Skip to main content

Η δήλωση του Γιώργου Σεφέρη ενάντια στη χούντα

Η δήλωση του Γιώργου Σεφέρη ενάντια στη χούντα

Ο Γιώργος Σεφέρης στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είχε επιλέξει τη σιωπή και την άρνηση να δημοσιεύει δουλειά του στην Ελλάδα. Μεταξύ 1967-68 βρίσκεται στις ΗΠΑ και οι πιέσεις για μια πολιτική του δήλωση είναι ασφυκτικές. Η υγεία του είναι κλονισμένη και φοβόταν μήπως μια δήλωση του εκτός των ελληνικών συνόρων για τη χούντα, δε θα του επέτρεπε να πεθάνει στην πατρίδα του. Δύο χρόνια πριν το θάνατό του, στις 28 Μαρτίου 1969, αποφάσισε να μιλήσει για πρώτη φορά δημόσια. Η δήλωσή του κατά της χούντας στο BBC έκανε μεγάλη αίσθηση και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.  Το 1969, επέστρεψε στην Ελλάδα.  Ο κορυφαίος ποιητής, δεν πρόλαβε να δει την πατρίδα του ελεύθερη. Άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα στις  20 Σεπτεμβρίου του 1971. Δύο ημέρες αργότερα, η εκκλησία της οδού Κυδαθηναίων γέμισε με κόσμο, νέους και φοιτητές στην πλειονότητά τους. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το πρώτο νεκροταφείο μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταμάτησε την κυκλοφορία και άρχισε να τραγουδά το (απαγορευμένο) τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη- σε στίχους Σεφέρη από το ποίημα του «Στο περιγιάλι το κρυφό». Η νεκρική πομπή ενώθηκε με το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στο Α΄ νεκροταφείο. Το ανθρώπινο ποτάμι μετεξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αντιδικτατορικές πορείες, όπως στην περίπτωση της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, τρία χρόνια νωρίτερα. 

Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου 1971. Η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη.

Η δήλωση στο ΒΒC (28.3.1969) 

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά.Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. `Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Ο «κόκκινος» Απρίλης του Χάρβαρντ

Ο «κόκκινος» Απρίλης του Χάρβαρντ

Ανοιξη του 1969. Ο χείμαρρος των φοιτητικών εξεγέρσεων στις ΗΠΑ συμπαρασύρει και το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Στις 8 Απριλίου του 1969 περίπου 300 μέλη του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία, αντανακλώντας τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αναρτούν στην πόρτα του σπιτιού του προέδρου του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ μία λίστα με αιτήματα, δίνοντας έτσι την ταυτότητα των κινητοποιήσεων. Φοιτητές καταλαμβάνουν κτίρια του πανεπιστημίου και απέχουν από τα μαθήματά τους. Απεργούν για τον χτυπημένο συγκάτοικο από κλομπ, για την επιστροφή των υποτροφιών Paine Hall, για την κατάργηση του ROTC (Σώμα Εκπαίδευσης Εφέδρων Αξιωματικών), για να συντριβούν οι εταιρείες, για να ενταχθούν οι αφροαμερικανικές σπουδές.

«Απεργία επειδή δεν υπάρχει ποίηση στις διαλέξεις, επειδή τα μαθήματα είναι βαρετά, επειδή προσπαθούν να στραγγίξουν τη ζωή από μέσα σου, για να γίνεις άνθρωπος» είναι μερικά από τα αιτήματα που αναρτούν σε χειροποίητες αφίσες, συνήθως πάνω σε φύλλα εφημερίδων. Η κόκκινη γροθιά που σχεδίασε ο Χάρβεϊ Χάκερ γίνεται το εμβληματικό σύμβολο της εξέγερσης.

Ο Αλέξανδρος Τζώνης, νεαρός τότε καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, δεν είναι μόνο παρατηρητής αλλά ενεργός συμμέτοχος. Παραμένει δίπλα στους φοιτητές και συλλέγει ντοκουμέντα της εξέγερσης. Πενήντα χρόνια μετά, επαναφέρει καρέ-καρέ την ιστορική εκείνη απεργία στο Χάρβαρντ, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης το αρχειακό υλικό της συλλογής «Αλέξανδρου Τζώνη και Liane Lefaivre» στην έκθεση «Ανοιξιάτικοι Χείμαρροι».

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

Το αρχείο

Πενήντα τέσσερις (54) χειροποίητες αφίσες που τύπωσαν οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεών τους στο τυπογραφείο της Σχολής Ντιζάιν του Πανεπιστημίου αναδεικνύουν την πολιτική, πολιτισμική και καλλιτεχνική τους αξία δίπλα στο αρχείο του Γιώργου Κωστάκη με τις πειραματικές καλλιτεχνικές και προπαγανδιστικές εκτυπώσεις της Ρωσικής Πρωτοπορίας πριν και μετά την Επανάσταση του 1917.

Πώς θυμάται τις ημέρες της απεργίας ο ομότιμος –σήμερα– καθηγητής του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Delft, Αλέξανδρος Τζώνης; Ως «μια συναρπαστική περίοδο ακτιβισμού, ονειροπόλησης, δημιουργικής ανοιχτής συζήτησης, ημερών κοινότητας, σπάνιες εμπνευσμένες στιγμές δημόσιας έκστασης που συμβαίνουν περιοδικά αλλά όχι τόσο συχνά.

Θυμάμαι έντονα τη φρενίτιδα να προλάβω πολλές δουλειές, ενώ ακολουθούσα τις πολιτιστικές-πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο ως παρατηρητής ή ως ιστορικός αλλά ως ενεργός συμμέτοχος.

«Ζούσα σε ένα διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από την αυλή του Χάρβαρντ, η οποία συχνά γέμιζε με δακρυγόνα που πετούσε η αστυνομία στους διαδηλωτές. Το γραφείο μου βρισκόταν στο Hunt Hall (ένα θαυμάσιο νεοκλασικό κτίριο που σήμερα είναι κατεδαφισμένο) στην καρδιά της αυλής, όπου έγραφα άρθρα για τα γεγονότα και συμπλήρωνα κομμάτια για ένα νέο βιβλίο. Δίδασκα κοντά στο Robinson Hall και ταυτόχρονα καθοδηγούσα μια μικρή ομάδα φοιτητών να εκδώσουν ειδικό τεύχος περιοδικού (Ανοιξη 1969) των ριζοσπαστικών εκδόσεων της εποχής».

Ο Αλέξανδρος Τζώνης στο διαμέρισμά του στη λεωφόρο Massachusetts, στο Harvard Yard, Απρίλιος 1969.

– Πώς ήταν το κλίμα που πυροδότησε την απεργία;

– Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, τίποτα το επαναστατικό δεν έμοιαζε να παρενοχλεί την ακαδημαϊκή ρουτίνα στις αρχές του 1960. Ωστόσο, έπειτα από μία αλυσίδα δολοφονιών (Μάλκολμ Χ, Κινγκ, Ρόμπερτ Κένεντι), αστικών ταραχών και φυλετικής βίας, η σωρεία ειδήσεων από τον χαμένο, βάρβαρο πόλεμο του Βιετνάμ, το άγνωστο κόστος του Ψυχρού Πολέμου, η αυξανόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος άλλαξαν ραγδαία το κλίμα τέλη της δεκαετίας του 1960.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Είχε προηγηθεί ποτέ παρόμοια κινητοποίηση στο Χάρβαρντ;

– Τίποτα παρόμοιο σε κλίμακα και σε ένταση όπως τα γεγονότα της δεκαετίας του ’60. Ωστόσο, ποτέ στις ΗΠΑ δεν είχαν αντιμετωπίσει ένα τέτοιο πλήθος κρίσεων, οι οποίες συνέπεσαν με ακατάλληλες ηγεσίες, πολιτικές, πνευματικές και ακαδημαϊκές, συντηρητικές, αδρανείς και αλαζονικές, ανίκανες να διαχειριστούν την αυξανόμενη στρατιωτική, φυλετική, πολιτική και περιβαλλοντική κρίση της εποχής εκείνης.

– Η απεργία σε ένα κορυφαίο διεθνώς πανεπιστήμιο τι αντίκτυπο είχε στην εκπαιδευτική κοινότητα, στην κοινωνία και στην κυβέρνηση;

– Το Χάρβαρντ δεν ήταν το πρώτο που εξεγέρθηκε. Αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν πρωτόγνωρες διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, σχεδόν ταυτόχρονα στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στο Αν Αρμπορ, όπου εισήγαγαν έναν νέο θεσμό ανοιχτού δημόσιου διαλόγου-διδασκαλίας εστιασμένο στα παγκόσμια επίκαιρα προβλήματα. Ωστόσο, η πιο σημαντική διαμαρτυρία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη προκάλεσε την άνοδο των φοιτητικών διαμαρτυριών σε ολόκληρο το έθνος και τον κόσμο. Μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και γαλλικός Μάης του ’68 ήταν επακόλουθο των γεγονότων στο Κολούμπια. Τα πρώτα σημαντικά αντιπολεμικά επεισόδια του Χάρβαρντ συνέβησαν στις 25 Οκτωβρίου του 1967 και στις 12 Δεκεμβρίου του 1968. Οι ομιλίες διαμαρτυρίας, οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων καθώς και η επιθετική δράση της αστυνομίας κατάφεραν να ριζοσπαστικοποιήσουν τους περισσότερους από τους «ασυνείδητους» φοιτητές μέχρι εκείνη τη στιγμή.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Τι πέτυχαν οι φοιτητές από την εξέγερση; Πόσο σημαντική αποδεικνύεται σήμερα;

– Αυτό είναι ένα μάλλον αμφιλεγόμενο ζήτημα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, φαινόταν ότι οι φοιτητές των ΗΠΑ είχαν κερδίσει. Αλλά ήταν μόνο μια βραχυπρόθεσμη νίκη. Στις ΗΠΑ, όπως και στη Γαλλία, οι φοιτητικές διαμαρτυρίες πυροδότησαν την άνοδο των συντηρητικών. Οι πιο ριζοσπαστικές πολιτικές που προωθούνται με θόρυβο από τους «επαναστάτες της δεκαετίας του ’60» προσαρμόστηκαν αθόρυβα στους παραδοσιακούς τρόπους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και οι περισσότεροι πρώην ριζοσπάστες έγιναν επιχειρηματίες. Εξετάζοντας αντικειμενικά την κατάσταση στις ΗΠΑ σήμερα, ο ρατσισμός, ο αρσενικός σοβινισμός, η αστική βία, η έλλειψη στέγης, η απειλή της παγκόσμιας καταστροφής, η οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανισότητα δεν φαίνεται να έχουν μειωθεί.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Διακρίνονται το ίδιο πάθος και η ίδια ορμή στις σημερινές φοιτητικές κινητοποιήσεις;

– Νομίζω ότι δεν υπάρχει σήμερα φοιτητικό κίνημα που να μοιάζει με τον εξαιρετικά δημιουργικό ακτιβισμό της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Δεν είναι περίεργο, δεδομένου ότι οι γεωπολιτικές, δημογραφικές, κοινωνικοοικονομικές ή ακόμα και οικολογικές συνθήκες είναι τόσο εντυπωσιακά διαφορετικές.

– Πόσο πρωτοποριακό ήταν το τυπογραφείο του Χάρβαρντ όπου τυπώθηκαν οι αφίσες;

– Ηταν μια χαλαρή ομάδα αποφασισμένων διαδηλωτών αυτοαποκαλούμενων Συνεταιρισμός Απεργούντων Καλλιτεχνών, των Strike Artists. Σε κάποιο βαθμό τους συντόνιζε ο Χάρβεϊ Χάκερ, ο φοιτητής που έκανε τη σφιχτή γροθιά διαχρονικό εμβληματικό σήμα της Απεργίας του Χάρβαρντ αλλά και ολόκληρης της δεκαετίας του 1960 σε όλον τον κόσμο. Οι φοιτητές τότε δεν δημιουργούσαν για να κάνουν «τέχνη» ή «πολιτισμό». Εργάζονταν με οργή και με την ελπίδα «να αλλάξουν τον κόσμο», με την πεποίθηση ότι η τέχνη τους μπορεί να τον αλλάξει.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Πώς ξεκίνησε η δική σας συλλογή;

– Δεν είμαι συλλέκτης. Συγκέντρωσα τις αφίσες μαζί με ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό «μυστικών» ντοκουμέντων, εξαιτίας μιας εκδοτικής αποστολής που μου ανέθεσαν για να φτιάξω ένα είδος «εγκυκλοπαίδειας» επαναστατικών εγγράφων ανταρτών όχι μόνο των Αμερικανών αλλά και Ολλανδών, Γερμανών, Αγγλων, Ιταλών και Γάλλων.

– Στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης έχουν θέση τα τυπωμένα μηνύματα;

– Ολες οι προφητείες για το τέλος της χειροποίητης τέχνης και του φυσικού τυπωμένου βιβλίου έχουν αποδειχθεί λανθασμένες. Οι τιμές τους αυξάνονται. Μαζί και η αξία των αφισών

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

Η απόφαση του Αλέξανδρου Τζώνη να παρουσιάσει τη συλλογή στη Θεσσαλονίκη δεν είναι τυχαία. Οι δεσμοί του με την πόλη ως εγγονός του αρχιτέκτονα του μεσοπολέμου Αλέξανδρου Τζώνη που άφησε την υπογραφή του (Μέγαρο Εράτυρα, ξενοδοχείο «Αστόρια») στον ανασχεδιασμό της μετά την πυρκαγιά του 1917, είναι ισχυροί. «Η ιδέα να εκτεθούν δίπλα δίπλα δημιουργίες που καθοδηγούνται από το όραμα για απελευθέρωση, με συγκίνησε» ομολογεί.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

«Η Θεσσαλονίκη έχει τεράστιες δυνατότητες»

Μπορεί να τον κέρδισε η Αρχιτεκτονική αλλά η αγάπη του ως φοιτητής ήταν το θέατρο και ο κινηματογράφος. Εργάστηκε σε θρυλικές παραστάσεις (της Κάλλας, «Ορνιθες» του Κουν) ως βοηθός του Τσαρούχη και ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Πήγε στο Γέιλ (1961) για να σπουδάσει Δραματική. Επέστρεψε, όμως, στην Αρχιτεκτονική. Πώς βλέπει την αρχιτεκτονική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης. «Εζησα μισό χρόνο (άνοιξη του ’45) στο Μέγαρο Εράτυρα. Πήγα στο Πειραματικό Νηπιαγωγείο που σχεδίασε ο Πικιώνης μαζί με τον παππού μου. Αξέχαστες παραμένει η ανάμνηση της πόλης, η συμπαγής χωρική της διαμόρφωση, η κρυμμένη της τάξη που ένιωθα. Ποτέ δεν σταμάτησα να θεωρώ τη Θεσσαλονίκη ως μία πόλη με τεράστιες δυνατότητες».

Δίπλα στο αρχείο του Γιώργου Κωστάκη με τις εκτυπώσεις τις Ρωσικής Πρωτοπορίας (πάνω, Γκούσταβ Κλούτσις, εξώφυλλο για το περιοδικό «Μπριγάδα Καλλιτεχνών», 1931) εκτίθενται 54 αφίσες από την εξέγερση του Χάρβαρντ. © ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ – ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΩΣΤΑΚΗ

Πηγή: Η Καθημερινή

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

Ένας από τους πιο διάσημους Αφρικανούς δικτάτορες, ο Ιντι Αμίν Νταντά της Ουγκάντας, ταύτισε το όνομά του με τη θηριωδία, τον ρατσισμό και την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Ουγκάντα Τόμας Μέλαντι θα τον χαρακτήριζε αργότερα «Χίτλερ της Αφρικής».

Στις 15 Ιανουαρίου του 1971 ο Αμίν Νταντά ανέτρεψε με πραξικόπημα και σχετική ευκολία τον πρόεδρο Μίλτον Ομπότε, που βρήκε καταφύγιο στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Το πραξικόπημα, όπως παρατηρούσε η CIA, εκδηλώθηκε ως συνέχεια των διαφωνιών των δύο ανδρών που είχαν ξεκινήσει μερικούς μήνες νωρίτερα με πιθανή αφορμή τον ανασχηματισμό της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, που αποδυνάμωνε τη θέση του Αμίν ως αρχηγού του στρατού. Ως στόχος του πραξικοπήματος παρουσιαζόταν η κάθαρση της Ουγκάντας από διεφθαρμένους κρατικούς αξιωματούχους, η εκδίωξη του Ομπότε, που μαζί με τη φυλή του, τους Langi, κατηγορούνταν ότι πλούτιζαν εις βάρος του «κοινού ανθρώπου», και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση. Σύντομα υποτίθεται ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι θα απελευθερώνονταν και η χώρα θα οδηγούνταν σε ελεύθερες εκλογές.

Γεννημένος το 1925 στο Koboko, μια επαρχία του Δυτικού Νείλου, από πατέρα Kakwa και μητέρα Lugbara, μετά τον χωρισμό των γονιών του ο Αμίν εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο Lugazi της Ουγκάντας. Εχοντας φοιτήσει στο σχολείο μέχρι την τετάρτη τάξη, κατετάγη το 1946 ως στρατιώτης στον βρετανικό αποικιακό στρατό (King’s African Riffles) και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών Μάου-Μάου στην Κένυα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Επιστροφή ομήρων στο Ισραήλ μετά την επιχείρηση «Εντεμπε». ASSOCIATED PRESS

Στις 9 Οκτωβρίου του 1962 η Ουγκάντα κέρδιζε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς και λίγο αργότερα ο Μίλτον Ομπότε σχημάτιζε κυβέρνηση. Ενα έτος νωρίτερα, ο Αμίν είχε γίνει σταδιακά ένας από τους μόλις δύο υπολοχαγούς της Ουγκάντας. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, παρά τη βρετανική βούληση να ασκηθεί στον Αμίν δίωξη για παράβαση στρατιωτικών εντολών και για θηριωδίες στα σύνορα Ουγκάντας – Κένυας, ο Ομπότε τον προστάτευσε και το 1962 αυτός προήχθη σε λοχαγό και το επόμενο έτος σε ταγματάρχη, οπότε και επελέγη για εκπαίδευση στη βρετανική σχολή πεζικού Wiltshire. Η στάση του στρατεύματος το 1964 με αίτημα τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, όμοια της Force Publique στο Κονγκό μετά την ανεξαρτησία του 1960, αναβάθμισε τη θέση του στρατού στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Αμίν προήχθη σε συνταγματάρχη και τελικά, το 1970, σε αρχηγό του στρατού. Και το 1971 κατέλαβε την εξουσία.

