Skip to main content

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.

 

Αλέξης Αλεξανδρής:Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

100 Χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

Μήλον της έριδος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Δυτική Θράκη απασχόλησε τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, που ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός και αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στις 30 Δεκεμβρίου 1918 με το σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, περιλαμβανομένης της Δυτικής Θράκης.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων, ενώ η Βουλγαρία ανήκε στο στρατόπεδο των ηττημένων του πολέμου. Προσέτι, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση στο θρακικό ζήτημα επειδή κατηγορείτο για εφαρμογή στυγνής πολιτικής εθνικής κάθαρσης εις βάρος του ελληνορθόδοξου και μουσουλμανικού στοιχείου κατά την πενταετή βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1918). Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι επέβαλε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919), σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτείτο από όλες τις βλέψεις της στην περιοχή. Εν αναμονή της τελικής επίλυσης του δυτικοθρακιωτικού ζητήματος, η Αντάντ εγκαθίδρυσε, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων, προσωρινή Διασυμμαχική Διοίκηση στις 20 Οκτωβρίου 1919.

 Γαλλική εποπτεία επί ένα επτάμηνο

Η πολιτειακή μορφή και τα σύνορα του νέου αυτόνομου κρατιδίου της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή, ετέθη υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Louis Franchet d’ Espèrey, με τον στρατηγό Charles Antoine Charpy να αναλαμβάνει τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας. Ο προσωρινός κυβερνήτης Charpy είχε ήδη εγκατασταθεί μαζί με το στρατιωτικό του επιτελείο στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου 1919, θέτοντας υπό γαλλικό έλεγχο το σύνολο των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών. Ο Καταστατικός Χάρτης της διοικητικής δομής εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1919, ενώ η σημαία του νέου κρατιδίου αποτελείτο από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η γαλλοκρατούμενη αυτόνομη πολιτεία της Δυτικής Θράκης έμελλε να λειτουργήσει για ένα επτάμηνο, από τον Οκτώβριο 1919 έως τον Μάιο του 1920.

Στρατηγός Antoine Charpy.

Στο μεταξύ, συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς στις αρχές του Οκτωβρίου 1919 και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα (Ξάνθη, Κομοτηνή και Κάραγατς/Ορεστιάδα). Στο πλαίσιο του γαλλικού ελέγχου της Δυτικής Θράκης, Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές διορίστηκαν στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς. Αντιθέτως, στην περιοχή της Ξάνθης στρατιωτικός διοικητής ανέλαβε ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, ο οποίος ηγείτο της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού και με εντολή της Αντάντ εισήλθε στην Ξάνθη στις 4 Οκτωβρίου 1919, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης.

Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 1919 ο πληθυσμός της περιοχής υπό τη διοίκηση της Διασυμμαχικής Θράκης είχε μεταξύ 206.000 και 212.000 κατοίκων. Σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της διασυμμαχικής διοίκησης, η εθνοτική-θρησκευτική κατανομή των κατοίκων της Δυτικής Θράκης τον Απρίλιο του 1920 είχε ως εξής: 86.793 μουσουλμάνοι ή σχεδόν 43% του πληθυσμού, 56.114 ελληνορθόδοξοι ή 27,4%, 54.092 εξαρχικοί Βούλγαροι ή 26,4%, 2.985 Εβραίοι, 1.880 Αρμένιοι και 3.041 ξένοι υπήκοοι κυρίως καθολικοί Λεβαντίνοι, οι οποίοι, παρά το μικρό μέγεθός τους, κατείχαν μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στην κατοχή της διασυμμαχικής διοίκησης αναδείκνυαν επίσης την εθνοτική ετερογένεια του μουσουλμανικού στοιχείου, καθώς προσδιόριζαν τις ακόλουθες ομάδες, οι οποίες αριθμούσαν πληθυσμιακά ως εξής: 73.220 Τούρκοι, 11.739 Πομάκοι και 1.834 Ρομά-Αθίγγανοι.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος του πληθυσμιακού ζητήματος ήταν ο εξαναγκαστικός εκπατρισμός από τις πατρογονικές τους εστίες περίπου 70.000 Ελλήνων και σχεδόν 50.000 μουσουλμάνων κατά τα χρόνια της βουλγαροκρατίας, με την παράλληλη εγκατάσταση στη Δυτική Θράκη Βουλγάρων εποίκων (1913-1919). Με το τερματισμό του βουλγαρικού καθεστώτος πολλοί Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες παλιννόστησαν στους τόπους καταγωγής τους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να παραμείνουν στις νέες κατοικίες τους στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδίως στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα.

Αυτοκινητοπομπή του στρατηγού Charpy στους δρόμους της Κομοτηνής στις 2.11.1919.

Η πολύτιμη συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά

Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία ορίστηκε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Κοζανίτης στην καταγωγή, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια αναγορεύτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό και διατέλεσε βουλευτής Σερβίων/Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912, με έντονη εθνική δράση ως μέλος της ελληνικής ομάδας στο Κοινοβούλιο. Οταν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους απελάθηκε ως ανεπιθύμητος από τους Νεότουρκους, βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Με διπλωματική ευστροφία και πολιτική οξυδέρκεια, ο Βαμβακάς κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να πλαισιωθεί από ικανούς γαλλομαθείς Ελληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου στην Κομοτηνή. Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται ο εκ Μαρωνείας καταγόμενος έξαρχος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής).

Εχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των δύο πανίσχυρων Γάλλων στρατηγών Franchet d’ Espèrey και Charpy, ο Βαμβακάς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Δυτικοθρακιωτών προσφύγων. Με εύστοχες πρωτοβουλίες και επιδέξιους χειρισμούς επέτυχε, σε μικρό χρονικό διάστημα, την ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας. Χάρις στον Χαρίσιο Βαμβακά και τους συνεργάτες του, οι ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διασυμμαχικής διοίκησης άλλαξε άρδην υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ενα σημαντικό πλεονέκτημα του Βαμβακά ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή με την παλαιομουσουλμανική ηγεσία από την εποχή της κοινοβουλευτικής του θητείας στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές προσεγγίζοντας ένα σημαντικό τμήμα του μωαμεθανικού πληθυσμού. Υποσχέθηκε στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο του βενιζελικού δόγματος της «μεγαλυνομένης Ελλάδος».

Χαρίσιος Βαμβακάς.

Προσέγγιση της μουσουλμανικής κοινότητας

Η προσέγγιση με το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πρωταρχικής σημασίας. Στους κόλπους της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο αντίπαλες πολιτικοθρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στη σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές, συσπειρωμένους γύρω από το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο, να αξιώνουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη με σκοπό την αυτονόμηση της περιοχής.

Αντιμέτωπος με τη ρευστή αυτή κατάσταση ο Βαμβακάς αγωνίστηκε σθεναρά για να υποσκάψει τα ερείσματα της εθνικιστικής μερίδας αξιοποιώντας τις διχογνωμίες, έριδες και ανταγωνισμούς στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας. Αλλωστε, η συντριπτική πλειονότητα των μωαμεθανών επιθυμούσε πρωτίστως την αποτίναξη του βουλγαρικού ζυγού και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος αυτός φαίνεται πως ήταν πρόθυμοι να έλθουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η επιστροφή του σουλτανικού καθεστώτος ήταν πλέον αδύνατη.

Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ του πομακικού και θρησκευτικού στοιχείου της μουσουλμανικής κοινότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919) η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο τεταμένη, όταν το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο συμμάχησε με τους Βούλγαρους προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειονότητας των παλαιομουσουλμάνων.

Με διάταγμα του αρχιστράτηγου Franchet d’Espèrey στις 21 Δεκεμβρίου 1919, αναδείχθηκε 15μελές τοπικό και αντιπροσωπευτικό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από πέντε Ελληνες, πέντε μουσουλμάνους, δύο Βούλγαρους, έναν Αρμένιο, έναν Εβραίο και έναν Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας εκ των Ελλήνων, ο Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς, επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας.

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο ή η τοπική Βουλή κατά τη διάρκεια της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Στις 22 Μαρτίου 1920 το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεξε τον πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή, διαδικασία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης που θα επηρέαζαν τους μελλοντικούς συσχετισμούς στη περιοχή. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί εντός του Συμβουλίου φαινομενικά ευνοούσαν τη βουλγαρο-τουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Ελληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες. Επειτα από έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δράση του ευπατρίδη Βαμβακά, η ψηφοφορία ανέδειξε πρόεδρο του Συμβουλίου τον γαλλομαθή Εμμανούλ Δουλά, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελείτο από δύο Ελληνες, έναν Οθωμανό και έναν Βούλγαρο. Η κρίσιμη αυτή ψηφοφορία έλαβε χαρακτήρα δημοψηφίσματος και θεωρήθηκε ενδεικτική των διαθέσεων του συνόλου του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης για τον μελλοντικό διακανονισμό του θρακικού ζητήματος.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της διασυμμαχικής διοίκησης περνούσαν υπό ελληνική επιρροή αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ενίσχυε τον διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου στο Παρίσι για την απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου η Αντάντ έδωσε το πράσινο φως στην Ελλάδα για την κατάληψη του συνόλου της Θράκης.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.

Γεώργιος Καλαφίκης: Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

Γεώργιος Καλαφίκης    

Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

 

Ι. Εισαγωγική θεώρηση

Σε προηγούμενη δημοσίευση μάς απασχόλησε το ζήτημα της χρονολόγησης καθώς και των γενικών αιτίων για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris από τον Βεγέτιο. Χάρη στην παράθεση ποικίλων επιχειρημάτων υποστηρίξαμε πως ο συγγραφέας έγραψε την πραγματεία μάλλον προς τα τέλη της βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), και πάντως πριν από την έλευση του 5ου αι. Αναφέραμε επίσης ως πιθανή αιτία για τη συγγραφή του βιβλίου γενικότερα τις βαρβαρικές εισβολές και τη διείσδυση βαρβάρων στην ενδοχώρα της αυτοκρατορίας, συγκεκριμένα όμως με αφορμή την απειλητική εμφάνιση και το ξέσπασμα του γοτθικού κινδύνου. Φαίνεται όμως ότι τέτοια σαφέστερα στοιχεία παραλείφθηκαν ή αφαιρέθηκαν (μαζί με τον αυτοκράτορα καθ’ υπόδειξη και εν ονόματι του οποίου ο Βεγέτιος συνέγραψε τη στρατιωτική του επιτομή) από επόμενο εκδότη και αναθεωρητή του αρχικού κειμένου –μάλλον από τον μυστηριώδη Φλάβιο Ευτρόπιο στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 450– ώστε το κείμενο να καταστεί πιο «διαχρονικό» και «διδακτικό». Πάντως, ούτε τότε άλλαξε ο πυρήνας των διαπιστώσεων του Βεγέτιου: (α) τα προβλήματα στη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας, (β) η υπερβολική και λανθασμένη εξάρτηση σε ξένους μισθοφόρους για την επάνδρωση του στρατού (και συνακόλουθα για την άμυνα του κράτους), γενικά δε (γ) οι εισβολές και η διείσδυση των βαρβάρων εντός της επικράτειας, δημιουργούσαν καινούργια δεδομένα, έθεταν επικίνδυνες προκλήσεις και διέπλαθαν νέες απειλές για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε επιτυχή σύνοψη των αιτίων και της στόχευσης προβαίνει ο Milner στην εισαγωγή της δικής του κριτικής μετάφρασης του πρωτότυπου κειμένου. Ο μεταφραστής θεωρεί τη «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης» του Βεγέτιου ως απόπειρα «συστηματικής θεραπείας» (systematized remedy) στρατιωτικών αστοχιών σε τομείς όπως: (α) στρατολογία και εκπαίδευση, (β) οργάνωση, τακτικές και στρατηγική, (γ) όπλα και εξοπλισμό1.

Τακτικές ιππικού και παραποτάμιων περιπολιών συνήθως παραλείπονται ως γνωστές, ήδη ανεπτυγμένες και εφαρμόσιμες, και συνεπώς ως ευκόλως εννοούμενες ενόψει της προόδου που είχε εντωμεταξύ επιτευχθεί. Δεν δίνεται επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα σε μεθόδους πολιορκίας εχθρικών πόλεων, αφενός διότι οι κύριοι εχθροί τους οποίους ο Βεγέτιος κατονομάζει (Γότθοι, Ούννοι και Αλανοί) δεν κατοικούσαν σε πόλεις, και αφετέρου γιατί οι πολεμικές επιχειρήσεις στρέφονταν πλέον εναντίον του εκτενούς δικτύου των ελληνορωμαϊκών πόλεων εντός της επικράτειας. Γι’ αυτό άλλωστε ο Βεγέτιος αφιέρωσε συνολικά είκοσι δύο (22) από τις τριάντα ενότητες (30) περί πολιορκητικής σε αμυντικά μέτρα, ενώ αντιθέτως μόλις οκτώ (8) σε επιθετικά2. Θα τολμούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας η αυτοκρατορία τελούσε πλέον συνεχώς σε «κατάσταση πολιορκίας»!

ΙΙ. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και η μάχη της Αδριανούπολης (378) ως αιτία και αφορμή αντίστοιχα για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris

Το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος του 4ου αι. μ.Χ. δεν ήταν το ίδιο «άτρωτο» όπως παλαιότερα, δηλαδή κατά τη ρεπουμπλικανική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Τότε απολάμβανε διαρκή μεγέθυνση της έκτασης και της ισχύος του, παρά ορισμένες σοβαρές κατά καιρούς αποτυχίες. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ασφαλώς εξέλθει με επιτυχία από τη μακροβιότερη κρίση της ιστορίας της, την περιβόητη «κρίση του 3ου αι. μ.Χ.», έχοντας όμως προηγουμένως υποστεί σε όλα τα μέτωπα απανωτά πλήγματα από πολλούς εχθρούς, τα οποία ενίοτε συνεχίστηκαν και τον 4ο αι.

Γερμανικά (λ.χ. Άγγλοι, Σάξονες) και κελτικά φύλα (λ.χ. Πικτοί, Σκώτοι) προσέβαλλαν κατά καιρούς τη Βρετανία. Διάφοροι λαοί –κυρίως γερμανικής (Φράγκοι, Αλαμανοί, Βουργουνδοί, Κουάδοι, Βάνδαλοι, Γότθοι κ.ά.), αλλά και ιρανικής (λ.χ. Σαρμάτες και Αλανοί) καταγωγής– επιτίθονταν κατά κύματα στις ευρωπαϊκές επαρχίες καθ’ όλο το μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Στη Μέση Ανατολή η Περσία προκαλούσε διαρκώς σε όλα τα επίπεδα –πολιτικό, διπλωματικό και βεβαίως στρατιωτικό– τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Η Περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών αποτελούσε το «αντίπαλο δέος» της ύστερης Ρωμαϊκής και μετέπειτα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν όντως μία εκ των δύο «υπερδυνάμεων» (superpowers) εκείνης της εποχής στην καθ’ ημάς οικουμένη, σχεδόν ισάξια και σίγουρα ισότιμη με τη Ρώμη (και το Βυζάντιο)3.

Εχθροί της Ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: Πέρσες Σασσανίδες, Γότθοι, διάφοροι άλλοι Βάρβαροι.

Παρ’ όλα αυτά, την εποχή του Βεγέτιου, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι., άλλο ήταν πλέον το μέγιστο και κυρίαρχο πρόβλημα. Πλήγματα μπορεί να είχε δεχτεί η αυτοκρατορία ως τότε αρκετά, ρήγματα ωστόσο ποτέ. Όταν γραφόταν η «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης», βάρβαροι, ιδίως Γότθοι και Αλανοί, είχαν ήδη διαρρήξει τα σύνορα και είχαν εγκατασταθεί μαζικά στην ενδοχώρα της Βαλκανικής. Προσπαθούσαν να αποφύγουν τον εφιάλτη των Ούννων, οι οποίοι τούς είχαν οριστικά εκδιώξει από τις πατρογονικές τους εστίες βορείως του Δούναβη λίγο νωρίτερα. Ακόμη χειρότερα, αυτοί οι ξένοι λαοί διεκδίκησαν με τη βία και πέτυχαν το δικαίωμα όχι μόνο στη διαβίωση αλλά και σε κάποιας μορφής αυτονομία εντός του πλαισίου της αυτοκρατορίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στον «γοτθικό» πόλεμο των ετών 376/7-382, σημείο καμπής του οποίου υπήρξε αναμφίβολα η συντριβή των ρωμαϊκών στρατευμάτων και ο θάνατος του αυτοκράτορα Βάλη στη μάχη της Αδριανούπολης τον Αύγουστο του 378.

Ως εκ τούτων, θεωρείται πιθανότερο πως ο Βεγέτιος έγραψε τη στρατιωτική του επιτομή με απώτερη αφορμή τη μάχη της Αδριανούπολης και με βαθύτερη αιτία τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης καταστροφής και γενικότερα εκείνου του «γοτθικού» πολέμου. Επιχείρησε, επομένως, να «αποσβέσει» τις στρατιωτικές συμφορές που έπληξαν εντωμεταξύ το κράτος. Υποστήριξε, λοιπόν, την απάλειψη της εξάρτησης από ξένους μισθοφόρους και την ευρεία αναδιοργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού, ώστε να καταστεί εκ νέου ικανός αμύντορας του κράτους και της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, η στρατιωτική ανασυγκρότηση όφειλε να στηριχθεί στα αρχαιότερα «κλασικά» ρωμαϊκά πρότυπα. Αυτά συμπεριελάμβαναν ποικίλες τακτικές και διάφορα στρατηγήματα που αναλύουμε σε δύο επόμενες δημοσιεύσεις.

Ως γνωστόν βεβαίως, αυτή η αποφασιστικής σημασίας ήττα απέβη καθοριστική για τις σχέσεις της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και του αρχαίου κόσμου εν γένει, με τους ξένους λαούς –κυρίως γερμανικής καταγωγής– που συνωθούνταν και διαβιούσαν γύρω από τα αχανή ευρωπαϊκά σύνορα του κράτους κατά μήκος και πέραν της μεθοριακής γραμμής που σχημάτιζαν οι δύο μεγάλοι ποταμοί Ρήνος και Δούναβης. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και ειδικά η μάχη της Αδριανούπολης (378) θεωρούνται ως απαρχή της «εποχής των Μεταναστεύσεων» (γερμ. Völkerwanderung). Κατά τη διάρκεια των επομένων δύο αιώνων πλήθη βαρβάρων εγκαταστάθηκαν σταδιακά και μαζικά στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, εξώθησαν σε τελεσίδικη διάλυση το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Στη θέση του δημιουργήθηκαν ποικίλα βαρβαρικά βασίλεια (regna barbarica) κατά τον 5ο και 6ο αι. Ήδη, η συνθήκη (foedus) με τους Γότθους το 382 αποτελούσε άσχημο οιωνό για το μέλλον, αφού προέβλεπε την παραχώρηση γης για την οριστική διαμονή των τελευταίων σε βαλκανικές επαρχίες. Οι Γότθοι διατήρησαν, ωστόσο, την ιδιαίτερη φυλετική τους οργάνωση· σε αντάλλαγμα υποσχέθηκαν την αυτοτελή ένταξη γοτθικών στρατιωτικών τμημάτων στις τάξεις του αυτοκρατορικού στρατού όποτε τους ζητούνταν υπό το καθεστώς των «υπόσπονδων» συμμάχων, ευρύτερα γνωστών με την προσωνυμία «φοιδεράτοι» (foederati). Αυτό το γεγονός οδήγησε μελλοντικά στον εξοπλισμό τους με έξοδα και πόρους του κράτους.

Βάρβαροι: Οι Γότθοι. Nτοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians – The Goths.

IIΙ. Η αριθμητική αποδυνάμωση του στρατού και προτάσεις για την αναπλήρωση των απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό

Πράγματι, το βιβλίο βρίθει κατά τη γνώμη μας από πάμπολλα σχόλια που μπορούν να αξιοποιηθούν ως δείκτες συγγραφής με ειδικότερη αφορμή τη συντριπτική ήττα στην Αδριανούπολη και γενικότερη αιτία τον αιματηρό «γοτθικό πόλεμο». Κατ’ αρχάς, μία σειρά προτροπών-προτάσεων που διατύπωσε ο Βεγέτιος στα αρχικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου αφενός υπονοούσαν αποψίλωση των μονάδων του αυτοκρατορικού στρατού (πεζικού και ιππικού), ενώ αφετέρου υποδείκνυαν γρήγορη και άμεση αναπλήρωση των απωλειών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Βεγέτιος (α) προέτρεψε εμμέσως τους ιθύνοντες να προτιμήσουν τη στρατολόγηση υπηκόων πολιτών της αυτοκρατορίας (άρα –συμπληρώνουμε– όχι ξένων και ειδικά Γερμανών, I.2). Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας πρότεινε (β) να εντάσσονται πλέον στις τάξεις του στρατού ακόμη και αστοί (I.3), έφηβοι και γενικά νεαρής ηλικίας άρρενες (I.4), καθώς και άνδρες χαμηλότερου αναστήματος (I.5). Εισηγήθηκε ουσιαστικά (γ) την επαναφορά και εφαρμογή της υποχρεωτικής στρατολογίας και της στράτευσης πολιτών που ανήκαν σε διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες οι οποίες ως τότε εξαιρούνταν (I.7). Κατά κανόνα, όλοι εκείνοι οι άνδρες είτε απέφευγαν τότε την κατάταξη, είτε αποκλείονταν πλέον από τον στρατό. Θεωρούνταν ασύμβατοι ή και ανίκανοι για στρατιωτική θητεία λόγω «ασθενούς κράσης» ή «ανεπαρκούς σωματικής διάπλασης». Ο Βεγέτιος έθεσε, λοιπόν, μία απολύτως λογική προϋπόθεση, ώστε αυτοί να ενσωματώνονται εκ νέου απρόσκοπτα στις τάξεις του στρατεύματος: (δ) κυρίαρχο κριτήριο για την επιλογή των στρατευσίμων όφειλε να είναι η ευρωστία και το σφρίγος, και όχι η διάπλαση ή το σωματικό μέγεθος των υποψηφίων (I.6).

Οι παραπάνω υποδείξεις λίγο απέχουν από το να θεωρηθούν ουσιαστικά ως πρόταση «γενικής κινητοποίησης και επιστράτευσης». Μάλιστα, μπορούν εύσχημα και εύστοχα να παραβληθούν με αντίστοιχη έμμεση εισήγηση του ιστορικού Αμμιανού Μαρκελλίνου με αφορμή το ξέσπασμα του γοτθικού πολέμου το 376/7 μ.Χ. Χωρίς να αποφεύγει το στερεότυπο της προϊούσας ηθικής παρακμής των συγχρόνων του σε σύγκριση με αρχαιότερες και ενδοξότερες εποχές, ο Αμμιανός ισχυρίστηκε εντούτοις ότι το Ρωμαϊκό κράτος είχε τότε ακόμη δυνατότητα επιτυχούς αντίστασης εναντίον των Γότθων και των άλλων βαρβάρων, εφόσον συγκέντρωνε ενωμένες όλες τις δυνάμεις (για την ακρίβεια, εφόσον συστρατεύονταν οι πολίτες όλων των τάξεων) εναντίον του εχθρού. Τέτοια επείγοντα μέτρα –όλα διόλου συμπτωματικά εναντίον γερμανικών λαών– σχολιάζει πως εφαρμόστηκαν παλαιότερα κατά τη διάρκεια των πολέμων του στρατηγού Μάριου εναντίον των Κίμβρων και των Τευτόνων (113-101 π.Χ.), του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου εναντίον των Μαρκομάνων (167-180 μ.Χ.), καθώς και των αυτοκρατόρων Κλαυδίου Γοτθικού και Αυρηλιανού εναντίον των Γότθων (268-271 μ.Χ.) (AmmMarcXXXI 5.10-17). Υπήρχε βεβαίως και το πρότυπο της έκτακτης επιστράτευσης και της τεράστιας κινητοποίησης που διενήργησαν οι Ρωμαίοι και οι Ιταλοί σύμμαχοί τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218-201 π.Χ.), αμέσως μετά από τη συντριβή τους στις Κάννες από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα το 216 π.Χ. (Πολύβιος Ιστ. 2.24). Είναι, πάντως, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαδιακή η διαπίστωση ότι περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή προς τα τέλη 4ου αι. μ.Χ., δύο από τους κορυφαίους τότε Λατίνους συγγραφείς κατέληξαν σε ανάλογα και αντίστοιχα συμπεράσματα σχετικά με την αντιμετώπιση και εξουδετέρωση ξένων εισβολέων.

Σε κάθε περίπτωση, η προτροπή του Βεγέτιου για συμπλήρωση του αριθμού των στρατευμένων ακόμη και με νεοσύλλεκτους κατώτερης στάθμης, υποδήλωνε με σαφήνεια τις τρομερές απώλειες που είχε εντωμεταξύ υποστεί ο στρατός τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι., ως απόρροια των μαζικών βαρβαρικών εισβολών και των αλλεπάλληλων εμφυλίων πολέμων που έπληξαν την αυτοκρατορία στο σύνολό της. Ο γοτθικός πόλεμος και ειδικά η συμφορά στην Αδριανούπολη είχαν ήδη προκαλέσει βαριές απώλειες στον στρατό κρούσης-εκστρατείας (comitatenses) της υστερορωμαϊκής Ανατολής, κυρίως στα στρατεύματα του Ιλλυρικού και της Θράκης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στην υστερορωμαϊκή Δύση, που διενεργήθηκαν από τον Θεοδόσιο Α΄ εναντίον των σφετεριστών Μάγνου Μάξιμου (383-388) και Ευγένιου (392-394), θεωρείται επίσης βέβαιο πως αποδυνάμωσαν τις τοπικές στρατιωτικές μονάδες. Ασφαλώς, το πρόβλημα επιτάθηκε λόγω των βαρβαρικών εισβολών στη στροφή του 4ου προς τον 5ο αι. Σημειώνουμε την πρώτη εισβολή των Γότθων του Αλάριχου το 401/2 και λίγο αργότερα της βαρβαρικής ορδής του Ραδαγάισου το 405/6 στην Ιταλία, τη συνδυασμένη εισβολή διαφόρων Γερμανών στη Γαλατία το 406/7, τη δεύτερη εισβολή του Αλάριχου στην Ιταλία το 408 κ.ο.κ.

Βάρβαροι επιτιθέμενοι

Επομένως, μόνο τυχαία δεν είναι μία υπόδειξη προς το τέλος του τρίτου βιβλίου, η οποία συνιστά προέκταση και έρχεται ως επιστέγασμα όλων των παραπάνω απόψεων και προτροπών στην αρχή του πρώτου βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος υποστήριξε ότι, παρ’ όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες και τις απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη, εφόσον σε πρώτη φάση το στράτευμα ανασυγκροτούνταν με όλο το διαθέσιμο και εναπομείναν προσωπικό, και ύστερα ανεφοδιαζόταν και εξοπλιζόταν κατάλληλα. Μετά από αυτά τα πρώτα και βασικά βήματα ήταν απαραίτητο να αναζητηθούν καινούργιοι στρατιώτες, ώστε να επανδρώσουν τις διάφορες μονάδες (legiones και auxilia). Έτσι, ο στρατός θα έβρισκε την ευκαιρία να ανακτήσει το ηθικό του και να αντεπιτεθεί στον εχθρό, χάρη στην ευρεία στρατολόγηση και στην ενίσχυσή του με όλους τους διαθέσιμους πόρους (III.25).

Κατά συνέπεια, η επιμονή του Βεγέτιου για τη διενέργεια εκτενούς στρατολόγησης (λατ. dilectus) συνιστά τόσο την αρχή του πρώτου όσο και το τέλος αντίστοιχα του τρίτου βιβλίου. Η τοποθέτηση του θέματος στην αρχή και στο τέλος της σχετικής με τον στρατό ξηράς διαπραγμάτευσης είναι προδήλως σκόπιμη. Για την ακρίβεια, αποτελεί κεφαλαιώδες δομικό στοιχείο των στρατιωτικών του προτάσεων, αφού τίθεται ως θεμέλιο και κορωνίδα της όλης στρατιωτικής ανασυγκρότησης. Με άλλα λόγια, η ικανή επάνδρωση των μονάδων μέσω της διενέργειας μεθοδικής στρατολογίας κρίνεται από τον συγγραφέα «ως το Α και το Ω» για τη σωστή οργάνωση ειδικά του στρατού ξηράς. Ο συγγραφέας ασχολήθηκε εκτενώς με το ζήτημα στα τρία πρώτα βιβλία της στρατιωτικής επιτομής του (στο τέταρτο και τελευταίο ασχολείται με ειδικότερα θέματα πολιορκητικής, αμυντικής και επιθετικής, καθώς και ναυτικής τέχνης).

Εντούτοις, επιστρέφοντας πάλι στο πρώτο βιβλίο, παρατηρούμε πως σε αμέσως επόμενα κεφάλαια ο Βεγέτιος προβαίνει σε πρόταση που κατ’ αρχήν φαίνεται να έρχεται σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, πρότεινε προσεκτική επιλογή νεοσυλλέκτων, γιατί –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει– λίγο παλαιότερα το κράτος έπαθε μεγάλα δεινά, αφότου παραμελήθηκε αυτή η διαδικασία (I.7-8). Σε αυτό το σημείο ο Βεγέτιος φαινομενικά αυτοαναιρείται ισχυριζόμενος αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα. Πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται η στράτευση ακόμη και κατώτερης ποιοτικά στάθμης ανδρών σε συνάρτηση με ενδελεχή επιλογή νεοσυλλέκτων; Πρόκειται για προτάσεις εκ πρώτης όψεως ασύμβατες και αλληλοαναιρούμενες. Κρίνω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον σκόπελο, εφόσον δεχτούμε πως η μεθοδική επιλογή στρατευσίμων αφορούσε κυρίως στον εξοβελισμό των ξένων από τις τάξεις του στρατεύματος από τότε και στο εξής. Εκείνοι ήταν λογικά οι υπαίτιοι για τη συσσώρευση τόσων δεινών, σύμφωνα τουλάχιστον με τη γνώμη του Βεγέτιου. Τα κενά στην επάνδρωση θα καλύπτονταν από τη θέσπιση ευρύτερων κριτηρίων για τη στράτευση υπηκόων πολιτών, ώστε δυνητικά να δημιουργηθεί μία καινούργια και πιο αξιόπιστη «δεξαμενή» στρατευσίμων.

    IV. Το πρόβλημα του «εκβαρβαρισμού» του στρατού και προτάσεις για την αντιμετώπισή του

Τα δεινά, τα οποία ο συγγραφέας ανέφερε παραπάνω, ήταν προφανώς οι βαρβαρικές εισβολές και η μαζική ενίσχυση ειδικά των αυτοκρατορικών στρατών κρούσης-εκστρατείας με ολόκληρα βαρβαρικά σώματα αποτελούμενα κυρίως από πολεμιστές γερμανικής καταγωγής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι βάρβαροι μαχητές παρέμεναν ουσιαστικά υπό την άμεση ηγεσία των ίδιων των φυλάρχων τους και τυπικά μόνον ετίθεντο υπό τη διοίκηση Ρωμαίων αξιωματικών. Αυτό το φαινόμενο άρχισε να μεγεθύνεται από τον γοτθικό πόλεμο (376/7-382) και έπειτα. Καθώς φαίνεται, ο Βεγέτιος έκρινε τον στρατό της εποχής του υπερβολικά «εκβαρβαρισμένο». Κατέγραψε, λοιπόν, τις εξής επικριτικές παρατηρήσεις:

Α) Ύστερα από τη βασιλεία του Γρατιανού (375-383), οι πεζικάριοι που θήτευαν στις τάξεις του πάλαι ποτέ ένδοξου ρωμαϊκού στρατού όδευαν στη μάχη μάλλον αθωράκιστοι. Αντιθέτως, οι ιππείς ήταν επαρκώς θωρακισμένοι στα πρότυπα των Γότθων, των Αλανών και των Ούννων αντιπάλων τους (I.20). Η ρητή μνεία σε Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς αποτελεί ένα επιπλέον δεδομένο, το οποίο μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι μάλλον ο Βεγέτιος έγραφε επηρεασμένος από την άκρως επιτυχημένη δράση του βαρβαρικού ιππικού ειδικά στη μάχη της Αδριανούπολης το 378 και τη συμβολή του στον γοτθικό θρίαμβο.

