Skip to main content

¡Υ Viva España! Συμφωνική μουσική με Ισπανικό άρωμα

H Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

 

¡Υ Viva España!

Συμφωνική μουσική με Ισπανικό άρωμα

 

                                                             Αφιερώνεται στον Ιωάννη Κ. Χασιώτη

                                                                                       εκλεκτό συνάδελφο και φίλο

με αφορμή την αγάπη του για την Ισπανία και τη Μουσική

 

Μέσα στο καταχείμωνο, η φετινή Πρωτοχρονιάτικη συναυλία μας μεταφέρει στον εκτυφλωτικό ήλιο της Ισπανίας, στους αραβικούς κήπους της Γρανάδας, στις ακτές της Βαλένθια ή στις οροσειρές των Αστουριών, αναμιγνύοντας λαϊκές μελωδίες και ρυθμούς της Καστίλης, της Ανδαλουσίας και άλλων περιοχών μέσα σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, μεσογειακού εξωτισμού, πάθους, νοσταλγίας και  συγκρατημένης μελαγχολίας. Ως έναυσμα λειτούργησε η σκέψη κατά πόσο όλο το παραπάνω μαγευτικό αλλά και τόσο ιδιαίτερο συναρμολόγημα κατάφερε τελικά να κεντρίσει τη φαντασία επώνυμων μουσικοσυνθετών, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα μια θαυμάσια δυνατότητα να ξεδιπλώσουν απλόχερα το πολυσχιδές και δημιουργικό τους ταλέντο. Η έκταση και η ποικιλία του προγράμματος που συγκροτήσαμε μιλούν από μόνες τους. Το ίδιο και η προέλευση των συνθετών. Σε σύνολο δέκα, έξι είναι Γάλλοι, δυο Ισπανοί, ένας Αυστριακός και ένας Ρώσος. Περιοριστήκαμε μόνο στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Ένα άνοιγμα και σε άλλα είδη μουσικής θα καθιστούσε το όλο αφιέρωμα πληθωρικό με την αρνητική έννοια του όρου. Από τους δώδεκα αρχιμουσικούς που διευθύνουν τα έργα, τέσσερις είναι Ισπανοί, δυο Γάλλοι, ένας Αυστριακός, ένας Γερμανός, ένας Φινλανδός, ένας Ρώσος, ένας Κορεάτης και ένας Κολομβιανός. Τέλος, από τους σολίστ που συμπράττουν, τρεις είναι Ισπανοί και ένας Έλληνας. Το χορευτικό συγκρότημα που εμφανίζεται στο τελευταίο έργο προέρχεται από την Ισπανία. Πολλά από τα έργα, τα οποία  ακολουθούν είναι δημοφιλή. Άλλα πάλι λιγότερο. Άπαντα επελέγησαν με γνώμονα την αισιοδοξία που αποπνέουν και που αρμόζει σε μια γιορτινή συγκυρία. Καλή ακρόαση λοιπόν!

 

Johann Strauss υιός (1825 – 1899)

Η συναυλία εγκαινιάζεται με το Ισπανικό Εμβατήριο (Spanischer Marsch) του Johann Strauss υιού, παιγμένο μέσα στην πασίγνωστη Musikvereinsaal όπου κάθε πρώτη του έτους η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης δίνει την καθιερωμένη εορταστική συναυλία. O Strauss ήδη από την εποχή του είχε καταξιωθεί ως ο αντιπροσωπευτικότερος συνθέτης βιεννέζικης ελαφράς μουσικής. Συνέθεσε πάνω από 500 βαλς, πόλκες, καντρίλιες, εμβατήρια και οπερέτες. Το συνθετικό του έργο έχει ταυτιστεί με την καθημερινότητα της αυτοκρατορικής Βιέννης των Αψβούργων. Έργα του όπως η οπερέτα Η Νυχτερίδα (Die Fledermaus), το εμβατήριο Radetzky March, οι πόλκες TritschTratsch Polka και Pizicato Polka και πάνω απ’ όλα το Αυτοκρατορικό Βαλς (Kaiser-Walzer) και ο Γαλάζιος Δούναβης (An der schönen blauen Donau – ο ανεπίσημος Εθνικός Ύμνος της Αυστρίας) τον έχουν καταστήσει έναν από τους πλέον αγαπητούς και δημοφιλείς μουσικοσυνθέτες. Το Ισπανικό Εμβατήριο υπολογίζεται ότι έχει δει το φως της ημέρας το 1888. Η πρώτη γνωστή εκτέλεση (όχι όμως και η αγνώστων στοιχείων πρεμιέρα του έργου) πραγματοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1888 στην Musikvereinsaal, υπό τη διεύθυνση του Eduard Strauss, αδελφού του συνθέτη. Το ίδιο το έργο είναι αφιερωμένο στην Αρχιδούκισσα Μαρία-Χριστίνα των Αψβούργων, σύζυγο του Βασιλέα Αλφόνσου ΙΒ΄ της Ισπανίας και τοποτηρήτρια του ισπανικού θρόνου μεταξύ των ετών 1885 και 1902, ημερομηνία ενηλικίωσης του γιού της Αλφόνσου ΙΓ΄. Ανταποδίδοντας την χειρονομία, η τελευταία απένειμε στον Strauss τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Ιζαμπέλας, μια από τις υψηλότερες ισπανικές τιμητικές διακρίσεις. Ως εκτελεστές, σήμερα, του έργου επιλέξαμε την ανεπανάληπτη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του Αυστριακού αρχιμουσικού Franz Welser-Möst. Πρόκειται για απόσπασμα της Πρωτοχρονιάτικης συναυλίας του 2011, όταν ο  Welser-Möst κατείχε το αξίωμα του μουσικού διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, βασικός συντελεστής της οποίας είναι η Φιλαρμονική.

Spanischer Marsch, op. 433

 

Georges Bizet (1838 – 1875)

Εάν ένα έργο του παγκοσμίου μουσικού ρεπερτορίου έχει πλήρως ταυτιστεί με την ισπανική πραγματικότητα, αυτό είναι πέραν πάσης αμφιβολίας η Carmen του Georges Bizet. Η ιστορία της φλογερής τσιγγάνας από την Ανδαλουσία, η οποία ερωτεύεται τον γοητευτικό ταυρομάχο Escamillo προκαλώντας τη ζήλια του δεκανέα των δραγόνων Don José με το αναμενόμενο τραγικό τέλος, έχει τις καταβολές της στην ομώνυμη νουβέλα του συγγραφέα, ιστορικού και αρχαιολόγου Prosper Mérimée (1845). Την προσαρμογή για την όπερα του Bizet διεκπεραίωσαν οι Henri Meilhac και  Ludovic Halévy. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαρτίου 1875 στην Opéra Comique του Παρισιού. Η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε πενιχρή και δεν ήταν λίγες οι φορές που η παράσταση δώθηκε μπροστά σε μια αίθουσα κενή κατά το ήμισυ. Στις 3 Ιουνίου, ημέρα των γενεθλίων του και μετά από το πέρας της 33ης παράστασης, ο Bizet απεβίωσε αιφνίδια από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία μόλις 36 ετών. Δεν επέζησε για να γνωρίσει την μετέπειτα θριαμβευτική πορεία του έργου του. Η απαρχή έγινε στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού χάρη στην παραγωγή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης περί τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Η επιτυχία απλώθηκε σαν πετρελαιοκηλίδα στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1888 (συμπλήρωση των πενήντα ετών από την γέννηση του συνθέτη) οι παραστάσεις στην   Opéra Comique μόλις που έφθαναν τις 330. Το 1938, είχαν ξεπεράσει τις 2.271.  Ο συνδυασμός της μελοδραματικής υπόθεσης, του ανδαλουσιανού εξωτισμού, κυρίως δε του αστείρευτου δημιουργικού ταλέντου του Bizet, εκτίναξε την Carmen στη στρατόσφαιρα του λυρικού ρεπερτορίου. Ο Friedrich Nietzsche, αποποιούμενος την βαγκνερική παράδοση, της οποίας ο ίδιος υπήρξε επί μακρόν θιασώτης και ορκισμένος οπαδός, χαρακτήρισε, κάπως υπερβολικά είναι  αλήθεια, την Carmen  ως το απόλυτο μουσικό έργο. Μεταξύ πολλών άλλων, σημεία όπως η παιδική χορωδία (Avec la garde montante), η Habanera (L’amour est un oiseau rebelle) και η Seguidilla (Près des remparts de ville) της πρωταγωνίστριας από την πρώτη πράξη ή το Εμβατήριο των ταυρομάχων από τη δεύτερη, έχουν καταστήσει την Carmen μια από τις πλέον δημοφιλείς όπερες. Για λόγους πρακτικής φύσεως και μόνο, εντάξαμε στο πρόγραμμα της σημερινής συναυλίας το σύντομο, πλην όμως πασίγνωστο, συμφωνικό Πρελούδιο του έργου. Το ερμηνεύει ένας από τους περισσότερο προικισμένους αρχιμουσικούς εν ζωή, ο Νοτιοκορεάτης Myung-Whun Chung. Πρόκειται για το θριαμβευτικό κλείσιμο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας που έδωσε στις 12 Ιουνίου 2015, με αφορμή τη λήξη της δεκαπενταετούς θητείας του επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας. Ο Chung, ο οποίος μεταξύ των ετών 1989 και 1994 είχε χρηματίσει μουσικός διευθυντής της Όπερας του Παρισιού, ανέδειξε την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας ως ένα από τα κορυφαία συμφωνικά συγκροτήματα της χώρας. Σήμερα είναι πρώτος επισκέπτης αρχιμουσικός της περίφημης Κρατικής Ορχήστρας της Δρέσδης και  περιζήτητος σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Carmen, prélude

 

Nikolai Rimsky-Korsakov (1844 – 1908)

Το 1888, ο Nikolai Rimsky-Korsakov, από τους προδρόμους, από κοινού με τον Tchaikovsky, της ρωσικής μουσικής του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, επιφανής δάσκαλος με μαθητές που άκουγαν στο όνομα Alexander Glazunov, Sergei Prokofiev, Ottorino Respighi και Igor Stravinsky, απαράμιλλος μάστορας της τέχνης της ενορχήστρωσης, συνέθεσε ένα έργο, στο οποίο προσέδωσε τον τίτλο Καπρίτσιο πάνω σε ισπανικά θέματα (Каприччио на испанские темы). Στη Δύση, το έργο καθιερώθηκε ως Ισπανικό Καπρίτσιο (Capriccio espagnol). Πρόκειται για ένα δεκαπεντάλεπτης διάρκειας συμφωνικό έργο σε πέντε μέρη, ομαδοποιημένα σε δύο (αντίστοιχα 1-3 και 4-5). Το πρώτο από αυτά (Alborada) είναι ένας εορταστικός χορός της επαρχίας των Αστουριών (Asturias) της βορειοδυτικής Ισπανίας με αφορμή την ανατολή του ηλίου. Το δεύτερο (ΠαραλλαγέςVariazioni) ξεκινά με μια μελωδία που ο συνθέτης εμπιστεύεται στα κόρνα. Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν κατόπιν οι διάφορες ομάδες οργάνων της ορχήστρας αναπτύσσοντας διάφορες παραλλαγές. Το τρίτο μέρος τιτλοφορείται επίσης Alborada και είναι ανάλογης έμπνευσης και προέλευσης με το πρώτο. Διαφέρουν μόνο ως προς την ενορχήστρωση και το κλειδί στο οποίο είναι γραμμένα. Το τέταρτο μέρος φέρει τον τίτλο Σκηνή και τσιγγάνικο τραγούδι (Scena e canto gitano). Πρόκειται για το περισσότερο επεξεργασμένο μέρος του όλου έργου, καθώς η ομάδα των εγχόρδων (βιολιά, βιόλες και βιολοντσέλα) καλούνται να μιμηθούν τον ήχο της κιθάρας (η ένδειξη του συνθέτη στο περιθώριο της παρτιτούρας είναι quasi guitara). Πρόκειται για μια τεχνική, την οποία επρόκειτο να τελειοποιήσουν, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, τόσο ο Claude Debussy όσο και ο Maurice Ravel. Το φινάλε (Fandango asturiano) είναι μια ορχηστρική πανδαισία, με την οποία ολοκληρώνεται το έργο με τρόπο εντυπωσιακό. Το Ισπανικό Καπρίτσιο εκτελείται από έναν ανερχόμενο νεαρό αρχιμουσικό, τον Pablo Heras-Casado, γεννηθέντα το 1977. Η ισπανική  καταγωγή του προσφέρει αναμφίβολα τη δυνατότητα να κατανοήσει σε βάθος το πνεύμα του έργου. Διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης σε μια υπαίθρια συναυλία που έλαβε χώρα  στις 24 Αυγούστου 2017 στο πάρκο Weseler Werft, στις όχθες του ποταμού Main.

Capriccio espagnol, op. 34

Η βουνοκορφή Naranjo de Bulnes στην επαρχία των Αστουριών.

Édouard Lalo  (1823 – 1892)  

Η τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα συνέπεσε στη Γαλλία με την αναγέννηση της συμφωνικής μουσικής. Έως τότε, οι προσπάθειες των διαφόρων μουσικοσυνθετών περιστρέφονταν γύρω από την όπερα. Όμως, σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεκαετίας 1870-1880, εξαιτίας των συνεπειών και τραυμάτων που είχαν προκληθεί από τη στρατιωτική ήττα της Γαλλίας έναντι της Πρωσίας και την αιματηρή εξέγερση της Κομμούνας του Παρισιού (αμφότερες το 1871), οι μουσικές δραστηριότητες άλλαξαν μορφή και κατεύθυνση. Σε αντίθεση με τις πολυδάπανες και απαιτητικές σκηνικές παραγωγές, το πεδίο προσφερόταν για το περισσότερο σεμνό ρεπερτόριο της συμφωνικής μουσικής και της μουσικής δωματίου. Είχε σημάνει η ώρα για τον Édouard Lalo, ο οποίος επί τρεις δεκαετίες ήδη, χείμαζε άπραγος ως βιολιστής και συνθέτης στον αδρανή χώρο της μουσικής δωματίου. Η αιφνίδια ανάδειξή του οφείλεται στη σύγκλιση τριών παραγόντων: 1) τη στήριξη της νεότευκτης τότε SociéNationale de Musique, ενός οργανισμού, αποστολή του οποίου ήταν η εν γένει προαγωγή της γαλλικής μουσικής, 2) την οικονομική ενίσχυση από ιδιώτες, τέλος και κυρίως 3) τη στήριξη του διεθνούς φήμης μεγάλου Ισπανού βιολιστή Pablo de Sarasate, στον οποίο, άλλωστε, είναι αφιερωμένο το έργο που μας ενδιαφέρει. Παρά τον τίτλο που φέρει, η Ισπανική Συμφωνία (Symphonie espagnole) είναι ουσιαστικά ένα κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, το οποίο χάρη στον λυρισμό του παραπέμπει κατά καιρούς στη Γερμανική Ρομάντσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρεμβάλλονται ισπανικού τύπου ιδιωματισμοί, οι οποίοι και προδίδουν την μακρινή καταγωγή του συνθέτη από την Ιβηρική Χερσόνησο. Το έργο πρωτοπαίχτηκε τον Φεβρουάριο του 1875, με τον ίδιο τον Sarasate ως σολίστ. Αποτελείται από πέντε μέρη. Το πρώτο ξεκινά με ένα μοτίβο σε ρυθμό τσιγγάνικου φλαμένκο που αναπτύσσει το βιολί έπειτα από μια σύντομη ορχηστρική εισαγωγή. Σε ολόκληρη τη διάρκεια, τόσο το βιολί όσο και η ορχήστρα,  εισάγουν εναλλακτικά θέματα σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Το δεύτερο μέρος είναι ακόμα πιο φωτεινό, αναπαράγοντας την ατμόσφαιρα μιας δημόσιας φιέστας. Το τρίτο (Intermezzo), έπειτα από μια δυσοίωνη εισαγωγή της ορχήστρας στρέφεται γύρω από μια μελωδία σε ρυθμό τανγκό. Μια αίσθηση μελαγχολίας, εάν όχι πένθους, αναδύεται κατά πρώτο ήμισυ του τετάρτου μέρους. Τη βαριά αυτή ατμόσφαιρα διαπερνά το βιολί, προλειαίνοντας το έδαφος για το πέμπτο μέρος, το οποίο αποκαθιστά στο προσκήνιο και στις καρδιές των ακροατών το εκτυφλωτικό Ιβηρικό φως. Μοναδική ελληνική πινελιά του αφιερώματος είναι η παρουσία του Λεωνίδα Καβάκου ως σολίστ του πέμπτου μέρους της Ισπανικής Συμφωνίας στην εκτέλεση που ακολουθεί. Συνοδεύεται από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ισπανικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης υπό τη διεύθυνση του Garcia Asensio.

Symphonie espagnole, Op.21 (Μέρος E΄)

Retrato de Isabel Porcel, 1804-1805, αποδίδεται στον Francisco de Goya, National Gallery, London.

Emmanuel Chabrier  (1841 – 1894)

Φρεσκάδα, αυθορμητισμός και ατέρμονη ευφορία είναι τα διακριτικά γνωρίσματα, που διατρέχουν το σύνολο της μουσικής παραγωγής του Emmanuel Chabrier. Στα έργα του δεν υπάρχουν σκιές, μελαγχολία ή πάθη. Μόνο μια αστείρευτη δίψα για ζωή, χαρά, ευθυμία και αγαλλίαση. Όποτε το συναίσθημα αυτό δεν εκφράζεται με εκρηκτικό τρόπο, το παραμικρό υποδηλώνει συγκρατημένη ιλαρότητα. Όταν, όμως, βρίσκει ελεύθερη διέξοδο, τότε το αποτέλεσμα είναι φαντασμαγορικό. Στα παραπάνω χαρίσματα, πρέπει να προσθέσει κανείς τη δημιουργική φαντασία του συνθέτη, την χαρακτηριστική άνεση, με την οποία κινείται και εκφράζεται, τέλος, ένα πηγαίο ταλέντο ενορχήστρωσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλες αυτές τις αρετές, υιοθέτησε αργότερα συνειδητά, τελειοποιώντας τις, ο μέγας ενορχηστρωτής Maurice Ravel (η στενή συγγένεια, από κάθε άποψη, της España του Chabrier με την Rapsodie espagnole του Ravel, είναι περισσότερο από εμφανής). Το 1882, ο Chabrier επισκέφθηκε την Ισπανία. Γοητευμένος από τους ρυθμούς του φλαμένκο, που άκουγε σε διάφορους δημόσιους χώρους καθώς και στα καφενεία, έσπευσε να κρατήσει πρόχειρες σημειώσεις. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, ψυχαγωγούσε τους φίλους του αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο, στηριζόμενος στις αναμνήσεις και στις σημειώσεις του. Δίχως να το διανοηθεί, αυτή η διαδικασία υπήρξε ο προπομπός μιας εκτυφλωτικής ραψωδίας για μεγάλη ορχήστρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο España, η οποία είδε το φως της ημέρας το 1883 και έκτοτε, θεωρείται το πλέον διαδεδομένο και δημοφιλές έργο του συνθέτη. Παρά το γεγονός ότι ο ήλιος, οι ξέφρενοι ρυθμοί και τα αρώματα της Ισπανίας δεσπόζουν, εν τούτοις, η España δεν αποτελεί την καταγραφή μιας εξωτικής χώρας. Το έργο αποδίδει περισσότερο τις εντυπώσεις ενός τρίτου ατόμου, στο ποσοστό που το ισπανικό στυλ αντιμετωπίζεται με γαλλική φινέτσα και ακρίβεια. Οι ρυθμικές εκρήξεις ξεσπούν όχι παρασυρμένες από πάθος, αλλά με λεπτό χιούμορ και θα μπορούσε να πει κανείς, με συγκαταβατική κατανόηση. Ουδέποτε αμφισβητείται η αγάπη του Chabrier έναντι της πηγής της έμπνευσής του, της Ισπανίας. Μάλιστα, διαδεχόμενη την Carmen του Georges Bizet και την Symphonie espagnole του Edouard Lalo, η España έμελλε να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο σε πάμπολλες άλλες συνθέσεις με ανάλογο θέμα (Ibéria του Claude Debussy, Lheure espagnole, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro του Maurice Ravel, Valencia – το τρίτο μέρος από το έργο Escales του Jacques Ibert κ.α.).  Για την ακρόαση της España επιλέξαμε μια κλασσική (από τις καλύτερες διαχρονικά) ηχογράφηση υπό τη διεύθυνση ενός μεγάλου υπηρέτη του γαλλικού ρεπερτορίου της εποχής του μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Ο Paul Paray, ηλικίας 76 ετών τη στιγμή της ηχογράφησης (1961),  αποδίδει το έργο με ανεπανάληπτη νεανικότητα, κέφι και ζωντάνια. Πρόκειται για μια αστραφτερή ερμηνεία, πραγματική απόλαυση!

España, rapsodie pour orchestre

Πουθενά αλλού  η επίδραση του συγκεκριμένου έργου του Chabrier δεν είναι τόσο αισθητή από όσο στην Ισπανική Ραψωδία (Rapsodie espagnole) του Maurice Ravel. Παρεμβάλουμε εξεπιτούτου ένα απόσπασμα, προκειμένου η σύγκριση να αναδείξει ανάγλυφα την ομοιότητα.  Η σύνθεση ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1907 και 1908, η δε ομοιότητα είναι εμφανής σε κάθε επίπεδο (έμπνευση, φαντασία, δυναμισμός, ξέφρενος ρυθμός, πλούσια, μεστή και φαντασμαγορική ενορχήστρωση). Η επικάλυψη ανάμεσα στα δυο έργα είναι ακόμα πιο εμφανής στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της Ισπανικής Ραψωδίας (Feria). Ο Charles Munch, υπό τη διεύθυνση του οποίου το ακούμε, υπηρέτησε όσο κανένας άλλος συνάδελφός του το γαλλικό ρεπερτόριο μέσα στον 20ό αιώνα. Η ερμηνεία του εκχυλίζει από ιλιγγιώδη αυθορμητισμό και διαφάνεια. Ηγείται της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης, της οποίας διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός από το 1949 έως 1962 σε μια μνημειώδη συνύπαρξη. Το 1967 ίδρυσε την Ορχήστρα του Παρισιού, δίχως, ωστόσο, να προλάβει να δρέψει τους καρπούς των προσπαθειών του. Απεβίωσε απρόσμενα το επόμενο έτος, στο πλαίσιο της παρθενικής περιοδείας της ορχήστρας στις ΗΠΑ. Η ηχογράφηση είναι του 1962.

Maurice Ravel, Rapsodie espagnole (Μέρος Δ΄: Feria)

Jaques Ibert.

Εμφανώς επηρεασμένος όμως από τους Chabrier και Ravel είναι και ένας άλλος Γάλλος συνθέτης. Το δημοφιλέστερο, ίσως, έργο του Jacques Ibert (1890-1962) είναι η σουίτα για ορχήστρα, η οποία φέρει τον τίτλο Escales (Αγκυροβόλια), μια μουσική κρουαζιέρα στη δυτική Μεσόγειο και στη βόρεια Αφρική. Πρόκειται για ένα έργο που ο Ibert συνέθεσε σε νεανική ηλικία μεταξύ των ετών 1921-1922, ως υπότροφος του Γαλλικού κράτους στην περίφημη Villa Medicis της Ρώμης. Υποχρέωση, αλλά και σκοπός της παραμονής των υποτρόφων (και οικοτρόφων) στην ιταλική πρωτεύουσα, ήταν η σύνθεση μουσικών έργων, πολλά εκ των οποίων απέσπασαν το πρώτο βραβείο (prix de Rome) καταξιώνοντας τους δημιουργούς τους και κατέχοντας έκτοτε περίοπτη θέση στο διεθνές ρεπερτόριο (οι Berlioz, Gounod, Bizet, Massenet, Saint-Saëns, Debussy αποτελούν, μεταξύ άλλων, επώνυμα παραδείγματα βραβευθέντων). Η παραγωγή του Ibert διακρίνεται για τον εκλεκτισμό της αλλά και για μια έφεση προς το περιγραφικό στοιχείο, γεγονός που τον έκανε περιζήτητο στο χώρο του κινηματογράφου όπου και ανέλαβε την επένδυση πολλών ταινιών.

Οι Escales είναι ένα τρίπτυχο με τις ακόλουθες ενδείξεις: Α΄: Rome-Palerme (Calme), Β΄: Nefta (Modéré, très rythmé), Γ΄: Valencia (Animé). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1924, υπό τη διεύθυνση του Paul Paray. Σαράντα χρόνια αργότερα (1963), στην ηχογράφηση που ακολουθεί, ο ίδιος αρχιμουσικός μας εκπλήσσει εκ νέου με την αστείρευτη ζωντάνια και ευρηματικότητα που τον διακατέχουν καθώς ερμηνεύει το τρίτο μέρος ενός έργου, επί του οποίου κατέχει, τρόπον τινά, πνευματικά δικαιώματα. Διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ντητρόιτ, της οποίας διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός από το 1952 ως το 1963. Πρόκειται για μια συνεργασία, η οποία μας κληροδότησε σειρά ηχογραφήσεων που άφησαν εποχή τόσο σε επίπεδο εκτέλεσης, όσο και σε επίπεδο εντυπωσιακής, για την εποχή εκείνη, ηχοληψίας και ποιότητας του ήχου.

Jacques Ibert, Escales (Μέρος Γ΄: Valencia)

Άποψη της Βαλένθια.

Claude Debussy (1862 – 1918)

Η πλέον «ισπανική» σύνθεση στο σύνολο της μουσικής παραγωγής του Claude Debussy φέρει το χαρακτηριστικό όνομα Ibéria. Πρόκειται για το δεύτερο και κεντρικό μέρος του τριπτύχου Εικόνες για ορχήστρα (Images pour orchestre). Τα υπόλοιπα δυο μέρη, τα οποία πλαισιώνουν την Ibéria τιτλοφορούνται Gigues και Rondes de printemps. Το καθένα από αυτά έχει να επιδείξει μια αυτοδυναμία, γεγονός που εξηγεί το ότι πολύ συχνά στα προγράμματα των συναυλιών, η Ibéria, που παρεμπιπτόντως είναι η μακροσκελέστερη από τις τρεις συνθέσεις (η διάρκειά της εκτιμάται περί τα 20΄), εντάσσεται μόνη, αποκομμένη από τις άλλες δυο. Γράφτηκε μεταξύ των ετών 1905 και 1908 και είναι το περισσότερο δημοφιλές από τα τρία σκέλη που απαρτίζουν τις Εικόνες για ορχήστρα. Αρχική πρόθεση του Debussy ήταν να συνθέσει ένα έργο, εμπνευσμένο από εντυπώσεις, προερχόμενες από την Ισπανία, για δυο πιάνα. Γρήγορα, ωστόσο, αντιλήφθηκε πως η χρήση μιας μεγάλης ορχήστρας ανταποκρινόταν καλύτερα στις ανάγκες του έργου, έτσι όπως αυτό με την πάροδο του χρόνου ωρίμαζε μέσα στο μυαλό του. Η  Ibéria απαρτίζεται από τρία μέρη (τρίπτυχο μέσα σε ένα άλλο, ευρύτερο, τρίπτυχο): 1. Μέσα από τους δρόμους και τα στενά (Par les rues et par les chemins), 2. Τα αρώματα της νύκτας (Les parfums de la nuit), 3. Το πρωινό μιας γιορτινής ημέρας (Le matin d’ un jour de te). Ο Debussy, κάνοντας χρήση του ιδιοφυούς ταλέντου του, παρουσιάζει με τον δικό του τρόπο τις εικόνες που περιγράφει. Η σχεδόν άυλη ρευστότητα, ώστε ο ήχος να είναι εκείνος που προσλαμβάνει κάθε φορά το σχήμα το χώρου, αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα του ύφους του συνθέτη. Η μουσική του χαρακτηρίστηκε ως «ιμπρεσιονιστική» από τους συγχρόνους του, κάτι που ο συνθέτης είχε αρνηθεί επίμονα. Γενικά, ως εκφάνσεις του ιμπρεσιονισμού στην μουσική του θεωρούνται οι τονικές ασάφειες και η «θόλωση» της αρμονίας με τη χρήση ασυνήθιστων, για την εποχή, κλιμάκων και συνηχήσεων, η δομική απομάκρυνση από την κλασσική διαίρεση της φόρμας προς όφελος μιας πιο ελεύθερης μουσικής κατασκευής, οι ηχητικές «σκιάσεις» που προκαλούνται από μεγάλης ποικιλίας ενορχηστρωτικούς και εκφραστικούς χειρισμούς, τέλος, η αναζήτηση και η αποτύπωση του στιγμιαίου, καθώς ο Debussy είναι μικρογράφος στο σύνολο της μουσικής του παραγωγής. Το τελευταίο αυτό διακριτικό γνώρισμα λειτούργησε, πιθανότατα, ως αφορμή προκειμένου να αποδοθεί στον συνθέτη, ερήμην του, ο χαρακτηρισμός του ιμπρεσιονιστή. Ιμπρεσιονιστική ή μη, η ατμοσφαιρική διάσταση της μουσικής του Debussy δεν παύει να μαγεύει. Αρκεί να προσέξει κανείς την αριστοτεχνική  μετάβαση από το δεύτερο στο τρίτο μέρος της Ibéria, καθώς δεν προβλέπεται διακοπή μεταξύ των τελευταίων. Το έργο ερμηνεύεται από τον Γερμανό αρχιμουσικό Jun Märkl, επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 2014 στην ιστορική αίθουσα συναυλιών Concertgebouw του Άμστερνταμ, μια από τις καλύτερες του κόσμου από απόψεως ακουστικής και ποιότητας του ήχου.

Ibéria

John Singer Sargent, El Jaleo, 1882, Isabella Stewart Gardner Museum, Boston.

Maurice Ravel (1875 – 1937)

Η Ισπανία ρέει μέσα στις φλέβες του Maurice Ravel και διατρέχει διαγώνια τη μουσική του παραγωγή. Αναμφίβολα, οι καταβολές του (η μητέρα του, βασκικής καταγωγής, είχε ζήσει στη Μαδρίτη προτού παντρευτεί, ο ίδιος δε, είδε το φως της ημέρας το 1875, σε μια κωμόπολη της γαλλικής χώρας των Βάσκων, 18 χιλιόμετρα από την ισπανική μεθόριο) εξηγούν το ενδιαφέρον και την αδυναμία του για την Ισπανία. Από τους Γάλλους μουσικοσυνθέτες υπήρξε εκείνος που ενέταξε περισσότερο από κάθε άλλον την ισπανική παράδοση και κουλτούρα στο έργο του. Συχνά συνθέσεις, οι οποίες δεν αντλούν το θέμα τους από την τελευταία, υιοθετούν ισπανική τεχνοτροπία σε επίπεδο ρυθμικής αγωγής και μελωδικής ανάπτυξης (ενδεικτικά αναφέρουμε το Κοντσέρτο για πιάνο για το αριστερό χέρι και το δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου εγχόρδων σε Φα μείζονα). Άλλες πάλι, παραπέμπουν ευθέως στην ισπανική πραγματικότητα αντλώντας έμπνευση και θεματολογία από αυτή (Lheure espagnole, Pièce en forme de Habanera,  Pavane pour une Infante funte, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro). Η Παβάνα για μια αποθανούσα Ινφάντα (Ισπανίδα πριγκίπισσα) είναι ένα οκτάλεπτο κομψοτέχνημα, όπου ο Ravel αποτυπώνει απλόχερα και με μεγάλη γενναιοδωρία όλη του την τρυφερότητα και ανθρώπινη ευαισθησία. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο επέλεξε τον συγκεκριμένο τίτλο, απάντησε χαμογελώντας:Μην εκπλήσσεστε που ο τίτλος δεν έχει καμιά σχέση με τη συγκεκριμένη σύνθεση. Απλά μου άρεσε ο ήχος αυτών των λέξεων και αποφάσισα να τις χρησιμοποιήσω εκεί. Αυτό είναι όλο”. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως το έργο περιέγραφε τον τρόπο, με τον οποίο μια Παβάνα (χορός του ΙΣΤ΄ αιώνα) έπρεπε να χορεύεται από μια Ινφάντα και ότι την όλη εικόνα είχε εμπνευστεί από τον γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Diego Velázquez Las Meninas . Το έργο γράφτηκε αρχικά για πιάνο το 1899, όταν ο Ravel φοιτούσε ακόμα στο Ωδείο του Παρισιού. Το 1910, το μετέγραψε για ορχήστρα απαρτιζόμενη από δυο φλάουτα, ένα όμποε, δυο κλαρινέτα, δυο φαγκότα, δυο κόρνα, άρπα και έγχορδα. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 27 Φεβρουαρίου 1911 εκτός Γαλλίας, στο Μάντσεστερ. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως η Παβάνα δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της μουσικής παραγωγής του Ravel. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις συνήθεις φευγαλέες αρμονίες σε γρήγορους ρυθμούς που χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Εδώ, η σχεδόν αρχαϊκή απλότητα, η εύθραυστη λεπτότητα, οι μεγάλες ανάσες, η ομορφιά της μελωδικής γραμμής προσελκύουν ευθύς εξαρχής το ενδιαφέρον του ακροατή και κατακτούν την καρδιά του. Το έργο εκτελείται από μια από τις πιο διάσημες μπαγκέτες των ημερών μας, τον Φινλανδό συνθέτη και αρχιμουσικό Esa-Pekka Salonen. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2020 στο Royal Festival Hall του Λονδίνου. Ενδεικτική των καιρών (εποχή πανδημίας γαρ) είναι η διάταξη των μουσικών της Philharmonia Orchestra ενώπιον μιας κενής από ακροατήριο αίθουσας. Πρόκειται για μια από τις τελευταίες εμφανίσεις του Salonen με την ιδιότητα του μόνιμου αρχιμουσικού της εν λόγω ορχήστρας προτού διαβεί τον Ατλαντικό και αναλάβει τα ηνία μιας άλλης διάσημης ομολόγου της, της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σαν Φρανσίσκο.

Pavane pour une Infante défunte

Diego Velázquez, Las Meninas (1656), Museo del Prado, Madrid.

Αν η απόσταση ανάμεσα στο Royal Festival Hall και την έτερη αίθουσα συναυλιών του Λονδίνου, το Barbican Center, όπου μαγνητοσκοπήθηκε η συναυλία, η οποία ακολουθεί,  είναι μερικές εκατοντάδες μόνο μέτρα (αρκεί ουσιαστικά να διασχίσει κανείς τον Τάμεση και να βρεθεί στην αντίπερα όχθη), ένας κόσμος ολόκληρος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Παβάνα και το επόμενο έργο του Ravel που επιλέξαμε για το παρόν αφιέρωμα. Το Boléro (είδος ισπανικού χορού) δεν είναι μόνο η δημοφιλέστερη σύνθεση, που κατέστησε και εξακολουθεί να καθιστά τον Ravel γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι συνάμα και η πλέον ιδιοφυής. Αλήθεια, ποιος μουσικοσυνθέτης θα είχε το θάρρος (ή μάλλον το θράσος) να επαναλαμβάνει δεκαεννέα φορές την ίδια φράση, διατηρώντας, παράλληλα, αμείωτα το ενδιαφέρον, την προσοχή και τη συγκέντρωση του ακροατηρίου και παρακάμπτοντας επιμελώς την παγίδα της μονοτονίας; Ο Ravel το κατορθώνει πρωτίστως χάρη στο έμφυτο χάρισμα της ενορχήστρωσης που διαθέτει ο ίδιος και το οποίο σπάνια βλέπουμε να αξιοποιείται τόσο εύστοχα σε άλλες περιπτώσεις μουσικοσυνθετών. Τεράστια σημασία διαδραματίζει και η επιλογή του κατάλληλου χρόνου εκ μέρους του ερμηνευτή. Η οδηγία του Ravel είναι Tempo di Bolero, moderato assai, κάτι που δεν διευκολύνει τα πράγματα,  αφενός επειδή η συγκεκριμένη διατύπωση επιδέχεται πολλές ερμηνείες και αφετέρου επειδή η προτίμηση του ιδίου του συνθέτη υπέρ ενός μάλλον αργού και συγκρατημένου χρόνου, με δεδομένη μάλιστα την συνεχή επανάληψη της μουσικής φράσης, πολλαπλασιάζει αισθητά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο της μονοτονίας. Το Boléro, διάρκειας 17 περίπου λεπτών της ώρας, είναι το εκτενέστερο crescendo (βαθμιαία αύξηση της έντασης του ήχου) που έχει καταγραφεί ποτέ στην παγκόσμια ιστορία της Μουσικής. Ξεκινά με ένα pianissimo το οποίο μόλις που ακούγεται, για να καταλήξει σε ένα από τα εντυπωσιακότερα fortissimi που έχουν ποτέ υπάρξει. Στους κόλπους της γιγαντιαίας ορχήστρας, τον ρυθμό δίνει το ταμπουρίνι με μετρονομική ακρίβεια. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου πλαισιώνεται από τα έγχορδα (συμπεριλαμβανομένης της άρπας), τα οποία συμβάλλουν με παίξιμο pizzicato (τσιμπητό με τα δάκτυλα, δίχως τη χρήση δοξαριού) στη διατήρηση του ρυθμού. Ο τρόπος που τα τελευταία χρησιμοποιούνται και, πάνω απ’ όλα η θέα έτσι όπως τα κρατούν οι μουσικοί, θυμίζει έντονα τεχνοτροπία κιθάρας και μάλιστα ισπανικής. Η ανάπτυξη της μελωδικής γραμμής αναλογεί ευθύς εξαρχής στην ομάδα των πνευστών, ξύλινων και χάλκινων (μεταξύ των οποίων το σαξόφωνο, σπονδή του Ravel στην μουσική jazz, την οποία λάτρευε). Μόνο προς το τέλος του έργου, και ενώ η ένταση έχει φθάσει σε προχωρημένο βαθμό, συντάσσονται και τα έγχορδα, που επανέρχονται στον παλιό ορθόδοξο τρόπο παιξίματος. Το Boléro προοριζόταν αρχικά ως μπαλέτο. Επρόκειτο για μια παραγγελία της χορεύτριας Ida Rubinstein. Υπό αυτή τη μορφή, άλλωστε, είδε το φως της ημέρας στις 22 Νοεμβρίου 1928 στην Όπερα του Παρισιού, σε χορογραφία της Bronislava Nijinska. Η ίδια η υπόθεση συνηγορεί υπέρ της αντιμετώπισής του ως μπαλέτου: μέσα σε μια ταβέρνα της Ισπανίας, μια ομάδα ατόμων χορεύει υπό το φως ενός λαμπτήρα κρεμασμένου από την οροφή. Ανταποκρινόμενη στις εκκλήσεις να συμμετάσχει, η πρωταγωνίστρια ανεβαίνει πάνω σε ένα τραπέζι και επιδίδεται σε κινήσεις ολοένα και πιο ρυθμικές. Όταν, μετά το πέρας της πρεμιέρας, μια  θεατής χαρακτήρισε τον Ravel ως ανισόρροπο, ο τελευταίος απάντησε πως το συγκεκριμένο άτομο ήταν το μόνο από τους παρόντες που είχε κατανοήσει το έργο! Ως προς την εν γένει διαχείριση, έχει πλέον επικρατήσει η προτίμηση του συνθέτη, ο οποίος επιθυμούσε ανέκαθεν την αυτοδύναμη ένταξη του έργου στο αμιγώς συμφωνικό ρεπερτόριο. Αν όχι το καλύτερο, το Boléro είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το πιο ευρηματικό έργου του μεγάλου αυτού Γάλλου μουσικοσυνθέτη. Το ακούμε από τον Valery Gergiev, έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους αρχιμουσικούς της εποχής μας. Διαθέτοντας την υποστήριξη του  επιστήθιου φίλου του Vladimir Putin, ο Gergiev υπήρξε ο αναμορφωτής του Θεάτρου Mariinsky της Αγίας Πετρούπολης, αναδεικνύοντας το τελευταίο σε κορυφαίο θεσμό έπειτα από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Παράλληλα με τη θέση του γενικού διευθυντή του παραπάνω θεάτρου ανελλιπώς από το 1996, άσκησε καθήκοντα μόνιμου αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου (2007 – 2015), με την οποία ερμηνεύει το Boléro στο βίντεο που ακολουθεί, και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μονάχου (2015 –  ). Η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας πραγματοποιήθηκε το 2010.

