Skip to main content

Γεώργιος Καλαφίκης: Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Γεώργιος  Καλαφίκης

Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Ι. Γενική εισαγωγή στο έργο

Η «Epitoma rei militaris» του Λατίνου συγγραφέα Φλάβιου (ή Πόπλιου) Βεγέτιου Ρενάτου (Flavius ή Publius Vegetius Renatus) κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση μεταξύ των στρατιωτικών εγχειριδίων και τακτικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Γραμμένη στη λατινική γλώσσα, η «Στρατιωτική επιτομή» δημοσιεύτηκε κατά την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (ca. 284-476). Συνέχισε, ωστόσο, να ασκεί σημαντικότατη επίδραση ειδικά στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα μέχρι και την έλευση των νεότερων χρόνων. Παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλές κείμενο, αφού γνώρισε μέσω της χειρόγραφης αντιγραφής αλλεπάλληλες επανεκδόσεις1.

Ο Βεγέτιος (I.8, I.27, II.Praef., II.3) ομολογεί ότι η συγγραφή της επίτομης μελέτης του στηρίχθηκε σε κείμενα προγενέστερων Λατίνων συγγραφέων και σε στρατιωτικές ρυθμίσεις (constitutiones) σπουδαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, συγκεκριμένα του Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.), του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Όπως έχει διαπιστωθεί, η συγκεκριμένη στρατιωτική πραγματεία αποτελεί προπαντός σύνθετο μωσαϊκό αρκετών άμεσων και έμμεσων επιρροών, αμάλγαμα από παλαιότερα τακτικά. Βασίζεται μεν κυρίως σε αρχαιότερα ελληνορωμαϊκά τακτικά εγχειρίδια, εκ των οποίων ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά πλαισιώνεται από πρόσθετο σχετικό υλικό, του οποίου η προέλευση και σύνθεση οφείλεται στον ίδιο τον Βεγέτιο. Ο τελευταίος αναφέρει ονομαστικά τους συγγραφείς Κάτωνα πρεσβύτερο (M. Porcius Cato “censorius” ή “maior”, 3ος – 2ος αι. π.Χ.), συγκλητικό και τιμητή, Κορνήλιο Κέλσο (A. Cornelius Celsus, 1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.), εγκυκλοπαιδιστή, Φροντίνο (Sextus Iulius Frontinus, 1ος – 2ος αι. μ.Χ.), μηχανικό και πολιτικό, και Πατέρνο (P. Taruttienus ή Tar[r]untenus Paternus, 2ος αι. μ.Χ.), νομικό και έπαρχο πραιτωρίων. Τα στρατιωτικά κείμενα των προαναφερθέντων μάλλον συνόψισε ο Βεγέτιος με δική του πρωτοβουλία, επιχειρώντας να ανταποκριθεί –όπως ο ίδιος σχολιάζει και παραδέχεται– στις απαιτήσεις του μη κατονομαζόμενου αυτοκράτορα και εντολέα του (I.8, II.Praef.). Εκτός των άλλων, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ή έστω πιθανόν ότι εγχειρίδια αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως το «Στρατηγικόν» του Ονάσανδρου (μέσα 1ου αι. μ.Χ., επί Κλαυδίου Α΄) και η «Τακτική θεωρία» του Αιλιανού του Τακτικού (επί Αδριανού), καθώς και η λατινική πραγματεία «Περί της οχύρωσης στρατοπέδων» (De munitionibus castrorum, ίσως 3ος αι. μ.Χ.), που είχε παλαιότερα αποδοθεί λανθασμένα στον Λατίνο τοπογράφο των αρχών του 2ου αι. μ.Χ. Υγίνο τον «Γεωμέτρη» (Hyginus Gromaticus), οφείλουν επιπρόσθετα να συνυπολογιστούν ως έμμεσες επιρροές.

Δυστυχώς, στις μέρες μας διασώζονται αυτούσια μόνον τα «Στρατηγήματα» (Strategemata) του Φροντίνου. Σπαράγματα από τα γραπτά του Κάτωνα έχουν συμπεριληφθεί από τον Λατίνο λεξικογράφο Φήστο (Sextus Pompeius Festus, β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.) στην εγκυκλοπαιδική πραγματεία «Περί της σημασίας των λέξεων» (De verborum significatu)2· πρόκειται για επιτομή του ομώνυμου λεξικού που είχε συνταχθεί από τον φιλόλογο Βέρριο Φλάκκο (M. Verrius Flaccus, ca. 55 π.Χ. – 20 μ.Χ.).

Εικόνες από χειρόγραφα και εκδόσεις

 

Η σπουδαία αξία της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου έγκειται στο ότι συνιστά επιτυχή σύνοψη παλαιοτέρων τακτικών, αφού παραδίδει με ικανοποιητικό τρόπο την εικόνα του «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού, αλλά παράλληλα διαθέτει στοιχεία πρωτοτυπίας, καθώς συνδυάζει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επιπλέον, ο Βεγέτιος επιχείρησε συνάμα να μπολιάσει το παρόν και το μέλλον του αυτοκρατορικού στρατού με το ένδοξο παρελθόν. Γι’ αυτούς τους λόγους αξίζει να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του έργου. Πιο συγκεκριμένα, αμέσως παρακάτω ασχολούμαστε με το πρόβλημα της ακριβούς χρονολόγησης της πραγματείας. Επιπλέον, εξετάζουμε το περιεχόμενο, τη στόχευση καθώς και τη σημασία του συγκεκριμένου έργου στο πλαίσιο της γραμματείας της ύστερης αρχαιότητας. Πέραν αυτών, ευελπιστούμε να αναλύσουμε εκτενώς –σε άλλες σχετικές δημοσιεύσεις– τους πιθανούς λόγους που οδήγησαν στη σύνταξή του καθώς και τις συμβουλές που το ίδιο πόνημα παρέχει σε επίπεδο τακτικών, σχηματισμών και παρατάξεων μάχης (του πεζικού, του ιππικού ή συνδυαστικά και των δύο όπλων από κοινού).

ΙΙ. Το ζήτημα της χρονολόγησης

Η χρονολόγηση της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου αποτελεί ιδιαίτερο ερευνητικό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθεί να ταλανίζει τους νεότερους και σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές, και προφανώς συνδέεται με τις αφορμές και τα αίτια που οδήγησαν στη συγγραφή της πραγματείας. Η τελευταία ανάγεται κατά τη διάρκεια της βασιλείας διαφόρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων από τα τέλη του 4ου μέχρι τα μέσα του 5ου αι. Οι περίοδοι δεσποτικής αρχής του Βαλεντινιανού Β΄ (375-392), του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), του Ονωρίου (395-423), του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) και του Βαλεντινιανού Γ΄ (425-455) έχουν λ.χ. υποστηριχθεί ως βέβαιες ή πιθανές. Ορισμένοι πάλι θεωρούν ότι η επιτομή συντάχθηκε γύρω στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. «ακροβατώντας» μεταξύ της βασιλείας των τριών προαναφερθέντων αυτοκρατόρων3. Κατά κανόνα, τα σχετικά επιχειρήματα στηρίζονται τόσο σε «εσωτερικά» δομικά στοιχεία, βάσει της γραπτής παράδοσης του κειμένου, όσο και σε «εξωτερικά» δεδομένα, σχετικά με τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα. Οι βασικές ωστόσο προτάσεις χρονολόγησης ήταν και παραμένουν δύο: είτε επί Θεοδοσίου Α΄, μεταξύ 385-390, είτε επί Βαλεντινιανού Γ΄, μεταξύ 425-450. Έως τις μέρες μας οι περισσότεροι μελετητές εξακολουθούν να συντάσσονται συνήθως υπέρ της πρώτης ή της δεύτερης άποψης. Οι τελευταίες διαθέτουν την πληρέστερη επιχειρηματολογία, λόγω της πληθώρας των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν από τους πολυάριθμους υποστηρικτές τους.

Αν και ακούγεται οξύμωρο, όλες οι διαφορετικές χρονολογικές απόψεις και εκτιμήσεις εδράζονται κατ’ αρχήν σε πειστικά επιχειρήματα και παρατηρήσεις, επί των οποίων έχουν εξάλλου διαμορφωθεί και διατυπωθεί. Σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Βεγέτιου δεν διαθέτουμε. Από την άλλη, και τα δύο ασφαλή χρονικά termina που διαθέτουμε περιορίζουν μεν το χρονικό εύρος σύνθεσης και συγγραφής σε επτά περίπου δεκαετίες (383-450), αλλά είναι μάλλον ασαφή· ως εκ τούτου, είναι παράλληλα ευεπίφορα σε αποκλίνουσες ερμηνείες και αντικρουόμενες απόψεις.

Υπάρχει, λοιπόν, η τάση να τοποθετείται η σύνταξη της Epitoma rei militaris επί της δεσποτικής αρχής ορισμένων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συνήθως κυβέρνησαν το δυτικό τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους. Δυστυχώς, ο συγγραφέας παρέλειψε να μνημονεύσει ρητά το όνομα της «αυτοκρατορικής μεγαλειότητας» που του έδωσε την εντολή να συντάξει τη συγκεκριμένη ανακεφαλαιωτική πραγματεία περί των στρατιωτικών ζητημάτων.

Publius  Flavius Vegetius Renatus

Η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε χωρίς αμφιβολία μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Γρατιανού το έτος 383 (terminus post quem), διότι στο πρώτο βιβλίο (I.20) ο Γρατιανός αναφέρεται ως divus, δηλαδή «θεοποιημένος», παλαιός ειδωλολατρικός προσδιορισμός για τους αποθανόντες ηγεμόνες. Πάντως, η ιδιαίτερη μνεία και ρητή αναφορά σε μόνον εκείνο τον αυτοκράτορα ίσως υποδηλώνει ότι το έργο συντάχθηκε στη Δύση, πιθανώς στην Ιταλία, έχοντας υπόψη το «ακροατήριο» ή για την ακρίβεια το αναγνωστικό κοινό του δυτικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε σήμερα πως το αρχικό κείμενο του Βεγέτιου υπέστη δεκαετίες αργότερα βέβαιη τροποποίηση: ορισμένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν τη σημείωση (subscriptio) πως κάποιος Φλάβιος Ευτρόπιος από την Κωνσταντινούπολη προέβη σε κριτική αναθεώρηση του σχετικού έργου «επί υπατείας Βαλεντινιανού (Γ΄) εβδόμης και Αβιηνού», δηλαδή το έτος 450. Συνεπώς, κατέχουμε δύο σταθερές και αναμφισβήτητες χρονολογίες, μεταξύ των οποίων συντάχθηκε με πάσα βεβαιότητα η πραγματεία: πλην του terminus post quem (το 383, δηλαδή το έτος μετά το οποίο γράφτηκε το βιβλίο), διαθέτουμε και τον terminus ante quem (το 450, δηλαδή το έτος πριν από το οποίο γράφτηκε το βιβλίο).

Οι αυτοκράτορες της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Στην πραγματικότητα λοιπόν η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ακόμη αποφανθεί με τελεσίδικο και κατηγορηματικό τρόπο ως προς την ακριβή χρονολόγηση του έργου. Πάντως, κλίνουμε για πολλούς και διάφορους λόγους προς την κατώτερη χρονολογία, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου αι. (επί Θεοδοσίου Α΄) και πάντως πριν από την έναρξη των βίαιων και αλλεπάλληλων βαρβαρικών εισβολών εναντίον του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, παρά προς την ανώτερη, δηλαδή προς τα μέσα του 5ου αι. Τα δύο κομβικά ιστορικά γεγονότα που ενδεχομένως οριοθετούν τη συγγραφή της πραγματείας είναι η μάχη της Αδριανούπολης το 378 και η άλωση της Ρώμης από τον Αλάριχο το 410· και τα δύο παραπάνω γεγονότα διέθεταν σημαδιακά (;) κοινούς πρωταγωνιστές τους Βησιγότθους. Κρίνουμε ιδιαίτερα πιθανό να έχουν παρεισφρήσει στο αρχικό κείμενο μεταγενέστερες προσθήκες μέχρι τα μέσα του 5ου αι.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ωστόσο δύο ακόμη σημαντικές αναφορές: η πρώτη απαντά πάλι στο πρώτο βιβλίο (I.20) κάνοντας λόγο για Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς, λίγο πριν από τη μνημόνευση του δολοφονημένου Γρατιανού, ενώ η δεύτερη βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο (III.26) και προσδιορίζει τους Πέρσες, Ούννους, Αλανούς, Σαρακηνούς (σκηνίτες Άραβες) και «Ινδούς» (Άραβες της «Ευδαίμονος» Αραβίας στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας) ως βασικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι μάλλον το βιβλίο απευθυνόταν ειδικά σε κάποιον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος του (τυπικά ενιαίου) Ρωμαϊκού κράτους, μάλλον εξοικειωμένο με τους προερχόμενους εξ Ανατολών αντιπάλους, αν και συντάχθηκε από συγγραφέα ορμώμενο από τη Δύση, στο αναγνωστικό κοινό της οποίας αρχικά απευθυνόταν. Άραγε, πώς είναι δυνατόν να συνδυαστούν αυτά τα εκ πρώτης όψεως αντιφατικά και αντικρουόμενα στοιχεία; Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή.

Όπως σημειώθηκε ήδη, οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές (ιστορικοί, φιλόλογοι, λεξικογράφοι) τείνουν να χρονολογούν το έργο του Βεγέτιου στη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ και να απορρίπτουν για πολλούς και διαφόρους λόγους απόπειρες μεταγενέστερης χρονολόγησης. Πράγματι, η αναφορά στον εκλιπόντα –και σύγχρονο με τον Θεοδόσιο Α΄– Γρατιανό (367-383) δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, η σαφής μνεία στον ηγεμόνα που επέλεξε ως συναυτοκράτορα τον Θεοδόσιο Α΄, για να τον αποστείλει αμέσως μετά να κυβερνήσει τις χειμαζόμενες από τον γοτθικό πόλεμο (376-382) ανατολικές επαρχίες, εκτιμούμε πως συνιστά βασικό και καθοριστικό παράγοντα χρονολόγησης per se, δηλαδή αυτό καθ’ αυτό, όχι όμως το μοναδικό.

Στην ίδια ακριβώς παράγραφο (I.20) θεωρούμε ως εξίσου ενδεικτικά τα σχόλια του Βεγέτιου για τους Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς και τη θωράκισή τους. Ως γνωστόν, εκείνοι οι ιππείς διακρίθηκαν ιδιαιτέρως το 378 στη μάχη της Αδριανούπολης. Η διαπρεπής συμμετοχή τους έγειρε τότε αποφασιστικά την πλάστιγγα της νίκης προς την πλευρά των Γότθων και των υπολοίπων βαρβάρων συμμάχων τους. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο συγγραφέας να κατονόμασε ρητά αυτούς τους ιππείς επηρεασμένος από τη δράση τους σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Γρατιανός έπεσε στη δυσμένεια των στρατιωτικών χάνοντας το θρόνο και τη ζωή του, ήταν η υπερβολική εύνοιά του ειδικά στους Αλανούς μισθοφόρους ιππείς. Ο ίδιος αυτοκράτορας μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη του συναυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, είχε επιτρέψει γύρω στο 380 μια πρώιμη εγκατάσταση Αλανών και Γότθων προσφύγων στη δυτική Παννονία.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Επιπροσθέτως, διάφοροι μελετητές με προεξάρχοντα τον Miller, στηρίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένους ακόμη δείκτες που είτε απουσιάζουν είτε οφείλουν να ληφθούν υπόψη. Εκθέτουμε τους σημαντικότερους από αυτούς: (Α) Απουσιάζει στο έργο κάθε αναφορά ή έστω νύξη στο συγκλονιστικό –όντως– γεγονός της άλωσης της Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου το 4104. (Β) Παρομοίως, ούτε μαρτυρούνται, ούτε επαληθεύονται οι ευρύτατες μετακινήσεις, εισβολές και μετεγκαταστάσεις διάφορων λαών στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αι., που οδήγησαν σωρευτικά το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος σε σταδιακό ακρωτηριασμό και οριστική κατάρρευση. Το μόνο συμπέρασμα που ενδεχομένως μπορεί να συναχθεί είναι ότι η πραγματεία συντάχθηκε στην απαρχή αυτής της «βαρβαρικής» διάχυσης, όταν η διασπορά Γότθων και άλλων βαρβάρων στη Βαλκανική φαινόταν ακόμη διαχειρίσιμη και αντιμετωπίσιμη, όπως θα υποστηρίξουμε σε μελλοντικό μας κείμενο. (Γ) Επιπροσθέτως, οφείλει να ληφθεί υπόψη η απουσία στο κείμενο άλλων γερμανικών λαών της δυτικής Ευρώπης. Αλαμανοί, Βάνδαλοι, Φράγκοι, Σάξονες κ.ά. δεν καταγράφονται πουθενά, παρότι συχνά εμπλέκονταν σε συγκρούσεις με το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε πιθανώς υπό την επίδραση και το βάρος της μάλλον τότε σύγχρονης απειλής που συνιστούσαν πρωτίστως οι –αναφερόμενοι στο κείμενο– Γότθοι και Ούννοι.

Η Άλωση της Ρώμης από τους Γότθους, Αυγ. 410. Ντοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians Rising: Alaric and the Sack of Rome | History


Αν και τα παραπάνω συναπαρτίζουν argumenta ex silentio, μας ωθούν στη διατύπωση του εξής συμπεράσματος: όλες αυτές οι οδυνηρές για τη δυτική αυτοκρατορία εξελίξεις ήταν πάρα πολλές και σοβαρές, ώστε να μην αναφερθούν ή να υπονοηθούν καθόλου. Αντιθέτως, ο Βεγέτιος θα είχε λογικά συμπεριλάβει ορισμένες τουλάχιστον από αυτές υπό τη μορφή έστω συγκαλυμμένων υποδείξεων και συμβουλών στρατιωτικής αντιμετώπισής τους. Ειδάλλως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η «Στρατιωτική επιτομή» του συνιστούσε εντέλει απλή «ουτοπία», ενταγμένη στο κλίμα μιας παραπαίουσας και παρακμάζουσας αυτοκρατορίας σε φάση κατακερματισμού και πλήρους αποσύνθεσης, στην οποία είχε όντως «βυθιστεί» το δυτικό τμήμα του κράτους κατά τον 5ο αι. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προτάσεις του Βεγέτιου επί των στρατιωτικών θεμάτων θα είχαν καταστεί εκ των πραγμάτων ουτοπικές και ανεδαφικές, λόγω του πανίσχυρου και αναπόδραστου «αποτυπώματος» των βαρβαρικών εισβολών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν διαφαίνεται καθόλου στα γραπτά του, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως στην επόμενη ενότητα. Αντιθέτως, ο συγγραφέας φέρεται να συντηρεί τις ελπίδες του για ταχεία και εύκολη ανασυγκρότηση ενός στρατού ακόμη κραταιού και ανθεκτικού και σαφώς όχι αποσυντεθειμένου. Εμφανίζεται, επίσης, να διατηρεί την πίστη του στο σφρίγος, στην αλκή και στη συνολική ισχύ της –θεωρουμένης από τον ίδιο ως ακμάζουσας καίτοι απειλούμενης– ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

W. Waterhouse: The Favorites of the Emperor Honorius, 1883. Αλληγορικός ζωγραφικός πίνακας, συμβολικός της «Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Decline and Fall of the Roman Empire). (https://en.wikipedia.org/)

Ο Βεγέτιος ομολογεί ότι η πραγματεία του βασίζεται κατά κόρον σε αρχαιότερα τακτικά (I.8) και αναλύει κατά βάση τη δομή του παλαιότερου, «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού. Ο ίδιος εντούτοις παρέχει αρκετές ακόμη διαπιστώσεις, υποδείξεις και συμβουλές για ποικίλα στρατιωτικά ζητήματα· αυτά αποτελούν δείκτες ότι συνέγραψε την επιτομή υπό το βάρος σύγχρονων, ή λίγο προγενέστερων, αρνητικών εξελίξεων. Αναφερόμαστε στην παντοειδή επιρροή και πολυπλόκαμη διείσδυση των βαρβάρων εντός της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Θεωρείται, λοιπόν, πιθανότερη η εκτίμηση πως ο Βεγέτιος έγραψε και δημοσίευσε το έργο επηρεασμένος –μεταξύ των άλλων– από τον αντίκτυπο της πανωλεθρίας του αυτοκρατορικού στρατού στην Αδριανούπολη (378) και ευρύτερα εμπνευσμένος από το «γοτθικό πόλεμο» των ετών 376/7-382.

Η Μάχη της Αδριανούπολης, Αυγ. 378. Ντοκιμαντέρ του History Channel.  Barbarians Rising: Fritigern and the Battle of Adrianople | History

Συμφωνώντας, λοιπόν, πλήρως με τον Milner, και προωθώντας και επαυξάνοντας τη συλλογιστική του, πιστεύουμε ότι ο Βεγέτιος αφιέρωσε το έργο του πιθανότατα στον Θεοδόσιο Α΄ σε περίοδο ειρηνικής ανάπαυλας, κατά την οποία είχε προσωρινά κατευναστεί το οξύ «γοτθικό» πρόβλημα· ειδάλλως, λογικά θα συμπεριελάμβανε ονομαστικά και τους Γότθους στον κατάλογο των βασικών εχθρών της αυτοκρατορίας (III.26) μαζί με τους Πέρσες, τους Ούννους, τους Αλανούς και τους Άραβες. Επομένως, η «Στρατιωτική επιτομή» ίσως συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε προς το τέλος της βασιλείας του Θεοδόσιου Α΄, εποχή κατά την οποία ο τελευταίος κυβερνούσε πλέον ουσιαστικά ολόκληρο το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Άλλωστε, ο Milner επεσήμανε και αυτός σε τεχνικό επίπεδο ότι το βιβλίο γράφτηκε μάλλον σε δύο περιόδους: το πρώτο βιβλίο του αποτελούσε το αρχικό και παλαιότερο τμήμα, αφού συχνά αντανακλά και υπογραμμίζει έντονα τις στρατιωτικές πανωλεθρίες του πρόσφατου παρελθόντος, που δεν έπρεπε να επαναληφθούν· τα τρία υπόλοιπα μάλλον γράφτηκαν λίγο αργότερα, όταν οι αρνητικές εξελίξεις είχαν προσωρινά έστω κοπάσει και φάνταζαν αντιμετωπίσιμες, οπότε θα μπορούσε να εφαρμοστεί –θεωρητικά και δυνητικά– το προτεινόμενο πρόγραμμα στρατιωτικής ανασυγκρότησης5.

III. Το περιεχόμενο και η στόχευση του έργου

Η «Στρατιωτική επιτομή» του Βεγέτιου ίσως κρύβει αρκετά στρώματα επεξεργασίας στη χειρόγραφη παράδοση, τα οποία δεν μας επιτρέπουν βέβαιη χρονολόγηση, καθώς έχουν παραλλάξει το αρχικό κείμενο σε άγνωστο βαθμό, μη διαγνώσιμο πλέον με ασφάλεια και άρα μη αναγνωρίσιμο με ευκολία. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ακριβώς αυτές οι άδηλες προσθήκες στο αρχικό κείμενο, σε συνδυασμό με την πιθανή απάλειψη του ονόματος του αυτοκράτορα, που τελικά προσέδωσαν έναν αέρα «διαχρονικότητας» στην πραγματεία. Έτσι, αυτή ελίσσεται με άνεση και ευκολία μεταξύ ύστερης αρχαιότητας και μέσων χρόνων και μεσουράνησε κατόπιν για εκατοντάδες χρόνια (ειδικά στα γράμματα της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης).

Τμήμα από τη στήλη του Μάρκου Αυρηλίου (2oς αι.) στο κέντρο της Piazza Colonna της Ρώμης.

Προηγουμένως, επιχειρήσαμε να χρονολογήσουμε την πραγματεία βασισμένοι σε ορισμένους δείκτες που προσφέρονται για κάποια πρώιμα συμπεράσματα ή έστω πρωτόλειες εικασίες. Κατά τη γνώμη μας, περισσότερη προσοχή οφείλει να δοθεί στους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Με άλλα λόγια, τελικά η μέγιστη σημασία και ουσία της έρευνας μάλλον έγκειται στο να διερευνηθεί ΓΙΑΤΙ γράφτηκε το βιβλίο, αναζήτηση που δύναται να βοηθήσει και στο να εξακριβωθεί ΠΟΤΕ συντάχθηκε. Ποιες είναι, λοιπόν, οι βεβαιότητες σχετικά με την Epitoma rei militaris; Δια της μελέτης της πρωτογενούς πηγής αλλά και της εκτενούς σύγχρονης σχετικής βιβλιογραφίας καταλήξαμε στα κάτωθι συμπεράσματα:

  1. Καταρχάς διαθέτουμε δύο βέβαια και ασφαλή termina χρονολόγησης (383 και 450).

  2. Το κείμενο αποτελεί κυρίως συμπίλημα, ακόμη και μέσω αντιγραφής και επικόλλησης (Milner 21996: xvixvii), διαφόρων παλαιοτέρων τακτικών αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.

  3. Το έργο μεταδίδει την εικόνα ενός στρατιωτικού οργανισμού μάλλον «εκτός τόπου και χρόνου» για την εποχή του· συνεπώς δεν μας βοηθά ιδιαίτερα ούτε στην αποσαφήνιση της εικόνας ούτε στην αποκατάσταση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

  4. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ή έστω αραιές και σκόρπιες αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, διάσπαρτες σε διάφορα επιμέρους κεφάλαια (Γρατιανός, ορισμένοι εχθρικοί λαοί, mattiobarbuli χειριστές βλημάτων επί Διοκλητιανού, Χριστιανισμός).

  5. Η γλώσσα του κειμένου έχει σκοπίμως (;) ή μέσω προσθηκών και τροποποιήσεων καταστεί αόριστη και ασαφής. Συνεπώς, δεν παρέχει ασφαλείς δείκτες, ενώ το καθαυτό κείμενο είναι εν πολλοίς άχρονο και γι’ αυτό συνάμα περιέργως και διαχρονικό.

