Skip to main content

Frédéric Guelton Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”

(17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

 

Ο συσχετισμός των δυνάμεων στις 15 Ιανουαρίου

Με την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (15 Ιανουαρίου 1991) και ενώ τα στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού βρίσκονταν επί ποδός πολέμου, ο συσχετισμός των δυνάμεων στο επιχειρησιακό θέατρο ήταν εμφανώς ευνοϊκός γι’ αυτά. Έμελλε να βελτιωθεί παραπάνω στη διάρκεια της φάσης των αεροπορικών επιδρομών, καθότι στόχος των τελευταίων ήταν η μείωση κατά 50% της μαχητικής ετοιμότητας των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Η μέση αναλογία υπέρ του συνασπισμού ήταν της τάξεως του 1,6 προς 1. Κατά περίπτωση, ωστόσο, παρουσίαζε διακυμάνσεις (2,7 προς 1 προς όφελος του αμερικανικού 7ου Σώματος Στρατού, επιφορτισμένου με την αποστολή της εξουδετέρωσης της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς, 1,3 προς 1 σε βάρος των μονάδων του κεντρικού τομέα, οι οποίες και θα αναλάμβαναν την επίθεση προς βορρά). Οι παραπάνω αναλογίες είναι σχετικές στο ποσοστό που δεν αντικατοπτρίζουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των εμπολέμων.

Την παραμονή της έναρξης των εχθροπραξιών, ο ιρακινός στρατός παρέμενε υπολογίσιμος. Οι αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών (Defense Intelligence Agency – DIA) εκτιμούσαν ότι οι δυνάμεις κατοχής του Κουβέιτ ανέρχονταν σε 540.000 άνδρες, 4.200 άρματα μάχης, 2.800 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 3.100 πυροβόλα.[1] Διέθεταν, τόσο επιτόπου όσο και στο νότιο Ιράκ, αποθέματα για έναν μήνα σφοδρών συγκρούσεων. Οι συστοιχίες των πυραύλων Scud αποτελούσαν μόνιμη απειλή καθότι ήταν μετακινούμενες και δύσκολα εντοπιζόμενες, το δε βεληνεκές τους ήταν σε θέση να πλήξει στόχους εντός του εδάφους της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η ιρακινή αεροπορία απαρτιζόταν, σε μεγάλο ποσοστό, από παλαιά αεροσκάφη και άπειρους χειριστές. Το ηθικό ήταν χαμηλό εξαιτίας του φαινομένου μιας μαζικής λιποταξίας, το μέγεθος της οποίας ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί. Η εικασία, βάσει της οποίας οι ιρακινές αρχές είχαν συγκροτήσει ειδικές μονάδες, επιφορτισμένες με τον εντοπισμό και την εκτέλεση των λιποτακτών επιβεβαιώθηκε έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών.[2]

Τοιχογραφία σε κωμόπολη του βορείου Ιρακ με θέμα τους πυραύλους Scud του Saddam Hussein.

Οι χερσαίες δυνάμεις του συμμαχικού συνασπισμού, οι οποίες προορίζονταν για την επίθεση, αριθμούσαν εννέα αμερικανικές Μεραρχίες, έξι αραβο-μουσουλμανικές,[3] μια βρετανική τεθωρακισμένη Μεραρχία και άλλη μια γαλλική. Το αεροπορικό δυναμικό ξεπερνούσε τα 2.500 αεροσκάφη, κυρίως αμερικανικά. Στα νερά του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας ναυλοχούσε ένας πανίσχυρος στόλος, αποτελούμενος, μεταξύ άλλων, από 6 αεροπλανοφόρα, δυο θωρηκτά, ικανό αριθμό υποβρυχίων εξοπλισμένων με πυραύλους Cruise και ένα σώμα 17.000 πεζοναυτών έτοιμο να αποβιβαστεί ανά πάσα στιγμή στις ακτές του Κουβέιτ. Συνολικά, άνω των 540.000 ανδρών από 31 διαφορετικές χώρες συμμετείχαν, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, στην επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”. Οι στρατιωτικές δυνάμεις 17 εξ αυτών ετοιμάζονταν να απελευθερώσουν το εμιράτο.

 

Η εναέρια επίθεση “Instant Thunder

Αποστολή της εναέριας επιχείρησης “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder) ήταν η καταφορά, ευθύς εξ αρχής, καίριων πληγμάτων εις βάρος των υποδομών του αντιπάλου. Η επιχείρηση ξεκίνησε τα απόγευμα της 16ης Ιανουαρίου και ενώ η υφήλιος ολόκληρη ανέμενε θεαματικές εξελίξεις αμέσως μετά την εκπνοή του τελεσιγράφου του ΟΗΕ. Περί τα 160 αεροσκάφη αναγνώρισης, ανεφοδιασμού και καθοδήγησης έθεσαν υπό παρακολούθηση τον εναέριο χώρο της ευρύτερης περιοχής. Μια δύναμη 12 ελικοπτέρων κατέστρεψε εντός του ιρακινού εδάφους τα σημαντικότερα κέντρα ραδιοεντοπισμού (ραντάρ) της χώρας, καθιστώντας αδύνατη την ανίχνευση και παρακολούθηση στόχων ευρισκομένων σε μεγάλη απόσταση. Κατόπιν τούτου, επλήγησαν στρατηγικοί στόχοι στο κέντρο της Βαγδάτης από αμερικανικά βομβαρδιστικά τύπου Β-52, τα οποία είχαν απογειωθεί από τη βάση Barksdale της Λουιζιάνας, από “αόρατα” βομβαρδιστικά F-117 τεχνολογίας Stealth και από πυραύλους Tomahawk, που εκτοξεύτηκαν από τα πλοία του στόλου. Ο συνδυασμός των παραπάνω έθεσε εκτός λειτουργίας το σύνολο της ιρακινής αεράμυνας. Την επόμενη νύκτα, περί τα 700 αεροσκάφη επιδόθηκαν στη συστηματική καταστροφή 250 προεπιλεγμένων στόχων, 50 περίπου εκ των οποίων βρίσκονταν στο κέντρο και πέριξ της Βαγδάτης. Με τη συμπλήρωση του πρώτου 24ώρου, το καθεστώς του Saddam Hussein αιφνιδιασμένο και αποκομμένο από τον έξω κόσμο, εξέπεμπε  σημεία παράλυσης.

Στις 17 Ιανουαρίου επλήγησαν με τη σειρά τους τα στρατεύματα κατοχής του Κουβέιτ από μια δύναμη 200 αεροσκαφών. Το ίδιο βράδυ, διαπιστώθηκε πως μέχρι στιγμής μοναδική απώλεια ήταν ένα αγνοούμενο αεροσκάφος της αεροπορίας ναυτικού, τη στιγμή που οι πλέον αισιόδοξοι υπολογισμοί λίγο πριν από την εκδήλωση της επιχείρησης έκαναν λόγο για απώλειες της τάξεως του 10%!

Αεροσκάφη της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας υπερίπτανται των φλεγομένων πετρελαιοπηγών του Κουβέιτ.

Κατά τη δεύτερη εβδομάδα των εναερίων επιχειρήσεων, μεταξύ 24 και 30 Ιανουαρίου, η κυριαρχία στους αιθέρες ήταν πλήρης με απώλεια τριών, μόλις, αεροσκαφών. Μπορούσαν πλέον να πληγούν όλοι περίπου οι στόχοι δίχως  την απειλή της ιρακινής αεροπορίας, τα 120 αεροσκάφη της οποίας είχαν καταφύγει στο γειτονικό Ιράν! Η απομόνωση από αέρος του πεδίου των εχθροπραξιών ολοκληρώθηκε με την καταστροφή των γεφυρών των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, καθώς και με εκείνη των κυριότερων υποδομών εφοδιασμού και μεταφορών. Από τις 4 Φεβρουαρίου και κατόπιν, ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής του Κουβέιτ ήταν πρακτικά αδύνατος.[4]

Εν συνεχεία, η δραστηριότητα της συμμαχικής αεροπορίας επικεντρώθηκε ενάντια στα ιρακινά τεθωρακισμένα, θαμμένα συχνά κάτω από την επιφάνεια της ερήμου και με προσανατολισμό πάντοτε προς τον Νότο. Η τακτική αυτή, απόρροια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αποδείχθηκε μοιραία για τους αμυνόμενους από τη στιγμή που, έπειτα από μια ηλιόλουστη ημέρα, η θερμοκρασία της ερήμου έπεφτε ταχύτερα από εκείνη της θωράκισης των αρμάτων μάχης, με αποτέλεσμα τα τελευταία να εντοπίζονται εύκολα από τηλεκατευθυνόμενους με υπέρυθρη καθοδήγηση πυραύλους. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται η χρήση μεγάλου αριθμού (5.000) πυραύλων Maverick, οι οποίοι κατέστρεψαν το 90% περίπου των ιρακινών τεθωρακισμένων.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΙΡΑΚΙΝΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΚΟΥΒΕΙΤ

(Εκτιμήσεις του United States Central Command-CENTOM κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων)

Μεταξύ της 17ης Ιανουαρίου και της 20ής Φεβρουαρίου, ήταν εμφανές ότι οι αρχικοί στόχοι είχαν ξεπεραστεί κατά πολύ. Ο Saddam Hussein δεν διοικούσε πλέον τη χώρα του, έχοντας ταυτόχρονα απωλέσει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων. Το ηθικό των τελευταίων είχε καταρρακωθεί έπειτα από την εξουδετέρωση κατά το ήμισυ των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Μετά το πέρας του πολέμου, ένας ανώτατος αξιωματικός εκμυστηρεύτηκε πως εκείνο που φοβόταν περισσότερο ήταν “οι αρνητικές συνέπειες των αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος του ηθικού των ανδρών του”.[5]

First Strike Gulf War Air Campaign 1991

 

Η χερσαία επίθεση

Το κλειδί της επιτυχίας για τα κράτη του συνασπισμού ήταν η μετάθεση του κέντρου βάρους της επίθεσης στο αριστερό (δυτικό) άκρο της διάταξης των δυνάμεών τους. Το όλο σκεπτικό δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Στόχος ήταν η παραπλάνηση του αντιπάλου με ενέργειες αντιπερισπασμού και η καταφορά καίριων πληγμάτων αξιοποιώντας στο έπακρο το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η μαζική αεροπορική επίθεση της 17ης Ιανουαρίου και των εβδομάδων που ακολούθησαν αποπροσανατόλισαν τους Ιρακινούς και απέσπασαν την προσοχή τους από τις κινήσεις των χερσαίων δυνάμεων. Όταν η επιχείρηση  Instant Thunder τερματίστηκε στις 24 Φεβρουαρίου, δυο Σώματα Στρατού (περί τους 270.000 άνδρες) είχαν μετακινηθεί δίχως να έχουν σχεδόν γίνει αντιληπτά σε μια ακτίνα 250 έως 420 χιλιομέτρων.

Στις 25 Φεβρουαρίου, οι χερσαίες δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί με κατεύθυνση από Δυσμάς προς Ανατολάς ως εξής, συγκροτώντας πέντε μεγάλες ομάδες: ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια γαλλική Μεραρχία, ένα δεύτερο αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια βρετανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία, ένα πρώτο μέρος των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων, ένα εκστρατευτικό Σώμα Αμερικανών Πεζοναυτών, τέλος, το υπόλοιπο των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων.

Η διάταξη των αντιπάλων.

Στο απέναντι στρατόπεδο, οι Ιρακινοί, μη γνωρίζοντας την ακριβή θέση των αντιπάλων, είχαν οργανώσει μια a priori αμυντική διάταξη  ανάλογη με εκείνη που τους είχε εξασφαλίσει επιτυχίες στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Ωστόσο, η διάταξη αυτή παρουσίαζε δυο μειονεκτήματα μείζονος σημασίας. Το πρώτο από αυτά ήταν η πρόσληψη του αντιπάλου. Τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν ελάχιστα κοινά γνωρίσματα με τον ιρανικό στρατό. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία δεν είχε να κάνει με την ανδρεία των μαχητών, όσο με τη μέθοδο, η οποία ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ και ο στατικός τρόπος με τον οποίο είχε διεξαχθεί, παρέπεμπε σε τακτικές τύπου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, στην περίπτωση του Πολέμου του Περσικού, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν να επιδείξουν όλα τα διακριτικά γνωρίσματα της μετα-βιομηχανικής εποχής. Στηρίζονταν στην απόλυτη κυριαρχία του ραδιοηλεκτρικού χώρου, στην ταχύτητα των μετακινήσεων, στην ισχύ και ακρίβεια της δύναμης πυρός, στη νυχθημερόν ακατάπαυστη διενέργεια των επιχειρήσεων, τέλος, στη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας.

Το δεύτερο μεγάλο μειονέκτημα του σχεδίου των Ιρακινών συνίστατο στην εσφαλμένη αντίληψη που είχαν σχετικά με το πεδίο των εχθροπραξιών. Προετοιμάζονταν συστηματικά για την απόκρουση μιας κατά μέτωπο επίθεσης προερχόμενης από το Νότο. Αυτό, άλλωστε, πρόδιδε και η διάταξη του αμυντικού τους συστήματος, προσανατολισμένη εξ ολοκλήρου προς την παραπάνω κατεύθυνση, σε μια στιγμή που ο αντίπαλος είχε επιλέξει την πλευροκόπηση από Δυσμάς.

Εντός του εδάφους του Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα είχαν συμπτυχθεί πίσω από δυο αμυντικές γραμμές. Η πρώτη, σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο του εμιράτου με τη Σαουδική Αραβία, απαρτιζόταν από ναρκοπέδια, αντιαρματικά εμπόδια και από χαρακώματα γεμάτα πετρέλαιο, το οποίο, φλεγόμενο, θα καθοδηγούσε τη συμμαχική προέλαση σύμφωνα με τις επιδιώξεις των Ιρακινών.[6] Το όλο παραπάνω σύστημα παθητικής άμυνας διέθετε την υποστήριξη ισχυρού πυροβολικού. Η δεύτερη γραμμή άμυνας, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα εντός της ενδοχώρας, είχε εντελώς διαφορετική υφή. Πέρα από ανάλογες υποδομές παθητικής άμυνας, αποτελούσε μια πραγματική γραμμή ανάσχεσης μιας εχθρικής προέλασης. Υποστηριζόταν από ένα σύστημα Μεραρχιών που αλληλοκαλύπτονταν, ικανό να κομματιάσει οποιαδήποτε επίθεση. Συγκεντρωμένες στα μετόπισθεν, οι τεθωρακισμένες μονάδες αντεπίθεσης, ανήκουσες στην πλειοψηφία τους στην Προεδρική Φρουρά, θα εξουδετέρωναν επιτόπου οποιαδήποτε μονάδα του αντιπάλου κατόρθωνε να διασπάσει τις δυο αμυντικές γραμμές.[7]

Η χερσαία επίθεση εκδηλώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου, κάτω από δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες για τους επιτιθέμενους. Συχνή βροχόπτωση, συνοδευόμενη από ισχυρές αμμοθύελλες κάλυπταν το σύνολο του μελλοντικού πεδίου επιχειρήσεων. Βορειότερα, μαύρος και παχύς καπνός αναδυόταν από τις φλεγόμενες, κατόπιν εντολής του Saddam Hussein, 508 πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ, παρακωλύοντας τις πτήσεις σε χαμηλό ύψος των αεροσκαφών.[8] Στις 4.00 τα ξημερώματα, οι προφυλακές του αριστερού άκρου των δυνάμεων του συνασπισμού εισήλθαν εντός του εδάφους του Κουβέιτ. Δυο ώρες αργότερα, ο πρόεδρος Bush ανακοίνωσε δημόσια την έναρξη της επιχείρησης απελευθέρωσης του εμιράτου. Στις 7.00, ήταν η σειρά της 101ης αμερικανικής αερομεταφερόμενης Μεραρχίας να εμπλακεί, σηματοδοτώντας την μεγαλύτερη επιχείρηση μεταφοράς με ελικόπτερα της Ιστορίας. Χάρη στον εντυπωσιακό αριθμό άνω των 300 εξόδων, μεταφέρθηκε σε βάθος 130 χιλιομέτρων εντός του ιρακινού πλέον εδάφους μια ολόκληρη Ταξιαρχία με το σύνολο της υποστήριξής της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας προκεχωρημένης βάσης (ονόματι Cobra) από όπου θα ήταν εφικτή η καταφορά πληγμάτων εντός του συνόλου της κοιλάδας του Ευφράτη. Ταυτόχρονα, τα επιθετικά ελικόπτερα, χάρη στην ισχύ πυρός που διέθεταν, καθιστούσαν αδύνατη μια συντεταγμένη υποχώρηση των Ιρακινών.

Η γιγαντιαία επιχείρηση μετακίνησης της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας εντός της ιρακινής ενδοχώρας.

Έξι ώρες έπειτα από την εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης ο Schwarzkopf διαπίστωσε ότι τα μέχρι τότε αποτελέσματα είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Το κυρίαρχο ζήτημα στο συγκεκριμένο στάδιο των επιχειρήσεων ήταν η ακριβής ώρα της επίθεσης των 1.600 αρμάτων μάχης του 7ου Σώματος Στρατού. Μπορεί μεν η απελευθέρωση του Κουβέιτ να εθεωρείτο εφικτή, ωστόσο έπρεπε να εξουδετερωθεί η ιρακινή Προεδρική Φρουρά, ικανή να γλιστρήσει έξω από το δίκτυ, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να απλώνεται γύρω από αυτήν. Λίγο πριν από το μεσημέρι, στο συμμαχικό στρατηγείο έφτασαν πληροφορίες περί εκκένωσης της πρωτεύουσας του εμιράτου από την Προεδρική Φρουρά, γεγονός, το οποίο άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο μιας συντεταγμένης γενικής υποχώρησης πριν από την άφιξη των στρατευμάτων του συνασπισμού. Για τον λόγο αυτό, το τελευταίο αποφάσισε να ρίξει στη μάχη τα τεθωρακισμένα 15 ώρες νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το σχέδιο. Υπό συνθήκες σφοδρής  αμμοθύελλας, η αμερικανική 24η Μηχανοκίνητη Μεραρχία προήλασε με ταχείς ρυθμούς, με αποτέλεσμα μέχρι να μεσάνυκτα να έχει καταφέρει να εισέλθει εντός του ιρακινού εδάφους.[9] Η κύρια δύναμη των τεθωρακισμένων δυνάμεων (7ο ΣΣ) καθυστέρησε εξαιτίας των εμποδίων παθητικής άμυνας (ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα κλπ.).

Το βράδι της 24ης Φεβρουαρίου είχε καταστεί πλέον σαφές πως ο ιρακινός στρατός, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης, ήταν ανίκανος να αντισταθεί στη συμπαγή και καλά οργανωμένη επίθεση των δυνάμεων του συνασπισμού. Την ίδια στιγμή, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης ανακοίνωσε πως ο Saddam Hussein είχε διατάξει την πλήρη εκκένωση του Κουβέιτ. Μέχρι στιγμής, οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν μόλις σε 8 νεκρούς και 27 τραυματίες. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είναι αδύνατο να καταμετρήσει κανείς τις απώλειες αλλά και τον ακριβή αριθμό των αιχμαλώτων, ο οποίος ξεπερνούσε ήδη τις 15.000.

February 1991: Gulf War Military Action on Saudi Arabian Frontline, Saudi/Kuwait Border

 

Την επομένη (25 Φεβρουαρίου) η προέλαση συνεχίστηκε με ανάλογους ρυθμούς δίχως κάποια αξιόλογη αντίσταση, πέρα από εκείνη της 26ης Μεραρχίας Πεζικού, η οποία εξολοθρεύτηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Την ίδια στιγμή, στη Βαγδάτη, αναμεταδόθηκε διάγγελμα του Saddam Hussein, με το οποίο ανακοίνωνε επίσημα την απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ, διατηρώντας ωστόσο την νομιμότητα των ιστορικών, όπως εμφατικά δήλωσε, διεκδικήσεων της χώρας του επί της περιοχής. Με το πέρας του διαγγέλματος ξεκίνησε μια άτακτη φυγή των ιρακινών στρατευμάτων από το εμιράτο και την πρωτεύουσά του. Οχήματα πάσης φύσεως γεμάτα στρατιώτες και τα πλέον απίθανα αντικείμενα άρχισαν να κατευθύνονται προς τα σύνορα με το Ιράκ, προτού εξαϋλωθούν τελικά από τις αεροπορικές επιδρομές. Με γνώμονα την εξέλιξη των επιχειρήσεων, άμεση προτεραιότητα του Schwarzkopf ήταν πλέον η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του στρατιωτικού υλικού το ταχύτερο δυνατόν, προτού προλάβει να συνομολογηθεί οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.[10]

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου σηματοδοτήθηκαν από σφοδρές μάχες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αντίσταση, την οποία προέβαλε η Μεραρχία Tawakalna της Προεδρικής Φρουράς.[11] Τις πρώτες απογευματινές ώρες, ένα αμερικανικό Σύνταγμα (2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού –  2nd ACR) βρέθηκε αντιμέτωπο με τα τεθωρακισμένα της Μεραρχίας  Tawakalna. Η σύγκρουση διεξήχθη υπό σφοδρή αμμοθύελλα. Οι Αμερικανοί, χάρη στον εξοπλισμό νυκτερινής όρασης, τον οποίο αναγκάστηκαν να θέσουν σε λειτουργία, αν και υστερώντας σε αριθμό, κατάφεραν να καταστρέψουν τα εχθρικά άρματα το ένα μετά το άλλο, παραμένοντας οι ίδιοι εκτός βεληνεκούς του εχθρού. Πρόκειται για την επονομαζόμενη Μάχη του Τετραγώνου 73-ανατολικά (Battle of 73 Easting).[12] Η χρήση της τεχνολογίας ισοσκέλισε την αριθμητική κατωτερότητα, καθώς καταστράφηκαν περί τα 30 εχθρικά άρματα και αιχμαλωτίστηκαν 1.300 αντίπαλοι δίχως την παραμικρή ανθρώπινη απώλεια.

Battle Of 73 Easting: Brutal Tank Combat For The Gulf | Greatest Tank Battles | Timeline

 

Στους υπόλοιπους τομείς του μετώπου η προέλαση συνεχίστηκε δίχως αξιόλογη αντίσταση. Με τη δύση του ηλίου, ο συνολικός αριθμός των αιχμαλώτων είχε ξεπεράσει τους 30.000. Σύμφωνα με υπολογισμούς των Υπηρεσιών Πληροφοριών, 26 Μεραρχίες του ιρακινού στρατού είχαν τεθεί εκτός μάχης μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ημερών.

Στις 27 Φεβρουαρίου, τα παναραβικά στρατεύματα, με την υποστήριξη αμερικανικών ειδικών μονάδων, απελευθέρωσαν την πόλη του Κουβέιτ μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής ευφορίας. Την ίδια ώρα, συνεχιζόταν η συστηματική εξολόθρευση της Προεδρικής Φρουράς.[13] Κατόπιν τούτων, οι εξελίξεις προσέλαβαν καταιγιστικούς ρυθμούς. Στη Βαγδάτη, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Tarek Aziz ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι το Ιράκ “αποδέχεται να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση 660 και οποιαδήποτε άλλη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας”. Ο πρόεδρος Bush, σε διάγγελμα προς το Έθνος δήλωσε πως “[…] με χαρά ήταν σε θέση να ανακοινώσει ότι τα μεσάνυκτα, 100 ώρες έπειτα από την έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων και 6 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της Καταιγίδας της Ερήμου, το σύνολο των αμερικανικών δυνάμεων και εκείνων των υπολοίπων κρατών του συνασπισμού θα αναστείλουν πάσης φύσεως επιθετικές επιχειρήσεις”.[14] Στις 28 Φεβρουαρίου στις 8.00 π.μ. τοπική ώρα, οι επιχειρήσεις ανεστάλησαν ενώ είχε εκδιωχθεί από το Κουβέιτ το σύνολο των ιρακινών στρατευμάτων.[15] Σε χρονικό διάστημα 100 ωρών, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν καταστρέψει 3.900 άρματα μάχης, 1.400 τεθωρακισμένα οχήματα και 3.000 πυροβόλα.

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991.

Το ζήτημα των πυραύλων Scud

Οι ιρακινοί πύραυλοι Scud ήταν ένα όπλο ψυχολογικού πολέμου με μείζονα πολιτική και ελάχιστη στρατιωτική αξία. Η αποτελεσματικότητά τους ήταν, όπως αποδείχθηκε, αμελητέα (για μια απόσταση 600 χιλιομέτρων είχαν απόκλιση της τάξεως των 3 χιλιομέτρων). Αντίθετα, ο πολιτικός και ψυχολογικός αντίκτυπος ενός βομβαρδισμού πόλεων όπως το Ριάντ ή το Τελ Αβίβ με πυραύλους του είδους αυτού, οπλισμένων πιθανότατα με χημικές κεφαλές, ήταν ανυπολόγιστος, σε θέση να επιφέρει ακόμα και τη διάλυση αυτού καθαυτού του συνασπισμού. Οι Ιρακινοί είχαν απόλυτη επίγνωση του θέματος όταν, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 1991, εκτόξευσαν επτά πυραύλους εναντίον του Ισραήλ. Ακολούθησε μεγάλη ανησυχία παρά το γεγονός ότι καταμετρήθηκαν μόνο 12 τραυματίες. Την επομένη, άλλοι τρεις πύραυλοι κτύπησαν το Ισραήλ. Είναι χαρακτηριστικό το γενικότερο πνεύμα, έτσι όπως αναδύεται από το Ημερολόγιο του Schwarzkopf: “Σάββατο πρωί, έφτασε στα χέρια μου ένα μήνυμα της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας [Joint Chiefs of Staff]. Οι Ισραηλινοί προτίθενται να εξαπολύσουν μια μαζική αντεπίθεση κατά του δυτικού Ιράκ: 100 αεροσκάφη αύριο το πρωί,  άλλα τόσα το απόγευμα, επιδρομές με ελικόπτερα Apache στη διάρκεια της νύκτας, επιδρομές κομμάντος, κάνοντας χρήση του εναερίου χώρου της Σαουδικής Αραβίας για όλα τα παραπάνω”. Η Σαουδική Αραβία ήταν αποφασισμένη να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο, για λόγους που σχετίζονταν με την  παραδοσιακή αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ευτυχώς για τον συνασπισμό, η κυβέρνηση του Itzhak Shamir επέλεξε τελικά την οδό της αυτοσυγκράτησης. Σε αντιστάθμισμα, μια αναπροσαρμογή των σχεδίων έλαβε χώρα την ύστατη στιγμή: αποφασίστηκε ο εντοπισμός και η καταστροφή των βάσεων εκτόξευσης εντός του ιρακινού εδάφους και η κατεπείγουσα αποστολή, ήδη από τις 19 Ιανουαρίου, στο Ισραήλ έξι συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot με το αντίστοιχο προσωπικό. Συνολικά, 39 πύραυλοι Scud εκτοξεύθηκαν εναντίον του Ισραήλ προκαλώντας τον θάνατο 3 ατόμων και τον τραυματισμό 304 και άλλοι 26  με στόχο τη Σαουδική Αραβία και απολογισμό έναν νεκρό και 50 τραυματίες.

Συνοικία του Τελ Αβίβ πληγείσα από πύραυλο Scud.

 

Η λήξη των εχθροπραξιών

Μέσα στις επόμενες μέρες ο Schwarzkopf επιδόθηκε στην προετοιμασία των διαπραγματεύσεων και τους στρατιωτικούς όρους που ο συνασπισμός σκόπευε να επιβάλλει στους Ιρακινούς προκειμένου η κατάπαυση του πυρός να μπορέσει να εφαρμοστεί σε μακροπρόθεσμη κλίμακα. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στις 3 Μαρτίου 1991, στην παλαιά αεροπορική βάση Safwan,[16] σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο μεταξύ του Κουβέιτ και του Ιράκ, εντός του εδάφους του τελευταίου.[17] Η εσκεμμένα ολιγομελής αντιπροσωπεία του συνασπισμού απαρτιζόταν από τον Schwarzkopf, τον πρίγκιπα Khaled και έναν διερμηνέα. Το Ιράκ εκπροσωπήθηκε από τους στρατηγούς  Sultan Hashim Ahmed, υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Salah Abud Mahmoud, διοικητή του 3ου Σώματος Στρατού το οποίο είχε στο μεταξύ εξαϋλωθεί από τους Αμερικανούς και έναν διερμηνέα. Επιγραμματικά, οι όροι της συνθηκολόγησης είχαν ως εξής[18]:

  • άμεση πρόσβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στους αιχμαλώτους πολέμου, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολέμου,
  • επαναπατρισμός των υπηκόων του Κουβέιτ, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • αναζήτηση και ταυτοποίηση των αγνοουμένων,
  • επιστροφή των σορών των νεκρών στα πεδία των μαχών,
  • εντοπισμός του συνόλου των ναρκοπεδίων,
  • εντοπισμός των αποθηκών μη συμβατικού υλικού πολέμου,
  • χάραξη διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις των εμπολέμων.
Οι διαπραγματεύσεις στην αεροπορική βάση Safwan.

Όταν εθίγη το κρίσιμο ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου, ο στρατηγός Ahmed δήλωσε: “Έχουμε ένα σύνολο 41 […], 17 Αμερικανούς, 2 Ιταλούς, 12 Βρετανούς, 1 με προέλευση από το Κουβέιτ και 9 Σαουδάραβες”.[19] Ο Schwarzkopf απάντησε πως ο συνασπισμός κρατούσε περί τους 60.000 αιχμαλώτους πολέμου. Στο άκουσμα του αριθμού, ο στρατηγός Ahmed έμεινε άφωνος και στράφηκε προς τον στρατηγό Mahmoud για επιβεβαίωση. Ο τελευταίος στάθηκε ανίκανος να το πράξει.[20] Η έκπληξη των Ιρακινών παρέμεινε και όταν ο Schwarzkopf τους ενημέρωσε για την διαχωριστική γραμμή. Ο στρατηγός Ahmed διερωτήθηκε για ποιο λόγο η γραμμή αυτή βρισκόταν πίσω από τις θέσεις των ιρακινών στρατευμάτων, έτσι όπως ο ίδιος τις εκτιμούσε, για να λάβει την απάντηση πως η γραμμή αυτή αποτύπωνε την προέλαση των στρατευμάτων του συνασπισμού. Κατόπιν τούτου, οι πάντες υπέγραψαν, σηματοδοτώντας επίσημα την λήξη των εχθροπραξιών.

 

Απολογισμός του πολέμου

Ήδη από τον Αύγουστο του 1990 τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον συνεισφέροντας στη θεατροποίηση του πολέμου μεταλλάσσοντας τον τελευταίο σε πραγματικό τηλεοπτικό θέαμα, τα επεισόδια του οποίου μεταδίδονταν στα βραδινά δελτία ειδήσεων ολόκληρου του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, καθιέρωσαν ένα νέο πολεμικό λεξιλόγιο με την εκτενή χρήση  όρων όπως “χειρουργικό κτύπημα” ή “καθαρός πόλεμος” υποβαθμίζοντας το γεγονός ότι, όπως σε κάθε πόλεμο, έτσι και στον συγκεκριμένο, ο θάνατος καραδοκούσε σε κάθε γωνία. Είτε συνειδητά είτε όχι, δεν αντιλαμβάνονταν ούτε και προσμετρούσαν τις ψυχολογικές προεκτάσεις του συγκεκριμένου λεξιλογίου, το οποίο με τη σειρά του δεν επέτρεπε να αναδυθεί στην επιφάνεια μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: εκείνη της δυσαναλογίας των απωλειών, τη στιγμή, κατά την οποία εκείνες των Ιρακινών, δύσκολο ακόμα και σήμερα να προσδιοριστούν, ξεπερνούσαν τον αριθμό των 100.000 νεκρών, τη στιγμή που εκείνες του συνασπισμού ήταν κατώτερες των 1.000.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Tucker και Hendrickson, στις ΗΠΑ, οι διάφοροι σχολιαστές ούτε καν έθιγαν το επίμαχο ζήτημα.[21] Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγει κανείς ένα λεπτό θέμα είναι να αγνοήσει πλήρως την ύπαρξή του, ούτως ώστε να μην είναι υποχρεωμένος να το σχολιάσει. Παρά ταύτα, οι δυο εν λόγω συγγραφείς αποκαλύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τις απώλειες των Ιρακινών:

  • ανεπίσημη πηγή του Πενταγώνου: 100.000 νεκροί στη διάρκεια των αεροπορικών βομβαρδισμών που προηγήθηκαν της έναρξης της χερσαίας επίθεσης,
  • DIA (Defense Intelligence Agency): 100.000 νεκροί σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου (με ποσοστό σφάλματος 50%) και 300.000 τραυματίες,
  • άλλοι παρατηρητές κάνουν λόγο για 100.000 – 150.000 νεκρούς,
  • άμαχος πληθυσμός, θύμα των βομβαρδισμών: κάτω των 5.000.[22]

Η Brigitte Stern επιβεβαιώνει με τη σειρά της την ηθελημένη αδιαφορία της Δύσης για τις απώλειες των Ιρακινών. Προσθέτει, επικαλούμενη τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Ιράκ Saadoun Hammadi, ότι 91 στρατιωτικοί και 20.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τους αεροπορικούς  βομβαρδισμούς και άλλοι 60.000 τραυματίστηκαν.[23] Από όσο γνωρίζουμε, δεν υφίσταται από ιρακινής πλευράς κάποιος υπολογισμός, έστω και κατά προσέγγιση, των θυμάτων της χερσαίας επίθεσης.

Στην αντίπερα όχθη, οι απώλειες του συνασπισμού παρουσιάζονται με κρυστάλλινη διαύγεια, απόλυτη ακρίβεια και σχεδόν θριαμβευτικό ύφος. Οι επίσημοι αριθμοί για τις ΗΠΑ ανέρχονται σε 613 άνδρες (146 νεκροί – εκ των οποίων 35 από φίλια πυρά – και 467 τραυματίες εκ των οποίων 21 γυναίκες και 72 από φίλια πυρά).[24] Η Τελική Έκθεση προς το Κογκρέσο ( Final Report to Congress) κάνει λόγο, για την περίοδο από τις 3 Αυγούστου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1991, για 390 Αμερικανούς νεκρούς (εκ των οποίων 5 γυναίκες).[25] Καταμετρά επίσης 21 αιχμαλώτους (2 γυναίκες).[26] Οι Γάλλοι είχαν 2 νεκρούς και 25 τραυματίες, άπαντες στη μάχη για την κατάληψη της στρατηγικής θέσης  As Salman, όπου έδρευε το στρατηγείο της ιρακινής 45ης Μεραρχίας Πεζικού. Οι Βρετανοί έχασαν 36 άνδρες (συν 30 περίπου τραυματίες). Οι απώλειες των Σαουδαράβων ανέρχονταν σε 20-30 νεκρούς και 40 περίπου τραυματίες. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες καταμέτρησαν συνολικά λιγότερο από 100 νεκρούς και τραυματίες μαζί.

Δεσπόζουσα θέση στο κεφάλαιο περί απωλειών (με την παραδοσιακή ερμηνεία του όρου)[27] κατέχει, αναμφίβολα, το ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου με την αριθμητική δυσαναλογία και την εκ διαμέτρου διαφορετική διαχείριση εκ μέρους των εμπολέμων. Εντύπωση προκαλεί και ο ταχύτατος ρυθμός της αιχμαλωσίας ή παράδοσης των Ιρακινών καθώς και η μετέπειτα μεταχείρισή τους. Οι περισσότερες εκτιμήσεις υπολογίζουν τους τελευταίους σε 87.000 περίπου. Είναι ο αριθμός που δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24 Ιανουαρίου 1992 ο Patrick J. Sloyan. Αποκλίνει ελάχιστα από τις επίσημες εκτιμήσεις (86.743). Ο εντυπωσιακός παραπάνω αριθμός θέτει αυτόματα το εύλογο ερώτημα κατά πόσο τα κράτη του συνασπισμού ήταν προετοιμασμένα για την διαχείριση ενός παρομοίου αριθμητικού μεγέθους.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΡΑΚΙΝΩΝ AΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Οι Αμερικανοί προσέγγισαν το σοβαρό αυτό πρόβλημα υπό διπλή οπτική. Σε ένα πρώτο στάδιο,  παρέμειναν πιστά προσηλωμένοι στις επιταγές των διεθνών πράξεων που ορίζουν την μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου (Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 περί αιχμαλώτων και προστασίας των αμάχων πληθυσμών εν καιρώ πολέμου).[28] Σε ένα δεύτερο στάδιο, αξιοποίησαν τα διδάγματα του πολέμου του Βιετνάμ.

Επί του πρακτέου, επιστράτευσαν από νωρίς την 80ή Ταξιαρχία Στρατονομίας (7.300 άνδρες), η οποία ήταν σε θέση να διαχειριστεί περί τους 40.000 αιχμαλώτους, κατανεμημένους σε 5 ξεχωριστά στρατόπεδα, μέσα στους 6 πρώτους μήνες των εχθροπραξιών. Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν σε 100.000 τον αριθμό κατά την πρώτη, μόλις, εβδομάδα. Η παραπάνω πρόβλεψη, αν και κατά προσέγγιση, παρουσιάζει ενδιαφέρον καθότι κινείται πλησίον της πραγματικότητας. Αν μη τι άλλο, υποδηλώνει πως το χαμηλό ηθικό των ιρακινών στρατευμάτων ήταν εν γνώσει των Αμερικανών προτού ακόμα  ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες. Οι Σαουδάραβες κατασκεύασαν 4 επιπρόσθετα στρατόπεδα χωρητικότητας 24.000 αιχμαλώτων το καθένα, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι από ένα, χωρητικότητας 5.000 και 500 ατόμων αντίστοιχα. Με τον εγκλεισμό των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε ακριβή καταμέτρηση, οι δε υπηρεσίες πληροφοριών τούς υπέβαλαν σε ανάκριση. Η έλλειψη ικανού αριθμού διερμηνέων είχε ως συνέπεια να ανακριθούν μόνο λίγες εκατοντάδες, μεταξύ των οποίων 13 στρατηγοί.[29] Από τις ανακρίσεις επιβεβαιώθηκε περίτρανα η κατάρρευση του ηθικού και οι καταστρεπτικές ψυχολογικές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα του συστηματικού βομβαρδισμού από τα Β-52.

Φάλαγγα Ιρακινών αιχμαλώτων μπροστά από τις φλεγόμενες πετρελαιοπηγές.

Δυο μαρτυρίες απεικονίζουν εύγλωττα την άθλια κατάσταση του ιρακινού στρατού. Η πρώτη προέρχεται από τις τάξεις της 80ής Ταξιαρχίας Στρατονομίας: “Σε πάμπολλες περιπτώσεις, οι αιχμάλωτοι βιάζονταν τόσο πολύ να ενταχθούν στα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, ώστε προθυμοποιούνταν εθελοντικά να οδηγήσουν τα οχήματα διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό το δυσχερές έργο της μεταφοράς […]”.[30] Τη δεύτερη μαρτυρία απέσπασε ο γράφων από έναν Γάλλο αξιωματικό του γαλλικού στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου της Rafha. Στη μαρτυρία περιγράφεται το ακόλουθο περιστατικό: με την άφιξη μιας ιρακινής μονάδας στο στρατόπεδο, ακολούθησε, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Γενεύης, διαχωρισμός ανάμεσα σε αξιωματικούς και στρατιώτες. Αίφνης, μια έκφραση πανικού ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο ενός αξιωματικού, ο οποίος θεώρησε πως ο διαχωρισμός αυτός ήταν προοίμιο της εκτέλεσής του.

Διαφορετική υπήρξε η μεταχείριση των αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν πέσει στα χέρια των Ιρακινών. Όλες οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι υπήρξε σωρεία κατάφορων παραβιάσεων των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης. Σε ένα πρώτο στάδιο, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, τα πράγματα κυλούσαν σχεδόν ομαλά. Οι αιχμάλωτοι ανακρίνονταν στις εγκαταστάσεις της Διεύθυνσης των Στρατιωτικών Υπηρεσιών Πληροφοριών. Κατόπιν, κρατούνταν σε διάφορες φυλακές στην ευρύτερη περιοχή της Βαγδάτης. Τα δικαιώματά τους καταπατούνταν με προκλητικό τρόπο, από στέρηση τροφής και νερού μέχρι διενέργεια βασανιστηρίων, προκειμένου να υπογράψουν δηλώσεις, οι οποίες υπαγορεύονταν από τις αρχές. Μέχρι την συνομολόγηση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις, απαγορευόταν ρητά η πρόσβαση στις φυλακές αντιπροσωπείας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Παρά ταύτα, η μαρτυρία ενός Αμερικανού πιλότου ο οποίος καταρρίφθηκε στο αρχικό στάδιο των αεροπορικών επιδρομών, αποκαλύπτει πως δέχθηκε επαρκή νοσοκομειακή περίπτωση και ότι ο μεγαλύτερος φόβος του σχετιζόταν με τους εναέριους βομβαρδισμούς του συνασπισμού. Στάθηκε τυχερός, καθώς καταστράφηκαν ολοσχερώς όλα τα γύρω κτήρια, όχι όμως η φυλακή, στην οποία ο ίδιος βρισκόταν έγκλειστος.

Περισσότερο άτυχοι υπήρξαν οι προερχόμενοι από το Κουβέιτ αιχμάλωτοι.[31] Σύμφωνα με υπολογισμούς του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, έπειτα από το τέλος του πολέμου επαναπατρίστηκαν 4.219 άτομα. Αντίθετα, ο ακριβής προσδιορισμός των πολιτών που συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν ακολούθως στο Ιράκ, αποδείχθηκε αδύνατος. Το μέγεθος υπολογίζεται γύρω στα 3.000 άτομα, 1.000 εκ των οποίων αγνοείται μέχρι σήμερα η τύχη.

 

Πόλεμος και εικόνα του πολέμου

Ενόσω προετοιμάζονταν και διεξάγονταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, γενική υπήρξε η αίσθηση ότι η υφήλιος ήταν μάρτυρας του πρώτου “καθαρού πολέμου” στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η τεχνολογία δεν μετέβαλε τα συστατικά στοιχεία του πολέμου. Αλλοίωσε απλώς την εξωτερική εικόνα του τελευταίου, μετατρέποντας τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε όπλο, όπως συνέβαινε τον Μεσαίωνα με το ανάθεμα ή τον αφορισμό. Λίγοι είναι εκείνοι που το θυμούνται και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που το παραδέχονται. Ο στρατηγός Schwarzkopf κατάφερε να αξιοποιήσει στο έπακρο το όπλο αυτό, όπως άλλωστε εκμυστηρεύεται στα Απομνημονεύματά του: “Στην αρχή του πολέμου, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος με ρώτησε αν θα χρειάζονταν ακόμα πολλές εβδομάδες προετοιμασίας έως ότου είμαστε σε θέση να αποκρούσομε μια χερσαία επίθεση του ιρακινού στρατού. Του απάντησα ότι οι Ιρακινοί θα πλήρωναν ακριβά το τίμημα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Ήταν το μόνο που μπορούσα να πω, περιστοιχισμένος από τηλεοπτικές κάμερες που βούιζαν και γνωρίζοντας πως δεν απευθυνόμουν μόνο σε φίλους. Ο Saddam και οι συνεργάτες του με άκουγαν και εκείνοι καθισμένοι αναπαυτικά στο στρατηγείο τους και παρακολουθώντας το CNN. Αυτούς είχε ως αποδέκτες το μήνυμά μου”.[32]

Άραγε, ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου, τον οποίο παρακολούθησε και βίωσε από μακριά ολόκληρος ο πλανήτης, σηματοδότησε, όπως πολλοί πίστευαν, την απαρχή μιας νέας, περισσότερο ελπιδοφόρας, εποχής; Οι συνθήκες προσφέρονταν πράγματι για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, δεν αξιοποιήθηκαν. Οι ΗΠΑ επανήλθαν γρήγορα στις παλιές χίμαιρές τους, τις οποίες συνεχίζουν να ακολουθούν μέχρι σήμερα, εκθέτοντας σε ολοένα και μεγαλύτερους κινδύνους την Ανθρωπότητα.

The Gulf Conflict – The Liberation of Kuwait

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

                                          

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ       

16 Ιανουαρίου 1991

Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση, η έκτακτη σύνοδος της οποίας πραγματοποιήθηκε 24 ώρες νωρίτερα από την προγραμματισθείσα ημερομηνία, με 523 ψήφους υπέρ με 43 κατά, στηρίζει την κυβέρνηση στους χειρισμούς της κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Διάγγελμα του προέδρου François Mitterrand.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

18 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 7 ιρακινών πυραύλων Scud εναντίον του Ισραήλ (Τελ Αβίβ και Χάιφα) και ενός επιπρόσθετου κατά του Νταχράν (Σαουδική Αραβία). Ο τελευταίος εξουδετερώθηκε από την  αεράμυνα. Έκκληση του προέδρου George Bush προς την κυβέρνηση του Ισραήλ για επίδειξη αυτοσυγκράτησης.

19-20 Ιανουαρίου

Άφιξη και εγκατάσταση στο Ισραήλ συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot,  προερχομένων από τη Γερμανία. Νέα εκτόξευση πυραύλων Scud σε βάρος του Ισραήλ με 10 τραυματίες.    

21-22 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 10 πυραύλων Scud κατά της Σαουδικής Αραβίας. Οι 9 εξουδετερώθηκαν από την αεράμυνα. Απολογισμός, 7 ελαφρά τραυματίες.

24 Ιανουαρίου

Οι Ιρακινοί πυρπολούν τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ.

25 Ιανουαρίου                                           

Εκτόξευση 7 πυραύλων Scud κατά του Ισραήλ. Οι 6 εξουδετερώνονται. Ο έβδομος πέφτει στο Τελ-Αβίβ με αποτέλεσμα έναν νεκρό και 19 τραυματίες.

30 Ιανουαρίου

Κοινή δήλωση των κυβερνήσεων Ουάσινγκτον και Μόσχας, σύμφωνα με την οποία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα διακόπτονταν εφόσον το Ιράκ δεσμευόταν να εκκενώσει τα στρατεύματά του από το Κουβέιτ.

5 Φεβρουαρίου

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης αναγγέλλει την επικείμενη διενέργεια τρομοκρατικών ενεργειών σε βάρος των χωρών του συνασπισμού.

11 Φεβρουαρίου

Παράταση της προθεσμίας των αεροπορικών βομβαρδισμών κατ’ εντολή του προέδρου Bush.

13 Φεβρουαρίου

Αεροπορική επιδρομή κατά της Βαγδάτης με εκατοντάδες νεκρούς.

24 Φεβρουαρίου

Έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων.

27 Φεβρουαρίου

Απεέυθέρωση της πόλης του Κουβέιτ. Οι συγκρούσεις Αμερικανών και Βρετανών με την ιρακινή Προεδρική Φρουρά συνεχίζονται.

28 Φεβρουαρίου

Το Ιράκ αποδέχεται άνευ όρων τις 12 αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Δημόσια δήλωση του προέδρου Bush: “Ο πόλεμος τερματίστηκε”. Κατάπαυση των εχθροπραξιών από τις 8.00 π.μ. (ώρα Ριάντ).

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

Αρχεία της 24ης αμερικανικής Μηχανοκίνητης Μεραρχίας, Operation Desert Storm, Attack Plan, Oplan 91-3, Library of Congress, catalog card Plan 92-060114.

Historical Reference Book, A collection of historical letters, briefings, orders and other miscellanous documents pertaining to the Defense of Saudi Arabia and the attack to free Kuwait, Library of Congress, catalog card Plan 92-060115.

 

ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Συλλογικό, (Congressional Research Service), U. N. Security Council resolutions on Iraq : compliance and implementation, Washington, Government Printing Office, 1992, 76 σελ.

Deniau H., Guise P., Calvez A., Clarenne P., L’Après-Golfe, Rapport de l’IHEDN, 1992, σελ p.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict : an Interim Report to Congress, DOD, 1991, 100 σελ.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict  : Final Report to Congress, DOD, April  1992, 418 σελ. + 19 θεματικά παραρτήματα.

Field Manual 101-10-2, Chapter 15, TOE 20-17, The Military History Detachment Mission.

Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th mechanized infantry division combat team during Operation Desert Storm,The attack to free Kuwait, January through March 1991), Fort Stewart, Georgia, 1991, 62 pages.(Library of Congress reference, 91-78085.

Sénat, Commission des Affaires étrangères, de la Défense et des Forces armées du Sénat, Rapport d’information sur quelques enseignements immédiats de la crise du Golfe quant aux exigences nouvelles en matière de défense, in Journal officiel, documents Sénat, n° 303, 1991, σελ. 1-152.

The Association of the U.S. Army, 1991 Green Book, The Year of Desert Storm, Οκτώβριος 1991, 328 σελ.

Union de l’Europe Occidentale, Rapport de la Commission technique et aérospatiale, Assemblée de l’U.E.O., 1991, 28 σελ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Al-Khalil (S.), Irak, la machine infernale, J.-C. Lattès, 1991, 368 σελ.

Blackwell J. Thunder in the Desert. The strategy and tactics of the Persian gulf war, New-York, Bantam Books, 1991, 285 σελ.

Bulloch (J.) et Darwish (A.), Water Wars, coming conflicts in the Middle East, Londres, Victor Gollancz, 1993, 224 σελ.

Camau M. (sous la direction de), Crise du Golfe et ordre politique au Moyen-Orient, Institut de recherches et d’études sur le monde arabe et musulman, 1993, 343 σελ.

Chaoul M., La Sécurité dans le golfe Arabo-Persique, les Septs Epées, 1978, 146 σελ.

Cordesman A. H., After the storm, the changing military balance in the Middle East, Londres, Westview Press-Mansell Publishing Limited, 1993, 811 σελ.

Davies C., After the war : Iran, Iraq and the Arab Gulf, Carden Publications limited, 1990, 446 σελ.

Dunnigan J. F., Bay A., From shield to storm. High-tech weapons, military strategy and coalition warfare in the Persian gulf, New York, William Morrow and Company, Inc. 512 σελ.

Fleury-Vilatte B., (επιμ.), Les Médias et la guerre du Golfe, Presses universitaires de Nancy, 1992, 155 σελ.

Friedman N., Desert victory. The war for Kuwait, Annapolis, US Naval Institute, 1991, 435 σελ.

Jeandet N., Un Golfe pour trois rêves,  L’Harmattan, 1993, 126 σελ.

Kodmani Darwish B., Chartouni Dubarry M., Golfe et Moyen-Orient. Les conflits, Dunod, 1991, 154 σελ.

Laurent E., Tempête du désert, les secrets de la maison Blanche, Olivier Orban, 1991, 283 σελ.

Le Borgne C., Un discret massacre. L’Orient, la guerre et après, Editions François Bourin, 1992, 234 σελ.

Le Pichon Y., Guerre éclair dans le Golfe, Jean-Claude Lattès/ADDIM, 1991, 215 σελ.

Lyautey Pierre., Proche-Orient : La guerre de demain ?, Julliard, 1971, 221 σελ.

Primakov E., Missions à Bagdad, Seuil, 1991, 196 σελ.

Rouseau C. (επιμ.), La Crise du Golfe, de l’interdiction à l’autorisation du recours à la force, L.G.D.J., 1993, 544 σελ.

Schmitt M., De Dien Bien Phu à Koweït City, Grasset, 1992, 309 σελ.

Schwarzkopf (général H. N.), Mémoires, Plon, 1992, 572 σελ.

Stern B., Guerre du Golfe, le dossier d’une crise internationale, 1990-1992, La Documentation française, 1993, 626 σελ.

Sumers (colonel Harry G.) On strategy II, A critical analysis of the Gulf war, Dell Publishing Group, Inc., New York, 1992, 302 σελ.

Tavernier P., Aspects de la guerre du Golfe, Grenoble, Centre d’études de la défense et de sécurité internationale (CEDSI), 1990, 74 σελ.

Tucker R.W., Hendrickson D. C., The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign relations press, New-York, 1992, 228 σελ.

Wolton D., War game : l’information et la guerre, Flammarion, 1991, 290 σελ.

Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

Zorgbibe (Charles), Nuages de guerre sur les Emirats du Golfe, Publications de la Sorbonne, 1984, 173 σελ.

                                                  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ B΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Ο Patrick J. Sloyan, σε ένα άρθρο, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24.01.1992, υπολογίζει ότι τη στιγμή της έναρξης των εναερίων επιχειρήσεων τα ιρακινά στρατεύματα κατοχής αριθμούσαν 380.000 άνδρες. Όταν εξαπολύθηκε η χερσαία επίθεση είχαν μειωθεί σε 200.000 άνδρες.

[2] Οι ιρακινές στρατιωτικές αρχές αναλώθηκαν σε μια εκστρατεία εκφοβισμού με στόχο τον αποπροσανατολισμό των κληρωτών. Συνίστατο στο σύνθημα ότι τα μη αραβικά στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού επρόκειτο να προχωρήσουν στην εκτέλεση των αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων και πολλών λιποτακτών. Η εκστρατεία αυτή επιβεβαιώθηκε από μεγάλο αριθμό προφορικών μαρτυριών δίχως να καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί επακριβώς ο πραγματικός της αντίκτυπος.

[3] Δυο από την Αίγυπτο, μια από τη Συρία, μια από το Κουβέιτ και ικανός αριθμός Ταξιαρχιών από τη Σαουδική Αραβία.

[4] Ένας αιχμάλωτος Ιρακινός ανώτερος αξιωματικός ομολόγησε πως ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής είχε διακοπεί ήδη από την πρώτη εβδομάδα των εχθροπραξιών.

[5] Final Report…, Παράρτημα J, σελ. J-10.

[6] Οι Αμερικανοί εξουδετέρωσαν το σύνολο των ναρκοπεδίων και της εν γένει αμυντικής υποδομής στο Κουβέιτ. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν βαρέα βομβαρδιστικά Β-52, καθώς και αεροσκάφη Lockheed MC-130, τα οποία, με τη ρίψη βομβών 7.500 κιλών, προκαλούσαν ωστικό κύμα που με τη σειρά του ανατίναζε τις νάρκες. Έγινε επίσης ρίψη εμπρηστικών βομβών Νapalm, ενώ τα “αόρατα”, τεχνολογίας Stealth, βομβαρδιστικά F-117 κατηύθυναν τις βόμβες τους με χρήση λέιζερ σε βάρος συστημάτων άντλησης, προορισμένων να σκεπάσουν τα χαρακώματα με πετρέλαιο.

[7] Πρόκειται για μια μέθοδο ανάλογη με εκείνη που είχαν χρησιμοποιήσει αντίστοιχα στη Γαλλία το 1917 και 1918 οι στρατηγοί Ludendorff και Pétain.

[8] Υπολογίζεται πως το περιεχόμενο 7 έως 9 εκατομμυρίων βαρελιών χύθηκε στα νερά του Περσικού Κόλπου.

[9] Βλ.σχετικά Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th Mechanized Infantry Division Combat Team during Operation Desert Storm, Fort Stewart, Georgia, 1991 και 24th Mechanized Infantry Division Combat Team, Historical Reference Book, Fort Stewart, Georgia, 1991, όπου παρατίθενται περί τα 500 αποχαρακτηρισμένα αρχειακά έγγραφα.

[10] Πόσο μάλλον που οι Σοβιετικοί, λειτουργώντας ως μεσάζοντες με το Ιράκ, ζήτησαν την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

[11] Αποστολή της Μεραρχίας Tawakalna ήταν η κάλυψη της υποχώρησης των άλλων δυο Μεραρχιών της Προεδρικής Φρουράς Medina και Hammurabi προς τη Βασόρα.

[12] Η ονομασία της μάχης προέκυψε από τον τετραγωνισμό των επιτελικών χαρτών.

[13] Στη διάρκεια των επιχειρήσεων, ένα αμερικανικό αεροσκάφος κατέστρεψε εκ παραδρομής δυο βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα, με αποτέλεσμα τα πληρώματα των τελευταίων να απωλέσουν τη ζωή τους.

[14] Αναφέρεται στο Stern (Brigitte), op. cit., σελ. 346.

[15] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 521. Από την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός προηλθε ο χαρακτηρισμός των χερσαίων επιχειρήσεων ως Πόλεμος των εκατό ωρών. Η επιλογή της ώρας (8.00 π.μ. τοπική ώρα – μεσάνυκτα ώρα Ουάσινγκτον) υπήρξε ηθελημένη για τον σκοπό αυτό. Την προηγούμενη μέρα, ο Schwarzkopf είχε προκρίνει, δίχως επιτυχία, τον χαρακτηρισμό Πόλεμος των πέντε ημερών.

[16] Η οργάνωση των διαπραγματεύσεων ανατέθηκε στον ελληνικής καταγωγής στρατηγό William Pagonis, σύμβουλο του  Schwarzkopf για θέματα λογιστικής. Ο Pagonis προέβλεψε έπειτα από το πέρας των συνομιλιών, η τράπεζα των διαπραγματεύσεων να δωρηθεί στο Ίδρυμα Smithsonian ως ιστορικό, πλέον, κειμήλιο.

[17] Για την πορεία των διαπραγματεύσεων βλ. Schwarzkopf, op. Cit., σελ. 525-540.

[18] Οι όροι αποτελούν ουσιαστικά μια παραλλαγή των απαιτήσεων του George Bush, έτσι όπως τους είχε απαριθμήσει στο διάγγελμά του της 28ης Φεβρουαρίου.

[19] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 540.

[20] Final Report…, op. cit., σελ. 215.

[21] At the time of the war, public comments by U.S. civilian and military officials stressed their disinterest in the question of Iraqi casualties.»Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 75.

[22] Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 74 και επόμενες.

[23] Ibid.

[24] Οι απώλειες από φίλια πυρά οφείλονται σε δυσχερείς οπτικές συνθήκες εξαιτίας αμμοθύελλας και πυκνού καπνού από τις φλεγόμενες από τους Ιρακινούς πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ. Οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί των επιχειρήσεων πολλαπλασιάζουν εκ των πραγμάτων τη σύγχυση, όπως και η πολυεθνική σύνθεση των στρατευμάτων του συνασπισμού και η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού οχημάτων δύσκολα αναγνωρίσιμων.

[25] Σε σύνολο 37.000 Αμερικανίδων που ήταν παρούσες στον Περσικό Κόλπο.

[26] Final Report …, op. cit., σελ. A-5 έως A-13.

[27] Φονευθέντες, τραυματίες, αγνοούμενοι, ασθενείς, αιχμάλωτοι και γενικότερα όσοι τέθηκαν εκτός μάχης.

[28] Χαρακτηριστική είναι η μνεία της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού τον Απρίλιο του 1991: “Ουδέποτε στο παρελθόν δεν εφαρμόστηκαν τόσα πιστά οι διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης, από όσο από τους Αμερικανούς έναντι των Ιρακινών αιχμαλώτων πολέμου”.

[29] Final Report…, op. cit., παράρτημα L, σελ. L-19.

[30] Final Report…, op.cit., παράρτημα L, σελ. L-13.

[31] Βλ. σχετικά την έκθεση του ειδικού εισηγητή της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Walter Kälin Rapport préliminaire sur la situation des droits de lhomme dans le Koweït sous loccupation irakienne, OHE, A/46/544, Οκτώβριος 1991, 30 σελ. Αναφορές υπάρχουν και στο Stern, op. cit., σελ. 589-594.

[32] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 392.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Frédéric Guelton: Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου. Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” (2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου”

(2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

 

Καθώς ο Ιούλιος είναι μήνας διακοπών και χαλάρωσης, λίγα ήταν τα βλέμματα, τα οποία στρέφονταν προς την κατεύθυνση του Περσικού Κόλπου. Οι προτεραιότητες και ακόμα περισσότερο οι θετικές εξελίξεις και οι ευοίωνες προοπτικές ήταν εκείνες που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον: η, πρόσφατη ακόμα, πτώση του τείχους του Βερολίνου, η επανένωση των δυο Γερμανιών, η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις 25 του μήνα, η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Βαγδάτη, έγινε δεκτή σε ακρόαση από τον Saddam Hussein, πρόεδρο του Ιράκ. Λίγες ώρες αργότερα αναχώρησε για την πατρίδα της προκειμένου να απολαύσει μερικές εβδομάδες καθ’ όλα δικαιωματικής ανάπαυσης. Τα πάντα έδειχναν να κυλούν απρόσκοπτα.

Κι όμως, περιφερόμενος μέσα στους διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, ο Ιρακινός ηγέτης είχε άλλα κατά νου. Φιλοδοξία του ήταν να μετεξελιχθεί ο ίδιος σε ηγέτη του αραβικού κόσμου προσφεύγοντας εν ανάγκη και στη βία. Πρώτος στόχος σε αυτή την πορεία ήταν η στρατιωτική κατάληψη του Κουβέιτ και ο έλεγχος του πλούτου του.

Σίγουρος για τον εαυτό του και για την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεών του ήταν της άποψης πως, μέσα στο πλαίσιο του γενικού κλίματος διεθνούς αποκλιμάκωσης, η πρωτοβουλία του θα επέφερε συνέπειες τοπικού, μόνο, βεληνεκούς. Είναι αλήθεια πως οι ευρύτερες συγκυρίες ευνοούσαν εκτιμήσεις του είδους αυτού. Ο ιρακινός στρατός, με πρόσφατη ακόμα την εμπειρία ενός οκταετούς πολέμου ενάντια στο Ιράν, ήταν υπολογίσιμος. Εκτός συνόρων, ο Saddam Hussein διέθετε την υποστήριξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Οι διμερείς σχέσεις του με την Αίγυπτο ήταν καλές. Όσο για τα διάφορα αραβικά κράτη του Κόλπου, τού ήταν υπόχρεα για την προστασία που τους παρείχε κατά του ισλαμικού προσηλυτισμού του καθεστώτος της Τεχεράνης.[1] Σχετικά με το θέμα αυτό ο δημοσιογράφος Serge July έγραφε τότε  χαρακτηριστικά: “Ο αδίστακτος αυτός πολέμαρχος […] αντιμετωπίζει σε καθημερινή κλίμακα και με δικούς του όρους τα όσα τού προσάπτουν οι Δυτικοί, παραμένοντας, ταυτόχρονα, απειλητικός έναντι των γειτόνων του”.[2]

Η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ, και ο John Hubert Kelly, υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με τον Saddam Hussein στο προεδρικό μέγαρο της Βαγδάτης.

