Skip to main content

Ηλίας Δ. Μαριολάκος: Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

Ηλίας Δ. Μαριολάκος

 Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από την πραγματεία του συγγραφέα : Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία. Γεωλογικό και Φυσικογεωγραφικό Δυναμικό, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 2018.

 

Τι είναι Μυθολογία

Μυθολογία είναι η συρραφή θρύλων, διηγήσεων και παραδόσεων που σχετίζονται με τις πράξεις και τη δράση θεών, ημίθεων, ηρώων και ανθρώπων, των προϊστορικών λαών που κατοικούσαν σε οποιοδήποτε σημείο της Γης.

Η λέξη Μύθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει γενικώς τα λεγόμενα (λόγος, έπος, διήγηση). Για πολλούς, η λέξη Μύθος ταυτίζεται με την αναλήθεια, κι αυτό γιατί πιστεύουν ότι όλοι οι μύθοι είναι αποκλειστικό δημιούργημα της φαντασίας. Για τον Πλάτωνα, που θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας που έχει χρησιμοποιήσει τον όρο, “μυθολογία” σημαίνει να μιλάει κανείς για μύθους ή να διηγείται μύθους. Η αρχική σημασία του μύθου, σύμφωνα με πολλούς, είναι “λόγος προφορικός, άνευ διακρίσεως της αλήθειας ή του ψεύδους”. Άλλοι δέχονται ότι ο μύθος δεν είναι μια αφήγηση, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνεται, ενώ η μυθολογία δεν είναι η βιογραφία των θεών, όπως μπορεί να φαίνεται συχνά, ακόμα και όταν αναφέρεται στη γέννηση και την παιδική ηλικία των θεών, στα νεανικά τους κατορθώματα και μερικές φορές στον πρόωρο θάνατό τους.

Κατά τον F. Schelling, μύθος είναι εκείνη η ιστορία που περιέχει αφηγήσεις μιας εποχής στην οποία κανένα γεγονός ακόμα δεν σημειώνεται γραπτώς, αλλά το καθένα μεταδίδεται προφορικά. Ενώ μυθολογία είναι η προϊστοριογραφική ιστορία και φιλοσοφία μιας φυλής ή μιας ομάδας ανθρώπων.

Joseph Karl Stieler, Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, 1835, Neue Pinakothek, München.

O Heyne, που θεωρείται πρωτεργάτης των μυθολογικών ερευνών, δέχεται ένα πρωταρχικό, έμφυτο θρησκευτικό ένστικτο στον άνθρωπο, που τον οδήγησε στη θεοποίηση των φυσικών αντικειμένων, κάτι που ενισχύθηκε από τον φόβο του αγνώστου. Ο F. Schelling, απεναντίας, θεωρεί το θρησκευτικό στοιχείο του μύθου ως μεταγενέστερη προσθήκη. Κατ’ άλλους, ο μύθος θεωρείται γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου και επομένως, ως τέτοιος, δεν μπορεί να έχει σχέση με την πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις των περισσοτέρων, πρόκειται για ένα “παραμύθι”, που αναλόγως προς ποιον απευθύνεται, άλλοτε είναι παραμύθι για μικρά παιδιά και άλλοτε ωραίο παραμύθι για μεγάλους.

Ο Christian Gottlob Heyne και η Ιλιάδα του Ομήρου.

Κάπως έτσι έχει εκληφθεί από πολλούς η ελληνική μυθολογία. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο. Ο Ηρακλής, για παράδειγμα, δεν είναι κάποιο είδος Ταρζάν και θα ήταν λάθος να εκλαμβάνεται ως τέτοιος. Οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, ο Ποσειδώνας, ο Δίας και άλλοι θεοί και θεότητες, ημίθεοι και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Ιάσων και οι λοιποί, συνδέονται άμεσα με τη φύση του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου και άλλοι με τους αγώνες των κατοίκων του για επιβίωση μέσα στη συγκεκριμένη φύση και τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο ενός κοινωνικο-οικονομικού γίγνεσθαι που δεν συνδέεται μόνο με το φυσικογεωλογικό καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα με εκείνο του Αιγαίου, αλλά συνάμα με τον ευρωπαϊκό χώρο και τους Ωκεανούς.

Και όσον αφορά τα μυθολογικά πρόσωπα, ίσως πολλά από αυτά να είναι δημιουργήματα της φαντασίας των προϊστορικών κατοίκων αυτού του τόπου, μεγάλος αριθμός όμως από τις δραστηριότητες των θεών και των ηρώων είναι βέβαιο ότι συνδέονται με τους αγώνες των κατοίκων του με τα έντονα ως ακραία φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κάποια στιγμή ή σε κάποια περίοδο κατά τη μακραίωνη προϊστορική εποχή και που οπωσδήποτε ήταν πρωτόγνωρα για τον κάτοικο του αιγαιακού χώρου, αφού δεν τα είχε ξαναζήσει ποτέ πριν από τότε που πάτησε το πόδι του στην περιοχή, και επιπλέον δεν είχε ζήσει παρόμοια φαινόμενα ούτε στον τόπο απ’ όπου προήρχετο. Ειδικότερα στους φυσικούς μύθους [εκείνους που αναφέρονται στη σχέση των θεών με τον φυσικό κόσμο] σε πολλά φαινόμενα αποδίδονταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Διακρίνουμε δηλαδή μια προσωποποίηση, ή μάλλον έναν ανθρωπομορφισμό της φύσης, που η σημερινή της κατάσταση δεν φαίνεται μεν να δικαιολογεί την περιγραφή του μύθου, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αντιπροσωπεύει τη φυσικογεωλογική κατάσταση σε κάποια φάση του γεωλογικού παρελθόντος, που είναι πολύ πιθανόν να μην είναι ορατή σήμερα.

Ο Γίγαντας Εγκέλαδος ήρθε σε διαμάχη με τη θεά Αθηνά, η οποία τον έθαψε κάτω από το όρος Αίτνα. Έκτοτε, όποτε ήταν οργισμένος, η γη σειόταν.

Το φυσικογεωλογικό δυναμικό, όμως, για να συμβάλει στην ερμηνεία των μύθων, δεν πρέπει να εξετάζεται στατικά, αλλά δυναμικά και συγχρόνως διαχρονικά. Αυτό σημαίνει ότι, όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κάποιο μύθο, όπως, για παράδειγμα, την εποχή των Τιτάνων πριν από την Τιτανομαχία, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, την εποχή που γεννήθηκαν οι Τιτάνες, σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας τίποτα δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν ήταν, με άλλα λόγια, ούτε η θερμοκρασία ούτε οι βροχοπτώσεις όπως είναι σήμερα, ούτε οι παροχές των ποταμών ήσαν ίδιες, ούτε οι ακτές είχαν τη σημερινή τους μορφή, ούτε πολλές από τις πηγές ανέβλυζαν εκεί που αναβλύζουν σήμερα, ούτε οι σύγχρονες λίμνες είναι ίδιες με τις παλιές, με εξαίρεση ορισμένες εσωτερικές λίμνες, που ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι διαστάσεις τους ήσαν διαφορετικές. Για παράδειγμα, ποιος από όσους έχουν ασχοληθεί με την ανακάλυψη της γεωργίας στην Ελλάδα και τη θεά Δήμητρα λαμβάνει υπόψη ότι την εποχή εκείνη ο σημερινός κόλπος της Ελευσίνας ήταν λίμνη και ότι μεγάλο τμήμα του Σαρωνικού ήταν ξηρά; Ποιος λαμβάνει υπόψη ότι, την εποχή που υπολογίζεται ότι γεννήθηκαν οι Τιτάνες, οι κλιματικές και άλλες φυσικογεωλογικές συνθήκες ήσαν εντελώς διαφορετικές σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν την εποχή που έγινε η Τιτανομαχία, που είναι περίπου ίδιες με αυτές που επικρατούν σήμερα;

Για έναν που γνωρίζει καλά τα δυναμικά χαρακτηριστικά του φυσικογεωλογικού καθεστώτος του ελλαδικού χώρου και τις μεταβολές του κατά τα τελευταία 20-30.000 έτη, την περίοδο δηλαδή που ο σύγχρονος άνθρωπος, ο Homo sapiens, μένει μόνος του ως είδος πάνω στη Γη και αρχίζει σιγά- σιγά να κυριαρχεί, αφού έχει πλέον εξαφανιστεί ο Homo neanderthalensis, είναι σχεδόν αυτονόητο και πρόδηλο ότι ολόκληρη η Θεογονία, όπως μας την έχει παραδώσει ο Ησίοδος με τις συμπληρώσεις των μεταγενεστέρων, όσον αφορά τις διάφορες γενιές των θεών, αλλά και τη χωροχρονική διάταξη των επιμέρους δραστηριοτήτων τους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ταυτίζεται με τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου. 

 

Μύθοι και θρύλοι

 Η Γεωλογία, σε αντίθεση με τη Μυθολογία, αποτελεί μια θετική επιστήμη που, με βάση τα πετρώματα και τα απολιθώματα, με βάση δηλαδή τον ανόργανο και τον έμβιο κόσμο που έζησε σε παλαιότερες γεωλογικές εποχές, και εφαρμόζοντας διάφορες εργαστηριακές μεθόδους, έχει κατορθώσει να προσδιορίσει και να ταξινομήσει το γεωπεριβαλλοντικό καθεστώς που επικρατούσε σε μια περιοχή σε κάποια χρονική στιγμή του παρελθόντος. Συνεπώς, είναι σε θέση να προσδιορίσει και τις γεωπεριβαλλοντικές συνθήκες ενός γεωγραφικού χώρου ή μιας περιοχής όπου έχει δραστηριοποιηθεί κάποιος θεός, θεότητα ή ήρωας κατά τη μυθολογική εποχή, κατά την εποχή δηλαδή που καλείται προϊστορική, για την οποία δεν διαθέτουμε άλλες μαρτυρίες, ούτε τη δυνατότητα της χρονολόγησης με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα που μπορεί να μας δώσει μεγαλύτερης ακρίβειας αποτελέσματα.

Ο Ηρακλής και ο Ιόλαος σκοτώνουν τη Λερναία Ύδρα, αναπαράσταση σε αγγείο της αρχαϊκής εποχής

Η συσχέτιση, επομένως, της Γεωλογίας με τους μύθους δίδει μια άλλη διάσταση, πέραν της καθαρώς λατρευτικής, και εν πολλοίς θεολογικής, διότι, αφού είναι δυνατή η χρονολόγηση των δραστηριοτήτων ενός θεού και γενικότερα μιας θεότητας, τότε ο “άχρονος μύθος” γίνεται ιστορικό γεγονός. Ιστορικό γεγονός όχι τόσο με την έννοια της χρονολογικής ακρίβειας, όσο με την έννοια του γεγονότος. Ωραίο παράδειγμα αποτελεί ο μύθος της εξόντωσης της Λερναίας Ύδρας από τον Ηρακλή. Ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε, χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους, πότε έγινε η εξόντωσή της, η συστηματική γεωλογική έρευνα κατέδειξε ότι δεν μπορεί να έγινε πριν από το Κλιματικό Optimum του Ολοκαίνου (4-2.000 π.Χ.). Άρα, ο Ηρακλής, που εξολόθρευσε την Ύδρα, δεν μπορεί να έζησε κατά τη Νεολιθική Εποχή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κάποιος επειδή οι καρστικές πηγές της Λέρνης δεν είναι δυνατόν να είχαν δημιουργήσει προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής, όταν η στάθμη της θάλασσας στον Αργολικό ήταν αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Με παρόμοιο σκεπτικό, μια αρχαιολογική έρευνα της Μεσολιθικής Εποχής σε μια παράκτια περιοχή δεν μπορεί να είναι πλήρης, αφού ένας παράκτιος οικισμός της εποχής εκείνης σήμερα βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας λόγω των κλιματοευστατικών κινήσεων. Με ορισμένες τέτοιου είδους παραδοχές ή υποθέσεις, και με παράλληλη, λεπτομερή γεωλογική έρευνα πεδίου, σε συνδυασμό πάντοτε με την αρχαιολογική έρευνα, είναι δυνατόν να σμικρυνθεί το χρονικό παράθυρο για τον προσδιορισμό ενός “μυθολογικού” γεγονότος.

Η πηγή της Λέρνης, στο χωριό Μύλοι του νομού Αργολίδας.

Ως προς τη χρονολόγηση της πρωτοεμφάνισης ενός μύθου, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι εύκολη, όπως δύσκολο είναι να βρεθεί και η πρώτη, η αυθεντική περιγραφή, με άλλα λόγια το πραγματικό περιεχόμενό του. Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο του μύθου ταυτίζεται με μια τέτοια φυσικογεωλογική διεργασία μοναδική, που επιτρέπει να χρονολογηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια πότε πρέπει να πρωτοεμφανίστηκε, ανεξαρτήτως του πότε καταγράφηκε από κάποιον αρχαίο συγγραφέα ή ποιητή. Για παράδειγμα, ο σχηματισμός των Εχινάδων Νήσων, ενώ περιγράφεται από τον Διόδωρο Σικελιώτη ως μύθος, στην πραγματικότητα αναφέρεται σε φυσικογεωλογικές διεργασίες που η γεωλογική έρευνα έχει δείξει ότι είναι πάρα πολύ παλαιές. Ο φυσικογεωλογικός σχηματισμός των Εχινάδων πρέπει να ξεκίνησε γύρω στο 16.000 π.α.σ. Και να ολοκληρώθηκε πριν από 6.000 χρόνια περίπου.

Πηγές της ελληνικής μυθολογίας είναι κατά βάση τα ομηρικά έπη, τα Αργοναυτικά των Ορφικών, τα έργα του Ησιόδου, αλλά και όλα τα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ιστορικός, περιηγητής, ποιητής κ.λπ., από την εποχή του Ομήρου μέχρι ακόμα και τον 5ο αιώνα μ.Χ., μέχρι δηλαδή την εποχή που ο Χριστιανισμός εκτόπισε την αρχαιοελληνική θρησκεία, που να μην αναφέρεται σε κάποιο μύθο.

Jean-Baptiste Auguste Leloir, Homère, 1841, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Συμβολισμός ή αλληγορία των μύθων

Πολλοί μύθοι εμπεριέχουν αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερη αλληγορία ή συμβολισμό. Την αλληγορία ο Ηράκλειτος ο Ποντικός την ορίζει ως “…τον λόγο που, ενώ μιλάει για κάτι, υπονοεί κάτι άλλο…”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της θεάς Δήμητρας και της κόρης της, Περσεφόνης, οι οποίες συμβολίζουν τη γονιμότητα της γης και τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι που δεν φαίνεται να έχουν μια τέτοια αναφορά, όπως, για παράδειγμα, ο μύθος του Λαβυρίνθου. Δύσκολο να αντιληφθεί ο σημερινός άνθρωπος τι συμβολίζει ο Λαβύρινθος. Πέραν όμως των γνωστών συμβολισμών, στους οποίους κατά κάποιον τρόπο είναι εμφανής η σχέση του μύθου με κάποια φυσική ή ανθρώπινη δράση, υπάρχει και μια σειρά από μύθους που συμβολίζουν διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα. Πρόκειται δηλαδή για μια φυσικογεωλογική αλληγορία ή συμβολισμό, αφού περιγράφουν, “κρυπτογραφημένα”, φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κατά τη μυθολογική περίοδο, ή παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι την ίδια εποχή.

Πολλά τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα συνδέονται με τους θεούς-ποταμούς, όπως συμβαίνει στον μύθο του Αχελώου και των Εχινάδων, όπως και στον νεότερο της πάλης του Ηρακλή με τον Αχελώο, ή στους μύθους του Ασωπού ποταμού, που θεωρείται γεννήτορας πολλών νησιών, όπως της Αίγινας, της Σαλαμίνας, της Εύβοιας κ.ά. Σε όλους αυτούς, η αλληγορία δεν είναι εμφανής αν δεν γνωρίζει κάποιος τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του γεωγραφικού χώρου, εντός του οποίου διαδραματίζεται ο μύθος.

Η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, ερυθρόμορφος Κορινθιακός κρατήρας, 450 π.Χ.., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Χαρακτηριστικοί μύθοι που επιτρέπουν την ταύτιση των θεών και των φυσικών ή και κοσμογονικών στοιχείων, είναι, για παράδειγμα, ο Απόλλων, που συμβολίζει προσωποποιώντας τον Ήλιο, ο Δίας, που συμβολίζει τον Αιθέρα, ο Ποσειδών, που συνδέεται άμεσα με τους σεισμούς και τη θάλασσα. Ομοίως, ο μύθος του Αιόλου και των 12 παιδιών του θεωρείται ότι αποτελεί μια αλληγορική περιγραφή του έτους και των δώδεκα μηνών.

Έξι θυγατέρες και έξι γιοι γεμάτοι νιάτα”.

(Οδύσσεια, Ραψωδία ζ΄)

 

Μύθοι και φυσικογεωλογική πραγματικότητα

Α. Άμεση σχέση

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άμεσης σχέσης των μύθων με τη φυσικογεωλογική πραγματικότητα είναι τα ηφαίστεια με τον θεό Ήφαιστο, ή ο θεός Ήλιος (Απόλλων) με τον Ήλιο. Άλλωστε, η σύγχρονη επιστήμη έχει χρησιμοποιήσει συχνά ονόματα πολλών πρωταγωνιστών των διαφόρων μυθολογιών για να περιγράψει, όχι μόνο μια φυσικογεωλογική διεργασία, αλλά και έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Ο όρος ηφαιστειολογία προέρχεται από τον θεό Ήφαιστο, ο όρος ωκεανογραφία-ωκεανολογία από τον Τιτάνα Ωκεανό, ο όρος γεωλογία από τη θεά Γαία, γεννήτορα και μητέρα των πάντων. Στο γενεαλογικό δέντρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, πολλές θεότητες ταυτίζονται με διάφορα φυσικογεωλογικά συστήματα. Ήδη στη δεύτερη κιόλας γενιά, εμφανίζονται θεότητες όπως ο Πόντος και τα Όρη. Ο Πόντος μάλιστα, διαφοροποιείται όχι μόνο από τον Ωκεανό, αλλά και από τη Θάλασσα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές θεοτήτων. Η φυσικογεωλογική αυτή διαφοροποίηση παύει όταν η γενιά του Δία αντικαθιστά εκείνη του Κρόνου, οπότε όλα τα φυσικογεωλογικά συστήματα διανέμονται ανάμεσα στους τρεις μεγάλους Ολύμπιους θεούς. Ο Δίας είναι υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα, ο Ποσειδών είναι υπεύθυνος για τα φαινόμενα που εξελίσσονται στην υδρόσφαιρα και στη λιθόσφαιρα, τέλος, στον Πλούτωνα αναλογεί ένα τμήμα του εσωτερικού της Γης, όπου καταλήγουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατό τους.

Από τις πρώτες, επομένως, αράδες της Θεογονίας, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελληνική μυθολογία εμπεριέχει και μια φυσικογεωλογική διάσταση, το μέγεθος της οποίας είναι μάλιστα αντιστρόφως ανάλογο με την παλαιότητα της γενιάς της θεότητας.

Η Θεογονία του Ησιόδου.

Πολλοί από τους θεούς του ελληνικού πανθέου έχουν επινοηθεί προκειμένου να βοηθήσουν διάφορες ανάγκες του ανθρώπου και να του συμπαρασταθούν στα φαινόμενα που σχετίζονται με το γεωδυναμικό καθεστώς που επικρατούσε στον αιγαιακό και ευρύτερο περιαιγαιακό χώρο την κρίσιμη εποχή, τότε που οι κάτοικοι ένιωσαν την ανάγκη να πλάσουν τους προστάτες θεούς τους. Η περίπτωση του Ηφαίστου είναι χαρακτηριστική της εξελικτικής πορείας, και κατά συνέπεια της διάδοσης της λατρείας του θεού, από τον ηφαιστειογενή χώρο του Ωκεανού αρχικά στον ηφαιστειογενή αιγαιακό χώρο. Αυτό γίνεται εμφανές από τον μύθο που θέλει την πρώτη φορά να εκσφεντονίζεται από τη μητέρα του Ήρα και να πέφτει προφανώς στον ωκεανό, όπου περιθάλπτεται σε κάποιο σπήλαιο, φιλοξενούμενος της Ωκεανίδας Ευρυνόμης, ενώ, κατά τον δεύτερο εκσφεντονισμό του από τον Δία, καταλήγει στην ηφαιστειογενή Λήμνο. Και αυτός ο ίδιος ο Ωκεανός, από Τιτάνας που γεννήθηκε κι έζησε στην Ελλάδα, όπου, μαζί με την Τηθύ, θεωρείται γεννήτορας όλων σχεδόν των ποταμών της Γης, τελικά ταυτίστηκε με το μεγαλύτερο φυσικογεωλογικό σύστημα του πλανήτη μας, δίνοντάς του, μάλιστα, και το όνομά του.

Β. Έμμεση σχέση

 Στις μυθολογίες, όμως, υπάρχουν και περιγραφές δραστηριοτήτων πολλών θεών και ηρώων, ή περιγραφές φαινομένων που, ενώ στο πρώτο άκουσμά τους μοιάζουν ακατανόητες από τον σύγχρονο άνθρωπο, στην ουσία, όταν τις προσεγγίσει κάποιος επιστήμονας με ειδικές γνώσεις, διαπιστώνει με έκπληξη ότι πολλοί από τους μύθους αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από “κρυπτογραφημένα φυσικογεωλογικά φαινόμενα”, εξαιρετικής έντασης συνήθως, που όχι μόνο εντυπωσίασαν τους προϊστορικούς κατοίκους μιας περιοχής, αλλά τους δημιούργησαν ταυτόχρονα και τέτοιας κλίμακας καταστροφές, που χαράχτηκαν στη μνήμη τους. Η περιγραφή των φαινομένων αυτών είναι φορτισμένη, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με την κοινωνικο- ψυχολογική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την εποχή της εκδήλωσής τους.

Ο αδύναμος και φοβισμένος προϊστορικός άνθρωπος, θύμα των παραπάνω φαινομένων, αδυνατώντας να τα ερμηνεύσει, τα αποδίδει συνήθως στην οργή ή στον ανταγωνισμό των θεών, που σχεδόν πάντα έχει προκαλέσει ο ίδιος. Άπειρα τα παραδείγματα. Όλοι οι κατακλυσμοί, που περιγράφονται στις μυθολογίες πολλών λαών, συνδέονται με την οργή των θεών τους, που δεν αντέχουν πια τις αμαρτίες των ανθρώπων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρατεταμένες ξηρασίες. Με παρόμοιο σκεπτικό, τα Σόδομα και τα Γόμορρα καταστράφηκαν από τον θεό των Εβραίων επειδή είχαν μεταπέσει συνολικά σε μια αμαρτολή κοινωνία, ενώ είναι σήμερα γνωστό πως η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται πάνω σε μια ενεργή ρηξιγενή ζώνη, που δίδει πολλούς και μεγάλους σεισμούς.

John Martin, The Destruction of Sodom And Gomorrah, 1852, Laing Art Gallery, Newcastle upon Tyne.

Η διαπίστωση όμως της έμμεσης σχέσης μεταξύ των μυθολογικών αναφορών και των φυσικογεωλογικών φαινομένων, αλλά και του γεωπεριβάλλοντος, γίνεται ακόμα πιο δυσδιάκριτη όταν τα συγκεκριμένα φαινόμενα συνδέονται με φυσικογεωλογικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πολύ προτού αποκατασταθεί το σημερινό γεωμορφολογικό καθεστώς, που συμπίπτει γενικώς με την περίοδο μεταξύ της 6ης και της 4ης χιλιετίας πριν από σήμερα.

 

Γεωμυθολογία

 Η Γεωμυθολογία είναι ένας κλάδος των γεωεπιστημών που έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση και τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των μύθων ενός λαού και των φυσικογεωλογικών συνθηκών του γεωγραφικού χώρου, στον οποίο εξελίχθηκαν οι διάφοροι μύθοι, του χώρου δράσης των διαφόρων ηρώων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αναφέρονται όχι μόνο στην ελληνική μυθολογία, αλλά και σε αυτές άλλων λαών. Αναφερόμαστε επιγραμματικά σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα από την ελληνική μυθολογία:

  • H σχέση του Δία, της Ήρας και του Ηφαίστου με την ηφαιστειακή δραστηριότητα γενικά, και ειδικότερα με εκείνη της Λήμνου, της Λυκίας, της Αίτνας αλλά και των μεσο-ωκεανίων ραχών.

 

 

  • Ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα και ο Λίχας με το κάψιμο του σώματος του Ηρακλή και τις Λιχάδες Νήσους, που συνδέονται με την ηφαιστειακή και τη μεταηφαιστειακή δραστηριότητα στον ευρύτερο χώρο του Βορείου Ευβοϊκού, καθώς και με τις πολλές θερμές πηγές που υπάρχουν στην ίδια περιοχή.

 

 

  • Ο Ηρακλής και ο δαμασμός του Αχελώου κόβοντάς του τα κέρατα, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους αποκομμένους τεχνητά κλάδους των μαιάνδρων στο δέλτα του ποταμού, άλλοτε κατασκευάζοντας αντιπλημμυρικά έργα και άλλοτε παρεμβαίνοντας στις φυσικές διεργασίες των μαιάνδρων του.

 

 

  • Ο μύθος του Αχελώου και της δημιουργίας των Εχινάδων Νήσων, που συνδέεται με τις κλιματοευστατικές κινήσεις του Ιονίου, που ακολουθεί κι αυτό τις μεταβολές της παγκόσμιας θάλασσας.

 

 

  • Οι κλιματοευστατικές κινήσεις στο Αιγαίο, η δημιουργία της νήσου Δήλου και η σύνδεση του ονόματος του νησιού με τη συγκεκριμένη φυσικο-γεωγραφική εξέλιξη.

 

 

  • Ο Ασωπός ποταμός και ο Ασωπός πατέρας-γεννήτορας της Αίγινας και της Σαλαμίνας, που συνδέεται άμεσα με τη φυσικογεωλογική δημιουργία πρώτα της Αίγινας και στη συνέχεια της Σαλαμίνας, εξαιτίας των κλιματοευστατικών κινήσεων και της παλαιογεωγραφικής εξέλιξης του Σαρωνικού.

 

 

  • Ο σεισίχθων Ποσειδών και η γεωδυναμική κατάσταση του ελληνικού τόξου που είναι σεισμογόνο.

 

 

  • Ο επιλίμνιος και ο φυτάλμιος, ο ίσθμιος και ο πόρθμιος Ποσειδών, που συνδέεται με τις διαδοχικές λίμνες που δημιουργήθηκαν και εξαφανίστηκαν μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα, στην περιοχή μεταξύ του Σαρωνικού, του Ευβοϊκού, του Κορινθιακού και αλλού, καθώς και με την υφαλμύρωση των υπογείων υδροφόρων οριζόντων και των επιφανειακών υδάτων, αλλά και τις μεταβολές της παράκτιας τοπογραφίας.

 

  • Ο μύθος του Ηρακλή και της πολυκέφαλης Λερναίας Ύδρας, που συνδέεται άμεσα με τις υδρογεωλογικές συνθήκες των καρστικών πηγών της Λέρνης και της μικρότερης κλίμακας κλιματικές μεταβολές που επικρατούν στο Αρκαδικό Οροπέδιο.

 

 

  • Η αντικατάσταση στην κυριαρχία των Τιτάνων από τους θεούς της επόμενης γενιάς, που επιτυγχάνεται με την Τιτανομαχία, κι αυτή έχει τη φυσικογεωλογική της ερμηνεία, αφού στην ουσία αντιπροσωπεύει το νέο φυσικογεωλογικό καθεστώς που εγκαθίσταται από κάποια χρονική στιγμή και μετά, σταθεροποιώντας κατά κάποιο τρόπο τις φυσικές διεργασίες.

 

 

  • Οι Γίγαντες και η παρουσία τεράστιου μεγέθους απολιθωμένων οστών σε πολλές νεοτεκτονικές λεκάνες, όπως συμβαίνει στη λεκάνη της Μεγαλόπολης ή στον ευρύτερο χώρο των Γρεβενών και σε πολλές άλλες περιοχές.

 

 

Ένα άλλο αντικείμενο εργασίας της Γεωμυθολογίας είναι η μελέτη των φυσικογεωλογικών συνθηκών κατά τη μυθολογική περίοδο και κυρίως της εξέλιξης όλων αυτών των φαινομένων κατά τη μακρά χρονική περίοδο που αντιπροσωπεύει η λεγόμενη προϊστορική εποχή.

Τον όρο Γεωμυθολογία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1967 η ηφαιστειολόγος Dorothy Vitaliano. Στον ελλαδικό χώρο, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τους πρώτους γεωεπιστήμονες που ασχολήθηκαν με τη σχέση των μύθων και των γεωλογικών φαινομένων είναι ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος. Στο πρώτο σύγγραμμα Γεωλογίας που δημοσίευσε το 1894 με τίτλο Στοιχεία Γεωλογίας, και στον πρώτο τόμο που αναφέρεται στη Φυσιογραφική και Δυναμική Γεωλογία, ο οποίος εκδόθηκε ένα χρόνο νωρίτερα και ασχολείται διεξοδικά με τα διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα, δεν παραλείπει να τα συσχετίσει με τις διάφορες αναφορές της ελληνικής μυθολογίας αλλά και με αναφορές άλλων μυθολογιών, όπως εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παραθέτει ολόκληρα αποσπάσματα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων ή Λατίνων συγγραφέων. Ο Κ. Μητσόπουλος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση ενός φυσικού φαινομένου, όπως αυτό περιγράφεται σε κάποιο μυθολογικό κείμενο, αλλά προσπαθεί να συσχετίσει τις παρόμοιες αναφορές που δίδονται σε μυθολογίες διαφόρων λαών, για να καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα. Έτσι, για παράδειγμα, προσπαθεί να συσχετίσει τον κατακλυσμό του Νώε με τον κατακλυσμό του Χασίς Αδράς, που θεωρείται ο Ασσύριος Νώε και περιγράφεται στο έπος του Ισοβάρ. Συσχετίζει επίσης τη Θεογονία του Ησιόδου με τις μυθολογίες άλλων λαών όπως των Φοινίκων, των Ινδών, των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων.

Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (1844 – 1911).

Λίγο πριν από τον Κ. Μητσόπουλο, ένας άλλος πρωτοπόρος της ελληνικής επιστήμης, ο Κωνσταντίνος Ζέγγελης, καθηγητής Χημείας και Μεταλλουργίας στο Πολυτεχνείο αρχικά και λίγο αργότερα της Ανόργανης και Φυσικής Χημείας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, δημοσίευσε το 1891 ένα πόνημα με τίτλο Η επιστήμη της φύσεως παρ’ Ομήρω. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται σε στοιχεία που υπάρχουν στα έργα του Ομήρου και συνδέονται με τη φύση, όπως η αστρονομία, η μετεωρολογία, η ορυκτολογία, η μεταλλουργία και η γεωλογία. Είναι ο πρώτος, στην Ελλάδα, που υποστηρίζει πως ο Όμηρος περιγράφει αλληγορικά διάφορα θαλάσσια φαινόμενα, ενώ συγχρόνως προσωποποιεί πολλές ενάλιες δυνάμεις “…επί το ευφανταστότερον και μεγαλοπρεπέστερον”. Ως τέτοια φαινόμενα θεωρεί τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, που η φαντασία του Ομήρου μεταποιεί σε ενάλια τέρατα, ενώ στην ουσία πρόκειται για δυο σκοπέλους, για τη θέση των οποίων υφίστανται διάφορες απόψεις, με κυρίαρχη εκείνη που τους τοποθετεί στον Σικελικό Πορθμό. Ο Ζέγγελης, μάλιστα, διαπιστώνει ότι όλα τα καταστροφικά φαινόμενα που συνδέονται με πλημμυρικές παροχές ή με μετατοπίσεις στις κοίτες των ποταμών όπως του Ρήσου, του Επταπόρου, του Γρανικού, του Σκάμανδρου, θεωρούνται δράσεις του Ποσειδώνα. Εξάλλου, τις εκρήξεις των ηφαιστείων τις συνδέει με τον Τυφωέα και τη Χίμαιρα. Αναφέρει μάλιστα ότι “…ο Τυφωεύς ήτο προσωποποίησις της ηφαιστειογόνου καταχθονίου δυνάμεως”.

Κωνσταντίνος Δ. Ζέγγελης (1870 – 1957).

Αυτός όμως που ασχολήθηκε συστηματικά με τον συμβολισμό πολλών μύθων ή περιγραφών που περιλαμβάνονται στα Ομηρικά έπη, είναι ο Johannes Baptista Friedreich, ο οποίος, σ’ ένα μνημειώδες σύγγραμα με τίτλο Die Realien in der Iliade und Odysee, που εκδόθηκε το 1851, ασχολείται με τη φυσική πραγματικότητα του περιεχομένου των έργων του Ομήρου, και κατ’ επέκταση με τους συμβολισμούς της φύσης στην ελληνική μυθολογία. Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά σε ό,τι έχει σχέση με το γεωπεριβάλλον και το γεωλογικό δυναμικό. Για παράδειγμα, θεωρεί τις Σειρήνες αλληγορία ενός φυσικού φαινομένου, και συγκεκριμένα τις συνδέει με τον ήχο που δημιουργείτο από την πρόσκρουση των ανέμων πάνω στα βράχια απόκρημνων ακτών.

Johannes Baptista Friedreich (1796 – 1862).

Θεοί, θεότητες και φύση

 Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν και κατά πόσο ένας θεός επινοήθηκε με αφορμή ένα φυσικογεωλογικό φαινόμενο ή αν προϋπήρχε και για κάποιους λόγους συνδέθηκε αργότερα με τη συγκεκριμένη φυσικογεωλογική δραστηριότητα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι πολλοί από τους θεούς των πρώτων τεσσάρων γενεών έχουν δημιουργηθεί λόγω ενός εξαιρετικής έντασης ακραίου φυσικογεωλογικού φαινομένου, που σκόρπισε τον τρόμο στους κατοίκους κάποιας περιοχής εξαιτίας των καταστροφών, όπως είναι ένας κατακλυσμός, ένας μεγάλος σεισμός, η έκρηξη ενός ηφαιστείου, μια περίοδος παρατεταμένης ξηρασίας. Άλλη περίπτωση είναι η συνεχής εξέλιξη ενός φυσικού φαινομένου, που καταλήγει σε ολοκληρωτική περιβαλλοντική καταστροφή, όπως συμβαίνει με τις κλιματοευστατικές κινήσεις, δηλαδή μεταβολές της στάθμης της θάλασσας που αλλάζουν αργά μεν, αλλά σταθερά, το παράκτιο τοπίο.

Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από την παρατήρηση ότι στην ελληνική μυθολογία δεν υπάρχουν θεοί ή θεότητες που να συνδέονται με φυσικογεωλογικά φαινόμενα που δεν παρατηρούνται στον ελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι τους παλαιότερους κατοίκους του τόπου μας δεν είχαν απασχολήσει φαινόμενα που συνδέονται με χαμηλές θερμοκρασίες όπως είναι τα παγωμένα εδάφη, οι πάγοι κ.λπ., αφού, ακόμα και αν είχαν εκδηλωθεί παρόμοια φαινόμενα κάποια περίοδο, δεν πρέπει να είχαν προκαλέσει καταστροφές τέτοιες που να είχαν χαραχθεί στη μνήμη τους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υπάρχει κάποια θεότητα που να αντιπροσωπεύει ή να συνδέεται με το ψύχος, το χιόνι ή τους παγετώνες, κάτι που συμβαίνει στη Βόρεια Ευρώπη και αποτυπώνεται στους εκεί μύθους. Οι παλαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου δεν χρειάζοντο μια τέτοια θεότητα, ούτε ως δημιουργό του φαινομένου ούτε ως προστάτη από αυτό. Απεναντίας, από το ελληνικό πάνθεον δεν απουσιάζει ο Τυφωέας, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν ανήκει στη ζώνη των μουσώνων ή των τυφώνων.

Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, όλοι σχεδόν οι ποταμοί είναι θεοί, και μάλιστα ανήκουν στην ίδια γενιά με τους έξι πρώτους Ολύμπιους θεούς, την τέταρτη. Κάθε ποταμός, όμως, αποτελεί ένα ενεργό υδάτινο φυσικογεωλογικό σύστημα που, με εξαίρεση τα σημερινά τους δέλτα, προϋπήρχαν και λειτουργούσαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια προτού εμφανιστεί στη Γη ο Homo sapiens, αλλά και το προγενέστερο είδος, ο Homo neanderthalensis. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη γεωπεριβαλλοντική παρατήρηση, προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Πότε θεοποιήθηκε, για παράδειγμα, ο Αχελώος ποταμός; Η απάντηση είναι απλή και αυτονόητη. Η θεοποίηση πρέπει να έγινε μετά την εμφάνιση του ανθρώπου. Με την κοινή λογική δεν μπορεί να υπάρξει θεός χωρίς τον άνθρωπο. Αν αποδεχτούμε, όμως, ότι ο Αχελώος ποταμός θεοποιήθηκε μετά την εμφάνιση του Homo, τότε ανακύπτει το επόμενο ερώτημα.

β) Ποιος απο τους δυο θεοποιήθηκε πρώτος, το φυσικογεωλογικό σύστημα, ο ποταμός Αχελώος, ή ο άνθρωπος Αχελώος, που θεωρείται γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ή της Γαίας, ή κάποιας νύμφης Ναϊάδας και ο οποίος, επειδή δεν υπέφερε τη λύπη για τη δυστυχία των θυγατέρων του Σειρήνων, έπεσε και πνίγηκε στον ποταμό;

Peter Paul Rubens, The Feast of Achelous, π. 1615, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ποταμός, προτού πάρει αυτό το όνομα, ονομαζόταν Θέστιος, από το όνομα του βασιλιά της Αιτωλίας, που ήταν γιος του Άρεως και της Πεισιδίκης, επειδή για άλλους λόγους έπεσε και εκείνος στον ποταμό και πνίγηκε και ακόμα πιο πριν τον αποκαλούσαν Άξενο, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρώτα θεοποιήθηκε το φυσικογεωλογικό φαινόμενο και στη συνέχεια ο βασιλιάς. Δεν είναι υπερβολή να δεχτούμε ότι ο βασιλιάς Αχελώος θεοποιήθηκε μέσω του ήδη θεοποιημένου ποτάμιου συστήματος.

Δεν υπάρχει κάποια περίπτωση που κάποιος ήρωας να θεοποιήθηκε; Και βέβαια υπάρχει. Μια από αυτές είναι ο ήρωας Ηρακλής, ο οποίος θεοποιήθηκε έπειτα από απόφαση όλων των Ολύμπιων θεών. Τον Ηρακλή, όμως, τον λάτρεψαν ως θεό κυρίως κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές πόλεις της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης, έχουν βρεθεί ιερά αφιερωμένα στον μεγαλύτερο ήρωα της εποχής εκείνης.

Ρωμαϊκή σαρκοφάγος του 3ου μ.Χ αιώνα με αναπαράσταση των άθλων του Ηρακλή.

Από τους θεούς της προηγούμενης γενιάς των Ολυμπίων, που είναι οι Τιτάνες, στην ουσία ένας είναι αυτός που ξεχωρίζει ως θεός: ο Κρόνος. Αυτόν υμνούν, σε αυτόν θυσιάζουν. Είναι ο αρχηγός των Τιτάνων, εκείνος που κυριάρχησε για πολλές χιλιάδες χρόνια στο θρησκευτικό-κοινωνικό στερέωμα, μέχρι τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου κλίματος, δηλαδή μέχρι τη χαραυγή της Εποχής του Χαλκού.

Οι Ολύμπιοι, με επικεφαλής τον Δία, αντιπροσωπεύουν το παγκόσμιο φυσικογεωλογικό δυναμικό, και παράλληλα την κοινωνικο-ψυχολογική θεώρηση και τις αντίστοιχες ανθρώπινες αξίες, όπως είχαν διαμορφωθεί έπειτα από χιλιάδων ετών εξέλιξη σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπεριβάλλον, με αλλαγές όμως άγνωστες στους μεταγενέστερους κατοίκους, αυτούς που έζησαν μετά τη σταθεροποίηση του κλίματος. Δεν είναι θνητοί που έγιναν θεοί, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι θεοί, στους οποίους οι αρχαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι προσέδωσαν ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσδιορίσουν ακόμα και τον τόπο γέννησης των περισσοτέρων. Ο Ποσειδών, σύμφωνα με τον Παυσανία, γεννιέται δίπλα σε μια πηγή που αναβλύζει νερό μέχρι σήμερα, στις πλαγιές του όρους Αλησίου, στη Μαντίνεια της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Δίας γεννήθηκε στο Λύκαιον όρος της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια άλλη, γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο Απόλλων και η Άρτεμις στη Δήλο, η Αφροδίτη στην Κύπρο.

 

Ελληνική μυθολογία

Κυριαρχεί η άποψη ότι η ελληνική μυθολογία, που συναρπάζει και συγκινεί εδώ και χιλιάδες χρόνια όχι μόνο τους Έλληνες κάθε ηλικίας, αλλά και πολλούς άλλους λαούς, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημανθεί ότι, μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., οι Έλληνες πίστευαν ότι η μυθολογία αντιπροσωπεύει την πραγματική ιστορία των προγόνων τους. Ο Θουκιδίδης, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, πίστευε ότι ο Τρωικός Πόλεμος ήταν πραγματικότης και ότι διαδραματίστηκε όπως περίπου τον περιγράφει ο Όμηρος.

Ο Ευριπίδης αντίθετα, καίτι σύγχρονος του Θουκιδίδη, πίστευε ότι ολόκληρος ο μυθικός κόσμος είναι φανταστικός. Πρόκειται για την εποχή όπου ξεκινά η αμφισβήτηση της ιστορικότητας των μύθων. Μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι ανασκαφές του Schliemann τόσο στην Τροία όσο και στις Μυκήνες, αποδεικνύουν ότι ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε πράγματι χώρα, υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να αρνούνται ότι ο μύθος έχει έστω και κάποιον ιστορικό πυρήνα.

Η πλειονότης δέχεται ότι μέσα από τους μύθους, το περιεχόμενο των οποίων είναι άλλοτε τραγικό ή ηρωικό, άλλοτε διασκεδαστικό ή τρομακτικό, που συνδέονται με θεούς και ημίθεους ή ατρόμητους και υπερφυσικούς ήρωες, που κατοικούν στα βάθη της θάλασσας ή ακόμα και στο εσωτερικό της γης, αναδύονται υψηλά νοήματα και διδάγματα τέτοια, που καθοδήγησαν την κοινωνία του αρχαίου κόσμου και συνεχίζουν να καθοδηγούν αρκετούς ταγούς της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας. Ο σεβασμός στο θείο, η αντρειοσύνη, η φιλοπατρία και η αγάπη για τη ζωή, η εντιμότητα και η αξία της φιλίας, ο έρωτας, η αυτοθυσία και πλείστα άλλα νοήματα και διδάγματα αναδύονται από τις ιστορίες που περιγράφονται με τόση γλαφυρότητα και τόσο ποιητικά, ώστε η ελληνική μυθολογία έχει αποκτήσει διαχρονική αξία τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Θεοί και ήρωες, όπως ο Δίας και ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας, ο Ωκεανός και ο Κρόνος, η Ευρώπη και ο Άτλας, καθώς και πολλοί άλλοι, είναι γνωστοί στα πέρατα του κόσμου κι έχουν δώσει το όνομά τους σε ολόκληρες ηπείρους ή έχουν ταυτιστεί με τεράστια φυσικογεωγραφικά συστήματα. Όλοι αυτοί λοιπόν, θεοί, ημίθεοι, ήρωες κ.λπ., σύμφωνα με την πλειοψηφία των επιστημόνων που ασχολούνται με την ελληνική μυθολογία, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η ελληνική μυθολογία είναι αποκομμένη από το φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι – δίχως να απορρίπτω τη διδακτική διάσταση της ελληνικής μυθολογίας – οι περιγραφές των μύθων είναι η κρυπτογραφημένη ιστορία των κατοίκων που έζησαν στον ευρύτερο αιγαιακό και περιαιγαιακό χώρο από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή μέχρι το λυκαυγές της ιστορικής εποχής. Αυτό σημαίνει ότι ο πυρήνας των περισσοτέρων μύθων πρέπει να εμπεριέχει κάποιο σπέρμα ιστορικής αλήθειας. Αν κάποιος αρχαιολόγος ακούσει αυτές τις απόψεις, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα αντιδράσει αρνητικά και θα θέσει αμέσως το ερώτημα-άποψη ότι όλα τα παραπάνω δεν τεκμηριώνονται αρχαιολογικά. Και θα έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά τεκμήρια.

Η δραστηριότητα όμως ενός θεού ή ενός ήρωα δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί με αρχαιολογικά τεκμήρια. Γενικότερα, ακόμα και αν ένας ήρωας έχει δραστηριοποιηθεί σε περιόδους όπου ο άνθρωπος έχει αφήσει ολόκληρα μνημεία πίσω του, όπως για παράδειγμα οι ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής, είναι αδύνατο να έχει αφήσει κάποιο έργο που να μπορεί να μελετηθεί και να αξιολογηθεί με μεθόδους καθαρά αρχαιολογικές. Ένας ποταμός-θεός, όπως για παράδειγμα ο Ασωπός ή ο Αχελώος, τι μπορεί να έχει αφήσει πίσω του που θα βρεί ένας αρχαιολόγος ή ένας ιστορικός επιστήμονας που ασχολείται με την προϊστορική εποχή, και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τα γραφόμενα και στη συνέχεια να χρονολογήσει τη δραστηριότητά του;

Κι όμως, ένας ποταμός μπορεί να δώσει πάρα πολλές πληροφορίες!

Ο ποταμός Αχελώος, για παράδειγμα, όπως και κάθε άλλος ποταμός, είναι ένα φυσικογεωλογικό σύστημα που αποτελείται από επιμέρους συστήματα, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του φυσικογεωλογική ιστορία. Έτσι, ο ποταμός-θεός Αχελώος αποτελείται από τον άνω ρου, την κοίτη του, τις αναβαθμίδες του, τις αποθέσεις του δέλτα, τις παλαιότερες και νεότερες λίμνες που έχουν κατά καιρούς σχηματιστεί είτε μπροστά από τις εκβολές του είτε πίσω από αυτές, έχει τους μαιάνδρους του, που μεταβάλλουν συνεχώς θέσεις στο διάβα του χρόνου. Όλα αυτά τα επιμέρους φυσικογεωλογικά συστήματα διαθέτουν και από μια διαφορετική φυσικογεωλογική ιστορία, αφού ούτε δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, ούτε την ίδια στιγμή εξαφανίστηκαν, καταστράφηκαν ή έπαψαν να λειτουργούν, επειδή το καθένα από αυτά συνδέεται με διαφορετικές φυσικογεωλογικές διεργασίες και συνθήκες που δεν είναι σταθερές, αλλά συνεχώς μεταβάλλονται.

Ένα θεοποιημένο φυσικογεωγραφικό σύστημα, όπως είναι ένας ποταμός, δεν έχει καταγράψει τη φυσικογεωλογική του ιστορία χρησιμοποιώντας κάποιου είδους γραφή, όπως πράττουν οι άνθρωποι προκειμένου να καταγράψουν τις δικές τους δραστηριότητες. Ένα ποτάμιο σύστημα χρησιμοποιεί τα δικά του γράμματα, που είναι οι κροκάλες και η άμμος, η ιλύς και οι άργιλοι που έχει αφήσει στα διάφορα στρώματα των αποθέσεών του και που αποτελούν τις σελίδες της αυτοβιογραφίας του. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ποτάμιο σύστημα έχει φροντίσει να αφήσει και ορισμένα υπολείμματα οργανισμών – φυτικών ή ζωικών – που μας επιτρέπουν να σελιδοποιήσουμε και να χρονολογήσουμε όλες τους τις μεταβολές.

Ο ποταμός-θεός Αχελώος.

Καθεμία λοιπόν από αυτές τις φυσικογεωλογικές διεργασίες είναι δυνατόν να χρονολογηθεί σήμερα, με την εφαρμογή διαφόρων εργαστηριακών μεθόδων, που άλλοτε είναι φυσικές, άλλοτε χημικές, άλλοτε παλαιοντολογικές κ.λπ., ή με συνδυασμό όλων των παραπάνω. Διεργασίες, τις οποίες μπορεί σήμερα να μελετήσει ένας εξειδικευμένος γεωλόγος και, σε συνεργασία με άλλους γεωεπιστήμονες, να τις χρονολογήσει. Κάθε ποταμός-θεός, επομένως, έχει καταγράψει τη δική του φυσικογεωλογική αυτοβιογραφία. Εάν λοιπόν οι δραστηριότητες ενός θεού ή ήρωα της μυθολογίας συμπίπτουν με εκείνες που συμμετέχουν σε κάποια φυσικογεωλογική διεργασία, τότε είναι δυνατόν να χρονολογηθεί η αναφερόμενη στη μυθολογία “θεϊκή δραστηριότητα”. Βεβαίως, η ακρίβεια της χρονολόγησης τις περισσότερες φορές δεν είναι τόσο μεγάλη, δεν είναι δηλαδή σαν κι αυτή που μας έχει συνηθίσει η αρχαιολογία, σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, είναι ικανοποιητική.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, ένας από τους λόγους που έχει δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση στον πολύ κόσμο ότι η μυθολογία των Ελλήνων είναι ένα ωραίο παραμύθι συνδέεται με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αγνοείται από όλους η εξέλιξη του γεωπεριβάλλοντος κατά την κρίσιμη εποχή από τότε που άρχισε να αλλάζει το κλιματικό καθεστώς. Ο όρος “αγνοείται” ενδεχομένως να μην είναι ακριβής, επειδή οι πάντες ισχυρίζονται ότι έχουν αντιληφθεί πως το περιβάλλον μάλλον δεν παραμένει σταθερό, όμως (α) μέχρι τούδε δεν έχει ποσοτικοποιηθεί αυτή η μεταβολή και (β) ουδόλως λαμβάνεται ακόμα υπόψη στο όποιο σκεπτικό, στον οποιοδήποτε σχεδιασμό ή στην οποιαδήποτε ερμηνεία ενός μύθου.

Γεωμυθολογία: Ερμηνεύοντας τα ανεξήγητα

 

Ο Ηλίας Δ. Μαριολάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) και της Ελληνικής Γεωλογικής

 

 

Ελένη Γαβρά: Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Ελένη Γαβρά

Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου.

 

Το πλαίσιο της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων

Η Μικρασιατική καταστροφή σημειώνεται στη νεοελληνική ιστορία ως «οδυνηρός» σταθμός, σημαίνοντας παράλληλα την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η απότομη μεταβολή των δημογραφικών χαρακτηριστικών και της γεωγραφικής κατανομής του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν συνέπειες της μαζικής άφιξης των προσφύγων στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάννης. Η απογραφή του 1928 φαίνεται να είναι η μόνη ακριβής βάση δεδομένων, η οποία καταγράφοντας έναν αριθμό 1.221.849 προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτούς και των προερχόμενων από Βουλγαρία, Καύκασο, ανατολική Θράκη και Κωνσταντινούπολη, τους διακρίνει σε «αστούς» (673.025 τον αριθμό) και «αγρότες» (578.824 τον αριθμό). 1 Οι δυο αυτές κατηγορίες –«αστοί» και «αγρότες»- υποδήλωναν τον τρόπο αποκατάστασης 2 των προσφύγων, όχι όμως την προέλευση ή την επαγγελματική κατάσταση των ομάδων ή των ατόμων. 3

Το πρόβλημα της στέγασης στην προσφυγική Ελλάδα αναγνωρίστηκε, κατά γενική ομολογία, ως το πρωταρχικό και επείγον. Αυτή η σημασία εξάλλου, προέκυπτε ως λογικό επακόλουθο των επάλληλων και πληθωρικών προσφυγικών ρευμάτων εκείνης της περιόδου, τα οποία είχαν ως πρώτο αποτέλεσμα να κατακλυσθούν πρωτίστως τα αστικά κέντρα από πρόσφυγες. Οι τελευταίοι, με την άφιξή τους –και ενόσω διαρκούσε ακόμη η Έξοδος, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο σε χώρους δημόσιας χρήσης κυρίως, 4 μοιραία και παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών της Ελλάδας, αποδεκατίζονταν από την πείνα και τις επιδημίες.5 Η κατάσταση αυτή, διογκώνοντας την κοινωνική ένταση, υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να δραστηριοποιηθεί, δημιουργώντας αρχικά μηχανισμούς -στο πλαίσιο των υφισταμένων τότε δημοσίων υπηρεσιών του- και απευθυνόμενο, στη συνέχεια, προς τη Διεθνή Κοινότητα.6

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.

Θεσμικό και πολεοδομικό πλαίσιο

Σειρά θεσμικών εργαλείων και ρυθμίσεων συναφών με ζητήματα εποικιστικής πολιτικής -οικιστικής εγκατάστασης και ανασυγκρότησης περιοχών στον αστικό και αγροτικό χώρο- είχαν εμφανιστεί ήδη από τις προηγούμενες περιόδους των προσφυγικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο. Αξίζει να αναφερθούμε σχετικά σε ορισμένους από τους νόμους αυτούς, θεωρώντας τους κυρίαρχους στη διαμόρφωση του χάρτη των πρώτων πολεοδομικών ρυθμίσεων για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των πρώτων προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέκυψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτιμάται ότι αυτές είναι μάλλον διάσπαρτες και «δεν επηρεάζουν την εξέλιξη του δικτύου των οικισμών της χώρας».7 Η εποικιστική πολιτική της αντίστοιχης περιόδου κρίνεται μάλλον αποσπασματική, τα δε θεσμικά εργαλεία που αναφέρονται σχετικά (ψηφίσματα ή νόμοι), φαίνεται ότι προκύπτουν κατά περίπτωση. Το προσφυγικό ζήτημα εισέρχεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη περίοδο για τη χώρα με την απαρχή του 20ού αιώνα, όταν παρατηρούνται και οι έντονες πλέον μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθο των βαλκανικών πολέμων αρχικά και της μικρασιατικής ήττας και καταστροφής στη συνέχεια. Τότε, το πλαίσιο των ρυθμίσεων επαναπροσδιορίζεται και οι προσπάθειες σχεδιασμού τίθενται σε νέα βάση.

Ο πρώτος σχετικός Νόμος ΓΣΒ/1907 «περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία και περί Ιδρύσεως Γεωργικού Ταμείου», παράγωγο της κρατικής μέριμνας που ακολούθησε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (στα 1881) όριζε, για τη συγκεκριμένη περιφέρεια του ελλαδικού κράτους, χώρους εγκατάστασης (συνοικισμούς) για τους ομογενείς «εξ Ανατολικής Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Ρωμυλίας….από κοινού προς τους Θεσσαλούς εγκατοίκους».8

Επτά χρόνια αργότερα (1914), η Κεντρική Επιτροπή η οποία συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως κύριο σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ανέλαβε τη γεωργική εγκατάσταση και περίθαλψη συνολικά 174.000 ομογενών προσφύγων.9 Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς πρόσφυγες από τον Καύκασο και Πόντο (1917), από την Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία (1918-1919). Συνέπεια των γεγονότων αυτών, το κράτος, στο πλαίσιο δημιουργίας κανονιστικών ρυθμίσεων και εφαρμογής –κατ’ αναλογία- μιας στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής, θέσπισε τους νόμους 350/1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» και 351/1914 «περί του τρόπου αγοράς χωρίων ή τμημάτων αυτών υπό των εποίκων προς ιδία αυτών γεωργική εκμετάλλευση». Οι νόμοι αυτοί, σε συνδυασμό με σειρά άλλων νομοθετημάτων ή διαταγμάτων, αποτελούν κύρια θεσμικά εργαλεία δημιουργίας νέων συνοικισμών για την ιστορική εκείνη περίοδο.10 Ωστόσο, η διαδικασία σχεδιασμού, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων αποκατάστασης της περιόδου εκείνης, οδηγήθηκε σε περιθωριοποίηση: το σχέδιο συχνά έδινε μόνο κατευθύνσεις, επιτρέποντας στους δικαιούχους την άμεση παρέμβαση και τη στοιχειώδη –κατά περίπτωση- ενίσχυση ως προς τα υλικά κατασκευής.11

Εντωμεταξύ, η ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας (1914) και η δραστηριοποίηση σ’ αυτό του Αλ. Παπαναστασίου (1914-1917), συνδυάζονται με την μετατόπιση του ενδιαφέροντος άσκησης εφαρμογής της ελληνικής πολεοδομίας από το κέντρο στις βορειοελλαδικές πόλεις, γεγονός που καταδεικνύεται από τον εκπληκτικό αριθμό πολεοδομικών σχεδίων που υλοποιούνται και αφορούν μικρές και μεσαίες πόλεις και κωμοπόλεις, κέντρα πόλεων και προσφυγικούς συνοικισμούς στις Νέες Χώρες και δη στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλόγως με τον προγραμματισμό του αστικού χώρου κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, εξελίσσονται και οι θέσεις που αφορούν τον εποικισμό της υπαίθρου και την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, συμπληρωματικές προς εκείνες της προγενέστερης περιόδου εποικιστικής πολιτικής στην Ελλάδα.12

Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Εκτιμάται ότι, παρά τον «παροπλισμό» τους κατά την εφαρμογή στην κρίσιμη εκείνη ιστορική περίοδο, τα διατάγματα αυτά έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα πολεοδόμησης και οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για κοινωνική κατοικία. Ωστόσο, παρότι διαφαίνεται από πλευράς θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών εφαρμογής η δυνατότητα παροχής κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο, όμως κάτω από την πίεση των συνθηκών (αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων τα οποία συρρέουν στη χώρα) διολισθαίνει η ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας. 13

Παράλληλα προς το νομοθετικό έργο εκείνης της περιόδου, ιδιαιτέρως πλούσιο και σε νομοθετήματα πολεοδομικού σχεδιασμού, ο κρατικός μηχανισμός έχοντας ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τις προγενέστερες περιόδους στον τομέα της αποκατάστασης και περίθαλψης των προσφύγων- ενεργοποιήθηκε μέσω διαφόρων σχημάτων, φορέων, επιτροπών.14 Ωστόσο, και παρά τις καλές σχεδιαστικές και ρυθμιστικές προθέσεις και προϋποθέσεις, ο κρατικός μηχανισμός – υπό την πίεση των συνθηκών και το επείγον του χαρακτήρα της παρέμβασης- κατέληξε να λειτουργήσει με αποσπασματικότητα και ταχύτητα, συχνά δε και με προχειρότητα, κατά περίπτωση. 15 Εντωμεταξύ, ο Νόμος του 1927 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποτέλεσε τον προπομπό στην καθιέρωση της αστικής πολυκατοικίας. Εξάλλου, η προσφυγική κατοικία, βασικό παράγωγο της κοινωνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα, όπως και η αστική πολυκατοικία, εντάχθηκαν στο πεδίο των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων της εποχής.16

Ας σημειωθεί ότι, οι προσφυγικοί οικισμοί απευθύνονταν σε πληθυσμό με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Παρόλο δε τον σαφή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ρυθμίσεων, όσον αφορά τη δημιουργία των οικισμών αυτών (πρβ. σχετικά το νομοθετικό διάταγμα του 1923, όπως προαναφέρθηκε στο ίδιο κεφάλαιο), οι λόγοι της γένεσής τους και η διαδικασία του επείγοντος ως προς την υλοποίηση, οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε σε αποσπασματικότητα και προχειρότητα των επιμέρους λύσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ιδίως των αστικών σχηματισμών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, σχετικά απομονωμένοι στην περιφέρεια, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, καθοδηγούμενης από την τάση αφενός να διατηρηθεί αναλλοίωτη η δομή της υπάρχουσας πόλης, αφετέρου να διασφαλίζεται η ομοιογένεια ως προς το κοινωνικό περιβάλλον του ίδιου του αστικού προσφυγικού συνοικισμού.17

Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική κατανομή των προσφύγων στα διαμερίσματα της χώρας δεν ακολούθησε κανένα οργανωμένο σχεδιασμό, παρά έγινε με κριτήρια άμεσης παρέμβασης, προς ικανοποίηση της έκτακτης ανάγκης.18 Ένα από τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος στην προσφυγική Ελλάδα, αυτό της επίταξης ακινήτων, νομοθετημένο από την τότε επαναστατική κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανεπαρκές. Το μέτρο αυτό, ως μέρος της κρατικής κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων, προβλέποντας έως και επιτάξεις σπιτιών εντός πόλεων, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία έντονου κλίματος δυσαρέσκειας αφενός εναντίον του κράτους, όπως και εναντίον των ίδιων των προσφύγων.19

 

Οι κρατικοί και οι διεθνείς μηχανισμοί για την αποκατάσταση των προσφύγων

Στις 3-11-1922 η Πολιτεία αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), ενός ανεξάρτητου κρατικού οργάνου, το οποίο στελεχωμένο από Έλληνες, μεταξύ των οποίων και πρόσφυγες, παράλληλα με το Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως ανέλαβε την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων.20 Το Τ.Π.Π. διαλύθηκε τον Μάιο του 1925, όχι επειδή εξέλιπαν οι λόγοι δημιουργίας του, αλλά εξαιτίας της ίδρυσης –ήδη από το 1923- της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.),21 μιας αυτόνομης και ανεξάρτητης οργάνωσης, η οποία έχοντας ως πρωταρχικό λόγο σχηματισμού της τη διαχείριση των πόρων του δανείου της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.) προς την Ελλάδα, θα αναλάμβανε και την κύρια ευθύνη της αποκατάστασης των προσφύγων. Θα επισημάνουμε ότι, όσον αφορά το ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων μέσω του Τ.Π.Π. και παρά το γεγονός της φαινομενικά «πρόχειρης» έως «ευτελούς» αντιμετώπισής του κάτω από την πίεση της επείγουσας ανάγκης, η συμβολή του κρίνεται καθοριστική για τη στέγαση «χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τους συνοικισμούς της Κοκκινιάς, Καισαριανής, Βύρωνα και Νέας Ιωνίας».22 Επίσης, το Τ.Π.Π., εκτός από τους αστικούς συνοικισμούς στα περίχωρα της Αθήνας, είχε αναλάβει την κατασκευή και τριών αντίστοιχα, στην επαρχία: Έδεσσα, Βόλο και Ελευσίνα. Το διάστημα αυτό της λειτουργίας του Τ.Π.Π. θεωρείται και ως η πρώτη περίοδος εφαρμογής κρατικής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, ιδίως στον τομέα της στέγασης.23

Το έργο αυτό του Τ.Π.Π. ανέλαβε –ως κύριο καθήκον της- να συνεχίσει η Ε.Α.Π., συμπληρώνοντας τις εργασίες που είχε αρχίσει, ήδη από το 1922, η ελληνική κυβέρνηση στους παραπάνω συνοικισμούς, προωθώντας δε στη συνέχεια προς υλοποίηση και νέα προγράμματα αποκατάστασης αστών προσφύγων. 24 Ωστόσο, και παρά τις αρχικές προγραμματικές θέσεις της Επιτροπής, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν θα της επέτρεπαν να αναλάβει το εγχείρημα μιας πλήρους αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, κατ’ αναλογία της ολοκληρωμένης αγροτικής αντίστοιχης, περιορίζοντας τη δραστηριότητά της όσον αφορά τον αστικό χώρο, μόνο στις κατασκευές κατοικιών. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκθέσεις της Επιτροπής, η τελευταία –μετά το πέρας του αγροτικού εποικισμού- ανέλαβε τη διαχείριση των τεσσάρων μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας, όπως και όσων είχαν ξεκινήσει να κτίζονται στην επαρχία, προωθώντας παράλληλα την κατασκευή ανεξάρτητων προσφυγικών κατοικιών.25

Εορταστική εκδήλωση για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου. Διακρίνονται σε αναμνηστική φωτογραφία, ανάμεσα σε ορφανά προσφυγόπουλα, που βρίσκονται υπό τη φροντίδα της Near East Relief, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ανάμεσά τους ο Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Αθήνα, Φεβρουάριος 1924 ©Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π. Πουλίδη Πηγή:www.lifo.gr

Όσον αφορά την ολοκλήρωση του έργου της εγκατάστασης, η Επιτροπή –παραλαμβάνοντας, όπως προαναφέρθηκε το έργο του Τ.Π.Π.- ανέλαβε τη συνολική ευθύνη, ιδιαιτέρως για τον αγροτικό χώρο. Εξάλλου, η αγροτική αποκατάσταση –σε σχέση με την αστική- μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και «ανώδυνα», χωρίς να επιβάλλεται επαναπροσδιορισμός της ήδη υφιστάμενης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν κυρίως στη γεωργική παραγωγή. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι, στην ελληνική ύπαιθρο έως τα τέλη του 1928 δημιουργήθηκαν από την Ε.Α.Π. περί τους 2.000 αγροτικούς οικισμούς, οι περισσότεροι προσαρτημένοι σε ήδη υφιστάμενους και οι υπόλοιποι νέοι. Στους οικισμούς αυτούς εγκαταστάθηκαν περίπου 150.000 οικογένειες, οι περισσότερες δε από αυτές στη Μακεδονία και Θράκη.26

 

Συμπεράσματα

Γενικότερα, στην προσφυγική Ελλάδα η απόκτηση στέγης αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους, αναλόγως του φορέα παροχής.27 Το αντίτιμο των κατοικιών, από πλευράς των προσφύγων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταβαλλόταν, ενώ η ίδια η Πολιτεία, όντας ιδιαιτέρως ελαστική και εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, παρέβλεπε ακόμη και τις καταλήψεις ακινήτων ή την εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση, φαινόμενο περισσότερο συχνά απαντώμενο στον αστικό παρά στον αγροτικό χώρο. Σε πολεοδομικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι, οι οικισμοί ακολουθώντας απλούστατες γεωμετρικές χαράξεις -επακόλουθο του κατατεμαχισμού και της οικοπεδοποίησης της περιαστικής γης, δεν υπάκουαν σε κατευθύνσεις σχεδιασμού οι οποίες προέβλεπαν παράλληλα και τον στοιχειώδη κοινωνικό εξοπλισμό.28

Αντιπροσωπευτικό της εικόνας στέγασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και της ποικιλίας των τύπων εγκατάστασης που είχαν επικρατήσει, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, προερχόμενο από εκθέσεις της Ε.Α.Π.:

«…Καλά ή άσχημα, χιλιάδες κατεστραμμένα ή εγκαταλειμμένα σπίτια ξαναχτίζονται σχεδόν όλα σε κάποια γωνιά της Ελλάδας. Άλλοτε μέσα στα μεγάλα αστικά οικοδομικά τετράγωνα ολοκαίνουργια ή μέσα σε τυποποιημένα διαμερίσματα των αστικών περιχώρων, σε αγροικίες στην ύπαιθρο ή μέσα σε προσωρινές παράγκες, μέσα σε μεγάλα επιταγμένα κτίρια ή άλλοτε πάλι μέσα σε ετοιμόρροπα τεμένη, όπου η κάθε οικογένεια οριοθετεί με κουβέρτες ή ψάθες ριγμένες ολόγυρα το μικρό δικό της χώρο, παραδίπλα στο μικρό χώρο των γειτόνων. Έτσι αυτοί οι ξεριζωμένοι ξαναφτιάχνουν ένα σπιτικό, για να μαζεύονται εκεί το βράδυ ή να αναπαύονται στις αργίες. Συχνά αυτό το σπιτικό καταλαμβάνει μόνο ένα χώρο δέκα τετραγωνικών μέτρων ανάμεσα σε πολλών δεκάδων άλλων οικογενειών το σπιτικό…».29

 

Η Ελένη Γαβρά είναι Καθηγήτρια Οικιστικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Αντώνης Κλάψης: Ο διακανονισμός της Λωζάννης

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Αντώνης Κλάψης

Ο διακανονισμός της Λωζάννης

 

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Ανακωχή των Μουδανιών

Η στρατιωτική ήττα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία, η οποία ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922, έδωσε τη χαριστική βολή στη Συνθήκη των Σεβρών. Πλέον, ήταν φανερό ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένας νέος συμβατικός διακανονισμός, ο οποίος θα αντανακλούσε τα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της αρνητικής για την Ελλάδα εξέλιξης της πολεμικής αναμέτρησης με τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν θα βρισκόταν στη θέση της διεκδικήτριας εδαφών, όπως είχε συμβεί μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα θα όφειλε να εστιάσει τις προσπάθειές της στην αποφυγή περαιτέρω απωλειών από εκείνες που είχε ήδη δρομολογήσει η Μικρασιατική Καταστροφή.

Παράλληλα με τις νίκες τους εναντίον του ελληνικού στρατού, οι κεμαλικές δυνάμεις έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο πλήρους ξεριζωμού του ελληνικού στοιχείου. Σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί και άλλες βιαιοπραγίες συνέθεταν την εικόνα του διωγμού, η οποία συμπληρωνόταν από την αιχμαλωσία και την υποβολή σε εξοντωτικά καταναγκαστικά έργα των αμάχων ανδρών ηλικίας 18-45 ετών. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, αλλά και πολλοί Αρμένιοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο στην Ελλάδα, η οποία έγινε αποδέκτης ενός πρωτοφανούς προσφυγικού ρεύματος. Η πυρπόληση της Σμύρνης, σε συνδυασμό με τον μαρτυρικό θάνατο του μητροπολίτη της πόλης Χρυσόστομου, αποτέλεσαν το επιστέγασμα της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού.[1]

Στην Ελλάδα, η Μικρασιατική Καταστροφή δρομολόγησε καταιγιστικές εξελίξεις, με κορυφαία όλων την εκδήλωση κινήματος στις τάξεις των διασωθέντων μονάδων της νότιας στρατιάς της Μικράς Ασίας, τα οποία είχαν μεταφερθεί στη Λέσβο και στη Χίο. Επικεφαλής της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου» τέθηκαν οι συνταγματάρχες Στυλιανός Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Οι επαναστάτες ζήτησαν την άμεση παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της κυβέρνησης, τη διάλυση της Βουλής και την ενίσχυση του μετώπου της Θράκης. Προκειμένου να αποδείξουν την αποφασιστικότητά τους, διέταξαν την αποβίβαση τμημάτων των επαναστατημένων στρατιωτικών δυνάμεων στο Λαύριο, απαιτώντας τελεσιγραφικά πλέον την εκπλήρωση των απαιτήσεών τους˙ σε διαφορετική περίπτωση, δήλωναν ότι θα βάδιζαν εναντίον της Αθήνας. Ανήμπορος να αντιδράσει, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του διαδόχου, ο οποίος ανήλθε στο θρόνο ως Γεώργιος Β΄. Παράλληλα, συγκροτήθηκε νέα κυβέρνηση, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου».[2]

Η αλλαγή προσώπων δεν αρκούσε για να αναστρέψει τα αποτελέσματα της ελληνικής ήττας στη Μικρά Ασία. Η εξαιρετικά δυσμενής θέση της Ελλάδας επιβεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφισβήτηση ήδη από την επαύριον της ελληνικής συντριβής στο μικρασιατικό μέτωπο. Στις 20 Σεπτεμβρίου/3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά της Προποντίδας ξεκίνησαν οι εργασίες διεθνούς διάσκεψης με στόχο τη διαπραγμάτευση όρων ανακωχής που θα έθεταν το πλαίσιο τερματισμού των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην κεμαλική Τουρκία. Ωστόσο, στη διάσκεψη δεν προσκλήθηκε η ελληνική πλευρά, αλλά οι διαβουλεύσεις έγιναν, ερήμην της Ελλάδας, ανάμεσα σε αντιπροσώπους αφενός της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αφετέρου της Τουρκίας. Η συζήτηση δεν αφορούσε πλέον στη Μικρά Ασία, αλλά στο μέλλον της Ανατολικής Θράκης, την οποία η Άγκυρα θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού κράτους. Το τελικό κείμενο, το οποίο υπογράφηκε στις 28 Σεπτεμβρίου/11 Οκτωβρίου 1922, προέβλεπε την άμεση αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ανατολική Θράκη και την αποκατάσταση των τουρκικών αρχών στην περιοχή μέσα σε διάστημα 30 ημερών. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί εκ των υστέρων τους επαχθείς όρους.[3] Στις 2/15 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός άρχισε να εκκενώνει την Ανατολική Θράκη. Όπως ήταν αναμενόμενο, την ίδια πορεία ακολούθησε σύσσωμος ο ελληνικός της πληθυσμός. Ένα δεύτερο προσφυγικό ρεύμα προς την Ελλάδα της τάξης των 250.000 ανθρώπων προστέθηκε σε εκείνο που είχε ήδη δημιουργηθεί από τη Μικρά Ασία.[4]

Το κτήριο (σήμερα μουσείο) στα Μουδανιά, όπου έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις για την ανακωχή.

Η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης: το διαπραγματευτικό πλαίσιο

Για τη διευθέτηση όλων των ζητημάτων –όχι μόνο εκείνων που παρουσίαζαν ελληνικό ενδιαφέρον– τα οποία αφορούσαν στην Τουρκία και παρέμεναν εκκρεμή μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συγκλήθηκε τον Νοέμβριο του 1922 η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάννης. Ανταποκρινόμενος στην έκκληση της επαναστατικής κυβέρνησης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τέθηκε επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στην ελβετική πόλη. Η αποστολή που αναλάμβανε ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στο Παρίσι λίγα χρόνια νωρίτερα, η Ελλάδα προσερχόταν πλέον στις διαπραγματεύσεις όχι ως νικήτρια, αλλά ως ηττημένη ενός πολέμου και μάλιστα με το πρόσθετο δυσβάσταχτο βάρος της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συνακόλουθη πιεστική ανάγκη περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η Ανακωχή των Μουδανιών είχε ήδη καταστήσει αναπόφευκτη την οριστική απώλεια και της Ανατολικής Θράκης. Χωρίς να διαθέτει σχεδόν κανένα διεθνές έρεισμα, η ελληνική πλευρά καλούνταν να αντιμετωπίσει τις διευρυμένες τουρκικές αξιώσεις, οι οποίες περιλάμβαναν τη Δυτική Θράκη και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου.[5]

24 Ιουλίου 1923. Η καταληκτήρια συνεδρία στο Palais de Rumine της Λωζάννης.

Η δυσμενής διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας κατέστη ακόμα χειρότερη εξαιτίας της καταδίκης σε θάνατο πέντε επιφανών πολιτικών ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης και του τελευταίου αρχιστράτηγου της ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας ως υπαίτιων για την Καταστροφή. Οι διεθνείς πιέσεις που ασκήθηκαν (κυρίως από τη βρετανική πλευρά) για την αποτροπή των εκτελέσεων δεν είχαν αποτέλεσμα.[6] Το πρωί της 15ης/28ης Νοεμβρίου οι έξι εκτελέστηκαν στο Γουδί. Την ίδια ημέρα, υλοποιώντας τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του, ο Βρετανός πρεσβευτής εγκατέλειψε την Αθήνα. Οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ελλάδα διακόπηκαν, επιτείνοντας έτσι την ελληνική διπλωματική απομόνωση, την ώρα που η βρετανική υποστήριξη ήταν απολύτως απαραίτητη στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει στη Λωζάννη.[7]

Το πρώτο ελληνικού ενδιαφέροντος ζήτημα που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο της χάραξης των χερσαίων ελληνοτουρκικών συνόρων. Ως προς την Ανατολική Θράκη, η παραχώρησή της στην Τουρκία είχε προδιαγραφεί με την υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών. Ο Βενιζέλος το είχε έγκαιρα κατανοήσει και, ήδη πριν από την έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης είχε ξεκαθαρίσει τη στάση που θα τηρούσε:

Εδέχθην να υπηρετήσω την κυβέρνησιν της Ελλάδος, ασχέτως μάλιστα προς τ’ αποτελούντα αυτήν πρόσωπα, διότι έβλεπα και εξ άλλων τεκμηρίων και εκ της αναγνώσεως αυτού του φιλελευθέρου τύπου των Αθηνών, πόσον ολίγον αντελαμβάνετο ο κόσμος αυτού κάτω το μέγεθος της καταστροφής. Ο φιλελεύθερος τύπος και μετά την καταστροφήν εν Μικρασία επερίμενεν ότι, άμα κατήρχετο του θρόνου ο Κωνσταντίνος, ουδέν θα υπήρχε πλέον κώλυμα όπως ριφθώμεν εις τας αγκάλας των πρώην συμμάχων μας. Έβλεπα δε ότι η Επανάστασις ήρχετο με πρόγραμμα συνεχίσεως του πολέμου προς διάσωσιν της Αν. Θράκης και έκρινα ότι επεβάλλετο ν’ αποδεχθώ την επιβληθείσαν μοι υπηρεσίαν, διά να ειμπορέσω να είπω και προς την Επανάστασιν και προς τον ελλην. λαόν ότι η Αν. Θράκη εχάθη ήδη και δεν υπολείπεται παρά να ίδωμεν τι ειμπορεί ακόμη να σωθή, διά να μη φθάσωμεν εις πληρεστέραν ακόμη καταστροφήν. Εδέχθην ακόμη την εντολήν, διότι άλλως θα υπετίθετο ότι προσωπικός εγωισμός με ημπόδιζε να δεχθώ, διά να αποφύγω την τραγικήν ανάγκην να υπογράψω εξ ονόματος της Ελλάδος την συνθήκην της ήττης και δεν ήθελα να δώσω εις τους συμπολίτας μου το κακόν αυτό παράδειγμα της προτάξεως του εγώ υπέρ το κοινόν συμφέρον.[8]

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέρχεται από τον πύργο του Ouchy, όπου πραγματοποιήθηκε μέρος των διαπραγματεύσεων.

Ο ρεαλισμός του Βενιζέλου βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία αφενός με τη σύγχυση που εξακολουθούσε να επικρατεί στην Ελλάδα, αφετέρου με την αδυναμία κυβέρνησης και κοινής γνώμης να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν με πάθος ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει την παράδοση της Ανατολικής Θράκης ήταν και ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ηγετικό στέλεχος της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου». Την προπαραμονή της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών, διακήρυξε δημόσια ότι η απώλεια της Ανατολικής Θράκης δεν είχε έρθει ως αποτέλεσμα της ελληνικής συντριβής στη Μικρά Ασία, αλλά εξαιτίας της έλλειψης αποφασιστικότητας από την πλευρά της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα κεκτημένα.

Δεν θα χάσωμεν την Θράκην, διότι έχωμεν ολιγώτερον στρατόν ή ως στερούμενοι όπλων, πυροβόλων και εφοδίων. Θα την χάσωμεν διότι είμεθα άνανδροι και δειλοί. Περιφανή δε απόδειξιν περί των ανωτέρω μας παρέχει το πρόσφατον παράδειγμα του αλαζόνος Κεμάλ. Δι’ επισήμου συνθήκης, υπογεγραμμένης παρά των Συμμάχων Δυνάμεων, η Τουρκία ηκρωτηριάσθη οικτρώς, ενώ ιδιαίτερον άρθρον αυτής προέβλεπε περί εκδιώξεως του Σουλτάνου εκ Κωνσταντινουπόλεως και πλήρους σχεδόν διαμελισμού, εν η περιπτώσει οι άσημοι τότε αντάρται της Αγκύρας δεν κατέθετον τα όπλα. […] Εάν χάνωμεν την Θράκην, την χάνομεν διότι ΔΕΝ ΘΕΛΟΜΕΝ ΝΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΩΜΕΝ. Εάν οι σημερινοί υπό τα όπλα αξιωματικοί και οπλίται ΘΕΛΗΣΟΥΝ, είναι υπεραρκετοί να κάμψουν την οφρύν του επηρμένου Τούρκου. Οι αποτελούντες σήμερον την υπό τα όπλα δύναμιν άνδρες, δεν έχωσι καν υπέρ εαυτών το επιχείρημα των εκ της μακράς στρατεύσεως κακουχιών. Εάν υπάρχουν μεταξύ αυτών τινες επιλήσμονες της υπερτάτης προς την Πατρίδα υποχρεώσεως, οφείλει το Κράτος να πατάξη παραδειγματικώς τους μητραλοίας αυτούς, όπως εξυγιάνη το σύνολον. Και έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι, εάν νευρώδης Κυβέρνησις αναλάβη σήμερον στερά τη χείρι τα ηνία του Κράτους, θα δυνηθή να οδηγήση και την υστάτην αυτήν στιγμήν το Εθνικόν άρμα προς την οδόν της Τιμής και του Καθήκοντος.[9]

Οι απόψεις του Πάγκαλου βρίσκονταν μακριά από την πραγματικότητα. Όχι μόνο δεν υπήρχε κανένα περιθώριο η Ανατολική Θράκη να παραμείνει σε ελληνικά χέρια, αλλά στη Λωζάννη ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασάς ήγειρε ζήτημα Δυτικής Θράκης, ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο Βενιζέλος αντέδρασε αποφασιστικά, έχοντας στη διαπραγματευτική του φαρέτρα την ανασυγκρότηση –από τον Πάγκαλο– της Στρατιάς του Έβρου,[10] η οποία έδινε στην Ελλάδα ένα σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα. Απέρριψε το τουρκικό αίτημα, ξεκαθαρίζοντας πως εάν επρόκειτο να γίνει δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη, θα έπρεπε παράλληλα να γίνει και στην Ανατολική, αφού όμως επέστρεφε σε αυτή ο ελληνικός πληθυσμός. Το επιχείρημα ήταν καταλυτικό. Ομόφωνα αρνητική στάση απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις τήρησαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και τα βαλκανικά κράτη που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη. Έτσι, ο Ισμέτ επικεντρώθηκε στη διεκδίκηση μόνο του Καραγάτς, το οποίο βρίσκεται στη δυτική όχθη του Έβρου. Υποστήριξε ότι το Καραγάτς έπρεπε να δοθεί στην Τουρκία ώστε να εξασφαλισθεί αφενός η άμυνα της Αδριανούπολης, αφετέρου η σύνδεσή της με τη σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολης-Σόφιας.

 

Η στρατιά του Έβρου

 

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη στρατιά του Έβρου τον Μάιο του 1923 (πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Παρεμβολή στο ζήτημα του καθεστώτος της Δυτικής Θράκης υπήρξε και από την πλευρά της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι δεν είχαν εξοικειωθεί με την ιδέα της απώλειας της Δυτικής Θράκης, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (14/27 Νοεμβρίου 1919). Αντίθετα, εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την εξασφάλιση εδαφικής διεξόδου στο Αιγαίο Πέλαγος. Ωστόσο, στη Λωζάννη δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Έτσι, αρκέστηκαν στα δικαιώματα οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, τα οποία τους είχαν έτσι κι αλλιώς αναγνωριστεί με τη Συνθήκη του Νεϊγύ.[11]

Δεύτερο εδαφικό ζήτημα μείζονος σημασίας που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο του καθεστώτος των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Ευθύς εξαρχής, οι Ιταλοί ξεκαθάρισαν ότι δεν θα δέχονταν καμία συζήτηση για τα Δωδεκάνησα, τα οποία διαμήνυσαν ότι σκόπευαν να τα διατηρήσουν υπό την κυριαρχία τους. Ο Ισμέτ προσπάθησε να διεκδικήσει όσα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά μπορούσε. Πρωτίστως, υποστήριξε ότι, για λόγους ασφάλειας των Στενών, η Ίμβρος, η Τένεδος αλλά και η Σαμοθράκη έπρεπε οπωσδήποτε να δοθούν στην Τουρκία. Τα ελληνικά αντεπιχειρήματα ήταν θεμελιωμένα στην πληθυσμιακή σύνθεση των νησιών, η οποία ήταν συντριπτικά ελληνική.

Η τουρκική αντιπροσωπεία ζήτησε, επίσης, την πλήρη αποστρατικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας. Ο Ισμέτ υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο ώστε η Ελλάδα να μη χρησιμοποιούσε αυτά τα νησιά ως εφαλτήρια για μελλοντικές επιθετικές ενέργειες εναντίον της Τουρκίας. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά αξίωσε την καθιέρωση στα τέσσερα νησιά ειδικού καθεστώτος αυτονομίας, το οποίο –κατά την τουρκική άποψη– θα αποτελούσε εγγύηση για την «ουδέτερη και ανεξάρτητη πολιτική τους ύπαρξη». Η τουρκική διατύπωση ήταν ενδεικτική των πραγματικών προθέσεων της Άγκυρας: εφόσον δεν μπορούσε να αποσπάσει τα τέσσερα νησιά από την Ελλάδα, να δημιουργήσει ωστόσο ένα νομικό έρεισμα για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί αυτών όταν οι περιστάσεις θα ήταν ευνοϊκές για την Τουρκία.

Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη με επικεφαλής τον Ισμέτ Πασά.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Ο Βενιζέλος έγκαιρα συνειδητοποίησε ότι η de facto κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τον βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης ήταν αδύνατο να αλλάξει, με δεδομένη την πολιτική που ακολουθούσε το κεμαλικό καθεστώς της Άγκυρας. Ενδεικτικό των προθέσεων της κεμαλικής κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι μόλις πέντε ημέρες μετά την κατάληψη της Σμύρνης, ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων που έλεγχαν την πόλη, Νουρεντίν πασάς, ξεκαθάρισε προς τον επικεφαλής της αμερικανικής Επιτροπής Ανακούφισης Καταστροφής Σμύρνης Τσαρλς Κάλβιν Ντέηβις ότι η επανεγκατάσταση των προσφύγων στις εστίες τους ήταν αδύνατη και ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν οριστικά τη Μικρά Ασία: «Πιστεύω ότι αυτή είναι η τελική απόφαση της εθνικιστικής κυβέρνησης στο εθνοτικό ζήτημα», κατέληγε επιγραμματικά ο Ντέηβις.[12] Κάτω από την επίδραση των τετελεσμένων γεγονότων που ασφαλώς ευνοούσαν την τουρκική πλευρά, ο Βενιζέλος γρήγορα προσανατολίστηκε προς την ιδέα της σύναψης μιας Συνθήκης για την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Αμέσως μετά τη συνομολόγηση της Ανακωχής των Μουδανιών, έσπευσε να προτείνει στον ειδικό απεσταλμένο της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Φρίντγιοφ Νάνσεν την άμεση υλοποίηση της ανταλλαγής ακόμα και πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Αφενός επηρεασμένος από τις εισηγήσεις του Βενιζέλου και αφετέρου απογοητευμένος από την αδιαλλαξία της Άγκυρας, ο Νάνσεν ενστερνίστηκε την ιδέα.[13]

Η σκέψη για την –εθελούσια και όχι υποχρεωτική όπως τελικά συμφωνήθηκε στη Λωζάννη– ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες δεν ήταν καινούργια. Ήδη από το 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε αποδεχθεί ανάλογες τουρκικές προτάσεις σε μια προσπάθεια προστασίας του διωκόμενου ελληνικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[14] Όμως το 1922 ο διωγμός ήταν πλέον τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο γεγονός. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς περιστάσεις, ο Βενιζέλος πίστευε ότι η ανταλλαγή θα εξυπηρετούσε το τιτάνιο έργο της περίθαλψης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, καθώς η μετεγκατάστασή τους θα διευκολυνόταν αποφασιστικά από την αποχώρηση των μουσουλμάνων από τα ελληνικά εδάφη, έστω κι αν οι πρώτοι σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικά των τελευταίων. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν δίστασε να προειδοποιήσει τον Νάνσεν ότι σε περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση δεν ανταποκρινόταν θετικά στην πρόταση της ανταλλαγής, η ελληνική πλευρά ήταν αποφασισμένη να την εφαρμόσει μονομερώς, εκδιώκοντας τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την ελληνική επικράτεια.[15]

Στην Ελλάδα η προοπτική της ανταλλαγής συναντούσε ισχυρές αντιδράσεις τόσο από τα ηγετικά στελέχη της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», μεταξύ αυτών και του Πλαστήρα, όσο και από τους πρόσφυγες. Ωστόσο, η επιμονή του Βενιζέλου για την απόλυτη ανάγκη συνομολόγησης συνθήκης ανταλλαγής πληθυσμών με την Τουρκία έκαμψε τις αντιρρήσεις. Τελευταίο εμπόδιο για την κατάληξη σε οριστική συμφωνία ανάμεσα στην Αθήνα και στην Άγκυρα αποτέλεσε το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείο, το οποίο για τους κεμαλικούς εκλαμβανόταν ως δυνητικός θεματοφύλακας της Μεγάλης Ιδέας.[16] Η τουρκική πλευρά επιδίωκε την απομάκρυνσή του από την Κωνσταντινούπολη, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι τα ειδικά προνόμια που το Πατριαρχείο απολάμβανε εντός του πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζουν να του αναγνωρίζονται από το νέο τουρκικό κράτος. Τελικά, με δεδομένη την αντίθεση όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και όλων των υπόλοιπων αντιπροσωπειών, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση: δεσμεύτηκε να διατηρήσει το Πατριαρχείο στην ιστορική του έδρα, υπό τον όρο όμως ότι το τελευταίο θα απέβαλε όλες τις μη εκκλησιαστικές αρμοδιότητες που έως τότε διατηρούσε.[17]

Ο χάρτης της Ανταλλαγής των Πληθυσμών.

Μετά τη διευθέτηση όλων των επιμέρους λεπτομερειών, στις 17/30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάννη η διμερής Σύμβαση για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών. Με βάση τις διατάξεις της προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή αφενός των Ελλήνων ορθόδοξων που διέθεταν τουρκική υπηκοότητα και κατοικούσαν σε τουρκικά εδάφη, αφετέρου των μουσουλμάνων με ελληνική υπηκοότητα που κατοικούσαν σε ελληνικά εδάφη. Η ισχύς της ήταν αναδρομική, με χρονικό σημείο εκκίνησης την 5η/18η Οκτωβρίου 1912, ημερομηνία έναρξης των ελληνοτουρκικών εχθροπραξιών του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Οι ανταλλάξιμοι δεν είχαν το δικαίωμα επανεγκατάστασης στην Ελλάδα ή στην Τουρκία χωρίς την άδεια της ελληνικής ή της τουρκικής κυβέρνησης αντίστοιχα. Από τον γενικό κανόνα της ανταλλαγής εξαιρούνταν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.[18] Η Σύμβαση προνοούσε για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ανταλλάξιμων στις κινητές και στις ακίνητες περιουσίες τους. Τέλος, προβλεπόταν η σύσταση Μικτής Επιτροπής, η οποία επιφορτιζόταν με το καθήκον επίβλεψης της εφαρμογής όλων των πτυχών της Σύμβασης.[19]

 

Η Συνθήκη Ειρήνης

Η συνομολόγηση της Σύμβασης της Ανταλλαγής προηγήθηκε της σύναψης της Συνθήκης Ειρήνης κατά έξι μήνες. Σε αυτό το διάστημα, οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη πολύ συχνά ήταν κάθε άλλο παρά ευχερείς. Στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων το πλέον ακανθώδες ζήτημα ήταν η επιμονή της τουρκικής αντιπροσωπείας στην αξίωση για την πληρωμή αποζημίωσης από την πλευρά της Ελλάδας για τις καταστροφές που είχε διαπράξει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία. Η κατηγορηματική άρνηση της Αθήνας να αποδεχθεί αυτόν τον όρο –απότοκη μεταξύ άλλων και της πρακτικής αδυναμίας, λόγω της δεινότατης οικονομικής της θέσης, να τον εκπληρώσει– έτεινε να οδηγήσει σε ναυάγιο τις συζητήσεις. Μπροστά στο αδιέξοδο, τον Μάιο του 1923 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να καταγγείλει την Ανακωχή των Μουδανιών και να επαναλάβει τις εχθροπραξίες με την Τουρκία με στόχο την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, χρησιμοποιώντας για αυτόν τον σκοπό τη στρατιά του Έβρου, την οποία είχε γρήγορα και αποτελεσματικά ανασυγκροτήσει ο Πάγκαλος. Η ελληνική επίθεση αποφεύχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή χάρη στην επίτευξη μιας ιδιόρρυθμης συμβιβαστικής λύσης: η Ελλάδα δήλωσε ότι δεχόταν να καταβάλει την αποζημίωση, αλλά ταυτόχρονα η Τουρκία παραιτήθηκε ρητά από την είσπραξή της· σε αντάλλαγμα, η ελληνική πλευρά συναίνεσε στην παραχώρηση στην Τουρκία του τριγώνου του Καραγάτς.[20]

Πάνω: οι επίσημες πράξεις στα αγγλικά και ελληνικά. Κάτω: τουρκική καρικατούρα με αντικείμενο τις διαπραγματεύσεις.

Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων επισφραγίστηκε στις 24 Ιουλίου 1923 με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.[21] Βάσει αυτής, ως χερσαίο σύνορο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας καθιερώθηκε ο ποταμός Έβρος (με την οριακή εξαίρεση του τριγώνου του Καραγάτς). Βάσει ειδικότερης Σύμβασης, η οποία συνομολογήθηκε στη Λωζάννη την ίδια ημέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης, καθιερωνόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης σε βάθος 30 χιλιομέτρων εκατέρωθεν των ελληνοτουρκικών συνόρων κατά μήκος του Έβρου.[22] Η Ίμβρος και η Τένεδος επιστράφηκαν στην Τουρκία υπό τον όρο της εφαρμογής καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας για τους Έλληνες κατοίκους τους.[23] Στην Ελλάδα κατακυρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία όμως επιβαλλόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης: μερικής στη Λέσβο, στη Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία, πλήρους στη Λήμνο και στη Σαμοθράκη λόγω της γειτνίασής τους με τα Στενά των Δαρδανελλίων.[24] Ταυτόχρονα, αναγνωρίστηκαν αφενός η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα (αφού η Ρώμη είχε προκαταβολικά απορρίψει κάθε ενδεχόμενο παραχώρησής τους στην Ελλάδα),[25] αφετέρου η βρετανική στην Κύπρο.[26]

Η Συνθήκη της Λωζάννης διαμόρφωσε σχεδόν οριστικά την εδαφική φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους: μοναδική προσθήκη έκτοτε αποτέλεσαν τα Δωδεκάνησα το 1947. Ήταν μια έντιμη ειρήνη, η οποία αποτύπωνε το συσχετισμό των δυνάμεων που είχε προκύψει μετά την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία. Η ανταλλαγή των πληθυσμών συνέβαλε αποφασιστικά στην εθνική ομογενοποίηση των βόρειων ελληνικών επαρχιών. Η εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη μεγάλου αριθμού προσφύγων από  τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη πύκνωσε κατά πολύ το ελληνικό στοιχείο: η συνεισφορά τους έκτοτε σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας υπήρξε καθοριστική. Η ταυτόχρονη αποχώρηση περίπου 350.000 μουσουλμάνων από την Ελλάδα συνέτεινε επίσης στη δραστική αλλαγή της ανθρωπογεωγραφίας στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Κατά παράδοξο τρόπο, ο στόχος της Μεγάλης Ιδέας είχε επιτευχθεί αντεστραμμένος: έναν αιώνα μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το ελληνικό κράτος δεν είχε επεκταθεί τόσο ώστε να συμπεριλάβει στους κόλπους του το μέγιστο μέρος του ελληνικού  έθνους· όμως λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, η –σε μέγιστο βαθμό– ταύτιση των δύο προέκυψε μέσα από τον καταποντισμό του στόχου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και τη συνακόλουθη αναγκαστική μετακίνηση περισσότερων από 1.000.000 Ελλήνων στη συρρικνωμένη σε σχέση με τη Συνθήκη των Σεβρών ελληνική επικράτεια.

Lausanne, Switzerland. Peace in the Near East! (British Pathé – Film ID:1934.09)

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Χρ. Εμ. Αγγελομάτης, Χρονικόν μεγάλης τραγωδίας (το έπος της Μικρασίας) (Αθήνα: Εστία, χ.χ.), σ. 215-270, 337-352, 382-390· George Horton, Αναφορικά με την Τουρκία (Αθήνα: Λιβάνης, 1992), σ. 132-174· Henry Morgenthau, Η αποστολή μου στην Αθήνα (Αθήνα: Τροχαλία, 1994), σ. 85-133· Δημήτρης Σταματόπουλος, «Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Η ανθρωπογεωγραφία της Καταστροφής», στο: Αντώνης Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά (Αθήνα: Νεφέλη, 2011), σ. 85-97· Antonis Klapsis, «American initiatives for the relief of Greek refugees, 1922-1923», Genocide Studies and Prevention, 6(1) (2011), σ. 98-106· Antonis Klapsis, «Violent uprooting and forced migration. A demographic analysis of the Greek populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50(4) (2014), σ. 628-631.

[2] Γονατάς, Απομνημονεύματα,  σ. 229-250· Θησεύς Θ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, τ. 1 (Αθήνα: Κέδρος, 1973), σ. 114-159· Παύλος Π. Πετρίδης (επιμ.), Στη συγκυρία της αβασίλευτης. Από την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην έκπτωση των Γκλύξμπουργκ (Αθήνα: Τυπωθήτω, 1999), σ. 225-230.

[3] Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 62-66· Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τ. 1 (Αθήνα: Κάκτος, 1997), σ. 29-35· Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα (Αθήνα: Ίκαρος, 1948), σ. 305-324· Charles Harington, Tim Harington looks back (London: Murray, 1940), σ. 117-128· Harry J. Psomiades, «Thrace and the Armistice of Mudanya, October 3-11, 1922», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 12 (1997-1998), σ. 213-255· Thanassis Bravos, «The Allied note of 23rd September and Great Britain’s retreat on the question of Eastern Thrace», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 13 (1999-2000), σ. 179-208· Άγγελος Μ. Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις (Αθήνα: Πατάκης, 2015), σ. 33-42.

[4] Klapsis, «Violent uprooting», σ. 632-633.

[5] Γενική επισκόπηση της δράσης του Βενιζέλου κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης: Μιχαήλ Γ. Θεοτοκάς, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εις την Συνδιάσκεψιν της Λωζάννης, 1922-1923 (Αθήνα: Αετός, 1946). Συνοπτικότερα: Michael Llewellyn Smith, «Venizelos’ diplomacy, 1910-23. From Balkan alliance to Greek-Turkish settlement», στο: Paschalis M. Kitromilides (ed.), Eleftherios Venizelos. The trials of statesmanship (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2006), σ. 169-172. Πλήρης περιγραφή όλων των πτυχών των διαπραγματεύσεων (για θέματα όχι μόνο ελληνικού ενδιαφέροντος): Foreign Office, Lausanne Conference on Near East affairs, 1922-1923. Records of proceedings and draft terms of peace (London: H. M. Stationery Office, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, première serie, τ. 1-4 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, deuxième serie, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Documents diplomatiques. Conférence de Lausanne, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923).

[6] Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 258-259.

[7]Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το διπλωματικό παρασκήνιο της δίκης των Εξ», στο: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, ΚΓ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 24, 25, 26 Μαΐου 2002, Πρακτικά (Θεσσαλονίκη: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2003), σ. 483-502.

[8] Αντώνης Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Σύμβασης της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (Αθήνα/Χανιά: Ι. Σιδέρης/Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2010), σ. 32.

[9] Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 162-163.

[10] Η σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος προκειμένου να επιβάλει την πειθαρχία στις μονάδες που κλήθηκε να διοικήσει υπήρξε παροιμιώδης. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι προκειμένου να παταχθεί το φαινόμενο της λιποταξίας, η πρόσκληση προς κατάταξη πέντε κλάσεων στρατευσίμων (1919-1923) συνοδευόταν από την προειδοποίηση πως όσοι δεν παρουσιασθούν εγκαίρως «θα τυφεκισθώσιν και αι οικογένειαί των θα εξορισθώσιν εις Αφρικήν»· βλ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 206. Σχετικά με τη συνεισφορά της Στρατιάς του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης βλ. D. Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace during the Conference of Lausanne, 1922-1923», Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 211-232.

[11] Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923 (Αθήνα: Gutenberg, 1997), σ. 173-251· Miranda Paximadopoulou-Stavrinou, «L’attitude de la Serbie envers la Grèce et la question de la Thrace Occidentale à la Conférence de Lausanne, 1922-1923», Balkan Studies, 45 (2004), σ. 81-93.

[12] Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1922, τ. 2 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1938), σ. 421.

[13]Stephen P. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (New York: Macmillan, 1932), σ. 335-344. Ειδικότερα για τις πρωτοβουλίες του Νάνσεν, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στις συνεννοήσεις του με την κεμαλική κυβέρνηση βλ. League of Nations, Official Journal, January 1923, σ. 126-132· League of Nations, Official Journal, March 1923, σ. 383-384· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Ο Φρίντγιοφ Νάνσεν και το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα, 1922-1924. Μελέτη για την πολιτική της διεθνούς ανθρωπιστικής παρέμβασης και την ελληνοτουρκική Συμφωνία υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών (Αθήνα: Κέντρο Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2011)· Berit Tolleshaug, Φρίντγιοφ Νάνσεν. Ένας Νορβηγός ήρωας σε μια ελληνική τραγωδία (Κατερίνη: Μάτι, 2012)· John F. L. Ross, «Fridtjof Nansen and the Aegean Population Exchange», Scandinavian Journal of History, 40(2) (2015), σ. 133-158.

[14] Yannis G. Mourelos, «The 1914 persecutions and the first attempt at an exchange of minorities between Greece and Turkey», Balkan Studies, 26 (1985), σ. 389-413· Γιάννης Μουρέλος, «Πληθυσμιακές ανακατατάξεις την επομένη των Βαλκανικών Πολέμων. Η πρώτη απόπειρα ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία», στο: Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1990), σ. 175-190.

[15] Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 33-36· Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, 1919-1940, τ. 3 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1994), σ. 242· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 3 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 286.

[16] Για τη διασύνδεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον μεγαλοϊδεατισμό την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, «Ο εθναρχισμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, 1919-1922», Τα Ιστορικά, 25(47) (2007), σ. 373-420.

[17] Th. Agnides, The Ecumenical Patriarchate of Constantinople in the light of the Treaty of Lausanne (New York: 1964)· Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek–Turkish relations, 1918-1974 (Athens: Centre for Asia Minor Studies, 21992), σ. 87-95· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 125-130. Ειδικότερα για τις τουρκικές θέσεις και τη μεταστροφή τους λόγω των διεθνών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Άγκυρα βλ. Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, σ. 263-264, 268-269, 352-353.