Boléro

Mariano Bertuchi, Zambra gitana (1910).

Joaquín Rodrigo (1901 – 1999)

Πώς θα ήταν δυνατόν να απουσιάζει η κιθάρα από το σημερινό αφιέρωμα; Πόσο μάλλον όταν αναδεικνύεται τόσο εκφραστικά όπως στο πασίγνωστο Κοντσέρτο του Αρανχουέθ (Concierto de Aranjuez) του Ισπανού συνθέτη  Joaquín Rodrigo, κλασσικό του είδους. Ο Rodrigo, ο οποίος έχασε το φως του σε ηλικία τριών, μόλις, ετών από διφθερίτιδα, ουδέποτε έπαιξε κιθάρα αν και υπήρξε εκείνος που την καθιέρωσε ως μείζον συμφωνικό όργανο. Έκανε χρήση της μεθόδου Braille, οι δε συνθέσεις του μεταγράφονταν ενόψει της δημοσίευσής τους. Το Κοντσέρτο του Αρανχουέθ αντλεί την έμπνευσή του από τους κήπους του βασιλικού ανακτόρου, το οποίο κατασκευάστηκε περί τα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνα από τον Φίλιππο Β΄ στην κωμόπολη Αρανχουέθ, λίγα χιλιόμετρα νοτίως της Μαδρίτης. Η σύνθεση του έργου ολοκληρώθηκε το 1939, η δε πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 9 Νοεμβρίου 1940 στο Palau de la Música Catalana της Βαρκελώνης. Η θεματολογία (εξύμνηση ανακτόρων του ΙΣΤ΄ αιώνα) δεν αποτελούσε ιδεολογική απειλή για το νεότευκτο καθεστώς του στρατηγού Franco που μόλις είχε επικρατήσει στον ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Το αντίθετο μάλιστα. Ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με την επίσημη κρατική γραμμή, η οποία πριμοδοτούσε μια υπερσυντηρητική θεώρηση της εγχώριας ιστορίας. Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο (Allegro con spirito), γραμμένο σε ρυθμό φλαμένκο, έπειτα από μια σύντομη εισαγωγή της κιθάρας εξελίσσεται σε έναν διάλογο του σολίστα με την ορχήστρα και ειδικότερα τα πνευστά της τελευταίας (αγγλικό κόρνο, φαγκότο, όμποε, κόρνο). Σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Rodrigo, στο μέρος αυτό περιγράφονται η ευωδία από τις μανόλιες, το τραγούδι των πουλιών και το νερό που αναβλύζει από τις κρήνες του πάρκου των ανακτόρων. Το δεύτερο μέρος (Adagio) είναι μακρόθεν το πιο όμορφο του έργου, έχοντας καταστήσει το τελευταίο πασίγνωστο ανά τον κόσμο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο συνθέτης και η σύζυγός του απέφευγαν να αποκαλύψουν την πηγή έμπνευσης, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η άποψη πως αναφερόταν έμμεσα στο επεισόδιο του αεροπορικού βομβαρδισμού της Γκερνίκα το 1937, στο πλαίσιο διενέργειας του Ισπανικού Εμφυλίου (το ίδιο γεγονός είχε λειτουργήσει ως έναυσμα για τον ομώνυμο ζωγραφικό πίνακα του Pablo Picasso). Αργότερα, η Victoria Rodrigo παραδέχθηκε στην αυτοβιογραφία της πως το δεύτερο αυτό μέρος υπήρξε απόρροια αντιφατικών συναισθηματικών καταστάσεων: ενός ευτυχισμένου μήνα του μέλιτος, αλλά και της απόγνωσης εξαιτίας της αποβολής κατά την πρώτη κύηση του ζεύγους. Το φινάλε (Allegro gentile) κλείνει με απλότητα και μεγάλη ευγένεια το έργο. Τον Δεκέμβριο του 1991, ο Rodrigo αναγορεύτηκε από τον βασιλέα Juan Carlos Α΄ σε Μαρκήσιο των Κήπων του Αρανχουέθ. Ο τίτλος θεσπίστηκε ως κληρονομικός. Σήμερα τον φέρει η κόρη του Cecilia. Ο τάφος του Rodrigo και της συζύγου του βρίσκεται στο Κοιμητήριο του Αρανχουέθ. Το έργο εκτελείται υποδειγματικά από δυο καταξιωμένα ονόματα του ισπανικού ρεπερτορίου: τον κιθαρίστα Pepe Romero και τον αρχιμουσικό Rafael Frühbeck de Burgos επικεφαλής της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Δανίας. Η συναυλία έλαβε χώρα στην εντυπωσιακή αίθουσα DR Koncerthuset της Κοπεγχάγης.

Concierto de Aranjuez

Francesco Battaglioli, Fernando VI y Bárbara de Braganza en los jardines de Aranjuez, 1756, Museo Nacional del Prado, Madrid.

Manuel de Falla (1876 – 1946)

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με διπλή αναφορά στον σημαντικότερο μουσικοσυνθέτη της Ιβηρικής χερσονήσου. Ο Manuel de Falla υπήρξε εκείνος που, λόγω καταγωγής και παράδοσης, συνέδεσε το ύφος και την τεχνοτροπία της λεγόμενης ιμπρεσιονιστικής σχολής των Debussy και Ravel, με το αυθεντικό φολκλορικό στοιχεία της Ισπανίας και ειδικότερα με εκείνο της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ανδαλουσίας. Σε αυτό συνέβαλε η μακροχρόνια παραμονή του στο Παρίσι και η γνωριμία του με τους προαναφερθέντες μουσικοσυνθέτες, όπως επίσης και με τους Igor Stravinsky, Paul Dukas, Florent Schmitt σε μια εποχή πραγματικής κοσμογονίας στη Γαλλική πρωτεύουσα χάρη στην εμφάνιση και δραστηριότητα των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Το πρώτο από τα έργα που επιλέξαμε, Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας (Noches en los jardines de España) εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα. Ωστόσο, ο συνθέτης επέλεξε τον χαρακτηρισμό των “συμφωνικών εντυπώσεων”, γεγονός, το οποίο αποκαλύπτει τις πραγματικές του προθέσεις. Μπορεί μεν, σε μια ζωντανή συναυλία, το πιάνο να καταλαμβάνει χωροταξικά το προσκήνιο, ωστόσο, δύσκολα αναγνωρίζει κανείς τα χαρακτηριστικά ενός κοντσέρτου (διάλογος του οργάνου με την ορχήστρα, ύπαρξη καντέντσας, η οποία να επιτρέπει την ανάδειξη των δεξιοτεχνικών ικανοτήτων του εκτελεστή-σολίστα, συνήθως περί το τέλος ενός μέρους και δίχως συνοδεία ορχήστρας, κλπ.). Οι  Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας είναι όντως ένα συμφωνικό έργο, με το πιάνο ενσωματωμένο μέσα στο ορχηστρικό σύνολο, δίχως το τελευταίο να διεκδικεί παραπάνω περγαμηνές. Άλλωστε, ανάλογη βαρύτητα όπως αυτή του πιάνου, δίνεται και σε άλλα όργανα της ορχήστρας όπως, λόγου χάρη, στα πνευστά. Στην περίπτωση, η μεγάλη πρόκληση για τον πιανίστα συνίσταται στο να αντιληφθεί αυτήν ακριβώς την επιθυμία του συνθέτη, να διατηρήσει από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου χαμηλούς τόνους και διακριτικό προφίλ, κυρίως δε και να αποτρέψει τον εαυτό του από το να παρασυρθεί σε ένα διάλογο τύπου κοντσερτάντε. Κι όλα αυτά παρά τις δεξιοτεχνικές ικανότητες που απαιτούνται από εκείνον. Όπως το προμηνύει ο τίτλος, το ονειρικό στοιχείο είναι εκείνο που κυριαρχεί. Αν και περιγραφικό (θεματολογικά τουλάχιστον), το έργο δεν τρέφει ιμπρεσιονιστικές φιλοδοξίες. Η ομοιότητα με τους Γάλλους συνίσταται στην τεχνοτροπία και στον εν γένει χειρισμό της ενορχήστρωσης. Κατά τα άλλα, εκφράζει συναισθήματα, πόσο μάλλον που η συμπερίληψη λαϊκών μοτίβων προσδίδει κατά καιρούς μελαγχολία, νοσταλγία και μυστήριο. Οι Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας αποτελούνται από τρία μέρη: το πρώτο από αυτά τιτλοφορείται En el Generalife (πρόκειται για θερινό ανάκτορο των Μαυριτανών, το οποίο μαζί με τους παρακείμενους κήπους, δεσπόζει στην κορυφή ενός λόφου απέναντι ακριβώς από το ανάκτορο Alhambra της Γρανάδας). Οι κήποι του δευτέρου μέρους (Danza lejana – Μακρινός χορός) αν και ανώνυμοι, αποτελούν τον χώρο εκείνο όπου διαδραματίζεται ένας εξωτικός χορός, απόηχος του οποίου φθάνει μέχρι τον ακροατή. Το φινάλε (En los jardines de la Sierra de Córdoba) μας επαναφέρει στο ύφος και την ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους. Το έργο ερμηνεύει ο Ισπανός Javier Perianes, ένας πιανίστας που έχει εντρυφήσει σε αυτό σεβόμενος τις ισορροπίες που απαιτούνται. Συνοδεύεται από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης υπό τη διεύθυνση του Andrés Orozco-Estrada από την Κολομβία. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2016 στην Alte Oper της ίδιας πόλης.

Noches en los jardines de España, G. 49

Γρανάδα. Οι κήποι του Generalife.

Το φετινό Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα ολοκληρώνεται με μια οπτικοακουστική πανδαισία. Το Τρίκωχο καπέλο (El sombrero des tres picos) δεν είναι μόνο το δημοφιλέστερο από όλα τα έργα του Manuel de Falla. Είναι συνάμα και το καλύτερο. Πρόκειται για ένα μπαλέτο, εμπνευσμένο από τη δίπρακτη παντομίμα του Gregorio Martinez Sierra με τίτλο Ο δικαστής και η μυλωνού (El corregidor y la molinera) που με τη σειρά της στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Pedro Antonia de Alarcòn (1874). O Falla συνέθεσε το έργο αρχικά ως μουσική επένδυση για την παντομίμα (η πρεμιέρα υπό αυτή τη μορφή πραγματοποιήθηκε το 1917 στη Μαδρίτη) και το τελειοποίησε κατόπιν για λογαριασμό του Sergei Diaghilev, ο οποίος έλαβε τη σχετική άδεια να το ανεβάσει. Το τρίκωχο καπέλο του (εκ των πρωταγωνιστών της υπόθεσης) δικαστή, σύμβολο αλλά συνάμα και χλεύη της εξουσίας έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση, επελέγη τελικά ως τίτλος του μπαλέτου. Η παράσταση πρωτοπαίχτηκε στις 22 Ιουλίου 1919 στο θέατρο Alhambra του Λονδίνου, σε χορογραφία του Leonid Massine, σκηνικά και κοστούμια του Pablo Picasso και υπό τη μουσική διεύθυνση του, νεαρού ακόμα τότε, Ελβετού Ernest Ansermet, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς της μεσοπολεμικής, κυρίως δε, της πρώιμης μεταπολεμικής εποχής. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ανδαλουσία του 18ου αιώνα και αφηγείται τις ανεπιτυχείς προσπάθειες ενός ηλικιωμένου δικαστή να γοητεύσει τη σύζυγο ενός μυλωνά. Η πρώτη πράξη ξεκινά με μια σύντομη φανφάρα. Εν συνεχεία, ο μυλωνάς και η σύζυγός του επιχειρούν να εκπαιδεύσουν ένα καναρίνι να κελαηδά ανάλογα με την ώρα της ημέρας, όταν ξεπροβάλει με τη συνοδεία του ο δικαστής της περιοχής στο πλαίσιο του καθημερινού του περιπάτου. Μη δυνάμενος να κρύψει τον θαυμασμό του για τη σύζυγο του μυλωνά, το ζεύγος αποφασίζει να του παίξει ένα παιχνίδι. Ο μυλωνάς κρύβεται, ενόσω η γυναίκα του χορεύει μπροστά στον έκθαμβο δικαστή προτού του  προσφέρει ένα τσαμπί σταφύλια (Danza de la molinera σε ρυθμό Fandango, μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου). Ο δικαστής την κυνηγά όταν εκείνη φεύγει και καταφέρνει να την πιάσει. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλει πίσω από ένα θάμνο ο μυλωνάς, ο οποίος διώχνει βίαια από τη σκηνή τον επίδοξο αντίζηλό του. Η δεύτερη πράξη διαδραματίζεται και αυτή στον μύλο, όπου έχουν συγκεντρωθεί γείτονες και χορεύουν ορμώμενοι από μια υπέροχη μελωδία σε ρυθμό Seguidillas (καστιλιάνικο λαϊκό τραγούδι). Ακολουθεί προς τιμή τους ο χορός του μυλωνά (Danza del molinero σε ρυθμό Farruca, ένα είδος Φλαμένγκου). Πρόκειται ουσιαστικά για τον συμμετρικό αντίλογο στον προγενέστερο χορό της συζύγου του. Με τη διαφορά του ότι η επίδοσή του διακόπτεται από την αιφνίδια άφιξη του βοηθού δικαστή, ο οποίος, κατόπιν διαταγής του προϊσταμένου του θεμελιωμένη επάνω σε ψευδείς κατηγορίες, τον συλλαμβάνει και τον οδηγεί στο κρατητήριο. Οι επισκέπτες αποχωρούν με τη σειρά τους και η μυλωνού αποσύρεται για ύπνο. Πρόκειται για την κρίσιμη στιγμή που έχει επιλέξει ο δικαστής προκειμένου να επανέλθει και να την κερδίσει. Δυστυχώς για εκείνον, πλησιάζοντας στον μύλο σκοντάφτει και πέφτει στο ποτάμι. Η μυλωνού ξυπνά από τον θόρυβο, συνειδητοποιεί αυτό που συμβαίνει και το σκάει εγκαίρως. Ο δικαστής ξεντύνεται, απλώνει τα υγρά του ρούχα πάνω σε ένα δέντρο και με τα εσώρουχα ξαπλώνει στο κενό κρεββάτι του μυλωνά. Ο τελευταίος έχει στο μεταξύ δραπετεύσει από το κρατητήριο και επιστρέφοντας στον μύλο θεωρεί πως ο δικαστής έχει κοιμηθεί με τη γυναίκα του. Προκειμένου να τον εκδικηθεί, φοράει τα ρούχα του τελευταίου και αποφασίζει να εξαπατήσει τη σύζυγο του δικαστή γοητεύοντάς την. Στο μεταξύ ο δικαστής ξυπνά και διαπιστώνοντας πως τα ρούχα του έχουν εξαφανιστεί, χρησιμοποιεί εκείνα του μυλωνά. Πρόκειται για μια ανατροπή, η οποία θα οδηγήσει τα πράγματα σε μια αλυσίδα παρεξηγήσεων. Ο βοηθός δικαστής, ενήμερος στο μεταξύ για τη δραπέτευση του μυλωνά, επιστρέφει και κατά λάθος συλλαμβάνει τον προϊστάμενό του, πεπεισμένος πως πρόκειται για τον δραπέτη μυλωνά. Βλέποντας κάποιον που μοιάζει με το σύζυγό της, η μυλωνού παρεμβαίνει προσπαθώντας να τον απελευθερώσει. Ο μυλωνάς επιστρέφει και εκείνος και βλέποντας τη σύζυγό του ευρισκόμενη σε δεινή θέση επιχειρεί να τη σώσει. Ακούγοντας τον σαματά, οι γείτονες επανέρχονται στον μύλο. Ο δικαστής εξηγεί τα όσα συνέβησαν (Danza del corregidor) και το μπαλέτο ολοκληρώνεται σε ξέφρενο ρυθμό με έναν εντυπωσιακό γενικό χορό (Danza final). Το μπαλέτο στο σύνολό του βρίθει από ανδαλουσιανά λαϊκά μοτίβα, τα δε δυο τραγούδια (Cante jondo) που ο Falla εμπιστεύεται στη μεσόφωνο μονωδό έχουν επιλεγεί από εκείνα, τα οποία συνοδεύουν χορούς φλαμένγκο περιγράφοντας κατά κανόνα μια θλιβερή ιστορία. Η μαγευτική παράσταση που ακολουθεί έλαβε χώρα το 2013 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο των δημοφιλών εκδηλώσεων BBC Proms. Η χορογραφία είναι του Antonio Márquez, ο οποίος και υποδύεται τον πρωταγωνιστή μυλωνά. Η μεσόφωνος Clara Mouriz πλαισιώνει τον Ισπανό αρχιμουσικό Juanjo Mena και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του BBC.

El sombrero de tres picos

Σκηνικά και κοστούμια της παγκόσμιας πρώτης του Λονδίνου (1919) σχεδιασμένα από τον Pablo Picasso.

Ορμώμενο από το πνεύμα του φετινού Πρωτοχρονιάτικου αφιερώματος,

το επιτελείο της Clio Turbata εύχεται σε όλους εσάς

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Τα Χιονισμένα Χριστούγεννα του 1921 στο μέτωπο της Μικράς Ασίας

100 χρόνια από τότε

Τα Χιονισμένα Χριστούγεννα του 1921 στο μέτωπο της Μικράς Ασίας

 

Χριστούγεννα του 1921 στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Χριστούγεννα στα παγωμένα βουνά του Μπουγιούκ Οτουράκ και στη χιονισμένη Κιουτάχεια. Τα τελευταία Χριστούγεννα στη Μικρά Ασία για τον ελληνικό στρατό και τον μικρασιατικό ελληνισμό. Τα τελευταία Χριστούγεννα των ανδρών της Χ Μεραρχίας και του θεατρικού θιάσου του Ηλία Βεργόπουλου.

Στο χιονισμένο μέτωπο, εκατό χρόνια πριν, μας μεταφέρει, με την ιδιότητα του αρθρογράφου της αθηναϊκής εφημερίδας Εμπρός, ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Νικόλαος Ι. Λάσκαρης (1868-1945). Αναπαριστά ένα περιστατικό από την ψυχαγωγία των στρατιωτών κατά την περίοδο της στασιμότητας στο παγιδευτικό στρατηγικά Μέτωπο. Πώς στήθηκε, ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1921, μια θεατρική παράσταση στην Κιουτάχεια. Και μάλιστα, ένα παλιό (1892) κωμειδύλλιο του ιδίου, Ο μύλος της έριδας. Στο αφιέρωμά του ξεδιπλώνεται μια πτυχή από τη ζωή στο Μέτωπο, μια πτυχή που δείχνει πόσο εμψυχωτικό ήταν το θέατρο. Αχνοφαίνεται σιωπηλός και ταπεινός μα τόσο ανθρώπινος ο αγώνας επιβίωσης των στρατιωτών μέσα στη ματαιότητα των θλιβερών χαρακωμάτων. Κάτω από την κρούστα των μεγάλων στρατιωτικών γεγονότων και μαχών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, πέρα από τις πολιτικές και διπλωματικές προσεγγίσεις της ήττας του 1922 που μονοπωλούν την ιστορική έρευνα, βρίσκεται η, εν πολλοίς, άγνωστη ιστορία της καθημερινής ζωής χιλιάδων στρατιωτών.

Ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας στην Κιουτάχεια (Ιούλιος 1921).

Η Κιουτάχεια είχε καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό λίγους μήνες νωρίτερα, στις αρχές Ιουλίου 1921, κατά τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης- Βαγδάτης.1 Από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1921 μέχρι τον Αύγουστο του 1922, ο ελληνικός στρατός, μετά την υποχώρηση στον Σαγγάριο, εγκαταστάθηκε αμυντικά στη γραμμή Κίος – Μπιλετζίκ – Μποζ Νταγ – Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ – Ακάρ Νταγ – Τσιβρίλ – Μαίανδρος. Αναπτυγμένη η γραμμή σε μήκος 700 χιλιομέτρων, απομακρυσμένη από τις γραμμές συγκοινωνιών, καθηλωμένος ο στρατός σε επιβαρυντική για το ηθικό του αδράνεια και αναμονή. Στρατηγικά πέρασε από την επίθεση στην άμυνα. Ο βαρύς χειμώνας του 1921-22 που βίωναν οι Έλληνες στρατιώτες καταρράκωνε ακόμη περισσότερο το ηθικό τους. Σε διπλωματικό επίπεδο η ελληνική κυβέρνηση είχε αρχίσει σταδιακά να απομονώνεται από το φθινόπωρο του 1920. Έχανε συμμάχους. Η Τουρκία έβρισκε. Η Ιταλία και η Γαλλία διεξήγαν χωριστές διαπραγματεύσεις με τον Κεμάλ, ο οποίος είχε εξασφαλίσει τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση.2 Έχοντας απορρίψει το επίσημο σχέδιο συμβιβασμού της Αντάντ (Φεβρουάριος 1921) και παρά τις προτροπές του Λόυδ Τζωρτζ, η χώρα επέλεξε την «πολιτική της λόγχης», αυτοεγκλωβισμένη στον πολιτικό μαξιμαλισμό της, ενεργώντας σπασμωδικά, μέσα στο κλίμα της παραλυτικής πίεσης του εντεινόμενου Διχασμού.3 Στο μεταξύ, από τον Σεπτέμβριο του 1921, οι οικονομικοί πόροι εξαντλούνταν για εκείνο που η ηγεσία σχεδίαζε, για την επίθεση που θα εξανάγκαζε τον Κεμάλ να συνθηκολογήσει. Και ενώ οι εξελίξεις αυτές προκαλούσαν αίσθημα ματαιότητας και απελπισίας, υπονομευτικό της πίστης των Ελλήνων στρατιωτών στην τελική νίκη, αντιθέτως ευνοούσαν την ανασύνταξη και ενδυνάμωση του αντιπάλου, δίνοντας πολύτιμο χρόνο στον Κεμάλ να οργανώσει την τελική επίθεση.

Ο σταθμός διοίκησης της 7ης Μεραρχίας στολισμένος για τα Χριστούγεννα.

Παραμονές Χριστουγέννων του 1921. Η Κιουτάχεια και τα γύρω μέρη είχαν σκεπαστεί με χιόνια. Έξω στα χαρακώματα, «οι σκοποί με τις χονδρές καπότες και τις κουκούλες των εφαίνονται σαν ανδρείκελα, από εκείνα που κατασκευάζουν τα παιδιά από χιόνι μέσα στις πολιτείες». Μα όσο κι αν ήταν το κρύο στην Κιουτάχεια, δεν μπορούσε να συγκριθεί με το κρύο «που αισθανόντουσαν οι άνδρες της δεκάτης Μεραρχίας και πάνω στα βουνά του Μπουγιούκ Οτουράκ. Εκεί το κρύο ήταν αφόρητο. Επάγωνεν ακόμα και η μιλιά του ανθρώπου». Το κρύο σταμάτησε τις θεατρικές παραστάσεις που έδινε εκεί ο πρώτος στρατιωτικός θίασος του Βεργόπουλου, «ο εισηγητής των τοιούτων θιάσων εις την στρατιάν της Σμύρνης».

Θέατρο στο μέτωπο. Πώς ξεκίνησε η ιδέα αυτή; Ήταν τόση η καταρράκωση, όπως φαίνεται, ώστε ο ενθουσιώδης Βεργόπουλος σκέφτηκε πως ένας ελληνικός θίασος στα βάθη της Μικράς Ασίας θα ενθουσίαζε και θα διασκέδαζε τους στρατιώτες. Παρουσιάστηκε στον στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα, για να ζητήσει την άδεια να συστήσει έναν μικρό θίασο. Ο Παπούλας πείστηκε, κι έτσι συστήθηκε ο πρώτος θίασος από τους στρατιώτες ηθοποιούς: Ηλ. Βεργόπουλο, Γ. Γληνό, Στ. Καλουτά, Δημ. Φραγκόπουλο, Ιωαν. Ζαφειρόπουλο και τις κυρίες Αλίκη Νικολάου, Αικ. Καλουτά, Αγγελική Ζερβίδου και τα δύο μικρά κοριτσάκια της κ. Καλουτά. Ο θίασος έκανε το ντεμπούτο του στα βουνά του Μπουγιούκ Οτουράκ, όπου βρισκόταν η μεραρχία του στρατηγού Φράγκου. Ένα παράπηγμα πρόχειρα κατασκευασμένο χρησίμεψε για σκηνή και δύο ελληνικές σημαίες για αυλαία. Μέχρι που έπιασαν τα μεγάλα κρύα του Δεκέμβρη. Τότε ο Βεργόπουλος ζήτησε να μετακινηθεί ο θίασός του σε μέρος ηπιότερο, για να μην πεθάνουν οι ηθοποιοί και τα δυο παιδιά από το κρύο. Κι έτσι ξεκίνησαν για την Κιουτάχεια.

Άποψη της Κιουτάχειας (Πηγή: Μουσείο Μπενάκη).

Έφτασαν την παραμονή των Χριστουγέννων. Ανήμερα δόθηκε αίφνης διαταγή να ανεβάσει ο θίασος παράσταση, και μάλιστα την ώρα που επρόκειτο να φάνε οι ηθοποιοί τον ψημένο γάλο. Έπρεπε να βρεθεί έργο με σκηνή γεύματος. Ή να εφευρεθεί τέτοια σκηνή… Ο Βεργόπουλος από μηχανής θεός. Αυτοσχεδίασε, εντάσσοντας εμβόλιμα στη ροή του θεατρικού διαλόγου ένα απροσδόκητο και τολμηρό σκηνοθετικό εύρημα, που έδωσε τον κυρίαρχο τόνο στα δρώμενα της σκηνής πετυχαίνοντας να κλέψει την παράσταση: Ένας αληθινός, ψημένος στον φούρνο, αχνιστός γάλος που θα έτρωγαν με υποτίθεται ρεαλιστική βουλιμία οι ηθοποιοί… Σύμφωνο άλλωστε και με το πνεύμα των Χριστουγέννων αυτό το εύρημα, ευωχίας των ανθρώπων σε ένα γιορτινό τραπέζι, θα φαινόταν πολύ φυσικό.

Το αφιέρωμα του Λάσκαρη διαβάζεται σαν χριστουγεννιάτικο διήγημα. Αποπνέει μια παπαδιαμαντική ατμόσφαιρα συγκίνησης και αισθητικής απόλαυσης, χωρίς όμως εκείνη την ιλαροτραγική κατάληξη του διηγήματος του Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (1896), όπου ο μαστρο-Παύλος εξαπατά ένα παιδί και το στέλνει να παραδώσει τον γάλο στο σπίτι του (πεσκέσι για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι της οικογένειάς του), ενώ προοριζόταν για άλλον. Ιδού, λοιπόν, τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνες τις κρύες ημέρες στο Μέτωπο με πρωταγωνιστή τον θίασο του Βεργόπουλου.

 

Τα Χιονισμένα Χριστούγεννα της Κιουτάχειας

Θεατρικαί παραστάσεις μεσ’ στα χιόνια

 

υπό Νικ. Ι. Λάσκαρη, Εμπρός, 25.12.1925

[…]

«Εν τω μεταξύ, αι παραστάσεις όταν η μεραρχία ξεκουραζότανε, έδιναν κι έπαιρναν. Αι τρεις γυναίκες του θιάσου είχαν γίνη κάτι περισσότερον από αδερφές με τους στρατιώτας. Ιδίως τα δύο μικρά κοριτσάκια συνεκέντρωναν όλην την αγάπη του στρατεύματος. Οι στρατιώται επιάνοντο μεταξύ τους ποιος να τα πρωτοπεριποιηθή. Ποιος ξέρει, ποιες αδελφούλες ή κορούλες των να συλλογιζόντουσαν τις στιγμές εκείνες οι κακόμοιροι που πολλοί από δαύτους δεν τις ξανάδαν πια! 

Το κρύο όμως, όπως είπαμε, έπιασε πολύ δυνατό κατά τον Δεκέμβριο.

Τις παραμονές μάλιστα των Χριστουγέννων είχε γίνει αφόρητο για τις γυναίκες. Τα δύο κοριτσάκια είχαν ξεπαγιάσει κυριολεκτικώς. Τα χεράκια τους και τα ποδαράκια τους δεν τα νιώθανε από τις χιονίστρες. 

-Πρέπει να φύγουμε από δω, είπε ο θιασάρχης κ. Βεργόπουλος. Πρέπει να πάμε σε μαλακώτερα μέρη. Θα πεθάνουν τα κακόμοιρα τα παιδιά.

Οι αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά σε παιδική ηλικία.

Και μετ’ ολίγον, με το χέρι «κλαρίνο» επί του γείσου του πηλικίου του, επαρουσιάζετο προ του μεράρχου και εζήτει την άδειαν και φύλλο πορείας δι’ ολόκληρον τον θίασον. Ο κ. μέραρχος εύρε δικαιολογημένους τους λόγους του θιασάρχου και αμέσως διέταξε να ετοιμασθούν τα φύλλα πορείας και μία βοδάμαξα διά να μεταφέρει τον θίασον.

Οι στρατιώται της μεραρχίας με μεγάλη τους λύπη έμαθαν πως τους εγκαταλείπει ο θίασος. Μα έλα πάλι που έπρεπε να σωθούν τα καημένα τα κοριτσάκια από το κρύο. Τα είχαν αγαπήσει όλοι τους σαν αδερφάκια τους. Και το πρωί της ημέρας που επρόκειτο ν’ αναχωρήσουν, σχεδόν ολόκληρος η μεραρχία με τα κλάματα στα μάτια, περικύκλωσε τη βοδάμαξα και αποχαιρετούσε τους ηθοποιούς.

-Στο καλό. Στο καλό. Εφώναζαν όλοι τους και πολλοί εφιλοδωρούσαν τα μικρά με ό, τι μπορούσε να βρεθεί εκεί πάνω στα βουνά.

-Να, πάρτε και αυτόν τον γάλο, είπε ένας επιλοχίας, σας τον χαρίζει ο κ. μέραρχος για τα Χριστούγεννα.

Και ο φρεσκοσφαγμένος διάνος ετοποθετήθη μεταξύ των άλλων αποσκευών του θιάσου.

Η βοδάμαξα μετ’ ολίγον αναχωρούσε συνοδευομένη και από δώδεκα στρατιώτας διά παν ενδεχόμενον, κατά σύστασιν του κ. Μεράρχου.

Απ’ όπου κι αν διήρχετο η περίεργος αυτή πομπή, προκαλούσε εκστατικά τα βλέμματα των χωρικών γιατί πρώτη φορά έβλεπαν γυναίκες χωρίς γιασμάκι.

Τέλος, μετά πολλά βάσανα και περιπετείας, έφθασαν όλοι τους σώοι την παραμονήν των Χριστουγέννων εις τον σταθμόν Οτουράκ όπου τους επερίμενεν ιδιαίτερον βαγόνι διά να τους μεταφέρη εις Κιουτάχειαν, όπου ήλπιζαν να εύρουν μαλακώτερον το κλίμα.

Ανήμερα των Χριστουγένων, πρωί πρωί, ο θίασος έφθασεν εις Κιουτάχειαν. Εκεί η πρώτη φροντίς όλων, αφού εγκατεστάθησαν εις ένα εγκαταλελειμμένον τουρκικό σπίτι, εστράφη περί το μαγείρεμα του γάλου, τον οποίον μπορεί κανείς να ειπή τον είχαν καταφάει με τα μάτια του καθ’ όλον το διάστημα του ταξιδίου των. Οπωσδήποτε, ο γάλος σώος και ακέραιος, καλοσιτεμένος μάλιστα, εστάλη με τις σχετικές πατάτες εις τον φούρνον διά το Χριστουγεννιάτικο γεύμα, την ώραν του οποίου όλοι τους, μικροί και μεγάλοι επερίμεναν με δικαιολογημένην ανυπομονησίαν, διότι από πολλού είχαν διακόψει πάσαν σχέσιν με την κρεωφαγίαν.

Ο Νικόλαος Ι. Λάσκαρης και το άρθρο στην εφημερίδα Εμπρός.

Περί τας δύο του απογεύματος, ο περίφημος γάλος εκομίζετο καλοψημένος και μυρωδάτος εις τους ανυπομονούντας ηθοποιούς από τον φροντιστήν του θιάσου. Εντωμεταξύ όμως ένας αγγελιοφόρος του κ. συντ/χου είχεν αναγγείλει εις τον πειναλέον θίασον ότι κατά τις δύο ακριβώς έπρεπε να δώση μίαν παράστασιν διά τους στρατιώτας.

-Μα, καλά, είπεν ο κ. Βεργόπουλος, πρέπει να φάμε κι εμείς.

-Δεν πειράζει… τρώτε αργότερα.

-Μα…

-Τι να σας κάνω… Έτσι διέταξεν ο κ. συντ/χης… Θάρθη σήμερα εις την παράστασιν και ο ίδιος με όλους τους αξιωματικούς.

-Πολύ καλά, θα παραστήσουμε… Ειδοποίησε τον συντ/χην ότι είμαστε έτοιμοι.

Μετά την αναχώρησιν του αγγελιοφόρου, ο θιασάρχης εκάλεσε τους ηθοποιούς εις σύσκεψιν.

-Πρέπει, τους είπε, να βρούμε μια κωμωδία που να έχη και γεύμα… πρέπει τον γάλο να τον φάμε επί σκηνής… δεν γίνεται αλλιώς, θα σκάσουμε από την πείνα.

Αφού μάτην ανεζήτησαν οι ηθοποιοί να εύρουν κωμωδίαν μετά γεύματος, απεφάσισαν, κατά πρότασιν του θιασάρχου να παίξουν τον «Μύλον της έριδος», ένα παλαιόν κωμειδύλλιον του υποφαινομένου. Εις το κωμειδύλλιον αυτό, δύο γέροντες των οποίων τα παιδιά αγαπιώνται, ευρίσκονται εις τα μαχαίρια δι’ ένα κάποιον μύλο του οποίου και οι δύο διαφιλονικούν την κυριότητα. Διά να συμβιβάσουν τους γέρους οι δύο ερωτευμένοι καταφεύγουν εις έναν επιτήδειον δικηγόρον όστις με ένα παιγνίδι που τους παίζει κατορθώνει πράγματι να τους συμβιβάσει, και όλα τελειώνουν κατ’ ευχήν.

 -Άι, είπεν ο θιασάρχης προς τον ηθοποιόν όστις θα υπεκρίνετο τον δικηγόρον, την στιγμήν που θα συμβιβάσης τα πράγματα, να ειπής πως από ευχαρίστησιν για το κατόρθωμά σου, φέρνεις κι ένα γάλο ψημένο τον φάνε όλοι εις υγείαν σου. Άκουσες; Για τα παρακάτω τα λέμε στο θέατρο.

Μετά μισή ώρα, ενώπιον του συντ/χου και των άλλων αξιωματικών και πλήθος στρατιωτών επαίζετο «Ο μύλος της έριδος».

Κατά τα συμφωνηθέντα, ο υποκρινόμενος τον δικηγόρον ηθοποιός, αφού εσυμβίβασε τους δύο γέρους, λέγει:

-Άι, σας έφερα κι ένα γάλον ψημένον, για να εορτάσωμεν την ευτυχίαν των παιδιών.

-Γάλον ψημένον; λέγει ο θιασάρχης όστις υπεκρίνετο ένα των γερόντων. Μωρέ, τι λες; Που ‘ναι τος;

-Νάτος. 

Και το ταψί με τον άλλον προσκομίζεται μεγαλοπρεπώς επί σκηνής.

-Άιντε λοιπόν, να το στρώσωμεν στο γλέντι… Φωνάξτε και τα μικρά να ‘ρθουνε… Άιντε μπρός, καθήστε όλοι. Μωρέ γάλος!… Μα είσαι σπουδαίος, κύριε δικηγόρε…

Και ο θίασος ολόκληρος στρώνεται στο τραπέζι επί σκηνής και αρχίζει να τραγουδά και να ζητωκραυγάζη.

-Ζήτω του δικηγόρου μας. Ζήτω.

-Ζήτω και του κυρίου συντ/χου.

-Ζήτω του.

