Skip to main content

Σωτήρης Ριζάς: Το Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Σωτήρης Ριζάς

Το  Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Οπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πολιτικών ανοιγμάτων εκ μέρους αυταρχικών καθεστώτων, το εγχείρημα του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1973 προκάλεσε αμφίπλευρες πιέσεις τόσο από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπαρκές όσο και από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκε η μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και οι φοιτητές που θα καταλάμβαναν το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε μεγάλη μερίδα του στρατού, η οποία και θα προχωρούσε στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973. Κύριος εκφραστής της δυσαρέσκειας του στρατού ήταν ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ανήκε στον στενό κύκλο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και ήταν ο μόνος από την ηγετική ομάδα που δεν ανέλαβε οποιοδήποτε κυβερνητικό αξίωμα. Σταδιακά, θα εξελισσόταν επίσης στον μόνο από την ηγετική ομάδα που ήταν σε θέση να βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους αξιωματικούς και να αντιλαμβάνεται τις ροπές και τη δυσαρέσκεια που αναπτυσσόταν εντός του σώματος των αξιωματικών.

Ρήξεις στην ομάδα των δικτατόρων

Μια πρώτη ρήξη στο εσωτερικό των υποστηρικτών του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν απότοκος της κρίσης της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967. Η κρίση είχε ξεκινήσει με μια επίδειξη δύναμης της Εθνικής Φρουράς υπό τον στρατηγό Γρίβα στον τουρκοκυπριακό θύλακο Αγίων Θεοδώρων-Κοφίνου και είχε λήξει με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο ύστερα από τουρκικό τελεσίγραφο και άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης (εδώ με τον «πρωθυπουργό» του Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο) βγαίνει στο προσκήνιο μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ανατρέποντας τον Γ. Παπαδόπουλο.

Στο σκεπτικό του Παπαδόπουλου και της ηγετικής ομάδας της χούντας είχε βαρύνει το κόστος για το στρατιωτικό καθεστώς σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με την Τουρκία. Αντίθετα, για τους νεότερους αξιωματικούς και τον Ιωαννίδη, που αποτελούσαν τον κορμό των υποστηρικτών του καθεστώτος, η υποχώρηση της Αθήνας ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική πλευρά έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική πυγμής έως το τέλος της κρίσης και έτσι να υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρέμβαση προς την Αγκυρα, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση αυτής της μερίδας, ο αμερικανικός παράγων θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επρόκειτο για την κατευθυντήρια γραμμή που θα οδηγούσε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974. Τον Δεκέμβριο του 1967, όμως, δεν υπήρχε περιθώριο γι’ αυτή την πολυάριθμη ομάδα ώστε να επιβάλει τις αντιλήψεις της, καθώς πολύ σύντομα θα εκδηλωνόταν το βασιλικό αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967. Ενώπιον του κοινού κινδύνου το ζήτημα παραμερίστηκε και όλες οι ομάδες που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου κινήθηκαν και πάλι για να τον αντιμετωπίσουν. Η αποτυχία της κίνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου εδραίωσε την εξουσία του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, αλλά σταδιακά θα δημιουργούσε το έδαφος της αποξένωσής του από μια κρίσιμη μάζα αξιωματικών. Το φθινόπωρο του 1970 ο Παπαδόπουλος ήλθε σε ρήξη με τον παλαιό συνεργάτη του Νικόλαο Μακαρέζο και άλλους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Διατηρήθηκε στη θέση του λόγω και της συνδρομής του Ιωαννίδη. Αυτός θα κατόρθωνε σταδιακά να αποκτήσει ευρεία υποστήριξη, καθώς έλεγχε το γραφείο προσωπικού του Αρχηγείου Στρατού και ήταν διοικητής της πανίσχυρης Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ).

 Δυσαρέσκεια στους αξιωματικούς του στρατού

Γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 και, εν συνεχεία, η δικτατορία είχαν διαλυτική επίδραση στη δομή και τη λειτουργικότητα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Το νέο καθεστώς απομάκρυνε μεγάλο αριθμό βασιλοφρόνων ή εν πάση περιπτώσει νομιμοφρόνων αξιωματικών αλλά, παρά ταύτα, απέτυχε να αποκαταστήσει μια ομαλώς λειτουργούσα ιεραρχία όπως συνέβη στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1960.

Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκτούσαν μεγάλη σημασία ανεπίσημα δίκτυα και ο υποκειμενικός έλεγχος που μπορούσαν να ασκήσουν διάφοροι παράγοντες.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας

Από αυτό το αδιαφανές πλέγμα θα επωφελείτο ο Ιωαννίδης όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες. Παρά συνεπώς τη φαινομενική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου η δυσαρέσκεια μεταξύ των αξιωματικών αυξανόταν και ο έλεγχος που ασκούσε στον στρατό ανεπαίσθητα μειωνόταν. Μια μεγάλη μερίδα επικαλείτο τον «επαγγελματισμό» της προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε είδος δράσης, μια άλλη όμως, μικρών και μέσων βαθμών, εξέφραζε την αποξένωσή της η οποία προέκυπτε από την ανεπιτυχή, όπως τους φαινόταν, διαχείριση του Κυπριακού, τη νομή της εξουσίας, που συνυφαινόταν πια με πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις διαφθοράς των ιθυνόντων του στρατιωτικού καθεστώτος, και τη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1967, από τον Μάρτιο του 1972 αντιβασιλέας και ταυτόχρονα επικεφαλής πέντε υπουργείων.

Τα τανκς στους δρόμους την επομένη της σφαγής στο Πολυτεχνείο.

Από πολιτικής απόψεως η κριτική που του ασκείτο ήταν μάλλον αντιφατική. Αλλοτε επικρινόταν γιατί δεν επιχείρησε τη μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία με πρότυπο την Τουρκία και άλλοτε ότι η διακυβέρνησή του ήταν λιγότερο αυταρχική από όσο επέβαλε η αντίθεση της προδικτατορικής πολιτικής τάξης στο στρατιωτικό καθεστώς.

 Ο Γ. Παπαδόπουλος χάνει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων

Η ανοδική τάση των τιμών προς το τέλος του 1972 και τις αρχές του 1973, η τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο από το τέλος του 1972 και η κατάληψη της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 υπογράμμιζαν ένα γενικότερο αίσθημα πολιτικού αδιεξόδου. Η εξάρθρωση του κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973 αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την εκδήλωση της δυσαρέσκειας των αξιωματικών. Στη βάση της βρισκόταν ένα αίσθημα αποτυχίας. Η πολιτικοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος μέσω της ανάθεσης σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού κόσμου όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον Οκτώβριο του 1973, σήμαινε για τη μερίδα των δυσαρεστημένων στρατιωτικών ομολογία αποτυχίας της 21ης Απριλίου 1967. Το καθεστώς προφανώς και δεν είχε διαμορφώσει ένα νέο σώμα πολιτικών και κατέφευγε στη «χρεοκοπημένη» πολιτική τάξη την οποία είχε παραμερίσει.

Πέραν αυτού, η αυθαίρετη αναγόρευση του Παπαδόπουλου σε πρόεδρο της Δημοκρατίας προσέδιδε στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης έναν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, ο οποίος πλέον απωθούσε έντονα μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών, ευρύτερη της ομάδας που υποστήριζε τον Ιωαννίδη. Υπήρχαν ακόμα ενδοστρατιωτικοί ανταγωνισμοί που ευνοούσαν περαιτέρω απομόνωση του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος είχε συνείδηση της αυξανόμενης απομόνωσης και αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της νομιμοποίησής του εντός του στρατού. Ετσι, πέραν των ασυμβίβαστων με κοινοβουλευτικό σύστημα προεδρικών εξουσιών, είχε προβλέψει –επίσης ασυνήθιστα για κοινοβουλευτικό σύστημα– τη δημιουργία θέσης αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την οποία προόρισε για τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή, αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων από το 1968 έως το 1973. Αν και δεν έλεγχε τον μηχανισμό και τα δίκτυα εντός των ενόπλων δυνάμεων, ο Αγγελής θεωρείτο επαγγελματικώς καταρτισμένος και διέθετε κύρος. Για τον λόγο αυτό είχε επιδιώξει ο Παπαδόπουλος τη συνεργασία του στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης.

26.11.1973. Συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου παρουσία του Φ. Γκιζίκη. Δεξιά του, ο «πρωθυπουργός» Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος.

Η αποχώρηση του στρατηγού Αγγελή από την υπηρεσία δεν ήταν άμοιρη συνεπειών για τις ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Ο νέος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος θα επεδίωκε να ασκήσει πραγματικό έλεγχο και προκάλεσε την αποξένωση ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι, αν και δεν διέθεταν αξιόλογη ισχύ, ήταν αναγκαίοι στην ομάδα Ιωαννίδη ως επικεφαλής της επίσημης ιεραρχίας του νέου στρατιωτικού καθεστώτος. Μεταξύ αυτών ήταν ο αντιστράτηγος Γκιζίκης, διοικητής της Στρατιάς, ο αντιστράτηγος Μπονάνος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, και ο αντιστράτηγος Γαλατσάνος, αξιωματικός των τεθωρακισμένων. Θα συνεργάζονταν ακόμα αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, κλάδων που ήταν παραμερισμένοι από το σύστημα εξουσίας του στρατιωτικού καθεστώτος. Ο υποναύαρχος Αραπάκης και ο υποπτέραρχος Παπανικολάου θα έπαιζαν ρόλο στο νέο στρατιωτικό καθεστώς αλλά και στις διεργασίες που οδήγησαν στη Μεταπολίτευση.

Το κρίσιμο σημείο που εξασφάλισε ευρύτατη υποστήριξη για τον Ιωαννίδη μεταξύ των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, καθώς αποτελούσε επιβεβαίωση των φόβων ότι η πολιτικοποίηση δεν σήμαινε μόνο επάνοδο των παλαιών πολιτικών και των «χρεοκοπημένων» μεθόδων τους, αλλά και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κοινωνικού καθεστώτος και επικράτησης «αναρχίας». Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα. Σαφέστατο επίσης θα γινόταν τις επόμενες ημέρες ότι, παρά τις προσδοκίες, η νέα κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε υποτροπή της δικτατορίας και όχι διέξοδο προς τη δημοκρατία.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: Καθημερινή, έντυπη έκδοση

 

Ζήσης Φωτάκης: Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

Ζήσης Φωτάκης

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

 

Η συμπλήρωση 46 ετών από το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, επαναφέρει στην επικαιρότητα την προσφορά του κλάδου αυτού στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μια προσφορά πολύτιμη και πολυσήμαντη, που εξιστορείται ευσύνοπτα στις ακόλουθες γραμμές.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες τον Απρίλιο του 1967 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και κινδύνους. Η ισχυρή μεσογειακή θέση των ΗΠΑ, όμως, και η κυριαρχία της αμερικανόφιλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα κατέστησαν, μέχρι το 1964, περιττή την προσφυγή σε «ακραίες λύσεις».

Το 1964, βέβαια, αποτέλεσε ορόσημο για τη διεθνή ισορροπία ισχύος και για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Τη χρονιά εκείνη η Σοβιετική Ενωση υιοθέτησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εξοπλισμών, με το οποίο ξεπέρασε σε πυρηνικούς εξοπλισμούς τις ΗΠΑ. Συνάμα εκμεταλλεύθηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τις δυσκολίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη και από την αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία εναντίον των Αράβων και προώθησε σημαντικά τις θέσεις της στη Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι έως τότε παρεχόμενες διευκολύνσεις στις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη θάλασσα αυτή. Το ενδεχόμενο της περαιτέρω μείωσης των διευκολύνσεων αυτών από την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και, εν πολλοίς, δεν αντέδρασαν εναντίον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

 

Επαφές με πολιτικούς και προετοιμασίες

Η επικράτηση των Απριλιανών δεν έλαβε χώρα απρόσκοπτα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντέδρασε σθεναρά εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα την αποστράτευσή του. Λίγους μήνες αργότερα, το σύνολο σχεδόν του Πολεμικού Ναυτικού ακολούθησε το παράδειγμα του Εγκολφόπουλου συμμετέχοντας στο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, τα στελέχη του Ναυτικού δεν εγκατέλειψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να τον εγκαταλείψουν τη στιγμή που η Ελλάδα βυθιζόταν σε διεθνή απομόνωση και ανυποληψία, ενώ οι ποικίλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς τελμάτωναν πνευματικά το έθνος. Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αξιωματικών, ο διαχωρισμός τους σε φιλικά ή μη προσκείμενους στο καθεστώς, αλλά και η φθορά που υπέστη το επαγγελματικό τους κύρος, μέσω της σύνδεσης αξιωματικών με πράξεις που δεν συνάδουν προς ελεύθερους πολίτες, επέδρασαν διαλυτικά στην ενότητα του στρατεύματος και δημιούργησαν ψυχολογικό χάσμα μεταξύ της νεολαίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας έτσι τη μαχητική ικανότητα της Ελλάδας. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν και η υποχωρητική στάση έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, που οδήγησε στην απώλεια τμήματος του νησιού στον Τούρκο εισβολέα.

Η διαφυγή του αντιτορπιλικού Βέλος με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νίκο Παππά αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη χούντα.

Οι αξιωματικοί του Ναυτικού συνέχισαν λοιπόν να προετοιμάζουν νέο κίνημα ερχόμενοι σε επαφή με αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας, με πολιτικούς (Κων/νος Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Ευ. Αβέρωφ, ο οποίος λειτούργησε συμβουλευτικά ως προς το κίνημα), επιχειρηματίες (Νικήτας Βενιζέλος, αδελφοί Βαρδινογιάννη), αλλά και απλούς πολίτες, επιθυμώντας την εξασφάλιση της διακλαδικής στήριξης του σχεδιαζόμενου κινήματος, της διοικητικής του μέριμνας και της σύμπραξης σε αυτό των φοιτητών.

 

Υπεραισιόδοξο το σχέδιο δράσης

Οι επαφές των στελεχών του ελληνικού Ναυτικού με εξωναυτικά στοιχεία είχαν περιορισμένη επιτυχία, η ιδέα, όμως, ενός Ναυτικού Κινήματος κέρδισε εύκολα έδαφος στις τάξεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ξεκινώντας από ένα πυρήνα πέντε συμμαθητών από την τάξη του 1948 της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, οι μυημένοι τις παραμονές του Κινήματος υπερέβησαν τους εκατό. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν οι κυβερνήτες της πλειοψηφίας των πλοίων του ελληνικού στόλου, καθώς και σημαίνοντα επιτελικά στελέχη όπως οι Σταθόπουλος και Δεμέστιχας που μπορούσαν να επηρεάζουν τη συγκρότηση των επιτελείων των πλοίων αλλά και τις κινήσεις τους επ’ ωφελεία του σκοπούμενου Κινήματος.

Το σχέδιο δράσης του Κινήματος οριστικοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που κράτησαν πάνω από χρόνο και, σε γενικές γραμμές, αποτέλεσε επανάληψη των ναυτικών επιδείξεων που πραγματοποίησαν οι Αγγλογάλλοι στα ελληνικά παράλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλεπόταν δηλαδή ο αποκλεισμός του Λεκανοπεδίου της Αττικής μέσω του κλεισίματος του λιμένος Πειραιά και μέσω της απειλής πλήγματος του αεροδρομίου του Ελληνικού. Θα απειλούνταν επίσης οι γέφυρες των εθνικών οδών Αθηνών – Κορίνθου, Αθηνών – Λαμίας και του αντίστοιχου σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και οι κεραίες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο Λεκανοπέδιο. Στη συνέχεια, θα επιδιδόταν τελεσίγραφο στους δικτάτορες με το οποίο θα ζητούσαν την ανάληψη της εξουσίας από προσωρινή οικουμενική κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση που το τελεσίγραφο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό ή έμενε αναπάντητο, θα καταλαμβανόταν η Σύρος και θα αποκλειόταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλα λιμάνια ώστε να καταστεί εντονότερη η πίεση στους δικτάτορες.