Καταστροφή της εγχώριας ελίτ και εκδίωξη των ξένων

Η άνοδος του Αμίν στην εξουσία οδήγησε σε τρομερές διώξεις στο εσωτερικό. Σύμφωνα με έκθεση της CIA, το βασικότερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησής του ήταν η καταστροφή της εγχώριας ελίτ, δηλαδή των δικαστών, των ανώτατων κρατικών υπαλλήλων, των ακαδημαϊκών, της (περιορισμένης) επαγγελματικής ελίτ, των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας που προέρχονταν από αντίπαλες φυλές.

Τον Αύγουστο του 1972 ο Αμίν διέταξε τους Ασιάτες της Ουγκάντας να εγκαταλείψουν τη χώρα, κατηγορώντας τους για σαμποτάζ της οικονομίας και ενθάρρυνση της διαφθοράς. Αυτοί είχαν έρθει από την Ινδία, το Πακιστάν και τη Βεγγάλη με τους Αγγλους αποικιοκράτες, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου της Ανατολικής Αφρικής και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας της 1960 διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στον εμπορικό και επιχειρηματικό τομέα της χώρας, προκαλώντας την εχθρότητα των γηγενών. Ετσι, τα διαβατήρια και οι άδειες παραμονής ανακαλούνταν «για κάθε άτομο ασιατικής καταγωγής και υπηκοότητας Ηνωμένου Βασιλείου, Ινδίας, Πακιστάν ή Μπανγκλαντές» και πολλοί από αυτούς κακοποιήθηκαν ή σκοτώθηκαν στα σπίτια τους από τον στρατό.

Παράλληλα, στα μέσα του 1972, οι Βρετανοί φοβούνταν για σφαγές 7.000 υπηκόων τους στην Ουγκάντα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, σε συνομιλία του με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ, εμφανίστηκε εξαγριωμένος καθώς θεωρούσε ότι οι Δυτικοευρωπαίοι δεν έκαναν τίποτα για να προστατεύσουν τους λευκούς στην Αφρική.

Η οκτάχρονη παραμονή του Ιντι Αμίν Νταντά στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από θηριωδίες και ρατσισμό. ASSOCIATED PRESS

Σε υπόμνημά του προς τον Νίξον δύο μήνες αργότερα, ο Κίσινγκερ εξέφραζε φόβους ότι έχοντας εκδιώξει τους Εβραίους και 45.000 Ασιάτες από την Ουγκάντα, ο Αμίν βάδιζε προς μία «κάθαρση της χώρας του από ξένες επιρροές» ώστε να οικοδομήσει τη φυλετική μουσουλμανική χώρα που ονειρευόταν. Οι Βρετανοί, που είχαν μειωθεί από 7.000 σε 3.400 μέσα σε τρεις μήνες, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και οι ιεραπόστολοι της Ουγκάντας αποτελούσαν τους επόμενους στόχους.

Οι διώξεις αυτές είχαν καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας, καθώς την απογύμνωναν από απολύτως αναγκαίο τεχνικό προσωπικό, που θα ήταν αδύνατον να αναπληρωθεί σε λιγότερο από μία γενιά.

Περιφερειακές πιέσεις και εξωτερικές σχέσεις

Η Ανατολική Αφρική είχε αποτελέσει μία υποσχόμενη περιφέρεια της ηπείρου και οι Δυτικοί παρέμεναν αισιόδοξοι για τη σταθερότητα και την ανάπτυξή της. Η συνεργασία μεταξύ Κένυας, Ουγκάντας, Τανζανίας και Ζάμπιας είχε θεσμοθετηθεί υπό την Κοινότητα Ανατολικής Αφρικής (EAC). Η αλλαγή καθεστώτος στην Ουγκάντα επέβαλε μία νέα πραγματικότητα στην περιοχή και προκάλεσε ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί έπρεπε πλέον να ασχοληθούν με τον «ρατσιστή, αλλοπρόσαλλο και απρόβλεπτο, βίαιο, ανόητο, φιλοπόλεμο, ανορθολογικό, γελοίο μιλιταριστή» Αμίν. Οι ΗΠΑ διερευνούσαν μία πιθανή προσέγγιση των Βρετανών με την Κένυα και τον ορισμό ενός διαμεσολαβητή (πιθανώς τον πρόεδρο της Κένυας, Τζόμο Κενυάτα) με σκοπό τη διασφάλιση της «αποτελεσματικής EAC» και άλλων περιφερειακών οργανισμών. Ομως, η αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο σε τηλεγράφημά της προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν εξαιρετικά αποθαρρυντική σχετικά με την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς υποστήριζε ότι τα βρετανικά συμφέροντα απαιτούσαν μία κυβέρνηση χωρίς τον Ομπότε.

Παράλληλα, η Σοβιετική Ενωση παρείχε μαζική στήριξη στο καθεστώς: κατά το διάστημα 1973-1978 υπήρξε ο βασικός προμηθευτής όπλων στην Ουγκάντα. Την ίδια στιγμή, οι μυστικές υπηρεσίες της Ουγκάντας είχαν οργανωθεί από την Ανατολική Γερμανία και τους Παλαιστίνιους και ασκούσαν τρομοκρατία στο εσωτερικό. Η σοβιετική βοήθεια άρχισε να φθίνει το 1975, όταν ο Αμίν αρνήθηκε να πολεμήσει στην Ανγκόλα.

Το 1972, ενώ ο Αμίν κατηγορούσε τον πρόεδρο της Τανζανίας Τζούλιους Νιερέρε για στήριξη στον Ομπότε, ο Μουαμάρ αλ Καντάφι της Λιβύης έστειλε στην Ουγκάντα στρατεύματα και όπλα, στο όνομα της «ισλαμικής αλληλεγγύης». Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ υποσχέθηκε το ίδιο. Η Ζάμπια και η Γκάνα αντέδρασαν έντονα. Μια εφημερίδα, φιλικά προσκείμενη στην κυβέρνηση της τελευταίας, έγραφε ότι ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας (OAU) πέθαινε λόγω των Αράβων και ο Καντάφι κάρφωνε το φέρετρό της. Τον Οκτώβριο του 1973, εν μέσω του πολέμου του Γιομ Κιπούρ, ο Αμίν δήλωνε ότι τελικά «ο Χίτλερ είχε δίκιο που έκαψε έξι εκατομμύρια Εβραίους», και καλούσε τη Σοβιετική Ενωση να παράσχει στους Αραβες πολεμικό υλικό «εναντίον της σιωνιστικής επιθετικότητας».

Εκτέλεση αντικαθεστωτικού. ASSOCIATED PRESS

Αποδυνάμωση και πτώση εν μέσω πολέμου το 1979

Στις 27 Ιουνίου του 1976, οι σχέσεις Ουγκάντας – Ισραήλ περιπλέχθηκαν περισσότερο. Ενα αεροσκάφος της Air France που πετούσε από το Τελ Αβίβ με προορισμό το Παρίσι έπεσε θύμα αεροπειρατείας από Παλαιστινίους του PFLP και Γερμανούς των Επαναστατικών Πυρήνων, που είχαν επιβιβαστεί σε ενδιάμεση στάση στο Ελληνικό. Το αεροσκάφος πέταξε προς τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ανεφοδιάστηκε και συνέχισε για την Καμπάλα της Ουγκάντας, στο έδαφος της οποίας ανέπτυσσε έντονη δραστηριότητα η παλαιστινιακή PLO. Αίτημα ήταν η απελευθέρωση Παλαιστινίων φυλακισμένων. Οι Ισραηλινοί αρνήθηκαν τη διαπραγμάτευση με τρομοκράτες και οργάνωσαν την υποδειγματική επιχείρηση

«Εντεμπε» της Μοσάντ, απελευθερώνοντας τους Ισραηλινούς ομήρους.

Τελικά, μετά την εισβολή στην Τανζανία, που οδήγησε σε πόλεμο, εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης και εσωτερικής αποδυνάμωσής του, ο Αμίν αναγκάστηκε να καταφύγει στη Λιβύη στις 11 Απριλίου του 1979, μετά την κατάληψη της Καμπάλα από τις δυνάμεις του Νυερέρε.

Οπως παρατηρούσαν για την εξουσία του Αμίν οι Αμερικανοί, «αυτό που συμβαίνει στην Ουγκάντα (…) δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την αποικιοκρατία, τον εθνικισμό ή με την ιδεολογική διαμάχη Ανατολής και Δύσης, αλλά είναι μόνο ένας ωμός φυλετισμός». Αν και αρχικά υποστηρίχθηκε από τους Βρετανούς, ο Αμίν υπήρξε εχθρικός προς τη Δύση. Παρότι αρχικά συζητούσε με τον δικτάτορα του Κονγκό, Μομπούτου Σέσε-Σέκο, τη δημιουργία μιας ζώνης αντικομμουνιστικών, αντιαραβικών κρατών (Αιθιοπία, Κένυα, Ουγκάντα, Κονγκό) που θα συγκρατούσε τον ριζοσπαστισμό προς τον Νότο, η πολιτική του υπήρξε αποσταθεροποιητική τόσο για την Ανατολική Αφρική όσο και για την αφρικανική ενότητα γενικότερα, καταλήγοντας να εκφράζει τον αραβικό εξτρεμισμό και έναν ακραίο αντισημιτισμό. Για τους Αμερικανούς υπήρξε «ό,τι πιο ριζοσπαστικό, με την έννοια του εξτρεμιστή και όχι του αριστερού», είχε αναδείξει η μετα-αποικιακή Αφρική. Ο Αμίν Νταντά θα έμενε στην ιστορία ως ένας από τους πιο αιμοσταγείς Αφρικανούς δικτάτορες της δεκαετίας του 1970, με το όνομά του δίπλα σε αυτά των Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα και Μομπούτου Σέσε-Σέκο.

* Ο κ. Αναστάσιος Πανουτσόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.

Πηγή: Η Καθημερινή

 

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

«Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός!», αναφώνησε ο διαπρεπής αρχαιολόγος μην κρύβοντας την έκπληξή του όταν η σκαπάνη του σκόνταψε πάνω στον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο που πρωτοαντίκριζε ποτέ.

«Στηριγμένος λοιπόν σε ισχυρές αρχαιολογικές ενδείξεις, νομίζω πως έχω το δικαίωμα να πω ότι ο μεγάλος μακεδονικός τάφος μπορεί να ανήκει στον Φίλιππο Β’», δήλωσε λίγες μέρες αργότερα, στέλνοντας την Ελλάδα για πολλούς μήνες στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου.

Ήταν στις 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος και η ομάδα του βρέθηκαν μπροστά στο αρχαιολογικό εύρημα που θα προκαλούσε οικουμενική συγκίνηση αλλά και μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Τα νέα των επόμενων εβδομάδων θα έκαναν πολλές φορές τον γύρο της υφηλίου, μιας και μέσα στον ασύλητο μακεδονικό τάφο που αποκάλυψε η αρχαιολογική εμμονή του Ανδρόνικου των 26 ολόκληρων ετών θα βρισκόταν μια ολόχρυση λάρνακα, η οποία είχε αποθηκεύσει για τόσους και τόσους αιώνες τα οστά του μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Στις 24 Νοεμβρίου, ο Ανδρόνικος προβαίνει με την απροσχημάτιστη απλότητά του στην ανακοίνωση της ανακάλυψης στην αίθουσα τελετών της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αφήνοντας άπαντες με το στόμα ανοιχτό. Πριν από την ανακοίνωση, ο διαπρεπής αρχαιολόγος έχει κάνει δύο τηλεφωνήματα: στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Η ανασκαφή της Βεργίνας έμελλε να σφραγίσει την επιστημονική διαδρομή του Ανδρόνικου, αν και ο ίδιος ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο από την κολοσσιαίας αρχαιολογικής σημασίας ανακάλυψή του. Ο επίμονος αρχαιολόγος ήταν ταυτοχρόνως ένας πολύ μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ένας συνειδητοποιημένος πολίτης και ένας άνθρωπος που σημάδεψε γενικά όλους όσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του ή να ακούσουν τις διαλέξεις του.

Η δήλωση του Μανόλη Ανδρόνικου το πρωινό της 24ης Νοεμβρίου 1977 σφράγισε τη μοίρα της μακεδονικής ιστορίας και άλλαξε τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας. Μετά τη μέρα αυτή, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στα αρχαιολογικά πράγματα της χώρας μας…

Πρώτα χρόνια

Ο Μανόλης Ανδρόνικος (που επιθυμούσε να αναγράφεται το όνομά του με «όμικρον») γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου 1919 στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, παρά μόνο ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 κατέφτασε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου και γράφτηκε το 1936 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Ήδη από παιδί αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα, καθώς η ποίηση ήταν γι’ αυτόν το διαχρονικό καταφύγιο από τις δυσκολίες της προσφυγιάς, και ίδρυσε κάποια στιγμή τον καλλιτεχνικό και φιλολογικό όμιλο «Η Τέχνη». Και τότε τον κερδίζει η αρχαιολογία, μέσω μιας σειράς σημαδιών της μοίρας. Ας τον ακούσουμε: «Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο άκουσα όλους τους καθηγητές που είχα τότε, τον Κακριδή, τον Θεοδωρακόπουλο, τον Αποστολάκη, τον Θεοδωρίδη. Αλλά ανάμεσα σ’ όλους ήταν ένας παράξενος θα ’λεγα δάσκαλος, ο Ρωμαίος. Ήταν κακός ομιλητής, δεν ήταν όμορφος, δεν είχε τίποτα εξωτερικά γοητευτικό. Αλλά μέσα από τη δυσκολία του λόγου του και τη μονότονη θα έλεγα διδασκαλία του, σου κάρφωνε ορισμένα πράγματα. Μας δίδασκε για τους Κούρους, κάτι που δεν το ήξερα καθόλου. Παράλληλα, ήρθε μια άλλη περίεργη σύμπτωση: Ένας συμφοιτητής και φίλος μου, ο Θηστέρης ο Γιώργος, ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα που ήταν χορεύτρια κλασικού χορού. Καθώς μια μέρα μελετούσαμε με τον Γιώργο στα εκμαγεία και ήρθε να τον πάρει, μας είπε τι πόνο έχει το χέρι του γλύπτη και μας εξήγησε με το ίδιο της το κορμί τι σημαίνει χαρά, πόνος, λύπη, ενθουσιασμός. Μας τα έδειξε και στα αρχαία αγάλματα. Αυτή η περίεργη συγκυρία μ’ έκανε να βλέπω με άλλο μάτι και τα αρχαία αγάλματα και να ακούω και με άλλο αυτί τη διδασκαλία του Ρωμαίου».

Και τότε τον καλεί η Βεργίνα, χωρίς ακόμα να το γνωρίζει ο ίδιος: «Ακόμη μια συγκυρία, ήταν ότι ο Ρωμαίος από την πρώτη κιόλας χρονιά με πήρε μαζί του στην ανασκαφή της Βεργίνας. Αυτό μπορώ να πω ότι σφράγισε τη ζωή μου. Τελείωσα το πανεπιστήμιο το 1941. Από το 1938, τότε με το δάσκαλο μου, τον Ρωμαίο, πηγαίναμε στη Βεργίνα στην ανασκαφή του ανακτόρου δύο φορές το χρόνο. Αυτές ήταν οι πρώτες αρχαιολογικές μου εμπειρίες, μαζί με τις εμπειρίες που είχα και από τη διδασκαλία του στο πανεπιστήμιο, αλλά και από όσα μας έλεγε στα ξενύχτια που κάναμε στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Βεργίνας, όπου έμενε».

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1941, διορίζεται φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου, αν και σύντομα θα τον καλούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ανδρόνικος κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πήρε μέρος σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, υπηρετώντας το στράτευμα ως λοχίας. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη το 1945, πιάνει δουλειά στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια «Σχοινά»: «Ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα. Είχα καλά παιδιά, μαθήτριες -ήταν γυμνάσιο θηλέων- και θυμούμαι με συγκίνηση που μπόρεσα και δίδαξα όπως ήθελα και τα αρχαία ελληνικά και τα νια ελληνικά. Και έτσι αισθάνομαι μια ικανοποίηση, όταν θυμάμαι ότι το 1946 πρωτοδίδαξα τον Ελύτη. Το “Άσθμα πένθιμον και ηρωικό”, που μόλις γύρισα από τη Μέση Ανατολή το είχα βρει στο Τετράδιον Δεύτερον. Δίδαξα και Σεφέρη και “Ερωτόκριτο’’ και άλλη ποίηση, την οποία πάντα αγαπούσα».

Αφού περάσει μερικά χρόνια ως εκπαιδευτικός, ο Ανδρόνικος διορίζεται το 1949 επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας και το 1952 αναλαμβάνει πανεπιστημιακή θέση στο Αριστοτέλειο (καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας). Η δίψα του για γνώση θα τον φέρει τη διετία 1954-1955 με υποτροφία στην Οξφόρδη, όπου θα βρεθεί δίπλα στον μεγάλο αρχαιολόγο sir John Beazley, που «ήταν ο μεγαλύτερος αρχαιολόγος ασφαλώς του 20ού αιώνα, αλλά ίσως και όλων των εποχών».

Ο φωτισμένος δάσκαλος, ο «πατέρας» της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας, ενσταλάζει στον Ανδρόνικο ακόμα μεγαλύτερο πάθος για την κλασική αρχαιολογία και εκείνος τον ανταμείβει με τη διατριβή του «Λακωνικά ανάγλυφα», με την οποία και θα εκλεγεί υφηγητής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ το 1957. Από το 1964, ο Ανδρόνικος ήταν τακτικός πια καθηγητής της έδρας.

