Skip to main content

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη: Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη

Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

 

Το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950

H απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Εθναρχίας να προχωρήσει στις 15 Ιανουαρίου 1950 στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, προκειμένου ο λαός της Κύπρου να διακηρύξει την επιθυμία του για την Ένωση με την Ελλάδα, δεν θορύβησε διόλου τη γαλλική διπλωματία. Στο πλαίσιο αυτό, τόνιζε με περισσή βεβαιότητα ότι «εάν το τουρκικό στοιχείο δεν επιδιδόταν σε καμία απερίσκεπτη ενέργεια, ήταν σίγουρο ότι η 15η Ιανουαρίου δεν θα διέφερε από οιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ότι το δημοψήφισμα δεν θα αποτελούσε παρά μία νέα πλατωνική εκδήλωση ενός πόθου για πολλοστή φορά εκπεφρασμένου από τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού».

Η εκτίμηση αυτή ήταν απόρροια της πεποίθησής της ότι το ζήτημα της Ένωσης ήταν επίπλαστο, αφού η αναταραχή των Ελληνοκυπρίων, στην οποία ήθελε να πιστεύει ο ελληνικός Τύπος, αποτελούσε «περισσότερο μύθο παρά πραγματικότητα». Ως εκ τούτου, θεωρούσε ότι τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αξιόπιστα, αφού δεν τεκμαιρόταν ότι υφίστατο πράγματι μία διευρυμένη πλειοψηφία στον πληθυσμό της Μεγαλονήσου, που επιθυμούσε ειλικρινά την Ένωση με την Ελλάδα. Και τούτο διότι όχι μόνο το ¼ των κατοίκων της ήταν διαφορετικής εθνικής προέλευσης, αλλά και ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των Ελλήνων της Κύπρου αντιτασσόταν στην προοπτική της Ένωσης. Ερωτήματα εγείρονταν και ως προς την εγκυρότητα της ψήφου των συμμετεχόντων, αφού ήταν πεπεισμένη ότι η βούλησή τους υπαγορευόταν από τις διαταγές του Ορθόδοξου Κλήρου και του Α.Κ.Ε.Λ.

Συν τοις άλλοις, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος εξελήφθη ως μία ακόμη ηχηρή εκδήλωση των ψηφισμάτων, που διατράνωναν τα ενωτικά αισθήματα των Ελλήνων της Κύπρου. Με βάση το παρελθόν, δεν αναμενόταν να σηματοδοτήσει την απαρχή σημαντικών πολιτικών εξελίξεων ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού ουδέποτε άλλοτε ανάλογου είδους διακηρύξεις, όπως επισήμαινε, είχαν οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, παραμένοντας πάντοτε ευσεβείς πόθοι.

Μολαταύτα, καταλυτικό ρόλο στις εκτιμήσεις της διαδραμάτισε πρωτίστως η αντίδραση των βρετανικών αρχών, οι οποίες, έχοντας τονίσει επανειλημμένως την πρόθεσή τους να μην εγκαταλείψουν την Κύπρο, αρνήθηκαν να λάβουν υπ’ όψιν τους το επικείμενο δημοψήφισμα, τονίζοντας ότι «το ζήτημα της Κύπρου θεωρείτο κλειστό» για την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος. Όμως, εξίσου καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε η εφεκτική στάση που τήρησε επί του θέματος η Αθήνα, η οποία σε μία κρίσιμη συγκυρία για την ανασυγκρότηση της χώρας επ’ ουδενί λόγω επιθυμούσε την έγερση του ζητήματος της Κύπρου, η διευθέτηση του οποίου θα επιτυγχανόταν, σύμφωνα με την πάγια θέση της, εντός του πλαισίου της ελληνοβρετανικής φιλίας.

Το δημοψήφισμα του 1950 στην Κύπρο.

Εντούτοις, το ενδεχόμενο έγερσης του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, δεδομένου του υπομνήματος   που είχε υποβάλει στις 25 Νοεμβρίου 1949 ο Γενικός Γραμματέας του Α.Κ.Ε.Λ., Εζεκίας Παπαϊωάννου στον Γενικό Γραμματέα, ενέβαλε σε προβληματισμό τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι σε αυτήν την περίπτωση η Γαλλία θα καλείτο να λάβει θέση επί του θέματος, αφού σύμφωνα με το 4ο άρθρο της Σύμβασης της 23ης Δεκεμβρίου του 1920, η οποία διαμόρφωνε τα σύνορα των υπό εντολή εδαφών της Συρίας, της Παλαιστίνης και του Ιράκ, η Βρετανία δεσμευόταν να μην εκχωρήσει την Κύπρο σε μία τρίτη δύναμη, δίχως τη συναίνεσή της. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσε ότι εάν διεθνοποιείτο το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η υποστήριξη των ελληνικών διεκδικήσεων θα μπορούσε όχι μόνο να θέσει σε κίνδυνο τη συμμαχία της Γαλλίας με τη Βρετανία, αλλά και να αποβεί μακροπρόθεσμα εις βάρος των γαλλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο, αφού θα μπορούσε στο μέλλον να αντιταχθεί στην πολιτική που ακολουθούσε στην περιοχή της Βορείου Αφρικής.

Τηλεγράφημα του προξένου της Γαλλίας στη Λευκωσία σχετικό με το δημοψήφισμα (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η επίσημη ανακοίνωση στις 29 Ιανουαρίου 1950 των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με τα οποία το 96% τασσόταν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, άρχισε να προκαλεί προβληματισμό στους Γάλλους διπλωμάτες. Παρά τους ενδοιασμούς που διατηρούσαν ως προς τη διαδικασία διεξαγωγής του, δεν αμφισβητούσαν πλέον ότι αποτελούσε μία ηχηρή εκδήλωση υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Παράλληλα όμως, δεν έκρυβαν την έντονη ανησυχία τους για τον αντίκτυπό του στις σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Τουρκία, όσο και με τη Βρετανία, εκτιμώντας ότι οι Έλληνες επέδειξαν έλλειψη πολιτικού πνεύματος, διεκδικώντας πρόωρα την Κύπρο. Μολονότι η Αθήνα διατεινόταν ότι η Τουρκία με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), είχε παραιτηθεί επί παντός δικαιώματός της επί της Μεγαλονήσου, η αντίδραση της τουρκικής μειονότητας εναντίον οιασδήποτε τροποποίησης του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, καταδείκνυε, όπως επισήμαιναν, ότι αργά ή γρήγορα το ζήτημα της Κύπρου θα εξελισσόταν σε μία ελληνοτουρκική διαμάχη, γεγονός που θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για τη σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Επιπλέον, ήταν πεπεισμένοι ότι η ανακίνηση του ζητήματος της Ένωσης, το οποίο περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο από την ισχυρή παρουσία των κομμουνιστών στη Μεγαλόνησο, θα έφερνε εκ των πραγμάτων σε τροχιά σύγκρουσης την Ελλάδα με τη Βρετανία. Εντούτοις, έθεταν εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του Λονδίνου να συνεχίσει επί μακρόν να αντιτάσσεται στις διεκδικήσεις των Ελλήνων, εάν η αναταραχή γύρω από το ζήτημα της Κύπρου προσλάμβανε τέτοιο εύρος, ώστε όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και τα Ηνωμένα Έθνη καλούνταν πλέον να παρέμβουν. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο μεταβολής του status quo της Μεγαλονήσου, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την ισορροπία δυνάμεων στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

37, quai d’ Orsay. Η πρόσοψη του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Οι προσπάθειες διεθνοποίησης του Κυπριακού (1950 – 1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες άσκησαν δριμεία κριτική στους χειρισμούς, στους οποίους προέβησαν ως προς το ζήτημα της Κύπρου μέχρι το καλοκαίρι του 1954 τόσο οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Καίτοι κατανοούσαν το αδιέξοδο, στο οποίο είχε εγκλωβιστεί η Αθήνα μετά το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου, καθώς αδυνατούσε να αποκηρύξει δημοσίως τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονταν για την προώθησή της Ενωσης, προκειμένου να μην κατηγορηθεί για έλλειψη πατριωτισμού και εθνική μειοδοσία, στηλίτευαν τις παλινωδίες που παρουσίαζε η πολιτική της στο Κυπριακό. Και τούτο διότι η ελληνική κυβέρνηση κατέφευγε συχνά σε μεθοδεύσεις, δημιουργώντας ανεδαφικές προσδοκίες στην κοινή γνώμη περί δήθεν διευθέτησης του προβλήματος, οι οποίες όμως διαψεύδονταν εν τοις πράγμασι.

Παράλληλα, αλγεινή εντύπωση προκαλούσε στους Γάλλους διπλωμάτες η εκχώρηση ως μη όφειλε του ηγετικού της ρόλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επιτρέποντας τις άφρονες παρεμβάσεις της τελευταίας στο Κυπριακό, κριτική που δεν ήταν ολότελα ανεξάρτητη από τα αντικληρικαλιστικά αισθήματα, από τα οποία εμφορούνταν. Εξίσου επιτιμητικοί ήταν ως προς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Τύπος στην αναμόχλευση του Κυπριακού, αν όχι καθ’ υπόδειξιν, τουλάχιστον υπό την ανοχή των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες στο εσωτερικό της χώρας.

Τα πυρά τους εκτοξεύονταν και εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο υπερβάλλοντας ζήλος του οποίου περιέπλεξε, όπως επισήμαιναν, το ζήτημα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, διατείνονταν ότι το δημοψήφισμα που διοργάνωσε στην Κύπρο με «τρόπο περισσότερο δημαγωγικό παρά σοβαρό», αποδείχτηκε στα χέρια του ένα όπλο εξαιρετικά επικίνδυνο, το οποίο όχι μόνο αξιοποίησε, αλλά και «καταχράστηκε» στο έπακρο. Ψέγοντας τον τρόπο με τον οποίο μετερχόταν το ανώτατο θρησκευτικό του αξίωμα, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις απώτερες επιδιώξεις του, διατείνονταν ότι ασκούσε αφόρητες πιέσεις έναντι της Αθήνας, ώστε να την εξαναγκάσει να εγείρει το ζήτημα της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, εγχείρημα των δυσκολιών του οποίου είχε πλήρη επίγνωση ευθύς εξαρχής.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν φείστηκαν κριτικής ούτε για την προκλητική αδιαλλαξία, που επέδειξε το Λονδίνο έναντι της Αθήνας, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές της να ξεκινήσει ένας απευθείας διάλογος για τη φιλική διευθέτηση του θέματος διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων, αποφεύγοντας έως την ύστατη στιγμή να προσφύγει στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Η κατηγορηματική άρνηση που προέτασσε ευκαιρίας δοθείσης στις εκκλήσεις της, αντικρούοντας τα επιχειρήματά της με μία έκδηλη διάθεση ειρωνείας, διαδραμάτισε, κατά την άποψή τους, καταλυτικό ρόλο στην όξυνση των πνευμάτων.

Και τούτο διότι προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης προσβολής, το οποίο επρόκειτο να αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων στο Κυπριακό. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαξιωτική στάση του Anthony Eden κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Αλέξανδρο Παπάγο τον Σεπτέμβριο του 1953 στην Αθήνα, αλλά και το «ουδέποτε» που διατύπωσε από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων ο Henry Hopkinson τον Ιούλιο του 1954, είχαν επιφέρει ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ελληνική υπερηφάνεια. Και τούτο διότι, όπως χαρακτηριστικά επισήμαιναν, «η ειρωνεία ουδέποτε εκτιμήθηκε στην Ελλάδα, ιδίως όταν επρόκειτο για εθνικά θέματα», εφιστώντας την προσοχή του Quai d’ Orsay στον καταλυτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει στο Κυπριακό η ευθιξία των Ελλήνων, οι οποίοι δεν είχαν εισπράξει παρά μόνο κοφτές ή ειρωνικές αρνήσεις. «Inde ira et lacrimae».

 

Η προσφυγή της Αθήνας στα Ηνωμένα Έθνη (1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν υπερέβαλλαν στις εκτιμήσεις τους. Ενδεικτική της ολότελα διαφορετικής προσέγγισής που ακολουθούσαν επί του θέματος, ήταν η εισήγησή τους ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί ολότελα από τη γαλλική αντιπροσωπεία στους κόλπους της Γενικής Συνέλευσης, προσφέροντάς της την έμπρακτη συμπαράστασή της κατά τη διάρκεια των εργασιών εκτός συνόδου. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμιζαν ότι οι παρεμβάσεις, στις οποίες εκ των πραγμάτων θα προέβαινε, θα έπρεπε να διακρίνονται από μετριοπάθεια και μία διάθεση συμφιλίωσης, σε μία προσπάθεια να αμβλυνθεί η αντιπαράθεση μεταξύ δύο χωρών, με τις οποίες η Γαλλία διατηρούσε στενούς δεσμούς στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος υποδέχεται τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην Αθήνα.

Παράλληλα όμως, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυψε τους ενδοιασμούς της ως προς την απόφαση της Γαλλίας να ταχθεί υπέρ των βρετανικών θέσεων, καταψηφίζοντας τον Σεπτέμβριο του 1954 την εγγραφή της ελληνικής προσφυγής για την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης του λαού της Κύπρου στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Βεβαίως, κατανοούσε τους λόγους, που την υποχρέωναν να ανταποκριθεί θετικά στο βρετανικό αίτημα, αφού τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας παρουσίαζαν, παρά τις όποιες διαφορές, σημαντικές ομοιότητες με εκείνο της Κύπρου. Επανειλημμένως, το Παρίσι είχε επισημάνει την πολύτιμη αρωγή που του προσέφερε αφειδώλευτα το Λονδίνο, εν αντιθέσει με την Αθήνα, κατά τη διάρκεια των σχετικών ψηφοφοριών που διεξήχθησαν για τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι τα επιχειρήματα που προέτασσε το Λονδίνο εν έτει 1954, ήταν σαθρά. Και τούτο διότι ουδόλως ανταποκρίνονταν στα δεδομένα της καινούργιας πραγματικότητας, που είχε διαμορφωθεί διεθνώς μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι το υπόμνημα που κατέθεσε τον Αύγουστο του 1954 η κυβέρνηση Παπάγου στα Ηνωμένα Έθνη αναφορικά με το ζήτημα της Κύπρου, διέθετε ισχυρότερα ερείσματα από νομικής άποψης, εν συγκρίσει με την επίσημη βρετανική θέση, αφού «πολλές παράγραφοι του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών φαίνονταν να έχουν γραφτεί εις επίρρωσιν των ελληνικών θέσεων».

 

Οι απόπειρες διευθέτησης του Κυπριακού διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων (1955 – 1956)

Η γαλλική διπλωματία εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για το πογκρόμ, που διενεργήθηκε εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 6/7 Σεπτεμβρίου 1955. Καίτοι θεωρούσε ότι το καταστροφικό μένος που επέδειξε ο όχλος, δεν ήταν απόρροια αποκλειστικά και μόνο του μίσους που έτρεφε εναντίον των Ελλήνων, αλλά εν μέρει και του φθόνου του για τους κατέχοντες του πλούτου, ουδεμία αμφιβολία είχε ότι επρόκειτο για μια συστηματικά οργανωμένη επιχείρηση, που υλοποιήθηκε υπό την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση των τουρκικών αρχών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό.

Στην προσπάθειά της να απευθύνει κατά τη διάρκεια της Τριμερούς Διάσκεψης του Λονδίνου (29 Αυγούστου – 7 Σεπτεμβρίου 1955) μία αυστηρή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση Eden για τις επιπτώσεις που θα επέσυρε η υιοθέτηση μίας λύσης, που θα απέβαινε εις βάρος των αξιώσεών της, υποδαύλισε τα ανθελληνικά αισθήματα της κοινής γνώμης διά μέσου του Τύπου, ο τόνος του οποίου προσέλαβε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1955 έναν ιδιαίτερα βίαιο χαρακτήρα, αγγίζοντας τα όρια του παροξυσμού. Λειτουργώντας ως μαθητευόμενος μάγος, όπως υπογράμμιζε, εξαπέλυσε σφοδρές δυνάμεις, τη δράση των οποίων απέτυχε να θέσει υπό τον έλεγχό της.

Υπό το πρίσμα αυτό, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τη ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, γεγονός που όχι μόνο καθιστούσε «τον πολιτικό ελληνοτουρκικό γάμο ένα εύθραυστο οικοδόμημα», αλλά και εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Παράλληλα όμως, ήταν πεπεισμένη ότι ούτε η ίδια η Τουρκία επρόκειτο να εξέλθει αλώβητη από τις ανθελληνικές ταραχές της 6ης/7ης Σεπτεμβρίου. Και τούτο διότι ετίθετο πλέον εν αμφιβόλω όλη η προσπάθεια που αναλήφθηκε τόσο από τους Κεμαλιστές, όσο και από την κυβέρνηση Menderes, προκειμένου να εκριζώσουν από τη χώρα τους τα «συμπλέγματα του μεγάλου ασθενούς», τα οποία κατέτρυχαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τα “Σεπτεμβριανά” του 1955 στην Κωνσταντινούπολη.

Το κύμα οργής και αγανάκτησης που πυροδότησε στην Ελλάδα το πογκρόμ, το οποίο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την απόρριψη τον Σεπτέμβριο του 1955 της 2ης ελληνικής προσφυγής στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενέβαλε σε έντονη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Με δεδομένα τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία είχε αρχίσει πλέον να εμφορείται η κοινή γνώμη, δεν αποκλειόταν το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και στροφής της προς την κατεύθυνση της ουδετερότητας, ένα ελκυστικό παράδειγμα της οποίας αποτελούσε η Γιουγκοσλαβία. Η εξέλιξη αυτή θεωρείτο ότι θα απέβαινε εις βάρος της Δύσης, λόγω της προκεχωρημένης στρατηγικής θέσης της ελληνικής χερσονήσου, αλλά και της λανθάνουσας δύναμης που διέθετε στη χώρα ο κομμουνισμός.

Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Στρατάρχη Harding, (Οκτώβριος 1955 – Φεβρουάριος 1956) ενέτεινε τους φόβους της γαλλικής διπλωματίας για την εξέλιξη του Κυπριακού. Ανεξαρτήτως της δεδηλωμένης πρόθεσης του Λονδίνου να μην εκχωρήσει την κυριαρχία του στη Μεγαλόνησο, προτάσσοντας τη στρατηγική της σημασία για την υλοποίηση της βρετανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, θεωρείτο ότι καθοριστικό ρόλο στο αδιέξοδο που επήλθε, διαδραμάτισαν οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία φοβόταν, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις των Βρετανών περί του αντιθέτου, μήπως εν τέλει προχωρούσαν στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο, μέσω της εδραίωσης ενός καθεστώτος αυτοκυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, διακήρυττε ότι «τίποτε δεν μπορούσε να γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την έγκρισή της», υπογραμμίζοντας ότι δεν προτίθετο να εγκαταλείψει την τουρκική μειονότητα στην τύχη της, αφού αισθανόταν υπεύθυνη για την ασφάλειά της.

Η γαλλική διπλωματία ανησυχούσε ιδιαιτέρως για το εύρος που θα μπορούσαν να προσλάβουν οι αντιδράσεις της, εάν αναγνωριζόταν η αυτοδιάθεση της Κύπρου. Πεποίθησή της ήταν ότι η Άγκυρα δεν θα δίσταζε να εξαπολύσει ακόμη και έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο στη Μεγαλόνησο, δεδομένου ότι η τουρκική μειονότητα, η οποία ήταν ήδη οργανωμένη και εν μέρει εξοπλισμένη, τελούσε σε κατάσταση αναμονής. Ενδεικτικές των προθέσεών της θεωρούνταν όχι μόνο οι διακοινοτικές ταραχές που εκδηλώθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1956, με αφορμή τη δολοφονία ενός Τούρκου αστυνομικού από την Ε.Ο.Κ.Α, οι οποίες συνιστούσαν μία σαφή προειδοποίηση για το μέλλον, αλλά και οι στενές επαφές που άρχισε να αναπτύσσει η ηγεσία της με τους ιθύνοντες της μητέρας πατρίδας, υπό τη συστηματική καθοδήγηση των οποίων άλλωστε τελούσε. Απώτερος στόχος της κυβέρνησης Menderes ήταν να εξέλθει η τουρκική μειονότητα από τη συνήθη της παθητικότητα, καθιστώντας σαφή την πρόθεσή της να αντιταχθεί με οιοδήποτε μέσο στην Ένωση.

Μολονότι η απόφαση του Λονδίνου να προχωρήσει τον Μάρτιο του 1956 στη σύλληψη και την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, της προκάλεσε προς στιγμήν ένα αίσθημα ανακούφισης και ικανοποίησης, ουδόλως αμβλύνθηκαν οι ανησυχίες της. Και τούτο διότι η απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου από το προσκήνιο, ο οποίος καθίστατο πλέον μάρτυρας, όχι μόνο δεν διευθετούσε το πρόβλημα της Κύπρου, αλλά αντιθέτως μετέθετε τη λύση του στο απώτερο μέλλον. Εξακολουθώντας, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, να τρέφει σοβαρές αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των βρετανικών προθέσεων, αδυνατούσε να λησμονήσει ότι είχε τεθεί στο περιθώριο των συνομιλιών Μακαρίου – Harding, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του Λονδίνου ότι η συγκατάθεσή της θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για τη σύναψη μίας ενδεχόμενης συμφωνίας.

Παράλληλα όμως, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι η εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία σηματοδοτούσε τη σκλήρυνση της βρετανικής πολιτικής στο Κυπριακό, υποδηλώντας την αποφασιστικότητά της να προασπίσει πάση θυσία την κυριαρχία της επί της Μεγαλονήσου, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας «σφάλμα έναντι της Ελλάδος». Και τούτο διότι επρόκειτο να δυσχεράνει το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή, η οποία επιθυμούσε διακαώς την αποκλιμάκωση της έντασης που σοβούσε στις σχέσεις της τόσο με τη Βρετανία, όσο και με την Τουρκία, ούτως ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστη στο έργο της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Εκ των πραγμάτων, θα ήταν πλέον υποχρεωμένη να σκληρύνει τη στάση της, αφού σε διαφορετική περίπτωση ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της.

Ο Μακάριος στις Σεϋχέλλες.

Το αδιέξοδο στο Κυπριακό μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Η αδιαλλαξία που επέδειξε το Λονδίνο μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, εμμένοντας στην πάταξη της «τρομοκρατίας» στη Μεγαλόνησο, η οποία θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την ελληνοκυπριακή πλευρά, επέσυρε δριμεία κριτική εκ μέρους των γαλλικών διπλωματικών κύκλων. Και τούτο διότι όχι μόνο δεν συνετέλεσε στην αποκατάσταση της τάξης και της ηρεμίας στη Μεγαλόνησο, αλλά επιπλέον οδήγησε το Κυπριακό σε νεκρό σημείο.

Ενδεικτική της άτεγκτης στάσης που τηρούσε επί του θέματος, θεωρείτο η εκτέλεση διά απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956 του Μιχάλη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου. Οι Γάλλοι διπλωμάτες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την απόφαση του Στρατάρχη Harding να απορρίψει το αίτημα για την απονομή χάριτος στους καταδικασθέντες, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Και τούτο διότι επρόκειτο για μία υπόθεση, που θα μπορούσε να εξάψει τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία εμφορείτο η ελληνική κοινή γνώμη μετά τα Σεπτεμβριανά και την απόρριψη της 2 ης ελληνικής προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη, οδηγώντας ακόμη και σε διάρρηξη των δεσμών της Αθήνας με τη Δύση.

Σε μία προσπάθεια να αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτός, η γαλλική διπλωματία θεωρούσε ότι το Παρίσι θα έπρεπε να έρθει αρωγός σε οιαδήποτε προσπάθεια, προκειμένου να «διευθετηθεί το θέμα ενδοοικογενειακά», όπως είχε επισημάνει ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Σπυρίδων Θεοτόκης. Και τούτο διότι η επανάληψη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών θα απέβαινε προς όφελος της Γαλλίας, αφού «η διένεξη της Κύπρου δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο».

Μολαταύτα, το Λονδίνο δεν ήταν διατεθειμένο να αναθεωρήσει την αδιάλλακτη πολιτική του. Ενδεικτικό θεωρείτο το γεγονός ότι παρέπεμψε τον Ιούλιο του 1956 στις ελληνικές καλένδες παρά τις προηγούμενες εξαγγελίες του την παρουσίαση ενός καινούργιου σχεδίου για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Καταλυτικό ρόλο στην υπαναχώρησή του διαδραμάτισαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών, οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία αντιτίθετο σφόδρα στην εδραίωση καθεστώτος αυτονομίας στην Κύπρο. Και τούτο διότι παρόμοια εξέλιξη εκλαμβανόταν ως προάγγελος της αναγνώρισης της αρχής της αυτοδιάθεσης, εξέλιξη που απευχόταν η Άγκυρα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν δίστασε να μετέλθει έναν απροκάλυπτο εκβιασμό, προκειμένου να καταστήσει σαφές στους δυτικούς της εταίρους ότι επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να συγκατατεθεί σε οιονδήποτε συμβιβασμό ως προς το ζήτημα της Κύπρου που θα απέβαινε εις βάρος των συμφερόντων της, πυροδοτώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Εξακολουθώντας να τρέφει αμφιβολίες για τις πραγματικές προθέσεις του Λονδίνου, αλλά και για την ασάφεια που χαρακτήριζε την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τουρκία προειδοποίησε ότι η αλλαγή του status quo της Μεγαλονήσου θα συνεπαγόταν ipso facto την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την εύθραυστη ισορροπία, στην οποία βασιζόταν το καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου. Η σκλήρυνση που παρατηρείτο πλέον στην στάση της, αλλά και η αναταραχή που υποδαύλιζε εντέχνως στη Μεγαλόνησο, η οποία θα μπορούσε να εκφυλιστεί σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων, προκαλούσε έκδηλη ανησυχία στη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η διένεξη ως προς το ζήτημα της Κύπρου υπέσκαπτε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Δηλωτική της όξυνσης των πνευμάτων θεωρείτο η σφοδρή αντίδραση της Αθήνας στις δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση Καραμανλή διακήρυξε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει πάραυτα στην καταγγελία της Σύμβασης του Montreux, γεγονός που θα επέφερε αναπόδραστα αλλαγές στο καθεστώς των Στενών. Παράλληλα, προειδοποίησε τους εταίρους της ότι εάν δεχόταν την παραμικρή πρόκληση από την Άγκυρα, θα αντιδρούσε ακαριαία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Καίτοι οι Γάλλοι διπλωμάτες χαρακτήριζαν ως έναν βαθμό υπερβολικές τις εν λόγω απειλές, με δεδομένη την κατηγορηματική άρνηση της Μόσχας να προσυπογράψει οιαδήποτε μεταβολή του καθεστώτος των Στενών, θεωρούσαν αδήριτη ανάγκη να καθησυχάσουν την Αθήνα. Και τούτο διότι ελλόχευε ο κίνδυνος υπό το βάρος της απογοήτευσής της, αλλά και των συνομιλιών που επρόκειτο να διεξαχθούν το καλοκαίρι του 1956 με τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας και της Αιγύπτου να προχωρήσει σε βεβιασμένες ενέργειες, που θα απέβαιναν εις βάρος της Δύσης, σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία, κατά την οποία επικρατούσε μία τεταμένη ατμόσφαιρα στη Μέση Ανατολή.

Υπό το πρίσμα αυτό, αναπτύχθηκε ένας έντονος προβληματισμός στους κόλπους της γαλλικής διπλωματίας για το ενδεχόμενο έναρξης απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, σε μία προσπάθεια να αρθεί το υφιστάμενο αδιέξοδο στο ζήτημα της Κύπρου. Και τούτο διότι εάν δεν διευθετείτο επειγόντως, ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της κυβέρνησης Καραμανλή, γεγονός που θα καθιστούσε αναπόφευκτη την απώλεια της Αθήνας για τη Δύση.

Εντούτοις, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Άγκυρα, Jean-Paul Garnier ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος σε τούτη την προοπτική. Με δεδομένη την ένταση που σοβούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την αδιαλλαξία της Άγκυρας, η οποία δεν επρόκειτο να καμφθεί μεσούσης της κρίσης του Σουέζ, υπογράμμιζε ότι οιαδήποτε απόπειρα για την έναρξη ενός διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, εκτιμούσε ότι το Παρίσι όφειλε να επιδείξει ιδιαίτερη σύνεση επί του θέματος, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση μίας συμβιβαστικής λύσης, που θα τύγχανε της αποδοχής και των τριών ενδιαφερομένων πλευρών.

Jean-Paul Garnier, πρέσβυς της Γαλλίας στην Άγκυρα (1955-1957).
Christian Pineau, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1956-1958).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay συντασσόταν πλήρως με την άποψή του, τονίζοντας ότι το Παρίσι ήταν αδύνατον να παρεκκλίνει της γραμμής που ακολουθούσε στο Κυπριακό, λόγω όχι μόνο των συμμαχικών του δεσμών με τη Βρετανία, αλλά και της σοβαρής κρίσης που είχε ενσκήψει στη Μέση Ανατολή από το καλοκαίρι του 1956 μετά την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Nasser, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε η Αθήνα χωρίς περιστροφές. Εντούτοις, δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τους κινδύνους που ενείχε η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στην Κύπρο. Όλη η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας άρχισε εφεξής να επικεντρώνεται στην ανάδυση της ιδέας της διχοτόμησης, μετά τη δήλωση στις 19 Δεκεμβρίου του 1956 του επί κεφαλής του Colonial Office, Allan Lennox-Boyd περί ταυτόχρονης άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και από τις δύο εθνικές κοινότητες της Μεγαλονήσου, στην περίπτωση που πραγματοποιείτο η προσάρτησή της στην Ελλάδα, την οποία έσπευσε να αξιοποιήσει στο έπακρο η Άγκυρα.

 

Οι άκαρπες προσπάθειες εξεύρεσης μίας λύσης στο Κυπριακό (1957)

Πράγματι, η αναγνώριση της αρχής της διπλής αυτοδιάθεσης μετέβαλε άρδην τα δεδομένα του Κυπριακού. Και τούτο διότι το Λονδίνο ομολογούσε για πρώτη φορά επισήμως ότι η προοπτική της διχοτόμησης, αν και απευκταία, αποτελούσε μία από τις πιθανές λύσεις του προβλήματος της Κύπρου, γεγονός που όχι μόνο υπονόμευσε τη σημασία του Σχεδίου Συντάγματος Radcliffe, το οποίο περιέπεσε σε τέλμα, αλλά και διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Σε μία περίοδο που η Βρετανία βρισκόταν αντιμέτωπη με την εχθρότητα του Αραβικού κόσμου, απόρροια της βρετανογαλλικής επέμβασης στο Σουέζ το φθινόπωρο του 1956, είχε αρχίσει να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Τουρκία, η οποία αποτελούσε τον μόνο σταθερό της σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Με δεδομένη τη βαρύνουσα σημασία που αποκτούσε πλέον για την προάσπιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή, αλλά και την αναβάθμιση του στρατηγικού της ρόλου στο πλαίσιο του Ν.Α.Τ.Ο. μετά την εξαγγελία του Δόγματος Eisenhower τον Ιανουάριο του 1957, η κυβέρνηση Eden επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να προκρίνει μία λύση για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό, η οποία θα αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της Άγκυρας.

Δηλωτική των προθέσεων της κυβέρνησης Menderes θεωρείτο από τους Γάλλους διπλωμάτες η αποστολή του Nihat Erim στο Λονδίνο στις 24 Ιανουαρίου 1957, λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών της 11η Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Απώτερος στόχος του ήταν να αποσπάσει από την κυβέρνηση Macmillan τη ρητή της δέσμευση ως προς την επιβολή της διχοτόμησης, η οποία θα αναγόταν εφεξής, όπως υπογράμμιζαν, στην αιχμή του δόρατος της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσαν ότι η μετάβαση του Τούρκου νομομαθούς στη βρετανική πρωτεύουσα δεν μπορούσε να νοηθεί ανεξάρτητα από τις διακοινοτικές ταραχές, που εκτυλίχθηκαν στη Μεγαλόνησο το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 1957. Και τούτο διότι αποτελούσαν αλληλοσυμπληρωματικές εκφάνσεις μίας και της αυτής πολιτικής. Απώτερος στόχος της Άγκυρας ήταν να καταδείξει στη διεθνή κοινή γνώμη ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες καθίστατο εκ των πραγμάτων αδύνατη η αρμονική συμβίωση των δύο εθνικών κοινοτήτων, προτάσσοντας τη διχοτόμηση ως αδήριτη ανάγκη, προκειμένου να εδραιωθεί η ειρήνη και η ασφάλεια στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Ο προβληματισμός της γαλλικής διπλωματίας για την επικίνδυνη τροπή που είχε αρχίσει πλέον να προσλαμβάνει το ζήτημα της Κύπρου, δεν αμβλύνθηκε ούτε μετά την απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Μάρτιο του 1957. Καίτοι εκλαμβανόταν ως μία χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της κυβέρνησης Macmillan, σε μία χρονική στιγμή που είχε επέλθει στασιμότητα στο διπλωματικό πεδίο, έτρεφε ενδοιασμούς ως προς την έκβασή της. Και τούτο διότι τόσο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όσο και η βρετανική κυβέρνηση δεν επιδείκνυαν καμία διάθεση συμβιβασμού, εμμένοντας κατηγορηματικά στις απόψεις τους.

Παράλληλα, εκτιμούσε ότι η παρουσία του στην Αθήνα όχι μόνο δεν θα διευκόλυνε τη διευθέτηση του Κυπριακού, αλλά αντιθέτως θα δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τους χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή. Και τούτο διότι οι δηλώσεις του, θα καθίσταντο αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την αντιπολίτευση, σε μία περίοδο που μαίνονταν τα πολιτικά πάθη στην Ελλάδα, υποσκάπτοντας το κύρος όχι μόνο του ιδίου, αλλά και του Έλληνα Πρωθυπουργού.

 

Guy de Girard de Charbonnières, πρέσβυς της Γαλλίας στην Αθήνα (1957-1964).
Maurice Couve de Murville, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1958-1968).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μολαταύτα, η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας εστιαζόταν κυρίως στις αντιδράσεις της Άγκυρας, η οποία δεν έκρυβε τη βαθύτατη ενόχλησή της για την πρωτοβουλία του Λονδίνου. Και τούτο διότι θεωρείτο ως προάγγελος επικίνδυνων εξελίξεων, που θα απέβαιναν εις βάρος της. Ενδεικτικά ήταν τα καυστικά σχόλια του τουρκικού Τύπου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η εν λόγω απόφαση συνιστούσε μέγα σφάλμα, καθώς «ισοδυναμούσε με τη ρίψη μίας νάρκης στη Μεσόγειο».

 Όμως, ακόμη πιο ανησυχητική ήταν, κατά την άποψη της, η μεταστροφή που παρατηρείτο πλέον στις διαθέσεις της Τουρκίας έναντι της Βρετανίας. Η απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία εξελήφθη ως προσβολή απέναντί της, της προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης απογοήτευσης, αφού ήταν πεπεισμένη ότι εξαπατήθηκε σκοπίμως από την κυβέρνηση Macmillan, η οποία καταχράστηκε ως μη όφειλε την καλή της πίστη. Μέσω αλλεπάλληλων δηλώσεών του ο Menderes άφηνε να εννοηθεί ότι η συνεργασία της Τουρκίας στο Σύμφωνο της Βαγδάτης δεν θα έπρεπε εφεξής να θεωρείται δεδομένη, αφού ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό των δικαιωμάτων της, τα οποία δεν προτίθετο να θυσιάσει στον βωμό της βρετανικής πολιτικής.

Στην προσπάθειά της να εγείρει φόβους για τις επιπτώσεις που θα είχε η υιοθέτηση μίας λύσης, η οποία θα αντέκειτο προς τις αξιώσεις της, η Άγκυρα άρχισε να υποδαυλίζει εντέχνως μία κρίση που άγγιζε πλέον, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, τα όρια της εθνικής ψύχωσης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν ακόμη και το ενδεχόμενο ανάληψης ένοπλης δράσης από την πλευρά της τουρκικής μειονότητας, δεδομένου ότι οι Τούρκοι ιθύνοντες επανειλημμένως είχαν δηλώσει ότι δεν υπήρχε άλλη οδός για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, πλην της στρατιωτικής κατοχής.

Αποτιμώντας τις αντιδράσεις της κυβέρνησης Menderes, θεωρούσαν ότι δεν θα έπρεπε να αναμένεται μία άμβλυνση των θέσεών της στο Κυπριακό, αφού ήταν πλέον αποφασισμένη να μετέλθει κάθε μέσο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη λύση της διχοτόμησης, η οποία διασφάλιζε πλήρως τα συμφέροντά της. Υπό το πρίσμα αυτό, υπογράμμιζαν ότι η σκλήρυνση της στάσης της καθίστατο πλέον αναπόφευκτη.

Οι εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών ήταν απολύτως εύστοχες. Ενδεικτική ήταν η οξύτατη αντίδρασή τους στην πρόταση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας του Ν.Α.Τ.Ο., Paul-Henri Spaak τον Ιούνιο του 1957 για την εδραίωση καθεστώτος εγγυημένης ανεξαρτησίας στην Κύπρο, σε μία προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου που είχε επέλθει στο Κυπριακό, επιβεβαιώνοντας τους ενδοιασμούς τους για τη χρονική στιγμή που εκδηλωνόταν η παρέμβασή του. Ο Menderes κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε επρόκειτο να συγκατατεθεί στην ανεξαρτησία της Μεγαλονήσου, ακόμη και εάν τελούσε υπό διεθνή εγγύηση, δεδομένου ότι αποτελούσε το προοίμιο για την πραγματοποίηση της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η μοναδική λύση που η Τουρκία ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί «στο όνομα της ειρήνης και της παγκόσμιας ασφάλειας», ήταν η διχοτόμηση, η οποία συνιστούσε την ύστατη παραχώρηση εκ μέρους της.

Νέα Υόρκη, 13 Φεβρουαρίου 1957: Το ζήτημα της Αλγερίας στα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Christian Pineau αγορεύει στο πλευρό του Έλληνα Μονίμου Αντιπροσώπου.

Εντούτοις, πίστευαν ακράδαντα ότι η αδιαλλαξία του Τούρκου Πρωθυπουργού υπαγορευόταν όχι μόνο από την προσπάθειά του να προασπίσει τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας του, αλλά και από την αγωνία του για το προσωπικό του πολιτικό μέλλον εν όψει των βουλευτικών εκλογών που επρόκειτο να διεξαχθούν το επόμενο έτος. Σε μία κρίσιμη συγκυρία, κατά την οποία υπέβοσκε εναντίον της κυβέρνησής του ένα διογκούμενο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, ήταν αδύνατον να επιδείξει την παραμικρή διάθεση συμβιβασμού ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού οιαδήποτε παραχώρησή του έναντι των ελληνικών αξιώσεων θα εκλαμβανόταν από τους Τούρκους ψηφοφόρους ως εθνική ταπείνωση.

 

Το Σχέδιο Macmillan και οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1958 – 1959)

Η κλιμάκωση της τουρκικής αδιαλλαξίας, η οποία οδήγησε στις αρχές του 1958 σε ναυάγιο και το φιλελεύθερο σχέδιο του Κυβερνήτη της Κύπρου, Sir Hugh Foot για την εκχώρηση διοικητικής αυτονομίας στη Μεγαλόνησο, ενέβαλε σε έκδηλη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η κυβέρνηση Macmillan εμφανιζόταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Άγκυρας, η οποία ενέμενε αναφανδόν στη λύση της διχοτόμησης, προτάσσοντάς την ως την ύστατη παραχώρησή της επί του θέματος.

Οι Πρέσβεις της Γαλλίας τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Άγκυρα έκρουαν από τον Φεβρουάριο του 1958 τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο διχοτόμησης της Κύπρου, η οποία «συνιστούσε σε κάθε περίπτωση τη χειρότερη δυνατή λύση του Κυπριακού». Και τούτο διότι όχι μόνο θα αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών περιπλοκών σε τοπικό επίπεδο, το εύρος των οποίων ήταν αδύνατον να προβλεφθεί εκ των προτέρων, αλλά και θα συντελούσε στην αποκρυστάλλωση του ανταγωνισμού που ήδη σοβούσε μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, καλλιεργώντας ένα κλίμα έντασης, που θα απειλούσε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Συν τοις άλλοις, η ισχυρή στρατιωτική παρουσία δύο χωρών μελών του Ν.Α.Τ.Ο. στο έδαφος της Μεγαλονήσου θα εκλαμβανόταν ως εν δυνάμει απειλή όχι μόνο από τη Συρία, οι ακτές της οποίας βρίσκονταν πλησίον της, αλλά και από το σύνολο του Αραβικού κόσμου, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί μία νέα κρίση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, της οποίας θα έσπευδε να επωφεληθεί ασμένως η Σοβιετική Ένωση.

Αποτιμώντας τις εμπρηστικές δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας, εκτιμούσαν ότι η ιδέα της διχοτόμησης καθίστατο ακόμη πιο επικίνδυνη, διότι δεν υπαγορευόταν μόνο από την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειάς της, αλλά από ένα συναίσθημα πολύ πιο βαθύ, που μπορούσε να γίνει κατανοητό μόνο υπό το πρίσμα της βίαιης αφύπνισης της παραδοσιακής εχθρότητας, από την οποία διαπνέονταν οι Οθωμανοί εναντίον των Ελλήνων. Αυτό το άκρως «εγωιστικό συναίσθημα», όπως υπογράμμιζαν, σε συνδυασμό με τον φόβο που της προκαλούσε ο κίνδυνος περικύκλωσής της από τα νησιά μίας χώρας που ήταν προαιώνιος αντίπαλός της, αποτελούσαν τα κίνητρα, από τα οποία υπαγορευόταν η πολιτική της Τουρκίας στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δυο Γάλλοι διπλωμάτες προειδοποιούσαν το Quai d’ Orsay ότι η πρόθεση της κυβέρνησης Macmillan να ικανοποιήσει τις παράλογες αξιώσεις της, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας ολέθριο σφάλμα, θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο τη συνοχή του δυτικού κόσμου, αλλά και τη διασφάλιση της ειρήνης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, εισηγούνταν ότι το Παρίσι ως εξέχον μέλος του Ν.Α.Τ.Ο. θα έπρεπε, λόγω της εφεκτικής στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών, να αναλάβει πάραυτα μία πρωτοβουλία επί του θέματος, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος διχοτόμησης της Κύπρου, πρόταση που ισοδυναμούσε με αναθεώρηση της γαλλικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Η εξαγγελία στις 19 Ιουνίου 1958 του Σχεδίου Macmillan, το οποίο καθιστούσε περισσότερο ορατό από ποτέ τον κίνδυνο διχοτόμησης της Κύπρου, ενέτεινε τις ανησυχίες των Γάλλων διπλωματών. Και τούτο διότι η κυβέρνηση De Gaulle, η οποία είχε μόλις ανέλθει στην εξουσία, προτίθετο να ταχθεί υπέρ της εφαρμογής του, εκτιμώντας ότι συνιστούσε «μία αδιαμφισβήτητη προσπάθεια εκ μέρους του Λονδίνου, προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της Κύπρου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων πλευρών».

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούσαν ότι η πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία παρομοιαζόταν με μία προσπάθεια «τετραγωνισμού του κύκλου», ήταν όλως διόλου εσφαλμένη. Και τούτο διότι η ιδέα εδραίωσης ενός καθεστώτος τριπλής συγκυριαρχίας στη Μεγαλόνησο, με δεδομένες τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις που προέβαλλαν η Αθήνα και η Άγκυρα, ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Macmillan όχι μόνο δεν θα συνέβαλλε στη διευθέτηση του ζητήματος της Κύπρου, αλλά τουναντίον θα επέτεινε το αδιέξοδο, στο οποίο είχε υπεισέλθει.

Harold Macmillan, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας (1957-1963).

Καίτοι διατείνονταν ότι μόνο η εφαρμογή του θεμελιώδους δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών συνιστούσε μία δίκαιη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού, εκτιμούσαν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτη, λόγω των σφοδρών αντιρρήσεων της Τουρκίας, αλλά και της άρνησης του Λονδίνου να προχωρήσει στην εφαρμογή της. Υπό το πρίσμα αυτό, καλούσαν το Παρίσι να προκρίνει την υιοθέτηση μίας προσωρινής φόρμουλας διακυβέρνησης, ανάλογης με εκείνες που είχαν ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία σε πρώην αποικίες του βρετανικού Στέμματος, η οποία δεν θα επιδίωκε, όπως το βρετανικό σχέδιο «συνεταιρισμού», να «συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», αλλά αντιθέτως θα προσανατολιζόταν προς την κατεύθυνση της εκχώρησης ανεξαρτησίας στην Κύπρο εν ευθέτω χρόνω, αποκλείοντας a priori την κυβέρνηση τόσο της Ελλάδας, όσο και της Τουρκίας από τη διοίκηση της Μεγαλονήσου.

Εντούτοις, το Παρίσι εμφανιζόταν απρόθυμο να συγκατατεθεί στην υιοθέτηση μίας τόσο ρηξικέλευθης λύσης, ένεκα των σοβαρών προβλημάτων που καλείτο να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση De Gaulle, με αποκορύφωμα τη σύγκρουση που μαινόταν από το 1954 στην Αλγερία. Σε τούτη την ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία, επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένο να έρθει σε αντιπαράθεση με τη Βρετανία για ένα δευτερεύον θέμα, όπως αυτό της Κύπρου, διακυβεύοντας ζωτικά συμφέροντά του. Η διασφάλιση της στήριξης του Λονδίνου, τη στιγμή που εκκρεμούσε η συζήτηση του ζητήματος της Αλγερίας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, θεωρείτο μείζονος σημασίας για τη Γαλλία.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay αποσαφήνιζε στους Γάλλους Πρέσβεις ότι ήταν αδύνατον να ταχθεί αίφνης η Γαλλία υπέρ της αυτοδιάθεσης της Μεγαλονήσου. Εμμένοντας στην πάγια θέση της περί τήρησης ίσων αποστάσεων επί του θέματος, υπογράμμιζε μετ’ επιτάσεως ότι σε μία διένεξη, στην οποία εμπλέκονταν τρεις χώρες με τις οποίες διατηρούσε στενούς συμμαχικούς δεσμούς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να λάβει θέση υπέρ μίας εξ αυτών, εις βάρος των σχέσεών της με τις υπόλοιπες. Θεωρώντας εφικτή την επίτευξη ενός συμβιβασμού, καθήκον της ήταν, όπως επισημαινόταν, να ενθαρρύνει τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, προτρέποντας παράλληλα τόσο την Αθήνα, όσο και την Άγκυρα να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα για τον κατευνασμό των πνευμάτων, ο οποίος αποτελούσε conditio sine qua non για την εξεύρεση μίας λύσης στο πρόβλημα της Κύπρου.

O Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα, Guy de Girard de Charbonnières εξέφρασε ρητώς την αντίθεσή του επί της απόφασης αυτής, προειδοποιώντας το Παρίσι ότι εάν εξακολουθούσε να εμμένει στην επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των θέσεων των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, δεν υπήρχε καμία απολύτως ελπίδα να αρθεί το αδιέξοδο στο Κυπριακό. Αντιθέτως, υποστήριζε μετ’ επιτάσεως ότι το Σχέδιο Macmillan θα έπρεπε να «τεθεί εν υπνώσει». Και τούτο διότι τορπίλιζε κάθε προσπάθεια φιλικής διευθέτησης του Κυπριακού, οδηγώντας όχι μόνο σε οριστική διάρρηξη τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και δημιουργώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δυτικούς της εταίρους, εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μία νέα σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή, μία ιδιαιτέρως εύφλεκτη περιοχή που ήδη βρισκόταν σε αναβρασμό, μετά την επανάσταση στο Ιράκ τον Ιούλιο του 1958.

Οι ενδοιασμοί των Γάλλων διπλωματών για την εξέλιξη του Κυπριακού δεν ήρθησαν ούτε μετά την υπογραφή τον Φεβρουάριο του 1959 των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, παρά το διάχυτο αίσθημα ανακούφισης που προκάλεσαν στη Δύση. Εκφράζοντας έναν έντονο προβληματισμό για το καθεστώς που επρόκειτο να εδραιωθεί στην Κύπρο, διατύπωσαν σοβαρές ενστάσεις ως προς καίριες διατάξεις τους. Ως εκ τούτου, υποστήριζαν ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως περιόριζε εκ προοιμίου την κυριαρχία του υπό σύσταση κράτους, το οποίο μόνο κατ’ όνομα θα ήταν ανεξάρτητο. Συν τοις άλλοις, με δεδομένο το δικαίωμα ανάληψης μονομερούς δράσης από κάθε μία από τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις, ουδείς μπορούσε να προδικάσει τι θα συνέβαινε, εάν μία διαφορά μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων εξελισσόταν σε ελληνοτουρκική διαμάχη.

Οι Κωνσταντίνος Καραμανλής (πρωθυπουργός), Ahmed Zorlu (υπουργός Εξωτερικών), Adnan Menderes (πρωθυπουργός) και Ευάγγελος Αβέρωφ (υπουργός Εξωτερικών) φωτογραφίζονται αμέσως μετά την μονογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου 1959 στο ξενοδοχείο Ντόλτερ.

Όμως, πρωτίστως υπογράμμιζαν ότι καίτοι είχε αποφευχθεί η γεωγραφική διχοτόμηση της Κύπρου, οι εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες απέβησαν εις βάρος τόσο των Ελλήνων της Κύπρου, όσο και της ίδιας της Ελλάδας, επέβαλαν μία πραγματική διχοτόμηση σε επίπεδο θεσμών. Και τούτο διότι εκχωρώντας καθεστώς αυτονομίας στην τουρκική μειονότητα, αποκτούσε πλήρη ισονομία εν συγκρίσει με την ελληνική πλειοψηφία, η οποία στην πραγματικότητα καθίστατο δέσμιά της. Καθιστώντας αδύνατη τη λήψη οιασδήποτε απόφασης χωρίς τη συγκατάθεσή της, μετατρεπόταν στην πραγματικότητα σε συνιδιοκτήτη της Μεγαλονήσου, απολαμβάνοντας όλα τα οφέλη που απέρρεαν εκ της νέας νομικής θέσεώς της.

Λευκωσία, 2 Μαρτίου 1959. Ο Μακάριος επιστρέφει την επομένη της συνομολόγησης των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν έκρυβαν τον έντονο προβληματισμό τους για το νομικό καθεστώς του υπό σύσταση κράτους, δεδομένου ότι δεν υφίστατο κυπριακό έθνος. Ιδιαιτέρως ανησυχητικό θεωρούσαν το γεγονός ότι αντί να αναγάγει τον πληθυσμό του σε ένα ενιαίο και αλληλέγγυο έθνος, καθιστούσε απαγορευτική τη δημιουργία του. Υπό το πρίσμα αυτό ήταν πεπεισμένοι ότι ο πολιτικός του βίος δεν θα ήταν ανέφελος, εάν δεν κατοχυρωνόταν το αναφαίρετο δικαίωμα της πλειοψηφίας να ασκεί τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους. Και τούτο διότι το δικαίωμα της αρνησικυρίας, το οποίο παραχωρήθηκε στην τουρκική μειονότητα, θα παρέλυε πέραν πάσης αμφιβολίας τη λειτουργία όλων των θεσμών.

Η εφαρμογή των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου εξαρτάτο αποκλειστικά, όπως υπογράμμιζαν, από την καλλιέργεια ενός κλίματος αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ όχι μόνο των δύο εθνικών κοινοτήτων, αλλά και των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Εντούτοις, προειδοποιούσαν ότι εάν διατηρείτο η αντιπαλότητα που υπέβοσκε ανάμεσά τους, δίνοντας το έναυσμα σε έξωθεν παρεμβάσεις, τότε «θα κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος και όλες οι ελπίδες που βασίστηκαν σε αυτές, θα γίνονταν στάχτη».

Εκτιμήσεις του Henry Spitzmuller, πρέσβυ της Γαλλίας στην Άγκυρα, σχετικά με τη Συμφωνία του Λονδίνου (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διδακτορική της διατριβή φέρει τον τίτλο: Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αβέρωφ – Τοσίτσα Ευάγγελου, Ιστορία χαμένων ευκαιριών, (Κυπριακό, 1950 – 1963), Α’ Τόμος, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Αργυρίου Σοφία, Το εθνικό κίνημα των Ελληνοκυπρίων κατά την τελευταία περίοδο της Αγγλοκρατίας (1950 – 1960), Πρόλογος Π. Παπαπολυβίου, Εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2017.

Βλάχος Άγγελος Σ. Δέκα χρόνια Κυπριακού, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2003.

Crouzet François, Η κυπριακή διένεξη, 1946 – 1959, Τόμος Α’, μτφρ. Αριστοτέλης Φρυδάς, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2011.

Hatzivassiliou Evanthis Britain and the international status of Cyprus, 1955 – 1959, University of Minnesota, Minneapolis Minnesota 1997.

Κρανιδιώτης Νίκος, Δύσκολα χρόνια, Κύπρος, 1950 – 1960, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Λιμπιτσιούνη Ανθή Γ., Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960, Ανέκδοτη Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2020.

Παπαπολυβίου Πέτρος, Συρίγος Άγγελος, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Το Κυπριακό και το διεθνές σύστημα, 1945 – 1974: αναζητώντας θέση στον κόσμο, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.

Stefanidis Ioannis D., Isle of discord, Nationalism, imperialism and the making of the Cyprus problem, Hurst & Company, London 1999.

Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος (επιμ.), Κύπρος, ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2000.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού, Η δεκαετία του 1950, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008.

Χόλλαντ Ρόμπερτ, Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας, 1954 – 1959, μτφρ. Βίλλυ Φωτοπούλου, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2001.

Xydis Stephen G., Cyprus, Conflict and conciliation, 1954 – 1958, Ohio State University Press, Columbus Ohio 1967.

 

 

 

Καλοκαιρινή ανάπαυλα: Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

Καλοκαιρινή ανάπαυλα

Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

 

Ο χώρος εμπνέει τη μελωδία και η μελωδία παραπέμπει στον χώρο. Με την πάροδο του χρόνου η όσμωση είναι πλήρης. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει το φετινό καλοκαιρινό αφιέρωμα, με την επιλογή εννέα μεγαλουπόλεων και τη σύνδεσή τους με πασίγνωστες μελωδίες, αφιερωμένες σε αυτές. Μαζί με τις ευχές για υγεία και ευτυχία, το επιτελείο της Clio Turbata σας προσκαλεί να απολαύσετε την οπτικοακουστική πανδαισία που ακολουθεί και να ταξιδέψετε με συνοδό όχι τα πράσινα πιστοποιητικά, τα εμβόλια και τις μεταλλάξεις, αλλά τη διεθνή γλώσσα της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας και της αξιοπρέπειας, που ονομάζεται Μουσική. Στις μέρες μας, όπου η απαξίωση των πάντων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, ας μη υποτιμάμε τις σταθερές ανθρώπινες αρχές και αξίες που μας αποκαλύπτει και προσφέρει απλόχερα η γνώση του παρελθόντος. Μια γνώση, η οποία μας διδάσκει πως μια κοινωνία, δομημένη επάνω στην έννοια του κέρδους δίχως φραγμούς και δίχως ηθική σαν τη σημερινή, είναι μια κοινωνία με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Σας το υπενθυμίζουμε έχοντας επιλέξει έναν δροσερό κι ευχάριστο τρόπο, που θέλουμε να πιστεύουμε πως θα προσδώσει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και μια ανάσα οξυγόνου στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των τελευταίων μηνών. Και ας μη ξεχνάμε: ο χρόνος δεν είναι στάσιμος, πολύ συχνά δε οι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Με πιο απλά λόγια, ο καιρός έχει γυρίσματα!

Σας ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλετε πάνω από πέντε χρόνια τώρα και σας υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με το κεφάλι ψηλά για πολύ καιρό ακόμα την περιήγησή μας μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε σφαιρικότερα το παρελθόν, γεγονός που θα μας επιτρέψει με τη σειρά του να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν και, γιατί όχι, να ριψοκινδυνεύσουμε κάποια πρόγνωση για το μέλλον.

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μαζί με την ακράδαντη πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε τελικά να τους κληροδοτήσουμε μια κοινωνία, μέσα στην οποία θα δικαιούνται να ζήσουν και να προκόψουν ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αθήνα

 

Μάνος Χατζιδάκις – Νανά Μούσχουρη – Αθήνα

 

 

 

 

Ρώμη

Renato Rascel – Arrivederci Roma

 

 

 

Βενετία

 

Stelvio Cipriani – Anonimo Veneziano

 

Charles Aznavour – Com’è Triste Venezia

 

 

 

 

Άμστερνταμ

 

Scott Walker – In the port of Amsterdam

 

 

 

Βρυξέλλες

 

Jacques  Βrel – Bruxelles

 

 

 

Παρίσι

 

Hubert Giraud – Sous le Ciel De Paris

 

Joe Dassin – Champs Élysées

 

 

 

Λονδίνο

 

George Gershwin – A Foggy Day In London Town

 

 

Ρίο ντε Τζανέιρο

Antônio Carlos Jobim – Garota de Ipanema

Barry Manilow – Copacabana

 

 

 

Νέα Υόρκη

 

Billy Joel – Barbra Streisand – New York State of Mind

 

Frank Sinatra – New York, New York

 

 

 

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς: Ο εμπνευστής της ιδέας; Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός

Αφιέρωμα στον Εθνικό Διχασμό

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς

Ο εμπνευστής της ιδέας;

Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός[1]

 

 

Εισαγωγικά: Η πρώτη και τελευταία άδεια

 Η 13η Σεπτεμβρίου 1915 είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο για τον Ernst von Falkenhausen, τον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία Αθηνών: Γύρω στις 09:30 έλαβε τα πρώτα ευχάριστα νέα ότι η αίτησή του για άδεια είχε εγκριθεί και έτσι μετά από ακριβώς δεκατέσσερις μήνες θα επέστρεφε στο αγαπημένο του Βερολίνο και στις αγκάλες της οικογένειάς του που τόσο είχε επιθυμήσει και στερηθεί εξαιτίας του πολέμου. Η ημέρα συνεχίστηκε εξίσου ευχάριστα και κατά το μεσημέρι έπαιρνε πρωινό με τη βασίλισσα στο Τατόι, συζητώντας για μία ώρα οι δύο τους, όπως συνήθιζαν άλλωστε να κάνουν όλο το προηγούμενο διάστημα, γύρω από τις τρέχουσες εξελίξεις. Όλα έβαιναν καλώς και ήσυχα μέχρι που έφτασε στα χέρια του η αναμενόμενη απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με τις γερμανικές εγγυήσεις που εναγωνίως περίμενε ο βασιλιάς για να συγκατανεύσει στη βουλγαρική στρατιωτική εμπλοκή (και να παραμείνει αδρανής) ενόψει της δεύτερης επίθεσης στη Σερβία.

Από εκείνη τη στιγμή ο Falkenhausen έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του και εξεμάνη –για πολλοστή φορά εναντίον των διπλωματών– γιατί δεν ζητούνταν μόνο η επαναβεβαίωση της ουδετερότητας εκ μέρους του βασιλιά, αλλά και από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή από τον Βενιζέλο, τοποθετώντας στη σχετική ημερολογιακή σημείωσή του και δύο θαυμαστικά δίπλα στο όνομα του πρωθυπουργού. Για τον ίδιο, το γεγονός αυτό ήταν μία ακόμα ατράνταχτη απόδειξη ότι η Wilhelmstraße απείχε παρασάγγας από την κατανόηση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: «[…] Εμείς με τον βασιλιά και ορισμένους εμπίστους κάνουμε πολιτική εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου· αυτό σημαίνει ότι όσο ο Βενιζέλος παραμένει στην εξουσία, δεν μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα της πολιτικής μας αυτής με τον βασιλιά Κωνσταντίνο». Η οργή του Falkenhausen δεν καταλάγιασε ούτε την επομένη, όταν ένας μαινόμενος βασιλιάς έστειλε τον Ιωάννη Μεταξά για να ζητήσει τον λόγο. Απέναντι στον καλό και πιστό φίλο του επανέλαβε όσα είχε πει πρώτα στον εαυτό του και μετά στον πρέσβη, ότι δηλαδή το υπουργείο Εξωτερικών έδειχνε να μην γνωρίζει ή να μην κατανοεί ότι στην Ελλάδα υφίστατο δυαρχία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά, με τον τελευταίο να έχει επανειλημμένως μέχρι τότε αποδείξει ότι κρατούσε τον λόγο του, κρατώντας την Ελλάδα ουδέτερη.

Στις 15 Σεπτεμβρίου άφησε προσωρινά τα προβλήματα πίσω του για να ξεκινήσει ως αδειούχος το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Μέσω Λάρισας-Αμυνταίου-Θεσσαλονίκης πέρασε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Δράμα-Αλεξανδρούπολη) και από εκεί συνέχισε για Σόφια-Βουκουρέστι-Βουδαπέστη για να αφιχθεί τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης στο Βερολίνο και να σφίξει τα παιδιά του στην αγκαλιά του. Όμως, οι προσωπικές-ανέμελες στιγμές δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες γιατί μέσα στην ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον Έλληνα πρέσβη Νικόλαο Θεοτόκη για να συμφωνήσουν αμέσως ότι επέκειτο η νέα πτώση Βενιζέλου. Δεν υπήρξε ημέρα για τον ίδιο που να μην έχει «άρωμα» Ελλάδας, σε βαθμό που έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ από την Αθήνα. Αυτό δεν ήταν πρωτόγνωρο για τον εργασιομανή Falkenhausen, που πέρασε σχεδόν όλο το διάστημα της άδειάς του διαβουλευόμενος με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία γύρω από το ελληνικό ζήτημα.

Βερολίνο, Ιούνιος 1915. Η συμβολή της λεωφόρου Unter den Linden με την Friedrichstrasse.

Στα τέλη του μήνα συναντήθηκε με τον Erich von Falkenhayn, έγινε δεκτός από τον ίδιο τον Kaiser και στις 4 Οκτωβρίου βρέθηκε με τον Θεοτόκη στο Γενικό Επιτελείο για να διευθετήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της επανορθωτικής γερμανικής απάντησης που αυτή τη φορά θα άφηνε απόλυτα ικανοποιημένο τον Κωνσταντίνο. Τα νέα της αποβίβασης της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη οδήγησαν αργότερα τα βήματά του στο υπουργείο Εξωτερικών για ανταλλαγή απόψεων με τον υπεύθυνο επί των βαλκανικών θεμάτων Frederic Hans von Rosenberg. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους υποστήριξε αμέσως την άποψη ότι η σημαντική αυτή εξέλιξη συνιστούσε μία ακόμα «μπλόφα» του Βενιζέλου με σκοπό την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αλλά και έδινε μία ακόμα αφορμή στον βασιλιά να εκδιώξει τον πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα, άρχισε να επεξεργάζεται ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, αναγνωρίζοντας ότι επί του παρόντος δεν ήταν ρεαλιστική η ενεργή (στρατιωτική) αντίσταση στα σχέδια Βενιζέλου-Αντάντ. Αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί υπό προϋποθέσεις και μόνο με τη γερμανική υποστήριξη, όταν και υπολογιζόταν ότι η επερχόμενη σερβική ήττα θα άνοιγε τον δρόμο για την άμεση (εδαφική) επικοινωνία με την Ελλάδα. Τότε θα άνοιγε επίσης ο δρόμος της στρατιωτικής αναμέτρησης του Κωνσταντίνου με την Αντάντ και στην περίπτωση αυτή χρειαζόταν: α) να αποτελέσουν οι Βουλγαρία-Ρουμανία τον ελληνικό σιτοβολώνα για να αντιμετωπίσει η χώρα τον συμμαχικό αποκλεισμό και να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του λιμού, β) τα γερμανικά υποβρύχια στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να τεθούν στη διάθεση του βασιλιά, γ) να προβλεφθούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα προκαλούνταν σε περίπτωση βομβαρδισμού παραθαλάσσιων πόλεων από την Αντάντ. Η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων θα άναβε αυτομάτως το «πράσινο φως» για τη σύγκρουση στον κατάλληλο χρόνο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ελληνικές στρατιωτικές αποθήκες θα συνέχιζαν να τροφοδοτούνται με γερμανικό πολεμικό υλικό και κυρίως οβίδες πυροβολικού. Αφού το σχέδιό του έτυχε της επιδοκιμασίας τόσο του Rosenberg όσο και στη συνέχεια του γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών Gottlieb Jagow, ενημέρωσε το Γενικό Επιτελείο και προσωπικά τον Falkenhayn, από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα ασχολούνταν ο ίδιος με τις προοπτικές και τις παραμέτρους υλοποίησής του.

Gottlieb von Jagow.
Frederic Hans von Rosenberg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είχε πλήρη επίγνωση ο Falkenhausen ότι οι προτάσεις του ήταν ικανές να αλλάξουν τον ρου των ελληνικών εσωτερικών εξελίξεων και να επιλύσουν τον γόρδιο δεσμό του δυϊσμού, αποκόπτοντας μια δια παντός τη βενιζελική κεφαλή από το πολιτικοκοινωνικό σώμα της. Παίρνοντας πρωινό με τον Θεοτόκη πληροφορήθηκαν από γαλλικές πηγές για την πτώση του υπουργείου Βενιζέλου και αγαλλίασαν με τη διαπίστωση ότι «όσα είχαν ευχηθεί, γίνονταν τώρα πραγματικότητα». Και δεν θα ήταν το μόνο που θα εκπληρωνόταν από τον γερμανικό κατάλογο των ευχών, αλλά και των σχεδιασμών επί χάρτου: Την ίδια ακριβώς ημέρα που τα πρώτα συμμαχικά τμήματα πατούσαν στο έδαφος της Θεσσαλονίκης και εγκαινίαζαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ευρώπη, ετίθετο ο θεμέλιος λίθος όσων επρόκειτο να λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών έναν και πλέον χρόνο αργότερα.

 

Προετοιμάζοντας τη σύγκρουση με όπλα τις λέξεις

Δύο μήνες μετά την έκρηξη του πολέμου ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα Arco von Quadt (Graf/v. Quadt zu Wykradt und Isny) ήταν έτοιμος να προβεί στην πρώτη δυναμική δημόσια παρέμβασή του για να ζητήσει την ισότιμη μεταχείριση των εμπολέμων από την πλευρά των ελληνικών εφημερίδων. Μέχρι τότε είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στον Βενιζέλο αλλά και (τυπικά) στον Κωνσταντίνο για τη μεροληπτική κάλυψη των γεγονότων από τον Τύπο, που συνέβαλε αποφασιστικά στο να γέρνει η πλάστιγγα της κοινωνικής συμπάθειας και των φιλικών αισθημάτων καταφανώς υπέρ των Αγγλογάλλων.

Δεν έτρεφε αυταπάτες η γερμανική πλευρά ότι η Ελλάδα θα αγνοούσε τους παραδοσιακούς συμμαχικούς δεσμούς της με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και θα τηρούσε αυστηρή ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων ή ότι η περιχαρακωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα γερμανοφιλία ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τα εδραιωμένα πολιτικοοικονομικά ερείσματα των Εγγυητριών Δυνάμεων. Χρειαζόταν επομένως να μετατραπεί ο ελληνικός χώρος σε προπαγανδιστικό πεδίο μάχης και να καλυφθεί με κάθε πρόσφορο τρόπο το αγγλογγαλικό προβάδισμα στην ψυχή και το μυαλό των Ελλήνων. Επιπλέον, έναντι της «γριάς αλεπούς», του Βενιζέλου κατά τον Falkenhausen, έπρεπε να θωρακιστεί ο βασιλιάς και οι άνθρωποί του και να ενισχυθεί η ουδετερόφιλη πολιτική ως κόρη οφθαλμού, τις στιγμές κυρίως που ο αδύναμος εκ χαρακτήρα Κωνσταντίνος θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τον γητευτή της πολιτικής πρωθυπουργό του. Η διπλή αυτή αποστολή ανατέθηκε στον πρώην αντιπρόσωπο της Krupp στην Αθήνα Carl Freiherrn Schenck von Schweinsberg, γνωστότερο ως βαρόνο Schenck, που γρήγορα έχτισε τον δικό μου μύθο μέχρι την απομάκρυνσή του από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 1916.

Την έφερε ομολογουμένως σε πέρας με μεγάλη επιτυχία ο επικεφαλής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα, ασχέτως αν άξιζε τελικά το Βερολίνο να δαπανήσει για τον σκοπό αυτόν συνολικά 6.000.000 μάρκα. Αν και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την αξιολόγηση της δράσης του βαρόνου, εκείνο που συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η πραγματική συμβολή του στη διάνοιξη και στη συνεχή τροφοδότηση του χάσματος μεταξύ των βασιλικών θέσεων και των πρωθυπουργικών επιδιώξεων. Άλλωστε, η πρώτη παραίτηση Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1915 αποτέλεσε αποκλειστικό έργο των εντατικών προσπαθειών του δίπτυχου Schenck-Falkenhausen, που έδρασαν υπό την επίσημη κάλυψη του νέου πρέσβη Mirbach-Harff (Wilhelm Graf von), και χαιρετίστηκε (πανηγυρίστηκε για την ακρίβεια) ως μία μεγάλη γερμανική νίκη. Και παρά τις ισχυρές συγκρούσεις στο εσωτερικό της πρεσβείας, οι τρεις άνδρες ήταν πραγματικά άκρως αποτελεσματικοί: ο πρέσβης ως ο θεσμικός προασπιστής των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και χρηματοδότης των μηχανισμών προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο Schenck ως ο ανεπίσημος συνεργάτης της πρεσβείας και διαμορφωτής του προπαγανδιστικού και κατασκοπευτικού έργου, αλλά κυρίως ως ο ακλόνητος ενισχυτής της θέσης και στάσης του Κωνσταντίνου και μηχανικός της ψυχολογίας του, με τη σειρά του ο στρατιωτικός ακόλουθος επισήμως ως το αντίπαλο δέος των ομοτέχνων του στην Αθήνα και εξόχως παρασκηνιακά ως ο έμπιστος της Σοφίας και πρωταγωνιστής πίσω από τις μεγάλες μηχανορραφίες εναντίον του Βενιζέλου, με αποκορύφωμα το σχέδιο της δολοφονίας του.

Wilhelm Graf von  Mirbach-Harff.
Εφημερίδα Πατρίς, 11 Ιουλίου 1915.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συχνά υποστηρίζεται ότι η δυναμική της γερμανικής προπαγάνδας διογκώθηκε ανέλπιστα και τα όποια κέρδη της επί του πεδίου πολλαπλασιάστηκαν εξαιτίας της συμμαχικής αντίδρασης, που αργοπορημένα αντιλήφθηκε τους κινδύνους και στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος προέταξε περίσσια βιαιότητα, καταπατώντας το κύρος ενός ουδέτερου κράτους και προσβάλλοντας τις ελληνικές ευαισθησίες. Δεν απέχουν αυτές οι επισημάνσεις από την πραγματικότητα, κάτι άλλωστε που αναγνώριζαν με ικανοποίηση και οι Γερμανοί. Η παρατηρούμενη μεταστροφή του κλίματος, που παρακολούθησε τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων με την Αντάντ, δεν οφειλόταν ωστόσο αποκλειστικά στην πολιτική της κανονιοφόρου και στη συμπεριφορά έναντι της χώρας ως προτεκτοράτου· αποτελούσε σοβαρό απότοκο της γερμανικής εισχώρησης σε καίριους θεσμικούς οργανισμούς, όπως ήταν το Γενικό Επιτελείο και οι υπηρεσίες τήρησης της τάξης, όπως και στη προσβασιμότητα σε όλα τα τύποις στεγανά του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κατέστη «άντρο» των κάθε λογής πρακτόρων και κατασκόπων (εδώ ενδιαφέρει η γερμανική εμπλοκή) αφενός γιατί διατέθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τη στρατολόγησή τους και αφετέρου γιατί υποστηρίχθηκαν σκανδαλωδώς από τον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και με τη βασιλική προσωπική παρέμβαση όταν χρειάστηκε. Αν απουσίαζε η κρατική υποστήριξη των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα ήταν σε θέση τα μίσθαρνα όργανα των Schenck-Falkenhausen να φέρουν σε πέρας στοιχειωδώς την αποστολή τους, ιδιαίτερα στην αφιλόξενη Μακεδονία λόγω της παρουσίας των στρατευμάτων της Αντάντ.

Ο Falkenhausen (πρώτη σειρά δεύτερος από δεξιά) με συναδέλφους του στη Δράμα τον Αύγουστο 1918 [Πηγή: BArch, N 2068/38].

Αντίστοιχα, δεν αρκούσε από μόνη της η εξαγορά εφημερίδων και μεμονωμένων δημοσιογράφων και η αλλαγή της πολιτικής πλεύσης τους, οι αργυρώνητοι κατά τον Βενιζέλο, αν δεν συνοδεύονταν από την ενίσχυση και τη διάσωση, όποτε κρίθηκε επιβεβλημένο, του σώματος των αντιβενιζελικών πολιτικών· από τη διάσωση κατά κύριο λόγο του ίδιου του Θρόνου που ήταν η ισχυρότερη συγκολλητική ουσία του μαχόμενου αντιβενιζελισμού και διέθετε τον αρτιότερο προπαγανδιστικό δημόσιο λόγο για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και τη μετατροπή του στρατού σε πολιτικό παρεμβατικό μηχανισμό. Σε μία διψασμένη για χρήματα αγορά και σε μία ούτως ή άλλως κατακερματισμένη κοινωνία, το Βερολίνο μέσω των οργάνων του χρησιμοποίησε αρχικά ως όπλα τις λέξεις και στη συνέχεια επίλεξε να καταφύγει στα όπλα εξοπλίζοντας τους Επιστράτους και παρακινώντας/πείθοντας τον Κωνσταντίνο να πολεμήσει για την μακροημέρευση της δυναστείας του. Κληρονομημένες από το παρελθόν πολιτικοκοινωνικές αντιπαραθέσεις και υφιστάμενα ακόμα δομημένα αδιέξοδα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής επρόκειτο να βρουν προσωρινή διέξοδο στις εμφύλιες συγκρούσεις υπό την σκέπη του παγκοσμίου πολέμου και με τις «ευλογίες» του Βερολίνου.

 

Από τον πόλεμο της προπαγάνδας στην αντίσταση διά των όπλων

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1916 και ενώ είχαν προηγηθεί τα δραματικά γεγονότα στην Ανατολική Μακεδονία, ο Falkenhausen εμφανίστηκε για πρώτη φορά απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων, κολλώντας λίγο από τον πεσιμισμό που κατέβαλε τις ημέρες εκείνες όλους τους σημαίνοντες αντιβενιζελικούς. Στρεφόμενος προς τον βασιλιά, φοβόταν για τα χειρότερα, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος να εγκαταλείψει και να παραδοθεί στα συμμαχικά τελεσίγραφα. Στην απευκταία αυτή περίπτωση δεν θα διέφερε, σημείωνε χαρακτηριστικά, σε τίποτε από τον πατέρα του που συνήθιζε να εγκαταλείπει εύκολα. Η απαισιοδοξία του στρατιωτικού ακόλουθου εξαιτίας των τελευταίων δυσμενών εξελίξεων εναλλασσόταν με τον φόβο ότι η «παράσταση» που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια τους ανά πάσα στιγμή μπορούσε να μετατραπεί σε τραγωδία και να επιφέρει την τέλεια καταστροφή της γερμανικής παρουσίας.

Ξαφνικά όλες οι μαύρες σκέψεις διαλύθηκαν και οι ελπίδες του αναζωπυρώθηκαν, καθώς οι αμυδρώς διαφαινόμενες πιθανότητες για την αναστροφή του κλίματος έδιναν ξανά νόημα στη συνέχιση του αγώνα. Ο καταλυτικός παράγοντας για τη ραγδαία αυτή αλλαγή στα συναισθήματα και την ψυχολογία του ήταν η μακρά συνομιλία με τον καλύτερο φίλο του και τον πιο έμπιστο άνθρωπό του, τον Ιωάννη Μεταξά. Από τον ίδιο πληροφορήθηκε ότι νωρίτερα είχε συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο, από τον οποίο ζήτησε μετά επιτάσεως να επιλέξει την ένοπλη αντίσταση στην περίπτωση που οι απαιτήσεις της Αντάντ καθίσταντο υπερβολικές, σχεδόν ταπεινωτικές για να γίνουν αποδεκτές. Στην ερώτηση του Μεταξά αν στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα μπορούσε να υπολογίζει στη γερμανική βοήθεια, ο Falkenhausen απάντησε με έμφαση καταφατικά και όταν έμεινε μόνος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Το παλιό μου σχέδιο!». Όσα είχε εμπνευστεί, οραματιστεί και προτείνει ενόσω ήταν αδειούχος στο Βερολίνο (σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα), έβλεπε τώρα να επανέρχονται στο τραπέζι των συζητήσεων και να τίθενται ως σοβαρό ενδεχόμενο και πιθανή επιλογή όχι από κανέναν ανάξιο λόγου αλλά από τον Μεταξά. Ο εμπνευστής του σχεδίου ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Αντάντ εύρισκε τώρα σοβαρό συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Μεταξά για να δικαιωθεί για μία ακόμα φορά σε παλαιότερη επισήμανσή του ότι οι δύο τους συνέπλεαν σε όλα και αλληλοσυμπληρώνονταν τέλεια.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) την εποχή των σπουδών του στη Στρατιωτική Ακαδημία του  Βερολίνου.
Ο Κωνσταντίνος ως σύγχρονος Ζίγκφρηντ αποκρούει  τον δράκο του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήνοντας τον Μεταξά να αφοσιωθεί στην οργάνωση και τον εξοπλισμό των Επιστράτων, πύκνωσε έκτοτε τις επαφές του με τη Σοφία, που με τη σειρά της είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή της λήψης επώδυνων αποφάσεων, όταν το σώμα του βασιλιά υπέφερε και η ψυχολογία του είχε καταρρεύσει. Με την επικοινωνία μεταξύ ανακτόρων και Βερολίνου σταδιακά να αποκαθίσταται, η Σοφία ήταν εκείνη που στην πραγματικότητα ανέλαβε να συνομιλήσει με τον αδελφό της, χαράσσοντας τη βασιλική πολιτική, για να διασφαλίσει ότι τη στιγμή που τα ελληνικά χέρια θα σήκωναν τελικά τα όπλα, δεν θα αφήνονταν μόνα τους στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα Σοφία σε πρωτοσέλιδο γερμανικού  περιοδικού.
Ο Κωνσταντίνος και ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ σε στρατιωτικά γυμνάσια του 1913.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπαγορεύοντας ο Falkenhausen στη Σοφία το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος προς τον Κάιζερ, εγκαινιάστηκε από τις αρχές Οκτωβρίου μία περίοδος ανταλλαγής τηλεγραφημάτων που κατέληξε με την «παράδοση», την αποδοχή των όρων της Αντάντ και την απογοήτευση. Κι όμως από τις πρώτες επαφές είχαν τεθεί τα θεμέλια για τον συντονισμό των κινήσεων με σκοπό την εκδήλωση μίας κοινής επίθεσης που θα εξανάγκαζε τους Αγγλογάλλους σε διμέτωπο πόλεμο και τελικά θα τους οδηγούσε στην εξόντωση. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι η αυτοκρατορική κατάφαση για την ενίσχυση των γερμανικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο δεν ήταν στρατιωτικά υλοποιήσιμη και επομένως ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος είχε αφεθεί στην πραγματικότητα στην τύχη του, αφού προηγουμένως είχε εξωθηθεί στη σύγκρουση των Νοεμβριανών.

Πεπεισμένος για την τελευταία αυτή εξέλιξη εγκατέλειψε ο Falkenhausen το ελληνικό έδαφος μετά την αναστολή λειτουργίας της γερμανικής πρεσβείας, αλλά λίγο αργότερα επέστρεψε στο Μακεδονικό Μέτωπο για να οργανώσει τη συνέχιση του ανένδοτου κατά της Αντάντ με άλλα μέσα. Μετά την αναγκαστική υποστολή της πολεμικής σημαίας από τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία (τον Μεταξά και τους Επιστράτους του), όλες οι ελπίδες εναποτέθηκαν σε όσα ο πρώην στρατιωτικός ακόλουθος ήταν ικανός να αποδείξει ότι μπορούσε πλέον να πράξει στο πεδίο της μάχης.

Τα “Νοεμβριανά” στον βρετανικό Τύπο.

Ο πρόσκαιρος κλονισμός της εμπιστοσύνης των φιλοβασιλικών έναντι της Γερμανίας για τη στρατιωτική απουσία της κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών (εξαιρουμένης της οικονομικής βοήθειας) γρήγορα επουλώθηκε γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αμέσως οι χίμαιρες των αντιβενιζελικών ελίτ ταυτίστηκαν με τις γερμανικές χίμαιρες πως ο στρατός των ατάκτων του Falkenhausen θα μπορούσε ίσως να διασώσει κάτι από την τιμή των όπλων και να προσφέρει έστω μία προσωρινή ανακούφιση στα βάσανα των πιστών Ελλήνων βασιλέων και πρωτίστως στο δράμα που βίωνε (μονίμως) η Σοφία. Η διαφορά εδώ έγκειτο στο γεγονός ότι οι Γερμανοί γρήγορα ανέκαμψαν και αναγνώρισαν την σκληρή πραγματικότητα, ενώ απεναντίας ο Κωνσταντίνος, η Σοφία και η στενή αυλή τους (με ελάχιστες εξαιρέσεις) θα συνέχιζαν μέχρι το τέλος του πολέμου να βυθίζονται ολοένα και βαθύτερα στον κόσμο με τις αυταπάτες.

 

Το απονενοημένο διάβημα: Με τους αντάρτες στα βουνά

Ο Κάιζερ είχε υποσχεθεί στην αδελφή του ότι δεν θα την άφηνε μόνη και αβοήθητη και ότι θα της έστελνε πίσω τον Falkenhausen, κρατώντας τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή την υπόσχεσή του. Επιστρέφοντας στα γνώριμα μέρη, φρόντισε από τη Λάρισα να επικοινωνήσει με το Παλάτι και προσωπικά να μιλήσει με τη Σοφία. Και παρότι δεν κατάφερε να μεταβεί στην Αθήνα για να συναντήσει τον Μεταξά, κυβέρνηση και βασιλείς κρέμονταν πλέον από την επιτυχία της αποστολής του. Με τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδα) ιθύνοντα νου της κίνησης άλλων σημαινόντων Μακεδονομάχων πέτυχε σε ένα πρώτο στάδιο να οργανώσει ομάδες ατάκτων και να τις κατανείμει σε πεδία δράσης εντός της ουδετέρας ζώνης. Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν η στρατολόγηση, καθώς έφεδροι και σποραδικά μόνιμοι έσπευσαν να καταταγούν, αλλά ο εφοδιασμός των ομάδων αυτών με πυρομαχικά και τρόφιμα για να επιβιώσουν αρχικά μέσα στις αντίξοες συνθήκες του χειμώνα στις ορεινές περιοχές και ακολούθως       να είναι σε θέση να διεξάγουν πόλεμο φθοράς στους Αγγλογάλλους, αποτελώντας το τελευταίο ανάχωμα αντίστασης μεταξύ των δύο «κρατών» της διχοτομημένης Ελλάδας. Οι «φιλότιμες» προσπάθειες μέσω των κατά τόπους στρατιωτικών διοικητών και σχηματισμών να προωθηθούν πολεμοφόδια στους αντάρτες της «αντιβενιζελικής νομιμότητας» και η χρηματοδότηση που διασφαλίστηκε από γερμανικής πλευράς συμπλήρωναν εμπράκτως όσα παρασκηνιακά έπραττε το κράτος των Αθηνών για να μη σπάσει το ανάχωμα αυτό μπροστά στη βενιζελική πλημμυρίδα της Θεσσαλονίκης.

Ο Falkenhausen εγκατέλειψε πρώτος την εξαρχής διαφαινόμενη ως καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια στα τέλη Ιανουαρίου του 1917, για να ασχοληθεί στη συνέχεια με τους πολλά υποσχόμενους αλβανούς ατάκτους του, και σταδιακά ένας ένας από τους μάχιμους νέους Μακεδονομάχους αναγκάστηκαν να κηρύξουν αποστράτευση και να επιστρέψουν στην ατομική παρανομία τους. Με το τέλος της άνοιξης εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες (φρούδες) ελπίδες ότι η συνάντηση των ατάκτων θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε αξιόμαχο στρατό που θα συμπαρέσυρε στο διάβα του και την κοινωνία για να απελευθερώσουν από κοινού για λογαριασμό του βασιλιά τη σκλαβωμένη στους ξένους (Αντάντ) Μακεδονία και να την προσφέρουν ξανά στη νόμιμη (βασιλική) εξουσία. Πριν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αποδεχθεί τις συμμαχικές αποφάσεις και πάρει τον δρόμο της εξορίας, για να συνεχίσει από την Ελβετία πλέον να ονειρεύεται/μηχανεύεται την επιστροφή του, πρόλαβε να ασκήσει πιέσεις για να μην λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, παρουσιάζοντας την ανταρσία στα μακεδονικά βουνά ως αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση που δεν ετύγχανε της κυβερνητικής συγκατάθεσης και άρα υποστήριξης.

Ιούνιος 1917. Η εκθρόνιση του  Κωνσταντίνου και η εξορία της βασιλικής οικογένειας στην Ελβετία.

Αν μέχρι τον Ιούνιο του 1917 το Βερολίνο είχε μετέλθει κάθε μέσο (δια της επίσημης πολιτικής, της κρυφής διπλωματίας, του πειθαναγκασμού αλλά και των ωμών εκβιασμών, της εξαγοράς εντύπων και συνειδήσεων, της προπαγάνδας, της συγκρότησης και χρηματικής ενίσχυσης του αντιβενιζελικού μετώπου, της διπλής εκδίωξης του Βενιζέλου, μέχρι και της οργάνωσης της δολοφονίας του, της πρόκλησης εμφυλίου πολέμου και της σύγκρουσης με την Αντάντ κ.λπ.) για να αποσπάσει την Ελλάδα από τον συμμαχικό έλεγχο, μετά την έξωση του βασιλιά και των υποστηρικτών του αγωνίστηκε να τους τιθασεύσει στον βαθμό που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τους βαλκανικούς σχεδιασμούς και κατ’ επέκταση τη συμμαχία του με τη Βουλγαρία.

 

Αντί επιλόγου: «Άνω σχώμεν τας καρδίας»

Ο στενότερος συνεργάτης και σταθερός συνομιλητής των Schenck-Falkenhausen, η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τη γερμανική πρεσβεία, ο συνδιαμορφωτής σε ορισμένες περιπτώσεις καίριων κατευθύνσεων της προπαγάνδας και ποδηγέτησης της κοινής γνώμης, έμεινε άφωνος στο άκουσμα της είδησης για τη λήξη του πολέμου και τη γερμανική ήττα. Πώς θα δικαιολογούσε στον εαυτό του τις βεβαιότητες που κόμιζε κάθε φορά που έβλεπε τους βασιλείς για να τους μεταφέρει τις ειδήσεις των γερμανικών νικών ή να φιλτράρει τις ήττες, ώστε να μην κλονιστεί το υψηλό ηθικό; Ο Ιωάννης Μεταξάς είδε τον κόσμο του να θρυμματίζεται μονομιάς μπροστά στα πόδια του και τον Βενιζέλο (δίπλα στους συμμάχους του) να εξέρχεται νικητής και λίαν συντόμως εδαφικός τροπαιούχος. Τουλάχιστον μπορούσε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι η μεγάλη χώρα στην οποία είχε εναποθέσει τις ελπίδες του κατά τη διάρκεια του πολέμου για την επικράτηση στον πολιτικό στίβο μάχης έναντι του βενιζελισμού, κάποια στιγμή θα αναγεννιόταν ως άλλος Φοίνικας από τις στάχτες της. Εκείνο που τη δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε ακόμα να δει, ήταν τον εαυτό του δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα να δηλώνει με βεβαιότητα ενώπιον των ιδιοκτητών των αθηναϊκών εφημερίδων στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (Γενικό Στρατηγείο) ότι ούτε «τη φορά αυτή η Γερμανία θα εξέλθει νικήτρια του παγκοσμίου πολέμου». Όσο για τον Falkenhausen, ο θάνατος τον βρήκε το 1944 και από αυτή την άποψη τον προφύλαξε από τη βιωμένη επόμενη μεγάλη ήττα…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Το παρόν κείμενο βασίζεται στην πρόσφατα εκδοθείσα μονογραφία του γράφοντος Οι αργυρώνητοι. Η γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020 (Οκτώβριος). Επιπλέον, αντλεί πολύτιμες πληροφορίες από το ανέκδοτο ημερολόγιο του στρατιωτικού ακόλουθου, που απόκειται στο Ομοσπονδιακό Στρατιωτικό Αρχείο του Φράιμπουργκ (Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [BArch], N 2068, Nachlass Ernst von Falkenhausen), η μεταγραφή και ο κριτικός υπομνηματισμός του οποίου βρίσκονται σε εξέλιξη από τους Heinz Richter, Βάιο Καλογρηά, Wilma Gilbert-Winnes, Στράτο Δορδανά.

Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

4 Ιουλίου 1776: Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

 

Με αφορμή την διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (4η Ιουλίου 1776), το σημερινό αφιέρωμα της Clio Turbata  αναφέρεται στους πρώτους Προέδρους των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα πρόσωπα, τα οποία αναδείχθηκαν στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα, ενέπνευσαν το ευρύ κοινό της εποχής τους και όχι μόνο, χάρη στην προσωπικότητά τους, την ιστορική τους συνεισφορά αλλά και τη δραματική, συχνά, δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως σήμερα καταγράφονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 59 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες, ντοκυμαντέρ και μίνι-σειρές όπου, από το 1909 έως το 2015 γίνεται αναφορά, εκτενώς ή μερικώς, στον George Washington. O Thomas Jefferson διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε 24 αντίστοιχες, ο Abraham Lincoln σε 10  καθώς και σε πληθώρα ιστορικών ντοκυμαντέρ. Ανάλογης δημοτικότητας απολαμβάνουν στον 20ό αιώνα οι Franklin D. Roosevelt και John Fitzgerald Kennedy. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική. Κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, πρακτικά αδύνατο. Η επιλογή έγινε με κριτήρια την ποιότητα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, την αποδοχή του εκάστοτε έργου από το κοινό, την πειστική ερμηνεία αλλά και τη φυσιογνωμική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με το πρόσωπο, το οποίο υποδύονται, τέλος, την οπτική ποιότητα των στιγμιοτύπων που παρατίθενται δειγματοληπτικά.

 

Α.  George Washington (1732-1799) [Προεδρική θητεία 1789-1797]

La Fayette (1961)

Πρόκειται για μια γαλλο-ιταλική παραγωγή του 1961 σε σκηνοθεσία του Jean Dréville, με θέμα την τρικυμιώδη βιογραφία του Gilbert du Motier, Μαρκησίου de La Fayette (1757-1834), ειδικότερα δε τη συνεισφορά του στον Αμερικανικό Αγώνα Ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων παίζουν οι ηθοποιοί Michel Le Royet (La Fayette), Orson Welles (Benjamin Franklin), Pascale Audret (Adrienne de La Fayette) και Jack Hawkins (στρατηγός Cornwallis). Τον George Washington υποδύεται ο Howard St. John.

Howard St. John ως George Washington (αριστερά) και Michel Le Royet, ως Μαρκήσιος de La Fayette.

The Crossing (2000)

Καλογυρισμένη κινηματογραφική παραγωγή προορισμένη για την τηλεόραση, σε σκηνοθεσία του Robert Harmon. Πραγματεύεται ένα γνωστό επεισόδιο του Πολέμου Ανεξαρτησίας: τη διάβαση του ποταμού Delaware από τον ονομαζόμενο “Ηπειρωτικό Στρατό” (Continental Army) τον Δεκέμβριο 1776 και τη συνακόλουθη νικηφόρο μάχη του Trenton εις βάρος της φρουράς  από την Έσση, η οποία είχε διαβεί τον Ατλαντικό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της όλης επιχείρησης οφείλονται εξ ολοκλήρου στον George Washington, ο οποίος εκτελούσε τότε καθήκοντα διοικητή του Ηπειρωτικού Στρατού σε μια οριακή καμπή για το μέλλον της εξέγερσης. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί στον πειστικότατο Jeff Daniels.

O Jeff Daniels στο ρόλο του George Washington.

Η εμφάνιση του George Washington είναι συχνή στην θεαματική τηλεοπτική σειρά του 2008 με τίτλο John Adams (βλ. παρακάτω). Τον πρώτο κατά σειρά Πρόεδρο των ΗΠΑ υποδύεται ο ηθοποιός David Morse. Ακολουθεί το στιγμιότυπο της ορκωμοσίας στις 30 Απριλίου 1789, στο Federal Hall της Νέας Υόρκης.

Ο David Morse ως George Washington στην τηλεοπτική σειρά John Adams.

 

B. John Adams (1735-1826) [Προεδρική θητεία 1797-1801]

John Adams (2008)

Τηλεοπτική σειρά επτά επεισοδίων, συνολικής διάρκειας 501 λεπτών. Πραγματεύεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ζωής του Αντιπροέδρου και, αργότερα, διαδόχου του George Washington στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ, John Adams. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξιστόρηση των πενήντα πρώτων ετών ζωής της νεότευκτης δημοκρατίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του David McCullough και η σκηνοθεσία ανήκει στον Tom Hooper. Πρωταγωνιστούν οι: Paul Giamatti (John Adams), Laura Linney (Abigail Adams), Stephen Dillane (Thomas Jefferson), David Morse (George Washington) και Tom Wilkinson (Benjamin Franklin). Γυρίστηκε στο Williamsburg και στο Richmond της Πολιτείας Virginia καθώς και στην Ουγγαρία. Το στιγμιότυπο που ακολουθεί αναφέρεται στον ιστορικής σημασίας λόγο του Adams περί ανάγκης κήρυξης της ανεξαρτησίας και εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης στηριζόμενου σε νόμους.

Ο Paul Giamatti υποδύεται τον John Adams.

 

Γ. Thomas Jefferson (1743-1826) [Προεδρική θητεία 1801-1809]

Jefferson in Paris (1995)

Το κινηματογραφικό έργο Jefferson in Paris είναι μια γαλλο-αμερικανική παραγωγή του 1995 του γνωστού σκηνοθέτη James Ivory (A Room with a View, Howards End, The Remains of the Day κλπ.). Πρόκειται για μια αρκετά υποκειμενική εκδοχή της πενταετούς διαμονής του Thomas Jefferson στο Παρίσι (1784-1789) ως Πληρεξουσίου Υπουργού του Κογκρέσου της Συνομοσπονδίας. Πέραν από την αξιοσημείωτη διπλωματική δραστηριότητα, ο έχοντας μόλις απωλέσει τη σύζυγό του Jefferson, συνδέθηκε στο Παρίσι με δυο γυναίκες: την Αγγλίδα μουσικό Maria Cosway και την μιγάδα οικιακή βοηθό, μέλος της συνοδείας του, Sally Hemings. Στη διάρκεια της διαμονής του συναντήθηκε πολλάκις με τον Lafayette (λέγεται, μάλιστα, πως συνέβαλε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη) και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Βαστίλλης. Επέστρεψε στην πατρίδα του δυο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1789, καθώς ο George Washington τον αναβάθμισε σε υπουργό Εξωτερικών. Αν και απεχθανόμενος τις πρακτικές της τρομοκρατίας, ο Jefferson παρέμεινε μέχρι τέλους προσηλωμένος στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον John Adams ανεβαίνοντας, κατόπιν, στο ανώτατο αξίωμα. Αν και όλα τα γεγονότα, τα οποία θίγονται στην ταινία είναι ιστορικά αποδεδειγμένα, η έμφαση δίνεται, προφανώς για εμπορικούς λόγους, στη συναισθηματική παράμετρο. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις Βερσαλλίες, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων ηθοποιών προέρχεται από το δυναμικό της Comédie Française. Τον ρόλο του Jefferson επωμίζεται ο Nick Nolte. To επιλεγέν στιγμιότυπο αναφέρεται στην επίδοση των διαπιστευτηρίων στον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ (Michel Lonsdale).

Ο Nick Nolte ως Thomas Jefferson.

Όμως, εκτενής μνεία στο πρόσωπο και στην εν γένει δραστηριότητα του Thomas Jefferson γίνονται και στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά John Adams. Τον ρόλο υποδύεται ο ηθοποιός Stephen Dillaine.

Stephen Dillaine.

 

Δ. Andrew Jackson (1767-1845) [Προεδρική θητεία 1829-1837]

The President’s Lady (1953)

To 1788, ο μετέπειτα έβδομος κατά σειρά Πρόεδρος των ΗΠΑ Andrew Jackson ερωτεύτηκε τη νεαρής ηλικίας – πλην όμως ήδη παντρεμένη – Rachel Donelson Robards. Η τελευταία είχε εμπλακεί σε έναν ατυχή γάμο και, ως εκ τούτου, ανταποκρίθηκε στα αισθήματα, τα οποία εξέφρασε ο Jackson. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε από τον σύζυγό της και παντρεύτηκε τον Jackson. Ωστόσο, κατέστη δίγαμη, καθώς ο δεύτερος γάμος έλαβε χώρα προτού ολοκληρωθεί η  διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. To 1794, αφότου το διαζύγιο επισημοποιήθηκε, το ζευγάρι ξαναπαντρεύτηκε. Σε αυτό το επεισόδιο της ιδιωτικής ζωής αλλά και γενικότερα στη σταδιοδρομία του Andrew Jackson αναφέρεται η ταινία  The President’s Lady. Στηρίζεται στη νουβέλα του Irving Stone. Σκηνοθέτης είναι ο Henry Levin και τους δυο πρωταγωνιστές υποδύονται ο Charlton Heston και η Susan Hayward.

              

 

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1953.

The Buccaneer (1958) 

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Charlton Heston υποδύθηκε εκ νέου τον Andrew Jackson, τη φορά αυτή, όμως, όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία The Buccaneer αποτελεί το πρώτο και συνάμα τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του δημοφιλούς ηθοποιού Anthony Quinn. Αρχικά, η θέση του σκηνοθέτη προοριζόταν για τον Cecil B. DeMille, που φιλοδοξούσε να γυρίσει μια επανέκδοση του έργου, το οποίο ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει το 1938 με τον ίδιο τίτλο. Η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να αναθέσει, είκοσι χρόνια αργότερα, τη σκηνοθεσία στον τότε γαμπρό του Anthony Quinn. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1812 και πραγματεύεται τη μάχη της Νέας Ορλεάνης, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι Αμερικανοί και Βρετανοί. Πρωταγωνιστής είναι ο πειρατής Jean Lafitte (Yul Brynner), ο οποίος επιχειρεί στον κόλπο του Μεξικού για δικό του όφελος, συντάσσεται, ωστόσο, την ύστατη στιγμή στο πλευρό του στρατηγού Jackson, κάνοντας τη διαφορά. Σήμερα, υπάρχει πόλη στη Λουιζιάνα, η οποία φέρει το όνομα του πειρατή, ως φόρο τιμής στη συνδρομή του τελευταίου στον αγώνα κατά των Βρετανών.

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1958. Δεξιά ο Yul Brynner στο ρόλο του πειρατή Jean Lafitte.

To 2015 ανακοινώθηκε πως στον προγραμματισμό του αμερικανικού τηλεοπτικό καναλιού HBO συμπεριλαμβανόταν η παραγωγή μιας σειράς, συνολικής διάρκειας 6 ωρών, με τίτλο American Lion. Πρόκειται για διασκευή της βιογραφίας του Andrew Jackson, από τον ιστορικό Jon Meacham, ειδικό στις βιογραφίες των Προέδρων των ΗΠΑ, όπως του Thomas Jefferson και του προσφάτως θανόντα George Herbert Walker Bush. Η γνωστότερη, ωστόσο, πραγματεία του Meacham, η οποία και βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer, φέρει ως τίτλο: American Lion: Andrew Jackson in the White House (2008). Έχει διεκπεραιωθεί με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Αγέρωχος πολεμιστής, υπέρμαχος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, δημοφιλής στο ευρύ κοινό, ο Jackson άφησε πίσω του μια αντιφατική κληρονομιά, ειδικότερα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ήταν η μεταχείριση των Ινδιάνων (πρόκειται για τον αρχιτέκτονα της εκδίωξης των τελευταίων από τις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι) αλλά και εκείνη των σκλάβων, όπου επέδειξε υπέρμετρη αυστηρότητα. Η προσαρμογή της μελέτης του Meacham ανατέθηκε στους Doug Miro και Carlo Bernard και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον ηθοποιό Sean Penn. Μέχρι στιγμής, η τύχη της σειράς αγνοείται…

 

Sean Penn και Andrew Jackson

 

Ε. Abraham Lincoln (1809-1865) [Προεδρική θητεία 1861-1865]

Abraham Lincoln (1930)

Κινηματογραφική ταινία του D.W. Griffith με τον ηθοποιό Walter Huston στον ομώνυμο ρόλο. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, το ενδιαφέρον εστιάζει στη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ με αποκορύφωμα τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, την παράδοση του στρατηγού των Νοτίων Robert E. Lee και τη δολοφονία της 14ης Απριλίου 1865 στο Ford’s Theatre της Ουάσιγκτον. Η φυσιογνωμική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με το πρόσωπο που υποδύεται είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον για την εποχή, κατά την οποία γυρίστηκε η ταινία, όταν οι δυνατότητες του μακιγιάζ ήταν συγκριτικά περιορισμένες. Σημειωτέον πως η ταινία κυκλοφορεί επίσης στο εμπόριο και στο Διαδίκτυο, έχοντας προηγουμένως υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Walter Huston.

Young Mr. Lincoln (1939)

O σε νεανική ηλικία Abraham Lincoln μεταφέρεται στην οθόνη από τον εξίσου ευρισκόμενο σε νεανική ηλικία Henry Fonda, σε μια ταινία σκηνοθετημένη από τον John Ford. Σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη, ο πρωταγωνιστής περιγράφει το δέος, που αισθάνθηκε αρχικά έναντι του ρόλου αλλά και του διάσημου σκηνοθέτη, καθώς και την απομυθοποίηση, στην οποία προέβη χάρη στις παροτρύνσεις του ιδίου του Ford και που κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ολοκλήρωση του γυρίσματος.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το σενάριο εστιάζει στα πρώτα βήματα του Lincoln στο χώρο της δικηγορίας, πολύ προτού αναδειχθεί στο προεδρικό αξίωμα. Το 2003, το Young Mr. Lincoln χαρακτηρίστηκε από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και από τον Εθνικό Φορέα Καταχώρισης Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) ως μείζονος σημασίας, εξαιτίας του ιστορικού περιεχομένου και της υψηλής αισθητικής που το διατρέχουν. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ειδική κρατική μέριμνα για τη συντήρηση και περαιτέρω δημοσιοποίηση της ταινίας.

 

Ο Henry Fonda ως νεαρός Lincoln.