  6. Μολαταύτα, η δομή της πραγματείας είναι ξεκάθαρη και συγκροτημένη: στο 1ο βιβλίο περιέχονται θέματα και συμβουλές για ορθή στρατολογία και μεθοδική στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα καταγράφεται επιμελώς ο απαραίτητος και βασικός (επιθετικός και αμυντικός) στρατιωτικός εξοπλισμός. Στο 2ο βιβλίο παρουσιάζεται η βασική στρατιωτική οργάνωση με κύριο άξονα και σημείο αναφοράς την κλασική ρωμαϊκή λεγεώνα, την περίφημη «antiqua legio», που όμως έχει δυσεπίλυτα προβλήματα ειδικά ως προς τη σύνθεση και αναλογία του ιππικού. Στο 3ο βιβλίο αναλύονται ποικίλα θέματα και παρέχονται υποδείξεις για την υγιεινή, την επιμελητεία και την πειθαρχία, για τη δράση του μηχανικού, για την αξιοποίηση του πεζικού και του ιππικού, για τη στρατιωτική τακτική και στρατηγική, για σχηματισμούς και για παρατάξεις μάχης, ενώ παρατίθενται γενικοί κανόνες πολέμου, ώστε το βιβλίο αυτό να συνιστά το πιο πρακτικό μέρος όλου του έργου. Τέλος, το 4ο βιβλίο αναφέρεται σε θέματα οχυρωματικής και πολιορκητικής, ναυτικής τέχνης και τεχνολογίας, τα οποία είναι μεν ειδικά αλλά εξίσου ενδιαφέροντα.

Εικόνες μαχών από χειρόγραφα

 

  1. Η Epitoma rei militaris δεν αποτελούσε, προφανώς, μόνον ένα κλασικό στρατιωτικό τακτικό, αλλά επίσης ένα κείμενο προπαγάνδας, γεμάτο ιδεαλισμό και εξιδανίκευση για την (ένδοξη) αρχαιότητα. Συνιστούσε, επομένως, ένα στρατιωτικό μανιφέστο με κυρίαρχο σύνθημα το «όπισθεν ολοταχώς» και με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, εφόσον αναλογιστούμε και λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο ανώτατος πολιτειακός άρχων, δηλαδή ο αυτοκράτορας, παρέμενε –ουσιαστικά ή έστω τυπικά– πρωτίστως και πάνω απ’ όλα ο ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης, δηλαδή imperator.

  2. Κύρια επιδίωξη του Βεγέτιου ήταν η στρατιωτική ανασυγκρότηση και μέσω αυτής η αναγέννηση της φοβερής και τρομερής στο παρελθόν ισχύος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων· μόνο χάρη σε αυτήν, πίστευε ο συγγραφέας, ότι ήταν εφικτή η συνολική ανανέωση της αυτοκρατορίας.

  3. Ο Βεγέτιος διέκρινε μεγάλο πρόβλημα στη σύνθεση, στην εκπαίδευση καθώς και στην οργάνωση του σύγχρονού του ρωμαϊκού στρατού.

  4. Πάνω απ’ όλα, ο Βεγέτιος κατήγγειλε την ένοπλη εξάρτηση της Ρώμης από ξένους και βαρβάρους· στηλίτευσε δηλαδή τον τότε στρατιωτικό «εκβαρβαρισμό». Ο ίδιος θεωρούσε ότι ο τελευταίος σχετιζόταν άμεσα με την πτώση της ποιότητας σε όλους τους τομείς, π.χ. στην εκπαίδευση και στις ασκήσεις, στην καθαυτό δομή των δυνάμεων (δηλαδή την οργάνωση σε μονάδες), στη μαχητική ικανότητα (τακτικές, διεξαγωγή πολιορκιών, άμυνα/αποτροπή), στις υπόλοιπες βασικές υποστηρικτικές δομές (επιμελητεία, γραμματειακή υποστήριξη, δραστηριότητες μηχανικού, όπως λ.χ. περιχαράκωση στρατοπέδων κ.ά.), στη χρήση αμυντικού και επιθετικού εξοπλισμού ή ακόμη και στην παροχή σχετικού πολεμικού / στρατιωτικού υλικού.

Από τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων δομήθηκε η «Στρατιωτική επιτομή» ήταν οι εξής: (α) η αναχαίτιση της αυξανόμενης βαρβαρικής επιρροής και διείσδυσης εντός της αυτοκρατορίας· (β) η ανάταξη της πολεμικής ισχύος του κράτους μέσω της ευρείας στρατιωτικής αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης στη βάση παλαιότερων, «κλασικών» (και κατά τον Βεγέτιο σαφώς πιο αποτελεσματικών) προτύπων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι δύο αυτοί στόχοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ολιστικά την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού στους τομείς της στελέχωσης, της εκπαίδευσης, της οργάνωσης, της διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, του εξοπλισμού και της επιμελητείας εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση υψηλού επιπέδου επαγγελματισμού και ετοιμότητας. Συνοψίζοντας, η επήρεια των ανωτέρω παραγόντων είναι ιδιαιτέρως εμφανής και πρόδηλη, καθώς διατρέχει ολόκληρο το κείμενο.

Σε κάθε περίπτωση, τα βασικά σημεία που συνιστούν την ειδοποιό διαφορά της συγκεκριμένης στρατιωτικής πραγματείας συγκριτικά με όλα τα παλαιότερα παρόμοια κείμενα είναι τα εξής: (α) Η ανάγνωση των ελαττωμάτων και η αναγνώριση των ελλείψεων σε όλους τους τομείς της στρατιωτικής οργάνωσης καθώς και η αναφανδόν έκπτωση της ποιότητας του στρατεύματος. Αυτά τα προβλήματα συνοδεύονται (β) από επικριτικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα και κυρίως (γ) από πλήθος προτάσεων επί πολλών και διαφόρων στρατιωτικών θεμάτων, με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση, επιδιόρθωση και επίλυση των διαπιστωμένων και επαληθευμένων προβλημάτων.

Οι τρεις αυτές κρίσιμες διαφοροποιήσεις καθιστούν σε τελική ανάλυση το έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ομοειδή. Παρότι, δηλαδή, η πραγματεία αντέγραφε παλαιότερα σχετικά εγχειρίδια, συνάμα διέθετε αξιόλογη πρωτοτυπία. Παράλληλα, η συλλογιστική πορεία που εφάρμοσε ο Βεγέτιος είναι ακραιφνώς αναλυτική και, συνεπώς, ο συλλογισμός που αναπτύσσει είναι κατεξοχήν παραγωγικός: εντοπισμός και διάγνωση προβλημάτων (παρατήρηση), σχολιασμός των κακών κειμένων (αρνητική κριτική) και υπόδειξη της λύσης με παράλληλη μέγιστη κατά το δυνατόν θεωρητική και πρακτική υποστήριξη σε θέματα εν γένει στρατιωτικής οργάνωσης, πολεμικής τακτικής και στρατηγικής (θετική / εποικοδομητική προσέγγιση).

Théodore Chassériau, Battle Between Romans And Barbarians, (ca.1850-1855), The Nelson-Atkins Museum of Art, Kansas City.

Επικουρικώς, ο Χριστοδούλου προέβη στην εξής εύστοχη παρατήρηση ως προς τη διαφορά μεταξύ αρχαιοτέρων ελληνικών τακτικών και ανάλογων λατινικών εγχειριδίων της περιόδου: «σε αντίθεση με την ελληνόγλωσση παράδοση που τείνει στους πρώτους τρεις μεταχριστιανικούς αιώνες να περιχαρακωθεί στην τακτική θεωρία των ελληνιστικών χρόνων, τα λατινικά εγχειρίδια που εκδίδονται εκείνη την εποχή είναι αρκετά πραγματιστικά και αναφέρονται σε σύγχρονες πολεμικές συνθήκες, στοχεύοντας στην επίλυση πραγματικών τακτικών προβλημάτων». Ο ίδιος διαπιστώνει μάλιστα ότι «ένας κοινός τόπος στις περισσότερες στρατιωτικές ιστορίες είναι η αναζήτηση των αιτίων «της παρακμής» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη στρατιωτική της ανεπάρκεια, ειδικότερα δε στην αδυναμία του παραδοσιακού βαρέως πεζικού έναντι των εφίππων βαρβάρων, είτε αυτοί ήσαν Γερμανοί είτε νομάδες»6.

Την ίδια στιγμή και αντιθέτως με τα προγενέστερα στρατιωτικά κείμενα, ενυπάρχει στη «Στρατιωτική επιτομή» έντονη ροπή προς την άμυνα. Αυτή είναι εντελώς δικαιολογημένη, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι οι αντίπαλοι και εχθροί της αυτοκρατορίας δεν την απειλούσαν μόνον από το εξωτερικό αλλά (ακόμη χειρότερα) και από το εσωτερικό της επικράτειάς της. Συνεπώς, ήταν απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο το κράτος, οι συνοριακές γραμμές του οποίου είχαν τότε παραβιαστεί από τις εχθρικές προσβολές, να υποπέσει πλήρως σε κατάσταση αμύνης. Σε τέτοια δυσχερή και επικίνδυνη κατάσταση, ακόμη και οι επιθετικές ενέργειες που στρέφονταν εναντίον αντιπάλων, οι οποίοι περιφέρονταν και κινούνταν βαθιά μέσα στα εδάφη του απειλούμενου κράτους, θεωρούνταν ως υποχώρηση σε αμυντικό αγώνα και προπάντων ως προβολή άμυνας. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις βαρβαρικές ορδές που μετακινούνταν κατά το δοκούν και μάλλον ανεξέλεγκτα στην ενδοχώρα της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προπαντός στο δυτικό της τμήμα, το οποίο μετατράπηκε ήδη από την πρώτη δεκαετία του 5ου αι. σε «κέντρο διερχομένων» λαών και φυλών, προτού καν προλάβει «να στεγνώσει το μελάνι» της γραφίδας του Βεγέτιου.

Χάρτες

Εντούτοις, τα σχετικά στοιχεία που υποδεικνύουν συγγραφή του έργου υπό το βάρος της τότε πρόσφατης και απρόοπτης εμφάνισης του «γοτθικού» ζητήματος, εξέλιξη που οδήγησε σε αλυσιδωτή μετακίνηση και άλλων φύλων και πληθυσμών στην Ευρώπη και σε αλλεπάλληλες εισβολές στα εδάφη της αυτοκρατορίας, είναι τόσο πολλά και συνάμα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ώστε αξίζει να αναλυθούν σε ξεχωριστή δημοσίευση. Αμέσως μετά παραθέτουμε όμως ένα ακόμη επιχείρημα που μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη «Στρατιωτική επιτομή» προς τα τέλη του 4ου αι., ενισχύοντας τη φαρέτρα των υποστηρικτών της πρώτης, χρονολογικά, σχολής. Πρόκειται για γενικότερη αιτιολογία, η οποία βασίζεται περισσότερο σε ειδολογικά σχόλια και διαπιστώσεις, διαμορφωμένα ως φιλολογική κριτική υπό ευρύτερο ιστορικό πρίσμα, παρά για αυστηρά δεδομένα υπό τη στενή έννοια.

IV. Η «Στρατιωτική επιτομή» στα τέλη του 4ου αι.

Μία περισσότερο γενική, όχι τόσο ειδική αλλά θεωρούμε εξίσου πειστική, συνολική θεώρηση είναι επίσης δυνατόν να δοθεί ως εξήγηση αφενός για τη χρονολόγηση και αφετέρου για τους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Σύμφωνα με αυτήν, η «Στρατιωτική επιτομή» μπορεί και πρέπει να ενταχθεί σε συγκεκριμένη χορεία ποικίλων κειμένων, τα οποία προωθούσαν και υπηρετούσαν ιδεολογικά ή εξυμνούσαν και προπαγάνδιζαν την «ασφάλεια και τη σωτηρία της (Ρωμαϊκής) πολιτείας» (securitassalus rei publicae) καθώς και την «αποκατάσταση των ευτυχισμένων χρόνων, δηλαδή την επάνοδο σε εποχές ακμής» (felicitas temporum reparatio). Αυτές επιτεύχθηκαν από πλειάδα άξιων αυτοκρατόρων, οι οποίοι χάρη στην «ανδρεία του Ρωμαϊκού στρατού» (virtus exercitus Romanorum) χαιρετίστηκαν ως «επανορθωτές της (Ρωμαϊκής) οικουμένης ή πολιτείας» (restitutor orbis/rei publicae).

Αυτοκρατορική κρατική προπαγάνδα σε νομίσματα

 

Αρχής γενομένης από τους έντεκα «Λατινικούς Πανηγυρικούς» (Panegyrici Latini, 289-389), πολλοί συγγραφείς (ειδωλολάτρες και χριστιανοί, Λατίνοι και Έλληνες) συμπαρατάχθηκαν και «συστρατεύθηκαν» για την προβολή της ανανεωμένης ισχύος και σταθερότητας της αυτοκρατορίας καθ’ όλο τον 4ο αι. Τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας (ή Παμφίλου), αρκετοί λόγοι του καίσαρα και αυτοκράτορα Ιουλιανού (355-363), πολλοί άλλοι λόγοι σπουδαίων ρητόρων του δεύτερου μισού του αιώνα (λ.χ. του Λιβάνιου, του Θεμίστιου και του Συνέσιου στην Ανατολή, του Αυρήλιου Σύμμαχου, του Αυσόνιου και του Κλαύδιου Κλαυδιανού στη Δύση) εντάσσονται σαφώς σε αυτό το κλίμα. Οι συγγραφείς τους κατορθώνουν να εκφράσουν και να συμπυκνώσουν το (όντως επιτυχές και σπουδαίο) έργο που συντελέστηκε στον τομέα της επανόρθωσης του κράτους. Επομένως, ο 4ος αι., μολονότι περίοδος μεταρρυθμίσεων και άλλων καίριων αλλαγών που προοιωνίζονταν το μεσαίωνα (λ.χ. καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας και ίδρυση της Κωνσταντινούπολης), παρέμενε αιώνας συνεχιζόμενου (ρωμαϊκού) μεγαλείου. Η αίγλη αποδείχτηκε όμως εύθραυστη, ευμετάβλητη και ευεπίφορη σε αστάθεια.

Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Βεγέτιου δύναται να ιδωθεί ως καταληκτική απόληψη της παραπάνω γόνιμης περιόδου, χρονικού διαστήματος ακμής και ανάκαμψης του (αρχαίου αυτοκρατορικού) ρωμαϊκού μεγαλείου. Τότε καλλιεργήθηκε συγκροτημένα η ιδεολογία της επανόρθωσης, η πίστη στις δυνάμεις και στη σταθερότητα του συστήματος εξουσίας, όπως αυτό επιβλήθηκε μέσω της εγκαθίδρυσης και θεσμοθέτησης του Dominatus (Δεσποτείας, δηλαδή της απόλυτης μοναρχίας) στη θέση του Principatus (της Ηγεμονίας που διατηρούσε πολιτειακά ψήγματα της ρεπουμπλικανικής περιόδου), καθώς και η εμπιστοσύνη στο (λαμπρό) μέλλον της αυτοκρατορίας.

Παράλληλα όμως, η πραγματεία του Βεγέτιου αποτελεί τρόπον τινά και «κύκνειο άσμα» εκείνης της εποχής, αφού περιλαμβάνει τα πρώτα ψήγματα και τα πρώιμα σημάδια ενός ζοφερού μέλλοντος. Η στρατιωτική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας, κυρίως μέσω των βαρβαρικών εισβολών και της μαζικής εισδοχής ξένων στις τάξεις του στρατεύματος, συνιστούσε ήδη πραγματικότητα. Ο Βεγέτιος εύστοχα επεσήμανε και προσπάθησε να αποτρέψει την τάση αυτή συγγράφοντας τη μελέτη του· η τελευταία, πέραν και εκτός των άλλων τακτικών και οργανωτικών στρατιωτικών συμβουλών, φιλοδοξούσε επιπλέον να αποτελέσει εναλλακτική συνεκτική πρόταση σε στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας, τη διαφύλαξη της ενότητας και τη διατήρηση της επιρροής της μέσω της συντήρησης ειδικά της στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο, τελικά η πτώση αποδείχτηκε αναπόφευκτη γι’ αυτό ακριβώς το τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους στο οποίο ο Βεγέτιος μάλλον έζησε και έδρασε δημοσιεύοντας μεταξύ των άλλων και τούτο το σημαντικό σύγγραμμα. Αν μη τι άλλο, αυτό συνιστά μία κατεξοχήν τραγική ειρωνεία, ένα όντως περίεργο «παιχνίδι της μοίρας».

Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 5ου αι., πολλοί και διάφοροι βαρβαρικοί λαοί εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή σταδιακά «εθίστηκε» στην καταναγκαστική ύπαρξη τόσων βαρβάρων στα εδάφη της, ώστε δεν μπόρεσε τελικά ποτέ να «απεξαρτηθεί» από αυτούς, ούτε να τους «αποβάλει», εις βάρος αρχικά της ακεραιότητας και τελικά της υπόστασής της. Τουναντίον, ξένες ορδές στρατολογήθηκαν μαζικά ή συμπεριελήφθησαν αναγκαστικά ως «σύμμαχοι» στην τάξη των (μόνον κατ’ όνομα πλέον) ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ολόκληρες φυλές εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν συνήθως με τη βία σε διάφορες περιφέρειες, παρά τη βούληση του ίδιου του κράτους και τη θέληση των κατοίκων του. Παράλληλα, πολλοί Γερμανοί και άλλοι βάρβαροι ηγεμόνες, φύλαρχοι και πολέμαρχοι κατέλαβαν ύπατα στρατιωτικά αξιώματα. Έτσι, κατέκτησαν τον κύριο πόλο και διαχρονικό φορέα της βασιλικής εξουσίας μετατρέποντάς τον σε εφαλτήριο για την επίτευξη των σκοπιμοτήτων τους, θανάσιμα επικίνδυνων για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα.

Στο προαναφερθέν πλαίσιο οι ξένοι στρατιωτικοί αρχηγοί ανέβασαν σκόπιμα στον θρόνο «αυτοκράτορες – μαριονέτες». Επίσης, απέσπασαν και αφαίρεσαν από τον κεντρικό έλεγχο ολόκληρες επαρχίες και περιφέρειες, κατακτώντας τις τυπικά ή και ουσιαστικά προς όφελος των ιδίων και των φυλών ή ορδών που εξουσίαζαν. Παράλληλα, οδήγησαν σε πλήρη παρακμή και απαξίωση τον τακτικό στρατό, οι μονάδες του οποίου εξαϋλώθηκαν σταδιακά προς όφελος της πρόσληψης και ένταξης βαρβαρικών στρατιωτικών σωμάτων, των φοιδεράτων (foederati). Έτσι, οι ξένοι ηγήτορες ουσιαστικά υποκατέστησαν τον ήδη ξεπεσμένο αυτοκρατορικό θεσμό, από τον οποίο στο τέλος απαλλάχθηκαν, αφού όμως πρώτα τον αντικατέστησαν πλήρως (de facto και de jure) δημιουργώντας στη θέση του διάφορα (γερμανικά) βασίλεια μέχρι και το 476.

Παρακμή και Πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι προτάσεις του Βεγέτιου βρήκαν –έστω και εμμέσως– ευήκοα ώτα στους ιθύνοντες και στους ηγεμόνες του αντίστοιχου ανατολικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ρωμανία ή Ρωμαίων πολιτεία, συμβατικά γνωστή στους νεότερους χρόνους ως Βυζαντινή αυτοκρατορία). Εκεί, το κράτος αντιστάθηκε με επιτυχία στη βάναυση βαρβαρική εισβολή, όπως αυτή επιχειρήθηκε είτε στο εσωτερικό από αλλοδαπούς στρατηγούς (λ.χ. Γαϊνάς, Άσπαρ), είτε προήλθε από το εξωτερικό, δηλαδή από βαρβάρους ηγεμόνες και έθνη (λ.χ. από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, τους Ούννους του Αττίλα, από τους Οστρογότθους του Θεοδώριχου κ.ά.). Ο εθισμός στους βαρβάρους αποδείχτηκε εκεί εφήμερος και είτε αποβλήθηκε πλήρως ως ξένο σώμα παθογόνο και επικίνδυνο για την ευρωστία του κρατικού οργανισμού, είτε χαλιναγωγήθηκε επιτυχώς και κατέστη αντικείμενο δημιουργικής εκμετάλλευσης εις βάρος άλλων βαρβάρων (πρβ. λ.χ. την εκτεταμένη και επιτυχημένη συμμετοχή Ερούλων και Ούννων στους στρατούς του Ιουστινιανού Α΄ και την αξιοποίησή τους σε όλους τους πολέμους του, αμυντικούς και επιθετικούς). Η ανατολική αυτοκρατορία σύντομα μετατράπηκε στην εξελληνισμένη μεσαιωνική Ρωμανία (ευρέως γνωστή σήμερα ως Βυζάντιο), καθώς αναδιοργανώθηκε –εξ ανάγκης– σε εντελώς καινούριες βάσεις κατά τους 7ο και 8ο αι.· παρά τις κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές της, διατήρησε ωστόσο τη ρωμαϊκή πολιτική κληρονομιά της και παρέμεινε πολιτισμένο και οργανωμένο κράτος. Έτσι, κατέστη ορόσημο και σταθερός πυλώνας αναφοράς για πολλούς ακόμη αιώνες, σε έναν κόσμο που τότε διαρκώς μεταλλασσόταν και αενάως μετασχηματιζόταν μέχρι την έλευση των νεοτέρων χρόνων και το σχηματισμό των πρώτων σύγχρονων κρατών και αυτοκρατοριών.

Κινούμενος χάρτης με την εδαφική διακύμανση της Ύστερης Ρωμαϊκής και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από το 300 έως το 1453 https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Byzantine_Empire_map.gif#/media/File:Byzantine_Empire_map.gif

Το παραπάνω επίτευγμα θα ήταν όμως αδύνατο χωρίς την ύπαρξη και αξιοποίηση του πρότερου υποβάθρου, δηλαδή της ανασυγκρότησης του κράτους σε όλους τους τομείς, στρατιωτικό, πολιτικό και διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό, όπως αποτυπώθηκε και επενδύθηκε σε ιδεολογικό επίπεδο στα προαναφερθέντα επιδραστικά συγγράμματα του 4ου αι. Μεταξύ αυτών, η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου κατέχει δεσπόζουσα θέση, ως κορωνίδα συγκεκριμένων πολιτικο-στρατιωτικών προτάσεων που είχαν εκκινήσει να διαμορφώνονται ήδη από την εποχή της Τετραρχίας στα τέλη του 3ου αι., απέκτησαν συγκροτημένη δομή και ολοκληρωμένη υφή κατά τον 4ο αι. και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου μέχρι τον 6ο και 7ο αι. Τότε, η αραβική λαίλαπα (μέσα 7ου αι.) και οι λοιπές εξελίξεις στη Βαλκανική (εμφάνιση Σλάβων κ.ά.) συμπαρέσυραν ό,τι είχε απομείνει από την ύστερη αρχαιότητα οδηγώντας την καθ’ ημάς ελληνορωμαϊκή οικουμένη (ανατολική Μεσόγειο, Εγγύς και Μέση Ανατολή) οριστικά και αμετάκλητα στους μέσους χρόνους, στους οποίους είχε ήδη εισέλθει νωρίτερα η δυτική Ευρώπη (5ος αι.).

V. Συμπεράσματα

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, συμφωνούμε τελικά πλήρως με τον Milner (21996: xxxi), ο οποίος σχολίασε ότι παρά τις όποιες αδυναμίες της Epitoma rei militaris, η κρίση και οι εκτιμήσεις του Βεγέτιου για το μέλλον αποδείχτηκαν εξαιρετικά οξυδερκείς, μεστές από ορθές βασικά στρατηγικές παρατηρήσεις: ο συγγραφέας επεσήμανε πλειστάκις τους πολυπλόκαμους κινδύνους που έθεταν για την αυτοκρατορία η συνεχής και αδιατάρακτη εισβολή και εγκατάσταση τόσων βαρβάρων στην επικράτειά της, καθώς και ο παραγκωνισμός των γηγενών και η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού (και ειδικά η επάνδρωση του στρατού) από ξένους. Επομένως, ο Βεγέτιος, παρότι μάλλον απλός πολίτης και όχι έμπειρος στρατιωτικός, υπήρξε εντούτοις έξοχος στρατηγικός αναλυτής, πολύ καλά ενημερωμένος για μεγάλο εύρος εξελίξεων κατά τη μεταβατική και πολύπλοκη περίοδο της ύστερης αρχαιότητας, η «Στρατιωτική επιτομή» του οποίου συνιστά τελικά τη «γέφυρα» στον τομέα της μεταξύ των αντίστοιχων κειμένων της κλασικής αρχαιότητας (από τη μία πλευρά) και του μεσαίωνα (από την άλλη).