Β) Παρατηρούσε επίσης κατ’ αντιδιαστολή πως βάρβαροι και όχι πλέον Ρωμαίοι παρέτασσαν ενίοτε θυρεοφόρους πεζούς (scutati) εξοπλισμένους με υσσούς (λατ. pila, bebrae· γερμ. angones), δηλαδή βαριά ακόντια ρίψης (I.20).

Γ) Ισχυριζόταν, μάλιστα, ότι οι ειδικά οι Γότθοι αποδεκάτισαν επανειλημμένως με πυκνή και εύστοχη τοξοβολία τους αθωράκιστους άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού, επηρεασμένος καθώς φαίνεται από τις παρατεταμένες συγκρούσεις εναντίον τους. Αυτή η πληροφορία μπορεί παράλληλα να θεωρηθεί και ως δείκτης γραφής της πραγματείας έπειτα από τον σκληρό και ανηλεή «γοτθικό» πόλεμο εκείνων των ετών, ως αντίκτυπος αυτού (I.20).

Η Πολεμική Τεχνολογία των Γότθων. Deadly Barbarian Battle Tech: Documentary on the War Technology of the Goths (Full Documentary)

Δ) Επιπλέον, ο Βεγέτιος σχολίαζε πως ο στρατός της εποχής του είχε εγκαταλείψει την περιχαράκωση και οχύρωση των στρατοπέδων εκστρατείας. Αυτή η πρακτική αποτελεί βασικό παράγοντα διαφοροποίησης ενός τακτικού στρατού από άτακτες ορδές πολεμιστών. Η απουσία τέτοιας εξειδικευμένης αμυντικής πρόνοιας έκανε τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό ευάλωτο σε αιφνιδιαστικές εχθρικές προσβολές και επιθέσεις (I.21)4. Ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο τρίτο βιβλίο: οι Πέρσες οχύρωναν στρατόπεδα εκστρατείας με αμμόσακους, βαρβαρικά φύλα σχημάτιζαν προστατευτικούς κλοιούς από άμαξες (laager), ενώ αντιθέτως οι Ρωμαίοι είχαν πια απολέσει αυτή τη χρήσιμη τέχνη, που κάποτε συνιστούσε ειδοποιό διαφορά μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων (III.10).

Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Βεγέτιου ήταν πως πλέον οι βάρβαροι πολεμούσαν προσεκτικά και μεθοδικά παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις, ακριβώς όπως οι Ρωμαίοι παλαιότερα· αντιθέτως, οι Ρωμαίοι έτειναν να μάχονται απερίσκεπτα και ασύνετα χωρίς την αναγκαία προστασία, όπως άλλοτε οι βάρβαροι. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα επιχειρήματα, παρότι υπερβολικά ως έναν βαθμό, αποκαλύπτουν δύο σημαντικές εξελίξεις: Πρώτον, εκατέρωθεν της συνοριογραμμής (limes) «βάρβαροι» και «Ρωμαίοι» επηρέαζαν ενεργά αλλήλους στον τρόπο του μάχεσθαι μέσω των αδιάλειπτων συγκρούσεων. Αυτοί οι μαχητές ενίοτε ήταν οργανωμένοι σε παρεμφερείς στρατιωτικές δομές, διέθεταν παραπλήσιο εξοπλισμό, ενώ εφάρμοζαν κατά περίπτωση και παρόμοιες πολεμικές τακτικές. Έτσι, διαμορφωνόταν τελικά μία «κοινότητα πολεμιστών» που διέσχιζε την Ευρώπη και απλωνόταν έως τη Μέση Ανατολή.

Βεβαίως, οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν ορισμένα σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Αυτά εδράζονταν κυρίως σε δύο παράγοντες: αφενός (α) παρέτασσαν μόνιμα τακτικά στρατεύματα, ενώ αφετέρου (β) η στρατιωτική τους οργάνωση παρέμενε επαρκώς δομημένη, διότι στηριζόταν σε σταθερές διαχρονικά βάσεις: κατάταξη, εκπαίδευση, πειθαρχία, επαγγελματισμός, «πνεύμα μονάδος» (esprit de corps), ιεραρχία και διοίκηση, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη, ιατρική φροντίδα, παροχή εξοπλισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βεγέτιο όλα αυτά τα προτερήματα τελούσαν ήδη σε ύφεση, η υπεροχή έναντι των βαρβάρων είχε υπονομευθεί, ενώ η ρωμαϊκή υπεροπλία είχε γενικά τρωθεί. Γιατί όμως;

Επειδή, δεύτερον, η υιοθέτηση «ρωμαϊκών» πρακτικών από βαρβάρους και αντιστοίχως «βαρβαρικών» από Ρωμαίους υποδήλωνε ένα δεδομένο ελάττωμα εξαιρετικά επίφοβο για την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού και τελικά δυνητικά ολέθριο για τη συνοχή του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους: τη μαζική στελέχωση του άλλοτε υπερήφανου και πανίσχυρου τακτικού αυτοκρατορικού στρατού από αλλοδαπούς οπλίτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς, και από άτακτους φυλετικούς μαχητές γερμανικής ως επί το πλείστον καταγωγής, με παράλληλη αντίστοιχη ελάττωση του αριθμού, της σημασίας και της επιρροής των γηγενών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Milner θεωρεί τελικά ως «χαμένη υπόθεση» τις νουθεσίες του Βεγέτιου, διότι κατά τη διάρκεια του 5ου αι. οι στρατιές «πρώτης γραμμής» τόσο του ανατολικού όσο ιδιαιτέρως του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους έτειναν πλέον να σχηματίζονται: (α) από «φοιδεράτους» (foederati) βαρβάρους –θεωρητικά υπόσπονδους, αλλά ουσιαστικά αυτόνομους και πρακτικά ανεξέλεγκτους– μαζικά στρατολογημένους en bloc, δηλαδή εν σώματι, στον στρατό, (β) από «βουκελάριους» (bucellarii) στρατιώτες, κυρίως ιππείς που υπάγονταν «προσωπικά» σε Ρωμαίους στρατηγούς ή βαρβάρους πολέμαρχους και υπηρετούσαν αποκλειστικά υπό την ηγεσία τους, οφείλοντας υπακοή πρωτίστως σε εκείνους και όχι στο κράτος, και (γ) σε μικρότερο βαθμό από άλλους «υποταγμένους» (dediticii) βαρβάρους, παραδομένους στη διάκριση των υστερορωμαϊκών αρχών5.

Βουκελάριοι ιππείς

Σε αυστηρά στρατιωτικό πλαίσιο, η αθρόα συμμετοχή βαρβάρων και η ανεξέλεγκτη συσσώρευση ολόκληρων βαρβαρικών πολεμικών σωμάτων στις τάξεις του ύστερου ρωμαϊκού στρατού ασφαλώς αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του, υποβάθμιζε την πειθαρχία και έφθειρε τη μαχητική του αξία. Οι ξένοι μετέφεραν σε έναν πανάρχαιο και τακτικό στρατιωτικό μηχανισμό οργανωμένο με «επιστημονικό» τρόπο τη νοοτροπία ατάκτων πολεμιστών, όπως τη συνήθεια να μάχονται αθωράκιστοι, με άναρχο και απροσχεδίαστο τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και προστασίας. Σε τελική ανάλυση, η διαρκώς αυξανόμενη προσέλευση ξένων νεοσυλλέκτων και η εντεινόμενη επάνδρωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού από αλλοδαπούς μισθοφόρους υπέσκαπτε την ισορροπία και τη σταθερότητά του ως πολεμικής μηχανής. Παράλληλα, υπονόμευε την αποτελεσματικότητά του ως κατεξοχήν στηρίγματος της αυτοκρατορικής εξουσίας. Το διακύβευμα ήταν όντως κολοσσιαίο και τρομακτικό.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Βεγέτιος είχε συμβουλέψει την επαναφορά της νύξης κατά τη χρήση του ξίφους με παράλληλη εγκατάλειψη της κόψης που εφάρμοζαν οι βάρβαροι (I.12). Τούτη η παραίνεση αποτελούσε έμμεση προτροπή αποφυγής «βαρβαρικών» πολεμικών μεθόδων. Σε μεταγενέστερο κεφάλαιο συνέστησε μάλιστα την επιστροφή στα δόγματα των αρχαίων προγόνων, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «συμφέρει οικονομικά να εκπαιδεύεις ημεδαπούς πολίτες στην (αρχαία) πολεμική τέχνη, παρά να εξαγοράζεις τις στρατιωτικές υπηρεσίες ξένων βαρβάρων μισθοφόρων (αμφίβολης νομιμοφροσύνης και ευμετάβλητης αφοσίωσης, συμπληρώνουμε)» (I.28). Τις απόψεις αυτές επανέλαβε και στο δεύτερο βιβλίο. Εκεί, πρότεινε πάλι τη στρατολόγηση αυτοχθόνων νεοσυλλέκτων και την επιστροφή στα παλαιά στρατιωτικά δόγματα ως διέξοδο από την κρίση (II.18). Τέλος, στην αρχή του τρίτου βιβλίου ανακεφαλαίωσε τα συμπεράσματά του ως εξής: δεν είναι σωστό να υπηρετούν στις ρωμαϊκές στρατιές περισσότεροι ξένοι σύμμαχοι συγκριτικά με γηγενείς πολίτες (III.1).

Επομένως, πλην της εισδοχής και κατάταξης ημεδαπών ως βασικό μέτρο αριθμητικής ενίσχυσης των στρατευμάτων, ο Βεγέτιος υπέδειξε –έστω και εμμέσως– την αποπομπή και τον αποκλεισμό αλλοδαπών από τις τάξεις του, ώστε να επέλθει αφενός διαφοροποίηση και αφετέρου εξισορρόπηση στις «πηγές ή δεξαμενές» στελέχωσης του στρατού. Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι προτάσεις και διάφορες μέθοδοι αντιμετώπισης του φαινομένου του «εκβαρβαρισμού» συνέτειναν σε μία καίρια διαπίστωση που είχε νωρίτερα επισημανθεί από τον συγγραφέα: η σύνθεση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων όφειλε να κυμαίνεται στην παλαιότερη, ασφαλέστερη, και επιτυχέστερη αναλογία μεταξύ «πολιτών» και «συμμάχων», δηλαδή αδρομερώς μεταξύ λεγεωνάριων (legiones, legionarii) και συμμάχων (auxilia, auxiliares). Σύμφωνα με εκείνη, οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι από τους δεύτερους (ΙΙI.2-3).

V. Προτάσεις για τη λήψη αμυντικών μέτρων με αντικειμενικό σκοπό την αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας

Αμέσως μετά, ο Βεγέτιος ανέλυσε σειρά αμυντικών στρατιωτικών μέτρων που αφορούσαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της κράτους (III.3). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως: (1) κύρια μέριμνα οφείλει να είναι η απρόσκοπτη διασφάλιση της επιμελητείας μέσω της παροχής όλων των απαραίτητων εφοδίων στα φίλια στρατεύματα, η αντίστοιχη στέρησή τους από τον εχθρό και η καταστροφή του αντιπάλου μέσω λιμοκτονίας. (2) Η συγκέντρωση εφοδίων πρέπει να γίνεται συντονισμένα στις επαρχίες πριν από την έναρξη κάθε εκστρατευτικής περιόδου. (3) Ιδιαίτερη πρόνοια επιβάλλεται να επιδεικνύουν αμυνόμενοι πολιορκημένοι ώστε να συγκεντρώνουν όλα τα χρειώδη σε ασφαλή και οχυρά σημεία. (4) Οι άμαχοι ενδείκνυται να αποσύρονται σε οχυρωμένες απρόσιτες τοποθεσίες πριν από την έλευση επιδρομέων ή εισβολέων. (5) Οι οχυρώσεις απαιτείται να βρίσκονται σε καλή κατάσταση, οι πολεμικές μηχανές να συντηρούνται επαρκώς και οι στρατιώτες να είναι ετοιμοπόλεμοι. (6) Βασικές προμήθειες –όπως νερό, τρόφιμα και σιτηρέσιο, ζωοτροφές και ξυλεία– οφείλουν απαραιτήτως να χορηγούνται αδιάκοπα στα στρατεύματα σε φάση πολεμικών επιχειρήσεων. Η λελογισμένη διανομή των εφοδίων γίνεται από τις (ενίοτε οχυρωμένες) σιταποθήκες (horrea) με χρηστή επίβλεψη. (7) Τα οχυρά και οι πόλεις αρκεί να φρουρούνται από στρατιώτες κατώτερης ποιότητας, εξοπλισμένους όμως με πλειάδα ποικίλων εκηβόλων όπλων, ώστε να προβάλουν επιτυχή άμυνα. Τότε, οι καλά προετοιμασμένοι πολιορκημένοι έχουν τη δυνατότητα να εξουδετερώσουν τον εχθρό είτε μέσω λιμού, εάν διατηρεί συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του, είτε μέσω αιφνιδιαστικών αντεπιθέσεων, εάν οι πολιορκητές έχουν διασκορπιστεί στην ευρύτερη περιοχή. (8) Τέλος, ο Βεγέτιος εφιστούσε ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν προσπάθειες εξαπάτησης των αμυνομένων από τους επιτιθέμενους με πρόσχημα τη διενέργεια διαπραγματεύσεων ή τη σύναψη ανακωχής. Αυτή η τελευταία συμβουλή ίσως απηχούσε το τέχνασμα που εφάρμοσαν οι Γότθοι πριν από την έναρξη της μάχης της Αδριανούπολης. Τότε, είχαν απευθύνει έκκληση για δήθεν διαβουλεύσεις και συνεννόηση με τη ρωμαϊκή ηγεσία, στις οποίες οι Ρωμαίοι ενέδωσαν αφρόνως. Στην πραγματικότητα οι Γότθοι ηγέτες είχαν εσκεμμένα επιδιώξει να καθυστερήσουν την εκδήλωση της σύρραξης, μέχρις ότου συγκληθούν και συγκεντρωθούν όλες οι διασκορπισμένες τους δυνάμεις και ειδικά οι ιππείς, ώστε να αντιμετωπίσουν με σύντονο και μαζικό τρόπο τη μάζα του αυτοκρατορικού στρατού που πλησίαζε επικίνδυνα και απειλητικά.

Ύστεροι Ρωμαίοι αμυνόμενοι

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπάνω συστάσεις αποκάλυπταν την ύπαρξη και πολεμική δραστηριοποίηση εντός της επικράτειας αλλότριων εθνών, τα οποία μέχρι πρότινος έδρευαν έξω και μακριά από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επομένως, ξένοι λαοί –με προεξάρχοντες ασφαλώς τους Γότθους– είχαν ήδη διασπάσει τον limes (τις συνοριακές γραμμές), και κινούμενοι κατά το δοκούν είχαν εγκατασταθεί σε επαρχίες του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους, τις οποίες κατόπιν λυμαίνονταν προς όφελός τους. Κατ’ αναλογία λοιπόν, οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν μεταφερθεί πλέον intra muros, δηλαδή «εντός των τειχών». Άρα, επιβαλλόταν τροποποίηση των πολεμικών μεθόδων και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, (α) η λογιστική υποστήριξη (επιμελητεία) των στρατευμάτων με παράλληλη στήριξη και προστασία των αμάχων, δηλαδή εντέλει της πληθυσμιακής βάσης της αυτοκρατορίας, καθώς και (β) η ενδελεχής συντήρηση του οπλισμού και των οχυρώσεων, προέβαλλαν ως οι δύο κύριοι αμυντικοί πυλώνες επί των οποίων όφειλε να στηριχθεί από τότε και στο εξής η πολεμική προσπάθεια. Πάντως, σε τελική ανάλυση ο Βεγέτιος θεωρούσε τη βαρβαρική διείσδυση μάλλον διαχειρίσιμη, εφόσον το κράτος έπαιρνε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα. Με άλλα λόγια, δεν έκρινε ως αδύνατη και ατελέσφορη την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης απειλής. Συνεπώς, η διάχυση και η διασπορά των βαρβάρων δεν είχαν ακόμη πάρει τη μορφή ανεξέλεγκτης και ασταμάτητης «χιονοστιβάδας», όπως συνέβη ειδικά από τη δεύτερη δεκαετία του 5ου αι. και έπειτα στην υστερορωμαϊκή Δύση.

Χάρτες

Η εγκατάσταση βαρβάρων σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν ήταν βεβαίως ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον συνηθισμένο περιστατικό. Πρωτοφανείς και δυσμενείς ήταν, ωστόσο, οι συγκεκριμένοι όροι της «ένοπλης» εγκατάστασης των Γότθων σύμφωνα με το foedus του 382. Η συμφωνία προέβλεπε τη διατήρηση της αυτονομίας τους, συμπεριλαμβανομένου de facto του δικαιώματος στην αυτοάμυνα. Για πρώτη φορά στη ρωμαϊκή ιστορία, εχθροί εγκαθίστανται σε εδάφη της αυτοκρατορίας κατόπιν ένοπλης σύρραξης, όχι όμως διότι πρώτα νικήθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή παραδόθηκαν εντός ή εκτός των συνόρων, αλλά επειδή το κράτος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί μαζί τους και να υποκύψει στις απαιτήσεις τους, αποδεχόμενο έτσι σιωπηρώς την αδυναμία του να τους υποτάξει. Στο μεταξύ είχε αποτύχει παταγωδώς να περιορίσει και να εξουδετερώσει τη μεγάλη εξέγερση που εκδηλώθηκε προηγουμένως εντός της επικράτειάς του.

Γότθοι πρόσφυγες

VI. Πιθανές αντανακλάσεις συγκεκριμένων συγκρούσεων του στρατού με βαρβάρους στο κείμενο της Epitoma rei militaris

Τρεις επιπρόσθετες αναφορές στο τρίτο βιβλίο υποκρύπτουν, πιθανότατα, σχέση με τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, καθώς και με τα επακόλουθα αυτής. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια της προσέγγισης με τον εχθρό πρέπει να λαμβάνονται στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης. Επιμένει ιδιαίτερα στην προσεκτική σχεδίαση και χάραξη της πορείας από το επιτελείο του στρατηγού διαμέσου (α) της χρήσης χαρτών και οδοιπορικών (itineraria) και (β) της αξιοποίησης τοπικών οδηγών. Έτσι, επιτυγχάνεται αφενός (i) ορθή αξιολόγηση και επαλήθευση των σχετικών γεωμορφολογικών πληροφοριών μέσω διασταύρωσης από διάφορες πηγές και αφετέρου (ii) επιμελής αναγνώριση της περιοχής την οποία το στράτευμα διασχίζει ή επί της οποίας αναπτύσσεται. Παράλληλα συμβουλεύει τη διατήρηση πλήρους συσκότισης για τις προθέσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, ώστε χάρη στη μυστικότητα να μην διαρρέουν πληροφορίες στον εχθρό (III.6). Ο αυτοκράτορας Βάλης είχε εμπλέξει απρογραμμάτιστα και τμηματικά, με ολέθρια ως γνωστόν αποτελέσματα, το σύνολο των στρατιωτικών του δυνάμεων στη μάχη της Αδριανούπολης, χωρίς να προηγηθεί ούτε ενδελεχής κατόπτευση του πεδίου μάχης, ούτε πλήρης αναγνώριση της διάταξης του αντιπάλου στρατού. Το αποτέλεσμα ήταν οι φίλιες δυνάμεις να αιφνιδιαστούν τόσο από το πλήθος όσο και από τις ενέδρες των εχθρών. Η πλημμελής ενημέρωση της στρατιωτικής διοίκησης για την τακτική κατάσταση, καθώς και η άτακτη εμπλοκή των διαφόρων στρατιωτικών τμημάτων οδήγησαν τελικά τους μεν Ρωμαίους σε πανωλεθρία, τους δε Γότθους στον θρίαμβο.

Ο Βεγέτιος προέτρεψε, επίσης, να αποφεύγονται οι κοπιώδεις πορείες αμέσως πριν από τη διενέργεια μάχης, επειδή προφανώς ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε εξάντληση τους στρατιώτες προτού έρθουν σε επαφή και συμπλακούν με τον εχθρό (III.11). Η ομοιότητα τέτοιας άστοχης και επικίνδυνης ενέργειας με τα γεγονότα ακριβώς προτού ξεσπάσει η σύγκρουση στην Αδριανούπολη κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν· μάλλον δημιουργούσε εύλογο και άμεσο συνειρμό, αποτελώντας εμμέσως παράδειγμα προς αποφυγή.

Τέλος, ο συγγραφέας υποστήριξε πως εχθρός ανέτοιμος, διεσπαρμένος προς άγραν εφοδίων, εξαντλημένος λόγω κοπιώδους πορείας ή απλώς παντελώς ανυποψίαστος μπορεί να υποστεί αιφνιδιαστικές επιθέσεις εξαιτίας συνολικής τακτικής μειονεξίας (III.22). Κατ’ επέκταση, αυτές ακριβώς τις αδυναμίες οφείλουν να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Η συνάφεια των παραπάνω διαπιστώσεων με τα σοβαρά τακτικά λάθη και σφάλματα που διέπραξε ο στρατός εκστρατείας του Βάλη αμέσως πριν από την εκδήλωση της κρίσιμης μάχης στην Αδριανούπολη καθίσταται εκ νέου πρόδηλη. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Βεγέτιος –όπως άλλωστε και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος– είχε πρόσβαση και αναπαρήγαγε στο κείμενό του επίσημες κρατικές εκθέσεις και αναφορές. Σε εκείνες αναλύονταν οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν τον στρατό στη βαριά αυτή ήττα που ολοκληρώθηκε με τον θάνατο ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα στο πεδίο της μάχης, ένα όντως εξαιρετικά σπάνιο και ατυχές περιστατικό.

Το ξέσπασμα του «γοτθικού πολέμου» το 376/7 και η μάχη της Αδριανούπολης το 378. Δραματοποιημένη ψηφιακή αναπαράσταση. Total War History: Battle of Adrianople (Parts 1-4)

Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος δεν τόνισε μόνο στρατιωτικές αποτυχίες και αδυναμίες ώστε με αφορμή και αιτία αυτές να συγγράψει την πραγματεία του. Προέβη σε μία διαπίστωση, που κατά τα φαινόμενα στηρίζεται σε μεγάλη στρατιωτική επιτυχία λίγο προγενέστερη της συγγραφής του κειμένου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος ολοκλήρωσε το βιβλίο κάπως απότομα σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «σχετικά με τα ελαφρά πλοία (naves lusoriae) που προφυλάσσουν τα φυλάκια του Δούναβη με τις καθημερινές τους περιπολίες, θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί σιγή, επειδή η πρόσφατη συχνή τους χρήση αποκάλυψε περισσότερα για τις δυνατότητες τους απ’ ό,τι είχαν επιδείξει τα παλαιά δόγματα» (IV.46). Άραγε, ποια τότε «πρόσφατη και συχνή» χρήση τόσο αποκαλυπτική για τις δυνατότητες των παραδουνάβιων πολεμικών σκαφών περιπολίας υπονοείται σε αυτήν την αναφορά του Βεγέτιου;

Πιθανότατα υποκρύπτεται νίκη του στρατηγού (magister militum) Προμώτου (Promotus) εναντίον κλάδου των Οστρογότθων στη Θράκη το έτος 386. Στη «Νέα Ιστορία» του Ζώσιμου (5ος/6ος αι.) αναλύονται τα αμυντικά μέτρα που έλαβε ο στρατηγός προκειμένου να εμποδίσει τη διάβαση του Δούναβη από Οστρογότθους. Μεταξύ άλλων τεχνασμάτων, ο Ζώσιμος ανέφερε ότι ο Πρόμωτος παρέταξε δεκάδες πλοία ακριβώς στο σημείο το οποίο επιχείρησαν να διασχίσουν οι Οστρογότθοι, χωρίς οι τελευταίοι να αντιληφθούν το στρατήγημα· έτσι, αφενός κατόρθωσε να αιφνιδιάσει πλήρως και να κατατροπώσει τους αποσβολωμένους εισβολείς, ενώ αφετέρου απέτρεψε ακόμη μία βαρβαρική εισβολή στα εδάφη της αυτοκρατορίας.

Η πανωλεθρία των Οστρογότθων στον θρακικό τομέα του Δούναβη το 386 μέσω πολεμικών σκαφών αποτέλεσε αναμφίβολα μεγάλο επίτευγμα. Εκτός από τον Ζώσιμο, μνημονεύθηκε από τον ποιητή Κλαύδιο Κλαυδιανό σε πανηγυρικό του έτους 398. Διασώζεται, επίσης, στο χρονικό του Υδάτιου και στα υπατικά κατάστιχα Consularia Constantinopolitana (5ος αι.)6. Μάλιστα, η μαχητική αξία των παραποτάμιων στολίσκων ήταν τέτοια, ώστε νομοθετική ρύθμιση του έτους 412 μεριμνούσε για τη συντήρηση και ανανέωση των εν λόγω πλοίων, επισείοντας ακόμη και χρηματικά πρόστιμα για τους στρατιωτικούς διοικητές (magistri militum) της Θράκης που τυχόν αμελούσαν τα σχετικά καθήκοντα7.

Naves lusoriae και scaphae exploratoriae

VII. Επίλογος

Στο τέλος του τρίτου βιβλίου –αμέσως μετά από την παράθεση τριάντα τριών (33) ευσύνοπτων και χρηστικών στρατιωτικών γνωμικών (regulae bellorum generales, δηλ. γενικοί κανόνες πολέμου)– ο Βεγέτιος ισχυρίστηκε ότι ο μη κατονομαζόμενος Ρωμαίος ηγεμόνας συνδύαζε αθροιστικά τις αρετές αρκετών αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Έτσι, οι Πέρσες θαύμαζαν τις αρετές του αυτοκράτορα στην τοξοβολία, οι Ούννοι και οι Αλανοί προσπαθούσαν μάταια να μιμηθούν τις δεξιότητές του στην ιππική τέχνη, ενώ οι Άραβες ήταν κατώτεροι από αυτόν στην κυνηγετική τέχνη (III.26).

Μέσω της παραπάνω φράσης ο συγγραφέας υπέδειξε τον στρατό ως άμεση προέκταση του εκάστοτε αυτοκράτορα. Υπ’ αυτήν την έννοια –σύμφωνα πάντα με τον Βεγέτιο– ο πλήρως συγκροτημένος και σωστά οργανωμένος ρωμαϊκός στρατός συνιστούσε το κατεξοχήν όργανο προβολής ισχύος και επιβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας, εφόσον όμως –συμπληρώνουμε– αυτός βρισκόταν υπό τον στιβαρό έλεγχο ικανών αυτοκρατόρων με την επικουρία γηγενών στρατηγών, και υπηρετούσε τη σταθερότητα του κράτους. Έτσι, η αυτοκρατορική εξουσία θα ήταν αδύνατον να αποτελέσει εφαλτήριο για την εκπλήρωση προσωπικών σκοπιμοτήτων και να μετατραπεί σε έρμαιο για τις φιλοδοξίες κάθε λογής αλλοδαπών στρατηγών (και βασιλέων), κυρίως γερμανικής καταγωγής (λ.χ. του Αρβογάστη, του Αλάριχου, του Γαϊνά, του Άσπαρος, του Ριχομέρη, του Οδόακρου, του Θεοδώριχου, κ.ά.). Ως γνωστόν άλλωστε, Γερμανοί φύλαρχοι, πολέμαρχοι και ηγεμόνες αρχικά υποκατέστησαν και τελικά αντικατέστησαν τον αυτοκρατορικό θεσμό ειδικά στο δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, δημιουργώντας στη θέση του τα γνωστά γερμανικά βασίλεια του πρώιμου μεσαίωνα.

Η εδαφική διακύμανση του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους (510 π.Χ. – 1453 μ.Χ.) 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος (ΠΕ 02) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Για τις επικρίσεις και τα παράπονα του Βεγέτιου όσον αφορά την άσχημη κατάσταση του στρατού βλ. Milner 1991: 146-147, 177-181. – Του ιδίου 32001: xvi.

2. Veg. IV.1-30. Αμυντικές μέθοδοι πολιορκημένων: κεφάλαια 1-12, 18-20, 22-27, 29. Επιθετικές μέθοδοι πολιορκητών: κεφάλαια 13-17, 21, 28, 30.

3. Πρβ. Elton 1996: 20-30.

4. Ο Milner (1991: 72-73) θεωρεί και αυτήν την παρατήρηση ως ενδεικτική συγγραφής με γνώμονα τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, διότι ο Βάλης δεν είχε προνοήσει για την κατασκευή στρατοπέδου εκστρατείας προτού εμπλακεί στη μοιραία σύγκρουση.

5. Milner 32001: xliii. Μάλιστα, στη σ. xlii υποστηρίζει πως ο Βεγέτιος πρότεινε τη μεταρρύθμιση και τον «αποβαρβαρισμό» ειδικά του επίλεκτου σώματος των comitatenses, που απάρτιζαν τα κατεξοχήν εκστρατευτικά στρατεύματα κρούσης του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

6. Ζώσιμος 4.38-39. Επίσης Cl. Claudianus De IV Cons. Honorii 619-637. – Hydatius Chronicon 13a (386). – Consul. Constantinopol. a. 386.

7. CTh. VII.17 «De lusoriis Danuvii». Μάλιστα, ο Βεγέτιος (IV.37) αναφέρει την ύπαρξη και δράση άλλων παρόμοιων «ανιχνευτικών σκαφών» (scaphae exploratoriae), τα οποία ήταν βαμμένα με θαλασσί χρώμα. Όντως, πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία, διότι αποκαλύπτει την εφαρμογή μεθόδων παραλλαγής (camouflage, δηλ. κάλυψης-απόκρυψης) από τους στολίσκους και τα πληρώματά τους στην ομιχλώδη Βόρεια Θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, [Loeb] London–Cambridge MA 1935-1939

Chronicle of Hydatius and Consularia Constantinopolitana: Two Contemporary Accounts of the Final Years of the Roman Empire, ed. R.W. Burgess, [Oxford Classical Monographs] Oxford 1993

Claudian, with an English translation by M. Platnauer in two volumes, volume I: Panegyric on the Fourth Consulship of the Emperor Honorius (A.D. 398), [Loeb] London–New York 1922, σ. 286-335

Polybius, The Histories, with an English translation by W.R. Paton in six volumes, volume I (Books I-II), [Loeb] London–New York 1922

Theodosiani Libri XVI cum Constitutionibus Sirmondianis, vol. I, ed. Th. Mommsen, Berlin 1905

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Ζώσιμος, Νέα Ιστορία. 306-410 μ.Χ., μτφ. Γ. Αβραμίδης – Θ. Καλαϊτζάκης, [Οι Τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί 9] Θεσσαλονίκη 2007

Β. Μελέτες

Bento Tavares, W.J. & Marques Gonçalves, Ana Teresa 2015. «Formation of a roman soldier in the fourth century a.D. and the foundation of a Military Paideia: rethinking the Vegetius Epitoma rei militaris», Acta Scientiarum 371: 15-26

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Coulston, J.C.N. 1990. «Later Roman Armour, 3rd–6th centuries A.D.», Journal of Roman Military Equipment Studies 1: 139-160

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Ferrill, A. 1991. Roman Imperial Grand Strategy, [Publications of the Association of Ancient Historians 3] Lanham MD–New York–London

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Halsall, G. 2007. Barbarian Migrations and the Roman West, 376-568, [Cambridge Medieval Textbooks] Cambridge–New York

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36

Lenski, N. 1997. «Initium mali Romano imperio: Contemporary Reactions to the Battle of Adrianople», Transactions of the American Philological Association 127: 129-168

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Mathisen, R.W. 2019. «The End of the Western Roman Empire in the Fifth Century CE: Barbarian Auxiliaries, Independent Military Contractors, and Civil Wars», στο The Fifth Century: Age of Transformation. Proceedings of the 12th Biennial Shifting Frontiers in Late Antiquity Conference, eds. J.W. Drijvers – N. Lenski et al., [Munera. Studi storici sulla Tarda Antichità 46] Bari, σ. 137-156

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Rostovtzeff, M. 1984. Ρωμαϊκή Ιστορία, μτφ. Ι. Τουλουμάκος, Αθήνα 1984

Σαμαράς, Χ.Β. 2010. Η Αμυντική Ναυτική Πολιτική των Βυζαντινών στα Ποτάμια και Θαλάσσια Σύνορα κατά την Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδο. Διδακτορική διατριβή. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Σαραντίδης, Ι. 2015. Η είσοδος των ξένων στο στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου (324-565) και οι επιπτώσεις στη βυζαντινή πολιτεία (κράτος, πολιτικό γίγνεσθαι, εικόνα του άλλου). Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Sarantis, A. 2013a. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Sarantis, A. 2013b. «Tactics: A Bibliographic Essay», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 177-207

Southern, Pat & Dixon, Karen R. 1996. The Late Roman Army, New Haven–London

Τσερεβελάκης, Γ.Τ. 22019. Η Ρώμη & οι Γερμανοί. Οι μεγάλες συγκρούσεις, Αθήνα

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Ανδρέας Κούκος: Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

Ανδρέας Κούκος

Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

 

Τελευταία, στην ιστοσελίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», υπήρξαν αναφορές για την αυταρχική διακυβέρνηση του Καποδίστρια και τη δικτατορία που εγκατέστησε στο νέο ελληνικό κράτος!

