Skip to main content

Αλέξης Αλεξανδρής:Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

100 Χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

Μήλον της έριδος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Δυτική Θράκη απασχόλησε τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, που ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός και αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στις 30 Δεκεμβρίου 1918 με το σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, περιλαμβανομένης της Δυτικής Θράκης.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων, ενώ η Βουλγαρία ανήκε στο στρατόπεδο των ηττημένων του πολέμου. Προσέτι, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση στο θρακικό ζήτημα επειδή κατηγορείτο για εφαρμογή στυγνής πολιτικής εθνικής κάθαρσης εις βάρος του ελληνορθόδοξου και μουσουλμανικού στοιχείου κατά την πενταετή βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1918). Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι επέβαλε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919), σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτείτο από όλες τις βλέψεις της στην περιοχή. Εν αναμονή της τελικής επίλυσης του δυτικοθρακιωτικού ζητήματος, η Αντάντ εγκαθίδρυσε, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων, προσωρινή Διασυμμαχική Διοίκηση στις 20 Οκτωβρίου 1919.

 Γαλλική εποπτεία επί ένα επτάμηνο

Η πολιτειακή μορφή και τα σύνορα του νέου αυτόνομου κρατιδίου της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή, ετέθη υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Louis Franchet d’ Espèrey, με τον στρατηγό Charles Antoine Charpy να αναλαμβάνει τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας. Ο προσωρινός κυβερνήτης Charpy είχε ήδη εγκατασταθεί μαζί με το στρατιωτικό του επιτελείο στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου 1919, θέτοντας υπό γαλλικό έλεγχο το σύνολο των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών. Ο Καταστατικός Χάρτης της διοικητικής δομής εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1919, ενώ η σημαία του νέου κρατιδίου αποτελείτο από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η γαλλοκρατούμενη αυτόνομη πολιτεία της Δυτικής Θράκης έμελλε να λειτουργήσει για ένα επτάμηνο, από τον Οκτώβριο 1919 έως τον Μάιο του 1920.

Στρατηγός Antoine Charpy.

Στο μεταξύ, συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς στις αρχές του Οκτωβρίου 1919 και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα (Ξάνθη, Κομοτηνή και Κάραγατς/Ορεστιάδα). Στο πλαίσιο του γαλλικού ελέγχου της Δυτικής Θράκης, Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές διορίστηκαν στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς. Αντιθέτως, στην περιοχή της Ξάνθης στρατιωτικός διοικητής ανέλαβε ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, ο οποίος ηγείτο της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού και με εντολή της Αντάντ εισήλθε στην Ξάνθη στις 4 Οκτωβρίου 1919, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης.

Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 1919 ο πληθυσμός της περιοχής υπό τη διοίκηση της Διασυμμαχικής Θράκης είχε μεταξύ 206.000 και 212.000 κατοίκων. Σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της διασυμμαχικής διοίκησης, η εθνοτική-θρησκευτική κατανομή των κατοίκων της Δυτικής Θράκης τον Απρίλιο του 1920 είχε ως εξής: 86.793 μουσουλμάνοι ή σχεδόν 43% του πληθυσμού, 56.114 ελληνορθόδοξοι ή 27,4%, 54.092 εξαρχικοί Βούλγαροι ή 26,4%, 2.985 Εβραίοι, 1.880 Αρμένιοι και 3.041 ξένοι υπήκοοι κυρίως καθολικοί Λεβαντίνοι, οι οποίοι, παρά το μικρό μέγεθός τους, κατείχαν μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στην κατοχή της διασυμμαχικής διοίκησης αναδείκνυαν επίσης την εθνοτική ετερογένεια του μουσουλμανικού στοιχείου, καθώς προσδιόριζαν τις ακόλουθες ομάδες, οι οποίες αριθμούσαν πληθυσμιακά ως εξής: 73.220 Τούρκοι, 11.739 Πομάκοι και 1.834 Ρομά-Αθίγγανοι.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος του πληθυσμιακού ζητήματος ήταν ο εξαναγκαστικός εκπατρισμός από τις πατρογονικές τους εστίες περίπου 70.000 Ελλήνων και σχεδόν 50.000 μουσουλμάνων κατά τα χρόνια της βουλγαροκρατίας, με την παράλληλη εγκατάσταση στη Δυτική Θράκη Βουλγάρων εποίκων (1913-1919). Με το τερματισμό του βουλγαρικού καθεστώτος πολλοί Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες παλιννόστησαν στους τόπους καταγωγής τους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να παραμείνουν στις νέες κατοικίες τους στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδίως στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα.

Αυτοκινητοπομπή του στρατηγού Charpy στους δρόμους της Κομοτηνής στις 2.11.1919.

Η πολύτιμη συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά

Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία ορίστηκε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Κοζανίτης στην καταγωγή, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια αναγορεύτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό και διατέλεσε βουλευτής Σερβίων/Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912, με έντονη εθνική δράση ως μέλος της ελληνικής ομάδας στο Κοινοβούλιο. Οταν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους απελάθηκε ως ανεπιθύμητος από τους Νεότουρκους, βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Με διπλωματική ευστροφία και πολιτική οξυδέρκεια, ο Βαμβακάς κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να πλαισιωθεί από ικανούς γαλλομαθείς Ελληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου στην Κομοτηνή. Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται ο εκ Μαρωνείας καταγόμενος έξαρχος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής).

Εχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των δύο πανίσχυρων Γάλλων στρατηγών Franchet d’ Espèrey και Charpy, ο Βαμβακάς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Δυτικοθρακιωτών προσφύγων. Με εύστοχες πρωτοβουλίες και επιδέξιους χειρισμούς επέτυχε, σε μικρό χρονικό διάστημα, την ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας. Χάρις στον Χαρίσιο Βαμβακά και τους συνεργάτες του, οι ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διασυμμαχικής διοίκησης άλλαξε άρδην υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ενα σημαντικό πλεονέκτημα του Βαμβακά ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή με την παλαιομουσουλμανική ηγεσία από την εποχή της κοινοβουλευτικής του θητείας στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές προσεγγίζοντας ένα σημαντικό τμήμα του μωαμεθανικού πληθυσμού. Υποσχέθηκε στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο του βενιζελικού δόγματος της «μεγαλυνομένης Ελλάδος».

Χαρίσιος Βαμβακάς.

Προσέγγιση της μουσουλμανικής κοινότητας

Η προσέγγιση με το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πρωταρχικής σημασίας. Στους κόλπους της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο αντίπαλες πολιτικοθρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στη σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές, συσπειρωμένους γύρω από το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο, να αξιώνουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη με σκοπό την αυτονόμηση της περιοχής.

Αντιμέτωπος με τη ρευστή αυτή κατάσταση ο Βαμβακάς αγωνίστηκε σθεναρά για να υποσκάψει τα ερείσματα της εθνικιστικής μερίδας αξιοποιώντας τις διχογνωμίες, έριδες και ανταγωνισμούς στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας. Αλλωστε, η συντριπτική πλειονότητα των μωαμεθανών επιθυμούσε πρωτίστως την αποτίναξη του βουλγαρικού ζυγού και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος αυτός φαίνεται πως ήταν πρόθυμοι να έλθουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η επιστροφή του σουλτανικού καθεστώτος ήταν πλέον αδύνατη.

Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ του πομακικού και θρησκευτικού στοιχείου της μουσουλμανικής κοινότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919) η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο τεταμένη, όταν το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο συμμάχησε με τους Βούλγαρους προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειονότητας των παλαιομουσουλμάνων.

Με διάταγμα του αρχιστράτηγου Franchet d’Espèrey στις 21 Δεκεμβρίου 1919, αναδείχθηκε 15μελές τοπικό και αντιπροσωπευτικό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από πέντε Ελληνες, πέντε μουσουλμάνους, δύο Βούλγαρους, έναν Αρμένιο, έναν Εβραίο και έναν Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας εκ των Ελλήνων, ο Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς, επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας.

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο ή η τοπική Βουλή κατά τη διάρκεια της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Στις 22 Μαρτίου 1920 το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεξε τον πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή, διαδικασία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης που θα επηρέαζαν τους μελλοντικούς συσχετισμούς στη περιοχή. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί εντός του Συμβουλίου φαινομενικά ευνοούσαν τη βουλγαρο-τουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Ελληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες. Επειτα από έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δράση του ευπατρίδη Βαμβακά, η ψηφοφορία ανέδειξε πρόεδρο του Συμβουλίου τον γαλλομαθή Εμμανούλ Δουλά, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελείτο από δύο Ελληνες, έναν Οθωμανό και έναν Βούλγαρο. Η κρίσιμη αυτή ψηφοφορία έλαβε χαρακτήρα δημοψηφίσματος και θεωρήθηκε ενδεικτική των διαθέσεων του συνόλου του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης για τον μελλοντικό διακανονισμό του θρακικού ζητήματος.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της διασυμμαχικής διοίκησης περνούσαν υπό ελληνική επιρροή αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ενίσχυε τον διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου στο Παρίσι για την απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου η Αντάντ έδωσε το πράσινο φως στην Ελλάδα για την κατάληψη του συνόλου της Θράκης.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Ανδρέας Κούκος: Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

Ανδρέας Κούκος

Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

 

Τελευταία, στην ιστοσελίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», υπήρξαν αναφορές για την αυταρχική διακυβέρνηση του Καποδίστρια και τη δικτατορία που εγκατέστησε στο νέο ελληνικό κράτος!

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, στο κείμενο που ακολουθεί, να απαντήσω σ’ αυτά ακριβώς τα ερωτήματα: «Ήταν τελικά ένας δικτάτορας ο Ιωάννης Καποδίστριας; Εγκατέστησε στα πλαίσια ίδρυσης του ελληνικού κράτους μία «εκσυγχρονιστική δικτατορία»;

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εξέλεξε ομόφωνα εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους Κυβερνήτη της Ελλάδος τον Ιωάννη Καποδίστρια και μεταβίβασε σ’ αυτόν τη νομοτελεστική της εξουσία για μία επταετία από 3 Απριλίου 1827. Οι Πληρεξούσιοι στη συνέχεια, υπέγραψαν την 6η Απριλίου, το προσκλητήριο γράμμα προς τον Καποδίστρια με το οποίο αναγνώριζαν ότι: «τα κακά που επήγασαν στο διάστημα του επταετούς αγώνος του Έθνους οφείλονταν στην πολυμέλεια της Νομοτελεστικής Δυνάμεως και ότι προς αποφυγή όλων αυτών των κακών, η Συνέλευση αποφάσισε τη συγκέντρωση όλης της Νομοτελεστικής Δυνάμεως σε έναν και μόνο»1. Τον προσκαλούσαν δε να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα.

Την 2 Ιανουαρίου 1828, ύστερα από μεγάλες καθυστερήσεις που επέβαλαν η αποδοχή της επίσημης παραίτησης του Καποδίστρια από το διπλωματικό σώμα της ρωσικής αυτοκρατορίας και η επίσκεψή του στο Λονδίνο και στο Παρίσι, το Warspite, το βαρύ αγγλικό πολεμικό με τα 74 τηλεβόλα συνοδευόμενο από το γαλλικό πολεμικό Ήρα και το ρωσικό Ελένη με την ελληνική σημαία στον ιστό τους, θα συνοδεύσουν τιμητικά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια στο ταξίδι του με τελικό προορισμό το Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίνα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Σπέτσες και Ύδρα αποτελούν την ελεύθερη Ελλάδα αυτή τη στιγμή! Ουσιαστικά παραλαμβάνει μία χώρα γεμάτη ερείπια και άδεια ταμεία, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι γης χωρίς βιώσιμα σύνορα. Χρειάζεται οργάνωση,συνέχιση του πολέμου και γρήγορες αποφάσεις.

Ο Καποδίστριας, κατά τα κρίσιμα χρόνια της ανασυγκροτήσεως της Ευρώπης μετά την πτώση του Ναπολέοντα και ως τη στιγμή της αφίξεώς του στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του «υπό ίδρυση» ακόμα κράτους, υπήρξε και ήταν πάντοτε φιλελεύθερος. Ως Υπουργός των Εξωτερικών του Τσάρου κατηγορούνταν συνεχώς από τους ακραίους μοναρχικούς για τα προοδευτικά φρονήματά του, ενώ ο ίδιος διεκήρυσσε από την υψηλή θέση του την ανάγκη της παραχωρήσεως συνταγμάτων από τους ηγεμόνες προς τους λαούς τους, προς πρόληψη των επαναστατικών εκρήξεων2.

Ο Κυβερνήτης, φτάνοντας στην Αίγινα, έχει μελετήσει προσεκτικά τα προηγούμενα συντάγματα με τη διάκριση των εξουσιών και κατάλαβε ότι δημιουργούσαν πολυαρχία και αδυνάτιζαν την εξίσου πολυμελή εκτελεστική εξουσία που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις. Έπρεπε να ικανοποιηθούν όλοι και αυτό οδηγούσε στην καταστροφή. Η τέλεια αναρχία που επακολούθησε και η σειρά των εμφυλίων πολέμων ήταν το θλιβερό επακόλουθο των «ανακατεμένων εξουσιών» που όριζαν τα συντάγματα. Κατάλαβε ο Καποδίστριας, ότι θα ήταν ένα διακοσμητικό όργανο που δεν θα μπορούσε να περάσει καν ένα νόμο και υποχείριο της Βουλής, αφού δεν είχε καν το δικαίωμα διάλυσής της.

Ο Καποδίστριας καταλήγει σε δυσάρεστα συμπεράσματα και πρέπει να πάρει σκληρές αποφάσεις. Αν αποδεχθεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας τι θα συμβεί; Σε περίπτωση διαφωνίας, θα πηγαίνουν και θα έρχονται οι νόμοι και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει η κυβέρνηση, σ’αυτή τη δύσκολη στιγμή που διαπραγματεύται και το συμβιβασμό με την Πύλη και τις Μ. Δυνάμεις.

Μόνο ένας κωμικός ηθοποιός – κατά τον Καποδίστρια – υποδυόμενος τον Κυβερνήτη, θα αποτολμούσε με το Σύνταγμα της Τροιζήνας στο χέρι να επιδιώξει να κυβερνήσει την εμπόλεμη και αναρχούμενη Ελλάδα3.

Αποστολή όμως του Καποδίστρια δεν είναι να δώσει μία κωμική παράσταση ενώπιον των Ελλήνων και της Ευρώπης. Δεν θα το έκανε αυτός σε καμμία περίπτωση! Σκέφτεται να προτείνει την προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας! Είναι μία πολύ δύσκολη απόφαση!

Γιατί να πάρει αυτήν την απόφαση; Γιατί παρέλαβε χάος και ερείπια! Διοίκηση στις λιγοστές ελεύθερες περιοχές δεν υπήρχε. Οι έννοιες του νόμου και της τάξης άγνωστες, το δε κενό κάλυπτε η αυθαιρεσία των κοτζαμπάσηδων και των οπλαρχηγών. Βουλή και Κυβέρνηση, πρόσφυγες στην Αίγινα, δεν τολμούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους. Οι νησιώτες, υπακούοντες στον Κουντουριώτη, αγνοούν συστηματικά την Κυβέρνηση και κάθε κεντρική εξουσία. Η χώρα στη διάθεση των ενόπλων συμμοριών.

Ποιος ευθύνεται για όλη αυτή την τραγική κατάσταση;

Ο Γραμματέας της Οικονομίας Παναγιώτης Λιδωρίκης είχε το θάρρος -προς τιμήν του -ν’ απαντήσει ευθέως στον Κυβερνήτη: «Πρέπει να ομολογηθεί ότι θα υπήρχαν πολλές άλλες πηγές από τις οποίες η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει ωφέλεια. Αλλά οι διαρκείς διαφωνίες, οι παρατεινόμενες στο άπειρον συζητήσεις, η διαρκής πάλη των κομμάτων και η έκδηλη αντίθεση μεταξύ του Άγγλου Ναύαρχου Κόχραν και του Στρατηγού Τσώρτς, δημιούργησαν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Η Κυβέρνηση λοιπόν είχε να παλαίψει εναντίον αναρίθμητων δυσχερειών, ενώ σύμφωνα προς το Σύνταγμα, δεν ήταν δυνατόν να κάνει οτιδήποτε χωρίς τη συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος. Και μία φορά που το πράγμα έφθανε εκεί, έμενε εκεί για πάντα»4.

Ο Καποδίστριας όμως είχε δηλώσει εκ των προτέρων και ξεκάθαρα προς όλους ότι θα αποδεχόταν το αξίωμα του Κυβερνήτη, υπό δύο προϋποθέσεις: να εγκρίνουν οι Μ. Δυνάμεις το πρόσωπό του και να του παρασχεθούν από τους Έλληνες οι αναγκαίες κατ’ αυτόν εξουσίες για να κυβερνήσει την Ελλάδα. Ήδη ο πρώτος όρος είχε εκπληρωθεί, ενώ ο δεύτερος εξαρτόνταν από την καλή θέληση της ηγεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών5.

Γνωρίζει καλά ο Καποδίστριας την κοινωνική σύνθεση του λαού της Ελλάδος, την πολιτική γεωγραφία της επαναστατημένης χώρας καθώς και ποιους θα βρει απέναντί του. Ο ίδιος, αισθάνεται χρέος του να συμφιλιώσει όλους τους Έλληνες. Δεν φοβάται, λοιπόν, αν συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στην αποδοχή του αιτήματός του, περί προσωρινής αναστολής του Συντάγματος της Τροιζήνας, εκ μέρους των βουλευτών. Θα επιδιώξει να έχει προς τούτο και τη συναίνεση όλου του πολιτικού κόσμου στην αποδοχή του κυβερνητικού συστήματος που έχει αυτός κατά νου, ως αναγκαίο και επιβαλλόμενο, από τις δεινές περιστάσεις της χώρας.

Έτσι λοιπόν συγκαλεί σε μυστική σύσκεψη όλα τα μέλη της Βουλής για να δηλώσει τις αποφάσεις του. Ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους επιβαλόταν χωρίς χρονοτριβή να ανασταλεί προσωρινά το σύστημα της εκτελεστικής εξουσίας που είχε ψηφιστεί στην Τροιζήνα και να του δοθούν οι αναγκαίες εξουσίες για να κατορθώσει η Ελλάδα να συνεχίσει τον πόλεμο, εμπνέουσα εμπιστοσύνη στις συμμαχικές κυβερνήσεις. Δήλωσε στα μέλη της Βουλής ότι αδυνατεί να αναλάβει τα καθήκοντά του και να κυβερνήσει κατά το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο στο άρθρο 150, που αναφέρεται στον όρκο του Κυβερνήτη, έλεγε ότι πρέπει να θέσει το χέρι του επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκιζόμενος στο όνομα του Υψίστου: «…να διατηρήσει απαρασάλευτα τους θεμελιώδεις νόμους της Ελληνικής Πολιτείας και να υπερασπίσει και να διατηρήσει με όλες του τις δυνάμεις την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους»6.

Κώλυμα νομικό και ουσιαστικό! Η λανθάνουσα αντίθεση μεταξύ Συντάγματος και Συνθήκης του Λονδίνου δεν διέλαθε βεβαίως της προσοχής του Καποδίστρια. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας που είχε ψηφιστεί το Μάϊο του 1827 – πριν τη Συνθήκη του Λονδίνου – μιλούσε για ανεξαρτησία και η Συνθήκη του Λονδίνου για υποτέλεια της Ελλάδος έναντι του Σουλτάνου. Η Συνθήκη λοιπόν ανέτρεπε την αρχή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Τι θα έπρεπε να κάνει ο Κυβερνήτης; Η ορθή νομική λύση θα ήταν η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων του λαού, του μόνου δηλαδή αρμοδίου οργάνου να καταργήσει, να τροποποιήσει ή να αναστείλει για ορισμένο χρόνο το προοδευτικότερο Σύνταγμα για την εποχή εκείνη. Αυτή όμως η νομική λύση τη δεδομένη στιγμή θα προκαλούσε ατελείωτο πολιτικό σάλο με καθυστερήσεις, ατελείωτες συζητήσεις, διαμάχες, την ώρα που η Ελλάδα ψυχορραγούσε.

Η απομένουσα λύση του πολιτικού αδιεξόδου είναι η προσωρινή αναστολή του Συντάγματος για ορισμένο χρόνο. Ο Καποδίστριας όμως δεν θα έπαιρνε ποτέ μόνος του μία τέτοια απόφαση. Θα έπρεπε να συμφωνήσουν τα μέλη της Βουλής. Έτσι απευθύνει διακοίνωση προς τα μέλη της Βουλής την 17η Ιανουαρίου 1828.

Στη διακοίνωση αυτή τονίζει, ότι, λυπάται γιατί η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας δεν είχε εφοδιάσει τη Βουλή με τις δυνατότητες εκείνες που θα επέτρεπαν την κύρωση της επιβαλόμενης κατ’ αυτόν αναστολής του Συντάγματος, μόνης ικανής, κατά την πεποίθησή του «να προφυλάξει την πατρίδα μας από τους επικείμενους κινδύνους με τους οποίους η ενεστώσα κρίση την επαπειλεί»7.

Η λύπη του, αναφέρει, θα μετριαζόταν, αν οι βουλευτές που τιμήθηκαν με την εμπιστοσύνη των συμπολιτών τους, συμφωνούσαν με εκείνον στην προσωρινή αναστολή του Συντάγματος γιατί «αυτή την κρίσιμη στιγμή μπαίνουν σε κίνδυνο τα ουσιωδέστερα συμφέροντα της Ελλάδος. Επιθυμώ, ευδιάθετοι να μεθέξετε των έργων και του υπευθύνου της νέας προσωρινής κυβερνήσεως. Οι υποθέσεις επισωρεύονται. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Σας παρακαλώ, γι’ αυτό να σκεφθείτε το ταχύτερο δυνατόν και να μου γνωστοποιήσετε την απόφασή σας στην παρούσα επιστολή»8.

Τέλος, δήλωσε, ότι τα πάντα θα εθυσίαζε υπέρ της Ελλάδος, αλλά ποτέ την υπόληψή του και ότι εάν εκείνοι δεν ήθελαν να τον ακούσουν, αυτός θα έφευγε από την Ελλάδα με το πλοίο που τον είχε φέρει, ενώ εκείνοι θα αναλάμβαναν βαρύτατες ευθύνες απέναντι στο Θεό «γιατί σαν ψάρι στο δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη και η ελληνική ελευθερία»9.

Ομόφωνα την επομένη – 18 Ιανουαρίου 1828 – η Βουλή ψήφιζε το Νόμο ΝΗ’, «Περί προσωρινής μεταβολής της Διοικήσεως», κατά το σχέδιο του Καποδίστρια, αποδεχόμενη ότι «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους»10.

Ο Νόμος αυτός προέβλεπε τη σύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος που ονομάστηκε «Πανελλήνιο», αποτελούμενο από 27 μέλη που διορίζονταν από τον Καποδίστρια. Βουλή και Αντικυβερνητική Επιτροπή παρέδωσαν στους τρεις Προβούλους και στους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου και αυτοδιαλύθηκαν για να παραχωρήσουν τις εξουσίες τους στον Καποδίστρια και στο συμβουλευτικό σώμα που εκείνος ίδρυσε11.

Αφού συζήτησε με τα καταλληλότερα πρόσωπα, προχώρησε στην πλήρωση των θέσεων, τοποθετώντας τους καλύτερους από τους πολιτικούς άνδρες των επαναστατικών κυβερνήσεων. Πρόβουλος Οικονομίας ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόβουλος Εσωτερικών ο Ανδρέας Ζαΐμης και Πρόβουλος Πολέμου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Γραμματέας της Επικρατείας ο Σπυρίδων Τρικούπης12.

‘Όπως βλέπουμε στην πρώτη του κυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αποκλείει κανέναν, ούτε και αυτούς που αναμείχθηκαν με άσχημο τρόπο στους εμφυλίους πολέμους που προηγήθηκαν, ούτε και αυτούς που διαχειρίστηκαν πολλές φορές με σκανδαλώδη τρόπο τα «εθνικά δάνεια». Δίνει την ευκαιρία σε όλους. Πολλοί από αυτούς θα αποτελέσουν πολύ σύντομα το σκληρό πυρήνα της Αντιπολίτευσης εναντίον του!

Η αυλαία έπεσε με την Προκήρυξη του Κυβερνήτη προς τον ελληνικό λαό την 20η Ιανουαρίου 1828 η οποία ξεκινούσε με το ρητό: «Εάν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών». Εξηγούσε τους λόγους που καθυστέρησε τον ερχομό του στην Ελλάδα και επίσης τους λόγους που επέβαλαν την εγκαθίδρυση μίας ισχυρής Κυβέρνησης με το σκοπό να δρέψει η Ελλάδα τους καρπούς της Συνθήκης του Λονδίνου και της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου13. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου και ώρα 10.00 π.μ., ο Καποδίστριας έδινε τον όρκο εν ονόματι της Αγιωτάτης και Αδιαιρέτου Τριάδος, ενώπιον του Μητροπολίτου, των επισήμων Ελλήνων, των Αξιωματικών των συμμαχικών πολεμικών και του ενθουσιώδη λαού.

Εντός 20 ημερών λοιπόν, από της αφίξεώς του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε λύσει το πολιτικό της πρόβλημα. Κυβερνήτης πλέον, είχε συγκεντρώσει στο πρόσωπό του προσωρινά όλες τις εξουσίες, συναινούντος όλου του συνυπεύθυνου πολιτικού κόσμου της μαχόμενης χώρας. Το Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος αναστέλονταν προσωρινά με τη σύμπραξη Κυβερνήτου και Βουλής.

Σε καμία περίπτωση λοιπόν, μελετώντας τις πράξεις του Κυβερνήτη, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιβολή «δικτατορίας Καποδίστρια», αφού η δικτατορία έχει εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Ο Καποδίστριας επιβάλει με τη συναίνεση όλων προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας γιατί «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους». Ακόμα και ο Henry Kissinger, στη διδακτορική του διατριβή το 1957 στο Παν/μιο Harvard, αποκαλεί τον Καποδίστρια «συνταγματικό διαιτητή της Ευρώπης»14. Η διπλωματική του πορεία στην Ευρώπη έχει πραγματικά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

Πολλές φορές για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός, χρησιμοποιείται η αναφορά του ιδίου στο ξυράφι αλλά επιλεκτικά… Ας δούμε τι λέει ο Καποδίστριας για το σύνταγμα και το ξυράφι με ολοκληρωμένη την αναφορά του:

«Το Σύνταγμα ομοιάζει με ξυράφι στη χρήση του οποίου ήταν αγύμνα – στα τα χέρια των Ελλήνων», είπε κάποτε ο Καποδίστριας στον Άγγλο Πλοίαρχο και αργότερα Πρέσβη της Μ.Βρετανίας στην Αθήνα, Εδμόνδο Λάϋονς, όταν αυτός τον προέτρεπε να χορηγήσει Σύνταγμα. Στο βρέφος, όπως ήταν πολιτικά ο ελληνικός λαός, ο Καποδίστριας δεν θα έδινε ξυράφι για να κόψει το λαιμό του. «Δεν ήλθα στην Ελλάδα για να με χλευάσει η Ευρώπη. Εγώ μεν είμαι υποχρεωμένος να ξυρίζομαι μπροστά στο βρέφος, αυτό δε να μάθει πώς να μεταχειρίζεται το ξυράφι για να μην κοπεί»15.

Είναι λάθος αυτή η αναφορά του Καποδίστρια; Τελευταία αποδόθηκε επιλεκτικά, δηλαδή «ξυράφι στα χέρια μικρού παιδιού είναι το σύνταγμα κατά τον Καποδίστρια». Βλέπουμε λοιπόν πως αλλάζει το νόημα για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός και δικτάτορας.

Αναφορικά, με την αυταρχική και δικτατορική διακυβέρνησή του, ειδικά από το 1829-1831 (έτος της δολοφονίας), όπως αναρτήθηκε τελευταία, από την Επιτροπή 2021, στην επίσημη ιστοσελίδα της, θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα για προβληματισμό:

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στις αρχές του 1829 καταθέτει προς ψήφιση εκλογικό νόμο, ο οποίος καθιέρωνε το δικαίωμα ψήφου σε αυτόχθονες και ετερόχθονες, δηλαδή σε όλους τους Έλληνες; Το Πανελλήνιο και οι Πρόκριτοι αντιδρούν σφοδρά και ζητούν δικαίωμα ψήφου να έχουν μόνο οι αυτόχθονες που έχουν κτηματική περιουσία, δηλαδή οι ισχυροί Έλληνες ή αυτοί που καλλιεργούν τη γη των ισχυρών, πληρώνοντας ένα τίμημα. Όταν τελικά ψηφίστηκε ο νόμος, όπως ήθελε ο Καποδίστριας, ο Γραμματέας της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης παραιτείται16!!

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στη Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (Ιούλιος-Αύγουστος 1829) προσκαλεί να συμμετάσχουν πληρεξούσιοι απ’όλες τις ελληνικές περιοχές; Έχουμε τελικά συμμετοχή 236 πληρεξουσίων: 81 από την Πελοπόννησο, 56 από τη Ρούμελη, 16 από Βόρεια Ελλάδα, 41 Νησιώτες, 4 από την Εύβοια και 38 από Σάμο, Χίο και Κρήτη. Ηθελημένα δεν παρουσιάζεται κανένας πληρεξούσιος της Ύδρας17.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν αντιδρά στη στάση της Μάνης στο τέλος του 1830 κατά της νόμιμης κυβέρνησης; Οι Μανιάτες αρπάζουν τα ταμεία με «μπροστάρηδες» την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Συλλαμβάνεται ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και κλείνεται στη φυλακή στο Ναύπλιο18.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν, παρ’ όλο που τα έσοδα του κράτους είναι ελάχιστα, διαπραγματεύεται με τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά για να τους αποζημιώσει για την προσφορά τους στον Αγώνα (αμοιβές πληρωμάτων από το 1821-1830, ζημιές πλοίων κ.λ.π.); Δηλαδή να πληρωθούν για τον ηρωισμό τους! Τελικά απαιτούν ολόκληρα τα ποσά που ζήτησαν από την αρχή, δηλαδή 18.000.000 φράγκα με την πίεση του Μαυροκορδάτου. Ο Κυβερνήτης τον Ιούνιο του 1831 τους δίνει 6.000.000. Οι Υδραίοι αποχωρούν και κηρύττουν την αυτονομία της Ύδρας, στασιάζοντας κατά της κυβέρνησης!19

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας,όταν προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τους Υδραίους και ο Μιαούλης με τη συμπαράσταση του Μαυροκορδάτου και την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, εκτός της Ρωσίας, ανατινάζει τα εθνικά πλοία στον Πόρο την 1η Αυγούστου 1831; Στάση κατά της νόμιμης κυβέρνησης και εσχάτη προδοσία. Για τις πράξεις του αυτές ο Μιαούλης δεν κατηγορήθηκε ποτέ!20 

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν διαμαρτύρεται με υπόμνημά του προς τις τρεις Δυνάμεις στις 24 Αυγούστου 1831 για όσα συμβαίνουν και δεν κινείται δυναμικά για να καταπνίξει τη στάση της Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης; Στο υπόμνημα αυτό, αναφέρει, ότι η Αντιπολίτευση κινείται, υπό την προστασία και την ανοχή των Αντιπρέσβεων Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, ότι δεν προστατεύεται η κυβέρνησή του, ότι εδώ και πολλούς μήνες δεν έχει εισπράξει τις νόμιμες αποζημιώσεις από τις Μ. Δυνάμεις με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς στο στρατό και στο δημόσιο. Οι στρατιωτικές μονάδες στασιάζουν και έχει μείνει αβοήθητος. Ζητάει πάλι τελικά το δάνειο των 60.000.000 φράγκων, το οποίο, τελικά οι Μ. Δυνάμεις το έδωσαν στον Όθωνα21.

⦁ Η Εφημερίδα «Απόλλων» που εκδίδει στην Ύδρα ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, στενός συνεργάτης και Γραμματέας του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, με κεφάλαια των πλοιοκτητών, είναι ένα φυλλάδιο γεμάτο ύβρεις και κατηγορίες κατά του Καποδίστρια. Τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία του, ο Πολυζωΐδης διακόπτει την έκδοση γιατί «ο σκοπός επετεύχθη, ο Τύραννος δεν ζει πια»!! Αυτές οι ενέργειες της Αντιπολίτευσης είναι δημοκρατικές22;

Όλες όμως αυτές οι ενέργειες οδηγούν στο Γ’ Εμφύλιο Πόλεμο της Επανάστασης. Πού φαίνεται στα παραπάνω η αυταρχικότητα του Καποδίστρια; Η πρώτη του κυβέρνηση δεν αποτελούνταν, με θαυμαστή ισορροπία, από τους «ισχυρούς» που τώρα είναι οι σκληροί του αντίπαλοι; Αλλά οι ίδιοι «ισχυροί» επί 400 χρόνια δεν είχαν μάθει να πληρώνουν φόρους, αλλά να εισπράττουν φόρους, δεν είχαν μάθει να διοικούνται, αλλά να διοικούν εκτός νομικών πλαισίων. Πως ήταν δυνατόν ένας νόμιμος Κυβερνήτης, με την έγκριση της Συνθήκης του Λονδίνου να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις τραγικές καταστάσεις εναντίον του και να μην συμπεριφερθεί και ο ίδιος με μία δόση αυταρχισμού; Είναι σκληρός με το νόμο περί τύπου, αλλά μπορεί να μην κάνει συλλήψεις όταν έχουμε στάσεις κατά της νόμιμης κρατικής εξουσίας; Υπάρχει στις παραπάνω καταστάσεις απόπειρα επιβολής δικτατορίας από τον Καποδίστρια;

Αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει πιθανότατα να απασχολήσουν την επιστημονική κοινότητα με αφορμή και τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Επίλογος

Ο Καποδίστριας στην προσπάθεια του να ιδρύσει κράτος, έρχεται αντιμέτωπος με ισχυρές δυνάμεις, τους προύχοντες, τους πλοιοκτήτες, τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους Φαναριώτες, των οποίων την επιρροή δεν ευνοεί. Προσπαθεί να ανατρέψει τις οικονομικές και κοινωνικές βάσεις της πολιτικής ισχύος των κοτζαμπάσηδων σε τοπικό επίπεδο. Επιθυμεί να τους καθυποτάξει γιατί τους θεωρεί τη βάση των εμφυλίων πολέμων και της καταστροφής. Η αναμορφωτική αυτή προσπάθεια θίγει συμφέροντα οργανωμένα επί αιώνες. Ή θα παραιτούνταν, ή θα συνέχιζε. Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του, είχε γράψει, ότι η Ελλάδα, σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά κράτη, βρισκόταν στο 12και 13αιώνα· επομένως αυτός, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, δεν μπορούσε να δώσει αμέσως στους Έλληνες τους θεσμούς του 19 αιώνα.

Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την εντολή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας να αναλάβει τα καθήκοντα του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος γνωρίζοντας τις δυσκολίες. Ήρθε να δημιουργήσει Κράτος, λίγοι όμως από αυτούς που έκαναν την Επανάσταση γνώριζαν τι σημαίνει «Ανεξάρτητο Κράτος».

Ο ίδιος είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς το μικρόβιο της νοσηρής αμφισβήτησης των καλών προθέσεών του. Από τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα που επακολούθησε, εξήλθαν ενισχυμένοι οι εκπρόσωποι του τοπικισμού και του κοτζαμπασισμού που μπόρεσαν, υπό την προστασία των θεσμών που δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά και την κατεδάφιση του «καποδιστριακού κράτους», να διατηρήσουν τους επόμενους αιώνες τον ηγετικό τους ρόλο.

 

Παραπομπές-Πηγές

1 Ιωάννης Μαλλώσης, «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι, 1930
2 Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσίας-έτος 1819, Φάκ.4177, Φύλλο 11
3 Γρηγόριος Δαφνής, «Ιωάννης Καποδίστριας:η γένεση του ελληνικού κράτους», Αθήναι, 1976
4 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος»,  τόμος 3, Αθήνα, 1841
5 Δημήτριος Γατόπουλος, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αθήνα, 1932
6,7,8,9,10,11 Νομική Σχολή Α.Π.Θ.-Εργαστήριο Συνταγματικού Δικαίου «Ιστορία Συνταγματικού Δικαίου-Τα ελληνικά συντάγματα»
12 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
13 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 1, Αθήνα, 1841
14 Henry Kissinger, “A world restored”, London, 1974
15 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 2, Αθήνα, 1841
16 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
17 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
18 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
19 Κρατικά Ρωσικά Αρχεία Αγ. Πετρούπολης, Φάκ. Πρακτικά Ε’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, Δεκέμβριος 1831
20 Κωστής Βάρφης, «Πόρος 1831», Αθήνα, 1986
21 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 4, Αθήνα, 1841
22 Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Ο Απόλλων-Εφημερίς της Ύδρας», Ανατύπωση, Αθήνα, 1971

 

Ο Ανδρέας Κούκος είναι Νομικός, Ιστορικός Ερευνητής, Πρόεδρος Δ.Σ. Της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας (Ε.Μ.Ε.Ν.Σ.Ι.) – πρώην Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα είναι σειρά κόμικς, που διασκευάζουν γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η σειρά κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1951 από τις Εκδόσεις Πεχλιβανίδη, βασισμένη στην αντίστοιχη αμερικανική, και από τότε γνωρίζει συνεχείς ανατυπώσεις. Χαρακτηριστικό της ελληνικής έκδοσης ήταν ο εμπλουτισμός της με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, για την απόδοση των οποίων δούλεψαν γνωστοί Έλληνες εικαστικοί και λογοτέχνες. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα αποτέλεσαν μέρος της πολιτιστικής ζωής της χώρας για περίπου δυο δεκαετίες, και σύντροφο της παιδικής και νεανικής ηλικίας χιλιάδων Ελλήνων. Σήμερα οι πρώτες εκδόσεις αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα.

Classics Illustrated

Η αρχική ιδέα για το εγχείρημα της διασκευής κλασσικών έργων της λογοτεχνίας σε κόμικς ανήκε στον Άλμπερτ Κάντερ (Albert Lewis Kanter). Τα αμερικανικά Κλασσικά κυκλοφόρησαν με πρώτο τεύχος τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Οκτώβριο του 1941, στον εκδοτικό οίκο Elliot, και με την αρχική ονομασία Classic Comics. Με το τέταρτο τεύχος, τον Τελευταίο των Μοϊκανών, ο Κάντερ μετέφερε την έκδοση σε δική του εκδοτική εταιρία, με την επωνυμία Gilberton Publishing Co. Το 1947, κι ενώ η σειρά είχε φτάσει τα 34 τεύχη, η ονομασία άλλαξε σε Classics Illustrated, ενώ τον επόμενο χρόνο μειώθηκαν και οι σελίδες σε 48 από 56 (64 πριν τον πόλεμο). Εκδόθηκε επίσης και το Classics Illustrated Junior, με παραμύθια και ιστορίες για μικρότερα παιδιά. Γνωστοί εικονογράφοι και σχεδιαστές από το χώρο των κόμικς όπως οι Λου Κάμερον, Τζακ Κέρμπυ, Άλεξ Μπλουμ, Νόρμαν Νόντελ, Τζακ Άμπελ και άλλοι ήταν οι υπεύθυνοι για την οπτική απόδοση των μυθιστορημάτων.

Το κόμικ συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1962, οπότε και σταμάτησε μετά από 169 τεύχη (167 του Κάντερ και 2 από άλλο εκδότη) και 200 εκατομμύρια συνολικές πωλήσεις στις ΗΠΑ. Συνέχισε να ανατυπώνεται, και τις επόμενες δεκαετίες έγιναν κάποιες -όχι επιτυχημένες- προσπάθειες να συνεχιστεί η σειρά. Τα αμερικανικά Κλασσικά μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων, αρχής γενομένης το 1951, ήταν και η Ελλάδα.

Albert Lewis Kanter (1897-1973).
Το πρώτο τεύχος της σειράς.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Αδελφοί Πεχλιβανίδη

Οι Μικρασιάτες αδελφοί Πεχλιβανίδη (Μιχάλης, Κώστας και Γιώργος) είχαν μακρά θητεία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, στον τομέα των εκτυπώσεων (κυρίως των διαφημιστικών) αλλά και των παιδικών βιβλίων, που άρχισαν να εκδίδουν μετά και τις σπουδές, το 1936, του Κώστα Πεχλιβανίδη στη Λειψία πάνω στις σύγχρονες -τότε- τεχνικές εκτύπωσης. Έχοντας κληρονομήσει το τυπογραφείο αλλά και την εμπειρία του Βαυαρού λιθογράφου Γκρούντμαν και έχοντας δουλέψει για χρόνια την τεχνική του όφσετ, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη, ήδη υπολογίσιμο όνομα στο χώρο των εκτυπώσεων, ίδρυσαν μετά τον πόλεμο τις εκδόσεις Ατλαντίς με σκοπό να επανέλθουν στο παιδικό βιβλίο. Στα Classics Illustrated του Κάντερ, με τα οποία γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αμερική, αναγνώρισαν μια γνήσια ευκαιρία, και αποφάσισαν να τα τυπώσουν και στην Ελλάδα.

Οι Άθλιοι από την Αμερική

Το πρώτο τεύχος των Κλασσικών κυκλοφόρησε στις 1 Μαρτίου του 1951. Ήταν η διασκευή των Αθλίων του Βίκτωρα Ουγκώ, και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, τόσο θετικές όσο και αρνητικές. Ήταν το πρώτο κόμικ «αμερικάνικου» τύπου που έφτανε στη χώρα (που εκείνη την περίοδο περνούσε μια φάση γενικότερης «εισβολής» αμερικανικών καταναλωτικών αγαθών), όπως και το πρώτο που έβγαινε σε τετραχρωμία όφσετ («με 336 πολύχρωμες εικόνες», όπως έγραφε το εξώφυλλο). Κόστιζε 4.000 δραχμές της τότε εποχής και η πρώτη έκδοση (90.000 αντίτυπα),που εξαντλήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, ανατυπώθηκε δυο φορές τις επόμενες μέρες (σύμφωνα με την Ατλαντίδα, πούλησε γύρω στο ένα εκατομμύριο αντίτυπα). Η πολύ προσεγμένη τους εκτύπωση, η τετραχρωμία, αλλά και το πρωτοφανές για την Ελλάδα ενός αναγνώσματος όπου η κυρίαρχη εικονογράφηση συνδυαζόταν με λεζάντα για τα λόγια (αιχμή) ή τις σκέψεις (σειρά μικρών κύκλων) των ηρώων (κατά τις «οδηγίες χρήσης» των πρώτων τευχών), καθιέρωσαν σχεδόν αμέσως το περιοδικό στο νεανικό αλλά και μεγαλύτερο κοινό.

Η κυκλοφορία των Κλασσικών στην Ελλάδα, παρά την επιτυχία της, προκάλεσε και αντιδράσεις από ανθρώπους της τέχνης και της πολιτικής (μεταξύ άλλων ο Ε. Παπανούτσος). Πολλοί θεώρησαν «ευτελισμό» των κλασσικών έργων την ανατύπωσή τους σε κόμικς, άλλοι φοβούνταν την «αμερικανοποίηση» της παιδείας των νέων, και το θέμα προκάλεσε συζητήσεις ακόμη και μέσα στη Βουλή. Παρόλα αυτά, το κοινό αγκάλιασε την έκδοση, που έγινε μια από τις πιο επιτυχημένες στα μεταπολεμικά χρόνια.

Η είσοδος του βιβλιοπωλείου Ατλαντίς, στην οδό Κοραή αρ. 8.

Επιτυχία

Η έκδοση των Κλασσικών συνεχίστηκε για περίπου δέκα χρόνια, σε σταθερούς ρυθμούς. Κυκλοφόρησαν, στα πλαίσια της πρώτης justify, γύρω στους 180 τίτλοι, από τους οποίους περίπου εξήντα ήταν με ελληνικά θέματα. Το περιοδικό κυκλοφορούσε αρχικά κάθε δύο εβδομάδες, την 1η και 15η, του μήνα σε χιλιάδες αντίτυπα σε όλη την Ελλάδα (με μέσο όρο 200.000-300.000 πωλήσεις σε κάθε τεύχος, σύμφωνα με δηλώσεις των εκδοτών). Σαρώνοντας την αγορά, τα Κλασσικά υποχρέωσαν άλλα περιοδικά για παιδιά (όπως ο Θησαυρός των Παιδιών) να κλείσουν. Παράλληλα με τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, κυκλοφόρησαν και τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα (κατά τα πρότυπα των Classics Illustrated Junior) για τους μικρότερους.

Τα σχέδια ήταν σχεδόν πιστή αντιγραφή της αμερικάνικης έκδοσης, ενώ τα κείμενα μετέφραζε συνήθως ο Βασίλης Ρώτας (που είχε και την κύρια ευθύνη της ελληνικής σειράς). Η θεματολογία της πρώτης έκδοσης, ακολουθώντας αναγκαστικά αυτή της αμερικάνικης, περιελάμβανε κυρίως μυθιστορήματα με κοινωνικό-διδακτικό χαρακτήρα (όπως Όλιβερ Τουίστ, Ο Δρ.Τζέκυλ και ο κ.Χάιντ, Μεγάλες Προσδοκίες), ρομαντικά-ιπποτικά μυθιστορήματα, αρκετά έργα του Βίκτωρα Ουγκώ και του Ιουλίου Βερν αλλά και βιογραφίες «μεγάλων ανδρών» (Καίσαρ, Αβραάμ Λίνκολν κ.α.). Ο υπότιτλος «Από τα Αριστουργήματα των Μεγαλύτερων Συγγραφέων του Κόσμου» μάλλον ήταν λίγο γενικός, μια και η σειρά έδειχνε προτίμηση σε Γάλλους και Άγγλους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το περιοδικό, εκτός από τα κυρίως έργα, περιελάμβανε και κάποιες σελίδες στο τέλος με την βιογραφία του συγγραφέα, βιογραφίες ιστορικών προσώπων (ακόμη και υπό την μορφήν σύντομων κόμικς), καλλιτεχνών και εφευρετών, υποθέσεις έργων όπερας, επετειακά και διδακτικά θέματα, διαφημίσεις της Ατλαντίδας αλλά και στήλη αναγνωστών για κάποιο διάστημα.

 

 

 

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Από τη μυθολογία και την ιστορία της Ελλάδος

Τον Οκτώβριο του 1953, ένα διαφορετικό Κλασσικό έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα: ήταν το τεύχος 43 Περσέας και Ανδρομέδα, σε σχέδιο Κώστα Γραμματόπουλου και κείμενα Βασίλη Ρώτα, που εγκαινίαζε τη σειρά των τευχών με θέματα «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος». Εκδόθηκαν γύρω στα εξήντα τεύχη (τις επόμενες δεκαετίες θα ακολουθούσαν και μερικά ακόμη) με θέματα από τη Βυζαντινή ιστορία (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Θεοδώρα η Ευσεβής, Ιουστινιανός ο Αυτοκράτωρ), την ελληνική επανάσταση του 1821 (Κολοκοτρώνης, Χάνι της Γραβιάς, Αθανάσιος Διάκος κ.α.) αλλά και την αρχαία μυθολογία (Ηρακλής, Ποσειδών, Δευκαλίωνας και Πύρρα κλπ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η σειρά αυτή αποτέλεσε όχι μόνο πηγή πρόσθετης δημοτικότητας για τη σειρά των Κλασσικών, μα και μια έκδοση από την οποία πέρασαν αρκετά μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας και της εικαστικής. Βασική ευθύνη για τα κείμενα είχε ο Βασίλης Ρώτας, που διάλεγε και τα θέματα που θα κυκλοφορούσαν, ενώ σημαντική συνεισφορά είχαν και η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, η Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη και άλλοι. Όσον αφορά το σχεδιαστικό μέρος εδώ συνέβαλλαν αρκετοί γνωστοί γραφίστες και σχεδιαστές: Γιώργος Βακαλό, Μποστ (στο πρώτο του κόμικ με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο), οι Κώστας Γραμματόπουλος, Παύλος Βαλασάκης, Γεράσιμος Λιβιεράτος, Τάκης Κατσουλίδης, Γιάννης Δραγώνας, Βασίλης Ζήσης, Αλκμήνη Γραμματοπούλου, Νίκος Καστανάκης και άλλοι.

Βασίλης Ρώτας (1889-1977).
Οπισθόφυλλο τεύχους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ελληνική σειρά, παρά τις όποιες ατέλειες λόγω της έλλειψης πείρας των ντόπιων δημιουργών στο πεδίο των κόμικς, αλλά και τους οικονομικούς και χρονικούς περιορισμούς της έκδοσης, αποτέλεσε ένα πρότυπο δείγμα γραφής για την εγχώρια σκηνή και πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς που θα ακολουθούσαν. Καθιέρωσε δε μια δική της αισθητική για το ελληνικό κόμικ, που ακόμη και τώρα παραμένει αυθεντική και αναγνωρίσιμη.

Μετέπειτα χρόνια

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, αν και πολύ δημοφιλή στις δεκαετίες 1950-1960, άρχισαν στα επόμενα χρόνια να χάνουν σταδιακά το κοινό τους, λόγω της ολοένα μεγαλύτερης απήχησης άλλων αμερικάνικων κόμικς -των οποίων υπήρξαν προπομπός στην Ελλάδα- αλλά και της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Συνεχίζουν πάντως να υφίστανται και να πωλούνται ακόμη και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη τους έκδοση, τα τεύχη της οποίας έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 κυκλοφόρησαν λίγοι ακόμη τίτλοι, και άλλη μια σειρά τυπώθηκε τη δεκαετία του ’70, ενώ οι προηγούμενοι τίτλοι συνεχώς ανατυπώνονταν όλα αυτά τα χρόνια. Νέα ανατύπωση έγινε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ το 2001 τα τεύχη ελληνικής θεματολογίας επανεκδόθηκαν σε θεματικούς τόμους.

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα επικρίθηκαν για την αμερικανική τους προέλευση και θεώρηση της κλασσικής λογοτεχνίας, αλλά και για την μονοκρατορία τους στο χώρο των ελληνικών κόμικς για περίπου είκοσι χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αντικείμενα μαζικής κουλτούρας στις δεκαετίες 1950-1960, μια από τις απαρχές της ελληνικής σκηνής των κόμικς, και συνεχίζουν να κρατούν μια καλή θέση στις αναμνήσεις αρκετών.

Κλασσικά Εικονογραφημένα

 Κλασσικά Εικονογραφημενα Ο Θησέας και ο Μινώταυρος

Πηγές

•    Τα «Κλασσικά» των παιδικών μας χρόνων, άρθρο του Νίκου Βατόπουλου (Η Καθημερινή, 09/06/2002).

•    Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων, των Κώστα Τσαούση και Μαρίλης Μαργωμένου (Το Βήμα, 25/08/1996).

•    Οι Αριστοκράτες των Κόμικς, του Άρη Μαλανδράκη (Περιοδικό Εννέα τεύχος 36).

•    Goulart, Ron. Great American Comic Books, Publications International, Ltd., 2001.

•    Malan, Dan. The Complete Guide to Classics Illustrated, Classics Central.Com, 2006.

•     Robert M.. Official Overstreet Comic Book Price Guide, House of Collectibles, 2004.

•    William B. Jones Jr., Classics Illustrated: A Cultural History, with Illustrations ,Jefferson, N.C.: McFarland & Company, Inc., 2002, Second edition, 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

•    Όλα τα εξώφυλλα της ελληνικής σειράς και αρκετές εσωτερικές σελίδες, στο mycomics.gr.

•    Τσαούσης, Κώστας, “Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων” ,Το Βήμα 25/08/1996.

•    Διαφήμιση της έκδοσης του πρώτου τεύχους από την εφημερίδα Εμπρός της 1ης Μαρτίου 1951 (κάτω αριστερά στη σελίδα 2),  Ψηφιακή Συλλογή Εφημερίδων Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

•    Αντανακλάσεις ιδεών στις σελίδες των ελληνικών κόμικς, του σκιτσογράφου Soloup, TVXS 28/10/2012.

Πηγή κειμένου: https://el.wikipedia.org/wiki/Κλασσικά_Εικονογραφημένα

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

Πασχαλινό αφιέρωμα

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

O θάνατος της Κλεοπάτρας είναι εκείνος, που συνέβαλε τα μέγιστα στη σφυρηλάτηση του θρύλου της. Ήδη από το 1663, ο William Shakespeare έγραψε ένα από τα μεγαλύτερα έργα του: Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετατρέπει την τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου σε τραγική ηρωΐδα, που θέτει τέλος στη ζωή της από έρωτα και όχι εξαιτίας της απώλειας του βασιλείου της. Στον 20ό αιώνα, ο κινηματογράφος ασχολήθηκε εκτενώς με αυτή τη μυθική μορφή. Το 1899, ο πρωτοπόρος  σκηνοθέτης Georges Méliès υπήρξε ο πρώτος, που εμπιστεύτηκε τον ρόλο σε μια Γαλλίδα, την Jeanne d’Alcy. Η διάρκεια της ταινίας μόλις που ξεπερνούσε τα δυο λεπτά της ώρας. Τα ίχνη της χάθηκαν μέσα στη δεκαετία του ΄30. Το 2005 ξαναβρέθηκε και αποκαταστάθηκε τεχνικά. Ωστόσο, το κινηματογραφικό έργο, όπου η μορφή της ηρωΐδας ταυτίστηκε κυριολεκτικά με εκείνη της πρωταγωνίστριας (Elisabeth Taylor), υπήρξε, το 1963, η πασίγνωστη Κλεοπάτρα του Joseph Mankiewicz. Χάρη στην ακτινοβολία της πρωταγωνίστριας, στη συνείδηση του ευρέως κοινού, η βασίλισσα είχε μαύρα μαλλιά, παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες της εποχής την εμφανίζουν ως καστανόξανθη.

Η Κλεοπάτρα υπήρξε μύθος ακόμα και ενόσω ζούσε. Πέραν, ωστόσο, της ρομαντικής εκδοχής πως τα αισθήματά της για τον Μάρκο-Αντώνιο ευθύνονταν για την αυτοκτονία της, τα πραγματικά κίνητρα δεν έχουν ακόμη διελευκανθεί, με συνέπεια ένα πέπλο μυστηρίου να εξακολουθεί να την περιβάλλει. Προφανώς, για τον ίδιο λόγο αντιστάθηκε τόσο καλά στον παράγοντα χρόνο και κατάφερε να εμπνεύσει, αιώνες αργότερα, ολόκληρη σειρά από καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες, δραματουργούς και μουσικοσυνθέτες.

Faces of Cleopatra 1917-2013

Cleopatra (1912)

Αμερικανική βωβή ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του γνωστού θεατρικού συγγραφέα και λιμπρετίστα  Victorien Sardou (Tosca, Fédora, Madame Sans-Gêne). Πρωταγωνιστεί η Helen Gardner (είναι ταυτόχρονα και παραγωγός) σε σκηνοθεσία Charles L. Gaskill. Σε μια αλληλουχία φροντισμένων για την εποχή σπονδυλωτών επεισοδίων, εξιστορούνται οι διάφορες, αισθηματικής φύσεως, περιπέτειες της βασίλισσας. Ανεξήγητη παραμένει η απουσία, από την αρκετά εκτενή κατάσταση των εραστών, του Ιουλίου Καίσαρα. Όπως είναι επόμενο, τελευταία κατά σειρά συγκαταλέγεται η περιπέτεια με τον Μάρκο-Αντώνιο.

Η Helen Gardner στις όχθες του Νείλου.

Marcantonio e Cleopatra (1913)

Προτού συμπληρωθεί ένα έτος από την προηγούμενη ταινία, κυκλοφόρησε η δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της Κλεοπάτρας, με προέλευση, τη φορά αυτή, την Ιταλία. Πηγή έμκπνευσης υπήρξε  το ομώνυμο θεατρικό έργο του William Shakespeare, σε…βωβή μορφή. Η πρωταγωνίστρια,  Gianna Terribili-Gonzales διέπρεψε σε ταινίες του συγκεκριμένου είδους (έχουν καταμετρηθεί άνω των σαράντα) και εξαφανίστηκε από το στερέωμα μόλις έκανε την εμφάνισή του ο ήχος. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Enrico Guazzoni, ενώ στο πλευρό της πρωταγωνίστριας συναντάμε ως Μάρκο-Αντώνιο τον Antonio Novelli. Στις ΗΠΑ, η ταινία προβλήθηκε με τον τίτλο Mark Antony and Cleopatra. Καθώς δεν ετίθετο ζήτημα μεταγλώτισης, οι όποιες παρεμβάσεις σχετίζονταν με τον εξαμερικανισμό των ονομάτων των ηθοποιών (Jeanette Trimble και  Antony ή Anthony Novelli).

Gianna Terribili-Gonzales.

Cleopatra (1917)

Κλεοπάτρα στην περίπτωση είναι η Theda Bara. Πλαισιώνεται από τους Fritz Leiber (Ιούλιος Καίσαρ) και Thurston Hall (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο αντλεί την έμπνευσή του από το μυθιστόρημα Cleopatra του H. Rider Haggard, από τα ομώνυμα θεατρικά έργα των Émile Moreau και Victorien Sardou, καθώς καθώς και στο γνωστό Antony and Cleopatra του William Shakespeare. Η ταινία ακολουθεί ολόκληρη την πορεία της βασίλισσας, από την άνοδό της στο θρόνο της Αιγύπτου έως το τραγικό τέλος. Σκηνοθέτης είναι ο J. Gordon Edwards. Από τη βωβή αυτή ταινία σώζονται σήμερα μόνο αποσπάσματα.

Theda Bara


Cleopatra (1934)

H πρώτη Κλεοπάτρα του ομιλούντος κινηματογράφου υπήρξε η Claudette Colbert, σε μια θεαματική παραγωγή του Cecil B. DeMille, που προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας), αποσπώντας τελικά μόνο το ένα. “Ηταν εξαιρετικά δύσκολο να αναπνέεις τυλιγμένη μέσα σε ένα χαλί και να βγαίνεις από αυτό ευδιάθετη και σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να γυρίσουμε τη σκηνή πάνω από μια φορές” δήλωσε η πρωταγωνίστρια. Η υπόθεση δεν αποκκλίνει από την ιστορική πραγματικότητα. Το σενάριο ανήκει στους Vincent Laurence και Waldemar Young, τους οποίους εφοδίασε με ιστορικής φύσεως υλικό ο Bartlett Cormack. Σκηνοθέτης ήταν ο ίδιος ο DeMille. Παίζουν επίσης οι Warren William (Ιούλιος Καίσαρ) και Henry Wilcoxon (Μάρκος-Αντώνιος).

Claudette Colbert.

Caesar and Cleopatra (1945)

H σκυτάλη της πρώτης μεταπολεμικής παραλλαγής του πρωταγωνιστικού ρόλου πέρασε στη Vivien Leigh, έξι χρόνια έπειτα από τη μεγάλη της ερμηνεία στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Πρόκειται για κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του George Bernard Shaw (1901), σε προσαρμογή του ιδίου του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, είναι η πρώτη έγχρωμη απόδοση της ιστορίας της Κλεοπάτρας. Στην περίπτωση, η υπόθεση περιορίζεται χρονικά στη διαμονή του Ιουλίου Καίσαρα (Claude Rains) στην Αίγυπτο, καθώς και στο δεσμό του με τη βασίλισσα. Στην ταινία συνεργάζονται και άλλα διάσημα ονόματα σε δευτερεύοντες ρόλους: Dame Flora Robson και Stewart Granger. Τη μουσική έχει συνθέσει ο Georges Auric. Η σκηνοθεσία είναι του Gabriel Pascal.

Vivien Leigh.

Serpent of the Nile (1953)

 

Η υπόθεση του έργου ξεκινά με τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα και συνεχίζει έως τη διπλή αυτοκτονία της Κλεοπάτρας (Rhonda Fleming) και του Μάρκου-Αντωνίου (Raymond Burr). Ωστόσο, ο πρώτος ανδρικός ρόλος αναλογεί στον Λουκίλιο (William Lundigan), πρόσωπο εμπιστοσύνης του Καίσαρα, ο οποίος είχε συνοδεύσει τον τελευταίο στην Αίγυπτο και παρακολουθήσει από κοντά τον δεσμό του με την Κλεοπάτρα. Έχοντας ψυχολογήσει τη βασίλισσα, ο Λουκίλιος θεωρεί την Κλεοπάτρα αδίστακτη, σε θέση να σαγηνέψει τον Μάρκο Αντώνιο μόνο και μόνο προκειμένου ο γιος, από τη σχέση της με τον Καίσαρα, να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της Ρώμης. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες, στην προκειμένη περίπτωση η Κλεοπάτρα δεν είναι τυφλά ερωτευμένη με τον Μάρκο-Αντώνιο. Απλώς τον χρησιμοποιεί, προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιό της. Κάποια στιγμή, μάλιστα, επιχειρεί, δίχως επιτυχία, να γοητεύσει και τον Λουκίλιο, με στόχο να τον προσεταιριστεί.  Σκηνοθέτης είναι ο William Castle.

Rhonda Fleming.

Due notti con Cleopatra (1954)

Πρώτη ιταλικής παραγωγής κωμωδία με το δίδυμο Sophia Loren (σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις της, σε διπλό, μάλιστα, ρόλο) και Alberto Sordi. Tο σενάριο είναι του Ettore Scola και η σκηνοθεσία του Mario Mattoli. Παρά τον δεσμό της με τον Μάρκο-Αντώνιο, όποτε ο τελευταίος απουσιάζει, η Κλεοπάτρα συνηθίζει να περνά τις νύχτες της συντροφιά με Ρωμαίους στρατιώτες, τους οποίους την επομένη μέρα φροντίζει να δηλητηριάζει προκειμένου να μην αποκαλύψουν το μυστικό. Όταν, όμως, ο Μάρκος Αντώνιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, η βασίλισσα τον επισκέπτεται κρυφά, αφήνοντας στα ανάκτορα τη σωσία της, με την οποία περνά τη νύκτα ένας ανυποψίαστος Ρωμαίος στρατιώτης, ο Cesare, που ερωτεύεται την εύθραυστη και θλιμμένη νεαρή γυναίκα πιστεύοντας πως είναι η Κλεοπάτρα. Από αυτή την κατάσταση πηγάζει μια ολόκληρη σειρά παρεξηγήσεων, κεντρικός άξονας του σεναρίου και των ανατροπών, που αυτό εμπεριέχει. Πάντως, το τέλος της ταινίας είναι ευνοϊκό για τους δυο πρωταγωνιστές.

Sophia Loren.

Le legioni di Cleopatra (1959)

Ιταλική-Γαλλική-Ισπανική συμπαραγωγή με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό Linda Cristal. Έπειτα από μια ακρόαση, που του χορήγησε η Κλεοπάτρα, ένας ταξιδιώτης, προερχόμενος από την Ελλάδα, αποφασίζει να καταταγεί εθελοντικά στις λεγεώνες της τελευταίας, τη στιγμή της κατάκτησης της Αιγύπτου από τους Ρωμαίους. Μοναδικό σημείο άξιο μνείας σε αυτή την, κατά τα άλλα, αδιάφορη ταινία, αποτελεί το γεγονός ότι σε μια σκηνή αρματοδρομίας, η πρωταγωνίστρια αρνήθηκε να αντικατασταθεί από σωσία, προτιμώντας να οδηγήσει αυτοπροσώπως το άρμα.

Linda Cristal.

Una regina per Cesare (1962)

Δεύτερη παραγωγή με προέλευση την Ιταλία. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 48 π.Χ. και σε αντίθεση με ανάλογα έργα, τα οποία πραγματεύονται τη συνάντηση της Κλεοπάτρας με τον Ιούλιο Καίσαρα και παρά τον (κάπως παραπλανητικό) τίτλο, το συγκεκριμένο εστιάζει αποκλειστικά στις ενδοδυναστικές έριδες της Αιγύπτου, που προηγήθηκαν της έλευσης εκεί του Καίσαρα. Χαρακτηριστικά, ο τελευταίος κάνει την εμφάνισή του μόνο στην καταληκτήρια σκηνή, όταν καταφθάνει στο ανάκτορο των Πτολεμαίων, στην Αλεξάνδρεια. Την Κλεοπάτρα ενσαρκώνει η Γαλλίδα ηθοποιός Pascale Petit, η δε σκηνοθεσία είναι των Piero Pierotti και Victor Tourjansky. Αξίζει να επισημανθεί πως γυρίστηκαν δυο εναλλακτικές εκδοχές της τελικής σκηνής (η δεύτερη κατά πολύ πιο τολμηρή ενδυματολογικά). Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η εταιρία 20th Century Fox έσπευσε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει τη διακίνησή της. Την ίδια εποχή, βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο τα γυρίσματα της γνωστής υπερπαραγωγής και η εταιρία ουδόλως επιθυμούσε να δει ανταγωνιστικές ταινίες να προκαταλαμβάνουν το κοινό.

Pascale Petit

Cleopatra (1963)  

Η “ναυαρχίδα” των ταινιών με θέμα την Κλεοπάτρα, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες (συνάμα όμως, και θυελλώδεις) του Χόλυγουντ. Το γύρισμά της συνοδεύτηκε από δυσβάσταχτο κόστος (η 20th Century Fox βρέθηκε στο κατώφλι της χρεοκοπίας παρόλη την εμπορική επιτυχία), αντικατάσταση σκηνοθέτη και μέρους της διανομής, αλλαγή τοποθεσιών γυρίσματος, πανάκριβα σκηνικά, τα οποία χρειάστηκε να κατασκευαστούν εις διπλούν, σκάνδαλα όσον αφορά την ιδιωτική ζωή των πρωταγωνιστών, Elisabeth Taylor και Richard Burton κλπ. Πρόκειται για την πιο δαπανηρή παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου παγκοσμίως (44 εκατομ. δολάρια το 1963, το αντίστοιχο των 360 εκατομ. σήμερα). Προτάθηκε για εννέα βραβεία Όσκαρ, από τα οποία απέσπασε τελικά τα τέσσερα. Τους δυο πρωταγωνιστές πλαισιώνει ένας εξαιρετικός Rex Harrison στο ρόλο του Ιουλίου Καίσαρα. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Joseph L. Mankiewicz, το δε σενάριο προέρχεται από μια προσαρμογή του βιβλίου του Carlo Maria Franzero The Life and Times of Cleopatra (1900) καθώς και από μαρτυρίες ιστορικών της εποχής (Πλούταρχος, Σουετώνιος, Αππιανός). Οι σκηνές της μεγαλοπρεπούς άφιξης της Κλεοπάτρας στη Ρώμη και της ναυμαχίας στο Άκτιο, εκλαμβάνονται ακόμα και σήμερα ως σημεία αναφοράς. Γενικότερα, κοντά εξήντα χρόνια αργότερα, η ταινία δεν προδίδει καθόλου την ηλικία της και εξακολουθεί να μαγνητίζει το κοινό, ακριβώς όπως όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά.

Elisabeth Taylor.

Totò e Cleopatra (1963)

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ούτε κατά διάνοια η παρούσα ταινία λειτούργησε ανταγωνιστικά έναντι της προηγούμενης, παρόλη τη χρονική σύμπτωση των γυρισμάτων…Πρόκειται για αντιπροσωπευτική ανούσια και χονδροειδή ιταλική παρωδία της δεκαετίας του ΄60 σε όλα τα επίπεδα, αρχής γενομένης από το σενάριο. Σύμφωνα με αυτό, ο Μάρκος-Αντώνιος διαθέτει έναν δίδυμο αδελφό, τον Τοτόνιο, έναν διακινητή σκλάβων, ο οποίος κατά καιρούς τον αντικαθιστά κρυφά σε πολλές ιδιωτικές συναντήσεις με την Κλεοπάτρα. Η διαρκής εναλλαγή των χαρακτήρων και η συνακόλουθη σύγχυση της βασίλισσας, αποτελούν τον άξονα, γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου. Η Γαλλίδα Magali Noël ενσαρκώνει την Κλεοπάτρα, ενώ o διπλός ρόλος του Μάρκου-Αντωνίου/Τοτόνιου αναλογεί στον κωμικό ηθοποιό Τοτό.

Magali Noël.

Carry On Cleo (1964)

Δέκατο και ίσως το καλύτερο επεισόδιο της σειράς με τίτλο Carry On. Ουσιαστικά πρόκειται για παρωδία της υπερπαραγωγής του 1963, στην οποία παραπέμπει και εξαιτίας μιας άλλης συγκυρίας: χρησιμοποιήθηκαν τα σκηνικά, τα οποία προορίζονταν αρχικά γι αυτήν. Έπειτα, όμως, από τη μεταφορά των γυρισμάτων στη Ρώμη, κατασκευάστηκαν νέα, πολυδάπανα, σκηνικά, με αποτέλεσμα τα προηγούμενα να είναι, πλέον, διαθέσιμα. Επιπρόσθετα, η 20th Century Fox, κινήθηκε νομικά ενάντια στους παραγωγούς της παρούσας ταινίας, θεωρώντας ότι η διαφημιστική αφίσα προσέβαλε τα πνευματικά δικαιώματα της εταιρίας. Το δικαστήριο τη δικαίωσε και η αφίσα αποσύρθηκε. Στην περίπτωση, Κλεοπάτρα είναι η Amanda Barrie, Ιούλιος Καίσαρ ο Kenneth Williams και Μάρκος-Αντώνιος ο Sidney James. Σε γενικές γραμμές, το βρετανικό κοινό ανταποκρίθηκε στην ταινία, καθώς επρόκειτο για μια “light” εκδοχή μιας, ούτως ή άλλως, τραγικής ιστορίας.

Amanda Barrie.

Antony and Cleopatra (1972)

To 1972, η Rank Organisation γύρισε την πρώτη ομιλούσα κινηματογραφική εκδοχή του ομώνυμου θεατρικού έργου του William Shakespeare (στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διασκευή, για τις ανάγκες της ταινίας, από τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, Charlton Heston). Οι αρχικές φιλοδοξίες διαψεύστηκαν. Ο Orson Welles απέρριψε την πρόταση περί ανάληψης της σκηνοθεσίας. Από τα 2,7 εκατομ. δολάρια, ο προϋπολογισμός μειώθηκε στο 1,8 (ο Charlton Heston και ο παραγωγός Peter Schell αποποιήθηκαν την αμοιβή, η οποία τους αναλογούσε). Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία. Ωστόσο, για λόγους οικονομίας, ο Heston χρησιμοποίησε σκηνές, προερχόμενες από την ταινία Ben-Hur (1959) για να αποδώσει τη ναυμαχία στο Άκτιο. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ηθοποιός έχει ενσαρκώσει τον Μάρκο-Αντώνιο σε δυο διασκευές του σαιξπηρικού έργου Julius Caesar (1950 και 1970). Στο ρόλο της Κλεοπάτρας συναντάμε τη Βρετανίδα Hildegard Neil, ηθοποιό που έχει εντρυφήσει στο σαιξπηρικό ρεπερτόριο.

Hildegard Neil.

Antony and Cleopatra (1974)

Πρόκειται για τηλεταινία, η οποία μεταφέρει την παράσταση του έργου του Shakespeare, ακριβώς έτσι όπως την είχε ανεβάσει η Royal Shakespeare Company σε σκηνοθεσία του Jon Scoffield. Πρωταγωνιστούν οι Richard Johnson και Janet Suzman. Αξίζει να επισημανθεί η φευγαλέα, σε δευτερεύοντα ρόλο, εμφάνιση του άγνωστου, ακόμα τότε, Ben Kingsley (Gandhi), ο οποίος είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του από τον μεγάλο αυτό σαιξπηρικό θίασο.

Janet Suzman.

Cleopatra (1999)

Πρόκειται για τρίωρη αμερικανική τηλεοπτική μίνι-σειρά, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά τον Μάϊο του 1999 από το ABC Television Network, με τους ηθοποιούς Leonor Varela (Κλεοπάτρα), Timothy Dalton (Ιούλιο Καίσαρα) και Billy Zane (Μάρκο-Αντώνιο). Το σενάριο αποτελεί διασκευή του μυθιστορήματος της Margaret George The Memoirs of Cleopatra (1997). Εξιστορεί ολόκληρη τη ζωή της Κλεοπάτρας, από την πρώτη συνάντησή της με τον Ιούλιο Καίσαρα (το γνωστό επεισόδιο της μεταφοράς μέσα στο χαλί) έως την αυτοκτονία της, το  30 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια. Η σειρά είναι καλογυρισμένη και βλέπεται ευχάριστα, δίχως, ωστόσο, να διεκδικεί περγαμηνές.

Leonor Varela.

Astérix et Obélix: Mission Cléopâtre (2002)

Άκρως επιτυχής μεταφορά στην οθόνη ενός από τα καλύτερα άλμπουμ της δημοφιλούς σειράς κόμικς των René Goscinny και Albert Uderzo. Συνάμα, αποτελεί τη δεύτερη, και μακρόθεν πιο ευρηματική, από τις τρεις ταινίες με πραγματικούς ηθοποιούς (υπάρχει και σειρά κινουμένων σχεδίων). Ταυτόχρονα, πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών στη Γαλλία, έπειτα από την κλασσική κωμωδία του Gérard Oury La Grande Vadrouille (1966), με τους Bourvil και Louis de Funès. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δυο, κυρίως,  παραμέτρους: 1) Το σενάριο του Alain Chabat, το οποίο ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο, με ελάχιστες αποκλίσεις, οι οποίες ουδόλως προδιδουν το πνεύμα του τελευταίου. 2) Την εξαιρετική ερμηνεία των πρωταγωνιστών (Christian Clavier, Gérard Depardieu, Claude Rich) και τη φυσική τους ομοιότητα με τους χαρακτήρες της σειράς. Η ταινία αφηγείται το, εκ πρώτης όψεως, μη πραγματοποιήσιμο στοίχημα ανάμεσα στην Κλεοπάτρα και τον Ιούλιο Καίσαρα, περί ανέγερσης ενός πολυτελούς ανακτόρου στη μέση της ερήμου, εντός μιας προθεσμίας τριών μηνών. Ευρισκόμενος σε απόγνωση, ο αρχιτέκτονας Numerobis αναγκάζεται να επιστρατεύσει τα μεγάλα μέσα, ζητώντας τη συνδρομή των γνωστών και μη εξαιρετέων Γαλατών και του αναπόφευκτου μαγικού φίλτρου, χάρη στην οποία τα έργα περατώνονται εγκαίρως. Απολαυστικοί είναι οι συνεχόμενοι αναχρονισμοί, θεμελιώδες συστατικό στοιχείο, άλλωστε, ολόκληρης της σειράς των  Goscinny και Uderzo. Τα δυο μοναδικά ιστορικά πρόσωπα του έργου (Κλεοπάτρα και Ιούλιος Καίσαρ) ενσαρκώνουν η Monica Bellucci και ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος Alain Chabat, αυτοπροσώπως.

Monica Bellucci.

Cleopatra (2007)

H παρούσα Κλεοπάτρα μας έρχεται από τη Βραζιλία! Ταινία ανάξια μνείας (οι διάλογοι, ως αναμενόμενο, γίνονται εις άπταιστον πορτογαλικήν) με τους Alessandra Negrini (Κλεοπάτρα), Miguel Falabella (Ιούλιος Καίσαρ) και Bruno Garcia (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Júlio Bressane. Θυμίζει περισσότερο βραζιλιάνικη σαπουνόπερα και λιγότερο ιστορική ταινία εποχής.

Alessandra Negrini.

Cleopatra ya Lalla (2013)

Φαίνεται ότι στο Μαρόκο ζήλεψαν τη δόξα των Astérix και Obélix. Ειδάλλως, δεν εξηγείται η ύπαρξη της ανόητης αυτής ταινίας. Οι αποκλίσεις από την ιστορική πραγματικότητα είναι εξίσου μεγάλες και σε αυτή την περίπτωση. Μόνο, που στερούνται παντελώς ευρηματικότητας. Η Κλεοπάτρα υπόσχεται τη χείρα της, από κοινού με το βασίλειο της Αιγύπτου, σε όποιον καταφέρει να της προσκομίσει ένα θαυματουργό αυγό. Ως εκ τούτου, ξεκινά ένας αδυσώπητος ανταγωνισμός ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα, τον Antarah (επικό ήρωα της αραβικής λογοτεχνίας) και τους… Astérix και Obélix, για το έπαθλο. Κλασσικό παράδειγμα προς αποφυγή! Για την Ιστορία και μόνο, το όνομα της Μαροκινής καλλονής, που υποδύεται την Κλεοπάτρα, είναι  Ihssane Atif.

Ihssane Atif.

Cleopatra: Mother, Mistress, Murderer, Queen (2016)

Επικεντρώνοντας στον φιλόδοξο και αδίστακτο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, είναι βέβαιο πως η τελευταία, μέχρι στιγμής, ταινία με θέμα την Κλεοπάτρα, δεν κολακεύει την κεντρική ηρωΐδα. Ωστόσο, κινείται κοντά στην ιστορική πραγματικότητα και δεν παρασύρεται από τον μύθο. Αφηγείται τον τρόπο, με τον οποίο η τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου επέζησε εν μέσω μιας αιμομικτικής και αιμοσταγούς δυναστείας, διασφάλισε το μέλλον της σαγηνεύοντας τον ισχυρότερο ηγέτη της Ρώμης, τέλος, γιατί η πτώση και το τραγικό τέλος της εξασφάλισαν δια παντός μια θέση στην Ιστορία. Η Ellie Goffe είναι μια πειστική Κλεοπάτρα. Πλαισιώνεται από τους Alex Walker (Ιούλιος Καίσαρ) και Terry Scotchmer (Μάρκος-Αντώνιος). Σκηνοθέτης είναι ο Ben Reid.

Ellie Goffe.

Φήμες

Ήδη από το 2010 κυκλοφόρησαν φήμες (δεν έχουν παντελώς κοπάσει ακόμη) για μια υπερπαραγωγή, αντάξια εκείνης του 1963, από την εταιρεία Sony. Ως σενάριο έχει επιλεγεί το μυθιστόρημα του Stacy Schiff Cleopatra: A life (2010). Για τον σκοπό αυτό βολιδοσκοπήθηκαν επώνυμοι σκηνοθέτες (David Finger, James Cameron, Paul Greengrass,  Denis Villeneuve και Ang Lee). Το 2013, ο Lee θεωρούσε τον εαυτό του ως τον επικρατέστερο, δίχως να υπάρξει συνέχεια. Περισσότερο θόρυβο στα ΜΜΕ δημιούργησε το όνομα της υποψήφιας πρωταγωνίστριας. Έχοντας αποκτήσει πείρα από τον ρόλο της Ολυμπιάδος στην ταινία Alexander του Oliver Stone (2004), πιθανώς δε επιδιώκοντας να καθιερωθεί ως η νέα Elisabeth Taylor, η Angelina Jolie φάνταζε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως η επικρατέστερη. Διαδόθηκε, μάλιστα, πως θα επρόκειτο για την ακροτελεύτια εμφάνιση της σταδιοδρομίας της. Η κατάσταση περιπλέχθηκε όταν αναμίχθηκε στην όλη υπόθεση ένα δεύτερο όνομα. Εκείνο της Lady Gaga. Κατόπιν τούτου, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες, σύμφωνα με τις οποίες, η κυοφορούμενη Κλεοπάτρα πρόκειται να προσλάβει τη μορφή ενός μιούζικαλ. Προς το παρόν, η υπόθεση έχει παραμείνει μετέωρη καθώς η εταιρία παραγωγής αποφεύγει συστηματικά να αποκαλύψει τα χαρτιά της.

Όποια τροπή και αν προσλάβουν τα πράγματα, ένα είναι βέβαιο. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον παλιό ποιοτικό κινηματογράφο. Όπως σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, έτσι και σε αυτό τον τομέα επιβεβαιώνεται πως η κοινωνία μας βρίσκεται σε τροχιά πολιτισμικής παρακμής.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

 Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα (Grande Armée) έφτασε στο απόγειο του δυναμικού της τον Ιούνιο 1812, τη στιγμή της εισβολής σε βάρος της Ρωσίας. Αριθμούσε τότε 1 εκατομ. άνδρες, οι 680.000 εκ των οποίων συμμετείχαν στη συγκεκριμένη εκστρατεία. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρωσικό έδαφος, δεν είχαν απομείνει παρά 120.000 άνδρες εξαιτίας των απωλειών, των κακουχιών και του φαινομένου μιας γενικευμένης λιποταξίας. Ο Ναπολέων συγκρότησε ταχύτατα έναν νέο στρατό, που συμμετείχε στη Μάχη των Εθνών της Λειψίας, το 1813, στην άμυνα της Γαλλίας το 1814 και στην αποφασιστική αναμέτρηση του Βατερλώ, το 1815. Ουδέποτε, ωστόσο, η Μεγάλη Στρατιά κατάφερε να ανακτήσει την αίγλη εκείνης του Ιουνίου 1812.

Στο επίκεντρο του παρόντος αφιερώματος βρίσκονται οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων με σάρκα και οστά, χάρη στην εμφάνιση και χρήση της φωτογραφίας, τα πρώτα βήματα της οποίας πρόλαβαν να δουν στη δύση της ζωής τους. Εμπειρίες και βιώματα ενός πλούσιου παρελθόντος  ξαναζωντανεύουν για λίγα λεπτά της ώρας, καθώς ποζάρουν ένστολοι, σε προχωρημένη ηλικία, φορώντας διακριτικά και μετάλλια και με έκδηλο στα πρόσωπά τους ένα συναίσθημα υπερηφάνειας. Ειδικότερα οι Γάλλοι, φέρουν, μεταξύ άλλων, το παράσημο της Αγίας Ελένης, το οποίο, τον Αύγουστο του 1857, απονεμήθηκε ομαδικά στους εναπομείναντες βετεράνους των Ναπολεοντείων Πολέμων.

Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία φορά, που μάρτυρες σημαντικών ιστορικών γεγονότων αποθανατίζονται με αυτόν τον τρόπο, κληροδοτώντας το μέλλον με μια στιγμιαία καταγραφή ανεπανάληπτης αμεσότητας, συγκίνησης και ανθρωπιάς.

O Arthur Wellesley, πρώτος δούκας του Wellington (1769-1852), υπήρξε εξέχουσα πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία της Βρετανίας του 19ου αιώνα. Διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός (Ιανουάριος1828 – Νοέμβριος 1830 και Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1834), υπουργός Εξωτερικών (1834-1835), και τρεις φορές επικεφαλής της Βουλής των Λόρδων. Στη λαϊκή συνείδηση έχει καταγραφεί ως ο μεγαλύτερος Βρετανός στρατηλάτης, ο οποίος σε δυο περιστάσεις (εκστρατεία Ισπανίας και μάχη του Βατερλώ) κατάφερε να επικρατήσει του Ναπολέοντα. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, έθεσε αμετάκλητα τέλος στην ηγεμονία του Γάλλου αυτοκράτορα. Ο πίνακας πάνω αριστερά, φιλοτεχνήθηκε από τον Thomas Lawrence μεταξύ των ετών 1815 και 1816, αμέσως μετά τη νίκη στο Βατερλώ. Η σπάνια φωτογραφία δεξιά (http://emperornapoleon.com/photos/duke-of-wellington.html), τραβήχτηκε το 1844, 29 χρόνια αργότερα, οπότε ο Wellington ήταν κοντά 75 ετών. Στην επιχρωματισμένη λιθογραφία εικονίζεται να ενθαρρύνει τα στρατεύματά του την ώρα της μεγάλης μάχης.

Οι τελευταίοι Βρετανοί επιζώντες της μάχης του Βατερλώ (τέσσερις από τους εικονιζόμενους πέντε τον Ιούνιο του 1880 στον περίβολο του νοσοκομείου του Chelsea, στο Λονδίνο). Η ηλικία όλων κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90 ετών ( http://emperornapoleon.com/photos/waterloo-veterans.html).

Ο ανώνυμος Βρετανός βετεράνος, πάνω αριστερά με τη σύζυγό του, φωτογραφήθηκε το 1850 επιδεικνύοντας το παράσημο, το οποίο απόκτησε χάρη στη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Ισπανίας (http://emperornapoleon.com/photos/british-veteran-and-wife.html). Ο αιωνόβιος Pavel Yakovlevich Tolstoguzov (δεξιά), γεννηθείς το 1798, πολέμησε στις τάξεις του ρωσικού στρατού κατά του Ναπολέοντα.

Louis-Victor Baillot (1793-1898), ο τελευταίος Γάλλος επιζών της μάχης του Βατερλώ. Γεννήθηκε στο χωριό Percey της Βουργουνδίας, δυο μήνες έπειτα από την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στη λαιμητόμο. Απεβίωσε σε ηλικία 104 ετών. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το έτος του θανάτου του. Κατετάγη στη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα το 1812, αμέσως έπειτα από την υποχώρηση από τη Ρωσία. Συμμετείχε στην πολιορκία του Αμβούργου υπό τις διαταγές του στρατάρχη Davout. Επέστρεψε στην πολιτική ζωή το 1814, την επομένη της πρώτης παραίτησης του Ναπολέοντα από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία ένα χρόνο αργότερα και πολέμησε στη μάχη του Βατερλώ. Στις 14 Ιουνίου 1815, είδε με τα ίδια του τα μάτια τον αυτοκράτορα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, στην καθιερωμένη επιθεώρηση, λίγο πριν την έναρξη της μάχης. Τραυματίστηκε στο κεφάλι και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος, στις Βρετανικές Νήσους, από όπου απελευθερώθηκε το 1816. Στο μνήμα του είναι χαραγμένη η ένδειξη: “Le Dernier de Waterloo”. (https://www.newstatesman.com/culture/2015/06/mystery-waterloos-last-living-soldier)

Σε κάθε επέτειο του θανάτου του Ναπολέοντα (5 Μαΐου 1821), οι παλαίμαχοι της Μεγάλης Στρατιάς συγκεντρώνονταν στην πλατεία Vendôme του Παρισιού, στο μέσο της οποίας υψώνεται η στήλη που ο αυτοκράτορας κατασκεύασε από τα πυροβόλα-λάφυρα της μάχης του Austerlitz, προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του ήρωά τους. Στην εκδήλωση αυτή, προσέρχονταν ένστολοι. Οι φωτογραφίες, οι οποίες ακολουθούν τραβήχτηκαν, χάρη σε αυτήν, ακριβώς, τη συγκυρία μεταξύ των ετών 1855 και 1858. Το όνομα του φωτογράφου παραμένει άγνωστο. Οι λιθογραφίες, που τις πλαισιώνουν, φιλοτεχνήθηκαν από τον Hippolyte Bellangé (1800-1866).

Αριστερά: Δεκανέας Lefèbre, του 2ου Συντάγματος Μηχανικού. Στo κέντρο: Γρεναδιέρος Burg του 24ου Συντάγματος της Αυτοκρατορικής Φρουράς (Garde Impériale). Δεξιά:Vitry, της Περιφερειακής Φρουράς (Garde Départementale). Άπαντες συμμετείχαν στη μάχη του Βατερλώ.
Αριστερά: Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Δεξιά: Ducel, Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Υπηρέτησε μεταξύ των ετών 1813 και 1815.

 

Η Αυτοκρατορική Φρουρά στο Βατερλώ.
Αριστερά: Ουσάρος του 1ου Συντάγματος. Δεξιά: Επιμελητής Fabry, του 1ου Συντάγματος Ουσάρων.
Αριστερά: Γάλλος Λογχοφόρος. Δεξιά: Verlinde, του 2ου Συντάγματος Λογχοφόρων. Υπηρέτησε το 1815.
Αριστερά: Théodore Géricault (1791-1824), Officier de chasseurs à cheval de la garde impériale chargeant, 1812, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Δεξιά: Moret, του 2ου Συντάγματος Κυνηγών. Υπηρέτησε τα έτη 1814-1815.
Αριστερά: Λογχοφόρος. Δεξιά: Dreuse, του 2ου Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού. Υπηρέτησε το 1813-1814.

 

Thomas Jones Barker (1815-1882), Napoleon at Waterloo, Twickenham,  Royal Military School of Music.

 

Προέλευση φωτογραφιών: Brown University Library, Providence, Rhode Island, USA

https://mashable.com/2014/10/27/napoleonic-wars-veterans/?europe=true

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες: Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

100 χρόνια από τη μεγάλη αεροπορική εποποιΐα

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες.
Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

 

Η μεγάλη πρόκληση

Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Billy Hughes διέσχιζε αεροπορικά τη Μάγχη, μεταβαίνοντας από το Λονδίνο στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχει στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης όταν, ένα πρωινό του 1919, εμπνεύστηκε την ιδέα ενός μεγάλου αγώνα από την Ευρώπη με καταληκτικό σημείο την Αυστραλία. Ατενίζοντας τη θάλασσα από ψηλά, συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η αεροπορία ήταν σε θέση να προσφέρει, ως πηγή έμπνευσης, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας την επαύριο της συλλογικής δοκιμασίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Για το σκοπό αυτό διέθεσε ως έπαθλο το ποσό των £10,000 για το πρώτο αυστραλιανό πλήρωμα, που θα κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στο Λονδίνο και το Πορτ Ντάρβιν της Β. Αυστραλίας, χρησιμοποιώντας ένα αεροσκάφος βρετανικής κατασκευής, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της πτήσης δεν θα ξεπερνούσε τις 30 ημέρες.

Το όλο εγχείρημα ενείχε αποτρεπτικούς κινδύνους και δυσκολίες. Παρόλη την εξέλιξη στον τομέα της αεροπορίας χάρη στην πρόσφατη, ακόμα, διεξαγωγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η τεχνολογία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Τα αεροσκάφη ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, σύρμα και ύφασμα, εξοπλισμένα με τα στοιχειώδη, μόνο, όργανα πλοήγησης και με υπαίθριο πιλοτήριο, εκτεθειμένο στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Το δρομολόγιο περιλάμβανε δύσβατες περιοχές (ορεινοί όγκοι, έρημος και πυκνή ζούγκλα μεταξύ άλλων) όπου το μήκος των διαδρόμων προσγείωσης ήταν συχνά εκ των πραγμάτων περιορισμένο.

Αψηφώντας τους κινδύνους, έξι αυστραλιανά πληρώματα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Τα περισσότερα διέθεταν περγαμηνές από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο από αυτά συνετρίβησαν καθ οδόν, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να βρουν τραγικό θάνατο. Άλλα δυο υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική προσγείωση, εγκαταλείποντας τελικά τον αγώνα. Ένα έκτο, εκτός συναγωνισμού, με τον χαρισματικό Γάλλο πιλότο Étienne Poulet, κάτοχο του παγκοσμίου ρεκόρ πτήσης δίχως ενδιάμεση στάση, απογειώθηκε από το Παρίσι με τελικό προορισμό την Μελβούρνη, τρέφοντας την ελπίδα πως θα προφτάσει να προσγειωθεί πρώτο στην Αυστραλία. Καταπονημένο από την όλη προσπάθεια, το αεροσκάφος συγκρούστηκε με έναν αετό, καθώς πετούσε πάνω από τη Βιρμανία, με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και να εγκαταλείψει και αυτό με τη σειρά του τον αγώνα. Από τα έξι πληρώματα, μόνο ένα κατάφερε να προσγειωθεί στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου 1919, εντός των χρονικών ορίων που είχαν θέσει οι διοργανωτές, έπειτα από πτήση 28 ημερών. Κυβερνήτες ήταν οι αδελφοί Ross και Keith Macpherson Smith, χάρη στους οποίους η αεροπορική σύνδεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αυστραλία ήταν πλέον πραγματικότητα. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη μεγάλη εποποιΐα, το γεγονός τιμάται δεόντως (στην Αυστραλία κυρίως) αυτές τις ημέρες με εκθέσεις, δημοσιεύσεις, διαλέξεις, κινηματογραφικές προβολές, τηλεοπτικές παραγωγές, τέλος, με πάσης φύσεως άλλες εκδηλώσεις.

 

Το πλήρωμα

Αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο νεότερος από τους δυο, Ross Smith (1892-1922). Το 1914 είχε καταταγεί εθελοντής στις τάξεις του φημισμένου αυστραλιανού Ελαφρού Ιππικού (Light Horse) και ένα χρόνο αργότερα πολέμησε στην Καλλίπολη. Το 1917 κατετάγη στην αεροπορία, διαπρέποντας στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής. Στο ενεργητικό του είχε 11 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών, για τις οποίες και παρασημοφορήθηκε κατ επανάληψη. Μάλιστα, υπηρέτησε με την ιδιότητα του πιλότου τον T. E. Lawrence (Λώρενς της Αραβίας), ο οποίος, στο βιβλίο του Seven Pillars of Wisdom κάνει συχνά ονομαστική αναφορά σε αυτόν. Ωστόσο, η τύχη δεν χαμογέλασε στον Ross Smith.

Sir Ross Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 6101).

Καταξιωμένος πιλότος πλέον, έχασε τη ζωή του στις 13 Απριλίου 1922, σε ηλικία τριάντα ετών, στο πεδίο δοκιμών του Brooklands της κομητείας Surrey της Νότιας Αγγλίας, ενώ αξιολογούσε τις δυνατότητες και αντοχές ενός αμφιβίου αεροσκάφους τύπου Vickers Viking. Στον θάνατο τον συνόδευσε και ο Jim Bennett, ο ένας εκ των δυο μηχανικών της ιστορικής πτήσης προς την Αυστραλία, που επέβαινε στο ίδιο αεροπλάνο. Η κηδεία του Ross Smith έλαβε χώρα με μεγάλες τιμές στην Αδελαΐδα της Νοτίου Αυστραλίας.

Αδελαΐδα, 15 Μαΐου 1922. Η νεκρική πομπή του Ross Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 37172).

H σταδιοδρομία του Keith Macpherson Smith (1890-1955) στο Αεροπορικό Σώμα υπήρξε χαμηλότερου βεληνεκούς συγκριτικά με εκείνη του μικρότερου αδελφού του. Συγκεκριμένα, σε δυο περιστάσεις κρίθηκε ακατάλληλος για στρατολόγηση για λόγους υγείας. Μετέβη με δικά του έξοδα στην Αγγλία, όπου κατάφερε τελικά να καταταγεί στην αεροπορία το 1917. Στις αρχές του 1918, η μονάδα του (58η μοίρα βομβαρδιστικών) μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με τον αδελφό του, ο Keith Smith ουδέποτε έλαβε το βάπτισμα του πυρός. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως εκπαιδευτής-πυροβολητής εκ νέου στην Αγγλία, όπου παρέμεινε έως τη λήξη του πολέμου. Συνέχισε να εκπαιδεύει πιλότους και πλοηγούς. Στις 5 Νοεμβρίου 1919, μια εβδομάδα, μόλις, πριν από την έναρξη της ιστορικής πτήσης, το όνομα του Keith Smith προστέθηκε στη λίστα των ημιαπασχολούμενων υπαξιωματικών της RAF.

Sir Keith Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/5/10).

Η δόξα ήρθε απότομα στο τέλος του 1919. Για το 1922, ενθαρρυμένος από το επίτευγμα, ο Keith Smith είχε προγραμματίσει έναν γύρο του κόσμου. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όλο σχέδιο έπειτα από την τραγική απώλεια του αδελφού του. Έκτοτε και έως τον θάνατό του το 1955, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ, αφιερώνοντας τη ζωή του στην υπηρεσία της αεροπορίας από διοικητικά αξιώματα. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της εταιρείας Vickers, αντιπρόεδρος της British Commonwealth Pacific Airlines, διευθυντής της Qantas Empire Airways και της Tasman Empire Airways Limited (αμφότερες θυγατρικές της Imperial Airways, με τη σειρά της προδρόμου της σημερινής British Airways).

Από ολόκληρο το πλήρωμα, ο Jim Bennett (1894-1922) ήταν ο μόνος, ο οποίος δεν είχε καταγωγή από τη Νότια Αυστραλία. Είχε γεννηθεί και ζούσε στο St Kilda, προάστιο της Μελβούρνης. Σπούδασε μηχανικός και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Αεροπορικό Σώμα (Australian Flying Corps). Σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο θέατρο της Εγγύς Ανατολής και παρασημοφορήθηκε για τις επιδόσεις του. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών, συμμετείχε ως μηχανικός, στην πρώτη αεροπορική σύνδεση Καΐρου-Καλκούτας, κάτω από ακατάλληλες, ως επί το πλείστον, καιρικές συνθήκες και με πιλότο τον Ross Smith.

James Mallett Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, B 6099).

Τον Ιούλιο του 1919, ο Bennet μετατέθηκε στα βορειοδυτικά σύνορα της Ινδίας, συμμετέχοντας ενεργά σε αναγνωριστικές και επιθετικές αεροπορικές αποστολές κατά τη διάρκεια της σύντομης, πλην όμως βίαιης εκστρατείας στο Αφγανιστάν. Ευρισκόμενος εκεί, πληροφορήθηκε την επικείμενη πτήση των αδελφών Smith προς την Αυστραλία και δίχως δεύτερη σκέψη δήλωσε συμμετοχή. Τον Απρίλιο του 1922 έχασε τη ζωή του σε δοκιμαστική πτήση, επιβαίνοντας στο ίδιο μοιραίο αεροσκάφος με τον φίλο του Ross Smith.

Δεύτερος μηχανικός της ιστορικής πτήσης ήταν ο Walter Shiers (1889-1968). To 1915 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Ελαφρύ Ιππικό και ακολούθησε τη μονάδα του στην Αίγυπτο. Ένα χρόνο αργότερα, μετατέθηκε στην αεροπορία. Το 1917 προήχθη σε μηχανικό Α΄ τάξεως, προφανώς εξαιτίας της προτεραίας παιδείας του σε αυτό τον τομέα. Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1918, συμμετείχε από κοινού με τους Ross Smith και Jim Bennett στην πρώτη αεροπορική σύνδεση του Καΐρου με την Καλκούτα. Έπειτα από την ιστορική πτήση του 1919, συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροπλάνων στο Σίδνεϊ. Το 1929, επιχείρησε να επαναλάβει το κατόρθωμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταξύ Αυστραλίας και Αγγλίας. Το αεροπλάνο υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσγείωση εξαιτίας μηχανικής βλάβης και ενώ πετούσε πάνω από την Ταϋλάνδη, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να εγκαταληφθεί.

Walter Henry Shiers (Πηγή: State Library of South Australia, Β 6100).

Συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροσκαφών. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προΐστατο της υπηρεσίας κατασκευής αλεξιπτώτων. Το 1958, ήταν παρών, ως μοναδικός πλέον επιζών του πληρώματος του 1919, στα εγκαίνια του σχετικού μνημείου στην Αδελαΐδα. Απεβίωσε τον Ιούνιο του 1968, έπειτα από μακρά ασθένεια.

 

Το αεροσκάφος

Το αεροσκάφος τύπου Vimy της εταιρείας Vickers Limited σχεδιάστηκε προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως βομβαρδιστικό. Έλαβε το όνομά του από τη μάχη του Vimy (9-12 Απριλίου 1917), στη βόρεια Γαλλία, με ενεργό συμμετοχή βρετανικών στρατευμάτων προερχομένων από τον Καναδά. Κατά τη δεκαετία του ’20, κατέγραψε πρωτοπόρες επιδόσεις σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων. Τον Ιούνιο του 1919, οι John Alcock and Arthur Brown διέσχισαν για πρώτη φορά στην Ιστορία τον Ατλαντικό Ωκεανό, με ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για το συγκεκριμένο εγχείρημα (είχαν τοποθετηθεί επιπρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, χάρη στις οποίες διευρύνθηκε η ακτίνα αυτοδύναμης πτήσης του αεροπλάνου). Το 1920 οι Pierre van Ryneveld και Quintin Brand επιχείρησαν με αξιοσημείωτη επιτυχία την πρώτη αεροπορική σύνδεση Λονδίνου-Κέηπ Τάουν. Από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, το Vickers Vimy χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και ως επιβατικό αεροσκάφος, έχοντας υποστεί την απαραίτητη μεταποίηση. Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν οι θέσεις των πυροβολητών και μετατράπηκαν κατά περίπτωση σε χώρο για μηχανικούς και επιβάτες. Τόσο σε επίπεδο πολεμικής αεροπορίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής, ο συγκεκριμένος τύπος εξακολουθούσε να διαθέτει δυο ελικοφόρους κινητήρες.

Το αεροσκάφος των αδελφών Smith διατηρήθηκε έπειτα από το πέρας της ιστορικής πτήσης. Το 1953, ξεκίνησε μια ολόκληρη πολεμική σχετικά με την επιλογή του χώρου, που θα το φιλοξενούσε. Το Πολεμικό Μουσείο της Αυστραλίας αρνήθηκε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως το συγκεκριμένο αεροσκάφος δεν είχε αναπτύξει ποτέ στρατιωτική δράση. Ζωηρό ενδιαφέρον για την απόκτησή του εκδήλωσε, αντίθετα, η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας της Αυστραλίας. Αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να φιλοξενηθεί στον υπό κατασκευή, τότε, νέο τερματικό σταθμό του αεροδρομίου της Μελβούρνης ή στον αντίστοιχο του Μπρισμπέϊν. Υπήρξε ακόμη σκέψη ανέγερσης ενός τεχνολογικού μουσείου στην πρωτεύουσα Καμπέρρα.

Το Vickers Vimy με τα διακριτικά G-EAOU και το τετραμελές πλήρωμα. Από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Keith και Ross Smith, ο Walter Shiers και ο Jim Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/8/3).

Τίποτα από τα παραπάνω δεν καρποφόρησε, με αποτέλεσμα η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας να αναγκαστεί, τελικά, να δηλώσει αδυναμία φιλοξενίας του αεροσκάφους. Το 1955, το τελευταίο αποσυναρμολογήθηκε και αποθηκεύθηκε σε υπόστεγο αεροπορικής στρατιωτικής βάσης. Μόλις η είδηση διέρρευσε στον τύπο, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Η Βασιλική Αερολέσχη της Νοτίου Αυστραλίας ενεργοποίησε τη διαδικασία ανέγερσης ειδικού υποστέγου, εντός του οποίου το αεροσκάφος θα εκτίθετο σε δημόσια θέα. Ταυτόχρονα, το κτήριο θα λειτουργούσε και ως μνημείο. Χάρη σε γενναιόδωρες χορηγίες (μεταξύ των οποίων και εκείνη της Vickers Corporation) συμπληρώθηκε το απαιτούμενο ποσό. Η Αερολέσχη ήρθε σε συμφωνία με τις αρχές της Νοτίου Αυστραλίας, οι οποίες παραχώρησαν ειδικό χώρο στο νέο αεροδρόμιο της Αδελαΐδας. Τα έργα κατασκευής του υποστέγου ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1957.

Στο μεταξύ, το αεροσκάφος υπέστη εκτεταμένες ζημιές από φωτιά, η οποία ξέσπασε από άγνωστους λόγους κατά τη μεταφορά οδικώς από την Καμπέρρα προς την Αδελαΐδα. Συγκεκριμένα, καταστράφηκαν ολοσχερώς το άνω φτερό, οι προπέλες και ο ένας από τους δυο κινητήρες. Ωστόσο, η άτρακτος και το κάτω φτερό είχαν παραμείνει άθικτα. Το κόστος της αποκατάστασης ανήλθε στο ποσό των £2,000. Τα εγκαίνια του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου 1958, παρουσία ενός πλήθους 40.000 ατόμων. Από το πλήρωμα της ιστορικής πτήσης παρών ήταν ο μοναδικός επιζών, ο μηχανικός Walter Shiers.

Παρά ταύτα, η οδύσσεια του αεροσκάφους δεν σταμάτησε τότε. Με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε πως ήταν ευάλωτο στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου (το υπόστεγο διέθετε μεγάλες επιφάνειες από γυαλί, ούτως ώστε το έκθεμα μπορεί να διακρίνεται απέξω). Μια νέα αποκατάσταση και συντήρηση σε βάθος πραγματοποιήθηκε το 1981. Διήρκεσε επί πέντε μήνες. Σήμερα, το μνημείο εξακολουθεί να είναι επισκέψιμο, η δε συχνότητα αγγίζει διαστάσεις δημοσίου προσκυνήματος.

Το μνημείο στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Το Vickers Vimy έπειτα από τον δεύτερο γύρο των έργων αποκατάστασης.

 

O αγώνας

Η πρώτη απογείωση (εκτός συναγωνισμού) με προορισμό την Αυστραλία έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 1919 από το αεροδρόμιο Villa Coublay, στα περίχωρα του Παρισιού. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο Étienne Poulet. Στις 9 Δεκεμβρίου εγκατέλειψε τον αγώνα λόγω μηχανικής βλάβης. Στις 21 Οκτωβρίου απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Hounslow του Λονδίνου ένα δεύτερο αεροσκάφος (George Campbell Matthews). Στις 17 Απριλίου 1920 κατέπεσε στο Μπάλι, δίχως, ευτυχώς, ανθρώπινες απώλειες. Τρίτη, κατά σειρά, απογείωση, πάντοτε από το Hounslow ήταν εκείνη του Vickers Vimy των αδελφών Smith, νικήτρια του αγώνα, στις 12 Νοεμβρίου 1919. Έφτασε στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου έπειτα από 27 ημέρες και 20 ώρες. Η πτήση περιγράφεται αναλυτικότερα παρακάτω. Την επομένη, 13 Νοεμβρίου, απογειώθηκε το τέταρτο αεροσκάφος (Roger Douglas). Σχεδόν αμέσως συνετρίβη στο έδαφος, με αποτέλεσμα το διμελές πλήρωμα να βρει τραγικό θάνατο. Στις 21 Νοεμβρίου, ξεκίνησε η πέμπτη πτήση (Valdemar Rendle). Στις 8 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στον κόλπο της Σούδας, στην Κρήτη, εξαιτίας μηχανικής βλάβης, δίχως ανθρώπινες απώλειες. Η τύχη δεν χαμογέλασε στους έκτους διαγωνιζόμενους (Cedric Ernest Howell). Έχοντας απογειωθεί από το Hounslow στις 4 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στη θάλασσα τέσσερις μέρες αργότερα στα ανοικτά της Κέρκυρας. Το διμελές πλήρωμα έχασε τη ζωή του. Στις 8 Ιανουαρίου 1920, ήταν η σειρά του εβδόμου διαγωνιζομένου (Raymond Parer) και ενώ ο αγώνας είχε ήδη κερδηθεί από τους αδελφούς Smith. Η πτήση έφτασε στον προορισμό της έπειτα από επτά (!) μήνες, στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους. Τέλος, αποκλείστηκε για προληπτικούς λόγους η συμμετοχή του Bert Hinkler, ο οποίος φιλοδοξούσε να καλύψει ολομόναχος την τεράστια διαδρομή.

Η διαδρομή και οι επιδόσεις των διαγωνιζομένων.

Το Vickers Vimy των αδελφών Smith απογειώθηκε από το Hounslow το πρωί της 12ης Νοεμβρίου 1919, εν μέσω ομίχλης. Στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους ήταν εγκατεστημένο το πιλοτήριο, με τον κυβερνήτη (Ross Smith) και τον πλοηγό (Keith Smith). Στο πίσω μέρος, υπήρχε ένας δεύτερος χώρος (πρώην θέση πυροβολητών), όπου εγκαταστάθηκαν οι δυο μηχανικοί. Πρώτος σταθμός ήταν η πόλη Λυών της Γαλλίας. Η πυκνή νέφωση παρεμπόδιζε τον ακριβή εντοπισμό. Επωφελούμενος από ένα άνοιγμα, ο Ross Smith κατάφερε να κατεβεί κάτω από τα σύννεφα και να αποκτήσει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης.

Ross Smith flight from London to Australia: London take-off (Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Ως δεύτερος σταθμός είχε προγραμματιστεί η Ρώμη. Ωστόσο, η χρονική καθυστέρηση λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών υπεράνω των Άλπεων, κατέστησε σαφές στο πλήρωμα ότι ήταν αδύνατη η άφιξη στην ιταλική πρωτεύουσα υπό το φως της ημέρας. Κατά συνέπεια, προκρίθηκε η Πίζα, για λόγους ασφαλείας. Όταν, το επόμενο πρωί, το τετραμελές πλήρωμα επέστρεψε στο αεροδρόμιο, βρήκε το αεροσκάφος βουτηγμένο μέσα σε μια λίμνη από λάσπη, εξαιτίας της ισχυρής βροχόπτωσης, που είχε προηγηθεί. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες απεγκλωβισμού, με τη βοήθεια πολλών εθελοντών, δεν κατέστη δυνατή η απογείωση την ημέρα εκείνη.

Πανοραμική άποψη των Άλπεων (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/12B).

Την επομένη, με τον καιρό αισθητά βελτιωμένο, χρειάστηκαν αρκετές ώρες έως ότου το αεροσκάφος καταφέρει, τελικά, να απεγκλωβιστεί. Λίγο μετά από την απογείωση, διαπιστώθηκε απώλεια λαδιού, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αναγκαστική προσγείωση στην κωμόπολη Venturina, στις ακτές της Τοσκάνης. Η αποκατάσταση της βλάβης υπήρξε ταχύτατη και το Vickers Vimy συνέχισε απρόσκοπτα την πτήση του μέχρι τον επόμενο σταθμό, τη Ρώμη. Σειρά είχε, κατόπιν, η διάβαση των Απεννίνων Ορέων με κακό καιρό, μέχρι το λιμάνι του Τάραντα. Ο Ross Smith αναγκάστηκε να πετάξει σε χαμηλό ύψος, κάτω από τα σύννεφα, προκειμένου να έχει συνεχώς ελεύθερο οπτικό πεδίο. Για το σκοπό αυτό, ακολούθησε τις κοιλάδες, έστω και αν μια επιλογή αυτού του είδους διέθετε, εκ των πραγμάτων, υψηλό δείκτη κινδύνου συντριβής στους πέριξ ορεινούς όγκους. Κάτι τέτοιο κόντεψε να συμβεί στην επόμενη διαδρομή (Τάραντας-Κρήτη) κατά μήκος των δυτικών ακτών της Ελλάδας. Πετώντας σε χαμηλό ύψος και με ισχυρή βροχόπτωση, η οποία περιόριζε την ορατότητα, το Vickers-Vimy λίγο έλειψε να συντριβεί σε ένα βραχώδες νησί (ο Ross Smith, στο ημερολόγιό του, δεν προσδιορίζει για ποιο ακριβώς επρόκειτο). Στις 18 Νοεμβρίου, το αεροσκάφος απογειώθηκε από τον κόλπο της Σούδας με προορισμό το Κάϊρο, όπου έφτασε έπειτα από μια πτήση δίχως προβλήματα.

Η άφιξη στη Ρώμη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/11A).

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου είχε προγραμματιστεί μια πολυήμερη ανάπαυλα, για την ανάπαυση του πληρώματος και τον έλεγχο και συντήρηση του αεροσκάφους. Ωστόσο, την επομένη κιόλας ημέρα, 19 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy ξεκίνησε με προορισμό την Δαμασκό. Ο λόγος της επίσπευσης υπήρξε η είδηση πως ο Étienne Poulet βρισκόταν ήδη στην Ινδία. Ο έμπειρος Γάλλος πιλότος, πετούσε εκτός συναγωνισμού, εφόσον δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, τις οποίες είχαν θέσει οι διοργανωτές του αγώνα. Δεν ήταν αυστραλιανής καταγωγής, είχε απογειωθεί από το Παρίσι κι όχι από το Λονδίνο, τέλος, πετούσε με ένα γαλλικό μοντέλο (Caudron G-4). Δεν έπαυε, ωστόσο, να θεωρείται ο επικρατέστερος για την πρώτη, στην Ιστορία, κάλυψη της διαδρομής Ευρώπης-Αυστραλίας. Στις 20 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy απογειώθηκε από την Δαμασκό για την Βαγδάτη. Περί τα 110 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης, έχοντας καθυστερήσει εξαιτίας αντίθετων ισχυρών ανέμων, προσγειώθηκε στο στρατόπεδο του 10ου Συντάγματος Ινδών Λογχοφόρων, στην κωμόπολη Ραμάντι του Ιράκ. Για την απογείωση την επομένη, χρειάστηκε η συνδρομή 50 ανδρών πάντοτε εξαιτίας των ισχυρών ανέμων. Έχοντας ανεφοδιαστεί επαρκώς σε καύσιμα, το αεροσκάφος προσπέρασε τη Βαγδάτη και κατευθύνθηκε προς την Βασόρα, όπου το πλήρωμα διανυκτέρευσε. Οι πτήσεις υπεράνω του Περσικού προς το Καράτσι και από εκεί προς την Ινδία, πραγματοποιήθηκαν δίχως προβλήματα.

Οι Πυραμίδες της Γκίζας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/13A).

Ευρισκόμενοι στη Βομβάη, οι αδελφοί Smith πληροφορήθηκαν πως ο Poulet προπορευόταν με διαφορά μόλις μιας ημέρας, έχοντας προσγειωθεί στο Δελχί. Από το σημείο εκείνο και πέρα, ξεκίνησε ένας ανελέητος αγώνας δρόμου ανάμεσα στα δυο πληρώματα. Ο Γάλλος απογειώθηκε από το Δελχί λίγες ώρες μόνο προτού φτάσει εκεί το Vickers Vimy. Το ίδιο ακριβώς συνέβη όταν, μια ημέρα αργότερα έφτασαν στο Αλλαχαμπάντ και, αργότερα, στην Καλκούτα. Ο Poulet προηγείτο συστηματικά κατά μια ημέρα. Οι Αυστραλοί κατόρθωσαν να τον προσπεράσουν στις 27 Νοεμβρίου, πάνω από τη Βιρμανία. Τα δυο πληρώματα συναντήθηκαν στο έδαφος στη Ρανγκούν. Γνωρίζοντας πλέον ότι είχε ηττηθεί, ο Poulet δέχτηκε να απογειωθεί, τιμής ένεκεν, την επόμενη ημέρα, ταυτόχρονα με το Vickers Vimy. Λίγο αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά τον αγώνα.

Το Taj Mahal σε λήψη από αέρος (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/20C).

Έχοντας, πλέον, απαλλαγεί από την έγνοια του Γάλλου, οι αδελφοί Smith ξεκίνησαν τη διαδρομή εκείνη, η οποία έμελλε να αποδειχθεί η δυσκολότερη όλων. Επρόκειτο για το τμήμα Ρανγκούν-Μπανγκόκ, πάνω από βουνοκορφές με υψόμετρο 2.133 μέτρων (7.000 πόδια), με χαμηλή νέφωση, η οποία επέτρεπε να πετάξει κανείς σε ύψος μόλις 1.220 μέτρων (4.000 πόδια), εφόσον επιδίωκε ασφαλή ορατότητα. Ο Ross Smith επανέλαβε ό,τι είχε πράξει σε προγενέστερο στάδιο: ακολούθησε την χάραξη των κοιλάδων. Γρήγορα, ωστόσο, διαπίστωσε πως οι στενωποί ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες και αποφάσισε να ανεβεί σε ύψος 2.750 μέτρων (9.000 πόδια) και αργότερα 3.350 μέτρων (11.000 πόδια). Ακόμα και τότε, το Vickers Vimy εξακολουθούσε την πορεία του μέσα στα σύννεφα. Πετώντας στα τυφλά κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ψύχους και έλλειψης επαρκούς οξυγόνου ένεκα υψομέτρου, o Ross Smith, ακολουθώντας τους υπολογισμούς του πλοηγού αδελφού του, επιχείρησε μια κάθοδο στα 7.000 και ακολούθως στα 4.000 πόδια. Όλες οι εκτιμήσεις συνηγορούσαν ως προς το ότι το Vickers Vimy είχε αφήσει, πλέον, πίσω του την επικίνδυνη οροσειρά. Πράγματι, όταν αποκαταστάθηκε η ορατότητα, το πλήρωμα διαπίστωσε με ανακούφιση ότι πετούσε πάνω από πεδινή περιοχή.

Το σχέδιο προέβλεπε εν συνεχεία απευθείας κάλυψη της διαδρομής Μπανγκόκ-Σιγκαπούρης στις 2 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το πρώτο σκέλος καλύφθηκε εν μέσω ισχυρής βροχόπτωσης, η οποία ανάγκασε τους αδελφούς Smith σε συνεχή εναλλαγή, μεταξύ τους, της διακυβέρνησης του αεροσκάφους. Κατόπιν τούτου, επελέγη ως ενδιάμεσος (μη προγραμματισμένος) σταθμός η Σινγκόρα, όπου υπήρχαν επαρκή αποθέματα σε καύσιμα. Προσεγγίζοντας τον διάδρομο προσγείωσης, ο Ross Smith διαπίστωσε πως ο τελευταίος είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής. Στη θέση του είχε κατασκευαστεί πρόχειρα ένας διάδρομος από κορμούς δέντρων. Κατάφερε, τελικά, να προσγειώσει το αεροσκάφος πάνω στους κορμούς, με αποτέλεσμα καταφορά ζημιάς στον πίσω τροχό. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη αφορούσε τα αποθέματα καυσίμων, τα οποία αποδείχτηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες της πτήσης (500 μόνο λίτρα, αντί για τα 500 γαλόνια, που είχαν αρχικά αναφερθεί). Το πλήρωμα εξαναγκάστηκε σε επιπρόσθετη διανυκτέρευση, έως ότου μεταφερθούν επιτόπου καύσιμα από το γειτονικό Πενάγκ. Δυο ημέρες αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στη Σιγκαπούρη, όπου και αποφασίστηκε να αποκατασταθούν οι ζημιές, λόγω καλύτερης τεχνικής υποστήριξης. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, καθώς από το όριο των τριάντα ημερών, το οποίο είχαν θέσει οι οργανωτές ως απαράβατη προθεσμία για τον τερματισμό, απέμεναν μόλις οκτώ. Δυο από αυτές, ήταν απαραίτητο να διατεθούν για τις εργασίες επισκευής. Συνεπώς, το αργότερο εντός έξι ημερών, το αεροσκάφος έπρεπε να έχει φτάσει στο Πορτ Ντάρβιν της Αυστραλίας.

Οι εργασίες επισκευής των ζημιών στη Σιγκαπούρη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/24).

Το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy εγκατέλειψε τη Σιγκαπούρη. Έπειτα από πτήση εννέα ωρών, προσγειώθηκε στο Καλιτζάτι της Κεντρικής Ιάβας, τη δε επομένη ημέρα στη Σουραμπάγια της Ανατολικής Ιάβας. Εκεί βούλιαξε κυριολεκτικά μέσα στη λάσπη. Χρειάστηκε να χαθούν άλλες 24 ώρες, να επιστρατευθούν 200 κούληδες και να κατασκευαστεί ένας αυτοσχέδιος διάδρομος από καλάμια μπαμπού, προκειμένου να καταφέρει να επανέλθει στους αιθέρες. Στις 9 Δεκεμβρίου έφτασε στο κεντρικό Τιμόρ, τελευταίο σταθμό πριν από τον τελικό προορισμό. Απέμεναν τα 470 μίλια (756 χιλιόμετρα) πάνω από τη Θάλασσα της Αραφούρα, έως τις βόρειες ακτές της Αυστραλίας. Το τελευταίο τμήμα της διαδρομής διήρκησε επί πέντε ώρες άνετης πτήσης. Στις 15.40 μ.μ. της 10ης Δεκεμβρίου 1919, 27 ημέρες και 20 ώρες έπειτα από την απογείωση από το Hounslow, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο Πορτ Ντάρβιν.

H υποδοχή του Vickers Vimy στο Πορτ Ντάρβιν (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/3/3b).

Παραταύτα, η ιστορία δεν τελείωσε εδώ για τους αδελφούς Smith και το υπόλοιπο πλήρωμα. Βεβαίως, το καταληκτικό σημείο του αγώνα ήταν το Πορτ Ντάρβιν και οι ίδιοι ήταν, πλέον, νικητές. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής υπήρχε το σχέδιο μιας πανηγυρικής πτήσης μέχρι την Αδελαΐδα με κυριότερους ενδιάμεσους σταθμούς το Μπρισμπέϊν, το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Με άλλα λόγια, στα ήδη διατρεχθέντα 14.000 μίλια (22.530 χιλιόμετρα) προστέθηκαν άλλα 3.000 μίλια (4.800 χιλιόμετρα). Η υποδοχή υπήρξε ενθουσιώδης σε κάθε στάση.

Ross Smith’s Flight from London to Australia: Approaching Sydney(Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Στις 14 Φεβρουαρίου 1920, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Μάσκοτ του Σίδνεϊ. Επί εννέα ημέρες, το πλήρωμα παρέστη σε εκδηλώσεις, που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του. Στις 25 Φεβρουαρίου, ήταν η σειρά της Μελβούρνης, με 24 ώρες καθυστέρηση ένεκα μηχανικής βλάβης. Οι επίσημες αρχές και το πλήθος (περί τα 50.000 άτομα), που είχαν συγκεντρωθεί την προηγουμένη στο αεροδρόμιο του Φλέμινγκτον, ενημερώθηκαν τηλεγραφικά για την καθυστέρηση. Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Argus: “Flight not completed. Delay at Henty. Great crowd disappointed”. Η άφιξη αμαυρώθηκε από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα εντός του Φλέμινγκτον, που στοίχισε τη ζωή σε ένα δεκάχρονο αγόρι, το οποίο είχε τρέξει να παραστεί στην υποδοχή. Στις 27 Φεβρουαρίου, σε επίσημο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του πληρώματος στο τοπικό Κοινοβούλιο, ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Billy Hughes, επέδωσε στον Ross Smith το χρηματικό βραβείο των £10,000.

Η επίδοση του χρηματικού βραβείου (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/73).

Ο επίλογος της μεγάλης αυτής αεροπορικής εποποιΐας γράφτηκε στις 23 Μαρτίου στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας, ιδιαίτερης πατρίδας τριών εκ των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Το Vickers Vimy προσγειώθηκε εκεί στις 14.12′ μ.μ.ενώπιον ενός ενθουσιώδους πλήθους 20.000 ατόμων. Είχε προηγηθεί πανηγυρική πτήση πάνω από την πόλη, υπό τον ήχο χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών.

23 Μαρτίου 1920, ο επίλογος της οδύσσειας. Η ενθουσιώδης υποδοχή του Vickers Vimy στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 280/1/19/55).

 

Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας

Η συμπλήρωση, τις ημέρες αυτές, 100 ετών από την ιστορική πτήση των αδελφών Smith, προσέφερε το έναυσμα για την οργάνωση ολόκληρης σειράς επετειακών εκδηλώσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η μεγάλη έκθεση, την οποία οργανώνει η Κρατική Βιβλιοθήκη Νοτίου Αυστραλίας στην Αδελαΐδα και πρόκειται να διαρκέσει έως τις 5 Απριλίου 2020.

Άξια μνείας είναι, επίσης, μια εντυπωσιακή τηλεοπτική παραγωγή διάρκειας μιάς ώρας με τίτλο The Greatest Air Race, η οποία πρωτοπροβλήθηκε προ ημερών, από το αυστραλιανό τηλεοπτικό δίκτυο SBS-TV. Την παρουσιάζει ο Αυστραλός αστροναύτης Andy Thomas.

The Greatest Air Race – Trailer

Η εποποιΐα των αδελφών Smith έθεσε τα θεμέλια για την αεροπορική σύνδεση μεταξύ Ευρώπης και Αυστραλίας. Στις 14 Νοεμβρίου 2019, δυο μέρες έπειτα από τη συμπλήρωση 100 ετών από την απογείωση του Vickers Vimy από το αεροδρόμιο του Hounslow, η αεροπορική εταιρεία Qantas προέβη στην πρώτη δοκιμαστική πτήση μεταξύ Λονδίνου και Σίδνεϊ δίχως ενδιάμεσο σταθμό. Στο αεροσκάφος τύπου Boeing 787-9 Dreamliner επέβαιναν 40 επιλεγμένοι από την εταιρεία επιβάτες. Η πτήση προσέλαβε την κωδική ονομασία Double Sunrise Flight καθώς, για πρώτη φορά στην ιστορία των αεροπορικών μεταφορών, επιβάτες ενός αεροσκάφους υπήρξαν μάρτυρες δυο ανατολών του Ηλίου σε μια συνεχόμενη, δίχως ενδιάμεσο σταθμό, πτήση.

The World’s LONGEST Flight – QANTAS London to Sydney

Τον Νοέμβριο του 1919, η πτήση του Vickers-Vimy διήρκεσε 27 ημέρες και 20 ώρες. Εκατό χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, η πτήση Double Sunrise δεν ξεπέρασε τις 19 ώρες και 17′ . Η εξέλιξη της τεχνολογίας μέσα σε χρονικό διάστημα ενός, μόλις, αιώνα.

Οι εναέριες λήψεις, οι οποίες διανθίζουν το παρόν αφιέρωμα τραβήχτηκαν από τον Ross Smith. Δημοσιεύθηκαν σε ειδική έκδοση μεταξύ των ετών 1919-1922. Αντίτυπο της σπάνιας αυτής έκδοσης έχει καταχωριστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Νοτίου Αυστραλίας με κωδικό PRG 18/33/1.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

MacMillan, Peter, The greatest flight: reliving the aerial triumph that changed the world, Atlanta, Georgia, Turner, 1955.
Eustis, Nelson, The Ross Smith air stamp, Melbourne, Hawthorn Press, 1979.
Price, Archibald Grenfell, The skies remember: the story of Ross and Keith Smith, Sydney, Angus and Robertson, 1969.
Howard, Mark J., Ross Smith and Bert Hinkler, Croydon, Vic., Longmans of Australia, 1967.
Smith, Ross Macpherson, 14,000 Miles through the Air, London, Macmillan and Co, Ltd, 1922.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Clio Turbata 

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Clio Turbata

Όχι, δεν ζηλέψαμε την πατροπαράδοτη Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης, ούτε πρόθεσή μας είναι να επιχειρήσουμε να την υποκαταστήσουμε! Απλώς, διευρύναμε το ρεπερτόριο, θέλοντας να επισημάνουμε δειγματοληπτικά την αστείρευτη ποικιλία μουσικών δημιουργιών, ικανών να εμπνεύσουν κέφι, αισιοδοξία και δίψα για ζωή, που υφίσταται και πέραν της οικογένειας Strauss και των βιεννέζικων βαλς. Σας ευχόμαστε ολόψυχα να υποδεχθείτε τον καινούριο χρόνο με ανάλογα συναισθήματα και ψυχική διάθεση.

 

Emmanuel Chabrier (1841–1894): España, rapsodie pour orchestre

Φρεσκάδα, αυθορμητισμός και ατέρμονη ευφορία είναι τα διακριτικά γνωρίσματα, που διατρέχουν το σύνολο της μουσικής παραγωγής του Emmanuel Chabrier. Στα έργα του δεν υπάρχουν σκιές, μελαγχολία ή πάθη. Μόνο μια αστείρευτη δίψα για ζωή, χαρά, ευθυμία και αγαλλίαση. Όποτε το συναίσθημα αυτό δεν εκφράζεται με εκρηκτικό τρόπο, το παραμικρό υποδηλώνει συγκρατημένη ιλαρότητα. Όταν, όμως, βρίσκει ελεύθερη διέξοδο, τότε το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό. Στα παραπάνω χαρίσματα, πρέπει να προσθέσει κανείς τη δημιουργική φαντασία του συνθέτη, την χαρακτηριστική άνεση, με την οποία κινείται και εκφράζεται, τέλος, ένα πηγαίο ταλέντο ενορχήστρωσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλες αυτές τις αρετές, υιοθέτησε αργότερα συνειδητά, τελειοποιώντας τις, ο μέγας ενορχηστρωτής Maurice Ravel (η στενή συγγένεια, από κάθε άποψη, της España του Chabrier με την Rapsodie espagnole του Ravel, είναι περισσότερο από εμφανής). Το 1882, ο Chabrier επισκέφθηκε την Ισπανία. Γοητευμένος από τους ρυθμούς του φλαμένκο, που άκουγε σε διάφορους δημόσιους χώρους καθώς και στα καφενεία, έσπευσε να κρατήσει πρόχειρες σημειώσεις. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, ψυχαγωγούσε τους φίλους του αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο, στηριζόμενος στις αναμνήσεις και στις σημειώσεις του. Δίχως να το διανοηθεί, αυτή η διαδικασία υπήρξε ο προπομπός μιας εκτυφλωτικής ραψωδίας για μεγάλη ορχήστρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο España, η οποία είδε το φως της ημέρας το 1883 και έκτοτε, θεωρείται το πλέον διαδεδομένο και δημοφιλές έργο του συνθέτη. Παρά το γεγονός ότι ο ήλιος, οι ξέφρενοι ρυθμοί και τα αρώματα της Ισπανίας δεσπόζουν, εν τούτοις, η España δεν αποτελεί την καταγραφή μιας εξωτικής χώρας. Το έργο αποδίδει περισσότερο τις εντυπώσεις ενός τρίτου ατόμου, στο ποσοστό που το ισπανικό στυλ αντιμετωπίζεται με γαλλική φινέτσα και ακρίβεια. Οι ρυθμικές εκρήξεις ξεσπούν όχι παρασυρμένες από πάθος, αλλά με λεπτό χιούμορ και θα μπορούσε να πει κανείς, με συγκαταβατική κατανόηση. Ουδέποτε αμφισβητείται η αγάπη του Chabrier έναντι της πηγής της έμπνευσής του, της Ισπανίας. Μάλιστα, διαδεχόμενη την Carmen του Georges Bizet και την Symphonie espagnole του Edouard Lalo, η España έμελε να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο σε πάμπολλες άλλες συνθέσεις με ανάλογο θέμα (Iberia του Claude Debussy, L’ heure espagnole, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro του Maurice Ravel, Valencia – το τρίτο μέρος από το έργο Escales του Jacques Ibert κ.α.). Την ακούμε από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle. Η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας πραγματοποιήθηκε τον Μάϊο του 2011 στο Teatro Real της Μαδρίτης. Ιδανική επιλογή ως αφετηρία του Πρωτοχρονιάτικου αφιερώματός μας.

 

 

Manuel de Falla (1876–1946) : Danza de la Vida Breve

Εάν η Ισπανία επηρέασε την μουσική παραγωγή σημαντικού αριθμού Γάλλων συνθετών, κυριάρχησε, όπως ήταν επόμενο, στο έργο του Manuel de Falla, του μεγαλύτερου, ίσως, μουσικοσυνθέτη της Ιβηρικής χερσονήσου. Παρά το γεγονός ότι το ύφος του de Falla θυμίζει σε πολλές περιπτώσεις εκείνο των Debussy και Ravel (τα τρία νυκτερικά για πιάνο και ορχήστρα με γενικό τίτλο Noches en los jardines de España – Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας – και το μπαλέτο El sombrero de tres picos- Το τρίκοχο καπέλο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα), εδώ η Ισπανία ξεδιπλώνεται με όλη τη φλόγα, το πάθος, την άγρια γοητεία και και την σκληρή αγριάδα, που την διακρίνουν. To μπαλέτο El amor brujo – Ο μάγος έρωτας – καθώς και η δίπρακτη όπερα La vida breve – Η σύντομη ζωή – διαδραματίζονται αμφότερα στην Ανδαλουσία, με διαλόγους γραμμένους σε τοπική διάλεκτο. Ειδικότερα, το δεύτερο έργο αφηγείται τον παθιασμένο, πλην όμως αδύνατο, έρωτα μιας τσιγγάνας για έναν νεαρό άλλης κοινωνικής τάξεως, ο οποίος φροντίζει να μην αποκαλύψει πως είναι ήδη αρραβωνιασμένος. Η υπόθεση, με έντονα μελοδραματική διάσταση, η οποία παραπέμπει στον ιταλικό βερισμό (θυμίζει, επίσης, αναπόφευκτα τον μεταγενέστερο χρονικά Ματωμένο γάμο του Frederico Garcia Lorca), επιφυλάσσει τραγική κατάληξη στην πρωταγωνίστρια. Η όπερα ανέβηκε για πρώτη φορά σε γαλλική μετάφραση το 1913 στη Νίκαια. Ο Debussy έπεισε τον συνθέτη να επιφέρει ορισμένες μετατροπές. Έτσι, στο τέλος του ιδίου έτους, το έργο παρουσιάστηκε στην οριστική του μορφή στο Παρίσι. Γνωστότερο σημείο είναι ο χορός της δεύτερης πράξης, ο οποίος, πέραν του ότι είναι ωραιότατος, εκτελείται συνήθως ξεχωριστά από την υπόλοιπη όπερα. Τον ακούμε σε διασκευή για δυο κιθάρες από το Dúo del Mar στο Palau de la Música Catalana της Βαρκελώνης.

 

 

Albert Ketèlbey (1875-1959): The Clock and the Dresden Figures

The Clock and the Dresden Figures είναι ένα κομψοτέχνημα από μόνο του, εξίσου λεπτό και εύθραυστο με τις περίφημες πορσελάνες της Δρέσδης, στις οποίες αναφέρεται. O Albert William Ketèlbey, με καταγωγή από το Μπέρμινγκχαμ, έζησε και σταδιοδρόμησε στο Λονδίνο. Υπήρξε πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας. Ωστόσο, έχει παραμείνει γνωστότερος ως συνθέτης ορχηστρικών έργων μικρής διάρκειας και ευρείας αποδοχής (light music), ενός λιγότερο σοβαρού και απαιτητικού είδους μουσικής, που ευδοκίμησε στη Δυτική Ευρώπη από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, υπήρξε ο πρώτος εκατομμυριούχος μουσικοσυνθέτης, χάρη στα πνευματικά δικαιώματα επί των έργων του. Παρτιτούρες και ηχογραφήσεις των τελευταίων κυκλοφορούσαν σε ευρεία κλίμακα. Η μεγάλη απήχηση οφείλεται σε δυο στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζουν τη μουσική του. Ένα πρώτο εξωτικό (έργα όπως τα In a Persian Market, In a Chinese Temple Garden, In the Mystic Land of Egypt και Blue Hawaiian Waters, που εξήπταν τη φαντασία του κοινού) και ένα δεύτερο αμιγώς βρετανικό (In a Monastery Garden, Bells across the Meadows και Cockney Suite). Πρέπει, επίσης, να προσμετρηθεί και ο απλός και ιδιαίτερα ελκυστικός τρόπος γραφής. Το άστρο του άρχισε να δύει κατά τη διάρκεια και έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο The Clock and the Dresden Figures, έργο γραμμένο για πιάνο και συνοδεία μικρής ορχήστρας, δυο φιγούρες από πορσελάνη, οι οποίες βρίσκονται εκατέρωθεν ενός ρολογιού, ζωντανεύουν χορεύοντας στον μετρονομικό ρυθμό του μηχανισμού του τελευταίου. Μόλις, όμως, αυτό παύει να λειτουργεί σωστά, επανέρχονται πειθήνια στην αρχική τους θέση. Για την ακρόαση του δροσερού αυτού έργου, επελέγη μια ιστορικής σημασίας ηχογράφηση. Χρονολογείται από το 1930, έτος της πρώτης εκτέλεσης. Ο συνθέτης διευθύνει την επονομαζόμενη Albert W. Ketèlbey’s Concert Orchestra.

Zequinha de Abréu (1880-1935): Tico-Tico no fubá

Tico-Tico no fubá στα πορτογαλικά σημαίνει “¨Ενα σπουργίτι στο καλαμποκάλευρο”. Είναι ο τίτλος του δημοφιλέστερου τραγουδιού του Βραζιλιάνου συνθέτη José Gomes de Abréu, γνωστότερου ως Zequinha de Abréu, σε στίχους του Aloysio de Oliveira (1917). Η καθ όλα κεφάτη και ρυθμική αυτή μουσική, γνώρισε τεράστια απήχηση εντός και εκτός συνόρων της χώρας. Μάλιστα, έχει υποστεί σειρά ολόκληρη από διασκευές για μεμονωμένα όργανα (κιθάρα από τον Paco de Lucia τo 1967, ηλεκτρονικό όργανο τύπου Hammond από την Ethel Smith το 1944) ή, ακόμα, για συμφωνική ορχήστρα. Ακούστηκε ως υπόκρουση στις κινηματογραφικές ταινίες Saludos Amigos του Walt Disney (1942), Bathing Beauty (1944), Copacabana (1947) και Radio Days του Woody Allen (1987). Το 1952 γυρίστηκε από την εταιρεία Companhia Cinematográfica Vera Cruz της Βραζιλίας, μια βιογραφική ταινία για τον συνθέτη, η οποία φέρει τον τίτλο Tico-Tico no fubá. Το έργο εκτελέστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, στην τελετή λήξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2016, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, καθώς και το 2001, στην καθιερωμένη εορταστική συναυλία της 31ης Δεκεμβρίου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του γεννηθέντος στην Αργεντινή διάσημου αρχιμουσικού Daniel Barenboim. Την τελευταία αυτή ερμηνεία επιλέξαμε για το παρόν αφιέρωμα.

 

Darius Milhaud (1892-1974): Scaramouche Brazileira, Op. 165b

To 1937, o Γάλλος συνθέτης Darius Milhaud, μέλος της επονομαζόμενης Ομάδας των Έξι (Georges Auric, Louis Durey, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre), συνέθεσε την μουσική υπόκρουση για το θεατρικό έργο του Μολιέρου Le médecin volant, διασκευασμένο για παιδιά. Η παράσταση ανέβηκε στο θέατρο Scaramouche του Παρισιού, από το οποίο η σύνθεση του Milhaud πήρε τελικά το όνομά της. Στην αρχική της εκδοχή, γράφηκε για σαξόφωνο ή κλαρινέτο και ορχήστρα (έργο 165). Αργότερα, ο ίδιος ο συνθέτης τη μετέγραψε δυο φορές. Πρώτα για δυο πιάνα (έργο 165b) και κατόπιν για σαξόφωνο/κλαρινέτο και πιάνο (έργο 165c). Αποτελείται από τρία μέρη με τις ενδείξεις, αντίστοιχα, 1. Vif et Joyeux, 2. Modéré: Sur un thème expressif et mélancolique και 3. Brazileira: Samba endiablée sud-américaine. Σημειωτέον ότι δεν είναι η πρώτη φορά, που ο Milhaud προσφεύγει στη χρήση λατινοαμερικανικών ρυθμών. Στο μπαλέτο, που φέρει τον σουρεαλιστικό τίτλο Le boeuf sur le toit – Το βόδι πάνω στη στέγη (επρόκειτο για το όνομα του παρισινού καμπαρέ, στο οποίο σύχναζαν οι Milhaud και Jean Cocteau, συγγραφέας του σεναρίου του μπαλέτου), ο συνθέτης παραθέτει μια σειρά τριάντα, περίπου, παραλλαγών του ιδίου βραζιλιάνικου λαϊκού μουσικού θέματος (choro), σε ρυθμούς σάμπας και ταγκό. O Milhaud έζησε στη Βραζιλία μεταξύ των ετών 1917 και 1919. Υπηρετώντας τότε στο διπλωματικό σώμα, είχε τοποθετηθεί εκεί ως γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας, υπό τον πρέσβυ και γνωστό ποιητή Paul Claudel. Τη “διαβολική σάμπα” του Scaramouche ακούμε παιγμένη από δυο κορυφαίους νοτιοαμερικανούς πιανίστες: την Αργεντινή Martha Argerich και τον Βραζιλιάνο Nelson Freire.

 

Aram Khachaturian (1903-1978): Sabre Dance

Από κοινού με τους Sergei Prokoviev, Sergei Rachmaninov, Dmitri Shostakovich και Aleksandr Scriabin (o Igor Stravinsky δεν συγκαταλέγεται σε αυτή την κατηγορία, καθότι σταδιοδρόμησε στη Δύση), ο αρμενικής καταγωγής Aram Khachaturian θεωρείται από τους αντιπροσωπευτικότερους μουσικοσυνθέτες της ΕΣΣΔ. Όπως και οι υπόλοιποι, υπέστη τα γνωστά προβλήματα με το επίσημο καθεστώς, το οποίο τον κατηγόρησε για αστικό φορμαλισμό. Μετά από τον θάνατο του Stalin το 1953, ο Khachaturian αποποιήθηκε την κατηγορία, ονομάστηκε «Καλλιτέχνης του Λαού της Σοβιετικής Ένωσης» και το 1959 τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το βραβείο Λένιν. Η μουσική του έχει έντονο ανατολίτικο χρώμα, πράγμα που οφείλεται στην επιρροή από την αρμενική παράδοση, την οποία μελέτησε πολύ προσεκτικά. Επίσης, επηρεάστηκε και από τις νέες τάσεις που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην υπόλοιπη Ευρώπη, καταφέρνοντας να τις αξιοποιήσει με πολύ μέτρο και πάντοτε σε συνδυασμό με τη μουσική παράδοση. Το 1942 συνέθεσε το μπαλέτο Gayane, απόσπασμα από την τελευταία πράξη του οποίου είναι ο Χορός των σπαθιών, ένα κομμάτι άγριας ομορφιάς, που τον έκανε διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ίδιος θεωρούσε πως η παραπάνω αδιαμφισβήτητη επιτυχία είχε στρέψει την προσοχή του κόσμου από την υπόλοιπη παραγωγή του. Παρατίθεται υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle, στο πλαίσιο της εορταστικής συναυλίας της 31ης Δεκεμβρίου 2013, στην αίθουσα της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου.

 

Dmitri Shostakovich (1906-1975): Tahiti Trot, Op. 16

O Dmitri Shostakovich επιφύλαξε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις και συνάμα αδιαμφισβήτητες αποδείξεις του πηγαίου ταλέντου του όταν, το 1927, σε ηλικία μόλις 21 ετών, συνέθεσε το έργο, που συμπεριλάβαμε στο σημερινό αφιέρωμα. Οι συνθήκες της σύνθεσης είναι τόσο ιδιάζουσες, ώστε αξίζει να μνημονευτούν. Πρόκειται για το προϊόν ενός στοιχήματος ανάμεσα στον Shostakovich και τον αρχιμουσικό Nikolai Malko. Οι δυο άνδρες μόλις είχαν ακούσει μια ηχογράφηση του τραγουδιού Tahiti Trot, του Boris Fomin, βασισμένου στη γνωστή μεγάλη επιτυχία Tea for Two. Διακύβευμα του στοιχήματος, αξίας 100 ρουβλίων, ήταν κατά πόσο ή όχι ο Shostakovich ήταν σε θέση να αποκαταστήσει από μνήμης, μέσα σε χρονικό διάστημα 60΄, την ενορχήστρωση του Fomin. Η όλη διαδικασία δεν χρειάστηκε να ξεπεράσει τα 45΄. Ο Shostakovich εξήλθε νικητής, εμφυσώντας ζωή, χάρη στην παραπάνω άσκηση, σε ένα μικρό αριστούργημα. Λίγο αργότερα, το Tahiti Trot ενσωματώθηκε στο μπαλέτο The Golden Age (Золотой век) του ιδίου συνθέτη, που εξιστορεί τις περιπέτειες μιας σοβιετικής ομάδας ποδοσφαίρου, η οποία περιοδεύει στη Δυτική Ευρώπη. Για σήμερα, επιλέξαμε μια διασκευή για κουϊντέτο πνευστών οργάνων. Ερμηνεύεται από το Carion Wind Quintet.

 

 

George Enescu (1881-1955): Rapsodia Română Nr. 1, Op. 11

Δεινός βιολιστής, πιανίστας, μαέστρος, συνθέτης και καθηγητής, ο George Enescu είναι αντικείμενο πραγματικής λατρείας στη χώρα του. Το χωριό, όπου γεννήθηκε, το Κρατικό Ωδείο και η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βουκουρεστίου φέρουν τιμητικά το όνομά του, ενώ, κάθε φθινόπωρο, οργανώνεται στη μνήμη του ένα περιώνυμο μουσικό φεστιβάλ. Από τα δημοφιλέστερα έργα του είναι οι δυο Ρουμανικές Ραψωδίες για ορχήστρα (αρ. 1 σε Λα Μείζονα και αρ.2 σε Ρε Μείζονα), εμπνευσμένες από λαϊκά παραδοσιακά μουσικά θέματα. Συνάμα, είναι έργα, τα οποία απαιτούν μεγάλες δεξιοτεχνικές ικανότητες, αναδεικνύοντας, με τον τρόπο αυτό, τις αρετές ενός ορχηστρικού συνόλου. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα το 1903 στο Βουκουρέστι, στην αίθουσα Ateneul Român (Ρουμανικό Αθήναιον), υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Πρέπει, όμως, να γίνει αναφορά και στην εκτέλεση, η οποία επελέγη. Ο Ρουμάνος Sergiu Celibidache, θεωρείται διεθνώς, ως ένας από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς του 20ού αιώνα, με αναγνωρισμένη σταδιοδρομία (διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, της Ορχήστρας της Στοκχόλμης και εκείνης της Στουτγάρδης, της Εθνικής Ορχήστρας της Γαλλίας και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μονάχου). Αν και ιδιοσυγκρασιακός ως προς την αντίληψη των έργων που ερμήνευε, η κάθε του συναυλία εθεωρείτο μουσικό γεγονός, καθώς ήταν κάθετα αντίθετος στις ηχογραφήσεις, πιστεύοντας πως ήταν αδύνατο να αποδώσουν την ώσμωση ανάμεσα στους εκτελεστές και το κοινό, δηλαδή την πεμπτουσία μιας ζωντανής συναυλίας. Τρανή απόδειξη αποτελεί το βίντεο που ακολουθεί. Η μαγνητοσκόπηση πραγματοποιήθηκε το 1978, στην ίδια αίθουσα και με την ίδια ορχήστρα της πρώτης εκτέλεσης του έργου.

 

Claude Debussy (1862-1918): Golliwoggs Cakewalk

To Golliwogg’s Cakewalk είναι το τελευταίο μέρος της σουΐτας για πιάνο, που ο Claude Debussy συνέθεσε μεταξύ των ετών 1906 και 1908 επιλέγοντας τον γενικό τίτλο Children’s Corner. Το έργο είναι αφιερωμένο στην κόρη του, Claude-Emma, την οποία ο συνθέτης συνήθιζε να αποκαλεί χαϊδευτικά Chou-Chou. To καθένα από τα έξι μέρη του έργου φέρει από έναν τίτλο στα αγγλικά (Doctor Gradus ad Parnassum, Jimbo’s Lullaby, Serenade for the Doll, The Snow Is Dancing, The Little Shepherd, Golliwogg’s Cakewalk), μια χειρονομία ευαρέσκειας του Debussy προς την Αγγλίδα γκουβερνάντα της κόρης του. Την εποχή της σύνθεσης του έργου, ήταν της μόδας τα Golliwoggs, χαρακτήρες, τους οποίους είχε επινοήσει σε μια σειρά από παιδικά μυθιστορήματα η συγγραφέας Florence Kate Upton. Επρόκειτο για κούκλες κατασκευασμένες από πανί (Rag Dolls). To Cakewalk (το δεύτερο συστατικό του τίτλου του συγκεκριμένου μέρους του Children’s Corner) ήταν χορός στο πλαίσιο συγκεκριμένου διαγωνισμού, ο νικητής του οποίου επιβραβευόταν με ένα κομμάτι κέικ. Το Golliwogg’s Cakewalk είναι ένα Ragtime, που περιγράφει τον χορό μιας παιδικής κούκλας. Στο αργό μέρος, στο μέσο ακριβώς, υπάρχει μια καλοπροαίρετη σατιρική αναφορά στον Richard Wagner, με τη συμπερίληψη μιας φράσης από την όπερα Tristan und Isolde και την ιδιόχειρη ένδειξη του Debussy, στο περιθώριο της παρτιτούρας, ότι το συγκεκριμένο σημείο “πρέπει να αποδίδεται με πάθος”. Το δροσερό αυτό έργο ερμηνεύεται από την Κινέζα Chenyin Li.

 

Jacques Offenbach (1819-1880): Orphée aux enfers Galop inférnal

Ποιός δεν γνωρίζει το French Can-Can, το θέαμα του τέλους του 19ου αιώνα, που αποθανατίστηκε από τη μουσική του Jacques Offenbach, τις αφίσες του Toulouse-Lautrec, τα Folies Bergère και το Moulin Rouge; Γύρω στο 1850, στο Παρίσι, λανσαρίστηκε ένας νέος χορός, διάρκειας οκτώ, περίπου, λεπτών, επάνω σε ξέφρενο ρυθμό. Με απίστευτη ευλυγισία, στα όρια της ακροβασίας, και με προκλητική, για την εποχή εκείνη, αμφίεση, οι χορεύτριες κατέκτησαν το Παρίσι και τον κόσμο ολόκληρο. Τ0 1868, τη φορά αυτή στο Λονδίνο, με τίτλο French Can-Can, επινοήθηκε ένα μουσικό θέαμα με βάση τον ίδιο χορό, το οποίο μεταφέρθηκε ταχύτατα στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Λειτουργούσε, κατά κάποιο τρόπο, ως απαύγασμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης των γυναικών. Η μουσική υπόκρουση ήταν γραμμένη σε φρενήρεις ρυθμούς, ανάλογους με εκείνους που απαιτούσε το θέαμα. Δημοφιλέστερη όλων ήταν ο καταχθόνιος καλπασμός (galop inférnal) από τη δεύτερη πράξη του Ορφέα στον Άδη (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach, του εμβληματικού μουσικοσυνθέτη της περιόδου του καθεστώτος της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Ούτε ο Ορφέας στον Άδη, ούτε ο καταχθόνιος καλπασμός γράφτηκαν για τον σκοπό αυτό. Πρωτοπαίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία το 1858 στο Παρίσι, παρά τις πολλές αντιδράσεις περί χυδαίας βεβήλωσης μιας μακραίωνης πολιτισμικής κληρονομιάς (η υπόθεση σατιρίζει έναν αρχαίο ελληνικό μύθο). Ο ρυθμός του καλπασμού ήταν εκείνος που ταίριαξε, αργότερα, με τις απαιτήσεις του French Can-Can, με αποτέλεσμα τα δυο είδη να ταυτιστούν το ένα με το άλλο. Τον ακούμε σε μια πρωτότυπη διασκευή για ντραμς, με την αρχική μουσική σε play-back.

 

Leonard Bernstein (1918-1990): Swing

Η περισσότερο δημοφιλής σύνθεση του προικισμένου Αμερικανού συνθέτη και αρχιμουσικού Leonard Bernstein, είναι, μακρόθεν, το West Side Story. Στην επιτυχία αυτή συνέβαλε αποφασιστικά και η πολυβραβευμένη κινηματογραφική ταινία, η οποία, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μετέφερε στην οθόνη το έργο, που είχε ανεβεί νωρίτερα ως μιούζικαλ στο Broadway. Το West Side Story (1957) είναι το τελευταίο σκέλος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα τη Νέα Υορκη. Είχαν προηγηθεί τα On the Town (1944) και Wonderful Town (1953). Σε αντιδιαστολή με το West Side Story, όπου κυριαρχεί η βία, τα υπόλοιπα δυο έργα πραγματεύονται ευχάριστες και κεφάτες καταστάσεις της καθημερινής πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την ευρηματική μουσική του συνθέτη. Ειδικότερα, το Wonderful Town περιγράφει τις περιπέτειες των δυο αδελφών Ruth και Eileen Sherwood από το Columbus, Ohio, οι οποίες καταφθάνουν για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη και χάνονται μέσα στη χοάνη της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η μουσική του Bernstein είναι θεσπέσια, με μια σειρά τραγουδιών, που άφησαν εποχή (Christopher Street, Ohio, Conquering New York, One Hundred Easy Ways to Lose a Man, Pass the Football, A Little Bit in Love, Conga, My Darlin’ Eileen, It’s Love). Το γνωστότερο, ενδεχομένως δε και το καλύτερο, είναι το Swing, το οποίο διαδραματίζεται στο Village Vortex, νυκτερινό κέντρο του Greenwich Village, συνοικίας όπου εκτυλίσσεται το σύνολο της υπόθεσης. Ερμηνεύεται από την εξαίρετη Καναδή τραγουδίστρια Jasmine Roy, μοναδική στο είδος του μιούζικαλ.

 

George Gershwin (1898-1937): Rhapsody in Blue

Στις 31 Δεκεμβρίου 2015, παραμονή Πρωτοχρονιάς, στη Semper Oper της Δρέσδης, ο απαράμιλλης δεξιοτεχνίας πιανίστας από την Κίνα, Lang Lang, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης (μια από τις καλύτερες και παλαιότερες του κόσμου), υπό τη διεύθυνση του Christian Thielemann, έδωσαν μια μεγαλειώδη εκτέλεση της Γαλάζιας Ραψωδίας του George Gershwin, με την ακρόαση της οποίας ολοκληρώνεται το αποψινό αφιέρωμα. Παρά το γεγονός ότι απεβίωσε σε νεαρή ηλικία, ο Gershwin άφησε μια αξιόλογη μουσική παραγωγή (τα συμφωνικά έργα An American in Paris και Cuban Overture, το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, την όπερα Porgy and Bess, τα τραγούδια I Got Rhythm, Summertime, Fascinating Rhythm, S’Wonderful κ.α.), που τον έκαναν γνωστό ανά τον κόσμο, χάρη στον αυθορμητισμό και το πηγαίο ταλέντο που την διακρίνουν. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Ravel, όταν ο νεαρός Gershwin του ζήτησε να τον συμβουλεύσει: “Γιατί θέλεις να γίνεις ένας Ravel δεύτερης διαλογής, τη στιγμή που μπορείς κάλλιστα να είσαι ένας Gershwin πρώτου μεγέθους;” Η Γαλάζια Ραψωδία γράφτηκε το 1924 για σόλο πιάνο και jazz band (η μεταγραφή για πιάνο και συμφωνική ορχήστρα, την οποία ακούμε, έγινε το 1942 από τον Ferde Grofé). Αρχική πρόθεση ήταν να ονομαστεί American Rhapsody, καθώς ο ίδιος ο συνθέτης προσομοιάζει το έργο ως “Αμερικανικό μουσικό καλειδοσκόπιο”. O οριστικός τίτλος οφείλεται στον αδελφό του, ως επακόλουθο μιας επίσκεψης του τελευταίου σε έκθεση με έργα του Βρετανού ζωγράφου James Whistler. Πηγή έμπνευσης της ιδέας ήταν ο πίνακας Nocturne In Blue And Green of the Thames at Chelsea. Ο τίτλος Rhapsody in Blue θα αντανακλούσε την ώσμωση ανάμεσα στον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το έργο συνέχισε να γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και έπειτα από τον θάνατο του Gershwin. Προβλήθηκε σε πάμπολλες περιστάσεις, όπως, το 1984, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες, οπότε και εκτελέστηκε από 84 πιανίστες ή το 2000, όταν συμπεριλήφθηκε στη δεύτερη εκδοχή της Φαντασίας της εταιρείας Walt Disney. Περισσότερο πετυχημένη υπήρξε, πάντως, η επένδυση, το 1979, της κινηματογραφικής ταινίας Manhattan, του Woody Allen. Από τo πάντρεμα των νοσταλγικών μαυρόασπρων λήψεων της Νέας Υόρκης και της μαγευτικής μουσικής του Gershwin προέκυψε ένα ασυναγώνιστο αποτέλεσμα, πλημμυρισμένο από λυρισμό και ποίηση.

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Διονύσης Χουρχούλης: Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Διονύσης Χουρχούλης

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Νάσερ απεβίωσε και ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της Αιγύπτου, Ανουάρ Σαντάτ, ανέλαβε την ηγεσία της χώρας. Κύριος στόχος του Σαντάτ ήταν να επιτύχει την επιστροφή στην Αίγυπτο της Χερσονήσου του Σινά (η περιοχή είχε περιέλθει υπό ισραηλινή κατοχή κατά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967). Ετσι, συνέχιζε να εξοπλίζει τις αιγυπτιακές δυνάμεις με σύγχρονο σοβιετικό υλικό και να βελτιώνει την εκπαίδευση και τον επιτελικό σχεδιασμό με τη βοήθεια Σοβιετικών συμβούλων. Παράλληλα, όμως, προσπάθησε με άκρα μυστικότητα να επιτύχει τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ προκειμένου να επιτευχθεί γενική συμφωνία ειρήνης με όρους ανεκτούς για τους Αραβες και αποχώρηση των Ισραηλινών από τα Κατεχόμενα ή έστω από το Σινά. Τον Ιούλιο του 1972 ο Σαντάτ διέταξε αιφνιδιαστικά την αποχώρηση των σοβιετικών μάχιμων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αίγυπτο από το 1969-70 (την περίοδο του «Πολέμου της Φθοράς» Ισραήλ – Αιγύπτου), όχι όμως και των περίπου 2.000 στρατιωτικών συμβούλων, που συνέχισαν το έργο της αναδιοργάνωσης των αιγυπτιακών δυνάμεων. Ωστόσο, τότε και τα επόμενα έτη γινόταν λανθασμένα λόγος για «εκδίωξη των συμβούλων».

Η πρωτοβουλία του Σαντάτ ανταποκρινόταν στο κοινό αίσθημα των Αιγυπτίων και αποσκοπούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα στις ΗΠΑ ότι η Αίγυπτος ήταν πρόθυμη να απεμπλακεί από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής αν η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πολιτική της πλήρους υποστήριξης του Ισραήλ. Πιθανότατα ένα ακόμα κίνητρο ήταν η άσκηση πίεσης στη Σοβιετική Ενωση προκειμένου η τελευταία να διαθέσει αυξημένες ποσότητες οπλισμού και ακόμα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα στην Αίγυπτο. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στη χειρονομία του Σαντάτ. Αλλά και η ισραηλινή ηγεσία απέρριπτε εξακολουθητικά κάποια ειρηνική διευθέτηση που δεν θα ικανοποιούσε πλήρως τις ισραηλινές επιδιώξεις και είχε εφησυχάσει, θεωρώντας τους Αραβες αμελητέα στρατιωτική δύναμη – ιδίως μετά και την αποχώρηση των Σοβιετικών «συμβούλων».

Η πρωθυπουργός Γκόλντα Μέιρ, ηγέτις του Ισραήλ στον πόλεμο του 1973.

Αιφνιδιασμός από Αίγυπτο – Συρία

Tον Οκτώβριο του 1972 η Μόσχα και το Κάιρο αποκατέστησαν τις σχέσεις τους και ανανέωσαν τη στρατιωτική συνεργασία τους. Παρά τη συνέχιση χορήγησης γενναιόδωρης στρατιωτικής βοήθειας, η Σοβιετική Ενωση είχε επανειλημμένως προειδοποιήσει την Αίγυπτο να μην ξεκινήσει νέο πόλεμο με το Ισραήλ. Οι Σοβιετικοί δεν είχαν εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνατότητες των Αιγυπτίων (και γενικότερα των Αράβων), ενώ θεωρούσαν ότι ένας νέος αραβοϊσραηλινός πόλεμος ενείχε τον κίνδυνο διπλωματικής αναμέτρησης, ίσως και στρατιωτικής εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων. Ωστόσο, η σοβιετική στάση δεν πτόησε τον Σαντάτ και τον Σύριο ηγέτη Χαφέζ αλ Ασαντ. Τον Απρίλιο του 1973 συνομολόγησαν συμμαχία και άρχισαν μυστικά να προετοιμάζονται για πόλεμο. Ακόμα, ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει τη Σαουδική Αραβία, η οποία υποσχέθηκε να υποστηρίξει πολιτικά και διπλωματικά την Αίγυπτο και τη Συρία, χρησιμοποιώντας κυρίως το «όπλο» του πετρελαίου.

Αυτή τη φορά ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι που κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν πλήρως το Ισραήλ, εξαπολύοντας ταυτόχρονη αιφνίδια επίθεση στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ και στο Σινά, καθώς και στα Υψίπεδα του Γκολάν, στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής και αργίας για τους Εβραίους (Yom Kippur, Ημέρα της Εξιλέωσης ή Σκηνοπηγίας). Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι αραβικές δυνάμεις σημείωσαν αξιοσημείωτες και μάλλον ανέλπιστες επιτυχίες. Ιδίως οι Αιγύπτιοι, με παράτολμη επιχείρηση μετέφεραν ισχυρές δυνάμεις ανατολικά της Διώρυγας του Σουέζ και προέλασαν στο Σινά. Επιτυχίες είχαν και οι Σύριοι. Σκληρές μάχες μεταξύ χιλιάδων ισραηλινών, αιγυπτιακών και συριακών αρμάτων έλαβαν χώρα στα δύο μέτωπα. Επίσης, αυτή τη φορά η ισραηλινή αεροπορία, στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον αγώνα των ισραηλινών χερσαίων δυνάμεων, υπέστη βαριές απώλειες από τους σοβιετικής κατασκευής αντιαεροπορικούς πυραύλους της Αιγύπτου και της Συρίας. Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησαν οι αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι και έπειτα από τρεις ταπεινωτικές ήττες, το 1948, το 1956 και το 1967, τα αραβικά ΜΜΕ μετέδιδαν εικόνες αιχμαλώτων Ισραηλινών στρατιωτών και κατεστραμμένων ισραηλινών αρμάτων, τεθωρακισμένων οχημάτων και αεροσκαφών, προκαλώντας ένα κλίμα ενθουσιασμού και ψυχικής ανάτασης στην αραβική κοινή γνώμη.

Ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν (αριστερά) και ο στρατηγός Αριέλ Σαρόν στο προγεφύρωμα της Διώρυγας του Σουέζ τον Οκτώβριο του 1973.

Ευρισκόμενο ήδη σε δύσκολη θέση, το Ισραήλ ζήτησε από τις ΗΠΑ την άμεση αποστολή οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Αρχικά οι Αμερικανοί δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν ενεργά στον πόλεμο και υιοθέτησαν στάση αναμονής. Ομως, στις 9 Οκτωβρίου η ΕΣΣΔ άρχισε να ανεφοδιάζει την Αίγυπτο με πρόσθετο πολεμικό υλικό, ενώ τα επόμενα κρίσιμα 24ωρα υπήρξαν διαρροές ότι αν οι Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση με συμβατικά όπλα, δεν θα δίσταζαν να καταφύγουν σε χρήση πυρηνικών όπλων. Μια τέτοια εξέλιξη, βέβαια, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλούσε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της κρίσης. Ετσι, και καθώς εν τω μεταξύ αυξάνονταν οι πιέσεις του φιλοϊσραηλινού λόμπι εντός και εκτός Κογκρέσου, στις 13 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ εγκαινίασαν μια γιγαντιαία επιχείρηση ανεφοδιασμού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, κυρίως από αέρος.

Αντεπίθεση και νίκη των ισραηλινών δυνάμεων

Τις αμέσως επόμενες ημέρες οι ισραηλινές δυνάμεις ανέλαβαν σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν ήδη από τις 10 Οκτωβρίου νικήσει τον συριακό στρατό και αντεπιτεθεί στο Γκολάν, απειλώντας πλέον την ίδια τη Δαμασκό. Εν τω μεταξύ, στο άλλο μέτωπο, στη Χερσόνησο του Σινά, έλαβε χώρα στις 14 Οκτωβρίου η μεγαλύτερη αρματομαχία της μεταπολεμικής ιστορίας. Οι Ισραηλινοί είχαν συνέλθει από τον αρχικό αιφνιδιασμό και αμύνονταν σε καλά οργανωμένες θέσεις και οι Αιγύπτιοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Από την επομένη, 15 Οκτωβρίου, εκδηλώθηκε και ισραηλινή αντεπίθεση που πολύ σύντομα απείλησε με περικύκλωση μια αιγυπτιακή στρατιά, αλλά και με ολοκληρωτική καταστροφή τον αιγυπτιακό στρατό.

Τότε η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε να παρέμβει διπλωματικά, καλώντας μάλιστα σε από κοινού αμερικανοσοβιετική παρέμβαση προκειμένου να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Επειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας, συμφωνήθηκε η σύνταξη ενός κειμένου, το οποίο υιοθετήθηκε και από τον ΟΗΕ στις 22 Οκτωβρίου, που καλούσε σε άμεση κατάπαυση του πυρός και έπειτα σε έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών ανάμεσα στους Αραβες και στο Ισραήλ. Η Αίγυπτος αποδέχθηκε αμέσως το ψήφισμα του ΟΗΕ, αλλά οι Ισραηλινοί συνέχισαν την πολεμική προσπάθειά τους επιχειρώντας να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Ετσι, στις 24 του μήνα η σοβιετική πλευρά διεμήνυσε στις ΗΠΑ ότι αν οι υπερδυνάμεις δεν δρούσαν από κοινού, στέλνοντας και ειρηνευτικές δυνάμεις στην περιοχή ώστε οι εχθροπραξίες να λήξουν άμεσα, τότε οι Σοβιετικοί ενδεχομένως θα δρούσαν μονομερώς.

Την κατάπαυση του πυρός με τις συριακές δυνάμεις στα Υψώματα του Γκολάν πανηγυρίζουν Ισραηλινοί στρατιώτες. ASSOCIATED PRESS

Η σοβιετική προειδοποίηση προσωρινά προκάλεσε δυσανάλογη αντίδραση στην Ουάσιγκτον. Τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, δίχως περαιτέρω διαβούλευση με τους Σοβιετικούς, αλλά και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των συμμάχων τους, οι ΗΠΑ έθεσαν τις πυρηνικές δυνάμεις τους σε ύψιστη πολεμική ετοιμότητα. Η υπερβολική –έως αψυχολόγητη– αυτή ενέργεια προκάλεσε την αμηχανία και την οργή των Δυτικοευρωπαίων, ενώ η Μόσχα αποφάσισε να μην κλιμακώσει την αντιπαράθεση και να μην πάρει ανάλογα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η επικίνδυνη κλιμάκωση της κρίσης. Αλλωστε είχε ήδη προκληθεί μεγάλη ένταση και είχαν σημειωθεί επεισόδια στη Μεσόγειο μεταξύ του αμερικανικού Εκτου Στόλου και του σοβιετικού στόλου της Μεσογείου.

Παράλληλα, δρομολογείτο και η κατάπαυση του πυρός, αφού το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ άσκησε έντονες πιέσεις στο Ισραήλ να τερματίσει τις εχθροπραξίες. Πράγματι, στις 27 Οκτωβρίου 1973, Ισραηλινοί και Αιγύπτιοι αξιωματικοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν τους όρους της ανακωχής.

Τους επόμενους μήνες οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες απαγκίστρωσης των στρατευμάτων των πρώην εμπολέμων από τα πεδία των μαχών, ώστε να αποφευχθεί η αναζωπύρωση της έντασης στη μεθόριο.

Συνέπειες για όλους τους εμπλεκομένους

Καταρχάς το Ισραήλ απέδειξε ξανά τη στρατιωτική ισχύ και υπεροχή του, αλλά αυτή τη φορά υπέστη σοβαρότατες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Επίσης, καταδείχθηκε ότι, από μόνες τους, ούτε η στρατιωτική ισχύς ούτε η εδαφική επέκταση προσέφεραν απόλυτη ασφάλεια στο κράτος και στον πληθυσμό του: ήταν αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς προϋποθέσεις για την επιβίωση του Ισραήλ, το οποίο όφειλε πλέον να έρθει σε κάποιον πιο μόνιμο ειρηνικό διακανονισμό τουλάχιστον με ένα από τα γειτονικά του αραβικά κράτη. Η κατακόρυφη αύξηση της αμερικανικής αρωγής από τον Οκτώβριο του 1973 και στο εξής κατέστησε το Ισραήλ περισσότερο «ευάλωτο» στις αμερικανικές πιέσεις για ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Αραβες και για μια μονιμότερη διευθέτηση των διαφορών. Επίσης, παρά την τελική ήττα τους, τόσο ο Σαντάτ όσο και ο Ασαντ κεφαλαιοποίησαν τις αρχικές τους επιτυχίες στον πόλεμο και εδραίωσαν την εξουσία τους: στις τοπικές κοινωνίες δεν κατέστη ευρέως γνωστό ότι η πλήρης συντριβή της Αιγύπτου και της Συρίας αποφεύχθηκε μόνο χάρη στην άσκηση οικονομικής πίεσης των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών προς τη Δύση, καθώς και στη διπλωματική επέμβαση των ΗΠΑ.

Κάτοικοι του νοτίου Λιβάνου περιεργάζονται αιγυπτιακό MIG-21 που καταρρίφθηκε σε αερομαχία με ισραηλινά πολεμικά αεροπλάνα.

Σε επίπεδο ανταγωνισμού υπερδυνάμεων, οι ΗΠΑ αύξησαν την επιρροή τους στην περιοχή, αφού αφενός συνέβαλαν στη διάσωση του Ισραήλ και αφετέρου απέδειξαν ότι εκείνες μπορούσαν και να πιέσουν το Τελ Αβίβ, ώστε να επιτευχθεί ανακωχή, αλλά και να ξεκινήσουν πιο ουσιαστικές ειρηνευτικές συνομιλίες. Αντίθετα, η Σοβιετική Ενωση, παρά την αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο και της πολιτικής επιρροής της στην περιοχή από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, δεν κατάφερε ούτε να εμποδίσει την έκρηξη του πολέμου, ούτε να παρέμβει δυναμικά για να αποτρέψει την αραβική ήττα, ούτε να πιέσει το Ισραήλ να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Τέλος, η αποτελεσματική παρέμβαση των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών –με προεξάρχουσα τη Σαουδική Αραβία– υπήρξε απαρχή μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις του αραβικού κόσμου (και γενικότερα των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Τρίτου Κόσμου) με τη Δύση (και την Ιαπωνία), προκάλεσε μείζονες παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις και ανακατατάξεις και έβαλε τέλος στην εποχή του φθηνού πετρελαίου και γενικότερα της φθηνής ενέργειας.

Ο δρ. Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού υποτρόφου

.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

Σωτήρης Ριζάς: Το Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Σωτήρης Ριζάς

Το  Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Οπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πολιτικών ανοιγμάτων εκ μέρους αυταρχικών καθεστώτων, το εγχείρημα του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1973 προκάλεσε αμφίπλευρες πιέσεις τόσο από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπαρκές όσο και από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκε η μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και οι φοιτητές που θα καταλάμβαναν το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε μεγάλη μερίδα του στρατού, η οποία και θα προχωρούσε στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973. Κύριος εκφραστής της δυσαρέσκειας του στρατού ήταν ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ανήκε στον στενό κύκλο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και ήταν ο μόνος από την ηγετική ομάδα που δεν ανέλαβε οποιοδήποτε κυβερνητικό αξίωμα. Σταδιακά, θα εξελισσόταν επίσης στον μόνο από την ηγετική ομάδα που ήταν σε θέση να βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους αξιωματικούς και να αντιλαμβάνεται τις ροπές και τη δυσαρέσκεια που αναπτυσσόταν εντός του σώματος των αξιωματικών.

Ρήξεις στην ομάδα των δικτατόρων

Μια πρώτη ρήξη στο εσωτερικό των υποστηρικτών του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν απότοκος της κρίσης της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967. Η κρίση είχε ξεκινήσει με μια επίδειξη δύναμης της Εθνικής Φρουράς υπό τον στρατηγό Γρίβα στον τουρκοκυπριακό θύλακο Αγίων Θεοδώρων-Κοφίνου και είχε λήξει με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο ύστερα από τουρκικό τελεσίγραφο και άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης (εδώ με τον «πρωθυπουργό» του Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο) βγαίνει στο προσκήνιο μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ανατρέποντας τον Γ. Παπαδόπουλο.

Στο σκεπτικό του Παπαδόπουλου και της ηγετικής ομάδας της χούντας είχε βαρύνει το κόστος για το στρατιωτικό καθεστώς σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με την Τουρκία. Αντίθετα, για τους νεότερους αξιωματικούς και τον Ιωαννίδη, που αποτελούσαν τον κορμό των υποστηρικτών του καθεστώτος, η υποχώρηση της Αθήνας ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική πλευρά έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική πυγμής έως το τέλος της κρίσης και έτσι να υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρέμβαση προς την Αγκυρα, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση αυτής της μερίδας, ο αμερικανικός παράγων θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επρόκειτο για την κατευθυντήρια γραμμή που θα οδηγούσε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974. Τον Δεκέμβριο του 1967, όμως, δεν υπήρχε περιθώριο γι’ αυτή την πολυάριθμη ομάδα ώστε να επιβάλει τις αντιλήψεις της, καθώς πολύ σύντομα θα εκδηλωνόταν το βασιλικό αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967. Ενώπιον του κοινού κινδύνου το ζήτημα παραμερίστηκε και όλες οι ομάδες που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου κινήθηκαν και πάλι για να τον αντιμετωπίσουν. Η αποτυχία της κίνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου εδραίωσε την εξουσία του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, αλλά σταδιακά θα δημιουργούσε το έδαφος της αποξένωσής του από μια κρίσιμη μάζα αξιωματικών. Το φθινόπωρο του 1970 ο Παπαδόπουλος ήλθε σε ρήξη με τον παλαιό συνεργάτη του Νικόλαο Μακαρέζο και άλλους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Διατηρήθηκε στη θέση του λόγω και της συνδρομής του Ιωαννίδη. Αυτός θα κατόρθωνε σταδιακά να αποκτήσει ευρεία υποστήριξη, καθώς έλεγχε το γραφείο προσωπικού του Αρχηγείου Στρατού και ήταν διοικητής της πανίσχυρης Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ).

 Δυσαρέσκεια στους αξιωματικούς του στρατού

Γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 και, εν συνεχεία, η δικτατορία είχαν διαλυτική επίδραση στη δομή και τη λειτουργικότητα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Το νέο καθεστώς απομάκρυνε μεγάλο αριθμό βασιλοφρόνων ή εν πάση περιπτώσει νομιμοφρόνων αξιωματικών αλλά, παρά ταύτα, απέτυχε να αποκαταστήσει μια ομαλώς λειτουργούσα ιεραρχία όπως συνέβη στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1960.

Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκτούσαν μεγάλη σημασία ανεπίσημα δίκτυα και ο υποκειμενικός έλεγχος που μπορούσαν να ασκήσουν διάφοροι παράγοντες.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας

Από αυτό το αδιαφανές πλέγμα θα επωφελείτο ο Ιωαννίδης όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες. Παρά συνεπώς τη φαινομενική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου η δυσαρέσκεια μεταξύ των αξιωματικών αυξανόταν και ο έλεγχος που ασκούσε στον στρατό ανεπαίσθητα μειωνόταν. Μια μεγάλη μερίδα επικαλείτο τον «επαγγελματισμό» της προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε είδος δράσης, μια άλλη όμως, μικρών και μέσων βαθμών, εξέφραζε την αποξένωσή της η οποία προέκυπτε από την ανεπιτυχή, όπως τους φαινόταν, διαχείριση του Κυπριακού, τη νομή της εξουσίας, που συνυφαινόταν πια με πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις διαφθοράς των ιθυνόντων του στρατιωτικού καθεστώτος, και τη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1967, από τον Μάρτιο του 1972 αντιβασιλέας και ταυτόχρονα επικεφαλής πέντε υπουργείων.

Τα τανκς στους δρόμους την επομένη της σφαγής στο Πολυτεχνείο.

Από πολιτικής απόψεως η κριτική που του ασκείτο ήταν μάλλον αντιφατική. Αλλοτε επικρινόταν γιατί δεν επιχείρησε τη μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία με πρότυπο την Τουρκία και άλλοτε ότι η διακυβέρνησή του ήταν λιγότερο αυταρχική από όσο επέβαλε η αντίθεση της προδικτατορικής πολιτικής τάξης στο στρατιωτικό καθεστώς.

 Ο Γ. Παπαδόπουλος χάνει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων

Η ανοδική τάση των τιμών προς το τέλος του 1972 και τις αρχές του 1973, η τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο από το τέλος του 1972 και η κατάληψη της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 υπογράμμιζαν ένα γενικότερο αίσθημα πολιτικού αδιεξόδου. Η εξάρθρωση του κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973 αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την εκδήλωση της δυσαρέσκειας των αξιωματικών. Στη βάση της βρισκόταν ένα αίσθημα αποτυχίας. Η πολιτικοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος μέσω της ανάθεσης σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού κόσμου όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον Οκτώβριο του 1973, σήμαινε για τη μερίδα των δυσαρεστημένων στρατιωτικών ομολογία αποτυχίας της 21ης Απριλίου 1967. Το καθεστώς προφανώς και δεν είχε διαμορφώσει ένα νέο σώμα πολιτικών και κατέφευγε στη «χρεοκοπημένη» πολιτική τάξη την οποία είχε παραμερίσει.

Πέραν αυτού, η αυθαίρετη αναγόρευση του Παπαδόπουλου σε πρόεδρο της Δημοκρατίας προσέδιδε στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης έναν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, ο οποίος πλέον απωθούσε έντονα μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών, ευρύτερη της ομάδας που υποστήριζε τον Ιωαννίδη. Υπήρχαν ακόμα ενδοστρατιωτικοί ανταγωνισμοί που ευνοούσαν περαιτέρω απομόνωση του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος είχε συνείδηση της αυξανόμενης απομόνωσης και αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της νομιμοποίησής του εντός του στρατού. Ετσι, πέραν των ασυμβίβαστων με κοινοβουλευτικό σύστημα προεδρικών εξουσιών, είχε προβλέψει –επίσης ασυνήθιστα για κοινοβουλευτικό σύστημα– τη δημιουργία θέσης αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την οποία προόρισε για τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή, αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων από το 1968 έως το 1973. Αν και δεν έλεγχε τον μηχανισμό και τα δίκτυα εντός των ενόπλων δυνάμεων, ο Αγγελής θεωρείτο επαγγελματικώς καταρτισμένος και διέθετε κύρος. Για τον λόγο αυτό είχε επιδιώξει ο Παπαδόπουλος τη συνεργασία του στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης.

26.11.1973. Συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου παρουσία του Φ. Γκιζίκη. Δεξιά του, ο «πρωθυπουργός» Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος.

Η αποχώρηση του στρατηγού Αγγελή από την υπηρεσία δεν ήταν άμοιρη συνεπειών για τις ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Ο νέος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος θα επεδίωκε να ασκήσει πραγματικό έλεγχο και προκάλεσε την αποξένωση ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι, αν και δεν διέθεταν αξιόλογη ισχύ, ήταν αναγκαίοι στην ομάδα Ιωαννίδη ως επικεφαλής της επίσημης ιεραρχίας του νέου στρατιωτικού καθεστώτος. Μεταξύ αυτών ήταν ο αντιστράτηγος Γκιζίκης, διοικητής της Στρατιάς, ο αντιστράτηγος Μπονάνος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, και ο αντιστράτηγος Γαλατσάνος, αξιωματικός των τεθωρακισμένων. Θα συνεργάζονταν ακόμα αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, κλάδων που ήταν παραμερισμένοι από το σύστημα εξουσίας του στρατιωτικού καθεστώτος. Ο υποναύαρχος Αραπάκης και ο υποπτέραρχος Παπανικολάου θα έπαιζαν ρόλο στο νέο στρατιωτικό καθεστώς αλλά και στις διεργασίες που οδήγησαν στη Μεταπολίτευση.

Το κρίσιμο σημείο που εξασφάλισε ευρύτατη υποστήριξη για τον Ιωαννίδη μεταξύ των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, καθώς αποτελούσε επιβεβαίωση των φόβων ότι η πολιτικοποίηση δεν σήμαινε μόνο επάνοδο των παλαιών πολιτικών και των «χρεοκοπημένων» μεθόδων τους, αλλά και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κοινωνικού καθεστώτος και επικράτησης «αναρχίας». Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα. Σαφέστατο επίσης θα γινόταν τις επόμενες ημέρες ότι, παρά τις προσδοκίες, η νέα κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε υποτροπή της δικτατορίας και όχι διέξοδο προς τη δημοκρατία.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: Καθημερινή, έντυπη έκδοση

 

Ζήσης Φωτάκης: Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

Ζήσης Φωτάκης

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

 

Η συμπλήρωση 46 ετών από το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, επαναφέρει στην επικαιρότητα την προσφορά του κλάδου αυτού στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μια προσφορά πολύτιμη και πολυσήμαντη, που εξιστορείται ευσύνοπτα στις ακόλουθες γραμμές.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες τον Απρίλιο του 1967 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και κινδύνους. Η ισχυρή μεσογειακή θέση των ΗΠΑ, όμως, και η κυριαρχία της αμερικανόφιλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα κατέστησαν, μέχρι το 1964, περιττή την προσφυγή σε «ακραίες λύσεις».

Το 1964, βέβαια, αποτέλεσε ορόσημο για τη διεθνή ισορροπία ισχύος και για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Τη χρονιά εκείνη η Σοβιετική Ενωση υιοθέτησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εξοπλισμών, με το οποίο ξεπέρασε σε πυρηνικούς εξοπλισμούς τις ΗΠΑ. Συνάμα εκμεταλλεύθηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τις δυσκολίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη και από την αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία εναντίον των Αράβων και προώθησε σημαντικά τις θέσεις της στη Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι έως τότε παρεχόμενες διευκολύνσεις στις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη θάλασσα αυτή. Το ενδεχόμενο της περαιτέρω μείωσης των διευκολύνσεων αυτών από την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και, εν πολλοίς, δεν αντέδρασαν εναντίον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

 

Επαφές με πολιτικούς και προετοιμασίες

Η επικράτηση των Απριλιανών δεν έλαβε χώρα απρόσκοπτα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντέδρασε σθεναρά εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα την αποστράτευσή του. Λίγους μήνες αργότερα, το σύνολο σχεδόν του Πολεμικού Ναυτικού ακολούθησε το παράδειγμα του Εγκολφόπουλου συμμετέχοντας στο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, τα στελέχη του Ναυτικού δεν εγκατέλειψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να τον εγκαταλείψουν τη στιγμή που η Ελλάδα βυθιζόταν σε διεθνή απομόνωση και ανυποληψία, ενώ οι ποικίλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς τελμάτωναν πνευματικά το έθνος. Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αξιωματικών, ο διαχωρισμός τους σε φιλικά ή μη προσκείμενους στο καθεστώς, αλλά και η φθορά που υπέστη το επαγγελματικό τους κύρος, μέσω της σύνδεσης αξιωματικών με πράξεις που δεν συνάδουν προς ελεύθερους πολίτες, επέδρασαν διαλυτικά στην ενότητα του στρατεύματος και δημιούργησαν ψυχολογικό χάσμα μεταξύ της νεολαίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας έτσι τη μαχητική ικανότητα της Ελλάδας. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν και η υποχωρητική στάση έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, που οδήγησε στην απώλεια τμήματος του νησιού στον Τούρκο εισβολέα.

Η διαφυγή του αντιτορπιλικού Βέλος με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νίκο Παππά αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη χούντα.

Οι αξιωματικοί του Ναυτικού συνέχισαν λοιπόν να προετοιμάζουν νέο κίνημα ερχόμενοι σε επαφή με αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας, με πολιτικούς (Κων/νος Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Ευ. Αβέρωφ, ο οποίος λειτούργησε συμβουλευτικά ως προς το κίνημα), επιχειρηματίες (Νικήτας Βενιζέλος, αδελφοί Βαρδινογιάννη), αλλά και απλούς πολίτες, επιθυμώντας την εξασφάλιση της διακλαδικής στήριξης του σχεδιαζόμενου κινήματος, της διοικητικής του μέριμνας και της σύμπραξης σε αυτό των φοιτητών.

 

Υπεραισιόδοξο το σχέδιο δράσης

Οι επαφές των στελεχών του ελληνικού Ναυτικού με εξωναυτικά στοιχεία είχαν περιορισμένη επιτυχία, η ιδέα, όμως, ενός Ναυτικού Κινήματος κέρδισε εύκολα έδαφος στις τάξεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ξεκινώντας από ένα πυρήνα πέντε συμμαθητών από την τάξη του 1948 της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, οι μυημένοι τις παραμονές του Κινήματος υπερέβησαν τους εκατό. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν οι κυβερνήτες της πλειοψηφίας των πλοίων του ελληνικού στόλου, καθώς και σημαίνοντα επιτελικά στελέχη όπως οι Σταθόπουλος και Δεμέστιχας που μπορούσαν να επηρεάζουν τη συγκρότηση των επιτελείων των πλοίων αλλά και τις κινήσεις τους επ’ ωφελεία του σκοπούμενου Κινήματος.

Το σχέδιο δράσης του Κινήματος οριστικοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που κράτησαν πάνω από χρόνο και, σε γενικές γραμμές, αποτέλεσε επανάληψη των ναυτικών επιδείξεων που πραγματοποίησαν οι Αγγλογάλλοι στα ελληνικά παράλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλεπόταν δηλαδή ο αποκλεισμός του Λεκανοπεδίου της Αττικής μέσω του κλεισίματος του λιμένος Πειραιά και μέσω της απειλής πλήγματος του αεροδρομίου του Ελληνικού. Θα απειλούνταν επίσης οι γέφυρες των εθνικών οδών Αθηνών – Κορίνθου, Αθηνών – Λαμίας και του αντίστοιχου σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και οι κεραίες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο Λεκανοπέδιο. Στη συνέχεια, θα επιδιδόταν τελεσίγραφο στους δικτάτορες με το οποίο θα ζητούσαν την ανάληψη της εξουσίας από προσωρινή οικουμενική κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση που το τελεσίγραφο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό ή έμενε αναπάντητο, θα καταλαμβανόταν η Σύρος και θα αποκλειόταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλα λιμάνια ώστε να καταστεί εντονότερη η πίεση στους δικτάτορες.

Οι εκδότες της Βραδυνής Τζώρτζης και Πάνος Αθανασιάδης περνούν από δίκη για τη δημοσίευση δηλώσεων του Καραμανλή, ο οποίος ήταν ενήμερος για το Κίνημα του Ναυτικού.

Το σχέδιο αυτό ήταν μάλλον αισιόδοξο. Η εμπειρία του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι ορθές επισημάνσεις των Εγκολφόπουλου και Τζεβελέκη συνέτειναν στο ότι χωρίς την εξασφάλιση της συνεργασίας τμημάτων πεζικού και του απυρόβλητου του στόλου από την αεροπορία, η έκβαση του Κινήματος θα ήταν άδηλη. Φαίνεται, όμως, ότι οι πρωτεργάτες του επιδίωκαν περισσότερο την πρόκληση ζωηρής ηθικής εντύπωσης παρά την πολεμική τους αναμέτρηση με τη χούντα. Ως προς αυτό, η μαρτυρία του Π. Μάλλιαρη ότι: «Μια από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε», καθρεφτίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα του Κινήματος και την ομοιότητά του με την ένοπλη μα ειρηνική διαμαρτυρία του Κινήματος στο Γουδί το 1909.

 

Η στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος»

Ανεξαρτήτως πάντως της πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτού, τελικά δεν πρόλαβε να εφαρμοσθεί, καθώς ειδοποιήθηκαν εγκαίρως οι πραξικοπηματίες και συνέλαβαν τους επίδοξους κινηματίες. Μολαταύτα, η επιδιωκόμενη ζωηρή ηθική εντύπωση και ο συνακόλουθος κλονισμός του δικτατορικού καθεστώτος επιτεύχθηκαν μέσω της διαφυγής του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία με πρωτεργάτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά. Οι επιπτώσεις αυτής της ενέργειας υπήρξαν σοβαρές, καθώς εμφανίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ότι ο έλεγχος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη δικτατορία αλλά και η συμμαχική τους αξιοπιστία ήταν προβληματικά. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αποψίλωση της ελληνικής μεθορίου από σημαντικές στρατιωτικές μονάδες, που μεταστάθμευσαν στην περίμετρο μεγάλων αστικών κέντρων ώστε να «αστυνομεύσουν» άλλες μονάδες που είχαν ως διοικητές αξιωματικούς που δεν ήταν ένθερμοι οπαδοί της δικτατορίας.

Συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη του Α/Τ Βέλος και μελών του πληρώματος στην Ιταλία.

Η διαφυγή του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία επιτάχυνε επίσης και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στο εσωτερικό της χώρας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελπίζοντας ότι θα διατηρούσε τη συμπάθεια πολλών στελεχών του στρατού ξηράς, που είχε ρεπουμπλικανική παράδοση. Παραχώρησε επίσης γενική αμνηστία και συναίνεσε στην άρση του στρατιωτικού νόμου, δίνοντας έτσι ώθηση στον αγώνα για τη Δημοκρατία, αφού η εκδίκαση πολιτικών αδικημάτων ξαναπέρασε στα χέρια της ελληνικής πολιτικής δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο λαός ανέκτησε το θάρρος του και ενέτεινε την αντίστασή του ενάντια στη δικτατορία.

Οι επιτυχίες, όμως, αυτές δεν ήταν δίχως κόστος για τους συλληφθέντες κινηματίες και τους συναδέλφους τους που διέφυγαν στην Ιταλία. Αντιθέτως, δεκάδες αξιωματικοί του Ναυτικού βασανίστηκαν και αποτάχθηκαν. Με την πτώση, όμως, της δικτατορίας, και την επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η ελληνική πολιτεία τούς αντέμειψε επαναφέροντάς τους στο Ναυτικό και εμπιστευόμενή τους ύπατα αξιώματα. Η χειρονομία αυτή αποτέλεσε αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων, της αντιστασιακής δράσης τους και ένδειξη ευγνωμοσύνης καθώς επιφορτίσθηκαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με την ειδική και επικίνδυνη αποστολή της περιφρούρησης της Δημοκρατίας «με πλήρη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς και προς κάθε πλευρά και ανεξάρτητα από επίσημες κρατικές ενέργειες». Την αποστολή αυτή έφεραν σε πέρας, ολοκληρώνοντας αναίμακτα αυτό που με θυσίες είχαν ξεκινήσει την άνοιξη του 1973, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Γελοιογραφία του Αυστριακού Ρούντολφ Ντιρ αποτυπώνει το πλήγμα που δέχθηκε η χούντα από τη διαφυγή του Α/Τ Βέλος.

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

 

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος» στη Θεσσαλονίκη

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου 2019, το Α/Τ “Βέλος” βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Το εμβληματικό σκάφος, το οποίο παροπλίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1991, έχει χαρακτηριστεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα και είναι αγκυροβολημένο στη Νέα Παραλία, στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής. Το κοινό, μπορεί να το επισκεφθεί καθημερινά, πλην της Δευτέρας, μεταξύ των ωρών 09.00-13.00 και 17.00-19.00.