Lincoln (2012)

O Lincoln του Steven Spielberg (παραγωγή και σκηνοθεσία), αποτελεί, ίσως, ό,τι πιο πλήρες έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει η Έβδομη Τέχνη σχετικά με τη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ. Εστιάζει στους τέσσερις μήνες, που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, ειδικότερα δε στο ζήτημα της 13ης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (Thirteenth Amendment to the United States Constitution), που αφορούσε την κατάργηση της δουλείας. Η Τροπολογία ψηφίστηκε πανηγυρικά από τη Γερουσία στις 8 Απριλίου 1864 (38 ψήφοι έναντι 6), όχι όμως και από το Κογκρέσο, όπου στις 15 Ιουνίου δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δυο τρίτα της ολομέλειας (93 θετικές ψήφοι έναντι 65 αρνητικών). Μάλιστα, απρόβλεπτοι συσχετισμοί έλαβαν χώρα, καθώς υπήρξαν άτομα, προερχόμενα από τους Δημοκρατικούς, τα οποία την καταψήφισαν, ενώ μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τοποθετήθηκαν υπέρ! Έχοντας αναγάγει το όλο θέμα ως υψίστης προτεραιότητας, ιδιαίτερα έπειτα από την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα το 1864, ο Lincoln επανεισήγαγε την Τροπολογία προς ψήφιση, στις αρχές του 1865. Έπειτα από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 31ης Ιανουαρίου συγκέντρωσε οριακά την απαιτούμενη πλειοψηφία (119 έναντι 56). Το σενάριο του Tony Kushner στηρίζεται στη βιογραφία της Doris Kerns Goodwin: Team of Rivals: The Political Genius of Abraham Lincoln (2005). Το προσκήνιο καταλαμβάνει επάξια ο ηθοποιός Daniel Day-Lewis (βραβείο Όσκαρ  Α΄ ανδρικού ρόλου το 2013 για τη συγκεκριμένη ερμηνεία), έχοντας στο πλευρό του τη Sally Field στο ρόλο της Mary Ann Todd Lincoln.

 

Daniel Day-Lewis.

Killing Lincoln (2013)

To 2011 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μια πραγματεία των Bill O’ Reilly και Martin Dugard με τίτλο: Killing Lincoln: The Shocking Assassination That Changed America Forever.

Τον Ιανουάριο του επομένου έτους ανακοινώθηκε πως ο πρώτος εκ των συγγραφέων επρόκειτο να αναλάβει την παραγωγή ενός δίωρου ντοκυμαντέρ για λογαριασμό του National Geographic Channel. Γρήγορα το όλο σχέδιο προσέλαβε διαστάσεις δραματοποιημένου έργου με χρήση ηθοποιών και με την προσθήκη στην ομάδα των παραγωγών των, έμπειρων στο είδος, αδελφών Tony και Ridley Scott. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο στο Richmond, της Πολιτείας Virginia. Για το ρόλο του Abraham Lincoln επελέγη ο Bill Campbell, εκείνον του δολοφόνου John Wilkes Booth ο Jesse Johnson, ενώ την αφήγηση και τον ιστορικό σχολιασμό ανέλαβε ο Tom Hanks. Η τηλεοπτική αυτή ταινία, κάτι ανάμεσα σε ιστορικό ντοκυμαντέρ και κινηματογραφικό έργο (εύστοχα χρησιμοποιήθηκε για την περίσταση ο όρος political docudrama), αφηγείται το παρασκήνιο, το οποίο περιέβαλε τόσο την προεδρική θητεία του Lincoln όσο, κυρίως, τη δολοφονία του τελευταίου στις 14 Απριλίου 1865.

O Bill Campbell στο ρόλο του Abraham Lincoln.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς: Αθήνα – Βιέννη. Ο αρχιτέκτων Θεόφιλος Χάνσεν φορεύς του ιδεώδους του κλασικισμού στο μεταίχμιο δύο θετών πατρίδων

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς

Αθήνα – Βιέννη. Ο αρχιτέκτων Θεόφιλος Χάνσεν φορεύς του ιδεώδους του κλασικισμού στο μεταίχμιο δύο θετών πατρίδων*

 

Η αναβίωση του κλασικού ιδεώδους στην κεντρική Ευρώπη κατά τον 18° και 19° αιώνα δεν εστήριξε μόνον ηθικά τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Έδωσε και την αποφασιστική ώθηση στην επανασύνδεση της νέας Ελλάδος με τον πολιτιστικό χώρο της Δύσης.

Τα αρχαία κατάλοιπα – στην διανόηση, τον λόγο και την τέχνη – έγιναν με την λάμψη τους το κίνητρο για την ανάπτυξη της κλασικιστικής θεώρησης του κόσμου, της απόπειρας δηλαδή αναβιώσεως στην Ευρώπη του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδος. Η θεώρηση αυτή – σε αντίθεση με την Αναγέννηση στην Ιταλία, τρεις αιώνες νωρίτερα, που ανεζήτησε τα πρότυπά της στην ρωμαϊκή αρχαιότητα – εξιδανίκευσε με ατελή γνώση τα επιτεύγματα της κλασικής Ελλάδος και τα προέβαλε, με μια συχνά αφελή υπεραπλούστευση, ως απόλυτο πολιτιστικό ιδεώδες.

Μία πανίσχυρη αλλά και ασαφής νοσταλγία – κυρίως στην γερμανική διανόηση – με τελείως ανεπαρκή εάν όχι ανύπαρκτη γνώση του πραγματικού Ελλαδικού χώρου στην νεώτερη εποχή, εξώθησε, κυρίως τις τέχνες, σε έναν άκριτο μιμητισμό αρχαίων μορφών, σε μία ακαδημαϊκή συμβατικότητα. Η λατρεία της αρχαιότητος, στην σχηματοποιημένη αυτή μορφή της, επανεισάγεται σαν αντίδωρο από την Δύση στην αναστημένη Ελλάδα, η οποία καλείται – εκ των πραγμάτων – να την οικειοποιηθεί.

Πώς πραγματώνεται όμως η αποδοχή της αρχαιολατρείας, πώς “εισπράττεται” το ιδεώδες αυτό στην νέα Ελλάδα; Εάν στην Δύση “κλασικισμός” σημαίνει, ως πνευματική στάση, στροφή προς την αρχαιοελληνική αντίληψη της ζωής, δηλαδή προς την φιλελεύθερη στάση του πολίτη, την ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου και την αισθητική θεώρησή του, στην μετεπαναστατική Ελλάδα μεταβάλλεται κυρίως σε φορέα μιας ιστορικά όψιμης αυτογνωσίας και μιας ακραίας πατριωτικής προγονολατρείας.

Ο κλασικισμός αντικατοπτρίζεται στην Ελλάδα πρώτιστα στην νέα αρχιτεκτονική της χώρας (την λεγόμενη “νεοκλασική”), η οποία μαζί με την εκ νέου μελέτη της αρχαίας γλώσσας και ιστορίας, κυριαρχεί κατά τον πρώτο αιώνα ελεύθερου εθνικού βίου. Και η μεν στροφή προς την αρχαιοελληνική γραμματεία, καταλήγει στην άγονη προσπάθεια νεκραναστάσεως της αρχαίας γλώσσας με την δημιουργία της υβριδικής “καθαρεύουσας” που χαρίζει στη χώρα την απαράδεκτη διγλωσσία. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική της Ελλάδος, όμως, αποτελεί καινοφανές επίτευγμα μορφολογικής ευρυθμίας που άνθησε επί έναν ολόκληρον αιώνα στην χώρα μας, εκφράζοντας την νέα ταυτότητά της.

Το σχέδιο της Αθήνας των Κλεάνθη-Σάουμπερτ, 1833.

Οι αρχαιοπρεπείς αρχιτεκτονικές μορφές που επανεισήχθησαν στην Ελλάδα, στην χώρα της αρχικής προέλευσής τους, κατηγγέλθησαν αργότερα συχνά, ως ξενόφερτος μορφοκρατικός συρμός, που δήθεν επεβλήθη με πολιτικά κίνητρα στον τόπο μας. Έτσι π.χ. ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης επιτίθεται με εμπάθεια κατά της “εισαγωγής από την Δύση” πολεοδομικών προτύπων κατά τον σχεδιασμό της νέας Αθήνας:

Και έτσι λοιπόν, με την όχι και τόσο εύστοχη μιμητική φαντασία των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, θα μεταφέρονταν και στη νέα Ελλάδα (με το σχέδιο για την πρωτεύουσα) ό,τι έπλαθε και ζούσε (και χόρευε), εκείνα τα χρόνια, ένας δυτικοευρωπαϊκός “πολιτισμός”, […] για να εξωραϊστεί λοιπόν ο νεοελληνικός τόπος, […] και για αποκτήσει κι αυτός τις δικές του Βερσαλλίες […] που όμως δεν τις είχε καθόλου ανάγκη […].

Ωστόσο, είτε το δέχονται είτε όχι οι θιασώτες ενός ανιστόρητου φανατικού ελληνοκεντρισμού, παραμένει γεγονός πως στην Ελλάδα μετά την επανάσταση άνθησε ένας αυθεντικός κλασικισμός ιδιαίτερου χαρακτήρος που με τις αρχιτεκτονικές μορφές και τους κτηριακούς του τύπους επέτυχε την συγχώνευση των αρχαιοελληνικών προτύπων με παραδοσιακές μορφές κατοικίας και τεχνικές δομήσεως υιοθετημένες από την ζωντανή λαϊκή αρχιτεκτονική της χώρας. Η όσμωση αυτή, η οποία στον σχεδιασμό των αστικών κατοικιών είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός αρχιτεκτονικού ιδιώματος προσαρμοσμένου στις κλιματικές και τις τοπικές συνθήκες διαβιώσεως, συνιστά μια ελληνική ιδιαιτερότητα αναμφισβήτητης αξίας: η νεαρή ελληνική κοινωνία, με περιορισμένη τεχνική και αρχιτεκτονική εμπειρία, αλλά με υγιές αισθητήριο και με ενθουσιώδη θέληση της εθνικής αναβιώσεως, κατόρθωσε να αφομοιώσει δημιουργικά τον εισαχθέντα κλασικισμό και να τον αναπτύξει προσαρμόζοντάς τον στα εθνικά δεδομένα.

Πολλοί νέοι και ταλαντούχοι αρχιτέκτονες – Έλληνες και αλλοδαποί – υπήρξαν φορείς και αγωνισταί στην υπηρεσία του κλασικού ιδεώδους στην νεοελληνική του έκφανση. Ένας από τον κύκλο τους, ο Θεόφιλος Χάνσεν (Theophil von Hansen, 1813-1891), ξεχωρίζει με το έργο του για πολλούς λόγους: καλύπτει πρώτον ένα μακρύ χρονικό διάστημα 50 ετών δράσης στην Αθήνα (1840-1890), στην οποία χάρισε με το τάλαντό του μνημειώδη κτήρια-τοπόσημα˙ μένει δεύτερον, μέσα στον εκλεκτιστικό αρχιτεκτονικό συρμό της εποχής του, πιστός στον κλασικισμό του οποίου γίνεται ο τελευταίος μεγάλος θιασιώτης στην Ευρώπη˙ μεταφέρει, τρίτον, στην Βιέννη, στην κεντρική Ευρώπη δηλαδή, τα πρότυπα των αρχαιοελληνικών αλλά και των βυζαντινών μορφών και γίνεται ο καλλιτεχνικός κήρυξ της Ελληνικής τέχνης, όπως την εγνώρισε και την εβίωσε ο ίδιος, επί τόπου, στην Ελλάδα.

Christian Griepenkerl (1839-1916), Theophil Hansen, 1873, Gemäldegalerie der Akademie der bildenden Künste, Wien.

Αξίζει λοιπόν να παρακολουθήσουμε σε αδρές γραμμές την σταδιοδρομία του Δανού αυτού αρχιτέκτονος που γεφύρωσε, με τα παράλληλα έργα του, το αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι της Οθωνικής νέας Αθήνας με την ανάπλαση της αυτοκρατορικής Βιέννης, δίνοντας ένα αξιοθαύμαστο παράδειγμα της μεταφοράς εμπειριών από χώρα σε χώρα αλλά και την απόδειξη της συνοχής της Ευρωπαϊκής παιδείας και τέχνης έναν αιώνα πριν από την πολιτική της ενοποίηση.

Γεννημένος το 1813 στην Κοπεγχάγη, ο Θεόφιλος Χάνσεν εσπούδασε στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γερμανό Φρειδερίκο Χετς (Friedrich Hetsch), μαθητή των Περσιέ και Φονταίν (Charles Percier και Pierre Fontaine) στο Παρίσι και θιασώτη του ναπολεόντειου κλασικισμού. Πηγαίο σχεδιαστικό ταλέντο και έντονη επαγγελματική φιλοδοξία χαρακτηρίζουν τον νεαρό αρχιτέκτονα που ολοκληρώνει τις σπουδές του σε ηλικία μόλις 22 ετών το 1835. Το 1838 ταξιδεύει με υποτροφία στην Γερμανία για να μελετήσει τον καλλιτεχνικό σχεδιασμό επίπλων. Στο Βερολίνο θαυμάζει τα έργα του Σίνκελ (K. K. Schinkel), τον οποίον δεν έμελλε ποτέ να γνωρίσει προσωπικά, αλλά που παρέμεινε για ολόκληρη τη ζωή του το καλλιτεχνικό του πρότυπο.

Στο Μόναχο δέχεται την πρόσκληση του κατά δέκα έτη πρεσβυτέρου αδελφού του Χριστιανού Χάνσεν (Christian Hansen) να έλθει στην Αθήνα όπου ο τελευταίος πραγματώνει το μετά τα βασιλικά ανάκτορα σημαντικότερο δημόσιο κτήριο, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, για να τον βοηθήσει στο έργο του.

Στις 8 Οκτωβρίου 1838 ο Θεόφιλος Χάνσεν καταπλέει σε ηλικία 25 ετών στον Πειραιά. Συγκεκριμένοι πρακτικοί λόγοι, δηλαδή ο εμπλουτισμός της αρχιτεκτονικής του εμπειρίας και το ξεκίνημα της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας των ωθούν προς την Ελλάδα. Εδώ θα περάσει οκτώ δημιουργικά χρόνια που θα διαμορφώσουν την προσωπικότητά του και θα τον οδηγήσουν από ενωρίς σε μια πολύπλευρη δράση: αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, αρχαιογνωσία και διδακτικό έργο θα αποτελέσουν τους άξονες του βίου του.

Ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα το 1838, έτος άφιξης του Θεόφιλου Χάνσεν.

Το 1838 είχε μόλις ολοκληρωθεί από τους Λουδοβίκο Ρος (Ludwig Ross), Εδουάρδο Σάουμπερτ (Eduard Schaubert) και Χριστιανό Χάνσεν το πρώτο αναστυλωτικό κατόρθωμα, η ανασύνταξη των διασπάρτων μελών του ναού της Απτέρου Νίκης στην Ακρόπολη. Ο Θεόφιλος εξοικειώνεται – όπως και όλοι οι άλλοι νέοι αρχιτέκτονες που δρουν στην Αθήνα – με τα αυθεντικά αρχαιοελληνικά πρότυπα, επί τόπου. Αποτυπώνει αρχαία μέλη, ζωγραφίζει με υδρόχρωμα αρχαία σύνολα, ταξιδεύει και ενδιαφέρεται έντονα και για την βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Αργότερα, σε άρθρο του, του έτους 1853 στην έγκυρη επιθεώρηση Allgemeine Bauzeitung της Βιέννης, θα δημοσιεύσει εκτενή περιγραφή με πρωτότυπα σχέδια αποτυπώσεως της Μονής του Οσίου Λουκά στην Φωκίδα.

Το 1840 εκπονεί σχέδια – που δεν σώζονται στην πλειονότητά τους – για τον ορθόδοξο μητροπολιτικό ναό στην Αθήνα, στην θέση όπου αργότερα κτίσθηκε ο καθεδρικός ναός του Αγίου Διονυσίου των καθολικών από τον Κλέντσε (Leo von Klenze). Σε μια προοπτική απεικόνιση της συνθέσεως αυτής, την μόνη που διασώζεται, αναγνωρίζουμε την βασική διάταξη και ογκομετρία που διέπει εξ άλλου και τον τελικώς ανεγερθέντα ναό του Ευαγγελισμού (ορθόδοξη μητρόπολη) από τους αρχιτέκτονες Φ. Μπουλανζέ (F. Boulanger) και Δ. Ζέζο. Το σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν, βυζαντινού ρυθμού με στοιχεία ρωμανικής αρχιτεκτονικής, χαρακτηρίζεται από σαφώς επιτυχέστερες αναλογίες και ενότητα ύφους σε σύγκριση με το κτήριο της Μητροπόλεως που γνωρίζουμε.

Ο ορθόδοξος μητροπολιτικός ναός της Αθήνας, σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν (1840).

Το 1843 κτίζεται στο Ηράκλειο Αττικής, γερμανική τότε αποκία αποστράτων Βαυαρών, σε σχέδια του Θεοφίλου, η μικρή εκκλησία του Ευαγγελιστού Λουκά των καθολικών, σε λιτό γοτθικό ρυθμό, που σώζεται μέχρι σήμερα. Είναι το μόνο θρησκευτικό κτίσμα του Θ. Χάνσεν στην Ελλάδα.

Ο ναός του Ευαγγελιστού Λουκά στο Ηράκλειο Αττικής σήμερα.

Από το έτος 1839 έως το 1843, οπότε απολύονται όλοι οι αλλοδαποί υπάλληλοι από τις δημόσιες υπηρεσίες, οι δυο αδελφοί Χάνσεν διδάσκουν αρχιτεκτονικό σχέδιο στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα, που υπό την διεύθυνση του υπολοχαγού Φρειδερίκου Τσέντνερ (Friedrich von Zentner) λειτουργούσε ήδη από το 1836 ως πρόδρομος του Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Το 1842 τα βασιλικά ανάκτορα (σημερινή Βουλή) σε σχέδια του Φρειδερίκου Γκαίρτνερ (Friedrich von Gaertner) ευρίσκονται στην φάση της ολοκλήρωσής τους μετά από μία εξάχρονη περίοδο ανεγέρσεώς των. Η πλατεία Συντάγματος είχε επίσης διαμορφωθεί σύμφωνα με το σχέδιο του λοχαγού Χοχ (Hoch) που επέβλεπε τις εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το ανώτερο τμήμα της πλατείας δεν ήταν οριζόντιο ταράτσωμα (όπως σήμερα μετά από την διαμόρφωση του χώρου του μνημείο του αγνώστου στρατιώτου κατά τα έτη 1929-1930) αλλά ομαλά κεκλιμένο πρανές που ανεδείκνυε αρμονικά το ανάκτορο. Το κατώτερο τμήμα της πλατείας με την μνημειακή κλίμακα στη μέση, τα δύο εκατέρωθεν κεκλιμένα επίπεδα (σήμερα οι οδοί Όθωνος και Γεωργίου Α΄) και οι πρασιές είχαν λάβει την μορφή που έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα.

Με βασιλικό διάταγμα είχε ορισθεί ως ανωτάτη στάθμη στέψεως των προς ανέγερσιν κτισμάτων επί της “Πλατείας Ανακτορίων” (έτσι ονομάζετο τότε η Πλατεία Συντάγματος) το επίπεδο του μεγάλου εξώστου του πρώτου ορόφου των ανακτόρων, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η θέα της Ακροπόλεως από τα ανάκτορα. Με την δέσμευση αυτή (που δεν τηρήθηκε δυστυχώς αργότερα κατά την πρόοδο του 20ού αιώνος) έλαχε ο κλήρος στον Θεόφιλο Χάνσεν να σχεδιάσει στον περίοπτο αυτό χώρο, στην βορειοδυτκή γωνία της πλατείας, το πρωτόλειο έργο του κατά τα έτη 1842-43, την τριόρωφη δηλαδή διπλοκατοικία του πλουσίου Τεργεστίνου εμπόρου Αντωνίου Δημητρίου.

Πρόσοψις της οικίας Αντωνίου Δημητρίου (1842-1843) στην πλατεία των Μουσών (Συντάγματος). Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν.

Το κτήριο ανεδείχθη, με τον ανάλαφρο ρυθμό των επαλλήλων τοξοστοιχιών του, σε πρότυπο μεγαλοαστικής κατοικίας της οθωνικής περιόδου και χαρακτηρίζεται από λιτότητα και ευρυθμία ανεπανάληπτη. Ο Βασιλεύς Όθων εξέφρασε την επιθυμία – που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ – να ανεγερθεί δίδυμο κτίσμα στην νότια πλευρά της πλατείας απέναντι στην οικία Δημητρίου. Το κτήριο εστέγασε αργότερα την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και μετετράπη, τέλος, στο περιώνυμο Ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Επέζησε μέχρι το έτος 1959 οπότε αντικατεστάθη από το πολυόροφο σημερινό κτίσμα που διετήρησε ως “ανάμνηση” μόνο την σειρά των τοξοστοιχιών προς την πλατεία.

Σε ένα θαυμάσιο προοπτικό σχέδιο από το χέρι του Θεοφίλου Χάνσεν απεικονίζεται η Πλατεία Ανακτορίων από τα νοτιοδυτικά με τα ανάκτορα και την οικία Δημητρίου σε άμεση γειτνίαση. Με το σχέδιο αυτό ο νεαρότατος αρχιτέκτων τεκμηριώνει το ενδιαφέρον του για την πολεοδομική εικόνα του συνόλου στο οποίον έρχεται να ενταχθεί το κτήριό του. Η υποθετική πρόσοψη του γειτονικού προς την οικία Δημητρίου κτηρίου (που δεν κτίσθηκε ποτέ) υποδηλώνει την λανθάνουσα πρόθεση του Χάνσεν για μια ενιαία διαμόρφωση – με μικρές παραλλαγές – των όψεων των κτηρίων της πλατείας ώστε να τονισθεί ο μνημειακός της χαρακτήρας.

Η Πλατεία Ανακτορίων σε φωτογραφία του 1848 έπειτα από την μετονομασία της σε Πλατεία Συντάγματος.

Σχεδόν συγχρόνως προς την οικία Δημητρίου ανατίθεται στον Θ. Χάνσεν το 1843 και ο σχεδιασμός του κτηρίου του Αστεροσκοπείου, που επρόκειτο να ανεγερθεί με δωρεά του Έλληνος τραπεζίτου και προξένου στη Βιέννη, μεγάλου εθνικού ευεργέτου Γεωργίου Σίνα. Τον τριαντάχρονο αρχιτέκτονα προτείνει στον Σίνα ο Αυστριακός πρέσβυς στην Αθήνα και βαθύς γνώστης της ελληνικής πραγματικότητος Πρόκες-Όστεν (Anton Prokesch-Osten). Για να εξασφαλισθεί ελεύθερο  οπτικό πεδίο είχε αρχικώς προταθεί η κορυφή του Λυκαβηττού ως η καταλληλότερη θέση για το κτήριο. Κατά την μαρτυρία του ιδίου του Χάνσεν, πρώτος εξεπόνησε ένα σχέδιο σε νεογοτθικό ρυθμό ο Ε. Σάουμπερτ ως διευθυντής του αρχιτεκτονικού τμήματος του Υπουργείου των Εσωτερικών, αντιπροτείνοντας συγχρόνως τον πιο προσιτό λόφο των Νυμφών ως τόπο ανεγέρσεως του Αστεροσκοπείου. Το μεσαιωνικού ρυθμού σχέδιό του δεν ικανοποιούσε τελικώς ούτε τον Βασιλέα ούτε και τον ίδιο και με μεγάλη ανιδιοτέλεια πρότεινε τον νεαρό Θεόφιλο ως αρχιτέκτονα για το έργο. Το Αστεροσκοπείο κτίσθηκε στα χρόνια 1843-1846 και είναι το πρώτο δημόσιο κτήριο που εσχεδίασε ο Χάνσεν στην μακρόχρονη σταδιοδρομία του.

Η επιλογή της ακριβούς θέσεως, της μορφής και του διακριτικού όγκου του Αστεροσκοπείου αποτελούν και πάλι ασφαλείς αποδείξεις για το πολεοδομικό αισθητήριο του Θεοφίλου Χάνσεν. Στο πέρασμα της εξελίξεως της νέας Αθήνας, κανένας ιστορικός λόφος της πόλης δεν εστέφθη από κτίσματα. Η μοναδικότητα της Ακρόπολης, της “αρχιτεκτονημένης” στέψης της πόλης έμεινε αλώβητη, χωρίς ανεπίτρεπτες αντιπαραθέσεις με νεώτερα “κτίσματα επί κορυφών”. Έναν σοβαρό κίνδυνο, την επίστεψη του Αγχέσμου (δηλαδή των Τουρκοβουνίων) από το υπερφίαλο “Τάμα” των συνταγματαρχών, οι οποίοι εσχεδίαζαν το 1970 την όψιμη εκπλήρωση της υποσχέσεως του γένους για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος Χριστού, απέφυγε ευτυχώς η πόλις ως εκ θαύματος. Την μόνη παραβίαση της αρχής της μη επιστέψεως των κορυφών αποτελεί το πρώιμο έργο του Χάνσεν. Και όμως η παραβίαση αυτή είναι ένα ευτύχημα για την Αθήνα!

Το κτήριο του Αστεροσκοπείου στη κορυφή του λόφου των Νυμφών.

Το μικρό σταυροειδές κτήριο με τον κομψό του θόλο εντάσσεται με διακριτικότητα στο περίγραμμα του λόφου. Ο ανάλαφρος και μικρός του όγκος, χωροθετημένος σαφώς χαμηλότερα από το πλάτωμα της Ακροπόλεως, υποτάσσεται αρμονικά και προβάλλεται σαν αρχαίος περίοπτος μικρός ναός με φόντο τα αρχαία μνημεία.

Την προσεκτική χωροθέτηση του Αστεροσκοπείου σε σχέση με την Ακρόπολη και τον λόφο του Μουσείου με το μνημείο του Φιλοπάππου σε βάθος, τεκμηριώνει και πάλι ένα προοπτικό σχέδιο του Χάνσεν. Σχεδιασμένο με απόλυτη τοπογραφική ακρίβεια, χωρίς εξωραϊστικά τερτίπια που τόσο συχνά μετέρχονται οι αρχιτέκτονες, το σχέδιο αυτό μιλάει από μόνο του: το νέο κτίσμα είναι λειτουργικό, οι τέσσερις κεραίες της σταυροειδούς διατάξεως στηρίζουν τον πυρήνα που φέρει τον θόλο του τηλεσκοπίου και καθιστούν το κτήριο ανθεκτικό στους σεισμούς. Η αρχαιοπρεπής μορφολογία του είναι αφαιρετική: έλλειψη πομπωδών κιονοστοιχιών και αιθρίων, αντ’ αυτών συμπαγείς όγκοι, μικρά ανοίγματα μεταξύ παραστάδων, θυρώματα, επίκρανα και επιστύλια από μάρμαρο, τοίχοι επιχρισμένοι με μαρμαροκονία, εφαρμογή της πολυχρωμίας στις όψεις. Στην περίοπτη θέση του, το κτήριο προβάλλεται αλλά δεν επιβάλλεται, αντιθέτως υποτάσσεται στο genius loci.

Το Αστεροσκοπείο της Αθήνας, μικρό το δέμας, είναι ίσως το πιο ιδιοφυές κτήριο του Χάνσεν. Δείγμα του αμιγούς αθηναϊκού κλασικισμού, ευρίσκεται μακριά από κάθε ιστορίζουσα ρητορικότητα και φέρει στο επιστύλιό του χαραγμένο το γνωμικό SERVARE INTAMINATUM (Δηλαδή: “Τηρείν [το κτίσμα] αμίαντον”) που διακηρύττει με σαφήνεια την πεποίθηση του δημιουργού του για τη σημασία του συγκεκριμένου έργου. Ενός έργου στο οποίο διαφαίνεται ήδη η έμφυτη κλίση του Χάνσεν προς μια λιτή επιβλητικότητα, προς αυτό που ονομάζουμε “μνημειώδη αρχιτεκτονική”.

Το Αστεροσκοπείο (1843-1846). Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν. Προοπτική απεικόνιση από Δυτικά.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν έφυγε από την Ελλάδα το 1846, αφού τον προηγούμενο χρόνο προέβη στην αποτύπωση του μνημείου του Λυσικράτους, εντεταγμένου τότε στα ερείπια της μονής των Καπουκίνων. Στην λεπτομερέστατη εργασία, με σχέδια σε φυσικό μέγεθος, που διήρκεσε τρεις μήνες, περιέλαβε και μια πρόταση αναπαραστάσεως του μνημείου στην οποία με συνθετική φαντασία προτείνει την τοποθέτηση του χαμένου τρίποδος-επάθλου στην κορυφή επί του γλυπτού ανθεμίου της στέψης, και όχι στο κυκλικό επιστύλιο όπως οι παλαιότερες αναπαραστάσεις.

Με την μεσολάβηση και πάλιν του φιλότεχνου πρέσβυ της Αυστρίας στην Αθήνα Πρόκες-Όστεν, του προτείνεται η συνεργασία με τον καθηγητή Λούντβιχ Φέρστερ (Ludwig Förster) στην Βιέννη, τον εκδότη του περίφημου αρχιτεκτονικού περιοδικού Allgemeine Bauzeitung. Ο Χάνσεν αποδέχεται την πρόσκληση και δεν επιστρέφει στην Δανία. Η επιλογή του αυτή θα αποτελέσει αποφασιστικό βήμα στην σταδιοδρομία του. Η ιστορική συγκυρία τον φέρνει στην Βιέννη στην εποχή της ριζικής της αναπλάσεως με τον σχεδιασμό του περιφερειακού βουλεβάρτου, της Ringstrasse.

Από το 1852 ο Χάνσεν εργάζεται ανεξάρτητα ως ελεύθερος επαγγελματίας-αρχιτέκτων στην Βιέννη. Στα πρώτα κτίσματά του όπως το πολεμικό Μουσείο του Οπλοστασίου (Artillerie-Arsenal, 1850-1856) και την ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδος (1859) εφαρμόζει έναν βυζαντινίζοντα ρυθμό, τον οποίον μαζί με τον αδελφό του Χριστιανό (Ναύσταθμος Τεργέστης) εισήγαγε στην κεντρική Ευρώπη. Ιδιαιτέρως η πρόσοψις της εκκλησίας – που προέκυψε από την ανάπλαση παλαιοτέρου κτίσματος – με οκταγωνικό τύμπανο του τρούλου της και τα δίβολα παράθυρά της, έχει μορφολογική πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς τις νεοβυζαντινές εκκλησίες στον ελληνικό χώρο που συνήθως αποτελούν άτεχνα αντίγραφα ιστορικών προτύπων.

Το κτίσμα της εκκλησίας που στέγαζε και το σχολείο της Ελληνικής κοινότητος είχε χρηματοδοτηθεί από τον Σίμωνα Σίνα, για τον οποίον ο Χάνσεν σχεδίασε και το επιβλητικό οικογενειακό μέγαρο στη Βιέννη σε αυστηρό αναγεννησιακό ρυθμό κατά το πρότυπο των ιταλικών Palazzi. Ο ίδιος ο Σίμων Σίνας εμφανίζεται το 1856 και ως μαικήνας-χορηγός για την ανέγερση της Ακαδημίας στην Αθήνα και αναθέτει τα σχέδια και πάλι στον Θεόφιλο Χάνσεν. Τα σχέδια της Σιναίας Ακαδημίας είχαν ολοκληρωθεί το 1859, οπότε και θεμελιώθηκε. Θα χρειαστούν 25 χρόνια για να ολοκληρωθεί το κτήριο, υπό την συνεχή επίβλεψη τόσον του Χάνσεν που ταξίδευσε 11 φορές μέσα στην περίοδο 1871-1889 στην Ελλάδα, όσον και του διευθυντού του εργοταξίου επί τόπου, Ερνέστου Τσίλλερ (Ernst Ziller).

Η Σιναία Ακαδημία Αθηνών λίγο πριν από την αποπεράτωση των έργων ανέγερσης.

Το κτήριο της Ακαδημίας, έργο που εκτελέσθηκε και ολοκληρώθηκε πλήρως κατά την βούληση του δημιουργού του, αποτελεί το υποδειγματικό έργο του οψίμου “ελληνίζοντος ιστορισμού” του Χάνσεν. Οι διαστάσεις του παραμένουν στα μέτρα των αρχαιοελληνικών συνθέσεων, αν και η διάταξη των όγκων, λόγω λειτουργικών αναγκών, χαρακτηρίζεται από μία έντονη κατάτμηση και διαπλοκή. Οι μορφολογικές λεπτομέρειες αλλά και οι οπτικές διορθώσεις εμπνέονται απ’ ευθείας από το Ερέχθειον, ενώ η ναόσχημη μορφή της κεντρικής πτέρυγος η οποία διασυνδέεται αναπόσπαστα με το υπόλοιπο κτίσμα, βεβαίως δεν βρίσκει το προηγούμενόν της στην Ελλάδα αλλά μάλλον στην Ρωμαϊκή αρχαιότητα.

Στην Ακαδημία ο Χάνσεν κατόρθωσε να εφαρμόσει και την προσωπική του, διαισθητική και όχι ιστορικά τεκμηριωμένη, ερμηνεία της κτηριακής πολυχρωμίας. Ο ίδιος απέρριπτε με έμφαση τις απόπειρες εγχρώμου αναπαραστάσεως αρχαίων μνημείων από τους Γάλλους αρχιτέκτονες της Beaux Arts που πρότειναν μίαν κραυγαλέα πολυχρωμία και υπεστήριζε τον υπαινικτικό τονισμό με χρώμα του αρχιτεκτονικού διακόσμου με συνδυασμό επιχρυσώσεων για την περαιτέρω ανάδειξη του χρώματος με το πολύτιμο αυτό υλικό. Ο Χάνσεν τονίζει την ανθεκτικότητα του χρυσού στις αλλοιώσεις από τις καιρικές συνθήκες και προβλέπει ότι “όταν θα ατονίσουν τα χρώματα, θα αναγνωρίζονται τα σχέδια των διακοσμήσεων από τα ίχνη της επιχρυσώσεως, πράγμα που θα επιτρέψει την σωστή επισκευή του διακόσμου εις το μέλλον”. Η πρόβλεψίς του αυτή επιβεβαιώθηκε μετά έναν αιώνα, κατά την διάρκεια των εργασιών συντηρήσεως της Ακαδημίας.

Πρωτότυπο και τολμηρό στοιχείο της συνθέσεως είναι η εμβληματική ένταξη των δύο μεγάλων μεμονωμένων ιωνικών κιόνων που στέφονται από τα αγάλματα της Αθηνάς και του Απόλλωνος, του γλύπτου Δρόση. Θριαμβικές, υπερμεγέθεις στήλες με ανδριάντες αυτοκρατόρων μάς είναι γνωστές από την ρωμαϊκή τέχνη. Ο ιωνικός ρυθμός των δυο κιόνων της Ακαδημίας και η παράσταση των αρχαίων θεών δίδουν όμως ένα τελείως νέο, συμβολικό περιεχόμενο, στην “ομιλούσα” αυτήν αρχιτεκτονική.

Η πρόσοψη του κτηρίου της Ακαδημίας Αθηνών σήμερα.

Στις δυο δεκαετίες μεταξύ 1860 και 1880 ο Χάνσεν θα σχεδιάσει πλήθος σημαντικών κτηρίων στην Βιέννη αλλά και σε άλλες πόλεις της Αυστροουγγαρίας. Ιδιαιτέρως ατα κτίσματά του της Ringstrasse συναντούμε τον τύπο του τετραώροφου μεγάρου που καταλαμβάνει συχνά ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και που διατάσσει τις κλειστές του πτέρυγες γύρω από μίαν ή περισσότερες εσωτερικές αυλές. Δείγμα αυτής της μορφολογίας είναι η μνημειώδης πολυκατοικία του Χάνσεν, η επονομαζόμενη Heinrichshoff (1861-1862) που κατεστράφη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και της οποίας μακρινός επίγονος στην Αθήνα θα είναι το Μέγαρον Μελά του E. Ziller.

Heinrichshoff, πλησίον της Όπερας.

Η παρουσίαση των σημαντικών κτηρίων της περιόδου ακμής του αρχιτέκτονος στην Βιέννη, όπως του κτηρίου του Συλλόγου Μουσικής (Haus des Musikvereins), των μεγάρων των τραπεζιτών Epstein και Ephrussi, της Ακαδημίας των Τεχνών και του Χρηματιστηρίου, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της προκείμενης θεώρησης. Έχουν συλληφθεί όλα σε ρυθμό Νεοαναγεννησιακό, με αρχιτεκτονικές και γλυπτικές λεπτομέρειες (πρόπυλα, ζεύγη καρυατίδων, στηθαία, θυρώματα) εμπνευσμένες από αρχαιοελληνικά πρότυπα. Η γενική τους σύνθεση και μορφολογία υπακούουν ωστόσο σαφώς σε μια άλλη, όχι καθαρά νεοκλασική, νομοτέλεια.

Το κτήριο του Συλλόγου Μουσικής (Haus des Musikvereins), το οποίο ανεγέρθη χάρη σε δωρεά του Νικολάου Δούμπα.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν έδρασε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, σε ένα κλίμα μορφολογικού πλουραλισμού, δηλαδή ποικιλορυθμίας. Το ρωμαλέο του αισθητήριο και η “καθαρεύουσα” (puriste) τάση του τον απέτρεψαν πάντοτε από την αυθαίρετη σύμμιξη ασυμβιβάστων ιστορικών μορφών και ρυθμών σε ένα και το αυτό κτήριο. Στο έργο του μεταχειρίσθηκε εν τούτοις, σε διάφορα κτίσματα, κατά περίπτωση υπακούοντας στο λειτουργικό αλλά και συμβολικό χαρακτήρα κάθε έργου, διαφόρους ρυθμούς: τον Κλασικιστικό, τον Βυζαντινό-ρωμανικό, τον Αναγεννησιακό, τον “Ελληνίζοντα”.

Ο Χάνσεν εξ άλλου υπεστήριζε ότι ο “Ελληνίζων” ρυθμός του, παρά τον ιστορικά φορτισμένο μιμητισμό του, βασιζόταν στις διαχρονικές αξίες των αρχαίων μορφών και ως εκ τούτου έμενε ανεπηρέαστος και υπεράνω των ρυθμολογικών συρμών (μόδες) του 19ου αιώνος. Γι’ αυτό θεωρούσε και την κλασική μορφολογία ως τη μόνη ενδεδειγμένη για δημόσια κτήρια με θεσμική λειτουργία και συμβολικό χαρακτήρα.

Αυτό θέλησε να αποδείξει και στην Βιέννη σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη δυνατότης για την ανάθεση ενός δημοσίου κτηρίου ιδιαιτέρας ακτινοβολίας τού εδόθη με τον κλειστό διαγωνισμό του 1867 για την σύγχρονη ανέγερση των μουσείων φυσικής ιστορίας και εικαστικών τεχνών της αυτοκρατορικής αυλής (Kaiserliche Königliche Hofmuseen). Ο Χάνσεν, πιστεύοντας στην δημιουργική ελευθερία του καλλιτέχνου, αλλοιώνει αυτοβούλως τα δεδομένα του κτηριακού προγράμματος. Αντί ενός διδύμου συγκροτήματος εκατέρωθεν του κατά μήκος άξονος του Hofgarten (μνημειακό προαύλιο των ανακτόρων) – λύσις που εζητείτο και εν τέλει εφηρμόσθη – προτείνει την δημιουργία ενός επιβλητικού Forum των Τεχνών και Επιστημών (Kulturforum) επί της Ringstrasse, διατεταγμένου μετωπικώς απέναντι από τα ανάκτορα (Hofburg). Το τεράστιο αυτό συγκρότημα σχήματος Π, συνολικού μήκους 250μ., είναι μεν ακραιφνώς αρχαιοελληνικής μορφολογίας, η σύνθεσίς του εν τούτοις αναπτύσσεται με αυστηρή συμμετρία γύρω από δύο κυρίους άξονες υπό ορθήν γωνίαν, όπως στα ρωμαϊκά fora. Τρία ναόσχημα Μουσεία (ο Χάνσεν προσθέτει ως τρίτο, κεντρικό στοιχείο, την Γλυπτοθήκη σε μορφή περιστύλου ιωνικού ναού) ευρίσκονται στο κέντρον των τριών πτερύγων οι οποίες κοσμούνται από συνεχείς στοές, και περιβάλλουν την μεγάλη πλατεία-προαύλιο στην οποία προβλέπονται δύο μνημειώδεις κρήνες.

Theophil Hansen – der Ringstraßenarchitekt und Vater des Zinshauses würde 200 Jahre alt

Το ιδανικό αυτό σχέδιο, το οποίον ο Χάνσεν υπεστήριξε πεισματικά και με σχετική αρθρογραφία, αποτελεί το δικό του “όνειρο θερινής νυκτός ενός μεγάλου αρχιτέκτονος”, για να μεταχειριστούμε το σχόλιο του Klenze για το ανάκτορο του Schinkel στην Ακρόπολη. Δυο χρόνια αργότερα έρχεται η μεγάλη ώρα στην ζωή του Χάνσεν. Ο αυτοκράτωρ Φραγκίσκος-Ιωσήφ του αναθέτει την μελέτη του κτηρίου του Κοινοβουλίου (Parlamentsgebaüde) του οποίου η ανέγερση θα διαρκέσει μία δεκαετία (1874-1883). Το κτήριο στεγάζει και τα δύο νομοθετικά σώματα, την Βουλή των Αντιπροσώπων (Abgeordnetenhaus) και την Γερουσία (Herrenhaus). Προηγούμενο τέτοιου διδύμου κτηρίου, με δύο μεγάλα αμφιθέατρα συνεδριάσεων, μας είναι μόνο ένα γνωστό: το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτων. Ο Χάνσεν ακολούθησε μία παρεμφερή λειτουργική λύση με την συμμετρική διάταξη των δύο αιθουσών συνεδριάσεων εκατέρωθεν ενός δεσπόζοντος όγκου, ο οποίος αποτελεί επίστεψη του συνόλου. Ο κεντρικός πυρήν του Κοινοβουλίου σχηματίζεται όμως όχι από μία θόλο (όπως στο Καπιτώλιο) αλλά από ένα επιβλητικό κλαιστό αίθριο με διαφώτιστη υάλινη οροφή και εσωτερική περιφερειακή κιονοστοιχία 24 μεγάλων κορινθιακών κιόνων από βαθύχρωμο ερυθρό μάρμαρο. Το αίθριο αυτό είχε προβλεφθεί με καθαρά συμβολική λειτουργία: επρόκειτο να δεχθεί, ως ηρώον της αυτοκρατορίας, τους ανδριάντας των επιφανών ανδρών, πρόγραμμα που εν τέλει δεν επραγματοποιήθη. Η κεντρική υπερυψωμένη πτέρυξ με μορφή οκταστύλου ναού κορινθιακού ρυθμού δεσπόζει της προσόψεως που έχει μήκος 135μ. Ο Χάνσεν πραγματοποιεί εδώ εμμέσως το όραμα που είχε διατυπώσει για το Kulturforum που έμεινε ανεκτέλεστο. Το κτήριο του Κοινοβουλίου έχει εμβληματικό χαρακτήρα για την πόλη της Βιέννης και αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του “ελληνικού” προσανατολισμού στο έργο του Χάνσεν.

Πανοραμική άποψη του Αυστριακού Κοινοβουλίου.

Το 1883, στα εβδομήντα του χρόνια, τα δύο κατ’ εξοχήν μνημειακά έργα του Χάνσεν – η Ακαδημία στην Αθήνα και το Κοινοβούλιο στην Βιέννη – έχουν ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Και τα δύο εφρόντισε να τα εντάξει σε μία “τριλογία” δημοσίων κτηρίων, σε παράταξη επί της μεγάλης αρτηρίας της νέας πόλεως – την οδό Πανεπιστημίου στην Αθήνα, την Ringstrasse στην Βιέννη. Και τα δύο στρέφουν το μέτωπό τους προς τον προϋπάρχοντα ιστορικό πυρήνα της πόλεως και “συνδιαλέγονται” με αυτόν.

Τα δύο κτηριακά συγκροτήματα έχουν, παρ’ όλη τη μεγάλη διαφορά τους ως προς τον συνολικό τους όγκο, μίαν έκδηλη συγγένεια: η τριμερής τους διάρθρωσις, ο κυρίαρχος όγκος της κεντρικής ναοσχήμου πτέρυγος, η αμιγής χρήσις αρχαιοελληνικών ρυθμών στην μορφολόγηση των προσόψεων, προσδίδουν και στα δύο κτίσματα τον χαρακτήρα του ιδιόμορφου ρυθμού, που εύστοχα ονομάσθηκε “ελληνίζων ρυθμός” του Θεοφίλου Χάνσεν.

Εάν συγκρίνομε τα δείγματα της όψιμης “ελληνικής αναγεννήσεως” του Χάνσεν με παλαιότερα κλασικίζοντα κτίσματα τόσο στην Αθήνα (π.χ. τα Ανάκτορα του Gaertner, το Πανεπιστήμιο του Χριστιανού Χάνσεν, το Βαρβάκειον του Κάλκου) όσο και στην κεντρική Ευρώπη (π.χ. Θέατρον του Schinkel στο Βερολίνο, Πανεπιστήμιο του Grosch στο Όσλο), πιστοποιούμε ότι ο κλασικισμός, στην αυστηρότερη αρχική φάση του, μετεχειρίζετο με πολύ μεγαλύτερη φειδώ τα αρχαιοελληνικά μορφολογικά στοιχεία (κιονοστοιχίες, αετώματα, αρχιτεκτονικό διάκοσμο) και ότι απέβλεπε κυρίως στην ήρεμη επιβλητικότητα συμπαγών αρχιτεκτονικών όγκων που δεν απεμιμούντο κατά κανέναν τρόπο την μορφή και διάταξη του αρχαίου ναού όπως τα έργα του Χάνσεν. Αλλά και ο χαρακτήρας της ελληνολατρείας του ιδίου του Χάνσεν άλλαξε με τα χρόνια. Μεταξύ του λιτού αλλά και παραδειγματικού κτίσματος του Αστεροσκοπείου και των μνημειακών “ελληνιζόντων” κτηρίων της ωριμότητός του, η απόστασις είναι εμφανής: στο μικρό κτίσμα της νεότητός του ξαναζεί η αρχαία απλότης, ευρυθμία και ερασμιότης, με τρόπο πρωτότυπο. Στα επιβλητικά κτίσματα της Ακαδημίας και του Κοινοβουλίου, διακηρύσσεται για τελευταία φορά, με τέχνη περισσή, η λαμπρότης των αρχαίων μορφών, με τρόπο όμως μιμητικό και ρητορικό.

Θα πρέπει να τονισθεί εδώ, ότι ο Χάνσεν δεν ήταν διανοητής, δεν έτεινε στην θεωρητική ανάλυση και επεξήγηση των συνθέσεών του, αλλά προχωρούσε επαγωγικά από μία διαισθητική γενική σύλληψη του συνόλου του κτίσματος, στην επί μέρους οργάνωσή του. Η αγαπητή του ρήση ήταν: “Δημιούργησε μορφές καλλιτέχνη. Μη μιλάς!”. Ιδιαίτερη ικανότητά του: η γενική κτηριολογική σύνθεση αλλά και ο σχεδιασμός – με το ίδιο του το χέρι – των διακοσμητικών λεπτομερειών. Αντιθέτως δεν φαίνεται να επεδίωξε να πρωτοτυπήσει δημιουργώντας νέες μορφές στα κτήριά του.

Μορφολογικές λεπτομέρειες του Ιωνικού ρυθμού με έγχρωμο διάκοσμο της Ακαδημίας Αθηνών. Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν.

Εάν αντιπαραθέσουμε το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα (σχεδιασμένο από τον νεαρό τότε αδελφό του Χριστιανό, το 1839), που με την συστοιχία των τετραγώνων πεσσών του, τις ημίκλειστες στοές, το απλό εμβληματικό του πρόστυλο και τους τυφλούς μετωπικούς τοίχους, αποτελεί την κατ’ εξοχήν λιτή αλλά και καινοφανή έκφανση του πρώιμου κλασικισμού στην νέα Αθήνα, με την Ακαδημία του ωρίμου Θεοφίλου Χάνσεν που παρουσιάζεται σαν μία με άκρα δεξιοτεχνία πραγματοποιημένη σύνθεση ποικίλων πτερύγων σε μορφή ιωνικών ναών, γίνεται αντιληπτό ότι ως προς την επινόηση αρχιτεκτονικών μορφών, ο Θεόφιλος είναι ένας επίγονος: ένας θαυμαστής και μιμητής των αρχαίων προτύπων, με αξιοθαύμαστη τεχνική αλλά και με άκρως περιορισμένη πρωτοτυπία, και πάντως όχι ένας καινοτόμος οραματιστής νέων μορφών.

Πέραν όμως των κατά περίπτωσιν μορφολογικών προτιμήσεών του, η προσωπική γραφή του Θεοφίλου Χάνσεν αναγνωρίζεται σε όλα του τα κτίσματα από ορισμένες χαρακτηριστικές του επιλογές, στις οποίες έμεινε πάντα πιστός. Ανεξαρτήτως ρυθμού, τα κτήριά του χαρακτηρίζονται από:

– την οργάνωση της κατόψεως συμφώνως προς έναν ορθογώνιο κάνναβο αναφοράς όπως τον εδίδασκε περί το 1800 στο Παρίσι ο Durand,

– την σύνθεση διαφόρων ανεξαρτήτων όγκων/πτερύγων γύρω από κλειστές ή ανοικτές αυλές, ώστε να προκύπτει ένα ήρεμα διαφοροποιημένο σύνολο,

– τον τονισμό της κεντρικής πτέρυγος με έξαρση του όγκου της και την μνημειακή διαμόρφωση της προσόψεως (εξωστρέφεια του κτίσματος, διάλογος με τον περιβάλλοντα χώρο),

– τον μνημειακό εμπλουτισμό και την κόσμηση των κτισμάτων με έργα γλυπτικής, ζωγραφικής και διακοσμητικής, με απώτερο στόχο την παράλληλη άνθιση των εικαστικών τεχνών.

Στην δεκαετία του 1870-1880 όταν στην Βιέννη κτίζονταν τα τρία μεγάλα του έργα, τα κτήρια της Ακαδημίας των Τεχνών, του Χρηματιστηρίου και του Κοινοβουλίου, ο Χάνσεν, ο οποίος παλαιότερα εσχεδίαζε πάντα ο ίδιος με ολίγους μόνον πιστούς βοηθούς, έφθασε να συντονίζει δύο μεγάλα ατελιέ με τριάντα συνεργάτες και πλήθος συνεργαζομένων καλλιτεχνών-ζωγράφων και διακοσμητών. Επί 16 χρόνια, από το 1868 έως το 1884 εδίδαξε στην Σχολή Καλών Τεχνών. Στην τάξη του φοιτούσαν 30 έως 50 σπουδασταί ετησίως. Το σύνολον των μαθητών του στα χρόνια της διδασκαλίας του έφθασε τους 400. Έτσι ο Θεόφιλος Χάνσεν δημιούργησε “σχολή”.

Αριστερά: προτομή του Θ. Χάνσεν εντός της Ακαδημίας Αθηνών, έργο του Βάσου Φαληρέα (1976). Δεξιά: προτομή του Θ. Χάνσεν στον προαύλιο χώρο του Αυστριακού Κοινοβουλίου, έργο του Hugo Haerdtl (1905).

Η μεγάλη εργατικότητα και η άκαμπτη θέληση ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Τον διέκρινε ο εγωκεντρισμός του καλλιτέχνου που έχει απόλυτη πίστη στο τάλαντό του και δεν είναι δεκτικός για τις αισθητικές απόψεις των συνεργατών του. Με έναν σχεδόν αφελή αυτοθαυμασμό επαινούσε το έργο του. “Αποτελούν τα κτήριά μου” έλεγε “τιμή για τους εργοδότες μου”. Παρ’ όλα αυτά ήταν ανιδιοτελής, ολιγαρκής και μιλήχιος με τους συνεργάτες του, για τους οποίους δεν ήταν το αφεντικό (Chef) αλλά ο δάσκαλος (Meister). Τιμήθηκε και αναγνωρίσθηκε – δύσκολο για αλλοδαπό – από την κοινωνία της Βιέννης αλλά και τις κρατικές αρχές, πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα στις τριήμερες τιμητικές εκδηλώσεις για τα 70χρονά του. Δεν συσσώρευσε πλούτο από το έργο του, αλλά τον σεβασμό των συγχρόνων του για το πάθος με το οποίον αφοσιώθηκε στην αποστολή του: την Αρχιτεκτονική. Κατά την κηδεία του η σορός του περιεφέρθη τιμητικά μπροστά από τα κτήριά του στην Ringstrasse: ύστατο χαίρε!

Μετά την λήξη της θητείας του στην Ακαδημία των Τεχνών ο Χάνσεν αναστέλλει και την ενεργό επαγγελματική του δράση. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να παρακολουθεί ενεργά τις εξελίξεις αλλά και να εκπονεί μεγάλες μνημειακές συνθέσεις χωρίς τον άμεσο στόχο να τις δει πραγματοποιούμενες. Εργάζεται για την προσωπική του χαρά, οραματιζόμενος ιδεατά σχέδια, κατά το παράδειγμα του Schinkel που συνέθεσε και αυτός, στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, τα μεγάλα αρχιτεκτονικά του οράματα, τα ανάκτορα στην Ακρόπολη Αθηνών και το Παλάτι του Τσάρου στην Οριάντα της Κριμαίας.

Στον μεγάλο διεθνή διαγωνισμό για τα μουσεία του Βερολίνου το 1882, υποβάλλονται 52 συμμετοχές. Ο Χάνσεν εκπονεί – εκτός διαγωνισμού – μία χαρακτηριστική για αυτόν σύνθεση, παρατάσσοντας σε παράλληλη διάταξη τρία επιμήκη ναόσχημα κτήρια επιβλητικών διαστάσεων και προσθέτοντας στην βόρεια άκρη της “Νήσου των Μουσείων” (Museuminsel) ένα τέταρτο κτίσμα με τετράγωνη κάτοψη. Το κτίσμα αυτό θα αποτελούσε την βάση για την έδραση του πλήρως αναστηλωμένου μεγάλου βωμού της Περγάμου, τον οποίον προβλέπει σε ελεύθερη ανάπτυξη, ακάλυπτον στο ύπαιθρον, ως επίστεψη της συνθέσεώς του. Η τόλμη και η δημιουργική φαντασία που διέπουν την σύνθεση αυτή είναι εντυπωσιακές: η αρχαιολογική ανάδειξη των αυθεντικών τμημάτων της αρχαίας ζωοφόρου συνδυάζεται με την ιστορίζουσα και αρκετά αυθαίρετη ανοικοδόμηση ολοκλήρου του βωμού που εντάσσεται ως δεσπόζουσα πτέρυξ στην νέα σύνθεση.

Σε επιστολή του προς τον Ziller της 11.9.1884, ο Χάνσεν, αφού τα σχέδιά του είχαν εκτεθεί δημόσια, γράφει: “Οι Βερολινέζοι αρχιτέκτονες δεν μπορούν να πιστέψουν πώς μπορεί κάποιος να αποφασίσει να εργασθεί για τρεις μήνες, με μόνο σκοπό να απασχοληθεί με ένα θέμα που τον ενδιαφέρει (…)  και θα είναι θυμωμένοι με εμένα τον γέρο-γάιδαρο που δεν μπορεί ούτε στα 71 του χρόνια να κάτσει ήσυχος!”.

Το σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν για το Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο (1884).

Στην δεκαετία του 1880-1890, στην τελευταία φάση της ζωής του, ο Χάνσεν επισκέπτεται, με αμείωτη ενεργητικότητα, τρεις ακόμη φορές την Αθήνα. Το 1885 έρχεται για να δει ολοκληρωμένο το κτήριο της Ακαδημίας, το κόσμημα αυτό της νέας Αθήνας, που χρειάστηκε άλλα 40 χρόνια για να εκπληρώσει τον προορισμό του με την ίδρυση του θεσμού της Ακαδημίας μόλις το 1926.

Η αίθουσα τελετών της Ακαδημίας Αθηνών.
Η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη στην Αθήνα (1885-1902). Κάτοψις του κυρίου ορόφου.

Μια μεγάλη χαρά περιμένει τον Χάνσεν στην Αθήνα: ο Χαρίλαος Τρικούπης του αναθέτει την μελέτη της Εθνικής Βιβλιοθήκης που θα ανεγερθεί με χορηγία του Θ. Βαλλιάνου και θα είναι το τελευταίο πραγματοποιημένο έργο του δασκάλου. Με καθυστέρηση 25 ετών ολοκληρώνεται τώρα η αθηναϊκή τριλογία. Ο Χάνσεν παραμένει πιστός στο αρχικό του συνολικό όραμα του 1859: το κτήριο προβλέπεται διώροφο ούτως ώστε να εξισορροπηθεί η κλίσις του χώρου προς τα δυτικά και ο όγκος του να φθάσει στο ύψος των δύο άλλων κτηρίων της τριλογίας. Η ματιά του Χάνσεν είναι συνθετική, αποβλέπει στην ενιαία μνημειακή εικόνα του πολιτιστικού κέντρου (Kulturforum) της Αθήνας.

Η αίθουσα του αναγνωστηρίου, το κεντρικό σώμα του κτηρίου, διαμορφώνεται σε διάταξη σηκού αρχαίου ναού, με εσωτερική περιμετρική κιονοστοιχία και διαφώτιστη υάλινη οροφή – γνωστή ήδη επιλογή του Χάνσεν από το επιβλητικό κλειστό αίθριο του Κοινοβουλίου της Βιέννης. Το αυστηρού δωρικού ρυθμού κτήριο βασίζεται στην οικοδομική τεχνολογία του τέλους του 19ου αιώνος: τα βιβλιοστάσια είναι σιδηρά και εκτείνονται σε οκτώ επάλληλες σειρές καθ’ όλον το ύψος των δύο ορόφων των πλαγίων πτερύγων. Η στέγασις διαμορφώνεται με σιδηρά ζευκτά και οι χώροι θερμαίνονται με ένα σύστημα αγωγών θερμού αέρος που παράγεται από μεγάλους καυστήρες στο υπόγειο.

Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη. Κεντρικό αναγνωστήριο.

Κατά την επίσκεψη του 1885 η επιτροπή ανεγέρσεως του Ζαππείου μεγάρου απευθύνεται στον Χάνσεν με την παράκληση να γνωμοδοτήσει επί του τρόπου ολοκληρώσεως του ημιτελούς τότε κτηρίου του αρχιτέκτονος F. Boulanger που είχε εν τω μεταξύ αποθάνει. Το σχέδιο του Boulanger προέβλεπε ένα μεγάλο διώροφο κυκλικό κεντρικό κτίσμα με επίστεψη κωνικού θόλου φερομένου από μία εμφανή σιδηρά κατασκευή. Η σύνθεση, εμπνευσμένη από τα κτήρια εκθέσεως του γαλλικού εκλεκτισμού, δεν ανταπεκρίνετο βεβαίως στις πεποιθήσεις του Θεοφίλου Χάνσεν καθ’ όσον αφορούσαν μίαν επιθυμητή νεοελληνική αρχιτεκτονική. Οι αλλαγές που ο τελευταίος επέφερε στην διάταξη του κτηρίου ήταν αποφασιστικές.

Το αρχικό σχέδιο χαρακτηρίζετο από μεγάλα, αμήχανα διατεταγμένα κλιμακοστάσια που προέβαλλαν στο μέσον των δύο όψεων του κτηρίου. Ο Χάνσεν κατήργησε τον δεύτερο όροφο του κτηρίου εκθέσεων και ως εκ τούτου και τα κλιμακοστάσια, προέταξε μία νέα ισόγειο μετωπική πτέρυγα στο μέσον της οποίας έστησε την μεγαλοπρεπέστερη κιονοστοιχία της νεώτερης Αθήνας, το οκτάστυλο πρόστυλο κορινθιακού ρυθμού, που έλκει την μορφή του από τους απέναντί του υψούμενους τεράστιους κίονες του Ναού του Ολυμπίου Διός. Συγχρόνως μετέτρεψε τον κεντρικό κυκλικό χώρο σε ασκεπές αίθριο με ιωνικό περιστύλιο, δημιουργώντας έναν χώρο πολλαπλών χρήσεων, τον ιδεωδέστερο και μέχρι σήμερα ωραιότερο χώρο δημοσίων τελετών στην Αθήνα. Η δημιουργική αυτή ανάπλαση του Ζαππείου, πριν από την ολοκλήρωσή του, είναι ένα ευρηματικό δώρο του γηραιού Θεοφίλου Χάνσεν προς την Αθήνα, την πνευματική του πατρίδα.

Το 1888 ο Χάνσεν έρχεται και πάλι στην Αθήνα για να επιβλέψει την πρόοδο του κτηρίου της Βιβλιοθήκης και το 1889, για τελευταία φορά, για να αποθαυμάσει την έγχρωμη ζωοφόρο στην πρόσοψη του Πανεπιστημίου που είχε συνθέσει προ 25 ετών ο φίλος του Karl Rahl και που εξετελέσθη τελικά χάρις στην επιμονή του Θεοφίλου από τον ζωγράφο Lebiedsky με τεχνική γυαλιστερής νωπογραφίας (stucco lustro). Στην εποχή αυτή τοποθετούνται και οι δύο τελευταίες προτάσεις του Χάνσεν για κτήρια στην Αθήνα, στις οποίες επέτρεψε στον εαυτό του απόλυτη ελευθερία, μη δεσμευόμενος από επιβεβλημένο οικοδομικό πρόγραμμα. Το 1888 παραδίδει στην Κυβέρνηση, η οποία του είχε ζητήσει την βοήθειά του για την ολοκλήρωση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην οδόν Πατησίων, μία δική του ριζική αντιπρόταση: τοποθετεί το Μουσείο στην νότια κλιτύ της Ακροπόλεως, σε άμεση οπτική αντιπαράθεση προς αυτή.

Ένα επίμηκες περίκλειστο αίθριο με δίδυμη κιονοστοιχία 32 κιόνων και δύο κυκλοτερείς αίθουσες διαμέτρου 25μ. εις τις δύο απολήξεις του σχηματίζουν ένα τεράστιο συγκρότημα μήκους 180μ. που εξουθενώνει με τον συνολικό του όγκο και την πολύπλοκη δομή του τα παρακείμενα αρχαία μνημεία. Η πρόταση συνδυάζει με τους επί μέρους όγκους της, με τόλμη, τρεις βασικές μορφές της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής: την στοά, τον αμφιπρόστυλο ναό και την θόλο. Στο εκτός κλίμακος αυτό αρχιτεκτονικό όραμα, του οποίου το υπολογιζόμενο απαγορευτικό κόστος των 7 εκατομμυρίων χρυσών δραχμών απέκλεισε – ευτυχώς – κάθε προοπτική πραγματοποιήσεως, δεν έλειπε ωστόσο η ευρηματικότητα και η χάρη. Αρκεί να το συγκρίνομε με το σημερινό κτήριο του νέου μουσείου της Ακροπόλεως για να αντιληφθούμε ότι η αθηναϊκή αρχιτεκτονική του 19ου αιώνος συνεδιαλέγετο μορφολογικώς με τον ιστορικό χώρο, ενώ το σύγχρονο αρχιτεκτόνημα στέκει αυτάρεσκο και ασύνδετο, εκτός τόπου.

Η πρόταση του Θεοφίλου Χάνσεν για το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Τέλος ο Χάνσεν παρουσιάζει στον Βασιλέα Γεώργιο Α΄ το έτος 1889 μία σειρά εξόχως επιμελημένων εγχρώμων σχεδίων στα οποία απεικονίζεται η πρότασίς του για ένα βασιλικόν ανάκτορον στην Πειραϊκή Χερσόνησο, κοντά στην είσοδο του λιμένος, εκεί όπου ανηγέρθη το κτήριο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Το ανακτορικό συγκρότημα συνολικών διαστάσεων 117Χ65μ. είναι μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο στην διάταξή του από τα υφιστάμενα ανάκτορα του Gaertner. Η σύνθεσις, αυστηρώς συμμετρική, διατάσσει δύο πανομοιότυπες τριώροφες κεντρικές πτέρυγες, καθώς και τέσσερις μονώροφες, περιφερειακώς, γύρω από ένα επίμηκες κεντρικό αίθριο, κοσμημένο με στοές. Τέσσερις, σχεδόν ισότιμοι, είσοδοι επιτρέπουν την πρόσβαση προς το πανταχόθεν ελευθέρως ιστάμενο κτήριο.

Πρόταση για ένα βασιλικό ανάκτορο στην Πειραϊκή Χερσόνησο (1889).

Ο Χάνσεν δεν έλαβε ούτε ευχαριστήριο επιστολή για την προσφορά του αυτή και εζήτησε το επόμενο έτος την επιστροφή των σχεδίων του. Τα 25 σχέδια ευρίσκονται σήμερα στο αρχείον της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Βιέννης. Ας σημειωθεί ότι τα νέα ανάκτορα ή ανάκτορα διαδόχου (το σημερινό προεδρικό μέγαρο), που ανηγέρθησαν σε σχέδια του E. Ziller κατά τα έτη 1891-1897, αποτελούν σχεδόν πιστόν αντίγραφον της κεντρικής πτέρυγος του απραγματοποίητου τελευταίου σχεδίου του Χάνσεν!

Με τρία από τα δημιουργήματα της ωρίμου ηλικίας του – την Ακαδημία και την Βιβλιοθήκη στην Αθήνα και το Κοινοβούλιο στην Βιέννη – ο Θεόφιλος Χάνσεν δεν έδωσε μόνο τα τελευταία περίλαμπρα δείγματα ενός αυστηρού “ελληνικού” ιστορισμού στον ευρωπαϊκό χώρο. Ανέδειξε τα δημόσια αυτά κτηριακά συγκροτήματα σε συνολικά έργα τέχνης (Gesamtkunstwerke), σε οιονεί ιερούς περιβόλους της σύγχρονης εποχής, στην υπηρεσία ενός ευρωπαϊκού πολιτιστικού ιδεώδους. Οι ναόσχημοι κύριοι όγκοι αυτών των συνθέσεών του διαπλέκονται με χρηστικές παράπλευρες πτέρυγες, κεκλιμένα επίπεδα, μνημειώδεις κλίμακες, και κοσμούνται με γλυπτικές και ζωγραφικές συνθέσεις, αλλά και με την διακριτική πολυχρωμία του αρχιτεκτονικού διακόσμου.

Τα μνημειακά αυτά κτήρια, αν και για λειτουργικούς λόγους είναι διώροφα, μορφολογούνται ως ψευδομονώροφα συγκροτήματα επί επιβλητικών βάθρων. Τα κτηριακά βάθρα, οι εμφανείς κλίμακες και κεκλιμένες προσβάσεις εξαίρουν τα κτίσματα, που χωρίς να έχουν ιδιαίτερον ύψος κυριαρχούν επί των όγκων των γειτονικών αστικών κτισμάτων. Η ευγένεια των μορφών, η πολυτιμότητα των δομικών υλικών και η έντεχνη ανάδειξη των όγκων στον χώρο της πόλης προσδίδουν στα δημιουργήματα αυτά τον χαρακτήρα τοποσήμων, συμβολικών σημείων αναφοράς μέσα στον πολεοδομικό ιστό.

Η ναόσχημη μορφή του κεντρικού σώματος των κτηριακών αυτών συγκροτημάτων είναι μία σαφής υποδήλωσις της “ιερότητός” των. Η ιερότης αυτή δεν έχει, ωστόσο, θρησκευτικό αλλά πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο. Σκοπός του αρχιτέκτονος ήταν η έξαρση βιωματικών αξιών της σύγχρονής του ευρωπαϊκής παιδείας και η αναγωγή τους στην αρχαιοελληνική τους προέλευση: η τέχνη, η επιστήμη και η κοινωνική συναίνεση που βασίζεται στην λαϊκή βούληση είναι οι ηθικές αξίες που εγκαθιδρύονται στα κτίσματα και αυτές οι αξίες προβάλλονται και με την αρχιτεκτονική μορφολογία.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν μίλησε, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, την δική του αρχιτεκτονική γλώσσα, μία γλώσσα “κοινή”, την lingua franca του μνημειώδους κλασικισμού, γλώσσα κατανοητή τότε, αποδεκτή και σεβαστή από την αστική τάξη παντού στην Ευρώπη. “Άμεση αλλά και περισπούδαστη, γαλήνια και σοβαρή, εύχαρις αλλά και υψηλή είναι η τέχνη του Χάνσεν και με τις ιδιότητες αυτές αποπνέει το αληθινό ελληνικό πνεύμα” μας λένε οι συνεργάτες του Niemann και Feldegg, που δημοσίευσαν το 1893, δύο χρόνια μόλις μετά τον θάνατό του την εκτενή εργασία τους Ο Θεόφιλος Χάνσεν και τα έργα του.

Δόξα τω Θεώ, έχω ακόμη την υγεία μου και εργάζομαι πάντα με χαρά. Και αυτό είναι μεγάλη ευτυχία, ιδίως διότι η εργασία δεν σου αφήνει χρόνο για ανοησίες” [για ανόητες δηλαδή σκέψεις και πράξεις], γράφει ο Χάνσεν σε ηλικία 71 ετών στον Ernst Ziller στην Αθήνα.

Αθηναϊκή τριλογία.

Τις ανοησίες, εάν όχι αθλιότητες, επεφύλαξε η ιστορία στον 20όν αιώνα, πρώτα με την κακοποίηση του κλασικισμού από την πομπώδη και καταπιεστική αρχιτεκτονική των ολοκληρωτικών καθεστώτων και αργότερα με την ισοπεδωτική μορφολογία του παρεξηγημένου κινήματος του μοντερνισμού. Σήμερα πορευόμαστε προς την “πόλη χωρίς ιδιότητες” που κηρύσσουν οι αρχιτέκτονες-προφήτες ενός κόσμου χαμένου στις ψευδαισθήσεις μιας εικονικής πραγματικότητας, εκτός τόπου, εκτός χρόνου και κυρίως χωρίς λόγο υπάρξεως…

Μέσα σε αυτή την παραζάλη, δεν στρεφόμεθα βέβαια – όσοι πιστεύομε στον ευρωπαϊκό ανθρωπισμό που κατακτήθηκε με πολλούς κοινωνικούς αγώνες και θυσίες – προς το παρελθόν, νοσταλγώντας τον ιστορισμό του Θεοφίλου Χάνσεν, που ανήκει ανεπίστρεπτα στην εποχή του. Αποβλέπομε όμως σε νέους δημιουργούς, οι οποίοι, με σχεδιαστικό τάλαντο και ηθικό κύρος, αντίστοιχο εκείνου του παραδειγματικού αυτού αρχιτέκτονος, θα προτείνουν νέα αρχιτεκτονήματα που θα είναι φορείς μιας εποικοδομητικής ιδέας, στην υπηρεσία μιας κοινωφελούς χρήσης, και όχι αυθαίρετα παιχνίδια που συντείνουν στην υποδούλωση του ανθρώπου στη νέα ολιγοφρένεια που αυτάρεσκα προβάλλει γύρω μας.

Η Ευρώπη του 19ου αιώνος, η Ευρώπη του Θεοφίλου Χάνσεν ήταν πολιτικά ακόμη διηρημένη, αλλά πολιτισμικά μία μεγάλη ενότης. Ας ελπίσουμε ότι ο 21ος αιώνας θα μας δώσει μίαν Ευρώπη όχι μόνο με ενιαία πολιτική συγκρότηση αλλά και πολιτισμικά ανανεωμένη με μία τέχνη στα μέτρα του ανθρώπου, μία τέχνη θαλερή.

Θεόφιλος Χάνσεν: Αρχιτεκτονικά Σχέδια & Κτήρια

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας.

*Διάλεξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 2009.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ganz, Jürgen, “Theophil Hansens hellenische Bauten in Athen und Wien”, Österreichische Zeitschrift für Kunst und Denkmalpflege, No 26 (1972), 67-81.

Jörgensen, Lisbet Balslev και Demetri Porphyrios, Neoclassical Architecture in Copenhagen and Athens, Architectural Design Profile 66, London, 1987.

Kienast, Hermann, “Athener Trilogie: Klassizstische Architektur und ihre Vorbider in der Haupstadt Griechenlands”, Antike Welt, Heft 3 (1995).

Λάιος Γεώργιος, Σίμων Σίνας, Αθήναι, 1972.

Μπίρης, Κώστας, Αι  Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήναι, 1966.

Niemann, Georg και Ferdinand von Feldegg, Theophilos Hansen und seine Werken, Wien, 1893.

Russack, Hans Herman, Deutsche bauen in Athen, Berlin, 1942.

Τραυλός, Ιωάννης, Νεοκλασσική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήναι, 1967.

Villadsen, Villads, “Close Encounter: Theophilus Hansen – Architect and Archeologist in Greece” στο Nielsen, Marjatta (επιμ.), The Classical Heritage in Nordict Art and Architecture, Acta Hyperborea, τόμ. 2 (1990), 219 κ.ε.

Wagner-Rieger, Renate, “Der Architekt Theophil Hansen” (Vortag in der Gesamtsitzung der  Österreichischen Akademie der Wissenschaften am 24. Juni 1977), Wien, 1977.

Wagner-Rieger, Renate (επιμ.) και Reissberger Mara, Die Wiener Ringstrasse: Bild einer Epoche, τόμ. VIII, Theophil von Hansen, Wiesbaden, 1980.

Margaret Thatcher: Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς (Μέρος Β΄: Οι πολεμικές επιχειρήσεις)

Margaret Thatcher

Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς
(Μέρος Β΄: Οι πολεμικές επιχειρήσεις)

 

Μας ταλαιπωρούσε μια σειρά από δύσκολα προβλήματα. Παραμέναμε απελπιστικά ανήσυχοι από την παρουσία του αεροπλανοφόρου, το οποίο έως τότε είχε εντοπιστεί δυο φορές στην ευρύτερη περιοχή και τις δυο φορές όμως έξω από τη Ζώνη Πλήρους Αποκλεισμού. Όπως και να είχε το ζήτημα, παρέμενε απειλή για τον στόλο μας και τον εν γένει ανεφοδιασμό μας από τη στιγμή που η ομάδα καταδρομικών, η οποία το συνόδευε, ήταν εξοπλισμένη με πυραύλους Exocet. Ήδη από τις 23 Απριλίου είχαμε προειδοποιήσει την Αργεντινή ότι οποιουδήποτε είδους κίνηση εκ μέρους των Αργεντινών πολεμικών πλοίων απειλούσε την αποστολή των Βρετανικών Δυνάμεων στο Νότιο Ατλαντικό θα εθεωρείτο εχθρική και θα τύγχανε ανάλογης αντιμετώπισης. Το αεροπλανοφόρο ήταν σε θέση να καλύψει μια απόσταση 500 μιλίων την ημέρα, τα δε αεροσκάφη του 500 επιπλέον. Κατόπιν τούτου, εκδώσαμε εντολή επίθεσης οπουδήποτε βρισκόταν σε γεωγραφικό μήκος 35 μοιρών νοτίως και 48 ανατολικώς και εκτός των [Αργεντινών] χωρικών υδάτων των 12 μιλίων. Μια επίθεση του είδους αυτού αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα αυτοάμυνας ακριβώς έτσι όπως όριζε το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διακοίνωσης της 23ης Απριλίου, δεν χρειαζόταν νέα προειδοποίηση. Οι Αρχηγοί των Επιτελείων είχαν επίσης αποφασίσει πως ήταν απαραίτητοι επιπλέον 3.000 έως 3.500 στρατιώτες. Εκείνες τις ημέρες είχαν επιλεγεί οι ακτές της απόβασης και θα είχαμε ανάγκη από πολλούς παραπάνω [στρατιώτες] από εκείνους που διαθέταμε επιτόπου για τις χερσαίες επιχειρήσεις. Το μόνο διαθέσιμο πλοίο ήταν το QEII [το υπερωκεάνιο Queen Elisabeth II].

Γνωρίζαμε επίσης ότι τα αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ επρόκειτο να πληγεί από αέρος το ίδιο βράδυ [30 Απριλίου], στο ποσοστό που οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Το απόγευμα έπρεπε να παραστώ σε μια μεγάλη πολιτική συγκέντρωση στην εκλογική περιφέρεια του Stephen Hastings.(…) Διανυκτερεύσαμε στο Milton – αυτή την ωραιότατη παλαιά κατοικία, η οποία ανήκει στη σύζυγο του Stephen. Την επομένη, την ώρα του πρωινού, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα. Τα Vulcans είχαν βομβαρδίσει το Πορτ Στάνλεϋ. Δεν είχαν καταγραφεί απώλειες, αλλά απέμεναν πολλές ώρες ακόμα έως ότου επιστρέψουν στη Νήσο της Αναλήψεως. Δεν μπορούσα να αναγγείλω τίποτα στους οικοδεσπότες μου. Φύγαμε σύντομα – ακούγοντας συνεχώς το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου καθ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το Τσέκερς. Οποία ανακούφιση – 4 έως 5 ανεφοδιασμοί εν πτήσει και μια απίστευτα μακρά διαδρομή για το πλήρωμα. Επρόκειτο πράγματι για ένα μεγαλειώδες κατόρθωμα, έστω και αν αργότερα παρόμοια ανδραγαθήματα εθεωρούντο ως δεδομένα.

Βομβαρδιστικό τύπου Vulcan B2 XM607 στην αεροπορική βάση Wideawake της Νήσου της Αναλήψεως, έτοιμο προς αναχώρηση για τα Φώκλαντς.

XM607 Falklands’ Most Daring Raid. (Operation Black Buck)

Την ίδια ημέρα [Σάββατο] η Αργεντινή αεροπορία επιτέθηκε κατά της δικής μας Δύναμης Κρούσης. (…) Υπήρξαν ζημιές, όχι πολλές όμως. Παρά ταύτα, η επίθεση υπήρξε σφοδρή με αποτέλεσμα να αναρωτιόμαστε κατά πόσο διαθέταμε επαρκή αεροπορική κάλυψη. Είχα ήδη κανονίσει άλλη μια συνεδρίαση στο Τσέκερς την Κυριακή. Όφειλαν να ληφθούν αποφάσεις. (…) Συναντηθήκαμε υπό τη σκιά της σφοδρής επίθεσης της προηγουμένης. Ο Ναύαρχος Fieldhouse μας είχε ενημερώσει πως ένα από τα υποβρύχιά μας παρακολουθούσε από κοντά το Belgrano, το οποίο συνοδευόταν από δυο καταδρομικά φέροντα πυραύλους Exocet. Δεν απείχε πολύ από τη Ζώνη Αποκλεισμού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαμε στη διάθεσή μας σχετικά με τις προθέσεις των Αργεντινών δεν υπήρχε αμφιβολία πως το πλοίο αποτελούσε μέγιστη απειλή. (…) Αποφασίσαμε ότι οι Βρετανικές Δυνάμεις έπρεπε να είναι έτοιμες να επιτεθούν εναντίον κάθε είδους Αργεντινού πολεμικού σκάφους με βάση όσα είχαμε συμφωνήσει την προηγούμενη ημέρα αναφορικά με το αεροπλανοφόρο. Έπειτα από το γεύμα συνεδριάσαμε εκ νέου και εγκρίναμε την αποστολή ενισχύσεων και του QEII στα Φώκλαντς. Από πολιτικής απόψεως οφείλαμε να αξιολογήσουμε τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση που η Αργεντινή προχωρούσε σε κήρυξη πολέμου – πράγμα, το οποίο ουδέποτε έπραξε.

Την  επομένη,  Δευτέρα  3  Μαΐου,  το  υποβρύχιο  τορπίλισε  και  βύθισε  το  Belgrano.  Τα  δυο καταδρομικά συνοδείας δεν επλήγησαν, καθυστέρησαν όμως να περισυλλέξουν τους επιζώντες του Belgrano. Γνωρίζαμε πως κτυπήθηκε. Χρειάστηκε ωστόσο να περάσουν αρκετές ώρες έως ότου πληροφορηθούμε ότι είχε βυθιστεί.

Η βύθιση του βαρέως καταδρομικού General Belgrano και η αναγγελία της στον Τύπο.

Margaret Thatcher on Nationwide questioned over the Belgrano, 24th May 1983

Την επομένη, το HMS Sheffield κτυπήθηκε από έναν πύραυλο Exocet. Οι φωτιές έκαιγαν μανιασμένα. Δεν μπόρεσαν να τεθούν υπό έλεγχο και το πλοίο εγκαταλείφθηκε. Ήταν δύσκολο να έχουμε ακριβή αριθμό όσων απώλεσαν τη ζωή τους και όσων είχαν τραυματιστεί, προς μεγάλη αγωνία των συγγενών αλλά και του καθενός στη Βρετανία. Η επιχείρηση διάσωσης και η μεταφορά επί του HMS Hermes για νοσοκομειακή περίθαλψη διεκπεραιώθηκε γενναία – αλλά είχαμε όλοι συγκλονιστεί από το μέγεθος της πυρκαγιάς καθώς και από το γεγονός ότι δεν καταφέραμε να την δαμάσουμε – υπήρξαν τόσα πολλά άτομα που υπέφεραν από σοβαρά εγκαύματα. Το Sheffield δεν είχε χρόνο προκειμένου να εκτρέψει το Exocet, την προσέγγιση του οποίου αντιλήφθηκε όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Αρχικά πληροφορηθήκαμε πως οι απώλειες είχαν περιοριστεί στους 20 – αργότερα στους 40. Δεν ήμασταν εξοικειωμένοι με τον τρόπο ανακοίνωσης δυσάρεστων ειδήσεων. Θέλαμε να ενημερώσουμε πρώτα τους πλησιέστερους συγγενείς. Αλλά οι Αργεντινοί είχαν εκδώσει ανακοινώσεις, άλλες ορθές άλλες ψευδείς, προτού πληροφορηθούμε τα γεγονότα, με αποτέλεσμα σύζυγοι και οικογένειες να περάσουν αγωνιώδεις ημέρες και νύκτες. Την ίδια ημέρα χάσαμε επίσης και ένα Harrier. Άσχημο εικοσιτετράωρο πράγματι.

Το HMS Sheffield λαβωμένο θανάσιμα.

HMS Sheffield Hit by Exocet Missile

O Francis είχε επιστρέψει από την Ουάσινγκτον και τη Νέα Υόρκη. Ο Al Haig και ο Perez de Cuellar είχαν επιδοθεί σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων προκειμένου να συμπληρώσουν το κενό στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν κατάπαυση πυρός. Φυσικά, υπό την δική μας οπτική αυτό δεν αρκούσε – άφηνε τα Φώκλαντς υπό Αργεντινή κατοχή. Η κατάπαυση πυρός έπρεπε να συνοδεύεται από απόσυρση. Πάνω απ όλα, έπρεπε να γίνουν σεβαστές οι επιθυμίες των κατοίκων. Έλαβα μήνυμα από τον Πρόεδρο Reagan, με το οποίο μας προέτρεπε να λάβουμε σοβαρά υπόψη κάποιες κοινές προτάσεις των ΗΠΑ και του Περού. Στο μεταξύ, ένα από τα υποβρύχιά μας είχε εντοπίσει το Veinticinco de Mayo αλλά είχε ανακύψει ένα νομικό ζήτημα κατά πόσο ήταν ή όχι εντός των χωρικών υδάτων. Βρισκόταν στο μέσο ενός κόλπου και το ερώτημα ήταν εάν ολόκληρος ο κόλπος ανήκε στα χωρικά ύδατα [της Αργεντινής] ή μόνο τα 12 μίλια από την ακτή αφήνοντας “απέξω” το κέντρο. Οφείλαμε να συμβουλευτούμε τον A.G. [Attorney General = Γενικό Εισαγγελέα] καθώς και άλλους ειδικούς νομικούς. Συγκάλεσα στο Κοινοβούλιο την OD [Overseas and Defence Policy Committee] Επιτροπή και συμφωνήσαμε πως [το αεροπλανοφόρο] βρισκόταν εκτός χωρικών υδάτων και πως το υποβρύχιο έπρεπε να επιτεθεί στο ποσοστό που ήταν δυνατό. Δυστυχώς μετακινήθηκε – πιστεύουμε με κατεύθυνση προς τον βορρά και την ακτή – και έκτοτε δεν καταφέραμε πλέον να το εντοπίσουμε. Ωστόσο, η αγωνία μας ως προς τη δυνητική ζημιά, την οποία ήταν σε θέση να επιφέρει, παρέμεινε στο ακέραιο.

Sink Argentina’s Carrier 1982 – The Secret British Falklands War Mission

Εν συνεχεία, η Επιτροπή και το Υπουργικό Συμβούλιο που συγκάλεσα σε κοινή συνεδρίαση, έπρεπε να αξιολογήσουν τις αμερικανοπερουβιανές προτάσεις. Ο Υπουργός Εξωτερικών τάχτηκε υπέρ της αποδοχής. Ήταν της άποψης πως θα απέβαινε επιζήμιο να τις απορρίψουμε, ειδικότερα υπό το πρίσμα του πολέμου στον Νότιο Ατλαντικό. (…) Προσωπικά δεν μου άρεσαν. Ούτε και στο Υπουργικό Συμβούλιο – όλοι, ωστόσο, συμφωνήσαμε πως έπρεπε να συνταχθεί κάποια απάντηση. Οι προτάσεις δεν ήταν αναλυτικές και άφηναν πολλά ζητήματα εκκρεμή. Θα μπορούσαμε να τις αποδεχθούμε, θέτοντας ξεκάθαρα τρεις προϋποθέσεις: η Νότια Γεωργία και οι υπόλοιπες κτήσεις θα παρέμεναν εκτός διακανονισμού, οποιαδήποτε προσωρινή διοίκηση θα έπρεπε να τυγχάνει της έγκρισης του εκτελεστικού και νομοθετικού Σώματος των κατοίκων [των Νήσων] και ότι οι μακροπρόθεσμες επιθυμίες τους επρόκειτο να γίνουν σεβαστές. Συμφωνήσαμε να ζητήσουμε από τον Haig να προωθήσει τις θέσεις μας [στο Περού]. Ο Francis ήταν επιφυλακτικός, όμως ολόκληρη η υπόλοιπη Κυβέρνηση ήταν κατηγορηματική. Η αλήθεια είναι πως κανείς από εμάς δεν επικροτούσε τις προτάσεις. Εάν όμως μπορούσαμε να τις καταστήσουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα λογικές εξασφαλίζοντας την απόσυρση των Αργεντινών στρατευμάτων και την αποφυγή περαιτέρω απωλειών, τότε ήμασταν έτοιμοι να τις αποδεχτούμε. Η Αργεντινή ενδιαφερόταν περισσότερο για την ανάμειξη των Ηνωμένων Εθνών. Ο Perez de Cuellar είχε υποβάλει ορισμένες δικές του προτάσεις, οι οποίες δεν αποτελούσαν παρά μόνο ένα γενικό πλαίσιο. (…) Όπως ήταν αναμενόμενο, η Αργεντινή απέρριψε τις περουβιανές προτάσεις. Τουλάχιστον δεν ήμασταν εκτεθειμένοι στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.

(…) Είχαμε όλοι μας απόλυτη συναίσθηση ότι πλησιάζαμε στην κρίσιμη στιγμή. Εάν επρόκειτο να αποβιβαστούμε και να ανακτήσουμε [τα Νησιά] έπρεπε να το πράξουμε κάπου μεταξύ 26 και 30 Μαΐου.  Αποφασιστικοί  παράγοντες  ήταν  ο  καιρός  και  η  κατάσταση  των  στρατευμάτων  μας. Επομένως, οι διαπραγματεύσεις μέσω των Ηνωμένων Εθνών έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εντός των επομένων 10 ημερών περίπου. (…) Εάν καρκινοβατούσαν, τότε οι Αρχηγοί των Επιτελείων συμφωνούσαν πως ήμασταν υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε. (…) Εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα συζητήσαμε όλα αυτά τα ζητήματα καθώς και άλλα, στρατιωτικής φύσεως, τα οποία είχαν στο μεταξύ προκύψει. Αεροσκάφη της Αργεντινής πολιτικής αεροπορίας πετούσαν υπεράνω των γραμμών ανεφοδιασμού μας και δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι διαβίβαζαν τα ευρήματά τους κατευθείαν στα υποβρύχια. Εάν καταρρίπταμε κάποιο πολιτικό αεροσκάφος ήταν βέβαιο πως θα επρόκειτο για Αργεντινό. Επιπρόσθετα, υπήρχε κίνδυνος η Νήσος της Αναλήψεως να υποστεί επιδρομή από κομάντος.

Εν τω μεταξύ, το πρόβλημα με τα ΜΜΕ συνεχιζόταν. Πολύς κόσμος (συμπεριλαμβανομένου και εμού) δεν εκτιμούσε την εν γένει συμπεριφορά ειδικότερα του BBC. Επρόκειτο για κάτι που με ενοχλούσε πολύ. Στις ανταποκρίσεις τους λειτουργούσαν ως ουδέτεροι μεταξύ Βρετανίας και Αργεντινής. Υπήρχαν στιγμές, όπου αισθανόμασταν πολύ ότι υποστήριζαν τον εχθρό με δημόσιες συζητήσεις με ειδικούς σχετικά με τα επικείμενα βήματα στον τομέα των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Το ίδιο ίσχυε εξίσου και με το ITV. Φυσικά, επρόκειτο για την πρώτη πολεμική αντιπαράθεση δίχως λογοκρισία. Τα ΜΜΕ και η Κυβέρνηση είχαν εκ διαμέτρου αντίθετο προσανατολισμό. Το κυρίαρχο δικό μας μέλημα ήταν η προστασία των δυνάμεών μας. Το δικό τους ήταν η είδηση. Η θέση μας δυσχέραινε και από το γεγονός ότι διαθέταμε περιορισμένες δορυφορικές επικοινωνίες. Όλες οι φωτογραφίες στέλνονταν με πλοία στη Νήσο της Αναλήψεως, από όπου διεκπεραιώνονταν αεροπορικά.

(…) Για μια ακόμη φορά είχαμε μια κρίσιμη Κυριακάτικη συνάντηση στο Τσέκερς. (…) Εξετάσαμε κάθε σημείο αναλυτικά. (…) Διαθέταμε πλήρη συνταγματική κάλυψη από τα Ηνωμένα Έθνη και από το Δίκαιο σχετικά με την μελλοντική διοίκηση των Φώκλαντς. Σκληρύναμε τους όρους μας με στόχο να προφυλάξουμε την μεταβατική περίοδο με χρήση του Άρθρου 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης. (…) Συμφωνήσαμε πως ο Anthony Parsons [Μόνιμος αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη] θα παρουσίαζε το κείμενο ως την τελική μας διαπραγματευτική θέση, ζητώντας του να το προωθήσει στους Αργεντινούς. Αναμέναμε απάντηση έως την Τετάρτη το απόγευμα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Francis εισηγήθηκε να δημοσιεύσουμε το κείμενο. Η ιδέα ήταν καλή, και αυτό ακριβώς πράξαμε έτσι όπως εξελίχθηκαν τελικά τα πράγματα.

Η εξοχική πρωθυπουργική κατοικία στο Τσέκερς.

Το   πρωί   της   Τρίτης   18   [Μαΐου]   είχαμε   συνεδρίαση   της   Επιτροπής   με   πλήρη   σύνθεση, συμπεριλαμβανομένων των Αρχηγών των Επιτελείων. Μας απασχολούσαν οι σοβαρές αποφάσεις που μας περίμεναν μπροστά μας – έπρεπε να αποφασίσουμε κατά πόσο θα προχωρούσαμε με την απόβαση, για την οποία τόσο πολύ είχαμε συζητήσει την προηγούμενη εβδομάδα. Μας απασχολούσε το άγνωστο και το δυσβάστακτο βάρος, γνώριζα πως έπρεπε να ρωτήσω τον καθένα από τους Αρχηγούς να καταθέσει τη γνώμη και την εκτίμησή του. Η δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης ίσχυε ακόμα, αλλά εξέπνεε αργά το απόγευμα της επομένης. Έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι για παν ενδεχόμενο. Ο καθένας προέβη σε σφαιρική αξιολόγηση της κατάστασης. Τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη – θα ήμασταν ευάλωτοι τη στιγμή της απόβασης, η κάλυψη από αέρος δεν θα ήταν επαρκής, τα πλοία θα ήταν σε σχηματισμό και οι θέσεις τους γνωστές – δεν είχαμε εξουδετερώσει όλα τα πλοία και τα αεροσκάφη που υπολογίζαμε πριν από την έναρξη της απόβασης, δεν γνωρίζαμε σε ποιο σημείο ακριβώς βρίσκονταν τα υποβρύχιά τους. Εάν όμως καθυστερούσαμε κι άλλο, θα καταγράφαμε βαρύτερες απώλειες. Πράγματι, υπό τη δική μας οπτική όσο πιο γρήγορα λάμβανε χώρα η απόβαση, τόσο θα ήταν καλύτερες οι συνθήκες για τα στρατεύματά μας. Οι αποφάσεις, τις οποίες λάβαμε, ήταν οι σωστές. Διαθέταμε εξαιρετικές εμπόλεμες δυνάμεις, οι δε Αρχηγοί είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στα σχέδια, τα οποία είχε εκπονήσει ο Διοικητής της Δύναμης Κρούσης. Κανένας τους δεν μπορούσε να εκτιμήσει το ύψος των απωλειών, επρόκειτο για κάτι το αδύνατο. Είχαν όμως συναίσθηση πως αν κάναμε πίσω, το στρατιωτικό κύρος της Βρετανίας θα δεχόταν θανάσιμο πλήγμα. Τα πλεονεκτήματα υπερτερούσαν, κατά την άποψή τους, των κινδύνων. Οι αποβάσεις έπρεπε να ξεκινήσουν τη νύκτα, όπως προέβλεπαν τα σχέδια. Όλοι οι κανόνες εμπλοκής είχαν ήδη γίνει αποδεκτοί από την προηγούμενη ημέρα. (…) Εγκρίναμε άπαντες την απόβαση με γνώμονα το σχέδιο του Διοικητή της Δύναμης. Μπορούσαμε να την αναστείλουμε έως αργά την Πέμπτη, γεγονός το οποίο μας διευκόλυνε αφάνταστα προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε κάθε είδους απάντηση στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και να συζητήσουμε, να ματαιώσουμε ή να επαναβεβαιώσουμε έπειτα από τη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου το πρωί της Πέμπτης. Από εκεί και έπειτα, το χρονοδιάγραμμα ανήκε στις αρμοδιότητες του Δοικητή της Δύναμης.

(…) Την Τετάρτη, τα Ηνωμένα Έθνη μας προώθησαν το κείμενο της απάντησης της Αργεντινής στις προτάσεις μας. Ήταν απορριπτικό. Σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφευχθεί το ναυάγιο, ο ΓΓ [Perez de Cuellar] υπέβαλε προς τις δυο πλευρές ένα υπόμνημα με δικές του προτάσεις. Το πρωί της Πέμπτης, η Επιτροπή συνήλθε λίγο πριν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η έγκριση για την απόβαση παρέμενε σε ισχύ εν αναμονή της υλοποίησης έπειτα από Κυβερνητική εντολή. Όμως, για μια φορά ακόμα ο ΥΕ [Υπουργός Εξωτερικών] υποστήριξε πως το υπόμνημα του ΓΓ περιείχε ουσιαστικές ομοιότητες με τις δικές μας προτάσεις και πως, κατόπιν τούτου, η διεθνής κοινότητα δεν θα μπορούσε να κατανοήσει την προσφυγή μας σε στρατιωτικά μέσα. Στην πραγματικότητα, οι προτάσεις του ΓΓ ήταν ατελείς και αόριστες, ικανές να μας ξαναφέρουν πίσω στην αρχή. (…) Κατέστησα σαφές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καθυστερήσει κι άλλο το στρατιωτικό χρονοδιάγραμμα. Θα ήταν ολέθριο για τα στρατεύματά μας. Εάν το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, η απόβαση θα λάμβανε χώρα. Τόσο η Επιτροπή όσο, αργότερα, και το Υπουργικό Συμβούλιο συμφώνησαν.(…) Την ίδια ημέρα [Πέμπτη] ο ΓΓ, μη έχοντας λάβει κάποια απάντηση από τους Αργεντινούς δήλωσε πως οι ειρηνευτικές προσπάθειές του είχαν φτάσει στο τέλος τους. Η συζήτηση στο Κοινοβούλιο εξελίχτηκε καλά. Περιμέναμε τα νέα για τον καιρό. Είχαμε μπροστά μας μια αγωνιώδη ημέρα και νύκτα.

(…) Ο John Nott ήρθε στον αρ. 10 με πλήρη στοιχεία. Η Βρετανική σημαία κυμάτιζε στον κόλπο Σαν Κάρλος. Είχαμε επιστρέψει στα Φώκλαντς. Η απόβαση είχε πραγματοποιηθεί δίχως ούτε μια απώλεια. Είχε όμως ξημερώσει και αναμέναμε επίθεση από αέρος. Το πως κατάφερε να γλυτώσει το [μεταγωγικό] Canberra, ήταν θαύμα. Το αποσύραμε από την περιοχή την επόμενη νύκτα. Είχαμε εισέλθει σε ανώτερο στάδιο εμπλοκής. Η θέση των πλοίων μας ήταν γνωστή, το δε σύνολο της αεροπορικής κάλυψης προερχόταν από τα αεροπλανοφόρα Hermes και Invincible, τα οποία ναυλοχούσαν σε μεγάλη απόσταση για λόγους ασφαλείας. Το HMS Antelope κτυπήθηκε σοβαρά. Ακολούθησε το HMS Ardent. Οι απώλειες ήταν μικρότερες του αναμενόμενου χάρη στη γενναία επιχείρηση διάσωσης. Πολλά εχθρικά αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, αλλά πολλά περισσότερα επρόκειτο  να  κάνουν  την  εμφάνισή  τους.  Η  Τρίτη  24  και  η  Τετάρτη  25  Μαΐου  αποδείχτηκαν εξαιρετικά δύσκολες ημέρες.

Το HMS Antelope ανατινάζεται στον όρμο του Σαν Κάρλος (24 Μαΐου 1982).

Εργαζόμουν στο γραφείο μου στο Κοινοβούλιο, όταν μπήκε ο John Nott για να μου ανακοινώσει πως το HMS Coventry είχε πέσει θύμα επίθεσης από ένα κύμα αεροσκαφών. Έξι, ίσως και παραπάνω, το βομβάρδισαν και είχε αρχίσει να βυθίζεται. (…) Η απώλεια ανακοινώθηκε την επομένη. Όταν αργότερα πήγα να πληροφορηθώ νεότερα για το Coventry, ο υπάλληλος υπηρεσίας μου είπε πως το Atlantic Conveyor είχε πληγεί από πυραύλους Exocet, φλεγόταν και είχε δοθεί διαταγή να εγκαταλειφθεί. Πόσες ακόμη τραγωδίες θα ακολουθούσαν; Πόσες ακόμη απώλειες θα μπορούσαμε να αντέξουμε; Επίσης, γνώριζα ότι επί του Atlantic Conveyor υπήρχαν 19 Harriers. Επρόκειτο για ενισχύσεις, τις οποίες είχαμε απελπιστικά ανάγκη. Άραγε είχαν παραμείνει εκεί; Εάν ναι, τότε τις είχαμε χάσει. Μπορούσαμε να συνεχίσουμε; Το πλοίο μετέφερε και ελικόπτερα, απαραίτητα για τον ανεφοδιασμό των πεζοπόρων μονάδων, οι οποίες επρόκειτο να αναπτυχθούν από το Σαν Κάρλος προς την ενδοχώρα. Προκειμένου να συμπληρωθεί το όλο σκηνικό κυκλοφορούσαν φήμες, σύμφωνα με τις οποίες είχε πληγεί και υποστεί ζημιές το HMS Invincible. Αναμφίβολα επρόκειτο για το χειρότερο βράδυ του πολέμου. Και κάπου ανατολικά των Φώκλαντς έπλεε το QEII μεταφέροντας 3.000 άνδρες.

Νωρίς το επόμενο πρωί περίμενα για νέα. Αξιοθαύμαστη επιχείρηση διάσωσης των πληρωμάτων του Coventry και του Atlantic Conveyor αν και, όπως ανακαλύψαμε, ο εξαιρετικός κυβερνήτης του είχε απωλέσει τη ζωή του. Ευτυχώς, τα 19 Harriers είχαν προλάβει να απογειωθούν και να αναζητήσουν καταφύγιο επί των Hermes και Invinvible (μια αίσθηση ανακούφισης με πλημμύρισε – δεν είχαμε πληγεί θανάσιμα). Είχαμε χάσει 8 ελικόπτερα, αλλά οι υπεύθυνοι με διαβεβαίωσαν πως είχαν προβλέψει εναλλακτικές λύσεις. Όμως, οι επίλεκτες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να διασχίσουν τα Φώκλαντς πεζή. Είχαμε επίσης χάσει 4.500 χειμερινές σκηνές εκστρατείας, πολλές από τις οποίες προορίζονταν για τη στέγαση αιχμαλώτων πολέμου. Τέλος, οι φήμες περί επιδρομής κατά του Invincible αποδείχτηκαν παντελώς ανακριβείς. Είχαμε γευτεί τις οδύνες του πολέμου, οφείλαμε ωστόσο να συνεχίσουμε, προκειμένου να εκπληρώσουμε την αποστολή μας.

Είχαν περάσει αρκετές ημέρες έπειτα από την απόβαση. Στην τηλεόραση διεξάγονταν συζητήσεις κατά πόσο το επόμενο πλήγμα θα καταφερόταν κατά του Πορτ Στάνλεϋ διαμέσου του Ντάρβιν ή του Τηλ Ινλετ. Όλους μας απασχολούσε το γεγονός ότι παρατηρείτο μικρή δραστηριότητα έξω από το προγεφύρωμα. Γνωρίζαμε πως η όποια απόφαση ήταν της δικαιοδοσίας του τοπικού διοικητή σε συνδυασμό με τα αποθέματα σε εφόδια, τον καιρό, τις αναγνωριστικές επιχειρήσεις και την κρίση του. Ο στρατηγός Moore δεν είχε ακόμη αποβιβαστεί στο Σαν Κάρλος.

Χάρτης των χερσαίων επιχειρήσεων (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Ένα άλλο ζήτημα, το οποίο μας προβλημάτιζε σοβαρά, ήταν το γεγονός των απωλειών στη θάλασσα και το ότι το ναυτικό της Αργεντινής είχε αποσυρθεί εντός των 12 μιλίων των χωρικών υδάτων. Καθώς δυο από τα δικά μας πλοία είχαν βυθιστεί εντός των δικών μας χωρικών υδάτων [Φώκλαντς] ζητήσαμε γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα κατά πόσο μπορούσαμε να βυθίσουμε τα δικά τους πλοία εντός των δικών τους χωρικών υδάτων. Υπήρχαν σημεία πλησίον των ακτών [της Αργεντινής] όπου το βάθος επέτρεπε στα υποβρύχια να επιχειρήσουν. Ωστόσο, ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε κατ’ επανάληψη αρνητικά. Μόνο εφόσον εγκατέλειπαν τα χωρικά ύδατα με κατεύθυνση τα Φώκλαντς και μόνο τότε. Οι διοικητές των υποβρυχίων πηγαινοέρχονταν ιδιαίτερα απογοητευμένοι κατά μήκος της οροθετικής γραμμής. Γνωρίζαμε δε ότι το ναυτικό τους ήταν σε θέση να προβεί σε μια αιφνιδιαστική κίνηση – με κίνδυνο να μην μπορέσουμε να τους εντοπίσουμε εγκαίρως ώστε να αποφύγουμε τη ζημιά που ήταν ικανοί να προκαλέσουν.

(…) Περί το τέλος της εβδομάδος, το Ντάρβιν και το Γκους Γκρήν έπεσαν στα χέρια μας. Επρόκειτο για μια σκληρή και οδυνηρή μάχη. Οι θέσεις των αντιπάλων ήταν καλά οχυρωμένες και οργανωμένες. Οι επίλεκτες δυνάμεις μας [2° Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών] χρειάσθηκε να διασχίσουν έναν στενό ισθμό κάτω από ισχυρά πυρά. Κάποια στιγμή φάνταζε αδύνατη η διάσπαση του μετώπου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο “H” [συνταγματάρχης H. Jones] προέβη στην περίφημη γεμάτη ανδρεία προέλασή του. Έχασε τη ζωή του, αλλά η γενναιότητα, την οποία επέδειξε, υπήρξε το κομβικό σημείο της μάχης. Τον αντικατέστησε ο υποδιοικητής του [ταγματάρχης Chris Keeble], εξασφαλίζοντας την παράδοση του εχθρού. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα γι αυτόν. Κάποια στιγμή υψώθηκε από τα αργεντίνικα χαρακώματα λευκή σημαία. Όταν δυο στρατιώτες μας πλησίασαν ανταποκρινόμενοι – πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν. Τελικά, ο διοικητής μας έστειλε μπροστά δυο Αργεντινούς αιχμαλώτους μεταφέροντας μήνυμα παράδοσης, λέγοντας πως θα αποδίδονταν τιμές όπλων, αλλά ότι [οι Αργεντινοί] έπρεπε να παραδοθούν. Κι έτσι συνέβη (…).