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εκτενέστατος θεματικός κατάλογος με όλες τις σχετικές με την Epitoma rei militaris και τον Vegetius Renatus δημοσιεύσεις (κριτικές εκδόσεις, μεταφράσεις, δευτερεύουσα βιβλιογραφία) μεταξύ των ετών 1981-2015 περιέχεται στο άρθρο του Famerie, É. 2015. «Bibliographie sur l’Epitoma rei militaris de Végèce (1981-2015)», Revue Internationale des Droits de l’Antiquité 62: 207-221.
  2. Χρήσιμη ενίοτε για την αποσαφήνιση δυσνόητων όρων που απαντούν στην επιτομή του Βεγέτιου, όπως π.χ. του πολεμικού σχηματισμού «serra» (δηλ. «πριόνι»), όπως θα διαπιστώσουμε σε επόμενη δημοσίευση.
  3. Κυριότεροι εκπρόσωποι κάθε θεωρίας: Επί Θεοδοσίου Α΄, περί το 385-390: Schenk 1930: 4. – Barnes 1979: 254-257. – Milner 1991: 71-104, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxix, xxxix-xli. – Richardot 1998a: 136-147. Επί Βαλεντινιανού Β΄, στα μέσα της δεκαετίας του 380: Zuckerman 1994: 67-74. Επί Ονωρίου, περ. 400-410: Giuffrida Manmana 1981: 25-56. Επί Θεοδοσίου Β΄, περ. 445-450: Colombo 2012: 278-288. Επί Βαλεντινιανού Γ΄, πριν από το 450: Seeck 1876: 69. – Grosse 1920: 259 κ.ε. – Goffart 1977: 69-88. – Birley 1985: 57-67. – Charles 2007: 55-65. Τέλη 4ου / αρχές 5ου αι.: Allmand 2009: 101, 112. – Branco 2009: 155, 166, 168. – Heuser 2010: 40, 42, 101.
  4. Αντιθέτως η Ρώμη εμφανίζεται σε τρεις περιπτώσεις ακόμη ως απόρθητη. Πρβ. Veg. IV.Praef., 9 και 26. Βλ. Milner 1991: 76-77.
  5. Βλ. αναλυτικά Milner 1991: 71-96, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxxviii-xli.
  6. Χριστοδούλου 2004: 326 και 327 αντίστοιχα. Όπως όμως –ορθά πάλι– συμπεραίνει, η ίδια ανεπάρκεια διαπιστώνεται και στα τακτικά του 6ου αι., μολονότι εντελώς ανεστραμμένη: τότε ήταν οι κάθε είδους αντίπαλοι του Βυζαντινού στρατού που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον έφιππο Βυζαντινό πολεμιστή (σ. 327), ο οποίος ήταν άρτια εξοπλισμένος και βαρύτατα θωρακισμένος για τα δεδομένα της εποχής (σ. 328).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Εκδόσεις και μεταφράσεις Bεγέτιου

Stelten, L.F. 1990. Flavius Vegetius Renatus, Epitoma Rei Militaris. Edited with an English translation [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature 11], New York

Milner, N.P. 21996. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction [Translated Texts for Historians 16], Liverpool

Β. Μελέτες

Allmand, Chr. 2009. «The De Re Militari of Vegetius. How did the Middle Ages treat a Late Roman Text on War», Revista de História das Ideias 30: 101-117

Barnes, T.D. 1979. «The Date of Vegetius», Phoenix 33: 254-257

Birley, E. 1985. «The Dating of Vegetius and the Historia Augusta», στο Bonner Historia Augusta Colloquium (BHAC) 1982-83, Bonn, σ. 57-67 = idem, The Roman Army Papers (1929-1986) [MAVORS IV], Amsterdam 1988, σ. 58-68

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Carley, L.K. 1962. The Anglo-Norman Vegetius. A Thirteenth Century Translation of the “De Re Militari” of Flavius Vegetius Renatus, ed. with Introduction, Notes, and Glossary, Ph.D. thesis, University of Nottingham

Charles, M.B. 2007. Vegetius in Context: Establishing the Date of the Epitoma Rei Militaris [Historia Einzelschriften 194], Stuttgart

Χριστοδούλου, Δ.Ν. 2004. «Τα Βυζαντινά Τακτικά κατά τον 6ο αι. μ.Χ. Θεωρία και Πράξη», Εγνατία 8: 323-338

Colombo, Μ. 2012. «La datazione dell’Epitoma Rei Militaris e le genesi dell’esercito tardoromano. La politica militare di Teodosio I, Veg. R. Mil. 1.20.2-5 e Teodosio II», Ancient Society 42: 255-292

Giuffrida Manmana, C. 1981. «Per una datazione dell’Epitoma rei militaris di Vegezio: politica e propaganda nell età di Onorio», Siculorum Gymnasium XXXIV: 25-56

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Gordon, C.D. 1974. «Vegetius and His Proposed Reforms of the Army», στο Polis and Imperium. Studies in Honour of E. T. Salmon, Toronto, σ. 35-58

Grosse, R. 1920. Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der byzantinischen Themenverfassung, Berlin

Heuser, Beatrice 2010. The Evolution of Strategy. Thinking War from Antiquity to the Present, Cambridge

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Reeve, M.D. 2000. «Τhe Transmission of Vegetius’s Epitoma Rei Militaris», Aevum 74: 243-354

Richardot, Ph. 1998a. «La datation du Re Militari de Végèce», Latomus 571: 136-147

Richardot, Ph. 1998b. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve-XVe siècles), Paris

Richardot, Ph. 2003. «La tradition moderne du De re militari de Végèce (XVe-XVIIIe siècles)», στο Hommages à Carl Deroux, V: Christianisme et Moyen Âge, Néo-latin et survivance de la latinité, éd. P. Defosse, Brussels, σ. 537-544

Sander, E. 1932. «Die Hauptquellen der Bücher I-III der Epitoma rei militaris des Vegetius», Philologus 87: 369-375

Schenk, D. 1930. Flavius Vegetius Renatus: Die Quellen der Epitoma rei militaris [Klio: Beiträge zur alten Geschichte 22], Leipzig

Seeck, O. 1876. «Die Zeit des Vegetius», Hermes XI1: 61-83

Shrader, C.R. 1979. «Handlist of Extant Manuscripts Containing the De Re Militari of Flavius Vegetius Renatus», Scriptorium 332: 280-305

Whately, C. 2013. «War in Late Antiquity: Secondary Works, Literary Sources and Material Evidence», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie [Late Antique Archaeology 8.1], Leiden, σ. 101-151

Zuckerman, C. 1994. «Sur la date du traité militaire de Végèce et son destinataire Valentinien II», Scripta Classica Israelica 13 : 67-74

 

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου: Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία: Τρία προς συζήτηση θέματα

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου

Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία:

Τρία προς συζήτηση θέματα

 

Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια σκιαγράφησης των τρόπων με τους οποίους πολιτεύθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχετικά με τρία θέματα που προκάλεσαν συζητήσεις και πάνω στα οποία διατυπώθηκαν αποκλίνουσες απόψεις. Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στη σχέση μεταξύ Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή και του Γεώργιου Σχολάριου-Γενάδιου, πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς. Στο δεύτερο μέρος δίνεται μια εξήγηση της στάσης του εθνομάρτυρα Γρηγορίου Ε΄ απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821. Τέλος, στο τρίτο μέρος γίνεται αναφορά σε τρία διαφορετικά σχέδια Ανάστασης του Γένους κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχέδιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η σχέση του Γ. Σχολάριου-Γεννάδιου με τον Μεχμέτ B΄ τον Πορθητή

Κάποιοι θεωρώ ότι παρερμηνεύουν μια φράση που αποδίδεται στον Γεώργιο Γεννάδιο-Σχολάριο (περίπου 1400 – 1473), και επαναλαμβάνουν κάποιες κριτικές και ανυπόστατες κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν που υπήρξε ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση.

Κατ’ αρχήν και προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να δώσουμε με συντομία το ιστορικό περίγραμμα της εποχής λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκατό περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί είχαν περάσει στην Ευρώπη και έκαναν εν τω μεταξύ πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας τους την Αδριανούπολη, ενώ η Κωνσταντινούπολη ήταν μια απομονωμένη πόλη, τουλάχιστον από την ξηρά.

Ο Πατριάρχης Γεώργιος Σχολάριος-Γεννάδιος.

Η επιρροή που ασκούσε ο Γεννάδιος πάνω στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή (Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ, 1432 – 1481) είχε αρχίσει πολύ πριν την άλωση. Ο Γεννάδιος και ο Μεχμέτ, που παρά το νεαρό της ηλικίας του (μόλις σε ηλικία 21 ετών κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη) ήταν πολύ μορφωμένος, ιδιαίτερα ευφυής, πολύγλωσσος και γνώστης των ομηρικών επών, και ιδιαίτερα της Ιλιάδας (θαύμαζε από την Ιλιάδα κυρίως τον Αχιλλέα και εκτός Ιλιάδας τον Μεγαλέξανδρο), είχαν πριν την άλωση αλληλογραφία επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων.

Αυτές οι σχέσεις και ανταλλαγές απόψεων επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων ήταν κάτι το συνηθισμένο μεταξύ διανοουμένων την εποχή εκείνη. Ειρήσθω μάλιστα εν παρόδω ότι ο μεγάλος Έλληνας πλατωνιστής φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός (φιλοσοφικός αντίπαλος του Γενναδίου, ο οποίος ήταν αριστοτελιστής) είχε μεταβεί για «μεταπτυχιακές» πλατωνικές σπουδές από την Κωνσταντινούπολη στο Πανεπιστήμιο της Αδριανουπόλεως, που ήταν τότε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όσον αφορά τη σχέση Γενναδίου και Μεχμέτ,  λέγεται ότι ο Μεχμέτ (του οποίου η τροφός του ήταν χριστιανή) ζήτησε από τον Γεννάδιο να τον βαπτίσει χριστιανό, αλλά ο Γεννάδιος αρνήθηκε, διότι ο Μεχμέτ δεν θεωρούσε ως αμάρτημα την παιδεραστία, αλλά ως μια φυσιολογική έκφραση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Μετά την άλωση, ο Μεχμέτ έψαξε να βρει τον Γεννάδιο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε γίνει μοναχός, για να τον κάνει Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεννάδιος όμως κρυβόταν και απόφευγε να συναντήσει τον Μεχμέτ. Τελικά, ο Γεννάδιος-Σχολάριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή. Και βέβαια ο Μεχμέτ δεν ήθελε να κάνει Πατριάρχη τον Γεννάδιο μόνο και μόνο διότι τελούσε υπό την πνευματική επιρροή αυτού του τελευταίου, αλλά και διότι αυτό συνέφερε και στον ίδιο τον Μεχμέτ, από πολιτική άποψη. Πράγματι, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε διάθεση ή πρόθεση του Πάπα να οργανώσει τυχόν επέμβαση στην Κωνσταντινούπολη εκ μέρους της δυτικής Ευρώπης, προφανώς συνέφερε από πολιτική άποψη στον Μεχμέτ να καταργήσει τον παπικό πατριάρχη που είχαν εγκαταστήσει οι Παλαιολόγοι (και τον οποίο δεν τον ήθελε ούτε ο λαός της Κωνσταντινούπολης, που ήταν καθολικά ανθενωτικός και αντι-Παπικός) και να εγκαταστήσει έναν Πατριάρχη ανθενωτικό, όπως ο Γεννάδιος, που ήταν φημισμένος διανοούμενος και ηγετική μορφή των ανθενωτικών, την εποχή εκείνη (είχε διαδεχθεί τον Μάρκο τον Ευγενικό στο κίνημα των ανθενωτικών, μετά τον θάνατο αυτού του τελευταίου).

Μεχμέτ Β΄ ο Πορθητής.

Το θέμα των προνομίων, που δόθηκαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και στην Εκκλησία σχετίζεται με τη δομή της οργάνωσης της Αυτοκρατορίας σε Μιλλέτ που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε με επιτυχία ο Μεχμέτ. Αυτά τα προνόμια της Εκκλησίας (και όχι μόνο βέβαια) συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιβίωση και διατήρηση της ταυτότητας του γένους στα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τέλος, όσον αφορά τη φράση που αποδίδεται στον Γεννάδιο «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην» δεν πρέπει να την παρερμηνεύουμε και να διαστρέφουμε το νόημά της. Το Έλλην σε αντιπαράθεση προς το Χριστιανός σημαίνει παγανιστής εθνικός, και ο Γεννάδιος με τη φράση αυτή ασκεί κριτική στον πλατωνιστή Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό όχι ως εθνικά Έλληνα στο γένος, αλλ’ ως νεοπαγανιστή (περίπου κάτι σαν τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον λεγόμενο και παραβάτη). Έτσι η φράση: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην», ορθά εννοούμενη, σημαίνει: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι νεοπαγανιστής όπως ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός».

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ και η ελληνική επανάσταση του 1821.

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε ότι στη Μολδοβλαχία ξέσπασε επανάσταση από Έλληνες με αρχηγό έναν αξιωματικό του Ρωσικού στρατού (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και μάλιστα της προσωπικής φρουράς του Τσάρου, εξοργίστηκε σφόδρα, διότι θεώρησε την όλη κατάσταση ως προδοσία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου, υποκινούμενη από μια εχθρική δύναμη (τη Ρωσία). Για τον λόγο τούτο θέλησε να κηρύξει το μικρό Τζιχάντ (ιερό πόλεμο), δηλαδή να σφάξει όλους τους «απίστους». Προκειμένου όμως να εφαρμόσει μια τέτοια φοβερή απόφαση, έπρεπε ο Σουλτάνος να έχει και τη σύμφωνη γνώμη του Σελιχουλισλάμ (θρησκευτικού ηγέτη των Μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου). Κάλεσε, λοιπόν, ο Σουλτάνος τον Σελιχουλισλάμ, του ανάγγειλε την απόφασή του και ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Σελιχουλισλάμ ζήτησε μια διορία για να σκεφτεί και ειδοποίησε αμέσως τον Πατριάρχη για το τι πρόκειται να συμβεί, στέλνοντας το μήνυμα: «κάνε κάτι γιατί θα σας σφάξει όλους».

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.

Ο Πατριάρχης, προκειμένου να σώσει το ποίμνιό του αποκήρυξε την επανάσταση και αφόρισε τους επαναστάτες. Έτσι ο Πατριάρχης έδωσε τη δυνατότητα στον Σελιχουλισλάμ να μη δώσει τη σύμφωνη γνώμη που απαιτούσε ο Σουλτάνος. Κι έτσι δεν κηρύχθηκε Τζιχάντ (ιερός πόλεμος) και αποτράπηκε η σφαγή των Χριστιανών. Ο Σουλτάνος, όμως, που αντιλήφθηκε τη συμπαιγνία των δύο θρησκευτικών ηγετών, τους σκότωσε και τους δύο. Και τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τον Σελιχουλισλάμ. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια!

Δικαίως, επομένως, ο Γρηγόριος Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίστηκε ως εθνομάρτυρας, και πολύ σωστά η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Και οι δύσκολοι καιροί για Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως παραμένουν διαχρονικά (λιγότερο ή περισσότερο) δύσκολοι. Και για τον πρόσθετο τούτο λόγο απαιτείται διαχρονικά η προς αυτούς αμέριστη συμπαράστασή μας, ανεξαρτήτως προσώπων και πολιτικών τοποθετήσεων και επιλογών!

Τα σχέδια για την Ανάσταση του Γένους

Για την Ανάσταση του Γένους υπήρχαν διάφορες προτάσεις και σχέδια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρχε, π.χ., το σχέδιο του Ρήγα, το σχέδιο του Πατριαρχείου και το σχέδιο, αργότερα, της Φιλικής Εταιρείας. Τα δύο πρώτα σχέδια δεν προέβλεπαν διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως δεν προέβλεπαν δημιουργία εθνικών Κρατών, αλλά εκ των έσω μετάλλαξη της συνολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ρήγας Βελεστινλής.

Ειδικότερα το Πατριαρχικό σχέδιο προέβλεπε, κατ’ αναλογία της μετατροπής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από λατινο-ειδωλολατρική σε ελληνο-χριστιανική (βλέπε Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, την αντίστοιχη μετατροπή-μετάλλαξη ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της διαρκούς και προοδευτικής (με υπομονή και επιμονή) βελτίωσης της κοινωνικής θέσης των χριστιανών Ρωμιών και προώθησής τους σε καίριες θέσεις με κοινωνική επιρροή. Το σχέδιο αυτό γνώρισε σχετική επιτυχία όσον αφορά τους τομείς της οικονομίας, της εκπαίδευσης και εν μέρει της διοίκησης. Δεν επιτεύχθηκε η διείσδυση στο στρατό, όπου τελικώς επικράτησαν οι εθνικιστέςΝεότουρκοι.

Το πανευρωπαϊκό και παναμερικανικό κύμα της εθνικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζει κυρίως τον 19ο αιώνα και του εθνικισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, σάρωσε και εξουδετέρωσε κάθε πολυεθνικό αυτοκρατορικό σχεδιασμό. Έτσι, το σχέδιο που πραγματοποιήθηκε ήταν εκείνο της Φιλικής Εταιρείας, που ανταποκρινόταν στο αίτημα του σχηματισμού εθνικού Κράτους. Βέβαια για να κερδηθεί η υπόθεση της δημιουργίας εθνικού Κράτους, χρειάστηκαν όχι μόνο το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και οι αγώνες και ηρωικές θυσίες των Ελλήνων, αλλά και η στρατιωτική επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) ιδίως με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τη νίκη επί του Αιγυπτο-οθωμανικού στόλου, καθώς επίσης και με την αποβίβαση για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Maison.  Επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη, που έκανε τον σπουδαίο ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα  και διορατικότατο πολιτικά Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να πει μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου¨ «Κερδίσαμε τον πόλεμο και χάσαμε την ανεξαρτησία!»

Πάντως, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχε σβήσει εντελώς, σε ορισμένους ελληνικούς κύκλους (βλέπε, π.χ., τη συνωμοτική οργάνωση Κωνσταντινούπολης των Ίωνα Δραγούμη και Σουλιώτη) η ιδέα της κυριαρχίας της Ρωμιοσύνης εντός μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής δομής (κυρίως εντός του μικρασιατικού υπόλοιπου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ως μόνης ικανής να αντιπαρατεθεί δια της ισχύος στον ιμπεριαλισμό κυρίως των Γάλλων και των Βρετανών, οι οποίοι διψούσαν για επικράτηση και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή (βλέπε γεωστρατηγικά σημαντικές θέσεις και πλούσιες ενεργειακές πηγές).

Ο Νικόλαος Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΑΠΘ

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος: Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

Έφυγε από τη ζωή ο ιστορικός και ακαδημαϊκος Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

 

Απεβίωσε το μεσημέρι της Τρίτης 13 Αυγούστου, στην Αθήνα, ο ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. Ήταν 81 ετών.

Γεννημένος στην Aθήνα το 1938, ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πολιτικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Παρισίων.

Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Αθηνών και υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων (1981-1989). Διετέλεσε επί εννέα χρόνια διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, του οποίου παρέμεινε επίτιμος διευθυντής. Tο 1989 εξελέγη καθηγητής της Iστορίας του Nεωτέρου Eλληνισμού στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.

Tο 1990 ανέλαβε τη Διεύθυνση του Iδρύματος «Kωνσταντίνος Γ. Kαραμανλής», του οποίου υπήρξε συνιδρυτής με τους K. Tσάτσο και K. Tρυπάνη. Εξέδωσε επίσης βιογραφία του έλληνα πολιτικού: «Καραμανλής 1907-1998» (Ίκαρος, 2012).

Διετέλεσε μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Iδρύματος Nτε Γκωλ και επίτιμος εταίρος της Eταιρείας NA Eυρώπης του Mονάχου.

Υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2003 και χρημάτισε πρόεδρός της το 2010.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Κατερίνα Χέλμη.

Η Clio Turbata αναδημοσιεύει, ως φόρο τιμής, τη σύντομη συνέντευξη, που ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος παραχώρησε στην εφημερίδα Καθημερινή και στην Άννα Γριμάνη στις 3 Μαΐου 2009.

 

H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Αναμφισβήτητα, επενεργεί ως αίσθημα, ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα, υπό την επήρεια είτε του περιβάλλοντος, γεωφυσικού ή ανθρώπινου, είτε της παράδοσης, ιστορικής ή πολιτιστικής. Θα ήταν εν τούτοις ευκταίον να αναχθεί το αίσθημα σε συνείδηση. Το συγκεκριμένο αυτό γεγονός δεν θα ήταν καταρχήν ασύμβατο με την αυτονόητη, κατά την εποχή μας, πύκνωση της επικοινωνίας με άλλους λαούς και με διαφορετικούς πολιτισμούς. Αποτελεί όμως ανάχωμα -ευτυχώς!- στην απρόσωπη εξομοίωση -πολιτική, κοινωνική ή πνευματική- που επιχειρείται στις μέρες μας στο όνομα της παγκοσμιοποίησης.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Τα χρώματα της θάλασσας, όπως «καθρεφτίζονται» στους πίνακες του Παναγιώτη Τέτση.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οταν είναι δημιουργικός, όταν κάνει χρήση της ιδιότυπης ευφυΐας του, της τόλμης και της φαντασίας του.

Αυτό που με χαλάει.

Η αδιαφορία, η ραστώνη, η προσαρμογή σε όσες ευκολίες παρέχονται στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Παρά τις έκδηλα αρνητικές πλευρές που οφείλουμε να μην παραβλέπουμε, είναι δυνάμει ικανός να επιτελέσει γόνιμα έργα – στο κοινωνικό ή το πνευματικό πεδίο. Βασική όμως προς τούτο προϋπόθεση παραμένει η βούληση να αξιοποιήσει ιδιότητες που τείνουν να τον αναβιβάσουν στο επίπεδο μαχητή και όχι παθητικού αποδέκτη των συμπτωμάτων παρακμής που κατατρύχουν -ατυχώς- τη σύγχρονη ζωή σε παγκόσμια κλίμακα.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Αντλώντας έμπνευση και ιδέες απ’ τη δική του σπάνια πολιτιστική παρακαταθήκη, είναι εξ ορισμού σε θέση να δημιουργήσει νέα, πρότυπα και πρωτότυπα πολιτιστικά αγαθά. Αν στρέψει όμως την πλάτη στα διαχρονικά αυτά μηνύματα, αν -λόγω και άγνοιας- προκρίνει την οδό του «πιθηκισμού» έναντι σχημάτων και προτάσεων χωρίς παρελθόν και μέλλον, κινδυνεύει να εξουδετερώσει κάθε πλεονέκτημα. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένας κίνδυνος μείζων εκείνου που συνεπάγεται η προσκόλληση σε μια «ρητορική ελληνικότητα» – που, εξάλλου, δεν αποτελεί και κύριο γνώρισμα των ημερών μας.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Απαιτείται να ενισχυθεί η αυτοσυνείδηση ότι, ως αποτέλεσμα βιωμάτων και εμπειριών, προσφέρεται να εισφέρει στον σύγχρονο κόσμο ή -αν ο ισχυρισμός αυτός είναι μεγαλόστομος- στη σύγχρονη Ευρώπη την αίσθηση της ισορροπίας και της ελευθερίας. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να διακατέχεται ή να επιδεικνύει αίσθημα μειονεξίας, ούτε και να ασπάζεται μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς ανοίκειας στον εκάστοτε περίγυρό του.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το μείζον αρνητικό ερώτημα «γιατί», διαχρονικά παρόν και ουσιαστικά αναπάντητο επί αιώνες, εντοπίζεται στον πειρασμό για διαίρεση και μισαλλοδοξία, για τη «διχόνοια», κατά τη ρήση του Σολωμού, η οποία συχνά μαστίζει την ελληνική δημόσια ζωή – υπό συνθήκες είτε δυστυχίας είτε και ευημερίας. Αραγε, είναι όμως πραγματιστική η πρόταση ότι «πρέπει» να εξουδετερωθεί η αδυναμία αυτή;

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Διονύσιος Σολωμός, στο μέτρο που αγγίζει βαθύτερα βιώματα που διακατέχουν πάντοτε την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η καθαρότητα, το ελληνικό φως κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η αδιάκοπη προσπάθεια για την επιτέλεση έργου δημιουργικού.

 

Πηγή: Καθημερινή

 

Συνοπτική εργογραφία Κωνσταντίνου Σβολόπουλου

 

 

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

H είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία εκείνο το αυγουστιάτικο πρωϊνό του 1961: “Παίδες, τρέξτε! Στην πλαζ γυρίζουν ταινία. Είναι εκεί ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου και ο Ρίζος”. Στην αρχή, νομίζαμε πως επρόκειτο για φάρσα. Κάτι τέτοιο φάνταζε εξωπραγματικό. Αληθινή κοσμογονία στη νωχελική καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, είδαμε να συγκεντρώνεται πλήθος, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το αδιανόητο. Παρατήσαμε το πρόγευμα και την προετοιμασία για το θαλάσσιο μπάνιο και τρέξαμε πάραυτα στην πλαζ του ΕΟΤ. Δυο πράγματα θυμάμαι σαν χθες: 1) το σπρώξιμο, για να εξασφαλίσω θέση με θέα, έξω από την περίφραξη, στο ύψος, σχεδόν, της δημοσίας οδού, που τότε περνούσε μέσα από τον οικισμό και 2) την εικόνα των πρωταγωνιστών, καθισμένων στις γνωστές πάνινες κινηματογραφικές πολυθρόνες, πάνω στην άμμο.

Αργότερα, οι εξελίξεις προσέλαβαν ακόμα πιο συγκλονιστική τροπή. Μαγεμένοι, παρακολουθούσαμε εκ του σύνεγγυς το γύρισμα μιας βωβής σκηνής, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Ράδιον, όπου ο Γιώργος Τσιτσόπουλος κρυβόταν πίσω από ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να αποφύγει τη χυμώδη Πόπη Λάζου. Θέλοντας, προφανώς, να δώσει περισσότερη φυσικότητα και κίνηση, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Νίκος Τσιφόρος, ζήτησε από δυο νεαρές παριστάμενες, να περάσουν, δήθεν αμέριμνες, μπροστά από τον φακό. Εκείνες, θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν τραγουδώντας. “Σκ… κυρίες μου”, ήταν η οργισμένη αντίδραση. Η σκηνή έπρεπε να ξαναγυριστεί και ο σκηνοθέτης άρχισε να ψάχνει για νέους εθελοντές. Όταν το βλέμμα του καρφώθηκε στη δική μας παρέα (περί τους 5-6 μπόμπιρες), αισθανθήκαμε την ανάσα μας να κόβεται και την καρδιά μας να παίζει ταμπούρλο. “Για ελάτε, εσείς παιδιά. Θα περάσετε από αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν θα βγάλετε τσιμουδιά. Σύμφωνοι;”. Και να θέλαμε, άλλωστε, αδυνατούσαμε από συγκίνηση! Τη φορά αυτή, η σκηνή κλείδωσε. Τρέχοντας πίσω στο ξενοδοχείο, φώναξα στη μητέρα μου θριαμβευτικά: “Έπαιξα στο σινεμά!”. Ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ζωής μου, σε ηλικία εννέα, μόλις, ετών. Τελικά, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω τη σκηνή.  Κόπηκε στο μοντάζ…

Την επομένη, ανακατεύτηκα με το πλήθος, που περιέβαλε τους πρωταγωνιστές στην περίφημη σκηνή, όπου ο Νίκος Ρίζος πετάει τραπέζια και καθίσματα στη θάλασσα φωνάζοντας: “Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες!”. Σήμερα, 58 χρόνια αργότερα, προσπάθησα κατ επανάληψη να εντοπίσω τον εαυτό μου, παγώνοντας το συγκεκριμένο σημείο στο DVD. Ακόμη δεν το έχω καταφέρει.

Κατά τα άλλα, το πρόγραμμα της ημέρας ήταν σταθερό. Περιλάμβανε μαθήματα γαλλικών αμέσως μετά το πρόγευμα (η πιο επαχθής στιγμή), μπάνιο στην πλαζ, μεσημεριανή κατάκλιση (συνήθως την κοπανούσαμε από το δωμάτιο εν αγνοία των μεγάλων και παίζαμε επιτραπέζια στο σαλόνι του ξενοδοχείου), ποδόσφαιρο δίπλα στο ρέμα το απόγευμα, ομαδική προσέλευση στους δυο υπαίθριους κινηματογράφους (Αττική και Ράδιον) το βράδυ, σταυροπόδι στα χαλίκια οσάκις είχε κόσμο. Το ρεπερτόριο περιλάμβανε επιμορφωτικές ταινίες, όπως Ο Γολγοθάς μιας ορφανής, Το Νησί των Γενναίων, Ο λουστράκος κ.ο.κ.. Εναλλακτικά, προσφερόταν πιο πέρα και παράσταση Καραγκιόζη σε μια αυτοσχέδια εγκατάσταση, με έντονη την τσίκνα από τα σουβλάκια και το ψητό καλαμπόκι, προερχόμενη από τον προαύλιο χώρο. Κάποτε, έφτασε στα Καμένα Βούρλα και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο Γαλήνη. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειές μας, δεν καταφέραμε να τον δούμε, έστω και από μακριά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

“Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες”

Στις πλαγιές του Καλλίδρομου και της Κνημίδας, τα Καμένα Βούρλα οφείλουν την ονομασία τους στο ακόλουθο περιστατικό: αρχικά, ήταν γνωστά ως «Παλιοχώρι». Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, στο πλαίσιο μιας τουρκικής επιδρομής, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση, αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα (η περιοχή ήταν ελώδης). Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα». Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» συναντάται στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α΄ στις 29 Αυγούστου 1912,Περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος”.

Οι ιαματικές πηγές έγιναν γνωστές περί το 1926. Ο χημικός Μιχαήλ Περτέσης ανακάλυψε, τότε, τις ευεργετικές, για τον άνθρωπο, θεραπευτικές ιδιότητες των πηγών της ευρυτερης περιοχής (Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα, Υπάτη). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως η περιεκτικότητα των υδάτων σε ραδόνιο ήταν μοναδική και ανώτερη των περισσοτέρων αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι ιαματικές πηγές δημιουργήθηκαν από τις γεωλογικές μεταβολές του Μαλιακού Κόλπου και του ορεινού όγκου Καλλιδρόμου – Κνημίδος, και έγιναν γνωστές λόγω της σπάνιας σύστασής τους σε φυσικά μέταλλα, άλατα και ραδόνιο. Αναβλύζουν στους πρόποδες του βουνού Κνημίς, ανατολικής απόληξης του Καλλιδρόμου, και έχουν διαφορετική θερμοκρασία και ραδιενέργεια. Υπάρχουν οι ραδιενεργές πηγές, μια υδρόθειο-χλωρονατριούχος, μια άλλη σιδηρούχος, τέλος, η καλλυντική πηγή της Αφροδίτης, που περιέχει καλλοειδές θείον. Η θερμοκρασία των πηγών είναι 35 – 36οC και τα νερά τους ενδείκνυνται για πολλές και διάφορες παθήσεις.

Άποψη των Καμένων Βούρλων το 1930.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30,ξεκίνησε η αξιοποίηση των πηγών με την κατασκευή σύγχρονων, για την εποχή, πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων που, εκτός απο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ιαματικά λουτρά, προσέφεραν ξενοιαστες και ξεκούραστες διακοπές στους παραθεριστές. Σταδιακά, τα Καμένα Βούρλα απέκτησαν μεγάλη φήμη, προσελκύοντας επώνυμους και ανώνυμους. Μεταπολεμικά, ειδικότερα δε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, υπήρξαν προνομιακός τόπος προορισμού των Αθηναίων (και όχι μόνο) για τους θερινούς μήνες.

Ανέγερση των λουτρικών εγκαταστάσεων το 1938.
Γενική άποψη της λουτρόπολης από το όρος Καλλίδρομο, το 1940. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το υδροθεραπευτήριο και στο βάθος, τα ξενοδοχεία Θρόνιον και Ράδιον
Θέα από τη θάλασσα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Διακρίνονται το ξενοδοχείο Ράδιον και στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας το ομώνυμο εστιατόριο (κατεδαφίστηκε την ίδια περίπου εποχή).
Η συνοικία Αττική, στο ΝΑ άκρο του οικισμού.
Μπροστά από το υδροθεραπευτήριο Ασκληπιός.
Η είσοδος από την πλευρά της Αθήνας.
Η κεντρική αρτηρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.
Η ακτή του ΕΟΤ. Στο βάθος, διακρίνεται το τρεχαντήρι Χαράλαμπος, το οποίο απέπλεε καθημερινά με προορισμό την Αιδηψό. Ο διάπλους του Ευβοϊκού διαρκούσε, τότε, περί τις τρείς ώρες!
Το ξενοδοχείο Ράδιον, σήμα κατατεθέν της λουτρόπολης.
Στον περίβολο του ξενοδοχείου Γαλήνη.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα Φλοίσβος, στην έξοδο του οικισμού προς τη Λαμία.
Το ξενοδοχείο Αργώ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Καμένα Βούρλα (1961 – 1962)

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο βασιληάς Idris της Λιβύης, στη Γαλήνη.
O Δημήτρης Μητροπάνος, νέος τραγουδιστής με τους Idols, το καλοκαίρι του 1965 στο κέντρο Corfu. Δίπλα του διακρίνεται ο Ντέμης Ρούσσος.
Η Ρένα Παγκράτη στα Καμένα  Βούρλα.
Το μνημείο του Λεωνίδα, στις γειτονικές Θερμοπύλες.
Το Μοτέλ Λεβέντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Mitsis Galini Wellness Spa & Resort. Η εξέλιξη του ξενοδοχείου Γαλήνη, σήμερα.

Το υδροθεραπευτήριο (επάνω) και το ξενοδοχείο Ράδιον (κάτω), σήμερα. Σπαρακτικά κατάλοιπα μιας νοσταλγικής εποχής, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

TimeTravel – Παλιά Λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων


 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου: Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

9 Αυγούστου 1974: Η παραίτηση του Richard Nixon από το προεδρικό αξίωμα

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

Το εκπληκτικό με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ είναι ότι μια μάλλον συνηθισμένη και «μπανάλ» υπόθεση πολιτικής κατασκοπείας οδήγησε στην πτώση ενός από τους πιο ισχυρούς προέδρους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες: Πρώτον, λόγω της μακρόσυρτης εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών στην πολιτική ηγεσία τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στην αμερικανική κοινωνία όσον αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας. Δεύτερον, με το Ουότεργκεϊτ βγήκαν στη φόρα σοβαρότερες καταχρήσεις εξουσίας στελεχών του Λευκού Οίκου, που είχαν προκύψει μέσα στο νοσηρό κλίμα των διαρροών στον Τύπο από αξιωματούχους που διαφωνούσαν με τη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη σύλληψη στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε ανδρών, που είχαν διαρρήξει τα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα) στο εντυπωσιακό κτιριακό σύμπλεγμα Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με σκοπό να βάλουν κοριούς και να συλλέξουν άλλες πληροφορίες. Επικεφαλής των πέντε ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Νίξον.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι η αστυνομία βρήκε επάνω στους πέντε στοιχεία που τους συνέδεαν με τους Γκόρντον Λίντι και Χάουαρτντ Χαντ, στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στον Λευκό Οίκο οι Λίντι και Χαντ είχαν εμπλακεί σε σοβαρές καταχρήσεις εξουσίας υπό τις εντολές μερικών από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου Νίξον.

Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ (δεξιά) και Καρλ Μπέρνστιν (εδώ στο γραφείο τους στην εφημερίδα Washington Post, τον Μάιο του 1973) τιμήθηκαν για την αποκάλυψη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ με το βραβείο Πούλιτζερ (ASSOCIATED PRESS).

Η «μονάδα υδραυλικών» του Λευκού Οίκου

Οι καταχρήσεις εξουσίας από στελέχη του Λευκού Οίκου προέκυψαν από την άρνηση του διευθυντή του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ να συνεχίσει παράνομες πρακτικές του παρελθόντος ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα και σε άλλους αντιφρονούντες. Το 1970, ο Χούβερ δήλωσε σε διυπηρεσιακή επιτροπή: «Για πολλά χρόνια ενέκρινα το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά όχι τώρα. Γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο και είναι πιθανό να μας ανακαλύψουν. […] Δεν εναντιώνομαι στο να συνεχίσουμε τις διαρρήξεις και το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αρκεί κάποιος ανώτερος από εμένα να τις εγκρίνει. […] Δεν αναλαμβάνω πλέον ο ίδιος την ευθύνη, αν και το έκανα για πολλά χρόνια».

Το κρίσιμο βήμα για την άμεση εμπλοκή του Λευκού Οίκου σε παράνομες δραστηριότητες, μετά την άρνηση του Χούβερ να τις αναλάβει ο ίδιος, έγινε ύστερα από τη μαζική διαρροή στους New York Times τον Ιούνιο του 1971 των λεγόμενων «Εγγράφων του Πενταγώνου», μιας μεγάλης μελέτης του υπουργείου Αμυνας για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που περιείχε χιλιάδες απόρρητα έγγραφα. Ο Νίξον διέταξε τη δημιουργία άτυπης «μονάδας υδραυλικών» στο επιτελείο του Λευκού Οίκου με σκοπό την καταπολέμηση των διαρροών απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, με επικεφαλής τους Λίντι και Χαντ. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν, με εντολή του συμβούλου Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Νίξον, να διαρρήξουν το γραφείο του ψυχιάτρου του πρώην αξιωματούχου που είχε διαρρεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου», ελπίζοντας να βρουν στοιχεία για τον δημόσιο κλονισμό της αξιοπιστίας του.

Επομένως, η σύλληψη των Λίντι και Χαντ λόγω της διάρρηξης από τους πέντε συνεργάτες τους στο Ουότεργκεϊτ απειλούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτής της προγενέστερης παράνομης ενέργειας, στην οποία εμπλεκόταν ένας ιδιαίτερα στενός σύμβουλος του Νίξον.

Ως εκ τούτου, ο Νίξον, ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν και ο συνήγορος του προέδρου Τζον Ντιν προσπάθησαν να περιορίσουν τη ζημιά συγκαλύπτοντας την πλευρά του εγκλήματος που αφορούσε τους ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ και άλλα ηγετικά στελέχη της προεκλογικής οργάνωσης. Αλλωστε, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συγκάλυψη, καθώς η αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών θα οδηγούσε τις διωκτικές αρχές στις προγενέστερες παρανομίες της «μονάδας των υδραυλικών» μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Οι πολιτικά φυσιολογικές ενέργειες συγκάλυψης όμως συνιστούσαν ποινικά κολάσιμα αδικήματα –εξαγορά μαρτύρων, παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης– που αποτέλεσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της προεδρίας Νίξον.

Το κτίριο Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον (ASSOCIATED PRESS).

Η δημοσιογραφική έρευνα και το «βαθύ λαρύγγι»

Με την παροχή πλουσιοπάροχης χρηματικής υποστήριξης στους επτά κατηγορουμένους από το μυστικό κονδύλιο για το Ουότεργκεϊτ που έστησε ο Νίξον και οι συνεργάτες του, το σκάνδαλο καταλάγιασε μερικές εβδομάδες μετά τη σύλληψη των διαρρηκτών. Παρέμεινε ωστόσο στην επικαιρότητα στις σελίδες της Washington Post λόγω του ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, με τον πρώτο να καθοδηγείται από έναν αξιωματούχο τον οποίο στο βιβλίο τους «All the President’s Men» ονόμασε «βαθύ λαρύγγι». Ο αξιωματούχος αυτός οδήγησε τους δύο δημοσιογράφους σε έρευνες για την αποκάλυψη των πηγών του μυστικού κονδυλίου για το Ουότεργκεϊτ («Follow the money»).

Για δεκαετίες η ταυτότητα του «βαθιού λαρυγγιού» παρέμεινε μυστική, καθώς ο Γούντγουορντ αρνήθηκε να την αποκαλύψει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Πολλοί πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές αφιέρωσαν χρόνια σε άκαρπες προσπάθειες να λύσουν τον γρίφο. Το 2005, ο Μαρκ Φελτ, υποδιοικητής του FBI το διάστημα 1972-1973, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν το «βαθύ λαρύγγι». Οταν πέθανε ο θρυλικός διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, τον Μάιο 1972, έπειτα από περίπου μισό αιώνα στο πόστο αυτό, οι ανώτεροι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Φελτ, ήλπιζαν ένας τους να τον αντικαταστήσει. Αντ’ αυτών, ο Νίξον διόρισε ως νέο διοικητή του FBI τον Πάτρικ Γκρέι, που δεν προερχόταν από το FBI, προκαλώντας την μήνιν του Μαρκ Φελτ.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν είχε ενημερώσει τον Νίξον στις 19 Οκτωβρίου 1972 ότι ο Μαρκ Φελτ διέρρεε πληροφορίες στον Τύπο. Ο Νίξον δεν τόλμησε να κινηθεί ενάντια στον Φελτ, φοβούμενος μην προβεί σε χειρότερες αποκαλύψεις.

Το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ απέκτησε απότομα νέα δυναμική τον Απρίλιο 1973, όταν οι προσπάθειες συγκάλυψης των ηθικών αυτουργών της διάρρηξης κατέρρευσαν. Ο Τύπος και το Κογκρέσο στράφηκαν στη συνέχεια στην ίδια τη συγκάλυψη, που ενέπλεκε άμεσα κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου. Στις 30 Απριλίου, ο Νίξον αναγκάσθηκε να απολύσει τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν, τον σύμβουλο Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν και τον συνήγορό του Τζον Ντιν.

Αριστερά: Ο συνήγορος του προέδρου Νίξον, Τζον Ντιν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS). Δεξιά: Ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS).

 Ο Νίξον αρνείται να δώσει τις μαγνητοταινίες

Ακολούθησε η διαφοροποίηση του Τζον Ντιν από τους υπόλοιπους εμπλεκομένους στη συγκάλυψη. Ο Ντιν είχε βάσιμες υποψίες ότι οι υπόλοιποι θα επιδίωκαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη για τη συγκάλυψη. Για να μην καταλήξει αποδιοπομπαίος τράγος, αποφάσισε να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη και την εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, ο Ντιν κατέθεσε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 1973 ότι είχε κατ’ επανάληψιν συζητήσει με τον Νίξον τις μεθόδους της συγκάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης ενός από τα δύο πρώην στελέχη της «μονάδας των υδραυλικών» που είχαν οργανώσει τη διάρρηξη (εξαγορά μαρτύρων).

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε την κατηγορία, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του. Αν και βαριά τραυματισμένος από τις αποκαλύψεις και τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά των πρώην συνεργατών του, ο Νίξον είχε κάποιες ελπίδες να διασώσει την προεδρία του έστω και αποδυναμωμένη, εφόσον δεν προέκυπτε κάποιο ακλόνητο στοιχείο, πέρα από την κατάθεση του Ντιν, που να τον ενοχοποιεί ποινικά.

Τον Ιούλιο του 1973, ένας άλλος συνεργάτης του Νίξον ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του στα γραφεία του. «Ηλπιζα να μου κάνατε αυτή την ερώτηση», απάντησε ο αξιωματούχος και αποκάλυψε ότι όντως ο Νίξον, από τις αρχές του 1971, μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες στα γραφεία του. Επομένως, υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν ο Ντιν είχε πει την αλήθεια για τις συνομιλίες του με τον Νίξον για τη συγκάλυψη. Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει τις μαγνητοταινίες των σχετικών συνομιλιών επικαλούμενος το απόρρητό τους, το ζήτημα κατέληξε για το επόμενο δωδεκάμηνο στη δικαιοσύνη. Τώρα, η υπόθεση θα λάμβανε δραματική τροπή.

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Καθημερινή – έντυπη έκδοση

Βασίλης Βουγιούκας: Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Βασίλης Βουγιούκας

Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί η, εν συντομία, περιγραφή της περιόδου από την απελευθέρωση της Χίου από τους Γερμανούς έως και την ολιγοήμερη εμφύλια σύγκρουση το 1948, μέσω της ανασκόπησης των γεγονότων – σταθμών και της πορείας της τοπικής Αριστεράς με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που τη διαχωρίζουν από τα υπόλοιπα παραδείγματα του Ελλαδικού χώρου, λόγω της στάσης της ηγεσίας του τοπικού εαμικού κινήματος που επιμένει σε μια γραμμή συμφιλίωσης μέχρι και τις αρχές του 1948.

Η Χίος γεωγραφικά χωρίζεται σε τρείς ζώνες. Κεντρικά, με τοποθέτηση προς τα παράλια της Μικράς Ασίας, βρίσκεται η Χώρα, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Κοντά στη Χώρα βρίσκεται ο Κάμπος όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια εσπεριδοειδών.

Η νότια Χίος χαρακτηρίζεται από ομαλό τοπίο με λόφους ή χαμηλά βουνά και μικρές πεδιάδες, όπου ευδοκιμεί ο ήμερος σκίνος από τον οποίο παράγεται η μαστίχα[1].

Στο βόρειο τμήμα του νησιού ξεκινούν οι μεγάλες οροσειρές με άγονο και τραχύ έδαφος. Τα Βορειόχωρα διαχρονικά παρουσιάζουν μικρές πληθυσμιακές συγκεντρώσεις, κυρίως ποιμένων, με εξαίρεση την κωμόπολη των Καρδαμύλων που αριθμούσε περί τους 7.500 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα, ναυτικούς ως επί το πλείστον, που δημιουργούσαν μία οικονομία βασισμένη στην εισροή συναλλάγματος[2].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ αναφορικά με τις πολιτικές επιρροές στον εκλογικό χάρτη της Χίου, από την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ελλάδας μέχρι και τη δικτατορία του Μεταξά. Σε αυτά τα στοιχεία, και στις περισσότερες εκ των αναμετρήσεων επικρατούσαν υποψήφιοι που προέρχονταν από τον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων[3].

Ο χώρος της Νότιας Χίου εμφάνιζε διαχρονικά τις πλέον συντηρητικές επιλογές ψήφου. Στον ίδιο αυτό γεωγραφικό χώρο εμφανίστηκαν στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 και οι πρώτες ψήφοι προς υποψηφίους της Αριστεράς από τους μικροκαλλιεργητές και τους εργάτες γης που απασχολούνταν στην παραγωγή εσπεριδοειδών και μαστίχας. Τα Καρδάμυλα, επίσης, λόγω του ναυτεργατικού στοιχείου και το εκλογικό τμήμα της Χώρας, όπου βρίσκονταν προσφυγικοί συνοικισμοί, έδιναν ψήφους στον εκάστοτε Αριστερό υποψήφιο[4].

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η δημιουργία των αντιστασιακών οργανώσεων, η συνένωσή τους και η ένταξή τους στο ΕΑΜ δημιούργησαν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για να αποκτήσει η οργάνωση τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή σε ένα ευρύ φάσμα της Χιώτικης κοινωνίας.

Χίος,1943: Από αριστερά πάνω. Ξενοφών Περδίκης, Μάρω Κατσόγιαννου και ο φιλόλογος Μιχάλης Βατάκης που εκτελέσθηκε στις 20.8.1948 που με τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ εξέδιδαν τον παράνομο τύπο, αρχείο Βύρωνα Κατσόγιαννου

Οι δράσεις κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους διενεργούνταν εντός συγκεκριμένου πλαισίου με κατευθυντήριες γραμμές από το συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πολλές φορές σε συνεργασία με απεσταλμένους αξιωματικούς και κυρίως τον Ιάσωνα Καλαμπόκα και αφορούσαν σε οργανώσεις δολιοφθορών, φυγαδεύσεις σημαντικών προσώπων, αναγνωρίσεις θέσεων και δυνατοτήτων των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς και μεμονωμένες εκτελέσεις συνεργατών[5]. Ευτύχημα για τη Χίο αποτέλεσε η μη ύπαρξη Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η ημέρα της απελευθέρωσης βρήκε τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ να έχουν ήδη αναπτύξει, διαρθρώσει και εδραιώσει τις δομές της οργάνωσης στη Χιώτικη κοινωνία ούτως ώστε η μετάβαση της εξουσίας να γίνει με απόλυτα ειρηνικό τρόπο και με πρωταρχικό στόχο την ταχύτερη δυνατή επιστροφή στην προπολεμική κανονικότητα[6]. Η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου είχε ήδη σχέδιο άσκησης εξουσίας. Κατέβαλε δε δια των οργανώσεων και των στελεχών, κάθε δυνατή προσπάθεια για την επανεκκίνηση της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας στην κατεύθυνση της αποκατάστασης των ρυθμών της ζωής στο νησί. Γίνονταν δε προσπάθειες να ενεργοποιηθούν, συλλογικά, όλες ανεξαιρέτως, κατά το μέτρο του δυνατού, οι πληθυσμιακές ομάδες χωρίς ταξικούς, πολιτικούς ή άλλου είδους αποκλεισμούς[7].

Ελευθέρα Χίος Σεπτέμβρης 1944 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για λίγο καιρό από τους υπεύθυνους έκδοσης εντύπων που συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής, όμως σε αυτή τη φάση αποδίδει το κλίμα που επικρατεί κατά την απελευθέρωση και κατά την υποδοχή του Γενικού Διοικητή.

Η τάξη και η ηρεμία που επικράτησαν κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού ήταν παροιμιώδεις, κάτι στο οποίο η Αριστερά είχε δώσει ιδιαίτερο βάρος, περιφρουρώντας τις εκδηλώσεις και προσπαθώντας να μην υπάρξουν φαινόμενα αντεκδίκησης και μίσους προς τα προδοτικά στοιχεία[8].

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση έφτασε στο νησί ο απεσταλμένος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Γενικός Διοικητής Νήσων Αιγαίου Γεώργιος Μπουρδάρας, στον οποίο η τοπική Αριστερά παρέδωσε άμεσα την εξουσία, καθώς τα ηγετικά στελέχη της ήταν ταγμένα στην επίτευξη της συνεργασίας, μιας και θεωρούσαν τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης ως εκείνη την αρχή, που θα εργαζόταν στην κατεύθυνση της επαναφοράς της ζωής στους αρχικούς ρυθμούς, της τιμωρίας των συνεργατών των γερμανών, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας, της επίλυσης των ζητημάτων της εκπαίδευσης, του επισιτισμού κ.λπ., με απώτερο σκοπό να φτάσει η χώρα στις εκλογές που προβλέπονταν και οι οποίες θα ανεδείκνυαν μια εξουσία που θα εκπορευόταν από το Λαό. Ο Γενικός Διοικητής, γνωρίζοντας και το προσωρινό της θέσεώς του, απέφευγε να λάβει δραστικά μέτρα, αρκούμενος στην αποποίηση των ευθυνών που ήταν συνεπακόλουθες της θέσεώς του, μεταθέτοντας τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην κυβέρνηση Καΐρου[9].

Χίος, γενική άποψη του λιμένα.

Στις 18 Νοεμβρίου έφτασε στο νησί ο Σ. Σταματιάδης για να αντικαταστήσει τον εαμίτη Νομάρχη Χίου, Νίκο Κουράση, που συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντά του με εντολή του Γενικού Διοικητή. Το ΕΑΜ δια των εντύπων του καλωσόριζε τον εκάστοτε απεσταλμένο, κάτι που αποτελούσε πάγια τακτική, μιας και επιζητούσε την καλύτερη δυνατή συνεργασία με τις αρχές. Ο Νομάρχης μάλιστα παραχώρησε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, σε αρθρογράφο της εφημερίδας Εμπρός, επισήμου οργάνου του ΚΚΕ Χίου, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωνε αλληλέγγυος σε συνεργασία του τοπικού ΕΑΜ με τη νομαρχία και το ΕΑΜ Μυτιλήνης για την ανταλλαγή αγαθών και προϊόντων[10].

Το μήνα Δεκέμβριο του 1944 άρχισαν να φτάνουν στη Χίο οι πρώτες ειδήσεις από τα γεγονότα των Αθηνών, κάτι που προκάλεσε αίσθηση και ένταση στο νησί. Οι οργανώσεις της Αριστεράς διοργάνωναν καθημερινά απεργίες και συλλαλητήρια για να δηλώσουν την συμπαράστασή τους στον δοκιμαζόμενο λαό της Αθήνας, ενώ παράλληλα τηρούσαν στάση αναμονής, σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσουν τα νέα περιβάλλοντα που δημιουργούνταν. Τα στελέχη των εαμικών οργανώσεων περιφρουρούσαν τις εκδηλώσεις, παρά τις προκλήσεις των σωμάτων ασφαλείας που επιχειρούσαν τη δημιουργία κλίματος έντασης[11].

ΕΜΠΡΟΣ, Όργανο Περιφερειακής Επιτροπής Χίου (ΚΚΕ) αναδημοσιεύονται ειδήσεις από την Αθήνα του Δεκέμβρη του 1944 που αποτελούν προάγγελο των συγκρούσεων και δίνουν μια πρώτη γεύση της στάσης που θα ακολουθήσει η τοπική ηγεσία του ΕΑΜ.

Στην αντίπερα όχθη, κύκλοι αντιεαμικών παρατάξεων άδραξαν την ευκαιρία να εμφανιστούν ως εγγυητές της σταθερότητας, της ομαλότητας και της ειρήνης. Άρθρο της εφημερίδας Η Πρόοδος[12], εφημερίδας που κυκλοφορούσε αδιαλείπτως την περίοδο της Κατοχής εξυμνώντας συχνά σε δημοσιεύματά της τους Γερμανούς, έγραφε ότι η πλειονότητα του Χιακού λαού αποδοκιμάζει τον Εμφύλιο και την ανταρσία του ΕΛΑΣ και το μόνο που μένει είναι η επισημότερη και έμπρακτη επιβεβαίωση της αποδοκιμασίας αυτής. Οι προτροπές αυτού του είδους εγκυμονούσαν τον κίνδυνο επέκτασης των επεισοδίων και στη Χίο[13].

Στα τέλη Δεκεμβρίου έγινε γνωστό ότι στο νησί τελούσαν υπό κράτηση οι εαμίτες ηγέτες της Σάμου, Ζαΐμης και Σοφούλης. Η Αριστερά με πολυμελή αντιπροσωπεία αντέδρασε επιδίδοντας ψήφισμα διαμαρτυρίας στον βρετανό ταξίαρχο στη Χίο, στον Μητροπολίτη Ιωακείμ Στρουμπή και στο Νομάρχη. Οι αρχές, πλην του Μητροπολίτη που είχε εκφραστεί ανοικτά υπέρ του ΕΑΜ, κρατούσαν μάλλον επιφυλακτική στάση και απέφυγαν να πάρουν σαφή θέση[14].

Τον Ιανουάριο του 1945 δημιουργήθηκε στο νησί από τους Σπανούδη και Πυργάρη η Εθνική Οργάνωση Χίου. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα κέντρο ιδεολογικής κατεύθυνσης και λιγότερο σαν ένας οργανωτικός μηχανισμός πρακτικής εφαρμογής. Το ΚΚΕ Χίου δια των εντύπων του προχώρησε σε δημοσίευση ανακοίνωσης όπου κατήγγελλε την ΕΟΧ για την δράση της και για τους σκοπούς της[15].

Στα μέσα Φεβρουαρίου, και ενώ στην Αθήνα γίνονταν συνομιλίες για την κατάρτιση της συμφωνίας της Βάρκιζας, ο Νομάρχης Χίου έπαψε την εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Χίου και στη θέση της διόρισε συνδικαλιστές της προτίμησής του[16].

Προς το τέλος του ίδιου μήνα, ο Γενικός Διοικητής αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Πλαστήρα, που διόρισε στη θέση αυτή τον Παντελή Ροζάκη. Με την άφιξή του στο νησί δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι στα πλαίσια της συμφωνίας ΕΑΜ-Κυβέρνησης επρόκειτο να τεθεί τέρμα στις ανωμαλίες του παρελθόντος[17]. Παρά τις διαβεβαιώσεις Ροζάκη, ο Γραμματέας του ΕΑΜ Αιγαίου συνελήφθη και τα γραφεία του ΕΑΜ επιτάχθηκαν. Οι πράξεις αυτές δεν συνέβαλαν στην ομαλή μετακατοχική πορεία του νησιού, αντιθέτως δημιουργούσαν κλίμα πόλωσης[18].

Τις επόμενες μέρες, δημοσιεύματα του «εθνικόφρονα» Τύπου ανέφεραν την ανεύρεση κρυμμένων όπλων που δεν είχαν παραδοθεί όπως προέβλεπε η συμφωνία της Βάρκιζας. Με αυτό το πρόσχημα ξεκίνησε μια σειρά συλλήψεων. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου ‘45 συνελήφθησαν ηγετικά Εαμικά στελέχη (Κουβελάς, Κατσόγιαννος, Ευαγγελινός και Ψωράκης) χωρίς κάποια κατηγορία, έχοντας ως προφανή σκοπό τον αποκεφαλισμό του κινήματος[19].

Ακολούθησαν συλλαλητήρια με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου που ζητούσε τη δίκαιη μεταχείριση των κρατουμένων την άμεση αποφυλάκισή τους. Το ΕΑΜ βλέποντας την ευρεία συμμετοχή του κόσμου, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και αρκετοί που δεν συμφωνούσαν ιδεολογικά με το ΕΑΜ, προέτασσε χείρα συμφιλίωσης απευθυνόμενο σε όλους τους πολιτικούς χώρους του νησιού[20].

Το μήνα Μάιο άρχισαν να φτάνουν στο νησί οι πρώτοι «μεσανατολίτες[21]» από τα στρατόπεδα κράτησης, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση και δυναμική στο κίνημα. Τάραξε επίσης όλους τους αντιεαμικούς κύκλους που έβλεπαν τις ισορροπίες να αλλάζουν εις βάρος τους[22].

Στις 8 Ιουνίου 1945, άγνωστοι εισέβαλλαν στα γραφεία του ΕΑΜ Χίου διαπράττοντας καταστροφές και βανδαλισμούς χωρίς οι αρχές να κάνουν το παραμικρό για την προστασία του χώρου. Ο στόχος δεν ήταν η καταστροφή των γραφείων αλλά η δημιουργία κλίματος έντασης ώστε να σχηματιστούν επιτροπές διαμαρτυρίας οι οποίες αργότερα θα κατηγορούνταν για στάση, όπερ και εγένετω, δίνοντας αφορμή για συλλήψεις στις τοπικές αρχές[23].

Μέσα Σεπτέμβρη και τα αποτελέσματα αρχαιρεσιών διάφορων εργατικών σωματείων φανέρωναν τη συντριπτική πλειοψηφία που είχαν οι εκπρόσωποι του ΕΡΓ.Α.Σ[24].

Τον ίδιο μήνα δημοσιεύτηκε η είδηση των καταθέσεων των αξιωματικών του στρατηγείου Μ. Ανατολής Τσιγάντε (30/8/1945) και Παλιατσάρα (18/3/1945) που στην ουσία απενοχοποιούσαν τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ για τις μεμονωμένες εκτελέσεις που έγιναν στο νησί με εντολή της κυβέρνησης Μέσης Ανατολής. Το ζήτημα αποτελούσε μόνιμο πεδίο τριβής και πολλά στελέχη της τοπικής Αριστεράς διώκονταν από τις αρχές με αυτό το πρόσχημα. Οι δύο αξιωματικοί κατέθεσαν ότι το στρατηγείο έκρινε απαραίτητη τη συνεργασία του Ιάσονα Καλαμπόκα με το ΕΑΜ Χίου για την ευόδωση της αποστολής του, ότι οι συνεργάτες των Γερμανών δυσχέραιναν το έργο της συμμαχικής αποστολής και γι’ αυτόν τον λόγο εκτελέστηκαν, πάλι με διαταγή του στρατηγείου.[25].

Ιάσων Καλαμπόκας, ο έφεδρος αξιωματικός από την Αρκαδία, ήρωας της αντίστασης, που εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944, λίγες μόλις ημέρες πριν από την απελευθέρωση του νησιού. Δεξιά, ο αδριάντας του στην πόλη της Χίου.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η αριστερά δέχεται επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Βούλγαρη διακήρυττε, με αρωγό τις ξένες δυνάμεις, ότι η χώρα είναι έτοιμη για ελεύθερες εκλογές και ότι όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχία αυτών ήταν πια εκπληρωμένες[26].

Το Νοέμβριο, μήνα της κυβερνητικής αλλαγής, οι κατηγορούμενοι για στάση από την 10η/6/1945 έχουν αρχίσει ν’ αποφυλακίζονται. Στις 10 του ιδίου μήνα αποφυλακίζεται ο διατελέσας δήμαρχος Χίου κατά την απελευθέρωση, Απόστολος Αμύγδαλος[27].

Τον ίδιο μήνα φτάνει στο νησί ο Hector MacNeil, υφυπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας. Με άρθρα τους οι εφημερίδες του εαμικού συνασπισμού επισημαίνουν τις πολλές παραφωνίες και ανακολουθίες που παρουσιάζονται στην εκτέλεση του προγράμματος της κυβέρνησης Κανελλόπουλου.

Μια συμπλοκή λαμβάνει χώρα, σ’ ένα καφενείο, στο Κάστρο της Χίου, το βράδυ της Τρίτης 20 Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του καφενείου που αμύνθηκαν σε επίθεση «αγνώστων» να συλληφθούν. Ήταν η πρώτη σοβαρή εκδήλωση ενάντια στην ησυχία του νησιού με στόχο την κάμψη του φρονήματος των επαναπατρισθέντων «μεσανατολιτών»[28].

Το 1946 ξεκίνησε με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Το σοβαρότερο από τη σειρά τέτοιων γεγονότων ξεκίνησε στον προσφυγικό συνοικισμό του Βαρβασίου στις 13 Ιανουαρίου 1946. Οι χωροφύλακες Ζορμπάς, Παντελίδης και Πατσέλης, οι οποίοι εμπλέκονταν στα περισσότερα επεισόδια κατά της Αριστεράς, επιτέθηκαν σε ομάδα πολιτών που τραγουδούσε «δημοκρατικά αντιφασιστικά τραγούδια». Όταν οι συλληφθέντες ζήτησαν να μάθουν το λόγο της προσαγωγής τους οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Κάτοικοι του συνοικισμού κινήθηκαν εναντίον τους με φωνές και γιουχαρίσματα[29].

Ο προσφυγικός αυτός συνοικισμός στην πρωτεύουσα του νησιού, ήταν εστία ζυμώσεων και έντασης, λόγω του μεγάλου αριθμού επαναπατρισθέντων μεσανατολιτών και της Αριστερής πλειοψηφίας των κατοίκων του.

Στις 17 Ιανουαρίου η βία της Χωροφυλακής, που όλες αυτές τις μέρες κλιμακωνόταν, κορυφώθηκε. Το πρώτο αίμα αθώων πολιτών χύθηκε στη Χίο με δράστη το χωροφύλακα Παντελίδη, ο οποίος πυροβόλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος και σκότωσε δύο νέους μόνο και μόνο γιατί τραγουδούσαν[30]. Η καταδίκη του γεγονότος υπήρξε ομόφωνη από όλες τις πλευρές και η προσέλευση του κόσμου στην κηδεία των θυμάτων αθρόα, όμως δεν έγινε κανένα ουσιαστικό βήμα προς την ομαλότητα στο νησί. Παρά την πληθώρα αυτοπτών μαρτύρων η διερεύνηση του συμβάντος καθυστερούσε με τις δικαστικές αρχές να κινούνται εξαιρετικά αργά και μάλλον αμήχανα.

Ο δράστης και οι λοιποί χωροφύλακες που ήταν μαζί του, αν και κρίθηκαν απολυτέοι, ποτέ δεν απολύθηκαν και συνέχισαν το τρομοκρατικό τους έργο. Η χωροφυλακή σε μία προσπάθεια να στρέψει αλλού την προσοχή έσπευδε να κατηγορήσει το ΕΑΜ ότι προετοιμάζει ταραχές[31].

Στις 25 Ιανουαρίου 1946 αντικαταστάθηκε ο Νομάρχης Σταματιάδης και τη θέση του πήρε ο Αλέξανδρος Κεντούρης. Το ΕΑΜ τον υποδέχθηκε με τα καθιερωμένα ευχολόγια. Σε δηλώσεις του, ο νέος Νομάρχης, υποστήριζε ότι θα σταθεί πάνω από κόμματα και πως φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την ισοπολιτεία στο νησί[32].

Την ίδια περίοδο δημοσιεύτηκε η απόφαση για αποχή του συνασπισμού κομμάτων του ΕΑΜ από τις εκλογές. Ανταποκριτής του Εμπρός από την Αθήνα ενημέρωνε το χιακό κοινό ότι «Ο Συνασπισμός του ΕΑΜ σε διακοίνωσή του τονίζει ότι η Κυβερνητική διαβεβαίωση για επαλήθευση των εκλογικών καταλόγων ύστερα από την οποία το ΕΑΜ διέκοψε την αποχή, δεν εξεπληρώθη. Ο Νόμος για την επαλήθευση δεν εδημοσιεύθη γιατί ο Αντιβασιλεύς παρά τις τροποποιήσεις τις οποίες εκβιαστικά πέτυχε αρνείται να τον υπογράψει, δίνοντας έτσι μια ολοφάνερη πρόσθετη απόδειξη της συνεργασίας του με τα μοναρχοφασιστικά κόμματα. Ακόμα η αστυνομία, η χωροφυλακή, τα επισιτιστικά γραφεία, το υπουργείο Εσωτερικών παρεμποδίζουν συστηματικά την εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους. Η τρομοκρατία δεν εμειώθη. Αντίθετα πήρε μεγαλύτερη έκταση και ένταση». Ο ανταποκριτής σημείωνε ότι η συμμετοχή θα κριθεί από το εάν θα πραγματοποιηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα συντελέσουν στη σύνταξη πραγματικά γνησίων καταλόγων και στη διεξαγωγή ελευθέρων, γνησίων και αδιάβλητων εκλογών[33]

Ακολούθησαν οι εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 που ήταν οι πρώτες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τη Γερμανική Κατοχή. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα καθώς είχαν προηγηθεί τα «Δεκεμβριανά», η συμφωνία της Βάρκιζας και ήδη είχαν δημιουργηθεί ένοπλοι πυρήνες διωκόμενων Αριστερών.

Οι εκλογές της 31ης Μαρτίου χαρακτηρίστηκαν από ένταση και πόλωση. Η αποχή στο νησί ήταν πολύ μεγάλη, συνέπεια όχι μόνο της στάσεως του ΕΑΜ άλλα και της ελλιπούς συμπλήρωσης των εκλογικών καταλόγων. Από τους πέντε αντιπροσώπους που έστελνε η Χίος στην ελληνική Βουλή εξελέγησαν, τρεις από την «Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων», ένας από την «Εθνική Πολιτική Ένωση» και ένας από το «Κόμμα των Φιλελευθέρων».

Σε αυτές τις εκλογές, με καταγεγραμμένο πληθυσμό 83.202, ψήφισαν συνολικά στη Χίο 10.932. Η Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων έλαβε 6.847 ψήφους (Καρούσος 5.581, Πολεμίδης 3.561 και Ζολώτας 2.068) ο συνδυασμός της Πολιτικής Ενώσεως 2.064 ψήφους (Ασπιώτης 978, Χανιώτης 698, Μπουρνιάς 655) και ο συνδυασμός του κόμματος Φιλελευθέρων 1.610 ψήφους (Ροζάκης 1.610). Εξελέγησαν οι Πολεμίδης Ζολώτας και Καρούσος από την πρώτη κατανομή και από τη δεύτερη οι Ασπιώτης και Ροζάκης.

Λίγο καιρό μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου ο Νομάρχης αντικαταστάθηκε εκ νέου και τη θέση του πήρε ο Αντώνιος Σβώκος. Η άφιξή του σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του, γνωστού για τα αντιεαμικά του φρονήματα, Παντελεήμονα Φωστείνη ως Μητροπολίτη Χίου υπήρξε καθοριστική στην πορεία της εξώθησης των εαμιτών στα άκρα καθώς οι πιέσεις προς τις οργανώσεις της Αριστεράς αύξαναν δραματικά.

Το Σεπτέμβριο του 1946 διεξήχθη το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, με το 55% των ψηφοφόρων στη Χίο να ζητά την επιστροφή του βασιλιά[34].

Παρά τα όσα ελάμβαναν χώρα εναντίον των Αριστερών οργανώσεων στη Χίο η Διακομματική του ΕΑΜ εξακολουθούσε να κάνει έκκληση για συμφιλίωση και επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη με κάθε μέσο. Έτσι, μετά και από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, ο Γραμματέας της οργάνωσης Ανδρέας Λοΐζος, μαζί με τον Σιδερή Κουβελά επισκέφθηκαν εκπροσώπους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του Λαϊκού Κόμματος και του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τόσο από τις διπλωματικές απαντήσεις που έλαβαν κατά την πρώτη αυτή επίσημη συνάντηση, όσο και από τη συνέχεια που δόθηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις, εύκολα διαπιστώνεται ευγενική απροθυμία για μια σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση των ανοικτών ζητημάτων που υπήρχαν στη Χίο[35].

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ηθικής και οικονομικής εξάντλησης των Εαμιτών ήταν οι αλλεπάλληλες μηνύσεις και δίκες. Ο πλέον πρόσφορος νόμος ήταν ο 5060 περί Τύπου, με τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις ποινές να αυστηροποιούνται ιδιαιτέρως μετά την υιοθέτηση του Γ’ ψηφίσματος. Συχνά οι δίκες αυτές αναβάλλονταν λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων κατηγορίας με συνεπακόλουθο την παρατεινόμενη κράτηση των κατηγορουμένων.

Στις 25 Αυγούστου ο Κώστας Παππάς, υπεύθυνος της εφημερίδας του ΕΑΜ Πρωτοπόρος συνελήφθη για πολλοστή φορά. Όμως η σύλληψή του ήταν ο προάγγελος μιας γενικότερης κινητοποίησης. Δύο μέρες μετά ο Πρωτοπόρος έγραφε «Χθες το βράδυ στην προκυμαία συνελήφθησαν από όργανα της ασφάλειας οι συν. Λοΐζος, Γιακουμής, Βατάκης. Κουβελάς, Μαύρος, Χαρτουλάρης και Μαγγανάς». Τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν αφετηρία γενικευμένων εκκαθαριστικών διώξεων Εαμικών στελεχών[36].

Στα τέλη Αυγούστου συνήλθε η Διακομματική του ΕΑΜ όπου αποφασίστηκε η τήρηση των γραμμών συμφιλίωσης και εκτόνωσης της κρίσης στο νησί καλώντας όλα τα μέλη της καθώς και τον απλό λαό να συστρατευθούν προς αυτή την κατεύθυνση, παρά την εντεινόμενη τρομοκρατία και την καταστροφή γραφείων του κινήματος στις Οινούσσες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1947 ανακοινώθηκε το σχέδιο «Λίμνες» στα πλαίσια της τρίτης ολομέλειας του ΚΚΕ. Το τοπικό όμως κίνημα παρέμενε πιστό στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου και συνέχιζε να προσπαθεί να επιτύχει συμφιλίωση στο νησί[37].

Όμως οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές και καθοριστικές για το ΕΑΜ Χίου. Στις 16 Οκτωβρίου, ο Πρωτοπόρος έγραφε: «Δικάζονται Στη Σύρα Οι Χιώτες Λαϊκοί Αγωνιστές.» Η παρατεταμένη φυλάκισή τους πυροδότησε ραγδαίες εξελίξεις οδηγώντας στη δημιουργία μιας νέας ηγετικής ομάδας, αποτελούμενης από τους, Βοριά, Ευαγγελινό και Μαυράκη που με την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Κανόνη, Γραμματέα του ΚΚΕ Αιγαίου, ανέλαβαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Γ’ Ολομέλειας στο νησί.

Και ενώ οι τρομοκρατικές ενέργειες συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, η εαμική πλευρά συνεχίζει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμφιλίωση σε τοπικό επίπεδο. Η νέα Διακομματική Επιτροπή του ΕΑΜ επισκέφθηκε στα τέλη Αυγούστου σημαίνοντα στελέχη των τριών κομμάτων που είχαν αξιόλογη λαϊκή στήριξη στη Χίο, από τους οποίους ζήτησε συνεργασία προκειμένου να μην εκτραχυνθεί η κατάσταση στο νησί[38].

Μνημείο αφιερωμένο στις οργανώσεις του ΕΑΜ στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Κυδιάντας από όπου ξεκίνησαν οι πρώτες πράξεις του ολιγοήμερου Εμφυλίου της Χίου. Φώτο Μάρκος Λοΐζος, αρχείο Βασίλη Βουγιούκα

Την επομένη των συναντήσεων δημοσιοποιήθηκαν οι διαπιστώσεις της εν είδη πολιτικού διαγγέλματος που, πλέον, φανέρωναν την αλλαγή γραμμής την οποία η νέα ηγετική ομάδα του ΕΑΜ υιοθετούσε. Χαρακτηριστικά το άρθρο του Πρωτοπόρου γράφει:

Ο εμφύλιος πόλεμος που οι αντιλαϊκές δυνάμεις οργάνωσαν για την εξόντωση του λαού, μετά την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική χρεοκοπία του μοναρχοφασισμού και τη σύγχυση που έχει επικρατήσει μεταξύ τους, τείνει να μεταφερθεί και στο Νησί μας.

 Οι οργανώσεις μας αντιμετωπίζουν το νέο τρομοκρατικό όργιο με κατανόηση των επιδιωκομένων σκοπών και με την ψυχραιμία και αυτοθυσία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Ολόκληρος ο Δημοκρατικός κόσμος του Νησιού μας αποδοκιμάζει τις ενέργειες αυτές (συλλήψεις-μπλόκα-τρομοκρατία), ξεχωρίζει με το ικανό πολιτικό του κριτήριο τους πραγματικά υπεύθυνους της δημιουργούμενης κατάστασης και είναι έτοιμος να θέσει φραγμό στα σχέδια αυτά που στρέφονται κατά της ησυχίας του τόπου.

[Η Διακομματική]:

Καλεί για μια ακόμη φορά τους πολιτικούς μας αντιπάλους να αντιληφθούν τις ευθύνες των απέναντι στο λαό και να κάνουν κάθε προσπάθεια για το σταμάτημα της σημερινής κατάστασης. Να ζητηθεί αμέσως η αποφυλάκιση των συλληφθέντων δημοκρατικών και να αποδοκιμαστούν οι σκηνοθετημένες εναντίων τους κατηγορίες. Να σταματήσει το όργιο της τρομοκρατίας κατά του δημοκρατικού λαού του Νησιού μας.

Καλεί ολόκληρο το δημοκρατικό λαό του Νησιού μας και τα δημοκρατικά του στελέχη […], να παρακολουθήσουν άγρυπνα την εξέλιξη της κατάστασης και να είναι έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν ματαιώνοντας κάθε αντιλαϊκό μέτρο και υψώνοντας ακόμη πιο ψηλά τη σημαία της συμφιλίωσης και της ησυχίας του τόπου μας. [39]

Οι εκκλήσεις του ΕΑΜ πέφτουν στο κενό. Την επόμενη μέρα δημοσιεύονται δηλώσεις του νομάρχη Αντώνη Σβώκου, που καθιστούν σαφείς τους προσανατολισμούς και τις στοχεύσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα διοίκησης. Ο νομάρχης απειλεί ανοιχτά τους ήδη διωκόμενους Εαμίτες που εξωθούνται στην ένοπλη αντίσταση δηλώνοντάς τους ότι «αν συμβή […] να αποφασίσουν τον δρόμον προς τα όρη, να φροντίσουν προηγουμένως να προμηθευτούν μερικάς δωδεκάδας των γνωστού είδους εσωρούχων και να έχουν πάντοτε υπ’ όψιν ότι έχει πολλάς χαράδρας και περιβρέχεται από θάλασσα η Χίος, διότι δεν σκεπτόμεθα να μολύνωμεν τα νεκροταφεία όπου κοιμώνται ήσυχοι οι τεθνεώτες εις αυτά Χίοι δια να τους φιλοξενήσωμεν»[40].

Οι Αριστεροί του νησιού είχαν να διαλέξουν μεταξύ της αναμονής για τη σύλληψή τους, της ανοχής απέναντι στη βία από τα όργανα των αρχών εις βάρος τους ή της ένοπλης εξέγερσης.

Η κατάσταση στο νησί είναι οριακή, η Αριστερά έχει υπερβεί κάθε όριο αντοχής και πίεσης που μπορούσε να ανεχτεί και μετά τις καταλυτικές αλλαγές στις οποίες οι διώξεις την έχουν ωθήσει, πλέον η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο αρθρογράφος της εθνικόφρονης εφημερίδας Πρόοδος, σχολιάζοντας την ανακοίνωση της διακομματικής του ΕΑΜ Χίου πιστεύει, ότι «το ΕΑΜ κάτι μαγειρεύει[41]» και εφιστά την προσοχή στις αρμόδιες αρχές.

Η οριστική και αμετάκλητη παύση της κυκλοφορίας των εαμικών εντύπων ήταν γεγονός. Μαζί μ’ αυτή και το τέλος κάθε νόμιμης λειτουργίας των τοπικών οργανώσεων στη Χίο.Ήταν επίσης και το τελικό έναυσμα για την έναρξη της εμφύλιας σύρραξης στη νήσο.

Τέλη του 1947 η εφημερίδα του ΕΑΜ Πρωτοπόρος θα τυπωθεί για ακόμη λίγο καιρό, σε πρόχειρο τυπογραφείο που είχε στηθεί σε υπόγεια δεξαμενή ύδρευσης στο Βροντάδο[42].

Η ένοπλη σύγκρουση άρχισε το Γενάρη του 1948 και διήρκησε περίπου τρεις μήνες. Η έλλειψη γνώσεων στρατηγικής των περισσοτέρων στελεχών που βγήκαν στο «βουνό» όσο και των ανύπαρκτων δομών υποστήριξης των ανταρτών στο χώρο της κεντρικής και βόρειας Χίου όπου έγιναν οι συγκρούσεις, υπήρξαν καταλυτικές για τις όποιες πιθανότητες είχε το όλο εγχείρημα. Όσοι εκ των ανταρτών δεν εκτελέστηκαν επί τόπου, μαζί με όσους βοήθησαν αλλήλους, 63 εν συνόλω, δικάστηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο στην Αθηνά στις 29 Ιουλίου του 1948. Το αποτέλεσμα για τους περισσότερους ήταν καταδικαστικό και 15 εκ των κατηγορουμένων εκτελέστηκαν[43].

Πρακτικό εκτέλεσης Χίων ΕΑΜιτών για τη συμμετοχή τους στις Εμφύλιες συγκρούσεις του νησιού, 20/8/1948, αρχείο Αρτέμιδος Βενέτου, αναδημοσίευση Βύρων Κατσόγιαννος.

 

Ο Βασίλης Βουγιούκας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
του Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο βασίζεται στη Διδακτορική Διατριβή «Από Τον Στόχο Της «Συμφιλίωσης» Στην Ένοπλη Αναμέτρηση ΕΑΜ Χίου (1943 – 1948) Οργανώσεις, έντυπα και δικαστικές υποθέσεις», Αθήνα, Μάιος 2011, Πάντειο Πανεπιστήμιο. https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34900

[2] Ζολώτας Γ., Ιστορία της Χίου, Σακελλαρίου, Αθήνα 1921, Τόμος Α, σελ. 545-547.

[3] Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[4] Παντελής Κοκκάλης, «Εκλογικά Χίου», Χιακή Επιθεώρησις, τχ. 37, Αθήνα 1975, σελ. 33 – 41.

[5] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 65-87.

[6] Πρωτοπόρος, 16 Σεπτεμβρίου 1944, «Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ».

[7] Ό.π., 23 Σεπτεμβρίου 1944, «Η Νομαρχιακή Επιτροπή Επισιτισμού & Κοινωνικής Πρόνοιας».

[8] Ελευθέρα Χίος, Χιακή Εφημερίς Λαϊκών Δημοκρατικών Αρχών, «Η Διαδήλωσις» 16 Σεπτεμβρίου 1944

[9] Ό.π., 18 Οκτωβρίου 1944, «Ανακοίνωσις».

[10] Εμπρός, 30 Νοεμβρίου 1944, «ο νομάρχης Χίου μιλάει στο «Εμπρός»».

[11] Πρωτοπόρος, 5 Δεκεμβρίου 1944, Εμπρός, 8 Δεκεμβρίου 1944, «Οι εργαζόμενοι της Χίου κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία».

[12] Ημερήσια Χιακή Εφημερίς

[13] Εμπρός, 13 Δεκεμβρίου 1944, «Μερικοί Χιώτες πατριδοκάπηλοι και ο χιακός λαός».

[14] Ό.π., 22 Δεκεμβρίου 1944 «Οι ενέργειες του εργαζομένου κόσμου για την απελευθέρωση των συναγωνιστών Ζαΐμη και Σοφούλη».

[15] Πρωτοπόρος, 10 Ιανουαρίου 1945, «Μαυραγορίτικη ένωση Χίου».

[16] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1945, «Το κράτος του νομού και της τάξης […]».

[17] Ό.π., 6 Μαρτίου 1945, «Η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ στον Γενικό Διοικητή»

[18] Πρωτοπόρος, 7 Μαρτίου 1945, «Το «συμφιλιωτικό πρόγραμμα» του κ. Γενικού Διοικητού κατάντησε μια θλιβερή κωμωδία […]»

[19] Ό.π., 28 Μαρτίου 1945, «Μια νέα παρανομία […]».

[20] Εμπρός, 3 Απριλίου 1945, «Οι κρατούμενοι συνεχίζουν ηρωικά την απεργία πείνας ολόκληρο το νησί πάλλεται από συγκίνηση και αγανάχτηση […]»

[21] Στρατιώτες που εντάχθηκαν στα κινήματα της Αριστεράς κατά τη συμμετοχή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και φυλακίστηκαν από τους Βρετανούς λόγω της συμμετοχής τους σε στασιαστικά κινήματα.

[22] Πρωτοπόρος, 9 Μαΐου 1945, «Το ΕΑΜ Χίου χαιρετίζει τους αντιφασιστές αγωνιστές Μ. Ανατολής».

[23] Ό.π., 10 Ιουνίου 1945, «Αντί να συλληφθούν οι δράστες ξαπολύθηκε τρομοκρατία και άρχισε το ανθρωπομάζεμα».

[24] Ό.π., 18 Σεπτεμβρίου 1945, «Νίκες του ΕΡΓ.Α.Σ.»

[25] Εμπρός, 26 Σεπτεμβρίου 1945, «Το φως της αληθείας […]».

[26] Ό.π., 10 Οκτωβρίου 1945, «Τρομοκρατική επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ».

[27] Πρωτοπόρος, 18 Δεκεμβρίου 1945 «Μισό χρόνο προφυλακισμένοι από πολιτικό και αντεθνικό πάθος».

[28] Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, 4 Μαΐου 1946, Αριθ. 82 και 83. Αρχείο Εφετείου Αιγαίου.

[29] Πρωτοπόρος, 15 Ιανουαρίου 1946, «Ένα δείγμα λαϊκής αυτοάμυνας».

[30] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι».

[31] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι», «Να συλληφθούν οι δολοφόνοι», «Δικαιοσύνη! Ισοπολιτεία!».

[32] Πρωτοπόρος, 29 Ιανουαρίου 1946, «Έφτασε ο νέος Νομάρχης».

[33] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1946, «Το ΕΑΜ θα απόσχει από νόθες εκλογές».

[34]  Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[35] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 285.

[36] Ό.π., σελ. 292 – 294.

[37] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της Διακομματικής Επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[38] Πρωτοπόρος, 2 Σεπτεμβρίου 1947 «Τι έκαμε η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου για τη συμφιλίωση»,

[39] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της διακομματικής επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[40] Πρόοδος, 1 Σεπτεμβρίου 1947 «Ανακοίνωσις».

[41]Ο.π, 7 Νοεμβρίου 1947, «Προσοχή»

[42] Πριόβολος Γ., Στοιχεία από το περιθώριο της ιστορίας, Αιγαίας, Χίος 2009 σελ. 159-160.

[43] Η Πρόοδος, 17 Αυγούστου 1948, «Οι αναρχοκομμουνισταί Χίου εις το εδώλιον […]».

Γιάννης Μουρέλος: 20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

Πενήντα χρόνια από τότε

 Γιάννης Μουρέλος

20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

 

Πριν από πενήντα χρόνια, στις 20:18:04 UTC (Coordinated Universal Time – Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα) της 20ής Ιουλίου 1969 (πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 21ης Ιουλίου στη χώρα μας), ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη. Με την ανάσα κομμένη και πλημυρισμένη από συγκίνηση και δέος, η υφήλιος σύσσωμη παρακολούθησε σε απευθείας μετάδοση την προσελήνωση και, λίγες ώρες αργότερα, τα πρώτα βήματα επάνω στον δορυφόρο της Γης. Επρόκειτο για μια από τις λίγες εκείνες στιγμές, που τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας φάνταζαν τόσο “γήινα”, σχεδόν ασήμαντα, συγκρινόμενα με το μέγεθος του άθλου, ο οποίος μόλις είχε συντελεστεί. Μια συναρπαστική ιστορική συγκυρία, που ξεπερνούσε και την πιο δημιουργική φαντασία.

Κι όμως, δίχως τη συνδρομή της φαντασίας, θα ήταν αδύνατη η πραγμάτωσή της. “By believing in his dreams, man turns them into reality” (“Με το να πιστεύει στα όνειρά του, ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε πραγματικότητα”). Με αυτή τη φράση, ο Georges Remi (Hergé), ο Βέλγος εμπνευστής της δημοφιλούς σειράς των κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, αφιέρωσε ένα ειδικό σκίτσο, το οποίο προσέφερε στον αστροναύτη Neil Armstrong, μετά την επιστροφή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Γη. Έχοντας στείλει τους δικούς του ήρωες στη Σελήνη από το 1950 ήδη, ο Hergé τους εμφανίζει να καλωσορίζουν έναν εμβρόντητο Αμερικανό αστροναύτη, μόλις εκείνος πάτησε το πόδι του, 19 χρόνια αργότερα, στην επιφάνεια της τελευταίας.

Ο μύθος της κατάκτησης της Σελήνης διαθέτει καταβολές στο μακρινό παρελθόν. Από τον 17ο αιώνα κυκλοφορούσαν δημοσιεύματα, αποκυήματα της πλέον δημιουργικής φαντασίας, τα οποία περιέγραφαν τις πιο εξωπραγματικές εποποιΐες στο δρόμο προς τη Σελήνη. Χρειάστηκε, ωστόσο, να φτάσουμε στο έτος 1865, οπότε, με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Jules Verne Από τη Γη στη Σελήνη (De la Terre à la Lune), όνειρα και προσδοκίες απόκτησαν μια επιστημονική βαρύτητα.

O Jules Verne (1828-1905) και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του διηγήματός του.

Στην τροχιά του Jules Verne κινήθηκε ολόκληρη σειρά από μυθιστορήματα με παρεμφερές περιεχόμενο, με γνωστότερο εκείνο του H. G. Wells The First Men in the Moon (1901). Η ανακάλυψη του κινηματογράφου, λίγο αργότερα, προσέδωσε νέα ώθηση, καθώς επέτρεψε στην ανθρώπινη φαντασία να εκφραστεί μέσω της κινούμενης εικόνας, εντυπωσιάζοντας το ούτως ή άλλως συνεπαρμένο από τη γνωριμία με την έβδομη τέχνη, κοινό της εποχής. Η πρωτοπόρος ταινία του Georges Méliès Le voyage dans la Lune (Το ταξίδι στη Σελήνη) το 1902 και εκείνη του Fritz Lang Frau im Mond (Γυναίκα στη Σελήνη) το 1928, αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Georges Méliès, Le Voyage dans la Lune [1902] – Διάρκεια 13΄56

 

Σκίτσο του Georges Méliès, σήμα κατατεθέν της ταινίας του (αριστερά) και η αφίσα του έργου του Fritz Lang (δεξιά).

Έκτοτε, η κατάσταση έργων (κινηματογραφικών και μη), σχετικών με την κατάκτηση του Διαστήματος, είναι μακροσκελής. Θα επικεντρώσουμε σε μία, μόνο, περίπτωση. Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απολλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήϊνης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

 

2001: A Space Odyssey – Trailer [1968] HD

Οι καταβολές της αποστολής  Απόλλων 11

Οι καταβολές της αποστολής Απόλλων 11 ανέρχονται στη δημόσια δήλωση του προέδρου John F. Kennedy στις 25 Μαΐου 1961, σύμφωνα με την οποία, οι ΗΠΑ θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν, έως το τέλος της ίδιας δεκαετίας, μια επανδρωμένη πτήση στη Σελήνη, με ασφαλή επάνοδο του πληρώματος στη Γη. Ωστόσο, τίποτα δεν προεξοφλούσε πως η δημόσια αυτή δέσμευση πληρούσε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορέσει να μετουσιωθεί σε πράξη. Η δήλωση είχε γίνει εν είδει ενίσχυσης του κύρους και τόνωσης του ηθικού, στο πλαίσιο ενός ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού εντυπώσεων, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονταν συνεχώς σε ελάσσονα μοίρα. Οι Σοβιετικοί είχαν πιστωθεί έως τότε τις πιο σημαντικές επιτυχίες: αποστολή του πρώτου τεχνητού δορυφόρου Sputnik 1 τον Οκτώβριο του 1957 και την πρώτη περιστροφή της Γης από τον κοσμοναύτη Yuri Gagarin στις 12 Απριλίου 1961, έναν, μόλις, μήνα πριν από τη δημόσια δέσμευση του Kennedy. Βέβαια, η σχεδίαση από τον Γερμανό αστροφυσικό Werner von Braun  του πυραύλου Saturn V (Κρόνος 5), επιφορτισμένου με την εκτόξευση του διαστημοπλοίου, είχε ξεκινήσει από το 1959, προτού καν ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαγγείλει το φιλόδοξο πρόγραμμά του για την κατάκτηση της Σελήνης. Όμως, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς και το μέλλον αβέβαιο.

Ο J.F.Kennedy και ο Γερμανός αστροφυσικός Werner von Braun (“πατέρας” του πυραύλου Κρόνος – Saturn) δίπλα σε ένα ομοίωμα του πυραύλου στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Τον Μάϊο του 1961, οι Αμερικανοί έστειλαν τον πρώτο δικό τους αστροναύτη στο Διάστημα (Alan Shepard) με μια πτήση διάρκειας 15, μόλις, λεπτών της ώρας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν τον Ιούνιο του 1963 με την πρώτη γυναίκα κοσμοναύτη (Valentina Tereshkova). Στις 18 Μαρτίου του 1965, η ΕΣΣΔ απέκτησε ένα επιπρόσθετο σημαντικό προβάδισμα. Εκείνο του πρώτου περιπάτου στο Διάστημα, έξω από το διαστημόπλοιο (Alexeï Leonov). Ανάμεσα στα έτη 1961 και 1966, οι ΗΠΑ είχαν ενεργοποιήσει το πρόγραμμα Gemini (Δίδυμοι), με πλήρωμα δυο ατόμων σε κάθε αποστολή. Επρόκειτο για μια σειρά πτήσεων εντός της περιγήινης τροχιάς (low Earth orbit – LEO) με ανώτατο ύψος τα 2.000 χιλιόμετρα. Η επιτάχυνση σε αυτό το ύψος είναι μεγαλύτερη εξαιτίας της μειωμένης έλξης. Παράλληλα, το πρόγραμμα Gemini προσέφερε πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα μακροχρόνιας παραμονής στο Διάστημα κάτω από συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Μόνο μέσα στη διετία 1965-1966, οι Αμερικανοί εκτόξευσαν δέκα Geminis, αποδεικνύοντας πως είχαν επιδοθεί σε μια συστηματική προσπάθεια υποδομής στην όλη πορεία προς την κατάκτηση της Σελήνης.

Το πρόγραμμα Απόλλων ήταν το τρίτο επανδρωμένο διαστημικό πρόγραμμα της NΑSA (National Aeronautics and Space AdministrationΕθνική Υπηρεσία Αεροναυπηγικής και Διαστήματος) έπειτα από τα προγράμματα Mercury και Gemini. Σκοπός του ήταν η επανδρωμένη εξερεύνηση της Σελήνης. Πρόκειται για το πρώτο (και μοναδικό μέχρι στιγμής) πρόγραμμα, το οποίο  έστειλε αστροναύτες πέρα από την περιγήινη τροχιά. Γενικότερα, το πρόγραμμα πέτυχε σημαντικές πρωτιές στην εξερεύνηση του Διαστήματος.  Η πρόοδος που επιτελέσθηκε σε διάστημα μικρότερο μιας δεκαετίας (έως την τελευταία αποστολή του Απόλλων 17 τον Δεκέμβριο του 1972), είναι ενδεικτική της ιλιγγιώδους εξέλιξης της αστροναυτικής κατά τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο. Χάρη στο πρόγραμμα Απόλλων επήλθε πραγματική επανάσταση στην υλικοτεχνική υποδομή για την εξερεύνηση του Διαστήματος καθώς και σε πληθώρα τεχνολογικών και επιστημονικών επιμέρους κλάδων, όπως η πυραυλική, οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και τα ηλεκτρονικά συστήματα. Συνολικά 12 αστροναύτες περπάτησαν στην επιφάνεια της Σελήνης. Στο πρόγραμμα υπήρχε πρόβλεψη και υλικό για αποστολές επιπρόσθετων επανδρωμένων διαστημοπλοίων, οι οποίες, όμως, ακυρώθηκαν λόγω περικοπών. Το επιπλέον υλικό αξιοποιήθηκε στα πλαίσια του Apollo Applications Program για την δημιουργία και υποστήριξη του πρώτου αμερικανικού διαστημικού σταθμού Skylab.

Όλα ξεκίνησαν, ωστόσο, με μια τραγωδία, που λίγο έλλειψε να στοιχειώσει το πρόγραμμα ολάκερο. Στις 27 Ιανουαρίου 1967, το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1 κάηκε ζωντανό μέσα στον θάλαμο του πιλοτηρίου, από ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, που ξέσπασε στο πλαίσιο δοκιμών ενόψει της προγραμματισμένης για τις 21 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους εκτόξευσης. Μια δεύτερη τραγωδία αποφεύχθηκε in extremis τον Απρίλιο του 1970, όταν, ύστερα από μηχανική βλάβη, το πλήρωμα του Απόλλων 13 επανήλθε με δυσκολία στη Γη, δίχως να έχει καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο της αποστολής, που ήταν η προσελήνωση. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ είχε θρηνήσει δυο δικά της θύματα, στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος. Στις 24 Απριλίου 1967, το διαστημόπλοιο Soyuz 1 συνετρίβη κατά την επιστροφή του στη Γη. Αιτία του δυστυχήματος ήταν τα επιβραδυντικά αλεξίπτωτα, τα οποία δεν λειτούργησαν. Ο κοσμοναύτης Vladimir Komarov βρήκε ακαριαίο θάνατο. Στις 27 Μαρτίου 1968, ο Yuri Gagarin, ο πρώτος κοσμοναύτης που είχε σταλεί στο διάστημα, έχασε τη ζωή του σε κοινό αεροπορικό ατύχημα. Πραγματική ειρωνία της τύχης…

Η πρώτη επανδρωμένη πτήση του προγράμματος Απόλλων, η οποία εισήλθε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη ήταν η υπ αριθμόν 8, τον Δεκέμβριο του 1968. Πέντε μήνες αργότερα, η πτήση υπ αριθμόν 10 συνιστούσε γενική δοκιμή. Εφαρμόστηκε ολόκληρη η διαδικασία της αποστολής, πλην εκείνης της τελικής προσελήνωσης. Το διαστημόπλοιο μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη, η σεληνάκατος αποχωρίστηκε από τον κυρίως θάλαμο και έφτασε σε απόσταση 15 χλμ. από την σεληνιακή επιφάνεια. Όλα ήταν πλέον έτοιμα για το τολμηρό εγχείρημα.

Η κατάκτηση της Σελήνης

Η επιλογή του πληρώματος για το πρώτο ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη υπήρξε, ουσιαστικά, τυχαία. Το πλήρωμα του κάθε Απόλλων είχε καθοριστεί από το 1967 και το ποια αποστολή θα ήταν η πρώτη που θα πραγματοποιούσε προσελήνωση εξηρτάτο απόλυτα από την πορεία των δοκιμών. Σχεδόν μέχρι τέλους δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα για το εάν το εγχείρημα θα αναλάμβανε το Απόλλων 11 ή το αμέσως επόμενο στη σειρά. Τελικά, αποφασίστηκε ότι με τις εννέα πτήσεις επανδρωμένων και μη διαστημοπλοίων, που ακολούθησαν την καταστροφή του Απόλλων 1, δεν απέμενε πλέον τίποτα πέραν από την ίδια την προσελήνωση. Ο κλήρος είχε πέσει στο Απόλλων 11 και το τριμελές πλήρωμά του.

Το λογότυπο της αποστολής Απόλλων 11. Συμβολική είναι η κεντρική παρουσία του αετού, εμβλήματος της ισχύος των ΗΠΑ, καθώς Αετός (Eagle) ονομάστηκε σκοπίμως και η άκατος που μετέφερε τους δυο αστροναύτες από το διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της Σελήνης.

Το σύμπλεγμα, το οποίο εκτοξεύτηκε στις 16 Ιουλίου 1969 από το ακρωτήριο Kennedy (σήμερα Canaveral) της Φλόριντα, απάρτιζαν δυο μέρη: 1) Ο πύραυλος Κρόνος 5, ύψους 111 μέτρων (όσο ένας ουρανοξύστης τριάντα και πλέον ορόφων), βάρους οκτώ χιλιάδων τόννων και μεγίστης ισχύος 32 χιλιάδων τόννων. Ο συγκεκριμένος πύραυλος αποδείχθηκε όχι μόνο αποτελεσματικός, αλλά και απόλυτα αξιόπιστος, πραγματοποιώντας το σύνολο των αποστολών του χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα. 2) Το διαστημικό σκάφος Απόλλων με τρία μέρη: α) ένα όχημα διακυβέρνησης (Command Module – CM) με θάλαμο για τους τρεις αστροναύτες, το μόνο μέρος που επέστρεψε στη Γη, β) ένα σκάφος υποστήριξης (Service Module – SM), το οποίο εφοδίαζε το όχημα διακυβέρνησης με πρόωση, ηλεκτρική ενέργεια, οξυγόνο και νερό, και γ) τη σεληνάκατο (Lunar Module – LM), που είχε δύο επίπεδα -ένα χαμηλότερο για την προσελήνωση και ένα υπερκείμενο, προορισμένο να θέσει τους αστροναύτες πίσω σε σεληνιακή τροχιά. Για το όχημα διακυβέρνησης επιλέχθηκε το όνομα Columbia, το οποίο παρέπεμπε ευθέως στο Columbiad, το γιγάντιο πυροβόλο, μέσω του οποίου εκτοξεύτηκε το 1865, με βάση το μυθιστόρημα του Jules Verne επίσης από την Φλόριντα, το διαστημόπλοιο με προορισμό τη Σελήνη. Το κωνικό όχημα διακυβέρνησης αποτελούσε την κορωνίδα μίας σύντομης αλλά δραματικής εξελικτικής διαδικασίας, καθώς έπειτα από το δυστύχημα του Απόλλων 1, η NASA πραγματοποίησε 1.800 και πλέον τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό, με αποκλειστικό σκοπό να αυξήσει την ασφάλειά του. Πίσω από το όχημα διακυβέρνησης βρισκόταν το κυλινδρικό όχημα που περιείχε τον κύριο κινητήρα, τους σταυροειδείς κινητήρες ελιγμών και τα καύσιμά τους.

Το όχημα διακυβέρνησης Columbia του Απόλλων 11 μεταφέρεται στον χώρο της εκτόξευσης.

Όσο για τη σεληνάκατο, το όχημα με το οποίο θα γινόταν η προσελήνωση, επρόκειτο για ένα πραγματικό τεχνολογικό επίτευγμα.  Το κυρίως διαστημόπλοιο θα έμπαινε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, από όπου θα απελευθερωνόταν το όχημα προσελήνωσης, μια «λάντζα» του Διαστήματος που θα έφτανε στην επιφάνεια με το πλήρωμα, θα επέστρεφε στο διαστημόπλοιο και στη συνέχεια θα παρέμενε στο Διάστημα. Πέραν πάσης αμφιβολίας επρόκειτο για την οικονομικότερη λύση, καθώς μείωνε δραστικά τον συνολικό όγκο του διαστημοπλοίου, άρα και τις ανάγκες του σε καύσιμα.Το όχημα προσελήνωσης Eagle (Αετός) θα ήταν έτσι και το πρώτο γνήσιο διαστημόπλοιο, ένα όχημα ολοσχερώς απαλλαγμένο από τους αεροδυναμικούς περιορισμούς της διέλευσης από την ατμόσφαιρα της Γης. Η σεληνάκατος δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ιπτάμενο όχημα. Για την ακρίβεια θύμιζε έντονα έντομο. Μοναδικός περιορισμός ήταν το βάρος, καθώς, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της NASA, κάθε τόννος βάρους απαιτούσε για την εκτόξευσή του τρεις τόννους καυσίμων. Έτσι το περίβλημά του λειάνθηκε με ειδικά οξέα για να φθάσει τελικά να έχει το πάχος πιστωτικής κάρτας. Στην επιφάνειά του συνδέθηκε με ειδικούς γυάλινους συνδετήρες ένα δεύτερο ειδικό στρώμα συνθετικού μονωτικού και εξωτερικά το τελικό αλουμινένιο κέλυφος, που προστάτευε όχημα και πλήρωμα από τους μικρομετεωρίτες. Τα δύο αυτά εξωτερικά στρώματα είχαν συνολικό πάχος μερικών χιλιοστών του εκατοστομέτρου. Η σεληνάκατος περιλάμβανε, στην ουσία, δύο τμήματα. Το κύριο σκάφος, το οποίο αποτελούσε τον θαλαμίσκο του πληρώματος και έφερε τον κινητήρα ανόδου, και τη βάση, που έφερε τον κινητήρα καθόδου και τα τέσσερα πόδια της. Με την ολοκλήρωση της αποστολής επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης, η βάση μετατρεπόταν ουσιαστικά σε εξέδρα εκτόξευσης του θαλαμίσκου για το σύντομο ταξίδι του μέχρι το όχημα διακυβέρνησης, που θα μετέφερε το πλήρωμα πίσω στη Γη, κατά την τελευταία φάση της αποστολής.

Διάγραμμα όπου απεικονίζεται το σύμπλεγμα CSM-LM.

Τον Νοέμβριο του 1967, η NASA ανακοίνωσε τη σύνθεση του πληρώματος. Αρχηγός της αποστολής θα αναλάμβανε ο Neil Armstrong. O Jim Lovell θα ήταν ο κυβερνήτης του οχήματος διακυβέρνησης και ο Buzz Aldrin ο κυβερνήτης της σεληνακάτου. Οι δυο τελευταίοι είχαν επανδρώσει στο παρελθόν το διαστημόπλοιο Gemini 12 και γνωρίζονταν καλά. Οι Armstrong, Lovell και Aldrin είχαν οριστεί ως αναπληρωματικό πλήρωμα του Απόλλων 8. Με αυτή την ιδιότητα, ο Lovell αντικατέστησε τότε το τακτικό μέλος, Michael Collins, εξαιτίας ενός αναπάντεχου προβλήματος υγείας. Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με το σύστημα κυκλικής εναλλαγής, το οποίο είχε υιοθετήσει η NASA, ο Collins αναγορεύτηκε σε τακτικό μέλος του πληρώματος της αποστολής Απόλλων 11, έχοντας ως αντικαταστάτη πλέον τον Lovell. Η ατυχία του Jim Lovell συνεχίστηκε. Έχοντας οριστεί αρχηγός της αποστολής  Απόλλων 13, επέστρεψε στη Γη δίχως να έχει εκπληρώσει τον αντικειμενικό του στόχο, έπειτα από μια δραματική πτήση, που λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε τραγωδία. Έτσι, υπήρξε ο μοναδικός αστροναύτης, ο οποίος εισήλθε δυο φορές σε σεληνιακή τροχιά (Απόλλων 8 και Απόλλων 13), αλλά που δεν κατάφερε, τελικά, να πατήσει επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης.

Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε στις 9:32 π.μ. (τοπική ώρα) της 16ης Ιουλίου 1969. Μέσα στο όχημα διακυβέρνησης Columbia η αίσθηση της κίνησης ήταν αρχικά ανεπαίσθητη, ενώ η θέα από τις θυρίδες του μηδαμινή λόγω του ικριώματος του πυραύλου διάσωσης που, σε περίπτωση βλάβης του πυραύλου-φορέα, θα αποσπούσε το θαλαμίσκο σώζοντας τη ζωή του πληρώματος. Σε ύψος 100 χιλιομέτρων, όταν ήταν πλέον άχρηστος, ο πύραυλος διάσωσης αποσπάστηκε.Οι δύο επόμενες ώρες κύλησαν με το πλήρωμα να ελέγχει προσεκτικά όλα τα συστήματα του διαστημοπλοίου. Στη συνέχεια, ο τρίτος όροφος του Saturn V πυροδοτήθηκε για τελευταία φορά για να σπρώξει το Απόλλων 11 προς τον στόχο του, το δυτικό άκρο της Θάλασσας της Ηρεμίας, που μόλις διακρινόταν, λίγο πιο δεξιά από το κέντρο της Σελήνης. Λίγο αργότερα, το πλήρωμα απέσπασε το όχημα διακυβέρνησης από τον πύραυλο, το περιέστρεψε και το συνέδεσε με τη σεληνάκατο. Στη συνέχεια το συγκρότημα άρχισε τον διάπλου του σκοτεινού κενού που χωρίζει τη Γη από τον δορυφόρο της, περιστρεφόμενο αργά γύρω από τον άξονά του ώστε να μοιράζεται ισομερώς η ηλιακή θερμότητα στην επιφάνειά του.

Το πλήρωμα του Απόλλων 11 κατά την συνέντευξη Τύπου, η οποία προηγήθηκε της εκτόξευσης: Buzz Aldrin (αριστερά), Neil Armstrong (στο μέσο) και Michael Collins (δεξιά).

Στις 17:21:50 UTC της 19ης Ιουλίου, το διαστημόπλοιο πέρασε στην αθέατη πλευρά της Σελήνης με αποτέλεσμα να διακοπούν οι επικοινωνίες με το κέντρο ελέγχου της NASA στο Χιούστον του Τέξας. Ήταν η στιγμή που ενεργοποιήθηκε το σύστημα πρόωσης, προκειμένου να εισέλθει σε σεληνιακή τροχιά. Στη διάρκεια των επομένων περιστροφών γύρω από τον δορυφόρο της Γης, οι αστροναύτες είχαν κατ επανάληψη οπτική επαφή με το σημείο της επικείμενης προσελήνωσης. Η Θάλασσα της Ηρεμίας (Mare Tranquilitatis), 19 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του κρατήρα Sabine D, είχε συγκεντρώσει την προτίμηση της NASA, ως σημείο για την προσελήνωση, εξαιτίας του επίπεδου εδάφους και της λείας επιφάνειας. Χάρη στα δυο παραπάνω χαρακτηριστικά, εθεωρείτο ασφαλής περιοχή, τόσο για μια ομαλή προσελήνωση, όσο και για μια απρόσκοπτη δραστηριότητα των δυο αστροναυτών έξω από τη σεληνάκατο, κυρίως σε επίπεδο συλλογής δειγμάτων. Κατά τη διάρκεια της δέκατης περιστροφής τους στην τροχιά της Σελήνης, οι Armstrong και Aldrin εγκατέλειψαν το Columbia και επιβιβάστηκαν στο Eagle. Δύο ακόμα περιστροφές πέρασαν πρoτού οι αστροναύτες αποσυνδέσουν τα δύο οχήματα και πυροδοτήσουν τους κινητήρες του Eagle για την κάθοδο στα 16.000 μέτρα. Στο ύψος αυτό ο κινητήρας πυροδοτήθηκε εκ νέου και, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα παρέμενε σε λειτουργία μέχρι την προσελήνωση. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια προειδοποιητική λυχνία άρχισε να αναβοσβήνει στον πίνακα ελέγχου της σεληνακάτου: «Επικείμενη υπερφόρτιση του υπολογιστή». Το κέντρο ελέγχου αποφάσισε τη συνέχιση της καθόδου. Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν σταμάτησαν. Ενώ το Eagle πετούσε μόλις 60 μέτρα από την επιφάνεια της Σελήνης, ο Armstrong αντιλήφθηκε ότι ο υπολογιστής το οδηγούσε προς ένα σημείο γεμάτο βράχους. Πέραν της πιθανότητας σοβαρής βλάβης του οχήματος από πρόσκρουση σε αυτούς, θα προέκυπτε και δεύτερο πρόβλημα: εάν δεν εφάπτετο με την επιφάνεια της Σελήνης σχεδόν απόλυτα κάθετα, η αποκόλληση θα ήταν αδύνατη και οι δύο αστροναύτες θα παρέμεναν για πάντα εκεί. Ο Armstrong ανέλαβε ο ίδιος τη διοίκηση, για να οδηγήσει το σκάφος σε ομαλό έδαφος. Τα καύσιμα, όμως, ήταν λιγοστά και δεν είχε παρά δύο μόνο λεπτά στη διάθεσή του. Τελικά, η άκατος προσεληνώθηκε ομαλά, αν και τα καύσιμα που απέμεναν δεν αρκούσαν παρά για λιγότερα από 30 δευτερόλεπτα επιπλέον πτήσης. Στο Χιούστον ακούστηκε καθαρά η φωνή του Armstrong: «Χιούστον, εδώ Βάση Ηρεμίας, το Eagle έχει προσεδαφιστεί» («Houston, Tranquility Base here. The Eagle has landed«). Στη Φλόριντα, η ώρα ήταν 16:18 (20:18:04 UTC) της 20ής Ιουλίου του 1969 όταν ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη.

Στις 02:51 UTC της Δευτέρας 21 Ιουλίου, ο Neil Armstrong άρχισε να κατεβαίνει με αργές κινήσεις τα εννέα σκαλιά, που χώριζαν την καταπακτή της σεληνακάτου από το έδαφος. Στις 2:56:15 UTC, πάτησε το πόδι του στη Σελήνη, λέγοντας: «Είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα» («That’s one small step for [a] man, one giant leap for mankind«). Τα λόγια αυτά σημάδεψαν για πάντα ένα κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Η πρώτη πράξη του Armstrong ήταν να συλλέξει δείγματα σεληνιακού βράχου και να τα αποθηκεύσει στη σεληνάκατο, για την περίπτωση που κάποια απροσδόκητη επιπλοκή επέβαλλε την ταχύτατη εγκατάλειψη της Σελήνης. Περί τα είκοσι λεπτά αργότερα, στην επιφάνεια πάτησε και ο Aldrin. Oι δύο αστροναύτες, αφού πειραματίστηκαν για λίγο με τη σεληνιακή βαρύτητα (ο Armstrong δήλωσε αργότερα πως η πραγματικότητα του φάνηκε ευκολότερη από την εκπαίδευση σε συνθήκες προσομοίωσης),  εγκατέστησαν την τηλεοπτική κάμερα που θα αναμετέδιδε κάθε κίνησή τους και που ήταν προορισμένη να παραμείνει για πάντα επιτόπου μετά την αναχώρησή τους, έχοντας προηγουμένως καταγράψει και μεταδώσει στη Γη την αποκόλληση της σεληνακάτου. Λίγο αργότερα, ακολούθησε τηλεφωνική σύνδεση με το οβάλ γραφείο, από όπου ο πρόεδρος Richard Nixon είχε σύντομη συνομιλία με τους δυο αστρονναύτες, χαρακτηρίζοντας την κλήση ως το κορυφαίο ιστορικό τηλεφώνημα με προέλευση τον Λευκό Οίκο.

 

 Apollo 11 Astronauts Talk With Richard Nixon From the Surface of the Moon – AT&T Archives

Στην επιφάνεια της Σελήνης τοποθετήθηκαν μια σημαία των ΗΠΑ, ένας δίσκος από σιλικόνη με καταγεγραμμένα μηνύματα από 72 αρχηγούς κρατών και τον Πάπα, καθώς και τα παράσημα των  απωλειών στην έως τότε πορεία προς την κατάκτηση του Διαστήματος: Virgil Grissom, Edward White, Roger Chaffee (επρόκειτο για το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1, που κάηκε μέσα στο διαστημόπλοιο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης) και των Σοβιετικών Vladimir Komarov και  Yuri Gagarin. Από εκεί και πέρα, οι Armstrong και Aldrin επιδόθηκαν στο αμιγώς επιστημονικό μέρος του προγράμματος. Μεταξύ άλλων, συνέλλεξαν δείγματα εδάφους 21,55 κιλών και εγκατέστησαν συσκευές, που παρέμειναν επί τόπου ες αεί. Στα άγνωστα πετρώματα, τα οποία μετέφεραν στη Γη, δώθηκαν, αργότερα, ονομασίες όπως αρμαλκόλιθος (armalcolite) – από τα αρχικά των ονομάτων Arm-strong, Al-drin και Col-lins, πυροξφεροΐτης (pyroxferroite), τρανκουιλιτίτης  (tranquillityite) – από τη Θάλασσα της Ηρεμίας. Τα δυο πρώτα εντοπίστηκαν αργότερα και στη Γη, όχι όμως το τρίτο.

Στιγμιότυπα από την δραστηριότητα των αστροναυτών στην επιφάνεια της Σελήνης, όπως κυκλοφόρησαν από τη NASA.

Στις 17:54 UTC, έπειτα από άνω των είκοσι ωρών συνολική παραμονή στην επιφάνεια της Σελήνης, η σεληνάκατος απογειώθηκε με επιτυχία, εγκαινιάζοντας τη διαδικασία επανόδου στη Γη. Η όλη επιχείρηση αποκόλλησης ενείχε κινδύνους. Γι αυτό το λόγο, υπήρχε έτοιμο σενάριο καταστροφής. Συγκεκριμένα είχε συνταχθεί λόγος, τον οποίο θα εκφωνούσε από το εθνικό δίκτυο ο Richard Nixon, προβλεπόταν τέλεση ειδικής λειτουργίας υπέρ της ανάπαυσης των ψυχών των δυο αστροναυτών, τέλος, συλλυπητήριο τηλεφώνημα του προέδρου προς τις συζύγους των τελευταίων. Ευτυχώς, τα πάντα εξελίχθηκαν ομαλά και λίγο αργότερα, το Eagle επανασυνδέθηκε με το διαστημόπλοιο. Μόλις οι τρεις αστροναύτες έσμιξαν εκ νέου, η σεληνάκατος αποσυνδέθηκε, παρέμεινε σε σεληνιακή τροχιά και πολύ αργότερα, παρασυρόμενη από την βαρυτική έλξη της Σελήνης, συνετρίβη στην επιφάνεια της τελευταίας.

Κάτοικοι της Νέας Υόρκης, συγκεντρωμένοι στο Central Park, παρακολουθούν από γιγαντοοθόνες σε απευθείας μετάδοση από τη Σελήνη τα πρώτα βήματα του ανθρώπου επάνω στην επιφάνεια του δορυφόρου της Γης. Την ίδια στιγμή, ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη σημαιοστολισμένη με ελληνικές και αμερικανικές σημαίες Αθήνα, πλήθος κόσμου παρακολούθησε στιγμιότυπα από την προσελήνωση, αποσελήνωση και προσθαλάσσωση του Απόλλων 11 από την πλατεία Συντάγματος αλλά και μέσα από κάθε οικία εφοδιασμένη με δέκτη τηλεόρασης.

Την Πέμπτη 24 Ιουλίου 1969, στις 16:44 UTC, το Columbia προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, σε μικρή απόσταση από το πλοίο περισυλλογής, το αεροπλανοφόρο USS Hornet, επί του οποίου επέβαινε ο πρόεδρος Nixon. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Διήρκεσε 8 ημέρες, 3 ώρες, 18 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα. Οι 30 περιφορές του διαστημοπλοίου γύρω από τη Σελήνη κάλυψαν 59 ώρες, 33 λεπτά και 52 δευτερόλεπτα. Η παραμονή των δυο αστροναυτών 21 ώρες και 36 λεπτά, μεταξύ των οποίων 2 ώρες, 31 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα περιπάτου επάνω στην επιφάνεια.

Apollo 11: Neil Armstrong and Buzz Aldrin remembers. July 16-24, 1969

Σύμφωνα με τη νομοθεσία “περί έκθεσης στον εξωγήινο χώρο” (Extra-Terrestrial Exposure Law), έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συστηματικό πρωτόκολλο απολύμανσης, εξαιτίας του φόβου μεταφοράς στη Γη αγνώστων μικροβίων. Η διαδικασία ξεκίνησε εντός του θαλάμου του διαστημοπλοίου, με προσεκτικό καθαρισμό των στολών. Ακολούθησε ψεκασμός της εξωτερικής επιφάνειας της κάψουλας του διαστημοπλοίου με ειδικό μικροβιοκτόνο υγρό από τους δύτες-διασώστες, αμέσως έπειτα από την προθαλάσσωση και προτού εξέλθουν οι τρεις αστροναύτες από αυτό. Εν συνεχεία, το πλήρωμα μεταφέρθηκε με σωστική λέμβο και ελικόπτερο (απολυμάνθηκαν αμφότερα) στο αεροπλανοφόρο, όπου κλείστηκαν σε ειδικό θάλαμο απομόνωσης. Μόλις το USS Hornet έφτασε στον τελικό του προορισμό, τη Χονολουλού, ο θάλαμος τοποθετήθηκε σε ειδικό αεροσκάφος και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Ελέγχου της NASA, στο Χιούστον του Τέξας. Οι τρεις αστροναύτες και δυο γιατροί παρέμειναν σε έναν κάπως πιο ευρύχωρο θάλαμο καραντίνας επί τρεις εβδομάδες. Μόλις διαπιστώθηκε πως εξέλειπε κάθε κίνδυνος μικροβιακής μόλυνσης, εξήλθαν από τον θάλαμο στις 10 Αυγούστου.

Ο πρόεδρος Nixon συνομιλεί μέσω μικροφώνου με τους εγκλείστους στον θάλαμο απομόνωσης αστροναύτες, επί του αεροπλανοφόρου USS Hornet.

Ο αντίκτυπος του γεγονότος υπήρξε πολυποίκιλος. Στις ΗΠΑ καταγράφηκαν 16.700 αιτήσεις ατόμων, που εκδήλωσαν την επιθυμία να επισκεφθούν το Διάστημα. Στην Ιταλία, έξι βαρυποινίτες απέδρασαν από τη φυλακή εκμεταλλευόμενοι την καθήλωση των δεσμοφυλάκων μπροστά από τους δέκτες της τηλεόρασης. Στην Κίνα, την πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη, η κατάκτηση της Σελήνης δεν ανακοινώθηκε καν! Για πρώτη φορά, οι Αμερικανοί υποσκέλισαν τους Σοβιετικούς στην κούρσα του Διαστήματος. Το πρόγραμμα Απόλλων ολοκληρώθηκε με άλλες πέντε επανδρωμένες αποστολές στη Σελήνη (δεν συμπεριλαμβάνεται η ατυχής περίπτωση του Απόλλων 13). Η τελευταία από αυτές, πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1972.

The Journeys of Apollo 11, » The Conquest of the Moon «, NASA documentary (2009) HD

Θεωρίες συνωμοσίας 

Η αποστολή του Απόλλων 11 λειτούργησε ως έναυσμα για την ύφανση θεωριών συνωμοσίας. Κοινό τόπο των θεωριών αυτών αποτελεί το επιχείρημα πως η αποστολή στη Σελήνη ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και ότι τα πάντα κινηματογραφήθηκαν μέσα σε στούντιο για λόγους γοήτρου και μόνο. Οι οπαδοί της παραπάνω άποψης στηρίζονται σε μια ολόκληρη σειρά στοιχείων, όπως η παντελής απουσία από τα πλάνα έναστρου ουρανού, η μη ύπαρξη κρατήρα ακριβώς κάτω από τη βάση της σεληνακάτου, ο κυματισμός της σημαίας (προφανώς εξαιτίας του συστήματος εξαερισμού του στούντιο), ο βηματισμός των αστροναυτών (προβολή σε αργή κίνηση, ενώ σε γρήγορη ο ίδιος πάντοτε βηματισμός δείχνει φυσιολογικός), πλάνα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη επιπρόσθετου φωτισμού πέραν του μοναδικού υπάρχοντος στην επιφάνεια της Σελήνης (εκείνου του Ηλίου), αλλά και επιχειρήματα περισσότερο πειστικά, όπως η έκθεση σε ισχυρή ακτινοβολία εκτός της περιγήινης τροχιάς (η περίφημη ζώνη Van Allen), για την προστασία από την οποία δεν υφίστατο κατάλληλος εξοπλισμός. Υποστηρίχθηκε ότι σκηνοθέτης των υποτιθέμενων λήψεων από την επιφάνεια της Σελήνης υπήρξε ο Stanley Kubrick, με πρόσφατη την εμπειρία του γυρίσματος, λίγo νωρίτερα, της υπερπαραγωγής 2001: A Space Odyssey.  Είναι γεγονός ότι ο Kubrick συνεργάστηκε με τη NASA με αφορμή την παραπάνω ταινία, όπως επίσης και πως πολλές από τις κινήσεις και εν γένει χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος του Απόλλων 11 παραπέμπουν ευθέως σε αυτή.

Το 1977 προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία Capricorn One. Πραγματεύεται μια διαστημική αποστολή στον Άρη, η οποία ματαιώνεται λίγα λεπτά πριν από την εκτόξευση. Οι μη μυημένοι, έως τότε, στην απάτη τρεις αστροναύτες, μεταφέρονται κρυφά και δια της βίας από τις Μυστικές Υπηρεσίες σε κινηματογραφικό στούντιο κάπου στην έρημο της Νεβάδας, από όπου υποκρίνονται πως συνεχίζουν κανονικά την αποστολή τους, εφαρμόζοντας όλα όσα είχαν αφομοιώσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Η θεματολογία, η οπτική απόδοση και ορισμένες σκηνές όπως η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο από την επιφάνεια του Άρη, ασφαλώς και ενέχουν συγκεκριμένους συμβολισμούς και υπονοούμενα.

Capricorn One – Trailer

Τον Φεβρουάριο του 2000 ξεκίνησε ένα νέος γύρος συζητήσεων, αμφισβητήσεων και αντιπαραθέσεων, έπειτα από την προβολή ενός ωριαίου ντοκιμαντέρ από το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Fox TV με τίτλο: «Θεωρίες συνομωσίας: Προσεδαφιστήκαμε στο φεγγάρι;» Από το ίδιο δίκτυο είχε προβληθεί παλαιότερα η δημοφιλής σειρά The X-Files.

Σε όλα τα παραπάνω επιχειρήματα η NASA έχει απαντήσει, άλλοτε πειστικά και άλλοτε λιγότερο. Συγκεκριμένα:

  • Η σημαία συγκρατείται ανοικτή από μια οριζόντια ράβδο και απλούστατα κινείται, όταν οι αστροναύτες την ξετυλίγουν και καθώς το κάθετο κοντάρι της στερεώνεται στο έδαφος. Το κοντάρι είναι πολύ ελαφρύ, από εύκαμπτο αλουμίνιο, και έτσι συνεχίζει να δονείται ακόμα και μετά την απομάκρυνση των αστροναυτών, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι κυματίζει στον (ανύπαρκτο) αέρα.
  • Σχετικά με την απουσία κρατήρα, το έδαφος της Σελήνης είναι πολύ πιο σκληρό και η επιφάνεια στην οποία πραγματοποιήθηκε η κάθοδος ήταν βραχώδης με αποτέλεσμα να μην μείνουν εμφανή σημάδια της επιχείρησης στο σημείο αυτό.
  • Στη Σελήνη δεν είναι ο Ήλιος η μόνη πηγή φωτός αλλά και η ίδια η Σελήνη, που αντανακλά το φως του Ηλίου. Αυτός είναι ο λόγος που οι σκιές δεν είναι εντελώς σκοτεινές.
  • Η NASA ισχυρίζεται ότι ο σύντομος χρόνος που χρειάστηκε για να διασχίσει το Απόλλων 11 τη ζώνη Van Allen, σε συνδυασμό με την προστασία που προσέφερε το περίβλημα του διαστημοπλοίου, σημαίνει ότι η έκθεση των αστροναυτών στην ακτινοβολία ήταν πολύ μικρή.
  • Σχετικά με την απουσία έναστρου ουρανού, η προσελήνωση έλαβε χώρα κατά το σεληνιακό πρωινό, με τον Ήλιο να λάμπει έντονα. Απλώς οι τεχνικοί της NASA ρύθμισαν έτσι τον χρόνο έκθεσης στις κάμερες, ώστε ο χρόνος έκθεσης του φιλμ να είναι πολύ σύντομος προκειμένου να μην εισέλθει πολύ φως και θολώσει τις λεπτομέρειες της λήψης. Τα άστρα, αν και ήταν ορατά στα μάτια των αστροναυτών, δεν ήταν αρκετά λαμπερά για να αποτυπωθούν στις φωτογραφίες.
  • Τέλος, για τον βηματισμό των αστροναυτών, η NASA διαψεύδει τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας πως το βίντεο δεν υπέστη επεξεργασία slow motion αλλά ήταν έτσι εξ αρχής.

Εν κατακλείδι, ας καταγραφεί ακόμα μια διαπίστωση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έναυσμα για αμφισβήτηση: και οι έξι προσεληνώσεις συνέβησαν κατά την διάρκεια της προεδρίας Νixon, σε μια έκρυθμη χρονική περίοδο, εξαιτίας της παράτασης του πολέμου του Βιετνάμ. Κανείς άλλος ηγέτης των ΗΠΑ ή κάποιας άλλης χώρας δεν κατάφερε να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη, μέσα στα 50 χρόνια, τα οποία παρήλθαν έκτοτε.

Is The Moon Landing Footage Real?

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Brooks, Courtney G., Grimwood, James M.; Swenson, Loyd S., Jr. (1979). Chariots for Apollo: The NASA History of Manned Lunar Spacecraft to 1969. NASA History Series. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Carmichael, Scott W. (2010). Moon Men Return: USS Hornet and the Recovery of the Apollo 11 Astronauts. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.

Chaikin, Andrew (1994). A Man on the Moon: The Triumphant Story Of The Apollo Space Program. New York: Penguin Group.

Collins, Michael (2001) [1974]. Carrying the Fire: An Astronaut’s Journeys. New York: Cooper Square Press.

Cortright Edgar M.(ed.) (1975). Apollo Expeditions to the Moon. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Hansen James R. (2005), First Man: The Life of  Neil A. Armstrong. New York: Simon & Schuster, Inc

Logsdon, John M. (1976). The Decision to Go to the Moon: Project Apollo and the National Interest. Chicago: University of Chicago Press.

Mindell, David A. (2008). Digital Apollo: Human and Machine in Spaceflight. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.

 

Kινηματογραφικές εκδοχές των Προέδρων της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας

Με αφορμή την επέτειο της κατάληψης της Βαστίλλης

Kινηματογραφικές εκδοχές των Προέδρων της 5ης Γαλλικής  Δημοκρατίας

Μέχρι στιγμής, το καθεστώς της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, το οποίο προέκυψε το 1958 μέσα από τις ωδίνες του πολέμου της Αλγερίας, μετρά οκτώ προέδρους, από τον ιδρυτή Charles de Gaulle έως τον σημερινό Emmanuel Macron. Διαψεύδοντας επιδεικτικά όλες τις προβλέψεις, στα άνω των εξήντα έτη ζωής, έχει να επιδείξει μια αξιοσημείωτη αντοχή σε στιγμές γενικού αναβρασμού (Μάης 1968) ή σε ετερόκλητους πολιτικούς συσχετισμούς (συγκατοικήσεις των ετών 1986-1988, 1993-1995 και 1997-2002). Υπηρετήθηκε από “ιερά τέρατα” (de Gaulle, Mitterrand), από πολιτικούς μικρότερου, συγκριτικά, βεληνεκούς (Chirac, Hollande), τέλος, από άτομα με ισχυρή τεχνοκρατική προέλευση, παιδεία και συνείδηση (Pompidou, Giscard d’ Estaing, Sarkozy και Macron). Οι διαφορετικές προσωπικότητες, η ποικιλία ως προς το ύφος του καθενός και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, τέλος, η δικαιολογημένη, έως ένα βαθμό, εμμονή να θέσουν το δικό τους στίγμα στην Ιστορία, ενέπνευσαν σεναριογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Οι κινηματογραφικές ταινίες και οι τηλεταινίες, που αναφέρονται στους επτά από τους οκτώ προέδρους της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας ξεπερνούν, σήμερα, τις είκοσι. Η συντριπτική πλειοψηφία από αυτές παραμένουν πιστές στην ιστορική πραγματικότητα, αποδίδοντας τα γεγονότα έτσι όπως συνέβησαν και περιγράφοντας με επιτυχία την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Άλλες, πάλι, εστιάζουν στον εσωτερικό κόσμο, με επικαλύψεις ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και τον δημόσιο βίο, όπως και στον κοινό παρονομαστή όλων των πολιτικών ηγετών: τη μοναξιά της εξουσίας. Τέλος, υπάρχουν ορισμένες, οι οποίες κινούνται (χάρη στο ευρηματικό σενάριο) στο χώρο του φαντασιακού, αγγίζοντας τα όρια της παρωδίας. Το μεγάλο στοίχημα αναλογεί στους ηθοποιούς. Η φυσιογνωμική ομοιότητα, η πειστική απόδοση και ερμηνεία, το υποκριτικό ταλέντο και ο συνδυασμός των παραπάνω, αποτελούν τα κριτήρια της σημερινής αξιολόγησης. Σε εσάς εναπόκειται να προβείτε σε μια ιεράρχηση, έχοντας, προηγουμένως, δει τις φωτογραφίες και παρακολουθήσει τα στιγμιότυπα που έπονται.

 

  Α. Charles de Gaulle (1890-1970) [Προεδρική θητεία 1959-1969]

Charles de Gaulle, λόγος του 1947       


                                                   

Le grand Charles (2005)

 

Τον Αύγουστο του 1944, οι Γάλλοι γενικότερα και οι Παριζιάνοι ειδικότερα, ανακάλυπταν την εντυπωσιακή κορμοστασιά του στρατηγού Charles de Gaulle, καθώς κατέβαινε, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και εθνικής ανά(σ)τασης τη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, εμβληματικό σημείο του μόλις απελευθερωθέντος Παρισιού. Έως τότε, τον γνώριζαν μόνο από τον τόνο της φωνής του, μέσα από τις πύρινες εκκλήσεις του για αντίσταση κατά των Γερμανών, που αναμεταδίδονταν στην κατεχόμενη Γαλλία από το ραδιόφωνο του BBC. Ο de Gaulle ήταν το σύμβολο του αγώνα, εκείνος που κατάφερε να περισώσει την τιμή της χώρας και του λαού της έπειτα από τα οδυνηρά ολισθήματα του καθεστώτος του Vichy και των συνεργατών με τις αρχές κατοχής. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι ηγήθηκε της προσπάθειας ανοικοδόμησης, ως πρωθυπουργός της πρώτης αιρετής, έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 1945, κυβέρνησης. Όμως, οι μικροκομματικές αντιπαραθέσεις σε καιρό ειρήνης, διέσπασαν την ενότητα, η οποία είχε σφυρηλατηθεί την εποχή της Αντίστασης. Τον Ιανουάριο του 1946, ο de Gaulle υπέβαλε την παραίτησή του και αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Επανήλθε δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1958 (αρχικά ως πρωθυπουργός και κατόπιν ως πρόεδρος της Δημοκρατίας), εν μέσω των κραδασμών, που είχαν προκληθεί από τον πόλεμο της Αλγερίας. Τη φορά αυτή, ο de Gaulle υπήρξε ο ρυθμιστής των εξελίξεων, υπαγορεύοντας τους δικούς του όρους, με προεξέχοντα την ψήφιση ενός νέου συντάγματος, εκείνου της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, της οποίας διετέλεσε πρώτος, κατά σειρά, πρόεδρος. Η διάβαση της προσωπικής ερήμου μεταξύ των ετών 1946 και 1958, καθώς και η δραματική επάνοδος στην εξουσία είναι το θέμα της τηλεταινίας Le grand Charles του Bernard Stora. Στον κεντρικό ρόλο ο ηθοποιός Bernard Farcy αποδίδει εξαιρετικά τον de Gaulle της πρώτης μεταπολεμικής εποχής. Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία του ελληνικής καταγωγής Denis Podalydès, μέλους της Comédie Française, στο ρόλο του Claude Mauriac. Έξι χρόνια αργότερα, ο Podalydès υποδύθηκε, με απαράμιλλο τρόπο, έναν άλλο πρόεδρο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Nicolas Sarkozy (βλ. παρακάτω).

Ο Bernard Farcy ως de Gaulle στην τηλεταινία Le grand Charles.

Charles de Gaulle, διάγγελμα της 24ης Μαΐου 1968

Adieu de Gaulle, adieu (2009)

“Adieu de Gaulle, adieu”, ήταν ένα σύνθημα, το οποίο, μέσα στη δίνη των γεγονότων του Μαΐου 1968 ακούστηκε στις 29 του μήνα, από διαδηλωτές, που κουνούσαν επιδεικτικά τα μαντήλια τους, εν είδει αποχαιρετισμού. Η Τετάρτη  29 Μαΐου, υπήρξε, κατά γενική ομολογία, η στιγμή της κορύφωσης της κρίσης. Την ημέρα εκείνη, ο πρόεδρος de Gaulle εξαφανίζεται από προσώπου γης. Ουδείς γνωρίζει (ούτε καν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση) που βρίσκεται. Έχει μεταβεί στην στρατιωτική βάση του Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, όπου έχει συνάντηση με τον στρατηγό Massu, ανώτατο διοικητή των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων, που σταθμεύουν επί του γερμανικού εδάφους. Εξετάζεται το ενδεχόμενο προσφυγής στη χρήση των ενόπλων δυνάμεων με σκοπό την αποκατάσταση της τάξης. Με το που διαρρέει η είδηση της φυγής, χιλιάδες διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους του Παρισιού φωνάζοντας το παραπάνω σύνθημα. Με αφορμή το συγκεκριμένο επεισόδιο, η τηλεταινία του Laurent Herbiet αναφέρεται στον τρόπο, με τον οποίο ο γηραιός (78 ετών) πρόεδρος αφομοίωσε τα γεγονότα του Μαΐου. Ουδέποτε στο παρελθόν, ο τελευταίος είχε άφησει να διαφανούν τόσα πολλά σημάδια αμηχανίας και αιφνιδιασμού. Συγκυρίες του παρελθόντος, που τον είχαν αναδείξει, χάρη στην πυγμή που επέδειξε τότε, ως αδιαφιλονίκητο λαϊκό ηγέτη (1940, 1958), ήταν, πέραν πάσης αμφιβολίας, κατά πολύ πιο κρίσιμες και δραματικές από ό,τι εκείνη του 1968. Ωστόσο, η περιγραφή από τον στρατηγό Massu, της συνομιλίας που είχε μαζί του στη γαλλική στρατιωτική βάση του Baden-Baden, αποκαλύπτει έναν de Gaulle τρομοκρατημένο, αδύναμο, απογοητευμένο, στα πρόθυρα, ψυχολογικά,να υποταχθεί σε εξελίξεις, που τον είχαν ξεπεράσει, με υποβολή παραίτησης. Η προχωρημένη ηλικία του Γάλλου προέδρου δεν αρκεί, προκειμένου να κατανοήσει κανείς την αναπάντεχη και εντυπωσιακή, ομολογουμένως,  αυτή μετάλλαξη. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί κάπου αλλού. Ο ιδιαίτερος τρόπος, κράμα αυταρχισμού και πατερναλισμού, με τον οποίο ασκούσε ανέκαθεν την εξουσία, είχε δημιουργήσει κορεσμό σε επίπεδο κοινής γνώμης. Η ένταση και η βία του ξεσπάσματος, τον προσγείωσαν απότομα και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει με καθυστέρηση, πως, προ πολλού εξέπεμπε σε διαφορετικό μήκος κύματος από έναν λαό, με τον οποίο ήταν πεπεισμένος ότι βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία. Διαπίστωσε με τον πλέον σκληρό τρόπο, πως η αρχή του τέλους για τον ίδιο είχε σημάνει. Ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του και επιστρατεύοντας όσα αποθέματα αντοχής του είχαν απομείνει, στράφηκε προς τη μοναδική, πλέον, υποχρέωση, που αισθανόταν πως είχε έναντι του γαλλικού λαού: την ανεύρεση ενός ασφαλούς τρόπου εξόδου από την κρίση. Αυτό ακριβώς έπραξε με το ραδιοφωνικό διάγγελμα της 30ής Μαΐου. Ο κόσμος το εξετίμησε και ανταποκρίθηκε αυθημερόν. Στη μεγαλειώδη διαδήλωση της λεωφόρου των Ηλυσίων Πεδίων, ένα εκατομμύριο Παριζιάνοι διακήρυξαν ηχηρά προς πάσα κατεύθυνση, πως δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τη Γαλλία να βυθιστεί στο χάος και στην αναρχία. Ο θρίαμβος του γκωλικού κόμματος στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές, έναν μόλις μήνα αργότερα, εντάσσεται στην ίδια πάντοτε λογική. Τη λογική μιας ενστικτώδους αναλαμπής μπροστά στο χείλος της καταστροφής. Συνάμα, οι πάντες γνώριζαν, κατά βάθος, πως τα γεγονότα του Μαΐου είχαν θέσει την ταφόπλακα του γκωλικού κινήματος. Γεγονός, που επιβεβαιώθηκε περίτρανα τον Απρίλιο του 1969, με το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την συνακόλουθη υποβολή παραίτησης του de Gaulle από το προεδρικό αξίωμα. Ο προβληματισμός, τα διλήμματα, η ανασφάλεια, η αναμέτρηση με τον εσωτερικό του κόσμο και τις πεποιθήσεις του, γενικότερα, όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν αυτό που ονομάζεται “μοναξιά της εξουσίας”, αποδίδονται απόλυτα πειστικά από τον πρωταγωνιστή Pierre Vernier.

Pierre Vernier.

B. Georges Pompidou (1911-1974) [Προεδρική θητεία 1969-1974]

 

  Georges Pompidou, ανακοίνωση του θανάτου του Στρατηγού De Gaulle, 9 Νοεμβρίου 1970

Mort d’ un Président (2011)


                 

Από όλους τους μέχρι στιγμής προέδρους της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, ο Georges Pompidou υπήρξε ο μόνος που απεβίωσε ενόσω ασκούσε τα καθήκοντά του (ο François Mitterrand, αν και βαριά ασθενής, πρόλαβε να ολοκληρώσει τη δεύτερη θητεία του). Η τηλεταινία Mort d’ un Président του Pierre Aknine πραγματεύεται τους τελευταίους μήνες της προεδρίας Pompidou. Γνωρίζοντας από το 1972 πως ο πρόεδρος υπέφερε από μια ανίατη μορφή λευχαιμίας και με την προοπτική της μη επανεμφάνισής του στις προεδρικές εκλογές του 1976, δυο σύμβουλοι του τελευταίου, ο Pierre Juillet και η Marie-France Garaud, επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια σφυρηλάτησης ενός υποψηφίου, ικανού να εμφανιστεί ως κληρονόμος των γκωλικών αξιών (τις οποίες ο ίδιος ο Pompidou είχε ουσιαστικά απεμπολήσει). Στόχος ήταν να παρεμποδιστεί η ανέλιξη στο προεδρικό αξίωμα του γνήσιου γκωλικού Jacques Chaban-Delmas. H επιλογή των δυο συμβούλων στράφηκε προς το πρόσωπο του υπουργού Αγροτικής Οικονομίας και πρώην στενού συνεργάτη του Pompidou όταν αυτός ασκούσε καθήκοντα πρωθυπουργού, Jacques Chirac. H συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του προέδρου και η εμμονή του τελευταίου να αποσιωπήσει το γεγονός (είναι χαρακτηριστικό το ότι το περιβάλλον του Μεγάρου των Ηλυσίων επέμενε πως επρόκειτο για εποχιακή γρίππη ενώ ήταν εμφανή τα σημάδια της φυσικής κατάπτωσης) προκάλεσε ένα κλίμα σύγχυσης. Ο θάνατος του Pompidou στις 2 Απριλίου 1974, συνέβη προτού οι Juillet και Garaud προλάβουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους. Εκ των πραγμάτων στράφηκαν προς τη μόνη προσφερόμενη εναλλακτική λύση: εκείνη της υποστήριξης της υποψηφιότητας του χαρισματικού και δυναμικού υπουργού Οικονομικών Valéry Giscard d’ Estaing. Έπεισαν, μάλιστα, τον Chirac να αποσκιρτήσει από τον γκωλικό χώρο, όπου φαινομενικά ανήκε, και να συνταχθεί με την υποψηφιότητα ενός προσώπου, το οποίο προερχόταν από το κέντρο. Επιβράβευση ήταν η επιλογή του Chirac ως πρωθυπουργού από το νεοεκλεγέντα Giscard d’ Estaing. H νοσηρή ατμόσφαιρα της ίντριγκας των τελευταίων μηνών της θητείας του Georges Pompidou κυριαρχεί στην τηλεταινία του  Pierre Aknine. Στο ρόλο του προέδρου εμφανίζεται ο, γνωστός στο γαλλικό κοινό, ηθοποιός Jean-François Balmer. Αν και η ομοιότητα με τον Pompidou δεν είναι μεγάλη, η εν γένει ερμηνεία του θυμίζει πολύ τον τελευταίο.

Ο Jean-François Balmer στο ρόλο του Georges Pompidou.

Εμφανώς μεγαλύτερη είναι η φυσιογνωμική ομοιότητα του Didier Bezace, o οποίος ενσαρκώνει τον Pompidou ως πρωθυπουργό της Γαλλίας στην προαναφερθείσα τηλεταινία Adieu de Gaulle, adieu.

Didier Bezace.

Γ. Valéry Giscard dEstaing (1926-    ) [Προεδρική θητεία 1974-1981]

 

Valéry Giscard d’Estaing, εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, 1974

La rupture (2013)

Το πολιτικό ειδύλλιο ανάμεσα τον πρόεδρο  Valéry Giscard d’ Estaing και τον πρωθυπουργό  Jacques Chirac τερματίστηκε άδοξα το 1976, με την παραίτηση του τελευταίου.  Η αφορμή της παραίτησης υπήρξε καθαρά προσχηματική και ουδόλως αντανακλούσε τη βαθειά αίσθηση αμοιβαίας καχυποψίας, από την οποία διακατέχονταν ευθύς εξ αρχής οι δυο κορυφαίοι παράγοντες της γαλλικής ιεραρχίας. Εν όψει μιας μελλοντικής ανέλιξης στον προεδρικό θώκο, ο Chirac επένδυσε πολιτικά στην ανασυσταθείσα δημαρχία του Παρισιού (διετέλεσε δήμαρχος από το 1977 έως το 1995 και ταυτόχρονα πρωθυπουργός της συγκατοικησης επί προεδρίας Mitterrand μεταξύ των ετών 1986 και 1988). Διαισθανόμενος τη φθορά της εξουσίας, που υφίστατο ο Giscard d’ Estaing, επιχείρησε να αναδειχθεί ως αδιαφιλονίκητος εκφραστής του συντηρητικού κεντροδεξιού χώρου. Έτσι, όχι μόνο απέφυγε να στηρίξει την επανεκλογή του τελευταίου στις προεδρικές εκλογές του 1981, αλλά ήρθε σε συνεννόηση με τον υποψήφιο της Αριστεράς, François Mitterrand, τον οποίο στήριξε παρασκηνιακά. Η κρυφή συνάντηση των δυο ανδρών πραγματοποιήθηκε το 1980 στην οικία της μετέπειτα πρωθυπουργού των σοσιαλιστών Édith Cresson. Η τηλεταινία La rupture του Laurent Heynemann πραγματεύεται τη λανθάνουσα σχέση των δυο ανδρών, αποκαλύπτοντας το όχι πολύ γνωστό έντονο παρασκήνιο της εποχής. Οι δυο ηθοποιοί Hippolyte Girardot ( Valéry Giscard d’ Estaing) και Grégori Derangère (Jacques Chirac) απέχουν πολύ από το πρωτότυπο.

 

Hippolyte Girardot ( Valéry Giscard d’ Estaing).

Ανάλογη είναι η αίσθηση, που αποπνέει και ο Xavier de Guillebon, ο οποίος υποδύεται τον Giscard d’ Estaing στην αφιερωμένη στον Georges Pompidou τηλεταινία Mort d’ un Président. Γενικότερα, ο τρίτος κατά σειρά πρόεδρος της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας δεν έτυχε μιας επιτυχούς μεταφοράς στην οθόνη.

Valéry Giscard d’ Estaing.
Xavier de Guillebon.

 

 

 

    

 

 

 

 

 

 

   

Δ.  François Mitterrand (1916-1996) [Προεδρική θητεία 1981-1995]

François Mitterrand, πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα της 31ης Δεκεμβρίου 1994


 

Le promeneur du Champ de Mars (2005)

Σε αντιδιαστολή με τον προκάτοχό του στο προεδρικό αξίωμα, ο François Mitterrand έτυχε ασύγκριτα ευμενέστερης μεταχείρισης. To κινηματογραφικό έργο Le promeneur du Champ de Mars του Robert Guédiguian στηρίζεται στο βιβλιο του Georges-Marc Benamou με τίτλο Le Dernier Mitterrand (1997), παρά το γεγονός ότι στην ταινία ο πρωταγωνιστής παραμένει ανώνυμος. Ο Benamou είχε συχνές ιδιωτικές συνομιλίες με τον πρόεδρο τα τελευταία τρία έτη της θητείας του, στο πλαίσιο περιπάτων στο Πεδίον του Άρεως της γαλλικής πρωτεύουσας. Οι εκμυστηρεύσεις περί ύπαρξης νόθου κόρης, περί συνεργασίας του Mitterrand με το καθεστώς του Vichy και περί επίδειξης ανοχής του τελευταίου έναντι των κατηγορουμένων για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας René Bousquet και Maurice Papon, πέρασαν αυτούσιες στο βιβλίο, προκαλώντας τη μήνιν του περιβάλλοντος του προέδρου την επομένη, σχεδόν, του θανάτου του. Η ερμηνεία του Michel Bouquet είναι μεγαλειώδης. Ο ηθοποιός τιμήθηκε με το βραβείο César γι αυτήν.

Ο Michel Bouquet στο ρόλο του  François Mitterrand.

Changer la vie (2011)

 

Ωστόσο, ο ηθοποιός, ο οποίος διέπρεψε υποδυόμενος τον  François Mitterrand, είναι ο Philippe Magnan. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην απίστευτη ομοιότητα με το πρωτότυπο. Περαν αυτού, κατάφερε να αντιγράψει και να αποδώσει απόλυτα το ύφος, τον τόνο της φωνής και τις κινήσεις του Mitterrand. Υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες ο θεατής αδυνατεί να προβεί σε διάκριση μεταξύ των δυο!  Changer la vie είναι μια τηλεταινία του Serge Moati. Ο τίτλος προέρχεται από ένα ποίημα του Arthur Rimbaud και είχε υιοθετηθεί ήδη από το 1972, ως προεκλογικό σύνθημα του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Με το σύνθημα αυτό ο  François Mitterrand επικράτησε στην προεδρική εκλογή του 1981. Καλύπτει τα δυο πρώτα έτη της θητείας, από τον αρχικό ενθουσιασμό έως τη μεταστροφή προς την λιτότητα, το 1983.

Philippe Magnan

Η εύστοχη ενσάρκωση του Mitterrand από τον Philippe Magnan διαθέτει μια προϊστορία, η οποία αξίζει να μνημονευθεί. Ο ηθοποιός υποδύθηκε τον ίδιο ρόλο, κάνοντας μια φευγαλέα εμφάνιση το 2009 στην ταινία Farewell, ένα κατασκοπευτικό θρίλερ, όπου συναντάμε, σε πρωταγωνιστικό, μάλιστα ρόλο, τον Emir Kusturica.

 E. Jacques Chirac (1932- ) [Προεδρική θητεία 1995-2007]

Jacques Chirac, συνέντευξη της 14ης Ιουλίου 1998 στο Μέγαρο των Ηλυσίων

Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κάποιο κινηματογραφικό έργο, με επίκεντρο το πρόσωπό του (εξαιρουμένου του Dans la peau de Jacques Chirac, μιας συρραφής αντιφατικών εννοιών, που συμπεριλαμβάνονται στις δημόσιες τοποθετήσεις του με ακούσιο πρωταγωνιστή τον…ίδιο) ο Jacques Chirac είναι τακτικός θαμών της έβδομης τέχνης, όπου αποδίδεται συχνά με τρόπο απολαυστικό. Στην τηλεταινία Mort d’ un Président, τον υποδύεται ο Samuel Labarthe.

Samuel Labarthe.

Στην προαναφερθείσα La rupture, η σκυτάλη περνά στον καθόλου πειστικό  Grégori Derangère. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του (κατά τα άλλα εξαίρετου ηθοποιού) Thierry Lhermitte στην ταινία L’ affaire Gordji: Histoire d’ une cohabitation (2012), η οποία πραγματεύεται μια υπόθεση που ταλάνισε το 1987 τη συγκατοίκηση με τον πρόεδρο Mitterrand.

Grégori Derangère
Thierry Lhermitte.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η αποκάλυψη προήλθε από τον ηθοποιό Bernard Le Coq, o οποίος, σε δυο περιπτώσεις, το 2011 και το 2013, ενσάρκωσε κατά τρόπο ιδανικό από κάθε άποψη τον πέμπτο πρόεδρο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι αντίστοιχες ταινίες παρουσιάζονται παρακάτω. Για την ώρα περιοριζόμαστε σε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από την πρώτη (La conquête), η οποία αναφέρεται στον Nicolas Sarkozy.

Jacques Chirac και Bernard Le Coq. 

   

       ΣΤ. Nicolas Sarkozy (1955-     ) [Προεδρική θητεία 2007-2012]  

Nicolas Sarkozy, ομιλία στο Μέγαρο των Ηλυσίων, Ιούνιος 2007

La conquête (2011)

 

Μια από τις πάμπολλες αρετές της συγκεκριμένης ταινίας είναι η φυσική ομοιότης των ηθοποιών με τα πρόσωπα, τα οποία υποδύονται (Bernard Le Coq ως Jacques Chirac, Samuel Labarthe ως Dominique de Villepin – ο ίδιος είχε υποδυθεί την ίδια ακριβώς χρονιά και τον Jacques Chirac όπως προαναφέρθηκε – Florence Pernel ως Cécilia Sarkozy, Michèle Moretti ως Bernadette Chirac). Όμως, την παράσταση κλέβει μακρόθεν ο Denis Podalydès, που δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας στον κεντρικό ρόλο του Nicolas Sarkozy. Όχι μόνο η ομοιότης είναι εξόφθαλμη, αλλά αναδεικύονται ανάγλυφα οι φιλοδοξίες, ο αδίστακτος χαρακτήρας και η συμπλεγματική συμπεριφορά του προσώπου. Στις 6 Μαΐου 2007, ημέρα του δευτέρου γύρου των προεδρικών εκλογών, ο υποψήφιος Sarkozy ανακαλεί στη μνήμη του την τελευταία πενταετία, από την εποχή που, ως υπουργός Εσωτερικών, είχε εγκαινιάσει μια ταραχώδη και επεισοδιακή πορεία με καταληκτικό στόχο την κατάκτηση της εξουσίας. Μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερε να σφυρηλατήσει το προφίλ ενός υποψηφίου προέδρου, έχοντας ως ανταγωνιστή τον υπουργό Εξωτερικών Dominique de Villepin, εκλεκτό του απερχόμενου προέδρου Chirac, αλλά και δυσκολίες ιδιωτικού περιεχομένου, όπως η ουσιαστική ρήξη της σχέσης με τη σύζυγό του Cécilia. Πρόκειται για μια βιογραφική κινηματογραφική ταινία, βασισμένη εξ ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα, η οποία εισάγει τον θεατή στα παρασκήνια, όχι πάντοτε έντιμα και ηθικά, της πολιτικής ζωής. Το εξαιρετικό σενάριο είναι του Patrick Rotman και η εξίσου άψογη σκηνοθεσία του Xavier Durringer.

O Denis Podalydès στο ρόλο του Nicolas Sarkozy.

Διαφορετική αν και όχι άνευ ενδιαφέροντος, είναι η ερμηνεία του ιδίου προσώπου από τον Thierry Frémont στην ταινία La dernière campagne (βλ. παρακάτω). Βέβαια, ο Podalydès έχει στο μεταξύ θέσει τον πήχυ ψηλά, με αποτέλεσμα η αποστολή του οιουδήποτε ανταγωνιστή του να έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη.

Thierry Frémont

Ζ. François Hollande (1954- ) [Προεδρική θητεία  2012-2017]


Franç
ois Hollande, λόγος που εκφωνήθηκε στο Bourget, 2014 


 

La dernière campagne (2013)

Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η τηλεταινία La dernière campagne του Bernard Stora εξιστορεί μια πέρα ως πέρα φανταστική υπόθεση, στα όρια της παρωδίας. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2012 για την ανάδειξη του νέου προέδρου, ο Jacques Chirac είναι μάρτυς της ανελέητης αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δυο κυριότερους υποψηφίους: τον εν ενεργεία πρόεδρο Nicolas Sarkozy και τον εκπρόσωπο της Αριστεράς, François Hollande. Έχοντας υποστεί τη φθορά της προχωρημένης ηλικίας αλλά και μιας κλονισμένης υγείας, ο Chirac ευελπιστεί να διαδραματίσει παρασκηνιακά ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων. Έτσι, στον ύπνο του ονειρεύεται πως συναντά κρυφά τον Hollande παρέχοντας στον τελευταίο συμβουλές προκειμένου να κερδίσει τη μάχη των εκλογών εις βάρος ενός Sarkozy, με τον οποίο είχε ανοικτούς προσωπικούς λογαριασμούς από το 1995. Στην ταινία, οι φαντασιώσεις του Chirac συγχέονται με πραγματικά στιγμιότυπα της προεκλογικής εκστρατείας, προσδίδοντας στο έργο έναν έντονα σουρρεαλιστικό χαρακτήρα. Ο έχων εντρυφήσει πλέον στον ρόλο του Chirac, Bernard Le Coq, επαναλαμβάνει μια εξίσου πετυχημένη ερμηνεία του συγκεκριμένου προσώπου. Ανάλογης ποιότητας είναι και η συνεισφορά του Patrick Braoudé, η ομοιότητα του οποίου με τον  François Hollande αποτελεί ένα από τα ατού του έργου. Σε ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο ο Thierry Frémont (Nicolas Sarkozy) συμπληρώνει την τριάδα των προέδρων.

 

Jacques Chirac και François Hollande.
Τρεις πρόεδροι δίνουν τα χέρια για τις ανάγκες της ταινίας: François Hollande (Patrick Braoudé), Jacques Chirac (Bernard Le Coq) και Nicolas Sarkozy (Thierry Frémont).

Η.  Emmanuel Macron (1977-     ) [Προεδρική θητεία 2017-       ]

   Emmanuel Macron , απάντηση στα “Κίτρινα γιλέκα”, 10 Δεκεμβρίου 2018

Η θητεία του Emmanuel Macron δεν διαθέτει ακόμη το χρονικό βάθος εκείνο, που θα επέτρεπε τη μεταφορά της στην οθόνη. Δεν αποκλείεται, πάντως, να κυκλοφορήσει κάποτε κάποια ταινία με τίτλο: Τα κίτρινα γιλέκα. Ίδωμεν. Για την ώρα, το δράμα εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο.

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Π. Παπαπολυβίου: «Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

«Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

Όσοι έχουν ζήσει ή μελετούν σήμερα, εκ των υστέρων, τις τραγικές ημέρες της τουρκικής εισβολής γνωρίζουν τα κύρια χαρακτηριστικά των απέλπιδων προσπαθειών απόκρουσής της: την έλλειψη οπλισμού και συντονισμού μετά την πρόχειρη και χαοτική επιστράτευση, τα τραγικά αποτελέσματα του προηγηθέντος πραξικοπήματος και τις επιπτώσεις τους στο ηθικό και την ψυχική ενότητα των μονάδων και του πληθυσμού, το αίσθημα εγκατάλειψης από την Ελλάδα, αυξανόμενο όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες. Υπήρξαν και στις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής περιστατικά διάλυσης, δειλίας, πράξεις εσχάτης προδοσίας, σωρεία ακατανόητων και παράλογων διαταγών που οδηγούσαν σε εγκατάλειψη πατρώου εδάφους, την περικύκλωση από τον εχθρό προωθημένων μονάδων και μεμονωμένων στρατιωτών, και πολλαπλασίαζαν τα φαινόμενα λιποταξιών και μαζικής αποχώρησης από την πρώτη γραμμή.

Όμως δεν ήταν μόνο αυτά: Υπήρξαν και περιπτώσεις ηρωισμού και προσωπικής αυτοθυσίας αξιωματικών, Ελλαδιτών και Κυπρίων, υπαξιωματικών και νεαρών στρατιωτών, στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν την τουρκική εισβολή, μεγαλειώδεις προσωπικές πράξεις αυταπάρνησης. Παρά τις αντιξοότητες και τα αρνητικά δεδομένα, υπήρξαν στρατιωτικές μονάδες, αξιωματικοί και οπλίτες που πολέμησαν υπεράνθρωπα, σώμα με σώμα, στη Λάπηθο και στην Κερύνεια, στον Πενταδάκτυλο, στην Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία, στην ΕΛΔΥΚ, στη Μεσαορία.

Υπήρξαν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες, περιπτώσεις δειλών, ανάξιων, επίορκων αξιωματικών, στρατιωτών και οπλοφορούντων ατάκτων «καπεταναίων». Υπήρξαν, όμως, και περιστατικά ανδρείας, που μπορεί να μην αποδείχθηκαν ικανά για να αποσοβήσουν την εθνική ήττα, όμως πρέπει να αναφέρονται κι αυτά, όταν μιλάμε για τον προδομένο πόλεμο του 1974. Και όπου αρμόζει να απονέμεται ο πρέπων έπαινος και η οφειλόμενη αναγνώριση, όπως το επιτάσσει και ο καβαφικός στίχος: «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει …»

Ανάμεσα στους τελευταίους, μια ξεχωριστή θέση αναλογεί στον ταγματάρχη Τάσο Μάρκου, 38 χρονών το 1974, με σύζυγο και δυο μικρά παιδιά. Ο Παραλιμνίτης απόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου είχε ενταχθεί από τις πρώτες μέρες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Όταν τον αναζήτησαν οι αρχές, για συμμετοχή του σε μια επιχείρηση της ΕΟΚΑ, κατάφερε να διαφύγει στην Ελλάδα, όπου πραγματοποίησε το παιδικό του όνειρο, έδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Σχολή Ευελπίδων. Τον Νοέμβριο του 1958, τριτοετής φοιτητής, εγκατάλειψε τη Σχολή, μαζί με άλλους έξι συμπατριώτες του ευέλπιδες και ανθυπολοχαγούς και επέστρεψε στην Κύπρο για να προσφέρει και πάλι στην ΕΟΚΑ. Από τον αρχηγό της ΕΟΚΑ, Γρίβα-Διγενή, του ανατέθηκε η ευθύνη του τομέα της Κυθρέας, στον Πενταδάκτυλο. Μετά τη λήξη του Αγώνα και την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων, γύρισε οριστικά στο νησί τον Νοέμβριο του 1961 και εντάχθηκε στον Κυπριακό στρατό. Διακρίθηκε στις μάχες του 1963-1964, στη Λευκωσία, προήχθη σε ταγματάρχη το 1971, και το 1973 αρνήθηκε την πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για να αναλάβει την ηγεσία του Εφεδρικού σώματος, επιλέγοντας να παραμείνει στην Εθνική Φρουρά.

Τον Ιούλιο του 1974 υπηρετούσε στο 12ο Τακτικό Συγκρότημα, της Κυθρέας, περιοχή που γνώριζε άριστα και είχε πολλούς φίλους. Μόλις εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου κατέβηκε στη Λευκωσία και διερεύνησε τις πιθανότητες εκδήλωσης αντικινήματος. Τις επαφές και τις προσπάθειές του για αντιπραξικόπημα συνέχισε και στα τέλη Ιουλίου, μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής, όταν συνάντησε για τον σκοπό αυτό και τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Δεν θα προλάβαινε… Προηγουμένως, είχε υποβάλει την παραίτησή του από τον στρατό, στον ίδιο τον Γλαύκο Κληρίδη, απογοητευμένος και απηυδισμένος με όσα είχε ζήσει στη διάρκεια της πρώτης εισβολής. Η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή. Επέστρεψε στην περιοχή Κυθρέας – Μιας Μηλιάς, όπου αφιερώθηκε στην οργάνωση της άμυνας της περιοχής. Τα αισθήματα του Τ. Μάρκου εκείνες τις μέρες τα περιέγραψε στον Πάνο Μυρτιώτη ένας από τους έφεδρους στρατιώτες του, όπως τα άκουσε να τα εκφράζει σε μια έντονη συζήτησή με συνάδελφό του: «Να πέσει, μωρέ, η Πατρίδα, αλλά να πέσει μαχόμενη!»

Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, ακολούθησε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Ο Τάσος Μάρκου, εθεάθη για τελευταία εξακριβωμένη φορά λίγο πριν το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Είχε διώξει τους τελευταίους άνδρες του στα μετόπισθεν και είχε μείνει με τον Αγκαστινιώτη ασυρματιστή του. Επέλεξε την προσωπική σύγκρουση με τα σιδερόφρακτα στρατεύματα εισβολής. Θα τιμούσε, έτσι, τα «όπλα τα ιερά», τα οποία του εμπιστεύτηκε η πατρίδα. Και θα αποδεικνυόταν, στο πεδίο της μάχης, ο ιδανικός ηγήτορας, της στρατιωτικής ορολογίας: Αυτός που μπορεί να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει. Και στη ζωή και μεταθανατίως.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 13 Ιουλίου 2019

Ο Τάσος Μάρκου, σε φωτογραφία του 1961
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Πηγή: papapolyviou.com