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, στο κείμενο που ακολουθεί, να απαντήσω σ’ αυτά ακριβώς τα ερωτήματα: «Ήταν τελικά ένας δικτάτορας ο Ιωάννης Καποδίστριας; Εγκατέστησε στα πλαίσια ίδρυσης του ελληνικού κράτους μία «εκσυγχρονιστική δικτατορία»;

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εξέλεξε ομόφωνα εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους Κυβερνήτη της Ελλάδος τον Ιωάννη Καποδίστρια και μεταβίβασε σ’ αυτόν τη νομοτελεστική της εξουσία για μία επταετία από 3 Απριλίου 1827. Οι Πληρεξούσιοι στη συνέχεια, υπέγραψαν την 6η Απριλίου, το προσκλητήριο γράμμα προς τον Καποδίστρια με το οποίο αναγνώριζαν ότι: «τα κακά που επήγασαν στο διάστημα του επταετούς αγώνος του Έθνους οφείλονταν στην πολυμέλεια της Νομοτελεστικής Δυνάμεως και ότι προς αποφυγή όλων αυτών των κακών, η Συνέλευση αποφάσισε τη συγκέντρωση όλης της Νομοτελεστικής Δυνάμεως σε έναν και μόνο»1. Τον προσκαλούσαν δε να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα.

Την 2 Ιανουαρίου 1828, ύστερα από μεγάλες καθυστερήσεις που επέβαλαν η αποδοχή της επίσημης παραίτησης του Καποδίστρια από το διπλωματικό σώμα της ρωσικής αυτοκρατορίας και η επίσκεψή του στο Λονδίνο και στο Παρίσι, το Warspite, το βαρύ αγγλικό πολεμικό με τα 74 τηλεβόλα συνοδευόμενο από το γαλλικό πολεμικό Ήρα και το ρωσικό Ελένη με την ελληνική σημαία στον ιστό τους, θα συνοδεύσουν τιμητικά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια στο ταξίδι του με τελικό προορισμό το Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίνα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Σπέτσες και Ύδρα αποτελούν την ελεύθερη Ελλάδα αυτή τη στιγμή! Ουσιαστικά παραλαμβάνει μία χώρα γεμάτη ερείπια και άδεια ταμεία, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι γης χωρίς βιώσιμα σύνορα. Χρειάζεται οργάνωση,συνέχιση του πολέμου και γρήγορες αποφάσεις.

Ο Καποδίστριας, κατά τα κρίσιμα χρόνια της ανασυγκροτήσεως της Ευρώπης μετά την πτώση του Ναπολέοντα και ως τη στιγμή της αφίξεώς του στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του «υπό ίδρυση» ακόμα κράτους, υπήρξε και ήταν πάντοτε φιλελεύθερος. Ως Υπουργός των Εξωτερικών του Τσάρου κατηγορούνταν συνεχώς από τους ακραίους μοναρχικούς για τα προοδευτικά φρονήματά του, ενώ ο ίδιος διεκήρυσσε από την υψηλή θέση του την ανάγκη της παραχωρήσεως συνταγμάτων από τους ηγεμόνες προς τους λαούς τους, προς πρόληψη των επαναστατικών εκρήξεων2.

Ο Κυβερνήτης, φτάνοντας στην Αίγινα, έχει μελετήσει προσεκτικά τα προηγούμενα συντάγματα με τη διάκριση των εξουσιών και κατάλαβε ότι δημιουργούσαν πολυαρχία και αδυνάτιζαν την εξίσου πολυμελή εκτελεστική εξουσία που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις. Έπρεπε να ικανοποιηθούν όλοι και αυτό οδηγούσε στην καταστροφή. Η τέλεια αναρχία που επακολούθησε και η σειρά των εμφυλίων πολέμων ήταν το θλιβερό επακόλουθο των «ανακατεμένων εξουσιών» που όριζαν τα συντάγματα. Κατάλαβε ο Καποδίστριας, ότι θα ήταν ένα διακοσμητικό όργανο που δεν θα μπορούσε να περάσει καν ένα νόμο και υποχείριο της Βουλής, αφού δεν είχε καν το δικαίωμα διάλυσής της.

Ο Καποδίστριας καταλήγει σε δυσάρεστα συμπεράσματα και πρέπει να πάρει σκληρές αποφάσεις. Αν αποδεχθεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας τι θα συμβεί; Σε περίπτωση διαφωνίας, θα πηγαίνουν και θα έρχονται οι νόμοι και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει η κυβέρνηση, σ’αυτή τη δύσκολη στιγμή που διαπραγματεύται και το συμβιβασμό με την Πύλη και τις Μ. Δυνάμεις.

Μόνο ένας κωμικός ηθοποιός – κατά τον Καποδίστρια – υποδυόμενος τον Κυβερνήτη, θα αποτολμούσε με το Σύνταγμα της Τροιζήνας στο χέρι να επιδιώξει να κυβερνήσει την εμπόλεμη και αναρχούμενη Ελλάδα3.

Αποστολή όμως του Καποδίστρια δεν είναι να δώσει μία κωμική παράσταση ενώπιον των Ελλήνων και της Ευρώπης. Δεν θα το έκανε αυτός σε καμμία περίπτωση! Σκέφτεται να προτείνει την προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας! Είναι μία πολύ δύσκολη απόφαση!

Γιατί να πάρει αυτήν την απόφαση; Γιατί παρέλαβε χάος και ερείπια! Διοίκηση στις λιγοστές ελεύθερες περιοχές δεν υπήρχε. Οι έννοιες του νόμου και της τάξης άγνωστες, το δε κενό κάλυπτε η αυθαιρεσία των κοτζαμπάσηδων και των οπλαρχηγών. Βουλή και Κυβέρνηση, πρόσφυγες στην Αίγινα, δεν τολμούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους. Οι νησιώτες, υπακούοντες στον Κουντουριώτη, αγνοούν συστηματικά την Κυβέρνηση και κάθε κεντρική εξουσία. Η χώρα στη διάθεση των ενόπλων συμμοριών.

Ποιος ευθύνεται για όλη αυτή την τραγική κατάσταση;

Ο Γραμματέας της Οικονομίας Παναγιώτης Λιδωρίκης είχε το θάρρος -προς τιμήν του -ν’ απαντήσει ευθέως στον Κυβερνήτη: «Πρέπει να ομολογηθεί ότι θα υπήρχαν πολλές άλλες πηγές από τις οποίες η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει ωφέλεια. Αλλά οι διαρκείς διαφωνίες, οι παρατεινόμενες στο άπειρον συζητήσεις, η διαρκής πάλη των κομμάτων και η έκδηλη αντίθεση μεταξύ του Άγγλου Ναύαρχου Κόχραν και του Στρατηγού Τσώρτς, δημιούργησαν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Η Κυβέρνηση λοιπόν είχε να παλαίψει εναντίον αναρίθμητων δυσχερειών, ενώ σύμφωνα προς το Σύνταγμα, δεν ήταν δυνατόν να κάνει οτιδήποτε χωρίς τη συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος. Και μία φορά που το πράγμα έφθανε εκεί, έμενε εκεί για πάντα»4.

Ο Καποδίστριας όμως είχε δηλώσει εκ των προτέρων και ξεκάθαρα προς όλους ότι θα αποδεχόταν το αξίωμα του Κυβερνήτη, υπό δύο προϋποθέσεις: να εγκρίνουν οι Μ. Δυνάμεις το πρόσωπό του και να του παρασχεθούν από τους Έλληνες οι αναγκαίες κατ’ αυτόν εξουσίες για να κυβερνήσει την Ελλάδα. Ήδη ο πρώτος όρος είχε εκπληρωθεί, ενώ ο δεύτερος εξαρτόνταν από την καλή θέληση της ηγεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών5.

Γνωρίζει καλά ο Καποδίστριας την κοινωνική σύνθεση του λαού της Ελλάδος, την πολιτική γεωγραφία της επαναστατημένης χώρας καθώς και ποιους θα βρει απέναντί του. Ο ίδιος, αισθάνεται χρέος του να συμφιλιώσει όλους τους Έλληνες. Δεν φοβάται, λοιπόν, αν συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στην αποδοχή του αιτήματός του, περί προσωρινής αναστολής του Συντάγματος της Τροιζήνας, εκ μέρους των βουλευτών. Θα επιδιώξει να έχει προς τούτο και τη συναίνεση όλου του πολιτικού κόσμου στην αποδοχή του κυβερνητικού συστήματος που έχει αυτός κατά νου, ως αναγκαίο και επιβαλλόμενο, από τις δεινές περιστάσεις της χώρας.

Έτσι λοιπόν συγκαλεί σε μυστική σύσκεψη όλα τα μέλη της Βουλής για να δηλώσει τις αποφάσεις του. Ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους επιβαλόταν χωρίς χρονοτριβή να ανασταλεί προσωρινά το σύστημα της εκτελεστικής εξουσίας που είχε ψηφιστεί στην Τροιζήνα και να του δοθούν οι αναγκαίες εξουσίες για να κατορθώσει η Ελλάδα να συνεχίσει τον πόλεμο, εμπνέουσα εμπιστοσύνη στις συμμαχικές κυβερνήσεις. Δήλωσε στα μέλη της Βουλής ότι αδυνατεί να αναλάβει τα καθήκοντά του και να κυβερνήσει κατά το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο στο άρθρο 150, που αναφέρεται στον όρκο του Κυβερνήτη, έλεγε ότι πρέπει να θέσει το χέρι του επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκιζόμενος στο όνομα του Υψίστου: «…να διατηρήσει απαρασάλευτα τους θεμελιώδεις νόμους της Ελληνικής Πολιτείας και να υπερασπίσει και να διατηρήσει με όλες του τις δυνάμεις την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους»6.

Κώλυμα νομικό και ουσιαστικό! Η λανθάνουσα αντίθεση μεταξύ Συντάγματος και Συνθήκης του Λονδίνου δεν διέλαθε βεβαίως της προσοχής του Καποδίστρια. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας που είχε ψηφιστεί το Μάϊο του 1827 – πριν τη Συνθήκη του Λονδίνου – μιλούσε για ανεξαρτησία και η Συνθήκη του Λονδίνου για υποτέλεια της Ελλάδος έναντι του Σουλτάνου. Η Συνθήκη λοιπόν ανέτρεπε την αρχή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Τι θα έπρεπε να κάνει ο Κυβερνήτης; Η ορθή νομική λύση θα ήταν η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων του λαού, του μόνου δηλαδή αρμοδίου οργάνου να καταργήσει, να τροποποιήσει ή να αναστείλει για ορισμένο χρόνο το προοδευτικότερο Σύνταγμα για την εποχή εκείνη. Αυτή όμως η νομική λύση τη δεδομένη στιγμή θα προκαλούσε ατελείωτο πολιτικό σάλο με καθυστερήσεις, ατελείωτες συζητήσεις, διαμάχες, την ώρα που η Ελλάδα ψυχορραγούσε.

Η απομένουσα λύση του πολιτικού αδιεξόδου είναι η προσωρινή αναστολή του Συντάγματος για ορισμένο χρόνο. Ο Καποδίστριας όμως δεν θα έπαιρνε ποτέ μόνος του μία τέτοια απόφαση. Θα έπρεπε να συμφωνήσουν τα μέλη της Βουλής. Έτσι απευθύνει διακοίνωση προς τα μέλη της Βουλής την 17η Ιανουαρίου 1828.

Στη διακοίνωση αυτή τονίζει, ότι, λυπάται γιατί η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας δεν είχε εφοδιάσει τη Βουλή με τις δυνατότητες εκείνες που θα επέτρεπαν την κύρωση της επιβαλόμενης κατ’ αυτόν αναστολής του Συντάγματος, μόνης ικανής, κατά την πεποίθησή του «να προφυλάξει την πατρίδα μας από τους επικείμενους κινδύνους με τους οποίους η ενεστώσα κρίση την επαπειλεί»7.

Η λύπη του, αναφέρει, θα μετριαζόταν, αν οι βουλευτές που τιμήθηκαν με την εμπιστοσύνη των συμπολιτών τους, συμφωνούσαν με εκείνον στην προσωρινή αναστολή του Συντάγματος γιατί «αυτή την κρίσιμη στιγμή μπαίνουν σε κίνδυνο τα ουσιωδέστερα συμφέροντα της Ελλάδος. Επιθυμώ, ευδιάθετοι να μεθέξετε των έργων και του υπευθύνου της νέας προσωρινής κυβερνήσεως. Οι υποθέσεις επισωρεύονται. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Σας παρακαλώ, γι’ αυτό να σκεφθείτε το ταχύτερο δυνατόν και να μου γνωστοποιήσετε την απόφασή σας στην παρούσα επιστολή»8.

Τέλος, δήλωσε, ότι τα πάντα θα εθυσίαζε υπέρ της Ελλάδος, αλλά ποτέ την υπόληψή του και ότι εάν εκείνοι δεν ήθελαν να τον ακούσουν, αυτός θα έφευγε από την Ελλάδα με το πλοίο που τον είχε φέρει, ενώ εκείνοι θα αναλάμβαναν βαρύτατες ευθύνες απέναντι στο Θεό «γιατί σαν ψάρι στο δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη και η ελληνική ελευθερία»9.

Ομόφωνα την επομένη – 18 Ιανουαρίου 1828 – η Βουλή ψήφιζε το Νόμο ΝΗ’, «Περί προσωρινής μεταβολής της Διοικήσεως», κατά το σχέδιο του Καποδίστρια, αποδεχόμενη ότι «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους»10.

Ο Νόμος αυτός προέβλεπε τη σύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος που ονομάστηκε «Πανελλήνιο», αποτελούμενο από 27 μέλη που διορίζονταν από τον Καποδίστρια. Βουλή και Αντικυβερνητική Επιτροπή παρέδωσαν στους τρεις Προβούλους και στους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου και αυτοδιαλύθηκαν για να παραχωρήσουν τις εξουσίες τους στον Καποδίστρια και στο συμβουλευτικό σώμα που εκείνος ίδρυσε11.

Αφού συζήτησε με τα καταλληλότερα πρόσωπα, προχώρησε στην πλήρωση των θέσεων, τοποθετώντας τους καλύτερους από τους πολιτικούς άνδρες των επαναστατικών κυβερνήσεων. Πρόβουλος Οικονομίας ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόβουλος Εσωτερικών ο Ανδρέας Ζαΐμης και Πρόβουλος Πολέμου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Γραμματέας της Επικρατείας ο Σπυρίδων Τρικούπης12.

‘Όπως βλέπουμε στην πρώτη του κυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αποκλείει κανέναν, ούτε και αυτούς που αναμείχθηκαν με άσχημο τρόπο στους εμφυλίους πολέμους που προηγήθηκαν, ούτε και αυτούς που διαχειρίστηκαν πολλές φορές με σκανδαλώδη τρόπο τα «εθνικά δάνεια». Δίνει την ευκαιρία σε όλους. Πολλοί από αυτούς θα αποτελέσουν πολύ σύντομα το σκληρό πυρήνα της Αντιπολίτευσης εναντίον του!

Η αυλαία έπεσε με την Προκήρυξη του Κυβερνήτη προς τον ελληνικό λαό την 20η Ιανουαρίου 1828 η οποία ξεκινούσε με το ρητό: «Εάν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών». Εξηγούσε τους λόγους που καθυστέρησε τον ερχομό του στην Ελλάδα και επίσης τους λόγους που επέβαλαν την εγκαθίδρυση μίας ισχυρής Κυβέρνησης με το σκοπό να δρέψει η Ελλάδα τους καρπούς της Συνθήκης του Λονδίνου και της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου13. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου και ώρα 10.00 π.μ., ο Καποδίστριας έδινε τον όρκο εν ονόματι της Αγιωτάτης και Αδιαιρέτου Τριάδος, ενώπιον του Μητροπολίτου, των επισήμων Ελλήνων, των Αξιωματικών των συμμαχικών πολεμικών και του ενθουσιώδη λαού.

Εντός 20 ημερών λοιπόν, από της αφίξεώς του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε λύσει το πολιτικό της πρόβλημα. Κυβερνήτης πλέον, είχε συγκεντρώσει στο πρόσωπό του προσωρινά όλες τις εξουσίες, συναινούντος όλου του συνυπεύθυνου πολιτικού κόσμου της μαχόμενης χώρας. Το Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος αναστέλονταν προσωρινά με τη σύμπραξη Κυβερνήτου και Βουλής.

Σε καμία περίπτωση λοιπόν, μελετώντας τις πράξεις του Κυβερνήτη, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιβολή «δικτατορίας Καποδίστρια», αφού η δικτατορία έχει εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Ο Καποδίστριας επιβάλει με τη συναίνεση όλων προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας γιατί «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους». Ακόμα και ο Henry Kissinger, στη διδακτορική του διατριβή το 1957 στο Παν/μιο Harvard, αποκαλεί τον Καποδίστρια «συνταγματικό διαιτητή της Ευρώπης»14. Η διπλωματική του πορεία στην Ευρώπη έχει πραγματικά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

Πολλές φορές για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός, χρησιμοποιείται η αναφορά του ιδίου στο ξυράφι αλλά επιλεκτικά… Ας δούμε τι λέει ο Καποδίστριας για το σύνταγμα και το ξυράφι με ολοκληρωμένη την αναφορά του:

«Το Σύνταγμα ομοιάζει με ξυράφι στη χρήση του οποίου ήταν αγύμνα – στα τα χέρια των Ελλήνων», είπε κάποτε ο Καποδίστριας στον Άγγλο Πλοίαρχο και αργότερα Πρέσβη της Μ.Βρετανίας στην Αθήνα, Εδμόνδο Λάϋονς, όταν αυτός τον προέτρεπε να χορηγήσει Σύνταγμα. Στο βρέφος, όπως ήταν πολιτικά ο ελληνικός λαός, ο Καποδίστριας δεν θα έδινε ξυράφι για να κόψει το λαιμό του. «Δεν ήλθα στην Ελλάδα για να με χλευάσει η Ευρώπη. Εγώ μεν είμαι υποχρεωμένος να ξυρίζομαι μπροστά στο βρέφος, αυτό δε να μάθει πώς να μεταχειρίζεται το ξυράφι για να μην κοπεί»15.

Είναι λάθος αυτή η αναφορά του Καποδίστρια; Τελευταία αποδόθηκε επιλεκτικά, δηλαδή «ξυράφι στα χέρια μικρού παιδιού είναι το σύνταγμα κατά τον Καποδίστρια». Βλέπουμε λοιπόν πως αλλάζει το νόημα για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός και δικτάτορας.

Αναφορικά, με την αυταρχική και δικτατορική διακυβέρνησή του, ειδικά από το 1829-1831 (έτος της δολοφονίας), όπως αναρτήθηκε τελευταία, από την Επιτροπή 2021, στην επίσημη ιστοσελίδα της, θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα για προβληματισμό:

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στις αρχές του 1829 καταθέτει προς ψήφιση εκλογικό νόμο, ο οποίος καθιέρωνε το δικαίωμα ψήφου σε αυτόχθονες και ετερόχθονες, δηλαδή σε όλους τους Έλληνες; Το Πανελλήνιο και οι Πρόκριτοι αντιδρούν σφοδρά και ζητούν δικαίωμα ψήφου να έχουν μόνο οι αυτόχθονες που έχουν κτηματική περιουσία, δηλαδή οι ισχυροί Έλληνες ή αυτοί που καλλιεργούν τη γη των ισχυρών, πληρώνοντας ένα τίμημα. Όταν τελικά ψηφίστηκε ο νόμος, όπως ήθελε ο Καποδίστριας, ο Γραμματέας της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης παραιτείται16!!

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στη Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (Ιούλιος-Αύγουστος 1829) προσκαλεί να συμμετάσχουν πληρεξούσιοι απ’όλες τις ελληνικές περιοχές; Έχουμε τελικά συμμετοχή 236 πληρεξουσίων: 81 από την Πελοπόννησο, 56 από τη Ρούμελη, 16 από Βόρεια Ελλάδα, 41 Νησιώτες, 4 από την Εύβοια και 38 από Σάμο, Χίο και Κρήτη. Ηθελημένα δεν παρουσιάζεται κανένας πληρεξούσιος της Ύδρας17.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν αντιδρά στη στάση της Μάνης στο τέλος του 1830 κατά της νόμιμης κυβέρνησης; Οι Μανιάτες αρπάζουν τα ταμεία με «μπροστάρηδες» την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Συλλαμβάνεται ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και κλείνεται στη φυλακή στο Ναύπλιο18.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν, παρ’ όλο που τα έσοδα του κράτους είναι ελάχιστα, διαπραγματεύεται με τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά για να τους αποζημιώσει για την προσφορά τους στον Αγώνα (αμοιβές πληρωμάτων από το 1821-1830, ζημιές πλοίων κ.λ.π.); Δηλαδή να πληρωθούν για τον ηρωισμό τους! Τελικά απαιτούν ολόκληρα τα ποσά που ζήτησαν από την αρχή, δηλαδή 18.000.000 φράγκα με την πίεση του Μαυροκορδάτου. Ο Κυβερνήτης τον Ιούνιο του 1831 τους δίνει 6.000.000. Οι Υδραίοι αποχωρούν και κηρύττουν την αυτονομία της Ύδρας, στασιάζοντας κατά της κυβέρνησης!19

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας,όταν προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τους Υδραίους και ο Μιαούλης με τη συμπαράσταση του Μαυροκορδάτου και την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, εκτός της Ρωσίας, ανατινάζει τα εθνικά πλοία στον Πόρο την 1η Αυγούστου 1831; Στάση κατά της νόμιμης κυβέρνησης και εσχάτη προδοσία. Για τις πράξεις του αυτές ο Μιαούλης δεν κατηγορήθηκε ποτέ!20 

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν διαμαρτύρεται με υπόμνημά του προς τις τρεις Δυνάμεις στις 24 Αυγούστου 1831 για όσα συμβαίνουν και δεν κινείται δυναμικά για να καταπνίξει τη στάση της Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης; Στο υπόμνημα αυτό, αναφέρει, ότι η Αντιπολίτευση κινείται, υπό την προστασία και την ανοχή των Αντιπρέσβεων Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, ότι δεν προστατεύεται η κυβέρνησή του, ότι εδώ και πολλούς μήνες δεν έχει εισπράξει τις νόμιμες αποζημιώσεις από τις Μ. Δυνάμεις με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς στο στρατό και στο δημόσιο. Οι στρατιωτικές μονάδες στασιάζουν και έχει μείνει αβοήθητος. Ζητάει πάλι τελικά το δάνειο των 60.000.000 φράγκων, το οποίο, τελικά οι Μ. Δυνάμεις το έδωσαν στον Όθωνα21.

⦁ Η Εφημερίδα «Απόλλων» που εκδίδει στην Ύδρα ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, στενός συνεργάτης και Γραμματέας του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, με κεφάλαια των πλοιοκτητών, είναι ένα φυλλάδιο γεμάτο ύβρεις και κατηγορίες κατά του Καποδίστρια. Τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία του, ο Πολυζωΐδης διακόπτει την έκδοση γιατί «ο σκοπός επετεύχθη, ο Τύραννος δεν ζει πια»!! Αυτές οι ενέργειες της Αντιπολίτευσης είναι δημοκρατικές22;

Όλες όμως αυτές οι ενέργειες οδηγούν στο Γ’ Εμφύλιο Πόλεμο της Επανάστασης. Πού φαίνεται στα παραπάνω η αυταρχικότητα του Καποδίστρια; Η πρώτη του κυβέρνηση δεν αποτελούνταν, με θαυμαστή ισορροπία, από τους «ισχυρούς» που τώρα είναι οι σκληροί του αντίπαλοι; Αλλά οι ίδιοι «ισχυροί» επί 400 χρόνια δεν είχαν μάθει να πληρώνουν φόρους, αλλά να εισπράττουν φόρους, δεν είχαν μάθει να διοικούνται, αλλά να διοικούν εκτός νομικών πλαισίων. Πως ήταν δυνατόν ένας νόμιμος Κυβερνήτης, με την έγκριση της Συνθήκης του Λονδίνου να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις τραγικές καταστάσεις εναντίον του και να μην συμπεριφερθεί και ο ίδιος με μία δόση αυταρχισμού; Είναι σκληρός με το νόμο περί τύπου, αλλά μπορεί να μην κάνει συλλήψεις όταν έχουμε στάσεις κατά της νόμιμης κρατικής εξουσίας; Υπάρχει στις παραπάνω καταστάσεις απόπειρα επιβολής δικτατορίας από τον Καποδίστρια;

Αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει πιθανότατα να απασχολήσουν την επιστημονική κοινότητα με αφορμή και τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Επίλογος

Ο Καποδίστριας στην προσπάθεια του να ιδρύσει κράτος, έρχεται αντιμέτωπος με ισχυρές δυνάμεις, τους προύχοντες, τους πλοιοκτήτες, τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους Φαναριώτες, των οποίων την επιρροή δεν ευνοεί. Προσπαθεί να ανατρέψει τις οικονομικές και κοινωνικές βάσεις της πολιτικής ισχύος των κοτζαμπάσηδων σε τοπικό επίπεδο. Επιθυμεί να τους καθυποτάξει γιατί τους θεωρεί τη βάση των εμφυλίων πολέμων και της καταστροφής. Η αναμορφωτική αυτή προσπάθεια θίγει συμφέροντα οργανωμένα επί αιώνες. Ή θα παραιτούνταν, ή θα συνέχιζε. Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του, είχε γράψει, ότι η Ελλάδα, σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά κράτη, βρισκόταν στο 12και 13αιώνα· επομένως αυτός, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, δεν μπορούσε να δώσει αμέσως στους Έλληνες τους θεσμούς του 19 αιώνα.

Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την εντολή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας να αναλάβει τα καθήκοντα του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος γνωρίζοντας τις δυσκολίες. Ήρθε να δημιουργήσει Κράτος, λίγοι όμως από αυτούς που έκαναν την Επανάσταση γνώριζαν τι σημαίνει «Ανεξάρτητο Κράτος».

Ο ίδιος είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς το μικρόβιο της νοσηρής αμφισβήτησης των καλών προθέσεών του. Από τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα που επακολούθησε, εξήλθαν ενισχυμένοι οι εκπρόσωποι του τοπικισμού και του κοτζαμπασισμού που μπόρεσαν, υπό την προστασία των θεσμών που δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά και την κατεδάφιση του «καποδιστριακού κράτους», να διατηρήσουν τους επόμενους αιώνες τον ηγετικό τους ρόλο.

 

Παραπομπές-Πηγές

1 Ιωάννης Μαλλώσης, «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι, 1930
2 Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσίας-έτος 1819, Φάκ.4177, Φύλλο 11
3 Γρηγόριος Δαφνής, «Ιωάννης Καποδίστριας:η γένεση του ελληνικού κράτους», Αθήναι, 1976
4 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος»,  τόμος 3, Αθήνα, 1841
5 Δημήτριος Γατόπουλος, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αθήνα, 1932
6,7,8,9,10,11 Νομική Σχολή Α.Π.Θ.-Εργαστήριο Συνταγματικού Δικαίου «Ιστορία Συνταγματικού Δικαίου-Τα ελληνικά συντάγματα»
12 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
13 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 1, Αθήνα, 1841
14 Henry Kissinger, “A world restored”, London, 1974
15 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 2, Αθήνα, 1841
16 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
17 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
18 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
19 Κρατικά Ρωσικά Αρχεία Αγ. Πετρούπολης, Φάκ. Πρακτικά Ε’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, Δεκέμβριος 1831
20 Κωστής Βάρφης, «Πόρος 1831», Αθήνα, 1986
21 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 4, Αθήνα, 1841
22 Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Ο Απόλλων-Εφημερίς της Ύδρας», Ανατύπωση, Αθήνα, 1971

 

Ο Ανδρέας Κούκος είναι Νομικός, Ιστορικός Ερευνητής, Πρόεδρος Δ.Σ. Της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας (Ε.Μ.Ε.Ν.Σ.Ι.) – πρώην Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια

Σοφία Λαΐου: Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 Σοφία  Λαΐου

Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 

                                                                Στα καπελειά βάζουν φωτιές,  στα σπίτια ρίχνουν μπαλλοτιές

                                                                             και όσον ημπορούσι και δύνονται βαρούσι…

                                                                         Ώχου, ταλαίπωροι Γραικοί, όσοι βρεθήκατε εκεί,

                                                                          σ’ εκείνη την μεγάλην  κακήν ανεμοζάλην! 

 

Οι παραπάνω στίχοι ανώνυμου λαϊκού ποιητή διεκτραγωδούν το ρεμπελιό, ή αλλιώς εξέγερση, των γενιτσάρων στην Σμύρνη το 1797, ένα γεγονός που προστέθηκε σε μια σειρά βίαιων συγκρούσεων που μάστιζαν την πόλη ήδη από το 17ο αιώνα. Ωστόσο, η έκταση των επεισοδίων και ο αριθμός των θυμάτων των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν τέτοιος, που το ρεμπελιό χαρακτηρίσθηκε ως η σημαντικότερη καταστροφή που υπέστη η Σμύρνη τον 18ο αιώνα, ενώ ο θρήνος και η οργή των απλών κατοίκων αποτυπώθηκαν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο σε λαϊκά στιχουργήματα της εποχής. Όπως θα φανεί παρακάτω, το ρεμπελιό συνέβη σε μια εποχή έντονων πολιτικών και οικονομικο-κοινωνικών διεργασιών στην οθωμανική αυτοκρατορία, που σημαδεύονταν από μια προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας και επιβολής του κρατικού ελέγχου σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες κινούνταν εκτός της παραδοσιακής οθωμανικής «τάξης» (nizam). Τέλος, το θέατρο των συγκρούσεων ήταν μια πόλη με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και κοινωνικές διαφοροποιήσεις που με τη σειρά τους γέννησαν οξείες διακοινοτικές συγκρούσεις.

Οι δυτικές και οθωμανικές πηγές σε γενικές γραμμές συγκλίνουν στην εξιστόρηση των γεγονότων, ρίχνοντας, ωστόσο, το κέντρο βάρους σε διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης. Το Μάρτιο του 1797 και κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα Ραμαζάν, κατέφθασε στην Σμύρνη ένας θίασος Αυστριακών ακροβατών για μια σειρά παραστάσεων. Η απαίτηση του βοεβόδα της πόλης Buldanlı Osman Efendi προς τον Αυστριακό πρόξενο να ακυρωθούν οι παραστάσεις, καθώς υπήρχε κατά τη γνώμη του η πιθανότητα να προκληθούν ζημίες και γενικευμένη αταξία, δεν λήφθηκε υπόψη. Άλλωστε το θέαμα αναμενόταν να προσελκύσει μεγάλο αριθμό – όπως και έγινε – από τους  Ευρωπαίους και άλλους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, ενώ φαίνεται ότι το ενδιαφέρον συμμερίστηκαν και μερικοί μουσουλμάνοι. Η παράσταση θα δινόταν σε υπαίθριο χώρο έξω από την πλουσιότερη συνοικία της πόλης και κέντρο του εμπορίου, τον Φραγκομαχαλά. Η είσοδος επιτρεπόταν μόνο μετά την πληρωμή του σχετικού αντιτίμου και για το σκοπό αυτό ο Βενετός πρόξενος εγκατέστησε έναν γενίτσαρο γιασακτσή (φρουρό) της ακολουθίας του. Ωστόσο, μια ομάδα ναυτών, Βενετών υπηκόων  από την Ζάκυνθο, μαζί με επίσης Βενετούς Κροάτες και Σκλαβούνους (κατοίκους των Δαλματικών ακτών) προσπάθησαν να εισέλθουν χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του γενιτσάρου που απέτρεψε την είσοδό τους. Οι συγκεκριμένοι ναύτες επέστρεψαν στον τόπο του θεάματος, αυτή τη φορά με όπλα, και κάποιος από αυτούς σκότωσε τον γενίτσαρο.

Η δολοφονία ξεσήκωσε το λόχο του συγκεκριμένου στρατιωτικού, του οποίου οι σύντροφοι, κατά μία μαρτυρία, περιέφεραν εξαγριωμένοι τα ματωμένα ρούχα του, απαιτώντας την παράδοση του δολοφόνου. Η  αντίδρασή τους ήταν νομικά η αναμενόμενη. Επρόκειτο για διένεξη μεταξύ ξένων και οθωμανών υπηκόων για αδίκημα κατά της ζωής, γεγονός που επέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης στο οθωμανικό ιεροδικείο και αφετέρου εξανάγκαζε- πάλι σύμφωνα με το οθωμανικό ποινικό δίκαιο- τους έχοντες νόμιμο συμφέρον και σχέση με το θύμα (δηλαδή τους συντρόφους του γενιτσάρου) να αναζητήσουν οι ίδιοι το θύτη, τυπικά-αλλά χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο στην προκειμένη περίπτωση- για να τον προσαγάγουν στο ιεροδικείο. Έτσι, απευθύνθηκαν, χωρίς αποτέλεσμα, στο Βενετικό και στη συνέχεια στο Ρωσικό Προξενείο, καθώς τους είχε δοθεί η πληροφορία ότι ο δολοφόνος είχε καταφύγει σε ένα από τα ρωσικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης.

Η πιθανότητα γενικευμένου ξεσηκωμού των γενιτσάρων στην πραγματικότητα αδρανοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Σε συμβούλιο των οθωμανών αξιωματούχων, που έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, ο οθωμανός δικαστής (καδής) και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, προφανώς μετά από σχετική προειδοποίηση των ίδιων των γενιτσάρων, έκαναν λόγο για επικείμενη εξέγερση των τελευταίων και ανέφεραν την απειλή για πυρπόληση της Φράγκικης συνοικίας σε περίπτωση που δεν παραδινόταν ο δολοφόνος. Ζήτησαν δε την άμεση ενημέρωση των προξένων και χαρακτηριστικά ανέφεραν ότι «σε κάθε περίπτωση εμείς νίπτουμε τας χείρας μας». Στη συνέχεια ο καδής παρέδωσε στους γενιτσάρους ιεροδικαστικό έγγραφο σχετικά με τη σύλληψη του ενόχου. Η φυγή, ωστόσο, του Βενετού προξένου Λουκά Χορτάτζη δεν βοήθησε στην εκτόνωση της κατάστασης, και όταν ζητήθηκε από τους Ευρωπαίους ομολόγούς του εκ μέρους των οθωμανικών αρχών να παραδώσουν τον ένοχο, ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτό απουσίαζε.

N. Knop, View of Smyrna. 1779, Amsterdam, Rijksmuseum.

Την  επόμενη μέρα κάποιοι από τους συντρόφους του δολοφονημένου γενίτσαρου κατέφυγαν στο «Χιώτικο Χάνι», όπου ήταν γνωστό ότι διέμεναν Βενετσιάνοι  Ζακυνθηνοί, Σκλαβούνοι και Κροάτες, προκειμένου να ζητήσουν την παράδοση του δράστη. Σε οθωμανικό έγγραφο αναφέρεται ότι ο αριθμός των Σκλαβούνων στο χάνι έφθανε τους 1.000, ενώ των γενιτσάρων σε 1.000-1.500. Η άρνηση παράδοσης του δολοφόνου και η ανταλλαγή πυροβολισμών με αποτέλεσμα τη δολοφονία γενιτσάρων έδωσε έναυσμα για μία από τις μεγαλύτερες σφαγές στην πόλη της Σμύρνης το 18ο αιώνα. Μαζί με τους εξεγερμένους γενίτσαρους ενώθηκαν ναύτες του οθωμανικού στόλου αλλά και οπλισμένοι μουσουλμάνοι της πόλης, συμπεριλαμβανομένων  ανέργων και άλλων φτωχών, οι οποίοι μετείχαν στην εξέγερση με το σύνθημα «οι Σκλαβούνοι επιτίθενται εναντίον των μουσουλμάνων». Η κατάσταση γρήγορα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι γενίτσαροι σκότωναν όποιον Έλληνα έβρισκαν μπροστά τους και πυρπολούσαν κτήρια στον Φραγκομαχαλά. Η ισοπέδωση της συνοικίας ήταν σχεδόν ολοκληρωτική, καθώς οι γενίτσαροι εμπόδιζαν οποιαδήποτε επιχείρηση κατάσβεσης των πυρκαγιών, όπως αυτή που προσπάθησαν να οργανώσουν Γάλλοι υπήκοοι. Ο Φραγκομαχαλάς ήταν πλέον έρμαιο της εκδικητικής μανίας των εξεγερμένων καθώς και της φοράς του ανέμου. Η τελευταία ήταν που μετέφερε τη φωτιά στην Αρμενική συνοικία με αποτέλεσμα και αυτή να υποστεί ζημίες.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα των σφαγών και των εμπρησμών προστέθηκαν οι λεηλασίες των σπιτιών, καταστημάτων και των αποθηκών των πλούσιων Ευρωπαίων εμπόρων αλλά και των απλών μη μουσουλμάνων κατοίκων. Φαίνεται ότι, εκτός από τους μουσουλμάνους -στρατιωτικούς και μη,  σημαντικό μερίδιο στις λεηλασίες είχαν οι  Βενετοί ναύτες, ενώ σύμφωνα με έγγραφο της οθωμανικής διοίκησης οι τελευταίοι ευθύνονταν για το θάνατο 30-40 κατοίκων. Για το ίδιο θέμα ο Γάλλος πρόξενος σε αναφορά που έστειλε στον πρέσβη του στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας σώζεται η μετάφραση στα οθωμανικά, κατηγορεί μαζί με τους μουσουλμάνους κακοποιούς και τους «Κροάτες», ενώ σε αντίστοιχη αναφορά του Ρώσου προξένου γίνεται λόγος για «Σκλαβούνους και Ζακυνθηνούς»∙ ο τελευταίος προσθέτει: «Φταίνε οι Βενετσιάνοι. Αυτοί εξαγρίωσαν τους μουσουλμάνους. Εάν δεν εκδιωχθούν όλοι οι Βενετσιάνοι, οι Ευρωπαίοι έμποροι και οι κάτοικοι δεν θα μπορούν να είναι ασφαλείς». Ο Ρώσος πρόξενος βέβαια είχε σοβαρούς λόγους για να είναι οργισμένος με τον Βενετό ομόλογό του, καθώς η φήμη που κυκλοφόρησε εντέχνως από τον τελευταίο ότι ο δολοφόνος του γενίτσαρου ήταν Ρώσος υπήκοος οδήγησε τον όχλο να επιτεθεί στην οικία του, ενώ ο ίδιος την τελευταία στιγμή κατόρθωσε να διαφύγει σε ισπανικό πλοίο. Η διατύπωση, ωστόσο, της κατηγορίας εναντίον των Βενετσιάνων φαίνεται ότι δεν εδραζόταν μόνο στην προσωπική οργή του Ρώσου προξένου. Σύμφωνα με οθωμανική πηγή ο διερμηνέας του Βενετού προξένου «Zahriye» (Ζαχαρίας;) υποστήριξε στον μουμπασίρη (ειδικό απεσταλμένο της Υψηλής Πύλης) Derviş Abdullah Ağa ότι υπεύθυνοι για τις λεηλασίες ήταν οι Βενετοί ναύτες, οι οποίοι μετέφεραν τα κλοπιμαία στις γύρω ακτές και σε γειτονικά νησιά, και ότι οι ίδιοι είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το «Γεγονός της Σμύρνης». Εντύπωση, πάντως, προκαλεί η απουσία οποιασδήποτε μνείας από τον διερμηνέα στο ρόλο των γενιτσάρων, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προσπάθεια της οθωμανικής κυβέρνησης να μοιραστεί η ευθύνη  για τη σφαγή και τις λεηλασίες.

Ενώ είναι γνωστό ότι οι γενίτσαροι εκτελούσαν όποιον Έλληνα συναντούσαν στον Φραγκομαχαλά, 0 προσδιορισμός του αριθμού των θυμάτων εξαρχής παρουσίαζε δυσκολίες. Σε αναφορά της οθωμανικής διοίκησης σημειώνεται ότι πολλοί εξ αυτών από φόβο δεν εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί, ενώ ο αριθμός τους ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί. Ωστόσο, ο Γάλλος Μ. Tricon, αυτόπτης μάρτυρας του μακελειού, μιλά για «μερικές εκατοντάδες» νεκρούς μεταξύ των «ραγιάδων». Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 60 μαθητές που κάηκαν όταν έπιασε φωτιά το σχολείο τους. Από την άλλη, ο Γάλλος πρόξενος στην Σμύρνη κάνει λόγο για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ σε αναφορά ανωνύμου σχετικά με τα γεγονότα ο αριθμός ανέρχεται στους 1.265 νεκρούς. Βρετανικές πηγές κάνουν λόγο για 1.500 θύματα. Σε μία από τις ανταποκρίσεις που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των αδελφών Πουλίων στην Βιέννη τον Απρίλιο του 1797 γίνεται λόγος για 3.000 θύματα, αριθμός υπερβολικά μεγάλος που ούτως ή άλλως αναιρείται σε επόμενες ανταποκρίσεις της ίδιας εφημερίδας. Ας σημειωθεί ότι πέρα από τους νεκρούς, υπήρξαν πολλά γυναικόπαιδα που αιχμαλωτίσθηκαν και τα οποία οι συγγενείς εξαγόρασαν έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Παρόλα αυτά ήταν αρκετοί οι χριστιανοί που σώθηκαν χάρις στις προσπάθειες μουσουλμάνων της πόλης, όπως ο ιμάμης «Nathir-Zabeth», ο οποίος σύμφωνα με τον αρθρογράφο της εφημερίδας Spectateur Oriental του Μαΐου του 1821, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να συγκρατήσει την οργή των γενιτσάρων. Από την άλλη πλευρά, οι ανθρώπινες απώλειες μεταξύ των Ευρωπαίων υπηκόων, εάν υπήρξαν, ήταν ελάχιστες, καθώς η γειτνίαση των σπιτιών και των προξενείων με τη θάλασσα κατέστησε δυνατή τη διάσωσή τους από τα αγκυροβολημένα πλοία.

Hippolyte Berteaux, Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1789-1807) έφιππος, Κωνσταντινούπολη, Μουσείο Τοπκαπί.

Η καταστροφή του εμπορικού και πλέον κοσμοπολίτικου – για τα δεδομένα της εποχής –κέντρου της Σμύρνης σήμαινε τεράστιες υλικές καταστροφές και σοβαρότατη ζημία για το εξωτερικό εμπόριο της πόλης. Πάνω από 1.500 σπίτια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν από τη φωτιά, ενώ τα αντίστοιχα καταστήματα ήταν περισσότερα από 3.500. Μεταξύ των κτηρίων που αποτεφρώθηκαν συμπεριλαμβάνονταν το νοσοκομείο των ορθοδόξων, τα προξενεία της Αγγλίας, Ολλανδίας και της Γαλλίας καθώς και η καθολική εκκλησία της Αγίας Μαρίας. Οι απώλειες μόνο των Βρετανών υπηκόων και εμπόρων έφθαναν τα 1.303.167 πιάστρα, ενώ η μεγαλύτερη ζημία που υπέστη Ευρωπαίος έμπορος ήταν αυτή του Βρετανού Joseph Franel που ανερχόταν σε 409.129 πιάστρα. Ήταν τέτοια η καταστροφή που, σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο «στην Σμύρνη δεν έμεινε ίχνος εμπόρου και εμπορικής δραστηριότητας».

Η επόμενη μέρα έφερε το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών, της αποζημίωσης των πληγέντων και της αποκατάστασης των καταστροφών. Οι πρόξενοι δικαιολογημένα επέρριψαν τις ευθύνες στις οθωμανικές αρχές, γιατί δεν απέτρεψαν την καταστροφή, ενώ γνώριζαν από πριν τι επρόκειτο να συμβεί. Μέσω των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη ζήτησαν την αποστολή στην Σμύρνη του τότε μουτεσελλίμη Αϊδινίου Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά, γόνο μιας από τις πλέον ισχυρές οικογένειες τοπικών αρχόντων (αγιάνηδων, ντερεμπέηδων) στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και κάτοχο εκτεταμένων τσιφλικιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις οθωμανικές αρχές και η έκκληση για τον ερχομό του Καραοσμάνογλου ερμηνεύτηκε από την τουρκική βιβλιογραφία ως ξένη παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους που αγωνιζόταν την εποχή εκείνη να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους τοπικούς άρχοντες, μερικοί εκ των οποίων κινούνταν πλέον εκτός της κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής. Ωστόσο, η αναζήτηση συνομιλητή στο πρόσωπο ενός Οθωμανού τοπικού άρχοντα και παράλληλα κρατικού αξιωματούχου, ο οποίος είχε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή και άρα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την διατήρηση μιας ομαλής οικονομικής δραστηριότητας, εν αντιθέσει με Οθωμανούς αξιωματούχους χωρίς ερείσματα στην περιοχή που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την φορολογική απομύζηση αγροτών και εμπόρων, αναδεικνύει τους πραγματικούς λόγους του αιτήματος των δυτικοευρωπαίων προξένων. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πολιτικών ανταγωνισμών και της διελκυστίνδας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας η τοποθέτηση του Καραοσμάνογλου ως επικεφαλής των ερευνών εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης πρέπει να προκάλεσε αίσθηση. Ενδεχομένως σ’ αυτό το πλαίσιο των ανταγωνισμών να τοποθετείται η επισήμανση του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) σε αναφορά του στην Υψηλή Πύλη τον Απρίλιο του 1797, ότι η τιμωρία των ενόχων «δεν είναι δουλειά μόνο των Καραοσμάνζαντε (Καραοσμάνογλου)».  Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι ο Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά συνοδευόταν από δύο ακόμα μουμπασίρηδες της Υψηλής Πύλης, ο ένας εκ των οποίων προερχόταν από το γενιτσαρικό σώμα.

Όπως θα φανεί παρακάτω, η οθωμανική κυβέρνηση επέρριψε το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης στους ναύτες Βενετούς υπηκόους. Ωστόσο, ο Καραοσμάνογλου φρόντισε να συλληφθεί και να φυλακισθεί ο βοεβόδας του γειτονικού προαστίου του Μπουρνόβα, Balıkçıbaşı Mehmed Ağa, ως υπεύθυνος για τα εδώ και καιρό συχνά φαινόμενα βιαιοπραγιών στην πόλη, καθώς και για το γεγονός ότι δεν φρόντισε να μην μετατραπεί σε εξέγερση η οργή των γενιτσάρων. Κατά τον Γάλλο Tricon, ο συγκεκριμένος βοεβόδας ήταν ένας από τους σημαντικότερους υπεύθυνους για τη σφαγή, κάτι που και ο Άγγλος πρέσβης αναφέρει σε επιστολή του τον Απρίλιο του 1797. Ο Tricon κατονομάζει επίσης και τον μουτεσελλίμη (βοεβόδα) της Σμύρνης, Buldanlı Osman Efendi, ο οποίος είχε ζητήσει τη ματαίωση της εκδήλωσης, γενικά ως «εχθρό των ευρωπαίων λόγω φανατισμού». Τελικά, τον Ιούνιο του 1797 ο βοεβόδας της Σμύρνης αντικαταστάθηκε λόγω της απροσεξίας και της αδράνειάς του να καταστείλει την εξέγερση και να συλλάβει τους κλέφτες. Επιπλέον, συνελήφθησαν ορισμένοι γενίτσαροι, ναύτες και άλλοι που θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στις επιθέσεις, ορισμένοι εκ των οποίων φυλακίσθηκαν και άλλοι αφέθησαν ελεύθεροι με την εγγύηση τρίτου προσώπου λόγω αμφιβολιών. Σώζεται πάντως κατάλογος των εικοσιένα μουσουλμάνων που κατηγορήθηκαν ως οι αρχηγοί του εξεγερμένου όχλου και ο οποίος εστάλη στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άγγλου Francis Werry, τον Μάιο του 1797 εκτελέστηκαν 18 μουσουλμάνοι και 3 Βενετοί. Παράλληλα, υπήρξαν εκτοπισμοί μουσουλμάνων που ενεπλάκησαν στα γεγονότα, αρκετοί εκ των οποίων κατάγονταν από την Κρήτη. Στο εξής στόχος της κυβέρνησης ήταν ο απόλυτος έλεγχος των γενιτσαρικών στρατευμάτων που έδρευαν στην πόλη.

Τα επόμενα βήματα των απεσταλμένων της Πύλης μαζί με τους τοπικούς αξιωματούχους αφορούσαν στην επιστροφή των κλοπιμαίων στους δυτικοευρωπαίους και μη κατόχους τους, πολλά εκ των οποίων ήταν κρυμμένα στα βενετικά πλοία στο λιμάνι της Σμύρνης. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε έγινε πολύ πιο αυστηρή η διαδικασία κατάπλου και αναχώρησης των πλοίων από το λιμάνι της πόλης. Παράλληλα, όσοι μουσουλμάνοι κάτοικοι συμμετείχαν στις λεηλασίες και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα κλοπιμαία, ενώ οι ίδιοι φυλακίσθηκαν. Ωστόσο, η επιχείρηση επιστροφής των κλεμμένων αντικειμένων ή χρηματικής αποζημίωσης των θυμάτων δεν είχε πάντοτε αίσια έκβαση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1798, σχεδόν ένα χρόνο μετά το γεγονός, οι Βρετανοί έμποροι δεν είχαν ακόμα αποζημιωθεί.

Από την άλλη πλευρά η προσπάθεια αποκατάστασης των ζημιών στον Φραγκομαχαλά και η επανακατασκευή των προξενείων και των οικιών φαίνεται ότι είχε τη συνδρομή της οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία απέστειλε στην πόλη ειδικό αξιωματούχο∙ δεν γνωρίζουμε ωστόσο λεπτομέρειες. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι ότι η στρατηγική θέση της πόλης όσον αφορά το δίκτυο του εξωτερικού εμπορίου της αυτοκρατορίας σταδιακά επανέφερε την οικονομική δραστηριότητα στα επίπεδα πριν την καταστροφή του 1797.

Χαρακτηριστικοί τύποι γενιτσάρων.

Τέλος, η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τη δημόσια τάξη, ελέγχοντας τη μετακίνηση των ξένων υπηκόων, ειδικά των Βενετών, στην Σμύρνη και την περιοχή γύρω από αυτήν, διαχωρίζοντάς τους σε ταξιδιώτες και κατοίκους με ξένη προστασία. Επίσης διάταγμα του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου Γαζή Χουσεΐν Πασά που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1797 απαγόρευσε την εγκατάσταση στα νησιά του Αιγαίου των «Βενετσιάνων σούδιτων» που δραπέτευσαν από την Σμύρνη, καθώς εκδόθηκε διαταγή εκτέλεσής τους συμπεριλαμβανομένων και όσων από τους ντόπιους κατοίκους τούς προσέφεραν προστασία. Παράλληλα στο ίδιο διάταγμα αναφέρεται ότι τα έγγραφα προστασίας που εξέδιδαν τα Βενετικά προξενεία για τους Ζακυνθηνούς, Κεφαλλονίτες, Κερκυραίους και άλλους θεωρούνταν άκυρα. Η Πύλη επανήλθε λίγους μήνες αργότερα και επέβαλε στους Βενετούς οι οποίοι εργάζονταν στην οθωμανική επικράτεια και ήταν παντρεμένοι με χριστιανές υπηκόους του σουλτάνου να επιλέξουν στην πραγματικότητα μεταξύ του «ραγιαδιλικιού», της οθωμανικής δηλαδή υπηκοότητας και επομένως και της αντίστοιχης φορολογικής επιβάρυνσης, και της εγκατάλειψης της χώρας. Επιπρόσθετα απαγορεύτηκε να κυκλοφορούν οι ναύτες Βενετικών πλοίων στις πόλεις οπλισμένοι ή να βγαίνουν από τα πλοία χωρίς λόγο και να διανυκτερεύουν εκτός. Στις περιπτώσεις αυτές θα συλλαμβάνονταν  χωρίς «να είναι καμμία υπόληψις εις το ότι είναι Βενετσιάνοι». Όσον αφορά δε τους «Σκλαβούνους, Ζακύνθιους, Κεφαλλωνίτας, Χιρβάταις» οι οποίοι ευθύνονταν, κατά την κυβέρνηση, για τα γεγονότα της Σμύρνης και οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Ρωσία αποκτώντας τη ρωσική προστασία και επέστρεφαν ως «Ρώσοι» στην οθωμανική επικράτεια, ορίστηκε να λογαριάζονται ως ξένοι υπήκοοι μόνον εφόσον ήταν καταγεγραμμένοι ως τέτοιοι στα ρωσικά προξενεία. Αντίστοιχα, οι βενετσιάνοι προστατευόμενοι οι οποίοι εργάζονταν ως ναύτες σε πλοία με ρωσική σημαία θα θεωρούνταν πλέον ως απλοί μισθωτοί, και θα έχαναν την ξένη προστασία.

 

Τα κοινωνικά συμφραζόμενα

Η κατανόηση των αιτιών που γέννησαν το ρεμπελιό της Σμύρνης προϋποθέτει τη διερεύνηση αφενός των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων που ανέδειξαν την πόλη αυτή ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του εξωτερικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο και αφετέρου των πολιτικών εξελίξεων των τελών του 18ου αιώνα και των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (1789-1807).

Οι διεργασίες που ανέδειξαν μια μικρή κωμόπολη στα τέλη του 16ου αιώνα σε σημαντικό κέντρο διεθνούς εμπορίου καταρχήν σχετίζονται με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις που έθεσαν σε νέα βάση τις σχέσεις κέντρου και περιφέρειας. Οι τελευταίες δύο δεκαετίες του 16ου αιώνα είναι η εποχή των στρατιωτικών και επώδυνων δημοσιονομικών αλλαγών που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων και των απωλειών στο δυτικό μέτωπο με τους Αψβούργους. Οι αλλαγές αυτές επανακαθόρισαν τη σχέση της Κωνσταντινούπολης με τις επαρχίες και έθεσαν τις βάσεις για την ανάδειξη των τοπικών παραγόντων, εξέλιξη που στη δυτική Μικρά Ασία και αλλού σταδιακά αποδυνάμωσε τον κεντρικό οικονομικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή των εμπορικών δρόμων μέσω των οποίων προωθούνταν τα μπαχαρικά και το μετάξι από την Ανατολική Ασία στην Ευρώπη και οι οποίοι παλαιότερα είχαν αναδείξει πόλεις όπως η Προύσα, το Χαλέπι και η Αλεξάνδρεια, συνέβαλε στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Μία από αυτές ήταν η εκμετάλλευση των πλούσιων πεδιάδων των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Η στροφή του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος στην περιοχή αυτή έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της Σμύρνης, η οποία από τους περίπου 2.000 κατοίκους στα τέλη του 16ου αι., στην πλειονότητά τους μουσουλμάνους, που ασχολούνταν με το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και ενίοτε έκαναν λαθρεμπόριο σιτηρών, έφθασε στα μέσα του 17ου αιώνα  τις 60-70.000 κατοίκους, και πάλι στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι. Ωστόσο, στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί μια ευδιάκριτη κοινότητα ξένων εμπόρων, Ολλανδών, Άγγλων, Γάλλων και Βενετών, οι οποίοι διείδαν τις δυνατότητες της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτούς προστέθηκε ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός μη μουσουλμάνων οθωμανών υπηκόων, οι οποίοι διείσδυσαν στα εμπορικά δίκτυα είτε αυτόνομα είτε ως μεσάζοντες των ξένων εμπόρων.

Πορτραίτο του Άγγλου εμπόρου Francis Levett, με τουρκική ενδυμασία. Χαρακτικό εμπνευσμένο από τον πίνακα του Jean Etienne Liotard M. Levett, Negociant Anglais, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου στην οθωμανική αυτοκρατορία σχετίζεται άμεσα με το θεσμό των διομολογήσεων, των εμπορικών προνομίων συνοδευόμενων με το δικαίωμα της ετεροδικίας, που –αρχικά μονομερώς- παραχωρούσε το οθωμανικό κράτος σε ευρωπαϊκές χώρες με αντάλλαγμα οφέλη σε οικονομικό (πληθώρα προϊόντων, αύξηση τελωνειακών δασμών ως αποτέλεσμα του όγκου των εμπορικών συναλλαγών) και διπλωματικό επίπεδο. Ουσιώδες χαρακτηριστικό των διομολογήσεων αποτέλεσε η δυνατότητα της παραχώρησης της προστασίας του συμβαλλόμενου ξένου κράτους σε μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι μέσω των σημαντικών προνομίων που αποκτούσαν ως δραγουμάνοι (μεταφραστές) έθεταν τους εαυτούς τους εκτός των πολιτικο-κοινωνικών ορίων που ενείχε η θέση τους ως ραγιάδων στην οθωμανική κοινωνία. Σταδιακά ο αριθμός των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους αυξήθηκε, εν πολλοίς ως αποτέλεσμα της «πώλησης» της προστασίας από τους ξένους πρέσβεις. Η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε με την ενασχόληση με ξένες προς τα καθήκοντά των «προστατευομένων» υποθέσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνική δραστηριότητα καθώς και η προσοδοφόρα φοροενοικίαση, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές διατάξεις των εμπορικών συμφωνιών. Η Υψηλή Πύλη προσπάθησε καθ΄όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα να περιορίσει το φαινόμενο αυτό, η πλέον όμως επιτυχημένη προσπάθεια έγινε μόλις το 1806. Ήταν περισσότερο η παράνομη ενασχόληση των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους με το εμπόριο που ενοχλούσε την κεντρική εξουσία, παρά η -όχι τόσο μεγάλη όσο παλαιότερα νομιζόταν- αύξηση του αριθμού τους.

Η ανάδειξη, επομένως, του λιμανιού της Σμύρνης ως εισαγωγικού και εξαγωγικού κέντρου με τη δραστηριοποίηση των ευρωπαίων προξένων συνδυάστηκε με την παραχώρηση της ξένης προστασίας κυρίως σε ορθόδοξους και αρμένιους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι αναλάμβαναν το ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του εμπόρου και των ντόπιων παραγωγών, γνωρίζοντας παράλληλα τη γλώσσα και τις συνήθειες των Οθωμανών αξιωματούχων. Ωστόσο, ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα τμήμα της ορθόδοξης κοινότητας της Σμύρνης, εκμεταλλευόμενο τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, κατόρθωσε να ελέγξει σημαντικό κομμάτι του διεθνούς εμπορίου, αναλαμβάνοντας εν πολλοίς αυτόνομη δράση. Σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο οι μουσουλμάνοι τοπάρχες της περιοχής έδειξαν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εξαγωγικού εμπορίου, προωθώντας στην αγορά προϊόντα, όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, που προέρχονταν από τα τσιφλίκια τους ή τις γαίες στις οποίες είχαν επενδύσει ως φοροενοικιαστές. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Σμύρνη και τα περίχωρά της είχε σχηματιστεί ένα τρίγωνο μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που οριζόταν από τους πλέον επιτυχημένους Ευρωπαίους εμπόρους και τους μεσάζοντές τους, τους οθωμανικής υπηκοότητας χριστιανούς μεγαλεμπόρους και τους μουσουλμάνους τοπάρχες. Εκτός του τριγώνου βρίσκονταν οι υπόλοιποι μικροέμποροι, βιοτέχνες και παραγωγοί, μουσουλμάνοι και μη, οι οποίοι επιδίωκαν να προσπορισθούν κέρδη από την ανάπτυξη του εμπορίου, ενώ παράλληλα υφίσταντο τις οικονομικές πιέσεις της κυβέρνησης και των τοπαρχών-τσιφλικάδων.

Σε αυτό το διεθνοποιημένο περιβάλλον οι κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις γίνονταν ολοένα και πιο έκδηλες, ιδιαίτερα μέσα σ’ ένα πλαίσιο θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών εντεινόμενων όσο η διεθνής θέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα οικονομικά της προβλήματα επιδεινώνονταν. Ήδη από το 17ο αιώνα ήταν συχνές οι διενέξεις Οθωμανών αξιωματούχων και ευρωπαίων προξένων ή εμπόρων για θέματα φορολογίας ή δικαιοδοσίας ως προς την εκδίκαση διαφορών. Στις διενέξεις αυτές πρέπει να προστεθούν οι ταραχές που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά των ξένων ναυτών ή των μουσουλμάνων πειρατών της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι περιφέρονταν στην πόλη οπλισμένοι τρομοκρατώντας τους κατοίκους της Σμύρνης. Ιδιαίτερα παραβατική συμπεριφορά φαίνεται όμως ότι είχαν οι υπήκοοι ή προστατευόμενοι της Βενετίας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτών που απασχολούνταν σε βενετσιάνικα πλοία. Ειδικότερα, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα μια ομάδα Ζακυνθηνών ναυτών, βενετών υπηκόων, αποτέλεσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη στην Σμύρνη, με αποτέλεσμα να πιεσθεί ο πρέσβης της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη από τους ομολόγους του να απομακρύνει τους ταραξίες από την πόλη. Το γεγονός ότι η παρουσία των συγκεκριμένων υπηκόων ή προστατευομένων συχνά συνδεόταν με ταραχές σχετίζεται και με τη λήψη μέτρων εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης λίγα χρόνια πριν το ρεμπελιό, προκειμένου να ελεγχθεί η οικονομική τους δραστηριότητα και ο τρόπος με τον οποίο αποδιδόταν η ξένη προστασία. Η επιδεινούμενη πάντως θέση της ίδιας της Βενετίας, η οποία λίγους μήνες μετά το ρεμπελιό έπαψε και επισήμως να υφίσταται ως κράτος με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, συνέτεινε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των υπηκόων και προστατευομένων καθώς και στην αδυναμία ελέγχου τους εκ μέρους των κατά τόπους προξένων.

Άποψη της Σμύρνης, χαρακτικό του 1733.

Οι ταραχές που προκαλούσαν στην πόλη οι «ξένοι» δεν ήταν, ωστόσο, οι μοναδικές. Σε δύο περιπτώσεις, το 1738 και το 1772-1775, η Σμύρνη και τα περίχωρά της έγιναν το θέατρο συγκρούσεων μουσουλμάνων τοπαρχών που έριζαν για τη διεκδίκηση της τοπικής εξουσίας, δρώντας ανεξάρτητα ή σε συνεννόηση με την Υψηλή Πύλη, η οποία πάντοτε επεδίωκε την πλήρη υποταγή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο περιπτώσεις νικητές αναδείχθηκαν μέλη της ισχυρής οικογένειας των Καραοσμάνογλου, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει οικονομική δύναμη αλλά κυρίως είχαν ευρύ πελατειακό δίκτυο στον ντόπιο πληθυσμό και καλή σχετικά συνεργασία με τους ευρωπαίους εμπόρους. Παρά το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη προσπάθησε επανειλημμένως να μειώσει την εξουσία των Καραοσμάνογλου με διαφόρους τρόπους, η απουσία ισχυρού κεντρικού ελέγχου στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ήταν κάτι παραπάνω από προφανής δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας, που τελικά καλυπτόταν από τους ισχυρότερους τοπάρχες. Η προσφυγή επομένως των ευρωπαίων προξένων στον Χουσεΐν Καραοσμάνογλου την επαύριο του ρεμπελιού ήταν απολύτως αναμενόμενη.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι στην Σμύρνη του 1797 η έντονη οικονομική ανάπτυξη της οποίας τα κέρδη προσπορίζονταν μικρό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνδυασμό με τα διογκούμενα δημοσιονομικά  προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στους απλούς Οθωμανούς υπηκόους δημιούργησαν μία επισφαλή ισορροπία. Σε αυτό το πλαίσιο των ποικίλων ανισοτήτων και των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων η αντίδραση απέναντι στην οικονομική υπεροχή του ευρωπαίου υπηκόου, εκφραζόμενη συχνά με αλαζονεία, διατυπωνόταν από τους μουσουλμάνους με θρησκευτικούς και πολιτισμικούς όρους. Ενίοτε όμως και με εξέγερση.

Εάν οι ναύτες βενετσιάνικης υπηκοότητας αποτελούν τη μία πτυχή του δράματος, οι γενίτσαροι αποτελούν την άλλη. Η περιγραφή της δράσης των γενιτσάρων στο ρεμπελιό του 1797 ταιριάζει με ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που με τον καιρό απέκτησε το σώμα: απειθαρχία και παραβατική συμπεριφορά που συχνά κατέληγε σε εξέγερση. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η έλλειψη επαρκούς στρατιωτικής εκπαίδευσης, η ενασχόληση με οικονομικές δραστηριότητες και η μεγάλη αύξηση του αριθμού των γενιτσάρων, που περιλάμβαναν πλέον «στρατιώτες» που δεν είχαν σχέση με στρατιωτικά καθήκοντα αλλά και απλούς κατοίκους πόλεων-μικροεπαγγελματίες που μέσω της ονομαστικής και μόνο ένταξής τους στο σώμα επιζητούσαν την εξασφάλιση μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ίδιων των γενιτσάρων («ψευδογενίτσαροι»). Εν ολίγοις, το γενιτσαρικό σώμα του 1797 πόρρω απείχε από το αντίστοιχο του 15ου και 16ου αιώνα, που αποτέλεσε την αιχμή των οθωμανικών κατακτήσεων. Είναι γεγονός ότι η προσπάθεια του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ να ιδρύσει ένα εντελώς καινούργιο τύπο στρατού στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος (nizam-i cedid), το οποίο θα αποτελείτο από Τούρκους και θα είχε μοντέρνα για την εποχή στρατιωτική εκπαίδευση ως απάντηση στην ανικανότητα του παρωχημένου γενιτσαρικού σώματος, προκάλεσε την ανησυχία και στη συνέχεια οργή των γενιτσάρων και την καθαίρεση του σουλτάνου. Το γεγονός επίσης ότι η προσπάθεια αυτή άρχισε να υλοποιείται μόλις τρία χρόνια πριν το ρεμπελιό, επέτεινε την ανασφάλεια και την εχθρότητά τους προς την κεντρική εξουσία.

Ωστόσο, το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1797 δεν μπορεί να  εξηγηθεί μόνο στο πλαίσιο της αντίδρασης των γενιτσάρων στη μεταρρυθμιστική αυτή προσπάθεια. Θεωρώ πολύ πιθανό το γεγονός ότι οι γενίτσαροι εξέφρασαν τη δεδομένη στιγμή μαζί με τη δική τους οργή για τη δολοφονία ενός μουσουλμάνου στρατιώτη από χριστιανούς «απίστους» και την οργή του μουσουλμανικού και φτωχότερου τμήματος της Σμύρνης, αυτών που αδυνατούσαν να καρπωθούν τα οφέλη της ανάπτυξης του εμπορίου και βίωναν έντονα τις αντιθέσεις «χριστιανός/πλούσιος-μουσουλμάνος/φτωχός». Αυτές οι αντιθέσεις ανέτρεπαν την παραδοσιακή θεώρηση της μουσουλμανικής κοινωνίας στην οποία η υπεροχή του μουσουλμάνου θεωρείται δεδομένη έναντι όλων των μη μουσουλμάνων και πολύ περισσότερο αυτής των «δούλων της Πύλης» όπως θεωρούνταν οι γενίτσαροι. Έτσι, η υποστήριξη που σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές προσέφεραν τμήματα του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης στους εξεγερμένους γενιτσάρους εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Άλλωστε είναι πολύ πιθανόν οι ίδιοι γενίτσαροι της Σμύρνης να είχαν αναπτύξει οικονομική δραστηριότητα ή να είχαν δοσοληψίες και κοινά συμφέροντα με μικροεπαγγελματίες, όπως γινόταν την ίδια εποχή σε άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την περίπτωση οι γενίτσαροι έπαιζαν τον ρόλο των αυτόκλητων προστατών/εκφραστών των μουσουλμάνων βιοτεχνών και εμπόρων της Σμύρνης που πλήττονταν από την οικονομική πολιτική του οθωμανικού κράτους εξαιτίας των συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργούσαν οι διομολογήσεις.

Jacob Philipp Hackert, The Battle of Chesma on the 5th July 1770, St Petersburg, Central Naval Museum.

Πέρα όμως από τις παραμέτρους αυτές, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η υποβόσκουσα οργή των μουσουλμάνων για τις στρατιωτικές ήττες και εδαφικές απώλειες που υφίστατο η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία από τα χριστιανικά κράτη, και η οποία λειτούργησε συμπληρωματικά στο ήδη εκρηκτικό κλίμα που δημιουργήθηκε με τη δολοφονία των γενιτσάρων. Η οργή αυτή για πρώτη φορά εκδηλώθηκε στην Σμύρνη το 1770 με τις σφαγές χιλιάδων – κατά μία εκτίμηση – ορθοδόξων μετά την καταστροφή του οθωμανικού στόλου από τους Ρώσους στη ναυμαχία του Τσεσμέ. Ενώ οι γενίτσαροι ήταν αυτοί που το 1770 επέβαλαν την τάξη στην πόλη, είκοσι επτά χρόνια αργότερα ένας συνδυασμός παραγόντων όπως η άσχημη για την αυτοκρατορία διεθνής συγκυρία (απώλεια Κριμαίας και του ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας, απώλειες στα Βαλκάνια), οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του Σελίμ Γ΄ που τους έθιγαν άμεσα και οι ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές σε ένα κράτος που κατά τ’ άλλα ευαγγελιζόταν την ύπαρξη αυστηρών πολιτικο-θρησκευτικών διαχωρισμών μεταξύ μουσουλμάνων και μη, τους κατέστησαν πρωταγωνιστές της εξέγερσης. Επρόκειτο επομένως για έναν συνδυασμό πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που συνέτειναν στο ξέσπασμα του ρεμπελιού, ένα ξέσπασμα που σε τελευταία ανάλυση στρεφόταν εναντίον της διασάλευσης της παραδοσιακής τάξης, στην οποία οι γενίτσαροι κατείχαν σημαντική θέση. Για τους τελευταίους τη θέση αυτή απειλούσε πλέον το ίδιο το οθωμανικό κράτος, επιδιώκοντας τον παραμερισμό τους, αλλά και ο συσχετισμός των δυνάμεων που διαμορφώνονταν στην οθωμανική κοινωνία με την ανοχή της Υψηλής Πύλης και ο οποίος αναδείκνυε το ρόλο των μη μουσουλμάνων. Το γεγονός ότι τρεις μήνες μετά το ρεμπελιό στην Σμύρνη οι συγκρούσεις επαναλήφθηκαν αυτή την φορά στην Αλεξάνδρεια, όπου και εκεί ο στόχος ήταν οι μη μουσουλμάνοι και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, καταδεικνύει το μέγεθος των κοινωνικών εντάσεων.

Αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανική κυβέρνηση θα λάβει μέτρα, προκειμένου κυρίως να επιβάλει ξανά τον έλεγχο σε κοινωνικές ομάδες που είχαν- τυπικά ή όχι -ξεφύγει από το «ραγιαδιλίκι». Τα μέτρα αυτά εκτείνονταν από την ενίσχυση της οθωμανικής ναυτιλίας σε συνδυασμό με τον περιορισμό της ξένης προστασίας έως την  επαναφορά των περιοριστικών κανόνων ενδυμασίας για τους μη μουσουλμάνους. Τα μέτρα όμως ελήφθησαν πολύ αργά και ήταν αποσπασματικά. Σε τελευταία ανάλυση, δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν μια πορεία που είχε αρχίσει να διαγράφεται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 

Η Σοφία Λαΐου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ν. Κ.Χ. Κωστής, Σμυρναϊκά Ανάλεκτα. Το εν Σμύρνη ρεμπέλλιον του έτους 1797, εν Αθήναις 1904.

– I. Παπαγιαννόπουλος, «Νέο φως στο ρεμπελιό της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά Α΄(1938), 261-267.

-Ν. Βέης, «Το «μεγάλο ρεμπελλιό» της Σμύρνης κατά νεωτάτας έρευνας», Μικρασιατικά Χρονικά Δ΄ (1948), 411-422.

-Χ. Σολομωνίδης, Το θέατρο στην Σμύρνη, Αθήνα 1954.

– R. Clogg, «The Smyrna Rebellion of 1797: Some Documents from the British Archives», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 3 (1982), 71-125

– N. Ülker, «1797 Olayı ve İzmir΄in Yakılması», Tarih İncelemeleri Dergisi II (1984), 117-161.

– E. Frangakis-Syrett, The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century, Athens 1992.

-Λ. Χρηστάκης, Ο Νικήτας Νηφάκης και η «Ιστορία του Φραγκομαχαλά της Σμύρνης» (Το ρεμπελιό της Σμύρνης), Θεσσαλονίκη 1993.

-D. Goffman, «Izmir: from Village to Colonial Port City», στο E. Eldem-D. Goffman-B. Masters, The Ottoman City between East and West, Καίμπριτζ 1999, σ. 79-134.

-Ch. Philliou, «Mischief in the Old Regime: Provincial Dragomans and Social Change at the Turn of the Nineteenth Century», New Perspectives on Turkey 25 (2001), 104-121.

– C. Kafadar, “Janissaries and Other ‘Riffraff’ of Ottoman Istanbul: Rebels Without a Cause?”, B. Tezcan-K. Barbir (εκδ.), Identity and Identity Formation in the Ottoman World, Madison, Wisconsin 2007, σ. 113-134.

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα είναι σειρά κόμικς, που διασκευάζουν γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η σειρά κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1951 από τις Εκδόσεις Πεχλιβανίδη, βασισμένη στην αντίστοιχη αμερικανική, και από τότε γνωρίζει συνεχείς ανατυπώσεις. Χαρακτηριστικό της ελληνικής έκδοσης ήταν ο εμπλουτισμός της με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, για την απόδοση των οποίων δούλεψαν γνωστοί Έλληνες εικαστικοί και λογοτέχνες. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα αποτέλεσαν μέρος της πολιτιστικής ζωής της χώρας για περίπου δυο δεκαετίες, και σύντροφο της παιδικής και νεανικής ηλικίας χιλιάδων Ελλήνων. Σήμερα οι πρώτες εκδόσεις αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα.

Classics Illustrated

Η αρχική ιδέα για το εγχείρημα της διασκευής κλασσικών έργων της λογοτεχνίας σε κόμικς ανήκε στον Άλμπερτ Κάντερ (Albert Lewis Kanter). Τα αμερικανικά Κλασσικά κυκλοφόρησαν με πρώτο τεύχος τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Οκτώβριο του 1941, στον εκδοτικό οίκο Elliot, και με την αρχική ονομασία Classic Comics. Με το τέταρτο τεύχος, τον Τελευταίο των Μοϊκανών, ο Κάντερ μετέφερε την έκδοση σε δική του εκδοτική εταιρία, με την επωνυμία Gilberton Publishing Co. Το 1947, κι ενώ η σειρά είχε φτάσει τα 34 τεύχη, η ονομασία άλλαξε σε Classics Illustrated, ενώ τον επόμενο χρόνο μειώθηκαν και οι σελίδες σε 48 από 56 (64 πριν τον πόλεμο). Εκδόθηκε επίσης και το Classics Illustrated Junior, με παραμύθια και ιστορίες για μικρότερα παιδιά. Γνωστοί εικονογράφοι και σχεδιαστές από το χώρο των κόμικς όπως οι Λου Κάμερον, Τζακ Κέρμπυ, Άλεξ Μπλουμ, Νόρμαν Νόντελ, Τζακ Άμπελ και άλλοι ήταν οι υπεύθυνοι για την οπτική απόδοση των μυθιστορημάτων.

Το κόμικ συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1962, οπότε και σταμάτησε μετά από 169 τεύχη (167 του Κάντερ και 2 από άλλο εκδότη) και 200 εκατομμύρια συνολικές πωλήσεις στις ΗΠΑ. Συνέχισε να ανατυπώνεται, και τις επόμενες δεκαετίες έγιναν κάποιες -όχι επιτυχημένες- προσπάθειες να συνεχιστεί η σειρά. Τα αμερικανικά Κλασσικά μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων, αρχής γενομένης το 1951, ήταν και η Ελλάδα.

Albert Lewis Kanter (1897-1973).
Το πρώτο τεύχος της σειράς.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Αδελφοί Πεχλιβανίδη

Οι Μικρασιάτες αδελφοί Πεχλιβανίδη (Μιχάλης, Κώστας και Γιώργος) είχαν μακρά θητεία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, στον τομέα των εκτυπώσεων (κυρίως των διαφημιστικών) αλλά και των παιδικών βιβλίων, που άρχισαν να εκδίδουν μετά και τις σπουδές, το 1936, του Κώστα Πεχλιβανίδη στη Λειψία πάνω στις σύγχρονες -τότε- τεχνικές εκτύπωσης. Έχοντας κληρονομήσει το τυπογραφείο αλλά και την εμπειρία του Βαυαρού λιθογράφου Γκρούντμαν και έχοντας δουλέψει για χρόνια την τεχνική του όφσετ, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη, ήδη υπολογίσιμο όνομα στο χώρο των εκτυπώσεων, ίδρυσαν μετά τον πόλεμο τις εκδόσεις Ατλαντίς με σκοπό να επανέλθουν στο παιδικό βιβλίο. Στα Classics Illustrated του Κάντερ, με τα οποία γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αμερική, αναγνώρισαν μια γνήσια ευκαιρία, και αποφάσισαν να τα τυπώσουν και στην Ελλάδα.

Οι Άθλιοι από την Αμερική

Το πρώτο τεύχος των Κλασσικών κυκλοφόρησε στις 1 Μαρτίου του 1951. Ήταν η διασκευή των Αθλίων του Βίκτωρα Ουγκώ, και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, τόσο θετικές όσο και αρνητικές. Ήταν το πρώτο κόμικ «αμερικάνικου» τύπου που έφτανε στη χώρα (που εκείνη την περίοδο περνούσε μια φάση γενικότερης «εισβολής» αμερικανικών καταναλωτικών αγαθών), όπως και το πρώτο που έβγαινε σε τετραχρωμία όφσετ («με 336 πολύχρωμες εικόνες», όπως έγραφε το εξώφυλλο). Κόστιζε 4.000 δραχμές της τότε εποχής και η πρώτη έκδοση (90.000 αντίτυπα),που εξαντλήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, ανατυπώθηκε δυο φορές τις επόμενες μέρες (σύμφωνα με την Ατλαντίδα, πούλησε γύρω στο ένα εκατομμύριο αντίτυπα). Η πολύ προσεγμένη τους εκτύπωση, η τετραχρωμία, αλλά και το πρωτοφανές για την Ελλάδα ενός αναγνώσματος όπου η κυρίαρχη εικονογράφηση συνδυαζόταν με λεζάντα για τα λόγια (αιχμή) ή τις σκέψεις (σειρά μικρών κύκλων) των ηρώων (κατά τις «οδηγίες χρήσης» των πρώτων τευχών), καθιέρωσαν σχεδόν αμέσως το περιοδικό στο νεανικό αλλά και μεγαλύτερο κοινό.

Η κυκλοφορία των Κλασσικών στην Ελλάδα, παρά την επιτυχία της, προκάλεσε και αντιδράσεις από ανθρώπους της τέχνης και της πολιτικής (μεταξύ άλλων ο Ε. Παπανούτσος). Πολλοί θεώρησαν «ευτελισμό» των κλασσικών έργων την ανατύπωσή τους σε κόμικς, άλλοι φοβούνταν την «αμερικανοποίηση» της παιδείας των νέων, και το θέμα προκάλεσε συζητήσεις ακόμη και μέσα στη Βουλή. Παρόλα αυτά, το κοινό αγκάλιασε την έκδοση, που έγινε μια από τις πιο επιτυχημένες στα μεταπολεμικά χρόνια.

Η είσοδος του βιβλιοπωλείου Ατλαντίς, στην οδό Κοραή αρ. 8.

Επιτυχία

Η έκδοση των Κλασσικών συνεχίστηκε για περίπου δέκα χρόνια, σε σταθερούς ρυθμούς. Κυκλοφόρησαν, στα πλαίσια της πρώτης justify, γύρω στους 180 τίτλοι, από τους οποίους περίπου εξήντα ήταν με ελληνικά θέματα. Το περιοδικό κυκλοφορούσε αρχικά κάθε δύο εβδομάδες, την 1η και 15η, του μήνα σε χιλιάδες αντίτυπα σε όλη την Ελλάδα (με μέσο όρο 200.000-300.000 πωλήσεις σε κάθε τεύχος, σύμφωνα με δηλώσεις των εκδοτών). Σαρώνοντας την αγορά, τα Κλασσικά υποχρέωσαν άλλα περιοδικά για παιδιά (όπως ο Θησαυρός των Παιδιών) να κλείσουν. Παράλληλα με τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, κυκλοφόρησαν και τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα (κατά τα πρότυπα των Classics Illustrated Junior) για τους μικρότερους.

Τα σχέδια ήταν σχεδόν πιστή αντιγραφή της αμερικάνικης έκδοσης, ενώ τα κείμενα μετέφραζε συνήθως ο Βασίλης Ρώτας (που είχε και την κύρια ευθύνη της ελληνικής σειράς). Η θεματολογία της πρώτης έκδοσης, ακολουθώντας αναγκαστικά αυτή της αμερικάνικης, περιελάμβανε κυρίως μυθιστορήματα με κοινωνικό-διδακτικό χαρακτήρα (όπως Όλιβερ Τουίστ, Ο Δρ.Τζέκυλ και ο κ.Χάιντ, Μεγάλες Προσδοκίες), ρομαντικά-ιπποτικά μυθιστορήματα, αρκετά έργα του Βίκτωρα Ουγκώ και του Ιουλίου Βερν αλλά και βιογραφίες «μεγάλων ανδρών» (Καίσαρ, Αβραάμ Λίνκολν κ.α.). Ο υπότιτλος «Από τα Αριστουργήματα των Μεγαλύτερων Συγγραφέων του Κόσμου» μάλλον ήταν λίγο γενικός, μια και η σειρά έδειχνε προτίμηση σε Γάλλους και Άγγλους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το περιοδικό, εκτός από τα κυρίως έργα, περιελάμβανε και κάποιες σελίδες στο τέλος με την βιογραφία του συγγραφέα, βιογραφίες ιστορικών προσώπων (ακόμη και υπό την μορφήν σύντομων κόμικς), καλλιτεχνών και εφευρετών, υποθέσεις έργων όπερας, επετειακά και διδακτικά θέματα, διαφημίσεις της Ατλαντίδας αλλά και στήλη αναγνωστών για κάποιο διάστημα.

 

 

 

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Από τη μυθολογία και την ιστορία της Ελλάδος

Τον Οκτώβριο του 1953, ένα διαφορετικό Κλασσικό έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα: ήταν το τεύχος 43 Περσέας και Ανδρομέδα, σε σχέδιο Κώστα Γραμματόπουλου και κείμενα Βασίλη Ρώτα, που εγκαινίαζε τη σειρά των τευχών με θέματα «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος». Εκδόθηκαν γύρω στα εξήντα τεύχη (τις επόμενες δεκαετίες θα ακολουθούσαν και μερικά ακόμη) με θέματα από τη Βυζαντινή ιστορία (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Θεοδώρα η Ευσεβής, Ιουστινιανός ο Αυτοκράτωρ), την ελληνική επανάσταση του 1821 (Κολοκοτρώνης, Χάνι της Γραβιάς, Αθανάσιος Διάκος κ.α.) αλλά και την αρχαία μυθολογία (Ηρακλής, Ποσειδών, Δευκαλίωνας και Πύρρα κλπ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η σειρά αυτή αποτέλεσε όχι μόνο πηγή πρόσθετης δημοτικότητας για τη σειρά των Κλασσικών, μα και μια έκδοση από την οποία πέρασαν αρκετά μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας και της εικαστικής. Βασική ευθύνη για τα κείμενα είχε ο Βασίλης Ρώτας, που διάλεγε και τα θέματα που θα κυκλοφορούσαν, ενώ σημαντική συνεισφορά είχαν και η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, η Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη και άλλοι. Όσον αφορά το σχεδιαστικό μέρος εδώ συνέβαλλαν αρκετοί γνωστοί γραφίστες και σχεδιαστές: Γιώργος Βακαλό, Μποστ (στο πρώτο του κόμικ με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο), οι Κώστας Γραμματόπουλος, Παύλος Βαλασάκης, Γεράσιμος Λιβιεράτος, Τάκης Κατσουλίδης, Γιάννης Δραγώνας, Βασίλης Ζήσης, Αλκμήνη Γραμματοπούλου, Νίκος Καστανάκης και άλλοι.

Βασίλης Ρώτας (1889-1977).
Οπισθόφυλλο τεύχους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ελληνική σειρά, παρά τις όποιες ατέλειες λόγω της έλλειψης πείρας των ντόπιων δημιουργών στο πεδίο των κόμικς, αλλά και τους οικονομικούς και χρονικούς περιορισμούς της έκδοσης, αποτέλεσε ένα πρότυπο δείγμα γραφής για την εγχώρια σκηνή και πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς που θα ακολουθούσαν. Καθιέρωσε δε μια δική της αισθητική για το ελληνικό κόμικ, που ακόμη και τώρα παραμένει αυθεντική και αναγνωρίσιμη.

Μετέπειτα χρόνια

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, αν και πολύ δημοφιλή στις δεκαετίες 1950-1960, άρχισαν στα επόμενα χρόνια να χάνουν σταδιακά το κοινό τους, λόγω της ολοένα μεγαλύτερης απήχησης άλλων αμερικάνικων κόμικς -των οποίων υπήρξαν προπομπός στην Ελλάδα- αλλά και της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Συνεχίζουν πάντως να υφίστανται και να πωλούνται ακόμη και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη τους έκδοση, τα τεύχη της οποίας έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 κυκλοφόρησαν λίγοι ακόμη τίτλοι, και άλλη μια σειρά τυπώθηκε τη δεκαετία του ’70, ενώ οι προηγούμενοι τίτλοι συνεχώς ανατυπώνονταν όλα αυτά τα χρόνια. Νέα ανατύπωση έγινε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ το 2001 τα τεύχη ελληνικής θεματολογίας επανεκδόθηκαν σε θεματικούς τόμους.

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα επικρίθηκαν για την αμερικανική τους προέλευση και θεώρηση της κλασσικής λογοτεχνίας, αλλά και για την μονοκρατορία τους στο χώρο των ελληνικών κόμικς για περίπου είκοσι χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αντικείμενα μαζικής κουλτούρας στις δεκαετίες 1950-1960, μια από τις απαρχές της ελληνικής σκηνής των κόμικς, και συνεχίζουν να κρατούν μια καλή θέση στις αναμνήσεις αρκετών.

Κλασσικά Εικονογραφημένα

 Κλασσικά Εικονογραφημενα Ο Θησέας και ο Μινώταυρος

Πηγές

•    Τα «Κλασσικά» των παιδικών μας χρόνων, άρθρο του Νίκου Βατόπουλου (Η Καθημερινή, 09/06/2002).

•    Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων, των Κώστα Τσαούση και Μαρίλης Μαργωμένου (Το Βήμα, 25/08/1996).

•    Οι Αριστοκράτες των Κόμικς, του Άρη Μαλανδράκη (Περιοδικό Εννέα τεύχος 36).

•    Goulart, Ron. Great American Comic Books, Publications International, Ltd., 2001.

•    Malan, Dan. The Complete Guide to Classics Illustrated, Classics Central.Com, 2006.

•     Robert M.. Official Overstreet Comic Book Price Guide, House of Collectibles, 2004.

•    William B. Jones Jr., Classics Illustrated: A Cultural History, with Illustrations ,Jefferson, N.C.: McFarland & Company, Inc., 2002, Second edition, 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

•    Όλα τα εξώφυλλα της ελληνικής σειράς και αρκετές εσωτερικές σελίδες, στο mycomics.gr.

•    Τσαούσης, Κώστας, “Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων” ,Το Βήμα 25/08/1996.

•    Διαφήμιση της έκδοσης του πρώτου τεύχους από την εφημερίδα Εμπρός της 1ης Μαρτίου 1951 (κάτω αριστερά στη σελίδα 2),  Ψηφιακή Συλλογή Εφημερίδων Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

•    Αντανακλάσεις ιδεών στις σελίδες των ελληνικών κόμικς, του σκιτσογράφου Soloup, TVXS 28/10/2012.

Πηγή κειμένου: https://el.wikipedia.org/wiki/Κλασσικά_Εικονογραφημένα

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ηγεσία και ηγετική ομάδα: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ηγεσία και ηγετική ομάδα:
Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

 

Ο ρόλος του πολιτικού ηγέτη σε ένα διοικητικό/πολιτικό σύστημα έχει εκτενώς απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα. Αποτελεί οργανικό μέρος ενός από τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα της ιστορικής και της πολιτικής επιστήμης, τη μελέτη του τρόπου λήψης αποφάσεων.

Ωστόσο, η συζήτηση για τον ρόλο του ηγέτη φαίνεται να έχει εν μέρει αλλοιωθεί στην ελληνική ιστοριογραφία και τη δημόσια συζήτηση, καθώς με τρόπο σχεδόν μόνιμο στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία οι πολιτικές αντιπαλότητες προσωποποιήθηκαν και εκφράστηκαν μέσω της ταύτισης ή της αντιπαλότητας με συγκεκριμένες προσωπικότητες: Τρικούπης-Δηλιγιάννης, βενιζελικοί και αντι-βενιζελικοί, οι συζητήσεις περί του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η συχνά οριζόμενη ως «αναμέτρηση» Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις δεκαετίες 1980 και 1990. Η ροπή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προς τον δικομματισμό, από τη δεκαετία του 1880 έως και τις ημέρες μας, ενίσχυσε την τάση για προσωποκεντρική ανάλυση. Ειδικά κατά τον Εθνικό Διχασμό, η δαιμονοποίηση ή μυθοποίηση του Ε. Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, προσέδωσαν ακόμη πιο έντονη χροιά στο φαινόμενο, με αποτέλεσμα η ελληνική επιστημονική κοινότητα να δυσπιστεί επί μακρόν ακόμη και έναντι του είδους της βιογραφίας, που συχνά θεωρείτο, περίπου εξ ορισμού, ως προορισμένο να υπηρετήσει τέτοιες απλουστεύσεις παρά να προωθήσει την έρευνα – μια τάση που μόλις πρόσφατα φαίνεται να ξεπερνιέται με την δημοσίευση αρκετών βιογραφιών. Η συχνή χρήση ανοίκειων όρων – όπως «Εθνάρχης» – για να περιγραφούν πολιτικοί ηγέτες μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (πρωτίστως ο Βενιζέλος αλλά σε μεγάλο βαθμό και ο Καραμανλής) μιλά από μόνη της. Πρόκειται για μια, σε κάθε περίπτωση, ατυχή ορολογία: ο «Εθνάρχης» αναφέρεται στην ηγεσία ενός λαού πολιτειακά ασύντακτου – και έτσι μπορεί ορθά να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τον ρόλο εκκλησιαστικών ηγετών σε περιόδους απώλειας της πολιτικής ανεξαρτησίας, όπως την Εκκλησία στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, την Εκκλησία της Κύπρου κατά τη μακρά διαδοχή ξένων κυριάρχων από το 1191 έως το 1960, ενώ εθναρχικά χαρακτηριστικά εντοπίζονται ακόμη και στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού κατά την Κατοχή του 1941-44 (γι’ αυτό έγινε αντιβασιλιάς αμέσως μετά). Δεν αρμόζει, ωστόσο, ο όρος τούτος στις περιπτώσεις είτε του Βενιζέλου είτε του Καραμανλή, ηγετών συντεταγμένου κράτους, οι οποίοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν διαδικασίες διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, συχνά παρ’ ημίν, αντί να μελετάται ένα «σύστημα λήψης αποφάσεων», μελετάται, τελικά, ένα πρόσωπο και μάλιστα με όρους όχι πάντοτε απολύτως ακριβείς.

Το φαινόμενο, πάντως, έχει και την αντίστροφη όψη του. Ένας από τους σημαντικότερους διανοουμένους και πολιτικούς δρώντες της σύγχρονης Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος – πρόσωπο με ευρύτερο ρόλο, όπως θα δειχθεί, στο πλαίσιο αυτής της μελέτης – κατέληξε σχετικά ενωρίς στο συμπέρασμα ότι η έμφαση στον ρόλο του ηγέτη είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που οφείλεται εν πολλοίς στη σχετική υπανάπτυξή του. Από το 1952 έως και την οριστική δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων του στο βασικό του έργο πολιτικής θεωρίας το 1965, ο Τσάτσος προέβαλε τη θέση ότι, με τα δεδομένα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο ηγέτης – αυτός που αποκαλούσε το 1952 «βασιλικό άνδρα» και το 1965 «εξουσιαστή» – αποτελεί μια sine qua non προϋπόθεση της επιτυχούς πολιτικής δράσης. Προέβαλε, διαχρονικά, τα πρότυπα των δύο ηγετών που ο ίδιος προέκρινε, του Βενιζέλου και του Καραμανλή.Στην Αργώ του, το 1936, ο Γιώργος Θεοτοκάς περιγράφει μια πολύμορφη κοινωνία σε μετάβαση, αλλά τελικά και αυτός αναζητεί τον κατάλληλο ηγέτη που θα φέρει σε πέρας την ακριβή του μεταρρύθμιση – η εφαρμογή της οποίας, υπονοεί σαφώς ο Θεοτοκάς, δεν μπορεί να αφεθεί στους διανοουμένους που χάνονται μέσα στους λαβυρίνθους των θεωρητικών σχημάτων τους, αλλά θα πρέπει επιτέλους να συναντηθεί με έναν πρακτικά προσανατολισμένο πολιτικό, ικανό να πράξει. Ο Θεοτοκάς προέκρινε τελικά τον Γεώργιο Παπανδρέου ως το δικό του πρότυπο.Με άλλα λόγια, ακόμη και κορυφαίοι αναλυτές της ελληνικής πολιτικής ζωής αναγνώρισαν τον αναβαθμισμένο ρόλο του ηγέτη ως ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Καλώς ή κακώς, υπονόησαν, είναι μια πραγματικότητά του.

Η Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά.

Το άρθρο αυτό θα αποπειραθεί να αποτιμήσει την ηγετική μεθοδολογία ενός από τα πλέον προβεβλημένα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον, όχι μόνον επειδή ο ρόλος του έχει αναδειχθεί στην εγχώρια δημόσια συζήτηση, αλλά και επειδή ακόμη και σε διεθνές επίπεδο έχει εξαρθεί, ειδικά σε συνάρτηση με την μετάβαση στη δημοκρατία το 1974-75. Έτσι, η αμερικανική πρεσβεία, απευθυνόμενη στο State Department στις αρχές του 1976, αναφέρθηκε στο πρόσωπό του με παρόμοιους όρους: «Caramanlis comes the closest to being a sufficient condition. In Greece today his person and the nation’s democracy are indistinguishable […] Thus Caramanlis is unique».Στη μελέτη τους για τη λειτουργία της προεδρίας της κυβέρνησης στη σύγχρονη Ελλάδα, οι Featherstone και Παπαδημητρίου χαρακτηρίζουν τον Καραμανλή ως «primus solus», επισημαίνοντας ότι το ύφος της διακυβέρνησής του ήταν «ιεραρχικό».Στο παρόν άρθρο θα διατυπωθεί μια άποψη που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στη συναφή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια: θα επισημανθεί η πράγματι καταλυτική ηγετική λειτουργία του Καραμανλή, παράλληλα όμως θα σημειωθεί η σημασία της ηγετικής ομάδας στην οποία βασίστηκε έως το 1980. Θα υποστηριχθεί, με άλλα λόγια, ότι με το όνομα «Καραμανλής» δεν περιγράφεται μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα ηγετών.

 

Πρώιμες αναγνώσεις: η εποχή των απλουστεύσεων

Σε μια αρχική φάση, η βιβλιογραφική αντιμετώπιση του Καραμανλή απείχε πολύ από του να είναι επαρκής. Σύντομα – και αναμενόμενα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όταν συζητείται ένας ηγέτης τόσο επιτυχημένος, εκλογικά αν μη τι άλλο – οι σχετικοί τίτλοι διακρίθηκαν σε πλήρως επικριτικούς και σε θετικούς προς το πρόσωπό του. Στους πρώτους συγκαταλέγονταν έργα συγγραφέων, κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, που τον επέκριναν ως βασικό εκφραστή μιας καταπιεστικής μετεμφυλιακής Δεξιάς, οπαδό της ανεξέλεγκτης ελεύθερης οικονομίας (στοιχείο ενδιαφέρον, καθώς σήμερα η επικρατούσα άποψη τον εμφανίζει ως κρατιστή), υποταγμένο στον περιλάλητο ξένο παράγοντα και ιδίως στους Αμερικανούς.Ένα από τα πλέον προβεβλημένα έργα πολιτικής επιστήμης, του Ζ. Μεϋνώ και των συνεργατών του, τον περιέγραφε, περίπου περιφρονητικά, ως εκφραστή ενός «καραμανλικού καθεστώτος […] φασιστικών τάσεων», άνθρωπο που καλλιεργούσε μια φθηνή προσωπολατρία με μεθόδους προπαγανδιστικές. «Δώσαμε στα προηγούμενα δείγματα του λιβανωτού με τον οποίο τα επίσημα κυβερνητικά δημοσιεύματα ανεφέροντο άλλοτε στον Κ. Καραμανλή κατά ένα τρόπο που έφτανε τα όρια της προσωπολατρίας».Και για να αποδείξει την απέχθειά του προς την προσωπολατρία, αλλά και την εμμονή του στη μη εφαρμογή διπλών κριτηρίων, ο Ζ. Μεϋνώ, στο δεύτερο βιβλίο του, περιέγραφε ως εξής τον Γ. Παπανδρέου (αποκαλούμενο, εκείνη την εποχή, «Γέρο της Δημοκρατίας»), μιλώντας για τη θριαμβευτική κάθοδό του από το Καστρί στην Αθήνα, μετά την «αποστασία», στις 19 Ιουλίου 1965:

Είναι αλήθεια ότι σαν δέχθηκε και πάλι τα χτυπήματα της αντιξοότητας – ακόμη και στο μέτρο που τα χτυπήματα αυτά ήσαν καρπός των αδυναμιών του – σε ηλικία ήδη εβδομήντα επτά ετών ο πολιτικός αυτός ηγέτης δείχνει ξανά για την προάσπιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας την ίδια θαυμαστή και ανυπέρβλητη αποφασιστικότητα. Και νάτος πάλι σε άμεση κοινωνία με αυτόν τον Λαό – ένα Λαό που ωστόσο με τόσες ατέλειες υπερασπίσθηκε όταν είχε ταυτόχρονα και την δύναμη και το χρέος.7

Σε αυτές τις ερμηνείες, αντιτάχθηκε μια σειρά άλλων έργων. Ορισμένα, γραμμένα από ξένους συγγραφείς, εφάρμοζαν στην ελληνική περίπτωση τις βασικές αρχές του επιστημονικού είδους της βιογραφίας, που είχε συστηματικά καλλιεργηθεί στο εξωτερικό· ήταν πάντως πρώιμα πονήματα, γραμμένα με τον Καραμανλή ακόμη εν ζωή, και χωρίς πρόσβαση στο αναγκαίο αρχειακό υλικό.Ακολούθησε σειρά άλλων παρουσιάσεων, από προσωπικούς του συνεργάτες, που αποτελούσαν όμως προσωπικές μαρτυρίες μάλλον, παρά πλήρως ανεπτυγμένα επιστημονικά έργα.Λίγα ήταν τα βιβλία εκείνης της εποχής που βασίζονταν σε επιστημονική μεθοδολογία – από αυτά ξεχωρίζει εκείνο του Παύλου Τζερμιά για την περίοδο της δικτατορίας.10

Δεν ήταν, βέβαια, ακόμη και τότε, όλα τα σχετικά έργα επικεντρωμένα στον ρόλο των προσώπων. Το 1961, ο Γρηγόριος Δαφνής, κορυφαίος αναλυτής που είχε πλήρη επίγνωση του ρόλου του ηγέτη (συγγραφέας της βιογραφίας του Σοφοκλή Βενιζέλου) και οπωσδήποτε πρόσωπο που δεν διακρινόταν για τη θετική του στάση έναντι του Καραμανλή, επικεντρώθηκε πάντως στο ελληνικό «πολιτικό σύστημα» στο σύνολό του, χωρίς να αλλοιώνει την ανάλυσή του με μονομερείς εμφάσεις στα πρόσωπα.11 Είναι όμως ενδιαφέρον ότι το βασικό τούτο βιβλίο έχει αγνοηθεί στην επιστημονική μνήμη της χώρας, και αντίθετα έχει προβληθεί ως πρώτο συνολικό έργο αυτό του Ζ. Μεϋνώ, με τη συνεπή του απέχθεια, όπως είδαμε, στις προσωπολατρικές ή μελοδραματικές προσεγγίσεις.

Σε κάθε περίπτωση, από τη δεκαετία του 1990 έχει εμφανιστεί μια νέα βιβλιογραφία, βασισμένη στις πολλές πηγές που έχουν πλέον καταστεί διαθέσιμες. Η νέα αυτή ιστοριογραφία, με την αυτοπεποίθηση που προσφέρει η πρόσβαση σε αρχειακές πηγές, έχει προβάλει μια αρκετά διαφορετική – σίγουρα, πληρέστερη – εικόνα. Στο παρόν άρθρο, θα χρησιμοποιηθούν έργα της νέας ιστοριογραφίας που σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της άσκησης ηγεσίας και της λήψης αποφάσεων· δεν θα υπάρξει, δηλαδή, μια πλήρης καταγραφή των έργων που αφορούν την περίοδο ή το συγκεκριμένο πρόσωπο.

 

Ηγετική μεθοδολογία, 1946-1980

Ας φύγουμε από τον μύθο των «εκρήξεων» ή της αγενούς συμπεριφοράς του «χωριάτη», μύθο που καλλιεργήθηκε σταθερά από την «καλή» κοινωνία η οποία δυσφορούσε για την άνοδο (και την παραμονή στην κορυφή) ενός «παρείσακτου». Εάν ο Καραμανλής ήταν απότομος στην κοινωνική του συμπεριφορά, μπορεί και τούτο βέβαια να αποτιμηθεί, αλλά δεν συνιστά σοβαρή αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο κυβερνούσε. Στην προσωπική του μεθοδολογία διαφαίνεται μια σειρά άλλων στοιχείων, που χαρακτήρισαν με τρόπο σταθερό την πολιτική του δράση. Για λόγους καλύτερης καταγραφής, τα στοιχεία τούτα θα διαχωριστούν – κάπως αυθαίρετα καθώς δεν υπάρχουν στεγανά σε αυτά τα πράγματα – σε προσωπικές επιλογές και προδιαθέσεις (οι οποίες, ασφαλώς, συνδέονται και με την ψυχοσύνθεσή του) και στη μέθοδο δράσης του ως επικεφαλής Υπουργείων ή κυβερνήσεων.

Ως προς την πρώτη κατηγορία,12 είναι θεμελιώδης η διαπίστωση ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν πάντοτε – ιδίως όμως έως και την πρώτη πρωθυπουργία του – από ένα έντονο αίσθημα κοινωνικής ανασφάλειας. Μιλά από μόνη της η περιγραφή του Γιώργου Θεοτοκά για τον δικό του φαντασιακό ηγέτη, τον Σχινά της Αργώς, περιγραφή που δείχνει (και σαρκάζει) την περιφρόνηση της «καλής» κοινωνίας προς όσους δεν ανήκαν σε αυτήν: «κατάγεται πάντως από το εσωτερικό της Μακεδονίας και, κατά πάσα πιθανότητα, γεννήθηκε χωριατόπαιδο».13 Αυτό ήταν κάτι που δεν αποδεχόταν εύκολα η «καλή» αθηναϊκή κοινωνία της δεκαετίας του 1950, ειδικά σε έναν άνθρωπο ο οποίος άλλαζε τόσο ριζικά τις παραμέτρους του πολιτικού παιχνιδιού, κυρίως με την έμφασή του στην κυβερνητική σταθερότητα – δηλαδή διατηρούμενος επί μακρόν στην εξουσία, αφαιρώντας την από τους «νόμιμους» διεκδικητές της, τους ανθρώπους του Κολωνακίου. Στις αρχές του 1957, η αμερικανική πρεσβεία παρατηρούσε: «His inability to speak French and poor family background are responsible for the snobbish accusations of Athens “society”».14 Ο γράφων έχει ακούσει πολλές περιγραφές περιφρονητικές για τον Καραμανλή, από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, που έκαναν λόγο για τον «χωριάτη που έπινε κόκκινο κρασί με παγάκια» ή φορούσε κάλτσες που δεν ταίριαζαν με το κοστούμι του.

Αυτή όμως ήταν μια ανελέητη πραγματικότητα, και ωθούσε τον Καραμανλή να είναι εξαιρετικά προσεκτικός στις πρωτοβουλίες του. Πολλά χρόνια πριν, ο Θεόδωρος Κουλουπής, που μελέτησε τις ηγετικές λειτουργίες του Καραμανλή και του Α. Παπανδρέου,15 σε συνομιλία μας, τον περιέγραψε ως «σιγουρατζή». Ήταν πράγματι, και αυτή η ροπή του προερχόταν από την ανάγκη του να αναδειχθεί σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δεν ήταν πάντοτε φιλικό: υπήρχαν βέβαια επιφανή μέλη της ελίτ που τον εκτιμούσαν και τον βοήθησαν, αλλά και ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος έτοιμο να τον πλήξει. Ο ίδιος είχε πλήρη επίγνωση αυτού του στοιχείου. Κινήθηκε κάθε φορά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε το περιθώριο του λάθους: μπορούσε να ανέλθει, με την προϋπόθεση όμως ότι ο ίδιος θα διατηρούσε την εικόνα του απρόσβλητου. Από τούτο προέκυπταν βασικά χαρακτηριστικά της δράσης του όπως η τάση του να λέει λίγα λόγια, οι μακρές σιωπές του (ιδίως το 1963-74 και το 1985-89) που αναστάτωναν ένα πολιτικό σύστημα εθισμένο στη φλυαρία, η βαθύτατη περιφρόνησή του για αυτό που αποκαλούσε πολιτικό «κουτσομπολιό» (στο οποίο συχνά ενέτασσε ακόμη και αναφορές των ξένων πρεσβειών για την ελληνική πολιτική ζωή) καθώς και – στη φάση της ανόδου του – η επιμελής αποφυγή εμπλοκής σε ενδοπαραταξιακές διαμάχες. Το τελευταίο αυτό στοιχείο ήταν καταλυτικό: γνώριζε ότι, σε περίπτωση λανθασμένης επιλογής, δεν θα επιβίωνε πολιτικά· ενώ αν είχε κοινωνική καταγωγή και περγαμηνές τούτο δεν θα ίσχυε, καθώς η ελίτ συγχωρούσε απίθανα εύκολα τα μέλη της, ακόμη και όταν αυτά έκαναν λάθη κολοσσιαίας κλίμακας.

7 Οκτωβρίου 1955. Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή μετά την κηδεία του Αλέξανδρου Παπάγου.

Η στρατηγική αυτή επιλογή φάνηκε κυρίως κατά τον εσωκομματικό αγώνα διαδοχής του 1955, όταν είχε ασθενήσει ο Παπάγος. Ο Καραμανλής έμεινε πεισματικά εκτός της εσωκομματικής σύγκρουσης, και τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει άφθαρτος ενώ οι δύο διεκδικητές (Π. Κανελλόπουλος και Στ. Στεφανόπουλος) ουσιαστικά κατέστρεψαν ο ένας τον άλλον.16 Τέλος, το στοιχείο που, σε συνδυασμό με τούτη τη στάση, τον βοηθούσε να αναδειχθεί, ήταν η γνωστή εργασιομανία του. Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε αποτέλεσμα. Η έμφασή του στην ανάγκη για αξιοπιστία ήταν ένα βασικό ψυχολογικό χαρακτηριστικό του (και θεμελιώδες πλεονέκτημά του ως ηγέτη), εν μέρει ανεξάρτητο από την παραπάνω συζήτηση, αλλά ενισχυόταν και από τις κοινωνικές προκλήσεις που ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει.

Η εικόνα του «νέου ανθρώπου» δεν σήμαινε πάντως ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν από κάποιο σύνδρομο κατωτερότητας ή ότι σκόπευε να ανέλθει για να υποταχθεί στο σύστημα – ακριβώς το αντίθετο. Φορέας μιας σαφώς εμπροσθοβαρούς, εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας17 (αλλά για αυτό, περισσότερα παρακάτω), διατήρησε επιμελώς τις αποστάσεις του από όλους: αυτό συχνά εκλαμβανόταν ως αλαζονεία, αλλά οφειλόταν στη μόνιμη κοινωνική ανασφάλειά του. Στόχος του ήταν να διατηρήσει την πολιτική του αυτονομία, την ελευθερία των κινήσεών του και τη δυνατότητά του να επιφέρει βαθιές αλλαγές σε εδραιωμένες πολιτικές συμπεριφορές τις οποίες αποδοκίμαζε (και όπως συχνά συμβαίνει στους ολιγόλογους ανθρώπους, τις αποδοκίμαζε έντονα). Η γνωστή συζήτηση περί του απότομου χαρακτήρα του τείνει να υποκρύψει ένα ουσιώδες στοιχείο της ηγετικής του λειτουργίας: προτιμούσε να συνθέτει τάσεις και χτυπούσε σπάνια· αλλά όταν αποφάσιζε να χτυπήσει, φρόντιζε ώστε το αποτέλεσμα να είναι συντριπτικό. Αυτό διαφάνηκε πρωτίστως στην πολιτική κρίση του 1958, όταν άλλαξε τις παραμέτρους λειτουργίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, έχοντας αντιμετωπίσει ήδη δύο φάσεις εσωκομματικής αμφισβήτησης από μέλη της παλαιότερης πολιτικής ελίτ (φθινόπωρο 1956 και καλοκαίρι 1957), στις αρχές του 1958 ανατράπηκε από μια μεγάλης κλίμακας εσωκομματική εξέγερση με αφορμή τον νέο εκλογικό νόμο. Στην εξέγερση μετείχαν και στενοί συνεργάτες του, ο Γ. Ράλλης και ο Π. Παπαληγούρας, αλλά και άλλοι που, αντίθετα με τους Ράλλη και Παπαληγούρα, βρίσκονταν σε συνεννόηση με τον Σ. Βενιζέλο και τον άνθρωπο που υπήρξε ο ικανότερος πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή εκείνη την εποχή, τον πρώην υπασπιστή του βασιλιά Παύλου, Χ. Ποταμιάνο. Αν και ο Καραμανλής έχασε τη δεδηλωμένη για λίγες ημέρες, σύντομα την επανέκτησε με την επιστροφή ορισμένων βουλευτών στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΡΕ. Αλλά δεν μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία με 151 βουλευτές μόνον: έπρεπε να αποδεχθεί την προσφορά της ΕΠΕΚ υπό τον Σ. Παπαπολίτη για στήριξη της κυβέρνησης. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αποδεχθεί την έως τότε επικρατούσα πρακτική των οπορτουνιστικών συμμαχιών και συνακόλουθα την προοπτική της σχετικής κυβερνητικής αστάθειας. Δεν το δέχτηκε. Επέλεξε έναν άλλον δρόμο, που αιφνιδίασε το παλαιό σύστημα: παραιτήθηκε και προκάλεσε εκλογές τις οποίες κέρδισε με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας εκτός Βουλής όλους τους αντάρτες πλην του Παπαληγούρα. Συνθλίβοντας με τρόπο ανελέητο και συντριπτικό την εξέγερση του 1958, ο Καραμανλής εδραίωσε την ηγεσία του στο κόμμα του (έκτοτε ήταν πολύ λίγες οι φορές που αμφισβητήθηκε, και αυτές εμμέσως), αλλά και την διακυβέρνηση της χώρας από συμπαγείς, σταθερές πλειοψηφίες. Ήταν μια περίπου επαναστατική πρωτοβουλία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, που το άλλαξε μακροπρόθεσμα.18 Όπως ανέφερε μεταγενέστερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, «ο Καραμανλής ξέρει να τιμωρεί».19 Ήταν και αυτό βασικό εργαλείο της ηγετικής του λειτουργίας, ιδιαίτερα επειδή χρησιμοποιείτο με φειδώ.

Το Κυπριακό στα Ηνωμένα Έθνη κατά τη δεκαετία του ’50: Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Σεφεριάδης [Σεφέρης] και Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας.

Πέραν όμως των προσωπικών/ψυχολογικών προδιαθέσεων, υπήρχε και η δεύτερη κατηγορία της πολιτικής του μεθοδολογίας, που αφορούσε τη μέθοδο λήψης αποφάσεων. Και σε τούτο το σημείο, η εικόνα του αυταρχικού «μοναχικού λύκου» που επέβαλλε με σκληρότητα τις αποφάσεις του δεν είναι ακριβής· και δεν θα μπορούσε να είναι, όταν μιλάμε για τη διακυβέρνηση της σύγχρονης εποχής και μάλιστα μιας χώρας που επί των ημερών του επέτυχε τον εκσυγχρονισμό της. Αντίθετα, η σύγχρονη έρευνα αναδεικνύει μια μεθοδολογία πολυεπίπεδη, με έμφαση στην συνεργασία με πολλούς ανθρώπους διαφορετικών ιδιοτήτων.

Στην περίοδο των υπουργικών του θητειών, από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου έως το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Παπάγου (1946-55), όταν εδραίωσε την εικόνα του ως αποτελεσματικού διοικητή, η μέθοδός του ήταν απλή. Πρώτα συγκέντρωνε συστηματικά – σχεδόν ζηλότυπα – τις αρμοδιότητες στο υπουργείο του. Κατόπιν όμως, αφού μάζευε ο ίδιος τις αρμοδιότητες, προχωρούσε σε μια ριζική αποκέντρωση: τις διέχεε σε τοπικούς φορείς, σε επίπεδο νομαρχίας, περνώντας «πάνω από τα κεφάλια» των πρώην συναρμοδίων υπουργών. Τούτο σήμαινε ότι αφού ξεπερνούσε το γνωστό πρόβλημα της συναρμοδιότητας Υπουργείων άρα της διοικητικής στασιμότητας, είχε την τάση να εμπιστεύεται ανθρώπους πιο «κάτω» στην κλίμακα της διοίκησης, με τους οποίους μοιραζόταν την πεποίθηση ότι έπρεπε να υπάρξει πράξη και όχι αδράνεια.20 Σε μεταγενέστερη φάση, όταν ηγείτο της κυβέρνησης και ειδικά στα χρόνια μετά το 1974, σημειώνεται ότι, ενώ δεν συγκαλούσε συχνά το Υπουργικό Συμβούλιο, βασιζόταν σε ένα σύστημα διαδοχικών εντατικών συσκέψεων για τη λήψη των αποφάσεων· σε εκείνη τη φάση η απόφαση λαμβανόταν με τη συμμετοχή (λίγων) αρμόδιων υπουργών και αρκετών κορυφαίων ειδικών, και μέχρι τη λήψη της πολλές λύσεις παρέμεναν ανοικτές· μετά τη λήψη της απόφασης, ενέμενε ανυποχώρητα σε αυτήν· και στη φάση της εφαρμογής (συνήθως έναν περίπου χρόνο μετά την απόφαση) άρχιζε μια σειρά νέων συσκέψεων και αξιολογήσεων της επιτελεσθείσας προόδου, με τη συμμετοχή και των ειδικών στους οποίους είχε ανατεθεί η εργασία.21

Αυτό σήμαινε ότι ο Καραμανλής εξακολουθούσε να στηρίζεται καταλυτικά σε διάφορες κατηγορίες συνεργατών, από τους υπουργούς στους οποίους είχε αναθέσει το σχετικό πρόγραμμα έως κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες που συνεπικουρούσαν τόσο στη φάση της μελέτης όσο και της εφαρμογής. Για να δοθούν ορισμένα μόνον ενδεικτικά παραδείγματα από την τελευταία κατηγορία (των ειδικών), στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1959 και του 1976, καταγράφεται η συμμετοχή των Ε. Παπανούτσου, Νικόλαου Λούρου και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου (1959) ή των Ε. Παπανούτσου, του Α. Δημαρά και των πρυτάνεων των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και του ΕΜΠ (1976).22 Η συμμετοχή των Μανόλη Ανδρόνικου και Δημητρίου Παντερμαλή στα μεγάλα προγράμματα για την αρχαιολογική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα δεν συνοδεύθηκε ποτέ από «προτροπές» του πρωθυπουργού να γίνει η παραμικρή έκπτωση στο επιστημονικό έργο τους.23 Το Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως του 1959/60 συντάχθηκε με τη συνεπικουρία του Ιταλού οικονομολόγου Πασκουάλε Σαρατσένο, ειδικού στα ζητήματα οικονομικής ανάπτυξης της Νότιας Ιταλίας και σημειολογικά κομβικής μορφής στην ιταλική οικονομική ιστορία, ως του ειδικού που στόχευε στη μείωση του χάσματος μεταξύ του ιταλικού βορρά και του νότου.24 Αλλά η αναφορά είναι απλώς ενδεικτική. Δεν υπάρχει τομέας στον οποίο να μην καταγράφεται απόφαση με τη συμμετοχή κορυφαίων ειδικών. Η διαδικασία της μελέτης μπορούσε να κρατήσει αρκετό καιρό ώστε να εξεταστούν διεξοδικά τα συναφή ζητήματα και οι διαθέσιμες επιλογές. Η ανακοίνωση του Πενταετούς το 1959 ήταν το τέλος μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1956-57. Αντίστοιχα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 είχε αρχίσει να σχεδιάζεται το 1957. Όταν όμως λαμβανόταν η απόφαση, η εφαρμογή ήταν αστραπιαία και πάλι όμως με τη συμμετοχή τέτοιων επιτελείων πολιτικών και ειδικών.

Βεργίνα, 26 Μαΐου 1981.Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενημερώνεται από τον Μανόλη Ανδρόνικο για την πορεία των ανασκαφών.

Τέλος, το κοινωνικό κλίμα της εποχής σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιούσε την πολιτική μεθοδολογία του. Ο Καραμανλής δρούσε έχοντας επίγνωση ότι εξέφραζε ένα τεράστιο τμήμα της κοινής γνώμης – πολύ μεγαλύτερο της «στενής» εκλογικής επιρροής του – το οποίο, έχοντας περάσει από την κόλαση του 1922-1949, ήταν έτοιμο να δράσει και να αλλάξει. Για τους λόγους αυτούς, ποτέ πριν και ποτέ μετά την εποχή εκείνη, το κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δεκτικό ή έστω ανεκτικό απέναντι στην ιδέα μιας βαθιάς μεταρρύθμισης, όπως αυτής που ήθελε ο ίδιος να επιφέρει. Αυτό, με σημερινούς όρους, αποκαλείται συχνά «ιδεολογική κυριαρχία». Για τον ίδιο λόγο, μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης αποδέχονταν ή ανέχονταν αυτόν τον περίεργο, εσωστρεφή, απότομο, σιωπηλό, εργασιομανή άνθρωπο που – σε αντίθεση με τη συνήθη πολιτική πρακτική – πάντοτε τους κρατούσε σε απόσταση και πολύ σπάνια τους κολάκευε. Τούτο σήμαινε ότι ο Καραμανλής μπορούσε να προσβλέπει σε μια μεγάλη κοινωνική βάση που υπερέβαινε κατά πολύ το εκλογικό ποσοστό του κόμματός του· ένα πλεονέκτημα που σε προγενέστερες εποχές διέθετε, ίσως, μόνον ο Ελευθέριος Βενιζέλος και αυτός μόνον για τα χρόνια 1910-1914.

 

Ηγετική ομάδα: το μεγάλο πλεονέκτημα του Καραμανλή

Το νέο στοιχείο που έχει εισφέρει η έρευνα αφορά, επομένως, τον μεγάλο βαθμό στήριξης του Καραμανλή σε επιτελεία. Αλλά οι πρόσφατες μελέτες πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα. Ο γράφων ερμήνευσε τον ρόλο του Καραμανλή μέσα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ιδεολογικού/πολιτικού ρεύματος που άρχισε να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1930, γνώρισε μεγάλες διακυμάνσεις (και απογοητεύσεις) και απέληξε στη συγκρότηση αυτού που γνωρίζουμε ως σύγχρονη ελληνική Κεντροδεξιά, δηλαδή σε μια συμπαγή και ιδεολογικά προσανατολισμένη πολιτική δύναμη – όχι απλώς σε έναν (εξ ορισμού, πρόσκαιρο) ηγέτη, όσο και αν η δική του λειτουργία ήταν βαθιά διαπλαστική.25 Ο Τάκης Παππάς περιέγραψε μια λειτουργία του Καραμανλή ως «συντονιστή» παρά ως μόνη κινητήρια δύναμη.26 Πρόσφατες έρευνες τονίζουν παρόμοια στοιχεία: η πολιτιστική διπλωματία των κυβερνήσεών του, ειδικά απέναντι στην ενοποιούμενη Ευρώπη, βασίστηκε σε ένα επιτελείο διανοουμένων και διοικητών, όπως οι Κ. Τσάτσος και Π. Κανελλόπουλος·27 στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής του κατά τη δεκαετία του 1970 επισημαίνεται ο καταλυτικός ρόλος και των αρμόδιων υπουργών αλλά και επιφανών στελεχών του διπλωματικού κλάδου.28 Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παρόμοια παραδείγματα. Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η ηγετική ομάδα – το επιτελείο – που τον συνόδευσε σταθερά;

Η κυριότερη επιρροή πάνω στον Καραμανλή ήταν αυτή του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Ο Τσάτσος δεν ήταν απλώς ένας συνεργάτης του: ήταν κάτι πολύ περισσότερο – ο μέντοράς του. Ο Καραμανλής κυριολεκτικά μαθήτευσε υπό τον Τσάτσο στην οργάνωση της Σοσιαλιστικής Ένωσης το 1942-44. Ο Τσάτσος έγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΡΕ το 1956, και συνέταξε τα προσχέδια για την ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας το 1974 – δηλαδή τα βασικά ιδεολογικά κείμενα των κομμάτων του Καραμανλή. Συνέταξε τη «βαθεία τομή» του 1963 και το Σύνταγμα του 1975, και η έρευνα έχει εντοπίσει πως και τα δύο κείμενα βασίζονταν στον σχεδιασμό του Τσάτσου από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης του 1942-44. Ο ρόλος του ήταν διαδραστικός κατά το ότι δεν εκτελούσε απλώς τις εντολές του πρωθυπουργού αλλά και τις διαμόρφωνε. Προσωπικότητες που χαρακτηρίζονταν από τεράστιες διαφορές (χωρικός ο ένας, αστός ο άλλος· πολιτικός της πράξης ο ένας, κορυφαίος διανοούμενος ο άλλος), πάντως διακρίθηκαν για μια ασυνήθιστης ποιότητας προσωπική και πολιτική σχέση. Ο Καραμανλής εμπιστευόταν τον εαυτό του στην διανοητική δύναμη και καθοδήγηση του Τσάτσου, ο οποίος (ίσως δεν διαμόρφωσε, αλλά) επηρέασε καταλυτικά την πολιτειακή σκέψη του. Και ο Τσάτσος από την πλευρά του θαύμαζε την δύναμη της πράξης του Καραμανλή, η οποία έλειπε στον ίδιο, ως διανοούμενο. Ο Τσάτσος είναι ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα που, κατά την αλληλογραφία τους με τον Καραμανλή στο Παρίσι το 1964-74, τού απευθυνόταν στον ενικό – ούτε ο ίδιος ο αδελφός του δεν το έκανε.29

Η σχέση του Καραμανλή με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο είναι περίπλοκη: αρχικά ο Καραμανλής εντασσόταν στην ομάδα Κανελλοπουλου μέσα στον Ελληνικό Συναγερμό (από εκείνη την εποχή χρονολογείται και ο γάμος του Καραμανλή με την ανηψιά του Κανελλόπουλου, Αμαλία), αλλά αργότερα τον υπερκέρασε στη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας και μάλιστα δύο φορές, το 1955 και το 1974. Από την πλευρά του, πάντως, ο Κανελλόπουλος, αν και δεν είχε τη στενή σχέση με τον Καραμανλή που διέθετε ο Τσάτσος (και το 1958 υπήρξε υποψήφιος άλλου κόμματος) αποδέχθηκε την ηγεσία του παλαιού του επιτελή, για να υπηρετήσει μεγαλύτερους στόχους. Ο Κανελλόπουλος, ως κορυφαίος διανοούμενος και ηγέτης μιας δυναμικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής τάσης, είχε ήδη από παλαιότερα αναδείξει τη σημασία της ευρωπαϊκής επιλογής. Και για να την υπηρετήσει μπήκε στην κυβέρνηση της ΕΡΕ ως αντιπρόεδρος στις αρχές του 1959, όταν ακριβώς είχε καταστεί σαφές πως η Ελλάδα θα έπρεπε να επιδιώξει μόνη της την Σύνδεση με την ΕΟΚ. Ο Κανελλόπουλος υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης στις 9 Ιουλίου 1961. Και άνθρωποι που είχαν αναδειχθεί δίπλα στον Κανελλόπουλο – φοιτητές δικοί του και του Τσάτσου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών – ήταν αυτοί που διακρίθηκαν, και πάλι υπό την ηγεσία Καραμανλή, στην εφαρμογή της θεμελιώδους αυτής επιλογής. Πρώτος, ο Παναγής Παπαληγούρας, μια από τις σημαντικότερες παρουσίες στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, συγγραφέας ενός από τα σημαντικότερα (και ευρέως αναγνωρισμένα) σε ευρωπαϊκό επίπεδο έργα για την προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο οποίος διαμόρφωσε ήδη το 1957 την πρακτική επιλογή της ελληνικής ευρωπαϊκής πολιτικής, την επιλογή της ΕΟΚ.30 Επίσης, ο Ιωάννης Πεσμαζόγλου, στέλεχος πάντως άλλου κόμματος, ο οποίος ως αντιπρόεδρος της Τραπέζης της Ελλάδος ηγήθηκε της αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τη Σύνδεση. Η ευρωπαϊκή επιλογή διαμορφώθηκε στη θεωρητική και στην πρακτική μορφή της από αυτούς τους ανθρώπους – Τσάτσο, Κανελλόπουλο, Παπαληγούρα, Πεσμαζόγλου, μαζί με τον Ξ. Ζολώτα και τον Ε. Αβέρωφ – από πρόσωπα δηλαδή που υπήρξαν και κορυφαίοι αναλυτές και εξαίρετοι διοικητές. Δεν τη διαμόρφωσε ο Καραμανλής σε θεωρητικό επίπεδο, ως ιδεολογικό στόχο· ήταν όμως ο άνθρωπος που συντόνισε και εκτέλεσε.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Η σημασία του Παπαληγούρα στην οικονομική πολιτική ήταν μεγάλη, αλλά στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επισημανθεί η καταλυτική επιρροή του Ξενοφώντα Ζολώτα, με τον οποίο ο Καραμανλής είχε επικοινωνία από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης και που διαμόρφωσε την στρατηγική της ανάπτυξης ως διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος σε όλη τη διάρκεια των θητειών των κυβερνήσεων Καραμανλή. Η συνεπής εφαρμογή του παρεμβατικού κράτους – του κύριου δηλαδή μοντέλου διακυβέρνησης στη Δύση εκείνης της εποχής – η επιλογή των βασικών προτεραιοτήτων του Πενταετούς, αλλά και της εκβιομηχάνισης που επιτεύχθηκε μετά το 1958 στηρίζονταν σε τεράστιο βαθμό στην παρουσία του Ζολώτα.31 Τέλος, στο οικονομικό επιτελείο πρέπει να υπογραμμιστεί η επιρροή του Δημητρίου Χέλμη, με πολιτική καταγωγή από τους προοδευτικούς Λαϊκούς της προηγούμενης περιόδου. Ο Χέλμης υπηρέτησε ως υπουργός Συντονισμού έως το 1958, οπότε δεν μπόρεσε να επανεκλεγεί και κατόπιν ανέλαβε τη διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης έως το 1964.

Στο εσωτερικό μέτωπο, καταλυτική ήταν η παρουσία του Γεωργίου Ράλλη (υπηρέτησε διαρκώς στο εσωτερικό μέτωπο έως το 1978 όταν ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών μετά τη βαριά ασθένεια του Παπαληγούρα), καθώς και του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πιο κοντινός, μαζί με τον Τσάτσο, προς τον Καραμανλή υπαρχηγός του. Κρίσιμος ήταν και ο ρόλος του Ν. Μάρτη (ενός από τους Μακεδόνες νέους πολιτικούς που ανήκαν σε ένα στενότερο κύκλο του Καραμανλή από το 1951) στο Υπουργείο Βιομηχανίας μετά το 1958, δηλαδή στη φάση της εκβιομηχάνισης. Άλλης κλίμακας ήταν ο ρόλος του Σόλωνα Γκίκα στη Δημόσια Τάξη το 1974-76, όταν απέτρεψε σειρά αποπειρών δολοφονίας του Καραμανλή από νοσταλγούς της χούντας. Στον εξωτερικό τομέα, είναι ευρύτερα γνωστός ο ρόλος του Ε. Αβέρωφ, τόσο ως υπουργού Εξωτερικών το 1956-63 όσο και ως υπουργού Εθνικής Αμύνης το 1974-80, καθώς και του Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη ως υπουργού Εθνικής Αμύνης έως το 1963. Ο Δημήτρης Μπίτσιος, ακόμη και πριν γίνει υπουργός Εξωτερικών το 1974-77, αλλά και οι Βύρων Θεοδωρόπουλος και Ιωάννης Τζούνης μετά το 1974 είναι ορισμένα από τα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών στα οποία δινόταν ουσιαστικός, καθοδηγητικός ρόλος. Μια ακόμη μεγάλη προσωπικότητα της ελληνικής διπλωματίας, πολιτικός φίλος του Γ. Παπανδρέου παρά του Καραμανλή, που όμως έπαιξε βασικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής το 1956-63, ήταν ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, με την συνεπή υποστήριξή του προς τις πολιτικές ύφεσης με τον ανατολικό κόσμο.

 

Με τον Γεώργιο Ράλλη (αριστερά) και τους Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και Παναγή Παπαληγούρα (δεξιά).

Μετά το 1974, νέα πρόσωπα θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο πλαίσιο μιας αναμόρφωσης του πολιτικού χώρου της Κεντροδεξιάς. Από το Πανεπιστήμιο, οι Νικόλαος Λούρος, Δημήτριος Νιάνιας, Δημήτριος Ευρυγένης, Κωνσταντίνος Τρυπάνης. Ο Παναγιώτης Λαμπρίας ήρθε στο προσκήνιο ως υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, ενώ ανήλθαν νέοι πολιτικοί όπως οι Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Μιλτιάδης Έβερτ, Ιωάννης Μπούτος, Σπύρος Δοξιάδης και ο Γεώργιος Κοντογεώργης, ο οποίος ως ανώτατος κρατικός λειτουργός είχε μετάσχει στη διαπραγμάτευση για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ το 1959-61, αλλά μετά το 1978 ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός αρμόδιος για τις σχέσεις με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Αθανάσιος Κανελλόπουλος προσήλθαν από το παλαιό Κέντρο. Τέλος, εντελώς ιδιαίτερος και κρίσιμος (ακόμη και στην περίοδο μετά το 1980) ήταν ο ρόλος του διπλωμάτη Πέτρου Μολυβιάτη ως ενός από τους στενότερους συνεργάτες και συμβούλους του Καραμανλή.

Η στήριξη σε ένα μεγάλο, πολύμορφο επιτελείο παρέμεινε έντονη έως το τέλος των κυβερνητικών θητειών του Καραμανλή. Η σχέση του με αυτό ήταν πολύ πιο στενή σε σύγκριση με την προγενέστερη περίπτωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος πάντοτε διέθετε μια πολύ μεγαλύτερη «υπεροχή» έναντι των επιτελών του, τόσο στο επίπεδο της σύλληψης της νέας πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της εφαρμογής της. Ήταν όμως περίπλοκες οι απαιτήσεις της στρατηγικής και της διακυβέρνησης της μεταπολεμικής εποχής: ήταν αναγκαία η στήριξη σε τέτοια επιτελεία.

Ζάππειο Μέγαρο, 28 Μαΐου 1979. Η υπογραφή της συμφωνίας πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Συμπεράσματα

Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία και ειδικά η πρώτη εκλογική του νίκη τον Φεβρουάριο του 1956, αποτέλεσε καμπή για την πολιτική ιστορία της χώρας. Προκάλεσε μια τεράστιας κλίμακας ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. Άλλαξε τη δομή του πολιτικού συστήματος, με την εδραίωση των συμπαγών, μεγάλων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Ο ρόλος του παρέμεινε καταλυτικός: απόδειξη, το ότι όταν ο ίδιος αποχώρησε από την ηγεσία μετά το 1963, το ίδιο επιτελείο, που είχε παραμείνει στην ΕΡΕ, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το ίδιο αποτελεσματικά. Η υπεροχή του Καραμανλή μέσα στο κόμμα και τις κυβερνήσεις του ήταν αδιαμφισβήτητη, και τονίστηκε τόσο με την αντίδρασή του στην κρίση του 1958 που αναφέρθηκε παραπάνω, όσο και με την απουσία του το 1963-74, και ακόμη περισσότερο με την έλευσή του ως περίπου Μεσσία το 1974.

Ωστόσο, όσο και εάν είναι αναγκαίο να τονίζεται η δική του ηγετική συμβολή, είναι αδύνατον να μελετηθεί ο Καραμανλής ξεκομμένος από το επιτελείο του. Ο Καραμανλής δεν «επινόησε» μόνος του τις πολιτικές με τις οποίες ταυτίστηκε – το τρίπτυχο ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη. Μαζί με τον Καραμανλή ανήλθαν – όχι ως απλά μέλη του κόμματος αλλά ως μέλη της ηγετικής ομάδας – άνθρωποι μιας νέας γενιάς, της δικής του· άνθρωποι, επιπλέον, που είχαν ήδη διακριθεί (ή, εάν θέλει ο αναγνώστης, «ματώσει») στην επισήμανση της ανάγκης για υπέρβαση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών του Εθνικού Διχασμού και της ανάγκης για μια ριζική αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής. Ήταν, συχνά, ειδικότεροι του ιδίου ανά τομέα (και με πολύ πιο εξειδικευμένες σπουδές σε σύγκριση με τον ίδιο, πτυχιούχο της Νομικής Αθηνών). Από τα μέλη αυτού του επιτελείου, τέσσερις έγιναν πρωθυπουργοί (Κανελλόπουλος, Ράλλης, Ζολώτας, Μητσοτάκης), δύο πρόεδροι της Δημοκρατίας (Τσάτσος, Στεφανόπουλος), και θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται και άλλοι, εάν δεν ασθενούσε τόσο βαριά ο Παπαληγούρας, αν ο Αβέρωφ είχε άλλη τύχη στην ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας το 1980 και αν δεν ήταν τόσο μεγάλος σε ηλικία ο Παπακωνσταντίνου. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με το όνομα του Καραμανλή περιγράφεται όχι μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα προσώπων. Το επιτελείο αποτελεί οργανικό στοιχείο της ηγεσίας του Καραμανλή. Και τούτο δημιουργεί μια πολύ πιο περίπλοκη, αλλά και πιο λειτουργική εικόνα της ηγεσίας του.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ – ΣΚΑΪ – ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ – 2009 (HQ)

 

 

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής της Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ελληνική πορεία: πολιτικά δοκίμια (Αθήναι: Ίκαρος, 1952)· του ιδίου Πολιτική: θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (Αθήναι: Οι Εκδόσεις των φίλων, 32000)· του ιδίου, Ο άγνωστος Καραμανλής (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984).

2 Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 151998)· του ιδιου, Τετράδια ημερολογίου, 1939 1953, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Τζιόβας (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 32005), εγγραφές 4 Οκτωβρίου 1941, 24 Ιανουαρίου 1942, σσ. 292-293, 321-322. Για μια αποτίμηση της Αργώς ως πολιτικού έργου, βλ. Ευάνθης  Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010), κεφάλαιο 2.

Kubisch (Αθήνα) προς State Department, 1 Ιανουαρίου 1976, RG 59, Central Foreign Policy Files, 1973–79/Electronic Telegrams, National Archives and Records Administration, έγινε πρόσβαση στις 2 Φεβρουαρίου 2019 

Kevin Featherstone και Dimitris Papadimitriou, Prime Ministers in Greece: the Paradox of Power (Oxford: Oxford University Press, 2015).

Constantine Tsoucalas, The Greek Tragedy (Harmondsworth: Penguin. 1969)· J. A. Katris, Eyewitness in Greece: the Colonels Come to Power (St. Louis: New Critics Press, 1971).

J. Meynaud, με την συνεργασία Π. Μερλόπουλου και Γ. Νοταρά, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σσ. 244-249, 261, 272, 287.

J. Meynaud, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, μέρος Β΄: η βασιλική εκτροπή από τον Κοινοβουλευτισμό του Ιουλίου του 1965 (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σ. 72

Maurice Genevoix, The Greece of Karamanlis (St Louis: Doric Publications 1973)· C. M. Woodhouse, Karamanlis: the Restorer of Greek Democracy (Oxford: Clarendon Press, 1982)· Roger Massip, Caramanlis: un grec hors de commun (Paris: Stock 1982).

Το πιο αξιόλογο είναι το Τάκης Λαμπρίας, Στη σκιά ενός μεγάλου: μελετώντας 25 χρόνια τον Καραμανλή (Αθήνα: Μορφωτική Εστία, 1989).

10 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο Καραμανλής του αντιδικτατορικού αγώνα: ιστορική αποτίμηση μιας δύσκολης εποχής (1967-1974) (Αθήνα: Ροές, 1984).

11 Γρηγόριος Δαφνής, Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, 1821-1961 (Αθήνα:Γαλαξίας, 1961).

12 Βασικό έργο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία: Robert Jervis, How Statesmen Think: the Psychology of International Politics (Princeton: Princeton University Press, 2017).

13 Θεοτοκάς, Αργώ, τόμος Α΄, σ. 79.

14 Elting προς State Department, 9 Ιανουαρίου 1957, NARA, RG 59, 781.00/1-957.

15 Theodore A. Couloumbis, «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook1988.

16 Χατζηβασιλείου, Η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία, 1954-1956 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2001).

17 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007).

18 Για την κρίση του 1958 και τις συνέπειές της, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, κεφάλαιο 10. Βλ. επίσης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001), σσ. 217-224· Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008), σσ. 192-204.

19 Αναφέρεται στο Νίκος Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου: η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2003), σ. 83.

20 Χρήστος Χρηστίδης, «Το πρώτο δείγμα γραφής: η θητεία του Κ. Καραμανλή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, 1948-1950», στο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄ (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008), σσ. 69-83.

21 Τάκης Σ. Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70 και η “τέχνη της διακυβέρνησης”», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄, σσ. 435-454.

22 Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (γεν.επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα και κείμενα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδοτική Αθηνών, 1992-97), τόμος 2, σσ. 367-368, τόμος 3, σσ. 27-31 και τόμος 9, σσ. 135-136.

23 Δημήτριος Παντερμαλής, «Η πολιτική για τις ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα», στο Ευάνθης Χατζηβασιλείου και Χρήστος Χρηστίδης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Βόρεια Ελλάδα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδόσεις Πατάκη, 2006), σσ. 145-149· Στέλλα Δρούγου, «Πολιτιστική πολιτική της Ελλάδος: ο ρόλος του Κ. Καραμανλή», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 322-327.

24 Guido Vigna, Pasquale Saraceno: l’uomo che voleva unificare l’Italia (Milano: Rusconi, 1997).

25 Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός.

26 Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70».

27 Antigoni-Despoina Poimenidou, «La politique culturelle extérieure de la Grèce et l’Europe (1944-1979)», διδακτορική διατριβή, Sorbonne Université, 2018.

28 Athanassios Antonopoulos, «Redefining an Alliance: Greek-US Relations, 1974-1980» διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, 2016.

29 Για την σχέση των δύο προσώπων, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός· του ιδίου, «Το πνευματικό υπόβαθρο των πολιτικών επιλογών: η περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου», στο Παύλος Σούρλας (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018), σσ. 85-105.

30 Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, (επιμ.), Παναγή Παπαληγούρα, ομιλίες-άρθρα (Αθήνα: Αίολος, 1996)· του ιδίου, «Ο “ρεαλιστικός φιλελευθερισμός” του Παναγή Παπαληγούρα και η οικονομική πολιτική της περιόδου 1952-67», στο Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), τόμος Α΄, (Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994) σσ. 376-381· Ειρήνη Χειλά, Διεθνής κοινωνία – διαχρονικές και σύγχρονες αντιλήψεις: η συμβολή του Παναγή Παπαληγούρα (Αθήνα: Ηρόδοτος, 2006).

31 Κωνσταντίνος Δρακάτος, «Η συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην αναπτυξιακή αιχμή της ελληνικής οικονομίας (1955-1963)», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 17-32· Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Ο Ξενοφών Ζολώτας και η ελληνική οικονομία (Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2008).

32 Για τη συμμετοχή αυτών των προσώπων βλ. και Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, σσ. 328-330.

  

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Couloumbis, Theodore A., «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook, 1988
Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001)
Ριζάς, Σωτήρης, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τρεις τόμοι (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Καραμανλής, 1907-1998: μια πολιτική βιογραφία (Αθήνα: Ίκαρος, 2011)
Τζερμιάς, Παύλος Ν., Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007)
Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010)

 

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

Πασχαλινό αφιέρωμα

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

O θάνατος της Κλεοπάτρας είναι εκείνος, που συνέβαλε τα μέγιστα στη σφυρηλάτηση του θρύλου της. Ήδη από το 1663, ο William Shakespeare έγραψε ένα από τα μεγαλύτερα έργα του: Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετατρέπει την τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου σε τραγική ηρωΐδα, που θέτει τέλος στη ζωή της από έρωτα και όχι εξαιτίας της απώλειας του βασιλείου της. Στον 20ό αιώνα, ο κινηματογράφος ασχολήθηκε εκτενώς με αυτή τη μυθική μορφή. Το 1899, ο πρωτοπόρος  σκηνοθέτης Georges Méliès υπήρξε ο πρώτος, που εμπιστεύτηκε τον ρόλο σε μια Γαλλίδα, την Jeanne d’Alcy. Η διάρκεια της ταινίας μόλις που ξεπερνούσε τα δυο λεπτά της ώρας. Τα ίχνη της χάθηκαν μέσα στη δεκαετία του ΄30. Το 2005 ξαναβρέθηκε και αποκαταστάθηκε τεχνικά. Ωστόσο, το κινηματογραφικό έργο, όπου η μορφή της ηρωΐδας ταυτίστηκε κυριολεκτικά με εκείνη της πρωταγωνίστριας (Elisabeth Taylor), υπήρξε, το 1963, η πασίγνωστη Κλεοπάτρα του Joseph Mankiewicz. Χάρη στην ακτινοβολία της πρωταγωνίστριας, στη συνείδηση του ευρέως κοινού, η βασίλισσα είχε μαύρα μαλλιά, παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες της εποχής την εμφανίζουν ως καστανόξανθη.

Η Κλεοπάτρα υπήρξε μύθος ακόμα και ενόσω ζούσε. Πέραν, ωστόσο, της ρομαντικής εκδοχής πως τα αισθήματά της για τον Μάρκο-Αντώνιο ευθύνονταν για την αυτοκτονία της, τα πραγματικά κίνητρα δεν έχουν ακόμη διελευκανθεί, με συνέπεια ένα πέπλο μυστηρίου να εξακολουθεί να την περιβάλλει. Προφανώς, για τον ίδιο λόγο αντιστάθηκε τόσο καλά στον παράγοντα χρόνο και κατάφερε να εμπνεύσει, αιώνες αργότερα, ολόκληρη σειρά από καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες, δραματουργούς και μουσικοσυνθέτες.

Faces of Cleopatra 1917-2013

Cleopatra (1912)

Αμερικανική βωβή ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του γνωστού θεατρικού συγγραφέα και λιμπρετίστα  Victorien Sardou (Tosca, Fédora, Madame Sans-Gêne). Πρωταγωνιστεί η Helen Gardner (είναι ταυτόχρονα και παραγωγός) σε σκηνοθεσία Charles L. Gaskill. Σε μια αλληλουχία φροντισμένων για την εποχή σπονδυλωτών επεισοδίων, εξιστορούνται οι διάφορες, αισθηματικής φύσεως, περιπέτειες της βασίλισσας. Ανεξήγητη παραμένει η απουσία, από την αρκετά εκτενή κατάσταση των εραστών, του Ιουλίου Καίσαρα. Όπως είναι επόμενο, τελευταία κατά σειρά συγκαταλέγεται η περιπέτεια με τον Μάρκο-Αντώνιο.

Η Helen Gardner στις όχθες του Νείλου.

Marcantonio e Cleopatra (1913)

Προτού συμπληρωθεί ένα έτος από την προηγούμενη ταινία, κυκλοφόρησε η δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της Κλεοπάτρας, με προέλευση, τη φορά αυτή, την Ιταλία. Πηγή έμκπνευσης υπήρξε  το ομώνυμο θεατρικό έργο του William Shakespeare, σε…βωβή μορφή. Η πρωταγωνίστρια,  Gianna Terribili-Gonzales διέπρεψε σε ταινίες του συγκεκριμένου είδους (έχουν καταμετρηθεί άνω των σαράντα) και εξαφανίστηκε από το στερέωμα μόλις έκανε την εμφάνισή του ο ήχος. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Enrico Guazzoni, ενώ στο πλευρό της πρωταγωνίστριας συναντάμε ως Μάρκο-Αντώνιο τον Antonio Novelli. Στις ΗΠΑ, η ταινία προβλήθηκε με τον τίτλο Mark Antony and Cleopatra. Καθώς δεν ετίθετο ζήτημα μεταγλώτισης, οι όποιες παρεμβάσεις σχετίζονταν με τον εξαμερικανισμό των ονομάτων των ηθοποιών (Jeanette Trimble και  Antony ή Anthony Novelli).

Gianna Terribili-Gonzales.

Cleopatra (1917)

Κλεοπάτρα στην περίπτωση είναι η Theda Bara. Πλαισιώνεται από τους Fritz Leiber (Ιούλιος Καίσαρ) και Thurston Hall (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο αντλεί την έμπνευσή του από το μυθιστόρημα Cleopatra του H. Rider Haggard, από τα ομώνυμα θεατρικά έργα των Émile Moreau και Victorien Sardou, καθώς καθώς και στο γνωστό Antony and Cleopatra του William Shakespeare. Η ταινία ακολουθεί ολόκληρη την πορεία της βασίλισσας, από την άνοδό της στο θρόνο της Αιγύπτου έως το τραγικό τέλος. Σκηνοθέτης είναι ο J. Gordon Edwards. Από τη βωβή αυτή ταινία σώζονται σήμερα μόνο αποσπάσματα.

Theda Bara


Cleopatra (1934)

H πρώτη Κλεοπάτρα του ομιλούντος κινηματογράφου υπήρξε η Claudette Colbert, σε μια θεαματική παραγωγή του Cecil B. DeMille, που προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας), αποσπώντας τελικά μόνο το ένα. “Ηταν εξαιρετικά δύσκολο να αναπνέεις τυλιγμένη μέσα σε ένα χαλί και να βγαίνεις από αυτό ευδιάθετη και σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να γυρίσουμε τη σκηνή πάνω από μια φορές” δήλωσε η πρωταγωνίστρια. Η υπόθεση δεν αποκκλίνει από την ιστορική πραγματικότητα. Το σενάριο ανήκει στους Vincent Laurence και Waldemar Young, τους οποίους εφοδίασε με ιστορικής φύσεως υλικό ο Bartlett Cormack. Σκηνοθέτης ήταν ο ίδιος ο DeMille. Παίζουν επίσης οι Warren William (Ιούλιος Καίσαρ) και Henry Wilcoxon (Μάρκος-Αντώνιος).

Claudette Colbert.

Caesar and Cleopatra (1945)

H σκυτάλη της πρώτης μεταπολεμικής παραλλαγής του πρωταγωνιστικού ρόλου πέρασε στη Vivien Leigh, έξι χρόνια έπειτα από τη μεγάλη της ερμηνεία στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Πρόκειται για κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του George Bernard Shaw (1901), σε προσαρμογή του ιδίου του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, είναι η πρώτη έγχρωμη απόδοση της ιστορίας της Κλεοπάτρας. Στην περίπτωση, η υπόθεση περιορίζεται χρονικά στη διαμονή του Ιουλίου Καίσαρα (Claude Rains) στην Αίγυπτο, καθώς και στο δεσμό του με τη βασίλισσα. Στην ταινία συνεργάζονται και άλλα διάσημα ονόματα σε δευτερεύοντες ρόλους: Dame Flora Robson και Stewart Granger. Τη μουσική έχει συνθέσει ο Georges Auric. Η σκηνοθεσία είναι του Gabriel Pascal.

Vivien Leigh.

Serpent of the Nile (1953)

 

Η υπόθεση του έργου ξεκινά με τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα και συνεχίζει έως τη διπλή αυτοκτονία της Κλεοπάτρας (Rhonda Fleming) και του Μάρκου-Αντωνίου (Raymond Burr). Ωστόσο, ο πρώτος ανδρικός ρόλος αναλογεί στον Λουκίλιο (William Lundigan), πρόσωπο εμπιστοσύνης του Καίσαρα, ο οποίος είχε συνοδεύσει τον τελευταίο στην Αίγυπτο και παρακολουθήσει από κοντά τον δεσμό του με την Κλεοπάτρα. Έχοντας ψυχολογήσει τη βασίλισσα, ο Λουκίλιος θεωρεί την Κλεοπάτρα αδίστακτη, σε θέση να σαγηνέψει τον Μάρκο Αντώνιο μόνο και μόνο προκειμένου ο γιος, από τη σχέση της με τον Καίσαρα, να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της Ρώμης. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες, στην προκειμένη περίπτωση η Κλεοπάτρα δεν είναι τυφλά ερωτευμένη με τον Μάρκο-Αντώνιο. Απλώς τον χρησιμοποιεί, προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιό της. Κάποια στιγμή, μάλιστα, επιχειρεί, δίχως επιτυχία, να γοητεύσει και τον Λουκίλιο, με στόχο να τον προσεταιριστεί.  Σκηνοθέτης είναι ο William Castle.

Rhonda Fleming.

Due notti con Cleopatra (1954)

Πρώτη ιταλικής παραγωγής κωμωδία με το δίδυμο Sophia Loren (σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις της, σε διπλό, μάλιστα, ρόλο) και Alberto Sordi. Tο σενάριο είναι του Ettore Scola και η σκηνοθεσία του Mario Mattoli. Παρά τον δεσμό της με τον Μάρκο-Αντώνιο, όποτε ο τελευταίος απουσιάζει, η Κλεοπάτρα συνηθίζει να περνά τις νύχτες της συντροφιά με Ρωμαίους στρατιώτες, τους οποίους την επομένη μέρα φροντίζει να δηλητηριάζει προκειμένου να μην αποκαλύψουν το μυστικό. Όταν, όμως, ο Μάρκος Αντώνιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, η βασίλισσα τον επισκέπτεται κρυφά, αφήνοντας στα ανάκτορα τη σωσία της, με την οποία περνά τη νύκτα ένας ανυποψίαστος Ρωμαίος στρατιώτης, ο Cesare, που ερωτεύεται την εύθραυστη και θλιμμένη νεαρή γυναίκα πιστεύοντας πως είναι η Κλεοπάτρα. Από αυτή την κατάσταση πηγάζει μια ολόκληρη σειρά παρεξηγήσεων, κεντρικός άξονας του σεναρίου και των ανατροπών, που αυτό εμπεριέχει. Πάντως, το τέλος της ταινίας είναι ευνοϊκό για τους δυο πρωταγωνιστές.

Sophia Loren.

Le legioni di Cleopatra (1959)

Ιταλική-Γαλλική-Ισπανική συμπαραγωγή με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό Linda Cristal. Έπειτα από μια ακρόαση, που του χορήγησε η Κλεοπάτρα, ένας ταξιδιώτης, προερχόμενος από την Ελλάδα, αποφασίζει να καταταγεί εθελοντικά στις λεγεώνες της τελευταίας, τη στιγμή της κατάκτησης της Αιγύπτου από τους Ρωμαίους. Μοναδικό σημείο άξιο μνείας σε αυτή την, κατά τα άλλα, αδιάφορη ταινία, αποτελεί το γεγονός ότι σε μια σκηνή αρματοδρομίας, η πρωταγωνίστρια αρνήθηκε να αντικατασταθεί από σωσία, προτιμώντας να οδηγήσει αυτοπροσώπως το άρμα.

Linda Cristal.

Una regina per Cesare (1962)

Δεύτερη παραγωγή με προέλευση την Ιταλία. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 48 π.Χ. και σε αντίθεση με ανάλογα έργα, τα οποία πραγματεύονται τη συνάντηση της Κλεοπάτρας με τον Ιούλιο Καίσαρα και παρά τον (κάπως παραπλανητικό) τίτλο, το συγκεκριμένο εστιάζει αποκλειστικά στις ενδοδυναστικές έριδες της Αιγύπτου, που προηγήθηκαν της έλευσης εκεί του Καίσαρα. Χαρακτηριστικά, ο τελευταίος κάνει την εμφάνισή του μόνο στην καταληκτήρια σκηνή, όταν καταφθάνει στο ανάκτορο των Πτολεμαίων, στην Αλεξάνδρεια. Την Κλεοπάτρα ενσαρκώνει η Γαλλίδα ηθοποιός Pascale Petit, η δε σκηνοθεσία είναι των Piero Pierotti και Victor Tourjansky. Αξίζει να επισημανθεί πως γυρίστηκαν δυο εναλλακτικές εκδοχές της τελικής σκηνής (η δεύτερη κατά πολύ πιο τολμηρή ενδυματολογικά). Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η εταιρία 20th Century Fox έσπευσε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει τη διακίνησή της. Την ίδια εποχή, βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο τα γυρίσματα της γνωστής υπερπαραγωγής και η εταιρία ουδόλως επιθυμούσε να δει ανταγωνιστικές ταινίες να προκαταλαμβάνουν το κοινό.

Pascale Petit

Cleopatra (1963)  

Η “ναυαρχίδα” των ταινιών με θέμα την Κλεοπάτρα, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες (συνάμα όμως, και θυελλώδεις) του Χόλυγουντ. Το γύρισμά της συνοδεύτηκε από δυσβάσταχτο κόστος (η 20th Century Fox βρέθηκε στο κατώφλι της χρεοκοπίας παρόλη την εμπορική επιτυχία), αντικατάσταση σκηνοθέτη και μέρους της διανομής, αλλαγή τοποθεσιών γυρίσματος, πανάκριβα σκηνικά, τα οποία χρειάστηκε να κατασκευαστούν εις διπλούν, σκάνδαλα όσον αφορά την ιδιωτική ζωή των πρωταγωνιστών, Elisabeth Taylor και Richard Burton κλπ. Πρόκειται για την πιο δαπανηρή παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου παγκοσμίως (44 εκατομ. δολάρια το 1963, το αντίστοιχο των 360 εκατομ. σήμερα). Προτάθηκε για εννέα βραβεία Όσκαρ, από τα οποία απέσπασε τελικά τα τέσσερα. Τους δυο πρωταγωνιστές πλαισιώνει ένας εξαιρετικός Rex Harrison στο ρόλο του Ιουλίου Καίσαρα. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Joseph L. Mankiewicz, το δε σενάριο προέρχεται από μια προσαρμογή του βιβλίου του Carlo Maria Franzero The Life and Times of Cleopatra (1900) καθώς και από μαρτυρίες ιστορικών της εποχής (Πλούταρχος, Σουετώνιος, Αππιανός). Οι σκηνές της μεγαλοπρεπούς άφιξης της Κλεοπάτρας στη Ρώμη και της ναυμαχίας στο Άκτιο, εκλαμβάνονται ακόμα και σήμερα ως σημεία αναφοράς. Γενικότερα, κοντά εξήντα χρόνια αργότερα, η ταινία δεν προδίδει καθόλου την ηλικία της και εξακολουθεί να μαγνητίζει το κοινό, ακριβώς όπως όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά.

Elisabeth Taylor.

Totò e Cleopatra (1963)

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ούτε κατά διάνοια η παρούσα ταινία λειτούργησε ανταγωνιστικά έναντι της προηγούμενης, παρόλη τη χρονική σύμπτωση των γυρισμάτων…Πρόκειται για αντιπροσωπευτική ανούσια και χονδροειδή ιταλική παρωδία της δεκαετίας του ΄60 σε όλα τα επίπεδα, αρχής γενομένης από το σενάριο. Σύμφωνα με αυτό, ο Μάρκος-Αντώνιος διαθέτει έναν δίδυμο αδελφό, τον Τοτόνιο, έναν διακινητή σκλάβων, ο οποίος κατά καιρούς τον αντικαθιστά κρυφά σε πολλές ιδιωτικές συναντήσεις με την Κλεοπάτρα. Η διαρκής εναλλαγή των χαρακτήρων και η συνακόλουθη σύγχυση της βασίλισσας, αποτελούν τον άξονα, γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου. Η Γαλλίδα Magali Noël ενσαρκώνει την Κλεοπάτρα, ενώ o διπλός ρόλος του Μάρκου-Αντωνίου/Τοτόνιου αναλογεί στον κωμικό ηθοποιό Τοτό.

Magali Noël.

Carry On Cleo (1964)

Δέκατο και ίσως το καλύτερο επεισόδιο της σειράς με τίτλο Carry On. Ουσιαστικά πρόκειται για παρωδία της υπερπαραγωγής του 1963, στην οποία παραπέμπει και εξαιτίας μιας άλλης συγκυρίας: χρησιμοποιήθηκαν τα σκηνικά, τα οποία προορίζονταν αρχικά γι αυτήν. Έπειτα, όμως, από τη μεταφορά των γυρισμάτων στη Ρώμη, κατασκευάστηκαν νέα, πολυδάπανα, σκηνικά, με αποτέλεσμα τα προηγούμενα να είναι, πλέον, διαθέσιμα. Επιπρόσθετα, η 20th Century Fox, κινήθηκε νομικά ενάντια στους παραγωγούς της παρούσας ταινίας, θεωρώντας ότι η διαφημιστική αφίσα προσέβαλε τα πνευματικά δικαιώματα της εταιρίας. Το δικαστήριο τη δικαίωσε και η αφίσα αποσύρθηκε. Στην περίπτωση, Κλεοπάτρα είναι η Amanda Barrie, Ιούλιος Καίσαρ ο Kenneth Williams και Μάρκος-Αντώνιος ο Sidney James. Σε γενικές γραμμές, το βρετανικό κοινό ανταποκρίθηκε στην ταινία, καθώς επρόκειτο για μια “light” εκδοχή μιας, ούτως ή άλλως, τραγικής ιστορίας.

Amanda Barrie.

Antony and Cleopatra (1972)

To 1972, η Rank Organisation γύρισε την πρώτη ομιλούσα κινηματογραφική εκδοχή του ομώνυμου θεατρικού έργου του William Shakespeare (στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διασκευή, για τις ανάγκες της ταινίας, από τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, Charlton Heston). Οι αρχικές φιλοδοξίες διαψεύστηκαν. Ο Orson Welles απέρριψε την πρόταση περί ανάληψης της σκηνοθεσίας. Από τα 2,7 εκατομ. δολάρια, ο προϋπολογισμός μειώθηκε στο 1,8 (ο Charlton Heston και ο παραγωγός Peter Schell αποποιήθηκαν την αμοιβή, η οποία τους αναλογούσε). Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία. Ωστόσο, για λόγους οικονομίας, ο Heston χρησιμοποίησε σκηνές, προερχόμενες από την ταινία Ben-Hur (1959) για να αποδώσει τη ναυμαχία στο Άκτιο. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ηθοποιός έχει ενσαρκώσει τον Μάρκο-Αντώνιο σε δυο διασκευές του σαιξπηρικού έργου Julius Caesar (1950 και 1970). Στο ρόλο της Κλεοπάτρας συναντάμε τη Βρετανίδα Hildegard Neil, ηθοποιό που έχει εντρυφήσει στο σαιξπηρικό ρεπερτόριο.

Hildegard Neil.

Antony and Cleopatra (1974)

Πρόκειται για τηλεταινία, η οποία μεταφέρει την παράσταση του έργου του Shakespeare, ακριβώς έτσι όπως την είχε ανεβάσει η Royal Shakespeare Company σε σκηνοθεσία του Jon Scoffield. Πρωταγωνιστούν οι Richard Johnson και Janet Suzman. Αξίζει να επισημανθεί η φευγαλέα, σε δευτερεύοντα ρόλο, εμφάνιση του άγνωστου, ακόμα τότε, Ben Kingsley (Gandhi), ο οποίος είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του από τον μεγάλο αυτό σαιξπηρικό θίασο.

Janet Suzman.

Cleopatra (1999)

Πρόκειται για τρίωρη αμερικανική τηλεοπτική μίνι-σειρά, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά τον Μάϊο του 1999 από το ABC Television Network, με τους ηθοποιούς Leonor Varela (Κλεοπάτρα), Timothy Dalton (Ιούλιο Καίσαρα) και Billy Zane (Μάρκο-Αντώνιο). Το σενάριο αποτελεί διασκευή του μυθιστορήματος της Margaret George The Memoirs of Cleopatra (1997). Εξιστορεί ολόκληρη τη ζωή της Κλεοπάτρας, από την πρώτη συνάντησή της με τον Ιούλιο Καίσαρα (το γνωστό επεισόδιο της μεταφοράς μέσα στο χαλί) έως την αυτοκτονία της, το  30 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια. Η σειρά είναι καλογυρισμένη και βλέπεται ευχάριστα, δίχως, ωστόσο, να διεκδικεί περγαμηνές.

Leonor Varela.

Astérix et Obélix: Mission Cléopâtre (2002)

Άκρως επιτυχής μεταφορά στην οθόνη ενός από τα καλύτερα άλμπουμ της δημοφιλούς σειράς κόμικς των René Goscinny και Albert Uderzo. Συνάμα, αποτελεί τη δεύτερη, και μακρόθεν πιο ευρηματική, από τις τρεις ταινίες με πραγματικούς ηθοποιούς (υπάρχει και σειρά κινουμένων σχεδίων). Ταυτόχρονα, πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών στη Γαλλία, έπειτα από την κλασσική κωμωδία του Gérard Oury La Grande Vadrouille (1966), με τους Bourvil και Louis de Funès. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δυο, κυρίως,  παραμέτρους: 1) Το σενάριο του Alain Chabat, το οποίο ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο, με ελάχιστες αποκλίσεις, οι οποίες ουδόλως προδιδουν το πνεύμα του τελευταίου. 2) Την εξαιρετική ερμηνεία των πρωταγωνιστών (Christian Clavier, Gérard Depardieu, Claude Rich) και τη φυσική τους ομοιότητα με τους χαρακτήρες της σειράς. Η ταινία αφηγείται το, εκ πρώτης όψεως, μη πραγματοποιήσιμο στοίχημα ανάμεσα στην Κλεοπάτρα και τον Ιούλιο Καίσαρα, περί ανέγερσης ενός πολυτελούς ανακτόρου στη μέση της ερήμου, εντός μιας προθεσμίας τριών μηνών. Ευρισκόμενος σε απόγνωση, ο αρχιτέκτονας Numerobis αναγκάζεται να επιστρατεύσει τα μεγάλα μέσα, ζητώντας τη συνδρομή των γνωστών και μη εξαιρετέων Γαλατών και του αναπόφευκτου μαγικού φίλτρου, χάρη στην οποία τα έργα περατώνονται εγκαίρως. Απολαυστικοί είναι οι συνεχόμενοι αναχρονισμοί, θεμελιώδες συστατικό στοιχείο, άλλωστε, ολόκληρης της σειράς των  Goscinny και Uderzo. Τα δυο μοναδικά ιστορικά πρόσωπα του έργου (Κλεοπάτρα και Ιούλιος Καίσαρ) ενσαρκώνουν η Monica Bellucci και ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος Alain Chabat, αυτοπροσώπως.

Monica Bellucci.

Cleopatra (2007)

H παρούσα Κλεοπάτρα μας έρχεται από τη Βραζιλία! Ταινία ανάξια μνείας (οι διάλογοι, ως αναμενόμενο, γίνονται εις άπταιστον πορτογαλικήν) με τους Alessandra Negrini (Κλεοπάτρα), Miguel Falabella (Ιούλιος Καίσαρ) και Bruno Garcia (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Júlio Bressane. Θυμίζει περισσότερο βραζιλιάνικη σαπουνόπερα και λιγότερο ιστορική ταινία εποχής.

Alessandra Negrini.

Cleopatra ya Lalla (2013)

Φαίνεται ότι στο Μαρόκο ζήλεψαν τη δόξα των Astérix και Obélix. Ειδάλλως, δεν εξηγείται η ύπαρξη της ανόητης αυτής ταινίας. Οι αποκλίσεις από την ιστορική πραγματικότητα είναι εξίσου μεγάλες και σε αυτή την περίπτωση. Μόνο, που στερούνται παντελώς ευρηματικότητας. Η Κλεοπάτρα υπόσχεται τη χείρα της, από κοινού με το βασίλειο της Αιγύπτου, σε όποιον καταφέρει να της προσκομίσει ένα θαυματουργό αυγό. Ως εκ τούτου, ξεκινά ένας αδυσώπητος ανταγωνισμός ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα, τον Antarah (επικό ήρωα της αραβικής λογοτεχνίας) και τους… Astérix και Obélix, για το έπαθλο. Κλασσικό παράδειγμα προς αποφυγή! Για την Ιστορία και μόνο, το όνομα της Μαροκινής καλλονής, που υποδύεται την Κλεοπάτρα, είναι  Ihssane Atif.

Ihssane Atif.

Cleopatra: Mother, Mistress, Murderer, Queen (2016)

Επικεντρώνοντας στον φιλόδοξο και αδίστακτο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, είναι βέβαιο πως η τελευταία, μέχρι στιγμής, ταινία με θέμα την Κλεοπάτρα, δεν κολακεύει την κεντρική ηρωΐδα. Ωστόσο, κινείται κοντά στην ιστορική πραγματικότητα και δεν παρασύρεται από τον μύθο. Αφηγείται τον τρόπο, με τον οποίο η τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου επέζησε εν μέσω μιας αιμομικτικής και αιμοσταγούς δυναστείας, διασφάλισε το μέλλον της σαγηνεύοντας τον ισχυρότερο ηγέτη της Ρώμης, τέλος, γιατί η πτώση και το τραγικό τέλος της εξασφάλισαν δια παντός μια θέση στην Ιστορία. Η Ellie Goffe είναι μια πειστική Κλεοπάτρα. Πλαισιώνεται από τους Alex Walker (Ιούλιος Καίσαρ) και Terry Scotchmer (Μάρκος-Αντώνιος). Σκηνοθέτης είναι ο Ben Reid.

Ellie Goffe.

Φήμες

Ήδη από το 2010 κυκλοφόρησαν φήμες (δεν έχουν παντελώς κοπάσει ακόμη) για μια υπερπαραγωγή, αντάξια εκείνης του 1963, από την εταιρεία Sony. Ως σενάριο έχει επιλεγεί το μυθιστόρημα του Stacy Schiff Cleopatra: A life (2010). Για τον σκοπό αυτό βολιδοσκοπήθηκαν επώνυμοι σκηνοθέτες (David Finger, James Cameron, Paul Greengrass,  Denis Villeneuve και Ang Lee). Το 2013, ο Lee θεωρούσε τον εαυτό του ως τον επικρατέστερο, δίχως να υπάρξει συνέχεια. Περισσότερο θόρυβο στα ΜΜΕ δημιούργησε το όνομα της υποψήφιας πρωταγωνίστριας. Έχοντας αποκτήσει πείρα από τον ρόλο της Ολυμπιάδος στην ταινία Alexander του Oliver Stone (2004), πιθανώς δε επιδιώκοντας να καθιερωθεί ως η νέα Elisabeth Taylor, η Angelina Jolie φάνταζε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως η επικρατέστερη. Διαδόθηκε, μάλιστα, πως θα επρόκειτο για την ακροτελεύτια εμφάνιση της σταδιοδρομίας της. Η κατάσταση περιπλέχθηκε όταν αναμίχθηκε στην όλη υπόθεση ένα δεύτερο όνομα. Εκείνο της Lady Gaga. Κατόπιν τούτου, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες, σύμφωνα με τις οποίες, η κυοφορούμενη Κλεοπάτρα πρόκειται να προσλάβει τη μορφή ενός μιούζικαλ. Προς το παρόν, η υπόθεση έχει παραμείνει μετέωρη καθώς η εταιρία παραγωγής αποφεύγει συστηματικά να αποκαλύψει τα χαρτιά της.

Όποια τροπή και αν προσλάβουν τα πράγματα, ένα είναι βέβαιο. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον παλιό ποιοτικό κινηματογράφο. Όπως σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, έτσι και σε αυτό τον τομέα επιβεβαιώνεται πως η κοινωνία μας βρίσκεται σε τροχιά πολιτισμικής παρακμής.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ανδρέας Δεβετζής: Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 Ανδρέας  Δεβετζής

Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 

Μέσα στη μακραίωνη πορεία του ο Ελληνισμός, ως εθνική οντότητα, διαμορφωμένη μέσα σε ποικίλες ιστορικές συγκυρίες, άφησε πάνω στο χάρτη του παγκόσμιου πολιτισμού λαμπρά έργα τέχνης και σκέψης.

Ακόμη και σε περιόδους που η Ιστορία επεφύλαξε στους Έλληνες σκληρή δοκιμασία, η συνολική αυτή εθνική συνείδηση κατάφερε να διατηρήσει, αν όχι να εξελίξει, λαμπρές μορφές της Τέχνης.

Μια μορφή πολιτισμού πολύ ιδιαίτερη, είναι αυτό που ονομάζουμε βυζαντινή  μουσική. Είναι η μουσική που διαμορφώθηκε μέσα στην περίοδο της βυζαντινής ιστορίας και είχε ως στόχο να επενδύσει ηχητικά τους ύμνους της Ανατολικής Εκκλησίας. Είναι η «λόγια» ελληνική μουσική· ό,τι δηλαδή ονομάζουμε σοβαρή μουσική για τον δυτικό κόσμο. Συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και αναλύθηκε, και ως πρακτική, και ως μουσική επιστήμη. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο διατηρήθηκε ως παράδοση σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς αλλά άνθισε περισσότερο και εξελίχθηκε κυρίως στο εθνικό τότε κέντρο που ήταν η Κωνσταντινούπολη με το ορθόδοξο Πατριαρχείο, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας και υπηρετώντας με αρτιότητα τον αρχικό σκοπό που ήταν η μελοποίηση των εκκλησιαστικών ύμνων.

Η βυζαντινή μουσική διαμορφώθηκε στα χρόνια του βυζαντινού Μεσαίωνα, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Ο μέγας φιλόσοφος Πυθαγόρας εφηύρε και ανέπτυξε το οκτάχορδο σύστημα, την πρώτη μουσική κλίμακα, μετά από εντατικούς μαθηματικούς υπολογισμούς. Αλλά, και άλλα σπουδαία ελληνικά ονόματα της αρχαιότητας αναφέρονται σε σχέση πάντα με τη Μουσική, όπως του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Πλούταρχου, του Ξενοφώντα, του Ευκλείδη, του Πτολεμαίου, του Αριστόξενου κλπ.

Κλίμακα του Πυθαγόρα

Υπάρχει κάτι κοινό που συνδέει την μουσική της αρχαίας Ελλάδας με τη βυζαντινή μουσική. Έχουν το ίδιο πνεύμα, τον ίδιο στόχο. Ο στόχος είναι να υπηρετήσει η μουσική τον μεγάλο ποιητικό λόγο.

Σκοπός του βυζαντινού μέλους (μελωδίας) δεν είναι αυτό που λέμε πολλές φορές «τέχνη για την τέχνη», αλλά κυρίως να συμβάλλει εις τον λατρευτικό σκοπό.

Έχουμε δηλαδή μία θαυμαστή συνεργασία και ισορροπία μεταξύ του ύμνου και του λόγου από τη μία πλευρά και των μουσικών χαρακτήρων από την άλλη. Οι ύμνοι προσφέρουν το υλικό και το μέλος προσφέρει το κατάλληλο μουσικό ένδυμα. Μέσα από την Οκτώηχο του Ιωάννου Δαμασκηνού επίσημα καθιερώνεται στην εκκλησιαστική μουσική η χρήση των τριών μουσικών γενών, δηλαδή του διατονικού, του εναρμονίου και του χρωματικού της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Η χρήση των ιδιαίτερων συστημάτων της βυζαντινής μουσικής. Η χρήση των οκτώ ήχων με τα ιδιώματά τους. Οι διαφορετικές κλίμακες και οι λεγόμενες φθορές που επιτρέπουν την εναλλαγή των ήχων μέσα σε ένα μέλος, είναι ένα μέρος του πλούσιου εξοπλισμού και οργανωμένου συστήματος που διαθέτει η βυζαντινή μουσική.

Το  μέλος ουδέποτε κινείται άσχετα με το περιεχόμενο των ύμνων, αλλά πάντοτε εμπνέεται από αυτό για να επιτευχθεί ο στόχος της υμνωδίας. Γι’  αυτό και ο τονισμός είναι βασικό στοιχείο του βυζαντινού μέλους, ώστε με τον σωστό τονισμό να αποδίδεται όσο γίνεται καλύτερα ο τονισμός του κειμένου και άρα να γίνεται αντιληπτό στους πιστούς της λατρευτικής ακολουθίας το νόημα των ύμνων. Το βυζαντινό μέλος διαθέτει μεγάλη εκφραστικότητα, δημιουργεί κατάνυξη, αναδύει σεμνότητα και ιεροπρέπεια περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος.

Για την Ορθόδοξη Χριστιανική λατρεία, η περίοδος της Μεγάλης Εβδομάδος και η Ανάσταση, είναι κορυφαία στιγμή της τόνωσης του θρησκευτικού συναισθήματος. Η έννοια του πάθους και της λυτρωτικής Ανάστασης, μέσα από την ελληνική παράδοση παραλληλίζεται με την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, συμβολικά συσχετίζεται με την επανάσταση απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό και τέλος, συνδέεται με πλήθος εθίμων και συνηθειών του λαού.

Είναι επόμενο η περίοδος αυτή να είναι μια κορύφωση της μουσικής απόδοσης. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλύπτεται όλος ο πλούτος της βυζαντινής μουσικής με σημαντικό όγκο έργων, καταπληκτική εναλλαγή των οκτών ήχων, συσσώρευση ιδιαίτερα αριστοτεχνικών και δύσκολων κομματιών-μαθημάτων, με μεγάλη καλλιτεχνική πυκνότητα. Η περίοδος που προηγείται, δηλαδή η περίοδος του Τριωδίου και των Νηστειών είναι για την ορθόδοξη λατρεία περίοδος προετοιμασίας και περισυλλογής για τους πιστούς.

Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της μουσικής. Μέσα στην περίοδο αυτή κάτι αλλάζει. Νέοι ύμνοι εισέρχονται μέσα στο Τυπικό των ακολουθιών, και ορισμένα μουσικά κομμάτια γίνονται ιδιαίτερα απαιτητικά για τους ψάλτες, όπως στους κατανυκτικούς εσπερινούς των Κυριακών της περιόδου, (προκείμενα, ιδιόμελα των αποστίχων). Στις λειτουργίες των Προηγιασμένων («νῦν αἱ δυνάμεις…) αντί του χερουβικού. («Γεύσασθε καί ἴδετε…») ως κοινωνικόν. Τα ιδιόμελα των αίνων και τα περίτεχνα Δοξαστικά του όρθρου των Κυριακών και άλλα.

Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, όπου και αρχίζει το Τριώδιο, το «τῆς μετανοίας ἄνοιξον…» σε ήχο πλάγιο Δ΄ που ακούγεται στον όρθρο, σαλπίζει το ξεκίνημα αυτής της περιόδου που μας προετοιμάζει και μας οδηγεί σιγά-σιγά στην Μεγάλη Εβδομάδα.

Μετά την περίοδο των Νηστειών φθάνουμε στην Κυριακή των Βαΐων. Συνήθως στην Ελλάδα έχουμε προχωρημένη Άνοιξη, σε όλο της το μεγαλείο. Το απόγευμα οι καμπάνες κτυπάνε όχι για τον συνήθη εσπερινό, αλλά για τον όρθρο της επόμενης μέρας, δηλαδή της Μεγάλης Δευτέρας. Κατά τη Μ. Εβδομάδα οι όρθροι των ημερών αποδίδονται κατά το βράδυ της προηγουμένης. Οι ναοί στολίζονται με το πένθιμο μωβ βαθύ χρώμα. Ο ιερέας κρατώντας ένα μικρό λιβανιστήρι με χειρολαβή και μικρά κουδουνάκια – όχι το σύνηθες θορυβώδες λιβανιστήρι – για να είναι ο ήχος του χαμηλός και σεμνός, λιβανίζει διατρέχοντας όλο το μήκος και το πλάτος του ναού. Από τη δυτική πύλη του ναού μπαίνει το τελευταίο φως της ημέρας. Μέσα του διαγράφονται οι σιλουέτες των πιστών που συρρέουν με ύφος σοβαρό και με κατάνυξη και σιγά-σιγά γεμίζουν το χώρο της εκκλησίας.

Τα πάντα είναι έτοιμα για την αρχή αυτής της ιδιαίτερης περιόδου που λέγεται Μ. Εβδομάδα. Το άρωμα του λιβανιού, χαμηλός φωτισμός, χρώματα και χαμηλόφωνη και σεμνή ψαλμωδία. «Ἐκ νυκτός ὀρθίζει τό πνεῦμα μου…» και, τα τρία στη σειρά αλληλούια με ψάλσιμο ιδιαίτερα σοβαρό. Ακολουθεί το «Ἰδοῦ ὁ Νυμφίος ἔρχεται …» σε αργό ειρμολογικό μέλος ακολουθούμενο από δύο σε σύντομο μέλος.

Από το βιβλίο του Χρύσανθου Θεοδοσόουλου, Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς. Θεσσαλονίκη 1996

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στο σημαντικό μουσικό έργο που μας έχει προσφέρει ο αείμνηστος μουσικός και Πρωτοψάλτης Κων. Πρίγγος. Με το σπουδαίο βιβλίο του Πατριαρχική Φόρμιγξ, Τόμος Α΄, Μουσική Κυψέλη η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς μας κληροδότησε ότι εκλεκτό έχει διασωθεί μέσα στους αιώνες από τους πολυάριθμους δασκάλους και πρωτοψάλτες που διαμόρφωσαν αυτό το ιδιαίτερο και άρτιο μουσικά Πατριαρχικό λεγόμενο ύφος. Ο Πρίγγος και ο Θρασύβουλος Στανίτσας, Κωνσταντινουπολίτες και οι δύο, είναι οι σπουδαιότεροι στυλοβάτες μαζί με τον Ναυπλιώτη που προηγήθηκε χρονικά, αυτού που λέμε βυζαντινό μέλος όπως αυτό διαμορφώθηκε και μας παραδόθηκε από τους μεγάλους μουσουργούς του απώτερου παρελθόντος. Από τον Ι. Δαμασκηνό, Ι. Κουκουζέλη, Πέτρο Μπερεκέτη, Δανιήλ, Πέτρο Λαμπαδάριο, Ιάκωβο Πρωτοψάλτη μέχρι τους Θ. Φωκαέα, Ιωάννη Πρωτοψάλτη, Π. Βυζάντιο, Βιολάκη και πλειάδα άλλων. Το προαναφερθέν βιβλίο του Κων. Πρίγγου είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τους ψάλτες κατά τη Μ. Εβδομάδα. Ένα άλλο αγαπητό βοήθημα είναι το Αγία και Μεγάλη Εβδομάς του Χρύσ. Θεοδοσόπουλου, πολύ κατατοπιστικό και πρακτικό βιβλίο για τον ψάλτη.

Ας ξαναβρεθούμε όμως πάλι μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της εκκλησίας και ας απολαύσουμε την αριστοτεχνική εναλλαγή των ήχων και των μουσικών συστημάτων της βυζαντινής μουσικής.

Από τα καθίσματα σε αργό ειρμολογικό και σύντομο σύστημα, τον κανόνα και το γνωστό εξαποστηλάριο «Τόν νυμφώνα σου βλέπω…», τους αίνους και το Δοξαστικό μέχρι τα ιδιόμελα των αποστίχων, πλούτος ηχοχρωμάτων, εκφραστικότητα, αστείρευτη έμπνευση. Το συναξάριο αναφέρει πως εκείνη την ημέρα «μνείαν ποιούμεθα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ παγκάλου καί τῆς ὑπό τοῦ Κυρίου καταραθείσης καί ξηρανθείσης συκῆς».

Την επόμενη μέρα, Μ.Δευτέρα απόγευμα, στον όρθρο της Μ.Τρίτης, «μνείαν ποιούμεθα τῶν δέκα παρθένων». Την Μ.Τρίτη το βράδυ ο όρθρος της Τετάρτης είναι αφιερωμένος στην πόρνη που άλειψε με μύρο τον Ιησού.

Το βράδυ της Μ.Τρίτης έχουμε την προσθήκη ενός εξαιρετικού και σπάνιας ομορφιάς και εκφραστικότητας τροπαρίου του Πέτρου του Λαμπαδαρίου σε ποίηση Κασσιανής. Είναι γραμμένο σε ήχο πλάγιο του Δ΄ σε ρυθμό αργό και ύφος μεγαλοπρέπειας και κατάνυξης, στοιχεία που προσφέρει ο ήχος αυτός στα αργά μέλη. Εναλλαγή στα μουσικά γένη και στους ήχους βοηθά στο να εκφραστούν καλύτερα οι διαφορετικές έννοιες και ψυχικές καταστάσεις που πηγάζουν από το ποιητικό κείμενο. Ακούγεται ο δεύτερος Β΄ ήχος και ο πλάγιος Β΄ εισάγοντάς μας στο χρωματικό γένος, καθώς και ο Γ΄ ήχος με τα διαστήματα του εναρμόνιου γένους. Ακούγεται επίσης και ο πλάγιος του Α΄ γυρίζοντάς μας στο διατονικό γένος.

Η ποικιλία, η πλοκή των μουσικών γραμμών, η ιδιαίτερη εκφραστικότητα, η ισορροπία σε αναβάσεις και καταβάσεις, η εναλλαγή των ήχων, καθιστούν αυτό το τροπάριο ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αγαπητά έργα της βυζαντινής μουσικής.

Η αρχή του τροπαρίου της Κασσιανής από το βιβλίο του Κων. Πρίγγου Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς., Α’ τόμος της Μουσικής Κυψέλης, Αθήνα 1969

Το Τροπάριο της Κασσιανής (Κ.Πρίγγου)-Γρ.Παπαεμμανουήλ, ΕΒΧ Οι Δομέστικοι

 

Το επόμενο βράδυ της Μ.Τετάρτης, στην απόδοση του όρθρου της Μ.Πέμπτης, εορτάζουμε τη μνήμη του Μυστικού Δείπνου κατά το συναξάριο. Εις τους αίνους αναφέρεται το συνέδριο των Ιουδαίων και η προδοσία του Ιούδα. Το ίδιο θέμα αναφέρεται και στα απόστιχα, μαζί και ο απόηχος του Μυστικού Δείπνου.

Και φθάνουμε στην Μ.Πέμπτη, όπου το απόγευμα και μετά έχουμε την ακολουθία των αγίων και αχράντων παθών του Ιησού Χριστού. Είναι η ημέρα όπου κορυφώνεται αυτό που αποκαλούμε πλούτο και ποικιλία στη βυζαντινή μουσική. Ακούγονται όλοι οι ήχοι. Είναι μια πραγματική πανδαισία. Επικρατεί εναλλαγή ηχοχρωμάτων, όπως εκπληκτική και εμπνευσμένη είναι και η εναλλαγή και η σειρά των στίχων. Κατά τη Μ.Πέμπτη το βράδυ ξετυλίγεται όλο το μεγαλείο της βυζαντινής μουσικής, παράλληλα με τον όγκο και το εκφραστικό βάθος του ποιητικού λόγου που κι αυτό με τη σειρά του εναλλάσσεται με τον λιτό αφηγηματικό και περιεκτικό λόγο των δώδεκα Ευαγγελίων. Μέσα στα χρόνια της ενασχόλησής μου με τη βυζαντινή μουσική έχει εντυπωθεί ιδιαίτερα η εμπειρία αυτής της εξαιρετικής και μυσταγωγικής βραδιάς. Είναι μια πραγματική δοκιμασία για τους ψάλτες και μια αληθινή τέρψη στα αυτιά των πιστών.

Μέχρι το έκτο Ευαγγέλιο, έχουμε μια αριστοτεχνική παράθεση όλων σχεδόν των ήχων σε μια ανεξάντλητη ροή τους από τα αντίφωνα και τα καθίσματα, διακοπτόμενη από τα Ευαγγέλια. Μετά την έξοδο του Εσταυρωμένου, ακούγονται οι μακαρισμοί σε ήχο Δ΄ λέγετον. Μετά το όγδοο Ευαγγέλιο, μεσολαβεί ο κανόνας, το εξαποστηλάριο και ερχόμαστε στους αίνους σε ήχο Γ΄.

Αίνοι και Δοξαστικό Όρθρου Μεγάλης Πέμπτης

 

Οι αίνοι το βράδυ της Μ.Πέμπτης. Χειρόγραφο από το βιβλίο του Άρχοντος Πρωτοψάλτου Τ. Γεωργιάδου. Αθήνα 1973

Σε αυτό το χρονικό σημείο της ακολουθίας, το άκουσμα του τρίτου ήχου είναι μια πνοή λυτρωτική και ανακουφιστική, βοηθώντας μας να στοχαστούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, πόσα φοβερά και οδυνηρά γεγονότα έχουν συμβεί στην πορεία προς το μαρτύριο, πόση εναλλαγή συναισθημάτων! Πυκνότητα γεγονότων εικόνων και σκέψεων. Μετά το ζωογόνο άκουσμα του Γ΄ ήχου, ακολουθεί το θρηνώδες δοξαστικό σε ήχο πλάγιο Β΄, όπου εμφανίζει τον ίδιο τον Ιησού να απαριθμεί με λύπη τα μέχρι εκείνη τη στιγμή παθήματα που τόσο απάνθρωπα υπέστη. Ένας μεγάλος λυγμός. Μετά το ενδέκατο Ευαγγέλιο, ακολουθούν τα απόστιχα σε ήχο Α΄ και Β΄ και η πλουσιώτατη και κατανυκτικότατη ακολουθία των Παθών, ολοκληρώνεται με το «ἀναβαίνοντός Σου…» και το «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» Ιακώβου του πρωτοψάλτου σε ήχο πλάγιο του τετάρτου με όλες τις δυνατότητες που παρέχει αυτός ο ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής ήχος. Μια αριστουργηματική σύνθεση. Η μουσική πληρότητα αυτής της μοναδικής ακολουθίας έχει ολοκληρωθεί.

Αριστερά: Έξοχη διακόσμηση μουσικού χειρόγραφου κειμένου. Δεξιά: «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» χειρόγραφη παρτιτούρα υπό Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Την επόμενη Μ.Παρασκευή το πρωί, μετά την ακολουθία των Ωρών τελείται ο Εσπερινός και η Αποκαθήλωση. Μετά το Ευαγγέλιο, στα απόστιχα, το ιδιαίτερα θρηνώδες προσόμοιο «ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου Σέ νεκρόν…» και άλλα τρία παρόμοια και μπροστά στον επιτάφιο το Δοξαστικό «Σέ τόν ἀναβαλλόμενον…» σε ήχο πλάγιο Α΄, σπαρακτικότατο.Με την Αποκαθήλωση η λύπη κορυφώνεται. Τα πάντα χάνονται. Απέραντος ανθρώπινος πόνος. Οι καμπάνες ηχούν πένθιμα καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας μέχρι το απόγευμα της Μ.Παρασκευής όπου τελείται ο όρθρος του Μ.Σαββάτου. Οι πιστοί έρχονται για την ακολουθία και στη συνέχεια την περιφορά του Επιταφίου. Μετά τα καθίσματα ψάλλεται ο κανόνας «κύματι θαλάσσης…» στον πένθιμο πλάγιο Β΄ ήχο. Μετά την Θ΄ ωδή και αφού οι ιερείς σταθούν μπροστά στον επιτάφιο ψέλνουμε τα εγκώμια σε πλάγιο του Α΄, α΄ και β΄ στάση και, στον Γ΄ ήχο γ΄ στάση. Και αμέσως μετά τα ευλογητάρια, όχι τα συνήθως ψαλλόμενα σύντομα, αλλά τα αργά στιχηραρικά του Θ. Φωκαέως σε ήχο πλάγιο του Α΄, που είναι ιδιαίτερα αγαπητά. Έχουν την υπέροχη γλυκύτητα και μαζί πανηγυρική διάθεση του σημαντικού αυτού ήχου. Ο πλάγιος του Α΄ δημιουργεί συναισθήματα συμπάθειας, μεταμέλειας, οικτιρμού. Μέσα σε στιγμές λύπης και μελαγχολίας, ανοίγει δίοδο πνευματικής γαλήνης και παράγει φως ελπίδας. Είναι ο ήχος του συναισθήματος της χαρμολύπης. Ένα αίσθημα κυρίαρχο το βράδυ της Μ.Παρασκευής.

Μετά το εξαποστειλάριο και τους αίνους, το δοξαστικό «Τήν σήμερον μυστικῶς…» σε πλάγιο Β΄. Δοξολογία στον ίδιο παθητικό ήχο και η έξοδος και περιφορά του επιταφίου. Ανάλογα με τις συνήθειες και τις παραδόσεις του κάθε τόπου, η περιφορά αυτή γίνεται ιδιαίτερα γραφική και ελκυστική.

Για την περιφορά του επιταφίου είναι γραμμένο ένα σημαντικό τροπάριο «τόν ἥλιον κρύψαντα…» από τον Γεώργιο Ακροπολίτη σε ήχο πλάγιο Α΄. Ένα μουσικό έργο εκτενές και απαιτητικό. Απευθύνεται σε έμπειρους και δεξιοτέχνες ψάλτες.

«Τόν ἥλιον κρύψαντα» από το χειρόγραφο βιβλίο του Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Τόν ἥλιον κρύψαντα Ιδιόμελον επιταφίου ήχος πλ.ά, εκτελεσμένο από τον Γ. Κωνσταντίνου.

 

Την επομένη Μ.Σάββατο πρωί, μετά τον εσπερινό, η λειτουργία του Μ.Βασιλείου. Αντί του χερουβικού ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του πρώτου το «Σιγησάτω πάσα σάρξ…» του Ιακώβου πρωτοψάλτου. Στο τέλος ακούγεται το κοινωνικό «ἐξηγέρθη…» του Πέτρου Λαμπαδαρίου σε Α΄ ήχο. Είναι η ακολουθία όπου πολλοί πιστοί επιλέγουν για να κοινωνήσουν μη μπορώντας να παραμείνουν και να παρακολουθήσουν την αναστάσιμη μεταμεσονύκτια λειτουργία.

Και να, φθάνει η νύχτα του Μ.Σαββάτου που όλοι συρρέουν στους ναούς για την ακολουθία της Αναστάσεως. Στην αρχή ψάλλεται ο κανόνας της Μ.Παρασκευής «Κύματι θαλάσσης…» το απολυτίκιο «ὅτε κατῆλθες…». Τα φώτα σβύνουν και οι ψάλτες μέσα στο ιερό, μέσα σε κατάνυξη ψάλλουν το επιβλητικό έβδομο εωθινό σε ήχο βαρύ εναρμόνιο «Ἰδοῦ σκοτία…». Κατόπιν, από την λαμπάδα του ιερέα μπροστά στην ωραία πύλη, όλοι ανάβουν τις λαμπάδες τους με το άγιο φως, ακούγοντας το «Δεῦτε λάβετε φῶς…» και ετοιμάζονται να ψάλλουν όλοι μαζί το «Χριστός ἀνέστη…» σε ήχο πλάγιο Α΄ πανηγυρικά.

Τρεις μουσικές εκδοχές του «Χριστός ἀνέστη…» υπό του Π. Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως. Χειρόγραφο.

Χριστός Ανέστη

 

Εδώ κλείνει μια μακρά περίοδος προετοιμασίας, προσμονής, πόνου, λύπης, μια κοπιαστική περίοδος ιδίως για τους ψάλτες που αυτές τις σημαντικές επτά ημέρες έχουν δώσει όλη τους την ψυχή, τηρώντας ευλαβικά και στηρίζοντας με ηρωισμό αυτό το μοναδικό καλλιτεχνικό σύστημα που ονομάζεται βυζαντινή μουσική, μέσα σε μια απίστευτα μοναδική, πυκνή, ανεπανάληπτη ηχητική έκσταση.

Ο Ανδρέας Δεβετζής είναι ζωγράφος και Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής

 

BIBΛIOΓΡAΦIA

 

Θ. Φωκαέως, Κρηπίς του θεωρητικού και πρακτικού της Εκκλησιαστικής Μουσικής, Θεσσαλονίκη, 1912.

Κ. Παπαγιάννη (επιμ.), Ανθολόγιον των Ιερών Ακολουθιών του Όλου Ενιαυτού, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, 1992.

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκοπαίδεια.

Δ.Γ. Παναγιωτόπουλου, Μέθοδος Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, Αθήνα, 1997.

Δ.Π. Ηλιοπούλου, Θεωρία και πράξις της Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα, 1995.