Τα χρόνια που εργαζόταν ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στη Θράκη του χάρισαν ωστόσο και τη γυναίκα της ζωής του. Το 1949 παντρεύεται την Ολυμπία Κακουλίδου, την ακούραστη συμπαραστάτριά του στην ανασκαφική οδύσσεια της Βεργίνας, που όπου να ’ναι θα ξεκινήσει: «Στη σχολή Σχοινά είχα μιαν άλλη τύχη. Γνώρισα τη γυναίκα μου, την Όλια, η οποία μου παραστάθηκε πάρα πολύ σε όλη την ανασκαφική προσπάθεια, γιατί μοιράστηκε μαζί μου τις ταλαιπωρίες. Τουλάχιστον τις ταλαιπωρίες των πρώτων χρόνων που ήταν πολύ μεγάλες. Υπάρχει και μια ακόμα σύμπτωση, ότι διορίστηκα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αμέσως μετά το γάμο μου»…

Η αρχαιολογική ανασκαφή της Βεργίνας

Παλιός γνώριμος της Βεργίνας ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Ανδρόνικος πρωτοστάτησε αρχαιολογικά σε διάφορες ανασκαφές της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, Βέροια, Νάουσα, Κιλκίς, Χαλκιδική κ.α.), αν και σύντομα θα έστρεφε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στη Βεργίνα. Ο αγώνας του τιτάνιος και γεμάτος εμπόδια. Στο ξεκίνημα θα ανασκάψει 32 τύμβους της πρώιμης εποχής του σιδήρου, ενώ θα ολοκληρώσει και την ανασκαφή του ανακτόρου της Βεργίνας. Το 1952 αρχίζει τις ανασκαφές της Μεγάλης Τούμπας. Αρχικά απογοητεύεται, αφού ανακαλύπτει τρεις τάφους που έχουν όμως συληθεί. «Η πρώτη άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν μια έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμιά διακόσμηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Λίγο πιο βαθιά όμως θα ανακαλύψει την αριστουργηματική τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης! Με το πάθος του οραματιστή που κυνηγάει απέλπιδα τη δική του Ιθάκη, ψάχνει αδιάκοπα στο χώμα, παλεύοντας τόσο με τη γη όσο και με τον εαυτό του. Τα κονδύλια αλλά και ο χρόνος φτάνουν στο τέλος τους, όχι όμως και το πείσμα του. Στις τρεις απόπειρες που προηγήθηκαν του 1977 (το 1951, το 1962 και το 1963), ο Ανδρόνικος κατέληξε πως ο τεράστιος τύμβος στην ανατολική άκρη της Βεργίνας ήταν τεχνητός και κάλυπτε έναν -τουλάχιστον- τάφο.

Έπειτα από αναγκαστική διακοπή 13 χρόνων, επέστρεψε λοιπόν σε αυτόν απερίσπαστος, έχοντας ολοκληρώσει την πανεπιστημιακή ανασκαφή στο ανάκτορο της Βεργίνας, ελεύθερος τώρα να αφοσιωθεί στο φιλόδοξο νεανικό του όνειρο και να αποκρυπτογραφήσει το μυστικό της Μεγάλης Τούμπας! Στις 8 Νοεμβρίου 1977, που έμελλε να γίνει η σημαντικότερη μέρα της ζωής του, ανακαλύπτει χωρίς καμία αμφιβολία και με τεκμηριωμένες πια αποδείξεις τον τάφο του βασιλιά των Μακεδόνων Φιλίππου Β’! Τα ευρήματα πολλά: χρυσή λάρνακα με ανάγλυφο το δεκαεξάκτινο αστέρι και οστά, λαμπρές τοιχογραφίες, σιδερένιοι θώρακες, ψηφιδωτά, ανάγλυφα μέλη, κλίνες από ελεφαντοστό και άλλα πολλά.

Λίγο καιρό πριν από τη σπουδαία ανακάλυψη, γράφει στο σημειωματάριό του: «Οι προσδοκίες για την ανασκαφή της Μ. Τούμπας είναι εξαιρετικές. Ακόμα και η απίστευτη ελπίδα πως κάτω από την τεράστια επίχωσή της καλύπτει τάφους Μακεδόνων Βασιλέων. Τίποτα δεν αποκλείεται!». Την πρώτη μέρα της ανακάλυψης, σημειώνει: «Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου. Έπιασα με τα χέρια μου το λείψανο του Φιλίππου».

Η ανασκαφή του 1976 ταύτισε στη θεωρητική συλλογιστική του Ανδρόνικου τον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα και βασιλική νεκρόπολη των Τημενιδών, υποθέτοντας πια με σχετική ασφάλεια ότι ενδέχεται να υπάρχουν βασιλικοί τάφοι κάτω από την επίχωση του τύμβου. Τον Νοέμβριο του 1977, έπειτα από μια μακρά και εντατική ανασκαφική περίοδο που έγινε δυνατή χάρη στα κονδύλια από τον προϋπολογισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, ο Μανόλης Ανδρόνικος παρουσίασε στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Παλαιού Κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής το μεγάλο του εύρημα: τρεις τάφους, ανάμεσά τους δύο ασύλητους μακεδονικούς, που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής αρχαιολογίας και έστρεψαν το ενδιαφέρον και τη στήριξη της πολιτείας στα αποτελέσματά της.

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος πραγματοποίησε τη σημαντικότερη ίσως αρχαιολογική ανακάλυψη του 20ού αιώνα επί ευρωπαϊκού εδάφους: τον τάφο του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Β’. Τα εντυπωσιακά ευρήματα, όπως η χρυσή λάρνακα διακοσμημένη με τον δεκαεξάκτινο ήλιο, το χρυσό στεφάνι που αναπαριστά φύλλα και καρπούς δρυός, η πανοπλία του ηγεμόνα και το χρυσό δόρυ, κάνουν για πρώτη φορά παγκόσμια γνωστό τον λαμπρό μακεδονικό πολιτισμό.

Ο ίδιος ο Ανδρόνικος εξιστορεί στο «Χρονικό της Βεργίνας» την περιπέτεια της κοσμοϊστορικής ανακάλυψης: «Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στο λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. (…) Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. (…) -Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά. Είχα λοιπόν βρει τον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο. Εκείνη τη στιγμή δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Εκείνη τη νύχτα -όπως και όλες τις επόμενες- στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ περισσότερο από δυο τρεις ώρες. Γύρω στις 12, τα μεσάνυχτα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να βεβαιωθώ αν οι φύλακες ήταν στη θέση τους. Το ίδιο έγινε και στις 2 και στις 5 το πρωί. Οπωσδήποτε, συλλογιζόμουν, μέσα στη σαρκοφάγο πρέπει να κρύβεται μια ωραία έκπληξη. Η μόνη δυσκολία που συναντήσαμε ήταν πως την ώρα που ανασηκώναμε το κάλυμμα, είδαμε καθαρά πια το περιεχόμενο και έπρεπε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, μόλο που τα μάτια μας είχαν θαμπωθεί απ’ αυτό που βλέπαμε και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Μέσα στη σαρκοφάγο υπήρχε μια ολόχρυση λάρνακα. Επάνω στο κάλυμμά της ένα επιβλητικό ανάγλυφο αστέρι με δεκάξι ακτίνες, και στο κέντρο του ένας ρόδακας. Με πολλή προσοχή και περισσότερη συγκίνηση ανασήκωσα το κάλυμμα με το αστέρι πιάνοντάς το από τις δυο γωνίες της μπροστινής πλευράς. Όλοι μας περιμέναμε να δούμε μέσα σ’ αυτήν τα καμένα οστά του νεκρού. Όμως αυτό που αντικρίσαμε στο άνοιγμά της μας έκοψε για μιαν ακόμη φορά την ανάσα, θάμπωσε τα μάτια μας και μας πλημμύρισε δέος: πραγματικά μέσα στη λάρνακα υπήρχαν τα καμένα οστά. (…) Αλλά το πιο απροσδόκητο θέαμα το έδινε ένα ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα και καρπούς βελανιδιάς που ήταν διπλωμένο και τοποθετημένο πάνω στα οστά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί τέτοια ασύλληπτη εικόνα. Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: “Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική”. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε»….

Η πολιτεία τον εμπιστεύεται και πλέον είναι στο πλευρό του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μόλις ενημερώνεται για το κατόρθωμα του Ανδρόνικου, του ξεκαθαρίζει: «Θα σας δώσω ό,τι θέλετε. Πείτε τι θέλετε και θα το έχετε. Δώσατε φωνή και υπόσταση στην ιστορία της Ελλάδος».

Ο απολογισμός της αποκάλυψης του Ανδρόνικου ήταν χονδρικά ένα Ηρώο, ένας κιβωτιόσχημος τάφος με καταπληκτική ζωγραφική διακόσμηση, δύο ασύλητοι μακεδονικοί τάφοι και ένας κατεστραμμένος. Η ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας ολοκληρώθηκε το 1981 και ο Ανδρόνικος δημοσίευσε το 1984 το σύγγραμμά του «Οι βασιλικοί τάφοι και άλλες αρχαιότητες», όπου εξέθεσε τα δεδομένα, τους προβληματισμούς, τις σκέψεις και τις ερμηνείες του σχετικά με τα ευρήματα, εγκαινιάζοντας μια αρχαιολογική συζήτηση που δεν έχει κοπάσει μέχρι και σήμερα.

Την επόμενη χρονιά, το 1978, ο Ανδρόνικος ανακάλυψε και τον λεγόμενο «Τάφο του Πρίγκιπα». Ήταν το τρίτο μυστικό που έκρυβε η Μεγάλη Τούμπα: ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος. Το 1982, η ανασκαφική πανεπιστημιακή ομάδα αφήνει πίσω της τη Μεγάλη Τούμπα, αφού βέβαια πρώτα ο Ανδρόνικος φρόντισε για τη συντήρηση των μνημείων. Η ιδιαίτερη ευαισθησία και το αίσθημα ευθύνης του για το ταφικό μνημείο της Βεργίνας συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, έως ότου να κατασκευαστεί το μεγάλο στέγαστρο των βασιλικών τάφων από το υπουργείο Πολιτισμού (1992). Τότε ήταν που άνοιξε έναν νέο κύκλο ανασκαφικών εργασιών στη Βεργίνα, γύρω από το νεκροταφείο, και εντόπισε -σε άμεση σχέση με το ανάκτορο- το αρχαίο θέατρο της πόλης και αμέσως βορειότερα το Ιερό της Εύκλειας (αγορά).

Το 1987 ανακαλύπτεται πλάι στον τάφο του «Ρωμαίου», ο τάφος της «Ευρυδίκης», ένας πιο πρώιμος μακεδονικός τάφος που ενίσχυσε τον συλλογισμό που είχε αναπτύξει ο Ανδρόνικος σχετικά με την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των μακεδονικών ταφικών μνημείων, ενώ την επόμενη χρονιά ακολουθούν και άλλοι τάφοι στην ίδια περιοχή. Το 1990 ξεκίνησε την ανασκαφή του «Μητρώου» (Ιερό της Μητέρας των θεών)…

Κατοπινά χρόνια

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και φωτισμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, μετρώντας συνεχή παρουσία στην πνευματική ζωή της Ελλάδας. Τιμήθηκε εκτεταμένα για το έργο του και έλαβε αναρίθμητους επαίνους και διακρίσεις, διατελώντας πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του εθνικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής της UNESCO, μέλος και πρόεδρος του αρχαιολογικού συμβουλίου και ισόβιος εταίρος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Το 1980 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τον Μάρτιο του 1992, λίγες μέρες πριν φύγει από τον κόσμο, η ελληνική πολιτεία τίμησε τον κορυφαίο αρχαιολόγο με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Ο Ανδρόνικος διαχειρίστηκε υποδειγματικά ένα πολύπλευρο και πολυσήμαντο εύρημα, φρόντισε για την προστασία και την ανάδειξή του και μάγεψε το ευρύ κοινό με τις ανακαλύψεις του, διατηρώντας πάντα στο ακέραιο το ακαδημαϊκό ήθος και την επιστημονική σεμνότητα που προσιδιάζουν στους μεγάλους άντρες.

Έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1992 αναγνωρισμένος από την πολιτεία, το κοινό, ακόμα και τους επιστημονικούς αντιπάλους του. Στο «Χρονικό της Βεργίνας», ένα μόνο σύγγραμμα από την πλούσια εργογραφία του, παρατηρούσε για την ανακάλυψη που συγκλόνισε την οικουμένη: «Δεν φαντάζομαι να έχει γίνει δεκτή ποτέ άλλοτε μια αρχαιολογική ανακοίνωση με τόσο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήταν φανερό πως τα ευρήματα λειτουργούσαν κιόλας πολύ πέρα από την αυστηρά επιστημονική περιοχή. Για μιαν ακόμη φορά, ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου είχε αγγίξει τις καρδιές των Μακεδόνων. Και όχι μόνο αυτών»…

Πηγή: Newsbeast 30/04/2015


Πηγή: H Μηχανή του Χρόνου

Điện Biên Phủ

Điện Biên Phủ

 

Η πολιορκία του Điện Biên Phủ διήρκεσε 57 ημέρες (13 Μαρτίου – 7 Μαΐου 1954) και ισοδυναμεί με το τέλος της γαλλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Πρόκειται για την κορυφαία και συνάμα τελευταία ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα της Ινδοκίνας και τις δυνάμεις του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος  Việt Minh. Πρόθεση των Γάλλων ήταν να παρασύρουν τους αντιπάλους τους, οι οποίοι επιδίδονταν σε έναν ανορθόδοξο πόλεμο φθοράς εκμεταλλευόμενοι την άριστη γνώση της μορφολογίας του εδάφους και των κλιματικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής, σε μια και μόνη αποφασιστική αναμέτρηση, με σκοπό να τους συντρίψουν χάρη στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή τους σε τεχνολογία και ισχύ πυρός. Προκειμένου να εκπληρώσουν τον αντικειμενικό τους στόχο, πίστευαν πως αρκούσε να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων τους μέσω του γειτονικού Λάος εξαναγκάζοντάς τους, με τον τρόπο αυτό, σε μια αναμέτρηση σε ανοικτό έδαφος και με γνώμονα τους κανόνες ενός τακτικού πολέμου. Με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν το φθινώπορο του 1953 στην κατασκευή ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου στη θέση  Điện Biên Phủ, κοντά στα σύνορα με το Λάος. Η βάση του  Điện Biên Phủ βρισκόταν βαθειά απομονωμένη εντός του εχθρικού εδάφους. Καθώς τα στρατεύματα του  Việt Minh στερούνταν παντελώς αεροπορίας και αντιαεροπορικού πυροβολικού (αυτή, τουλάχιστον, ήταν η εκτίμηση της γαλλικής στρατιωτικής ηγεσίας), ο ανεφοδιασμός του περιχαρακωμένου στρατοπέδου θα διενεργούνταν αποκλειστικά από αέρος. Ο παραπάνω σχεδιασμός ανατράπηκε πλήρως, όταν η γαλλική φρουρά βρέθηκε περικυκλωμένη από υπεράριθμες δυνάμεις και βαρύ πυροβολικό (συμπεριλαμβανομένων και αντιαεροπορικών μονάδων), που μεταφέρθηκε μέσα από δύσβατα μονοπάτια της πυκνής ζούγκλας. Ο αιφνιδιασμός στις τάξεις των Γάλλων υπήρξε πλήρης, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν ούτε μια στιγμή να αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, περιοριζόμενοι σε έναν εφιαλτικό πόλεμο χαρακωμάτων, ο οποίος ενεργοποίησε μέσα τους σύνδρομα της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πτώση του  Điện Biên Phủ και η παράδοση σύσσωμης της φρουράς προκάλεσε κυβερνητική κρίση στη Γαλλία και επηρρέασε αποφασιστικά τις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, οι οποίες κατέληξαν, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ στον βορρά και του κράτους του Βιετνάμ στο νότο, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο. Μια δεκαετία αργότερα, οι ΗΠΑ υπέπεσαν σε ανάλογα σφάλματα υπεροψίας και υπέρμετρης αλαζονείας, έχοντας απέναντι τον ίδιο ακριβώς αντίπαλο. Το τίμημα και η τελική έκβαση είναι γνωστά.

 Η Γαλλική Ινδοκίνα

Η Γαλλική Ινδοκίνα (Union indochinoise), ιδρύθηκε το 1887 ενσωματώνοντας στους κόλπους της, όλες τις γαλλικές κτήσεις της Άπω Ανατολής από το 1858 και μετά. Πρόκειται για την αποικία της Cochinchine (νότιο τμήμα της σημερινής Δημοκρατίας του Βιετνάμ), τα προτεκτοράτα του Αννάμ και του Τονκίνου (κεντρικό και βόρειο τμήμα αντίστοιχα), της Καμπότζης και του Λάος, το οποίο αποσπάσθηκε από το γειτονικό Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη). Σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της, η Ινδοκίνα ουδέποτε λειτούργησε ως χώρος μαζικού εποικισμού, αλλά ως ζώνη οικονομικής εκμετάλλευσης χάρη στις πλούσιες πρώτες ύλες, που διέθετε και με τις οποίες τροφοδοτούσε ακατάπαυστα τη Μητρόπολη. Έτσι εξηγείται ο μικρός, σχετικά, αριθμός Γάλλων εποίκων, οι περισσότεροι εκ των οποίων στελέχωναν την αποικιακή διοίκηση ή επιδίδονταν σε επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες. Όσο δε για τον αυτόχθονα πληθυσμό, πέρα από μια υποτυπώδη αλλά εύπορη αστική τάξη, το μεγαλύτερο μέρος ζούσε κάτω από σκληρές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η αποικιακή διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με περιοδικές εξεγέρσεις, ειδικότερα στην περιοχή του σημερινού Βιετνάμ. Η σημαντικότερη από τις εξεγέρσεις αυτές υπήρξε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Việt Minh, κομμουνιστικής απόκκλισης, το οποίο εκμεταλλεύθηκε το 1945 το κενό, που άφησε πίσω της η ιαπωνική κατοχή έως ότου αποκατασταθούν οι γαλλικές διοικητικές αρχές. Σημειωτέον πως από το 1949 και κατόπιν, το  Việt Minh έχαιρε της ηθικής και υλικής υποστήριξης της Μαοϊκής Κίνας, με την οποία οι περιοχές, που είχε θέσει υπό έλεγχο, διέθεταν εκτεταμένα σύνορα.  Στη συνείδηση του γαλλικού λαού, πάντως, η Ινδοκίνα για πολλά χρόνια εθεωρείτο υπόδειγμα αποικιακού μεγαλείου, κύρους και ισχύος. Προφανώς για το λόγο αυτό της δόθηκε η προσωνυμία  “μαργαριτάρι της αυτοκρατορίας” (Perle de l’ Empire) κατά το πρότυπο της Ινδίας  (“πετράδι του στέμματος” – Jewel of the Crown). Για τον ίδιο λόγο η απώλειά της και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συντελέστηκε, στοίχισαν τόσο ακριβά σε μια γαλλική κοινωνία , που δεν είχε καταφέρει να απαλλαγεί από το στίγμα  του Vichy και η οποία, την ίδια εποχή, αντιμετώπιζε ανάλογους κραδασμούς στις βορειοαφρικανικές της κτήσεις.