Και αι ζητωκραυγαί από της σκηνής μετεδόθησαν εις το ακροατήριον, το οποίον έξαλλον από ενθουσιασμόν ήρχισε να ζητωκραυγάζη υπέρ του δικηγόρου και του κ. συντ/χου.

-Εβίβα κι άλλη μια.

-Εβίβα.

Και δος του τραγούδια, τα οποία επανελάμβανεν εν χορώ ολόκληρον το ακροατήριον.

Διά να μη τα πολυλογούμε, η σκηνή του γεύματος διήρκεσε μίαν ολόκληρον ώραν εν γενική ευθυμία, εκρίθη δε παρά πάντων ως η ωραιοτέρα αλλά και η φυσικωτέρα της κωμωδίας.

Εν τέλει οι ηθοποιοί εδέχθησαν τα θερμά συγχαρητήρια του κ. συντ/χου και των αξιωματικών διά το… φυσικόν των παίξιμο!…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Η Κιουτάχεια (αρχαία πόλη της Φρυγίας, το Κοτύαιον κατά τους βυζαντινούς χρόνους) εκτεινόταν στους πρόποδες του όρους Ατζέμ Ντάγ, όπου δέσποζε βυζαντινό φρούριο. Ήταν έδρα σαντζακίου, με πληθυσμό 000 κατοίκους, εκ των οποίων 5.000 ήταν Έλληνες και 2.000 Αρμένιοι. Οι εκεί τουρκόφωνοι Έλληνες κατοικούσαν σε συμπαγή συνοικισμό στο δυτικότερο και υψηλότερο σημείο της πόλης. Η συντεχνία των γουναράδων διατηρούσε παρθεναγωγείο. Η πόλη φημιζόταν για την εξαίρετη κεραμική τέχνη της, την οποία ασκούσαν με παραδοσιακό τρόπο οι Τούρκοι, παράγοντας μεγάλη ποικιλία πλακιδίων, χρηστικών και διακοσμητικών αγγείων. Τα προϊόντα τους εξάγονταν και στην Ευρώπη. Έλληνες κεραμείς είχαν κι αυτοί τα δικά τους κεραμουργεία. Ήταν μια πόλη όπου επί αιώνες συνυπήρχαν τρεις κοινότητες με διαφορετικό πολιτισμό και παραδόσεις. Ο πόλεμος έθεσε οριστικό τέλος στη μακραίωνη πολυπολιτισμική συνύπαρξη.

2.Γιάννης Γ. Μουρέλος, «Οι σχέσεις της Γαλλίας με την κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος», στο Επιστημονικό Συμπόσιο Όψεις του Μικρασιατικού Ζητήματος, Ιστορική θεώρηση και προεκτάσεις, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 51-55.

3.Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, «Από τον θρίαμβο των Σεβρών στην Καταστροφή: Τα πολιτικά αίτια της ήττας του 1922», στο 8ο Συμπόσιο «Λίγο πριν την 100/ετία: Πώς και γιατί οι Έλληνες υπέστησαν τη μεγαλύτερη Καταστροφή της Ιστορίας τους», 24-26 Νοεμβρίου 2017, Κέντρο Σπουδής και Ανάδειξης Μικρασιατικού Πολιτισμού, Νέα Ιωνία 2018, σ. 165-175.

 

Εισαγωγή – Επιμέλεια κειμένου: Γεωργία Μπακάλη

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Παρασκευή Ευσταθιάδου

Tο υπερωκεάνιο S/S Normandie και ο διάπλους του Ατλαντικού στη δεκαετία του ’30

Tο υπερωκεάνιο S/S Normandie και ο διάπλους του Ατλαντικού στη δεκαετία του ’30

 

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930, το υπερωκεάνιο S/S Normandie των Γαλλικών Ακτοπλοϊκών Γραμμών ήταν το μεγαλύτερο πλοίο στον κόσμο. Από κοινού με τα ομόλογά του, τα βρετανικά RMS Majestic και RMS Queen Mary και το γερμανικό S/S Bremen αποτελούσαν ουσιαστικά τον ομφάλιο λώρο ανάμεσα στη Γηραιά Ήπειρο και τον Νέο Κόσμο, καθώς οι εναέριες μετακινήσεις με αερόπλοια (Zeppelin) την ίδια εποχή πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό, εξυπηρετούσαν αναλογικά πολύ μικρότερο αριθμό ταξιδιωτών και απευθύνονταν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Το S/S Normandie υπήρξε το πρώτο πλοίο γραμμής, το μήκος του οποίου ξεπέρασε τα 1.000 πόδια/305 μέτρα (1029 πόδια/313,6 μέτρα) και το εκτόπισμα τους 60.000 τόνους (79.280 – αργότερα ανήλθε στους 83.423). Το πλάτος του έφτανε τα 35,9 μέτρα, το ύψος του τα 56 μέτρα και είχε βύθισμα 17,6 μέτρων. Διέθετε 12 καταστρώματα και μπορούσε να φιλοξενήσει 1.972 ταξιδιώτες (848 στην Α΄ θέση, 670 στην τουριστική και 454 στη Γ΄θέση). Διέθετε πλήρωμα 1.345 ατόμων. Οι τέσσερις ηλεκτρικές τουρμπίνες συνολικής ιπποδύναμης 160.000 ίππων, του επέτρεπε να αναπτύσσει ταχύτητα 29 κόμβων (ωστόσο, η μέγιστη ταχύτητα, την οποία κατέγραψε στην ιστορία του έφτασε τους 32,2 κόμβους). Σε πέντε περιπτώσεις (δυο φορές με προορισμό τη Νέα Υόρκη και τρεις με προορισμό τη Χάβρη) έσπασε το ρεκόρ χρόνου ως προς τον διάπλου του Ατλαντικού. Μνημειώδης υπήρξε στον τομέα αυτό ο ανταγωνισμός του με το RMS Queen Mary.

Το S/S Normandie ναυπηγήθηκε στο λιμάνι Saint-Nazaire της Βρετάνης. Καθελκύστηκε το 1932 και το παρθενικό ταξίδι (Χάβρη – Νέα Υόρκη) πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29 Μαΐου και 3 Ιουνίου 1935. Η σταδιοδρομία του υπερωκεανίου ως επιβατικού πλοίου υπήρξε σύντομης, σχετικά, διάρκειας. Ολοκληρώνοντας τον 139 διάπλου του Ατλαντικού, κατέπλευσε στη Νέα Υόρκη στις 28 Αυγούστου 1939, λίγες, μόνο, ημέρες προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Παραμένοντας αγκυροβολημένο στην αποβάθρα αρ. 88 των Γαλλικών Ακτοπλοϊκών Γραμμών επί δέκα μήνες, κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές τον Ιούνιο του 1940, την επομένη της συνθηκολόγησης της Γαλλίας. Τον Δεκέμβριο του 1941, μια, μόλις, εβδομάδα έπειτα από την ιαπωνική αεροπορική επιδρομή κατά του Pearl Harbor και την παρέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο, το S/S Normandie υπάχθηκε στη δικαιοδοσία της Αμερικανικής Ναυτικής Επιτροπής (U.S. Maritime Commission), η οποία αποφάσισε να το μεταποιήσει σε μεταγωγικό για τη μεταφορά στρατευμάτων, μετονομάζοντάς το σε USS Lafayette (από το όνομα του Γάλλου στρατηγού, ο οποίος συνέδραμε στον πόλεμο ανεξαρτησίας των ΗΠΑ). Στις 9 Φεβρουαρίου 1942, και ενώ οι εργασίες μεταποίησης βρίσκονταν στην τελική τους φάση, ξέσπασε πυρκαγιά πάνω στο πλοίο. Η φωτιά επεκτάθηκε ταχύτατα. Πολύ γρήγορα, το S/S Normandie – USS Lafayette πήρε κλίση. Σε αυτό συνέβαλε και μια σειρά από λανθασμένους χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος και των πυροσβεστών. Ανελκύστηκε τον Σεπτέμβριο του 1943. Το κουφάρι του πλοίου μεταφέρθηκε στο γειτονικό Brooklyn Navy Yard. Σχέδια μεταποίησής του σε αεροπλανοφόρο εγκαταλείφθηκαν γρήγορα εξαιτίας του υψηλού κόστους. Παρέμεινε στο Brooklyn έως το πέρας του πολέμου. Τεμαχίστηκε μεταξύ των ετών 1946 και 1947. Έτσι, τερματίστηκε άδοξα η ιστορία ενός υπερωκεανίου, το οποίο υπήρξε κάποτε το μεγαλύτερο και ταχύτερο πλοίο στον κόσμο.

Ναυπήγηση και καθέλκυση

 

Η κατασκευή του σκελετού του πλοίου.

Η καθέλκυση στα Chantiers et Ateliers de Saint-Nazaire.

Διαφημιστική αφίσα για την καθέλκυση.

Η πρόοδος των έργων ναυπήγησης.

5 Μαΐου 1935. Το S/S Normandie αναχωρεί από τα ναυπηγεία του Saint-Nazaire με προορισμό τη βάση του, το λιμάνι της Χάβρης.

Το παρθενικό ταξίδι (29 Μαΐου – 3 Ιουνίου 1935)

 

Ο απόπλους από τη Χάβρη.

Καρτ-ποστάλ τυπωμένη ειδικά για χρήση από τους επιβάτες του παρθενικού διάπλου του Ατλαντικού.

Διαφημιστικές αφίσες του 1935.

Νέα Υόρκη 3 Ιουνίου 1935. Το S/S Normandie πλησιάζει στην αποβάθρα αρ. 88 του North River.

Διαφημιστικό φυλλάδιο.

Οι εσωτερικοί χώροι. Χλιδή και λειτουργικότητα

 

Travel aboard the S.S Normandie, from Paris to New York City, 1939.

 

Τομή του πλοίου.

Όψεις των εσωτερικών χώρων.

Τραπεζαρία Α΄ θέσης.

Σαλόνι Α΄ θέσης.
Το κινηματοθέατρo
Το κολυμβητήριο της Α΄θέσης.

Σουίτα πολυτελείας “Rouen”.

Το μηχανοστάσιο (φωτογραφίες επάνω και κάτω).

 

 

Διακόσμηση από τον Jean Dupas. Αφαιρέθηκε από το πλοίο και εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Διασημότητες και καθημερινότητα πάνω στο υπερωκεάνιο

 

Η πρώτη κυρία της Γαλλίας, σύζυγος του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Albert Lebrun, απευθύνει χαιρετισμό μέσω του NBC πάνω από το πλοίο, αμέσως έπειτα από το πέρας του παρθενικού ταξιδιού του τελευταίου.

Ο Cary Grant και η Marlene Dietrich σε κάποιο από τα ταξίδια.

Ο Γάλλος ηθοποιός Charles Boyer και η σύζυγός του πάνω στο κατάστρωμα.

Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Fiorello La Guardia (δεξιά) μπροστά από το υπερωκεάνιο.

Φωτογραφίες επάνω και κάτω: Στις 22 Ιουνίου 1936, στο πλαίσιο ασκήσεων, ένα αεροπλάνο τύπου Blackburn B-5 Baffin της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας συνετρίβη στο κατάστρωμα του πλοίου. O πιλότος Guy Horsey δικάστηκε και καταδικάστηκε από το αεροδικείο. Τα συντρίμμια του αεροσκάφους παρέμειναν για αρκετές μέρες πάνω στο S/S Normandie.

Ο παροπλισμός και το άδοξο τέλος

 

Τα τρία υπερωκεάνια (από αριστερά προς δεξιά) S/S Normandie, RMS Queen Mary και RMS Queen Elisabeth παροπλισμένα στις αποβάθρες αρ. 88 και 90 του Δυτικού Μανχάτταν.

 

Διαφήμιση λιπαντικών, με αφορμή τη συγκυριακή γειτνίαση των τριών μεγαλυτέρων υπερωκεανίων της εποχής.
Η καταστροφική πυρκαγιά της 9ης Φεβρουαρίου 1942.

Οι άκαρπες προσπάθειες κατάσβεσης της φωτιάς.
Η κλίση του πλοίου.

Το ναυάγιο του S/S Normandie στην αποβάθρα αρ. 88 της Νέας Υόρκης.

 

Speed Machines Great Oceans Liners (Engineering Documentary)

Η διάδοχος κατάσταση: S/S France

 

 

S/S FRANCE (NORWAY): La Dernière Reine Française | The Last French Queen (1962)

 

Louis de Funès : Le Gendarme à New York (1965)

Η μεταπολεμική ελληνική εκδοχή

 

S/S Queen Frederica

Το «Βασίλισσα Φρειδερίκη» (επάνω) άρχισε να ταξιδεύει με ελληνική σημαία το 1955, οπότε μετονομάσθηκε από Αtlantic σε Βασίλισσα Φρειδερίκη. Το πρώτο ταξίδι Πειραιάς-Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1955. Ήταν λαμπρό και διάσημο πλοίο. Υπέστη γενναία μετασκευή και από το 1961 εθεωρείτο «πλωτό ανάκτορο». Το 1965 η εταιρεία Εθνική Γραμμή Βορείου Αμερικής πέρασε στον όμιλο Χανδρή και παρέμεινε με το ίδιο όνομα στη γραμμή της Αμερικής, με κάποια ταξίδια και προς την Αυστραλία. Παροπλίσθηκε το 1971, επανέκαμψε για κρουαζιέρες το 1973 και διαλύθηκε το 1977 στην Ελευσίνα.

Η εταιρεία Γουλανδρή Greek Line από τις 19/4/1939 απόκτησε το αγγλικό επιβατηγό Tuscania και το μετονόμασε σε Νέα Ελλάς (ναυπηγήσεως 1922). Το πλοίο είχε δυνατότητα φιλοξενίας για 179 επιβάτες Α΄ θέσης, 404 Β΄ θέσης και 1399 τουριστικής θέσης. Η λειτουργία διακόπηκε εξαιτίας του πολέμου, οπότε το Νέα Ελλάς μετατράπηκε σε βρετανικό αγγλικό οπλιταγωγό. Επέζησε του πολέμου και παραδόθηκε εκ νέου στην εταιρεία τον Ιούνιο του 1947.

 

Nea Hellas: A Piece of Greek American History

 

Το S/S Νέα Ελλάς, έπειτα από το πέρας του πολέμου.

Αργότερα, η ίδια εταιρεία καθέλκυσε στη Γλασκόβη το Ολυμπία (ταχύτητας 22 κόμβων με 138 καμπίνες Α΄ θέσης και 1.169 τουριστικής) το παρθενικό ταξίδι του οποίου έλαβε χώρα στις 20/10/1953. Το 1964 η εταιρεία παρέλαβε το πλοίο Empress of Britain και το μετονόμασε σε Βασίλισσα Άννα-Μαρία (21 κόμβων) που λειτούργησε στην γραμμή της Νέας Υόρκης.

Tss Olympia και Tss Queen Anna Maria.

Ocean Voyage: TSS Olympia – Greek Line – 1955

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Θωμάς Δημόπουλος

 

Καλοκαιρινή ανάπαυλα: Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

Καλοκαιρινή ανάπαυλα

Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

 

Ο χώρος εμπνέει τη μελωδία και η μελωδία παραπέμπει στον χώρο. Με την πάροδο του χρόνου η όσμωση είναι πλήρης. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει το φετινό καλοκαιρινό αφιέρωμα, με την επιλογή εννέα μεγαλουπόλεων και τη σύνδεσή τους με πασίγνωστες μελωδίες, αφιερωμένες σε αυτές. Μαζί με τις ευχές για υγεία και ευτυχία, το επιτελείο της Clio Turbata σας προσκαλεί να απολαύσετε την οπτικοακουστική πανδαισία που ακολουθεί και να ταξιδέψετε με συνοδό όχι τα πράσινα πιστοποιητικά, τα εμβόλια και τις μεταλλάξεις, αλλά τη διεθνή γλώσσα της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας και της αξιοπρέπειας, που ονομάζεται Μουσική. Στις μέρες μας, όπου η απαξίωση των πάντων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, ας μη υποτιμάμε τις σταθερές ανθρώπινες αρχές και αξίες που μας αποκαλύπτει και προσφέρει απλόχερα η γνώση του παρελθόντος. Μια γνώση, η οποία μας διδάσκει πως μια κοινωνία, δομημένη επάνω στην έννοια του κέρδους δίχως φραγμούς και δίχως ηθική σαν τη σημερινή, είναι μια κοινωνία με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Σας το υπενθυμίζουμε έχοντας επιλέξει έναν δροσερό κι ευχάριστο τρόπο, που θέλουμε να πιστεύουμε πως θα προσδώσει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και μια ανάσα οξυγόνου στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των τελευταίων μηνών. Και ας μη ξεχνάμε: ο χρόνος δεν είναι στάσιμος, πολύ συχνά δε οι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Με πιο απλά λόγια, ο καιρός έχει γυρίσματα!

Σας ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλετε πάνω από πέντε χρόνια τώρα και σας υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με το κεφάλι ψηλά για πολύ καιρό ακόμα την περιήγησή μας μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε σφαιρικότερα το παρελθόν, γεγονός που θα μας επιτρέψει με τη σειρά του να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν και, γιατί όχι, να ριψοκινδυνεύσουμε κάποια πρόγνωση για το μέλλον.

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μαζί με την ακράδαντη πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε τελικά να τους κληροδοτήσουμε μια κοινωνία, μέσα στην οποία θα δικαιούνται να ζήσουν και να προκόψουν ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αθήνα

 

Μάνος Χατζιδάκις – Νανά Μούσχουρη – Αθήνα

 

 

 

 

Ρώμη

Renato Rascel – Arrivederci Roma

 

 

 

Βενετία

 

Stelvio Cipriani – Anonimo Veneziano

 

Charles Aznavour – Com’è Triste Venezia

 

 

 

 

Άμστερνταμ

 

Scott Walker – In the port of Amsterdam

 

 

 

Βρυξέλλες

 

Jacques  Βrel – Bruxelles

 

 

 

Παρίσι

 

Hubert Giraud – Sous le Ciel De Paris

 

Joe Dassin – Champs Élysées

 

 

 

Λονδίνο

 

George Gershwin – A Foggy Day In London Town

 

 

Ρίο ντε Τζανέιρο

Antônio Carlos Jobim – Garota de Ipanema

Barry Manilow – Copacabana

 

 

 

Νέα Υόρκη

 

Billy Joel – Barbra Streisand – New York State of Mind

 

Frank Sinatra – New York, New York

 

 

 

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

4 Ιουλίου 1776: Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

 

Με αφορμή την διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (4η Ιουλίου 1776), το σημερινό αφιέρωμα της Clio Turbata  αναφέρεται στους πρώτους Προέδρους των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα πρόσωπα, τα οποία αναδείχθηκαν στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα, ενέπνευσαν το ευρύ κοινό της εποχής τους και όχι μόνο, χάρη στην προσωπικότητά τους, την ιστορική τους συνεισφορά αλλά και τη δραματική, συχνά, δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως σήμερα καταγράφονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 59 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες, ντοκυμαντέρ και μίνι-σειρές όπου, από το 1909 έως το 2015 γίνεται αναφορά, εκτενώς ή μερικώς, στον George Washington. O Thomas Jefferson διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε 24 αντίστοιχες, ο Abraham Lincoln σε 10  καθώς και σε πληθώρα ιστορικών ντοκυμαντέρ. Ανάλογης δημοτικότητας απολαμβάνουν στον 20ό αιώνα οι Franklin D. Roosevelt και John Fitzgerald Kennedy. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική. Κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, πρακτικά αδύνατο. Η επιλογή έγινε με κριτήρια την ποιότητα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, την αποδοχή του εκάστοτε έργου από το κοινό, την πειστική ερμηνεία αλλά και τη φυσιογνωμική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με το πρόσωπο, το οποίο υποδύονται, τέλος, την οπτική ποιότητα των στιγμιοτύπων που παρατίθενται δειγματοληπτικά.

 

Α.  George Washington (1732-1799) [Προεδρική θητεία 1789-1797]

La Fayette (1961)

Πρόκειται για μια γαλλο-ιταλική παραγωγή του 1961 σε σκηνοθεσία του Jean Dréville, με θέμα την τρικυμιώδη βιογραφία του Gilbert du Motier, Μαρκησίου de La Fayette (1757-1834), ειδικότερα δε τη συνεισφορά του στον Αμερικανικό Αγώνα Ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων παίζουν οι ηθοποιοί Michel Le Royet (La Fayette), Orson Welles (Benjamin Franklin), Pascale Audret (Adrienne de La Fayette) και Jack Hawkins (στρατηγός Cornwallis). Τον George Washington υποδύεται ο Howard St. John.

Howard St. John ως George Washington (αριστερά) και Michel Le Royet, ως Μαρκήσιος de La Fayette.

The Crossing (2000)

Καλογυρισμένη κινηματογραφική παραγωγή προορισμένη για την τηλεόραση, σε σκηνοθεσία του Robert Harmon. Πραγματεύεται ένα γνωστό επεισόδιο του Πολέμου Ανεξαρτησίας: τη διάβαση του ποταμού Delaware από τον ονομαζόμενο “Ηπειρωτικό Στρατό” (Continental Army) τον Δεκέμβριο 1776 και τη συνακόλουθη νικηφόρο μάχη του Trenton εις βάρος της φρουράς  από την Έσση, η οποία είχε διαβεί τον Ατλαντικό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της όλης επιχείρησης οφείλονται εξ ολοκλήρου στον George Washington, ο οποίος εκτελούσε τότε καθήκοντα διοικητή του Ηπειρωτικού Στρατού σε μια οριακή καμπή για το μέλλον της εξέγερσης. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί στον πειστικότατο Jeff Daniels.

O Jeff Daniels στο ρόλο του George Washington.

Η εμφάνιση του George Washington είναι συχνή στην θεαματική τηλεοπτική σειρά του 2008 με τίτλο John Adams (βλ. παρακάτω). Τον πρώτο κατά σειρά Πρόεδρο των ΗΠΑ υποδύεται ο ηθοποιός David Morse. Ακολουθεί το στιγμιότυπο της ορκωμοσίας στις 30 Απριλίου 1789, στο Federal Hall της Νέας Υόρκης.

Ο David Morse ως George Washington στην τηλεοπτική σειρά John Adams.

 

B. John Adams (1735-1826) [Προεδρική θητεία 1797-1801]

John Adams (2008)

Τηλεοπτική σειρά επτά επεισοδίων, συνολικής διάρκειας 501 λεπτών. Πραγματεύεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ζωής του Αντιπροέδρου και, αργότερα, διαδόχου του George Washington στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ, John Adams. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξιστόρηση των πενήντα πρώτων ετών ζωής της νεότευκτης δημοκρατίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του David McCullough και η σκηνοθεσία ανήκει στον Tom Hooper. Πρωταγωνιστούν οι: Paul Giamatti (John Adams), Laura Linney (Abigail Adams), Stephen Dillane (Thomas Jefferson), David Morse (George Washington) και Tom Wilkinson (Benjamin Franklin). Γυρίστηκε στο Williamsburg και στο Richmond της Πολιτείας Virginia καθώς και στην Ουγγαρία. Το στιγμιότυπο που ακολουθεί αναφέρεται στον ιστορικής σημασίας λόγο του Adams περί ανάγκης κήρυξης της ανεξαρτησίας και εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης στηριζόμενου σε νόμους.

Ο Paul Giamatti υποδύεται τον John Adams.

 

Γ. Thomas Jefferson (1743-1826) [Προεδρική θητεία 1801-1809]

Jefferson in Paris (1995)

Το κινηματογραφικό έργο Jefferson in Paris είναι μια γαλλο-αμερικανική παραγωγή του 1995 του γνωστού σκηνοθέτη James Ivory (A Room with a View, Howards End, The Remains of the Day κλπ.). Πρόκειται για μια αρκετά υποκειμενική εκδοχή της πενταετούς διαμονής του Thomas Jefferson στο Παρίσι (1784-1789) ως Πληρεξουσίου Υπουργού του Κογκρέσου της Συνομοσπονδίας. Πέραν από την αξιοσημείωτη διπλωματική δραστηριότητα, ο έχοντας μόλις απωλέσει τη σύζυγό του Jefferson, συνδέθηκε στο Παρίσι με δυο γυναίκες: την Αγγλίδα μουσικό Maria Cosway και την μιγάδα οικιακή βοηθό, μέλος της συνοδείας του, Sally Hemings. Στη διάρκεια της διαμονής του συναντήθηκε πολλάκις με τον Lafayette (λέγεται, μάλιστα, πως συνέβαλε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη) και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Βαστίλλης. Επέστρεψε στην πατρίδα του δυο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1789, καθώς ο George Washington τον αναβάθμισε σε υπουργό Εξωτερικών. Αν και απεχθανόμενος τις πρακτικές της τρομοκρατίας, ο Jefferson παρέμεινε μέχρι τέλους προσηλωμένος στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον John Adams ανεβαίνοντας, κατόπιν, στο ανώτατο αξίωμα. Αν και όλα τα γεγονότα, τα οποία θίγονται στην ταινία είναι ιστορικά αποδεδειγμένα, η έμφαση δίνεται, προφανώς για εμπορικούς λόγους, στη συναισθηματική παράμετρο. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις Βερσαλλίες, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων ηθοποιών προέρχεται από το δυναμικό της Comédie Française. Τον ρόλο του Jefferson επωμίζεται ο Nick Nolte. To επιλεγέν στιγμιότυπο αναφέρεται στην επίδοση των διαπιστευτηρίων στον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ (Michel Lonsdale).

Ο Nick Nolte ως Thomas Jefferson.

Όμως, εκτενής μνεία στο πρόσωπο και στην εν γένει δραστηριότητα του Thomas Jefferson γίνονται και στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά John Adams. Τον ρόλο υποδύεται ο ηθοποιός Stephen Dillaine.

Stephen Dillaine.

 

Δ. Andrew Jackson (1767-1845) [Προεδρική θητεία 1829-1837]

The President’s Lady (1953)

To 1788, ο μετέπειτα έβδομος κατά σειρά Πρόεδρος των ΗΠΑ Andrew Jackson ερωτεύτηκε τη νεαρής ηλικίας – πλην όμως ήδη παντρεμένη – Rachel Donelson Robards. Η τελευταία είχε εμπλακεί σε έναν ατυχή γάμο και, ως εκ τούτου, ανταποκρίθηκε στα αισθήματα, τα οποία εξέφρασε ο Jackson. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε από τον σύζυγό της και παντρεύτηκε τον Jackson. Ωστόσο, κατέστη δίγαμη, καθώς ο δεύτερος γάμος έλαβε χώρα προτού ολοκληρωθεί η  διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. To 1794, αφότου το διαζύγιο επισημοποιήθηκε, το ζευγάρι ξαναπαντρεύτηκε. Σε αυτό το επεισόδιο της ιδιωτικής ζωής αλλά και γενικότερα στη σταδιοδρομία του Andrew Jackson αναφέρεται η ταινία  The President’s Lady. Στηρίζεται στη νουβέλα του Irving Stone. Σκηνοθέτης είναι ο Henry Levin και τους δυο πρωταγωνιστές υποδύονται ο Charlton Heston και η Susan Hayward.

              

 

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1953.

The Buccaneer (1958) 

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Charlton Heston υποδύθηκε εκ νέου τον Andrew Jackson, τη φορά αυτή, όμως, όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία The Buccaneer αποτελεί το πρώτο και συνάμα τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του δημοφιλούς ηθοποιού Anthony Quinn. Αρχικά, η θέση του σκηνοθέτη προοριζόταν για τον Cecil B. DeMille, που φιλοδοξούσε να γυρίσει μια επανέκδοση του έργου, το οποίο ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει το 1938 με τον ίδιο τίτλο. Η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να αναθέσει, είκοσι χρόνια αργότερα, τη σκηνοθεσία στον τότε γαμπρό του Anthony Quinn. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1812 και πραγματεύεται τη μάχη της Νέας Ορλεάνης, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι Αμερικανοί και Βρετανοί. Πρωταγωνιστής είναι ο πειρατής Jean Lafitte (Yul Brynner), ο οποίος επιχειρεί στον κόλπο του Μεξικού για δικό του όφελος, συντάσσεται, ωστόσο, την ύστατη στιγμή στο πλευρό του στρατηγού Jackson, κάνοντας τη διαφορά. Σήμερα, υπάρχει πόλη στη Λουιζιάνα, η οποία φέρει το όνομα του πειρατή, ως φόρο τιμής στη συνδρομή του τελευταίου στον αγώνα κατά των Βρετανών.

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1958. Δεξιά ο Yul Brynner στο ρόλο του πειρατή Jean Lafitte.

To 2015 ανακοινώθηκε πως στον προγραμματισμό του αμερικανικού τηλεοπτικό καναλιού HBO συμπεριλαμβανόταν η παραγωγή μιας σειράς, συνολικής διάρκειας 6 ωρών, με τίτλο American Lion. Πρόκειται για διασκευή της βιογραφίας του Andrew Jackson, από τον ιστορικό Jon Meacham, ειδικό στις βιογραφίες των Προέδρων των ΗΠΑ, όπως του Thomas Jefferson και του προσφάτως θανόντα George Herbert Walker Bush. Η γνωστότερη, ωστόσο, πραγματεία του Meacham, η οποία και βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer, φέρει ως τίτλο: American Lion: Andrew Jackson in the White House (2008). Έχει διεκπεραιωθεί με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Αγέρωχος πολεμιστής, υπέρμαχος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, δημοφιλής στο ευρύ κοινό, ο Jackson άφησε πίσω του μια αντιφατική κληρονομιά, ειδικότερα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ήταν η μεταχείριση των Ινδιάνων (πρόκειται για τον αρχιτέκτονα της εκδίωξης των τελευταίων από τις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι) αλλά και εκείνη των σκλάβων, όπου επέδειξε υπέρμετρη αυστηρότητα. Η προσαρμογή της μελέτης του Meacham ανατέθηκε στους Doug Miro και Carlo Bernard και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον ηθοποιό Sean Penn. Μέχρι στιγμής, η τύχη της σειράς αγνοείται…

 

Sean Penn και Andrew Jackson

 

Ε. Abraham Lincoln (1809-1865) [Προεδρική θητεία 1861-1865]

Abraham Lincoln (1930)

Κινηματογραφική ταινία του D.W. Griffith με τον ηθοποιό Walter Huston στον ομώνυμο ρόλο. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, το ενδιαφέρον εστιάζει στη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ με αποκορύφωμα τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, την παράδοση του στρατηγού των Νοτίων Robert E. Lee και τη δολοφονία της 14ης Απριλίου 1865 στο Ford’s Theatre της Ουάσιγκτον. Η φυσιογνωμική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με το πρόσωπο που υποδύεται είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον για την εποχή, κατά την οποία γυρίστηκε η ταινία, όταν οι δυνατότητες του μακιγιάζ ήταν συγκριτικά περιορισμένες. Σημειωτέον πως η ταινία κυκλοφορεί επίσης στο εμπόριο και στο Διαδίκτυο, έχοντας προηγουμένως υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Walter Huston.

Young Mr. Lincoln (1939)

O σε νεανική ηλικία Abraham Lincoln μεταφέρεται στην οθόνη από τον εξίσου ευρισκόμενο σε νεανική ηλικία Henry Fonda, σε μια ταινία σκηνοθετημένη από τον John Ford. Σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη, ο πρωταγωνιστής περιγράφει το δέος, που αισθάνθηκε αρχικά έναντι του ρόλου αλλά και του διάσημου σκηνοθέτη, καθώς και την απομυθοποίηση, στην οποία προέβη χάρη στις παροτρύνσεις του ιδίου του Ford και που κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ολοκλήρωση του γυρίσματος.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το σενάριο εστιάζει στα πρώτα βήματα του Lincoln στο χώρο της δικηγορίας, πολύ προτού αναδειχθεί στο προεδρικό αξίωμα. Το 2003, το Young Mr. Lincoln χαρακτηρίστηκε από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και από τον Εθνικό Φορέα Καταχώρισης Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) ως μείζονος σημασίας, εξαιτίας του ιστορικού περιεχομένου και της υψηλής αισθητικής που το διατρέχουν. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ειδική κρατική μέριμνα για τη συντήρηση και περαιτέρω δημοσιοποίηση της ταινίας.

 

Ο Henry Fonda ως νεαρός Lincoln.

Lincoln (2012)

O Lincoln του Steven Spielberg (παραγωγή και σκηνοθεσία), αποτελεί, ίσως, ό,τι πιο πλήρες έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει η Έβδομη Τέχνη σχετικά με τη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ. Εστιάζει στους τέσσερις μήνες, που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, ειδικότερα δε στο ζήτημα της 13ης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (Thirteenth Amendment to the United States Constitution), που αφορούσε την κατάργηση της δουλείας. Η Τροπολογία ψηφίστηκε πανηγυρικά από τη Γερουσία στις 8 Απριλίου 1864 (38 ψήφοι έναντι 6), όχι όμως και από το Κογκρέσο, όπου στις 15 Ιουνίου δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δυο τρίτα της ολομέλειας (93 θετικές ψήφοι έναντι 65 αρνητικών). Μάλιστα, απρόβλεπτοι συσχετισμοί έλαβαν χώρα, καθώς υπήρξαν άτομα, προερχόμενα από τους Δημοκρατικούς, τα οποία την καταψήφισαν, ενώ μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τοποθετήθηκαν υπέρ! Έχοντας αναγάγει το όλο θέμα ως υψίστης προτεραιότητας, ιδιαίτερα έπειτα από την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα το 1864, ο Lincoln επανεισήγαγε την Τροπολογία προς ψήφιση, στις αρχές του 1865. Έπειτα από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 31ης Ιανουαρίου συγκέντρωσε οριακά την απαιτούμενη πλειοψηφία (119 έναντι 56). Το σενάριο του Tony Kushner στηρίζεται στη βιογραφία της Doris Kerns Goodwin: Team of Rivals: The Political Genius of Abraham Lincoln (2005). Το προσκήνιο καταλαμβάνει επάξια ο ηθοποιός Daniel Day-Lewis (βραβείο Όσκαρ  Α΄ ανδρικού ρόλου το 2013 για τη συγκεκριμένη ερμηνεία), έχοντας στο πλευρό του τη Sally Field στο ρόλο της Mary Ann Todd Lincoln.

 

Daniel Day-Lewis.

Killing Lincoln (2013)

To 2011 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μια πραγματεία των Bill O’ Reilly και Martin Dugard με τίτλο: Killing Lincoln: The Shocking Assassination That Changed America Forever.

Τον Ιανουάριο του επομένου έτους ανακοινώθηκε πως ο πρώτος εκ των συγγραφέων επρόκειτο να αναλάβει την παραγωγή ενός δίωρου ντοκυμαντέρ για λογαριασμό του National Geographic Channel. Γρήγορα το όλο σχέδιο προσέλαβε διαστάσεις δραματοποιημένου έργου με χρήση ηθοποιών και με την προσθήκη στην ομάδα των παραγωγών των, έμπειρων στο είδος, αδελφών Tony και Ridley Scott. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο στο Richmond, της Πολιτείας Virginia. Για το ρόλο του Abraham Lincoln επελέγη ο Bill Campbell, εκείνον του δολοφόνου John Wilkes Booth ο Jesse Johnson, ενώ την αφήγηση και τον ιστορικό σχολιασμό ανέλαβε ο Tom Hanks. Η τηλεοπτική αυτή ταινία, κάτι ανάμεσα σε ιστορικό ντοκυμαντέρ και κινηματογραφικό έργο (εύστοχα χρησιμοποιήθηκε για την περίσταση ο όρος political docudrama), αφηγείται το παρασκήνιο, το οποίο περιέβαλε τόσο την προεδρική θητεία του Lincoln όσο, κυρίως, τη δολοφονία του τελευταίου στις 14 Απριλίου 1865.

O Bill Campbell στο ρόλο του Abraham Lincoln.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Η Παρισινή Κομμούνα μέσα από τον φωτογραφικό φακό του Auguste Bruno Braquehais

150 χρόνια από τότε

 Η Παρισινή Κομμούνα μέσα από τον φωτογραφικό φακό του Auguste Bruno Braquehais

O Γαλλο-Πρωσικός Πόλεμος των ετών 1870-1871, υπήρξε το επιστέγασμα μιας διαρκώς κλιμακούμενης έντασης στις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1860. Η Γαλλία, υπό τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄, παρατηρούσε με ανησυχία την ανερχόμενη ισχύ της Πρωσίας, επιχειρώντας να την ανακόψει ευκαιρίας δοθείσης. Η Πρωσία από τη δική της πλευρά (ειδικότερα ο καγκελάριος Otto von Bismarck)  διέβλεπε μια ενδεχόμενη εμπόλεμη αντιπαράθεση σε βάρος της Γαλλίας ως μοχλό με απώτερο στόχο την ενοποίηση των Γερμανικών κρατιδίων σε μια αυτοκρατορία υπό την αιγίδα της Πρωσίας. Τον πόλεμο κήρυξε στις 19 Ιουλίου 1870 η Γαλλία, έπειτα από παραπλανητική κίνηση του Bismarck (πρόκειται για το περίφημο τηλεγράφημα του Ems, το οποίο παραποιούσε προκλητικά την πραγματικότητα, εξοθώντας, ουσιαστικά, τον Γάλλο αυτοκράτορα στα άκρα). Τα γαλλικά στρατεύματα, παρόλη την επικράτησή τους στην πρώτη, κατά σειρά, σύγκρουση, εκείνη του Saarbrücken, αποδείχθηκαν κατώτερα των περιστάσεων. Η πανωλεθρία, την οποία υπέστησαν στη μάχη του Sedan (1-2 Σεπτεμβρίου 1870), οδήγησε στην αιχμαλωσία του Ναπολέοντα Γ΄. Δυο μέρες αργότερα, καταλύθηκε το αυτοκρατορικό καθεστώς με την εγκαθίδρυση της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας (κατέρρευσε κάτω από αντίστοιχες περιστάσεις, όταν, το 1940, τα ναζιστικά στρατεύματα κατέλαβαν το σύνολο σχεδόν της γαλλικής επικράτειας).

Η επικράτηση στη μάχη του Sedan άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για το Παρίσι. Μέχρι τις 19 Σεπτεμβρίου, τα πρωσικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την πόλη. Επρόκειτο για την απαρχή μιας τετράμηνης οδυνηρής πολιορκίας. Αποκομμένοι από την ύπαιθρο, οι κάτοικοι της πόλης κατάφεραν να επιβιώσουν τρώγοντας σκύλους, γάτες και τα περισσότερα από τα ζώα του ζωολογικού κήπου. Τα δέντρα κόπηκαν και χρησίμευσαν ως καύσιμη ύλη μέσα στον βαρύ χειμώνα.  Στις 5 Ιανουαρίου 1871, ξεκίνησε ο βομβαρδισμός από το πρωσικό πυροβολικό, ο οποίος διήρκεσε μέχρι το τέλος του μήνα. Καταμετρήθηκαν 12.000 οβίδες και 400 νεκροί μεταξύ των αμάχων. Στις 28 Ιανουαρίου, το Παρίσι παραδόθηκε. Αυτό υπήρξε και το τέλος του πολέμου. Δέκα ημέρες νωρίτερα, στις 18 Ιανουαρίου, ο βασιλέας της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της ενοποιημένης Γερμανίας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε έναν χώρο γεμάτο συμβολισμό: την αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών. Επρόκειτο για την έσχατη ταπείνωση σε βάρος του γαλλικού λαού.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1871 διεξήχθησαν εσπευσμένα βουλευτικές εκλογές, με σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη επικύρωση της εκεχειρίας με τους Γερμανούς. Η παρισινή αριστερά, δοκιμασμένη από τις συνέπειες της πρόσφατης πολιορκίας της πρωτεύουσας, δεν κατάφερε να οργανώσει μια αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω υπήρξε μια συντριπτική υπεροχή των φιλομοναρχικών και των βοναπαρτιστών στις τάξεις του νεοεκλεγέντος Κοινοβουλίου καθώς και μια εύλογη δυσφορία μεταξύ των κατοίκων της πρωτεύουσας, που θεώρησαν το εκλογικό αποτέλεσμα ως χαλκευμένο. Στις 17 Μαρτίου, η κυβέρνηση του Adolphe Thiers, θέλοντας να εξουδετερώσει κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης, ανέθεσε στον στρατηγό Lecomte, συνοδευόμενο από ικανή στρατιωτική δύναμη, να θέσει υπό έλεγχο τα 227 πυροβόλα της Εθνοφρουράς, τα οποία δέσποζαν της πρωτεύουσας από την κορυφή των λόφων της Μπελβίλ και της Μονμάρτρης, όπου ήταν τοποθετημένα. Τόσο η Εθνοφρουρά όσο και οι κάτοικοι των δυο συνοικιών αντέδρασαν, με αποτέλεσμα ο στρατηγός να διατάξει πυρ. Οι άνδρες του αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε επιτόπου. Στις 18 Μαρτίου, η εξέγερση ήταν γεγονός. Έχοντας στη κατοχή τους τα πυροβόλα και 500.000 όπλα, οι εξεγερθέντες απειλούσαν άμεσα την κυβέρνηση, παρά την παρουσία πρωσικών στρατευμάτων στα περίχωρα. Έντρομοι, ο Thiers και οι υπουργοί του αναζήτησαν καταφύγιο στις γειτονικές Βερσαλλίες. Τους ακολούθησαν 100.000, περίπου, κάτοικοι των εύπορων δυτικών συνοικιών.

Στις 26 Μαρτίου, οι Παριζιάνοι προσήλθαν στις κάλπες, προκειμένου να εκλέξουν τους 92 εκπροσώπους του ονομαζόμενου Συμβουλίου της Κομμούνας, ενός αυτοσχέδιου ανώτατου οργάνου, επωμισμένου με τη διοίκηση της πρωτεύουσας. Με δεδομένη μεγάλη εκροή κατοίκων εξαιτίας της πολύμηνης πολιορκίας αλλά και της πρόσφατης εξέγερσης, παρατηρήθηκε αποχή της τάξεως του 52%. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εκδόθηκε σωρεία νόμων για θέματα  Δικαιοσύνης, Παιδείας, Κοινωνικής Πρόνοιας, Πολιτισμού κλπ. Παρά τις όποιες αντιθέσεις στους κόλπους του Συμβουλίου της Κομμούνας, προέκυψε συσπείρωση των μελών, όταν, περί τα τέλη Απριλίου, τα κυβερνητικά στρατεύματα περικύκλωσαν την πρωτεύουσα και έθεσαν εκ νέου το Παρίσι υπό καθεστώς πολιορκίας. Στις 21 Μαΐου, τα τελευταία, διαθέτοντας και τη διακριτική υποστήριξη του Bismarck, εισήλθαν μέσα στην πόλη Ακολούθησε μια εβδομάδα σκληρών μαχών, γνωστή ως “Αιματηρή εβδομάδα” (Semaine sanglante). Έως τις 28, η κυβέρνηση είχε ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της πρωτεύουσας. Παρατηρήθηκαν κρούσματα βίας όλων των ειδών, αρχής γενομένης από ομαδικές εκτελέσεις ομήρων, στις οποίες προέβησαν αμφότερα τα αντιμαχόμενα μέρη. Έπειτα από την καταστολή της εξέγερσης, η γαλλική Δικαιοσύνη απήγγειλε 10.137 καταδίκες (92 εις θάνατο, 251 σε καταναγκαστικά έργα, 4.586 σε εξορία, κυρίως στη Νέα Καληδονία και σε φυλάκιση). Εκτελέστηκαν οι 23 από τις 92 θανατικές καταδίκες. Το 1880 χορηγήθηκε γενική αμνηστία. Με Νόμο της 26ης Νοεμβρίου 2016, η γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων της κυβερνητικής καταστολής του Μαΐου.

Οι δυο μήνες της Παρισινής Κομμούνας, ειδικότερα δε η “Αιματηρή εβδομάδα”, άφησαν το στίγμα τους και στα μνημεία της πόλης. Οι εξεγερθέντες κατέστρεψαν τον κίονα της πλατείας Vendôme, σύμβολο του Βοναπαρτισμού, καθώς είχε κατασκευαστεί από τα κατασχεθέντα αυστριακά και ρωσικά πυροβόλα της μάχης του Αούστερλιτς (1805). Σε πολλά σημεία, κεντρικά και μη, υψώθηκαν οδοφράγματα με κυρίαρχο υλικό τις πέτρες από τα καλντερίμια των διαφόρων οδών και λεωφόρων. Ας σημειωθεί ότι επί των ημερών του Ναπολέοντα Γ΄, η γαλλική πρωτεύουσα είχε γνωρίσει μια περίοδο αξιόλογης πολεοδομικής αναβάθμισης. Ταυτόχρονα με την είσοδο των κυβερνητικών δυνάμεων, οι εξεγερθέντες πυρπόλησαν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα και σημαντικά μνημεία. Μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν ολοσχερώς τα βασιλικά ανάκτορα του Κεραμεικού (Palais des Tuileries), το Δημαρχείο της πόλης καθώς και τμήμα των ανακτόρων του Λούβρου.

Στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βραζιλίας, στο Ρίο ντε Τζανέϊρο, φιλοξενείται ένα φωτογραφικό άλμπουμ, το οποίο περιέχει 110 φωτογραφίες από τις ημέρες της Κομμούνας. Απεικονίζονται στιγμιότυπα από την πολιορκία και τις καταστροφές, οι οποίες έλαβαν τότε χώρα. Οι φωτογραφίες αυτές τραβήχτηκαν από τον Auguste Bruno Braquehais (1823-1875), έναν Γάλλο πρωτοπόρο του φωτορεπορτάζ. Συγκεντρώθηκαν από τον αυτοκράτορα Πέτρο Β΄ της Βραζιλίας (1825-1891), ο οποίος, με τη σειρά του, τις δώρισε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας του. Έκτοτε, εντάχθηκαν και ανήκουν στη συλλογή  Thereza Christina Maria.

Τα πυροβόλα του λόφου της Μονμάρτρης.

 

Η καταστροφή του κίονα της πλατείας Vendôme.

 

Το άγαλμα του Ναπολέοντα Α΄, σύμβολο του Βοναπαρτισμού, το οποίο κοσμούσε την κορυφή του κίονα.

 

Oδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην rue de Castiglione.

 

Οδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην είσοδο της πλατείας Vendôme.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής του τομέα της πλατείας Vendôme.

 

Οδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην rue de la Paix.

 

Οδόφραγμα μπροστά από το Υπουργείο Ναυτικών στην πλατεία Concorde.

 

Η λεωφόρος της Μεγάλης Στρατιάς (avenue de la Grande Armée) και η Αψίδα του Θριάμβου.

 

Το Δημαρχείο του 1ου δημοτικού διαμερίσματος και η εκκλησία Saint-Germain l’ Auxerrois, από την οποία στις 23 Αυγούστου 1572 είχε δοθεί το σύνθημα για τη σφαγή της νύκτας του Αγίου Βαρθολομαίου.

 

Το Δημαρχείο του Παρισιού.

 

Το Δημαρχείο έπειτα από την πυρκαγιά.

 

Τα Ανάκτορα του Κεραμεικού (Palais des Tuileries).

 

Τα Ανάκτορα του Κεραμεικού και η θέα προς τον εσωτερικό περίβολο του Λούβρου

 

Η διασταύρωση των οδών Rivoli και Saint-Martin.

 

Το Δικαστικό Μέγαρο στις όχθες του Σηκουάνα. Αριστερά διακρίνεται η γέφυρα του Ναπολέοντα Α΄.

 

Τα ερείπια του Υπουργείου Οικονομικών στην rue de Rivoli.

 

Ερείπια στη rue du Bac, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα.

 Υλικό εκτός συλλογής

Θέα από την Porte Maillot.

 

Οδόφραγμα στη γωνία των οδών Lafayette και Saint-Martin στις 18 Μαρτίου 1871, πρώτη ημέρα της εξέγερσης.

 

Οδόφραγμα της rue de Flandre, στο ΒΑ άκρο του Παρισιού, στις 18 Μαρτίου 1871.

 

Τα πυροβόλα του λόφου της Μονμάρτρης.

 

Louise Michel, από τις πρωτοστάτριες της εξέγερσης.

 

Το Δημαρχείο στις φλόγες.

 

Οι πυρκαγιές της “Αιματηρής εβδομάδας”.

1871 : la Commune de Paris

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

 Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

 

Ο Μικρός Ήρως ήταν εβδομαδιαίο περιοδικό που συνέγραφε ο Στέλιος Ανεμοδουράς με το ψευδώνυμο «Θάνος Αστρίτης«¹ ² ³ και διάνθιζε με σχέδιά του κυρίως ο Βύρων Απτόσογλου⁴ ⁵. Πρόκειται για τις περιπέτειες τριών ηρωικών Ελληνόπουλων (του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του «Σπίθα») κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες.⁶ Κυκλοφόρησε για μία ολόκληρη 15ετία, από τις 24 Φεβρουαρίου του 1953⁷ (με τίτλο 1ου τεύχους «Ελεύθερος Σκλάβος«) έως τις 18 Ιουνίου του 1968,⁸ όταν και διακόπηκε απότομα στο τεύχος 798⁹ (τίτλος: «Ένας Μικρός, Μικρός, Μικρός Ήρως«) για να συνεχισθεί αργότερα με πλήρη εικονογράφηση. Η αρχική έκδοση περιλαμβάνει συνολικά 25.536 σελίδες.¹º Στις 5 Μαΐου του 1995 κυκλοφόρησε το τεύχος 577 (Β΄περιόδου) του περιοδικού Αντί, το οποίο προσέφερε στους αναγνώστες του δυο ακόμη ανέκδοτα τεύχη του «Μικρού «Ηρωα», τα υπό αριθμούς 799 και 800,¹¹ που ολοκλήρωσαν τη σειρά. Επανεκδόθηκε αρκετές φορές και έχει διασκευασθεί και για το θέατρο.¹² ¹³ Σήμερα, κυκλοφορούν συλλεκτικοί τόμοι από τις ομώνυμες εκδόσεις (εκδόσεις «Μικρός Ήρως» – πρώην «Comics & Crosswords Puplications L.P.«) του εγγονού του Στέλιου Ανεμοδουρά,  Λεωκράτη Ανεμοδουρά.¹⁴ ¹⁵ Ο Μικρός Ήρως επανεκδόθηκε αρκετές φορές, είτε υπό μορφή κόμικς πλήρους εικονογράφησης (1968 – 1971), είτε υπό μορφή κειμένου με εικόνες, είτε υπό μορφή συλλεκτικών τόμων (1986) ή με μορφή μόνο κειμένου (2003 στην εφημερίδα Καθημερινή με τόμους των 8 τευχών) ή με τόμους της πρωτότυπης εικονογράφησης (2013 στο Πρώτο Θέμα με τόμους των 5). Τη δεκαετία του ’70, το ανάγνωσμα φιλοξενήθηκε στο περιοδικό Μπλεκ με τη μορφή κειμένου με λίγες, διάσπαρτες εικόνες.

 

Ιστορικό και προσανατολισμός

Το περιοδικό κυκλοφορούσε υπό μορφή τριπλής έκδοσης, με δύο δηλαδή ανατυπώσεις εντός της ίδιας εβδομάδας και αγαπήθηκε πολύ από τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές,¹⁶ σε μία προσπάθεια του δημιουργού του να αμβλύνει μέσω αυτού τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού, που είχαν μόλις προηγηθεί.¹⁷ Στόχος του Ανεμοδουρά, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις του, δεν ήταν τόσο η απόδοση υψηλών λογοτεχνικών εκφράσεων, όσο η χρήση λιτής και κατανοητής γλώσσας,¹⁸ αλλά και η αποφυγή διχαστικών αναφορών, προκειμένου να επιτύχει την ανάδειξη αισθήματος πατριωτικής υπερηφάνειας και ομόνοιας, κάτι που πίστευε ότι είχε τόσο ανάγκη η γενιά των νεαρών, κυρίως, αναγνωστών εκείνη τη δύσκολη εποχή.¹⁹

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς με την οικογένειά του.

 

Συντελεστές της έκδοσης

Πλην του Βύρωνα Απτόσογλου, σχέδια της έκδοσης επιμελήθηκαν οι Θέμος Ανδρεόπουλος (εξώφυλλα στα τεύχη 263-278 και εσωτερική εικονογράφηση στα τεύχη 253-272),²º ο Δημήτρης Αντωνόπουλος²¹ στην πλήρως εικονογραφημένη εκδοχή και οι Δημήτρης Χαντζόπουλος και Βαγγέλης Χερουβείμ (τεύχη 799-800). Επίσης, σχέδια της σειράς φιλοτέχνησε και ο Κώστας Φραγκιαδάκης²² στην ιστορία Η Κατερίνα Κινδυνεύει, της οποίας το σενάριο έγραψε ο Γιώργος Βλάχος. Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο επίτομο έργο «ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Comics & Crosswords Publications» (2015). Οι Γ. Βλάχος και Φραγκιαδάκης δημιούργησαν πέντε ακόμη σπονδυλωτές ιστορίες του Μικρού Ήρωα, οι οποίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τίτλο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως».²³ ²⁴ Ακόμη, στις 20 Οκτωβρίου του 2019, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» (μέσω εφημερίδας) μία νέα περιπέτεια με τίτλο Το Ταμπούρι της Λευτεριάς, των ίδιων συντελεστών, βασισμένη σε πραγματικό γεγονός.²⁵

 

Μεταφορά στο θέατρο, σχετικές εκδόσεις και εκδηλώσεις

Το 1976 το Ελεύθερο Θέατρο παρουσίασε στο Άλσος Παγκρατίου το σπονδυλωτό έργο «Το τραμ το τελευταίο»,²⁶ όπου τους ρόλους του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα ερμήνευσαν αντίστοιχα ο Ντίνος Λύρας, η Υβόννη Μαλτέζου και ο Γιώργος Σαμπάνης. Στην εκδήλωση εκείνη ακούσθηκε για πρώτη φορά η σύνθεση (σε στίχους και μουσική δική του) του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση». Από κει και έπειτα, το ανάγνωσμα του Μικρού Ήρωα έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στη θεατρική σκηνή²⁷ ²⁸ με αρχή ένα δρώμενο σε ποιητικό λόγο με τίτλο Ο Μικρός Ήρωας, το σκετσάκι που παρουσίασε ο Ηλίας Λάγιος σε φεστιβάλ του περιοδικού Αντί που δόθηκε στο Γκάζι παρουσία και του ίδιου του Στέλιου Ανεμοδουρά, το καλοκαίρι του 1995.²⁹ Ακολούθησε μια παράσταση η οποία δόθηκε το 2001 στη Θεσσαλονίκη, τιμής ένεκεν με το Δημήτρη Πιατά το ρόλο του Σπίθα, αλλά και στο Λυκαβηττό στις 17 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς.³º

Λουκιανός Κηλαηδόνης: «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση»

Σχετική παράσταση, εξάλλου, διοργανώθηκε και από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος³¹ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ρήγα.³² Ο Γιώργος Νινιός ερμήνευσε το χαρακτήρα του Γιώργου Θαλάσση σε ένα δραματοποιημένο σκετς που παρουσιάσθηκε από την τηλεοπτική εκπομπή Νυχτερινός Επισκέπτης³³ του δημοσιογράφου Άρη Σκιαδόπουλου.³⁴ Ένα βραχύβιο ραδιοσίριαλ από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9,84 ασχολήθηκε επίσης με τη σειρά, σε επιμέλεια του Δ. Πιατά. Σημαντικές εκδηλώσεις για το Μικρό Ήρωα έλαβαν χώρα σε Αγρίνιο, Ορεστιάδα και Πάτρα, αλλά και στο Χολαργό, με την τελευταία να έχει διοργανώσει ο Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα ³⁵ (υπό την αιγίδα των εκδόσεων Περιοδικός Τύπος, των Γιώργου και Κατερίνας Ανεμοδουρά). Στις περισσότερες από αυτές, κεντρικός ομιλητής ήταν ο δημοσιογράφος Γιώργος Γ. Βλάχος, συγγραφέας του δίτομου έργου Μικρός Ήρως – Το λεξικό, που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Περιοδικό Τύπο. Το Λεξικό παρουσιάσθηκε δις, στο ίδρυμα Μπενάκη για δημοσιογράφους και σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας με παρουσία 1.000 ακροατών, την ίδια χρονιά της έκδοσής του. Βιβλίο για τον Μικρό Ήρωα έχει επιμεληθεί και ο Ηλίας Λάγιος. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κατάρτι τον Ιούνιο του 2001.³⁶  Έκθεση για τον Μικρό ΄Ηρωα είχε οργανωθεί το 1996 στο Ψυχικό, όπως και στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (2003), η οποία διήρκεσε 15 ημέρες.³⁷ Παλαιότερα είχε σχεδιασθεί μια προσαρμογή του έργου σε κινούμενα σχέδια, ενώ προτάθηκε και η παραγωγή κινηματογραφικής ταινίας,³⁸ χωρίς ωστόσο κάτι από τα δυο να έχει ακόμη υλοποιηθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύνδεση με την πραγματικότητα και αντιδράσεις

Ο Ανεμοδουράς παρότι ο ίδιος υπήρξε, κατά δήλωσή του, μέλος της ΚΝΕ, απέφυγε να αναφέρει στο σενάριό του τις (υπαρκτές) αντιστασιακές ομάδες που έδρασαν στην κατοχική Ελλάδα, προκειμένου να μην αναφερθεί και στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε την αντίδραση της Αριστεράς,³⁹ που προσπάθησε με ανακοινώσεις να υποβαθμίσει το περιοδικό.⁴º Υπήρξε και μια περίπτωση που παραλίγο να προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Μεγ. Βρετανίας μετά από απαίτηση των Βρετανών το περιοδικό να μην κυκλοφορεί στην υπό βρετανική ακόμη Κύπρο.⁴¹

 

Χαρακτηριστικά και επιρροή

Ο Μικρός Ήρως ήταν το πρώτο, αμιγώς ελληνικό περιοδικό⁴² με pulp-fiction θεματολογία.⁴³ Για τη συγγραφή του, ο Ανεμοδουράς δανείσθηκε στοιχεία ηρώων της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μιας παράδοσης λαϊκής κουλτούρας,⁴⁴ από την οποία ήταν επηρεασμένος. Το ανάγνωσμα, γραμμένο σε επικό ύφος,⁴⁵ ⁴⁶ ήταν επικεντρωμένο σε μια τριάδα κύριων χαρακτήρων⁴⁷ που διέθεταν εκπληκτικές, σχεδόν υπερφυσικές, ικανότητες.⁴⁸ Ως περιοδικό επηρέασε τους ευαίσθητους νεαρούς αναγνώστες⁴⁹ των δεκαετιών του ’50 και του ’60,⁵º όταν ακόμη η Αθήνα ελάχιστα διέφερε από την εικόνα που είχε κατά τα χρόνια της κατοχής. Έτσι, οι περισσότεροι από τους αναγνώστες του εντύπου ταυτίστηκαν με τους πρωταγωνιστές του⁵¹ και αυτό αποδεικνύεται από τις «μάχες» που παίζονταν από παιδιά στους δρόμους και όπου οι συμμετέχοντες μιμούνταν τους ήρωες της ιστορίας.⁵² Έχει διατυπωθεί η άποψη, ωστόσο, πως ο Μικρός Ήρωας δεν επηρέασε ούτε στο ελάχιστο τη νέα γενιά της εποχής του, ούτε αναφερόταν στην Εθνική Αντίσταση, αλλά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της κυβέρνησης του μετεμφυλιακού, δυτικόφιλου ελληνικού κράτους.⁵³ Το ανάγνωσμα κατηγορήθηκε επίσης, για πουριτανισμό.⁵⁴ Μέσω του εντύπου πάντως, διαμορφώθηκε μια συγκεκριμένη κουλτούρα,⁵⁵ που διατηρεί έως και πρόσφατα τα χαρακτηριστικά που την ανέδειξαν. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις αρκετών Ελλήνων πολιτικών, όπως αποτυπώθηκαν κατά καιρούς.⁵⁶ Επίσημα δηλωμένοι φίλοι του Μικρού Ήρωα έχουν δηλώσει οι Νίκος Κωνσταντόπουλος, Γιάννης Δημαράς, Θόδωρος Κασσίμης, Σπύρος Ορνεράκης.⁵⁷ Για την έκδοση του περιοδικού, ο Μανώλης Γλέζος ευχήθηκε κάθε επιτυχία.⁵⁸ Στις 6 Νοεμβρίου 1997, το περιοδικό και ο δημιουργός του τιμήθηκαν από το Δήμο Αθηναίων.⁵⁹

 

 

Περίοδοι έκδοσης

Το περιοδικό από την πρώτη κυκλοφορία του έχει ανατυπωθεί και επανεκδοθεί πολλές φορές.

  • 1η έκδοση (1953 – 1968, συνολικά κυκλοφόρησαν 798 τεύχη μέχρι το 1968 όπου η κυκλοφορία του περιοδικού ανεστάλη επειδή η δύο εβδομάδων διακοπή της κυκλοφορίας όλων των εντύπων που επέβαλλε το δικτατορικό καθεστώς, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, κατέστρεψαν το περιοδικό όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του ο εκδότης και συγγραφέας του περιοδικού Στέλιος Ανεμοδουράς).

Από το 1961 το περιοδικό κυκλοφορούσε 2 φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα (με την ένδειξη «Ανατύπωσις») και από το 1966 τρεις φορές, τις Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο.

Οπότε διαμορφώθηκαν οι εξής εκδόσεις:

  • 2η έκδοση (1961 – 1968)
  • 3η έκδοση (1966 – 1968)

Εν συνεχεία:

  • 4η έκδοση (1976): Εβδομαδιαίο περιοδικό (κείμενο με εικόνες) το οποίο περιείχε και άλλες εικονογραφημένες ιστορίες. Εκδόθηκαν 28 τεύχη (Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.). Εικονογράφηση εξώφυλλων από το Βύρωνα Απτόσογλου.
  • 5η έκδοση (1985-1987) Κυκλοφόρησαν 100 τόμοι των 8 τευχών εκτός του τελευταίου που περιείχε 6 υπό μορφή κειμένου μόνο χωρίς εικόνες (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

Το 1995 το περιοδικό Αντί (τεύχος 577), έκανε αφιέρωμα στον Μικρό Ήρωα , δημοσιεύοντας δυο αδημοσίευτες ιστορίες και έτσι το περιοδικό έκλεισε τον κύκλο του στον αριθμό των 800 τευχών. Τις ιστορίες του τεύχους 799 συνέγραψαν οι Σωτήρης Δημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Αλέξης Πανσέληνος και Ηλίας Λάγιος και του τεύχους 800 ο Στέλιος Ανεμοδουράς.⁶º

  • 6η έκδοση (2000): Σε τεύχη η έκδοση έφτασε τον αριθμό 104 τεύχη και στη συνέχεια κυκλοφόρησαν μεμονωμένα μαζί με ένα τόμο του 1985 (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
Εξώφυλλα 1ης έκδοσης.

Στη συνέχεια (28η Οκτωβρίου 2003) κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος (1985) από την εφημερίδα Η Καθημερινή και την επόμενη χρονιά (28η Οκτωβρίου 2004) κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος από την ίδια εφημερίδα.

  • 7η έκδοση (2013): Κυκλοφόρησαν 6 συλλεκτικοί τόμοι των 5 τευχών από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα. Η 7η έκδοση συνεχίζεται έως και σήμερα από την νέα εκδοτική εταιρία του Λεωκράτη Ανεμοδουρά Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Από την προαναφερόμενη εταιρία κυκλοφόρησαν δύο τόμοι (7,8) και στη συνέχεια η έκδοση διακόπηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Την 8η και 15η Ιουνίου 2014 κυκλοφόρησαν 2 ακόμα τόμοι από την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής, ενώ η έκδοση συνεχίσθηκε από την εταιρία Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Στην πορεία του εκδόθηκαν συνολικά 40 τόμοι (τεύχη 1-200), 6 Ειδικές Εκδόσεις και διάφορες ιστορίες που εκδόθηκαν σε άλλες εκδόσεις (πχ. Ήρωες του Στέλιου Ανεμοδουρά).

 

«Εικονογραφημένος Μικρός Ήρως»

  • 1η έκδοση (1η Ιουλίου 1968 – 1971, Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.) Εκδόθηκαν 64 15θήμερα τεύχη, με επεισόδια από την 1η έκδοση από το τεύχος 90 και μετά, σε πλήρη εικονογράφηση-μορφή κόμικς.
  • 2η έκδοση (2004 – 2005) Αναπαράχθηκαν 15 συλλεκτικοί τόμοι σε επιμέλεια Νίκου Ζώη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
  • 3η έκδοση (ένα τεύχος, 2007) σε επιμέλεια Νίκου Ζώη και εικονογράφηση Κώστα Φραγκιαδάκη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

 

Κεντρικοί χαρακτήρες


Γιώργος Θαλάσσης

Ο Γιώργος Θαλάσσης είναι ένα έφηβο παιδί, ορφανό από πατέρα και άριστο γνώστη πολεμικών τεχνών, το οποίο αποφασίζει να δώσει τον υπέρ-πάντων αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το ζυγό των κατακτητών, κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της Ελλάδας, από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος ο Στέλιος Ανεμοδουράς στο πρώτο τεύχος του αναγνώσματός του με τίτλο Ελεύθερος Σκλάβος (σελ. 18-20) ο Γιώργος Θαλάσσης φέρεται να έχει γεννηθεί το έτος 1930 στον Πειραιά και είναι το μοναδικό παιδί μιας αστικής, εύπορης οικογένειας. Οι δυο γονείς του, ωστόσο, σκοτώνονται κατά την ανατίναξη του σπιτιού τους σε βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά από τη γερμανική αεροπορία, ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στις 6 Απριλίου του 1941 και ο μικρός Γιώργος μένει ορφανός. Παρά το ότι η κατοικία του έχει καταστραφεί ολοσχερώς, ο ίδιος διασώθηκε καθώς τη στιγμή της καταστροφής έπαιζε έξω απ’ το σπίτι με άλλα παιδιά. Εν συνεχεία ο Γιώργος Θαλάσσης αγωνίζεται να επιβιώσει πουλώντας χαρούπια και εν-τέλει νοικιάζει ένα μικρό δωματιάκι, όπου καταφέρνει να στεγαστεί. Η δράση του εντοπίζεται από την άνοιξη του 1943 έως περίπου το καλοκαίρι του 1944.

Πιστοί σύντροφοι στις προσπάθειές του στέκονται η αγαπημένη του Κατερίνα, με την οποία τον συνδέει πλατωνική ερωτική σχέση και το «αιώνια πεινασμένο παιδί», ο ευτραφής, καλοκάγαθος Σπίθας.

Κατερίνα

Η Κατερίνα είναι μια έφηβη κοπέλα η οποία λαμβάνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση του ελληνικού λαού, απέναντι στους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές, στο πλευρό του Γιώργου Θαλάσση και του Σπίθα.

Σπίθας 

Ο Σπίθας είναι έφηβος με μικρή διανοητική καθυστέρηση και απόλυτα αφοσιωμένος φίλος του Γιώργου Θαλάσση στον αγώνα τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής εναντίον των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών. Μαζί με την Κατερίνα, συνιστούν μια ακαταμάχητη τριάδα ηρώων.

Πέτρος Αλατζάς (Γιώργος Θαλάσσης), Κατερίνα Παπουτσάκη (Κατερίνα), Δημήτρης Πιατάς (Σπίθας), τον Ιούνιο του 2001 στο Θέατρο Λυκαβηττού.

Δευτεραγωνιστές

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γ. Βλάχος από τις σελίδες του περιοδικού πέρασαν κατά καιρούς αρκετοί υποστηρικτικοί χαρακτήρες, που καθέναν τους διέκρινε ένα ιδιαίτερο χάρισμα και που όλοι θυσιάστηκαν στον αγώνα για την ελευθερία. Κατά σειρά εμφάνισης, αυτοί ήσαν: «Κεραυνός», «Νίκος Γαλανός», «Διαβολάκος», «Αρτέμιος», «Ζουζούνι», «Τζιτζίκι», «Πιτσιρίκος», «Πειραχτήρι», «Γάτος», «Γαβριάς», «Σουσουράδα», «Μπόμπιρας», «Κύπρος», «Χαζούλης», «Σαΐτας», «Τζάγκουαρ», «Λίλιπουτ», «Μιμόζα».

Αντίπαλοι

Μεταξύ των περίπου 150 εχθρικών πρακτόρων, κατασκόπων και αντιπάλων που εμφανίσθηκαν στο ανάγνωσμα, ξεχωρίζουν οι “Σεϊτάν Αλαμάν”, «Φροϊλάιν Χ», «Κόρακας», «Τζαναβάρ», «Γολιάθ», «Τσιν-Τσιν», «Γιαχαμούτο Κοτούλα», «Μαριλένα», «Πράκτωρ Ντράκουλα», «Νάνος», «Ωραίος», «Γεράκι» κ.α.

Το εξώφυλλο του τεύχους Το μυστικό της Σφίγγας -Σεϊτάν Αλαμάν.
Φροϊλάιν Χ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν υπήρχαν ήρωες (Ανεμοδουράς) – Νυκτερινός Επισκέπτης, 1994

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

² «Ο Μικρός Ήρωας – Έτσι άρχισαν όλα»

³  Ηλίας Λάγιος, συνέντευξη από το Στ. Ανεμοδουρά στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴  Lampiek(Comiclopedia):Byron Aptosoglou

⁵  «Ο Μικρός Ήρωας» επιστρέφει στο ΘΕΜΑ»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

⁶  «Ο «Μικρός Ήρωας», Γιώργος Θαλάσσης που πολεμούσε τον κατακτητή με τις υπερδυνάμεις του. Το κόμικ που έδινε κουράγιο στο λαό…»

⁷  Μανώλης Πιμπλής, ‘Ήρως ετών 50, τόμων εκατό», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21-2-2003

⁸  Γιώργος Γ. Βλάχος, «ΉΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά», έκδοση «Comics & Crosswords publications», Αθήνα 2015, σελ. 49

⁹  Μανώλης Μαρκαντωνάκης στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Χανιώτικα Νέα»: «Ηρωες των παιδικών μας χρόνων»

¹º Άρης Μαλανδράκης, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», φύλλο της 27 Οκτωβρίου 2002, σελ.   18: «Τα χρωματιστά ΌΧΙ»

¹¹ «Μεγάλος Διαγωνισμός “ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ”»

¹² Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος:«O ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ» συνεχίζεται στο Θέατρο ΕΜΣ έως 26 Απριλίου

¹³ Ο «Μικρός Ηρως» σαλτάρει στον Λυκαβηττό

¹⁴ «Ο «Μικρός Ήρωας» και ο «Μπλεκ» ξαναζωντανεύουν»

¹⁵ «Μεγάλη επιστροφή του «Μικρού ήρωα»»

¹⁶ «Γ.Ανεμοδουράς: Ο Μικρός Ήρωας χάνεται στις “πράσινες” επενδύσεις«

¹⁷ Γιάννης Κουκουλάς: «Από τη ζούγκλα στο Διάστημα«

¹⁸ «Παναγιώτης Κακαβιάς (1994): «Συνομιλία με τον Στέλιο Ανεμοδουρά»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

¹⁹ «Ο “Μικρός Ήρως και η εποχή του»

²º Άρης Μαλανδράκης, «Το Χρωματιστό ΟΧΙ», αφιέρωμα «Ε» (27-10-2002), σελ. 18-19

²¹ Μαλανδράκης, ο.π.

²² «‘ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά’ – Αναβίωση παλαιών τίτλων με μεράκι»

²³ «Ο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει!»»

²⁴ «Ο Μάιος είναι Μήνας “Μικρός Ήρως” στη Λέσχη Φίλων Κόμικς!»

²⁵ «Ο Μικρός Ήρως – Το Ταμπούρι της Λευτεριάς» Ανακτήθηκε στις 20/10/2019

²⁶ ««Το τραμ το τελευταίο»»

²⁷ «»Πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης «Ο Μικρός Ήρως»»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Απριλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

²⁸ «Ο «Μικρός Ηρωας»… ζωντανεύει»

²⁹ «Ο Μικρός Ήρως – 50 χρόνια 2003» (επετειακή έκδοση)

³º «50 χρόνια Μικρός» (επετειακή έκδοση, 2003)

³¹ «Νεανική Σκηνή: Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ (19/11/2012)»

³² «»Το κλασικό ανάγνωσμα ανεβαίνει διασκευασμένο στο ΚΘΒΕ.»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2017.

³³ «»ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ με τον Άρη Σκιαδόπουλο-ΟΤΑΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΗΡΩΕΣ (ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑΣ)»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

³⁴ «»Στέλιος Ανεμοδουράς – 6 Μαΐου 2000″». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

³⁵ «Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα, Πρόγραμμα εκδηλώσεων,4/2003»

³⁶ «Ο μικρός ήρως»

³⁷ «Ο «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων»

³⁸ Γιώργος Βλάχος, «Η Ακρόπολη Κινδυνεύει» (εκδόσεις «ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ», Αθήνα, Μάϊος 2017), σελ. 168: «Μικροηρωική πορεία»

³⁹ Φίλιππος Φιλίππου, «Όταν η Αριστερά γύριζε την πλάτη στην αστυνομική λογοτεχνία», εφ. Η Αυγή, 2 Ιουνίου 2015.

⁴º Συνέντευξη του Στέλιου Ανεμοδουρά με τίτλο: «Αν συνέχιζα τον ‘Μικρό Ήρωα’ θα ήταν μελαγχολικός» στο περιοδικό «Αντί» της 5ης Μαΐου 1995, σελ. 15-24

⁴¹ Στέλιος Ανεμοδουράς, ο.π. σελ. 23

⁴² Απόστολος Μαγγανάρης, πρόλογος έκδοσης συλλεκτικών τόμων του περιοδικού (1985)

⁴³ Ηλίας Κανέλλης, «Ο χώρος αυτού του παρακάτω», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», τεύχος 577, σελ. 38

⁴⁴ Φίλιππος Φιλίππου, «Κρητική», αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 5 Αυγούστου 2001

⁴⁵ Ηλίας Λάγιος ως «Αλέξης Φωκάς» στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴⁶ Γιώργος Κοροπούλης, «Για να γιορτάσουμε μια παιδική ηλικία», αφιέρωμα «Αντί», σελ. 53

⁴⁷ Γ. Κοροπούλης, ο. π., 52

⁴⁸ Πέτρος Μαρτινίδης, «Περί Μικρών και περί Μεικτών Ηρώων», περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 10

⁴⁹ Απόστολος Μαγγανάρης, συνέντευξη στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁵º Λεωνίδας Βαλασόπουλος, «Ο υπεράνθρωπος που έγινε… άνθρωπος και άλλες ιστορίες», «Αντί», τεύχος 577, σελ. 26

⁵¹ Κοροπούλης, ο.π., σελ. 55

⁵² Τάσος Καπερνάρος, «Ο Κλεομένης», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 48

⁵³ Παναγιώτης Βενάρδος, «Ο Μικρός Ήρωας του Πειραιά», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 46

⁵⁴ Γιώργος Μπράμος, αφιέρωμα «Αντί», σελ. 50: «Το Παιδί-Τέρας»

⁵⁵ Ηλίας Κανέλλης, ο.π.

⁵⁶ Οι Δημήτρης Αβραμόπουλος, Απόστολος Κράτσας και Μιχάλης Παπαγιαννάκης καταθέτουν τις απόψεις και τις αναμνήσεις τους από το «Μικρό Ήρωα» στις σελ. 56-57 του περιοδικού «Αντί» (τεύχος 577, 5-5-1995)

⁵⁷ Γιώργος Ανεμοδουράς, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21/2/2003

⁵⁸ Χειρόγραφο ευχητήριο με την υπογραφή του Μ. Γλέζου και ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 2003, στη σελ. 2 της επετειακής έκδοσης «Ο Μικρός Ήρως» (1953 – 2003)

⁵⁹ «50 χρόνια Μικρός Ήρως, οι σταθμοί», επετειακή έκδοση (2003)

⁶º Περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 3: «Αφιέρωμα-Ο Μικρός Ήρως»

 

 

Πηγές

 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

 

Πηγή κειμένου: Βικιπαίδεια

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου