαγράφτηκαν πολλά θέματα, μερικά από τα οποία όντως φλέγοντα, όπως το Ημερολογιακό, της χορηγήσεως αυτοκεφάλου και άλλα, το μόνο που παρέμεινε από τότε σταθερά και δεν ετόλμησε κανείς να το θίξει είναι το θέμα «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ήτοι «Σχέσεις της Εκκλησίας προς τις αιρέσεις και τα σχίσματα», που, επειδή είναι δεδομένες και αμετάβλητες με βάση την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, προσπαθούν να τις αλλάξουν και να προκαλέσουν νέα σχίσματα και διαιρέσεις.
Η μεταξάκεια περίοδος δεν είχε καλή συνέχεια και λόγω αντιδράσεων στο σώμα της ιεραρχίας στην Κωνσταντινούπολη και λόγω απροθυμίας των λοιπών αυτοκεφάλων εκκλησιών να ακολουθήσουν τις καινοτομίες της Κωνσταντινούπολης, όπως φάνηκε από τα απαντητικά γράμματά τους στις ανιχνευτικές των προθέσεών τους πατριαρχικές και συνοδικές εγκυκλίους των ετών 1902 και 1904 του πατριάρχου Ιωακείμ του Γ´. Την σκυτάλη του Οικουμενισμού παρέλαβε από τον Μεταξάκη ο πατριάρχης Αθηναγόρας, που κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο το 1948 με βίαιη έξωση του προκατόχου του Μαξίμου του Ε´, πρόσωπο της εμπιστοσύνης των Αμερικανών και γνωστών μυστικών εταιρειών, των οποίων ήτο μέλος. Δεν θα προχωρήσω σε άλλες αναλύσεις, γιατί τα πράγματα είναι γνωστά στους περισσοτέρους. Αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι η ενότητα του χριστιανικού κόσμου επιδιώχθηκε από τους σχεδιαστάς εις βάρος του κύρους και της αξιοπρέπειας της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με πρωτεργάτη τον Αθηναγόρα, με δύο απαράδεκτες εκκλησιολογικά κινήσεις. Να γίνουν μέλη του παναιρετικού προτεσταντικού «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών» (ποιων «Εκκλησιών»;) σταδιακά όλες οι αυτοκέφαλες ορθόδοξες εκκλησίες, πρωτοστατούσης της Κωνσταντινουπόλεως, και να αρχίσει η προσέγγιση με τους Παπικούς, οι οποίοι τη επιδράσει των αυτών κύκλων είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν την αυστηρή εκκλησιολογική τους αποκλειστικότητα, και να αναγνωρίζουν κάποια στοιχεία εκκλησιαστικότητας στους εκτός της παπικής μάνδρας Χριστιανούς. Είναι εξόχως χαρακτηριστικό, και έχει επισημανθή από πολλούς, ότι την ίδια εποχή που προετοιμαζόταν και λειτουργούσε η Β´ Βατικάνειος Σύνοδος (1962-1965) την ίδια εποχή και με παρόμοια εκκλησιολογική γραμμή καλούσε ο Αθηναγόρας στην Ρόδο τις τρεις «Πανορθόδοξες Διασκέψεις» (1961, 1963, 1964) και την τετάρτη στο Chambésy της Γενεύης (1968), οι οποίες καθόρισαν και τον πρώτο κατάλογο θεμάτων της μελλούσης να συνέλθει Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και οδήγησαν στις «Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικές Επιτροπές» και στις «Προσυνοδικές Διασκέψεις» από το 1971 μέχρι την σύγκληση της «Συνόδου» της Κρήτης τον Ιούνιο του 2016. Επί πενήντα πέντε έτη (55) μετά την «Α´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη» της Ρόδου (1961) και επί σαράντα πέντε έτη (45) μετά την «Α´ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή» στην Γενεύη (1971) και σαράντα έτη (40) μετά την «Α´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» στην Γενεύη (1976), ετοιμάζεται και μαγειρεύεται και κοσκινίζεται η πολυθρύλητη και προσδοκώμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η ψευδοσύνοδος της Κρήτης του Ιουνίου του 2016.
Ουδέποτε στην ιστορία της Εκκλησίας χρειάσθηκε τόσος χρόνος για να ετοιμασθεί μία σύνοδος, διότι οι σύνοδοι αντιμετώπιζαν πάντοτε φλέγοντα και επείγοντα θέματα, που δεν επέτρεπαν χρονικές καθυστερήσεις και παρατάσεις, αλλά απαιτούσαν άμεση αντιμετώπιση. Που οφείλεται άραγε αυτή η καθυστέρηση και αδυναμία να συγκαλέσουμε μία μεγάλη σύνοδο οικουμενικών προδιαγραφών, που να ανταγωνίζεται, να στέκεται επάξια απέναντι στην Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, η οποία προετοιμάσθηκε τάχιστα, έλαβαν μέρος 2.500 επίσκοποι, έναντι των 150 στην δική μας «μεγάλη» της Κρήτης, διήρκεσε όχι μία εβδομάδα, αλλά δύο έτη, και παρήγαγε θεολογικά κείμενα με τα οποία μέχρι σήμερα ασχολείται η θεολογική έρευνα, ακόμη και η Ορθόδοξη, και γενικώς συγκέντρωσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η δική μας χάθηκε και εξαφανίσθηκε, όσο ακόμη διαρκούσε η βραχύβια, μερικών ημερών, ζωή της; Γιατί τόση βία και σπουδή να κλείσουν γρήγορα τα θέματα, να μη δίνεται επαρκής χρόνος στις συζητήσεις, να μη μετέχουν όλοι οι επίσκοποι, να μην έχουν όλοι δικαίωμα ψήφου, να μην είναι ανοικτές οι συζητήσεις όχι μόνον στους δημοσιογράφους, αλλά και στον κλήρο και στον λαό, και να φυλάσεται από αστυνομικές δυνάμεις ο περιβάλλων χώρος; Γιατί φοβόμαστε το πλήρωμα της Εκκλησίας, αν οι αποφάσεις μας είναι θεάρεστες, ευαγγελικές και πατερικές;
Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Από την αρχή οι σκοποί της «Συνόδου» δεν εκινούντο στην ορθόδοξη συνοδική παράδοση, η οποία βασικώς προϋποθέτει ότι κάθε σύνοδος ακολουθεί και σέβεται τις αποφάσεις των προηγουμένων συνόδων «επομένη τοις Αγίοις Πατράσι»· καταδικάζει τις συμπροσευχές που εκείνες απαγόρευσαν και τις αιρέσεις που εκείνες κατεδίκασαν, σαν να είναι όλες οι σύνοδοι συνεδρίες μιάς και της αυτής συνόδου. Καταπολεμεί και αναθεματίζει νέες αιρέσεις που εμφανίσθηκαν και ανησυχούν το πλήρωμα της Εκκλησίας, αντιμετωπίζει ποιμαντικά και διοικητικά προβλήματα και γενικώς φροντίζει να τηρείται απαρασάλευτα η ευαγγελική και Πατερική Παράδοση. Τίποτε από όλα αυτά δεν έπραξε η Σύνοδος της Κρήτης, αλλά ακριβώς τα αντίθετα. Όχι μόνο δεν επανέλαβε την καταδίκη των αιρέσεων που οι παλαιές σύνοδοι κατεδίκασαν, όπως του Μονοφυσιτισμού, του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, αλλά αντίθετα τις ονόμασε εκκλησίες. Αντί να καταδικάσει την νέα παναίρεση του Οικουμενισμού, την εισήγαγε συνοδικά μέσα στην Εκκλησία επαινώντας τα απαράδεκτα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων και την εξευτελιστική συμμετοχή μας στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», δηλαδή στο προτεσταντικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Αιρέσεων». Απέφυγε να καταδικάσει τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς, οι οποίες έγιναν πλέον συρμός και μόδα· αντίθετα τις επεκύρωσε με την συμπροσευχή των ετεροδόξων παρατηρητών στις διάφορες ακολουθίες. Δεν ασχολήθηκε, αντίθετα διέγραψε από την θεματολογία το καυτό και επείγον θέμα του Ημερολογίου, δεν έλυσε το θέμα της Διασποράς ούτε του αυτοκεφάλου, και απλώς ενόμισε ότι καλύπτει όλα αυτά τα κενά με γενικόλογες θεολογικές διακηρύξεις στο μήνυμα και στην εγκύκλιο που εξαπέστειλε.
Η ορθόδοξη και παραδοσιακή αντιμετώπιση όλων αυτών των θεμάτων δεν ήταν επιθυμητή στους σχεδιαστάς της «Συνόδου». Σε κάθε φάση της μακρόχρονης προετοιμασίας η αγρυπνούσα συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ήγειρε αντιρρήσεις. Σεβαστοί Γέροντες και Άγιοι νεώτεροι της Εκκλησίας, όπως και μαχητικοί επίσκοποι της Εκκλησίας, το Άγιον Όρος σύσσωμο, η πάλαι ποτέ παραδοσιακή Εκκλησία της Ελλάδος, πολλοί καθηγηταί των Θεολογικών Σχολών, χριστιανικές αδελφότητες και σωματεία, και πλήθος πιστών, αντιδρούσαν στην σύγκληση της Συνόδου[3], διότι εγνώριζαν τους αντορθόδοξους στόχους της. Δεν είχαμε εδώ τον αλάθητο και πρώτο πάπα για να κάνει ο,τι θέλει, όπως έκανε με την Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, η οποία ας σημειωθεί, παρά τις κάποιες εκσυγχρονιστικές και προτεσταντίζουσες αποφάσεις της, δεν έθιξε καθόλου τα ουσιώδη εκκλησιολογικά δόγματα του Παπισμού. Καθυστερούσαν, λοιπόν, κοσκίνιζαν και μαγείρευαν οι μάγειροι του Οικουμενισμού, μέχρις ότου αλλάξουν επί το ευνοικώτερο οι συνθήκες για την σύγκληση της οικουμενιστικής τους «Συνόδου». Αυτός είναι ο λόγος της μακροχρόνιας προετοιμασίας και αντιπαραδοσιακής καθυστέρησης. Δεν τους έβγαινε η οικουμενιστική «Σύνοδος», που θα διέκοπτε την συνέχεια της Συνοδικής Πατερικής Παραδόσεως.
Η αιφνίδια επίσπευση της σύγκλησης της «Συνόδου» από τον τρίτο μεγάλο σκυταλοδρόμο του Οικουμενισμού, τον πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, μετά τους Μελέτιο Μεταξάκη και Αθηναγόρα, οφείλεται στην εκτίμηση, ότι το κλίμα τώρα είναι ευνοικό. Η παραδοσιακή και συντηρητική μέχρι του αειμνήστου αρχιεπισκόπου Σεραφείμ Εκκλησία της Ελλάδος, άλλαξε πορεία και πλεύση προς τον Οικουμενισμό· στο Άγιον Όρος έχουν εμφυτευθή οικουμενιστικοί πυρήνες που το διχάζουν και το εμποδίζουν να εκφρασθεί παραδοσιακά· οι Θεολογικές Σχολές έχουν υιοθετήσει με συντριπτική πλειοψηφία των καθηγητών το οικουμενιστικό ψευδοόραμα, όπως φαίνεται από την υποστήριξη της ίδρυσης Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών, από την μετατροπή του ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογικό και από πλήθος δημοσιευμάτων και εκδηλώσεων· οι θεολόγοι του «Καιρού» και της «Μεταπατερικής Θεολογίας» του Βόλου καλύπτονται και ενισχύονται από πατριαρχικές, αρχιεπισκοπικές και επισκοπικές ευλογίες, ενώ ξεθεμελιώνουν την Ορθοδοξία και τον σωτήριο «καιρό» της Κ. Διαθήκης τον μετατρέπουν σε καιρό απωλείας, προσαρμογής και καινοτομίας. Η εκκλησιαστική ηγεσία της Μεγάλης Ρωσίας συμπλέει μετά χαράς μέσα στα θολά νερά της οικουμενιστικής εκτροπής, ενώ θα μπορούσε ανταποκρινόμενη στα αντιοικουμενιστικά, αντιπαπικά, αντιδυτικά αισθήματα του ρωσικού λαού να ανατρέψει την καταστροφική πορεία. Και ο δικός μας ευσεβής λαός, ο ελληνικός, ζαλισμένος από τα μνημόνια, την φορολογία, την ανεργία, την αιφνίδια ανατροπή των βιωτικών του σχεδίων και προγραμμάτων, στήνεται στις ουρές των τραπεζών, των εφοριών, των συσσιτίων, προσπαθεί να εξασφαλίσει τον επιούσιο, να επιβιώσει και, πλην ολίγων, αδιαφορεί για τα εκκλησιαστικά και πνευματικά.
Να λοιπόν, ποια κατάλληλη στιγμή, ποιο ευνοικό κλίμα περίμεναν τα κλιμάκια της Νέας Εποχής του Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας, για να τερματίσουν το κοσκίνισμα και το μαγείρεμα επί ένα σχεδόν αιώνα, και να συγκαλέσουν εσπευσμένα την ψευδοσύνοδο της Κρήτης. Απατώνται όμως, αν νομίζουν, ότι, όπως ξεγέλασαν πολλές εκκλησιαστικές ηγεσίες και πολλούς επισκόπους -ευτυχώς υπάρχουν και αυτοί που δεν ξεγελάστηκαν- θα εξαπατήσουν και την γρηγορούσα συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, θα εξαπατήσουν τελικώς τον Θεό, τον ιδρυτή και κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστόν Ιησούν, και το Άγιο Πνεύμα, που οδηγεί την Εκκλησία εις πάσαν την αλήθειαν και αποδιώκει τα πνεύματα της πλάνης και των αιρέσεων. Η «Σύνοδος» της Κρήτης ως καρπός και γέννημα αλλοτρίων πνευμάτων θα απορριφθεί και θα σβήσει από τις δέλτους της εκκλησιαστικής ιστορίας ως νόθο γέννημα κακών και αμαρτωλών ωδίνων, του έρωτα και της αγάπης κάποιων προκαθημένων προς τις αιρέσεις του Παπισμού και του Οικουμενισμού. Εκεί κυοφορήθηκε και εκεί γεννήθηκε· δεν είναι τέκνο και γέννημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας· στην Κρήτη μας την έφεραν απλώς για αναγνώριση, αλλά το DNA της δεν είναι συμβατό με τα βιολογικά χαρακτηριστικά των Πατέρων της Ορθοδοξίας. Δεν μας είχε προειδοποιήσει ο Άγιος Παίσιος για τις ερωτικές προτιμήσεις του Αθηναγόρα; Ταιριάζει απόλυτα στην συνάφεια: «Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπως φαίνεται, αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος Μητέρα μας, δεν του κάνει καμίαν εντύπωσι, επειδή είναι πολύ σεμνή»[4].

[1]. Για όλη αυτή την αλλαγή στην Κωνσταντινούπολη βλ. περισσότερα εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Από την Ορθοδοξία στον Οικουμενισμό. Η μεγάλη ανατροπή του 20ου αιώνα», εις το πρόσφατο βιβλίο μας: Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει να ελπίζουμε η να ανησυχούμε; Θεσσαλονίκη 2016, εκδόσεις «Το Παλίμψηστον», σελ. 15-48.
[2]. Για την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και γενικώς τον οικουμενιστικό ρόλο του πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη βλ. περισσότερα στην μελέτη μας «Παλαιό και Νέο Ημερολόγιο. Γιατί απέσυρε το φλέγον θέμα η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος;» Θεοδρομία 18 (2016) 264-291 και στο προαναφερθέν στην υποσημ. 1, βιβλίο μας, στις σελ. 179-216, όπου παρατίθενται πολλές αρνητικές εκτιμήσεις για τον εσχάτως πολυεπαινούμενο πολυπράγμονα και καινοτόμο πατριάρχη.
[3]. Όλες αυτές τις υγιείς αντιδράσεις βλ. στο ειδικό αφιερωματικό διπλό τεύχος της Θεοδρομίας Ιανουάριος-Ιούνιος 2016.
[4]. Από επιστολή που έστειλε ο Άγιος Παίσιος στον αείμνηστο Γέροντα π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο για δημοσίευση στον «Ορθόδοξο Τύπο» με ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1968. Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής βλ. εις Θεοδρομία 12 (2010) 420-423. Για την αρνητική στάση του Αγίου Παισίου έναντι του Οικουμενισμού, η οποία συνήθως αποσιωπάται βλ. το αφιερωματικό εις αυτόν τεύχος της Θεοδρομίας Απρίλιος-Ιούνιος 2015.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
To πρωτότυπο κείμενο ήταν γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό.

zisis

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Στο παρελθόν διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών (Κ.Β.Ε.) του Α.Π.Θ., του οποίου υπήρξε και πρόεδρος. Έχει εκπροσωπήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος σε διορθόδοξες και διαχριστιανικές συναντήσεις. Έλαβε μέρος στο Διάλογο Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών, στο Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, όπως και σε διορθόδοξες συναντήσεις, στη Γενεύη, για την προετοιμασία της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: «Η ωριμότητα της ελληνικής Δημοκρατίας»

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: «Η ωριμότητα της ελληνικής Δημοκρατίας»

 

Συμπληρώθηκαν 42 χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Για τη δική μου γενιά η περίοδος της Μεταπολίτευσης συνδέθηκε με την απόλαυση των ποιοτικότερων δημοκρατικών συστατικών που παρήγαγε ποτέ αυτός ο τόπος αλλά και με μια πρωτόγνωρη –συχνά επίπλαστη- οικονομική και κοινωνική ανέλιξη.

Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό της περιόδου αυτής θα ήθελα να υποστηρίξω πως όλες οι κεντρικές επιλογές του Κωνσταντίνου Καραμανλή αλλά και της πλειοψηφίας του πολιτικού κόσμου της εποχής δικαιώθηκαν. Η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, στενά συνυφασμένη με την εδραίωση της δημοκρατίας και την ευημερία, εξακολουθεί να αποτελεί τον οδοδείκτη του μέλλοντος. Παρά τις κατά καιρούς παλινδρομήσεις, με πιο σημαντική την τρέχουσα οικονομική κρίση, το ισοζύγιο των στρατηγικών επιλογών της Ελλάδας εξακολουθεί να παραμένει θετικό. Η είσοδος της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής οικογένειας  αποτελεί την μόνη ουσιαστική ασφαλιστική δικλείδα για τις επερχόμενες γενιές των συμπολιτών μας. Το αντιλαμβάνεται κανείς εναργέστερα παρατηρώντας τις εξελίξεις στη γειτονιά μας, όπου μια σειρά από ανελεύθερα και ολοκληρωτικά καθεστώτα αποτελούν βραδυφλεγείς βόμβες στα θεμέλια της ειρήνης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία βυθίζεται καθημερινά στο διχασμό και την εσωστρέφεια, ενώ η ΠΓΔΜ βιώνει τη δική της συνταγματική εκτροπή. Βορειότερα στη Βοσνία και το Κόσσοβο δοκιμάζονται οι αντοχές της κοινωνίας των πολιτών και των στοιχειωδών δημοκρατικών ελευθεριών.

Η τρέχουσα συγκυρία συμπίπτει με το τέλος των μαζικών ψευδαισθήσεων της ελληνικής κοινωνίας. Η χρεωκοπία των αστικών πολιτικών κομμάτων που βούλιαξαν στην πελατοκρατεία και τη διαφθορά ολοκληρώνεται με την ανώμαλη προσγείωση της εναλλακτικής αριστερής πρότασης, που παρά τα καιρούς φτιασίδια της προέρχεται από τις ίδιες ξεθωριασμένες συνταγές του χρεωκοπημένου πολιτικού τσελεμεντέ μας.

Αλλά αυτό είναι ένα σημείωμα κυρίως για το αύριο. Σε μια ημέρα γιορτής το μυαλό μας στρέφεται στους συμπολίτες μας που δυστυχούν και περιθωριοποιούνται κοινωνικά αλλά και στη νέα γενιά μας που μαζικά μεταναστεύει. Σε αυτό το πλαίσιο η συζήτηση για την ποιότητα της δημοκρατίας μας καθίσταται περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Μιλώντας για τα δικαιώματα του πολίτη ο Βρετανός κοινωνιολόγος T.H. Marshall τα περιέγραψε ως μια αλληλουχία των αστικών, πολιτικών και δικαιωμάτων των ατόμων. Σήμερα, στην εποχή της ωριμότητας της ελληνικής δημοκρατίας ο επαναπροσδιορισμός των δικαιωμάτων αυτών κρίνεται απαραίτητος προκειμένου να μπορέσει η ελληνική κοινωνία να αντιμετωπίσει με ασφάλεια της προκλήσεις ενός κόσμου που γίνεται ολοένα και περισσότερο ανασφαλής. Ιδιαίτερα η επιστροφή των κοινωνικών δικαιωμάτων που τόσο βάναυσα έχουν καταπατηθεί τα τελευταία χρόνια θα εμπεδώσει το αίσθημα δικαίου και του συνανήκειν στο κοινό των Ελλήνων. Εν τέλει ο επαναπροσδιορισμός της ελληνικής ταυτότητας και η αναβάπτισή της στις κλασικές δημοκρατικές αρχές και αξίες θα ενισχύσει την κοινωνία των πολιτών, θα ενδυναμώσει το κράτος Πρόνοιας και θα προάγει την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη.

IMG_6886Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας της ΦΛΣ του ΑΠΘ. Επίσης, είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, της Επιτροπής Προγραμμάτων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, της Εθνικής Χαρτοθήκης, του «Commission of History of International Relations» καθώς και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Κλειώ. Συμμετέχει επίσης στο ευρωπαϊκό θεματικό δίκτυο ιστορίας Clioh/Cliohnet. Το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013 υπηρέτησε ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Γιάννης Μουρέλος: Ο ιστορικός ερευνητής αντιμέτωπος με τη συνείδηση του: Μια κατάθεση ψυχής

Κατά τη διάρκεια των σαράντα και πλέον ετών της ενασχόλησής μου με την επιστήμη της Ιστορίας, δεν ήταν λίγες οι φορές, που αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω όχι για το αντικείμενο των ερευνών μου, αλλά για το πώς αισθάνομαι όταν λειτουργώ μέσα στο πλαίσιο της ερευνητικής διαδικασίας. Να μιλήσω για τις προσδοκίες, για τις ανησυχίες, για τους προβληματισμούς, για τις ανατροπές που συνοδεύουν τη διαδικασία αυτή. Να μιλήσω για την αναμέτρηση του ερευνητή με την επιστήμη, για την αναμέτρησή του με τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί περί αυτού πρόκειται σε τελευταία ανάλυση. Το τίμημα της όλης διαδικασίας είναι βαρύ, το προσωπικό κόστος μεγάλο, το όφελος όμως ανεκτίμητο. Κατά τα πρώτα βήματά μου σε αυτή τη διαδρομή αισθανόμουν ασφαλής, περιχαρακωμένος πίσω από τους κανόνες της ερευνητικής δεοντολογίας και την εκφορά ενός επιστημονικού λόγου. Το έδαφος άρχισε να υποχωρεί καθώς με την πάροδο του χρόνου διαπίστωνα ότι επιστήμη περισσότερο σχετική (όχι όμως με την ισοπεδωτική διάσταση του σχετικισμού) από την επιστήμη της Ιστορίας και έννοια περισσότερο υποκειμενική από εκείνη της αντικειμενικότητας δύσκολα μπορούσαν να εντοπισθούν. Αίφνης, ότι ως τότε λειτουργούσε μέσα μου σαν καταφύγιο και σαν ακλόνητο σημείο αναφοράς, άρχισε να φαντάζει πλασματικό και εξωπραγματικό.

Αυτή η μη ηθελημένη αποδόμηση του εσωτερικού μου κόσμου και της σχέσης μου με την επιστήμη με αναστάτωσε. Αισθάνθηκα μετέωρος, δίχως καθόλου στηρίγματα. Από τη δύσκολη έως και επικίνδυνη αυτή κατάσταση βγήκα χάρη στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο ευτυχώς ενεργοποιήθηκε εγκαίρως προς την κατεύθυνση της απομυθοποίησης ορισμένων θεμελιωδών εννοιών.

 Μια πρώτη από αυτές είναι η έννοια της αντίληψης. Από που πηγάζει η αντίληψη; Πηγάζει από κάτι εξαιρετικά απλό και ανθρώπινο συνάμα. Από το γεγονός ότι ο καθένας από εμάς διαφέρει από τον διπλανό του. Και για ποιο λόγο διαφέρει; Γιατί κουβαλά το προσωπικό του φορτίο, τις δικές του παραστάσεις, τις δικές του αναμνήσεις, τη δική του παιδεία, το δικό του χαρακτήρα. Όλα αυτά, άλλωστε, συνθέτουν την προσωπικότητα του καθενός από εμάς και αποτελούν περίτρανη απόδειξη ότι είμαστε ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, ότι λειτουργούμε ως αυτοτελή όντα και όχι ως προϊόντα κλωνοποίησης, όπως θα μας ήθελε, σήμερα, η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Υπό αυτή την έννοια, είναι φυσικό να υπάρχουν πολλές αλήθειες και όχι μια και μοναδική. Ή, για να το προσδιορίσω καλύτερα, υπάρχουν πολλές εκδοχές της ίδιας αλήθειας. Θα μου πείτε βέβαια, πόσες αλήθειες είναι δυνατόν να υποκρύπτει μια διαπίστωση του είδους: «Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας». Πράγματι, δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένα άτομο μεταξύ των αναγνωστών που να σηκωθεί και να αμφισβητήσει την εγκυρότητα μιας τέτοιας διαπίστωσης. Κι όμως, σε επίπεδο πρόσληψης, αξιολόγησης, ερμηνείας του ιδίου ερεθίσματος, υπάρχουν τόσες πολλές εκδοχές όσος είναι και ο αριθμός των αναγνωστών αυτών. Είναι θέμα αισθήσεων, κάτι που δεν μπορεί να μεταφερθεί με λόγια, από έναν ιστορικό τουλάχιστον. Ένας βιολόγος, ένας ψυχολόγος, ένας γιατρός είναι περισσότερο αρμόδιοι να τοποθετηθούν υπεύθυνα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Γιατί όμως να θέλουμε σώνει και καλά να παρεκκλίνει από τον παραπάνω κανόνα ένας ιστορικός; Άνθρωπος δεν είναι και αυτός, με τα όρια και με τις αντοχές του;

Μοιραία επομένως περνάμε σε ένα δεύτερο κεφάλαιο, εξίσου σημαντικό με το προηγούμενο. Το κεφάλαιο της αυτογνωσίας. Η ερευνητική διαδικασία είναι μια διαδικασία επίπονη. Φυσικό είναι λοιπόν να διακατέχεται ο ιστορικός από μια αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης κάθε φορά που η διαδικασία αυτή τελεσφορεί. Τι πιο ανθρώπινο από μια αντίδραση αυτού του είδους; Το πρόβλημα έγκειται κάπου αλλού. Στο γεγονός ότι το απόσταγμα της όποιας ερευνητικής διαδικασίας είναι εκ των πραγμάτων εφήμερης διάρκειας. Αντικατοπτρίζει μια και μοναδική στιγμή. Εκείνη κατά την οποία η έρευνα τελεσφορεί. Ωστόσο, υπόκειται, οφείλει να υπόκειται, σε αμφισβήτηση από την επόμενη κιόλας στιγμή. Εάν μάλιστα η αμφισβήτηση προέρχεται από τον έχοντα διενεργήσει την έρευνα, τόσο το καλύτερο γι αυτόν. Η πρόσληψη του ιδίου ερεθίσματος από το ίδιο άτομο διαφέρει ανάλογα με τη χρονική συγκυρία. Όσο πιο γρήγορα αποδεχθούμε αυτόν τον κανόνα, που είναι κανόνας της φύσης, τόσο το καλύτερο. Όσο εθελοτυφλούμε περιχαρακωμένοι πίσω από συμπλεγματικές συμπεριφορές και εγωιστικές αντιδράσεις, τόσο το χειρότερο. Νέα στοιχεία, ικανά να αναθεωρήσουν και αυτό ακόμη το τελικό αποτέλεσμα της έρευνας στο σύνολό του προκύπτουν διαρκώς, κάτι που, όσο και αν το επιθυμεί, κανείς δεν μπορεί να αποτρέψει. Επιπρόσθετα, η ανάγνωση και η αξιολόγηση του υλικού διαφέρουν ανάλογα με την πείρα και την ηλικιακή ωριμότητα του καθενός. Λίγες είναι οι περιπτώσεις που αξιολογούμε με αυστηρότητα δικές μας ερευνητικές επιδόσεις προγενέστερης χρονικής στιγμής; Παλαιότερα όμως, όταν ολοκληρωνόταν τότε η έρευνα, νοιώθαμε πλήρεις και ικανοποιημένοι. Η Ιστορία γράφεται από ανθρώπους, μελετάται από ανθρώπους, απευθύνεται σε ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι εξελισσόμενο όν. Συνεπώς, και η Ιστορία, μια επιστήμη, η οποία στηρίζεται επάνω στην παρατήρηση, είναι μια εξελισσόμενη επιστήμη.

  Εξελισσόμενη ναι. Όχι όμως επιλεκτική. Η Ιστορία δεν είναι κάποιο περιστασιακό εργαλείο που να μας επιτρέπει να προβάλουμε τις επιθυμίες μας ή να εξορκίζουμε τις όποιες ανησυχίες, τις όποιες ανασφάλειες μας διακατέχουν. Δεν μπορούμε να την επικαλούμαστε οσάκις την έχουμε ανάγκη και να αγνοούμε την ύπαρξή της όποτε δεν μας συμφέρει. Ούτε είναι θεμιτή η χρήση της για την εξυπηρέτηση πολιτικών, ιδεολογικών ή άλλου είδους σκοπιμοτήτων. Η Ιστορία λέει αυτά που λέει και όχι απαραίτητα εκείνα που θα επιθυμούσαμε να λέει

Εάν πράγματι διδάσκει κάτι, είναι ότι μας αποκαλύπτει τον δρόμο για την αυτογνωσία. Η Ιστορία μας φέρει ως άτομα, ως κοινωνικό σύνολο, αντιμέτωπους με τους εαυτούς μας. Η Ιστορία μας θυμίζει ότι καμιά κοινωνία, ούτε ακόμη εκείνη της οποίας έχουμε το προνόμιο να είμαστε συνεχιστές, δεν υπήρξε αγγελικά πλασμένη. Η Ιστορία, τέλος, μας προσφέρει μια ανεπανάληπτη δυνατότητα να προβούμε στη δική μας αυτοκριτική προτού προχωρήσουμε στην κριτική των άλλων.

Σε εμάς εναπόκειται κατόπιν να ανταποκριθούμε ή όχι στα κελεύσματά της. Εάν το πράξουμε, το τίμημα είναι βαρύ, συνάμα όμως λυτρωτικό. Εάν όχι, είναι βέβαιο ότι θα επιφορτισθούμε με επιπρόσθετο άγχος και υπαρξιακή αγωνία. Ας έχουμε λοιπόν απόλυτη συναίσθηση του γεγονότος ότι η αναμέτρηση με την Ιστορία πονά. Οπλίζει όμως με δύναμη, οπλίζει με αυτοπεποίθηση όποιον επιχειρεί να αναμετρηθεί μαζί της δίχως αναισθητικό. Η πραγματική ισχύς απορρέει από την ενδοσκόπηση και από την εσωτερική κάθαρση. Αυτές ακριβώς οι λειτουργίες είναι που μας χαλυβδώνουν στον αγώνα για την επικράτηση των ανθρώπινων αξιών. Αυτές ακριβώς οι λειτουργίες είναι που μας φέρνουν σε θέση υπεροχής έναντι όσων αδυνατούν ή, ακόμα χειρότερα, έναντι όσων αρνούνται να υποβληθούν σε αυτή τη δοκιμασία. Ειδάλλως, προβάλουμε τη δική μας κοσμοαντίληψη επάνω σε εκείνη του παρελθόντος. Αξιολογούμε το τελευταίο με γνώμονα τα κριτήρια της δικής μας κοινωνίας, αγνοώντας με τον τρόπο αυτό μια θεμελιώδη αρχή της επιστήμης της Ιστορίας: ότι δηλαδή η κάθε εποχή διαθέτει τους δικούς της ρυθμούς, τις δικές της αρχές, τις δικές της αξίες, τη δική της ηθική, τους δικούς της κανόνες, πράγματα που οφείλουμε να κατανοήσουμε, πράγματα που οφείλουμε να σεβασθούμε, όσο σκληρό και αν αυτό αποδεικνύεται στην πορεία.

Η πραγματική ισχύς απορρέει από τη βούληση για αυτογνωσία και όχι από τη στείρα επανάληψη ρηχών στερεοτύπων, τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, αποτελούν κορυφαία ασέβεια έναντι της κληρονομιάς, της οποίας έχουμε την τιμή να είμαστε σήμερα οι φορείς. Όσο πιο πλούσια, όσο πιο βαριά είναι η κληρονομιά αυτή, άλλο τόσο οφείλουμε να τη διαχειρισθούμε με τη δέουσα ευγνωμοσύνη και προσοχή, με τη δέουσα σεμνότητα, με τη δέουσα διακριτικότητα, με τη δέουσα αξιοπρέπεια. Διαφορετικά, υποβιβαζόμαστε στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με εκείνους, τους οποίους καταγγέλλουμε για παραποίηση της Ιστορίας.

Με το ίδιο πνεύμα θα μπορούσα κάλλιστα να σας μιλήσω και για άλλες κρίσιμες πτυχές της ερευνητικής διαδικασίας. Θα μπορούσα λόγου χάρη να μιλήσω για την απουσία της βιωματικής εμπειρίας και για τη συνακόλουθη δυσκολία του ιστορικού ερευνητή να εξοικειωθεί με την ψυχολογία και με τους ρυθμούς της εποχής, την οποία εξετάζει. Θα μπορούσα να μιλήσω ακόμα και για τη σχέση που συνάπτεται ανάμεσα στον ίδιο και το υλικό που επεξεργάζεται. Πρόκειται για μια σχέση αλληλεξάρτησης, για μια σχέση η οποία συχνά κινείται στα όρια του ανταγωνισμού. Θα μπορούσα, τέλος, να μιλήσω για τις ικανότητες που απαιτούνται προκειμένου ο ιστορικός ερευνητής να είναι σε θέση να αποκρυπτογραφήσει το υλικό αυτό, να μπορεί όπως λέμε να διαβάζει πίσω από τις γραμμές. Δεν θα το πράξω. Κλείνοντας την παρέμβασή μου προτίμησα να εστιάσω την προσοχή μου σε τρία συγκεκριμένα παραδείγματα της νεότερης ιστορίας μας, προκειμένου να διανθίσω και να καταστήσω ταυτόχρονα περισσότερο κατανοητά τα όσα προηγούνται.

Παράδειγμα πρώτο: Η αξιολόγηση της ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία σήμερα, με ορατή πλέον τη συμπλήρωση ενός αιώνα από τότε. Πώς μπορεί άραγε να λειτουργήσει σήμερα ένας ερευνητής απέναντι σε αυτό το φαινόμενο; Αφαιρώντας κατ αρχήν ότι περιττό ενέχει η συγκινησιακή φόρτιση του όλου θέματος. Όχι πως ο σπαραγμός δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. Βεβαίως και αποτελεί. Ως τέτοιο δε οφείλει να αποτελέσει και αντικείμενο χειρισμού.  Ωστόσο, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο συνεχιζόμενος, δικαιολογημένα πολλές φορές ακόμα και σήμερα, ατέρμονος θρήνος δεν συνεισφέρει στην προαγωγή της επιστημονικής έρευνας.

Ακολούθως, υιοθετώντας μια λιγότερο ελληνοκεντρική οπτική. Ο πόλεμος των ετών 1919-1922 δεν υπήρξε μια διμερής ελληνοτουρκική διαφορά. Επρόκειτο για ένα διεθνές ζήτημα με πολλαπλές και πολύπλοκες προεκτάσεις. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για έναν ανελέητο ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων με στόχο τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης τόσο σε μια ευαίσθητη από γεωπολιτικής απόψεως περιοχή (το χώρο της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής), όσο και σε μια χρονική συγκυρία (την επομένη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου), η οποία διαθέτει όλα τα συστατικά στοιχεία εκείνα που μας επιτρέπουν να τη χαρακτηρίσουμε ως μεταβατική από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη. Σήμερα, που η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές εντός και εκτός ελληνικών συνόρων είναι πλέον εφικτή, είμαι πεπεισμένος ότι η διεθνής παράμετρος αποτελεί το μεθοδολογικό κλειδί για την προσέγγιση και για την ερμηνεία του Μικρασιατικού Ζητήματος.

 Υπό το παραπάνω πρίσμα, ορισμένα σημεία της όλης υπόθεσης, στα οποία εμείς οι Έλληνες αποδίδουμε μεγάλη σημασία για ευνόητους λόγους, χάνουν μεγάλο μέρος από την αξία τους. Εξακολουθεί λόγου χάρη να ευσταθεί το επιχείρημα βάσει του οποίου οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και η συνακόλουθη ήττα της βενιζελικής παράταξης υπήρξε η γενεσιουργός αιτία για τα όσα δεινά ακολούθησαν; Οι εξελίξεις είχαν ήδη δρομολογηθεί προ πολλού εκτός ελληνικών συνόρων. Η έμφαση που δίνεται στο εκλογικό αποτέλεσμα του Νοεμβρίου εγκλωβίζει ουσιαστικά ένα διεθνές φαινόμενο στη λογική της ελληνικής μικροπολιτικής αντιπαράθεσης. Ομοίως, θα έπρεπε στις μέρες μας να εξακολουθεί να θεωρείται η Συνθήκη των Σεβρών ως η κορωνίδα των επιτυχιών της ελληνικής διπλωματίας; Ας μη λησμονούμε πως το Διεθνές Δίκαιο επιτάσσει ότι μια διακρατική πράξη δεν δύναται να τεθεί σε εφαρμογή παρά μόνον εφόσον επικυρωθεί προηγουμένως από τις εθνικές αντιπροσωπείες των συμβαλλομένων μερών. Από όλους όσους την υπέγραψαν, μόνο η Ελλάδα προχώρησε σε αυτή την ενέργεια. Συνεπώς, για τη διεθνή κοινότητα, η Συνθήκη των Σεβρών πέρασε ήδη από τότε  στην Ιστορία ως «νεκρό γράμμα».

Τέλος, παραμένει ακόμη λειτουργικός ο κάθετος διαχωρισμός των Ελλήνων πρωταγωνιστών σε πατριώτες και σε μειοδότες; Προσωπικά, όπου στραφώ, συναντώ παντού ανθρώπους. Ανθρώπους περισσότερο και λιγότερο χαρισματικούς ίσως, ανθρώπους περισσότερο και λιγότερο ικανούς αναμφίβολα, ανθρώπους ωστόσο, τους οποίους ενώνει ένας κοινός παρονομαστής: η απόγνωση που αισθάνονται άπαντες μπροστά σε επερχόμενες δυσάρεστες εξελίξεις, τις οποίες ούτε να αποτρέψουν αλλά ούτε καν να ελέγξουν είναι σε θέση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι αδιαμφισβήτητες πλην όμως απρόσμενες επιτυχίες των Βαλκανικών πολέμων ενεργοποίησαν περισσότερο το συναίσθημα των Ελλήνων και λιγότερο τη λογική. Τους όπλισαν με μια αίσθηση, με μια ψευδαίσθηση υπέρμετρης ισχύος, εξηγώντας πώς και γιατί, λίγα χρόνια αργότερα, κάτω από αντίξοες διεθνείς αλλά και εσωτερικές συνθήκες, η χώρα ενεπλάκη σε μια περιπέτεια δυσανάλογη από την πρώτη κιόλας στιγμή με τις δυνατότητες και με τις αντοχές της. Η ελληνική κοινωνία της περιόδου εκείνης ήταν ανέτοιμη να αφομοιώσει, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, κοσμογονικές για τα μεγέθη της ανακατατάξεις και οριακές ψυχολογικές μεταπτώσεις.

Παράδειγμα δεύτερο: Η διενέργεια του ελληνοϊταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου κατά τα έτη 1940-1941 και η συμβολή τους στην όλη εξέλιξη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.    

  Άραγε θα χαρακτηριζόταν σήμερα ως εθνικά επιζήμια η παραδοχή πως η περίφημη καθυστέρηση των έξι εβδομάδων, που έκρινε το 1941 την τύχη της Μόσχας, δεν οφειλόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι η Γερμανία εξαναγκάσθηκε να διεξαγάγει έναν προληπτικό πόλεμο στη Βαλκανική, αλλά ότι η καθυστέρηση αυτή προέκυψε και από άλλες δυο εξίσου σημαντικές παραμέτρους; 1) Την ακαταλληλότητα των πολωνικών αεροδρομίων, που προορίζονταν για ορμητήρια κατά της σοβιετικής επικράτειας και 2) τον τελευταίο και πλέον αιματηρό γύρο των γερμανικών αεροπορικών επιδρομών κατά των Βρετανικών Νήσων την άνοιξη του 1941 ως κίνηση αντιπερισπασμού, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το στοιχείο του αιφνιδιασμού ενόψει της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Άλλωστε, όλη αυτή η συζήτηση δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα εάν αναλογισθεί κανείς ότι η γερμανοσοβιετική αντιπαράθεση υπήρξε μια αντιπαράθεση μεγεθών και ότι η έκβασή της δεν εξαρτιόταν από το κατά πόσο ή όχι θα έπεφτε τελικά η Μόσχα στα χέρια των Γερμανών. Ήδη προτού εκδηλωθεί η επιχείρηση Barbarossa, ήταν εμφανές πως οι κανόνες του κεραυνοβόλου πολέμου ήταν εξαιρετικά δύσκολο, έως  ακατόρθωτο, να γνωρίσουν επιτυχή εφαρμογή εντός της αχανούς σοβιετικής επικράτειας και ενόσω η σοβιετική πολεμική βιομηχανία, αποτραβηγμένη στην ενδοχώρα, συνέχιζε ακατάπαυστα την παραγωγή της κάτω από συνθήκες απόλυτης ασφάλειας.

  Όλα αυτά δεν μειώνουν σε τίποτα την ελληνική συμβολή, η οποία όμως θα έπρεπε να αναζητηθεί κάπου αλλού και όχι στο πεδίο του στρατηγικού σχεδιασμού. Στην περίπτωση, η Ελλάδα παρέδωσε ένα μοναδικό μάθημα γενναιότητας και αξιοπρέπειας σε μια άσχημα δοκιμαζόμενη τότε Ευρώπη. Το έπραξε κάνοντας χρήση του νομίμου δικαιώματος της αντίστασης με τη δύναμη των όπλων ενάντια σε οποιαδήποτε επιβουλή σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής της ανεξαρτησίας. Διεξήγαγε  έναν άνισο αγώνα κάτω από αντίξοες συνθήκες, σε μια στιγμή μάλιστα που και ο πλέον ευφάνταστος νους δεν μπορούσε καν να διανοηθεί την έκβαση, την οποία προσέλαβε τελικά, τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος.

Παράδειγμα τρίτο: Η κυπριακή κρίση του 1974, μια Μικρασιατική Καταστροφή σε μικρογραφία για τον ελληνισμό. Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν ότι στο αρχικό της στάδιο η τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου διέθετε νομική κάλυψη; Βέβαια, ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών καταδικάζει απερίφραστα τη χρήση βίας σε κάθε περίπτωση. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του πλέγματος των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις (Μεγ. Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία) όφειλαν να συσκεφθούν σε περίπτωση προσβολής  της συνταγματικής νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κάθε μια από αυτές όμως, διατηρούσε το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης εφόσον οι μεταξύ τους συνομιλίες δεν είχαν επιτυχή κατάληξη.  Η ελληνική πλευρά, η οποία και είχε προκαλέσει τη ρήξη με το αλόγιστο πραξικόπημα, πέντε μέρες νωρίτερα, σε βάρος του νομίμως εκλεγέντα προέδρου Μακαρίου, βρέθηκε με δική της ευθύνη εκτός διαδικασίας. Η επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού Bulent Eçevit στο Λονδίνο για κοινή σύμπραξη δεν απέδωσε καρπούς. Συνεπώς, η τουρκική κυβέρνηση, τη στιγμή που έστελνε τα στρατεύματά της στην Κύπρο, μπορούσε να επικαλεσθεί το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως.

Ωστόσο, η όποια νομική κάλυψη έπαψε να υφίσταται λίγο αργότερα, όταν στην ίδια την Κύπρο κατέρρευσε το καθεστώς των εγκαθέτων της χούντας και ο πρόεδρος της βουλής, Γλαύκος Κληρίδης, με τη σύμφωνη γνώμη του Μακαρίου, ο οποίος είχε διαφύγει στο εξωτερικό, ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έκτοτε, από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε η συνταγματική νομιμότητα στο νησί, τα τουρκικά στρατεύματα επί του κυπριακού εδάφους από «απελευθερωτικά» μετατράπηκαν αυτομάτως σε δύναμη κατοχής.

 Εν κατακλείδι, η Ιστορία, είναι η δική μας συνείδηση, η Ιστορία είναι ο δικός μας καθρέπτης. Όταν κοιτάζουμε μέσα σε αυτόν, το είδωλό μας πρέπει να μας κοιτάζει με τη σειρά του κατευθείαν στα μάτια και να μην αποστρέφει το βλέμμα του. Οφείλουμε να είμαστε γενναίοι και μεγαλόψυχοι, οφείλουμε ανά πάσα στιγμή να είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε με εντιμότητα και με εγκράτεια τις ευχάριστες αλλά και τις λιγότερο ευχάριστες στιγμές του παρελθόντος μας. Σε συνάρτηση με την πρόοδο της επιστήμης έχουμε υποχρέωση, ως ελάχιστο φόρο τιμής αλλά και ως επίδειξη στοιχειώδους υπευθυνότητας έναντι της ιστορικής μας κληρονομιάς, να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειές μας, να τιθασεύσουμε έναν εξαιρετικά πολύπλοκο και αντιφατικό εσωτερικό μας κόσμο. Πρωτίστως όμως, οφείλουμε να μην υποκύψουμε στον μέγα πειρασμό της επιλεκτικής χρήσης της Ιστορίας. Η πρωταρχική ανάγκη του αυτοπροσδιορισμού και της αυτογνωσίας πρέπει να στηρίζεται επάνω σε ισχυρά και αξιόπιστα θεμέλια, όχι επάνω σε ανούσια και στομφώδη συνθήματα δίχως αντίκρισμα. Αυτό είναι απαραίτητο για το παρόν αλλά και για το μέλλον μας. Είναι επιτακτικό για την ίδια μας την επιβίωση. Γιατί η ζωή είναι η ζωή: ένας διαρκής αγώνας, για έναν άνθρωπο όπως και για ένα έθνος

 

IMG_7875-1024x683
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (του οποίου υπήρξε πρόεδρος τη διετία 2011-2013) και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ).

 

 

Αναδημοσίευση από τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου “Από ποιον, για ποιον και πως γράφεται η Ιστορία”, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ιδρυτής: Σχολή Μωραϊτη, Αθήνα, 2011.

Άγγελος Συρίγος: Ήσαν προδότες;

Άγγελος Συρίγος, Ήσαν προδότες;

 

Θεωρητικώς σε αυτό το ζήτημα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν ερωτηματικά. Το πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής ήταν προδοσία εις βάρος του ελληνικού έθνους διότι έδωσε την πολιτική (και όχι τη νομική) αφορμή στην Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πράξη αυτή είναι εντελώς διακριτή από την πράξη της εσχάτης προδοσίας που τελέσθηκε κατά την κατάλυση του Συντάγματος την 21η Απριλίου 1967.

Για να διακριβωθεί, όμως, εάν ποινικά ήσαν προδότες, απαραίτητη είναι η γνώση της διακρίσεως μεταξύ του άμεσου και του ενδεχόμενου δόλου. Στον άμεσο δόλο ο υπαίτιος επιδιώκει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή όταν δεν το επιδιώκει το αποδέχεται ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του. Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο υπαίτιος δεν επιδιώκει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αντιλαμβάνεται, όμως, ότι μπορεί να επέλθει ως συνέπεια της συμπεριφοράς του.

 Στην περίπτωση του πραξικόπηματος θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι οι διοργανωτές του δεν επιθυμούσαν την τουρκική εισβολή. Όσο πορωμένοι και να ήσαν κάποιοι από τους χουντικούς, είναι απίθανο να θεωρηθεί ότι υπήρχαν έλληνες αξιωματικοί που επεδίωκαν να αντικατασταθεί ο Μακάριος από τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα.

Ως προς τον ενδεχόμενο δόλο όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προειδοποιήσεις για τις συνέπειες ενός πραξικοπήματος είχαν δοθεί εγκαίρως. Λίγες ημέρες πριν το πραξικόπημα, η «πολιτική» και υπηρεσιακή ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών (Σπυρίδων Τετενές, υπουργός, Άγγελος Βλάχος, γενικός γραμματέας, και Ιωάννης Τζούνης, γενικός διευθυντής) είχε παραιτηθεί διαφωνώντας με την πολιτική της ελληνικής κυβερνήσεως στο Κυπριακό. Οι παραιτήσεις δεν τάραξαν τον δικτάτορα Ιωαννίδη. Μπορούσε, όμως, να αντιληφθεί τις συνέπειες των αποφάσεών του; Ο ίδιος με μία σειρά από θεατρικές κινήσεις μετά την εισβολή άφησε να εννοηθεί ότι εξαπατήθηκε αορίστως από κάποιους εκπροσώπους των ΗΠΑ. Ποτέ, όμως, δεν τόλμησε να καταγράψει τα γεγονότα αυτών των ημερών παρ’ ότι είχε άπλετο χρόνο (36 χρόνια στη φυλακή…). Οι στενοί συνεργάτες του είτε λόγω φόβου είτε λόγω αδυναμίας αντιλήψεων των ευρύτερων διεθνών ισορροπίων δεν τόλμησαν ποτέ να εκφράσουν αντίθετη άποψη. Το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με προδοσία. 

Ο κ. Άγγελος Μ. Συρίγος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέτρος Παπαπολυβίου: Οι «αμήχανες σιωπές» της Κυπριακής τραγωδίας

Πέτρος Παπαπολυβίου

Οι «αμήχανες σιωπές» της Κυπριακής τραγωδίας

Ο «φάκελος της Κύπρου» έχει πάρει, με την πάροδο των δεκαετιών, μυθικές διαστάσεις. Το «άνοιγμά του» χρησιμοποιήθηκε από πολιτικούς, ως δείγμα «της περήφανης κι αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής», ενώ αναμενόταν από πολλούς, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είτε ως τελεσίδικη  απόφαση απονομής «της ιστορικής νεμέσεως», ή έστω του καταλογισμού ευθυνών για την εθνική τραγωδία και της υπόδειξης των ενόχων, είτε για κάποιους άλλους, «δικαίωση» των αγώνων τους ή των πιστεύω τους. Παρότι ο «φάκελος της Κύπρου» έχει ταυτιστεί, μετά τη μεταπολίτευση, με τα όσα οδήγησαν και όσα έγιναν (ή δεν έγιναν) στο πραξικόπημα και στην τουρκική εισβολή του 1974, πρέπει να πούμε ότι η συζήτηση για ανάλογους «φακέλους» για το Κυπριακό, με τον αντίστοιχο πέπλο μυστηρίου που συνήθως συνοδεύει ένα πολιτικό θρίλερ, με πράκτορες, κατασκόπους, «όργανα των ξένων», δολοπλοκίες και ίντριγκες, είχε ξεκινήσει, στην Αθήνα από τη δεκαετία του 1950. Είναι καλό να το έχουμε υπόψη αυτό, καθώς εξηγεί το ιστορικό βάθος.

Σήμερα, 42 χρόνια μετά το 1974 (δηλαδή σαν να ήμασταν το 1964, ως προς την απόσταση από το 1922) και έχοντας, οι αρμόδιες εξεταστικές Επιτροπές για τον «Φάκελο της Κύπρου» τόσο της Βουλής των Ελλήνων (19) όσο και της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου (2011) ολοκληρώσει τα πορίσματά τους, εκείνο που έχει σημασία είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο, να πάρουν την απόφαση να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία για το Κυπριακό. Ή έστω να εξηγήσει κάποιος αρμόδιος γιατί «οι φάκελοι Κύπρου» στο Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας (αναφέρω εδώ το μεγαλύτερο και κατ’ εξοχήν σχετικό αρχείο) είναι κλειστοί από την εποχή των παραμονών του αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959). Το εκπληκτικό είναι ότι αρκετοί από τους πρωταγωνιστές αυτής της επίμαχης περιόδου, πολιτικοί και διπλωμάτες έγραψαν σημαντικά βιβλία για το Κυπριακό (την ίδια περίοδο που συνηγορούσαν στη διατήρηση των κλειστών αρχείων) καθορίζοντας, εν πολλοίς, και τη σχετική βιβλιογραφία. Η συνέχιση αυτής της αμήχανης σιωπής εμποδίζει τη σοβαρή ιστορική έρευνα για το Κυπριακό και ανακυκλώνει, όπως είναι φυσικό, ακόμη και τα πιο παράλογα σενάρια μυστηρίου, στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω. Όμως, ακόμη πιο οδυνηρά από τη «σιωπή των αρχείων» είναι όσα τραυματικά βίωσαν, για αρκετά χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 οι εκατοντάδες Ελλαδιτών της ΕΛΔΥΚ και της Εθνικής Φρουράς που πολέμησαν στον Πενταδάκτυλο, στην Κερύνεια και στον λόφο της ΕΛΔΥΚ, μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα τους: Είχαν πάρει μέρος σε έναν πόλεμο που το κράτος τους δεν τον αναγνώριζε επίσημα, και κανένας δεν ήθελε να θυμάται…

197
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Το πλήρες βιογραφικό του κ. Παπαπολυβίου μπορείτε να το βρείτε εδώ

Γιάννης Μουρέλος: Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme:  Τo War Requiem του Benjamin Britten: Ένα κορυφαίο αντιπολεμικό μουσικό έργο

 Γιάννης Μουρέλος

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme

 Τo War Requiem του Benjamin Britten

Ένα κορυφαίο αντιπολεμικό μουσικό έργο

Πριν από έναν αιώνα ακριβώς, την 1η Ιουλίου 1916, στο ύψος του ποταμού Somme, ξεκίνησε μια από τις φονικότερες μάχες που γνώρισε ποτέ η Ανθρωπότητα. Την πρώτη κιόλας μέρα, στις τάξεις των Βρετανών μόνο, οι απώλειες ανήλθαν σε 60.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των (αμυνόμενων) Γερμανών υπολογίζονται περί τις 12.000. Η μάχη διήρκησε έως τις 18  Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Το μόνο κέρδος, το οποίο κατάφεραν τελικά να αποκομίσουν οι Αγγλογάλλοι, ήταν μια προέλαση της τάξεως των 9,7 χιλιομέτρων εντός των γραμμών του αντιπάλου, δίχως να έχουν καταληφθεί, τελικά, οι στρατηγικοί στόχοι!

Η ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου σημάδεψε ανεξίτηλα τη συνείδηση όσων συμμετείχαν σε αυτόν. Ο υπολοχαγός Wilfred Owen πολέμησε στην πρώτη γραμμή από το 1915. Όταν διαγνώστηκε πως πάσχει από νευρασθένεια (όπως πολλοί από τους συμπολεμιστές του άλλωστε) στάλθηκε στα μετόπισθεν για θεραπεία. Οι γιατρoί του σύστησαν να εξορκίσει τις τραυματικές του εμπειρίες γράφοντας. Δεινός ποιητής από την προπολεμική περίοδο ήδη, ο Owen, μόλις επέστρεψε στην πρώτη γραμμή, άρχισε να συνθέτει μια σειρά σπαρακτικών ποιημάτων, όπου αποτυπώνονται ανάγλυφα, η ματαιότητα, ο παραλογισμός, η βία και η φρίκη του πολέμου.

Wilfred Owen (1893-1918)
Wilfred Owen (1893-1918)

Στις 4 Νοεμβρίου του 1918, στην τελευταία μάχη του πολέμου (Μάχη του Sambre), έχασε τη ζωή του σε ηλικία 25 μόλις ετών, μια εβδομάδα πριν από την υπογραφή της εκεχειρίας (11 Νοεμβρίου). Από κοινού με τον Siegfried Sassoon, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής του πολέμου.

  Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου 1940, στο πλαίσιο ενός εξίσου ολέθριου  πολέμου, η πόλη του Coventry υπέστη ισχυρό βομβαρδισμό από τη γερμανική πολεμική αεροπορία, εξαιτίας του οποίου καταστράφηκε ολοσχερώς ο Kαθεδρικός Nαός του Αγίου Μιχαήλ. Το 1958, με αφορμή την ανέγερση και έναρξη λειτουργίας του νέου Καθεδρικού Ναού, ζητήθηκε από τον Benjamin Britten να συνθέσει ένα δικό του έργο ειδικά για το σκοπό αυτό. Ο Britten ήταν ήδη γνωστός στο στερέωμα όχι μόνο ως ένας πολλά υποσχόμενος μουσικός, αλλά και ως ένας απόλυτα συνειδητοποιημένος φιλειρηνιστής. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση-πρόκληση, επέλεξε να συνθέσει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων έργο (θυμίζει αναγεννησιακό φρέσκο, με θεματολογία, όμως, που παραπέμπει περισσότερο στη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου και στους πίνακες του Ιερώνυμου Bosch), με σκοπό να περάσει το δικό του αντιπολεμικό μήνυμα. Η σύνθεση ξεκίνησε στις αρχές του 1961. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1962, το ορχηστρικό μέρος του έργου ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα, όπου βρισκόταν ο Britten προκειμένου να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων

(ο ίδιος αργότερα έγραψε: “Ο κόσμος διερωτάται πως κατάφερα να ολοκληρώσω μια τόσο μεγάλη σύνθεση και ταυτόχρονα να μπορέσω να δω τόσα πολλά από την υπέροχη αυτή χώρα”).

 Στόχος του συνθέτη ήταν να προσδώσει συμβολική διάσταση και σε επίπεδο ερμηνευτών. Για το σκοπό αυτό, η βολιδοσκόπηση των καλλιτεχνών προηγήθηκε χρονικά της ίδιας της περαίωσης της σύνθεσης του έργου. Συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν ο Βρετανός Peter Pears, o Γερμανός Dietrich Fischer-Dieskau και η Ρωσίδα Galina Vishnevskaya. Ειδικότερα για την τελευταία, ο Britten, απευθυνόμενος  το 1961 στις σοβιετικές αρχές, προκειμένου να της εξασφαλίσει άδεια εξόδου, εκφράστηκε ως ακολούθως:

Έχοντας ακούσει την κ. Vishnevskaya να τραγουδά πέρυσι το καλοκαίρι στην Αγγλία, συνειδητοποίησα πως διαθέτει τη φωνή, τη μουσικότητα και το ταμπεραμέντο που αναζητούσα. Έκτοτε, ενόσω προχωρούσε η σύνθεση του έργου, την είχα στο νου μου για κάθε νότα που σχεδίαζα”.

Τελικά, οι σοβιετικές αρχές, προφανώς ενοχλημένες από το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμπε το έργο, αρνήθηκαν να χορηγήσουν άδεια εξόδου. Η πρεμιέρα του War Requiem έλαβε χώρα δίχως τη δική της παρουσία, με την υψίφωνο Heather Harper να έχει επιστρατευθεί κυριολεκτικά την ύστατη ώρα. Ευτυχώς, η Vishnevskaya μπόρεσε να συμμετάσχει, ένα χρόνο αργότερα, στην πρώτη ηχογράφηση του έργου, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, μια ηχογράφηση, η οποία αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς. To 1974, μαζί με τον σύζυγό της, τον διεθνούς φήμης τσελλίστα Mstislav Rostropovich, η  Galina Vishnevskaya αυτομόλησε στη Δύση. H παγκόσμια πρώτη δόθηκε στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry στις 30 Μαϊου 1962.

           O Winston Churchill στα ερείπια του Καθεδρικού Nαού του Coventry

Ο τίτλος War Requiem, προκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, μόλις οι εκδότες, που χειρίζονταν τα πνευματικά δικαιώματα του Owen, επέτρεψαν στον Britten να χρησιμοποιήσει ορισμένα από τα ποιήματά του. Η ιδέα του συνθέτη αποδείχθηκε ευφυής και πρωτότυπη συνάμα. Διανθίζει την παραδοσιακή Missa pro defunctis (δηλαδή τη Νεκρώσιμη Ακολουθία) με εννέα ποιήματα που ο Owen έγραψε έπειτα από την επάνοδό του στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, λίγο προτού χάσει τη ζωή του. Χρειάστηκε δε ο μουσικοσυνθέτης να επιστρατεύσει ολόκληρη την έμπνευση και το ταλέντο του, ούτως ώστε ένα εκ πρώτης όψεως αμάλγαμα να μπορέσει να αποκτήσει αξιοζήλευτη συνοχή, ροή και συνέχεια, επιτρέποντας, ταυτόχρονα, στα ετερογενή στοιχεία που το απαρτίζουν να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους. Τα ποιήματα παρεμβάλλονται διαρκώς, επικαλύπτοντας ή ακόμη και ανατρέποντας το περιεχόμενο του παραδοσιακού κειμένου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αναφοράς στη θυσία του Αβραάμ, όπου ο Owen δίνει τη δική του ωμή εκδοχή αμέσως μετά από την εμφάνιση και την προτροπή του Αγγέλου ( But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Η χριστιανική λειτουργία, στη λατινική γλώσσα, αποδίδει τον Παράδεισο, την εξωκοσμική και ιδεατή, δηλαδή, διάσταση. Αντίθετα, τα ποιήματα, στα αγγλικά, προσγειώνουν ανώμαλα τον ακροατή στον γήινο και υπέρμετρα βίαιο και σκληρό κόσμο, γνήσιο  εφεύρημα του ανθρώπινου νου. Άλλωστε, έτσι ακριβώς δεν έχει η δισυπόστατη φύση όλων ημών; Ωστόσο, ακόμη και αυτό επιχειρείται από τον Britten με τρόπο ανορθόδοξο.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του τεραστίου δυναμικού, που απαιτεί η εκτέλεση του έργου (περί τα 300 άτομα συνολικά) τίθεται στη διάθεση της Λειτουργίας, προκαλώντας συναισθήματα δέους και κατάνυξης. Απαρτίζεται από μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, καθώς και από παιδική χορωδία. Από τους τρεις μονωδούς (υψίφωνος, τενόρος και βαρύτονος), επιστρατεύεται μόνο η πρώτη. Οι δυο αντρικές φωνές είναι εκείνες που αποδίδουν τα ποιήματα του Owen, συνοδευόμενες από ορχήστρα δωματίου (ορχήστρα μέσα στην ορχήστρα). Το δέος, που προκαλείται εδώ, δεν προκύπτει από τον όγκο των μέσων που χρησιμοποιούνται, αλλά από την ίδια τη δύναμη του περιεχομένου των στίχων. Κατά καιρούς δε, η ομάδα αυτή καταφέρνει, παρά τα πενιχρά μέσα που διαθέτει συγκριτικά, να ισοσκελίσει τον κατακλυσμό, που η Λειτουργία εξαπολύει εκ του ασφαλούς.

Πέραν των δικών του ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, το War Requiem θα μπορούσε, τρόπον τινα, να θεωρηθεί και ως μια ανακεφαλαίωση όλων των μουσικών δημιουργιών του ιδίου είδους, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά. Συνδυάζει, κατά στιγμές, την τραγικότητα του Mozart, τον ρομαντικό παρορμητισμό του Berlioz, τη θεατρικότητα του Verdi, τη σλαβική ιδιοσυγκρασία του Dvořák,  την τρυφερότητα του Fauré. Όμως, δεν είναι μόνο ένα κορυφαίο μουσικό έργο. Πρόκειται για ένα βαθιά φιλοσοφημένο στοχασμό πάνω στη ζωή και στον θάνατο. Προσδίδει μια αίσθηση αιωνιότητας, περικλείοντας μέσα του ολόκληρο το ανθρώπινο γίγνεσθαι από τα βάθη της Ιστορίας. Αποκαλύπτει τις διαχρονικές εσωτερικές συγκρούσεις και αντιφάσεις. Καταγγέλλει δημόσια τη βία, από όπου και αν αυτή προέρχεται (πολεμική, πολιτική, ιδεολογική κ.λ.π.). Αποστέλλει ένα πανανθρώπινο μήνυμα αυτοκριτικής, λύτρωσης και ελπίδας, μέσα από μια διαδικασία ενδοσκόπησης και εσωτερικής κάθαρσης. Σε τελευταία ανάλυση, παρά την αντισυμβατική θρησκευτική πίστη του συνθέτη, το μήνυμα που εκπέμπει είναι  ένα μήνυμα βαθύτατα χριστιανικό.

Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)
Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Ι. Requiem aeternam

 Πρόκειται για το εισοδικό της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, που ξεκινά με την παρακλητική φράση: «Requiem aeternam dona eis Domine» (= Ανάπαυσιν αιώνιον δος αυτοίς Κύριε). Την ορχήστρα, τη χορωδία και την παιδική χορωδία διαδέχoνται ο τενόρος και η ορχήστρα δωματίου, που αποδίδουν το ποίημα με τίτλο «Anthem for Doomed Youth«

 

What passing-bells for these who die as cattle?

      — Only the monstrous anger of the guns.

      Only the stuttering rifles’ rapid rattle

Can patter out their hasty orisons.

No mockeries now for them; no prayers nor bells; 

      Nor any voice of mourning save the choirs,—

The shrill, demented choirs of wailing shells;

      And bugles calling for them from sad shires.

 

What candles may be held to speed them all?

      Not in the hands of boys, but in their eyes

Shall shine the holy glimmers of goodbyes.

      The pallor of girls’ brows shall be their pall;

Their flowers the tenderness of patient minds,

And each slow dusk a drawing-down of blinds.

 

            Το μέρος κλείνει με το πατροπαράδοτο Kyrie eleison.

 

ΙΙ. Dies irae

  Το λατινικό κείμενο αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία (Ημέρα οργής, εκείνη η μέρα,ο κόσμος θ’αφανιστεί μέσα σε στάχτες, όπως προφήτευσαν ο Δαβίδ και η Σίβυλλα. Πόσος τρόμος θα υπάρξει, όταν έρθει ο Κριτής αυστηρά να δικάσει). Στο σημείο αυτό, ο Britten ανοίγει με τη μουσική του τις πύλες της Κολάσεως. Ειδικά με τις σάλπιγγες της Αποκάλυψης (Tuba mirum), απελευθερώνει απίστευτα βίαιες δυνάμεις. Πρόκειται, ίσως, για το θεαματικότερο σημείο του όλου έργου, ευθεία αναφορά στο σάλπισμα για έφοδο και στους ήχους των πυροβόλων.

Από εκεί και έπειτα, τα παραδοσιακά μέρη της Λειτουργίας (Liber scriptus, Recordare, Confutatis maledictis) εναλλάσονται με τρία ποιήματα ( «But I was Looking at the Permanent Stars«, «The Next War«, «Sonnet On Seeing a Piece of our Heavy Artillery Brought into Action«). Έπειτα από μια σύντομη επανάληψη του ξεσπάσματος του Dies irae, όλοι μαζί συγκλίνουν προς το Lacrimosa (Δακρυόεσσα ημέρα), όπου η υψίφωνος, μαζί με τη χορωδία, συνυπάρχουν με τον τενόρο, ο οποίος αποδίδει το ποίημα «Futility«.

Move him into the sun—

Gently its touch awoke him once,

At home, whispering of fields half-sown.

Always it woke him, even in France,

Until this morning and this snow.

If anything might rouse him now

The kind old sun will know…

 (Το Lacrimosa το 1980 στον Καθεδρικό Ναό του Gloucester, με την υψίφωνο Galina Vishnevskaya και τον τενόρο Peter Pears, τους οποίους ο Britten είχε κατά νου όταν συνέθετε το War Requiem, περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα.):

ΙΙΙ. Offertorium

unnamed
Somme 1916

 Το πλέον ευρηματικό, ίσως, μέρος του έργου. Πρόκειται για τον Χερουβικό Ύμνο, ο οποίος αναφέρεται στις τάξεις των Αγγέλων. Ξεκινά με το Domine Jesu Christe (= Κύριε Ιησού Χριστέ ), που εκτελείται από παιδική χορωδία. Περιλαμβάνει, κατόπιν, ευθεία αναφορά στο επεισόδιο της θυσίας του Αβραάμ (Quam olim Abrahae promisisti et semini ejus), όπου ο Britten λειτουργεί ανατρεπτικά, κάνοντας, ταυτόχρονα με το παραδοσιακό κείμενο, χρήση του ποιήματος «The Parable of the Old Man and the Young» . Σε ένα πρώτο μέρος, το ποίημα περιγράφει, με το χαρακτηριστικό πνεύμα του Owen, το στήσιμο του βωμού και την προετοιμασία της θυσίας. («Then Abram bound the youth with belts and straps and builded parapets and trenches there»). Μεσολαβεί η περιγραφή της παρέμβασης του Αγγέλου την κρίσιμη στιγμή, για να δωθεί η κατά τους Owen και Britten κατάληξη  (But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Ταυτόχρονα, ο ήχος της παιδικής χορωδίας, τοποθετημένης σε ψηλό σημείο και με συνοδεία εκκλησιαστικού οργάνου, προσδίδει μια αλλόκοτη αίσθηση αθωότητας και απόκοσμης γαλήνης.

                      

IV. Sanctus

            Όπως το προδίδει και το όνομα, το Sanctus (Επινίκιος ‘Υμνος στη χριστιανική εκκλησιαστική υμνολογία)  αποτελεί το δοξαστικό μέρος της Ακολουθίας και του έργου – Sanctus, sanctus, sanctus Dominus Sabaoth, (= Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ) . Το προσκήνιο εδώ καταλαμβάνουν η υψίφωνος και η χορωδία, σε ένα μέρος μεγάλης τεχνικής δεξιότητας για αμφότερους. Η ενορχήστρωση είναι γεμάτη φαντασία, ειδικότερα στην κατηγορία των κρουστών οργάνων. Μεταξύ άλλων χρησιμοποιούνται κύμβαλα, κρόταλα, γκονγκ, καμπάνες, τρίγωνο, ταμπουρίνι, καστανιέτες, glockenspiel και Ινδονησιακό γκάμελαν. Η είσοδος της φωνής είναι έως και τρομακτική με την ψυχρότητα που τη διακρίνει. Ακολουθεί μια κλιμακούμενη, άκρως εντυπωσιακή, παρέμβαση της χορωδίας ( pleni sunt coeli et terra gloria tuaπλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου) , για να φτάσει το μέρος με το Ωσσανά στο δοξαστικό του απόγειο. Το Sanctus συνοδεύεται από το Benedictus (= Eυλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου). To κλίμα μεταλλάσσεται άρδην. Την ψυχρή σκληρότητα της αρχής διαδέχεται τώρα, με τους ίδιους, πάντοτε, συντελεστές, ένα απόσπασμα απίστευτης τρυφερότητας και ανθρωπιάς, προτού επαναληφθεί η θεαματική κορύφωση του  Ωσσανά. Με ένα πολύ έξυπνο σβήσιμο (συχνά η ησυχία μπορεί να αποβεί περισσότερο εκκωφαντική από το θόρυβο, ειδικότερα όταν τον διαδέχεται), τη σκυτάλη παραλαμβάνει, μέσω του βαρύτονου, ο Owen, με το ποίημα «The End«

 

After the blast of lightning from the East,

The flourish of loud clouds, the Chariot Throne;

After the drums of Time have rolled and ceased,

And by the bronze west long retreat is blown,

Shall life renew these bodies?…

 

V. Agnus Dei

 To Agnus Dei είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά μέρη του War Requiem, το πιο σύντομο αλλά και συγκινησιακά φορτισμένο. Το φωνητικό εύρος που απαιτείται από τον τενόρο κινείται στα όρια του απάνθρωπου. Ο τελευταίος αποδίδει το ποίημα «At a Calvary near the Ancre» Σε αυτό, ο Owen μεταφέρει τη σκηνή της Σταύρωσης στην περιοχή του Somme (o Ancre είναι παραπόταμος του Somme και υπήρξε πεδίο δυο σκληρών μαχών εντός του 1916).

 

One ever hangs where shelled roads part.

In this war He too lost a limb,

But His disciples hide apart;

And now the Soldiers bear with Him.

Near Golgotha strolls many a priest,

And in their faces there is pride

That they were flesh-marked by the Beast

By whom the gentle Christ’s denied. …

Η χορωδία πλαισιώνει τον τενόρο επαναλαμβάνοντας διαρκώς τη φράση Agnus Dei qui tollis peccata mundi (Ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου). Για να καταλήξουν από κοινού στη φράση dona nobis pacem

unnamed
Oι Benjamin Britten, Dietrich Fischer-Dieskau (βαρύτονος) και Peter Pears (τενόρος) κατά την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση του War Requiem στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry (Μάῐος 1962)

 

VI. Libera me

H κορύφωση του έργου και συνάμα η λύτρωση μέσω του θανάτου. Η στιγμή όπου συναντώνται, επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται τα πάντα με το τίποτα, η απόγνωση με την ελπίδα, το δέος με τη λύτρωση. Το Libera me είναι το μακροσκελέστερο μέρος έπειτα από το Dies irae. Έχει κτισθεί γύρω από το ποίημα «Strange Meeting» όπου συμμετέχουν τενόρος και βαρύτονος, που υποδύονται δυο αντίπαλους. Στην αρχή, ένας στρατιώτης αφηγείται με τι τρόπο κατέφυγε στον κάτω κόσμο, προκειμένου να αποδράσει από τη φρίκη του πεδίου της μάχης.

 

  It seemed that out of the battle I escaped

 Down some profound dull tunnel, long since scooped

 Through granites which Titanic wars had groined.

 Yet also there encumbered sleepers groaned,

 Too fast in thought or death to be bestirred.

Εκεί, συναντά ένα πρόσωπο, το οποίο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει

 

Then, as I probed them, one sprang up, and stared

 With piteous recognition in fixed eyes,

 Lifting distressful hands as if to bless.

  And by his smile, I knew that sullen hall;

  By his dead smile, I knew we stood in Hell.

Τότε, ξεκινά μαζί του ένα διάλογο

 

  «Strange, friend,» I said, «Here is no cause to mourn.»

«None,» said the other, «Save the undone years,

 The hopelessness. Whatever hope is yours,

  Was my life also;”…

 

και παρακάτω, συνεχίζει ο δεύτερος:

 

  “Courage was mine, and I had mystery;

  Wisdom was mine, and I had mastery;

     To miss the march of this retreating world

 Into vain citadels that are not walled.”…

 

Για να έρθει, τελικά, η αποκάλυψη:

 

   “I am the enemy you killed, my friend.

I knew you in this dark; for so you frowned

 Yesterday through me as you jabbed and killed.

 I parried; but my hands were loath and cold.

  Let us sleep now . . .»

 

   Η φράση  Let us sleep now, επαναλαμβανόμενη συνεχώς, δίνει το έναυσμα για μια απίστευτης ομορφιάς μελωδία, πλημυρισμένη από τρυφερότητα και από γαλήνη, με τη συμμετοχή,  για πρώτη φορά από την αρχή του έργου, όλων μαζί των συντελεστών, καθώς η υψίφωνος μαζί με τη χορωδία τραγουδούν το In Paradisum. Πρόκειται για τη στιγμή της εξαΰλωσης.. Και ενώ όλα δείχνουν να τελειώνουν τόσο αρμονικά, τόσο ανθρώπινα, έρχεται το τελικό κτύπημα της καμπάνας για να στείλει τον, ανακουφισμένο από την αναπάντεχη μέχρι στιγμής εξέλιξη, ακροατή κυριολεκτικά στον Άδη.

To In Paradisum από την ιστορική ηχογράφηση του 1963, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη:

 

 

 Με αφορμή την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση του έργου, ο μουσικοκριτικός William Mann έγραψε στους Times του Λονδίνου:Δεν πρόκειται για ένα Requiem προορισμένο να παρηγορήσει τους ζωντανούς. Κατά στιγμές, δεν αφήνει ούτε τους νεκρούς να κοιμηθούν απερίσπαστοι. Αναστατώνει κάθε ζώσα ψυχή, καταγγέλοντας την αφυπνίζουσα βαρβαρότητα που υποβόσκει παντού, με το κύρος  που μόνο ένας μεγάλος συνθέτης μπορεί να επιστρατεύσει. Πέραν πάσης αμφιβολίας,  πρόκειται για το αριστούργημα του Benjamin Britten”.

 

 

Το War Requiem στο Royal Albert Hall του Λονδίνου (Νοέμβριος 2013)

War Requiem: A Retrospective:

 

Ιστορική, ποιητική και μουσικολογική ανάλυση του War Requiem:

http://www.warrequiem.org/

 

The Somme centenary 2014-2018

http://www.somme-battlefields.com/

IMG_7875-1024x683
Γιάννης Μουρέλος, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Α.Π.Θ

 

Ελευθερία Κ. Μαντά: «Περί εργαλειοποίησης της Ιστορίας»

Ελευθερία Κ. Μαντά

«Περί εργαλειοποίησης της Ιστορίας»

Αφορμή για τον σημερινό προβληματισμό αποτέλεσαν οι σχετικά πρόσφατες «θεαματικές» δράσεις που πραγματοποιήθηκαν από κύκλους Αλβανών εθνικιστών, σε διαφορετικά επίπεδα και χώρους, προκειμένου να αναβιώσει ως επίκαιρο πολιτικό ζήτημα ένα τετελεσμένο για την ελληνική πλευρά θέμα, αυτό των Αλβανών Τσάμηδων, πρώην κατοίκων της Ηπείρου, που εκδιώχθηκαν βίαια από την περιοχή το 1944 λόγω της συνεργασίας ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού με τις ιταλικές και γερμανικές αρχές κατοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η ιστορία του θέματος είναι σε γενικές γραμμές γνωστή και μακρά και δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Ωστόσο, η σύνδεσή της με τα πρόσφατα γεγονότα συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου που παρατηρείται στον σύγχρονο κόσμο μας, αυτό της χρησιμοποίησης της Ιστορίας –μονομερούς και παραποιημένης ή, έστω, κατάλληλα προσαρμοσμένης– ως εργαλείου νομιμοποίησης πολιτικών ή άλλων επιλογών ή ως μοχλού άσκησης πιέσεων για την επίτευξη ιδιοτελών στόχων.

Εξηγούμαστε. Τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε είναι συγκεκριμένα:

Πρώτα, το πλέον πρόσφατο επεισόδιο ανάρτησης ενός ανθελληνικού πανό από Αλβανούς «φιλάθλους» σε αγώνα ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου σε γήπεδο της Γαλλίας. Το πανό, γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, προορίστηκε ασφαλώς να αναδείξει την «αδικία» στη διεθνή κοινή γνώμη, να προσελκύσει την προσοχή της γύρω από θέματα που ο σύγχρονος κόσμος αντιμετωπίζει με ευαισθησία. Το γεγονός ότι το περιεχόμενο του πανό συνιστούσε ένα κατάφωρο ιστορικό ψέμα λίγο φαίνεται να απασχολούσε τους εμπνευστές της δράσης.

Δεύτερο, η «θερμή» υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών κατά την επίσκεψή του στα Τίρανα από τον αρχηγό και οπαδούς του κόμματος που εκπροσωπεί στην αλβανική Βουλή τους Τσάμηδες. Τα συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν, επίσης έντονα ανθελληνικά, «υπόσχονταν» επιστροφή των απογόνων των εκδιωχθέντων στη Θεσπρωτία, θέτοντας έτσι ένα θέμα που είναι γνωστό ότι δεν έχει καμία βάση ή προοπτική.

Τρίτο, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό από την οπτική που μας ενδιαφέρει εδώ, η κατάθεση φακέλου εκ μέρους ενός συλλόγου Τσάμηδων της Ολλανδίας προς το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, όπου σύμφωνα με τα αναφερόμενα «τεκμηριώνεται» η «γενοκτονία» που διέπραξαν οι Έλληνες στην Ήπειρο και προβάλλονται αντιστοίχως αιτήματα επανόρθωσης, αποζημίωσης, επιστροφής των απογόνων των Αλβανών στις εστίες τους κ.λπ. Το γεγονός ότι, όπως είναι τοις πάσι γνωστό, το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν έχει καμία δικαιοδοσία για θέματα πριν από το 2002 –έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ το Καταστατικό του– δεν φάνηκε να ενδιαφέρει κανέναν∙ ούτε καν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, που έσπευσαν να αναπαράγουν την είδηση επισημαίνοντας τον «κίνδυνο», αλλά και την «ελληνική κρατική αδιαφορία».

Αυτά τα παραδείγματα αρκούν, πιστεύουμε, για να καταδειχθεί η ουσία του προβλήματος: ότι, δηλαδή, μέσα σε συνθήκες μιας ευρύτερης κρίσης αξιών και ανασφάλειας σαν αυτές που βιώνουμε σήμερα, όπου το φαίνεσθαι αποδίδει περισσότερο από το είναι, η Ιστορία κακοποιείται βίαια. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η νηφάλια, εποικοδομητική προσέγγιση του παρελθόντος που μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη αυτογνωσία μας, αλλά η χρήση «στιγμιότυπων», παραποιημένων ή κατασκευασμένων από ψεύτικα υλικά, που εξυπηρετούν σκοπούς οπωσδήποτε όχι αγαθούς.

Το χειρότερο: η διαρκής αναπαραγωγή αυτών των ψευδών στιγμιότυπων είναι τόσο καθολική και εθιστική, που αδυνατούμε πια να συνειδητοποιήσουμε τη διαβρωτική της επίδραση.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η Ελευθερία Μαντά είναι Λέκτορας Ιστορίας Α.Π.Θ

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Η δική μας Ευρώπη

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης : Η δική μας Ευρώπη

Με νωπό το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία ας επιχειρήσουμε μια πρώτη ανάλυση της επόμενης μέρας στη Γηραιά Ήπειρο. Είναι κοινή παραδοχή πως η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια έχει αποκλίνει σημαντικά από τους μεταπολεμικούς οραματισμούς των ιδρυτών της. Η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, αυτή που αυτάρεσκα προέκυψε μετά το «τέλος της ιστορίας» προκαλεί αποστροφή σε μεγάλα τμήματα των Ευρωπαίων πολιτών. Επιπλέον, οι συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας, οι ασύμμετροι κίνδυνοι της διεθνούς τρομοκρατίας αλλά κυρίως η ανασφάλεια λόγω της πλημμυρίδας του μεταναστευτικού οδηγούν αναπόφευκτα σε κινητοποίηση τα αμυντικά αντανακλαστικά της κοινής γνώμης. Όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες αισθάνονται αποκομμένοι από την αποκαλούμενη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, κοινωνικά αποκλεισμένοι και πολιτισμικά αποκομμένοι από την ιδεολογία των ευρωπαϊκών ελίτ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ξενοφοβικές και μισαλλόδοξες απόψεις που εκμεταλλεύονται τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και την ανασφάλεια των Ευρωπαίων επιχειρώντας να οικειοποιηθούν τη λαϊκή οργή. Από την άλλη πλευρά οι δυσλειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι εγγενείς αντιφάσεις της στρώνουν το δρόμο σε όσους εργάζονται για επιστροφή σε κλειστοφοβικές και απομονωτικές κοινωνίες.

Τις επόμενες εβδομάδες θα ακούσουμε πολλά. Από το διάγγελμα του Τσώρτσιλ προς τον βρετανικό λαό το 1940 ως τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ στο ελληνικό δημοψήφισμα του 2015. Από την κινδυνολογία του φόβου ως τον λαϊκισμό της αντίστασης, από τη διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου έως την αποδόμηση και τελικά την κατάρρευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Η Ευρώπη δεν θα είναι ποτέ η ίδια, απλά γιατί η Ευρώπη δεν πρέπει να παραμείνει η ίδια. Το μεταπολεμικό στοίχημα των ηγετών και των λαών της για την οικοδόμηση μιας πολιτικής ένωσης που θα διασφαλίζει τις φιλελεύθερες αξίες και τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της, μιας Ευρώπης της ευημερίας, της ειρήνης και της ανεκτικότητας εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο. Οι κοινωνίες δεν είναι συνεταιρισμοί και ο συνταγματισμός πατριωτισμός ευδοκιμεί μόνο σε περιόδους ευμάρειας. Η πολιτισμική ενοποίηση, μέσω της οικοδόμησης μιας ανοιχτής και φιλόξενης ευρωπαϊκής ταυτότητας δίχως ηγεμονικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, αυτής της ταυτότητας που διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, η οποία πηγάζει από τους λησμονημένους, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς, εξακολουθεί να αναζητεί τους οραματιστές της.

Μιλώντας για τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο Αυστραλός ιστορικός Christopher Clark επέλεξε τον χαρακτηρισμό The Sleepwalkers (Οι υπονοβάτες) προκειμένου να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα τους. Έναν αιώνα αργότερα αισθάνομαι ότι ο χαρακτηρισμός του παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος και προφητικός.

IMG_6886
Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας της ΦΛΣ του ΑΠΘ. Επίσης, είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, της Επιτροπής Προγραμμάτων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, της Εθνικής Χαρτοθήκης, του «Commission of History of International Relations» καθώς και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Κλειώ. Συμμετέχει επίσης στο ευρωπαϊκό θεματικό δίκτυο ιστορίας Clioh/Cliohnet. Το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013 υπηρέτησε ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Νίκος Ζάικος: Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο. Χθές, σήμερα…

Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο.

Χθές, σήμερα…

 

Η ιστορική σχέση του διεθνούς δικαίου με τις πληθυσμιακές μετακινήσεις είναι σχετικά μακρά και σίγουρα ταραχώδης. Όπως ανέκαθεν συνέβαινε σε κάθε τομέα διεθνούς ρύθμισης, έτσι και στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων, το διεθνές δίκαιο άσκησε και ασκεί μια καταλυτική επίδραση στις ζωές αναρίθμητων ανθρώπων.

Το διεθνές δίκαιο είναι το νομικό σύστημα που ρυθμίζει τις διεθνείς σχέσεις, προπαντός τις σχέσεις ανάμεσα σε ανεξάρτητα, κυρίαρχα κράτη. Θεσπίζεται κυρίως με διμερείς και πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες τα κράτη διαπραγματεύονται, είναι ελεύθερα να μην αποδεχτούν ή η να αποδεχτούν, αλλά, στην τελευταία περίπτωση καλούνται στη συνέχεια να τηρούν (Pacta sunt servanda). Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο είναι η νομική «εικόνα του κόσμου», όπως τη διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη εφόσον κάθε διεθνής ρύθμιση για κάθε θέμα εξαρτάται από αυτά και αποτελεί εντέλει την κανονιστική έκφραση μιας συλλογικής πολιτικής επιλογής τους.

Πριν από τον Μεσοπόλεμο, υπήρχε ένα μεγάλο θεσμικό κενό στο διεθνές δίκαιο αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και κατ’ επέκταση τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Το διεθνές δίκαιο δεν παρενέβαινε ακόμη στη σχέση του ατόμου με την κρατική εξουσία. Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα από τους τρέχουσες διεθνείς εγγυήσεις και μηχανισμούς ελέγχου, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Οι πρώτες αξιοπρόσεκτες διεθνείς πράξεις που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα τους μετανάστες εργαζόμενους ως νομικά καθορισμένης κατηγορίας ατόμων υιοθετήθηκαν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920 στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Λίγο νωρίτερα είχαν προηγηθεί οι πρώτες διεθνείς συμβάσεις για τους πρόσφυγες, οι οποίες είχαν έναν ad hoc, περιπτωσιολογικό χαρακτήρα, δηλ. αφορούσαν τους Ρώσους πρόσφυγες, τους Αρμένιους πρόσφυγες… Ήδη από τότε το διεθνές δίκαιο αντιμετώπιζε διαφορετικά τον μετακινούμενο άνθρωπο ανάλογα με το αίτιο της μετακίνησης. Δηλαδή, ο οικονομικός μετανάστης υποτίθεται ότι εγκαταλείπει την εστία του οικειοθελώς και για μια καλύτερη τύχη. Από την άλλη πλευρά, ο πρόσφυγας φεύγει από την πατρίδα του εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω της καταγωγής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της κοινωνικής ομάδας, ή των πολιτικών πεποιθήσεών του.

Κατά τον Μεσοπόλεμο παρατηρήθηκε και η συμβατικά προβλεπόμενη αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. Από την άποψη αυτή, η Σύμβαση της Λωζάννης (1923) υπήρξε σίγουρα πρωτοφανής στην ιστορία των διεθνών σχέσεων όχι μόνο λόγω της φύσης και της έκτασης της πρωτοφανούς συναλλαγής που προέβλεψε, αλλά και του στυγνού πολιτικού ρεαλισμού που την υπαγόρευσε, με την έννοια ότι  αδιαφόρησε για κάθε ανθρωπιστική εκτίμηση. Αν επιχειρείτο σήμερα, η αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών θα ήταν αντίθετη σε ένα εκτεταμένο φάσμα διεθνών νομικών κανόνων.

Όταν μιλάμε για μετανάστες στον σύγχρονο κόσμο εννοούμε 244 εκατομμύρια (2015) ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε κράτη άλλα από εκείνα της γέννησης ή της ιθαγένειάς τους. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ραγδαία σε σύγκριση με το 2010 (222 εκ.) και το 2000 (173 εκ.). Περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου αριθμού των μεταναστών (49%), είναι γυναίκες, αν και το ποσοστό των γυναικών μεταναστών στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερο από των ανδρών μεταναστών. Ο παγκόσμιος μέσος όρος ηλικίας των μεταναστών κατά το 2015 ήταν τα 39 έτη.  

Σύμφωνα με πολύ πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού των μεταναστών ζουν σήμερα στην Ευρώπη (76 εκ.) και την Ασία (75 εκ.). Το 2015, τα 2/3 του συνόλου των μεταναστών (67%) κατανέμονταν σε 20 μόνο χώρες. Ο μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών συναντάται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (47 εκ., δηλ. το 19% σε παγκόσμια κλίμακα). Η Γερμανία και η Ρωσία ακολουθούν με μεγάλη διαφορά (12 εκ.) και μετά η Σαουδική Αραβία (10 εκ.). Στις χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών περιλαμβάνονται επίσης: Ηνωμένο Βασίλειο (9 εκ.), Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Καναδάς και Γαλλία (8 εκ.), Αυστραλία (7 εκ.), Ισπανία και Ιταλία (6 εκ.), Ινδία και Ουκρανία (5 εκ.), Ταϊλάνδη, Πακιστάν και Καζακστάν (4 εκ.) και Νότιος Αφρική (3 εκ.). (Πηγή: International Migration Report 2015, United Nations).

Κατά το 2015, η χώρα με τη μεγαλύτερη «διασπορά» παγκοσμίως ήταν η Ινδία (16 εκ.). Ακολουθούν: Μεξικό (12 εκ.), Ρωσική Ομοσπονδία (11 εκ.), Κίνα (10 εκ.),  Μπανγκλαντές (7 εκ.), Πακιστάν και Ουκρανία (6 εκ.), Φιλιππίνες, Συρία, Ηνωμένο Βασίλειο και Αφγανιστάν (5 εκ.), Πολωνία, Καζακστάν, Γερμανία, Ινδονησία και Παλαιστίνη (4 εκ.), Ρουμανία, Αίγυπτος, Τουρκία (3 εκ.)

Η Ελλάδα είναι χώρα τόσο υποδοχής, όσο και αποστολής μεταναστών. Κατά το 2015, ο αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα ανήλθε σε 1.242,5 εκ., δηλ. αντιστοιχούσε στο 11% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, που είναι 10.955 εκ. Ανάλογα με τη χώρα, το ποσοστό των μεταναστών επί του συνολικού πληθυσμού διαφέρει, π.χ. στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία είναι μόνον 1%, στην Πολωνία 2%, στη Τσεχία 4%, στην Ουγγαρία το 5%, στη Φινλανδία 6%. Άλλες χώρες έχουν ανάλογο ή μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με την Ελλάδα, π.χ. Δανία και Ιταλία 10%, Βέλγιο 12%, Ισπανία 13%, Νορβηγία 14%, Γερμανία 15%, Αυστρία και Σουηδία 17% κ.λπ.

Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, σήμερα περισσότεροι από 5 εκ. πολίτες ελληνικής καταγωγής ζουν εκτός Ελλάδας διεσπαρμένοι σε 140 χώρες του κόσμου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού ελληνικής καταγωγής καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (περίπου 3 εκ.), Αυστραλία (650-700 χιλ.), Γερμανία (400-450 χιλ.), Ηνωμένο Βασίλειο (400 χιλ. με την κυπριακή κοινότητα), Καναδά (350-400 χιλ), Ρωσία (98 χιλ.), Ουκρανία (92 χιλ.), Γαλλία (55 χιλ.), Νότια Αφρική (50 χιλ.), Ιταλία (45 χιλ.) Βραζιλία και Ολλανδία (30 χιλ.), Σουηδία (26 χιλ.), Βουλγαρία (25.5 χιλ.), Αργεντινή και Νέα Ζηλανδία (5 χιλ.). Η ελληνική διασπορά απλώνεται όμως και σε άλλα, λιγότερο αναμενόμενα μέρη του κόσμου, όπως Χιλή (5 χιλ.), Μεξικό (1.600), Ουρουγουάη και Παναμά (2 χιλ.), Βενεζουέλα  (2.5 χιλ), Συρία (1.370), Βόρειο Κορέα (153), Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (350).   

Η τρέχουσα διεθνής διαχείριση της μετανάστευσης είναι προβληματική. Πριν από μερικά χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης κατέγραψε σε έναν κατάλογο τους κύριους διεθνούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται με διάφορους τρόπους στον τομέα της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τα τότε διαθέσιμα – και πάντως μη εξαντλητικά – στοιχεία, πάνω από 10 όργανα και επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, 13 άλλα Προγράμματα, Ταμεία και θεσμοί των Ηνωμένων Εθνών, 5 Ειδικευμένες Οργανώσεις, 6 άλλοι μείζονες διακυβερνητικοί οργανισμοί, καθώς και τουλάχιστον 6 μείζονες περιφερειακοί σχηματισμοί, ανάμεσα στους οποίους και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ασχολούνταν παράλληλα με τη μετανάστευση. Η παράλληλη αυτή δράση έχει οδηγήσει σήμερα σε μια υπερπληθώρα ψηφισμάτων, προγραμμάτων, συστάσεων, σχεδίων δράσης και, κατά συνέπεια, σε μια εντελώς ασυντόνιστη νομική κατάσταση που έχει παρομοιαστεί με «ένα γιγαντιαίο ασυναρμολόγητο ψηφιδωτό» .

Η  συγκυρία για να καταρτιστεί μια γενική, περιεκτική Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων Όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών Τους διαμορφώθηκε μόλις το 1990. Όμως από τα 193 κράτη μέλη του ΟΗΕ, μόνο 48 έχουν εκφράσει τη συναίνεση να δεσμευτούν από αυτή τη Σύμβαση μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, η σημαντικότερη διεθνής πράξη για την ευάλωτη κοινωνική κατηγορία που είναι οι μετανάστες έχει μια πολύ απογοητευτική απήχηση.

Τα σπουδαιότερα θεσμικά βήματα πάνω στο θέμα των προσφύγων παρατηρήθηκαν μετά την τραυματική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων υιοθετήθηκε το 1951, συμπληρώθηκε με ένα Πρωτόκολλο το 1967 και η ισχύς τους εκτείνεται σήμερα σε 145 και 146 κράτη αντίστοιχα.

Η ιδιότητα του πρόσφυγα προσδιορίζεται βάσει των νομικών κριτηρίων που προβλέπονται στη Σύμβαση του 1951. Ο καθοριστικός παράγοντας για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα είναι η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ένταξης σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Η βασιμότητα του φόβου δίωξης κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Το 2014, ο παγκόσμιος αριθμός των προσφύγων υπολογίστηκε σε 19.5 εκατομμύρια. Η Τουρκία υποδέχτηκε τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων (1.6 εκ.), ακολουθούμενη από το Πακιστάν (1.5 εκ.), τον Λίβανο (1.2 εκ.) και το Ιράν (1 εκ.). Το 53% του παγκόσμιου αριθμού των προσφύγων προήλθε από τρεις μόνο χώρες, τη Συρία (3.9 εκ.), το Αφγανιστάν (2.6 εκ.) και τη Σομαλία (1.1 εκ.). Ο αριθμός των προσσφύγων από τη Συρία δεν έχει σταματήσει να αυξάνεται. 

Η εγκατάσταση ενός πρόσφυγα στην Ευρώπη είναι μια μοναχική και ψυχοφθόρα πορεία που μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Η αρχή της προσφυγικής εμπειρίας έχει τα χαρακτηριστικά μιας ύστατης απόφασης – δηλ. την εγκατάλειψη της εστίας για ένα ταξίδι που συχνά ενέχει κίνδυνο ζωής. Εφόσον ο πρόσφυγας καταφέρει να φτάσει στην Ευρώπη, μετά καλείται να τηρήσει χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες και να επιβιώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και πιθανώς υπό κράτηση. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εφόσον οι αρμόδιες κρατικές αρχές αναγνωρίσουν ότι ένα άτομο είναι πρόσφυγας – δηλ. δεν πρόκειται για οικονομικό μετανάστη –, τότε εφαρμόζεται η Αρχή της Μη Επαναπροώθησης (Non-refoulement), δηλ. το Κράτος απαγορεύεται να απελάσει ή να επιστρέψει τον πρόσφυγα στο κράτος, όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία του ή εικάζεται ότι θα υποβληθεί σε βασανιστήρια. Αν η απόφαση είναι αρνητική, τότε το πρόσωπο θα κληθεί να εγκαταλείψει τη χώρα ή θα απελαθεί ως παράτυπος αλλοδαπός, εκτός και αν του επιτραπεί η παραμονή για ανθρωπιστικούς λόγους.

Λόγω της γεωγραφικής θέσης και της πολιτικής συγκυρίας, η Ελλάδα υπήρξε επανειλημμένα στο επίκεντρο μαζικών πληθυσμιακών ροών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των άτυπων εισόδων στην Ευρώπη, είτε πρόκειται για μετανάστες, είτε για πρόσφυγες, συντελείται δια μέσου των ελληνικών συνόρων. Εκτός από την παράτυπη μετανάστευση, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος εξαιτίας της τραγωδίας των προσφύγων από τη Συρία.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο αριθμός των θυμάτων του πολέμου στη Συρία υπολογίζεται σε 350.000. Περίπου ο μισός πληθυσμός του κράτους αυτού, 11 από τα 22 εκατομμύρια, έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις εστίες του. Ο αριθμός των Σύριων που αναζητά διεθνή προστασία στην Ευρώπη συνεχίζει να αυξάνεται, αν και δεν αποτελεί παρά μόνο το 10% σε σύγκριση με τον αριθμό των Σύριων προσφύγων σε χώρες γειτονικές της Συρίας. Από το 2011 ως το 2015, καταγράφηκαν 579.184 αιτήσεις για χορήγηση ασύλου σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περισσότερες αιτήσεις υποβλήθηκαν στη Γερμανία και τη Σουηδία, ενώ ακολουθούν η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Δανία και η Βουλγαρία. Ακόμη μεγαλύτερος αριθμός αιτήσεων έχει υποβληθεί στη Σερβία (και το Κόσοβο).

Όπως υπολογίζεται, το 61% των αφίξεων στην Ελλάδα προέρχονται από τη Συρία, το 22% από το Αφγανιστάν, το 7% από το Ιράκ και το 3% από το Πακιστάν – όλες χώρες που μαστίζονται από ένοπλες συγκρούσεις, ανασφάλεια και πολιτική αστάθεια. Το 1/3 των προσφύγων που πνίγηκαν στο Αιγαίο ήταν παιδιά, ενώ ο αριθμός των παιδιών που υπέβαλαν αίτηση για άσυλο διπλασιάστηκε το 2015 σε σύγκριση με το 2014. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει εκφράσει την «ντροπή» και την «οργή» του για τη συνεχιζόμενη αδυναμία του Οργανισμού να τερματίσει την τρομακτική αυτή κατάσταση, αν και δεν απέδωσε ευθύνες σε συγκεκριμένες χώρες.

Όπως γνωρίζουμε, η ανθεκτικότητα των προστατευτικών κανόνων για τους πρόσφυγες δοκιμάζεται σοβαρά στη σημερινή Ευρώπη. Μετά από πολλά χρόνια, οι πρόσφατες εξελίξεις έδωσαν εκ νέου την αφορμή για να ανοίξει ένας παθιασμένος μεν, αλλά και καθόλου πρωτότυπος διάλογος. Από τη μια πλευρά, προβάλλεται το νομικό καθήκον – και η ανθρωπιστική ηθική επιταγή – των κρατών να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως μια σοβαρή απειλή για την κρατική δημόσια τάξη και τη διεθνή ασφάλεια.

Ας σημειώσουμε ότι η διασύνδεση των μαζικών διασυνοριακών ροών με εκτιμήσεις ασφαλείας συναντάται σε αρκετές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη Συμφωνία μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ και της Τουρκίας, σύμφωνα με την οποία, όσοι πρόσφυγες εισέρχονται στην Ελλάδα, θα επιστρέφουν στη γειτονική χώρα. Συνολικά 72.000 πρόσφυγες προβλέπεται να μετεγκατασταθούν από την ΕΕ στην Τουρκία και ισάριθμοι από την Τουρκία στα κράτη της ΕΕ. Το άρθρο της Συμφωνίας που ορίζει ότι για κάθε Σύριο που επιστρέφεται στην Τουρκία από τα ελληνικά νησιά θα υπάρξει ένας Σύριος που θα εγκατασταθεί στην Ε.Ε. είναι διάτρητο από νομική και λογική άποψη. Ήδη παρατηρούνται κραδασμοί στην υλοποίηση της ούτως ή άλλως προβληματικής αυτής Συμφωνίας.

Πολύ συχνά οι πρόσφυγες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα μέλη της οικογένειάς τους σε εμπόλεμες ζώνες ή σε στρατόπεδα της πατρίδας τους. Στην περίπτωση αυτή, η οικογένεια του πρόσφυγα συχνά στοχοποιείται. Προπαντός  τα παιδιά, οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι μπορεί να εκτεθούν σε θανάσιμο κίνδυνο για λόγους π.χ. αντεκδίκησης εξαιτίας της φυγής του μέλους της οικογένειάς τους.

Η τρέχουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν εγγυάται την επανένωση των προσφυγικών οικογενειών. Μερικά παραδέιγματα καταγεγραμμένα από τον Ερυθρό Σταυρό. Ένας Πακιστανός πρόσφυγας στη Γαλλία φρόντιζε στην πατρίδα του την ανάπηρη αδελφή του μετά από την εξαφάνιση των γονέων τους. Οι γαλλικές αρχές θεώρησαν ότι η ανάπηρη γυναίκα δεν εμπίπτει στους δικαιούμενους οικογενειακή επανένωση, παρά την εξάρτησή της από τον αδελφό της. Ένας άλλος Πακιστανός πρόσφυγας στο Ηνωμένο Βασίλειο μπόρεσε μεν να επανενωθεί με τη σύζυγο και το ανήλικο παιδί του, αυτό όμως δεν στάθηκε δυνατό για τα άλλα δύο παιδιά του, τα οποία ήταν άνω των 18 ετών. Εξάλλου, οι αρχές της Αυστρίας δεν έχουν αποδεχθεί τη γνησιότητα των πιστοποιητικών γάμου από συγκεκριμένες χώρες, όπως  π.χ. τη Σομαλία και το Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα να απορρίπτουν τα αιτήματα για οικογενειακή επανένωση.

Σύμφωνα με την τρέχουσα τάση των νομοθεσιών στην Ευρώπη, η διαδικασία για την επανένωση των μελών μιας προσφυγικής οικογένειας θα πρέπει να κινηθεί από τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα που παραμένουν στην πατρίδα τους ή σε άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή είναι δύσκαμπτη και συχνά αδύνατον να τηρηθεί στην πράξη. Για παράδειγμα, το 2012, μία οικογένεια Αφγανών που ζούσε προσωρινά στο Πακιστάν επιχείρησε να επανενωθεί με ένα συγγενή, ο οποίος ήταν πρόσφυγας στη Φινλανδία. Επειδή όμως η Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν εκείνη τη χρονιά έκλεισε, η οικογένεια κλήθηκε να απευθυνθεί προς την Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Νέο Δελχί της Ινδίας, δηλ. στην πρωτεύουσα μιας άλλης χώρας, που απείχε περίπου 700 χιλιόμετρα από τόπο της διαμονής  της οικογένειας. Επειδή όμως οι Αφγανοί που διαμένουν στο Πακιστάν δεν έχουν εν γένει νομιμοποιητικά έγγραφα, η οικογένεια κλήθηκε να επιστρέψει στην Καμπούλ προκειμένου να της χορηγηθεί βίζα για την Ινδία και να παραμείνει στο Αφγανιστάν έως ότου η Πρεσβεία της Φινλανδίας να την προσκαλέσει για συνέντευξη στο Νέο Δελχί, όπου έπρεπε ίσως και να υποβληθεί σε εξέταση DNA. Πέρα από τους κινδύνους που κρύβουν οι παραπάνω μετακινήσεις, αν η οικογένεια είχε την πρόθεση να τηρήσει την προβλεπόμενη τυπική διαδικασία κατά γράμμα, θα έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι και 4 φορές από το Πακιστάν στην Ινδία και να διαθέσει ένα ποσό της τάξης των 10.000 ευρώ για μεταφράσεις, διαμονή και διοικητικά έξοδα, κάτι το οποίο ήταν αδύνατον. – Σε μια άλλη περίπτωση,  μια γυναίκα με τα παιδιά της ταξίδεψαν με τη συνοδεία του αδελφού και του γαμπρού της από τη Συρία προς την Άγκυρα της Τουρκίας προκειμένου να τους χορηγηθεί βίζα από την Πρεσβεία του Βελγίου για να επανασυνδεθεί με τον σύζυγό της, πρόσφυγα στο Βέλγιο. Όμως στην τουρκο-συριακή μεθόριο ο αδελφός και ο γαμπρός της δολοφονήθηκαν, ενώ η γυναίκα και τα παιδιά κρατήθηκαν όμηροι για μέρες, κατέβαλαν λύτρα και τελικά επέστρεψαν στη Συρία. Στη συνέχεια, η γυναίκα αυτή υπέβαλε ταχυδρομικά αίτημα προς την Πρεσβεία του Βελγίου στη Βυρηττό του Λιβάνου.  Η εξέταση του αιτήματός της προϋπέθετε όμως τη φυσική παρουσία της στη Βυρηττό και, συνεπώς, ένα νέο επικίνδυνο ταξίδι. – Σε μια άλλη περίπτωση, μια Σομαλή πρόσφυγας στην Ολλανδία επιχείρησε ανεπιτυχώς να επανενωθεί με τα δυό ανήλικα παιδιά της, τα οποία φρόντιζε μια φίλη της στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας. Οι αιθιοπικές αρχές την κάλεσαν να προσκομίσει την έγκριση του πατέρα των παιδιών, με τον οποίο η μητέρα δεν είχε καμία επικοινωνία για 5 χρόνια. – Αντίστοιχα, πολλές γυναίκες από το Αφγανιστάν αδυνατούν να αποδείξουν στις αρχές τον θάνατο ή την αφάνεια του συζύγου τους για να αναλάβουν την κηδεμονία  των παιδιών τους. Προκειμένου να επανενωθούν με τα παιδιά τους έχουν κληθεί να προσκομίσουν απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καμπούλ κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.   

Η αυστηρότητα των ευρωπαϊκών νομοθεσιών και η δαιδαλώδης γραφειοκρατία δεν συντελούν στην επίλυση των παραπάνω προβλημάων. Ανάμεσα στους ανθρωπιστικούς θεσμούς που αναπτύσσουν ένα αθόρυβο έργο κατά τις τρέχουσες προσφυγικές κρίσεις, θα πρέπει να αναφερθεί ο Ερυθρός Σταυρός. Το 2015, ο Ερυθρός Σταυρός δραστηριοποιήθηκε σε περισσότερες από 80 χώρες με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στα λεγόμενα «Σολφερίνο του σήμερα»: Συρία, Νότιο Σουδάν, Ιράκ, Αφγανιστάν, Σομαλία, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Νικγηρία, Ισραήλ και Κατεχόμενα Εδάφη, Ουκρανία, Υεμένη, Λίβανο, Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Ιορδαβία, Κολομβία. Ανάμεσα στις δράσεις του Ερυθρού Σταυρού συγκαταλέγονται καταστάσεις κρατικής καταστολής και διακοινωτικής βίας, καθώς και οι βίαιες διενέξεις σε μεγάλα αστικά κέντρα που δεν έχουν κλιμακωθεί σε ένοπλη σύρραξη. 

Μέσα στο 2015, ο ΕΣ παρέλαβε 129.778 RCMs (Red Cross Messages/ Μηνύματα Ερυθρού Σταυρού) και διένειμε 106.108 Μηνύματα παρέχοντας τουλάχιστον τη δυνατότητα μιας επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη οικογενειών που σκόρπισαν και διαλύθηκαν. Καταγράφηκαν επίσης 479.358 κλήσεις ανάμεσα στα μέλη οικογενειών από όλες τις ηπείρους. – Μέσα στο 2015, καταμετρήθηκαν 3.809 ανήλικα/ασυνόδευτα παιδιά (εκ των οποίων 1.348 κορίτσια), από τα οποία 968 (256 κορίτσια) ενώθηκαν με τις οικογένειές τους. Στα τέλη του 2015, ο ΕΣ χειριζόταν τις υποθέσεις 3.219 ανήλικων/ασυνόδευτων παιδιών.

Όμως οι ανθρωπιστικοί διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να τερματίσουν τους πολέμους στον κόσμο. Αυτό μπορούν να το κατορθώσουν οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Κατά την εκτίμηση του Ερυθρού Σταυρού, οι ειδικότεροι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό φαινόμενο είναι δυστυχώς αδιαφανείς, αναποτελεσματικοί και πρέπει να αναθεωρηθούν άμεσα. Πρόκειται για ένα νομικό πλαίσιο που μάλλον οδηγεί στη διάλυση των προσφυγικών οικογενειών, παρά στην επανένωσή τους.

Η τρέχουσα διεθνής αντιμετώπιση του προσφυγικού φαινομένου εμφανίζει κάποιες αναλογίες με τη μετανάστευση. Διαπιστώνεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, η οποία εκδηλώνεται ως θεσμική αδυναμία για τη διαχείριση της επίμαχης κατάστασης με επίκεντρο τον άνθρωπο. Συνεπώς, εκτός από την ασυντόνιστη εικόνα στον τομέα της μετανάστευσης, το πιο αποκαρδιωτικό νέο στοιχείο είναι η απαξίωση του διεθνούς προσφυγικού δικαίου – δηλ. ενός συνόλου διεθνών νομικών κανόνων που κατακτήθηκε κυριολεκτικά με το αίμα των προηγούμενων γενεών. Ας ελπίσουμε ότι οι πολιτικές ηγεσίες θα αξιοποιήσουν τις τεράστιες τεχνικές δυνατότητες του σύγχρονου διεθνούς δικαίου για να προστατευτεί η ζωή και η υπόσταση κάθε ανθρώπου χωρίς διάκριση, σε έναν κόσμο όπου η βία γίνεται όλο και πιο πολυμέτωπη, αδιάκριτη, χαοτική.

zaikos
Νίκος Ζάικος Αναπληρωτής καθηγητής Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας