Skip to main content

Ευθύμιος Μαχαίρας: Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ (1718-1730)

Ευθύμιος Μαχαίρας

Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών

και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ 

(1718-1730)

 

Το «παιχνιδιάρικο» προσωνύμιο, «Εποχή των Τουλιπών», αναφέρεται στην δωδεκαετή παραμονή του Νεβσεχιρλί Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη (1718-1730), κατά την εποχή της βασιλείας του Αχμέντ Γ΄(1703-1730). Το πέρας της υποτιθέμενης αυτής ιδιάζουσας περιόδου έρχεται με την ανταρσία του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του, τον Σεπτέμβριο του 1730. Η αιματηρή κατάληξη της εξέγερσης αυτής αντιπαραβάλλεται, από την ιστοριογραφία με ένα βαθμό λογοτεχνικής αδείας, με όλα εκείνα τα εξευγενισμένα στοιχεία τα οποία υποτίθεται ότι συμβόλιζαν οι τουλίπες στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Οι τουλίπες ενσαρκώνουν το μοντέρνο, το νεωτερικό, την πολιτική καινοτομία,  το ευρωπαϊκό, ενώ η βία των εξεγερθέντων αναπαριστά την οπισθοδρομικότητα, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την Ανατολή.[1]

Η τουλίπα εδώ δρα ως το σύμβολο μιας ελίτ που στον πυρήνα της οριζόταν και περιστρεφόταν γύρω από το πρόσωπο και τις πολιτικές του προαναφερθέντος Μεγάλου Βεζίρη. Ο Ιμπραχίμ Πασά υπήρξε γαμπρός του Αχμέντ Γ΄, εξ’ ου και το προσωνύμιο damat (γαμπρός). Μαζί με τους ευνοούμενούς του, Μεχμέτ Κετχουντά και  Καϊμακάμη Μουσταφά Καπουντάν Πασά, έλεγχε την πολιτική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερο από μια δεκαετία. Ακριβώς στο σημείο αυτό, δηλαδή στην πρακτική έκφραση των πολιτικών δρώμενων της προαναφερθείσας τριανδρίας, είναι που η ιστοριογραφία μαίνεται για την σημασία της εποχής και κατ’ επέκταση για το ιστορικό βάρος και περιεχόμενο των τουλιπών, στοιχεία που κατ’ αντανάκλαση ερμηνεύουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Πριν αναφερθούμε όμως στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, είναι σκόπιμο να δοθεί μια αδρή περιγραφή των γεγονότων.

Παραδοσιακό κεραμικό της Εποχής των Τουλιπών.

Ήδη μήνες πριν από την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ η Κωνσταντινούπολη μάλλον βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Η τελευταία εκστρατεία κατά των Σαφαβίδων του Ιράν είχε λήξει με αρνητικό πρόσημο για τους Οθωμανούς. Ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να παραδώσει σημαντικές κτήσεις, όπως η Ταυρίδα και το (Ιε)Ρεβάν. Η Υψηλή Πύλη έδειχνε τώρα πρόθεση να αντεπιτεθεί. Τα στρατεύματα είχαν προ τεσσάρων μηνών ετοιμαστεί και στρατοπεδεύσει στον συνήθη τόπο αφετηρίας των οθωμανικών εκστρατειών, στο Σκουτάρι. Τον στρατό συνόδευαν ένα πλήθος αντιπροσωπείες. Τεχνίτες και μάστορες από τις οθωμανικές συντεχνίες είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους, αναμένοντας να αναχωρήσουν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στο μέτωπο. Η παρατεταμένη αδράνεια φέρεται να είχε δημιουργήσει δυσθυμία στους συμμετέχοντες στην εκστρατεία. Η κατάσταση μάλλον δυσχεραινόταν από φήμες, οι οποίες ήθελαν τον Μεγάλο Βεζίρη να έχει ξεπουλήσει την Ταυρίδα στους Σαφαβίδες, πράγμα που αν αλήθευε, εξηγούσε την καθυστέρηση στην έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ως απροθυμία του Μεγάλου Βεζίρη. Το υπόβαθρο αυτό έδωσε μάλλον την αφορμή για την έναρξη της εξέγερσης.

Τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου του 1730, ο αρβανίτικης καταγωγής Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του, πολλοί από αυτούς επίσης αρβανίτες, κάλεσαν στρατεύματα και λαό να ξεσηκωθούν. Η πράξη αυτή τελέστηκε με την φερόμενη συμπαιγνία ουλεμάδων (νομομαθών) που εκτός του ότι παρείχαν την απαραίτητη ιδεολογική νομιμοποίηση για την εξέγερση, δρούσαν και ως μεσολαβητές μεταξύ της Πύλης και των επαναστατών.[2]

Το κάλεσμα των τελευταίων φαίνεται πως ευδοκίμησε. Τα καταστήματα της Πόλης έκλεισαν σε ένδειξη στασιασμού. Ακόμα περισσότερο, ο πληθυσμός αγνόησε επιδεικτικά το λάβαρο του Προφήτη όταν αυτό εκτέθηκε δημόσια από τους αξιωματούχους της Πύλης σε ένα αντίστοιχο κάλεσμα για αντεπανάσταση, ενώ την ίδια στιγμή ο αριθμός των επαναστατών αυξανόταν. Έτσι, ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να παραδώσει στους επαναστάτες τους προαναφερθέντες αξιωματούχους, οι οποίοι θεωρούνταν υπεύθυνοι για την κατάσταση στο Ιρανικό μέτωπο. Κατά την δεύτερη φάση της εξέγερσης ο Σουλτάνος, παρά τις αντίθετες οδηγίες των επαναστατών, αποφάσισε να παραδώσει τον ίδιο τον Ιμπραχίμ Πασά και τους ευνοούμενούς του νεκρούς στους εξεγερθέντες. Ωστόσο, η σωρός του Ιμπραχίμ Πασά αποτέλεσε αφορμή για εκθρόνιση του Σουλτάνου. Οι επαναστάτες θεώρησαν ότι η σορός που τους παραδόθηκε δεν ανήκε στον Μεγάλο Βεζίρη αλλά στον Έλληνα ή Αρμένιο γουναρά του, λόγω της απουσίας περιτομής. Εν τέλει, ο Μαχμούντ διαδέχτηκε τον θείο του στον αυτοκρατορικό θρόνο.[3]

Παρά την αλλαγή καθεστώτος, μέρος των επαναστατών παρέμενε ανυποχώρητο. Σύμφωνα με τις παραδοσιακές διηγήσεις για την εξέγερση, μέρα με την μέρα συνέχιζαν να εμπλέκονται στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, είτε υπεξαιρώντας χρήματα από το κρατικό ταμείο, είτε χρίζοντας τους ευνοούμενούς τους αξιωματούχους. Οι συμπεριφορές αυτές, συνάμα με το φερόμενο συνεχιζόμενο πλιάτσικο των περιουσιών των κατοίκων της Πόλης, οδήγησαν τα τακτικά στρατεύματα της Οθωμανικής πρωτεύουσας και μερικούς από τους αξιωματούχους που είχαν διορίσει οι ίδιοι οι επαναστάτες,  να στραφούν εναντίον τους. Τελικά, ο Σουλτάνος Μαχμούντ με την συνεργασία του νέου Χαγάνου της Κριμαίας, Καπλάν Γκιράι, κάλεσε τον Πατρόνα Χαλίλ και τους συντρόφους του στα ανάκτορα, προφασιζόμενος την απόδοση στρατιωτικών βαθμών. Εκεί, στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν σε ετοιμότητα αιφνιδίασαν και δολοφόνησαν την ηγεσία των επαναστατών, ξεκινώντας μια διαδικασία εκκαθάρισης που σηματοδότησε συνάμα και το τέλος της εξέγερσης. Βέβαια, η ερμηνεία των συμβάντων είναι πιο προβληματική από τη χρονολογική απαρίθμηση τους.[4]

Η πρώτη σχολή σκέψης, στοιχειοθετημένη στα τέλη του 19ου αιώνα, στις απαρχές της μοντέρνας οθωμανικής ιστοριογραφίας, θέλει την εξέγερση να είναι απάντηση στην κακοδιαχείριση, την φιληδονία και εν γένει την ανικανότητα της παλατιανής ελίτ και του Μεγάλου Βεζίρη.[5] Ο Ιμπραχίμ Πασάς και οι ακόλουθοί του συχνά παρουσιάζονται ως μια ομάδα φιλάργυρων καταχραστών των δημοσίων οικονομικών, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνον για την ικανοποίηση των ορμών τους. Θεωρείται ότι ο κύκλος του Ιμπραχίμ Πασά είχε πρωτοστατήσει σε μια διαδικασία διαφθοράς των δημοσίων ηθών. Ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται να προωθεί απρεπείς συμπεριφορές. Οι αφηγήσεις που θέλουν τον Ιμπραχίμ Πασά να πετάει χρυσές λύρες στα μπούστα των κορασίδων που περνούσαν έξω από το παλάτι του και να «ρίχνεται» στην σύζυγο του Καδή της Κωνσταντινούπολης, για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά φέρεται ως υπεύθυνος για την διοργάνωση δαπανηρών εορτών τουλίπας, οι οποίες λάμβαναν χώρα σε θερινά παλάτια, χτισμένα μέσω της φορολογικής καταλήστευσης των εισοδημάτων των υπηκόων. Επιπλέον, θεωρείται ότι οι φιέστες του κύκλου του Μεγάλου Βεζίρη λειτουργούσαν αντιστρόφως ανάλογα ως προς τον χρόνο που αφιερωνόταν στις διοικητικές και πολιτικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού. Βέβαια, το βασικό πρόβλημα των αφηγήσεων αυτών, είναι ο εξόφθαλμα συκοφαντικός χαρακτήρας της πηγής πάνω στην οποία βασίζονται, που όμως ήταν η μοναδική την εποχή εκείνη.

Jean-Baptiste Vanmour: Σουλτάνος Αχμέντ Γ΄ (c. 1703-1717), Άμστερνταμ, Rijksmuseum.
Jean-Baptiste Vanmour: Ιμπραχίμ Πασά (c. 1727-1730), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η δεύτερη κύρια ερμηνευτική γραμμή εμφανίστηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου και αφορά σε μια πολεμική για τον εκσυγχρονισμό. Αυτή βλέπει στη συμπεριφορά της ελίτ προσπάθειες εκδυτικισμού των ηθών, των κρατικών μηχανισμών και των επιστημονικών ή στρατιωτικών θεσμών της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, οι εορτές τουλίπας και οι διασκεδάσεις των ελίτ αναφέρονται ως εκφάνσεις μιας δυτικής – ευρωπαϊκής νοοτροπίας, απαλλαγμένης από της ισλαμικές αγκυλώσεις. Παράλληλα, η οικοδόμηση των θερινών παλατιών αποδίδεται στην πολιτισμική επίδραση της Γαλλίας. Η θεωρούμενη δυτική στροφή της Αυτοκρατορίας και το κοσμικό πνεύμα της ελίτ θεωρείται ότι οδήγησε σε μια συντηρητική-ισλαμική ιδεολογική αντίδραση, με τους ουλεμάδες να υποκινούν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[6] Και αυτή η προσέγγιση όμως έχει δεχτεί σφοδρή κριτική τα τελευταία χρόνια. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο συνιστώσες. Πρώτον, εδράζεται στις μεθοδολογικές λαθροχειρίες, στις οποίες προέβη ο κύριος εκφραστής της ώστε να υποστηρίξει την θέση του. Δεύτερον, το έργο αυτό καθ’ αυτό δεν ήταν καθαρή απόπειρα ερμηνείας του παρελθόντος αλλά πολιτικό σχόλιο για τον αναγκαίο εκδυτικισμό του νεόκοπου Τουρκικού Κράτους.[7] Για να γίνει κατανοητό το εύρος της ιστορικής παραποίησης θα αναφερθούμε συνοπτικά στο εμβληματικό επιχείρημα της σχολής σκέψης αυτής.

Κανείς μπορεί να βρει ακόμα και σήμερα αναφορές για το ότι το παλάτι «Σανταμπάντ» του Ιμπραχίμ Πασά είχε κτιστεί κατ’ εικόνα των Βερσαλιών, στα πλαίσια ενσυνείδητης προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υποτίθεται ότι μετά από αποστολή Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ο Ιμπραχίμ Πασά είχε τόσο ενθουσιαστεί από τις περιγραφές των Βερσαλλιών και των δορυφορικών «χωριών αναψυχής», που λίγο αργότερα οργάνωσε ειδική αποστολή στη Γαλλία για την εξασφάλιση των αρχιτεκτονικών σχεδίων των ανακτόρων. Το επιχείρημα αυτό όμως χωλαίνει όταν κανείς αναλογιστεί ότι τα «χωριά αναψυχής» των Βερσαλιών κτίστηκαν σχεδόν 40 χρόνια μετά την αποστολή του Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ενώ επίσης πουθενά στις πηγές μας δεν επαληθεύεται η αφήγηση για την απόκτηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων.[8]

Jean-Baptiste Vanmour: Ο Μεγάλος Βεζίρης διασχίζει την πλατεία Ατμεϋντάν (c. 1720-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Η αποφασιστική στροφή έλαβε χώρα την δεκαετία του 1950, όταν για πρώτη φορά έγινε προσπάθεια να θεαθεί η εξέγερση μέσα από ένα υλιστικό πρίσμα. Η ιστοριογραφική αυτή παράδοση συνδυάζει την προβληματική των κακών οικονομικών συνθηκών των μαζών της Κωνσταντινούπολης με ένα επιχείρημα ενδογενών ανταγωνισμών μέσα στους κόλπους της ελίτ. Τα δύο αυτά στοιχεία εν τέλει συνδυάστηκαν ώστε να παράξουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[9] Η συγκεκριμένη σχολή σκέψης κυριαρχεί πλέον στην σύγχρονη βιβλιογραφία. Όμως, οι πιο σύγχρονες παραλλαγές της έχουν δώσει προβληματικά δείγματα γραφής προς δύο κατευθύνσεις.

Αφενός, οι θιασώτες του επιχειρήματος της χειραγώγησης της εξέγερσης από την ελίτ τείνουν να αφαιρούν οποιαδήποτε αυτενέργεια από τους επαναστάτες, λησμονώντας ότι η εκ των άνωθεν παραίνεση δεν αρκεί από μόνη της για να πυροδοτήσει μια επανάσταση. Πρέπει και οι εξεγερθέντες να έχουν αρκετά δυνητικά οφέλη και προσδοκίες από την πράξη τους, που δεν ταυτίζονται μάλλον με τα αντίστοιχα των ελίτ, ενώ πρέπει επίσης το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο να είναι γόνιμο, ώστε να δεχθεί και να εδραιώσει την επαναστατική κίνηση.[10]

Αφετέρου, οι ταξικά σκεπτόμενοι μελετητές, αν και έχουν επιδείξει σημαντικές προσπάθειες γείωσης της επανάστασης σε μια κοινωνική και οικονομική βάση, τείνουν σε τελική ανάλυση να αναπαραγάγουν άθελα τους τα επιχειρήματα της πρώτης, γηραιότερης σχολής σκέψης: η λαίμαργη ελίτ κατασπαταλά τον δημόσιο πλούτο για να εξυπηρετήσει ταπεινά ένστικτα ενώ η εξαθλιωμένη μάζα, μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, εξεγείρεται. Με την λογική αυτή όμως, η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ και οι δυναμικές της διαπάλης μεταξύ των ελίτ και των μη ελίτ αποστερούνται της πολυπλοκότητας, του ιστορικού βάθους και των θεμελιωδών αιτιών τους, και μετατρέπονται – τηρουμένων των αναλογιών – σε οθωμανική εκδοχή της αντιπαράθεσης του Ρομπέν των Δασών με τον άπληστο Πρίγκιπα Ιωάννη.[11]

Jean-Baptiste Vanmour: Πορτραίτο του Πατρόνα Χαλίλ ( c.  1730-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Μέσα σε αυτό το μεθοδολογικό και νοητικό οικοδόμημα η εξέγερση αντιμετωπιζόταν από τους ιστορικούς ως ένα sui generis φαινόμενο. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, η παραπάνω εκτίμηση  οφείλεται στο ότι, εκούσια ή ακούσια, το μεγαλύτερο μέρος της ιστοριογραφίας αναπαράγει μια συγκεκριμένη πηγή. Σε πρόσφατη μελέτη γίνεται μνεία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο μήκος του κειμένου προέρχονται από το σύγχρονο στην εξέγερση χρονικό του Αμπντί Εφέντι.[12] Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο. Τα στοιχεία που αναφέρονται δεν βρίσκονται πουθενά στο προαναφερθέν χρονικό. Η παρανόηση αυτή κατέστη δυνατή καθώς η επιχειρηματολογία και το λεξιλόγιο ενός συκοφαντικού χρονικού έχει μπολιάσει τη δευτερογενή βιβλιογραφία σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτούσια κομμάτια και φράσεις της ιστορίας του Σεμντανίζαντε Εφέντι να εκλαμβάνονται λανθασμένα ως «αντικειμενική» ιστορική ανάλυση των υπόλοιπων πρωτογενών πηγών και όχι ως αιτιάσεις που χρίζουν επαλήθευση. Παρά τις διαστρεβλώσεις όμως, και καθώς κάποια από τα στοιχεία που αναφέρονται στη συγκεκριμένη πηγή  όντως τεκμηριώνονται ιστορικά, ας ξεκινήσουμε με αυτά.

Το χρονικό του Σεμντανίζαντε Φιντικλί Σουλεημάν Εφέντη έχει γραφτεί 30 χρόνια μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[13] Ο πατέρας του Οθωμανού συγγραφέα ήταν ένας από τους ευνοημένους της αλλαγής καθεστώτος που προκάλεσε η επανάσταση. Η νέα διακυβέρνηση του παραχώρησε την ενοικίαση των φοροπροσόδων των τελωνείων της Κωνσταντινούπολης.[14] Ο Σεμντανίζαντε είχε συνεπώς κάθε λόγο να «χαϊδεύει τα αυτιά» του νέου Σουλτάνου και των «αυλικών», κακολογώντας τους προκατόχους τους. Στρατηγική παλιά και δοκιμασμένη για όσους προσπαθούσαν να γαντζωθούν επαγγελματικά στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Από την αφήγησή του πληροφορούμαστε για τις μεγαλοπρεπείς γιορτές τουλίπας, όπου οι Οθωμανοί αξιωματούχοι κατασπαταλούσαν το δημόσιο χρήμα, χασομερούσαν και παραμελούσαν την κρατική διοίκηση και την κατάσταση των υπηκόων τους καθώς επιδίδονταν σε ατέλειωτα φαγοπότια, καταναλώνοντας χαλβά και παραβγαίνοντας όσον αφορά στις δεξιότητες τους στην καλλιέργεια νέων και πιο φανταχτερών ειδών τουλίπας. Πρέπει κανείς να φανταστεί ότι τέτοιου είδους θεάματα ήταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Συνήθως λάμβαναν χώρα εν τω μέσω τεράστιων κήπων που κτιζόταν από τις ελίτ στην τοποθεσία «Γλυκά Νερά της Ευρώπης». Ταυτοχρόνως, μαθαίνουμε ότι ο Ιμπραχίμ Πασά είχε στήσει τεράστιες κούνιες με τις οποίες διέφθειρε τις γυναίκες της Κωνσταντινούπολης, καθώς είχε βάλει «παλικάρια με γλυκιά φωνή» να τις κουνάνε και να τους τραγουδούν. Το αποτέλεσμα ήταν «νέες και ηλικιωμένεςς» να χωρίζουν τους άντρες τους, αν αυτοί αρνούνταν να τους δώσουν χρήματα και άδεια ώστε να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη διασκέδαση.[15] Η παραπάνω διήγηση περιέχει κάποια ψήγματα αλήθειας. Όντως φαντασμαγορικές γιορτές τουλίπας λάμβαναν χώρα, ενώ αν πιστέψουμε κάποιους περιηγητές, τότε κούνιες πρέπει να είχαν στηθεί σε διάφορες συνοικίες τις Κωνσταντινούπολης. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Συνεπάγονταν οι δραστηριότητες εκείνες την ανικανότητα, φιλαργυρία και διαφθορά των διοργανωτών τους και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνουν αφορμή για την εκπυρσοκρότηση μιας επανάστασης;

Καταρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι η καλλιέργεια τουλίπας, αν και μάλλον πρώτη φορά έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις στην οθωμανική κουλτούρα, απαντάται σε παλαιότερες εποχές ως ψυχαγωγική ασχολία των ελίτ. Ο ίδιος ο Σεϊχουλισλάμης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, ο ξακουστός Εμποσούντ Εφέντης, πειραματιζόταν με την δημιουργία νέων ειδών τουλίπας δύο αιώνες νωρίτερα. Οι δε μεγαλοπρεπείς γιορτές δεν ήταν καινούριο φαινόμενο. Αντίθετα, είχαν ξεκινήσει από τον πατέρα του Αχμέτ Γ΄. Παρόλα αυτά ούτε η καλλιέργεια τουλιπών, που άλλωστε συνάδει με την Ισλαμική παράδοση, ούτε η διοργάνωση φιεστών είχε συνδυαστεί παλαιότερα με αρνητικά στοιχεία.[16]

Η εικόνα ξεκαθαρίζει όταν κανείς ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ο Σεμντανίζαντε κατασκευάζει το επιχείρημα για την διασάλευση των ηθών. Η ενθρόνιση του Αχμέτ Γ΄ σηματοδότησε την επαναφορά της οθωμανικής Αυλής από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη. Μια από τις πράξεις του νέου Σουλτάνου και του μεγάλου βεζίρη Ιμπραχίμ Πασά ήταν η έκδοση ενός νόμου περί ενδυμασίας. Σύμφωνα με αυτόν, «Ξεδιάντροπες γυναίκες, επωφελούμενες της απουσίας του Σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη, είχαν αρχίσει να φοράνε ξενόφερτα, φράγκικα φορέματα και σπαταλούσαν τα χρήματα των συζύγων τους για να τα αγοράσουν, και αν αυτοί δεν τους τα έδιναν, τότε τους χώριζαν».[17] Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ανακολουθία. Τόσο ο Σεμντανίζαντε όσο και η διοίκηση που αυτός θέλει να περιγράψει ως ανήθικη, χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και τα ίδια επιχειρήματα. Αυτό συμβαίνει καθώς και οι δύο διηγήσεις, δηλαδή του χρονικού και του νόμου περί ενδυμασίας, μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Είναι οθωμανικοί αφηγηματικοί τόποι, λεξιλογικά καλούπια που ανήκουν σε μια κοινή εγγράμματη λογοτεχνική παράδοση, τα οποία δεν έχουν σκοπό να αναδείξουν την αλήθεια και το γεγονός, αλλά να εκφράσουν νοοτροπίες για το ηθικό και το ανήθικο, μετατρέποντας παράλληλα μια συνηθισμένη συμπεριφορά σε μίασμα. Αν κανείς μάλιστα θέλει να προχωρήσει το συλλογισμό ακόμη περισσότερο, μπορεί να πει ότι ο Σεμντανίζαντε διάβασε το νόμο περί ενδυμασίας και διαστρέβλωσε το περιεχόμενο του, ώστε να συκοφαντήσει την ηγεσία που τον εξέδωσε. Στην ουσία λοιπόν η παράδοση που θέλει την «Εποχή των Τουλιπών» να είναι μια περίοδος που έθρεψε άσωτους κρατικούς αξιωματούχους που χρησιμοποιούσαν με ασυδοσία την πολιτική τους δύναμη για να τρέφουν την ακόλαστη ζωή τους, στηρίζεται σε τέτοιες παραποιήσεις. Πουθενά όμως δεν είναι αυτό τόσο έκδηλο όσο στο επιχείρημα για τον πολυτελή βίο του Ιμπραχίμ Πασά.

Σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες, ο ετήσιος προϋπολογισμός του ευρύτερου νοικοκυριού του Ιμπραχίμ Πασά ήταν κατά πολύ μικρότερος από εκείνον του προκατόχου του. Πολλές φορές τα ετήσια έξοδα του Ιμπραχίμ Πασά ισούταν με τα μηνιαία έξοδα του προηγούμενου Μεγάλου Βεζίρη. Τα περισσότερα χρήματα σπαταλιόνταν αφενός σε βασικά τρόφιμα όπως ρεβίθια και ψωμί, και αφετέρου στον ρουχισμό του προσωπικού. Συγκριτικά, προϊόντα που θεωρούνταν είδη πολυτελείας, όπως ζάχαρη και καπνός, εμφανίζονται σπανιότερα στους καταλόγους εξόδων και καταλαμβάνουν πολύ μικρό ποσοστό του εισοδήματος του Πασά. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά πολύ σπάνια φαίνεται να παραγγέλνει κοστοβόρα κοσμήματα ή διακοσμητικά όπλα, αντικείμενα τα οποία ο προκάτοχος του αποθησαύριζε με ζήλο. Τέλος, το «βδομαδιάτικο» χαρτζιλίκι του ιδίου του Πασά για τα εκτός προϋπολογισμού ή προσωπικά του έξοδα ήταν 250 άσπρα, τη στιγμή που ο προκάτοχός του σπαταλούσε παραπάνω από 1500.[18] Ακόμα και το υποτιθέμενο υπέρλαμπρο παλάτι του Πασά ήταν χτισμένο με ξύλο και άλλα φθηνά υλικά.[19] Το επιχείρημα λοιπόν της αχαλίνωτης και προκλητικής κατανάλωσης καταρρίπτεται. Ούτως ή άλλως όμως κατά βάθος ήταν αντιφατικό. Η οικονομία και αγορά της Κωνσταντινούπολης στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση που δημιουργούσαν καθώς και τα αγαθά που κατανάλωναν το Παλάτι και οι Οθωμανοί αξιωματούχοι. Υπό την έννοια αυτή, αν η ελίτ όντως κατανάλωνε στο βαθμό που υπονοείται από την παλαιότερη ιστοριογραφία, τότε και οι Κωνσταντινουπολίτες θα έπρεπε να ευημερούσαν, πράγμα που είναι αμφίβολο.[20] Το πιθανότερο είναι ότι συνέβαινε το αντίθετο.

Η «εξαίσια» Εποχή των Τουλιπών ήταν μάλλον περίοδος οικονομικής «συστολής». O Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι είχε ξεκινήσει πολυετή προσπάθεια «μεταρρύθμισης» και ανάκτησης ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το κράτος. Ήδη ακόμα από την εποχή που ο Ιμπραχίμ Πασά εκτελούσε χρέη τοποτηρητή για τον προηγούμενο Μεγάλο Βεζίρη, εκδόθηκαν δύο εντολές. Η πρώτη ανακαλούσε και κατείσχε για λογαριασμό του δημοσίου, τις εφ’ όρου ζωής εκμισθώσεις φοροπροσόδων, τους λεγόμενους μαλικιανέδες, ώστε να αναγκαστούν οι κάτοχοί τους να πληρώσουν το μισό της αξίας τους για να τους ανακτήσουν. Η δεύτερη απαγόρευε την υπενοικίαση τους σε τρίτα πρόσωπα.[21]

Jean-Baptiste Vanmour: Γενική άποψη της Κωνσταντινούπολης από την Ολλανδική πρεσβεία στο Πέρα (c. 1720-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Επίσης, τα πρώτα πέντε χρόνια της Μεγάλης Βεζιρίας του, ο Ιμπραχίμ Πασά φαίνεται ότι είχε εξοικονομήσει μεγάλα ποσά από την περικοπή μισθών των στρατευμάτων. Το ίδιο συνέβαινε μάλλον και με τους γενίτσαρους, καθώς ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αρχίσει μια διαδικασία ανασύνταξης των βιβλίων καταγραφής και μισθοδοσίας τους.[22] Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι χιλιάδες γενίτσαροι έχασαν το στρατιωτικό στάτους τους, και μαζί με αυτό τις απολαβές σε χρήματα και είδος και τις φοροαπαλλαγές που συνεπάγονταν του γενιτσαρικού αξιώματος. Εξάλλου, ένα από τα αιτήματα των επαναστατών του Πατρόνα Χαλίλ ήταν τα γενιτσαρικά τεφτέρια να περιέλθουν στην κατοχή τους ώστε να (ξανα)γραφτούν σε αυτά τα στελέχη των εξεγερθέντων.[23] Ας σημειωθεί εδώ ότι οι σχετικές μελέτες  συνηγορούν ότι πριν την επανάσταση ακόμη και οι εναπομείναντες γενίτσαροι ήταν απλήρωτοι επί μήνες.[24] Επεξηγηματικά, πρέπει να προσθέσουμε ότι τον 18ο αιώνα το παιδομάζωμα είχε σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Κανείς γινόταν γενίτσαρος είτε κληρονομώντας τον τίτλο από τον πατέρα του και μέσω άλλων δικτύων πατρωνίας, είτε μέσω της αγοράς γενιτσαρικών δελτίων που κυκλοφορούσαν στην αγορά της Κωνσταντινούπολης ήδη από τον προηγούμενο αιώνα.

Ένα τελευταίο δείγμα της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής του καθεστώτος που ηγούνταν ο Μεγάλος Βεζίρης είναι η φορολογική πολιτική. Ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αυξήσει τη συχνότητα επιβολής έκτακτων φόρων. Ειδικότερα και όσον αφορά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ, οι συντεχνίες, τα μέλη των οποίων σε μεγάλο βαθμό ήταν γενίτσαροι που συμπλήρωναν το εισόδημα τους ασκώντας κάποια τέχνη, είχαν αναγκαστεί να πληρώσουν μια σειρά φόρων. Τον ειδικό φόρο, με τον οποίο εξασφάλιζαν την συμμετοχή τους στην εκστρατεία, καθώς και έναν καινούριο, αρκετά υψηλό, το λεγόμενο μπεδάτι (bid’at).[25] Το νέο δόσιμο αυτό ήταν μάλλον μια προσπάθεια μετακύλησης του κόστους της εκστρατείας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οι συμμετέχοντες στην ακόμα επί χάρτου εκστρατεία είχαν προβεί σε σημαντικά έξοδα, τα οποία μεγεθύνονταν αν αναλογιστεί κανείς ότι έπρεπε να είχαν προμηθευθεί και μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων, τα οποία ήλπιζαν να πουλήσουν με μεγάλο κέρδος κατά την εκστρατευτική περίοδο. Το γεγονός λοιπόν ότι η εκστρατεία είχε καθυστερήσει 4 μήνες πρέπει να είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους τεχνίτες και στους γενίτσαρους-τεχνίτες των συντεχνιών. Επί 4 μήνες τα καταστήματα τους έμεναν κλειστά και τα εμπορεύματα που προορίζονταν για την εκστρατεία αναξιοποίητα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι είχαν κινηθεί νομικά, παραπονούμενοι στο ιεροδικείο για την ακύρωση του προαναφερθέντος νέου φόρου και την χρηματική αποζημίωση τους. Βέβαια, η προσπάθεια προέβη άκαρπη. Τελικά ο φόρος θα ανακαλούνταν μετά την Επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ καθώς αποτελούσε αίτημα των εξεγερθέντων.[26]

Ακόμα και τα πλιατσικολογήματα μπορούν να εξηγηθούν ως απόπειρες ανάκτησης οικονομικών κεκτημένων. Σε γενικές γραμμές τα χρονικά περιγράφουν τους επαναστάτες ως μια μάζα «λυσσασμένων σκύλων» που ρήμαζαν επί μήνες την Κωνσταντινούπολη λεηλατώντας οτιδήποτε στο διάβα τους. Η αλληλογραφία των ξένων πρέσβεων βέβαια σκιαγραφεί μια εκ διαμέτρου διαφορετική εικόνα. Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών συνηγορούν ότι έγιναν λιγοστές λεηλασίες[27] που αφορούσαν καταστήματα όπλων και υποδημάτων, για ευκόλως εννοούμενους λόγους. Επίσης σημειώνουν ότι συνολικά η εξέγερση διεκπεραιώθηκε με θαυμαστή ευταξία. Ακόμα και τα χρονικά, παρά την αντίφαση με το γενικό πνεύμα των διηγήσεων τους, μιλούν για αυτο-αστυνόμευση των επαναστατών,[28] προφανώς σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν περιστατικά που θα σήμαιναν το τέλος της υποστήριξης που τύγχαναν από τους απλούς κατοίκους της Πόλης. Οι λιγοστές διηγήσεις πλιάτσικου και λεηλασίας που μπορούν να εξακριβωθούν, ακριβώς διότι δεν αναφέρονται με γενικότητες και ομιχλώδεις αφοριστικές εκφράσεις, αλλά με ονοματεπώνυμα, αφορούν τις περιουσίες κρατικών αξιωματούχων.[29] Αυτοί μάλλον θεωρούνταν συνυπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική της κεντρικής εξουσίας και ο επιμερισμός των περιουσιών τους ήταν μορφή «δίκαιης αναδιανομής δημόσιου πλούτου». Παρατίθενται εδώ σε ελεύθερη μετάφραση τα λόγια του ιδίου του Πατρόνα Χαλίλ (όπως μεταφέρονται από τα χρονικά) τη στιγμή που εκπαραθύρωνε έναν κρατικό αξιωματούχο από την οικία, στην οποία διέμενε, ώστε να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος:

«Αυτό το σπίτι ανήκει σε εσένα ή στο δημόσιο ταμείο;»

–«Στο δημόσιο ταμείο».

«Έχεις άλλο σπίτι δικό σου;»

«Ναι».

«Ωραία τώρα θα πας σ’ αυτό και εδώ θα κάτσω εγώ».[30]

Ο αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής του Ιμπραχίμ Πασά πρέπει να είχε μεγεθυνθεί, καθώς τις προηγούμενες δεκαετίες η οικονομική κατάσταση μιας μάλλον μεγάλης μερίδας κατοίκων της Κωνσταντινούπολης είχε πιθανότατα βελτιωθεί. Προς αυτό καταδεικνύει η συνεχής επανέκδοση νόμων περί ενδυμασίας, των οποίων ένα παράδειγμα έχει ήδη προαναφερθεί. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι, παρά τις απαγορεύσεις, οι Κωνσταντινοπολίτες διέθεταν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ξενόφερτα στυλ και είδη ρουχισμού, διαθέσιμα μόνο για ανώτερους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας. Αν υποτεθεί λοιπόν ότι ο εξορθολογισμός των δημοσίων οικονομικών περνούσε μέσα από την μείωση των μέχρι πρότινος αυξανόμενων εισοδημάτων των ιδιωτών, τότε είναι πιθανό η διάψευση των προσδοκιών να συνέβαλε στην δυσφορία έναντι του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά και του Αχμέτ Γ΄. Η προβληματική των νόμων περί ενδυμασίας φέρνει στο προσκήνιο ακόμα ένα στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην επαναστατική δυναμική: εκείνο του ανταγωνισμού για την κυριαρχία στο πολιτικό στερέωμα.

Ήταν πλέον συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα για τους γενίτσαρους και για εκείνους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονταν με τα γενιτσαρικά σώματα, να φέρουν ρουχισμό που δεν άρμοζε στην κοινωνική τους τάξη. Στην ουσία λοιπόν το γενιτσαρικό σώμα ήταν η ωμή δύναμη πίσω από εκείνους, που μπορεί να μην είχαν πολιτική εξουσία με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά είχαν αρκετά χρήματα ώστε να αμφισβητήσουν τα όρια της κοινωνικής τους τάξης και το εύρος της πολιτικής ισχύος της διοικούσας ελίτ, για την οποία ο σφετερισμός του ιματισμού της από τα χαμηλότερα στρώματα αποτελούσε ευθεία πρόκληση.[31]

Μια ακόμα προκείμενη αιτία που μάλλον είχε συντελέσει στην εξέγερση πρέπει να ήταν το «ύφος» διακυβέρνησης του Μεγάλου Βεζίρη. Επί δώδεκα συναπτά έτη, ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι ασκούσε εξουσία δίχως να μπορεί να ελεγχθεί. Το παραδοσιακό, στο 18ο αιώνα, όργανο μετριασμού των πολιτικών της Αυλής, ο Σεϊχουλισλάμης, όπως και πριν την εξέγερση της Αδριανούπολης 27 χρόνια νωρίτερα, ήταν ευνοούμενος της Αυλής, συγχωριανός του μεγάλου Βεζίρη.[32] Επίσης αν κρίνουμε από την απόλυση του Καδή της Κωνσταντινούπολης και την τοποθέτηση στην θέση του ενός ευνοούμενου, ο Ιμπραχίμ Πασά μάλλον δεν ανεχόταν την κριτική στις πολιτικές του. Να σημειωθεί εδώ ότι αν και η απόλυση είχε γίνει με πρόφαση την μη ικανοποιητική διαχείριση ελλείψεων στην αγορά της πόλης, ο ίδιος Καδής επανατοποθετήθηκε στο πόστο του από τους επαναστάτες, πράγμα που μάλλον μας προϊδεάζει για το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τύγχανε της ευρύτερης αποδοχής των γενίτσαρων και των συντεχνιών.

Jean-Baptiste Vanmour: Η δολοφονία του Πατρόνα Χαλίλ (c. 1730-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Ανάλογα συγκεντρωτική ήταν η άσκηση πολιτικής όσον αφορά τους διορισμούς στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Παράπονα προς την Υψηλή Πύλη που έφερναν υπήκοοι από την Ανατολία καταδεικνύουν ότι όλες οι φοροπρόσοδοι πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας περιοχής είχαν ενοικιαστεί σε ευνοούμενους του Πασά.[33] Το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στην πρωτεύουσα, αν κρίνουμε από το ότι χρειάστηκε μια επανάσταση ώστε τα τελωνεία της Κωνσταντινούπολης να περάσουν στα χέρια του πατέρα του Σεμντανίζαντε.

Ένας τελευταίος παράγοντας που μάλλον διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην επαναστατική διαδικασία είναι η αλβανική μετανάστευση. Ο 18ος αιώνας σήμανε αύξηση στη μεταναστευτική ροή από τη βαλκανική χερσόνησο στην Κωνσταντινούπολη. Οι Αλβανοί μετανάστες κάλυπταν σε μεγάλο ποσοστό τη ζήτηση για ανειδίκευτα εργατικά χέρια στην πρωτεύουσα. Τα χαμάμ και το λιμάνι της πρωτεύουσας παρείχαν εργασία σε χιλιάδες Αλβανούς μετανάστες.[34] Να σημειωθεί ότι τα επαγγέλματα αυτά θεωρούνταν μιασματικά, καθώς οι εργαζόμενοι έρχονταν καθημερινά σε επαφή είτε με το ανθρώπινο σώμα, είτε με τα ελλιμενισμένα πλοία που θεωρούνταν υπεύθυνα για τις περιοδικές εμφανίσεις επιδημιών.

Επίσης, Αλβανοί μετανάστες φέρονταν να έχουν εισχωρήσει στη συντεχνία των αρτοποιών, ενώ έλεγχαν τη συντεχνία των χασάπηδων, η οποία είχε στενές σχέσεις με το γενιτσαρικό σώμα.[35] Μέσω τέτοιων επαγγελματικών δικτύων οι Αλβανοί της Πόλης είχαν καταφέρει να εισχωρήσουν και στο τελευταίο. Ο Πατρόνα Χαλίλ καταγράφεται στις πηγές μας ως γενίτσαρος, το ίδιο και πολλοί από τους συντρόφους του, καφετζήδες και παντοπώλες, επαγγέλματα που τον 18ο αιώνα ασκούνταν κυρίως από γενίτσαρους.[36] Επίσης, στα χρονικά καταγράφεται ότι ο Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του κατάφεραν να πείσουν τους γηραιότερους αξιωματούχους των γενιτσάρων να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μαζική-πλην των μποσταντζήδων γενιτσάρων-συμμετοχή των γενιτσαρικών λόχων, η οποία εκδηλώθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι γενίτσαροι σε ένδειξη στασιασμού έβγαλαν τα καζάνια τους στην πλατεία του παλιού βυζαντινού ιπποδρόμου και τα αναποδογύρισαν, χύνοντας το περιεχόμενο τους, μη αποδεχόμενοι το φαγητό του Σουλτάνου και κατ’ επέκταση τον ίδιο. Προξενεί εντύπωση λοιπόν τόσο το ότι το νέο καθεστώς που εγκαταστάθηκε από τους επαναστάτες προέβη σε αντίποινα, όσο και το ότι τα αντίποινα αυτά στράφηκαν αποκλειστικά και μόνο εναντίον των Αλβανών, σε μια στιγμή που τα στρατιωτικά σώματα είχαν επαναστατήσει στο σύνολο τους. Η εξήγηση όμως μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκη.

Οι Αλβανοί, παρ’ όλες τις απελάσεις μεταναστών από την Πόλη, που είχαν ξεκινήσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα και παρά την συνεχή στοχοποίησή τους, ήταν μια αρκετά επιταχυμένη κοινωνική ομάδα όσον αφορά την απορρόφηση τους στον οικονομικό ιστό της οθωμανικής πρωτεύουσας. Σε ένα από τα χρονικά ο συγγραφέας ονομάζει τους Αλβανούς «δαίμονες με το προσωπείο Μουσουλμάνων που σαν μάστιγα έχουν κατακλύσει τα χωράφια, τα εργαστήρια και τα χαμάμ της Κωνσταντινούπολης».[37] Το καταφανώς ρατσιστικό αυτό χωρίο έρχεται ώστε να επιδοκιμάσει τις επιχειρήσεις εκκαθάρισής τους μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Επομένως, οι «βέροι» Κωνσταντινουπολίτες πρέπει να ένιωθαν ανασφάλεια ή φόβο από τον οικονομικό ανταγωνισμό που προκαλούσε η μαζική εισροή εργατικών χεριών στην αγορά της Πόλης. Θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, οι γενίτσαροι δεν χρειάζονταν πια τον Αλβανό συμπολεμιστή τους Πατρόνα Χαλίλ και τους «10.000» Αλβανούς, των οποίων αυτός ηγούνταν. Αφενός, καθώς οι Αλβανοί αποτελούσαν έναν παράγοντα επαγγελματικού ανταγωνισμού απέναντι στους υπόλοιπους γενίτσαρους, αφετέρου καθώς η ισχύς του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του είχε μάλλον ξεπεράσει εκείνη των παραδοσιακών αξιωματούχων των γενιτσαρικών λόχων μετά την εξέγερση. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση ότι τελικά ήταν μόνο οι Αλβανοί που διώχθηκαν, δεδομένων των εις βάρους τους στερεοτύπων που εκφράζονται εύγλωττα στο προαναφερθέν απόφθεγμα. Εν τέλει, τα στερεότυπα χρησιμοποιήθηκαν ώστε να εξιλεωθούν οι υπόλοιποι γενίτσαροι για την έκνομη πράξη του στασιασμού, θυσιάζοντας μια κακόφημη και ανεπιθύμητη κοινωνική ομάδα και ρίχνοντας πάνω της την ευθύνη για την εξέγερση, αποκρύπτοντας τα πραγματικά αίτια της τελευταίας.

Συμπερασματικά, η εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ είναι ένα ισχυρό παράδειγμα για την γοητεία και τη δύναμη που ασκούν οι παραδοσιακές ιστοριογραφικές ερμηνευτικές γραμμές στην Οθωμανική Ιστορία. Η πρώτη και προφανέστερη πτυχή της προβληματικής αυτής είναι η κυριαρχία των αφηγηματικών γραμμών των χρονικών. Οι λέξεις, φράσεις και οι συχνά εξόφθαλμα χαλκευμένες ή πολιτικά στρατευμένες διηγήσεις αναπαράγονται κατά λέξη, χωρίς να υποβάλλονται σε στοιχειώδη λογικό έλεγχο. Αυτό βέβαια ίσως να μη συνέβαινε αν οι ιστορικοί δεν ήταν ήδη προδιατεθειμένοι προς την αποδοχή των επιχειρημάτων των Οθωμανών χρονικογράφων. Η δεκτικότητα αυτή μπορεί να αποδοθεί στην ισχύ της βιβλιογραφικής παράδοσης για την λεγόμενη «Εποχή των Τουλιπών». Από την άλλη, η δύναμη της παραδοσιακής βιβλιογραφίας προκύπτει εν μέρει από την συσχέτιση των θεωρούμενων χαρακτηριστικών του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά με το σύμβολο της Τουλίπας. Το ιστοριογραφικό δυστύχημα που ευθύνεται για τις παρανοήσεις μπορεί να εξηγηθεί μάλλον απλά. Μόνο κατά την παραμονή του Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη εμφανίζεται ή διαδίδεται αρκετά ένα αντικείμενο που δύναται να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό σήμα κατατεθέν για τα τεκταινόμενα της εποχής. Έτσι, κανονικότητες που ξεκίνησαν πριν ακόμα και από την στέψη του Αχμέντ Γ΄ και συνεχίστηκαν μετά την πτώση του, αποδίδονται λανθασμένα στην εποχή του, ακριβώς λόγω του συμψηφισμού τους με το σύμβολο. Από την άποψη αυτή το μόνο ιδιαίτερο στοιχείο που παρουσιάζει η «Εποχή των Τουλιπών» είναι η μόδα της καλλιέργειας τουλιπών αυτή καθ’ αυτή.  Κατά τα άλλα θα ήταν σκόπιμο να λεχθεί ότι τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συμβάντα της εποχής εναρμονίζονται με τις ευρύτερες τάσεις του 18ου αιώνα.

Η κρήνη του Σουλτάνου Αχμέντ Γ΄ στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αρχιτεκτονικής της Εποχής των Τουλιπών.

Ο μακρύς 18ος αιώνας, και η Μεγάλη Βεζιρεία του Ιμπραχίμ Πασά, αποτέλεσαν στροφή προς τον συγκεντρωτισμό για το Οθωμανικό κράτος, το οποίο αποπειράθηκε να επιβληθεί επί των υπολοίπων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι πιθανό ότι ανέπτυξε μηχανισμούς και εργαλεία που αποσκοπούσαν στον καλύτερο έλεγχο του πληθυσμού και στην εμπέδωση των συμφερόντων και βλέψεων της διοίκησης, προσπαθώντας παράλληλα να παρακάμψει ή να αποσιωπήσει τις όποιες αντιστάσεις ενάντια στις νέες πολιτικές. Προς το συμπέρασμα αυτό άλλωστε παραπέμπουν οι περισσότερες από τις πολιτικές επιλογές της Οθωμανικής άρχουσας τάξης που εξετάστηκαν εδώ. Η επιβολή νέων φόρων και η περιοριστική οικονομική πολιτική αποσκοπούσαν στην εξυγίανση του κρατικού προϋπολογισμού με τη μετακύλιση του κόστους προς τα κάτω. Η περικοπή  δαπανών, περνώντας μέσα από τον έλεγχο των κατάστιχων των στρατιωτικών σωμάτων, αναπαριστά μια προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου σχετικά με το ποιος δικαιούται να θεωρείται askeri (μέλος της στρατιωτικής τάξης), μια διαδικασία η οποία από τον προηγούμενο αιώνα είχε αφεθεί σε εναλλακτικά κανάλια, όπως η αγορά ή και τα διάφορα δίκτυα πατρωνίας και συντεχνιών. Η μονοπώληση διοικητικών/θρησκευτικών θέσεων και εκμίσθωσης φοροπροσόδων από ευνοούμενους του Μεγάλου Βεζίρη αποσκοπούσε στην συγκέντρωση πολιτικής και κανονιστικής ισχύος στα χέρια του Ιμπραχίμ Πασά, προσφέροντάς του τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο πάνω στον κρατικό μηχανισμό, και περιορίζοντας τους εκ των έσω πυρήνες αντίστασης. Η έκδοση και επιβολή νόμων περί ενδυμασίας, η οποία αποτελεί σταθερό γνώρισμα του 18ου αιώνα, ανεξαρτήτως των κρατούντων την εξουσία, χρησίμευε στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας και ιδιαιτερότητας των διοικητικών ελίτ και δρούσε ως εμπόδιο στην κοινωνική κινητικότητα και στην εξωτερίκευση της απόκτησης πλούτου και πολιτικής επιρροής από τους εκτός των επίσημων μηχανισμών εξουσίας. Τέλος η λήψη ανασταλτικών μέτρων ενάντια στην μετανάστευση προς την Κωνσταντινούπολη διεύρυνε τις δυνατότητες αστυνόμευσης και καταστολής του κράτους. Ο Ιμπραχίμ Πασά βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις εξελίξεις στην αστυνόμευση που ξεκίνησαν με αφορμή τα προσφυγικά κύματα στην Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν λάθος να λησμονηθεί ότι αυτές τέθηκαν σε κίνηση, σε πρώτη φάση μετά την εξέγερση του 1703, ενώ εντάθηκαν και τελειοποιηθήκαν μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Με άλλα λόγια, η απόδοση των εξεγέρσεων σε ανεπιθύμητους ξένους αποτέλεσε πλατφόρμα πάνω στην οποία στηρίχτηκε η επέκταση του μηχανισμού επιτήρησης και παρακολούθησης των δυνάμεων αστυνόμευσης. Έχουμε λοιπόν σχετικά λίγα παραδείγματα που στρέφονται προς το κλασσικό ιστοριογραφικό αφήγημα ηθικής κατάπτωσης και αχαλίνωτης κατανάλωσης. Ωστόσο, ακόμα και αυτά μπορούν να θεωρηθούν κατά μέρος ως εκφράσεις κενών πληροφοριών και κοινών οθωμανικών αφηγηματικών τόπων. Αντίθετα, οι υπάρχουσες πληροφορίες τείνουν πολύ περισσότερο προς το να επιβεβαιώσουν μια κανονικότητα σταδιακά αυξανόμενης συγκεντρωτικής πολιτικής και αυταρχισμού.

Από την άλλη, θα ήταν λάθος να υπερεκτιμηθεί η επιτυχία της κρατικής επιβολής πάνω στις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις του 18ου αιώνα. Δηλαδή, δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι αυταρχικές και συγκεντρωτικές τάσεις του πολιτικού κέντρου ήταν απαραίτητα αποτελεσματικές, παρά το εύρος ή την έντασή τους. Άλλωστε,  τα ίδια τα αποτελέσματα της εξέγερσης του Πατρόνα Χαλίλ καταδεικνύουν προς την κατεύθυνση της αποτυχίας της συγκεντρωτικής πολιτικής. Οι γενίτσαροι κατάφεραν να επιβληθούν πολιτικά στην οθωμανική Αυλή, να ακυρώσουν τον προωθούμενο φόρο στα προς πώληση προϊόντα, να ανακτήσουν το έλεγχο όσον αφορά τη μισθοδοσία, και να εξασφαλίσουν την δυνητικά κερδοφόρα για αυτούς στρατιωτική εκστρατεία. Αλβανοί πρόσφυγες συνέχισαν να συρρέουν στην Κωνσταντινούπολη και να ενθέτουν τους εαυτούς τους στους θεσμούς και τα δίκτυά της, παρά την ενίσχυση της αστυνόμευσης και τις σε βάρος τους εκκαθαρίσεις. Τέλος, αν κρίνουμε από την συνεχή έκδοση νόμων περί ενδυμασίας, οι απλοί Κωνσταντινοπολίτες συνέχισαν να φορούν ρούχα που δεν άρμοζαν στην τάξη που ανήκαν. Μάλιστα, αυτό πρέπει να συνέβαινε με μεγαλύτερη πυκνότητα και συχνότητα. Από την άποψη αυτή, τα όρια της κρατικής εξουσίας, μπροστά στις κοινωνικές αντιδράσεις και στις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις, όπως η συσσώρευση κεφαλαίου ή η μετανάστευση, αποκαλύπτονται τρισδιάστατα. Η ελίτ και το πολιτικό κέντρο δεν είναι παίκτες – παντογνώστες. Έχουν αίσθηση μόνον των επί μέρους εκφάνσεων που καταδεικνύουν προς την εξασθένιση της εξουσίας και της επιβλητικής ικανότητάς τους. Ο συγκεντρωτισμός ή ο αυταρχισμός εκδηλώνονται μόνο ως εκφάνσεις αντιδράσεων, οι οποίες δεν αποσκοπούν στην ανάσχεση των ιστορικών δυνάμεων και διαδικασιών, αλλά στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων, όπως η ξενόφερτη ενδυμασία. Το αντίθετο άλλωστε θα ήταν αδύνατο, καθώς η ιστορική διαδικασία είναι παρατηρήσιμη μόνον από την πλεονεκτική οπτική γωνία του ιστορικού. Ως εκ τούτου, οι προσπάθειες του πολιτικού κέντρου να ελέγξει την συμπεριφορά των κατώτερων στρωμάτων δεν θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως ένα απόλυτο, παντοδύναμο εργαλείο, αλλά μάλλον ως ένας παλαιστής που προσπαθεί να σημαδέψει με δεμένα μάτια.

Ο Ευθύμιος Μαχαίρας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Σημειώσεις

[1] Βλέπε σχετικά Ahmet Refik Altınay, Lale Devri (1718-1730), Geçmiş Asırlarda Osmanlı Hayatı, Tarih Vakfı Yurt Yayınları, Κωνσταντινούπολη 2011. Πρώτη έκδοση 1915, ή πιο πρόσφατα Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press, 2002 ή Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Routledge, Λονδίνο 1988, και Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey, Syracuse University Press, Νέα Υόρκη, 2006.

[2] Για μια σύνοψη της εξέγερσης βλέπε Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958. Επίσης İsmail Hakkı Uzunçarşılı, Osmanlı Tarihi, τόμος 4, μέρος 2, Türk Tarih Kurumu, Άγκυρα, 1956, σελ. 204 και Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

[3] Στα ίδια.

[4] Ό.π.

[5] Βλέπε σχετικό κείμενο για Ahmed Cevdet και Mustafa Nuri στο Can, Erimtan, Ottomans Looking West? , The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008, σελ. 10-17 και Ahmed Cevdet Paşa, Tarih-i Cevdet,12 τόμοι Μatbaa-i Amire, Κωνσταντινούπολη, 1854-1884, βλέπε τόμο 1, σελ. 38-43, και Mustafa Nuri, Netayic ül-Vukuat, τόμος 3, Uhuvvet Matbaası, Κωνσταντινούπολη, 1911.

[6] Ό.π., Ahmet Refik, Lale Devri, Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey και Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey.

[7] Για μια κριτική στο έργο του Refik βλέπε Can, Erimtan, Ottomans Looking West?: The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008.

[8] Στο ίδιο σελ. 61.

[9] Ό.π., Münir, Aktepe, Patrona İsyanı (1730)

[10] Karahasanoğlu, Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

[11] Salzmann, Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

[12] Faik Reşit Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser «Abdi Tarihi,» Türk Tarih Kurumu Basımevi, Άγκυρα 1943.

[13] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman Mürit’i’t-Tevarih I, İstanbul Edebiyat Fakültesi Maatbaası, Κωνσταντινούπολη 1976.

[14] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 16.

[15] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman…, σελ. 3, 4.

[16]  Ό.π., Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,

[17] Ebru Boyar, Kate Fleet, A Social History of Ottoman Istanbul, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 2010, σελ. 181 και Donald Quataert, “Clothing Laws, State and Society in the Ottoman Empire, 1720-1829,” International Journal of Middle East Studies 29 (1997): 403-425.

[18]  Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,σελ. 130-140.

[19]  Mikhail, Alan, “The Heart’s Desire: Gender, Urban Space and the Ottoman Coffee House” και Erimtan, Can, “The Perception of Saadabad: The ‘Tulip Age’ and Ottoman–Safavid Rivalry” στο: Dana Sajdi (επιμ.), Ottoman Tulips, Ottoman Coffee Leisure and Lifestyle in the Eighteenth Century, I.B Tauris, Λονδίνο 2007, σελ. 57, 25.

[20] Το παράδοξο αυτό έχει εκφραστεί από τον Σελίμ Καραχασάνογλου στην εργασία, στην οποία παραπέμπουμε παραπάνω.

[21] Salzmann, “An Ancien Regime Revisited: «Privatization» and Political Economy in the Eighteenth-Century Ottoman Empire,” Politics and Society (1993): 402-403.

[22] Aktepe, Patrona İsyanı…, σελ. 5-7

[23]  Mesut Adıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744

[24]  Ό.π, Patrona Isyani…

[25] Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι.Α Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870, σελ. 327-330.

[26] Virginia Aksan, Ottoman Wars, 1700-1870: An Empire Besieged, Routledge, Λονδίνο 2007, σελ. 71.

[27] Μουταφίδου, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 469-473

[28] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser,  σελ. 36.

[29] Baykal, Destari Salıh Tarihi …, σελ. 10 και Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser, σελ. 33,46, 49-51, και Aydıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744…, σελ. 45,57-58.

[30] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser…, σελ. 52.

[31] Βλέπε Robert Olson, “Jews, Janissaries, Esnaf and the Revolt of 1740 in Istanbul: Social Upheaval and Political Realignment in the Ottoman Empire”, Journal of the Economic and Social History of the Orient (20, 1977).

[32] Για την εξέγερση της Αδριανούπολης βλέπε, Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010, σελ. 28-29, 220-221 και  Rifa’at Ali Abou-El-Haj, The 1703 Rebellion and the Structure of Ottoman Politics, Nederlands Historisch-Archeologisch Instituut te İstanbul, Κωνσταντινούπολη, 1988, σελ. 55-57.

[33] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 148

[34] Nina Ergin, “The Albanian Tellâk Connection: Labor Migration to the Hamams of Eighteenth-Century Istanbul, Based on the 1752 İstanbul Hamâmları Defteri,” Turcica 43 (2011): 242.

[35] Suraiya Faroqhi, Artisans of Empire: Crafts and Craftspeople Under the Ottomans, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2009, σελ. 74 και Salih Aynural, “The Millers and Bakers of Istanbul (1750–1840)”, στο: (επιμ.) Suraiya Faroqhi, Randi Deguilhem, Crafts and Craftsmen of the Middle East: Fashioning the Individual in the  Muslim Mediterranean, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2005, σελ. 168, και Zarinebaf, Crime and Punishment in Istanbul…, σελ. 83, και Başaran, Selim III, Social Control and Policing in Istanbul…, σελ. 124.

[36] Aktepe, Patrona İsyanı, σελ. 3-20. Για τις επαγγελματικές ασχολίες των γενιτσάρων βλ. Cemal Kafadar, Yeniçeri-Esnaf relations: solidarity and conflict, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο McGill, Institute of Islamic Studies, Μόντρεαλ, 1981.

[37] Aydıner, Subhî tarihi…, σελ. 79.

 

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Μουταφίδου Αριάδνη, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015.

Υψηλάντης Αθανάσιος Κομνηνός, Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι. Α. Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870.

Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

Karahasanoğlu Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958.

Salzmann Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010.

Γιάννης Κοντάκης: Το ζήτημα του Καστελόριζου στις σχέσεις Ιταλίας – Τουρκίας. Από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Γιάννης Κοντάκης

Το ζήτημα του Καστελόριζου στις σχέσεις Ιταλίας – Τουρκίας. Από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τους τελευταίους μήνες βιώνουμε μια ένταση στις σχέσεις με την Άγκυρα. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η υφαλοκρηπίδα του Καστελόριζου. Με αφορμή τα ενεργειακά κοιτάσματα στην Ανατολική Μεσόγειο, Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν ως προς την έκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και κατά συνέπεια ως προς την κυριότητά της και τα δικαιώματα εκμετάλλευσής της.

Η πολιτική και οικονομική σημασία του Καστελόριζου για την Ελλάδα είναι προφανής. Το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (με το Καστελόριζο ή Μεγίστη να είναι το μεγαλύτερο από τα νησιά, με έκταση 9,1 τ. χλμ και μόλις 1,25 ν. μ. από τις τουρκικές ακτές) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα από την Ιταλία (όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα) στις 10 Φεβρουαρίου 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων που διαμόρφωνε τις σχέσεις των νικητών Συμμάχων και της ηττημένης Ιταλίας στον μεταπολεμικό κόσμο.

Από την ιταλική κατάκτηση στη Χάγη (1912-1929)

Η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα από το 1912, οπότε και τα είχε καταλάβει στο πλαίσιο του Ιταλο – τουρκικού πολέμου του 1911-1912. Το Καστελόριζο ωστόσο αποτέλεσε εξαίρεση.  Μέχρι και το 1913 το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης παρέμενε υπό οθωμανική κατοχή. Τότε, με αφορμή τις επιτυχίες του ελληνικού στόλου στο πλαίσιο του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912-Μάιος 1913) οι νησιώτες εξεγέρθηκαν, εκδίωξαν την τοπική φρουρά και κήρυξαν την ένωσή τους με την Ελλάδα. Ωστόσο για διπλωματικούς και στρατιωτικούς λόγους η ένωση δεν ήταν εφικτή και το νησί απέκτησε ένα αυτοδιοίκητο καθεστώς το οποίο συνεχίστηκε μέχρι το 1915. Τότε, στο πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) η Γαλλία κατέλαβε το νησιωτικό σύμπλεγμα με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως βάση παρατήρησης και καταστολής του οθωμανικού και του γερμανικού ναυτικού που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Η γαλλική κατοχή συνεχίστηκε μέχρι το 1921 οπότε το Παρίσι πούλησε το νησί στην Ιταλία [1].

Ο ναύαρχος Frédéric Paul Moreau (δεύτερος από τα αριστερά στην πρώτη σειρά) διοικητής της μοίρας του γαλλικού πολεμικού ναυτικού που κατέλαβε το Καστελόριζο το 1915 (πηγή: https://fr.wikipedia.org/wiki/Fr%C3%A9d%C3%A9ric_Paul_Moreau#/media/Fichier:Commandement_en_chef_de_la_2e_escadre.png ).

Μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη της Ελβετίας (1922-1923) ανάμεσα στους νικητές- συμμάχους του πολέμου και την Τουρκία, διάδοχο κράτος της διαλυμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παρά την αρχική συμφωνία,  η Τουρκία προέβαλλε ξαφνικά αντιρρήσεις ως προς την παραχώρηση του Καστελόριζου στην Ιταλία. Η τουρκική διπλωματία ισχυριζόταν ότι η παραχώρηση του συμπλέγματος σε μια «ξένη» δύναμη (η ίδια η Τουρκία ήταν ξένη ως προς το νησί καθώς αυτό κατοικούταν εξολοκλήρου από Έλληνες και μια εβραϊκή μειονότητα)[2] θα προκαλούσε αντιδράσεις στην τουρκική κοινή γνώμη λόγω της εγγύτητας με τις τουρκικές ακτές.

Στην πραγματικότητα οι αντιρρήσεις αυτές ήταν ένα διπλωματικό τέχνασμα. Είχαν στόχο την δημιουργία ενός τεχνητού προβλήματος με σκοπό την παροχή ανταλλαγμάτων και την διασπορά διχόνοιας ανάμεσα στους συμμάχους. Παρόλα αυτά, η τακτική απέτυχε και με βάση το Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923, σε ισχύ από τις 6 Αυγούστου του 1924) το σύνολο των Δωδεκανήσων παραχωρήθηκε στην Ιταλία. Σύμφωνα ακόμη με το Άρθρο 16, τυχόν προβλήματα που θα προέκυπταν από τον διακανονισμό θα επιλύονταν με διμερείς συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών[3].

Στην περίπτωση του Καστελόριζου αυτό συνέβη άμεσα. Η ασάφεια ως προς την κυριότητα επί των νησίδων γύρω από το νησί δημιούργησε προστριβές ανάμεσα σε Ρώμη και Άγκυρα[4]. Αμφότερες οι πλευρές προέβησαν σε περιορισμένες κινήσεις επίδειξης ισχύος στην περιοχή με τους Τούρκους μάλιστα να αποβιβάζουν φρουρά στις νησίδες προκαλώντας την οργή του Μουσολίνι αλλά ταυτόχρονα τη συνετή του αντίδραση και την επιδίωξη διαλόγου, εφόσον πρώτα αποχωρούσαν οι τουρκικές δυνάμεις[5]. Πράγματι, η ένδειξη καλής θέλησης από τη Ρώμη είχε αντίκτυπο στην Άγκυρα. Η φρουρά αποχώρησε και η Τουρκία δείχνοντας την πρόθεσή της να μην οξύνει τις σχέσεις της με την Ιταλία, ξεκίνησε τον διάλογο[6].

Στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν οι Τούρκοι ήθελαν το ζήτημα να διευθετηθεί σύντομα και επισήμαναν ότι υπάρχουν δύο τρόποι επίλυσης: είτε με έναν φιλικό διακανονισμό ανάμεσα στις δύο χώρες, επιλογή την οποία προέκριναν είτε με την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης[7]. Μάλιστα, θεωρούσαν ότι η παραχώρηση ορισμένων νησίδων στην Τουρκία εκ μέρους της Ιταλίας, ως ένδειξη καλής θέλησης, θα ήταν μια αρκετά συμφέρουσα κίνηση για τη Ρώμη και θα βελτίωνε την εικόνα της Ιταλίας στην τουρκική κοινή γνώμη, περισσότερο από ό,τι μια γραπτή συνθήκη[8]. Πίστευαν δε ότι οι Γάλλοι παραχώρησαν το νησί στην Ιταλία, ώστε να υπάρχει μια πηγή τριβών ανάμεσα στη Ρώμη και την Άγκυρα και ότι κάποια στιγμή «(Ο (Τούρκος) Υπουργός Εξωτερικών είναι πεπεισμένος ότι η Ιταλία μια μέρα, ως ανταμοιβή σε άλλους τομείς, θα επιστρέψει φιλικά το Καστελόριζο στην Τουρκία, απαλλάσσοντας τον εαυτό της από μια απειλή, αν και υποτιθέμενη και από μια περιττή επιβάρυνση που θα μπορούσε ίσως να τροφοδοτηθεί από παρεξηγήσεις.» (μετάφραση από τα ιταλικά) [9].

Γενική άποψη του Καστελόριζου στις αρχές του 20ού αιώνα (πηγή: https://4.bp.blogspot.com/-2wZaURh25Bc/UV7o9dg11sI/AAAAAAAAJew/tRFVH6ul-tw/s400/bianconero.jpg).

Για τους Ιταλούς μια τέτοια κίνηση ήταν εκτός σχεδίου. Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές η διαμάχη για την κυριαρχία επί των νησίδων γύρω από το Καστελόριζο ήταν δευτερεύον ζήτημα και δεν έπρεπε να επηρεάσει τις σχέσεις των δύο χωρών αλλά σε καμία περίπτωση οι νησίδες δεν ήταν δυνατό απλά να παραχωρηθούν  στην Τουρκία. Επιπρόσθετα ήταν επιτακτικό να κατοχυρωθούν και τα δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης των νησίδων (για ξυλεία και βοσκή) από τους νησιώτες, στα οποία η Τουρκία παρέθετε προσκόμματα[10]. Η προσφυγή στη Χάγη φαινόταν περισσότερο συμφέρουσα στην ιταλική διπλωματία, εφόσον το ζήτημα παρέμενε στο δικό του ειδικό πλαίσιο και δεν αποκτούσε ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις, καθώς μάλιστα θεωρούταν πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικών μέσων από την Άγκυρα για την προσάρτηση των νησίδων σε περίπτωση κλιμάκωσης[11]. Ήταν μια περίοδος προσέγγισης με την Άγκυρα και για τον λόγο αυτό επιδιωκόταν και η επίλυση των όποιων διαφορών ανάμεσα στα δύο κράτη[12].  Παρόλα αυτά, οι Ιταλοί εκτιμούσαν ότι η προσφυγή δεν θα επηρέαζε σημαντικά τις σχέσεις με την Τουρκία αποδεικνύοντας ότι το φασιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσε τους διεθνείς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Μάλιστα, υπολόγιζαν ότι το χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν μέχρι τελικά να ξεκινήσουν οι διαδικασίες από το Διεθνές δικαστήριο, θα συνέπιπτε με την ανάληψη της προεδρίας του από Ιταλό δικαστή.  Σε καμία περίπτωση ωστόσο το ζήτημα δεν έπρεπε να προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις και για τον λόγο αυτόν έπρεπε να καταστεί σαφές στην Άγκυρα ότι δεν θα ήταν αποδεκτό να χρησιμοποιηθεί ως διπλωματικό εργαλείο στις διαπραγματεύσεις για άλλα ζητήματα των διμερών σχέσεων[13].

Σύντομα δόθηκε οδηγία στον κυβερνήτη της Ρόδου και τον Ιταλό πρέσβη στην Άγκυρα να απέχουν από τυχόν προκλητικές ενέργειες[14] και τον Ιανουάριο του 1928 κοινοποιήθηκε στις τουρκικές αρχές η πρόθεση των Ιταλών να προσφύγουν στη Χάγη, η οποία έγινε αποδεκτή. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους υποσχέθηκαν να μην προβούν σε ενέργειες, ικανές να διαταράξουν το υπάρχον καθεστώς[15]. Τελικά στις 30 Μαΐου 1929 κατατέθηκε επίσημα η προσφυγή στην Χάγη. Φαίνεται μάλιστα ότι συμφωνήθηκε μυστικά με τους Τούρκους διπλωμάτες να μην λειτουργήσουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησιωτικό σύμπλεγμα μέχρι την οριστική διευθέτηση της διαφοράς[16].

Η έδρα του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης στη Χάγη.

 Η Σύμβαση της Άγκυρας (1932)

Για τις δύο χώρες ήταν μια περίοδος διπλωματικής προσέγγισης. Η Τουρκία ήταν χρήσιμη για την φασιστική Ιταλία και τις πολιτικές της βλέψεις σε Ανατολική Μεσόγειο και Βαλκάνια και από την πλευρά της η Τουρκία επιθυμούσε την συνεργασία με τη Ρώμη για οικονομικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους[17]. Στο πλαίσιο αυτό και παρά τη συμφωνία για προσφυγή στη Χάγη, έγινε προσπάθεια να επιτευχθεί μια κοινά αποδεκτή λύση[18]. Πράγματι, έπειτα από διαπραγματεύσεις έγινε δυνατή η επίλυση του ζητήματος χωρίς την εμπλοκή του Διεθνούς Δικαστηρίου. Στις 4 Ιανουαρίου του 1932 ο Ιταλός πρέσβης στην Τουρκία, Βαρόνος Pompeo Aloisi συνυπέγραψε με τον Τούρκο υπουργό των Εξωτερικών Tevfik Rustu Bey, τη Σύμβαση της Άγκυρας βάσει της οποίας ρυθμίστηκε η κυριαρχία επί των νησίδων με έναν παράδοξο τρόπο: στην Ιταλία παραχωρούνταν οι νησίδες που βρίσκονταν εντός ενός νοητού κύκλου με κέντρο τον θόλο της μητρόπολης Καστελόριζου και ακτίνα την απόσταση από τον θόλο έως το ακρωτήριο του Αγ. Στεφάνου ενώ οι νησίδες εκτός του κύκλου θα τελούσαν υπό τουρκική κυριαρχία (Άρθρα 1 και 3). Η Συμφωνία απέδιδε επίσης την ιταλική κυριαρχία στις νησίδες Ρω και Στρογγύλη (Άρθρο 3) γύρω από το Καστελόριζο και στην Τουρκία τη νήσο Kara Ada (Αρκόνησος) στον κόλπο της Αλικαρνασσού (Άρθρο 2). Επιπλέον ρυθμίζονταν τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών, όπως προέκυπταν από τις παραπάνω διατάξεις (Άρθρο 5)[19].  Η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα και πρόσφατα έγινε αντικείμενο διαστρέβλωσης από τον εμπνευστή της «Γαλάζιας Πατρίδας», ναύαρχο εν αποστρατεία, Τσιχάτ Γιαϊτζι (Cihat Yayci)[20].

Τα σύνορα Τουρκίας –  ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων μετά την υπογραφή της Σύμβασης της Άγκυρας του 1932 (πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Convention_between_Italy_and_Turkey_(1932).

Λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, σε συνέχεια του Συμφώνου της Άγκυρας καθορίστηκαν με πρακτικό και τα θαλάσσια σύνορα ανάμεσα στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα και την Τουρκία. Χαρακτηριστική είναι η διάταξη υπ’ αριθμό 30 βάσει της οποίας η κυριαρχία των Ιμίων αποδιδόταν στην Ιταλία (και επομένως στην Ελλάδα ως διάδοχο κράτος). Σύμφωνα με την διεθνή πρακτική τότε, για να αποκτήσει ισχύ μια συμφωνία έπρεπε να σταλεί στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Η Σύμβαση της Άγκυρας πράγματι εστάλη ενώ το Πρακτικό θεωρήθηκε συμπληρωματικό αυτής και επομένως δεν κρίθηκε αναγκαίο να σταλεί ξεχωριστά. Μέχρι το 1995 η Άγκυρα δεν αμφισβητούσε την ισχύ του Πρακτικού. Σήμερα όμως το θεωρεί άκυρο με το επιχείρημα ότι δεν είχε σταλεί στη ΚτΕ, παρά τις διαβεβαιώσεις τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιταλίας ότι παραμένει σε ισχύ καθώς δεν ήταν απαραίτητη η αποστολή του[21].

Στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Ιταλού Βασιλιά Vittorio Emanuele III και της βασίλισσας Έλενας στο Καστελόριζο τον Ιούνιο του 1929 (πηγή: Luce, Archivio).

Από τον Πόλεμο της Αιθιοπίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Παρά ταύτα, τα προβλήματα συνεχίστηκαν. Σύμφωνα με αναφορά ανώτερου Ιταλού διπλωμάτη προς τον τότε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών της Ιταλίας, Fulvio Suvich, οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να εμποδίζουν τους κατοίκους του Καστελόριζου να ασκήσουν το συμφωνημένο δικαίωμα οικονομικής δραστηριότητας (ξυλείας και βοσκής) στις τουρκικές ακτές[22]. Ωστόσο η κυριότερη πηγή παραπόνων από την Άγκυρα ήταν οι στρατιωτικές ενέργειες των Ιταλών στα νησιά και ειδικότερα στη Λέρο, στη Ρόδο και στο Καστελόριζο. Από τα τέλη του 1934 οι Ιταλοί άρχιζαν να προετοιμάζονται για την επιχείρηση εναντίον της Αιθιοπίας (Β΄ Ιταλο – αιθιοπικός πόλεμος, Οκτώβριος 1935 – Μάιος 1936). Άμεση συνέπεια ήταν η ενίσχυση της στρατιωτικής τους παρουσίας στα Δωδεκάνησα ως προκεχωρημένης βάσης στην Ανατολική Μεσόγειο[23]. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε περιορισμένη στρατιωτική παρουσία και στο Καστελόριζο, το οποίο για ακόμη μια φορά βρέθηκε στο προσκήνιο της διπλωματικής αρένας. Για τα επόμενα χρόνια επανειλημμένα οι Ιταλοί διπλωμάτες καθησύχαζαν την Τουρκία για τις προθέσεις τους, ενώ η Άγκυρα εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται και να ανησυχεί γι’ αυτές μέχρι και το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[24].

Για την Ιταλία το ζήτημα του Καστελόριζου είχε ρυθμιστεί και είχαν δοθεί επανειλημμένες διαβεβαιώσεις στην Άγκυρα ότι η στρατιωτική δραστηριότητα στα νησιά δεν στρέφεται εναντίον της[25]. Μάλιστα, στην κηδεία του Κεμάλ Ατατούρκ το 1938, όταν ο επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας, υπουργός Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ (Konstantin von Neurath), ρώτησε τον Τούρκο ομόλογό του για ποιο λόγο η στάση της Τουρκίας ήταν εχθρική προς την Ιταλία, έλαβε έκπληκτος την απάντηση ότι οι Τούρκοι ανησυχούσαν λόγω της στρατιωτικής παρουσίας στο Καστελόριζο επειδή, σε αντίθεση με τις εγκαταστάσεις σε Ρόδο και Λέρο (που αποτελούσαν τις κύριες στρατιωτικές θέσεις των Ιταλών στα Δωδεκάνησα) η παρουσία ενόπλων δυνάμεων εκεί δεν θα μπορούσε να έχει άλλον στόχο πέρα από μια απόβαση στις τουρκικές ακτές[26].

Στην πράξη,  η πραγματική απειλή για την Τουρκία από την στρατιωτική παρουσία των Ιταλών στα Δωδεκάνησα δεν ήταν στις ακτές απέναντι από το Καστελόριζο αλλά η δυνατότητα της Ιταλίας να απειλήσει με τα μέσα που διέθετε επιτόπου τις θαλάσσιες οδούς και ειδικότερα την ασφάλεια των Στενών του Ελλησπόντου[27]. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1936 η Τουρκία διαπραγματεύτηκε και πέτυχε την αλλαγή του καθεστώτος των Στενών με την Συνθήκη του Μοντρέ, η οποία είναι ακόμη σε ισχύ, επιτρέπει την στρατικοποίηση τους και προσδίδει στην Τουρκία τον ρόλο του «φύλακα» των Στενών[28]. Η ασφάλεια των Στενών απειλήθηκε ακόμη περισσότερο μετά την κατάκτηση της Αλβανίας από την Ιταλία τον Απρίλιο του 1939, γεγονός που οδήγησε την Τουρκία σε σύναψη συμμαχίας με την Βρετανία και τη Γαλλία (Οκτώβριος 1939) και στην ανάπτυξη στρατευμάτων στα παράλια απέναντι από τα Δωδεκάνησα[29]. Στα διπλωματικά έγγραφα μάλιστα φαίνεται ότι οι προστριβές μεταξύ των δύο χωρών για το Καστελόριζο αποτέλεσαν τον πρώτο σταθμό των ενεργειών που κατά τους Τούρκους στρέφονταν κατά της ασφάλειας της χώρας τους[30].

Υδροπλάνα της Air France στο λιμάνι του Καστελόριζου, όταν το νησί αποτελούσε σταθμό στο ταξίδι Μασσαλία – Βυρηττός. (πηγή φωτογραφίας: «Η Ρόδος στην εποχή 1912-1945, https://www.facebook.com/giannis1912/ . Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του νησιού ως επικοινωνιακού κόμβου https://www.rodiaki.gr/article/379368/otan-sto-kastellorizo-phgainan-ta-ydroplana )

Παρά τα σχέδια για άμεση κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Συμμάχους με την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας τη στιγμή που η Ιταλία θα εξερχόταν στον πόλεμο, η κατάρρευση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, δύο μόλις εβδομάδες μετά την έξοδο της Ιταλίας σε αυτόν, η αδυναμία των Βρετανών να ανταποκριθούν στις συμμαχικές τους υποχρεώσεις απέναντι στην Άγκυρα και η αδράνεια των ιταλικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα, ματαίωσαν τα σχέδια της Τουρκίας. Το σχέδιο περί απόβασης δεν πραγματοποιήθηκε, με την Τουρκία να παραμένει ουδέτερη κατά τη διάρκεια του πολέμου, ωστόσο δραστήρια διπλωματικά προκειμένου να επιτύχει την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων [31]. Ωστόσο, μετά από έναν έντονο διπλωματικό αγώνα, τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα, η οποία με τον τρόπο αυτό κληρονόμησε ό,τι κατείχε πριν η Ιταλία, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης, της Σύμβασης και του Πρακτικού της Άγκυρας[32].

Γραμματόσημα αρχών του 20ου αιώνα από το Καστελόριζο (Ελληνικής, Γαλλικής και Ιταλικής διακυβέρνησης). (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Kastellorizo-stamp1.jpg ).

Επίλογος

Για την Τουρκία το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου από τότε που έπαψε να είναι υπό τον έλεγχό της αποτελεί ένα μόνιμο «αγκάθι» στα πλευρά της Μικράς Ασίας. Η κατοχή του από μια ξένη δύναμη αποτελεί μια συνεχή πηγή δυσαρέσκειας και ανησυχίας για την Άγκυρα. Ο προφανής λόγος κατά τον Μεσοπόλεμο ήταν η εγγύτητα μιας άλλης δύναμης στις τουρκικές ακτές, γεγονός που περιόριζε την ελευθερία πρόσβασης της Τουρκίας στη θάλασσα και κατά συνέπεια καθιστούσε ευάλωτες τις θαλάσσιες οδούς από και προς τις ακτές της. Για τον λόγο αυτό η Τουρκία, παρά του ότι δεν αμφισβήτησε την ιταλική κατοχή στο ίδιο το νησί, δεν έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει και να οξύνει (ελεγχόμενα) το ζήτημα της κυριότητας των νησίδων γύρω από το Καστελόριζο, διατηρώντας με τον τρόπο αυτό ένα (ελάσσονος σημασίας) διπλωματικό ζήτημα με την Ιταλία με την ελπίδα ότι τελικά θα της παραχωρηθεί σε ένδειξη καλή θέλησης[33].

Η κατοχή έγινε περισσότερο επώδυνη με την εγκατάσταση φρουράς στο νησί. Σαφώς η στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας ήταν μακράν ανώτερη από τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να σταθμεύσουν σε ένα νησί του μεγέθους του Καστελόριζου και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν σοβαρή ή ανυπέρβλητη απειλή. Ωστόσο η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων περιέπλεκε το ζήτημα τόσο διπλωματικά, καθώς επιβεβαιωνόταν έμπρακτα η εξουσία της Ιταλίας εκεί όσο και (δευτερευόντως) στρατιωτικά επειδή δυνητικά ήταν ευκολότερη η παρενόχληση των θαλάσσιων οδών και η δημιουργία δυσχερειών στην ίδια την Τουρκία, σε μια εποχή μάλιστα που ήταν έκδηλες οι επεκτατικές διαθέσεις του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος. Έτσι, όταν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί χρησιμοποιούσαν τα Δωδεκάνησα ως (μεταπολεμικό) δόλωμα για να προτρέψουν την Τουρκία να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων και όταν αργότερα σκιαγραφήθηκε φανερή η ήττα της Ιταλίας, η Άγκυρα δεν έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει την κυριότητα όχι μόνο του Καστελόριζου αλλά του συνόλου των Δωδεκανήσων[34]. Για τους λόγους αυτούς, διαχρονικά, παρά το μέγεθός του, ο έλεγχος του Καστελόριζου από μια άλλη χώρα απειλεί, περιορίζει και αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για την Τουρκία. Ένα ενοχλητικό διπλωματικό πρόβλημα, το οποίο διατίθεται να συντηρεί και να φέρνει στο προσκήνιο έως ότου επιτύχει τις όποιες επιδιώξεις της.

Ο Γιάννης Κοντάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Z.N. Tsirpanlis, “Camille Barrère and the Italo-Turkish dispute over Kastellorizo in 1923”, Balkan Studies, Vol. 39, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-30339, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-294.

[2] Tsirpanlis, ο.π., σ. 295 και Λένα Διβάνη, Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας, 1830-1947 (απόπειρα πατριδογνωσίας), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000, σ. 660.

[3] Για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το Καστελόριζο βλ. A. Cassel, Mussolini’s early diplomacy, Princeton , New Jersey, Princeton University Press, 1970, σσ. 40-43. Για το πλήρες κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης βλ. https://s.kathimerini.gr/resources/article-files/syn8hkh_lwzannhs_plhres_keimeno.pdf

[4] Διβάνη, ο., σσ. 660-661.

[5] Documenti Diplomatici Italiani (DDI), Serie 7, Volume (Vol.) V, Documento (D). 294, Mussolini – Orsini Baroni, Ρώμη, 25 Ιουνίου 1927, σ. 287.

[6] DDI, 7, D. 308, Orsini Baroni – Mussolini, Κωνσταντινούπολη, 30 Ιουνίου 1927, σσ. 298-299.

[7] DDI, 7 , Vol. V, D. 563, Orsini Baroni – Mussolini, Κωνσταντινούπολη, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 530 και D. 567, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 534.

[8] DDI, ο. π.

[9] DDI, 7, Vol. V, D. 567, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 534.

[10] DDI, 7, Vol. V, D. 584, Mussolini – Lago, Orsini Baroni, Ρώμη, 22 Νοεμβρίου 1927, σ. 549.

[11] DDI, o.π.

[12] Barlas Dilek, “Friends or Foes? Diplomatic Relations between Italy and Turkey, 1923-1936”, International Journal of Middle East Studies, Vol. 36, No. 2, Cambridge: Cambridge University Press, May, 2004, pp. 237-243.

[13] DDI, 7, Vol. V, D. 689, Guariglia – Orsini Baroni, Ρώμη, 20 Δεκεμβρίου 1927, σ. 628.

[14] DDI, 7, Vol. VI, D. 16, Grandi – Orsini Baroni, Lago, 12 Ιανουαρίου 1928, σ. 11.

[15] DDI, 7, Vol. VI, D. 35, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 20 Ιανουαρίου 1928, σσ. 39-40.

[16] J. M. Van Dyke (2005) An Analysis of the Aegean Disputes under International Law, Ocean Development & International Law, 36:1, 63-117, http://dx.doi.org/10.1080/00908320590909088, σσ. 67, 102 (note 15) και DDI, 7, Vol. VII, D. 334, Mussolini – Orsini Baroni, Ρώμη, 22 Μαρτίου 1929, σ. 347, υποσημείωση 3.

[17] Barlas, ο.π., σσ. 237-243.

[18] DDI, 7, Vol. IX, D. 116, Programma di azione poltica in Turchia, σσ. 150-151.

[19] Για το πλήρες κείμενο της Σύμβασης: https://www.dodecaneso.org/content/convenzione-italo-turca-1932/  και http://www.hri.org/MFA/foreign/bilateral/italturc.htm#agr1 .

[20] Για τις δηλώσεις το Γιαϊτζι στην τουρκική εφημερίδα Sӧzcü:

βλ.https://www.sozcu.com.tr/2020/gundem/tartismali-adalar-yunanistana-devredilmedi-5984583/

σε ελληνική μετάφραση, βλ. ενδεικτικά https://www.protothema.gr/politics/article/1034646/ellinotourkika-tourkiko-edafos-ro-kai-strogguli-leei-o-gourou-tis-galazias-patridas/ .

[21] Λ. Καλλιβρετάκης (επιμ.), Υπόμνημα περί των νησίδων «Λιμνιά – Ίμια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, Νοέμβριος 1996, σσ. 3-4ˑ  Διβάνη, ο.π., σσ. 660-661, 677ˑ J. M. Van Dyke, ο.π., σσ. 67-68ˑ Για το πλήρες κείμενο της Σύμβασης, βλ. υποσημείωση αριθ. 19.

[22] DDI, 7, Vol. XIII, D. 977, Buti – Suvich, Ρώμη, 11 Ιουλίου 1933, σ. 1032.

[23] Ενδεικτικά: DDI, 7, Vol. XV, D. 36, Lojacono – Mussolini, Ρώμη, 21 Απριλίου 1934, σ. 150ˑ DDI, 7, Vol. XVI, D. 563, Attolico – Mussolini, Μόσχα, 7 Φεβρουαρίου 1935, σσ. 594-595ˑ Millman Brock, “Turkish foreign and strategic policy 1934-1942”, Middle Eastern Studies, Vol. 31, No. 3 (Jul., 1995), Taylor & Francis, Ltd, pp. 485-486.

[24] Ενδεικτικά: DDI, 7, Vol. XV, Lojacono – Mussolini, Άγκυρα, 26 Μαΐου 1934, σ. 321-322ˑ DDI, 7, Vol. XVI, D. 59, Aloisi  – Mussolini, Ρώμη, 15 Οκτωβρίου 1934, σ. 52ˑ DDI, 8, Vol. III, D. 689, Galli – Mussolini, Άγκυρα, 17 Απριλίου 1936, σ. 740-41ˑ DDI, 8, Vol. V, D. 278, Bastianini – Ciano, Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1936, σσ. 321-322ˑ

DDI, 8, Vol. XIII, D. 590, Da Peppo – Ciano, Άγκυρα, 2 Σεπτεμβρίου 1939, σσ. 359-360ˑ DDI, 9, Vol. I, D. 45, Ciano – Von Ribbentrop, Ρώμη, 5 Σεπτεμβρίου 1939, σ. 26.

[25] DDI, 8, Vol. III, D. 689, Galli – Mussolini, Άγκυρα, 17 Απριλίου 1936, σ. 741.

[26] DDI, 8, Vol. X, D. 529, Attolico – Ciano, Βερολίνο 10 Δεκεμβρίου 1938, σσ. 575-576.

[27] DDI, 7, XVI, D. 135, Lojacono  – Mussolini, Άγκυρα, 12 Νοεμβρίου 1934, σσ. 145-147 και DDI, 9, Vol. X, D. 259, Guariglia – Bastianini, Άγκυρα, 24 Απριλίου 1943, σσ. 337-340ˑ Brock, ο.π., pp. 485-486ˑ Barlas, ο.π., pp. 247-248.

[28] Για την ανάγκη αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών βλ. Barlas, ο.π., σσ. 247-248. Για τα προβλήματα που προέκυψαν στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας μετά την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών βλ. Van Dyke, ο.π., σσ. 68, 73-75. Το πλήρες κείμενο της Συνθήκης του Μοντρέ:  http://hellas0099.com/TREATIES/MONTREUX%20TREATY.pdf και για την μερική αναθεώρησή του: http://www.mfa.gov.tr/implementation-of-the-montreux-convention.en.mfa .

[29] Ενδεικτικά: DDI, 8, Vol. XII, D. 690, De Pepo – Ciano, Κωνσταντινούπολη, 26 Ιουλίου 1939, σ. 524ˑ Brock, ο.π., pp. 485-487, 492, 495-497ˑ Guclu, Yucel, “Turco-British relations on the Eve of the Second World War”, Middle Eastern Studies, Vol. 39, No. 4, (Oct., 2003), Taylor & Francis, Ltd, pp. 163-164, 183, 189.

[30] DDI, 9, Vol. VIII, D. 267, Alfieri – Ciano, Βερολίνο, 14 Φεβρουαρίου 1941, σ. 299.

[31] Brock, ο.π., pp. 502-503ˑ Διβάνη, ο.π., σσ. 661-678.

[32] Διβάνη, ο.π., σσ. 677, 678-689. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα ζητήματα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων βλ. https://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/eidikotera-keimena/tourkikes-diekdikeseis.html.

[33] Βλ. υποσημείωση αριθ. 9.

[34] Βλ. Διβάνη, ο.π., σσ. 661-678.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α) Αρχειακές πηγές

Documenti Diplomatici Italiani:

  • Serie 7, Vol. V, ( 7 febbraio – 31 dicembre 1927), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXVII.
  • Serie 7, Vol. VI, (1 gennaio – 23 settembre 1928), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXVII.
  • Serie 7, Vol. VII, (24 settembre 1928 – 12 settembre 1929), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXX.
  • Serie 7, Vol. IX, (15 aprile – 31 dicembre 1930), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXXV.
  • Serie 7, Vol. XIII, (1 gennaio – 15 luglio 1933), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXXXIX.
  • Serie 7, Vol. XV, (18 marzo – 27 settembre 1934), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMXC.
  • Serie 7, Vol. XVI, (28 settembre – 14 aprile 1935), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMXC.
  • Serie 8, Vol. III, (1 gennaio – 9 maggio 1936), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXCII.
  • Serie 8, Vol. V, (1 settembre – 31 dicembre 1936), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXCIV.
  • Serie 8, Vol. X, (12 settembre – 31 dicembre 1938), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, ΜΜΙΙΙ.
  • Serie 8, Vol. XΙΙ, (23 maggio – 11 agosto 1939), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLII.
  • Serie 8, Vol. XIII, (12 agosto – 3 settembre 1939), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLIII.
  • Serie 9, Vol. I, (4 settembre – 24 ottobre 1939), La Libreria Dello Stato – Roma, MCMLIV
  • Serie 9, Vol. VIII, (12 dicembre 1941 – 20 luglio 1942), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLXXXVIII.
  • Serie 9, Vol. X, Volume X (7 febbraio 1943 – 8 settembre 1943), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXC.

Β) Δευτερογενείς πηγές

  • N. Tsirpanlis, “Camille Barrère and the Italo-Turkish dispute over Kastellorizo in 1923”, Balkan Studies, Vol. 39, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-30339, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-303.
  • Λένα Διβάνη, Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας, 1830-1947 (απόπειρα πατριδογνωσίας), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.
  • Cassel, Mussolini’s early diplomacy, Princeton , New Jersey, Princeton University Press, 1970.
  • Barlas Dilek, “Friends or Foes? Diplomatic Relations between Italy and Turkey, 1923-1936”, International Journal of Middle East Studies, 36, No. 2, Cambridge: Cambridge University Press, May, 2004, pp. 231-252.
  • M. Van Dyke (2005) An Analysis of the Aegean Disputes under International Law, Ocean Development & International Law, 36:1, 63-117, http://dx.doi.org/10.1080/00908320590909088
  • Λ. Καλλιβρετάκης (επιμ.), Υπόμνημα περί των νησίδων «Λιμνιά – Ίμια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, Νοέμβριος 1996.
  • Millman Brock, “Turkish foreign and strategic policy 1934-1942”, Middle Eastern Studies, 31, No. 3 (Jul., 1995), Taylor & Francis, Ltd, pp. 483-508.
  • Guclu, Yucel, “Turco-British relations on the Eve of the Second World War”, Middle Eastern Studies, 39, No. 4, (Oct., 2003), Taylor & Francis, Ltd, pp. 159-205.

Γ) Ιστοσελίδες

Δημήτριος Σιδηρόπουλος: Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

Δημήτριος Σιδηρόπουλος

Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

 

Η Σικελία είναι το μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου (έκταση 25.708 τ.χλμ.) και χωρίζεται από την ηπειρωτική Ιταλία από το θαλάσσιο Στενό της Μεσσήνης. Η στρατηγική της θέση την κατέστησε παραδοσιακό πεδίο αντιπαράθεσης ισχυρών δυνάμεων. Από το 210 π.Χ. η Σικελία αποτέλεσε τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους. Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. οι Γερμανοί Βάνδαλοι, με επικεφαλής τον Γιζέριχο, την κατέκτησαν πρόσκαιρα. Σύντομα ωστόσο οι Οστρογότθοι, επίσης γερμανικό φύλο, διείσδυσαν αρχικά στην ιταλική χερσόνησο και έπειτα εκδίωξαν τους Βάνδαλους από τη νήσο.

Γύρω στα μέσα του 6ου αι., μετά το πέρας των πολέμων του Ιουστινιανού Α΄ στη Δύση και την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιταλία, η Σικελία και ο εν πολλοίς ελληνόφωνος τότε πληθυσμός της πέρασαν στον έλεγχο των Βυζαντινών. Έκτοτε, το νησί βίωσε μία ειρηνική περίοδο περίπου 100 ετών. Ωστόσο, η άνοδος του Ισλάμ και οι μουσουλμανικές κατακτήσεις στο μεσογειακό κόσμο κατά τον 7ο αι. μετέβαλλαν άρδην την κατάσταση.

Η πρώτη αραβική επιδρομή στη Σικελία πραγματοποιήθηκε το 652 από πλοία του συριακού ναυτικού, το οποίο μόλις είχε ναυπηγηθεί υπό τις οδηγίες του μελλοντικού χαλίφη Μωαβία. Θα ακολουθούσαν και άλλες, με στόχο κυρίως την αποκόμιση λαφύρων και αιχμαλώτων και όχι τη μόνιμη εγκατάσταση στο νησί. Κατά το διάστημα των μεγάλων αραβικών κατακτήσεων στην Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική (7ος αι.) η Σικελία απέκτησε ειδικό βάρος στο στρατηγικό σχεδιασμό των Βυζαντινών. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ ενδιαφέρθηκε για τις υποθέσεις της Δύσης και μετέφερε την αυλή του στις Συρακούσες, όπου τελικά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 668. Κατά τα επόμενα χρόνια η Σικελία αποτέλεσε σημαντικό αυτοκρατορικό προπύργιο στη Δύση. Από εκεί ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα για την πρόσκαιρη ανακατάληψη της Καρχηδόνας το 698.

Η δημιουργία ναυτικών βάσεων στις ακτές της βόρειας Αφρικής, ειδικά στην Τύνιδα, έφερε ωστόσο τους Άραβες κοντά στη Σικελία. Κατά το α´ μισό του 8ου αι. οι επιδρομές τους συνεχίστηκαν, αλλά όχι συστηματικά, καθώς ήταν ήδη σε εξέλιξη η κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου. Η αυγή του 9ου αι. βρήκε τη Σικελία με νέους γείτονες. Η δυναστεία των Αγλαβιδών, που εγκαθιδρύθηκε το 799 στη σημερινή Τυνησία, έδωσε έμφαση κυρίως στην εδραίωση της εξουσίας της επί των τοπικών φύλων και άφησε σε δεύτερη μοίρα την επιθετική πολιτική σε βάρος της Σικελίας και των βυζαντινών εδαφών γενικότερα.

Οι Αγλαβίδες ωστόσο προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών ειρήνης με τους Βυζαντινούς διοικητές του νησιού, αρχικά το 803 με δεκαετή διάρκεια και έπειτα το 813 με παρόμοιους όρους. Η ενδομουσουλμανική σύγκρουση στη βόρεια Αφρική μεταξύ των Αγλαβιδών και της νεοϊδρυθείσας δυναστείας των Ιδρισίδων στο Μαρόκο δεν άφηνε πολλά περιθώρια για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ανέφελη περίοδος τερματίστηκε ωστόσο σύντομα. Την αφορμή θα την έδιναν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Το 826 εκδηλώθηκε στη Σικελία στασιαστικό κίνημα κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, οργανωμένο από τον διοικητή των ναυτικών δυνάμεων του τοπικού «θέματος», τουρμάρχη Ευφήμιο1. Ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε τις επιπτώσεις του μικρασιατικού κινήματος του Θωμά του Σλάβου (821-823) και προσπάθησε να γίνει κυρίαρχος του νησιού· μάλιστα κατάφερε να καταλάβει τις Συρακούσες, διοικητική έδρα της Σικελίας. Η αντεπίθεση των πιστών στον αυτοκράτορα στρατευμάτων, έλαβε χώρα υπό τον στρατηγό Παλατά και τον διοικητή της Πανόρμου Μιχαήλ. Οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι αποκατέστησαν γρήγορα την τάξη και εκδίωξαν τον Ευφήμιο και τους οπαδούς του από τις Συρακούσες. Ο αποστάτης κατέφυγε στην αυλή των Αγλαβιδών στο Καϊρουάν, όπου πρότεινε στον εμίρη Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ να γίνει φόρου υποτελής του, εφόσον ο τελευταίος του παρείχε υποστήριξη για να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο του νησιού. Ο εμίρης ήταν διστακτικός αρχικά· ωστόσο, πείστηκε από τους συμβούλους του ότι μία εκστρατεία κατά των Βυζαντινών θα αποδυνάμωνε την εσωτερική αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγορούσε για τρυφηλή ζωή και νωθρότητα, ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της επέκτασης του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ). Η εμπλοκή των Αράβων στη Σικελία επρόκειτο να αποτελέσει την απαρχή μιας σκληρής και μακροχρόνιας σύγκρουσης για την κατοχή του νησιού.

Χάρτης της Σικελίας με τα κύρια σημεία συγκρούσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο (σχεδίαση Νάσια Γιαννούτσου / ΓΝΩΜΩΝ Εκδοτική για το άρθρο του γράφοντος στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία 222 [Αθήνα, Ιούλιος 2015]).

Στα μέσα του Ιουνίου του 827 αραβική εκστρατευτική δύναμη 10.000 πεζών και 700 ιππέων ξεκίνησε από τα Σούσα της Τυνησίας με προορισμό τη Σικελία. Επικεφαλής τέθηκε ο Άσαντ μπιν αλ Φουράτ, εξέχουσα προσωπικότητα του κράτους των Αγλαβιδών. Ο Ευφήμιος θα διοικούσε τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις, που τον περίμεναν στις νότιες ακτές της Σικελίας. Η απόβαση των Αράβων πραγματοποιήθηκε κοντά στη Μάζαρα, στα νοτιοδυτικά της νήσου, αρχικά δίχως αντίσταση. Οι εισβολείς συγκρούστηκαν όμως με τους άνδρες του Ευφημίου, επειδή εξέλαβαν εσφαλμένα τους τελευταίους ως πιστά στον αυτοκράτορα στρατεύματα. Η εμπλοκή έληξε σύντομα χωρίς σοβαρές απώλειες.

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν δυνάμεις, ώστε να εκδιώξουν άμεσα τους Άραβες. Οι μνήμες της πρόσφατης μουσουλμανικής κατάκτησης της Κρήτης ήταν νωπές και οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι της Σικελίας ήταν αποφασισμένοι να μην ακολουθήσει το νησί τους την ίδια μοίρα. Υπό τη διοίκηση του Παλατά οι βυζαντινές δυνάμεις προήλασαν στη Μάζαρα, όπου ενεπλάκησαν σε μάχη με τα στρατεύματα του Άσαντ και του Ευφημίου. Από τη σύγκρουση, που διήρκεσε αρκετές ώρες, αναδείχθηκαν νικητές οι εισβολείς. Οι αυτοκρατορικοί αποσύρθηκαν με σχετική τάξη στο εσωτερικό του νησιού. Κύριο μέλημά τους αποτέλεσε πλέον η ενίσχυση στρατηγικών ερεισμάτων (φρούριο Έννε, Πάνορμος, Συρακούσες, Κεφαλοίδιον). Παράλληλα, ενισχύσεις αναμένονταν από την Καλαβρία και τη Μικρά Ασία, καθώς ο Μιχαήλ Β´ είχε ειδοποιηθεί για τις εξελίξεις.

Μετά τη νίκη του ο Άσαντ κατέλαβε τη Μάζαρα. Η πόλη αποτέλεσε εφεξής ορμητήριο των Αράβων για τη σταδιακή κατάκτηση όλου του νησιού. Επόμενος στόχος τους ήταν οι Συρακούσες στην ανατολική πλευρά. Η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν οι εισβολείς διερχόταν αναγκαστικά από το νότιο οδικό άξονα του νησιού. Εκεί βρίσκονταν δύο βυζαντινά οχυρά, το Μήναιον και ο Ακράγας. Με τη βοήθεια του Ευφημίου, που γνώριζε τα στρατηγικά σημεία του νησιού αλλά και τις αδυναμίες των ρωμαϊκών δυνάμεων, τα στρατεύματα του Άσαντ παρέκαμψαν τα οχυρά. Κατόπιν εμφανίστηκαν μπροστά στα τείχη των Συρακουσών (χειμώνας του 827).

Η ισχυρή φρουρά των Συρακουσών διέθετε προμήθειες, ώστε να αντέξει μακρά πολιορκία. Η έλευση του χειμώνα θα αποτελούσε επιπρόσθετο πρόβλημα για τους Άραβες, οι οποίοι όμως ήλπιζαν σε γρήγορη πτώση της πόλης, έχοντας λάβει ενισχύσεις από την Αφρική. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώριζε ότι οι ενισχύσεις που σκόπευε να στείλει δεν θα έφθαναν εγκαίρως, ώστε να σώσουν την πόλη. Έτσι, ζήτησε βοήθεια από τον δόγη της Βενετίας Τζιουστινιάνο (825-829). Ισχυρή μοίρα του βενετικού στόλου κατέπλευσε πράγματι στη Σικελία στις αρχές του 828, αλλά δεν κατάφερε να άρει την πολιορκία των Συρακουσών. Ωστόσο, μία επιδημία έπληξε τους πολιορκητές την άνοιξη του 829, ενώ η εξάντληση των προμηθειών τους οδήγησε σε λιμό. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσαντ. Ο θάνατός του καταρράκωσε το ηθικό των Αράβων. Έτσι αποφασίστηκε η εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Έπειτα από υπόδειξη του Ευφημίου, οι Άραβες κατέλαβαν όμως το Μήναιον, το οποίο θα χρησίμευε ως προωθημένη βάση για μόνιμη παρουσία στη δυτική πλευρά του νησιού. Εκεί κατέφθασαν σύντομα ενισχύσεις από την Αφρική. Ο νέος διοικητής των αραβικών δυνάμεων Μωχάμεντ αλ Τζαράουι αποφάσισε τη συγκρότηση δύο επιθετικών σωμάτων: το πρώτο θα πολιορκούσε τον Ακράγαντα στα δυτικά, ενώ το δεύτερο (στο οποίο θα συμμετείχαν και στρατεύματα του Ευφημίου) θα κατευθυνόταν προς την ενδοχώρα του νησιού με στόχο το ισχυρό οχυρό Έννε.

Dirham του ηγεμόνα της Ιφρικίγια Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ (817-838), τρίτου εμίρη της δυναστείας των Αγλαβιδών. Στα χρόνια της αρχής του ξεκίνησε η αραβική κατάκτηση της Σικελίας.

Η πολιορκία του Ακράγαντα ήταν σύντομη, καθώς η μικρή αυτοκρατορική φρουρά του σύντομα υπέκυψε στις υπέρτερες αραβικές δυνάμεις. Ωστόσο, η περίπτωση του δυσπρόσιτου Έννε ήταν διαφορετική. Ο Ευφήμιος γνώριζε πως λόγω της μορφολογίας του εδάφους η πολιορκία θα ήταν επίπονη και μακρά. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τη φρουρά. Αρχικά φάνηκε πως οι συνομιλίες βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Οι πολιορκημένοι όμως μάλλον προσπαθούσαν να κερδίσουν χρόνο με την παράταση των διαπραγματεύσεων, ώστε να φτάσουν οι ενισχύσεις του Μιχαήλ Β΄ στα ανατολικά του νησιού (αρχές άνοιξης του 829) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Θεόδοτου. Οι πολιορκημένοι του Έννε κατόρθωσαν μάλιστα, σε μία συνάντησή τους με αραβική αντιπροσωπεία, να δολοφονήσουν τον αποστάτη και ιθύνοντα νου της αραβικής εισβολής Ευφήμιο· ο θάνατός του ουσιαστικά προκάλεσε μάλιστα και τη διάλυση των δυνάμεών του. Από το σημείο αυτό και μετά οι Άραβες έπρεπε να διεξαγάγουν μόνοι τους τις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών.

Η ανταρσία του Ευφημίου έληξε επομένως την άνοιξη του 829. Τα δεινά της δεν επρόκειτο όμως να τελειώσουν. Οι Άραβες είχαν πλέον αγκιστρωθεί γερά, ενισχυόμενοι συνεχώς από νέες ξεκούραστες δυνάμεις. Οι Βυζαντινοί δεν έμειναν πάντως άπραγοι. Ο Θεόδοτος προωθήθηκε στο Έννε για να λύσει την πολιορκία του και ενέπλεξε σε μάχη τις αραβικές δυνάμεις που είχαν περισφίξει την πόλη. Αν και οι πολιορκητές επικράτησαν στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Θεόδοτος κατόρθωσε να διεισδύσει στο Έννε με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του.

Παρά τη νίκη τους οι Άραβες δεν επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο την πόλη. Συνέχισαν με υπομονή την πολιορκία επιδιώκοντας την πτώση του Έννε μέσω εξάντλησης της φρουράς ή διαπραγματεύσεων. Ο Θεόδοτος σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να αναδιοργανώσει την άμυνα και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους. Τους οδήγησε μάλιστα σε έξοδο, η οποία ανάγκασε τους Άραβες να κλειστούν στο στρατόπεδό τους. Οι αραβικές δυνάμεις επιχείρησαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό με νυκτερινή έξοδο που απέτυχε όμως με μεγάλες απώλειες. Οι επιζήσαντες κατάφεραν με δυσκολία να φτάσουν έως το Μήναιον. Τους ακολούθησε όμως κατά πόδας ο Θεόδοτος και έθεσε υπό πολιορκία το οχυρό. Οι Άραβες δεν είχαν προετοιμαστεί για πολιορκία, με αποτέλεσμα σύντομα να εμφανιστούν ελλείψεις σε τρόφιμα. Η πείνα οδήγησε τους πολιορκημένους στη σφαγή των αλόγων και σε αγωνιώδη προσπάθεια εξασφάλισης τροφής από άλλα ζώα (ακόμη και σκυλιά). Η φρουρά του Ακράγαντα διαβλέποντας την επικείμενη πτώση του Μήναιου αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και υποχώρησε στη Μάζαρα.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τους Άραβες. Οι Βυζαντινοί, υπό την ικανή ηγεσία του Θεοδότου, είχαν καταφέρει σχεδόν να εκκαθαρίσουν το νησί από τη μουσουλμανική παρουσία. Την πτώση του Μήναιου, που φάνταζε επικείμενη, θα ακολουθούσε προέλαση έως τη Μάζαρα, τελευταίο ουσιαστικά προγεφύρωμα των Αράβων στη Σικελία. Σύντομα ωστόσο ένα απρόοπτο γεγονός έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγκρουσης.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 829 ισχυρή ναυτική μοίρα από το Ομαϋαδικό εμιράτο της Κόρδοβας έφτασε στη Σικελία. Ο Θεόδοτος εκτίμησε πως επρόκειτο για επιχείρηση πειρατικού χαρακτήρα, δίχως απώτερο στρατηγικό στόχο. Η επιδρομή όμως ήταν πραγματικό δώρο για τους πολιορκημένους Άραβες στο Μήναιον. Παρότι γνώριζαν ότι οι Ανδαλούσιοι της Κόρδοβας δεν αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη θέρμη το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για τα συμφέροντα των Αββασιδών επικυρίαρχων των Αγλαβιδών, τους πρότειναν να αναλάβουν αυτοί (ο αρχηγός τους Άσμπαγκ μπιν Ουακίλ) τη διοίκηση των επιχειρήσεων στο νησί, με αντάλλαγμα τη λύση της πολιορκίας της πόλης. Ενδεχομένη συμμαχία των μουσουλμανικών δυνάμεων θα επηρέαζε μάλλον καταλυτικά τις επιχειρήσεις. Άλλωστε, Ανδαλούσιοι ήταν και οι μουσουλμάνοι που είχαν πριν από μερικά χρόνια είχαν αποβιβαστεί και κατακτήσει την Κρήτη.

Ο Άσμπαγκ αποδέχθηκε τελικά την πρόταση των πολιορκημένων του Μήναιου. Η αύξηση της επιρροής στην κεντρική Μεσόγειο αποτελούσε πάγια επιδίωξη των εμίρηδων της Κόρδοβας, και αυτή ήταν καλή ευκαιρία για την απόκτηση προωθημένων ναυτικών βάσεων κοντά στην ιταλική χερσόνησο και τα δυτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δίχως χρονοτριβή οι Ανδαλούσιοι προήλασαν μέχρι το Μήναιον και έλυσαν την πολιορκία του. Ο Θεόδοτος διέταξε υποχώρηση προς το Έννε για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Την ίδια στιγμή όμως οι συνδυασμένες αραβικές δυνάμεις υπό τον Άσμπαγκ έκαιγαν το Μήναιον και έθεταν υπό πολιορκία την Καλονιάνα. Οι Βυζαντινοί δεν κινήθηκαν για να σπάσουν τον κλοιό γύρω από την τελευταία. Προτίμησαν να χτυπήσουν τους Άραβες με μικρά τμήματα που παρενοχλούσαν τις φάλαγγες ανεφοδιασμού. Ο Άσμπαγκ όμως συνέχισε την πολιορκία της Καλονιάνα, ενώ παράλληλα οι μουσουλμανικές δυνάμεις, που βρίσκονταν στη Μάζαρα, προήλασαν στην Πάνορμο. Η τελευταία βρέθηκε πολιορκημένη από ξηρά και θάλασσα, καθώς τις επιχειρήσεις των Αράβων στη ξηρά συνεπικουρούσε ισχυρή δύναμη από εκατό και πλέον πολεμικά πλοία.

Ενώ οι Άραβες πολιορκούσαν την Καλονιάνα, ασθένεια έπληξε το στρατόπεδό τους και προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσμπαγκ. Η πόλη όμως έπεσε στα τέλη του φθινοπώρου του 830. Η μουσουλμανική επιτυχία ήταν πρόσκαιρη, καθώς ο Θεόδοτος αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τους εισβολείς να υποχωρήσουν στα δυτικά. Σειρά από συγκρούσεις και διαδοχικές βυζαντινές νίκες έφερε και πάλι τους Άραβες πίσω στη Μάζαρα. Στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκε όμως ο Θεόδοτος, γεγονός που συνιστούσε σημαντικό πλήγμα για τους Βυζαντινούς. Ο θάνατός του αποσυντόνισε την άμυνα του νησιού, ενώ οι διάδοχοί του αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.

Επί σχεδόν ένα έτος η Πάνορμος, στα βορειοδυτικά του νησιού, βρισκόταν υπό πολιορκία, χωρίς να λάβει κάποια βοήθεια. Η κατάσταση στην πόλη είχε γίνει αφόρητη, καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν. Η στρατηγική θέση της την είχε καταστήσει κύριο αντικειμενικό στόχο των Αράβων. Ο κλοιός ήταν ασφυκτικός από ξηρά και θάλασσα. Ο διοικητής της πόλης, σπαθάριος Συμεών, αφού συμβουλεύτηκε τους αξιωματικούς της φρουράς, ήλθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές. Συμφώνησε να παραδώσει την Πάνορμο με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρηση της δύναμής του. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 831, οι Άραβες απέκτησαν σημαντική βάση στα βόρεια του νησιού εξασφαλίζοντας παράλληλα την κυριαρχία και στο δυτικό τμήμα του. Η Πάνορμος έγινε πρωτεύουσα του αραβικού τμήματος της Σικελίας, με τους Αγλαβίδες να στέλνουν στο νησί έναν βαλή (διοικητή), έμπρακτη απόδειξη πως θεωρούσαν την περιοχή ως τμήμα του εμιράτου τους. Ο πληθυσμός της πόλης, που είχε ούτως η άλλως μειωθεί δραματικά, υπέστη τα πάνδεινα. Μέρος του σφαγιάστηκε μετά την αποχώρηση της φρουράς, ενώ πολλοί αιχμαλωτίστηκαν με την προοπτική της πώλησης στα σκλαβοπάζαρα του Καϊρουάν και σε άλλα κέντρα της μουσουλμανικής Αφρικής.

Η πτώση της Πανόρμου αποτέλεσε πρώτο σημείο καμπής στη σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κυριαρχία στο νησί. Τις επιχειρήσεις της περιόδου 827-831 ακολούθησε σχετική ηρεμία. Οι Άραβες προτίμησαν να ασχοληθούν με την οργάνωση των κατακτημένων εδαφών του νησιού, ενώ οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τις απαραίτητες δυνάμεις για να επιχειρήσουν εκ νέου μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση. Άλλωστε δεν αναμένονταν ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έπρεπε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δραστηριότητα των Αββασιδών στην Ανατολή, καθώς υπό τη διοίκηση του χαλίφη αλ Μαμούν οι Άραβες διενεργούσαν συνεχείς επιδρομές. Η απατηλή αυτή ηρεμία όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ.

Από τον Ιανουάριο του 834 ξεκίνησαν πάλι οι πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Άραβες με νέες δυνάμεις επιτέθηκαν κατά του Έννε. Η κατάκτησή του ήταν ζωτικής σημασίας, καθώς η στρατηγική θέση του ήλεγχε τις προσβάσεις προς το ανατολικό τμήμα της Σικελίας. Για την επίτευξη του στόχου αυτού οι Άραβες διέθεσαν σημαντικές δυνάμεις και κατάφεραν τελικά να επικρατήσουν των Βυζαντινών. Ο ικανός βαλής της Σικελίας Αμπού Φιχρ μετέβη στην περιοχή, ώστε να ασχοληθεί με την οργάνωση της πολιορκίας του οχυρού. Αφού κατάφερε την άνοιξη του 834 να αποκρούσει αιφνιδιαστική έξοδο της φρουράς του Έννε, έστειλε αναγνωριστικά αποσπάσματα στα ανατολικά. Αυτά έφτασαν μέχρι τα προάστια των Συρακουσών, δίχως να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση.

Το επίτευγμα των Αράβων ανησύχησε τη βυζαντινή διοίκηση της Σικελίας. Ενισχύσεις ζητήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά ήταν αδύνατο να σταλούν άμεσα. Από το καλοκαίρι του 834 έως τις αρχές του 835 τα ρωμαϊκά στρατεύματα της Σικελίας συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τις υπέρτερες δυνάμεις του Αμπού Φιχρ. Αν και οι Βυζαντινοί συνήθως ηττούνταν, η αντίστασή τους εμπόδισε τους Άραβες να αυξήσουν την κυριαρχία τους στο νησί. Την άνοιξη του 835 (ίσως τον Απρίλιο) ο βυζαντινός στρατηγός διοικητής αποφάσισε να αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη τους Άραβες. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την πρόκληση και υπό τον Αμπού Φιχρ κέρδισαν σημαντική νίκη, για την οποία οι πηγές (αραβικές και βυζαντινές) δεν παρέχουν λεπτομέρειες. Οι νικητές κατά τη λεηλασία του βυζαντινού στρατοπέδου αιχμαλώτισαν τη σύζυγο και τον γιο του Βυζαντινού στρατηγού και αποκόμισαν πλούσια λεία. Ενθαρρυμένος από τη νέα νίκη ο Αμπού Φιχρ έστειλε αποσπάσματα για να επιτεθούν στα περίχωρα του Ταυρομενίου.

Παρά τις συνεχείς επιτυχίες η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο ήταν περίπλοκη. Στις νεοκατακτηθείσες περιοχές συμβίωναν με τους γηγενείς Άραβες (που συγκροτούσαν τη διοικητική και κοινωνική ελίτ) και Βέρβεροι (που αποτελούσαν την πλειονότητα των μουσουλμανικών δυνάμεων). Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο τελευταίες εθνικές ομάδες, που πριν από χρόνια είχαν ταλαιπωρήσει το Αγλαβιδικό εμιράτο, ανέκυψαν και στη Σικελία. Τα θύματα ήταν πολλά, ανάμεσά τους και ο Αμπού Φιχρ. Ο δραστήριος βαλής δολοφονήθηκε από τον Βέρβερο υπηρέτη του, ο οποίος έπειτα βρήκε καταφύγιο στα εδάφη της Σικελίας που ελέγχονταν από τους Βυζαντινούς.

Η αναταραχή αποσυντόνισε το μουσουλμανικό στρατόπεδο μέχρι την άφιξη του νέου διοικητή αλ Φαντλ μπιν Γιακούμπ, ο οποίος κατέφθασε από το Καϊρουάν φέρνοντας νέα και πιστά στρατεύματα. Ο αλ Φαντλ γνώριζε ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων ήταν ο ιδανικός τρόπος για να καταλαγιάσουν οι εσωτερικές έριδες στα αραβικά εδάφη της Σικελίας. Γι’ αυτό οδήγησε προσωπικά δύο επιδρομές κατά των Συρακουσών και του Έννε. Κατά την επιδρομή εναντίον του Έννε ο αλ Φαντλ αντιμετώπισε όμως ισχυρές βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό της Σικελίας (τον ίδιο που είχε ηττηθεί από τον Αμπού Φιχρ). Αυτή τη φορά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να απωθήσουν τους Άραβες και τους καταδίωξαν, αλλά οι τελευταίοι κατέφυγαν σε δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή. Ο Βυζαντινός στρατηγός αποφάσισε να διακόψει την καταδίωξη καθώς φοβήθηκε τη μορφολογία του εδάφους, ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη δημιουργία ενέδρας, και διέταξε υποχώρηση. Ενδεχομένως οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι είχαν διασκορπίσει τις αραβικές δυνάμεις και δεν έλαβαν κατά την οπισθοχώρησή τους μέτρα ασφαλείας. Έτσι, αιφνιδιάστηκαν από τους Άραβες κατά τη διάρκεια της νύχτας και υπέστησαν σημαντικές απώλειες· ο στρατηγός της Σικελίας διέφυγε μετά βίας, ενώ το βυζαντινό στρατόπεδο λεηλατήθηκε.

Ενώ η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη, στα τέλη του καλοκαιριού του 835 ο βυζαντινός στόλος εμφανίστηκε στη Σικελία. Η παρουσία του έγινε άμεσα αισθητή. Σε σειρά από μικρές ναυμαχίες κατίσχυσε έναντι των Αράβων και τους ανάγκασε να γίνουν πιο προσεκτικοί. Μάλιστα σε σύγκρουση κινδύνευσε ο Αμπού Αγκλάμπ, συγγενής του εμίρη της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ, που ταξίδευε προς την Πάνορμο για να αναλάβει τη διοίκηση των μουσουλμανικών δυνάμεων της Σικελίας. Αφού κατάφερε να αποβιβαστεί στο νησί, προχώρησε άμεσα στην ανασυγκρότηση των ναυτικών του δυνάμεων και ανέθεσε στον αλ Φαντλ, μέχρι πρότινος διοικητή της Σικελίας, την ηγεσία τους. Ο αλ Φαντλ αποδείχθηκε εξίσου ικανός και σε αυτόν τον τομέα, καθώς το 836 οδήγησε τις αραβικές μοίρες σε επιτυχημένες επιδρομές κατά της νήσου Παντελερία, στα νότια της Σικελίας, αλλά και κατά των Αιολίδων νήσων στα βορειοδυτικά της.

Και στην ξηρά όμως οι Αγλαβίδες δεν έμεναν αδρανείς. Την άνοιξη του 837 ισχυρό απόσπασμα υπό τον στρατηγό Αμπντ ελ Σαλάμ κινήθηκε κατά του Έννε, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν έπειτα από σκληρή μάχη να το κατανικήσουν και να αιχμαλωτίσουν τον Άραβα διοικητή. Αντί να αποθαρρυνθούν, οι αρχές της Πανόρμου έστειλαν νέες ισχυρότερες δυνάμεις που έθεσαν υπό πολιορκία το Έννε. Οι Βυζαντινοί προτίμησαν πάλι να εμπιστευθούν τις αποδεδειγμένα ισχυρές οχυρώσεις του, παρά να αντιπαρατεθούν άμεσα στον καταφανώς υπέρτερο εχθρό. Οι Άραβες δεν επιχείρησαν μετωπικές εφόδους κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, αλλά συνέχισαν να ενισχύουν τις θέσεις τους γύρω από την πόλη. Περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθούν· αυτή εμφανίστηκε το χειμώνα, πιθανότατα στις αρχές του Δεκέμβρη του 837, όταν ανακάλυψαν ένα κρυφό πέρασμα που οδηγούσε μέσα στην πόλη. Η νυκτερινή αραβική επίθεση αιφνιδίασε τους Βυζαντινούς, οι οποίοι όμως κατάφεραν να αποσυρθούν στη φύσει οχυρή ακρόπολη. Έτσι, οι Άραβες ήλεγχαν μεν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αλλά δεν είχαν εξουδετερώσει την απειλή της φρουράς. Παράλληλα, η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών δεν επέτρεπε την παραμονή τους σε περιοχή που δεν ήλεγχαν απόλυτα. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αφού πρώτα έλαβαν χρηματικό ποσό από τους Βυζαντινούς.

Οι συνεχείς ήττες ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεόφιλο να ενισχύσει τη Σικελία. Στην ηγεσία των στρατευμάτων που εστάλησαν τέθηκε ο γαμπρός του καίσαρας Αλέξιος Μωσηλέ. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύτηκε περίπου 4.000 στρατιώτες και αρκετά πλοία, δείγμα της πρόθεσής του να αντιστρέψει τις τύχες του πολέμου. Πράγματι, ο Μωσηλέ έφτασε εγκαίρως την άνοιξη του 838 για να λύσει την πολιορκία του οχυρού Κεφαλοιδίου, περίπου 40 χλμ. ανατολικά της Πανόρμου. Έπειτα, πέτυχε διαδοχικές νίκες επί των Αράβων ανυψώνοντας το ηθικό των βυζαντινών στρατευμάτων. Το διάλειμμα επιτυχιών όμως δεν κράτησε πολύ. Στην Κωνσταντινούπολη διαδίδονταν φήμες ότι ο Μωσηλέ σκόπευε να στασιάσει. Έτσι, στα μέσα του 839 ο Θεόφιλος τον ανακάλεσε. Ο αγώνας στη Σικελία επρόκειτο να πάρει νέα, αγριότερη μορφή, καθώς οι Άραβες συνειδητοποιούσαν ότι οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τα απαραίτητα μέσα για να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό το συμπέρασμα θα τους οδηγούσε στην ανάληψη περισσότερων και πιο τολμηρών επιθετικών επιχειρήσεων.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) με τους αυλικούς του. Κατά την περίοδο της βασιλείας του οι Άραβες επέκτειναν σημαντικά τη ζώνη επιρροής τους στη Σικελία και την ηπειρωτική Ιταλία.

Τον Ιούνιο του 838 πέθανε ο εμπνευστής της αραβικής επέμβασης στη Σικελία, εμίρης της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ. Αυτό το γεγονός δεν μετέβαλλε τα σχέδια των Αγλαβιδών. Ο διάδοχός του, εμίρης Αμπού Ικάλ, έστειλε νέα στρατεύματα στη Σικελία, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να αναζωπυρωθούν στο νησί (839-841). Οι Βυζαντινοί μάλλον ανήμποροι παρακολούθησαν τα εναπομείναντα οχυρά τους στη δυτική πλευρά της Σικελίας να υποκύπτουν (Πλατάνι, Κορλεόνε, Γεράκι, Καρταλμπελλότα και Μαρινέο). Στα τέλη του 841 οι Άραβες ήλεγχαν πλήρως σχεδόν το μισό νησί. Μάλιστα η αυτοπεποίθησή τους ήταν τόσο ενισχυμένη, ώστε εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις κατά του Έννε αλλά και στην ιταλική χερσόνησο, όπου κυρίευσαν και τον Τάραντα.

Ο Θεόφιλος αποφάσισε τότε να δοκιμάσει την οδό της διπλωματίας. Πρεσβείες στάλθηκαν στον Λουδοβίκο Ευσεβή, ηγεμόνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον εμίρη της Κόρδοβας Αμπντελραχμάν Β΄ και στις αρχές της Βενετίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο Λουδοβίκος πέθανε, προτού ληφθεί κάποια απόφαση (Ιούνιος 840), οι Άραβες της Ανδαλουσίας προτίμησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση, ενώ οι Βενετοί έστειλαν μεν μικρή βοήθεια, αλλά ηττήθηκαν σε ναυμαχία προ του Τάραντα από τον αγλαβιδικό στόλο. Ο τελευταίος βρήκε μετά την ευκαιρία να λεηλατήσει τις ακτές της Δαλματίας, την Ανκόνα και τις περιοχές κοντά στις εκβολές του ποταμού Πάδου.

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου στις αρχές του 842 και την άνοδο στο θρόνο του ανήλικου γιου του, Μιχαήλ Γ΄ (την εξουσία ασκούσε επιτροπή υπό την χήρα αυτοκράτειρα Θεοδώρα) η κατάσταση στη Σικελία δεν βελτιώθηκε. Το 843 οι Άραβες ξεκίνησαν την πολιορκία της Μεσσήνης, στα βορειοανατολικά του νησιού, την οποία κατέλαβαν με τη βοήθεια δυνάμεων του δουκάτου της Νεάπολης. Παράλληλα, άλλο αραβικό σώμα επιτέθηκε στα νότια και κατέλαβε τη Μούτικα έπειτα από πολιορκία (το 845). Με τις ήττες να συσσωρεύονται, η Θεοδώρα αποφάσισε να στείλει στη Σικελία ισχυρό σώμα από το μικρασιατικό «θέμα» Χαρσιανού. Με τις δυνάμεις τους ενισχυμένες οι Βυζαντινοί προήλασαν στα νότια του νησιού, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τους Άραβες σε μάχη εκ παρατάξεως. Η παρουσία των ανατολικών εμπειροπόλεμων στρατευμάτων πιστευόταν ότι θα αντέστρεφε τη φορά των πραγμάτων. Η μάχη ωστόσο, που έλαβε χώρα στην κωμόπολη Μπουτέρα, έληξε με συντριπτική ήττα των αυτοκρατορικών δυνάμεων.

Την ήττα στη Μπουτέρα διαδέχθηκε η πτώση των Λεοντίνων. Η πόλη πολιορκήθηκε επί μακρόν και τελικά έπεσε το 847. Από το 848 έως το 853 η αραβική προέλαση υπήρξε αργή αλλά σταθερή. Το 848 σχεδιάστηκε από τις βυζαντινές αρχές μια παράτολμη επιχείρηση, η οποία περιλάμβανε τη δια θαλάσσης προσβολή της Πανόρμου με παράλληλη αποβίβαση στρατευμάτων που θα καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά την αραβική πρωτεύουσα του νησιού. Όμως το φιλόδοξο σχέδιο ναυάγησε λόγω κακοκαιρίας, με τους Βυζαντινούς να χάνουν επτά από τα δέκα πλοία τους. Το 853 οι Άραβες πολιόρκησαν επί έξι μήνες τη Μπουτέρα, από την οποία αποχώρησαν με ανταλλάγματα (χρήματα και ομήρους). Το 857 οι Βυζαντινοί υπέστησαν σημαντικό πλήγμα, όταν έπεσε το ισχυρό και έως τότε απόρθητο φρούριο του Κεφαλοιδίου.

Το αποφασιστικό πλήγμα για τη βυζαντινή παρουσία στη Σικελία σημειώθηκε όμως τον Ιανουάριο του 859. Οι Άραβες βρίσκονταν για άλλη μια φορά προ των τειχών του Έννε, δίχως να μπορούν να διασπάσουν την άμυνά του. Βυζαντινός αιχμάλωτος υπέδειξε ωστόσο στους πολιορκητές ένα αφύλαχτο πέρασμα, από το οποίο οι Άραβες εισήλθαν στην πόλη και αιφνιδίασαν τη φρουρά της. Ήταν η δεύτερη φορά που τα τείχη του Έννε παραβιάζονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά επρόκειτο να είναι η τελευταία. Η φρουρά προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά τελικά υπέκυψε και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία και τη σφαγή.

Η πτώση του Έννε, ακρογωνιαίου λίθου της αμυντικής διάταξης των Βυζαντινών και τότε έδρας του διοικητή της Σικελίας, περιόρισε τα εδάφη που βρίσκονταν υπό αυτοκρατορική εξουσία σε στενή λωρίδα στα ανατολικά του νησιού (μεταξύ Ταυρομενίου και Συρακουσών). Στο εξής, όπως τόνισε παραστατικά ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, οι ώρες της βυζαντινής παρουσίας στη Σικελία ήταν πια μετρημένες.

Η απάντηση της βυζαντινής κυβέρνησης στην πρόσφατη καταστροφή ήταν άμεση. Στις αρχές του φθινοπώρου του 859 δύναμη τριακοσίων πλοίων υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κωνσταντίνου Κοντομύτη κατέπλευσε στις Συρακούσες. Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των πλοίων του, ο βυζαντινός στόλος υπέστη σειρά από ήττες σε διαδοχικές ναυμαχίες με τους Άραβες, χάνοντας περισσότερα από εκατό σκάφη, προτού αναγκαστεί να αποσυρθεί στα ανατολικά Εξίσου ατυχής ήταν όμως και η έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων στην ξηρά. Η πιο σημαντική έλαβε χώρα στα πέριξ του Κεφαλοιδίου, με τον Κοντομύτη επικεφαλής των βυζαντινών στρατευμάτων. Οι Βυζαντινοί υπέστησαν νέα ήττα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις Συρακούσες. Μεταξύ των ετών 861-867 οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, με τους Βυζαντινούς να ανακαταλαμβάνουν ορισμένα φρούρια κυρίως στα νότια, για να τα χάσουν ξανά λίγο αργότερα, υφιστάμενοι νέες απώλειες.

Η δυναστική αλλαγή του 867 στην Κωνσταντινούπολη, με την εξουσία να περνάει από τον Μιχαήλ Γ´ (του Αμορίου) στον Βασίλειο Α΄ (τον Μακεδόνα), επέφερε αλλαγή και στην ευρύτερη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος έδωσε μεγάλη σημασία στην ισχυροποίηση του ανατολικού συνόρου και τη σταθεροποίηση του κράτους, αλλά αποφάσισε να κρατήσει συντηρητική στάση στα θέματα της Δύσης. Σχετικά με την Ιταλία και τη Σικελία, πρωταρχικό μέλημά του ήταν η αναχαίτιση της αραβικής προέλασης και αργότερα, εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες, μια γενική αντεπίθεση. Άλλωστε, οι εσωτερικές έριδες που αντιμετώπιζαν οι Αγλαβίδες στη Σικελία είχαν περιορίσει την ορμή τους, με τις κύριες πολεμικές τους προσπάθειες να εντοπίζονται σε τρεις αποτυχημένες πολιορκίες των Συρακουσών (868, 869 και 873).

Το 875 οι αρχές της Αφρικής αποφάσισαν να ενισχύσουν σημαντικά τον τότε διοικητή της Σικελίας Γκαφάρ, ώστε να επιτευχθεί η πτώση των Συρακουσών. Οι μεγάλες προετοιμασίες των Αράβων έγιναν αντιληπτές από τους Βυζαντινούς, καθώς ο στρατηγός της Σικελίας ζήτησε άμεσα ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη· παράλληλα, ξεκίνησε να ενισχύει την άμυνα των Συρακουσών που από τον Αύγουστο του 877 βρέθηκαν υπό ασφυκτικά πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο αυτοκράτορας ανταποκρίθηκε, πλην όμως με αργοπορία. Ο στόλος που έστειλε προς ενίσχυση των Συρακουσών υπό τη διοίκηση του πατρικίου Αδριανού καθυστέρησε υπερβολικά να φτάσει στο νησί, με αποτέλεσμα η πόλη να πέσει στις 20 Μαϊου του 878, παρά την ηρωική άμυνα των υπερασπιστών της.

Ο ναύαρχος Αδριανός πληροφορείται την πτώση των Συρακουσών (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη)

Την πτώση των Συρακουσών ακολούθησαν λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι Άραβες κατέσφαξαν τα υπολείμματα της φρουράς και μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ελάχιστοι ήταν οι αιχμάλωτοι, ενώ λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν και να μεταφέρουν τα θλιβερά νέα στην Κωνσταντινούπολη. Το πλήγμα επηρέασε σημαντικά τον Βασίλειο, ο οποίος αποφάσισε να δράσει με μεγαλύτερο ζήλο. Το 880 έστειλε τον έμπειρο ναύαρχο Νάσαρ στη Δύση με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Ο Νάσαρ κατάφερε να νικήσει τους Άραβες σε σειρά από ναυμαχίες, αρχικά με νυχτερινή αιφνιδιαστική επίθεση στα δυτικά του Ιονίου, όπου οι Αγλαβίδες υπέστησαν πανωλεθρία, και έπειτα στα ανοιχτά της Πανόρμου, τα προάστια της οποίας λεηλατήθηκαν από τα βυζαντινά στρατεύματα.

Η πτώση των Συρακουσών (21 Μαΐου 878) (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Ο Νάσαρ στράφηκε κατόπιν στην ιταλική χερσόνησο, όπου σημείωσε νέες νίκες, προτού ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Η βυζαντινή αντεπίθεση αποτέλεσε όμως μικρό διάλειμμα μέσα σε καταιγισμό αραβικών επιδρομών. Οι συγκρούσεις μεταξύ 881 και 900 ήταν σκληρές, αλλά με γνώριμο αποτέλεσμα για τους Βυζαντινούς, που ηττήθηκαν σχεδόν παντού και είδαν την Κατάνη και την Ραμέττα να λεηλατούνται κατ’ επανάληψη. Κύριο σημείο στήριξης της βυζαντινής παρουσίας στο νησί ήταν πια η πόλη του Ταυρομενίου, αλλά δίχως προοπτικές ενίσχυσης και το δικό της μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

Ο διάδοχος του Βασιλείου, Λέων Στ΄, ασχολήθηκε αρκετά με τα της Σικελίας, τουλάχιστον στην αρχή της βασιλείας του. Ήδη από το 885 βρισκόταν στην ιταλική χερσόνησο ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς ο πρεσβύτερος, ο οποίος κέρδισε αρκετές νίκες σε βάρος των Αράβων (ανακατέλαβε μεταξύ άλλων το Ταυρομένιο, που είχε πέσει για λίγο στα χέρια των Αράβων, τον Τάραντα, τη Βάρη, το Ρήγιο και την Αμαντία)· ωστόσο, ανακλήθηκε το 886. Παρότι η κατάσταση στο νησί δεν άλλαξε σημαντικά, εντούτοις η αραβική πίεση χαλάρωσε, καθώς το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε βορειότερα.

Οι Βυζαντινοί υπό το Νικηφόρο Φωκά (πρόγονο του κατοπινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά) καταλαμβάνουν το φρούριο της Αμαντίας. Η δράση του Φωκά στη νότια Ιταλία και τη Σικελία θα μπορούσε ίσως να ανατρέψει τη δυσμενή πορεία των επιχειρήσεων για τους Βυζαντινούς, όμως η ανάκλησή του το 896 στην Κωνσταντινούπολη άφησε ημιτελές το έργο του (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Το 888 ο αυτοκράτορας έστειλε στη Σικελία ισχυρή ναυτική δύναμη και ανατολικά στρατεύματα. Ο βυζαντινός στόλος συγκρούστηκε με αραβικά πλοία στα ανοικτά της πόλης Μύλαι, στα βορειοανατολικά του νησιού. Οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν χάνοντας περίπου 12.000 άνδρες και μεγάλο μέρος των πλοίων τους.

Από το 889 έως και το 895 στη Σικελία σημειώθηκαν σποραδικές συγκρούσεις, αλλά οι αραβικές επιθέσεις ήταν αναιμικές. Οι Άραβες ήταν μάλλον απασχολημένοι με εσωτερικά προβλήματα, τα οποία ταλάνιζαν το εμιράτο της Αφρικής και τις κτήσεις τους στη Σικελία. Γι’ αυτό προχώρησαν στη σύναψη ειρήνης με τους Βυζαντινούς κατά το 896. Μεταξύ άλλων (και ως αντάλλαγμα για τη διακοπή των συγκρούσεων), οι τελευταίοι δεσμεύονταν να απελευθερώσουν μέσα σε διάστημα 40 μηνών τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους τους.

Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν ωστόσο να εκμεταλλευθούν την ένταση στο αραβικό στρατόπεδο για να αναδιοργανώσουν τις δυνάμεις τους. Άρχισαν να συγκεντρώσουν στρατό στην Καλαβρία, με σκοπό να περάσουν στη Σικελία και να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Άραβες. Η πρόθεσή τους όμως έγινε αντιληπτή από τον Αμπού Αμπάς. Ο τελευταίος, αφού κατέστειλε τις εστίες αναταραχής, επιτέθηκε στο Ταυρομένιο, την Κατάνη και το Ρήγιο για να παρεμποδίσει τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, κατά την επιστροφή του από το Ρήγιο συνάντησε βυζαντινό στόλο, που μετέφερε ενισχύσεις στη Σικελία από την Κωνσταντινούπολη, και τον καταναυμάχησε βυθίζοντας 30 από τα πλοία του.

Οι αραβικές επιχειρήσεις διακόπηκαν πρόσκαιρα το 901, όταν ο Αμπού Αμπάς επέστρεψε στο Καϊρουάν για να αναλάβει τα ηνία του εμιράτου, καθώς ο εμίρης Ιμπραήμ Β΄ είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Για τους Βυζαντινούς το διάλειμμα ήταν ευπρόσδεκτο αλλά δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο Ιμπραήμ μετέβη στη Σικελία με ισχυρά στρατεύματα με στόχο την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού. Η προσοχή του στράφηκε στο Ταυρομένιο, το ισχυρότερο τοπικό έρεισμα της βυζαντινής εξουσίας. Έδωσε μάχη προ των τειχών του με τη φρουρά της πόλης, την οποία και κατανίκησε. Η πολιορκία του Ταυρομενίου ήταν, όπως και στην περίπτωση των Συρακουσών παλαιότερα, ασφυκτική, αλλά η πόλη άντεξε σχεδόν έξι μήνες, πριν υποκύψει (Ιούλιος του 902). Ο βυζαντινός στόλος που είχε σταλεί για να ενισχύσει το Ταυρομένιο έφτασε μετά την πτώση της πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταφέρει στην πρωτεύουσα τα υπολείμματα της φρουράς.

Η απώλεια του Ταυρομενίου σφράγισε το τέλος της ουσιαστικής ρωμαϊκής εξουσίας στο νησί, καθώς σύντομα ακολούθησαν και άλλες πόλεις που έως τότε αντιστέκονταν (Ντεμόνα, Ραμέττα, Μίκους). Παρότι ορισμένα βυζαντινά οχυρά στις ανατολικές ακτές παρέμειναν για αρκετά ακόμη χρόνια ελεύθερα, οι Άραβες ήταν πια ελεύθεροι να μεταφέρουν τον πόλεμο στην ιταλική χερσόνησο και μόνο ο θάνατος του Ιμπραήμ από δυσεντερία τους απέτρεψε από το να αυξήσουν περαιτέρω τις κατακτήσεις τους. Η Σικελία επρόκειτο να μείνει υπό τον έλεγχο των Αράβων έως το 1091, οπότε η τελευταία κτήση τους, η πόλη Νότο, έπεσε στα χέρια των Νορμανδών.

Συμπερασματικά: Η σκληρή σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κατοχή της Σικελίας κράτησε περίπου 75 χρόνια. Στο διάστημα αυτό υπήρξαν περίοδοι έντονων πολεμικών επιχειρήσεων σε ξηρά και θάλασσα, αλλά και περίοδοι κατά τις οποίες τα προβλήματα των δύο αντιπάλων τους ανάγκασαν να προχωρήσουν σε προσωρινές παύσεις. Για τους Βυζαντινούς η άμυνα της Σικελίας ήταν ζήτημα τιμής μετά την απώλεια της Κρήτης. Επιπρόσθετα, το νησί αποτελούσε το δυτικότερο τμήμα της αυτοκρατορία, ενώ η κατοχή του εξασφάλιζε την βυζαντινή παρουσία και στη νότια Ιταλία. Οι Άραβες ξεκίνησαν την επιχείρηση για να λύσουν εσωτερικά τους προβλήματα και βρέθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να κατέχουν ισχυρά προπύργια στο νησί. Οι Βυζαντινοί αρχικά υποτίμησαν την αραβική επίθεση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησαν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε η Σικελία. Οι Άραβες διέθεταν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των Βυζαντινών. Το πρώτο ήταν η απόσταση: Η Σικελία ήταν πολύ κοντά στις ακτές της Αφρικής, με αποτέλεσμα οι αραβικές δυνάμεις να ενισχύονται συνεχώς. Αντιθέτως, οι Βυζαντινοί έπρεπε να μεταφέρουν στρατό και στόλο από μακριά, επομένως ο χρόνος αντίδρασής τους ήταν αργός. Αυτό φάνηκε κατά τις πολιορκίες των Συρακουσών και του Ταυρομενίου. Το δεύτερο πλεονέκτημα των Αράβων της Αφρικής ήταν πως είχαν να ασχοληθούν με ένα μόνο μέτωπο. Οι Βυζαντινοί όμως μάχονταν παράλληλα στο ανατολικό σύνορό τους τους Αββασίδες, αντιμετώπιζαν στα Βαλκάνια τους Βούλγαρους και στο Αιγαίο το αραβικό εμιράτο της Κρήτης. Έτσι, η αποστολή στρατευμάτων στη Σικελία ήταν γι’ αυτούς συχνά ανέφικτη. Κατ’ επέκταση, οι ρωμαϊκές δυνάμεις του νησιού έπρεπε να αρκεστούν στα δικά τους μέσα για να αμυνθούν απέναντι σε έναν αντίπαλο που διέθετε καλύτερο ανεφοδιασμό, περισσότερα μέσα και συχνά πιο άξια ηγεσία.

 

Ο Δημήτριος Σιδηρόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ)

Σημείωση:

  1. Ήδη από τα τέλη του 7ου αι. η Σικελία αποτελούσε αυτοκρατορική στρατιωτική – διοικητική περιφέρεια (στρατηγία και μετέπειτα θέμα) υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού, ο οποίος την έδρα του στις Συρακούσες.

 

Βιβλιογραφία:

– H. Ahrweiler, Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe – XVe siècles, Paris 1956.

– K. Αλεξανδρής, Η θαλασσία δύναμις εις την ιστορία της Βυζαντινής aυτοκρατορίας, Αθήνα 1957.

– J. S. Codoñer, The Εmperor Theophilos and the East, 829-842. Court and Frontier during the Last Phase of Iconoclasm, Aldershot 2014.

– E. Eickhoff, Seekrieg und Seepolitik zwischen Islam und Abendland. Das Mitelmeer unter byzantinischer und arabischer Hegemonie, Berlin 1966.

– A. M. Fahmy, Muslim Sea Power in the Eastern Mediterranean from the Seventh to the Tenth Century A.D., Cairo 1966.

– A. Metcalfe, The Muslims of Medieval Italy, Edinburgh 2009.

– Β. Βλυσίδου – Στ. Λαμπάκης – Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση, Αθήνα 2008.

Ιωάννης Κοντάκης: Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων (1939 – 1940)

Ιωάννης Κοντάκης

Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων

(1939 – 1940)

 

Πριν από 77 χρόνια, το πρωινό της 20ης Μαΐου 1941, περίπου 600 αργοκίνητα Junkers Ju 52 της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) απελευθέρωσαν κατά κύματα σχεδόν 14.000 άνδρες της επίλεκτης δύναμης των αλεξιπτωτιστών, με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Κρήτης, την οποία υπερασπίζονταν 41.435 άνδρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (κυρίως Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Βρετανοί) και Έλληνες. Δέκα μέρες αργότερα, μετά από σφοδρές μάχες, οι Συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το νησί και οι Γερμανοί επικράτησαν αλλά με βαριές απώλειες. Περισσότεροι από 8.000 άνδρες και των δύο πλευρών έχασαν τη ζωή τους και 17.155 άνδρες των Συμμάχων πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εξίσου υψηλές ήταν και οι υλικές ζημιές: 220 αεροσκάφη της Luftwaffe καταστράφηκαν και 140 ακόμη υπέστησαν σοβαρές ζημιές, 36 βρετανικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί, 9 πολεμικά πλοία του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου είχαν βυθιστεί, ένα αεροπλανοφόρο και ένα θωρηκτό αποσύρθηκαν για επισκευές και 2 ιταλικά αντιτορπιλικά είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές.

 

Η Γερμανική κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Η νίκη των Γερμανών ήταν Πύρρειος, είχαν όμως επιτύχει τον στόχο τους: ο έλεγχος της Κρήτης είχε χαθεί για τους Συμμάχους και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η στρατηγική θέση του νησιού. Η Κρήτη είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου και το μεγαλύτερο της Ελλάδας, με την οποία ενσωματώθηκε το 1913. Το ανάγλυφο είναι ιδιαίτερα ορεινό, το σχήμα της είναι μακρόστενο με μήκος 260 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 12 έως 60 χιλιόμετρα. Αυτό που την καθιστά πολύτιμη δεν είναι η μορφολογία αλλά η στρατηγική της θέση. Δυτικά της Κρήτης βρίσκεται το Στενό των Αντικυθήρων και Ανατολικά το Στενό της Κάσου, οι δύο προσβάσεις από τις οποίες ελέγχεται η είσοδος και η έξοδος στο Αιγαίο. Βορειοδυτικά, σε απόσταση μικρότερη των 100 χιλιομέτρων είναι η Πελοπόννησος, στα Βόρεια, περίπου 300 χιλιόμετρα μακριά η Αθήνα και περίπου 600 η Θεσσαλονίκη, στα Βορειανατολικά τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος βρίσκονται σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων και λίγο πιο μακριά είναι οι ακτές της Τουρκίας. Δυτικά του Νησιού βρίσκονται η Μάλτα και η Σικελία, Ανατολικά η Κύπρος, η Συρία, ο Λίβανος και η Παλαιστίνη. Τέλος στα Νότια, σε απόσταση μικρότερη των 350 χιλιομέτρων βρίσκεται η Κυρηναϊκή (Λιβύη) και Νοτιοανατολικά, 600 περίπου χιλιόμετρα μακριά η Αλεξάνδρεια και το Δέλτα του Νείλου[1]. Η ανάπτυξη των αερομεταφορών κατά τον 20ο αιώνα μείωσε τον χρόνο που απαιτούνταν για να καλυφθούν οι παραπάνω αποστάσεις, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη σημασία του νησιού. Κατά συνέπεια, όποιος κατείχε την Κρήτη και διέθετε ναυτικές και αεροπορικές βάσεις εκεί, μπορούσε να ελέγξει την ναυσιπλοΐα μεταξύ Αιγαίου, Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου και να απειλήσει όλες τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις παρακείμενες ακτές. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων η Κρήτη από πολύ νωρίς συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των δυνάμεων εκείνων που εποφθαλμιούσαν την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο, το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης είχε υιοθετήσει μια ιμπεριαλιστική ρητορική σύμφωνα με την οποία το ιταλικό έθνος έπρεπε να επεκταθεί και να αποκτήσει τον απαιτούμενο «ζωτικό χώρο» (spazio vitale) προκειμένου να μεγαλουργήσει. Μέρος του χώρου αυτού ήταν και η Κρήτη. Από την έκρηξη του πολέμου τον Σεπτέμβριου του 1939 μέχρι και την εισβολή στην Ελλάδα, το νησί και ειδικότερα οι κινήσεις του αντίπαλου Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου παρακολουθούνταν από την Ιταλική Αεροπορία (Regia Aeronautica). Φαίνεται ότι οι Ιταλοί φοβόντουσαν το ενδεχόμενο κατοχής του Νησιού από τους Βρετανούς και τη συνακόλουθη ισχυροποίηση που προσέφερε η γεωγραφική του θέση. Αποτέλεσμα ήταν σε πολλές περιπτώσεις η ιταλική Κυβέρνηση να διαμαρτυρηθεί στην ουδέτερη Ελλάδα για τον δήθεν ελλιμενισμό βρετανικών πλοίων στην Κρήτη αλλά και αλλού.

Σμήνος αεροσκαφών της Regia Aeronautica σε αναγνωριστική αποστολή το 1940.

Παράλληλα, από τον Ιούνιο του 1940, όταν και η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, οι ιταλικές δυνάμεις τέθηκαν αντιμέτωπες με τις βρετανικές στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων επιχειρήσεων εναντίον της Αιγύπτου, ο επικεφαλής των εκεί μονάδων, στρατηγός Rodolfo Graziani, είχε εκφράσει την επιθυμία να καταληφθεί η Κρήτη. Η κατοχή του νησιού θα επέτρεπε στους Ιταλούς να διαθέτουν ένα ορμητήριο-βάση ανεφοδιασμού στα πλευρά των βρετανικών θέσεων. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τον δια θαλάσσης ανεφοδιασμό των εχθρικών δυνάμεων και να απειλήσουν τις βάσεις του βρετανικού στόλου και την ναυσιπλοΐα στη Διώρυγα του Σουέζ. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1940 η έλλειψη εφοδίων ανέκοψε πρόωρα την προέλαση του Graziani και δεν εκπονήθηκε κανένα επίσημο σχέδιο για κατάληψη της Κρήτης.

Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί σχεδίαζαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Η στρατιωτική κατάκτηση της χώρας, εφόσον κρινόταν απαραίτητη, θεωρούταν εύκολη και η κατοχή της θα προσέφερε μια σειρά από πλεονεκτήματα στην Ρώμη με κυριότερα την απόκτηση των στρατηγικής σημασίας ελληνικών λιμανιών, την ένταξη της χώρας στην ιταλική οικονομική σφαίρα και τον έλεγχο των μοναδικών αποθεμάτων νικελίου στην Νότια Ευρώπη, υλικού χρήσιμου στην κατασκευή των θωρακίσεων.

Ωστόσο, στα σχέδια επίθεσης που καταρτίστηκαν δεν γινόταν λόγος για την Κρήτη. Μια επιχείρηση με μοναδικό στόχο την κατάληψη του νησιού απαιτούσε την συμμετοχή μεγάλου μέρους του ιταλικού στόλου, ισχυρή αεροπορική υποστήριξη και τις απαραίτητες χερσαίες δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την κατάκτηση και τη διατήρηση του νησιού. Επιπλέον η απειλητική παρουσία του βρετανικού στόλου έπρεπε να συμπεριληφθεί στις όποιες δυσχέρειες παρουσίαζε η επιχείρηση. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κατάληψη της Κρήτης είχε υψηλό οικονομικό κόστος και παρουσίαζε μεγάλη επικινδυνότητα. Παρά το ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί από την ηγεσία της Ιταλικής Αεροπορίας για την απόκτηση βάσεων στο νησί, οι Ιταλοί δίσταζαν  να εκθέσουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο το ναυτικό τους, επειδή δεν ήταν σε θέση να αναπληρώσουν εύκολα τις όποιες απώλειες. Επιπρόσθετα, θεωρήθηκε από την ιταλική ηγεσία ότι η σφοδρότητα με την οποία ετοιμαζόταν να διεξαγάγει την επιχείρηση κατά της Ελλάδας, θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει την γρήγορη κατάρρευση της άμυνας και τη συνακόλουθη κυριαρχία επί του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης επομένως και της Κρήτης. Η μόνη δράση που αφορούσε το νησί ήταν αποτρεπτικής φύσης, προερχόταν από τη Regia Aeronautica και προέβλεπε την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απόπειρας των Βρετανών να αποβιβάσουν δυνάμεις στο νησί και να ενισχύσουν την άμυνά του.

Francesco Pricolo (1891-1980), Διοικητής της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας (1939-1941). Τις παραμονές της ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα είχε εκφράσει στον Μουσολίνι την επιθυμία να δημιουργηθεί αεροπορική βάση στην Κρήτη, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Όμως, την 1η Νοεμβρίου 1940 οι Βρετανοί κατάφεραν να αποβιβάσουν στρατεύματα στην Κρήτη. Η προσπάθεια αποτροπής εκ μέρους της Ιταλικής Αεροπορίας δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμική καθώς με μόλις 15 βομβαρδιστικά οι Ιταλοί δεν προκάλεσαν απώλειες ή σοβαρά προβλήματα. Έκτοτε, η όποια δράση των ιταλικών δυνάμεων περιορίστηκε σε μικρής κλίμακας αεροπορικές και ναυτικές επιθέσεις. Η αιτία αυτής της υποτονικής δράσης ήταν η αρνητική εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων σε όλα τα μέτωπα. Πρώτα οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν στην Αλβανία, αναγκάζοντας τους Ιταλούς να υποχωρήσουν, έπειτα οι Βρετανοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις δυνάμεις του Graziani στη Βόρεια Αφρική και ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στον αντίστοιχο ιταλικό.

Η κατάσταση ανατράπηκε και άρχισε να εξελίσσεται θετικά για τις δυνάμεις του Άξονα από την άνοιξη του 1941. Στις 6 Απριλίου γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν ταυτόχρονη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας και μέχρι τα τέλη του μήνα είχαν επικρατήσει παντού. Η Κρήτη, όμως παρέμενε υπό συμμαχική κατοχή και από γερμανικής πλευράς κρίθηκε απαραίτητη η κατάληψη της. Ενώ η μάχη της Κρήτης βρισκόταν σε εξέλιξη, οι Ιταλοί αποφάσισαν να στείλουν ένα εκστρατευτικό σώμα (1500-1600 άνδρες) προκειμένου να καταλάβει την Ανατολική Κρήτη. Η συμμετοχή τους έγινε για λόγους γοήτρου, ώστε οι Ιταλοί να συνεισφέρουν τον απαραίτητο «φόρο αίματος» στην επιχείρηση, καθώς η Κρήτη ανήκε στον ιταλικό ζωτικό χώρο και για λόγους προπαγάνδας το φασιστικό καθεστώς επιθυμούσε να φανεί ότι λαμβάνει μέρος στην επίθεση. Ειδικότερα η Ρώμη ενδιαφερόταν να αποκτήσει τον έλεγχο του ανατολικού άκρου του νησιού, καθώς αυτό λειτουργούσε ως ένα «φυσικό» συμπλήρωμα στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο του Στενού της Κάσου, της ανατολικής εισόδου στο Αιγαίο Πέλαγος.

Αντίθετα με τους συμμάχους τους, οι Γερμανοί επέδειξαν εντονότερο ενδιαφέρον για την κατάληψη του νησιού. Από πολύ νωρίς και χωρίς να έχει άμεσα συμφέροντα στη Μεσόγειο, το Βερολίνο θεώρησε ότι η κατοχή της Κρήτης ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, η Μεσόγειος δεν συμπεριλαμβανόταν στο στόχαστρο του Hitler, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την ιταλική προτεραιότητα στην περιοχή. Αντίθετα, το Βερολίνο θεωρούσε την Βαλκανική Χερσόνησο δικό του οικονομικό χώρο και όσο η υφιστάμενη κατάσταση εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του, οποιαδήποτε διαταραχή εκεί ήταν ανεπιθύμητη. Για τον λόγο αυτόν, όταν από τα τέλη Μαΐου του 1940 οι Ιταλοί ετοιμαζόταν να εξέλθουν στον πόλεμο, οι Γερμανοί προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από επιχειρήσεις στη Βαλκανική. Εναλλακτικά, προωθούσαν την κατάληψη της Κρήτης επισημαίνοντας τις δυνατότητες που προσέφερε η κατοχή της στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτόν οι ισορροπίες στη Βαλκανική δεν θα διαταράσσονταν και παράλληλα οι Βρετανοί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια διπλή, ταυτόχρονη επίθεση στην Αίγυπτο και στα Βρετανικά Νησιά, με αποτέλεσμα την γενικότερη εξασθένισή τους.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, όταν πλέον είχε γίνει σαφές ότι οι Ιταλοί δεν συμμερίζονταν την άποψη των Γερμανών, η ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού επεξεργαζόταν την προοπτική μιας έγκαιρης κατάληψης του Νησιού από γερμανικές δυνάμεις, προτού προλάβουν οι Βρετανοί να αποβιβάσουν στρατεύματα εκεί. Την ίδια περίοδο διεξαγόταν η Μάχη της Αγγλίας. Η Luftwaffe δεν είχε καταφέρει να κάμψει την αντίσταση της RAF και η αδυναμία κυριαρχίας στους βρετανικούς αιθέρες καθιστούσε αδύνατη την προοπτική απόβασης στα βρετανικά νησιά. Τότε (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1940) το ενδιαφέρον του Βερολίνου στράφηκε νότια με στόχο την πραγματοποίηση ενός ισχυρού έμμεσου χτυπήματος στην βρετανική Μέση Ανατολή. Στα σχέδια αυτά η κατοχή της Κρήτης θα διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας ειδικότερα, επειδή μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο της Γερμανικής Αεροπορίας. Παράλληλα όμως, η κατάληψη της υπολογιζόταν ότι θα απαιτούσε μεγάλο αριθμό αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων.

Ωστόσο, τα γεγονότα οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτών των σχεδίων. Η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα έδωσε την δυνατότητα στους Βρετανούς να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια. Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι απειλούνταν οι ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς πετρελαιοπηγές του Πλόεστι στη Ρουμανία. Το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσουν τα οποιαδήποτε επιθετικά σχέδια αφορούσαν τη Μεσόγειο. Παράλληλα, οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση άρχισαν να παίρνουν διαφορετική τροπή από αυτή που επιθυμούσε ο Hitler με αποτέλεσμα στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, ο Führer να κοινοποιήσει την υπ΄ αριθμό 21 Οδηγία, με στόχο την άμεση συντριβή της Ρωσίας, πριν ακόμα τη λήξη του πολέμου με την Αγγλία.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», όπως ονομάστηκε το παραπάνω εγχείρημα, ήταν η απομάκρυνση των Βρετανών από τα Βαλκάνια, διαφορετικά, τα πλευρά της γερμανικής νότιας στρατιάς που θα επιτιθόταν στην ΕΣΣΔ θα βρισκόταν εκτεθειμένα και οι πετρελαιοπηγές του Πλόεστι υπό την συνεχή απειλή της RAF. Για τον λόγο αυτόν, στις 13 Δεκεμβρίου 1940 είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’ αριθμόν 20 Οδηγίας (επιχείρηση «Μαρίτα») με στόχο την εκδίωξη των Βρετανών από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί πλέον ενδιαφέρονταν για την εξασφάλιση των κεκτημένων τους και για τον λόγο αυτόν τα όποια επιθετικά σχέδια είχαν καταρτίσει για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έμειναν στα χαρτιά.

Hermann Göring (1893-1946). Μεταξύ άλλων αξιωμάτων που κατείχε, ήταν ο επικεφαλής της Luftwaffe (1933-1945).  Απέδιδε μεγάλη σημασία στην κατοχή της Κρήτης και θεωρούσε την επιχείρηση Ερμής ως μια εξαιρετική ευκαιρία προκειμένου να αποδειχθεί η ισχύς των αλεξιπτωτιστών.

Όταν στα τέλη Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση «Μαρίτα» και θέσει  τα Βαλκάνια υπό τον έλεγχό τους, η Κρήτη επανήλθε στο προσκήνιο. Στο Νησί βρίσκονταν οι τελευταίες ισχυρές δυνάμεις των Συμμάχων, οι οποίες, δυνητικά, ήταν ακόμη σε κατάσταση να προκαλέσουν προβλήματα στην διεξαγωγή της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» και στην ασφάλεια των πετρελαιοπηγών και της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Γι’ αυτό, στις 25 Απριλίου 1941, ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία υπ’ αριθμόν 28 (Επιχείρηση Ερμής – Unternehmen Merkur) με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της νήσου Κρήτης, ώστε η νήσος να χρησιμοποιηθεί ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον των Βρετανών στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ευθύνη της επιχείρησης και την διοίκηση των μονάδων θα είχε η Luftwaffe. Η επίθεση – για πρώτη φορά στην ιστορία – θα γινόταν σχεδόν εξολοκλήρου από αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες. Ο Hitler κατέστησε σαφές, ότι η προετοιμασία της επιχείρησης δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να παρακωλύσει την συγκέντρωση υλικού και δυνάμεων ενόψει της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Τέλος, η εντολή για την έναρξη της επίθεσης θα διδόταν από τον ίδιο.

Φαινομενικά υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της ρητορικής του Hitler και του στόχου της επιχείρησης «Ερμής». Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να αποτελεί η περιγραφή των στόχων της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα , που όριζε την συντριβή της ΕΣΣΔ, προτού ολοκληρωθεί ο πόλεμος με την Βρετανία. Βάσει αυτού ο επιθετικός χαρακτήρας, που δίδεται στην κατάληψη της Κρήτης δεν είναι ασυμβίβαστος με τις μετέπειτα σκέψεις του Hitler, καθώς το Νησί μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιθετικό ορμητήριο εναντίον των Βρετανών μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στην Σοβιετική Ένωση. Όμως, όπως αναφέρθηκε, οι λόγοι που η Κρήτη έπρεπε να καταληφθεί άμεσα, ήταν λόγοι οικονομικής και στρατιωτικής ασφάλειας και επομένως, αμυντικού χαρακτήρα.

Γερμανικές δυνάμεις ετοιμάζονται να επιβιβαστούν στα Junkers Ju 52 με προορισμό την Κρήτη. Η επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί ήταν πρωτοφανής για τα στρατιωτικά δεδομένα της εποχής.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να οργανωθεί μια πρωτόγνωρη επιχείρηση για τα στρατιωτικά δεδομένα. Επρόκειτο για μια πολύ τολμηρή ενέργεια η οποία προετοιμάστηκε με ταχύτητα, ακρίβεια και μεθοδικότητα και σε ελάχιστο χρόνο. Οι Γερμανοί όμως είχαν παντελώς ανακριβείς πληροφορίες για τις δυνατότητες των αμυνόμενων και τη στάση των Κρητικών και όταν στις 20 Μαΐου 1941 ήρθαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα συνειδητοποίησαν το μέγεθος της παραπλάνησής τους.

 Από την πλευρά τους οι Σύμμαχοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον έλεγχο της Κρήτης λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Παρίσι και Λονδίνο θεωρούσαν σχεδόν δεδομένη την θέληση των Ιταλών να καταλάβουν το Νησί και γι’ αυτό, από την άνοιξη του 1940, επεξεργάζονταν σχέδια για προλάβουν να αποβιβαστούν εκείνοι πρώτοι, με την ταχύτητα δράσης να διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Οι Γάλλοι ειδικότερα, από το ξέσπασμα του πολέμου μέχρι και την συνθηκολόγηση της χώρας, τον Ιούνιο του 1940, απέδιδαν ολοένα και αυξανόμενη σημασία στην κατοχή της Κρήτης. Η αποβίβαση δυνάμεων στο Νησί πρωτίστως είχε στόχο να εμποδίσει τους Ιταλούς να το καταλάβουν και με τον τρόπο αυτόν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, το Παρίσι ενδιαφερόταν για την δημιουργία ενός «νέου» Μακεδονικού μετώπου στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος της Κρήτης καθιστούσε ασφαλέστερη τη μετακίνηση εφοδίων και στρατευμάτων μεταξύ των γαλλικών εδαφών στην Ανατολική Μεσόγειο (Συρία και Λίβανος) και της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ο επικεφαλής των γαλλικών δυνάμεων στην Ανατολή, στρατηγός Weygand, είχε εκφράσει τη σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Κρήτη ως κέντρο επιχειρήσεων εναντίον των Δωδεκανήσων και πιθανόν ως ναυτική βάση υποβρυχίων.

Maxime Weygand (1867-1965). Διοικητής των Γαλλικών στρατευμάτων στην υπό Γαλλική εντολή Συρία, θεωρούσε τον έλεγχο της Κρήτης απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανάλογη σημασία απέδιδαν στην Κρήτη και οι Βρετανοί, οι οποίοι μέχρι και την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, σχεδίαζαν από κοινού με τους Γάλλους τις επιχειρήσεις που θα είχαν στόχο τον έλεγχο επί του νησιού. Για τους Βρετανούς η Κρήτη θα χρησίμευε πρωτίστως ως ενδιάμεση βάση εφοδιασμού μεταξύ των ναυτικών τους βάσεων στην Αλεξάνδρεια και τη Μάλτα. Με τον τρόπο αυτόν θα απέτρεπαν την κατάληψη της από τους Ιταλούς και ταυτόχρονα θα προσέφεραν στον Στόλο της Μεσογείου περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο στάδιο, η Κρήτη θα μετατρεπόταν σε μια ισχυρή βάση κυρίως για τον Στόλο και δευτερευόντως για τη RAF.  Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι για τους Συμμάχους, στα πρώτα στάδια του πολέμου, πριν ακόμη η Ιταλία εξέλθει στον πόλεμο, η Κρήτη αποτελούσε μια περιοχή ο έλεγχος της οποίας θα εξασφάλιζε τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και θα μετατόπιζε το πεδίο συγκρούσεων με τους Ιταλούς προς την Κεντρική Μεσόγειο, εγγύτερα στις ιταλικές ακτές. Έτσι, τον Μάιο του 1940 εκπόνησαν από κοινού ένα σχέδιο δράσης για την έγκαιρη απόβαση γαλλικών δυνάμεων (από βρετανικά πλοία) στην Κρήτη, μόνο σε περίπτωση που η Ιταλία ενεργούσε κατά της Ελλάδας, ώστε οι Σύμμαχοι να μην παραβιάσουν την ελληνική ουδετερότητα στέλνοντας δυνάμεις νωρίτερα. Σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι στην Αθήνα, οι επιτελείς είχαν αποφασίσει να ενημερώσουν την ελληνική κυβέρνηση για την πρόθεσή τους, μόνο εφόσον είχαν ήδη αναχωρήσει τα πλοία, προκειμένου να μην προκαλέσουν περισσότερες απαιτήσεις από την πλευρά των Ελλήνων και ταυτόχρονα να αποτρέψουν τυχόν διαρροή πληροφοριών προς τους Ιταλούς.

Τα γεγονότα όμως πήραν διαφορετική τροπή. Υπό την πίεση της γερμανικής επίθεσης οι Γάλλοι ανέβαλαν τα όποια σχέδια. Όταν τελικά στις 22 Ιουνίου η Γαλλία υπέγραψε ανακωχή με το Βερολίνο και δύο μέρες αργότερα με τη Ρώμη, οι Βρετανοί απέμειναν μόνοι ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έπρεπε να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους στη Μεσόγειο.

Αρχικά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η οπτική των Βρετανών για τη Μεσόγειο ήταν απαισιόδοξη και έφτανε μέχρι το σημείο να επεξεργάζονταν σχέδια εγκατάλειψης της και μεταφορά του Στόλου στη Σιγκαπούρη. Όμως τα σχέδια αυτά διακόπηκαν εξαιτίας της αποφασιστικής στάσης του ναυάρχου του Στόλου της Μεσογείου, A. B. Cunningham και του πρωθυπουργού Winston Churchill. Αμφότεροι απέδιδαν μεγάλη σημασία στην στρατηγική θέση της Κρήτης και κύριος φόβος τους ήταν να μην περιέλθει στα χέρια των Ιταλών σε περίπτωση που ξεσπούσαν εχθροπραξίες με την Αθήνα. Για τον λόγο αυτό παρακολουθούσαν διαρκώς τις εξελίξεις στις ελληνοϊταλικές σχέσεις και όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση η έγκαιρη αποστολή δυνάμεων (την οποία αιτήθηκε και ο Μεταξάς) στην Κρήτη αποτέλεσε προτεραιότητα .

Sir Andrew B. Cunningham (1883-1963). Ναύαρχος και διοικητής του Βρετανικού Στόλου στη Μεσόγειο (1939-1946). Ο Cunningham εξαρχής επέμενε στην εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη, προκειμένου  το ναυτικό να επωφεληθεί από την στρατηγική θέση του νησιού μεταξύ Αλεξάνδρειας και Μάλτας.

Για τους επόμενους έξι μήνες (Νοέμβριος 1940 – Απρίλιος 1941) οι Βρετανοί είχαν αναλάβει επίσημα την άμυνα του νησιού. Ο Churchill θεωρώντας ότι «… Επιτυχημένη άμυνα της Κρήτης σημαίνει ανυπολόγιστη βοήθεια στην Αίγυπτο, απώλειά της θα σήμαινε τεράστια κλιμάκωση όλων των δυσχερειών μας στη Μεσόγειο…». οραματιζόταν τη μετατροπή της Σούδας σε «μια αμφίβια ακρόπολη με οχυρό την Κρήτη… ένα δεύτερο Σκάπα[2]». Πράγματι οι Βρετανοί επιτελείς σχεδίαζαν τη μεταφορά ισχυρών δυνάμεων στο νησί, προκειμένου να μετατραπεί σε μια μεγάλη και καλά εξοπλισμένη και επανδρωμένη αεροναυτική βάση. Σε πρώτη φάση όμως η Κρήτη θα λειτουργούσε ως βάση ανεφοδιασμού για τον Στόλο της Μεσογείου και τη RAF, προσφέροντας περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο στο ναυτικό και την αεροπορία. Παράλληλα η βρετανική παρουσία στην Κρήτη δυσκόλευε αισθητά τον ανεφοδιασμό των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, σε σημείο που να επισημαίνεται εκεί μεγάλη έλλειψη εφοδίων. Επιπλέον, δυνητικά, τα αεροδρόμια του Νησιού προσέφεραν στην RAF την δυνατότητα προσβολής των πετρελαιοπηγών του Πλόεστι στη Ρουμανία, οι οποίες ήταν ύψιστης σημασίας για τον Άξονα.

Ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Η ανεπάρκεια μέσων και ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της Μέσης Ανατολής και η ταυτόχρονη επιχειρησιακή δραστηριότητα στη Βόρεια Αφρική και αλλού είχε σαν συνέπεια την διαρκή αναβολή αποστολής των απαραίτητων εφοδίων που θα μετέτρεπαν την Κρήτη σε ισχυρή αεροναυτική βάση. Παράλληλα, οι πληροφορίες για επικείμενη κάθοδο γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια με τον ερχομό της άνοιξης, αν και θεωρητικά οδήγησαν στην αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της Κρήτης – ως της πλέον προκεχωρημένης βάσης των Συμμαχικών δυνάμεων στη Νοτιανατολική Ευρώπη –  στην πράξη δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αλλαγή επειδή τον ενδιαφέρον του Λονδίνου στράφηκε και πάλι προς διαφορετική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ενισχυθεί η φρουρά της Κρήτης, όπως προγραμματιζόταν και να μην υπάρχουν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις και υποδομές που απαιτούνταν, ώστε η Κρήτη να αποτελέσει τη βάση που οι Βρετανοί σχεδίαζαν. Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ του Λονδίνου και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας ασαφούς εικόνας για την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στο νησί, η οποία δεν ξεκαθάρισε παρά μόνο στα τέλη Απριλίου του 1941, όταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη ήταν πλέον προ των πυλών.

To Βρετανικό θωρηκτό HMS Barham ανεφοδιάζεται στα ανοιχτά του Κόλπου της Σούδας (Φεβρουάριος 1941). Οι εγκαταστάσεις στο λιμάνι της Σούδας δεν ήταν επαρκείς ώστε να φιλοξενήσουν πλοία μεγαλύτερα από τα καταδρομικά.

Παρόλα αυτά, η σπουδαιότητα που είχε το νησί για τον Στόλο της Μεσογείου, η στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και οι (λανθασμένες) πληροφορίες που είχαν οι Βρετανοί, ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στη Μέση Ανατολή, συνέβαλλαν στην απόφαση των Βρετανών να προβάλλουν λυσσαλέα άμυνα και να υπερασπιστούν το νησί με κάθε κόστος, προκαλώντας στους Γερμανούς (και ειδικά στο σώμα των αλεξιπτωτιστών) όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες μπορούσαν.

 Κλείνοντας, και για τους τέσσερις εμπόλεμους, η Κρήτη στις διάφορες φάσεις του στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελούσε το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου ευρύτερου στρατηγικού στόχου, που συνήθως σχετιζόταν με τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο λόγος ήταν προφανής: η κατοχή της Κρήτης θα ισχυροποιούσε αισθητά την θέση του κατόχου της στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που τα επιτελεία έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτόματα το Νησί εμφανιζόταν στα σχέδιά τους. Σε κάθε περίπτωση, οι επιτελάρχες των παραπάνω χωρών αφιέρωσαν λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, προκειμένου να διερευνήσουν την αξία της Κρήτης και να την τοποθετήσουν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από το εάν τελικά τα σχέδια αυτά έγιναν πραγματικότητα ή όχι. Πολιτικοί και στρατιωτικοί πραγματοποίησαν ανταλλαγή αλληλογραφίας, συναντήσεις και συζητήσεις με ομολόγους τους, και εκπόνησαν σχέδια και μελέτες. Πόροι, εφόδια, υλικά, μηχανές και ανθρώπινες ζωές (με εξαίρεση τους Γάλλους) κινητοποιήθηκαν και ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αλλού, δεσμεύτηκαν, αξιοποιήθηκαν και σε μεγάλο βαθμό χάθηκαν για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου που σχετιζόταν με το Νησί. Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν τη σημασία του. Η Κρήτη δεν αποτέλεσε το κλειδί για την νίκη στον πόλεμο, ήταν όμως μια πολύτιμη συνιστώσα όλων εκείνων που θα συνέβαλλαν στην τελική επικράτηση επί του εκάστοτε εχθρού.

Ο Ιωάννης Κοντάκης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πρωτογενείς πηγές

Ι) Αδημοσίευτες πηγές

Service Historique de la Dėfense , Section Armėe de Terre, Serie 27N, carton 16, 248.

Service Historique de la Dėfense, Section Marine, Sėrie TTE, carton No 101

Αρχείο Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (Τhe National Archives-UK), Λονδίνο, Σειρά 371: Γενικοί Φάκελοι.

Αρχείο Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (Cabinet Minutes and Memoranda): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Αρχείο Γραφείου Βρετανού Πρωθυπουργού (PREM: Records of the Prime Minister’s Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Γενικό Αρχείο του Κράτους, Αρχείο Μεταξά, Φάκελοι 66, 83.

 

ΙΙ) Δημοσιευμένες πηγές

Documenti Diplomatici Italiani, Nona Serie, Vol. V-VII (Libreria Dello Stato: Roma, 1965, 1986, 1987).

Documents on German Foreign Policy, 1918 – 1945, Series D, (The War Years, 1937-1945) Vol. XI – XII, (Washington, DC: Government Printing Office, 1961, 1962 κ.ε).

Βασιλικόν Υπουργείον των Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η Ιταλική Επίθεση κατά της Ελλάδος, (Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία: Αθήναι, 1940).

 

Β. Ημερολόγια – Απομνημονεύματα – Αυτοβιογραφίες

Halder Diaries, War Journal of Franz Halder, Vol, IV-VI. Archives Section, Library Services, Fort Leavenworth, Kansas, 1950.

Τσώρτσιλ, O. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τ. 2ος . Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Μορφωτική Εστία»: Αθήνα, 1948.

Cunningham, Viscount of Hyndhope, A Sailor’s Odyssey, Hutchinson & Co Publishers Ltd: London, 1951.

Γ. Δευτερογενείς πηγές

Baldi, G. Dolce Egeo, Guerra Amara, Ricordi della spedizione italiana a Creta nel 1941. Rizzoli: Milano, 1988.Beevor, A. Κρήτη, Η Μάχη και η Αντίσταση. Γκοβόστη: Αθήνα, 2004.

Butler,J. R. M. Grand Strategy, Vol. II: September 1939-June 1941. HMSO: London, 1957.

Clark, A. The Fall of Crete. Cassel Military Paperbacks: London, 1962.

Joll, J. Η Ευρώπη, 1870 – 1970. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2006.

Knox, M.  Mussolini Unleashed, 1939-1941, Politics and strategy in Fascist Italy’s last war. Cambridge University Press: New York, 1986.

Liddell Hart, B. H. The other side of the Hill, Germany’s Generals, their rise and fall, with their own account of the military events, 1939 – 1945. Cassel and Company Ltd: London, 1948.

Mourelos, Y. Fictions et realites, La France, La Grece et la strategie des operations peripheriques dans le sud-est europeen (1939-1940). Institute for Balkan Studies: Thessaloniki, 1990.

Rodogno, D. «Το spazio vitale του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αι.  Χρ. Χατζηιωσήφ, Πρ. Παπαστράτης, Γ’ τόμος, Α μέρος, Αθήνα, 2007, σ. 49-69.

Van Creveld, M. Η στρατηγική του Χίτλερ 1940-1941, Το Βαλκανικό ζήτημα. Γκοβόστη: Αθήνα, 2013.

ΓΕΣ/ΔΙΣ. Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Η Μάχη της Κρήτης. ΔΙΣ: Αθήναι, 1993 ανατύπωση.

Κολιόπουλος, Γ. Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40. Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1996.

Κοπανιτσάνος, Θ. «Στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (1939-1940). Το σχέδιο δημιουργίας Βαλκανικού θεάτρου επιχειρήσεων», στο Οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ος αι.). ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΔΙΣ: Αθήνα, 2011.

Σφέτας, Σ. Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τ.Β΄, Από τον Μεσοπόλεμο στην λήξη του Ψυχρού πολέμου (1919-1989. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2011.

Φλάϊσερ,  Χ. « Γεωστρατηγικά σχέδια της Ναζιστικής Γερμανίας για τη μεταπολεμική Κρήτη», στο Ιστορικά. Μέλισσα: Αθήνα Ιούνιος 1992. τ. 9, τεύχος 16. σ. 135-158.

 

[1]Όλες οι αποστάσεις είναι υπολογισμένες σε ευθεία γραμμή.

[2]To Σκάπα Φλόου (Scapa Flow) είναι ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι που σχηματίζεται από μια ομάδα νησιών στη Βόρεια Σκωτία. Την περίοδο εκείνη λειτουργούσε ως μεγάλη βάση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.

100 χρόνια από τότε. Αθανάσιος Συροπλάκης: Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

Αθανάσιος Συροπλάκης

Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

 Το Μακεδονικό μέτωπο, ένα από τα θέατρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, παρέμεινε αδρανές κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1916 και 1917. Η κατάσταση  μεταβλήθηκε την άνοιξη του 1918, όταν ανέλαβε την ηγεσία της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής ο Γάλλος στρατηγός Guillaumat, ο οποίος πραγματοποίησε επιθετικές επιχειρήσεις  κατά τον μήνα Μάιο σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, μετά την οργάνωση της άμυνας των συμμαχικών δυνάμεων. Οι ραγδαίες εξελίξεις στο Δυτικό μέτωπο αποτέλεσαν τον κυριότερο λόγο για την κινητοποίηση των στρατευμάτων της Αντάντ στο Μακεδονικό μέτωπο, αναγκάζοντας τα τελευταία να υιοθετήσουν μία περισσότερο επιθετική στρατηγική. Η μάχη του Σκρα υπήρξε ενδεικτικό παράδειγμα της νέας στρατηγικής των Συμμάχων, καθώς διεξήχθη σε μία χρονική στιγμή, κατά την οποία η Αντάντ βρισκόταν σε υποχώρηση στο Δυτικό μέτωπο. Παράλληλα, οι Γερμανοί απέσυραν συνεχώς στρατεύματα από άλλα επιχειρησιακά θέατρα για την ενίσχυση των επιθέσεών τους στο κυρίως μέτωπο. Η ανάγκη για καθήλωση των Γερμανών και των συμμάχων τους στη Μακεδονία, από κοινού με την επιδίωξη για βελτίωση της συμμαχικής θέσης στο ίδιο μέτωπο, οδήγησαν στην πραγματοποίηση της επίθεσης στην τοποθεσία Σκρα ντι Λέγκεν. Η επιτυχής έκβαση της μάχης καθόρισε σε μεγάλο ποσοστό τις επιχειρήσεις του φθινοπώρου του 1918, οπότε και επετεύχθη η ολική διάσπαση του βουλγαρικού μετώπου[1].

Σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει την κατάσταση που επικρατούσε στο Δυτικό μέτωπο την άνοιξη του 1918 και τον τρόπο, με τον οποίο αυτή επηρέασε την λήψη της απόφασης για τον νέο γύρο επιθετικών πρωτοβουλιών της Στρατιάς Ανατολής κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Ακόμη, γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί η σημασία της μάχης του Σκρα, η νικηφόρα έκβαση της οποίας είχε θετικό αντίκτυπο στα συμμαχικά στρατεύματα της Στρατιάς Ανατολής.

Στις αρχές του 1918, οι εξελίξεις του πολέμου για τις δυνάμεις της Αντάντ δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία άλλαξε πλήρως την πορεία των πραγμάτων, καθώς οι Μπολσεβίκοι, ευρισκόμενοι στην εξουσία υπό τον Λένιν, φάνηκαν διαλλακτικότεροι από την προηγούμενη ρωσική κυβέρνηση για μία συνεννόηση με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η οποία και έμελλε  να οδηγήσει στην υπογραφή ανακωχής. Η ανακωχή του είδους αυτού, όμως, σήμανε και την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου, πυροδοτώντας συνάμα μία αλυσίδα αρνητικών εξελίξεων για την Αντάντ. Το πλήγμα για τους Συμμάχους ενισχύθηκε, όταν οι Μπολσεβίκοι έδωσαν στη δημοσιότητα κάποιες μυστικές συμφωνίες της συμμαχίας, όπου αποκαλύπτονταν οι προθέσεις  για προσάρτηση εδαφών μετά το πέρας του πολέμου. Απόρροια αυτής της πράξης ήταν να μειωθεί το κύρος της συμμαχίας[2].

Άμεση συνέπεια της ανακωχής ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία υπήρξε, μεταξύ άλλων, και η πλήρης κατάρρευση του Ρουμανικού μετώπου. Η Ρουμανία είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ τον Αύγουστο του 1916, ενδυναμώνοντας την ανατολική πτέρυγα της συμμαχίας. Μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό, ο ρουμανικός στρατός φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων, με αποτέλεσμα το μέτωπο να καταρρεύσει σχετικά γρήγορα, όταν οι γερμανικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους στα Βαλκάνια εξαπέλυσαν αντεπίθεση κατά της χώρας[3]. Η πρωτεύουσα, το Βουκουρέστι, και η επαρχία της Βλαχίας καταλήφθηκαν. Ωστόσο, η Ρουμανία δεν κατέρρευσε πλήρως μετά την ήττα της στα τέλη του 1916. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος, η κυβέρνηση Μπρατιάνου, η Βουλή και μέρος του ρουμανικού στρατού διέφυγαν από το Βουκουρέστι και κατευθύνθηκαν στο Ιάσι, από όπου οργανώθηκε η άμυνα κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η επαρχία της Μολδαβίας τέθηκε υπό τον έλεγχο της Αντάντ, ενώ Γάλλοι αξιωματικοί, με τη συνδρομή Ρώσων συναδέλφων τους, ανέλαβαν το έργο της ανασυγκρότησης του ρουμανικού στρατού. Τα αποτελέσματα της ανασυγκρότησης αυτής φάνηκαν όταν οι Ρουμάνοι κατάφεραν να αποκρούσουν συντονισμένη επίθεση Αυστροούγγρων και Γερμανών τον Αύγουστο του 1917. Τις ημέρες πριν από την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου το ηθικό των Ρουμάνων στρατιωτών βρισκόταν σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Η Ρουμανία, όμως, χάνοντας τη ρωσική κάλυψη και συνδρομή μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, απέμεινε μόνη, αποκομμένη από τους συμμάχους της. Μη έχοντας πολλές επιλογές διαθέσιμες, η ρουμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου του 1917[4].

Το Ανατολικό μέτωπο είχε μεγάλη σημασία για την Συμμαχία της Αντάντ. Αφενός, η ύπαρξη αυτού του μετώπου παρεμπόδιζε την πρόσβαση των Γερμανών στον Καύκασο και στα πλούσια εδάφη (κυρίως τον ορυκτό πλούτο) της Ουκρανίας. Αφετέρου, έχοντας επωμισθεί τον ρόλο ενός μετώπου αντιπερισπασμού, κρατούσε καθηλωμένες επιτόπου εβδομήντα πέντε, περίπου, γερμανικές και αυστροουγγρικές μεραρχίες αποτρέποντας τη μεταφορά τους στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο ήταν και το κυριότερο πεδίο πολεμικών συγκρούσεων[5]. Οι διαπραγματεύσεις για τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1917 στο Brest-Litovsk. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων τέθηκε ο Λέων Τρότσκι. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων φάνηκαν οι αντιρρήσεις του Τρότσκι στους όρους που προσπαθούσε να επιβάλει η Γερμανία, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις στις 9 Φεβρουαρίου 1918.

Η άφιξη της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων στο Brest-Litovsk.

Υπό τον φόβο νέου κύκλου εκτεταμένων εχθροπραξιών, ο Λένιν αποδέχθηκε, τελικά, τους δυσμενείς όρους των Κεντρικών Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτούς, η άλλοτε κραταιά Ρωσία έχανε το 1/3 περίπου του πληθυσμού της, μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των σιδηροδρόμων της, καθώς αποχωριζόταν τις περιοχές της Βαλτικής, τη Φινλανδία, την Πολωνία, την Ουκρανία και κάποια εδάφη του Καυκάσου, τα οποία κατείχε από την εποχή του Συνεδρίου του Βερολίνου του 1878. Ο Λένιν, εφαρμόζοντας μία πολιτική ρεαλισμού έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψουν το τελικό κείμενο της συνθήκης στις 3 Μαρτίου του 1918[6]. Θεώρησε ότι περεταίρω συζητήσεις ήταν ανούσιες, γιατί δεν διέθετε ικανό στρατό και συνεπώς δεν είχε τη δυνατότητα αντίδρασης σε περίπτωση επανάληψης των συγκρούσεων. Προτίμησε να υποστεί τους όρους της συνθήκης προκειμένου να σωθεί η «παγκόσμια επανάσταση», με την ελπίδα ότι η εξάπλωσή της τελευταίας θα ανέτρεπε μελλοντικά από μόνη της το καθεστώς του Brest-Litovsk.

Για πρώτη φορά μετά τον Φεβρουάριο του 1916 (μάχη του Verdun), τα ανώτερα κλιμάκια του γερμανικού επιτελείου προετοίμαζαν μία επίθεση μεγάλης κλίμακας. Στις αρχές του 1918, μία επίθεση αυτού του είδους αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για τις Κεντρικές Δυνάμεις να επιτύχουν μία ολοκληρωτική ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο θεωρείτο, ήδη από το 1914, ότι θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου. Κύριος σκοπός ήταν η κατάρρευση της Γαλλίας και η υπογραφή ειρήνης, σύμφωνα με τους όρους της Γερμανίας. Μετά τις νέες εξελίξεις, οι Γερμανοί προώθησαν σαράντα περίπου μεραρχίες από το Ανατολικό μέτωπο στο Δυτικό, ενώ τριάντα έως σαράντα μεραρχίες παρέμειναν στο Ανατολικό για την επιτήρηση της τάξης στην περιοχή[7]. Η σχετική αδράνεια που επικρατούσε στο Μακεδονικό μέτωπο τους προσέφερε τη δυνατότητα να αποσπάσουν, από εκεί, επιπρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις και να τις μεταφέρουν στο Δυτικό μέτωπο.

Τα οφέλη της Γερμανίας από μία επιτυχημένη επιχείρηση στο Δυτικό μέτωπο, εκτός από –το προφανές– τη λήξη του πολέμου, ήταν αρκετά. Αν οι πρώτες επιχειρήσεις της επικείμενης επίθεσης στέφονταν με επιτυχία, θα επερχόταν μία ψυχολογική ανάταση των στρατιωτών και θα αυξανόταν η αυτοπεποίθησή τους για την τελική νίκη. Από την άλλη πλευρά, το κύρος του στρατού θα ανυψωνόταν στα μάτια της κοινής γνώμης, όπως είχε συμβεί σε προηγούμενες μεγάλες νικηφόρες επιχειρήσεις με κύριο παράδειγμα την μάχη του Tannenberg τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το γερμανικό επιτελείο θεώρησε αναγκαίο να επιτευχθεί η ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εισέλθουν περισσότερο δυναμικά στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να γείρει η πλάστιγγα σε βάρος των Κεντρικών Δυνάμεων[8]. Βέβαια, υπήρχαν φωνές στο γερμανικό επιτελείο που θεωρούσαν λανθασμένη την επιλογή των αρχιστράτηγων Ludendorff και Hindenburg για μεγάλης εμβέλειας επίθεση, προτείνοντας είτε μία σύμπτυξη των γερμανικών δυνάμεων είτε επιθετικές επιχειρήσεις περιορισμένου βεληνεκούς στο Δυτικό μέτωπο[9].

Ωστόσο, δύο από τους συμμάχους της Γερμανίας, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Βουλγαρία, δεν φαίνονταν να συμμερίζονται τα σχέδια για επίθεση μέσα στο 1918. Η Αυστρο-Ουγγαρία αντιμετώπιζε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία καθιστούσαν δυσχερή την απρόσκοπτη συμμετοχή της σε επιθετικές επιχειρήσεις[10]. Συγκεκριμένα, στις αρχές του 1918 είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των εργατικών απεργιών και τη γενικότερη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό, η οποία δεν περιοριζόταν μόνο στις διάφορες εθνικές μειονότητες της Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, αυτές οι απεργίες ενθάρρυναν τους Γερμανούς εργάτες να προβούν και εκείνοι σε ανάλογες κινητοποιήσεις περί το τέλος Ιανουαρίου του 1918. Επίσης, η κυβέρνηση της Βιέννης αντιμετώπιζε προβλήματα ως προς τον επισιτισμό των κατοίκων της Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία, από τη δική της πλευρά, είχε επιτύχει τους στόχους, που εξαρχής είχε θέσει, δηλαδή την κατάληψη της σερβικής και Ανατολικής Μακεδονίας σε βάρος, αντίστοιχα, τη Σερβίας και της Ελλάδας, καθώς και εκείνη της Νοτίου Δοβρουτσάς σε βάρος της Ρουμανίας[11]. Συνεπώς, ο πόλεμος είχε ουσιαστικά λήξει για αυτήν ήδη από το 1916. Η σχετική στασιμότητα που παρατηρούταν στο Μακεδονικό μέτωπο μετά την επίτευξη των στόχων της Βουλγαρίας είχαν αρνητικές συνέπειες στους κόλπους του βουλγαρικού στρατού. Σύνηθες ήταν το φαινόμενο των λιποταξιών, κυρίως ατόμων που προέρχονταν από την ευρύτερη ζώνη της Μακεδονίας και είχαν ρευστή εθνική συνείδηση, ενώ το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών μειωνόταν συνεχώς[12]. Επιπλέον, στα τέλη του 1917 είχαν διαδοθεί φήμες ότι οι Σύμμαχοι, συγκεκριμένα η Βρετανία, βολιδοσκοπούσαν τη Βουλγαρία για την σύναψη μίας ξεχωριστής ειρήνης. Όπως φαίνεται, η βρετανική διπλωματία δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα για μια προσέγγιση με τη Σόφια (ιδέα που ίσχυε από την αρχή του πολέμου). Μια πιθανή υπογραφή ειρήνης με τη χώρα αυτή, θα ενίσχυε, αναπόφευκτα, τη θέση τους στο Δυτικό μέτωπο [13].

Ενόψει της επερχόμενης μεγάλης επίθεσης, τον χειμώνα του 1917-1918 αποσύρθηκαν προσωρινά από την πρώτη γραμμή του μετώπου πενήντα έξι γερμανικές μεραρχίες. Στην εκπαίδευση των στρατιωτών δόθηκε έμφαση στις νέες επιθετικές τακτικές και κυρίως στην ανύψωση του ηθικού, το οποίο είχε εκπέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα[14]. Στο πλαίσιο της  «Kaiserschlacht» ή αλλιώς της «εαρινής επίθεσης του Ludendorff» εξαπολύθηκαν πέντε μεγάλες επιθέσεις από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1918. Η πρώτη, με κωδική ονομασία «MICHAEL», η οποία διήρκεσε από την 21η Μαρτίου έως την 5η Απριλίου,  προκάλεσε σύγχυση στις τάξεις των Βρετανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες και υποχώρησαν αρκετά. Κατά την διάρκεια της επίθεσης «BLÜCHER» (27 Μαΐου–4 Ιουνίου) διασπάστηκαν οι γραμμές των γαλλικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα οι γερμανικές δυνάμεις να φτάσουν ως το Château-Thierry στο ύψος του ποταμού Μάρνη, δηλαδή μόλις 93 χλμ. από το Παρίσι. Οι Σύμμαχοι περιήλθαν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς μια ενδεχόμενη κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατό συνεπαγόταν και την ήττα τους στον πόλεμο. Οι κυβερνήσεις της Αντάντ αναζήτησαν εφεδρείες από τα υπόλοιπα μέτωπα του πολέμου, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στην πίεση, την οποία υφίσταντο. Παρόλα αυτά, τα συμμαχικά στρατεύματα κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και η τελευταία επίθεση «GNEISENAU», η οποία έλαβε χώρα στην Καμπανία (15-17 Ιουλίου), εξελίχθηκε σε ήττα για τους Γερμανούς.

Στη μεγάλη «εαρινή Επίθεση του Ludendorff», μπορεί ο γερμανικός στρατός να διείσδυσε αρκετά βαθιά στις θέσεις των αντιπάλων, απειλώντας μάλιστα και το Παρίσι, όμως ο κύριος σκοπός της τελευταίας, δηλαδή η ολική διάσπαση του μετώπου, δεν επιτεύχθηκε. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της εαρινής επίθεσης, βρήκαν τον θάνατο στο πεδίο της μάχης περίπου οχτακόσιες χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν στα επίλεκτα γερμανικά στρατιωτικά σώματα (Stormtroopers ή Sturmmann στα γερμανικά)[15]. Ως το καλοκαίρι του 1918 έγιναν εμφανή τα όρια της γερμανικής επέκτασης και δοκιμάστηκαν οι αντοχές του γερμανικού στρατού.

Επίλεκτες μονάδες του γερμανικού στρατού κατά τη μεγάλη εαρινή επίθεση στο Δυτικό Μέτωπο.

Τον ρόλο του Ανατολικού μετώπου, ως πεδίο καθήλωσης και εν γένει διασποράς των γερμανικών δυνάμεων, ανέλαβε μέσα στο 1918 το Μακεδονικό μέτωπο[16]. Η Συμμαχική Στρατιά Ανατολής  ήταν αναγκαίο να αναδιοργανωθεί, προκειμένου να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο νέα σημαντική αποστολή, που της είχε ανατεθεί. Μέχρι την άνοιξη του 1918 οι στρατιώτες του μετώπου, οι «Κηπουροί της Θεσσαλονίκης» όπως ονομάστηκαν, είχαν να αντιμετωπίσουν κυρίως ακραίες καιρικές συνθήκες και διάφορες ασθένειες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Μακεδονία. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους στα μάτια των ιδίων των Συμμάχων, το συγκεκριμένο ήταν ένα μέτωπο ελάσσονος σημασίας.

Η κατάσταση άλλαξε, όταν ο στρατηγός Adolphe Guillaumat έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 22 Δεκεμβρίου του 1917, ως αντικαταστάτης του μέχρι πρότινος αρχιστράτηγου της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής, Maurice Sarrail. Ο Guillaumat ήταν ένας μετριοπαθής στρατηγός, με μεγάλη εμπειρία προ του πολέμου. Είχε συμμετάσχει σε πολλές εκστρατείες και η γνωριμία του με τα αποικιακά γαλλικά στρατεύματα ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι τρεις από τις συνολικά οχτώ γαλλικές μεραρχίες ήταν αποικιακής προέλευσης. Ένα ακόμα θετικό στοιχείο για τη νέα διοίκηση ήταν το γεγονός ότι οι νέο-αφιχθέντες αξιωματικοί του επιτελείου του Guillaumat δεν πρόλαβαν να ενημερωθούν για την κατάσταση του μετώπου από εκείνους του Sarrail, με αποτέλεσμα να μην επηρεαστεί η νέα διοίκηση από τις εκτιμήσεις τους για το μέτωπο. Ο Guillaumat διόρισε στη θέση του Επιτελάρχη τον Γάλλο στρατηγό Charpy, έναν αξιωματικό πολύ ικανό για τα δεδομένα του μετώπου[17]. Σημαντική προσθήκη στο επιτελείο του Guillaumat ήταν ο στρατηγός Bordeaux, ο οποίος ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανασύνταξης του ελληνικού στρατού ως γενικός επιθεωρητής του τελευταίου[18].

Τελετή παρασημοφόρησης από τον στρατηγό Guillaumat στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918.

Ο στρατηγός Guillaumat έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, συγκεκριμένες οδηγίες για το ρόλο της Στρατιάς Ανατολής[19]. Κύρια αποστολή της τελευταίας ήταν, πρωτίστως, να μην επιτρέψει την κατάληψη της Ελλάδας από τις εχθρικές δυνάμεις. Βάση των συμμαχικών στρατευμάτων θα ήταν ολόκληρη η χώρα και όχι μόνο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αφού από τον Ιούνιο του 1917 η Ελλάδα ήταν και επισήμως εμπόλεμο κράτος. Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτροπή κατάληψης της Πελοποννήσου από τις Κεντρικές Δυνάμεις, πραγματική απειλή για τις θαλάσσιες επικοινωνίες των δυνάμεων με τη Μέση ή, ακόμα, και με Άπω Ανατολή μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Η συμμαχική άμυνα έπρεπε να εκτείνεται από το Αιγαίο Πέλαγος (Κόλπος Ορφανού) έως τις λίμνες των Πρεσπών και Αχρίδας. Ο τομέας έως την Αδριατική και την Κέρκυρα θα οργανωνόταν από κοινού με τα ιταλικά στρατεύματα[20].

Για την αποτελεσματικότερη άμυνας του μετώπου, ήταν αναγκαίο να αποπερατωθούν κάποια έργα για την βελτίωση των υποδομών των λιμανιών και του συγκοινωνιακού δικτύου της χώρας και ειδικά της Μακεδονίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Ιτέας, βελτιώθηκε το συγκοινωνιακό δίκτυο Θεσσαλονίκης–Θεσσαλίας και το δίκτυο εντός της Μακεδονίας[21]. Μέχρι τον Απρίλιο του 1918 είχαν προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα έργα σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, ενώ παράλληλα είχε επιτευχθεί η συγκρότηση εφεδρειών. Στα έργα αυτά εργάστηκαν ντόπιοι, και ξένοι στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και Ρώσοι, που ο Guillaumat είχε αποσύρει από την πρώτη γραμμή και μεταφέρει στα μετόπισθεν[22]. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εξετάσθηκε η αναδιοργάνωση του περιχαρακωμένου στρατοπέδου της Θεσσαλονίκης, την άμυνα του οποίου θα αναλάμβαναν βρετανικά και ελληνικά στρατεύματα. Ο Guillaumat, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, μπορούσε να μελετήσει επιθετικά σχέδια μικρής κλίμακας μετά την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων αμυντικών έργων.

Στις αρμοδιότητες του Guillaumat συμπεριλαμβανόταν και η μέριμνα για την πλήρη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον πόλεμο. Αρχικά, η Ελλάδα για τη χρηματοδότηση της συμμετοχής της, συνήψε ένα δάνειο ύψους 750 εκατομμυρίων φράγκων από τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ στις 10 Φεβρουαρίου του 1918, με το όριο της  εκταμίευσης  να καθορίζεται από τις τρεις Δυνάμεις[23]. Μέχρι τις αρχές του 1918, συμμετείχαν στον πόλεμο ήδη τέσσερις ελληνικές μεραρχίες –από τα τέλη του 1916 το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη με τρεις μεραρχίες, ενώ μετά την επίσημη έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, στάλθηκε στο μέτωπο η Ιη Μεραρχία. Ο στρατηγός Bordeaux αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις ως προς την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[24]. Το έργο του δυσχέραιναν, αφενός οι ελλείψεις σε αξιωματικούς, οπλίτες, μεταφορικά μέσα και ιματισμό, και αφετέρου η ένταση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος ευρισκόμενος στο αποκορύφωμά του, μετακύλησε και στις τάξεις του στρατεύματος. Οι εκκαθαρίσεις στους κόλπους του τελευταίου καθώς και στον κρατικό μηχανισμό από την κυβέρνηση Βενιζέλου θεωρούνταν αναγκαίες για την απρόσκοπτη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο, καθώς οι αντιβενιζελικές δυνάμεις φαίνεται πως είχαν κάποια επιρροή στο στράτευμα, όπως φαίνεται από την εκδήλωση μίας στάσης τμημάτων της ΙΙΙ Μεραρχίας κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς το μέτωπο[25].

Η επιμονή του στρατηγού Bordeaux και η στήριξη προς αυτόν από τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[26]. Όμως, η Στρατιά Ανατολής ενισχύθηκε εντελώς απρόσμενα και από την πλευρά της Σερβίας. Επρόκειτο για  6 χιλιάδες στρατιώτες της σερβικής αποστολής στη Ρωσία, οι οποίοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, πέρασαν από ένα μακρύ ταξίδι και πολλές ταλαιπωρίες προτού φτάσουν στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918[27]. Ο Guillaumat στο έργο της αναδιοργάνωσης της Στρατιάς της Ανατολής προχώρησε και σε δομικές μεταρρυθμίσεις, με πιο σημαντικές τη δημιουργία εφεδρειών πυροβολικού για όλο το μέτωπο και την αυτονόμηση της γαλλικής στρατιάς υπό τον Στρατηγό Henrys, πράξη η οποία αποσκοπούσε στη καλύτερη απόδοση και στην αποφυγή παρεξηγήσεων σε επίπεδο ηγεσίας[28].

Τον Απρίλιο προέκυψε ένα μείζον ζήτημα, όταν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας ζήτησαν την απόσυρση 2 γαλλικών μεραρχιών και 12 βρετανικών ταγμάτων από το Μακεδονικό μέτωπο, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στο Δυτικό. Την αρμοδιότητα να αποφασίζει την μεταφορά δυνάμεων από και προς το Μακεδονικό μέτωπο είχε μόνο το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο των Συμμάχων, το οποίο διευθέτησε το ζήτημα σχετικά γρήγορα, αποφασίζοντας την αντικατάσταση των αποσυρομένων μονάδων από ελληνικές δυνάμεις και αποικιακά στρατεύματα. Παράλληλα, ανακατάταξη στην σύνθεση των στρατευμάτων παρατηρήθηκε και στις Κεντρικές Δυνάμεις, όταν οι γερμανικές μονάδες που αποχωρούσαν για τη Γαλλία αντικαταστάθηκαν μερικώς από δύο βουλγαρικές μεραρχίες, προερχόμενες από το μέτωπο της Ρουμανίας. Παρά την άφιξη των δύο μεραρχιών, οι βουλγαρικές μονάδες δεν συγκρίνονταν σε καμία περίπτωση με τις αντίστοιχες γερμανικές σε ποιότητα αλλά και σε μέγεθος[29].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθεωρεί μονάδες του στρατού της Εθνικής Άμυνας.

Καθοριστικός παράγοντας για την ανάληψη επιθετικών ενεργειών στο Μακεδονικό μέτωπο ήταν οι επιτυχίες των Γερμανών στο Δυτικό. Η «εαρινή επίθεση του Ludendorff» ανάγκασε τη γαλλική κυβέρνηση να διατάξει τον στρατηγό Guillaumat να επιδιώξει την καθήλωση του συνόλου των εχθρικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στη Μακεδονία[30]. Η παραπάνω καθήλωση θα πραγματοποιούνταν με επιθετικές ενέργειες και αντιπερισπασμούς κατά μήκος του συνόλου του μετώπου[31]. Τα στρατεύματα της Στρατιάς της Ανατολής όφειλαν «να εντείνωσι την δράσιν των προς παρενόχλησιν του εχθρού, δέσμευσιν της ελευθερίας ενεργείας του, έλεγχον της εν τω μετώπω διατάξεως αυτού και εξιχνίασιν των κινήσεών του. Τα αποτελέσματα ταύτα έδει να επιζητηθώσι διά τοπικών επιθετικών επιχειρήσεων επιμελώς προπαρασκευαζομένων, εναντίον αντικειμενικών σκοπών καταλλήλως εκλεγομένων, διά της συμμετοχής περιωρισμένων δυνάμεων πεζικού, υποστηριζομένων όμως διά συγκεντρώσεως όσον το δυνατόν πολυαριθμωτέρου πυροβολικού»[32].

Ο Guillaumat, ήδη από τις αρχές Μαρτίου, είχε σκιαγραφήσει ένα σχέδιο για επιθετικές επιχειρήσεις στους τομείς των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα. Όμως, το εν λόγω σχέδιο απαιτούσε μεγάλη προετοιμασία και ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί πριν από το φθινόπωρο του 1918. Οι νέες διαταγές από τη Γαλλία μετέβαλαν τις προτεραιότητες του Guillaumat. Ο τελευταίος εξέδωσε διαταγές από τις 4 έως τις 11 Απριλίου προς τους διοικητές των τομέων του μετώπου για προπαρασκευή ισχυρών τοπικών επιθέσεων. Στις επιθέσεις αυτές, ο Guillaumat φρόντιζε να συμπεριλαμβάνονται και όσες ελληνικές μεραρχίες είχαν προωθηθεί στο μέτωπο, διότι θα ήταν καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να ανυψωθεί το ηθικό των στρατιωτών.

Σύμφωνα με τα νέα σχέδια, ελληνικά και βρετανικά σώματα υπό τον Βρετανό στρατηγό Briggs πραγματοποίησαν επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο του Κάτω Στρυμόνα από τις 15 έως τις 20 Απριλίου, οι οποίες επέφεραν θετικά αποτελέσματα[33]. Στον αλβανικό τομέα διεξήχθησαν επιχειρήσεις από γαλλικά και ιταλικά στρατεύματα, τα οποία κατέλαβαν σχετικά εύκολα περίπου 120 τετραγωνικά μίλια, δίχως, ωστόσο, τα αποτελέσματα να έχουν μεγάλη στρατηγική αξία εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους[34]. Από τις μεγάλες τοπικές επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη την άνοιξη, ξεχώρισε η επίθεση για την κατάληψη της τοποθεσίας του Σκρα ντι Λέγκεν, στην οποία συμμετείχαν κυρίως ελληνικές δυνάμεις του Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης[35]. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπαγόταν στην Πρώτη Ομάδα Μεραρχιών, υπό τον στρατηγό Gérôme και περιελάμβανε τις μεραρχίες Αρχιπελάγους υπό τον υποστράτηγο Δημήτριο Ιωάννου, Κρήτης υπό τον υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιάδη και Σερρών υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης αριθμούσε στα τέλη της άνοιξης του 1918 53.740 άνδρες [36].

Το Σκρα ντι Λέγκεν βρισκόταν νότια του χωριού Χούμα, στα δυτικά του Αξιού και αποτελούσε «απότομη και βραχώδη «εξέχουσα» του βουλγαρικού μετώπου και παρατηρητήριο μεγάλης αξίας»[37]. Η τοποθεσία ήταν οχυρωμένη ισχυρότατα, με πλήθος φυσικών και τεχνητών έργων, με λαβύρινθο χαρακωμάτων και ορυγμάτων επικοινωνίας καθώς και με πλήθος πυροβολείων καταταγμένων σε βαθμίδες, τα οποία μπορούσαν να βάλουν προς όλες τις πλευρές[38]. Υπήρχαν δύο γραμμές άμυνας και οι οχυρώσεις εκτείνονταν επί 3,2 χιλιόμετρα. Η πρόσβαση προς την τοποθεσία γινόταν αποκλειστικά από δύσβατους «ημιονικούς» δρόμους[39].

Η επίθεση εναντίον του Σκρα ντι Λέγκεν προετοιμάστηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια. Σύμφωνα με το σχέδιο του Στρατηγού Gérôme, το βάρος της επίθεσης αναλάμβανε η μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία θα υποστηριζόταν από επιθέσεις στα ανατολικά από τη μεραρχία Κρήτης και την 122η γαλλική μεραρχία και στα δυτικά από τη μεραρχία Σερρών και τη σερβική μεραρχία Τιμόκ[40]. Αρχικά, θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα ντι Λέγκεν και σε δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς – Σερφ Βολάν από τη μεραρχία Αρχιπελάγους. Παράλληλα, θα επιχειρούνταν αντιπερισπασμοί από τους Βρετανούς και τους Σέρβους στους τομείς που τους είχαν ανατεθεί, ενώ η συμμαχική αεροπορία θα βομβάρδιζε τα εχθρικά μετόπισθεν. Απέναντι από τις συμμαχικές δυνάμεις, βρίσκονταν παραταγμένα σε κοντινή απόσταση πέντε βουλγαρικά συντάγματα, ενώ αλλά τρία προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία[41].

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν.

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, συμμαχικά και ελληνικά πυροβόλα μεταφέρθηκαν από άλλα σημεία του μετώπου και τοποθετήθηκαν στην περιοχή γύρω από το Σκρα ντι Λέγκεν, απέναντι ακριβώς από τις γραμμές του αντιπάλου[42]. Οι Βούλγαροι παρατηρητές είχαν εντοπίσει την αύξηση της δραστηριότητας και την κινητικότητα, όμως δεν μπορούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τις προθέσεις του Guillaumat, καθώς εκείνος προσπαθούσε με τις ενέργειές του να τους αφήσει να διερωτώνται συνεχώς προς τα πού θα κατευθυνόταν η κύρια επίθεση. Από τις 28 Μαΐου εκδηλώθηκε σειρά επιθέσεων για αντιπερισπασμό και ειδικά στον τομέα του Αξιού. Την επομένη, το συμμαχικό πυροβολικό έπληξε τους αντικειμενικούς στόχους της επικείμενης επίθεσης, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε αραιότερος[43].

Στις 30 Μαΐου είχαν ολοκληρωθεί όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες και το πεζικό ήταν έτοιμο για την επίθεση. Από τις 4.30 το πρωί, εντάθηκαν οι ρυθμοί των βομβαρδισμών και από τις 4.55 ξεκίνησε η βολή κινητού φραγμού για την προστασία της μεραρχίας Αρχιπελάγους, οι στρατιώτες της οποίας εξόρμησαν εναντίον του υψώματος Σκρα ντι Λέγκεν[44]. Οι δυσχέρειες της επίθεσης ήταν αρκετές, με κυριότερες την ισχυρά οχυρωμένη εχθρική τοποθεσία, το απόκρημνο έδαφος και την αρκετά μεγάλη απόσταση από τις εχθρικές γραμμές άμυνας. Η αντίδραση των αμυνόμενων ήταν άμεση, αλλά ανεπιτυχής. Η μεραρχία Αρχιπελάγους μέσα σε μιάμιση ώρα από τη στιγμή της έναρξη της επίθεσης κατάφερε να καταλάβει τα υψώματα Σκρα ντι Λέγκεν, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν, δίνοντας σκληρές μάχες[45]. Την ίδια ώρα εξόρμησε η μεραρχία Κρήτης εναντίον των υψωμάτων στα ανατολικά του Σκρα ντι Λέγκεν και μέχρι το μεσημέρι κατελήφθησαν όλες οι προβλεπόμενες θέσεις. Η μεραρχία Σερρών ανταποκρίθηκε εξίσου καλά στα σχέδια και κατέλαβε τα υψώματα Λαγκαδιά–Σαγράδα–Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Επιπλέον, προσέφερε βοήθεια στην μεραρχία Αρχιπελάγους, όταν εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κατάληψη του υψώματος Τουμουλούς[46]. Συνολικά, τα κέρδη της επίθεσης ήταν η προώθηση του συμμαχικού μετώπου σε βάθος 2 χλμ. και σε πλάτος 13χλμ.. Οι βουλγαρικές αντεπιθέσεις, που διεξήχθησαν το απόγευμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τα συμμαχικά στρατεύματα.

Οι απώλειες της μάχης ήταν 2.204 τραυματίες, 164 αγνοούμενοι και 441 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο ταγματάρχης του πρώτου τάγματος του πέμπτου συντάγματος της μεραρχίας Αρχιπελάγους, Βασίλειος Παπαγιάννης. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε αναλάβει το κύριο μέρος της επίθεσης. Οι νεκροί για τους αντιπάλους υπολογίζονται σε περίπου πεντακόσιους άνδρες. Κυριεύτηκε σημαντικός αριθμός βουλγαρικού στρατιωτικού υλικού και πυρομαχικών, ενώ συνελήφθησαν και 2.063 αιχμάλωτοι. Μάλιστα, το 49ο βουλγαρικό σύνταγμα πεζικού, εξαντλημένο από την πείνα και τις κακουχίες του μετώπου, αιχμαλωτίστηκε από τις ελληνικές μεραρχίες μετά το πέρας της μάχης[47]. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ο καιρός ήταν νεφελώδης και βροχερός, κάτι το οποίο ευνοούσε την επίθεση, διότι δεν επέτρεπε στα εχθρικά παρατηρητήρια να έχουν καλή ορατότητα, ενώ και οι επικοινωνίες ήταν αρκετά καλές[48].

Λυκούργος Κογεβίνας (1887 – 1940), Η Μάχη του Σκρα, 1918 Λάδι σε μουσαμά., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Η οργάνωση της τοποθεσίας άρχισε αμέσως μετά την κατάληψή της, με αμυντικά έργα και γραμμές επικοινωνίας, στα οποία εργάστηκαν όλες οι ελληνικές μονάδες, τμήματα του μηχανικού και ειδικά εκπαιδευμένα σώματα των γαλλικών δυνάμεων[49]. Η άμυνα των Συμμάχων οργανώθηκε σε δύο τοποθεσίες, με την πρώτη να ακολουθεί τη γραμμή Σερφ Βολάν–Τουμουλούς και την δεύτερη να περιλαμβάνει το Σκρα ντι Λέγκεν μαζί με την ήδη υπάρχουσα γραμμή άμυνας, προ της επίθεσης[50]. Στις 2 Ιουνίου, ο Guillaumat διέταξε την αντικατάσταση των μονάδων που συμμετείχαν στην επιχείρηση και την ανάπαυσή τους. Το συμμαχικό πυροβολικό, που είχε διατεθεί για την επίθεση επανήλθε στους τομείς του μετώπου, από όπου είχε αποσπαστεί. Ακόμη, ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Θεσσαλονίκης τόνισε στις διαταγές του την ανάγκη συνεχούς παρενόχλησης του εχθρού για τη διατήρηση του υψηλού ηθικού των στρατιωτών μετά την μάχη.

Η επιτυχία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη μάχη του Σκρα, εκθειάστηκε από τους Συμμάχους και την ελληνική κοινή γνώμη. Επρόκειτο για μία καθαρά ελληνική νίκη, χάρη στην οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή του ελληνικού στρατού και ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη για την μελλοντική του δράση[51]. Ο ίδιος ο στρατηγός Guillaumat σε διαταγή του μίλησε με εγκωμιαστικά λόγια για την επιτυχία, χαρακτηρίζοντας τον ελληνικό στρατό «ανδρείο» και με «υπέροχη ορμητικότητα»[52]. Η νίκη προκάλεσε αισθήματα ενθουσιασμού σε ολόκληρη τη χώρα, παραπέμποντας στις «ένδοξες» στιγμές των Βαλκανικών Πολέμων[53]. Παράλληλα, επιταχύνθηκαν οι ρυθμοί της επιστράτευσης των υπό συγκρότηση ελληνικών μεραρχιών [54]. Η μάχη είχε τέτοιο θετικό αντίκτυπο στους κόλπους της Στρατιάς της Ανατολής, ώστε προκάλεσε στους Σέρβους τη θέληση να πετύχουν και εκείνοι μια νίκη, όπως οι Έλληνες[55]. Ο τύπος της εποχής περιέγραφε αναλυτικά τα συμβάντα της μάχης, περιλαμβάνοντας μαρτυρίες των στρατιωτών αλλά και αιχμαλώτων[56]. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι και ο αντιβενιζελικός τύπος περιγράφει με θερμά λόγια την επιτυχία των ελληνικών δυνάμεων, ονομάζοντας την «ωραία ελληνική νίκη»[57]. Αφηγήσεις των συμμετεχόντων καταλάμβαναν χώρο, δίπλα από τα νέα για το Δυτικό μέτωπο, ενώ και τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων στρατιωτών στο Σκρα ήταν από τα κύρια θέματα συζήτησης στη δημόσια ζωή της χώρας, αντικαθιστώντας εκείνα του Verdun και του Somme[58].

Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε το προοίμιο της νίκης των Συμμάχων στο Μακεδονικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1918. Στο πεδίο της μάχης φάνηκε το χαμηλό ηθικό και η αδυναμία των βουλγαρικών δυνάμεων να διατηρήσουν τις θέσεις τους, γεγονός που εξηγεί και το ότι δεν επιχείρησαν μεγάλη αντεπίθεση μετά το πέρας της τελευταίας[59]. Στην αδυναμία αντίδρασης του βουλγαρικού στρατού είναι βέβαιο πως  συνέβαλε και η απομάκρυνση της πλειονότητας των γερμανικών δυνάμεων από το Μακεδονικό μέτωπο. Οι εφεδρείες που οι Βούλγαροι παρέταξαν ήταν κατώτερης ποιότητας, ενώ πολλοί στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή μετά την μάχη[60]. Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν κρίθηκε από τη μάχη του Σκρα ούτε από την κατάρρευση του βουλγαρικού μετώπου, το φθινόπωρο του 1918. Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε μία τοπική επιτυχία, σε ένα μέτωπο με δευτερεύοντα ρόλο. Μία ολική ρήξη του Δυτικού μετώπου θα ανέτρεπε οποιαδήποτε επιτυχία της Στρατιάς της Ανατολής στο Μακεδονικό μέτωπο. Δεν αποτελεί τροχοπέδη, όμως, στο να θεωρείται ως μία από τις ενδοξότερες επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και γενικότερα της Στρατιάς της Ανατολής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι επιχειρήσεις, οι οποίες διεξήχθησαν επί της διοίκησης του στρατηγού Guillaumat, θεωρούνται επιτυχημένες και ως προς τον αρχικό τους στόχο, καθώς αρκετά στρατεύματα των Κεντρικών Δυνάμεων καθηλώθηκαν στη Μακεδονία. Το καλοκαίρι του 1918 οι Δυνάμεις της Αντάντ    σταθεροποιούσαν την κατάσταση στο Δυτικό μέτωπο και άρχισαν να σχεδιάζουν την αντεπίθεση τους.

 

Το μνημείο των πεσόντων στην είσοδο του χωριού του Σκρα.

 

Το Σκρα συνετέλεσε στην αποβολή μετριοπαθούς τακτικής για τις επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο από τον στρατηγό Guillaumat. Στις αρχές Ιουνίου άρχισε να προετοιμάζει με το επιτελείο του ευρύτερης κλίμακας επιθέσεις. Οι ικανότητες του Guillaumat θεωρήθηκε από την ηγεσία των Συμμάχων ότι χαραμίζονταν στο δευτερεύον επιχειρησιακό θέατρο της Θεσσαλονίκης. Κυβερνητικές διαταγές από το Παρίσι ανακάλεσαν τον Guillaumat στο Δυτικό μέτωπο, προκειμένου να αναλάβει την κομβική θέση του στρατιωτικού διοικητή της γαλλικής πρωτεύουσας[61]. Στις 9 Ιουνίου, όταν ο Guillaumat αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη, το σχέδιο του δεν είχε διατυπωθεί ακόμη επίσημα, όμως έμελλε να το διεκπεραιώσει ο διάδοχος του, στρατηγός Louis Franchet d’Espèrey, τρεις μήνες αργότερα.

  

  Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ 17 Μαΐου 1918

Η μάχη του Σκρα! Η νίκη που εξέπληξε τις συμμαχικές δυνάμεις… [17 Μαΐου from Τράπεζα Ἰδεῶν on Vimeo.

 

 

O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

Υποσημειώσεις

 


[1]
Κωστόπουλος, Φώτης, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο (1916 – 1918). Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού και τα πολιτικά παρασκήνια της εποχής, Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 2002, 28–30.
O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

[2] Gardikas-Katsiadakis, Helen, «Greek Diplomatic Planning, 1917-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki , 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 113· Strachan, Hew, Α‘ Παγκόσμιος Πόλεμος (μτφρ. Νικόλαος Λαζαρίδης), Αθήνα: Γκοβόστη, 2013, 332.

[3] Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» στο Ελλήνων Ιστορικά, 100 χρόνια από τον Β’ Βαλκανικό: Ο πόλεμος των 30 ημερών που διπλασίασε την Ελλάδα (Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 2013), 124.

[4] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335–336· Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 125· Ferro, Marc, Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918 (μτφρ. Τζίνα Κατσιλιέρη), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997, 169.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού (στο εξής: ΓΕΣ), Η συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο 1918, τόμος Β’, Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1961, 1· Dowling, Timothy C., «Eastern Front» στο International Encyclopedia of the First World War (20 Νοεμβρίου 2015), http://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/eastern_front, 16.

[6] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335.

[7] Dowling, «Eastern Front», 16. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι η επιτήρηση των Γερμανών στην Ανατολική Ευρώπη κόστισε στη Γερμανία πολύτιμες δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη μεγάλη «εαρινή επίθεση του Ludendorff», το 1918.

[8] Afflerbach, Holger, «Greece and the Balkan Area in German Strategy, 1914-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 63. Οι αμερικανικές δυνάμεις αποτέλεσαν σημαντική προσθήκη σε αυτές της Αντάντ, καθώς ο αριθμός τους κατά τους τελευταίους 6 μήνες του πολέμου ανήλθε στο 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες.

[9] Afflerbach, «Greece and the Balkan», 63.

[10] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 358, 360. Οι ταραχές αυτές στο εσωτερικό της Αυστρο-Ουγγαρίας αποτυπώνονται και στον ελληνικό Τύπο. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα «Νέα Ελλάς» αναφέρει στο φύλλο της 30ης Μαΐου 1918 (νέο ημερολόγιο) ότι στην συνάντηση του με Σλοβένους αντιπροσώπους, ο Αψβούργος Αυτοκράτορας Κάρολος Α’ δήλωσε ότι θα καταπολεμήσει με οποιονδήποτε τρόπο τα κινήματα που απειλούν την εσωτερική συνοχή του κράτους.

[11]  Sfetas, Spyridon, «From Expectation to Disappointment: Bulgaria’s Capitulation in Salonica» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 357.

[12] Hall, Richard C., Balkan Breakthrough: The Battle of Dobro Pole 1918, Indiana: Indiana University Studio Press, 2010, 101.

[13] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 113. Τους ίδιους φόβους με την Ελλάδα για την προοπτική μίας προσέγγισης της Βρετανίας με την Βουλγαρία είχε και η Σερβία. Χασιώτης, Λουκιανός, Διπλωματικά διλήμματα μιας πενταετίας: οι ελληνοσερβικές σχέσεις (1913–1918), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1998, 260.

[14] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 368. Το γερμανικό επιτελείο, προκειμένου να ανυψώσει το ηθικό των στρατιωτών, εφάρμοσε σκληρή λογοκρισία στην αλληλογραφία, ώστε να μην μεταφέρονται αντιπολεμικά και δυσάρεστα μηνύματα στο μέτωπο, τα οποία θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη συγκέντρωση στη νέα επίθεση.

[15] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 370.

[16] Η μέθοδος των επιχειρήσεων-αντιπερισπασμών ήταν συνήθης τακτική του πολέμου και από τις δύο αντίπαλες συμμαχίες.

[17] Palmer, Alan, Το Μακεδονικόν Μέτωπον και ο Ελληνικός Διχασμός (μτφρ. Νικόλαος Παπαρρόδης), Αθήνα: Συμπληρωματικές εκδόσεις Διευθύνσεως Εκδόσεων Αρχηγείου Στρατού, 1977, 293-294.

[18] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 294, 301.

[19] Το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο είχε δημιουργηθεί από τους συμμάχους της Αντάντ το φθινόπωρο του 1917.

[20] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 2–3.

[21] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 36.

[22] Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ’, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1978, 68. Η αξιοπιστία των Ρώσων στρατιωτών επλήγη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, καθώς πολλοί από αυτούς διέδιδαν στους υπόλοιπους στρατιώτες επαναστατικά μηνύματα. Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261.

[23] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 112-113.

[24] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 49-57.

[25] Εφημ. Νέα Ελλάς, 12. 2. 1918. Έτσι εξηγείται και η σκληρή στάση έναντι οποιασδήποτε ανοιχτής πρόκλησης κατά του βενιζελικού καθεστώτος. Εφημ. Νέα Ελλάς, 14. 2. 1918. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αντιβενιζελικά αισθήματα εμφανίζονταν με αντιπολεμικά συνθήματα, καθώς η αντιβενιζελική αντιπολίτευση επέμενε στην ουδετερότητα της χώρας.

[26] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 301–302.

[27] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 304–307. Σύμφωνα με την εφημερίδα Σκριπ στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 1918, νέοι γιουγκοσλάβοι προσέρχονταν συνεχώς για να επιστρατευθούν στον σερβικό στρατό ως εθελοντές.

[28] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 297–298.

[29] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 18–19.

[30] Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261–262.

[31] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 68–69. Οι Γερμανοί, για την ισχυροποίηση των επιθέσεών τους στο Δυτικό μέτωπο, απέσυραν τόσες δυνάμεις από το Μακεδονικό, ώστε αριθμούσαν μόνο 33 χιλιάδες στρατιώτες, το καλοκαίρι του 1918. Afflerbach, «Greece and the Balkan», 62.

[32] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 15.

[33] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 23–25.

[34] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 309.

[35] Η ονομασία Σκρα ντι Λέγκεν προέρχεται από την τοπική βλαχική διάλεκτο (Σίρκα ντι Λέγκεν), ενώ οι Βούλγαροι ονόμαζαν την τοποθεσία Γκολέμα Γιαραμπίτσα. Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 25. Σήμερα, η τοποθεσία του Σκρα ντι Λέγκεν και το χωριό Σκρα βρίσκονται στα βόρεια του νομού Κιλκίς, 18,5 χλμ. από την Ειδομένη.

[36] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 5.

[37] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 69.

[38] Οι αμυντικές θέσεις των Βουλγάρων ενισχύθηκαν περαιτέρω τον Δεκέμβριο του 1917, με επιπλέον καταφύγια και συρματοπλέγματα, κάτι το οποίο έκανε το Σκρα ντι Λέγκεν σχεδόν απροσπέλαστο. ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[39] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 310 και Spahidis, Prodromos, «The Greek Army in World War I» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos» (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005), 155.

[40] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 156.

[41] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[42] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 311.

[43] Σφέτας, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 134.

[44] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36.

[45] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 160.

[46] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 43.

[47] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358.

[48] Για αναλυτική περιγραφή της μάχης του Σκρα: ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36–45.

[49] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 60.

[50] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 46.

[51] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 161.

[52] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 44–45.

[53] Hall, Balkan Breakthrough, 114.

[54] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 312.

[55] Ε.Λ.Ι.Α., αρχείο Γ. Στρέιτ, φάκελος 14.7, «Μακεδονικό Μέτωπο 1916–1919», 2. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι Σέρβοι ζήτησαν να έχουν την «τιμή» της διάσπασης του βουλγαρικού μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

[56] Εφημ. Νέα Ελλάς, 3. 6. 1918 και Νέα Αλήθεια, 31. 5. 1918, Νέα Αλήθεια, 4. 6. 1918.

[57] Εφημ. Εμπρός, 1. 6. 1918.

[58] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 313.

[59] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358. Ο βουλγαρικός στρατός αντιμετώπιζε ελλείψεις σε τροφή και ιματισμό, ανεπαρκή ανεφοδιασμό, ενώ η αντιπολεμική προπαγάνδα δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση στο βουλγαρικό στρατόπεδο.

[60] Hall, Balkan Breakthrough, 115. Το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών έπεσε ακόμη περισσότερο μετά την αποτυχία των Γερμανών στις μάχες του Marne και της Amiens το καλοκαίρι του 1918.

[61] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 316.

Αθανάσιος Λούπας: Τρία σερβικά έγγραφα για τη «μακεδονική» γλώσσα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα

Αθανάσιος Λούπας

Τρία σερβικά έγγραφα για τη «μακεδονική» γλώσσα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα

Η σερβική πολιτική στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου αιώνα, ειδικότερα μετά από τον σερβοβουλγαρικό πόλεμο του 1885 και την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στη βουλγαρική ηγεμονία, κινήθηκε σε τρεις άξονες: α) την καταπολέμηση της βουλγαρικής προπαγάνδας, β) την οριοθέτηση των σφαιρών επιρροής στη Μακεδονία με την Ελλάδα και γ) τη συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με σκοπό την τοποθέτηση Σέρβων επισκόπων στις μητροπόλεις της Μακεδονίας (βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου) και της Παλαιάς Σερβίας (βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου).

Ο αρχιτέκτονας της σερβικής πολιτικής, Στόγιαν Νοβάκοβιτς, απέδιδε μεγάλη σημασία στο ζήτημα της γλώσσας. Ένας από τους κύριους στόχους του Νοβάκοβιτς ήταν η γλωσσική ομογενοποίηση του σλαβικού πληθυσμού και η σταδιακή αντικατάσταση των διάφορων σλαβικών διαλέκτων με τη σερβική γλώσσα. Κατά τον Νοβάκοβιτς η Σερβία έπρεπε αρχικά να στηρίξει τα τοπικά σλαβικά γλωσσικά ιδιώματα, τα οποία ωστόσο θα εμπλουτίζονταν με στοιχεία της σερβικής γλώσσας (κανόνες γραμματικής, λόγιες λέξεις, αλφάβητο), έναντι της λόγιας βουλγαρικής γλώσσσας. Υποθάλποντας, συνεπώς, το «μακεδονισμό» σε γλωσσικό επίπεδο ευελπιστούσε να αποκόψει τους τοπικούς σλαβικούς πληθυσμούς από τη βουλγαρική επιρροή και να τους στρέψει στη Σερβία[1]. Εκτιμώντας ότι ο «μακεδονισμός» δεν είχε τη δυναμική εκείνη που θα μπορούσε να οικοδομήσει μια συμπαγή εθνική ταυτότητα, ξέχωρη από τη σερβική και τη βουλγαρική, ο Νοβάκοβιτς πίστευε ότι μακροπρόθεσμα θα ωφελούσε τη σερβική υπόθεση[2]. Στην προσπάθεια του να προσδώσει επιστημονική εγκυρότητα στις σερβικές θέσεις, ο Σέρβος διπλωμάτης εξέδωσε διάφορες μελέτες στις οποίες επιχειρούσε να αποδείξει την άρρηκτη σχέση μεταξύ της σερβικής γλώσσας και της «μακεδονικής» διαλέκτου. Η χρήση των σερβικών φθόγγων đ και ć από τους σλαβικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, αλλά και οι ομοιότητες της λαϊκής «μακεδονικής» γλώσσας με την εκκλησιαστική σερβική, οι οποίες μαρτυρούνται ήδη από την εποχή της δυναστείας των Νεμανιδών αποτέλεσαν ένα σημαντικό κομμάτι της επιχειρηματολογίας του[3]. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η σερβική πολιτική είχε πετύχει το διορισμό Σέρβου επισκόπου στην Πριζρένη και τα Σκόπια, την ίδρυση σχολείων και προξενείων στα βιλαέτια του Μοναστηρίου, της Θεσσαλονίκης και του Κοσσυφοπεδίου.

Εθνογραφικός χάρτης των Βαλκανίων, του Γιόβαν Τσβίγιτς.

Στο παρόν σημείωμα θα εξετάσουμε τρία έγγραφα στα οποία καταγράφεται η σερβική οπτική στο ζήτημα της «μακεδονικής» γλώσσας.

Α

Το πρώτο έγγραφο είναι μια αναφορά του γραμματέα του Πολιτικο-Εκπαιδευτικού Τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών (αρμόδιου για τη διεξαγωγή της σερβικής προπαγάνδας στην Παλαιά Σερβία και τη Μακεδονία), Σβέτισλαβ Σίμιτς, προς τον υπουργό Εξωτερικών[4].

Με εντολή της κυβέρνησής του ο Σίμιτς περιηγήθηκε την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας προκειμένου να συλλέξει υλικό σχετικά με τη γλώσσα, τα έθιμα αλλά και την εθνική συνείδηση του πληθυσμού και να αποκτήσει μια γενική εικόνα των δυνατοτήτων της σερβικής προπαγάνδας στην περιοχή.«Η αναπτυγμένη εθνική συνείδηση και η γλώσσα είναι τα δύο κυριότερα χαρακτηριστικά της

Svetislav Simić,Σέρβος διπλωμάτης.

εθνικότητας», ανέφερε ο Σίμιτς και συνέχισε: «Έχοντας τούτο κατά νου, κατά τη διάρκεια της περιοδείας μου, επικεντρώθηκα στα φαινόμενα εκείνα στα οποία εκδηλώνονται τα χαρακτηριστικά αυτά, προκειμένου να κατανοήσω καλύτερα το ακανθώδες ζήτημα της εθνικότητας του σλαβικού τμήματος του μακεδονικού πληθυσμού. Σύμφωνα με όσα είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η εθνική συνείδηση, τόσο η σερβική, όσο και η βουλγαρική έχουν τόσο βαθιές ρίζες ώστε να έχουμε δικαίωμα εμείς ή οι Βούλγαροι να την επικαλούμαστε προκειμένου να επιβεβαιώσουμε τους ισχυρισμούς μας ότι στη Μακεδονία ζουν ομοεθνείς μας. Εθνική συνείδηση δεν υπάρχει και εάν κάπου εμφανίζεται το αίσθημα της εθνικής συνείδησης είναι αναπτυγμένο σε μικρό βαθμό∙ πρόκειται περισσότερο για ένα απροσδιόριστο αίσθημα παρά για μια σαφή αντίληψη. Η ξεκάθαρη εθνική συνείδηση υποχωρεί μπροστά σε ένα ασαφές αίσθημα συγγένειας με τους υπόλοιπους Σλάβους, κυρίως με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους, οι οποίοι είναι πιο κοντά στους Μακεδόνες». Η εικόνα που παρουσιάζει ο Σίμιτς για το σλαβικό στοιχείο παραπέμπει στην αντίληψη περί άμορφης μάζας με ακαθόριστη εθνική συνείδηση που διατυπώθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τον γνωστό εθνογράφο και γεωγράφο, Γιόβαν Τσβίγιτς. Ωστόσο αυτό που έχει ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι με τον όρο «μακεδονικός πληθυσμός» ο Σίμιτς αναφέρεται στο σύνολο των κατοίκων ανεξαρτήτως εθνικής προέλευσης.

Όσον αφορά τη γλώσσα ο Σίμιτς αναφέρει τα εξής: «Η ομιλία των Μακεδόνων δεν αντιπροσωπεύει για τον παρατηρητή ένα ενιαίο σύνολο του οποίου τα λεπτά διαλεκτικά χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσαν να διαταράξουν την ιδιαιτερότητά του. Όταν κάποιος διασχίζει απ’ άκρη σ’ άκρη τη Μακεδονία παρατηρεί, και αυτό μπορεί να το δει και το μάτι του πιο επιφανειακού παρατηρητή, ότι δεν υπάρχει μία αλλά μια σειρά από ομιλίες με χαρακτηριστικά που άλλοτε διαχέονται από τη μία στην άλλη άλλοτε παρεκκλίνουν από τη μία στην άλλη προσεγγίζοντας τις βουλγαρικές ή τις σερβικές λαϊκές ομιλίες. Είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς σε αυτές σταθερά βασικά φωνητικά, ετυμολογικά, μορφολογικά και λεξιλογικά χαρακτηριστικά από τα οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για τα κλαδιά του ίδιου δέντρου». Σύμφωνα με τον Σίμιτς οι ομιλίες αυτές αποτελούν μία ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ του σερβικού και του βουλγαρικού προφορικού λόγου και, όπως παρατηρεί σε άλλο σημείο της έκθεσής του, έχουν περισσότερες ομοιότητες με την παλαιοσλαβική γλώσσα. Παράλληλα διέκρινε γλωσσικές διαφορές μεταξύ των αγροτικών και των αστικών περιοχών.

Τα ζητήματα της εθνικής συνείδησης και της γλώσσας ήταν κατά τον Σίμιτς άμεσα συνυφασμένα με το ζήτημα της αυτονομίας της Μακεδονίας. Ο σέρβος πολιτικός εκτιμούσε ότι για να επιτευχθεί ο στόχος της αυτονομίας θα έπρεπε να πληρούνται δύο απαραίτητες προϋποθέσεις: α) αναπτυγμένη μακεδονική συνείδηση στις λαϊκές μάζες και β) ενότητα στη γλώσσα που θα χρησιμοποιηούνταν στη διοίκηση του υποτιθέμενου αυτού μορφώματος. Σύμφωνα με τον Σίμιτς καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνταν και ως εκ τούτου θεωρούσε πιθανότερο να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα της γραφειοκρατίας η λόγια βουλγαρική επειδή ήταν η γλώσσα που κατανοούσαν οι μορφωμένοι της περιοχής. Χαρακτηριστικά ανέφερε τα εξής: «Επειδή καμία από τις μακεδονικές ομιλίες δεν είναι κατάλληλη για εσωτερική επεξεργασία δεν θα είναι περίεργο εάν αυτοί οι σπουδαγμένοι Μακεδόνες που οργανώνουν την αυτονομία εισάγουν στη διοίκηση και το σχολείο τη λόγια βουλγαρική γλώσσα, τη μοναδική άλλωστε που ξέρουν να χρησιμοποιούν». Τέτοιες απόψεις διαμόρφωσαν την αντίληψη στο Βελιγράδι ότι η αυτονόμηση της περιοχής θα εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα βουλγαρικά συμφέροντα.

Β

Το δεύτερο έγγραφο είναι μία έκθεση του γλωσσολόγου και καθηγητή της Μεγάλης Σχολής του Βελιγραδίου, Σίμα Τόμιτς, προς το υπουργείο Εξωτερικών (14.10.1901)[5].

Επί τρία χρόνια (1899, 1900, 1901) με έξοδα του υπουργείου Εξωτερικών ο Τόμιτς περιόδευσε στα τρία βιλαέτια (Κοσσυφοπεδίου, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης). Ο σκοπός του ήταν παρόμοιος με εκείνον του Σίμιτς λίγα χρόνια νωρίτερα: έρευνα πεδίου, καταγραφή δεδομένων αναφορικά με τον τοπικό πληθυσμό και υποβολή προτάσεων για την αποτελεσματικότερη διάχυση της σερβικής προπαγάνδας στην περιοχή. Ο Τόμιτς ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική και τις πρακτικές που είχε ακολουθήσει το σερβικό κράτος στην προσπάθειά του να προσελκύσει τους σλαβικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, επιρρίπτοντας ευθύνες στους περισσότερους προξένους και λοιπούς πράκτορες που δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή για τα πενιχρά αποτελέσματα της δουλειάς τους.

Στο ζήτημα της γλώσσας ο Τόμιτς καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:

«…σύμφωνα με το συλλεγμένο υλικό μπορώ να πω ότι η κεντρική μακεδονική διάλεκτος εκτείνεται μέχρι και τα Σκόπια, όπου ξεκινούν οι αναμίξεις και η σερβική γλωσσική επιρροή. Η ζώνη αυτή εκτείνεται από το Τέτοβο ως τα Σκόπια μέχρι το Κράτοβο και την Κρίβα Παλάνκα – κάτω από τη γραμμή αυτή έχουμε καθαρή μακεδονική, διαλεκτικά χρωματισμένη. Οι δεσμοί που συνδέουν αυτή τη μεικτή ζώνη με το σερβικό γλωσσικό πεδίο είναι περισσότερο φωνητικοί και λιγότερο γραμματικοί διότι ακόμα ισχύει η μακεδονική γραμματική (χωρίς έναρθρη κλίση, με νέα σύζευξη κάποιων ρηματικών τύπων). Μετά από αυτή τη μεικτή περιοχή εμφανίζεται μία νέα ζώνη, σερβική κατά βάση, σερβική στις κυριότερες λεπτομέρειες αλλά με δυνατές διαλεκτικές αποχρώσεις, οι οποίες δίνουν την αίσθηση της εγγύτητας με το μακεδονικό γλωσσικό πεδίο – αυτό θα ήταν η Πριζρένη με τις γύρω περιοχές, το βορειοδυτικό μέρος της Παλαιάς και της νέας Σερβίας. Από γλωσσολογική άποψη οι σερβικές αξιώσεις περιορίζονται στη γραμμή Τέτοβο, Σκόπια, Κράτοβο, Παλάνκα – πέρα από αυτή παραμένει μια περιφραγμένη περιοχή που κατοικείται από Σλάβους, η οποία μπορεί να γίνει σερβική α) εάν την καταλάβουμε δια του ξίφους, β) εάν μας τη χαρίσουν, γ) εάν την κατακτήσουμε εθνοπολιτισμικά (αλλά αυτό μόνο μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα).

“Εάν δεν είναι σερβική, είναι βουλγαρική;” είναι το πρώτο ερώτημα που τίθεται μετά από αυτόν τον ισχυρισμό. Γλωσσολογικά είναι περισσότερο βουλγαρική παρά σερβική, πολιτικά – οι σλαβικές μάζες στην πλειονότητά τους είναι βουλγαρικές και σπάνια σερβικές, από εκκλησιαστική άποψη και πάλι η μεγάλη πλειονότητά τους είναι βουλγαρική και σπανιότερα πατριαρχική. Οι Βούλγαροι έχουν μεγάλη πλειοψηφία σε όλες τις πόλεις σε πολλαπλά επίπεδα. Στα χωριά όχι παντού, όπως στο Ντρίμκολ, στο Πόρετς, στην άνω Μπαμπούνα και στη Σκόπσκα Τσρνα Γκόρα»

Είναι άξιο αναφοράς ότι ενώ ο Τόμιτς χρησιμοποιεί το επίθετο «μακεδονικός» για να αποδώσει τη γλωσσική διαφορετικότητα του ντόπιου σλαβικού στοιχείου δεν κάνει το ίδιο για να του αποδώσει και διαφορετική εθνική ταυτότητα. Έτσι, ενώ γίνεται λόγος για «μακεδονική διάλεκτο» και «μακεδονική γραμματική» οι «σλαβικές μάζες» παραμένουν «βουλγαρικές στην πλειονότητά τους» και «σπάνια σερβικές». Σύμφωνα με τον Τόμιτς, επομένως, η γλωσσική ιδιαιτερότητα των σλαβικών πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας δεν συνιστά από μόνη της συστατικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας, διαφορετικής από τη σερβική ή τη βουλγαρική.

Γ

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1905 ο Κροάτης σλαβολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Βάτροσλαβ Γιάγκιτς, σε προσωπικό του γράμμα με τον Στόγιαν Νοβάκοβιτς, αναφέρει τα εξής:

«Ταξιδεύοντας χθες με το τραίνο έπεσα πάνω στις ανταποκρίσεις της Ταγκμπλατ από το Βελιγράδι, οι οποίες λένε ότι στη Μακεδονία θα προωθηθεί η διάλεκτος του Μοναστηρίου ως λόγια μακεδονική γλώσσα για να εκδιώξει τη βουλγαρική και τη σερβική. Πρόσφατα με επισκέφθηκε στη Βιέννη ένας άνθρωπος που συμμερίζεται τις απόψεις αυτές. Του απάντησα ανοιχτά ότι εγώ δεν εγκρίνω κάτι τέτοιο. Τίνος είναι αυτό το διαίρει και βασίλευε; Δεν ξέρω. Μπορεί να γίνει λόγος για πολιτική αυτονομία αλλά από τις δύο αυτές γλώσσες να δημιουργηθεί και μια τρίτη είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε,κατά τη γνώμη μου, να χαροποιήσει μόνο τους Τούρκους και τους Αυστριακούς»[6].

Vatroslav Jagić, Κροάτης σλαβολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι για τους ιθύνοντες της σερβικής πολιτικής στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα ο γλωσσικός παράγοντας δεν συνιστούσε από μόνος του συστατικό στοιχείο εθνικής αυτοσυνειδησίας, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να συγκροτηθεί μία εθνική ταυτότητα, διακριτή από τη σερβική ή τη βουλγαρική. Συνεπώς, ο απλός χωρικός μπορεί να μιλούσε «μακεδονικά» αλλά να ανήκε στη σερβική ή τη βουλγαρική μερίδα και να ήταν Σέρβος ή Βούλγαρος. Είναι προφανές ότι για τους Σέρβους παρατηρητές της περιόδου ο όρος «μακεδονικός» είχε γεωγραφικό και όχι εθνοτικό περιεχόμενο και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται με την ύπαρξη ενός ξεχωριστού συλλογικού υποκειμένου. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι παρατηρήσεις αυτές προέρχονται από την πλευρά εκείνη που επεδίωξε να καλλιεργήσει το «μακεδονισμό» στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Η αποτυχία του εγχειρήματος αυτού καθώς και οι άκαρπες ελληνοσερβικές συνομιλίες τη δεκαετία του 1890 οδήγησαν τελικά τη σερβική πλευρά να αναζητήσει την προσέγγιση με τη Βουλγαρία για τη διανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής, κάτι το οποίο είχαν προτείνει τόσο ο Σβέτισλαβ Σίμιτς, όσο και ο Σίμα Τόμιτς.

Ο Αθανάσιος Λούπας είναι υποψήφιος διδάκτορας Νέοτερης και Σύγχρονης Ιστορίας, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, στο Α.Π.Θ

Υποσημειώσεις

[1] Mihajlo Vojvodić, Stojan Novaković i Vladimir Karić, Βελιγράδι, 2003, σσ. 57-8

[2] Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 61

[3] Slavenko Terzić, Srbija i Grčka (1856-1903). Borba za Balkan, Βελιγράδι, 1992, σσ. 277-8.  Άννα Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ και η κίνηση των «μακεδονιστών», University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2004, σσ. 57-8. Για τη σερβική προσέγγιση στο ζήτημα της γλώσσας βλ. αναλυτικότερα Κατσάνος Κωνσταντίνος, “Η Μακεδονία των Σέρβων 1870-1941”, Μακεδονικές ταυτότητες στον χρόνο: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2008.

[4] Arhiv Jugoslavije, Fond Jovana Jovanovića Pižona, 80-3-14. Σβ. Σίμιτς προς Υπουργείο Εξωτερικών, Βράνιε, 28.3.1897.

[5] Η έκθεση του Τόμιτς βρίσκεται στο Αρχείο Γιουγκοσλαβίας στο φάκελο του Γιόβαν Γιοβάνοβιτς Πιζόν (Arhiv Jugoslavije, Fond Jovana Jovanovića Pižona, 80-3-714). Επίσης, έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Γκλάσνικ του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας των Σκοπίων, Aleksandar Apostolov, „Eden nov dokument za položbata vo Makedonija kon krajot na XIX i početokot na XX vek“, Glasnik VII, 1 (1963) σσ. 247-67

[6] Η επιστολή του Γιάγκιτς, γραμμένη στα κυριλλικά, βρίσκεται στο Αρχείο της Σερβίας και συγκεκριμένα στο φάκελο του Στόγιαν Νοβάκοβιτς. (Arhiv Srbije, Fond Stojana Novakovića, br. 1462), Βάτροσλαβ Γιάγκιτς προς Στόγιαν Νοβάκοβιτς, Τσέλιε, Λιβάντα, 3/16 Ιουνίου 1905.

Ευάγγελος Παλάσκας: Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

Ευάγγελος Παλάσκας 

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

 

Αντικείμενο πραγμάτευσης του παρόντος άρθρου αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη. Ένας τίτλος μπορεί να φανεί εξαιρετικά γενικός και να προκαλέσει διάφορους προβληματισμούς, όπως για παράδειγμα πότε, πού και για ποιους λόγους έλαβαν χώρα τα υπό πραγμάτευση γεγονότα. Ως ιστορικοί πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πως η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι πάντα δυνατή. Με το άρθρο αυτό γίνεται η απόπειρα να φωτιστούν αρκετές πτυχές του θέματος, οι οποίες προβληματίζουν έναν ειδικό ερευνητή.

Η βασική απόπειρα αφορά στην ανάδειξή του χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων· προκειμένου όμως αυτές να γίνουν πιο κατανοητές, εξίσου σημαντικό είναι να περιγραφούν οι συνθήκες ανάδειξης του νεαρού βασιλιά Κλεομένους, οι καταβολές του και οι ενέργειές του σε στιγμές εξαιρετικά κρίσιμες για την Σπάρτη. Δευτερευόντως, είναι δύσκολο προς κατανόηση το κίνητρο βάσει του οποίου ο Κλεομένης έκανε πράξη μια σειρά μεταρρυθμίσεων που χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνική επανάσταση». Τέλος θα εξετασθούν οι παράμετροι που επηρέασαν την κρίση του νεαρού βασιλιά: ο δάσκαλος του, Σφαίρος, ο Άγις Δ’, η σύζυγός του, και οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Ο Κλεομένης της Σπάρτης.

Όπως είναι γνωστό, μέχρι και την Ελληνιστική εποχή  το μοντέλο διακυβέρνησης της Σπάρτης, με κάποιες κατά καιρούς διαφοροποιήσεις, ήταν αυτό της δυαδικής βασιλείας. Οι δύο βασιλείς κατάγονταν απ’ τους οίκους των Αγιάδων και των Ευρυπωντιδών και η διαδοχή τους ήταν κληρονομική. Κύρια αρμοδιότητά τους ήταν η ανάληψης της ισόβιας αρχιστρατηγίας. Συνεκτικά σημαίνοντα  ρόλο στο πολίτευμα της Σπάρτης διαδραμάτιζαν: η Γερουσία που κατέθετε αποφάσεις στην συνέλευση των πολιτών (Απέλλα) και λειτουργούσε ως δικαστήριο αλλά και οι έφοροι. Οι τελευταίοι ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα κάνουν αισθητή την παρουσία τους και αποτελούν τον ισχυρότερο πόλο  άσκησης της εξουσίας στην Σπάρτη.

Ο Κλεομένης ήταν ένας από τους βασιλείς της Σπάρτης, ευδιάκριτος για τις ικανότητές του εξ αρχής. Τα γεγονότα της δολοφονίας του Άγιδος Δ’, κληρονόμου της δυναστείας των Ευρυπωντιδών, και της αυτοεξορίας του αδερφού του Αρχίδαμου στην Μεσσήνη θ’ αφήσουν ως μόνο βασιλέα της Σπάρτης τον πατέρα του Κλεομένη, Λεωνίδα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Άγις Δ’ προσπάθησε να εφαρμόσει ένα κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που θα δούμε παρακάτω από τον Κλεομένη Γ’· οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως κρίθηκαν αποτελεσματικότεροι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός μόνο βασιλέα αποδυνάμωσε εξαιρετικά το αξίωμα και μέχρι το τέλος της βασιλείας του (235 π.Χ.) ανάγκασε τον Λεωνίδα να κυβερνά -κατόπιν συμβιβασμού- με τους εφόρους.

 Κατά την διακυβέρνηση του, ο Λεωνίδας προέβη σε μία κίνηση που εξασφάλισε στον οίκο του εξαιρετική δύναμη και πλούτο. Πάντρεψε, παρανόμως, τον ανήλικο γιο του Κλεομένη Γ’ με την χήρα του Άγιδος Δ’ και κόρη του πλούσιου Γύλιππου, την Αγιάτιδα. Με τον τρόπο αυτό, ο μοναδικός κληρονόμος και γιος του Άγιδος, Ευδαμίδας, θα ήταν πλέον κληρονόμος τόσο του οίκου  των Αγιάδων από την πλευρά του Κλεομένους  όσο και των Ευρυπωντιδών, εφόσον ο Αρχίδαμος βρίσκονταν εξόριστος στην Μεσσήνη. Η μεταβολή αυτή άλλαξε άρδην την μορφή της διαδοχής και της ύπαρξης δύο βασιλέων στην Σπάρτη. Η διττή βασιλεία ήταν πλέον παρελθόν. Άλλωστε, η ίδια η Σπάρτη ήταν αρκετά πίσω από την εποχή της. Ο θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποδυναμωθεί και την θέση των άλλοτε ισχυρών πόλεων είχαν πάρει αφενός οι νέες αυτοκρατορίες (κοσμοπολίτικες και μη) και αφετέρου οι συνομοσπονδίες πόλεων, οι Συμπολιτείες. Η ανάγκη για μια εκ βάθρων μεταβολή στη Σπάρτη ήταν περισσότερο από ποτέ εμφανής.

Έτσι το 235 π.Χ., όταν ο Κλεομένης ανέλαβε την διαδοχή του Λεωνίδα στον θρόνο, «ήταν ο τελευταίος νόμιμος βασιλιάς σύμφωνα με τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής του οίκου των Αγιάδων».[1] Επιπρόσθετα, η αναρρίχησή του στον θρόνο συμπίπτει με γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Πελοπόννησο την περίοδο αυτή, τα οποία δεν επέτρεπαν την ύπαρξη ενός λιγότερου δυναμικού προσώπου από αυτό του Κλεομένους Γ’, εφόσον η πόλη της Σπάρτης επιθυμούσε να διατηρήσει κραταιά την θέση της υπό την απειλή της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

«Κλεομένειος» πόλεμος.

Την ισχυρή δυναμική που παρουσίαζε η Αχαϊκή Συμπολιτεία κατά τον τρίτο αιώνα στην περιοχή της Πελοποννήσου εξέφραζε ο ηγέτης της, Άρατος από την Σικυώνα. Όσο και αν η κοινωνική επανάσταση του Κλεομένους εκφράστηκε με τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Σπάρτης, η ευκαιρία για την ανατροπή των πολιτικών σταθερών απλόχερα του «χαρίστηκε» από το εξωτερικό.

Τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του Κλεομένους δεν παρατηρήθηκε κάποια ιδιαίτερη δράση εκ μέρους του. Αρχικά, ο νεαρός βασιλιάς δεν μπορούσε να αντιτεθεί στους ισχυρούς εφόρους.[2] Το γεγονός αυτό επιτάθηκε από τη χηρεία του δεύτερου βασιλικού θρόνου. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα εικασία θέλει τον νεαρό Κλεομένη Γ’ να προσπαθεί να εξασφαλίσει ως σύμμαχο στην υλοποίηση του σχεδίου του τον «εραστή» του, τον άνθρωπο δηλαδή που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του, τον Ξενάρη. Οι ιδέες που τον είχαν επηρεάσει τόσο από τον δάσκαλό του Σφαίρο όσο και από την χήρα του Άγιδος Δ’ δεν κατάφεραν να πείσουν τον Ξενάρη, ο οποίος αποστασιοποιήθηκε από τον Κλεομένη. Αναπόφευκτα ο νεαρός βασιλιάς δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κύκλο συμμάχων ή συνεργών ώστε να πετύχει το σχέδιο της πολιτικής ανατροπής που επιθυμούσε.[3]

Αυτό που πραγματικά έδωσε στον Κλεομένη το έναυσμα για την αποφασιστική του πορεία ήταν η κινητικότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας και η ανατροπή ισορροπιών στην Πελοπόννησο. Το 229, όχι απαραίτητα δια πρωτοβουλίας του Κλεομένους, η Σπάρτη κατακτά, κατόπιν και της ανοχής των Αιτωλών, τις αρκαδικές πόλεις της Μαντίνειας, της Τεγέας, του Ορχομενού και των Καφυών. Στις αρχές τους αμέσως επόμενου χρόνου (228 π.Χ.), οι έφοροι εξουσιοδότησαν τον Κλεομένη να κατακτήσει το οχυρό του Αθήναιου κοντά στα σύνορα της Αρκαδίας και στην Βελβίνα, φρούριο ιδιαίτερα σημαντικό για τον έλεγχο της κοιλάδας του Ευρώτα. Ο Άρατος αντεπιτέθηκε την νύχτα στις πόλεις της Τεγέας και του Ορχομενού, μάταια όμως.[4] Η νίκη αυτή εξασφάλισε την αύξηση του κύρους που προσθέτει μια μεγαλειώδης στρατιωτική επιτυχία και λειτούργησε ως καθοριστικό μέσο επιβολής του Κλεομένους στον στρατό. Ο βασιλιάς ήταν πλέον αρχιστράτηγος και στην πράξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, έως την κατάκτηση του Αθήναιου από τον Κλεομένη, οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο πλευρών «ήταν περιορισμένες, πιθανότατα επειδή και η Αχαΐα και η Σπάρτη δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την υποστήριξη από την πλευρά του Πτολεμαίου Γ’».[5] Προκύπτει επομένως ένα ζήτημα ως προς το ποια ήταν η σχέση του απομακρυσμένου βασιλείου της Αιγύπτου με τις δύο αυτές πόλεις, το οποίο μετέπειτα θα μας απασχολήσει.

To 228 ο Κλεομένειος πόλεμος, όρος που υιοθετήθηκε από το στρατόπεδο των Αχαιών, ήταν πλέον γεγονός. Ο βασιλιάς της Σπάρτης συνέχισε τις εχθροπραξίες στην περιοχή της Αρκαδίας, αντιμετώπισε όμως ιδιαίτερες δυσκολίες εξαιτίας της επιφυλακτικής στάσης που διατηρούσε το συμβούλιο των εφόρων. Ίσως και να είχαν αντιληφθεί έως ένα σημείο τις προθέσεις του Κλεομένους, ίσως κατά κάποιο τρόπο να το είχαν πληροφορηθεί. Μετά την κατάκτηση των Καφυών, οι έφοροι ανακάλεσαν τον Κλεομένη. Η τρέχουσα κατάσταση όμως για άλλη μια φορά θα ευνοήσει τον νεαρό βασιλιά. Οι κινήσεις του Αράτου αναγκάζουν τους εφόρους να στείλουν τον ίδιο τον Κλεομένη στην Αρκαδία, εκεί θα κατακτήσει το Μιθύδριο που είχε προσχωρήσει στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Στο μεταξύ, στρατηγός της Συμπολιτείας αυτή την φορά εκλέχθηκε ο Αριστόμαχος, πρώην τύραννος του Άργους και από τους παλαιότερους εχθρούς της Σπάρτης, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον του Κλεομένους.

Χάρτης από «Macedonia and the Greek Leagues» του F.W. Walbank που απεικονίζει τις προαναφερθείσες περιοχές-πόλεις στην Πελοπόννησο.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι Αχαιοί με αρχηγό τον Αριστόμαχο πλέον, κινήθηκαν εναντίον του Κλεομένους με τον υπεράριθμο στρατό των 20.000 πεζικού και 1.000 ιππικού. Στον αντίποδα, ο Κλεομένης είχε στην κατοχή του μόνο 5.000 άνδρες, δηλαδή μόλις το ένα τέταρτο σχεδόν του έμψυχου δυναμικού των Αχαιών. Παρά την υπεροχή τους, ο Άρατος πείθει τον Αριστόμαχο να μην επιτεθεί, ίσως γιατί πίστευε πως μια πιθανή σύγκρουση με την Σπάρτη θα απογύμνωνε τη Συμπολιτεία από την επιδότηση που προερχόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου ή γιατί απλούστερα ο ίδιος διακαώς επιθυμούσε να επανέλθει στο προσκήνιο.

Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο ελκυστική για τον Κλεομένη. Η άτυπη αυτή νίκη αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για το ηθικό του σπαρτιατικού στρατού. Οι Αχαιοί χλευάστηκαν συλλήβδην για την υποχώρησή τους παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για μια ακόμη φορά ο Άρατος επανεκλέχθηκε στρατηγός το 227. Παράλληλα, ο Κλεομένης προσπάθησε να ενισχύσει τον θεσμό της βασιλείας και κάλεσε πίσω τον εξόριστο βασιλιά του οίκου των Ευρυπωντιδών. Ωστόσο, ο Αρχίδαμος δολοφονήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Πολύβιος έσπευσε να χαρακτηρίσει ένοχο τον Κλεομένη, γιατί, σύμφωνα με αυτόν, ήθελε να εξουδετερώσει κάθε ανταπαιτητή του θρόνου.[6] Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη την αρνητικά μεροληπτική άποψη του Πολυβίου  για τον Κλεομένη. Η αντίθετη άποψη μάλλον είναι πιο ρεαλιστική: «Ο Κλεομένης κατηγορήθηκε αμέσως από τους Σπαρτιάτες είτε για την οργάνωση είτε για την συνομολόγηση στην δολοφονία του Αρχίδαμου. Η ντροπή που μπορεί να ένιωσε  αλλά και η αποδυνάμωση του βασιλικού θεσμού ήταν η κινητήρια δύναμη της πολιτειακής ανατροπής».[7]

Τα γεγονότα όμως υπηρετούσαν μια ακατάπαυστη ροή: ο Κλεομένης, όντας ικανός, πείθει τους εφόρους να αποχωρήσει και να συνεχίσει να ασκεί το καθήκον της αρχιστρατηγίας. Μια σκιά συνομωσίας πλανάται από πάνω του, εντούτοις η λύση γι’ αυτόν προήλθε και πάλι από το εξωτερικό ύστερα από την επιτυχία της κατάκτησης του οχυρού των Λεύκτρων. Το οχυρό των Λεύκτρων βρισκόταν σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων από την Μεγαλόπολη και έμμεσα ελέγχονταν από τις δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας.[8] Εδώ θα χρειαστεί να γίνει μια μικρή διευκρίνιση. Το πεδίο δράσης του Κλεομένους ήταν τα Λεύκτρα Μεγαλουπόλεως και όχι τα Λεύκτρα Βοιωτίας όπου έλαβε μέρος η κομβική μάχη του 371π.Χ μεταξύ Θηβαίων και Σπαρτιατών.

Αναντίρρητα όσο έκδηλος και αν ήταν ο εσωτερικός αναβρασμός της Σπάρτης, ο Κλεομένης είχε αποδείξει ότι στις δύσκολες στιγμές στρέφονταν πάντα προς το εξωτερικό. Το κύριο προσόν του και αυτό που του εξασφάλιζε κύρος ήταν η δεινότητά του ως αρχιστράτηγος. Έστω και χωρίς τον ουσιαστικό έλεγχο του εσωτερικού της Σπάρτης, ο νεαρός βασιλιάς κατάφερε να αποκτήσει φήμη και συμμάχους έξωθεν της Σπάρτης. Στην ερμητική σπαρτιατική κοινωνία, με τις  εκατό οικογένειες των πολιτών που είχαν απομείνει να είναι πολιτικά ανώριμες, το μόνο σώμα που μπορούσε να τον βοηθήσει στα σχέδια του ήταν ο στρατός. Η εξουσία του βασιλιά ήταν αυστηρά περιορισμένη, όμως η αέναη εμμονή της Αχαϊκής Συμπολιτείας για την επικράτησή της στην Πελοπόννησο έδωσε τα μέσα στον Κλεομένη να επιβληθεί

Η επανάσταση.

Δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ασφάλεια το χρονικό στίγμα που αποφάσισε να επιβληθεί στους εφόρους και γενικά σ’ ολόκληρη την Σπάρτη. Ενδεχομένως, να ήταν η στιγμή που ο μοναδικός διάδοχος του θρόνου των Ευρυπωντιδών δολοφονήθηκε. Από την άλλη, η ικανότητά του στο πεδίο της μάχης είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα στο παρελθόν. Σίγουρα ο Κλεομένης θεωρούνταν υπολογίσιμος και ικανός από τους αντιπάλους του τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Γεγονός είναι ότι οι έφοροι δεν μπόρεσαν παρά να εξουσιοδοτήσουν την τρίτη εκστρατεία του το 227 π.Χ. Ο Πλούταρχος στους βίους του Άγιδος και του Κλεομένους αναφέρει ότι ο Κλεομένης έπεισε τους εφόρους να εγκρίνουν την τελευταία εκστρατεία του χρηματίζοντάς τους. Εδώ λοιπόν προκύπτει το εξής ερώτημα, ποια ήτανε η προέλευση της οικονομικής αρωγής που λάμβανε;

Ο Κλεομένης ήταν ιδιαίτερα ικανός, ευφυής και δρούσε μεθοδευμένα. Χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσκολία έπεισε την μητέρα του Κρατισίκλεια, η οποία γνώριζε τα σχέδια του, να παντρευτεί έναν ισχυρό άντρα της Σπάρτης, τον Μεγιστάνα. Συνάμα η χήρα του Άγιδος Δ’ και σύζυγος του Κλεομένους, Αγιάτιδα, ως κόρη του εύπορου Γύλιππου διέθετε αρκετά μεγάλη περιουσία. Επομένως, οι οικονομικοί πόροι και η επιρροή που διέθετε ο Κλεομένης τόσο για τον (πιθανό) χρηματισμό των εφόρων όσο και για τις εκστρατείες και για το δυναμικό που συγκέντρωνε προέρχονταν άμεσα από την Αγιάτιδα, την Κρατισίκλεια και τον πατριό του, Μεγιστάνα. Μετά την τρίτη εκστρατεία του και αφού κατέλαβε την πόλη Ηραία που ήταν υπό την κατοχή των Αχαιών, κινήθηκε κυκλικά ώστε να εισαγάγει τρόφιμα στον Ορχομενό και  παρέμεινε κοντά στην Μαντίνεια. Έχοντας τα στρατεύματα του στην Αρκαδία, άφησε όλους τους στρατιώτες πίσω για να πραγματοποιήσουν ασκήσεις και πήρε μαζί του μια μικρή ομάδα μισθοφόρων, με την βοήθεια των οποίων εκτέλεσε ένα είδος πραξικοπήματος.[9] Πεπεισμένος ότι η μοναρχία που ονειρευόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την βία και όχι με την πειθώ, επέλεξε αυτήν την ομάδα των ψυχρών μισθοφόρων για την εκτέλεση του σχεδίου του.[10] Οι μισθοφόροι του Κλεομένους προέρχονταν είτε γενικά από πόλεις της Πελοποννήσου είτε από πρώην φιλοαχαϊκές πόλεις που τάχθηκαν με την Σπάρτη καθώς ο Κλεομένης καταργούσε τα ολιγαρχικά καθεστώτα που τις καταπίεζαν.[11] Πιθανό ακόμη είναι και να επιθυμούσαν την εφαρμογή της διαγραφής των χρεών στις πόλεις τους.

Στην ομάδα που πήρε μαζί του καθοριστική θέση είχαν και οι μόθακες, νόθοι γιοι Σπαρτιατών, είλωτες από την πλευρά της μητέρας τους, οι οποίοι προσδοκούσαν στην ευόδωση της επανάστασης για να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα τα οποία ως τότε δεν είχαν. Έχοντας αφήσει τον  Μεγιστάνα στην Σπάρτη έστειλε μία ομάδα πέντε επίλεκτων στρατιωτών-εκτελεστών, έναν για κάθε έφορο. Δολοφονήθηκαν οι τέσσερις από τους εφόρους και δέκα υποστηρικτές τους. Ο Αγύλαιος, ένας εκ των πέντε εφόρων, διέφυγε τραυματισμένος. Έπειτα, ο Κλεομένης εξόρισε ογδόντα αντιπάλους του και προχώρησε στην εφαρμογή του προγράμματός του. Από το στόχαστρο του Κλεομένους δεν ξέφυγε και η Γερουσία: «Έλεγε δε ότι η Γερουσία είχε ενωθεί με τους βασιλείς από τον καιρό του Λυκούργου και ότι μετέπειτα η πόλη είχε διοικηθεί με τον αυτόν τον τρόπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίχως να έχει ανάγκη από άλλους αξιωματούχους».[12] Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε να δείξει πως είναι πιστός στο παράδειγμα του Λυκούργου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Γερουσία ήταν η πεμπτουσία της νομοθεσίας του. Ως απόρροια της σύνδεσης του με τον Λυκούργο δεν θα μπορούσε να εξαφανίσει και την Γερουσία, ο βασιλιάς της Σπάρτης όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές.

Οι μεταρρυθμίσεις.

Το πρόγραμμα αναμόρφωσης της Σπάρτης δέχθηκε  επιρροές από πληθώρα προσώπων. Σαφέστατα ο Κλεομένης επηρεάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια του Άγιδος να το εφαρμόσει και παραδειγματίστηκε από την κατάληξή του. Γνωρίζουμε ακόμη πως επηρεάστηκε από τον δάσκαλό του, τον στωικό φιλόσοφο Σφαίρο από την Βορυσθένη της Μαύρης Θάλασσας. Το σίγουρο είναι πως ο βασιλέας της Σπάρτης προώθησε τις μεταρρυθμίσεις του στηριζόμενος σε ένα γνωστό πρόσωπο που ήταν αποδεκτό από το σύνολο των Σπαρτιατών, τον Λυκούργο. Η βαρύτητα που προσέφερε το πρόσωπο του Λυκούργου στις σκληρές αλλαγές που επέβαλε ο Κλεομένης ήταν ο σημαντικότερος παράγων νομιμοποίησής τους. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που προέβη ήταν η αναδιανομή της γης. Διαίρεσε την γη σε 4.000 κλήρους, εκ των οποίων 2.500 διατέθηκαν στους  πολίτες της Σπάρτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, 1.400 στους περίοικους και στους ξένους -πιθανώς για να αποκαταστήσει τους μισθοφόρους ως ανταμοιβή που τον βοήθησαν να καρπωθεί την εξουσία- ενώ κράτησε και κάποιους κλήρους για όσους είχαν εξορισθεί. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημαίνει είτε πως επρόκειτο να επιστρέψουν είτε πως αποτέλεσαν μέρος της προπαγάνδας του Κλεομένους. Τα χρέη διαγράφηκαν και το σώμα των πολιτών αυξήθηκε σε 5.000 περίπου, μαζί με τους περίοικους και τους μέτοικους. Στα οπισθοδρομικά μέτρα του Κλεομένους –που συνάδουν όμως με την «εκμετάλλευση» του Λυκούργου- συγκαταλέγεται: η επαναφορά της σπαρτιατικής αγωγής, η τήρηση της αυστηρής σπαρτιατικής δίαιτας και η παράδοση της σοδειάς από τους είλωτες στο ακέραιο.[13]

Το πεδίο στο οποίο ο Κλεομένης υπήρξε ιδιαίτερα καινοτόμος ήταν εκείνο του στρατού. Συγκεκριμένα εισήχθη για πρώτη φορά από τον Σπαρτιάτη βασιλιά η υιοθέτηση της μακεδονικής φάλαγγας και του βασικού πολεμικού εξοπλισμού της. Οι Σπαρτιάτες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν την σάρισσα, το μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι Μακεδόνες, και να κουβαλούν την ασπίδα τους με τη χρήση ζώνης.[14] Στο πρωτεύον πρόβλημα της ολιγανθρωπίας απάντησε με την αύξηση του στρατιωτικού σώματος μέσω της ενσωμάτωσης των κορυφαίων περίοικων.

Σε πολιτειακή βάση, στην θέση των εφόρων εγκατέστησε τον πατρονόμο, ένα νέο ετήσιο αξίωμα με σκοπό την προστασία των νόμων. Για να διατηρεί την σχεδόν απόλυτη εξουσία που είχε εξασφαλίσει έπρεπε, σεβόμενος το δόγμα του Λυκούργου να διατηρήσει την Γερουσία, προχώρησε όμως στην υποβάθμιση των εξουσιών της. Αυτός ήταν και ο υποβόσκων ρόλος του αξιώματος του πατρονόμου. Πολύ πιθανόν ο Κλεομένης να αφαίρεσε το τεράστιο κύρος της Γερουσίας μετατρέποντάς την σε ετήσια από αιώνια. Τέλος, έχοντας την πλήρη εξουσία, όρισε συμβασιλέα τον αδερφό του Ευκλείδη.[15] Αποτέλεσμα ήταν να υποτιμηθεί ο γενικότερος θεσμικός ρόλος της Γερουσίας και να παραμερισθεί, αφήνοντας στον Κλεομένη τα περιθώρια να δρα στην κατεύθυνση που επιθυμούσε.

Μολαταύτα ο ακρογωνιαίος λίθος στην επιτυχία της ανατροπής ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Χωρίς δισταγμό, εξόρισε ή εξολόθρευσε κάθε λογής απειλή. Η Σπάρτη απέκτησε για λίγο και πάλι τον «λακωνικό» της χαρακτήρα. Ο Κλεομένης, αφού έλαβε όλα αυτά τα μέτρα που τον κατέστησαν ένα πραγματικά ισχυρό ηγεμόνα στο εσωτερικό, συνέχισε την δυναμική εξωστρεφή πολιτική της Σπάρτης.

Ο εξωτερικός παράγων.

Ο συνδυασμός του προσωποπαγούς πολιτεύματος και της αναδιοργάνωσης του στρατού λειτούργησε αρκετά θετικά στην αρχή για την Σπάρτη. Την νίκη της στο πεδίο του Εκατόμβαιου το 226 π.Χ. ακολούθησε η διπλωματική επιτυχία που επικύρωσε την συμμαχία της με το Άργος το 225 π.Χ. Έως το 224, το κοινωνικοπολιτικό μόρφωμα του δυναμικού ηγεμόνα είχε φέρει στο στρατόπεδο της Σπάρτης όχι μόνο το Άργος αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της Αρκαδίας.[16] 

Όπως ήτανε φυσικό, ο Άρατος ανησύχησε και αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί δραστικά. Η στρατιωτική επικράτηση του Κλεομένους στην Πελοπόννησο θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ένα καθεστώς ηγεμονίας σε ολόκληρη την χερσόνησο. Μέσα σε μεγάλη σύγχυση, ο Άρατος εγκατέλειψε την αντιμακεδονική του πολιτική και εναπόθεσε τις ελπίδες του στους Μακεδόνες, πράξη που έστρεψε το βασίλειο της πτολεμαϊκής Αιγύπτου προς την Σπάρτη. Ο Πτολεμαίος Γ’ δεν ήταν διατεθειμένος να στηρίξει οποιαδήποτε δύναμη συμμαχούσε με την Μακεδονία. Συνεπώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο λογική ήτανε η υποστήριξη του Κλεομένους Γ’ από τον ίδιο. Εμφανώς η Σπάρτη υστερούσε πάντα σε χρήματα και σε έμψυχο δυναμικό. Ποια μορφή λοιπόν είχε η υποστήριξη που παρείχε ο Πτολεμαίος; Αρχικά, ήταν χρηματική. Ο Κλεομένης χρηματοδοτήθηκε είτε με μπρούτζινα Αιγυπτιακά νομίσματα είτε με άργυρο που του επέτρεψε να κόψει το ασημένιο τετράδραχμο που χρησιμοποίησε και ο Άγις Δ’.

Η πρώτη κοπή νομισμάτων του Κλεομένους. Ο Κλεομένης εμφανίζεται κατά το πρότυπο των ελληνιστικών ηγεμόνων(Φοράει διάδημα και είναι αγένειος).Στο πίσω μέρος η μορφή της Αρτέμιδος Ορθίας.

Ένα τμήμα των χρημάτων κατανεμήθηκε για την αναστήλωση του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας και για την ανακαίνιση του «Μεγάλου Ιερού» που ήταν αφιερωμένο στον Λυκούργο. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των χρημάτων διατέθηκε για την προετοιμασία του στρατεύματος των πολιτών και  των μισθοφόρων εν όψει της μεγάλης μάχης εναντίον της αντισπαρτιατικής συμμαχίας.

Η κάθοδος του Δώσωνος στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε έναν κεραυνό εν αιθρία για όσους έχουν γνώση των πληροφοριών που μας προσφέρει ο Πολύβιος επί του θέματος. Η σύμπραξη Άρατου και Αντιγόνου ήταν μάλλον παρασκηνιακή. Ο Πολύβιος υποστηρίζει ανοικτά πως σε περίπτωση νίκης του Αντιγόνου Γ’ και εγκαθίδρυσης «de facto» μακεδονικής επικυριαρχίας στην Πελοπόννησο, η κοινή γνώμη θα  θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Άρατο. Για τον λόγο αυτό ο ίδιος εμπιστεύθηκε το σχέδιο του στους δύο στενούς Μεγαλοπολίτες φίλους του, τον Νικοφάνη και τον Κερκίδα. Οι δύο συνεργάτες γρήγορα έπεισαν τους κατοίκους της Μεγαλόπολης για την αποστολή πρεσβείας στον Μακεδόνα βασιλιά. Ταυτόχρονα ανέλαβαν και την πρεσβεία ακολουθώντας μεθοδικά τις υποδείξεις που τους έκανε ο Άρατος. Στην γραπτή του απάντηση ο Αντίγονος υποσχέθηκε ότι κατόπιν και της επιθυμίας των Αχαιών θα παρείχε την αναμενόμενη βοήθεια στην Μεγαλόπολη.[17]

 Η συνεργασία των δύο ανδρών εγκαινιάστηκε με την παράδοση του Ακροκορίνθου, που λίγα χρόνια πριν είχε στερήσει από το Μακεδονικό βασίλειο ο στρατηγός των Αχαιών. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ο Άρατος προφασίστηκε την στροφή των Κορινθίων προς τον Κλεομένη Γ’ για την εκδίωξη των Αχαιών από την πόλη. Τότε και μόνον απέκτησε την αφορμή που μανιωδώς αναζητούσε ώστε να παραδώσει τον βράχο του Ακροκορίνθου στους Μακεδόνες. Αβίαστα κανείς συμπεραίνει ότι ο Αντίγονος απέκτησε ένα πανίσχυρο ορμητήριο στην Πελοπόννησο. Η αντίδραση του Κλεομένους ήταν να στρατοπεδεύσει στον Ισθμό. Στο άκουσμα της είδησης πως θα παρουσιαστεί και στην Θεσσαλία ο Αντίγονος κινήθηκε εναντίον του. Οι Αιτωλοί όμως, διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη, απαγόρευσαν την διέλευση του Αντιγόνου  με τον στρατό του από τις Θερμοπύλες, απειλώντας τον ανοιχτά με πόλεμο. Μην έχοντας άλλη επιλογή ο Αντίγονος κατέφθασε στον Ισθμό μέσω της Εύβοιας. Η άμυνα του Κλεομένους έμοιαζε αδιάτρητη εντούτοις το πρώτο ρήγμα της  κατέστη μοιραίο για την κατάρρευση της Σπάρτης.[18]

Με την εξέγερση του Αριστοτέλους στο Άργος υποβοηθούμενη από τους Αχαιούς ο Κλεομένης Γ’ γυρίζει πίσω. Βλέποντας την έκβαση της μάχης υποχωρεί στην Σπάρτη μέσω της Μαντίνειας. Ο Αντίγονος αιφνιδίως άδραξε την ευκαιρία, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και κατέλυσε ένα προς ένα τα φρούρια του Κλεομένους. Το 224π.Χ στην συνέλευση της Αχαϊκής Συμπολιτείας στο Αίγιο  ο Αντίγονος Δώσων εκλέχθηκε ηγεμών-στρατηγός της «Συμμαχίας». Την ίδια στιγμή ανέπτυξε και τα σχέδιά του για την «Ελληνική Συμμαχία» που θα αποτελούνταν από συμπολιτείες και «κράτη» ως ανάχωμα προς την Σπάρτη και μελλοντικά προς την Αιτωλική συμπολιτεία. Η συμμαχία αποτελούνταν από Αχαιούς, Μακεδόνες, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Βοιωτούς και Φωκείς.[19] Στην πράξη όμως ο Αντίγονος αποφασιστικά καθιέρωσε την μακεδονική ηγεμονία και ανέλαβε επίσημα επικεφαλής του αγώνα κατά του Κλεομένους. Η προσπάθεια του Άρατου να ποδηγετήσει εν καιρώ τον Δώσονα έπεσε στον κενό…

Ασημένιο τετράδραχμο του βασιλέως Αντιγόνου Γ’ (229-220π.Χ). Στην εμπρόσθια πλευρά απεικονίζεται ο γενειοφόρος Ποσειδών με κυματοειδείς βόστρυχους. Στο πίσω μέρος εμφανίζεται ο Απόλλων γυμνός τοποθετημένος στη πλώρη ενός πλοίου με το δεξί του χέρι να κρατά ένα τόξο. Στην πλώρη αναγράφεται «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΓΟΝΟΥ» και πιο κάτω υπάρχει ένα μονόγραμμα.[20] Πηγή: American Numismatic Society.
Η κάτοψη του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας στην Σπάρτη και των κερκίδων που προστέθηκαν κατά την ρωμαϊκή εποχή.

 

Αναπαράσταση του ναού κατά την περίοδο της αναστήλωσής του. Οι εικόνες είναι από την ανασκαφή 1906 – 1910 της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών.

 Σε αντίθεση με τον Άρατο, ο Μακεδόνας βασιλέας Αντίγονος Γ’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός. Οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει η Σπάρτη ήταν αρκετά σημαντικές και οι συνθήκες μη ευνοϊκές. Οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε ο Κλεομένης, κυρίως λόγω και της απόσυρσης της οικονομικής αρωγής του Πτολεμαίου λίγο πριν την μάχη εναντίον των Μακεδόνων επιτείνονταν από την ολιγανθρωπία. Ήταν λοιπόν η σειρά του να κάνει μία κίνηση απελπισίας. Όταν ο Αντίγονος Γ’ περιόρισε τον Κλεομένη στην Λακωνία, αυτός ελευθέρωσε τους Είλωτες που μπορούσαν να πληρώσουν το ποσό των πέντε μνων. Με τον τρόπο αυτό συγκέντρωσε 500 τάλαντα και εξόπλισε 3.000 στρατιώτες στον αγώνα του εναντίον της Μακεδονίας.[21] Ωστόσο, στη μάχη που διεξήχθη το 222π.Χ στην Σελλασία, ο στρατός της Σπάρτης ηττήθηκε ολοσχερώς και ο Κλεομένης κατέφυγε στην Αίγυπτο. Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή υποκινώντας εξέγερση εναντίον του Πτολεμαίου Δ’.

Εν κατακλείδι η μάχη στην Σελλασία αποτέλεσε μια διαφοροποίηση της σύγκρουσης της Μακεδονίας και της  τεχνικά ανεξάρτητης ακόμη Σπάρτης. Πρόκειται για την σύγκρουση της μακεδονικής αντίληψης για την επικυριαρχία στους νότιους Έλληνες απέναντι στην κοινωνική επανάσταση και σε αυτά που αντιπροσώπευε η επανάσταση του Κλεομένη. Σε μία σύγκρουση εποχών και ιδεών που νικητής αναπόφευκτα θα ήταν η Μακεδονία.

Χάρτης της περιοχής της Πελοποννήσου από «Atlas of the Greek and Roman world in antiquity» του N.G.L Hammond. Το μαύρο στίγμα αντιστοιχεί στην Σπάρτη και η κυκλωμένη κόκκινη περιοχή στην περιοχή της Σελλασίας όπου δόθηκε η μάχη Κλεομένους-Αντιγόνου το 222 π.Χ .

 

Ο Ευάγγελος Παλάσκας είναι απόφοιτος του Τμήματος
Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-M.M. Αustin, The Hellenistic World from Alexander to the Roman Conquest, Cambridge 1981.

-P.J. Rhodes, Οι ελληνικές πόλεις-κράτη. Μία συλλογή πηγών, (μτφ.-επιμέλεια: Ι.Κ. Ξυδόπουλος), Αθήνα 2010.

-F.W. Walbank, «Macedonia and the Greek Leagues», in Cambridge Ancient History vol. VII.1, Cambridge 1984.

-P. Cartledge-A. Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, 1992.

-F.W Walbank, Ο Ελληνιστικός κόσμος, εκδόσεις Βάνιας, α’ ανατύπωση, (μετάφραση: Τ. Δαρβέρης επιμέλεια: Λ. Μανωλόπουλος – Π. Νίγδελης), Θεσσαλονίκη 1999.

-Otto Morkholm, EARLY HELLENISTIC COINAGE from the accession of Alexander to the peace of Apamea (336-186 B.C), Cambridge University Press, 1991. 

-Περικλής Ροδάκης, Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης η μεγάλη κοινωνική επανάσταση, εκδόσεις Καστανιώτη, Γ’ έκδοση, 1994.

-Πηγή: Πλούταρχος, «Άγις και Κλεομένης».

Barrington atlas of the Greek and Roman world, έκδοση Princeton, N.J. Princeton University Press, 2000.

Atlas of the Greek and Roman world in antiquity, έκδοση: Park Ridge, N.J.  Noyes Press, 1981

-Πολυβίου, «Ιστοριών Β’», εκδόσεις: Στιγμή, (μετάφραση: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος), Αθήνα 1995.

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ. ΓΥΙΟΚΑ, «Αντίγονος Δώσων, επίτροπος του Φιλίππου Ε’ και βασιλεύς της Μακεδονίας», Θεσσαλονίκη 1986.

Παραπομπές 

[1]

Cartledge – Spawforth 1998, 49.

[2]

                Walbank 1984, 456. 

[3]

                Ροδάκης 1994, 187-88.

[4]

                Walbank 1984, 456.

[5]

                Walbank 1984, 457.

[6]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50-51.

[7]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457.

[8]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457-458.

[9]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50.

[10]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 51.

[11]

                F.W Walbank, 1984, σ. 471.

[12]

                RJ RHODES, 2010, σ. 123 κείμενο 30.

[13]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 458.

[14]

                MM Austin, 1981, σ.111 κείμενο 56.

[15]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 52.

[16]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 54.

[17]

                Πολυβίου, Ιστοριών Β’, 1995, σ.100-105.

[18]

                Πολύβιου, Ιστοριών,1995, σ.108-111.

[19]

                F.W.WALBANK, 1984, σ.468-469.

[20]

                ΓΥΙΟΚΑΣ, 1986, σ.383-387.

[21]

                F.W.WALBANK,1999, σ. 244

Ιωάννης Σαραντίδης: Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

 Ιωάννης Σαραντίδης

Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

Η ένταξη ξένων στρατιωτών στον αυτοκρατορικό στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου αποτέλεσε μια εκ των κορυφαίων εσωτερικών διαδικασιών και επιλογών του Βυζαντινού κράτους κατά τους 4ο – 6ο αι. Η κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας ευνόησε τη μαζική πρόσληψη «βαρβάρων» πολεμιστών στους βυζαντινούς σχηματισμούς μάχης κατά την περίοδο 324-565, προκειμένου να ενισχύσει τη στρατιωτική της ισχύ. Η συγκεκριμένη διαδικασία υποδηλώνεται γενικότερα στη σύγχρονη έρευνα ως «εκβαρβαρισμός» (αγγλ. Barbarization, γερμ. Barbarisierung) ή ειδικότερα «γερμανοποίηση» (αγγλ. Germanization, γερμ. Germanisierung)· με αυτούς τους περιγραφικούς όρους τονίζεται η αυξημένη παρουσία πολεμιστών από τα γερμανικά φύλα του Ρήνου και του Δούναβη στις ένοπλες δυνάμεις της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Για την επίτευξη της στρατιωτικής σύμπραξης και την ευχερή στρατολόγηση, η βυζαντινή ηγεσία συνδεόταν μέσω επίσημων συνθηκών με λαούς και κράτη πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, με μικρότερες ομάδες προσφύγων που επιζητούσαν να μετοικήσουν στη αυτοκρατορία και, σπανιότερα, ακόμη και με επιδρομείς. Οι γραπτές πηγές όμως είναι δυστυχώς ασαφείς σχετικά με τους όρους αυτών των συμφωνιών. Ο λατινικός όρος foedus ή ο ελληνικός σπονδαί χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν γενικά την επίσημη συμφωνία του Ρωμαϊκού και έπειτα του Βυζαντινού κράτους με οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, είτε επρόκειτο για συνθήκη μεταξύ μερών που ήλθαν σε συμφωνία επί ίσοις όροις (= ισοβαρής συνθήκη, λατ. foedera aequa) είτε επρόκειτο για συνθήκη που προήλθε μετά από τη στρατιωτική επικράτηση της αυτοκρατορίας και υποταγή (λατ. deditio) των εχθρών της (= ετεροβαρής συνθήκη, λατ. foedera iniqua)1. Στην περίπτωση της στρατιωτικής επικράτησης η κεντρική εξουσία υποχρέωνε κατά κανόνα τους ηττημένους λαούς να παράσχουν ένοπλα τμήματα για τις στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας. Οι πηγές όμως δεν παραδίδουν τις ακριβείς υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, όπως (για παράδειγμα) εάν οι ξένες επικουρίες θα ελάμβαναν από το κρατικό ταμείο χρήματα, εφόδια, εξοπλισμό κ.ά.

Προσφορά δώρων από ξένους απεσταλμένους στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, ανάγλυφο από τον Οβελίσκο του Θεοδοσίου Α΄ στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης (4ος αι.) – Πηγή: φωτογραφικό αρχείο κ. Θ. Κορρέ

Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο οι κύριες πηγές στρατολόγησης βαρβάρων ήταν τρεις: Οι ξένοι εισέρχονταν για υπηρεσία στον αυτοκρατορικό στρατό κυρίως ως εθελοντές με σκοπό να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους ή για να ξεφύγουν από τις κακουχίες, την ανασφάλεια, την εξαθλίωση ή ακόμα τις διώξεις στον τόπο καταγωγής τους. Επιπρόσθετα, το Βυζαντινό κράτος αντλούσε ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση των στρατιωτικών μονάδων του από τις ξένες πληθυσμιακές ομάδες που εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας, όπως συνέβαινε με τις κοινότητες των laeti και gentiles, των dediticii ή των αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα, η εδαφική επέκταση του Βυζαντίου στη Δύση, μέσω των κατακτητικών ή ανακτητικών πολέμων (reconquista) του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), συνετέλεσε στην ενίσχυση των βυζαντινών στρατευμάτων και με επίστρατους από τους προσφάτως υποταχθέντες ξένους πληθυσμούς (βλ. σχετικά κατωτέρω).

Οι ξένοι από τις παραπάνω πηγές στρατολόγησης κατατάσσονταν μεμονωμένα ή μαζικά για μόνιμη θητεία στους σχηματισμούς μάχης του βυζαντινού στρατού υπό τις διαταγές αυτοκρατορικού αξιωματούχου και ήταν ενταγμένοι πλήρως στην πολεμική μηχανή του Βυζαντίου. Βάρβαροι με καθεστώς υπηρεσίας μακράς διάρκειας μαρτυρούνται στις βυζαντινές μονάδες του στρατού κρούσης (λατ. comitatenses) και των συνοριακών στρατευμάτων (λατ. limitanei) των 4ου και 5ου αι. ή στους λεγόμενους αριθμούς, τους καταλόγους και τα νέα έφιππα φοιδερατικά σώματα του 6ου αι., καθώς επίσης και στην ανακτορική φρουρά των λεγόμενων Παλατινών σχολών (λατ. scolae palatinae)2.  Επιπρόσθετα, ξένοι υπηρέτησαν στις προσωπικές ένοπλες ακολουθίες (bucellarii3) των αυτοκρατορικών αξιωματούχων ή των πλούσιων γαιοκτημόνων, όπως οι Ούννοι και οι Γότθοι στα τέλη του 4ου και τον 5ο αι., ή οι Αρμένιοι και οι Πέρσες τον 6ο αι.

Οι γεωγραφικές «δεξαμενές» προέλευσης των ξένων στρατιωτιών, οι οποίοι εισέρχονταν τελικά στις τάξεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ήταν κυρίως τρεις: (α) οι περιοχές που εκτείνονταν αμέσως μετά το ανατολικό / ασιατικό σύνορο του κράτους (τουτέστιν από τον Καύκασο στα βόρεια μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα στα νότια)· (β) οι περιφέρειες που βρίσκονταν βορείως του υδάτινου και πολιτικού συνόρου του Δούναβη καθώς και η βορειοανατολικότερη ρωσική στέπα έως τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου· (γ) οι περιοχές της Δύσης, ειδικότερα η δυτική λεκάνη της Μεσογείου και η βορειοδυτική Ευρώπη.

Από τις σημαντικότερες πληθυσμιακές ομάδες της Ανατολής που παρείχαν σταθερά στρατιώτες στο βυζαντινό στρατό ήταν οι λαοί του Καυκάσου. Οι Αρμένιοι ιδιαίτερα κατείχαν εξέχουσα θέση μεταξύ των ξένων στρατιωτών καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κατά τον 4ο αι. επαρχιώτες που προέρχονταν από τους συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Μεσοποταμίας «κατέκλυσαν» τις συνοριακές μονάδες, ελαφρού πεζικού και ιππικού, που διοικούσε ο αυτοκρατορικός στρατιωτικός διοικητής dux Armeniae· αποτέλεσμα της ενσωμάτωσής τους ήταν η μετέπειτα «θωράκιση» της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των φύλων του Καυκάσου αλλά και των Περσών. Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄ το αρμενικό στοιχείο αυξήθηκε κατακόρυφα και γενικότερα στο βυζαντινό στρατό· μάλιστα, τα τμήματα που επανδρώνονταν αποκλειστικά από Αρμενίους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην άμυνα του βόρειου τομέα του ανατολικού συνόρου του κράτους αλλά και στους επεκτατικούς πολέμους του Βυζαντίου στη Δύση (κυρίως στην Ιταλία και τη βορειοδυτική Αφρική). Κατά την ίδια περίοδο μαρτυρούνται και στρατιώτες από τους πιο ολιγάριθμους λαούς του Καυκάσου, όπως οι Ίβηρες ή Τζάνοι, Λαζοί και Αβασγοί, ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση των ηγεμονιών τους στον εδαφικό κορμό του Βυζαντίου κατά τη μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού.

Το βυζαντινο-περσικό σύνορο και οι λαοί της Ανατολής στις αρχές του 7ου αι. – Πηγή: http://www.iranpoliticsclub.net/maps/maps06/index.htm

Αξιόλογη παρουσία στον αυτοκρατορικό στρατό μαρτυρείται όμως και για τα αραβικά φύλα της συριακής ερήμου. Τα τελευταία ενίσχυσαν το δύσκολο έργο της άμυνας των τομέων του ανατολικού συνόρου (στη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Παλαιστίνη) από τις επιδρομές των Σασανιδών Περσών και των συμμάχων τους Λαχμιδών Αράβων· έτσι, συνέχισαν τη μακραίωνη παράδοση συνεργασίας των Αράβων νομάδων με την αυτοκρατορία, η απαρχή της οποίας χρονολογείται ήδη στη ρωμαϊκή εποχή. Ιδιαίτερα με την ενοποίηση της διοίκησης τους υπό την ηγεσία των Γασσανιδών του Αρέθα από τον Ιουστινιανό Α΄ (τέλη της δεκαετίας του 520), τα αραβικά φύλα συνέβαλαν καθοριστικά στην εδαφική ακεραιότητα και την επικράτηση του Βυζαντίου στην Ανατολή κατά τις μείζονες συγκρούσεις με τους Πέρσες4. Παράλληλα, οι «αστικοποιημένοι» αραβικοί επαρχιακοί πληθυσμοί της Συρίας και της Παλαιστίνης επάνδρωσαν μαζικά τις τοπικές συνοριακές μονάδες, κυρίως ελαφρού πεζικού και ιππικού, συντελώντας έτσι στην προστασία των ανατολικών επαρχιών από πάσης φύσεως εχθρική επιβουλή. Εξέχουσα θέση κατείχαν όμως και οι Πέρσες εξόριστοι που κατέφυγαν στη βυζαντινή επικράτεια. Οι τελευταίοι εντάχθηκαν κυρίως σε σχηματισμούς βαρέως ιππικού (clibanarii, clibanariis agittarii) του 4ου αι., κατά μίμηση των αντίστοιχων περσικών. Έτσι, συνέβαλλαν στην αναβάθμιση του ρόλου του ιππικού στην έκβαση των πολεμικών αναμετρήσεων έναντι του κυρίαρχου μέχρι τότε πεζικού αλλά και στη συνολική εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής του βυζαντινού στρατού κατά τους 5ο και 6ο αι.5

Σημαντικό ήταν όμως και το πλήθος των σωμάτων του αυτοκρατορικού στρατού που επανδρώθηκαν από λαούς του Δούναβη και της ρωσικής στέπας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Από τους λαούς αυτούς διακρίνονταν κυρίως οι γερμανικής καταγωγής Γότθοι στον κάτω Δούναβη, ιδιαίτερα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής, οι Έρουλοι και οι Γεπίδες στον άνω Δούναβη κατά τον 6ο αι. καθώς επίσης και τα ουννικά / τουρανικά φύλα της ρωσικής στέπας και του κάτω Δούναβη κατά τους 5ο και 6ο αι. Τα τελευταία μάλιστα άσκησαν, μαζί με τους Πέρσες (βλ. ανωτέρω), σημαντική επίδραση στο βυζαντινό στρατό: οι συγκρούσεις με τους νομάδες της στέπας βαθμιαία συνετέλεσαν στην αύξηση της σημασίας του ιππικού, ιδιαίτερα των τμημάτων ιπποτοξοτών, αλλά και στη γενικότερη εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής και του εξοπλισμού των αυτοκρατορικών δυνάμεων6. Μικρότερη παρουσία μαρτυρείται και από γερμανικά φύλα του άνω Δούναβη, των Ταϊφάλων και Κουάδων (4ος αι.) αλλά και των Σκίρων και Ρούγων (5ος αι.)· επίσης, από τα ιρανικά φύλα των Σαρματών και Αλανών (4ος και 5ος αι.)· τέλος, από τα σλαβικά φύλα των Σκλαβηνών και Αντών του κάτω Δούναβη (6ος αι.). Οι πολεμιστές και τα σώματα από τους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου και της ρωσικής στέπας διακρίθηκαν κυρίως στην άμυνα του παραδουνάβιου συνόρου της αυτοκρατορίας· συμμετείχαν όμως και στις πολεμικές επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού σε άλλα μέτωπα, όπως το ανατολικό σύνορο ή την Ιταλία.

Η διοικητική οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι βαρβαρικοί λαοί πέρα από τα σύνορα κατά το έτος θανάτου του Θεοδοσίου Α΄ (395) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Roman-Empire-AD-395-466568534

Στρατιώτες και μόνιμοι σχηματισμοί μάχης από τους λαούς της Δύσης μαρτυρούνται σε δύο χρονικές περιόδους, τον 4ο και τον 6ο αι. Κατά τον 4ο αι. στις στρατιωτικές διοικήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εμφανίζονται μονάδες των γερμανικών φύλων των Φράγκων, των Αλαμανών και των συγγενών τους Ιουθούγγων, των Σαξόνων και Anglii, των Βανδάλων, του κελτικού φύλου των Atecotti και του αφρικανικού φύλου των Μαυρουσίων. Το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων αυτών εντάχθηκαν στα συνοριακά στρατεύματα των ανατολικών επαρχιών από Ρωμαίους αυτοκράτορες του 3ου αι. (Γαλλιηνό, Αυρηλιανό, Διοκλητιανό), ενώ σημαντικό ποσοστό από αυτές εντάχθηκε στον στρατό κρούσης (comitatenses) του Βυζαντίου, ως ενίσχυση του δυτικού τμήματος από τους αυτοκράτορες (π.χ. τους Ιουλιανό και Βαλεντινιανό Α΄). Οι μονάδες αυτές διατήρησαν τον αμιγή εθνικό τους χαρακτήρα μέχρι περίπου τα τέλη του 4ου αι., οπότε με τη διοικητική (σε ανώτερο επίπεδο) «διαίρεση» της αυτοκρατορίας σε δυτικό και ανατολικό τμήμα σταμάτησε η εισροή ξένων από τη Δύση στις αυτοκρατορικές δυνάμεις του ανατολικού τμήματος. Οι στρατιώτες από τη Δύση επανεμφανίστηκαν στο βυζαντινό στρατό κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού Α΄. Μετά την κατάλυση του Βανδαλικού βασιλείου (534), οι ηττημένοι Βάνδαλοι και Μαυρούσιοι συγκρότησαν τμήματα πεζικού και ιππικού αντίστοιχα και εντάχθηκαν στις αυτοκρατορικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Το Βυζάντιο και τα βαρβαρικά κράτη της Δύσης (476) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-end-of-the-Western-Roman-Empire-AD-476-481124076

Αξιωματούχοι με καταγωγή από τους εκτός συνόρων λαούς σταδιοδρόμησαν στο βυζαντινό στρατό, απέκτησαν σημαντική πολιτική επιρροή στο αυτοκρατορικό επιτελείο και διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κορυφαίες περιπτώσεις βαρβάρων αξιωματούχων είναι εκείνες του ικανού Βανδάλου magister militum Στηλίχωνα επί Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και του διαδόχου του Ονωρίου στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αι., του Αλανού Άσπαρα επί Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού και Λέοντoς Α΄ τον 5ο αι. και του διακεκριμένου Αρμένιου στρατηγού ευνούχου Ναρσή επί Ιουστινιανού Α΄ τον 6ο αι.

Η βυζαντινή reconquista επί Ιουστινιανού Α΄ και οι βαρβαρικοί λαοί (527-565) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Eastern-Roman-Empire-AD-527-565-491648322

Ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (πιο συγκεκριμένα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής) ήταν η δημιουργία των βαρβαρικών φοιδερατικών σωμάτων. Ξένοι λαοί εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας κατόπιν ειδικής συμφωνίας (foedus) των ηγεμόνων τους με τον αυτοκράτορα. Βασικές υποχρεώσεις τους υπήρξαν η παροχή στρατιωτικών σωμάτων για τη συνοριακή άμυνα αλλά και η συμμετοχή τους στις εκστρατείες του βυζαντινού στρατού σε μέτωπα απομακρυσμένα από τον εκάστοτε τόπο εγκατάστασης τους. Οι ξένοι φοιδεράτοι ελάμβαναν καλλιεργήσιμες γαίες στις συνοριακές περιοχές, δώρα, εξοπλισμό, ανεφοδιασμό (λατ. annona foederatica) και χρήματα. Οι παροχές καθορίζονταν δια της συμφωνίας που σύναπταν οι φοιδεράτοι με την αυτοκρατορία. Οι ίδιοι διατηρούσαν τον οπλισμό και τις τακτικές μάχης τους, διέθεταν σχετική πολιτική αυτονομία εντός της αυτοκρατορίας, ενώ παραμένει ασαφές εάν το κράτος τους παραχωρούσε πολιτικά δικαιώματα και το λεγόμενο connubium, δηλαδή το δικαίωμα σύναψης νόμιμου γάμου. Παράλληλα, οι φοιδεράτοι ηγέτες – πολέμαρχοι έπαιρναν τα διάσημα της εξουσίας τους από τον αυτοκράτορα και τις περισσότερες φορές διορίζονταν σε υψηλές θέσεις της στρατιωτικής ιεραρχίας ή ελάμβαναν τιμητικούς τίτλους της αυτοκρατορικής αυλής7. Από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται σαφές ότι οι φοιδεράτοι αποτέλεσαν νέα κατηγορία μόνιμων μονάδων, πλήρως ενταγμένων στο βυζαντινό στρατό.

Σημαντικότερη περίπτωση φοιδεράτων ήταν εκείνη των Γότθων μετά τη βυζαντινο-γοτθική συνθήκη ειρήνης του 382 (επί Θεοδοσίου Α΄). Οι Γότθοι φοιδεράτοι (Βησιγότθοι του Αλάριχου, Γότθοι του Γαϊνά, Γότθοι της Θράκης του Θεοδώριχου Στραβού και Οστρογότθοι του Θεοδωριχου Αμαλού) διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο (συνήθως αρνητικό) στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα τόσο του ανατολικού όσο και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κατά τους 4ο και 5ο αι. Στο χώρο της Ανατολής φοιδερατικό καθεστώς απέκτησαν διάφορα αραβικά φύλα, όπως οι Τανουκίδες τον 4ο αι., οι Σαλιχίδες, οι ομάδες του Ασπέβετου και του Αμόρκεσου τον 5ο αι., και οι Γασσανίδες και Κινδίτες τον 6ο αι.· επίσης, οι άνδρες που υπηρετούσαν στις αρμενικές περιφέρειες Βελαβιτηνή, Σοφηνή, Αντζιτηνή, Ιγκιληνή και Σοφανηνή στη βόρεια Μεσοποταμία στα τέλη του 4ου αι. καθώς επίσης και οι Λαζοί ηγεμόνες στον Καύκασο κατά τον 5ο αι.

Κατά τον 6ο αι. τα φοιδερατικά σώματα εξελίχθηκαν, σύμφωνα με μαρτυρία του Προκοπίου,  σε μικτά επίλεκτα τμήματα βαρβάρων και Βυζαντινών υπηκόων, αν και το ξένο στοιχείο (ιδιαίτερα οι Γότθοι και οι Έρουλοι) συνέχισε να κυριαρχεί· τη διοίκηση τους ανέλαβε μάλλον ο κόμης των φοιδεράτων (λατ. comes foederatorum)8. Παράλληλα, οι λαοί που είχαν καθεστώς παρόμοιο με εκείνο των φοιδεράτων των 4ου και του 5ου αι. αποκαλούνται στις πηγές σύμμαχοι ή ένσπονδοι9. Δεν ενσωματώθηκαν όμως όλοι οι λαοί που απέκτησαν το καθεστώς των συμμάχων στις δομές του Βυζαντινού κράτους. Για παράδειγμα, οι Λογγοβάρδοι στον άνω Δούναβη κατά τη δεκαετία του 540 έγιναν μεν σύμμαχοι του Βυζαντίου, αλλά η ηγεμονία τους  παρέμεινε ουσιαστικά πολιτικώς ανεξάρτητη.

Από την εξέταση της ένταξης ξένων στρατιωτικών σωμάτων διαφαίνεται και η συμβολή του εκάστοτε αυτοκράτορα στον «εκβαρβαρισμό» του βυζαντινού στρατού. Η πολιτική στρατολόγησης ξένων εγκαινιάστηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο (306/24-337) κατά τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. Ο τελευταίος στηρίχθηκε κυρίως στα βαρβαρικά φύλα της δυτικής Ευρώπης (κυρίως τους Φράγκους και Αλαμανούς) για να νικήσει τους αντιπάλους του (Μαξέντιο, Λικίνιο), ακολουθώντας έτσι την αντίστοιχη πολιτική των προκατόχων του Τετραρχών αυτοκρατόρων (Διοκλητιανού και Κωνστάντιου Χλωρού)10. Την ίδια πολιτική συνέχισαν όμως και οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου επιστρατεύοντας πολεμιστές από λαούς που συνόρευαν με τις επικράτειες της δικαιοδοσίας τους. Στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ο Ιουλιανός και ο Βαλεντινιανός Α΄ ενέταξαν λ.χ. στις στρατιωτικές τους δυνάμεις Φράγκους, Αλαμανούς, Σάξονες, Anglii και Atecotti κατά το β´ μισό του 4ου αι. Στο ανατολικό τμήμα ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β΄ (337-361) συγκρότησε αρκετούς σχηματισμούς κατάφρακτου ιππικού με Πέρσες πολεμιστές, ενώ ο Βάλης (364-378) στρατολόγησε μάλλον αρκετά νέα τμήματα Καυκασίων (Αρμενίων, Ιβήρων και Τζάνων). Παράλληλα, οι Τανουκίδες Άραβες επί Ιουλιανού (361-363) και Βάλεντος (364-378) συμμετείχαν ενεργά τόσο στις επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού εναντίον των Περσών όσο και σε εκστρατείες πέρα από το ανατολικό σύνορο, όπως για παράδειγμα στη Θράκη εναντίον των Γότθων το 378. Παρόλ’ αυτά όμως το συνολικό ποσοστό των ξένων πολεμιστών και σωμάτων έως τότε μάλλον δεν υπήρξε μεγάλο. Μέχρι τη δεκαετία του 370 η μεγάλη πλειονότητα των στρατιωτών του δυτικού και του ανατολικού τμήματος προερχόταν δηλαδή από τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας.

Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Γκραβούρα της δεκαετίας του 1870 – Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9#/media/File:Hunnen.jpg

Η είσοδος των ξένων στο βυζαντινό στρατό έλαβε μαζικές διαστάσεις κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ (379-395). Οι τρομακτικές απώλειες που είχαν ήδη υποστεί οι Βυζαντινοί (= Ρωμαίοι της Ανατολής) από τους Γότθους κατά την καταστροφική για τους ίδιους μάχη της Αδριανούπολης (9 Aυγούστου 378) και άλλες συγκρούσεις ανάγκασαν τον Θεοδόσιο να προσλάβει ή να επιστρατεύσει πολυπληθή σώματα ξένων πολεμιστών, προκειμένου να καταστήσει και πάλι αξιόμαχα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Γότθοι, Ούννοι, Αλανοί από το Δούναβη, Αρμένιοι και Ίβηρες από τον Καύκασο πλαισίωσαν τις βυζαντινές δυνάμεις κατά τις εκστρατείες του Θεοδοσίου στην Ιταλία εναντίον των σφετεριστών Μάξιμου και Ευγενίου. Ξένοι εξακολούθησαν να υπηρετούν στις αυτοκρατορικές δυνάμεις και κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού, Λέοντος Α΄ και Ζήνωνος από τη δεκαετία του 390 και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 5ου αι. Οι πηγές αναφέρονται σε Γότθους και Ούννους από τη Χερσόνησο του Αίμου αλλά και σε Αρμένιους και Άραβες από την Ανατολή.

Η ορδή των Ούννων εν κινήσει – Πηγή: http://eclass31.weebly.com/iotasigmatauomicronrho943alpha-epsilon900—beta900-epsilonnu972tauetataualpha.html#.Wfweg9Vl_IU

Πλήθος νέων ξένων στρατιωτών εντάχθηκε στο βυζαντινό στρατό και κατά τον 6ο αι. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ (491-518) στηρίχθηκε στους Έρουλους, τους Αρμένιους και τα νεοεμφανιζόμενα αραβικά φύλα των Γασσανιδών και των Κινδιτών για την αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών αντιπάλων του. Αποκορύφωμα όμως της μαζικής στρατολόγησης ξένων αποτέλεσε η μακρά περίοδος διακυβέρνησης του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις σε Ανατολή, Χερσόνησο του Αίμου και Δύση καθώς και ο μεγάλος λοιμός τη δεκαετία του 540, ο οποίος αποδεκάτισε τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, συνετέλεσαν στην ολοένα και μεγαλύτερη επιστράτευση σωμάτων και πολεμιστών από τους λαούς του λεγόμενου barbaricum. Αυτή την περίοδο μαρτυρούνται τμήματα Αρμενίων, Τζάνων, Λαζών, Γασσανιδών Αράβων και Περσών από το ανατολικό σύνορο· επίσης, Ερούλων και Γεπιδών, Σκλαβηνών και Αντών, Πρωτοβούλγαρων και άλλων ουννικών / τουρανικών φύλων  από το Δούναβη και τη μετέπειτα ρωσική στέπα (π.χ. Σαβείρων Ούννων, Ούννων Κριμαίας κ.ά.)· τέλος, Οστρογότθων, Βησιγότθων, Βανδάλων και Μαυρουσίων από τα βαρβαρικά βασίλεια της δυτικής λεκάνης της Μεσογείου.

Συνοψίζοντας: κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (κυρίως από τα τέλη του 4ου αι. και εξής) μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του αυτοκρατορικού στρατού προερχόταν από τους πληθυσμούς πέρα από τα σύνορα της Ρωμανίας (Βυζαντίου). Η κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους εκτός συνόρων λαούς, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τη στρατιωτική τους σύμπραξη στους αναρίθμητους και πολυμέτωπους πολέμους αυτής της περιόδου. Παρά τις μεγάλες καταστροφές που προξένησαν κυρίως οι Γότθοι, μέσω (και) των ξένων στρατιωτών η βυζαντινή ηγεσία πέτυχε να προσαρμόσει τις ένοπλες δυνάμεις της στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα και να ανταπεξέλθει στις δύσκολες περιστάσεις που δημιούργησαν οι λεγόμενες «μεταναστεύσεις των λαών», ενώ παράλληλα κατάφερε να επεκταθεί εδαφικά τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Ο Ιωάννης Σαραντίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Παραπομπές

  1. E. Chrysos, Legal Concepts and Patterns for the Barbarian’ Settlement on Roman Soil, στο E. Chrysos – A. Schwarcz (επιμ.), Das Reich und die Barbaren [Veröffentlichungen des Instituts für Österreichische Geschichtsforschung 29], Wien / Köln 1989, σ. 18-19. – P. Heather, Foedera and Foederati of the Fourth Century, στο T. Noble (επιμ.), From Roman Province to Medieval Kingdoms, London / NewYork 2006, σ. 244-245.
  2. Για την οργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, βλ. A. H. M. Jones, The Later Roman Empire 284-602. A Social, Economic and Administrative Survey, τ. II, Oxford 1964, σ. 608-610, 613-614, 621, 649-654. – Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος (324-565 μ.Χ.), Θεσσαλονίκη 51995, σ. 622-628.
  3. Γ. Α. Λεβενιώτης, Οbsequentes – privatum obsequium – Οbsequium – Obsequioν – Οpsicion – Οψίκιον. Η εξέλιξη ενός τεχνικού όρου και η πρώιμη περίοδος του «θέματος» Οψικίου, στο Θ. Κορρές – Πολύμνια Κατσώνη – Ι. Λεοντιάδης – Α. Γκουτζιουκώστας (επιμ.), ΦΙΛΟΤΙΜΙΑ. Τιμητικός τόμος για την ομότιμη καθηγήτρια Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 361-410, ειδικά 389 κ.ε.
  4. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων λόγοι, έκδ. J. Haury, Procopii Caesariensis Opera Omnia, τ. I (De bello Persico), Lipsiae 1913, 4-304. Addenda et corrigenda adiecit G. Wirth I, Leipzig 1962, 1.17.47.
  5. Grosse, Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der Byzantinischen Themenverfassung, Berlin 1920, σ. 254-256. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 639-640. – Λεβενιώτης, ό.π.
  6. Ι. Σαραντίδης, Η βυζαντινή πολιτική της ενσωμάτωσης ξένων λαών στη Χερσόνησο του Αίμου (450-491): προτάσεις ερμηνείας των αυτοκρατορικών πολιτικών στόχων, Βυζαντιακά 33 (2016) 37-54, ειδικά σ. 47, σημ. 24.
  7. Ενδεικτικά, βλ. Ε. Κ. Χρυσός, Το Βυζάντιον και οι Γότθοι.Συμβολή εις την εξωτερικήν πολιτικήν του Bυζαντίου κατά τον δ΄ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 146-166. – P. Heather, Goths and Romans 332-489, Oxford 1994, σ. 158-165.
  8. Προκόπιος, ό.π., τ. I: De belloVandalico, 305-552. Addenda et corrigenda G. WirthI, Leipzig 1962, 1.11.3-4, και, τ. II: De bello Gothico, Lipsiae 1913. Addenda et corrigenda G. Wirth ΙI, Leipzig 1963, 7.33.13. – Codex Justinianus, έκδ. P. Krüger [CJC 2], Berlin 1877, ανατ. Dublin / Zürich 1970, 1.5.12, εδάφιο 17 (a. 527). Για τον κόμητα των φοιδεράτων, βλ. Jones, ό.π., σ. 665. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  9. Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  10. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, έκδ. F. Paschoud, Histoire Nouvelle, τ. I-ΙΙΙ [CUF], Paris 1971-1989, 2.15.1.

 Επιπρόσθετη βιβλιογραφία

  • Adontz, Armenia in the Period of Justinian. The Political Conditions based on the Naxarar System, αγγλ. μτφρ. N. Garsoïan, Lisbon 1970
  • Altheim, Geschichte der Hunnen. Band 1-5, Berlin 1959-1962
  • C. Blockley, East Roman Foreign Policy. Formation and Conduct from Diocletian to Anastasius, Leeds 1992
  • S. Burns, Rome and the Barbarians 100 B.C.-A.D. 400, Baltimore/London 2003
  • Curta (επιμ.), Borders, Barriers and Ethnogenesis. Frontiers in Late Antiquity and Middle Ages [Studies in Early Middle Ages 12], Turnhout 2005
  • Curta (επιμ.), Neglected Barbarians, Turnhout 2010
  • Dignas / E. Winter, Rome and Persia in Late Antiquity, Cambridge 2007
  • Elton, Warfare in Roman Europe, AD 350-425, Oxford 1996
  • Goffart, Barbarian Tides: the Migration Age and the Later Roman Empire, Philadelphia 2006
  • Hoffmann, Das spätrömische Bewegungsheer und die Notitia Dignitatum. Ι-ΙΙ [Epigraphische Studien 7], Düsseldorf 1969-1970
  • Γ. Καλαφίκης, Η οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού (260-395). Σχηματισμοί μάχης – διοίκηση – οχυρώσεις – αμυντική στρατηγική [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή], ΑΠΘ 2008
  • H. W. G. Liebeschuetz, Barbariansand Bishops. Army, Church, and State in the Age of Arcadius and Chrysostom, Oxford 1990
  • J. Maenchen-Helfen, The World of the Huns. Studies in their History and Culture, Berkeley / Los Angeles / London 1973
  • Σ. Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη [Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών. Μονογραφίες 10], Αθήνα 2008
  • Ι. Σαραντίδης, Βαρβαρικοί λαοί και βυζαντινή εξωτερική πολιτική στον Δούναβη (450-491): μια νέα ερμηνευτική θεώρηση, Βυζαντινά 34 (2015-2016) 189-215
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fourth Century, Washington 1984
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fifth Century, Washington 1989
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Sixth Century. I.1: Political and Military History, Washington 1995
  • Southern – K. R. Dixon, The Late Roman Army, New Haven/London 1996
  • L. Teall, The Barbarians in Justinian’s Armies, Speculum 40.2 (1965) 294-332
  • Sarantis – N. Christie (επιμ.), War and Warfare in late Antiquity. Current Perspectives [Late Antique Archaeology 8], Leiden / Boston 2013

Γεώργιος Κωνσταντινίδης: Οι μεγάλες ιδιοκτησίες της βυζαντινής Αιγύπτου μέσα από τη μελέτη των παπύρων

Γεώργιος Κωνσταντινίδης

 Οι μεγάλες ιδιοκτησίες της βυζαντινής Αιγύπτου

μέσα από τη μελέτη των παπύρων

Η ιδιοκτησία αποτελεί αναλυτική κατηγορία, την οποία χρησιμοποιούν συχνά οι παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί για να μελετήσουν τις κοινωνικές σχέσεις. Από τις αρχές ήδη του 20ού αι. οι βυζαντινολόγοι αλλά και οι ιστορικοί της Ύστερης αρχαιότητας, επηρεασμένοι από τον ιστορικό υλισμό και τη λεγόμενη Σχολή των Annales, άρχισαν να μελετούν τις κοινωνικές σχέσεις στη Βυζαντινή αυτοκρατορία διακρίνοντας τη μεγάλη από τη μικρή ιδιοκτησία. Ζητήματα όπως ο «επεκτατισμός» των μεγάλων ιδιοκτησιών κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, η ενίσχυση της μικρής ελεύθερης ιδιοκτησίας κατά τους 7ο και 8ο αι. καθώς και η επέκταση της αγιορείτικης περιουσίας από το 10ο αι. και εξής έχουν ήδη απασχολήσει την ιστορική έρευνα. Παρά τη στροφή των ερευνητών προς νεότερες θεωρήσεις της Ιστορίας (όπως η λεγόμενη «Ιστορία των συναισθημάτων») ή προς νέα εργαλεία έρευνας (όπως η αποκαλούμενη «Θεωρία των κοινωνικών δικτύων»), το ζήτημα της ιδιοκτησίας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο εξακολουθεί να απασχολεί τους ερευνητές. Aξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι τα τελεταία είκοσι χρόνια έχουν εκδοθεί αρκετές μελέτες και άρθρα με θέματα τον αμφιλεγόμενο οικονομικό ορθολογισμό των μεγάλων ιδιοκτησιών (βλ. τις σχετικές μελέτες των J. Banaji και P. Sarris και πρβλ. τον T. M. Hickey) ή την αμφισβητούμενη συμμετοχή των μεγάλων ιδιοκτησιών στην κρατική φορολόγηση (βλ. J. Gascou και πρβλ. P. Sarris). Κατά συνέπεια, υφίστανται ζητήματα που παραμένουν ανοικτά μέχρι σήμερα και περιμένουν τις νεότερες γενιές ιστορικών, οι οποίοι θα καταπιαστούν με αυτά.

Η επαρχία της Αιγύπτου κατέχει ξεχωριστή θέση σε όλες τις μελέτες που ασχολούνται με τη μεγάλη ιδιοκτησία κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος – 7ος αι.)1. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως πολυάριθμους παπύρους. Οι πάπυροι, εν αντιθέσει με πολλές άλλες πρωτογενείς πηγές της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, καταγράφουν με ενάργεια πλήθος δραστηριοτήτων του καθημερινού βίου στην Αίγυπτο (όπως οι αγοραπωλησίες γης ή άλλων αγαθών, τα δάνεια, οι μισθώσεις γης, οι νομικές διαμάχες και η συλλογή φόρων). Μολαταύτα, το πλούσιο αυτό υλικό δεν «προσφέρεται» στους ερευνητές χωρίς κάποιο τίμημα2. Μεγάλο μέρος των παπυρικών κειμένων προέρχεται από τις γαιοκτητικές ελίτ της Αιγύπτου και απηχεί τις δικές τους αντιλήψεις για τη βυζαντινή κοινωνία. Γι᾽ αυτό το λόγο, οι ιστορικοί οφείλουν να μελετούν τους παπύρους με κριτική ματιά, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψιν ότι η οπτική της ελίτ της βυζαντινής Αιγύπτου δεν αντανακλά πλήρως την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό φυσικά δεν μειώνει την αξία των παπύρων ως ιστορικών πηγών. Μέσα από τη μελέτη τους μπορούμε να παρατηρήσουμε διάφορες δραστηριότητες των γαιοκτημόνων, όπως η εκμετάλλευση της γης, η συντήρηση πλοιαρίων, η τήρηση ιδιωτικών φυλακών, η πώληση κρασιού κ.ά. Οι τελευταίες δραστηριότητες φανερώνουν τη σχέση της μεγάλης ιδιοκτησίας αφενός με τον αυτοκράτορα, τους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους, την Εκκλησία, ακόμα και το στρατό, και αφετέρου με τους εξαρτημένους ή ελεύθερους καλλιεργητές και τους διάφορους τεχνίτες. Έτσι, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα των κοινωνικών σχέσεων της πρώιμης βυζαντινής Αιγύπτου· η εικόνα αυτή μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων της υπόλοιπης πρώιμης Βυζαντινής αυτοκρατορίας3.

Για τους παραπάνω λόγους θα ήταν χρήσιμη μια συνοπτική εξέταση όσων γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τις μεγάλες ιδιοκτησίες και του ρόλου τους στη βυζαντινή κοινωνία της Αιγύπτου. Θα προχωρήσουμε σταχυολογώντας τις δραστηριότητες της μεγάλης ιδιοκτησίας και θα μελετήσουμε το πώς οι δραστηριότητες αυτές επηρέασαν τις κοινωνικές σχέσεις στη ρωμαϊκή / βυζαντινή Αίγυπτο.

Η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο, αλλά και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, ήταν οργανωμένη σε οίκους, δηλαδή γαιοκτησίες με δικό τους διοικητικό μηχανισμό και δραστηριότητες σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Οι γαιοκτησίες αυτές δεν αποτελούσαν ενιαία γεωγραφική ενότητα, όπως τα ρωμαϊκά λατιφούντια της Ιταλίας, αλλά ήταν διεσπαρμένες στην ύπαιθρο. Οι οίκοι διακρίνονταν σε εκείνους της αυτοκρατορικής οικογένειας (domus divinae, θείοι / δεσποτικοί / δεσποινικοί / βασιλικοί οίκοι, θειότατες οικίες), στους εκκλησιαστικούς (ευαγείς / άγιοι οίκοι) και στους ιδιωτικούς (domus gloriosae, ένδοξοι οίκοι). Οι δραστηριότητες των οίκων συμπεριελάμβαναν την καλλιέργεια της γης, τις μεταφορές, το εμπόριο αλλά και τη συλλογή φόρων, τον δανεισμό, την τήρηση ιδιωτικών σωμάτων ασφάλειας και ιδιωτικών φυλακών. Τις ποικίλες αυτές δραστηριότητες θα εξετάσουμε παρακάτω.

Οι διάφορες μορφές εκμετάλλευσης της γης απαντούν συνεχώς στα παπυρικά κείμενα των οίκων. Στην Αίγυπτο η καλλιέργεια της γης προϋποθέτει την επαρκή άρδευσή της. Έτσι, οι οίκοι πλήρωναν ειδικούς εργάτες, τους λεγόμενους ποταμίτες, για την ανέγερση ιδιωτικών αναχωμάτων καθώς και την κατασκευή κινστερνών. Στα παπυρικά κείμενα που προέρχονται κυρίως από τον ένδοξο οίκο των Απιώνων αλλά και από την Εκκλησία της Οξυρύγχου ή τους θείους οίκους σώζονται πολυάριθμες αποδείξεις εξαρτημάτων για αρδευτικές μηχανές.

Όψη της Οξυρύγχου, 1903(;), φωτογραφία του A. S. Hunt (This image is part of the online exhibit Oxyrhynchus: A City and its Texts. Images and caption texts are © the Imaging Papyri Project, University of Oxford). Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: http://www.papyrology.ox.ac.uk/POxy/oxyrhynchus/parsons3.html

Η επένδυση σε τέτοιου τύπου κοστοβόρες μηχανές αποτελούσε μέσο για την αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης και παραγωγικότητας της γης. Οι περιστερώνες, τους οποίους διατηρούσαν και μίσθωναν οι οίκοι, έδιναν το απαραίτητο λίπασμα για τη γη. Οι καλλιέργειες συμπεριελάμβαναν σιτάρι, λαχανικά, φρούτα αλλά και αμπέλια. Τα αμπέλια, σύμφωνα με νεότερη άποψη, αποτελούσαν κερδοφόρα επένδυση, καθώς το παραγόμενο κρασί διοχετευόταν στην αγορά και όχι στο κράτος, όπως συνέβαινε με το σιτάρι4. Η καλλιέργεια της γης γινόταν με τη λεγόμενη αυτουργία, δηλαδή την άμεση καλλιέργεια εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ή εμμέσως με μισθώσεις γης. Η αυτουργία συναντάται στους παπύρους του αποκαλούμενου ενδόξου οίκου των Αιώνων και γινόταν δια της πρόσληψης μισθωτών εργατών (κολωνών), οι οποίοι αναλάμβαναν διάφορες εργασίες προετοιμασίας, άρδευσης και καλλιέργειας της γης. Από τους παπύρους των Απιώνων προκύπτει ότι ο ένδοξος οίκος δεν διαχειριζόταν μόνο τις δικές του γαίες αλλά και αυτές των θείων οίκων. Ο συνήθης τρόπος καλλιέργειας των γαιών που ανήκαν στους θείους και στους ευαγείς οίκους ήταν οι μισθώσεις γης. Οι καλλιεργητές υπό το βάρος της φορολογίας παραχωρούσαν τις γαίες τους στον αυτοκράτορα και στην Εκκλησία και έπειτα τις καλλιεργούσαν με παρατεταμένες χρονικά μισθώσεις, όπως η αποκαλούμενη εμφύτευση5. Οι πληροφορίες των παπύρων δεν επέτρεψαν στους ερευνητές να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για τα είδη εργασίας στους οίκους. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν πως η καλλιέργεια της γης με μισθωτή εργασία κέρδιζε έδαφος έναντι της μίσθωσης γης. Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν πως οι μισθώσεις γης ήταν ο βασικός τρόπος καλλιέργειας της γης6. Η συγκεκριμένη διαφωνία των μελετητών συνδέεται με τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τον εικαζόμενο οικονομικό ορθολογισμό των οίκων.

Οι μεγάλες ιδιοκτησίες εμπλέκονταν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Ο οίκος των Απιώνων διατηρούσε λ.χ. λουτρά είτε προς χρήση του διοικητικού προσωπικού είτε με εμπορικό χαρακτήρα. O οίκος της Ερμούπολης και ο οίκος των Απιώνων διέθεταν επίσης ελαιοτριβεία, τα οποία ενοικίαζαν στους καλλιεργητές τους. Ακόμα, από τους παπύρους των οίκων πληροφορούμαστε για την ενοικίαση ιδιωτικών μύλων στους κατοίκους χωριών. Ο οίκος του στρατηγού Θεοδοσάκιου εκμίσθωνε στην Αρσινόη μια κατοικία (ενδεχομένως και εργαστήριο) σε έναν κρεοπώλη – μάγειρα. Οι ένδοξοι αλλά και οι ευαγείς οίκοι εκμίσθωναν εργαστήρια, οικίες, ακόμη και δωμάτια7.

Οι οίκοι ενδεχομένως χρησιμοποιούσαν κάποιο είδος ιδιόκτητου δικτύου μεταφορών, παρόμοιο με τον κρατικό cursus publicus, αν και αυτή η άποψη έχει αμφισβητηθεί8. Ορισμένοι ερευνητές αναφέρουν πως οι μεγάλες ιδιοκτησίες, ακόμα και οι οίκοι της Εκκλησίας, συντηρούσαν πλοιάρια και σταύλους με άλογα για τις μεταφορές προσωπικού και αγαθών. Τα συγκεκριμένα μέσα μπορούσαν να επιταχθούν από το κράτος για τη μεταφορά της κρατικής υπαλληλίας ή της λεγόμενης αννόνας (= φόρος σε είδος επί της αγροτικής παραγωγής). Αυτό οδήγησε τη νεότερη έρευνα σε διαφορετικά συμπεράσματα. Έτσι, έχει αμφισβητηθεί η παλαιότερη άποψη περί ιδιωτικών μεταφορών. Αυτό δείχνει πως οι οίκοι ενδεχομένως να μην ιδιοποιούνταν κρατικές λειτουργίες, όπως ο cursus publicus, αλλά να επιβαρύνονταν με αυτές υποτασσόμενοι στη βούληση του κράτους. Το ζήτημα αυτό, των σχέσεων δηλαδή μεγάλων ιδιοκτησιών και κράτους, θα αναδειχθεί παρακάτω.

Τμήμα του P. Oxy. xviii 2195: Λογαριασμός εσόδων – εξόδων του ενδόξου οίκου των Απιώνων. Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: http://163.1.169.40/cgi-bin/library?e=q-000-00—0POxy–00-0-0–0prompt-10—4—-ded–0-1l–1-en-50—20-about-2195–00031-001-1-0utfZz-8-00&a=d&c=POxy&cl=search&d=HASH88a10a77128d351c822d94


Ο οίκος των Απιώνων, αλλά πιθανότατα και οι άλλοι ένδοξοι οίκοι, δάνειζαν μικρά ή μεγαλύτερα ποσά σε καλλιεργητές9. Όπως αναφέρεται σε πάπυρο του 6ου αι., ένας καλλιεργητής των Απιώνων είχε δανειστεί από τον ένδοξο οίκο 15 χρυσά νομίσματα, ένα μεγάλο ποσό, για να αντικαταστήσει το κοπάδι του, το οποίο είχε πεθάνει. Σε κάποια άλλη περίπτωση, ο Αυρήλιος Πτολλίων, καλλιεργητής των Απιώνων, είχε δανειστεί από τον οίκο 2 χρυσά νομίσματα υποθηκεύοντας όλες τις κτήσεις του. Ο δανεισμός με σκοπό το κέρδος φαίνεται πως δεν ήταν μόνο δικαίωμα των κοσμικών. Το ευαγές μοναστήρι του πατέρα Ιέρακα, το οποίο βρισκόταν στη Δυτική Έρημο και κοντά στην πόλη της Οξυρύγχου, είχε δανείσει σε εύπορο κάτοικο της Οξυρύγχου, τον «λαμπρᾶς μνήμης» Διογένη, το μεγάλο ποσό των 130 χρυσών νομισμάτων με τόκο ζητώντας παράλληλα ως υποθήκη ορισμένα από τα υπάρχοντα του Διογένη. Το πλέον αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ο Διογένης είχε ήδη υποθηκεύσει όλα τα υπάρχοντά του στον οίκο των Απιώνων. Έτσι, το μοναστήρι δεν μπορούσε να ιδιοποιηθεί το υποθηκευμένο μέρος της περιουσίας του Διογένη. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο δανεισμός προσέφερε ευκαιρίες στους οίκους για να αυξήσουν την περιουσία τους τόσο εις βάρος των απλών καλλιεργητών όσο και εις βάρος άλλων γαιοκτημόνων.

Οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων πιθανότατα να μην μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα χωρίς την τήρηση των κανόνων που ρύθμιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό η συμβολή του κράτους θα ήταν αυτή που θα εξασφάλιζε την ευταξία. Εντούτοις, οι οίκοι ενδέχεται να αξιοποιούσαν τον κρατικό στρατό για δικό τους όφελος (π.χ. στη συλλογή φόρων ή χρεών, για την επιβολή της τάξης στην ύπαιθρο ή ακόμη και ως μέσο εκφοβισμού)10. Σε λογαριασμούς εσόδων – εξόδων του οίκου των Απιώνων καταγράφονται πληρωμές προς διάφορα στρατιωτικά σώματα. Ένα χαρακτηριστικό στρατιωτικό σώμα, το οποίο απαντά στους παπύρους, είναι εκείνο των λεγόμενων βουκελλαρίων, οι οποίοι είχαν λάβει την ονομασία τους από τη γαλέτα (bucella) που τους παρείχε o εργοδότης τους (ιδιώτης ή το κράτος). Σε κάποια αναφερόμενη παραδοχή χρέους του 6ου ή 7ου αι. ο συντάκτης του παπύρου Ιωάννης αναγνωρίζει ότι χρωστάει 12 κεράτια «τῷ κυρ(ίῳ) Βίκτορι στρατι(ώτῃ) τῆς ἁγίας ἐκκλησίας Ἑρμουπόλεως». Αυτός ο πάπυρος, ο οποίος αποτελεί τη μοναδική γνωστή αναφορά σε στρατιώτες εκκλησίας, δεν τεκμηριώνει βέβαια αλλά αποτελεί ένδειξη για τη χρησιμοποίηση στρατιωτών από την Εκκλησία. Οι ερευνητές έχουν διατυπώσει διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα των «ιδιωτικών» σωμάτων ασφάλειας. Αρχικά, η έρευνα είδε στα σώματα αυτά ιδιωτικές φρουρές, οι οποίες εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντα του μεγαλογαιοκτήμονα. Νεότεροι ιστορικοί, όπως ο J. Gascou, ανέτρεψαν την άποψη αυτή, καθώς θεώρησαν πως τα στρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν στη διάθεση του οίκου των Απιώνων δεν αποτελούσαν καθαυτό ιδιωτική φρουρά του οίκου αλλά κρατική φρουρά, την οποία συντηρούσαν οι Απίωνες για λογαριασμό του κράτους. Υπάρχουν όμως αρκετά δεδομένα των παπύρων σχετικά με τις «ιδιωτικές» φρουρές, τα οποία δεν έχουν αξιοποιεί επαρκώς, και επίσης δεν έχουν αξιοποιηθεί σε συνδιασμό με τα νομικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Οι νόμοι των αυτοκρατόρων Λέοντος Α´ (457-474) και Ιουστινιανού Α´ (527- 565), οι οποίοι στηλιτεύουν και απαγορεύουν τη χρήση των ιδιωτικών στρατιωτικών σωμάτων από τους γαιοκτήμονες, επιτρέπουν νέες αναγνώσεις των παπυρικών κειμένων11. Έτσι, η πλέον σύγχρονη άποψη δέχεται μεν ότι δεν υπήρχαν ιδιωτικοί στρατοί, με τη στενή έννοια του όρου «ιδιωτικός», αλλά τεκμηριώνει επίσης ότι οι κρατικές φρουρές, οι οποίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν είχαν αντικείμενο εργασίας, βρίσκονταν ενίοτε στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων της Αίγυπτου. Η αξιοποίηση του κρατικού στρατιωτικού μηχανισμού από ιδιώτες και η ανεπάρκεια του κράτους να καταπολεμήσει τέτοιες πρακτικές αποτελούν ενδείξεις για την εικαζόμενη από την έρευνα διαμάχη μεταξύ της μεγάλης ιδιοκτησίας και του αυτοκράτορα.

Υπατικό δίπτυχο του Φλ. Απίωνα Β´ από τον καθεδρικό ναό του Oviedo. Περιγραφή στο R. Delbrueck, Die Consulardiptychen und verwandte Denkmäller, τ. 1-2, [Studien zur spätantiken Kunstgeschichte 2] Berlin 1929, τ. 1, σ. 150- 151, εικ. στον τ. 2 αρ. 33.

Με  το   ζήτημα   των  «ιδιωτικών»  φρουρών  των   οίκων   συνδέεται  στενά   το   ζήτημα   των «ιδιωτικών» φυλακών. Στην περίπτωση αυτή, όπως και με τις «ιδιωτικές» φρουρές, οι ερευνητές έχουν διατυπώσει   διαφορετικές   απόψεις12.   Στα   παπυρικά   κείμενα   απαντούν   οι   όροι   «φυλακαὶ» και «δεσμωτήρια» διαφόρων ενδόξων οίκων, όπως αυτού των Απιώνων, της Φλαβίας Αναστασίας, του Ανιανού, ακόμα και μια φυλακή του νοσοκομείου της εκκλησίας της Οξυρύγχου. Μάλιστα, αν και αρκετοί ερευνητές δέχονται την ύπαρξη των ιδιωτικών φυλακών, υπάρχουν ορισμένες αντιρρήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα των φυλακών αυτών. Όπως και στην περίπτωση των «ιδιωτικών» φρουρών, o J. Gascou θεωρεί πως το κράτος επέβαλε υπό τη μορφή φορολογίας στους οίκους τη συντήρηση και τη διατήρηση των φυλακών που αναφέρονται στους παπύρους. Οι φυλακές δέχονταν όσους δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ληστές, δολοφόνους ακόμα και συγγενείς υπηκόων οι οποίοι είχαν παρανομήσει. Οι έγκλειστοι όμως, για τους οποίους πρέπει να γίνει ξεχωριστή μνεία, ήταν οι ίδιοι οι καλλιεργητές των οίκων. Οι κολωνοί των μεγάλων γαιοκτημόνων, όταν δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, εγκατέλειπαν τη γη του γαιοκτήμονα και συνήθως κατέφευγαν στις κτήσεις άλλων, ακόμα και στους θείους οίκους, καθώς θεωρούσαν πως εκεί θα εύρισκαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Οι μεγάλες ιδιοκτησίες είχαν εμπλακεί και στη διαδικασία είσπραξης των φόρων13. Οι οίκοι είχαν αποκτήσει το αυτόπρακτο σχήμα δηλαδή το δικαίωμα να συλλέγουν μόνοι τους χωρίς την παρέμβαση των φορολογικών υπαλλήλων τους φόρους που τους αναλογούσαν14. Ακόμα, ήταν υπεύθυνοι για την πληρωμή των φόρων των μισθωτών καλλιεργητών τους. Αυτή η πρακτική απαντά πολλές φορές σε έγγραφα των Απιώνων αλλά απαντά και σε εκκλησιαστικά έγγραφα. Οι μισθωτές της εκκλησίας της Οξυρύγχου «δημόσια συντελοῦσιν ἁγιωτάτωι πατρί», δηλαδή κατέβαλαν τους κρατικούς φόρους που τους αναλογούσαν στην Εκκλησία. Σε μια απόδειξη παραλαβής χρημάτων ο οικονόμος  της εκκλησίας της Αφροδιτώς βεβαιώνει ότι παρέλαβε από τον καλλιεργητή ενός κτήματος που ανήκε στην εκκλησία το ενοίκιο και «τῇ τρίτῃ καταβολῇ τῶν δημοσίων κανόνος τεσσερακαι[δεκ](άτης) [ινδ(ικτίονος)]». Οι Απίωνες, εκτός από τους δικούς τους φόρους και αυτούς των καλλιεργητών τους, φαίνεται πως εισέπρατταν και τους φόρους ελεύθερων μικροϊδιοκτητών. Τα μέλη της οικογένειας των Απιώνων είχαν διατελέσει για μεγάλο διάστημα πάγαρχοι δηλαδή διοικητές της υπαίθρου και είχαν φοροεισπρακτικές αρμοδιότητες επί των μικροϊδιοκτητών15. Η δυνατότητα των οίκων να συλλέγουν τους δικούς τους φόρους (αυτόπρακτον σχήμα), τους φόρους των καλλιεργητών τους αλλά και τους φόρους άλλων μικροϊδιοκτητών αποτελεί, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ένδειξη για την υπονόμευση της κρατικής εξουσίας. Υπάρχει και στην περίπτωση αυτή, όπως και με το ζήτημα των «ιδιωτικών» φρουρών, ο αντίλογος, ο οποίος βλέπει τους οίκους ως εντολοδόχους του κράτους και όχι ως σφετεριστές των λειτουργιών του 16. Οι γαιοκτήμονες, είτε επρόκειτο για το αυτοκρατορικό ζεύγος είτε για ιδιώτες είτε για την Εκκλησία, δεν απασχολούνταν με τη διαχείριση της περιουσίας τους. Αυτό αποτελούσε έργο ενός οργανωμένου διοικητικού μηχανισμού. Ως παραδείγματα για την οργάνωση των οίκων λαμβάνουμε υπόψιν τον ένδοξο οίκο των Απιώνων και τους θείους οίκους, καθώς μόνο τα έγγραφα αυτών των δύο οίκων σώζονται σε ικανοποιητικό αριθμό 17.

Η διοίκησις Αιγύπτου (4ος – αρχές 6ου αι.). Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: https://en.wikipedia.org/wiki/Diocese_of_Egypt
-/media/File:Dioecesis_Aegypti_400_AD.png

 

Στους ενδόξους οίκους αρμόδιος για τη διαχείριση της περιουσίας ήταν ο αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη, ο οποίος απαντά στους παπύρους ως αντιγεούχος και οι υφιστάμενοί του στις κατά τόπους περιφέρειες (χαρτουλάριοι – διοικητές). O αντιγεούχος ήταν υπεύθυνος για οικονομικά ζητήματα, όπως η αποστολή των φόρων στην Αλεξάνδρεια, η εποπτεία των λογιστικών εργασιών και η διενέργεια πληρωμών. Ακόμα, ήταν η ανώτατη αρχή για την επίλυση διαφορών. Σε πάπυρο του 6ου ή 7ου αι. ο αντιγεούχος Βίκτωρ ενημερώνει τον υφιστάμενό του Γεώργιο ότι είχε τοποθετήσει φρουρό στην κώμη Πινύρι για την προστασία της από τις επιδρομές παρακείμενων κωμών. Οι χαρτουλάριοι – διοικητές είχαν διοικητικές αρμοδιότητες σχετικές με την αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, όπως η αντικατάσταση εξαρτημάτων μηχανών, η προμήθεια υλικών και εργατικού προσωπικού. Στο έργο τους οι χαρτουλάριοι διοικητές είχαν την επικουρία διαφόρων υφισταμένων τους. Αυτοί ήταν οι χαρτουλάριοι, οι τραπεζίτες (δηλαδή ταμίες), οι εμβολάτορες (υπεύθυνοι για την μεταφορά του σιταριού) και οι οινοχειριστές. Τις περιουσίες του οίκου στις πόλεις διαχειρίζονταν οι ενοικιολόγοι ενώ στην ύπαιθρο οι προνοητές. Η περιουσία των Απιώνων στην ύπαιθρο ήταν διασκορπισμένη σε τέσσερις αιγυπτιακές νομές και διαιρούνταν σε μεγάλες περιφέρειες, τις διοικήσεις, και μικρότερες, τις προστασίες ή προνοησίες. Οι προνοησίες των Απιώνων αποτελούνταν από ευάριθμα εποίκια και κτήματα. Τα εποίκια ήταν αυτοτελείς οικισμοί με οικίες, όπου διέμεναν οι καλλιεργητές και διάφοροι εργάτες των οίκων, με αγροτικές μηχανές, διάφορα εργαστήρια, όπως αρτοποιεία, ακόμη και εκκλησίες. Γύρω από τα εποίκια υπήρχαν τα λεγόμενα κτήματα, δηλαδή οι καλλιεργούμενες γαίες. Οι προνοητές ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή φόρων και ενοικίων, για την παράδοση του σιταριού στα πλοιάρια του οίκου, για τις πληρωμές μισθών σε εργάτες, για τις προμήθειες των κτημάτων, για την τήρηση λογαριασμών εσόδων – εξόδων κ.ά. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων, οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω, απαντούν σε αυτούς τους λογαριασμούς των προνοητών. Οι ερευνητές έχουν μελετήσει επισταμένως τους λογαριασμούς των προνοητών και θεωρούν πως ο οίκος των Απιώνων τηρούσε μεν σχολαστικούς λογαριασμούς εσόδων – εξόδων, αλλά δεν είχε ενσωματώσει τα δεδομένα αυτά σε κάποιο συνολικό σχέδιο βέλτιστης διαχείρισης των δραστηριοτήτων του 18.

Η ελληνορωμαϊκή Αίγυπτος. Βλ. A. B. Lloyd (επιμ.), A Companion to Ancient Egypt, τ. 1-2, χ.τ. 2010, χάρτης 2.

Οι θείοι οίκοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες των παπυρικών κειμένων, διέθεταν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό· ωστόσο, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τις αρμοδιότητες των διαχειριστών και των υπαλλήλων τους19. Η περιουσία των θείων οίκων στην ύπαιθρο ήταν χωρισμένη, όπως και στην περίπτωση των Απιώνων, σε διοικήσεις και σε προστασίες / προνοησίες. Υπεύθυνοι για τη διαχείριση του εκάστοτε οίκου, που ανήκε σε μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, και ανώτεροι στην ιεραρχία των θείων οίκων ήταν οι κουράτορες. Στους παπύρους δίπλα στον όρο «κουράτωρ» απαντούν τα επίθετα ενδοξότατος και μεγαλοπρεπέστατος. Αυτά δείχνουν ότι οι κουράτορες είχαν πιθανότατα υπηρετήσει στη δημόσια διοίκηση και έχαιραν της εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα. Υπό τη διαχείριση των κουρατόρων βρίσκονταν όλες οι κτήσεις του εκάστοτε οίκου σε περισσότερες της μιας επαρχίες της Αιγύπτου. Μετά τους κουράτορες στην ιεραρχία των θείων οίκων έπονταν οι φροντίζοντες ή φροντιστές. Με βάση τα παπυρικά κείμενα, οι φροντίζοντες κατείχαν το αξίωμα του δούκα και όσον αφορά τους οίκους διέθεταν ως περιοχές ευθύνης τις επαρχίες της Αιγύπτου. Σε πάπυρο του 6ου αι. ο δουξ και αυγουστάλιος Φλάβιος Θεόδωρος διατελούσε φροντιστής του οίκου της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Ο Αθανάσιος, δουξ Θηβαΐδος επί Ιουστινιανού Α´, πιθανότατα διαχειριζόταν τον οίκο του αυτοκράτορα στην ανωτέρω περιοχή. Στις αρμοδιότητες των φροντιστών, οι οποίες δεν είναι σαφείς στους παπύρους, συμπεριλαμβανόταν η εξέταση των αναφορών των υφισταμένων τους και η διενέργεια δωρεών. Διαχειριστές της περιουσίας των θείων οίκων στις αιγυπτιακές νομές ήταν οι διοικητές ή διοικούντες. Οι διοικητές παραλάμβαναν τους φόρους από τους υφισταμένους τους προνοητές, αναλάμβαναν τη διαιτησία σε εσωτερικές διαμάχες που αφορούσαν τους οίκους και φρόντιζαν για τον εφοδιασμό του στρατού. Οι προνοητές, τους οποίους συναντήσαμε και στον οίκο των Απιώνων, ήταν οι διαχειριστές των θείων οίκων σε τοπικό επίπεδο, στις προνοησίες, στα κτήματα και στα εποίκια. Ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή και την παράδοση των φόρων της περιφέρειάς τους και για την οργάνωση της καλλιέργειας της γης. Ο διοικητικός μηχανισμός των θείων οίκων παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με αυτόν των Απιώνων αλλά, όπως και αυτός των τελευταίων, δεν θεωρείται αντιπροσωπευτικός των υπολοίπων ενδόξων ή ευαγών οίκων. Όσον αφορά αυτές τις δύο τελευταίες κατηγορίες, οι πληροφορίες που διαθέτουμε από τους παπύρους δεν αρκούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη των παπύρων των ενδόξων, των θείων και των ευαγών οίκων, η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο είχε αναπτύξει ποικίλες δραστηριότητες και συντηρούσε έναν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό. Αυτά τα δεδομένα, τα οποία κοπιωδώς συνέλεξαν οι ερευνητές, πρέπει να συσχετιστούν με τις κοινωνικές σχέσεις της βυζαντινής Αιγύπτου. Το υπό εξέταση ζήτημα επομένως είναι ο ρόλος των ιδιοκτησιών αυτών στη βυζαντινή κοινωνία. Μάλιστα, το θέμα αυτό παραμένει ανοικτό μέχρι σήμερα, καθώς οι ερευνητές εξακολουθούν να διαφωνούν για τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα των οίκων και για τις σχέσεις τους με το κράτος.

Η κοιλάδα του Νείλου από δορυφορική λήψη. Βλ. R. J. Cook, Landscapes of Irrigation in the Ptolemaic and Roman  Fayum : Interdisciplinary Archaeological Survey and Excavation near Kom Aushim (Ancient Caranis), Egypt, ανέκδ. διδ. διατρ., University of Michigan 2011, εικ. 2, σ. 151. Ανακτήθηκε στις 10/10/2017 από https://deepblue.lib.umich.edu/handle/2027.42/89719.

Μέχρι τα μέσα του 20ού αι. οι ιστορικοί της ύστερης Αρχαιότητας και της πρώιμης βυζαντινής περιόδου συνέδεαν τους οίκους με τον λεγόμενο «εκφεουδαρχισμό» της βυζαντινής Αιγύπτου. Η μεγάλη ιδιοκτησία είχε συμβάλει στην αποδιοργάνωση του οικονομικού συστήματος, στη δημιουργία του θεσμού της δουλοπαροικίας και στη δραματική μείωση του βιοτικού επιπέδου. Ο ένδοξος οίκος των Απιώνων διέθετε δικό του στρατό, δικές του φυλακές και εσωτερικό διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος σε πολλές λειτουργίες του (π.χ. το ταχυδρομείο ή η είσπραξη των φόρων) αντικαθιστούσε τον κρατικό. Η μετέπειτα έρευνα αμφισβήτησε την άποψη περί «εκφεουδαρχισμού» της βυζαντινής κοινωνίας. Ο R. Rémondon και κυρίως ο J. Gascou θεώρησαν ότι η λειτουργία των μεγάλων ιδιοκτησιών της Αιγύπτου εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την κρατική «διάθεση». Το κράτος εκχωρούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες στους οίκους, όπως η συντήρηση του στρατού ή του ταχυδρομείου και η είσπραξη των φόρων. Τις αρμοδιότητες αυτές μπορούσε ο αυτοκράτορας να τις ανακαλέσει και να τις εκχωρήσει σε άλλους ιδιοκτήτες – διαχειριστές. Όπως αναφέρθηκε κατά την παρουσίαση των επιμέρους δραστηριοτήτων των οίκων, οι απόψεις των ερευνητών παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις πάνω σε βασικά ζητήματα. Αυτά είναι (α) ο τρόπος εκμετάλλευσης της γης (μισθωτή εργασία ή μισθώσεις γης), (β) η εικαζόμενη «ιδιωτικοποίηση» του ταχυδρομείου, των στρατιωτικών φρουρών και των φυλακών, (γ) η συμμετοχή των οίκων στην είσπραξη των φόρων και (δ) ο βαθμός οικονομικού εξορθολογισμού των οίκων. Έτσι, οι ερευνητές ακολούθησαν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν τους οίκους ως ορθολογικά οργανωμένες επιχειρήσεις με πληθώρα μισθωτού εργατικού δυναμικού και με σκοπό το ιδιωτικό κέρδος. Έτσι, θεωρούν ότι οι οίκοι συνέβαλαν στην «ιδιωτικοποίηση» βασικών κρατικών λειτουργιών και αποφεύγοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις υπονόμευσαν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. Υπάρχουν ωστόσο και οι ερευνητές που θεωρούν ότι οι οίκοι αντλούσαν τα εισοδήματά τους από τις μισθώσεις γης, ήταν προσανατολισμένοι στη δική τους αυτάρκεια και «συνεργάζονταν» με το κράτος, το οποίο τους παραχωρούσε ανακλητές κρατικές λειτουργίες. Οι διαφορετικές αυτές ερμηνείες των πηγών -κυρίως των παπύρων- αφορούν μεν στους οίκους της Αιγύπτου αλλά έχουν ως κεντρικό αντικείμενο μελέτης τον ένδοξο οίκο των Απιώνων. Εντούτοις, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, εάν οι Απίωνες αποτελούσαν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των υπολοίπων οίκων της Αιγύπτου, πόσο μάλλον των μεγάλων ιδιοκτησιών της υπόλοιπης αυτοκρατορίας. Η συνεχιζόμενη έκδοση νέων παπυρικών κειμένων ενδεχέται να οδηγήσει τους σύγχρονους και μελλοντικούς ιστορικούς στην επίλυση των παραπάνω ζητημάτων.

Ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (ΑΠΘ)

 

 

Υποσημειώσεις

 Για τα χρονολογικά πλαίσια της βυζ. Αιγύπτου, βλ. Bagnall (επιμ.), Egypt in the Byz. World, – Gascou, Βυζ. Αίγυπτος 497.

  1. Bagnall, Egypt in L. Antiquity 4 κ.ε.
  2. Για τον σημαίνοντα ρόλο της επαρχίας της Αιγύπτου στην υπόλοιπη αυτοκρατορία βλ. Sarris,

Economy and Society 10 κ.ε.

  1. Hickey, Wine, Wealth 29, 146 κ.ε.
  2. Wipszycka, Ressources
  3. Banaji, Agrarian Change 190 κ.ε. – Sarris, Economy and Society 38, 42, 48, 91. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 9 κ.ε. – Hickey, Wine, Wealth 64, 67 κ.ε.
  4. Wipszycka, Ressources 57 κ.ε.
  5. Hardy, Large Estates 106 κ.ε. – Wilcken, Grundzüge Πρβλ. Gascou, Grands domaines 53-59.
  6. Hardy, Large Estates
  7. Sarris, Economy and Society 162 κ.ε.
  8. Sarris, Economy and Society 168 κ.ε.
  9. Hardy, Large Estates 67 κ.ε. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 24-26.
  10. Hardy, Large Estates 50 κ.ε.
  11. Καραγιαννόπουλος, Λεξικό, λ. αὐτόπρακτον σχῆμα.
  12. Sarris, Economy and Society
  13. Gascou, Grands domaines 49-51. – Sarris, Economy and Society
  14. Η έρευνα έχει αμφισβητήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ο οίκος των Απιώνων ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα όλων των οίκων της Αιγύπτου.
  15. Hickey, Wine, Wealth Πρβλ. Sarris, Economy and Society 29 κ.ε.
  16. Azzarello, Domus divina

 

Βιβλιογραφία

 

 

  • Giuseppina Azzarello, Il dossier della domus divina in Egitto [Archiv für Papyrusforschung und verwandte Gebiete, Beiheft 32], Berlin – Boston 2013
  • S. Bagnall, Egypt in Late Antiquity, Princeton U.P. 1993
  • S. Bagnall (επιμ.), Egypt in the Byzantine World, 300-700, Cambridge U.P. 2007
  • J. Gascou, H βυζαντινή Αίγυπτος (284-641), στο Ο βυζαντινός κόσμος, τ. 1: Η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (330-641), Cécile Morrisson (επιμ.), Αναστασία Καραστάθη (ελλ. μετ.), Αθήνα 2007, σ. 495-528
  • Gascou, Les grands domaines, la cité et l’état en Égypte byzantine, TM 9 (1985) 1-90.
  • R. Hardy, The Large Estates of Byzantine Egypt [Columbia University Studies in the Social Sciences 354], New York 1931 (ανατύπωση 1968)
  • M. Hickey, Wine, Wealth and the State in Late Antique Egypt. The House of Apion at Oxyrhynchus, Ann Arbor (MI) 2012
  • I. Ε. Καραγιαννόπουλος, Λεξικό βυζαντινής ορολογίας. Οικονομικοί όροι, τ. Α´ [Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών], Θεσσαλονίκη 2000
  • Sarris, Economy and Society in the Age of Justinian, Cambridge U.P. 2006
  • Wilcken – L. Mitteis, Grundzüge und Chrestomathie der Papyruskunde, τ. 1.1: Grundzüge, Hildesheim 1963
  • Ewa Wipszycka, Les ressources et les activités économiques des églises en Égypte du IVeau VIIIe siècle [Papyrologica Bruxellensia 10], Bruxelles 1972

 

 

Χαράλαμπος Γάππας: Η Μάχη του Κούρσκ.

Χαράλαμπος Γάππας

Η Μάχη του Κούρσκ

Οι εξελίξεις κατά την σοβιετική αντεπίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο

Εισαγωγή

Είχε εν τέλει γίνει έξις του Αδόλφου Χίτλερ, ειδικά μετά την αναπάντεχη και μεγάλη νίκη του κατά την μάχη της Γαλλίας στις αρχές καλοκαιριού του 1940, να θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους στις πολεμικές επιχειρήσεις. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις ή ενστάσεις που μπορεί να είχε το Επιτελείο της Βέρμαχτ, τα στελέχη του ουδέποτε αμφισβητούσαν ανοιχτά τους ίδιους τους στόχους του Φύρερ, αλλά προσάρμοζαν κάθε φορά την κριτική τους στο πως επρόκειτο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, στοιχιζόμενοι ουσιαστικά πίσω από τους οραματισμούς του.

Έτσι, και το καλοκαίρι του 1942, όταν τα γερμανικά Πάντσερ έφθασαν έξω από το Στάλνγκραντ, ο Χίτλερ απεφάσισε να μην συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις για να εισβάλει στην πόλη. Έδωσε εντολή λοιπόν, το ένα τμήμα των δυνάμεών του να κατευθυνθεί και να καταλάβει την πόλη, και το άλλο να στραφεί νότια προς τον Καύκασο, στοχεύοντας σε ταυτόχρονη κατάληψη των περασμάτων του Βόλγα και των πετρελαιοπηγών του Μπακού. Η κίνηση αυτή όμως αποδυνάμωσε τις δυνάμεις τις Βέρμαχτ και στα δύο μέτωπα, και οδήγησε τις επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Έτσι, όταν η Σοβιετική πλευρά πέρασε στην αντεπίθεση στο μέτωπο του Στάλινγκραντ, η Γερμανική άμυνα κατέρρευσε. Η 6η Γερμανική Στρατιά και η 3η Ρουμανική περικυκλώθηκαν και παρά τις προσπάθειες  του φον Μάνσταϊν, στις 2 Φεβρουαρίου, ο Φρήντριχ Πάουλους παρέδωσε τα απομεινάρια της 6ης Στρατιάς στους Σοβιετικούς[1].

Με πρόδηλη την κατάρρευση των Γερμανών στην Νοτιοδυτική Ρωσία, η Σοβιετική Ανωτάτη Διοίκηση (Ставка) απεφάσισε να εκμεταλλευτεί την συγκυρία, και στις 29 Ιανουαρίου 1943, διατάζει τις δυνάμεις του Νοτιοδυτικού Μετώπου, υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν, να εκδιώξουν τις δυνάμεις του Άξονος και πέρα από την Ανατολική Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, οι δυνάμεις του μετώπου Βορονέζ υπό τον στρατηγό Φίλιπ Γκολίκωφ, διατάζονται να προχωρήσουν στην κατάληψη του Κούρσκ, του Χάρκοβου, και να προελάσουν ως τον Δνείπερο[2].

Αυτό που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν οι Σοβιετικοί, είναι η αδυναμία των Γερμανών σε εκείνη την χρονική συγκυρία να ανασυγκροτηθούν και να σχηματίσουν γραμμές αμύνης. Ουσιαστικός σκοπός τους είναι να απωθήσουν τον Άξονα και πέρα από τον Δνείπερο με απανωτές και αλληλεπικαλυπτόμενες επιχειρήσεις, με επιθέσεις και αντεπιθέσεις σε μεγάλη έκταση και ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, χωρίς οι Γερμανοί να μπορέσουν να αντιδράσουν προβάλλοντας σοβαρή αντίσταση.

Στις 9 Φεβρουαρίου οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Κούρσκ και στις 14 Φεβρουαρίου βρίσκονταν έξω από το Χάρκοβο. Οι Γερμανικές δυνάμεις μέσα στην πόλη αντιμετώπιζαν πλέον σοβαρό τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να διαλυθούν. Οι Γερμανοί διοικητές πρότειναν την εκκένωση της πόλης, ο Χίτλερ όμως το αρνήθηκε. Κατόπιν αυτού, μετά από σκληρές οδομαχίες οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Χάρκοβο μεταξύ 15 και 16 Φεβρουαρίου[3]. Αυτή η βαθιά προώθηση των Σοβιετικών μέχρι και τον Δνείπερο ποταμό έπληττε καίρια την συνοχή των γερμανικών δυνάμεων και απειλούσε θανάσιμα την υπόσταση του γερμανικού μετώπου. Όμως αν και επιτυχημένη, η ταχύτατη Σοβιετική προέλαση εξουθένωσε τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού, οι οποίες πλέον ήταν επικίνδυνα εκτεθειμένες σε μια γερμανική αντεπίθεση.

Η Τρίτη μάχη του Χάρκοβου. 19 Φεβρουαρίου- 15 Μαρτίου 1943[4].

Στις 12 Φεβρουαρίου 1943, ο στρατηγός Μάνσταϊν ζήτησε από τη διοίκηση της Βέρμαχτ την άδεια να αποσπάσει κάποιες μεραρχίες από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» και την Ομάδα Στρατιών «Βορράς», καθώς ο Κόκκινος Στρατός ήταν πλέον σε θέση να καταλάβει τα περάσματα του Δνείπερου και να περικυκλώσουν τις γερμανικές δυνάμεις[5]. Ο στόχος του Μάνσταϊν ήταν διπλός. Από την μια ήθελε να εξασφαλίσει δυνάμεις που θα του επέτρεπαν να ανασυγκροτήσει το μέτωπο στην Ανατολική Ουκρανία και από την άλλη, γνωρίζοντας ότι η Σοβιετική προέλαση είχε φθάσει στα όριά της, να επιχειρήσει αντεπίθεση με στόχο το Χάρκοβο, το οποίο ήταν σημαντικό σιδηροδρομικός κόμβος. Έτσι στις 12 Φεβρουαρίου,  έστησε το επιτελείο μιάς νέας Ομάδας Στρατιών στο Ζαπορόζιε. Ο νέος σχηματισμός ονομάστηκε Ομάδα Στρατιών «Νότος»[6], και αποτελούνταν από τις δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών «Ντόν» και της  Ομάδας Στρατιών «Β».

Στις 17 Φεβρουαρίου 1943, ο Χίτλερ πέταξε για την Ζαπορόζιε, όπου συμμετείχε σε σύσκεψη υπό τον Έριχ φον Μάνσταϊν, από τον οποίο και ζήτησε να αντεπιτεθεί και να ανακαταλάβει το Χάρκοβο. Ο Μάνσταϊν, προσπάθησε να πείσει τον Χιτλερ πως μια κατά μέτωπον επίθεση στην πόλη θα απέβαινε άκαρπη, όποτε θεώρησε καλύτερο να επιτεθεί από νοτιοανατολικά και βόρεια στα εκτεθειμένα πλευρά των Σοβιετικών, και μετά να επιτεθεί στην πόλη. Σε διαφορετική περίπτωση υπήρχε κίνδυνος οι γερμανικές δυνάμεις να καθηλωθούν και να περικυκλωθούν. Υπό τα βάρος των εξελίξεων στις 19 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ δίνει την άδειά του για ελεύθερη επιχειρησιακή  δράση από μεριάς του στον Μάνσταϊν, και αναχωρεί την στιγμή που οι Σοβιετικοί απέχουν μόλις 30 χιλιόμετρα από τα αεροδρόμιο[7]. Τότε, ο Μάνσταϊν εξαπολύει την αντεπίθεση προς στο Χάρκοβο, το οποίο οι δυνάμεις του θα καταλάβουν μετά από σκληρές οδομαχίες, στις 16 Μαρτίου.

Ο Έριχ φον Μάνσταϊν υποδέχεται τον Αδόλφο Χίτλερ στο Ζαπορόζιε στις 17 Φεβρουαρίου 1943 (πηγή: Bundesarchiv).

Όμως, ενισχύσεις του Κόκκινου Στρατού στο Κεντρικό Μέτωπο ανέκοψαν κάθε περαιτέρω γερμανική προέλαση. Άλλωστε οι εξελίξεις στο μέτωπο των επιχειρήσεων θα περνούσαν σε μια φάση στασιμότητας, λόγω της ρασπούτιτσα[8][9]. Η κατάσταση αυτή ουσιαστικά έδωσε την ευκαιρία και στους δύο αντιμαχόμενους να εμπεδώσουν το έδαφος που είχαν καταλάβει και να ενισχύσουν τος θέσεις τους[10].

Ο σχηματισμός της προεξοχής γύρω από το Κούρσκ.

Με την αντεπίθεση του στρατηγού Μάνσταϊν στο Χάρκοβο, καθώς και τη συγκράτηση της σοβιετικής επίθεσης στο Όρελ, οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού βρέθηκαν να κατέχουν μια σημαντική προκεχωρημένη θέση στο μέτωπο με επίκεντρο την πόλη Κούρσκ· η οποία έμοιαζε ιδανική για μια επιθετική κίνηση ʹʹτανάλιαςʹʹ από πλευράς της Βέρμαχτ. Αυτό όμως που δεν ήταν ιδανικό, ήταν η κατάσταση των γερμανικών δυνάμεων. Εξαντλημένοι, με περιορισμένο εξοπλισμό και ελάχιστες εφεδρείες, ήταν πραγματική αυτοκτονία η ανάληψη επιθετική ενέργειας εκείνη την στιγμή από πλευράς του γερμανικού στρατού. Παρόλα ταύτα ο Χίτλερ, μέσα στην παροξυσμική μεγαλομανία των στόχων του διέταξε την κατάρτιση σχεδίων επίθεσης κατά του Κούρσκ[11].

Κίνητρο για αυτή την επιχείρηση δεν αποτελούσε μόνο η εμμονή του Χίτλερ με την ανάληψη επιθετικών ενεργειών, αλλά επιπλέον οι Γερμανοί αναζητούσαν μια νέα μεγάλη νίκη που του θα επανεπιβεβαίωνε την ισχύ και το γόητρό τους. Η υποχώρηση στα μέτωπα της Βορείου Αφρικής, αλλά κυρίως η ήττα στο Στάλινγκραντ είχε αυξήσει την δυσαρέσκεια μεταξύ των συμμάχων του Χίτλερ- κυρίως της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας. Η μεγάλη ήττα που υπέστησαν και τα δικά τους στρατεύματα και η απώλεια μεγάλου αριθμού στρατιωτών από μεριάς τους, είχε προκαλέσει σκέψεις ακόμη και για αποχώρηση από τον πόλεμο. Υπό το κράτος αυτών των συνθηκών, στις 13 Μαρτίου, ο Χίτλερ υπέγραψε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 5, με το οποίο έδινε την έγκρισή του για διάφορες επιθετικές ενέργειες, μεταξύ των οποίων και αυτής κατά του Κούρσκ[12][13][14].

Η προπαρασκευή της σύγκρουσης.

Ο Χίτλερ ήταν πεπεισμένος πως πολλά από τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει τόσο κατά την μάχη του Στάλινγκραντ, όσο και μετά από αυτήν είχαν πλέον παρέλθει. Σύμφωνα με την αντίληψή του, η Βέρμαχτ είχε πιά στην διάθεσή της νέο, καλύτερο εξοπλισμό και άρματα μάχης.

Για τον Χίτλερ αυτά τα νέα όπλα αποτελούσαν τον καταλύτη της επίθεσης, και αν διέθετε αρκετά από αυτά η νίκη ήταν σχεδόν βεβαία. Προς επίρρωση των λεγομένων του ο Χίτλερ σημείωνε στις συσκέψεις που είχε με το επιτελείο του πως από τις γραμμές παραγωγής έβγαιναν ολοένα και περισσότερα από αυτά τα άρματα μάχης, καθώς επίσης και αυτοπροωθούμενα πυροβόλα και πολυβόλα, που αποτελούσαν κρίσιμη συνιστώσα στην τακτική διεξαγωγής της γερμανικής επίθεσης. Αν και οι στρατηγοί και τα άλλα μέλη του επιτελείου προσπαθούσαν να θέσουν υπό αίρεση αυτές τις σκέψεις, ο Χίτλερ παρέμενε ακλόνητος γύρω από το επιχείρημά του. Παραγνώριζε, σχεδόν εθελοτυφλώντας ότι οι ρυθμοί παραγωγής της γερμανικής βιομηχανίας για όλα αυτά τα όπλα, επ’ ουδενί δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτούς των Σοβιετικών ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την απαραίτητη υπεροπλία[15][16].

Οι Σοβιετικοί φαίνεται άλλωστε πως είχαν προετοιμαστεί για ένα μεγάλης έκτασης πόλεμο, και μάλιστα στα εδάφη τους. Για τον λόγο αυτό, από την δεκαετία του 1930, άρχισαν να μετεγκαθιστούν ολόκληρες βιομηχανικές μονάδες πίσω από τα Ουράλια όρη, οπότε όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, η προπαρασκευή αυτή είχε ως αποτέλεσμα ζωτικές βιομηχανίες της χώρας να παραμείνουν άθικτες από τις συγκρούσεις και τους βομβαρδισμούς, και να αυξάνουν πυρετωδώς της παραγωγή τους, εφοδιάζοντας τον Κόκκινο Στρατό. Έτσι, αν και η ΕΣΣΔ κατήγαγε έναν καταστροφικό πόλεμο εντός της επικρατείας της, κατάφερε να διατηρήσει και να επαυξήσει τους προπολεμικούς ρυθμούς παραγωγής της, και εν τέλει να υπερκεράσει και αυτούς της Γερμανίας[17].

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης Zitadelle[18].

Στις 15 Απριλίου, ο Χίτλερ εξέδωσε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 6, το οποίο αφορούσε την επιθετική επιχείρηση εναντίον του Κούρσκ, με την κωδική ονομασία Zitadelle («Φρούριο»), η οποία ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει  στις 3 Μαΐου. Κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία της επίθεσης θεωρήθηκε το γεγονός, η επιχείρηση να διεξαχθεί πριν προλάβουν οι Σοβιετικοί να οργανώσουν και να κατασκευάσουν ισχυρά οχυρωματικά έργα[19][20]. Το σχέδιο της επιχείρησης περιελάβανε διπλό ταυτόχρονο χτύπημα στην εξοχή του Κούρσκ από Βορρά και Νότο, με συντονισμένη και ταυτόχρονη δράση από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» στο Όρελ, και την Ομάδα Στρατιών «Νότος» στο Χάρκοβο[21].

Στις 27 Απριλίου, ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον διοικητή της 9ης Στρατιάς Βάλτερ Μόντελ, ο οποίος ήθελε να εκφράσει τις ενστάσεις του για την επιχείρηση, καθώς οι γερμανικές δυνάμεις είχαν λάβει γνώση κυρίως μέσω της Luftwaffe για ισχυρές αμυντικές θέσεις που ετοίμαζε ο Κόκκινος Στρατός. Ο Μόντελ πρότεινε την ριζική επανεξέταση του σχεδίου μάχης καθώς και του χρονικού πλαισίου της επίθεσης. Υποστήριξε λοιπόν, πως όσο περισσότερο καθυστερεί η επίθεση, τόσο περισσότερο ισχυροποιούνταν οι Σοβιετικές άμυνες και κατά συνέπεια τόσο πιο πολύ απομακρύνονταν το ενδεχόμενο της επιτυχίας. Κατά συνέπεια, πρότεινε την εγκατάλειψη του σχεδίου ‘’Φρούριο’’, και την προετοιμασία των γερμανικών δυνάμεων για άμυνα[22][23]. Οι θέσεις αυτές πλέον εύρισκαν σύμφωνο και τον Μάνσταϊν.

Στις αρχές Μαΐου ο Χίτλερ συγκάλεσε σύσκεψη της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberkommando des Heeres) με αντικείμενο τις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο. Σε ότι αφορά τις εξελίξεις στα νότια του Μετώπου, ο Χίτλερ επέμεινε στην γενική του άποψη για την διεξαγωγή της επίθεσης στο Κούρσκ. Οι στρατηγοί του όμως δεν διέκειντο απολύτως θετικά απέναντι σε αυτό στο ενδεχόμενο, καθώς εξέφρασαν ενστάσεις τόσο για τους διαθέσιμους στρατιωτικούς πόρους, όσο και για το γεγονός της αναβολής της επίθεσης. Η συνάντηση τελικά έληξε χωρίς να ληφθεί κάποια ξεκάθαρη απόφαση, πέραν της αναβολής της ημέρας διεξαγωγής της επιχείρησης[24]. Οι αναβολές αυτές οφείλονταν την καθυστέρηση την μεταφοράς του πολεμικού υλικού, των νέων μονάδων και των εφοδίων από την δυτική και κεντρική Ευρώπη, στο Ανατολικό Μέτωπο. Πέρα από ότι είχε ο Χίτλερ στο μυαλό του, οι γραμμές παραγωγής δεν μπορούσαν να έχουν έτοιμο τον όγκο του πολεμικού υλικού που ζητούσε, στο χρόνο που ζητούσε. Παράλληλα, το κακό δίκτυο μεταφορών και η δράση των παρτιζάνων, δυσχέραναν την μεταφορά εφοδίων στο μέτωπο[25].

Στην σύσκεψη εκείνη, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δυνάμεων των Πάντσερ, Χάιντς Γουντέριαν υπήρξε εξαιρετικά αρνητικός απέναντι στην ιδέα ανάληψης οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας κατά των δυνάμεων των Σοβιετικών, αλλά και γενικότερα σε οποιοδήποτε άλλο μέτωπο. Χαρακτήρισε ουσιαστικά άτοπη και άχρηστη οποιαδήποτε ενέργεια από πλευράς της Βέρμαχτ. Ο Γκουντέριαν, χωρίς να εστιάζει μόνο σε ένα μέτωπο, αλλά έχοντας μια γενικότερη εικόνα του πολέμου και του συνόλου των διεξαγομένων επιχειρήσεων στο μυαλό του, θεωρούσε πως ο γερμανικός στρατός δεν έπρεπε να αναλωθεί εκτιθέμενος επικίνδυνα σε επιθετικές πρωτοβουλίες. Αντιλαμβανόμενος την σημασία των εξελίξεων στην Αφρική, διέβλεπε την πιθανότητα διάνοιξης ενός νέου μετώπου στην Νότια Γαλλία ή την Ιταλία, κατά δεν θα συνηγορούσε σε μια ενέργεια που θα δέσμευε το επιτελείο της Βέρμαχτ να αποσπάσει δυνάμεις από εκείνες τις περιοχές.

Εξέφρασε λοιπόν ανοιχτά την γνώμη του και στον Φύρερ στις 10 Μαΐου, προτείνοντας την ανάληψη αμυντικής στάσης στην ΕΣΣΔ. Παράλληλα, ισχυρίστηκε τότε πως τα Πάντσερ και τα Τάιγκερ στα οποία είχε εναποθέσει τόσες ελπίδες, ο Χίτλερ θα ήταν φρονιμότερο να μην αποσταλούν στην Ανατολή, σε μια συμπλοκή κατατριβής με επικίνδυνα αμφίβολο αποτέλεσμα, και να παραμείνουν στην δυτική Ευρώπη για να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη εισβολή[26]. Ο Γκουντέριαν ήταν μάλλον ανήσυχος λόγω  της αδυναμίας κάλυψης των ενδεχόμενων απωλειών, τόσο δε ανθρώπινο δυναμικό, όσο και σε πολεμικό υλικό, την στιγμή μάλιστα, που οι Σύμμαχοι έμοιαζαν να διαθέτουν αστείρευτο πολεμικό υλικό και απεριόριστες εφεδρείες[27][28].

Χάιντς Γκουντέριαν

Χαρακτηριστικά είπε στον Χίτλερ:

‘’ Είναι πραγματικά απαραίτητο να επιτεθούμε στο Κούρσκ, και ουσιαστικά στα ανατολικά γενικότερα φέτος; Νομίζεις ότι κανείς έστω ξέρει πού είναι το Κούρσκ; Ο κόσμος όλόκληρος δεν νοιάζεται αν θα καταλάβουμε το Κούρσκ ή όχι. Ποιος είναι ο λόγος που μας αναγκάζει να επιτεθούμε φέτος στο Κούρσκ ή γενικά στο Ανατολικό Μέτωπο;’’

Στα λόγια αυτά ο Χίτλερ απάντησε: «Ξέρω. Η σκέψη και μόνο αυτού του πράγματος μου ανακετεύει το στομάχι μου«.

Και ο στρατηγός σημείωσε συμπερασματικά:

«Σε αυτή την περίπτωση η αντίδρασή σας στο πρόβλημα είναι σωστή.»[29]

Παρά τις παραινέσεις του Γκουντέριαν ο Χίτλερ ενέμεινε στην άποψή του, και όρισε την ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης περίπου στις πρώτες μέρες του Ιουλίου. Τελικά την 1η Ιουλίου δόθηκε το τελικό σχέδιο μάχης και η ημερομηνία έναρξης στις 5 του μηνός[30].

Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα της αναμονής οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει στον χώρο γύρω από το Κούρσκ, περίπου 780.000 άνδρες, 3.000 τεθωρακισμένα και λοιπά άρματα μάχης, και 10.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, καθώς επίσης και περίπου 2.000 αεροπλάνα[31][32][33][34][35][36][37].

Η προετοιμασία της άμυνας από τους Σοβιετικούς[38].

Όπως είχε σχηματιστεί το μέτωπο, με την προεξοχή γύρω από το Κούρσκ, ήταν δύσκολο για τους Σοβιετικούς να μαντέψουν την πιθανότητα μιας επικείμενης γερμανικής επίθεσης στον τομέα αυτόν. Σύντομα, ωστόσο, οι υποψίες τους θα επιβεβαιωθούν από τον κατασκοπευτικό κύκλο ‘’Λούκυ’’ στην Ελβετία, καθώς και από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν καταφέρει να σπάσουν τους κρυπτογραφημένους κώδικες της μηχανής Enigma. Ως πληροφοριοδότης αναφέρεται κάποιος ‘’Werther’’, για το οποίο δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, αλλά πιθανολογείται πως ανήκε στους κόλπους της Ανωτάτης Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Είναι αυτός που έστελνε τις πληροφορίες στον Ρούντοφ Ροίσλερ, τον οργανωτή του κατασκοπευτικού δικτύου στην Ελβετία.  Κατά συνέπεια, ήδη από τα τέλη Μαρτίου οι Σοβιετικοί είχαν λάβει γνώσει για τις συζητήσεις του γερμανικού επιτελείου γύρω από την επίθεση στο Κούρσκ, ακόμη και για τα διαμορφούμενα σχέδια μάχης.

Έτσι, το οι επιτελείς του Κόκκινου Στρατού προχώρησαν σχεδόν αμέσως στην κατάρτιση σχεδίων αμύνης και στο χτίσιμο οχυρωματικών έργων. Στα μέσα Απριλίου ο Ζούκωφ ανέπτυξε ενώπιον της ΣΤΑΒΚΑ το σχέδιο μάχης. Ο Στρατάρχης, πρότεινε να αφεθεί στους Γερμανούς η πρωτοβουλία της επίθεσης και ο Κόκκινος Στρατός να οργανώσει ισχυρές γραμμές αμύνης που ουσιαστικά θα του επέτρεπαν να προχωρήσει σε μια σφοδρή γενική αντεπίθεση.

Δύο ήταν τα μέτωπα τα οποία θα αναλάμβαναν την κυρίως υπεράσπιση του Κούρσκ. Την μεν νότια πλευρά είχε υπό την δικαιοδοσία του το Μέτωπο Βορονέζ, του στρατηγού Βατούτιν, την δε βόρεια πλευρά το Κεντρικό Μέτωπο του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ. Ενώ σε εφεδρεία, βρισκόταν ένα ολόκληρο μέτωπο, αυτό της Στέπας, του στρατηγού Κόνιεφ. ‘Ήταν προφανές λοιπόν, πως ο Ζούκωφ και η Ανωτάτη Διοίκηση, ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν στο έπακρο την μεγάλη δυνατότητα που είχαν σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό, καθώς και κάθε δυνατότητα που τους παρείχετο ώστε να μην υπάρξει κανένα ενδεχόμενο κατάρρευσης των σοβιετικών δυνάμεων και ήττας. Επιστράτευσαν λοιπόν τον ντόπιο πληθυσμό για την κατασκευή των οχυρωματικών έργων. Είναι δείγμα των πλεονεκτημάτων που αποκτούσε ο Κόκκινος Στρατός, μετά την αντεπίθεσή του στα τέλη του 1942, το γεγονός ότι μπορούσε να επιστρατεύει τον ντόπιο πληθυσμό, τόσο για δευτερεύοντα έργα υποδομής, όσο και για να στελεχώνει τις ίδιες τις ένοπλες δυνάμεις του.

Η άμυνα των Σοβιετικών συνίστατο από ένα σύνολο πολλαπλών, εξαιρετικά ισχυρών και αλληλεπικαλυπτόμενων οχυρωματικών έργων. Τα οχυρωματικά έργα αυτά αποτελούνταν από τρείς γραμμές αμύνης, με χαρακώματα, αντιαρματικές τάφρους, ναρκοπέδια και αντιαρματικούς πύργους.

Γύρω από το Κούρσκ, οι στρατιώτες του Κεντρικού Μετώπου και του Μετώπου Βορονέζ έσκαψαν 7 επάλληλες σειρές χαρακωμάτων, τα οποία σε ευθεία γραμμή έφθανα τα 9.000 χιλιόμετρα[39]. Επιπλέον σκάφθηκα περίπου 500 χιλιόμετρα αντιαρματικών τάφρων. Στήθηκαν ακόμη περίπου 700 γέφυρες και διανοίχθηκαν 2.000 δρόμοι.

Οι Σοβιετικοί τοποθέτησαν επίσης περίπου 450 χιλιάδες νάρκες για το πεζικό και 500 χιλιάδες αντιαρματικές νάρκες. Η αναλογία ήταν κάπου 1.700 νάρκες πεζικού και 1.500 αντιαρματικές ανά ένα χιλιόμετρο[40]. Οι νάρκες ήταν κυρίως τοποθετημένες στην πρώτη γραμμή αμύνης[41]. Για τις δύο επόμενες γραμμές, το σχέδιο προέβλεπε οι νάρκες να τοποθετούνται από το μηχανικό κατά την διάρκεια της γερμανικής επίθεσης.

Άνδρες του Κόκκινου Στρατού στα χαρακώματα, καθώς σοβιετικό άρμα μάχης τύπου Τ-34 περνά από πάνω τους.

Ένα από τα πιο σημαντικά αμυντικά έργα του Κόκκινου Στρατού απέναντι στα γερμανικά τεθωρακισμένα ήταν οι αντιαρματικοί πύργοι. Οι Σοβιετικοί είχαν στήσει πολλούς τέτοιους πύργους εντός των οχυρωματικών έργων. Αυτοί βρίσκονταν σε απόσταση 600 με 800 μέτρα ο ένας από τον άλλο, και αποτελούνταν από περίπου 20 αντιαρματικά πυροβόλα και πολλά περισσότερα αντιαρματικά τυφέκια. Οι Σοβιετικοί γνώριζαν την διάταξη επίθεσης των γερμανικών τεθωρακισμένων. Αυτά κατά την έφοδό τους σχημάτιζαν ένα ‘’Λ’’ στην κορυφή του οποίου βρίσκονταν τα ισχυρά Τάιγκερ. Όταν λοιπόν αυτά κατάφερναν να διαλύσουν ένα πόστο αντιαρματικών όπλων, περνούσαν από το κενό που δημιουργούνταν και απλώνονταν πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Για να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο οι Σοβιετικοί έστησαν σε αλλεπάλληλες γραμμές αλληλεπικαλυπτόμενους αντιαρματικούς πύργους.  Έτσι, όταν κάποιος κατεστρέφετο, το πλεονέκτημα της γερμανικής επίθεση μετετρέπετο σε μειονέκτημα, καθώς εάν τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ, πήγαιναν να περάσουν από το διαμορφωμένο κενό, βρίσκονταν ακόμη πιο εκτεθειμένα στα εχθρικά πυρά[42].

Τόσο για την άμυνα του τομέα του Κούρσκ, όσο και για τις δευτερεύουσες επιχειρήσεις του μετώπου, οι Σοβιετικοί παρέταξαν, περίπου 2.000.000 άνδρες, 6.000 τεθωρακισμένα και άρματα μάχης, και 30.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, καθώς επίσης και 3.500 αεροπλάνα[43][44][45][46][47][48].

Η έναρξη της μάχης[49].

Στις αρχές Ιουλίου 1943, οι δύο αντίπαλοι ήταν έτοιμοι για την μάχη. Στα νότια του τομέα του Κούρσκ οι Γερμανοί είχαν παρατάξει την Ομάδα Στρατιών «Νότος», αποτελούμενη από 447.000 στρατιώτες και 1.500 άρματα μάχης. Απέναντί τους, από την πλευρά των Σοβιετικών, βρίσκονταν οι δυνάμεις του Μετώπου Βορονέζ, που απαρτίζονταν από 630.000 στρατιώτες και 1.700 άρματα μάχης. Ο στρατηγός Βατούτιν που ηγείτο της άμυνας αυτού του τομέα είχε να καλύψει ένα πολύ εκτεταμένο μέτωπο στην Ουκρανική Στέπα, γεγονός που θα επέτρεπε στους Γερμανούς να αναπτύξουν καλύτερα τους σχηματισμούς τους και να επιχειρήσουν ανετότερους ελιγμούς με τα τεθωρακισμένα τους. Από την άλλη στα βόρεια του τομέα, από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο», ο φον Κλούγκε παρέτασσε 330.000 άνδρες, και 1.000 άρματα μάχης, απέναντι στους 712.000 άνδρες του στρατηγού Ροκοσσώβσκυ, και τα 1.800 άρματα μάχης. Η μορφολογία του εδάφους είχε κατά κάποιον τρόπο προκαθορίσει τις εξελίξεις στον τομέα αυτόν, καθώς απέναντι από τις σοβιετικές γραμμές αμύνης, υπήρχε ένα μόνον πέρασμα μέσα από το μεγάλο δάσος, όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να αναπτύξουν τους σχηματισμούς τους, κατά την επικείμενη επίθεση[50].

Τις μέρες πρίν την επίθεση και οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τις θέσεις του εχθρού. Οι Σοβιετικοί κατάφεραν να συλλάβουν έναν ναρκαλιευτή στις 4 Ιουλίου και να μάθουν την ώρα που θα ξεκινούσε η Γερμανική επίθεση καθώς και τα σχέδια μάχης. Σύμφωνα με αυτόν η επιχείρηση θα ξεκινούσε στις πέντε τα ξημερώματα (ώρα Βερολίνου) με ταυτόχρονη επίθεση από βόρεια και νότια του τομέα. Από τον Βορρά η επίθεση θα γίνονταν με κατεύθυνση την Ολχοβάτκα, ενώ από τον Νότο, μεταξύ Σολοτίνο και Προχορόβκα. Παράλληλα, από νότια θα διεξάγονταν και μία επιπρόσθετη επίθεση από το Μπέλγκοροντ προς τα βορειοανατολικά, με σκοπό να περικυκλώσει τις Σοβιετικές Δυνάμεις[51].

Ο Ζούκωφ απεφάσισε να εκμεταλλευτεί αυτές τις πληροφορίες και να αιφνιδιάσει τους Γερμανούς ξεκινώντας με βομβαρδισμό των θέσεών τους πρίν την προβλεπόμενη έναρξη της επίθεσης. Έτσι, με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό στις 2.20, ώρα Μόσχας, ξεκίνησε η Μάχη του Κούρσκ.

Επειδή ο βομβαρδισμός γίνονταν νύχτα και χωρίς την χρήση αεροπορίας για τον εντοπισμό των εχθρικών θέσεων, οι βολές ήταν συχνά άστοχες, και δεν επέφεραν μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς. Δύο ώρες αργότερα, μετά την κατάπαυση των σοβιετικών πυροβόλων οι Γερμανοί άρχισαν τον δικό τους βομβαρδισμό, με δυνάμεις πυροβολικού και αεροπορίας[52][53].

Α. Η επίθεση στον Βόρειο τομέα[54][55][56].

Μετά το πέρας του γερμανικού βομβαρδισμού μονάδες της 9ης Στρατιάς του Μόντελ, άρχισαν να κινούνται κατά των σοβιετικών θέσεων. Μπροστά από τα γερμανικά τμήματα πεζικού και τεθωρακισμένων προπορεύονταν τα ναρκαλιευτικά Borgward IV. Αυτά έσπρωχναν μπροστά τους έναν άξονα, ο οποίος έφερε τέσσερεις οδοντωτούς κυλίνδρους οι οποίοι πυροδοτούσαν τις νάρκες και τις έσκαγαν πρίν φθάσουν τα πεζοπορία και μηχανοκίνητα τμήματα. Παρόλα ταύτα, τα μηχανήματα αυτά δεν καθίστατο δυνατόν να εξουδετερώσουν όλες τις νάρκες, και επίσης πολλά άρματα μάχης που ακολουθούσαν έχαναν το δρόμο τους μέσα στον χαμό της μάχης και οδηγούνταν πάνω από τα ναρκοπέδια. Την πρώτη εκείνη μέρα, οι δυνάμεις της Βέρμαχτ διείσδυσαν 9,5 χιλιόμετρα μέσα στα οχυρωματικά έργα του Κόκκινου Στρατού, φθάνοντας στο χωριό Πονίρι[57], στην 2α δηλαδή γραμμή αμύνης, προτού καθηλωθούν από τις δυνάμεις της 13ης σοβιετικής Στρατιάς[58].

Η διάταξη των αντιπάλων και η εξέλιξη της μάχης.

Την 2η ημέρα οι δυνάμεις του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ αντεπιτίθενται μπροστά από το χωριό Ολκοβάτκα, και σταματήσουν την προέλαση του Μόντελ. Τις επόμενες μέρες, από τις 7 έως τις 10 Ιουλίου, ο Μόντελ θα εστιάσει την επίθεσή του κατά της Ολκοβάτκα και του Πονίρι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 7 του μηνός οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν, μετά από μάχη σώμα με σώμα, το μισό Πονίρι, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δυνάμεις τους κινήθηκαν περιμετρικά για να κυκλώσουν το χωριό. Ο Ροκοσσόβσκυ ήταν προετοιμασμένος για αυτήν την κίνηση και οδήγησε τα προωθούμενα γερμανικά τμήματα σε μια παγίδα.

Σε διάφορα σημεία οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει αντιαρματικά όπλα, τα οποία έριπταν βολές για να τραβήξου την προσοχή των γερμανικών αρμάτων μάχης σε μεγάλη απόσταση. Όταν αυτά πλησίαζαν, καμουφλαρισμένα αντιαρματικά πυροβόλα εμφανίζονταν δεξιά και αριστερά τους και τα εξουδετέρωναν. Παράλληλα τα γερμανικά τεθωρακισμένα δέχονταν βόμβες Μολότωφ από στρατιώτες που ήταν κρυμμένοι στα χαρακώματα[59][60].Την 2η ημέρα οι δυνάμεις του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ αντεπιτίθενται μπροστά από το χωριό Ολκοβάτκα, και σταματήσουν την προέλαση του Μόντελ. Τις επόμενες μέρες, από τις 7 έως τις 10 Ιουλίου, ο Μόντελ θα εστιάσει την επίθεσή του κατά της Ολκοβάτκα και του Πονίρι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 7 του μηνός οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν, μετά από μάχη σώμα με σώμα, το μισό Πονίρι, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δυνάμεις τους κινήθηκαν περιμετρικά για να κυκλώσουν το χωριό. Ο Ροκοσσόβσκυ ήταν προετοιμασμένος για αυτήν την κίνηση και οδήγησε τα προωθούμενα γερμανικά τμήματα σε μια παγίδα.

Στις 9 του μηνός το επιτελείο του Μόντελ συνειδητοποίησε το αδιέξοδο, αλλά ο Γερμανός στρατηγός επέμεινε η επίθεση να συνεχιστεί, ούτως ώστε να διατηρηθεί η πίεση στους Σοβιετικούς και να βοηθηθεί η επίθεση από τον Νότο. Παρόλα ταύτα, την επόμενη μέρα ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να ανακόψει τελείως την γερμανική προέλαση. Έτσι ο Ροκοσσόβσκυ, έχοντας πετύχει το στόχο του να εξαντλήσει τους Γερμανούς, ζήτησε να προχωρήσει σε γενική αντεπίθεση, η οποία ονομάστηκε «Επιχείρηση Κουτούζωφ», και ορίστηκε για 2 μέρες αργότερα[61].

Β. Η επίθεση στον Νότιο τομέα[62][63][64].

Με το τέλος του γερμανικού βομβαρδισμού ο Μάνσταϊν διέταξε την 4η Στρατιά Πάντσερ του στρατηγού Χόθ να κατευθυνθεί προς το Ομπογιάν, και την Στρατιά του Αποσπάσματος Κέμπφ, προς την Προχορόβκα. Ο καταιγιστικός, όμως, σοβιετικός βομβαρδισμός δεν κατέστησε δυνατό τον καθαρισμό των ναρκοπεδίων και την διάνοιξη ασφαλών διαδρόμων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα πολλά άρματα μάχης που προπορεύονταν της επιχείρησης, να αχρηστευθούν από νάρκη, ενώ όσα γλύτωσαν, καθηλώνονταν από τα αντιαρματικά ορύγματα και τις τάφρους. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση η Βέρμαχτ χρησιμοποίησε την Αεροπορία για να βομβαρδίσει τα ναρκοπέδια και να ανοίξει δρόμο μέσα από τα οχυρωματικά έργα[65].

Εν τέλει, μετά δεκαεφτά ώρες οι Γερμανοί κατάφεραν να περάσουν την 1η γραμμή αμύνης των Σοβιετικών. Απέναντι στο προελαύνον 2ο SS Σώμα Πάντσερ, ο στρατηγός Βατούτιν έστειλε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Κατούκωφ. Τα ισχυρότατα όμως, γερμανικά τεθωρακισμένα προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στα σοβιετικά άρματα μάχης[66].

Η κατάσταση αυτή έκανε το Κατούσωφ ανήσυχο για την νέα αντεπίθεση που διέταξε ο Βατούτιν[67]. Τελικά ζήτησε και έλαβε την άδεια από τον ίδιο τον Στάλιν να προσαρμόσει το σχέδιο μάχης στα νέα δεδομένα. Εισηγήθηκε λοιπόν, η Στρατιά του να σταματήσει την αντεπίθεση και να σκαφτούν ορύγματα για να τοποθετηθούν τα τάνκ, ούτως ώστε να είναι καλυμμένα, μέχρι ότου πλησιάσουν τα γερμανικά σε απόσταση 300-400 μέτρων, ώστε να μπορούν να τα διαλύσουν, με την βοήθεια του πεζικού και του πυροβολικού.

Παρόλα ταύτα, οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν τα πλεονεκτήματα που τους έδινε το έδαφος, κινούμενοι πιο ευέλικτα στο ανοιχτό πεδίο, καταφέραν να προωθηθούν ως την 2α γραμμή αμύνης, με κατεύθυνση το Ομπογιάν και την Προχορόβκα. Οι Σοβιετικοί είχαν περιέλθει σε πολύ δύσκολη θέση με την τροπή που είχε πάρει η μάχη. Με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ να τους ακολουθούν κατά πόδα, τους ήταν πολύ δύσκολο να καλύψουν την υποχώρηση των μονάδων τους σύμφωνα με το σχέδιο μάχης για την 2η και 3η γραμμή αμύνης, στις οποίες η ναρκοθέτηση θα γινόταν κατά την προέλαση των γερμανικών αρμάτων μάχης.

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι σοβιετική αεροπορία έλαβε εντολή να βομβαρδίσει τα γερμανικά τάνκ. Αν και η 69η σοβιετική Στρατιά είχε αναγκαστεί να ρίξει στην μάχη όλες τις εφεδρείες που υπήγοντο σε αυτήν, οι Γερμανοί προχωρούσαν προς τα εμπρός απειλώντας να περάσουν και την 3η γραμμή αμύνης, και να φθάσουν στα ανοχύρωτα πλέον μετόπισθεν των Σοβιετικών. Για τον λόγω αυτό η ΣΤΑΒΚΑ έστειλε ως εφεδρείες την 5η Στρατιά Φρουρών και την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά, που ανήκαν στο Μέτωπο την Στέπας, καθώς και άλλες μονάδες, παρά τις ενστάσεις του Ιβάν Κόνιεφ, διοικητή του Μετώπου[68]. Έτσι, κατάφεραν ως τις 8 Ιουλίου να σταματήσουν με τις αντεπιθέσεις τους την εχθρική προέλαση, με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ όμως να έχουν εισχωρήσει 28 χιλιόμετρα μέσα στις σοβιετικές γραμμές. Στον νότιο τομέα οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να προωθηθούν βαθιά στις σοβιετικές άμυνες, αλλά είχαν σχεδόν ξεμείνει από εφεδρείες.

Η μάχη της Προχορόβκα[69][70][71].

Αν και ο αντικειμενικός στόχος της γερμανικής επίθεση παρέμενε το Ομπογιάν, στις 9 και 10 Ιουλίου, η 2η μεραρχία Πάντερ των SS, η οποία αποτελείτο από την 1η Μεραρχία SS Leibstandarte SS Adolf Hitler, την 2η Μεραρχία SS Das Reich και την 3η Μεραρχία SS Totenkopf, κινήθηκε βορειοανατολικά, προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ποχορόβκα. Ο Μάνσταϊν, και ο Χόθ, υπό την υψηλή επίβλεψη του οποίου βρίσκονταν η 2η μεραρχία Πάντσερ SS, απεφάσισαν αυτήν την κίνηση ως έναν ελιγμό, ο οποίος αφ’ ενός θα υποβοηθούσε την κύρια επίθεση προς τo Ομπογιάν, με μια κυκλωτική κίνηση από νοτιοανατολικά, και αφ’ ετέρου θα αποπειράτο να αποσοβηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ρήγματος, μεταξύ της κύρια επίθεσης που διενεργούσε η Ομάδα Στρατιών «Νότος», και της παράπλευρης επίθεσης που διενεργούσε ανατολικότερα η Στρατιά αποσπάσματος Κέμπφ.

Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Βατούτιν, είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε μία ακόμη αντεπίθεση, στέλνοντας προς το σημείο την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών υπό τον αντιστράτηγο Πάβελ Ροντμίστρωφ, συνεπικουρούμενη από πέντε σώματα πεζικού. Η αντεπίθεση αυτή ήταν στο πλαίσιο μιας γενικότερης αντεπίθεση στην οποία θα προσχωρούσαν οι Σοβιετικοί, αφού την ίδια μέρα οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού θα προχωρούσαν σε αντεπίθεση και στα βόρεια του τομέα του Κούρσκ. Η σύγκρουση που επέκειτο να λάβει χώρα στην Προχορόβκα, έμοιαζε να είναι δευτερευούσης σημασίας, αφού και για τους δύο αντιπάλους αποτελούσε έναν ελιγμό, του οποίου τα αποτελέσματα θα βοηθούσαν τις εξελίξεις σε άλλο σημείο του μετώπου.

Οι κινήσεις στο πεδίο της μάχης, είχαν λίγο πολύ καθοριστεί από την μορφολογία του εδάφους. Στα δεξιά (δυτικά) της σιδηροδρομικής γραμμής που οδηγούσε βόρεια στην Προχορόβκα, εκτείνονταν μια δύσβατη περιοχή με ρέματα, που κατέληγαν στον ποταμό Πσέλ. Ενώ, στα αριστερά(νοτιοανατολικά) εκτείνονταν οι στέπες του Ντόν.

Στις 11 Ιουλίου, η 1η και 2η Μεραρχία των SS σταμάτησαν την πορεία τους προς την Προχορόβκα, και πήραν αμυντικές θέσεις αναμένοντας την 3η να περάσει τον ποταμό Πσέλ από τα ανατολικά, και από εκεί να βρεθεί με μια κυκλωτική κίνηση στα βορειοδυτικά της Προχορόβκα[72]. Την νύχτα της 11ης προς 12η Ιουλίου ο Βατούτιν διέταξε την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών να κινηθεί προς Νότο. Στην επίθεση αυτή οι Σοβιετικοί βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, καθώς τα άρματα μάχης τους δεν μπορούσαν να λάβουν ανοιχτούς σχηματισμούς στο πεδίο, παρά έπρεπε να διαταχθούν σε σχήμα κολώνας μεταξύ των ρείθρων στα δεξιά τους, και της σιδηροδρομικής γραμμής στα αριστερά τους. Επιπλέον, οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από την γερμανική αεροπορία τα ξημερώματα της 12ης, έτσι οι θέσεις του άρχισαν να δέχονται γερμανικά πυρά πυροβολικού. Παρόλα ταύτα οι Σοβιετικοί συνέχισαν να στέλνουν άρματα μάχης, ενώ και ο Χόθ έριξε στην μάχη τις δικές του μεραρχίες. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν σφοδρή, οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν τεράστιες, ενώ ο κουρνιαχτός που υψώνονταν εμπόδιζε την αεροπορία και των δύο πλευρών να αναλάβει δράση. Με τεράστιες απώλειες και στην θέα των ατελείωτων σοβιετικών εφεδρειών ο Χοθ αναγκάστηκε να αποτραβήξει τις δυνάμεις του. Στο τέλος την ημέρας η μάχη δεν είχε αναδείξει ουσιαστικό νικητή, αφού κανείς από τους δύο δεν είχε πετύχει τον αντικειμενικό του στόχο. Οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να προωθούν, αλλά και η σοβιετική αντεπίθεση, προς το παρόν είχε ανακοπεί. Οι δυνάμεις της Βέρμαχτ είχαν όμως αρχίσει να αποτραβιούνται από την Προχορόβκα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυε γενική αντεπίθεση από όλα τα Μέτωπα και στους δύο τομείς γύρω από το Κούρσκ.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί είχαν ρίξει στην μάχη περίπου 400 άρματα μάχης, ενώ οι Σοβιετικοί 800[73]. Για τους πρώτους οι απώλειες έφθασαν στο 1/3, ενώ για τους δεύτερους ήταν κάτι παραπάνω από τα μισά. Για τον Μάνσταϊν όμως, δεν υπήρχαν άλλα άρματα μάχης, οι εφεδρείες του είχαν εξαϋλωθεί. Αντίθετα, η ΣΤΑΒΚΑ είχε ένα ολόκληρο Μέτωπο, αυτό της Στέπας, καθώς και το Νότιο, έτοιμα να εξαπολύσουν αντεπίθεση.

Η ανάκληση της επίθεσης από τον Χίτλερ[74].

Στις 9 Ιουλίου οι Αγγλοαμερικανοί Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία[75], ανοίγοντας ένα ακόμη μέτωπο για τους Γερμανούς. Το γεγονός αυτό θορύβησε την διοίκηση της Βέρμαχτ και τον ίδιο τον Χίτλερ. Έτσι, στις 12 Ιουλίου δόθηκε εντολή ανάκλησης της Επιχείρησης Zitadelle.

Η προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων.

Παρόλα ταύτα, στον νότιο τομέα, στις 14 Ιουλίου, οι δυνάμεις του Μάνσταϊν διατάχθηκαν να προχωρήσουν στην επιχείρηση Roland[76][77]. Με την επιχείρηση αυτή η επιτελείς της Βέρμαχτ ήλπιζαν να συγκρατήσουν τις γερμανικές δυνάμεις στις θέσεις τους μετά την ουσιαστική ήττα στην Προχορόβκα, και να σταματήσουν την σοβιετική προέλαση. Μάταια όμως, αφού η επιχείρηση απέτυχε, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να αρχίσουν να υποχωρούν προς το Χάρκοβο.

Η σοβιετική αντεπίθεση[78][79].

Α. Ο βόρειος τομέας.

Με την καθήλωση της επίθεσης στον βόρειο τομέα του Κούρσκ, οι επιτελείς της ΣΤΑΒΚΑ εξαπέλυσαν αντεπίθεση με τις δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου, του Μετώπου Μπριάνσκ, και του Μετώπου Βορονέζ, υπό την ονομασία, Επιχείρηση Κουτούζωφ.

Η επιχείρηση ξεκίνησε με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό με βαρέα πυροβόλα και πυραύλους Κατυούσα των γερμανικών θέσεων, οι οποίες παρέλυσαν κυριολεκτικά. Ο στρατηγός Μόντελ αναδιπλώθηκε σε αμυντικούς σχηματισμούς, εγκαταλείποντας κάθε επιθετική ενέργεια. Για να ανακόψει την σοβιετική επίθεση χρησιμοποίησε τον 6ο Αεροπορικό Στόλο της Luftwaffe. Οι εξαντλημένες όμως δυνάμεις της Βέρμαχτ, παρά την αντίσταση μίας εβδομάδος, ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν αποτελεσματικά την επίθεση του Κόκκινου Στρατού, και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν στο Όρελ, εγκατέλειψαν την πόλη με αποτέλεσμα να καταληφθεί από τους Σοβιετικούς στις 29 Ιουλίου.

Η κατάληψη του Όρελ υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τους Γερμανούς, καθώς αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους σιδηροδρομικούς κόμβους στον κεντρικό τομέα του σοβιετο-γερμανικού μετώπου. Παρόλα ταύτα, οι δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Κέντρο υπεχώρησαν προς το Μπριάνσκ και πρόταξαν μια νέα γραμμή αμύνης.

Φωτιά και θάνατος στο πεδίο της Προχορόβκα.

Β. Ο νότιος τομέας[80][81].

Με την αποτυχία της επιχείρησης Roland, οι Γερμανοί αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν στις θέσεις που είχαν στις αρχές Ιουλίου, όταν ξεκινούσε η Επιχείρηση Zitadelle. Λόγω των μεγάλων απωλειών στις επιχειρήσεις στο Κούρσκ, ο Βατούτιν προτίμησε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του προτού αντεπιτεθεί. Έτσι, στις 3 Αυγούστου, οι Σοβιετικοί εξαπέλυαν μια διπλή, ταυτόχρονη αντεπίθεση εναντίον του Μπέλγκροντ, και εναντίον του Χαρκόβου. Η κίνηση αυτή των Σοβιετικών είχε την ονομασία, Επιχείρηση Ρουμιάντσεβ, και συμμετείχαν οι δυνάμεις του Μετώπου της Στέπας και του Βορονέζ, ενώ απέναντί τους ο Μάνταϊν είχε παρατάξει τα απομεινάρια της Ομάδας Στρατιών «Νότος». Η επίθεση ξεκίνησε από τα βορειανατολικά με κατεύθυνση το Μπέλγκοροντ, το οποίο οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού κατέλαβαν στις 5 Αυγούστου[82].

Μετά το Μπέλγκοροντ η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά, υπό τον αντιστράτηγο Κατούκωφ, κινήθηκε προς το Μπογκοντούκωφ, στα βορειοδυτικά του Χαρκόβου, και το κατέλαβε. Στόχος ήταν να περικυκλωθεί το Χάρκοβο, το οποίο έχει μετατραπεί σε φρούριο από τους Γερμανούς, και από τα δυτικά, ενώ θα δέχονταν την κύρια επίθεση από τις δυνάμεις του Κόνιεφ στα ανατολικά.

Ο Χίτλερ για μία ακόμη φορά αρνούνταν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα, και διέταξε σε άμυνα μέχρι τέλους. Αλλά ο Μάνταϊν δεν ήταν έτοιμος για ένα ακόμη ‘’Στάλινγκραντ’’, και διέταξε τις δυνάμεις του να υποχωρήσουν.  Οι Σοβιετικοί τελικά κατέλαβαν το Χάρκοβο στις 23 Αυγούστου.

Οι απώλειες.

Κατά την μάχη του Κούρσκ, οι απώλειες και για τις δύο πλευρές ήταν τεράστιες. Από τις αρχές Ιουλίου ως τα τέλη Αυγούστου, οι Γερμανοί έχασαν 120.000 άνδρες (νεκροί και αγνοούμενοι), 3.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 1.000 αεροσκάφη, ενώ οι Σοβιετικοί, 450.000 άνδρες, 8.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 3.000 αεροσκάφη.

Το μνημείο της μάχης σήμερα

Ο επίλογος της μάχης[83].

Με την ήττα αυτή των Γερμανών στο Χάρκοβο, έληγε και η μάχη του Κούρσκ, η οποία υπήρξε η τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο. Από το σημείο αυτό και έπειτα οι δυνάμεις τις Βέρμαχτ μόνο θα υποχωρούσαν, ενώ η πρωτοβουλία των κινήσεων θα ανήκε αποκλειστικά και μόνο στους Σοβιετικούς. Μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί θα υποχωρήσουν στα δυτικά, πέρα από τον ποταμό Δνείπερο, στην Αμυντική Γραμμή Βόταν.

Παρόλα αυτά, η τελική νίκη επί του Άξονος απείχε ακόμη δύο χρόνια μέχρι να γίνει πραγματικότητα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός θα χρειαστεί να μάχεται τουλάχιστον μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944, για να εκδιώξει τους Γερμανούς από την ΕΣΣΔ[84].

Soviet Storm: World War II — In The East. ep. 9. The Battle Of Kursk

O Χαράλαμπος Γάππας είναι φοιτητής
του Α΄ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

Βιβλιογραφία

Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ 1939-1945, Θεσσαλονίκη 2009.

  1. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002.

David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed: How the Red Army Stopped Hitle , Kansas, 1995.

David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, 1999.

David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943: The Soviet General Staff Study, London, 1999.

Heinz Guderian, Panzer Leader, New York, 1952.

Thomas L. Jentz and Hilary L. Doyle, Germany’s Tiger Tanks D.W. to Tiger I: Design, Production & Modifications, N. Carolina, 1999.

Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle: Eastern Front 1943, London, 2012.

Erich Von Manstein, Lost Victories: The War Memoirs of Hitler’s Most Brilliant General, Powell, London, 1982, Anthony G. (translation).

McCarthy Peter and Mike Syryon  Panzerkieg: The Rise and Fall of Hitler’s Tank Divisions, New York 2002.

Dennis E. Showalter, Armor and Blood: The Battle of Kursk, The Turning Point of World War II, New York, 2013.

Steven H. Newton, Kursk: The German View, Eyewitness Reports of Operation Citadel by the German Commanders, USA, 2002.

Υποσημειώσεις

[1] ο.π. 22.

[2] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed: How the Red Army Stopped Hitle , Kansas, 1995, p. 53-57.

[3] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ 1939-1945, Θεσσαλονίκη 2009, σ.243-244.

[4] Ο.π. p. 58-60.

[5] Erich Von Manstein, Lost Victories: The War Memoirs of Hitler’s Most Brilliant General, Powell, London, 1982, Anthony G. (translation), p. 261-265.

[6]Steven H. Newton, Kursk: The German View, Eyewitness Reports of Operation Citadel by the German Commanders, USA, 2002, p.11.

[7] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 256-270.

[8] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 60.

[9] Έτσι ονομάζεται η περίοδος στην αρχή της Άνοιξης, κατά την οποία ο καιρός γίνεται θερμότερος και λιώνουν τα χιόνια του χειμώνα, καθιστώντας το ήδη φτωχό σοβιετικό οδικό δίκτυο απροσπέλαστο.

[10] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ..243-247.

[11] Ο.π., σ.248.

[12] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 354.

[13] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle: Eastern Front 1943, London, 2012, p. 186.

[14] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943: The Soviet General Staff Study, London, 1999, p. 54-56.

[15] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.249.

[16] Heinz Guderian, Panzer Leader, New York, 1952, p. 276-283.

[17] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.241-243.

[18] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 63.

[19] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 187.

[20] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 25.

[21] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 280.

[22] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 193.

[23] Ο.π. , p. 192.

[24] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 1-3.

[25] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002, p.58.

[26] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.250.

[27] Ο.π. σ. 250.

[28] Heinz Guderian, Panzer Leader, p.307-312.

[29] Ο.π. p. 308-309.

[30] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 223.

[31] Ο.π. p. 200.

[32] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 280-282.

[33] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 338.

[34] M. K. Barbier, Kursk, p.50-51.

[35] Ο.π. , p. 172.

[36] Dennis E. Showalter, Armor and Blood: The Battle of Kursk, The Turning Point of World War II, New York, 2013, p.8.

[37] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 63-66.

[38] Ο.π. , p. 63-66.

[39] Δύο φορές η απόσταση Μαδρίτης- Μόσχας

[40] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, p. 65.

[41] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 211.

[42] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.53-55.

[43] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 290-344.

[44] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.251-253.

[45] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 478-484.

[46] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, p.14, 300-301.

[47] Dennis E. Showalter, Armor and Blood, p.9.M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 173.

[48] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 173.

[49] Ο.π. p. 59-71.

[50] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 66.

[51] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.252 (χάρτης).

[52] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 224-236.

[53]  David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 66.

[54]  Ο.π. p. 93-121.

[55]  Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 306-313.

[56]  M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.75-87.

[57]  Το χωριό Πονίρι ήταν πολύ σημαντικό καθώς αποτελούσε σιδηροδρομικό κόμβο πού ένωνε τον Βόρειο τομέα με την πόλη του Κούρσκ.

[58]  Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 261-266.

[59]  Οι Σοβιετικοί επιτελείς είχαν παρατηρήσει κατά την γερμανική εισβολή το τρόμο που προκαλούσαν στους στρατιώτες τα εχθρικά τεθωρακισμένα όταν αυτά περνούσαν πάνω από τα χαρακώματα. Έτσι, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φόβο, εκπαιδεύοντας του Σοβιετικούς οπλίτες σε αυτές τις συνθήκες. Τους έκρυβαν λοιπόν σε χαρακώματα και βάζαν άρματα μάχης να περνούν από πάνω, έτσι ώστε να μάθουν οι στρατιώτες να τιθασεύουν τον πανικό τους.

[60] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, p.45-46.

[61] Ο.π. , p. 28.

[62] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 282-284.

[63] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 237-260.

[64] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 89-105.

[65] Ο.π., p. 247-248.

[66] Ένα σοβιετικό Τ-34 για να εξουδετερώσει ένα Τάιγκερ, έπρεπε να το χτυπήσει, το πολύ από απόσταση 500 μέτρων, και σε αυτήν την περίπτωση από πλάγια, όπου η θωράκιση είναι ελαφρότερη. Αντίθετα, ένα Τάιγκερ μπορούσε να καταστρέψει ένα Τ-34, ακόμη χτυπώντας το και στην μπροστινή ισχυρή θωράκιση, από απόσταση δύο χιλιομέτρων.

[67] Ο στρατηγός Βατούτιν ήταν αξιωματικός που προτιμούσε την επίθεση από την άμυνα. Σχετικά μάλιστα με την ‘’επιχείρηση Ακρόπολις ή Φρούριο’’, είχε προτείνει λόγω της καθυστέρησης έναρξης της επιχείρησης από τους Γερμανούς να ξεκινήσουν οι Σοβιετικοί πρώτοι την επίθεση.

[68] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 287-288.

[69] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 66-67.

[70] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.253-255.

[71] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.122-141.

[72] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 164-170.

[73] Η χρήση τόσο μεγάλου αριθμού τεθωρακισμένων σε μία σύγκρουση, κατέστησε την μάχη της Προχορόβκα, την μεγαλύτερη αρματομαχία στην ιστορία.

[74] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 142-187.

[75] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.221-229.

[76] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 119-123.

[77] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 163-164.

[78] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 284-294.

[79] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.255-257.

[80] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 241-249.

[81]  Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.255-257.

[82] Η κατάληψη του Μπέλγκοροντ γιορτάστηκε στην Μόσχα με κανονιοβο