Ο συνταγματάρχης Herbert Jones και η επικράτηση των Βρετανών στη μάχη του Γκους Γκρην (28 – 29 Μαΐου 1982).

(…) Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας είχαμε ακόμα μια σπαρακτική απώλεια. Ο στρατηγός Moore είχε στείλει τα μεταγωγικά Sir Tristram και Sir Galahad γεμάτα άνδρες, εφόδια και πυρομαχικά  στο Μπλαφ Κόουβ και στο Φιτζρόϋ. Υπό ομαλές συνθήκες η μεταφορά θα είχε πραγματοποιηθεί με ελικόπτερα αλλά ο καιρός δεν ήταν όσο καλός χρειαζόταν προκειμένου να συγκεντρωθεί εγκαίρως ικανοποιητική ποσότητα αποθεμάτων. Τα πλοία είχαν φτάσει στο Φιτζρόϋ και εκφόρτωναν τη συστοιχία αντιαεροπορικού πυροβολικού Rapier προκειμένου να προστατευτούν από εχθρική επιδρομή από αέρος. Τα σύννεφα διαλύθηκαν και εκδηλώθηκε ξαφνική αεροπορική επίθεση, η οποία κατάφερε σοβαρό πλήγμα σε βάρος του Sir Galahad προκαλώντας μεγάλες απώλειες και τρομερές πυρκαγιές και εγκαύματα.(…) Ο στρατηγός Moore ήταν συγκλονισμένος. (…) Για μια ακόμη φορά ήμασταν αντιμέτωποι με δύσκολες αποφάσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των απωλειών. Κυκλοφορούσαν φήμες για τεράστιους αριθμούς – πολλές εκατοντάδες – οι οποίες διαδόθηκαν αστραπιαία, με αποτέλεσμα οι συγγενείς να ανησυχούν δικαιολογημένα. Αναγκαστήκαμε να καθυστερήσουμε την δημοσιοποίηση για αρκετές ημέρες. Γνωρίζαμε από πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών πως οι Αργεντινοί εκτιμούσαν ότι οι απώλειες ήταν πολύ μεγαλύτερες από εκείνες στην πραγματικότητα και πως το κτύπημα θα καθυστερούσε την προέλασή μας προς το Πορτ Στάνλεϋ. Παρ’ όλες τις κριτικές που ακούσαμε, αρνηθήκαμε να αποκαλύψουμε τα πραγματικά μεγέθη, αλλά ενημερώσαμε όσο πιο γρήγορα γινόταν τους οικείους. Γνωρίζαμε επίσης πως η επίθεση κατά του όρους Λάνγκντον, των Διδύμων Αδελφών και της κορυφογραμμής Ουάιρλες επρόκειτο να εκδηλωθεί τη νύκτα της Παρασκευής και το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν απαραίτητο.

Το βράδυ της Παρασκευής (11 Ιουνίου) είχε φτάσει. Νωρίς το πρωινό του Σαββάτου, ο αξιωματικός υπηρεσίας ανέβηκε στο διαμέρισμά μου προσκομίζοντας ένα σημείωμα. Σχεδόν το άρπαξα από τα χέρια του νομίζοντας πως η επίθεση είχε ξεκινήσει. Δυστυχώς επρόκειτο για επιπλέον δυσάρεστες ειδήσεις. Το HMS Glamorgan είχε βάλει κατά των Αργεντινών θέσεων στο Πορτ Στάνλεϋ καθώς και κατά των λόφων προτού ξεσπάσει η μάχη. Είχαμε κανονίσει πως ο Καθεδρικός Ναός της πόλης θα λειτουργούσε ως καταφύγιο, αλλά δεν μετέβησαν όλοι εκεί. Τρεις πολίτες έχασαν τη ζωή τους. Το Glamorgan κτυπήθηκε από πύραυλο εδάφους Exocet και φλεγόταν. Απομακρύνθηκε από το πεδίο της μάχης με ταχύτητα 12 κόμβων. Υπήρχαν απώλειες – ακόμα και ορισμένοι νεκροί. Είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα που νοιώθει σε τέτοιες στιγμές. Διαφέρουν από οτιδήποτε άλλο. Σε αγώνες για την ελευθερία – χάνουμε τους καλύτερους και τους πιο γενναίους. Πόσο άδικο και σπαρακτικό. (…) Προστατευμένη και ασφαλής στον αρ.10 αισθανόμουν ενοχές.

To μεταγωγικό Sir Galahad στις φλόγες (8 Ιουνίου 1982).

Την ημέρα εκείνη (Σάββατο) η Ανακτορική Φρουρά παρέλασε για να τιμήσει τα γενέθλια της Βασίλισσας. (…) Ο John Nott κατέφτασε λίγο προτού καθίσουμε στην εξέδρα. Έφερνε νέα; Τίποτα – πέραν των όσων γνώριζα ήδη. Πίστευε πάντως ότι θα είχαμε πληροφορηθεί πιθανή αναστολή της επίθεσης. Ο Rex Hunt [Κυβερνήτης των Φώκλαντς] βρισκόταν κοντά μας, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του – όλοι αδημονούσαμε για νέα. Μετά το πέρας της τελετής επιστρέψαμε όσο ταχύτερα γινόταν εν αναμονή ειδήσεων. (…) Λίγο πριν τις 13.00 μάθαμε πως όλοι οι αντικειμενικοί στόχοι είχαν εκπληρωθεί, αλλά είχε δοθεί σκληρή μάχη για των έλεγχο των Διδύμων Αδελφών. (…) Τα νεότερα για το Glamorgan ήταν αισιόδοξα. Οι φωτιές είχαν τεθεί υπό έλεγχο και έπλεε με ταχύτητα 20 κόμβων.

Η επόμενη κίνηση εναπόκεινταν στους Σκωτσέζους Φρουρούς [Scots Guards] – στο Τάμπλενταουν, κατόπιν δε στους Γκούρκας [Gurkhas] – στον λόφο Σάπερ, τελευταίο λόφο πριν από το Πορτ Στάνλεϋ. Η Επιτροπή συνήλθε το πρωί της Δευτέρας 14 Ιουνίου – πολύ νωρίς για νέα πέραν της είδησης πως η μάχη βρισκόταν σε εξέλιξη. Μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σκληρή – όσο σκληρά το διαπίστωσα όταν, κοντά επτά μήνες αργότερα, επισκέφτηκα και περπάτησα στο πεδίο της μάχης νωρίς το πρωί υπό βροχή και αέρα. Η όλη περιοχή καλύπτεται από βραχώδεις προεξοχές, οι οποίες αποτελούν από μόνες τους φυσικές οχυρώσεις. Εγώ την επισκέφτηκα υπό το φως της ημέρας. Είχε καταληφθεί μέσα στη νύκτα με συνεχές χιονόνερο και χιόνι. Ένα αξιοθαύμαστο κατόρθωμα. Για ακόμα μια φορά, σε μια κρίσιμη καμπή της μάχης, το μέλλον βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από το θάρρος και την επαγγελματικότητα του επικεφαλής αξιωματικού.

Εκείνο που ακολούθησε αργότερα την ίδια ημέρα μοιάζει με θαύμα. Οι Αργεντινοί υποχώρησαν όχι μόνο από το Τάμπλενταουν, αλλά και από τον λόφο Σάπερ. Εγκατέλειψαν τα όπλα τους και εντοπίστηκαν να κατευθύνονται προς το Πορτ Στάνλεϋ διασχίζοντας τα ναρκοπέδια, τα οποία είχαν οι ίδιοι εγκαταστήσει. Οι δικοί μας τους ακολούθησαν και ο συνταγματάρχης Rose αναζήτησε τον στρατηγό Menéndez [στρατιωτικό διοικητή των Φώκλαντς] με αντικείμενο την παράδοση άνευ όρων των Δυτικών και Ανατολικών Φώκλαντς. Λάβαμε νέα. Η λευκή σημαία κυμάτιζε πάνω από το Πορτ Στάνλεϋ. Δεν τολμήσαμε να ελπίζουμε τόσο νωρίς. Συνέταξα μια σύντομη ανακοίνωση για το Κοινοβούλιο. Στις 10.00 π.μ., τη στιγμή, κατά την οποία είχα τον λόγο, πληροφορηθήκαμε ότι ο Στρατηγός Moore είχε μεταβεί στο Κυβερνείο και διαπραγματευόταν με τον Menéndez. Οι βουλευτές ξέσπασαν σε επευφημίες, η Ντάουνινγκ Στρητ είχε γεμίσει από κόσμο, κυρίως νέους. Η δική τους γενιά ήταν εκείνη, η οποία τα είχε καταφέρει.

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Κυβερνείου του Πορτ Στάνλεϋ (14 Ιουνίου 1982).

Καθώς έπεφτα για ύπνο πολύ αργά εκείνη τη νύκτα, αισθάνθηκα απαλλαγμένη από ένα τεράστιο βάρος. Οι υπόλοιπες έγνοιες για το μέλλον ήταν ασύγκριτα μικρότερες σε σχέση με εκείνες περί ζωής και θανάτου που μας βασάνιζαν αδιάκοπα επί έντεκα ολόκληρες εβδομάδες. Επρόκειτο για ένα θαύμα, η πραγμάτωση του οποίου οφειλόταν σε απλούς άνδρες και γυναίκες με εξαιρετικές αρετές. Για πάντα φωτεινά παραδείγματα, για πάντα γενναίοι, για πάντα αθάνατοι στις μνήμες μας. (…)

Margaret Thatcher’s victory in the Falklands

Η Margaret Thatcher (1925-2013) διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (1979-1990) και αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος (1975-1990).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Margaret Thatcher: Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς (Μέρος Α΄: Το διπλωματικό προοίμιο)

Margaret Thatcher


Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς
(Μέρος Α΄: Το διπλωματικό προοίμιο)

 

Εργαζόμενη μόνη το Πάσχα του 1983 στην εξοχική πρωθυπουργική κατοικία του Τσέκερς, η Margaret Thatcher συνέταξε 128 ιδιόχειρες σελίδες, ανακαλώντας τις μνήμες της από τον πόλεμο των Φώκλαντς. Πρόκειται για ένα βαθιά προσωπικό τεκμήριο 17.000 περίπου λέξεων, το οποίο διαφέρει παρασάγγας από ό,τι είχε συγγράψει έως τότε. Το κείμενο στηρίζεται εν μέρει στα πρακτικά του War Cabinet. Πέραν όμως αυτού καθώς και ορισμένων δικών της προσωπικών σημειώσεων, φαίνεται πως εξήγαγε τα περισσότερα στοιχεία από την ασυνήθιστη για τα ανθρώπινα δεδομένα μνήμη της. Η συγγραφή πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη μυστικότητα. Ακόμη και το στενό οικογενειακό της περιβάλλον τελούσε εν αγνοία του είδους της χρήσης που η Βρετανίδα πρωθυπουργός έκανε των πασχαλινών διακοπών. Η Thatcher ανέτρεξε εκ νέου στο αδημοσίευτο συγκεκριμένο κείμενο όταν, δέκα χρόνια αργότερα, συνέταξε τα απομνημονεύματά της, τα οποία φέρουν τον τίτλο The Downing Street Years. To 2012, προτελευταίο έτος της ζωής της, κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Thatcher’s War: The Iron Lady on the Falklands μια επιτομή του προαναφερθέντος έργου, επικεντρωμένη στο επεισόδιο του πολέμου των Φώκλαντς. Το κείμενο του 1983 εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα ανέκδοτο. Έχει κυκλοφορήσει ηλεκτρονικά και υπό μορφή facsimile (σελίδα προς σελίδα το χειρόγραφο κείμενο και η μεταγραφή του) με μέριμνα του Margaret Thatcher Foundation. Παρατίθεται αυτούσιο στον σύνδεσμο:
https://www.margaretthatcher.org/archive/1982retpap2.asp

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

1. Η σκέψη να γράψω όλα αυτά προήλθε κατόπιν συμβουλής του Harold Macmillan, ο οποίος την επομένη σχεδόν του Σαββατοκύριακου της εισβολής ήρθε να με επισκεφτεί και να μου προσφέρει τη στήριξή του με την ιδιότητα του αρχαιότερου πρωθυπουργού (…) Ο H.M. εισηγήθηκε σθεναρά τη δημιουργία μιας ολιγομελούς επιτροπής έκτακτης ανάγκης για τη διαχείριση της εκστρατείας στα Φώκλαντς, ενδεχομένως δε και μιας δεύτερης για τα οικονομικά ζητήματα, τα οποία θα προέκυπταν. Πρόσθεσε πως μια συγχώνευση των δυο θα απέβαινε μοιραία (…) Αποφάσισα να αφήσω τα οικονομικά απέξω. Ως εκ τούτου, η επιτροπή έκτακτης ανάγκης απαρτίστηκε από τους Υπουργούς Εσωτερικών [Willie Whitelaw], Εξωτερικών [Francis Pym], Άμυνας [John Nott], τον Καγκελάριο του Δουκάτου του Λάνκαστερ [Cecil Parkinson] και εμένα την ίδια. Ο Αρχηγός του Επιτελείου [Terry Lewin] και ο Μόνιμος Γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών [Sir Anthony Acland] παρέστησαν σε τακτά διαστήματα. Έπειτα από μερικές συνεδριάσεις προέκυψε ανάγκη παρουσίας και του Γενικού Εισαγγελέα [Sir Michael Havers] για ζητήματα που άπτονταν της χρήσης του νομίμου δικαιώματος αυτοάμυνας και του Άρθου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η αρχική σελίδα του χειρόγραφου κειμένου Πηγή:https://www.margaretthatcher.org/archive/1982retpa 2.asp2

Διαπιστώνοντας πως τα μακροπρόθεσμα προβλήματα των Φώκλαντς απαιτούσαν μια παρουσία σε μόνιμη κλίμακα, απευθύνθηκα προς τον Sir Michael Palliser [προκάτοχο του Acland στο Υπουργείο Εξωτερικών] (…) ο οποίος αποδέχτηκε και παρίστατο τακτικά στις συνεδριάσεις. Πρακτικά, η συμβολή και η πείρα του αφορούσαν τη διπλωματική διάσταση της δουλειάς μας με παροχή συμβουλών σχετικά με τις επαφές, διαβουλεύσεις και ανταλλαγές πληροφοριών με άλλες χώρες.

(…) Η επιτροπή προσέλαβε την ονομασία Overseas and Defence Policy Committee [συντομογραφία OD].(…) Συγκροτήθηκε την Τρίτη [6 Απριλίου 1982], η οποία μόλις είχε διαδεχθεί την εισβολή της προηγούμενης Παρασκευής [2 Απριλίου]. Η ημερήσια διάταξη περιλάμβανε Πρώτον. Άπαντα τα στρατιωτικά ζητήματα π.χ. (i) ενημέρωση για τις τελευταίες 24 ώρες (ii) άμεση λήψη αποφάσεων (iii) μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεύτερον. Διπλωματικού περιεχομένου ζητήματα, ιδιαίτερα σημαντικά ενόσω η Δύναμη Κρούσης βρισκόταν καθ’ οδόν προς τα Φώκλαντς και βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις σε διάφορα επίπεδα. Προς το τέλος δε Τρίτον. Προετοιμασίες για μετά την εισβολή εποχή και γενικότερα για το μέλλον.

Όταν συνήλθαμε για πρώτη φορά (7 Απριλίου), η Δύναμη Κρούσης είχε ήδη αποπλεύσει με μια ταχύτητα και μια αποτελεσματικότητα που εξέπληξαν ολόκληρο τον κόσμο και μας έκαναν να αισθανόμαστε υπερήφανοι και πολύ Βρετανοί. Η απόφαση είχε ληφθεί από την Κυβέρνηση το απόγευμα της ημέρας της εισβολής (Παρασκευή). Η κύρια δύναμη με τα αεροπλανοφόρα και τα σκάφη συνοδείας απέπλευσε τη Δευτέρα 5 Απριλίου, πλήρως εξοπλισμένη. Δυστυχώς, μέχρι την πρώτη σύγκληση της επιτροπής, ο Peter Carrington [Υπουργός Εξωτερικών] υπέβαλε την παραίτησή του [για λόγους ευθιξίας εξαιτίας της κατάληψης των Φώκλαντς από τους Αργεντινούς] παρόλες τις τιτάνιες προσπάθειες του Willie Whitelaw και εμού προκειμένου να τον πείσουμε να ανακαλέσει. Ο John Nott [Υπουργός Άμυνας για τον ίδιο ακριβώς λόγο] υπέβαλε και εκείνος την παραίτησή του, την οποία μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ τη στιγμή που η Δύναμη Κρούσης είχε ήδη ξανοιχτεί στον ωκεανό. Ευτυχώς που αρνήθηκα – ο John υπήρξε υπέροχος σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας.

John Nott.
Lord Peter Carrington.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αναρωτιόμασταν κατά πόσο έπρεπε να μεταφέρουμε αεροπορικώς τον Κυβερνήτη [των Φώκλαντς] στη Νήσο της Αναλήψεως [Ascension Island] ώστε να ηγηθεί της Δύναμης Κρούσης. Πολλοί πίστευαν πως κάτι τέτοιο θα τόνωνε το ηθικό των κατοίκων των Φώκλαντς, οι οποίοι, όπως φανταζόμασταν, είχαν περιέλθει σε κατάσταση απόγνωσης. Σε τελική ανάλυση (…) εκτιμήσαμε ότι θα μας ήταν περισσότερο χρήσιμος εάν παράμενε κοντά μας. Είχα συναντήσει τον Κυβερνήτη [Rex Hunt] όπως και τους δυο διοικητές των πεζοναυτών αμέσως μετά την επιστροφή τους. (…) Όταν συναντηθήκαμε οι τρεις μας στην πρωθυπουργική κατοικία, τον ρώτησα: “Είχατε το συναίσθημα πως επίκειτο εισβολή;”και μου απάντησε: “Όχι – νόμιζα πως ήταν ένας ακόμη συναγερμός, όπως όλοι όσους είχαμε βιώσει τον τελευταίο καιρό”. Ένας από τους διοικητές των πεζοναυτών σκιαγράφησε το όλο σκεπτικό της επιχείρησης [των Αργεντινών], η οποία, όπως είπε, ήταν καλά σχεδιασμένη καθώς το πρώτο κύμα ακροβολίστηκε [στο Πορτ Στάνλεϋ] από την πλευρά της ξηράς. Παρέμεινε κρυμμένο έως ότου καταφθάσουν ενισχύσεις και μηχανοκίνητες δυνάμεις. (…) Οι δυο διοικητές μας ανυπομονούσαν να επιστρέψουν επιτόπου. Ο ένας, μάλιστα, ήταν καλά εξοικειωμένος με την τοπογραφία της περιοχής. (…) Γρήγορα μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στη Νήσο της Αναλήψεως, όπου προσχώρησαν στη Δύναμη Κρούσης. Σε αυτούς έγινε τελικά η παράδοση στο Κυβερνείο όταν το Πορτ Στάνλεϋ έπεσε στα χέρια μας. Ο Κυβερνήτης συνέδραμε τα μέγιστα στο Λονδίνο. Μέσω του BBC εξέπεμπε συχνά, διαβεβαιώνοντας τους κατοίκους των Φώκλαντς πως οι αποσκευές του ήταν έτοιμες προκειμένου να επιστρέψει εκεί με την πρώτη ευκαιρία.

Πορτ Στάνλεϋ, 2 Απριλίου 1982. Η έπαρση της σημαίας της Αργεντινής στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.
Ο Κυβερνήτης των Φώκλαντς, Rex Hunt.

(…) Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στις 7 Απριλίου. Σύντομα πληροφορηθήκαμε πως ο Al Haig [Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ] επρόκειτο να μας επισκεφτεί την Πέμπτη [δηλ. την επομένη]. Συναντηθήκαμε στις 19.00 προκειμένου να συντονιστούμε ενόψει της επίσκεψης. Είχαμε μια ευρεία ανταλλαγή απόψεων. Ο Francis [Francis Pym, Υπουργός Εξωτερικών] ήταν κάθετα αντίθετος να ανακοινώσουμε το απόγευμα εκείνο [στη Βουλή των Κοινοτήτων] την επιβολή Ναυτικής Αποκλειστικής Ζώνης. Πίστευε πως κάτι τέτοιο θα ενοχλούσε τον Haig και πως έπρεπε να περιμένουμε να έρθει την επομένη, προτού αποφασίσουμε. Ο John Nott υποστήριξε σθεναρά τη ζώνη και χάρη στη δική του επιμονή οι υπόλοιποι καταφέραμε να αντικρούσουμε τους ενδοιασμούς του Francis. Η απόφαση υπήρξε σωστή. [Στη Βουλή των Κοινοτήτων] Ο John εκφώνησε έναν υπέροχο λόγο ανακοινώνοντας την επιβολή της ζώνης. Ούτε μια φωνή υψώθηκε εναντίον του και ο Jim Callaghan [ηγέτης των Εργατικών] ακούστηκε να λέει “απολύτως σωστό”. Έτσι, η ζώνη άρχισε να ισχύει από τα μεσάνυκτα της 11/12 Απριλίου.(…) Ο Haig ενημερώθηκε σχετικά λίγο πριν από την ανακοίνωση. Όταν συναντηθήκαμε την επομένη, μου είπε πως επρόκειτο για μια απόλυτα ορθή απόφαση.

(…) Πολύ φοβάμαι πως η υπέρμετρη αποφασιστικότητά μας προκάλεσε κάποιου είδους σοκ στον Al Haig και τους συμβούλους του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν ο στρατηγός Walters, οι κ.κ. Enders και Ed Seaton, μέλη της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο (ο πρέσβυς απουσίαζε). Από την αρχή είχε διαφανεί πως είχε έρθει ως διαμεσολαβητής. Ωστόσο, επιθυμούσε προηγουμένως να ενημερωθεί για τις θέσεις μας προτού μεταβεί στο Μπουένος Άιρες. Κατ’ επανάληψη διευκρινίσαμε ότι έπρεπε πρώτα να αποσυρθούν [από τα Falklands] όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής, να αποκατασταθεί η Βρετανική διοίκηση (τότε ακριβώς είχαμε συνειδητοποιήσει ότι η Βρετανική κυριαρχία δεν είχε από νομικής απόψεως, μεταβληθεί από το γεγονός της εισβολής) και μόνο κατόπιν ήμασταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε με την Αργεντινή με γνώμονα τις επιθυμίες των κατοίκων. Ο Al Haig επιθυμούσε διακαώς να καταλήξουμε στη σύνταξη κοινού ανακοινωθέντος προτού αποχωρήσει. Δήλωσε πως κατά πάσα πιθανότητα ένα ενδιάμεσο χρονικό διάστημα επρόκειτο να μεσολαβήσει ανάμεσα στην αποχώρηση των Αργεντινών και την αποκατάσταση της Βρετανικής διοίκησης. Δεν ήταν όμως προετοιμασμένος να ενεργήσει ανάλογα. Μόλις αποχώρησε, ο στρατηγός Walters μου είπε: “πραγματικά σας αρμόζει ο χαρακτηρισμός της σιδηράς κυρίας”. (…) Πάντοτε έβρισκα, σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ότι ο Al Haig ήταν δίκαιος. Σκληρός, όντως πολύ σκληρός διαπραγματευτής, αλλά έντιμος στις σχέσεις του με εμάς και με τον Τύπο.

(…) Αναχώρησε για το B.A. [Μπουένος Άιρες]. Η Δύναμη Κρούσης συνέχιζε την πορεία της, το ίδιο και ο στρατιωτικός σχεδιασμός, με αυτοσυγκέντρωση και ενθουσιασμό. Ουδείς γνώριζε εάν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί. Όσο όμως πλησίαζε στον προορισμό της, τόσο περισσότερο υπήρχαν ελπίδες πως οι Αργεντινοί θα αποσύρονταν. Οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά ότι ένα στρατιωτικό καθεστώς επρόκειτο να αποσύρει τις δυνάμεις του. Οι σκηνές στις πλατείες του B.A. (δημόσιες εμφανίσεις από τον εξώστη ενώπιον ενός κραυγάζοντος πλήθους) ήταν τόσο στομφώδεις που δεν μπορούσα να διανοηθώ την χούντα να υποχωρεί, παρά μόνο εάν εξασφάλιζε την κυριαρχία ως αντιστάθμισμα της απόσυρσης. (…) Ο Al Haig πέρασε δύσκολες στιγμές στο B.A. (…) Αποδείχτηκε αδύνατο για τους Αμερικανούς φίλους μας να γνωρίζουν με ποιόν ακριβώς διαπραγματεύονταν. Πρώτα με τον Galtieri, κατόπιν με την υπόλοιπη χούντα, τέλος, με τους στρατιωτικούς (50 πάνω-κάτω) πίσω από τη χούντα.

(…) Έτσι άνοιξε ένας μακρύς κύκλος διαπραγματεύσεων. (…) Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τον πρώτο “γύρο”. Ο Haig συνοδευόταν εκ νέου από τον στρατηγό Walters και τον Enders. Ξεκίνησε αναπτύσσοντας προφορικά δικές του προτάσεις, οι οποίες, όπως καταλάβαμε, συζητήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα σύμφωνο περί απόσυρσης.(…) Γρήγορα αντιληφθήκαμε πως δεν είχαμε σφαιρική εικόνα. 1. Ο Galtieri ήθελε να δει τη Δύναμη Κρούσης να έχει πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής τη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας. Για πάνω από δυο ώρες επιχειρηματολογήσαμε ως προς το συγκεκριμένο σημείο, έως ότου δήλωσα πως δεν ήμουν προετοιμασμένη να αποδεχτώ κάτι τέτοιο. Η Δύναμη Κρούσης θα συνέχιζε. Πιθανή συμφωνία δεν συμπεριλάμβανε τη Ναυτική Αποκλειστική Ζώνη, η οποία είχε προσδιοριστεί στα 150 ναυτικά μίλια γύρω από τα Νησιά Φώκλαντς, Νότια Γεωργία και Νότια Σάντουιτς. 2. Οι Αργεντινοί (…) ήθελαν οι ομοεθνείς τους να έχουν τα ίδια με τους κατοίκους δικαιώματα διαμονής, ιδιοκτησίας και εργασίας.(…) Απαντήσαμε πως η όποια μεταβατική περίοδος δεν έπρεπε να μεταβάλλει τον τρόπο διαβίωσης στα νησιά. Οι νόμοι και η διοίκηση που προϋπήρχαν έπρεπε να συνεχιστούν. 3. Οι Αργεντινοί επέμεναν στην αναγκαιότητα αναφοράς σε πολλά ονομαστικά ψηφίσματα της Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και πως οι διαπραγματεύσεις για το μακροπρόθεσμο μέλλον όφειλαν να στηριχτούν στα παραπάνω κείμενα. Επρόκειτο για διακηρύξεις βάσει των οποίων η Αργεντινή εμφανιζόταν να διαθέτει τίτλους επί των νήσων, όπως επίσης ότι ήταν πλέον η ώρα να τερματιστεί η δυτική αποικιοκρατία! Ουδεμία αναφορά στην αυτοδιάθεση!

Η Margaret Thatcher και ο Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία της Ντάουνινγκ Στρητ.

(…) Διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν δυνατό να συνεχίσουμε έτσι, μερικοί από εμάς μάλιστα θεωρούσαν πως είχαμε ήδη προχωρήσει μακριά σχετικά με την Ειδική Επιτροπή, την απόσυρση – ή μάλλον συμφωνία πως δεν επρόκειτο να εισχωρήσουμε εντός των αποκλειστικών ζωνών σε περίπτωση αποχώρησης των Αργεντινών. (…) Προέκυψαν προβλήματα σχετικά με τη χρήση της Νήσου της Αναλήψεως. Σχεδιάζαμε να συγκεντρώσουμε εκεί έναν τεράστιο αριθμό υλικού, αεροσκαφών και πλοίων, που απαιτούσε επιπλέον προσωπικό, χώρους αποθήκευσης και δεξαμενές καυσίμων. Πρακτικά, οι ΗΠΑ βοήθησαν εξαιρετικά. Όμως, το Β.Α. αντέδρασε, ζητώντας μια δήλωση, σύμφωνα με την οποία θα επιτρέπονταν μόνο “κανονικές” διευκολύνσεις. Κάτι τέτοιο θα μας έκανε τη ζωή αφόρητη και χρειάστηκε να επιμείνω πως, αν και η βάση ήταν Αμερικανική, το νησί ήταν κυρίαρχο Βρετανικό έδαφος με αποτέλεσμα να δυνάμεθα να το χρησιμοποιήσουμε όπως επιθυμούσαμε. Ευτυχώς ο Al Haig υπήρξε ιδιαίτερα συνεργάσιμος και το ζήτημα αξιοποίησης της Νήσου της Αναλήψεως δεν συμπεριλήφθηκε στη δήλωση.

(…) Ήταν σημαντικό να γνωρίζουμε επακριβώς το μέγεθος και τη διάταξη των αντιπάλων δυνάμεων, τις δυνατότητές τους, τις συνέπειες του Ανταρκτικού χειμώνα και τις διαθέσιμες επιλογές. Πολύς κόσμος είχε τότε διαμορφώσει την ιδέα πως αν οι διαπραγματεύσεις απέβαιναν άκαρπες, η Δύναμη Κρούσης θα μπορούσε να θέσει τα Φώκλαντς υπό καθεστώς αποκλεισμού και να προχωρήσει σε επιδρομές από μονάδες ειδικών δυνάμεων. Όποιος έτρεφε τέτοιου είδους ιδέες έπρεπε γρήγορα να τις αποποιηθεί. Πέρα από τις απώλειες σε αεροσκάφη (και τα δυο αεροπλανοφόρα διέθεταν μονο 20 Harriers [αεροσκάφη καθέτου απογείωσης/προσγείωσης]) οι δυσκολίες να τα διατηρήσουμε υπό θυελλώδεις καιρικές συνθήκες ήταν τεράστιες. Είχαμε απόλυτη συναίσθηση πως διαθέταμε ένα χρονικό διάστημα 2-3 εβδομάδων μέσα στον Μάιο, εντός του οποίου έπρεπε να αποβιβαστούμε, στο ποσοστό που κάτι τέτοιο ήταν εφικτό δίχως βαριές απώλειες. Σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε αντιμέτωποι με προβλήματα όπως η αποστολή περαιτέρω ενισχύσεων σε άνδρες, αεροσκάφη και οπλισμό, η διαχείριση των αιχμαλώτων πολέμου, όπως και τι ακριβώς είμασταν διατεθειμένοι να πράξουμε σχετικά με την Νότιο Γεωργία και πότε. Δεν υπήρχαν περιθώρια αναβολής. Οι αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν ταχύτατα. (…) Το M.O.D. [Υπουργείο Άμυνας] έκανε εξαιρετική δουλειά σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδιασμού και λογιστικής. Συνεχείς εντολές για επιπλέον εμπορικά πλοία, κανόνες εμπλοκής, στρατεύματα, υλοποιούνταν αποτελεσματικά και γρήγορα. (…) Η αρχική Δύναμη Κρούσης έδειχνε μεγάλη, ωστόσο, η πραγματική Αρμάδα έμελλε να ακολουθήσει.

(…) Βρισκόμουν στο Τσέκερς για το Σαββατοκύριακο και χρειάστηκε να επιστρέψω το Σάββατο στον αρ. 10 [πρωθυπουργική κατοικία] προκειμένου να δεχτώ ένα τηλεφώνημα από τον Πρόεδρο Reagan. Για κάποιο λόγο η απευθείας τηλεφωνική γραμμή στο Τσέκερς δεν λειτουργούσε σωστά. Από ότι φαινόταν, το B.A. διεκδικούσε κι άλλες υποχωρήσεις εκ μέρους μας – έστω κι αν αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι. Είπα πως δεν μπορούσαμε να υποχωρήσουμε παραπάνω και ο Πρόεδρος Reagan συμφώνησε πως δεν ήταν λογικό να ζητήσει από εμάς να το πράξουμε. Την Δευτέρα θελήσαμε να πληροφορηθούμε επακριβώς σε ποιο σημείο βρίσκονταν τα πράγματα και τι είδους κείμενο συζητείτο στο B.A. Αργότερα μέσα στην ημέρα έφτασαν οι λεπτομέρειες. Δεν ανταποκρίνονταν με τις απαιτήσεις μας ειδικότερα ως προς την προτεραιότητα, η οποία έπρεπε να δοθεί στις επιθυμίες των Νησιωτών. Ήταν σαφές πως η Αργεντινή επιδίωκε να διατηρήσει ό,τι είχε αποσπάσει δια της βίας. (…) Την επομένη, έχοντας παραλάβει μήνυμα από τον Haig, συμφωνήσαμε να μεταβεί ο Francis [Francis Pym, Υπουργός Εξωτερικών] στην Ουάσινγκτον μεταφέροντας τις δικές μας αντιπροτάσεις στις προτάσεις του Haig έτσι όπως τις είχε διαμορφώσει στο B.A. Οι τελευταίες ήταν τρομακτικές – ακόμα και ο Haig ομολόγησε πως αποτελούσαν εμφανές πισωγύρισμα σε σχέση με το κείμενο του Λονδίνου στο κάθε σημείο υψίστης σημασίας – τις διαπραγματεύσεις σε βάθος χρόνου, την ενδιάμεση άσκηση της διοίκησης και την απόσυρση. Ο στόλος μας θα σταματούσε σε απόσταση 1.750 ναυτικών μιλίων και εντός 15 ημερών θα αποσυρόταν στις συνηθισμένες επιχειρησιακές βάσεις ή περιοχές. (…) Το δικαίωμα διαμονής, ιδιοκτησίας και αξιοποίησης της περιοχής θα προωθούνταν και θα διευκολύνονταν ανάμεσα στα Νησιά και την Αργεντινή. Προβλέπονταν δυνατότητες αποζημίωσης για όσους κατοίκους δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν. Επρόκειτο για πραγματική ανάληψη του ελέγχου κατά τη μεταβατική περίοδο. Πόσο μάλλον, που με την απόσυρση της Βρετανικής Δύναμης Κρούσης, οι Αργεντινοί θα μπορούσαν να επανέλθουν στρατιωτικά ανά πάσα στιγμή.(…) Συμφωνήσαμε ο Francis να κινηθεί με γνώμονα τις δικές μας αντιπροτάσεις και να ζητήσει την εγγύηση των ΗΠΑ για την ασφάλεια των Νήσων.

Το Σάββατο 24 Απριλίου ο Francis επέστρεψε από την Ουάσινγκτον. Η ημέρα εκείνη έμελλε να αποδειχτεί ως μια από τις πλέον κρίσιμες στο όλο ζήτημα των Φώκλαντς αλλά και για μένα προσωπικά. Νωρίς το πρωί του Σαββάτου ο Francis με επισκέφτηκε στο γραφείο του στον αρ. 10 προκειμένου να με ενημερώσει για τα αποτελέσματα της επίσκεψής του. Το κείμενο που έφερε μαζί του αποτελούσε πραγματικό ξεπούλημα. Διέφερε παρασάγγας από εκείνο του B.A. Ειδικότερα σε ένα σημείο ήταν κατά πολύ χειρότερο – οι ναυτικές μας δυνάμεις έπρεπε να παραμείνουν σε απόσταση 2.000 ναυτικών μιλίων ή ακόμη μακρύτερα με τη συμπλήρωση επτά ημερών έπειτα από τη συνομολόγηση της συμφωνίας. (…) Απάντησα στον Francis πως οι όροι, τους οποίους έφερε μαζί του, ήταν εντελώς απαράδεκτοι. Αφαιρούσαν από τους κατοίκους των Φώκλαντς την ελευθερία τους και από την Βρετανία την τιμή και το κύρος της. Ήταν εμφανές πως ο Haig του είχε επιβληθεί με το επιχείρημα ότι οι εχθροπραξίες επίκειντο και πως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία για πολιτική λύση. (…) Ο ίδιος [Haig] έτρεφε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητά μας να εξασφαλίσουμε μια ικανοποιητική στρατιωτική λύση και πίστευε πως με τον πρώτο πυροβολισμό, κάθε είδους διεθνής υποστήριξη θα εξανεμιζόταν. Ζήτησε να του έχουμε απαντήσει έως το απόγευμα του Σαββάτου, ώρα Ουάσινγκτον.

Προγραμματίσαμε συνεδρίαση για τις 6.15 μ.μ. του Σαββάτου. (…) Κάλεσα στον αρ. 10 τον Γενικό Εισαγγελέα. Λιγότερο από μια ώρα πριν από τη συνεδρίαση έφτασε, για να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους μου. Παρά τις ξεκάθαρες απόψεις μου, έτσι όπως του τις είχα εκθέσει το πρωΐ, ο Francis συνέταξε ένα υπόμνημα προς την Επιτροπή, με το οποίο εισηγείτο την αποδοχή των όρων του Haig. Στο υπόμνημα παραδεχόταν πως υπήρχαν αυτονόητες αντιρρήσεις επί της αρχής. Όμως, παρά τις τελευταίες καθώς και τις δυσκολίες που θα ανέκυπταν σε επίπεδο Κοινοβουλίου και κοινής γνώμης, τασσόταν υπέρ της αποδοχής του σχεδίου υποστηρίζοντας ότι ο συγκεκριμένος συμβιβασμός προσέφερε την καλύτερη ευκαιρία για μια πολιτική επίλυση, κατά πολύ προτιμότερη από την εναλλακτική στρατιωτική επιλογή. Ένας πρώην Υπουργός Άμυνας και νυν Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας εισηγείτο την ειρήνη με τόσο μεγάλο κόστος. Εάν κατάφερνε να περάσει τη γραμμή του στους κόλπους της Επιτροπής θα έπρεπε να αποχωρήσω από την εξουσία.

Francis Leslie Pym.

(…) Η συνεδρίαση ξεκίνησε με τον Υπουργό Εξωτερικών να καταθέτει το υπόμνημά του εισηγούμενος την αποδοχή του τελευταίου. Όμως, 5 ώρες δικής μου προετοιμασίας δεν απέβησαν άσκοπες. Επανήλθα στο κείμενο άρθρο προς άρθρο, ζητώντας από εκείνον να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε – πως φτάσαμε σε σημείο να αποδεχόμαστε όσα είχαμε προηγουμένως απορρίψει, για ποιο λόγο δεν επιμείναμε σε ένα μίνιμουμ αυτοδιάθεσης, γιατί φτάσαμε σε σημείο να αποδεχόμαστε ουσιαστικά απεριόριστο εποικισμό από τους Αργεντινούς και απόκτηση ιδιοκτησίας σε ισότιμη βάση. Ο Michael Havers [Γενικός Εισαγγελέας] στήριξε τις θέσεις μου. Ο Cecil [Parkinson] έδειξε προβληματισμένος με το σχέδιο της συμφωνίας, που δεν του άρεσε καθόλου. Ο John Nott [Υπουργός Άμυνας] επέσπευσε τη διαδικασία, υποστηρίζοντας πως δεν τον εκπροσωπούσε, συμφωνώντας ότι δεν μπορούσαμε να αποδεχθούμε το σχέδιο. Πρότεινε να μην το σχολιάσουμε καθόλου, λέγοντας στον Haig να το υποβάλει στους Αργεντινούς. Σε περίπτωση που το αποδέχονταν, θα περιερχόμασταν ασφαλώς σε δύσκολη θέση. Θα μπορούσαμε, όμως, να θέσουμε το όλο θέμα στο Κοινοβούλιο υπό το φως της προαναφερθείσας αποδοχής. Εάν (η χούντα) το απέρριπτε (πιστεύαμε πως αυτό ακριβώς θα έπραττε επειδή ήταν αδύνατο για ένα στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τις δυνάμεις του), τότε θα ήμασταν σε θέση να προτρέψουμε τις ΗΠΑ να συνταχθούν με εμάς, κάτι που ο Haig είχε αφήσει να εννοηθεί αρκεί να μην ήμασταν εμείς εκείνοι που θα διέκοπταν τις διαπραγματεύσεις. Αυτό ακριβώς αποφασίσαμε. (…) Έτσι, η “κρίση” ξεπεράστηκε. Μια κρίση, η οποία είχε ως διακύβευμα την τιμή της Βρετανίας.

Κι άλλα συνέβησαν την εβδομάδα εκείνη. Την Πέμπτη ο Galtieri επισκέφτηκε τα Φώκλαντς και λουστήκαμε την παρουσία του εκεί μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασής μας. Όμως, ένα άλλο ζήτημα έκανε τη διαφορά εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα, προκαλώντας βαθιά αίσθηση. Την Πέμπτη το απόγευμα (22 Απριλίου) ο Αρχηγός του Επιτελείου [ναύαρχος Lewin] με επισκέφτηκε επειγόντως, συνοδευόμενος από τον John Nott. Οι ειδικές μας δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί σε έναν παγετώνα στη Νότιο Γεωργία προκειμένου να προβούν σε μια αναγνωριστική επιχείρηση. Ο ισχυρός άνεμος είχε διώξει το χιόνι μακριά και δεν υπήρχε δυνατότητα να σκάψουν και να προφυλαχθούν από το ψύχος. Διαμήνυσαν στο HMS Antrim ζητώντας να στείλει ελικόπτερα για να απεγκλωβιστούν. Το πρώτο ελικόπτερο, πλησιάζοντας, συνετρίβη εξαιτίας της χαμηλής ορατότητας. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο. Δεν γνωρίζαμε κατά πόσο υπήρξαν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Επρόκειτο για πολύ κακή αρχή της εκστρατείας. Άραγε το κουράγιο και η ανδρεία μας θα κάμπτονταν από τον καιρό; Προτού καλά-καλά ξεκινήσουμε είχαμε χάσει 2 ελικόπτερα και 16 ή 17 πληρώματα (…). Ένα τρίτο (τύπου Wessex) κατάφερε τελικά να προσγειωθεί αργότερα πάνω στον παγετώνα και να περιμαζέψει όλους τους άνδρες καθώς και τα πληρώματα των δυο ελικοπτέρων με ασφάλεια. Τι έξοχος πιλότος! Μήνες αργότερα, όταν τον Ιανουάριο του 1983 επισκέφτηκα τα Φώκλαντς, συναντήθηκα μαζί του επί του HMS Antrim. Θαυμάσιος άνθρωπος, μετριόφρων και γνήσιος επαγγελματίας. Μου διηγήθηκε πως ποτέ άλλοτε δεν είχαν επιβιβαστεί τόσο πολλά άτομα στο ελικόπτερό του. Όλα πήγαν καλά χάρη στο κουράγιο, την επιδεξιότητα και την ψυχραιμία του.

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri (αριστερά), επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής, επισκέπτεται τον Απρίλιο του 1982 τα τελούντα υπό κατάληψη νησιά Φώκλαντς. Συνοδεύεται από τον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής, στρατηγό Mario Menéndez.

(…) Στη συνέχεια, έπειτα από το δύσκολο και αποφασιστικό Σάββατο, τα πράγματα άρχισαν να γυρίζουν ευνοϊκά για εμάς στη Νότιο Γεωργία. Οι δυνάμεις μας αποβιβάστηκαν την Κυριακή και κατέλαβαν το Γκρυτβίκεν. Ένας από τους ναυτικούς μας εντόπισε ένα Αργεντινό υποβρύχιο (Santa Fe) στην επιφάνεια, έτοιμο να καταδυθεί. Αιχμαλωτίστηκε εύκολα. (…) Πληροφορήθηκα τα νέα στο Τσέκερς αργά το απόγευμα και πήγα αμέσως να συναντήσω την Βασίλισσα στον πύργο του Ουίνδσορ. Αισθανόμουν υπέροχα που την ενημέρωσα προσωπικά πως η εξουσία της είχε αποκατασταθεί σε ένα από τα νησιά. Επέστρεψα στον αρ. 10 εν αναμονή της επιβεβαίωσης της είδησης και ενόψει της δημοσιοποίησής της. Ήμουν της άποψης πως η τιμή της ανακοίνωσης ανήκε στον John Nott, για αυτό και τον κάλεσα στον αρ. 10. Ο κ. Macdonald (Εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου Άμυνας) ήρθε και εκείνος. Όλοι μαζί συντάξαμε το Δελτίο Τύπου. Βγήκαμε μπροστά από το κτήριο και ανακοινώσαμε την είδηση μπροστά στις συγκεντρωμένες εκεί κάμερες.

The Empire Strikes Back – Retaking South Georgia 1982

Η ανακατάληψη της Νοτίου Γεωργίας γέννησε στους κατοίκους των Φώκλαντς μεγάλες ελπίδες. Ο Τύπος συνήγαγε το συμπέρασμα πως η απελευθέρωσή τους ήταν απλό ζήτημα ημερών. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές αγωνιώδεις ημέρες και εβδομάδες ολόκληρες έως ότου αυτό συμβεί. (…) Είχαμε ακόμα μπροστά μας πολύ σχεδιασμό. Μας ανησυχούσε απελπιστικά η παρουσία των Αργεντινών υποβρυχίων καθώς και εκείνη του αεροπλανοφόρου Veinticinco de Mayo και της συνοδείας του. Αποτελούσαν πραγματική απειλή για οποιουδήποτε είδους απόβαση. (…) Την επομένη, συμφωνήσαμε να αναγγείλουμε την επιβολή πλήρους Ζώνης Αποκλεισμού. Αφορούσε ολόκληρο τον θαλάσσιο και εναέριο χώρο. Σήμαινε πως έπρεπε να πράξουμε τα πάντα προκειμένου να καταστήσουμε ανενεργό το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ.

Το σύμπλεγμα των Νήσων Φώκλαντ, Νοτίου Γεωργίας και Νοτίων Σάντουιτς.

(…) Είχαμε όλοι μας απόλυτη συναίσθηση πως οι διαπραγματεύσεις δεν επρόκειτο να παραταθούν επ’ αόριστο. Σύντομα θα καλούμασταν να λάβουμε κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με μια απόβαση. Ήμουν ενήμερη των διεργασιών, οι οποίες λάμβαναν χώρα στο MOD με αντικείμενο την εκπόνηση αναλυτικών σχεδίων δράσης και την επιλογή των ακτών απόβασης. Μια αίσθηση δυσφορίας ήταν διάχυτη μεταξύ των βουλευτών επειδή είχαμε ενδεχομένως υποχωρήσει πέραν του δέοντος στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, επικρατούσε η άποψη πως έπρεπε να συνεχίσουμε και να μην προχωρήσουμε σε χρήση στρατιωτικών μέσων παρά μόνο εφόσον οι διαπραγματεύσεις ναυαγούσαν ολοκληρωτικά. Έχοντας επίγνωση του περιορισμένου χρονοδιαγράμματος, δήλωνα διαρκώς ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι καμία προσφυγή σε τέτοιου είδους μέσα δεν επρόκειτο να λάβει χώρα με τις διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη. Και αυτό ακριβώς συνέβη.

(…) Ο Haig κοινοποίησε στους Αργεντινούς το κείμενό του την Τρίτη (27 Απριλίου) θέτοντας προθεσμία για απάντηση έως τα μεσάνυκτα (ώρα B.A.) της 27/28 Απριλίου. Βέβαια, έως τότε είχαμε ανακαταλάβει τη Νότιο Γεωργία αλλά οφείλαμε, σύμφωνα με το κείμενό του, να αποσύρουμε τις μισές από τις δικές μας δυνάμεις εντός των επομένων 7 ημερών. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αποδεχτούμε αυτή τη φόρμουλα. Ωστόσο, υπέβαλε το κείμενό του στη Χούντα με τρόπο ιδιαίτερα κατηγορηματικό. Ουδεμία τροποποίηση ήταν ανεκτή και υπήρξε κάθετος ως προς τον σεβασμό της χρονικής προθεσμίας. Πρόσθεσε ότι σε περίπτωση που δεν λάμβανε απάντηση εγκαίρως, θα θεωρούσε τις προτάσεις του ως απορριφθείσες. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής την ίδια ημέρα (Τρίτη 27 Απριλίου) γνωρίζαμε πως τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει. Ενεργοποιήσαμε την άλλη διαδικασία, εκείνη των πρώτων στρατιωτικών αποφάσεων – π.χ. θα διακινδυνεύαμε τη χρήση των ανεφοδιασμένων εν πτήσει βομβαρδιστικών Vulcan για να εξουδετερώσουμε το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ τη στιγμή της άφιξης της Δύναμης Κρούσης; Ο επιταχθείς εμπορικός στόλος είχε στο μεταξύ αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις η δε ταχύτητα, με την οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες μεταποίησης στα σκάφη Canberra και Uganda, αποτελούσε τρανή απόδειξη του τι ήταν ικανή η Βρετανία να πετύχει. (…) Βεβαίως διακατεχόμασταν από αγωνίες. (…) Η Αρμάδα μας ήταν δυνατό να πληγεί από το δικό τους [Αργεντινό] αεροπλανοφόρο καθώς και από υποβρύχια. Το ενδεχόμενο βύθισης ενός πλοίου φορτωμένου με στρατιώτες ήταν εφιαλτικό. Την ίδια ημέρα επιτρέψαμε στα αεροσκάφη Vulcans & Hercules να μετασταθμεύσουν στη Νήσο της Αναλήψεως για παν ενδεχόμενο. Στον διπλωματικό τομέα τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν με την ταχύτητα που είχαμε προβλέψει – αν και οι στρατιωτικές προετοιμασίες συνεχίζονταν με τον ίδιο ρυθμό.

Η προθεσμία για απάντηση εκ μέρους των Αργεντινών είχε εκπνεύσει και δόθηκε παράταση 24 επιπλέον ωρών. Ως νέα προθεσμία είχαν οριστεί τα μεσάνυκτα (ώρα Ουάσινγκτον) της Πέμπτης προς Παρασκευή 29/30 [Απριλίου]. Αργότερα μέσα στην ημέρα ενημερώσαμε την Κυβέρνηση σε πλήρη σύνθεση. Όλοι συμμερίστηκαν την άποψή μας πως μια διαδοχή χρονικών παρατάσεων μπορούσε να αποβεί ολέθρια. Έπειτα από τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου διαμύνησα στον Πρόεδρο Reagan πως, κατά την άποψή μας, έπρεπε να θεωρήσει ότι οι Αργεντινοί είχαν απορρίψει τις Αμερικανικές προτάσεις. Είχαν αγνοήσει τις προθεσμίες, ο δε Costa Méndez [Υπουργός Εξωτερικών] είχε στείλει επιστολή προς τον Haig υποστηρίζοντας πως οι Αμερικανικές προτάσεις υπολείπονταν των Αργεντινών απαιτήσεων σχετικά με το θέμα της κυριαρχίας. Ο Al Haig είχε παλαιότερα δηλώσει στον Francis ότι είχε καταστήσει σαφές προς τη Χούντα πως σε περίπτωση απόρριψης, οι ΗΠΑ επρόκειτο να στηρίξουν εμάς. Θεωρούσαμε πως τα πράγματα είχαν φτάσει πλέον σε αυτό το σημείο. (…) Ο Πρόεδρος, ο Al Haig και πιστεύμε ο κ. Weinberger [Υπουργός Άμυνας] υπήρξαν υπέροχοι. Αργότερα την Παρασκευή, ο Haig ανακοίνωσε δημόσια την πλήρη υποστήριξή του, υπό την μορφή επιβολής εμπάργο όπλων σε βάρος της Αργεντινής, συνοδευόμενου από περιορισμούς οικονομικής φύσεως. (…) Αυθημερόν αποφασίσαμε να μεταβεί ο Francis στις ΗΠΑ προκειμένου να συναντηθεί με τον Haig, να επισκεφτεί τα Ηνωμένα Έθνη και να συνομιλήσει με τον Perez de Cuellar [ΓΓ του ΟΗΕ]. Εξετάσαμε και το ενδεχόμενο να μεταβεί στα Φώκλαντς κλιμάκιο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. (…) Την ίδια ημέρα τέθηκε σε ισχύ η Πλήρης Ζώνη Αποκλεισμού.

The Falklands War. Caspar Weinberger and Francis Pym Interviews,

Thames TV 27/5/1982

 

[Συνεχίζεται]

 

Η Margaret Thatcher (1925-2013) διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (1979-1990) και αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος (1975-1990)

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου: Ο πολιτισμός ως μοχλός ανάπτυξης στην Ελλάδα. Πολιτιστική πολιτική, διεθνής προσανατολισμός και σχεδιασμός οικονομικής ανάπτυξης (1952-1967)

 Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου

Ο πολιτισμός ως μοχλός ανάπτυξης στην Ελλάδα. 

Πολιτιστική πολιτική, διεθνής προσανατολισμός και σχεδιασμός οικονομικής ανάπτυξης (1952-1967)

 

 Πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη 

Η δεκαετία του ’50 διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από την πρώτη φάση της μεταπολεμικής περιόδου για την Ελλάδα. Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 ουσιαστικά εγκαινίασαν μια νέα περίοδο[i] για τη χώρα, αφού, για πρώτη φορά, το πρώτο κόμμα είχε τη δυνατότητα δημιουργίας κυβέρνησης, στηριγμένης σε απόλυτη πλειοψηφία. Παρά τη «διττή υφή» (μεταρρύθμιση – π.χ. οι επιλογές των επιτελείων Μαρκεζίνη, Κανελλόπουλου και αργότερα Καραμανλή[ii], και αντικομμουνισμός – π.χ. οργανική σχέση Παπάγου με τον πυρήνα των δυνάμεων του στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας[iii]), ο Συναγερμός έθεσε τα θεμέλια για μια σειρά από σημαντικές επιλογές σε επίπεδο τόσο οικονομίας και ευρύτερης εσωτερικής πολιτικής, όσο και εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, αποτέλεσε τον πυρήνα δημιουργίας μιας «νέας Δεξιάς», η οποία τελικά συγκεντρώθηκε γύρω από το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διάδοχο του Παπάγου στον Συναγερμό, μετά το θάνατο του τελευταίου, το 1955. Στο νέο κόμμα που ίδρυσε ο Καραμανλής, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), το μεταρρυθμιστικό στοιχείο ήταν έντονο, αν και ο βασικός «αντικομουνιστικός» άξονας παρέμενε.[iv] Σε κάθε περίπτωση, η επικράτηση της ΕΡΕ στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 (165 έδρες), χάρη στο νέο εκλογικό σύστημα, εξάλειψε τη διαιρετική τομή, που χαρακτήριζε την εκλογική γεωγραφία του Μεσοπολέμου (Παλαιά Ελλάδα – Αντιβενιζελικοί και Νέες Χώρες – Βενιζελικοί)[v], και, ταυτόχρονα, εξασφάλισε στην νεοεκλεγείσα κυβέρνηση τη δυνατότητα να υλοποιήσει τις βασικές επιδιώξεις της, χωρίς τις δυσκολίες της προηγούμενης περιόδου.[vi] Προτεραιότητα δόθηκε σε συγκεκριμένους «στρατηγικούς» τομείς, όπως οι υποδομές – συνεχίστηκε η γρήγορη βελτίωση του οδικού δικτύου της χώρας, που είχε ξεκινήσει ήδη από τη διετία 1952-3 –, η βιομηχανία – σημαντικός ήταν ο εξηλεκτρισμός της χώρας τόσο για τον πρωτογενή όσο και για τον δευτερογενή τομέα –, και η ενεργειακή πολιτική.[vii]

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Ελλάδα παρέμενε μια χώρα καθυστερημένη με ανεπαρκείς δομές για να υποστηρίξει τις αναπτυξιακές φιλοδοξίες, που ολοένα και αυξάνονταν. Υπό αυτό το πρίσμα, για τις κυβερνήσεις των αρχών της δεκαετίας του ’50, η ανάπτυξη δεν ήταν απλά ένας οικονομικός στόχος. Αντίθετα, μεταφραζόταν σε πολιτικό ζήτημα καθώς αποτελούσε ένα εργαλείο άμυνας απέναντι στον κομμουνισμό. Από την άλλη πλευρά, από το 1952, ως αποτέλεσμα της πολιτικής σταθερότητας, παρατηρήθηκε και οικονομική σταθερότητα. Το ορόσημο, που έθεσε την μεταπολεμική Ελλάδα σε τροχιά ανάπτυξης, ήταν η νομισματική μεταρρύθμιση της 9ης Απριλίου 1953. Μέσα από την τολμηρή υποτίμηση της δραχμής, και παρά τη σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση, επιτεύχθηκε η ζητούμενη νομισματική σταθερότητα, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και τον σταδιακό αναπροσανατολισμό του κρατικού παρεμβατισμού.[viii] Ο «πρώτος» αυτός «εκσυγχρονισμός»[ix], στηριζόταν στην ιδέα της μικτής οικονομίας και επιζητούσε τις επενδύσεις, όπως μαρτυρά ο νόμος 2687/1953, ο οποίος θέσπιζε μια σειρά από κίνητρα για προσέλκυση ιδιωτικών ξένων επενδύσεων.[x] Το 1953, άλλωστε, υπήρξε και το έτος, που εγκαινιάστηκαν σημαντικές συνεργασίες με τις κυριότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, με πρώτες τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία.[xi] Η χώρα γνώρισε ταχεία ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ήδη αναπτυγμένες οικονομίες, που εν μέρει οφείλεται στο διαφορετικό επίπεδο αφετηρίας. Την περίοδο των κυβερνήσεων Καραμανλή, με κύριους οικονομικούς επιτελείς τους Ξενοφώντα Ζολώτα και Παναγή Παπαληγούρα[xii], παρατηρείται μια στροφή σε έναν πιο συμπαγή προγραμματισμό[xiii] και επιλογές που εξέφραζαν ένα διευρυμένο τμήμα του φιλελεύθερου χώρου.[xiv] Επιπλέον, η εξαγγελία – και εφαρμογή – ενός συγκροτημένου προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης το 1960, όχι μόνο αποτελούσε ιδεολογική και θεμελιώδη επιλογή[xv], αλλά οι συνθήκες, τη διετία 1959-1960, περίοδο διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, την καθιστούσαν απαραίτητη. Η Σύνδεση με την ΕΟΚ[xvi] (1961), σε οικονομικό επίπεδο, θα προσέφερε την απαιτούμενη αρωγή για τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό της οικονομίας, αφού τα στενά όρια της ελληνικής αγοράς δεν μπορούσαν να την επιτρέψουν.[xvii]

Παναγής Παπαληγούρας
Ξενοφών Ζολώτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρά, όμως, την ταχεία οικονομική ανάπτυξη και τη νομισματική σταθερότητα, επιτάθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τη δυτική Ευρώπη – κύριος προορισμός ήταν η Δυτική Γερμανία –, ενώ παράλληλα, παρατηρούνταν ανισότητες στην τοπική ανάπτυξη. Διαπιστώθηκε συγκέντρωση των δραστηριοτήτων και, κατά συνέπεια, της πλειοψηφίας του πληθυσμού στην πρωτεύουσα, διαμορφώνοντας έτσι σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις αγροτικές περιοχές και σε ένα κέντρο σχετικού υπερκαταναλωτισμού, το οποίο επηρέασε την ελληνική κοινωνία και τις προτεραιότητές της.[xviii] Η έντονη κριτική απέναντι στη διακυβέρνηση της ΕΡΕ, εκφράστηκε από το σύνολο της αντιπολίτευσης και συγκεντρώθηκε στο πρόγραμμα της Ένωσης Κέντρου, που ιδρύθηκε το 1961. Ο «ανένδοτος αγώνας»[xix], που κήρυξε ο αρχηγός του νέου κόμματος, Γεώργιος Παπανδρέου, οι ολοένα και αυξάνουσες κατηγορίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης για αυταρχική διακυβέρνηση[xx], η σύγκρουση με το παλάτι και η διαφωνία για την πρόταση αλλαγής του εκλογικού νόμου και την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1963[xxi], σε συνδυασμό με την αλλαγή του ευρύτερου κλίματος, στο οποίο, πλέον, οι βασικές αρχές της ΕΡΕ – ανάπτυξη και αντικομουνισμός – δεν ανταποκρίνονταν στην εποχή και τα ζητούμενα της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησαν στην παραίτηση και φυγή Καραμανλή στο εξωτερικό, και άνοδο της Ένωσης Κέντρου στη διακυβέρνηση της χώρας το 1963. Η περίοδος, που εγκαινιάστηκε, χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, καθώς οι ενδοκομματικές διαφορές του κυβερνώντος κόμματος[xxii] οδήγησαν σε νέες εκλογές το 1964, και σε περαιτέρω κρίση το καλοκαίρι του 1965 με αποκορύφωμα την αποκαλούμενη Αποστασία του Ιουλίου.[xxiii]

Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής. Οι δυο πόλοι της πολιτικής ζωής της χώρας.

Την περίοδο διακυβέρνησης από το Κέντρο, οι θεμελιώδεις επιλογές εξωτερικής πολιτικής σε γενικές γραμμές, παρέμειναν όμοιες με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Σε οικονομικό επίπεδο, η Ένωση Κέντρου δεν έφερε ουσιαστικές αλλαγές αλλά προσπάθησε να θέσει την οικονομική πολιτική και τον μακροχρόνιο προγραμματισμό της σε πιο σταθερές βάσεις μέσα από μεταρρυθμίσεις.[xxiv] Σε κάθε περίπτωση, αξιοσημείωτο είναι το ότι, παρά τις επιμέρους διαφωνίες μεταξύ Δεξιάς και Κέντρου αναφορικά με τη διαχειριστική ικανότητα και τις προτεραιότητες[xxv], που θα έπρεπε να τεθούν, και οι δύο πλευρές συνέκλιναν στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής.

 

Εξωτερικός προσανατολισμός: από μια αμερικανοκεντρική προσέγγιση στη συνειδητή επιλογή της Ευρώπης 

Η επιλογή της Δύσης ήδη από την επαύριον του πολέμου καθόρισε τη θέση της Ελλάδας στον πρόσφατα διαμορφωμένο μεταπολεμικό κόσμο. Η συμφωνία που υπογράφτηκε με τις ΗΠΑ στις 20 Ιουνίου 1947, ύστερα από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, προέβλεπε την οικονομική ενίσχυση της χώρας – συνολικού ποσού 300 εκατομμυρίων δολαρίων – και τη συγκρότηση της Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας στην Ελλάδα (American Mission Aid for Greece, AMAG).[xxvi] Με εκτεταμένες εξουσίες και αρμοδιότητες η τελευταία ουσιαστικά «συγκυβερνούσε» μαζί με την ελληνική κυβέρνηση, γεγονός που προκάλεσε δυσκολίες, δυσφορίες αλλά και φαινόμενα ‘εξάρτησης’ στην ελληνική πλευρά.[xxvii] Μέχρι και τις αρχές του 1950 ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, σε μεγάλο βαθμό, επιζητούσε την καθοδήγηση των Αμερικανών[xxviii] υπό το πρίσμα της εμπέδωσης της Ελλάδας ως χώρας που ανήκει στη Δύση. Η έντονη αμερικανική παρουσία στην μεταπολεμική πολιτική ζωή της χώρας καθώς και η οικονομική ενίσχυση από πλευράς των ΗΠΑ είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής με σαφή αμερικανοκεντρικό προσανατολισμό, που επισφραγίστηκε με την επίσημη αίτηση για ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ της 4ης Απριλίου 1950 και την τελική ένταξή της, μαζί με την Τουρκία, στις 16 Φεβρουαρίου 1952.[xxix] Η υπερψήφισή της από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στη βουλή[xxx] – πλην της ΕΔΑ – καταδεικνύει τη σημασία που της απέδιδε η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε μια συμμαχία, στην οποία συμμετείχαν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις θεωρήθηκε περαιτέρω  εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας και ασπίδα προστασίας της δημοκρατίας.[xxxi]

Έπαρση των σημαιών του ΝΑΤΟ στη Σύνοδο της Συμμαχίας το 1952 στη Λισαβόνα, όπου προστέθηκαν για πρώτη φορά η ελληνική και τουρκική ως 13ο και 14ο κράτη-μέλη (φωτογραφία: ΝΑΤΟ Archives) .

Η σταθερή φιλοδυτική γραμμή των αρχών της δεκαετίας του ’50 όμως δεν εκφράστηκε μόνο με τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα εκλέχτηκε σε θέση μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την περίοδο 1952-1953[xxxii], ενώ, παράλληλα, επεδίωξε τη συμμετοχή και σε άλλους περιφερειακούς αμυντικούς οργανισμούς. Οι προσπάθειες για συμμετοχή στην γαλλικής έμπνευσης Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, η οποία, παρά την εξαγγελία, το 1952, απορρίφθηκε από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση, αποτέλεσαν ένα πρώτο δείγμα της πολιτικής που θα ακολουθούσε η Ελλάδα από το 1955 και μετά.

Με την άνοδο του Καραμανλή στην εξουσία το 1955, παρατηρείται μια σταδιακή διαφοροποίηση των προτεραιοτήτων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Αν και η επιλογή της Δύσης παρέμεινε αμετάβλητη, ο προσανατολισμός εμπλουτίστηκε με την μεταστροφή προς διεθνή σχήματα οικονομικής συνεργασίας στην Ευρώπη. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, σε μεγάλο βαθμό χάρη στη μεταρρύθμιση του 1953, σημειώνονται τα πρώτα βήματα οικονομικής ανάπτυξης, γεγονός που συνέβαλε στην απομάκρυνση από την πολύ στενή επιρροή των ΗΠΑ, και, παράλληλα, έδωσε τη δυνατότητα στην Ελλάδα για εφαρμογή μιας περισσότερο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Η επαναπροσέγγιση με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και οι διμερείς συμφωνίες, που υπογράφτηκαν με τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία το 1953[xxxiii], μαρτυρούν με τον καλύτερο τρόπο τον σταδιακό ‘απεγκλωβισμό’ της Ελλάδας από τις ΗΠΑ.[xxxiv] Η Ελλάδα είχε την ευκαιρία να διαλέξει ως προτεραιότητα τον «οργανικό και φυσικό» της χώρο. Η σύσφιξη αυτή των σχέσεων με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αποτέλεσε το ένα σκέλος επαναπροσέγγισης και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Ελλάδας-Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά, μια συνειδητή επιλογή της Ελλάδας υπήρξε, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, η επιδίωξη συμμετοχής σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς.[xxxv] Μεταπολεμικά, μια πρώτη ένδειξη συνέχισης μιας φιλοευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής αποτέλεσε η ένταξη στο Συμβούλιο της Ευρώπης τον Αύγουστο του 1949. Ωστόσο, οι νέες συνθήκες, που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, αποτέλεσαν ένα ακόμη κίνητρο γι’ αυτή τη μεταβολή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) στις 25 Μαρτίου 1957 δεν αποτέλεσε απλά ένα ακόμη βήμα προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Για την Ελλάδα, συγκεκριμένα, η ίδρυσή της υπήρξε κομβικής σημασίας. Ενώ η προηγούμενη εκδοχή ευρωπαϊκού οργανισμού (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, ΕΚΑΧ) απέκλειε την Ελλάδα καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για δικαίωμα συμμετοχής (στην ΕΚΑΧ μετείχαν μόνο πλούσιες χώρες που διέθεταν βαριά βιομηχανία), η ΕΟΚ μετέτρεψε τη διεκδίκηση συμμετοχής σε πρακτική επιλογή. Αν και την ίδια περίοδο τοποθετείται και η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (1960), οργανισμός που ιδρύθηκε ως εναλλακτική επιλογή για όσα κράτη δίσταζαν να ενταχθούν πλήρως στην ΕΟΚ, βασικός εμπνευστής του οποίου ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, η επιλογή της ΕΟΚ αποτέλεσε για την Ελλάδα μονόδρομο. Σίγουρα, οι στενές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τα σημαντικότερα ιδρυτικά μέλη, και οι τεταμένες ελληνοβρετανικές σχέσεις υπό την επιρροή διεθνοποίησης του Κυπριακού[xxxvi] συνέβαλαν σε αυτόν τον προσανατολισμό. Ωστόσο, καίριας σημασίας ήταν οι βαθύτερες προοπτικές, που άνοιγαν για την Ελλάδα, με την είσοδό της στην ΕΟΚ. Ο απώτερος στόχος του Ζαν Μονέ (Jean Monnet) για ίδρυση μιας κοινωνίας βασισμένης σε κοινές πολιτικές και ηθικές αξίες, προϋπόθετε τον προσδιορισμό της ευρωπαϊκής ταυτότητας[xxxvii], και βρισκόταν σε σύμπλευση με την οπτική της κυβέρνησης Καραμανλή. Η επιλογή της ΕΟΚ από την ελληνική πλευρά μπορούσε να ιδωθεί και ως μια πράξη πίστης στην Ευρώπη, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι στενές σχέσεις Ντε Γκωλ-Καραμανλή[xxxviii] και η οπτική τους για το μέλλον της Ευρώπης, επικεντρωμένη περισσότερο σε πολιτικό επίπεδο[xxxix], επηρέασαν συμπληρωματικά την επιλογή της ΕΟΚ έναντι της ΕΖΕΣ.

Στις 8 Ιουνίου 1959, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην επίσημη αίτηση για Σύνδεση, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ΕΟΚ τη δυνατότητα να αποδείξει ότι δεν επρόκειτο απλά για έναν κλειστό οργανισμό προνομιούχων αλλά για έναν οργανισμό ανοιχτό για την Ευρώπη του Νότου.[xl] Αν και οι διαπραγματεύσεις αποδείχτηκαν ιδιαίτερα δύσκολες, κυρίως εξαιτίας των επιφυλάξεων[xli], που εξέφρασε η πλειοψηφία των κρατών-μελών, χάρη στις επεμβάσεις του Γάλλου προέδρου και στις κοινές προσπάθειες Παρισιού-Βόννης για επίλυση των διαφορών, τελικά στέφθηκαν από επιτυχία.[xlii] Στις 9 Ιουνίου 1961 υπογράφτηκε η συμφωνία Σύνδεσης, ενώ από την 1η Νοεμβρίου 1962 τέθηκε σε ισχύ. Ο Καραμανλής πίστευε βαθιά ότι η Σύνδεση αποτελούσε ένα πρώτο, αλλά σημαντικό, βήμα προς την ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου, που θα εξασφάλιζε την επιτυχία των απαραίτητων, για τον ίδιο, μεταρρυθμίσεων για την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική ασφάλεια. Στόχος ήταν η επίτευξη της ανάπτυξης καθώς και η ανακούφιση από το αίσθημα της απομόνωσης.[xliii]

9 Ιουνίου 1961. Υπογραφή της Συνθήκης Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ από τον Π. Κανελλόπουλο.

Η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, που παρατηρήθηκε με την άνοδο της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία, υπό την πίεση των διεθνών συνθηκών – Κυπριακό και πολυφωνία απόψεων στο εσωτερικό της ΕΟΚ –, επηρέασε τον ευρύτερο προσανατολισμό της χώρας. Ωστόσο, η πτώση της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και η ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, επανάφερε την ισορροπία[xliv], καθώς και ο ισχυρός υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ήταν της άποψης ότι ΝΑΤΟ και ΕΟΚ είχαν ρόλους συμπληρωματικούς παρά αντιτιθέμενους.[xlv]

 

Η πολιτιστική πολιτική αρωγός της ανάπτυξης και του εξευρωπαϊσμού

Μέχρι το 1952, οι όποιες προσπάθειες για πολιτιστική πολιτική βασίζονταν στην πλειοψηφία τους σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες.[xlvi] Χάρη, όμως, στην πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη, η δεκαετία του ’50 εγκαινίασε μια πρώτη οργανωμένη προσπάθεια για αξιοποίηση του πολιτισμού με πολιτικούς όρους. Δύο ήταν οι βασικοί στόχοι των κυβερνήσεων της περιόδου σε επίπεδο πολιτιστικής πολιτικής: η εμπέδωση από τους Έλληνες πολίτες της ευρωπαϊκής τους ταυτότητας, και η προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Προτεραιότητα ήταν η Ελλάδα να ιδωθεί από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ως  μια χώρα, που πραγματικά άνηκε στην Ευρώπη, χάρη τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν της. Το ανήκειν στην Ευρώπη αποτελούσε άλλωστε τον πυρήνα της σκέψης των διανοουμένων του κυβερνητικού επιτελείου, που, σε ένα μεγάλο βαθμό, καθόρισαν τις επιλογές σε πολιτιστικό επίπεδο.[xlvii] Η έμφαση στην ευρωπαϊκότητα της χώρας εντατικοποιήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ. Το ζητούμενο ήταν να αποποιηθεί η Ελλάδα την εικόνα του παρελθόντος, που την συνέδεε σχεδόν αυτόματα με την Εγγύς Ανατολή, και να ξανασυστηθεί ως μια αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, χάρη τόσο στο παρελθόν, όσο και στο εξίσου σημαντικό παρόν της.

Στο παρελθόν, (…) οι Ευρωπαίοι όταν ταξίδευαν στην Ελλάδα έλεγαν ότι είχαν πάει στην Ανατολή. Αυτός ο διαχωρισμός δεν υπάρχει πια. (…) Η Ελλάδα είναι μια αληθινή ευρωπαϊκή χώρα, σε αντίθεση με άλλες εκτός του ευρωπαϊκού πολιτισμού.[xlviii]

Αυτό το απόσπασμα συνοψίζει τη βασική επιδίωξη του Κωνσταντίνου Τσάτσου, υπεύθυνου για τα πολιτιστικά ζητήματα, που επιζητούσε να παρουσιάσει την Ελλάδα ως μια χώρα με πλούτο σύγχρονου πολιτισμού, και όχι ως μια χώρα πνευματικά «νεκρή», γνωστή μόνο χάρη στον αρχαίο πολιτισμό της. Αυτός ήταν ο πρωτεύων λόγος, για τον οποίο κεντρικός άξονας στον σχεδιασμό της κυβέρνησης αποτέλεσε η σύνδεση αρχαίου και σύγχρονου.

Καθοριστικής σημασίας σε αυτήν την επιδίωξη υπήρξε η σύζευξη πολιτισμού και οικονομίας, η οποία διαφαίνεται πρωτίστως μέσα από τις επιλογές στον τομέα του τουρισμού. Η ανάπτυξή του, εκτός από τη θετική επίπτωση σε οικονομικό επίπεδο, θα λειτουργούσε και ως μέσο ενίσχυσης του ζητούμενου επαναπροσδιορισμού της χώρας στη συνείδηση των ξένων. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο τουρισμός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Η έλλειψη υποδομών, τόσο για την υποδοχή, όσο και τη διαμονή και μετακίνηση των τουριστών, καθιστούσε τις συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες.[xlix] Η οργάνωση της τουριστικής πολιτικής της περιόδου εγκαινιάστηκε με την επανασύσταση του ΕΟΤ (δημιουργημένου από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου το 1928-32) και την υπαγωγή του στο υπουργείο Προεδρίας της κυβερνήσεως. Η σύλληψη του τουριστικού προγράμματος της περιόδου 1956-1963, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται στον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Για τον ίδιο, ο τουρισμός ήταν η εθνική βιομηχανία της Ελλάδας και ο καλύτερος δίαυλος επικοινωνίας, γνωριμίας και κατανόησης των λαών μεταξύ τους.[l] Στο πρόγραμμα, που εξαγγέλθηκε το 1956, προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, η δημιουργία τουριστικών σχολών και σχολών ξεναγών, ανέγερση ξενοδοχείων – μεταξύ τους, αξίζει να σημειωθεί το «Χίλτον», καθώς κρινόταν απαραίτητο η ελληνική πρωτεύουσα να έχει μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα, αλλά και το πρόγραμμα ‘Ξενία’, που στόχευε στην ανέγερση ξενοδοχειακών μονάδων κατά μήκος των εθνικών οδών, αρχαιολογικών χώρων ή σημείων εξαίρετου φυσικού κάλλους –, συγκρότηση σύγχρονων τουριστικών υποδομών, όπως καζίνο στην Πάρνηθα και γήπεδο γκολφ στη Γλυφάδα, αλλά και βελτίωση της πρόσβασης στους χώρους πολιτισμού.[li] Στόχος ήταν η προσέλκυση, κατά βάση, των Ευρωπαίων.

Ενημέρωση για τα έργα οικοδόμησης του ξενοδοχείου «Χίλτον» (1959).

Η κυβέρνηση εγκαινίασε προωθητικές καμπάνιες στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Χάγη, οι Βρυξέλλες, το Αμβούργο, η Φρανκφούρτη, το Μόναχο, η Βιέννη, η Ρώμη, το Μιλάνο, η Γενεύη και η Ζυρίχη[lii], ενώ, παράλληλα, αύξησε την παρουσία της στην Ευρώπη με την ίδρυση γραφείων σε Λονδίνο, Ρώμη και Στοκχόλμη, εκτός των ήδη υπαρχόντων σε Παρίσι, Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη.[liii]

Η έμφαση στην αρχαία Ελλάδα ήταν αναπόφευκτη, εφόσον, ακόμα σε αυτήν την περίοδο, αποτελούσε την πιο γνωστή και οικεία εικόνα της χώρας

Tα έργα ανάπλασης του χώρου της Ακρόπολης.

στο εξωτερικό. Προτεραιότητα δόθηκε στην αναβάθμιση των υποδομών των σημαντικότερων αρχαιολογικών χώρων. Πιο συγκεκριμένα, στις 17 Ιουνίου 1954,αποφασίστηκε η αποκατάσταση της Ακρόπολης και η αναβάθμιση, με πολιτιστικούς όρους, της ευρύτερης περιοχής γύρω από αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του θεάτρου Ηρώδου του Αττικού, του λόφου Φιλοπάππου και του Αστεροσκοπείου.[liv] Στη σύλληψή του το σχέδιο υπήρξε καινοτόμο καθώς προέβλεπε την ανάδειξη του πιο γνωστού στοιχείου της ελληνικής πρωτεύουσας στο εξωτερικό. Τα έργα ξεκίνησαν στις 11 Ιανουαρίου 1955 υπό την επίβλεψη ομάδας αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων, με γενικό υπεύθυνο, τον καθηγητή Δημήτρη Πικιώνη, και  επιβλέποντα ανασκαφών, τον αρχαιολόγο, Ιωάννη Μηλιάδη. Προέβλεπαν τη δημιουργία της οδού Διονυσίου Αεροπαγίτου, που θα διευκόλυνε την πρόσβαση στην Ακρόπολη και, ταυτόχρονα, θα διεύρυνε τον αρχαιολογικό χώρο ενώνοντάς την με το θέατρο Ηρώδου του Αττικού, του οποίου οι εργασίες αποκατάστασης είχαν ξεκινήσει, και με την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη, που χρονολογείται στον 17ο αιώνα.[lv] Ωστόσο, τα έργα δεν περιορίστηκαν στην πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά, έγινε μια οργανωμένη προσπάθεια για ανάδειξη του αρχαιολογικού πλούτου στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας με ιδιαίτερη έμφαση στη Μακεδονία. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου των Φιλίππων στην Καβάλα.[lvi]

Συμπληρωματικά προς τις εργασίες στους αρχαιολογικούς χώρους λειτούργησε η ίδρυση μουσείων, η οποία μέσα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50 γνώρισε πραγματική άνθιση, με στόχο την ανάδειξη της ιστορίας και της τοπικής τέχνης. Η τάση ‘αποκέντρωσης’, που παρατηρήθηκε στην περίπτωση των αρχαιολογικών χώρων, ακολουθήθηκε και σε αυτήν την περίπτωση. Από το 1960 και μετά ξεκίνησαν μελέτες για την ίδρυση μουσείων σε μια σειρά από πόλεις στο σύνολο της ελληνικής περιφέρειας, όπως η Βραυρώνα Αττικής, τα Ιωάννινα, η Καβάλα, οι Φίλιπποι, η Μυτιλήνη, η Κέρκυρα και η Κρήτη.[lvii]

Παράλληλα, επιδιώχθηκε η αναβάθμιση του θεάτρου τόσο μέσω της αξιοποίησης των σημαντικότερων αρχαίων θεάτρων της χώρας, όσο και μέσω της ίδρυσης  σύγχρονων σκηνών. Από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις είναι η ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στις 13 Ιανουαρίου 1961, έδρα του οποίου ορίστηκε η Θεσσαλονίκη.[lviii] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα επιτυγχανόταν ακόμη περισσότερο η πολιτιστική αναβάθμιση της βόρειας Ελλάδας, καθώς προβλεπόταν η διοργάνωση παραστάσεων αρχαίου και σύγχρονου δράματος. Πρώτος διευθυντής υπήρξε ο Γιώργος Θεοτοκάς[lix], και τον ακολούθησε ο Λίνος Πολίτης, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αποδεικνύοντας μια θέληση για εκσυγχρονισμό και καινοτομία.[lx]

Λίνος Πολίτης
Γιώργος Θεοτοκάς

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και σε αυτήν την περίπτωση, η έμφαση αυτή στον θεατρικό τομέα δεν ήταν απομονωμένη της λογικής σύζευξης πολιτισμού-οικονομίας, καθώς ως βασικός στόχος παρέμενε η προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού τουριστών.[lxi] Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, η σημασία του θεάτρου έγκειται στη ικανότητά του να αποτελέσει «το πιο όμορφο λάβαρο διεθνούς προώθησης» της Ελλάδας.[lxii] Το αρχαίο δράμα, επομένως, ήδη γνωστό στο εξωτερικό, μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό άξονα αυτής της προσπάθειας. Σε αυτήν τη λογική εντάσσονται και τα εγκαίνια των Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το 1955. Στόχος ήταν να παρουσιαστούν στο ελληνικό και διεθνές κοινό «μια σειρά από καλλιτεχνικές παραστάσεις ποιότητας[lxiii] στο περιβάλλον όπου γεννήθηκε και αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, και να συμβάλλουν στην προώθηση του ευρωπαϊκού πολιτιστικού θησαυρού».[lxiv] Ήδη στο πρόγραμμα του πρώτου Φεστιβάλ Αθηνών περιλαμβάνονταν παραστάσεις αρχαίου δράματος, όπερας, συναυλίες συμφωνικής μουσικής, καθώς και παραστάσεις εμπνευσμένες από την ελληνική ιστορία, μυθολογία και λογοτεχνία.[lxv] Τη δεύτερη χρονιά διεξαγωγής του Φεστιβάλ Αθηνών, η διάρκεια διπλασιάστηκε από ένα σε δύο μήνες, και συμμετείχαν συγκροτήματα ξένων καλλιτεχνών, όπως η κρατική όπερα της Βαυαρίας, η συμφωνική ορχήστρα του Αμβούργου και η ολλανδική ορχήστρα δωματίου.[lxvi] Παράλληλα, παραβρέθηκαν σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά και του τύπου[lxvii], ύστερα από πρόσκληση των υπευθύνων σε μια προσπάθεια προβολής των Φεστιβάλ στο εξωτερικό και εμπέδωσής τους, στη συνείδηση των Ευρωπαίων, ως πολιτιστικές εκδηλώσεις υψηλών προδιαγραφών.[lxviii]

Μια ακόμη σημαντική πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με στόχο την προβολή της ευρωπαϊκότητας της χώρας, και την περαιτέρω σύζευξη πολιτισμού-οικονομίας αποτέλεσε η εκδήλωση «Ήχος και Φως» το 1959. Με κεντρικό άξονα την προτεραιότητα για προβολή της πολιτιστικής συνέχειας της Ελλάδας, το «Ήχος και Φως» ήρθε να δώσει μια ακόμη διάσταση στις ιδιαίτερα καλές διμερείς σχέσεις με τη Γαλλία, την περίοδο αίτησης για Σύνδεση με την ΕΟΚ, στην οποία η υποστήριξη Ντε Γκωλ υπήρξε αξιοσημείωτη. Η προσέγγιση δεν είναι τυχαία, αν αναλογιστεί κάποιος ότι, και στις δύο περιπτώσεις, υπεύθυνοι για τα πολιτιστικά ζητήματα ήταν δύο προσωπικότητες του πνεύματος – Κωνσταντίνος Τσάτσος και Αντρέ Μαλρώ (André Malraux) –, με σύγκλιση απόψεων.[lxix] Τον Μάρτιο του 1959, η ελληνική πλευρά ζήτησε τη τεχνογνωσία των Γάλλων για τη φωταγώγηση της Ακρόπολης, συνοδευόμενης από μουσική συναυλία και θεατρικές παραστάσεις. Η απάντηση ήταν θετική[lxx], καθώς, για τον Μαλρώ, η Ακρόπολη αποτελούσε σύμβολο της Δύσης[lxxi], αναδεικνύοντας την επικαιρότητα και την καθολικότητα του γεγονότος, και προσδίδοντας του, παράλληλα, πολιτική χροιά. Παρότι και σε αυτήν την περίπτωση, εμφανίστηκαν επικριτές, είναι γεγονός ότι το «Ήχος και Φως» προσέγγισε το ενδιαφέρον τόσο του εγχώριου όσο και του διεθνούς τύπου, με τα αφιερώματα στις ευρωπαϊκές και δη τις γαλλικές εφημερίδες να είναι πολυάριθμα ακόμη και στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1959[lxxii], επιτυγχάνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα στην Ευρώπη, σε μια κρίσιμη περίοδο με την ΕΟΚ λόγω των διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση. Επομένως, σε πολιτικό επίπεδο, αυτή η πρωτοβουλία – ιδιαίτερα ύστερα από την προσέγγιση του Κ. Τσάτσου και Α. Μαλρώ[lxxiii] – ενίσχυσε το μήνυμα της Ελλάδας του «ανήκειν στην Ευρώπη».

« Ήχος και Φως» (1959).
Το πρόγραμμα του πρώτου Φεστιβάλ Αθηνών (1955)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά τα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από το Κέντρο, αν και χρόνια πολιτικής κρίσης, κεντρική επιδίωξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964, της σημαντικότερης πρωτοβουλίας σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό επίπεδο, ήταν η δημιουργία «πολιτών του κόσμου». Με πρότυπο, την οργάνωση των σημαντικότερων δυτικοευρωπαϊκών κρατών, η ελληνική πλευρά επιδίωξε τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος, δίνοντας έμφαση στην τεχνολογία και στα σύγχρονα επαγγέλματα υψηλής ζήτησης, καθώς και στις διεθνείς συνεργασίες. Η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις της εποχής αποτελούσε για τους υπεύθυνους – μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες ήταν ο Ευάγγελος Παπανούτσος – αναγκαιότητα, ώστε να είναι σε θέση η ελληνική κοινωνία να ανταγωνιστεί με ισάξιους όρους, στο ύψιστο δυνατό, τους άλλους Ευρωπαίους και να εξασφαλίσει ισάξιες ευκαιρίες για οικονομική ανάπτυξη.[lxxiv]

 

Συμπεράσματα

Κατά τα χρόνια 1952-1963 η χώρα βίωσε μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, η οποία συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός μακροπρόθεσμου πολιτικού σχεδίου και στρατηγικής. Οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, η οποία έδωσε σε πολιτικούς, που διέθεταν στρατηγική σύλληψη, τη δυνατότητα να  αναπτύξουν και να εφαρμόσουν τους κεντρικούς άξονες μιας ευρωπαϊκής και μιας πολιτιστικής πολιτικής, που, με τη σειρά τους, θα ενίσχυαν το επίπεδο ανάπτυξης. Ο πολιτισμός, ιδωμένος ως το θεμέλιο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες του προγράμματος ανάπτυξης. Θεωρήθηκε ένα σημαντικό εργαλείο ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η Ελλάδα διεκδικούσε μια ουσιαστική θέση στην Ευρώπη, εφόσον η ίδρυση της ΕΟΚ λειτούργησε ως εφαλτήριο για την διεκδίκηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσής της. Το πολιτιστικό σχέδιο δράσης, που αναπτύχθηκε από τις κυβερνήσεις της εξεταζόμενης περιόδου, αποτύπωνε ακριβώς αυτές τις προτεραιότητες και την οπτική των υπευθύνων πίσω από αυτήν την αναβάθμιση του πολιτισμού τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Για τους Ευρωπαίους, η Ελλάδα ήταν κυρίως η αρχαία Ελλάδα, το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να γίνει διαχωρισμός στον σχεδιασμό πολιτιστικής πολιτικής από την παράδοση που υπήρχε στη δυτική Ευρώπη. Αντίθετα, ήταν λογικό, στο πλαίσιο προσέλκυσης τουριστών, να προωθηθεί μια εικόνα, ήδη γνωστή και εύκολα αναγνωρίσιμη. Σε αυτήν τη λογική, μπορούν να συμπεριληφθούν και οι δύο σημαντικότερες πρωτοβουλίες του β’ μισού της δεκαετίας του ’50, τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, καθώς και η εκδήλωση «Ήχος και Φως», που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού. Η προώθηση του τουρισμού ήταν απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την ανάπτυξη της πολιτιστικής πολιτικής, που θα επέτρεπε την επίτευξη των σημαντικότερων στόχων της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ουσιαστικό στοιχείο, πάντως, ήταν η εμφανής προσπάθεια για διάδραση μεταξύ της νέας συγκροτημένης πολιτιστικής πολιτικής και της οικονομίας, πρωτίστως μέσω της σύνδεσής της με τον τουρισμό, όσο και με άλλες ανάγκες της χώρας, π.χ. τη δημιουργία υποδομών και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 προσπαθούσε αγωνιωδώς να ανέλθει οικονομικά, μετά από μια εφιαλτική περίοδο (1922-1949). Οι λιγοστοί πόροι της, επομένως, όφειλαν να κατευθυνθούν σε τομείς που θα έφερναν αντίστοιχο οικονομικό αποτέλεσμα. Η νέα πολιτιστική πολιτική δεν συνόδευε απλώς την ευρύτερη εικόνα της οικονομικής ανόδου της χώρας μετά το 1953, και δεν ήταν μόνον το αποτέλεσμά της: είχε σκοπό παράλληλα να την υποστηρίξει, προσφέροντας και μέσα για την άσκηση μιας ήπιας δημόσιας διπλωματίας στο εξωτερικό και ειδικά στη δυτική Ευρώπη, που θα υποστήριζε τον στόχο της Σύνδεσης με την ΕΟΚ και την αποδοχή της Ελλάδας ως οργανικού τμήματος του ευρωπαϊκού συνόλου. Υπό αυτή την έννοια, η νέα πολιτιστική πολιτική αναπτύχθηκε ως μέρος του συνολικού σχεδιασμού για το μέλλον της χώρας.

Τέλος, αναφορικά με την υποπερίοδο 1963-1967, οι θέσεις της Ένωσης Κέντρου, εξαιτίας, κατά βάση, των εσωκομματικών διαφορών, δεν ήταν ούτε καλά καθορισμένες ούτε σταθερές. Είχε ένα πολύ πιο γενικό και θεωρητικό όραμα για την Ευρώπη, και δεν ανάπτυξε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική. Αν και οι κυβερνώντες μετά  την κρίση του 1965 έκαναν ένα νέο άνοιγμα προς την ΕΟΚ, δεν υπήρχε ούτε ο χρόνος, αλλά ούτε και ο απαιτούμενος χώρος ώστε να γίνει η σωστή προετοιμασία, και να υπάρχει πολιτική σαφήνεια. Η μόνη περίπτωση μιας συνεκτικής πολιτικής από τον χώρο του Κέντρου ήταν αυτή της εκπαίδευσης, η μεταρρύθμιση της οποίας αποτελούσε ουσιαστικό μέτρο για εξευρωπαϊσμό και ανάπτυξη. Και αυτή όμως η πολιτική έπεσε θύμα των εσωτερικών αντιπαλοτήτων της παράταξης μετά το 1965. Επομένως, η θεμελιώδης ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν αμφισβητήθηκε και ο στόχος της ανάπτυξης παρέμεινε μέσα στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων του Κέντρου. Ωστόσο, η έλλειψη σαφούς προσανατολισμού και η πολιτική αστάθεια, που εντάθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάληξη στην ταπεινωτική δικτατορία, οδηγώντας, έτσι, τα πράγματα σε βίαιη παύση της πορείας της χώρας μέσα στην μεταπολεμική εποχή.

H Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και υπότροφoς του ΙΚΥ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Βασιλάκης, Μανώλης (επιμ.), Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2009
  • Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa. Von der Truman-Doktrin bis zur Assoziierung mit der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft 1947-1961, Φρανκφούρτη, Peter Lang, 1999
  • Γεώργιος Παπανδρέου. Εξήντα χρόνια παρουσίας και δράσης στην πολιτική ζωή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1994
  • Διαμαντόπουλος, Θανάσης, Η ελληνική συντηρητική παράταξη: Ιστορική προσέγγιση και πολιτικά χαρακτηριστικά. Από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη στη ΝΔ του Έβερτ, Αθήνα, Παπαζήσης, 1994
  • Ζορμπά, Μυρσίνη, Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, Αθήνα, Πατάκης, 2016
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000
  • Καζάκος, Πάνος, Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Αθήνα, Πατάκης, 2001
  • Κωστής, Κώστας, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας, Αθήνα, Πατάκης, 2015
  • Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Αθήνα, Πατάκης, 2000
  • Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Διημερίδα, Αθήνα, 5 και 6 Οκτωβρίου 2000, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2002
  • Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, Φιλελεύθερη Θεωρία και Πρακτική στην πολιτική και στην κοινωνία της Ελλάδος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1991
  • Pelt, Mogens, Tying Greece to the West. US – West German – Greek Relations 1949-74, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 2006
  • Plassmann, Lorenz, Comme une nuit de Pâques ? Les relations franco-grecques 1944-1981, Βρυξέλλες, Peter Lang, 2012
  • Poimenidou, Antigoni-Despoina, La culture comme facteur d’européisation. Le rôle de l’argument culturel dans la politique européenne de la Grèce (1944-1979), Bruxelles, Peter Lang, 2020
  • Προβατά, Ανθή, Ιδεολογικά ρεύματα, πολιτικά κόμματα και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1950-1965). Ο λόγος για την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και ανάπτυξη, Αθήνα, Gutenberg, 2002
  • Ρήγος, Άλκης, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008
  • Ριζάς, Σωτήρης, Παρατάξεις και κόμματα στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Μπότσιου, Κωνσταντίνα, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αιώνα, τ. Α-Γ, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, 2008
  • Stefanidis, Ioannis, Stirring the Greek Nation. Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967, Ashgate, 2007
  • Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Αθήνα, Πατάκης, 2010

Σημειώσεις

[i] Η περίοδος από το 1952 μέχρι και το 1963 χαρακτηρίζεται από την επικράτηση της Δεξιάς – Ελληνικός Συναγερμός (1952-1956) και ΕΡΕ (1956-1963) –, η οποία κατέστησε φανερό, ήδη από τις εκλογές του 1952, ότι αντικατόπτριζε μια πολιτική κατεύθυνση συνολικού χαρακτήρα με μακροχρόνια προοπτική. [Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Αθήνα, Πατάκης, 2000, σ. 179. Βλ. ακόμα Δαφνής, Γρηγόριος, Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλος (1894-1964), Αθήνα, Ίκαρος, 1970].

[ii] Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Αθήνα, Πατάκης, 2010, σ. 269-270.

[iii] Βλ. Σταύρου, Νικόλαος, Συμμαχική πολιτική και στρατιωτικές επεμβάσεις: ο πολιτικός ρόλος των Ελλήνων στρατιωτικών, Αθήνα, Παπαζήσης, 1976.

[iv] Βλ. Κωστής, Κώστας, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας, Αθήνα, Πατάκης, 2015, σ. 722 κ’ εξής / Ριζάς, Σωτήρης, Παρατάξεις και κόμματα στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016, σ. 21

[v] Νικολακόπουλος, Ηλίας, «Η περίοδος της Ανάπτυξης 1949-1967. Από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου έως την άνοδο της Ένωσης Κέντρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σσ. 172-223, σ. 194.

[vi] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Διαμαντόπουλος, Θανάσης, Η ελληνική συντηρητική παράταξη: Ιστορική προσέγγιση και πολιτικά χαρακτηριστικά. Από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη στη ΝΔ του Έβερτ, Αθήνα, Παπαζήσης, 1994.

[vii] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 345-361.

[viii] Βλ. Καζάκος, Πάνος, Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Αθήνα, Πατάκης, 2001, σ. 128-169.

[ix] Ό.π., σ. 169.

[x] Ό.π.. σ. 169-176.

[xi] Η συμφωνία με τη Γαλλία υπογράφτηκε στις 15 Ιουλίου 1953 (Αναφορά της Ελληνικής Πρεσβείας στο Παρίσι για τις οικονομικές σχέσεις με τη Γαλλία, 15 Απριλίου 1959, Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή [εφεξής ΑΚΚ], Φ. 12Α). Η συμφωνία με τη Γερμανία υπογράφτηκε στις 11 Νοεμβρίου 1953 και αφορούσε στην ανάπτυξη των διμερών εμπορικών συναλλαγών και ευρύτερα της οικονομικής συνεργασίας. (Συμφωνία για Οικονομική Συνεργασία ανάμεσα σε Ελλάδα και Δυτική Γερμανία, Νοέμβριος 1953, ΑΚΚ, Φ. 1Α).

[xii] Για τον Παπαληγούρα, βλ. Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης, «Ο “ρεαλιστικός φιλελευθερισμός” του Παναγή Παπαληγούρα και η οικονομική πολιτική της περιόδου 1952-67», Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, τ. Α’, Αθήνα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994, σσ. 376-381.

[xiii] Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 342.

[xiv] Βλ. Ψαλιδόπουλος, «Ο οικονομικός φιλελευθερισμός στην Ελλάδα», Φιλελεύθερη Έμφαση, 41 (2009), σσ. 114-125.

[xv] Αποτελούσε βασικό αίτημα των ριζοσπαστών ήδη από τη δεκαετία του ’30, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στον πυρήνα της ΕΡΕ. [Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 351].

[xvi] Για την αναλυτική παρουσίαση των διαπραγματεύσεων και της πορείας μέχρι τη Σύνδεση, βλ. Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa: Von der Truman-Doktrin bis zur Assoziierung mit der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft, 1947-1961, Φρανκφούρτη, Peter Lang, 1999.

[xvii] Βλ. Ομιλία του Π. Παπαληγούρα «Η Σύνδεσις της Ελλάδος με την ΕΟΚ» (10/07/1961), στο Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης (επιμ.), Παναγή Παπαληγούρα. Ομιλίες-Άρθρα, Αθήνα, Αίολος, 1996, σ. 246.

[xviii] Διαμαντόπουλος, Θανάσης, «Η Ένωση Κέντρου και η πολιτική κρίση του 1965», Γεώργιος Παπανδρέου. Εξήντα χρόνια παρουσίας και δράσης στην πολιτική ζωή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1994, σ. 306.

[xix] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Χρηστίδης, Χρήστος, Ανένδοτος Αγώνας. Η Ένωση Κέντρου ενώπιον της ρήξης 1961-1963, Αθήνα, Επίκεντρο, 2018.

[xx] Βλ. Αλιβιζάτος, Νίκος, «Πέραν του συνταγματικού ρεαλισμού: Καραμανλής και Ντε Γκωλ μπροστά στο Σύνταγμα», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2001, σσ. 85-91.

[xxi] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 501.

[xxii] Βλ. Διαμαντόπουλος, Θανάσης, «Η Ένωση Κέντρου: Κόμμα αρχών ή ομάδα εξουσίας;», Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, Φιλελεύθερη Θεωρία και Πρακτική στην πολιτική και στην κοινωνία της Ελλάδος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1991, σσ. 131-149, σ. 131-133.

[xxiii] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Meynaud, Jean, Les forces politiques en Grèce, Lausanne, 1965 / Ρήγος, Άλκης, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008 / Βασιλάκης, Μανώλης (επιμ.), Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2009.

[xxiv] Δύο σημαντικά παραδείγματα αποτελούν η αναβάθμιση του ΚΟΕ σε Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνών (ΚΕΠΕ) και η οργανική σύνδεσή του με το υπουργείο Συντονισμού, και, από την άλλη πλευρά, η καθιέρωση του «Πόθεν έσχες», σε μια προσπάθεια ελέγχου της πολιτικής διαφθοράς. [Βλ. Καζάκος, Πάνος, ό.π., σ. 262-263].

[xxv] Η ΕΡΕ επέμενε στην ανάγκη για προτεραιότητα της νομισματικής σταθερότητας, ενώ η Ένωση Κέντρου τόνιζε τη σημασία να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες ανισότητες, και να υπάρξει μια συμμετοχή επί ίσοις όροις των εργαζομένων στα οφέλη της ανάπτυξης. [Καζάκος, Πάνος, ό.π., 176].

[xxvi] Βόγλης, Πολυμέρης, Ο Paul Porter και η Αμερικανική οικονομική αποστολή στην Ελλάδα (18 Ιανουαρίου-22 Μαρτίου 1947), τ. 27, Αθήνα, Μνήμων, 2005, σ. 285-300. Για το Σχέδιο Μάρσαλ βλ. Σταθάκης, Γιώργος, Το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ. Η Ιστορία της Αμερικάνικης Βοήθειας στην Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004.

[xxvii] Βλ. Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Καθοριστικές παράμετροι στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1936-1949 – Γενικές διαπιστώσεις και υποθέσεις», στο Φλάισερ, Χάγκεν (επιμ.), Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και Συνέχειες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σ. 37-43.

[xxviii] Βλ. Iatrides, John, «Αμερικανικές παρεμβάσεις στην Ελλάδα του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου. Η αναζήτηση του «ισχυρού ανδρός» και η «λύση Παπάγου»», στο Μαραντζίδης, Νίκος, Μιχαηλίδης, Ιάκωβος, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος. Επεκτείνοντας τις ερμηνείες, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2018, σσ. 19-48.

[xxix] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008, σ. 30-33.

[xxx] Η σύγκλιση των απόψεων Πλαστήρα και Παπάγου είναι εμφανής. (Ελευθερία, 19 Φεβρουαρίου 1952).

[xxxi] Στεφανίδης, Ιωάννης, «Οι εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας 1949-1955. Σε αναζήτηση ασφάλειας», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σσ. 237-247.

[xxxii] Ό.π., σ. 247.

[xxxiii] Βλ. υποσημείωση 11.

[xxxiv] Βλ. Pelt, Mogens, Tying Greece to the West. US – West German – Greek Relations 1949-74, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 2006, p. 80-81. Για μεγαλύτερη ανάλυση, βλ. Stefanidis, Ioannis, Stirring the Greek Nation. Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967, Ashgate, 2007.

[xxxv] Το σημαντικότερο παράδειγμα είναι η ένθερμη υποστήριξη του Σχεδίου Μπριάν (1929) από την κυβέρνηση Βενιζέλου, που εκτός των άλλων συνέβαλε και στην επαναπροσέγγιση Ελλάδας-Γαλλίας. Βλ. Svolopoulos, Constantin, « L’attitude de la Grèce vis-à-vis du Projet Briand “d’Union Fédérale de l’Europe” », Balkan Studies, 29/1 (1988), pp. 29-38.

[xxxvi] Βλ. μεταξύ άλλων Αλεξάνδρου, Χαράλαμπος, «Βρετανική και ελληνική προπαγάνδα για την Κύπρο, 1954-1958: η διεθνής πτυχή», στο Παπαπολυβίου, Πέτρος, Συρίγος, Άγγελος, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945-1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο, Αθήνα-Λευκωσία, Πατάκης/Κέντρο Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος, 2013, σσ. 85-95 / Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού: Η δεκαετία του 1950, Αθήνα, Πατάκης, 2004.

[xxxvii] Βλ. Fontaine, Pascal, Jean Monnet. L’inspirateur, Paris, Jacques Grancher, 1988, p. 155-161.

[xxxviii] Η περαιτέρω σύσφιξη των ελληνογαλλικών σχέσεων, σε μεγάλο βαθμό χάρη στη στήριξη της Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ από τη Γαλλία ξεκίνησε το 1960 με την επίσημη επίσκεψη Καραμανλή στη γαλλική πρωτεύουσα και κορυφώθηκε με την επίσκεψη Ντε Γκωλ στην Ελλάδα τρία χρόνια αργότερα. (Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, ό.π., σ. 167-181.)

[xxxix] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Η “Ευρώπη” του Καραμανλή», Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Ευρωπαϊκή Πορεία της Ελλάδας, Διημερίδα 25-26 Νοεμβρίου 1999, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2000, σσ. 23-27 / Βαληνάκης, Γιάννης, «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση στη σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Διημερίδα, Αθήνα, 5 και 6 Οκτωβρίου,  Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2002, σσ. 127-132 / Morelle, Chantal, «Les conceptions européennes du Général de Gaulle», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, ό.π., σσ. 133-147.

[xl] Χαρίτος, Σπύρος, Ελλάδα-ΕΟΚ 1959-1979. Από τη Σύνδεση στην Ένταξη, Αθήνα, Παπαζήσης, 1981, σ. 15-17.

[xli] Οι επιφυλάξεις σχετίζονταν πρωτίστως με τα αγροτικά προϊόντα και τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο που θα είχε η σύνδεση με την Ελλάδα στις οικονομίες χωρών με παρόμοια παραγωγή, όπως π.χ. η Ιταλία. [Για μια αναλυτική παρουσίαση της πορείας των διαπραγματεύσεων, βλ. Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa, ό.π.].

[xlii] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Η ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας και ο στρατηγός Ντε Γκωλ 1959-1963», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, ό.π., σσ. 167-181, σ. 177-178.

[xliii] Μπότσιου, Κωνσταντίνα (επιμ.), Παναγής Παπαληγούρας. Η Κύρωση της Συμφωνίας Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1962), Τετράδια Κοινοβουκευτικού Λόγου Ι, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2010, σ. 13.

[xliv] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνική Ευρωπαϊκή Πολιτική, 1965-1966. Επαναδραστηριοποίηση στο Κοινοτικό Πλαίσιο, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, 2003.

[xlv] Ελευθερία, 13 Νοεμβρίου 1965.

[xlvi] Βλ. Poimenidou, Antigoni-Despoina, La culture comme facteur d’européisation. Le rôle de l’argument culturel dans la politique européenne de la Grèce (1944-1979), Βρυξέλλες, Peter Lang, 2020, σ. 69-76.

[xlvii] Η νέα αυτή τάση γεννήθηκε στην Ελλάδα μέσα στον μεσοπόλεμο. Οι εκπρόσωποί της – πολιτικά προσκείμενοι από τη Δεξιά/Κεντροδεξιά (π.χ. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος) μέχρι και το Κέντρο (π.χ. Γιώργος Θεοτοκάς), παρόμοιων απόψεων στο φάσμα του ριζοσπαστικού ρεύματος, έκαναν έκκληση στη νέα γενιά να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα· το βλέμμα τους στράφηκε στην Ευρώπη σχεδόν φυσικά. Για πρώτη φορά, εκφράστηκε στο Ελεύθερο Πνεύμα του Γιώργου Θεοτοκά (1929) και εκπροσωπήθηκε έντονα και στο μυθιστόρημα του ίδιου Αργώ (1936), στο οποίο υπογράμμισε τη σημασία της ελληνικότητας, και μιας Ελλάδας ικανής να υπερασπιστεί το παρελθόν και την ιστορία της έναντι του στους άλλους Ευρωπαίους. Σημαντικό είναι να υπογραμμιστεί ότι οι ιδέες τους πραγματοποιήθηκαν υπό την επήρεια σημαντικών γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, ο ελληνικός Ευρωπαϊσμός παρέμεινε μια θεωρητική επιλογή χωρίς εφαρμογή στην πολιτική ατζέντα, αφού η Ευρώπη παρέμενε διαιρεμένη βαθιά μεταξύ της δυτικής δημοκρατίας, του φασισμού και του κομμουνισμού. Στο τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, ο θρίαμβος επί του φασισμού άνοιξε το δρόμο για την οικοδόμηση μιας νέας και δημοκρατικής Ευρώπης· υπήρχε πλέον η δυνατότητα για την εφαρμογή ενός πρακτικού Ευρωπαϊσμού. Προσχωρώντας δε στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, μερικοί από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της νέας γενιάς διανοουμένων, είχαν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τη θεωρία της ελληνικής προσέγγισης της Ευρώπης σε πράξη. [Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Poimenidou, Antigoni-Despoina, « Culture, Politique et Démocratie : Les Grecs à la recherche d’une option européenne, 1929-1982 », Les Cahiers IRICE, 12 (2014/2), σσ. 105-117].

[xlviii] Ομιλία Κ. Τσάτσου, Δεκέμβριος 1961, Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου [εφεξής ΑΚΤ], φ. 65/5.

[xlix] Ο τουρισμός στην Ελλάδα – Συνοπτική παρουσίαση για την ανάπτυξη και τη σύγχρονη κατάσταση, Αύγουστος 1965, ΑΚΤ, φ. 68/2.

[l] Ομιλία Κ. Τσάτσου ‘Ο Τουρισμός και η ανάπτυξή του στην Ελλάδα’, 30 Μαρτίου 1960, ΑΚΤ, φ. 57/4.

[li] Περίληψη εξαγγελίας Κ. Τσάτσου, 7 Απριλίου 1956, στο Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, τ. Β’, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Εκδοτική Αθηνών, 1992, σ. 50-51.

[lii] Ο τουρισμός στην Ελλάδα – Συνοπτική παρουσίαση για την ανάπτυξη και τη σύγχρονη κατάσταση, ό.π.

[liii] Τουριστικό πρόγραμμα, [196_], ΑΚΤ, φ. 63/3.

[liv] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, ό.π., σ. 195-196.

[lv] Ό.π,, σ. 217-218.

[lvi] Από το 1957, στο συγκεκριμένο θέατρο ανέβηκαν παραστάσεις αρχαίου δράματος, αναβαθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πολιτιστικά τη βόρεια Ελλάδα. [Κείμενο του τοπικού γραφείου τουρισμού Καβάλας-Θάσου, 19 Αυγούστου 1958, ΑΚΚ, Φ. 355Α].

[lvii] Αναφορά συνεδρίασης της επιτροπής της βουλής για το νόμο 35, 21 Ιουλίου 1961, ΑΚΤ, φ. 63/1.

[lviii] Για περισσότερη ανάλυση, βλ. Ευαγγελάτος, Σπύρος, «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος», στο Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Μπότσιου, Κωνσταντίνα, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αιώνα, τ. Γ’, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, 2008, σσ. 274-277.

[lix] Ο ρόλος του Θεοτοκά στην ίδρυση του ΚΘΒΕ υπήρξε σημαντική καθώς ήταν πρότασή του, κατά τις συζητήσεις με τον Καραμανλή για την προώθηση της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής στη Βόρεια Ελλάδα.

[lx] Έγγραφο για το ΚΘΒΕ, [196_], ΑΚΤ, φ. 57/1.

[lxi] Σημειώσεις Κ. Τσάτσου για το θέατρο, [196_], ΑΚΤ, φ. 57/3.

[lxii] Ό.π.

[lxiii] Αυτός ήταν και ο λόγος που οι προσκλήσεις συμμετοχής απευθύνονταν τόσο σε Έλληνες καλλιτέχνες, διεθνώς αναγνωρισμένους, όσο και σε ξένους.

[lxiv] Πρόγραμμα Φεστιβάλ Αθηνών του έτους 1958.

[lxv] Κείμενο σχετικό με τα Φεστιβάλ, 1956, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, ό.π., σ. 175.

[lxvi] Πρόγραμμα Φεστιβάλ Αθηνών του έτους 1956.

[lxvii] Κατάλογος προσκεκλημένων, 1956, ΑΚΤ, φ. 55/6.

[lxviii] Πρέπει να τονιστεί ότι, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, παρά την επιτυχία των Φεστιβάλ και της ζητούμενης προβολής της χώρας στο εξωτερικό, οι φωνές, που ασκούσαν κριτική, υπήρξαν πολυπληθείς. Σε αρκετές περιπτώσεις προέκυψαν ερωτήματα αναφορικά με τις δαπάνες για τη συμμετοχή ορισμένων καλλιτεχνών διεθνούς φήμης, όπως στην περίπτωση της Μαρίας Κάλλας το 1957, καθώς και διαφωνίες σε ζητήματα εκμοντερνισμού. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της χορογραφίας του Οικονομίδη στον Ορφέα, το 1956 [Τα Νέα, 7 Ιουνίου 1956], και η παράσταση των Ορνίθων του θεάτρου τέχνης, το 1959, το οποίο μάλιστα προκάλεσε δημόσιο διάλογο – Μάνος Χατζιδάκις, υπέρ (Τα Νέα, 1 Σεπτεμβρίου 1959) / Άγγελος Τερζάκης, κατά (Το Βήμα, 1 Σεπτεμβρίου 1959) –, και μια σειρά από καρικατούρες του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ύστερα από την απόφασή του για απόσυρση της παράστασης από το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι φανερό ότι σε μια κοινωνία, ακόμα διχασμένη από τον Εμφύλιο, και αρκετά συντηρητική, διαφωνίες και, σε αρκετές περιπτώσεις, η πόλωση ήταν αναπόφευκτες. [Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, «Το πνευματικό υπόβαθρο των πολιτικών επιλογών του Κωνσταντίνου Τσάτσου», Κωνσταντίνος Τσάτσος, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, 2018, σ. 102]. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι την εξεταζόμενη περίοδο ακόμη υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους εκπροσώπους των διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών αναφορικά με την αντίληψη της έννοιας «πολιτισμός» και τι αυτός ο τελευταίος όφειλε να αντιπροσωπεύει. [Βλ., Ζορμπά, Μυρσίνη, Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, Αθήνα, Πατάκης, 2016].

[lxix] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Plassmann, Lorenz, Comme une nuit de ques ? Les relations franco-grecques 1944-1981, Βρυξέλλες, Peter Lang, 2012, σ. 125-128.

[lxx] Γράμμα του Μαλρώ στον Τσάτσο, 31 Μαρτίου 1959, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxi] Ομιλία του Μαλρώ στην Ακρόπολη, 28 Μαΐου 1959, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxii] Βλ. αποκόμματα τύπου, ΑΚΤ, φ. φ. 64/1.

[lxxiii] Βλ. ομιλίες των Τσάτσου και Μαλρώ στην Ακρόπολη, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxiv] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Παπανούτσος, Ευάγγελος, Αγώνες και αγωνία για την Παιδεία, Αθήνα, Ίκαρος, 1965 / Τουλούπης, Φάνης, «Τριάντα χρόνια από την Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. “Δίσεκτοι Χρόνοι”», Πρακτικά Συνεδρίου «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964: Τριάντα χρόνια μετά», Πάτρα 12 και 13 Νοεμβρίου 1994, Πάτρα, Ένωση Φίλων του Ιδρύματος Γεωργίου Παπανδρέου, 1995, 81-101 / Γέρου, Θεόφραστος, «Η βαθύτερη σημασία της εκπαιδευτικής αλλαγής του 1964. Απαγκίστρωση από αγκυλώσεις», Πρακτικά Συνεδρίου «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964: Τριάντα χρόνια μετά», ό.π., σ. 163-168 / Προβατά, Ανθή, Ιδεολογικά ρεύματα, πολιτικά κόμματα και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1950-1965). Ο λόγος για την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και ανάπτυξη, Αθήνα, Gutenberg, 2002.

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Το επεισόδιο Baralong (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1915). Ένα άγνωστο έγκλημα πολέμου των Βρεταννών

 

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

 

Το επεισόδιο Baralong (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1915). 

Ένα άγνωστο έγκλημα πολέμου των Βρεταννών

 

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απεκλήθη «ο πόλεμος που θα τερμάτιζε όλους τους πολέμους». Στο πλαίσιο αυτό, κάθε μέσον για την επικράτηση εθεωρείτο θεμιτό. Ο άνθρωπος «εξαχρειώθηκε» στον ύψιστο βαθμό και αποτρόπαια εγκλήματα έλαβαν χώρα στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ένα εξ αυτών συνιστά η εν ψυχρώ δολοφονία των μελών του υποβρυχίου U-27, από άνδρες του βρεταννικού Ναυτικού, την 19η Αυγούστου 1915.

Το θέρος του 1914, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μεταξύ αφ’ ενός μεν των δυνάμεων της Τριπλής Συνεννοήσεως (Triple Entente), στην οποία συμμετείχαν η Γαλλία, η Μεγ. Βρεταννία και η Ρωσσία, αφ’ ετέρου δε των Κεντρικών Αυτοκρατοριών (Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας). Αφορμή απετέλεσε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από Σέρβους παρακρατικούς στο Σεράγεβο. Τον Απρίλιο του 1915, η Ιταλία (που ήταν μέλος της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών αλλά είχε επιλέξει να μείνει ουδέτερη, μη τηρώντας τις συμβατικές υποχρεώσεις της) άλλαξε στρατόπεδο, συμπαρατασσόμενη με την Entente. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είχε ήδη προσχωρήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Τριπλή Συνεννόηση υπερτερούσε των αντιπάλων της τόσο σε αριθμό μεραρχιών (212 έναντι 146) όσο και σε αριθμό θωρηκτών (39 έναντι 20) αλλά η διαφορά αυτή ισοσκελιζόταν από το υψηλό επίπεδο ηγεσίας, εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας του γερμανικού στρατού. Επίσης, η γερμανική στρατηγική ήταν η μόνη που μπορούσε να επιφέρει την ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού και την ταχεία λήξη του πολέμου στις πρώτες φάσεις του. Στην θάλασσα, όμως, η υπεροχή των κρατών της Συνεννοήσεως ήταν συντριπτική. Το βρεταννικό Πολεμικό Ναυτικό ήταν πολύ ισχυρό. Η συμπαράταξή του με τους Γάλλους του έδινε ένα σαφές πλεονέκτημα, αν και οι Γερμανοί είχαν κάνει άλματα προόδου, τις προηγούμενες δεκαετίες, κυρίως με τους δύο νόμους για τον στόλο, που εισηγήθηκε ο διορατικός Ναύαρχος Άλφρεντ φον Τίρπιτς (Alfred Peter Friedrich von Tirpitz).

 

Ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας Γουλιέλμος Β΄ (αριστερά) και ο Ναύαρχος Άλφρεντ φον Τίρπιτς (στο μέσον).

Αν και ο «Στόλος Ανοικτής Θαλάσσης» (Hochseeflotte) ήταν αρκούντως ισχυρός, μειονεκτούσε έναντι του αντιστοίχου βρεταννικού σε δύναμη πυρός, ταχύτητα, βεληνεκές, ενώ οι Γερμανοί δεν διέθεταν και ναυτική παράδοση. Προς τούτο, το γερμανικό Ναυαρχείο αξιοποίησε κατά κόρον τα υποβρύχια με στόχο να πλήξει τον ανεφοδιασμό των Βρεταννών, οι οποίοι εξηρτώντο σε μεγάλο βαθμό από πρώτες ύλες, προερχόμενες από τις ανά τον κόσμο πολυπληθείς αποικίες τους.

Aρχικώς, οι κυβερνήτες των υποβρυχίων εσέβοντο απολύτως το Δίκαιο του Πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, μετά τον εντοπισμό του «στόχου», αναδύονταν και προειδοποιούσαν το πλοίο να σταματήσει. Κατόπιν, ένα άγημα ναυτών επιβιβαζόταν στο πλοίο και πραγματοποιούσε έλεγχο επί του φορτίου. Εάν διαπιστωνόταν ότι προορισμός του ήταν κάποιος βρεταννικός λιμένας, δινόταν χρόνος στο πλήρωμα να μεταβεί στις σωσίβιες λέμβους και μετά το πλοίο βυθιζόταν με πυρά πυροβόλου. Η δράση αυτή περιόριζε τις απώλειες σε αμάχους αλλά ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, εκθέτοντας το υποβρύχιο στον κίνδυνο εντοπισμού του.

Στα πρώτα στάδια του πολέμου, το βρεταννικό Ναυαρχείο υποτιμούσε τα υποβρύχια, δίνοντας έμφαση στις μονάδες επιφανείας και δη στα θωρηκτά. Μάλιστα, κάποιος ανώτατος διοικητής είχε δηλώσει: «Όλοι οι κυβερνήτες και τα πληρώματα υποβρυχίων που θα συλλαμβάνονται πρέπει να οδηγούνται στην κρεμάλα ως κοινοί πειρατές!». Αυτή η προσέγγιση οδήγησε στην μη παραχώρηση συνοδείας πολεμικών στα εμπορικά σκάφη, τα οποία διέσχιζαν τον Ατλαντικό. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της νυκτός, τα πλοία έπλεαν μερικώς φωτισμένα, αποτελώντας εύκολο στόχο.

Χαρακτηριστικότερο, όμως, παράδειγμα της έλλειψης προνοητικότητας των Βρεταννών ως προς την ισχύ των υποβρυχίων ήταν τα μέτρα που είχαν λάβει στο αγκυροβόλιο του Σκάπα Φλόου. Σύμφωνα με τις διαταγές, ομάδες ναυτών έπρεπε να περιπλέουν την βάση με μικρές κωπήλατες βάρκες. Το μόνο όπλο που θα έφεραν ήταν… ένα σφυρί! Εάν εντόπιζαν κάποιο περισκόπιο υποβρυχίου, έπρεπε να κωπηλατήσουν πάση δυνάμει και, αφού προσεγγίσουν το περισκόπιο, να το κτυπήσουν δυνατά με το σφυρί, αχρηστεύοντάς το! Σύντομα, έμελλαν να καταλάβουν (και μάλιστα με οδυνηρό τρόπο) το πόσο είχαν υποτιμήσει το νέο όπλο των αντιπάλων τους.

Η Royal Navy στη ναυτική βάση του Σκάπα Φλόου.

Ο αριθμός και το εκτόπισμα των πλοίων που βυθίζονταν άρχισε να αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο. Την 4η Φεβρουαρίου 1915, το Βερολίνο απεφάσισε να αντιδράσει στον αποκλεισμό, που του είχαν επιβάλλει οι Βρεταννοί στη Βόρεια Θάλασσα. Εξέδωσε μία διακήρυξη, βάσει της οποίας τα ύδατα γύρω από τις βρεταννικές νήσους χαρακτηρίζονταν «εμπόλεμη ζώνη», εντός της οποίας τα πλοία των κρατών της Συνεννοήσεως θα βάλλονταν άνευ προειδοποιήσεως. Μάλιστα, ο Γερμανός Αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ προειδοποίησε τα ουδέτερα κράτη πως ούτε τα πληρώματα ούτε οι επιβάτες τους θα ήταν ασφαλή εντός της ζώνης αυτής. Εάν το έπρατταν μετά την 18η Φεβρουαρίου του έτους εκείνου, τότε θα ανελάμβαναν και το σχετικό ρίσκο.

Οι Γερμανοί προέβησαν σε αυτή την κίνηση εξ αιτίας της πρακτικής των Βρεταννών να υψώνουν παραπλανητικά σημαίες ουδετέρων κρατών. Επίσης, ο ναυτικός αποκλεισμός είχε προκαλέσει την οργή της γερμανικής κοινής γνώμης και είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στον γερμανικό Τύπο. Σύμφωνα με το Βερολίνο, οι Βρεταννοί δεν έκαναν διάκριση μεταξύ φορτιών που προορίζονταν για ειρηνική ή μη χρήση με αποτέλεσμα ένας ολόκληρος λαός (ο γερμανικός) να κινδυνεύει με λιμό (όπερ και εγένετο ιδίως κατά τα έτη 1917-1921). Το Λονδίνο προχώρησε σε κλιμάκωση της πολιτικής του. Πιο συγκεκριμένα, η βρεταννική κυβέρνηση δήλωσε πως θα σταματούσε οιοδήποτε πλοίο πήγαινε προς ή έφευγε από την Γερμανία, το οποίο θα ελεγχόταν για να διαπιστωθεί κατά πόσον το φορτίο του θα κατέληγε σε Γερμανούς. Αυτό θα ίσχυε και για τα πλοία ουδετέρων κρατών. Επίσης, διεύρυνε τον κατάλογο όσων προϊόντων θα εθεωρούντο λαθραία. Τα μέτρα αυτά εξόργισαν τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ουόντροου Ουΐλσον (Thomas Woodrow Wilson) σε τέτοιο βαθμό ώστε να στείλει στους Βρεταννούς μία επίσημη διαμαρτυρία, χαρακτηρίζοντας τα νέα μέτρα πλήρη άρνηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των ουδετέρων κρατών. Σε κάθε περίπτωση, η νέα πολιτική του Λονδίνου είχε ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν τα αμερικανικά φορτία, που κατασχέθηκαν από τις βρεταννικές Αρχές.

Πάντως, οι γερμανικές ανακοινώσεις προκάλεσαν την αντίδραση του Προέδρου Ουΐλσον, ο οποίος τηλεγράφησε στο Βερολίνο πως θεωρούσε αδιανόητο ότι η Γερμανία σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει υποβρύχια εναντίον εμπορικών πλοίων. Το Βερολίνο θα ήταν υπόλογο για κάθε βύθιση εμπορικού πλοίου, καθώς και για τον τραυματισμό ή θάνατο οιουδήποτε Αμερικανού πολίτη. Τέλος, σημείωσε πως οι Η.Π.Α. θα έπαιρναν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν την ζωή και την περιουσία των υπηκόων τους και για να εξασφαλίσουν ότι αυτοί θα απελάμβαναν όλων των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους στα διεθνή ύδατα.

Η αμερικανική αντίδραση (προερχόμενη από τον ίδιο τον Πρόεδρο Ουΐλσον) προκάλεσε αίσθηση στους Γερμανούς ιθύνοντες και βάθυνε το χάσμα που χώριζε τους υποστηρικτές από τους πολέμιους του υποβρυχιακού πολέμου. Τελικώς, οι πρώτοι υπερίσχυσαν και κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους τον Κάιζερ, ο οποίος ήταν ο ανώτατος ηγέτης των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα από τα βασικά τους επιχειρήματα ήταν πως επέκειτο η διεξαγωγή μίας αγγλογαλλικής αποβάσεως στην βόρεια Γερμανία, στην περιοχή του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν. Οι Βρεταννοί είχαν διοχετεύσει έντεχνα αυτή την «φήμη» σε όσους πράκτορες των Γερμανών γνώριζαν με σκοπό να ωθήσουν το Βερολίνο όπως αποσύρει δυνάμεις από το δυτικό μέτωπο. Επίσης, «διέρρευσαν» ότι περίπου 100 πλοία συγκεντρώνονταν προς εκτέλεση του προαναφερθέντος «σχεδίου» στις δυτικές ακτές της Μεγ. Βρεταννίας. Προς αποτροπή του ενδεχομένου αυτού αλλά και για να καμφθεί η βρεταννική οικονομική ισχύς, απεφασίσθη η εντατικοποίηση της δράσεως των υποβρυχίων. Ο κυβερνήτης τους θα είχε απόλυτη ελευθερία να αποφασίσει εάν θα επιτιθόταν σε ένα πλοίο ή όχι.

Έχει γραφεί πως «ένας μοναχικός κυβερνήτης υποβρυχίου, συνήθως κάποιος νεαρός στα 20 ή στα 30 του, φιλόδοξος, με την λαχτάρα να βυθίσει όσο μεγαλύτερο τονάζ μπορούσε, μακρυά από την βάση του και μη μπορώντας να επικοινωνήσει μέσω ασυρμάτου με τους ανωτέρους του, με το βλέμμα του περιορισμένο στο μικρό οπτικό πεδίο που του πρόσφερε το περισκόπιο, είχε τώρα την εξουσία να κάνει ένα λάθος, το οποίο θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση ολόκληρου του πολέμου».[1]

Βεβαίως, το γερμανικό Ναυαρχείο επέστησε την προσοχή των κυβερνητών διότι έπρεπε παντί τρόπω να αποφευχθούν τα λάθη. Από την άλλη πλευρά, το καθήκον προς την πατρίδα (Vaterland) ήταν υπεράνω όλων. Και η πατρίδα τους (σ.σ. η Γερμανική Αυτοκρατορία) κινδύνευε να δεχθεί εισβολή. Ως εκ τούτου, ουδείς κυβερνήτης ήθελε να είναι υπαίτιος, έστω και εμμέσως, για την πραγματοποίηση αυτού του φοβερού ενδεχομένου. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Γουλιέλμος ανέφερε σε μία από τις διαταγές του την φράση «εάν, παρά την μεγάλη προσοχή, γίνουν λάθη, ο κυβερνήτης δεν θα θεωρηθεί υπεύθυνος».

Μολαταύτα, την 7η Μαΐου, το γερμανικό υποβρύχιο U-20 με κυβερνήτη τον 30χρονο Υποπλοίαρχο Βάλτερ Σβίγκερ (Walther Schwieger) βύθισε με μία και μόνη τορπίλλη το βρεταννικό υπερωκεάνιο Lusitania, στο οποίο επέβαιναν 1.198 άτομα. Δυστυχώς, αν και υπήρχε νηνεμία σώθηκαν μόνον 764 επιβάτες, καθώς το βρεταννικό Ναυαρχείο απηγόρευσε στα πολεμικά πλοία να πλεύσουν για βοήθεια προκειμένου να μην τορπιλλιστούν και αυτά. Πάντως, πολλοί διερωτούντο για την παντελή έλλειψη πλοίων συνοδείας ή έστω κάποιου αντιτορπιλλικού για να ακολουθεί το «Λουζιτάνια» κατά τον πλου του στην εμπόλεμη θαλάσσια ζώνη. Αργότερα, οι ψίθυροι έγιναν φωνές, όταν μαθεύτηκε η ύπαρξη του «Δωματίου 40»[2] και η λήψη μέτρων για την προστασία των πολεμικών πλοίων.

Την 10η Μαΐου, ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου Ουΐνστον Τσώρτσιλ (Winston Leonard Spencer Churchill) δήλωσε κυνικά στην Βουλή των Κοινοτήτων πως το εμπορικό ναυτικό οφείλει να προσέχει τα του οίκου του. Ο Τσώρτσιλ επεδίωξε να επιρριφθούν όλες οι ευθύνες στον καπετάνιο του Lusitania Ουΐλλιαμ Τόμας Τέρνερ (William Thomas Turner). Μάλιστα, έγραψε «πρέπει να κυνηγήσουμε τον Turner άνευ ετέρου». Μεταπολεμικά, σε βιβλίο του, επέρριπτε όλες τις ευθύνες σε αυτόν.

Η είδηση του τορπιλισμού του RMS Lusitania στον αμερικανικό Τύπο.

Εντούτοις, έπρεπε να βρεθεί μία λύση. Αν και «έπεσε στο τραπέζι» η ιδέα των νηοπομπών, το Ναυαρχείο την απέρριψε λόγω έλλειψης επαρκών πόρων, ενώ και πολλοί κυβερνήτες εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Προς τούτο, το βρεταννικό Ναυαρχείο άρχισε να χρησιμοποιεί τα λεγόμενα Q-Ships, που ήταν επιβατηγά, εμπορικά ή αλιευτικά σκάφη εξοπλισμένα με καμουφλαρισμένα πυροβόλα ή  παραλλαγμένα πολεμικά. Φαινόταν εύκολος στόχος εξ αποστάσεως αλλά μόλις ένα υποβρύχιο έβγαινε στην επιφάνεια για να το συλλάβει προκειμένου να πραγματοποιήσει έλεγχο, το πλήρωμα έβαλλε με τα καμουφλαρισμένα πυροβόλα, βυθίζοντάς το.

Κρυμμένο πυροβόλο στο κατάστρωμα ενός Q-ship.

Ορισμένες φορές, κάποια μέλη του πληρώματος προσποιούντο ότι ήθελαν να παραδοθούν προκειμένου να πειστούν οι Γερμανοί και να αναδυθεί το υποβρύχιο στην επιφάνεια. Οι Γερμανοί τα ονόμασαν «παγίδες των υποβρυχίων», ενώ η δράση τους απετέλεσε ένα καλά κρυμμένο μυστικό για τους Βρεταννούς

Χαρακτηριστικότερο, ίσως, όλων, ήταν το περιστατικό που έλαβε χώρα, την 19η Αυγούστου 1915. Στις 15.00 μ.μ. της ημέρας εκείνης, το ατμόπλοιο Nikosian με κυβερνήτη τον Τ.Χ. Μάννινγκ (C.H.Manning) πλησίαζε στις ΝΔ ακτές της Ιρλανδίας. Αρκετά πλοία είχαν ήδη τορπιλλισθεί στην ίδια θαλάσσια περιοχή την ημέρα εκείνη. Σχεδόν ταυτόχρονα ένα άλλο πλοίο 4.200 τόννων δίχως χαρακτηριστικά έπλεε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό δεν ήταν τόσο αθώο όσο φαινόταν. Ήταν το Q-Ship HMS Baralong, με κυβερνήτη τον Γκόντφρεϋ Χέρμπερτ (Godfrey Herbert), εξοπλισμένο με 3 πυροβόλα των 12 mm και βόμβες βυθού.

Ο Χέρμπερτ έφερε πλαστά έγγραφα και το όνομα Ουΐλλιαμ ΜακΜπράϊντ (William McBride). Eίχε  φοιτήσει σε αρκετά ναυτικά σχολεία και είχε υπηρετήσει σε υποβρύχια. Μάλιστα, ήταν κυβερνήτης διαδοχικά στα HMS C36, HMS C30 και HMS D5. Είχε μόλις διασωθεί από την βύθιση του τελευταίου εν ώρα υπηρεσίας και θεωρούσε την μετάθεσή του σε Q-ship δυσμενή, όπως και πιθανότατα ήταν, αν και η δικαιολογία που του ελέχθη ήταν πως δεν υπήρχε άλλο διαθέσιμο υποβρύχιο εκείνη την περίοδο.

Αρχικώς, τοποθετήθηκε στο ατμόπλοιο RMS Antwerp, ιδιοκτησίας της εταιρείας Great Eastern Railway, που έκανε δρομολόγια μεταξύ των βρεταννικών ακτών και της Ολλανδίας. Δυστυχώς για τον ίδιο, ουδεμία επιτυχία σημείωσε ως καπετάνιος του συγκεκριμένου πλοίου. Τον Απρίλιο του 1915, ανέλαβε κυβερνήτης στο HMS Baralong, το οποίο είχε μόλις υποστεί τις απαραίτητες μετατροπές. Τυπικά, η δράση των Q-Ships ξεκίνησε μετά την βύθιση του Lusitania αλλά πρακτικά είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα.

Σε απόσταση περίπου 80 μιλίων από τις νήσους Σίλλι (που βρίσκονται 25 μίλια δυτικά της χερσονήσου της Κορνουάλης), έλαβε ένα επείγον μήνυμα για βοήθεια από το υπερωκεάνιο Arabic της εταιρείας White Star Line, το οποίο είχε δεχθεί επίθεση από υποβρύχιο (το U-24). Το Baralong ύψωσε την αμερικανική σημαία (σ.σ. οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ουδέτερες) και έσπευσε στο σημείο του τορπιλλισμού. Δυστυχώς, όμως, το πλοίο βυθίστηκε πολύ γρήγορα.

Το Q-ship HMS Baralong.

Στην ιδία θαλάσσια περιοχή, περιπολούσε και το U-27, με κυβερνήτη τον Μπερντ Βάγκενερ (Bernd Wegener), ο οποίος είχε ήδη καταστεί πολύ γνωστός για την έως τότε δράση του. Είχε βυθίσει το υποβρύχιο Ε-3 και περισσότερα από 10 πλοία (συνολικού εκτοπίσματος 29.402 τόννων), τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν βρεταννικά. Ο Χέρμπερτ, πλησιάζοντας, δεν εντόπισε το Arabic, είδε όμως καπνό να βγαίνει από τα φουγάρα ενός άλλου πλοίου, του Nicosian. Ο Βάγκενερ είχε ήδη σταματήσει το προαναφερθέν πλοίο, που ταξίδευε για το Avonmouth, μεταφέροντας πυρομαχικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και 800 μουλάρια για πολεμική χρήση. Είχε στείλει 6 άνδρες του στο πλοίο, διατάσσοντας το πλήρωμα να επιβιβαστεί στις σωσίβιες λέμβους, που σύντομα απεμακρύνθησαν υπό τα όμματα των Γερμανών. Μόνον τότε, μπορούσε να ξεκινήσει την βύθιση του σκάφους, σύμφωνα με τους λεγόμενους «prize regulations», τους οποίους είχε τηρήσει απολύτως.

Έχει διατυπωθεί και η άποψη πως οι ναυτικοί του Nicosian εγκατέλειψαν αυτοβούλως το πλοίο, μετά τις πρώτες βολές του υποβρυχίου. Ο Βάγκενερ δεν ήθελε να ξοδέψει τορπίλες και ήταν αποφασισμένος να το βυθίσει, χρησιμοποιώντας άλλα μέσα. Το Baralong πλησίασε και από απόσταση μισού μιλίου έστειλε σήμα στους Γερμανούς, ζητώντας την άδειά τους να προσεγγίσει προκειμένου να παραλάβει μόνον τους επιζώντες, αίτημα το οποίο έγινε αμέσως αποδεκτόν. Ο Βάγκενερ είχε ξεγελαστεί, καθώς πίστεψε πως επρόκειτο για ένα αμερικανικό πλοίο, τόσο λόγω της σημαίας όσο και εξ αιτίας του εξωτερικού βαψίματός του.

Διάγραμμα του επεισοδίου.

Το Baralong έφθασε σχεδόν δίπλα στο γερμανικό υποβρύχιο. Τότε, άρχισε να βάλει με όσα όπλα διέθετε κατά του U-27, το οποίο βυθίστηκε σε 1 λεπτό! Συνολικά, τα 3 πυροβόλα έβαλαν 34 φορές, ενώ οι Γερμανοί μόλις μία. Λίγοι άνδρες από το πλήρωμα του υποβρυχίου πρόλαβαν να πέσουν στην θάλασσα και άρχισαν να κολυμπούν προς το Nicosian, καθώς υπήρχε ήδη μία σκάλα στα πλευρά του πλοίου. Οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν για τον ακριβή αριθμό των Γερμανών που γλίτωσαν τον θάνατο εκείνη την στιγμή. Αυτός κυμαίνεται από 6 έως 12 άνδρες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και ο κυβερνήτης Βάγκενερ. Τότε, οι Βρεταννοί έστρεψαν τα όπλα εναντίον τους και τους σκότωσαν όλους (εκτός από δύο) εν ψυχρώ. Δύο Γερμανοί πρόλαβαν να πιαστούν από την σκάλα του Nicosian αλλά δολοφονήθησαν πριν φτάσουν στο κατάστρωμα. Οι 6 Γερμανοί που είχαν επιβιβαστεί πρώτοι στο Nicosian κοιτούσαν αποσβολωμένοι, αδυνατώντας να πιστέψουν ότι άνδρες με στολή εκτελούσαν μία εν ψυχρώ δολοφονία. Έως τότε, ήταν οι μόνοι διασωθέντες από το πλήρωμα του υποβρυχίου.

Ο κυβερνήτης του U-27 Μπερντ Βάγκενερ (1884-1915).

Ακολούθως, ο Χέρμπερτ έφερε το Baralong στο πλάϊ του Nicosian. Η θάλασσα ήταν γαλήνια και οι άνδρες του πήδηξαν πάνω στο ατμόπλοιο. Ένας Γερμανός πυροβολήθηκε εξ επαφής, ενώ κάποιοι άλλοι τραυματίστηκαν προσπαθώντας να βρουν ένα μέρος όπως κρυφτούν (πίσω από βαρούλκα, βαρέλια κ.α.). Τελικώς, όλοι τους (τραυματισμένοι και μη) κατέφυγαν καταδιωκόμενοι στο μηχανοστάσιο. Τότε, ανέλαβαν δράση κάποια άλλα μέλη του πληρώματος, που δεν φορούσαν στολή. Αυτοί κατάγονταν από το Λίβερπουλ, που είχε υποφέρει αρκετά από την έως τότε δράση των γερμανικών υποβρυχίων και έδειξαν ιδιαίτερο μίσος, εξοντώνοντας έναν προς έναν όλους Γερμανούς. Φυσικά, αυτό ίσως να εξηγεί αλλά επ’ ουδενί λόγω δεν δικαιολογεί το αποτρόπαιο έγκλημα. Σε κάθε περίπτωση, είχαν εφαρμόσει κατά γράμμα τις εντολές του Χέρμπερτ, που τους είχε ζητήσει να μην δείξουν κανένα έλεος.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο,  βυθίστηκε το U-27 και εξοντώθηκε όλο το πλήρωμά του. Το Nicosian συνέχισε τον πλου του και έφθασε δίχως να αντιμετωπίσει άλλα προβλήματα στο Avonmouth. Βεβαίως, υπήρξε απόλυτη σιωπή εκ μέρους του βρεταννικού Ναυαρχείου και της βρεταννικής κυβερνήσεως. Μάλιστα, το Ναυαρχείο φαίνεται πως είχε διατάξει να μην συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι από εχθρικά υποβρύχια. Αλλά πολύ σύντομα το νέο διαδόθηκε στους λιμένες, όπου κατέπλευσαν το Baralong και το Nicosian. Οι μεν δράστες υπερηφανεύονταν για το «κατόρθωμά» τους, ορισμένοι εξ αυτών ισχυριζόμενοι ότι πήραν εκδίκηση για το α΄ ή β΄ τορπιλλισθέν πλοίο. Αλλά και το πλήρωμα του Nicosian δεν παρέμεινε σιωπηλό, καθώς είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυς μίας «μάχης». Πολλοί μίλησαν, όταν επέστρεψαν στην Αμερική και το θέμα έλαβε διαστάσεις. Ο καταγόμενος από το Μπέλφαστ Ουΐλλιαμ Κρεγκ (William Craig), που δούλευε στο πλοίο Torr Head, έμαθε για το συμβάν από έναν άλλον Ιρλανδό, μέλος του πληρώματος του Nicosian. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί σε ένα bar. Αρχικώς, ο αυτόπτης μάρτυς δεν ήθελε να του πει περισσότερα, επειδή είχαν δοθεί σχετικές εντολές αλλά όταν ξαναβρέθηκαν (στο ξενοδοχείο όπου διέμενε ο Κρεγκ) του περιέγραψε το  έγκλημα με κάθε λεπτομέρεια.

Πιθανότατα, έφερε βαρέως το ότι δεν αντέδρασε σε αυτή την εν ψυχρώ δολοφονία. Ο αρχιθαλαμηπόλος του Nicosian ούρλιαζε τα βράδια και ξυπνούσε ιδρωμένος, ξαναζώντας τον ίδιο «εφιάλτη», τον οποίο είχε διηγηθεί σε αρκετούς άλλους ναυτικούς, με τους οποίους συνταξίδευε ανά καιρούς. Εις εξ αυτών ήταν και ο Τζέρρυ Ο’Νηλ (Gerry O’Neill), ο οποίος έγραψε και σχετικό άρθρο. Επίσης, κάποιοι από το πλήρωμα επέλεξαν να αλλάξουν όνομα και επώνυμο, θέλοντας να αποφύγουν κάθε σχέση με την δολοφονία, ενώ λίγοι εξ αυτών παρέμειναν στην ίδια εταιρεία (Leyland  Line) έως την διάλυσή της, το 1934. Αντιθέτως, ο Χάρολντ Έντγκαρ Ουΐλκινσον (Harold  Edgar  Wilkinson), που υπηρετούσε στο Baralong ως βαθμοφόρος του σώματος των εθελοντών στο Βασιλικό Ναυτικό, δεν ένιωθε καμμία τύψη. Την δεκαετία του 1960, σε μία αδημοσίευτη συνέντευξη που απεκάλυψε ο εγγονός του μετά από δεκαετίες, δήλωσε κυνικά: «Η αίσθησή μου ήταν ότι όλα όσα συνέβησαν υπήρξαν φυσιολογικά. Δεν έγινε κάτι το τρομερό. Δεν μπορείς να αφήσεις στα χέρια του εχθρού ένα δικό σου πλοίο».

Αναμνηστικά μετάλλια του χαράκτη Karl Goetz με θέμα το επεισόδιο Baralong για λογαριασμό του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Οι Γερμανοί έμαθαν το συμβάν μέσω των πρακτόρων τους που δρούσαν στο βρεταννικό έδαφος και το προσέθεσαν στην λίστα των εν ψυχρώ δολοφονιών αξιωματικών και οπλιτών/ναυτών τους από τις δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Το έγκλημα αυτό παρεβίαζε κατάφωρα τις Συμβάσεις της Χάγης του 1899 και του 1907. Μάλιστα, η μαρτυρία Αμερικανών αυτοπτών μαρτύρων υπήρξε καταλυτική και καθιστούσε το γεγονός αδιαμφισβήτητο. Η άρνηση του Λονδίνου να προσαγάγει ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας (και δη τον Χέρμπερτ) αλλά και να διεξαχθεί τουλάχιστον μία αμερόληπτη έρευνα από τρίτες χώρες εξόργισε το Βερολίνο τόσο πολύ ώστε να διατάξει την εντατικοποίηση του υποβρυχιακού πολέμου.

Χιουμοριστική απεικόνιση ενός τραγικού συμβάντος.

Το βρεταννικό Ναυαρχείο τίμησε τον Χέρμπερτ με μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων (DSO)! Πάντως, οι Βρεταννοί συνέχιζαν ακόμη να τον αποκαλούν «Ουΐλλιαμ ΜακΜπράϊντ». Η ταυτότητά του παρέμεινε μυστική για το ευρύ κοινό μέχρι τη δημοσίευση της βιογραφίας του E. Keble Chatterton (ο οποίος είχε υπηρετήσει στα Q-Ships), το 1935 Μεταπολεμικά, απεδύθησαν σε συντονισμένες προσπάθειες να συσκοτίσουν τα γεγονότα, φέροντας στο προσκήνιο διάφορα στοιχεία με σκοπό να ελαφρύνουν την θέση του πληρώματος και ιδίως του Χέρμπερτ. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν την ύπαρξη και ενός δεύτερου υποβρυχίου στην περιοχή αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Επίσης, κάποιοι άλλοι έγραψαν ότι ο Χέρμπερτ φοβόταν πως οι Γερμανοί μπορεί να χρησιμοποιούσαν τα όπλα που είχε Nicosian ή και να βύθιζαν το πλοίο. Ο πρώτος ισχυρισμός δεν ευσταθεί, καθώς όλος ο οπλισμός ευρίσκετο σε κιβώτια που ήταν σφραγισμένα στα αμπάρια του Nicosian. Οι Γερμανοί δεν εγνώριζαν που ήταν. Αλλά και αν ακόμη ήθελαν να σπάσουν τα κιβώτια (πρόθεση που δεν αποδεικνύεται από καμμία μαρτυρία), δεν ήξεραν που υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα προς τούτο. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, είναι ανυπόστατος, καθώς μέλημα των Γερμανών (όπως και κάθε άλλου ανθρώπου που θα ευρίσκετο στην θέση τους) ήταν να σώσουν την ζωή τους. Άλλωστε, είχαν ήδη δει τους συναδέλφους τους να δολοφονούνται εν ψυχρώ.

Στο πλαίσιο της συγκάλυψης, το Nicosian μετομάστηκε σε Nevisian και στο βιβλίο του πλοίου ουδεμία αναφορά γινόταν στο συγκεκριμένο συμβάν. Το βρεταννικό Ναυαρχείο διέταξε την μετονομασία και του Baralong σε Whyalla, το οποίο ανέλαβε την μεταφορά όπλων και πυρομαχικών για το Πολεμικό Ναυτικό. Την 23η Σεπτεμβρίου 1915, κατόρθωσε να βυθίσει το υποβρύχιο U-41, το οποίο είχε στραφεί κατά του πλοίου Urbino. Αργότερα, άλλαξε και πάλι το όνομά του σε Manica σε μία προσπάθεια των Βρεταννών να εξαλείψουν παντελώς τα ίχνη του. Προς τούτο, το έστειλαν να δράσει στην ανατολική Μεσόγειο και τον δυτικό Ειρηνικό. Το 1922, το πλοίο πωλήθηκε σε Ιάπωνες και μετονομάστηκε σε Kyokuto  Maru, ενώ τρία χρόνια αργότερα άλλαξε και πάλι το όνομά του σε Shinsei  Maru. Το 1933, παροπλίστηκε και διαλύθηκε.

Ο Χέρμπερτ δεν τιμωρήθηκε αλλά ταύτισε το όνομα και την σταδιοδρομία του με το γεγονός. Πολλοί από τους συναδέλφους του τον αποκαλούσαν Ουΐλλιαμ Μπαραλόνγκ (William Baralong). Μεταπολεμικά, έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος της αυτοκινητοβιομηχανίας Daimler, φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του διευθυντού, το 1931. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρέτησε και πάλι ως καπετάνιος στο οπλισμένο εμπορικό πλοίο Cilicia, το οποίο πραγματοποιούσε ταξίδια στις ακτές της δυτ. Αφρικής. Το 1943, αποστρατεύθηκε και ασχολήθηκε με ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Μεταπολεμικά, εγκαταστάθηκε στην Ροδεσία, όπου απεβίωσε ειρηνικά, την 8η Αυγούστου 1961.

Γενικότερα, οι άνθρωποι της θάλασσας διακρίνονται για την τήρηση των κανόνων συναδελφικότητας και του ιπποτισμού, ακόμη και σε περιόδους πολέμου. Το «επεισόδιο Baralong» (όπως έμεινε στην ιστορία) αποτελεί μία από τις πιο λίγες γνωστές εξαιρέσεις. Οι θύτες θέλησαν να συσκοτίσουν τα γεγονότα, αποκρύπτοντας τον ρόλο τους. Τα θύματα ήταν οι ηττημένοι του πολέμου. Ας το θυμόμαστε ως παράδειγμα προς αποφυγήν για να μαθαίνουν οι νεότεροι πόσο εξαχρειώνει ο πόλεμος τον άνθρωπο.

The Baralong Incidents: Lost in History – NHD Documentary 2019

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Νομικός-Διεθνολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σημειώσεις

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, στο τεύχος Αυγούστου, υπ. αριθμ.. 626

[1] Erik Larson, Το βουβό κύμα. Αθήνα: Ίκαρος, 2017, σελ. 55.

[2] Ήταν ένας απόρρητος χώρος, όπου οι Βρεταννοί είχαν καταφέρει να «σπάσουν» τους γερμανικούς ναυτικούς κώδικες.

                                                   

 Ενδεικτική βιβλιογραφία

  1. Beesley Pat., Room 40: British Naval Intelligence, 1914-18. London: Hamish Hamilton Ltd, 1982.
  2. Bridgland Tony, Sea Killers In Disguise: Q Ships And Decoy Raiders of WWI. Barnsley: Naval Institute Press, 1999.
  3. Churchill Winston S., The World Crisis, 1911-1918. London: Penguin classics, 2007.
  4. Coles Alan, Slaughter at Sea. The Truth Behind a Naval War Crime, London: R.Hale, 1986.
  5. Compton-Hall R., Submarine boats: the beginnings of underwater warfare. London: Conway maritime press, 1983.
  6. Gannon Paul, Inside Room 40: The Codebreakers of World War I. Surrey: Ian Allan Publishing, 2010.
  7. Gibson R.H. – Maurice Prendergast M., The German Submarine War 1914-1918. Penzance: Periscope Publishing Ltd., 2002.
  8. Greentree David, Q-Ship Vs U-Boat 1914-1918, Oxford, Osprey Publiching, 2014.
  9. Jannen William Jr., The Lions of July, Prelude to War, 1914. Novato: Presidio 1996.
  10. Keble Chatterton Edward., Q-Ships and their Story, Sydney, Wentworth Press,
  11. Larson Erik, Το βουβό κύμα. Αθήνα: Ίκαρος, 2017.
  12. Link Arthur S., Wilson: The Struggle for Neutrality, 1914-1915. Princeton: University Press, 1960.
  13. Messimer Dwight, Verschollen: World War I U-Boat Losses. Annapolis, Md.: Naval Institute Press, 2002.
  14. O’Neill Gerry, «Scandal of the Baralong Incident was Hidden in Veil of Secrecy» στο JOURNAL OF THE SEA – IRIS NA MARA, vol. 1, no. 4.
  15. Ramsay David, “Blinker” Hall Spymaster. Gloucestershire: The History Press, 2009.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Μελίνα Γραμματικοπούλου: Ο Οθωμανικός Σιδηρόδρομος Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως. Το διεθνές πλαίσιο και η ελληνική παρουσία

Μελίνα Γραμματικοπούλου

 Ο Οθωμανικός Σιδηρόδρομος Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Το διεθνές πλαίσιο και η ελληνική παρουσία

 

Ίδρυση και λειτουργία 

Η λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856) με την ανέλπιστη νίκη της Αυτοκρατορίας έναντι της Ρωσίας, η διακήρυξη του αυτοκρατορικού διατάγματος του Χάττ-ι Χουμαγιούν το 1856 με την εξαγγελία μεταρρυθμιστικών μέτρων και η ανακήρυξη του πρώτου οθωμανικού συντάγματος από την οθωμανική κυβέρνηση συνετέλεσαν από κοινού στην εντατικοποίηση των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών του οθωμανικού κράτους και στην ενσωμάτωση της οικονομίας του στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό δίκτυο. Στο εκσυγχρονιστικό αυτό εγχείρημα η κατασκευή ενός συστήματος σιδηροδρομικών αρτηριών θα επέτρεπε αφενός τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων από τις εύφορες πεδιάδες του εσωτερικού προς το εξαγωγικό λιμάνι της Σμύρνης και αφετέρου την εξαγωγή των πρώτων υλών για την τροφοδότηση της αναπτυσσόμενης ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Το βασικότερο εμπόδιο, που δεν ήταν άλλο από την έλλειψη κεφαλαίων, το ξεπέρασε ο σουλτάνος με ένα τέχνασμα: τη μέθοδο της χιλιομετρικής εγγύησης. Εγγυάτο στον επενδυτή ένα ελάχιστο κέρδος ανά χιλιόμετρο γραμμής και παράλληλα δεσμευόταν να καλύψει το ίδιο το κράτος την τυχόν διαφορά ανάμεσα στο κέρδος που εγγυήθηκε και αυτό που τελικά πραγματοποίησε η εταιρεία.[1] Το σύστημα της χιλιομετρικής εγγύησης επιστρατεύτηκε για πρώτη φορά με επιτυχία το 1856, όταν εκχωρήθηκε σε βρετανική κοινοπραξία το δικαίωμα για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνέδεε τη Σμύρνη με το Αϊδίνι, και συνεχίστηκε με νέο φιρμάνι το 1863 για την κατασκευή άλλης γραμμής μήκους 93 χιλιομέτρων από τη Σμύρνη στον Κασαμπά της Μαγνησίας.[2] Ωστόσο, η ύφεση του 1866 και οι επιπτώσεις της εξανάγκασαν το δικαιούχο της γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά Βρετανό Edward Price να μεταβιβάσει τα δικαιώματα στην επίσης βρετανική εταιρεία «The Smyrna and Cassaba Railway Company».

Το επίμονο βρετανικό ενδιαφέρον για τους οθωμανικούς σιδηροδρόμους δεν ήταν τυχαίο. Η δυτική Μικρά Ασία, προικισμένη με εύφορες πεδιάδες των τεσσάρων ποταμών, του Κάικου, του Έρμου, του Κάυστρου και του Μαίανδρου, αποτελούσε πολύτιμο παραγωγό σταφίδας, σύκου, μεταλλευμάτων[3] και βάμβακος τροφοδοτώντας με πρώτη ύλη τη βρετανική βιομηχανία υφασμάτων.[4] Έτσι, μέσα σε τρία μόλις χρόνια η εταιρεία, με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο που άγγιζε τα 20 εκατομμύρια φράγκα, είχε ολοκληρώσει το προβλεπόμενο τμήμα μέχρι τον Κασαμπά, καθώς και τη διασταύρωση της Σμύρνης με το προάστιο του Βουρνόβα.[5] Η επικερδής λειτουργία της αποτυπωνόταν στη σταδιακή αύξηση των εσόδων, αφού ήδη από το 1869 το κέρδος είχε καταφέρει να υπερβεί κατά 509 στερλίνες το όριο της εγγύησης που είχε θέσει η κυβέρνηση. Χαρακτηριστική υπήρξε και η αύξηση της κυκλοφορίας στους συρμούς της εταιρείας, που έφτασε το 14% μέσα στην τριετία 1867-1869.[6]

Το επόμενο βήμα, η προέκταση του δικτύου, επήλθε μετά το 1870 χάρη στην παρουσία του Γερμανού μηχανικού και αξιωματούχου Wilhelm von Pressel στην Κωνσταντινούπολη. Η συχνή του παρότρυνση προς το σουλτάνο να επενδύσει στην κατασκευή ενός ολοκληρωμένου σιδηροδρομικού δικτύου με απώτερο στόχο την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και την «Αναγέννηση» της Μικράς Ασίας[7] ενθάρρυνε την επέκταση της γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά βορειοανατολικά. Τα αυτοκρατορικά φιρμάνια του 1871 και του 1878 επιβεβαίωσαν την προέκταση μήκους 76 χιλιομέτρων προς το Alaşehir (αρχαία Φιλαδέλφεια), αρχικά, και τη διασταύρωση 92 χιλιομέτρων από τη Μαγνησία στους πρόποδες του Σιπύλου προς το Σόμα μέσω Ak Şehir, στη συνέχεια.[8] Η προέκταση στο Αλάσεχιρ άφηνε στην επιχείρηση το 50% των ακαθάριστων εσόδων ως αντάλλαγμα για την προκαταβολή των 500.000 στερλινών που είχε δώσει στην κυβέρνηση για την κατασκευή της. Η δεύτερη προέκταση Μαγνησίας-Σόμα προέβλεπε και αυτή τη διοχέτευση του 50% των εσόδων στην εταιρεία και το υπόλοιπο 50% στην απόσβεση των εξόδων κατασκευής.[9]

Wilhelm von Pressel.

Το 1893 υπήρξε κομβικό για τη λειτουργία του δικτύου. Η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να εξαγοράσει τη γραμμή καταβάλλοντας το ανάλογο αντίτιμο στη βρετανική κοινοπραξία. Πρόκειται για σαφές δικαίωμα που αναγνώριζαν στο σουλτάνο οι τελευταίες συμβάσεις επέκτασης. Η αιτία για την κίνηση αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στην πίεση του von Pressel και στη συνεχή του ενθάρρυνση να αναλάβει η οθωμανική κυβέρνηση ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση των σιδηροδρόμων. Η αναδιάταξη της γραμμής οφείλεται μεταξύ άλλων και στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε η εταιρεία, αλλά και, κυρίως, στην εφαρμογή του δόγματος της «ισορροπίας δυνάμεων» που διακατείχε τον Αβδούλ Χαμίτ. Ανησυχούσε ο τελευταίος για ένα ενδεχόμενο οικονομικό μονοπώλιο των βρετανικών συμφερόντων στο δίκτυο και την οικονομία της χώρας, καθώς η εταιρεία που διαχειριζόταν εξαρχής το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου ήταν επίσης βρετανικών κεφαλαίων. Αυτήν τη βρετανική κυριαρχία την εξελάμβανε ως οθωμανική αδυναμία και ήταν αποφασισμένος να την εξαλείψει καταφεύγοντας στην τακτική των «πολλαπλών εμπλεκόμενων».[10]

Το αποτέλεσμα ήταν να εκχωρηθεί το δικαίωμα διαχείρισης του δικτύου στη γαλλοβελγική κοινοπραξία του Georges Nagelmackers, προέδρου της «Διεθνούς Εταιρείας Κλιναμαξών» (Compagnie Internationale des Wagons-Lits). Αυτός με την σειρά του μεταβίβασε το 1894 την παραχώρηση στη νεοσύστατη “Société Ottomane du Chemin de Fer de Smyrne-Cassaba et Prolongement” (εφεξής: Σιδηρόδρομος Κασαμπά).[11] Η εταιρεία, που είχε ιδρυθεί στο Παρίσι με γαλλικά κυρίως κεφάλαια, απέσπασε και τα δικαιώματα για μια νέα προέκταση μήκους 251 χιλιομέτρων από το Αλάσεχιρ στο Afyonkarahisar μέσω Uşak, που ολοκληρώθηκε τελικά το 1897. Η χιλιομετρική εγγύηση που διευθετήθηκε μεταξύ της εταιρείας και της κυβέρνησης για το νέο αυτό τμήμα ανερχόταν στα 18.900 γαλλικά φράγκα.[12] Το ποσό της εγγύησης φάνταζε υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Ήταν, ωστόσο, δικαιολογημένο, αφού η εταιρεία είχε συναντήσει αρκετές τεχνικές δυσκολίες στην κατασκευή του έργου, υψώνοντας είκοσι τρεις συνολικά γέφυρες μετά το Killik, για να καλύψει τις απότομες κλίσεις του εδάφους.[13] Η προέκταση της διακλάδωσης Μαγνησίας-Σόμα βορειότερα, προς την Πάνορμο της Προποντίδας, το 1912 και η ακτοπλοϊκή σύνδεση της Πανόρμου με την Κωνσταντινούπολη εξασφάλισαν στο Σιδηρόδρομο Κασαμπά τη γρηγορότερη διαδρομή από τη Σμύρνη στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας.[14]

Με την ολοκλήρωση των προεκτάσεων η εταιρεία διαχειριζόταν στις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ένα δίκτυο μήκους 704 χιλιομέτρων, διασχίζοντας τα βιλαέτια Αϊδινίου και Προύσας και διανύοντας την απόσταση από τη Σμύρνη στο Αφιόν Καραχισάρ μέσα σε 20 ώρες. Οι σιδηροτροχιές της κάλυπταν το βόρειο τμήμα της ενδοχώρας της Σμύρνης συνδέοντας τις πεδιάδες του Έρμου και του Κάικου. Από κοινού με το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου, μήκους 516 χιλιομέτρων, ο οποίος συνέδεε τις πεδιάδες του Κάυστρου και του Μαίανδρου στο νότιο τμήμα, εξασφάλιζαν την επικοινωνία του μείζονος εξαγωγικού κέντρου με την παραγωγική ενδοχώρα. Το οθωμανικό δίκτυο συμπλήρωνε ο Σιδηρόδρομος Ανατολής με 1.030 χιλιόμετρα γραμμής, ο οποίος ένωνε την ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, το Kadıköy (αρχαία Χαλκηδόνα) με το Ικόνιο και την Άγκυρα στο κεντρικό οροπέδιο.[15] Ήταν μάλιστα ο «γαλλικός σιδηρόδρομος», όπως αποκαλείτο από τους Έλληνες, ιδιαίτερα δημοφιλής, επειδή εξυπηρετούσε και διέτρεχε τα ελκυστικά προάστια του Χαλκαμπουνάρ, της Αγίας Τριάδας, του Κορδελιού και του Βουρνόβα.[16] Φρόντιζε μάλιστα η εταιρεία με απόλυτο επιχειρηματικό πνεύμα να αυξάνει περαιτέρω την κυκλοφορία στα προάστια εκδίδοντας μειωμένα εκδρομικά εισιτήρια, καθώς και συνδυαστικά σε συνεργασία με την εταιρεία των τραμ.[17]

Ο τερματικός σταθμός της γραμμής στη Σμύρνη βρισκόταν στην αρμενική συνοικία «Μπασμαχανέ» (Basmane), δύο χιλιόμετρα νοτίως του αντίστοιχου σταθμού της «Πούντας» της γραμμής Αϊδινίου, σε απόσταση τόσο από το τελωνείο όσο και από την προκυμαία. Η απόσταση αυτή επέβαλε τη δαπανηρή και χρονοβόρα μεταφορά των εμπορευμάτων προς το λιμάνι με κάρα και καμήλες. Γι’ αυτό και η διεύθυνση της εταιρείας είχε προεκτείνει τη γραμμή μέχρι το νέο λιμάνι της Πούντας κατασκευάζοντας ταυτόχρονα προκυμαία και αποθήκες για τη φύλαξη των δημητριακών.[18] Τέλος, η στάση «Γεφύρι» στην Πούντα, ο παραδοσιακός κόμβος της γέφυρας των καραβανιών όπου ο Σιδηρόδρομος Κασαμπά συναντούσε το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου,[19] ήταν από τα γραφικότερα και δημοφιλέστερα μέρη για φωτογράφηση στις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς συνδύαζε την πολυκοσμία με τη φυσική αισθητική που πρόσφεραν οι όχθες του ποταμού Μέλητος.

Το 1911 ο αριθμός των εργαζομένων φαίνεται ότι άγγιζε τα 1.983 άτομα, την περίοδο που ο Σιδηρόδρομος Αϊδινίου απασχολούσε 1.607 και ο Σιδηρόδρομος Ανατολής 2.850 υπαλλήλους.[20] Ο μέσος μισθός άγγιζε τα 500 γρόσια και ήταν σαφώς κατώτερος από τον αντίστοιχο στο βρετανικό σιδηρόδρομο, που κυμαινόταν μεταξύ 300-1.500 γροσίων.[21] Το 1901 στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υπηρετούσαν δώδεκα άτομα. Οι έξι διοικητές είχαν ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, οι τέσσερις το Παρίσι και οι τρεις το Λονδίνο. Στην Κωνσταντινούπολη έδρευαν οι G. Auboyneau, κόμης L. Berger, Hamdi Μπέη, Παντζίρης Μπέη και Dr. K. Zander, στο Παρίσι οι P. Naville, G. Nagelmackers, P. Bourlon de Sarty και H. Henrotte, ενώ στο Λονδίνο οι R. Allatini, W. Lander και H. Lawrence. Διοικητής στην έδρα της Κωνσταντινούπολης ήταν ο M.Ch. Cotard.[22] Στην κορυφή της πυραμίδας επομένως κυριαρχούσαν οι Ευρωπαίοι, αφού και στη διεύθυνση της Σμύρνης το υψηλόβαθμο προσωπικό αποτελείτο από Ευρωπαίους και Φραγκολεβαντίνους. Στη μεσαία κλίμακα, αυτήν των σταθμαρχών, σε σύνολο έξι υπαλλήλων διακρίνονταν δύο Έλληνες, ένας Αρμένης και τρεις Ευρωπαίοι ή Φραγκολεβαντίνοι.[23] Οι επίσημες γλώσσες της εταιρείας ήταν η γαλλική και η τουρκική.

Το τροχαίο υλικό αριθμούσε ενδεικτικά το 1907 33 κινητήριες μηχανές, 149 βαγόνια επιβατηγά και σκευαγωγά και 871 εμπορικά.[24] Η επιχείρηση παρουσίαζε σταθερή αύξηση κέρδους, ειδικά μετά την ολοκλήρωση της προέκτασης προς το Αφιόν Καραχισάρ.[25] Δεν έλλειπαν βέβαια οι εξαιρέσεις, καθώς η κυκλοφορία ήταν αστάθμητος παράγοντας, αφού δεν εξαρτάτο μόνο από τα φυσικά φαινόμενα και την πορεία της συγκομιδής, αλλά και από τις πολιτικές συγκυρίες και τις τυχόν επιδημίες.[26]

 

Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Μπασμαχανέ στη Σμύρνη.

 

Το διεθνές πλαίσιο

Η ενσωμάτωση της οθωμανικής οικονομίας στο διεθνές εμπόριο και βιομηχανία σε μια εποχή που ο νέος ιμπεριαλισμός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του εύλογα μετέφερε τους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών κρατών στην οθωμανική επικράτεια. Οι επιχειρήσεις ευρωπαϊκών κεφαλαίων που δραστηριοποιούνταν στην Αυτοκρατορία δεν ήταν επομένως άμοιρες των πολιτικών συγκυριών και των διπλωματικών παρεμβάσεων. Πολλές φορές τα νήματα μιας μετοχικής εταιρείας τα κινούσε το αντίστοιχο κράτος, το οποίο ταύτιζε τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα εθνικά. Στην πραγματικότητα, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα η οικονομία από κοινού με τη διπλωματία και την πολιτική σχημάτιζαν ένα δυναμικό σύνολο.

Τη διαπλοκή αυτή διασφάλιζε αρχικά η λειτουργία της «Υπηρεσίας Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους», η οποία από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της είχε αναλάβει τη συλλογή του φόρου δεκάτης από τα δημητριακά του βιλαετίου Αϊδινίου ως εγγύηση ελάχιστου κέρδους για τα επενδυμένα κεφάλαια του Σιδηροδρόμου Κασαμπά.[27] Τη σύνδεση μεταξύ Υπηρεσίας και εταιρείας έκανε στενότερη και η συμμετοχή των Hamdi Μπέη και Salandrouze de Lamornaix, του Οθωμανού και του Γάλλου εκπροσώπου της πρώτης στο Δ.Σ. της τελευταίας. Οι G. Auboyneau και L. Berger, εξάλλου, υπηρετούσαν ταυτόχρονα ως μέλη των Δ.Σ. των Σιδηροδρόμων Κασαμπά και Ανατολής, ενώ το όνομα του Salandrouze de Lamornaix, φιγουράριζε και στο Δ.Σ. της Ρεζί του μονοπωλίου καπνού (Société de la Régie co-intéressée des Tabacs de l’ Empire Ottoman). Τέλος, οι Pyrame Naville, Paul Bourlon de Sarty, Αλέξανδρος Παντζίρης και W. Lander διατελούσαν εκτός από στελέχη του Σιδηροδρόμου Κασαμπά και μέλη της «Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας» (Banque Impériale Ottomane).[28] Οι παραπάνω παράγοντες αναδείκνυαν τη δραστηριοποίηση μιας επιχειρηματικής ομάδας με πολλές διασυνδέσεις στους τομείς της οθωμανικής οικονομίας, η οποία μεταξύ άλλων διεθνοποιούσε και τη λειτουργία του Σιδηροδρόμου Κασαμπά. Η ισορροπία που ανέκυπτε από τα επιμέρους συμφέροντα, ωστόσο, ήταν εύθραυστη και επισφαλής.

Τις φιλοδοξίες εξάλλου του ίδιου του γαλλικού κράτους για την εμβέλεια και τον προσανατολισμό του Σιδηροδρόμου Κασαμπά αποδεικνύει η υπόθεση του σχολείου και της καθολικής ιεραποστολής στο Ουσάκ, σημαντικό σταθμό του σιδηροδρομικού δικτύου. Η πρωτοβουλία για την ίδρυσή του το 1898 ανήκε στην εταιρεία, η οποία θα χρηματοδοτούσε την ανέγερσή του με 100 τουρκικές λίρες κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας. Ο στόχος ήταν η παροχή βασικής εκπαίδευσης στο γηγενές και το ευρωπαϊκό προσωπικό του σιδηροδρόμου ανεξαρτήτως εθνικότητας, καθώς και η διάδοση της γαλλικής, αφού η τελευταία θα ήταν και η επίσημη γλώσσα του σχολείου. Για το σκοπό αυτό, η διεύθυνση του σιδηροδρόμου είχε αποταθεί στο γαλλικό προξενείο της Σμύρνης, το οποίο με τη σειρά του είχε αναθέσει στο Γάλλο πρόξενο Guillois την προσέγγιση του καθολικού αρχιεπισκόπου Σμύρνης André Polycarpe Timoni.[29]

Το ίδρυμα, που εγκαινιάστηκε στα τέλη του 1898 με εικοσιέναν μαθητές, αναγκάστηκε να περιορίσει το μαθητικό του δυναμικό στο καθολικό στοιχείο παρά την επιθυμία για φοίτηση αρκετών Οθωμανών ελληνικής και τουρκικής καταγωγής, αποφεύγοντας ταυτόχρονα κινήσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως εθνικές.[30] Ωστόσο, ο αιφνιδιαστικός έλεγχος των αστυνομικών αρχών στη σχολή τον Απρίλιο του 1899 και η ρηματική διακοίνωση της Υψηλής Πύλης προς τη γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης με θέμα την έλλειψη της επίσημης άδειας εκ μέρους του ιδρύματος και την «ασυμβίβαστη με τους οθωμανικούς νόμους» συμπεριφορά των στελεχών του διέκοψε τη βραχύβια λειτουργία του. Οι γαλλικές προξενικές αρχές αποφάσισαν να ενδώσουν στις οθωμανικές απαιτήσεις και να κλείσουν την υπόθεση με τη σκέψη ότι «τα συνολικά συμφέροντα του Ουσάκ δεν πρέπει να ζημιώσουν τα ανώτερα συμφέροντα μιας μεγάλης γαλλικής βιομηχανικής εταιρείας».[31] Η στάση αυτή καταδεικνύει με τρόπο σαφή τις νέες προτεραιότητες της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής για την αντικατάσταση της παραδοσιακής πολιτικής του πολιτιστικού προτεκτοράτου με τις ζώνες οικονομικής διείσδυσης και με όχημα τις εταιρείες γαλλικών κεφαλαίων.[32]

Το θέμα, βέβαια, που κυρίως απασχολούσε το μυαλό των στελεχών του Σιδηροδρόμου Κασαμπά και των Γάλλων αξιωματούχων ήταν το ζήτημα της ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στις επιμέρους οθωμανικές σιδηροδρομικές εταιρείες και στα κρατικά συμφέροντα που αυτές εκπροσωπούσαν. Στο σημείο αυτό, οι ανησυχίες των Γάλλων ταυτίζονταν με τις αντίστοιχες των Βρετανών στο θέμα των γενναιόδωρων σουλτανικών παραχωρήσεων και της ταχείας επέκτασης του γερμανικού Σιδηροδρόμου Ανατολής στην οθωμανική επικράτεια. Τον προβληματισμό ενεργοποίησε αρχικά η παραχώρηση που απέσπασε ο τελευταίος το Φεβρουάριο του 1893 για την προέκταση από το Εσκί Σεχίρ προς το Ικόνιο, στο εκτενές και ιδιαίτερα γόνιμο σε φυσικό πλούτο οροπέδιο στα 400 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σμύρνης. Η παραχώρηση δυσαρέστησε τα υπόλοιπα δίκτυα, καθώς θεωρούσαν από την αρχή της λειτουργίας τους τη διαφιλονικούμενη περιοχή ως το «φυσικό στόχο» τους. Τη δυσαρέσκεια διόγκωνε ακόμη περισσότερο η σκέψη πως αυτά ακριβώς τα δίκτυα είχαν υπάρξει «οι πρωτοπόροι της σιδηροδρομικής ανάπτυξης στην ασιατική Τουρκία» και «οι φυσικοί υποδοχείς των προϊόντων του οροπεδίου» πριν την εξαγωγή προς την Ευρώπη. Θεωρούσαν τέλος πως το βιλαέτι Αϊδινίου όφειλε εν πολλοίς την ευημερία του σε αυτά, ενώ η αποτυχία τους στην απόσπαση της παραχώρησης οφειλόταν στην ανταγωνιστικότητα, στην αναβλητικότητα και στην αργοπορία των δικών τους κυβερνήσεων.[33]

Η ανησυχία Γάλλων και Βρετανών για τη σιδηροδρομική επέλαση των Γερμανών στη Μικρά Ασία έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τις διαπραγματεύσεις των τελευταίων με την Υψηλή Πύλη με θέμα την προέκταση προς τη Βαγδάτη. Επρόκειτο για ένα θέμα εθνικής ασφάλειας από πλευράς Οθωμανών, καθώς η επανάσταση στην Υεμένη το 1876 είχε καταδείξει την αναγκαιότητα της ταχείας μεταφοράς στρατευμάτων προς τις ανατολικές εσχατιές της επικράτειας. Η τελική παραχώρηση, που επικυρώθηκε τελικά το Μάρτιο του 1903 και κατέληξε στην ίδρυση του Σιδηροδρόμου Βαγδάτης (Société Impériale Ottomane du Chemin de fer de Bagdad), μιας εταιρείας συγγενικής με το Σιδηρόδρομο Ανατολής,[34] προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στους διπλωματικούς κύκλους της πρωτεύουσας και θεωρήθηκε από τους υπόλοιπους μνηστήρες ως το αποκορύφωμα της γερμανικής μυστικής διπλωματίας, στο όνομα της οποίας επιστρατεύτηκαν ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ και η πιεστική διπλωματία του βαρώνου Adolf Marschall von Bieberstein, Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο υπογραφής της.[35]

Ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης το 1917.

Στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων για την προέκταση στη Βαγδάτη είχε συζητηθεί και ένα διμερές ζήτημα που αφορούσε στους Σιδηροδρόμους Κασαμπά και Ανατολής. Η αφορμή ήταν η ύπαρξη σιδηροδρομικών σταθμών και από τις δύο εταιρείες στην πόλη του Αφιόν  Καραχισάρ, που δεν συνδέονταν, όμως, μεταξύ τους.[36] Από την έλλειψη αυτή ανέκυπταν αρκετά πρακτικά ζητήματα, με κυριότερο την δυσκολία των επιβατών και των εμπορευμάτων που αποβιβάζονταν από τη μία γραμμή να επιβιβαστούν στην άλλη, γεγονός που ενέτεινε τις πιέσεις των εμπόρων προς την κυβέρνηση για τη σύζευξη των δύο γραμμών.

Η συμφωνία που υπογράφηκε στο Βερολίνο το 1899 ανάμεσα στα στελέχη των δύο δικτύων προέβλεπε, εκτός από τη σύνδεση των δύο σταθμών, και τη συμμετοχή του γαλλικού κεφαλαίου στο γερμανικό σιδηρόδρομο καθώς και του γερμανικού στο γαλλικό.[37] Ωστόσο, και η παραπάνω συμφωνία δεν κατάφερε να διαλύσει τις γαλλοβρετανικές ανησυχίες. Τόσο η ίδια όσο και η παραχώρηση για το Σιδηρόδρομο Βαγδάτης συνέτειναν στο ίδιο αποτέλεσμα: τροφοδοτούσαν περαιτέρω τη φοβία μήπως ο γαλλικός και ο βρετανικός σιδηρόδρομος μετατρέπονταν αργά ή γρήγορα σε απλές διακλαδώσεις της κύριας αρτηρίας Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης.[38]

Η τελευταία διεθνής πτυχή του Σιδηροδρόμου Κασαμπά αφορά στον τομέα του πολιτισμού και, συγκεκριμένα, στις δραστηριότητες του Γάλλου διευθυντή του Paul Gaudin. Ο Gaudin υπήρξε, εκτός από μηχανικός, συλλέκτης αρχαιοτήτων και ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Η φύση της εργασίας του, η βαθιά γνώση προσώπων και καταστάσεων και κυρίως η στενή σχέση που καλλιεργούσε με τις οθωμανικές αρχές τον κατέστησαν έναν σημαντικό εξαγωγέα ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων της Μικράς Ασίας. Μεταξύ αυτών που εκπατρίστηκαν συγκαταλέγονταν τα πήλινα ειδώλια από τους πρόποδες του όρους Πάγου στη Σμύρνη, οι ανάγλυφες παραστάσεις με γιγαντομαχίες στη νεκρόπολη του Yortan, καθώς και πολύτιμες ζωφόροι από την Αφροδισιάδα της Καρίας.[39] Οι περισσότερες εκτίθενται σήμερα στο μουσείο του Λούβρου και ένα μέρος τους στο Βρετανικό Μουσείο και στο Αυτοκρατορικό Οθωμανικό Μουσείο στην Κωνσταντινούπολη.[40]

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη νεκρόπολη του Yortan και οι εκθέσεις του Paul Gaudin (Πηγή: Gallica).

                                                 

Η ελληνική παρουσία

Παράλληλα με τη διεθνή διαπλοκή, αρκετές πτυχές της λειτουργίας του Σιδηροδρόμου Κασαμπά είχαν έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Η ίδια η επέκταση του δικτύου προς το εσωτερικό, κατά πρώτο λόγο, με την κατασκευή των νέων σταθμών συνδεόταν στενά με την ελληνική παρουσία. Αποτελούσε, συγκεκριμένα, το όχημα, το μέσο για την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, αφού το στρώσιμο των γραμμών ακολουθούσε τη μετανάστευση των Ελλήνων και των Ρωμιών των μικρασιατικών παραλίων, της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας και της Καππαδοκίας προς τους νέους σταθμούς.[41] Παραδοσιακές μικρασιατικές κωμοπόλεις που είχαν από καιρό απωλέσει τον ελληνικό πληθυσμό τους εξαιτίας των σελτζουκικών και οθωμανικών κατακτήσεων και των εκτενών εξισλαμισμών εύρισκαν με την εγκατάσταση των επήλυδων εκ νέου τον προαιώνιο χριστιανικό χαρακτήρα τους. Η πορεία αυτής της μετανάστευσης, η οποία είχε εγκαινιαστεί το 17ο αιώνα και διογκώθηκε στα τέλη του 19ου, εν τέλει τροποποίησε τη δημογραφία και την χωροταξική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία.[42]

Την ισχυρή παρουσία του ελληνικού στοιχείου λόγω των σιδηροδρόμων επιβεβαίωναν ευρωπαϊκές, ελληνικές και τουρκικές πηγές της εποχής. Ο Deschamps εντόπιζε την ηχηρή παρουσία Ελλήνων σιδηροδρομικών και επαγγελματιών στους κατά τόπους σταθμούς,[43] ενώ ο Ramsay τόνιζε ότι «καθώς ο σιδηρόδρομος κατευθύνεται προς το εσωτερικό, το ελληνικό στοιχείο τον ακολουθεί ή προηγείται αυτού».[44] Ο Κοντογιάννης, από τη μεριά του, απέδιδε την πληθυσμιακή ενίσχυση, την πολιτιστική ακμή και την ευημερία των πόλεων της ενδοχώρας στην ίδρυση της σιδηροδρομικής γραμμής.[45] Άφθονες είναι και οι μαρτυρίες των προσφύγων από τις περιοχές απ΄ όπου περνούσε η γραμμή, αφού οι σταθμοί βρίσκονταν στο επίκεντρο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων Μικρασιατών.[46]

 

Μετοχή της Εταιρείας του Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Ο Mahmut Celal Bayar, από την άλλη, ειδικός γραμματέας του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» και εντεταλμένος οργανωτής του μποϋκοτάζ εναντίον των Ελλήνων της περιοχής Σμύρνης, αποκάλυπτε το στόχο των τουρκικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια του προγράμματος εκτοπισμού του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρά Ασία που εξαπολύθηκε στις παραμονές και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, στο στόχαστρο είχαν μπει οι πυκνοκατοικημένες από Έλληνες παράλιες περιοχές «…από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Μίλητο, καθώς επίσης και οι Έλληνες καταστηματάρχες κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, όπως και αυτοί που εργάζονται ως υπάλληλοι και εργάτες στους σιδηροδρόμους…». Εξάλλου, το υψηλόβαθμο στέλεχος των Νεότουρκων Eşref Sencer Kuşçubası θεωρούσε πως «…οι σιδηρόδρομοι στις περιοχές Σμύρνης, Κασαμπά και Αϊδινίου ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο των Ελλήνων…».[47]

Σύμφυτη με την πληθωρική παρουσία στα μικρασιατικά εδάφη κατά μήκος του δικτύου ήταν και η απασχόληση Ελλήνων και Ρωμιών ως προσωπικού του Σιδηροδρόμου Κασαμπά. Η πεποίθηση του Ανδρεάδη ότι «όλοι οι υπάλληλοι είναι Έλληνες» στους σιδηροδρόμους που είχαν αφετηρία τη Σμύρνη είναι, παρά την υπερβολή της, ενδεικτική του μεγάλου ποσοστού απασχόλησης των Ελλήνων στον τομέα αυτό της οθωμανικής οικονομίας.[48] Στελέχωναν συγκεκριμένα οι Έλληνες τη μεσαία βαθμίδα της ιεραρχίας ως σταθμάρχες, εμπορικοί πράκτορες, ιατροί γραμμής, επόπτες σταθμών, ειδικευμένοι τεχνικοί και διοικητικοί υπάλληλοι β΄ και γ΄ τάξης. Ένα μεγάλο μέρος τους απασχολείτο και στις υπηρεσίες των συρμών ως μηχανοδηγοί και θερμαστές, στους σταθμούς και στα μηχανοστάσια.

Και η ενεργός αυτή ελληνική παρουσία δεν περιοριζόταν στον αριθμητικό τομέα, αλλά επεκτεινόταν και στον ιδεολογικό. Στην απεργία, συγκεκριμένα, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1908 ανάμεσα στους υπαλλήλους της εταιρείας ως τμήμα του γενικότερου απεργιακού πυρετού που ακολούθησε το κίνημα των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908 η συμβολή των Ελλήνων υπήρξε καθοριστική. Από τους έντεκα υπαλλήλους που τελικά ανακρίθηκαν από τις οθωμανικές αρχές ως πρωτεργάτες μετά το πέρας των κινητοποιήσεων μόνο οι δύο έφεραν μουσουλμανικά ονόματα. Οι περισσότεροι είχαν ονόματα κυρίως ελληνικά, αλλά και ευρωπαϊκά και εβραϊκά.[49] Παρόμοια σύνθεση με ελληνικό χαρακτήρα είχε και η επιτροπή του συλλόγου του προσωπικού σιδηροδρόμων Σμύρνης «Εμπρός», που συγκροτήθηκε έναν μήνα αργότερα από τους υπαλλήλους των Σιδηροδρόμων Αϊδινίου και Κασαμπά.[50]

Ο δεσμός των Ελλήνων με το γαλλικό σιδηρόδρομο έγινε στενότερος κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της «Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης» (1919-1922). Αυτή τη φορά μεγάλο μέρος της γραμμής βρέθηκε στη δικαιοδοσία της ελληνικής ζώνης και χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες μεταφοράς των ελληνικών στρατευμάτων στο μέτωπο των επιχειρήσεων. Η γαλλική εταιρεία αποδέχτηκε την αυτεπάγγελτη μείωση των κομίστρων κατά τη χρήση του δικτύου από τις ελληνικές δυνάμεις. Οι τελευταίες, αφού επισκεύασαν με ίδια έξοδα τη γραμμή από τις φθορές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αναγνώρισαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας που απολάμβανε η εταιρεία και συμφώνησαν στην καταβολή μίας τουρκικής λίρας για κάθε ελληνικό βαγόνι ανεξαρτήτως φορτίου που θα έκανε χρήση της γραμμής. Η επιχείρηση διατηρούσε επίσης το δικαίωμα κυκλοφορίας των συρμών της μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ.[51]

Ατμομηχανή αρ. 68 τύπου Maffei 3204 του 1911. Χρησιμοποιήθηκε από την Εταιρεία του Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Η ελληνική διοίκηση προέβη και σε μία επιπρόσθετη παραχώρηση. Ανέβαλε το αρχικό της σχέδιο για την κατασκευή προέκτασης στη γραμμή Μουδανιών-Προύσας προς το Εσκί Σεχίρ με σκοπό την απρόσκοπτη μεταφορά πολεμικού υλικού από την Προποντίδα στα πεδία της μάχης. Με τον τρόπο αυτό, ευεργέτησε οικονομικά τη γαλλική εταιρεία, αφού η μεταφορά διεξαγόταν αποκλειστικά μέσω του δικτύου της. Τα αριθμητικά στοιχεία αποδεικνύουν το μέγεθος του κέρδους, αφού κατά το οικονομικό έτος 1920 από τις 600.000 λίρες στα έσοδα του Σιδηροδρόμου Κασαμπά οι 480.000 προέρχονταν από τη μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων.[52]

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι κατά τόπους σταθμοί του Σιδηροδρόμου Κασαμπά σηματοδότησαν και οριοθέτησαν χρονικά τις φάσεις διείσδυσης του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική ενδοχώρα. Οι επιχειρήσεις σε Μαγνησία, Σόμα, Μπογάζ Καϊβέ, Ουσάκ, Σαλιχλί, Φιλαδέλφεια, Ουλουτζάκ, Μπαλ Μαχμούτ και Ντουμλού Μπουνάρ κατέδειξαν το στρατηγικό βάρος των σιδηροδρομικών υποδομών σε καιρό πολέμου και πέρασαν επίσημα στην ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας.[53]

Η περιοχή όπου εκτεινόταν ο γαλλικός σιδηρόδρομος βρισκόταν πράγματι στο επίκεντρο των πολεμικών εξελίξεων, αφού συνιστούσε το βορειοανατολικό άκρο της ελληνικής ζώνης, το οποίο προεκτεινόταν κατά τις προελάσεις του ελληνικού στρατού. Σύμφωνα με το άρθρο 66 της Συνθήκης των Σεβρών[54] (Αύγουστος 1920), η ελληνική ζώνη εκτεινόταν αρχικά μέχρι τους σταθμούς του Κιρκαγάτς και του Αξαρίου, ενώ μετά την προέλαση του θέρους του 1920 συμπεριέλαβε το σύνολο της προέκτασης Μαγνησίας-Πανόρμου και την κύρια αρτηρία μέχρι το Ουσάκ. Η κατάληψη των στρατηγικών σιδηροδρομικών κόμβων του Αφιόν Καραχισάρ, όπου ο Σιδηρόδρομος Κασαμπά διασταύρωνε το Σιδηρόδρομο Ανατολής με ανταπόκριση στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, την Άγκυρα και το Ικόνιο, καθώς και του Εσκί Σεχίρ του Σιδηροδρόμου Ανατολής αποτέλεσε το στόχο των επιθέσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1921. Κι αυτό, καθώς οι δύο αυτοί σταθμοί αποτελούσαν τις διόδους ανεφοδιασμού και επικοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη του κεμαλικού στρατού, ο οποίος έδρευε στην Άγκυρα. Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ τον Ιούλιο του 1921, τέλος, ενέταξε το σύνολο του γαλλικού σιδηροδρομικού δικτύου στην ελληνική ζώνη.[55]

Ωστόσο, η διακοπή της τηλεγραφικής επικοινωνίας ανάμεσα στο Αφιόν Καραχισάρ και το Ντουμλού Μπουνάρ που κατάφερε τουρκικό απόσπασμα στο σταθμό του Κιουτσούκιοϊ ενέτεινε την αποδιοργάνωση του Α΄ Σώματος Στρατού υπό το Στρατηγό Τρικούπη και επιτάχυνε την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου. Τα τραίνα, «καταφορτωμένα με τραυματίες στρατιώτες»,[56] προωθούνταν από το Αφιόν Καραχισάρ προς τη Σμύρνη, ενώ ο στρατός έβαζε φωτιά στις γραμμές που άφηνε πίσω του για να δυσχεράνει την προέλαση του τουρκικού στρατού προς τις παράλιες περιοχές.[57]

Κοντολογίς, η απορρύθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά τον Αύγουστο του 1922 ταυτίστηκε με την παρακμή και την Έξοδο του μικρασιατικού ελληνισμού, όπως ακριβώς μισό αιώνα νωρίτερα το στρώσιμο και η προσοδοφόρα λειτουργία του είχαν σηματοδοτήσει την ακμή του.

Η Μελίνα Γραμματικοπούλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Halil İnalcık και Donald Quataert (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ.2, 1600-1914 (μτφρ. Μ. Δημητριάδου, ελλ. επιμ. Μ. Σαρηγιάννη, τίτλος πρωτοτύπου: An Economic and Social History of the Ottoman Empire, τ.2, 1600-1914), Cambridge 2011. 440-441.

[2] Charles Issawi, The Economic History of Turkey, 1800-1914, Σικάγο και Λονδίνο 1980, σσ.185-186.

[3] Νικόλαος Λιάτσικας, Ο ορυκτός πλούτος της Δυτικής Μικράς Ασίας: τμήματος παραχωρηθέντος εις την Ελλάδα δια της Συνθήκης των Σεβρών, Αθήνα 1921, σσ. 9-31.

[4] Vital Cuinet, La Turquie d’ Asie. Géographie administrative, statistique, descriptive et raisonnée de chaque province de l’ Asie Mineure, τ. 4, Παρίσι 1894, σσ. 48-51, 53, 98-99 και 153.

[5] Firmin Rougon, Smyrne, Situation commerciale et économique des pays compris dans la circonscription du consulat général de France, Παρίσι 1892, σ. 149.

[6] Μέχρι το 1869 η οθωμανική κυβέρνηση είχε καταβάλει στην εταιρεία 8.382 στερλίνες ως εγγύηση. Βλέπε Ιστορικό Αρχείο της Crédit Agricole/Direction des Études Économiques et Financières (εφεξής: AHCA/DEEF) 36786, Πρακτικά Τακτικής Γενικής Συνέλευσης “The Smyrna and Cassaba Railway Company”, 29 Απρ. 1870, σ. 1.

[7] Wilhelm von Pressel, Les chemins de fer en Turquie d’ Asie, Projet d’ un réseau complet, Ζυρίχη 1902, σσ. 3-8.

[8] Cengiz Aslantepe και Nevhiz İçgören, Beginning of a New Millennium with Νostalgia for Ottoman Bonds and Shares, Κωνσταντινούπολη 1999, σ. 35.

[9] Issawi, The Economic History, σσ. 185-186.

[10] Jacques Thobie, Intérêts et impérialisme français dans l’Empire ottoman, 1895-1914, Παρίσι 1977, σσ. 193-194.

[11] Η νέα εταιρεία απέσπασε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του δικτύου, αφού πρώτα κατέβαλε 16 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα στην προκάτοχο κοινοπραξία. Aslantepe και İçgören, Beginning, σ. 37.

[12] Cuinet, La Turquie d’ Asie, σ. 84. “Les Chemins de fer de la Turquie en 1907”, στο Revue Générale des Chemins de fer et des tramways, Mémoires et documents concernant l’ établissement, la construction et l’ exploitation technique et commerciale des voies ferrées 32/2, Παρίσι 1909, σ. 459. [Πλήρες διαδικτυακό κείμενο: https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k64750064.r=Revue%20générale%20de s%20chemins%20de%20fer%20et%20des%20tramways%201909?rk=64378;, ημ. πρόσβ. 8 Σεπτ. 2015]

[13] Αριστείδης Μουράτογλους, «Οι Σιδηρόδρομοι της Μικράς Ασίας», Ξενοφάνης 5 (Αθήνα 1907), σσ. 154-176, 165.

[14] Archives Diplomatiques du Ministère des Affaires Etrangères/ Nouvelle Série (εφεξής: ΑD/NS) 326, Αναφορά Νο. 301, Boppe προς Pichon, Kωνσταντινούπολη, 10 Αυγ. 1910. Στους στόχους του Δ.Σ. του Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά ήταν αρχικά και η διακλάδωση προς την Προύσα και την Μπάλια, όπου δραστηριοποιούνταν τα γαλλικά συμφέροντα, όπως στα εργαστήρια σηροτροφίας της πρώτης και στα μεταλλεία αργυρούχου μολύβδου της δεύτερης. Επίσης, Thobie, Intérêts, σ. 334.

[15] Historical Association of Deutsche Bank, A Century of Deutsche Bank in Turkey, Φρανκφούρτη 2009, σσ. 6-30.

[16] Βλέπε Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών/Αρχείο Προφορικών Μαρτυριών (εφεξής: ΚΜΣ/ΑΠΜ)/ Ι 7/Ι 9, πληροφορητές: Σοφία Φράγκου από Κορδελιό και Γιάννης Καβγαλάκης από Μπαϊρακλί, όπου οι πρόσφυγες ανακαλούν την εξυπηρέτηση των προαστίων από το Σιδηρόδρομο Κασαμπά.

[17] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 25 Ιουν. 1904, σσ. 6-7, όπου επισημαίνεται η αύξηση στην κυκλοφορία των προαστίων κατά 8.300 επιβάτες συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά.

[18] Μουράτογλους, Σιδηρόδρομοι, σ. 166.

[19] Παντελής Κοντογιάννης, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, Αθήνα 2000 (αναστατική έκδοση, α΄ έκδοση: Αθήνα 1921), σ. 298.

[20] Vedat Eldem, Osmanlı İmparatorluğu’nun İktisadi Şartları Hakkında Bir Tetkik [Μία έρευνα επί των οικονομικών συνθηκών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία], Άγκυρα 1994, σ. 141.

[21] Μελίνα Γραμματικοπούλου, Το ελληνικό εργατικό κίνημα στη δυτική Μικρά Ασία, 1876-1914: Η περίπτωση των εργαζομένων σε μεταλλεία και σιδηροδρόμους (διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2019), σσ. 142 και 168.

[22] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 15 Ιουν. 1901, σσ. 3-4.

[23] Jacob De Andria (εκδ.), Indicateur des Professions Commerciales et Industrielles de Smyrne, de l’ Anatolie, des Côtes, des Iles etc., Σμύρνη 1896, σ. 18. [Πλήρες διαδικτυακό κείμενο, http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/cb327905212/date, 12 Ιουλ. 2016]

[24] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 15 Ιουν. 1907, Πίνακες Νο. 2 και 3, σσ. 21-22.

[25] Το 1897 το καθαρό κέρδος ανήλθε στα 581.509 φράγκα, ενώ το 1906 στα 873.270, γαλλικά φράγκα. AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων SCP, 24 Μαΐου 1898, σ. 11 και 15 Ιουν. 1907, σ. 13.

[26] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων SCP, 7 Ιουν. 1902, σ. 7, 4 Ιουν. 1903, σ. 5 και 15 Μαΐου 1906, σ. 7.

[27] Vital Cuinet, Turquie d’ Asie, σ. 459. Ανάλογη υποχρέωση είχε αναλάβει και απέναντι στο Σιδηρόδρομο Ανατολής, Δαμασκού-Χάμα και Θεσσαλονίκης- Κωνσταντινούπολης.

[28] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων SCP (1899-1909), Κωνσταντινούπολη. Επίσης, Donald Blaisdell, European Financial Control in the Ottoman Empire: A Study of the Establishment, Activities, and Significance of the Administration of the Ottoman Public Debt, Νέα Υόρκη 1929, σ. 220.

[29] Centre des Archives Diplomatiques de Nantes (εφεξής: CADN) /Brousse 120 PO/1/19, Αναφορά Νο. 76, Guillois προς Cambon, Σμύρνη, 5 Οκτ. 1898 και Αναφορά Νο. 7077, Lambert προς Cambon, Σμύρνη, 4 Οκτ. 1898.

[30] Στο ίδιο, «Σχολείο στο Ουσάκ», Guillois προς Bapst, Σμύρνη, 13 Δεκ. 1898.

[31] Στο ίδιο, Αναφορά Νο. 25, Guillois προς Constans, Σμύρνη, 16 Φεβρ. 1899.

[32] Thobie, Intérêts, σσ. 77-123. Blaisdell, Financial Control, σ. 5.

[33] The Times, 26 Δεκ. 1892, σ. 3.

[34] 15η Ετήσια Έκθεση “Société des Chemins de Fer Ottomans d’ Anatolie”, 1903, σ. 7. Από νομική άποψη, ο Σιδηρόδρομος Βαγδάτης και ο Σιδηρόδρομος Ανατολής ήταν διακριτές εταιρείες, που ωστόσο ελέγχονταν αμφότερες από την Deutsche Bank. The Times, 27 Μαΐου 1899, σ. 7.

[35] Edward Mead Earle, Turkey, the Great Powers, and the Bagdad Railway: A Study in Imperialism, Νέα Υόρκη 1923, σσ. 40, 61 και σ. 161. Για την προώθηση του Σιδηροδρόμου Βαγδάτης ο Γουλιέλμος Β΄ είχε εξάλλου πραγματοποιήσει δύο ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη, το πρώτο το 1889 και το δεύτερο το 1898. Η παρουσία πολυάριθμων Γερμανών στρατιωτικών και διπλωματικών ακολούθων για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του δικτύου ενίσχυε τον επίσημο χαρακτήρα που προσέδιδε η Γερμανία στο όλο σχέδιο.

[36] Ο σταθμός της γαλλικής γραμμής βρισκόταν βορείως της πόλης, ενώ ο σταθμός της γερμανικής βορειοανατολικά, κοντά στον ευρωπαϊκό συνοικισμό. Βλέπε Κοντογιάννης, Γεωγραφία, σ. 284.

[37] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 27 Ιουν. 1899, σ. 3. The Times, 10 Αυγ. 1899, σ. 3.

[38] The Times, 13 Μαΐου 1899, σ. 9.

[39] Μαίρη Γκιγκάκη, «Ένας Γάλλος και ένας Έλληνας στη Σμύρνη του 19ου αι.», Μικρασιατική Ηχώ 417 (Αθήνα, Μάιος-Ιούνιος 2012), σσ. 6-7 και Της Ιδίας, «Ελληνικές αρχαιότητες από τη Σμύρνη στο Λούβρο», Μικρασιατική Ηχώ 410 (Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 2011), σσ. 10-11.

[40] Guillaume Charloux, 2001, “Paul Gaudin et les premières campagnes de fouilles à Yortan et à Aphrodisias”, Orient Express 2001/1, σσ. 24-26, 14 Σεπτ. 2020. Isabelle Hasselin Rous/M. Ece Çaldiran Işik/Gülcan Kongaz, “Musées archéologiques d’ Istanbul catalogue des figurines en terre cuite grecques et romaines de Smyrne / İstanbul arkeoloji̇ müzeleri̇ Yunan-Roma dönemi̇ pi̇şmi̇ş toprak Smyrna fi̇güri̇nleri̇ kataloğu – Texte”, σε: Musées archéologiques d’ Istanbul catalogue des figurines en terre cuite grecques et romaines de Smyrne / İstanbul arkeoloji̇ müzeleri̇ yunan-roma dönemi̇ pi̇şmi̇ş toprak Smyrna fi̇güri̇nleri̇ kataloğu (Κωνσταντινούπολη 2015), σσ. 1-222 (Varia Anatolica, 29), https://www.persee.fr/doc/anatv_1013-9559_2015_cat_29_1_1303, 17 Σεπτ. 2020.

[41] Michael Llewellyn-Smith, Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919–1922, Λονδίνο, 1998 (μεταγενέστερη ελληνική έκδοση: Το Όραμα της Ιωνίας, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα 2009), σ. 25.

[42] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919, Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 21998, σσ. 192-193 και 202-203, όπου διαπιστώνεται η κυρίαρχη παρουσία Ελλήνων εργατών και τεχνιτών στις εργασίες κατασκευής κατά μήκος της γραμμής Σμύρνης-Μαινεμένης-Μαγνησίας-Αξαρίου. Βλέπε επίσης τις μαρτυρίες για την καταγωγή των Ελλήνων μεταναστών και την ανάπτυξη των πόλεων παράλληλα με την επέλαση του σιδηροδρόμου σε: ΚΜΣ/ΑΠΜ/ΛΔ 23/Φ 1/Φ 3/Φ 7/Φ 12, πληροφορητές: Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Θεόφιλος Τσολάκογλου, Γιάννης Τσοπάνογλου, Βασιλική Μπονάνου και Χρήστος Χατζηχρήστου από Σαλιχλί, Αφιόν Καραχισάρ, Εσκί Σεχίρ και Ουσάκ αντίστοιχα.

[43] Gaston Deschamps, Sur les routes d’ Asie, Παρίσι 1894, σσ. 152 και 322.

[44] William Mitchell Ramsay, Impressions of Turkey during Twelve Years’ Wanderings, Λονδίνο 1897, σ. 131.

[45] Παντελής Κοντογιάννης, Η Ελληνικότης των νομών Προύσης και Σμύρνης, Αθήνα 1919, σσ. 59-69, όπου παρατίθενται και οι απόψεις ξένων περιηγητών και μελετητών. Επίσης, Ανδρέας Ανδρεάδης, Η Μικρά Ασία και ο Ελληνισμός, Εντυπώσεις Ταξειδιώτου, Αθήνα 1909, σσ. 10 και 67-68.

[46] Βλέπε ενδεικτικά τις μαρτυρίες των Βασίλη Σουβατζή, Γιάννη Καβγαλάκη και Δημήτρη Νικολίνταγα σε ΚΜΣ/ΑΠΜ/ΛΔ 14/Ι 9/Ι 2 από Κίρκαγατς, Μπαϊρακλί και Αγία Τριάδα Σμύρνης αντίστοιχα.

[47] Ο M. Celal Bayar παραθέτει την αναφορά του Eşref Kuşçubası, συντονιστή των ανθελληνικών διωγμών στην περιοχή της Σμύρνης την περίοδο 1913-1914. Βλέπε Bayar Celal, Ben de Yazdım, Milli Mücadeleye Giriş [Τα Προσωπικά μου Έγγραφα, Η Έναρξη του Εθνικού Αγώνα], τ. 5, Κωνσταντινούπολη 1997, σσ. 104-105. Η παραπομπή από Φουάτ Ντουντάρ, O Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας: Η Μηχανική των Εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» (1913-1918) (μτφρ. Ν. Ουζούνογλου και Λ. Μυστακίδου, τίτλος πρωτοτύπου: Fuat Dündar- Modern Türkiye’nin Şifresi. İttihat Ve Terakki’nin Etnisite Mühendisliği (1913-1918), Αθήνα και Νέα Υόρκη 2014, σ. 206.

[48] Ανδρεάδης, Μικρά Ασία, σ. 10.

[49] Οι Έλληνες που θεωρήθηκαν ως υποκινητές είναι οι εξής: Βανδώρος, Σταματόπουλος, Παπάζογλου, Τσιριγώτης, Πίκουλας, Δ. Σαράντης, Σ. Λυκάρης. Βλέπε Devlet Arşivleri Başkanlığı [Αρχείο Πρωθυπουργικού Γραφείου]/ Dahiliye Mektubi [Έγγραφα Εσωτερικής Αλληλογραφίας] 2637/23, 22 Οκτ. 1908. Η παραπομπή από Kadir Yıldırım, Osmanlı’da İşçiler, 1870-1922, Çalışma Hayatı, Örgütler, Grevler [Οι εργαζόμενοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, 1870-1922, Συνθήκες Εργασίας, Οργάνωση, Απεργίες], Κωνσταντινούπολη 2013, σ.253.

[50] Επίτιμος Πρόεδρος οριζόταν ο Μεχμέτ Μετζέτ, εκδότης της εφημερίδας Ο Εργάτης στη Σμύρνη, ενώ πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου της εφημερίδας Ημερησία. Ως μέλη του συλλόγου αναφέρονταν οι: Δομένικους Τίους, Δ. Μπουφίδης, Π. Τζινόπουλος, Φορτ. Μιχαλέφ, Ν. Δεμαρτίνο, Π. Μιχαλέφ, Στ. Κοκίλιας, Ν. Χριστοδούλου, Ι. Αγκοπιάν, Β. Λάντζας, Α. Κρητικός, Α. Αυγουστής. Ο Εργάτης, Αρ. Φ. 13, 19 Οκτ. 1908, σ. 3.

[51] “L’exploitation de la ligne Smyme-Cassaba”, Le Journal des débats, 4 Νοεμβρ. 1921 σε: Société Anonyme Ottomane des Mines de Balia-Karaïdin [http://www.entreprises-coloniales.fr, 23 Απρ. 2017].

[52] Στο ίδιο.

[53] Βλέπε το χρονολόγιο των επιχειρήσεων σε: Αθανάσιος Καραθανάσης, Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, http://clioturbata.com/απόψεις/karathanasis_asia-minor/, 17 Σεπτ. 2020. Βλέπε επίσης την καταγραφή του πολεμικού ανταποκριτή Κώστα Μισαηλίδη σε: Του Ιδίου, Πολεμικά φύλλα από την Μικρασιατικήν Εκστρατεία, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1923. Επίσης, Λευτέρης Παρασκευαϊδης και Γιώργος Παρασκευαϊδης, Αδελφή στρατιώτου. Ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας, Θεσσαλονίκη 2006.

[54] Βλέπε Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Συνθήκη ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκίας, Υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου 10 Αυγούστου 1920, Αθήνα 1920, όπου παρατίθενται τα άρθρα της συνθήκης.

[55] Για τις στρατιωτικές εξελίξεις βλέπε Llewellyn-Smith, Ionian Vision, σσ. 198-236 και 276-311.

[56] Βλέπε τη μαρτυρία της Ζωής Τικμόγλου από τη Μαγνησία σε: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, τ. 1 (επιμ. Φ. Αποστολόπουλου), Αθήνα 1980, σσ.105-106.

[57] Στο ίδιο, Μαρτυρία Ευρυπίδη Λαφαζάνη από Χορόσκιοϊ, σ. 132.