Η κατάκτηση του Τονκίνου και η δημιουργία της Γαλλικής Ινδοκίνας το 1887.
Κεντρική αρτηρία του Ανόι στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο βάθος διακρίνεται το κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου.
Το pousse-pousse, δημοφιλές μέσο μετακίνησης.
Το ξενοδοχείο Saigon Palace.
Προτροπή για εθελοντική κατάταξη στον αποικιακό στρατό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυτικό απόσπασμα επανδρωμένο με αυτόχθονες
Η ιαπωνική κατοχή (1940-1945)

Ο πόλεμος της Ινδοκίνας (1946 – 1954)

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιάπωνες, παρά το γεγονός ότι εγκατέστησαν ένα προτεκτοράτο στην Ινδοκίνα, διατήρησαν τη γαλλική διοίκηση  έως το 1945 και αρκέστηκαν στην κατασκευή και χρήση στρατιωτικών βάσεων. Από το 1941 ωστόσο, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του Βιετνάμ (Việt Minh), το οποίο εστρέφετο εξίσου και κατά των Γάλλων του Vichy. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, την επομένη ακριβώς της συνθηκολόγησης της Ιαπωνίας, ο ηγέτης του  Việt Minh,  Hồ Chí Minh ανακύρηξε στο Ανόι την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ. Ωστόσο, στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ (Αύγουστος 1945), είχε αποφασιστεί ανάμεσα στους νικητές του πολέμου η στρατιωτική κατοχή της Ινδοκίνας. Κατόπιν τούτου, στο βορρά (Τονκίνο) εγκαταστάθηκαν δυνάμεις της εθνικιστικής Κίνας, ενώ ο νότος, η Καμπότζη και το Λάος περιήλθαν στον έλεγχο των Βρετανών. Από το τέλος Σεπτεμβρίου, οι Βρετανοί άρχισαν να εξοπλίζουν τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν νωρίτερα αφοπλιστεί από τους Ιάπωνες. Επιπρόσθετα, κατέφθασε από τη Μητρόπολη ένα Εκστρατευτικό Σώμα, υπό τον στρατηγό Leclerc de Hauteclocque. Με τον τρόπο αυτό, η Γαλλία ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της Ινδοκίνας. Δεν είχε αντίρρηση να εκχωρήσει πολιτική αυτονομία στο σύνολο των κτήσεών της στην Άπω Ανατολή, υπό την προϋπόθεση πως οι τελευταίες θα προσχωρούσαν στη λεγόμενη Γαλλική Ένωση (Union Française). Τον Μάρτιο του 1946, υπογράφηκε στο Παρίσι η σχετική συμφωνία ανάμεσα στον  Hồ Chí Minh και τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του Félix Gouin.

Μάρτιος 1946. Ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Việt Minh, Hồ Chí Minh στο Παρίσι, διαπραγματεύεται την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Δίπλα του εικονίζεται ο εντολοδόχος της γαλλικής κυβέρνησης Maurice Moutet, πρώην υπουργός Αποικιών.

Η όλη κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα με ευθύνη αμφοτέρων των πλευρών. Οι ακραίοι κύκλοι του Việt Minh, ανέχονταν ολοένα και λιγότερο την παρουσία των Γάλλων, ενώ οι τελευταίοι, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Μαρτίου, ανακήρυξαν στο νότο μια Δημοκρατία του Βιετνάμ, η οποία, με ηγέτη τον πρώην αυτoκράτορα του Αννάμ,  Bao-Daï , προσχώρησε στη Γαλλική Ένωση. Τον Νοέμβριο, μια σειρά εκτρόπων σε βάρος της γαλλικής παροικίας της Haiphong, επινείου του Ανόι, οδήγησε στον βομβαρδισμό της πόλης από το πολεμικό ναυτικό. Στις 19 Δεκεμβρίου 1946, στο Ανόι, το Việt Minh προχώρησε σε ανοικτή εξέγερση, σηματοδοτώντας την έναρξη του πολέμου της Ινδοκίνας. Από την αρχή διαφάνηκε ανάγλυφα η αναντιστοιχία και η διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη. Καλά εξοπλισμένο, το γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα επέμενε να διεξαγάγει επιχειρήσεις με συνθήκες τακτικού πολέμου, σαν να επρόκειτο να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, που λειτουργούσε με ανάλογα δεδομένα. Αντ’ αυτού, είχε απέναντί του έναν εχθρό, άρτια εξασκημένο σε συνθήκες ανορθόδοξου πολέμου, ο οποίος κατάφερνε επιλεγμένα πλήγματα, προτού αποσυρθεί μέσα στην προστασία της ζούγκλας. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η είσπραξη μιας σειράς αποτυχιών μεταξύ των ετών 1950 και 1953 (μάχη της αποικιακής οδού αρ.4, μάχη της Cao Bang, μάχη της Hoa Binh), που κατέστησαν το  Việt Minh ουσιαστικό κυρίαρχο των βορείων επαρχιών, κατά μήκος των συνόρων με την κομμουνιστική Κίνα. Με μοναδική εξαίρεση την πόλη του Ανόι και το Δέλτα του Ερυθρού ποταμού, ολόκληρο το υπόλοιπο Τονκίνο είχε περιελθει υπό τον έλεγχο των επαναστατών. Η άφιξη στην Ινδοκίνα του στρατηγού Henri Navarre, συνέπεσε με τον σχεδιασμό μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων (κωδικές ονομασίες Hirondelle, Brochet και Mouette), με στόχο την ανάκτηση του απωλεσθέντος ελέγχου στην ευαίσθητη, από στρατηγικής απόψεως, βόρεια περιοχή. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά έως μηδαμινά. Περί το τέλος του 1953, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση του τρόπου εκείνου, που θα παρέσυρε τις δυνάμεις του Việt Minh έξω από τις κρυψώνες τους και θα τις εξανάγκαζε στην πολυπόθητη αποφασιστική αντιπαράθεση σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι διέθεταν αναμφίβολα την υπεροπλία.

Ο στρατηγός Henri Navarre (στο κέντρο), διοικητής των γαλλικών στρατευμάτων στην Ινδοκίνα, εικονίζεται με το επιτελείο του τον Ιούνιο του 1953
Ναυτική περίπολος στο Δέλτα του Ερυθρού ποταμού (Sông Hοng)
Η επιχείρηση “Χελιδόνι” (Hirondelle) στην περιοχή Lang Son, Ιούλιος 1953.

Η επιχείρηση “Castor” και η πολιορκία του  Điện Biên Phủ

Η επιχείρηση “Castor”.

Τον Οκτώβριο του 1953, ο στρατηγός  Võ Nguyên Giáp, διοικητής του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εγκατέλειψε κάθε προοπτική κατάληψης του Δέλτα του Τονκίνου. Οι στρατηγικές του προτεραιότητες στράφηκαν προς τον έλεγχο του βορείου τμήματος του Λάος, γεγονός, το οποίο θα του επέτρεπε να παρακάμψει τις γαλλικές θέσεις και δημιουργώντας έναν συνεχή διάδρομο ανεφοδιασμού με αφετηρία τα σύνορα με την κομμουνιστική Κίνα, να πλήξει την κεντρική και νότια Ινδοκίνα. Πληροφορούμενοι εγκαίρως το παραπάνω σχέδιο, οι Γάλλοι αποφάσισαν να προλάβουν τη θέση σε εφαρμογή του καταλαμβάνοντας την κομβικής στρατηγικής σημασίας θέση του  Điện Biên Phủ, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη μεθόριο με το βόρειο Λάος. Ο έλεγχος του  Điện Biên Phủ μπορούσε να αποβεί διπλά οφέλιμος. Εκτός από την παρεμπόδιση μιας εισβολής  Việt Minh εντός του εδάφους του Λάος, ήταν σε θέση να προκαλέσει προβλήματα στον ανεφοδιασμό και στην ανάπτυξη του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εξαναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την τακτική του ανταρτοπολέμου και να επιδιώξει μια αναμέτρηση απελπισίας σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι υπερείχαν σε οπλισμό και ισχύ πυρός. Η επιχείρηση “Κάστορας” (Castor), δηλαδή η κατάληψη του Điện Biên Phủ από αέρος και η δημιουργία επιτόπου ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με γνώμονα την πεποίθηση πως ο αντίπαλος στερείτο παντελώς αεροπορίας (είναι γεγονός) και αντιαεροπορικού οπλισμού (ως προς το σημείο αυτό, οι πληροφορίες των Γάλλων αποδείχθηκαν αργότερα εσφαλμένες). Οι πρώτες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών έπεσαν το πρωί της 20ης Νοεμβρίου 1953, διαθέτοντας κάλυψη από βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Στις τάξεις του Việt Minh ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης και εντός 48 ωρών εξαρθρώθηκε κάθε μορφής αντίσταση. Δίχως χρονοτριβή, το μηχανικό κατασκεύασε έναν διάδρομο προσγείωσης (αργότερα κατασκευάστηκε και ένας εφεδρικός), με αποτέλεσμα πέντε ημέρες, μόλις, έπειτα από την έναρξη της επιχείρησης Castor, να μπορέσει να προσγειωθεί το πρώτο αεροπλάνο. Έκτοτε, και μέχρι την έναρξη της μάχης (13 Μαρτίου 1954), ο ανεφοδιασμός του  Điện Biên Phủ υπήρξε ακατάπαυστος.

Προκειμένου να μπορέσει κανείς να κατανοήσει την εξέλιξη και την έκβαση της μάχης του  Điện Biên Phủ είναι απαραίτητο να επικεντρώσει την προσοχή του σε ορισμένες θεμελιώδεις παραμέτρους. Πρώτη από αυτές δεν είναι η στρατηγική σημασία της περιοχής (αυτή είναι ούτως ή άλλως δεδομένη), αλλά η μορφολογία του εδάφους της τελευταίας. Το  Điện Biên Phủ είναι μια λεκάνη, η οποία περιβάλλεται από οκτώ συν ένα υψώματα, ο έλεγχος των οποίων ήταν επιτακτικός για την ασφάλεια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου και των δυο διαδρόμων προσγείωσης-απογείωσης. Το καθένα από τα παραπάνω υψώματα έφερε το όνομα μιας από τις ερωμένες του διοικητή της βάσης, στρατηγού Christian de Castries. Τα πρώτα οκτώ (Gabrielle, Béatrice, Dominique, Éliane, Claudine, Huguette, Françoise, Anne-Marie), σχημάτιζαν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον κύριο διάδρομο προσγείωσης. Το ένατο ύψωμα (Isabelle), δέσποζε πάνω από τον εφεδρικό διάδρομο. Αναμφίβολα, η ύπαρξη τόσων πολλών εδαφικών ανωμαλιών δυσχέραινε την προσέγγιση των αεροσκαφών. Από την άλλη πλευρά όμως, η πεποίθηση των Γάλλων περί του απόρθητου των υψωμάτων και της παντελούς έλλειψης του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ σε αντιαεροπορικό οπλισμό, καθιστούσε, σύμφωνα πάντοτε με τον σχεδιασμό τους, λειτουργικό τον ομφάλιο λώρο, δηλαδή τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό του περιχαρακωμένου στρατοπέδου από αέρος. Άλλωστε, η προοπτική σχετικά με το  Điện Biên Phủ δεν ήταν να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών.

Η λεκάνη του Điện Biên Phủ.
Οι δυο διάδρομοι προσγείωσης και τα γύρω υψώματα.

Η δεύτερη (και κυριότερη) παράμετρος για την κατανόηση των όσων επακολούθησαν, είναι η οπτική  του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εφόσον, επί 57 ημέρες, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου εξαναγκάστηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Ευθύς εξαρχής, αντικειμενικός στόχος του Giap υπήρξε η αντίπαλη αεροπορία. Σε βάρος της τελευταίας συγκέντρωσε τα πυρά του, γνωρίζοντας καλά (όπως, άλλωστε, και ο Castries), πως η αερογέφυρα, η οποία συνέδεε το  Điện Biên Phủ με τα μετόπισθεν, αποτελούσε το κρίσιμο διακύβευμα, συνάμα δε και την αχίλλειο πτέρνα των Γάλλων. Άλλωστε, οι επιλογές του ήταν εμφανείς προτού καν ξεκινήσει η πολιορκία. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1954, ομάδες δολιοφθορέων του  Việt Minh παρείσφρησαν σε αεροπορικές βάσεις στο Δέλτα του Τονκίνου, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Οι επόμενες κινήσεις επιβεβαίωσαν ότι κύρια προτεραιότητα του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ ήταν το αεροπορικό δυναμικό (βομβαρδιστικά και μεταγωγικά αεροσκάφη) των Γάλλων. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή της έναρξης της πολιορκίας, τα πυρά των Βιετναμέζων επικεντρώθηκαν εναντίον των υψωμάτων, τα οποία βρίσκονταν στο βόρειο άκρο του κυρίου διαδρόμου προσγείωσης. Από την πρώτη κιόλας ημέρα (13 Μαρτίου), η γαλλική αεροπορική διοίκηση επέστησε την προσοχή των πληρωμάτων των αεροσκαφών στον κίνδυνο, που ενείχε, πλέον, η προσέγγιση του  Điện Biên Phủ. Ο μύθος περί απρόσκοπτου ανεφοδιασμού καταρρίφτηκε ταχύτατα. Ο Giap είχε συνειδητοποιήσει πως το μυστικό της επιτυχίας ήταν η απαγόρευση του εναερίου χώρου στους Γάλλους. Ο Λαϊκός Στρατός του Βιετνάμ δεν είχε αεροπλάνα προκειμένου να αντιτάξει. Διέθετε, ωστόσο, αντιαεροπορικό οπλισμό (τον είχαν εγκαταλείψει οι Ιάπωνες το 1945), τον οποίο εγκατέστησε στα υψώματα  Béatrice και  Gabrielle, μόλις αυτά  κυριεύτηκαν τις νύκτες της 13ης και 14ης Μαρτίου αντίστοιχα. Ήδη από τις δυο πρώτες ημέρες, όχι μόνο ο εναέριος χώρος αλλά και ο ίδιος ο διάδρομος προσγείωσης βρέθηκαν εντός του βεληνεκούς του εχθρικού πυροβολικού. Τις συνέπειες υπέστησαν και τα αεροσκάφη, που ήταν σταθμευμένα εντός της βάσης και τα οποία αποτελούσαν, πλέον, ιδανικό στόχο. Η αναπάντεχη απώλεια των δυο υψωμάτων προκάλεσε κρίση ηθικού στις τάξεις των Γάλλων, καθώς μπροστά στα μάτια τους καταρρίφτηκε και ένας δεύτερος μύθος. Ο μύθος περί του απόρθητου περιχαρακωμένου στρατοπέδου. Στις 15 Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Charles Piroth, διοικητής του συνόλου των μονάδων πυροβολικού, αυτοκτόνησε μέσα στο καταφύγιό του. Ο συνταγματάρχης Keller, επιτελάρχης του Castries, εκκενώθηκε στα μετόπισθεν με βαριάς μορφής νευρικό κλονισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η χαμηλή νέφωση και οι ισχυρές καταιγίδες (σύνηθες φαινόμενο σε εποχή μουσώνων), καθήλωσαν τη γαλλική αεροπορία στο έδαφος. Στις 17 Μαρτίου, έπεσε και το τρίτο ύψωμα (Anne-Marie). Μέσα σε μια εβδομάδα, οι δυνάμεις του Giap ήταν κυρίαρχες της πρόσβασης από βορρά.

Ρίψη αλεξιπτωτιστών στον κεντρικό τομέα του Điện Biên Phủ.
Γαλλικό πυροβολικό καλύπτει τον κύριο διάδρομο προσγείωσης.
Στρατιώτες Việt Minh στα χαρακώματα γύρω από τις γαλλικές θέσεις
Ο στρατηγός Christian de Castries, διοικητής του περιχαρακωμένου στρατοπέδου (κάτω) και ο λοχαγός François Pichelin, από τα πρώτα θύματα στο ύψωμα Dominique, όταν αυτό καταλήφθηκε από τους Việt Minh
Η εκκένωση των τραυματιών.

Την απώλεια των τριών πρώτων υψωμάτων διαδέχθηκε ένα δεκαπενθήμερο σχετικής ηρεμίας, κατά τη διάρκεια του οποίου η κάθε πλευρά προχώρησε σε ανασύνταξη των δυνάμεών της. Ο Giap αναπλήρωσε τις δικές του, που είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες. Οι Γάλλοι ενέτειναν τους ρυθμούς ανεφοδιασμού, αποστολής ενισχύσεων και εκκένωσης των τραυματιών. Η προσέγγιση από αέρος δυσχέραινε ολοένα και περισσότερο, οι δε προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροσκαφών πραγματοποιούνταν υπό τα σφοδρά πυρά του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ. Στο τέλος Μαρτίου, ο διάδρομος προσγείωσης αχρηστεύτηκε πλήρως. Το τελευταίο αεροσκάφος κατάφερε να απογειωθεί στις 27 του μήνα. Κατόπιν τούτου, οι προσπάθειες στράφηκαν προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του άξονα, ο οποίος συνέδεε τον εφεδρικό διάδρομο με την πρόσβαση, από νότο, του περιχαρακωμένου στρατοπέδου, ειδικότερα δε, την οργάνωση της άμυνας του υψώματος Isabelle. Η όλη επιχείρηση κόστισε ακριβά σε ανθρώπινες ζωές, δίχως πρακτικό αποτέλεσμα. Το ύψωμα Isabelle άντεξε μέχρι τέλους, πλήρως αποκομμένο, ωστόσο, από την υπόλοιπη βάση. Η όποια λειτουργία του εφεδρικού διαδρόμου δεν είχε, πλέον, κανένα νόημα με αυτά τα δεδομένα. Με την είσοδο του Απριλίου, το στρατόπεδο του  Điện Biên Phủ ήταν απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Ο ανεφοδιασμός εξακολουθούσε να συντελείται μέσω ρίψεων από μεγάλο ύψος, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος του υλικού να πέφτει πίσω από τις γραμμές του αντιπάλου. Η εκκένωση των τραυματιών ήταν αδύνατη, ενώ οι σοβαρές ελλείψεις σε ιατροφαρμακευτική υποδομή καθιστούσαν το όλο πρόβλημα ασύγκριτα πιο οξύ και δραματικό.

Οι δυο ήρωες του Điện Biên Phủ. Ο αντισυν/ρχης Marcel Bigeard (πάνω), υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση τα υψώματα Éliane 1 και 2. Ο συν/ρχης Pierre Langlais ανέλαβε την τελευταία στιγμή τον μεγάλης στρατηγικής σημασίας κεντρικό τομέα, έπειτα από την απομάκρυνση του επιτελάρχη συν/ρχη Keller, που εκκενώθηκε λόγω νευρικού κλονισμού και την αυτοκτονία του συν/ρχη Piroth, διοικητή των μονάδων πυροβολικού. Οι Bigeard και Langlais συντόνισαν τις προσπάθειές τους άψογα και υπερασπίστηκαν τις θέσεις τους ως το τέλος. Αμφότεροι αιχμαλωτίστηκαν μετά από την παράδοση.

Στις 30 Μαρτίου, ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος των συγκρούσεων, η ονομαζόμενη “μάχη των πέντε υψωμάτων”. Ένα προς ένα, όλα τα υψώματα καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του  Việt Minh, με εξαίρεση την Éliane, η οποία αντιστάθηκε μέχρι τέλους, καταφέροντας σημαντικές απώλειες στον αντίπαλο. Οι προσπάθειες των Γάλλων για ανακατάληψη της Dominique (του υψηλότερου από όλα τα υψώματα), απέτυχαν, επίσης με μεγάλο κόστος. Επρόκειτο για έναν ανελέητο πόλεμο χαρακωμάτων, τον οποίο  ο Castries περιέγραψε με εύστοχο τρόπο: “Το  Điện Biên Phủ είναι ένα είδος Verdun, χωρίς στρατηγικό βάθος και δίχως την Ιερά Οδό [τον οδικό άξονα, που διασφάλιζε την επικοινωνία με τα μετόπισθεν]”. Εντός του Απριλίου, η γαλλική πολεμική αεροπορία προέβη σε βομβαρδισμούς με εμπρηστικές βόμβες (napalm), όποτε το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Οι σκληρές μάχες σώμα με σώμα, οδήγησαν αρκετούς Γάλλους σε λιποταξία. Οι τελευταίοι αναζήτησαν καταφύγιο στη γύρω ζούγκλα. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι βαρειές απώλειες ανάγκασαν τον Giap να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους μεγάλο αριθμό διοικητών μονάδων. Με την είσοδο του Μαΐου, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου είχε υπερβεί κάθε όριο αντοχής. Μπροστά στη διαφαινόμενη πανωλεθρία, η στρατιωτική ηγεσία της Ινδοκίνας κατέβαλε μια ύστατη προσπάθεια. Οργάνωσε την αποστολή μιας δύναμης διάσωσης 2.000 ανδρών, με αφετηρία το βόρειο Λάος (επιχείρηση D από τη λέξη Desperado). Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του εχθρού και ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων. Δυστυχώς, όταν η δύναμη D έφτασε πλησίον του  Điện Biên Phủ, η φρουρά είχε ήδη παραδοθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εντοπίσει καμιά εκατοστή λιποτάκτες, οι οποίοι είχαν κρυφτεί μέσα στη ζούγκλα.

Ο πόλεμος των χαρακωμάτων
Το τέλος της πολιορκίας (7 Μαϊου 1954). Η σημαία του Việt Minh κυματίζει στα γαλλικά χαρακώματα
Ο δρόμος προς την αιχμαλωσία. Από ένα σύνολο 11.720, μόνο οι 3.920 επαναπατρίστηκαν τέσσερις μήνες αργότερα, εκ των οποίων 853 βαριά τραυματίες. Οι υπόλοιποι έχασαν τη ζωή τους από τραύματα, εξάντληση, ασθένειες και απόγνωση
Η αναφορά στον γαλλικό Τύπο
Ο νικητής του Điện Biên Phủ, στρατηγός Võ Nguyên Giáp (1911-2013).

Η πολιτική έκβαση

Στις 26 Απριλίου 1954, κι ενώ η πολιορκία του Điện Biên Phủ είχε εισέλθει στο τελικό στάδιο, ξεκίνησαν στη Γενεύη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης για την επίλυση των ζητημάτων της Άπω Ανατολής (Κορέα, Ινδοκίνα). Συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών John Foster Dulles (ΗΠΑ), Vyacheslav Molotov (ΕΣΣΔ),  Anthony Eden (Μεγ. Βρετανία),  Georges Bidault και μετά την κυβερνητική μεταβολή, Pierre  Mendès-France (Γαλλία),  Zhou Enlai (Κίνα). Ως συνέπεια της παράδοσης του  Điện Biên Phủ, η κυβέρνηση του Παρισιού υπέγραψε μια σειρά πράξεων με το  Việt Minh. Σύμφωνα με αυτές, δεσμεύτηκε να αποσύρει το σύνολο των στρατιωτικών και ναυτικών της δυνάμεων από την Ινδοκίνα. Στη θέση της τελευταίας δημιουργήθηκαν δυο προσωρινά κράτη του Βιετνάμ, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο και μια αποστρατικοποιημένη ζώνη βάθους 5 χλμ. ανάμεσά τους. Το βόρειο τμήμα, με πρωτεύουσα το Ανόι, περιερχόταν στο  Việt Minh, το δε νότιο, με πρωτεύουσα τη Σαϊγκόν και πρόεδρο τον πρώην αυτοκράτορα του Αννάμ  Bao Dai, είχε φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ο λαός του Βιετνάμ θα αποφάσιζε για το μελλοντικό πολίτευμα της ενοποιημένης χώρας μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος, η διεξαγωγή του οποίου ορίστηκε εντός του 1956. Το Σύμφωνο της Γενεύης έθεσε τέλος στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Έναν πόλεμο διάρκειας οκτώ ετών, που στοίχισε στη Γαλλία 92.000 νεκρούς (εκ των οποίων 30.000 Αφρικανοί και Λεγεωνάριοι των Ξένων), 114.000 τραυματίες και 30.000 αιχμαλώτους. Στις τάξεις των αντιπάλων, οι απώλειες ανέρχονταν σε 500.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι ΗΠΑ αποστασιοποιήθηκαν από την τελική πράξη της Γενεύης, διατηρώντας το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης σε περίπτωση κομμουνιστικής επίθεσης. Το  Việt Minh διέθετε ισχυρά ερρείσματα στο νότο και αποτελούσε ευθεία απειλή για το καθεστώς της  Σαϊγκόν. Ο πρωθυπουργός του τελευταίου,  Ngo Dinh Diem, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις σχετικά με τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό, εκμηδενίστηκαν οι προοπτικές για μια ειρηνική ενοποίηση. Το χάσμα ανάμεσα στα δυο κράτη του Βιετνάμ άρχισε να γίνεται αγεφύρωτο. Κατάσταση, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει, κατά τη δεκαετία του ’60, τις εξελίξεις σε έναν δεύτερο πόλεμο, ακόμα πιο αιματηρό, με την ενεργό εμπλοκή των ΗΠΑ. Για τη Γαλλία, η απαλλαγή από το φορτίο της Ινδοκίνας αποδείχτηκε βραχύβια. Την 1η Νοεμβρίου του ιδίου έτους (1954), ξεκίνησε ο πόλεμος της Αλγερίας.

Οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης.
Η υπογραφή της τελικής πράξης (20 Ιουλίου 1954). Στο κέντρο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Pierre Mendès-France.
Εκκένωση πληθυσμών από το βόρειο προς το νότιο Βιετνάμ (Αύγουστος 1954).
Η είσοδος των δυνάμεων Việt Minh στο Ανόι (12 Οκτωβρίου 1954).

Η μνήμη

Το πάρκο της μνήμης
Γαλλικό άρμα Μ-24 Bison
Στρατιωτικό κοιμητήριο στο Điện Biên Phủ
Η επάνοδος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης.

Two Vietnam Wars: The French War (1/2)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Erwan Bergot, Les 170 jours de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1992.

– Erwan Bergot, Convoi 42 – La marche à la mort des prisonniers de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1986.

– Marcel Bigeard, Ma guerre d’Indochine, Hachette, 1994

– Bernard B.Fall , The Viet-Minh Regime, 1954.

– Bernard B. Fall., The Two Vietnams. A Political and Military Analysis, Praeger, 1965.

– André Galabru, La victoire avortée, Atlante Éditions, 2004.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 1, La résistance encerclée, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 2, Le chemin menant à Diên Biên Phu, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 3, Diên Biên Phu le rendez-vous historique, Anako, 2004.

– Frédéric Guelton,  La bataille de Điện Biên Phủ – De l’opération Castor à la libération des camps, Soteca, 2014.

– Pierre Langlais, Diên Biên Phu, France Empire, 1963.

– Henri Navarre, Le temps des vérités, Plon, 1979.

– Jules Roy, La bataille de Dien Bien Phu, Julliard, 1963, Albin Michel, 1989.

– Alain Ruscio et Serge Tignères, Dien Bien Phu, Mythes et réalités 1954-2004, Les Indes Savantes, 2005.

– Ban tổng kết-biên soạn lịch sử, BTTM, Lịch sử Bộ Tổng tham mưu trong kháng chiến chống Pháp 1945-1954, Ha Noi, Nhà xuất bản Quân Đội Nhân Dân, 1991, p. 799 (Service Historique de L’État Major, L’Histoire de L’État Major dans la Guerre de Résistance contre La France 1945-1954, Ha Noi, Éditions Armée Populaire, 1991).

– Ted Morgan, Valley of death. The tragedy at Dien Bien Phu that led America into the Viêt Nam war, Random House, 2010.

– John R.Nordell , The undetected enemy. French and American miscalculations in Diên Biên Phu, 1953, Texas A&M University Press, 1995.

– Martin Windrow, The last valley. Dien Bien Phu and the french defeat in Viêt Nam, Weidenfeld & Nicolson, 2004.

– Philippe de Maleissye, La vallée perdue, Indo-Éditions, 2013.

– Mirmont Franck, en collaboration avec Heinrich Bauer, Jean Carpentier, Jean Guêtre, Pierre Latanne, Bernard Ledogar, Jean-Louis Rondy, Les chemins de Diên Biên Phu, Nimrod, 2015.

–  Diên Biên Phu, Dossier de la Revue Guerres mondiales et Conflits contemporains, No 211, Juillet-Septembre 2003, p. 3-121.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Điện Biên Phủ, 1992, σκηνοθεσία Pierre Schoendoerffer

Ο σκηνοθέτης μεταφέρει προσωπικό βίωμα, καθώς πολέμησε στη μάχη του Điện Biên Phủ ως εικονολήπτης  της Κινηματογραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Τραυματίστηκε στις 13 Μαρτίου 1954 και στάλθηκε στα μετόπισθεν. Μια εβδομάδα αργότερα, επέστρεψε πέφτοντας με αλεξίπτωτο, προκειμένου να αποθανατίσει την τελική αναμέτρηση, καθώς δεν υπήρχε άλλος εικονολήπτης επιτόπου. Το μεγαλύτερο μέρος από τα στιγμιότυπα, τα οποία αποθανάτισε, κατασχέθηκαν από τους  Việt Minh. Τα λίγα που πρόλαβε να στείλει στα μετόπισθεν αποτελούν, σήμερα, τη μοναδική κινηματογραφική μαρτυρία της πολιορκίας και της πτώσης του Điện Biên Phủ. Κατά τη στιγμή της παράδοσης βρισκόταν δίπλα στους Bigeard και Langlais. Μετά την απελευθέρωσή του, κάλυψε τον πόλεμο του Βιετνάμ ως ανταποκριτής αμερικανικών εντύπων. Η ταινία είναι μια υπερπαραγωγή με υψηλό προϋπολογισμό, από τις καλύτερες του είδους. Πολλά από τα εξωτερικά πλάνα γυρίστηκαν επιτόπου, με τη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας και του Βιετνάμ.

13 Μαρτίου 1954. Η έναρξη της μάχης

Η τελευταία σκηνή


Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα: Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα

Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

 

Το Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα της Clio Turbata εστιάζει, φέτος, σε είκοσι διεθνείς παραγωγές, που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1957 και 2014. Ορισμένες από αυτές υπήρξαν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, άλλες όχι. Άλλες άντλησαν έπμνευση από το ιστορικό παρελθόν της χώρας κι άλλες εστίασαν επάνω στη φυσική της ομορφιά. Άλλες (οι παλαιότερες χρονικά) διέπονται από σενάριο, το οποίο καθηλώνει τον θεατή, άλλες πάλι (οι πιο πρόσφατες) υιοθετούν την πρακτική του Χόλλυγουντ της Νέας Τάξης Πραγμάτων: παραγωγές κενές περιεχομένου, προορισμένες να αποβλακώσουν τον θεατή, επιστρατεύοντας ό,τι καλύτερο δύναται να διαθέσει η τεχνολογία της εικόνας και του ήχου προκειμένου να τον προσελκύσουν. Όπως και να έχει το ζήτημα, μέσω των ταινιών αυτών η Ελλάδα προβλήθηκε διεθνώς με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο, και αυτή, ακριβώς, την σπονδή στη χώρα μας επέλεξε το επιτελείο του ιστότοπου για να ευχηθεί ολόψυχα στους φίλους του κάθε καλό για τη νέα χρονιά που μπαίνει σε λίγο.

 

ΚΥΚΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

1. The Angry Hills (1959)

Πρόκειται για την πρώτη παραγωγή του Χόλλυγουντ, που γυρίστηκε στην Ελλάδα Η υπόθεση διαδραματίζεται λίγο πριν και αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς. Πρωταγωνιστής είναι ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται μια κατάσταση με σημαίνοντα ονόματα της ελληνικής αντίστασης. Για λόγους ασφαλείας την καταστρέφει, έχοντας αποστηθίσει προηγουμένως τα ονόματα. Η πρωτοβουλία αυτή δεν τον απαλλάσσει από το να βρεθεί στο στόχαστρο όλων των ενδιαφερομένων κύκλων: αρχών κατοχής, Γκεστάπο, αντιστασιακών οργανώσεων και συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών. Πρόκειται για μια καλογυρισμένη ταινία στην καλύτερη παράδοση των φιλμ νουάρ. Σκηνοθέτης είναι ο Robert Aldrich και πρωταγωνιστούν οι Robert Mitchum, Stanley Baker, Elisabeth Müller και Gia Scala.

O Robert Mitchum στην Αράχωβα, στη διάρκεια γυρίσματος της ταινίας.

 

Η τελευταία σκηνή του έργου. Στο βάθος διακρίνεται ο κινηματογράφος “Σπλέντιντ” του Πειραιά.

 

The Angry Hills – Trailer

2. The Guns of Navarone (1961)

Οι ηθοποιοί Stanley Baker και Gia Scala επανήλθαν στην Ελλάδα δυο χρόνια αργότερα για τις ανάγκες μιας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του πολεμικού κινηματογράφου.Το σενάριο του παραγωγού Carl Foreman στηρίχθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Alistair MacLean (1957), το οποίο είναι εμπνευσμένο, με τη σειρά του, από τη Μάχη της Λέρου, τον Νοέμβριο του 1943.  Το βιβλίο και η ταινία μοιράζονται την ίδια κεντρική πλοκή: τις προσπάθειες μίας ομάδας κομάντο να εξουδετερώσει ένα φαινομενικά απόρθητο γερμανικό οχυρό, που παρεμποδίζει και απειλεί τις νηοπομπές των Συμμάχων στο Αιγαίο Πέλαγος. Αν και το φανταστικό νησί του Ναβαρόνε υποτίθεται πως βρίσκεται στα Δωδεκάνησα, στη θέση του γεωγραφικού χάρτη που χρησιμοποιείται αντιστοιχούν τα Αντικήθυρα. Η ταινία ανήκει σε έναν κύκλο δαπανηρών παραγωγών με θέματα εμπνευσμένα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως οι εξίσου εμπορικές επιτυχίες The Bridge on the River Kwai (1957), The Longest Day (1962) και The Great Escape (1963). Γυρίστηκε εξολοκλήρου στη Ρόδο, υπό τα βλέμματα δημοσιογράφων από όλα τα πρακτορεία του κόσμου, μετατρέποντας το νησί σ’ ένα τεράστιο πλατό, με ευνόητο τουριστικό αντίκτυπο. Χαρακτηριστική υπήρξε η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης, που παρακολούθησαν από κοντά τη λήψη ορισμένων σκηνών.

H επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους της Ελλάδας στο χώρο του γυρίσματος.

Η διανομή των ρόλων είναι εντυπωσιακή: Gregory Peck, David Niven, Anthony Quinn, Anthony Quale, ενώ σε δευτερεύοντες στιγμιαίους ρόλους εμφανίζονται οι Richard Harris και James Robertson Justice. H χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους Gregory Peck και Anthony Quinn είναι απολαυστική. Η παρουσία της Ειρήνης Παππά σε πρωταγωνιστικό ρόλο σηματοδότησε την απαρχή της διεθνούς σταδιοδρομίας της. Σκηνοθέτης ήταν ο J. Lee Thomson και η πετυχημένη μουσική επένδυση ανήκε στον έμπειρο του είδους Dmitri Tiomkin. Οι ρόλοι των Γερμανών στρατιωτών καλύφθηκαν από στελέχη της Ελληνικής Χωροφυλακής, που προσφέρθηκαν εθελοντικά. Η επίσημη πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 27 Απριλίου 1961 στην αίθουσα Odeon Leicester Square του Λονδίνου, παρουσία της Βασίλισσας Ελισάβετ και του Δούκα του Εδιμβούργου.

 

The Guns of Navarone – “Εις τον αφρό της θάλασσας”

H ομάδα των σαμποτέρ αναζητεί καταφύγιο στο Ναό της Λίνδου.

The Guns of Navarone – Πως γυρίστηκε η ταινία 

3. Escape to Athena (1979)

Το αδύναμο σενάριο και η ανεπαρκέστατη σκηνοθεσία (George Pan Cosmatos) δεν υποκαθίστανται από τα ηχηρά ονόματα των ηθοποιών (Roger Moore, Telly Savalas, Elliot Gould, David Niven, Claudia Cardinale, Stefanie Powers και ο μουσικός, ηθοποιός και, αργότερα, πολιτικός Sonny Bono). O David Niven επιστρέφει στην Ελλάδα δεκαοκτώ χρόνια έπειτα από Τα κανόνια του Ναβαρόνε ενώ ο Roger Moore επρόκειτο να επανέλθει έπειτα από δυο χρόνια, το 1981, ως James Bond (βλ. παρακάτω) υποδυόμενος τον χαρακτήρα που τον καταξίωσε. H ταινία Escape to Athena γυρίστηκε και αυτή στη Ρόδο.

Από αριστερά προς δεξιά: Roger Moore, Stefanie Powers, Elliot Gould και David Niven.

Escape to Athena – Trailer

4. Fortunes of War (1987)

Fortunes of War είναι το τίτλος μιας τηλεοπτικής σειράς επτά ωριαίων επεισοδίων παραγωγής του BBC με πρωταγωνιστές την Emma Thompson και τον Kenneth Branagh. Πρόκειται για διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Olivia Manning. Παρακολουθεί την πορεία (και τη σχέση) ενός ζευγαριού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε τρία διαφορετικά μέρη: Ρουμανία, Ελλάδα, Αίγυπτο και Μέση Ανατολή γενικότερα. Το τέταρτο επεισόδιο διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Απριλίου 1941 και αποδίδει πιστά την ατμόσφαιρα διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου, κυρίως δε την κατάσταση, η οποία επικρατούσε στην ελληνική πρωτεύουσα λίγο πριν από την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων. Εξίσου πετυχημένα αποδίδεται η εσπευσμένη εκκένωση των βρετανικών δυνάμεων προς την Κρήτη και την Αίγυπτο.       

Fortunes of War, επεισόδιο αρ. 4, Greece: October 1940

 

Οι Kenneth Branagh και Emma Thompson στο Ναό του Ποσειδώνος στο Σούνιο.

 

5. Captain Corelli’s Mandolin (2001)

To Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλλι  (Captain Corelli’s Mandolin) με τους Nicolas Cage και Penelope Cruz στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, είναι ένα έργο, που επικεντρώνει σε ένα από τα απεχθέστερα εγκλήματα, που διέπραξαν οι Γερμανοί στη διάρκεια της Κατοχής: την ομαδική σφαγή της ιταλικής Μεραρχίας Acqui στην Κεφαλλονιά, τον Σεπτέμβριο του 1943, την επομένη της συνθηκολόγησης της Ιταλίας. Η υπόθεση ολοκληρώνεται με αναφορά στον καταστροφικό σεισμό του 1953 και τις επιπτώσεις του στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του νησιού. Το σενάριο βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Βρετανού (παρά το γαλλικό όνομα) συγγραφέα Louis de Bernières, το οποίο φέρει πανομοιότυπο τίτλο (1993). Πολλά από τα τραγικά ιστορικά γεγονότα, που αναδεικνύονται από τον συγγραφέα, αποδυναμώνονται σκόπιμα στην κινηματογραφική εκδοχή, η οποία επιλέγει να επικεντρώσει την προσοχή του κοινού στο αισθηματικό ρομάντζο μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών. Η σκηνοθεσία ανήκει στον John Madden, ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς επώνυμους Έλληνες ηθοποιούς, όπως η Ειρήνη Παππά και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης.

Nicolas Cage και Penelope Cruz στην Κεφαλλονιά.

Captain Corelli’s Mandolin – Trailer

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

6. Boy on a Dolphin (1957)

To παιδί πάνω σε ένα δελφίνι είναι ένα αρχαίο άγαλμα, το οποίο βρέθηκε στο βυθό της θάλασσας και για την κατοχή και παράδοση ή όχι του οποίου στις αρμόδιες ελληνικές αρχές ερίζουν δυο αρχαιολόγοι (Alan Ladd και Clifton Webb) όπως ερίζουν και για την καρδιά της όμορφης Φαίδρας (Sophia Loren). Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα (Αθήνα, Ύδρα, Ρόδος, Δήλος και Μετέωρα). Η συγκεκριμένη ταινία σηματοδοτεί και την απαρχή της συμμετοχής της πρωταγωνίστριας στον αγγλόφωνο κινηματογράφο, αν και ο ρόλος, τον οποίο υποδύεται, προοριζόταν αρχικά για την Joan Collins. Σε ελάσσονα ρόλο εμφανίζεται ο Αλέξης Μινωτής. Ένα από τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ταινίας είναι η απόδοση του γνωστού τργουδιού “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη” του Τάκη Μωράκη από τη Sophia Loren και τον Τώνη Μαρούδα, γνωστό τροβαδούρο της εποχής. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στην ταινία κατόπιν επιμονής της ίδιας της Loren, που έτυχε να το ακούσει στη διάρκεια των γυρισμάτων. Κατέληξε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν του έργου.

Boy on a Dolphin “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη”

Στο λιμάνι της Ύδρας το 1957.

Boy on a DolphinΑρχική σκηνή στην Ακρόπολη

7. Tintin et le Mystère de la Toison d’Or (1961)

Η πρώτη (από τις δυο) κινηματογραφικές ταινίες με ήρωες τους πρωταγωνιστές της σειράς κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, του Βέλγου σκιτσογράφου Hergé (Georges Remi) διαδραματίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Μεσόγεια, Μετέωρα). Πρόκειται για μια πρώτου μεγέθους επιτυχία, η οποία οφείλεται σε δυο παραμέτρους: το εξαιρετικό σενάριο των André Barret και Rémo Forlani, σε στενή συνεργασία με τον ίδιο τον Hergé και στην καθ όλα πειστική ομοιότητα και ενσάρκωση από τους επιλεγέντες ηθοποιούς της προσωπικότητας των ηρώων της δημοφιλούς σειράς (ο στρατηγός De Gaulle είχε κάποτε δηλώσει χαρακτηριστικά πως θεωρούσε τον Tintin ως τον μοναδικό του ανταγωνιστή σε επίπεδο δημοτικότητας). Ο κεντρικός ρόλος ανατέθηκε σε έναν άγνωστο νεαρό (Jean-Pierre Talbot), ο οποίος κατάφερε να εμφυσήσει ζωή στον ήρωα του Hergé και να τον κάνει να ξεπηδήσει από τις σελίδες του κόμικ διατηρώντας στο ακέραιο ολόκληρο το πνεύμα της σειράς.

 Tintin et le Mystère de la Toison d‘OrΗ επιλογή του Jean-Pierre Talbot για τον πρωταγωνιστικό ρόλο

Για τους υπόλοιπους ήρωες επιλέχθηκαν επαγγελματίες ηθοποιοί, που αποδίδουν με ανάλογη επιτυχία τους θεμελιώδεις χαρακτήρες: Georges Wilson (πλοίαρχος Haddock), Georges Loriot (καθηγητής Tournesol), ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους εμφανίζονται οι Δημήτρης Μυράτ, Δημήτρης Νικολαΐδης και Δήμος Σταρένιος. Στη σκηνή του γαμήλιου γλεντιού συμμετέχει το Συγκρότημα Παραδοσιακών Χορών της Δόρας Στράτου.

Ο Δήμος Σταρένιος ανάμεσα στους Jean-Pierre Talbot και Georges Wilson.

Το Χρυσόμαλλον Δέρας (Toison d’Or), για το οποίο γίνεται λόγος στον τίτλο, είναι ένα ετοιμόρροπο φορτηγό πλοίο, που κληρονομεί εντελώς αναπάντεχα ο επιστήθιος φίλος του πρωταγωνιστή, πλοίαρχος Haddock. Επάνω σε αυτό βρίσκεται έντεχνα καμουφλαρισμένος ένας ολόκληρος θησαυρός από ατόφιο χρυσό. Το μυστικό, που ανακαλύπτουν με την εξέλιξη της περιπέτειας σταδιακά οι πρωταγωνιστές, είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής σε κύκλους, οι οποίοι επιχειρούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να οικειοποιηθούν τον θησαυρό, οδηγώντας τα πράγματα σε ακραίες καταστάσεις. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, κατάλληλο για μικρά και για μεγάλα παιδιά.

Tintin et le Mystère de la Toison d’Or –Το γαμήλιο γλέντι

 

8. The 300 Spartans (1962)

Πρόκειται για μια επική κινηματογραφική ταινία με αντικείμενο τη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην περιοχή της Περαχώρας, κοντά στο Λουτράκι. Η επιλογή της τελευταίας έναντι της ιστορικής τοποθεσίας της μάχης οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μεσολαβήσει χρονικά καταλυτική μεταβολή της γεωμορφολογικής ταυτότητας των Θερμοπυλών εξαιτίας των προσχώσεων, οι οποίες δεν τις καθιστούν, πλέον, στενή διάβαση όπως στην αρχαιότητα. Η ταινία γυρίστηκε με τη ενεργό συνδρομή των ελληνικών αρχών, που παραχώρησαν γενναία χρηματική επιχορήγηση και 5.000 κομπάρσους (επρόκειτο για άτομα που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία) για την εξυπηρέτηση των αναγκών του έργου. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Ο λέων της Σπάρτης”. Ακόμα και σήμερα, η ταινία δεν προδίδει την ηλικία της. Οι σκηνές των μαχών παραμένουν θεαματικές, οι δε ερμηνείες των ηθοποιών εξακολουθούν να είναι πειστικές, δίχως το παραμικρό ίχνος στόμφου. Ηγείται ένας ρωμαλέος και ηρωϊκός Richard Egan στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Λεωνίδα. Στο πλευρό του διακρίνονται ο Sir Ralph Richardson ως Θεμιστοκλής και η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια, σύζυγος του Λεωνίδα. Εκείνη, μάλιστα, του παραδίδει την ασπίδα προφέροντας την ιστορική φράση “Ή ταν ή επι τας” στην ελληνική γλώσσα. Η σκηνοθεσία είναι του Rudolph Maté και η άκρως πετυχημένη μουσική επένδυση του Μάνου Χατζηδάκι. Η ταινία βλέπεται ακόμη και σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, το δε τραγικό τέλος είναι πραγματικά συγκινητικό. Ορισμένες αναφορές χαρακτηρίστηκαν από τους κριτικούς της εποχής ως σκόπιμα ψυχροπολεμικές. Παρά ταύτα, η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην ΕΣΣΔ και στις χώρες δορυφόρους της τελευταίας.

Ο Richard Egan ως Λεωνίδας της Σπάρτης.

 

Η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια.

 

Το στρατόπεδο του Ξέρξη (David Farrar).

The 300 Spartans–Η επιδρομή στο στρατόπεδο του Ξέρξη

9. Topkapi (1964)

O Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ο συνδετικός κρίκος με την προαναφερθείσα περίπτωση, έχοντας αναλάβει τη μουσική επένδυση της ταινίας, η οποία προέκυψε από την πέμπτη, κατά σειρά, συνεργασία του σκηνοθέτη (Jules Dassin) με την πρωταγωνίστρια (Μελίνα Μερκούρη). Η διανομή είναι κι εδώ εντυπωσιακή: Maximilian Schell (ο ρόλος προοριζόταν αρχικά για τον Peter Sellers, που απέρριψε την πρόταση), Peter Ustinov, Robert Morley, Akim Tamirov, ενώ φευγαλέα κάνουν την εμφάνισή τους ο γιός του σκηνοθέτη, Jo Dassin, γνωστότερος με την ιδιότητα του τραγουδιστή, η Δέσπω Διαμαντίδου και ο Τίτος Βανδής. Ο τίτλος προέρχεται από το όνομα του γνωστού ανακτόρου-μουσείου της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο μια σπείρα κακοποιών αφαίρεσε, μέσω μιας εντυπωσιακής ληστείας, ένα έκθεμα αμύθητης αξίας. Ορισμένα από τα τεχνάσματα της ληστείας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στη γνωστή τηλεοπτική σειρά (και στον κύκλο των κινηματογραφικών ταινιών που διαδέχθηκαν την τελευταία) “Επικίνδυνες αποστολές” (Mission Impossible). Η ταινία έχει γυριστεί στην Κωνσταντινούπολη, ξεκινά, όμως, με μια σκηνή στην Καβάλα, όπου μπαίνουν οι βάσεις για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της τολμηρής ληστείας. Το Topkapi βλέπεται ευχάριστα, είναι δε ευρηματικός ο τρόπος (-συγκυρία τύχης), μέσω του οποίου αποκαλύπτεται το τέλειο έγκλημα.

Μελίνα Μερκούρη, Maximilian Schell και Peter Ustinov στο λιμάνι της Καβάλας.

 

Οι καπναποθήκες στην παραλία της Καβάλας, που δεν υφίστανται πλέον.

Topkapi – Η σκηνή στην Καβάλα

10. Le casse (1971)

Η διάρρηξη βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και αυτής της ταινίας (στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συλλογή πολύτιμων λίθων, που “αφαιρείται” από έπαυλη των βορείων προαστίων), η οποία γυρίστηκε στην Αθήνα και στην Κέρκυρα στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Η επιλογή της ελληνικής πρωτεύουσας ουδόλως σχετίζεται με το σενάριο. Το έργο μπορούσε άνετα να γυριστεί οπουδήποτε αλλού. Συμπεριλαμβάνοντας, ωστόσο, μια σκηνή περιπετειώδους καταδίωξης με αυτοκίνητα μέσα στους δρόμους μιας πυκνοκατοικημένης πόλης, ήταν πρακτικά δύσκολο να υπάρξουν προσφορές. Το χουντικό καθεστώς της εποχής εκείνης διέβλεψε μια αξιοποιήσιμη ευκαιρία να απαλύνει κάπως, μέσω της προβολής της ταινίας στο εξωτερικό, τη διεθνή απομόνωση, στην οποία είχε εκ των πραγμάτων καταδικαστεί, αποκομίζοντας, παράλληλα, οφέλη στον κλάδο, κυρίως, του τουρισμού. Έτσι, αποδέχθηκε εκ των προτέρων όλους τους όρους των συντελεστών της ταινίας. Αντίτιμο της σχετικής άδειας υπήρξε, προφανώς, η συμπερίληψη του επεισοδίου της ταβέρνας, μιας σκηνής-ύμνου στις αρετές της ελληνικής κουζίνας.

    Le casseΗ καταδίωξη                          

 

Le casse Η σκηνή στην ταβέρνα   

Ο Jean-Paul Belmondo προσπαθεί να διαφύγει από την επιτήρηση της αστυνομίας κρεμασμένος σε ένα τρόλεϋ στην πλατεία Μαβίλη…
…και σε ένα λεωφορείο απέναντι από το ξενοδοχείο Hilton και την Εθνική Πινακοθήκη.

Ο σκηνοθέτης Henri Verneuil είναι ειδήμων σε έργα της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως, άλλωστε και οι ηθοποιοί: Jean-Paul Belmondo, Robert Hossein και Renato Salvatori (τα μέλη της συμμορίας των διαρρηκτών), Omar Sharif και Dyan Canon (ο διεφθαρμένος αστυνομικός, ο οποίος επιδιώκει να οικειοποιηθεί τη συλλογή των κλοπιμαίων για τον εαυτό του και η ελκυστική συνεργάτης του). Εξαιρετική είναι η μουσική επένδυση από τον Ennio Morricone. Στην ταινία έχει αποτυπωθεί μια νοσταλγική–αν και ελαφρώς μελαγχολική ένεκα των πολιτικών περιστάσεων–ατμόσφαιρα της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του ΄70.

 Le casseΠως γυρίστηκε η ταινία

11. For your eyes only (1981)

For your eyes only είναι η 13η ταινία της σειράς James Bond (η 5η με τον Roger Moore στον ομώνυμο ρόλο). H υπόθεση του έργου είναι περισσότερο απλοποιημένη από τις αμέσως προηγούμενες. Εδώ, η υφήλιος δεν τελεί εν κινδύνω. Η αντιπαράθεση επανέρχεται σε ένα περισσότερο λιτό και παραδοσιακό διμερές ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό, η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα (Κέρκυρα και Μετέωρα). Το ίδιο ισχύει και για τις σκηνές του πρώτου μέρους, οι οποίες υποτίθεται ότι διαδραματίζονται στην Ισπανία. Για την περίπτωση, πολλές προσόψεις οικιών της Κερκυραϊκής ενδοχώρας βάφτηκαν, ώστε να πείθουν πως είναι ισπανικές. Σύγκρουση μεταξύ των μοναχών και των παραγωγών της ταινίας προέκυψε σχετικά με τις σκηνές που γυρίστηκαν στα Μετέωρα. Η διαφορά έφτασε μέχρι την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία αποφάνθηκε πως περιουσία των μοναχών αποτελούσε μόνο το εσωτερικό των μονών και όχι ο περιβάλλον χώρος. Κατόπιν τούτου, η μοναστική κοινότητα των Μετεώρων αποφάσισε να δυσχεράνει με κάθε τρόπο τα γυρίσματα: Μπουγάδες απλώθηκαν παντού, υψώθηκαν σημαίες και τοποθετήθηκαν βαρέλια πετρελαίου στους χώρους που προορίζονταν για την προσγείωση ελικοπτέρων. Απολαυστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στον “κακό” Αριστοτέλη Χριστάτο και τον James Bond, στο πλαίσιο ενός πολυτελούς δείπνου, όταν έρχεται η ώρα επιλογής των κρασιών: “Mου επιτρέπετε να προτείνω ένα εξαιρετικό λευκό Ρομπόλα από την πατρίδα μου, την Κεφαλλονιά;” ρωτά ο πρώτος. “Συγχωρέστε με, αλλά το βρίσκω κάπως αρωματικό για τα γούστα μου. Προτιμώ το Θεοτόκη άσπρο”, απαντά ο δεύτερος. Η ετυμηγορία μάλλον σχετίζεται με το ύψος της χορηγίας.

For your eyes onlyΡομπόλα εναντίον Θεοτόκη

Οι πρωταγωνιστές Roger Moore και Carole Bouquet στο Ποντικονήσι της Κέρκυρας.

For your eyes onlyΑπό την Κέρκυρα στα Μετέωρα

12. Le Grand Bleu (1988)

H ταινία του Luc Besson, με τους Jean Reno, Jean-Marc Barr, Rosanna Arquette στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και τον Ανδρέα Βουτσινά σε μια σύντομη εμφάνιση, προβλήθηκε στη χώρα μας με τον τίτλο  “Απέραντο Γαλάζιο”. Η υπόθεση εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον κάτω από το βυθό της θάλασσας, καθώς το αντικείμενο είναι οι καταδύσεις σε μεγάλο βάθος. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Αμοργό, στην Ίο, στην Ταορμίνα της Σικελίας και στην Αντίμπ της νοτίου Γαλλίας. Το σενάριο αποτελεί εκτεταμένη δραματοποιημένη διασκευή της πραγματικής ιστορίας δυο φίλων δυτών οι οποίοι ήταν πρωταθλητές της ελεύθερης κατάδυσης, του Jaques Mayol και του Enzo Maiorca (στο έργο εμφανίζεται ως Enzo Mollinari). Μάλιστα, ο Mayol, ο οποίος αυτοκτόνησε από κατάθλιψη το 2001, συμμετείχε στη συγγραφή του σεναρίου. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία (άνω των 9 εκατομμυρίων εισιτήρια στη Γαλλία μόνο), οφείλεται στις εξαιρετικές υποβρύχιες σκηνές, σε συνδυασμό με τη μουσική του Éric Serra. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ, η ταινία κυκλοφόρησε με διαφορετική έκβαση (happy end) και μουσική υπόκρουση (Bill Conti). Η αμερικανική εκδοχή, προσαρμοσμένη προφανώς στις επιλογές και προτιμήσεις του κοινού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού,  αποδυναμώνει αισθητά τη μαγεία του έργου.

  Le Grand Bleu Trailer (αμερικανική εκδοχή)

Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή Κυνηγημένης στην Αμοργό, το επιβλητικό μνημείο όπου γυρίστηκαν σκηνές του έργου.

 

13. Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life (2003)

Το μοναδικό ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, που δικαιολογεί και τη συμπερίληψή της στο παρόν αφιέρωμα, είναι το ότι η πλοκή της διαδραματίζεται στη Σαντορίνη. Το σενάριο εμπνέεται από τη σειρά ηλεκτρονικών παιχνιδιών Tomb Raider και αναφέρεται σε ένα σημαντικό εύρημα, που προέκυψε έπειτα από έναν σεισμό, ο οποίος έπληξε τη Σαντορίνη και που οδηγεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις με την ανάμειξη μυστικών υπηρεσιών. Η εικόνα της όμορφης Angelina Jolie με φυσικό φόντο την εξίσου όμορφη Σαντορίνη είναι ό,τι αξίζει να συγκρατήσει κανείς από αυτή την ανόητη, κατά τα άλλα, κινηματογραφική ταινία.

Η Angelina Jolie ως Lara Croft με φόντο τη Σαντορίνη.

Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life – Angelina Jolie και jet-ski στα ανοικτά της Σαντορίνης

14. The Two Faces of January (2014)

Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, γυρισμένο στην Αθήνα, στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη με τους Viggo Mortensen και Kirsten Dunst στους κεντρικούς ρόλους. To σενάριο στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith (1964). Ένα ζευγάρι Αμερικανών που επισκέπτεται την Ελλάδα, προσπαθεί να διαφύγει από τις αρχές, έχοντας προκαλέσει τον εξ αμελείας θάνατο ενός αστυνομικού ντετέκτιβ, ο οποίος το εκβιάζει. Καλογυρισμένο έργο, γεμάτο ένταση, ατμόσφαιρα που παραπέμπει στον Ηitchcock και που αναδεικνύει ανάγλυφα το περιβάλλον, εντός του οποίου γυρίστηκε.

Viggo Mortensen και Kirsten Dunst μπροστά από τον Παρθενώνα.

The Two Faces of January – Trailer

 

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΑ

15. Phaedra (1962)

H Φαίδρα είναι ο καρπός της τέταρτης, κατά σειρά, συνεργασίας της Μελίνας Μερκούρη και του Jules Dassin. Τη φορά αυτή η ηθοποιός και ο σκηνοθέτης εμπνεύσθηκαν από την αρχαία ελληνική τραγωδία, συγκεκριμένα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο έρωτας της Φαίδρας, συζύγου του Θησέα, για το γιό του τελευταίου, Ιππόλυτο. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, αρμόδια για το σενάριο, μετέφερε την πλοκή στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60. Η Φαίδρα (Μελίνα Μερκούρη), δεύτερη σύζυγος του εφοπλιστή Θάνου Κυρίλη (Raf Vallone), ερωτεύεται το γιο που έχει ο συζυγός της από τον πρώτο του γάμο, Αλέξη (Anthony Perkins). Η σχέση των δυο είναι καταδικασμένη από την αρχή αλλά οι δυο τους δεν καταφέρνουν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους με αποτέλεσμα καταστρεπτικές συνέπειες και ακόμα πιο τραγική έκβαση. Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην Ύδρα (μεταξύ άλλων στο πανέμορφο αρχοντικό της οικογένειας Μπουντούρη). Επεισοδιακά υπήρξαν τα γυρίσματα στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, όταν το προσωπικό αντιτάχθηκε προβάλλοντας προσκόμματα. Σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς πλειάδα γνωστών Ελλήνων ηθοποιών: Τασσώ Καββαδία, Ανδρέας Φιλιππίδης, Ζωρζ Σαρή, Γιώργος Πάντζας και Στέλιος Βόκοβιτς. Η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη.

H Μελίνα Μερκούρη με τους Αnthony Perkins (αριστερά) και Jules Dassin (δεξιά) σε διάλειμμα των γυρισμάτων.

 

Phaedra Trailer

16. Une femme à sa fenêtre (1976)

Ένας έρωτας δίχως προοπτική βρίσκεται στο επίκεντρο και αυτού του έργου, με φόντο τη Μεταξική Ελλάδα του δευτέρου ημίσεως της δεκαετίας του ΄30. Συνδέει συγκυριακά μεταξύ τους τη σύζυγο ενός ξένου διπλωμάτη (Romy Schneider) και έναν Έλληνα αντιφρονούντα στο δικτατορικό καθεστώς (Victor Lanoux), στον οποίο εκείνη παρέχει ασυλία όταν διαπιστώνει πως ο τελευταίος καταζητείται από τις αστυνομικές αρχές. Εξαιρετικές είναι και οι ερμηνείες των Philippe Noiret και Gastone Moschin στο ρόλο του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, του διαβόητου υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας της 4ης Αυγούστου (στο έργο φέρει το όνομα Πριμούκης). Ο καρπός του παράνομου αυτού έρωτα, μια κόρη νεαρής ηλικίας, επισκέπτεται στο τέλος του έργου την Ελλάδα, ως τόπο προσκυνήματος του οικογενειακού της παρελθόντος στις 20 Απριλίου του 1967. Γυρισμένη στην Αθήνα και στους Δελφούς, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα. Ιδιαίτερα πετυχημένα αποδίδεται η ατμόσφαιρα της μεσοπολεμικής Ελλάδας (παρά τους πολεοδομικούς περιορισμούς, τους οποίους επέβαλλε εκ των πραγμάτων η Αθήνα της δεκαετίας του ΄70, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα). Είναι πιθανό το σενάριo να έχει αντλήσει στοιχεία, τουλάχιστον ως προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, και από το διήγημα του Roger Peyrefitte με τίτλο Les Ambassades Οι Πρεσβείες (1951), η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται στην Αθήνα την ίδια ακριβώς εποχή.

Une femme à sa fenêtre – Trailer

H Romy Schneider και ο Victor Lanoux με τον σκηνοθέτη Pierre Garnier-Deferre (αριστερά) στο αρχαίο στάδιο των Δελφών…
… και μέσα σε μια λιμουζίνα εποχής μπροστα από το Καλλιμάρμαρο.

 

17. High Season (1987)

Κομεντί γύρω από τη ζωή και τη σχέση ενός ζευγαριού, της φωτογράφου  Katherine  (Jacqueline Bisset) και του συζύγου της Patrick (James Fox), μόνιμα εγκατεστημένων επί χρόνια στη Ρόδο και την αναστάτωση στην καθημερινή του ζωή, που επιφέρει η άφιξη του Rick (Kenneth Branagh). Στο ρόλο της ντόπιας Πηνελόπης, επιστήθιας φίλης της πρωταγωνίστριας, η Ειρήνη Παππά, μοναδική ελληνική συμμετοχή στην όλη ταινία. Η σκηνοθεσία είναι της Clare Peploe, συζύγου του επίσης σκηνοθέτη Bernardo Bertolucci.

Jacqueline Bisset

High Season – H αρχή της ταινίας

18. Shirley Valentine (1989)

H Shirley Valentine ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως θεατρικό έργο ενός μόνο ρόλου (την ηρωῒδα υποδυόταν από τότε η ηθοποιός Pauline Collins, που πρωταγωνιστεί και στην κινηματογραφική ταινία), το οποίο ανεβάστηκε στο West End του Λονδίνου και αργότερα στο Broadway με αξιοσημείωτη επιτυχία. Πραγματεύεται την ιστορία μιας μεσόκοπης νοικοκυράς από το Λίβερπουλ, σε αναζήτηση της χαμένης της νιότης και των ανεκπλήρωτων, από τότε, ονείρων της. Επισκεπτόμενη δίχως τον σύζυγό της την Ελλάδα, ζει μια ερωτική περιπέτεια με τον Κώστα Δημητριάδη (Tom Conti), ιδιοκτήτη μιας ταβέρνας, ο οποίος, πλην του επαγγέλματος που ασκεί, επιδίδεται στο να σαγηνεύει τις τουρίστριες. Με αφορμή το σύντομο καλοκαιρινό ειδύλλιο, η πρωταγωνίστρια επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της, εξορκίζει τις ενδόμυχες επιθυμίες της και επανέρχεται συνειδητοποιημένη, πλέον, στην οικογενειακή ισορροπία και θαλπωρή. Εξοικειωμένη με το ρόλο χάρη στη θεατρική προϊστορία, η Pauline Collins ενσαρκώνει ιδανικά την τυπική μικροαστή νοικοκυρά, ευρισκόμενη σε κρίση ηλικίας. Η ταινία έχει γυριστεί στο Λίβερπουλ, στο Λονδίνο και στη Μύκονο. Την περίοδο 1989-1990, σχεδόν ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας, το θεατρικό έργο ανέβηκε στην Αθήνα με πρωταγωνίστρια (και μοναδική ηθοποιό) την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Pauline Collins και Tom Conti.

Shirley Valentine – Η σκηνή στην ταβέρνα

19. Mamma Mia! (2008)

Παρόλη τη χαζοχαρούμενη υπόθεση (μια εικοσάχρονη κοπέλα καλεί στο γάμο της τρεις πρώην φίλους της μητέρας της δίχως να γνωρίζει ποιος από αυτούς είναι ο πατέρας της), η τεράστια εισπρακτική επιτυχία οφείλεται σε τρεις παραμέτρους: σε ένα επιτελείο επώνυμων ηθοποιών (Meryl Streep, Pierce Brosnan, Colin Firth, Cher, Julie Walters, Amanda Seyfried), που δεν προσφέρουν τίποτε άλλο πέραν από το επικοινωνιακό όνομά τους, στη μουσική επένδυση με παλιές επιτυχίες του σουηδικού συγκροτήματος της ποπ Abba, και στο συνδυασμό του φυσικού κάλλους της Σκοπέλου και του Πηλίου, όπου γυρίστηκε, με την ποιότητα της δουλειάς του ελληνοκυπρίου φωτογράφου Χάρι Ζαμπαρλούκου. Το έργο ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από τις θεατρικές σκηνές του West End και του Broadway, με μεγάλη εμπορική ανταπόκριση (ανεβάζεται ακόμη και σήμερα στη χώρα μας και αλλού).

Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα: η σκηνή του γάμου.

Mamma Mia! – Trailer

 

Και…εκτός συναγωνισμού:

20. Zorba the Greek (1964)

Το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), μια μυθιστορική απόδοση της ζωής του Γεωργίου Ζορμπά, φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του συγγραφέα, είχε από καιρό κεντρίσει το ενδιαφέρον της εβδόμης τέχνης. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 η σκέψη απασχόλησε τον Ηλία Καζάν, ο οποίος είχε κατά νου τον Burt Lancaster για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, ο Jules Dassin είχε κατά νου τον πρωταγωνιστή του Sergei Eisenstein, τον Ρώσο ηθοποιό  Nikolai Cherkasov (Alexander Nevsky, Ivan the Terrible). Ο κλήρος έπεσε τελικά στον Μιχάλη Κακογιάννη και στον Anhony Quinn. O μεξικανικής καταγωγής ηθοποιός ενσάρκωσε ιδανικά τον άξεστο Κρητικό ήρωα του Καζαντζάκη, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Δεύτερη παράμετρος, σήμα κατατεθέν του έργου, υπήρξε η μουσική επένδυση από τον Μίκη Θεοδωράκη, που κατέστησε το συρτάκι (και την Ελλάδα μαζί) γνωστό σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, τα τρία βραβεία Όσκαρ, τα οποία απέσπασε η ταινία, πήγαν αλλού: β΄ γυναικείος ρόλος (Lila Kedrova), καλλιτεχνική διεύθυνση για ασπρόμαυρη ταινία (Βασίλης Φωτόπουλος) και φωτογραφία για ασπρόμαυρη ταινία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Lila Kedrova επιστρατεύθηκε την τελευταία στιγμή για τον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς, όταν η γνωστή Γαλλίδα ηθοποιός Simone Signoret εγκατέλειψε για προσωπικούς λόγους τα γυρίσματα ενόσω αυτά βρίσκονταν σε αρχικό στάδιο. Στο έργο συμμετέχουν οι Alan Bates, Ειρήνη Παππά (σε μια από τις πολλές συνεργασίες της με τον Κακογιάννη), Ελένη Ανουσάκη, Γιώργος Φούντας, Σωτήρης Μουστάκας και Άννα Κυριακού. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου στην Κρήτη.

Αnthony Quinn και Alan Bates στην τελευταία και πλέον δημοφιλή σκηνή του έργου.

Zorba the Greek – Συρτάκι

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος: Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος

Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Τον Θέμη Μαρίνο είχα την τύχη και τη χαρά να τον γνωρίσω στα γραφεία της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας» (ΕΜΕΙΣ), όταν αμφότεροι ήμασταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, αργότερα δε τον είχα συναντήσει σε διάφορες εκδηλώσεις. Με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά του, ενώ υπήρξε πάντα πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις μου για ιστορικά θέματα. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν απότιση τιμής στη μνήμη του.

Η Ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα δεν αποτελεί μονοσήμαντη αφήγηση. Κάτι τέτοιο ισχύει μόνον για τους δογματικούς και τους αφελείς. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα ιστορικό φαινόμενο με διάφορες συνιστώσες και, συχνά μεταβαλλόμενες, παραμέτρους. Εδώ θα ασχοληθώ κυρίως με τη βρετανική κυβέρνηση και τις μυστικές της υπηρεσίες, ιδίως δε με εκείνες που ιδρύθηκαν για τις ανάγκες του πολέμου.

Η προσάρτηση της Αυστρίας στη χιτλερική Γερμανία, τον Μάρτιο του 1938, οδηγεί τη SIS (Secret Intelligence Service) στην ίδρυση μιας νέας μυστικής υπηρεσίας, της Section D. Σκοπός της είναι η πρόκληση της οικονομικής κατάρρευσης του εχθρού, με δολιοφθορές, ανορθόδοξο πόλεμο, εργατικές αναταραχές, πληθωρισμό κ.ά. Την ίδια περίπου εποχή, το War Office (υπουργείο Πολέμου) δημιουργεί και αυτό μία υπηρεσία ανορθόδοξου πολέμου και ανταρτοπολέμου που θα λάβει το παραπλανητικό όνομα Military Intelligence (Research) MI (R).

Ο Θέμης Μαρίνος  (δεύτερος από δεξιά) στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Αγγλος Πρόξενος» του Πέτρου Μακρή-Στάικου το 2011. Αριστερά, ο Κωστής Στεφανόπουλος και ανάμεσά τους ο αντιστασιακός Ρήγας Δ. Ρηγόπουλος.

Στις 14 Ιουνίου του 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στο Παρίσι και οι εξελίξεις γίνονται ραγδαίες. Η Section D, η MI (R) και το λεγόμενο Electra House, δηλαδή η υπηρεσία «μαύρης» προπαγάνδας, συγχωνεύονται και αποτελούν πλέον την Special Operations Executive (SOE-Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων). Η Μ. Βρετανία της εποχής κυβερνάται από κυβέρνηση συνεργασίας Συντηρητικών και Εργατικών. Ο Συντηρητικός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ αναγκάζεται να κάνει μεγάλες υποχωρήσεις απέναντι στους Εργατικούς, ιδίως όσον αφορά τη στελέχωση και τον έλεγχο της νέας παραστρατιωτικής υπηρεσίας. Η SOE ιδρύεται στις 16 Ιουλίου του 1940 και υπάγεται αμέσως στο νεοσύστατο υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare-MEW), με υπουργό τον καθηγητή στο London School of Economics και βουλευτή του Εργατικού Κόμματος, Χιου Ντόλτον, που είναι φανατικός αριστερός. Σε σημείωμα, εξάλλου, του Τσώρτσιλ προς τον προκάτοχό του στην πρωθυπουργία, Νέβιλ Τσάμπερλεν, αναφέρει πως (όπως έχει αποφασιστεί) η βρετανική επίθεση κατά της γερμανικής κυριαρχίας πρέπει αναγκαστικά να στηριχθεί σε «αριστερά επαναστατικά κινήματα». (Βλ. TNA CAB 101/240/2, σελ. 15). Η τοποθέτηση αυτή, αργότερα θα εξελιχθεί στη λεγόμενη «διττή» βρετανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.

Δεν είναι γνωστό το πότε ο Θέμης Μαρίνος εντάχθηκε στη SOE. Γεγονός είναι, πάντως, ότι εκεί του δόθηκαν ο κωδικός αριθμός D/H 399 και το κωδικό όνομα «Themi». Γεγονός είναι, επίσης, ότι υπήρξε απόφοιτος του Κέντρου Ειδικής Εκπαιδεύσεως (STC) της SOE. Η σχολή λειτουργούσε σε έναν λόφο πάνω από τη Χάιφα. Εκτός από τα θεωρητικά μαθήματα, οι φοιτούντες εκεί εκπαιδεύονταν στην πτώση με αλεξίπτωτο αλλά και σε μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου. Ενα από τα πλέον ανατριχιαστικά –και ευρύτερα άγνωστα– μαθήματα, ήταν η θανάτωση κάποιου, με τα δύο μεγάλα δάκτυλα του ενός χεριού βαθιά μέσα στα μάτια του.

Ο Bollo, ο Ρόμελ, ο Ζέρβας και οι δισταγμοί του Βελουχιώτη

Τον Αύγουστο του 1942, επικεφαλής της SOE Καΐρου τοποθετείται ο Λόρδος Γκλένκονερ και εκείνος προσλαμβάνει ως αρχηγό του επιτελείου του, τον μετέπειτα ταξίαρχο Κλίβελαντ Μέργουιν Κιμπλ, ή «Bollo», έναν χολερικό και –λόγω φυσικών και επαγγελματικών μειονεκτημάτων– συμπλεγματικό άνθρωπο. Ομως ο Κιμπλ διαθέτει ένα κρυφό πλεονέκτημα:

Είναι ο μοναδικός αξιωματικός της SOE που, λόγω της προηγούμενης θέσης του, έχει πρόσβαση στο Ultra (τα προϊόντα της αποκρυπτογράφησης των κωδικοποιημένων επικοινωνιών των δυνάμεων του άξονα) και στα σήματα του στρατάρχη Ερβιν Ρόμελ, από και προς το Βερολίνο και τη Ρώμη, που έχουν υποκλαπεί μέσω αυτού. Ετσι γνωρίζει ότι από τα τέλη Αυγούστου του 1942 το Afrika Korps δεν εφοδιάζεται πλέον από την Ελλάδα, μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αθηνών-Πειραιώς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από την Ιταλία, είτε απευθείας είτε μέσω Κρήτης (βλ. ενδεικτικά, TNA HW 1/1139, F. H. Hinsley κ.α., British Intelligence in the Second World War, τόμ. 2, σελ. 407 και εξ., Andreas Hillgruber στο Oberkommando der Ehermacht Kriegstagebuch, ημιτ. Ι, σελ. 141, M.R.D. Foot, SOE, σελ. 234).

Ο Θέμης Μαρίνος, εκπαιδευτής στο στρατόπεδο της SOE, στη Χάιφα, το 1941.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1942, ο στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ καλεί τον Γκλένκονερ και, ενόψει της επικείμενης μάχης του Ελ Αλαμέιν, του ζητάει το άμεσο και όσο το δυνατόν πιο ισχυρό πλήγμα κατά των γραμμών εφοδιασμού του εχθρού, στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ετσι ο Κιμπλ, παρ’ όλον ότι γνωρίζει την αλήθεια, διοργανώνει την επιχείρηση Harling, έχει ως σκοπό την ανατίναξη μιας από τις τρεις σιδηροδρομικές γέφυρες, εκείνες του Ασωπού, της Παπαδιάς και του Γοργοποτάμου. Ρώτησα κάποτε τον Θέμη Μαρίνο, αν γνώριζε τα παραπάνω. Εκνευρίστηκε και μου απάντησε: «Για το Ελ Αλαμέιν τα μάθαμε μετά!». Οσο για το τι επεδίωκε ο Κιμπλ με την ανατίναξη, οι σκοποί του ήταν δύο: Πρώτον να ικανοποιήσει την προσωπική του φιλοδοξία και δεύτερον να δικαιολογήσει τις πολλές χιλιάδες χρυσές λίρες που είχαν δοθεί στο ΚΚΕ, στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, χωρίς κάποιο εμφανές αποτέλεσμα (βλ. Foot, όπ.π., και TNA FO 371/37201/R 654).

Οπως είναι γνωστό, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου του 1942, όταν πλέον ο Ρόμελ είχε συντριβεί στο Ελ Αλαμέιν. Οπως επίσης είναι γνωστό, η καθυστέρηση είχε ως αιτία τον δισταγμό του Αρη Βελουχιώτη να παραβεί τη «γραμμή» του ΚΚΕ για τη μη συνεργασία, οποιασδήποτε μορφής, με τους Βρετανούς. Τελικά ο φόβος του ότι ο Ζέρβας θα καρπωθεί όλη τη δόξα για την ανατίναξη θα τον κάνει να παραβεί την «γραμμή», αγνοώντας τον κίνδυνο να υποστεί τις κομματικές συνέπειες.

Αν και «φάρσα» του Κιμπλ, ο Γοργοπόταμος είχε δύο σοβαρότατες συνέπειες για τα ελληνικά πράγματα. Η πρώτη συνίσταται στη ριζική μεταβολή της πολιτικής και των σχεδίων για το αντάρτικο, για το οποίο αποφασίζεται η ενίσχυση και η ανάπτυξή του, για την πραγματοποίηση εκτεταμένων δολιοφθορών κατά του εχθρού. Ετσι, ενώ αρχικά είχε δοθεί η εντολή να επιστρέψουν τα μέλη της αποστολής Harling εκτός από τον Κρις Γούντχαουζ και τον Θέμη Μαρίνο που θα παρέμεναν στην Ελλάδα μαζί με δύο ασυρματιστές, σε λίγο αυτή ανακαλείται και όταν οι υπόλοιποι επιστρέφουν, σχηματίζεται η British Military Mission (BMM), ή Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ), που θα δράσει μέχρι το 1944.

Ο Γοργοπόταμος είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα τη ραγδαία ανάπτυξη του ανταρτικού κινήματος και ιδίως του ΕΛΑΣ. Η βρετανική παρουσία και το αίσθημα ασφαλείας που αυτή προκαλούσε, συνετέλεσαν τα μέγιστα στο γεγονός αυτό. Σε ήσσονα βαθμό, επίσης, συνετέλεσε και η πείνα στην Αθήνα τον τραγικό χειμώνα του 1941-1942. Δυστυχώς για τον τόπο μας η, μέχρι τα τέλη του 1943, πάσης φύσεως ενίσχυση του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ από την SOE Καΐρου, ενώ αυτή γνώριζε τον κίνδυνο που αποτελούσαν για την Ελλάδα, είχε ως συνέπεια έναν πρώτο εμφύλιο πόλεμο και χιλιάδες νεκρούς μέχρι την Απελευθέρωση. Πριν από χρόνια, μιλούσα με τον Θέμη σε μια συγκέντρωση. Σε λίγο, κάποιος που με είχε δει, με πλησίασε και μου είπε: «Τρεις άνθρωποι έσωσαν την Ελλάδα τα χρόνια εκείνα. Ο Κρις Γούντχαους, ο Νίκολας Χάμοντ και ο Θέμης Μαρίνος. Και οι τρεις αγνόησαν εντολές και οδηγίες της SOE…».

* Ο κ. Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος είναι ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας.

Πηγή: Η Καθημερινή

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Στις 12 Μαρτίου 1971, οι στρατιωτικοί στην Τουρκία ανέτρεψαν την εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτό συνέβαινε για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο της δεκαετίας. Αντίθετα από το κλασικό στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, η επέμβαση του στρατού τον Μάρτιο του 1971 υλοποιήθηκε μέσω ενός υπομνήματος που ζητούσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και τον διορισμό μιας μη-πολιτικής κυβέρνησης. Η Βουλή θα εξακολουθούσε να λειτουργεί.

Το κίνημα του 1971 πραγματοποιήθηκε στο μέσον του τουρκικού «1968». Καταλήψεις πανεπιστημίων, συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και της αστυνομίας αλλά και μεταξύ δεξιών και αριστερών ομάδων, καθώς και απεργίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Το ίδιο και ο αντιαμερικανισμός, οι ρίζες του οποίου βρίσκονταν στη δημοσίευση της περιβόητης επιστολής του προέδρου Λίντον Τζόνσον προς τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, με την οποία οι Αμερικανοί είχαν προειδοποιήσει, το 1964, ότι αν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, οι ΗΠΑ δεν θα εγγυόνταν πως το ΝΑΤΟ θα προστάτευε την Αγκυρα σε περίπτωση σοβιετικής αντίδρασης.

Ο αντιαμερικανισμός είχε ενισχυθεί λόγω του πολέμου του Βιετνάμ αλλά και του Πολέμου των Εξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και αραβικών χωρών. Στις 17 Ιουνίου 1967, μεγάλες διαδηλώσεις είχαν γίνει στην Κωνσταντινούπολη εναντίον του αμερικανικού Εκτου Στόλου που επισκεπτόταν την πόλη επιστρέφοντας από τη Μέση Ανατολή. Ανάλογες διαδηλώσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια και κλιμακώθηκαν με την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών στρατιωτικών το 1971.

Τα γεγονότα αυτά προβλήθηκαν για να ερμηνευθεί η παρέμβαση των στρατιωτικών τον Μάρτιο του 1971 ως πρωτοβουλία εναντίον της Αριστεράς. Η δραματική σύλληψη της ομάδας του αντάρτικου πόλης που είχε απαγάγει τους Αμερικανούς στρατιωτικούς επίσης συνεισέφερε σε μια τέτοια εξήγηση, καθώς η νέα κυβέρνηση εκτέλεσε τον αρχηγό της, Ντενίζ Γκεζμίς, και δύο συντρόφους του. Με τον τρόπο αυτόν, το κίνημα του Μαρτίου 1971 δημιούργησε τρεις μάρτυρες για την τουρκική Αριστερά, με τον Γκεζμίς στον ρόλο του Τούρκου Τσε Γκεβάρα.

Ο πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ανακοινώνει την παραίτησή του, μετά το τελεσίγραφο της στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας. (AP Photo)

Εντονες εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των αξιωματικών

Ηταν όμως το κίνημα απλώς μια αντίδραση στο τουρκικό «1968»; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις μεταξύ κατώτερων και ανώτερων αξιωματικών μετά την παράδοση της εξουσίας από τον στρατό στους πολιτικούς κατά την προηγούμενη στρατιωτική επέμβαση. Τότε, οι ένοπλες δυνάμεις και το κεμαλικό κατεστημένο είχαν δικαιολογήσει το κίνημα εναντίον της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές (της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας), με το επιχείρημα ότι είχε ενεργήσει αντισυνταγματικά και είχε παραβιάσει τις αρχές του Ατατούρκ. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν δυσαρεστηθεί από την επάνοδο στην πολιτική διακυβέρνηση και είχαν επιχειρήσει δύο νέα κινήματα το 1962 και το 1963. Φοβούνταν ότι οι ψηφοφόροι θα επανεξέλεγαν τους διαδόχους του Μεντερές και θα εκδικούνταν τον στρατό που τον είχε εκτελέσει.

Οι ανώτεροι αξιωματικοί έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Και αυτοί θεωρούσαν ότι οι πρώην υποστηρικτές του Μεντερές είχαν την εκλογική δύναμη να φέρουν έναν «νέο Μεντερές» στην εξουσία. Αλλά αντίθετα με τους υφισταμένους τους, οι ανώτεροι στρατιωτικοί πίστευαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί των πολιτικών μέσω του νέου συντάγματος του 1961, το οποίο προσέφερε στον στρατό ισχυρότατη θεσμική θέση, καθώς και μέσω του φόβου, καθώς ο κάθε νέος πρωθυπουργός θα γνώριζε ότι καθόταν στην «καρέκλα του κρεμασμένου» (δηλαδή του Μεντερές).

Αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι ανώτεροι αξιωματικοί αποδέχθηκαν την άνοδο στην εξουσία του Ντεμιρέλ, διαδόχου του Μεντερές μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη του Κόμματος της Δικαιοσύνης το 1965. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν μικρότερη αυτοπεποίθηση, και τούτο προκαλούσε τη συνέχιση των εντάσεων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Γνωρίζουμε σήμερα ότι, στην προσπάθεια να προληφθούν απόπειρες των κατώτερων αξιωματικών να επιβάλουν μόνιμο και «καθαρό» στρατιωτικό καθεστώς, οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο της εγκαθίδρυσης μιας μη πολιτικής κυβέρνησης –στο πρότυπο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα– με τους κεμαλικούς στον ρόλο των φιλοσόφων-βασιλέων και τους στρατιωτικούς ως τους φύλακες του καθεστώτος. Υπό αυτήν την έννοια το υπόμνημα του Μαρτίου 1971 μπορεί να ιδωθεί ως μία απόπειρα να κατευναστούν οι κατώτεροι αξιωματικοί και να αποφευχθεί μια ανοικτή δικτατορία όπως αυτήν των συνταγματαρχών στην Ελλάδα το 1967, που είχε μετατρέψει τη χώρα σε στόχο έντονων διαμαρτυριών στις δυτικές πρωτεύουσες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στο ΝΑΤΟ.

Από αριστερά, στρατηγός Γκουρλέρ, ναύαρχος Εγιέσογλου, πτέραρχος Εκέν, οι αρχηγοί των τριών όπλων που ανέτρεψαν την κυβέρνηση Ντεμιρέλ. (AP Photo)

Το κίνημα, αιτία νέας κοινωνικής πόλωσης

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του έπεισε την πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ο Ταγίπ Ερντογάν ότι το κίνημα του 1971 ήταν μια κεμαλική συνωμοσία εναντίον της βούλησης του έθνους (milli irade) που εκπροσωπείτο από τον Ντεμιρέλ, σημειώνοντας επίσης ότι νέος (υποτιθέμενα μη-πολιτικός) πρωθυπουργός ο Νιχάτ Ερίμ, αποχώρησε από το CHP –το κόμμα του Ατατούρκ– μόλις λίγο πριν ορκιστεί στο νέο του αξίωμα. Η ίδια πλευρά τόνισε, ακόμη, ότι οι συνωμότες απλώς χρησιμοποίησαν τις φοιτητικές διαμαρτυρίες ως πρόσχημα για να ανατρέψουν τον Ντεμιρέλ, όπως ακριβώς είχε κάνει ο στρατός το 1960, όταν είχε πραγματοποιήσει το κίνημα εναντίον του Μεντερές έπειτα από φοιτητικές διαδηλώσεις που είχαν κρατήσει μία εβδομάδα.

Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν μια μεταγενέστερη περίοδο και πολιτική συγκυρία, είναι γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1960 οι στρατιωτικοί εκθείαζαν τους φοιτητές ως «σωτήρες του έθνους», λόγω της κινητοποίησής τους εναντίον του Μεντερές. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι μία από τις σημαντικότερες αριστερές οργανώσεις, από τις οποίες προέρχονταν οι φοιτητές που είχαν αντιδράσει εναντίον του Ντεμιρέλ, η Dev-Genç (επαναστατική νεολαία), εόρταζε την 27η Μαΐου, επέτειο του κινήματος που είχε ανατρέψει τον Μεντερές, όπως ακριβώς έκανε και το κεμαλικό κατεστημένο, αντιμετωπίζοντας τον στρατιώτη ως εκπρόσωπο του λαού μαζί με τον χωρικό, τον εργάτη και τον δημόσιο υπάλληλο.

Οι κεμαλικές προδιαθέσεις αυτών των αριστερών οργανώσεων ήταν επίσης ξεκάθαρες στα φυλλάδιά τους, τα οποία τόνιζαν, μεταξύ άλλων: «Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας μας [δηλαδή το 1919-22] λειτουργεί ως το Πανεπιστήμιο του Σοσιαλισμού μας». Ο ίδιος ο Γκεζμίς ενέδυε τις επαναστατικές του δράσεις με κεμαλικά σύμβολα και παρουσίαζε τον Ατατούρκ ως επαναστάτη.

Ωστόσο, το κίνημα του 1971 κατέστρεψε την όποια αρμονία μεταξύ των στρατιωτικών και των φοιτητών. Η δίκη του Γκεζμίς και των συντρόφων του προκάλεσε πόλωση στη Βουλή, όταν ο Ντεμιρέλ και το Κόμμα Δικαιοσύνης απαίτησαν την εκτέλεσή τους με το σύνθημα «τρεις από μας-τρεις από αυτούς!», μια αχνά συγκαλυπτόμενη απαίτηση για εκδίκηση μετά τον απαγχονισμό του Μεντερές και των δύο στενών συνεργατών του.

Τούρκοι στρατιώτες λαμβάνουν θέσεις μάχης απέναντι στους εξεγερμένους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αγκυρας. (AP Photo)

Σε μεγάλο βαθμό, η εκτέλεση του Γκεζμίς και των αριστερών συντρόφων του, καθώς και το γεγονός ότι το νέο καθεστώς στράφηκε εναντίον της Dev-Genç, όρισαν τις κληρονομιές του κινήματος του 1971. Πόλωσε τις σχέσεις μεταξύ της Αριστεράς και της κυβέρνησης, καθώς και μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, και οδήγησε σε έναν περίεργο εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης. Κατά τη δεκαετία του 1970, εξελίχθηκε ένας επώδυνος ανταρτοπόλεμος στις πόλεις μεταξύ αριστερών ομάδων και των υπερεθνικιστών Γκρίζων Λύκων που είχαν δεσμούς με τους στρατιωτικούς και τον συνταγματάρχη Αλπαρσλάν Τουρκές, ιδρυτή του κόμματος ΜΗΡ, καθώς και συγκρούσεις στους δρόμους μεταξύ Αριστερών και Δεξιών φοιτητών, στις οποίες αναμείχθηκε και ο μέλλων πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, ως ηγετικό στέλεχος της τουρκικής εθνικής φοιτητικής ένωσης.

Ο πρώην –πλέον– πρωθυπουργός Ερίμ δολοφονήθηκε από την επαναστατική οργάνωση Dev Sol ως εκδίκηση για τον απαγχονισμό των «Τριών». Ετσι, το κίνημα του 1971 προετοίμασε το έδαφος για το νέο στρατιωτικό κίνημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, το οποίο απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, εκτέλεσε έναν αριθμό Αριστερών και αποπειράθηκε να προωθήσει την ιδέα μιας τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης. Αυτό θα άλλαζε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν η τουρκική πολιτική θα δομείτο στη βάση μιας διαίρεσης των στρατιωτικών και του κεμαλικού κατεστημένου εναντίον των κομμάτων που προσανατολίζονταν στον ισλαμισμό.

* Ο κ. Mogens Pelt είναι αναπληρωτής καθηγητής στο History Section του Saxo Institute, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Πηγή: Η Καθημερινή

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».

Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.

Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Η Καθημερινή

Πριν 55 χρόνια ο Γιώργος Σεφέρης γινόταν ο πρώτος Έλληνας που κέρδιζε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ 55 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΝΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους»

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.

O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.
O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.

Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».

Κείμενο: ελc team

Email: info@elculture.gr

Πηγή: elculture.gr