Οι εκδότες της Βραδυνής Τζώρτζης και Πάνος Αθανασιάδης περνούν από δίκη για τη δημοσίευση δηλώσεων του Καραμανλή, ο οποίος ήταν ενήμερος για το Κίνημα του Ναυτικού.

Το σχέδιο αυτό ήταν μάλλον αισιόδοξο. Η εμπειρία του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι ορθές επισημάνσεις των Εγκολφόπουλου και Τζεβελέκη συνέτειναν στο ότι χωρίς την εξασφάλιση της συνεργασίας τμημάτων πεζικού και του απυρόβλητου του στόλου από την αεροπορία, η έκβαση του Κινήματος θα ήταν άδηλη. Φαίνεται, όμως, ότι οι πρωτεργάτες του επιδίωκαν περισσότερο την πρόκληση ζωηρής ηθικής εντύπωσης παρά την πολεμική τους αναμέτρηση με τη χούντα. Ως προς αυτό, η μαρτυρία του Π. Μάλλιαρη ότι: «Μια από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε», καθρεφτίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα του Κινήματος και την ομοιότητά του με την ένοπλη μα ειρηνική διαμαρτυρία του Κινήματος στο Γουδί το 1909.

 

Η στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος»

Ανεξαρτήτως πάντως της πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτού, τελικά δεν πρόλαβε να εφαρμοσθεί, καθώς ειδοποιήθηκαν εγκαίρως οι πραξικοπηματίες και συνέλαβαν τους επίδοξους κινηματίες. Μολαταύτα, η επιδιωκόμενη ζωηρή ηθική εντύπωση και ο συνακόλουθος κλονισμός του δικτατορικού καθεστώτος επιτεύχθηκαν μέσω της διαφυγής του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία με πρωτεργάτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά. Οι επιπτώσεις αυτής της ενέργειας υπήρξαν σοβαρές, καθώς εμφανίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ότι ο έλεγχος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη δικτατορία αλλά και η συμμαχική τους αξιοπιστία ήταν προβληματικά. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αποψίλωση της ελληνικής μεθορίου από σημαντικές στρατιωτικές μονάδες, που μεταστάθμευσαν στην περίμετρο μεγάλων αστικών κέντρων ώστε να «αστυνομεύσουν» άλλες μονάδες που είχαν ως διοικητές αξιωματικούς που δεν ήταν ένθερμοι οπαδοί της δικτατορίας.

Συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη του Α/Τ Βέλος και μελών του πληρώματος στην Ιταλία.

Η διαφυγή του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία επιτάχυνε επίσης και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στο εσωτερικό της χώρας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελπίζοντας ότι θα διατηρούσε τη συμπάθεια πολλών στελεχών του στρατού ξηράς, που είχε ρεπουμπλικανική παράδοση. Παραχώρησε επίσης γενική αμνηστία και συναίνεσε στην άρση του στρατιωτικού νόμου, δίνοντας έτσι ώθηση στον αγώνα για τη Δημοκρατία, αφού η εκδίκαση πολιτικών αδικημάτων ξαναπέρασε στα χέρια της ελληνικής πολιτικής δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο λαός ανέκτησε το θάρρος του και ενέτεινε την αντίστασή του ενάντια στη δικτατορία.

Οι επιτυχίες, όμως, αυτές δεν ήταν δίχως κόστος για τους συλληφθέντες κινηματίες και τους συναδέλφους τους που διέφυγαν στην Ιταλία. Αντιθέτως, δεκάδες αξιωματικοί του Ναυτικού βασανίστηκαν και αποτάχθηκαν. Με την πτώση, όμως, της δικτατορίας, και την επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η ελληνική πολιτεία τούς αντέμειψε επαναφέροντάς τους στο Ναυτικό και εμπιστευόμενή τους ύπατα αξιώματα. Η χειρονομία αυτή αποτέλεσε αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων, της αντιστασιακής δράσης τους και ένδειξη ευγνωμοσύνης καθώς επιφορτίσθηκαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με την ειδική και επικίνδυνη αποστολή της περιφρούρησης της Δημοκρατίας «με πλήρη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς και προς κάθε πλευρά και ανεξάρτητα από επίσημες κρατικές ενέργειες». Την αποστολή αυτή έφεραν σε πέρας, ολοκληρώνοντας αναίμακτα αυτό που με θυσίες είχαν ξεκινήσει την άνοιξη του 1973, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Γελοιογραφία του Αυστριακού Ρούντολφ Ντιρ αποτυπώνει το πλήγμα που δέχθηκε η χούντα από τη διαφυγή του Α/Τ Βέλος.

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

 

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος» στη Θεσσαλονίκη

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου 2019, το Α/Τ “Βέλος” βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Το εμβληματικό σκάφος, το οποίο παροπλίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1991, έχει χαρακτηριστεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα και είναι αγκυροβολημένο στη Νέα Παραλία, στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής. Το κοινό, μπορεί να το επισκεφθεί καθημερινά, πλην της Δευτέρας, μεταξύ των ωρών 09.00-13.00 και 17.00-19.00.

 

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού (Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

50 χρόνια από τότε

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού
(Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

Α. Προετοιμασία και οργάνωση

Το 1966, ένα χρόνο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, η οργάνωση του ΙΧ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού ανατέθηκε στην Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη διεθνή αθλητική οργάνωση, που θα φιλοξενούσε η χώρα μας έπειτα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και τους ενδιάμεσους Ολυμπιακούς του 1906. Η πρόκληση ήταν πολλαπλή, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, όπου η Ελλάδα δεν είχε να επιδείξει ιδιαίτερες περγαμηνές, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Για τις ανάγκες των αγώνων ανακατασκευάστηκε το “Καραϊσκάκης”, το οποίο, από Ποδηλατοδρόμιο μετατράπηκε σε Στάδιο. Πέρα από τις εργασίες, αποφασίστηκε η τοποθέτηση χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, με αποτέλεσμα να μην έχουν απολύτως αξιολογηθεί οι συνέπειές του (θετικές είτε αρνητικές) πάνω στις επιδόσεις των αθλητών.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή σταδίου συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οργανωτές είχαν αναλάβει και τη δέσμευση για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων. Εδώ, η κατάσταση ήταν άκρως σοβαρή, καθώς η τηλεόραση στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα τεράστιες ελλείψεις σε κομβικούς τομείς. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ), με την ιδιότητα του οργανωτικού φορέα των αγώνων, κατέβαλε το σεβαστό, για την εποχή εκείνη, ποσό των 60 εκατομ. δραχμών, για την αγορά τεσσάρων συνεργείων Εξωτερικών Μεταδόσεων από τη Μεγάλη Βρετανία (τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας -ΕΙΡ- όσο και η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -ΥΕΝΕΔ- δεν διέθεταν ούτε ένα).

Το Στάδιο Καραϊσκάκη, έπειτα από την ολοκλήρωση των έργων ανακατασκευής.

Αμέσως μετά, πούλησε έναντι 34 εκατομ. τρία από αυτά στο ΕΙΡ και ένα στην ΥΕΝΕΔ. Το καθένα από τα τέσσερα παραπάνω συνεργεία τοποθετήθηκαν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Μαραθώνα (εκκίνηση του Μαραθωνίου δρόμου), στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τερματισμό του Μαραθωνίου), τέλος, το τέταρτο ακολουθούσε τη διαδρομή των δρομέων του Μαραθωνίου. Την παραγωγή στο Στάδιο Καραϊσκάκη είχαν αναλάβει Ιταλοί της RAI. Δεν τα πήγαν και τόσο καλά, αφού, όπως διαβάζουμε στο τύπο της εποχής, το BBC διαμαρτυρήθηκε για δύο παγκόσμια ρεκόρ που δεν καταγράφηκαν από τις κάμερες. Την παραγωγή του Μαραθωνίου είχαν αναλάβει Γάλλοι τεχνικοί. Οι Έλληνες τηλεθεατές πάντως, που δεν είχαν ξαναδεί αθλητική διοργάνωση σε απ’ ευθείας σύνδεση, καθηλώθηκαν μπροστά από τους δέκτες και τη μαυρόασπρη αναμετάδοση. Για λίγες μέρες, χάρη ακριβώς σε αυτή την τηλεοπτική μετάδοση, απόκτησαν μια, στοιχειώδη έστω, επαφή με τον έξω κόσμο, έπειτα από άνω των δυο ετών στυγνής δικτατορίας, διαρκούς στρατιωτικού νόμου και ασφυκτικής λογοκρισίας. Τις περιγραφές στο ΕΙΡ έκανε ο κορυφαίος Γιάννης Διακογιάννης με τον Νίκο Γεωργόπουλο, παλιό Βαλκανιονίκη. Στην ΥΕΝΕΔ τον γενικό συντονισμό ανέλαβε ο Κώστας Σισμάνης και τις περιγραφές οι Μανώλης Βασιλαράς, Βασίλης Γεωργίου και Στάθης Γαβάκης. Το στρατιωτικό κανάλι, επειδή έπαιρνε την εικόνα του ΕΙΡ που έδινε και στην Eurovision, έστησε ένα μικρό στούντιο, μέσω του οποίου εξέπεμπε συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών αθλητών. Οι αγώνες αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για να διαφημίσουν τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών τις τηλεοράσεις τους, καθώς οι αγορές αυξήθηκαν ενόψει της τέλεσης των αγώνων.

Χαρακτηριστική διαφήμιση εταιρίας ηλεκτρικών ειδών.

Όπως ήταν επόμενο, η χούντα, πιστή στην αφειδώλευτη παροχή άρτου και θεάματος, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τέλεση των αγώνων. Οι εννέα μήνες του 1969, οι οποίοι είχαν προηγηθεί, δεν ευνοούσαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, αλλά ούτε και εκείνη, την οποία αυτό εξέπεμπε προς το εσωτερικό. Τον Ιούνιο, είχε αποδράσει από τις φυλακές του Μπογιατίου, με τη συνδρομή του δεσμοφύλακά του, ο θανατοποινίτης Αλέξανδρος Παναγούλης, ο οποίος, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Παρά το γεγονός ότι οι δυο καταζητούμενοι συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα, η απόδραση υπήρξε πλήγμα για το καθεστώς. Στις 30 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μόλις εννέα ημέρες έπειτα από τη λήξη των αγώνων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε σε ελβετική εφημερίδα, κατηγόρησε τη χούντα για “τυραννική πολιτική”, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη το καθεστώς θεωρούσε πως είχε αποκομίσει από την τέλεση των αγώνων. Ήδη από την άνοιξη του 1969, η Ευρωπαϊκή Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ξεκινήσει έρευνα στην Αθήνα, για καταγγελίες, που είχαν διατυπωθεί σχετικά με διενέργεια βασανιστηρίων. Το δικτατορικό καθεστώς παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο τη διενέργεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η τελευταία να διακοπεί. Προ του κινδύνου να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία διά του υπουργού της των Εξωτερικών, Παναγιώτη Πιπινέλη, υπέβαλε στις 25 Αυγούστου (δηλ. τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των αγώνων) χρονοδιάγραμμα, με το οποίο υποσχέθηκε τη συγκρότηση εκλεγμένου κοινοβουλίου ως τα μέσα του 1971, δηλαδή δύο χρόνια αργότερα. Ακόμη, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου το Νοέμβριο του 1969 και άρση της επιβολής του στρατιωτικού νόμου τον Σεπτέμβριο του 1970. Επρόκειτο για κινήσεις αποπροσανατολισμού της διεθνούς κοινότητας. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ελλάδα αποβλήθηκε από μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης (το καθεστώς προσέδωσε στο γεγονός διαστάσεις ηρωϊκής εθελούσιας αποχώρησης, δίχως, όπως ήταν επόμενο, να καταφέρει να πείσει κανέναν).

Επιχειρώντας, με την αδεξιότητα που τους χαρακτήριζε, να αντιστρέψουν την παραπάνω καθόλα αρνητική εικόνα, οι Συνταγματάρχες επιδόθηκαν σε μια ανόητη επιχείρηση αυτοδιαφήμισης, με κεντρικό σύνθημα την “αναγέννηση του ελληνικού αθλητισμού”. Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, οι υπηρεσίες προπαγάνδας της χούντας κυκλοφόρησαν ένα μήνυμα του πρωθυπουργού της αυτοαποκαλούμενης “Εθνικής Κυβερνήσεως” Γεωργίου Παπαδόπουλου, ενώ στην τελετή έναρξης παρέστη σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου καμάρωναν και επαίρονταν για τα επιτεύγματά τους. Στο λόγο, τον οποίον εκφώνησε, ο πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ καλωσόρισε τους αθλητές “στην Ελλάδα, την πιο δημοκρατική χώρα στον κόσμο”…Εύλογο είναι το ερώτημα, για ποιό λόγο, μετά τον Απρίλιο του 1967, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αθλητισμού δεν αφαίρεσε από την Ελλάδα την οργάνωση των αγώνων, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του καθεστώτος. Όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη χούντα, μήνες πριν, είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες. Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Ωστόσο, η εκ νέου ανάθεση στην Ελλάδα του ΙΓ΄ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού για το 1982, οκτώ, μόλις, χρόνια έπειτα από τη μεταπολίτευση, δύναται να εκληφθεί ως χειρονομία συγγνώμης για τη μη αφαίρεση των αγώνων του 1969.

Το μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Β. Το αγωνιστικό μέρος

Στο καθαρά αγωνιστικό μέρος κυριάρχησαν τα επτά παγκόσμια ρεκόρ, τα οποία σημειώθηκαν (έξι στις γυναίκες και ένα, μόνο, στους άνδρες), η αποχώρηση της ομάδας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό, από τη Διεθνή Ένωση Ομοσπονδιών Κλασσικού Αθλητισμού, του πρώην Ανατολικογερμανού αθλητή Jürgen May, που είχε αυτομολήσει στη Δύση και συμπεριληφθεί στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας ενάντια στους κανονισμούς (οι Δυτικογερμανοί συμμετείχαν μόνο στις τέσσερις σκυταλοδρομίες), η πρώτη, στα παγκόσμια χρονικά, τιμωρία αθλητή για χρήση αναβολικών ουσιών έπειτα από έλεγχο ντόπινγκ (πρόκειται για τον Ολλανδο δεκαθλητή Edward de Noorlander), ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός στη σκυταλοδρομία των 4X400 μέτρων γυναικών, ο ενδογαλλικός αντίστοιχος στο δρόμο 400 μέτρων γυναικών, η απαρχή της λαμπρής σταδιοδρομίας του σπουδαίου Σοβιετικού σπρίντερ Valeriy Borzov και, βέβαια, η αποτυχία του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου να ανεβεί στο βάθρο των νικητών, γεγονός, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις εθνικής συντριβής. Η ΕΣΣΔ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) έδωσαν τη μάχη των μεταλλίων. Στους άνδρες νίκησαν οι Σοβιετικοί (7-5-6), έναντι 7-4-5 της ΛΔΓ και 4-4-4 των Βρετανών. Όμως, οι Γερμανίδες ξεπέρασαν τις Σοβιετικές (4-3-2, έναντι 2-2-2). Και εδώ η Μεγάλη Βρετανία αναδείχθηκε τρίτη, με 2-0-3.

European Athletics In Athens (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.14]

Πιο συγκεκριμένα, η Σοβιετική Nadezhda Chizhova, ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ της σφαιροβολίας στα 20,43 μέτρα. Η Ανατολικογερμανίδα Karin Balzer νίκησε στα 100 μ. με εμπόδια με ρεκόρ κόσμου (13.29). Παγκόσμιο ρεκόρ σημείωσαν, επίσης, η Τσεχοσλοβάκα Jaroslava Jehličková στα 1.500 μ. με 4.10.7 και η Αυστριακή Liese Prokop στο πένταθλο με 5.030 βαθμούς. Τα άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ γυναικών σηματοδοτούν και το δράμα της Γαλλίδας Colette Besson. Έφτασε κοντά σε δύο χρυσά μετάλλια, αλλά απέτυχε για εκατοστά του δευτερολέπτου. Στα 400 μ. έχασε πάνω στο νήμα από την συμπατριώτισσά της Nicole Duclos. Επιδόσεις: 51.72 για την Duclos, 51.74 για την Besson. Και οι δύο ανώτερες από το παγκόσμιο ρεκόρ. Το ίδιο συνέβη στα 4×400 μ. Πάνω στον τερματισμό, η Βρετανή Lillian Board, που δυο χρόνια αργότερα έχασε τη ζωή της σε ηλικία 22 ετών από καρκίνο, νικήτρια των 800 μ., ξεπέρασε την Besson (οι δυο αθλήτριες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς από την εποχή της Ολυμπιάδας του Μεξικού, οπότε είχε επικρατήσει η Besson). Με τη νίκη της, χάρη στην εκπληκτική τελευταία κούρσα της Board, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με 3.30.82 βελτίωσε το ρεκόρ κόσμου στα 4X400 γυναικών.

Η επική μονομαχία Board – Besson στον τελευταίο γύρο της σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Γυναικών

Άξια μνείας είναι και τα τρία χρυσά μετάλια, τα οποία κέρδισε η Ανατολικογερμανίδα Petra Vogt στα 100 μ., 200 μ. και 4Χ100 μ.

Μόνο ένα παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε στους άνδρες. Σημειώθηκε από τον Σοβιετικό σφυροβόλο Anatoliy Bondarchuk, που έριξε βολή στα 74,68 μ. Το δράμα των Γάλλων δεν περιορίστηκε στα αθλήματα γυναικών. Ο Alain Sarteur τερμάτισε στα 100 μ. και πανηγύρισε. Όλοι πίστευαν πως αυτός ήταν ο νικητής. Το φωτο-φίνις, όμως, έδωσε το χρυσό μετάλλιο στον Valeriy Borzov. Ήταν το πρώτο για τον μετέπειτα κορυφαίο λευκό σπρίντερ όλων των εποχών. Οι Γάλλοι αποζημιώθηκαν με την κατάκτηση των χρυσών μεταλλίων στις δυο σκυταλοδρομίες (4Χ100 και 4Χ400) των ανδρών.

Η επικράτηση του Valeriy Borzov στο φωτο-φίνις του δρόμου 100 μ. Ανδρών

Μεγάλα ονόματα διατήρησαν το κύρος τους, δίχως, ωστόσο, να βελτιώσουν τις ατομικές τους επιδόσεις. Πρόκειται για τους Σοβιετικούς Jānis Lūsis στον ακοντισμό, Igor Ter-Ovanesyan στο μήκος, Valentin Gavrilov στο ύψος και, φυσικά, τον επεισοδιακό χρυσό Ολυμπιονίκη του Μεξικού, Viktor Saneyev. Το ίδιο ισχύει για τον Ιταλό Eddy Ottoz στα 110 μ. με εμπόδια και για τον Ανατολικογερμανό Jürgen Haase στα 10 000 μ. Τρεις Ανατολικογερμανοί (Dieter Hoffmann, Heinz-Joachim Rothenburg και Hans-Peter Gies) σάρωσαν τα μετάλλια της σφαιροβολίας. Εντυπωσίασε ο συμπατριώτης τους Joachim Kirst, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του δεκάθλου, πέρασε στο ύψος τα 2,13 μ. (ο νικητής του άλματος εις ύψος, Σοβιετικός Gavrilov, πήδηξε 2,17 μ. μόλις 4 εκατοστά ψηλότερα). Στα 5 000 μ. επικράτησε ο Βρετανός Ian Stewart. Ο Μαραθώνιος κρίθηκε μέσα στην Αθήνα, στο ύψος του Χίλτον! Σε ολόκληρη, σχεδόν, τη διαδρομή από τον Μαραθώνα, προηγείτο ο Βέλγος Gaston Roelants, για να χάσει, τελικά, την πρώτη θέση από τον Βρετανό Ron Hill.

Οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες στα πρωτοσέλιδα του Γαλλικού Τύπου. Αριστερά: οι προσδοκίες για τον Alain Sarteur στα 100 μ. Ανδρών. Δεξιά: η θριαμβολογία για το διπλό παγκόσμιο ρεκόρ των Duclos και Besson στα 400 μ. Γυναικών.

Το μεγάλο δράμα για την Ελλάδα και τους Έλληνες έλαβε χώρα στο τελικό αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, όταν μια ολόκληρη χώρα και ένας ολόκληρος λαός κρέμονταν κυριολεκτικά από το κοντάρι ενός αθλητή, του Χρήστου Παπανικολάου. Οι έως τότε επιδόσεις του, άφηναν βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση ενός μεταλλίου, ακόμη και του χρυσού. Στους προηγούμενους Πανευρωπαϊκούς της Βουδαπέστης (1966) είχε κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) είχε καταταγεί τέταρτος, καταρρίπτοντας, ωστόσο, το ρεκόρ Ευρώπης με ένα άλμα 5.30μ. Στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας (1969) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με 5.25μ. Ήταν η αιχμή του δόρατος της ελληνικής ομάδας (αυτόν είχε επιλέξει ο ΣΕΓΑΣ για τον όρκο των αθλητών κατά την τελετή έναρξης), γεγονός, το οποίο τον φόρτωσε με άγχος. Έχοντας στοχεύσει το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε λάθος τακτική, αφήνοντας άλματα, τα οποία μπορούσαν να του είχαν εξασφαλίσει θέση στο βάθρο. Απέτυχε να ξεπεράσει ένα εύκολο για την κλάση του ύψος (5.20μ.) και κατετάγη τέταρτος, με επίδοση μόλις 5.00μ., με τον μεγάλο αντίπαλό του, Ανατολικογερμανό Wolfgang Nordwig, να κατακτά την πρώτη θέση με 5.30μ. και ν’ αποτυγχάνει δύο φορές να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, βάζοντας τον πήχη στο 5.45μ. Μέσα στο στάδιο επικράτησε γενικό πάγωμα (αν και οι θεατές παρότρυναν τον Nordwig στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ) και η Ελλάδα ολάκερη βυθίστηκε σε πένθος. Στις 24 Οκτωβρίου 1970, δεκατρείς μήνες αργότερα, ο Χρήστος Παπανικολάου, με ένα άλμα 5.49μ. κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα στο ίδιο στάδιο, αποδεικνύοντας πως ήταν πρωταθλητής επιδόσεων και όχι πρωταθλητής μεγάλων αγώνων. Το ρεκόρ του άντεξε επί 531 ημέρες, έως ότου καταρριφθεί, με τη σειρά του, στις 8 Απριλίου 1972 από τον Σουηδό Kjell Gunnar Isaksson.

Ο καταποντισμός του Χρήστου Παπανικολάου στον ελληνικό ημερήσιο αθλητικό Τύπο.
Η πλήρης σειρά αναμνηστικών γραμματοσήμων, που κυκλοφόρησε με αφορμή την τέλεση των αγώνων.

European Athletics Finals (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.15]

Στον καθαρά αγωνιστικό τομέα, υπήρξαν μονομαχίες, οι οποίες καθήλωσαν τους θεατές, προσδίδοντας ρυθμό και ένταση στους αγώνες. Οργανωτικά, αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά ικανοποιητικό, αναδείχθηκε ανάγλυφα η έλλειψη πείρας και υποδομών της χώρας μας σε αυτό το επίπεδο. Πάντως, το ελληνικό κοινό (θεατές και τηλεθεατές) ξέφυγε για λίγες ημέρες από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χούντας και ανακάλυψε πως υπήρχε κόσμος και εκτός ελληνικών συνόρων (η συχνή ανάκρουση εθνικών ύμνων “εχθρικών”, ιδεολογικά, καθεστώτων, όπως το Σοβιετικό και το Ανατολικογερμανικό, σχολιάστηκε με αρκετή δόση ειρωνείας από τον μέσο Έλληνα). Παρόλες τις άκομψες και αδέξιες προσπάθειές τους, οι Συνταγματάρχες απέτυχαν να πιστωθούν τη διεξαγωγή των αγώνων. Δεκατρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού επανήλθε στην Αθήνα, κάτω από μια εκ διαμέτρου διαφορετική συγκυρία: σε μια Ελλάδα ελεύθερη και μέσα σε ένα νεόκτιστο Ολυμπιακό Στάδιο.

Σεπτέμβριος 1982. Στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα του ακοντισμού, με την Άννα Βερούλη στην πρώτη θέση και τη Σοφία Σακοράφα στην τρίτη.

 

Κείμενο-Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών;

Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

 

Στη βρετανική Κυανή Βίβλο του Πολέμου, έχει καταχωριστεί το περιεχόμενο ενός διαλόγου, που ο Adolf Hitler είχε ανταλλάξει με τον πρέσβυ της Α.Μ. στο Βερολίνο, Nevile Henderson, τον Αύγουστο του 1939, λίγες μέρες προτού τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία, σηματοδοτώντας την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αρχηγός του Γ’ Ράιχ φέρεται να εκφράστηκε ως εξής: “Δεν είμαι πολιτικός. Είμαι καλλιτέχνης. Μόλις επιλυθεί η εκκρεμότητα της Πολωνίας ευελπιστώ να ολοκληρώσω τη ζωή μου ως καλλιτέχνης”.

Όσο και αν ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως δεν υφίστατο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν γενικευμένο πόλεμο εξαιτίας των πολωνικών περισπασμών, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι το καλοκαίρι του 1939 τα λόγια αυτά αντανακλούσαν τον εσωτερικό του κόσμο. Μάλλον επρόκειτο για τα κατάλοιπα μιας συμπλεγματικής νοοτροπίας, εξαιτίας ενός νεανικού τραύματος, που διένυε ήδη την τρίτη δεκαετία. Στο Mein Kampf (1925), o Hitler δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο, με τον οποίο σε δυο διαδοχικές περιπτώσεις, το 1907 και το 1908, η προσπάθειά του να γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης δεν καρποφόρησε. Ειδικότερα την πρώτη φορά, κατάφερε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του προκαταρκτικού γύρου, που συνίστατο στη σύνθεση ενός έργου με βιβλικό θέμα, σε δυο τρίωρης διάρκειας συνεδρίες. Στον επόμενο γύρο, σειρά είχε η αξιολόγηση των φακέλων των υποψηφίων. Θεωρήθηκε ότι τα έργα του Hitler έδιναν έμφαση στη λεπτομέρεια των κτηρίων. Η ανθρώπινη παρουσία σε αυτά ήταν σχεδόν μηδαμινή. Του υποδείχθηκε να στραφεί προς την αρχιτεκτονική. Κάτι τέτοιο, όμως, ισοδυναμούσε με επάνοδο στα μαθητικά έδρανα, που ο μετέπειτα δικτάτορας είχε εγκαταλείψει σε ηλικία 16 ετών, προκειμένου, ακριβώς, να εισαχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. To 1936, έχοντας προηγουμένως περιεργαστεί τον παραπάνω φάκελο υποψηφιότητας, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος John Gunther, βρήκε ότι τα προς κρίση έργα ήταν στατικά και στερούνταν ρυθμού, χρώματος, συναισθήματος και πνευματικής ευρηματικότητας. Θύμιζαν περισσότερο, χάρη στην ακρίβειά, τους σχέδια αρχιτέκτονα και τίποτα παραπάνω. Διόλου περίεργο, επομένως, ότι η εξεταστική επιτροπή επιχείρησε να στρέψει τον Hitler προς την κατεύθυνση εκείνη.¹

Selbstporträt, 1910.

Πάντως, σε ολόκληρη τη ζωή του, ο Hitler θεωρούσε τον εαυτό του  ιδιοφυία, ενδεχομένως και καλλιτεχνική. Μέσα στον διαταραγμένο νου του, η πεποίθηση αυτή είχε ριζώσει χάρη στη διφορούμενη άποψη, που κυριαρχούσε περί τα τέλη του 19ου αιώνα και βάσει της οποίας μια ιδιοφυία – με άλλα λόγια μια ισχυρή προσωπικότητα – μπορούσε να πράξει τα πάντα, ειδικότερα δε όσα επιθυμούσε.² Από την άλλη πλευρά, πάντως, πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν πως από ένα σημείο και έπειτα, το ενδιαφέρον του για την τέχνη είχε ατονήσει, αντιστρόφως ανάλογα, μάλιστα, με εκείνο του υπαρχηγού του Hermann Göring, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να λεηλατεί μουσεία και συλλογές των κατεχομένων χωρών, προκειμένου να εμπλουτίσει την προσωπική του συλλογή.

Η καλλιτεχνική παραγωγή του Hitler κάθε άλλο παρά αμελητέα δύναται να χαρακτηριστεί, σε ποσοτικό επίπεδο τουλάχιστον. Το Mein Kampf μας πληροφορεί πως, σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στη Βιέννη, ζωγράφιζε δυο με τρια έργα σε καθημερινή κλίμακα και ότι κατά τα έξι αυτά χρόνια (1908-1914) είχε φιλοτεχνήσει πάνω από 1000 πίνακες. Μάλιστα, αναγκαζόταν να πουλήσει πολλούς από αυτούς για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ζωγράφιζε, όποτε ήταν αδειούχος, σε απλό χαρτί, ή ακόμα και σε καμβάδες, που μετέφερε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα. Επρόκειτο για την τελευταία φάση της καλλιτεχνικής του παραγωγής, προτού ο ίδιος στραφεί προς ένα περισσότερο σκοτεινό πεπρωμένο.

Οι Hitler και Göring περιεργάζονται έναν ζωγραφικό πίνακα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα μέρος από τα ζωγραφικά έργα του Γερμανού δικτάτορα κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές κατοχής και φυλάσσεται ακόμα, υπό κυβερνητικό έλεγχο, στις ΗΠΑ, με ρητή εντολή να μη δει το φως της δημοσιότητας.³ Άλλα, πάλι, έργα, πουλήθηκαν κατά καιρούς μέσω δημοπρασιών σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού, σε τιμές, οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ 32.000 και 160.000 δολαρίων.⁴ Το ύφος του Hitler δεν έχει να επιδείξει κάτι το αξιόλογο. Στερούμενος θεμελιώδους παιδείας και ανήμπορος να τελειοποιήσει την καλλιτεχνική του έμπνευση και έκφραση, αρκείται στο να αναπαραγάγει τα προϋπάρχοντα ρεύματα. Στα έργα του αντανακλώνται κατάλοιπα του ελληνορωμαϊκού Κλασσικισμού, της ιταλικής Αναγέννησης, του Νεοκλασσικισμού καθώς και του κατανοητού, από τον ίδιο, τμήματος του Συμβολισμού. Αντίθετα, δεν κρύβει την απέχθειά του έναντι του Ιμπρεσιονισμού (αν και στα έργα του υπάρχουν σχετικά ψήγματα), κυρίως δε, έναντι του Εξπρεσιονισμού και της Avant-garde, που αργότερα, η ναζιστική προπαγάνδα θα καταδικάσει ως παρακμιακή τέχνη. Θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή του εξαίρετου Αυστριακού τοπιογράφου Rudolf Ritter von Alt (1812-1905), παρόλο που ο τελευταίος προσδίδει ασύγκριτα μεγαλύτερη προσοχή στη φύση, σε αντιδιαστολή με τον Hitler, ο οποίος επιμένει να επικεντρώνει αδέξια το ενδιαφέρον του στην αρχιτεκτονική διάσταση.

Άραγε, ποιά θα ήταν η ροή των πραγμάτων εάν ο Hitler γινόταν δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα είναι πως η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα τα “εάν”. Αντίθετα, η, έστω και πρόσκαιρη, ενασχόλησή του με την Τέχνη, αποτελεί μια πραγματικότητα και ως τέτοια, έχει ήδη υπάρξει αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης.⁵ Τα μέχρι στιγμής πορίσματα, μας διευκολύνουν να αποκρυπτογραφήσουμε περισσότερο τον πολύπλοκο ψυχισμό του ηγέτη του Γ΄Ράιχ. Η Τέχνη κατέλαβε μέρος της ζωής του έως το τέλος (στη διαθήκη, που υπαγόρευσε λίγο προτού αυτοκτονήσει, υπάρχει αναφορά στη συλλογή του). Δεν έκρυψε τον θαυμασμό του, όταν ένα πρωϊνό του Ιουνίου 1940 επισκέφτηκε για μια και μοναδική φορά το Παρίσι. Όταν, τέσσερα χρόνια αργότερα, ως νέος Νέρων, δεν δίστασε να διατάξει την ισοπέδωση της γαλλικής πρωτεύουσας, απαίτησε να προηγηθεί μέριμνα για την απομάκρυνση σημαντικών έργων τέχνης από εκεί και τη μεταφορά τους σε ασφαλές μέρος. Ως προς τις συνέπειες της απόρριψης από την Ακαδημία Καλών Τεχνών, οι απόψεις διίστανται. Έγκριτοι μελετητές του Ναζισμού (Ian Kershaw) επιμένουν στις ψυχολογικές επιπτώσεις σε βάρος της όλης μετέπειτα πορείας. Άλλοι πάλι, θεωρούν πως, παρά τη μεγάλη απογοήτευση, την οποία εισέπραξε, ο Hitler αποδέχτηκε την αποτυχία, με αποτέλεσμα το τραύμα να μπορέσει να επουλωθεί με την πάροδο του χρόνου. Άλλωστε, πίστευε πως μια ιδιοφυΐα ήταν δυνατό να συνεχίζει να λάμπει εν κρυπτώ, αναμένοντας την ευκαιρία εκείνη, η οποία να της επέτρεπε να επιχειρήσει, των συγκυριών επιτρεπουσών, μια θεαματική εισβολή στο προσκήνιο των εξελίξεων.

Schloss und Kirche Perchtoldsdorf, circa 1910-1912.

 

Wiener Opernhaus, 1912.

 

Der Alte Hof , München, 1914.

 

Standesamt München, circa 1900-1910.

 

Unterstand in Fournes, 1915.

 

Fromelles, 1915.

 

Ardoye in Flandern, 1917

 

Selbstporträt, 1926.

Psychoanalysing Hitler’s Rare, Controversial Paintings | Nazi Treasure Hunters

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  John Gunther, Inside Europe, New York, Harper & Brothers, 1940, σ. 1-2.

² “Hitler Considered Himself an Artistic Genius”, συνέντευξη της Birgit Schwartz στο περιοδικό Spiegel, 21 Αυγούστου 2009.

³  Marc Fisher, «The Art of Evil; Half a century later, the paintings of Adolf Hitler are still a federal case», The Washington Post, 2 Απριλίου 2002.

⁴  “Hitler paintings sold at British auction house”, Deutsche Welle, 24 Απριλίου 2009.

⁵  Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι πραγματείες Billy F. Price, Hitler: The Unknown Artist, Houston, Texas, Billy F. Price Publishing Co., 1983. Tου ιδίου, Adolf Hitler als Maler und Zeichner. Ein Werkkatalog der Oelgemälde, Aquarelle, Zeichnungen und Architekturskizzen,Gallant, Zug/Schweiz, 1983,  Frederic Spotts,  Hitler and the Power of Aesthetics, New York,  Harry N. Abrams, 2004. Stephen R.Pastore, The Art of Adolf Hitler: A Study of His Paintings and Drawings, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2013. Του ιδίου, The Complete Paintings of Adolf Hitler, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2015. Sherree Owens Zalampas, Adolf Hitler: a psychological interpretation of his views on architecture, art, and music, Bowling Green, Ohio, Bowling Green University Popular Press, 1990. Stephanie Barron, Degenerate art: The Fate of the Avant-Garde in Nazi Germany, Los Angeles, Calif., Los Angeles County Museum of Art, 1991, Eric-Emmanuel Schmitt, La Part de l’ autre, Paris, Albin Michel, 2003.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

H είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία εκείνο το αυγουστιάτικο πρωϊνό του 1961: “Παίδες, τρέξτε! Στην πλαζ γυρίζουν ταινία. Είναι εκεί ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου και ο Ρίζος”. Στην αρχή, νομίζαμε πως επρόκειτο για φάρσα. Κάτι τέτοιο φάνταζε εξωπραγματικό. Αληθινή κοσμογονία στη νωχελική καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, είδαμε να συγκεντρώνεται πλήθος, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το αδιανόητο. Παρατήσαμε το πρόγευμα και την προετοιμασία για το θαλάσσιο μπάνιο και τρέξαμε πάραυτα στην πλαζ του ΕΟΤ. Δυο πράγματα θυμάμαι σαν χθες: 1) το σπρώξιμο, για να εξασφαλίσω θέση με θέα, έξω από την περίφραξη, στο ύψος, σχεδόν, της δημοσίας οδού, που τότε περνούσε μέσα από τον οικισμό και 2) την εικόνα των πρωταγωνιστών, καθισμένων στις γνωστές πάνινες κινηματογραφικές πολυθρόνες, πάνω στην άμμο.

Αργότερα, οι εξελίξεις προσέλαβαν ακόμα πιο συγκλονιστική τροπή. Μαγεμένοι, παρακολουθούσαμε εκ του σύνεγγυς το γύρισμα μιας βωβής σκηνής, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Ράδιον, όπου ο Γιώργος Τσιτσόπουλος κρυβόταν πίσω από ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να αποφύγει τη χυμώδη Πόπη Λάζου. Θέλοντας, προφανώς, να δώσει περισσότερη φυσικότητα και κίνηση, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Νίκος Τσιφόρος, ζήτησε από δυο νεαρές παριστάμενες, να περάσουν, δήθεν αμέριμνες, μπροστά από τον φακό. Εκείνες, θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν τραγουδώντας. “Σκ… κυρίες μου”, ήταν η οργισμένη αντίδραση. Η σκηνή έπρεπε να ξαναγυριστεί και ο σκηνοθέτης άρχισε να ψάχνει για νέους εθελοντές. Όταν το βλέμμα του καρφώθηκε στη δική μας παρέα (περί τους 5-6 μπόμπιρες), αισθανθήκαμε την ανάσα μας να κόβεται και την καρδιά μας να παίζει ταμπούρλο. “Για ελάτε, εσείς παιδιά. Θα περάσετε από αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν θα βγάλετε τσιμουδιά. Σύμφωνοι;”. Και να θέλαμε, άλλωστε, αδυνατούσαμε από συγκίνηση! Τη φορά αυτή, η σκηνή κλείδωσε. Τρέχοντας πίσω στο ξενοδοχείο, φώναξα στη μητέρα μου θριαμβευτικά: “Έπαιξα στο σινεμά!”. Ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ζωής μου, σε ηλικία εννέα, μόλις, ετών. Τελικά, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω τη σκηνή.  Κόπηκε στο μοντάζ…

Την επομένη, ανακατεύτηκα με το πλήθος, που περιέβαλε τους πρωταγωνιστές στην περίφημη σκηνή, όπου ο Νίκος Ρίζος πετάει τραπέζια και καθίσματα στη θάλασσα φωνάζοντας: “Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες!”. Σήμερα, 58 χρόνια αργότερα, προσπάθησα κατ επανάληψη να εντοπίσω τον εαυτό μου, παγώνοντας το συγκεκριμένο σημείο στο DVD. Ακόμη δεν το έχω καταφέρει.

Κατά τα άλλα, το πρόγραμμα της ημέρας ήταν σταθερό. Περιλάμβανε μαθήματα γαλλικών αμέσως μετά το πρόγευμα (η πιο επαχθής στιγμή), μπάνιο στην πλαζ, μεσημεριανή κατάκλιση (συνήθως την κοπανούσαμε από το δωμάτιο εν αγνοία των μεγάλων και παίζαμε επιτραπέζια στο σαλόνι του ξενοδοχείου), ποδόσφαιρο δίπλα στο ρέμα το απόγευμα, ομαδική προσέλευση στους δυο υπαίθριους κινηματογράφους (Αττική και Ράδιον) το βράδυ, σταυροπόδι στα χαλίκια οσάκις είχε κόσμο. Το ρεπερτόριο περιλάμβανε επιμορφωτικές ταινίες, όπως Ο Γολγοθάς μιας ορφανής, Το Νησί των Γενναίων, Ο λουστράκος κ.ο.κ.. Εναλλακτικά, προσφερόταν πιο πέρα και παράσταση Καραγκιόζη σε μια αυτοσχέδια εγκατάσταση, με έντονη την τσίκνα από τα σουβλάκια και το ψητό καλαμπόκι, προερχόμενη από τον προαύλιο χώρο. Κάποτε, έφτασε στα Καμένα Βούρλα και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο Γαλήνη. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειές μας, δεν καταφέραμε να τον δούμε, έστω και από μακριά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

“Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες”

Στις πλαγιές του Καλλίδρομου και της Κνημίδας, τα Καμένα Βούρλα οφείλουν την ονομασία τους στο ακόλουθο περιστατικό: αρχικά, ήταν γνωστά ως «Παλιοχώρι». Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, στο πλαίσιο μιας τουρκικής επιδρομής, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση, αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα (η περιοχή ήταν ελώδης). Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα». Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» συναντάται στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α΄ στις 29 Αυγούστου 1912,Περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος”.

Οι ιαματικές πηγές έγιναν γνωστές περί το 1926. Ο χημικός Μιχαήλ Περτέσης ανακάλυψε, τότε, τις ευεργετικές, για τον άνθρωπο, θεραπευτικές ιδιότητες των πηγών της ευρυτερης περιοχής (Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα, Υπάτη). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως η περιεκτικότητα των υδάτων σε ραδόνιο ήταν μοναδική και ανώτερη των περισσοτέρων αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι ιαματικές πηγές δημιουργήθηκαν από τις γεωλογικές μεταβολές του Μαλιακού Κόλπου και του ορεινού όγκου Καλλιδρόμου – Κνημίδος, και έγιναν γνωστές λόγω της σπάνιας σύστασής τους σε φυσικά μέταλλα, άλατα και ραδόνιο. Αναβλύζουν στους πρόποδες του βουνού Κνημίς, ανατολικής απόληξης του Καλλιδρόμου, και έχουν διαφορετική θερμοκρασία και ραδιενέργεια. Υπάρχουν οι ραδιενεργές πηγές, μια υδρόθειο-χλωρονατριούχος, μια άλλη σιδηρούχος, τέλος, η καλλυντική πηγή της Αφροδίτης, που περιέχει καλλοειδές θείον. Η θερμοκρασία των πηγών είναι 35 – 36οC και τα νερά τους ενδείκνυνται για πολλές και διάφορες παθήσεις.

Άποψη των Καμένων Βούρλων το 1930.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30,ξεκίνησε η αξιοποίηση των πηγών με την κατασκευή σύγχρονων, για την εποχή, πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων που, εκτός απο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ιαματικά λουτρά, προσέφεραν ξενοιαστες και ξεκούραστες διακοπές στους παραθεριστές. Σταδιακά, τα Καμένα Βούρλα απέκτησαν μεγάλη φήμη, προσελκύοντας επώνυμους και ανώνυμους. Μεταπολεμικά, ειδικότερα δε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, υπήρξαν προνομιακός τόπος προορισμού των Αθηναίων (και όχι μόνο) για τους θερινούς μήνες.

Ανέγερση των λουτρικών εγκαταστάσεων το 1938.
Γενική άποψη της λουτρόπολης από το όρος Καλλίδρομο, το 1940. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το υδροθεραπευτήριο και στο βάθος, τα ξενοδοχεία Θρόνιον και Ράδιον
Θέα από τη θάλασσα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Διακρίνονται το ξενοδοχείο Ράδιον και στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας το ομώνυμο εστιατόριο (κατεδαφίστηκε την ίδια περίπου εποχή).
Η συνοικία Αττική, στο ΝΑ άκρο του οικισμού.
Μπροστά από το υδροθεραπευτήριο Ασκληπιός.
Η είσοδος από την πλευρά της Αθήνας.
Η κεντρική αρτηρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.
Η ακτή του ΕΟΤ. Στο βάθος, διακρίνεται το τρεχαντήρι Χαράλαμπος, το οποίο απέπλεε καθημερινά με προορισμό την Αιδηψό. Ο διάπλους του Ευβοϊκού διαρκούσε, τότε, περί τις τρείς ώρες!
Το ξενοδοχείο Ράδιον, σήμα κατατεθέν της λουτρόπολης.
Στον περίβολο του ξενοδοχείου Γαλήνη.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα Φλοίσβος, στην έξοδο του οικισμού προς τη Λαμία.
Το ξενοδοχείο Αργώ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Καμένα Βούρλα (1961 – 1962)

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο βασιληάς Idris της Λιβύης, στη Γαλήνη.
O Δημήτρης Μητροπάνος, νέος τραγουδιστής με τους Idols, το καλοκαίρι του 1965 στο κέντρο Corfu. Δίπλα του διακρίνεται ο Ντέμης Ρούσσος.
Η Ρένα Παγκράτη στα Καμένα  Βούρλα.
Το μνημείο του Λεωνίδα, στις γειτονικές Θερμοπύλες.
Το Μοτέλ Λεβέντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Mitsis Galini Wellness Spa & Resort. Η εξέλιξη του ξενοδοχείου Γαλήνη, σήμερα.

Το υδροθεραπευτήριο (επάνω) και το ξενοδοχείο Ράδιον (κάτω), σήμερα. Σπαρακτικά κατάλοιπα μιας νοσταλγικής εποχής, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

TimeTravel – Παλιά Λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων


 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου: Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

9 Αυγούστου 1974: Η παραίτηση του Richard Nixon από το προεδρικό αξίωμα

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

Το εκπληκτικό με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ είναι ότι μια μάλλον συνηθισμένη και «μπανάλ» υπόθεση πολιτικής κατασκοπείας οδήγησε στην πτώση ενός από τους πιο ισχυρούς προέδρους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες: Πρώτον, λόγω της μακρόσυρτης εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών στην πολιτική ηγεσία τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στην αμερικανική κοινωνία όσον αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας. Δεύτερον, με το Ουότεργκεϊτ βγήκαν στη φόρα σοβαρότερες καταχρήσεις εξουσίας στελεχών του Λευκού Οίκου, που είχαν προκύψει μέσα στο νοσηρό κλίμα των διαρροών στον Τύπο από αξιωματούχους που διαφωνούσαν με τη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη σύλληψη στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε ανδρών, που είχαν διαρρήξει τα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα) στο εντυπωσιακό κτιριακό σύμπλεγμα Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με σκοπό να βάλουν κοριούς και να συλλέξουν άλλες πληροφορίες. Επικεφαλής των πέντε ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Νίξον.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι η αστυνομία βρήκε επάνω στους πέντε στοιχεία που τους συνέδεαν με τους Γκόρντον Λίντι και Χάουαρτντ Χαντ, στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στον Λευκό Οίκο οι Λίντι και Χαντ είχαν εμπλακεί σε σοβαρές καταχρήσεις εξουσίας υπό τις εντολές μερικών από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου Νίξον.

Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ (δεξιά) και Καρλ Μπέρνστιν (εδώ στο γραφείο τους στην εφημερίδα Washington Post, τον Μάιο του 1973) τιμήθηκαν για την αποκάλυψη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ με το βραβείο Πούλιτζερ (ASSOCIATED PRESS).

Η «μονάδα υδραυλικών» του Λευκού Οίκου

Οι καταχρήσεις εξουσίας από στελέχη του Λευκού Οίκου προέκυψαν από την άρνηση του διευθυντή του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ να συνεχίσει παράνομες πρακτικές του παρελθόντος ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα και σε άλλους αντιφρονούντες. Το 1970, ο Χούβερ δήλωσε σε διυπηρεσιακή επιτροπή: «Για πολλά χρόνια ενέκρινα το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά όχι τώρα. Γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο και είναι πιθανό να μας ανακαλύψουν. […] Δεν εναντιώνομαι στο να συνεχίσουμε τις διαρρήξεις και το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αρκεί κάποιος ανώτερος από εμένα να τις εγκρίνει. […] Δεν αναλαμβάνω πλέον ο ίδιος την ευθύνη, αν και το έκανα για πολλά χρόνια».

Το κρίσιμο βήμα για την άμεση εμπλοκή του Λευκού Οίκου σε παράνομες δραστηριότητες, μετά την άρνηση του Χούβερ να τις αναλάβει ο ίδιος, έγινε ύστερα από τη μαζική διαρροή στους New York Times τον Ιούνιο του 1971 των λεγόμενων «Εγγράφων του Πενταγώνου», μιας μεγάλης μελέτης του υπουργείου Αμυνας για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που περιείχε χιλιάδες απόρρητα έγγραφα. Ο Νίξον διέταξε τη δημιουργία άτυπης «μονάδας υδραυλικών» στο επιτελείο του Λευκού Οίκου με σκοπό την καταπολέμηση των διαρροών απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, με επικεφαλής τους Λίντι και Χαντ. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν, με εντολή του συμβούλου Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Νίξον, να διαρρήξουν το γραφείο του ψυχιάτρου του πρώην αξιωματούχου που είχε διαρρεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου», ελπίζοντας να βρουν στοιχεία για τον δημόσιο κλονισμό της αξιοπιστίας του.

Επομένως, η σύλληψη των Λίντι και Χαντ λόγω της διάρρηξης από τους πέντε συνεργάτες τους στο Ουότεργκεϊτ απειλούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτής της προγενέστερης παράνομης ενέργειας, στην οποία εμπλεκόταν ένας ιδιαίτερα στενός σύμβουλος του Νίξον.

Ως εκ τούτου, ο Νίξον, ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν και ο συνήγορος του προέδρου Τζον Ντιν προσπάθησαν να περιορίσουν τη ζημιά συγκαλύπτοντας την πλευρά του εγκλήματος που αφορούσε τους ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ και άλλα ηγετικά στελέχη της προεκλογικής οργάνωσης. Αλλωστε, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συγκάλυψη, καθώς η αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών θα οδηγούσε τις διωκτικές αρχές στις προγενέστερες παρανομίες της «μονάδας των υδραυλικών» μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Οι πολιτικά φυσιολογικές ενέργειες συγκάλυψης όμως συνιστούσαν ποινικά κολάσιμα αδικήματα –εξαγορά μαρτύρων, παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης– που αποτέλεσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της προεδρίας Νίξον.

Το κτίριο Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον (ASSOCIATED PRESS).

Η δημοσιογραφική έρευνα και το «βαθύ λαρύγγι»

Με την παροχή πλουσιοπάροχης χρηματικής υποστήριξης στους επτά κατηγορουμένους από το μυστικό κονδύλιο για το Ουότεργκεϊτ που έστησε ο Νίξον και οι συνεργάτες του, το σκάνδαλο καταλάγιασε μερικές εβδομάδες μετά τη σύλληψη των διαρρηκτών. Παρέμεινε ωστόσο στην επικαιρότητα στις σελίδες της Washington Post λόγω του ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, με τον πρώτο να καθοδηγείται από έναν αξιωματούχο τον οποίο στο βιβλίο τους «All the President’s Men» ονόμασε «βαθύ λαρύγγι». Ο αξιωματούχος αυτός οδήγησε τους δύο δημοσιογράφους σε έρευνες για την αποκάλυψη των πηγών του μυστικού κονδυλίου για το Ουότεργκεϊτ («Follow the money»).

Για δεκαετίες η ταυτότητα του «βαθιού λαρυγγιού» παρέμεινε μυστική, καθώς ο Γούντγουορντ αρνήθηκε να την αποκαλύψει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Πολλοί πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές αφιέρωσαν χρόνια σε άκαρπες προσπάθειες να λύσουν τον γρίφο. Το 2005, ο Μαρκ Φελτ, υποδιοικητής του FBI το διάστημα 1972-1973, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν το «βαθύ λαρύγγι». Οταν πέθανε ο θρυλικός διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, τον Μάιο 1972, έπειτα από περίπου μισό αιώνα στο πόστο αυτό, οι ανώτεροι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Φελτ, ήλπιζαν ένας τους να τον αντικαταστήσει. Αντ’ αυτών, ο Νίξον διόρισε ως νέο διοικητή του FBI τον Πάτρικ Γκρέι, που δεν προερχόταν από το FBI, προκαλώντας την μήνιν του Μαρκ Φελτ.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν είχε ενημερώσει τον Νίξον στις 19 Οκτωβρίου 1972 ότι ο Μαρκ Φελτ διέρρεε πληροφορίες στον Τύπο. Ο Νίξον δεν τόλμησε να κινηθεί ενάντια στον Φελτ, φοβούμενος μην προβεί σε χειρότερες αποκαλύψεις.

Το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ απέκτησε απότομα νέα δυναμική τον Απρίλιο 1973, όταν οι προσπάθειες συγκάλυψης των ηθικών αυτουργών της διάρρηξης κατέρρευσαν. Ο Τύπος και το Κογκρέσο στράφηκαν στη συνέχεια στην ίδια τη συγκάλυψη, που ενέπλεκε άμεσα κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου. Στις 30 Απριλίου, ο Νίξον αναγκάσθηκε να απολύσει τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν, τον σύμβουλο Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν και τον συνήγορό του Τζον Ντιν.

Αριστερά: Ο συνήγορος του προέδρου Νίξον, Τζον Ντιν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS). Δεξιά: Ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS).

 Ο Νίξον αρνείται να δώσει τις μαγνητοταινίες

Ακολούθησε η διαφοροποίηση του Τζον Ντιν από τους υπόλοιπους εμπλεκομένους στη συγκάλυψη. Ο Ντιν είχε βάσιμες υποψίες ότι οι υπόλοιποι θα επιδίωκαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη για τη συγκάλυψη. Για να μην καταλήξει αποδιοπομπαίος τράγος, αποφάσισε να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη και την εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, ο Ντιν κατέθεσε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 1973 ότι είχε κατ’ επανάληψιν συζητήσει με τον Νίξον τις μεθόδους της συγκάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης ενός από τα δύο πρώην στελέχη της «μονάδας των υδραυλικών» που είχαν οργανώσει τη διάρρηξη (εξαγορά μαρτύρων).

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε την κατηγορία, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του. Αν και βαριά τραυματισμένος από τις αποκαλύψεις και τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά των πρώην συνεργατών του, ο Νίξον είχε κάποιες ελπίδες να διασώσει την προεδρία του έστω και αποδυναμωμένη, εφόσον δεν προέκυπτε κάποιο ακλόνητο στοιχείο, πέρα από την κατάθεση του Ντιν, που να τον ενοχοποιεί ποινικά.

Τον Ιούλιο του 1973, ένας άλλος συνεργάτης του Νίξον ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του στα γραφεία του. «Ηλπιζα να μου κάνατε αυτή την ερώτηση», απάντησε ο αξιωματούχος και αποκάλυψε ότι όντως ο Νίξον, από τις αρχές του 1971, μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες στα γραφεία του. Επομένως, υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν ο Ντιν είχε πει την αλήθεια για τις συνομιλίες του με τον Νίξον για τη συγκάλυψη. Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει τις μαγνητοταινίες των σχετικών συνομιλιών επικαλούμενος το απόρρητό τους, το ζήτημα κατέληξε για το επόμενο δωδεκάμηνο στη δικαιοσύνη. Τώρα, η υπόθεση θα λάμβανε δραματική τροπή.

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Καθημερινή – έντυπη έκδοση

Kινηματογραφικές εκδοχές των Προέδρων της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας

Με αφορμή την επέτειο της κατάληψης της Βαστίλλης

Kινηματογραφικές εκδοχές των Προέδρων της 5ης Γαλλικής  Δημοκρατίας

Μέχρι στιγμής, το καθεστώς της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, το οποίο προέκυψε το 1958 μέσα από τις ωδίνες του πολέμου της Αλγερίας, μετρά οκτώ προέδρους, από τον ιδρυτή Charles de Gaulle έως τον σημερινό Emmanuel Macron. Διαψεύδοντας επιδεικτικά όλες τις προβλέψεις, στα άνω των εξήντα έτη ζωής, έχει να επιδείξει μια αξιοσημείωτη αντοχή σε στιγμές γενικού αναβρασμού (Μάης 1968) ή σε ετερόκλητους πολιτικούς συσχετισμούς (συγκατοικήσεις των ετών 1986-1988, 1993-1995 και 1997-2002). Υπηρετήθηκε από “ιερά τέρατα” (de Gaulle, Mitterrand), από πολιτικούς μικρότερου, συγκριτικά, βεληνεκούς (Chirac, Hollande), τέλος, από άτομα με ισχυρή τεχνοκρατική προέλευση, παιδεία και συνείδηση (Pompidou, Giscard d’ Estaing, Sarkozy και Macron). Οι διαφορετικές προσωπικότητες, η ποικιλία ως προς το ύφος του καθενός και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, τέλος, η δικαιολογημένη, έως ένα βαθμό, εμμονή να θέσουν το δικό τους στίγμα στην Ιστορία, ενέπνευσαν σεναριογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Οι κινηματογραφικές ταινίες και οι τηλεταινίες, που αναφέρονται στους επτά από τους οκτώ προέδρους της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας ξεπερνούν, σήμερα, τις είκοσι. Η συντριπτική πλειοψηφία από αυτές παραμένουν πιστές στην ιστορική πραγματικότητα, αποδίδοντας τα γεγονότα έτσι όπως συνέβησαν και περιγράφοντας με επιτυχία την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Άλλες, πάλι, εστιάζουν στον εσωτερικό κόσμο, με επικαλύψεις ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και τον δημόσιο βίο, όπως και στον κοινό παρονομαστή όλων των πολιτικών ηγετών: τη μοναξιά της εξουσίας. Τέλος, υπάρχουν ορισμένες, οι οποίες κινούνται (χάρη στο ευρηματικό σενάριο) στο χώρο του φαντασιακού, αγγίζοντας τα όρια της παρωδίας. Το μεγάλο στοίχημα αναλογεί στους ηθοποιούς. Η φυσιογνωμική ομοιότητα, η πειστική απόδοση και ερμηνεία, το υποκριτικό ταλέντο και ο συνδυασμός των παραπάνω, αποτελούν τα κριτήρια της σημερινής αξιολόγησης. Σε εσάς εναπόκειται να προβείτε σε μια ιεράρχηση, έχοντας, προηγουμένως, δει τις φωτογραφίες και παρακολουθήσει τα στιγμιότυπα που έπονται.

 

  Α. Charles de Gaulle (1890-1970) [Προεδρική θητεία 1959-1969]

Charles de Gaulle, λόγος του 1947       


                                                   

Le grand Charles (2005)

 

Τον Αύγουστο του 1944, οι Γάλλοι γενικότερα και οι Παριζιάνοι ειδικότερα, ανακάλυπταν την εντυπωσιακή κορμοστασιά του στρατηγού Charles de Gaulle, καθώς κατέβαινε, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και εθνικής ανά(σ)τασης τη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, εμβληματικό σημείο του μόλις απελευθερωθέντος Παρισιού. Έως τότε, τον γνώριζαν μόνο από τον τόνο της φωνής του, μέσα από τις πύρινες εκκλήσεις του για αντίσταση κατά των Γερμανών, που αναμεταδίδονταν στην κατεχόμενη Γαλλία από το ραδιόφωνο του BBC. Ο de Gaulle ήταν το σύμβολο του αγώνα, εκείνος που κατάφερε να περισώσει την τιμή της χώρας και του λαού της έπειτα από τα οδυνηρά ολισθήματα του καθεστώτος του Vichy και των συνεργατών με τις αρχές κατοχής. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι ηγήθηκε της προσπάθειας ανοικοδόμησης, ως πρωθυπουργός της πρώτης αιρετής, έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 1945, κυβέρνησης. Όμως, οι μικροκομματικές αντιπαραθέσεις σε καιρό ειρήνης, διέσπασαν την ενότητα, η οποία είχε σφυρηλατηθεί την εποχή της Αντίστασης. Τον Ιανουάριο του 1946, ο de Gaulle υπέβαλε την παραίτησή του και αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Επανήλθε δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1958 (αρχικά ως πρωθυπουργός και κατόπιν ως πρόεδρος της Δημοκρατίας), εν μέσω των κραδασμών, που είχαν προκληθεί από τον πόλεμο της Αλγερίας. Τη φορά αυτή, ο de Gaulle υπήρξε ο ρυθμιστής των εξελίξεων, υπαγορεύοντας τους δικούς του όρους, με προεξέχοντα την ψήφιση ενός νέου συντάγματος, εκείνου της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, της οποίας διετέλεσε πρώτος, κατά σειρά, πρόεδρος. Η διάβαση της προσωπικής ερήμου μεταξύ των ετών 1946 και 1958, καθώς και η δραματική επάνοδος στην εξουσία είναι το θέμα της τηλεταινίας Le grand Charles του Bernard Stora. Στον κεντρικό ρόλο ο ηθοποιός Bernard Farcy αποδίδει εξαιρετικά τον de Gaulle της πρώτης μεταπολεμικής εποχής. Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία του ελληνικής καταγωγής Denis Podalydès, μέλους της Comédie Française, στο ρόλο του Claude Mauriac. Έξι χρόνια αργότερα, ο Podalydès υποδύθηκε, με απαράμιλλο τρόπο, έναν άλλο πρόεδρο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Nicolas Sarkozy (βλ. παρακάτω).

Ο Bernard Farcy ως de Gaulle στην τηλεταινία Le grand Charles.

Charles de Gaulle, διάγγελμα της 24ης Μαΐου 1968

Adieu de Gaulle, adieu (2009)

“Adieu de Gaulle, adieu”, ήταν ένα σύνθημα, το οποίο, μέσα στη δίνη των γεγονότων του Μαΐου 1968 ακούστηκε στις 29 του μήνα, από διαδηλωτές, που κουνούσαν επιδεικτικά τα μαντήλια τους, εν είδει αποχαιρετισμού. Η Τετάρτη  29 Μαΐου, υπήρξε, κατά γενική ομολογία, η στιγμή της κορύφωσης της κρίσης. Την ημέρα εκείνη, ο πρόεδρος de Gaulle εξαφανίζεται από προσώπου γης. Ουδείς γνωρίζει (ούτε καν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση) που βρίσκεται. Έχει μεταβεί στην στρατιωτική βάση του Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, όπου έχει συνάντηση με τον στρατηγό Massu, ανώτατο διοικητή των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων, που σταθμεύουν επί του γερμανικού εδάφους. Εξετάζεται το ενδεχόμενο προσφυγής στη χρήση των ενόπλων δυνάμεων με σκοπό την αποκατάσταση της τάξης. Με το που διαρρέει η είδηση της φυγής, χιλιάδες διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους του Παρισιού φωνάζοντας το παραπάνω σύνθημα. Με αφορμή το συγκεκριμένο επεισόδιο, η τηλεταινία του Laurent Herbiet αναφέρεται στον τρόπο, με τον οποίο ο γηραιός (78 ετών) πρόεδρος αφομοίωσε τα γεγονότα του Μαΐου. Ουδέποτε στο παρελθόν, ο τελευταίος είχε άφησει να διαφανούν τόσα πολλά σημάδια αμηχανίας και αιφνιδιασμού. Συγκυρίες του παρελθόντος, που τον είχαν αναδείξει, χάρη στην πυγμή που επέδειξε τότε, ως αδιαφιλονίκητο λαϊκό ηγέτη (1940, 1958), ήταν, πέραν πάσης αμφιβολίας, κατά πολύ πιο κρίσιμες και δραματικές από ό,τι εκείνη του 1968. Ωστόσο, η περιγραφή από τον στρατηγό Massu, της συνομιλίας που είχε μαζί του στη γαλλική στρατιωτική βάση του Baden-Baden, αποκαλύπτει έναν de Gaulle τρομοκρατημένο, αδύναμο, απογοητευμένο, στα πρόθυρα, ψυχολογικά,να υποταχθεί σε εξελίξεις, που τον είχαν ξεπεράσει, με υποβολή παραίτησης. Η προχωρημένη ηλικία του Γάλλου προέδρου δεν αρκεί, προκειμένου να κατανοήσει κανείς την αναπάντεχη και εντυπωσιακή, ομολογουμένως,  αυτή μετάλλαξη. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί κάπου αλλού. Ο ιδιαίτερος τρόπος, κράμα αυταρχισμού και πατερναλισμού, με τον οποίο ασκούσε ανέκαθεν την εξουσία, είχε δημιουργήσει κορεσμό σε επίπεδο κοινής γνώμης. Η ένταση και η βία του ξεσπάσματος, τον προσγείωσαν απότομα και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει με καθυστέρηση, πως, προ πολλού εξέπεμπε σε διαφορετικό μήκος κύματος από έναν λαό, με τον οποίο ήταν πεπεισμένος ότι βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία. Διαπίστωσε με τον πλέον σκληρό τρόπο, πως η αρχή του τέλους για τον ίδιο είχε σημάνει. Ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του και επιστρατεύοντας όσα αποθέματα αντοχής του είχαν απομείνει, στράφηκε προς τη μοναδική, πλέον, υποχρέωση, που αισθανόταν πως είχε έναντι του γαλλικού λαού: την ανεύρεση ενός ασφαλούς τρόπου εξόδου από την κρίση. Αυτό ακριβώς έπραξε με το ραδιοφωνικό διάγγελμα της 30ής Μαΐου. Ο κόσμος το εξετίμησε και ανταποκρίθηκε αυθημερόν. Στη μεγαλειώδη διαδήλωση της λεωφόρου των Ηλυσίων Πεδίων, ένα εκατομμύριο Παριζιάνοι διακήρυξαν ηχηρά προς πάσα κατεύθυνση, πως δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τη Γαλλία να βυθιστεί στο χάος και στην αναρχία. Ο θρίαμβος του γκωλικού κόμματος στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές, έναν μόλις μήνα αργότερα, εντάσσεται στην ίδια πάντοτε λογική. Τη λογική μιας ενστικτώδους αναλαμπής μπροστά στο χείλος της καταστροφής. Συνάμα, οι πάντες γνώριζαν, κατά βάθος, πως τα γεγονότα του Μαΐου είχαν θέσει την ταφόπλακα του γκωλικού κινήματος. Γεγονός, που επιβεβαιώθηκε περίτρανα τον Απρίλιο του 1969, με το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την συνακόλουθη υποβολή παραίτησης του de Gaulle από το προεδρικό αξίωμα. Ο προβληματισμός, τα διλήμματα, η ανασφάλεια, η αναμέτρηση με τον εσωτερικό του κόσμο και τις πεποιθήσεις του, γενικότερα, όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν αυτό που ονομάζεται “μοναξιά της εξουσίας”, αποδίδονται απόλυτα πειστικά από τον πρωταγωνιστή Pierre Vernier.

Pierre Vernier.

B. Georges Pompidou (1911-1974) [Προεδρική θητεία 1969-1974]

 

  Georges Pompidou, ανακοίνωση του θανάτου του Στρατηγού De Gaulle, 9 Νοεμβρίου 1970

Mort d’ un Président (2011)


                 

Από όλους τους μέχρι στιγμής προέδρους της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, ο Georges Pompidou υπήρξε ο μόνος που απεβίωσε ενόσω ασκούσε τα καθήκοντά του (ο François Mitterrand, αν και βαριά ασθενής, πρόλαβε να ολοκληρώσει τη δεύτερη θητεία του). Η τηλεταινία Mort d’ un Président του Pierre Aknine πραγματεύεται τους τελευταίους μήνες της προεδρίας Pompidou. Γνωρίζοντας από το 1972 πως ο πρόεδρος υπέφερε από μια ανίατη μορφή λευχαιμίας και με την προοπτική της μη επανεμφάνισής του στις προεδρικές εκλογές του 1976, δυο σύμβουλοι του τελευταίου, ο Pierre Juillet και η Marie-France Garaud, επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια σφυρηλάτησης ενός υποψηφίου, ικανού να εμφανιστεί ως κληρονόμος των γκωλικών αξιών (τις οποίες ο ίδιος ο Pompidou είχε ουσιαστικά απεμπολήσει). Στόχος ήταν να παρεμποδιστεί η ανέλιξη στο προεδρικό αξίωμα του γνήσιου γκωλικού Jacques Chaban-Delmas. H επιλογή των δυο συμβούλων στράφηκε προς το πρόσωπο του υπουργού Αγροτικής Οικονομίας και πρώην στενού συνεργάτη του Pompidou όταν αυτός ασκούσε καθήκοντα πρωθυπουργού, Jacques Chirac. H συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του προέδρου και η εμμονή του τελευταίου να αποσιωπήσει το γεγονός (είναι χαρακτηριστικό το ότι το περιβάλλον του Μεγάρου των Ηλυσίων επέμενε πως επρόκειτο για εποχιακή γρίππη ενώ ήταν εμφανή τα σημάδια της φυσικής κατάπτωσης) προκάλεσε ένα κλίμα σύγχυσης. Ο θάνατος του Pompidou στις 2 Απριλίου 1974, συνέβη προτού οι Juillet και Garaud προλάβουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους. Εκ των πραγμάτων στράφηκαν προς τη μόνη προσφερόμενη εναλλακτική λύση: εκείνη της υποστήριξης της υποψηφιότητας του χαρισματικού και δυναμικού υπουργού Οικονομικών Valéry Giscard d’ Estaing. Έπεισαν, μάλιστα, τον Chirac να αποσκιρτήσει από τον γκωλικό χώρο, όπου φαινομενικά ανήκε, και να συνταχθεί με την υποψηφιότητα ενός προσώπου, το οποίο προερχόταν από το κέντρο. Επιβράβευση ήταν η επιλογή του Chirac ως πρωθυπουργού από το νεοεκλεγέντα Giscard d’ Estaing. H νοσηρή ατμόσφαιρα της ίντριγκας των τελευταίων μηνών της θητείας του Georges Pompidou κυριαρχεί στην τηλεταινία του  Pierre Aknine. Στο ρόλο του προέδρου εμφανίζεται ο, γνωστός στο γαλλικό κοινό, ηθοποιός Jean-François Balmer. Αν και η ομοιότητα με τον Pompidou δεν είναι μεγάλη, η εν γένει ερμηνεία του θυμίζει πολύ τον τελευταίο.

Ο Jean-François Balmer στο ρόλο του Georges Pompidou.

Εμφανώς μεγαλύτερη είναι η φυσιογνωμική ομοιότητα του Didier Bezace, o οποίος ενσαρκώνει τον Pompidou ως πρωθυπουργό της Γαλλίας στην προαναφερθείσα τηλεταινία Adieu de Gaulle, adieu.

Didier Bezace.

Γ. Valéry Giscard dEstaing (1926-    ) [Προεδρική θητεία 1974-1981]

 

Valéry Giscard d’Estaing, εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, 1974

La rupture (2013)

Το πολιτικό ειδύλλιο ανάμεσα τον πρόεδρο  Valéry Giscard d’ Estaing και τον πρωθυπουργό  Jacques Chirac τερματίστηκε άδοξα το 1976, με την παραίτηση του τελευταίου.  Η αφορμή της παραίτησης υπήρξε καθαρά προσχηματική και ουδόλως αντανακλούσε τη βαθειά αίσθηση αμοιβαίας καχυποψίας, από την οποία διακατέχονταν ευθύς εξ αρχής οι δυο κορυφαίοι παράγοντες της γαλλικής ιεραρχίας. Εν όψει μιας μελλοντικής ανέλιξης στον προεδρικό θώκο, ο Chirac επένδυσε πολιτικά στην ανασυσταθείσα δημαρχία του Παρισιού (διετέλεσε δήμαρχος από το 1977 έως το 1995 και ταυτόχρονα πρωθυπουργός της συγκατοικησης επί προεδρίας Mitterrand μεταξύ των ετών 1986 και 1988). Διαισθανόμενος τη φθορά της εξουσίας, που υφίστατο ο Giscard d’ Estaing, επιχείρησε να αναδειχθεί ως αδιαφιλονίκητος εκφραστής του συντηρητικού κεντροδεξιού χώρου. Έτσι, όχι μόνο απέφυγε να στηρίξει την επανεκλογή του τελευταίου στις προεδρικές εκλογές του 1981, αλλά ήρθε σε συνεννόηση με τον υποψήφιο της Αριστεράς, François Mitterrand, τον οποίο στήριξε παρασκηνιακά. Η κρυφή συνάντηση των δυο ανδρών πραγματοποιήθηκε το 1980 στην οικία της μετέπειτα πρωθυπουργού των σοσιαλιστών Édith Cresson. Η τηλεταινία La rupture του Laurent Heynemann πραγματεύεται τη λανθάνουσα σχέση των δυο ανδρών, αποκαλύπτοντας το όχι πολύ γνωστό έντονο παρασκήνιο της εποχής. Οι δυο ηθοποιοί Hippolyte Girardot ( Valéry Giscard d’ Estaing) και Grégori Derangère (Jacques Chirac) απέχουν πολύ από το πρωτότυπο.

 

Hippolyte Girardot ( Valéry Giscard d’ Estaing).

Ανάλογη είναι η αίσθηση, που αποπνέει και ο Xavier de Guillebon, ο οποίος υποδύεται τον Giscard d’ Estaing στην αφιερωμένη στον Georges Pompidou τηλεταινία Mort d’ un Président. Γενικότερα, ο τρίτος κατά σειρά πρόεδρος της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας δεν έτυχε μιας επιτυχούς μεταφοράς στην οθόνη.

Valéry Giscard d’ Estaing.
Xavier de Guillebon.

 

 

 

    

 

 

 

 

 

 

   

Δ.  François Mitterrand (1916-1996) [Προεδρική θητεία 1981-1995]

François Mitterrand, πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα της 31ης Δεκεμβρίου 1994


 

Le promeneur du Champ de Mars (2005)

Σε αντιδιαστολή με τον προκάτοχό του στο προεδρικό αξίωμα, ο François Mitterrand έτυχε ασύγκριτα ευμενέστερης μεταχείρισης. To κινηματογραφικό έργο Le promeneur du Champ de Mars του Robert Guédiguian στηρίζεται στο βιβλιο του Georges-Marc Benamou με τίτλο Le Dernier Mitterrand (1997), παρά το γεγονός ότι στην ταινία ο πρωταγωνιστής παραμένει ανώνυμος. Ο Benamou είχε συχνές ιδιωτικές συνομιλίες με τον πρόεδρο τα τελευταία τρία έτη της θητείας του, στο πλαίσιο περιπάτων στο Πεδίον του Άρεως της γαλλικής πρωτεύουσας. Οι εκμυστηρεύσεις περί ύπαρξης νόθου κόρης, περί συνεργασίας του Mitterrand με το καθεστώς του Vichy και περί επίδειξης ανοχής του τελευταίου έναντι των κατηγορουμένων για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας René Bousquet και Maurice Papon, πέρασαν αυτούσιες στο βιβλίο, προκαλώντας τη μήνιν του περιβάλλοντος του προέδρου την επομένη, σχεδόν, του θανάτου του. Η ερμηνεία του Michel Bouquet είναι μεγαλειώδης. Ο ηθοποιός τιμήθηκε με το βραβείο César γι αυτήν.

Ο Michel Bouquet στο ρόλο του  François Mitterrand.

Changer la vie (2011)

 

Ωστόσο, ο ηθοποιός, ο οποίος διέπρεψε υποδυόμενος τον  François Mitterrand, είναι ο Philippe Magnan. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην απίστευτη ομοιότητα με το πρωτότυπο. Περαν αυτού, κατάφερε να αντιγράψει και να αποδώσει απόλυτα το ύφος, τον τόνο της φωνής και τις κινήσεις του Mitterrand. Υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες ο θεατής αδυνατεί να προβεί σε διάκριση μεταξύ των δυο!  Changer la vie είναι μια τηλεταινία του Serge Moati. Ο τίτλος προέρχεται από ένα ποίημα του Arthur Rimbaud και είχε υιοθετηθεί ήδη από το 1972, ως προεκλογικό σύνθημα του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Με το σύνθημα αυτό ο  François Mitterrand επικράτησε στην προεδρική εκλογή του 1981. Καλύπτει τα δυο πρώτα έτη της θητείας, από τον αρχικό ενθουσιασμό έως τη μεταστροφή προς την λιτότητα, το 1983.

Philippe Magnan

Η εύστοχη ενσάρκωση του Mitterrand από τον Philippe Magnan διαθέτει μια προϊστορία, η οποία αξίζει να μνημονευθεί. Ο ηθοποιός υποδύθηκε τον ίδιο ρόλο, κάνοντας μια φευγαλέα εμφάνιση το 2009 στην ταινία Farewell, ένα κατασκοπευτικό θρίλερ, όπου συναντάμε, σε πρωταγωνιστικό, μάλιστα ρόλο, τον Emir Kusturica.

 E. Jacques Chirac (1932- ) [Προεδρική θητεία 1995-2007]

Jacques Chirac, συνέντευξη της 14ης Ιουλίου 1998 στο Μέγαρο των Ηλυσίων

Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κάποιο κινηματογραφικό έργο, με επίκεντρο το πρόσωπό του (εξαιρουμένου του Dans la peau de Jacques Chirac, μιας συρραφής αντιφατικών εννοιών, που συμπεριλαμβάνονται στις δημόσιες τοποθετήσεις του με ακούσιο πρωταγωνιστή τον…ίδιο) ο Jacques Chirac είναι τακτικός θαμών της έβδομης τέχνης, όπου αποδίδεται συχνά με τρόπο απολαυστικό. Στην τηλεταινία Mort d’ un Président, τον υποδύεται ο Samuel Labarthe.

Samuel Labarthe.

Στην προαναφερθείσα La rupture, η σκυτάλη περνά στον καθόλου πειστικό  Grégori Derangère. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του (κατά τα άλλα εξαίρετου ηθοποιού) Thierry Lhermitte στην ταινία L’ affaire Gordji: Histoire d’ une cohabitation (2012), η οποία πραγματεύεται μια υπόθεση που ταλάνισε το 1987 τη συγκατοίκηση με τον πρόεδρο Mitterrand.

Grégori Derangère
Thierry Lhermitte.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η αποκάλυψη προήλθε από τον ηθοποιό Bernard Le Coq, o οποίος, σε δυο περιπτώσεις, το 2011 και το 2013, ενσάρκωσε κατά τρόπο ιδανικό από κάθε άποψη τον πέμπτο πρόεδρο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι αντίστοιχες ταινίες παρουσιάζονται παρακάτω. Για την ώρα περιοριζόμαστε σε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από την πρώτη (La conquête), η οποία αναφέρεται στον Nicolas Sarkozy.

Jacques Chirac και Bernard Le Coq. 

   

       ΣΤ. Nicolas Sarkozy (1955-     ) [Προεδρική θητεία 2007-2012]  

Nicolas Sarkozy, ομιλία στο Μέγαρο των Ηλυσίων, Ιούνιος 2007

La conquête (2011)

 

Μια από τις πάμπολλες αρετές της συγκεκριμένης ταινίας είναι η φυσική ομοιότης των ηθοποιών με τα πρόσωπα, τα οποία υποδύονται (Bernard Le Coq ως Jacques Chirac, Samuel Labarthe ως Dominique de Villepin – ο ίδιος είχε υποδυθεί την ίδια ακριβώς χρονιά και τον Jacques Chirac όπως προαναφέρθηκε – Florence Pernel ως Cécilia Sarkozy, Michèle Moretti ως Bernadette Chirac). Όμως, την παράσταση κλέβει μακρόθεν ο Denis Podalydès, που δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας στον κεντρικό ρόλο του Nicolas Sarkozy. Όχι μόνο η ομοιότης είναι εξόφθαλμη, αλλά αναδεικύονται ανάγλυφα οι φιλοδοξίες, ο αδίστακτος χαρακτήρας και η συμπλεγματική συμπεριφορά του προσώπου. Στις 6 Μαΐου 2007, ημέρα του δευτέρου γύρου των προεδρικών εκλογών, ο υποψήφιος Sarkozy ανακαλεί στη μνήμη του την τελευταία πενταετία, από την εποχή που, ως υπουργός Εσωτερικών, είχε εγκαινιάσει μια ταραχώδη και επεισοδιακή πορεία με καταληκτικό στόχο την κατάκτηση της εξουσίας. Μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερε να σφυρηλατήσει το προφίλ ενός υποψηφίου προέδρου, έχοντας ως ανταγωνιστή τον υπουργό Εξωτερικών Dominique de Villepin, εκλεκτό του απερχόμενου προέδρου Chirac, αλλά και δυσκολίες ιδιωτικού περιεχομένου, όπως η ουσιαστική ρήξη της σχέσης με τη σύζυγό του Cécilia. Πρόκειται για μια βιογραφική κινηματογραφική ταινία, βασισμένη εξ ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα, η οποία εισάγει τον θεατή στα παρασκήνια, όχι πάντοτε έντιμα και ηθικά, της πολιτικής ζωής. Το εξαιρετικό σενάριο είναι του Patrick Rotman και η εξίσου άψογη σκηνοθεσία του Xavier Durringer.

O Denis Podalydès στο ρόλο του Nicolas Sarkozy.

Διαφορετική αν και όχι άνευ ενδιαφέροντος, είναι η ερμηνεία του ιδίου προσώπου από τον Thierry Frémont στην ταινία La dernière campagne (βλ. παρακάτω). Βέβαια, ο Podalydès έχει στο μεταξύ θέσει τον πήχυ ψηλά, με αποτέλεσμα η αποστολή του οιουδήποτε ανταγωνιστή του να έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη.

Thierry Frémont

Ζ. François Hollande (1954- ) [Προεδρική θητεία  2012-2017]


Franç
ois Hollande, λόγος που εκφωνήθηκε στο Bourget, 2014 


 

La dernière campagne (2013)

Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η τηλεταινία La dernière campagne του Bernard Stora εξιστορεί μια πέρα ως πέρα φανταστική υπόθεση, στα όρια της παρωδίας. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2012 για την ανάδειξη του νέου προέδρου, ο Jacques Chirac είναι μάρτυς της ανελέητης αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δυο κυριότερους υποψηφίους: τον εν ενεργεία πρόεδρο Nicolas Sarkozy και τον εκπρόσωπο της Αριστεράς, François Hollande. Έχοντας υποστεί τη φθορά της προχωρημένης ηλικίας αλλά και μιας κλονισμένης υγείας, ο Chirac ευελπιστεί να διαδραματίσει παρασκηνιακά ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων. Έτσι, στον ύπνο του ονειρεύεται πως συναντά κρυφά τον Hollande παρέχοντας στον τελευταίο συμβουλές προκειμένου να κερδίσει τη μάχη των εκλογών εις βάρος ενός Sarkozy, με τον οποίο είχε ανοικτούς προσωπικούς λογαριασμούς από το 1995. Στην ταινία, οι φαντασιώσεις του Chirac συγχέονται με πραγματικά στιγμιότυπα της προεκλογικής εκστρατείας, προσδίδοντας στο έργο έναν έντονα σουρρεαλιστικό χαρακτήρα. Ο έχων εντρυφήσει πλέον στον ρόλο του Chirac, Bernard Le Coq, επαναλαμβάνει μια εξίσου πετυχημένη ερμηνεία του συγκεκριμένου προσώπου. Ανάλογης ποιότητας είναι και η συνεισφορά του Patrick Braoudé, η ομοιότητα του οποίου με τον  François Hollande αποτελεί ένα από τα ατού του έργου. Σε ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο ο Thierry Frémont (Nicolas Sarkozy) συμπληρώνει την τριάδα των προέδρων.

 

Jacques Chirac και François Hollande.
Τρεις πρόεδροι δίνουν τα χέρια για τις ανάγκες της ταινίας: François Hollande (Patrick Braoudé), Jacques Chirac (Bernard Le Coq) και Nicolas Sarkozy (Thierry Frémont).

Η.  Emmanuel Macron (1977-     ) [Προεδρική θητεία 2017-       ]

   Emmanuel Macron , απάντηση στα “Κίτρινα γιλέκα”, 10 Δεκεμβρίου 2018

Η θητεία του Emmanuel Macron δεν διαθέτει ακόμη το χρονικό βάθος εκείνο, που θα επέτρεπε τη μεταφορά της στην οθόνη. Δεν αποκλείεται, πάντως, να κυκλοφορήσει κάποτε κάποια ταινία με τίτλο: Τα κίτρινα γιλέκα. Ίδωμεν. Για την ώρα, το δράμα εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο.

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Π. Παπαπολυβίου: «Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

«Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

Όσοι έχουν ζήσει ή μελετούν σήμερα, εκ των υστέρων, τις τραγικές ημέρες της τουρκικής εισβολής γνωρίζουν τα κύρια χαρακτηριστικά των απέλπιδων προσπαθειών απόκρουσής της: την έλλειψη οπλισμού και συντονισμού μετά την πρόχειρη και χαοτική επιστράτευση, τα τραγικά αποτελέσματα του προηγηθέντος πραξικοπήματος και τις επιπτώσεις τους στο ηθικό και την ψυχική ενότητα των μονάδων και του πληθυσμού, το αίσθημα εγκατάλειψης από την Ελλάδα, αυξανόμενο όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες. Υπήρξαν και στις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής περιστατικά διάλυσης, δειλίας, πράξεις εσχάτης προδοσίας, σωρεία ακατανόητων και παράλογων διαταγών που οδηγούσαν σε εγκατάλειψη πατρώου εδάφους, την περικύκλωση από τον εχθρό προωθημένων μονάδων και μεμονωμένων στρατιωτών, και πολλαπλασίαζαν τα φαινόμενα λιποταξιών και μαζικής αποχώρησης από την πρώτη γραμμή.

Όμως δεν ήταν μόνο αυτά: Υπήρξαν και περιπτώσεις ηρωισμού και προσωπικής αυτοθυσίας αξιωματικών, Ελλαδιτών και Κυπρίων, υπαξιωματικών και νεαρών στρατιωτών, στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν την τουρκική εισβολή, μεγαλειώδεις προσωπικές πράξεις αυταπάρνησης. Παρά τις αντιξοότητες και τα αρνητικά δεδομένα, υπήρξαν στρατιωτικές μονάδες, αξιωματικοί και οπλίτες που πολέμησαν υπεράνθρωπα, σώμα με σώμα, στη Λάπηθο και στην Κερύνεια, στον Πενταδάκτυλο, στην Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία, στην ΕΛΔΥΚ, στη Μεσαορία.

Υπήρξαν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες, περιπτώσεις δειλών, ανάξιων, επίορκων αξιωματικών, στρατιωτών και οπλοφορούντων ατάκτων «καπεταναίων». Υπήρξαν, όμως, και περιστατικά ανδρείας, που μπορεί να μην αποδείχθηκαν ικανά για να αποσοβήσουν την εθνική ήττα, όμως πρέπει να αναφέρονται κι αυτά, όταν μιλάμε για τον προδομένο πόλεμο του 1974. Και όπου αρμόζει να απονέμεται ο πρέπων έπαινος και η οφειλόμενη αναγνώριση, όπως το επιτάσσει και ο καβαφικός στίχος: «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει …»

Ανάμεσα στους τελευταίους, μια ξεχωριστή θέση αναλογεί στον ταγματάρχη Τάσο Μάρκου, 38 χρονών το 1974, με σύζυγο και δυο μικρά παιδιά. Ο Παραλιμνίτης απόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου είχε ενταχθεί από τις πρώτες μέρες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Όταν τον αναζήτησαν οι αρχές, για συμμετοχή του σε μια επιχείρηση της ΕΟΚΑ, κατάφερε να διαφύγει στην Ελλάδα, όπου πραγματοποίησε το παιδικό του όνειρο, έδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Σχολή Ευελπίδων. Τον Νοέμβριο του 1958, τριτοετής φοιτητής, εγκατάλειψε τη Σχολή, μαζί με άλλους έξι συμπατριώτες του ευέλπιδες και ανθυπολοχαγούς και επέστρεψε στην Κύπρο για να προσφέρει και πάλι στην ΕΟΚΑ. Από τον αρχηγό της ΕΟΚΑ, Γρίβα-Διγενή, του ανατέθηκε η ευθύνη του τομέα της Κυθρέας, στον Πενταδάκτυλο. Μετά τη λήξη του Αγώνα και την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων, γύρισε οριστικά στο νησί τον Νοέμβριο του 1961 και εντάχθηκε στον Κυπριακό στρατό. Διακρίθηκε στις μάχες του 1963-1964, στη Λευκωσία, προήχθη σε ταγματάρχη το 1971, και το 1973 αρνήθηκε την πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για να αναλάβει την ηγεσία του Εφεδρικού σώματος, επιλέγοντας να παραμείνει στην Εθνική Φρουρά.

Τον Ιούλιο του 1974 υπηρετούσε στο 12ο Τακτικό Συγκρότημα, της Κυθρέας, περιοχή που γνώριζε άριστα και είχε πολλούς φίλους. Μόλις εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου κατέβηκε στη Λευκωσία και διερεύνησε τις πιθανότητες εκδήλωσης αντικινήματος. Τις επαφές και τις προσπάθειές του για αντιπραξικόπημα συνέχισε και στα τέλη Ιουλίου, μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής, όταν συνάντησε για τον σκοπό αυτό και τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Δεν θα προλάβαινε… Προηγουμένως, είχε υποβάλει την παραίτησή του από τον στρατό, στον ίδιο τον Γλαύκο Κληρίδη, απογοητευμένος και απηυδισμένος με όσα είχε ζήσει στη διάρκεια της πρώτης εισβολής. Η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή. Επέστρεψε στην περιοχή Κυθρέας – Μιας Μηλιάς, όπου αφιερώθηκε στην οργάνωση της άμυνας της περιοχής. Τα αισθήματα του Τ. Μάρκου εκείνες τις μέρες τα περιέγραψε στον Πάνο Μυρτιώτη ένας από τους έφεδρους στρατιώτες του, όπως τα άκουσε να τα εκφράζει σε μια έντονη συζήτησή με συνάδελφό του: «Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, ακολούθησε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Ο Τάσος Μάρκου, εθεάθη για τελευταία εξακριβωμένη φορά λίγο πριν το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Είχε διώξει τους τελευταίους άνδρες του στα μετόπισθεν και είχε μείνει με τον Αγκαστινιώτη ασυρματιστή του. Επέλεξε την προσωπική σύγκρουση με τα σιδερόφρακτα στρατεύματα εισβολής. Θα τιμούσε, έτσι, τα «όπλα τα ιερά», τα οποία του εμπιστεύτηκε η πατρίδα. Και θα αποδεικνυόταν, στο πεδίο της μάχης, ο ιδανικός ηγήτορας, της στρατιωτικής ορολογίας: Αυτός που μπορεί να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει. Και στη ζωή και μεταθανατίως.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 13 Ιουλίου 2019

Ο Τάσος Μάρκου, σε φωτογραφία του 1961
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Πηγή: papapolyviou.com

Οι κακουχίες των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ – Πως τα κατάφεραν

Οι κακουχίες των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ – Πως τα κατάφεραν

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων που έφτασε στις Η.Π.Α. αποβιβάστηκε στη Florida το 1768. Οι απόγονοι της ομάδας αυτής έχουν προφανώς χάσει κάθε αίσθημα Ελληνικής καταγωγής.

Περίπου 400 Ελληνες εγκαταστάθηκαν στην αποικία Νέα Σμύρνη, που ιδρύθηκε από ένα Σκωτσέζο. Λόγω των βάρβαρων συνθηκών εργασίας που επικρατούσαν, πολλοί άποικοι πέθαναν και οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν την αποικία αυτή και εγκαταστάθηκαν στη St. Augustine. Τα ίχνη των πρώτων αυτών Ελλήνων αποίκων έχουν χαθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα.

Οι Ελληνες που έφθαναν στην Αμερική μέχρι το 1924, συνήθως πήγαιναν στην πόλη όπου υπήρχαν συγγενείς ή φίλοι και απασχολούνταν σε οποιαδήποτε δουλειά μπορούσαν. Τα πιο συνηθισμένα επαγγέλματα εκείνης της εποχής για τους Ελληνες ήταν στιλβωτές υποδημάτων, λαντζέρηδες, εργάτες μεταλλείων, βιομηχανικοί εργάτες ή εργάτες σιδηροδρόμων.

Μέσα σε λίγα χρόνια, αρκετοί κατόρθωσαν να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα ώστε να ξεκινήσουν δικές τους μικροεπιχειρήσεις, όπως πλυντήρια, εστιατόρια ή καταστήματα τροφίμων. Οι Ελληνες αρέσκονταν ιδιαίτερα στα εστιατόρια. Το 1950 ήταν 30 φορές πιο πιθανό να είναι μάγειρες ή εστιάτορες απ’ ότι άτομα άλλης εθνικής καταγωγής.

Οι επιχειρήσεις που ξεκίνησαν οι μετανάστες, καθώς και τα επαγγέλματα που διάλεξαν τα παιδιά τους, θα μπορούσαν να πετύχουν στις περισσότερες Αμερικανικές πόλεις. Ωστόσο, οι κοινότητες ήδη είχαν θεμελιωθεί. Μεταγενέστερες μετακινήσεις φίλων και συγγενών απλά ενίσχυσαν το φαινόμενο της συγκέντρωσης των Ελλήνων σε ορισμένες επιλεγμένες περιοχές, κυρίως κοντά σε βιομηχανικά αναπτυγμένες πόλεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πληθυσμού Ελληνικής καταγωγής παρατηρούνται στη New York, στο Chicago, στο Los Angeles, στο Cambridge και στο Lowell της Μασσαχουσέττης.

H ροή της μετανάστευσης από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ παρουσιάζει ορισμένες αξιόλογες διακυμάνσεις. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των ετών 1900-30 παρουσιάζει σημαντική αύξηση, για να υποχωρήσει κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και να αυξηθεί και πάλι στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των ετών 1950-80, μετά την πάροδο των οποίων υποχωρεί και πάλι σε σημαντικό βαθμό.

«Πλεύρισε το καράβι στο λιμάνι, το λιμάνι πατωμένο, το τελωνείο απάνω στα νερά. Φαίνεται πως η «Αυστροαμερικάνα» έβγαλε πολλούς λαθραίους, ελεύθερους να φεύγει ο καθένας για το δικό του μέρος κι οι άλλες εταιρείες παραπονέθηκαν… Ήρθε ο γιατρός κι άρχισε να εξετάζει έναν, έναν. Όποιος ήταν καλός του ‘δινε μια κάρτα με μπλε μολύβι και έγραφε επάνω οράιτ, αμερικάνικα. Όποιος δεν ήταν καλός του ‘δινε κάρτα με κόκκινο.

Μου ‘δωσε κόκκινο ο γιατρός, των άλλων μπλε. Την επαύριο ήρθε πάλι η επιτροπή, μας ξανακοίταξαν, μας έκριναν δεύτερη φορά σκάρτους. Σε τρεις μέρες καινούργια επιτροπή ανώτερη. Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε άρρωστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικανικό έδαφος. Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γύριζαν πίσω. Μ΄ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξήντα άλλους από διάφορες φυλές. Στις 30 Νοεμβρίου (1907) έρχεται ο διερμηνέας του πλοίου… Μόλις μας έβγαλαν απάνω άρχισε ο νους μου να γυρίζει. Σκεπτόμουν να το σκάσω. Με τη σκούφια, τα παπούτσια λυτά, το πανωφόρι στον ώμο, είπα να μπω σε μια βάρκα να κρυφτώ τη νύχτα, στη σκιά του πλοίου να πέσω στο νερό. Φοβήθηκα μην πνιγώ δεν το ‘βρισκα καλό. Αποφάσισα να κάνω τον κόπο να κατέβω απ΄ τη σκάλα. Βάζω τα χέρια πίσω. Κατεβαίνω μπροστά στους κλητήρες. Μπαίνω τάχα για το νερό μου, βρίσκω μια πόρτα, άλλοι κλητήρες μέσα δεν ‘δώσαν σημασία. Στρίβω δεξιά, τραβάω κάτι διαδρόμους, βλέπω γυαλί και απόξω κόσμο να περνάει. Βγαίνω και δεν το πίστευα».

Ήταν ανάμεσα στα 12.000.000 που από το 1892 έως το 1954, περίμεναν μετά από μια ημέρα καραντίντα στο Ellis Island να εξεταστούν από τους γιατρούς, τρέμοντας μήπως δεν τους βρουν απολύτως υγιείς και τους γυρίσουν πίσω.

Το ημερολόγιο έδειχνε 11 Απριλίου 1890, όταν οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες έφθασαν στον «Νέο Κόσμο», στο λιμάνι της Ν. Υόρκης.

Έως την δεκαετία του 1880 η πλειονότητα των μεταναστών στις ΗΠΑ προερχόταν από την Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη, ενώ κατόπιν τροποποιήθηκε και τα μεταναστευτικά ρεύματα ξεκινούσαν από τις χώρες της Μεσογείου, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Έως το 1914 μετανάστευσαν επίσημα στις ΗΠΑ πάνω από 350.000 άτομα, περίπου το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας το 1907. Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί (ανά έτος/αριθμός μεταναστών): 1870/23, 1875/25, 1880/23, 1883/75, 1887/313, 1890/1.105, 1893/1.131, 1896/2.175, 1899/2.375.

Η μετανάστευση εντάθηκε μετά το 1890 και συμβάδισε με την σταφιδική κρίση που έπληξε τους αγρότες κυρίως της Δυτικής Πελοποννήσου σε συνδυασμό με την μικρή οικογενειακή ιδιοκτησία και καλλιέργεια που επικρατούσε εκεί. Ένα άλλο τμήμα των μεταναστών καταγόταν από την Θεσσαλία και ήταν κολλήγοι με μικρή οικογενειακή καλλιέργεια. Σύντομα, πάντως, η μετανάστευση γενικεύθηκε και μετανάστες έφευγαν από όλες τις περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα όμως από τα νησιά του Αιγαίου και την Πελοπόννησο.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μεταναστευτικά ρεύματα, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου διαπιστώνουμε πως και από τα τρία αυτά κράτη στο διάστημα 1899-1911 μετανάστευσαν συνολικά 107.613 άτομα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη που είχε επεξεργασμένη παραδοσιακή οικονομική δομή και γι’ αυτό δέχθηκε πολύ βαρύτερο πλήγμα με την συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 έως το 1924 οι αρχές των ΗΠΑ είχαν καταγράψει 500.000 Έλληνες και «ανήκοντες στην ελληνική φυλή», καθώς έτσι κατέτασσαν και τους Έλληνες που προέρχονταν από τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Πίσω, όμως, από τους αριθμούς είναι οι άνθρωποι και απειράριθμα κίνητρά που τους ωθούσαν στην μετανάστευση. Ωστόσο ο σκοπός ήταν ένας: Η αναζήτηση εργασίας.

Ήδη από το Ellis Island, τους συνόδευε το «ανειδίκευτος εργάτης», που υποδήλωνε αγροτική εργασία ή εργασία σε μικρή βιοτεχνία στον τόπο προέλευσης.

Αν εξαιρέσει κανείς ένα ποσοστό που ανέρχεται περίπου στο 20%, οι υπόλοιποι Έλληνες μετανάστες, ακολούθησαν την κοινή μοίρα των υπολοίπων μεταναστών: εργάσθηκαν στα αστικά κέντρα, στα ορυχεία της Δύσης, στην κατασκευή σιδηροδρόμων και στα υφαντουργεία της Νέας Αγγλίας. Η ιστορία τους είναι αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ.

Δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου εύκολα για εκείνους: με ελάχιστες εμπειρίες οργανωμένου συλλογικού αγώνα, ξένοι ανάμεσα σε ξένους, ένα φθηνό ιδιαίτερα ευάλωτο σε κάθε λογής πιέσεις και διαρκώς ανανεούμενο εργατικό δυναμικό, που αντιμετώπιζε και την δικαιολογημένη καχυποψία των εμπειρότερων συναδέλφων τους στην δουλειά, πάλεψαν με «θεούς και δαίμονες» να σταθούν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις εστίες τους.

Τους εκμεταλλεύονταν όχι μόνο τα ξένα αφεντικά, αλλά και οι «δικοί» τους πάτρωνες, καθώς έτσι ονόμαζαν εκείνους που τους «ενοικίαζαν» για τις δουλειές.

Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, αυτών και εκατοντάδων χιλιάδων άλλων, οδήγησε στο πρωτοφανές απεργιακό κίνημα του 1912-1914. Εμβληματική μορφή ανάμεσά τους ο Ηλίας Σπαντιδάκης, Λούις Τίκας, που δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις καταστολής στη μεγάλη απεργία των ανθρακωρυχείων του Λάντλοου. Το κοινό σύνθημα εκείνου του κινήματος ήταν πρώτα-πρώτα η «οργάνωση», και το κοινό αίτημα η βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Το απεργιακό κίνημα εκείνων των χρόνων, «έσβησε» με την είσοδο των ΗΠΑ στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αποτέλεσμα εκείνων των αγώνων ήταν η βελτίωση των συνθηκών, αλλά όχι η μεταμόρφωσή τους.

Για τους μετανάστες εργάτες, τα χρόνια εκείνα πραγματοποιήθηκαν πάρα πολλά βήματα σε συμπυκνωμένο ιστορικά χρονικό διάστημα: έμαθαν την οργάνωση στα εργατικά συνδικάτα, έμαθαν στο πώς να οργανώνουν τους διεκδικητικούς αγώνες τους, ενώ ταυτόχρονα είχαν να αντιμετωπίσουν και το μεγάλο δίλημμα, ανάμεσα στη ζωή και τις κοινωνικές εμπειρίες που έφεραν μαζί τους, την «ταυτότητά» τους και στο παρόν τους στις ΗΠΑ ως μισθωτοί εργάτες, ένα παρόν που έπρεπε να αντιμετωπίσουν με κοινό αγώνα με τους άλλους εργάτες -μετανάστες και μη- ως εργατική τάξη συνολικά, ανεξαρτήτως καταγωγής.

Ήταν μακρύς και δύσβατος ο δρόμος από τα εργοστάσια του Φόρντ που μπορούσαν να «μπουν» με τις «τοπικές ενδυμασίες» τους, αλλά να «βγουν» ντυμένοι «αμερικάνικα» έως τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο οπότε οι «τοπικές ενδυμασίες» γίνονταν δεκτές, υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνούσαν με την πολιτική των ΗΠΑ.

Οι Έλληνες μετανάστες δεν ήταν οι μόνοι που αντιμετώπιζαν τέτοια ζητήματα και η απάντηση σε όλα αυτά κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν, η πορεία κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη ήταν. Η πορεία τους, όπως και εκείνη εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών, δεν μπορεί να ξεχωριστεί από την γενική πορεία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, ούτε από την πορεία του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και διεθνώς.

Μια πορεία συναρπαστική, σε μεγάλο βαθμό, μη γνωστή, αντιφατική και μη ευθύγραμμη, αναπόσπαστο τμήμα των κοινωνικών και πολιτικών θυελλών που συγκλόνισαν τον 20ο αιώνα. Κάθε σελίδα της, απαιτεί για μια μόνο «περίληψη», χιλιάδες λέξεις και πάντα κάτι θα «ξεφεύγει»: Πίσω από τα φύλλα των ελληνικών εργατικών εφημερίδων, πίσω από τα βλέμματα στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανάμεσα στις γραμμές των επιστολών που έστελναν στην Ελλάδα, κάτω από την άσφαλτο των τεράστιων λεωφόρων που «έλιωσαν» τις σόλες τους οι απεργοί, που μάτωσαν οι δολοφονημένοι εργάτες, «ακούγεται» ο ανθρώπινος μόχθος, γίνεται απτή η τεράστια «προμηθεϊκή» προσπάθεια του μετανάστη εργάτη για μια καλύτερη ζωή, για έναν άλλο κόσμο.

Οι Έλληνες μετανάστες εργάτες μεταμορφώθηκαν μέσα στο καμίνι της ζωής και της ταξικής πάλης, στις γραμμές της οποίας μπήκαν, αυτοί που μόλις «χθες» δεν είχαν ακούσει λέξη για όλα αυτά. Τα ίχνη τους αποτυπώθηκαν βαθιά στην πάλη αυτή: εφημερίδες, εργατικά σωματεία, οργάνωση μεγάλων απεργιών, όπως εκείνη των χιλιάδων εργατών στα εργαστήρια γούνας στην Ν. Υόρκη, των εργατών επισιτισμού στο μεγάλο ξενοδοχείο Waldorf Astoria, πολιτικοποίηση, μαζί με την αναγκαιότητα αντιμετώπισης της καχυποψίας, της καταστολής και των απελάσεων.

Ήλθαν αντιμέτωποι με την «αντιριζοσπαστική εκστρατεία» των ετών 1919-1920, όταν οι μετανάστες «δαιμονοποιήθηκαν» ως εισαγωγείς «ανατρεπτικών ιδεών» στις ΗΠΑ, μια εκστρατεία που θα επανέλθει στα χρόνια του Μακαρθισμού μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η καπιταλιστική κρίση του 1929 έβαλε σε πολύ μεγάλη δοκιμασία τους μετανάστες, μεγάλο μέρος των οποίων, ιδιαίτερα όσοι διατηρούσαν μικρές επιχειρήσεις καταστράφηκαν κυριολεκτικά. Η Ύφεση έπληξε τους μετανάστες και από το ελληνικό έδαφος, καθώς η απόφαση για «δραχμοποίηση» των καταθέσεων συναλλάγματος, το 1932, εξανέμισε καταθέσεις και εμβάσματα.

Ακόμα, η Ύφεση ήλθε να «υπενθυμίσει» και την καταγωγή τους, μιας και οι τράπεζες στις ΗΠΑ κατέσχεσαν ή δημοπράτησαν ακίνητα, ακόμα και εκκλησίες, όπως του Αγίου Βασιλείου στο Σικάγο, που είχαν αγοραστεί με έξοδα των κοινοτήτων και τα δάνεια ήταν αδύνατον να αποπληρωθούν.

Αλλά πλήγμα δέχθηκε και το κοινοτικό πλαίσιο αλληλοϋποστήριξης, που είχε δημιουργηθεί ως τότε.

Οι εργάτες, άνεργοι πλέον, μαζί με χιλιάδες άλλους περιμένουν στις ουρές των συσσιτίων. Στήριγμα και πάλι το οργανωμένο εργατικό κίνημα και ένα σύνθημα που αγγίζει το βαθύ συναίσθημα της αξιοπρέπειας, «ταυτότητα» αιώνων των Ελλήνων που δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να κάνουν εμφανείς τις δυσκολίες που περνούσαν: «Οργανώσου και μη ντρέπεσαι» ήταν το σύνθημα που καλούσε σε πάλη και οργάνωση στα Συμβούλια Ανέργων που είχαν επίκεντρο το Σικάγο.

Θα ακολουθήσει το New Deal του Προέδρου Ρούζβελτ και η προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών, εντός του υπάρχοντος κοινωνικού και οικονομικού συστήματος, όπως το διατύπωσε ο Τζ. Μ. Κέυνς.

Είναι τα χρόνια που εγκαινιάζεται η αυξανόμενη παρουσία των μεταναστευτικών πληθυσμών στην «επίσημη» πολιτική και κοινωνική ζωή των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα εντείνεται η διαπάλη στους κόλπους του εργατικού κινήματος.

Οι μεγάλες απεργίες των ετών 1934-1935 δεν αποσκοπούσαν πλέον στην επαναστατική προοπτική, αλλά σε μεταρρυθμίσεις των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας. Οι Έλληνες μετανάστες, συμμετείχαν στους αγώνες αυτούς, αντιμέτωποι και με το άγρυπνο μάτι της βασιλομεταξικής δικτατορίας. Δεν δίστασαν να δώσουν το «παρών» στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία, στο πλάι του ισπανικού λαού, δεν δίστασαν να συνδράμουν την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα, στη διάρκεια της Κατοχής.

Γράμματα μ’ ευχές και αφιερώσεις, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τραγούδια, αναμνήσεις, βιώματα, ελπίδες και διαψεύσεις, μεγάλοι αγώνες, άλματα κυριολεκτικά στη ζωή, βίοι ανθρώπων που χάνονται πλέον στην αχλύ του χρόνου, αλλά και ένα ολοζώντανο «παρών», δεν χωρούν σε ένα σημείωμα: Δρόμοι, πλατείες, σιδηρόδρομοι, ορυχεία, φτιάχτηκαν από τα χέρια των εργατών, ανάμεσά τους και οι Έλληνες μετανάστες που 270 χρόνια μετά την άφιξη του Mayflower στον «Νέο Κόσμο», στοιβάζονταν στο Ellis Island φθάνοντας με την «Αυστροαμερικάνα».

Με τη δουλειά των χεριών τους, μεταμόρφωσαν τη «νέα γη» από τα σπλάχνα της ως τους ουρανοξύστες της και μέσα σε αυτό το καμίνι μεταμορφώθηκαν και αυτοί, παραμένοντας στις μεγάλες λεωφόρους, ταυτόχρονα «ίδιοι» και «άλλοι», και προσπαθώντας να συμβάλλουν στο να αλλάξει ο κόσμος.

Έγραψαν ιστορία ως αναπόσπαστο τμήμα του κόσμου της δουλειάς, μια ιστορία που πρέπει να μαθευτεί, μια ιστορία για την οποία, ακριβώς ο κόσμος της δουλειάς πρέπει να είναι περήφανος.

 

Η συγκλονιστική ιστορία των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική ~ Μηχανή του Χρόνου

http://www.dailymotion.com/video/x5rve5t

 

Πηγή:

 

 

Αναρτήθηκε στις 16/10/2017, 10:18