Τα προεόρτια της εισβολής στο Κουβέιτ

Ο κόσμος αγνοούσε όντως τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ; Ασφαλώς! Όχι όμως οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ. Η Τελική έκθεση για τον Πόλεμο του Κόλπου, η οποία υποβλήθηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο, τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Norman Schwarzkopf και η μελέτη του διεισδυτικού δημοσιογράφου της Washington Post Bob Woodward The Commanders[3] συγκλίνουν ως προς το ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούσαν τις προετοιμασίες και τις μετακινήσεις του ιρακινού στρατού προς την κατεύθυνση της μεθορίου με το Κουβέιτ. Παρά ταύτα, αν και προερχόμενες από δορυφόρους, οι πληροφορίες δεν επαρκούσαν προκειμένου να εκτιμηθούν σε ολόκληρη τη διάστασή τους οι πραγματικές προθέσεις του ιρακινού δικτάτορα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να επρόκειτο για στρατιωτικά γυμνάσια ή κινήσεις με άλλο ζητούμενο και όχι απαραίτητα για την προπαρασκευή μιας εισβολής. Σύμφωνα με τον στρατηγό Schwarzkopf: “παρακολουθούσαμε επισταμένως τις κινήσεις των φορτηγών γεμάτων στρατεύματα καθώς και των σιδηροδρομικών συρμών φορτωμένων με άρματα μάχης που κατευθύνονταν προς νότο, από την Βαγδάτη προς την Βασόρα και από εκεί προς τα σημεία συγκέντρωσης [έως ότου] περί το τέλος Ιουλίου, οι Ιρακινοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδία των στρατιωτικών γυμνασίων προκειμένου να αναπτυχθούν νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά της Βασόρας, προς τη μεθόριο με το Κουβέιτ”.[4] Συνεπώς, η προοπτική μιας πολεμικής εμπλοκής δεν ήταν αμελητέα. Αυτός άλλωστε υπήρξε ο λόγος της πρόσκλησης, στις 31 Ιουλίου στην Ουάσινγτον, του ιδίου του στρατηγού με την ιδιότητα του διοικητή του  United States Central Command (USCENTCOM)[5], προκειμένου “να απαριθμίσει στον υπουργό Άμυνας Dick Cheney και στους αρχηγούς των τριών επιτελείων τις επιλογές μας σε περίπτωση έναρξης εχθροπραξιών”.[6]

Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι Αμερικανοί, έστω πεπεισμένοι για μια επικείμενη εισβολή στο Κουβέιτ, ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε προληπτικές ενέργειες. Με τα δεδομένα του 1990, η απάντηση είναι αρνητική για πολλούς και διαφόρους λόγους. Συγκρατούμε έναν μόνο: σημαίνοντες ηγέτες των χωρών της Μέσης Ανατολής (είτε πρόκειται για τον βασιλιά Fahd της Σαουδικής Αραβίας είτε για τον πρόεδρο της Αιγύπτου Hosni Mubarak, προς τον οποίο ο Saddam Hussein είχε προβεί σε ρητές διαβεβαιώσεις την 1η Αυγούστου) δεν πίστευαν στη διενέργεια μιας εισβολής. Δεν υφίστατο συνεπώς κανένας λόγος, ικανός να οδηγήσει κάποιον από αυτούς (ειδικότερα τον βασιλιά Fahd ή ακόμα περισσότερο τον εμίρη του Κουβέιτ Jaber al-Ahmad al-Sabah) να ζητήσει την όποια συνδρομή των ΗΠΑ. Μια αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση ενόψει μιας ανύπαρκτης εισβολής ήταν αδύνατη. Με πιο απλά λόγια, ούτε λόγος περί παρέμβασης εάν δεν είχε προηγηθεί παραβίαση των συνόρων.

Χάρτης του Κουβέιτ.

Η εισβολή

Η εισβολή έλαβε χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες (τοπική ώρα) της 2ας Αυγούστου 1990. Πρώτες εισήλθαν τρεις μεραρχίες της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς. Μισή, μόλις, ώρα έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η πρωτεύουσα Kuwait-City δέχθηκε επίθεση από επίλεκτες δυνάμεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν επιτόπου με ελικόπτερα. Η δυνατότητα αντίστασης των 16.000 ανδρών του στρατού του εμιράτου ήταν περιορισμένη. Ο ίδιος ο εμίρης διέφυγε στη Σαουδική Αραβία. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας η κατάσταση είχε τεθεί υπό έλεγχο. Την επομένη, οι ιρακινές δυνάμεις προωθήθηκαν μέχρι τα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία. Χάρη σε μια καλά προετοιμασμένη λογιστική επιχείρηση, σημαντικές ποσότητες υλικού και πυρομαχικών μεταφέρθηκαν επιτόπου. Μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ημερών, το Κουβέιτ ήταν μια ολοκληρωτικά κατεχόμενη χώρα από 200.000 άνδρες και 2.000 άρματα μάχης. Στις 8 Αυγούστου, ο Saddam Hussein ανακήρυξε την προσάρτηση του εμιράτου ως 19ης επαρχίας του Ιράκ. Γι’ αυτόν, ο πόλεμος είχε τελειώσει.

KUWAIT BBC interview 1990 Dec.

Η πτήση ΒΑ 149 της εταιρίας British Airways προερχόμενη από την Κουάλα-Λουμπούρ με τελικό προορισμό το Λονδίνο και ενδιάμεση στάση στο Κουβέιτ προσγειώθηκε στον διεθνή αερολιμένα του εμιράτου στις 2 Αυγούστου, 45΄της ώρας προτού ο τελευταίος καταληφθεί από τα στρατεύματα εισβολής. Οι 367 επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος τέθηκαν υπό κράτηση και επί τέσσερις μήνες χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρώπινες ασπίδες.

Στρατιωτικές επιλογές και πολιτικές αποφάσεις

Άμεση αντίδραση του προέδρου των ΗΠΑ George H.W. Bush μόλις πληροφορήθηκε την είδηση της εισβολής, ήταν η καταδίκη της επιχείρησης[7] και η επισήμανση του κινδύνου επέκτασης της τελευταίας προς την κατεύθυνση της Σαουδικής Αραβίας. Μια εξέλιξη του είδους αυτού χαρακτηρίστηκε εκ των προτέρων ως ευθεία απειλή εις βάρος των αμερικανικών ζωτικών συμφερόντων. Πέρα όμως από την καταδικαστική φρασεολογία, το μεγάλο ερώτημα ήταν ποια θέση έπρεπε να υιοθετηθεί στην πράξη. Ο Λευκός Οίκος δίσταζε, καθώς πρωταρχική μέριμνα του προέδρου Bush ήταν ο καθορισμός του ρόλου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο στερέωμα στο πλαίσιο της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Προκειμένου να απαντήσει κανείς σε αυτό το γεωπολιτικής φύσεως ζήτημα, αρκεί να αναρωτηθεί  το εξής απλό: οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να επιβληθούν ενός στρατού κοντά ενός εκατομμυρίου ανδρών, γερά εγκατεστημένου σε ένα επιχειρησιακό θέατρο ευρισκόμενο σε απόσταση άνω των 10.000 χιλιομέτρων μακριά από το αμερικανικό έδαφος; Το Πεντάγωνο ήταν πεπεισμένο πως ναι και γι’ αυτό προχώρησε ex nihilo στην προαγωγή δυο σεναρίων. Το πρώτο από αυτά επικέντρωνε σε μια αεροπορική επίθεση. Η πραγμάτωσή του ήταν σε γενικές γραμμές εύκολα διαχειρίσιμη. Υπήρχε, ωστόσο, ένα μειονέκτημα μεγέθους. Ο κίνδυνος επίσπευσης μιας ιρακινής προέλασης εντός της Σαουδικής Αραβίας, όπου οι υφιστάμενες εκεί χερσαίες δυνάμεις ήταν απόλυτα ανεπαρκείς προκειμένου να καταφέρουν να την ανασχέσουν. Το δεύτερο σενάριο προέβλεπε έναν συνδυασμό αεροπορικών και χερσαίων επιχειρήσεων. Μπορούσε να εφαρμοσθεί είτε σε περιορισμένη κλίμακα (ανακατάληψη του Κουβέιτ) είτε σε ευρεία, επεκτεινόμενο εντός της ιρακινής επικράτειας. Μια επιχείρηση με αυτά τα χαρακτηριστικά, πρόχειρα προετοιμασμένη και δίχως βάσεις ανεφοδιασμού σε κοντινή απόσταση ήταν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη και πιθανότατα με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί στο μέτωπο του Ειρηνικού στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τα γνωστά μεγάλα μεγέθη σε απώλειες. Επιπρόσθετα, ουδείς μπορούσε να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μιας πανωλεθρίας. Αποτέλεσμα ήταν να μην επιλεγεί τελικά κανένα από τα παραπάνω σενάρια.

Μπροστά στο διαγραφόμενο αδιέξοδο, το Πεντάγωνο προέκρινε την υιοθέτηση ενός σχεδίου, το οποίο είχε εκπονηθεί επί Ψυχρού Πολέμου και έφερε την κωδική ονομασία  OPLAN 90-1002. Προσέβλεπε στην προάσπιση της αραβικής χερσονήσου έναντι μιας σοβιετικής προέλασης προς νότο. Το σχέδιο αυτό διέθετε αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα: ήταν σχεδόν πλήρες, με εξαίρεση ορισμένες αναπροσαρμογές της τελευταίας στιγμής. Ενίσχυε τη διπλωματική φαρέτρα των ΗΠΑ από τη στιγμή που ήταν καθαρά αμυντικού χαρακτήρα και προέβλεπε την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων εντός της σαουδαραβικής επικράτειας. Σε ένα αρχικό στάδιο στηριζόταν αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων, περιόριζε στο ελάχιστο τις αμερικανικές απώλειες.

15 Αυγούστου 1990. O πρόεδρος George H.W. Bush (στο μέσο) σε σύσκεψη στο Πεντάγωνο με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Από αριστερά προς τα δεξιά πλαισιώνεται από τους Brent Scowcroft, σύμβουλο ασφαλείας, στρατηγό Norman Schwarzkopf , διοικητή του U.S. Central Command, Dick Cheney, υπουργό Άμυνας, στρατηγό Colin Powell, αρχηγό ΓΕΕΘΑ και ναύαρχο David E. Jeremiah (Πηγή: U.S. Naval Institute Photo Archive).

Η απόφαση αποστολής στρατευμάτων

Στις 5 Αυγούστου, τρεις μέρες μετά την εισβολή και προτού κατασταλάξει ως προς την αποστολή στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία, ο πρόεδρος Bush έστειλε τον υπουργό Άμυνας  Dick Cheney στο Ριάντ με εντολή να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του βασιλιά Fahd. Απευθυνόμενος προς τον τελευταίο, ο Αμερικανός υπουργός εκφράστηκε ως εξής: “Είμαστε έτοιμοι να αναπτύξουμε δυνάμεις για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας. Θα έρθουμε μόνο εφόσον μας καλέσετε. Δεν επιδιώκουμε να εγκαταστήσουμε βάσεις σε μόνιμη κλίμακα. Μόλις μας ζητήσετε να αποσυρθούμε θα το πράξουμε αμέσως”.[8] Ο Σαουδάραβας μονάρχης συγκατάνευσε έπειτα από σύσκεψη με τους συμβούλους του: “Κύριε υπουργέ, είμαστε σύμφωνοι επί της αρχής. Εμπιστευόμαστε τον Θεό και ενεργούμε όπως αρμόζει. Θα τακτοποιήσουμε τις επιμέρους λεπτομέρειες. Δεν με απασχολεί τι λένε οι άλλοι. Επείγει να διασφαλίσουμε την προστασία της χώρας μας από κοινού με τους Αμερικανούς αλλά και με άλλα αραβικά κράτη, με τα οποία διατηρούμε φιλικούς δεσμούς”.[9] Το πολιτικό περίγραμμα είχε διαμορφωθεί.

Στις 7 Αυγούστου ξεκίνησε η ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων. Επικαλούμενο την απόφαση αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Πεντάγωνο σκιαγράφησε πάραυτα το επιχειρησιακό πεδίο στην ξηρά, στους αιθέρες και στη θάλασσα. Τις επόμενες ημέρες, η αμερικανική συνδρομή άρχισε να πλαισιώνεται, τόσο στο πολιτικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο από τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου, από το σύνολο σχεδόν του αραβικού κόσμου και από κράτη σε παγκόσμια κλίμακα, που καταδίκασαν την πρωτοβουλία των Ιρακινών. Επρόκειτο για την απαρχή της επιχείρησης “Ασπίδα της Ερήμου” (Desert Shield).

Address to the Nation Concerning Iraq’s Invasion of Kuwait – 8 August 1990

  

Η επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” και η γέννηση ενός συμμαχικού συνασπισμού

Οι πρώτες αμερικανικές μονάδες που προσγειώθηκαν στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν περιορισμένου μεγέθους. Διέθεταν, ωστόσο, ισχυρή και αποτρεπτική συμβολική αξία. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν στην Ουάσινγκτον. Ανήκαν, ως επί το πλείστον, στην ιστορική 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Είχαν απόλυτη συναίσθηση του εις βάρος τους συσχετισμού των ισορροπιών. Είναι ενδεικτικό ότι αυτοχλευάζονταν αποκαλώντας τους εαυτούς τους ως “επιβραδυντές για Ιρακινούς”. Σε περίπτωση εισβολής εντός της Σαουδικής Αραβίας το μόνο που μπορούσαν να πράξουν ήταν να επιβραδύνουν την προέλαση του αντιπάλου και να συσπειρωθούν σε προεπιλεγμένες στρατηγικές θέσεις, εν αναμονή αεροπορικών και ναυτικών ενισχύσεων. Μοιραία η πρώτη τους επιλογή (ενάντια μάλιστα στις προτεραιότητες της κυβέρνησης του Ριάντ) στράφηκε προς την ευρύτερη περιοχή του Νταχράν, στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, η οποία επί Ψυχρού Πολέμου λειτουργούσε ήδη ως άτυπο αμερικανικό προγεφύρωμα. Με γνώμονα το επείγον της όλης υπόθεσης και σε αντίθεση με την παράδοση, στη διάρκεια των δυο πρώτων μηνών οι Αμερικανοί άρχισαν να αναπτύσσουν μάχιμες μονάδες δίχως να υπολογίζουν ιδιαίτερα το λογιστικό μέρος της επιχείρησης. Προείχε η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας. Επρόκειτο για επίλεκτες μονάδες πεζοναυτών με πενιχρή υποστήριξη σε βαρέα μηχανοκίνητα και πυροβολικό.

Στις αρχές Οκτωβρίου, το Πεντάγωνο εξακολουθούσε να εκτιμά ως εξαιρετικά δύσκολη μια αναχαίτηση ενδεχόμενης ιρακινής εισβολής, παρά τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό αποστολής ανδρών και πολεμικού υλικού. Ενθυμούμενος την αρχική αυτή φάση, ο στρατηγός Schwarzkopf εκμυστηρευόταν τα εξής: “Φοβόμουν ότι θα μας έριχναν στη θάλασσα με αμέτρητες απώλειες….”.[10] Τελικά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Ακόμα καλύτερα, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να αποστείλουν μια δύναμη κρούσης 200.000 ανδρών, 1.000 αρμάτων μάχης και 1.000 μαχητικών αεροπλάνων μέσα σε χρονικό διάστημα δυο, μόλις, μηνών.

Η άφιξη των πρώτων στρατευμάτων.

Ήταν εμφανές ότι μπορούσαν, πλέον, να ανακόψουν μια ιρακινή προέλαση. Ο Saddam Hussein, ο οποίος δεν φανταζόταν ως εφικτή μια ταχεία ανάπτυξη τόσο μεγάλων δυνάμεων, άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Σύντομα, η “Ασπίδα της Ερήμου” ενισχύθηκε με ισχυρές μονάδες που απέστειλαν η Αίγυπτος, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Συρία. Έμπρακτη απόδειξη πως οι ΗΠΑ δεν αρκέστηκαν μόνο στην οργάνωση της άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, αλλά σφυρηλάτησαν έναν συμμαχικό συνασπισμό, ικανό να εμπεδώσει στρατιωτικά και ψυχολογικά το επιχείρημα περί ανάληψης μιας διεθνούς σταυροφορίας.

Ένας πραγματικός παγκόσμιος συνασπισμός άρχισε να διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου χάρη στις ακάματες πρωτοβουλίες του State Department και του υπουργού Εξωτερικών James Baker προσωπικά. Ως πυρήνας λειτούργησαν τα άμεσα απειλούμενα από τον ιρακινό επεκτατισμό κράτη, δηλαδή εκείνα του Περσικού Κόλπου. Για το σκοπό αυτό οι στρατιωτικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, του Ομάν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συγκρότησαν το επονομαζόμενο “Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου” (Cooperation Council for the Arab States of the Gulf  ή Gulf Cooperation Council) ή ακόμα “Ασπίδα της Χερσονήσου” (Peninsula Shield Force). Το παραπάνω σχήμα ενισχύθηκε σε ένα πρώτο στάδιο από δυνάμεις προερχόμενες από τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Ειδικότερα η παρουσία της Αιγύπτου με τη συμμετοχή δυο Μεραρχιών καθιστούσε τη χώρα αυτή τρίτη σε ισχύ έπειτα από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Εμφανής πρόθεση του προέδρου Hosni Mubarak να διεκδικήσει με τον τρόπο αυτό από τον Saddam Hussein την πρωτοκαθεδρία στον αραβικό κόσμο.[11] Ακόμα και μια χώρα σαν τη Συρία, την οποία βάρυναν επί μακρόν υποψίες ότι υποστήριζε τη διεθνή τρομοκρατία, προσχώρησε στην εκκολαπτόμενη συμμαχία συμμετέχοντας με κάθε άλλο παρά αμελητέες δυνάμεις. Προσαρμοζόμενη με τις νέες γεωπολιτικές εξελίξεις θέλησε με τον τρόπο αυτό να απαλλαγεί από τη διπλωματική απομόνωση στην οποία βρισκόταν και να έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει κατά την κρίση της στην υπόθεση του Λιβάνου.[12] Η μουσουλμανική αλληλεγγύη επεκτάθηκε μέχρι το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τον Νίγηρα και τη Σενεγάλη. Η Τουρκία απέφυγε να στείλει στρατεύματα. Ωστόσο, συντασσόμενη με την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών περί εμπορικού αποκλεισμού, έκλεισε τον αγωγό μέσω του οποίου το Ιράκ εξήγαγε το μισό του περίπου πετρέλαιο και ενίσχυσε τη στρατιωτική της παρουσία κατά μήκος της μεθορίου με το τελευταίο. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στις συμμαχικές μονάδες, οι οποίες προωθούνταν προς τον Περσικό Κόλπο, να κάνουν χρήση του εδάφους και του εναερίου χώρου της.

O στρατηγός Norman Schwarzkopf και ο βασιλιάς Fahd της Σαουδικής Αραβίας επιθεωρούν μια αμερικανική αεροπορική βάση στα ανατολικά της χώρας τον Ιανουάριο του 1991.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έστειλαν από μια Μεραρχία. Η Γερμανία συνεισέφερε οικονομικά στέλνοντας ταυτόχρονα στρατιωτικές δυνάμεις στην Τουρκία. Οικονομικά συμμετείχε και η Ιαπωνία. Η Ισπανία επέτρεψε τη χρήση του εναερίου χώρου της και έστειλε στρατιωτικό υλικό. Η Νότιος Κορέα, η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία συμμετείχαν με ιατρικό προσωπικό και με μονάδες ανίχνευσης χημικού πολέμου.

Ταυτόχρονα με τη δημιουργία ενός συμμαχικού συνασπισμού τίθεται μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της διοίκησης. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι Σαουδάραβες διεκδίκησαν τη διοίκηση του συνόλου των σταθμευμένων στο έδαφός τους δυνάμεων. Οι Αμερικανοί, από τη δική τους πλευρά, προσέβλεπαν στο ακριβώς αντίθετο. Τον Οκτώβριο, έπειτα από ατέρμονες συζητήσεις, συμφωνήθηκε τελικά να διατηρηθεί η σαουδαραβική πρωτοκαθεδρία με τον διορισμό του πρίγκιπα Khaled Bin Sultan[13] ως ανώτατου διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων επί του θεάτρου των επιχειρήσεων. Ωστόσο, παρέμενε ένα εμπόδιο. Το σύνταγμα των ΗΠΑ απαγόρευε ρητά την υπαγωγή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων υπό τη διοίκηση αλλοδαπού αξιωματικού. Κατόπιν τούτου, παρέμειναν υπό την ηγεσία του στρατηγού Schwarzkopf, διπλωματικά κάτω από σαουδαραβική στρατηγική διεύθυνση. Ουδέποτε αποσαφηνίστηκε η σημασία της διατύπωσης αυτής. Στην πραγματικότητα, ο  Schwarzkopf δεχόταν διαταγές μέσω του άξονα Bush – Cheney – Powell.[14]  Σε κατώτερο επίπεδο ενεργοποιήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός συνεργασίας και συντονισμού ανάμεσα στα επιτελεία των δυνάμεων του συνασπισμού, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμος, δεδομένης της ασυνήθιστης πολιτισμικής, θρησκευτικής και πολιτικής ποικιλομορφίας που τον διέκρινε.

Τα εύσημα για τη δημιουργία, στρατηγική οργάνωση και ενδυνάμωση της συμμαχίας ανήκαν αναμφίβολα στις ΗΠΑ, οι οποίες ασκούσαν και την ουσιαστική διοίκηση. Το έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν πλέον ασφαλές. Κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 1990 οι δυνάμεις του συνασπισμού επαρκούσαν για κάτι τέτοιο, όχι όμως και για μια ανακατάληψη του Κουβέιτ όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι 435.000 Ιρακινοί, 3.600 άρματα μάχης, 2.400 τεθωρακισμένα οχήματα πάσης φύσεως και 2.400 πυροβόλα.

 

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ[15]

(ΙΟΥΛΙΟΣ 1990)

                                            *Εκ των οποίων 480.000 έφεδροι.

Υπό τις παρούσες συνθήκες ποιες ήταν οι προσφερόμενες εναλλακτικές λύσεις; Για πόσο καιρό ακόμα τα συμμαχικά στρατεύματα θα παρέμεναν άπραγα; Έπρεπε να αναμείνουν κι’ άλλο ή μήπως να εκδιώξουν τους Ιρακινούς από το Κουβέιτ κυνηγώντας τους ακόμα και εντός του εθνικού τους εδάφους;

Το χειρότερο σενάριο, πραγματική Πύρρειος νίκη για τον συνασπισμό, θα ήταν μια συντεταγμένη  υποχώρηση του ιρακινού στρατού. Το ζήτημα της παραμονής του διεθνούς εκστρατευτικού σώματος επί του σαουδαραβικού εδάφους θα ετίθετο μετ’ επιτάσεως, ενώ τίποτα δεν απέκλειε μια νέα ιρακινή εισβολή στο μέλλον. Κατά συνέπεια, ο παράγων χρόνος αναγορεύτηκε σε μείζονος σημασίας παράμετρο για την ηγεσία της συμμαχίας, δηλ. τους Αμερικανούς. Ήταν σαφές πως η ανάληψη πρωτοβουλιών δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Διαφορετικά, ο χρόνος, ο οποίος μέχρι τότε είχε λειτουργήσει επωφελώς, κινδύνευε να στραφεί εναντίον.

 

Οι προετοιμασίες για την απελευθέρωση του Κουβέιτ

Η ιδέα μιας ανακατάληψης του Κουβέιτ στριφογύριζε στο μυαλό του στρατηγού Schwarzkopf ήδη από τις 16 Αυγούστου, οπότε, όπως χαρακτηριστικά γράφει “σκιαγράφησα πρόχειρα μια εκστρατεία σε τέσσερα στάδια: κεραυνοβόλα επίθεση πυροβολικού, καταστροφή των δομών αντιαεροπορικής άμυνας εντός του Κουβέιτ, εξουδετέρωση του αντιπάλου σε ποσοστό 50%, χερσαία επίθεση”.[16] Η όλη υπόθεση προσέλαβε πολιτικές διαστάσεις όταν, στις 22 Οκτωβρίου, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Colin Powell μετέβη στο Ριάντ κατ’ εντολή του προέδρου Bush, προκειμένου να αξιολογήσει με τον Schwarzkopf τους τρόπους μετεξέλιξης της εκστρατείας από αμυντική σε επιθετική με την προοπτική απελευθέρωσης του Κουβέιτ.

Οι Norman Schwarzkopf  και Colin Powell στο Ριάντ τον Οκτώβριο του 1990.

Οι απαιτήσεις του Schwarzkopf ήταν υπέρμετρες. Συγκεκριμένα, ζήτησε τον διπλασιασμό των υπό την ηγεσία του δυνάμεων, με άλλα λόγια την αναβάθμιση των τελευταίων σε Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού εντός τριών μηνών. Μόλις το αίτημα έφτασε στον Λευκό Οίκο, ο George Bush συγκατάνευσε. Ταυτόχρονα, εξαπέλυσε μια διπλωματική εκστρατεία, δίχως την οποία τίποτα απολύτως δεν θα ήταν εφικτό. Σε ένα πρώτο στάδιο, έστειλε τον υπουργό Εξωτερικών James Baker στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας με αποστολή να εκμαιεύσει τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Fahd και των υπολοίπων συμμάχων. Κατόπιν συνέταξε ένα σχέδιο απόφασης για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Τέλος διαβεβαίωσε τον Schwarzkopf πως ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει το αίτημά του στέλνοντας στον Περσικό Κόλπο και ακόμα περισσότερες δυνάμεις, εάν αυτό καθίστατο αναγκαίο.

Στις 29 Νοεμβρίου 1990 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα αρ. 678, το οποίο εξουσιοδοτούσε “τα κράτη μέλη, τα οποία επιχειρούν από κοινού με το Κουβέιτ να κάνουν χρήση όλων των απαραίτητων μέσων για την εφαρμογή της απόφασης αρ. 660[17] του Συμβουλίου Ασφαλείας και όλων των συναφών αποφάσεων και για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή σε περίπτωση που μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1991 το Ιράκ δεν έχει συμμορφωθεί με αυτές”. Μεταξύ 29 Νοεμβρίου και 15 Ιανουαρίου, τα στρατεύματα της συμμαχίας είχαν στη διάθεσή τους ένα χρονικό διάστημα 45 ημερών για το σκοπό αυτό, με άλλα λόγια προκειμένου να περάσουν από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα”.

 

Από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα της Ερήμου

Το αίτημα του στρατηγού Schwarzkopf ικανοποιήθηκε, καθώς τα συγκεντρωμένα επί του σαουδαραβικού εδάφους στρατεύματα διπλασίασαν το δυναμικό τους από κάθε άποψη. Η αμερικανική υπεροχή ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη έπειτα από την αποστολή μιας μηχανοκίνητης μεραρχίας με προέλευση τις ΗΠΑ,[18] ενός Σώματος Στρατού σταθμευμένου στην Ευρώπη,[19] μονάδων ναυτικού πολέμου,[20] μονάδων πεζοναυτών,[21] τέλος, 410 επιπλέον αεροσκαφών.[22] Ουδέποτε άλλοτε από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά είχε συγκεντρωθεί δύναμη παρόμοιας ισχύος.

Η επιλογή του 7ου ΣΣ σταθμευμένου στη Γερμανία εξηγείται εύκολα. Κατά πρώτο λόγο, επρόκειτο για εκείνο, το οποίο λόγω συντομότερης απόστασης από την φλέγουσα περιοχή, ήταν σε θέση να μεταφερθεί στη Σαουδική Αραβία το ταχύτερο. Κατά δεύτερο λόγο, ήταν το καλύτερα εξοπλισμένο με υλικό τελευταίας τεχνολογίας Σώμα ολόκληρου του αμερικανικού στρατού. Τέλος, ήταν εκείνο που διέθετε αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό προσωπικού εν ενεργεία. Η εξαφάνιση της απειλής των χωρών μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας την επομένη της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού καθιστούσε εφικτή τη μεταφορά του Σώματος στον Περσικό Κόλπο.

Η ισχύς του 7ου ΣΣ καθώς και η συνολική συμβολή των σταθμευμένων στο ευρωπαϊκό έδαφος αμερικανικών δυνάμεων παρουσιάζονται στους κάτωθι πίνακες.[23]

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 7ου ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΑΘΜΕΥΜΕΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Για τη μεταφορά των ευρισκομένων στην Ευρώπη αμερικανικών στρατευμάτων χρησιμοποιήθηκαν 437 αεροσκάφη, 105 πλοία, 387 μαούνες, 339 σιδηροδρομικοί συρμοί και 72 οδικές φάλαγγες. Παρόλη την ανάπτυξη τόσο εντυπωσιακών μέσων, η μεταφορά του 7ου ΣΣ πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση συγκριτικά με τους αρχικούς υπολογισμούς. Ο αριθμός των συρμών δεν επαρκούσε για την προώθηση του βαρέως υλικού (άρματα μάχης, μηχανοκίνητα πεζικού κλπ.) προς τους λιμένες φόρτωσης. Πολλά μεταγωγικά πλοία παρουσίασαν μηχανικές βλάβες, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν στα αγκυροβόλια τους. Τα προβλήματα επεκτάθηκαν και εν πλω, καθώς δυσμενείς καιρικές συνθήκες ως αποτέλεσμα είχαν την επιβράδυνση των ρυθμών. Τέλος, η προοπτική των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προκάλεσε, ως συνήθως, μια χαλάρωση στους κόλπους της γραφειοκρατικής μηχανής. Αυτό διαφαίνεται και από την αγωνιώδη διαπίστωση του Schwarzkopf περί τα μέσα Δεκεμβρίου: “Ένα 20% των αρμάτων μάχης δεν πρόκειται να αφιχθούν πριν από τις 15 Ιανουαρίου [ημερομηνία ορόσημο]. Ειδικότερα τα Μ1Α1 της 3ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας βρίσκονται ακόμη εν πλω (…)”.[24] Και αυτό ενώ ο ίδιος ηγείτο ήδη μιας δύναμης 300.000 ανδρών!

Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, τα υπόλοιπα κράτη του συνασπισμού αναβάθμισαν και εκείνα την παρουσία τους στη Σαουδική Αραβία. Το έπραξαν αναλογικά με τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και τους πολιτικούς τους στόχους. Μεταξύ άλλων, η Αίγυπτος απέστειλε δυο επιπρόσθετες Μεραρχίες και ειδικές δυνάμεις,[25] η Συρία μια Μεραρχία και ειδικές δυνάμεις,[26] το Κουβέιτ κατάφερε να συγκροτήσει επί του σαουδαραβικού εδάφους τρεις νέες ανεξάρτητες Ταξιαρχίες. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμπλήρωσαν τις ήδη επιτόπου παρούσες δυνάμεις τους, ούτως ώστε να είναι ετοιμοπόλεμες ανά πάσα στιγμή. Τα μη αμερικανικά στρατεύματα ανέρχονταν σε 160.000 άνδρες περίπου.

Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-15 παρατεταγμένα σε βάση της Σαουδικής Αραβίας.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major συναντάται με άνδρες του 3ου Τάγματος γνωστών με την επωνυμία “Οι ποντικοί της ερήμου” (Desert Rats).

Οι εκατέρωθεν στρατηγικοί σχεδιασμοί

Η ενίσχυση των συμμαχικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε με γνώμονα τις πληροφορίες για τη διάταξη και ισχύ των Ιρακινών, αλλά και με μακροπρόθεσμο ζητούμενο όχι μόνο την απελευθέρωση του Κουβέιτ αλλά και την εξολόθρευση του ιρακινού στρατού γενικότερα. Το εύρος των ενισχύσεων (κυρίως αμερικανικών) υποδηλώνει ότι: 1) προτού ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες o αντίπαλος εθεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρός και 2) τα εντυπωσιακά μεγέθη, τα οποία στάλθηκαν στον Περσικό Κόλπο συμβόλιζαν τη βούληση των ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στο μεταψυχροπολεμικό στερέωμα.[27]

The Weapons of Desert Shield

Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, η διάταξη των ιρακινών δυνάμεων είχε προσλάβει τριπλή μορφή. Κατά μήκος της μεθορίου με τη Σαουδική Αραβία έως τις ανατολικές ακτές του Κουβέιτ είχε δημιουργηθεί μια πρώτη γραμμή ανάσχεσης, εν μέρει θαμμένη μέσα στην άμμο της ερήμου. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη Γραμμή Saddam, συνολικού μήκους 300 χιλιομέτρων. Μια δεύτερη γραμμή άμυνας, στο βόρειο τμήμα του εμιράτου, προσέδιδε βάθος στο μελλοντικό επιχειρησιακό θέατρο. Τέλος, η επίλεκτη Προεδρική Φρουρά, συγκεντρωμένη νοτιοδυτικά της Βασόρας εντός του ιρακινού εδάφους, ήταν έτοιμη να εξαπολύσει στοχευμένες αντεπιθέσεις, ακριβώς όπως το είχε πράξει κατ’ επανάληψη στη διάρκεια του οκταετούς πολέμου ανάμεσα στο Ιράκ και το Ιράν.

Οι Ιρακινοί ανέμεναν εκδήλωση κατά μέτωπο επίθεσης σε βάρος τους. Δεν υπολόγιζαν ότι ο αντίπαλος μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις αχανείς εκτάσεις της ερήμου με στόχο να ελιχθεί και να τους πλευροκοπήσει. Η εμμονή αυτή ανάγεται στην ίδια την πολεμική κουλτούρα των Ιρακινών καθώς και στις σοβιετικές μεθόδους, οι οποίες δεν πριμοδοτούν την έννοια και τη σημασία των ελιγμών. Ένας επιπρόσθετος λόγος που εξηγεί τα παραπάνω είναι το ότι ήταν πεπεισμένοι πως τα στρατεύματα του συνασπισμού, στην πλειοψηφία τους δυτικά, δεν ήταν εξοικειωμένα με τις κλιματολογικές και γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες της ερήμου και θα τους ήταν δύσκολο, έως αδύνατο, να μετακινηθούν εκτός του υπάρχοντος οδικού δικτύου. Τέλος, επηρεασμένοι από την ακατάπαυστη δραστηριότητα του αμερικανικού στρατού, προετοιμάζονταν να αποκρούσουν μια συμμαχική απόβαση στις ακτές του Κουβέιτ, με αποτέλεσμα να διατηρούν επιτόπου ισχυρές δυνάμεις, όπως ακριβώς επισήμανε ο στρατηγός Maurice Schmitt, ενθυμούμενος πολύ αργότερα έναν διάλογο που είχε με τον Schwarzkopf: “Δεν έχω πρόθεση να αποβιβαστώ στις ακτές του Κουβέιτ, μου απάντησε, όπου υπάρχουν αναρίθμητα ναρκοπέδια. Θα κρατήσω, όμως, τους πεζοναύτες στοιβαγμένους επάνω στα πλοία, ούτως ώστε να δώσω στους Ιρακινούς την εντύπωση μιας επικείμενης απόβασης και να τους αναγκάσω, με τον τρόπο αυτό, να εξακολουθήσουν να διατηρούν σημαντικές δυνάμεις κατά μήκος των ακτών. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Colin Powell είχε εκφραστεί προς εμένα με περισσότερο λακωνικό τρόπο: δεν είμαστε διατεθειμένοι να επαναλάβουμε την Okinawa”.[28]

Φάλαγγα ιρακινών τεθωρακισμένων Τ-72Μ (γνωστά και ως Λιοντάρια της Βαβυλώνας) αναπτύσσεται στη μεθόριο του Κουβέιτ με τη Σαουδική Αραβία.
Ιρακινή προπαγάνδα για την κατοχή του Κουβέιτ.

Το σχέδιο, το οποίο εκπονήθηκε από τον συμμαχικό συνασπισμό, με άλλα λόγια από τους Αμερικανούς, άρχισε να προσλαμβάνει μορφή μέσα στον μήνα Νοέμβριο. Ο Schwarzkopf επέλεξε την πλέον κλασσική επιχειρησιακή μέθοδο, η οποία διδάσκεται σε όλες τις σχολές πολέμου ανά την υφήλιο. Μόνο που τη φορά αυτή, επιμηκύνθηκε στην κλίμακα ενός αχανούς θεάτρου. Στηρίζεται στο απλό αξίωμα: “σταθεροποίηση – υπερκέραση”. “Η κλασσική τακτική για να επιβληθεί κανείς ενός αντιπάλου του είδους αυτού”, έγραφε χαρακτηριστικά, “συνίστατο στο να τον ακινητοποιήσει με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, την ίδια στιγμή που άλλες δυνάμεις, ακόμα πιο ισχυρές, θα είχαν ως αποστολή να τον υπερκεράσουν, να τον περικυκλώσουν και να τον ρίξουν στη θάλασσα”.[29] Ακριβώς ό,τι έπραξε εν συνεχεία.

Στο αρχικό της στάδιο, η χερσαία επίθεση θα εκδηλωνόταν με έναν κυκλωτικό ελιγμό στα δυτικά και κατόπιν με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, η ολοκλήρωση της οποίας προσέβλεπε στην εξολόθρευση του ιρακινού στρατού, παγιδευμένου εντός του σχηματιζομένου από τον  Ευφράτη ποταμό (προς βορρά), την θάλασσα (προς ανατολάς) και το κύριο σώμα των δυνάμεων του συνασπισμού (προς νότο) τριγώνου. Στις 14 Νοεμβρίου, ο Schwarzkopf ανέλυσε το σχέδιο στους συνεργάτες του, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Νταχράν. Προκειμένου να επικρατήσει ενός εχθρού 450.000 ανδρών, έτοιμων να κάνουν χρήση χημικών όπλων, ιεράρχησε τους στόχους ως εξής:

  • εξουδετέρωση των κέντρων διοίκησης
  • εξασφάλιση της υπεροχής στους αιθέρες
  • εξουδετέρωση δυνατοτήτων χρήσης χημικών και βιολογικών όπλων
  • εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς
  • απελευθέρωση του Κουβέιτ από τα αραβικά στρατεύματα της συμμαχίας

Ενώ είχαν δαπανηθεί τέσσερις ολόκληροι μήνες προκειμένου να ολοκληρωθούν τα σχέδια προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας, εκείνα της επιθετικής εκστρατείας εκπονήθηκαν μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Η αλήθεια είναι πως είχαν πλέον ξεπεραστεί ορισμένα πρακτικά προβλήματα (όπως π.χ. τα σχετικά με τη διερμηνεία μεταξύ αραβικής και αγγλικής γλώσσας). Σε τελευταία ανάλυση, ο επιθετικός σχεδιασμός εντυπωσιάζει με την απλότητά του.

Η εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης είχε προγραμματιστεί για το χρονικό διάστημα μεταξύ 15 και 20 Φεβρουαρίου 1991. Προηγουμένως όμως, έπρεπε να πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η ολοκλήρωση της μεταφοράς του 7ου Σώματος Στρατού από τη Γερμανία προς τη Σαουδική Αραβία καθυστερούσε. Επίσης, έπρεπε να πραγματοποιηθεί με απόλυτη μυστικότητα και τα ταχύτερο δυνατό η μετακίνηση δυο Σωμάτων Στρατού σε απόσταση 500 χιλιομέτρων προς δυσμάς, μέσα από την έρημο. Προκειμένου ο όλος ελιγμός να μπορέσει να κρατηθεί κρυφός, σχεδιάστηκε μια έντονη αεροπορική δραστηριότητα αντιπερισπασμού σε άλλα σημεία.

Της χερσαίας επίθεσης θα προηγείτο η (επίσης αεροπορική) επιχείρηση “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder), με αποστολή να πληγούν στρατιωτικοί μόνο στόχοι και να αποφευχθούν στο έπακρο απώλειες αμάχων. Σκοπός ήταν να απομονωθεί το μελλοντικό πεδίο εχθροπραξιών από τον έξω κόσμο, να “τυφλωθεί” και “βουβαθεί” η ιρακινή άμυνα, τέλος, να εξουδετερωθεί η Προεδρική Φρουρά.

Το χερσαίο σκέλος, η επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (Desert Storm) διέθετε τέσσερις συνιστώσες, η σύγκλιση των οποίων ήταν απαραίτητη για μια ευτυχή διεκπεραίωση. Στη θάλασσα, μια αμφίβια δύναμη τριάντα περίπου πλοίων και 17.000 πεζοναυτών θα διατηρούσε συνεχή την απειλή μιας απόβασης στις ακτές του Κουβέιτ, εξαναγκάζοντας τους Ιρακινούς να διατηρούν εκεί ισχυρές δυνάμεις. Αν και δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των προτεραιοτήτων, το ενδεχόμενο μιας απόβασης δεν έπρεπε να αποκλειστεί ανάλογα με την εξέλιξη των επιχειρήσεων στους άλλους τομείς του μετώπου.

Στα βορειοανατολικά σύνορα της Σαουδικής Αραβίας με το Κουβέιτ, δυο Μεραρχίες Πεζοναυτών, συνεπικουρούμενες από σαουδαραβικές μονάδες ήταν επιφορτισμένες με τη διάσπαση του μετώπου και την προέλαση μέχρι τις παρυφές της πρωτεύουσας του εμιράτου με κατεύθυνση από νότο προς βορρά. Στον κεντρικό τομέα, αραβομουσουλμανικά στρατεύματα με πυρήνα δυο αιγυπτιακές Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, είχαν αναλάβει την θέση υπό έλεγχο του στρατηγικής σημασίας οδικού κόμβου στα βορειοδυτικά της πόλης του Κουβέιτ και την απελευθέρωση της τελευταίας. Ουδείς απέκλειε το ενδεχόμενο μιας λυσσαλέας αντιπαράθεσης μέσα στους δρόμους και τα κτήρια της πρωτεύουσας. Ο αδιαμφισβήτητου συμβολικού χαρακτήρα αυτός ρόλος ανήκε δικαιωματικά στις δυνάμεις του Κουβέιτ.

Στο αριστερό άκρο της συμμαχικής διάταξης, ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού[30] θα διασπούσε τις γραμμές του αντιπάλου και θα αναπτυσσόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανακόψει την υποχώρηση των ισχυροτέρων μονάδων.[31]

Τέλος, το άρτι αφιχθέν από την Γερμανία πανίσχυρο 7ο Σώμα Στρατού, θα συγκέντρωνε το σύνολο των δυνάμεών του με στόχο την εξουδετέρωση και καταστροφή της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς.

Το συμμαχικό σχέδιο μάχης.

Στο πλαίσιο της γενικευμένης αυτής επιχείρησης, ο καθένας από τους συμμετέχοντες επωμίστηκε μια αποστολή, η οποία αποτελούσε συνδυασμό των πολιτικών στόχων της κάθε χώρας με τις τακτικές ανάγκες στο πεδίο των μαχών. Χρονολογικά, οι Βρετανοί υπήρξαν οι πρώτοι που ενημερώθηκαν σχετικά με τον αμερικανικό σχεδιασμό και για τον ρόλο που a priori τους αναλογούσε. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων Sir Peter de la Billière ενημερώθηκε από τον  Schwarzkopf προσωπικά, λίγο μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών (τέλη Νοεμβρίου). Απέκλεισε την δευτερεύουσας φύσης αποστολή που αρχικά προτάθηκε και εξασφάλισε την επί ίσοις όροις συμμετοχή των περίφημων “Ποντικών της Ερήμου” (Desert Rats) στο πλευρό του 7ου Σώματος Στρατού.

Οι δυο Μεραρχίες του αιγυπτιακού στρατού θα αναλάμβαναν, από κοινού με τις συριακές μονάδες, αρχικά την καθήλωση των Ιρακινών στον κεντρικό τομέα και κατόπιν την προέλαση με κατεύθυνση την πρωτεύουσα. Ο συντονισμός τους με τις δυνάμεις των Αμερικανών είχε σφυρηλατηθεί χάρη σε κοινά γυμνάσια, τα οποία είχαν προηγηθεί. Τα μάτια του αραβικού κόσμου ήταν στραμμένα επάνω τους. Η συνεργασία των Συρίων με την αμερικανική διοίκηση γινόταν μέσω του πρίγκιπα Khaled.

Ο ρόλος των Γάλλων διέφερε ανάλογα με τις εκτιμήσεις του στρατηγού Schmitt, αρχηγού του επιτελείου του γαλλικού στρατού, και του στρατηγού Schwarzkopf. Σύμφωνα με τον πρώτο, οι γαλλικές δυνάμεις, “δεδομένης της διάταξης και της δομής τους, έπρεπε να αναπτυχθούν στο δυτικό άκρο καλύπτοντάς το”.[32] Περισσότερο αυστηρός, ο δεύτερος διερωτάται: “Οι Γάλλοι δυσκολεύονταν να σκιαγραφήσουν τον ρόλο που επιθυμούσαν να επωμιστούν (…) ακόμα και η ίδια η συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν αβέβαιη. Τελικά, τον Δεκέμβριο, ο στρατηγός Schmitt, με πληροφόρησε πως η χώρα του επιθυμούσε να συμμετάσχει ενεργά στην επίθεση. Εξέφραζε ωστόσο επιφυλάξεις, κατά πόσο, στο πλαίσιο μιας μετωπικής σύγκρουσης, τα γαλλικά ελαφρά τεθωρακισμένα ήταν σε θέση να αναμετρηθούν με τα βαριά σοβιετικής κατασκευής ιρακινά άρματα μάχης. Κατόπιν τούτου, οι γαλλικές μονάδες ήταν όντως σε θέση να καλύψουν το δυτικό άκρο; Παρά ταύτα, δέχθηκα αμέσως. Αναζητούσα μια δύναμη γι’ αυτή την αποστολή και οι γαλλικές μονάδες ανταποκρίνονταν σε αυτό που έψαχνα”.[33]

Αριστερά: ο στρατηγός Maurice Schmitt, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού. Δεξιά: αφίσα αναμνηστικής έκθεσης σχετικά με τη συμμετοχή της Μεραρχίας Daguet, με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα ετών από τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Η πορεία προς την επίθεση

Ήδη από τα μέσα Δεκεμβρίου οι Αμερικανοί φαίνονταν πεπεισμένοι πως η επίθεση θα ήταν νικηφόρα. Αδυνατούσαν όμως να υπολογίσουν εκ των προτέρων το μέγεθος των απωλειών. Οι θεωρία, σύμφωνα με την οποία πίστευαν σε μηδαμινές, σχεδόν, απώλειες, διοχετεύθηκε μετά το πέρας του πολέμου.[34] Πρόκειται για μια πέρα ως πέρα λανθασμένη και ετεροχρονισμένη θεωρία. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τις προσπάθειες του αμερικανικού υγειονομικού μηχανισμού, προκειμένου να προετοιμαστεί a priori για βαρύ φόρο αίματος. Για την εκκένωση των τραυματιών είχαν επιστρατευθεί 220 ελικόπτερα, πάνω από 1.000 ασθενοφόρα και είχαν προβλεφθεί σε καθημερινή κλίμακα 30 πτήσεις αεροσκαφών C-130 με την προοπτική 74 επιπρόσθετων πτήσεων.[35] Παράλληλα, υπήρχε πρόβλεψη εντός του ιδίου του θεάτρου επιχειρήσεων για 18.530 νοσοκομειακές κλίνες και για 36.496 φιάλες αίματος των 250 ml.[36]

Το αμερικανικό πλωτό νοσοκομείο USNS Mercy (T-AH-19), ελλιμενισμένο στο Μπαχρέιν.

Η κρίσιμη απόφαση

Η επιλογή της ακριβούς ημερομηνίας έναρξης της επίθεσης υπήρξε αντικείμενο αναρίθμητων διαβουλεύσεων. Στην Ουάσινγκτον επικρατέστερη ήταν η άποψη πως η έναρξη των εχθροπραξιών έπρεπε να λάβει χώρα το συντομότερο δυνατό μετά τις 15 Ιανουαρίου 1991 και την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να μη διαρραγεί η συνοχή του συνασπισμού. Από τη δική του πλευρά, ο Schwarzkopf επιθυμούσε να ήταν απολύτως έτοιμος. Για το λόγο αυτό, απαρίθμησε μια σειρά επιφυλάξεων λογιστικής και μετεωρολογικής, ως επί το πλείστον, φύσεως προκειμένου να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο. Ήταν της άποψης πως μια παράταση της διάρκειας των προπαρασκευαστικών αεροπορικών επιχειρήσεων αρκούσε για κάτι τέτοιο. Στο όλο ζήτημα τύγχανε της αμέριστης υποστήριξης των Powell και Cheney. Στις 26 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε στους επιτελείς του ότι η αεροπορική επίθεση επρόκειτο να εκδηλωθεί σε ημερομηνία πολύ κοντινή με εκείνη της 15ης Ιανουαρίου. Στις 8 Ιανουαρίου, ο συνταγματάρχης Bell, ο οποίος είχε χριστεί από τον Schwarzkopf  “χρονικογράφος του πολέμου του Κόλπου” σημείωνε ότι: “15.00, τηλεφωνική σύσκεψη με τον στρατηγό Powell. Ο τελευταίος διαβίβασε στον CINC [Commander in Chief] προφορική διαταγή, σύμφωνα με την οποία η αεροπορική εκστρατεία θα ξεκινούσε στις 17 Ιανουαρίου στις 3.00”.[37]

Στις 11 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας François Mitterrand ανακοίνωσε την πρόθεσή του να καλέσει την Εθνοσυνέλευση σε έκτακτη συνεδρία.[38] Πράγματι, η Εθνοσυνέλευση συνήλθε στις 16 Ιανουαρίου και εξέδωσε ψήφισμα στήριξης της πολιτικής, την οποία ακολουθούσε η κυβέρνηση σχετικά με την κρίση στον Περσικό Κόλπο.

Τέλος, στις 15 Ιανουαρίου στις 23.30, ο Schwarzkopf πληροφορήθηκε τηλεφωνικά πως η διαταγή περί έναρξης της επιχείρησης “Καταιγίδα της Ερήμου” στις 3.00 π.μ. της 17ης Ιανουαρίου είχε υπογραφεί από τους Cheney και Powell.

The Gulf Conflict Part 1 – Defensive Operations

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της   Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ    

2 Αυγούστου 1990

Εισβολή του ιρακινού στρατού στο Κουβέιτ. Ο εμίρης  Jaber Al Sabah και η οικογένειά του καταφεύγουν στη Σαουδική Αραβία. Σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ομόφωνη ψήφιση της απόφασης αρ. 660 περί άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

3 Αυγούστου

Οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ζητούν από την διεθνή κοινότητα να λάβει συγκεκριμένα μέτρα κατά του Ιράκ. Ο Αραβικός Σύνδεσμος καταδικάζει την εισβολή και απαιτεί με ψήφους 14 έναντι 4 (ΟΑΠ, Ιορδανία, Υεμένη, Σουδάν) την άμεση αποχώρηση των ιρακινών στρατευμάτων. Απουσιάζουν το Ιρακ και η Λιβύη.

6 Αυγούστου

Οι ΗΠΑ απορρίπτουν κάθε προοπτική συμβιβασμού με βάση μια προσάρτηση του Κουβέιτ στο Ιράκ. Ψήφισμα αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο αποδέχεται οικονομικές και στρατιωτικές κυρώσεις κατά του Ιράκ με ψήφους 14 και δυο αποχές (Κούβα και Υεμένη).

7 Αυγούστου

Έναρξη της επιχείρησης Ασπίδα της Ερήμου. Ο Saddam Hussein επικροτεί την εισβολή στο Κουβέιτ ως τερματισμό ενός αποικιακής φύσεως διαμελισμού σε βάρος του Ιράκ.

8 Αυγούστου

Η Βαγδάτη χαρακτηρίζει ως αμετάκλητη την κατοχή του Κουβέιτ. Διάγγελμα του προέδρου Bush προς τον αμερικανικό λαό, με το οποίο ανακοινώνει την αποστολή στρατευμάτων και πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία για την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ.

9 Αυγούστου

Ομόφωνο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας (αρ. 662) το οποίο καταδικάζει την προσάρτηση του Κουβέιτ. Το Ιράκ ζητεί από τους ξένους διπλωμάτες να εγκαταλείψουν το Κουβέιτ πριν από τις 24 Αυγούστου. Ο πρόεδρος Mitterrand αναγγέλλει την αποστολή στον Περσικό Κόλπο του αεροπλανοφόρου Clemenceau.

10 Αυγούστου

Ο Saddam Hussein κηρύσσει ιερό πόλεμο κατά των ξένων στρατευμάτων.

15 Αυγούστου

Η Βαγδάτη αποδέχεται τους κυριότερους όρους του Ιράν ενόψει ενός άμεσου τερματισμού του μεταξύ τους πολέμου.

18 Αυγούστου

Το Ιράκ αρχίζει να συγκεντρώνει ξένους υπήκοους ως ανθρώπινες ασπίδες γύρω από στρατηγικούς στόχους.

25 Αυγούστου

Στο Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα πολιορκούν τις πρεσβείες των κρατών που αρνήθηκαν να το εκκενώσουν.

28 Αυγούστου

Η Βαγδάτη ανακοινώνει επίσημα την προσάρτηση του Κουβέιτ ως 19ης επαρχίας του Ιράκ.

9 Σεπτεμβρίου

Οι George Bush και Mikhail Gorbachev καταδικάζουν από το Ελσίνκι την εισβολή. Ο δεύτερος δηλώνει προβληματισμένος από τις πιθανές συνέπειες μιας πολεμικής εμπλοκής.

10 Σεπτεμβρίου

Εξομάλυνση των σχέσεων Ιράκ-Ιράν έπειτα από επίσκεψη στην Τεχεράνη του Ιρακινού υπουργού Εξωτερικών Tarek Aziz. Ομιλία του George Bush ενώπιον του Κογκρέσου όπου επαναλαμβάνει την απόφασή του περί δυναμικής παρέμβασης.

14 Σεπτεμβρίου

Επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στη Συρία. Το Λονδίνο ανακοινώνει την άμεση αποστολή μιας τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας. Εισβολή των ιρακινών δυνάμεων κατοχής στις ξένες πρεσβείες. Ο πρόεδρος Mitterrand ανακοινώνει την αποστολή στον Κόλπο υπολογίσιμων γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων.

23 Σεπτεμβρίου

Ο Saddam Hussein απειλεί να πλήξει το Ισραήλ και να καταστρέψει τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής.

3-5 Οκτωβρίου

Επίσκεψη του προέδρου Mitterrand στη Σαουδική Αραβία. Συναντάται με τις πρώτες γαλλικές μονάδες που είχαν μόλις καταφθάσει.

26 Οκτωβρίου

Η Ουάσινγκτον ανακοινώνει την αποστολή 100.000 επιπλέον ανδρών (οι αμερικανικές δυνάμεις στον Περσικό υπολογίζονταν ήδη σε 430.000 άνδρες).

29 Οκτωβρίου

Ο Mikhail Gorbachev επαναλαμβάνει την αντίθεσή του στην προοπτική μιας στρατιωτικής λύσης.

30 Οκτωβρίου

Στο Κουβέιτ εξακολουθούν να κρατούνται 3.700 υπήκοοι ξένων χωρών.

9 Νοεμβρίου

Ο Willy Brandt επιστρέφει από την Βαγδάτη με 174 απελευθερωθέντες Γερμανούς ομήρους. Η επίσκεψή του στην ιρακινή πρωτεύουσα υπήρξε αντικείμενο κριτικής.

22 Νοεμβρίου

Ο George Bush περνά την “Ημέρα των Ευχαριστιών” επισκεπτόμενος τα αμερικανικά στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία.

23 Νοεμβρίου

Το Ιράκ προβαίνει σε μερική επιστράτευση των γεννηθέντων μεταξύ των ετών 1958 και 1960.

28 Νοεμβρίου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδικάζει τις προσπάθειες του Ιράκ για αλλοίωση της πληθυσμιακής σύστασης του Κουβέιτ (Απόφαση αρ. 667).

29 Νοεμβρίου

Τελεσίγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τη Βαγδάτη περί πλήρους εκκένωσης του Κουβέιτ έως τις 15 Ιανουαρίου 1991 (Απόφαση αρ.668).

5 Δεκεμβρίου

Ο νεοδιορισθείς πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major, τάσσεται υπέρ της πλήρους εφαρμογής των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

18 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein αποκλείει κάθε ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. Θεωρεί ως προϋπόθεση την επίλυση του Παλαιστινιακού Ζητήματος.

23 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein δηλώνει πως σε περίπτωση πολέμου, το Ισραήλ θα είναι ο πρώτος στόχος των Ιρακινών ακόμα και αν απέχει από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

25 Δεκεμβρίου

Οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ τίθενται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού.

29 Δεκεμβρίου

Φοβούμενες τη διενέργεια βακτηριολογικού πολέμου, οι ΗΠΑ και η Γαλλία ξεκινούν τον εμβολιασμό των στρατευμάτων τους στον Περσικό Κόλπο.

2 Ιανουαρίου 1991

Το ΝΑΤΟ αποστέλλει στην Τουρκία αεροπορικές ενισχύσεις έπειτα από έκκληση της κυβέρνησης της Άγκυρας.

3 Ιανουαρίου

Ο πρόεδρος Bush προτείνει μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της ειρήνης με συνομιλίες μεταξύ των δυο ΥΠΕΞ James Baker και Tarek Aziz στη Γενεύη.

4 Ιανουαρίου

Η Βαγδάτη αποδέχεται την πρόσκληση. Η συνάντηση ορίζεται για τις 9 Ιανουαρίου.

9 Ιανουαρίου

Ναυάγιο των συνομιλιών. Ο Tarek Aziz αρνείται να επιδώσει σημείωμα του Bush προς τον Saddam Hussein, χαρακτηρίζοντας ως απρεπές το ύφος και το περιεχόμενο. Ο ΓΓ του ΟΗΕ  Xavier Perez de Cuellar ανακοινώνει την πρόθεσή του να επισκεφθεί την Βαγδάτη. Το Γαλλικό Κοινοβούλιο καλείται σε έκτακτη συνεδρίαση για τις 17 Ιανουαρίου.

13 Ιανουαρίου

Πλήρης αποτυχία της τρίωρης συνάντησης του Xavier Perez de Cuellar με τον Saddam Hussein. Η Γερουσία και το Κογκρέσο εξουσιοδοτούν τον πρόεδρο Bush να υποστηρίξει με την δύναμη των όπλων την εφαρμογή των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Προβληματισμός και ανησυχία στο Ισραήλ. Η Συρία ανακοινώνει ότι θα επιτίθετο κατά του Ισραήλ σε περίπτωση εμπλοκής του τελευταίου στις πολεμικές επιχειρήσεις.

15 Ιανουαρίου

Εκπνοή του τελεσιγράφου του Συμβουλίου Ασφαλείας.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Saddam Hussein βλ. την πραγματεία του Paul-Marie de la Gorce, » Le rapport de forces dans le Golfe «, στο Enjeux du Monde, bilans et perspectives 1991, Les Cahiers de la Fondation du Futur, σελ. 121-126.

[2] Serge July, εφημερίδα Libération, 12 Φεβρουαρίου 1991.

[3] Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

[4] Schwarzkopf, Mémoires, Plon, 1992, σελ. 338.

[5] To United States Central Command είναι ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά όργανα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου ανέλαβε αρμοδιότητα για το σύνολο του χώρου της Μέσης Ανατολής.

[6] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 339.

[7] Ακόμα και η Ρωσία, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας προχώρησε στην καταδίκη της εισβολής και τοποθετήθηκε υπέρ της άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[8] Ibid.

[9] Woodward, ο.π., σελ. 270. Είναι χαρακτηριστικό το ότι για την ώρα, ο βασιλιάς Fahd δεν προσέβλεπε σε άλλη συνδρομή πέραν εκείνης των ΗΠΑ και ορισμένων αραβικών κρατών.

[10] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 379.

[11] Journal dEgypte, 28 Σεπτεμβρίου 1990, αναφορά Awwad (Emad), στο Défense nationale,  “L’invasion du Koweït et le problème palestinien”, Φεβρουάριος 1991, σελ. 123.

[12] Βλ. σχετικά το άρθρο του Eberhard Kienle, » Vainqueurs et vaincus : les Syriens et leur régime après la guerre du Koweït » στο Crise du Golfe et ordre politique au MoyenOrient, op. cit.,σελ. 251-261.

[13] Επιλεγμένος από την κυβέρνηση του Ριάντ ως επίσημος συνομιλητής του στρατηγού Schwarzkopf, ο πρίγκιπας Khaled Bin Sultan ήταν ανηψιός του βασιλιά Fahd και εγγονός του Ibn Saud. Ήταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής του Sandhurst (ΗΒ) και της Ανώτατης Σχολής Πολεμικής Αεροπορίας (ΗΠΑ). Ο πατέρας του, πρίγκιπας Sultan, ήταν εν ενεργεία υπουργός Άμυνας και Αεροπορίας.

[14] Αντίστοιχα πρόεδρος – υπουργός Άμυνας – αρχηγός ΓΕΕΘΑ (Chairman, Joint Chiefs of StaffCJCS).

[15] Ο πίνακας καταρτίστηκε από τον συγγραφέα με γνώμονα L’Année stratégique 1990 και  Final Report to the American Congres.

[16] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 366.

[17] Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας αρ. 660 απαιτούσε, ήδη από τον μήνα Αύγουστο, την άμεση και άνευ όρων απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[18] 1η Μηχανοκίνητη Μεραρχία.

[19] 7ο Σώμα Στρατού, αποτελούμενο από τις 1η και 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και το 2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού.

[20] 25 μονάδες συνοδείας και υποστήριξης των αεροπλανοφόρων America, Roosevelt και Ranger.

[21] 2η Μεραρχία Πεζοναυτών και 5η Αμφίβια Ταξιαρχία Πεζοναυτών.

[22] Μεταξύ των οποίων 48 F-15, 18 F-117, 32 F-111, 8 B-52 και 32 C-130.

[23] The Year of Desert Storm, 1991 Green Book, σελ. 93-95.

[24] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 443.

[25] 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, 3η Μηχανοκίνητη Μεραρχία, 20ό Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[26] 9η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και ένα Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[27] Βλ. σχετικά τις αναλύσεις του Edward Luttwak στο La Grande Stratégie de lEmpire romain, Economica, 1987, 257 σελ.

[28] Στρατηγός Maurice Schmitt, De Diên Biên Phu à Koweït City, Grasset, 1992, σελ. 204.

[29] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 410.

[30] Επρόκειτο για το 18ο Σώμα Στρατού.

[31] Η γαλλική 6η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Daguet είχε τεθεί υπό την επιχειρησιακή διοίκηση του 18ου ΣΣ. Είχε ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και από μια Ταξιαρχία Πυροβολικού, αμφότερες αμερικανικές.

[32] Schmitt, op. cit., σελ. 204.

[33] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 441.

[34] Αντιθέτως “Στην Ουάσινγκτον κυκλοφορούσε η φήμη ότι το Πεντάγωνο είχε παραγγείλει 16.000 φέρετρα ενόψει της έναρξης των χερσαίων επιχειρήσεων”. Βλ. Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign Relations Press, New-York, 1992, σελ. 73.

[35] Final Report to Congress, op. cit., παράρτημα G, σελ. G 20. Σημειωτέον πως ένα αεροσκάφος τύπου C-130 δύναται να μεταφέρει άνω των 90 φορεία.

[36] Επιπλέον 5.500 κλίνες και 10.962 φιάλες αίματος ήταν διαθέσιμες σε νοσοκομειακές μονάδες της Ευρώπης.

[37] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 458.

[38] Στην εν λόγω σύσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών, Εσωτερικών και Εθνικής Άμυνας, ο γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας, η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και ο αρχηγός του επιτελείου του προέδρου. Υπό την ίδια σύνθεση, η παραπάνω ομάδα συνερχόταν σε καθημερινή, σχεδόν, κλίμακα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης

 Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

 

Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

 Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923, Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης, επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό. Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως “Νεράιδες”. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση Ήλιος το 1950 .

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση.1 Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση Ήλιος, είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού Μυκάλη, το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο2. Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων, κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

 Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

 

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο τό Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Τό μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τούς Ῥωμαϊκούς χρόνους, δέν εἶνε δέ ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλάξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τά ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν καί ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τά τεμάχια, κατώρθωσε δέ νά διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου τήν ἑξῆς ἐπιγραφήν ׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δέν δύναται νά θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θά ἐπακολουθήσουν δέ καί ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων πρός πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τά δύο μετάλλινα τεμάχια τά εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες καί αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαί φαίνεται νά εἶνε ὁδηγίαι πρός χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τά γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου πρό Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι καί τό ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

 Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

 

Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω .

Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο) Τσελίκας από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης ( Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

 

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων – Θεμελιώδη στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις) με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop της εποχής του!

Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ.. Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2 ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Ιδού μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες.

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο.

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα δίσεκτα έτη!

Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτών αθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες). Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως. Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden

(https://en.wikipedia.org/wiki/Leiden_Conventions)

Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016 στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: http://www.antikythera-mechanism.gr για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης (1948 – 2020) διετέλεσε Καθηγητής Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρός τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W. & Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P. (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Μουσική και κινηματογράφος. Μια περιπλάνηση από τη μεγάλη οθόνη στις αίθουσες συναυλιών

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

   Μουσική και κινηματογράφος. Μια περιπλάνηση από τη μεγάλη οθόνη στις αίθουσες συναυλιών

 

Αφιερώνεται στον Δημοσθένη Μαρμαρά

μουσικό και ένθερμο σινεφίλ

Κινηματογράφος δίχως μουσική είναι εφικτός; Την απάντηση δίνει κατηγορηματικά ο απειροελάχιστος αριθμός των κινηματογραφικών ταινιών που δεν διαθέτουν την παραμικρή μουσική επένδυση. Αν όμως η συνοδεία μουσικής αναδεικνύεται σε θεμελιώδη παράμετρο, το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο καταλαμβάνει τη θέση, η οποία δικαιωματικά της αναλογεί. Εδώ η απάντηση είναι αποκαρδιωτική. Στην πληθώρα των περιπτώσεων, η μουσική υποβαθμίζεται από τη στιγμή, κατά την οποία η προτεραιότητα δίνεται εξ ορισμού στην εικόνα. Λίγες είναι οι περιπτώσεις ισοδύναμου καταμερισμού, προς όφελος του συνόλου. Συνήθως οφείλεται στην καλή χημεία και αγαστή συνεργασία μεταξύ σκηνοθέτη και μουσικοσυνθέτη. Υπάρχουν περίτρανα δείγματα του είδους αυτού (Sergei Eisenstein – Sergei Prokofiev, Alfred Hitchcock – Bernard Herrmann, Frederico Fellini – Nino Rota, Sergio Leone – Ennio Morricone, David Lean – Maurice Jarre, Blake Edwards – Henry Mancini, George Lukas – John Williams), πραγματικά σημεία αναφοράς. Πρόκειται, ωστόσο, για  ευτυχείς εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα: ναι μεν η ύπαρξη μουσικής υπόκρουσης κρίνεται απαραίτητη, ωστόσο αποφεύγεται συστηματικά να τής επιτραπεί να διεκδικήσει συμμετοχή επί ίσοις όροις. Αντιστρέφοντας την προοπτική, το σημερινό αφιέρωμα κινείται προς την κατεύθυνση αποκατάστασης μιας αδικίας. Στόχος είναι να αποδείξει όχι την εξάρτηση της μουσικής από την εικόνα (βοηθούσης και της πρακτικής του ηχητικού μοντάζ που συχνά κατακερματίζει μια αυτοτελή μουσική σύνθεση ανάλογα με τις επιταγές του σκηνοθέτη), αλλά εκείνη της εικόνας από τη μουσική, χάρη στην ατμόσφαιρα που μια ποιοτική σύνθεση διαθέτει κάθε δυνατότητα να δημιουργήσει. Για τον λόγο αυτό, σε πολλά από τα παραδείγματα που ακολουθούν παρατίθεται το σύνολο της μουσικής, η οποία έχει γραφεί κατ’ εντολή του σκηνοθέτη, συχνά όμως κατακερματιστεί επί της οθόνης, εκ νέου κατ’ εντολή του σκηνοθέτη. Πολλά από τα έργα αυτά μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στο κλασσικό συμφωνικό ρεπερτόριο και να εκτελεστούν αυτοδύναμα μέσα στις αίθουσες συναυλιών. Τέλος, άξιες μνείας είναι οι περιπτώσεις καταξιωμένων μουσικοσυνθετών, οι οποίοι δέχθηκαν να επενδύσουν με τη μουσική τους κινηματογραφικές ταινίες, ως φόρο τιμής προς την Έβδομη Τέχνη.

 

Εισαγωγή

Το αφιέρωμα ξεκινά με μια ανθολογία βραβευμένων με Όσκαρ (ή υποψηφίων για τον ίδιο σκοπό) μουσικών επενδύσεων. Σε πολλές από αυτές επανέρχεται κατόπιν αναλυτικότερα. Ο John Williams, ο οποίος και διασκεύασε την παρακάτω σπονδή σε μελωδίες που άφησαν εποχή, διευθύνει την Boston Pops Orchestra. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2002 στη Βοστόνη.

 

Richard Strauss (1864-1949) – Johann Strauss υιός (1825-1899)

Τι σχέση μπορεί να έχουν με τον χώρο της έβδομης τέχνης δυο συνθέτες, οι οποίοι ουδέποτε έχουν εντρυφήσει σε μουσικές επενδύσεις κινηματογραφικών ταινιών (ο ένας μάλιστα δεν πρόλαβε καν την εφεύρεση του κινηματογράφου) και, επιπρόσθετα, φέρουν το ίδιο επώνυμο δίχως να τους συνδέει η παραμικρή συγγένεια; Η απάντηση είναι ότι η μουσική τους επιλέχθηκε μετά θάνατον για την επένδυση της ίδιας ταινίας.

Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, επάνω στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήινης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

Ο Kubrick είχε την φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει στην αρχή και στο τέλος του έργου την εντυπωσιακή εισαγωγή από το συμφωνικό ποίημα για μεγάλη ορχήστρα του Richard Strauss Τάδε έφη Ζαρατούστρας (Also Sprach Zarathustra), εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του Friedrich Nietzsche. Η επιλογή υπήρξε ευφυής  καθώς προέκυψε απόλυτη ταύτιση μεταξύ εικόνας και μουσικής. Η εξαίρετη συμφωνική σύνθεση του R. Strauss βίωσε μια δεύτερη νεότητα μέσα στη δεκαετία του 1970 (η σύνθεση χρονολογείται από το 1896), καθώς πολύς κόσμος ανακάλυψε την ύπαρξή της χάρη στην προβολή της ταινίας και θέλησε κατόπιν να την γνωρίσει αναλυτικότερα. Για την εισαγωγή επιλέξαμε ένα απόσπασμα της συναυλίας που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου 2012 στην αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του ανερχόμενου αρχιμουσικού Gustavo Dudamel, με καταγωγή από την Βενεζουέλα.

R.  Strauss: Also sprach Zarathustra, Op. 30

Η πατροπαράδοτη Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης ολοκληρώνει πάντοτε το πρόγραμμά της με την εκτέλεση του πασίγνωστου βαλς του Johann Strauss υιού Ο Ωραίος Γαλάζιος Δούναβης (An der schönen, blauen Donau), που θεωρείται ο άτυπος εθνικός ύμνος της Αυστρίας. Ο Kubrick επέλεξε το μουσικό αυτό έργο χορογραφώντας ένα ιδιότυπο διαστημικό μπαλέτο. Αποφύγαμε να επιλέξουμε για το παρόν αφιέρωμα μια από τις αναρίθμητες ζωντανές ερμηνείες. Αντ’ αυτού προκρίναμε το σχετικό απόσπασμα της ταινίας προκειμένου να απολαύσετε με τη σειρά σας το απόλυτο πάντρεμα εικόνας και ήχου. Το έργο εκτελείται από τον Herbert von Karajan και την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης.

 Johann Strauss sohn: An der schönen, blauen Donau, Op. 314

 

Sergei  Prokofiev(1891-1953)

«Ο Prokofiev δεν είναι μόνο ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες της εποχής μας. Κατά την άποψή μου είναι ο πιο υπέροχος δημιουργός μουσικής κινηματογραφικών ταινιών». Μια δίκαιη αναγνώριση εκ μέρους ενός μεγάλου σκηνοθέτη, του Sergei Eisenstein, έναντι του συνονόματός του συνεργάτη και προσωπικού του φίλου, Sergei Prokofiev. Η ιδιωτική τους αλληλογραφία σχετικά με την προετοιμασία των δυο κλασσικών ταινιών Αλέξανδρος Νιέφσκι (1938) και Ιβάν ο Τρομερός (1944) επιβεβαιώνει όχι μόνο την άψογη συνεργασία αλλά και τα αμοιβαία αισθήματα σεβασμού.  Τέλος, διόλου ευκαταφρόνητο για έναν σκηνοθέτη, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοί του λειτουργούσε υπό το άγχος αυστηρού χρονοδιαγράμματος, η συνέπεια του συνεργάτη του τον ανακούφιζε αφάνταστα. Οι φιλοφρονήσεις του σκηνοθέτη δεν περιορίστηκαν στην προαναφερθείσα φράση. Ο Eisenstein επαινούσε ευκαιρίας δοθείσης την μεθοδικότητα, την αναζήτηση, τον λυρισμό αλλά και την έμφυτη κινηματογραφικότητα της μουσικής του Prokofiev. “Η πλαστικότητα της μουσικής του Prokofiev είναι μοναδική. Δεν είναι απλώς εικονογραφική. Παντού αναδεικνύει ανάγλυφα τον ρυθμό και τη δυναμική του γεγονότος. O Prokofiev είναι άνθρωπος της οθόνης”. Άλλωστε κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι ο Prokofiev συνέθεσε μουσική για οκτώ συνολικά κινηματογραφικές ταινίες, δυο εκ των οποίων δεν γυρίστηκαν τελικά ποτέ. Τα λόγια του Eisenstein επαληθεύονται όσο ποτέ άλλοτε στη διάσημη σκηνή της μάχης των πάγων, απόσπασμα από την ταινία  Αλέξανδρος Νιέφσκι.

Alexander Nevsky – “Battle of the Ice

To 1939 o Prokofiev μετέγραψε τη μουσική της ταινίας σε καντάτα για μεσόφωνο, χορωδία και ορχήστρα. Πρόκειται για ένα από τα λίγα παραδείγματα μουσικής επένδυσης κινηματογραφικών ταινιών που με τον τρόπο αυτό απόκτησαν μόνιμη θέση στο κλασσικό μουσικό ρεπερτόριο. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο αρχιμουσικός Andris Nelsons από τη Λετονία, μόνιμος αρχιμουσικός σήμερα της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης και της Ορχήστρας του Gewandhaus της Λειψίας, διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία του Μπέρμιγχαμ. Η συναυλία έλαβε χώρα το 2011 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου.

Alexander Nevsky, Op. 78 – “Battle of the Ice”

 

Leonard Bernstein (1918-1990)

Αν και ήδη διακεκριμένος μουσικοσυνθέτης και αρχιμουσικός (διάδοχος του Δημήτρη Μητρόπουλου επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης), ο Leonard Bernstein έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό χάρη στην εκτυφλωτική επιτυχία της ταινίας West Side Story (1961) του Robert Wise. Σε συνδυασμό με την υπέροχη χορογραφία του Jerome Robbins, η μουσική του Bernstein διεκδικεί δικαιωματικά μεγάλο μερίδιο από τη διεθνή απήχηση του έργου. Άλλωστε ο μουσικοσυνθέτης βάδιζε σε γνώριμο έδαφος. Ορισμένα από το μιούζικαλ που είχε συνθέσει στο παρελθόν και τα οποία είχαν ανεβεί με αξιοσημείωτη επιτυχία στις αίθουσες του Broadway, γυρίστηκαν αργότερα σε ταινίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των On the Town (1949) και Wonderful Town (1958), που μαζί με το West Side Story συγκροτούν την επονομαζόμενη “τριλογία της Νέας Υόρκης”. Ο Bernstein μεταποίησε τις παραπάνω συνθέσεις (με εξαίρεση το Wonderful Town), σε αυτοτελείς συμφωνικές σουίτες, προβαίνοντας ενίοτε σε ριζικές ανακατατάξεις της αρχικής παρτιτούρας και  προσδίδοντας τη μορφή χορών. Τρία χορευτικά επεισόδια (Three Dance Episodes) είναι ο τίτλος της συμφωνικής εκδοχής του On the Town. Φέρουν τους επιμέρους προσδιορισμούς: 1. The Great Lover 2. Lonely Town και 3. Times Square. Όπως σε όλες οι υπόλοιπες χορευτικές συνθέσεις του Bernstein, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση η μουσική αγγίζει επίπεδα ορχηστρικής πολυπλοκότητας και δυναμισμού πρωτόγνωρα έως τότε στο εν γένει μουσικοχορευτικό ρεπερτόριο του Broadway. Τα τρία χορευτικά επεισόδια του On the Town ερμηνεύονται από την Μεξικανικής καταγωγής Alondra de la Para, κορυφαία γυναίκα αρχιμουσικό των ημερών μας.

On the Town – Three Dance Episodes”  

Αν και το σκηνικό (Νέα Υόρκη) παραμένει το ίδιο, η ατμόσφαιρα αλλάζει άρδην με αφορμή το West Side Story. Η ανεμελιά, το κέφι και η ξεγνοιασιά παραχωρούν τη θέση τους στη βία, στον ανικανοποίητο έρωτα και στα ανθρώπινα αδιέξοδα. Πρόκειται για μια ιδιοφυή μεταφορά του μύθου του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας από την αναγεννησιακή Βερόνα στις φτωχογειτονιές της αμερικανικής μεγαλούπολης, όπου κυριαρχούν οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών, οι ψευδαισθήσεις του λεγόμενου “αμερικανικού ονείρου”, τα άλυτα μειονοτικά προβλήματα, η έλλειψη οράματος και οι ανασφάλειες της μεταπολεμικής γενιάς. Όλα τα παραπάνω διακριτικά γνωρίσματα αποτυπώνονται στη μουσική γραφή του Bernstein, η οποία, παρά τα όποια μελωδικά διαλείμματα (Tonight, Maria, Somewhere) συχνά αγγίζει δραματικές κορυφώσεις. Η ρυθμική αγωγή απομακρύνεται από τον ονειρικό, γεμάτο νοσταλγία κόσμο της Jazz των προηγούμενων συνθέσεων και στρέφεται προς την επιλογή λατινοαμερικανικών ρυθμών (Mambo, Cha-cha). Από μουσικής απόψεως, το West Side Story δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το είδος της μελοδραματικής όπερας της εποχής του ύστερου βερισμού. Το 1960, τρία χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωση της σύνθεσης του μιούζικαλ, ο Bernstein εξήγαγε από την τελευταία μια ορχηστρική σουίτα, στην οποία προσέδωσε τον τίτλο Συμφωνικοί χοροί. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική και αυτοτελή προσέγγιση του ιδίου έργου. Διερωτάται κανείς ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης του επιθετικού προσδιορισμού “συμφωνικοί”. Απλούστατα, επειδή η χορευτική μουσική, ακόμα και στην πλέον πρωταρχική της εκδοχή, δεν μπορεί παρά να διαθέτει συμφωνική δομή. Απλές θεματικές ιδέες, οι οποίες συγχωνεύονται μεταξύ τους προτού εκβάλουν σε ποικίλα δραματικά μορφώματα. Aγνή, καθαρή μουσική, δίχως εξάρτηση από προαπαιτούμενη πληροφόρηση ή από την ροή οποιασδήποτε πλοκής που εκτυλίσσεται  επί σκηνής. Οι Συμφωνικοί χοροί, αν και εκτελούνται απνευστί, αποτελούνται από τα κάτωθι μέρη: Prologue, Somewhere, Scherzo, Mambo, Cha-cha, Meeting Scene, Cool Fugue, Rumble, Finale. Ερμηνεύονται από την Ορχήστρα NDR Elbphilharmonie του Αμβούργου υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Alan Gilbert.

West Side Story – “Symphonic Dances”

 

 Erich Wolfgang Korngold (1897-1957)

Γνωστός χάρη στο εξαιρετικό Κοντσέρτο για βιολί και τις όπερες  Βιολάντα (Violanta), Το Δακτυλίδι του Πολυκράτη (Der Ring des Polykrates) και η Νεκρή Πόλη (Die totte Stadt), άπαντα γραμμένα σε ηλικία κάτω των 23 ετών, ο Αυστριακός Erich Wolfgang Korngold υπήρξε στα νεανικά του χρόνια ένα παιδί-θαύμα. Το 1934, διαπιστώνοντας ότι συγκεντρώνονταν απειλητικά σύννεφα στον ευρωπαϊκό ορίζοντα και εξαιτίας της εβραϊκής του προέλευσης αναζήτησε ασφαλές καταφύγιο στη  δυτική ακτή των ΗΠΑ. Έκτοτε εξελίχθηκε σε έναν από τους επιμελέστερους συνεργάτες του Holywood επενδύοντας με τη μουσική του 16 συνολικά κινηματογραφικές ταινίες. Μεταξύ των τελευταίων συγκαταλέγονται οι ακόλουθες: A Midsummer Night’s Dream (1935), Captain Blood (1935– υποψηφιότητα για Όσκαρ), The Adventures of Robin Hood (1938 – βραβείο Όσκαρ), Juarez (1939), The Sea Hawk (1940 – βραβείο Όσκαρ), The Sea Wolf (1941), Kings Row (1942 – με πρωταγωνιστή τον Ronald Reagan) κ.ά. Ειδικότερα για την ταινία Το γεράκι της θάλασσας (The Sea Hawk) έχει ειπωθεί πως η μουσική του Korngold συνέβαλε ουσιαστικά στο να γυριστεί η πλέον πετυχημένη σκηνή ξιφομαχίας σε ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου. Ο ίδιος τη θεωρούσε ως την καλύτερη που είχε ποτέ συνθέσει για τον κινηματογράφο. Για πολλούς μεταγενέστερους συνθέτες μουσικής κινηματογράφου εικάζεται ότι λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης. Η υπόθεση αφηγείται ένα επεισόδιο της ζωής του πειρατή  Geoffrey Thorpe (Errol Flynn) εμπνευσμένο από την πραγματική δραστηριότητα του Sir Francis Drake, ενόσω η πανίσχυρη ισπανική αρμάδα ετοιμαζόταν να εισβάλλει στις Βρετανικές Νήσους. Αν και τα συμβάντα διαδραματίζονται τον 15ο αιώνα, είναι σαφής ο συμβολισμός του έργου το έτος 1940, μέσα στο οποίο γυρίστηκε, σε μια στιγμή μάλιστα που μαινόταν η Μάχη της Αγγλίας. Την περίφημη Βασιλική Ορχήστρα  Κοντσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ, μια από τις καλυτερες σε παγκόσμια κλίμακα, διευθύνει ο Γάλλος αρχιμουσικός Stéphane Denève. Προηγείται η πασίγνωστη εισαγωγική φανφάρα της εταιρίας 20th Century Fox (έχει πλέον μετονομαστεί σε 20th Century Studios, Inc.) του Alfred Newman.

 Sea Hawk

 

Sir William Walton (1902-1983)

Στην εξηντάχρονη σταδιοδρομία του, ο Sir William Walton, ένας από τους παραγωγικότερους Βρετανούς συνθέτες του 20ού αιώνα, εντρύφησε σε όλα σχεδόν τα είδη μουσικής, από συμφωνικά έργα μέχρι όπερες, από μουσική μπαλέτου μέχρι επένδυση κινηματογραφικών ταινιών. Οι περισσότερο γνωστές του συνθέσεις είναι η καντάτα Belshazzar’s Feast, η όπερα Troilus and Cressida, το κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα, οι δυο συμφωνίες, τα μπαλέτα Façade, The Wise Virgins και The Quest. Μεταξύ των ετών 1934 και 1969, ο Walton συνέθεσε μουσική για 13 συνολικά ταινίες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι ακόλουθες: Escape me Never (1934), As you Like it (1936), The First of the Few (1942), Henry V (1944 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Hamlet (1948 – υποψηφιότητα για Όσκαρ) και Richard III (1955). Η τελευταία κατά σειρά, Battle of Britain (1969) του Guy Hamilton, ακολούθησε περιπετειώδη πορεία. Λίγο πριν από την έναρξη του γυρίσματος, ο σκηνοθέτης απέσυρε την σουίτα που τού είχε προταθεί διατηρώντας μόνο ένα απόσπασμα (Battle in the Air) με τo οποίo συνόδευσε αριστοτεχνικά μια από τις πλέον εντυπωσιακές σκηνές αερομαχίας που έχουν ποτέ γυριστεί.

Battle of Britain –  “Battle in the Air”

Τη μουσική για το υπόλοιπο της ταινίας εμπιστεύθηκε στον Ron Goodwin. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την παραπάνω ομολογουμένως άκομψη ενέργεια τελευταίας στιγμής, ο εκ των πρωταγωνιστών Lawrence Olivier απείλησε με λύση συμβολαίου. Τελικά προκρίθηκε ο προαναφερθείς συμβιβασμός με τη διατήρηση του ατμοσφαιρικού επεισοδίου Battle in the Air. Πρόσφατα, από την εταιρεία Metro Goldwin Mayer κυκλοφόρησε στο εμπόριο ένα DVD με τις ίδιες εικόνες, αλλά με δυο διαφορετικές μουσικές εκδοχές: την αρχική του Walton και την τελική του Goodwin. Ίσως να πρόκειται για τον ορθότερο τρόπο προκειμένου να διευθετηθεί η διαφορά, αφήνοντας στον θεατή τη δυνατότητα να κρίνει εκείνος. Σημειωτέον ότι παλαιότερα, το 1942, από την μουσική της πολεμικής περιπέτειας  The First of the Few, ο Walton εξήγαγε ένα μέρος, το οποίο τιτλοφόρησε  Spitfire Prelude and Fugue.  Ακολουθεί η ακρόαση του συνόλου της συμφωνικής σουίτας Battle of Britain, από την οποία μόνο το πρώτο ήμισυ – όχι το βικτωριανής μεγαλοπρέπειας εμβατήριο που έπεται – συμπεριλαμβάνεται τελικά στην ταινία. Ερμηνεύεται από τον Keith Lockhart και την Ορχήστρα Συναυλιών του BBC. Αφιερωμένη αποκλειστικά στη μουσική για τον κινηματογράφο, η συναυλία έλαβε χώρα στις 31 Αυγούστου 2013 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο του δημοφιλούς κύκλου BBC Proms.

Battle of Britain – Suite

 

Sir Malcolm Arnold (1921-2006)

Αν και αρκετά συντηρητικός στον τρόπο γραφής του (ο ίδιος θεωρούσε ως σημεία αναφοράς τους Berlioz, Mahler, Bartók αλλά και από τη μουσική jazz) o Sir Malcolm Arnold εντυπωσιάζει με το εύρος και με την ποικιλία του έργου του: εννέα συμφωνίες, κοντσέρτα για κιθάρα, τσέλο, κλαρινέτο, για δυο πιάνα και τρία χέρια, ακόμα και για φυσαρμόνικα, ένας κύκλος χορών (Αγγλικοί, Σκωτσέζικοι, Ιρλανδέζικοι,  χοροί της Ουαλίας και της Κορνουάλης), το μπαλέτο Solitaire, εισαγωγές για ορχήστρα, μουσική δωματίου. Πολλοί κριτικοί τον παρομοίωσαν με τον Φινλανδό συνθέτη Jean Sibelius, τόσο για την υφολογική συγγένεια όσο και για την έμφαση, την οποία αμφότεροι προσέδωσαν στο είδος της συμφωνικής μουσικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Arnold κατέχει τα μυστικά της ορχήστρας και τα αξιοποιεί δεόντως. Δεινός συνθέτης μουσικής κινηματογράφου, τα έργα του σε αυτόν τον τομέα ξεπερνούν τα εκατό, συμπεριλαμβανομένων και πολλών ντοκυμαντέρ. Χαρακτηριστικά αναφέρονται: The Captain’s Paradise (1953),  The Sea shall not Have Them (1954), 1984 (1956), Dunkirk (1958), The Inn of the Sixth Happiness (1958), The Thin Red Line (1964), The Heroes Of  Telemark (1965). H μεγάλη διάκριση προέκυψε το 1957, με αφορμή την ταινία του David Lean The Bridge on the River Kwai, για  την οποία απέσπασε δικαίως το βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής. Δεν ήταν η πρώτη συνεργασία μεταξύ των δυο. Είχαν προηγηθεί οι ταινίες The Sound Barrier (1952) και Hobson’s Choice (1954).    Ωστόσο, διακόπηκε απότομα το 1957 ενώ βρισκόταν στο απόγειό της, πιθανότατα εξαιτίας  του ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα αμφοτέρων.  Η γέφυρα του ποταμού Κβάι θεωρείται  ως μια από τις  καλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες όλων των εποχών. Τιμήθηκε με επτά βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας). Πλοκή, σενάριο, ερμηνεία, φωτογραφία και μουσική  υπόκρουση συγκροτούν ένα ασυναγώνιστο σύμπλεγμα. Δεν πρόκειται για μια απλή πολεμική περιπέτεια βασισμένη σε αληθινά γεγονότα (την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής από Άγγλους αιχμαλώτους μέσα στη ζούγκλα της Βιρμανίας, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ιαπωνικού στρατού). Ο θεατής είναι μάρτυρας της σύγκρουσης δυο πολιτισμών εκ διαμέτρου αντίθετων δίχως να υφίσταται κανένα περιθώριο συμβιβασμού. Το 1997 η ταινία χαρακτηρίστηκε εξόχως σημαντική από πολιτισμικής, ιστορικής και αισθητικής απόψεως και επιλέχθηκε για μόνιμη φύλαξη και συντήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

The  Bridge On The River Kwai – Trailer

Η μουσική του Malcolm Arnold είναι μεγαλειώδης. Επική, δραματική, βίαιη, ηρωική, εξωτική, ενίοτε όμως απρόσμενα νοσταλγική και τρυφερή μέσα στον γενικότερο παραλογισμό του πολέμου, με εξαιρετική ενορχήστρωση, η οποία πιστοποιεί περίτρανα πως ο εμπνευστής της δεν είναι απλά ένας κοινός ειδικός στη σύνθεση κινηματογραφικών υποκρούσεων, αλλά αντίθετα, ένας   ολοκληρωμένος επαγγελματίας δημιουργός, ο οποίος θέτει την πείρα και το ταλέντο του στην υπηρεσία της Έβδομης Τέχνης. Υπάρχει, ωστόσο, μια παρεξήγηση που χρήζει διευκρίνησης. Το περίφημο εμβατήριο που σφυρίζουν οι αιχμάλωτοι στην εναρκτήρια σκηνή εισερχόμενοι στο στρατόπεδο (Colonel Bogey March) και το οποίο έχει καθιερωθεί ως σήμα κατατεθέν της ταινίας,  δεν ανήκει στον Arnold. Χρονολογείται από το 1914 με συνθέτη τον Kenneth J. Alford. Ο Arnold  ενέταξε τη μελωδία στη μουσική του πλαισιώνοντάς την με ένα εμβατήριο (River Kwai March) δικής του έμπνευσης. Παραθέτουμε τη συμφωνική σουίτα στο σύνολό της προκειμένου να αναδειχθεί το πολυσχιδές ταλέντο του μουσικοσυνθέτη. Αποτελείται από τέσσερα μέρη: 1. Prelude, 2. Sunset, 3. Jungle Trek, 4. Colonel Bogey/River Kwai March. O Barry Wordsworth  διευθύνει την Ορχήστρα Συναυλιών του BBC.

The Bridge on the River Kwai – Suite


 

Maurice Jarre (1924-2009)

 “Δεν σου έδωσα μια μεγάλη ταινία. Όμως εσύ μου έδωσες μια μεγάλη μουσική”. Με αυτά τα λόγια εκφράστηκε ο Alfred Hitchcock το 1969, με αφορμή το γύρισμα του έργου Topaz. Αν και δοκίμασε τις δυνάμεις του και σε άλλα είδη μουσικής (π.χ. στην ηλεκτρονική, της οποίας ο γιος του, Jean-Michel, έμελε αργότερα να είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους), ο Maurice Jarre έχει μείνει γνωστός για την τεράστια συμβολή του στον χώρο της Έβδομης Τέχνης. Από το 1957 (Burning Fuse) έως το 2001 (Uprising) πλαισίωσε με τις συνθέσεις του 151 κινηματογραφικές ταινίες. Στα 41 αυτά χρόνια συνεργάστηκε με τους καλύτερους σκηνοθέτες της εποχής του:  Alfred Hitchcock,  Luchino Visconti, Franco Zeffirelli, Elia Kazan, John Huston, Henri Verneuil, René Clément, Richard Brooks, John Frankenheimer, Volker Schlöndorff, Wolfgang Petersen, Ridley Scott μεταξύ πολλών άλλων. Ωστόσο, το συναπάντημά του με τον David Lean υπήρξε εκείνο που σηματοδότησε τις μεγαλύτερες διακρίσεις: τέσσερις ταινίες – τρία βραβεία Όσκαρ καλύτερης μουσικής (Lawrence of Arabia, Doctor Zhivago, A Passage to India) και μια υποψηφιότητα (Ryan’s Daughter). Εξακολουθεί να είναι άξιον απορίας το πως ένας Γάλλος, λατινικής προέλευσης και παιδείας, κατάφερε να αφομοιώσει τόσο καλά και να αποδώσει τόσο έντεχνα τον κόσμο του David Lean που, με εξαίρεση την ταινία  Doctor Zhivago, εξυμνεί, ασκώντας συνάμα αιχμηρή κριτική, το ευρισκόμενο σε διαδικασία παρακμής βρετανικό αυτοκρατορικό μεγαλείο. Κι όμως, η ταύτιση της εικόνας με την μουσική και αντίστροφα είναι απόλυτη. Πρέπει επίσης να επισημανθεί πως ο άσημος ακόμη το 1962 Maurice Jarre επιλέχθηκε για την μουσική επένδυση της ταινίας Lawrence of Arabia αφού οι William Walton και Malcolm Arnold είχαν προηγουμένως απορρίψει τη σχετική πρόταση, η οποία τους είχε υποβληθεί. Επιπρόσθετα, ο παραγωγός της ταινίας Sam Spiegel επέμενε για μια μουσική υπόκρουση με δυο θέματα, επιδιώκοντας να αναδείξει τις δυο πτυχές του έργου (ανατολίτικη και βρετανική). Με αυτή την προοπτική είχε βολιδοσκοπήσει αντίστοιχα τον Σοβιετικό Aram Khachaturian και τον Βρετανό Benjamin Britten. Ο Jarre όχι μόνο κατάφερε τελικά να επιβιώσει ανάμεσα στα ονόματα τόσο καταξιωμένων μουσικοσυνθετών, αλλά, συγκεράζοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μέσα στις έξι εβδομάδες που του είχαν δοθεί, έγραψε μια από τις καλύτερες μουσικές υποκρούσεις όλων των εποχών. Μάλιστα, επιστρατεύθηκε την τελευταία στιγμή προκειμένου να διευθύνει ο ίδιος την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου καθώς ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Sir Adrian Boult (το όνομα του οποίου αναφέρεται στους τίτλους της ταινίας) αδυνατούσε να προσαρμοσθεί στα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα της ηχογράφησης. Δίχως το πηγαίο ταλέντο του Jarre και την ουσιαστική στήριξη που παρέχει από το παρασκήνιο, η γοητεία αλλά και οι κίνδυνοι της ερήμου (“Η έρημος μού αρέσει επειδή είναι καθαρή” ακούγεται να λέει ο Lawrence κάποια στιγμή), οι ψυχολογικές μεταπτώσεις και τα διλήμματα του πρωταγωνιστή (με τον ηθοποιό Peter O’ Toole να πραγματοποιεί μια δυναμική είσοδο στον χώρο της Έβδομης Τέχνης), η βία του πολέμου και ο κυνισμός του πολιτικού σχεδιασμού είναι βέβαιο ότι δεν θα ήταν αυτά που είναι.

  Lawrence of Arabia – Overture

Η εκτυφλωτική επιτυχία του Lawrence of Arabia άνοιξε διάπλατα τον δρόμο και για άλλες. Τρία χρόνια αργότερα, το 1965, προέκυψε η σειρά του  Doctor Zhivago, το σενάριο του οποίου είναι εμπνευσμένο από την ομότιτλη νουβέλα του Boris Pasternak. Εδώ, την απεραντοσύνη της ερήμου υποκαθιστά η μοναξιά της σιβηρικής στέπας. Από την αραβική χερσόνησο της περιόδου του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταφερόμαστε στο χάος που διαδέχθηκε την εκδήλωση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Στο επίκεντρο της ταραχώδους εκείνης εποχής βρίσκεται ένας μεγάλος έρωτας με ελάχιστες στιγμές ικανοποίησης και ευτυχίας, αλλά και ο σπαραγμός που προκαλείται από τις κοσμογονικές εξελίξεις της εποχής εκείνης. Ο Lean απεικονίζει με μαεστρία τη μετάβαση από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη. Ο Jarre τον μιμείται, καταθέτοντας την πιο δημοφιλή ίσως μελωδία της μουσικής του παραγωγής (το θέμα της Λάρας).

Doctor Zhivago – “Lara’s Theme” 

Τρίτη μεγάλη επιτυχία το 1970 ήταν Η κόρη του Ράιαν (Ryan’s Daughter). Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο της ιρλανδικής εξέγερσης ενάντια στον βρετανικό ζυγό το Πάσχα του 1916, μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πληκτική καθημερινότητα ενός παραθαλάσσιου χωριού, το δραματικό ιστορικό περίγραμμα και ένας έρωτας δίχως προοπτική συγκροτούν τον πυρήνα της υπόθεσης. Τα ήδη πανέμορφα αλλά και απειλητικά συνάμα τοπία αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο χάρη σε δυο θεμελιώδεις παραμέτρους: την μαγεία του φωτογραφικού φακού και την έμπνευση της μουσικής του Jarre (έστω και αν τη φορά αυτή η τελευταία δεν κατόρθωσε να προσπεράσει το κατώφλι μιας απλής υποψηφιότητας για βραβείο Όσκαρ).

Ryan’s Daughter

A Passage to India (1984) είναι η τελευταία συνεργασία ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον μουσικοσυνθέτη. Ταυτόχρονα αποτελεί το κύκνειο άσμα του David Lean, o οποίος απεβίωσε πέντε χρόνια αργότερα. “Η Ανατολή είναι πάντοτε η Ανατολή. Από μια επικάλυψη με τη Δύση μόνο προβλήματα προκύπτουν” υποστηρίζει σε κάποιο σημείο του έργου μια εκ των πρωταγωνιστριών. “Η Ινδία μάς φέρνει αντιμέτωπους με τους ίδιους μας τους εαυτούς” συμπληρώνει παρακάτω μια άλλη. Δυο φράσεις, οι οποίες συνοψίζουν ολόκληρο τον προβληματισμό της ταινίας. Το σενάριο της τελευταίας προέρχεται από τo ομώνυμo μυθιστόρημα του συγγραφέα των Howards End  και A Room with a View, E. M. Forster (1924). Ένας Ινδός γιατρός αντιμετωπίζει την κατηγορία απόπειρας βιασμού μιας Αγγλίδας ταξιδιώτισσας. Με επίκεντρο αυτό το περιστατικό υφαίνεται ένα πολύπλοκο σκηνικό γύρω από τα όρια των σχέσεων ανάμεσα στην κυρίαρχη αποικιακή δύναμη και τον αυτόχθονα πληθυσμό. Σε αντιδιαστολή με το σενάριο, το οποίο διαθέτει ευτυχές τέλος, το μυθιστόρημα αφήνει αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο ή όχι υπήρξε απόπειρα βιασμού. Ο Forster εστιάζει την προσοχή του στο συμβάν. Ο Lean αξιοποιεί το τελευταίο ως απλό πρόσχημα, προκειμένου να εξιστορήσει με αριστοτεχνικό τρόπο το λυκόφως της βρετανικής διοίκησης και παρουσίας στην Ινδία. O Jarre, από τη δική του πλευρά, απέσπασε το τρίτο του βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής. Αν και κατά στιγμές αντιγράφει ασύστολα τον εαυτό του (το κεντρικό μουσικό θέμα παραπέμπει ευθέως σε εκείνο της Κόρης του Ράιαν), πειραματίζεται σε νέους τρόπους σύνθεσης. Έστω και με φειδώ, εισάγει για πρώτη φορά στην ενορχήστρωσή του τα ηλεκτρονικά κύματα Martenot. Πάνω από όλα όμως, η μουσική του αποπνέει όχι μόνο το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά και την ακαταμάχητη παρακμιακή γοητεία της δεκαετίας του ‘30. Το A Passage to India δεν είναι απλώς το κλείσιμο του κύκλου σε ότι αφορά τη συνεργασία του με τον Lean. Έχοντας ακολουθήσει από το 1962 και έπειτα μια υποδειγματική πορεία, το συναπάντημα μεταξύ των δυο δημιουργών γνωρίζει εδώ το επιστέγασμά του.

A Passage To India – Tίτλοι έργου

 

Bernard Herrmann (1911-1975)

Αλήθεια, τι θα ήταν ο Alfred  Hitchcock δίχως τον Bernard Herrmann; Είναι ποτέ δυνατόν να διανοηθεί κανείς την κλασσική σκηνή τρόμου της δολοφονίας από την ταινία Ψυχώ δίχως την ανατριχιαστική μουσική της συνοδεία; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ήχος διεκδικεί επάξια ισότιμη θέση με την εικόνα. Ο μεταξύ τους συνδυασμός είναι εκείνος που τελικά άφησε εποχή.

 Psycho  – ‘The Bathroom’, ‘The Murder’

O αμερικανικής καταγωγής Bernard Herrmann συνέθεσε μουσική για 52 συνολικά ταινίες, πολλές εκ των οποίων απέσπασαν διακρίσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τις εξής: Citizen Kane (1941 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Jane Eyre (1943), Anna and the King of Siam (1946 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), The Snows of Kilimanjaro (1952), Journey to the Center of the Earth (1959), Jason and the Argonautes (1963), Fahrenheit 451 (1966), Battle of Neretva (1969), Obsession (1976 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Taxi Driver (1976 – υποψηφιότητα για Όσκαρ). Συνέθεσε επίσης μια όπερα (Wuthering Heights), μια καντάτα (Moby Dick)  καθώς και έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου. Η σημαντικότερη  καμπή της σταδιοδρομίας του υπήρξε πέραν κάθε αμφιβολίας η σύμπραξή του με τον Alfred  Hitchcock. Καρπό της τελευταίας αποτελούν οι μουσικές επενδύσεις 8+1 ταινιών: The Trouble with Harry (1955), The Man Who Knew Too Much (1956 – όπου εμφανίζεται ο ίδιος προς το τέλος του έργου διευθύνοντας μια συμφωνική ορχήστρα), The Wrong Man (1956), Vertigo (1958), North by North West (1959), Psycho (1960), The Birds (1963 – σύμβουλος ήχου καθότι η ταινία δεν διέθετε μουσική παρά μόνο ηλεκτρονική ενίσχυση ήχου πουλιών), Marnie (1964), Tom Curtain (1966 – η παρτιτούρα παρέμεινε ανενεργή λόγω διάστασης απόψεων με τον  Hitchcock, με αποτέλεσμα την αμετάκλητη ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων). Πολλοί μετέπειτα μουσικοσυνθέτες κινηματογράφου (John Williams, Elmer Bernstein, Jerry Goldsmith  κ.ά) έχουν δημόσια δηλώσει πως επηρεάστηκαν από τον τρόπο γραφής του. Ο ήχος εγχόρδων του Ψυχώ, θεωρείται ακόμα και σήμερα ως υπόδειγμα για μουσική ταινιών θρίλερ. Για κάθε παραγγελία σύνθεσης, ο Herrmann απαιτούσε απόλυτη ελευθερία κινήσεων, ειδικότερα σε συνάρτηση με τον εκάστοτε σκηνοθέτη. Διαφορετικά “είναι σαν κάποιος άλλος να προσθέτει χρώμα σε έναν δικό σου ζωγραφικό πίνακα” συνήθιζε να λέει. Η ρήξη με τον Hitchcock ήταν ζήτημα χρόνου. Ευτυχώς επήλθε αφότου είχε ήδη ολοκληρωθεί με επιτυχία η παραγωγή οκτώ ταινιών. Το βαθειά ατμοσφαιρικό ύφος του Herrmann καθώς και η έφεσή του προς τη σύνθεση συμφωνικής μουσικής αποτυπώνονται ανάγλυφα στα δυο παραδείγματα που έπονται. Πρόκειται για το σύντομο πρελούδιο από την ταινία Vertigo και για τη συμφωνική σουίτα Psycho (Prelude – The Madhouse – The Murder). Ερμηνεύονται αμφότερα από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας υπό τη διεύθυνση της Sarah Hicks.

Vertigo – Prelude

 Psycho – Suite

 

Miklós Rózsa (1907-1995)

Ο Ούγγρος Miklós Rózsa ήταν ήδη ένας καταξιωμένος μουσικοσυνθέτης όταν, το 1934, μυήθηκε από τον Ελβετό ομότεχνο και προσωπικό του φίλο Arthur Honegger στον κόσμο της Έβδομης Τέχνης και διαπίστωσε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η τελευταία προσέφερε στον κλάδο της μουσικής. Με τις συνθέσεις του συνόδευσε πάνω από εκατό κινηματογραφικές ταινίες αποσπώντας τρία βραβεία Όσκαρ (Spellbound το 1945, A Double Life το 1947, Ben-Hur το 1959) και δεκατέσσερις άλλες υποψηφιότητες. Μεταξύ πολλών άλλων συγκαταλέγονται και οι: Quo Vadis (1951), Ivanhoe (1952), Knights of the Round Table (1953), King of Kings (1961), El Cid (1961), Providence (1977) κ.ά.. Ο Rózsa ακολούθησε μια διπλή ζωή, όπως έλεγε χαριτολογώντας, συνθέτοντας παράλληλα για την μεγάλη οθόνη και για τις αίθουσες συναυλιών. Έργα του έχουν ερμηνευθεί από διακεκριμένους καλλιτέχνες όπως οι αρχιμουσικοί Bruno Walter, Eugene Ormandy, Charles Munch, Karl Böhm, Hans Swarovsky, Georg Solti, Leonard Bernstein, ο βιολιστής Jascha Heifetz και οι τσελίστες Gregor Piatigorsky και János Starker. Το 1959 γυρίστηκε η υπερπαραγωγή Ben-Hur, με σκηνοθέτη τον William Wyler και πρωταγωνιστή τον Charlton Heston. Επρόκειτο για την ταινία με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό μέχρι τότε ($15.175 εκατομμύρια – άλλα $14.7 εκατομμύρια δαπανήθηκαν κατόπιν για διαφημιστικούς λόγους). Τα σκηνικά ήταν εντυπωσιακά, για τις ανάγκες δε του γυρίσματος επιστρατεύθηκαν 10.000 κομπάρσοι (η ψηφιακή τεχνολογία ήταν άγνωστη άλλωστε). Η ταινία ήταν υποψήφια για 12 βραβεία Όσκαρ, από τα οποία απέσπασε τελικά τα 11. Η σύνθεση του Rózsa διαθέτει στοιχεία αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής μουσικής, τα οποία ενσωματώθηκαν έπειτα από ειδική έρευνα σε αυτόν τον χώρο. Θεωρείται ότι αποτελεί το επιστέγασμα της καριέρας του δημιουργού της και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 επηρέασε πληθώρα μεταγενέστερων συνθετών, ειδικότερα στον χώρο του υπερθεάματος. Το 2017 ηχογραφήθηκε το σύνολο της παρτιτούρας (διάρκειας τριών ωρών) από την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Πράγας υπό τη διεύθυνση του Nic Raine. Από την παραπάνω εκτέλεση παρατίθενται τρία αποσπάσματα.

Ben-Hur – Fanfare, Prelude & March Romana

To δεύτερο παράδειγμα προέρχεται επίσης από μια γνωστή επική ταινία. Το El Cid, εμπνευσμένο από το κλασσικό θεατρικό έργο του Γάλλου συγγραφέα του 17ου αιώνα Corneille, αφηγείται ένα επεισόδιο της ανακατάληψης της Ισπανίας από τον έλεγχο των Μαυριτανών και συγκεκριμένα τη ζωή του θρυλικού ήρωα του 11ου αιώνα Rodrigo Diaz de Vivar, επονομαζόμενου El Cid (από την αραβική λέξη sidi, η οποία σημαίνει άρχοντας). Ο θρύλος του Cid είναι συνυφασμένος με το επεισόδιο που προβάλλεται στην καταληκτική σκηνή της ταινίας, όταν, αν και νεκρός, δεμένος ωστόσο πάνω στη σέλλα του αλόγου του, σκορπά τον πανικό στις γραμμές των αντιπάλων. Η ταινία, σε σκηνοθεσία του Anthony Mann και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston και Sophia Loren, είναι εξαιρετική. Ειδικότερα το τελευταίο μέρος (το επεισόδιο της πολιορκίας της Βαλένθια από τους Μαυριτανούς), καθηλώνει τον θεατή. Ηρωική, δραματική, νοσταλγική, με συχνές αναγωγές σε ισπανικές μελωδίες, η μουσική του Rózsa πλαισιώνει και στηρίζει με την ποιότητά της, μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του Holywood. Από τον βιολιστή Daniel Hope και την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης με διευθυντή τον Alexander Shelley ακούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

El Cid –  Love Theme

 

Nino Rota (1911-1979)

Ο μεταπολεμικός ιταλικός (και όχι μόνο) κινηματογράφος οφείλει πολλά στον Nino Rota. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1933 και 1979 πλαισίωσε με τη μουσική του 171 κινηματογραφικές ταινίες, περιζήτητος από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της εποχής του (Frederico Fellini, Luchino Visconti, Franco Zeffirelli, Vittorio de Sica, Alberto Lattuada, Mario Monicelli,  Franco Rossi, Luigi Comencini αλλά και King Vidor, Francis Ford Coppola, Sergei Bondartchuk,  Lina Wertmüller, René Clément, Henri Verneuil, John Guillermin, Guy Hamilton κ. ά.). Μνημειώδης, ωστόσο, υπήρξε η συνεργασία του με τον Frederico Fellini. Το είδος της μουσικής γραφής του Rota (ένα μείγμα οικειότητας, τρυφερότητας, χιούμορ και παρακμιακής μελαγχολίας), συμβιβαζόταν απόλυτα με τον ατμοσφαιρικό – νοσταλγικό κόσμο του ιταλικού νεορεαλισμού.  «Ο πιο πολύτιμος συνεργάτης που είχα ποτέ – το λέω δίχως την παραμικρή επιφύλαξη – ήταν ο Nino Rota.», εκμυστηρεύθηκε κάποτε ο Fellini. “Μεταξύ μας υπήρχε απόλυτη και πλήρης αρμονία. Διέθετε γεωμετρική  φαντασία προερχόμενη από ουράνιες σφαίρες. Δεν υπήρχε λόγος να δει σκηνές από τα έργα μου. Όποτε τον ρωτούσα για τις μελωδίες που είχε στο νου του προκειμένου να πλαισιώσει κάποια σκηνή, αντιλαμβανόμουν ότι η εικόνα δεν τον απασχολούσε καθόλου. Ο κόσμος του ήταν φωλιασμένος βαθιά μέσα του, η δε πραγματικότητα δεν έβρισκε δίοδο να εισχωρήσει εκεί.”. Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τα ανεπανάληπτα δείγματα της παραπάνω συνεργασίας (La Strada, I Vitelloni, Giulietta degli spiriti, La Dolce Vita, Satyricon, , Amarcord); Στιγμές δόξας όμως γνώρισε ο Rota συνεργαζόμενος και με άλλους σκηνοθέτες (Luchino Visconti – Senso, Rocco e I suoi fratelli, Il Gattopardo – Franco Zeffirelli – Romeo and Juliet, The Taming of the Shrew –  King Vidor – War and Peace και  φυσικά Francis Ford Coppola – The Godfather I και II). Πέραν όμως των αναρίθμητων κινηματογραφικών μουσικών υποκρούσεων, ο Rota συνέθεσε τρεις όπερες  (Il cappello di paglia di Firenze, Aladino e la lampada magica, I due timidi), συμφωνικά έργα, κοντσέρτα, έργα μουσικής δωματίου ενώ δίδαξε και στο ωδείο του Μπάρι έχοντας ως μαθητή τον φημισμένο Ιταλό αρχιμουσικό Riccardo Muti. Το καλοκαίρι του 2017, η περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Teatro alla Scala υπό τη διεύθυνση του Riccardo Chailly, σε υπαίθρια συναυλία,  την οποία παρέθεσε στην πλατεία Duomo του Μιλάνου, συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά της αποσπάσματα από τις ταινίες   και  Amarcord.

Otto e Mezzo, Amarcord

Αναφερόμενος στον Nino Rota είναι αδύνατο να μην συμπεριλάβει κανείς μια άλλη μεγάλη του στιγμή. Πρόκειται για την ταινία The Godfather (Ο Νονός), με πρωταγωνιστές τους Marlon Brando   και Al Pacino (1972). Ακούμε την ορχηστρική σουίτα από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας υπό τη διεύθυνση της Sarah Hicks. Το 1975, η μουσική του Rota για το δεύτερο σκέλος της ταινίας τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής.

The Godfather – Orchestral Suite


 

Ennio Morricone (1928-2020)

Το 1971 προβλήθηκε η ταινία Le casse (ελληνικός τίτλος: Οι διαρρήκτες) σε σκηνοθεσία του Henri Verneuil και με πρωταγωνιστές τους Jean-Paul Belmondo, Omar Sharif και Robert Hossein. Μια ευχάριστη αστυνομική περιπέτεια, η οποία θα πέρναγε απαρατήρητη από εμάς τους Έλληνες εάν τα εξωτερικά γυρίσματα δεν είχαν εξολοκλήρου πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, τον Πειραιά και την Κέρκυρα. Ο παραγωγός δυσκολευόταν να βρει μια πόλη, καθότι το σενάριο περιλάμβανε μια ιλιγγιώδη καταδίωξη με αυτοκίνητα εν μέσω πλήθους. Το χουντικό καθεστώς έσπευσε να δώσει την έγκρισή του για λόγους τουριστικής προβολής. Η μουσική ανατέθηκε στον έμπειρο και ταλαντούχο Ennio Morricone, ο οποίος βρισκόταν τότε στο απόγειο της σταδιοδρομίας του επινοώντας για τη συγκεκριμένη περίπτωση μια παρτιτούρα, που ανέδειξε ακόμα περισσότερο τις όποιες αρετές του έργου.

Le casse – Τίτλοι έργου

Αριθμώντας άνω των 400 μουσικές επενδύσεις για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο Morricone θεωρείται στο παγκόσμιο στερέωμα ως ο περισσότερο γόνιμος συνθέτης του είδους. Αυτό είναι το κυρίαρχο διακριτικό του γνώρισμα παρά το γεγονός ότι οι συνθέσεις του όχι για την έβδομη τέχνη αλλά για αίθουσες συναυλιών, ξεπερνούν και εκείνες τον αξιέπαινο αριθμό των  100. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Mauro Bolognini, Pier-Paolo Pasolini, Bernardo Bertolucci, Quentin Tarantino, Brian de Palma, Mike Nichols, Lina Wertmüller, Oliver Stone, John Carpenter, Roman Polanski, Bertrand Tavernier κ.ά.. Η καριέρα του εκτινάχθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘60, όταν εξελίχθηκε σε έναν από τους θεμελιώδεις συντελεστές των λεγομένων western-spaghetti, χάρη στη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Sergio Leone. Η τριλογία  Ο καλός ο κακός και ο άσχημος, Για μια χούφτα δολάρια, Το όνομά μου είναι Κανένας, άφησε εποχή.

The Good, the Bad and the Ugly

Άλλες μεγάλες επιτυχίες του Morricone είναι οι ταινίες Cinema Paradiso, Sacco e Vanzetti (με το πασίγνωστο τραγούδι «Here’s to You” ερμηνευμένο από την Joan Baez), Once Upon in America, Teorema, The Decameron, Le clan des siciliens, The Untouchables, The Exorcist II, The Hateful Eight (βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής), Marco Polo, El Greco. Το 2007 τιμήθηκε με ειδικό βραβείο Όσκαρ (ο μόνος συνθέτης μέχρι στιγμής μαζί με τον Alex North) “για την εξαιρετική και πολυσχιδή προσφορά του στην τέχνη της μουσικής κινηματογράφου”. Το 1986 η μουσική του για την ταινία του Roland Joffé The Mission, με πρωταγωνιστές τους Robert de Niro, Jeremy Irons και Liam Neeson   προτάθηκε για βραβείο Όσκαρ. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες δημιουργίες του. Την ακούμε υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Η συναυλία έλαβε χώρα τα Χριστούγεννα του 2012 στον Καθεδρικό Ναό της Ασίζης.

The Mission (Gabriel’s Oboe)


 

Henry Mancini (1924-1994)

To 1963 προβλήθηκε η άκρως πετυχημένη κωμωδία του Blake Edwards The Pink Panther, με πρωταγωνιστές τους David Niven, Peter Sellers, Claudia Cardinale, Capucine και Robert Wagner. Η υποδοχή από το κοινό υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε έκτοτε εγκαινιάστηκε ένας ολόκληρος κύκλος ταινιών με κεντρικό ήρωα τον Peter Sellers στο ρόλο του αδέξιου επιθεωρητή Clouseau. Ωστόσο, το στοιχείο εκείνο που ξεπέρασε το 1963 κάθε προσδοκία των συντελεστών ήταν η πρωτόγνωρη επιτυχία του κινούμενου σχεδίου, το οποίο στελέχωσε τους τίτλους του έργου. Ο πασίγνωστος σήμερα Ρόζ Πάνθηρας, μια επινόηση των David DePatie και Friz Freleng, έχει πλέον καθιερωθεί ως ένα από τα δημοφιλέστερα καρτούν όλων των εποχών. Το ήμισυ της δόξας ανήκει δικαιωματικά στον Henry Mancini, για το εξίσου ευφυές μουσικό θέμα, το οποίο έδωσε κατά κάποιο τρόπο πνοή στον κεντρικό χαρακτήρα και έκτοτε έχει ταυτιστεί μαζί του.

The Pink Panther (1963) – Τίτλοι έργου

The 12 Cellists of the Berlin Philharmonic Orchestra – The Pink Panther Theme

O  Henry Mancini είναι ωστόσο γνωστός και χάρη στην πετυχημένη συνεισφορά του και σε άλλες ταινίες, η μουσική υπόκρουση των οποίων έχει δώσει το δικό της στίγμα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ορισμένες από αυτές: Law and Order (1953), Operation Petticoat (1959), Hatari! (1962) – με το περίφημο “Baby Elephant Walk”, Days of Wine and Roses (1962), Charade (1963), The Great Race (1965), Arabesque (1966), What Did You Do in the War, Daddy?  (1966), The Party (1968), The Prisoner of Zenda (1979), Victor Victoria (1982), Switch (1991). Σε πολλές από αυτές σκηνοθέτης ήταν ο Blake Edwards, στα χνάρια της μεγάλης επιτυχίας του κύκλου The Pink Panther.

Hatari! – “Baby Elephant Walk”

To 1962 οι Edwards και Mancini πρόσθεσαν στο ενεργητικό τους μία ακόμη αδιαμφισβήτητη επιτυχία. Πρόκειται για τη ρομαντική κομεντί Breakfast at Tiffany’s με την Audrey Hepburn και τον George Peppard να συγκροτούν ένα ζευγάρι με ζηλευτή χημεία μεταξύ του. Η γλυκειά, τρυφερή αλλά και γεμάτη μελαγχολία αυτή ταινία οφείλει πολλά και στην υπέροχη μελωδία “Moon River”. Το 2012 χαρακτηρίστηκε εξόχως σημαντική από πολιτισμικής, ιστορικής και αισθητικής απόψεως και επιλέχθηκε για μόνιμη φύλαξη και συντήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου. Το “Moon River” ερμηνεύεται από την  WDR Funkhausorchester υπό τη διεύθυνση του Josep Vicent.

Breakfast at Tiffany’s –«Moon River»  

 

John Barry (1933-2011)

Εάν ο Henry Mancini έχει ταυτιστεί με τις ταινίες του Ροζ Πάνθηρα, ο John Barry είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με εκείνες του James Bond. Έχει επενδύσει μουσικά 11 από αυτές (Dr. No, From Russia with Love, Goldfinger, Thunderball, You Only Live Twice, On Her Majesty’s Secret Service, Diamonds are Forever, The Man with the Golden Gun, Moonraker, Octopussy, A View to a Kill, The Living Daylights). Παράλληλα είναι ο δημιουργός του πασίγνωστου μουσικού θέματος, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην αρχή της σειράς (Dr. No) και έκτοτε αποτελεί το σήμα κατατεθέν της κάθε ταινίας του κύκλου. Εκτελείται εδώ από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας δίχως αρχιμουσικό εξαιτίας ενός πρακτικού προβλήματος, συνυφασμένου με την εν γένει θεματολογία.

James Bond Theme

Πέραν τούτου, ο John Barry συνέθεσε ποιοτική μουσική για σημαντικές ταινίες όπως: Zulu (1964), The Ipkress File (1965), The Chase (1966), The Quiller Memorandum (1966), The Lion in Winter (1968), Midnight Cowboy (1969), The Last Valley (1971), King Kong (1976), The Cotton Club (1984), καθώς και για την δημοφιλή τηλεοπτική σειρά The Persuaders με πρωταγωνιστές τους Tony Curtis και Roger Moore. Η επάξια αναγνώριση ανέκυψε με δυο βραβεία Όσκαρ καλύτερης μουσικής (Out of Africa το 1985 και Dances with Wolves το 1990). Ακολουθεί το κεντρικό θέμα της ταινίας Out of Africa παιγμένο από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Τσεχίας υπό τον Carl Davis.

Out Of Africa

 

Elmer Bernstein (1922-2004)

Αν και στενοί φίλοι, ο Elmer Bernstein δεν συνδεόταν με δεσμά συγγένειας με τον συνωνόματό του Leonard. Επικέντρωσε το ταλέντο και την έμπνευσή του στους χώρους του κινηματογράφου (άνω των 150 ταινίες) και της τηλεόρασης (περί τις 80 παραγωγές). Το εύκολα αναγνωρίσιμο ύφος του ταιράζει  ιδιαίτερα σε περιπτώσεις περιπετειών με έντονη δράση: The Ten Commandements (1956), To Kill a Mockingbird (1962), Zulu Dawn (1979), Ghostbusters (1984), Cape Fear (1991), Wild Wild West (1999). To 1960 η φήμη του εκτοξεύτηκε χάρη στην μεγάλη επιτυχία της ταινίας The Magnificent Seven, μια παραλλαγή τύπου western της κλασσικής ιαπωνικής ομόλογής της Οι Επτά Σαμουράι (1954) του Akira Kurosawa. Η μουσική του Bernstein είναι κατά γενική ομολογία απολαυστική. Η απήχηση υπήρξε τέτοια ώστε το ίδιο θέμα χρησιμοποιήθηκε εκτενώς αργότερα για την διαφήμιση της γνωστής μάρκας σιγαρέττων Marlboro.

The Magnificent Seven

Τρία χρόνια αργότερα, το 1963, ήρθε η σειρά μιας άλλης μεγάλης επιτυχίας. Η Μεγάλη Απόδραση (The Great Escape) ακόμα και σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των καλύτερων πολεμικών ταινιών όλων των εποχών. Αφηγείται μια δραματική ομαδική απόδραση από ένα στρατόπεδο κρατουμένων της Γερμανίας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με πρωταγωνιστές τους Steve Mc Queen, James Garner και τον μεγάλο Βρετανό ηθοποιό και σκηνοθέτη Richard  Attenborough. Στην περίπτωση, ο Bernstein μιμήθηκε το προηγούμενο του Malcolm Arnold (The Bridge on the River Kwai), συνθέτοντας μια σουΐτα με τέτοιου είδους προδιαγραφές, ώστε να δύναται να σταθεί με αξιώσεις ως αυτοδύναμο έργο στο πλαίσιο μιας συναυλίας συμφωνικής μουσικής.                                                          

The Great Escape – Soundrack Suite

 

Jerry Goldsmith (1929-2004)

Αν και κατ’ εξοχήν γνωστός στον χώρο της Έβδομης Τέχνης, ο Jerry Goldsmith ανήκει στην κατηγορία των συνθετών που δοκίμασαν τις δυνάμεις τους στο χώρο της λεγόμενης σοβαρής μουσικής. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ως προϊόν της μουσικής του 20ού αιώνα, έχοντας επηρεαστεί από ρεύματα όπως ο μοντερνισμός, ο ιμπρεσιονισμός, η ατονική και η δωδεκαφωνική μουσική και από συνθέτες όπως ο Igor Stravinsky, o Alban Berg, o Aaron Copland, o Béla Bartók, o Bernard Herrmann και ο Miklós Rózsa. Μεγάλες ορχήστρες όπως η Φιλαρμονική του Los Angeles (Fireworks: A Celebration of Los Angeles, 1999) και η Συμφωνική του Saint Louis (Music for Orchestra, 1970) παρήγγειλαν από αυτόν έργα, τα οποία κατόπιν παρουσίασαν σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση. Ωστόσο, ο κόσμος του κινηματογράφου κατέχει περίοπτη θέση στη συνολική του παραγωγή σε πάνω από 200 περιπτώσεις. Ο Goldsmith συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες (Robert Wise, Howard Hawks, Otto Preminger, Ridley Scott, Steven Spielberg, Roman Polanski, Paul Verhoeven) και σε ταινίες, οι οποίες άφησαν εποχή:  Von Ryan’s Express (1965), The Agony and the Ecstasy (1965), The Sand Pebbles (1966), Planet of the Apes (1968), Tora! Tora! Tora! (1970), Chinatown (1974), MacArthur (1977),  Alien (1979), Gremlins (1984), Basic Instinct (1992), First Knight (1995) κλπ. Προτάθηκε 18 φορές για βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής, όμως το κέρδισε μόλις μια (The Omen, 1977). Μια από τις παραπάνω φορές ήταν το 1971, με αφορμή την εξαίρετη πολεμική ταινία Patton με τον George C. Scott να δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας υποδυόμενος τον εκκεντρικό Αμερικανό στρατηγό (τιμήθηκε επάξια με βραβείο Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου).  

Patton

Ο Golsmith είναι παράλληλα γνωστός και από τον κύκλο ταινιών διαστημικής φαντασίας Star Trek: The Motion Picture (1979), Star Trek III: The Search for Spock (1984), Star Trek V: The Final Frontier (1989), Star Trek: First Contact (1996), Star Trek: Insurrection (1998). Ο Keith Lockhart διευθύνει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα με την Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Αυστρίας σε συναυλία, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2017 στην αίθουσα Konzerthaus της Βιέννης.

Star Trek    

 

John Williams (1932)

Ο επί χρόνια επικός μουσικοσυνθέτης (και εκ των βασικών συντελεστών) των φαντασμαγορικών επιτυχιών του Holywοod. Η κατάσταση είναι μακροσκελής και άκρως εντυπωσιακή: How to Steal a Million (1966),  The Poseidon Adventure (1972), The Paper Chase (1973), The Sugarland Express  (1974), Earthquake (1974), The Towering Inferno (1974), Jaws (1975), The Missouri Breaks (1976), Star Wars (1977), Close Encounters of the Third Kind (1977), Superman (1978), The Empire Strikes Back (1980), Raiders of the Lost Ark (1981), E.T.: The Extra-Terrestrial (1982), Return of the Jedi (1983), Indiana Jones and the Temple of Doom (1984), Empire of the Sun (1987), Indiana Jones and the Last Crusade (1989),  Born on the Fourth of July (1989), Home Alone (1990), JFK (1991), Jurassic Park (1993), Schindler’s List (1993), Seven Years in Tibet (1997), Saving Private Ryan (1998), The Phantom Menace (1999), The Patriot (2000), Harry Potter and the Sorcerers’s Stone (2001), Attack of the Clones (2002), Harry Potter and the Chamber of Secrets (2002), Catch Me If You Can (2002), Harry Potter and the Prisoner of Azkaban (2004), The Terminal (2004), Revenge of the Sith (2005), Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull (2008), Lincoln (2012), The Force Awakens (2015), The Last Jedi (2017), The Rise of Skywalker (2019). Ο συνθέτης των 5 βραβείων Όσκαρ καλύτερης μουσικής και των 52 προτάσεων για τον ίδιο σκοπό. Το 2005 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου χαρακτήρισε την μουσική του κύκλου Star Wars ως την καλύτερη κινηματογραφική σύνθεση όλων των εποχών. Ο συνθέτης με μια αληθινά γενναιόδωρη προσφορά (ανεξαρτήτως ποιότητας των ταινιών που πλαισίωσε με τη μουσική του), αστείρευτο ταλέντο, ενστικτώδη φαντασία, ακάματη δημιουργικότητα, που κατάφερε να επιστρατεύσει ορχήστρες παγκοσμίου βεληνεκούς (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Βιέννης και του Los Angeles) και αρχιμουσικούς περιοπής (Sir Simon Rattle, Gustavo Dudamel) στην υπηρεσία των έργων του.

Indiana Jones  – “Raiders March (Berliner Philharmoniker – Sir Simon Rattle)

Star Wars“Throne Room and Finale” (Los Angeles Philharmonic – Gustavo Dudamel)

Star Wars – “Imperial March” (Wiener Philharmoniker – John Williams)

 

Scott Bradley (1891-1977)

Το «encore» της φετινής Πρωτοχρονιάτικης συναυλίας είναι αναπάντεχο, γεμάτο κέφι και πρωτοτυπία. Πρόκειται για την μουσική συνοδεία των κινούμενων σχεδίων Tom and Jerry, γραμμένη από τον Scott Bradley. Απολαύστε την με ταυτόχρονη προβολή της σχετικής ταινίας. Απόλυτος συγχρονισμός ήχου και εικόνας!

Tom and Jerry Symphony with Original Movie        

Το επιτελείο της Clio Turbata σας εύχεται ένα ευτυχισμένο, ειρηνικό και υγιές 2023

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Παρασκευή Ευσταθιάδου

Γιάννης Μουρέλος: Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

Γιάννης Μουρέλος

 Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

 

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος τύπου Lockheed P38 Lightning, απογειώθηκε από το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της βορειοανατολικής Κορσικής. Έφερε στην άτρακτο τα διακριτικά της US Air Force μαζί με την χαρακτηριστική τρίχρωμη κονκάρδα με τον σταυρό της Λωρραίνης των Ελευθέρων Γάλλων του στρατηγού De Gaulle. Στο χειριστήριο καθόταν ένας επισμηναγός 44 ετών, πασίγνωστος από την εποχή του μεσοπολέμου και την εποποιία των πρωτοπόρων της Aéropostale, μιας εταιρίας, η οποία μεταξύ των ετών 1918 και 1933 είχε εξειδικευτεί στην εναέρια ταχυδρομική σύνδεση ανάμεσα στο μητροπολιτικό έδαφος και στις γαλλικές αποικιακές κτήσεις, κυρίως, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Antoine de Saint-Exupéry ήταν γνωστός για τα μνημειώδη μυθιστορήματα που είχε συγγράψει, με κορυφαίο βέβαια το ποιητικό διήγημα που θα συντροφεύει για πάντα τα όνειρα των παιδιών αλλά και όλων όσων ενηλίκων επιθυμούν και  γνωρίζουν τον τρόπο να παραμείνουν παιδιά: τον Μικρό Πρίγκιπα. Το αεροσκάφος ουδέποτε επέστρεψε στη βάση του. Τα ίχνη του χάθηκαν πάνω από τη Μεσόγειο, στα ανοικτά της Μασσαλίας, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το 1998, ένας ψαράς εντόπισε μια αλυσίδα χεριού με χαραγμένα τα ονόματα του συγγραφέα και της συζύγου του, Consuelo, με καταγωγή από το Σαλβαδόρ. Τον Μάιο του 2000, ένας δύτης ανακάλυψε το ναυάγιο  ενός Lightning P38 στον βυθό της ίδιας ακριβώς περιοχής, όπου δυο χρόνια νωρίτερα είχε αλιευθεί η αλυσιδα. Τον Οκτώβριο του 2003, το αεροσκάφος ανελκύστηκε από τη θάλασσα. Λίγους μήνες αργότερα, χάρη σε μια πλακέτα με χαραγμένο επάνω της τον αριθμό του τελευταίου που η κατασκευάστρια εταιρία είχε την πρόνοια να βιδώσει στο χειριστήριο, η ταυτοποίηση με το απωλεσθέν αεροσκάφος πραγματοποιήθηκε με τον πλέον επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Εάν όμως εντοπίστηκε το ακριβές σημείο της πτώσης στη θάλασσα, δεν συνέβη το αυτό και με τη σορό του συγγραφέα, η οποία δεν βρέθηκε ποτέ. Η δε πραγματογνωμοσύνη απέδειξε ότι, λίγο προτού συντριβεί, το αεροσκάφος είχε χάσει κατακόρυφα ύψος. Από εκεί και έπειτα, δεν έχουν εξυχνιαστεί οι λόγοι, οι οποίοι προκάλεσαν την πτώση. Εφόρμηση εναντίον εχθρικού αεροσκάφους, θύμα κατάρριψης, μηχανική βλάβη, απώλεια αισθήσεων του χειριστή, δυσμενείς καιρικές συνθήκες είναι οι επικρατέστερες εκδοχές. Εξετάζεται και αυτό ακόμα το ενδεχόμενο της αυτοχειρίας. Τα ερωτηματικά, τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται, εξάπτουν τη φαντασία της κοινής γνώμης, σε συνδυασμό, πάντοτε, με την δημοτικότητα του συγγραφέα, την υποσυνείδητη ταύτιση του τελευταίου με τον Μικρό Πρίγκιπα και την τραγική κατάληξη αμφοτέρων.

Το ναυάγιο του αεροσκάφους.

La disparition de Saint-Exupéry : découverte et identification de son avion | Futura

 

Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια

(1900 – 1921)

Ο Antoine Marie Jean-Baptiste Roger, κόμης Saint-Exupéry, όπως άλλωστε προδίδει το μακρόσυρτο όνομά του, ήταν γόνος μιας παλιάς, κάπως ξεπεσμένης, επαρχιακής αριστοκρατικής οικογένειας. Είδε το φως της ημέρας στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών. Τα νεανικά του χρόνια στιγματίστηκαν από τον θάνατο του πατέρα (1904) και του μικρότερου αδελφού του (1916). Παρά ταύτα, ο Saint-Exupéry έζησε μια άνετη παιδική και εφηβική ζωή χάρη στην ευσυνειδησία της μητέρας του, που ανέλαβε μόνη την ανατροφή των πέντε παιδιών της εμφυσώντας στα τελευταία  έναν ανθρωπισμό και έναν σεβασμό προς τρίτους, που ο μικρός Antoine φρόντισε να διατηρήσει εφ’ όρου ζωής. Οι επιδόσεις του στο σχολείο ήταν μέτριες, οι δε μαρτυρίες δασκάλων και  συμμαθητών τον περιγράφουν ως απείθαρχο, ονειροπόλο, συχνά αφηρημένο και επιρρεπή προς την αίσθηση και τη σκέψη της περιπέτειας. Το 1914, τα δυο αγόρια της οικογένειας φοίτησαν σε καθολικό σχολείο της Ελβετίας, μακριά  από τα δεινά του πολέμου που μόλις είχε ξεσπάσει. Οι γυμνασιακές σπουδές ολοκληρώθηκαν το 1917 στη Λυών. Τότε είναι που ο Saint-Exupéry έχασε τον μικρό του αδελφό από ρευματικό πυρετό, γεγονός που τον έθλιψε βαθύτατα. Συμμορφούμενος με την επιθυμία της (ζωγράφου) μητέρας του, εγγράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, καταναλώνοντας τις ώρες του περισσότερο στα καφενεία της πρωτεύουσας, συνεπαρμένος από τους ξέφρενους ρυθμούς της μεταπολεμικής εποχής, και λιγότερο στα έδρανα της Σχολής. Το 1921 είχε φτάσει σε ηλικία εκπλήρωσης των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Ακριβώς τότε προέκυψε το πάθος για την αεροπλοΐα.

Τα πέντε παιδιά της οικογένειας Saint-Exupéry το 1907, σε φωτογραφία του Frédéric Boissonnas. Από αριστερά προς δεξιά: Marie-Madeleine, Gabrielle, François, Antoine και Simone.

 Τα μεσοπολεμικά χρόνια

(1921 – 1940)

Τον Απρίλιο του 1921 ο Saint-Exupéry κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία αρχικά ως μηχανικός. Μετατεθείς διαδοχικά σε διάφορες αεροπορικές βάσεις (Στρασβούργο, Καζαμπλάνκα, Istres, Avord, Βερσαλλίες, Villacoublay, Bourget) απέσπασε ταχύτατα δίπλωμα πιλότου. Τον Μάιο του 1923, υπέστη το πρώτο του ατύχημα στον διάδρομο προσγείωσης του αεροδρομίου Bourget εξαιτίας μιας λανθασμένης εκτίμησης σε ένα αεροσκάφος, επί του οποίου δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Αποστρατεύτηκε τον επόμενο Ιούνιο και παρά το πρόσφατο ακόμη ατύχημα, ευελπιστούσε να σταδιοδρομήσει στην Πολεμική Αεροπορία, προοπτική, στην οποία οι οικείοι του αντιστάθηκαν με σθένος. Ακολούθησε μια τριετία ανιαρών απασχολήσεων έως ότου, το 1926, εμφανιστεί εκ νέου η ευκαιρία να πετάξει. Τού την προσέφερε ο Didier Daurat, διευθυντής εκμετάλλευσης των γραμμών της εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών Latécoère, η οποία, το 1929, μετονομάστηκε  σε Compagnie générale aéropostale ή σκέτο  Αéropostale. Έως το κλείσιμο της εταιρίας το 1932, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε διαδοχικά στο Μαρόκο και στην Αργεντινή, όπου συνέβαλε σημαντικά στην επέκταση του δικτύου της εταιρίας, ειδικότερα προς την Παταγονία. Μαζί με τους συναδέλφους και επιστήθιους φίλους του Jean Mermoz και Henri Guillaumet συγκρότησε μια “θρυλική” τριανδρία πρωτοπόρων πιλότων. Όλοι τους έπεσαν εν ώρα υπηρεσίας το 1936, το 1940 και το 1944. Οι εμπειρίες του Saint-Exupéry καταγράφηκαν από τον ίδιο σε δυο μυθιστορήματα: Courrier sud (1929) και Vol de nuit (1931). Το δεύτερο ειδικότερα, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Κεντρικός ήρωας είναι ο επικεφαλής μιας εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών ονόματι Rivière (ο συγγραφέας έχει κατά νου τον Didier Daurat), ο οποίος, προσπαθεί να αποδείξει την υπεροχή του αεροπλάνου έναντι του σιδηροδρόμου. Μέσα σε αυτό το οξύ ανταγωνιστικό κλίμα επιβάλει στους πιλότους ένα πρόγραμμα νυκτερινών πτήσεων ανάμεσα στο Μπουένος Άιρες και την Παταγονία, εξαιρετικά επικίνδυνων, που επιτρέπει, ωστόσο, να καλυφθούν οι όποιες καθυστερήσεις της ημέρας. Για τον Rivière η διεκπεραίωση του ταχυδρομείου είναι ιερή.  Το τελευταίο πρέπει να φτάνει στον προορισμό του σε καθημερινή κλίμακα την ίδια, μάλιστα, ώρα. Υπεύθυνοι είναι οι πιλότοι, που οφείλουν να προσαρμόσουν τον τρόπο και τους ρυθμούς της ζωής τους στις επιταγές της εταιρίας. Έπειτα από ένα θανατηφόρο περιστατικό, ο Rivière καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να πείσει τους υφισταμένους του πως ακόμα και η απώλεια μιας ζωής μπορεί να θεωρηθεί τίμημα για την εκπλήρωση της αποστολής.

Δίκτυο, ωράρια πτήσεων και τιμοκατάλογος της Αéropostale το 1930.

Το ύφος της γραφής είναι σκληρό, ρεαλιστικό και απαλλαγμένο από πάσης φύσεως λογοτεχνικές φιοριτούρες. O Saint-Exupéry αφηγείται μια αυτοβιογραφική εμπειρία εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ δυο ξεχωριστών ανθρώπινων χαρακτήρων. Εκείνου που χαλυβδώνει την αφοσίωση των υφισταμένων του στην εκπλήρωση μιας επικίνδυνης αποστολής και εκείνου (πρόκειται για τον πιλότο που χάνει τη ζωή του σε ώρα υπηρεσίας) που αποποιείται ο,τιδήποτε τον αφορά σε ατομικό επίπεδο προς όφελος του κοινού, πάντοτε, χρέους που αμφότεροι, ελεύθερα και έχοντας απόλυτη συναίσθηση των συνεπειών και των κινδύνων, διακονούν. Επιλέγοντας ως φόντο την οργάνωση και την εν γένει λειτουργία της  Αéropostale, ο συγγραφέας στρέφεται γύρω από την προβληματική του ήρωα, για τον οποίο κάθε πράξη και ενέργεια ενέχει το στοιχείο του απόλυτου (μεταξύ άλλων και αυτή ακόμα την απώλεια της ζωής). Το μεγαλείο του ήρωα συνίσταται στο να παραμερίσει τον εαυτό του ευρισκόμενος μπροστά στο απόλυτο, να καταφέρει να κυριαρχήσει τα συναισθήματά του και να διαχειριστεί τη μοναξιά του μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για το βαθύτερο δίδαγμα του μυθιστορήματος, το οποίο σηματοδοτεί συνάμα και την ηθική του Saint- Exupéry, έτσι όπως την ξεδιπλώνει στα μεταγενέστερα γραπτά του.

L’Envol des Pionniers – Film Arte

Το 1931, ο Saint-Exupéry νυμφεύτηκε την Consuelo Suncín de Sandoval Zeceña, γόνο εύπορου γαιοκτήμονα, συγγραφέα και ζωγράφο με καταγωγή από το Σαν Σαλβαδόρ. Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης, εν μέρει εξαιτίας της ριψοκίνδυνης ενασχόλησης του Antoine με την αεροπλοΐα και των περιστασιακών εξωσυζυγικών του περιπετειών οσάκις βρισκόταν μακριά από την Γαλλία. Παραταύτα, ο γάμος τους άντεξε στους κλυδωνισμούς και μόνο ο θάνατος του συγγραφέα υπήρξε εκείνος που χώρισε τελικά το ζεύγος. Η Consuelo κατέθεσε τα κατάλοιπα του συζύγου της στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας. Σύμφωνα με τους όρους της δωρεάς, τα τελευταία θα είναι προσβάσιμα στο ερευνητικό κοινό από το 2053 και μετά. Η Consuelo απεβίωσε το 1979. Το 2000 κυκλοφόρησαν οι Αναμνήσεις της με τον τίτλο Memorias de La Rosa, σαφής υπαινιγμός στο τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα. Το χειρόγραφο βρέθηκε τυχαία μέσα σε ένα μπαούλο. Την έκδοση επιμελήθηκε ο βιογράφος του Saint-Exupéry, Alain Vircondelet, οι δε Αναμνήσεις  γνώρισαν  αξιοσημείωτη επιτυχία. Έως το 2011, είχαν μεταφραστεί σε δεκαέξι διαφορετικές γλώσσες.

Antoine και Consuelo de Saint-Exupéry.

To 1932, η  Αéropostale συγχωνεύτηκε με άλλες αεροπορικές εταιρίες (Air Orient, Société Générale de Transport Aérien, Air Union, Compagnie Internationale de Navigation) συγκροτώντας την Air France. Για τον Saint-Exupéry άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο καθώς επιδόθηκε στη δημοσιογραφία. Συνέχισε ταυτόχρονα να πετά ως πιλότος δοκιμών και κατάρριψης ρεκόρ χρόνου. Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου στάλθηκε στη γαλλική Ινδοκίνα (σημερινό Βιετνάμ) το 1934, στη Μόσχα το 1935 και στην Ισπανία το 1936, προκειμένου να καλύψει τον εκεί εμφύλιο πόλεμο. Από τις αποστολές αυτές επέστρεψε με ολόκληρη δεξαμενή εμπειριών και αναμνήσεων που του επέτρεψαν να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και συμπεριφορά. Το καταστάλαγμα υπήρξε η συγγραφή του μυθιστορήματος Terre des hommes, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε το 1939, απόσπασε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας.

Τον Δεκέμβριο του 1935, ο Saint- Exupéry ανταποκρίθηκε σε μια πρόκληση. Να καταρρίψει το ρεκόρ χρόνου στη διαδρομή Παρισιού-Σαϊγκόν μήκους 16.000 χιλιομέτρων, που λίγες μέρες νωρίτερα ο αεροπόρος André Japy είχε διατρέξει σε τρεις ημέρες και 15 ώρες. Το έπαθλο κυμαινόταν μεταξύ 150.000 και 500.000 γαλλικών φράγκων ανάλογα με την επίδοση. Στις 30 Δεκεμβρίου το αεροσκάφος τύπου Caudron-Renault Simoun απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Bourget. Μαζί με τον κυβερνήτη επέβαινε και ο μηχανικός Jean Prévost. Πρώτος σταθμός ήταν η Τύνιδα. Λίγο μετά την αναχώρηση από εκεί και ενώ πετούσε πάνω από την έρημο της Λιβύης, το αεροσκάφος κτύπησε πάνω στον βράχο ενός φαραγγιού και συνετρίβη στο έδαφος. Έπειτα από τρεις ημέρες περιπλάνησης δίχως νερό, οι Saint- Exupéry και Prévost εντοπίστηκαν από Βεδουίνους και διασώθηκαν in extremis. Ένα μήνα αργότερα, ο συγγραφέας περιέγραψε την εμπειρία του μέσα από τις στήλες της εφημερίδας L’ Intransigeant: “Δεν ένοιωσα παρά έναν τρομακτικό κρότο που έσεισε συθέμελα τον κόσμο ολάκερο. Είχαμε κτυπήσει στο έδαφος με ταχύτητα 270 χιλιομέτρων την ώρα. […] Μέσα μου δεν αισθανόμουν παρά μια υπέρμετρη αναμονή. Εκείνη του αστραφτερού άστρου μέσα στο εκτυφλωτικό φως του οποίου περιμέναμε να χαθούμε. Μα δεν εμφανίστηκε τέτοιο άστρο, παρά μόνο ένα είδος σεισμού που διέλυσε το πιλοτήριο, ξεχαρβάλωσε τα παράθυρα και εκσφενδόνισε λαμαρίνες σε μια ακτίνα εκατό μέτρων, πλημμυρίζοντας με θόρυβο ακόμα και τα ίδια μας τα σπλάχνα”.

Η συντριβή του αεροσκάφους στην έρημο της Λιβύης στις 30 Δεκεμβρίου 1935. Η φωτογραφία φέρει την ιδιόχειρη αφιέρωση: “Στον φίλο Hirsch, σε ανάμνηση μελαγχολικών ημερών…”. Στο αριστερό άκρο διακρίνεται η χιουμοριστική ένδειξη: “Οφθαλμοπάτη λίμνης”.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1938, επιχειρώντας να καταρρίψει το ρεκόρ της διαδρομής ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Punta Arenas (νότια Χιλή), ο Saint-Exupéry βίωσε ανάλογη εμπειρία, καθώς το αεροσκάφος κατέπεσε λόγω υπέρμετρου βάρους στη Γουατεμάλα. Αιτία του ατυχήματος ήταν μια παρεξήγηση μεταξύ του πληρώματος και του προσωπικού εδάφους. Το μεν πρώτο ζήτησε ανεφοδιασμό υπολογίζοντας τον όγκο των καυσίμων σε λίτρα, το δε δεύτερο είχε κατά νου τη μέτρηση σε γαλόνια, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το αεροσκάφος με τετραπλάσιο βάρος. Για μια ακόμη φορά η μοίρα συμπεριφέρθηκε μεγαλόψυχα. Ο συγγραφέας-πιλότος επέζησε, φέροντας ωστόσο σοβαρά κατάγματα.

Τα τρία έργα της περιόδου του μεσοπολέμου, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοβιογραφικά.

Ο πόλεμος, η διαμονή στη Νέα Υόρκη και η συγγραφή του Μικρού Πρίγκιπα

(1941-1943)

Με την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939 και τη γενική επιστράτευση που ακολούθησε, ο  Saint-Exupéry επανήλθε στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας δεκαέξι χρόνια έπειτα από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Κατά τις λίγες εβδομάδες που διήρκεσε η Μάχη της Γαλλίας (Μάιος-Ιούνιος 1940) διεκπεραίωσε αναγνωριστικές πτήσεις κυβερνώντας ένα αεροσκάφος τύπου Bloch MB.174. Τον Νοέμβριο του 1940, έξι μήνες έπειτα από τη συνθηκολόγηση της χώρας του, αναχώρησε για τη Λισαβόνα από όπου μπάρκαρε για τις ΗΠΑ. Έφτασε στη Νέα Υόρκη στις 31 Δεκεμβρίου. Είχε σκοπό να παραμείνει εκεί για τέσσερις εβδομάδες. Τελικά έμεινε επί 27 ολόκληρους μήνες. Του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή. Στις 14 Ιανουαρίου 1941, σε επίσημο δείπνο όπου παρέστησαν 1.500 συνδαιτυμόνες, του απονεμήθηκε με ένα έτος καθυστέρηση το βραβείο National Book Award για την αμερικανική έκδοση του Terre des hommes (Wind, Sand and Stars). Μεταξύ Ιανουαρίου 1941 και Απριλίου 1943 μοίρασε τη διαμονή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στον 23ο όροφο ενός ουρανοξύστη του νοτίου Manhattan και ένα εξοχικό στο Long Island που του είχαν βρει οι εκδότες του. Μη έχοντας κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο κατά νου, πείστηκε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μάχη της Γαλλίας, σε μια προσπάθεια να επισπεύσει την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν η νουβέλα Pilote de guerre (Flight to Arras), στο οποίο αφηγείται τις αναγνωριστικές αποστολές στα όρια της αυτοκτονίας, που ο ίδιος είχε διεκπεραιώσει ενόσω μαίνονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Το βιβλίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα και στις δύο γλώσσες τον Φεβρουάριο του 1942, και ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονταν πλέον σε εμπόλεμο καθεστώς με την Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Η αποφασιστικότητα των Γάλλων αεροπόρων να αντιμετωπίσουν ισότιμα τους Γερμανούς, με τον τρόπο, με τον οποίο περιγράφεται από τον συγγραφέα, εξέπληξε και εντυπωσίασε θετικά το αμερικανικό αναγνωστικό κοινό που είχε σχηματίσει διαφορετική και μάλλον υποτιμητική εικόνα για την καταρεύσασα Γαλλία. Το βιβλίο έγινε πολύ σύντομα μπεστ-σέλερ, ο δε Saint- Exupéry με παιδική, σχεδόν, απόλαυση, καμάρωνε βλέποντάς το να διαφημίζεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Εντούτοις, η γενικότερη κατάσταση ήταν αρκετά προβληματική. Αφικνούμενος στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας βρήκε μια γαλλική κοινότητα βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε οπαδούς του καθεστώτος του Vichy και σε υποστηρικτές της μαχόμενης Γαλλίας του στρατηγού De Gaulle. Ο ίδιος ανήκε μάλλον στην πρώτη κατηγορία, αν και αντίθετος με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή. Στην αμερικανική μεγαλούπολη η πλάστιγγα της κοινής γνώμης με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο έκλινε υπέρ της κίνησης των Ελευθέρων Γάλλων. Όμως, θα έλεγε  κανείς πως ο Saint-Exupéry είχε υιοθετήσει την επίσημη θέση της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς του Vichy ελπίζοντας πως με την ενέργεια αυτή θα ενίσχυε, εντός του τελευταίου, την μετριοπαθή πτέρυγα, εκείνη δηλαδή  που αντιτίθετο στη συνεργασία με τους Γερμανούς. Επιπρόσθετα, ήταν γνωστή η απέχθεια, την οποία ο πρόεδρος Roosevelt έτρεφε εναντίον του De Gaulle προσωπικά, χαρακτηρίζοντάς τον ως “μαθητευόμενο δικτάτορα”. Οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν με τη δύση του 1942, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ελεύθερη ζώνη (νότια Γαλλία), την επομένη της αμερικανικής απόβασης στις ακτές της βορείου Αφρικής. Η άρνηση, όμως, του  Saint- Exupéry να προσχωρήσει στο γκωλικό κίνημα υπήρξε ζημιογόνα για αμφότερα τα μέρη. Στέρησε τον De Gaulle από ένα σημαντικό, επικοινωνιακά, στήριγμα, ενώ, από την άλλη πλευρά, μετρίασε δραστικά στους κόλπους της γαλλικής κοινότητας της Νέας Υόρκης τον ενθουσιασμό και τη θέρμη της αρχικής υποδοχής, της οποίας είχε τύχει ο συγγραφέας.

Pilote de guerre ή Flight to Arras. Το πρώτο βιβλίο του Saint-Exupéry γραμμένο στη Νέα Υόρκη.

Γενικότερα, η υγεία του Saint- Exupéry είχε επιβαρυνθεί από τα απανωτά αεροπορικά ατυχήματα, θύμα των οποίων είχε πέσει κατά την τελευταία εικοσαετία. Δεν μπορούσε να πετάξει, να δημοσιεύσει στην κατεχόμενη πατρίδα του, να εναρμονιστεί με τους ρυθμούς και την καθημερινότητα της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η αδυναμία του να χειριστεί την αγγλική γλώσσα τον είχε ουσιαστικά καταδικάσει σε απομόνωση. Τα νέα συγγενών και φίλων που είχαν μείνει πίσω έφταναν με το σταγονόμετρο. Η σχέση του με την Consuelo διένυε οριακή καμπή, καθώς η τελευταία διέμενε σε χωριστό διαμέρισμα του ιδίου κτηρίου ενώ συχνά δεν επέστρεφε τα βράδια. Μέσα σε αυτό το καθόλα καταθλιπτικό ψυχολογικό περίγραμμα γεννήθηκε στο δεύτερο εξάμηνο του 1942, τόσο στο διαμέρισμα του Manhattan όσο και στο εξοχικό του Long Island, ο Μικρός Πρίγκιπας.

Ο Saint-Exupéry στο Manhattan το 1942 (Πηγή: Fondation Antoine de Saint-Exupéry, Παρίσι).

Θα προτιμούσα να είχα ξεκινήσει την ιστορία αυτή σαν ένα παραμύθι” εκμυστηρεύτηκε κάποτε ο συγγραφέας. Η παραδοχή αρκεί από μόνη της για να αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Γιατί κάτω από την επίφαση ενός παιδικού μυθιστορήματος, ο Μικρός Πρίγκιπας  είναι στην πραγματικότητα ένα  φιλοσοφημένο έργο, ένας βαθυστόχαστος προβληματισμός πάνω σε έναν κόσμο που σπεύδει με αλματώδεις ρυθμούς προς την αυτοκαταστροφή, εν πολλοίς, μια αλληγορία ενός τρομακτικού πολέμου, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, δίχως να είναι ακόμα ορατός ο τερματισμός του. Αν και μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα από αναγνώστες κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα βιβλίο για παιδιά με τελικούς αποδέκτες τους ενήλικες. Ναι μεν η αφήγηση είναι γεμάτη παράδοξα και ειρωνεία, υπό διαφορετική όμως οπτική είναι σε θέση να κεντρίσει τη φαντασία ενός παιδιού ηλικίας 8 έως 10 ετών. Το φαντασιακό στοιχείο λειτουργεί ακριβώς επειδή η όλη λογική της πλοκής στηρίζεται στην παιδική φαντασία και όχι στον ρεαλισμό των ενηλίκων. Ένα δισυπόστατο χάρισμα που αποτελεί και το κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα του κειμένου. Η γλώσσα είναι λιτή, συνάμα όμως εξαιρετικά εκλεπτυσμένη, ενώ η διήγηση εικονογραφείται από υδατογραφίες ζωγραφισμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Εξίσου απλή είναι και η υπόθεση.

Αφηγητής είναι ένας πιλότος, ο οποίος έχει ακινητοποιηθεί στην έρημο της Σαχάρας εξαιτίας μιας μηχανικής βλάβης του αεροσκάφους. Καθώς επιχειρεί να την επιδιορθώσει, κάνει την εμφάνισή του ένα μικρό αγόρι που τον παρακαλεί να ζωγραφίσει ένα πρόβατο. Μέρα με τη μέρα, ο αεροπόρος πληροφορείται την ιστορία του αγοριού, το οποίο αποκαλύπτει πως προέρχεται από έναν μικροσκοπικό αστεροειδή, τον Β 612, όπου έχει αφήσει ένα τριαντάφυλλο και τρία ηφαίστεια. Ειδικά το τριαντάφυλλο είναι τόσο όμορφο, που ο Μικρός Πρίγκηπας το έχει ερωτευτεί. Ταυτόχρονα όμως, διαισθάνεται πως το τελευταίο προσπαθούσε να επωφεληθεί από τα συναισθήματά του. Για το λόγο αυτό αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον αστεροειδή.  Διηγείται επίσης ότι, προτού φτάσει στη Γη, είχε επισκεφθεί κι άλλους πλανήτες, όπου είχε συναντήσει παράξενους ανθρώπους: έναν αλαζόνα βασιλιά που ισχυριζόταν πως κυβερνούσε με απολυταρχικό τρόπο, έναν ματαιόδοξο άνθρωπο, ο οποίος αυτοθαυμαζόταν ως ο πιο όμορφος και ο πιο έξυπνος από όλους αν και ήταν ο μοναδικός κάτοικος του πλανήτη του, έναν επιχειρηματία, ιδιοκτήτη πολλών άστρων, που περνούσε όλο τον χρόνο του μετρώντας τα τελευταία, έναν μέθυσο που έπινε για να ξεχάσει ότι πίνει, έναν νυκτοφύλακα που άναβε ασταμάτητα και με παράλογο τρόπο τους φανοστάτες των δημοσίων χώρων, τέλος, έναν ηλικιωμένο γεωγράφο, ο οποίος κατέγραφε σε τεραστίων διαστάσεων τετράδια τα στοιχεία που του προσκόμιζαν οι εξερευνητές. Πάνω στη Γη, ο Μικρός Πρίγκιπας συνάντησε μια αλεπού, η οποία του έμαθε πόσο σημαντικό ήταν να επιδιώκει κανείς να κάνει φίλους και να τους αντιμετωπίζει σαν πολύτιμες γνωριμίες. Κάθε μέρα, ο αεροπόρος ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα πράγματα σχετικά με το αγόρι, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις αμφιβολίες του, για τον αστεροειδή και την αναχώρησή του από εκεί, για τις περιπλανήσεις του. Την όγδοη μέρα, ο Μικρός Πρίγκιπας προστρέχει στη συνδρομή του φιδιού που λύνει όλα τα αινίγματα, προκειμένου να επιστρέψει στον αστεροειδή Β 612. Θλιμμένος και σκυθρωπός από τη διήγησή του, επιθυμεί να ξαναδεί το τριαντάφυλλο. Αποχαιρετά με συγκίνηση τον αεροπόρο και εξαφανίζεται, δίχως να αφήσει πίσω του κανένα απολύτως ίχνος. Ο αεροπόρος επισκευάζει τη βλάβη και επιστρέφει στη βάση του.

Ο Μικρός Πρίγκιπας έχει σήμερα μεταφραστεί σε πάνω από 270 διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτους.

Το έργο βρίθει συμβολισμών. Λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του Saint-Exupéry. Η οπτική γωνία, μέσω της οποίας ο τελευταίος διεισδύει στο αντικείμενο είναι εξωτική, μόνο και μόνο επειδή επιστρατεύεται επιδέξια ως μοχλός η παιδική φαντασία. Ο συγγραφέας είναι συνάμα ο πιλότος-αφηγητής και ο μικρός ήρωάς του. Η πτώση του αεροσκάφους στη Σαχάρα, η αφυδάτωση, ικανή να οδηγήσει ακόμα και σε παραισθήσεις (άλλωστε, ολόκληρη η πλοκή του βιβλίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια από αυτές), αποτελούν αναμφίβολα βιωματικές εμπειρίες και μάλιστα σχετικά πρόσφατες. Τα τρία ηφαίστεια που απειλούν με αφανισμό τον μικρό αστεροειδή είναι εκείνα της κεντρικής Γαλλίας πλησίον της γενέτειρας του Saint-Exupéry πόλης της Λυών, ή ακόμα εκείνα που ο πιλότος-συγγραφέας ατένιζε από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν στη Γουατεμάλα, έπειτα από το αεροπορικό ατύχημα που υπέστη το 1938. Ωστόσο, θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβολίζουν και τα συμβαλλόμενα μέρη του Τριμερούς Συμφώνου (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) που είχαν αιματοκυλήσει τον πλανήτη. Το εκτυφλωτικό τριαντάφυλλο είναι η Consuelo και η εκρηκτική μεταξύ τους σχέση. Η αλεπού, σύμβολο της ανιδιοτελούς φιλίας, είναι η πιστή φίλη της νεοϋορκέζικης περιόδου Silvia Hamilton Reinhardt (η γαλλική λέξη για την αλεπού είναι renard). Η συγκινητική φράση “Βλέπουμε καθαρά μόνο μέσα από τη καρδιά μας”, μια από τις εμβληματικές κορυφώσεις της νουβέλας, αποδίδεται σε εκείνη. Οι έξι ανθρώπινοι χαρακτήρες, τους οποίους το αγόρι συναντά προτού φτάσει στη Γη, περιγράφουν ανάγλυφα τον παράλογο, ματαιόδοξο και αυτοκαταστροφικό κόσμο των ενηλίκων.

Όσο και αν επιχειρεί να λειτουργήσει αποστασιοποιημένα επωμιζόμενος τον ρόλο του αφηγητή, ο συγγραφέας έχει κατά νου τον ίδιο του τον εαυτό οσάκις περιγράφει (και ζωγραφίζει) τον πρωταγωνιστή του. Ο Μικρός Πρίγκιπας απεικονίζει τον βαθιά καταχωνιασμένο (κάθε άλλο παρά απολεσθέντα όμως) παιδικό κόσμο του Saint-Exupéry αλλά και όλων ημών των υπολοίπων, όσο και αν μερικοί αποφεύγουμε συστηματικά να το παραδεχτούμε. Αναλαμπές μιας αθωώτητας, που η φρίκη του πολέμου έχει προσωρινά καταστείλει. Συνάμα όμως, προάγγελος μιας προσδοκώμενης μεταπολεμικής πραγματικότητας, σφυρηλατημένης με γνώμονα πανανθρώπινες αρχές και αξίες, κυνήγι ενός ρεαλιστικού ιδεώδους μέσα σε έναν ρημαγμένο και ερειπωμένο κόσμο. Διόλου τυχαία, το έργο χαρακτηρίστηκε, μόλις κυκλοφόρησε, ως η πιο εύστοχη απάντηση των δημοκρατικών λαών στο  Mein Kampf.

Ο Μικρός Πρίγκιπας κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1943 από τον εκδοτικό οίκο Reynal  & Hitchcock, ταυτόχρονα στα γαλλικά και στα αγγλικά. Ο Saint-Exupéry δεν πρόφτασε να τον δει να κυκλοφορεί στη χώρα του, εξαιτίας της απαγόρευσης που το καθεστώς του Vichy είχε επιβάλει στη δημοσιοποίηση των έργων του. Στη Γαλλία κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Gallimard τρία χρόνια αργότερα. Το αρχικό χειρόγραφο μαζί με πολλές από τις πρωτότυπες υδατογραφίες αποκτήθηκαν το 1960 από το Morgan Library and Museum της Νέας Υόρκης, όπου έκτοτε εκτίθενται.

Η επάνοδος στην πατρίδα και η μοιραία πτήση

(1943 – 1944)

Τον Απρίλιο του 1943, ταυτόχρονα με την πρώτη έκδοση του Μικρού Πρίγκιπα, ο  Saint-Exupéry αποφάσισε να διακόψει τη διαμονή του στις ΗΠΑ και να επιστρέψει στην Ευρώπη, προκειμένου να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Ωστόσο, αναγκάστηκε να επιστρατεύσει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε να καταφέρει να ενταχθεί στις αεροπορικές δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας. Ένα πρώτο εμπόδιο ήταν η αντιπάθεια, την οποία έτρεφε δημόσια κατά του στρατηγού De Gaulle. Κυρίως όμως, στα 43 του χρόνια, είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο ηλικίας για έναν επιχειρησιακό πιλότο. Η κατάσταση της υγείας του (σωματικής και ψυχικής) δεν ήταν καλή. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να φορέσει δίχως βοήθεια τη φόρμα του πιλότου, ακόμα χειρότερα δε, τού ήταν αδύνατο να στρίψει το κεφάλι προς τα αριστερά για να ελέγξει επερχόμενη προσβολή από εχθρικό αεροσκάφος. Τέλος, δεν πρέπει να αποκρυβεί η εξάρτησή του από το αλκοόλ και ορισμένα φάρμακα. Τα πρώτα άτομα, τα οποία κινητοποίησε προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του, ήταν οι στρατηγοί Elliot Roosevelt, γιος του Αμερικανού προέδρου και Henri Giraud, τον οποίο την ίδια εποχή οι Αμερικανοί πριμοδοτούσαν ως εναλλακτική λύση για τη θέση του De Gaulle. Ακολούθησαν οι στρατηγοί Ira C. Eaker, ανώτατος διοικητής των αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων στη Μεσόγειο και, ούτε λίγο ούτε πολύ, Dwight D. Eisenhower, ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Τελικά, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε με τον βαθμό του επισμηναγού στην 2/33 Μοίρα Αναγνωριστικών Savoie, η οποία χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της Κορσικής.

Στο χειριστήριο ενός αεροσκάφους τύπου P38 Lightning.

Ο τύπος P38 Lightning που χρησιμοποιούνταν, ήταν αρκετά πιο σύνθετος και εξελιγμένος από όλους όσους είχε κυβερνήσει στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό απαίτησε από μόνο του πολύμηνη προκαταρκτική εκπαίδευση. Επιπρόσθετα, η απώλεια στη θάλασσα ενός αεροσκάφους λόγω  μηχανικής βλάβης στο πλαίσιο της δεύτερης, μόλις, αποστολής, στοίχισε στον Saint-Exupéry μια οκτάμηνης διάρκειας απομάκρυνση από την ενεργό δράση.

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ο Saint-Exupéry απογειώθηκε για να εκπληρώσει την όγδοη κατά σειρά αποστολή του, η οποία έφερε τον κωδικό αριθμό 33S76. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η φωτογράφιση δυνητικών μελλοντικών στόχων (αεροδρόμια, εργοστάσια, σιδηροδρομικοί και οδικοί κόμβοι, γέφυρες, σιδηροδρομικοί σταθμοί, στρατιωτικές φάλαγγες κλπ.) στην κοιλάδα του ποταμού Ροδανού, ανατολικά της Λυών. Τα ραντάρ παρακολούθησαν την πτήση, έως ότου η τελευταία φτάσει πάνω από τις ακτές της νοτίου Γαλλίας. Από εκεί και έπειτα, επικράτησε σκόπιμη σιγή ασυρμάτου. Όταν η σιγή παρατάθηκε έως και κατά την προβλεπόμενη ώρα υπέρπτησης της Μεσογείου στο δρόμο της επιστροφής, οπότε έπρεπε να αποκατασταθεί η επικοινωνία του πιλότου με τη βάση, σήμανε γενικός συναγερμός προς όλες τις αποστολές που είχαν απογειωθεί με προορισμό την ίδια ευρύτερη περιοχή. Παρά τις προσπάθειες εντοπισμού, το αεροσκάφος είχε εξαφανιστεί δίχως να αφήσει ίχνη. Λίγο αργότερα, στα ραντάρ της Κορσικής έκανε την εμφάνισή του ένα αεροσκάφος, το οποίο πετούσε σε χαμηλό ύψος πάνω από τη θάλασσα. Φρούδα ελπίδα! Αποδείχτηκε πως επρόκειτο για αμερικανικό βομβαρδιστικό, το οποίο επέστρεφε στη βάση του.

Στις 14.30΄ με την αυτονομία του αεροσκάφους σε καύσιμα να έχει παρέλθει, ήταν σαφές ότι ο  Saint-Exupéry δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Μια ώρα αργότερα, ο Vernon Robinson, αξιωματικός πληροφοριών, κατέγραψε στο βιβλίο επιχειρήσεων της Μοίρας τον τραγικό επίλογο: “Pilot did not return and is presumed lost…no pictures”, με άλλα λόγια “αγνοείται η τύχη του”. Στις μέρες που ακολούθησαν παρέμεινε η ελπίδα μήπως ο Saint-Exupéry είχε προβεί σε αναγκαστική προσγείωση στη Σαβοΐα ή στην Ελβετία ή ακόμα μήπως είχε διασωθεί από τη γαλλική αντίσταση ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς. Πόσο μάλλον που σε κανένα ανακοινωθέν της Luftwaffe των ημερών εκείνων δεν γινόταν λόγος περί κατάρριψης αεροσκάφους  P38 Lightning. Από τότε ακριβώς άρχισε να σχηματοποιείται ένα συναρπαστικό αίνιγμα γεμάτο φανταστικές εκτιμήσεις, θεαματικές ανατροπές και πολύτιμες ανακαλύψεις γύρω από τις συνθήκες εξαφάνισης του πιλότου-συγγραφέα.

Το 1948, ο Hermann Korth, πρώην αξιωματικός διαβιβάσεων της Luftwaffe, αναφέρθηκε στο περιστατικό κατάρριψης ενός  P38 Lightning, το οποίο ο ίδιος είχε καταγράψει ευρισκόμενος εν υπηρεσία γύρω στις 31 Ιουλίου 1944. Η μαρτυρία του συνέπιπτε χρονικά με την απώλεια του Saint-Exupéry, έως ότου αποδειχθεί ότι επρόκειτο για την περίπτωση του Αμερικανού ανθυποσμηναγού  Gene Meredith, που είχε όντως καταρριφθεί στις 30 Ιουλίου στα ανοικτά της Νίκαιας.

Το 1972, το γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό Der Landser δημοσίευσε το ιστορικό της πτήσης δύο Γερμανών πιλότων ονόματι Heichele (επρόκειτο και αυτός να χάσει τη ζωή του λίγες εβδομάδες αργότερα στην ίδια περιοχή) και Högel, όπου γινόταν λόγος περί κατάρριψης ενός  P38 Lightning στις 31 Ιουλίου 1944 πάνω από τις ακτές της Προβηγκίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, το καταρριφθέν αεροσκάφος συνετρίβη στη θάλασσα με τον δεξιό κινητήρα φλεγόμενο. Μεταγενέστερες έρευνες στα γερμανικά αρχεία (BundesarchivMilitäratchiv) απέδειξαν ότι στις 31 Ιουλίου 1944 οι Heichele και Högel δεν βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Ένα άλλο (αναπάντητο έως τώρα) ερώτημα σχετίζεται με την απότομη απώλεια ύψους του αεροσκάφους. Τα P38 Lightning δεν διέθεταν οπλισμό. Ο τελευταίος είχε αντικατασταθεί από φωτογραφικές μηχανές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πετούσαν σε ύψος 8–10.000 μέτρων, εκτός ακτίνας βολής των εχθρικών καταδιωκτικών. Γιατί, επομένως, ο Saint-Exupéry έκανε μια τόσο θεαματική βουτιά; Να επιχείρησε να πλήξει δίχως οπλισμό κάποιο γερμανικό αεροσκάφος ήταν παράλογο και, εν πάση περιπτώσει, εκτός πλαισίου των διαταγών που είχε λάβει. Στο σημείο αυτό αρχίζουν να υπεισέρχονται διάφορες υποθέσεις, δίχως όμως αποδεικτικά στοιχεία: έλλειψη οξυγόνου, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, απώλεια αισθήσεων, μηχανική βλάβη, απονενοημένο διάβημα ενός ανθρώπου ευρισκόμενου σε κακή ψυχική κατάσταση. Είναι γνωστό πως την παραμονή της μοιραίας αποστολής, ο Saint-Exupéry διανυκτέρευσε, δίχως σχετική άδεια, εκτός της αεροπορικής βάσης. Το κρεβάτι του παρέμεινε άθικτο, οι δε προϊστάμενοί του είχαν ήδη ορίσει αντικαταστάτη για την αποστολή όταν, στις 07.30΄, ο επισμηναγός-συγγραφέας έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του δηλώνοντας πανέτοιμος. Ήταν όμως πράγματι; Επιπρόσθετα, για ποιο λόγο τού επιτράπηκε να πετάξει εφόσον είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτομα; Μήπως οι υψηλές διασυνδέσεις του ή ακόμα μια θεαματική αποστολή που μόλις είχε διεκπεραιώσει πάνω από την πόλη της Γένοβας επηρέασαν την κρίση των ανωτέρων του;

Ένα (επίσης αναπάντητο) ερώτημα αφορά τη σημαντική απόκλιση από το αρχικό σχέδιο πτήσης στον δρόμο της επιστροφής. Το ερώτημα αυτό τέθηκε έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του αεροσκάφους το 2000 και την επιβεβαίωση ότι επρόκειτο για το επίμαχο  P38 Lightning. Γιατί το αεροσκάφος βρέθηκε στα ανοικτά της Μασσαλίας, παρατείνοντας έτσι την παρουσία του υπεράνω του εχθρικού εδάφους; Επρόκειτο περί απώλειας προσανατολισμού ή μήπως συνέτρεχε κάποιος διαφορετικός λόγος; Η έλλειψη στοιχείων οδήγησε και εδώ στην εμφάνιση ποικίλων εκδοχών, από τις πιο αληθοφανείς έως τις πλέον απίθανες.

Η διαδρομή της μοιραίας πτήσης.

Το 2008, στο πλαίσιο έρευνας γύρω από τις συνθήκες θανάτου του Saint-Exupéry, την οποία διεξήγαγε η εφήμερίδα  La Provence της Μασσαλίας, λήφθηκαν συνεντεύξεις από πιλότους της Luftwaffe, που επιχειρούσαν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την επίμαχη ημερομηνία της 31ης Ιουλίου. Ένας από αυτούς, ονόματι  Horst Rippert, πιστός αναγνώστης και θαυμαστής του συγγραφέα, εξέφρασε τον φόβο μήπως τελικά υπήρξε εκείνος, ο οποίος κατέρριψε το P38 Lightning, ειδικότερα έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του τελευταίου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως είχε δηλώσει μέσω ασυρμάτου το γεγονός, δίχως, ωστόσο να υπάρχουν ίχνη που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Τα μόνα σχετικά στοιχεία, τα οποία έχουν διασωθεί μεταπολεμικά, είναι υποκλοπές γερμανικών ραδιοσημάτων από τους Συμμάχους, όπου δεν υπάρχει τίποτα σχετικό με τη μαρτυρία του Rippert. Άλλωστε, πολλοί συνάδελφοι του τελευταίου διερωτήθηκαν δικαιολογημένα για ποιο λόγο κρατήθηκε μυστική επί 64 ολόκληρα χρόνια η συγκεκριμένη μαρτυρία. Η πραγματογνωμοσύνη που έλαβε χώρα στα συντρίμια του αεροσκάφους αποκαλύπτει, για την ώρα τουλάχιστον, κατακόρυφη πτώση, όχι όμως κατάρριψη από εχθρικό αεροσκάφος. Η μαρτυρία του Rippert συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των πολλών εκδοχών σχετικά με τις συνθήκες του όλου περιστατικού.

Horst Rippert (1922 – 2013).

L’homme qui a tué Saint-Exupéry | Futura

Το 1998 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία με την (στατιστικά απίστευτη) ανακάλυψη από έναν ψαρά μιας αλυσίδας χεριού, η οποία είχε μπλεχτεί στα δίχτυα του. Επάνω της ήταν χαραγμένα τα ονόματα του Saint-Exupéry, της Consuelo και του εκδοτικού οίκου  Reynal & Hitchcock της Νέας Υόρκης.

Έπειτα από συστηματικές υποβρύχιες έρευνες, οι οποίες διεξήχθησαν σε κοντική ακτίνα, ανακαλύφθηκε δυο χρόνια αργότερα το ναυάγιο του αεροσκάφους. Ανελκύστηκε το 2003 έπειτα από χρονοβόρες και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Αεροναυτικής και Διαστήματος του Bourget, στα βόρεια περίχωρα του Παρισιού. Αν όμως διελευκάνθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ακριβής τοποθεσία της τραγωδίας, το μυστήριο των συνθηκών θανάτου παραμένει ακέραιο. Ίσως ήταν γραπτό ο πιλότος-συγγραφέας να αναχωρήσει για τον δικό του αστεροειδή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το είχε πράξει, ένα χρόνο νωρίτερα, ο μικρός του ήρωας.

Η διαχείριση της μνήμης. Επάνω αριστερά: έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου από τα Γαλλικά Ταχυδρομεία το 2000, έτος ανακάλυψης του ναυαγίου του αεροσκάφους. Επάνω δεξιά: ανδριάντας του Saint-Exupéry και του Μικρού Πρίγκιπα στην πλατεία Bellecour της Λυών, έργο της γλύπτριας Christiane Guillaubey (2000). Κάτω: ο διεθνής αερολιμένας Saint-Exupéry της Λυών.

Saint-Exupéry. Des nuages aux profondeurs

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς: Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή. Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας (Μέρος Β΄)

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς

 

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή.

Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας

(Μέρος Β΄)

 

Παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Οι Αθηναίοι, όπως συνηθιζόταν πριν από κάθε κρίσιμη απόφαση, είχαν στείλει πρεσβευτές στους Δελφούς και είχαν ζητήσει χρησμό. Το μαντείο των Δελφών μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ο Ζευς θα δώσει ένα ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο – αυτό το τείχος θα σώσει εσένα και τα παιδιά σου». Ο χρησμός προκάλεσε μεγάλη συζήτηση για το εάν η ερμηνεία θα έπρεπε να είναι κυριολεκτική ή μεταφορική. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, ο Θεμιστοκλής ισχυρίστηκε ότι τα σωτήρια «ξύλινα τείχη» ήταν ο στόλος και ενίσχυσε τα επιχειρήματά του, ερμηνεύοντας με ευβουλία τον χρησμό. Η αρχική αντίδραση του πλήθους ήταν έκφραση αγανάκτησης και εμφανέστατη απροθυμία να εγκαταλείψει τα ιερά, τους προγονικούς τάφους και την πατρίδα του. Ο οξύνους Αθηναίος πολιτικός αντιλαμβανόταν πως, όταν δεν πείθει η λογική τους πολίτες, αναλαμβάνουν δράση η επινοητικότητα και οι προσωπικοί χειρισμοί του ικανού ηγέτη. Ο Θεμιστοκλής, ως πραγματικός ηγέτης των Ελλήνων δεν αποδεχόταν την εγκατάλειψη του αγώνα, ισχυρίζονταν ότι όλοι μαζί ήταν ισόπαλοι με τον εχθρό σε θέση, μάλιστα, να υπερισχύσουν, ενώ εάν διασκορπίζονταν ο όλεθρος ήταν δεδομένος. Στο σκοπό του τον συνέδραμε και ο νεαρός τότε αριστοκρατικός Κίμωνας – ως γιός του ήρωα Μιλτιάδη είχε υπόληψη στην πόλη. Η Σαλαμίνα και η περιοχή της Τροιζήνας στην Πελοπόννησο φιλοξένησαν τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων. Ο ελληνικός στόλος μετά τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, είχε επιστρέψει στη Σαλαμίνα [1] και συνέδραμε στην απομάκρυνση των υπόλοιπων κατοίκων της Αθήνας. Οι μάχιμοι άνδρες επάνδρωσαν τα πολεμικά πλοία. Στην Αθήνα απέμειναν μόνο 500 άτομα, πιστεύοντας ότι ο χρησμός του μαντείου αναφερόταν στα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης και όχι στα πλοία. Οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη τοποθετώντας ξύλα και σανίδες στην δυτική είσοδο του ιερού βράχου.

Η περσική στρατιά, μετά την εκπόρθηση των Θερμοπυλών, συνέχισε την κατάκτηση της Κεντρικής Ελλάδος, λεηλατώντας στο διάβα της τα πάντα. Το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ξέρξη, κινήθηκε προς την Βοιωτία, ενώ ένα άλλο τμήμα κινήθηκε προς τους Δελφούς, για να συλήσει και να πυρπολήσει το ιερό του Απόλλωνα. Ο Ξέρξης εισέβαλε στην Αττική στα μέσα ή τέλη Σεπτεμβρίου 480 π.Χ., έχοντας πυρπολήσει την χώρα των Θεσπιέων και τις Πλαταιές.

Georges-Antoine Rochegrosse, Incendie de Persepolis, 1890. Το έτος 330 π.Χ., η Περσέπολις πυρπολήθηκε από τον Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τον Αρριανό, η ενέργεια αυτή αποτέλεσε αντίποινα για την καταστροφή της Ακρόπολης από τους Πέρσες ενάμισι αιώνα νωρίτερα.

Οι Πέρσες βρήκαν την Αθήνα, μία έρημη πόλη, και επιδόθηκαν σε λεηλασίες, καταστροφές και εμπρησμούς. Ανέβηκαν στον βράχο της Ακρόπολης, άνοιξαν τις πύλες διάπλατα, κατέσφαξαν τους ικέτες, εκδικήθηκαν την πυρπόληση των Σάρδεων, παραδίδοντας στην φωτιά τα ιερά της Ακρόπολης και καταστρέφοντας την «αυθάδη πόλη».

Οι ναύαρχοι των ελληνικών πόλεων βλέποντας τις φλόγες από την Ακρόπολη των Αθηνών δεν τολμούσαν να παραμείνουν στο Σαρωνικό και πολλοί προέτρεπαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και από τα τείχη τους να υπερασπιστούν την ελευθερία τους. Στη συνέχεια αποσύρθηκαν στα πλοία για να περάσουν τη νύχτα με πρόθεση να αποπλεύσουν την επομένη. Ο Θεμιστοκλής επιβιβάστηκε στο πλοίο του διοικητή του ελληνικού στόλου Ευρυβιάδη, τον έπεισε και ο ναύαρχος συγκάλεσε ξανά συμβούλιο των διοικητών των ναυτικών μοιρών.

Μπορούμε να φανταστούμε την κρισιμότητα των περιστάσεων, τις ανησυχίες και τους δισταγμούς των στρατηγών, τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους των επιλογών, τις διαφοροποιήσεις των συμφερόντων. Στην διάρκεια του δεύτερου αυτού πολεμικού συμβουλίου τη νύχτα πριν τη ναυμαχία, ο Ευρυβιάδης και οι Πελοποννήσιοι είχαν αντίθετη γνώμη για τον χώρο διεξαγωγής. Ο Θεμιστοκλής άρχισε αμέσως και με πάθος να παρουσιάζει τα επιχειρήματά του. Κατά την ένταση των διαφωνιών και επιχειρημάτων, επειδή ο Θεμιστοκλής ανέπτυσσε το επιχειρησιακό του σχέδιο χωρίς να του έχει δοθεί ο λόγος, επιπλήχθηκε από τον Κορίνθιο ναύαρχο Αδείμαντο, που του τόνισε: «Στους δημόσιους αγώνες, εκείνοι που ξεκινούν δίχως να τους δοθεί το σύνθημα, ραπίζονται», για να λάβει όμως την εύστοχη απάντηση του Θεμιστοκλή: «αλλά και οι καθυστερούντες, δεν στεφανώνονται». Ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε την ράβδο του να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Ο Θεμιστοκλής ψύχραιμα, είπε τότε την περιώνυμη φράση: «Πάταξον μεν, Άκουσον δε». Ο θυμός του Ευρυβιάδη υποχώρησε και συνεχίστηκε το συμβούλιο. Ο λόγος παραχωρήθηκε τελικά στον Θεμιστοκλή, ο οποίος εστίασε στα πλεονεκτήματα σε περίπτωση καταναυμάχησης του εχθρού στη Σαλαμίνα. Τελικά, στρεφόμενος στον Ευρυβιάδη, δεν ανέφερε κανένα από τα προηγούμενα επιχειρήματά του όσον αφορά στον κίνδυνο διάσπασης του στόλου αν αποχωρούσε από τη Σαλαμίνα, επειδή θεώρησε ανάρμοστο να κατηγορήσει κατά πρόσωπο τους συμμάχους. Ακολούθησε εντελώς διαφορετικό δρόμο και του τόνισε τα εξής: «Η σωτηρία της Ελλάδας εξαρτάται τώρα αποκλειστικά από σένα,[2] εάν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου και αντιμετωπίσεις τον εχθρό εδώ, στη Σαλαμίνα, αντί να αποσυρθείς στον Ισθμό, όπως σου προτείνουν οι άλλοι. Επίτρεψέ μου να σου εκθέσω τα δύο επιχειρησιακά σχέδια και μπορείς να τα συγκρίνεις και να διαλέξεις το βέλτιστο. Ας μιλήσουμε πρώτα για τον Ισθμό. Αν πολεμήσεις εκεί, θα πρέπει να γίνει στην ανοιχτή θάλασσα, γεγονός που είναι εναντίον μας αφού έχουμε λιγότερα και πιο αργά πλοία. Επιπλέον, ακόμη κι αν όλα πάνε ευνοϊκά, θα χάσεις Σαλαμίνα, Μέγαρα και Αίγινα. Εάν, πάλι ο εχθρικός στόλος πλεύσει στην Πελοπόννησο, ο στρατός θα τον ακολουθήσει, οπότε εσύ ο ίδιος θα έχεις οδηγήσει τον εχθρό εκεί, θέτοντας έτσι ολόκληρη την Ελλάδα σε κίνδυνο, (παράγοντες αποτροπής). Με το δικό μου επιχειρησιακό σχέδιο, εάν το υιοθετήσεις, θα έχεις τα εξής ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: πρώτον, η ναυμαχία θα πραγματοποιηθεί σε στενό θαλάσσιο πέρασμα – εκεί, αν τα πράγματα έρθουν όπως είναι λογικό να ελπίζουμε, πολεμώντας με λιγότερα πλοία εναντίον πολλών, θα νικήσουμε. Πράγματι η σύγκρουση σε περιορισμένο χώρο ευνοεί εμάς, ενώ το ανοιχτό πέλαγος δίνει στους Πέρσες το πλεονέκτημα. Δεύτερον, θα διασωθεί η Σαλαμίνα, όπου έχουμε μεταφέρει τα γυναικόπαιδά μας. Και, τρίτον και σημαντικότερο, υπερασπίζεστε την Πελοπόννησο μένοντας εδώ και ναυμαχώντας για την Πελοπόννησο, όπως και στον Ισθμό. Με αυτόν τον τρόπο, εάν στοχάζεσαι ορθά, δεν θα προσελκύσεις τους εχθρούς στην Πελοπόννησο. Αν τους νικήσουμε στη θάλασσα, όπως πιστεύω ακράδαντα ότι θα συμβεί, δεν θα τολμήσουν να σας επιτεθούν στον Ισθμό, ούτε θα προελάσουν νότια από την Αττική. Θα τραπούν σε άτακτη φυγή κι εμείς θα διατηρήσουμε την κυριαρχία μας στα Μέγαρα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου ο χρησμός πρόβλεψε τη σίγουρη νίκη μας, (παράγοντες προτροπής)».

Αεροφωτογραφία του ακριβούς σημείου της ναυμαχίας.

Στην αγόρευσή του ο Θεμιστοκλής δέχθηκε πολλές λεκτικές επιθέσεις από τον Κορίνθιο Αδείμαντο, ο οποίος του δήλωσε ότι δεν είχε δικαίωμα να μιλά, επειδή η πόλη του δεν ήταν πια ελεύθερη και προσπάθησε να εμποδίσει τον Ευρυβιάδη να θέσει σε ψηφοφορία την πρόταση ενός αρχηγού δίχως πατρίδα: «Ας αποκτήσει πρώτα πατρίδα ο Θεμιστοκλής», φώναξε, «κι έπειτα ας δίνει τις συμβουλές του». Ο οξύνους Θεμιστοκλής απάντησε ότι οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν τα σπίτια και όλα τα αγαθά τους, γιατί πίστευαν πως δεν άξιζε να υποδουλωθούν γι’ άψυχα πράγματα. Πατρίδα διέθεταν ακόμη και μάλιστα ισχυρή, τις 200 τριήρεις τους. Συνεπώς το όλο βάρος του πολέμου αναλογούσε πλέον στο ναυτικό και εάν ο Ευρυβιάδης δεν επείθετο να ναυμαχήσει στη Σαλαμίνα, σκέπτονταν να μεταναστεύσουν με τις οικογένειές τους στη Σίρι (ανάμεσα στη Σύβαρη και στον Τάραντα) της Κάτω Ιταλίας, όπου θα ίδρυαν νέα πόλη, καθώς χρησμοί είχαν προβλέψει ότι οι Αθηναίοι επρόκειτο να ζήσουν κάποτε εκεί. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η αξία που απέδιδαν οι Αθηναίοι στην ελευθερία τους, θυσιάζοντας τα ιερά, την πόλη, την γη τους, τα υπάρχοντα, την ασφάλειά τους (δίλημμα ελευθερίας με θυσίες ή ειρήνης-ασφάλειας με σκλαβιά).

Στη σκέψη και μόνο ότι οι Αθηναίοι θα αποχωρούσαν με το στόλο τους,[3] οι σύμμαχοι υποχώρησαν και αποδέχθηκαν να ναυμαχήσουν στη Σαλαμίνα. Η εικόνα όμως που μας παραδίδεται εμφανίζει τους Πελοποννήσιους να κατακρίνουν την απόφαση του Ευρυβιάδη περί διενέργειας της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κατηγορώντας τον για απερισκεψία, καθώς τυχόν ήττα του στόλου θα τον απομόνωνε μακριά από τον Ισθμό. Οι διαμαρτυρίες των Πελοποννησίων ήταν πολλές και έντονες. Η κατάσταση ήταν πολύ έκρυθμη και ο Ευρυβιάδης, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα των στιγμών και επιθυμώντας να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση των άλλων Ελλήνων, συνεκάλεσε νέο πολεμικό συμβούλιο, όπου επικράτησε διχογνωμία (Πελοποννήσιοι έναντι Αθηναίων, Μεγαρέων και Αιγινητών).

Ο Θεμιστοκλής αντιλαμβανόμενος την αμφίθυμη στάση των Πελοποννησίων, ανησυχώντας για την τελική τους απόφαση και ικανός να αντιμετωπίζει ταχύτατα δυσχερείς καταστάσεις, επινόησε ένα σχέδιο, ώστε να τους αναγκάσει ακούσια να πολεμήσουν. Έστειλε μυστικά στο περσικό στρατόπεδο τον δούλο και παιδαγωγό των παιδιών του, Σίκιννο, ο οποίος γνώριζε την περσική γλώσσα (κατάγονταν από την Ασία), για να αναγγείλει στον Ξέρξη ότι οι Έλληνες σκόπευαν να αναχωρήσουν τη νύχτα από τη Σαλαμίνα και το καλύτερο γι’ αυτούς ήταν τα πλοία τους να προλάβουν τον ελλιμενιζόμενο ελληνικό στόλο στη νήσο, να τον περικυκλώσουν, να του επιτεθούν και να τον καταστρέψουν – (εφαρμογή της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»).[4]

Μαρμάρινο ανάγλυφο από την Ακρόπολη Αθηνών, που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Χρονολογείται γύρω στα 400 π.Χ. Αναπαριστά τμήμα Αθηναϊκής τριήρους. Γνωστό και ως Ανάγλυφο Λένορμαν (Lenormant Relief).

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο περσικός στόλος στο Φάληρο λίγο πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ανερχόταν σε 1.207 πολεμικά πλοία. Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη (1816), παραπέμποντας στον Αισχύλο ως αξιόπιστο, καθώς πιθανότατα έλαβε μέρος στη ναυμαχία, τα βαρβαρικά πλοία ήταν χίλια και τα ελληνικά τριακόσια, εκ των οποίων τα 180 αθηναϊκά. Στα περσικά πλοία επέβαιναν 135.000-150.000 περίπου άνδρες. Ο αυξημένος αριθμός οφείλεται σε διαταγή της περσικής διοίκησης να επιβιβασθούν στα πολεμικά τους πλοία περισσότεροι οπλίτες, περίπου 30-40. Η τακτική αυτή υιοθετήθηκε για ν’ αντιμετωπισθούν καλύτερα οι Έλληνες οπλίτες, ή, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ήταν μέτρο πρόνοιας απέναντι στα ετερόκλητα πληρώματα του περσικού στόλου, που δεν ενέπνεαν πλήρη εμπιστοσύνη. Οι δύο στόλοι επιθυμούσαν να ναυμαχήσουν σε ύδατα της επιλογής τους. Οι Πέρσες θεωρούσαν πολύ πιθανή την αποχώρηση των Πελοποννησίων από τη Σαλαμίνα και συνεπώς την διάσπαση του ελληνικού στόλου.

Ο Ξέρξης συγκάλεσε στο στρατηγείο του, στο Φάληρο, πολεμικό συμβούλιο. Οι γνώμες διίσταντο: οι Φοίνικες και οι περισσότεροι Πέρσες ναύαρχοι υποστήριζαν την άμεση προσβολή του ελληνικού στόλου. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επέμεινε για την αποφυγή της ναυμαχίας και κίνηση του στόλου στην Πελοπόννησο, σύμφωνα και με την πρόταση του Δημάρατου.[5]  Ο Ξέρξης προτίμησε να υιοθετήσει τις εισηγήσεις της πλειοψηφίας των διοικητών του, πιστεύοντας ότι η παρουσία του ιδίου θα εκφοβίσει το προσωπικό του, έτσι ώστε να ναυμαχήσει αποτελεσματικά. Η τελική απόφαση του Ξέρξη ήταν η διεξαγωγή της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα, καθώς εκτιμούσε ότι θα απέκλειε εκεί τα ελληνικά πλοία και θα τα κατάστρεφε. Σκόπιμο είναι να εξεταστούν οι εναλλακτικές λύσεις που είχε ο Ξέρξης. Η πρώτη επιλογή του ήταν να κατανείμει τον στόλο του σε δύο μεγάλες μοίρες: η πρώτη να επιτηρεί τον ελληνικό στόλο στη Σαλαμίνα και η δεύτερη να πλέει παράλληλα με τον στρατό ξηράς που θα προέλαυνε εναντίον των Ελλήνων που ανέμεναν ενωμένοι, τις περσικές δυνάμεις στον Ισθμό. Στο σχέδιο αυτό αντιτάχθηκε ο ναύαρχος των Περσών Αχαιμένης, με το εύλογο επιχείρημα ότι εάν η κατανομή των δύο μοιρών ήταν ισοδύναμη θα έχαναν στη Σαλαμίνα την αριθμητική τους υπεροχή. Εάν διαιρούσαν τον στόλο τους σε επιμέρους τμήματα, κινδύνευαν από τυχόν απρόβλεπτη και αθέατη εκ μέρους τους, λόγω των βουνών της Σαλαμίνας, ελληνική τακτική κίνηση, που θα επέτρεπε στους Έλληνες να καταναυμαχήσουν αρχικά την μικρότερη μοίρα και κατόπιν να επέλθουν στις προφυλαγμένες θέσεις τους, αποσκοπώντας στη συνεχή μείωση της περσικής δύναμης. Σε περίπτωση δε που έστελναν τον στόλο τους στην Πελοπόννησο, υπήρχε φόβος να αποκοπούν από τον ομώνυμο ελληνικό οι οδοί ανεφοδιασμού τους. Αναφορικά με την επιχείρηση προέλασης του περσικού στρατού στην Πελοπόννησο μέσω του Ισθμού, δίχως την υποστήριξη του στόλου, αυτή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Εμπόδια θα αποτελούσαν τα οχυρά Μέγαρα, ο κατεστραμμένος από τον Κλεόμβροτο δρόμος προς τον Ισθμό της Κορίνθου και το υπερασπιζόμενο από περίπου 60.000 πολεμιστές τείχος του Ισθμού. Επιπρόσθετα, μία επίθεση κατά μέτωπο στο τείχος του Ισθμού είναι σχεδόν βέβαιο πως θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τις περσικές δυνάμεις.

J. D. Barbié du Bocage, Plan du combat de Salamine, 1785.

Αναλογιζόμενος ο Πέρσης βασιλιάς τις Θερμοπύλες, μάλλον θα απέρριπτε αυτό το σχέδιο. Προκειμένου να προελάσει προς την Πελοπόννησο ήταν απαραίτητο να συμμετέχει ολοκληρωτικά και ο στόλος. Είχε αντιληφθεί ότι έπρεπε, είτε να καταστρέψει τον ελληνικό στόλο που ναυλοχούσε στη Σαλαμίνα, είτε να αφήσει στον Σαρωνικό μία ισχυρή δύναμη για να ακυρώσει/αντιμετωπίσει οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια και να διασφαλίσει τον συνεχή ανεφοδιασμό των δυνάμεών του. Ωστόσο, στην περίπτωση διαχωρισμού του περσικού στόλου, θα έχανε το ιδιαίτερα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της υπεροπλίας του. Ο Ξέρξης γνώριζε ότι, μόνο εφόσον ο στόλος του εξουδετέρωνε τον ελληνικό, θα ήταν σε θέση να εκπορθήσει τον Ισθμό με αποβατικές επιχειρήσεις στα νώτα των Ελλήνων, ή απειλώντας χωριστά τις κυριότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Ωστόσο, το πρόβλημα ανεφοδιασμού της στρατιάς του θα ήταν ανυπέρβλητο για την επιμελητεία του. Βρισκόταν στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο χειμώνας πλησίαζε και η επικοινωνία με την Ασία θα ήταν δυσχερής. Τέλος, αντιλαμβάνονταν ότι η κατάληψη της Αθήνας δεν σήμαινε σε στρατηγικό επίπεδο κάτι καθοριστικό, καθόσον η πόλη διατηρούσε ακέραιες και αξιόμαχες τις δυνάμεις της με τον πανίσχυρο στόλο των 200 τριηρών.

Συμπερασματικά από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι ο Ξέρξης και οι ναύαρχοί του γνώριζαν καλά ότι για να είναι νικητές του πολέμου, έπρεπε να κατανικήσουν τον ισχυρό αντίπαλο στόλο. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, ο Ξέρξης που βιαζόταν να αποσπάσει μία θριαμβευτική νίκη, αποφάσισε τελικά να προσβάλει τους Έλληνες στο στενό της Σαλαμίνας, πεπεισμένος ότι με την παρουσία του, τα πληρώματα του στόλου του θα πολεμούσαν με γενναιότητα. Αντικειμενικός σκοπός των Περσών ήταν η καταστροφή του ελληνικού στόλου, μετά την οποία ο στρατός των Πελοποννησίων στον Ισθμό θα ήταν καταδικασμένος. Και ο Θεμιστοκλής είχε επιλέξει την ίδια τοποθεσία, με διαφορετικό όμως σκεπτικό: στο Αρτεμίσιο ο καιρός ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο, καταστρέφοντας πολλά εχθρικά πλοία. Μέσα όμως στο κλειστό Σαρωνικό κόλπο, αυτό ήταν αδύνατο. Επιπρόσθετα οι Έλληνες προτιμούσαν να ναυμαχούν, έχοντας δίπλα τους, στη στεριά, πανέτοιμες τις χερσαίες τους δυνάμεις για αλληλοϋποστήριξη. Στη Σαλαμίνα όμως ο ελληνικός στόλος ήταν αποκομμένος από το μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού, που ήταν στρατοπεδευμένος και ετοιμοπόλεμος στον Ισθμό. Ωστόσο τα περσικά πλοία, λόγω του μεγάλου όγκου τους, δεν θα μπορούσαν να κινηθούν εύκολα (αναπτυχθούν) στο στενό αυτό χώρο. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, στη Σαλαμίνα υπήρχαν ελάχιστες στρατιωτικές δυνάμεις Αθηναίων συνολικής δυνάμεως 6.000-7.000 οπλιτών και περίπου 800 τοξοτών που μετέφεραν έγκαιρα οι Αθηναίοι από την Κρήτη, με τους οποίους σκόπευαν να ενισχύσουν τα πολεμικά τους πλοία. Σε αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος, Πλούταρχος, Στράβωνας, Κτησίας), γίνεται επίσης μνεία σε απόφαση του Ξέρξη να γεφυρωθεί η θάλασσα από Πέραμα ως Σαλαμίνα, στο στενότερο σημείο. Η απόπειρα αυτή, αν και τεχνικά εφικτή, αποσοβήθηκε, καθώς οι Έλληνες τοποθέτησαν στη νησίδα Άγιος Γεώργιος τους Κρήτες τοξότες και περιπολούσαν με έμπειρους τοξότες, ακυρώνοντας τη συνέχιση των εργασιών των μηχανικών και των εργατών.

 

Η διεξαγωγή της ναυμαχίας

Ήταν η νύχτα της 28ης προς την 29η Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. Ο Ξέρξης παρασύρθηκε στην παγίδα του Θεμιστοκλή και απέστειλε μέσα στην νύχτα 200 αιγυπτιακά πλοία να περιπλεύσουν τη Σαλαμίνα και να φράξουν το στενό μεταξύ Σαλαμίνας και Μεγάρων, ώστε να εμποδίσουν πιθανή φυγή των ελληνικών πλοίων. Επίσης, έδωσε διαταγή να αποβιβαστούν στο νησάκι της Ψυττάλειας 4.000 Πέρσες πεζοί με αποστολή να διασώζουν τους δικούς τους ναυαγούς και να φονεύουν τους εχθρούς. Η περσική αρμάδα εισήλθε στο στενό μεταξύ Αττικής ακτής και Σαλαμίνας. Κάνοντας ελιγμούς, στόχευε να αποπροσανατολίσει τους Έλληνες σχετικά με τις πραγματικές της προθέσεις . Η εντολή του Ξέρξη ήταν σαφής: να μην διαφύγει κανένα ελληνικό πλοίο. Η ολονύκτια κόπωση των πληρωμάτων του εχθρικού στόλου, ήταν βέβαιο πως θα είχε αρνητική επίπτωση στην ετοιμότητά τους την επομένη. Αντίθετα, οι Έλληνες πέρασαν ήσυχα τη νύχτα στη στεριά με χρόνο ανάπαυσης και ξεκούρασης, και όταν άρχισε να χαράζει διέθεταν ένα τεράστιο ψυχολογικό και σωματικό πλεονέκτημα. Όλες αυτές οι κινήσεις των Περσών πραγματοποιήθηκαν αθόρυβα μέσα στο πυκνό σκοτάδι λόγω της ασέληνης νύχτας, χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τους Έλληνες στρατηγούς, που λογομαχούσαν. Ταυτόχρονα ο εχθρικός στρατός άρχισε την προέλασή του για την Πελοπόννησο την ίδια νύχτα, χωρίς όμως να προλάβει να φθάσει ούτε καν στα Μέγαρα.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή αναδεικνύεται η μεγαλοφυΐα, η τολμηρή ιδιοσυγκρασία αλλά και ο αδίστακτος χαρακτήρας του μεγάλου Αθηναίου ηγέτη. Ο Θεμιστοκλής με την άφθαστη στρατηγική του διορατικότητα, δεν αμφιταλαντεύτηκε να αξιοποιήσει κάθε πρόσφορο μέσο. Το ηθικά σωστό για τον Θεμιστοκλή ήταν το εθνικό συμφέρον και ωφέλιμο, (υψηλό πράγματι δίδαγμα στρατηγικής και διπλωματίας). Με διορατικές στρατηγικές κινήσεις οδήγησε τελικά τον αντίπαλο του, Πέρση βασιλιά στον όλεθρο. Οι συμμαχικές τριήρεις ήταν απλά το μέσο, η κινητήρια δύναμη, ήταν ο γιγαντιαίος νους του Αθηναίου στρατηγού.

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Ναυμαχία της Σαλαμίνος, 1882, Μέγαρο Μαξίμου, Αθήνα.

Στο πλευρό του Θεμιστοκλή στάθηκε πολύτιμος και ανέλπιστος σύμμαχος, ο πρώην πολιτικός του αντίπαλος, Αριστείδης, ο οποίος είχε ανακληθεί από την εξορία του στην Αίγινα. Την ώρα που λογόφερναν οι στρατηγοί, πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου, ο Αριστείδης, κατέφθασε στη Σαλαμίνα διασπώντας τον περσικό κλοιό και ενημέρωσε τον Θεμιστοκλή ότι ο περσικός στόλος είχε περικυκλώσει τον ελληνικό και τέθηκε υπό τις διαταγές του. Ο Θεμιστοκλής του ζήτησε να επαναλάβει στο πολεμικό συμβούλιο όσα του ανέφερε, γιατί αυτόν δεν θα τον πίστευαν. Ο Αριστείδης δέχθηκε, αλλά ούτε αυτόν πίστεψαν οι ναύαρχοι. Ωστόσο μετά από λίγο κατέφθασε μία Τηνιακή τριήρης που αυτομόλησε από τους εχθρούς και επιβεβαίωσε τις πληροφορίες του Αριστείδη. Για την υπηρεσία τους αυτή το όνομα των Τηνίων χαράχτηκε στον τρίποδα που αφιέρωσαν οι Έλληνες στους Δελφούς.

Το συμβούλιο των στρατηγών – ναυάρχων συνεχίστηκε με διαξιφισμούς, ωστόσο ο Αριστείδης παρακίνησε τον Ευρυβιάδη να συνταχθεί με την άποψη του Θεμιστοκλή και να ναυμαχήσουν στα στενά της Σαλαμίνας. Η ομοφωνία Θεμιστοκλή και Αριστείδη έπεισε τελικά τον Σπαρτιάτη ναύαρχο και έσωσε την Ελλάδα. Οι ίδιοι οι άνθρωποι που λίγο πριν φιλονικούσαν και ήθελαν να αποφύγουν τη ναυμαχία, όταν διαπίστωσαν ότι ήταν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν, αποφάσισαν ότι έπρεπε να νικήσουν (χαρακτηριστικό της ελληνικής κυκλοθυμικής ιδιοσυγκρασίας). Σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού άρχισαν να ετοιμάζονται πυρετωδώς για την ιστορική ναυμαχία. Ο περσικός στόλος είχε ανάπτυξη μετώπου 300 πλοίων και με βάθος τριών ή/και τεσσάρων. Το μήκους περίπου 4 χιλιομέτρων στενό μεταξύ της νησίδας Άγιος Γεώργιος και του ακρωτηρίου Κυνόσουρας είχε γεμίσει από πλοία. Ο εχθρός είχε διάταξη επίθεσης με τοποθετημένα στο κέντρο τα περσικά πλοία μαζί με αυτά της Κύπρου, Κιλικίας, Λυκίας και Παμφυλίας. Δεξιά ήταν τοποθετημένες φοινικικές τριήρεις. Αριστερά ευρίσκονταν οι τριήρεις της Ιωνίας και της Καρίας.

Με την ανατολή του ηλίου, ισχυρός σεισμός συγκλόνισε ξηρά και θάλασσα και οι ευσεβείς Έλληνες, θεωρώντας το θεϊκό σημάδι, έκαναν έκκληση στους γιούς του Αιακού. Προσευχήθηκαν στους θεούς κι έστειλαν ένα ταχύπλοο πλοίο στην Αίγινα, για να φέρει τα αγάλματα του Αιακού και των Αιακιδών, και το οποίο κατόρθωσε να επιστρέψει, λίγο προτού δοθεί το σύνθημα για τη μάχη. Ο ελληνικός στόλος υποχρεώθηκε να παραταχθεί απέναντι του περσικού με 380 πλοία. Οι Έλληνες πληροφορημένοι για την διάταξη των εχθρικών πλοίων παρατάχθηκαν με τις Αθηναϊκές τριήρεις, κυρίως στην αριστερή πτέρυγα και τμήμα τους στο κέντρο, απέναντι από τους ικανότατους Φοίνικες, τα Πελοποννησιακά πλοία και αυτά της Αίγινας, απέναντι των Ιώνων, (για να μην συγκρουστούν οι Αθηναίοι με τους Ίωνες) και τα υπόλοιπα στο κέντρο της παράταξης. Σε μία καθοριστικής σημασίας ναυμαχία, ήταν έτοιμοι να εμπλακούν 80.000 Έλληνες και 160.000 Πέρσες, που επέβαιναν σε πάνω από 1.100 πλοία.[6] Οι πρόσφυγες στη Σαλαμίνα θα ήταν οι θεατές του αγώνα και η μοίρα τους θα εξαρτιόταν από το αποτέλεσμά του.

Η διάταξη των αντιπάλων στόλων.

Ο Θεμιστοκλής, εξασφάλισε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: πρώτον, ανάγκασε τον αντίπαλο να ναυμαχήσει στην περιοχή που ο ίδιος είχε επιλέξει και δεύτερον, με την «πληροφορία» για την φυγή του ελληνικού στόλου, έκανε τον Ξέρξη να θέσει σημαντικό μέρος του στόλου του (200 τριήρεις) εκτός μάχης, για την φύλαξη του στενού Σαλαμίνας – Μεγάρων. Ο δαιμόνιος ηγέτης και πολιτικός, παρέσυρε τον Πέρση βασιλιά στην ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου του (Αισχύλος, Πέρσαι, μετ. Ρούσσος, σελ. 61). Φαίνεται ότι είχε υπολογίσει τα πάντα ακόμα και τον άνεμο (μπάτης) που άρχισε να φυσά εκείνη την ώρα: « …τα κύματα ήρχοντο ορμητικά εις το στενόν, και ετάραττον τα βαρβαρικά πλοία προς τα έξωθεν όντα, και ως προς τα Ελληνικά, εκόπτετο η ορμή αυτών· έτι δε τα Ελληνικά ταπεινότερα όντα, δεν ηνοχλούντο τόσον· εκείνα όμως υψηλότερα και βαρύτερα όντα, ήσαν δυσκυβέρνητα, και δυσκράτητα …» (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 42). Αυτό φυσικά μεταξύ άλλων θα δυσκόλευε, τις κινήσεις κυρίως των εχθρικών πλοίων, καθώς και τους βάρβαρους τοξότες και οπλίτες τους να σκοπεύουν με ακρίβεια τους Έλληνες. Την κορυφαία ώρα της αναμετρήσεως με τους Πέρσες έκανε, μόνο αυτός, «ορθή εκτίμηση καταστάσεως», και ενήργησε γρήγορα, δραστικά και με (επι)δεξιότητα. Χωρίς τον Θεμιστοκλή δεν θ’ άρχιζε από τη Σαλαμίνα η παγκόσμια ναυτική ιστορία.

Ο αρχηγός του ελληνικού στόλου, Ευρυβιάδης, έδωσε με τη σάλπιγγα το σήμα για την επίθεση. Στα ελληνικά πλοία αντήχησε ο περίφημος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων• νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών» (Αισχύλος, Πέρσαι, μετ. Ρούσσος, σελ. 63-65), προκαλώντας έκπληξη στους Πέρσες, οι οποίοι ανέμεναν ότι οι Έλληνες θα εγκατέλειπαν τον αγώνα, θα φυγομαχούσαν, θα ήταν σε κατάσταση πανικού. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα άρχισαν να κραυγάζουν τις δικές τους πολεμικές ιαχές και να χτυπάνε με τα ξίφη και τις ασπίδες τους τις κουπαστές των πλοίων. Ξαφνικά, τα ελληνικά πλοία «πρύμνην ανεκρούοντο», φάνηκαν να υποχωρούν προκαλώντας αμηχανία στους εχθρούς, καθώς έβλεπαν ότι οι Έλληνες άρχισαν να συμπτύσσονται προς την ακτή της Σαλαμίνας. Οι επικεφαλής των Ελλήνων, γνώριζαν πως εάν συνέχιζαν, θα συναντούσαν τους εχθρούς στο μέσο του στενού, όπου αυτό είχε το μεγαλύτερο πλάτος. Εκεί οι Πέρσες, θα είχαν το πλεονέκτημα να αναπτυχθούν με άνεση και να επιχειρήσουν κυκλωτική κίνηση, κατά πάσα πιθανότητα. Γι’ αυτόν το λόγο, κωπηλάτησαν προς τα πίσω, διατηρώντας τις πλώρες των πλοίων στραμμένες προς τον εχθρό. Στην κατάλληλη στιγμή δόθηκε νέο σύνθημα γενικής αντεπίθεσης.

Πλοίο σχεδιασμένο για πολεμική δράση με ένα ιδιαίτερο όπλο, το έμβολο.

Οι ελληνικές τριήρεις ανέπτυξαν τη μέγιστη ταχύτητα εμβολισμού. Προεξάρχοντες της ελληνικής επίθεσης ήταν ο Αμεινίας από την Παλλήνη, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου, ο Δημόκριτος ο Νάξιος και ο Αιγινήτης Πολύκριτος. Οι Έλληνες ναυμαχούσαν συντεταγμένα διατηρώντας τη συνοχή τους. Οι αντίπαλοί τους αντίθετα είτε λόγω του ανέμου, είτε λόγω έλλειψης χώρου, έχαναν τη συνοχή τους και περιπλέκονταν σε μία μάζα ανίκανη να ελεγχθεί. Το επιχειρησιακό σχέδιο του Θεμιστοκλή είχε πετύχει. Η σύγκρουση γενικεύτηκε σε ολόκληρη την γραμμή του μετώπου. Οι βάρβαροι υπήρξαν πολύ γενναίοι την ημέρα εκείνη, καθώς όλοι τους έδειχναν ζήλο κι έτρεμαν τον Ξέρξη, κι ο καθένας τους φανταζόταν πως δεν θα τον χάσει απ’ τα μάτια του ο βασιλιάς. Τριήρης με τριήρη «καρφώνονταν» με τα έμβολα. Πολεμιστές του ενός πλοίου προσπαθούσαν να ανέβουν στο αντίπαλο. Πλοία συντρίβονταν, άνδρες έπεφταν στην θάλασσα. Πολλοί Πέρσες πολεμιστές δεν γνώριζαν να κολυμπούν. Έτσι μόλις έπεφταν στην θάλασσα αγωνίζονταν να κρατηθούν από κάποιο ξύλο-συντρίμμι πλοίου. Στην διάρκεια της ναυμαχίας πράγματι τα πολυάριθμα ασιατικά πολεμικά πλοία δεν μπορούσαν να κινηθούν ευχερώς στα στενά. Είχαν παραταχθεί σε σειρές των τριών, με μικρή δυνατότητα ελιγμών και ουδεμία υποχώρησης.

Ο Κυβέρνης (520-480 π.Χ.), δυνάστης της Λυκίας, τέθηκε επικεφαλής 50 πλοίων του περσικού στόλου προτού απολέσει τη ζωή του στη ναυμαχία (Ηρόδοτος), Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

Η ναυμαχία, μετά από εναλλασσόμενες φάσεις, κατέληξε σε πλήρη θρίαμβο των Ελλήνων. Κατά την πρώτη φάση της ήταν αμφίρροπη. Αποτελεί ιστορικό μυστήριο η δράση της κορινθιακής μοίρας του ναυάρχου Αδείμαντου. Οι Αθηναίοι, μάλλον μεροληπτικά, αναφέρουν ότι στην αρχή της ναυμαχίας οι Κορίνθιοι τράπηκαν σε φυγή, δημιουργώντας πρόβλημα στην παράταξη του ελληνικού στόλου. Κάτι όμως που δεν ισχύει, καθώς υπάρχουν γεγονότα που το αντικρούουν. Κατ’ αρχήν οι πεσόντες Κορίνθιοι θάφτηκαν με την έγκριση των Αθηναίων στη Σαλαμίνα. Στον τάφο δε του Αδείμαντου χαράχτηκε το επίγραμμα: «Ούτος Αδειμάντου κείνου τάφος, ου δια βουλάς Ελλάς ελευθερίης αμφέτο στέφανον». Το επίγραμμα αυτό σημαίνει πόσο υπερήφανη ήταν η πόλη του γι’ αυτόν. Άλλοι δε αναφέρουν ότι η κορινθιακή μοίρα στάλθηκε δυτικά για να επιτηρεί την αιγυπτιακή μοίρα του περσικού στόλου. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι οι Έλληνες είχαν προσυμφωνήσει να ναυμαχήσουν στη Σαλαμίνα, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεμιστοκλή. Για τον λόγο αυτό και ο στόλος συγκεντρώθηκε στη Σαλαμίνα. Όσο για τις διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων ναυάρχων που αναφέρουν οι ιστορικοί Ηρόδοτος – Πλούταρχος, πιστεύεται ότι ήταν φήμες που επίτηδες διαδόθηκαν, διότι στο ελληνικό στρατόπεδο παρεισέφρησαν πράκτορες των Περσών.

Κατά την δεύτερη φάση της ναυμαχίας ο Θεμιστοκλής διαχώρισε στα δύο το δεξιό και ισχυρότερο μέρος της παράταξης, τους Φοίνικες και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν. Οι Αθηναίοι, εκμεταλλευόμενοι και τον κλυδωνισμό των φοινικικών πλοίων από τον άνεμο και το κύμα, κατάφεραν να βυθίσουν πολλά από αυτά. Παράλληλα πλευροκοπήθηκε το περσικό κέντρο. Η συνοχή των πλοίων της Κιλικίας εξανεμίστηκε με τον θάνατο του βασιλιά τους Συνέννεση Γ΄ του Νεώτερου. Η διάσπαση του κέντρου του περσικού στόλου ήταν γεγονός. Μόνον οι Ίωνες πολεμούσαν γενναία εναντίον των Αιγινητών, αλλά άρχισαν να ηττώνται όταν περικυκλώθηκαν από το αθηναϊκό ναυτικό. Η καταβύθιση της εχθρικής ναυαρχίδας του Μεγαβάτη ο οποίος σκοτώθηκε, εκμηδένισε τις όποιες ελπίδες επικράτησης των Περσών (Αισχύλος, Πέρσαι, σελ. 33, 59, 115). Η αποτυχία των Φοινίκων να συγκρατήσουν τους Αθηναίους, απετέλεσε θεμελιώδη αιτία της ήττας των Περσών στη ναυμαχία.

Ο Ηρόδοτος κάνει λόγο και για τον θάνατο του ναυάρχου Αριαβίγνη, διοικητή της ιωνικής και καρικής ναυτικής μοίρας, αδελφό του Ξέρξη, ενώ ο Πλούταρχος για τον Αριαμένη. Καθώς οι δυνάμεις του βασιλιά βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, το σκάφος της Αρτεμισίας καταδιωκόταν από αθηναϊκό πολεμικό (του Αθηναίου Αμεινία)· κι εκείνη, αδυνατώντας να ξεφύγει (γιατί μπροστά της βρίσκονταν άλλα καράβια των συμμάχων της, ενώ το δικό της έτυχε να μείνει τελευταίο προς το μέρος του εχθρού), αποφάσισε να ενεργήσει παράδοξα. Καθώς την καταδίωκε το αθηναϊκό πλοίο, αυτή κινήθηκε ορμητικά και χτύπησε με το έμβολό της ένα (περσικό) σκάφος των Καλυνδαίων, που ανάμεσα στους επιβαίνοντες ήταν κι ο βασιλιάς τους Δαμασίθυμος. Να είχε άραγε εκδηλωθεί ανάμεσά τους κάποια φιλονικία, όταν βρίσκονταν ακόμη στον Ελλήσποντο, δεν μπορεί κάποιος να το πει, ούτε αν το έπραξε εσκεμμένα ή ήταν συγκυρία της τύχης να βρεθεί στην πλώρη της το καράβι των Καλυνδαίων. Πάντως, όταν το εμβόλισε και το βύθισε, από την καλή της τύχη βρήκε διπλό όφελος: πρώτα ο τριήραρχος του αθηναϊκού καραβιού, βλέποντάς την να εμβολίζει σκάφος βαρβάρων, νόμισε ότι το καράβι της είναι ελληνικό ή ότι αυτομόλησε από τους βαρβάρους κι αγωνιζόταν στο πλευρό τους· άλλαξε λοιπόν πορεία και ρίχτηκε σε άλλα πλοία. Δεύτερον παρακολουθώντας τη ναυμαχία ο βασιλιάς, αντιλήφθηκε το σκάφος της να εμβολίζει το άλλο, οπότε κάποιος από τη συνοδεία του είπε: «Άρχοντά μου, βλέπεις πόσο λαμπρά αγωνίζεται η Αρτεμισία και καταβύθισε εχθρικό καράβι;». Εκείνος ρώτησε αν στ’ αλήθεια το κατόρθωμα είναι της Αρτεμισίας, και του είπαν «ναι», καθώς γνώριζαν καλά το σήμα της πλώρης του πλοίου της• κι όσο για το βυθισμένο, πίστευαν πως ήταν εχθρικό. Μάλιστα για καλή της τύχη δεν διασώθηκε κανένας απ’ το σκάφος των Καλυνδαίων για να την κατηγορήσει. Και λέγεται ότι ο Ξέρξης είπε: «Οι μεν άνδρες γεγόνασί μοι γυναίκες, οι δε γυναίκες άνδρες – Να που έγιναν οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες, άνδρες», εγκωμιάζοντάς την (Κυριακίδης, 2019).

Πέρσες τοξότες, Μουσείο Περγάμου, Βερολίνο.

Εν τέλει, επιτεύχθηκε η διάλυση, καταδίωξη, μερική καταστροφή και γενική υποχώρηση του περσικού στόλου, που την παρακολουθούσε εξαγριωμένος και αγανακτώντας ο Ξέρξης, καθισμένος στον θρόνο του στο όρος Αιγάλεω.[7]  Μέσα σε οκτώ ώρες ο ο βασιλιάς των Περσών είδε έκπληκτος το στόλο του να βυθίζεται στα νερά της Σαλαμίνας. Ο Ηρόδοτος δεν δίνει τον αριθμό των απωλειών – αντίθετα ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει καταστροφή 40 ελληνικών και 200 περσικών πλοίων και ο Κτησίας απώλειες 500 περσικών πλοίων. Ο περσικός στόλος υπέστη πανωλεθρία, καθώς εκτός των απωλειών, σημαντικές ήταν οι βλάβες αρκετών πλοίων, οι αιχμαλωτίσεις άλλων, οι θάνατοι και οι τραυματισμοί των πληρωμάτων τους, αλλά και το χαμηλό πλέον ηθικό τους. Ο Αριστείδης με Αθηναίους οπλίτες αποβιβάστηκε στη νήσο Ψυττάλεια, όπου και εξόντωσε τους 4.000 Πέρσες αθανάτους, που είχαν εκεί μεταφερθεί. Οι απώλειες των Ελλήνων σε άνδρες δεν είναι δυνατόν να υπολογιστούν με ακρίβεια, καθόσον σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι περισσότεροι άνδρες των πλοίων που βυθίζονταν κολυμπούσαν μέχρι τις ακτές της Σαλαμίνας και διασώζονταν από τους στρατιώτες που τις περιφρουρούσαν. Τα περσικά πλοία, βοηθούμενα και από δυτικό άνεμο που άρχισε να πνέει κατέφυγαν στο Φάληρο, καταδιωκόμενα από τους Έλληνες. Πολλοί επιφανείς Πέρσες έχασαν την ζωή τους στη ναυμαχία.

Η θέση “Θρόνος του Ξέρξη” επί του όρους Αιγάλεω.

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας ολοκληρώθηκε με τη συντριπτική υπεροχή των Ελλήνων. Ο Διόδωρος Σικελιώτης ισχυρίζεται ότι κάποια στιγμή προς το τέλος, Φοίνικες ναυτικοί αποβιβάσθηκαν στην παραλία μπροστά στο όρος Αιγάλεω και κατέφυγαν στην Αυλή του Πέρση βασιλιά, και προκειμένου να δικαιολογηθούν, κατηγόρησαν τους ανταγωνιστές τους Ίωνες για δήθεν προδοσία, (ή/και συκοφάντησαν τους Κύπριους για δειλία στη ναυμαχία). Ο Ξέρξης όμως που παρακολουθούσε συνεχώς την όλη εξέλιξη και θεωρώντας ότι είχε προσωπική άποψη, όχι μόνον δεν δέχθηκε τις άδικες κατηγορίες, ο ίδιος έριξε όλη την ευθύνη στους συκοφάντες και διέταξε να τους εκτελέσουν.

Ωστόσο ο κίνδυνος για τους Έλληνες δεν είχε εκλείψει. Αν και ηττημένος, ο περσικός στόλος διέθετε ακόμη αριθμητική υπεροχή και ορισμένοι Έλληνες ναύαρχοι ανησυχούσαν μη τυχόν οι αντίπαλοί τους επεδίωκαν και άλλη ναυμαχία. Οι περσικές χερσαίες δυνάμεις δεν είχαν εμπλακεί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο ίδιος ο Ξέρξης χωρίς να έχει αρχικά απελπιστεί από την αποτυχία του στόλου του, σκεφτόταν να γεφυρώσει με χώμα το στενό της Σαλαμίνας και να μεταφέρει στρατό στο νησί, ώστε να συλλάβει τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων. Από την άλλη πλευρά ίσως θέλησε να δώσει αυτήν την εντύπωση στους νικητές Έλληνες, για να κερδίσει λίγο χρόνο. Εκ των υστέρων φυσικά, κρίνουμε ως επιχειρησιακά αποτυχημένη την περσική τακτική, να παραταχθεί ο στόλος σε σειρές στα στενά και να μην αποβιβαστούν στρατεύματα στην ουσιαστικά απροστάτευτη Σαλαμίνα (με τις 200 τριήρεις), ώστε να εγκλωβίσουν τους Αθηναίους, με όμηρους τους πρόσφυγες.

Το σχέδιο του Θεμιστοκλή είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Οι Έλληνες με το ηθικό τους ακμαίο, πανηγύριζαν στα πλοία και στην ξηρά. Όλοι είχαν πολεμήσει όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά αναμφίβολα οι Αθηναίοι, που είχαν καταβάλει πρώτοι τους επικίνδυνους Φοίνικες, άξιζαν τους μεγαλύτερους επαίνους. Αλλά και οι Αιγινήτες ξεχώρισαν για την επιδεξιότητά τους. Δεν προέρχονταν μόνο πάντως από την ελληνική παράταξη όσοι διακρίθηκαν. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, τα πληρώματα των περσικών πολεμικών επέδειξαν γενναιότητα και έδωσαν σκληρή μάχη, παρά την απρόσμενη εξέλιξη της σύγκρουσης. Ο θάνατος αρκετών ηγετών του εχθρικού στόλου αποδεικνύει την αξιοσύνη, την αναμφισβήτητη ανδρεία τους, καθώς και την οξύτητα της αντιπαράθεσης. Εκείνοι μάλιστα που πολέμησαν με χαρακτηριστική γενναιότητα ήταν οι Ίωνες, οι οποίοι ως δικαιολογία προέβαλαν ότι ήθελαν να αποφύγουν την επικειμένη κατηγορία για σύμπραξη με τους συμπατριώτες τους. Φοβόντουσαν επίσης το πιθανό ενδεχόμενο αντεκδικήσεων σε βάρος των συγγενών τους στην Ιωνία. Την ανδρεία των Ιώνων στη Σαλαμίνα, επικρότησε και ο ίδιος ο Ξέρξης. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το γεγονός ότι οι Έλληνες ήταν ξεκούραστοι, ενώ τα περσικά πληρώματα είχαν περάσει το προηγούμενο βράδυ κωπηλατώντας. Παρά την γενναιότητα που επέδειξαν τα περισσότερα από αυτά, οι Έλληνες αποδείχθηκαν πραγματικά ανυπέρβλητοι. Και ήταν επόμενο, αφού τα δικά τους κίνητρα ήταν σημαντικότερα. Προπάντων οι Αθηναίοι, οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς, οι οποίοι γνώριζαν ότι δεν είχαν περιθώρια ήττας, πολέμησαν, κυρίως οι πρώτοι, υπό τα βλέμματα των οικογενειών τους που βρίσκονταν στη Σαλαμίνα και παρακολουθούσαν με αγωνία την πορεία της μάχης, ξεπέρασαν τον εαυτό τους σε επιδεξιότητα και αποφασιστικότητα.

Wilhelm von Kaulbach, Die Seeschlacht bei Salamis, 1868, Maximilianeum, Μόναχο.

Την ίδια αυτή μέρα, της πιο λαμπρής και περιφανούς νίκης των Ελλήνων, συνέβη η μάχη της Ιμέρας. Στη Σικελία οι Καρχηδόνιοι, έπειτα από συνεννόηση με τον Ξέρξη συγκέντρωσαν στρατό και στόλο και επιτέθηκαν στην Ιμέρα. Έτσι θα αδυνατούσαν οι Έλληνες των αποικιών της Σικελίας να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους κατά των Περσών. Η μάχη της Ιμέρας, ήταν μία εξίσου δραματική και οριακή νίκη των Ελλήνων ενάντια στους υπεράριθμους αντιπάλους τους.[8]

Ο Ηρόδοτος καταγράφει το πολεμικό συμβούλιο που διενήργησε ο Ξέρξης μετά την ήττα, όπου ο Μαρδόνιος τον συμβούλευσε να αποχωρήσει, υποσχόμενος ότι με 300.000 στρατό θα υποδούλωνε την Ελλάδα, δικαιολογώντας τους Πέρσες και ρίχνοντας τις ευθύνες στην ανανδρία Φοινίκων, Αιγυπτίων, Κυπρίων και Κιλίκων. Ο Ξέρξης έπρεπε να αποχωρήσει με τον τεράστιο στρατό του, αφού η φτωχή Ελλάδα δεν μπορούσε να τους θρέψει και επιπλέον υπήρχε κίνδυνος αποκοπής των γραμμών επικοινωνιών. Ο ίδιος επιχείρησε να εξαπατήσει για λίγο τους Έλληνες, ότι δήθεν θα συνέχιζε τον πόλεμο. Ο ελληνικός στόλος παρέμεινε σε κατάσταση συναγερμού για μερικές ημέρες προστατεύοντας και τη Σαλαμίνα, έως ότου κάποια νύχτα ο εχθρικός στόλος αποσύρθηκε αθόρυβα.

Όταν οι Έλληνες αντελήφθησαν την αποχώρηση των Περσών από το Φάληρο, τους καταδίωξαν μέχρι το Σούνιο, δίχως όμως να τους προλάβουν. Έτσι έπλευσαν προς την Άνδρο, όπου συνήλθαν σε σύσκεψη. Θεωρούμε ότι αρκετά πλοία είχαν παραμείνει στη Σαλαμίνα, για επισκευές, για προστασία των προσφύγων, για ασφάλεια, ή πιθανόν να μην είχαν ακολουθήσει όλοι οι στρατηγοί στην καταδίωξη. Ο παρορμητικός Θεμιστοκλής, (που προφανώς κυριάρχησε σ’ αυτήν τη συνεδρίαση), πρότεινε την καταδίωξη και την πλήρη διάλυση του περσικού στόλου, καθώς και την καταστροφή των πλοιογεφυρών του Ελλησπόντου. Ο Αριστείδης διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι εάν αποκλειόταν ο Ξέρξης στην Ελλάδα, θα ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να πολεμήσει. Δεν θα εφησύχαζε πλέον να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τη μάχη, αλλά θα μπορούσε να τολμήσει τα πάντα, επιχειρώντας να επανορθώσει την αποτυχία του. «Δεν θα πρέπει Θεμιστοκλή να καταστρέψουμε τις υφιστάμενες γέφυρες αλλά εάν είναι δυνατόν να κατασκευάσουμε και άλλη μία, ώστε να τον εξωθήσουμε γρήγορα εκτός Ευρώπης». Ο Θεμιστοκλής αποκρίθηκε ότι εάν αυτά κρίνονταν συμφέροντα, έπρεπε όλοι να σκεφθούν και να βρουν τρόπο ώστε ο Ξέρξης να αποσυρθεί, το ταχύτερο δυνατόν από την Ελλάδα. Το συγκεκριμένο περιστατικό αποδεικνύει ότι ο Θεμιστοκλής υπολόγιζε ιδιαίτερα την γνώμη του Αριστείδη και η συμπεριφορά του αυτή καταδεικνύει την απόλυτη αμεροληψία του, καθώς οι δύο άνδρες ανήκαν σε διαφορετικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους. Είχαν όμως κοινό όραμα και επιθυμία τη σωτηρία της Ελλάδας και την ανάδειξη της Αθήνας, πράγμα που τους κατεύθυνε στην αμοιβαία εκτίμηση των ικανοτήτων τους και σε δημιουργική συνεργασία.

Μόλις αποφασίστηκε η ανεμπόδιστη φυγή των εισβολέων, ο Θεμιστοκλής σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ξαναέστειλε τον υπηρέτη του Σίκιννο στον Ξέρξη ενημερώνοντάς τον ότι θα συγκρατούσε τους Έλληνες να μην τον καταδιώξουν, ώστε εύχερα, να μπορέσει να απαγκιστρωθεί. Κατά τον Σταγειρίτη (1816, σελ. 45) ο Θεμιστοκλής απέστειλε στον Ξέρξη τον Αρνάκην, έναν βασιλικό ευνούχο, που εντόπισε ανάμεσα στους αιχμαλώτους, με την παραγγελία να πει στον βασιλιά του ότι οι Έλληνες αποφάσισαν να πλεύσουν στον Ελλήσποντο και να διαλύσουν τις πλοιογέφυρες, αλλά ο Θεμιστοκλής μεριμνώντας υπέρ του, τον συμβούλευε να σπεύσει να επιστρέψει στις δικές του θάλασσες και να φθάσει, ενόσο εκείνος θα επέφερε αναβολή και καθυστερήσεις στους συμμάχους, για την δίωξη των Περσών.

Ο Πέρσης βασιλιάς επέστρεψε στην Ασία από την ίδια οδό που είχε πορευτεί επί τρείς μήνες, σε λιγότερο από πενήντα ημέρες (με σοβαρά προβλήματα τροφοδοσίας), θεωρώντας ότι δεν νικήθηκε από τον Θεμιστοκλή, αλλά ότι διασώθηκε από αυτόν! Ο στόλος του είχε ήδη αποπλεύσει για την Ασία, με στόχο κυρίως την προστασία των γεφυρών του Ελλησπόντου. Οι Πέρσες ήταν απογοητευμένοι από τον κατά θάλασσα αγώνα, έτρεφαν όμως μεγάλες ελπίδες ότι ο Μαρδόνιος εύκολα θα νικούσε τους Έλληνες στην ξηρά, μόλις θα έρχονταν η άνοιξη.[9]

Έλληνας οπλίτης σκοτώνει Πέρση στρατιώτη. Λεπτομέρεια από αγγείο του 5ου αιώνα π.Χ.

Συνοπτικά, το αποτέλεσμα της ναυμαχίας, μία επανάσταση που ξέσπασε στην Βαβυλωνία, καθώς και ο φόβος μη τυχόν οι Έλληνες καταστρέψουν τις πλοιογέφυρές του στον Ελλήσποντο και αποκλειστεί στην Ευρώπη, εξανάγκασαν τον Ξέρξη να επιστρέψει μέσω ξηράς με τα στρατεύματά του άμεσα στην Ασία. Και απόδειξη της φρονήσεως του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη παρείχε ο Μαρδόνιος, διότι στην αντιπαράθεση των Ελλήνων μαζί του, διαθέτοντας ένα μόνο μέρος των δυνάμεων του Μεγάλου Βασιλιά στις Πλαταιές, κινδύνευσαν να ηττηθούν.

Η καταδίωξη εκτελέστηκε λοιπόν μέχρι την Άνδρο. Οι σύμμαχοι περιορίστηκαν να επαναπροσδέσουν στο «Ελληνικό άρμα» ορισμένες πόλεις και νησιά που είχαν μηδίσει. Η Πάρος φοβήθηκε και έδωσε χρήματα, ώστε να αποφύγει την τιμωρία. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε χρήματα και από τους κατοίκους της Άνδρου διότι μήδισαν, λέγοντας το θρυλλούμενο ότι έχει δύο θεές, την Πειθώ και την Βία. Οι Ανδριώτες του απεκκρίθηκαν ότι αυτοί έχουν την Πενία και την Απορία, οπότε μετά από μία χλιαρή απόπειρα πολιορκίας, ο συμμαχικός στόλος αναχώρησε και αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε στη Σαλαμίνα, ενώ ο Ξέρξης είχε ήδη αναχωρήσει. Εκεί ξεχώρισαν τα καλύτερα λάφυρα που πήραν από τους Πέρσες για τους θεούς, (συνήθως τους αφιέρωναν το ένα δέκατο), κι ανάμεσα στ’ άλλα και τρεις φοινικικές τριήρεις, [τη μία για να την αφιερώσουν στον Ισθμό, την άλλη στο Σούνιο (ναοί του θεού της θάλασσας, Ποσειδώνα), και την τρίτη στη Σαλαμίνα, προς τιμήν του Αίαντος]. Στη συνέχεια διένειμαν τη λεία και μέρος της έστειλαν στους Δελφούς, κι απ’ αυτά τα λάφυρα κατασκευάστηκε ανδριάντας, ύψους δώδεκα πήχεων που κρατούσε στα χέρια του πλώρη πλοίου. Μετά την διανομή των λαφύρων, οι Έλληνες έπλευσαν στον Ισθμό, όπου ήταν συγκεντρωμένο το πεζικό των Πελοποννησίων, για να αποδώσουν την τριήρη στο ναό του Ποσειδώνα, να αναδείξουν με ψηφοφορία και να δώσουν το αριστείο στον Έλληνα που αναδείχτηκε ο αξιότερος απ’ όλους σ’ αυτές τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Στον Θεμιστοκλή δεν απέδωσαν κανένα βραβείο, αν και υπήρξε ο πραγματικός αρχιναύαρχος και ο ιθύνων νους της περιφανούς νίκης. Στρατηγοί έθεταν πάνω στον βωμό του Ποσειδώνα δύο ψήφους ο καθένας τους, τη μία για όποιον έκριναν πρώτο, την άλλη για τον δεύτερο, (είχαν αυτογνωσία λοιπόν, υιοθετώντας αυτό το σύστημα των δύο ψήφων). Όλοι ψήφισαν πρώτα τον εαυτό τους, καθώς ο καθένας τους πίστευε ότι αποδείχθηκε ο καλύτερος, ενώ για τον δεύτερο στην πλειοψηφία τους ψήφισαν τον ίδιο άνδρα, τον Θεμιστοκλή. Από τους στρατηγούς ο καθένας έμενε μόνο με την ψήφο του, ενώ ο Θεμιστοκλής υπερτερούσε σημαντικά για την δεύτερη θέση. Οι Έλληνες όμως δεν θέλησαν από φθόνο, να εκφέρουν την κρίση τους, να αναγνωρίσουν την κύρια συμβολή του Θεμιστοκλή και των Αθηναίων στη νίκη τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και να επικυρώσουν αυτό το δίκαιο αποτέλεσμα, αλλά οι αρχηγοί με τα καράβια τους επέστρεψαν στις πόλεις τους. Τιμήθηκε μόνο ο Αμεινίας, ο αδελφός του ηρωικά φονευθέντος στον Μαραθώνα Κυναίγειρου και του Αισχύλου, καθώς βύθισε τη ναυαρχίδα των Περσών και σκότωσε τον ναύαρχό τους (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 48).

Οι κάτοικοι της Αθήνας, μετά την αποχώρηση των Περσών επανήλθαν στην πόλη τους. Δεν ήταν όμως πια οι ίδιοι άνθρωποι, οι καταπτοημένοι, πικραμένοι, κατηφείς πρόσφυγες που έφευγαν με τα λίγα υπάρχοντά τους πριν μερικές εβδομάδες, αποθέτοντας τις ελπίδες τους στις απόψεις ενός στρατηγού, του Θεμιστοκλή. Ήταν πλέον οι γεμάτοι υπερηφάνεια, χαμογελαστοί, ήρωες της Σαλαμίνας. Η αγέρωχη, ανδρεία και καρτερική στάση των Αθηναίων, ενέπνευσαν αργότερα στον Θουκυδίδη το απόφθεγμα, (Επιτάφιος Περικλή): «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον» («ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι»). Πιθανόν πολλά γυναικόπαιδα για λόγους ασφάλειας να παρέμειναν εκτός Αττικής, αναμένοντας καρτερικά τις εξελίξεις, σχετικά με την υφιστάμενη απειλή του Μαρδόνιου.

Όσον αφορά στον Θεμιστοκλή, το όνομά του   έγινε ξακουστό και κέρδισε στον ελληνικό κόσμο την φήμη του ανώτερου σε σοφία Έλληνα. Ο Θεμιστοκλής αναγνωρίστηκε και δοξάστηκε απ’ όλους τους Έλληνες ως ικανός, επιδέξιος, σοφός στρατηγός και αρχιτέκτονας της μεγάλης νίκης στη Σαλαμίνα. Αυτή ήταν η δίκαιη αναγνώριση για τον κύριο πρωταγωνιστή της νίκης. Κι επειδή αυτοί που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας δεν τον τίμησαν όπως έπρεπε για τη νίκη, ο Θεμιστοκλής επισκέφθηκε τη Σπάρτη, όπου οι Λακεδαιμόνιοι του επιφύλαξαν λαμπρή υποδοχή και τον τίμησαν με ηθικά και υλικά έπαθλα. Το αριστείο βέβαια το έδωσαν στον Ευρυβιάδη, ένα στεφάνι από ελιά. Όμως στεφάνι από ελιά έδωσαν και στον Θεμιστοκλή για την αξιοσύνη του. Του δώρισαν το ομορφότερο άρμα της Σπάρτης κι αφού του έπλεξαν λαμπρό εγκώμιο, στην επιστροφή του τον κατευόδωσαν, ως τιμητική συνοδεία, τριακόσιοι επίλεκτοι Σπαρτιάτες ιππείς, ως τα σύνορα της Tεγέας (Πλούταρχος, 1992, μετ. Μερακλής, σελ. 39).

Οι εξαιρετικές τιμές, που σε κανέναν έως τότε ξένο δεν είχαν απονεμηθεί στη Σπάρτη, προκάλεσαν την δυσμένεια των Αθηναίων, οι οποίοι, λίγους μήνες μετά τη Σαλαμίνα, λησμόνησαν τις υπηρεσίες του και ανέθεσαν το επόμενο έτος την αρχηγία του στρατού ξηράς στον Αριστείδη και του στόλου στον Ξάνθιππο (πατέρα του Περικλή), γι’ αυτό και ο Θεμιστοκλής θα λείπει από την κομβική μάχη των Πλαταιών και την τελευταία των Περσικών Πολέμων στη Μυκάλη (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 49). Ο Διόδωρος ισχυρίζεται ότι μόλις έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ο Θεμιστοκλής έλαβε δώρα από τους Λακεδαιμονίους, όρισαν στην θέση του, τον Ξάνθιππο.

2.500 χρόνια από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας – Ο Θρίαμβος της Δημοκρατίας

Επίλογος

Οι Περσικοί Πόλεμοι του 5ου αιώνα π.Χ., έχουν τεράστια ουσιαστική και συμβολική αξία, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην ιστορία, τον πολιτισμό, την κοινωνία, την οικονομία και την οικοδόμηση της Ευρώπης. Διέσωσαν την ευκαιρία της πολιτισμικής ακμής της Αθήνας, την ανάπτυξη των ελεύθερων θεσμών, τις ουσιώδεις αρχές που διέπουν τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και επέτρεψαν την εξελικτική πορεία της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Ειδικά στη Σαλαμίνα, χάρη στην εμπνευσμένη ηγεσία και την αποφασιστικότητα του Θεμιστοκλή, Έλληνες ναυτικοί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία απλοί άνθρωποι του λαού, συνέτριψαν σε μία επική ναυμαχία στα νερά του Σαρωνικού τους Ασιάτες εισβολείς και επέτρεψαν στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, να οικοδομήσει τον ανθρωποκεντρικό της πολιτισμό. Ο Θεμιστοκλής αναμφισβήτητα υπήρξε διορατικός πολιτικός και μεγαλοφυής ηγέτης, ο οποίος στερέωσε και ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των μεγαλόπνοων σχεδίων του. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους Περσικούς Πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην παγκόσμια ιστορία.

Η ναυμαχία στη Σαλαμίνα εξουδετέρωσε την περσική απειλή στα ελληνικά παράλια, προξένησε ισχυρό πλήγμα στο γόητρο του Ξέρξη, κατέστησε την Πελοπόννησο απόρθητη και επέτρεψε στους Πελοποννήσιους να στείλουν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις στις Πλαταιές την επόμενη χρονιά. Τα αίτια που οδήγησαν στη λαμπρή νίκη του ελληνικού στόλου ήταν πολλά. Κύριος συντελεστής της περσικής ήττας ήταν ο Θεμιστοκλής, τα σχέδια, οι επιλογές και οι αποφάσεις του. Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές, το αποτέλεσμα δικαίωσε τις αποφάσεις του για την θαλάσσια ισχύ, τη ναυπήγηση ισχυρού στόλου, τις θαλάσσιες συγκρούσεις, τις επιλογές των θέσεων και των τακτικών για τις ναυμαχίες. Ο αρχιτέκτονας της νίκης Θεμιστοκλής, δεν αδράνησε, δεν λιγοψύχησε, δεν άφησε τα πράγματα στην τύχη.

Ο Θεμιστοκλής διοίκησε ουσιαστικά με θαυμαστό τρόπο και διαχειρίστηκε με επιτυχία μία σειρά προβλημάτων και κρίσεων, σ’ ένα αφιλόξενο, εχθρικό και πολύπλοκο περιβάλλον, αποδεχόμενος ακόμη και την προσωπική του ήττα στο αγώνα που έδωσε με αυταπάρνηση και πρωτοφανή αυτοπεποίθηση. Καινοτόμησε και ανέλαβε μεγάλους κινδύνους, με τη στρατηγική του στροφή αποκλειστικά στο ναυτικό, αν και η Αθήνα παραδοσιακά ήταν γεωργική, γεωγραφικά δεν ήταν νησί και υπήρχαν ισχυρά εγχώρια συμφέροντα αντιτιθέμενα σ΄ αυτήν την επιλογή. Οι ιδέες και η δράση του Θεμιστοκλή, η ανάπτυξη της ναυτικής ισχύος της Αθήνας και της πλήρους εκμηδένισης της Περσικής επιθετικότητας, η αποτελεσματικότητα της ικανής ηγεσίας, η αισιοδοξία που πηγάζει από αυτά τα ιστορικά γεγονότα, η προπαρασκευή για τις ανάλογες προκλήσεις, που αντιμετωπίζει η πατρίδα και ο λαός μας από τις επεκτατικές βλέψεις των ανατολικών της γειτόνων και όχι μόνο, δύναται να σηματοδοτήσουν έναν οδηγό για την κατάλληλη διαμόρφωση μίας ασπίδας προστασίας τους.

 

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.
Ο Δημήτριος Γεωργαντάς είναι Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο συμμαχικός στόλος αποτελούνταν από 200 Αθηναϊκές τριήρεις, 40 από Κόρινθο, 30 από Αίγινα, 20 από Μέγαρα, 16 από Σπάρτη, 15 της Σικυώνας (Κιάτο), 10 της Επιδαύρου, 7 της Αμβρακίας, 7 της Ερέτριας και άλλες 33 από άλλες ναυτικές πόλεις, (σύνολο 378 τριήρεις και 14 πεντηκοντόρους από τα νησιά Μήλο, Σίφνο, Σέριφο, Κέα, Κύθνο, που μάλλον προσέφεραν βοηθητικές υπηρεσίες).

[2] Μας θυμίζει τον διάλογο Καλλίμαχου – Μιλτιάδη πριν τη μάχη του Μαραθώνα.

[3] Ανέφικτο σχέδιο καθώς ο εχθρός καιροφυλακτούσε στον Σαρωνικό και τα γυναικόπαιδα ήταν στη Σαλαμίνα, στην Αίγινα και στην Τροιζήνα.

[4] Εκείνος υποστήριξε, όταν βρέθηκε ενώπιον του Ξέρξη, ότι τον έστειλε ο Θεμιστοκλής, καθόσον επιθυμούσε να νικήσουν οι Πέρσες: «Μ’ έστειλε ο στρατηγός των Αθηναίων κρυφά από τους άλλους Έλληνες, διότι διάκειται ευνοϊκά προς τον βασιλέα και προτιμά να υπερισχύσετε εσείς καλύτερα παρά οι Έλληνες, για να σας ανακοινώσω ότι οι Έλληνες τρομοκρατημένοι σκοπεύουν να φύγουν με τρόπο τώρα. Να μία ευκαιρία να εκτελέσετε το ωραιότερο κατόρθωμά σας, αν δεν τους αφήσετε να διαφύγουν, ούτε και πρόκειται να σας φέρουν αντίσταση, αυτοί που είναι με το δικό σας μέρος και οι άλλοι που δεν είναι». Σίγουρα όσα ανέφερε στον Ξέρξη ήταν αλήθεια, ταυτόχρονα όμως εξανάγκαζε τους Έλληνες να πολεμήσουν στη Σαλαμίνα. Αν και η αφήγηση αυτή έχει αμφισβητηθεί από πολλούς ιστορικούς, επαναλαμβάνεται στην τραγωδία του Αισχύλου Πέρσες, που γράφηκε το 472 π.Χ., μόλις οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πρόσθετα κατά τον Ηρόδοτο, μετά τον πόλεμο ο Θεμιστοκλής φρόντισε ο Σίκιννος να γίνει πολίτης των Θεσπιών και του χάρισε πολλά πλούτη.

[5] Η Αρτεμισία απηύθυνε με θάρρος το λόγο στον Ξέρξη. Πρότεινε να μη βιαστούν γιατί οι Έλληνες δεν θα έμεναν ενωμένοι για πολύ καιρό, ακόμη και λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού θα διαλύονταν και θα επέστρεφε ο καθένας στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αντίθετα τόνισε εάν ναυμαχούσαν, σε ενδεχόμενη ήττα του ναυτικού θα παρασύρονταν σε καταστροφή και οι χερσαίες δυνάμεις τους. Ο εξόριστος Δημάρατος είχε προτείνει στον Ξέρξη να στείλει τον στόλο του στα Κύθηρα για αντιπερισπασμό. Οι Σπαρτιάτες θα αναγκάζονταν να σπεύσουν να προασπίσουν την πόλη τους, θα αποδυναμώνονταν οι υπόλοιποι Έλληνες και θα αναγκάζονταν να υποταχθούν. Η Σπάρτη δεν θα μπορούσε μόνη της να αντιμετωπίσει τους Πέρσες και θα υπέκυπτε. Ευτυχώς για τους Έλληνες έφερε αντίρρηση ο ναύαρχος Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξη, με συνέπεια να μην υλοποιηθεί η πρόταση του Δημάρατου.

[6] Παρά τη μνημειώδη σημασία της ναυμαχίας, δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για την διεξαγωγή της.

[7] Ο Ξέρξης παρακολουθούσε τη ναυμαχία, ώστε να μην δειλιάσουν τα πληρώματά του. Οι γραμματείς του σημείωναν τους τριήραρχους που πολεμούσαν άξια. Ο «Θρόνος του» μέχρι πριν λίγα χρόνια βρίσκονταν στο όρος Αιγάλεω (Ηράκλειον Περάματος, παλαιά θέση “Κέρατα”). Δυστυχώς κλάπηκε πριν λίγα χρόνια, αποστερώντας από τους επισκέπτες ένα σημαντικό πολιτιστικό μνημείο.

[8] Ο τύραννος Γέλων των Συρακουσών κατόρθωσε να παραπλανήσει τους Καρχηδόνιους και να νικήσει στρατό και στόλο τους, με τον επικεφαλής στρατηγό Αμίλκα να σκοτώνεται. Η αποφασιστική επικράτηση των Ελλήνων της Σικελίας τερμάτισε τις επιθετικές ενέργειες των Καρχηδονίων, για τα επόμενα 70 έτη. Ο Γέλων μετά τη νίκη του ετοιμάστηκε να σαλπάρει με μεγάλες δυνάμεις και πολλά πολεμικά πλοία για βοήθεια των Ελλήνων κατά των Περσών, αλλά πληροφορήθηκε τη νίκη στη Σαλαμίνα.

[9] Ο Ξέρξης αρχικά υποχώρησε με τον στρατό του στην Βοιωτία. Από εκεί στην Θεσσαλία. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 480 π.Χ. κινήθηκε βόρεια. Ο Ηρόδοτος και ο Αισχύλος αναφέρουν ότι η πείνα μάστιζε τα στρατεύματά του. Έτρωγαν το γρασίδι, ακόμα και τα φύλλα και τους φλοιούς των δένδρων. Η κακή διατροφή τους προκάλεσε πολλές ασθένειες. Κάθε ημέρα πέθαιναν εκατοντάδες στρατιώτες του. Πολλοί αφήνονταν πίσω στις Θεσσαλικές, Μακεδονικές και Θρακικές πόλεις, καθόσον ήταν τελείως εξαντλημένοι και ανίκανοι να προχωρήσουν. Μετά από βεβιασμένη πορεία 45-50 ημερών, ο ταλαιπωρημένος στρατός του προσέγγισε τον Ελλήσποντο, όπου όμως βρήκε τελικά κατεστραμμένες από την κακοκαιρία τις γέφυρες. Ο Ξέρξης διέσχισε με πλοίο το στενό και κατευθύνθηκε στις Σάρδεις, ενώ ο υπόλοιπος στρατός του ανέμενε την επισκευή των γεφυρών. Ο Ξέρξης διαχείμασε στις Σάρδεις και την άνοιξη επέστρεψε στα Σούσα.

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς: Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή. Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας (Μέρος Α΄)

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς

 

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή.

Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας

(Μέρος Α΄)

 

«Τό δέ ναυτικόν τέχνης εστίν, ὣσπερ καί ἂλλο τι, καί οὐκ ἐνδέχεται, ὃταν τύχῃ, ἐκ παρέργου μελετᾶσθαι, ἀλλά μᾶλλον μηδέν ἐκείνῳ πάρεργον ἂλλο γίγνεσθαι»

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Εισαγωγικά

Πολλά βιβλία, κείμενα άρθρα έχουν γραφεί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, την ονομαστή ναυμαχία της αρχαιότητας, κατά την οποία ο πανίσχυρος στόλος των Περσών κατατροπώθηκε από τους Έλληνες, με μικρές δυνάμεις, αλλά με άριστη τακτική. Στην χώρα μας η επέτειος των 2.500 ετών, από τη μάχη των Θερμοπυλών και των ναυμαχιών Αρτεμισίου και Σαλαμίνας εορτάστηκε συμβατικά το 2020. Σχεδιαστής και πρωταγωνιστής αυτών των νικηφόρων ναυμαχιών υπήρξε ο πολιτικός και στρατηγός/ναύαρχος της αρχαίας Αθήνας, ο Θεμιστοκλής. Δύο χιλιάδες πεντακόσια δύο έτη μετά τις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, επιχειρούμε με αυτό το κείμενο να τιμήσουμε τον ίδιο και τις υπηρεσίες που προσέφερε, στην επιβίωση και στην εξέλιξη του Ελληνισμού.

Ειδικότερα στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε την γενική εξέταση της ηγετικής στάσης και συμπεριφοράς του Θεμιστοκλή, πολιτικού αρχηγού και στρατηγού των Αθηναίων, την περίοδο των Ελληνο-Περσικών Πολέμων (Μηδικά) – οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν οδηγό και πρότυπο στους σύγχρονους ηγέτες. Κεντρικό ρόλο κατέχει η διάκριση μεταξύ ισχύος – εξαναγκασμού (καθεστώς τυραννίας) και προτροπών – συμβουλών (καθεστώς δημοκρατίας). Ο Θεμιστοκλής απέφευγε την χρήση βίας, του φόβου, των απειλών και προσπαθούσε να επιτύχει με την πειθώ, με συμβουλές, με αιτιολογημένες προτάσεις, αξιοποιώντας τα προσόντα του και τις ευκαιρίες και υιοθετώντας καινοτομίες, κόντρα στα κατεστημένα συμφέροντα της εποχής του. Φυσικά ως ένας άλλος πολυμήχανος, εύγλωττος και ευρηματικός Οδυσσέας, ήταν προσανατολισμένος στην επίτευξη του σκοπού, αξιοποιώντας κάθε μέσο …[1]

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του οραματιστή ηγέτη, πολιτικού και στρατηγού της αρχαίας Αθήνας, ναυάρχου-νικητή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Έχει σκοπό να στοχαστεί κριτικά ο αναγνώστης, τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Θεμιστοκλής στην ιστορία της χώρας μας και να αντιληφθεί ότι για τα μικρά έθνη έχει πρώτιστη σημασία, η διαρκής ανάδειξη και η λαϊκή στήριξη ικανών και προικισμένων ηγετών, οι οποίοι με τον βίο και την πολιτεία τους δημιουργούν αντάξιους διαδόχους. Το κείμενο επιχειρεί να μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα, αναλογικής, αποτελεσματικής αντίδρασης των σημερινών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα μας, στους τομείς της ελευθερίας, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης.

 

Η Ζωή και η Προσωπικότητα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους, ο Φρεάριος, (527–460/459 π.Χ.), υπήρξε Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός. Εξέχουσα μορφή και αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα. Πολέμησε στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., (37 ετών) και στις Ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. [28 ή 29 Σεπτεμβρίου (κατ΄ άλλους 22/9)] – (47 ετών). Παραμένει ως ο οραματιστής και θεμελιωτής της ναυτικής ισχύος της Αθήνας και ο βασικός συντελεστής της καθοριστικής νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής κυριαρχίας στην Ανατ. Μεσόγειο.

Ο Θεμιστοκλής πιθανότατα υπήρξε ένθερμος υπερασπιστής, ή/και συνεργάτης του Κλεισθένη. Η πολιτική του τελευταίου υποστήριζε τα συμφέροντα αυτών που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, το θεωρούσαν άδικο και αγωνίζονταν να τα αποκτήσουν. Η συνείδηση της καταγωγής, οι πρώτοι καθεστωτικοί αγώνες την περίοδο 510-500 π.Χ., η Ιωνική επανάσταση, σημάδεψαν τον Θεμιστοκλή και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του σε ριζοσπαστικό αρχηγό της δημοκρατικής παράταξης της Αθήνας.

Προτομή του Θεμιστοκλή της Ρωμαϊκής περιόδου, εμπνευσμένη από προγενέστερο ελληνικό πρωτότυπο, Museo Archeologico Ostiense, Ρώμη

Η δημοκρατική διακυβέρνηση στην Αθήνα δημιούργησε πλούτο ευκαιριών για άνδρες (όπως ο Θεμιστοκλής), που δεν είχαν προηγουμένως πρόσβαση στην εξουσία. Ο Θεμιστοκλής ασχολούμενος με τα κοινά έγινε δημοφιλής και από νωρίς ανήλθε σε αξιώματα. Το 493 π.Χ. (34 ετών), εκλέχθηκε, «Επώνυμος Άρχων» και διατυπώνει με απόλυτη σαφήνεια το ναυτικό του πρόγραμμα. Είχε να αντιμετωπίσει βασικά ζητήματα για την υλοποίηση του προγράμματός του: να πείσει την Εκκλησία του Δήμου, να κατασκευάσει υποδομές, να ναυπηγήσει πλοία, να βρει τα αναγκαία πληρώματα, να τα εκπαιδεύσει, να βρει χρηματοδότηση γι΄ όλα αυτά. Η ευφυΐα του και τα ηγετικά του προσόντα τον βοήθησαν.[2] Για να κατανοήσουν οι Αθηναίοι τον περσικό κίνδυνο, έγινε χορηγός ενός θεατρικού έργου, πού έγραψε ο τραγικός ποιητής Φρύνιχος, το Μιλήτου Άλωσις.[3] Από την αρχή της ανάμειξής του στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής επιζητούσε να θέσει σε λειτουργία τα σχέδιά του για την βελτίωση της πολεμικής και πολιτειακής οργάνωσης της πόλης. Πιστός στο δόγμα μεταφοράς του επερχόμενου πολέμου στην θάλασσα, πρότεινε η Αθήνα να μετατρέψει σε επίνειό της τον Πειραιά, αξιοποιώντας τους τρείς φυσικούς του λιμένες. Εισηγήθηκε την κατάλληλη οχύρωση του Πειραιά και την μετατροπή του σε πολεμικό λιμάνι. Τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ., σε ηλικία 37 ετών, έλαβε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, ως στρατηγός.

Στήλη πεσόντων της Ερεχθηίδος Φυλής. Έχει συσχετιστεί με το πολυάνδριο των 192 πεσόντων της μάχης του Μαραθώνα, Αρχαιολογικό Μουσείο, Άστρος.
Η περικεφαλαία του Μιλτιάδη από το ιερό του Δία στηνΟλυμπία. Φέρει την επιγραφή: Μιλτιάδης ἀνέθεκεν τῷ Διί, Αρχαιολογικό Μουσείο, Ολυμπία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Θεμιστοκλής υπήρξε πρωτεργάτης της πανελλήνιας συμφιλίωσης και εμπνευστής της μετατροπής της Αθήνας σε ισχυρή ναυτική δύναμη, απαλλαγμένος την κρίσιμη στιγμή από πολιτικές εμπάθειες και μικροπρέπειες, δικαιωθείς από το θριαμβευτικό αποτέλεσμα στη Σαλαμίνα. Για την αξιόμαχη πλεύση του στόλου που σχεδίαζε, χρειάζονταν χιλιάδες κωπηλάτες, (34.000 άνδρες για 200 τριήρεις, με την παραδοχή των 170 ατόμων για κάθε τριήρη). Τα πληρώματα των πλοίων μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από τους θήτες, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να διαθέτουν δικό τους εξοπλισμό, ώστε να πολεμούν ως οπλίτες. Όταν γίνονταν κωπηλάτες, ο στόλος θα μπορούσε να βασίζεται πάνω τους. Η ναυτική Αθήνα είχε ανάγκη τους κωπηλάτες πλέον θήτες, σε αντίθεση με την προγενέστερη αγροτική Αθήνα.

Ο Θεμιστοκλής αντιλαμβανόμενος ότι αδυνατούσε να συνεργαστεί με τις άλλες παρατάξεις ενώπιον της απειλής των Περσών, άλλαξε τακτική: επιχείρησε να εφαρμόσει τα σχέδιά του περιορίζοντας την ισχύ των άλλων πολιτικών αρχηγών, ώστε να κυριαρχήσει στην Αθήνα, εκμεταλλευόμενος τον θεσμό του οστρακισμού. Διέθετε την υποστήριξη των θητών, ενώ, το 484 π.Χ. επικράτησαν στην Αθήνα οι δημοκρατικοί. Από την περιρρέουσα γεωπολιτική κατάσταση της μελλοντικής περσικής απειλής έθεσε στόχο και πέτυχε το 482 π.Χ. και τον εξοστρακισμό του πιο σκληρού του αντιπάλου του Αριστείδη, έχοντας πάντοτε ως στόχο την διαμόρφωση ενιαίου εσωτερικού μετώπου στην Αθήνα.

Όστρακο που φέρει το όνομα του Αριστείδη

Η τύχη ευνόησε την πόλη όταν περί το 483 π.Χ. ανακαλύφθηκε στο Λαύριο νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε να εγκαταλειφθεί η επιδοματική πολιτική της διανομής του πλούτου και να κατασκευαστούν τριήρεις, δήθεν για την αντιμετώπιση του ναυτικού ανταγωνισμού με τους, Αιγινήτες και τους Κορίνθιους. Η ικανότητά του να πείσει την Εκκλησία του Δήμου ειδικά στο ζήτημα αυτό, καταδεικνύει την ηγετική του μορφή. Ακόμη και η μεθόδευση υλοποίησης του όλου σχεδίου αποκαλύπτει τα προσόντα του και ως πολιτικού-οικονομολόγου.[4]

 

Η Πολεμική Δράση του Θεμιστοκλή έως και τη Ναυμαχία του Αρτεμισίου

Μετά την Ιωνική επανάσταση οι Πέρσες σταδιακά, κατέπνιξαν πρώτα (και αυτό έχει τη σημερινή γεωπολιτική του σημασία) την εξέγερση στην Κύπρο, (οι Κύπριοι διασπάστηκαν και οι Έλληνες δεν βοήθησαν όσο έπρεπε), κατόπιν στην Καρία, στην Ιωνία και στη συνέχεια στράφηκαν κατά της Ελλάδας. Το 492 π.Χ. με τον Μαρδόνιο απέτυχαν στην πρώτη εισβολή, λόγω της καταστροφής του στόλου τους από καταιγίδα στον Άθω – απρόβλεπτος παράγοντας που λειτούργησε υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Το 490 π.Χ. στον Μαραθώνα, ο εξηντάχρονος (!) Μιλτιάδης, κατανίκησε τους Πέρσες, (δεύτερη απόπειρα εισβολής). Μετά τον θάνατό του διαμορφώθηκε ένα «κενό εξουσίας» στην δημοκρατική Αθήνα, που καλυπτόταν πότε από τους συντηρητικούς με τον Αριστείδη και πότε από τους δημοκρατικούς με τον Θεμιστοκλή, εν μέσω αδυσώπητων πολιτικών αγώνων για την ανάληψη και διατήρηση της εξουσίας. Στην κοινωνική οργάνωση της αρχαίας Αθήνας, ο Θεμιστοκλής μετά τη νικηφόρα μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., ως αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης, αλλά και γενικότερα ως ηγέτης των Ελλήνων, φέρεται να διαμόρφωσε ως βασικό του σχεδιασμό αυτόν που τα θεμελιώδη στοιχεία του αποτυπώνονται στον παρακάτω Πίνακα.

Πηγή: https://infognomonpolitics.gr/2020/09/themistoklis-igesia-lipsi-apofaseon-navmachia-tis-salaminos/

Στην ιστορική συνέχεια, ο Ξέρξης Α΄ ανέβηκε στον θρόνο των Περσών το 486 π.Χ., σε ηλικία 34 ετών. Κληρονόμησε από τον πατέρα του δύο σοβαρότατα θέματα για επίλυση: το Αιγυπτιακό και το Ελληνικό. Η λήψη απόφασης από τον Ξέρξη για γενικευμένο πόλεμο εναντίον των Ελλήνων, αποκαλύπτει αυτό που επεδίωκαν οι Πέρσες: την πλήρη καθυπόταξη της μητροπολιτικής Ελλάδας. Συνέδριο των Περσών υπό τον Ξέρξη αποφάσισε την τρίτη κατά σειρά επίθεση εναντίον της Ελλάδος και αναλήφθηκαν οι προετοιμασίες με εντατικούς ρυθμούς. Στον διπλωματικό τομέα ο Ξέρξης επιζήτησε να εξασφαλίσει συμμάχους και συγχρόνως να διασπάσει τους Έλληνες. Απεσταλμένοι του ταξίδεψαν προς την Καρχηδόνα, την Θεσσαλία, την Βοιωτία (Θήβες), το Άργος και αλλού. Μία συμμαχία Καρχηδόνας – Περσίας θα εμπόδιζε τους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος να βοηθήσουν τη μητροπολιτική Ελλάδα. Ο εκπρόσωπος της ορθοφροσύνης Αρτάβανος επισήμανε στον Ξέρξη μεταξύ άλλων και το πρόβλημα της τροφοδοσίας της στρατιάς που θα είχε να αντιμετωπίσει, λόγω του μεγέθους της, προελαύνοντας σε εχθρική χώρα. Ο Ξέρξης απάντησε λέγοντας ότι μια εκστρατεία πραγματοποιείται με τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων σιταριού και νομής, ενώ πρόσθετα θα κατασχόταν η παραγωγή όποιας περιοχής στο μεταξύ υπετάσσετο, καθώς η εισβολή επρόκειτο να διενεργηθεί εις βάρος γεωργικών περιοχών.

Το φθινόπωρο του 481 π.Χ. είχε πραγματοποιηθεί στην Κόρινθο, συνέδριο των ελληνικών πόλεων- κρατών, όπου περί τις 31 πόλεις του Πανελληνίου συμφώνησαν να παραμερίσουν τις έχθρες και τις μεταξύ των διενέξεις και να ενωθούν ενάντια στην επικείμενη περσική εισβολή. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Θεμιστοκλή ήταν ότι έπαυσε τις ελληνικές διαμάχες, συμφιλίωσε τις πόλεις και τις έπεισε να αναβάλλουν τις έχθρες τους εν όψει της αντιμετώπισης του κοινού εχθρού. Απέδειξε ότι οι πατρίδες δεν σώζονται στις δύσκολες στιγμές από μακάριους πολιτικούς, αλλά από εκείνους που διαθέτουν τόλμη και φαντασία και τους ικανούς που προβλέπουν το μέλλον. Ακόμη και η διοίκηση των ναυτικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Σπαρτιάτη Ευρυβιάδη (τυπικός αρχηγός). Ωστόσο, ήταν προφανές ότι ο Θεμιστοκλής θα ήταν ο πραγματικός ηγέτης του ελληνικού στόλου. Στο συνέδριο της Κορίνθου αποφασίστηκε επίσης η κατάρτιση πολεμικού σχεδίου, ωστόσο κατά την διαμόρφωσή του διαφώνησαν οι Πελοποννήσιοι, υποστηρίζοντας ότι μόνο ο Ισθμός της Κορίνθου ήταν δυνατό να αποτελέσει φυσική αμυντική γραμμή. Ο Θεμιστοκλής αντιτάχθηκε σθεναρά σ’ αυτήν την γνώμη, θεωρώντας πως μ’ αυτόν τον τρόπο παραδινόταν αμαχητί η κεντρική Ελλάδα, η Αττική και η Βοιωτία. Ευτυχώς, η άποψή του υπερίσχυσε, με αποτέλεσμα να επιλεγεί αρχικά ως πρώτη γραμμή άμυνας, η κοιλάδα των Τεμπών. Στάλθηκαν στην περιοχή 10.000 άνδρες με επικεφαλής τον ίδιο τον Θεμιστοκλή και τον Σπαρτιάτη Ευαίνετο, όταν ο Ξέρξης βρισκόταν ήδη στην Άβυδο.

Οι πρώτες στρατιωτικές δυνάμεις των Περσών από τις σατραπείες, είχαν ξεκινήσει από Σούσα και Εκβάτανα, το καλοκαίρι του 481 π.Χ. και έπειτα από 50 ημέρες πορεία έφθασαν στα Κρίταλλα (Καππαδοκία). Στη συνέχεια κινήθηκαν προς τις Σάρδεις,[5] πρωτεύουσα της Λυδίας, 150 χλμ. περίπου ανατολικά της Σμύρνης. Από εκεί ο Ξέρξης απέστειλε, όπως και ο πατέρας του, πρέσβεις στην Ελλάδα ζητώντας «γη και ύδωρ». Από τις Σάρδεις αφού ξεχειμώνιασε κινήθηκε προς την Άβυδο του Ελλησπόντου, όπου κατέφθασε την άνοιξη του 480 π.Χ., παρεκκλίνοντας για να επισκεφθεί συμβολικά για θυσία και σπονδές τα ερείπια της Τροίας.

Η μορφή του Ξέρξη Α΄ βασιλέα των Περσών, λαξευμένη σε ανάγλυφο του τάφου του, στη νεκρόπολη Naqsh-e Rostam, πλησίον της Περσέπολης.

Είχε αποφασιστεί ότι οι περσικές δυνάμεις θα βάδιζαν ακολουθώντας παράλιο δρομολόγιο και θα διατηρούσαν επαφή με το στόλο που θα έπλεε παράκτια, λόγω των παραγόντων αλληλοϋποστήριξης και εφοδιασμού – η ξηρή ελληνική γη δεν θα μπορούσε να σιτίσει ένα μεγάλο στράτευμα. Ωστόσο αυτή η απόφαση ενείχε κινδύνους για τον περσικό στόλο: τα πλοία ακολουθώντας ένα παράκτιο δρομολόγιο θα ήταν ευάλωτα απέναντι στον ελληνικό στόλο, τα πολεμικά σκάφη θα έπρεπε να προστατεύουν τα φορτηγά και τα μεταγωγικά πλοία και τα πληρώματά τους θα καταπονούντο.

Ο στρατός του Ξέρξη διέσχισε τις πλοιογέφυρες του Ελλησπόντου σε επτά μερόνυχτα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η στρατιά αριθμούσε 1.720.000 πεζούς και 80.000 ιππείς. Οι περσικές δυνάμεις αποτελούνταν από 43 εθνοτικές ομάδες, υπό τις διαταγές έξι στρατηγών. Αν συνυπολογιστούν οι βοηθητικοί άνδρες, το υπηρετικό προσωπικό και οι «παρατρεχάμενοι», οδηγούμαστε σε εξωφρενικούς αριθμούς. Έχουν καταγραφεί ποικίλες εκτιμήσεις. Προσωπικά υπολογίζουμε λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τον διάλογο Ξέρξη – Δημάρατου και τον αριθμό του στρατεύματος του Μαρδόνιου που πολέμησε στις Πλαταιές, ότι η στρατιά κυμαινόταν συνολικά τουλάχιστον περί τους 400.000 μάχιμους άνδρες, με 20.000 ιππείς (το 5%). Το πολεμικό ναυτικό αποτελούνταν από 1.207 τριήρεις – οι 320 ήταν ελληνικές, δηλ. τα πληρώματα αποτελούνταν από Έλληνες και τα σκάφη ήταν του βασιλιά.[6] Συνεπώς αναφερόμαστε σε εισβολή λαών της Ασίας και της ΒΑ Αφρικής, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Από τα Σούσα, η περσική στρατιά πέρασε τον Ελλήσποντο, προέλασε σε Θράκη και Μακεδονία και συνέχισε την κάθοδο προς νότο.

Ο Μεγάλος Βασιλέας συμμάχησε με τους Καρχηδονίους, οι οποίοι παράλληλα εισέβαλαν στη Σικελία,[7] καθιστώντας έτσι αδύνατη την ενίσχυση της άμυνας της κυρίως Ελλάδος από τους Έλληνες των αποικιών. Υπήρξε δηλαδή ευρύτερος γεωπολιτικός σχεδιασμός, κυριαρχίας των Καρχηδονίων στην Δυτική και των Περσών στην Ανατολική Μεσόγειο, με ταυτόχρονο περιορισμό των Ελλήνων. Παράλληλα, σε πολιτικό επίπεδο, ο Ξέρξης είχε στο πλευρό του τους Αθηναίους Πεισιστρατίδες, τους Θεσσαλούς Αλευάδες και τον εξόριστο βασιλιά της Σπάρτης, Δημάρατο. Στη συνέχεια, χάρη στην προέλασή του, κατάφερε να προσεταιριστεί Θράκες, Θεσσαλούς, Θηβαίους και Αργίτες. Οι περσικές δυνάμεις στην πορεία τους ενισχύονταν, αφού τα ελληνικά φύλα και οι κοινότητες (αυθόρμητα ή αναγκαστικά), συντάσσονταν με τους εισβολείς.

Χάρτης του Ελλησπόντου και αναπαράσταση του επεισοδίου του τιμωρητικού μαστιγώματος της θάλασσας στο συγκεκριμένο σημείο

Στρατηγός των Αθηναίων είχε αναδειχθεί ο Θεμιστοκλής.[8] Όταν παρέλαβε την ηγεσία, μερίμνησε αρχικά να σταματήσει τις εμφύλιες διαμάχες και τις έχθρες, ώστε ενωμένοι οι Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον βαρβαρικό στρατό. Στη συνέχεια, παρακίνησε τους συμπολίτες του να αντιμετωπίσουν τον εχθρό κυρίως στην θάλασσα. Ο Θεμιστοκλής έστειλε επίσης πρέσβεις σε όλη την Ελλάδα ζητώντας βοήθεια, φύλαξη των οδών πρόσβασης και στοχεύοντας να καταστήσει κοινό, πανελλήνιο, τον αγώνα κατά των Περσών (Σταγειρίτης, 1816). Πρόσθετα με πρότασή του δόθηκε αμνηστία σε όλους τους εξόριστους Αθηναίους πολίτες.

Η δύναμη των 10.000 Ελλήνων οπλιτών, που είχε καταλάβει τα στενά των Τεμπών ως πρώτη γραμμή άμυνας, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει, όταν ο Αλέξανδρος Α΄ βασιλιάς της Μακεδονίας, τους προειδοποίησε ότι η εν λόγω κοιλάδα εύκολα θα παρακάμπτονταν από διάφορα περάσματα. Επιπρόσθετα, απογοητεύτηκαν από τους Θεσσαλούς και τους υπόλοιπους Έλληνες που κατοικούσαν κοντά στα περάσματα, επειδή έδωσαν «γη και ύδωρ» στους αγγελιοφόρους του Ξέρξη. Την χρονική περίοδο όπου οι Πέρσες διεκπεραιώνονταν από την Άβυδο στη Σηστό στον Ελλήσποντο, οι Έλληνες αποσύρονταν από τα Τέμπη. Ο σημαντικότερος λόγος υποχώρησης ήταν η έλλειψη κατάλληλου χώρου για ναυμαχία. Η θάλασσα ήταν ανοιχτή, δεν υπήρχαν πουθενά στενά που να προσέφεραν το επιχειρησιακό πλεονέκτημα, στο όποιο στήριζε κυρίως την τακτική του ο Θεμιστοκλής. Αν ο ελληνικός στόλος ναυμαχούσε στην θάλασσα στ’ ανοικτά της Θεσσαλίας, κινδύνευε να περικυκλωθεί και να νικηθεί. Αν δεν ναυμαχούσε και άφηνε ακάλυπτο τον στρατό, τότε ο περσικός στόλος θα μπορούσε να αποβιβάσει στρατό στα νώτα του ελληνικού, στα Τέμπη, να τον κυκλώσει και να του αποκόψει τον δρόμο της υποχώρησης και τις επικοινωνίες με τις βάσεις του. Η απόφαση να εγκαταλειφθούν τα Τέμπη, υποστηρίχθηκε πιθανότατα και από τον Θεμιστοκλή.

Στο επόμενο συνέδριο την άνοιξη του 480 π.Χ. οι Έλληνες-σύμμαχοι συμφώνησαν να σταλούν οι στρατιωτικές τους δυνάμεις στην επόμενη αμυντική τοποθεσία, (δεύτερη γραμμή άμυνας), στις Θερμοπύλες (σε μία προσπάθεια να εξασφαλιστεί και η στήριξη των Βοιωτών) και ο συμμαχικός στόλος στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο. Εδώ αποδείχτηκε ότι η στρατηγική του Θεμιστοκλή ήταν σωστή, επειδή στις ναυμαχίες που ακολούθησαν ο ελληνικός στόλος κράτησε τις θέσεις του και προξένησε σημαντικές απώλειες στους Πέρσες, ενώ οι συμμαχικές απώλειες ήταν πολύ μικρότερες. Ο στόλος υποχώρησε μόνο όταν «χάθηκαν» οι Θερμοπύλες. Οι Έλληνες πολέμησαν στα στενά των Θερμοπυλών, έως ότου βρήκε διέξοδο ο Περσικός στρατός.

Jacques-Louis David, Léonidas aux Thermopyles, 1814, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι

Αναλυτικότερα, τον Αύγουστο του 480 π.Χ., όταν ο περσικός στρατός πλησίαζε στην Θεσσαλία, ο συμμαχικός στρατός βρισκόταν στις Θερμοπύλες και ο στόλος στο Αρτεμίσιο, ώστε με συνδυασμένο αγώνα να αναχαιτίσουν τον επιδρομέα. Η αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν να μην αποκοπεί και να μην επιτρέψει περσική απόβαση στα νώτα του στρατού του εξηντάχρονου Λεωνίδα. Ενώ ο Ξέρξης κατέβαινε αργά, αλλά με ασφάλεια από τα/την Θέρμα/Θέρμη, (στα ερείπια της οποίας κτίστηκε η Θεσσαλονίκη), ο αρχιναύαρχος Μεγαβάτης αναχώρησε από τον Θερμαϊκό και προσέγγισε την ανατολική παραλία της Μαγνησίας, όπου διανυκτέρευσε. Το επόμενο πρωί, κτυπήθηκε από σφοδρότατη καταιγίδα για τρία ολόκληρα μερόνυχτα που επέφερε σημαντικές ζημιές, καταστρέφοντας περί τις 400 τριήρεις και αρκετά φορτηγά πλοία. Τα εχθρικά πλοία που γλίτωσαν μπόρεσαν να φθάσουν στους Αφέτες, (σημερινό Τρίκερι), μόλις την τέταρτη μέρα, αφού κόπασε ο αέρας, (νωρίς το δειλινό, της ίδιας μέρας κατά την οποία άρχισαν οι εχθροπραξίες στις Θερμοπύλες). Οι Πέρσες είχαν φθάσει νωρίτερα στις Θερμοπύλες αλλά αποφάσισαν να μην επιτεθούν στον Λεωνίδα, χωρίς την άφιξη του στόλου τους, αναμένοντας λόγω της υπεροχής τους από τους Έλληνες να διασκορπιστούν.

Ο περσικός στόλος, είχε ενισχυθεί με 120 πλοία και 24.000 άνδρες από τις περιοχές της Θράκης και ναυλοχούσε βορειοανατολικά από την θέση όπου είχε παραταχθεί ο ελληνικός στόλος, [Αρτεμίσιο], φράζοντας την είσοδο του Μαλιακού κόλπου, υποστηρίζοντας από την θάλασσα το στρατό του Λεωνίδα. Η θέση που είχε επιλέξει ο συμμαχικός στόλος, μετά από παρότρυνση του Θεμιστοκλή, ήταν ευνοϊκή καθώς προστατευόταν από τους ανέμους των βουνών της Εύβοιας όντας, παράλληλα, σε θέση να αποτρέψει την είσοδο του εχθρού στον Μαλιακό κόλπο. Η επικοινωνία με το στρατόπεδο του Λεωνίδα γινόταν με μικρά ταχύπλοα σκάφη.

Με την παρότρυνση του Θεμιστοκλή, ο οποίος είχε πληροφορίες από τον λιποτάκτη Σκιωναίο Σκυλλία[9] ότι οι Πέρσες είχαν ανυπολόγιστες ζημιές από την θαλασσοταραχή, αποφασίστηκε να δωθεί μάχη στο Αρτεμίσιο. Επιπλέον ο Σκυλλίας ενημέρωσε τον Θεμιστοκλή ότι οι Πέρσες είχαν στείλει περί τα 200 πλοία τους να διέλθουν την Εύβοια, για την περικύκλωση του ελληνικού στόλου. Οι Πέρσες, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι οι Έλληνες δεν θα έμεναν να ναυμαχήσουν επιτόπου, σκέφτηκαν ότι εάν πραγματοποιούσαν κατά μέτωπο επίθεση, ίσως τα ελληνικά πλοία στην διάρκεια της νύχτας, κατόρθωναν να διαφύγουν προς το νότο και έτσι σχεδίασαν να τα κυκλώσουν. Στο συμμαχικό συμβούλιο των ναυάρχων όλοι υποστήριξαν την αναμονή της επίθεσης των Περσών, εκτός από τον Θεμιστοκλή ο οποίος συμβούλευσε άμεση επίθεση εναντίον του εχθρικού στόλου (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 25). Άλλοι υποστήριξαν να επιτεθούν πρώτα εναντίον των 200 εχθρικών πλοίων. Συνεπώς βλέπουμε τους Έλληνες να αποκτούν την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλάζοντας τη στάση τους από αμυντική σε επιθετική. Αυτό δείχνει ακμαίο φρόνημα, με στόχο τον αιφνιδιασμό του εχθρού και την θέληση για δοκιμή των ικανοτήτων των δύο αντίπαλων στόλων. Από την πλευρά τους οι Πέρσες σκόπευαν να μην επιτεθούν νωρίτερα εναντίον των Ελλήνων, πριν τους ενημερώσουν αυτοί που θα έκαναν τον περίπλου της Εύβοιας, ότι έφθασαν στον προορισμό τους. Εάν το περσικό σχέδιο είχε πετύχει τα πράγματα θα εξελίσσονταν πολύ άσχημα για τον ελληνικό στόλο, καθώς θα βρισκόταν περικυκλωμένος. Οι Έλληνες ήθελαν να δοκιμάσουν τις δικές τους τακτικές. Ειδικά τα σχέδια του Θεμιστοκλή θα εφαρμόζονταν πλέον στην πράξη, σε επιχειρησιακό επίπεδο. Όταν οι Πέρσες είδαν τους Έλληνες να εξορμούν με λίγα πλοία, (περί τις 600 τριήρεις), κύκλωσαν τον θρασύτατο ελληνικό στόλο, ώστε να συλλάβουν τα ελληνικά πλοία.

Αριθμός περσικών πλοίων, όταν αυτά βρίσκονταν στον Δορίσκο – αν και κατά την διάρκεια της πρώτης καταιγίδας στη Μαγνησία, απωλέσθηκε το 1/3 των πλοίων. Στην Αθήνα ανήκαν και οι 20 τριήρεις που επανδρώθηκαν από τους Χαλκιδείς αλλά και οι ενισχύσεις που κατέφθασαν την δεύτερη ημέρα στο Αρτεμίσιο (στην παρένθεση αναφέρονται οι πεντηκόντοροι).

Στις ναυμαχίες, ο περσικός στόλος χρησιμοποιούσε την τακτική της εμβολής αγήματος. Τα ισχυρότατης κατασκευής πλοία του μετέφεραν πολύ περισσότερους πολεμιστές σε σύγκριση με τα ελληνικά. Τοποθετούμενα σε πυκνή τάξη, πλησίαζαν τα ελληνικά και επιχειρούσαν να τα καταλάβουν με έφοδο (ρεσάλτο). Αντίθετα, τα ελληνικά πολεμικά τάσσονταν σε χαλαρή τάξη και προσπαθούσαν με την χρήση του εμβόλου να τα εξουδετερώσουν. Τα περισσότερα περσικά πλοία υπερκέρασαν τις δύο πλευρές της ελληνικής παράταξης. Οι Έλληνες τριήραρχοι με ψυχραιμία πύκνωσαν την παράταξή τους και σχημάτισαν κύκλο, εξασφαλίζοντας επίθεση από τα νώτα – ασφαλώς άλλος ένας επιτυχημένος αυτοσχεδιασμός του Θεμιστοκλή. Τα ελληνικά πλοία εγκατέλειπαν για λίγο τον αμυντικό κύκλο, έπλητταν με το έμβολό τους τα περσικά και επέστρεφαν στον κύκλο. Η ταχύτητα και η ακρίβεια των κινήσεών τους αποδεικνύουν το υψηλό ηθικό, τις ικανότητες των αξιωματικών και των πληρωμάτων και την τριβή τους για την απόκτηση εμπειριών και δεξιοτήτων. Έχοντας ως πλεονέκτημα την αποδυνάμωση του περσικού στόλου, από τις απώλειες λόγω της θαλασσοταραχής και της απομάκρυνσης των 200 εχθρικών πολεμικών, οι Έλληνες αποφάσισαν να επιτεθούν αργά το απόγευμα και επέτυχαν να συλλάβουν τριάντα εχθρικά πλοία έως ότου νύχτωσε (Α΄ φάση). Γνώριζαν ότι οι Πέρσες χρειάζονταν 40 ώρες για να περιπλεύσουν την Εύβοια. Οι τελευταίοι αιφνιδιάστηκαν. Η ναυμαχία κράτησε έως τη νύχτα, οπότε οι Έλληνες απέπλευσαν για το Αρτεμίσιο και οι Πέρσες για τους Αφέτες.

Συγχρόνως τα 200 εχθρικά πλοία που εστάλησαν για να βρεθούν στα νώτα του ελληνικού στόλου, έπεσαν σε σφοδρή καταιγίδα και καταστράφηκαν. Επιπρόσθετα, 53 αθηναϊκές τριήρεις κατέπλευσαν στο Αρτεμίσιο για ενίσχυση.[10] Ενθαρρυμένοι, οι Έλληνες το απόγευμα της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν στον εχθρικό στόλο, του οποίου πολλά πλοία χρειάζονταν επισκευή και τα πληρώματά τους ξεκούραση από την ταλαιπωρία της νυχτερινής θύελλας, κατέστρεψαν πλοία των Κιλίκων και επέστρεψαν στο αγκυροβόλιό τους (Β΄ φάση).

Στη συνέχεια, οι ναύαρχοι των Περσών φοβούμενοι την αντίδραση του Ξέρξη, διέταξαν τον στόλο τους να επιτεθεί. Οι Έλληνες ενθαρρυμένοι από τις προηγούμενες επιτυχίες τους, ανοίχτηκαν και ετοιμάστηκαν για την τρίτη σύγκρουση. Οι Πέρσες έθεσαν τα πλοία τους σε σχηματισμό, ώστε να υπερφαλαγγίσουν τον ελληνικό στόλο. Οι Έλληνες όμως ανταπεξήλθαν στηριζόμενοι με τα πλευρά τους στις ακτές. Και πολέμησαν ηρωικά. Τα περσικά πλοία καθώς σύγκλιναν να επιτεθούν συγκρούονταν μεταξύ τους με αποτέλεσμα να καταστρέφονται. Παρόλα αυτά δεν ανέκρουσαν, αλλά πίεζαν τους Έλληνες προκαλώντας ζημιές. Μετά από πολύωρη ναυμαχία οι αντίπαλοι στόλοι χωρίστηκαν (Γ΄ φάση). Έπειτα από τρεις ημέρες αμφίρροπης ναυμαχίας στο Αρτεμίσιο,[11] δεν υπήρξε απόλυτος νικητής, με σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Οι ασθενέστεροι Έλληνες αποκόμισαν πολλά, ενώ οι Πέρσες, αντίθετα, πίστευαν ότι ήταν εκείνοι που είχαν επικρατήσει. Η επισκόπηση των φάσεων της ναυμαχίας του Αρτεμισίου καταδεικνύει ότι οι Έλληνες πειραματίστηκαν σε διάφορα επιχειρησιακά σχέδια και τακτικές, ενώ εφάρμοσαν και ασκήσεις σύντονης εκπαίδευσης.

Χάρτης μάχης των Θερμοπυλών και της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Ωστόσο, η ταυτόχρονη ήττα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες (11 Αυγούστου 480 π.Χ.), υποχρέωσε τον ελληνικό στόλο να υποχωρήσει και να καταπλεύσει στη Σαλαμίνα. Μπορούμε για λίγο να φανταστούμε την επιστροφή κτυπημένων τριηρών, πρόχειρα επισκευασμένων, με σπασμένα κουπιά, κατεστραμμένα έμβολα, με κενά στους κωπηλάτες, μεταφέροντας σορούς, τραυματίες και πρόσφυγες, με εφόδια και ζώα, με αναπτερωμένο μεν το ηθικό φρόνημα των ανδρών, αποφασισμένων να συνεχίσουν τον αγώνα, αλλά με πολλά ερωτηματικά και ανησυχία για το μέλλον. Ο Λεωνίδας πέθανε στη μάχη, προκαλώντας βαριές απώλειες στους εισβολείς. Οι Πέρσες αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στις Θερμοπύλες γιατί εκτός από λόγους γοήτρου, αδυνατούσαν να παρακάμψουν τα στενά λόγω του συμμαχικού στόλου. Οι συγκρούσεις στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο δεν έκριναν τον αγώνα. Κατέδειξαν όμως στους βαρβάρους την αρετή και το υψηλό φρόνημα των Ελλήνων.

Σε μία αποτίμηση της ναυμαχίας του Αρτεμισίου, η οποία κράτησε περίπου μία εβδομάδα, θεωρούμε ότι οι Έλληνες ήταν οι νικητές – απόκτησαν πείρα και θάρρος. Τα ελληνικά πληρώματα και οι κυβερνήτες εκπαιδεύτηκαν σκληρά στις θαλάσσιες συγκρούσεις και μάλιστα σε δύσκολο πεδίο, με ισχυρότερες αντίπαλες δυνάμεις. Μειώθηκε περαιτέρω η αυξημένη αναντιστοιχία των δύο αντίπαλων δυνάμεων. Οι Πέρσες άρχισαν να χάνουν την αυτοπεποίθησή τους. Ουσιαστικά, ήταν νίκη των Αθηναίων και του Θεμιστοκλή επί των Περσών. Θεωρούμε ότι ο Θεμιστοκλής θα πρέπει να είχε αντιληφθεί την αδυναμία συγκράτησης των εισβολέων στις Θερμοπύλες. Ωστόσο το στρατηγικό όπλο των Ελλήνων, ο συμμαχικός στόλος, χρειαζόταν άσκηση σε πεδίο μάχης, σύντονη εκπαίδευση, απόκτηση πολεμικής πείρας σε ναυτικές συγκρούσεις, δοκιμές δεξιοτήτων και επιχειρησιακών τακτικών, ανίχνευση των εχθρικών δυνατοτήτων και μεθόδων εμπλοκής τους, από τους Έλληνες κυβερνήτες και στρατηγούς και αναπτέρωση ηθικού.

Αρχαίο πολεμικό και εμπορικό πλοίο, αττικός κύλικας, 6ος αι. π.Χ., Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Επιπρόσθετα έπρεπε να στηριχθεί κατάλληλα η ψυχολογία των Αθηναίων, καθώς ήταν μάλλον αναπόφευκτη η κατάληψη και η καταστροφή της πόλης τους, να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος για την εκκένωσή της και για συναφείς προετοιμασίες, αλλά και για να παρέλθει μέρος του φθινοπώρου, ώστε ο καιρός να αποδειχθεί σύμμαχος των Ελλήνων. Υπήρχαν και ελπίδες ενίσχυσης των αμυνομένων, είτε από αυτομολίες Ιώνων είτε από άλλες ελληνικές περιοχές. Υποχωρώντας τα αθηναϊκά πλοία, χάραζαν μηνύματα σε βράχους, όπου υπήρχαν πηγές με πόσιμο νερό και επρόκειτο να περάσουν οι εχθροί, προς τους Ίωνες και τους Κάρες, με τα οποία τους καλούσαν να αποστατήσουν ή να μην δείξουν τουλάχιστον προθυμία στις συγκρούσεις.

 

[Συνεχίζεται]

 

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.
Ο Δημήτριος Γεωργαντάς είναι Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «Θα είμαστε δίκαιοι αύριο, σήμερα πρέπει να είμαστε πανούργοι», δηλώνει ο Οδυσσέας στο νεαρό Νεοπτόλεμο όταν τον συνοδεύει για να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη, κατά τα λεγόμενα του Σοφοκλή.

[2] Ειδικότερα για την ηγεσία του Θεμιστοκλή, βλ. Βιδάκης, Γεωργαντάς, Μπάλτος, (28-9-2020). «Ηγεσία σε περιβάλλον Κρίσης: Ένα Ιστορικό Υπόδειγμα», στην Θεματική Ενότητα: Ηγεσία & Λήψη Αποφάσεων,  https://infognomonpolitics.gr/2020/09/themistoklis-igesia-lipsi-apofaseon-navmachia-tis-salaminos/

[3] Στο έργο παρουσιάστηκαν το 493 π.Χ., οι καταστροφές που υπέστη η Μίλητος από τους Πέρσες,καθώς ήταν το κέντρο της εξέγερσης των πόλεων της Ιωνίας εναντίον τoυς. Κατά την αρχαία παράδοση η συναισθηματική φόρτιση των θεατών ήταν τόσο μεγάλη, που διέκοψαν την παράσταση και τιμώρησαν τον Αθηναίο δραματουργό με βαρύ πρόστιμο 1.000 δραχμών, επειδή τους θύμισε «οικεία κακά».

[4] Με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου έκαστος από τους εκατό (100) πλουσιότερους Αθηναίους ανέλαβε τη ναυπήγηση μίας τριήρους. Αναλυτικότερα βλ. https://elisme.gr/gr/2013-01-07-19-12-38/2013-01-07-19-13-45/2013-01-07-19-17-39/item/42-889, https :// epppl. lexxion. eu / article / EPPPL/2021/1/10

[5] Ο πάμπλουτος Λυδός Πύθιος, (μάλλον εγγονός του βασιλιά Κροίσου, ακολουθώντας βαθιά φιλοπερσική πολιτική, παρείχε πλουσιοπάροχη υποστήριξη στο στράτευμα του Ξέρξη), αναφερόμενος στο Αιγαίο ενώπιον του ίδιου του Μεγάλου Βασιλέα δεν διστάζει να το αποκαλέσει «Ελληνική Θάλασσα», υποχρεωμένος από την πραγματικότητα, αν και φυσικά ο ίδιος Ξέρξης δεν θα ήθελε να ακούσει κάτι ανάλογο.

[6] Αναλυτικότερα τα πολεμικά πλοία των Περσών αποτελούνταν από: 300 Φοινικικά, 200 Αιγυπτιακά, 150 Κυπρίων, 100 Ιώνων, Χίων & Σαμίων, 100 Ελλησπόντιων & Πόντιων, 100 Κιλικίων, 70 Καρίων, 77 Αιολέων, Λέσβιων & Τενέδιων, 50 Λυκίων, 30 Δωριέων (Κάριοι, Ρόδιοι, Κώες) και 30 Πάμφυλων. Επιπλέον, διέθετε 3.000 μεταγωγικά & φορτηγά πλοία, (πεντηκοντόρους, τριακοντόρους, και μικρότερα σκάφη), για τη μεταφορά αλόγων και εφοδίων. Στις τριήρεις επέβαιναν 277.600 και 240.000 άτομα στα βοηθητικά πλοία, (σύνολο 517.600 άνδρες). Η αρχηγία στις ναυτικές δυνάμεις των εισβολέων είχε ανατεθεί σε τέσσερεις ονομαστούς στρατηγούς: τον Μεγάβαζο, τον αδελφό του Ξέρξη Α΄ Αριαβίγνη, τον Πληξάσπη και τον Αχαιμένη. Στόλαρχος των Περσών ήταν ο Μεγαβάτης.

[7] Ο τύραννος των Συρακουσών Γέλων συμμετείχε στο προηγούμενο συνέδριο των Ελλήνων στην Κόρινθο και δεσμεύτηκε για στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης των Περσών.

[8] Όταν οι Αθηναίοι ήθελαν να εκλέξουν στρατηγό για να αναλάβει το βάρος του πολέμου, κανένας δεν αποδεχόταν την θέση. Τελικά δέχθηκε ο Επικύδης, (γιός του Ευφημίδου), με ευφράδεια, δεινός δημαγωγός, φιλάργυρος, άνανδρος και δειλός. Ο Θεμιστοκλής φοβούμενος την δειλία ή την φιλαργυρία του, τον έπεισε δωροδοκώντας τον να του παραδώσει τη στρατηγία.

[9] Η Σκιώνη, ήταν αποικία των Ευβοιωτών στην Παλλήνη της Χαλκιδικής (χερσόνησος της Κασσάνδρας). Ο Σκυλλίας «δύτης των τότε ανθρώπων άριστος», κατά τον Ηρόδοτο, ήταν γνωστός για τις σπουδαίες κολυμβητικές του επιδόσεις και οι Πέρσες τον συνέλαβαν. Όταν έμαθε τα σχέδια των Περσών, βούτηξε στην θάλασσα, έκοψε τα σχοινιά από τις άγκυρες των περσικών πλοίων, δημιουργώντας τους τεράστια προβλήματα και χρησιμοποιώντας ένα καλάμι ως αναπνευστήρα κολύμπησε, χωρίς να ανέβει στην επιφάνεια της θάλασσας, από τους Αφέτες έως το Αρτεμίσιο, μία απόσταση 80 σταδίων, δηλ. περ. 14.800 μ. Το εντυπωσιακό είναι, ότι ενώ στην Ελλάδα ο Σκυλλίας δεν έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστός, θεωρείται διεθνώς ο πρώτος κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων, βατραχάνθρωπος, καταδύτης και «κυνηγός» ενάλιων θησαυρών σε όλη την παγκόσμια ιστορία!

[10] Πιθανόν να είχαν σταλεί για την προστασία του στενού του Ευρίπου και μετά την καταστροφή των 200 περσικών πλοίων, να κατέπλευσαν στο Αρτεμίσιο. Ή πιθανόν να κατέπλευσαν από τον Πειραιά, όπου μεριμνούσαν για μεταφορά των πληθυσμών της Αθήνας στη Σαλαμίνα, Τροιζήνα και Αίγινα. Ίσως να είχε ζητήσει ενισχύσεις ο Θεμιστοκλής προκειμένου να καταναυμαχήσει τον εχθρικό στόλο.

[11] Ο Πίνδαρος έγραψε για τη ναυμαχία του Αρτεμισίου: «όπου παίδες Αθηναίοι κρηπίδα λαμπράν έστησαν ελευθερίας» – «Εκεί τα παιδιά της Αθήνας έβαλαν το φωτεινό θεμέλιο της ελευθερίας».

Γρηγόρης Ι .Τσάλτας: Η τουρκική προκλητικότητα κατά της Ελλάδας με αφορμή το καθεστώς του Αρχιπελάγους του Αιγαίου (1973-1979). H σύγκριση με τη σημερινή εποχή και ο τουρκικός αναθεωρητισμός

Γρηγόρης Ι .Τσάλτας

Η τουρκική προκλητικότητα κατά της Ελλάδας με αφορμή το καθεστώς του Αρχιπελάγους του Αιγαίου (1973-1979). H σύγκριση με τη σημερινή εποχή και ο τουρκικός αναθεωρητισμός

 

Γενική Εισαγωγή

Είναι γεγονός ότι η έκρηξη προκλητικότητας/ «επιθετικότητας» της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας τα τελευταία δύο κυρίως χρόνια έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση. Και τούτο, τόσο αναφορικά με τον ευρύτερο εσωτερικό ελληνικό παράγοντα (πολιτικό – στρατιωτικό), όσο όμως και με τον εξωτερικό και ειδικότερα μ΄ εκείνον που αφορά στις ΗΠΑ, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της οργανωμένης θεσμικά Δύσης (ΝΑΤΟ – Ευρ. Ένωση).

Η εν λόγω προκλητικότητα εκδηλώνεται κυρίως από τούρκους αξιωματούχους του γενικότερου πολιτικού και στρατιωτικού θεσμικού χώρου. Ο πολιτικός χώρος αφορά μάλιστα και στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων της γείτονος και όχι μόνον του κυβερνητικού συνασπισμού, με αποτέλεσμα να διακρίνεται πλέον μια σαφής έξαρση εθνικού παροξυσμού, ο οποίος δημιουργεί απορία, σε συνδυασμό όμως και με έντονη ανησυχία για τις σχεδιαζόμενες γεωπολιτικές εξελίξεις με πρωτοβουλία της  Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και της νότιο-ανατολικής Μεσογείου.

Αρχικά, ορισμένοι επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την τουρκική αυτή στάση ως την προσπάθεια δημιουργίας εκ μέρους του κυβερνώντος συνασπισμού μιας κίνησης πολιτικού αντιπερισπασμού, αναφορικά ιδιαίτερα με τη δυσμενή οικονομική κατάσταση που βιώνει σήμερα η Τουρκία. Παράλληλα, άλλοι τοποθετούν  συμπληρωματικά την απαράδεκτη αυτή στάση στο σχεδιασμό δημιουργίας κατάλληλου θετικού για τον κυβερνώντα συνασπισμό «εθνικιστικού» κλίματος, ενόψει των επερχόμενων εκλογών τον Ιούνιο 2023. Και τούτο γιατί η σημερινή κυβερνώσα αρχή φαίνεται ότι δυσκολεύεται να επανακτήσει την κατάλληλη πλειοψηφική ισχύ που είχε στο παρελθόν, ώστε να συνεχίσει την «απολαβή» της διακυβέρνησης της χώρας. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα συνδέεται άμεσα για πολλούς και με την προσωπική πολιτική και όχι μόνον, τύχη του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν.

Εντούτοις, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι παρόμοιες προκλητικές δηλώσεις σε βάρος της Ελλάδας είχαν κατά κόρον επαναληφθεί και στο παρελθόν. Ήδη από την εποχή της δεκαετίας του 1970 και ειδικότερα ανάμεσα στο 1973 και το 1979 καταγράφεται μια διαρκής προσπάθεια της Τουρκίας να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την ανάγκη αναθεώρησης του status quo του Αρχιπελάγους, με τη δημιουργία πολλών επιμέρους «διαφορών» ανάμεσα στις δύο παράκτιες στο Αιγαίο χώρες. Απώτερος στόχος να συρθεί η Ελλάδα σ’ ένα ανατολίτικο παζάρι επί θεμάτων που αφορούν σε ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων που ήδη της ανήκουν[1]. Αποτέλεσμα, η σημερινή ρητορική έξαρση να θεωρείται ότι αποτελεί διαχρονική εξέλιξη ενός μακρόχρονου τουρκικού στρατηγικού σχεδιασμού για την περιοχή του Αιγαίου. Ενώ, παράλληλα ο σημαντικός αυτός και ιστορικά θαλάσσιος χώρος να έχει μετατραπεί τα τελευταία πενήντα χρόνια σε μια θάλασσα Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες[2].

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πλέον ότι πρόκειται για την εποχή (δεκαετία 70) που διακρίνεται κυρίως από δύο παράγοντες οι οποίοι θεωρείται ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να εξωθήσουν την Τουρκία στην ανάπτυξη μιας προκλητικής/ «επιθετικής» πολιτικής σε βάρος της Ελλάδας. Πολιτική η οποία μάλιστα ακολουθείτο, ήδη από την εποχή εκείνην και από την ανάληψη και εκδήλωση κατάλληλων ενεργειών/δράσεων (βλ. παραβιάσεις, παραβάσεις, αμφισβητήσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων) με κίνδυνο να οδηγηθούν οι δύο χώρες κι άλλες (πολλές) φορές στα πρόθυρα ένοπλης αντιπαράθεσης (π.χ., 1987, 1996, 2020).

Ο πρώτος από τους παράγοντες αυτούς αφορά στη διεθνή χρονική συγκυρία, καθότι βρισκόμαστε στην εποχή που οι διαδικασίες για την υιοθέτηση της Νέας Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας μόλις έχουν ξεκινήσει[3]. Ενώ, όλα έδειχναν επίσης ότι πολλές από τις ελληνικές θέσεις οι οποίες είχαν και επισήμως κατατεθεί κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της ανεπανάληπτης αυτής διπλωματικής διαπραγματευτικής διεθνούς προσπάθειας[4], επρόκειτο να υιοθετηθούν από τη διεθνή κοινότητα και να συμπεριληφθούν στο τελικό κείμενο της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS[5]) που θα υιοθετηθεί το 1982 στο Μοντέγκο Μπαίυ της Τζαμάικας[6].

United Nations Convention on the Law Of the Sea

United Nations Convention on the Law of the Sea: λογότυπο.

Ο δεύτερος παράγων σχετίζεται επίσης χρονικά με την απόλυτη πολιτική αποδυνάμωση της Ελλάδας σε επίπεδο σταθερής διακυβέρνησης, αφού βρισκόμαστε στην εποχή αρχικού κλυδωνισμού (Νοέμβριος 1973) του δικτατορικού καθεστώτος του 1967, μέχρι και την τελική του κατάρρευση (Ιούλιος 1974).

Η διπλή αυτή ευκαιρία/πρόκληση για την Τουρκία θα την οδηγήσει στην υιοθέτηση μιας στρατηγικής ανάπτυξης διαρκούς πολιτικής επίθεσης σε πολλά παράλληλα επίπεδα κατά του αδυνάμου να απαντήσει αποτελεσματικά γείτονα. Έτσι, ενώ θα ξεκινήσει ουσιαστικά με την πολιτική αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων (υφαλοκρηπίδα) της Ελλάδας, θα προχωρήσει κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και σε μονομερή ουσιαστικά οριοθέτησή της στην περιοχή του βόρειο-ανατολικού Αιγαίου, με την παραχώρηση στην Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίων (TPAO[7]) άδειας εξερεύνησης και εξόρυξης ενδεχόμενων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων[8].

Τα κεντρικά γραφεία της  Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίων στη συνοικία Çankaya της Άγκυρας.

Αμέσως μετά, και μέχρι τον Φεβρουάριο 1975, η Τουρκία θα αναπτύξει μια σειρά παράλληλων διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, με στόχο την ανατροπή του status quo του Αρχιπελάγους[9]. Ανάμεσα στις εν λόγω διεκδικήσεις είναι κυρίως: α) η μη αναγνώριση του δικαιώματος της Ελλάδας να αναπτύξει πλήρως την αιγιαλίτιδα ζώνη της από 6 σε 12 ν.μ., β) η μη αναγνώριση του εύρους του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ., γ) η μη αναγνώριση του δικαιώματος των νησιωτικών εδαφών σε πλήρη ανάπτυξη των θαλασσίων ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας που απορρέουν από το εθιμικό και συμβατικό διεθνές δίκαιο της θάλασσας, με αιχμή του δόρατος την υφαλοκρηπίδα, δ) η αμφισβήτηση των ορίων του FIR[10] Αθηνών, κατοχυρωμένου από σειρά αποφάσεων του ICAO[11], ε) το ζήτημα της αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του βόρειο-ανατολικού, κέντρο-ανατολικού και νοτίου Αιγαίου (Δωδεκάνησα), στ) ζητήματα που αφορούν στην ελληνική θρησκευτική (μουσουλμανική) μειονότητα της Θράκης[12].

Στόχος όλων των παραπάνω, η αμφισβήτηση του status quo του Αρχιπελάγους στο σύνολό του[13]. Η μόνη διαφορά σε σχέση με τις σημερινές προκλήσεις από πλευράς Τουρκίας είναι ότι την εποχή εκείνη δεν προβάλλονταν και (τελικές) διεκδικήσεις σε βάρος της εδαφικής κυριαρχίας των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου, όπου σήμερα με δηλώσεις (τελευταίες) όπως: υπό «κατοχή νησιωτικά εδάφη», ή θεωρίες περί «γαλάζιας πατρίδας» που εγκλωβίζουν και τα ελληνικά νησιά, ή ακόμη και ευθείες απειλές για άμεση (νυχτερινή;) κατάληψή τους, δείχνουν ότι ο απώτερος στόχος της γείτονος είναι η προαγωγή και κατοχύρωση μιας πολιτικής αναθεωρητισμού, σε συνδυασμό με έναν ανεπίτρεπτο για την μεταπολεμική περίοδο, μεγαλοϊδεατισμό όπως προκύπτει από τις τελευταίες δηλώσεις τούρκων, πολιτικών και στρατιωτικών ιθυνόντων. Έναν μεγαλοϊδεατισμό ο οποίος όμως φάνηκε να διαγράφεται ήδη από τη δεκαετία του 70, ως ολοκλήρωση των επιμέρους, όπως αναφέρθηκαν, διεκδικήσεων της Τουρκίας, αλλά και εκείνων που σήμερα εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να αποδομήσει την αναβαθμισμένη διεθνώς θέση της Ελλάδας. Θέση η οποία ενισχύθηκε σημαντικά, ιδιαίτερα μετά την ένταξή της ως του 10ου μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης[14]. Ως κυρίαρχο θέμα για την τουρκική εξωτερική πολιτική αναδεικνύεται, επίσης, η  προσπάθεια εργαλειοποίησης του κύματος μεταναστών και προσφύγων με στόχο τη «διαπόμπευση» της Ελλάδος ως χώρας που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Οι δηλώσεις περί άρνησης αποδοχής της επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας  ζώνης  στα 12 ν.μ.

Ένα από τα σημαντικότερα ίσως θέματα που αφορούν στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις είναι το ζήτημα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων από 6 ν.μ. σε 12 ν.μ., ειδικότερα στην περιοχή του Αρχιπελάγους. Δικαίωμα το οποίο μπορεί να ασκήσει μονομερώς η Ελλάδα ανά πάσαν στιγμή στο πλαίσιο εναρμόνισής της με τις επιταγές του άρθρου 3 της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ που προβλέπει ως απώτερο όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης των παράκτιων κρατών τα 12 ν.μ., ορίου αποδεκτού πλέον και ως εθιμικού κανόνα[15]. Έτσι, ήδη από το Δεκέμβριο 1973 με την έναρξη των εργασιών της Τρίτης Συνδιάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Τουρκία θα αναγάγει το θέμα αυτό σε άμεσης, ζωτικής για τα συμφέροντά της ζήτημα, με αποτέλεσμα να αποτελεί έκτοτε τον ακρογωνιαίο λίθο των διεκδικήσεών της σε βάρος της Ελλάδας, δικαιολογώντας ακόμη και την απειλή πολέμου εναντίον της γείτονος [16].

Μια απειλή η οποία διαγράφεται στον ορίζοντα ήδη από την εποχή του 1975 με αλλεπάλληλες σχετικές δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων, με επικεφαλής τον τότε τούρκο πρωθυπουργό  Suleyman Demirel. Έτσι, ενδεικτικές δηλώσεις, αλλά και δημοσιεύματα του διαχρονικώς, διαρκώς ελεγχόμενου τουρκικού τύπου, όπως τα παρακάτω, αποδεικνύουν τις αρχικές προθέσεις της Τουρκίας.

-21 Ιανουαρίου 1975. Προειδοποίηση από τον τουρκικό Τύπο. Η Ελλάδα θα ήταν δυνατό να βρεθεί αντιμέτωπη με την Τουρκία αν τώρα αυξήσει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη της σε 12 ν.μ.[17].

– 11 Απριλίου 1975. Ο τουρκικός τύπος γράφει[18]: Η Τουρκία θεωρεί το Αιγαίο ανοιχτή θάλασσα από την οποία τα πλοία της μπορούν να περνούν χωρίς εμπόδια και στην οποία το ναυτικό της έχει κάθε δικαίωμα να εκτελεί ασκήσεις. Αν η Ελλάδα θέλει να περιορίσει τα δικαιώματά μας αυτά, δεν έχει παρά να το τολμήσει.

-15 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού, Suleyman Demirel: Αν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, η Τουρκία σε οποιοδήποτε τετελεσμένο γεγονός θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Άλλωστε δεν θα ρωτήσουμε τους Έλληνες τι θέλουν.

-14 Οκτωβρίου 1979. Αρμόδιοι του τουρκικού υπουργείου των Εξωτερικών δηλώνουν στον τουρκικό Τύπο[19]: Σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια, το Αιγαίο θα γίνει ουσιαστικά ελληνική θάλασσα και αυτό είναι κάτι στο οποίο η Τουρκία δεν πρόκειται να δείξει κατανόηση και δεν θα αναγνωρίσει μια παρόμοια απόφαση, αν τελικώς ληφθεί εκ μέρους της Ελλάδας.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η Ελλάδα ότι ενδεχόμενη απόπειρα τετελεσμένων γεγονότων σχετικά με τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο, θα έχει πολύ σοβαρά αποτελέσματα.

 

Οι δηλώσεις για την αμφισβήτηση του δικαιώματος των ελληνικών νησιών του Αρχιπελάγους σε δική τους υφαλοκρηπίδα

Είναι γεγονός ότι από την αρχή της ελληνό-τουρκικής κρίσης το ζήτημα της διεκδίκησης από πλευράς Τουρκίας της μισής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος στο πλαίσιο της προσπάθειας ανατροπής του status quo του Αρχιπελάγους. Η διεκδίκηση αυτή στηριζόταν από την αρχή στη διάθεση της γείτονος να μην αποδεχτεί την εφαρμογή των εθιμικών και συμβατικών κανόνων του δικαίου της θάλασσας που αφορούν στην αναγνώριση για τα νησιωτικά εδάφη κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων κατ’ απόλυτον αναλογία με τα ηπειρωτικά εδάφη. Η Τουρκία διεκδικεί έτσι οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας η οποία θα πρέπει να μετρηθεί ανάμεσα στα απέναντι χερσαία εδάφη των δύο χωρών στην περιοχή, αγνοώντας πλήρως την φυσική/γεωγραφική ύπαρξη χιλιάδων ελληνικών νησιών, θεωρώντας έτσι ότι η μισή υφαλοκρηπίδα της ανήκει. Ορισμένες μάλιστα επίσημες δηλώσεις της εποχής εκείνης ανεβάζουν την υπό διεκδίκηση από την Τουρκία υποθαλάσσια περιοχή του Αρχιπελάγους (υφαλοκρηπίδα) και πέραν του μισού Αιγαίου στη βάση παντελώς αβάσιμων «γεωλογικών» δήθεν κριτηρίων.

10 Ιουλίου 1974. Επίσημη απάντηση της τουρκικής κυβέρνησης στη διαμαρτυρία της ελληνικής κυβέρνησης περί παραβιάσεως της υφαλοκρηπίδας της στο Αιγαίο: Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η Τουρκία έχει πάντα το δικαίωμα να προβαίνει στην εξερεύνηση της καθαρά δικής της υφαλοκρηπίδας χωρίς να ζητά προηγουμένως άδεια από ένα τρίτο κράτος.

24 Ιανουαρίου 1975. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Sadi Irmak: Η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου που ανήκει στην Τουρκία εκτείνεται και πέρα από το μισό Αιγαίο.

29 Ιανουαρίου 1975.  Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Sadi Irmak, ο οποίος για πρώτη φορά προβάλει το γεωλογικό επιχείρημα για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου: Η Αθήνα οφείλει να αναγνωρίσει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ως φυσική προέκταση των τουρκικών ακτών της ανατολής.  

24 Φεβρουαρίου 1975. Ο τούρκος επικεφαλής της αντιπολίτευσης Bulent  Ecevit δηλώνει ότι: η Τουρκία διεκδικεί την υποθαλάσσια προέκταση του ηπειρωτικού εδάφους της Ανατολής, γιατί έτσι διεκδικεί τα πραγματικά της σύνορα.

16 Μαρτίου 1975. Ανακοίνωση του τούρκου υπουργού Ενέργειας στον γερμανικό τύπο ότι η τουρκική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επιτρέψει, τον προσεχή Απρίλιο, τη διεξαγωγή σεισμολογικών ερευνών στην αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου ανάμεσα στις δύο χώρες[20].

3 Ιουνίου 1976. Σε γεύμα προς τιμή του προέδρου της Βουλγαρίας Todor Zhivkov, στην Άγκυρα, ο τούρκος πρόεδρος της Δημοκρατίας, ναύαρχος Koruturk, υποστήριζε: Το Αιγαίο αποτελεί τη φυσική προέκταση της Ανατολής και τη ζωτική θαλάσσια δίοδο που ενώνει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο…Είναι φυσικό η Τουρκία να μην αποδεχτεί να υιοθετήσει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί το Αιγαίο ως νησιωτική θάλασσα μιας άλλης χώρας.

25 Ιουλίου 1976. Συνέντευξη του τούρκου πρωθυπουργού. Suleyman Demirel, στον γαλλικό τύπο[21] σύμφωνα με τον οποίο: Η παρεμπόδιση του SISMIK I στο Αιγαίο θα αποτελέσει πράξη πειρατείας…και συνήθως τους πειρατές τους ξεφορτωνόμαστε.

18 Δεκεμβρίου 1976. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού. Suleyman Demirel: Δεν υπάρχει θέμα θυσίας των τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων (Βέρνη) μεταξύ των δύο χωρών στο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο.  

24 Μαίου 1977. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Suleyman Demirel στον αμερικανικό τύπο [22]: Τα νησιά του Αιγαίου είναι αιγαιακά νησιά και έτσι θα πρέπει να ονομάζονται.

25 Ιανουαρίου 1978. Ο τούρκος πρωθυπουργός Bulent Ecevit σε συνέντευξή του στον ελληνικό τύπο[23] δηλώνει: Οι τούρκοι είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τα εθνικά κυριαρχικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.

30 Οκτωβρίου 1979. Κατά τον εορτασμό στην Άγκυρα των 56 χρόνων από την επανάσταση του Ataturk, ο πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας θέτει και πάλι θέμα Αιγαίου. Σύμφωνα με τον πρόεδρο Koruturk: Η πολιτική που ακολουθεί η Ελλάδα στο θέμα του Αιγαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλική προς την Τουρκία.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν τίθεται θέμα εγκατάλειψης των δικαιωμάτων μας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.

Παράλληλα και με στόχο να συρθεί η Ελλάδα σε μια προσχεδιασμένη διαπραγμάτευση, η πρόταση της Τουρκίας φαίνεται να εντοπίζει στη βάση της αρχής της ευθυδικίας την πρόθεσή της να αποδεχτεί αποκλειστικά και μόνον το μοίρασμα του Αιγαίου ανάμεσα στις δύο χώρες και μάλιστα μέσω πολιτικής λύσης του προβλήματος. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να απορρίπτει την όποια λύση μέσω δικαστικής οδού, η οποία στηρίζεται απόλυτα στην αρχή της συνεργασίας η οποία και κατοχυρώνεται πλήρως μέσα από τη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ[24]. Και τούτο γιατί γνωρίζει απόλυτα ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στα συμφέροντά της, αφού η όποια δικαστική αρχή δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχτεί λύσεις ενάντια στους κοινά αποδεκτούς εθιμικούς και συμβατικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, ανάμεσα στους οποίους είναι και εκείνος που αναφέρεται στο δικαίωμα των νησιωτικών εδαφών σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας[25]. Έτσι, οι παρακάτω δηλώσεις υπογραμμίζουν ήδη από την εποχή εκείνη τις τελικές προθέσεις της Τουρκίας αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο την οποία και διεκδικεί κατά το ήμισυ.

27 Φεβρουαρίου 1975. Ο τουρκικός Τύπος προβάλει την ιδέα ενός ελληνο-τουρκικού consortium για την συνεκμετάλλευση των φυσικών πηγών της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου[26].

5 Ιουλίου 1975. Ο τούρκος πρωθυπουργός Suleyman Demirel, σε συνέντευξή του στον γαλλικό τύπο υπολογίζει σε μια από κοινού (ελληνό-τουρκική) έρευνα των φυσικών πηγών του Αιγαίου[27].

6 Φεβρουαρίου 1976. Σε συνέντευξή του στον ελληνικό τύπο[28] ο Γενικός Διευθυντής του τουρκικού Υπ. Εξωτερικών, Semir Akbil, υποστηρίζει ότι: θα ήταν ευχής έργο, αν τελικά οι δύο χώρες έβγαιναν πλούσιες από την από κοινού έρευνα και εκμετάλλευση του Αιγαίου.

27 Φεβρουαρίου 1978. Ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Prof. Gunduz Okcun, δηλώνει στο τουρκικό Κοινοβούλιο: Η Τουρκία διεκδικεί οικονομικά και πολιτικά το μισό Αιγαίο…Μια μόνο λύση υπάρχει…η αποδοχή από την Ελλάδα της αρχής της ισότητας στο Αιγαίο.

Οι θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας σύμφωνα με το Νέο Δίκαιο της Θάλασσας.

 

Η μη αναγνώριση του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ.

Όπως και σήμερα, το ζήτημα της μη αναγνώρισης των ορίων των 10 ν.μ. του ελληνικού εναέριου χώρου από τη γείτονα, αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα μέσω των οποίων η Τουρκία προσπαθεί να δικαιολογήσει τις καθημερινές παραβιάσεις του με αλλεπάλληλες παράνομες υπερπτήσεις, οι οποίες και προκαλούν την άμεση ελληνική αντίδραση με συνεχείς αναχαιτήσεις. Η συμπεριφορά αυτή έχει οδηγήσει τις δύο χώρες σε μια διαρκή κούρσα εξοπλισμού σε επίπεδο πολεμικών αεροσκαφών μια αυξανόμενη αιμορραγία των εθνικών τους οικονομιών. Παράλληλα, ελλοχεύει ασφαλώς και ο κίνδυνος ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

4 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου υπουργού Άμυνας, Ferit Melen: Τα τουρκικά αεροπλάνα θα χρησιμοποιήσουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και επομένως θα πετάξουν πάνω από το Αιγαίο που για τους τούρκους παραμένει πάντοτε ελεύθερη θάλασσα. Θα γίνει πόλεμος αν πειραχτεί έστω και ένα τούρκικο αεροπλάνο.

Tα FIR Αθηνών και Κωνσταντινούπολης.

 

Οι τουρκικές αντιρρήσεις αναφορικά με το καθεστώς αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου

Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η τουρκική προκλητικότητα αφορά περισσότερο στο καθεστώς κυριαρχίας επί των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Μια θεωρία την οποία η Τουρκία προσπαθεί να στηρίξει στη δήθεν παραβίαση από την Ελλάδα διεθνών συνθηκών (Λωζάννης-1923 και Παρισίων-1947) οι οποίες προέβλεπαν σχετικό καθεστώς αποστρατικοποίησης ή μερικής αποστρατικοποίησης. Αιτιάσεις απαράδεκτες αφού πρόκειται για τρία διαφορετικά καθεστώτα τα οποία είτε έχουν αναθεωρηθεί (Λήμνος, Σαμοθράκη με το νέο καθεστώς περί Στενών που προβλέπεται από τη Συνθήκη του Μοντρέ, 1936, και που καταργεί το αντίστοιχο περί στενών κεφάλαιο της Συνθήκης της Λωζάννης), είτε λόγω του ότι δεν αφορούν στην Τουρκία ως μη συμβαλλόμενο μέρος (Δωδεκάνησα), είτε τέλος γιατί το μερικό καθεστώς αποστρατικοποίησης που προβλέπεται γι’ αυτά (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία κλπ) προσκρούει στην έκδηλη απειλή βίας η οποία έμπρακτα προβάλλεται από την Τουρκία και για την οποία η Ελλάδα επιβάλλεται να λάβει μέτρα νόμιμης αυτοάμυνας στη βάση του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ.

Η έμπρακτη αυτή απειλή από πλευράς Τουρκίας στοιχειοθετείται από τις παρακάτω κινήσεις της δεκαετίας του 70.

15 Μαΐου 1974. Αναγγελία από τον τουρκικό τύπο της ίδρυσης ενός ειδικού συστήματος προστασίας των τουρκικών ακτών του Αιγαίου Πελάγους, για τον εξοπλισμό του οποίου- και για διάρκεια 10 ετών – προβλέπονταν το ποσό των 150,000,000 δολαρίων.

28 Μαρτίου 1975. Επίσημη ανακοίνωση περί της ιδρύσεως «Αρχηγείου Αιγαίου»[29] στη Σμύρνη με συγκέντρωση του συνόλου των τουρκικών αποβατικών σκαφών ακριβώς απέναντι από τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου, κατά παράβαση σχετικών Νατοϊκών προδιαγραφών.

Ενώ, παράλληλες δηλώσεις και αναφορές από τούρκους αξιωματούχους της εποχής, αντανακλούν στο πνεύμα των τουρκικών αυτών ενεργειών/κινήσεων σε βάρος της κυριαρχίας των εν λόγω ελληνικών νησιωτικών εδαφών. Ενέργειες οι οποίες αφορούν επίσης και στη δράση της Τουρκίας το 1974 σε βάρος της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου παρανόμως κατέλαβε βιαίως το 37% του εδάφους της, το οποίο και κατέχει μέχρι σήμερα, εκμεταλλευόμενη την απόσυρση από το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών μεραρχίας η οποία είχε σταλεί στο νησί με στόχο την άμεση υπεράσπιση του ανεξάρτητου κυπριακού εδάφους[30]. Άλλωστε οι εν λόγω τουρκικές προθέσεις αποδεικνύονται από τις δηλώσεις που ακολουθούν.

1η Απριλίου 1975 Δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού Υπουργείου των Εξωτερικών: Αν οι Έλληνες συνεχίσουν να παίρνουν στρατιωτικά αμυντικά μέτρα στα Δωδεκάνησα, η Ρόδος θα γίνει νέα Κύπρος[31]. Την ίδια μέρα ο τούρκος ναύαρχος Μ. Firat, σε δήλωσή του στον τουρκικό τύπο, παραδέχεται ότι ταυτόχρονα με την απόβαση στην Κύπρο (1974) οι τούρκοι προετοιμάζονταν για ανοιχτό πόλεμο με τους έλληνες στο Αιγαίο[32].

10 Δεκεμβρίου 1976. Δήλωση του τούρκου υπουργού εξωτερικών, İhsan Sabri Çağlayangil, με την άφιξή του στις Βρυξέλλες: Η Τουρκία διαθέτει τα στρατιωτικά μέσα να καταλάβει τα ελληνικά νησιά  του Αιγαίου μέσα σε 24 ώρες[33].

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τον εξοπλισμό των νησιών του Αιγαίου που αντιτίθενται προς τις διεθνείς συμφωνίες. 

 

 Οι τουρκικές δηλώσεις αναφορικά με την ελληνική μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης

Μια διαρκής προσπάθεια καταγράφεται επίσης από πλευράς Τουρκίας και σε σχέση με το ζήτημα που προσπαθεί να εγείρει στην περιοχή της Δυτικής Θράκης και της δήθεν εκεί τουρκικής μειονότητας, γνωρίζοντας απόλυτα ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης η εν λόγω ελληνική πληθυσμιακή ομάδα αφορά σε θρησκευτική και μόνον μειονότητα[34]. Ήδη, λοιπόν, από τη δεκαετία του 70 το θέμα αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα/διαφορά για την Τουρκία η οποία θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην ατζέντα της γενικότερης διαπραγμάτευσής της με την Ελλάδα.

19 Μαΐου 1975. Σε συνέντευξή του[35], ο τούρκος πρωθυπουργός Suleyman Demirel εγείρει θέμα τουρκικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευαισθησία έναντι των τούρκων της Δυτικής Θράκης.

           

Η τουρκική πολιτική περί ανάγκης γενικότερης αναθεώρησης του status quo του Αρχιπελάγους

Σχεδόν το σύνολο των δηλώσεων εκ μέρους του σημερινού τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και των εκπροσώπων τόσο της τουρκικής κυβέρνησης όσο όμως και σχεδόν σύσσωμης της τουρκικής αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένων και των εκπροσώπων της στρατιωτικής ηγεσίας της γείτονος, προβάλουν μια διαρκή λεκτική πρόκληση σε επίπεδο ενός καθαρού αναθεωρητισμού, αλλά και σε συνδυασμό με την έκφραση ενός υπερφίαλου μεγαλοϊδεατισμού. Σύγχρονες δηλώσεις όπως: η Τουρκία ασφυκτιά στα σύνορά της, η Μεγάλη πατρίδα, η Γαλάζια Πατρίδα, η πατρίδα της καρδιάς μας κλπ. παραπέμπουν σε μη εξελιγμένες δυτικού τύπου δημοκρατίες οι οποίες εποφθαλμιούν επανάκτηση παλαιότερων ιστορικά κτήσεών τους, παραπέμποντας βέβαια πάντα σε χρονικές στιγμές που έτυχε να επικρατούν γεωγραφικά σε συγκεκριμένες περιοχές.    

-14 Νοεμβρίου 1973. Επίσημη δήλωση του προέδρου της τουρκικής Δημοκρατίας: Το μέλλον του τουρκικού έθνους βρίσκεται πλέον στη θάλασσα[36].

-14 Μαΐου 1974. Δήλωση του τούρκου ναυάρχου M. Firat: Με την καθημερινή αύξηση του τουρκικού πληθυσμού, αυξάνεται επίσης και η εμπορική ναυτιλία. Έτσι λοιπόν έχουμε ανάγκη από έναν εμπορικό στόλο που να είναι από τους πλέον ισχυρούς[37].

– 4 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, İhsan Sabri Çağlayangil:: Θα πρέπει να εφαρμοστεί ένα ειδικό status quo για το Αιγαίο. Έτσι θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα συνομιλίες για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στις δύο χώρες[38].

28 Σεπτεμβρίου 1976. Σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ην. Εθνών. Ο τούρκος υπ. Εξωτερικών 28 Σεπτεμβρίου 1976, İhsan Sabri Çağlayangil, δηλώνει: Το Αιγαίο ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα και την Τουρκία, που οφείλουν από την πλευρά τους να επιλύσουν το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας βασιζόμενες σ’ ένα σύστημα συγκυριαρχίας. Τα μερίδια αυτής της συγκυριαρχίας πρέπει να είναι ανάλογα με τους παράκτιους πληθυσμούς των δύο χωρών. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα της Υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου παραμένει πάντοτε οικονομικό και πολιτικό.

 

Συμπέρασμα

Ο σημερινός άκρατος προκλητικός βερμπαλισμός εκ μέρους της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας αποτελεί την προσπάθεια ολοκλήρωσης εκ μέρους της γείτονος ενός στρατηγικού σχεδίου σε βάρος της Ελλάδας που αποσκοπεί πρωτίστως στην ανατροπή του status quo του Αρχιπελάγους του Αιγαίου. Να γιατί οι σημερινές δηλώσεις εκ μέρους των τούρκων ιθυνόντων δεν αποτελούν παρά επανάληψη ουσιαστικά εκείνων που είχαν σχεδιαστεί και προβληθεί κατά τη δεκαετία του 70, όπου και στήθηκε το στρατηγικό αυτό τουρκικό σχέδιο.

Από την αρχή, το πρόβλημα της πολιτικής αυτής προσέκρουε σε ένα βασικό ζήτημα εκ μέρους της Τουρκίας. Ζήτημα που αφορούσε και αφορά στην πολιτική θέση/συμμετοχή και των δύο χώρων ως θεσμικών συμμάχων στο στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Έτσι, η ταυτόχρονη ένταξη και των δύο αυτών χωρών αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1952, 20/05) στο ΝΑΤΟ, δημιούργησε ένα συμπληρωματικό ανάχωμα στις όποιες ενδεχόμενες να προκύψουν βλέψεις κατά της εδαφικής κυριαρχίας της μίας χώρας έναντι της άλλης. Και τούτο γιατί πρόκειται για μια αμυντική συμμαχία κρατών τα οποία στη βάση του άρθρου 5 του Καταστατικού της οφείλουν απόλυτη αρωγή σε περίπτωση επίθεσης από τρίτες χώρες της ανατολής[39].

Σε κάθε περίπτωση, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 70, όπως προκύπτει και από τις επίσημες τουρκικές δηλώσεις που προηγήθηκαν, οι βλέψεις της Τουρκίας ήταν ξεκάθαρες. Ανατροπή του status quo του Αιγαίου στο σύνολό του και όχι τόσο προσπάθεια επίλυσης συγκεκριμένης διαφοράς που άπτεται του διεθνούς δικαίου, όπως άλλωστε έχει προκύψει και προκύπτει διαρκώς ανάμεσα σε κράτη που η γεωγραφική μοίρα έταξε να γειτονεύουν είτε με όμορες είτε με απέναντι ακτές. Διαφορά η οποία κατά γενικό κανόνα επιλύεται ειρηνικώς μέσω της απευθείας διπλωματικής οδού ή σε διαφορετική περίπτωση της ανάλογης δικαστικής και αφορά στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας στη βάση των αρχών και των κανόνων του δικαίου της θάλασσας με έμφαση στη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ (1982)[40].

Τέλος, είναι γεγονός ότι η επίσημη φραστική τουρκική θέση στα ζητήματα που συζητήθηκαν παραμένει διαχρονικά διαφορετική όταν απευθύνεται στην Ελλάδα, με τη μορφή της ουσιαστικής πρόκλησης, αλλά και με απώτερο παράλληλα αποδέκτη την τουρκική κοινή γνώμη και διαφορετική όταν παρουσιάζεται στα επίσημα θεσμικά fora του ΟΗΕ, της Ευρώπης ή και του ΝΑΤΟ[41]. Έτσι, χαρακτηριστική από την εποχή της δεκαετίας του 70 ήταν και η δήλωση του τότε Γενικού Γραμματέα της Ατλαντικής Συμμαχίας Joseph Luns ( 27 Μαΐου 1975), στον απόηχο της συνάντησής του με τον τότε τούρκο πρωθυπουργό: Άλλος είναι ο Demirel στο κλειστό δωμάτιο και άλλος στις δημόσιες δηλώσεις[42](!).  

 

Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Γρηγόρης Τσάλτας μιλάει για την ένταση με την Τουρκία

Ο Γρηγόρης Ι. Τσάλτας είναι Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, πρώην Πρύτανης του Παντείου Παν/μίου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  – Γρ. Ι. Τσάλτας, Αιγαίο, Η Θάλασσα του Ψυχρού Πολέμου, μετάφραση από τη γαλλική έκδοση, Gr. I. Tsaltas, Egée, La Mer de la Guerre Froide, Bilan Chronologique, Institut du Droit de la Paix et du Développement , Université de Nice, avril 1978.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Καθεστώς της Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με τη Νέα Σύμβαση (1982) για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα Ελληνικά Συμφέροντα», στο Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική, τεύχος 9, εκδ. Παρατηρητή, 1985.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου Πελάγους», Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, εκδ, Ασσέλια, Λευκωσία,, τεύχος 18, Απρίλιος- Ιούνιος, 1987.

-Gr. I. Tsaltas, «Le Plateau Continental et le Différend Gréco-Turc en Mer Egée» στο Etudes Helléniques, vol. 4, no 2, Automne 1996.

– Gr. I. Tsaltas, «A Historical Approach of the Crisis in the Aegean Sea», στο M. Christakis (ed.), Mediterranean Sea and the Aegean, Institute of Strategic and Development Studies “Andreas Papandreou”, Athens, 1999.

– Γρ, Ι, Τσάλτας, «Το Ζήτημα της Αιγιαλίτιδας Ζώνης», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια), Αιγαίο: Εξελίξεις και Προοπτικές Επίλυσης των Ελληνοτουρκικών Διενέξεων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2003.

– Γρ. Ι. Τσάλτας – Μαρ. Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος πρώτος, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2003.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2003.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Αιγαίο: Το πρώτο par excellence Αρχιπέλαγος», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια) Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2018.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών», στο Στ. Περράκης και Γρ. Ι. Τσάλτας (επιμέλεια), Ανιχνεύοντας στο Γαλάζιο του Αιγαίου και της Μεσογείου, Εφαρμογές Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής 20 Χρόνια μετά τη Θέση σε Ισχύ της Σύμβασης Δικαίου Θαλάσσης, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2018.

– Gr. I. Tsaltas, «Le Principe de la Coopération des Etats à travers la Convention des Nations Unies sur le Droit de la Mer, comme Garant de la Mise en Place des Relations Pacifiques», στο Boissson de Chazournes. L. Doussis, Em. Andreone, G. Zervaki, (co. Edit.) Enjeux et Perspectives. Droit International, Droit de la Mer, Droits de l’Homme, Mélanges en l’Honneur de la Professeure Haritini Dipla, éditions Pédone, 2020.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις και Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η Έναρξη της Κρίσης τη Δεκαετία του 70», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Νομικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, ΓΕΕΘΑ – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020.

-G.I. Tsaltas, «The Application of the United Nations Convention on Law of the Sea in the Archipelagos of the Aegean Sea», στο The Handbook of Environmental Chemistry, Springer, Berlin, Heidelberg, 2022  https://doi.org/10.1007/698_2021_834.

-Τουρκική εφημερίδα της κυβέρνησης T. C. Resmi Gazete, φύλλο 14.999, 1η Νοεμβρίου 1973

-Τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/11/1973, 14/05/1974, 11/01/1975, 04/04/1975, 14/10/1978.

– Τουρκική εφημερίδα Milliyet, 1η/04/1975, 27/02/1975.

– Τουρκική εφημερίδα Gunaydin, 21/01/1975.

– Ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 10/12/1975, 1η/04/1975, 06/02/1976, 25/01/1978.

– Γαλλική εφημερίδα Le Monde, 19/05/1975, 25/07/1976.

– Γαλλική εφημερίδα Paris Match, 05/07/1975.

– Γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine, 16/03/1975.

– Εφημερίδα International Herald Tribune, 24/05/1977.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. αναλυτικότερα Γρ. Ι. Τσάλτα, «Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η έναρξη της κρίσης τη Δεκαετία του 70», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Νομικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, ΓΕΕΘΑ – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020, σ. 55-62.

[2] Για τη δεκαετία 70 βλ. Γρ. Ι. Τσάλτα, Αιγαίο, Η Θάλασσα του Ψυχρού Πολέμου, μετάφραση από τη γαλλική έκδοση, Gr. I. Tsaltas, Egée, La Mer de la Guerre Froide, Bilan Chronologique, Institut du Droit de la Paix et du Développement , Université de Nice, avril 1978, p. 58. Επίσης, Gr. I. Tsaltas, «A Historical Approach of the Crisis in the Aegean Sea», στο M. Christakis (ed.), Mediterranean Sea and the Aegean, Institute of Strategic and Development Studies “Andreas Papandreou”, Athens, 1999, p. 91-96.

[3] Ως ημερομηνία έναρξης των επίσημων εργασιών της Τρίτης Συνδιάσκεψης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III) καταγράφεται η 10η Δεκεμβρίου 1973 στη Νέα Υόρκη.

[4] Βλ. αναλυτικότερα τις εργασίες της γνωστής Sea Bed Committee (1970 -1973).

[5] United Nations Convention on the Law of the Sea.

[6] Για μια πλήρη ανάλυση, τόσο των εργασιών της σχετικής Συνδιάσκεψης των ΗΕ και του προπαρασκευαστικού της σταδίου,  όσο και του περιεχομένου της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ βλ. Γρ. Ι. Τσάλτα – Μαρ. Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος πρώτος, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2003, σελ. 688 και Γρ. Ι. Τσάλτα, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2003, σελ. 422. Βλ. επίσης Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών», στο Στ. Περράκης και Γρ. Ι. Τσάλτας (επιμέλεια), Ανιχνεύοντας στο Γαλάζιο του Αιγαίου και της Μεσογείου, Εφαρμογές Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής 20 Χρόνια μετά τη Θέση σε Ισχύ της Σύμβασης Δικαίου Θαλάσσης, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2018, σελ. 27 – 48. Τέλος, αναφορικά με τις ελληνικές θέσεις που κατατέθηκαν κατά τις εργασίες της UNCLOS III βλ., επίσης: Γρ. Ι. Τσάλτα, «Οι Ελληνικές Θέσεις στην Τρίτη Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας», στο Στ. Περράκη (επιμέλεια) Το Αιγαίο Πέλαγος και το Νέο Δίκαιο της Θάλασσας, εκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1996, σ., 39-49, καθώς και Γρ. Ι. Τσάλτα, «Οι Ελληνοτουρκικές διαφορές μέσα από το Δίκαιο της Θάλασσας», Επετηρίδα Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 1997, σ. 111-116.

[7] Türkiye Petrolleri Anonim Ortaklığı.

[8] Η σχετική άδεια συνοδεύονταν και από Χάρτη του βόρειο-ανατολικού Αιγαίου που δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα της κυβέρνησης T. C. Resmi Gazete, φύλλο 14999, 1η Νοεμβρίου 1973.

[9] Αναφορικά με τον χαρακτηρισμό του Αιγαίου ως Αρχιπελάγους, βλ. αναλυτικότερα και Γρ. Ι. Τσάλτα, «Αιγαίο: Το πρώτο par excellence Αρχιπέλαγος», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια) Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2018, σελ. 37 -44.

[10] Flaying Information Region.

[11] International Civil Aviation Organization.

[12] Βλ. αναλυτικότερα και συγκεντρωτικά,  προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του τούρκου πρωθυπουργού Suleyman Demirel (19 Νοεμβρίου 1979): Δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η Ελλάδα ότι ενδεχόμενη απόπειρα τετελεσμένων γεγονότων σχετικά με τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο θα είχε πολύ σοβαρά αποτελέσματα. Δεν τίθεται θέμα εγκατάλειψης των δικαιωμάτων μας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τον εξοπλισμό των νησιών του Αιγαίου που αντιτίθεται στις διεθνείς συμφωνίες. Αισθανόμαστε ευαισθησία έναντι των τούρκων της Δυτικής Θράκης.

[13] Για μια πλήρη ανάλυση του status quo του Αρχιπελάγους, αναφορικά με τα θέματα που άπτονται του δικαίου της θάλασσας (αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, καθεστώς νησιών κλπ.) βλ. αναλυτικότερα και G.I. Tsaltas, (2022). The Application of the United Nations Convention on Law of the Sea in the Archipelagos of the Aegean Sea. In: The Handbook of Environmental Chemistry. Springer, Berlin, Heidelberg. https://doi.org/10.1007/698_2021_834.

[14]…ΕΟΚ την εποχή ένταξής της. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1976 και την 28η Μαΐου 1979 υπεγράφη στο Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα η Πράξη Προσχώρησης.

[15] Βλ. επίσης Γρ, Ι, Τσάλτα, «Το Ζήτημα της αιγιαλίτιδας Ζώνης», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια), Αιγαίο: Εξελίξεις και Προοπτικές Επίλυσης των Ελληνοτουρκικών Διενέξεων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2003, σ., 13-28.

[16] Το ζήτημα της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης από 6 σε 12 .ν.μ, στήριξε και επισήμως την υιοθέτηση από την Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση (08/06/1995) της περιβόητης απειλής του casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων (αιγιαλίτιδα) στην περιοχή του Αιγαίου. Και τούτο κατά παράβαση της βασικής αρχής περί απαγόρευσης χρήσης και απειλής βίας του Χάρτη των Ην. Εθνών, όπως αυτή καταγράφεται στο σχετικό άρθρο 2 παρ. 4.

[17] Βλ. τουρκική εφημερίδα Gunaydin, 21/01/1975.

[18] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 11/01/1975.

[19] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/10/1978.

[20] Βλ. γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine, 16/03/1975.

[21] Βλ. γαλλική εφημερίδα, Le Monde, 25/07/1976.

[22] Βλ. αμερικανική εφημερίδα International Herald Tribune, 24/05/1977.

[23] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 25/01/1978.

[24] Για την αρχή της συνεργασίας μέσω της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ βλ. αναλυτικά: Gr. I. Tsaltas, «Le Principe de la Coopération des Etats à travers la Convention des Nations Unies sur le Droit de la Mer, comme Garant de la Mise en Place des Relations Pacifiques», στο Boissson de Chazournes. L. Doussis, Em. Andreone, G. Zervaki, (co. Edit.) Enjeux et Perspectives. Droit International, Droit de la Mer, Droits de l’Homme, Mélanges en l’Honneur de la Professeure Haritini Dipla, éditions Pédone, 2020, p. 223-228.

[25] Χαρακτηριστικό στην περίπτωση το άρθρο 121 παρ.2 της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ για το Δίκαιο της Θάλασσας.  Βλ. αναλυτικά και: Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Καθεστώς της Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με τη Νέα Σύμβαση (1982) για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα Ελληνικά Συμφέροντα», στο Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική, τεύχος 9, εκδ. Παρατηρητή, 1985, σ., 191-203. Επίσης, Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου Πελάγους», Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, εκδ, Ασσέλια, Λευκωσία,, τεύχος 18, Απρίλιος- Ιούνιος, 1987, σ., 2789-2801. Επίσης, Gr. I. Tsaltas, «Le Plateau Continental et le Différend Gréco-Turc en Mer Egée» στο Etudes Helléniques, vol. 4, no 2, Automne 1996, p. 121-139.  

[26] Βλ. τουρκική εφημερίδα Milliyet, 27/02/1975.

[27] Βλ. γαλλική εφημερίδα Paris Match, 05/07/1975.

[28] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 06/02/1976.

[29] Μετέπειτα 4η Στρατιά Αιγαίου.

[30] Η εν λόγω Μεραρχία εστάλη από την ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου την άνοιξη του 1964 και αποσύρθηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας στις 8 Δεκεμβρίου 1967, λίγους μήνες μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας (21/04/1967).

[31] Βλ. ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 1η/04/75.

[32] Βλ. τουρκική εφημερίδα Milliyet, 1η/04/75.

[33] Βλ. ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 10/12/75

[34] Αντιθέτως, η αντίστοιχη μειονότητα Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης αφορά σε εθνική μειονότητα, η οποία και συ στηματικώς με στοχευμένες πολιτικές κινήσεις αφανίστηκε.

[35] Βλ. γαλλική εφημερίδα Le Monde, 19/05/75.

[36] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/11/1973.

[37] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/05/1974.

[38]Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 04/04/1975.

[39] Η έννοια της συμμαχίας δεν προβλέπει ασφαλώς περίπτωση επίθεσης μίας χώρας μέλους εναντίον άλλης. Σε κάθε περίπτωση το άρθρο 5 στηρίζεται επίσης στις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου που αφορούν στη συνεργασία και την αλληλεγγύη των κρατών στο πνεύμα του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ περί συλλογικής άμυνας.

[40] Βλ. σχετικώς και Γρ. Ι. Τσάλτα: Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών, όπ. προηγ.

[41] Βλ. αντίστοιχες χαρακτηριστικές δηλώσεις του σημερινού προέδρου Ταγίπ Ερντογάν σε αντίστοιχα fora και σε σύγκριση πάντα με τις καθημερινές δηλώσεις του από το όποιο τουρκικό βήμα.

[42] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 27/05/1975. Σε κάθε περίπτωση, μια σύγκριση των δηλώσεων των δύο προέδρων αποδεικνύει ότι αυτές βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, με έντονο το πολιτικό χρώμα, αλλά και σε κάθε περίπτωση πιστές στον απώτερο στόχο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με το Αιγαίο.

Θωμάς Δημόπουλος: Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

Θωμάς Δημόπουλος

 

Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

 

Στη μνήμη του δασκάλου μου Σπύρου Σφέτα

 

 

A. Ο δρόμος προς το Βαλκανικό Σύμφωνο της 9ης Φεβρουαρίου 1934

 

Οι ισορροπίες στα Βαλκάνια και η προπαρασκευή του Βαλκανικού Συμφώνου

 Οι Συνθήκες που τερμάτισαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν κατάφεραν να επιλύσουν ουσιαστικά τα εθνικά ζητήματα στα Βαλκάνια. Το σύστημα των Βερσαλλιών ήταν το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού ανάμεσα στη θέληση των βαλκανικών λαών και τα συμφέροντα των νικητριών Δυνάμεων. Το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (Γιουγκοσλαβία από το 1929) και η Ελλάδα ανήκαν στους νικητές του Μεγάλου Πολέμου και επεδίωκαν σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου την διατήρηση του status quo και την εμπέδωση των νέων εδαφών και των πληθυσμών τους. Ωστόσο, οι δύο χώρες συνόρευαν σε πολλές περιπτώσεις με αναθεωρητικά κράτη, όπως η Ουγγαρία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.

Η Ιταλία ακολουθούσε μια πολιτική περικύκλωσης της Γιουγκοσλαβίας. Για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους δεν επιθυμούσε να βρίσκεται μια μεγάλη δύναμη στην αντίπερα όχθη της Αδριατικής, ενώ παράλληλα επιθυμούσε να αυξήσει την επιρροή στα Βαλκάνια. Οι διπλωματικές κινήσεις της Ιταλίας σε συνδυασμό με τα σύμφωνα Ελλάδας-Ιταλίας και Ιταλίας-Τουρκίας του 1928, καθώς και το σύμφωνο Ελλάδας-Τουρκίας του 1930 θεωρήθηκαν από την Γαλλία ότι εντάσσονταν στην ίδια ιταλική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου, εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς εξελίξεις ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την Ιταλία και την Τουρκία, ασκώντας με τον τρόπο αυτό πίεση στην παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας με στόχο να εξομαλύνει και με την τελευταία τις σχέσεις της.

Από το 1933 το οικοδόμημα των Βερσαλλιών άρχισε να απειλείται καθώς το σύστημα συλλογικής ασφάλειας κατέρρεε. Η οικονομική κρίση του 1929 και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ενίσχυσε το αναθεωρητικό μέτωπο στην Ευρώπη. Η γαλλική πολιτική, ανησυχώντας για τις διεθνείς εξελίξεις, προώθησε την σύμπηξη ενός διαβαλκανικού συνασπισμού, ο οποίος θα συνδεόταν έμμεσα με την Μικρή Αντάντ. Παράλληλα, από την άνοιξη του 1933, ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών τάχθηκε υπέρ ενός νέου συμφώνου που θα περιελάβανε περισσότερα κράτη της Βαλκανικής σε μια προσπάθεια επέκτασης της γαλλικής πολιτικής έναντι της ιταλικής και της γερμανικής επιθετικότητας. Ως αρχικός στόχος προτάθηκε η συνεργασία όλων των βαλκανικών κρατών σε πολιτικό, οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, ωστόσο, κατόπιν της γαλλικής επιρροής η Βαλκανική Συμφωνία άρχισε να λαμβάνει αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά, που στρέφονταν κυρίως εναντίον των αναθεωρητικών κρατών. Ο υπό δημιουργία συνασπισμός έλαβε σύντομα αντιιταλικά χαρακτηριστικά, ενώ απέτρεπε την προσχώρηση της Βουλγαρίας, καθώς ακρογωνιαίος λίθος του συνασπισμού κατέστη η διατήρηση του status quo.1

Χάρτης των Βαλκανίων της δεκαετίας του 1930.

Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος που ανήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο του 1933 ήταν ανοιχτή στο ενδεχόμενο προσχώρησης της Ελλάδος σε κάποιο πολυμερές σύμφωνο σε αντίθεση με την έως τότε πολιτική του Βενιζέλου. Η αρχική προσπάθεια δημιουργίας ενός άξονα μεταξύ της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας με στόχο την αποτροπή μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης απέτυχε. Η Ελλάδα ανησύχησε ιδιαίτερα από την βουλγαρική πολιτική καθώς διαφαινόταν ότι η Σόφια προτιμούσε μια προσέγγιση με το Βελιγράδι, την οποία προωθούσε και η Γαλλία, σε ανθελληνική βάση.2 Σύμφωνα με τον Τούρκο πρεσβευτή στην Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση δεν εμπιστευόταν την βουλγαρική καλή θέληση και επιθυμούσε την ενίσχυση της ελληνοτουρκικής φιλίας χωρίς αυτή να τάσσεται υπέρ του ιταλικού ή του γαλλικού συνασπισμού.3 Η προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης ενισχύθηκε μέσω του Συμφώνου «Εγκάρδιας Συνεννόησης» του 1933, το οποίο προέβλεπε την εξασφάλιση του κοινού συνόρου της Θράκης και της συνεννόησης Ελλάδος και Τουρκίας.

Αλέξανδρος Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.
Βόρις Γ΄ της Βουλγαρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Γαλλία ασκούσε πιέσεις με σκοπό μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Μια πρώτη διάθεση προσέγγισης της Γιουγκοσλαβίας είχε διαφανεί από την βουλγαρική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης τον Οκτώβριο του 1931, έχοντας όμως ημιεπίσημο χαρακτήρα.4 Η κυβέρνηση του Νικόλα Μουσάνωφ (Никола Мушанов) σκεφτόταν την διάλυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) με σκοπό να μειώσει τις εντάσεις που δημιουργούσε στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στο ζήτημα της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία. Από τον Απρίλιο του 1933 η βουλγαρική κυβέρνηση χορήγησε αμνηστία στους Βούλγαρους αγροτικούς φυγάδες που είχαν καταφύγει στην Γιουγκοσλαβία και ήταν υπέρμαχοι μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, ενώ στα τέλη του ίδιου μήνα αντιπροσωπεία της σερβικής εκκλησίας με επικεφαλής τον επίσκοπο του Νόβι Σαντ και τον επίσκοπο Αχριδών – Βιτωλίων συλλειτούργησε στη Σόφια με τον Έξαρχο, μητροπολίτη Σόφιας Στέφανο, αν και η βουλγαρική εκκλησία ήταν σχισματική.5 Κατόπιν γαλλικών προτροπών και της διαμεσολάβησης του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Πώλ Μπονκούρ (Paul Boncour), ο βασιλιάς Αλέξανδρος πείστηκε να συναντηθεί με τον Βούλγαρο βασιλιά, Βόριδα Γ’. Οι δύο βασιλείς συναντήθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου 1933 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βελιγραδίου. Αν και στην συνάντηση επισημάνθηκαν τα κοινά στοιχεία των δύο λαών, ο βασιλιάς Αλέξανδρος εξακολουθούσε να είναι επιφυλακτικός απέναντι στον Βούλγαρο βασιλιά όσο ο τελευταίος συνέχιζε να στηρίζει την δράση της ΕΜΕΟ.6

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των συσκέψεων των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ τον Σεπτέμβριο του 1933, οι κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας αποφάσισαν να λάβουν πρωτοβουλίες για την εδραίωση του status quo στα Βαλκάνια. O Γιουγκοσλάβος βασιλιάς, Αλέξανδρος, και ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών, Νικολάε Τιτουλέσκου (Nikolae Titulescu), αποφάσισαν να διενεργήσουν συναντήσεις με τις κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, ώστε να επιτευχθεί κάποιου είδους προσέγγιση. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε η βαλκανική συνεννόηση να λάβει αντιιταλικό χαρακτήρα, ενώ η Ρουμανία ανησυχούσε για την έναρξη μιας προσέγγισης μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας, η οποία θα έστρεφε τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό στην Νότια Δοβρουτσά. Η επιτυχία ή η αποτυχία του εγχειρήματος θα ευνοούσε αντίστοιχα την γαλλική ή την ιταλική πολιτική στα Βαλκάνια.7

6 Νοεμβρίου 1933. Βαλκανική Διάσκεψη για ειρηνική συνύπαρξη στη Θεσσαλονίκη. Μια πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ξεκινώντας τις επαφές του με τις κυβερνήσεις των βαλκανικών κρατών πραγματοποίησε μια συνάντηση με τον βασιλιά Βόριδα στο Ευξείνογκραντ, στις 2 Οκτωβρίου 1933, καθώς ταξίδευε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η επαναπροσέγγιση ήταν εφικτή και επιθυμητή», εφόσον επιλύονταν ορισμένα διμερή θέματα, ωστόσο ο Βόρις ήταν αρνητικός, τονίζοντας ότι μια προσέγγιση δεν ήταν ακόμη εφικτή λόγω των ισχυρών ερεισμάτων της ΕΜΕΟ.8 Ο Αλέξανδρος, επιθυμώντας την συμμετοχή της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο πρότεινε μια ευέλικτη φόρμουλα, η οποία θα προέβλεπε την «ασφάλεια» και όχι το απαραβίαστο των συνόρων. Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος συναντήθηκε με τον Έλληνα υπουργό των Εξωτερικών, Δημήτριο Μάξιμο, όπου του εξέθεσε λεπτομερώς τα όσα είχαν στο μεταξύ διημείφθη με τον Βούλγαρο βασιλιά και τον Τούρκο πρόεδρο. Ο Μάξιμος συμφώνησε και τέθηκε ως βάση της συνεργασίας η απόκρουση οποιασδήποτε εδαφικής μεταβολής στα Βαλκάνια. Το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία εργάζονταν προς την διατήρηση του υφιστάμενου status quо, ενώ η Βουλγαρία ήταν απρόθυμη να το αποδεχτεί.9 Λίγες μέρες αργότερα ξεκίνησε ένας νέος γύρος διαβουλεύσεων με αφορμή το ταξίδι του Ρουμάνου υπουργού των Εξωτερικών στα ίδια κράτη. Το περιεχόμενο των συνομιλιών ήταν παρόμοιο με τα διαμειφθέντα κατά το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά. Τελικά, συμφωνήθηκε να δοθεί ένα μικρό περιθώριο, ώστε να επιχειρηθεί να καμφθούν οι βουλγαρικές επιφυλάξεις.10

Η ένταση των προσπαθειών για την υπερκέραση των διαφορών ανάμεσα στο Βελιγράδι και τη Σόφια οδήγησαν την κυβέρνηση Τσαλδάρη στο συμπέρασμα ότι η ελληνική διπλωματία όφειλε να αλλάξει την πολιτική που βασιζόταν αποκλειστικά στα διμερή σύμφωνα και να συμμετάσχει σε ένα πολυμερές περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Από την πλευρά της, η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε την προσέγγιση με την Βουλγαρία με σκοπό να την απομακρύνει από την ιταλική επιρροή και να εξασφαλίσει ότι δεν θα αναγκαζόταν να διεξάγει διμέτωπο αγώνα εναντίον της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Για την Γιουγκοσλαβία το σύμφωνο αποτελούσε μια στήριξη σε περίπτωση επιδείνωσης των σχέσεων της με την Ιταλία. Για την Τουρκία και την Ελλάδα, αντίθετα, το σύμφωνο είχε καθαρά ενδοβαλκανικό χαρακτήρα, καθώς η μόνη απειλή προερχόταν από βουλγαρικής πλευράς.11 Αντιλαμβανόμενη την βουλγαρική αδιαλλαξία αναφορικά με το ενδεχόμενο προσχώρησης στο Βαλκανικό Σύμφωνο, η Γιουγκοσλαβία συνέχισε να επιδιώκει την συνεργασία, επεξεργαζόμενη οικονομικές παραχωρήσεις και αντικαθιστώντας τον ανεπιθύμητο πλέον πρεσβευτή Βούκτσεβιτς (Вукчевић) με τον Τσίντσαρ Μάρκοβιτς (Цинцар Марковић).12 

Μέλη και βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος περιστοιχίζουν τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Αριστερά του όρθιος ο νεαρός τότε Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παράλληλα, η νέα προσπάθεια επίλυσης των ελληνοβουλγαρικών οικονομικών ζητημάτων που επιχειρήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1933 ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Η επίσκεψη του Βόριδος στο Βελιγράδι και η διαφαινόμενη προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία παρείχε μεγαλύτερη διαπραγματευτική άνεση στη Σόφια έναντι της Αθήνας.13Στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων συνέβαλε και η προσφυγή της Ελλάδος στην Κοινωνία των Εθνών, λίγους μήνες πριν, καθώς η Βουλγαρία δεν προχωρούσε στην υλοποίηση των αποφάσεων του διαιτητή Ούντεν σχετικά με τα δάση της Ροδόπης.14 Η προσφυγή της Ελλάδος δυσαρέστησε αναμφίβολα την Βουλγαρία, αποτελώντας έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα.15

 

Η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στο λυκαυγές της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης

Ο φόβος μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης ήταν ένας από τους σπουδαιότερους λόγους που ώθησαν την Τουρκία και την Ελλάδα κυρίως, στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου του 1934, καθώς η προσέγγιση των δύο σλαβικών κρατών γινόταν πλέον ορατή. Η Βουλγαρία είχε κάνει σαφές με κάθε τρόπο ότι δεν επρόκειτο να προσχωρήσει στο Βαλκανικό Σύμφωνο με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κενό λόγω της απουσίας του μοναδικού καθαρά βαλκανικού κράτους. Το γεγονός αυτό προσέδιδε στη Βαλκανική Συνεννόηση τον χαρακτήρα ενός αντιβουλγαρικού συνασπισμού. Οι διαδικασίες υπογραφής του συμφώνου προχωρούσαν με πολύ αργούς ρυθμούς καθώς η Γιουγκοσλαβία, παρά τη διαρκή άρνηση της Βουλγαρίας, εξακολουθούσε να επιδιώκει την συνεννόηση μαζί της.

Δημήτριος Μάξιμος, υπουργός Εξωτερικών (1933 – 1935).

Ο Δημήτριος Μάξιμος αποφάσισε να επισκεφθεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με ένα διττό σκοπό: αφενός να τις ενημερώσει για το προς υπογραφήν σύμφωνο και, αφετέρου, να επισπεύσει την υπογραφή αυτού.16 Ο Μάξιμος αναχώρησε την 21η Δεκεμβρίου 1933 με πρώτο σταθμό το Ζάγκρεμπ, όπου συναντήθηκε με τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον υπουργό των Εξωτερικών, Μπόγκολιουμπ Γιέφτιτς (Богољуб Јевтић). Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του εγκρίθηκε το  προσχέδιο του Βαλκανικού Συμφώνου προτού ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών μεταβεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να βολιδοσκοπήσει την στάση των Μεγάλων Δυνάμεων.17 Το προσχέδιο του συμφώνου περιελάμβανε τρία άρθρα που προέβλεπαν: 1) την αμοιβαία εγγύηση των βαλκανικών συνόρων, 2) την αμοιβαία συνεννόηση επί όλων των ζητημάτων που απέρρεαν από το Βαλκανικό Σύμφωνο και την υποχρέωση να μη προβούν σε καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με κάποιο άλλο βαλκανικό κράτος χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τα υπόλοιπα και 3) το ζήτημα της προσχώρησης άλλου βαλκανικού κράτους θα αποτελούσε θέμα συζήτησης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.18

Στο Παρίσι η ιδέα του ενός βαλκανικού συμφώνου έγινε αμέσως δεκτή. Άλλωστε, η Γαλλία εργαζόταν από καιρό με σκοπό την εξασφάλιση του status quo στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ενώ η σύναψη του Συμφώνου θα αποτελούσε διπλωματική νίκη έναντι της Ιταλίας. Στην Ιταλία, ο Μάξιμος συναντήθηκε με τον Μουσολίνι στις 5 Ιανουαρίου 1934. Ο Ιταλός δικτάτωρ δεν φάνηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός προς τη Βαλκανική Συνεννόηση,19  καθώς ο Έλληνας υπουργός του ανέγνωσε το προσχέδιο του Συμφώνου, διαβεβαιώνοντάς ότι η εξασφάλιση των συνόρων αφορούσε μόνο το ενδοβαλκανικό status quo και ότι δεν θα γινόταν κάποια προσπάθεια περί συμμετοχής της Αλβανίας στο Βαλκανικό Σύμφωνο. Τέλος, στο Λονδίνο, ο Έλληνας υπουργός συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Ράμσεϊ Μακντόναλντ (Ramsey MacDonald), και τον Βρετανό ομόλογό του, Σερ Τζών Σάιμον (Sir John Simon). Η αγγλική κυβέρνηση, αν και ήταν θετική στο ενδεχόμενο σύμπηξης ενός βαλκανικού συμφώνου, παρατήρησε ότι έπρεπε να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε να επιτευχθεί η συμμετοχή της Βουλγαρίας. Μάλιστα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών πρότεινε την τήρηση μιας διαλλακτικής στάσης προς την Βουλγαρία, ενδίδοντας σε κάποιες αξιώσεις της, όπως η διέξοδος στο Αιγαίο, στο πλαίσιο της συνθήκης του Νεϊγύ.20

Ορισμένες διαφωνίες μεταξύ των κρατών σχετικά με τις διατάξεις του συμφώνου ευνόησαν την παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας, η οποία ζήτησε τρίμηνη αναβολή, επιδιώκοντας μια νέα προσπάθεια προσέγγισης με την Βουλγαρία. Τα τρία άλλα κράτη άρχισαν να ανησυχούν για την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς η τελευταία επιθυμούσε να διατυπωθεί το σύμφωνο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη θίγεται η προσέγγισή της με τη Βουλγαρία. Τελικά ο Τιτουλέσκου πρότεινε να συναντηθούν οι τέσσερις υπουργοί των Εξωτερικών στις αρχές Φεβρουαρίου στο Βελιγράδι.21  

Η συνάντηση στο Βελιγράδι πραγματοποιήθηκε το διάστημα 3-4 Φεβρουαρίου 1934. Το τελικό κείμενο της συμφωνίας δεν διέφερε καθόλου από το προσχέδιο που είχε καταρτιστεί τον Δεκέμβριο του 1933, όμως, προστέθηκε ένα μυστικό πρωτόκολλο. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονταν τη συνθήκη του Λονδίνου περί του προσδιορισμού του επιτιθέμενου (άρθρο 1), δήλωναν ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν στρέφεται εναντίον κάποιας άλλης δύναμης, αλλά σκοπός αυτού είναι η εξασφάλιση της ασφάλειας των βαλκανικών συνόρων από κάθε επίθεση που προέρχεται εκ μέρους βαλκανικού κράτους (άρθρο 2), ενώ σε περίπτωση συνδυασμένης επίθεσης ενός βαλκανικού και ενός μη βαλκανικού κράτους τότε η συμφωνία θα εφαρμοστεί μόνο εναντίον του βαλκανικού κράτους (άρθρο 3). Σύμφωνα με το 4ο άρθρο τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνταν να υπογράψουν τις ανάλογες συμβάσεις για την εφαρμογή του συμφώνου. Το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης υπογράφτηκε στην Αθήνα από τους τέσσερις υπουργούς των Εξωτερικών στις 9 Φεβρουαρίου 1934.

Παρά τον θριαμβευτικό χαρακτήρα που έλαβε η εκδήλωση υπογραφής του Βαλκανικού Συμφώνου, η βουλγαρική κοινή γνώμη θεωρούσε ότι η πολιτική της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μπορούσε να συνεχιστεί και θα δεν θα μπορούσε να ανακοπεί από το Βαλκανικό Σύμφωνο.22   Λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1934 ο Σέρβος Πατριάρχης Βαρνάβας δέχθηκε στο Βελιγράδι τους Βούλγαρους φοιτητές της θεολογικής σχολής της Σόφιας. Στον λόγο του τόνισε τις αγαθές σχέσεις των δύο Εκκλησιών, οι ενέργειες των οποίων αποσκοπούν στην εδραίωση καλών σχέσεων μεταξύ αυτών και των δύο λαών.23 Ο Πατριάρχης Βαρνάβας προσκάλεσε τους Βούλγαρους αρχιερείς στο Βελιγράδι, ως ανταπόδοση της επίσκεψης των Σέρβων αρχιερέων στη Σόφια το προηγούμενο έτος.

Η πανηγυρική υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στην Ακαδημία Αθηνών.

Η τετραμερής βαλκανική συμφωνία του 1934 κατάφερε να προσεγγίσει τα ευρύτερα εφικτά όρια μιας πολυμερούς βαλκανικής συνθήκης, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στην ανάγκη για καθολική συσπείρωση όλων των βαλκανικών κρατών σε έναν ενιαίο συνασπισμό. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμφωνία που υπογράφτηκε διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των τεσσάρων και της Βουλγαρίας, καθώς ο κύριος σκοπός που εξυπηρετούσε ήταν η προάσπιση του status quo, σε αντίθεση με την Βουλγαρία που παρέμενε προσκολλημένη στην επιδίωξη της αναθεώρησης του. Το Βαλκανικό Σύμφωνο αποδείχθηκε σχεδόν από τη στιγμή της υπογραφής του θνησιγενές, καθώς διατηρήθηκαν οι υπάρχοντες άξονες Ελλάδας-Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας-Ρουμανίας. Ελλάδα και Τουρκία επιθυμούσαν την ανάσχεση της διαφαινόμενης σλαβικής προσέγγισης, ενώ Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την εμπλοκή των δύο πρώτων σε εξωβαλκανικές περιπέτειες.

 

Ο εν Ελλάδι απόηχος του Βαλκανικού Συμφώνου

 Η υπογραφή του Συμφώνου προκάλεσε έντονη πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Η αντιπολίτευση με πρωταγωνιστή τον Βενιζέλο άσκησε δριμεία κριτική έναντι του υπογραφέντος συμφώνου. Ο Βενιζέλος έθετε ως προϋποθέσεις την προσχώρηση της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο και την συγκατάθεση της Ιταλίας, ώστε να μην διαρραγούν οι ελληνοϊταλικές σχέσεις και η Ελλάδα να διατηρήσει την ιταλική διπλωματική υποστήριξη έναντι της Γιουγκοσλαβίας.24 Ο Κρης πολιτικός ανησυχούσε ότι το μυστικό πρωτόκολλο ενδεχομένως περιέπλεκε την Ελλάδα σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ιταλίας.25 Θεωρούσε ότι έπρεπε να επικυρωθεί η συμφωνία για να μην εκτεθεί η Ελλάδα, αλλά να αναλάβει όσο το δυνατό λιγότερες, ή και καθόλου, στρατιωτικές υποχρεώσεις.26 Παράλληλα, η αναιμική υποστήριξη εκ μέρους κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων ή και η αποκήρυξη του από κάποιες άλλες εξέθεσαν την κυβέρνηση ως προς τις διαβεβαιώσεις που παρείχε. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πλειοψηφία που κατείχε η αντιπολίτευση στη Γερουσία οδήγησαν στη σύγκληση της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών μεταξύ της 26ης Φεβρουαρίου και της 3ης Μαρτίου 1934, καθώς έπρεπε να εξευρεθεί μια μέση λύση, ώστε να επικυρωθεί η συμφωνία.27

Στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ο Δημήτριος Μάξιμος τόνισε την αδυναμία των Δυτικών Δυνάμεων να περιορίσουν τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό. Ο Βενιζέλος θεωρούσε απίθανη την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας για την παρούσα τουλάχιστον γενιά,28 ενώ επεσήμανε ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την προσέγγιση των δύο κρατών σε περίπτωση επίλυσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών ζητημάτων, αλλά αντίθετα θα είχε ως μοναδικό τελικά αποτέλεσμα την επιδείνωση των ελληνοϊταλικών σχέσεων. Η άποψη του Κρητός πολιτικού για το Βαλκανικό Σύμφωνο συνοψίζεται σε μια ερώτηση που έθεσε προς τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την 28η Φεβρουαρίου 1934, φοβούμενος ότι η Ελλάδα θα αχθεί σε έναν πόλεμο χάριν των γιουγκοσλαβικών συμφερόντων: «Ποιά δουλειά ἔχομεν ἡμείς νά μπλέξουμε μεταξύ Ἰταλίας καί Γιουγκοσλαβίας;».29 

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Ιωάννης Μεταξάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μεταξάς, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να αποφύγει οιαδήποτε σύγκρουση με την Ιταλία, πρότεινε να υπερψηφισθεί το Βαλκανικό Σύμφωνο, αφού όμως τροποποιηθεί, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδος έναντι της Ιταλίας καθώς «ἡ Ὲλλάς δεν δύναται να δώσῃ οὔτε την παραμικράν βοήθειαν. Ἡ Ἑλλάς δεν εἴναι μία χερσόνησος περιβρεχομένη ὑπό θαλάσσης, ἀλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη ὑπό ξηράς».30  Σχετικά με το ζήτημα της απειλής από την σύμπηξη μιας συμμαχίας από τις δύο βαλκανικές σλαβικές χώρες ο Μεταξάς δεν διέβλεπε κάποιο κίνδυνο καθώς εμπιστευόταν τις ιταλικές εγγυήσεις όσον αφορά στην Θεσσαλονίκη. Οι πολιτικοί αρχηγοί συμφώνησαν με τις προτάσεις του Μεταξά, καθώς, αν το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν υπερψηφιζόταν, η Ελλάδα θα βρισκόταν εκτεθειμένη και η θέση θα γινόταν δυσχερέστερη, δυσαρεστώντας τα άλλα τρία κράτη.31 Τελικά, το Βαλκανικό Σύμφωνο επικυρώθηκε από τα νομοθετικά σώματα στις 14 Μαρτίου 1934, συνοδευόμενο από μια ερμηνευτική δήλωση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, με την οποία περιόριζε τις υποχρεώσεις της Ελλάδος που απέρρεαν από το σύμφωνο, ώστε να αποκλείεται η περίπτωση εμπλοκής της σε πόλεμο έναντι της Ιταλίας. Ο Μάξιμος δήλωσε ότι «σκοπός τοῦ συμφώνου τῆς Βαλκανικῆς συνεννοήσεως εἶναι μόνο ἡ εγγύησις τῆς ἀσφάλειας τῶν ἐνδοβαλκανικῶν συνόρων ἒναντι ἐπιθέσεως προερχομένης ἐξ οἰουδήποτε Βαλκανικοῦ κράτους. Κατά συνέπειαν ἡ Ἐλλάς ἐν οὐδεμία περιπτώσει δύναται προς ἐκτέλεσιν τῶν διά τοῦ Συμφώνου ἀναλαμβανομένων ὑποχρεώσεων να ἀχθῆ εἰς πόλεμον μἐ οἱανδήποτε τῶν Μεγάλων Δυνάμεων».32

Η ελληνική δήλωση προκάλεσε την δυσφορία και την δυσπιστία εκ μέρους των τριών άλλων κρατών. Η Γιουγκοσλαβία, η οποία από την αρχή ακολουθούσε μια τακτική κωλυσιεργίας, έβρισκε νέες αφορμές μετά από αυτά τα γεγονότα. Ο Γιέφτιτς μετέβη στην Άγκυρα τον Απρίλιο του 1934, ζητώντας τον αποκλεισμό της Ελλάδας από το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η τουρκική κυβέρνηση δήλωσε ότι αυτή ήταν μια μη συμφέρουσα επιλογή και τόνισε ότι θα απείχε και η ίδια από κάθε άλλο Σύμφωνο σε περίπτωση που απείχε η Ελλάδα. Τελικά, ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών υποχώρησε και συμφωνήθηκε η ταχεία σύναψη των στρατιωτικών συμβάσεων, όπως υπαγόρευε το 4ο άρθρο του Μυστικού Πρωτοκόλλου.33

Η δημόσια συζήτηση περί του Βαλκανικού Συμφώνου οδήγησε την ελληνική εξωτερική πολιτική σε δύσκολη θέση. Από τη μια πλευρά η συμμετοχή της Ελλάδας στο πολιτικό σκέλος της Συμφωνίας δυσαρέστησε την Ιταλία, οι σχέσεις με την οποία θα έχουν μια φθίνουσα πορεία έως τον Οκτώβριο του 1940, ενώ από την άλλη πλευρά η οξεία κριτική του Βενιζέλου αλλά και των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης επιδείνωσαν τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης διευκόλυνε την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση καθώς αφενός η Βουλγαρία διέβλεπε την δυσαρέσκεια της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Ελλάδας και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία ήταν ανασφαλής λόγω της αντίδρασης στο εσωτερικό της Ελλάδος σχετικά με το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η Γιουγκοσλαβία, θέλοντας να περιορίσει τους κινδύνους, άρχισε να ασκεί πιο ένθερμα μια διαδικασία προσέγγισης με την Βουλγαρία.

 

B. Η έξοδος της Βουλγαρίας από την απομόνωση και η ατόνηση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων

 

Η έναρξη της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης και η περαιτέρω αποδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης

Η προσέγγιση Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας συνεχίστηκε παρά την υπογραφή του Συμφώνου. Ήδη από τα τέλη του 1933 αντικαταστάθηκε ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στην Σόφια, ενώ ταυτόχρονα τοποθετήθηκε ως πρεσβευτής της Βουλγαρίας στο Βελιγράδι ο Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (Георги Кьосеиванов), ένθερμος υποστηρικτής της προσέγγισης των δύο κρατών. Ταυτόχρονα, η υπογραφή των Πρωτοκόλλων της Ρώμης τον Μάρτιο του 1934 ώθησαν την Γιουγκοσλαβία να επαναξιολογήσει την στάση της έναντι της Βουλγαρίας. Οι δύο βασιλείς, Αλέξανδρος και Βόρις, συναντήθηκαν και πάλι μετά τα μέσα Μαρτίου του 1934 με αφορμή τον θάνατο του Βέλγου βασιλιά, Αλβέρτου. Ο Ρουμάνος πρέσβης στο Βερολίνο ενημέρωσε τον Τιτουλέσκου ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που είχε ο Βόρις με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών συζητήθηκε το ενδεχόμενο προσέγγισης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Ο Γερμανός υπουργός τόνισε ότι η Γερμανία αναλάμβανε να διευκολύνει την προσέγγιση αυτή.34  Στην Βουλγαρία δρούσε ήδη γερμανικό δίκτυο, το οποίο ενίσχυε την γερμανική προπαγάνδα και επεδίωκε την διατήρηση της Βουλγαρίας και της Αλβανίας εκτός του Βαλκανικού Συμφώνου.35

Η προσπάθεια προσέγγισης μέσω ανταλλαγής επισκέψεων πολιτιστικών ή άλλων συλλόγων κατέδειξε τις δυσκολίες που υπήρχαν. Ο βουλγαρικός λαός και διάφορες μακεδονικές οργανώσεις δεν επεφύλαξαν θετική υποδοχή στις σερβικές αντιπροσωπείες, αποδεικνύοντας ότι η επιχειρούμενη προσέγγιση ήταν μια εκ των άνω προσπάθεια.36 Ωστόσο, η διπλωματική και πολιτική απομόνωση της Βουλγαρία οδήγησε στην άσκηση κριτικής της πολιτικής του Μουσάνωφ και εκδηλώθηκε μια επιθυμία υπέρ της επιστροφής στην πολιτική του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι (Александар Стамболијски), η οποία τασσόταν υπέρ της εξομάλυνσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Η βουλγαρική κοινή γνώμη άρχισε να αντιμετωπίζει θετικότερα το ενδεχόμενο της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μέσω προπαγανδιστικών διαλέξεων και άρθρων του Τύπου, τα οποία έστρεφαν τις βουλγαρικές διεκδικήσεις προς το Αιγαίο. Η διαφαινόμενη βελτίωση των σχέσεων της Βουλγαρίας με την Γιουγκοσλαβία επέτρεψε στην πρώτη να ασκεί μια πιο επιθετική πολιτική έναντι της Ελλάδας και του ελληνικού πληθυσμού στην Βουλγαρία.

Η εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας μεταβλήθηκε ριζικά μετά το πραξικόπημα της 19ης Μαΐου 1934. Η Στρατιωτική Λίγκα και η οργάνωση Zveno (Σύνδεσμος) ανήλθαν πραξικοπηματικά στην εξουσία με την στήριξη της Γαλλίας, θέτοντας ως βασικό στόχο της εξωτερικής τους πολιτικής να εξέλθει η χώρα από την απομόνωση και να προσεγγίσει την Γιουγκοσλαβία. Ήδη από τον Φεβρουάριο η Zveno παρατήρησε την δυσθυμία της Γιουγκοσλαβίας στην υπογραφή της Βαλκανικής Συνεννόησης λόγω της μη προσχώρησης της Βουλγαρίας και θεώρησε ότι ήταν μια ευκαιρία που έπρεπε να εκμεταλλευτούν.37 Έως τον Ιούνιο του 1934 η κυβέρνηση του Κίμωνος Γκεοργκίεφ (Кимон Георгиев) απήλλαξε την περιοχή του Πετριτσίου από την ΕΜΕΟ, κάνοντας το σημαντικότερο βήμα για την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων.38 Ο γαλλικός και ο γιουγκοσλαβικός Τύπος αντιμετώπιζαν θετικά την πολιτική αλλαγή που επήλθε και προσέβλεπαν σε μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση.

Ωστόσο, η δολοφονία του βασιλιά Αλέξανδρου σε συνδυασμό με την κρίση που αυτή προκάλεσε στην Ευρώπη οδήγησε σε στασιμότητα την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Παράλληλα, η δολοφονία του Γιουγκοσλάβου βασιλιά οδήγησε σε μερική συσπείρωση την Βαλκανική Συνεννόηση. Οι βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις δεν προχώρησαν για το μεγαλύτερο διάστημα του 1935, ωστόσο, η ανάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τον Μίλαν Στογιαντίνοβιτς (Милан Стојадиновић), ο οποίος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, έδωσε μια νέα δυναμική στην διαδικασία αυτή.

Η απώλεια του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κόστισε κυρίως στην Βαλκανική Συνεννόηση, καθώς απώλεσε έναν από τους πρωτεργάτες της, ενώ παράλληλα άρχισαν να διατυπώνονται φόβοι για το ενδεχόμενο ενός θερμότερου εναγκαλισμού μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας.39 Η δημοσίευση κοινού ανακοινωθέντος μετά την διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ και της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 19 Οκτωβρίου 1934 προκάλεσε φόβο τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό σχετικά με το ενδεχόμενο συγχώνευσης των δύο συνασπισμών και την εμπλοκή της Ελλάδας σε εξωβαλκανικά ζητήματα. Ο Μάξιμος στην προσπάθεια του να καθησυχάσει τις εν Ελλάδι αντιδράσεις δήλωσε ότι το κοινό ανακοινωθέν ήταν μια εκδήλωση συμπάθειας και ηθικής αλληλεγγύης προς την Γιουγκοσλαβία.40 Η Ελλάδα και η Τουρκία δέχθηκαν την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος καθώς επιθυμούσαν να διαφανεί το ενωτικό κλίμα μεταξύ των τεσσάρων κρατών.

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. Η δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.

 

Assassination of King Alexander I of Yugoslavia & Louis Barthou (1934) | British Pathé (FILM ID:799.12)

Η γιουγκοσλαβική στήριξη προς την Ελλάδα έλαβε ουσιαστικότερη μορφή κατά τα γεγονότα του κινήματος του Βενιζέλου της 1ης Μαρτίου 1935, μέσω της αποστολής αεροπλάνων. Η συγκέντρωση βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ελλάδα ενίσχυσαν τους ελληνικούς φόβους για μια ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση. Η Τουρκία, σε απάντηση στην βουλγαρική ενέργεια, συγκέντρωσε στρατεύματα στα βουλγαροτουρκικά σύνορα, θέλοντας να αποτρέψει τις όποιες βουλγαρικές σκέψεις περί κατάληψης ελληνικού εδάφους. Παράλληλα, και η Ιταλία διέβλεπε την αναταραχή στην Ελλάδα ως μια ενδεχόμενη αφορμή αύξησης της επιρροής της στην ανατολική Μεσόγειο. Με την στάση της, η Βαλκανική Συνεννόηση κατέστησε σαφές ότι οι ελληνικές αναταραχές δεν αποτελούσαν πεδίο για επεκτατική πολιτική εκ μέρους άλλων κρατών. Η άμεση αντίδραση της και η επιτυχία που είχε, αποτρέποντας κάθε επίδοξο τυχοδιώκτη, συνέβαλε στην έστω και προσωρινή συσπείρωση των μελών της.41

Μετά την επικράτηση της κυβέρνησης της Αθήνα στα γεγονότα του Μαρτίου του 1935 ανακινήθηκε το ζήτημα του πολιτειακού. Ο Κονδύλης, θέλοντας να προετοιμάσει την γιουγκοσλαβική κυβέρνηση για την επερχόμενη παλινόρθωση επισκέφθηκε στα μέσα Ιουλίου την Γιουγκοσλαβία και είχε συνομιλίες με τον αντιβασιλέα Παύλο και τον Στογιαντίνοβιτς. Ο Κονδύλης συμφώνησε κατά την συνάντηση στο Μπλέντ με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό και τον Αντιβασιλέα Παύλο ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο αποτελεί γνώμονα της πολιτικής των δύο κρατών. Ο Κονδύλης επιβεβαίωσε ότι μια ενδεχόμενη παλινόρθωση της μοναρχίας δεν θα μετέβαλε τις αρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ επεσήμανε ότι η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στην ελληνογιουγκοσλαβική φιλία.42 Παράλληλα, στις αρχές Αυγούστου ο Τσαλδάρης, κατευθυνόμενος προς την Βαυαρία, επισκέφθηκε τον αντιβασιλέα Παύλο και τον ενημέρωσε σχετικώς. Ο Παύλος τάχθηκε υπέρ της παλινόρθωσης και μάλιστα άμεσα, καθώς είχε νυμφευθεί την κόρη του πρίγκιπα Νικολάου και, επομένως, υπήρχαν συγγενικοί δεσμοί μεταξύ των δύο βασιλικών οίκων.43

Oι διεθνείς εξελίξεις σε συνδυασμό με την οξυμένη κατάσταση λόγω της αιθιοπικής κρίσης καθώς και της εσωτερικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα σχετικά με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος στη Βαλκανική Συνεννόηση ώθησαν τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό να ζητήσει τον Ιανουάριο του 1936 από την Ελλάδα να καθορίσει την στάση στις εξής περιπτώσεις441) Ἐάν ἡ Ἑλλάς θά συνεχίσῃ τήν πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως. 2) Ἐάν ἡ Ἑλλάς εἶναι ἑτοίμη νά συνάψῃ μετά τῶν ἄλλων κρατῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως σύμβασιν στρατιωτικήν: α) Ἐπί τῇ ὑποθέσει βαλκανικῆς συρράξεως εἰς ἣν θά ἀνεμιγνύετο ἐναντίον τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἡ Ἰταλία. β) Ἐπί τῇ ὑποθέσει καθαρῶς βαλκανικῆς συρράξεως καί γ) Ἐπί τῇ ὑποθέσει συρράξεως εἰς ἣν θά ἐνεπλέκετο ἡ Ἰταλία κατά τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Γαλλίας καί εἰς ἣν αἱ χῶραι τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως θά ἐτίθεντο μέ τό μέρος τῶν τελευταίων τούτων δυνάμεων. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε κυρίως, εκτός της ελάχιστης στρατιωτικής βοήθειας της Ελλάδας, την υπονόμευση της ελληνοϊταλικής φιλίας, ώστε να παρουσιάζεται ως προστάτιδα δύναμη της Ελλάδος.

Ο Μεταξάς, έχοντας αναλάβει την πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του Δεμερτζή και υπό την ιδιότητα του ως υπουργός των Εξωτερικών εκπροσώπησε την Ελλάδα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης τον Μάιο του 1936. Στο Βελιγράδι, ο Μεταξάς παρουσίασε αναλυτικά τις απόψεις της κυβέρνησης του και κατόπιν μακράς συζήτησης κατάφερε να διασκεδάσει την δυσπιστία των τριών άλλων κρατών.45 Ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι: 1) Η Ελλάδα είναι «σταθερῶς ἀποφασισμένη να συνεχίσῃ την πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἐν τῷ πλέον εἰλικρινεῖ πνεύματι στενῆς, πίστῆς και μονίμου συνεργασίας μετά τῶν Βαλκανικῶν Συμμάχων της». Επίσης, δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν δεσμεύεται με άλλα σύμφωνα πέραν του ελληνοϊταλικού συμφώνου του 1928. 2 α) Σχετικά με την περίπτωση της βαλκανικής σύρραξης, στην οποία θα μετείχε και η Ιταλία εναντίον της Βαλκανικής Συνεννόησης, «ἡ Ἑλλάς … θεωρεῖὅτι δεν θα δυνηθῇ να ἐμπλακῇ αὐτομάτωςεἰς τον πόλεμον, ἀλλά θα τηρήσῃ ἐν τῷ καλῶς ἐννοουυμένῳ συμφέροντι τοῦ Βαλκανικοῦ Συνασπιμοῦ, οὐδετερότητα ἐν πλήρει συμμορφώσει με τάς ὑποχρεώσεις τοῦ Συμφώνου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν… Ἐνὄψει λοιπόν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ Ἑλλάς ἐκτιμάὅτι δεν συντρέχει λόγος συνάψεως Στρατιωτικῆς Συμβάσεως». β)Στην περίπτωση αμιγώς βαλκανικής σύρραξης «ἡ Ἑλλάς θα λάβῃ μέρος εἰς την σύρραξιν με τάς καθρισθησομένας δυνάμεις ἐπεμβάσεως. Εἶναι, συνεπῶς, διά την περίπτωσιν ταύτην ἑτοιμη να συνάψῃ Στρατιωτικήν Σύμβασιν μετά τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως». Η προς υπογραφή στρατιωτική σύμβαση θα προέβλεπε την περίπτωση όπου κάποιο μέλος της Βαλκανικής Συνεννόησης θα δεχόταν επίθεση από την Αλβανία ή την Βουλγαρία μεμονωμένα ή συνδυασμένα από κοινού ή σε συνεργασία με την Ουγγαρία. γ)Όσον αφορά στην περίπτωση συρράξεως μιας Μεγάλης Δύναμης με την Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία, όπου τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννοήσεως επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στο πλευρό των τελευταίων «ἡ Ἑλλάς εἶναι διατεθειμένη να συνεννοηθῇ εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις με την Μεγάλην Βρεττανίαν και την Γαλλίαν, ὡς ἐπίσης και με τους Βαλκανικούς Συμμάχους της, ἵνα καθορίσῆ την ἔκτασιν και τον τρόπον ἐνεργείας της. Κατόπιν της ελληνικής τοποθέτησης ο Στογιαντίνοβιτς δήλωσε ότι: «Το ἐλληνικόν ζήτημα ἐρρυθμίσθη πλήρως, συμφώνως προς τάς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι αἱ ἐρμηνευτικαί δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως και τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων συμφωνοῦν ἀπολύτως προς το πνεῦμα τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου και ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, σαφέστατα καθοριζόμεναι εἶναι ἀποκλειστικῶς βαλκανικαί. Μετά τάς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Μεταξᾶ ἡ Βαλκανική Συνεννόησις ἐξέρχεται ἑνισχυμένη».

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου στα μέσα του 1936 είχε πεισθεί ότι η ελληνική ασφάλεια έπρεπε να στηρίζεται σε δύο πυλώνες: την Μεγάλη Βρετανία όσον αφορά στην προστασία των θαλασσίων συνόρων και την Βαλκανική Συνεννόηση όσον αφορά στην προστασία των χερσαίων συνόρων. Ωστόσο, παρά την φαινομενική ενδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης μέσω του ανακοινωθέντος του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης, ο τετραμερής βαλκανικός συνασπισμός βρισκόταν σε μια διαδικασία αποσύνθεσης. Η πολιτική, κυρίως, του Στογιαντίνοβιτς αποσκοπούσε στην προσέγγιση της Γιουγκοσλαβίας με την Βουλγαρία, την Ιταλία και την Γερμανία. Η Ιταλία μάλιστα λίγες μέρες μετά τη δήλωση του Μεταξά πληροφορήθηκε μέσω του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού την πρόθεση της Ελλάδας να προσχωρήσει στον γαλλοβρετανικό συνασπισμό σε βάρος της Ιταλίας με αποτέλεσμα να διαρραγούν πλήρως οι σχέσεις των δύο κρατών μετά και την υιοθέτηση των κυρώσεων, που επέβαλε η Κοινωνία των Εθνών στην Ιταλία, από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1935.46

Αναμνηστική σειρά γραμματοσήμων που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στις χώρες των συμβαλλομένων μερών την επομένη της συνομολόγησης του Βαλκανικού Συμφώνου το 1934 στην Αθήνα.
Η εξέλιξη των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων και η προπαρασκευή του Συμφώνου Αιώνιας Φιλίας

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στογιαντίνοβιτς στην Γιουγκοσλαβία τον Ιούνιο του 1935 συνδέθηκε κυρίως με την προσέγγιση της χώρας του με την Βουλγαρία με αποκορύφωμα το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας της 24ης Ιανουαρίου 1937. Ο Στογιαντίνοβιτς προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα καθώς σταδιακά γινόταν όλο και πιο φανερή η απόσταση μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής Συνεννόησης, ενώ ταυτόχρονα η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία τηρούσαν μια παθητική στάση στην ιταλική και την γερμανική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, η διάλυση της ΕΜΕΟ στη Βουλγαρία από το 1934 είχε προλειάνει το έδαφος για την επικείμενη προσέγγιση των δύο κρατών.

Η σταδιακή βελτίωση των σχέσεων των δύο κρατών συνδυάστηκε με μια συνεχώς αυξανόμενα επιθετική πολιτική της Βουλγαρίας προς την Ελλάδα καθώς εξήλθε της διπλωματικής απομόνωσης στα Βαλκάνια, ενώ υποστηριζόταν και από την Γερμανία, της οποία η δύναμη αυξανόταν στην ευρωπαϊκή σκηνή. Παράλληλα, στις υπονόμευση των διμερών σχέσεων συνέβαλλε και ο Τύπος των δύο κρατών, ο οποίος περιείχε εκατέρωθεν κατηγορίες σχετικά με τις βλέψεις του ετέρου κράτους.47 Στις κακές ελληνοβουλγαρικές σχέσεις συνέβαλλε και η συνέχιση ενός τελωνειακού πολέμου που υφίστατο μεταξύ των δύο κρατών από τις αρχές της δεκαετίας.

Παράλληλα, από τις αρχές του 1935 Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία άρχισαν και πάλι να εργάζονται με σκοπό την προσέγγιση των δύο λαών. Η Γαλλία, βλέποντας ήδη από τον Απρίλιο την κατεύθυνση που λάμβανε η γιουγκοσλαβική πολιτική, τοποθέτησε ως πρεσβευτή στο Βελιγράδι τον Νταμπιέρ (Robert de Dampierre), ο οποίος νωρίτερα υπηρετούσε ως σύμβουλος στη γαλλική πρεσβεία της Ρώμης. Η αλλαγή αυτή στο προσωπικό της γαλλικής πρεσβείας στη Γιουγκοσλαβία έγινε ώστε να υπάρχει συστηματικότερη παρακολούθηση των ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων, αφού ο Νταμπιέρ ήταν άριστος γνώστης των ιταλικών πραγμάτων.48 Η βουλγαρική πολιτική σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών της Βουλγαρίας συνεχίστηκε. Τον Ιούλιο του 1935 οι βουλγαρικές αρχές απείλησαν τους Έλληνες της Σωζόπολης που δεν διέθεταν διαβατήριο ή προξενική πιστοποίηση ότι εάν δεν λάβουν την βουλγαρική ιθαγένεια θα απελαθούν.49

Η ανάληψη της κυβέρνησης από τον Κιοσεϊβάνωφ, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία και είχε διατελέσει πρέσβης στο Βελιγράδι, οδήγησε στην σταδιακή επιτάχυνση της προσπάθειας. Ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι είχε πρόθεση να συσφίξει τις σχέσεις του με όλους τους γείτονες κάνοντας, όμως, ειδική μνεία για τις βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Παρά τις δηλώσεις του Κιοσεϊβάνωφ στο διπλωματικό τοπίο δεν σημειώθηκε κάποια μεταβολή. Ο αντιβασιλέας Παύλος, όντας πιο επιφυλακτικός από τον Στογιαντίνοβιτς όσον αφορά στην προσέγγιση με την Βουλγαρία, ανέφερε στον Νικόλαο Πολίτη ότι δεν εμπιστευόταν την Βουλγαρία, θεωρώντας την άπληστη και παρέμενε υπέρμαχος της διατήρησης της Βαλκανικής Συνεννόησης. Παρόλα αυτά, επιθυμούσε την βελτίωση των σχέσεων με την Βουλγαρία σε οικονομικό επίπεδο.50  Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ικανοποιούνταν με τα βήματα βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, καθώς αποσκοπούσαν στην απεξάρτηση της Βουλγαρίας από την ιταλική σφαίρα επιρροής.51

Η έντονη μυστικότητα των αρμόδιων υπηρεσιών, η άκρα επιφυλακτικότητα της κυβέρνησης και το ανελεύθερο καθεστώς του Τύπου περιόριζαν τα μέσα εξακρίβωσης της σημασίας των γεγονότων για τις ξένες αποστολές. Ο ελληνικός Τύπος θεωρούσε ότι ο αντιβασιλέας Παύλος θα προσπαθούσε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Βούλγαρου βασιλιά να τον πείσει να προσχωρήσει η Βουλγαρία στη Βαλκανική Συνεννόηση σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την Βουλγαρία από την σφαίρα της ιταλικής επιρροής.52  Ωστόσο, υπήρχε προβληματισμός λόγω της αποκλίνουσας πολιτικής μεταξύ του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού και του αντιβασιλέα Παύλου καθώς ο πρώτος προσπαθούσε να αναπτύξει τις σχέσεις του με τη Γερμανία και την Ιταλία σε αντίθεση με τον δεύτερο που ασκούσε φιλοβρετανική πολιτική.53

Οι επαφές μεταξύ Βούλγαρων και Γιουγκοσλάβων άρχισαν σταδιακά να πυκνώνουν. Τον Σεπτέμβριο του 1936 Βούλγαροι κληρικοί επισκέφθηκαν τη νότια Σερβία. Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση παρείχε πλήρη ελευθερία στους βουλγαρόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Οι κάτοικοι υποδέχθηκαν τους Βούλγαρους κληρικούς ένθερμα, αποδεικνύοντας ότι η εικοσαετής προσπάθεια εκσερβισμού δεν είχε αποδώσει λόγω της έως πρότινος δράσης της ΕΜΕΟ.54  Η επίσκεψη του Βούλγαρου πρωθυπουργού στο Βελιγράδι στις 12 Οκτωβρίου 1936 σχολιάστηκε πολύ θετικά από τον γιουγκοσλαβικό Τύπο. Σκοπός της επίσκεψης του Κιοσεϊβάνωφ ήταν η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο κρατών, χωρίς όμως να σημειωθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος, σύμφωνα με την έκθεση της ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι.55

Η τόσο έντονη κινητικότητα μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο σλαβικών κρατών ανησύχησαν τα υπόλοιπα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης. Η τουρκική κυβέρνηση άσκησε πιέσεις, ώστε ο Στογιαντίνοβιτς να επισκεφθεί την Τουρκία με τον τελευταίο να δέχεται απρόθυμα να επισκεφθεί την Άγκυρα στα τέλη Οκτωβρίου του 1936.56 Ο Στογιαντίνοβιτς ενημέρωσε τον Ινονού (İsmet İnönü) ότι η Βουλγαρία προέβη σε βολιδοσκόπηση σχετικά με τη σύναψη συμφώνου φιλίας με την Γιουγκοσλαβία. Ο Τούρκος πρωθυπουργός φάνηκε θετικός, ωστόσο τόνισε ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης. Ο Ινονού θεώρησε πιθανό ότι η Γιουγκοσλαβία θα έθετε το θέμα στην προσεχή σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 15 Φεβρουαρίου 1937.

Αττατούρκ, Στογιαντίνοβιτς και Μεταξάς στην Άγκυρα (Μάρτιος 1938).

Λίγες μέρες αργότερα ο Στογιαντίνοβιτς επισκέφθηκε το Κρίτσιμ της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του με τους Βόριδα και Κιοσεϊβάνωφ δήλωσε πως επιθυμούσε και ο ίδιος την υπογραφή ενός συμφώνου με μια και μοναδική παράγραφο, η ουσία της οποίας θα αποδιδόταν με τη φράση: «Αιώνια φιλία μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας». Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Στογιαντίνοβιτς, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν υπήρχαν πλέον εκκρεμή ζητήματα με την Γιουγκοσλαβία. Η ουσία της δήλωσης ήταν ότι η Βουλγαρία παραιτούνταν από την γιουγκοσλαβική Μακεδονία με σκοπό να ξεπεραστεί και το τελευταίο εμπόδιο για την προσέγγιση των δύο κρατών. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Κιοσεϊβάνωφ πρότεινε και επίσημα τη σύναψη ενός βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου.57

Μετά τη συνάντηση των Κιοσεϊβάνωφ και Στογιαντίνοβιτς, όπου προτάθηκε η σύναψη διμερούς συμφώνου, ξεκίνησε μια διαδικασία βολιδοσκόπησης των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας. Η τουρκική πλευρά είχε δυσαρεστηθεί με την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς Τουρκία και Γιουγκοσλαβία είχαν αναπτύξει άριστες σχέσεις λόγω της ιταλικής επιθετικότητας. Η Τουρκία επιθυμούσε να ολοκληρωθεί η βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για την Βαλκανική Συνεννόηση καθώς η ίδια βρισκόταν παράλληλα σε διαπραγματεύσεις με την Γαλλία για την επίλυση των διαφορών τους στην περιοχή της Αλεξανδρέττας.58 Ο Αράς τόνισε στον Σπυρίδωνα Πολυχρονιάδη ότι ο Στογιαντίνοβιτς ήταν πρόθυμος να παρέχει ενυπόγραφη υπόσχεση ότι, εάν κατά τις ελληνοβουλγαρικές διαπραγματεύσεις η Βουλγαρία ζητούσε κάθοδο στο Αιγαίο, η Γιουγκοσλαβία θα τασσόταν υπέρ της Ελλάδος και της Τουρκίας.59

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια συνομιλιών του Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό, ο τελευταίος δήλωσε ότι σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης για σύναψη του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου θα διαφαινόταν έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Γιουγκοσλαβία, επηρεάζοντας την εσωτερική συνοχή αλλά και το κύρος που εξέπεμπε η Συνεννόηση.60 Ταυτόχρονα, ο Στογιαντίνοβιτς σε μια προσπάθεια να μετριάσει την ανησυχία της Γαλλίας διεμήνυσε στον Γάλλο πρεσβευτή ότι, εάν η Γιουγκοσλαβία δεν δεχόταν την προταθείσα συμφωνία, τότε η Βουλγαρία θα ωθούνταν προς τη Γερμανία.61 Τελικά, Ελλάδα και Ρουμανία αποφάσισαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου να μην ασκήσουν περισσότερη πίεση στην Γιουγκοσλαβία, ακολουθώντας την πολιτική της Τουρκίας, δίνοντας την συγκατάθεσή τους για την υπογραφή του συμφώνου στα τέλη Δεκεμβρίου με την προϋπόθεση ότι ο Στογιαντίνοβιτς θα παρείχε διαβεβαιώσεις περί της σταθερότητας της Βαλκανικής Συνεννόησης στην προγραμματισμένη για τις 15 Φεβρουαρίου 1937 σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης.62

Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, έχοντας λάβει τη συγκατάθεση των υπόλοιπων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης, επέσπευσε τις διαδικασίες υπογραφής του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1937 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δημοσίευσε μια επίσημη ανακοίνωση, στην οποία έδινε θετική απάντηση στη βουλγαρική πρόταση περί υπογραφής συμφώνου μη επιθέσεως.63 Υπό τις νέες εξελίξεις η βουλγαρική κοινή γνώμη πίστευε ότι η γιουγκοσλαβική πολιτική θα στήριζε τις βουλγαρικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας ως αντάλλαγμα της παραίτησης της Βουλγαρίας από την σερβική Μακεδονία. Παράλληλα, υπήρχε η άποψη περί κοινής ανθελληνικής πολιτικής με σκοπό η Γιουγκοσλαβία να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και η Βουλγαρία την Δυτική Θράκη.64 Σύμφωνα με πληροφορίες του ελληνικού Τύπου οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση του συμφώνου προχωρούσαν ταχύτατα και φημολογούταν ότι θα υπογραφεί έως τα τέλη του Ιανουαρίου του 1937.65

Τελικά στις 24 Ιανουαρίου 1937 υπογράφηκε στο Βελιγράδι το βουλγαρογιουγκοσλαβικό Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας. Το Σύμφωνο είχε ασυνήθιστη μορφή καθώς περιείχε μόλις ένα άρθρο, στο οποίο δεν διασαφηνίζονταν οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, παρά μόνο οριζόταν ότι στο εξής «θα υπήρχε αδιάρρηκτη ειρήνη και ειλικρινής και αιώνια φιλία μεταξύ του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και του Βασιλείου της Βουλγαρίας», ενώ δεν υπήρχε καμία αναφορά στο Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών. Παρά τις διθυραμβικές δηλώσεις των δύο πρωθυπουργών η προσέγγιση αυτή ήταν αρκετά τεχνητή καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που αναπτύχθηκαν ανάμεσα τους από τον καιρό που ο Βούλγαρος πρωθυπουργός υπηρετούσε ως πρεσβευτής στη Γιουγκοσλαβία. Παρά τη συμφωνία για αποσιώπηση του σημαντικότερου ζητήματος για το οποίο συγκρούονταν οι δύο λαοί, το Μακεδονικό, θα επανεμφανιζόταν μόλις λίγα χρόνια αργότερα.66

Οι πρωθυπουργοί της Βουλγαρίας Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (αριστερά) και Μίλαν Στογιαντίνοβιτς υπογράφουν το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας μεταξύ των δυο χωρών.

Η λιτή μορφή του συμφώνου γέννησε φόβους περί ύπαρξης μυστικών πρωτοκόλλων. Όπως αποδείχθηκε μελλοντικά δεν υπήρχε σαφής ανθελληνική ρήτρα, αλλά, εάν άλλαζαν ριζικά οι διεθνείς σχέσεις, ο Στογιαντίνοβιτς δεν είχε ενδοιασμούς να στρέψει τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό προς την Ελλάδα και την Ρουμανία, αναζητώντας οφέλη και για την Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, δεν παρείχε κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στη Βουλγαρία. Το πρώτο διάστημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας οι πληροφορίες που λάμβαναν οι πρεσβευτές ήταν ελάχιστες καθώς υπήρχε έντονη μυστικότητα από τον Στογιαντίνοβιτς και τον Γιουγκοσλάβο αντιβασιλέα σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας. Αν και ο αντιβασιλέας Παύλος αντιπαθούσε τους Βούλγαρους, πείστηκε πιθανότατα από τον βρετανικό παράγοντα να μεταβάλει την στάση του, καθώς ο Βρετανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι τάχθηκε υπέρ του συμφώνου σε συνομιλία που είχε με τον πρώτο.

Τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αναγκάστηκαν να συναινέσουν στη σύναψη του Συμφώνου Αιώνας Φιλίας, καθώς δεν επιθυμούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με την Γιουγκοσλαβία ή να μειώσουν την ισχύ που διέθετε η Συνεννόηση διεθνώς. Σκοπός της Βαλκανικής Συνεννόησης ήταν να μεταδώσουν ένα κλίμα συνοχής και σύμπνοιας στο εξωτερικό, ακόμα και αν αυτό πρακτικά δεν υπήρχε. Τα τρία άλλα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αρκέστηκαν στην δήλωση του Στογιαντίνοβιτς κατά την εν Αθήναις σύνοδο της Συνεννόησης μεταξύ 15 και 18 Φεβρουαρίου 1937, η οποία ανέφερε ότι το υπογραφέν σύμφωνο «ὀυδαμῶς θίγει τάς ὐποχρεώσεις τάς ἀπορρεούσας ἐκ τῶν συνθηκῶν συμμαχίας, τῶν συναφθεισῶν ὑπό τῆς Γιουγκοσλαβίας και τῶν ἄλλων κρατῶν τῆς Βαλκανικής Συνεννοήσεως».67

Αν και το σύνθημα των Βαλκανικών Διασκέψεων ήταν «τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους», κατόπιν της ηγεμονικής στάσης της Γαλλίας και των βουλγαρικών απαιτήσεων για αναγνώριση μειονοτικών δικαιωμάτων από τα γειτονικά κράτη, οι Βαλκανικές Διασκέψεις οδήγησαν στην υπογραφή της Βαλκανική Συμφωνίας. Η Συμφωνία αυτή δημιούργησε έναν φιλογαλλικό συνασπισμό, συμπληρωματικό της Μικρής Αντάντ στη βαλκανική χερσόνησο. Ωστόσο, η συμμετοχή των τεσσάρων κρατών είχε διαφορετικά κίνητρα. Αφενός η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία επιθυμούσαν η Βαλκανική Συμφωνία να αποτελέσει επέκταση της Μικρής Αντάντ στα Βαλκάνια, εμπλέκοντας την Ελλάδα και την Τουρκία σε εξωβαλκανικές υποθέσεις. Παράλληλα, η γιουγκοσλαβική πολιτική με τη βοήθεια της Γαλλίας εργαζόταν σε δεύτερο επίπεδο από το 1933 στην εξομάλυνση των σχέσεων της με την Βουλγαρία. Η Γιουγκοσλαβία, φοβούμενη την διεξαγωγή ενός διμέτωπου αγώνα με την Ιταλία στα δυτικά και την Βουλγαρία στα νοτιοανατολικά, ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την τελευταία. Παράλληλα, η γαλλική πολιτική στήριζε την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας καθώς επιθυμούσε την μείωση της ιταλικής επιρροής στην Βουλγαρία. Η προσέγγιση μεταξύ της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας ανήχθη σε πολιτική τόσο του αναθεωρητικού όσο και του μη αναθεωρητικού στρατοπέδου σε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής τους.

Η απροθυμία της Ελλάδος να αναλάβει εξωβαλκανικές υποχρεώσεις και να εισέλθει σε περιπέτειες χάριν γιουγκοσλαβικών υποθέσεων ώθησε την Γιουγκοσλαβία σε εξομάλυνση των σχέσεών της με την Βουλγαρία. Στην χάραξη της γιουγκοσλαβικής πολιτικής συνηγορούν και οι διεθνείς εξελίξεις. Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία άρχισαν να ακολουθούν αντίθετες πορείες, καθώς ο Μεταξάς είχε καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα θα προσχωρούσε στον βρετανικό συνασπισμό σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Ο Στογιαντίνοβιτς, βλέποντας τις νέες ισορροπίες που είχαν πλέον διαμορφωθεί στην Ευρώπη, επέλεξε να προσεγγίσει τις χώρες που ασκούσαν πιο δυναμική πολιτική, όπως τη Βουλγαρία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Ωστόσο, ο Γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός ασκούσε προσωποπαγή πολιτική με αποτέλεσμα την άμεση κατάρρευση των βουλγαρογιουγκοσλαβικών και ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων αμέσως μετά την αποπομπή του τον Φεβρουάριο του 1939.

Οι σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας το διάστημα 1934-1937 δεν ήταν ιδιαίτερα εγκάρδιες, καθώς η συμμετοχή των δύο κρατών στο Βαλκανικό Σύμφωνο έγινε για ιδιοτελής σκοπούς. Αφενός η Ελλάδα αποσκοπούσε να αδρανοποιήσει την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε να υπονομεύσει τις ελληνοϊταλικές σχέσεις, εξασφαλίζοντας την ελληνική στήριξη σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Για την Γιουγκοσλαβία ήταν ζωτικής σημασίας η δυνατότητα πολεμικού ανεφοδιασμού μέσω της Θεσσαλονίκης, καθώς η μεταφορά πολεμικού υλικού από την Γαλλία και την Αγγλία καθίστατο αδύνατη σε οιαδήποτε άλλη περίπτωση. Ωστόσο, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψιν της και την μεσογειακή διάσταση της εξωτερικής της πολιτικής, μη αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις έναντι μιας μεσαίας ναυτικής μεσογειακής δύναμης, όπως η Ιταλία, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη της ελληνικής. Η Γιουγκοσλαβία, αντιλαμβανόμενη την ελληνική απροθυμία, επέλεξε να προσεγγίσει την Βουλγαρία κατόπιν και της υποστήριξης αμφότερων των δύο αντιμαχόμενων ευρωπαϊκών συνασπισμών.

Ο Θωμάς Δημόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Πηγές

 Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (Υ.Δ.Ι.Α)

1934: Α/3/2, Α/3/5, Α/3/5/1, Α/3/9, Α/3/11, Α/5/2, Α/5/3/1, Α/6/1, 1934 ΑΑΚ/9, ΑΑΚ/24

1935: Α/3/3, Α/5/4, Α/6/3, ΑΑΚ/17

1936: Α/6/2, 15/7, 24/2, 28/1

1937: 13/1

 

Εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα (1934-1937)

 

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία

Ristelhueber, R., Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2000.

Δαφνής, Γ., Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τ. Β., εκδόσεις Ίκαρος, 1955.

Κορόζης, Αθ., Οι πόλεμοι 1940-1941 επιτυχίαι και ευθύναι, τ. Α’, Αθήνα 1957.

Κούμας, Μ., Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1933-1936, εκδόσεις Σιδέρης, 2010.

Λάσκαρις, Σ., Διπλωματική ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1914-1939, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1954.

Μαρκεζίνης, Σπ., Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ. Γ’, εκδόσεις Πάπυρος, 1968. Μεταξάς, Ι., Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ., εκδόσεις Ίκαρος, 1960.

Πιπινέλης, Π., Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος 1923-1941, εκδόσεις Σαλιβέρος, Αθήνα 1948.

Σβολόπουλος, Κ., Το βαλκανικό σύμφωνο και η ελληνική εξωτερική πολιτική 1928-1934, εκδόσεις Κολλάρου, 1974.

Σφέτας, Σπ., Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001.

Τούντα-Φεργάδη, A., Ηγετικές μορφές του Μεσοπολέμου και εξωτερική πολιτική, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2003.

Της ιδίας, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας 1912-1941, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2005.

 

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Avramovski, Ž., «The Yugoslav-Bulgarian Perpetual Friendship Pact of 24 January 1937»,

Canadian Slavonic Papers 11.3 (1969).

Campus, E., The little Entente and the Balkan Alliance, Academiei Republici Socialiste Romania, 1978.

Glenny, M., The Balkans 1804-1999. Nationalism, war and the Great Powers, Granta Books, London 1999.

Kerner, R. J., Howard, H. N., The Balkan Conference and the Balkan Entente (1930- 1935),Greenwood Press, Connecticut 1970.

Маркобић, Д., Мићић, С., «Сусрети краља Александра и краља Бориса од Септембра до Десембра 1933. Године», Токови историје (1/2017), Институт за новију историју Србије.

Raditsa, B., «Venizelos and the struggle around the Balkan Pact», Balkan Studies, vol. 6 n. 1 (1965).

Ross, G., The Great Powers and the decline of the european states system 1914-1945, εκδόσεις Longman, United States of America 1983.

Симић Б., «Највећи пријателј Бугарске. Милан Стојадиновић у бугарском листу Днес»,

Токови историје (3/2014), Институт за новију историју Србије.

 

Ιστοσελίδες

Αρχείο Βενιζέλου http://www.venizelosarchives.gr/index.asp

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

Σπυρίδων Σφέτας: Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

Σπυρίδων Σφέτας

Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

 

Η αντίσταση των διαφόρων φορέων κατά των κατοχικών δυνάμεων, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ταυτόχρονα και ένας αγώνας για την εξουσία μετά την απελευθέρωση, κάτι που αναπόφευκτα οδηγούσε σε εμφύλιες συγκρούσεις. Στη Γιουγκοσλαβία, για παράδειγμα, οι Σέρβοι τσέτνικς του Ντράζα Μιχαήλοβιτς και οι παρτιζάνοι του Τίτο, πέρα από την αντίσταση κατά των Γερμανών, αγωνίζονταν και για το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας: οι τσέτνικς για μια ασαφή ομοσπονδία Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων υπό τη σερβική δυναστεία των Καραγιώργηδων, χωρίς μεταβολή του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, οι παρτιζάνοι για μια νέα ομοσπονδιακή σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία με την αναγνώριση της ισοτιμίας όλων των εθνοτήτων. Το ίδιο συνέβη με τους Μπαλίστες και τους παρτιζάνους του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ ή τα Τάγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα. Αλλά σε κάθε περίπτωση για τη νέα μεταπολεμική τάξη στα Βαλκάνια αποφασιστική σημασία είχε η στάση της Αγγλίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Για γνωστούς ιστορικούς και γεωστρατηγικούς λόγους σε μια άτυπη συμφωνία Άγγλων και Σοβιετικών, ήδη από το Μάιο του 1944, η Ελλάδα επιδικάστηκε στην αγγλική σφαίρα επιρροής και η Ρουμανία στη σοβιετική. Η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Άξονα και στη χώρα δεν είχε οργανωθεί παρτιζάνικο κίνημα. Αλλά αποτελούσε την πρώτη χώρα διέλευσης του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια και είχε μεγάλη σημασία για τη Σοβιετική Ένωση. Μετά την άτυπη αγγλοσοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 μπορεί να εξηγηθεί η παρέμβαση της σοβιετικής αποστολής υπό τον συνταγματάρχη Γκρηγκόρ Ποπώφ προς το ΚΚΕ να σεβαστεί τη συμφωνία του Λιβάνου και να προσχωρήσει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου με την αποδοχή από το ΕΑΜ των «ασήμαντων υπουργείων». Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 το ΕΑΜ έστειλε τους υπουργούς του στο Κάιρο. Με την είσοδο, ωστόσο, του Κόκκινου Στρατού στη Ρουμανία (30 Αυγούστου 1944) και στη Βουλγαρία (9 Σεπτεμβρίου 1944) το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι ισχυροποιούνταν οι θέσεις του έναντι της «ανίσχυρης» κυβέρνησης Παπανδρέου. Μετά την πολιτική μεταβολή της 9ης Σεπτεμβρίου 1944 στη Βουλγαρία ο άλλοτε «φασιστικός» βουλγαρικός στρατός στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, που τώρα υπαγόταν στη σοβιετική διοίκηση του Τρίτου Ουκρανικού Μετώπου υπό τους Σεργκέυ Μπιριουζώφ και Φιοντώρ Τολμπούχιν, ενίσχυε στρατιωτικά τον ΕΛΑΣ.

Αριστερά: Οι Πέτρος Ρούσσος, Αλέξανδρος Σβώλος και Στέφανος Σαράφης αναχωρούν για τον Λίβανο. Δεξιά: το ξενοδοχείο όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες του Συνεδρίου του Λιβάνου.
Εκδήλωση ελληνοβουλγαρικής συναδέλφωσης στην Αλεξανδρούπολη, στις 15/9/1944, με την ευκαιρία συνάντησης τμημάτων του ΕΛΑΣ με τον βουλγαρικό στρατό. Ό άλλοτε «φασιστικός» στρατός του Βόριδος, που ευθύνονταν για εγκλήματα στην Αν. Μακεδονία και Δ. Θράκη, τελούσε πλέον υπό σοβιετική διοίκηση. Και ο ΕΛΑΣ λάμβανε τώρα στρατιωτική βοήθεια από τον βουλγαρικό στρατό, μέχρι την αποχώρησή του από την Ελλάδα.

Από τις 12 μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1944 οι Βούλγαροι υπουργοί στην κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου Ντόμπρι Τερπέτσεφ και Ντημήταρ Νέικωφ επισκέφθηκαν την Καβάλα, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Παρόλο που ο στρατηγός Τολμπούχιν απέρριψε το αίτημα του Γιώργη Ερυθριάδη για κάθοδο του Κόκκινου Στρατού στην Ελλάδα στην παρούσα φάση, τον Σεπτέμβριο του 1944, και μόνο η παρουσία Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια και οι αναγνωριστικές επισκέψεις Σοβιετικών αξιωματικών στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη αναμφισβήτητα δημιούργησαν στο ΚΚΕ την ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός αποτελούσε μια σημαντική δύναμη στην οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί σε περίπτωση ανάγκης.

Το Κ.Κ.Ε, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είχε εγκαταλείψει τα σχέδια για κατάληψη της εξουσίας. Ενόψει των εξελίξεων στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία δύο μεραρχίες του ΕΛΑΣ μετά την είσοδο του σοβιετικού στρατού στη Βουλγαρία άρχισαν να μετακινούνται προς την Αθήνα. Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Παπανδρέου, ο οποίος επισήμανε ότι καμιά κίνηση του ΕΛΑΣ προς την Αθήνα δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την έγκριση των Άγγλων.

Τηλεγράφημα του Ζέβγου προς τον Ανδρέα Τζήμα και τον Γιάννη Ιωαννίδη στις 12 ή 16 Σεπτεμβρίου 1944: “Ήρθε είδηση ότι δύο μεραρχίες ΕΛΑΣ βαδίζουν εναντίον aθήνας stop παπανδρέου ζητεί όπως μη ενεργείται καμιά στρατιωτική ενέργεια ΕΛΑΣ άνευ διαταγής Συμμαχικού Στρατηγείου stopαρνηθήκαμε να δεχτούμε τέτια άποψη & προτείνομε όπως έρθει σύνδεσμος τής Κυβερνήσεως τo Στρατηγείο τού ΕΛΑΣ stopπεριμένουμε αμέσως οδηγίες σας stop”
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Προφανώς μετά από έντονη αντίδραση του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής ο Ζέβγος, ως υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου, συμβούλεψε το Κ.Κ.Ε (19/9/1944) στην παρούσα φάση, προσωρινά να εγκαταλείψει τα σχέδια για μονομερή κατάληψη στην Αθήνα και να δημιουργήσει δομές εξουσίες στην υπόλοιπη Ελλάδα, αποφεύγοντας τις εκτελέσεις των συλληφθέντων.

Δεύτερο τηλεγράφημα: “Δυο πράματα ενδιαφέρουν εξαιρετικά ελληνικούς & ξένους κύκλους & ασκήσουν εξαιρετική επίδραση σε τοποθέτηση ουδετέρων στοιχείων απέναντί μας & αφοπλισμό αντιπάλων stop Πρώτον stop Συμπεριφορά μας απέναντι συλλαμβανομένων αντιδραστικών stop πρέπει ληφθούν μέτρα αυστηρά & μη γίνουν εχτελέσεις συλλαμβανομένων stop επαναλαμβάνω συλλαμβανομένων stop (…) stop το πρόβλημα της αθήνας προκαλεί γενική προσοχή stop| ΕΛΑΣ μπορεί εγκαθιδρύσει αρχάς σε λοιπή Ελλάδα εξ ονόματος κυβέρνησης stop Γι αθήνα όλοι ξεχωρίζουν ζήτημα & ζητούν όπως μη γίνουν ενέργειες δίχως εντολή του συμμαχικού στρατηγείου & μονομερής κατάληψη εξουσίας stop επιμένουμε σ’ αυτή τη γραμμή stop Λαός & οργανώσεις αμυνόμενες κατά Γερμανο-προδοτών σήμερον & κατά Παγκάλου ίσως αύριο παλέβουν & θα παλέψουν για χτύπημα & διάλυσή τους & επιβολή τάξης εξ ονόματος εθνική κυβέρνησης |stop αυτό δε σημαίνει μονομερή κατάληψη εξουσίας πράμα που δεν επιδιώκει το Κ.Κ. stop Σ’ αυτό το έργο υπεράσπισης λαού απελευθέρωσης & επιβολής τάξης αστυνομία & όλοι πατριώτες να συννενοηθούν & συνεργαστούν με ΕΑΜ εναντίον Γερμανο-προδοτών stop Ίσως χρειαστεί να κάνουμε δηλώσεις με αυτό το πνεύμα stop. Νομίζουμε σκόπιμο να γίνει κάποια ανακοίνωση σ’ αυτό το σημείο από το Π.Γ στον αθηναϊκό λαό stop Πήραμε δυο τηλεγραφήματα του Σαράφη και Μάντακα stop Περιμένουμε πάραυτα οδηγίες & γνώμες τους stop Τέλος.»
19-9-1944
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί οι Άγγλοι επείγονταν για την υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας. Η υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) και η τυπική υπαγωγή των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στις διαταγές του Άγγλου στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπυ σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσαν συνθηκολόγηση για το ΚΚΕ, αλλά αναγκαίο ελιγμό. Παρά τους δισταγμούς τους να υπογράψουν τη συμφωνία της Καζέρτας, τελικά ο Στέφανος Σαράφης και ο Κώστας Δεσποτόπουλος μεταπείστηκαν μετά από προσωπική παρέμβαση του Γιάννη Ζέβγου, υπουργού του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου. Με την τακτική της «νομιμοφροσύνης», το ΚΚΕ μάλλον αποσκοπούσε σε παραπλάνηση των Άγγλων, ώστε να μην μεταφερθεί μεγάλος όγκος αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, κάτι που επιβεβαίωσε και ο Γιάννης Ιωαννίδης στις «Αναμνήσεις» του. Οι Άγγλοι δεν έθεσαν ζήτημα αποστράτευσης του ΕΛΑΣ στη Καζέρτα, αλλά στρατιωτικού ελέγχου. Ωστόσο, από νομική άποψη τα πλεονεκτήματα των Άγγλων ήταν εμφανή. Απαγορευόταν στον ΕΛΑΣ να αναλάβει δράση στην Αθήνα και στην περιφέρεια Αττικής. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης της Καζέρτας ο Φίτιν (ψευδώνυμο του Πάβελ Μιχαηλοβιτς, προϊστάμενου της 5ης Υπηρεσίας Κατασκοπείας του Υπουργείου Εσωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης) ενημέρωσε στις 27 Σεπτεμβρίου τον Γκεόργκι Δημητρώφ στη Μόσχα για τα σχέδια των Άγγλων στην Ελλάδα: οι Άγγλοι θα μετέφεραν περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις σε νευραλγικά σημεία της Αθήνας, θα έδιναν υπεύθυνη στρατιωτική θέση στο στρατηγό Σπηλιωτόπουλο (στο κείμενο αναφέρεται ως Σπηλιόπουλος), θα προχωρούσαν σε αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, θα κήρυτταν την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και θα αντικαθιστούσαν τις πολιτικές διοικητικές δομές με στρατιωτικές.

Στέφανος Σαράφης, Ronald Scobie και Ναπολέων Ζέρβας στην Καζέρτα.

Στη «περίφημη» Συμφωνία των Ποσοστών του Οκτωβρίου 1944, επισημοποιήθηκε από τον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν η προκαταρκτική αγγλο-σοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 για την Ελλάδα και τη Ρουμανία(90% και 10% αντίστοιχα στη κάθε χώρα). Συζητήθηκαν επίσης διεξοδικά και οι σφαίρες επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και της Αγγλίας στην Γιουγκοσλαβία(50%-50%) και στη Βουλγαρία(75%-25%). Από τα δημοσιευμένα σοβιετικά πρακτικά της συνάντησης αυτής προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα ποσοστά στη Βουλγαρία, στη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία αφορούσαν όχι τόσο την κομμουνιστοποιήση των χωρών αυτών, η οποία ήταν πλέον δεδομένη, αλλά κυρίως τα ποσοστά της αγγλικής και σοβιετικής επιρροής. Για παράδειγμα, το 25% της αγγλικής επιρροής στη Βουλγαρία σήμαινε ότι η Αγγλία έπρεπε να έχει ένα λόγο για την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων της Βουλγαρίας στην Ελλάδα και για την αποτροπή εδαφικής διεξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Δηλαδή, οι Άγγλοι ήθελαν να έχουν λόγο στη Βουλγαρία για ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα. Για να δικαιολογήσουν το 25%, το οποίο στις συνομιλίες ο Στάλιν ήθελε να μειώσει, οι Άγγλοι επικαλούνταν το γεγονός ότι η Βουλγαρία είχε κηρύξει πόλεμο στην Αγγλία και όχι στη Σοβιετική Ένωση. To Κ.Κ.Ε δεν ενημερώθηκε από τους Σοβιετικούς ούτε για τα σχέδια των Άγγλων ούτε για την “Συμφωνία των Ποσοστών», παρ’ όλο που οι σοβιετικοί υπαινιγμοί ήταν σαφείς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1944 ο Φίτιν ενημέρωσε τον Δημητρώφ για τα αγγλικά σχέδια σχετικά με την Ελλάδα, που προέβλεπαν και αποστράτευση του ΕΛΑΣ.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10/2/1947), όταν οι αγγλικοί στόχοι είχαν κατά βάση επιτευχθεί, δεν υπήρχε και στοιχειώδες αγγλικό ενδιαφέρον για τη Βουλγαρία, που κομμουνιστοποιούνταν πλήρως με την εξουδετέρωση κάθε είδους αντιπολίτευσης. Σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία το 50 %- 50 % είχε την έννοια ότι οι Σοβιετικοί δεν θα είχαν βάσεις στην Αδριατική. Είναι χαρακτηριστικό ότι και όταν ακόμη υπήρχε σοβιετο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, μετά το σοκ της ρήξης του 1948, ποτέ ο Τίτο δεν εκχώρησε ναυτικές βάσεις στους Σοβιετικούς στην Αδριατική. Στο πνεύμα της τελικής πράξης του Ελσίνκι(1975) και της προσωρινής ύφεσης στις σχέσεις Η.Π.Α-Ε.Σ.Σ..Δ, ο Τίτο απλά παραχώρησε στους Σοβιετικούς το δικαίωμα ελλιμενισμού και επισκευής σοβιετικών πλοίων σε γιουγκοσλαβικά λιμάνια της Αδριατικής. Στην προσπάθεια των Σοβιετικών, κατά στις συζητήσεις στη Μόσχα, να αυξήσουν τα δικά τους ποσοστά στη Γιουγκοσλαβία (δηλαδή οι Σοβιετικοί να έχουν το 60% και οι Άγγλοι το 40%), οι Άγγλοι απαντούσαν ότι αυτοί ενίσχυσαν στρατιωτικά τον Τίτο. Πράγματι, μέχρι το ’44 δεν υπήρξε σοβιετική βοήθεια προς τους παρτιζάνους του Τίτο. Στην Ελλάδα οι Σοβιετικοί ήταν απλά θεατές(10%), όπως και στη Ρουμανία οι Άγγλοι ήταν επίσης θεατές(10%). Η Αλβανία για ευεξήγητους λόγους, που δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν εδώ, δεν αναφέρεται στη Συμφωνία των Ποσοστών, κάτι που έδινε την δυνατότητα στην Αγγλία να επιδιώξει αργότερα την ανατροπή του Χότζα.

Η επίσκεψη του Τσώρτσιλ στη Μόσχα τον Οκτώβριο 1944 και η λεγόμενη “Συμφωνία των Ποσοστών”.

Ωστόσο, αν ο ΕΛΑΣ επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία αμέσως μετά την 12η Οκτωβρίου 1944, την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας, η ενέργεια αυτή θα συνιστούσε κατάφωρο πραξικόπημα μέσα στη γενική ευφορία του κόσμου για την απελευθέρωση και θα καταδικαζόταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Στην ουσία η κυβέρνηση Παπανδρέου ήλεγχε μόνο την Αθήνα και τον Πειραιά. Η υπόλοιπη χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης από τα τέλη Οκτωβρίου 1944, τελούσε υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ελέγχοντας τη χώρα μέσω του ΕΛΑΣ και ελπίζοντας σε βοήθεια από τα γειτονικά βαλκανικά κράτη (ήδη το Νοέμβριο του 1944 ο Τίτο είχε υποσχεθεί αόριστα βοήθεια και το ΚΚΕ είχε αποκτήσει κρυπτογραφική επικοινωνία με το Δημητρώφ στη Μόσχα μέσω βουλγαρικής οδού – Πρόκειται για τα αποτελέσματα του ταξιδιού του Αναστασιάδη στο Βελιγράδι και τη Σόφια, το Νοέμβριο του 1944) , το ΚΚΕ πίστευε ότι στη πράξη θα απέβαινε κύριος ρυθμιστής των εξελίξεων με «νόμιμα» μέσα, από θέση ισχύος. Εδώ υποτίμησε τον αγγλικό παράγοντα και υπερεκτίμησε τον σοβιετικό.

Καταλύτης για τη κρίση του Νοεμβρίου απέβη, όπως είναι γνωστό, το ζήτημα της διάλυσης των ανταρτικών ομάδων και της συγκρότησης εθνικού τακτικού στρατού. Η κάθοδος του ΕΑΜ στις εκλογές, χωρίς τη στρατιωτική ύπαρξη του ΕΛΑΣ, στερούσε από το ΚΚΕ τη δυνατότητα επηρεασμού του προεκλογικού αγώνα και του εκλογικού αποτελέσματος. Και όταν στις αρχές Δεκεμβρίου το ΚΚΕ αποφάσισε να συγκρουστεί, αφού πρώτα παραιτήθηκαν οι υπουργοί του Ε.Α.Μ στη κυβέρνηση Παπανδρέου, εκτιμούσε ότι οι Άγγλοι δεν θα επενέβαιναν στη σύγκρουση του ΕΛΑΣ με την «ντόπια αντίδραση» και για το λόγο αυτό δεν στράφηκε αρχικά κατά των Άγγλων. Υπολόγιζε ότι λόγω της συμμαχίας Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης στον διαρκούντα ακόμη πόλεμο κατά της Γερμανίας οι Άγγλοι θα παρέμεναν ουδέτεροι. Οι Άγγλοι επενέβησαν αδίστακτα και οι Σοβιετικοί δεν παρενέβησαν ούτε στρατιωτικά ούτε διπλωματικά. Η Ελλάδα είχε επιδικαστεί στο δυτικό κόσμο και ο Στάλιν δεν θα προκαλούσε διεθνή κρίση με τους Άγγλους για το ελληνικό ζήτημα. Ό,τι ήθελε ο Στάλιν για την Ελλάδα, από το ’45 και μετά, ήταν ένα νόμιμο, ισχυρό Κ.Κ.Ε (ως αντιπολιτευτική δύναμη) που θα μπορούσε να επηρεάζει τις εσωτερικές εξελίξεις. Δυστυχώς, ο Ζαχαριάδης επικαλούμενος τη «λευκή τρομοκρατία», δεν άκουσε τις σοβιετικές συμβουλές για συμμετοχή στις εκλογές και οδήγησε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο. Μετά το 1949 αναζήτησε τα αίτια της ήττας στη «προδοσία» του Τίτο: Πάγια η τακτική της παραπλάνησης και της απόσεισης ευθυνών.

Ο Σπυρίδων Σφέτας (1960 – 2021) θεωρείται ως ένας από τους πλέον έγκριτους Έλληνες βαλκανιολόγους. Διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Χωρών Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ο αδόκητος θάνατός του βύθισε σε πένθος τους μαθητές και τους συναδέλφους του καθώς και την εν γένει επιστημονική κοινότητα.