[18] Με βάση τη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν και οι Έλληνες κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου. Ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε αναφορά σε αυτούς τους πληθυσμούς από τη Σύμβαση της Ανταλλαγής ήταν ότι όταν αυτή συνομολογήθηκε τα δύο νησιά εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό ελληνικό έλεγχο και η τύχη τους (δηλαδή εάν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα ή στην Τουρκία) δεν είχε ακόμα αποφασιστεί.

[19] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1923), σ. 87-90· League of Nations, Treaty Series, 32 (1925), σ. 76-87· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1981)· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σ. 93-120· Τh. P. Kiosseoglou, L’échange forcé des minorités daprès le Traité de Lausanne (Nancy: Imprimmerie Nancéienne, 1926)· Alexandre Emm. Deved, L’échange obligatoire des minorités grecques et turques en vertu de la Convention de Lausanne (Paris: Pierre Bossuet, 1929)· Ladas, The exchange of minorities, σ. 342-352· Dimitri Pentzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece (London: Hurst, 2002), σ. 67-71· John A. Petropulos, «The compulsory exchange of populations. Greek-Turkish peacemaking, 1922-1930», Byzantine and Modern Greek Studies, 2(1) (1976), σ. 135-160· Γιάννης Πετρόπουλος, «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Ελληνοτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», στο: Θ. Βερέμης & Γ. Γουλιμή (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Κοινωνίαοικονομίαπολιτική στην εποχή του (Αθήνα: Γνώση, 1989), σ. 439-473· Kalliopi K. Koufa & Constantinos Svolopoulos, «The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey. The settlement of minority questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its impact on Greek-Turkish relations», στο: Paul Smith, Kalliopi K. Koufa & Arnold Seppan (eds.), Ethnic groups in international relations (New York: New York University Press, 1991), σ. 275-308· Onur Yildirim, Diplomacy and displacement. Reconsidering the Turco-Greek exchange of populations, 1922-1934 (New York, NY/London: Routledge, 2006)· Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 31-50. Θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής από την οπτική του διεθνούς δικαίου: Stélio Séfériades, «L’échange des populations», στο: Académie de Droit International, Recueil des Cours, 4 (1928), σ. 311-437.

[20] Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace», σ. 211-232· Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου  Παγκάλου, τ. 1, σ. 178-264· Απόστολος Αλεξανδρής, Πολιτικαί αναμνήσεις (Πάτρα: Φραγγούλης & Βαρζάνης, 1947), σ. 78-101· Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τ. 1, σ. 47-52· Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση, σ. 70-73.

[21] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη· Photini Constantopoulou (ed.), The foundation of the modern Greek state. Major Treaties and Conventions, 1830-1947 (Αθήνα: Καστανιώτης, 1999), σ. 123-145. Γενική επισκόπηση: Arnold J. Toynbee, «The East after Lausanne», Foreign Affairs, 2 (1923-1924), σ. 84-99· Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, σ. 50-71.

[22] Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στην ελληνοτουρκική μεθόριο του Έβρου», στο: Κατερίνα Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Χρήστος Ροζάκης (επιμ.), Η αποστρατικοποίηση των ελληνοτουρκικών συνόρων (Αθήνα: Πάντειος Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, 1977), σ. 41-68.

[23] Το καθεστώς αυτό δεν εφαρμόσθηκε ποτέ από τις τουρκικές αρχές. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos. A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σ. 5-21.

[24] Κατερίνα Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στα ελληνικά νησιά του βορείου Αιγαίου», στο: Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Ροζάκης (επιμ.), ό.π., σ. 69-115· A. L. Macfie, The Straits question, 1908-36 (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1993), 181-211. Καθεστώς πλήρους αποστρατικοποίησης επιβλήθηκε για τους ίδιους λόγους στην Ίμβρο και στην Τένεδο, όπως φυσικά και στα Στενά αυτά καθ’ αυτά.

[25] Alan Cassels, Mussolini’s early diplomacy (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1970), σ. 21-24, 37-42.

[26] Constantine Svolopoulos, «The Lausanne Peace Treaty and the Cyprus problem», στο: Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 233-245.

Γιάννης Μουρέλος: Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Γιάννης Μουρέλος

Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

 

Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι η απαρίθμηση των γεγονότων που διαδέχθηκαν την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου τον Σεπτέμβριο του 1922, ούτε η ανάλυση της θλιβερής πολιτικής και ψυχολογικής κατάστασης της Ελλάδας την επομένη της εθνικής καταστροφής. Θεωρώντας τα γεγονότα αυτά ως δεδομένα, προκρίθηκαν το πνεύμα και η οπτική γωνία υπό την οποία η γαλλική διπλωματία αντέδρασε καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου που καλύπτει το κίνημα του στρατού, την παραίτηση και αποχώρηση του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα, την δίκη και εκτέλεση των έξι προσώπων, τα οποία θεωρήθηκαν ως υπεύθυνα για την καταστροφή, τέλος, τη δίκη και αποχώρηση από την Ελλάδα του πρίγκηπα Ανδρέα.

Τα όσα έπονται εντάσσονται πρωτίστως στο διπλωματικό περίγραμμα που τα περιβάλλει. Η ανάλυση των εσωτερικών προβλημάτων και διεργασιών έρχεται μοιραία σε ελάσσονα μοίρα. Με άλλα λόγια, το κείμενο αξιολογεί τη δραστηριότητα, την οποία ανέπτυξαν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία) καθώς και οι διπλωματικοί τους εκπρόσωποι στη ελληνική πρωτεύουσα.

Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται προέρχονται από τα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.[1] Καλύπτουν και γεγονότα, στα οποία η Γαλλία δεν είχε ευθεία ανάμειξη. Επόμενο είναι να υφίστανται κενά στη ροή των γεγονότων ή ακόμα και μια υποκειμενική αξιολόγηση της όλης κατάστασης. Δεν υπήρξε αντιπαραβολή με άλλες πηγές προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά ή να διορθωθούν ενδεχόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε στο ακέραιο η αντίδραση των γαλλικών διπλωματικών κύκλων, έτσι όπως εκδηλώθηκε το φθινόπωρο του 1922, με άλλα λόγια, η εν γένει στάση της Γαλλίας έναντι της Ελλάδας στις δύσκολες εκείνες ώρες. Τέλος, όλες οι ημερομηνίες αποδίδονται με γνώμονα το Γρηγοριανό (νέο) ημερολόγιο.

***

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε κίνημα στις τάξεις του ελληνικού στρατού, ο οποίος, εγκαταλείποντας τη Μικρά Ασία, είχε συγκεντρωθεί στη Χίο και στη Λέσβο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις των επαναστατών, έχοντας ως επικεφαλής τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, αποβιβάζονταν στην Αττική. Η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου υπέβαλε την παραίτησή της στις 27 Σεπτεμβρίου. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποχώρησε στις απαιτήσεις της επαναστατικής επιτροπής και με διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό γνωστοποίησε την απόφασή του να εγκαταλείψει τον θρόνο. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος.

Σε ένα μακρύ υπόμνημα, το οποίο απηύθυνε προς την προϊσταμένη του αρχή στο Παρίσι, το υπουργείο Στρατιωτικών, ο στρατιωτικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα, λοχαγός de Colombel, επιχείρησε μια πρώτη αξιολόγηση της έκρυθμης κατάστασης που είχε προκύψει. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το στρατιωτικό κίνημα δεν αποτελούσε απόρροια κάποιας λαϊκής κινητοποίησης. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν ήταν παρά μια επιδέξια κίνηση με στόχο την επάνοδο στην ηπειρωτική Ελλάδα των φυγαδευμένων στα νησιά του Αιγαίου στρατιωτικών δυνάμεων. Καταργώντας το κωνσταντινικό καθεστώς, οι επικεφαλής του κινήματος προσέφεραν στις τελευταίες μια θαυμάσια πρόφαση, προκειμένου να καλύψουν την υποχώρησή τους. Ολόκληρο αυτό το “κοπάδι από λιποτάκτες” (sic) είχε σταθεί τυχερό, εφόσον μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην Αθήνα ατιμώρητο, ενώ λίγο νωρίτερα, τη στιγμή που εγκατέλειπε τη Σμύρνη, ήταν αντιμέτωπο με την απειλή κυρώσεων.[2]

Η άφιξη της ηγεσίας του κινήματος στην Αθήνα.

Παρά τις νέες, δραματικές, εξελίξεις, η κυβέρνηση του Παρισιού δεν έδειξε να μεταβάλλει τη στάση της ούτε στο ελάχιστο. Το Quai d’ Orsay (υπουργείο Εξωτερικών) συνέχισε την πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει από τον Νοέμβριο του 1920 και κατόπιν, όταν ο ελληνικός λαός, μέσω διενέργειας βουλευτικών εκλογών και δημοψηφίσματος, είχε ταχθεί υπέρ της επανόδου του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Έκτοτε, η γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα διατηρούσε επαφή με το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών για την διεκπεραίωση τρεχουσών εκκρεμοτήτων αποκλειστικά και μόνο. Ταυτόχρονα, δεν έκρυβε την απέχθειά της έναντι του νέου (αντιβενιζελικού) κυβερνητικού σχήματος και των Ανακτόρων. Την ίδια ακριβώς στάση διατήρησε και έναντι του στρατιωτικού κινήματος, έστω και αν το τελευταίο διέθετε βενιζελική απόχρωση.

Η εξέγερση και οι οπαδοί της θα επιθυμούσαν πρωτίστως να ξανακερδίσουν την εύνοια της Γαλλίας, της οποίας την εχθρική πολιτική θεωρούν σαν την κύρια αιτία της καταστροφής. Πιστεύουν ότι η ανατροπή του Κωνσταντίνου ισοσκελίζει απέναντί μας την ενθρόνιση του Νοεμβρίου 1920. Όσο μεγάλο κι αν είναι το μέγεθος της χίμαιρας που περικλείεται σε αυτό το σκεπτικό, είναι δύσκολο να πειστούν ότι η επανάσταση (…) δεν μπορεί να ασκήσει καμιά επίδραση στις προθέσεις και στις πράξεις μας (…) Ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αξιωματικοί με περιορισμένη πείρα στα πολιτικά ζητήματα, αισθανόμενοι την κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν, συχνά επηρεάζονται από αντιφατικές συμβουλές”, τηλεγραφούσε ο Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα, προς τον Raymond Poincaré, πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.[3]

Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι Νικόλαος Πλαστήρας και Αλέξανδρος Παπαναστασίου μετέβησαν στη γαλλική πρεσβεία. Την ίδια στιγμή κυκλοφορούσαν φήμες περί επικείμενης εκτέλεσης πέντε συλληφθέντων πρώην υπουργών (Γούναρης, Στράτος, Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης, Γούδας). Σύμφωνα πάντοτε με τις ίδιες φήμες, η εκτέλεσή τους θα ακολουθούσε, δίχως καθυστέρηση, τη δίκη τους από ένα έκτακτο στρατοδικείο. Ο Γάλλος πρεσβευτής και άλλοι ομόλογοί του είχαν ήδη μεσολαβήσει υπέρ των συλληφθέντων, υποστηρίζοντας πως η προσφυγή στη στρατιωτική δικαιοσύνη θα προκαλούσε αλγεινή εντύπωση στη διεθνή κοινή γνώμη.

Το κτήριο της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ωστόσο, το αντικείμενο της προαναφερθείσας επίσκεψης ήταν άλλο. Επρόκειτο για την τύχη του Κωνσταντίνου, για την οποία ζητήθηκε η γνώμη της Γαλλίας. Ο Marcilly συνέστησε ιδιαίτερη προσοχή. Εξομολογήθηκε προς το Quai d’ Orsay την ανησυχία του ότι για τον έκπτωτο βασιλιά, όπως και για τους υπουργούς, το πνεύμα της εκδίκησης, ενισχυμένο και από την επικράτηση του κινήματος, πιθανόν να επηρέαζε στο άμεσο μέλλον επιλογές και αποφάσεις των ηγετών του τελευταίου. Μάλιστα, από κοινού με τον Βρετανό συνάδελφό του, Sir Francis Oswald Lindley, είχε έγκαιρα συμβουλεύσει την επαναστατική επιτροπή να διορίσει μια πολιτική κυβέρνηση, στην οποία και θα ανέθετε τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Ο Lindley είχε τοποθετηθεί υπέρ της απομάκρυνσης της βασιλικής οικογένειας από την Ελλάδα το ταχύτερο δυνατόν, για λόγους ασφαλείας. Η απάντηση του Quai d’ Orsay υπήρξε αρνητική. Αναγνωρίζοντας το ανθρωπιστικό πνεύμα των εισηγήσεων των δυο διπλωματών, ο Poincaré συνέστησε μετριοπάθεια και προσεκτικούς χειρισμούς. Ο Marcilly έλαβε οδηγίες να αποφύγει οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία ή δήλωση, που κινδύνευε να χαρακτηρισθεί ως παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα του ελληνικού κράτους.[4]

Sir Francis Oswald Lindley, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, τον δρόμο της εξορίας. Την προηγουμένη είχε σχηματισθεί κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος απουσίαζε τη στιγμή εκείνη στη Βιέννη. Χρέη πρωθυπουργού ανέλαβε ο υπουργός Εσωτερικών Σωτήριος Κροκιδάς. Το υπουργείο Εξωτερικών ανατέθηκε στον Νικόλαο Πολίτη. Οι κύκλοι της γαλλικής πρεσβείας δεν έκρυψαν τον προβληματισμό και την ανησυχία τους εξαιτίας της αδιάλειπτης παρουσίας της επαναστατικής επιτροπής στο πλευρό της νέας κυβέρνησης. Οι Γονατάς και Πλαστήρας ενέπνεαν κάποια σχετική εμπιστοσύνη. Ήταν όμως αισθητός ο φόβος ότι τα ακραία στελέχη του κινήματος μπορούσαν να τους παρασύρουν στη λήψη ακραίων μέτρων.[5]

Από την έκρηξη του κινήματος και μετά, η Ελλάδα ζει κάτω από μια απόλυτη εξουσία. Πρόκειται για την πενταμελή επαναστατική επιτροπή, η οποία δείχνει αμήχανη ως προς τη χρήση της ισχύος που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ασκεί εικονικά τα καθήκοντά του (…). Είναι γεγονός ότι ο πυρήνας της επανάστασης είναι οι βενιζελικοί κύκλοι. Ωστόσο, η ταχεία εξάπλωση και τελική επικράτηση οφείλεται στο γεγονός ότι συμπεριέλαβε στις τάξεις της σημαντικό αριθμό βασιλοφρόνων αξιωματικών. Ήταν επομένως αναγκασμένη να λειτουργήσει υπερκομματικά. Για το σκοπό αυτό, οι βενιζελικοί αξιωματικοί, συσπειρωμένοι γύρω από το πρόσωπο του συνταγματάρχη Πλαστήρα (…) επέλεξαν ως αρχηγό έναν βασιλόφρονα, τον συνταγματάρχη Γονατά. Οι βασιλόφρονες αντιμετώπισαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου ως μέρος της άτυπης αυτής συμφωνίας. Από τη δική τους πλευρά, οι βενιζελικοί αρκέστηκαν στην απλή διαδοχή στο θρόνο (…) δίχως να επιδιώξουν καθεστωτική μεταβολή”, τηλεγραφούσε ο Marcilly.[6]

Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι επικρατούσε διαφορετική αντίληψη: “Ο κ. Βενιζέλος μου ανακοίνωσε σήμερα ότι η ύπαρξη νέου βασιλιά ουδόλως τον απασχολεί. Πιστεύει ότι η παραίτησή του θα κριθεί αναγκαία έπειτα από τη σύγκλιση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και πως η προκήρυξη του αβασίλευτου πολιτεύματος είναι αναπόφευκτη. Έως τότε, ο βασιλιάς δεν πρόκειται να κυβερνήσει. Επομένως, δεν τίθεται ουσιαστικό ζήτημα αναγνώρισης ή μη του τελευταίου εκ μέρους μας” τηλεγραφούσε ο Poincaré στις 6 Οκτωβρίου προς την Αθήνα. Πρόκειται για δηλώσεις, στις οποίες ο Βενιζέλος επανήλθε στη διάρκεια επίσκεψής του στη γαλλική πρεσβεία του Λονδίνου στις 22 του ιδίου μήνα.[7] Άραγε ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε ορθή αντίληψη της κατάστασης, η οποία επικρατούσε στην Αθήνα, ή μήπως είμαστε μάρτυρες της ύπαρξης μιας πρώτης ρωγμής στις τάξεις του κινήματος; Τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παραθέτουν επαρκή στοιχεία γύρω από το σημαντικό αυτό ζήτημα.[8]

Υπήρχε και ένα δεύτερο ζήτημα, όπου τη φορά αυτή διαπιστωνόταν απόλυτη σύμπνοια: η ενοχή της κυβέρνησης Γούναρη, στην οποία το στράτευμα και εν συνεχεία η κυβέρνηση επέρριπταν την ευθύνη της καταστροφής. Πέρα από τους πέντε υπουργούς, την επομένη της επικράτησης του κινήματος είχαν συλληφθεί και οι στρατηγοί Χατζηανέστης, Δούσμανης και Κωνσταντινόπουλος, ο συνταγματάρχης Τσόντος και οι Χαράλαμπος Βοζίκης, πρώην διοικητής της Θράκης και Γεώργιος Μπαλτατζής. Στις 26 Οκτωβρίου έφθασε στην Αθήνα προερχόμενος από την Κέρκυρα ο πρίγκιπας Ανδρέας, ο οποίος οδηγήθηκε στη φυλακή. “Όσο για την γενική καταδίκη του γουναρικού συστήματος, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως είναι ισάξιας σημασίας με την εχθρότητα έναντι του Κωνσταντίνου, με ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα για την πολιτική μας: το ότι παραμερίζει από το πολιτικό προσκήνιο όσους επί οκτώ χρόνια μάς αντιμάχονταν συστηματικά. Θα ήταν συνεπώς ανακριβές να συμπεράνουμε ότι η επανάσταση στερείται ειλικρίνειας και ότι πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους” παρατηρούσε κυνικά ο Marcilly.

Ο Γάλλος διπλωμάτης διαπίστωνε παράλληλα ότι, τέσσερις εβδομάδες έπειτα από την επικράτηση του κινήματος και μέσω μιας αναμενόμενης επαναστατικής διαδικασίας, το κέντρο βάρους έκλινε προς όφελος των βενιζελικών στοιχείων, τοποθετημένων σε κομβικές θέσεις. Η ομάδα αυτή δεν είχε να επιδείξει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα και στερείτο πειθαρχίας. Μοναδικό μέλημα ήταν η εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων. Οι βασιλόφρονες, αντίθετα, μπορούσαν ακόμα να προσβλέπουν σε έναν καλά οργανωμένο μέχρι πρόσφατα, μηχανισμό, ανεπτυγμένο σε ολόκληρη την επικράτεια με χρήση επιτροπών και πρακτόρων. Παρά το γεγονός ότι οι κυριότεροι εκπρόσωποί τους βρίσκονταν έγκλειστοι στη φυλακή αντιμέτωποι με βαριές κατηγορίες, ο λόγος και το ύφος των βασιλοφρόνων δεν πρόδιδαν σημεία αποθάρρυνσης ή ηττοπάθειας. Αντίθετα, έδειχναν αποφασισμένοι να προωθήσουν στο προσκήνιο νέα πρόσωπα, με σημαντικότερο τον Ιωάννη Μεταξά.

Έχοντας αποφύγει προσωρινά την εκτέλεση χάρη στην παρέμβαση των ξένων διπλωματών που υπηρετούσαν στην Αθήνα, οι φυλακισθέντες υπουργοί και ανώτατοι αξιωματικοί ανέμεναν να οριστεί η τύχη τους από τη βουλή που θα σχηματιζόταν έπειτα από διενέργεια εκλογών. Φαίνεται πως η εκκρεμότητα αυτή δεν ήταν της αρεσκείας της ακραίας πτέρυγας του κινήματος. Η τελευταία θεωρούσε επιζήμια την όποια χρονική παράταση και απαιτούσε την άμεση τιμωρία των υπευθύνων. Σύμφωνα με τον Marcilly και τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας, ήταν ένας τρόπος να εξαγνιστεί η ανεπάρκεια που επέδειξαν οι αξιωματικοί του ηττημένου στρατού κατά την τελευταία φάση των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Από την πλευρά τους, οι βενιζελικοί πολιτικοί κύκλοι επιθυμούσαν να απαλλαγούν το ταχύτερο από αντιπάλους, η δραστηριοποίηση των οποίων μπορούσε να προβεί επικίνδυνη ενόσω θα διαρκούσε η προεκλογική εκστρατεία. Οι παραπάνω παράγοντες συνέβαλαν τελικά στην παραπομπή, στις 25 Οκτωβρίου, των κατηγορουμένων ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου. Η έκδοση του σχετικού με τη σύσταση του τελευταίου αναγκαστικού διατάγματος προκάλεσε δυσφορία στους κύκλους των ξένων πρεσβειών. Το άρθρο 18 του συντάγματος αναγνώριζε την κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικά εγκλήματα. Εάν οι κατηγορούμενοι δικάζονταν από κοινό ποινικό δικαστήριο, τότε ο αποκλεισμός της θανατικής καταδίκης ήταν δεδομένος. Επιπρόσθετα, το αναπόφευκτο χρονικό διάστημα μέχρι τη διενέργεια των εκλογών και τη συνακόλουθη σύγκληση της νέας βουλής εθεωρείτο από την επαναστατική επιτροπή ως σπατάλη χρόνου. Ολοένα και περισσότερο επηρεασμένη από τα ακραία στελέχη, η τελευταία ήταν πλέον της άποψης ότι τα πάντα “έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα”. Κατόπιν τούτου, αποφασίστηκε οι κατηγορούμενοι να προσαχθούν ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου.[9]

Το κατηγορητήριο πρόσαπτε τη συνειδητή εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας, κέρδος της συνθήκης των Σεβρών, την μη έγκαιρη ενημέρωση για την εκκένωση και ορισμένους άστοχους χειρισμούς σε πολιτικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Ειδική αναφορά γινόταν στην απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων από το μέτωπο και τη μεταφορά τους στη Θράκη ενόψει μιας επέμβασης κατά της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που διατάραξε στην πρώτη γραμμή του μετώπου τους συσχετισμούς προς όφελος των κεμαλικών. Ο πρίγκιπας Ανδρέας, διοικητής Σώματος Στρατού κατά τη μάχη του Σαγγάριου, βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία ότι δεν είχε εκτελέσει οδηγίες της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, με συνέπεια καταστρεπτικά αποτελέσματα. Την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, “άτομο αδίστακτο και επικίνδυνο”.[10]

Την ίδια ακριβώς στιγμή, μια φήμη περί προσεχούς εκτέλεσης δυο ή τριών υπουργών άρχισε να διαχέεται στην κοινή γνώμη. Οι υποκινητές είχαν διττό σκοπό: αφενός να πείσουν τις ξένες Δυνάμεις για τη σοβαρότητα του κινήματος και αφετέρου να τρομοκρατήσουν την κοινή γνώμη αποθαρρύνοντας την αντιβενιζελική παράταξη από οποιαδήποτε προοπτική αντίπραξης. “Στρέφοντας τις ανακρίσεις προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται πως αγνοούν το γεγονός ότι η ήττα ήταν κυρίως μια άτακτη φυγή, ότι οι στρατιώτες στην πλειοψηφία τους αρνήθηκαν να πολεμήσουν και ότι οι αξιωματικοί αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων(…) Συνεπώς, η δίκη αποτελεί μια έκνομη επαναστατική ενέργεια. Ήδη στον Τύπο κυκλοφορούν πληροφορίες περί συνοπτικών διαδικασιών. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο και προφανώς μοιραίο για τους κ.κ. Γούναρη, Θεοτόκη και Στράτο τουλάχιστον. Για το σκοπό αυτό έχει οργανωθεί μια δραστήρια προπαγάνδα (…). Όσο περισσότερο εκδηλώνεται αβεβαιότητα σχετικά με την διενέργεια εκλογών, άλλο τόσο διαπιστώνεται μια αναζωπύρωση των παραδοσιακών αντιπαραθέσεων της ελληνικής πολιτικής ζωής, προς το χειρότερο όμως. Δεν αποκλείεται να βιώνουμε ήδη τα πρώτα συμπτώματα του παραπάνω φαινομένου”, έγραφε ο Marcilly στις 26 Οκτωβρίου.[11]

Στο σημείο αυτό, και για μια καλύτερη κατανόηση των όσων έπονται, είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στη στάση που υιοθέτησαν οι ξένες Δυνάμεις, πάντοτε σύμφωνα με τα στοιχεία που περικλείονται στα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Η Γαλλία συνέχισε να κρατά αποστάσεις από τις ελληνικές αρχές και μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Ο Marcilly, κατόπιν οδηγιών προερχομένων από το Παρίσι, απέφυγε να αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ωστόσο, στους επικεφαλής του κινήματος, δήλωσε πως η αποφυγή μιας δικαστικής παρωδίας θα λειτουργούσε προς όφελος της κυβέρνησης.

Η θέση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν περισσότερο λεπτή. Η πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει ήδη προ πολλού, ήταν μια συνεχής ενθάρρυνση προς την κατεύθυνση μιας ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. “Το Foreign Office έσπρωξε τους Έλληνες προς την καταστροφή τους. Ό,τι και αν συνέβη, ο κ. Lloyd George δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι συμβουλές και η εν γένει στάση του ήταν εκείνες που ώθησαν τον κ. Γούναρη και τους οπαδούς του να επιμείνουν στην προσπάθειά τους στη Μικρά Ασία. Το Λονδίνο, έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του όλα τα πλεονεκτήματα, παραπλάνησε τους Έλληνες μέχρι τέλους, αφήνοντας να πλανάται η ελπίδα μιας υλικής και οικονομικής βοήθειας που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι Έλληνες προχώρησαν και όταν έχασαν το παιγνίδι, οι Βρετανοί τους εγκατέλειψαν στην τύχη τους”, έγραφε ο Γάλλος στρατιωτικός ακόλουθος.

Παρά ταύτα, η Μεγάλη Βρετανία αναλώθηκε σε μια προσπάθεια διάσωσης των πρώην υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Σε αντιδιαστολή με τον Γάλλο ομόλογό του, ο Lindley εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις με την αντιβενιζελική παράταξη. Τέλος, και ενδεχομένως αυτός να ήταν ο πραγματικός λόγος της βρετανικής παρέμβασης, άρχισε να καλλιεργείται αρκετός θόρυβος γύρω από το είδος των σχέσεων ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο, μέχρι τίνος σημείου δηλαδή και με τι είδους υποσχέσεις το Foreign Office είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα ως προς την εν γένει εμπλοκή της στη Μικρά Ασία. Ο Γούναρης, σε μια στιγμή απελπισίας ενόψει της θανατικής καταδίκης, ήταν πιθανό να προβεί σε αποκαλύψεις καθ’ όλα ενοχλητικές για την βρετανική κυβέρνηση.

Ακόμα και στην περίπτωση της δίκης, η Ιταλία δεν παρέκκλινε από την παραδοσιακή της στάση, που προσέβλεπε στην πάση θυσία αποφυγή επανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ρώμης, μια τέτοια προοπτική, ακόμα και κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες, ενείχε κινδύνους για τις δικές της φιλοδοξίες. Για εντελώς διαφορετικούς λόγους επομένως, ο πρεσβευτής Giulio Cesare Montagna υιοθέτησε ανάλογη στάση με εκείνη του Βρετανού συναδέλφου του, υπέρ της διάσωσης των κατηγορουμένων.

Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Benito Mussolini και ο πρεσβευτής στην Αθήνα Giulio Cesare Montagna.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι αποστάσεις της γερμανικής πρεσβείας από τα τεκταινόμενα, παρά το γεγονός ότι διακυβευόταν η ίδια η ζωή πολιτικών προσωπικοτήτων, που κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν εκδηλώσει γερμανόφιλα αισθήματα. Η πρόσφατη ακόμα ήττα της Γερμανίας και τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία η τελευταία αντιμετώπιζε από την επομένη κιόλας της λήξης του πολέμου, συνηγορούσαν υπέρ μιας αποστασιοποιημένης συμπεριφοράς στην υπόθεση της δίκης.

Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, την περισσότερο ιδιόρρυθμη στάση τηρούσαν οι ΗΠΑ, καθώς δεν είχαν αναγνωρίσει ούτε τον Κωνσταντίνο ούτε τις μετά τον Νοέμβριο 1920 διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις, υποβαθμίζοντας την διπλωματική τους εκπροσώπηση στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο επιτετραμμένος Jefferson Thomas Caffery αρκέστηκε στο να υπογραμμίσει προς τον Πλαστήρα τη δυσάρεστη εντύπωση που θα προκαλούσε στη χώρα του μια ενδεχόμενη εκτέλεση πολιτικών προσωπικοτήτων τη στιγμή της άφιξης στην Ελλάδα ενός κλιμακίου του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού προς συνδρομή των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

Τέλος, από τις σύμμαχες χώρες, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μιμήθηκε τη στάση της Γαλλίας. Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου δεν επιθυμούσε παρέμβαση προς διάσωση πολιτικών προσώπων, τα οποία επί τόσα χρόνια είχαν αρνηθεί να σεβαστούν συμβατικές υποχρεώσεις ανάμεσα στις δυο γείτονες χώρες.

Οι κυβερνήσεις των ουδετέρων κρατών (Ισπανία, Ολλανδία, Σουηδία) λειτούργησαν ευνοϊκά έναντι των κατηγορουμένων, συμμετέχοντας σε όλα τα κοινά διαβήματα περί αποτροπής της εκτέλεσης. Η γενικότερη αίσθηση που επικρατούσε στους κόλπους του ξένου διπλωματικού σώματος στην Αθήνα, απέδιδε τη σκλήρυνση της στάσης της επαναστατικής επιτροπής σε μια προσπάθεια της τελευταίας να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα αλλά και να αναβάλλει την διενέργεια των εκλογών. Ως προς αυτό, οι πρόσφυγες, που ισοδυναμούσαν με το 1/6 του συνολικού πληθυσμού, αποτελούσαν μια εκλογική πελατεία, την οποία η επιτροπή σχεδίαζε να αξιοποιήσει προς όφελός της, μαζί με το σώμα των αξιωματικών.[12]

Με το που τα παραπάνω έγιναν αισθητά, τα διαβήματα του Βρετανού πρεσβευτή προς τις ελληνικές αρχές πολλαπλασιάστηκαν και άρχισαν να γίνονται ολοένα και περισσότερο πιεστικά. Το Foreign Office, φοβούμενο ότι οι απλές συστάσεις δεν επαρκούσαν πλέον, αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Στις 11 Νοεμβρίου, ο Lindley ζήτησε τη δέσμευση πως σε περίπτωση έκδοσης θανατικής καταδίκης, οι κατηγορούμενοι δεν θα τουφεκίζονταν. Ο Νικόλαος Πολίτης δεν απέρριψε το διάβημα, απάντησε ωστόσο ότι η γνώμη της επαναστατικής επιτροπής ήταν προηγουμένως απαραίτητη. Σε ένα δεύτερο διάβημα την επομένη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, φανερά εκνευρισμένος, χαρακτήρισε τις εν γένει ενέργειες του Βρετανού πρεσβευτή ως ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά πράγματα της χώρας. Ταυτόχρονα, γνωστοποίησε στον τελευταίο πως η επαναστατική επιτροπή είχε αρνηθεί να παράσχει παρόμοια υπόσχεση. Στις 13 Νοεμβρίου, πρώτη ημέρα της δίκης, ο Lindley κατέθεσε ρηματική διακοίνωση, επιβεβαιώνοντας επίσημα όλα τα μέχρι τότε προφορικά του διαβήματα. Στις 15, ο Έλληνας υπουργός επισκέφθηκε την βρετανική πρεσβεία διαβεβαιώνοντας πως η υπόθεση με την επαναστατική επιτροπή είχε τακτοποιηθεί. Κανένας κατηγορούμενος δεν επρόκειτο να τουφεκιστεί. Υπόσχεση, την οποία επανέλαβε στις 18 Νοεμβρίου.[13]

Ζητώντας οδηγίες από το Παρίσι στις 15 Νοεμβρίου σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, ο Marcilly εκφραζόταν ως εξής: “Ο Βρετανός συνάδελφός μου (…) προέβη τις τελευταίες ημέρες σε πιεστικά διαβήματα προκειμένου να αποφευχθούν οι εκτελέσεις. Χαρακτήρισε τη διενέργεια της δίκης ως πράξη αντίθετη προς το Σύνταγμα και τους νόμους του ελληνικού κράτους (…) Ο Ιταλός πρεσβευτής ευθυγραμμίστηκε με την παραπάνω άποψη. Σε ό,τι με αφορά, κράτησα απόσταση και απέφυγα να τοποθετηθώ. Πληροφορούμαι πως και άλλοι συνάδελφοι ετοιμάζουν διάβημα προς την ελληνική κυβέρνηση υπέρ της μείωσης της ποινής αμέσως μετά την ανακοίνωση της καταδίκης (…). Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο αρκεί για να γλυτώσει τους κυριότερους κατηγορούμενους από το εκτελεστικό απόσπασμα. Είναι πιθανόν να δοθεί χάρη σε δυο ή τρεις από αυτούς, έναντι των οποίων το μίσος της επιτροπής είναι μικρότερο, προς ικανοποίηση των ξένων διπλωματών”.[14]

Οι οδηγίες με προέλευση το Παρίσι έφτασαν στην Αθήνα δυο ημέρες αργότερα. Το Quai d’ Orsay διέθετε πληροφορίες, προερχόμενες από το Λονδίνο, σύμφωνα με τις οποίες ο Πολίτης, εμφανώς εκνευρισμένος από τα αλλεπάλληλα διαβήματα του Lindley, είχε επιστήσει την προσοχή του λόρδου Curzon, υπουργού Εξωτερικών, στο ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία των πρεσβευτών υπέρ των κατηγορουμένων θα καθιστούσε αδύνατη μια πιθανή πράξη μεγαλοψυχίας εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Με αυτά τα δεδομένα, ο Poincaré καλούσε για μια ακόμη φορά τον Marcilly να κρατήσει αποστάσεις μέχρι νεωτέρας.[15]

Στις 17 Νοεμβρίου πάντοτε, ο κόμης Vanutelli, πρέσβης της Ιταλίας στο Παρίσι, αποκάλυψε ότι ανάλογες πληροφορίες, σχετικές με τα διαβήματα του Lindley και τον συνακόλουθο εκνευρισμό των ελληνικών αρχών, είχαν φτάσει και στη Ρώμη. Θέλοντας να αποτρέψει τις εκτελέσεις, ο πρωθυπουργός Benito Mussolini πρότεινε κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, δίχως όμως την κατάθεση ρηματικής διακοίνωσης όπως είχε πράξει ο Lindley. Ταυτόχρονα, ο Montagna υπήρξε αποδέκτης οδηγιών να ευθυγραμμιστεί με τις θέσεις του Βρετανού. “Ο Βρετανός συνάδελφός μου δεν μού έκρυψε ότι θα ξεφορτωνόταν ευχαρίστως έναν τόσο φορτικό σύμμαχο, η παρέμβαση του οποίου, υπαγορευμένη από τα συνήθη κίνητρα της ιταλικής πολιτικής, δεν μπορούσε παρά να μειώσει τις δικές του πιθανότητες επιτυχίας” τηλεγραφούσε σχετικά ο Marcilly.[16]

Η δίκη στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου.

Στις 20 Νοεμβρίου, έβδομη ημέρα της δίκης, ο Πολίτης μετέβαλε εκ νέου τη στάση του, δηλώνοντας ότι στο ζήτημα της δίκης η επαναστατική επιτροπή επιθυμούσε να διατηρήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων. Όσο για την ελληνική κυβέρνηση, ευρισκόμενη ανάμεσα στον φόβο να απολέσει την βρετανική υποστήριξη και τη νέα τοποθέτηση της επαναστατικής επιτροπής, εξέφραζε πλέον αμφιβολίες ως προς την διάσωση των υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα.[17]

Τα διαβήματα του Lindley αξιολογήθηκαν προσεκτικά από τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας. Η απήχησή τους στην κοινή γνώμη, σε συνδυασμό με αυστηρές συστάσεις του λόρδου Curzon προς τον Δημήτριο Κακλαμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο, είχε θορυβήσει τις ελληνικές αρχές. Ο Πολίτης μάλιστα, δεν έκρυψε την πικρία του προς τον Marcilly. Σε περίπτωση που οι ελληνικές αρχές ικανοποιούσαν τα βρετανικά διαβήματα και οι κατηγορούμενοι ακολουθούσαν την οδό της εξορίας, η κυβέρνηση του Λονδίνου έπρεπε να εγγυηθεί ότι δεν επρόκειτο να επανέλθουν στην Ελλάδα. Συνάμα όμως υπήρχε και η αντίθετη εκδοχή. Η παρέμβαση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν δυνατόν να εκληφθεί ως απροκάλυπτη παροχή προστασίας προς τους κατηγορούμενους. Σε αυτή την περίπτωση, η αντιβενιζελική παράταξη μπορούσε να ελπίζει σε ενδυνάμωση του κύρους της σε επίπεδο ελληνικής κοινής γνώμης, τόσο σε βάρος της επαναστατικής επιτροπής όσο και σε βάρος των Συμμάχων. Οποιαδήποτε και αν ήταν η ορθότητα των παραπάνω εκτιμήσεων, η Γαλλία προσέδιδε μεγάλη προσοχή στα βρετανικά διαβήματα. Η Ελλάδα, θέλοντας και μη, ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με τις αξιώσεις του Λονδίνου, τη στιγμή μάλιστα που ξεκινούσαν στη Λωζάνη οι εργασίες της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, όπου η στήριξη του Λονδίνου ήταν απαραίτητη για την απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα. Κυβέρνηση και Ανάκτορα ήταν πεπεισμένοι γι’ αυτό. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την επαναστατική επιτροπή εάν δεν παρασυρόταν από την ακραία πτέρυγα των αξιωματικών.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να τηρηθούν τα προσχήματα. Για το λόγο αυτό θα συνεχιστούν μέχρι τέλους οι αντιδράσεις των ιθυνόντων για τυπικούς και μόνο λόγους. Ψιθυρίζεται μάλιστα ότι σχεδιάζεται δυναμική παρέμβαση με στόχο το λυντσάρισμα των κατηγορουμένων εντός της φυλακής (…). Τα θεμελιώδη κίνητρα της βρετανικής πολιτικής είναι ξεκάθαρα και είναι φυσικό η κυβέρνηση του Λονδίνου, μέσω της έκτακτης νομοθετικής διαδικασίας σε βάρος των υπουργών, να καλείται να διαχειριστεί καταστάσεις, οι οποίες ουδόλως συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Η αίσθηση των ξένων διπλωματών σχετικά με αυτό είναι ομόφωνη”, έγραφε ο Marcilly στις 22 Νοεμβρίου.[18]

Προτού αναλάβει την προεδρία της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης αξιολόγησε την όλη κατάσταση. Επιστρέφοντας στην Αθήνα από τη Βιέννη, βρήκε μια κυβερνητική ομάδα στελεχωμένη κατά πλειοψηφία από βενιζελικούς. Ο ίδιος προσέβλεπε σε ένα περισσότερο διευρυμένο σχήμα, με τη συμμετοχή προσώπων που δεν προέρχονταν από την φιλελεύθερη παράταξη με εξαίρεση, βέβαια, όσους είχαν συνεργαστεί ενεργά με το προηγούμενο καθεστώς. Πιστεύοντας πως, του Βενιζέλου απόντος, το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να διεκδικεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της εξουσίας, προετοίμαζε τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης, η οποία θα ξεπερνούσε τα στενά όρια του κόμματος. Η σύγκρουσή του με την επαναστατική επιτροπή προέκυψε με αφορμή τη διενέργεια της δίκης.

Από την ίδια του την φύση, ο Ζαΐμης διαφωνούσε με κάθε διαδικασία επαναστατικής δικαιοσύνης. Πόσο μάλλον όταν η τελευταία κινδύνευε να στερήσει από την Ελλάδα το μοναδικό διεθνές έρεισμα (την βρετανική στήριξη) που τόσο απελπισμένα είχε ανάγκη. Για τον λόγο αυτό, στις διαπραγματεύσεις του με την επαναστατική επιτροπή, προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, ούτως ώστε να αναλάβει τα πρωθυπουργικά καθήκοντα έπειτα από τον τερματισμό της δίκης. Με άλλα λόγια δεν θα έφερε ευθύνη όποια και αν ήταν η ετυμηγορία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο και μόνο της θανατικής ποινής τον έφερνε σε εξαιρετικά λεπτή θέση έναντι των Βρετανών, αναγκάζοντάς τον να αντιμετωπίζει και αυτήν ακόμα την πιθανότητα υποβολής παραίτησης. Σε αυτό το θέμα έχαιρε της πλήρους στήριξης του Πολίτη, ο οποίος με τη σειρά του, απειλούσε με τήρηση ανάλογης στάσης.

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: η έδρα του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Κάτω: Πρωτοπαπαδάκης, Γούναρης και Στράτος στο εδώλιο των κατηγορουμένων.

Στις 25 Νοεμβρίου, δωδέκατη ημέρα της δίκης, σύσσωμη η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, διαχωρίζοντας τη θέση της από εκείνη της επαναστατικής επιτροπής. Δυο ημέρες αργότερα, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στυλιανό Γονατά, με τον Πάγκαλο στο υπουργείο Στρατιωτικών και τρεις άλλους αξιωματικούς σε ισάριθμα υπουργεία. Σύμφωνα με τον Marcilly, το νέο κυβερνητικό σχήμα αντικατόπτριζε τους συσχετισμούς, έτσι όπως είχαν στο μεταξύ προκύψει. Πιθανή εκτέλεση των κατηγορουμένων θα είχε ως συνακόλουθη συνέπεια τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Μεγάλη Βρετανία. Αν πάλι οι Γονατάς και Πλαστήρας τάσσονταν υπέρ μιας μείωσης της ποινής, ήταν βέβαιο ότι θα παραγκωνίζονταν από τον Πάγκαλο και τα ακραία στελέχη, που είχαν δημόσια τοποθετηθεί υπέρ μιας αιματηρής λύσης.[19]

Αναφερόμενος στους τρεις ισχυρούς άνδρες του κινήματος, ο Marcilly εκφραζόταν στις 3 Δεκεμβρίου ως εξής: “Αυτή είναι η τριανδρία, η οποία πρόκειται να διοικήσει την Ελλάδα στην παρούσα φάση (…). Δεν πρέπει πια να διερωτάται κανείς πότε πρόκειται να διεξαχθούν οι εκλογές ή ποια είναι τα αισθήματα της κοινής γνώμης (…). Ο λαός, όπως υποστηρίζουν, δεν έχει δικαίωμα γνώμης. Εκτέθηκε με τις συνεχείς μεταπτώσεις της συμπεριφοράς του τα τελευταία χρόνια. Αρνήθηκε τον Βενιζέλο και έφερε πίσω τον Κωνσταντίνο (…). Η επανάσταση δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να τον αφουγκραστεί. Διαθέτει από μόνη την ισχύ και την βούληση προκειμένου να μπορέσει να κυβερνήσει. Οποιαδήποτε αντίσταση θα παταχθεί, η δε δίκη των υπουργών (…) δεν πρόκειται να αφήσει να αιωρείται η παραμικρή αμφιβολία περί τούτου (…). Με αυτά τα δεδομένα, ο καθένας μπορεί εύλογα να προσμετρήσει την ισχυρή συμβολική της σημασία.[20] 

Υπό αυτές τις συνθήκες ολοκληρώθηκε στις 27 Νοεμβρίου η δίκη, με την καταδίκη σε θάνατο των Γούναρη, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Μπαλτατζή, Στράτου και Χατζηανέστη. Ο ναύαρχος Γούδας και ο Ξενοφών Στρατηγός καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Η εκτέλεση έλαβε χώρα τα ξημερώματα της επομένης, 28 Νοεμβρίου, στο Γουδή. Για την ίδια την δίκη καθώς και για την εκτέλεση, τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην αλληλογραφία του με το Παρίσι, ο Marcilly δεν αναφέρεται καθόλου στην όλη εξέλιξη της δίκης, αρκούμενος σε ένα λακωνικό τηλεγράφημα σχετικά με τον τουφεκισμό των έξι καταδικασθέντων.[21]

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: Γούναρης, Θεοτόκης, Χατζηανέστης. Κάτω: Στράτος, Οθωναίος (πρόεδρος εκτάκτου στρατοδικείου), Ζουρίδης (βασιλικός επίτροπος).

Ένα άλλο στέλεχος της γαλλικής πρεσβείας παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξη της δίκης. Ο στρατιωτικός ακόλουθος λοχαγός de Colombel, έστειλε στις 20 Δεκεμβρίου προς το υπουργείο Στρατιωτικών, στο Παρίσι, ένα πολυσέλιδο υπόμνημα. Φρόντισε μάλιστα να επισυνάψει και το κείμενο του σχετικού με τη σύσταση και λειτουργία του εκτάκτου στρατοδικείου διατάγματος. Πληροφοριοδότης ήταν ένα ανώνυμο άτομο, βενιζελικών πεποιθήσεων, που παρακολούθησε αδιάλειπτα όλες τις συνεδριάσεις. Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, το οποίο κοινοποιήθηκε στο Quai d’ Orsay, περιγράφει κυρίως την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και λιγότερο το περιεχόμενο των καταθέσεων. Αναφερόμενος στο μέρος εκείνο που αφορούσε καταθέσεις και αγορεύσεις, ο de Colombel εκφράστηκε ως εξής: “Το μέρος αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κατάδειξη της γενικότερης ατμόσφαιρας, έτσι όπως διαμορφώθηκε μέρα με την ημέρα και με μάρτυρα ένα ακροατήριο, το οποίο εθεωρείτο εκ προοιμίου έξυπνο και καλλιεργημένο. Οι παρασπονδίες που πηγάζουν από τα πρακτικά των συνεδριάσεων αποτελούν, κατά την άποψή μου, ένα πρώτης τάξεως κριτήριο αξιολόγησης ενός ολόκληρου λαού, τον οποίον δεν δύναται κανείς να κατανοήσει παρά μόνο εάν δεν τον αντιμετωπίσει με σοβαρότητα, κυρίως δε, εάν δεν τον θεωρήσει ως έναν ευρωπαϊκό λαό”.[22]

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιδράσεις που διαδέχθηκαν την εκτέλεση των Έξι και για τις οποίες υπάρχουν άφθονα στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις 28 Νοεμβρίου, ημέρα της εκτέλεσης, ο Marcilly ενημέρωσε το Παρίσι σχετικά με την ανάκληση του Lindley από την Αθήνα. Εν αναμονή νέων οδηγιών, ο Βρετανός διπλωμάτης μετέβη στην Λωζάνη, όπου είχαν ήδη ξεκινήσει οι εργασίες της Διεθνούς Συνδιάσκεψης. Ωστόσο, το υπόλοιπο προσωπικό της πρεσβείας παρέμεινε στην ελληνική πρωτεύουσα.[23] Παρεμβαίνοντας υπέρ της διάσωσης των πρώην υπουργών λίγες ημέρες νωρίτερα, η Μεγάλη Βρετανία είχε επιτελέσει ένα ηθικό χρέος. Επιπρόσθετα, ήλπιζε ότι η διπλωματική υποστήριξη, την οποία σκόπευε να παράσχει στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης, ήταν σε θέση να ισοσκελίσει τις ελλιπείς υπηρεσίες της σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το όλο σκηνικό άλλαξε με την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Ο Πολίτης εξέφρασε την άποψη ότι ο αυστηρός τόνος του βρετανικού διαβήματος είχε ερεθίσει την επαναστατική επιτροπή. Με μια περισσότερο διακριτική μεθόδευση οι εκτελέσεις θα είχαν περιοριστεί στον αριθμό των δυο (Γούναρης και Χατζηανέστης). Ήταν όμως εξαιρετικά λεπτό για τον Lindley να εγκαινιάσει νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για τον αριθμό, από τη στιγμή μάλιστα που, κατόπιν ρητών οδηγιών με προέλευση το Λονδίνο, είχε αμετάκλητα τοποθετηθεί εναντίον οποιασδήποτε αιματηρής έκβασης της δίκης. Κάτι τέτοιο μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί μόνο έπειτα από κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, προτού η αντιπαράθεση της βρετανικής πρεσβείας με τις ελληνικές αρχές προλάβει να φτάσει σε τόσο ψηλό βαθμό οξύτητας. Μάλιστα, οι συνοπτικές διαδικασίες, με τις οποίες διεκπεραιώθηκαν τόσο η δίκη όσο και η εκτέλεση, άφηναν να διαφανεί ότι η επιτροπή προσέβλεπε σε δημιουργία τετελεσμένων, ακριβώς προκειμένου να αποτραπεί ένα διάβημα αυτού του είδους.

Ο Marcilly διέβλεψε έναν επιπλέον κίνδυνο, ο οποίος ελλόχευε για τα γαλλικά συμφέροντα, σπεύδοντας εγκαίρως να επιστήσει την προσοχή των ανωτέρων του στο Παρίσι σχετικά με αυτόν. Κατά την άποψή του, η εν γένει πολιτική των Βρετανών αργά ή γρήγορα θα έστρεφε εναντίον της τα πυρά της επαναστατικής επιτροπής και της βενιζελικής παράταξης γενικότερα. Αντίθετα, η Γαλλία, έχοντας υιοθετήσει μια περισσότερο αποστασιοποιημένη τακτική, κινδύνευε να θεωρηθεί ότι όχι μόνο επικροτούσε τα όσα ακραία συνέβαιναν στην ελληνική πρωτεύουσα, αλλά και ότι συνέβαλε ενεργά σε αυτά. Οι δραματικές εξελίξεις ανάγκασαν τον πρεσβευτή της να συστήσει προς το Παρίσι πως ήταν φρόνιμο μια πράξη δικαιοσύνης, διαδραματισθείσα κάτω από συνθήκες πόλωσης και με εμφανή ψυχολογία αντεκδίκησης, να μην τύχει ευμενούς υποδοχής εκ μέρους του γαλλικού Τύπου.[24]

Ο κ. de Marcilly, ακολουθώντας τις οδηγίες μου, απέφυγε να αναμιχθεί. Ο κ. Ρωμάνος [πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι] μάς είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία συνέτρεχε κίνδυνος να ερμηνευθεί ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας και να αποβεί μοιραία για τους κατηγορούμενους. Γνωρίζω από μυστική και έμπιστη πηγή ότι ο κ. Βενιζέλος, σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις του, είχε συστήσει την εκτέλεση τριών από αυτούς. Η Μεγάλη Βρετανία κινητοποιήθηκε μόνο και μόνο επειδή είχε εκτεθεί με το προηγούμενο [βασιλικό] καθεστώς. Δεν μας απομένει παρά να κρατήσουμε αποστάσεις από την θλιβερή αυτή υπόθεση”, τηλεγραφούσε στις 29 Νοεμβρίου ο Poincaré προς τον Camille Barrère, πρέσβη της Γαλλίας στη Ρώμη και μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.[25]

37 Quai d’Orsay, η Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών στο 7ο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού.

Η στάση της Γαλλίας σχολιάσθηκε και από την ιταλική κυβέρνηση η οποία, εκδίδοντας επίσημο ανακοινωθέν στις 30 Νοεμβρίου, ανέφερε ότι, ενώ η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία είχαν μεσολαβήσει υπέρ της σωτηρίας των κατηγορουμένων, η κυβέρνηση του Παρισιού έκρινε προτιμότερο να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ορμώμενες από την παραπάνω διιαπίστωση, οι ιταλικές εφημερίδες δημοσίευσαν δηλώσεις του Lindley προς την ιταλική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με τις οποίες η ευθύνη για την εκτέλεση των υπουργών έπρεπε να αναζητηθεί στην έλλειψη ομοφωνίας ανάμεσα στις τρεις σύμμαχες δυνάμεις. Η υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε ο Γάλλος επιτετραμμένος στη Ρώμη αναγκάστηκε να επιδώσει διάβημα διαμαρτυρίας ταυτόχρονα προς το υπουργείο Εξωτερικών και προς το πολιτικό γραφείο του Mussolini.[26] Οι ανταποκρίσεις του ιταλικού Τύπου από την Αθήνα καυτηρίαζαν την έκνομη διαδικασία της δίκης και την καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Στις 29 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο συνεδρίας της Γερουσίας, ο τέως πρέσβης στο Βερολίνο και ένθερμος γερμανόφιλος Bollati, εξέφρασε τον αποτροπιασμό του. Ο πρόεδρος του Σώματος και πρώην υπουργός Εξωτερικών Tomaso Tittoni, επικρότησε τα όσα ελέχθησαν. Χαρακτηριστικά είναι τα πικρόχολα σχόλια του François Charles-Roux, επιτετραμμένου της γαλλικής πρεσβείας στην ιταλική πρωτεύουσα: “Ουδέποτε η Γερουσία εξέφρασε την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί για την δολοφονία του τσάρου Νικολάου Β΄ και των μελών της οικογενείας του. Το ίδιο και ο Τύπος. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για την Ελλάδα, μια χώρα μικρή και βαθιά μισητή για την Ιταλία. Οι μόνοι, οι οποίοι έχαιραν εκτίμησης μέσα στο πολιτικό στερέωμα αλλά και στους κόλπους της κοινής γνώμης, ήταν οι κωνσταντινικοί, ακριβώς επειδή οδηγούσαν την πατρίδα τους προς την καταστροφή. Υπάρχει συνεπώς μια μεγάλη δόση ανθελληνισμού στην ιταλική καταδίκη των γεγονότων της Αθήνας, με την ανάλογη φυσικά αξιοποίηση. Καταβάλεται προσπάθεια να πληγεί ο Βενιζέλος, κακός δαίμονας των Ιταλών, στον οποίον και αποδίδεται η μεγαλύτερη ευθύνη για την καταστροφή”. Την επομένη κιόλας, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να μιμηθεί το παράδειγμα της βρετανικής κυβέρνησης, ανακαλώντας τον πρεσβευτή του στην Αθήνα. Ο βαρόνος Giulio Cesare Montagna αναχώρησε για την Λωζάνη, εκχωρώντας την διεύθυνση της πρεσβείας στον πρόξενο της Ιταλίας στον Πειραιά. Ωστόσο, η ανάκληση αυτή δεν προσέλαβε διαστάσεις διακοπής των διπλωματικών σχέσεων.[27]

Την 1η Δεκεμβρίου 1922 η κυβέρνηση των Βρυξελλών γνωστοποίησε ότι είχε επιλέξει να διατηρήσει τον πρεσβευτή της στην Αθήνα για την διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων και μόνο, με σαφείς οδηγίες να αποφύγει κάθε ανάμειξη στο ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων όπου θα ήταν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να συνεργαστεί με τις ελληνικές αρχές. Οι πρεσβευτές της Ολλανδίας και της Σουηδίας έλαβαν τηλεγραφήματα, στα οποία εκφραζόταν η αγανάκτηση των κυβερνήσεών τους για την αιματηρή έκβαση της δίκης. Ο Αμερικανός επιτετραμμένος επέστησε την προσοχή της ελληνικής κυβέρνησης στο γεγονός ότι η δημιουργία αλγεινής εντύπωσης στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού κινδύνευε να δυναμιτίσει την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον προς την Ελλάδα για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο τόνος των αμερικανικών εφημερίδων κάθε άλλο παρά κολακευτικός ήταν για την ελληνική κυβέρνηση. Σχολιάστηκε επίσης η στάση της Γαλλίας αλλά και η ευθύνη του Βενιζέλου ως προς τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου το 1919. Ο Βενιζέλος εισήλθε στο στόχαστρο και του ελβετικού Τύπου, ο οποίος επέκρινε την απόσταση, την οποία τουλάχιστον φαινομενικά τήρησε ο πρώην πρωθυπουργός έναντι των δραματικών εξελίξεων της Αθήνας. Υπογραμμίστηκε πως μια πιθανή δική του παρέμβαση στην υπόθεση της δίκης ήταν δυνατό και να σώσει τους κατηγορούμενος από το εκτελεστικό απόσπασμα αλλά και να ενισχύσει την οδυνηρή, κατά τα άλλα, θέση της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.

Η Berliner Tageblatt, στο φύλλο της 30ής Νοεμβρίου, πληροφορούσε τους αναγνώστες της πως στην Αθήνα είχαν πραγματοποιηθεί δυο διαβήματα με αντικείμενο την αποτροπή των εκτελέσεων, το πρώτο από τους πρεσβευτές της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ, το δεύτερο από τους ομολόγους τους της Ισπανίας, της Σοβιετικής Ρωσίας, της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Ρουμανίας και της Γερμανίας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας, παρασέρνοντας και εκείνους της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, είχε αρνηθεί να συμμετάσχει. Το δημοσίευμα προκάλεσε την οργή του Γάλλου πρέσβη René Doynel de Saint-Quentin, ο οποίος επέδωσε διάβημα προς το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ζητώντας να τεθεί τέλος στη σκανδαλώδη, όπως την χαρακτήρισε, εκστρατεία του Τύπου εναντίον της χώρας του.[28]

Περισσότερο σημαντική υπήρξε η εκστρατεία κατά της αγγλο-βενιζελικής πολιτικής που εξαπέλυσε από την 1η Δεκεμβρίου και κατόπιν η παρισινή εφημερίδα Le Matin. Σε ένα πρώτο άρθρο ανέφερε μεταξύ άλλων: “Ο κ. Lloyd George μαζί με Έλληνες επιχειρηματίες [υπονοείται ο Sir Basil Zaharoff] και έναν πρωθυπουργό [Βενιζέλο], ο οποίος έπασχε από μεγαλομανία, ενεργώντας αντίθετα από τις συμβουλές της Γαλλίας και της Ιταλίας, αντίθετα ακόμη και από τη γνώμη του υπουργού Εξωτερικών λόρδου Curzon και της βρετανικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, οδήγησαν τον ελληνικό λαό στην καταστροφή και τους Έλληνες υπουργούς στο εκτελεστικό απόσπασμα (…) Ο κ. Γούναρης και τα μέλη της κυβέρνησής του φέρουν βέβαια ευθύνη, μόνο σαν συνένοχοι όμως, γιατί οι μεγάλοι υπεύθυνοι είναι οι κ.κ. Lloyd George και Βενιζέλος. Ο πρώτος, επειδή θέλησε να συνεχίσει στην Ανατολή μια αυτοκαταστροφική πολιτική, χρησιμοποιώντας την Ελλάδα ως εκτελεστικό όργανο, ο δεύτερος, γιατί, παρά τις προειδοποιήσεις, επιστράτευσε το σύνολο των δυνάμεων του για την υλοποίηση μιας μεγαλομανούς πολιτικής”. Ακολουθούσε η παράθεση εγγράφων που αφορούσαν στις μυστικές σχέσεις Βρετανίας-Ελλάδας και που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου και της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Ιουνίου 1920.

Σε ανταπόκριση από το Λονδίνο μια μέρα αργότερα, η εφημερίδα αναφερόταν στην εντύπωση που οι αποκαλύψεις αυτές είχαν προκαλέσει στην βρετανική πρωτεύουσα. Η Downing Street και το Foreign Office απέφυγαν να προβούν σε οποιοδήποτε σχόλιο. Στους πολιτικούς, όμως, και διπλωματικούς κύκλους γινόταν πολύς λόγος σχετικά με την όλη υπόθεση. Στην Βουλή των Κοινοτήτων ο νέος πρωθυπουργός Andrew Bonar Law ρωτήθηκε εάν πράγματι κάποιο μέλος της κυβέρνησης είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα στη συνέχιση της μικρασιατικής της πολιτικής που κατέληξε στην ήττα και στην εκτέλεση των φερομένων ως υπευθύνων. Ο Βρετανός πρωθυπουργός προανήγγειλε απλώς την προσεχή έκδοση μιας Λευκής Βίβλου δίχως να καταθέσει περεταίρω στοιχεία. Σε άλλο άρθρο του ιδίου φύλλου η Matin συνέχιζε την επίθεσή της: “Το δυστύχημα για την Ελλάδα και για τον κόσμο ολόκληρο συνίσταται στο ότι ο κ. Lloyd George, με την κακοποιά ιδιοφυία του, κατάφερε να επιβάλλει την πολιτική του εξαναγκάζοντας τους Συμμάχους να υπογράψουν την Συνθήκη των Σεβρών, της οποίας ουδείς επιθυμούσε την εφαρμογή πλην του ιδίου και του κ. Βενιζέλου. Από τη στιγμή που οι πάντες απέφευγαν να επωμισθούν τις ευθύνες τους, ήταν επόμενο η Ελλάδα να μείνει μόνη απέναντι στους Τούρκους, οι οποίοι βρίσκονταν σε πλήρη εξέγερση. Ο ελληνικός στρατός υπήρξε το μοναδικό όργανο της μοιραίας πολιτικής του κ. Lloyd George μέχρι τέλους”. Ακολουθούσε η δημοσίευση νέων εγγράφων, σχετικών με τις μυστικές ελληνοβρετανικές συνεννοήσεις μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 1920. Τα ονόματα του Sir John Stavridi, γενικού προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο καθώς και του Sir Basil Zaharoff ήταν αναμεμειγμένα στις διαπραγματεύσεις αυτές.

Τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας Matin της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 1922 (Πηγή: Gallica/Bibliothèque Nationale de France).

Στις 2 Δεκεμβρίου, οι βρετανικές εφημερίδες μιμήθηκαν το παράδειγμα της παρισινής ομόλογής τους. Η Sunday Express δημοσίευσε επιστολή του Γούναρη προς τον λόρδο Curzon, υπουργό Εξωτερικών, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1922. Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέθετε την απελπιστική θέση, στην οποία είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και εκλιπαρούσε για υποστήριξη. Η Morning Post, από την δική της πλευρά, δημοσίευσε σειρά άρθρων με θέμα την στάση του Lloyd George καθ’ όλη την διάρκεια της ανατολικής κρίσης. Η ίδια εφημερίδα αναφερόταν επίσης στο φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 1922 του Ελεύθερου Βήματος, επισήμου οργάνου της επαναστατικής κυβέρνησης, όπου γινόταν λόγος για κάποιον σφραγισμένο φάκελο που είχε ανακαλυφθεί από τις αστυνομικές αρχές στην οικία του Γούναρη κατά την στιγμή της σύλληψής του. Αποδέκτης ήταν ο πρεσβευτής ενός ξένου κράτους με την θερμή παράκληση ο συγκεκριμένος φάκελος να αποσταλεί στο υπουργείο Εξωτερικών του εν λόγω κράτους. Ο φάκελος όμως παραβιάστηκε και αποκαλύφθηκε ότι περιείχε τηλεγραφήματα που ο Γούναρης είχε στείλει από το Λονδίνο στην Αθήνα και δεν ήταν τίποτε άλλο από περιλήψεις των συνομιλιών του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Lloyd George. Πληροφορούμενος ότι τελικά ο φάκελος δεν διασώθηκε, ο Γούναρης, σύμφωνα πάντoτε με το δημοσίευμα της Morning Post, προέβη σε ψευδείς καταθέσεις κατά την απολογία του. Ακολουθούσε η περίληψη μιας συνομιλίας που ο Lloyd George είχε στις 18 Ιανουαρίου 1922 με τον πατριάρχη Μελέτιο, όπου ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε εκφραστεί με τα ακόλουθα λόγια: “Η γενική κατάσταση σήμερα είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στους φίλους της Ελλάδας να της συμπαρασταθούν (…) Η παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου κατέστρεψε τα πάντα. Πριν από μια εβδομάδα περιέγραψα στον Γούναρη και στον Μπαλτατζή ποια είναι η σημερινή στάση του κόσμου έναντι της Ελλάδας. Όσο βρισκόταν ο Βενιζέλος στη εξουσία, ένιωθα αρκετά δυνατός ώστε να αγωνιστώ υπέρ των δικαιωμάτων της Ελλάδας. Σήμερα όμως, όλοι οι συνάδελφοί μου με έχουν εγκαταλείψει. Είμαι μόνος και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για την χώρα σας”.

Από αριστερά προς δεξιά: David Lloyd George, Andrew Bonar Law (πρωθυπουργός από τις 23 Οκτωβρίου 1922 και μετά), George Nathaniel Curzon, 1oς μαρκήσιος του Kedleston, υπουργός Εξωτερικών.

Στις 3 Δεκεμβρίου, η Matin αναφερόταν σε υποδείξεις, στις οποίες είχε προβεί το 1920 ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας Alexandre Millerand προς τον Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι. Το άρθρο διατρεχόταν από ένα απολογητικό ύφος για τις επιλογές της γαλλικής πολιτικής: “Διαπιστώνει κανείς ότι η Γαλλία είχε προειδοποιήσει την Ελλάδα και ότι ο κ. Millerand, όχι από τουρκοφιλία αλλά από καθαρό μέλημα για το συμφέρον της Ελλάδας και της Ευρώπης είχε αποκαλύψει στον κ. Ρωμάνο την παρανόηση, προς την οποία η χώρα του είχε στραφεί”.

Σε άλλη στήλη δημοσιευόταν συνέντευξη που είχε παραχωρήσει την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος όπου κατηγορούσε την εφημερίδα ότι προσέβλεπε σε διττό στόχο: α) να αποδείξει πως η πολιτική του συνέφερε περισσότερο την Μεγάλη Βρετανία από ό,τι την ίδια την Ελλάδα και β) ότι η πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης που τον διαδέχθηκε στην εξουσία τον Νοέμβριο του 1920 δεν αποτέλεσε παρά μια λογική συνέχεια. “Και οι δυο θεωρίες είναι αβάσιμες. Έως την Συνθήκη των Σεβρών δεν εφάρμοσα την πολιτική της Βρετανίας, αλλά εκείνη όλων των Συμμάχων, η οποία συνέπλεε απόλυτα με τα συμφέροντα της Ελλάδας (…) Η πολιτική που χαρακτηρίζετε ως μεγαλομανή αποτελούσε τμήμα της δικής σας, έτσι όπως η κυβέρνησή σας είχε σχεδιάσει και μας ζητούσε να την εφαρμόσουμε. Υπήρξε λογική όσο διάστημα παραμείναμε ενωμένοι (…) Από μια αντίδραση ενάντια σε όσους ακολούθησαν την παράλογη περιπέτεια να πολεμήσουν τους Τούρκους δίχως υποστήριξη, προέκυψε στην Ελλάδα μια βίαιη επανάσταση. Πραγματοποιήθηκαν ήδη αιματηρές εκτελέσεις, τις οποίες προσπάθησα να αποτρέψω. Τηλεγράφησα στην Αθήνα ότι η εντύπωση θα ήταν αλγεινή και η θέση μας στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης ιδιαίτερα λεπτή (…) Έπραξα ό,τι μπορούσα, αλλά κανείς δεν με ακούει. Δεν σας κρύβω πως είμαι πολύ ανήσυχος βλέποντας μπροστά μου την προοπτική μιας στρατιωτικής δικτατορίας”.

Φαίνεται πως η σε βάρος του εκστρατεία της Matin επηρέασε τον πρώην πρωθυπουργό, σε βαθμό που να γίνεται λόγος περί παραίτησής του από την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης. Η ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι απέδωσε τις αποκαλύψεις της εφημερίδας στον Α. Φ. Φραγκούλη, πρώην αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών και επιστήθιο φίλο των Γούναρη και Μπαλτατζή. Στο φύλλο της 9ης Δεκεμβρίου, η Matin δημοσίευσε επιστολή του Φραγκούλη, ο οποίος αρνείτο κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμειξη στην όλη υπόθεση. Δεν απέφυγε όμως να ρίξει την ευθύνη της καταστροφής στην αγγλο-βενιζελική πολιτική και να υποστηρίξει ότι ο ίδιος είχε δει στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών καθώς και στο προσωπικό αρχείο του Γούναρη τις επιστολές που δημοσιεύθηκαν.[29]

Από αριστερά προς δεξια: Alexandre Millerand, πρωθυπουργός (Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 1920), Raymond Poincaré (πρωθυπουργός 1922 – 1924), Charles de Beaupoil de Saint-Aulaire, πρέσβης της Γαλλίας στο Λονδίνο.

Από την ημέρα των εκτελέσεων και κατόπιν, ο Βενιζέλος έδειχνε υπέρμετρη νευρικότητα. Στις 29 Νοεμβρίου δεν συμμετείχε στις εργασίες της Συνδιάσκεψης, παραχωρώντας την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στον Δημήτριο Κακλαμάνο. Την επομένη, 30 Νοεμβρίου, αποδοκίμασε την πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων εξαιτίας των τουφεκισμών, απειλώντας να εγκαταλείψει την Λωζάνη. Επισκεπτόμενος το Quai d’ Orsay στις 2 Δεκεμβρίου, ο Ρωμάνος επανέλαβε την άποψη του Βενιζέλου, σύμφωνα με την οποία το βρετανικό διάβημα ήταν εκείνο που είχε επισπεύσει την εκτέλεση, ενώ μπορούσαν να έχουν διασωθεί τέσσερις τουλάχιστον από τους κατηγορούμενους. Τέλος, ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε υπέρ της διάσωσης του επίσης κατηγορούμενου πρίγκιπα Ανδρέα, απειλώντας εκ νέου να αποποιηθεί την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας σε περίπτωση νέου τουφεκισμού.[30]

Θορυβημένη από την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Μεγάλη Βρετανία, η επαναστατική κυβέρνηση υιοθέτησε διαλλακτικότερη στάση, προσφεύγοντας μάλιστα συχνότερα στην γνώμη του Βενιζέλου για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση όμως της δίκης του πρίγκιπα βρέθηκε προ διλήμματος από την στιγμή, κατά την οποία η ανακριτική επιτροπή επέμενε να μεταχειρίζεται τον κατηγορούμενο σαν οποιοδήποτε αξιωματικό που είχε παραβεί διαταγές και όχι σαν ένα γόνο βασιλικής οικογένειας, στον οποίο είχε ανατεθεί η διοίκηση ενός Σώματος Στρατού. Ο Marcilly πίστευε πως μέσω της διεξαγωγής της δίκης θα αποκαλύπτονταν οι πραγματικές προθέσεις της επανάστασης ως προς το κατά πόσο επιδίωκε ή όχι να τρομοκρατήσει την κοινή γνώμη με μια νέα εκτέλεση. Η γενικότερη κατάσταση πάντως συνηγορούσε υπέρ της αποφυγής της θανατικής ποινής εξαιτίας της αλγεινής εντύπωσης που η εκτέλεση των έξι είχε προκαλέσει στη διεθνή κοινότητα. Η νέα δίκη προκάλεσε και πάλι γενική διπλωματική κινητοποίηση.

Η βρετανική κυβέρνηση είχε στείλει στην Αθήνα τον πλοίαρχο Gerald Talbot, πρώην βοηθό του ναυτικού ακολούθου της πρεσβείας με διασυνδέσεις στους κύκλους των αξιωματικών της επανάστασης. Ο Talbot έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα στις 28 Νοεμβρίου, μισή μόλις ώρα έπειτα από την εκτέλεση των έξι. Δεν του απέμενε παρά να επικεντρώσει τις προσπάθειες του στη διάσωση του πρίγκιπα. Στο Λονδίνο κυκλοφορούσε η φήμη πως η νέα δίκη προσέφερε στην ηγεσία του κινήματος την ευκαιρία να ασκήσει εκβιασμό με στόχο την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων. Ο Γεώργιος Β΄ είχε επιστήσει την προσοχή της ισπανικής κυβέρνησης στην υπόθεση της δίκης του θείου του, εξαδέλφου εξ αγχιστείας του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ΄. Ως εκ τούτου, ο πρεσβευτής της Ισπανίας στην Αθήνα επισκέφθηκε στις 30 Νοεμβρίου τον Γάλλο ομόλογό του εισηγούμενος την διενέργεια κοινού διαβήματος προς τις ελληνικές αρχές. Γνωρίζοντας πως ο Marcilly είχε λάβει αυστηρές οδηγίες για αποχή από παρόμοιες πρωτοβουλίες, ήλπιζε σε μια εξαίρεση σαν αντίτιμο των υπηρεσιών που ο Ισπανός μονάρχης είχε προσφέρει στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Marcilly απάντησε πως έπρεπε να προηγηθεί απευθείας συνεννόηση σε κυβερνητικό επίπεδο. Ενημερώνοντας τον Talbot δήλωσε ότι έξωθεν πίεση και κοινά διαβήματα κινδύνευαν να αποβούν μοιραία για τη ζωή του πρίγκιπα.[31]Θα προσέθετα ότι, ακόμα και αν μια δική μας μεσολάβηση είχε ελπίδες να καρποφορήσει, θα ήταν άστοχο να πραγματοποιηθεί μόνο για τη διάσωση του πρίγκιπα. Περισσότερο από ποτέ θα επαναλαμβανόταν, δικαιολογημένα τη φορά αυτή, το επιχείρημα ότι εξαρτάτο από εμάς να αποφευχούν οι περισσότερες, αν όχι όλες οι εκτελέσεις της περασμένης Τρίτης” τηλεγραφούσε εν συνεχεία προς το Παρίσι.[32] Στις 2 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση της Μαδρίτης, αναγνωρίζοντας με τη σειρά της τον κίνδυνο που ενείχε ένα κοινό διάβημα, συντάχθηκε με τη στάση της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας αφήνοντας στον Talbot ελεύθερο πεδίο για την ανάληψη πρωτοβουλιών.[33] Η ετυμηγορία του εκτάκτου στρατοδικείου δημοσιοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου. Ο πρίγκιπας Ανδρέας καταδικάστηκε σε ισόβια εκτόπιση από τον ελλαδικό χώρο και καθαίρεση από το στρατιωτικό του αξίωμα. Συνοδευόμενος από την οικογένειά του, αναχώρησε την επομένη με προορισμό την Μεγάλη Βρετανία.[34]

Η αποφυγή της θανατικής καταδίκης βελτίωσε αισθητά το όλο κλίμα. Ο Κωνσταντίνος Ρέντης, υπουργός Εσωτερικών, διαβεβαίωσε τον Marcilly ότι δεν επρόκειτο μελλοντικά να λάβουν χώρα άλλες πολιτικές δίκες. Ο συνομιλητής του εξέφρασε σκεπτικισμό εξαιτίας της παραμονής υπό καθεστώς κράτησης τριών πρώην υπουργών, δυο στρατηγών και 120 άλλων αξιωματικών βεβαρημένων με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Παρόλη την εκτόνωση της έντασης, ο Γάλλος πρεσβευτής θεωρούσε ακόμα αδύνατη την διάλυση της επαναστατικής επιτροπής και τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης. Οι στρατιωτικοί θα πείθονταν μόνο κατόπιν άσκησης πίεσης από τα κράτη, προς τα οποία σχεδίαζαν να απευθυνθούν για αναζήτηση οικονομικής βοήθειας , ίσως δε, κατόπιν προτροπής του ιδίου του Βενιζέλου. Στις 26 Δεκεμβρίου, ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε τη διοίκηση της νεοσύστατης Στρατιάς του Έβρου προβαίνοντας σε φιλοπόλεμες δηλώσεις που σκόρπισαν ανησυχία στους διπλωματικούς κύκλους της πρωτεύουσας αλλά και στις τάξεις του βενιζελικού κόμματος των Φιλελευθέρων.[35] Η είδηση του θανάτου του Κωνσταντίνου στις αρχές του 1923 στο Παλέρμο της Σικελίας, άφησε μάλλον αδιάφορους τους Αθηναίους. Ο έκπτωτος βασιλιάς είχε δυσαρεστήσει τους οπαδούς του επειδή δεν είχε προβεί σε καμία δήλωση συμπαράστασης προς τις οικογένειες των εκτελεσθέντων.[36]

Η δίκη του πρίγκιπα Ανδρέα.

***

Κατά μήκος της χρονικής περιόδου που, από τον Σεπτέμβριο του 1922 έως τον Ιανουάριο του 1923, διαδέχθηκε την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, εμφανής είναι η αίσθηση της απόγνωσης, της αμηχανίας και της αδυναμίας του ελληνικού λαού να αποτρέψει πρωτοβουλίες, οι οποίες οδήγησαν σε ακραίες καταστάσεις. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, οι καταβολές του οποίου ανέρχονται στο παρελθόν, διαδραματίστηκαν τα προαναφερθέντα τραγικά γεγονότα. Γιατί η όλη κατάσταση δεν αποτελεί μόνο απόρροια της στρατιωτικής ήττας του Σεπτεμβρίου. Οφείλεται εν πολλοίς στην ταλαιπωρία ενός έθνους, ευρισκόμενου επί μια δεκαετία σε πολεμική ετοιμότητα, εσωτερικό διχασμό και που είδε αίφνης άναυδο να καταρρέουν τα θεμέλια, επάνω στα οποία είχε σφυρηλατήσει τους αγώνες του για ανόρθωση. Η περιρρέουσα αυτή ατμόσφαιρα αναδύεται ανάγλυφα μέσα από τα γαλλικά διπλωματικά έγγραφα.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, το κίνημα του στρατού εμφανίζεται στερούμενο λαϊκού ερείσματος. Η εκδήλωσή του προσλαμβάνει τη μορφή αυτοάμυνας και αντιπερισπασμού ενόψει πιθανών αντιποίνων που απειλούσαν τις ένοπλες δυνάμεις την επομένη της υποχώρησης. Πολιτική χροιά προστέθηκε χάρη στην προσχώρηση της παράταξης των Φιλελευθέρων, η οποία, θορυβημένη ακόμη από την εκλογική ήττα του 1920, έδειχνε ανίκανη να εκμεταλλευθεί για δικό της λογαριασμό την κατάρρευση του κωνσταντινικού καθεστώτος δίχως τη συνδρομή της αυτοαποκαλούμενης επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, το στράτευμα, με βαθύτατα κλονισμένο γόητρο, είχε απόλυτη ανάγκη από την πολιτική κάλυψη που θα ήταν σε θέση να του παράσχει η βενιζελική παράταξη. Κάτι τέτοιο όμως ισχύει μόνο εν μέρει, εξαιτίας της έλλειψης αυτοπεποίθησης από την οποία διακατεχόταν η τελευταία.

Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον της ύπαρξης δυο διαφορετικών φαινομένων, τα οποία ενώνει ένας κοινός παρονομαστής: α) της πρόθεσης να καλυφθούν οι ευθύνες της βενιζελικής παράταξης για τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου την άνοιξη του 1919 και β) της αξιολόγησης των συνθηκών, υπό της οποίες διαδραματίστηκε, τρία χρόνια αργότερα, η ακροτελεύτια πράξη της μικρασιατικής τραγωδίας. Μέσα σε αυτό το νεφελώδες τοπίο πρέπει κανείς να τοποθετήσει την αγωνιώδη ανεύρεση αποδιοπομπαίων τράγων και να εξηγήσει τις αυστηρές κυρώσεις που λήφθηκαν εις βάρος τους.

Όμως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των όσων περικλείονται στα γαλλικά αρχεία παρουσιάζουν, ασφαλώς, οι διεθνείς προεκτάσεις του όλου ζητήματος. Η πτώση του μικρασιατικού μετώπου δεν έθεσε τέρμα, όπως ίσως ανέμενε κανείς, στον ανελέητο επεκτατικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Με τη στάση, την οποία υιοθετεί έναντι των γεγονότων της Αθήνας, η Μεγάλη Βρετανία συνεχίζει να κινείται με γνώμονα την αινιγματική πολιτική που εφάρμοζε από το 1920 και μετά. Η ήττα του ελληνικού στρατού συμπαρέσυρε σε πτώση την κυβέρνηση Lloyd George, η οποία στοχοποιήθηκε για τις σχέσεις της με την Ελλάδα από τις απαρχές της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το μόνο σημείο όπου βλέπουμε την βρετανική πλευρά να παρεμβαίνει με αποφασιστικότητα, είναι η προσπάθεια διάσωσης των Ελλήνων υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Μήπως, όμως, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του Λονδίνου υπαγορεύεται από υστεροβουλία; Γιατί η εκτέλεση των έξι σφραγίζει με τραγικό τρόπο μια υπόθεση, όπου η Μεγάλη Βρετανία διαδραμάτισε κομβικό ρόλο.

Η Ιταλία συγκεντρώνει όσο ποτέ άλλοτε τα πυρά της σε βάρος της βενιζελικής πολιτικής. Η αλήθεια είναι πως οι συνθήκες την ευνοούν. Η Ελλάδα έχει πάψει να υφίσταται ως ανταγωνίστρια των ιταλικών συμφερόντων στη μικρασιατική ήπειρο. Ωστόσο, για την εξυπηρέτηση των τελευταίων, η κυβέρνηση της Ρώμης προσβλέπει στην καταφορά, με οποιοδήποτε τρόπο, ενός τελειωτικού πλήγματος, ικανού να αποτρέψει κάθε είδους μελλοντική αναζωπύρωση του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού.

Η Γαλλία, τέλος, διακρίνεται από μια στάση υπέρμετρης διακριτικότητας έναντι των γεγονότων της Αθήνας. Θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ότι αντιμετώπισε τις εξελίξεις σαν ένας αντικειμενικός παρατηρητής. Η ελληνική καταστροφή, η οποία κατάφερε σημαντικό πλήγμα στην εξάπλωση της βρετανικής επιρροής στην ανατολική Μεσόγειο, τοποθέτησε την κυβέρνηση του Παρισιού σε θέση ισχύος, από όπου παρακολουθεί με ολύμπια ψυχραιμία, έκδηλη υποκρισία και περίσσιο κυνισμό τις απανωτές αποτυχίες των κυριότερων ανταγωνιστών της.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εξετάστηκαν οι εξής φάκελοι:

Documents Diplomatiques Français. Archives du Ministère des Affaires étrangères (ΑΜΑΕ). Série Z Europe 1918-1940. Grèce:

AMAE 57 Politique intérieure (mai-novembre 1922).

AMAE 58 Politique intérieure (décembre 1922-novembre 1923).

AMAE 76 Politique extérieure (avril-octobre 1922).

AMAE 77 Politique extérieure (novembre 1922-juin 1923).

AMAE 153 Justice. Dossier général.

AMAE 154 Le procès des responsables du désastre d’ Asie Mineure.

Άπαντες οι παραπάνω φάκελοι ανήκουν στο αρχείο της Κεντρικής Υπηρεσίας, το οποίο φυλάσσεται στο Παρίσι (Centre des Archives diplomatiques de La Courneuve). Το περιεχόμενο του αρχείου της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας, που φυλάσσεται στη Νάντη (Centre des Archives diplomatiques de Nantes) συμπίπτει απόλυτα με εκείνο της Κεντρικής Υπηρεσίας. Τέλος, τα κατάλοιπα Chassain de Marcilly, τα οποία έχουν δωρηθεί από τον γιο του στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας (Archives Nationales) με κωδικό 592ΑP/8-11, δεν περιέχουν δυστυχώς στοιχεία σχετικά με το υπό πραγμάτευση αντικείμενο.

[2] AMAE 154, Υπόμνημα 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ.5. Είναι χαρακτηριστική η προκατάληψη του Γάλλου αξιωματικού έναντι του ελληνικού στρατού. Τον αποκαλεί υποτιμητικά “κοπάδι από λιποτάκτες”, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η πολιτική της δικής του κυβέρνησης είχε συμβάλει ουσιαστικά στην ατυχή για την Ελλάδα έκβαση της εκστρατείας στη Μικρά Ασία.

[3] AMAE 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 439-440-441, 29.09.1922.

[4] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 548, 29.09.1922. AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-7.

[5] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 449-450, 30.09.1922, 452-453-454, 01.10.1922.

[6] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, Σημείωμα αρ. 180, 25.10.1922.

[7] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 582, 06.10.1922, Saint-Aulaire προς Poincaré, Τηλ. άνευ αριθμού, 23.10.1922.

[8] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 525, 29.11.1922. Ο Marcilly ενημερώνει για την ύπαρξη, στους κόλπους της βενιζελικής παράταξης, μιας μικρής ομάδας, η οποία, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Καραπάνου, είχε ταχθεί υπέρ του αβασίλευτου πολιτεύματος.

[9] AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σ. 17-21.

[10] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 180, 25.10.1922.

[11] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 181, 26.10.1922.

[12] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-15.

[13] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ.207, 03.12.1922. AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 9-10.

[14] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 508-509, 15.12.1922.

[15] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 712, 17.11.1922, αρ. 715, 18.11.1922. ΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[16] AΜΑΕ 57, Υπόμνημα Peretti προς Poincaré, 17.11.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922.

[17] AΜΑΕ 57, Έκθεση αρ. 6436 του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού προς το Quai d’ Orsay. MAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 10.

[18] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922. AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[19] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 203, 22.11.1922, αρ.520-521, 27.11.1922. AΜΑΕ 57- ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 517-518, 25.11.1922.

[20] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[21] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.

[22] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 17-21, 65-93.

[23] AΜΑΕ 57 – ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922, αρ. 526, 29.11.1922.

[24] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.A ΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[25] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Barrère, αρ. 46, Marcilly, αρ. 738-739, Saint-Aulaire, αρ. 2464-2465-2466-2467, 29.11.1922.

[26] AMAE 58 – AMAE 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1451-1452, 1.12.1922.

[27] AΜΑΕ 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1446, 30.11.1922. AMAE 77 – AMAE 58, Charles- Roux προς Poincaré, αρ. 1453,1.12.1922. AMAE 58, Ανταπόκριση του πρακτορείου Havas της Ρώμης, 1.12.1922.

[28] ΑΜΑΕ 57, Allize προς Poincaré, αρ. 212, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58, Jusserand προς Poincaré, αρ. 1002, 1.12.1922. Saint-Quentin προς Poincaré, αρ. 1781-1782, 1.12.1922. AMAE 58 – AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 542, 5.12.1922. AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 536, 2.12.1922.

[29] ΑΜΑΕ 77, Saint-Aulaire προς Poincaré, έκθεση αρ. 517, 2.12.1922. Le Matin της 1ης, 2ας, 3ης, 9ης, 11ης Δεκεμβρίου 1922. Morning Post της 1ης Δεκεμβρίου 1922. Sunday Express της 1ης και 10ης Δεκεμβρίου 1922.

[30] ΑΜΑΕ 58, Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ. 53, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ.45, 29.11.1922.

[31] ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 528-529, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 532-533, 1.12.1922. ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[32] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 534, 1.12.1922.

[33] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 745, 1.12.1922, αρ. 746, 2.12.1922. Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 537, 2.12.1952.

[34] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[35] ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ.222, 19.12.1922, αρ. 555, 26.12.1922, αρ. 559- 560, 28.12.1922.

[36] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 22, 3.2.1923.

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Πτυχές της Μικρασιατικής καταστροφής και η καταφυγή των προσφύγων στην Ελλάδα

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Πτυχές της Μικρασιατικής καταστροφής και η καταφυγή των  προσφύγων στην Ελλάδα[1].

 

Το 2022, που διανύουμε, είναι έτος αφιερωμένο σε εκδηλώσεις μνήμης για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή⸱ για τον αναγκαστικό και βίαιο εκπατρισμό των Ελλήνων, που ζούσαν στη Μικρά Ασία, εκπατρισμό, τον οποίο δεν διανοούνταν οι ίδιοι οι Μικρασιάτες, λίγους μήνες νωρίτερα από τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν κάηκε η Σμύρνη. Τούτο διαπιστώνεται από κύριο άρθρο της εφημερίδας Αμάλθεια, που εκδιδόταν στη Σμύρνη. Αξίζει να διαβάσουμε λίγες γραμμές από το πρωτοσέλιδο, της 12 (25) Μαρτίου 1922: «Δύναται να είναι αγνώμων [ο Μικρασιατικός λαός] δια τας εκδηλώσεις ταύτας της αγάπης των απανταχού αδελφών του, δύναται να φαντασθή ποτέ ότι θα αφεθή μόνος και άνευ ερείσματος εις την μεγάλην εθνικήν πάλην εκ της επιτυχίας της οποίας θα κριθή η σωτηρία ή η καταστροφή του Γένους μας ολοκλήρου[2].

Όταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, αρχηγός της επαναστάσεως στις 2 Ιανουαρίου 1924, έλαβε τον λόγο στην πρώτη Συντακτική Συνέλευση, η οποία είχε προέλθει από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, συνόψισε τα όσα είχαν διαδραματισθεί στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο της χώρας, από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, και ως την τραγωδία της Σμύρνης, επιρρίπτοντας ευθύνη στον Κωσταντίνο, την επιστροφή του οποίου στον θρόνο χαρακτήρισε ως «έγκλημα», αναφερόμενος, δε, στις δυσκολίες του Μικρασιατικού πολέμου και στα όσα τραγικά είχαν συντελεστεί στο Μέτωπο και στη Σμύρνη, υπογράμμισε  τα ακόλουθα: «Και ο γενναίος Στρατός μας -ο οποίος πάντοτε υπήρξεν άξιος της Ελλάδος- προδοθείς εκεί, ηριθμείτο πλέον εις αιχμαλώτους, νεκρούς και φυγάδας. Και αποχαιρετίσαμεν διερχόμενοι την αλησμόνητον Σμύρνην κατά την υστάτην εκείνην αποφράδα ημέραν, καθ’ ήν αύτη συνείχετο από τον εφιάλτην της επιδρομής, και αγωνιώσα είχε βυθισθή εις την σιγήν του θανάτου»[3].

Τι έγινε, όμως, στη Σμύρνη εκείνες τις μέρες, που συντελέστηκε η μεγάλη συμφορά; Οι Μικρασιάτες είχαν αρχίσει από νωρίς, πριν από την καταστροφή, να εγκαταλείπουν τα ενδότερα της Ανατολίας. Έφταναν, σχεδόν, κοπαδιαστά, στα παράλια του Αιγαίου και στη Σμύρνη με τακτικά δρομολόγια τρένων ή με άμαξες ή και πεζοπορώντας. Καθώς τα ελληνικά στρατεύματα αντιμετώπιζαν όλο και πιο αναποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις, ο αριθμός των γηγενών Ελλήνων, που εγκατέλειπαν τα πατρογονικά τους εδάφη, αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο. Η προκυμαία της Σμύρνης ήταν πλέον ασφυκτικά γεμάτη από εξόριστους μέσα στην ίδια τους την χώρα.

Αυτοί οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν βοηθήθηκαν ιδιαιτέρως. Ο Ύπατος Αρμοστής, ο Αριστείδης Στεργιάδης, στις 19 Αυγούστου 1922, έστειλε επιστολή στους Ανώτερους Αντιπροσώπους της Κίου, των Μουδανιών και άλλων περιοχών, «Άκρως προσωπική», με την οποία έδινε οδηγίες για να συσκευάσουν τα αρχεία των υπηρεσιών τους, να συγκεντρωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι «και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν», και με την εντολή «[π]αρούσα τηρήσατε απολύτως μυστική από πληθυσμό»[4].

Ο Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ προχώρησε σε μια σημαντική ενέργεια: κάλεσε το προσωπικό του Αμερικανικού Κολλεγίου της Σμύρνης, τους εκπροσώπους των τοπικών οργανώσεων περίθαλψης, καθώς και των εμπορικών οίκων, να προχωρήσουν στη σύσταση μιας επιτροπής, η οποία έμεινε γνωστή ως American Disaster Relief Committee. Πρώτη φροντίδα της Επιτροπής ήταν η διανομή ψωμιού στους ανθρώπους, που στοιβάζονταν καταταλαιπωρημένοι στην παραλία. Πώς θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να αποδράσουν από το λιμάνι, το οποίο ήταν παντελώς νεκρό από κάθε εμπορική κίνηση, όπου τα μοναδικά ελλιμενισμένα πλοία ήταν τα θωρηκτά των ουδετέρων δυνάμεων, τα οποία είχαν έρθει για να «εποπτεύσουν» την καταστροφή;

Μια άλλη εικόνα της «εποπτείας», που τα πλοία των ουδετέρων δυνάμεων ασκούσαν στο λιμάνι μας δίνει η Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιάτισσα η ίδια, στο πασίγνωστο και κλασικό, πλέον, βιβλίο της Ματωμένα Χώματα και την περιγράφει με μελανά χρώματα: «Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια οι διπλωμάτες και οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά, οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μην φτάνουν ίσαμε τ’ αυτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μία κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Και η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε[5].

Η Διδώ Σωτηρίου και τα Ματωμένα Χώματα.

Μια παραπλήσια εικόνα των τραγικών εκείνων ημερών μας δίνει και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος μέσα από ένα γράμμα του, που έστειλε στον Ηλία Βενέζη, όπου επέρριπτε ευθύνες στους λαούς «των ‘χριστιανικών’ χωρών, που τα πολεμικά τους σκάφη ή άλλα καράβια τους, στα νερά της Σμύρνης, απωθούσαν (με μοναδικές εξαιρέσεις δυο εμπορικά πλοία, ένα ιταλικό κ’ ένα γιαπωνέζικο, αυτό μη ‘χριστιανικό’) όσους ζητούσαν σωτηρία, ή παρακολουθούσαν με απάθεια τους στριμωγμένους στην προκυμαία, όταν οι φλόγες κατάπιναν την πόλη και η μάχαιρα των σφαγέων είχε υψωθεί επάνω από τα κεφάλια τους. […] έφταιξαν και οι ‘χριστιανικοί λαοί’, που οι πρόξενοι των χωρών τους στη Σμύρνη (με μοναδική εξαίρεση τον Αμερικανό Georges Horton) ετήρησαν ‘ουδετερότητα’ μπροστά στο μαρτύριο των Ελλήνων (και των Αρμενίων)»[6].

Είναι γεγονός πως οι πρόσφυγες, που έφτασαν στην Ελλάδα, στη  συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά, διότι πολλοί άντρες είχαν χαθεί στο πεδίο της μάχης, άλλοι έμειναν πίσω και «υπηρέτησαν» στα τάγματα εργασίας των Τούρκων. Επιπλέον, οι Τούρκοι είχαν απαγορεύσει στους άντρες, που βρίσκονταν σε παραγωγική ηλικία να αποχωρήσουν από τα οθωμανικά εδάφη. Επισήμως, οι Τούρκοι υποστήριζαν πως οι άνδρες αυτής της ηλικίας θα συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση  των περιοχών εκείνων, που ο ελληνικός στρατός είχε καταστρέψει, ενώ, στην πραγματικότητα, στόχευαν στην εθνική και στρατιωτική αποδυνάμωση της Ελλάδας, στερώντας της το παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό. Τούτο προκύπτει και από την ανακοίνωση, της 16ης Σεπτεμβρίου 1922, όπου αναφερόταν, μεταξύ άλλων, πως: «[…] οι Έλληνες και οι Αρμένιοι τους οποίους έφερε στη Σμύρνη και στις παράκτιες πόλεις ο εχθρικός στρατός…είναι άτομα που…ενώθηκαν ανοιχτά με τον ελληνικό στρατό και επομένως πήραν ανοιχτά τα όπλα εναντίον μας, έκαψαν τις πόλεις μας, βασάνισαν και καταδίωξαν τους αθώους κατοίκους…Για να μην επιτρέψουμε σε αυτά τα άτομα να επανενταχθούν στον ελληνικό στρατό …οι άρρενες ηλικίας 18 έως 45 ετών θα τεθούν υπό φρούρηση ως αιχμάλωτοι πολέμου…». Οι Τούρκοι είχαν, επίσης, αρπάξει νεαρά κορίτσια και γυναίκες ηλικίας 15 έως 35 ετών από όσους βρίσκονταν στην αποβάθρα, πολλές από τις οποίες εξαφανίστηκαν[7].

Η πυρκαγιά της Σμύρνης και ο πανικός του πλήθους.

Ακόμα, αρκετοί από τους στρατιώτες του μικρασιατικού μετώπου αναγκάστηκαν να παραδοθούν στον εχθρό ή να πετάξουν τα όπλα και να φύγουν πανικόβλητοι. Αυτή την αλλοφροσύνη των Ελλήνων στρατιωτών και τις άθλιες συνθήκες, που βίωναν, μας δίνει ο Έρνεστ Χεμινγουέι, ο οποίος ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής μιας εφημερίδας του Τορόντο, σημείωνε: «Όλη τη μέρα έβλεπα να περνούν, βρώμικοι, κουρελιασμένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες, πεζοπορώντας στα μονοπάτια μέσα από την καφετιά, σβωλιασμένη, χέρσα γη της Θράκης. Ούτε επίδεσμοι, ούτε οργανωμένη περίθαλψη, ούτε στρατόπεδα, μόνο ψείρες, βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι της δόξας που ήταν η Ελλάδα. Αυτό είναι το τέλος της δεύτερής τους πολιορκίας της Τροίας»[8].

Η δημοσιογραφική ταυτότητα του Έρνεστ Χεμινγουέι.
Τζωρτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στη Σμύρνη, ρίχνονταν προκηρύξεις στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, με τις οποίες τους πληροφορούσαν πως θα έπρεπε μέσα σε μια βδομάδα να εγκαταλείψουν την πόλη, διαφορετικά θα εκτοπίζονταν. Οι περίπου 350.000 άνθρωποι που βρίσκονταν στην προκυμαία προσπαθούσαν να επιβιβαστούν σε πλοία και από εκεί να περάσουν στα νησιά, την Χίο, κυρίως, και τη Μυτιλήνη και στα υπόλοιπα παράλια της Ελλάδας, αν και η αποβίβασή τους στα λιμάνια της ‘Παλαιάς Ελλάδας’ είχε απαγορευθεί από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Λίγο αργότερα,  οι ηγέτες της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς, καθώς και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, εξανάγκασαν τον βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση και επιδίωξαν την αντικατάστασή του από  τον γιό του, Γεώργιο Β΄, όρισαν, δε, κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σωτήριο Κροκιδά, που διαδέχθηκε την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου[9].  

Βέβαια, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν μείνει απαθείς απέναντι στους πρόσφυγες, που έφταναν στη χώρα, παρόλες τις οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπιζε το κράτος. Μάλιστα, στη Συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 1922, ο Γ. Αναστασόπουλος ανακοίνωνε, ενώπιον της Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως, Ψήφισμα, το οποίο είχε ψηφιστεί νωρίτερα και αφορούσε τα όσα «από τριετίας κατά σύστημα διαπράττονται εν τη κεμαλοκρατουμένη Ασία εναντίον των αμάχων ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών, εκ των οποίων περί τα δύο εκατομμύρια, άνδρες, γυναίκες και παίδες εξωντώθησαν δια πυρός, σιδήρου, αγχόνης και μαρτυρικών διωγμών». Εκπροσωπώντας η Εθνοσυνέλευση, «την πανελλήνιον ψυχήν», επικαλείτο «την αντίληψιν της πεπολιτισμένης ανθρωπότητος προς διάσωσιν των διωκομένων, υπέρ ελευθερώσεως των οποίων αγωνίζεται η Ελλάς»[10].

Όμως, η έκκληση αυτή των εκπροσώπων του Ελληνικού Κοινοβουλίου προς τον πολιτισμένο κόσμο αμαυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1922, όταν οι ίδιοι ψήφισαν, ομοφώνως, τον Νόμο 2870 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»[11], ένας νόμος που αφορούσε και πρόσφυγες ερχόμενους στην Ελλάδα και από άλλες περιοχές. Ήταν η περίοδος κατά την οποίαν τα προβλήματα στο μικρασιατικό μέτωπο είχαν εκτραχυνθεί και η αποτυχία της εκστρατείας ήταν υπέρ το δέον ορατή.

Οι Μικρασιάτες έφταναν στην κυρίως Ελλάδα με έκδηλα στα πρόσωπά τους τα σημάδια της ταλαιπωρίας, της στέρησης και της απογοήτευσης, οι δε δυσκολίες που καλούνταν να αντιμετωπίσουν φάνταζαν ανυπέρβλητες, και ήταν. Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχηματίστηκε σχεδόν αμέσως μετά την καταστροφή, ανάμεσα στα τεράστια προβλήματα, που είχε να αντιμετωπίσει-συγκέντρωση των υπολειμμάτων του Στρατού, αναδιοργάνωσή του, ανασύνταξη της χώρας και προσδιορισμό της θέσης της απέναντι στους Συμμάχους, λόγω του επαναστατικού της χαρακτήρα- συγκαταλέγονταν και τα καραβάνια των προσφύγων, τα οποία κατέκλυζαν μέρα με τη μέρα τα παράλια της Ελλάδας και την ενδοχώρα της.

Μια εικόνα του ερχομού των προσφύγων στην Ελλάδα μας παρέχει ο Μιχαήλ Νοταράς στο βιβλίο του, Η Αγροτική Αποκατάστασις των Προσφύγων, όπου σημειώνει: «Μόνον εκείνοι, οίτινες έζησαν το δράμα του 1922 και παρηκολούθησαν ιδίοις όμμασι την αποβίβασιν εις τα Ελληνικά παράλια της αλλόφρονος και απεγνωσμένης μάζης των ανθρωπίνων ρακών, μόνον εκείνοι είνε εις θέσιν να εκτιμήσωσι την υπεράνθρωπον προσπάθειαν που κατέβαλε η χώρα αύτη δια να δυνηθή ν’ αφομοιώση τον πληθυσμόν εκείνον […] των ομογενών της χωρίς ποσώς να παρίδη και τους αλλοεθνείς, οίτινες κατέφυγον εις το έδαφός της»[12].

Η αναγκαστική έξοδος των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και η εισροή τους στο ελληνικό έδαφος υποχρέωσε την Ελλάδα να απορροφήσει και να εντάξει στον πληθυσμό της έναν μεγάλο αριθμό νέων κατοίκων. Η Margaret Macmillan, θεωρεί πως «[έ]λληνες που δεν μιλούσαν ελληνικά, συνωστίστηκαν σε μια χώρα που δεν μπορούσε να τους θρέψει»[13]. Άποψη, βεβαίως, η οποία δεν ευσταθεί, διότι το «εθνοτικό χάσμα» ανάμεσα στους πρόσφυγες και στον γηγενή πληθυσμό είχε «πραγματικές αφορμές», η επικοινωνία τους δυσχεραινόταν από πολλούς παράγοντες, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και η γλώσσα, δεδομένου ότι «για πολλούς δεν είναι καν η ελληνική»[14].

Το γεγονός αυτό απαιτούσε την εντατικοποίηση των προσπαθειών της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να αντιμετωπίσει τα τεράστια προβλήματα που είχαν ανακύψει έντονα και επείγοντα και αφορούσαν την περίθαλψή τους, τη σίτισή τους, την προσωρινή στέγασή τους⸱  στη συνέχεια, έπρεπε να χτιστούν σπίτια για τη  μόνιμη στέγασή τους, να προχωρήσουν έργα υδραυλικά και συγκοινωνιακά, να συντηρηθούν οι οικίες από τις οποίες είχαν αποχωρήσει οι μουσουλμανικοί και βουλγαρικοί πληθυσμοί και, γενικώς, το κράτος να δημιουργήσει προϋποθέσεις τέτοιες, που θα επέτρεπε στους πρόσφυγες να απασχοληθούν σε παραγωγικές εργασίες, ικανές να τους παράσχουν τα προς το ζην και να ζήσουν μια ομαλή ζωή[15].

Ο αριθμός των Ελλήνων που εκδιώχθηκαν από τη Μικρά Ασία και έφτασαν στα εδάφη της Μητροπολιτικής Ελλάδας, ως πρόσφυγες, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί επακριβώς. Σύμφωνα με δήλωση της All-British Appeal, η οποία ήταν αρμόδια για την πείνα στη Ρωσία, η οποία είχε ενσκήψει από το 1921, αλλά και την τραγωδία της Ανατολής, η κατανομή των προσφύγων ήταν η ακόλουθη: Στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρειά της, εγκαταστάθηκαν πάνω από 100.000, στη Θράκη και στα νησιά της θάλασσας του Μαρμαρά, 130.000, στη Χίο 60.000, στη Σάμο 15.000, στον Πειραιά 50.000, στην Κρήτη 27.500. Επιπλέον, βρίσκονταν καθ’ οδόν, από τη Δυτική Θράκη περισσότεροι από 100.000 και 50.000 Έλληνες στρατιώτες[16]. Τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη, ο εκπρόσωπος της Κ.τ.Ε., Φρίντγιοφ Νάνσεν, τους αναβίβαζε, το Νοέμβριο του 1922, σε 900.000 σύμφωνα με τις καλύτερες πληροφορίες[17] και τις πρώτες εκτιμήσεις.

Μία στατιστική ανέφερε πως 786.430 πρόσφυγες είχαν καταφύγει στο ελληνικό έδαφος. Άλλη μιλούσε για 1.360.000 άτομα. Η ίδια η Κοινωνία των Εθνών δημοσίευε, το 1926, ένα βιβλίο αφιερωμένο στους Έλληνες πρόσφυγες, όπου αναφερόταν ο αριθμός 1.400.000, διευκρινιζόταν δε ότι σ’ αυτόν περιλαμβάνονταν και όσοι είχαν έρθει από την Ανατολική Θράκη, τη Βουλγαρία και τη Ρωσία. Προστίθετο, ακόμα, ότι η μεγαλύτερη μάζα αυτού του πληθυσμού προερχόταν από τη Μικρά Ασία. Έτσι, ο επακριβής αριθμός προσδιορίζεται από τα μεταναστευτικά ρεύματα, που αρχίζουν να καταφθάνουν στην Ελλάδα από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων έως και λίγο καιρό μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης[18]. Στην έκδοση της ΚτΕ αναφερόταν πως «πολλοί από τους ανταλλαγέντες ή τους πρόσφυγες δεν πέρασαν από τους δρόμους μεταφοράς, που οργανώθηκαν από το κράτος· έφτασαν με δικά τους μέσα, διαφεύγοντας έτσι κάθε απογραφή»[19].

Ας διευκρινιστεί ότι η ελληνοτουρκική Σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, της 30 Ιανουαρίου 1923, η οποία εντάσσεται στο σύνολο των συμβατικών πράξεων της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, δημιούργησε και ένα άλλο προσφυγικό ρεύμα. Ορισμένοι, που υποχρεούνταν στην ανταλλαγή είχαν, ήδη, μεταναστεύσει στην Ελλάδα, εξαναγκασμένοι από τις τουρκικές ωμότητες και την γενικότερη έκρυθμη κατάσταση, που επικρατούσε στην Ανατολή, άλλοι ήρθαν αργότερα[20].

Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, τη γνωστή ως ΕΑΠ[21], η οποία είχε ιδρυθεί βάσει του πρωτοκόλλου του Σεπτεμβρίου 1923, στα τέλη του 1923 βρίσκονταν στην Ελλάδα 1.136.000 άτομα. Στον αριθμό αυτό, όμως, συνυπολογίζονταν και 150.000 πρόσφυγες, οι οποίοι θα έρχονταν από την Ασία, όπως και 60.000 Αρμένιοι, οι οποίοι ήδη είχαν φθάσει σε ελληνικό έδαφος. Ο ταγματάρχης Ντάβινσον, ο οποίος ήταν μέλος του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και της Near East Relief, των Οργανώσεων, δηλαδή, που από την πρώτη στιγμή βρέθηκαν κοντά στους πρόσφυγες και τους συνέδραμαν αποτελεσματικώς στην αντιμετώπιση των επειγουσών και ζωτικών αναγκών τους, παρακολούθησαν δε, εκ του σύνεγγυς, την όλη κατάσταση, σε μια στατιστική έκθεση μιλάει για 1.000.000 πρόσφυγες. Σ’ αυτόν τον αριθμό συμπεριλαμβάνονταν και 150.000, οι οποίοι πέθαναν στη διάρκεια του χειμώνα του 1922 και της άνοιξης του 1923. Περιλάμβανε δε και 50.000, οι οποίοι είχαν κατορθώσει να διαφύγουν στο εξωτερικό. Ορισμένοι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Αρμενία, Έλληνες, μετέβησαν στην Αίγυπτο και τις ΗΠΑ για να συναντήσουν τους συγγενείς τους, που ζούσαν στις εκεί ελληνικές παροικίες. Από τους υπόλοιπους 800.000, οι 400.000 κατέστησαν αυτάρκεις, δίχως να εξηγείται πώς και με ποια μέσα. Οι υπόλοιποι 400.000 συναποτελούνταν από γέροντες, γυναίκες και παιδιά, άτομα που έχρηζαν βοήθειας και, γενικότερα, κρατικής μέριμνας και αρωγής. Κατά τον Ντάβινσον, ο προσφυγικός κόσμος περιλάμβανε 95.000 παιδιά. Τα 10.000 ήσαν ορφανά και από τους δύο γονείς, τα 40.000 από τον έναν, τα 45.000 είχαν μεν και τους δύο γονείς τους αλλά έχρηζαν, όπως και τα άλλα, άλλωστε, υποστήριξης[22]. Σύμφωνα, όμως, με τον βουλευτή Λ. Ιασωνίδη, «πλέον των εκατόν χιλιάδων [ορφανών] περιφέρονται εις την Ελλάδα, εκ των οποίων έχουν συλλεγή μόνον 30.000»[23].

Ο υπουργός Γεωργίας, Α. Μπακάλμπασης, υποστήριζε στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση, όταν συζητείτο το προσφυγικό, ότι υπήρχε μια στατιστική του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, η οποία συμπληρώθηκε τον Απρίλιο 1923, σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες που απογράφηκαν οικειοθελώς ήσαν 786.000. Σύμφωνα με αυτή τη συγκεκριμένη στατιστική, ο αριθμός των προσφύγων ανερχόταν σε 1.000.000. Ο ίδιος ο υπουργός υπολόγιζε τους πρόσφυγες, που έφτασαν στην Ελλάδα, σε 1.100.000 έως 1.200.000 τους πρώτους μήνες που γεννήθηκε το έντονο προσφυγικό ζήτημα. Αναμένονταν δε άλλοι 147.000 από διαφορετικές περιοχές της Μικράς Ασίας, άλλοι από την Κωνσταντινούπολη, εκτός από εκείνους, που θα έφταναν, όταν θα άρχιζε να εφαρμόζεται η Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών του Ιανουαρίου 1923, έργο το οποίο ανέλαβε η αρμόδια Μικτή Επιτροπή[24].

Η μερική απογραφή των προσφύγων του 1923.

Ωστόσο, κατά τον Αλέξανδρο Πάλλη «[…] η Γενική Απογραφή του Πληθυσμού της 15 Μαΐου 1928-η πρώτη μετά την μικρασιατικήν καταστροφήν-μας παρέχει, δια πρώτην φοράν, επισήμως εξηκριβωμένον τον συνολικόν αριθμόν των προσφύγων, κατά διάκρισιν προελεύσεως. Ούτος ανέρχεται εις 1.221.849 άτομα εκ των οποίων 1.069.957 είναι οι αφιχθέντες μετά την Μικρασιατικήν καταστροφήν 151.892 δε οι προ αυτής. Μεταξύ των 151.892 τούτων συγκαταλέγονται και οι παλαιοί πρόσφυγες οι ελθόντες προ του 1920, οι οποίοι ανέρχονται εις 70.000 περίπου»[25]. Όμως, και αυτά τα στοιχεία ελέγχονται, διότι, στην συγκεκριμένη απογραφή, υπολογίστηκαν τα παιδιά, που είχαν, εν τω μεταξύ, γεννηθεί στην Ελλάδα και αυτό δεν το γνώριζε ο Βενιζέλος όταν, το 1930, αναφέρθηκε σ’ αυτήν, θεωρώντας ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την ΕΑΠ. Και υποστηρίζει πως είναι «εντελώς αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο συνολικός αριθμός των προσφύγων»[26].

Ο βουλευτής Σκεύος Ζερβός, μιλώντας από το βήμα της Βουλής, προέτρεπε την κυβέρνηση να επιφορτίσει το υπουργείο Γεωργίας να διενεργήσει στατιστικές για τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου πριν από την καταστροφή. «Δεν γνωρίζομεν», ομολογούσε, «πόσοι είναι εν ζωή εν Τουρκία, πόσοι είναι τεθνεώντες εκεί». «[Ε]κ της ακριβούς στατιστικής θα γνωρίσωμεν ακριβώς πόσοι είναι άφαντοι και τελείως εξαφανισθέντες και ποίαι και πόσαι είναι αι περιουσίαι των». «Άνευ στατιστικών ακριβών ο προσφυγικός κόσμος δεν θα είναι γνωστός ποσοτικώς και ποιοτικώς». Πιο κάτω δε επισήμαινε το γεγονός ότι είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια από την καταστροφή «και δεν γνωρίζομεν ακόμη ούτε κατά προσέγγισιν πόσος είναι ο προσφυγικός κόσμος. Άλλοι λέγουν 720.000, άλλοι 1.200.000»[27].

Σκεύος Ζερβός.

Αρκετές χιλιάδες, ο αριθμός των οποίων είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξακριβωθεί, και ως εκ τούτου δεν αναφέρεται πουθενά, πέθαναν από τις κακουχίες και τις στερήσεις, εξαφανίστηκαν και γενικά χάθηκαν τα ίχνη τους, για άγνωστους λόγους[28]. Υπήρχαν, ωστόσο, και οι πολιτικοί όμηροι, τους οποίους οι εν Ελλάδι υπολόγιζαν σε εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες. Σύμφωνα με πληροφορίες, που δίνονταν στην Εθνοσυνέλευση, υπήρχαν «Διάφοροι Οργανώσεις Μικρασιατικαί [οι οποίες] συνεχώς δια τηλεγραφημάτων παρακαλούν και ζητούν την επέμβασιν της Κυβερνήσεως προς διάσωσιν των υπολειμμάτων του Ελληνισμού εν Μικρά Ασία». Ο Ρέντης, υπουργός Εξωτερικών στην υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου κυβέρνηση, διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν επιτροπές, οι οποίες επέβλεπαν τη μεταφορά όσων είχαν μείνει στα ενδότερα της Μ. Ασίας. Ο βουλευτής Β. Αρτεμιάδης, μιλώντας στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αναφέρθηκε και σε όσους είχαν εξολοθρευθεί από τους Τούρκους, σε μικρό χρονικό διάστημα.  Μεταξύ άλλων, τόνιζε: «[…] από του 1908 μέχρι του 1914, εξωλοθρεύθησαν δια διαφόρων μέσων και μεθόδων 224.000 ομογενείς. Από της ημέρας της κηρύξεως του Πανευρωπαϊκού πολέμου μέχρι της ανακωχής του Μούδρου εξωλοθρεύθησαν άλλαι 450-500 χιλιάδες. Ο ολικός αριθμός των εντός της δεκαετίας, από της Τουρκικής μεταπολιτεύσεως του 1908 μέχρι της ανακωχής του Μούδρου, απολεσθέντων ανέρχεται κατά θετικάς στατιστικάς πληροφορίας εις 750 χιλιάδας»[29].

Σε πολλές περιπτώσεις ορισμένοι βρέθηκαν μετά από λίγα ή περισσότερα χρόνια. Ο Τύπος δημοσίευε αγγελίες ανθρώπων, που έψαχναν τους συγγενείς τους. Διάφορες Οργανώσεις, όπως η International Migration Service, βοήθησαν αποτελεσματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Στη διάρκεια, ακόμα, της εξόδου από τη Μικρά Ασία και φθάνοντας στην Ελλάδα, η πείνα, οι επιδημίες, οι λοιμώξεις τυράννησαν πολλούς. Πολλοί πρόσφυγες πέθαναν στη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την πατρίδα από τις αρρώστιες και την εξάντληση, άλλοι πέθαναν στη Μακεδονία από το ψύχος του χειμώνα του 1922-1923. Η θνησιμότητα σε μητέρες και  βρέφη, που είχαν γεννηθεί σε στρατόπεδα προσφύγων ήταν σε υψηλά επίπεδα. Στο Δημοτικό Βρεφοκομείο της Αθήνας, στο οποίο είχαν βρει στέγη βρέφη προσφύγων, το 1923, πέθανε το 74,4% αυτών και το 1924 το 83,24%[30].

Η συντριπτική  πλειοψηφία  των προσφύγων βίωνε καταστάσεις τραγικές, λόγω της έλλειψης βασικών αγαθών. Η άθλια διαβίωσή τους σε πρόχειρους καταυλισμούς εγκυμονούσε κινδύνους για εμφάνιση σοβαρών ασθενειών, όπως χολέρα, τυφοειδής πυρετός ή και τύφος, ενώ σε ορισμένους είχε παρουσιαστεί ευλογιά και δυσεντερία.  Τον χειμώνα του 1923 ο εξανθηματικός τύφος προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις. Δεν ήσαν λίγοι εκείνοι, οι οποίοι αντιμετώπισαν ψυχολογικά προβλήματα, λόγω της απάνθρωπης ταλαιπωρίας που υπέστησαν. Ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, έχασαν παιδιά, αδερφούς, άντρες, γυναίκες, γονείς[31].

Τα προβλήματα, που δημιουργήθηκαν για το κράτος από τον ερχομό των προσφύγων ήταν εξόχως δυσανάλογα προς τις πραγματικές δυνατότητές του, σε όλους τους τομείς. Το προσφυγικό απασχόλησε, σε όλες του τις πτυχές, τους εκπροσώπους του Έθνους, όταν μετά από καιρό αποφασίστηκε να συζητηθεί στην Εθνοσυνέλευση, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1924 και την άνοιξη του 1925, από τη στιγμή, που η ίδια το είχε αναγάγει στο υπ’ αριθμό ένα εθνικό ζήτημα. Ο προβληματισμός και η συζήτηση για τον ακριβή αριθμό των προσφύγων  συνεχίζεται μέχρι σήμερα και απασχολεί τη γραφίδα πολλών, σύγχρονων ιστορικών[32].

Πολλοί βουλευτές κατηγόρησαν το κράτος για ολιγωρία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού, άλλοι αναγνώρισαν τις υπέρτατες δυσκολίες, την πολυπλοκότητα και την τραγικότητα του προβλήματος και τις τεράστιες προσπάθειες, που είχαν καταβάλει οι ελληνικές κυβερνήσεις για τη ρύθμισή του, τόσο στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, όσο και στο εξωτερικό, σημαντική έκφανση του οποίου υπήρξε και η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, ενέργεια η οποία ήταν μεν επιβεβλημένη και αναγκαία και ανακούφισε το κράτος αλλά συνέβαλε στη διαιώνιση της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της χώρας από τον ξένο παράγοντα.

Οι πρόσφυγες έφταναν και κατέλυαν σε κάποιες πόλεις ή περιοχές μετά από περιπλανήσεις ημερών. Τουλάχιστον δέκα χιλιάδες πρόσφυγες έφτασαν την 1η Οκτωβρίου 1922 στο Βόλο με το μεταγωγικό Μεγάλη Ελλάς και με άλλα πλοία, εξαθλιωμένοι και αξιοθρήνητοι στο έπακρο και ήταν τα πρώτα «πολιτικά θύματα» των τραγικών γεγονότων, που είχαν σημειωθεί στην Ανατολή. Είχαν ξεκινήσει από τη Σμύρνη, έφτασαν στη Μυτιλήνη, κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα δύο λιμάνια δεν τους επετράπη η αποβίβαση. Ορισμένοι είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Έφτασαν στο Βόλο και οι αρχές δεν είχαν λάβει μέτρα για σπίτια, όπου θα μπορούσαν να καταλύσουν, δεν τους παρασχέθηκε τροφή. Δεν υπήρχε ψωμί, δεν υπήρχε φρέσκο γάλα για τα παιδιά. Διατάχθηκε η μεταφορά ορισμένων στο Νοσοκομείο. Αποφασίστηκε να παραμείνουν στην πόλη τέσσερις χιλιάδες άτομα, οι υπόλοιποι θα προωθούνταν στις πόλεις και στα χωριά της ενδοχώρας[33].

Ο Lindley, μέλος της Βρετανικής επιτροπής, έστειλε στον Curzon, στις 7 Οκτωβρίου, έγγραφο με το οποίο τον πληροφορούσε για τις συνομιλίες που είχε με τον πρόξενο στη Θεσσαλονίκη και το Βόλο σχετικές με την κατάσταση των προσφύγων της Μικράς Ασίας[34]. «Οι συνομιλίες δίνουν μια εικόνα του τι συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα», σημείωνε ο Lindley. Ένα τηλεγράφημα που του είχε στείλει ο πρόξενος των Χανίων τον πληροφορούσε ότι έφτασαν εκεί 17.500 πρόσφυγες, χωρίς ρούχα, χωρίς τροφή, δίχως τίποτα. Αναφορές από τη Μυτιλήνη και τη Χίο που έφταναν στον Lindley μιλούσαν για μεγάλο αριθμό δεινοπαθούντων προσφύγων.

Στις 7 Οκτωβρίου έφτασαν στη Χίο 100.000 πρόσφυγες. Η Βρετανική επιτροπή, η οποία είχε εργαστεί επί πολλές εβδομάδες στον Πειραιά και προσπαθούσε να στεγάσει περίπου 4.000 πρόσφυγες σ’ ένα εργοστάσιο στο Φάληρο, έδινε πληροφορίες για τις τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν οι ταλαίπωροι άνθρωποι. «Εργοστάσια και μεγάλα κτίρια επιτάχθηκαν», έγραφε ο   Lindley «και άδεια σπίτια είχαν την ίδια τύχη». Κάθε ιδιοκτήτης ήταν υποχρεωμένος, όπως γράφτηκε στον Τύπο, να θρέψει και να στεγάσει δύο πρόσφυγες, αλλά υπήρχαν βασικές ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως ψωμί και προϊόντα υγιεινής. 500.000 άποροι πρόσφυγες είχαν φτάσει στην Ελλάδα και στα νησιά από τη Μικρά Ασία και αναμένονταν ακόμα άλλοι 120.000 από την Ανατολική Θράκη και τη Ραιδεστό. Άλλοι είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και ορισμένοι Έλληνες της Καλλίπολης ικέτευαν την ελληνική κυβέρνηση να στείλει πλοία για να τους μεταφέρει. Ο Lindley αδυνατούσε να περιγράψει με λόγια την φοβερή κατάσταση, που θα παρουσιαζόταν, μόλις τα βρετανικά στρατεύματα αποχωρούσαν από την Κωνσταντινούπολη και οι Τούρκοι θα επέτρεπαν να επαναληφθούν εκεί και στην Ανατολική Θράκη οι πράξεις βίας και τα φοβερά εγκλήματα που διαπράχθηκαν πρόσφατα στη Σμύρνη. «Σε κάθε περίπτωση», κατέληγε ο Lindley, «η υποστήριξη όλου αυτού του κόσμου, ο οποίος δεν είναι μόνο χωρίς κανένα πόρο αλλά επίσης το μεγαλύτερο μέρος ανίκανο προς εργασία, εξαιτίας των Τούρκων, οι οποίοι δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν που είναι σε στρατεύσιμη ηλικία να ζήσει, είναι πέραν των δυνάμεων αυτής της αποδυναμωμένης χώρας»[35].

Πρόχειρος καταυλισμός προσφύγων στη Χίο.

Στην προαναφερόμενη έκδοση της Κοινωνίας των Εθνών αναγράφεται ρητά: «Εκκλησίες, σχολεία, δημόσια κτίρια, σινεμά, θέατρα, στρατώνες, σταθμοί,» όλα επιτάχθηκαν για τις στεγαστικές ανάγκες των προσφύγων. «Ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών σπιτιών, επίσης. Πριν από δύο χρόνια, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί εμποδίζονταν από τη στρατοπέδευση των προσφύγων και τέσσερα χρόνια μετά, υπάρχουν ακόμα πρόσφυγες, που στεγάζονται σε υπόστεγα και τέντες, χειμώνα και καλοκαίρι»[36].

Οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα ήταν κυρίως γέροντες, παιδιά και γυναίκες, όπως προαναφέρθηκε. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, όπου το επέτρεπε η πυκνότητα του πληθυσμού και όπου το κράτος επιθυμούσε να επιτύχει μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια, εφόσον τα προβλήματα με τους γείτονες ήταν έντονα. Υπήρχε, βέβαια και ένας περιορισμένος αριθμός προσφύγων, οι οποίοι δεν ήσαν εξαθλιωμένοι και δεν είχαν την ανάγκη της κρατικής αρωγής.

Το δύσκολο, επίπονο και δυσεπίλυτο έργο, που είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα με την εισροή στο έδαφός της τόσων ανθρώπων, φτωχών, ταλαιπωρημένων και απογοητευμένων δεν ήταν δυνατόν να το αναλάβει μόνη της, στηριζόμενη στις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις, δίχως την αρωγή κάποιων φορέων από το εξωτερικό. Γι’ αυτό και τη συνέδραμαν, στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο, που ανεφύη το πρόβλημα, ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός, η Αμερικάνικη οργάνωση Near East Relief[37], η οποία είχε αναλάβει το έργο της φροντίδας των ορφανών (οι Βρετανικές Save the Children Fund και All British Appeal ασχολήθηκαν με το ίδιο πρόβλημα) και η Κοινωνία των Εθνών[38].

Οικογένειες στοιβαγμένες στα θεωρεία του Εθνικού Θεάτρου.

Η τελευταία ενδιαφέρθηκε από πολύ νωρίς να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί, εξαιτίας του τραγικού τέλους του Μικρασιατικού πολέμου, ώστε να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί: τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, στο οποίο εντασσόταν και το ανθρωπιστικό της έργο. Ο Νάνσεν, Ύπατος Αρμοστής της Οργάνωσης για τους πρόσφυγες, τον οποίο η Συνέλευση της Κ.τ.Ε. είχε επιφορτίσει, μετά από αίτημά του, με ειδική αποστολή για τις περιοχές, που αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα, λόγω της κατάστασης, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα[39]. Από τις πρώτες αναφορές του Νάνσεν, όταν έφθασε στους τόπους της συμφοράς, κατέστη φανερό το οξύτατο, ανθρωπιστικό πρόβλημα, που είχε ανακύψει στην Εγγύς Ανατολή. Σ’ ένα τηλεγράφημα, που απηύθυνε στον Γενικό Γραμματέα της Κ.τ.Ε., υπογράμμιζε ότι «το προσφυγικό πρόβλημα της Μικράς Ασίας ήταν περισσότερο σοβαρό απ’ ό,τι παρουσιάστηκε στη Συνέλευση». Ο εκτοπισμός τους από τη Μικρά Ασία είχε γίνει με θαυμαστή μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα, η κατάστασή τους ήταν τραγική, «δεν είχαν χρήματα, ρούχα ή στέγη  και συχνά ούτε τροφή». Μιλούσε για τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, αν ήθελαν να αποτρέψουν μια μεγαλύτερη καταστροφή. Σημείωνε ότι τα τραγικά γεγονότα ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Και ανέφερε πως εκατό παιδιά είχαν γεννηθεί σ’ έναν καταυλισμό, όπου, όμως, δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες υγιεινής, ιατρικής υποστήριξης, ιματισμός ή ακόμα και γάλα[40].

Ο Νάνσεν είχε σκοπό να διακριβώσει, όσο πιο αντικειμενικά μπορούσε, τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, με την απώτερη ελπίδα να βοηθήσει τους πρόσφυγες και να συμβάλει «στην ανοικοδόμηση της οικονομικής ζωής των περιοχών, που ερημώνονταν». Θα ενδιαφερόταν, ώστε να παρασχεθεί στις κυβερνήσεις ένα ορισμένο χρηματικό ποσό και οι αντιπρόσωποι του Οργανισμού της Γενεύης θα αναλάμβαναν μια «καθαρά ανθρωπιστική εργασία», εξυπηρετώντας, έτσι, το έργο του, το σχετικό με την ανθρωπιστική του αποστολή. Το έργο αυτό δεν θα είχε πολιτικές προεκτάσεις και αυτή η συγκεκριμένη προσπάθεια θα γινόταν «δίχως οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα […στους πρόσφυγες…] διαφορετικής φυλής και θρησκείας»[41].

Ενδιαφερόταν, επίσης, για τον ελληνικό πληθυσμό της Ανατολικής Θράκης⸱ όφειλε εκείνη τη δεδομένη στιγμή «να συμπαρασταθεί στη μεταφορά των Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι, προς το παρόν, είχαν συναθροιστεί στην Ανατολική Θράκη, στην περιοχή πέραν του ποταμού Μαρίτσα [Έβρου]». «Αυτός ο πληθυσμός συνιστούσε ένα πρόβλημα τελείως διάφορο από εκείνο των ελληνικών πληθυσμών, που κατοικούσαν στην Ανατολική Θράκη». Χαρακτήριζε, δε, ως ατυχία την έξοδο που θα λάβαινε χώρα σ’ αυτή την περιοχή, παρόμοια με την έξοδο από τη Μικρά Ασία[42], διότι και αυτή θα δυσχέραινε ακόμα περισσότερο την έκρυθμη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί, σ’ αυτήν την ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη.

Αναχωρώντας, ο Νάνσεν, από την Αθήνα προέβαινε σε δηλώσεις, άκρως διευκρινιστικές. Μεταξύ άλλων διατύπωνε τα ακόλουθα: « […] αισθάνομαι πως καθήκον μου είναι να απευθύνω προς τους λαούς και τις Κυβερνήσεις της Ευρώπης και του κόσμου μία έκκληση για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης […]. Ο αριθμός αυτών των προσφύγων, σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς είναι περίπου 900.000. Η μεγαλύτερη πλειοψηφία είναι ελληνικής φυλής […], αλλά υπάρχουν όχι λιγότεροι από 50.000 Αρμένιοι, στους οποίους η Ελληνική Κυβέρνηση […] είχε τη μεγάλη γενναιότητα να παράσχει φιλοξενία […]. Είναι απελπισμένοι και χρειάζονται τα πάντα […]. Το πρόβλημα για την Ελληνική Κυβέρνηση και τον Ελληνικό λαό είναι να βρει σπίτια […] γι’ αυτά τα δυστυχή θύματα του πολέμου και να απορροφήσει αυτούς όσο πιο γρήγορα γίνεται στην  οικονομική ζωή του έθνους. […]. Το πρόβλημα απειλεί τη σταθερότητα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών της Εγγύς Ανατολής. Το πρόβλημα, οπωσδήποτε, είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα έθνη του πολιτισμένου κόσμου. Τώρα είναι η ψυχολογική στιγμή. Ο Ελληνικός λαός, αυτή τη δύσκολη ώρα της δοκιμασίας, σίγουρα χρειάζεται και τα δύο, την ηθική και την οικονομική υποστήριξη του κόσμου»[43].

Φρίντγιοφ Νάνσεν, Ύπατος Αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες.

Από τα εκτεθέντα ως τώρα καθίσταται φανερό ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε εξόχως δύσκολη θέση εξαιτίας της δημιουργίας του προσφυγικού προβλήματος και της ανάγκης, σε πρώτη φάση, να δεχθεί αυτόν τον πληθυσμό στα εδάφη της και να του παράσχει τα απολύτως χρειώδη για την επιβίωσή του.  Εν γένει, η διεθνής κοινότητα συνέδραμε την Ελλάδα σ’ αυτό το δύσκολο έργο, αν και μέλη της είχαν συμβάλει στη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος ή δεν είχαν πράξει όσα όφειλαν για να το αποτρέψουν[44]. Και είχαν συμβάλει, ιδίως, ο Λόυδ Τζωρτζ, ο οποίος σε συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Δημήτριο Γούναρη, τον Οκτώβριο του 1921, δήλωνε: «Πρέπει να διατηρηθήτε εις την Μ. Ασίαν μέχρι των διαπραγματεύσεων και της Ειρήνης, διότι άλλως αι διαπραγματεύσεις  θα είνε περιτταί»[45].

Η αγωνία τους, εκείνες τις τραγικές για τον ελληνισμό ώρες,  δεν ήταν η δυστυχία που προξένησαν σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά η διασφάλιση των ίδιων συμφερόντων τους, που εντοπίζονταν στην περιοχή των Στενών. Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία φοβούνταν μια δυναμική ενέργεια του Κεμάλ στη ζώνη των Στενών. Σε δηλώσεις του Fethy bey, του Μουσταφά Κεμάλ και άλλων δεν διαφαινόταν πως οι Τούρκοι είχαν «παράλογες ιδέες», ούτε ότι σκέπτονταν «να προσβάλουν την ουδέτερη ζώνη» των Στενών[46]. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλα δημοσιεύματα και πληροφορίες, όταν ο Κεμάλ έφθασε στη Σμύρνη, στις 12 Σεπτεμβρίου, είχε δηλώσει πως «[μ]όνον η άμεση παραχώρηση ολόκληρης της Ανατολικής Θράκης στην κυβέρνηση της Άγκυρας, […] θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ του συμμαχικού και του τουρκικού στρατού στην ουδέτερη ζώνη των Στενών»[47].

Την ίδια εκείνη μέρα, στις 12 Σεπτεμβρίου, η Βρετανία είχε απευθύνει στο Quai d’ Orsay μια διακοίνωση, στην οποία διατύπωνε την ελπίδα ότι η Γαλλία, η Αγγλία και η Ιταλία θα σέβονταν τις αποφάσεις, που είχαν λάβει στις 27 Μαρτίου ως προς τη  «ελευθερία των Στενών». Τρεις μέρες αργότερα, συνερχόταν στο Λονδίνο  το υπουργικό Συμβούλιο, υπό την  προεδρία του Λόυδ Τζωρτζ. Με το πέρας της συνεδρίασης οι αρμόδιοι δήλωσαν ότι η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία συμφωνούσαν απολύτως στο θέμα «της Κωνσταντινούπολης και των Στενών και στην ανάγκη να εμποδίσουν τους Τούρκους να διεισδύσουν στη Θράκη»[48]. Είναι προφανές πως η Σοβιετική Ρωσία θεωρούσε πως δεν δεσμευόταν από τις αποφάσεις, που είχαν ληφθεί από τις Συμμαχίες.

Ωστόσο, η έκρυθμη και κρίσιμη κατάσταση είχε προξενήσει τόσο έντονη ανησυχία στις Μεγάλες Δυνάμεις, που στις 10/23 Σεπτεμβρίου 1922 έστελναν Διακοίνωση στην κυβέρνηση της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας, με την οποία την προσκαλούσαν, σχεδόν την παρακαλούσαν, να στείλει αντιπροσώπους της για να συμμετάσχουν στη σχεδιαζόμενη Διάσκεψη, η οποία θα συνερχόταν στη Βενετία ή αλλού. Δήλωναν, δε, ότι έβλεπαν «μετ’ ευνοίας την επιθυμίαν της Τουρκίας να ανακτήση την Θράκην μέχρι του Έβρου ποταμού, και την Αδριανούπολιν υπό τον όρον ότι η Κυβέρνησις της Άγκυρας δεν θ’ αποστείλη τον στρατόν της, διαρκουσών των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, εις τας ζώνας των οποίων αι Σύμμαχοι Δυνάμεις εκήρυξαν την προσωρινήν ουδετερότητα». Και όλα αυτά θα γίνονταν «επί τω σκοπώ της διατηρήσεως της ειρήνης», για την «ειρηνικήν και ομαλήν αποκατάστασιν της Τουρκικής κυριαρχίας», για «την αποτελεσματικήν εξασφάλισιν, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, της ελευθερίας των Δαρδανελλίων, της Προποντίδος και του Βοσπόρου, ως και της προστασίας των φυλετικών και θρησκευτικών μειονοτήτων»[49]. Το πόσο προστάτεψαν τους γηγενείς πληθυσμούς, που μάλλον τους ενέτασσαν στις μειονότητες, το διαπιστώσαμε με τον πλέον τραγικό τρόπο.

Μεταξύ άλλων πολλών, επισήμαιναν πως οι τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις θα μεριμνούσαν, ώστε οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να αποχωρήσουν στη γραμμή, που θα καθοριζόταν από τους Στρατηγούς των Συμμάχων και των στρατιωτικών αρχών της Τουρκίας και της Ελλάδας. Η  κυβέρνηση της Άγκυρας θα υποχρεωνόταν «να μη αποστείλη, ούτε προ, ούτε διαρκούσης της Διασκέψεως, στρατεύματα εις τας ζώνας, αίτινες εκηρύχθησαν προσωρινώς ουδέτεραι και να μη διέλθη τα Στενά ούτε την θάλασσαν του Μαρμαρά».

Είναι πασιφανές πως οι τρεις Συνασπισμένες Δυνάμεις, οι οποίες είχαν εξέλθει νικήτριες από τον Μεγάλο Πόλεμο, προς χάριν των συμφερόντων τους, των συνυφασμένων με τα Στενά, υποτάσσονταν στην Τουρκία και δεν ενδιαφέρονταν για την «ατυχήσασαν σύμμαχον αυτών Ελλάδα, ούτε δια τους εγκαταλείφθέντας και σφαζομένους Ελληνικούς Μικρασιατικούς πληθυσμούς […]»[50].

Εν κατακλείδι, ας τονιστεί πως από τις Μεγάλες Δυνάμεις η Μεγάλη Βρετανία ήταν εκείνη, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα όσα σημειώνονταν στη Μικρά Ασία. Τούτο προκύπτει και από το Υπόμνημα, που παρέδωσε ο Σιώτης στον Παπούλα, στις 8 Φεβρουαρίου 1922, εκ μέρους της Επιτροπής, που προωθούσε την αυτονόμηση της Μικράς Ασίας, όπου αναγράφονταν τα ακόλουθα: «Βάσις της αγγλικής πολιτικής εν τη Ανατολή ήτο η εγκατάστασις της Ελλάδος όσον οίον τε ισχυροτέρας εν τη δυτική Μικρά Ασία, δια να δύναται δι’ αυτής να συγκρατή τας τουρκικάς προσπαθείας κατά της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας και την πανισλαμικήν προπαγάνδαν κατά των Ινδιών»[51].

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Areti Tounda-Fergadi,«L’ histoire de l’ emprunt accordé pour les réfugiés de 1924», Balkan Studies, V. 24, 1, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1983, pp. 89-105. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Το Προσφυγικό Δάνειο του 1924, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1986. Αρετή Τούντα-Φεργάδη – Κατερίνα Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, «Η κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου και το προσφυγικό ζήτημα», στο: Αλέξανδρος Παπαναστασίου: Οι Κοινωνικές, Οικονομικές και Πολιτικές απόψεις του. Πρακτικά του Συνεδρίου, Αθήνα 5-7 Δεκεμβρίου 1986, Αθήνα, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 1990, σελ. 269-277. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Όψεις της μεταφοράς των προσφύγων της μικρασιατικής περιπέτειας στην Ελλάδα», στο: ΚΣΤ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 27-29 Μαΐου 2005. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2006, σελ. 321-332, της ίδιας, «Το συμπληρωματικό προσφυγικό δάνειο των ετών 1927-1928», στο:   Η Διεθνής Κοινότητα σε κίνηση. Συμβολές στη μνήμη Γεωργίου Τενεκίδη, επιμ. Στέλιος Περράκης, Αθήνα, Α.Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 413-446, της ίδιας, Η Δανειακή Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Η περίπτωση του Δεύτερου Προσφυγικού Δανείου, 1926-1928, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2009.

[2]  Αμάλθεια, 12 (25) Μαρτίου 1922, Αριθμός 19173, σελ. 1.

[3] Εφημερίς των Συζητήσεων της Δ΄ Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως (=Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ), εν Αθήναις, 1924,  Συνεδρίασις 1, 2 Ιανουαρίου 1924, σελ. 5.

[4] Η Μικρασιατική Καταστροφή. Αφηγήσεις-μελετήματα-ντοκουμέντα, Πρόλογος-επιμέλεια: Κώστας Φωτιάδης,  Β΄ τόμος, Αθήνα, Εκδόσεις Καλοκάθη, Real News, 20.3.2022, σελ. 481-482.

[5] Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, (χωρίς τόπο έκδοσης), Κέδρος-Real Media, 2008, 2014, σελ. 356.

[6] Ηλίας Βενέζης, Μικρασία, χαίρε, Αθήνα, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 2022, σελ. 131-145, στις σελ. 132-133.

[7] Benny Morris, Dror Ze’evi, Η Τριακονταετής Γενοκτονία. Ο αφανισμός των χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας, 1894-1924, Μετάφραση: Μενέλαος Αστερίου, Διαδρομές Ιστορίας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2021, σελ. 450, για το παράθεμα. Πρόκειται για τη Διακήρυξη του Νουρεντίν Πασά, της 23ης Σεπτεμβρίου 1922. Στη σελ. 444, για την αρπαγή των γυναικών.

[8] Margaret Macmillan, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005, σελ. 582.

[9] Αντώνης  Κλάψης, «Στο κλουβί της Ελλάδος της στενής μας κλεισμένοι». Πολιτική και διπλωματία  της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821-1923, Αθήνα 2019, σ. 352-362. Για τη μικρασιατική καταστροφή, γενικότερα, βλ. M. Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα 2004· Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Ιστορική Επισκόπηση, Αθήνα, Δημιουργία Απ. Α. Χαρίσης, 1999⁵. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας  στη Μικρά Ασία. Κριτική αναψηλάφηση. Αθήνα, Ίκαρος 2009. Διονύσιος Τσιριγώτης, Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα, 2010.

[10] Κωνσταντίνος Βλάσσης, Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, Δούρειος Ίππος, 2020, σελ. 295.

[11] Στο ίδιο, σελ. 309-310.

[12] Μιχαήλ Νοταρά, Η Αγροτική Αποκατάστασις των Προσφύγων, Αθήναι, 1934, σελ. 3.

[13] Macmillan, ό. π., σελ. 582.

[14] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922:  Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη⁴, 2017, σελ. 151.

[15] Νοταρά, ό.π, τον Πρόλογο του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, σελ. ζ-η.

[16] The Martyrdom of Smyrna & Eastern Christendom, préface Lysimachos Œconomos, London, George Allen & Unwin LTD, χ.χ.ε,, p. 177.

[17] Στο ίδιο, την αναδημοσίευση άρθρου από την Daily Telegraph, της 13 Νοεμβρίου 1922, με τίτλο «Near East Refugees. Dr. Nansen’s World Appeal », pp. 236-237

[18] Société des Nations, L’Établissement des Réfugiés en Grèce, Genève, 1926, p. 13 κ. ε. Αλέξανδρος Πάλλης, «Φυλετικές μεταναστεύσεις στα Βαλκάνια και διωγμοί του Ελληνισμού (1912-1924)», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Τ. Α΄, 1977, σελ. 75-87 Επίσης, ο Λαδάς παραθέτει αναλυτικά στοιχεία για τις μεταναστεύσεις κατά περιοχές και ποσοστά.Stephen Ladas., The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, New York, The Macmillan Company, 1932, pp. 13-17.

[19] Société des Nations, ό. π., p. 12.

[20] Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Βενιζέλου, το 1929: «Το σύμφωνο της Λωζάννης», δεν ήταν ένα σύμφωνο για την ανταλλαγή των πληθυσμών, ελληνικών και μουσουλμανικών,  «αλλά μόνο ένα σύμφωνο για την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ελλάδα μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία». Άγγελος Συρίγος, «Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;», στο: Η Διεθνής Κοινότητα…, ό. π., σελ. 367-388, στη σελ. 383.

[21] Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (=ΕΑΠ) ή Αυτόνομο Γραφείο είχε συσταθεί με το πρωτόκολλο της 29 Σεπτεμβρίου 1923, όπου περιλαμβανόταν και το σχετικό Καταστατικό.

[22] Εφημερίς των Συζητήσεων της Δ΄ εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, τόμος Β΄ (=Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ, Β΄), Συνεδρίασις 68, 28 Ιουνίου 1924, σελ. 523, από την αγόρευση του βουλευτή Π. Κουρτίδη.

[23] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 67, 27 Ιουνίου 1924, σελ. 513.

[24] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 63, 23 Ιουνίου 1924, σελ.427-428.

[25] Αλέξανδρος Πάλλης, Συλλογή των κυριωτέρων Στατιστικών των αφοροσών την ανταλλαγήν των πληθυσμών και προσφυγικήν αποκατάστασιν μετά αναλύσεως και επεξηγήσεων, 1921, σελ. 4.

[26] Μαυρογορδάτος, ό. π., σελ. 156-157, ιδίως, την υποσ. 9, γενικότερα, τις σελ. 150-158.

[27] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 69, 30 Ιουνίου 1924, σελ. 556-557.

[28] Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταθέσω μια προφορική μαρτυρία για έναν συγγενή μου, την οποία άκουγα σε μικρή ηλικία από τον πατέρα μου. Απ’ όσο θυμάμαι, στην οικογένειά του, η οποία ζούσε στο χωριό Μπουγιάτι, σημερινή ονομασία, Λυσσαρέα, του νομού Αρκαδίας, είχε επτά μέλη, οι δυο γονείς και τα πέντε παιδιά. Ο ένας εκ των αδελφών, με το όνομα Αθανάσιος Τούντας του Παναγιώτη και της Άννας, πιθανόν ο μεγαλύτερος, συμμετείχε στον μικρασιατικό πόλεμο. Το τραγικό είναι ότι από τη στιγμή, που πήγε στον πόλεμο δεν τον ξαναείδαν. Οι τελευταίες πληροφορίες, που είχαν ήταν πως νοσηλευόταν, σε ένα νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Τίποτα άλλο δεν έμαθαν, ποτέ. Στη μνήμη του, επειδή τον θεωρούσαν νεκρό, βάπτισαν το ένα από τα παιδιά του ενός αδελφού, Αθανάσιο. Αλήθεια, πόσες τέτοιες, παρόμοιες τραγικές ιστορίες θα υπάρχουν! Δεν θα έπρεπε το κράτος να φροντίσει να μάθει για όλους και να ενημερώσει τους οικείους τους;

[29] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 63, 23 Ιουνίου 1924, σελ. 421 και Συνεδρίασις 64, 24 Ιουνίου 1924, σελ. 443.

[30] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, ό. π., σελ. 554. Σαράντος Καργάκος, Η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Από το έπος στην τραγωδία, Μέρος Δ΄, Αθήναι, 2012, σελ. 386. Ειδική έκδοση για την εφημερίδα Παραπολιτικά.

[31] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, ό. π., σελ. 554. Société des Nations, ό. π., p. 4. League of Nations, Official Journal, January 1923, pp. 133-134.

[32] Antonis Klapsis (2014), «Violent Uprooting and Forced Migration: A demographic Analysis of the Greek populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50:4, 622-639, https://doi.org/10.1080/00263206.2014.901218. Τελευταία πρόσβαση, 26 Απριλίου 2022.

[33] Archives de la Société des Nations (=A.S.d.N.), 1919-1927: 48/24357/24357(R 1761): The Situation of Asia Minor Refugees in Greece. Knight to Curzon. British Vice Consulate, Volo. October 3, 1922. Το έγγραφο φέρει και την ένδειξη: Enclosure in Mr. Lindley’s dispatch, No. 569 of October 7th, 1922.

[34] A.S.d.N., 1919-1927: 48/24357/24357 (R 1761), ό. π., Lindley to Curzon. No 569. Athens. October 7th, 1922.

[35] Στο ίδιο.

[36] Société des Nations, ό. π., p. 4.

[37] Για τη συγκεκριμένη οργάνωση και το έργο της, βλ. και Κυριάκος Λυκουρίνος, «Η American Near East Relief (Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής) στην Καβάλα, τη Δράμα, το Πράβι και στα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας», στο: «Μνήμη» του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας, φ. 20, Ιαν. 2016.

[38] Société des Nations, ό. π., p. 4.

[39] Tounda-Fergadi, «L’ histoire… », ό. π., p. 91. Τούντα-Φεργάδη, Το Προσφυγικό, ό. π., σελ 43.

[40] The Martyrdom, ό. π., pp. 176-177.

[41] A.S.d.N., 1919-1927: 48/24400/24357 (R. 1761). General Situation of Asia Minor Refugees. Memorandum on the Mission of the High Commissioner of the League of Nations for Refugees. 10.10.22.

[42] Στο ίδιο.

[43]The Martyrdom, ό. π., άρθρο της Daily Telegraph, 13. 11. 22, με τίτλο Near East Refugees. Dr. Nansen’s World Appeal, pp. 236-237.

[44] Αξίζει να σημειωθεί πως ένας από τους σύγχρονους μελετητές αναφερόμενος στα γεγονότα της Σμύρνης και στη θέση, που έλαβαν οι Μεγάλες Δυνάμεις έναντι αυτών, επισημαίνει: «Η Ιταλία και η Γαλλία αλλά και πιο διακριτικά οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμάχησαν με το κεμαλικό καθεστώς. Η πολιτική τους στροφή δεν λαμβάνει υπόψη την τύχη των άμαχων πληθυσμών της περιοχής. Οι πρώην πελάτες, προνομιακός στόχος των δυτικών εμπορικών και εκπαιδευτικών επιχειρήσεων, εγκαταλείπονται, αφού η πολιτική θέση που κατείχαν εξαφανίστηκε. Τα δυτικά κράτη δεν έλαβαν υπόψη, στις προετοιμασίες τους για παροχή βοήθειας, τους μη μουσουλμάνους αυτόχθονες που θα ήθελαν να διαφύγουν από την κατακτημένη πόλη και να ανέβουν πάνω σ’ ένα συμμαχικό πλοίο». Georgelin, ό. π., σελ. 319, 320.

[45] Στρατηγός, ό. π., σελ. 321.

[46] L’Action Française, 16 septembre 1922, no 259, pp. 1, 2.

[47] Γιάννης Γιανουλόπουλος, ‘‘Η ευγενής μας τύφλωσις…’’. Εξωτερική πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2001, σελ. 298.

[48] L’Action Franҫaise, 16 septembre 1922, no 259, pp. 1, 2.

[49] Στρατηγός, ό. π., σελ. 418-419.

[50] Στο ίδιο.

[51] Η Μικρασιατική Καταστροφή, ό. π., σελ. 352-361, στη σελ. 358.

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης: Οι τελευταίες ημέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

Οι τελευταίες ημέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας

 

Στην διάρκεια του 1921, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε την διεξαγωγή ευρειών επιθετικών επιχειρήσεων στο θέατρο της Μικράς Ασίας, προκειμένου να δώσει οριστικό τέλος στην υπόθεση ειρήνευσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εκκρεμούσε από το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Η προσπάθεια απέτυχε και η ελληνική Στρατιά εγκαταστάθηκε σε μια προωθημένη και εκτεταμένη γραμμή στην ενδοχώρα, όπου οχυρώθηκε. Μόλις τον Μάρτιο του 1922, οι Σύμμαχοι (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) συνεδρίασαν στο Παρίσι και ανακοίνωσαν στην ελληνική και τουρκική πλευρά, τους όρους που εκείνοι είχαν συμφωνήσει για την οριστική επίλυση του ζητήματος.

Σύμφωνα με αυτούς, η Ελλάδα θα εγκατέλειπε την Μικρά Ασία, όπου για τους παραμένοντες χριστιανικούς πληθυσμούς προβλέπονταν γενικές πρόνοιες προστασίας των δικαιωμάτων τους, εντός του οθωμανικού κράτους. Παράλληλα, όμως, η Ελλάδα θα αποχωρούσε και από την μισή έκταση στην Ανατολική Θράκη, που της είχε επιδικαστεί με την Συνθήκη των Σεβρών. Οι όροι προκάλεσαν μία έκρηξη οργής και αγανάκτησης στην Ελλάδα καθιστώντας αδύνατη την περαιτέρω συζήτηση, ενώ από την πλευρά τους οι Κεμαλικοί έθεσαν απαράδεκτους όρους, με αποτέλεσμα την αποτελμάτωση των εξελίξεων. Η κυβέρνηση Γούναρη νομοθέτησε την σύναψη Αναγκαστικού Δανείου στο εσωτερικό της χώρας με την διχοτόμηση των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων, καθιστώντας δυνατή την παράταση της παρουσίας της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που εγγυάτο τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή.

Το Αναγκαστικό Δάνειο και η διχοτόμηση των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων.

Μετά από μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας, στις αρχές Μαΐου σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας των πολιτικών μερίδων του Δημητρίου Γούναρη και Νικολάου Στράτου, με πρωθυπουργό τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Στα μέσα Ιουνίου, η κυβέρνηση δρομολόγησε δύο πρωτοβουλίες προκειμένου στην αναμενόμενη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης που θα συζητούσε εκ νέου την ειρήνη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, να παρουσιαστεί έχοντας άρει τις δυσμενείς εντυπώσεις του περασμένου Μαρτίου. Αυτές εκδηλώθηκαν στα μέσα Ιουλίου με διττό σκοπό:

α΄) Συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Θράκη, επί της μεθορίου της Τσατάλτζας εγγύς της Κωνσταντινούπολης, ώστε να καταστεί αξιόπιστη μια απειλή στρατιωτικής κατάληψης της Πόλης (αίροντας την προοπτική εκκένωσης της μισής έκτασης που προέβλεπαν οι προτάσεις Μαρτίου),

β΄) Παροχή ευρείας αυτονομίας στην υπό ελληνικό έλεγχο ζώνη της δυτικής Μικράς Ασίας, η οποία ηλπίζετο πως θα προξενούσε την συμπάθεια της κοινής γνώμης σε Ευρώπη και ΗΠΑ, (εξασφαλίζοντας την παραμονή των χριστιανών στις εστίες τους, ελεύθεροι από τον οθωμανικό ζυγό).

Στα μέσα Ιουλίου εκδηλώθηκαν οι παραπάνω πρωτοβουλίες, με αποτέλεσμα να προκληθεί κινητικότητα μεταξύ των Συμμάχων και να σχεδιάζεται η σύγκληση διεθνούς διάσκεψης στην Βενετία κατά τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο. Η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να αναμένει με ελπίδα τις εξελίξεις, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που συνέλεγε παρουσίαζαν την κεμαλική πλευρά ανίκανη για εκδήλωση επιθετικής πρωτοβουλίας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες φαινόταν πως η ελληνική πλευρά θα παρουσίαζε πλεονέκτημα, με την αμυντική της γραμμή ακλόνητη στην Μικρά Ασία και τα στρατεύματά της να στέκονται απειλητικά στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Όπως ανέφερε ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης: «Πρόκειται περί εδραιώσεως πεποιθήσεως εις πάντα ημάς και υμάς, φίλους και εχθρούς ότι η Θράκη της Συνθήκης των Σεβρών φρουρείται καλώς υπό του Ελληνικού Στρατού, όντως δεν δύναται να αναγνωρίση την δυνατότητα της εκτελέσεως της συμφωνίας των Παρισίων. Εις την Δ. Μ. Ασίαν διατηρούμεν το αυτό, ως πρότερον, μέτωπον. Εις την Α. Θράκην είμεθα ήδη ισχυροί. Αν αι τελευταίαι κινήσεις του Στρατού ισχύσουν ούτως, ώστε να τεθή επί τάπητος και ζήτημα Κωνσταντινουπόλεως τόσω το καλλίτερον. Πάντως όμως η Κυβέρνησις διά των τελευταίων κινήσεων του Στρατού, θα παρακολουθήση τας συζητήσεις των ξένων επί του Θρακικού Ζητήματος βασιζομένη και επί της παρατάξεως λογχών».

Ο Γεώργιος Χατζανέστης κατηγορούμενος ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου.

Η κεμαλική επίθεση

Όλα τα παραπάνω ανέτρεψε η μεγάλη κεμαλική επίθεση για την οποία το ελληνικό Στρατηγείο άρχισε να λαμβάνει ενδείξεις προετοιμασίας από τις 9 Αυγούστου, ενώ στις 6 αλλά και στις 11 Αυγούστου εκδηλώθηκαν δύο κεμαλικά επιθετικά εγχειρήματα αντιπερισπασμού. Η σφοδρή επίθεση που εκτοξεύτηκε στις 13 Αυγούστου 1922 στο ευάλωτο δεξί της ελληνικής παράταξης στο Αφιόν Καραχισάρ, έλαβε αμέσως δραματική τροπή.

Την 14η Αυγούστου έσπασε το ελληνικό μέτωπο και διετάχθη η σύμπτυξη των δυνάμεων των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού βορειοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ. Στις 15 Αυγούστου οι δυνάμεις αυτές διασπάστηκαν σε δύο μέρη (Ομάδα Φράγκου και Ομάδα Τρικούπη) και επιτάθηκαν τα φαινόμενα ανυπακοής, απειθαρχίας και διάλυσης της ελληνικής Στρατιάς. Την επομένη η Ομάδα Τρικούπη επιχείρησε να συνενωθεί με την Ομάδα Φράγκου η οποία είχε εγκατασταθεί στην φύσει οχυρή τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ. Η προσπάθεια όχι μόνο απέτυχε, αλλά και η Ομάδα Φράγκου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την γραμμή στο Τουμλού Μπουνάρ.

Η αδυναμία συνένωσης των δυνάμεων στο νότιο μέτωπο, η διαρκής διαρροή των ανδρών από τις μονάδες τους και η εγκατάλειψη της εξαιρετικά ευνοϊκής για άμυνα τοποθεσίας στο Τουμλού Μπουνάρ, σφράγισαν την ελληνική ήττα. Αφ’ ενός μεν χάθηκε η επαφή του Γενικού Στρατηγείου στην Σμύρνη με την Ομάδα Τρικούπη (που διέθετε και τον μεγαλύτερο όγκο των ελληνικών δυνάμεων) εξαιτίας αδυναμίας επικοινωνίας με τον ασύρματο, για να οδηγηθεί μοιραία στην αιχμαλωσία σημαντικού τμήματός της τις επόμενες ημέρες· αφ’ ετέρου δε επιβεβαιώθηκε η ανέκλητη τάση της Ομάδας Φράγκου για φυγή δυτικά.

Κύριες γραμμές υποχώρησης του ελληνικού στρατού.

Στις 17 Αυγούστου, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης εξέδωσε δύο διαταγές. Με την πρώτη απευθυνόταν στο Στράτευμα και ιδίως στους στρατιώτες τονίζοντας την ανάγκη αυστηρής πειθαρχίας και συνοχής όλων προκειμένου να αποκρουστεί ο εχθρός, ενώ με την δεύτερη παρείχε το δικαίωμα στους αξιωματικούς να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο για συγκράτηση των λιποτακτών: «Πας ανώτερος έχει δικαίωμα να φονεύη επί τόπου πάντα λιποτάκτην, μη υπακούοντα εις πρόσκλησίν του να επανέλθη εις τας τάξεις του. Κοινοποιήσατε παρούσαν εις πάντας υφ’ υμάς βαθμοφόρους». Ωστόσο, ήταν μάλλον αργά καθώς το φαινόμενο είχε λάβει γιγαντιαίες διαστάσεις και η διαταγή ήταν με εκτελέσιμη «λόγω των ραγδαίως εξελισσομένων γεγονότων».

Στο μεταξύ, από την 15η Αυγούστου ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης άρχισε να λαμβάνει επίσημη ενημέρωση από τον Ταγματάρχη Θεόδωρο Σκυλακάκη που υπηρετούσε στο Επιτελείο της Στρατιάς για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης μετέφερε στον Στεργιάδη και το κλίμα δυσφορίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των επιτελών για το πρόσωπο του Επιτελάρχη Υποστρατήγου Βαλέττα και του ίδιου του Αρχιστρατήγου Γ. Χατζανέστη, ενώ προέβαινε και σε διατύπωση προσωπικών απόψεων, που δεν εξέφραζαν απαραίτητα και τον Αρχιστράτηγο. Συνεπώς, οι στρατιωτικές κρίσεις που περιείχαν τα τηλεγραφήματα που άρχισε να στέλνει στην Αθήνα ο Αρμοστής, δεν απηχούσαν ουσιαστικά δικές του εκτιμήσεις, αλλά του Ταγματάρχη Σκυλακάκη. Στις 17 Αυγούστου, ο Στεργιάδης απέστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση με το οποίο εξέφραζε την βεβαιότητά του ότι «ηττήθημεν ανεπανορθώτως» και ως μόνη λύση πρότεινε την οργάνωση άμυνας περιμετρικά της Σμύρνης, όπου η Στρατιά ανασυντασσόμενη θα πολεμούσε έως ότου προκληθεί επέμβαση των Συμμάχων, προκειμένου αυτοί να διασώσουν τα συμφέροντά τους και ταυτόχρονα τον χριστιανικό πληθυσμό.

Στις 17 Αυγούστου κατέφθασαν στην Σμύρνη οι υπουργοί Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης και Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ώστε να ενημερωθούν για την κατάσταση, καθώς έως τότε στην Αθήνα υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν δυνατό ένα εγχείρημα ανακατάληψης του Αφιόν Καραχισάρ. Δεδομένου ότι πριν την επίθεση οι Μεγάλες Δυνάμεις σχεδίαζαν την σύγκληση μιας διάσκεψης στην Βενετία, στην οποία θα συζητείτο το Μικρασιατικό, η ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να φανεί πως η κεμαλική πλευρά είχε καταφέρει σοβαρό πλήγμα στην ελληνική στρατιωτική παρουσία και συνεπώς θα έπρεπε να αποκατασταθεί η γραμμή του μετώπου. Η κυβέρνηση επιθυμούσε να διατηρήσει την θέση στρατιωτικής υπεροχής που φαινομενικά έχαιρε έως τις παραμονές της κεμαλικής επίθεσης, καθώς αφ’ ενός μεν στην Ανατολική Θράκη ο ελληνικός Στρατός φάνταζε έτοιμος, απειλώντας ακόμα και με είσοδο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στην Μικρά Ασία, κατείχε μετά από συνεχείς επιχειρήσεις έως το 1921, μια τεράστια έκταση 80.700 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σε βάθος 400 χιλιομέτρων από την Σμύρνη.

Έχοντας απολέσει την επικοινωνία με την Ομάδα Τρικούπη, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης εξήγησε στους υπουργούς, την δυσχερή θέση που αντιμετώπιζε και την κάθετη πτώση του ηθικού των ανδρών, βάσει των πληροφοριών που είχε λάβει. Ενημέρωσε δε, ότι σκόπευε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις που είχαν απομείνει, οι οποίες με την βοήθεια ενισχύσεων που είχαν κληθεί από την Θράκη θα μπορούσαν να αντιτάξουν άμυνα ανατολικά της Φιλαδέλφειας. Αν αυτό αποδεικνυόταν αδύνατο να επιτευχθεί, θα επιχειρούσε να καλύψει την Σμύρνη για ορισμένο χρονικό διάστημα, έως ότου συναφθεί ανακωχή επιτρέποντας στα ελληνικά στρατεύματα να αποχωρήσουν και να μεταφερθούν προς ενίσχυση της Ανατολικής Θράκης, ώστε τουλάχιστον να διασωθεί αυτή. Οι υπουργοί αναχώρησαν και φθάνοντας στην Αθήνα, συγκλήθηκε Υπουργικό Συμβούλιο τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου προς ενημέρωση, οπότε μόλις την 7η ημέρα των επιχειρήσεων έγινε αντιληπτή η δυσμενής τροπή που είχαν λάβει οι μάχες.

Στο μεταξύ, από το μέτωπο, λαμβάνονταν συγκλονιστικές αναφορές για την άτακτη υποχωρήση των στρατευμάτων –με τις μονάδες να χάνουν τους οργανικούς τους δεσμούς και τις Διοικήσεις να προσπαθούν να συγκρατήσουν την διαρροή των ανδρών– λόγω του κλονισμένου ηθικού και των εκδηλώσεων μαζικών φαινομένων απειθαρχίας και ανυπακοής. Ο Ταγματάρχης Παναγάκος που προωθήθηκε στο μέτωπο ως σύνδεσμος του Αρχιστρατήγου, απέστειλε αναφορά η οποία μεταδόθηκε στην Αθήνα. «Εχθρός προ μετώπου Μπανάζ υπολογίζεται εις 3-4 μεραρχίας. Πίεσις καθ’ ημών ουχί σοβαρά. Παρά ταύτα, μονάδες, πλην ΙΙ Μεραρχίας, εκάμφθησαν. Στρατηγός Φράγκου ηναγκάσθη διατάξη σύμπτυξιν, ήτις ήρξατο από 11 ώρας. Αν ο εχθρός διαθέτη Ιππικόν, σύμπτυξις μετατραπή εις φυγήν και πλήρη αποσύνθεσιν. ΙΙ Μεραρχία τηρεί μέχρι στιγμής ηθικόν ακμαίον. Ανησυχώ ότι, κατά σημερινήν σύμπτυξιν και επικοινωνίαν της μετά πανικοβλήτων τμημάτων ετέρων μονάδων θα καταπέση και ταύτης ηθικόν. Από λοιπάς μονάδας ελάχιστα δέον ελπίζη Στρατιά. Ηθικόν αυτών εις αξιοθρήνητον κατάστασιν. [. . .]. Υπό συνθήκας, υφ’ ας ευρίσκονται μονάδες Μπανάζ, υπολογίζω ότι αύται αδύνατον αντιτάξωσιν αξίαν λόγου άμυναν ανατολικώς Ουσάκ. Συντεταγμέναι δυνάμεις αυτών ελάχισται. Άνδρες των, κατά μέγα μέρος, κινούνται αγεληδόν και εν πανικώ προς Δυσμάς. Κατόπιν δημιουργηθείσης εκτάκτως σοβαράς καταστάσεως, ανάγκη ληφθώσι μέτρα. Έχω γνώμην, ότι επιβάλλεται επιτακτικώς κινηθώσι μονάδες εν σπουδή προς Δυσμάς, καταστρέφουσαι συγκοινωνίας, ίνα δοθή χρόνος και χώρος προς ανασύνταξίν των. Άλλως ούτε εις Σμύρνην θα ανακοπή η προς Δυσμάς υποχώρησίς των».

Τις επόμενες ημέρες η διαρκώς μαχόμενη και υποχωρούσα Ομάδα Τρικούπη συνέχισε την πορεία της ελπίζοντας στην διαφυγή από τον τουρκικό κλοιό, αλλά εν τέλει διασκορπισμένη αιχμαλωτίστηκε έως στις 20 Αυγούστου με επικεφαλής τους Υποστρατήγους Τρικούπη και Διγενή. Μόνο διαλυμένες μονάδες κατάφεραν να διολισθήσουν νοτιοδυτικά και να συνενωθούν στις 19 Αυγούστου με τις δυνάμεις του Υποστρατήγου Φράγκου που κάλυπταν τον άξονα προς Σμύρνη. Αυτές, με την τραγική εικόνα που παρουσίαζαν, προκαλούσαν υποψίες στον Υποστράτηγο Φράγκου, αλλά και τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, για την ατυχή κατάληξη της Ομάδας Τρικούπη.

Μονάδα διαβιβάσεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο (Πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Αντικατάσταση Αρχιστρατήγου

Εν τω μεταξύ πολλοί αξιωματικοί στο Επιτελείο της Στρατιάς Μικράς Ασίας δυσφορούσαν για την κρίσιμη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί αποδίδοντάς την στον επιτελάρχη Υποστράτηγο Βαλέττα και κυρίως τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, του οποίου ο αυστηρός χαρακτήρας θεωρούσαν πως δεν επέτρεπε την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής υπηρεσίας στο Επιτελείο. Ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης κατά τις συναντήσεις προς ενημέρωση του Ύπατου Αρμοστή που είχε αναλάβει, έθιξε το θέμα, βλέποντας μάλιστα τις επόμενες ημέρες την κατάσταση να μην βελτιώνεται, συνεννοήθηκε με άλλους τμηματάρχες του Επιτελείου της Στρατιάς που συμφωνούσαν με τις απόψεις του και αποτόλμησαν το πρωί της 21ης Αυγούστου την αποστολή ανώνυμου τηλεγραφήματος στην κυβέρνηση. Το τηλεγράφημα έστειλε ο ίδιος ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης με υπογραφή “Επιτελείον Στρατιάς” με το εξής περιεχόμενο: «Σύμπασα Στρατιά εκλιπαρεί προς διάσωσιν υπολειπομένης τιμής Έθνους διαταχθή να έλθη εις αντιστράτηγος, Υποστράτηγος Πάλης, Συνταγματάρχης Σαρρηγιάννης. Προτού επέλθη τελεία καταστροφή σπεύσατε εις άνω ενέργειαν».

Ουσιαστικά ζητούσε ονομαστικώς την επαναφορά των κατά τον περασμένο Μάιο αντικατασταθέντων Αρχηγού και Υπαρχηγού του Επιτελείου της Στρατιάς (Υποστρατήγου Κωνσταντίνου Πάλη και Συνταγματάρχη Πτολεμαίου Σαρρηγιάννη), ώστε να παραμεριστούν οι κατέχοντες τις θέσεις αυτές Υποστράτηγος Γεώργιος Βαλέττας και Συνταγματάρχης Μιχαήλ Πάσσαρης αντίστοιχα, οι οποίοι προφανώς κρίνονταν ανεπαρκείς.

Η κυβέρνηση έσπευσε να ζητήσει την γνώμη του Στεργιάδη, ο οποίος απάντησε ότι όπως είχε ενημερώσει με προηγούμενο τηλεγράφημα, δεν θεωρούσε πως υπήρχε ελπίδα αναστροφής της κατάστασης, αλλά εν πάση περιπτώσει, όταν «ενσκήψη τοιαύτη πανωλεθρία εις οίον Στρατόν, η μεταβολή των Αρχηγών και όταν ούτοι δεν φέρωσιν ευθύνην επιβάλλεται προς ανακούφισιν και ενθάρρυνσιν οπλιτών και αξιωματικών και προ παντός προς πρόληψιν κρουσμάτων απειθαρχίας δυναμένης πολλάκις και αδίκως να χωρήση μέχρι στάσεως». Στην απάντησή του, ο Αρμοστής αναφερόταν σε ενδείξεις για εξυφαινόμενη συνωμοσία που θα οδηγούσε ακόμα και σε χειροδικία κατά του Αρχιστρατήγου, ενώ έκλεινε προφητικά διαβλέποντας κίνδυνο επαναστατικού κινήματος «Τελευταίον τούτο φοβούμαι επί του προκειμένου έχω δε σοβαρούς λόγους να πιστεύω ότι υποστέλλεται ήδη αν όχι συνομωσία ωργανωμένη πάντως όμως κατάστασις τοιαύτη πνευμάτων άλλων φρονημάτων εκ του Εθνικού κινδύνου ώστε μετά την επιστροφήν και άλλων εκ του μετώπου να εκραγή κίνημα αντιπειθαρχικόν δυνάμενον να φθάση μέχρι χειροδικίας ή αποδιώξεως Αρχηγού. Περιττόν να προσθέσω τι θα επηκολούθει εάν και τούτο προστεθή εις τας άλλας ατυχίας. Μετά ανωτέρω εν μόνον δύναμαι να υποδείξω εγώ ότι πάσα απόφασις υμών δέον να ληφθή και ν’ ανακοινωθή άνευ της ελαχίστης αναβολής».

Στις 22 Αυγούστου η κυβέρνηση αποφάσισε την αντικατάσταση του Αρχιστρατήγου από τον Υποστράτηγο Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός είχε αιχμαλωτισθεί δύο ημέρες πριν. Ταυτόχρονα, ο Αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού της Επιτελικής Υπηρεσίας. Την επόμενη ημέρα η κυβέρνηση αποφάσισε την ανάληψη μιας τελευταίας προσπάθειας διάσωσης τουλάχιστον της Σμύρνης, ώστε ενδεχόμενη ανακωχή να μην βρει την Ελλάδα απούσα από την Μικρά Ασία. Από τον Πειραιά απέπλευσαν ο υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης, συνοδευόμενος από τον Αρχηγό της Επιτελικής Υπηρεσίας Αντιστράτηγο Δούσμανη, αλλά και τους Υποστράτηγο Πάλη, Συνταγματάρχη Σαρρηγιάννη, κατ’ ακριβή υιοθέτηση του ανώνυμου τηλεγραφήματος που εστάλη από τον Ταγματάρχη Σκυλακάκη. Μαζί τους επέβη του πλοίου και ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος που έως πρόσφατα διοικούσε το Γ΄ Σώμα Στρατού στην Μικρά Ασία, καθώς η απουσία επικοινωνίας με τον Υποστράτηγο Τρικούπη προκαλούσε υποψίες περί πιθανής αιχμαλωσίας του και συνεπώς έπρεπε να ορισθεί νέος Αρχιστράτηγος.

Ο υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης (δεύτερος εξ αριστερών στην πρώτη σειρά) αιχμάλωτος των Τούρκων.

Πρωτοβουλίες προς σύναψη ανακωχής και Συμμαχική επέμβαση

Στο μεταξύ ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης έχοντας λάβει το πρωΐ της 19ης Αυγούστου ανακριβείς πληροφορίες περί συνένωσης στην περιοχή του Ουσάκ, των δυνάμεων των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού όπως και της Ανεξάρτητης Μεραρχίας, ενημέρωσε τον Ύπατο Αρμοστή ότι η Στρατιά επρόκειτο να συμπτυχθεί δυτικότερα στην περιοχή της Φιλαδέλφειας. Δεδομένου ότι δεν αναμενόταν εχθρική πίεση, υπήρχε η ελπίδα ανασύνταξης των μονάδων αυτών και αναχαίτισης του εχθρού που θα επιχειρούσε να προωθηθεί στην Σμύρνη. Αν κάτι τέτοιο καθίστατο αδύνατο, θα επιδιώκετο η άμυνα για βραχύ χρονικό διάστημα γύρω από την Σμύρνη, με την ελπίδα σύναψης ανακωχής η οποία θα επέτρεπε την σχετικά ομαλή εκκένωση της Μικράς Ασίας.

Ο Ύπατος Αρμοστής μετέφερε κι αυτός τις σκέψεις του Αρχιστρατήγου στην κυβέρνηση, αλλά σημείωνε πως βάσει νεότερων πληροφοριών που διέψευδαν τις πρωϊνές ειδήσεις περί συνένωσης των δυνάμεων του μετώπου, θεωρούσε πως ήταν απολύτως αδύνατον «ν’ αντιμετωπίση ημέτερος Στρατός τον εχθρόν εις οιονδήποτε σημείον ουδέ διά ολίγας ώρας». Ως εκ τούτου, έπρεπε να εγκαταλειφθεί ακόμα και η ιδέα άμυνας γύρω από την Σμύρνη. Το μόνο που απέμενε ως λύση, ήταν να επιχειρηθεί η ταχεία μεταφορά δυτικά των στρατευμάτων, με μαζική χρήση των σιδηροδρόμων, ώστε να χαθεί η επαφή με τον αντίπαλο. Εν συνεχεία από τον λιμένα της Σμύρνης οι άνδρες και το υλικό θα επιβιβάζονταν σε ατμόπλοια. Αν κι αυτή η προσπάθεια απετύγχανε, τότε ο Στρατός θα έπρεπε να κατευθυνθεί σε στενή λωρίδα γης όπως η Ερυθραία στον Νότο και η Αρτάκη στον Βορρά, όπου θα ήταν δυνατή η πρόχειρη άμυνα και η ταυτόχρονη με κάπως συντεταγμένο τρόπο εκκένωση των δυνάμεων. Σημειωνόταν, επίσης, ότι εξαιτίας έλλειψης μέσων, η μεταφορά του πληθυσμού δεν ήταν δυνατή.

Ταυτόχρονα, ο Στεργιάδης από τις 19 Αυγούστου τηλεγράφησε στην Αθήνα την εκτίμησή του πως έπρεπε να ενημερωθούν οι Δυνάμεις ότι ο Στρατός δεν ήταν σε θέση να αναχαιτίσει την τουρκική επίθεση, συνεπώς θα έπρεπε να ληφθούν επείγοντα μέτρα για την περιφρούρηση της πόλης και των συμφερόντων των πολιτών τους, σημείωνε δε ειδικά: «κυβέρνησις οφείλει κατά την γνώμην μου να επιχειρήση διάβημα παρά Συμμάχοις περί λήψεως υπ’ αυτών μέτρων προς διάσωσιν ουχί ημετέρου Στρατού αλλά της Σμύρνης ήτις ασφαλώς θα καταστραφή και προς φρούρησιν ιδικών των υπηκόων και ιδικών των συμφερόντων. Δέον συνάμα να τονισθή ότι εγχώριοι χριστιανικοί πληθυσμοί αδύνατον δι’ έλλειψιν μέσων μεταφερθώσι Ελλάδα ώστε και τούτων σωτηρία θα εξαρτηθή από επέμβασιν Συμμάχων (στεργόντων) καταλάβωσι Σμύρνην διά Στόλου και Στρατού αυτών».

Ο Αριστείδης Στεργιάδης, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και ο συνταγματάρχης Θεόδωρος Πάγκαλος στη Σμύρνη τον Οκτώβριο του 1920.

Πράγματι, το Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε αποκλειστικά και μόνο την ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, προσβλέποντας σε βρετανική πρωτοβουλία που θα παρέσυρε Γαλλία και Ιταλία. Την επόμενη 20 Αυγούστου, μετά από σχετική ερώτηση της κυβέρνησης, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης ανέφερε ότι με την κατάσταση να χειροτερεύει διαρκώς, η σύναψη ανακωχής θα ήταν ευκταία. Η κυβέρνηση έσπευσε αμέσως να επικοινωνήσει με την αγγλική κυβέρνηση και να ζητήσει την μεσολάβησή της προκειμένου να επιτευχθεί εκεχειρία, ώστε να εκκενώσει ο Στρατός την Μικρά Ασία άνευ άλλων απωλειών και να μεταφερθεί στην Ανατολική Θράκη. Όπως αποδείχθηκε, με τον Αρχιστράτηγο να ενημερώνει την 8η ημέρα των επιχειρήσεων, περί ανάγκης σύναψης εκεχειρίας, η κυβέρνηση διέθετε στενά χρονικά περιθώρια για την αποτελεσματική κινητοποίηση των Συμμάχων, ενώ ταυτόχρονα ο Στρατός ήταν αδύνατον να σταθεί έστω και μία ημέρα για να αντιτάξει άμυνα. Πράγματι, όπως αποδείχθηκε απέμενε μόλις μία εβδομάδα, έως ότου τα κεμαλικά στρατεύματα φθάσουν στην Σμύρνη.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, κατά το β΄ 10ήμερο του Αυγούστου, άρχισαν οι συνεννοήσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των Συμμάχων, προκειμένου να επιτευχθεί η σύναψη ανακωχής. Ήδη, οι γενικοί πρόξενοι στην Σμύρνη ανήσυχοι από την μαζική έλευση προσφύγων στην πόλη, επικοινώνησαν με τον Στεργιάδη ζητώντας ενημέρωση για την κατάσταση. Ο ίδιος ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης, την νύκτα της 21ης Αυγούστου ζήτησε ανεπίσημα από τον Πρόξενο των ΗΠΑ George Horton, να προωθήσει αίτημα διαμεσολάβησης στην Ουάσιγκτον με την κεμαλική πλευρά. Ωστόσο, ο Mustafa Kemal αντιλαμβανόμενος την δεινή θέση της ελληνικής Στρατιάς δεν σκόπευε να διευκολύνει μια ελληνική εκκένωση.

Μοιραία, η ελληνική πλευρά επεδίωκε την ώθηση των Συμμάχων προς δυναμική επέμβασή τους στην Σμύρνη, όχι μόνο με την παρουσία των πολεμικών τους Στόλων, αλλά και την αποβίβαση στην ξηρά αγημάτων, ώστε ει δυνατόν να καταλάβουν στρατιωτικά την πόλη και να δημιουργήσουν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω απ’ αυτήν, όπως ακριβώς τον προηγούμενο μήνα είχαν αντιταχθεί των ελληνικών δυνάμεων στην Τσατάλτζα, απαγορεύοντας την προέλαση προς Κωνσταντινούπολη. Ενώ οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Συμμάχων Ύπατων Αρμοστών στην Κωνσταντινούπολη και των Συμμάχων Ναυάρχων στην Σμύρνη, με τις ελληνικές και κεμαλικές Αρχές φαινόταν πως θα απαιτούσαν καιρό πριν παράγουν αποτελέσματα, η διαρκώς διογκούμενη άτακτη φυγή των ελληνικών στρατευμάτων δεν προϊδέαζε για μια κατά το δυνατόν οργανωμένη εκκένωσή τους από την Σμύρνη. Στις 23 Αυγούστου ο Horton έλαβε και την αναμενόμενη απάντηση από την Ουάσιγκτων, η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο. Σύντομα αποδείχθηκε ότι οι Σύμμαχοι δεν είχαν διάθεση επίδειξης αποφασιστικότητας και ανάληψης πρωτοβουλιών ως προς την κεμαλική πλευρά. Αντίθετα, στις 25 Αυγούστου προέβησαν σε διάβημα τόσο στην Σμύρνη, όσο και στην Αθήνα, για να αποτρέψουν την εκδήλωση βιαιοπραγιών – τουλάχιστον στην Σμύρνη– από τα ελληνικά στρατεύματα, που σημαντικό μέρος των ατάκτως υποχωρούντων ανδρών διαρρέοντας δυτικά προέβαινε σε καταστροφές και διώξεις.

Ο αρχηγός του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος Μουσταφά Κεμάλ πασάς.

Μια τελευταία προσπάθεια

Στις 20 Αυγούστου ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης σκόπευε να συγκεντρώσει τις υποχωρούσες δυνάμεις του Νοτίου Συγκροτήματος ανατολικά της Σμύρνης, προκειμένου να αναδιοργανωθούν πρόχειρα. Ταυτόχρονα, είχε διατάξει την μεταφορά ενισχύσεων στην Σμύρνη από την Ανατολική Θράκη (Μεραρχία Α΄), ενώ σκόπευε να μεταφέρει εκεί και το δύναμης 3 μεραρχιών Γ΄ Σώμα Στρατού, που υποχωρούσε στο βόρειο μέτωπο προς την Προποντίδα. Σκοπός όλων αυτών ήταν ο σχηματισμός μιας αμυντικής περιμέτρου γύρω από την Σμύρνη για κάποιο χρονικό διάστημα που θα επέτρεπε αφ’ ενός μεν την εκκένωση υλικού και δυνάμεων της Στρατιάς, αφ’ ετέρου δε την σύναψη ανακωχής.

Ήδη στις 23 Αυγούστου έφθασαν με καθυστέρηση 3 ατμόπλοια που μετέφεραν την Μεραρχία Α΄, ενώ το πρωΐ της 24ης Αυγούστου κατέφθασαν από την Αθήνα ο υπουργός Στρατιωτικών και οι επιτελικοί αξιωματικοί που τον συνόδευαν. Μετά την ενημέρωση που έλαβαν από τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, αυτός απαλλάχθηκε των καθηκόντων του αντικαθιστάμενος από τον Αντιστράτηγο Πολυμενάκο, ο οποίος διετάχθη να μελετήσει την κατάσταση και να αναφέρει. Το ίδιο πρωΐ, όμως, οι άνδρες της Μεραρχίας Α΄ που είχε έλθει ως ενίσχυση από την Ανατολική Θράκη, αντιλαμβανόμενοι την τραγική ήττα, αρνήθηκαν να εξέλθουν των ατμοπλοίων! Παρά το γεγονός ότι τελικά αποβιβάστηκε ένα σύνταγμα και οι άνδρες Μικρασιατικής καταγωγής εξήλθαν των πλοίων, εγκαταλείποντας την μεραρχία, ήταν φανερό ότι υπήρχε γενικότερα θέμα ανυπακοής και κατάπτωσης του ηθικού των ανδρών.

Αντιστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος.

Αργά το βράδυ σε σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων στην Σμύρνη, κατέστη αντιληπτό πως η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη και μοιραία αποφασίστηκε οριστικά η εκκένωση της Μικράς Ασίας, ενημερωμένης και της κυβέρνησης στην Αθήνα. Σύμφωνα με τις νέες διαταγές που εκδόθηκαν, οι υποχωρούσες μονάδες που προσέγγιζαν από ανατολικά διετάχθησαν να παρακάμψουν την πόλη της Σμύρνης από νοτιοανατολικά προκειμένου να μην εισέλθουν σε αυτήν, για να αποφευχθούν τυχόν έκτροπα. Εν συνεχεία θα κατευθύνονταν προς την χερσόνησο της Ερυθραίας από όπου θα μεταφέρονταν στα απέναντι νησιά. Οι δυνάμεις που ήδη βρίσκονταν στην Σμύρνη, καθώς και το υλικό των αποθηκών θα μεταφέρονταν επί των πλοίων, ενώ και οι δυνάμεις στον τομέα Μαιάνδρου νοτιοανατολικά της Σμύρνης, διετάχθησαν να συμπτυχθούν προς αυτήν. Το Γ΄ Σώμα Στρατού θα συνέχιζε την υποχωρητική του κίνηση και θα επιβιβαζόταν επί πλοίων για να μεταφερθεί στην Ανατολική Θράκη.

Ο Στεργιάδης επιδιώκοντας την ώθηση των Συμμάχων προς ενεργή ανάμιξη και επέμβαση, έθεσε το ζήτημα της ενδεχόμενης περίπτωσης σύναψης μάχης γύρω από την Σμύρνη και την πιθανή πρόκληση αναρχίας που θα ανάγκαζε την ελληνική πλευρά να την εγκαταλείψει. Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα έπρεπε να αναλάβουν έστω και προσωρινά την Διοίκηση της πόλης. Οι Σύμμαχοι Ναύαρχοι, όμως, αντιλαμβανόμενοι την απώλεια της πειθαρχίας από τα ελληνικά τμήματα, φοβούμενοι υπερβασίες εντός της πόλης, ξεκαθάρισαν ότι υπεύθυνη για την τάξη ήταν η ελληνική διοίκηση και δεν επρόκειτο να επέμβουν στρατιωτικά για να εμποδίσουν την είσοδο των κεμαλικών τμημάτων στην πόλη, μη παρέχοντάς της κάποια περιθώρια χρόνου· απλά θα φρόντιζαν για την ομαλή παράδοση της Σμύρνης. Ο υπουργός Στρατιωτικών και ο Αρχιστράτηγος αποφάσισαν να επισπεύσουν την εκκένωση από τον λιμένα, που ολοκληρώθηκε το βράδυ της 26ης Αυγούστου, ενώ αρχικά προγραμματιζόταν για το μεσημέρι της 27ης Αυγούστου. Ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης αποχώρησε τελευταίος κατά τις 19.00΄ αφού παρέδωσε τα κλειδιά της Αρμοστείας στον Γάλλο πρόξενο.

Προπαγανδιστική αφίσα που απεικονίζει την είσοδο του Μουσταφά Κεμάλ στη Σμύρνη.

Κατά τις 11.00΄ της 27ης Αυγούστου (15η ημέρα των επιχειρήσεων) εισήλθαν τα πρώτα κεμαλικά τμήματα στην Σμύρνη όπου είχαν συρρεύσει και περίπου 150.00 πρόσφυγες. Σταδιακά άρχισαν οι βιαιοπραγίες και υπερβασίες κατά του ελληνικού και κυρίως του αρμενικού πληθυσμού, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος βρήκε μαρτυρικό θάνατο, ενώ στις 30 Αυγούστου οι Κεμαλικοί προκάλεσαν πυρκαγιά που εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί συνέρρευσαν και εγκλωβίστηκαν υπό απίστευτες συνθήκες στην προκυμαία της πόλης, αναμένοντας απεγνωσμένα σωτηρία. Οι Συμμαχικοί στόλοι αρκέστηκαν στην απλή παρακολούθηση των εξελίξεων, ερχόμενοι απλώς σε επαφή με τις κεμαλικές Αρχές, επιδιώκοντας την αποφυγή επεισοδίων κατά των χριστιανικών πληθυσμών που θα μπορούσαν να γενικευθούν (όπως και τελικά συνέβη).

Εν τω μεταξύ, τα κατάκοπα ελληνικά τμήματα συνέχιζαν κινούμενα νοτιοανατολικά της πόλης, για μια πορεία περίπου 100 χιλιομέτρων έως τον Τσεσμέ από όπου θα επιβιβάζονταν υπό την κάλυψη του Στόλου σε ατμόπλοια, προκειμένου να μεταφερθούν κυρίως σε Λέσβο, Χίο, Σάμο. Δίχως ιδιαίτερη πίεση και υπό την προστασία του ελληνικού Στόλου, ολοκληρώθηκε η εκκένωση στις 3 Σεπτεμβρίου, ενώ στο βόρειο μέτωπο ολοκληρώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου από την Αρτάκη. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία της οποίας η τύχη αγνοείτο, κατάφερε να φθάσει στο Δικελί και έως αργά την 31η Αυγούστου να μεταφερθεί στην Λέσβο. Παράλληλα, όμως, εν μέσω του γενικότερου χάους δεκάδες χιλιάδες ανδρών και αξιωματικών της Στρατιάς Μικράς Ασίας, γνώρισαν την αιχμαλωσία.

 

Η τύχη των πληθυσμών

Η στρατιωτική κατάρρευση, η προτεραιότητα στην εκκένωση του Στρατού και η επακόλουθη προσπάθεια για μια Συμμαχική παρέμβαση προς σύναψη ανακωχής, ή ακόμα και δυναμική επέμβαση στην πόλη της Σμύρνης, επηρέασαν το θέμα της τύχης των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής.

Στις 19 Αυγούστου ο Αρχιστράτηγος ενημέρωσε τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης ότι προτίθετο να διατάξει την περαιτέρω υποχώρηση της Στρατιάς, φθάνοντας ανατολικά της Φιλαδέλφειας όπου θα επιχειρούσε να οργανώσει μια νέα γραμμή αμύνης. Συνεπώς, οι υπάλληλοι και οι χωροφύλακες θα έπρεπε να αποσυρθούν από τις ανατολικές επαρχίες στις οποίες θα κατέφθαναν τα συμπτυσσόμενα τμήματα της Στρατιάς. Η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης ενημέρωσε τους Αντιπροσώπους της να συσκευάσουν τα αρχεία και να είναι σε ετοιμότητα μόλις διαταχθούν σχετικά, ενώ ζητούσε η διαταγή αυτή να παραμείνει «απολύτως μυστική» από τους πληθυσμούς. Στα πλαίσια αυτά, ο Στεργιάδης σε τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση, σημείωνε πως έπρεπε να παρεμποδισθεί η κάθοδος των επαρχιακών πληθυσμών στην Σμύρνη, καθώς θα δυσχέραιναν τις στρατιωτικές κινήσεις και μεταφορές υλικού, θα προκαλείτο επισιτιστικό πρόβλημα στην πόλη, ενώ υπήρχε και κίνδυνος διατάραξης της τάξης. Άλλωστε μετά και τις επαφές του με τον Ταγματάρχη Σκυλακάκη, ο οποίος προφανώς του περιέγραφε τις διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές, κατέληξε να προτείνει στην κυβέρνηση την ταχεία και μαζική μεταφορά των στρατευμάτων με τους σιδηροδρόμους, κάτι που απέκλειε αυτομάτως την μεταφορά και πολιτών. Όπως απεδείχθη, όμως, ήταν αδύνατο να αποκρυβούν οι ετοιμασίες των Αντιπροσώπων και της Χωροφυλακής και από την επόμενη ημέρα προκλήθηκε πανικός στους πολίτες οι οποίοι κινητοποιήθηκαν επιδιώκοντας την φυγή τους προς την Σμύρνη, στην οποία άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες από τις ανατολικές επαρχίες.

Εν τέλει, ο Αρχιστράτηγος δεν αποφάσισε την ταχεία σιδηροδρομική μεταφορά των στρατευμάτων στην Σμύρνη και με τον εχθρό σε απόσταση 200 χιλιομέτρων από αυτήν, οι κατά τόπους στρατιωτικές Αρχές βοήθησαν από την πρώτη στιγμή τον πληθυσμό στην επαρχία, διαθέτοντάς του σιδηροδρομικούς συρμούς και κάθε ευκολία, για να κατευθυνθεί στην Σμύρνη, ενώ σύντομα διαπιστώθηκε ότι η σκέψη του Αρχιστρατήγου για αντίταξη άμυνας ανατολικά της Φιλαδέλφδειας ήταν ουτοπική. Με την ανατροπή της κατάστασης και με τους πρώτους πρόσφυγες να καταφεύγουν στην Σμύρνη από τις 19 Αυγούστου, η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης, ήρε και τυπικά στις 22 Αυγούστου την απαγόρευση για τις επαρχίες.

Επαναπατρισθέντες στρατιώτες του Μικρασιατικού Μετώπου.

Εν συνεχεία, όμως, προέκυψε το ζήτημα της εκκένωσης πολιτών προς την Ελλάδα. Ήδη από τις 21 Αυγούστου οικογένειες άρχισαν να καταφεύγουν στις νήσους του Ανατολικού Αιγαίου με τα τακτικά δρομολόγια της ακτοπλοΐας, ενώ εκ των πραγμάτων δεν υπήρχε δυνατότητα εξεύρεσης άλλων μέσων, καθώς το σύνολο των επιταχθέντων ατμοπλοίων που στέλνονταν στην Σμύρνη αφιερώθηκε στην εκκένωση του υποχωρούντος Στρατού και του υλικού.

Κατά την διάρκεια επιχειρήσεων ο στρατιωτικός παράγοντας αποκτά προτεραιότητα επί κάθε άλλης κρατικής ανάγκης, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση η κατάσταση επιδεινωνόταν λόγω της άτακτης φυγής των στρατιωτών που δεν προδιέθεταν για την δυνατότητα δημιουργίας μιας αμυντικής περιμέτρου πέριξ της Σμύρνης, ώστε να δοθεί καιρός για κάπως οργανωμένη εκκένωση των στρατευμάτων, καθισταμένης εφικτής και της διαφυγής σημαντικού μέρους των πολιτών. Με τον Στρατό να υποχωρεί δίχως σκέψη για παύση της φυγής και αντίταξη άμυνας, εκφράζονταν φόβοι πως ούτε το σύνολο του πολεμικού υλικού θα ήταν δυνατόν να φορτωθεί επί των ατμοπλοίων. Παράλληλα, είχαν αρχίσει να διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους, για τους οποίους υπήρχε η ελπίδα ότι θα κινητοποιούνταν στην περιοχή της Σμύρνης, ώστε να αναλάβουν τον έλεγχο της πόλης, αποκαθιστώντας την ηρεμία και αποκλείοντας το ξέσπασμα βιαιοπραγιών από τους επερχόμενους Κεμαλικούς, ώστε να παραμείνουν οι πολίτες στις εστίες τους.

Ως εκ τούτου και προκειμένου να μην δοθεί το σύνθημα γενικότερης αποχώρησης, με την επικράτηση του πανικού, ο Στεργιάδης σκέφθηκε και εισηγήθηκε προς την κυβέρνηση να απαγορεύσει την φυγή από τους λιμένες της Μικράς Ασίας πολιτών, ακόμα και των ευκατάστατων που θα έκλειναν εισιτήρια με τα ατμόπλοια της ακτοπλοΐας. Η κυβέρνηση απάντησε θετικά, αλλά τελικά η εισήγηση του Ύπατου Αρμοστή δεν μετουσιώθηκε σε διαταγή απαγόρευσης. Πράγματι, η έρευνα της επίσημης υπηρεσιακής αλληλογραφίας μεταξύ της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης και των Αρχών των νήσων Λέσβου, Χίου, Σάμου, όπως και τα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής, αποδεικνύουν πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε απαγόρευση. Επιπλέον, με την οριστική απόφαση εκκένωσης της Μικράς Ασίας, από τις 24/25 Αυγούστου ήρθησαν και οι τυπικοί περιορισμοί που αφορούσαν την αυτονόητη επίδειξη διαβατηρίου και της σχετικής άδειας της Αστυνομίας, οπότε οι πολίτες έφευγαν με την ακτοπλοΐα έχοντας απλώς εξασφαλίσει εισιτήριο. Παράλληλα, η μεταφορά τους εξυπηρετήθηκε από τα κάθε είδους ιδιωτικά πλωτά μέσα που ναυλώθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό, είτε από τα μικρασιατικά παράλια ή τα απέναντι νησιά, ενώ και ο Στρατός κατά περίπτωση, όταν υπήρχαν περιθώρια χρόνου και σχετικά άνετης εκκένωσης, έπαιρνε μαζί του και τους πληθυσμούς που είχαν συγκεντρωθεί στην ακτή (π.χ. περίπτωση Ανεξάρτητης Μεραρχίας από το Δικελί και Γ΄ Σώματος Στρατού από τα Μουδανιά).

Οι κατά τόπους Στρατιωτικοί Διοικητές ή Γενικοί Διοικητές των νήσων, μη έχοντας πλήρη εικόνα της γενικής καταστροφής στα απέναντι παράλια, εμπρός στο διογκούμενο κύμα προσφύγων που κατέκλυζε τα νησιά, εξέφραζαν φόβους για ανάγκη λήψης προσωρινών μέτρων απαγόρευσης έλευσης προσφύγων, αλλά τελικά ούτε η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης, ούτε η ελληνική κυβέρνηση έλαβαν κάποιο απαγορευτικό μέτρο. Όπως αποδείχθηκε, οι πρόσφυγες κατέφυγαν μαζικά στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Ανατολική Θράκη. Το πρόβλημα ήταν περισσότερο οξύ στα νησιά, καθώς στον περιορισμένο χώρο αυτών, κατέφευγαν ταυτόχρονα στρατιώτες, χωροφύλακες, αντικεμαλικοί, αιχμάλωτοι κι άλλο προσωπικό της Στρατιάς Μικράς Ασίας και της Ύπατης Αρμοστείας, προκαλώντας σοβαρό πρόβλημα λόγω των ανυικειμενικά περιορισμένων δυνατοτήτων στέγασης και διατροφής. Τα επίτακτα ατμόπλοια μετά την αποβίβαση των ανδρών στα νησιά, επέστρεφαν αμέσως στα μικρασιατικά παράλια προκειμένου να συνεχίσουν με την εκκένωση νέων στρατευμάτων, ενώ ταυτόχρονα δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα που να μεταφέρουν τους αφιχθέντες στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα νησιά, ώστε να αποσυμφορίζεται η κατάσταση (μόνο στην Λέσβο κατέφυγαν 70.000 πρόσφυγες). Συνεπώς οι ήδη χαοτικές συνθήκες που επικρατούσαν στα νησιά, επιδεινώνονταν και φαινόταν ότι θα λάμβαναν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, έχοντας μάλιστα ως δεδομένο, ότι την συγκεκριμένη περίοδο η Ελλάδα αντιμετώπιζε γενικότερο επισιτιστικό πρόβλημα.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, μεταξύ 21ης Αυγούστου οπότε άρχισε η καταφυγή πολιτών στα νησιά του Αιγαίου, έως την 5η Σεπτεμβρίου όταν τα τελευταία στρατιωτικά τμήματα εκκένωσαν την Μικρά Ασία, εκτός των περίπου 200.000 ανδρών της Στρατιάς Μικράς Ασίας, κατέφυγαν στην ελληνική επικράτεια και άνω των 200.000 Μικρασιατών. Ουσιαστικά, ο αριθμός αυτός αντιπροσώπευε περίπου το 1/3 του χριστιανικού πληθυσμού που διαβιούσε εντός της ελληνικής ζώνης που ήλεγχε η ελληνική Στρατιά στην δυτική Μικρά Ασία, έως το καλοκαίρι του 1922.

Η διαπίστωση είναι εκπληκτική, γιατί στην Δημόσια Ιστορία έχει επικρατήσει (στο διαδίκτυο αλλά δυστυχώς και την βιβλιογραφία) το αφήγημα ότι η ελληνική κυβέρνηση σε συνεννόηση με τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Στεργιάδη, απαγόρευσαν την διαφυγή των μικρασιατικών πληθυσμών, επειδή δήθεν ήταν αρνητικά διακείμενη προς τους Έλληνες Μικρασιάτες. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία συνωμοσίας, οι Μικρασιάτες ερχόμενοι στην Ελλάδα θα ανέτρεπαν καθοριστικά τις ισορροπίες του εκλογικού σώματος, αποκλείοντας την άνοδο αντιβενιζελικών κυβερνήσεων! Παράλληλα, στην συλλογική μνήμη έχει εν πολλοίς σχηματιστεί η εντύπωση, πως μόνο μετά την παρέμβαση του Αμερικανού ιεραπόστολου Asa Jennings στους Κεμαλικούς, άρχισαν από τις 10 Σεπτεμβρίου 1922 οι ομογενείς από τα μικρασιατικά παράλια να βρίσκουν καταφύγιο στην Ελλάδα.

Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση του Jennings δεν θα είχε επιτύχει, αν πριν δεν είχαν δρομολογηθεί δύο πρωτοβουλίες, ανεξάρτητες από αυτόν:

α΄) η ελληνική κυβέρνηση από τα τέλη Αυγούστου είχε ζητήσει την συνδρομή των Συμμάχων για την διάσωση των ελληνικών πληθυσμών,

β΄) οι Σύμμαχοι Ναύαρχοι στην Σμύρνη ασκούσαν πιέσεις από τις 2 Σεπτεμβρίου στην κεμαλική πλευρά για να αφεθεί ο χριστιανικός πληθυσμός να μεταφερθεί στην Ελλάδα με ατμόπλοια που είχε επιτάξει η ελληνική κυβέρνηση (η άδεια δόθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου).

Στην πραγματικότητα, οι πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν μεταξύ 11 Σεπτεμβρίου και 7 Οκτωβρίου απετέλεσαν το β΄ κύμα που υποδέχθηκε η Ελλάδα και ο αριθμός τους ξεπερνούσε τις 200.000 ψυχές. Αυτοί μεταφέρθηκαν με επιταχθέντα πλοία της ελληνικής και βρετανικής κυβέρνησης (μετά από σχετικό ελληνικό αίτημα), ενώ τα αμερικανικά αντιτορπιλλικά συνοδεύοντάς τα, προσέφεραν ασφάλεια από οποιαδήποτε τυχόν δυναμική παρέμβαση των Κεμαλικών.

O Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας των βιβλίων: Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, ο επίμαχος Νόμος 2870, εκδ. Δούρειος Ίππος, 2020· Οι τελευταίες ημέρες του Αρμοστή, εκδ. Archive, 2022.

 

ΠΗΓΕΣ

Αδημοσίευτες αρχειακές πηγές

Υπουργείο Εξωτερικών/Υπηρεσία Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου (ΥΠΕΞ/ΥΔΙΑ)

  • Κεντρική Υπηρεσία 1922 (ΚΥ 1922)
  • Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης 1922 (Αρχείο ΥΑΣ 1922)

Εθνικό Ίδρυμα “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”

  • Αρχείο Γεωργίου Μπούσιου

Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ)

  • Αρχείο Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου & Μικρασιατικής Εκστρατείας (1914–1922)

Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ)

  • Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης (Αρχείο ΥΑΣ)
  • Αρχείο Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (1917–1928)

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

  • Αρχείο Αριστείδη Στεργιάδη

Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

  • Αρχείο Αριστείδη Στεργιάδη Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη
  • Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου Αρχείο Σοφοκλή Βενιζέλου
  • Αρχείο Γεωργίου Μπαλτατζή

Δημοσιευμένες αρχειακές πηγές

  • Documents on British Foreign Policy 19191939, First Series Volume XVII, Greece and Turkey 19211922, Edited by: N. Medlicott, Douglas Dakin, M. E. Lambert, Her Majesty’s Stationery Office, London, 1970.
  • Documents on British Foreign Policy 19191939, First Series Volume XVIII, Greece and Turkey 19221923, Edited by: N. Medlicott, Douglas Dakin, M. E. Lambert, Her Majesty’s Stationery Office, London, 1972.
  • Foreign Relations of the United States, 67/276: frus.frus1922v02.i0013.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος πρώτον, Υποχωρητικοί αγώνες των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού, ΔΙΣ, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος δεύτερον, Σύμπτυξις του Γ΄ Σώματος Στρατού, ΔΙΣ, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • Η Δίκη των Εξ – Τα εστενογραφημένα πρακτικά, 31 Οκτωβρίου–15 Νοεμβρίου 1922, έκδοσις της “Πρωΐας”, Αθήναι, 1931.
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, Τόμος Α΄, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Πρόλογος: Γ. Τενεκίδη, Εισαγωγή, Επιλογή κειμένων, επιμέλεια: Φ. Δ. Αποστολοπούλου, Αθήνα, 2016 – ανατύπωση αρχικής
  • Ιωάννης Μεταξάς – Το Προσωπικό του Ημερολόγιο, Τόμος Τρίτος – Η επανάσταση του 1922, 1926–1932, επιμέλεια: Χρ. Χρηστίδης, εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήναι,
  • Το Αρχείον Του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου, Τόμος Τρίτος, Μικρά Ασία Μητροπολίτης Σμύρνης, Β΄ 1918–1922, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα,
  • ΦΕΚ τ. Α΄, 1920: Ιανουάριος, Σεπτέμβριος, 1922: Αύγουστος, Οκτώβριος, 1923: Ιανουάριος.

Βοηθητική Βιβλιογραφία

  • Η καταστραφείσα Πέργαμος, έκδοσις του Συνδέσμου των Περγαμηνών “O Άτταλος”, εν Μυτιλήνη, 1926.
  • Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης, Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, ο επίμαχος Νόμος 2870/1922, «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής», εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα, 2020.
  • Κώστας Γεραγάς Αναπληρωτής Γενικού Διοικητού Θράκης, Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920– 1922, εν Αθήναις, τυπογραφείον Εστίας, 1925.
  • Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Ιωάννα Διαμαντούρου, Νικόλαος Οικονόμου, «Η Καταστροφή της Σμύρνης και το ξερίζωμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – από το 1913 ως το 1941, Τόμος ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι,
  • Βίκτωρ Δούσμανης τέως Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής – Διατί απέτυχαν αι προσπάθειαί μου στο χρονικόν διάστημα 1920– 22 προς αποτροπήν της καταστροφής, Πυρσός, Αθήναι, 1928.
  • Αρχιμανδρίτης Κυρίλλος Α. Ζαχόπουλος, Ιστορικαί σελίδες περί της εν Κασαμπά Ορθοδόξου ελληνικής κοινότητος (1625–1922), εν Αθήναις Νέα Σμύρνη, 1934.
  • Μιχάλης Ι. Νοταράς, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν πενήντα χρόνια, Αθήναι,
  • Π. Παναγάκος Αντιστράτηγος ε.α., Συμβολή εις την ιστορίαν της δεκαετίας 1912–1922, Αθήναι, 1961.
  • Μ. Π. Παπαστρατηγάκης, Ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης 1863–1922, εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα,
  • Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Τα μυστήρια της Αιγηΐδος – Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891–1922), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,
  • Μιχαήλ Λ. Ροδάς, Η Ελλάδα εις Μικράν Ασία – Απομνημονεύματα, Αθήναι,
  • Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ιστορική επισκόπησις επί τη βάσει επισήμων εγγράφων και πηγών, χ.χ., Αθήνησι,

Ημερήσιος Τύπος

Εφημερίδα ΑΘΗΝΑΪΚΗ, 1919: Μάιος, 1922: Αύγουστος.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ (Μυτιλήνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 1919: Μάιος, 1922: Αύγουστος, 1927: Φεβρουάριος, Απρίλιος.

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 1922: Ιούνιος, Οκτώβριος, 1923: Ιανουάριος.

Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922. Εφημερίδα ΚΟΣΜΟΣ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, Ιανουάριος 1930.

Εφημερίδα ΣΑΛΠΙΓΞ (Μυτιλήνης), Αύγουστος 1922. Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Σεπτέμβριος 1922.

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Σεπτέμβριος 1922.

Σπύρος Παυλίδης: «Τα κορφοβούνια της Αιγηίδας». Η δημιουργία των Κυκλάδων και της «πορφυρογέννητης» Σαντορίνης στον Ελύτη και τις σκέψεις του Μ. Γλέζου

Σπύρος Παυλίδης

«Τα κορφοβούνια της Αιγηίδας»

Η δημιουργία των Κυκλάδων και της «πορφυρογέννητης» Σαντορίνης στον Ελύτη και τις σκέψεις του Μ. Γλέζου

 

«Ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων», είναι «…η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη» κατά τον Ελύτη. Το ελληνικό τοπίο κρύβει τη σοφία του λαού πάνω στο οποίο έζησε, που το διαμόρφωσε και το σεβάστηκε, που κόπιασε για να το διατηρήσει ως αξία, που άλλοτε το αδίκησε, το κακοποίησε ή το υποβάθμισε, το παρέδωσε από αδυναμία ή αλληλοσπαραγμούς σε αλλοφύλους, το ξανακέρδισε αλλά δεν κατορθώνει μέχρι σήμερα να το αναπλάσει όπως θά’ πρεπε. «… εντολή μας αυτός ο κόσμος και γραμμένος μες στα σπλάχνα μας είναι», ό,τι έχουμε και δεν έχουμε βρίσκεται σ’ αυτό το χώμα, τα βουνά και τις πεδιάδες μας, τα νησιά και τα πελάγη μας «ό,τι άξιον εστί», ό,τι στ’ αλήθεια ανέπαφο, το φυλάει η γη, που έχει στοιχειώσει μέσα στα ζωντανά φαντάσματα της: Ίσκιοι, κομμένα μαρμάρινα κεφάλια και χέρια, όστρακα κραυγών σε πηλό, η κεντημένη Κυρά – Πηνελόπη, η Αρετούσα σαν σε άδειο παράθυρο, η Λυγερή του τραγουδιού και του Άδη, οι χαιρετισμοί στο Ρόδο το Αμάραντο, τα οστά μας άνθη της αύριον, οι Άγιοι και τα εικονίσματα και τα τέρατα και τα σημεία, το λιγοστό νερό, οι σάτυροι και οι νύμφες και ό,τι άλλο μας κάνει να νιώθουμε ποιο είναι το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου» γράφει ο Τάσος Λιγνάδης ερμηνεύοντας το «΄Αξιον Εστί» του μεγάλου νομπελίστα ποιητή μας.

Την ιστορία που θα σας αφηγηθώ για το πώς γεννήθηκε και εξελίχθηκε αυτός ο χώρος του Αιγαίου, ο χώρος των Κυκλάδων με τη νεότερη κόρη τους τη Σαντορίνη, την Καλλίστη, δεν θα την ιστορήσω με αυστηρούς γεωεπιστημονικούς όρους, ούτε θα την υμνήσω για να γλυτώσω από τη σαγήνη της. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σας οδηγήσω σ’ ένα σύντομο ταξίδι για τη μνήμη του χώματος και της ύπαρξής μας μέσα από τα δίχτυα της ποίησης και τα μονοπάτια της επιστήμης. Θα μπορούσα να περιοριστώ στην πεζή γλώσσα της γεωλογίας, ή να την επενδύσω με τις υπερβατικές ρήτρες του μύθου και της ποίησης. Θα επιχειρηθεί όμως το αντίθετο. Θα επενδύσω την ποίηση με την επιστήμη, μέσα από τις πύρινες λέξεις του ύμνου της «Γενέσεως» του εθνικού μας ποιητή, επιτρέψτε μου να αποκαλώ έτσι τον Οδυσσέα Ελύτη, τους ύμνους και τα αναγνώσματα, τους ψαλμούς και τα άσματα, τη «Συνείδηση της Πετραίας γης» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μανώλης Γλέζος, και τη συνείδηση του Ελληνικού Μύθου. Αν και η ποίηση δεν εκφράζει αλήθειες με την επιστημονική σημασία της λέξης, χρησιμοποιεί όμως την επιστήμη και τη φιλοσοφία των άλλων, όταν τα χρειάζεται, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης. Η ποίηση δεν είναι για προσωπικές εξομολογήσεις, και αν τις κάνει, δεν είναι αυτές που τη σώζουν. Το ίδιο και ο μύθος, με τον πυρήνα μιας πραγματικότητας, την απλότητα και την ψυχαναλυτική του δύναμη και γοητεία, δεν μπορεί να εκφράσει τη σημερινή επιστημονική πραγματικότητα, αλλά μπορεί να την επενδύσει και να την κάνει περισσότερο ελκυστική, γιατί οι άνθρωποι ήταν πάντα μυθοπλάστες, γιατί ο μύθος είναι πρόσμειξη της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία, γιατί είναι αλληγορικός, κατανοητός και καταλυτικός για την ανθρώπινη σκέψη.

Στο Άξιον Εστί ο Ελύτης μιλάει για τη γένεση, τη δημιουργία του Αιγαίου, με ποιητική, υπερβατική γλώσσα σχεδόν βιβλική, όπου προσδιορίζει τα θεμέλια μας και τους αγώνες του λαού μας. Ο Ελύτης έχει την αίσθηση της αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο ίσαμε σήμερα. «Μοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου» γράφει. Γιατί η Ποίηση αγγίζει τη Λογική όπως υποστηρίζει και ο Μαρωνίτης. «Στις λέξεις υπάρχει πάντα ένα πείραμα», κατά τον Καρούζο και το πείραμα, η επιβεβαίωση της παρατήρησης και της μέτρησης είναι επιστήμη.

Ψηφιακή τοπογραφική ανακατασκευή της προμινωικής καλδέρας και της προ-Καμένης σε σχέση με τη σημερινή εικόνα.

Στους ποιητές μας βρίσκουμε τις διασπαραγμένες φωνές του Θαλή, του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Θεόφραστου, του Επίκουρου, την πεμπτουσία του Αριστοτέλη ή την πλατωνική «μείξιν των εναντίων» εκεί όπου υπάρχουν «γαλήνιοι αμφορείς, όρθιοι κίονες, εράσμιες κόρες με τα πέτρινα χέρια» (Ελύτης). Βρίσκουμε τον Απόλλωνα και τη δημιουργία του κόσμου. Τον «Ήλιο τον ηλιάτορα», «τον πρωτομάρτυρα ήλιο» για να αντικρίσουμε μαζί «τη ριψοκίνδυνη αίγλη», τις αχειροποίητες εικόνες, τις νύμφες και τις νεράιδες, προσωποποιήσεις μιας υπέροχης φύσης, της ελληνικής γης. «Τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία», τα είδωλα των τοπίων, που τα συνθέτουν η φύση, ο λαός, η παράδοση και το μυστήριο του κάλλους των. Μέσα σ΄ αυτά διαδραματίζονται οι φυσικές αλλαγές και το ανθρώπινο δράμα, η Ζωή με το Θάνατο και την Ανάσταση, η απολιθωμένη πέτρα, φωνές της δημιουργίας της γης και τα αιώνια κύματα της θάλασσας, ο χορός, το τραγούδι και το μοιρολόι, ζωντανά ομοιώματα των παθών των ανθρώπων που ριζώνουν σε τούτη τη γη, που μας σηκώνει και τη σηκώνουμε μ΄ όλο το βάρος της στους ώμους μας. «Τα θεμέλια μου στα βουνά, Και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους » (Ελύτης).

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996).

Πώς γεννήθηκε «Αυτός ο Κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως τον προσεγγίζει η αστροφυσική σήμερα, η Μεγάλη Έκρηξη από το πρώτο χιλιοστό του δευτερολέπτου μέχρι μερικά εκατομμύρια χρόνια, με όλες τις αβεβαιότητες με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα ή ο πρώτος ύμνος του Ελύτη. Κατά τον ποιητή στην αρχή ήταν το φως του «Ήλιου του πρώτου», του Προμηθέα, ο ήλιος της ελευθερίας. «Φως ιλαρόν αθανάτου πατρός», το Φως και «εν αυτώ ζωή ην και η ζωή η το φώς των ανθρώπων». Το φως είναι η αρχή κάθε γενέσεως, φυσικής και πνευματικής δημιουργίας.

«Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα και είδα και θαύμασα …» (Ελύτης)

Από τότε που γεννήθηκε η θάλασσα και είδε και θαύμασε ο ποιητής αλλά και ο γεωεπιστήμονας και μέσω αυτών όλοι εμείς. Πώς όμως πέρασε το γαλανό ρίγος του Αιγαίου στην ποίησή μας, οι χρωματισμοί του ουράνιου τόξου στα πετρώματα; Πως διαμόρφωσε και συνεχίζει να διαμορφώνει ο υπερρεαλισμός των πετρωμάτων, των κοιτασμάτων και απολιθωμάτων, τη σύγχρονη γνώση μας ;

«Και βολβοί στη γη χρυσοί», καρποί, ομοιώματα γήινα του ήλιου και απ’ αυτό γεννήθηκε η θάλασσα και η ζωή μέσα σ΄ αυτήν. «Αίμα πράσινο», τα πρώτα κύτταρα δηλαδή της ζωής στη θάλασσα με χλωροφύλλη. Οι προκαρυώτες και οι ευκαρυώτες. Τα κυανοφύκη, οι στρωματόλιθοι και το οξυγόνο που πηγάζει από αυτά. Η ατμόσφαιρα και τα φυτά και τα ζώα της ξηράς, μικρά, ορατά και αόρατα, γιγάντια σε μια διαρκή πάλη. Η σύγχρονη γεωλογική και βιολογική αντίληψη θεωρεί τη θάλασσα ως μήτρα της ζωής, αλλά το ίδιο μας λέει και ο Όμηρος «… Ωκεανόν όσπερ γέννεσις πάντεσσι τέτυκται….», τα πάντα γεννήθηκαν στον ωκεανό, το ίδιο τονίζει και ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος αργότερα (5ος αιώνας π.Χ.).

Η ιστορία της Γης και της ζωής είναι από τα πιο συναρπαστικά, αλλά και τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιστήμη. Η γεωλογική ιστορία της εξέλιξης του πλανήτη μας και η ιστορία της εξέλιξης της ζωής διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια. Η προσπάθεια για την αναπαράστασή τους γίνεται από μερικά σκόρπια παλαιοντολογικά «αρχεία», τα απολιθώματα οργανισμών τα λιθοποιημένα σώματα, όπως τα ονόμαζε ο Θεόφραστος στο βιβλίο του «Περί των Λιθουμένων», που δυστυχώς χάθηκε, τα οποία γίνονται όλο και περισσότερο σπάνια ή σκοτεινά όσο προχωράμε βαθύτερα μέσα στα πετρώματα και κατά συνέπεια στο χρόνο.

Πως όμως διαμορφώθηκε αυτή η καταπληκτική γεωποικιλότητα του ελλαδικού χώρου και συνετέλεσε στη διαμόρφωση αυτού του λαού που τον κατοίκησε ;

Στον άχρονο γεωλογικό χρόνο, για το πλαίσιο των ανθρώπινων μέτρων μας, ο χρόνος κυλούσε με ρυθμούς εκατομμυρίων και εκατοντάδων χιλιετιών. «Τερατόμορφος ο χρόνος», «Ο πολλούς αιώνες πριν . . . .» κατά τον ποιητή μας, «ο Παλαιός των Ημερών . .» κατά τον προφήτη Δανιήλ. Στη βραδύτατη αυτή ροή του χρόνου που φαίνεται στατική, μεγάλες και μικρές γεωλογικές διεργασίες έλαβαν χώρα για να χτίσουν και να γκρεμίσουν, να ξαναρχίσουν από την αρχή και να διαμορφώνουν πάλι το τοπίο, τα χθόνια θεμέλιά μας. Αλλεπάλληλες και εκτεταμένες γεωλογικές αναστατώσεις και συχνές αλλαγές, που πάντα ξεκινούσαν ως μικρά και ασήμαντα γεγονότα, που με σύμμαχό τους τον απέραντο χρόνο κατέληγαν σε μεγάλης κλίμακας κοσμογονικής έντασης και έκτασης αναστατώσεις, με ορογενέσεις, δημιουργία αλπικών πτυχώσεων, διάβρωση και διαστρωμάτωση πετρωμάτων, βυθίσματα ολόκληρων ορεινών όγκων και δημιουργία κοιλάδων, αναδύσεις άλλων, επικλήσεις και αποσύρσεις της θάλασσας. Όλα αυτά έχουν σημαδέψει το χώρο μας. Κοσμογονική λοιπόν η τρομερή γεωτεκτονική «οργή», όταν εκφράζεται με ανθρώπινους όρους, φυσιολογική διεργασία από πλευράς της φύσης, «οργή» του Εγκέλαδου, του ανήμερου θεϊκού γίγαντα, που σύμφωνα με το μύθο ο ισχυρός πατέρας του Κρόνος φοβούμενος τη δύναμή του, τον έκλεισε στα έγκατα της γης, όπου όποτε αναταράσσεται από τα κοσμογονικά του βάθη δημιουργεί, το τρομακτικό για μας τους κοινούς θνητούς σεισμικό φαινόμενο, τις δονήσεις της στεριάς, της σταθερής γης, όπως έχουμε διαμορφώσει οντολογικά στο υποσυνείδητό μας. Μια διεργασία όμως που δεν παύει να είναι δημιουργική, γιατί σμιλεύει χιλιοστό προς χιλιοστό, εκατοστό προς εκατοστό, μέτρο προς μέτρο το σύνολο του λεπτότατου γήινου φλοιού και διαμορφώνει την επιφάνεια του αντιπαλεύοντας τις άλλες γήινες δυνάμεις του αέρα, του νερού, της βροχής, της επιφανειακής απορροής και των υπόγειων διαδρομών του νερού για να σχηματίσει τον οικοχώρο της ζωής, τη βιόσφαιρα, ακόμη μια γήινη σφαίρα, ανύπαρκτη στους άλλους γνωστούς πλανήτες, με ασαφή όρια, αλλά με ύψιστη σπουδαιότητα.

Στα κύρια στάδια του γεω-ιστορικού χρόνου της νεότερης ιστορίας του πλανήτη μας των 250 εκατομμυρίων χρόνων, η ελληνική γη, το Αιγαίο, η Μικρασία, η νότια Ευρώπη και τα Ιμαλάια διαμορφώθηκαν στα βάθη ενός μεγάλου Ωκεανού, που και στην επιστημονική ορολογία φέρει το όνομα της Τηθύος, της μυθολογικής Κόρης του Ουρανού και της Γαίας, συζύγου του Ωκεανού, που παιδιά της ήταν τα ποτάμια, οι πηγές και όλα τα τρεχούμενα νερά. Τηθύς στις γεωεπιστήμες είναι ο μεγάλος παγκόσμιος ωκεανός που καταστράφηκε πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, από τα υλικά του οποίου «ξεπήδησαν» οι σημερινές μεγάλες οροσειρές. Αποτέλεσε δηλαδή την ύλη της δημιουργίας «. . στεριές μεγάλες που ένιωσα να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση. . », «και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές κι απ΄ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο» (Ελύτης).

«Κοιτάζοντας τα αναδυόμενα νησιά» (Σεφέρης). Πως δημιουργήθηκαν τα βουνά της Ελλάδας; Η Αιγηίδα ;

Αιγηίδα είναι γεωλογικός – παλαιογεωγραφικός όρος που περιγράφει την ενιαία συμπαγή ξηρά του Αιγαίου, μετά την αλπική ορογένεση και πριν διαμελιστεί στα χιλιάδες νησιά και βραχονησίδες που γνωρίζουμε σήμερα. Αν αφήναμε την πεζή περιγραφή των μεγάλων μεταβολών του φλοιού με την τυποποιημένη επιστημονική γλώσσα και αν δίναμε χώρο στην πιο γλαφυρή περιγραφή του Μανώλη Γλέζου, με ένα απόσπασμα από την «Συνείδηση της Πετραίας Γης», θα είχαμε μια συνοπτική και καταληπτή περιγραφή για «τα κορφοβούνια της στεριάς»:

«Πριν από εκατόν σαράντα εκατομμύρια χρόνια περίπου είχεν αναδυθεί η Αιγηίδα μέσα από τη θάλασσα, την Τηθύ, και βρίσκονταν όπου το σημερινό Αιγαίο. Εξηνταπέντε εκατομμύρια χρόνια κράτησε η γέννηση κι η διαμόρφωση της. Και πριν από πέντε εκατομμύρια χρόνια από σήμερα άρχισεν ο καταποντισμός της, ως και τα δέκα χιλιάδες χρόνια πριν τις μέρες μας. Οι υψηλές εκείνες κορφές της Αιγηίδος με τη χαρακτηριστική γεωμορφολογία τους είναι τα σημερινά νησιά του Αιγαίου – και στο κέντρο του τα Κυκλαδονήσια. Τα κορφοβούνια της Αιγηίδος. Οι κορφές των πανύψηλων βουνών της, που έγιναν νησιά, δεν έπαψαν να είναι βουνοκορφές. Παραμένουν όχι μόνον όπως ήταν αιχμηρές, απότομες και κοφτές, αλλά έχουν υποστεί και τις συνέπειες της φυσικής και ανθρωπογενούς αποσάθρωσης και διάβρωσης. Έχουν, γι’ αυτό το λόγο, απότομες κρημνώδεις ακτές κι οι άκριες τους κάνουν τα νερά κρεμαστά. Όσο πιο μικρό είναι το νησί, τόσο και πιο απότομα σβήνει στη θάλασσα. Ελάχιστα νησάκια είναι χθαμαλά. Όπως τα Κουφονήσια και το Γλαρονήσι τους. Όπως η Ρήνεια. Αντίθετα η Ανάφη, η Γυάρος, η Κέρος, η Χριστιανή, η Νικουριά, η Δονούσα, η Αντίμηλος είναι πανύψηλα σε σχέση με την έκτασή τους. Τα μεγάλα πάλι νησιά είναι όλα με υψηλά βουνά. Κι όσα δεν έχουν τόσο ψηλά βουνά, όπως η Πάρος, η Μύκονος, η Μήλος, η Κέα, η Κύθνος, έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους ακτογραμμές κάθετες, απότομες ορθοπλαγιές που βουτούν ίσα μες στη θάλασσα», ή «Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και λοξές δελφινιών ράχες» κατά τον Ελύτη«Παραπετάσματα βουνών, αρχιπέλαγα, γυμνοί γρανίτες» σύμφωνα με το στίχο του Σεφέρη. Η «πορφυρογέννητη» Σαντορίνη, «καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς».

H Αιγιήδα προτού βυθιστεί στο Αιγαίο Πέλαγος.

Γλαφυρή γλώσσα χρησιμοποιεί ο ποιητής Απολλόδωρος (2ος αιώνας π.Χ.) για να περιγράψει την πρώτη δημιουργία ηφαιστειακού νησιού στην καλδέρα της Σαντορίνης το 197 π.Χ. «… η γαρ θάλαττα έτεκεν γη…», μια ποιητική γλώσσα που έχασε αργότερα η επιστήμη. Η περιγραφή συμπληρώνεται από τον Στράβωνα με εντυπωσιακές αφηγήσεις για τις φλόγες και τους καπνούς που ξεπηδούσαν μέσα από το θαλασσινό νερό της καλδέρας. Από τότε από τις υποθαλάσσιες ροές λάβας αναδύθηκαν οι Καμένες, πρώτα η παλιά στα ρωμαϊκά χρόνια (46 μ. Χ.) και με μια εκκωφαντική έκρηξη τον 8ο μ. Χ. αιώνα που τρόμαξε και τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τότε που συγκρούονταν δυο θρησκευτικά πολιτικά ρεύματα, εικονομάχοι και εικονολάτρες, και το θεώρησαν θεϊκό σημάδι. Η Νέα Καμένη οικοδομήθηκε σταδιακά από το 1570 στα 1707, 1866, 1925-41, μέχρι το 1950, που ξεμύτησε το τελευταίο και νεότερο κομμάτι γης, η λάβα ή θόλος του Λιάτσικα, όταν « . . .από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται» (Ελύτης). Εδώ βλέπεις ζωντανό το γεωλογικό γίγνεσθαι και νιώθεις το ρίγος της γης (σεισμοί), όταν «συνταράσσεται η γης στο τοκετό της δημιουργίας», αλλά και όταν
πάλι «γαληνεύει (και) ξανάρχονται οι άνθρωποι . . .και δένονται με τις χθόνιες ρίζες» (Μ. Γλέζος).

Μανώλης Γλέζος (1922 – 2020).

Η Άγασα , Φιλεταίρα, Τερασία ή Θηρασία, Στρογγύλη, Καλλίστη, Θήρα η γνωστή μας σήμερα Σαντορίνη «Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου», το νεότερο νησί του Αιγαίου, με τα πολλά ονόματα «Βγήκε από τα σωθικά βροντής, Ανατριχιάζοντας μεσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα, πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη . . .όρθωσε ένα στήθος βράχων . . . για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα, με φωτιά με λάβα με καπνούς» (Ελύτης, Ωδή στη Σαντορίνη).

Ολόκληρο το νησί έχει μιαν άλλη ιστορία. Μετά τα Χριστιανά (2 εκατομμύρια χρόνια) γεννήθηκε το Ακρωτήρι, ο Αρχάγγελος, ο Μπάλος και η Κόκκινη Παραλία (600.000 χρόνια πριν), αρχικά από τη λάβα του πυθμένα και μετα με μικρά ηφαιστειάκια που εξακόντιζαν θεαματικά βολίδες σαν πυροτεχνήματα ως «κόρες κορυφαίου θυμού». Ακολούθησαν μεγάλα ηφαίστεια της Περιστερίας, Θήρας, Σημαντήρι, Σκάρος και τέλος του Ρίβα (20.000 χρονια) που πλημμύρισε ολόκληρο το νησί με λάβα, τον ιγκριμβρίτη ή πυρομβρίτη, ως «μελανά βουνά (που) πλέουν στη λάμψη» (Μικρός Προφήτης, Μαύρο βουνό) και «κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν» (Σεφέρης, Κόκκινο Βουνό). Όλα αυτά μισοκατέρρευσαν πριν και κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολύ μεγάλης έκρηξης της Ύστερης εποχής του Χαλκού, γνωστής και ως Μινωικής (1613 π.Χ.), που εξαφάνισε από το νησί έναν από τους καλύτερους πολιτισμούς του Αιγαίου και της ανθρωπότητας. Εδώ βλέπεις την « αρχέγονη ύλη ατόφια κι αληθινή μπροστά σου» «πάνω (της) αγκυροβόλησε η έμβια ζωή τα πιο πρόσφατα γεννήματα» ( Μ. Γλέζος). Κατά τον Léonce Élie de Beaumont, η Σαντορίνη είναι η «… σημαντικότερη και διδακτικότερη νήσος, εξ όσων υπάρχουν επί της γης…» και όχι μόνο για τις περιπέτειές της με αντίπαλο τις υποχθόνιες δυνάμεις της Φύσης.

Δορυφορική λήψη της Σαντορίνης.

«Εκεί πού βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά

Εκεί πού μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης» (Ελύτης),

εκεί που « . . .βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη» (Γ. Σεφέρης)

 

Η Παναγιά του Καλού και η έκρηξη του ηφαιστείου Κολούμπο

Ο Κολούμπος ή το Κολούμπο είναι υποθαλάσσιο ενεργό ηφαίστειο σε απόσταση 6,5 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Σαντορίνης το οποίο ανήκει στο Ηφαιστειακό τόξο του Νοτίου Αιγαίου.

Στη χώρα μας βρίσκουμε την Παναγιά με μύρια ονόματα αλλά στη Σαντορίνη τη μοναδική «Παναγιά του Καλού». Ποιο κακό θέλησαν οι ευσεβείς κάτοικοι του νήσου να εξορκίσουν τον 17ο αιώνα; Μα εκείνο το ανέλπιστο της έκρηξης ενός βωβού κρυμμένου κάτω από τη θάλασσα ηφαιστείου του 1650 που σκόρπισέ λάβα ως ελαφρόπετρα, κύματα τσουνάμι και δηλητηριώδη αέρα που αφάνισαν δεκάδες ανθρώπους και χιλιάδες αιγοπρόβατα.

Εκτός από τα βουνά που γνωρίζουμε, στις ηπείρους υπάρχουν και τα υποθαλάσσια, τα «αόρατα» σε μας ή καλύτερα τα «άγνωστα» βουνά, η υφαλοκρηπίδα και η υποθαλάσσια κατωφέρεια. Οι χαράδρες και οι θάλασσες της Ελλάδας αποτελούν εντυπωσιακά παραδείγματα υποθαλάσσιας γεωμορφολογικής ποικιλομορφίας. Οι απότομες ορθοπλαγιές γύρω από τη Σαντορίνη, η βαθιά Τάφρος της Αμοργού – Ανύδρου, η βαθιά κρητική θάλασσα με τις μεγάλες πεδιάδες της που σφύζουν από ζωή, η σεισμική τάφρος του Βορείου Αιγαίου και οι χαώδεις χαράδρες του ελληνικού τόξου, νότια της Κρήτης, Ρόδου και Πελοποννήσου.

Αιγαίο και πολιτισμοί

Η χώρα μας δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά πολλά αναρίθμητα. Δεν είναι μόνο πολλά βουνά και κοιλάδες, ούτε μια θάλασσα. Δεν είναι ένας μόνο πολιτισμός, αλλά πολλοί αλυσιδωτά συνδεδεμένοι. Για χιλιάδες χρόνια συνέκλιναν σ΄ αυτό τον τόπο, διαταράσσοντας και πλουτίζοντας την ιστορία του. «Τόσο ήταν αλήθεια που πιστά με ακολούθησε το χώμα . . .» (Ελύτης).

Το Αιγαίο είναι σχεδόν μια μυθική θάλασσα, ρέει μεταξύ νησιών, χερσονήσων, κόλπων και κολπίσκων, συνδέει “μυθικές πόλεις”, όπως Κνωσός, Ακρωτήρι, Πολιόχνη Λήμνου, Μυκήνες και Τροία, αλλά και ιστορικές όπως Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ερμούπολη, Ηράκλειο, Θεσσαλονίκη. Ήταν και είναι μια γέφυρα περιπέτειας, ανάγκης, πολιτιστικής επικοινωνίας και πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων. Ήταν και είναι μια ενότητα. Το Αιγαίο δεν μπορεί να χωριστεί και όταν συμβαίνει αυτό είναι πρόσκαιρο και εύθραυστο.

«Και πάνω τους (στα βουνά) η μνήμη καίει, άκαυστη βάτος,

Μνήμη του λαού μου . . . .Εσύ μονή από την κόψη της πέτρας μιλάς,

Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις» Για νάρθει πασχαλιά αναστάσιμη, «με τα γυμνά χιονόδοξα βουνά,

στην Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.. .» (Ελύτης)

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει

μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι»

«τα χωρίς εκμαγείο βουνά που βγάζουν

Απαράλλαχτες όψεις του αιώνιου».

«ο Ήλιος (δηλ. η ελευθερία) σκορπίζει τα νέφη (την σκλαβιά )»

«Εντολή σου αυτός ο κόσμος και πολέμησε γι’ αυτόν (αγωνίσου).

«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» κατά τον ποιητή μας
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

 

Η Δημιουργία του Αιγαίου. Από την Ποίηση στις Γεωεπιστήμες

 

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βιβλιογραφικά το κείμενο βασίζεται στο ποίημα του Οδ. Ελύτη Άξιον Εστί (Εκδ. Ίκαρος, 16η έκδοση), Οδυσσέας Ελύτης-Σύγχρονοι Ποιητές, 2η έκδοση, Άκμων, 1979 και κυρίως στο πόνημα του Τάσου Λιγνάδη Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, Β΄ Έκδοση του 1980, καθώς και σε απόσπασμα από την Συνείδηση της Πετραίας Γης του Μανώλη Γλέζου (Τυπωθήτω- Δάρδανος 1997), την ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική βιο-γεωλογική διαδρομή στον πλανήτη Γη του Σπ. Πaυλίδη (Leader Books 2007). Μ .Α. Δανέζη, Σαντορίνη, Αθήνα 1971, καθώς και τον Πανηγυρικό του επίσημου εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου 1821, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που εκφωνήθηκε από τον Κοσμήτορα της Σ.Θ.Ε. Καθηγητή Γεωλογίας Σπύρο Β. Παυλίδη. Θεσσαλονίκη 25 Μαρτίου 2014 (Περιοδικό Πάπυροι). Επίσης έκθεση «Καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς», Ένα ταξίδι με χάρτες της Σαντορίνης από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Mπελλώνειο Πολιτιστικό Κέντρο, Φηρά, 29 Σεπτεμβρίου-31 Οκτωβρίου 2018.

Νίκος Τόμπρος: Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

Νίκος Τόμπρος

Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

 

Στις αρχές του 1833 η Εκκλησία και o μοναχισμός του νότιου ελλαδικού χώρου είχαν περιέλθει σε αποσύνθεση, καθώς η ελληνική Επανάσταση είχε πλήξει ποικιλότροπα τους προαναφερθέντες θεσμούς. Όσο για την εκκλησιαστική ιεραρχία της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αυτή είχε αποκοπεί από τα παραδοσιακά της στηρίγματα: την οθωμανική εξουσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η επιθυμία του ανώτερου -κυρίως- κλήρου να απαλλαγεί η ελληνική Εκκλησία από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου δεν ήταν κάτι καινούργιο. Είχε πρωτεκφραστεί κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού Αγώνα και συνεχίστηκε επί Καποδίστρια. Σε αυτή προφανώς τη θέση βασίστηκε η Αντιβασιλεία, προκειμένου να λάβει μέτρα για την Εκκλησία και τον μοναστικό θεσμό. Το νεοσύστατο κράτος χρειαζόταν -βάσει αντιλήψεων της εποχής- μια εθνική Εκκλησία και μια νέα σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα ερμηνεύονται, σε μεγάλο βαθμό, τα πολιτικά μέτρα που ελήφθησαν την εξεταζόμενη χρονική περίοδο για τους ανωτέρω θεσμούς με τα οποία η Πολιτεία επεδίωξε -σύμφωνα με τον Ν. Διαμαντούρο- να τους μετατρέψει σε έναν «από τους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς που λειτουργούσαν στο πλαίσιο του κράτους και όπου το κράτος θα μπορούσε να υποκαταστήσει τη θρησκεία με την κοσμική ιδεολογία ως την επικρατούσα δύναμη στην καθημερινή ζωή του πληθυσμού του»[1].

Τη δυσμενή κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο επέτειναν οι επίσκοποι και οι μοναχοί που προσέρχονταν στο ελεύθερο βασίλειο από τις διάφορες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι πρόσφυγες αυτοί έπεφταν συχνά θύματα των δημαγωγών, που τους προσέφεραν εκκλησιαστικά αξιώματα με αντάλλαγμα την υποταγή τους[2]. Η παρουσία τους όμως στο βασίλειο υπονόμευε την ανεξαρτησία των γηγενών ιεραρχών, οι οποίοι με τη σειρά τους αναγκάζονταν να αποταθούν στην κοσμική εξουσία, επιζητώντας την εύνοιά της, για να προστατεύσουν τα αξιώματα που έως τότε κατείχαν. Αλληλοσυγκρουόμενα τέλος οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, αλλά και αποκλίνουσες τοπικές υποχρεώσεις εμπόδιζαν τον ανώτερο κλήρο να δράσει ως συγκροτημένο και συμπαγές σώμα[3]. Αυτή ακριβώς την κατάσταση είχε να αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία (1833-1835), όταν ανέλαβε το έργο της στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο[4].

Peter von Hess, Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835, München, Neue Pinakothek.

Όσον αφορά τον μοναχισμό, αρκετές από τις πολιτικές αντιλήψεις στο ελληνικό βασίλειο θεωρούσαν τον θεσμό σε παρακμή. Κάποιες μάλιστα εξ αυτών τον χαρακτήριζαν ξεπερασμένο και αναχρονιστικό[5]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο μοναστικός θεσμός χρειαζόταν πολιτική και εκκλησιαστική στήριξη, αφού αρκετές μονές είχαν ερημωθεί, είχαν καταστραφεί, ή είχαν απολέσει μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Οι περισσότερες μάλιστα εξ αυτών διέθεταν ελάχιστους μοναστές, που δεν ξεπερνούσαν τους τρεις. Εντούτοις για ορισμένους η αριθμητική μείωση των μοναχών δεν σχετιζόταν μόνο με τον θάνατο πολλών εξ αυτών στα πεδία των μαχών, αλλά και με το ότι η Επανάσταση -με την πρόκληση για περιπέτεια, τις ευκαιρίες που προσέφερε για πλουτισμό, την αποτίναξη των παραδοσιακών περιορισμών- ενεθάρρυνε την έξοδο μοναστών από τις μονές[6].

 

Μοναστηριακά μέτρα

Με την επιλογή των μελών της Αντιβασιλείας καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες του καθενός. Ο G. Maurer  επιφορτίστηκε με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Παιδείας και της Εκκλησίας. Επρόκειτο για έναν γερμανικής καταγωγής προτεστάντη με νομική κατάρτιση, που απέκτησε στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Συνεπώς το βασικό οργανωτικό έργο στους προαναφερθέντες τομείς -την περίοδο 1833-1834- έφερε αποκλειστικά τη δική του σφραγίδα. Ο Maurer παρουσίασε τις απόψεις του για την Εκκλησία και τον μοναχισμό σε πόνημα που εξέδωσε ύστερα από την αποχώρησή του από την Ελλάδα (1835)[7]. Σε αυτό ανέφερε ότι, όταν ήρθε στον ελλαδικό χώρο, όλα ήταν διαλυμένα και γι’ αυτό έπρεπε να επιβάλλει τάξη σε μια κατάσταση που ήταν συνώνυμη του χάους. Οι κληρικοί -κατ’ αυτόν- ήσαν «διεφθαρμένοι και πάμπτωχοι», ενώ για τις σχέσεις της αυτοκέφαλης ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστήριζε ότι η πρώτη όφειλε να είναι ανεξάρτητη από έναν Πατριάρχη που ήταν διορισμένος από τον Σουλτάνο[8]. Διέβλεπε και έναν δεύτερο κίνδυνο για το ελληνικό βασίλειο προερχόμενο από τη ρωσική πλευρά. Εξέφραζε την άποψη ότι, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Τσάρου κατά των Οθωμανών, η Ρωσία μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους ορθοδόξους πληθυσμούς των Βαλκανίων, για την επίτευξη των σκοπών της. Επειδή μάλιστα αρκετοί από τους Έλληνες κληρικούς και μοναχούς ήσαν αφοσιωμένοι στην ομόδοξη Ρωσία, πίστευε ότι ήσαν πρόθυμοι να στηρίξουν τις όποιες ρωσικές φιλοδοξίες στην περιοχή. Ο αντιβασιλέας τέλος ισχυριζόταν ότι ο Τσάρος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον διορισμό του Πατριάρχη, για να ελέγχει την ελληνική Εκκλησία. Συνεπώς ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν τα ανωτέρω, ήταν να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη από την Κωνσταντινούπολη Σύνοδος[9].

Αγνώστου, Georg Ludwig von Maurer, c. 1860, München, Bayerische Akademie der Wissenschaften.
Διονυσίου Τσώκου, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Βουλή των Ελλήνων. Ο Φαρμακίδης, διδάσκαλος του Γένους, λόγιος κληρικός, υπήρξε στενός συνεργάτης του Maurer για εκκλησιαστικά ζητήματα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο G. Maurer εξελάμβανε την Εκκλησία ως δημόσια υπηρεσία, όπως όλες οι υπόλοιπες, υφισταμένη του κράτους. Η συγκεκριμένη αντίληψη είχε διαμορφωθεί από την κατάσταση που επικρατούσε στη Βαυαρία, στην οποία η κοσμική εξουσία κυριαρχούσε στην καθολική και την προτεσταντική Εκκλησία[10]. Ο τρόπος με τον οποίο επρόκειτο να ρυθμίσει τις εκκλησιαστικές και τις μοναστηριακές υποθέσεις διαφαίνεται σε βασιλικό διάταγμα (3.4.1833) στο οποίο οι εν λόγω θεσμοί περιέρχονταν στον άμεσο έλεγχο της Πολιτείας[11]. Ο αντιβασιλέας γνώριζε όμως ότι, για να έχουν νομιμότητα οι ενέργειές του, όφειλε -έστω και τυπικά- να διαθέτει την έγκριση των ιεραρχών. Με αυτό το σκεπτικό συνεκάλεσε σύνοδο αρχιερέων στο Ναύπλιο (15–26.7.1833), στην οποία παρουσίασε τις κυβερνητικές θέσεις[12]. Απότοκος της συνόδου αυτής υπήρξε η Διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας με την οποία μπορούσε πλέον να αλλαχθεί ολόκληρη η δομή της ελλαδικής Εκκλησίας.

Η τελική διευθέτηση των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών υποθέσεων περιελάμβανε τρία βασικά ζητήματα: α) την εγκαθίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας, β) τη δημιουργία καισαροπαπικού συστήματος, γ) τη μερική διάλυση των μονών της ελληνικής επικράτειας. Τα δύο πρώτα ενσωματώθηκαν στο διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1833[13], σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία του ελληνικού βασιλείου κήρυττε την ανεξαρτησία της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τμήμα του οποίου αποτελούσε έως την έναρξη της Επανάστασης. Επισημοποιείτο έτσι ένας de facto διαχωρισμός, που είχε επιβληθεί δώδεκα χρόνια πρωτύτερα, όταν ο Πατριάρχης υποκύπτοντας στις πιέσεις της οθωμανικής εξουσίας είχε αποκηρύξει τους επαναστατημένους Έλληνες[14].

Παρακάμπτοντας τις προαναφερθείσες πολιτικές ενέργειες, στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στα μέτρα εκείνα που σχετίζονταν αποκλειστικά με τον μοναστικό θεσμό, τα οποία τον έπληξαν -σύμφωνα με τους επικριτές τους- άμεσα[15]. Το τρίτο λοιπόν ζήτημα διευθετήθηκε αργότερα σε τρεις φάσεις, με αντίστοιχα διατάγματα. Η Αντιβασιλεία, έχοντας εξασφαλίσει τα μέσα ελέγχου της Εκκλησίας, έθεσε στο επίκεντρό της τις μονές του βασιλείου. Το πρώτο βασιλικό διάταγμα, που αφορούσε τις ανδρικές μονές της ελληνικής επικράτειας, εκδόθηκε στις 7.10.1833[16]. Εντύπωση προκαλεί ότι το κείμενό του -με τον παραπλανητικό τίτλο περί φορολογίας και μισθώσεως των μοναστηριακών– δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το γεγονός αιτιολογείται από την προσπάθεια της Αντιβασιλείας να μην προκαλέσει το δημόσιο αίσθημα με τη δημοσιοποίηση ενός τόσο αντιλαϊκού μέτρου. Ο Maurer φοβόταν άλλωστε ενδεχόμενες εξεγέρσεις, τις οποίες τελικά και δεν απέφυγε (Απρίλιος 1834)[17]. Ας επισημανθεί επίσης ότι η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της για τη σύνταξη του συγκεκριμένου διατάγματος τις σχετικές προτάσεις της Συνόδου, που έκαναν λόγο για διάλυση μονών με έως τρεις εγκαταβιούντες[18], αφού κήρυξε διαλυτέες όσες είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς. Το διάταγμα ανέθετε τη διοίκηση των μοναστηριακών κτημάτων στην Πολιτεία, η οποία στερούσε πλέον από τους ιεράρχες μια από τις αρμοδιότητες που τους παρείχαν οι εκκλησιαστικοί κανόνες[19]. Όσο για τη φορολόγηση των διατηρούμενων μονών, αυτή περιερχόταν στην τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική εξουσία.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1834 στα ελληνικά και στα γερμανικά.

Ύστερα από τις σχετικές οδηγίες του Κ. Σχινά, Γραμματέα των Εκκλησιαστικών, το διάταγμα τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 1834. Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος σημειώνει ότι πολλοί υπήρξαν οι μοναχοί που λόγω του συγκεκριμένου πολιτειακού κειμένου κατελήφθησαν από φόβο και εγκατέλειψαν τις μονές τους. Επιπρόσθετα οι δόκιμοι, καθώς και όσοι είχαν απλή χειροθεσία ή ήσαν μικρότεροι των 25 ετών, εξαιρέθηκαν -βάσει του διατάγματος- από τον κατάλογο των μοναχών. Αρκετοί τέλος ηγούμενοι, θεωρώντας την καταγραφή των μοναχών υποκινούμενη από φορολογικά αίτια, απέκρυψαν τον πραγματικό αριθμό των εγκαταβιούντων στις μονές τους. Αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ήταν να αυξηθούν οι μονές με λιγότερους των έξι μοναχών και συνεπώς να διαλυθούν[20].

Κωνσταντίνος Σχινάς.

Συγχρόνως η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών ζήτησε από τη Σύνοδο στοιχεία για μοναστηριακά συγκροτήματα στα οποία διέμεναν μοναχοί και μοναχές (22.1.1834). Οι επιχώριοι επίσκοποι όφειλαν, όπου συνέβαινε αυτό, να διατάξουν τη μετάβαση των μοναζουσών σε γυναικείες μονές -άνω των 25 προσώπων- και την εκεί παραμονή τους. Στην ανταπάντησή της η Σύνοδος τόνισε ότι έκανε «προς τον σκοπόν της ηθικής βελτιώσεως» ανάλογες υποδείξεις (30.1.1834)[21]. Επιπρόσθετα υπέβαλλε στη Γραμματεία προτάσεις για τις γυναικείες μονές της επικράτειας που έπρεπε να διατηρηθούν. Συγκεκριμένα πρότεινε να καταργηθούν όλες οι μονές εκτός από μία σε κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα (Πελοπόννησο, Στ. Ελλάδα, νησιά). Στην περίπτωση που οι τρεις δεν επαρκούσαν, θα προσετίθετο μία τέταρτη ή και μία πέμπτη. Τα κτήματα όλων των γυναικείων μονών θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικόν Ταμείον, εκτός από 4 έως 6 στρέμματα ανά μονή, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν από τις μοναχές για φυτοκομία. Όσες μονάστριες ήσαν κάτω των 40 ετών μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον μοναχισμό και να επιστρέψουν ακατακρίτως στον κοσμικό βίο. Οι άνω των 40 υποχρεούνταν να μεταβούν σε όποια από τις διατηρούμενες μονές επιθυμούσαν. Οι ανωτέρω προτάσεις απετέλεσαν το έναυσμα για την έκδοση του διατάγματος -από τη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών– για τη διάλυση των γυναικείων μονών (25.2.1834)[22]. Το διάταγμα διαχώριζε τη διοίκηση των γυναικείων μονών σε πνευματική και κοσμική. Την πρώτη ανελάμβανε ο επιχώριος επίσκοπος, ενώ τη δεύτερη ο νομάρχης. Όσο για την οικονομική διαχείρισή τους, αυτή ανετίθετο σε κρατικό υπάλληλο, τον Οικονόμο[23]. Το προαναφερθέν πολιτειακό έγγραφο μετέβαλε ουσιαστικά τις γυναικείες μονές σε λαϊκά ιδρύματα, στα οποία θα περιθάλπονταν φτωχοί, ασθενείς και παράφρονες και υποχρέωνε τις μονάστριες να μορφώνουν άπορα κορίτσια.

Στα δύο ανωτέρω διατάγματα προστέθηκε σύντομα και ένα τρίτο (26.4.1834), με το οποίο ολοκληρώθηκαν τα μέτρα της Αντιβασιλείας για τον μοναχισμό. Σύμφωνα με αυτό, οι κάτοχοι όλων των ιδιωτικών μονών και ναών του ελληνικού βασιλείου, που μπορούσαν να αποδείξουν με τίτλους ιδιοκτησίας την κυριότητά τους, θα συνέχιζαν να τα κατέχουν ανενόχλητα. Αντίθετα, για όσα περιουσιακά στοιχεία δεν υπήρχαν τα σχετικά έγγραφα από τους κτήτορες των μονών ή τους απογόνους τους και είχαν αφιερωθεί από τρίτους, αυτά θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο. Έκτοτε απαγορεύτηκε η οποιασδήποτε μορφής αφιέρωση σε ιδιόκτητους ναούς και μοναστηριακά συγκροτήματα. Όσες τέλος από τις ιδιωτικές μονές διατηρούνταν θα λειτουργούσαν μόνο ως ιδιωτικά ευκτήρια και ησυχαστήρια των ιδιοκτητών τους[24].                                                                     

Χάρτης της Ελλάδας, 1835.

Έκνομη δράση, αντίδραση, αιτιολόγηση

Η καταγραφή και δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας άρχισε ύστερα από την κοινοποίηση των διαταγμάτων και των σχετικών οδηγιών της Γραμματείας των Εκκλησιαστικών. Η εκτέλεσή τους ανατέθηκε σε κυβερνητικά όργανα (νομάρχες, εφόρους, επάρχους) που χρησιμοποίησαν μεθόδους, οι οποίες δεν προβλέπονταν ούτε από την Ιερά Σύνοδο, ούτε από την Πολιτεία. Αρκετές βιβλιογραφικές αναφορές περιγράφουν τις ενέργειες αυτές των κρατικών υπαλλήλων με τα μελανότερα χρώματα[25]. Συγχρόνως σημειώνονται περιπτώσεις στις οποίες μοναχοί και κυρίως μοναχές εκδιώχθηκαν με τη βία από τις μονές τους[26]. Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των διαλυμένων μονών, αφού συγκεντρώνονταν και καταγράφονταν, δημοπρατούνταν. Δεν έλειψαν πάντως -κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας- συμβάντα παρακράτησης και οικειοποίησης ιερών σκευών από κρατικούς υπαλλήλους ή μετατροπής τους σε χρηστικά σκεύη[27]. Ενέργειες δηλαδή που προκαλούσαν το λαϊκό αίσθημα[28]. Ωστόσο ο υπερβάλλων ζήλος που επέδειξαν ορισμένοι κρατικοί υπάλληλοι κατά την εφαρμογή των διαταγμάτων, φτάνοντας ακόμη και σε ανομικές συμπεριφορές, δημιουργεί ερωτηματικά για το κατά πόσο οι συμπεριφορές αυτές υποκινούνταν από μίσος προς τους μοναχούς, από προσωπικά οικονομικά οφέλη, ή από επίδειξη «καλής διαγωγής» προς τους ανωτέρους τους και ευπείθειας στις κυβερνητικές εντολές.

Ας επισημανθεί πάντως ότι και η μετεγκατάσταση μοναχών από τις διαλυθείσες προς τις διατηρούμενες μονές δεν υπήρξε πάντοτε μια ανέφελη και εύκολη υπόθεση, καθώς οι μοναχοί που αναγκάσθηκαν να «μετακομίσουν» συνάντησαν την απροθυμία, ακόμα και την έντονη αντίδραση των ηγουμένων και των μοναστών στα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα. Συνέπεια αυτών των αντιδράσεων ήταν ακόμη και η πρόκληση επεισοδίων. Ενόψει μάλιστα αυτής της κατάστασης η Ι. Σύνοδος εξέδωσε εγκύκλιο προς τους επισκόπους (16.7.1835) με την οποία στηλίτευε τέτοιες συμπεριφορές[29].

Η απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας και η εκποίησή της σε ιδιώτες, επειδή πραγματοποιήθηκε από την περιφερειακή διοίκηση χωρίς σχεδιασμό και συχνά βίαια, ήταν λογικό να προκαλέσει έντονα τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι πιστοί αντιδρούσαν στις πωλήσεις των μοναστηριακών αντικειμένων όχι μόνο γιατί τις θεωρούσαν ανίερες, αλλά και διότι σε αρκετές περιπτώσεις τις δημοπρατήσεις χαρακτήριζε καταφανής ανεντιμότητα. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης κατέκρινε τις συγκεκριμένες ενέργειες και εξέφραζε τη συμπάθειά του στους μοναχούς, τους οποίους σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις είχε επικρίνει [30]. Πιθανότατα τις αντιδράσεις των πιστών υποκινούσαν οι μοναχοί των διατηρούμενων μονών που έβλεπαν την πολιτική εξουσία όχι μόνο να οικειοποιείται τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά και να αντιμετωπίζει τον θεσμό ως κρατική υπηρεσία και μάλιστα απαλλαγμένη από τη θρησκευτική της υπόσταση. Από την άλλη πλευρά ο Finlay, που συμφωνούσε με τα μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, απέδιδε τη λαϊκή δυσαρέσκεια εν μέρει στη μέθοδο συλλογής των φόρων, επειδή κατά τη γνώμη του οι ενοικιαστές τους ήσαν αυστηρότεροι από τους μοναχούς[31]. Πολιτικά πάντως η διάλυση των μονών και η δήμευση της περιουσίας τους συνετέλεσε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα στη μείωση του κύρους της Αντιβασιλείας[32]. Από οικονομική άποψη οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν βελτίωσαν το εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε συνέδραμαν τον κατώτερο κλήρο του βασιλείου, επειδή το ετήσιο εισόδημα του νέου δημόσιου Ταμείου, που είχε δημιουργηθεί για την κάλυψη αυτών των αναγκών, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τις μισές.

Η εξομολόγηση.

Στις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι εκκλησιαστικές και μοναστηριακές ενέργειες της Πολιτείας φαίνεται ότι ήταν αναμεμειγμένη και η ρωσική διπλωματία. Ο Χρόνος -φιλοκαποδιστριακή εφημερίδα- ενεθάρρυνε την αντίσταση στα επικείμενα μέτρα. Από την άλλη πλευρά η εφημερίδα Αθηνά πρότεινε να δοθεί στη συνέλευση του Ναυπλίου (15-26.7.1833) πλήρης δημοσιότητα των συζητήσεών της. Η πρόταση αυτή έβρισκε αντίθετο τον Μaurer, που φοβόταν την πρόκληση αναταραχών από τη δημοσιοποίηση ενός τόσο εκρηκτικού θέματος[33]. Οι δυσαρέσκειες πάντως για τα μοναστηριακά δεν σταμάτησαν -ακόμα και όταν με β. διάταγμα (21.7.1834) ο Μaurer παύθηκε από το αξίωμα του αντιβασιλέα και αποχώρησε από την Ελλάδα[34]– με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ένοπλες εξεγέρσεις σε Μάνη και Μεσσηνία (άνοιξη – καλοκαίρι 1834)[35].

 

Ποσοτικοποιώντας τον θεσμό

Τα αριθμητικά δεδομένα του μοναστικού θεσμού και η ανάλυσή τους σκιαγραφούν τη δυναμική των κυβερνητικών αποφάσεων σε μονές και μοναχούς προ και μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Επιπλέον αποτυπώνουν την επιρροή του εξεταζόμενου θεσμού στους πλησιόχωρους προς τις μονές πληθυσμούς, την ικανότητά του να ανανεώνεται, προσελκύοντας νέα μέλη, τους λόγους που ώθησαν τα πρόσωπα[36] να επιλέξουν τη μία ή την άλλη μονή, τα προβλήματα και τις δυσκολίες που ο μοναχισμός αντιμετώπισε στο νεοσύστατο κράτος -τις οποίες έπρεπε να ξεπεράσει, για να συνεχίσει τη μακραίωνη πορεία του-, την αντιμετώπιση του θεσμού και των φορέων του από την εκάστοτε πολιτική εξουσία κ.λπ. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα η δημογραφική «περιέργεια» αποκτά ποικίλες διαστάσεις.

Παρά την υπάρχουσα πληθώρα βιβλιογραφικών αναφορών για τα ποσοτικά στοιχεία της ενότητας[37], δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των πηγών. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό επιχειρείται ο προσδιορισμός των αριθμητικών δεδομένων του μοναχισμού. Την προσοχή μας προσελκύουν πρωτίστως τα διαλυμένα και τα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα του πλαισίου. Ένας από τους πρώτους ερευνητές που ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα υπήρξε ο Κ. Δυοβουνιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν -πριν την ίδρυση του βασιλείου- 524 ανδρικά και 18 γυναικεία μοναστηριακά συγκροτήματα[38]. Από αυτά (542) τα 394 διαλύθηκαν (378 ανδρικά και 16 γυναικεία) και διατηρήθηκαν τα 148 (146 και 2 αντίστοιχα). Την ίδια σχεδόν εικόνα -με μικρές αποκλίσεις- παρουσιάζει ο J. Petropulos. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα -κατ’ αυτόν- ήταν 524 μονές, εκ των οποίων διατηρήθηκαν τα 146. Όσον αφορά τα διατηρούμενα, τα 83 συνέχισαν να λειτουργούν, επειδή πληρούσαν τον όρο του σχετικού διατάγματος για τον ελάχιστο αριθμό των 6 μοναστών, και τα 63, επειδή βρίσκονταν στη Μάνη. Η Αντιβασιλεία δεν εφάρμοσε άμεσα τα σχετικά διατάγματα στη συγκεκριμένη περιοχή, γιατί φοβόταν το ενδεχόμενο εξέγερσης εξαιτίας της γενικότερης δυσαρέσκειας από τα εκκλησιαστικά μέτρα της κυβέρνησης[39]. Μοναστηριακά δεδομένα για την εξεταζόμενη περίοδο μάς παρέχει και ο G. Finlay. Οι μονές για τον Άγγλο ιστορικό -προ του 1833- ήταν 560 (542 ανδρικές και 18 γυναικείες). Από αυτές διαλύθηκαν έως τα 1835 οι 412 (396 ανδρικές και 16 γυναικείες) και συνέχισαν να λειτουργούν 148 (146 και 2 αντίστοιχα)[40].

Αρκετά μικρότερο αριθμό μονών καταγράφει ο Maurer, ο οποίος κάνει λόγο για 400 ανδρικές και για 30 με 40 γυναικείες. Από το σύνολο αυτό (430/440 μονές) διατηρήθηκαν οι 82 και έπαυσαν να λειτουργούν οι 348/358. Ωστόσο ο αντιβασιλέας δεν διευκρινίζει, αν στις 82 διατηρούμενες συμπεριλαμβάνονταν οι γυναικείες μονές, καθώς και το τι τελικά ίσχυσε στην ιδιάζουσα περίπτωση της Μάνης. Πίσω από τους συγκεκριμένους αριθμούς πάντως κρύβεται η πρόθεση του αντιβασιλέα να παρουσιάσει -συνειδητά- ψευδή στοιχεία, για να παραποιήσει την πραγματικότητα και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Προφανώς ήθελε να αποδείξει ότι έκλεισαν περισσότερες μονές, επειδή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και συνεπώς κακώς λειτουργούσαν[41]. Ένας άλλος μελετητής που ασχολήθηκε με τα μοναστηριακά δεδομένα της περιόδου είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ (Χρυσόστομος Παπαδόπουλος). Βάσει των πορισμάτων του, τα μοναστηριακά συγκροτήματα προ των διαταγμάτων ήταν 563, εκ των οποίων τα 545 ανδρικά και τα 18 γυναικεία. Από αυτά διαλύθηκαν τα 398 και τα 14 αντίστοιχα, ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο τα 147 και τα 4 (151)[42].

Η πιο αξιόπιστη πηγή για αρκετούς ιστορικούς θεωρείται ο Α. Μάμουκας, ο οποίος υπολόγισε το σύνολο των μονών σε 592[43]. Τα προαναφερθέντα στοιχεία προσεγγίζουν αρκετά τα αποτελέσματα της αρχειακής έρευνας του γράφοντος στο αρχείο Μοναστηριακά των Γ.Α.Κ. (585)[44]. Σύμφωνα με τον Μάμουκα πριν την ίδρυση του βασιλείου υπήρχαν στον νότιο ελλαδικό χώρο 592 μονές, εκ των οποίων οι 574 ήταν ανδρικές και οι 18 γυναικείες. Ύστερα από την έκδοση των διαταγμάτων έπαυσαν τη λειτουργία τους οι 441 -427 ανδρικές και 14 γυναικείες-, ενώ διατηρήθηκαν οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[45]. Τα συγκεκριμένα δεδομένα διαφοροποιούνται από ό,τι έχει έως τώρα παρουσιαστεί, με συνέπεια να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των μοναστηριακών συγκροτημάτων του νότιου ελλαδικού χώρου.

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού, Αργολίδα.

Αξιόλογη πηγή για τις μονές που υφίσταντο στο εξεταζόμενο πλαίσιο πριν τα έτη 1833-1834, καθώς και γι’ αυτές που διατηρήθηκαν, αποτελεί το ευρετήριο του αρχείου Μοναστηριακά[46]. Το συγκεκριμένο εργαλείο έρευνας εμπεριέχει τα μοναστηριακά συγκροτήματα που διατηρούν στο συγκεκριμένο αρχειακό σύνολο ξεχωριστό φάκελο εγγράφων με έτος σύνταξης από το 1833 και έπειτα. Σύμφωνα με την καταμέτρηση των φακέλων του ευρετηρίου στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν πριν τα διατάγματα 520 μοναστηριακά συγκροτήματα. Η έρευνα όμως στους φακέλους των Γενικών και Σύμμικτων Μοναστηριακών κατέδειξε έναν πρόσθετο αριθμό μονών που ανέρχεται σε 65[47]. Αθροίζοντας τους δύο αριθμούς προκύπτει ένα μοναστικό σύνολο της τάξης των 585 μονών. Εντούτοις ο εν λόγω αριθμός δεν αποκλείει την ύπαρξη και ορισμένων άλλων. Και σε αυτή όμως την περίπτωση οι μονές του ελληνικού βασιλείου δεν θα υπερέβαιναν τις 600[48]. Ο πραγματικά μεγάλος όγκος μονών που ιδρύθηκε και λειτούργησε στον νότιο ελλαδικό χώρο κατά την προεπαναστατική περίοδο ερμηνεύεται αφενός από τη θρησκευτική πίστη των ορθόδοξων χριστιανών και αφετέρου από τους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν οι μονές στις περιοχές τους[49].

Με βάση λοιπόν το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι στα όρια του ελληνικού βασιλείου λειτουργούσαν -έως τον Μάρτιο του 1834- 35[50] γυναικείες μονές και 560 ανδρικές. Από αυτές διαλύθηκαν οι 434 (413 ανδρικές και 21 γυναικείες), ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[51]. Όσο για τα ποσοστά διάλυσης, αυτά ανήλθαν σε 73,8% για τις ανδρικές και σε 84% για τις γυναικείες[52]. Η σαφής υπεροχή των ανδρικών μονών (95,7%) έναντι των γυναικείων (4,3%) αποδίδεται σε πληθώρα παραγόντων. Επιλεκτικά αναφέρουμε ότι ορισμένες γυναικείες μονές λειτουργούσαν άτυπα, χωρίς δηλαδή την επίσημη εκκλησιαστική και πολιτειακή έγκριση, με συνέπεια να μην συνυπολογίζονται στους χώρους εγκαταβίωσης[53]. Ορισμένες επίσης μονάζουσες επέλεγαν για λόγους ασφαλείας να μονάσουν σε κάποια ανδρική μονή από το να ιδρύσουν μία νέα, ή παρέμειναν στις οικίες τους ως κοσμοκαλόγριες[54]. Ωστόσο τίθεται ως υπόθεση εργασίας το αν η περιορισμένη ανάπτυξη του γυναικείου μοναχισμού στον νότιο ελλαδικό χώρο σχετίζεται με την εκκλησιαστική πολιτική της ενίσχυσης του οικογενειακού θεσμού κατά την οθωμανική περίοδο[55].

Από τη μελέτη του προαναφερθέντος εργαλείου έρευνας εντύπωση προκαλεί το ότι, αν και αρκετές από τις μονές χαρακτηρίζονται διαλελυμένες, φέρουν έγγραφα στους φακέλους τους με χρονολογίες πολύ μεταγενέστερες από την εφαρμογή των διαταγμάτων[56]. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει αφενός ότι κάποιες μονές συνέχισαν να λειτουργούν ανεπίσημα για αρκετά χρόνια μετά την έκδοση των κυβερνητικών μέτρων και αφετέρου ότι ατόνησαν οι πολιτειακές εντολές για τη διάλυση των μονών σε σύντομο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να διατηρηθούν αρκετές ανεπίσημα. Βάσει άλλωστε του διατάγματος Περί εν τω Βασιλείω μοναστηρίων μπορούσαν να παραμείνουν μοναχοί σε διαλυμένες μονές ως ενοικιαστές[57]. Η κατάργηση πάντως του προαναφερθέντος διατάγματος με μεταγενέστερο (Δεκέμβριος 1834) φαίνεται ότι δεν στάθηκε ικανή να διακόψει άμεσα την παραμονή κάποιων μοναστών που διαβιούσαν σε διαλυμένες μονές[58]. Όσο για τους λόγους που παρέμειναν ορισμένοι εγκαταβιούντες στις μονές απόκαρσής τους, αυτοί σχετίζονταν με τους οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις περιοχές τους, αλλά και με τα συμφέροντα που είχαν όσοι νέμονταν τα μοναστηριακά εισοδήματα.

Οι πηγές είναι αντιφατικές και για το μοναστικό δυναμικό του πλαισίου. Συγκεκριμένα ο G. Maurer υπολόγιζε τους μοναχούς -έως και το 1833- σε λιγότερους από 8.000, ενώ τις μονάζουσες σε περίπου 100. Ο πολύ μεγάλος αριθμός των μοναχών καταδεικνύει ότι τα στοιχεία είναι παραποιημένα, αφού σύμφωνα με τον αντιβασιλέα οι μονές -στην πλειονότητά τους- διέθεταν μικρό αριθμό μοναχών και γι’ αυτό ανέστειλε τη λειτουργία τους. Ο δε Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναστές σε 3.277, εκ των οποίων οι 3.000 ήσαν άνδρες και οι 277 γυναίκες. Όσο για τον Finlay θεωρούσε το σύνολο των μοναστών στις διατηρούμενες μονές του βασιλείου σε 2.000 πρόσωπα[59]. Διαφοροποιημένη εικόνα -έστω και εν μέρει- παρουσιάζει η έρευνα στο αρχειακό υλικό των Γ.Α.Κ. Βάσει αυτής προκύπτει ότι το 1836 εγκαταβίωναν στο ελληνικό βασιλείου περίπου 1.750 μοναχοί[60]. Σε μια προσπάθεια υπολογισμού του συνόλου της ενότητας στα προ του 1833 έτη επιχειρείται ο ακόλουθος συλλογισμός. Με δεδομένο ότι οι 415 ανδρικές μονές που διαλύθηκαν διέθεταν ένα ανθρώπινο δυναμικό της τάξεως των 3 έως 5 προσώπων, προκύπτει ένα μέγεθος το μέγιστο του οποίου είναι 2.075 και το ελάχιστο 1.215 μοναχοί. Προσθέτοντας τους αριθμούς αυτούς στους περίπου 1.750 μοναχούς των διατηρούμενων μονών, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι εγκαταβιούντες πριν την έκδοση των διαταγμάτων -και ίσως προεπαναστατικά- κυμαίνονταν μεταξύ 3.825[61] και 2.995[62]. Συνεπώς το σύνολο των περίπου 3.000 προσώπων -σύμφωνα και με άλλες πηγές[63]– θεωρείται το πιθανότερο.

Όσο για τις καλογραίες, ο προσδιορισμός τους συναντά περισσότερες δυσκολίες συγκριτικά με των ανδρών, καθώς το αρχειακό υλικό σχετίζεται μόνο με το μοναστικό δυναμικό 17 γυναικείων μονών από το σύνολο των 25 που λειτουργούσαν προ του 1834 στο ελληνικό βασίλειο. Επιπλέον οι βιβλιογραφικές αναφορές παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγάλες αποκλίσεις[64]. Σύμφωνα πάντως με την αρχειακή έρευνα στις αρχές της δεκαετίας του 1830 υπήρχαν σε διάφορες επαρχίες της επικράτειας περίπου 500 μοναχές, αρκετά δηλαδή περισσότερες από ό,τι σημειώνει η βιβλιογραφία. Οι περισσότερες εξ αυτών εγκαταβίωναν στις 17 μονές (384), οι 85 διέμεναν σε μη οργανωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα και οι 32 σε ανδρικές μονές. Από τα προαναφερθέντα αριθμητικά δεδομένα προκύπτει ότι ο μοναχισμός στον νότιο ελλαδικό χώρο τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα, αλλά και καθ’ όλη την οθωνική περίοδο (1833-1862), ήταν μια αμιγώς «ανδροκρατική υπόθεση».

Ιερά Μονή Παναγίας Ελώνης, Αρκαδία.

Απώτεροι σκοποί

Το ουσιαστικότερο πρόβλημα από την έκδοση των εξεταζομένων διαταγμάτων δεν ήταν το ποσοστό των μονών που διαλύθηκαν ή διατηρήθηκαν, καθώς μεγάλο μέρος αυτών είχε ερημωθεί -πριν ή κατά τη διάρκεια της Επανάστασης- ή διέθετε ελάχιστους μοναστές (1-3), αλλά το σκεπτικό με το οποίο η Αντιβασιλεία προχώρησε στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι πρωτίστως οικονομική[65]. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα του βασιλείου ήταν στην πλειονότητά τους φορείς αξιόλογης κινητής και ακίνητης περιουσίας, στοιχείο που φαίνεται ότι γνώριζαν καλά όλες οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις. Επιπρόσθετα ήταν γνωστό ότι η περιουσία αυτή γινόταν συχνά αντικείμενο κακοδιαχείρισης ή διασπάθισης από εγκαταβιούντες[66]. Το σημαντικότατο αυτό πάγιο κεφάλαιο ήταν λογικό να θεωρείται από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα, όπως προηγουμένως από τον Ι. Καποδίστρια, βασικό εργαλείο στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας, αν περιερχόταν υπό τον κρατικό διαχειριστικό έλεγχο. Την αξιοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας θέλησε -ανεπιτυχώς- να επιτύχει η Αντιβασιλεία με τη δημιουργία Εκκλησιαστικού Ταμείου, στο οποίο -με πρόσχημα τη διαχείριση των εσόδων του υπέρ της Εκκλησίας και της δημόσιας εκπαίδευσης- συγκεντρώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία όσων μονών διαλύθηκαν. Άποψη άλλωστε του αντιβασιλέα ήταν ότι το κράτος και όχι οι εκκλησιαστικοί ή οι μοναστηριακοί φορείς έπρεπε να εμπλέκεται με θέματα όπως η Παιδεία και η φιλανθρωπία[67].

Τα μέτρα για τις μονές του βασιλείου ενείχαν και πολιτική διάσταση· τον φόβο δηλαδή να δράσουν οι μοναχοί ενάντια στην κυβέρνηση ως σύνδεσμοι στην οργάνωση συνωμοσιών, ως ποιμένες–καθοδηγητές των λαϊκών ή ως φορείς των ρωσικών συμφερόντων[68]. Οι εγκαταβιούντες αντιτάσσονταν εξάλλου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, ενώ ήσαν και οι πιο ένθερμοι οπαδοί των Ρώσων, τους οποίους θεωρούσαν πρότυπο ορθόδοξου έθνους. Εκτός αυτού μετακινούνταν εξαιρετικά εύκολα λόγω των ζητειών και βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους αγροτικούς πληθυσμούς, το μεγαλύτερο δηλαδή ποσοστό των Ελλήνων πολιτών, συντηρώντας ακόμα και τη θρησκοληψία τους. Συνέπεια αυτών ήταν να προκαλούν εύκολα κινητοποιήσεις, όταν τα μέτρα που υιοθετούσαν οι κρατικές αρχές τούς έβρισκαν αντίθετους. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι δρούσαν ως φορείς επικοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες και ότι υποκινούσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ευαίσθητα πολιτικά θέματα[69]. Η επιτήρηση αυτών των τόσο επικίνδυνων για την κεντρική εξουσία ομάδων θα ήταν ευκολότερη, αν περιορίζονταν σε λιγότερους χώρους και ελέγχονταν οι μετακινήσεις τους. Απόδειξη αυτών αποτελεί το ότι η πρώτη εγκύκλιος (4.1.1834) που εξέδωσε η νεοσύστατη Σύνοδος αναφερόταν στις μετακινήσεις των μοναχών εκτός των μονών τους. Έκτοτε η Σύνοδος και η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών εξέδωσαν αρκετές εγκύκλιους και διατάγματα Περί απαγορεύσεως των μοναχικών περιοδειών[70].

Φωτογραφία της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου πριν από την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1934.

                                                              

Εν κατακλείδι

Οι πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν στον νότιο ελλαδικό χώρο ύστερα από την Επανάσταση συνέβαλαν στην επικράτηση νέων αντιλήψεων για τη θρησκεία και τη διοίκηση του βασιλείου, οι οποίες σταδιακά επηρέασαν και τη βιοθεωρία των Ελλήνων[71]. Το συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας που επεδίωξαν οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις συνεπαγόταν την επιβολή της κεντρικής εξουσίας στην περιφέρεια. Η ελαχιστοποίηση όμως της δύναμης των περιφερειακών κέντρων εξουσίας και του τοπικιστικού πνεύματος -απότοκος εν μέρει της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας-σήμαινε την αναδιοργάνωση και τον έλεγχο θεσμών, όπως ο μοναχισμός, που ασκούσαν έως τότε επιρροή στους χριστιανικούς πληθυσμούς, προκειμένου να μην εμποδίσουν τον δυτικό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου. Για ένα τμήμα μάλιστα Ελλήνων πολιτών, φορέα ιδεών του Διαφωτισμού, ο μοναχισμός εθεωρείτο απηρχαιωμένος και ανασταλτικός για το μέλλον του κράτους[72]. Οι μοναχοί επομένως -εξαιτίας των μακροχρόνιων και στενών επαφών με τους αγροτικούς πληθυσμούς- αποτελούσαν για την πολιτική εξουσία μία από τις σημαντικότερες περιφερειακές δυνάμεις, η δράση της οποίας έπρεπε άμεσα να περιορισθεί σε θρησκευτικά θέματα και συγχρόνως να ελεγχθεί πολιτικά και διοικητικά. Κατά συνέπεια οι όποιες πολιτικές ενέργειες ελήφθησαν από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα για τον μοναχισμό δεικνύουν σαφώς την πρόθεση της Πολιτείας να περιορίσει τη δυναμική των μοναχών και τη βούλησή της να τους εντάξει στον κρατικό μηχανισμό[73].

 

Με την εφαρμογή των μέτρων από την Πολιτεία ο μοναχισμός -χωρίς να χάσει τη θέση του ως πνευματική αναζήτηση- απώλεσε αρμοδιότητες σε θέματα που παραδοσιακά του ανήκαν. Πρωτίστως αποδυναμώθηκε η οικονομική δύναμη των μονών, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η οικονομική τους επιρροή στις περιοχές τους. Οι μοναστικές κοινότητες βέβαια διετήρησαν τις φιλανθρωπικές τους δράσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις τους επεβλήθησαν από την πολιτική εξουσία[74]. Στην προκείμενη περίπτωση το κράτος μεταβίβασε ευθύνες -ηθικές και οικονομικές- που υπό άλλες συνθήκες όφειλε το ίδιο να επωμισθεί, εξασφαλίζοντας σίτιση και στέγαση σ’ ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως τους αναξιοπαθούντες, τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους, τους φρενοβλαβείς, τα ορφανά, το οποίο δεν μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

 

Τα πολιτικά μέτρα τέλος που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια των ετών 1833-1862 για τον μοναχισμό τα εκλαμβάνουμε όχι μόνο ως απότοκο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ελληνικό βασίλειο από την ίδρυσή του -η μοναστηριακή άλλωστε περιουσία αποτελούσε μια αξιόλογη πηγή εσόδων για το κράτος, την οποία και είχε ανάγκη-, αλλά και ως συνέπεια των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων των δυνάμεων εκείνων που δρούσαν στο ελληνικό βασίλειο και οι οποίες σχεδίαζαν το μέλλον της Εκκλησίας και του μοναχισμού[75].

 

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η παρούσα μελέτη αποτελεί συνοπτική παρουσίαση τμημάτων από μονογραφία του γράφοντος με τίτλο: Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

Ν. Διαμαντούρος, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002, σ. 240.

[2] Από τις 33 αρχιεπισκοπές και τις 23 επισκοπές του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου (1833), οι 10 και 9 αντίστοιχα παρέμεναν κενές. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972, σ. 214.

[3] Το 1833 υπήρχαν στο ελληνικό βασίλειο 52 ιεράρχες, εκ των οποίων μόνο οι 22 βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο πριν την Επανάσταση. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνα 1864, σ. 103.

[4] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920, σ. ε΄.

[5] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019, σ. 236.

[6] G. Finlay, History of Greece from its Conquest by the Romans to the Present Time, B.C. 146 to A.D. 1864, H.F. Tozer, τόμ. VIΙ, Οξφόρδη, 1877, σ. 130-131. Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982, σ. 104. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 214-215.

[7] G. Maurer, Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

[8] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 154.

[9] C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987, σ. 138-139.

[10] A. Chroust, Gesandtschaftsberichte aus München, 1814-1848, Abteilung I. Die Berichte der französischen Gesandten, τόμ. 2, Μόναχο 1935, σ. 275, 279. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 217.

[11] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Ναύπλιο 10.4.1833.

[12] Αθηνά, Ναύπλιο 12.7.1833.

[13] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 106.

[14] Δ. Σοφιανός, «Εγκύκλιοι (Αύγ. 1821-Ιαν. 1822) του Οικουμενικού Πατριάρχη Ευγένιου Β΄ περί δουλικής υποταγής των Ελλήνων στον Οθωμανό κατακτητή), Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμ. 2, Αθήνα 2000, σ. 21-41.

[15] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 538.

[16] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859, σ. 77-79. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 234-235.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 244-247, 257-262.

[18] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 137.

[19] Νικ. Μίλας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, (μτφρ. Μ. Αποστολόπουλος), Αθήνα 1906, σ. 957. Κ. Ράλλης, Εγχειρίδιον του Εκκλησιαστικού Δικαίου, κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, Αθήνα 1927, σ. 178-179.

[20] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138.

[21] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-123.

[22] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-124. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138-140.

[23] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 124.

[24] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 149-150. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 140.

[25] Πρόχειρα β. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 269-274. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρα Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 85 (1908), σ. 2-3.

[26] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 2. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141.

[27] Παν. Σούτσος, Κιθάρα, Αθήνα 1875, σ. 22.

[28] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141-142. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 265.

[29] Στ. Γιαννόπουλος, Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901, σ. 821-822.

[30] Ι. Μακρυγιάννης, Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Γ. Βλαχογιάννης (επιμ.), τόμ. Β΄, Αθήνα 1907, σ. 77.

[31] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[32] Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 268-278, 287-292. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[33] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 219.

[34] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 129-130. D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Α. Ξανθόπουλος (μτφρ), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19893, σ. 113-114. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 189.

[35] Χρ. Ρέππας, «Η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834», Τριφυλιακή Εστία, 54 (1983), σ. 533-558. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 259.

[36] Επιλέγεται ο όρος πρόσωπο, αντί του όρου άτομο, καθώς είναι σύμφωνος με την ορολογία της ορθόδοξης θεολογίας.

[37] Με τον όρο ενότητα νοείται η κατηγορία που απαριθμείται. Αντίστοιχα πλαίσιο είναι ο χώρος και ο χρόνος που περιλαμβάνει η απαρίθμηση. Στην προκειμένη περίπτωση η ενότητα είναι οι μονές και οι μοναχοί και πλαίσιο το ελληνικό βασίλειο της οθωνικής περιόδου (1833-1862). Βλ. σχετικά J. Meuvret, «Τα δημογραφικά και στατιστικά δεδομένα στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία», Encyclopedie de la pleiade, Ιστορία και μέθοδοί της, διεύθυνση Charles Samaran, μτφρ. Ελ. Στεφανάκη, Μ.Ι.Ε.Τ., τόμ. Β, τχ. 3, Αθήνα 1988, σ. 205-206.

[38] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[39] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[40] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[41] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182.

[42] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, Αθήνα 20003, σ. 230-231.

[43] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 148-150, 152.

[44] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

[45] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152.

[46] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

[47] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-4, 213, 228, 410, 456.

[48] Δεχόμαστε την απόκλιση αυτή -585 έως 600- εξαιτίας της ύπαρξης αρκετών μετοχίων στον νότιο ελλαδικό χώρο και των συχνών μεταβολών τους. Συγκεκριμένα κάποια από τα μετόχια μετατρέπονταν σε ανεξάρτητες μονές, ενώ κάποιες μονές συγχωνεύονταν με άλλες, ή μετατρέπονταν σε μετόχια τους. Ανάλογες περιπτώσεις βλ. στη Μεσσηνία στο Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 2003, σ. 114-119, 130-133.

[49] J. Emerson, P. Count, W. H. Humphreys, A picture of Greece in 1825, Λονδίνο 1826, τόμ. I, σ. 334-337. S. Runciman, Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, τόμ. Β΄, Αθήνα 1979, σ. 659-660. C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία…, ό.π., σ. 88-89. D. Dakin, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (μτφρ), Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 19892, σ. 30-31.

[50] Γ.Α.Κ., Αρχείο Μινιστερίου/Γραμματείας/Υπουργείου της Θρησκείας και Παιδείας (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια), Φ. 19. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 319-320.

[51] Οι συγκεκριμένοι αριθμοί θα διατηρηθούν έως το 1845, οπότε και οι ανδρικές μονές αυξήθηκαν κατά μία. Έκτοτε και έως το 1862 ο αριθμός των μονών του βασιλείου παρέμεινε σταθερός (148 ανδρικές και 4 γυναικείες). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152, 161.

[52] Σχετικά με τη Μεσσηνία γνωρίζουμε ότι η εφαρμογή των μέτρων ολοκληρώθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 1835. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος της αυταπάρνησης. Η ιστορία και η δράση της ιεράς μονής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας, Καλαμάτα 1992, σ. 178-179. Το ίδιο χρονικό διάστημα πιθανολογούμε ότι ολοκληρώθηκε και στο υπόλοιπο βασίλειο.

[53] Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ή Καλογραιών στην Καλαμάτα. Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις…, ό.π., σ. 226-227.

[54] Πρόχειρα βλ. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1, 69, 302, 306, 308, 318.

[55] Βλ. σχετικά Αντ. Κιουσοπούλου, Χρόνος και Ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.), Κ.Ν.Ε., Αθήνα 1997, σ. 135-136.

[56] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα…, ό.π., σ. 314-358.

[57] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 78.

[58] Περί της ιδιοκτησίας των εν τοις διαλυθείσι μοναστηρίοις μοναχών και ιδίως περί μοναχών εν γένει (4.12.1834). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 83.

[59] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία…, ό.π., σ. 230-231.

[60] Προσεγγίζει δηλαδή τα ποσοτικά στοιχεία του G. Finlay. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[61] Ο Δυοβουνιώτης αναφέρεται σε 542 μονές 4.111 μοναχών. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[62] Θεωρούμε ότι οι περισσότερες διαλυμένες ανδρικές μονές του βασιλείου διέθεταν έως 3 μοναχούς. Πρόχειρα βλ. τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις επαρχίες Οιτύλου και Γυθείου. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 410, 456.

[63] Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναχούς σε περίπου 3.000. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 83-84, 133-134. Επιπρόσθετα βλ. Σπ. Κοκκίνης, Τα μοναστήρια της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 221.

[64] Ο G. Maurer αναφέρει 100 μοναχές, ενώ οι Κ. Δυοβουνιώτης και Χρυσ. Παπαδόπουλος 277. G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος…, ό.π., σ. 230-231.

[65] Σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της Αντιβασιλείας βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 208-214.

[66] Δ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1983, σ. 82. Τ. Γριτσόπουλος, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, Αθήνα 1992, σ. 432-436. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος…, ό.π., σ. 100-102.

[67] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 182. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539.

[68] Εν. Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνα. Η σύγχρονη Ελλάδα (1854), Α. Σπήλιου (μτφρ), πρόλογος-επιμέλεια Τ. Βουρνά, Αφοί Τολίδη, Αθήνα χ.χ, σ. 188.

[69] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 221.

[70] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 87-90, 92-96, 99-100. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539-540.

[71] Σχετικά με εκκοσμίκευση της πίστης, τη διαδικασία δηλαδή «απομάκρυνσης από τη θρησκευτική σκέψη, τη θρησκευτική πρακτική και τους θρησκευτικούς θεσμούς», που παρατηρείται και στην ελληνική κοινωνία τον 19ο αιώνα, βλ. T. Cauter, J.S. Downham, The communication of ideas, Λονδίνο 1954. T. Bottomore, Κοινωνιολογία. Κεντρικά προβλήματα και βασική βιβλιογραφία, εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια Δ. Γ. Τσαούσης, Gutenberg, Αθήνα 1983, σ. 278-279. Δ. Τσαούσης, Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας, Αθήνα 1989, σ. 78. Δ. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 375. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη…», ό.π., σ. 260-261.

[72] Β. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήνα 19592, σ. 746-747. Κ. Λάππας, «Φιλορθόδοξοι και φιλελεύθεροι στην πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Όθωνα», Επιστημονικές Ανακοινώσεις (22-30 Νοεμβρίου 1979), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1984, σ. 121-122.

[73] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 540.

[74] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 302, όπου και το σχετικό αρχειακό υλικό.

[75] Ενδεικτικά βλ. Θ. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), τόμ. Α΄, Αθήνα 1967, σ. 38-41, 52-55. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 223-224, 421. Π. Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σ. 50.

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Frazee C., Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987.

Maurer G., Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

Petropulos J., Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972.

Αναστασιάδης Τ., «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 253-285.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Γραμματεία / Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικά, Φ. 1-910.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

Γιαννόπουλος Στ., Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901.

Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

Διαμαντούρος Ν., Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.

Δυοβουνιώτης Κ., «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρι Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 84 (1908), σ. 3-6, 85 (1908), σ. 1-4.

Μάμουκας Α., Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859.

Μανίκας Κ., «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στη νεώτερη Ελλάδα», Θεολογία, 70 (1999), σ. 330-410.

Ματάλας Π., Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.

Οικονόμος Κ., Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄-Γ΄, Αθήνα 1864-1866.

Παπαδόπουλος Χρυσ., Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920.

Πετρόπουλος Ι., Κουμαριανού Αικ., Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982.

Τόμπρος Ν. Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

 

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Εισαγωγή

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 

Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

 

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reymann). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου –  2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Έλβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ης Στρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

 

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Παρίσι, 1940 – 1944. Το ιστορικό μιας κατεχόμενης πόλης

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Παρίσι, 1940 – 1944. Το ιστορικό μιας κατεχόμενης πόλης

 

H γερμανική κατοχή του Παρισιού διήρκεσε 4 χρόνια, δυο μήνες και 10 ημέρες. Αυτό υπήρξε το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων (14 Ιουνίου 1940) και εκείνη των γαλλο-αμερικανικών ομολόγων τους (24 Αυγούστου 1944). Για τους κατοίκους της πρωτεύουσας περικλείει καταστάσεις πόνου, απόγνωσης, στερήσεων, διώξεων, βίας, δωσιλογισμού, αλλά και στιγμές απαράμιλλου ηρωισμού ενόσω έβαινε προς το τέλος. Αντίθετα, για τα στρατεύματα κατοχής, το Παρίσι διεκδικούσε αναμφίβολα τα σκήπτρα στις προτιμήσεις. Μια μετάθεση στην πόλη του φωτός εν καιρώ πολέμου, ισοδυναμούσε με τουριστική ανάπαυλα σε σύγκριση με όσα διαδραματίζονταν την ίδια εποχή στις εμπόλεμες ζώνες, ειδικότερα δε στο ανατολικό μέτωπο. Τέλος, αν και δεν επλήγη από αεροπορικούς βομβαρδισμούς ως ανοχύρωτη πόλη, το Παρίσι απέφυγε την ύστατη ώρα έναν ολικό αφανισμό χάρη στην ανυπακοή του τελευταίου Γερμανού στρατιωτικού διοικητή και ενώ τα επελαύνοντα συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη εισέλθει στα προάστια της πρωτεύουσας.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το Παρίσι απώλεσε την ιδιότητα της πρωτεύουσας και μετεξελίχθηκε σε έδρα της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης της Γαλλίας (Militärbefehlshaber in Frankreich) με συνακόλουθη την επιτόπου παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων αλλά και πολλαπλών υπηρεσιών του κατακτητή. Το ένα εκατομμύριο εναπομείναντες κάτοικοι (είχε προηγηθεί μαζική φυγή του πληθυσμού προς νότο καθώς πλησίαζαν τα γερμανικά στρατεύματα) άρχισαν να γεύονται τις συνέπειες των περιορισμών και της ασύστολης, ενορχηστρωμένης από τον δρα Goebbels, προπαγάνδας του κατακτητή. Γρήγορα, ωστόσο, η καθημερινότητα βρήκε τους δικούς της ρυθμούς, προσαρμοσμένους βέβαια στις νέες συνθήκες. Ειδικότερα ο υπόγειος σιδηρόδρομος λειτούργησε ως σημείο συνύπαρξης (όχι πάντοτε αρμονικής), ανάμεσα στους κατοίκους και τους κατακτητές. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ετών 1941 και 1944 καταγράφηκαν 325 περιστατικά βίας και αντίστασης (διαπληκτισμοί, απόπειρες, διανομή παράνομων προκηρύξεων, δολιοφθορές), συνήθως σε σταθμούς πλησίον των σημείων της πόλης όπου ήταν εγκατεστημένες οι αρχές κατοχής. Το έναυσμα δώθηκε στις 21 Αυγούστου 1941 στην αποβάθρα της στάσης Barbès-Rochechouart, με τη δολοφονία ενός Γερμανού αξιωματικού του Ναυτικού. Ο δράστης κατάφερε να διαφύγει, το γεγονός όμως οδήγησε σε σειρά αντιποίνων σε βάρος αθώων αμάχων και γενικότερα σε μια κλιμάκωση της έντασης. Απεχθής, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπήρξε η συνέργεια της δωσιλογικής κυβέρνησης του Vichy, με την ίδρυση των λεγομένων ειδικών δικαστηρίων (sections spéciales), τα οποία απήγγειλαν συλλήβδην την ποινή του θανάτου σε αθώους, επικαλούμενα διαβλητές κατηγορίες.

Κατά τα άλλα, τα σχολεία επαναλειτούργησαν από τον Οκτώβριο του 1940, τα μουσεία άνοιξαν τις πύλες τους (παρόλη την λεηλασία, την οποίαν υπέστησαν, με απώτερο σκοπό τον εμπλουτισμό της ιδιωτικής συλλογής έργων τέχνης του στρατάρχη Goering), τα κολυμβητήρια, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, τα εστιατόρια, τα καφενεία, τα διάσημα καμπαρέ αλλά και τα διάφορα πορνεία (όλα τα παραπάνω με προνομιακούς θαμώνες τους Γερμανούς), προίκισαν την πόλη με την απατηλή αίσθηση μιας ανέμελης καθημερινότητας μέσα στη δίνη ενός απάνθρωπου πολέμου. Βέβαια, για τον μέσο Παριζιάνο η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική: επιτάξεις διαμερισμάτων για τη διαμονή Γερμανών αξιωματικών, απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τις νυκτερινές ώρες και επιβολή συσκότισης, δελτία τροφίμων (με συνακόλουθη την εμφάνιση της αναπόφευκτης μαύρης αγοράς), άκρατος αντισημιτισμός, αυστηρή λογοκρισία, διενέργεια καθημερινών ελέγχων σε ολόκληρη την πόλη, τρόμος, ταπείνωση και ανασφάλεια σε κάθε επίπεδο.

Στις 16 και 17 Ιουλίου 1942, 13.152 Εβραίοι (μεταξύ των οποίων 4.115 ανήλικα παιδιά) συνελήφθησαν και συγκεντρώθηκαν στο χειμερινό ποδηλατοδρόμιο (Vélodrome d’Hiver). Από εκεί μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο προάστιο Drancy, όπου επιβιβάστηκαν σε σιδηροδρομικούς συρμούς με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της κεντρικής Ευρώπης. Υπολογίζεται πως επέζησαν λιγότεροι από 100. Η όλη επιχείρηση (γνωστή ως “La rafle du Vél’d’Hiv”) σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε αποκλειστικά από τις αστυνομικές αρχές του καθεστώτος του Vichy, δίχως την ενεργό συμμετοχή του κατακτητή.

Τη νύκτα της 23 προς 24 Σεπτεμβρίου 1943, ένα βομβαρδιστικό τύπου Lancaster της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, καταρρίφθηκε από την γερμανική αεράμυνα και κατέπεσε σε εμπορικό πολυκατάστημα πλησίον του μουσείου του Λούβρου. Το επταμελές πλήρωμα δεν κατόρθωσε να εγκαταλείψει εγκαίρως το αεροσκάφος. Το κτήριο καταστράφηκε ολοσχερώς από την πυρκαγιά που προκλήθηκε.

Η αντίστροφη μέτρηση για την απελευθέρωση ξεκίνησε στις 6 Ιουνίου 1944, με την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Ωστόσο, η καθυστέρηση της προέλασης ανάγκασε τους Αμερικανούς στρατηγούς Eisenhower και Bradley να επιλέξουν την παράκαμψη του Παρισιού, το οποίο δεν παρουσίαζε γι’ αυτούς την παραμικρή σημασία σε επίπεδο τακτικής. Ο κεντρικός στόχος ήταν η κοιλάδα του Ρουρ, όπου ήταν συγκεντρωμένη η αφρόκρεμα της γερμανικής βαριάς βιομηχανίας. Με γνώμονα τον ίδιο σχεδιασμό, η απελευθέρωση της γαλλικής πρωτεύουσας προγραμματιζόταν για το τέλος Οκτωβρίου. Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι, οι πράξεις αντίστασης πολλαπλασιάζονταν μέρα με την ημέρα. Οι διάφορες οργανώσεις αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους συγκροτώντας τις Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού (Forces Françaises de l’ Intérieur – FFI) με ανώτατο διοικητή τον Marie-Pierre Koenig και σημαίνοντα πρόσωπα τον Henri Rol-Tanguy, συντονιστή των κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων και τον Jacques Chaban-Delmas, ειδικό απεσταλμένο του στρατηγού De Gaulle. Κοινός στόχος ήταν η προετοιμασία μιας εξέγερσης, η οποία θα εξανάγκαζε τους Συμμάχους να επισπεύσουν την απελευθέρωση της πόλης. Την 1η Αυγούστου εκδηλώθηκε η εξέγερση της Βαρσοβίας, γεγονός, το οποίο επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν συντριπτικά υπέρ του κατακτητή (20.000 στρατιώτες, 80 τεθωρακισμένα, μονάδες πυροβολικού). Οι Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού διέθεταν αυτοσχέδιο οπλισμό και παρά την παρουσία στους κόλπους τους πρώην στρατιωτικών και ανδρών των δυνάμεων ασφαλείας, υστερούσαν εμφανώς σε πολεμική ετοιμότητα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στερούνταν ασυρμάτου, με συνέπεια να είναι αδύνατη η επικοινωνία με το στρατηγείο των Συμμάχων.

Αρχές Αυγούστου οι Παριζιάνοι πήραν τις τύχες στα χέρια τους. Στις 10, οι σιδηροδρομικοί κήρυξαν γενική απεργία. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν τρεις μέρες αργότερα οι εργαζόμενοι του μετρό και της χωροφυλακής. Στις 15 και 16 αντίστοιχα ήταν η σειρά της αστυνομίας και των τηλεπικοινωνιών. Στις 18, η απεργία γενικεύθηκε σε όλους τους κλάδους. Το ίδιο απόγευμα, το Παρίσι γέμισε από αφίσες που καλούσαν τον πληθυσμό σε εξέγερση. Ως αντίποινα, οι αρχές κατοχής εκτέλεσαν αυθημερόν 35 συλληφθέντες, μέλη της Αντίστασης. Στις 19 ξεκίνησαν οι οδομαχίες με πρώτη την κατάληψη του αρχηγείου της αστυνομίας, απέναντι ακριβώς από τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων. Σφοδρές συγκρούσεις ακολούθησαν επί τρεις ημέρες γύρω από τα κτήρια της Γερουσίας και του Δημαρχείου. Μεμονωμένα επεισόδια έλαβαν χώρα και σε πολλά προάστια. Ευρισκόμενοι σε δεινή θέση εξαιτίας της έλλειψης πυρομαχικών, οι εξεγερθέντες έστειλαν εσπευσμένα εκπροσώπους στο αρχηγείο του στρατηγού Patton επικαλούμενοι το επιχείρημα πως η πόλη είχε ήδη κατά τα δυο τρίτα τεθεί υπό τον δικό τους έλεγχο. Η 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία των Ελευθέρων Γάλλων, υπό την διοίκηση του στρατηγού Philippe Leclerc de Hautecloque, αναχώρησε πάραυτα για το Παρίσι, δίχως καν να αναμείνει την άδεια των Αμερικανών. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ο στρατηγός Eisenhower αναγκάστηκε με βαριά καρδιά να αναθεωρήσει τον αρχικό του σχεδιασμό, διατάζοντας την 4η Μεραρχία Πεζικού να κατευθυνθεί και εκείνη προς την πρωτεύουσα. Στις 24, οι προφυλακές του Leclerc εισήλθαν στην πόλη προερχόμενες από τον Νότο (Porte d’ Orléans). Κατευθύνθηκαν προς το Δημαρχείο όπου εγκαταστάθηκαν αναμένοντας την έλευση των ενισχύσεων. Γρήγορα τέθηκαν υπό έλεγχο νευραλγικά σημεία της πόλης ενώ αιχμαλωτίστηκε και ο Γερμανός Στρατιωτικός Διοικητής, στρατηγός Dietrich von Choltitz. Η παράδοση της πόλης υπογράφηκε από τον τελευταίο στις 25 Αυγούστου, στον σιδηροδρομικό σταθμό Montparnasse. Την ίδια μέρα, στον ίδιο σταθμό, κατέφθασε ο Charles De Gaulle. Μετέβη στο Δημαρχείο, όπου εκφώνησε έναν ιστορικό και συνάμα άκρως συγκινητικό λόγο («Paris outragé! Paris brisé! Paris martyrisé! Mais Paris libéré!»). Στις 26, ήταν η σειρά της θριαμβευτικής πορείας στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Ευρισκόμενοι σε κατάσταση ξέφρενου ενθουσιασμού, οι Παριζιάνοι ανακάλυπταν την ψιλόλιγνη σιλουέτα του ηγέτη της Μαχόμενης Γαλλίας, του οποίου, μέχρι τότε, γνώριζαν μόνο τη φωνή μέσα από τα ραδιοκύματα του BBC. Παρά ταύτα, οι δοκιμασίες δεν είχαν εκπνεύσει. Γερμανοί ακροβολιστές έβαλαν κατά του πλήθους από στέγες κτηρίων, ενώ στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το Παρίσι βομβαρδίστηκε από την Luftwaffe και επλήγη από πυραύλους V-1.

Τελευταίο αφήσαμε το ερώτημα κατά πόσο η γαλλική πρωτεύουσα απέφυγε ή όχι την ύστατη ώρα τον κίνδυνο μιας ολικής καταστροφής. Η επικρατούσα άποψη αποδίδει την αποφυγή του αφανισμού στην ανυπακοή του στρατηγού von Choltitz σε άνωθεν εντολές. Είναι γεγονός πως είχαν ναρκοθετηθεί οι γέφυρες του Σηκουάνα και τα κυριότερα μνημεία. Εξίσου γνωστή είναι η εκδικητική μανία του Hitler να μην καταθέσει τα όπλα, αλλά να παρασύρει τους πάντες σε ένα κολοσσιαίο ολοκαύτωμα βαγκνερικών διαστάσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξει κανείς τη διαταγή περί καταστροφής του Παρισιού. Ωστόσο, δυο χρόνια νωρίτερα, ο von Choltitz δεν δίστασε να ισοπεδώσει την Σεβαστούπολη της Κριμαίας, προκαλώντας αναρίθμητα θύματα μεταξύ των αμάχων. Μάρτυρας, τώρα, της ταχύτατης προέλασης των Συμμάχων επί του γαλλικού εδάφους, ενδεχομένως να προτίμησε να διασφαλίσει την επιβίωσή του μέσα στο μεταπολεμικό στερέωμα. Κομβικής σημασίας υπήρξε επίσης η διαμεσολάβηση του προξένου της Σουηδίας Raoul Nordling, ο οποίος περιέγραψε στον Choltitz με  χαλεπά χρώματα τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά και ο ρόλος του γαλλόφιλου υπολοχαγού των διαβιβάσεων Ernst von Bessendorf, ο οποίος καθυστέρησε σκοπίμως την αποκρυπτογράφηση των κατεπειγόντων τηλεγραφημάτων του Φύρερ κερδίζοντας με τον τρόπο αυτό πολύτιμο χρόνο. Αντίθετα, το περίφημο τηλεφώνημα του Hitler με την ερώτηση “Φλέγεται το Παρίσι;” το οποίο συμπεριλαμβάνεται σε δυο εξαιρετικές κατά τα άλλα κινηματογραφικές ταινίες (Is Paris Burning? – 1964 – και Diplomacy – 2014) ανήκει στη σφαίρα του φαντασιακού.

14 Ιουνίου 1940. Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων

 

23 Ιουνίου 1940. Η μονοήμερη επίσκεψη των Adolf Hitler και Albrecht Speer.
H έδρα της “Κομμαντατούρ”.
Ξενοδοχείο Meurice, rue de Rivoli. Η κατοικία του Γερμανού Στρατιωτικού Διοικητή.

Paris 1940

Γερμανοί θαμώνες των Παρισινών καφενείων (πηγή: Bundesarchiv).
Ερωτοτροπίες έξω από το Moulin Rouge της πλατείας Pigalle.
Κοκεταρίες στις όχθες του Σηκουάνα.
Ποδήλατα – ταξί στο πλαίσιο εξοικονόμησης καυσίμων για τις ανάγκες του γερμανικού στρατού.
Συνύπαρξη Γερμανών στρατιωτικών και Γάλλων αστυνομικών.
Η πρόσοψη του πρώην Γαλλικού Κοινοβουλίου.
Ειδικές κινηματογραφικές αίθουσες για τα στρατεύματα κατοχής.
Δελτία τροφίμων και επιτάξεις ειδών.

16 Ιουλίου 1942. Η συγκέντρωση των Εβραίων στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο.
Η μεταφορά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy.
Η επιβίβαση στο τραίνο με προορισμό τη Γερμανία.
Πλατεία Marc Bloch, προς τιμή του διαπρεπούς Γάλλου ιστορικού, συνιδρυτή της σχολής των Annales, που βασανίστηκε βάναυσα και εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση.
Η εξέγερση του Αυγούστου 1944.
Dietrich von Choltitz. Ο στρατιωτικός διοικητής που έσωσε το Παρίσι από αφανισμό χάρη στην  ανυπακοή του σε άνωθεν διαταγή.

Histoire Paris brule-t- il? Non, en voici la raison

Γερμανοί αιχμάλωτοι  των Γαλλικών Δυνάμεων Εσωτερικού (FFI) στη συνοικία της Όπερας.
Γυναίκες που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή.
24 Αυγούστου 1944. Το έπαθλο του νικητή.
Philippe Leclerc de Hautecloque. Ο στρατηγός-ελευθερωτής του Παρισιού.
26 Αυγούστου 1944. Η θριαμβευτική πορεία του στρατηγού De Gaulle στη Λεωφόρο των Ηλυσίων  Πεδίων.

Paris – Liberation in August 1944 (in color and HD)

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου