Skip to main content

Πέτρος Παπαπολυβίου: Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 Πέτρος Παπαπολυβίου

 Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο

(Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974

Το στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης του αρχιεπισκόπου Μακαρίου εκδηλώθηκε στις 8.20 το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974. Οι μονάδες και τα τμήματα της Εθνικής Φρουράς (μοίρες καταδρομών, τεθωρακισμένα και μικρό τμήμα του Ναυτικού) και οι διμοιρίες της ΕΛΔΥΚ που εκτέλεσαν το πραξικόπημα στη Λευκωσία, είχαν κύριους στόχους το Προεδρικό Μέγαρο και τη ζωή του ιδίου του Μακαρίου, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το στρατόπεδο του Εφεδρικού σώματος, το ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου), την Αρχιεπισκοπή, το Αεροδρόμιο Λευκωσίας και τον Πύργο Ελέγχου, το κεντρικό κτίριο της ΣΥΤΑ (του κυπριακού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών), τις Κεντρικές Φυλακές και τον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου.

Είχε προηγηθεί πολύμηνη προετοιμασία για τη στρατιωτική επιχείρηση που ακολούθησε την πολύχρονη υπόσκαψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησης του προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Έτσι, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, αποδείχθηκε ότι είχε οργανωθεί με κάθε λεπτομέρεια και σκηνοθετηθεί άψογα από τη στενή ηγετική ομάδα της δικτατορίας στην Ελλάδα, με αρχισυνωμότη τον Δημήτριο Ιωαννίδη: Ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, στρατηγός Γεώργιος Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ («Ελληνική Δύναμις Κύπρου») και ο πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο, Ευστάθιος Λαγάκος, είχαν προσκληθεί σε παραπλανητική σύσκεψη στην Αθήνα, την Παρασκευή 13 Ιουλίου, που διακόπηκε και θα συνεχιζόταν τη Δευτέρα, 15 Ιουλίου, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση πραξικοπήματος, απούσης της στρατιωτικής ηγεσίας. Η απομάκρυνση του Ντενίση από την Κύπρο εξυπηρετούσε και τη σκοπιμότητα της υλοποίησης του πραξικοπήματος από τους έμπιστους του Ιωαννίδη.

Επιπλέον, η εκδήλωση του πραξικοπήματος (με κωδικό σύνθημα «Αλέξανδρος εισήχθη στο νοσοκομείο») σχεδιάστηκε να γίνει μετά την επιστροφή, νωρίς το πρωί, του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Προεδρικό Μέγαρο από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, όπου συνήθιζε να μεταβαίνει τα σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών. Σε μια ώρα, που η κυκλοφορία στην καλοκαιρινή Λευκωσία ήταν αρκετά περιορισμένη και η Αστυνομία και το Εφεδρικό σώμα βρίσκονταν σε χαλάρωση, ύστερα από την ασφαλή μετακίνηση του Μακαρίου στο Προεδρικό.

Φαίδων Γκιζίκης, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης σε εποχές αγαστής συνεργασίας.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της εκστρατείας μίσους εναντίον του προέδρου Μακαρίου από τον κύκλο των πραξικοπηματιών που κυβερνούσαν δικτατορικά την Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1967. Τα μέλη του στενού αυτού συνωμοτικού κύκλου και ειδικότερα της ομάδας Ιωαννίδη, που είχαν τον απόλυτο έλεγχο της ελληνικής «κυβέρνησης» από τον Νοέμβριο του 1973, μισούσαν θανάσιμα τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και σταδιακά διαμόρφωσαν την πεποίθηση ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την παρουσία του με κάθε τρόπο, διακηρύσσοντας μάλιστα με ανέξοδη πατριωτική μεγαλοστομία ότι έτσι θα έφτανε η Κύπρος στην Ένωση με την Ελλάδα. Ανάμεσα στα κίνητρα του Ιωαννίδη, που μπορεί να ήλεγχε την «κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου» όμως δεν είχε εξασφαλίσει την πλήρη αποδοχή από τους περισσότερους Έλληνες αξιωματικούς, ασχέτως εάν παρέμεναν πειθήνιοι και αδρανείς, καθώς δεν κατανοούσαν την ανατροπή του Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973 ήταν, θεωρούμε, και η ανάγκη του να «πετύχει μια νίκη στο Κυπριακό», «αποδεικνύοντας» την «αναγκαιότητα» του πραξικοπήματος του 1973. Εξάλλου, και η συνωμοτική απριλιανή ομάδα των συνταγματαρχών του 1967, αντιστοίχως, είχε σπεύσει με εγκληματική αφέλεια, λίγους μήνες μετά την 21η Απριλίου, στις συνομιλίες του Έβρου «για να κλείσει το Κυπριακό», ενώ αργότερα είχε αποδεχθεί με ακατανόητη ευκολία την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, απογυμνώνοντας την άμυνα της μεγαλονήσου.

Η απόφαση για το πραξικόπημα είχε ληφθεί τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 1974, από τους Φαίδωνα Γκιζίκη, Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, Γρηγόριο Μπονάνο και Δημήτριο Ιωαννίδη. Διατάχθηκαν να την υλοποιήσουν ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, που αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα Ντενίση στην αρχηγία του ΓΕΕΦ (Γενικόν Επιτελείον Εθνικής Φρουράς) και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, διοικητής των κυπριακών Δυνάμεων Καταδρομών, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του επιχειρησιακού τμήματος. Η διαταγή δόθηκε μετά την ανακοίνωση από τον πρόεδρο Μακάριο, στις αρχές Ιουλίου, της δραστικής μείωσης της στρατιωτικής θητείας και της ανάκλησης των εξ Ελλάδος αξιωματικών. Ας σημειωθεί ότι την περίοδο Ιουνίου – Ιουλίου 1974 αρκετοί αξιωματικοί είχαν αντικατασταθεί ή επέκειτο ο επαναπατρισμός τους και οι αντικαταστάτες τους δεν είχαν προλάβει να ενημερωθούν για τα πεδία ευθύνης των μονάδων τους. Το αρνητικό κλίμα στις τάξεις των Ελλήνων αξιωματικών στην Κύπρο (που τα στοιχεία δείχνουν ότι στην πλειοψηφία τους ήταν «παπαδοπουλικοί» και όχι «ιωαννιδικοί») θα επιβάρυνε η μη επιστροφή του στρατηγού Ντενίση από την Αθήνα, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι οργανώθηκε το πραξικόπημα από υφισταμένους του, πίσω από την πλάτη του, υπέβαλε την παραίτησή του και αρνήθηκε να γυρίσει στη Λευκωσία. Παρότι αναζητήθηκε αντικαταστάτης του, από έναν κατάλογο ανώτερων αξιωματικών με προϋπηρεσία στην Κύπρο, δεν βρέθηκε. Έτσι, παρέμεινε διοικητής της κυπριακής Εθνοφρουράς ο Γεωργίτσης, ο οποίος είχε προαχθεί σε ταξίαρχο μερικές βδομάδες πριν από το πραξικόπημα και ανέμενε, εντός των επόμενων εβδομάδων, την τελική του μετάθεση και επιστροφή στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ανατροπή της στρατιωτικής ιεραρχίας, με αποκλειστικό κριτήριο την τυφλή πειθαρχία στον Δ. Ιωαννίδη, γεγονός που θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην εγκληματικά ανεπαρκή άμυνα εναντίον της τουρκικής εισβολής, αφού η Εθνική Φρουρά έμεινε ακέφαλη, στα χέρια άβουλων αξιωματικών, απλώς και μόνο για να πετύχει το πραξικόπημα. Στη συνέχεια, στις αρχές Αυγούστου 1974, σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί – πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος και δεκάδες άλλοι αντικαταστάθηκαν και απομακρύνθηκαν από την Κύπρο, ύστερα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Και αυτό, όμως, θα αποδεικνυόταν μειονέκτημα για την ελληνική κυπριακή άμυνα στη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, αφού οι αντικαταστάτες τους δεν θα προλάβαιναν να γνωρίσουν τον τόπο, τους άνδρες και τις μονάδες τους.

Το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 | AlphaNews Live | AlphaNews

 

Για λόγους συνωμοτικότητας οι μυημένοι στο πραξικόπημα Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο ήταν μετρημένοι, γύρω στους δέκα με δώδεκα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εκδήλωσή του, το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, να αιφνιδιάσει πολλούς αξιωματικούς. Ορισμένοι, στην επαρχία Πάφου, που βρέθηκαν για υπηρεσιακούς λόγους έξω από τα στρατόπεδά τους, συνελήφθησαν από τις πιστές στον Μακάριο δυνάμεις, εντελώς ανύποπτοι για το τι είχε συμβεί. Στη Λεμεσό, ένας εξ Ελλάδος ταγματάρχης δολοφονήθηκε από Έλληνα Κύπριο αστυνομικό αφού, ανυποψίαστος, έσπευσε στον κεντρικό Αστυνομικό σταθμό της πόλης για να πληροφορηθεί τι ακριβώς συνέβαινε στη Λευκωσία. Υπήρξαν και περιπτώσεις, στο μικρό σε προσωπικό και μονάδες κυπριακό Ναυτικό, όπου Έλληνες αξιωματικοί αρνήθηκαν κατηγορηματικά να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα. Η προσωπική αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε συνέβαλε στη μειωμένη αμυντική αντίδραση του κυπριακού πολεμικού Ναυτικού απέναντι στην τουρκική εισβολή. Άλλοι, αξιωματικοί του Πεζικού, όταν προσεγγίστηκαν να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα, πείστηκαν, τελικώς, αφού ζήτησαν πρώτα και έλαβαν τη σχετική διαταγή από τη στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα. Ας προστεθεί ότι οι Γεωργίτσης και Κομπόκης, όπως κατέθεσαν μερικά χρόνια αργότερα (1986) στην Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου», είχαν εκφράσει, μερικά εικοσιτετράωρα πριν από τις 15 Ιουλίου, τους ενδοιασμούς τους, υποδεικνύοντας τις πιθανές τουρκικές αντιδράσεις. Όμως, η ηγεσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν πλήρως καθησυχαστική. Το ότι αργότερα, μετά την ολοκλήρωση του εγκλήματος εναντίον της Κύπρου, ουδείς εκ της τότε ηγεσίας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ανέλαβε το βάρος των ευθυνών που του αναλογούσαν, αποδεικνύει τη θλιβερή ηθική κατάπτωση των ανώτερων αξιωματικών του στρατιωτικού καθεστώτος της επταετίας.

Το πραξικόπημα επικράτησε στη Λευκωσία ύστερα από μερικές ώρες. Όμως, ένας από τους βασικούς στόχους, η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, δεν επιτεύχθηκε, αφού ο Κύπριος πρόεδρος κατάφερε να διαφύγει από το περικυκλωμένο Προεδρικό Μέγαρο, πριν αυτό γίνει παρανάλωμα του πυρός. Οι συγκρούσεις για την επικράτηση του πραξικοπήματος είχαν πολλά θύματα, εξαιτίας της αντίστασης στο Προεδρικό, στην Αρχιεπισκοπή, στην περιοχή του Αρχηγείου της Αστυνομίας, και αλλού, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό και στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τους επίσημους καταλόγους, το σύνολο των θυμάτων στη διάρκεια του πραξικοπήματος ήταν 98 νεκροί, ένας μακάβρια υψηλός αριθμός για τα κυπριακά δεδομένα, αλλά και σε σύγκριση με την αντίσταση στην επιβολή της απριλιανής δικτατορίας και των προηγούμενων πραξικοπημάτων στην Ελλάδα. Οι πεσόντες στις συγκρούσεις και δολοφονηθέντες από τις πιστές στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμεις (Αστυνομία / Εφεδρικό και μέλη ένοπλων ομάδων πολιτών) ήταν 41, οι πολίτες – θύματα 16 (ανάμεσά τους και ένα κοριτσάκι επτά χρονών), ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις που πήραν μέρος στο πραξικόπημα είχαν άλλους τόσους νεκρούς: 36 Κύπριους και πέντε Ελλαδίτες (τρεις αξιωματικοί, οι δύο των ΛΟΚ). Ανάμεσα στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα ήταν η εντελώς αναίτια εν ψυχρώ δολοφονία τεσσάρων νέων, πιστών στον Μακάριο, μετά τη σύλληψή τους από άτακτους της ΕΟΚΑ Β΄, στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού, στις 16 Ιουλίου 1974.

Το Προεδρικό Μέγαρο με εμφανή τα ίχνη της επίθεσης.

Ο πρόεδρος Μακάριος κατάφερε να φτάσει στην Πάφο, μέσω της Μονής Κύκκου, με ιδιαίτερα περιπετειώδη τρόπο. Στο κτίριο της Μητρόπολης Πάφου, το απόγευμα της 15ης Ιουλίου ηχογραφήθηκε το ιστορικό ραδιοφωνικό διάγγελμα με το οποίο ο πρόεδρος της Κύπρου διέψευδε την «είδηση» που επαναλαμβανόταν από το ΡΙΚ ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός» και καλούσε τον κυπριακό λαό σε αντίσταση στο χουντικό πραξικόπημα. Την επομένη, 16 Ιουλίου, ο Μακάριος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάφο με βρετανικό ελικόπτερο που τον μετέφερε στη στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου. Από εκεί, αεροπλάνο τον μετέφερε στη Μάλτα και στις 17 Ιουλίου έφτασε στο Λονδίνο. Στη συνέχεια μετέβη στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου μίλησε στo Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατήγγειλε την ανατροπή του από την ελληνική στρατιωτική δικτατορία.

Στη Λευκωσία, το μεσημέρι της 15ης Ιουλίου 1974, ύστερα από αρνήσεις ή αδυναμία εντοπισμού των «υποψηφίων» που είχε υποδείξει το καθεστώς της Αθήνας (τα ονόματα είχε απομνημονεύσει ειδικός αγγελιαφόρος αξιωματικός), οι επικεφαλής του πραξικοπήματος διόρισαν «πρόεδρο της Δημοκρατίας», τον διευθυντή της εφημερίδας «Μάχη», βουλευτή και παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Νίκο Σαμψών. Αργότερα, ανακοινώθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης». Το νέο καθεστώς επέβαλε λογοκρισία στον Τύπο, ενώ το ΡΙΚ τέθηκε κάτω από στρατιωτικό έλεγχο. Οι κρατούμενοι στις φυλακές μέλη και υποστηρικτές της ΕΟΚΑ Β΄ αφέθηκαν ελεύθεροι και δεκάδες έφεδροι αξιωματικοί κλήθηκαν στα όπλα για να βοηθήσουν στην επιβολή του πραξικοπήματος. Την ίδια ώρα, δεκάδες πολίτες συνελήφθησαν και πολλοί από αυτούς υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια. Η «διακήρυξις των κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων» απέδιδε το πραξικόπημα στον «διαγραφόμενον κίνδυνον να περιέλθουν αι Ένοπλοι Δυνάμεις εις χείρας αναρχικών και εγκληματικών στοιχείων» και -για τραγική ειρωνεία- διαβεβαίωνε ότι θα συνεχίζονταν οι διακοινοτικές συνομιλίες όπως και «η αδέσμευτος εξωτερική πολιτική ως μέχρι τούδε»…

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο εγκάθετος της χούντας στην Κύπρο, Νικόλαος Σαμψών σε παλαιότερο στιγμιότυπο.

Η τουρκική εισβολή

Στις πρωινές ώρες του Σαββάτου, 20ης Ιουλίου 1974, η Κύπρος, σπαρασσόμενη και διαιρεμένη από το προηγηθέν πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, δέχθηκε από αέρος και θαλάσσης τουρκική στρατιωτική επίθεση. Ήταν μια στρατιωτική εισβολή που αν και είχε προαναγγελθεί από την προηγούμενη ημέρα από όλα τα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, που μετέδιδαν μάλιστα και τις σχετικές εικόνες, κατέλαβε απροετοίμαστα τα στρατιωτικά επιτελεία στην Αθήνα και τη Λευκωσία και απέδειξε με τραγικό τρόπο την εγκληματική ανεπάρκεια και επαγγελματική ανικανότητα της δικτατορικής ηγεσίας. Ήταν οι ίδιοι αξιωματικοί που είχαν αφιερώσει ολόκληρες εβδομάδες σχεδιάζοντας την επιτυχία του πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Μακαρίου… Αν και ο τουρκικός αποβατικός στόλος είχε αναχωρήσει από το λιμάνι της Μερσίνας από το μεσημέρι της 19ης Ιουλίου, η ηγεσία του πραξικοπήματος απέφυγε να προωθήσει τις προβλεπόμενες στρατιωτικές μονάδες στις ακτές της Κερύνειας κατά τις νυκτερινές ώρες και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), ανέμενε μάταια οδηγίες από την Αθήνα, την ώρα που τα τουρκικά πλοία πλησίαζαν την Κύπρο, αντί να θέσει σε εφαρμογή το Σχέδιο Αμύνης. Ας προστεθεί ότι μονάδες της Εθνοφρουράς, λόγω του πραξικοπήματος, είχαν μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες από την περιοχή του Πενταδακτύλου ή τη Λευκωσία στην Πάφο και ήταν καταπονημένες, ενώ η επιστράτευση (με αρκετά προβλήματα) κηρύχθηκε με αρκετή καθυστέρηση, το πρωί της 20ης Ιουλίου. Ήδη, όμως, στις 4.45 το πρωί η τουρκική αεροπορία είχε αρχίσει να βομβαρδίζει με σφοδρότητα στρατιωτικούς στόχους στην Κερύνεια και στη Λευκωσία, ενώ λίγη ώρα αργότερα βυθίστηκαν από τουρκικά πυρά, στα ανοικτά της Κερύνειας, δύο τορπιλάκατοι του Κυπριακού Ναυτικού που είχαν σπεύσει να εμποδίσουν τα δεκάδες πολεμικά τουρκικά πλοία και γύρω στις 6.00 το πρωί είχε αρχίσει, χωρίς ενόχληση, η ρίψη Τούρκων αλεξιπτωτιστών στην περιοχή Κιόνελι, για την ενίσχυση του τουρκοκυπριακού θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Οι βομβαρδισμοί των τουρκικών αεροπλάνων βρήκαν αρκετά τάγματα Πεζικού, τις περισσότερες μοίρες Πυροβολικού, τους άνδρες της ΕΛΔΥΚ ακόμη και το ίδιο το ΓΕΕΦ, εντός των στρατοπέδων τους. Δύο τάγματα που διατάχθηκαν βεβιασμένα να κινηθούν σε φάλαγγα από τη Λευκωσία προς τις βόρειες ακτές, χρησιμοποιώντας τον βασικό οδικό άξονα Λευκωσίας – Κερύνειας στο φως της ημέρας και χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, το 281 ΤΠ και στο 286 ΜΤΠ (το μοναδικό μηχανοκίνητο τάγμα της Εθνικής Φρουράς) αποτέλεσαν εύκολη λεία για την τουρκική αεροπορία και ουσιαστικά το δεύτερο εξουδετερώθηκε, έχοντας βαριές απώλειες, σε αξιωματικούς και οπλίτες. Το 286 ΜΤΠ, θρήνησε από την αεροπορική επιδρομή στον Κοντεμένο επτά νεκρούς αξιωματικούς και οπλίτες και είχε και 25 τραυματίες (ανάμεσά τους και ο διοικητής του, ανχης Γ. Μπούτος, που απεβίωσε στις 3 Αυγούστου 1974). Ήταν ένα τραγικό περιστατικό που επιβεβαίωσε από τις πρώτες ώρες την επαγγελματική ανεπάρκεια της στρατιωτικής ηγεσίας η οποία είχε επωμισθεί την ευθύνη για την άμυνα της Κύπρου εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Την ανικανότητα της ηγεσίας του ΓΕΕΦ τεκμηριώνουν, με ανείπωτη οδύνη για τον σημερινό αναγνώστη, οι διάλογοι μεταξύ στρατιωτικών επιτελείων Λευκωσίας και Αθήνας, τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου 1974: το ΓΕΕΦ, την ώρα που δεχόταν τους τουρκικούς βομβαρδισμούς και παρακολουθούσε την ρίψη των Τούρκων αλεξιπτωτιστών ζητούσε εναγωνίως διαταγές από την Αθήνα, η οποία συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, επιμένοντας ότι οι «Τούρκοι έκαναν απλώς επίδειξη δύναμης»…

Ο βομβαρδισμός της Λευκωσίας από την τουρκική πολεμική αεροπορία.

Τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου, οι πρώτοι Τούρκοι πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στις ακτές του Καραβά, στο Πέντε Μίλι και προωθήθηκαν στις υπώρειες της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Λίγο αργότερα, στον ίδιο χώρο αποβιβάστηκε μια ίλη τουρκικών τεθωρακισμένων Μ47, πυροβόλα, ερπυστριοφόρα οχήματα και δυνάμεις πεζικού. Το δεύτερο και ισχυρότερο αποβατικό κύμα έφτασε στις ακτές της Κερύνειας το πρωί της 22ας Ιουλίου, υπό τον στρατηγό Ντεμιρέλ. Παρά την απεγνωσμένη ασυντόνιστη άμυνα μερικών δεκάδων ανδρών και αξιωματικών του 251ΤΠ και της 33ης Μοίρας Καταδρομών, οι τουρκικές δυνάμεις, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, έφτασαν στην είσοδο της Κερύνειας και τμήματά τους προωθήθηκαν στον Πενταδάκτυλο, πετυχαίνοντας τη συνένωση του προγεφυρώματος με τον θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (16.00 της 22ας  Ιουλίου) τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Επιχείρηση Αττίλας 1. Ο πρώτος γύρος της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο.

Η κατάληψη της μικρότερης και ομορφότερης κυπριακής πόλης ήταν τεράστιο εδαφικό και συμβολικό πλήγμα για την Κυπριακή Δημοκρατία. Για τις τουρκικές δυνάμεις ήταν μια ένεση γοήτρου καθώς παρά την πολλαπλάσια υπεροπλία και την κυπριακή αποδιοργάνωση δεν είχαν πετύχει άλλα ουσιαστικά κέρδη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν εξουδετερώσει, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, τους περισσότερους τουρκικούς θύλακες, σε διάφορες περιοχές του νησιού. Όμως το επιτελείο του ΓΕΕΦ απέτυχε να αξιολογήσει την κατάσταση και δεν έδωσε το βάρος που έπρεπε στην προσπάθεια εξάλειψης του τουρκικού προγεφυρώματος, παρά τις επιτυχίες των δυνάμεων καταδρομών  που εκπόρθησαν με δυσκολία και ηρωισμό, το βράδυ της 20ης Ιουλίου, εχθρικές οχυρές θέσεις στον Πενταδάκτυλο. Κομβικό γεγονός, όχι τόσο για την άμυνα της Κύπρου όσο για το ηθικό των αμυνομένων και για την εκδίωξη του αισθήματος της παγερής εγκατάλειψης από την Ελλάδα, που είχε αρχίσει να κυριαρχεί ύστερα από την πρώτη ημέρα της εισβολής, ήταν η τραγική κατάληξη της επιχείρησης «Νίκη»: Λίγο μετά τα μεσάνυκτα τις 21ης Ιουλίου μεταγωγικά αεροπλάνα της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, τύπου «Νοράτλας», προσβλήθηκαν από φίλια πυρά, εξαιτίας του χάους και της ασυνεννοησίας, πάνω από το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Ένα από αυτά, που μετέφερε από τη Σούδα της Κρήτης άνδρες της Α΄ Μοίρας Καταδρομών, καταρρίφθηκε και κατέπεσε στην περιοχή της Μακεδονίτισσας, ενώ και άλλα υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Το σύνολο των θυμάτων ήταν τέσσερις άνδρες της πολεμικής αεροπορίας και 29 καταδρομείς. Όσοι κατάφεραν να αποβιβαστούν ήταν, μαζί με τους άνδρες της 103ης σειράς της ΕΛΔΥΚ, που είχαν επιστρέψει στην Κύπρο με το Α/Γ «Λέσβος» στις 20 Ιουλίου, το σύνολο της στρατιωτικής συνδρομής που έστειλε η Ελλάδα στην Κύπρο στη διάρκεια της πρώτης τουρκικής εισβολής.

Η απουσία έμπρακτης συμπαράστασης από την Αθήνα, βαθμιαία επηρέασε αρνητικά το ηθικό των αμυνομένων και του άμαχου πληθυσμού στην Κύπρο. Το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου, το «Έκτακτον Πολεμικόν Ανακοινωθέν υπ’ αρ. 5», είχε ενισχύσει, μέσω της συνεχούς επανάληψής του εν μέσω στρατιωτικών εμβατηρίων από το κυπριακό ραδιόφωνο, το αίσθημα της επικείμενης ελλαδικής συνδρομής, που έμελλε να διαψευσθεί οικτρά: «Ανακοινούται ότι η Ελλάς εκήρυξε γενικήν επιστράτευσιν. Διά ταύτης γίνεται αντιληπτόν ότι η Ελλάς ευρίσκεται παρά το πλευρόν της Κύπρου. Ζήτω η αιωνία Ελλάς.» Ας σημειωθεί ότι η αποστολή βοήθειας στην Κύπρο δεν ήταν μια ανέξοδη ρητορεία, όπως αυτές που εκφωνούσε κατά συρροή στις μεγαλόστομες «εθνικοπατριωτικές διακηρύξεις» της η ηγεσία της δικτατορίας στην επταετία, αλλά αποτελούσε θεσμική υποχρέωση του ελληνικού κράτους, διατυπωμένη ρητά στις Συμφωνίες της κυπριακής ανεξαρτησίας. Επιπλέον, τα «Σχέδια Αμύνης Κύπρου» προνοούσαν με λεπτομέρειες την αποστολή αεροπλάνων και υποβρυχίων από την Αθήνα για να συμβάλουν στην άμυνα του νησιού. Όπως έχουν υποστηρίξει δεκάδες Έλληνες αξιωματικοί, εάν αυτό συνέβαινε, έστω στις 22 Ιουλίου 1974, δηλαδή στο δεύτερο κύμα της απόβασης στις ακτές της Κερύνειας, θα είχαν επιτευχθεί καίρια πλήγματα στις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις. Από τις καταθέσεις του «Φακέλου Κύπρου» και από το συνοδευτικό μαρτυρικό υλικό δημιουργούνται πελώρια αναπάντητα ερωτήματα τόσο για την ανάκληση των σχετικών διαταγών (τα ελληνικά μαχητικά ήταν έτοιμα να απογειωθούν από την Κρήτη, ενώ τα υποβρύχια είχαν φτάσει μερικές δεκάδες μίλια μακριά από την Κερύνεια) όσο και για την επακολουθήσασα ατιμωρησία των υπευθύνων.

Στις 23 Ιουλίου 1974, μια μέρα μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, και ενώ στην Ελλάδα κατέρρεε η δικτατορία υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας, ο «πρόεδρος» της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης», Ν. Σαμψών παραιτήθηκε. Καθήκοντα προεδρεύοντος της Δημοκρατίας ανέλαβε ο νόμιμος αναπληρωτής, πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης. Στις 25 Ιουλίου, άρχισαν στη Γενεύη συνομιλίες για το Κυπριακό. Στην τριμερή διάσκεψη, στο «Παλάτι των Εθνών», μετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, Τζ. Κάλλαχαν, Γ. Μαύρος και Τ. Γκιουνές. Είχε μεσολαβήσει, μια μέρα προηγουμένως, η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα, που ορκίστηκε πρωθυπουργός και σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις 30 Ιουλίου οι συνομιλίες της Γενεύης κατέληξαν σε συμφωνία που επιβεβαίωνε την αρχική κατάπαυση του πυρός (22 Ιουλίου), όριζε τη μη επέκταση των ζωνών που κατείχαν οι δύο αντίπαλοι και την αποφυγή κάθε νεότερης στρατιωτικής ενέργειας, και τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Τέλος, συμφωνήθηκε η έναρξη νέου γύρου συνομιλιών, στις 8 Αυγούστου, πάλι στη Γενεύη, με τη συμμετοχή και των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την αποκατάσταση της ειρήνης, και «την επανεγκαθίδρυσιν συνταγματικής κυβερνήσεως εις την Κύπρον».

Turkish invasion of Cyprus | A divided Cyprus

Η κατάπαυση του πυρός, την οποία υποτίθεται θα εξασφάλιζαν οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, αποδείχθηκε κενό γράμμα για τα τουρκικά στρατεύματα. Η τουρκική προέλαση συνεχίστηκε στα προάστια της Λευκωσίας και στον Πενταδάκτυλο, παρά την απέλπιδα αντίσταση των δυνάμεων της Εθνοφρουράς και της ΕΛΔΥΚ. Οι τουρκικές δυνάμεις προωθήθηκαν στις δυτικές κορυφές του Πενταδακτύλου και στις 6 Αυγούστου, ύστερα από φονικές μάχες, με δεκάδες νεκρούς και αγνοούμενους, κατέλαβαν τις μεγάλες κωμοπόλεις του Καραβά και της Λαπήθου. Ήταν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας, τόσο του ΟΗΕ όσο και των δύο άλλων «εγγυητριών δυνάμεων» (Βρετανίας και Ελλάδας), να επιβάλουν τα συμφωνηθέντα στη Γενεύη. Την ίδια ώρα το κυπριακό πυροβολικό κρατούσε δεσμευμένα τα πυροβόλα του, καθώς κάποιος αξιωματούχος της Ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ είχε μεταφέρει την πληροφορία ότι εάν δρούσε κατά την εκεχειρία, η τουρκική αεροπορία θα βομβάρδιζε την Αμμόχωστο και τη Λευκωσία…

Παρά την κραυγαλέα τουρκική παρασπονδία, στις 8 – 14 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη φάση της Διάσκεψης της Γενεύης, την ίδια ώρα (9 Αυγούστου) που στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πρόεδρος Νίξον υπέβαλλε την παραίτησή του εξαιτίας του σκανδάλου Γουότεργκεητ. Της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας ηγούνταν ο Γλαύκος Κληρίδης και της τουρκοκυπριακής ο Ραούφ Ντενκτάς. Οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Γκιουνές, απαίτησε να δοθεί στους Τουρκοκύπριους και στον έλεγχο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ποσοστό 34% του κυπριακού εδάφους, με τη μορφή καντονίων. Μάλιστα, ζήτησε να δοθεί απάντηση στην εξωφρενική του απαίτηση μέσα σε 36 ώρες. Το τουρκικό τελεσίγραφο αρνήθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η Ελλάδα και η Κύπρος, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκική στάση εξόργισε και τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Τζ. Κάλλαχαν, ο οποίος προέβη σε σκληρές δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας. Όπως τόνισε, «Μια συμφωνία με την δύναμιν των όπλων είναι απλώς ένα κομμάτι χαρτί. Τώρα η νήσος είναι αιχμάλωτος των τουρκικών στρατευμάτων. Προσέξατε, όμως, μήπως τα τουρκικά στρατεύματα μεταβληθούν εις αιχμαλώτους της νήσου.» Στην Κύπρο, τις επόμενες ώρες και ενώ είχε αρχίσει η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, μεγαλύτερη αίσθηση στον άμαχο πληθυσμό προκάλεσαν, με στιγμιαία αισιοδοξία για την ελλαδική συμπαράσταση, που έμελλε να διαψευστεί άμεσα και τραγικά, οι δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γεώργιου Μαύρου ο οποίος χαρακτήρισε ατιμωτικές τις τουρκικές προτάσεις, σπεύδοντας να προσθέσει ότι «η Ελλάς προτιμά τον πόλεμον από την ατίμωσιν»… Δηλώσεις που αποδείχθηκαν κούφια λόγια.

Η τουρκική μαξιμαλιστική στάση ήταν προσχεδιασμένη, αφού αμέσως μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχυμένες σε άνδρες, οπλισμό και πολεμικά μέσα, εξαπέλυσαν τον δεύτερο γύρο της εισβολής («Αττίλας 2», 14 – 16  Αυγούστου). Σε αντίθεση με τον πρώτο γύρο της εισβολής, τα δεδομένα ήταν εντελώς διαφορετικά και η τουρκική υπεροπλία τόσο σε πολεμικό υλικό και μέσα όσο και σε στρατό (40.000 άνδρες) είχε μεταφερθεί και στο κυπριακό έδαφος, ενώ η αεροπορία και το ναυτικό συνέχισαν ανενόχλητα τις επιχειρήσεις τους. Τα τουρκικά στρατεύματα ολοκλήρωσαν την κατάληψη της οροσειράς του Πενταδακτύλου και προέλασαν με δεκάδες τεθωρακισμένα στην πεδιάδα της Μεσαορίας, εγκλωβίζοντας χιλιάδες Έλληνες, κυρίως στην περιοχή της Καρπασίας. Κατάφεραν εύκολα, παρά την απεγνωσμένη άμυνα μεμονωμένων ελληνικών τμημάτων, να φτάσουν και να εισέλθουν στην Αμμόχωστο, που είχε εγκαταλειφθεί μέσα σε συνθήκες πανικού τόσο από την Εθνική Φρουρά όσο και από τους κατοίκους της. Στα δυτικά κατελήφθη η Μόρφου και χωριά της περιοχής Ανατολικής Τηλλυρίας, με αποτέλεσμα την επέκταση της ζώνης κατοχής στα σημερινά επίπεδα (Γραμμή Μόρφου – «Πράσινη γραμμή» Λευκωσίας – Αμμόχωστος). Στη Λευκωσία, η ηρωική άμυνα λόχων της ΕΛΔΥΚ στην περιοχή του στρατοπέδου τους και μικρών τμημάτων της Εθνικής Φρουράς που δεν ακολούθησαν το γενικό κύμα φυγής και λιποταξιών, έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων αλλά και την κυπριακή πρωτεύουσα. Το πέρας της τουρκικής εισβολής είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη και την κατοχή, από τότε, του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τουρκικά στρατεύματα προελαύνουν κατά τον δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής (επιχείρηση Αττίλας 2).

Η Ελλάδα, στη μεταβατική περίοδο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δεν μπόρεσε και πάλι να συμπαρασταθεί στην αμυνόμενη Κύπρο, ούτε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της «εγγυήτριας δύναμης». Μόνη αντίδραση, για την τιμή των όπλων και τις εντυπώσεις, ήταν η ανακοίνωση της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου του 1974, και ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν την προέλασή τους, στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Χαρακτήρισε άφρον το πραξικόπημα στην Κύπρο, ενώ κατήγγειλε την Τουρκία ως απειλή για την ειρήνη του κόσμου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ομολόγησε ενώπιον του έθνους την αδυναμία της χώρας να βοηθήσει στην ανάσχεση της τουρκικής προέλασης στη μεγαλόνησο: «Η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις την Κύπρον καθίστατο αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος.»

 

Σελίδες Μαρτυρολογίου

Για τα όσα έζησαν στα χέρια των «ειρηνοποιών του Αττίλα»  οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα το καλοκαίρι του 1974, σώθηκαν εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975. Ο ιστορικός όταν μελετά σήμερα τις χιλιάδες αυτές σελίδες, που καταγράφουν ανείπωτες αγριότητες, πέρα από τον απέραντο σεβασμό στην αγνότητα των αθώων θυμάτων, νοιώθει απέχθεια για τον «ιατροδικαστικό χαρακτήρα» του επαγγέλματός του. Τα μαρτύρια του άμαχου πληθυσμού στα χέρια των εισβολέων αποτελούν ένα πικρό μακρύ συναξάρι σύγχρονου μαρτυρολογίου: Σύλληψη, φυλάκιση, ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις, βασανιστήρια, ληστείες και λεηλασίες, εκτοπισμός, στέρηση φαγητού, νερού και ύπνου, κτηνώδεις βιασμοί ανυπεράσπιστων γυναικών και κοριτσιών. Οι πιο αποτρόπαιες σελίδες ενός πολέμου. Οι μαρτυρίες των τραγικών θυμάτων της εισβολής και όλα όσα έγιναν κατά τα χρόνια που ακολούθησαν εις βάρος των εγκλωβισμένων, πέρα από τη φρίκη που προκαλούν, αποκαλύπτουν στην πλήρη έκτασή του το σχέδιο εθνοκάθαρσης που υλοποιήθηκε από τον τουρκικό στρατό στην Κύπρο το 1974. Σε κάθε χωριό που εισερχόταν ο τουρκικός στρατός, τα γεγονότα ακολουθούσαν την ίδια, άγρια διαδικασία ωμοτήτων και βαρβαρότητας, σαν μια στερεότυπη καθημερινότητα. Εκτελέσεις εν ψυχρώ αμάχων ή αόπλων στρατιωτών, συγκέντρωση και εγκλεισμός των κατοίκων στην εκκλησία ή σε κεντρικά κτίρια του χωριού, διαχωρισμός ανδρών, ηλικιωμένων και γυναικοπαίδων, πρώτο κύμα λεηλασιών στα άδεια σπίτια των Ελλήνων Κυπρίων, μεταφορά – πολλές φορές  άσκοπη των ανδρών σε γειτονικά χωριά ή στη Λευκωσία, βιασμοί, ληστείες, βασανιστήρια, εξευτελισμός. Στο τέλος, οι κάτοικοι ένοιωθαν τη μεταφορά τους από τα χωριά τους στο μη κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως απελευθέρωση. Ο ίδιος εφιαλτικός μηχανισμός παρέμενε στην εφεδρεία για να ενεργοποιηθεί, όταν χρειαζόταν, στις περιοχές στις οποίες παρέμεναν εγκλωβισμένοι.

Από τις εκατοντάδες αυθεντικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις κυπριακές αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975 αναδημοσιεύονται εδώ με απέραντο σεβασμό προς τους αφηγητές και τα μαρτύριά τους, τμήμα αφήγησης ενός αιχμαλώτου και τρία μικρά αποσπάσματα από τις καταθέσεις τριών γυναικών. Μια επώδυνη υπόμνηση για την αγριότητα του πολέμου, όπως την βίωσαν οι Έλληνες της Κύπρου, αλλά και μια ανάδειξη πληγών, που στιγμάτισαν ζωές ανθρώπων και οικογενειών.

 

Μαρτυρία γυναίκας 80 ετών, από χωριό της επαρχίας Κερύνειας

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 26 Νοεμβρίου 1974.)

Κατάγομαι από (…) και είμαι χηράτη έχει 16 χρόνια. Τα παιδιά μου έφυαν που (…) προτού πιάσουν (…) οι Τούρκοι και έμεινα μόνη μου στο σπίτιν. Μιαν ημέρα πριν περίπου 20-25 μέρες ήρτεν στο σπίτιν της κόρης μου όπου εμείνησκε ένας Τούρκος που εμιλούσε σπασμένα τα ελληνικά και ήθελεν να με πιάσει αλλά εγώ έφερνα αντίστασιν. Ο Τούρκος τότες μου εκτύπησεν με τα σιέρκα του και με έβαλεν με το ζόρι πάνω στην καρκόλαν και με εβίασεν μιαν φοράν και μετ’ έφυεν και μου είπεν ότι ήταν να ξαναέρτη να με βιάσει και άλλην φοράν και εγώ έφυα τζιαι επήα στο σπίτιν της (…) και έμενα μαζί με άλλους χωριανούς μου τζιαι έτσι ο Τούρκος δεν ήρτεν να με εύρη ξανά. Τζιείνος ο Τούρκος που με εβίασεν μου είπε ότι ήσιεν γεναίκα τζαι μωρά αλλά δεν ξέρω αν ήταν Τούρκος της Τουρκίας ή Τουρκοκύπριος. Εγώ δεν είδα Τούρκους να σκοτώνουν χωρκανούς μου και ούτε άκουσα να εβίασαν και άλλες γεναίτζιες.

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας.)

Εις την οικίαν της (…) παρεμείναμεν περί τας 15 ημέρας. Έρχοντο συχνά Τούρκοι και προέβαινον εις ερεύνας. Μετά τρεις περίπου ημέρας με επήραν δύο Τούρκοι εκ Τουρκίας εις διπλανήν οικίαν και με εβίασαν αμφότεροι. Εβίασαν επίσης άλλοι Τούρκοι εκ Τουρκίας, κατά τον ίδιον τρόπον, την (…), την (…) και την (…). Τας (…) τας έπαιρναν και τας δύο μαζί. Από την οικίαν ένθα διέμενα εβίασαν την (…) 35 ετών, την (…) 30 περίπου ετών, μίαν φοράν την (…), 13 ετών, την (…) και την (…). Την (…) την επήραν εις αγρόν και την εβίασαν. Ήτο μικρή και επονούσεν και έκλαιεν γοερώς. Όταν την επομένην νύκτα ήλθαν να την πάρουν πάλιν, έκλαιε και δεν την επήραν. Πολύ συχνά έπαιρναν και εβίαζαν την (…) και την (…). Η (…) επήρεν μίαν ημέραν πετρέλαιο για να πιει παρουσία των Τούρκων και ο Τούρκος εκ Τουρκίας που την εβίαζε επήρε την φιάλην και την επέταξε. Της είπε ότι δεν ήθελε να πεθάνει. Την (…) την εβίαζε πάντοτε ο ίδιος Τούρκος ο οποίος την ερωτεύθη και δεν επέτρεπε εις άλλον να πάει μαζί της. Μίαν ημέραν την έκρυψεν ο πατέρας της και όταν ήλθεν ο Τούρκος και δεν την ηύρεν ήρχισε να φωνάζει, ηρεύνησε την περιοχήν και δεν την ηύρε. Μετ’ ολίγας όμως ώρας επέστρεψε και όταν την ηύρε εις την οικίαν, πάλιν την επήρε και την εβίασε. (…)

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Δεκεμβρίου 1974.)

Το Σάββατον 17 Αυγούστου 1974 κατά το μεσημέρι, ήρθαν στο σπίτι μου δύο Τούρκοι στρατιώτες, με στολήν, οπλισμένοι, με γαλόνια στα μανίκια, με ένα τζιπ στρατιωτικόν. (…) Η πόρτα ήτο ανοικτή και οι δύο Τούρκοι στρατιώτες  μπήκαν μέσα στο σπίτι μου οπλισμένοι. Εμείς καθόμασταν στο σπίτι και εκουβεντιάζαμεν, όταν αυτοί όρμησαν μέσα με τα όπλα, εμείς φοβηθήκαμεν και σηκωθήκαμεν όλες. Τότε ο ένας από τους δύο, μιλώντας τούρκικα όρμησεν επάνω στην (…) και της έσχισεν το καλτσόν της και μετά της έσχισεν το φόρεμά της στην μέση και της το έβγαλεν το φόρεμα και μπροστά μας της αφήρεσεν και την κιλόταν της. Εν τω μεταξύ ο άλλος μας επρόσεχεν με το όπλον. Την (…) την ετράβηξεν δίπλα στο δωμάτιον με το κρεβάτι και μπροστά στα μάτια όλων μας την εβίασεν. Η (…) εφώναζεν και αυτός έβγαλεν το μαχαίρι για να την μαχαιρώσει και αυτή εσιώπησε. Αυτός έμεινεν μισήν ώραν περίπου μαζί με την (…) στο κρεβάτι και εμείς εβλέπαμεν, δηλαδή εγώ, η κόρη μου (…), η θεία της (…), η μάνα της (…) και τα υπόλοιπα μωρά μου, τα οποία εκρυφτήκαν πίσω μας και έκλαιαν. Όταν αυτός εσηκώθηκεν άφησεν την (…) γυμνήν μπροστά μας και πήρεν το όπλον και εστάθηκεν στην πόρταν και μας επρόσεχεν, ενώ ο άλλος αφήρεσεν με την βίαν το παντελόνι της κόρης μου (…) 15 χρονών, πάλιν μπροστά μας. Εν τω μεταξύ η (…) εντύθη και την εφέραν και αυτήν μαζί μας και μας απειλούσαν με το όπλον. Από την (…) η οποία έκλαιε συνέχεια, ο άλλος στρατιώτης αφήρεσεν εκτός από το παντελόνι της και την πλούζαν της και τα εσώρουχά της και την άφησεν τελείως γυμνήν. Ενώ η κόρη μου ήτο γυμνή και έκλαιεν, τους είδα που εκοίταζαν το ρολόι και εμιλήσαν στα τούρκικα μεταξύ τους. Τότε επήραν μίαν ρόμπαν και εφορήσαν της κόρης μου και την εβάλαν μέσα στο τζιπ και εφύγαν. Μετά από δύο ώρες περίπου η (…) ήρθεν στο σπίτι με τα πόδια. Μόλις ήρθεν στο σπίτι κλαίοντας, ελιποθύμησεν. Όταν συνήλθεν την ερώτησα τι της συνέβη και μου είπεν ότι την επήραν κοντά στην (…), ένα μίλι μακρυά, και την εδέραν και την εβίασεν ο Τούρκος στρατιώτης μέσα στους κάμπους. (…) Μετά απ’ ότι συνέβη στην κόρη μου πήρα τα παιδιά μου και εκρυφτήκαμεν στους σπήλιους για έναν μήναν. Εκεί ήρθεν ο άνδρας μου και μας βρήκεν όπου και μας έφερνεν φαγητόν και ετρεφόμαστεν. (…)

 

Μαρτυρία του αιχμάλωτου Κυριάκου Κυριακίδη

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Νοεμβρίου 1974. Ο αιχμάλωτος ήταν λοχίας της Αστυνομίας, από τη Λάπηθο, κάτοικος Καραβά, και το 1974 ήταν 50 ετών.)

Τες 30.7.74 ενώ ευρισκόμην εις την οικίαν του Κώστα Δημοσθένους εις Θέρμιαν περί την 14.00 ώραν Τούρκοι στρατιώτες μετά Τουρκοκυπρίων με συνέλαβον. Συνέλαβον επίσης περί τα δέκα άλλα άτομα ως επί το πλείστον στρατιώτες και μας μετέφερον εις τον Κεντρικόν Αστυνομικόν Σταθμόν Κυρηνείας. Μας έκλεισαν όλους εντός των κρατητηρίων του σταθμού και μας επρόσεχον Τούρκοι στρατιώτες.                     

Κατά η ώρα 16.00 της ιδίας ημέρας κάποιος Τουρκοκύπριος ονόματι (…), λοχίας της τουρκοκυπριακής Αστυνομίας μας κατέγραψεν τα ονόματά μας. Εν συνεχεία μας έβγαζαν ένα-ένα από το κρατητήριον και αφού μας έδεναν τα χέρια και τα μάτια μας οδήγησαν μέσα σ’ ένα λεωφορείον. Το λεωφορείον εξεκίνησεν προς άγνωστον κατεύθυνσιν και γύρω στες 17.30 εφθάσαμεν εις το Σαράγιον εις τον τουρκοκυπριακόν τομέα Λευκωσίας. Στην διαδρομήν προς Λευκωσίαν μας υπεχρέωσαν να είμαστε σκυφτοί κάτω από τες μαξιλάρες του αυτοκινήτου και συνεχώς μας κτυπούσαν με τους υποκοπάνους των όπλων των εις τον αυχένα. Ταυτοχρόνως μας ύβριζον χυδαίως.                    

Στην Λευκωσίαν μας κατέβασαν στον Σταθμόν Σεραγίου και εκεί που κατεβαίναμεν από το λεωφορείον πλήθος Τούρκων στρατιωτών και Τουρκοκυπρίων αστυνομικών ώρμησεν κατ’ επάνω μας και ήρχισεν να μας κτυπά με τα όπλα του αγρίως, ρίχνοντάς μας κατά γης και ποδοπατώντας μας. Αυτή η σκηνή του ξυλοδαρμού διήρκεσεν περί τα 15 λεπτά. Μετά μας κατέγραψαν και μας ετοποθέτησαν μέσα στα κρατητήρια των φυλακών Σεραγίου. Μέσα στο λεωφορείον είμαστε 28 άτομα. Την 31ην Ιουλίου 74 με εκάλεσαν δι’ ανάκρισιν. Με ανέκρινεν κάποιος υπαστυνόμος της Αστυνομίας ονόματι (…). Ενώ ήμουν στην ανάκρισιν κάποιος αξιωματικός εκ Τουρκίας όλως απροσδοκήτως με συρματένιον μαστίγιον ήρχισεν να με κτυπά στην πλάτην. Με κτυπούσεν συνεχώς μέχρι αιματώματος. Η ανάκρισις διήρκεσεν περί τα 30 λεπτά. Κατόπιν με οδήγησαν πίσω στο κρατητήριον.

Το δράμα των αιχμαλώτων.

Τες 10.8.74 μας έβγαλαν έξω από το Σεράγιον και αφού μας έδεσαν τα χέρια και τα μάτια μας εβάλαν μέσα σε λεωφορεία και μας μετέφεραν εις ακτήν παρά την Κυρήνειαν. Θα είμαστε περίπου 70 άτομα. Μέχρι την Κυρήνειαν μέσα στο λεωφορείον μας κτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των και με τα χέρια των. Όπως είμαστε δεμένοι ακολούθως μας εβάλαν μέσα σε πλοίον και μας μετέφεραν στην Μερσίνα εις την Τουρκίαν. Μέσα στο πλοίον κατά την μεταφοράν μου στην Μερσίνα Τούρκοι στρατιώτες μας εκτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των εις διάφορα μέρη του σώματος μου. Επίσης με κλωτσούσαν συνεχώς και με ύβριζον χυδαίως. Με κτυπούσαν γιατί όπως έλεγαν το 1963 είχα σκοτώσει Τούρκους στην Λεμεσόν. Μου έλεγαν ότι θα μου κόψουν το κεφάλι και ότι θα μου κάμουν σουνέττιν.                      

Στην Μερσίναν εφθάσαμεν περί την 1800 ώραν της 10.8.74. Από εκεί μας ετοποθέτησαν σε στρατιωτικά οχήματα με δεμένα τα χέρια και μας μετέφεραν εις τες Φυλακές των Αδάνων. Για να μπούμεν στες Φυλακές έπρεπεν να περάσωμεν από ένα διάδρομον μήκους 50 μέτρων περίπου. Και στες δύο πλευρές του διαδρόμου αυτού υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες οι οποίοι στο πέρασμά μας μας κτυπούσαν αγρίως με τους υποκοπάνους των όπλων των, με τα χέρια τους και ττοππούζια μέχρι τους θαλάμους των φυλακών. Μόλις εμπήκα στον θάλαμον ήλθαν δύο αξιωματικοί Τούρκοι και με εφώναξαν ονομαστικώς να εξέλθω. Ακολούθως με οδήγησαν εις παρακείμενον δωμάτιον και αυτοί μου είπαν ότι έχουν μάθει ότι στην Θέρμια που ήμουν είχα σφάξει 12 Τούρκους αξιωματικούς και ότι είχα σκοτώσει το 1963 Τουρκοκύπριους εις Λεμεσόν. Εδώ μέσα στο δωμάτιον εισώρμησαν τότε πάνω μου περί του 10 Τούρκους στρατιώτες φέροντες ρόπαλα και ήρχισαν να με κτυπούν ανηλεώς και αδιακρίτως εις όλα τα μέρη του σώματός μου, μέχρις ότου απώλεσα τας αισθήσεις μου, και ακολούθως θυμούμαι ότι ευρέθην πάνω σε κρεβάτι μέσα στον θάλαμον που με είχαν βάλει.                       

Την 15.8.74 μαζί με άλλα οκτώ άτομα μας μετέφερον εντός κλειστού αυτοκινήτου εις την βάσιν της Στρατιωτικής Αστυνομίας παρά τα Άδανα. Εκεί στην βάσιν αυτήν εμένα μοναδικά με υπεχρέωσαν να στέκομαι συνεχώς επί του ενός ποδιού μου και Εσατζήδες Τούρκοι με εκτυπούσαν συνεχώς με τες κάννες των όπλων των στην κοιλιάν, στο στήθος και παντού και μου έλεγαν συνεχώς ότι θα με σφάξουν. Το μαρτύριον αυτό εκράτησεν περί την μίαν ώραν. (…)                      

Στες 26.8.74 μας μετέφεραν με τραίνο εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Μέσα στο τραίνο είμαστε 700 άτομα. Η διαδρομή με το τραίνο διήρκεσεν περί τες 27 ώρες. Κατά την δεύτερην ημέραν της διαδρομής σε ένα σημείον του δρόμου μας εκατέβασαν από το τραίνο και μας έβαλαν μέσα σε λεωφορεία και μας πήγαν στην Αμάσειαν. Όπως μάθαμε αργότερον έγινε δολιοφθορά στες γραμμές του τραίνου και γι’ αυτό μας μετέφερον με λεωφορεία. Κατά την διαδρομή με τα λεωφορεία αποστάσεως 200 μιλίων, από κάθε χωριό που περνούσαμε ή πόλιν πλήθος κόσμου εμαζευόταν ένθεν και ένθεν του δρόμου που περνούσαμε, φέροντες ππάλες, κουνιές, δίκαννα, φτυάρια, κούσπους και ορμούσαν πάνω στα λεωφορεία, ζητώντας να μας σκοτώσουν. Επίσης μας ελιθοβολούσαν. Εις την πόλιν Τοκάτ έγινε κάτι το απερίγραπτον. Ο τουρκικός όχλος ορμούσεν πάνω στα λεωφορεία για να τα αναποδογυρίσει. Στο λεωφορείον που ήμουν εγώ ο υπεύθυνος Τούρκος αξιωματικός για να μας γλυτώσει αναγκάστηκε και άνοιξεν πυρ εις τον αέρα για να υποχρεώσει τον όχλον να φύγει. Τα ίδια γεγονότα συνέβαινον και με την διαδρομήν με το τραίνον.                       

Περί την 10ην νυκτερινήν της 27.8.74 εφθάσαμεν εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Στις φυλακές εδώ έμενα σε ένα θάλαμον μαζί με άλλα 169 άτομα. Στην Αμάσειαν εμένα ξεχωριστά με εκτυπούσαν και με εκλωτσούσαν οι φρουροί ημέραν και νύκτα.                   

Στες 18.10.74 εμένα με άλλα 199 άτομα μας μετέφεραν με τραίνο εις την Μερσίνα από άλλην διαδρομήν. Το τραίνο σε κάθε πόλιν και χωριό εσταματούσεν και τουρκικός όχλος, μας αποδοκίμαζεν, μας ύβριζεν και μας εκαύλιαζον. Η όλη διαδρομή μας από τα Άδανα στην Αμάσεια και η επιστροφή στην Μερσίνα από διαφορετικήν διαδρομήν αποσκοπούσεν εις τον φανατισμόν του τουρκικού όχλου και εις την εξύψωσιν του θριάμβου του Ετζεβίτ για την νίκην του εις Κύπρον. Όταν φτάσαμεν στην Μερσίνα μας μετέφεραν με στρατιωτικά αυτοκίνητα εις τον λιμένα της Μερσίνας. Εις την μεταφοράν μας εκτυπούσαν συνεχώς  οι φρουροί μας και μερικούς ελόγχιζαν μέχρι της επιβιβάσεώς μας εις το πλοίον. Μέσα στο πλοίον μας υπεχρέωναν να είμαστε καθισμένοι και ουδείς εδικαιούτο να σταθεί. Ακόμη διά την μετάβασιν μας δια φυσικήν ανάγκην έπρεπεν να πηγαίνομεν τσουλλοκαθιστοί.                       

Μέσα στο πλοίον όταν πηγαίναμεν στην Τουρκίαν στες 10.8.74 οι Τούρκοι στρατιώτες μου αφήρεσαν ένα ωρολόγιον χειρός μάρκας Σέικο αξίας £60 και το ποσόν των £500.                       

Στες 20.10.74 εφτάσαμεν εις την Νήσον των Εχιδνών, παρά την Κυρήνειαν, και ακολούθως μετεφέρθημεν με λεωφορεία υπό την συνοδείαν Τουρκοκυπρίων Αστυνομικών εις Λευκωσίαν και μας έβαλαν σε μίαν αποθήκην του παλαιού Τελωνείου, παρά τον σιδηρόδρομον.                      

Την 21.10.74 απελύθην και μετεφέρθην εις τον ελληνικόν τομέα Λευκωσίας με άλλα 150 άτομα.

 

Και ο τραγικός, συνεχιζόμενος επίλογος

Η τουρκική εισβολή είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Το 37% περίπου του κυπριακού εδάφους, που αντιπροσώπευε τις πλουσιότερες εκτάσεις και τα μεγαλύτερα τουριστικά παραθαλάσσια θέρετρα της Αμμοχώστου και της Κερύνειας, και το 70% της οικονομικού δυναμικού καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα. 200.000 περίπου Ελληνοκύπριοι, σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού, εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στο νότιο ελεύθερο τμήμα του νησιού. Ανάμεσα στα εκατοντάδες θύματα των εχθροπραξιών περιλαμβάνονταν πολλοί άμαχοι, που σκοτώθηκαν από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς ή σε μαζικές εκτελέσεις ή είναι αγνοούμενοι. Στη διάρκεια της εισβολής αλλά και στους επόμενους μήνες, εις βάρος των αιχμαλώτων ή εγκλωβισμένων αμάχων, διαπράχθηκαν αποτρόπαιες ωμότητες από άνδρες του τουρκικού στρατού. Τη βάναυση αλλαγή του τοπίου ολοκλήρωσε, τέλος, η μαζική μεταφορά και εγκατάσταση στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεκάδων χιλιάδων εποίκων από την Ανατολία.

Η τραγωδία των αγοουμένων.

Ανάμεσα στις μεγαλύτερες και ανυπολόγιστες καταστροφές που επέφερε η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου μέρους εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η παραμέληση, καταστροφή και καταλήστευση των αρχαιολογικών θησαυρών της κυπριακής γης και των θρησκευτικών μνημείων και χώρων λατρείας που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Ο τουρκικός στρατός αλλά και οι κατοχικές «αρχές» επέδειξαν από τους πρώτους μήνες της κατοχής πρωτοφανή αδιαφορία για την προστασία των αρχαιοτήτων και των λατρευτικών χώρων, με αποτέλεσμα να ακμάσει η ανεξέλεγκτη σύληση και αρχαιοκαπηλία. Η κατεχόμενη Κύπρος προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον διεθνών κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας και από το τέλος του 1974 αρχαιολογικά ευρήματα και αντικείμενα, βυζαντινές εικόνες, λατρευτικά αντικείμενα, ολόκληρα εικονοστάσια, ακόμη και τμήματα τοιχογραφιών και ψηφιδωτών, κατέληξαν στα χέρια μεγαλεμπόρων αρχαιοκαπήλων και πουλήθηκαν σε μουσεία, ιδρύματα και ιδιώτες συλλέκτες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Παράλληλα, δημόσια και εκκλησιαστικά μουσεία αλλά και μεγάλες ιδιωτικές συλλογές ή βιβλιοθήκες λεηλατήθηκαν και αρχαιολογικοί χώροι ισοπεδώθηκαν. Σε μια άλλη θλιβερή εξέλιξη, το κατοχικό καθεστώς έδωσε «άδεια» για παράνομες ανασκαφές σε ξένους αρχαιολόγους, που δεν σεβάστηκαν και καταλήστευσαν το ανασκαφικό έργο συναδέλφων τους ή ξένων αρχαιολογικών αποστολών. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η Εκκλησία της Κύπρου και ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα έχουν προσπαθήσει, από το 1974, να εντοπίσουν  τις αρχαιότητες και τους βυζαντινούς και εκκλησιαστικούς θησαυρούς που έχουν κλαπεί από την κατεχόμενη Κύπρο, έχουν διεξάγει μεγάλους δικαστικούς αγώνες και έχουν καταφέρει, σε πολλές περιπτώσεις, τον επαναπατρισμό των κειμηλίων της αρχαιολογικής, πολιτιστικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Πιο γνωστή περίπτωση, οι μακροί δικαστικοί αγώνες που κατέληξαν στην επιστροφή στην Κύπρο των κλεμμένων ψηφιδωτών από τον ναό της Παναγίας της Κανακαριάς, στη Λυθράγκωμη, που είχαν πουληθεί από τον διαβόητο λαθρέμπορο Aydin Hikmet. Σήμερα βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Μακαρίου του Γ΄, στη Λευκωσία.

Από το 1974 μέχρι σήμερα στην κατεχόμενη Κύπρο έχει γίνει συστηματική λεηλασία και καταστροφή όλων των βυζαντινών εικόνων, των ιερών σκευών, των θρησκευτικών χειρογράφων και βιβλίων, και των εκκλησιαστικών επίπλων, μέχρι και του τελευταίου στασιδίου. Ελάχιστοι ναοί, κοιμητήρια και μοναστήρια έχουν μείνει αλώβητα από τη βέβηλη μανία των ιερόσυλων, κυρίως στην Καρπασία, όπου παρέμεινε η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων. Την απογύμνωση των λατρευτικών χώρων ακολούθησε η ιδιοποίηση των ναών και των μοναστηριών από τον τουρκικό στρατό, εκλεκτούς του καθεστώτος και άλλους ιδιώτες για ποικίλες χρήσεις: Γύρω στους ογδόντα ναούς έγιναν τζαμιά, άλλοι κατεδαφίστηκαν, άλλοι χρησιμοποιούνται ως αποθήκες του κατοχικού στρατού ή ιδιωτών, άλλοι στεγάζουν καφενεία, εστιατόρια, εργαστήρια, ξενοδοχεία, αίθουσες διδασκαλίας χορού, αχυρώνες, ή έχουν μετατραπεί σε στάβλους ή μάντρες. Είναι ένα από τα θλιβερότερα αποτελέσματα της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και μια ολοκληρωτική καταστροφή, που καμιά λογιστική τακτοποίηση του «περιουσιακού» δεν μπορεί να επανορθώσει…

 

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Σπύρος Παυλίδης: Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

Σπύρος Παυλίδης

Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία
ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

 

Στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες μια ιδιότυπη οικολογική «ευαισθησία» από μεγάλες κοινωνικές ομάδες για διάφορα σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα (ΧΥΤΑ, εξόρυξη μεταλλευμάτων, εκμετάλλευση γεωθερμικών πεδίων, υδρογονάνθρακες-λιγνίτες παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και αντιδράσεις για ανεμογεννήτριες κ.α.), που σχεδόν πάντα ξεπέρνα την απλή ευαισθησία και παίρνει «πολεμικές» διαστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με το κίνημα των Λουδιτών ή στρατό των «Εκδικητών» (Redressers) του 19ου αιώνα, ως νεολουδιτικό κίνημα σήμερα.

Η Αγγλία ως γνωστό υπήρξε η κλασική χώρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο 18ο και 19ο αιώνα. Η βιομηχανική ανάπτυξη στο αρχικό πρωτο-καπιταλιστικό στάδιό της πέρασε από διαφορές φάσεις διαμόρφωσης και προκάλεσε πολλές μορφές αντιδράσεων. Μια από τις πλέον ακραίες ήταν το περίφημο κίνημα των Λουδιτών (Luddites), που ξεκίνησε με μια «υστερική επίθεση» στα 1779, σε ένα χωριό του Λέισεστερσάιρ όταν κάποιος Νεντ Λουντ μπήκε σ’ ένα εργοστάσιο και κατέστρεψε δυο μηχανές πλεκτών, χαρακτηρίζοντας τες ως εχθρικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Οι καταστροφές μηχανών προσέλαβαν μεγάλες διαστάσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1811-12 με τις πολιτικές διακηρύξεις του τύπου:

«Δεν θα καταθέσουμε ποτέ τα όπλα (μέχρις ότου) η Βουλή υιοθετήσει νόμο για να απομακρυνθούν όλες οι μηχανές, οι οποίες είναι επιζήμιες για τις λαϊκές τάξεις και να ανακαλέσει τον νόμο για τον απαγχονισμό εκείνων οι οποίοι σπάζουν τις μηχανές. Δεν θα υποβάλλουμε αιτήματα, αυτό δεν αρκεί – αλλά κηρύσσουμε τον πόλεμο!».

C.L. Doughty: Workmen Take Out Their Anger on the Machines

Πραγματικά έγιναν επιθέσεις, αναπτύχτηκε ένα παράνομο, ισχυρό, αρκετά οργανωμένο και πειθαρχημένο κίνημα, με σημαντική λαϊκή υποστήριξη στις βιομηχανικές περιοχές, το οποίο προκάλεσε σημαντικές καταστροφές σε μηχανές και ιδιοκτησίες. Αντιμετωπίστηκε από μια πολιτική άγριας καταστολής, που περιελάμβανε τη δράση μυστικών αστυνομικών, πολιτοφυλάκων, εθελοντών πολιτών και εργατών που βοηθούσαν την αστυνομία, επεμβάσεις στρατιωτικών δυνάμεων, βαριές ποινές, ακόμη και εκτελέσεις με απαγχονισμό. Το λουδίτικο κίνημα αμφισβήτησε έμπρακτα τη νέα βιομηχανική κοινωνία, που επέβαλε η τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά κινήθηκε στην απόλυτη ουτοπία. Το κίνημα επηρέασε και τους ρομαντικούς διανοούμενους. Ο λόρδος Μπάιρον μάλιστα έγραφε: «Κάτω όλοι οι βασιλιάδες, εκτός από τον βασιλιά Λουντ!», ενώ αντέδρασε, τότε, σθεναρά, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο υποστήριξης των λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων (σοβαρή ρομαντική πολιτική παρακαταθήκη).

Ned Ludd, ο αρχηγός των Λουδιτών.
Richard Westall: George Gordon Byron, 6th Baron Byron.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κίνημα υπήρξε βραχύβιο. Δεν άργησε να κατανοηθεί η ανεπάρκεια αυτής της πολιτικής και ο ουτοπικός χαρακτήρας της. Όπως ήταν φυσικό δεν μπόρεσε ούτε κατ’ ελάχιστο να αντισταθεί ως κόκκος άμμου στο χειμαρρώδη μεγαποταμό της μεγάλης βιομηχανικής πλημμυρίδας, που χαρακτηρίστηκε επανάσταση (σταθμός της παγκόσμιας ιστορίας), γιατί άλλαξε ριζικά το οικονομικό, κοινωνικό, βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της ανθρωπότητας και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ακόμη μεγαλύτερες τεχνολογικές αλλαγές, με τις αναμφισβήτητα θετικές αλλά και αρνητικές της επιπτώσεις. Ακόμη και ο Μαρξ επεσήμανε τη διάκριση μεταξύ μηχανών από την οικονομική τους χρησιμοποίηση τονίζοντας ότι οι επιθέσεις δεν έπρεπε να στρέφονταν ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους και τάχτηκε ουσιαστικά εναντίον του λουδιτισμού. Κατ΄ αναλογία κάθε σοβαρός μαρξιστής και κάθε σώφρων άνθρωπος θα τασσόταν σήμερα ξεκάθαρα ενάντια στο νεολουδιτιμό.

Το κίνημα των Λουδιτών, ως ιδεολογικό και συντεχνιακό κίνημα, επιχείρησε να αντιδράσει στις «διαρθρωτικές» αλλαγές της εποχής – στην επικράτηση των μηχανών και των νέων μεθόδων στην παραγωγή, στο νέο βιομηχανικό- καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης – με τακτικές που, αν και πολλές φορές είχαν προσωρινά αποτελέσματα, εντούτοις, μακροπρόθεσμα δεν είχαν μέλλον και δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη μεγάλη πορεία της τεχνολογικής-καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρέμεινε γραφικό. Αν και υπήρξε αναχρονιστικό-συντηρητικό κίνημα, ιδεολογικά ήταν πρωτοποριακό, που επηρεάζει μέχρι σήμερα οικολογικά και πολιτικά κινήματα και θα συνεχίζει να επηρεάζει ιδιαίτερα στο μέλλον.

Οι αναλογίες με τα σημερινά κινήματα οικο-αναρχίας είναι ιδιαίτερα εμφανείς και οι παραλληλισμοί οδηγούν σε ιδεολογίες των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα με αυτές που προέρχονται από την ακραία φυσιοκρατική (φυσιολατρική) Οικολογία ή Οικοσοφία ή Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology). Ουσιαστικά πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση των παγκόσμιων προβλημάτων, που περιλαμβάνει στοιχεία φιλοσοφικά, συναισθηματικά, μυστικιστικά, πολιτικά, αλλά και τρόπους καθημερινής δράσης, συχνά ακραίους και βίαιους. Η Βαθιά Οικολογία, σε αντίθεση με τον δυτικό ανθρωποκεντρισμό, αναδεικνύει ως κεντρική ιδέα ότι, όλα τα έμβια όντα έχουν τη δική τους αξία, που πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Χαρακτηρίστηκε από θεωρητικούς οικολόγους ως “βαθιά ανοησία” ή «Οικοφασισμός» και η σκέψη και πρακτική της επικίνδυνη. Παρόλο που οι εκφράσεις αυτές είναι βαριές και ίσως άδικες, έγιναν αιτία για έντονες συζητήσεις, διαμάχες, διασπάσεις, διενέξεις στους κόλπους του οικολογικού, αριστερού και αριστερίστικου χώρου. Παράλληλα όμως βοήθησαν στη φιλοσοφική και κυρίως πολιτική ωρίμανση του οικολογικού κινήματος. Η άκρατη φυσιοκρατία πίστευε πως οι αντιλήψεις μας χρήζουν θεμελιωδών αλλαγών, όσον αφορά τις αξίες και τις πρακτικές που εναγκαλίζονται, ειδάλλως η ποικιλομορφία, η ομορφιά και η ικανότητα του περιβάλλοντος να στηρίξει την επιβίωσή του αλλά και τον ανθρώπινο πολιτισμό θα εκλείψουν.

Η βαθιά οικολογία ενδιαφέρεται πρώτα για την ηθική, το δίκαιο και τα δικαιώματα της Φύσης. Ένας λιγότερο ήπιος κλάδος της προσέφερε θετική υπηρεσία στη δημόσια πολιτική και στο δίκαιο του περιβάλλοντος επανεισάγοντας την κρίσιμη σημασία των οικοσυστημάτων για την επιβίωση του ανθρώπου. Όμως, όταν αυτή η πραγματικότητα υιοθετείται αυτούσια, όταν μετατρέπεται σε ανθρώπινη αξία και ιδεολογία και εισάγεται στην ανθρώπινη κοινωνία ως μοντέλο συνύπαρξης και συμπεριφοράς, τότε κλονίζεται πλήρως ο κοινωνικός ιστός (αντιστοιχία παρενεργειών Κοινωνιοβιολογίας). Υποτιμά ωστόσο σημαντικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πολιτισμού και κυρίως το ρόλο της ανθρώπινης φύσης και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα οικοσυστήματα έχουν ζωτική σημασία ως αναντικατάστατη φυσική βάση των ανθρωπογενών συστημάτων. Από την θέση αυτή πήγασε η ορθή ιδέα της βιωσιμότητας ή αειφόρου ανάπτυξης, που έδωσε νέα διάσταση στην ιδέα της ανάπτυξης. Η Βαθιά Οικολογία προσέφερε ιδεολογικά και μπορεί να προσφέρει, γιατί προβάλλει φιλοσοφικές (ιδεολογικές) ιδέες του απώτερου μέλλοντος. Ως πρακτική όμως και ρεαλιστική πολιτική προοπτική δεν έχει άλλη διέξοδο παρά μόνο την απόλυτη αποτυχία όπως το προγονικό της λουδιτικό κίνημα. Δεν έχει να προσφέρει πρακτικά τίποτα εκτός από το μίσος και την απογοήτευση στους φανατικούς οπαδούς. Ούτε η παραδοσιακή ηθική και ιδεολογία της ληστρικής εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος, που είναι κατά βάση άκρως ανθρωποκεντρική, μπορεί πλέον να λύσει τα άνθρωπο-περιβαλλοντικά προβλήματα. Οδηγείται και αυτή σε αδιέξοδα. Ο άνθρωπος παραδοσιακά αναγνωρίζει στα άλλα όντα σχετική μόνο αξία, ανάλογα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτόν, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική και σήμερα.

Λάθος και ορθή θεώρηση των πραγμάτων σύμφωνα με την βαθιά οικολογία.

Αντίθετα η Κοινωνική Οικολογία, υποστηρίζει ότι όλα τα οικολογικά προβλήματα προέρχονται από τα κοινωνικά προβλήματα. Η οικολογική ηθική αναγνωρίζει εγγενή, απόλυτη αξία σε ολόκληρη τη Φύση του ανθρώπου συμπεριλαμβανομένου ως τμήμα της.

Η λογική της βιώσιμης ανάπτυξης έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και συλλαμβάνει ορθότερα στη δυναμική των οικοσυστημάτων, αφού δεν απορρίπτει εκ των προτέρων την δυνατότητα εναρμόνισης οικοσυστημάτων και ανθρωπογενών συστημάτων, τη συνύπαρξη δηλαδή φυσικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής εξέλιξης. Ωστόσο αυτό παραμένει το κύριο πρόβλημα, αφού ΟΛΑ τα ανθρώπινης κατασκευής συστήματα διαφοροποιούνται από τα βιοτικά και διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Στα χαρακτηριστικά αυτά και ιδίως στη λογική ικανότητα, δημιουργικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, η συνεξέλιξη (όχι απλά συνύπαρξη) των ανθρωπογενών συστημάτων και των οικοσυστημάτων είναι εφικτή, αφού τα ανθρωπογενή συστήματα έχουν βραχύτερο χρόνο διάρκειας σε σχέση με τα φυσικά, όταν μπορούν να εντάσσονται αρμονικά στα οικοσυστήματα. Από τη διαπίστωση αυτή γεννήθηκε η σχολή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ακόμη και η πιο συντηρητική τάση της νέας περιβαλλοντικής οικονομίας επιδιώκει την ένταξη των παραμέτρων του περιβάλλοντος στα οικονομικά πρότυπα, αν και η βάρβαρη και καταστροφική περιβαλλοντική πολιτική συνεχίζεται πολλές φορές στα πλαίσια σύγχρονων οικονομικών μοντέλων. Η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης, αντί απλουστευτικών νόμων και ιδεολογιών, προσανατολίζεται προς τα προβλήματα της επιδιωκόμενης σταθερής συνεξέλιξης πολιτισμού και φύσης (αναγκαία συνύπαρξη).

Το Κοινωνικο-Οικολογικό μοντέλο.

Η μορφή και η πολυπλοκότητα αυτών των δύο φιλοσοφικών προσεγγίσεων, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, χρόνο και τόπο. Οι κοινωνίες όμως πάντα ρύθμιζαν ή πρέπει να ρυθμίζουν τη σχέση των μελών τους, εξασφαλίζοντας τη συνοχή τους. Η έννοια του Δικαίου παράγει γραπτούς ή άγραφους νόμους, ενώ η Ηθική κανόνες συμβίωσης και συμπεριφοράς, εργαλεία απαραίτητα για να εξασφαλιστεί ένα κοινωνικό περιβάλλον, έστω και κατ’ ελάχιστο, κατάλληλο για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Αυτά τα δύο φιλοσοφικά-κοινωνικά ρεύματα, βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα και επηρέασαν σημαντικά τις σύγχρονες οικολογικές τάσεις. Κατά καιρούς, όπως συμβαίνει πάντα, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία εκείνα που βόλευαν τις πολιτικές προεκτάσεις τους και τους σκοπούς εκείνων που τα χρησιμοποιούσαν (συμφέροντα πολλές φορές άσχετα με τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες). Το σημαντικό είναι ότι σήμερα προστέθηκαν νέες αξίες στην ηθική εξέλιξη των ανθρώπων, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Στην κλασική ηθική (=κανόνες μεταξύ των ανθρώπων) προστίθενται και οι αξίες της Οικο-ηθικής (π.χ. βιοηθική). Ως οικο-ηθική νοείται γενικά η διερεύνηση κανόνων στη σχέση μεταξύ Ανθρώπων και Φύσης (ιδιαίτερα σημαντικοί νόμοι της τελευταίας 40ετίας, έλεγχοι, νέες πρακτικές, ατελές ακόμη το σύστημα στα σπάργανα του). Οπωσδήποτε αποτελεί ένα εντελώς νέο σταθμό όχι μόνο στη φιλοσοφική-πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου, άγουρο ακόμη, αλλά και ένα νέο τρόπο σκέψης και δράσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ξεπερνά τις παλαιότερες αντιμαχόμενες αντιλήψεις πέραν του ανθρωποκεντρισμού και της ακραίας φυσιοκρατίας, στο πλαίσιο πάντα της μεσότητας και της εξεύρεσης ισορροπίας (δύσκολο εγχείρημα). Ακριβώς το αντίθετο επιδιώκουν οι ακρότητες, οι παρα-επιστημονικές διαστρεβλώσεις (πολύ συχνές) και πολιτικές σκοπιμότητας της Βαθιάς Οικολογίας. Επειδή η Οικολογία είναι και ιδεολογία με πολλές αποχρώσεις, ενέχει τη δυναμική να ευαισθητοποιεί το σύγχρονο άνθρωπο για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά και τον κίνδυνο να παγιδεύει υγιώς σκεπτόμενους και ευαισθητοποιημένους πολίτες σε ουτοπικά αδιέξοδα, να υπηρετεί κρυπτο-προσωπικά καμουφλαρισμένα ιδιοτελή ΚΑΙ πολιτικά-κομματικά συμφέροντα, που δεν έχουν καμιά σχέση με την προστασία της φύσης και να φτάνει μέχρι και την ιδιαίτερα επικίνδυνη οικοφασιστική (ή καλύτερα ιδιαίτερα ακραία) πολιτική εκτροπή, η οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνεται αντιληπτή σε ατομικό επίπεδο, με καταστροφικές όμως συνέπειες σε τοπικές και εθνικές κοινωνίες και φυσικά σε παγκόσμια κλίμακα, που μόνο στην προστασία του περιβάλλοντος δεν προσφέρει και στην επιδιωκόμενη ισορροπία Ανθρώπου-Φύσης. Αν δεν είναι καταστροφική είναι απλά ΟΥΤΟΠΙΚΗ.

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του Τμήματος Γεωλογίας ΣΘΕ-ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κερκπατρικ Σέιλ, Εξέγερση ενάντια στο μέλλον. Οι Λουδίτες και ο πόλεμος τους ενάντια στη βιομηχανική επανάσταση, Εκδ. Αγγλική 1995/Ελληνική FUTURA 2018.

Κωστελίδης Χρήστος, Οικολογικές θεωρήσειςhttp://ckostelidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_22.html

Mc Shane Katie, Anthropocentrism vs. Nonanthropocentrism: Why Should We Care?, http://www.environmentandsociety.org/mml/anthropocentrism-vs-nonanthropocentrism-why-should-we-care

Luddites https://en.wikipedia.org/wiki/Luddite

“Λουδίτες και νεο-Λουδίτες”,  Το Βήμα Online, 24 Νοε 2008, www.tovima.gr › 2008/11/24 › archive › loydites-kai-neo-loydites

Παυλίδης, Σπ., ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική Βιο-Γεωλογική διαδρομή στον Πλανήτη Γη, Εκδ. Leader Books, 2007.

Παυλίδης,  Σπ. “ΓΕΩ-ΒΙΟΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, μια φυσιοκρατική αντίληψη της Οικολογίας”, Περιοδικό Περιβάλλον και Δίκαιο, 2/2012, σελ. 232-242.

Δάφνη Μουρέλου: Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

Με αφορμή την επέτειο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Δάφνη Μουρέλου

Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αμερική αποτελεί άγονο πεδίο σε ό,τι αφορά τον χορό, καθώς η εξοικείωση του κοινού με την συγκεκριμένη τέχνη εξαντλείται σε θεάματα τύπου burlesque και music hall, αλλά και θεάματα τύπου εξτραβαγκάντζα όπου  κανείς μπορούσε να δει έναν συνδυασμό τραγουδιού, χορού και θεάτρου με φαντασμαγορική χρήση των τότε διαθέσιμων τεχνολογιών.[i]

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κυριαρχεί το κίνημα του μοντερνισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, το οποίο βέβαια δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χορό. Σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα από τις προτάσεις πρωτοπόρων όπως ο θίασος των Ρωσικών Μπαλέτων και οι Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Το αιτούμενο των μοντερνιστών ήταν σε κάθε περίπτωση η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και η αναζήτηση νέας φόρμας, νέων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το κλίμα της αλλαγής δεν αργεί να φτάσει και στις ΗΠΑ, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται μια τάση προς αναζήτηση νέων μορφών κίνησης και φόρμας. Θα λέγαμε ότι επικρατεί μια λογική απόρριψης των κυρίαρχων μορφών στο χορό, δηλαδή της αισθητικής του μπαλέτου. Το μπαλέτο τείνει να θεωρηθεί ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, φορμαλιστικό, μια καθαρά σωματική πρακτική που δεν εμπλέκει το νου και την ψυχή.  Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιτέχνες όπως η Isadora Duncan, η Loie Fuller και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Ruth st Denis και Ted Shawn μέσα από μια σειρά καινοτόμων προτάσεων σε ό,τι αφορά τον χορό, σηματοδοτούν τις απαρχές του χορευτικού μοντερνισμού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Θα λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για την δημιουργία ενός μοντέρνου χορευτικού κινήματος. [ii]

Isadora Duncan (https://fundacionbbva.pe/opinion/isadora-duncan-el-movimiento-el-amor-y-la-perdida/).

 

Loie Fuller (https://www.metmuseum.org/art/collection/search/287806).

Οι καλλιτέχνες – συνεχιστές της γενιάς αυτής αυτοπροσδιορίζονται ως επί το πλείστον από ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα: τη δημιουργία ενός διακριτού χορευτικού ιδιώματος, το οποίο θα είχε ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα – θα ήταν, δηλαδή, αμερικανικός χορός. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κίνησης είναι η Martha Graham και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Doris Humphrey και Charles Weidman. Η αναζήτηση ενός αμερικανικού ιδιώματος ήταν ένα πολύ κοινό διακύβευμα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, καθώς ανέκυπτε η ανάγκη να δημιουργηθεί μια εθνική τέχνη που θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και θα απολάμβανε ανάλογο κύρος με την Ευρωπαϊκή. Έτσι, παρατηρούμε μια γενικευμένη στροφή προς μια θεματολογία που εξερευνά και φωτίζει πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας όπως ο εποικισμός, αλλά και έννοιες όπως η ατομικότητα, το ανεξάρτητο πνεύμα και η δημοκρατία.[iii]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα εξετάσουμε δύο έργα από το ρεπερτόριο της Martha Graham και τις ιδεολογικές τους προεκτάσεις.

Η Martha Graham είναι μια από τις διασημότερες εκπροσώπους του αμερικανικού μοντερνισμού με πλούσιο ρεπερτόριο, το οποίο αναπαράγεται μέχρι σήμερα. Η Graham είναι «παιδί» της πρώτης γενιάς, καθώς μαθήτευσε δίπλα στους Ruth st Denis και Ted Shawn. Ωστόσο, σύντομα ξεκίνησε την προσωπική της αναζήτηση επάνω στον χορό και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επινόησε μια ιδιαίτερη τεχνική, δίνοντας έμφαση στην περιοχή της λεκάνης, καθώς πίστευε ότι εκεί είναι το πιο ισχυρό σημείο έκφρασης του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέπτυξε την δική της κινησιολογία, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι το contraction (σύσπαση στην περιοχή της λεκάνης) και το release (απελευθέρωση από την ένταση που προκάλεσε η σύσπαση).[iv]

Στόχος της Graham ήταν να δημιουργήσει αμερικανικό χορό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί έτσι τόσο από τον ευρωπαϊσμό του κλασικού μπαλέτου, όσο και από τον οριενταλισμό των Ruth st Denis και Ted Shawn. Θεμελιώδεις πηγές έμπνευσης για το χορογραφικό της έργο ήταν η ελληνική μυθολογία, η αμερικανική κληρονομιά, καθώς επίσης και η τραγικότητα, η ένταση και η υποσυνείδητη φύση του ανθρώπινου συναισθήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και έπειτα, η Graham ασχολήθηκε επισταμένα με την αμερικανική κληρονομιά. Τα κυριότερα έργα αυτής της περιόδου είναι τα ακόλουθα: Frontier (1935), Panorama (1935), Horizons (1936), American Document (1938), El Penitente (1940), Letter to the world (1940), Salem Shore (1942), Appalachian Spring (1944).[v]

Εδώ θα επικεντρωθούμε στο πρώτο (Frontier) και στο τελευταίο έργο (Appalachian Spring) της αμερικανικής περιόδου της Graham και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα δύο έργα διατρέχονται από συγγενή θεματολογία και ένα κοινό κεντρικό μοτίβο.

Το Frontier είναι ένα σόλο το οποίο χορογράφησε η Graham το 1935 σε μουσική του Louis Horst. Αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες της χορογράφου να καταπιαστεί με αμερικανική θεματολογία. Πρόκειται για ένα έργο βγαλμένο μέσα από τα προσωπικά βιώματα της Graham και την μετακίνηση της ιδίας και της οικογένειάς της προς τον Βορρά. Παρατηρώντας τις γραμμές του τραίνου και το πώς αυτές αγκαλιάζουν την αχανή γη της χώρας, γεννήθηκε το Frontier.[vi] Η κεντρική αρχετυπική φιγούρα είναι μια έποικος του 19ου αιώνα που περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει από το πεδίο της μάχης. Το μινιμαλιστικό, αλλά υπαινικτικό σκηνικό του γλύπτη Isamu Noguchi είναι ένας χαμηλός φράχτης – σύνορο και δύο σχοινιά σε σχήμα V τα οποία ενώνονται πίσω από τον φράχτη, δίνοντας την αίσθηση της  προοπτικής. Η αχανής έκταση, τα ατελείωτα στρέμματα γης προς κατάκτηση είναι μια ιδέα συνδεδεμένη στο αμερικανικό φαντασιακό, την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας αλλά και την ιδέα των απεριόριστων ευκαιριών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.[vii] Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του έργου είναι “American Perspective of the Plains”.[viii] Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το έργο είναι, κατά τα λόγια της χορογράφου, “the appetite for space”, ως ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του αμερικανικού εποικισμού, αλλά και τμήμα συλλογικής ταυτότητας.[ix] Ο θριαμβευτικός τόνος της μουσικής του Horst αλλά και το εμβατήριο που παραπέμπει σε ώρες μάχης, ενισχύουν και εμπλουτίζουν περαιτέρω την ιδέα αυτή στο επίπεδο της αναπαράστασης, παραπέμποντας στις ένοπλες συρράξεις των εποίκων με στόχο την κατάκτηση της γης και την διεύρυνση του συνόρου. Το σύνορο, συνεπώς, διαθέτει την προοπτική συνεχούς επέκτασης προς το άπειρο. Ο σκοπός της Graham ήταν να δώσει ακριβώς αυτή την αίσθηση της ατελείωτης γης.[x]

Η Martha Graham στο Frontier το 1936 (https://www.loc.gov/collections/martha-graham/?fa=subject:frontier).

 

Martha Graham – FRONTIER  Danced by Janet Eilber

 

To Appalachian Spring πραγματεύεται έναν γάμο σε μια μικρή αμερικανική παραδοσιακή κοινότητα του 19ου αιώνα, περίπου 50 χρόνια μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.[xi] Οι τέσσερις κεντρικοί, επίσης αρχετυπικοί χαρακτήρες του έργου είναι η νύφη, ο γαμπρός, ο ιερέας και η έποικος. Όπως και στο Frontier, τo σκηνικό του Isamu Noguchi είναι μάλλον υπαινικτικό παρά ρεαλιστικό. Η έννοια του συνόρου μπορεί να πει κανείς ότι είναι ο κοινός παρονομαστής, που συνδέει μεταξύ τους σε επίπεδο ιδεολογίας τα δύο έργα της Graham.

Τα Απαλάχια όρη είναι ένα σύμπλεγμα βουνών στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε φυσικό σύνορο για τους εποίκους καθώς η περίπλοκη γεωγραφία τους στεκόταν ως εμπόδιο στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών της ηπείρου. Κατά την διάρκεια της πορείας προς την κατάκτηση, γηγενείς πληθυσμοί εκδιώχθηκαν αναγκαζόμενοι να απεγκαταστήσουν τους καταυλισμούς τους.[xii] Αξιοσημείωτη είναι η έλλειψη αναφοράς στο ινδιάνικο στοιχείο. Στον αρχικό σχεδιασμό του έργου φαίνεται πως υπήρξε η ιδέα να δημιουργηθεί ρόλος για μια Ινδιάνα, σκέψη που όμως τελικά εγκαταλείφθηκε.[xiii]

 

Αριστερά: Aaron Copland. Δεξιά: Appalachian Spring (Ballet for Martha). H παρτιτούρα του έργου (https://www.nycmusicservices.com/engraving-a-new-edition-of-coplands-appalachian-spring/).

                                

Martha Graham’s Appalachian Spring

[Τhe Bride: Martha Graham The Husbandman: Stuart Hodes The Revivalist: Bertram Ross The Pioneer Woman: Matt Turney. Παράσταση του 1959].

Appalachian Spring – Martha Graham Dance Company 2012

 

Η έννοια του συνόρου αποτελεί κεντρικό διακύβευμα στο αμερικανικό φαντασιακό. Είναι συνδεδεμένη με τις ιδιότητες της ανεξαρτησίας, του δυναμισμού, της δημοκρατίας και της ισότητας, χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία το αμερικανικό έθνος έχει χτίσει την ταυτότητά του. Για τις ΗΠΑ, η συνεχόμενη επέκταση προς τον Βορρά ήταν ένας αγώνας, ικανός να προσδώσει μια διακριτή ταυτότητα.[xiv] Μέσα από το έργο της Graham ζωντανεύει το αμερικανικό όνειρο, εκείνο της ευημερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και των πολλαπλών ευκαιριών, στις οποίες μπορεί κανείς να ελπίζει ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Το σκηνικό του Noguchi πέρα από τον χώρο, οριοθετεί και την έννοια της ιδιοκτησίας. Άλλωστε, η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης βρισκόταν στην καρδιά της δημιουργίας του έργου.[xv]  Ο τίτλος είναι βεβαίως συμβολικός, καθώς άνοιξη σημαίνει αναγέννηση. Μέσα από την χρήση του μοτίβου του γάμου, το έργο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της γέννησης και της σταθερής ανάπτυξης ενός έθνους σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Παρά τις δυσκολίες του εποικισμού, η μόνιμη εγκατάσταση αποτελεί, αναμφίβολα, μια πραγματικότητα. Το έργο χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αντικατοπτρίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκε, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαινε προς το τέλος του.[xvi] Με ενδιαφέροντα τρόπο, η Graham επιλέγει να στραφεί στο ιστορικό παρελθόν, ώστε να αναπτερώσει την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική του Aaron Copland έρχεται να ζωντανέψει την εθνική ιδέα ενσωματώνοντας φολκλόρ μοτίβα από έναν από τους πιο γνωστούς ύμνους των Κουακέρων.[xvii] Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνθέτης χρησιμοποιεί παραδοσιακά μοτίβα στο έργο του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι επίσης τα μπαλέτα Billy the Kid και Rodeo.[xviii] Η προσωπικότητα της εποίκου είναι μια μητρική φιγούρα, σημείο αναφοράς που συμβολίζει την προηγούμενη γενιά. Το ζευγάρι των νεονύμφων από τη δική του πλευρά, συμβολίζει τη νέα γενιά που φέρνει την υπόσχεση της εθνικής συνέχειας μέσα από τον γάμο και την δημιουργία απογόνων. Η αίσθηση της ατελείωτης γης μας δίνεται πολύ εύστοχα με το αγνάντεμα  πέρα από τον φράχτη, ο οποίος, σε αντίθεση με το Frontier, δεν υποδηλώνει το εθνικό σύνορο, αλλά την οριοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο χαρακτήρας του ιερέα συμβολίζει την έννοια του Πουριτανισμού, μια έννοια επίσης στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική παράδοση. Η αναφορά αυτή προέρχεται από προσωπικά βιώματα της Graham και ανακύπτει συχνά στο έργο της με αμφίθυμο πρόσημο.[xix]

 

       Appalachian Spring by Aaron Copland performed by Perspectives Ensemble

[Εκδοχή για 13 όργανα, όπως γράφτηκε το 1944  για το μπαλέτο της Martha Graham]

 

Η έννοια του συνόρου είναι το κεντρικό θεματικό μοτίβο των δύο έργων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί θεμελιώδες συστατικό του τίτλου – στο Frontier δίνεται ευθέως και σε ένα αρκετά γενικευμένο πλαίσιο, ενώ στο Appalachian Spring αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και γεωγραφική περιοχή που σηματοδότησαν την επέκταση του συνόρου. Και στα δύο έργα, το ιστορικό γεγονός του εποικισμού είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Εδραιώνεται η ιδέα της επέκτασης και ανακύπτουν οι έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας και της μόνιμης εγκατάστασης που την συνοδεύουν στο αμερικανικό φαντασιακό.

Η Martha Graham και ο Louis Horst εν μέσω των μαθητών τους.

 

Το έργο της Graham αξιοποιήθηκε δεόντως σε επίπεδο πολιτιστικής διπλωματίας εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης αργότερα, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αναγνώριση και κανονικοποίηση του νέου είδους ως «υψηλή τέχνη» ήταν πλέον δεδομένη.[xx] Την εποχή εκείνη, η πολιτιστική διπλωματία νοούνταν ως ένας τρόπος να δείξει η εκάστοτε χώρα την υπεροχή της σε διεθνές επίπεδο. Το έργο της Graham και η εθνική δυναμική του έκανε αίσθηση από νωρίς.  Έτσι, το 1937, η ίδια υπήρξε η πρώτη χορεύτρια που έδωσε παράσταση στον Λευκό Οίκο και μάλιστα το έργο που επιλέχθηκε ήταν το Frontier.[xxi] Επιπλέον, το Appalachian Spring ήταν σταθερό κομμάτι του ρεπερτορίου σε μια από τις πρώτες περιοδείες που οργάνωσε το State Department το 1955-56. Η πεποίθηση ήταν ότι πέρα από την εθνική προπαγάνδα, το έργο ήταν σε θέση να περάσει και ένα ισχυρό αντι-αποικιακό μήνυμα σε βάρος της Μεγ. Βρετανίας – ο παραλληλισμός με τις βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν στη νέα ήπειρο ήταν αναπόφευκτος. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούσαν να σφυρηλατήσουν στο διεθνές στερέωμα της εποχής εκείνης την εικόνα ενός έθνους, φιλικά προσκείμενου προς νεοσύστατα, μετά-αποικιακά κράτη.[xxii] Οι περιοδείες του State Department, μια πρωτοβουλία του τότε Προέδρου Dwight Eisenhower, πραγματοποιήθηκαν στις Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική με το σκεπτικό να καλλιεργηθεί συγκεκριμένη επιρροή στις χώρες του επονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου. Μέσω αυτής της πολιτικής, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να επωμιστούν την εικόνα ενός πρωτοπόρου, επιτυχημένου και φιλικά προσκείμενου έθνους. Η ομάδα της Graham είχε ενεργό συμμετοχή στις περιοδείες παρουσιάζοντας έργα τόσο από την αμερικανική, όσο και από την ελληνική περίοδο της δημιουργού.[xxiii]

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο χορός, και μάλιστα ένα νεοσύστατο είδος, αξιοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ που μάλιστα εδραίωσε το μπαλέτο ως νέα τέχνη, αλλά και ο εξπρεσιονιστικός χορός στη ναζιστική Γερμανία. Σαφέστατα οι περιπτώσεις και το πλαίσιο διαφέρουν, ωστόσο αυτό που καθίσταται ανάγλυφο είναι η δύναμη της χορευτικής αναπαράστασης και, σε τελική ανάλυση, εκείνη της ίδιας της κίνησης.

Επιστολή της Martha Graham προς τον Aaron Copland (22 Ιουλίου 1943) ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνθεση του Appalachian Spring (https://blogs.loc.gov/loc/2014/10/documenting-dance-the-making-of-appalachian-spring/).

 

 

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

 

 

Σημειώσεις

 

[i] Nancy Reynolds & Malcolm Mc Cormick (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London, σ. 2.

[ii] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London, σσ. 87-94.

[iii] Helen Thomas (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada, σ. 118 – 119.

[iv]  Susan Au (2006), ό.π., σσ. 119-120.

[v] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 115.

[vi] Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

[vii] Helen Thomas (1995), ό.π., σσ. 117-118.

[viii] https://marthagraham.org/portfolio-items/frontier-1935/.

[ix] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[x] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[xi] Victoria Philips Gedud (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y., σ .159.

[xii] John Anthony Caruso (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A., σσ. 4-12.

[xiii] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 145.

[xiv] John Anthony Caruso (2003), ό.π., σσ. 4-12.

[xv] Lynn Garafola (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford, σσ. 137 – 138.

[xvi] https://marthagraham.org/portfolio-items/appalachian-spring-1944/.

[xvii] Lynn Garafola (2005), ό.π., σ. 138.

[xviii]  Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 135.

[xix] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 144.

[xx] Naima Prevots (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A., σ. 51.

[xxi]Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 157.

[xxii]  Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 159.

[xxiii] Dana Mills (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ., σ. 51.

 

 

                                                             ΒιβλιογραφίαΠηγές

 

  • Au, Susan (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London.
  • Caruso, John Anthony (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A.
  • Garafola, Lynn (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford
  • Mills, Dana (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ.
  • Philips Gedud, Victoria (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y.
  • Prevots, Naima (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A.
  • Reynolds, Nancy & Mc Cormick, Malcolm (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London.
  • Thomas, Helen (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada.
  • https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.
  • https://marthagraham.org/.
  • Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

 

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος

Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατηρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρακτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων· να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν· να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λαούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται τη μισαλλοδοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πολυπλοκότητα των αιτιών και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να εκτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η άγνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύματα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ότι η ιστορία δεν παίζει το ρόλο του δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην παραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθησή τους ότι υπάρχει τέτοια αλήθεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θεράποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολούθως για τους ιστορικούς:

«Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεύς, ἔστω ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καί ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησίν, τά σῦκα σῦκα, τήν σκάφην δέ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδέ φιλίᾳ νέμων οὐδέ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μή θατέρῳ τι ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καί ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλά τί πέπρακται λέγων

«Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, αβασίλευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθεία πεποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μίας ευνομούμενης πολιτείας.

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορίας διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνομούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι» όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλλωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότητας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ’αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκμήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δίκαιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχετικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφάσεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλειας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομούμενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι απόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι αποδεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και οι αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι βέβαια, προϊόντα του Δυτικού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μίας παγκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικατασταθεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πολιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Ανδριάντας του Θουκυδίδη έξω από το αυστριακό Κοινοβούλιο (Βιέννη).

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κράτους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά από διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του εθνικισμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορισμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφωση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η εθνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προβάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλιστα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφόρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της αρετής (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοιμασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλογους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανομένης, είχε από τους κλασσικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χαρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτερικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και επιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λουκιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτοσκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η αναζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελτιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Αριστερά: Κλειώ, Μούσα της Ιστορίας, μαρμάρινο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής, Ρώμη, Μουσείο Βατικανού. Δεξιά: Charles Meynier, Clio, Muse of History 1800, Cleveland Museum of Art.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ιστορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλήνων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προτείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλλους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα διδάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ιστορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, το έθνος, και κατ’επέκταση σε μία εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη άλλα και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βιβλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυτότητα. Κρίνεται, λοιπόν ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύκλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυσπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους αποτελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μία τέτοια αδυναμία είναι το εφήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνικούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λησμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις της ενισχυμένο. Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβητήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαράγουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρηνιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών που ευνοούσαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βιβλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ταυτότητας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλλαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμένου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύονται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι’αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγωγή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο αποφασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής περιεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαίνουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως μεταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών απαλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρούνται ότι αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διάφορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και εμπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βιβλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρόνιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστήσουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μία περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθεία ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορισμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στη καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτιμούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώκουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστήσουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς επιστήμονες που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύναται, με την πεποίθηση ότι κατ’αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμερες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της εθνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη διαμόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχιστον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχτούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεότερων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να είναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων εθνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτικά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνεργασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, διαμόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακόμη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους -όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ’ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815)- να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνικές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πιστεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδραστη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρατίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πιστεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτισμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευτική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι επίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέβαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων αφού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανίσχυρων κοινοτήτων.

Johann Heinrich Tischbein, Die Muse Klio (Die neun Musen), 1780, Museumslandschaft Hessen Kassel.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανεκτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερματισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και το φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι καιροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έχουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ιστορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικρατείας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας “cabale” ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαισθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊόν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμάντιου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έθνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φιλοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

 

Ο Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν έχει διατελέσει επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κολούμπια και της Οξφόρδης. Συμμετείχε σε επιστημονικές επιτροπές για θέματα ιστορικής έρευνας, όπως στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος), στο Κέντρο Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηριώσεως του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Επιστημονικό Συμβούλιο και το εκδοτικό τμήμα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

 

Wilhelm Deist: Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 Wilhelm Deist

Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κληθείς να αντιμετωπίσει, τον Ιούλιο του 1914, την προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη, ο Γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg ήταν πεπεισμένος πως η εθνική συνοχή και ενότητα αποτελούσαν τη θεμελιώδη προϋπόθεση για έναν νικηφόρο στρατιωτικό αγώνα. Ωστόσο, επρόκειτο για μια μάλλον τολμηρή εκτίμηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η γερμανική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη από πολιτικής απόψεως. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το υπόλοιπο έθνος, είχε γνωρίσει ένα σημείο κορύφωσης το 1912, όταν το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα απόκτησε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, κυρίως δε το συντηρητικό κατεστημένο, εξακολουθούσε να θεωρεί τα μέλη του κόμματος ως εσωτερικό εχθρό (Reichsfeinde). Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 πυροδότησαν ένα κλίμα έντασης, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα ήταν αβέβαιη.¹

Αλλά και η κατάσταση στους κόλπους του στρατεύματος, εγγυητή του ισχύοντος καθεστώτος, ήταν έκρυθμη, εξαιτίας της περίφημης υπόθεσης Zabern, όταν, το 1913, στην ομώνυμη κωμόπολη της ευρισκόμενης υπό γερμανική κατοχή Αλσατίας και Λωρραίνης, η φρουρά αντέδρασε σε διαμαρτυρίες της τοπικής κοινής γνώμης με προσφυγή σε χρήση πρωτοφανούς βίας σε βάρος της τελευταίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπάρχοντες θεσμούς, καθώς και τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.²

Κι όμως, τον Ιούλιο του 1914, ο Bethmann Hollweg δικαιώθηκε. Χάρη στη γενική επιστράτευση, την οποία διέταξε ο τσάρος στις 30 Ιουλίου, η Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως ο επιτιθέμενος εναντίον του οποίου η Γερμανία όφειλε να αμυνθεί.³ Αξιοποίησε, μάλιστα, την ευκαιρία, δίνοντας εντολή προς τον υπουργό Εσωτερικών, Clemens von Delbrück, και προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Πρωσίας, Erich von Falkenhayn, να αποφύγουν να εφαρμόσουν τα ήδη επιμελώς σχεδιασμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης ενάντια στα μέλη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος και των εργατικών συνδικάτων. Στις 25 Ιουλίου, ο Falkenhayn διέταξε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να μη στραφούν κατά της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων ούτε και κατά του Τύπου σε περίπτωση επιβολής καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.⁴ Με δεδομένες τις έκρυθμες σχέσεις, ήδη από το 1890, ανάμεσα στο στρατιωτικό κατεστημένο και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, επρόκειτο για μια μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, λειτουργούσε ως προπομπός για μια σειρά πετυχημένων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον καγκελάριο και τους εκπροσώπους του παραπάνω κόμματος. Μόνο έτσι φάνταζε εφικτή η υπερψήφιση στο Ράιχσταγκ των πολεμικών κονδυλίων, γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα δίχως προβλήματα και κραδασμούς στις 4 Αυγούστου.⁵

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄.
Theobald von Bethmann Hollweg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως ενίσχυση ακολούθησε και μια δημόσια τοποθέτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, που δήλωσε πως δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα παρά μόνο Γερμανοί. Κατόπιν τούτου, το όραμα του Bethman Hollweg περί εθνικής ενότητας υιοθετήθηκε ως άξονας του πολιτικού προγραμματισμού, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα. Από τη δική τους πλευρά, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Helmuth von Moltke καθώς και ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας, έσπευσαν να υιοθετήσουν δημόσια τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες παρέμειναν γνωστές με την προσωνυμία “πολιτική εκεχειρία εν καιρώ πολέμου”. Ειδικότερα ο πρώτος, δήλωσε πως η εθνική ομοψυχία ήταν πρώτιστης σημασίας για την εν γένει διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ούτε ένα περιστατικό απόκλισης από αυτήν.⁶

Με ποιό τρόπο εκλάμβανε, άραγε, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο την έννοια του όρου “πολιτική εκεχειρία”; Τόσο ο Bethmann Hollweg όσο και ο Moltke, ήταν πεπεισμένοι ήδη από τον Ιούλιο, πως ο συγκεκριμένος πόλεμος θα ήταν φορέας ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων.⁷ Ως εκ τούτου, η αντίληψη περί “πολιτικής εκεχειρίας” δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως απάντηση σε μια αναμενόμενη πρόκληση του είδους αυτού. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την πολιτική εξίσωση ενός πολέμου σύντομης διάρκειας. Εάν αναζητεί κανείς κάποιο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του πολέμου, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δήλωση του Bethmann Hollweg περί “πολιτικής νέου προσανατολισμού”, νεφελώδη και αόριστη ως προς το περιεχόμενό της, μια αβέβαιη και αμήχανη υπόσχεση για το μέλλον.⁸  Όσο δε για την “πολιτική εκεχειρία”, είναι σαφές πως δεν έγινε αποδεκτή από τους κύκλους της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς. Μάλιστα, μια από τις διαφορές ανάμεσα στους δυο παραπάνω χώρους οφείλει να επισημανθεί πάραυτα: Η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αντικείμενο στενής παρακολούθησης από τις κατά τόπους στρατιωτικές αρχές, οι οποίες και κατέστειλαν κάθε προσπάθεια πολιτικής έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση, που ανέπτυξε μέσα στον χειμώνα του 1914 προς 1915 ο στρατιωτικός διοικητής του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και τις οργανώσεις νεολαίας της τελευταίας.⁹

Βερολίνο, 29 Ιουλίου 1914. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ απευθύνεται προς το πλήθος από τον εξώστη των ανακτόρων

Σε αντιδιαστολή με την άκρα αριστερά, ο χώρος της δεξιάς, ακόμη και αν διαφωνούσε με την “πολιτική εκεχειρία” του καγκελαρίου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο. Θεωρούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα ως αναξιόπιστο και ασκούσε πίεση για υπέρμετρες πολεμικές διεκδικήσεις.¹º Ο Bethmann Hollweg ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει, εξαιτίας των διασυνδέσεών του με υψηλά ιστάμενα στελέχη και οικονομικούς παράγοντες. Η άρνηση του καγκελαρίου να αντλήσει διδάγματα από την εύθραυστη στρατιωτική συγκυρία των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1914 οφειλόταν εν μέρει στην ανερχόμενη πολιτική επιροή της άκρας δεξιάς. Ο αγώνας του να εφαρμόσει περισσότερο στιβαρή λογοκρισία κατά των “ακραίων” δημοσιευμάτων περί τα τέλη του 1914, αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησής του από τις κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις.¹¹ Ως συνέπεια της διάλυσης της ψευδαίσθησης περί πολέμου μικρής διαρκείας και των υπέρμετρων πολεμικών διεκδικήσεων που τη συνόδευαν, η “πολιτική εκεχειρία” μετεξελίχθηκε σε κούφιο σύνθημα ήδη από το τέλος του 1914.

The German Home Front Part 1

 

Ο γερμανικός λαός (στρατιώτες και άμαχοι) εξήλθαν στον πόλεμο με ενθουσιασμό (αν και όχι παντού), πεπεισμένοι ότι θα διεξήγαγαν έναν αμυντικό, δίκαιο και σύντομο αγώνα, ο οποίος, επιπρόσθετα, θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της Γερμανίας.¹² Υπό αυτή την οπτική, η εθνική ομοψυχία έδειχνε πως είχε επιτευχθεί. Οι πρώτοι κραδασμοί προέκυψαν από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου και τη στασιμότητα των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1914. Στις 14 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενημέρωσε τον αυτοκράτορα ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του πυροβολικού επαρκούσαν για τέσσερις, μόνο, ημέρες. Λίγο αργότερα, πληροφόρησε και τον καγκελάριο πως ο στρατός είχε απωλέσει το επιθετικό του πνεύμα, ομολογώντας ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες, μια επικράτηση σε βάρος του αντιπάλου φάνταζε αδύνατη. Αιτήθηκε την ενεργοποίηση μιας διπλωματικής διαδικασίας με αντικειμενικό στόχο τη συνομολόγηση χωριστής ειρήνης με τη Ρωσία. Ειδάλλως, μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, ικανού να φέρει τα δυο αντιμαχόμενα συμμαχικά στρατόπεδα στα όρια της εξάντλησης, δίχως, ωστόσο, να εγγυάται την τελική στρατιωτική επικράτηση.¹³ Δυστυχώς, ούτε ο καγκελάριος ούτε το στρατιωτικό κατεστημένο πείστηκαν από τη ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης, στον οποία ο Falkenhayn είχε προβεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία του αρχηγού του επιτελείου γνώρισε μια αναπάντεχη αντανάκλαση στο δυτικό μέτωπο. Εκεί, η αλλαγή σε ό,τι αφορούσε την συναισθηματική πρόσληψη του πολέμου, εκδηλώθηκε μέσω μιας πρωτοφανούς και αυθόρμητης Χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας κατά μήκος, πρωτίστως, του αγγλογερμανικού μετώπου.¹⁴ Η παραπάνω αλλαγή διάθεσης, ενεργοποίησε στο εσωτερικό της χώρας μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις επεκτατικές πολεμικές διεκδικήσεις, την οποία, ο καγκελάριος Bethmann Hollweg επιχείρησε δίχως ιδιαίτερη επιτυχία να αποτρέψει.        

Βερολίνο, Αύγουστος 1914. Η αναχώρηση για το μέτωπο.

Όμως, η εν γένει ψυχολογική κατάσταση στα μετόπισθεν, έτσι τουλάχιστον όπως άρχισε να διαμορφώνεται εντός του 1915, δεν ήταν απόρροια της πολιτικής προπαγάνδας, αλλά μιας άλλης πικρής συνέπειας του πολέμου: εκείνης του ολοένα και περισσότερο ασφυκτικού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Καθώς, μάλιστα, η γερμανική οικονομία δεν ήταν αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, τα αποτελέσματα του τελευταίου έγιναν ταχύτατα αισθητά με την έλλειψη βασικών ειδών και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών. Ως αντίμετρο, οι αρχές επέβαλαν ανώτατα όρια στις τιμές, με αποτέλεσμα είτε τη στροφή προς παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν ενέπιπταν για την ώρα στην παραπάνω κατηγορία, είτε, το απλούστερο όλων, τη στροφή προς τη μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και εξαιτίας της απουσίας κάποιου ισχυρού κρατικού φορέα, ικανού να περιορίσει τις ανισότητες και τις παρατυπίες του συστήματος διανομής τροφίμων. Το συνεχώς υποβαθμιζόμενο επίπεδο ζωής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων μοιραία επηρέασε τη στάση των τελευταίων έναντι του πολέμου.¹⁵

Δελτίο διανομής άρτου στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1916.

Την ίδια ακριβώς εποχή, η κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων, γνώρισε έναν νέο γύρο  υπέρμετρης δημόσιας προβολής και πολλαπλασιασμού των σχετικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων. Η πολιτική του καγκελαρίου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακροδεξιών οπαδών των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων αφενός και των απαιτήσεων του αριστερού και του κεντρώου χώρου αφετέρου, που απέρρεαν από τη χαοτική κατάσταση της τροφοδοσίας του πληθυσμού σε τρόφιμα. Η μέχρι τότε “πολιτική εκεχειρία”, η οποία είχε ως άξονα την άσκηση της εξουσίας δίχως πολλές αντικρουόμενες παρεμβάσεις εκ μέρους των κομμάτων, υποκαταστάθηκε από μια πολιτική διαμεσολάβησης ανάμεσα σε δυο πλήρως ανταγωνιστικές αντιλήψεις των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το όραμα περί εθνικής ενότητας εν καιρώ πολέμου είχε εξαερωθεί.

Αν και η κακή κατάσταση στο δυτικό μέτωπο ήταν αναστρέψιμη διαρκούντος του 1915, το εν γένει κλίμα στα μετόπισθεν επιδεινώθηκε, εξαναγκάζοντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποσοβηθούν εξεγέρσεις στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα. Ο Τύπος εξαναγκάστηκε από τις υπηρεσίες λογοκρισίας να αποσιωπήσει γεγονότα του είδους αυτού, τα οποία εκδηλώθηκαν τον Νοέμβριο του 1915, στο Βερολίνο, στη Δρέσδη και στη Λειψία. Οι Σύμμαχοι, από τη δική τους πλευρά, χρησιμοποίησαν τις παραπάνω έκρυθμες καταστάσεις ως αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους στο δυτικό μέτωπο.¹⁶

Υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα και συνειδητοποιώντας την αδύναμη και αναποτελεσματική θέση του στην κρατική δομή εξουσίας, ο καγκελάριος εξακολουθούσε να πιστεύει ενδόμυχα στις δυνατότητες της “πολιτικής εκεχειρίας”. Αντλούσε αισιοδοξία από το γεγονός της αξιοθαύμαστης προσαρμογής των Σοσιαλδημοκρατών στην εθνική πολεμική προσπάθεια, παρόλη την εμμονή των οπαδών των πολεμικών διεκδικήσεων να εξασφαλίσουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα για τον εαυτό και τις θέσεις τους.¹⁷

The German Home Front Part 2

Με την είσοδο του 1916, οι στρατιωτικές αρχές παραδέχτηκαν πως κάτι έπρεπε να γίνει σχετικά με την διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης. Διαφορετικά εγκυμονούσε θανάσιμος κίνδυνος σε βάρος του ηθικού των μονάδων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.  Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν σε αναζήτηση αντιμέτρων, ικανών να εκτονώσουν την όλη ένταση.  Για την επίτευξη του στόχου ήταν απαραίτητη η καλλιέργεια κάποιου είδους προπαγάνδας. Έτσι, όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχτηκε πως μια τέτοια προπαγάνδα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ανύπαρκτου προγράμματος πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας υπήρξε το πρώτο κατά σειρά, που επισήμανε ότι η γενική δυσφορία εξαιτίας των ελλείψεων σε επίπεδο επισιτισμού, η διογκούμενη αντιπαράθεση της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα, τέλος, ορισμένα περιστατικά εξεγέρσεων, τα οποία είχαν εκδηλωθεί στη βόρειο Γερμανία, απειλούσαν πλέον απροκάλυπτα την πολεμική προσπάθεια της χώρας στο σύνολό της.¹⁸  Επικέντρωνε την εκτίμησή του στις αρνητικές συνέπειες της περιγραφής της κατάστασης, έτσι όπως αυτή διατυπωνόταν στις ιδιωτικές επιστολές συγγενών με αποδέκτες τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Εισηγήθηκε την καταπολέμηση με κάθε τρόπο (π.χ. μέσω συστηματικής προπαγάνδας για την καταπολέμηση της πείνας) της κόπωσης εξαιτίας της παράτασης του πολέμου και των αναδυομένων τάσεων υπέρ της ειρήνης. Ως έμμεσα εργαλεία της παραπάνω προπαγάνδας εισηγήθηκε να αξιοποιηθούν οι τοπικές αρχές, ο κλήρος, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διάφοροι ιδιωτικοί φορείς. Ήταν προτιμότερο να αποφευχθεί, προς το παρόν, η εμπλοκή της κεντρικής εξουσίας.

Εν συνεχεία, τη σκυτάλη πήραν τα υπουργεία Στρατιωτικών της Πρωσίας και της Βυρτεμβέργης.¹⁹ Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθεί και να εξαπολυθεί σε ολόκληρη την επικράτεια μια προπαγάνδα με κεντρικό σύνθημα τη λέξη “Αντέχουμε”.²º Συντονιστής της όλης προσπάθειας ανέλαβε το νεοϊδρυθέν ακριβώς για τον σκοπό αυτό Γραφείο Τύπου Πολέμου (Kriegspresseamt), το οποίο και παρήγαγε έναν τεράστιο όγκο προπαγανδιστικού υλικού.²¹ Αν και ο φορέας είχε αναπτύξει δράση εντός περιοχών, που υπάγονταν στη στρατιωτική δικαιοδοσία, το υπουργείο Στρατιωτικών απέφυγε να εμπλακεί άμεσα, παρακολουθώντας την οργάνωση της εκστρατείας από απόσταση. Συνειδητοποιώντας την ανάγκη να προσεταιριστεί το εργατικό κίνημα, έστειλε οδηγίες προς τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να επιτρέψουν εκδηλώσεις του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος με αντικείμενο τον επισιτισμό της χώρας. Παρά την ανοχή, η εγρήγορση των αρχών βρισκόταν στο έπακρο. Στόχος ήταν να αποφευχθούν απεργίες, εξεγέρσεις και έκτροπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή, την οποία επιδείκνυαν, λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης της έντασης. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένες να καταστείλουν με κάθε μέσο τις όποιες αντιδράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.²²

Είναι γεγονός πως καταγράφηκαν επιτυχίες στο πλαίσιο της παραπάνω προπαγανδιστικής εκστρατείας. Σε γενικές γραμμές, όμως, η προσπάθεια απέτυχε, από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επισιτισμού και της συνακόλουθης αισχροκέρδειας. Οι μηνιαίες εκθέσεις των στρατιωτικών διοικήσεων το καλοκαίρι του 1916, επισήμαιναν πως η γενική ψυχολογία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν ολοκληρωτικά συνυφασμένη με την επάρκεια και τη διάθεση των τροφίμων. Σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της αδυναμίας των επιφορτισμένων με τη διανομή φορέων να εκπληρώσουν ισότιμα και δίκαια την αποστολή τους.  Σύμφωνα με τις εκθέσεις της στρατιωτικής διοίκησης της Ρηνανίας (περιοχής κατεξοχήν βιομηχανικής), οι εργάτες, ανάλογα με τον τόπο εργασίας τους, ήταν δυνατό να λάβουν διπλή μερίδα ή ακόμα και καθόλου τροφή.²³ Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία εξώθησε τον πληθυσμό, ειδικότερα τον γυναικείο, σε δημόσιες διαμαρτυρίες, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για το μέλλον. Η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί διατηρήθηκε έως το πέρας του πολέμου. Οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και στην εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτικών διοικήσεων.²⁴

Διανομή σούπας στο Βερολίνο του 1916.

Ενόσω μαίνονταν οι μάχες του Verdun και του Somme, ένας άλλος παράγων συνέβαλε στη δημιουργία έκρυθμου κλίματος στο εσωτερικό. Η δεξιά αντιπολίτευση στην πολιτική του καγκελαρίου, δηλαδή οι ακραίοι οπαδοί των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων, υπέσκαψαν συστηματικά τη θέση του Bethmann Hollweg, απευθυνόμενοι τόσο προς τα ανώτατα κλιμάκια όσο και προς την κοινή γνώμη. Τον Αύγουστο του 1916, το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας ενημέρωσε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές του κρατιδίου για την ύπαρξη μιας ευρέως διαδεδομένης και ισχυρής κίνησης σε βάρος του καγκελαρίου (Kanzlersturzbewegung).Το ίδιο το υπουργείο χαρακτήριζε την τελευταία ως ανεύθυνη, επιβλαβή και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια.²⁵ O Bethmann Hollweg επέζησε της συνωμοσίας επειδή επέλεξε να συνταχθεί με το μέρος των δυο ηρώων του ανατολικού μετώπου: των στρατηγών Hindenburg και Ludendorff.

Η τοποθέτηση των δυο στρατηγών επικεφαλής της 3ης Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberste Heeresleitung η 1η ήταν υπό τη διοίκηση του Moltke μεταξύ των ετών 1906-1914, η 2η υπό τον Falkenhayn μεταξύ των ετών 1914-1916), αποτελούσε μια επιπλέον ένδειξη ότι ο πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση.²⁶ Από τον πρώτο κιόλας μήνα ήταν σαφές πως η 3η ΑΣΔ προσέβλεπε σε μια γενική κινητοποίηση του εναπομείναντος ανθρώπινου, υλικού και ηθικού δυναμικού σε μια μεγαλειώδη πολεμική προσπάθεια. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το επωνομαζόμενο “πρόγραμμα Hindenburg” από κοινού με τη νομική υπηρεσία της 3ης ΑΣΔ, σκόπευαν να άρουν τη λογοκρισία σε ότι σχετιζόταν με τις πολεμικές διεκδικήσεις.²⁷ Το όλο θέμα αποτελούσε αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και προβληματισμών ήδη από την αρχή του πολέμου. Τότε, οι Bethmann Hollweg και Falkenhayn είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια άρση του είδους αυτού, όχι μόνο θα δίχαζε τον γερμανικό λαό, αλλά θα επέφερε αρνητικές συνέπειες και ως προς την εν γένει διαχείριση του πολέμου. Ως εκ τούτου, η απόφαση, αργότερα, του Ludendorff και των επιτελών του Walter Nicolai και Max Bauer²⁸ να προχωρήσουν στην άρση της λογοκρισίας για τις πολεμικές διεκδικήσεις σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική μεταστροφή. Οι συνέπειες ήταν εμφανείς ευθύς εξαρχής. Η 3η ΑΣΔ έπαιρνε θέση υπέρ των πολιτικών αντιπάλων του καγκελαρίου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε υποστηρίξει με σθένος τον διορισμό του διοικητή της. Η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε ουσιαστικά απεμπολήσει κάθε προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ενότητας, έτσι όπως την επαγγελόταν η “πολιτική εκεχειρία”, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η τραγική κατάσταση του επισιτισμού αδυνατούσε να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα προς όφελος των πολεμικών διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα, η παραπάνω στοφή έλαβε χώρα υπό το πρίσμα των φθοροποιών αναμετρήσεων του Verdun και του Somme.

Paul von Hindenburg και Erich Ludendorff.

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο υπουργός Στρατιωτικών της Βαυαρίας, ο οποίος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να επιδίδεται στην οργάνωση της προπαγάνδας εντός του συγκεκριμένου κρατιδίου, σε μια αποκαλυπτική του επιστολή προς τους διοικητές των Βαυαρικών μονάδων στο μέτωπο, ενημέρωνε τους τελευταίους περί ύπαρξης επαρκών αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες το ηθικό χωριών ολόκληρων δηλητηριαζόταν από καταγγελίες στρατιωτών για καταχρηστική συμπεριφορά των αξιωματικών σε βάρος τους.²⁹ Ο Βαυαρός υπουργός εφιστούσε την προσοχή των υφισταμένων του, προτρέποντάς τους να καλλιεργήσουν τις πολύτιμες σχέσεις με τους στρατιώτες, εν ανάγκη δε, να πράξουν ό,τι δυνατό, προκειμένου να τις περιφρουρήσουν. Για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ένα φαινόμενο, που διαμόρφωνε σε μεγάλο ποσοστό το όλο κλίμα στα μετόπισθεν με σημαντικές συνέπειες εξαιτίας της αδυναμίας των αρχών να καταπολεμήσουν τις καταβολές και τα αίτιά του. Πόσο μάλλον, που επρόκειτο για ένα φαινόμενο, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ήττα του 1918.³º Οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες πήγαζαν, αναμφίβολα, από τη στασιμότητα των επιχειρήσεων, που επιδείνωνε εκ των πραγμάτων την αντίθεση ως προς τον τρόπο ζωής μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραμμής του μετώπου, με άλλα λόγια, μεταξύ των μαχητών των χαρακωμάτων και του συνόλου του επιτελικού μηχανισμού, λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω.³¹ Αντιστρόφως ανάλογα, ο απόηχος της κοινωνικής δυσφορίας, προσέλαβε καταλυτικές διαστάσεις στην πρώτη γραμμή κατά τα έτη 1917 και 1918. Αλάθητα σημάδια υπήρχαν, όμως, ήδη από το 1916. Τον Μάϊο του ιδίου έτους, το ποίμνιο της προτεσταντικής εκκλησίας του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης³² προβληματιζόταν ως προς τις προοπτικές μιας επιτυχούς εφαρμογής της προσχεδιασμένης προπαγάνδας ενόσω το κλίμα γενικής δυσφορίας δεν επιδείκνυε σημάδια εκτόνωσης. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες διαμαρτύρονταν για τους ψηλούς μισθούς των νεαρών αξιωματικών, για τις πολυτελείς συνθήκες διαβίωσης των στελεχών του επιτελείου και για την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας μενονωμένων περιπτώσεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Hindenburg αναγκάστηκε να παρέμβει αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα, εξέδωσε μια διαταγή περί μηδενικής ανοχής για περιστατικά του είδους αυτού στους κόλπους του σώματος των αξιωματικών.³³ Η ίδια η διαταγή αποδεικνύει πως η 3η ΑΣΔ είχε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης και των κινδύνων, τους οποίους η τελευταία εγκυμονούσε. Το πρόβλημα συνίσταται, όπως γνωρίζουμε, στο γεγονός ότι ήταν παντελώς ανεπαρκής προκειμένου να καταφέρει να την επιδιορθώσει.

Η απόπειρα της 3ης ΑΣΔ να επιστρατεύσει το εναπομείναν δυναμικό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, δεν πρέπει να εκληφθεί ως διενέργεια προπαγάνδας. Επρόκειτο για κανονικό πολιτικό πρόγραμμα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην κοινωνική και οικονομική άρχουσα συντηρητική τάξη της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Οι Hindenburg και Ludendorff υποστήριξαν αμφότεροι την κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως λ.χ. εκείνο της αναθεώρησης του πρωσικού εκλογικού νόμου.³⁴ Ως εκ τούτου, η προσπάθεια του καγκελαρίου να περισώσει την “πολιτική εκεχειρία” του Αυγούστου 1914 μέσω της εισαγωγής μιας σειράς μεταρρυθμίσεων ναυάγησε οριστικά, ο δε Bethman Hollweg απομακρύνθηκε από το αξίωμα τον Ιούλιο του 1917.³⁵ Η προπαγανδιστική εκστρατεία της 3ης ΑΣΔ τελικά δεν καρποφόρησε. Στα μετόπισθεν, η άρση της λογοκρισίας σχετικά με τις πολεμικές επιδιώξεις συνέπεσε με πολλαπλασιασμό των ελλείψεων σε τρόφιμα, που με τη σειρά του οδήγησε μεταξύ των ετών 1916 και 1917 στον περίφημο “χειμώνα του γογγυλιού” (Steckrübenwinter), όταν η κατανάλωση πατάτας υποκαταστάθηκε από το σουηδικό γογγύλι rutabaga. Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση του Κιέλου, μιας υψίστης σημασίας ναυτικής βάσης με συνολικό πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Επί αρκετές εβδομάδες κατά τους αρχικούς μήνες του 1917, η πόλη υπέφερε από παντελή έλλειψη πατάτας.³⁶ Στο μέτωπο, ο Ludendorff άντλησε διδάγματα από τις επώδυνες εμπειρίες του Verdun και του Somme. Συγκεκριμένα, εγκατέλειψε κάθε μορφής επιθετική τακτική, εστιάζοντας σε έναν άκρως αποτελεσματικό αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να σταθεροποιήσει το μέτωπο καθώς και την πολεμική ετοιμότητα και ισχύ του στρατού. Ωστόσο, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επιδιωκόμενη μαζική συστράτευση. Στην πραγματικότητα, το χάσμα ανάμεσα στους στρατιώτες και την ηγεσία διευρυνόταν συνεχώς, επειδή η 3η ΑΣΔ αδυνατούσε και απέφευγε συστηματικά να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την διογκωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πολιτικό πρόγραμμα της τελευταίας δεν ανταποκρινόταν στο ζωτικό πρόβλημα της πείνας και των εν γένει ελλείψεων. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν πως τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν, τα αποτελέσματα, τα οποία προέκυψαν, υπήρξαν αντίθετα από τα αναμενόμενα.³⁷

Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα σε ολόκληρο αυτό το πλαίσιο υψώθηκαν φωνές, όπως εκείνη του Βαυαρικού υπουργείου Στρατιωτικών, οι οποίες τάχθηκαν απροκάλυπτα υπέρ της εισαγωγής μεταρρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1916, ο παραπάνω φορέας δήλωσε ότι η προσδοκώμενη συστράτευση, την οποία επαγγελόταν η 3η ΑΣΔ, ήταν εφικτή υπό την προϋπόθεση της, μερικής έστω, ικανοποίησης των αιτημάτων της κοινής γνώμης, όπως η ελευθερία έκφρασης και η δίκαιη και ισότιμη διανομή των τροφίμων.  Τον δε Απρίλιο του 1917, το ίδιο υπουργείο υποστήριξε απροκάλυπτα την αναθεώρηση του πρωσικού εκλογικού νόμου, χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως επιτακτική πολεμική αναγκαιότητα.³⁸

Τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού προγράμματος της 3ης ΑΣΔ περί συστράτευσης ενόψει ενός ολοκληρωτικού πολέμου δημιούργησαν εν μέρει τις προδιαγραφές για τη τελική ήττα της Γερμανίας. Κατά τρόπο παράδοξο, ο ίδιος ο εγγυητής του αυτοκρατορικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος συνέδραμε, με τις ίδιες του τις ενέργειες, στην κατάρρευση του καθεστώτος.

 

The German Home Front Part 3

 

Ο Wilhelm Deist (1931-2003) διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Ειδικεύθηκε στο χώρο της Στρατιωτικής Ιστορίας και ειδικότερα σε εκείνη της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 156 ff. Σχετικά με τις εκλογές του 1912 βλ. του ιδίου, Imperial Germany, 1871-1914. Economy, Society, Culture and Politics, Providence and Oxford. 1994, σ. 336.

² H.-U. Wehler, “Der Fall Zabern. Rückblick auf eine Verfassungskrise des wilhlelminischen Kaiserreiches”, Welt und Geschichte, 23 Jg, 1963, p. 27 ff. D. Schoenbaum, Zabern 1913. Consensus Politics in Imperial Germany, London, 1982.

³  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 196 ff.

⁴  Το περιεχόμενο της διαταγής βρίσκεται στο (επιμ. Wilhelm Deist) Militär und Innenpolitik im Weltkrieg 1914-1918, Düsseldorf, 1970, αρ. 77, σ. 188.

⁵  Για μια πειστική ερμηνεία βλ. W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993.

⁶  Η δήλωση von Moltke της 13/8/1914 στο Militär und Innenpolitik, αρ. 79, σ. 193 f. Με επιστολή που απηύθυνε στις 31/8/1914 προς τον εκδότη της εφημερίδας Vorwaerts, ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας (Falkenhayn), επέτρεψε την κυκλοφορία εντός του στρατεύματος των εφημερίδων και εντύπων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ibid., αρ. 81, σ. 196 f.

⁷  Βλ. Ημερολόγιο Rietzler, 7/7/1914. Ο Bethman Hollweg απευθυνόμενος προς τον φιλόσοφο και διπλωμάτη Kurt Rietzler, συντάκτη το 1914 του προγράμματος πολεμικών διεκδικήσεων της Γερμανίας, δήλωσε ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Βλ. Kurt Rietzler. Tagebücher, Aufsätze, Dokumente (επιμ. K. D. Ermann), Göttingen, 1972, σ. 183. Ανάλογες απόψεις συμπεριλαμβάνονται σε επιστολή του Moltke προς τον Bethmann Hollweg, με ημερομηνία 28/7/1914 στο Generaloberst Helmuth von Moltke. Erinnerungen, Briefe, Dokumente, 1877-1916 (επιμ. E. von Moltke), Stuttgart, 1922, σ. 3-7.

⁸  Βλ. E. v. Vietsch, Bethmann Hollweg. Staatsmann zwischen Macht und Ethos (= Schriften des Bundesarchivs, 18), Boppard, 1969, σ. 214 ff. S. Miller, Burgfrieden und Klassenkampf. Die deutsche Szialdemokratie im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1974.

⁹  W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993. Για τα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή της Βυρτεμβέργης βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 89 (11/11/1914), αρ. 91 (23/3/1915), σ. 209 ff.

¹º Βλ. την εκτίμηση του στρατηγού Wild von Hohenborn, διαδόχου του Falkenhayn στο αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών της Πρωσίας, σχετικά με το εργατικό κίνημα, όπως την εκφράζει σε επιστολή της 8/10/1914, Militär und Innenpolitik, αρ. 86 σ. 205. Για τις πολεμικές διεκδικήσεις της Γερμανίας βλ. F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 87-108, 132-154. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 15-54.

¹¹ Militär und Innenpolitik, αρ. 39 (19/10/1914), αρ. 40 (22/10/1914), αρ. 44 (30/11/1914), σ. 78 ff.

¹² Σχετικά με το “Πνεύμα του Αυγούστου 1914” βλ.: J. T. Ventley, TheSpirit of 1914”. The Myth of Enthusiasm and thr Rhetoric of Unity in World War I Germany, Berkeley, 1991. W. Kruse, “Die Kriegsbegeinsterung im Deutschen Reich zu Beginn des Ersten Weltkrieges. Entstehungszusammenhänge, Grenzen und ideologische Strukturen” στο (επιμ. Marcel van der Linden, Gottfried Mergner), Kriegsbegeinsterung und mentale Kriegsvorbereitung. Interdisziplinäre Studien, Berlin, 1991, σ. 73-87. Β. Ziemann, “Zum ländlichen Augusterlebnis 1914 in Deutschland” στο (επιμ. B. Löwenstein) Geschichte und Psychologie. Annäherungsversuche, Pfaffenweiler, 1992, σ. 193-203. M. Stöcker, “Augusterlebnis 1914” in Darmstadt. Legende und Wirklichkeit, Darmstadt, 1994.

¹³ Υπόμνημα του Bethmann Hollweg με τη συνομιλία με τον Falkenhayn στις 18 Νοεμβρίου 1914 στο (επιμ. A. Scherer και J. Grunewald), L’ Allemagne et les problèmes de la paix pendant la première guerre mondiale, Paris, 1962, αρ. 13, σ. 15 ff.

¹⁴ M. Brown – S. Seaton, Christmas Truce, London, New York, 1984. M. Eksteins, Tanz über Gräben. Die Geburt der Moderne und der Erste Weltkrieg, Hamburg, 1990, σ. 150 ff. W. Deist, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

¹⁵ A. Skalweit, Die deutsche Kriegsemährungswirtschaft, Stuttgart, Berlin, Leipzig, 1927. J. Rund, Emährungswirtschaft und Zwangsarbeit im Raum Hannover 1914 bis 1923, Hannover, 1992. A. Roerkhol, Hungerblockade und Heimatfront. Die kommunale Lebensmittelversorgung in Westfalen während des Ersten Weltkrieges, Stuttgart, 1991.

¹⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁷ F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 150 ff, σ. 208 ff. Σχετικά με την πολιτική του Bethmann Hollweg βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁸  Militär und Innenpolitik, αρ. 126, σ. 294 ff.

¹⁹ Militär und Innenpolitik, αρ. 128 και αρ. 129, σ. 302 ff.

²º Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 130 – 140, σ. 308 ff.

²¹ Το Γραφείο Τύπου Πολέμου ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 124, σ. 289 ff.

²² Η κατασταλτική δράση των στρατιωτικών αρχών σε βάρος της πολιτικής αναταραχής του Karl Liebknecht αναδεικνύεται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 100-103 (Απρίλιος-Ιούνιος 1915), σ. 232 ff., αρ. 120 (27/12/1915), σ. 277 ff., αρ. 147, σ. 367 ff., αρ. 149, σ. 369 ff.

²³ Αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1915, οι κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις συνέτασσαν μηνιαίες εκθέσεις προς το υπουργείο Στρατιωτικών της Πρωσίας. Βλ. σχετικά, Militär und Innenpolitik, αρ. 154, σ. 378 ff., αρ. 164, σ. 402-406, ειδικότερα σ. 404.

²⁴ Σημειωτέον πως ο κάθε στρατιωτικός διοικητής λογοδοτούσε απευθείας στον αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία διαιωνίστηκε έως τον Οκτώβριο του 1918. Βλ. σχετικά τα αποκαλυπτικά έγγραφα του πρώτου κεφαλαίου στο Militär und Innenpolitik, σ. 3-59.

²⁵ Militär und Innenpolitik, αρ. 165, σ. 406-414. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 216 ff.

²⁶ Ibid., σ. 237 ff. M. Kitchen, The Silent Dictatorship. The Politics of the German High Command under Hindenburg and Ludendorff, New York, 1976. G. D. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-1918, Princeton, 1966, σ. 135 ff. H. Afflerbach, Falkenhayn. Politisches Denken und Handeln im Kaiserreich, München, 1994, σ. 437-464.

²⁷ Militär und Innenpolitik, αρ. 175, σ. 431-440.

²⁸ Ο αντισυνταγματάρχης Nicolai ήταν υπεύθυνος της υπηρεσίας πληροφοριών και επικοινωνιών (λογοκρισία και προπαγανδα). Ο συνταγματάρχης Bauer, ειδήμων σε θέματα πυροβολικού, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά και με πολιτικούς της άκρας δεξιάς.

³º Das Werk des Unteruchungsausschusses des Verfanssunggebenden Deutschen Nationalversammlung und des Deutsches Reichstages, 4. Reie: Die Ursachen des deutschen Zusammenbruches im Jahre 1918, Bd. 1-12, Berlin, 1925-1930.

³¹ W. Deist, “The Military Collapse of the German Empire: The Reality Behind thw Stab-in-the-Back Myth”, στο War in History, Vol. 3 No. 2, 1996, σ. 186-207. Του ιδίου, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

³² Militär und Innenpolitik, αρ. 129, σ. 306 f., υποσ. 3.

³³ Ibid.

³⁴ R. Patemann, Der Kampf um die preußische Wahlreform im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1964. Militär und Innenpolitik, αρ. 276 (4/4/1917), αρ. 277 (5/4/1917), αρ. 81 (11/4/1917), σ. 702 ff.

³⁵ W. Mommsen, “Die deutsche öffentliche Meinung und der Zusammenbruch des Regierungssystems Bethmann Hollweg im Juli 1917” στο ( επιμ. W. Mommsen), Der autoritäre Nationalstaat. Verfassung, Gesellschaft und Kultur im deutschen Kaiserreich, Franfurt/M., 1990, σ. 422-440. Militär und Innenpolitik, αρ. 314 και 319, σ. 782 ff., 790 ff.

³⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 273, σ. 695 f. W. Deist, “Kiel und die Marine im Ersten Weltkrieg, στο (επιμ. J. Elvert, J. Jensen, M. Salewski, Kiel, die Deutschen und die See, Stuttgart, 1992, σ. 141-154.

³⁷ Τον Απρίλιο του 1917, η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρώτο κύμα σοβαρών ελλείψεων στον κλάδο της βιομηχανίας. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εκδηλώθηκαν περιστατικά κοινωνικής δυσαρέσκειας στις τάξεις του ναυτικού και του στρατού ξηράς.

³⁸ Militär und Innenpolitik, αρ. 190 (9/10/1916), σ. 492-497, αρ. 275 (2/4/1917), σ. 700-702.

 

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή ανακοίνωσης στο πλαίσιο διεθνούς Συνεδρίου με γενικό τίτλο La bataille de la Somme dans la Grande Guerre, οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα από 1-4 Ιουλίου 1996 στην κωμόπολη Péronne (Somme), με αφορμή τη συμπλήρωση ογδόντα ετών από τη Μάχη του Somme. Οργανωτικός φορέας: Centre de Recherches de l’ Historial de la Grande Guerre(https://www.historial.fr/en/international-research-center/presentation-et-missions/).Ο ξενόγλωσσος τίτλος του άρθρου έχει ως εξής: Germany 1916: The “mood” at home.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

50 χρόνια από τότε   

Γιάννης Μουρέλος

Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

To πιο θεαματικό ποδόσφαιρο που παίχτηκε ποτέ σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (Εθνική Βραζιλίας). Ο αγώνας του αιώνα (ημιτελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η απόκρουση του αιώνα (Gordon Banks, τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας της Αγγλίας). Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής, που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα (Pelé). Ονόματα, τα οποία άφησαν εποχή (οι Βραζιλιάνοι Gérson, Rivelino, Jairzinho, Tostão, Carlos Alberto Torres, οι Ιταλοί Gianni Rivera, Luigi Riva, Sandro Mazzola, Giacinto Facchetti, οι Γερμανοί Franz Beckenbauer, Gerd Müller, Uwe Seeler, Sepp Maier, οι Βρετανοί Gordon Banks, Bobby και Jackie Charlton,  Bobby Moore, Alan Ball, o Περουβιανός Teófilo Cubillas, o Ουρουγουανός Ladislao Mazurkiewicz κλπ.). Η αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου (ο μέσος όρος τερμάτων, 2,97 ανά αγώνα, εξακολουθεί να αποτελεί ακατάρριπτο ρεκόρ). Δίπλα στις παραπάνω συγκινήσεις, η αφόρητη ζέστη, το μεγάλο υψόμετρο, οι μεταμεσονύκτιες (ώρα Ευρώπης) απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις.  Όλα αυτά και πολλά άλλα, στοιχειοθέτησαν ένα ανεπανάληπτο πρωτάθλημα, το οποίο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και στις καρδιές (σε όσες τουλάχιστον, κατάφεραν να αντέξουν) όλων ημών, που το παρακολουθήσαμε καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες, σε ημέρες, μάλιστα, κρίσιμων σχολικών απολυτηρίων εξετάσεων. Με άλλα λόγια, ένα πραγματικό χάρμα οφθαλμών.

Μέσα σε αυτή την πανδαισία, το αφιέρωμα των πενήντα χρόνων από τότε, κινείται επιλεκτικά, εστιάζοντας στις παραμέτρους εκείνες, οι οποίες κατέστησαν το ΙΧ Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το έκτο μεταπολεμικά), έναν ύμνο στην πορεία του δημοφιλούς αυτού αθλήματος μέσα στο χρόνο.

What made Mexico so ’70?

 

Α. Οργάνωση και τέλεση των αγώνων

Οι χώρες, οι οποίες, σε ένα αρχικό στάδιο, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και το Περού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αποκλειστεί εκ των πραγμάτων, εφόσον η τελική φάση του προηγουμένου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, εκείνου του 1966, είχε διεξαχθεί στην Αγγλία. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες χώρες απέσυραν την υποψηφιότητά τους για ποικίλους λόγους, με αποτέλεσμα στη σύνοδο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), τον Οκτώβριο του 1964, οπότε και επρόκειτο να δωθεί το χρίσμα στην επιλεγείσα χώρα, να έχουν απομείνει μόνο δυο: η Αργεντινή και το Μεξικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο με 56 ψήφους έναντι 32. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, η τέλεση των αγώνων θα λάμβανε χώρα εκτός Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής.

Η επιλογή του Μεξικού διέθετε μειονεκτήματα: μεγάλο υψόμετρο (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Πόλη του Μεξικού), πολιτική αστάθεια, οικτρή κατάσταση της οικονομίας, κοινωνικός αναβρασμός κλπ. Άλλωστε, οι ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί τον Οκτώβριο του 1963, όταν η Πόλη του Μεξικού είχε επιλεγεί ως φιλοξενούσα της ΧΙΧ Ολυμπιάδας. Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν όταν, πέντε χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες λίγο έλειψε να ματαιωθούν εξαιτίας αιματηρών ταραχών και στυγνής καταστολής εκ μέρους των μεξικανικών αρχών. Όσο για το μεγάλο υψόμετρο, ήταν σαφές πως είχε επηρεάσει τις επιδόσεις των αθλημάτων ανοικτού χώρου. Μια δεύτερη ελεγχόμενη απόφαση της FIFA, αφορούσε την επιλογή της ημερομηνίας τέλεσης. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1968, είχαν μεταφερθεί για τον μήνα Οκτώβριο, προς αποφυγή της ζέστης. Αντίθετα, η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 αποφασίστηκε για τον μήνα Ιούνιο. Η διαφορά ώρας με την Ευρώπη, επιβάρυνε την όλη κατάσταση με επιπρόσθετες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η απευθείας μετάδοση των αγώνων πραγματοποιήθηκε, ως επί το πλείστον, σε μεταμεσονύκτιες ώρες, γεγονός, το οποίο καταπόνησε τους τηλεθεατές της Γηραιάς Ηπείρου. Σημαντικοί αγώνες όμως, όπως ο τελικός και ορισμένοι άλλοι, διεξήχθησαν καταμεσήμερο (ώρα Μεξικού), με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι ποδοσφαιριστές. Παρά ταύτα, η τηλεθέαση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι αγώνες μεταδόθηκαν απευθείας σε ολόκληρο, σχεδόν, τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έγχρωμα (δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας, όπου, ωστόσο, η μαυρόασπρη εικόνα υπήρξε ποιοτικά παραπάνω από ευπρεπής).

Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 68 χώρες. Η Εθνική Ελλάδος (με την ιστορική τριάδα Δομάζου-Σιδέρη-Παπαϊωάννου, αλλά και με άλλους προικισμένους ποδοσφαιριστές) έχασε την πρόκριση στην τελευταία αναμέτρηση από τη Ρουμανία, παραχωρώντας ισοπαλία εκτός έδρας (1-1). Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες φίλαθλοι έτρεφαν βάσιμες ελπίδες να δουν το εθνικό συγκρότημα να συμμετέχει σε μια τελική φάση, ειδικότερα έπειτα από τις θριαμβευτικές νίκες σε βάρος της Πορτογαλίας (4-2) και της Ελβετίας (4-1). Η τελική βαθμολογία του ομίλου είχε ως εξής: 1. Ρουμανία 8β. 2. Ελλάδα 7β. 3. Ελβετία 5β. 4. Πορτογαλία 4β. Αργότερα, η προκριθείσα Ρουμανία κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο, μαζί με τις Βραζιλία, Αγγλία και Τσεχοσλοβακία. Τα πικρόχολα σχόλια των Ελλήνων, τα οποία συνόδευσαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, ήταν αναμενόμενα. Στο Μεξικό μετέβησαν 16 ομάδες (9 από την Ευρώπη, 3 από τη Νότια Αμερική, 2 από την Κεντρική Αμερική και 2 από τις υπόλοιπες ηπείρους). Οι εθνικές ομάδες της Αγγλίας (κάτοχος του τροπαίου, τέσσερα χρόνια νωρίτερα) και του Μεξικού (διοργανώτρια χώρα) συμμετείχαν τιμής ένεκεν. Συγκροτήθηκαν τέσσερις όμιλοι, από ισάριθμες ομάδες ο καθένας.

Οι αγώνες της τελικής φάσης διεξήχθησαν σε πέντε πόλεις (Mexico City, Guadalajara, Léon, Puebla και Toluca) και σε ισάριθμα στάδια. Τα  μεγαλύτερα από αυτά (Estadio Azteca της πρωτεύσας και Estadio Jalisco της Guadalajara) ήταν χωρητικότητας 107.247 και 71.100 θεατών αντίστοιχα.

Πανοραμική άποψη του Estadio Azteca. Κάτω εικονίζεται ο Juanito, μασκότ  των αγώνων.

Για την ιστορία του θεσμού ας σημειωθεί πως το 1970, στο Μεξικό, εισήχθησαν καινοτομίες, για την εποχή εκείνη, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Πρόκειται για την κίτρινη (όχι ακόμα την κόκκινη) κάρτα των διαιτητών και για το δικαίωμα αλλαγής δυο (σήμερα τριών) παικτών ανά ομάδα σε οποιοδήποτε σημείο του αγώνα. Έως τότε, επιτρεπόταν μόνο η αντικατάσταση αποχωρούντος λόγω τραυματισμού.

 

Β. Εθνική Βραζιλίας. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών

Η Εθνική Βραζιλίας του 1970 αποτελούσε την προσωποποίηση του επιθετικού ποδοσφαίρου. Στον τελικό, ισοπέδωσε με 4-1 την κατεξοχήν εκπρόσωπο της αμυντικής τακτικής, ομάδα της Ιταλίας. Τρία λεπτά πριν από τη λήξη του τόσο κρίσιμου αγώνα και ενώ προηγούνταν ήδη με 3-1, οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν απτόητοι το επιθετικό τους σφυροκόπημα. Την μπάλα αντάλλαξαν μεταξύ τους εννέα από τους έντεκα παίκτες (δίχως να μπορέσει να την αγγίξει ούτε ένας αντίπαλος), προτού αυτή καταλήξει, μέσα σε γενική αποθέωση, για τέταρτη φορά στην αντίπαλη εστία. Η απόλυτη επικράτηση!

Άξιο μνείας είναι, επίσης, το ότι η Εθνική Βραζιλίας εξήλθε νικήτρια όλων ανεξαιρέτως των αγώνων που έδωσε τόσο στην προκριματική όσο και στην τελική φάση. Ειδικότερα στο Μεξικό, στην αρχική φάση των ομίλων κέρδισε την Τσεχοσλοβακία (4-1), την Αγγλία (1-0) και τη Ρουμανία (3-2). Στον προημητελικό γύρο, επικράτησε του Περού (4-2). Στον ημιτελικό επεβλήθη της Ουρουγουάης (3-1) και στον τελικό της Ιταλίας (4-1).

Κι όμως, στο Μεξικό η Εθνική Βραζιλίας δεν μετέβη ως φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Την διακατείχε ακόμη το σύνδρομο από την κακή εμφάνιση στα γήπεδα της Αγγλίας, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο πλαίσιο της τελικής φάσης του VIII Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου. Παρά τη συστηματική προετοιμασία σε επίπεδο φυσικής αγωγής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του μεγάλου υψομέτρου, τις παραμονές τέλεσης των αγώνων η ομάδα σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες.

Η ανάκρουση των εθνικών ύμνων Βραζιλίας και Ιταλίας λίγο πριν από τον μεγάλο τελικό.

Χαρακτηριστική των διαφόρων ζυμώσεων υπήρξε η αντικατάσταση του προπονητή την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή και η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Mário Zagallo. Ακόμα και η συμμετοχή του περιβόητου Pelé, αιχμής του δόρατος της ομάδας, δεν εθεωρείτο ως δεδομένη. Τελικά, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να συμπεριληφθεί, καθιστώντας σαφές πως επρόκειτο για το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Γενικότερα, η ομάδα της Βραζιλίας μετέβη στην τελική φάση, έχοντας συνειδητά διαθέσει ευρύ περιθώριο στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία των ποδοσφαιριστών, την έφεση των τελευταίων στο επιθετικό παιχνίδι και με τη συνδρομή της τύχης, το στοιχείο αυτό έμελλε να οδηγήσει τα πράγματα στην τελική αποθέωση. H παράμετρος τύχη συνίστατο στο ότι η ομάδα έδωσε τους πέντε από τους έξι αγώνες στο Estadio Jalisco της Guadalajara, σε υψόμετρο επιφανείας της θάλασσας. Στην Πόλη του Μεξικού μετέβη μόνο για να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον τελικό.

Κατακτώντας, το 1970, το τρόπαιο για τρίτη φορά, η Βραζιλία απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης φύλαξης του κυπέλλου, όπως ακριβώς προέβλεπαν οι κανονισμοί. Το τελευταίο εκλάπη το 1983 από την έδρα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στο Rio de Janeiro. Έκτοτε, χάθηκαν τα ίχνη του. Καθώς είχε σφυρηλατηθεί με άνω των τριών κιλών ατόφιο χρυσό, εικάζεται πως οι διαρρήκτες έσπευσαν να το λιώσουν.

Football’s Greatest International Teams .. Brazil 1970

 

Γ. Edson Arantes do Nascimento (Pelé)

Ο μέγιστος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος

Φτάνοντας στο Μεξικό, ο Pelé καλείτο να αναμετρηθεί με τα σύνδρομα και τις φοβίες του. Στις δυο προηγούμενες τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Χιλή 1962, Αγγλία 1966) είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει σε πρώιμη φάση του τουρνουά, εξαιτίας σοβαρών τραυματισμών.  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε βαρύνει και η αυτοπεποίθησή του έδειχνε να τον έχει εγκαταλείψει. Η ψυχολογία του βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μάλιστα, είχε φτάσει μέχρι σημείου να δηλώσει πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συμμετάσχει σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σφύριγμα έναρξης του πρώτου αγώνα των ομίλων ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, μετέτρεψε όλα τα παραπάνω, σαν να επρόκειτο για άγγιγμα με κάποιο μαγικό ραβδί. Πέτυχε γκολ, συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την εστία των αντιπάλων, μοίρασε έντεχνα παιχνίδι ως επιτελικός παίκτης, είχε έναν ξέφρενο ρυθμό από την αρχή έως το τέλος. Η πιο εντυπωσιακή φάση του αγώνα υπήρξε η προσπάθειά του να πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Διαπιστώνοντας ότι ο τερματοφύλακας Ivo Viktor βρισκόταν εκτός θέσης, έκανε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ από απόσταση 65 μέτρων! Η ταχύτητα της μπάλλας καταμετρήθηκε στα 105 χλμ. Τελικά, αστόχησε για 20 εκατοστά.

Pelé vs Czechoslovakia ● Building Confidence ● 1970 World Cup First Match

<

Ο Banks αποκρούει τη μπάλλα, ενώ ο Pelé πανηγυρίζει πιστεύοντας ότι έχει σκοράρει.

Στον δεύτερο, κρίσιμο, αγώνα κατά της Αγγλίας πραγματοποίησε την κεφαλιά, που οδήγησε στην επονομαζόμενη “απόκρουση του αιώνα” εκ μέρους του τερματοφύλακα Gordon Banks κι ενώ το αποτέλεσμα ήταν ακόμα ισόπαλο 0-0. Κατά τα λεγόμενα του Banks, ο Pelé, πεπεισμένος ότι είχε πετύχει τέρμα, άρχισε να πανηγυρίζει αναφωνώντας “Γκολ!”. Του ήταν αδιανόητο να φανταστεί πως δεν είχε βρει στόχο.

Στο δεύτερο ημίχρονο, υπήρξε ο παίκτης, ο οποίος τροφοδότησε τον σκόρερ του αγώνα, Jairzinho. Χάρη στη νίκη επί της Αγγλίας με 1-0, πέρα από το όποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα, η Εθνική Βραζιλίας διατήρησε το δικαίωμα συνέχισης των αγώνων της στην, από κάθε άποψη, ευνοϊκή Guadalajara.

Στον τελευταίο αγώνα των ομίλων (3-2 επί της Ρουμανίας) και ενώ η πρόκριση στον επόμενο γύρο είχε κριθεί, ο Pelé πέτυχε δυο από τα τρία τέρματα της ομάδας του. Το πρώτο (1-0) με απευθείας κτύπημα φάουλ και το δεύτερο (3-1), έπειτα από εκπληκτικής επινόησης τροφοδοσία από τον Tostão.

Pelé vs Romania ● Back To The Elite ● 1970 World Cup

Στους δυο επόμενους αγώνες (4-2 επί του Περού στον προημιτελικό γύρο και 3-1 επί της Ουρουγουάης στον ημιτελικό), ο Pelé δεν πέτυχε τέρμα. Ωστόσο, αξέχαστη θα παραμείνει στη μνήμη μας η ευρηματική του προσποίηση σε βάρος του τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, η οποία λίγο έλειψε να καρποφορήσει και να διεκδικήσει, με τον τρόπο αυτό, επάξια τον χαρακτηρισμό του θεαματικότερου γκολ της διοργάνωσης.

Η ευρηματική προσποίηση στον ημιτελικό κατά της Ουρουγουάης

O Pelé πανηγυρίζει το τέρμα, το οποίο πέτυχε σε βάρος της Ιταλίας στον τελικό.

Στον τελικό της 21ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ενάντια στην Ιταλία, ο Pelé πέτυχε το κρίσιμο, ψυχολογικά, πρώτο τέρμα στο 18΄, με εντυπωσιακή κεφαλιά. Το πρώτο ημίχρονο βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 1-1. Το δεύτερο μέρος αποδείχτηκε παράσταση για μια ομάδα: την Εθνική Βραζιλίας, η οποία, σε ρυθμό σάμπας έως το τελικό σφύριγμα του διαιτητή, μάγεψε τους πάντες. Συνάμα, επρόκειτο για έναν εμβληματικό αποχαιρετισμό ενός μεγάλου παίκτη στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο.

 

Δ. Η απόκρουση του αιώνα

Η απόκρουση του αιώνα πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουνίου, στο  Estadio Jalisco της Guadalajara, κατά το πρώτο ημίχρονο του κρίσιμου αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Βραζιλίας για τη φάση των ομίλων. Το αποτέλεσμα τη στιγμή εκείνη ήταν ισόπαλο 0-0. Μοιρασμένη ήταν και η παρουσία των δυο ομάδων μέσα στο γήπεδο, με μια ελαφρά υπεροχή εκ μέρους των Βραζιλιάνων. Από την αρχή είχε διαφανεί ότι τα πάντα θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες και πως, σε περίπτωση νίκης, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι οριακό.

Η επίμαχη φάση ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης επίθεσης της ομάδας της Βραζιλίας. Ο αρχηγός Carlos Alberto Torres τροφοδότησε στο δεξιό άκρο τον Jairzinho. Από τη γραμμή, σχεδόν, του άουτ, ο τελευταίος εξουδετέρωσε με μια ψηλοκρεμαστή σέντρα τον Άγγλο αμυντικό Terry Cooper. Με αξιοθαύμαστη ακρίβεια η μπάλα έφτασε στο κεφάλι του Pelé. Εκείνος απογειώθηκε και με καρφωτή κεφαλιά πίστεψε ότι είχε βρει στόχο. Η συνέχεια ανήκε στον τερματοφύλακα των αντιπάλων.

Ο Gordon Banks ήταν ένας έμπειρος και καταξιωμένος παίκτης. Τόσο πολύ, μάλιστα, που την παραμονή του αγώνα πληροφορήθηκε ότι είχε τιμηθεί με το Order of the British Empire (ΟΒΕ), την ανώτατη διάκριση, η οποία απονέμεται στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και ως αναγνώριση για πάσης φύσεως δημόσια διάκριση.

Γράφημα, το οποίο απεικονίζει την επίμαχη φάση.

Ο ίδιος ο Banks διατείνεται πως είχε διαβάσει τη φάση ευθύς εξαρχής. Βλέποντας ότι η σέντρα του  Jairzinho δεν ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τη γραμμή του τέρματος αλλά κατευθυνόταν προς τα πίσω, θεώρησε πως η απόσταση ήταν απαγορευτική προκειμένου να επιχειρήσει έξοδο. Για το λόγο αυτό, προτίμησε να κινηθεί προς το δεξιό άκρο της εστίας του, εκεί ακριβώς όπου υπολόγιζε ότι θα καταφερθεί το αντίπαλο κτύπημα. Τίποτα, μέχρι στιγμής, δεν ενέχει κάτι το εξαιρετικό. Η μεγάλη αξία της φάσης συνίσταται στην ίδια την απόκρουση. Ευρισκόμενος στην σωστή θέση, ο κάθε τερματοφύλακας μπορούσε να χρεωθεί γκολ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πόσο μάλλον, που η μπάλα, μετά από την κεφαλιά του Pelé έσκασε στο έδαφος και αναπήδησε. Η ενστικτώδης απόκρουση του Banks, σε χαμηλό ύψος, προτού προλάβει η μπάλα να περάσει τη γραμμή του τέρματος, είναι χάρμα οφθαλμών. Με την άκρη των δακτύλων του δεξιού χεριού, άλλαξε την πορεία της τελευταίας παραχωρώντας κόρνερ. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιχομυθία έως ότου εκτελεστεί το κόρνερ:

Pelé: “Νόμισα πως μπήκε γκολ”.

Banks: “Κι εγώ το ίδιο”.

Moore: “Άρχισες να γερνάς, Banksy. Συνήθιζες να ορμάς καταπάνω τους”.

Ο αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας, θεώρησε, προφανώς, πως ο τερματοφύλακας είχε υιοθετήσει λανθασμένη τακτική, μη επιχειρώντας έξοδο. Μέσα στον αναβρασμό της φάσης, δεν αντιλήφθηκε πως μόλις είχε υπάρξει μάρτυς της μεγαλύτερης απόκρουσης όλων των εποχών.

Στο υπόλοιπο της διοργάνωσης, ο Gordon Banks στάθηκε άτυχος. Θύμα γαστρεντερίτιδας την παραμονή του κρίσιμου προημιτελικού ενάντια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα, Peter Bonetti, και αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την οδυνηρή ήττα της ομάδας του από την τηλεόραση. Εξίσου άτυχος υπήρξε και στη συνέχεια της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1972, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα του κόστισε ταυτόχρονα την απώλεια του ενός οφθαλμού και το άδοξο τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. 

FIFA World Cup moments: Gordon Banks

Οι δυο πρωταγωνιστές, τριάντα χρόνια έπειτα από την ιστορική απόκρουση.

Ε. Ο αγώνας του αιώνα

Game of the Century, Match du siècle, Partita del secolo, Jahrhundertspiel, Partido del Siglo. Ουδέποτε άλλοτε αγώνας ποδοσφαίρου είχε αποσπάσει τόσο διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι ο ημιτελικός της 17ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είχε να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο έως το τελευταίο λεπτό. Οι Ιταλοί προηγούνταν από νωρίς (8′ μόλις λεπτό) με 1-0, με τον Roberto Boninsegna και είχαν ξεδιπλώσει απλόχερα το περίφημο σύστημα Catenaccio, του οποίου υπήρξαν οι εμπνευστές και που προσέβλεπε στη διατήρηση του θετικού αποτελέσματος μέσω ενός ακραιφνούς αμυντικού τρόπου παιχνιδιού, συχνά σε βάρος του θεάματος. Η τακτική τους ήταν να διατηρήσουν μέχρι τέλους το οριακό πλεονέκτημα, αποτρέποντας με κάθε μέσο (ακόμα και αντιαθλητικό) την ισοφάριση. Ειδικότερα στο δεύτερο ημίχρονο, τα πάντα διαδραματίζονταν στο μισό γήπεδο, με τη μια ευκαιρία να διαδέχεται την άλλη για τους Γερμανούς. Τα πολλά νεύρα και οι σκληροτράχηλες φάσεις ενθαρρύνθηκαν και από την ανεπαρκέστατη (και μεροληπτική υπέρ των Ιταλών) διαιτησία του Μεξικανού Arturo Maldonado. Χαρακτηριστικό της έντασης, που επικρατούσε, υπήρξε ο τραυματισμός του στυλοβάτη της γερμανικής άμυνας Franz Beckenbauer, ο οποίος υπέστη εξάρθρωση της ωμοπλάτης προς το τέλος του αγώνα. Παρά ταύτα, αναγκάστηκε να συνεχίσει, επειδή η ομάδα του είχε εξαντλήσει ήδη το δικαίωμα των δυο αλλαγών. Έως τη λήξη, συμμετείχε τυλιγμένος με επιδέσμους.

Ένταση και εκνευρισμός στο δεύτερο ημίχρονο.
O Franz Beckenbauer συνεχίζει να αγωνίζεται με την ωμοπλάτη τυλιγμένη με επιδέσμους.

Κι ενώ τα πάντα προδίκαζαν την τελική επικράτηση της Ιταλίας, σημειώθηκε η φάση εκείνη, η οποία έκανε τον αγώνα να μπει στην Ιστορία. Είχε συμπληρωθεί η κανονική διάρκεια και παίζονταν οι καθυστερήσεις, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελευταία, απέλπιδα, επίθεση. Εμφανιζόμενος από το πουθενά, σε μια στιγμή γενικευμένης σύγχυσης, κόπωσης και στιγμιαίας απώλειας αυτοσυγκέντρωσης των Ιταλών, ο αμυντικός Karl-Heinz Schnellinger, κατάφερε να ισοφαρίσει, στέλνοντας το παιχνίδι στην παράταση. Αυτό υπήρξε το ένα και μοναδικό τέρμα, το οποίο ο συγκεκριμένος παίκτης σημείωσε στους 47 αγώνες, που έδωσε φορώντας τα χρώματα της Εθνικής Γερμανίας. Μεγάλοι άτυχοι της όλης υπόθεσης ήσαν οι τηλεθεατές εκείνοι, οι οποίοι, θεωρώντας πως η έκβαση του αγώνα είχε κριθεί, έσβησαν τους δέκτες λίγα λεπτά της ώρας νωρίτερα και αποσύρθηκαν για ύπνο. Αναμενόμενη, κατά τα άλλα, αντίδραση, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, εφόσον η συνέχεια αποτελούσε πραγματική πρόκληση στη λογική και δεν μπορούσε να την προβλέψει κανείς.

Η κρίσιμη ισοφάριση της Γερμανίας από τον Schnellinger  στο 90+ λεπτό του αγώνα.

Στην ολιγόλεπτη διακοπή, η οποία μεσολάβησε έως την έναρξη του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης, διάχυτη ήταν η εντύπωση πως ο αγώνας επρόκειτο να διατηρήσει τα μέχρι τότε χαρακτηριστικά του. Αν και διέθεταν ψυχολογικό πλεονέκτημα, οι Γερμανοί είχαν κατασπαταλήσει δυνάμεις στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν το αποτέλεσμα. Αδιαφιλονίκητοι γνώστες της αμυντικής τακτικής, οι αντίπαλοί τους ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να αιφνιδιάσουν σε κάποια αντεπίθεση, διαφυλάττοντας τα νώτα τους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν προδιέγραφαν κάτι διαφορετικό: 33°C υπό σκιά, αραιός αέρας εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου, φυσική κόπωση και αφυδάτωση των περισσοτέρων παικτών. Η λογική υπαγόρευε πως το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό θα αναλογούσε στην ομάδα εκείνη, η οποία θα κατάφερνε να πετύχει ένα γκολ.

Τελικά, δεν επιτεύχθηκε ένα, αλλά πέντε! Η Ιταλία άφησε πίσω της το αμυντικό παιχνίδι και αυτό, το οποίο ακολούθησε ήταν απίστευτο, τόσο ως προς τη διακύμανση του σκορ όσο και σε επίπεδο ψυχολογικών ανατροπών. Η αρχή έγινε με την αιχμή του δόρατος της επίθεσης της Εθνικής Γερμανίας και της F.C. Bayern του Μονάχου, Gerd Müller στο 94΄ (Ιταλία-Γερμανία 1-2). Τέσσερα λεπτά αργότερα (98΄), οι Ιταλοί ξανάφεραν το αποτέλεσμα στα ίσα με τον Tarcisio Burgnich (Ιταλία-Γερμανία 2-2). Στο 104΄, έκαναν τη μεγάλη ανατροπή με τον Luigi Riva (Ιταλία-Γερμανία 3-2). Έξι λεπτά αργότερα, στο 110΄ (απέμεναν δέκα λεπτά έως τη λήξη του αγώνα), οι Γερμανοί ξανακτύπησαν με τον Gerd Müller (Ιταλία-Γερμανία 3-3). Δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί ένα λεπτό, όταν, στο 111΄ ο μεσοεπιθετικός και αρχηγός της  A.C. Milan, Gianni Rivera, πέτυχε το τέρμα, το οποίο έκανε την τελική διαφορά (Ιταλία-Γερμανία 4-3). Η εξέλιξη υπήρξε τόσο γρήγορη, ώστε η μεξικανική τηλεόραση, που τη στιγμή εκείνη μετέδιδε σε επανάληψη το γκολ της ισοφάρισης του Müller, έχασε τη φάση. Το αποφασιστικότερο τέρμα μεταδόθηκε μόνο σε αργή κίνηση κατόπιν εορτής!

Ο Müller πανηγυρίζει το δεύτερό του τέρμα, στο 110΄ του αγώνα. Εύγλωττη είναι η απογοήτευση των Ιταλών αμυντικών.
To αποφασιστικό γκολ του Rivera, ένα λεπτό αργότερα. Οι Ιταλοί στα Ουράνια, οι Γερμανοί στα Τάρταρα.

Η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε σε αυτό τον αγώνα, στέρησε ουσιαστικά από την Ιταλία το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερις μέρες αργότερα, κατέβηκε στον μεγάλο τελικό φανερά εξουθενωμένη. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να αντέξει επί ένα ημίχρονο στις πιέσεις μιας αχαλίνωτης Βραζιλίας. Επόμενο ήταν να ηττηθεί κατά κράτος. Η Γερμανία αποζημιώθηκε με την κατάληψη της τρίτης θέσης επικρατώντας με 1-0 της Ουρουγουάης στον διαδικαστικό και αδιάφορο μικρό τελικό. Το 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, ήταν η δική της σειρά να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Fussball WM 1970 – Deutschland vs Italien (Halbfinale)

Πρόκειται για τη μοναδική φορά, σε τόσο προχωρημένο στάδιο του θεσμού, που σημειώθηκαν πέντε τέρματα στη διάρκεια της παράτασης ενός αγώνα. Πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα έφτασε ένας άλλος μεγάλος, ημιτελικός: η αναμέτρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Γαλλία, στο  Estadio Ramón Sánchez Pizjuán της Σεβίλλης, στις 8 Ιουλίου 1982. Έληξε ισόπαλη 3-3 (1-1 στην κανονική διάρκεια), με τους Γερμανούς να προκρίνονται στη διαδικασία των πέναλτυ με 5-4. Ανάλογες συγκινήσεις, ανάλογες ανατροπές προς δόξα και τιμή του αθλήματος!

Σε μια από τις εισόδους του Estadio Azteca, υπάρχει μια εντοιχισμένη πινακίδα, επάνω στην οποία αναγράφεται:

Το Στάδιο των Αζτέκων αποτίει φόρο τιμής στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήτατα της Ιταλίας (4) και της Γερμανίας (3), πρωταγωνιστές, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, στον ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

17 Ιουνίου 1970”

Κάθε σχόλιο είναι περιττό.

 

Η τιμητική πινακίδα έξω από το Estadio Azteca.

Στ΄. Οι υπόλοιποι σημαντικότεροι αγώνες

Από τους 32, συνολικά, αγώνες της τελικής φάσης, συγγκρατήσαμε τρεις, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.

  1. Αγγλία – Βραζιλία 0-1 (7 Ιουνίου, Estadio Jalisco, Guadalajara)

Πέραν από τη μνημειώδη απόκρουση του Banks, ο συγκεκριμένος αγώνας υπήρξε ο σημαντικότερος, σε επίπεδο φάσης των ομίλων, ολόκληρης της διοργάνωσης. Η πρόκριση στους προημιτελικούς ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για αμφότερους τους αντιπάλους. Το διακύβευμα ήταν άλλης φύσεως. Το γόητρο κατ αρχήν. Η Εθνική Αγγλίας είχε μεταβεί στο Μεξικό με τον αέρα του τροπαιούχου. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να επαναλάβει τον άθλο του 1966. Η Βραζιλία, από τη δική της πλευρά, καλείτο να διασκεδάσει την άσχημη εντύπωση, την οποία είχε αφήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της  Αγγλίας. Δυο παράμετροι συνηγορούσαν υπέρ της άποψης αυτής: α) η σωστή φυσική προετοιμασία, που είχε προηγηθεί και β) η τέλεση των αγώνων σε λατινοαμερικανικό έδαφος, εκ προοιμίου περισσότερο φιλόξενου για την ομάδα. Ο νικητής και πρωτοπόρος του ομίλου θα διέθετε δυο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα. Την παραμονή στην Guadalajara, πόλη με μηδενικό υψόμετρο, στον επόμενο γύρο καθώς και, κατά τα φαινόμενα, έναν ευκολότερο αντίπαλο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν, ο νικητής του αγώνα επρόκειτο να βρεθεί  αντιμέτωπος με το Περού, ο ηττημένος με την παντοδύναμη Γερμανία.

Ο αγώνας υπήρξε, σε γενικές γραμμές, ισοβαρής. Ξεκίνησε με μια υπεροχή της Βραζιλίας. Έπειτα από τη διάσωση του Banks, η Αγγλία εξισορρόπησε το παιχνίδι έως το τέλος του ημιχρόνου. Με την έναρξη του δευτέρου μέρους, η κατάσταση παρέμεινε ως είχε. Από τα πρώτα λεπτά άρχισε να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι ο αγώνας θα κρινόταν οριακά. Το μοναδικό τέρμα, το οποίο έκανε τη διαφορά, πέτυχε στο 59΄ ο Jairzinho, έπειτα από πάσα του Pelé. Στο εναπομείναν μισάωρο, η Εθνική Αγγλίας άσκησε πίεση κι έφτασε αρκετές φορές κοντά στην ισοφάριση. Αλλά ακόμα και με ισόπαλο αποτέλεσμα, από βαθμολογικής απόψεως δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Οι δυο αντίπαλοι προκρίθηκαν στον επόμενο γύρο, όπου η Αγγλία έτυχε να βρεθεί απέναντι στη Γερμανία, σε μια επαναληπτική εκδοχή του τελικού του 1966.

Pelé vs England ● Early Clash ● 1970 World Cup

  1. ΓερμανίαΑγγλία 3-2 (14 Ιουνίου, Estadio Nou Camp, León)

Ο πρώτος, κατά σειρά, μεγάλος αγώνας της διοργάνωσης και, μακρόθεν, ο πιο δραματικός της προημιτελικής φάσης. Ταυτόχρονα ήταν επανάληψη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Τότε, η Αγγλία είχε νικήσει χάρη σε ένα αμφισβητούμενο γκολ και υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί ανάμεσα στις δυο ομάδες. Το 1970 επρόκειτο για νοκ-άουτ αναμέτρηση. Ο νικητής περνούσε στα ημιτελικά, ο ηττημένος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ουσιαστικά, η αντίστροφη μέτρηση για την Εθνική Αγγλίας είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν από την τέλεση του αγώνα, όταν ο τερματοφύλακας Gordon Banks, ο ήρωας του αγώνα με τη Βραζιλία, προσβλήθηκε από οξεία γαστρεντερίτιδα (εικάζεται ότι το πρόβλημα προέκυψε από κατανάλωση τοπικής μπύρας, καθότι η ομάδα είχε φέρει όλα τα εδέσματα από την Αγγλία και ίσχυαν αυστηρότατοι κανόνες διατροφής). Αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό Peter Bonetti, που έμελλε να αναδειχθεί σε μοιραίο παίκτη της συνάντησης.

Κι όμως, όλα ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς για τους Άγγλους, οι οποίοι προηγήθηκαν στο 32΄ με τέρμα του Alan Mullery (Γερμανία – Αγγλία 0-1). Με το αποτέλεσμα αυτό οι δυο ομάδες αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια με τη λήξη του ημιχρόνου.

Ο Alan Mullery πανηγυρίζει το 0-1.

Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, η Εθνική Αγγλίας έδειχνε να ελέγχει τη ροή του αγώνα. Στο 50΄, μάλιστα, κατάφερε να διπλασιάσει τα τέρματά της με τον Martin Peters. Τα πάντα προδίκαζαν μια άνετη πρόκριση. Ο προπονητής Sir Alf Ramsey, άρχισε να τρέφει όνειρα για τη συνέχεια, αντικαθιστώντας τον πλέον επιτελικό και πεπειραμένο ποδοσφαιριστή της ομάδας, Bobby Charlton, για εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει του επικείμενου ημιτελικού. Σε αυτή τη νευραλγική στιγμή, οι Γερμανοί κατάφεραν το πρώτο κτύπημα.

Δεκαοκτώ λεπτά έπειτα από την επίτευξη του δευτέρου τέρματος των Άγγλων και ενώ απέμενε μισή ώρα αγώνα, ο Franz Beckenbauer, ευρισκόμενος στην καρδιά της αντίπαλης άμυνας, μείωσε το σκορ. (Γερμανία-Αγγλία 1-2). Στη συγκεκριμένη φάση ο τερματοφύλακας έφερε μεγάλη ευθύνη, καθώς η μπάλλα πέρασε κάτω από το σώμα του. Το τέρμα του Beckenbauer αντέστρεψε εκ διαμέτρου την ψυχολογία των παικτών. ΄Εχοντας ασκήσει έως το σημείο εκείνο σαφή υπεροχή, η ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να χάσει τον αγώνα και να αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Γερμανοί, αντλώντας δύναμη από το εις βάρος τους αποτέλεσμα, συνέχισαν τις επιθέσεις ενάντια στους αποδιοργανωμένους πλήρως και ευρισκόμενους σε κατάσταση πανικού αντιπάλους τους. Στο 82΄, οκτώ λεπτά πριν από το τέλος, ισοφάρισαν με μια εντυπωσιακή ανάποδη κεφαλιά του αρχηγού της ομάδας, Uwe Seeler (Γερμανία-Αγγλία 2-2). Ο τερματοφύλακας Bonetti έφερε ευθύνη και σε αυτή την περίπτωση. Ο αγώνας πήγε στην παράταση, με τους Γερμανούς να διαθέτουν, πλέον, το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Το αναπόφευκτο έλαβε χώρα στο 108΄. Ο ευρισκόμενος πάντοτε μέσα στις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την αντίπαλη εστία Gerd Müller, πέτυχε από κοντά το γκολ της νίκης. (Γερμανία-Αγγλία 3-2). Παρότι απέμεναν ακόμη δώδεκα λεπτά αγώνα, ήταν σαφές πως η έκβαση είχε αμετάκλητα κριθεί.

Το νικητήριο τέρμα της Γερμανίας στο 108΄.

Επρόκειτο για τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης, ο οποίος διέθετε τόσο δραματική μορφή. Πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν, αμέσως έπειτα από το σφύριγμα της λήξης, πως ενδεχομένως επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της τελικής φάσης. Ουδείς διανοείτο εκείνο, το οποίο έμελλε να ακολουθήσει, τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στον ημιτελικό της Πόλης του Μεξικού, ανάμεσα στην νικήτρια Γερμανία και την Ιταλία.

14/06/1970 England v West Germany

  1. ΒραζιλίαΙταλία 4-1 (21 Ιουνίου, Estadio Azteca, Mexico City)

Ελπίδα και ευχή των οπαδών του αθλήματος ήταν ο μεγάλος τελικός να αποδειχθεί αντάξιος ενός πρωταθλήματος, το οποίο είχε ήδη προσφέρει υψηλού επιπέδου ποιοτικό θέαμα, έντονες συγκινήσεις και αναπάντεχες ανατροπές. Δεν διαψέυσθηκαν, μολονότι η τελευταία συνάντηση της διοργάνωσης δεν άργησε να μετεξελιχθεί σε παράσταση για έναν μόνο πρωταγωνιστή. Αλλά τί πρωταγωνιστή!

Μοναδική στιγμή, οπότε δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο αγώνας μπορούσε να εκλάβει χαρακτήρα αμφίρροπης αναμέτρησης, ήταν το 37΄. Τότε ο Roberto Boninsegna ισοφάρισε το τέρμα, το οποίο είχε σημειώσει με θεαματική κεφαλιά ο Pelé είκοσι λεπτά νωρίτερα. Εικόνα απατηλή, καθώς από τα πρώτα κιόλας λεπτά είχε διαφανεί η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Η διαφορά δεν είχε να κάνει τόσο με την αξία, όσο με τη φυσική κατάσταση. Η Βραζιλία είχε ολοκληρώσει το πρόγραμμά της κάνοντας εξοικονόμηση δυνάμεων. Έδωσε όλους τους αγώνες της στο φιλόξενο και κλιματολογικά ευνοϊκό περιβάλλον της Guadalajara, απέναντι σε ευκολότερα διαχειρίσιμους αντιπάλους. Αντίθετα, η Ιταλία είχε δυσκολότερο, αναλογικά, πρόγραμμα και μόλις είχε εξέλθει εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια, την οποία κατέβαλε στον πρόσφατο ημιτελικό ενάντια στη Γερμανία. Παρόλο το ισόπαλο (1-1) αποτέλεσμα του πρώτου ημιχρόνου, η Βραζιλία ξαναβγήκε στο γήπεδο με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση και με τη βούληση να αφήσει απλόχερα να ξεδιπλωθούν ανάγλυφα όλες τις τεχνικές της αρετές.

Ο Luigi Riva εν δράσει, υπό το βλέμμα του Pelé.

Στον τρόπο του παιχνιδιού της δεν υπήρχε τίποτα το επιδειξιομανές. Απλότητα, οξυδέρκεια, ευρηματικότητα, φαντασία, ομαδικότητα υπήρξε ο συνδυασμός εκείνος, τον οποίον, για ολόκληρο το υπόλοιπο της αναμέτρησης, απόλαυσαν οι 107.000 θεατές και εκατομμύρια άλλοι, καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες τους. Τρία γκολ και ένα δοκάρι ήταν ο απολογισμός. Τα πέτυχαν οι Gérson (66′), Jairzinho (71′), Carlos Alberto Torres (86′) και Rivelino (59′ – δοκάρι). Το τελευταίο τέρμα, τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ τα πάντα είχαν, πλέον, κριθεί με γνώμονα την εξέλιξη του αγώνα, ήταν συνάμα και η αποθέωση του επιθετικού παιχνιδιού: η μπάλα πέρασε από τα πόδια εννέα εκ των έντεκα Βραζιλιάνων παικτών, δίχως να καταφέρει να την αγγίξει ούτε ένας Ιταλός, προτού καταλήξει με θεαματικό τρόπο στα δίκτυα, επισφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή των νικητών. Έχει καταχωριστεί στα παγκόσμια χρονικά του ποδοσφαίρου ως το ωραιότερο τέρμα, προϊόν ομαδικής προσπάθειας.

Carlos Alberto (Mexico 1970)

Ο τελικός της 21ης Ιουνίου δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την ένταση και τη δραματική εξέλιξη προηγουμένων αγώνων. Όσοι ανέμεναν μια επανάληψη του μεγαλειώδους ημιτελικού Ιταλίας-Γερμανίας, διαψεύσθηκαν. Άλλωστε, αγώνες αυτού του είδους, δύσκολα διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Η μαγεία του τελικού συνίστατο στην επικράτηση κατά κράτος του θεάματος έναντι της ψυχρής, υπολογιστικής, τακτικής. Δυστυχώς, υπήρξε από τις τελευταίες εκφάνσεις της αντίληψης αυτής, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, τα δεδομένα αντιστράφηκαν, αφαιρώντας από το άθλημα μεγάλο μέρος της γοητείας του. Ίσως γι αυτόν τον λόγο, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, με την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών, με τη συμμεχοτή του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή, την απόκρουση του αιώνα, την αναμέτρηση του αιώνα, την αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου και του εν γένει θεάματος, έμεινε βαθειά χαραγμένο στη μνήμη και στην καρδιά όσων είχαμε την τύχη να το παρακολουθήσουμε, με θαυμασμό, αγάπη, συνάμα, όμως, και με ανείπωτη νοσταλγία.

Η στέψη των πρωταθλητών.

1970 FIFA World Cup Mexico

https://www.fifa.com/worldcup/archive/mexico1970/

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dawson, Jeff, Back Home: England and the 1970 World Cup,  London, Orion, 2001.

Downing, David, The Best of Enemies: England v Germany, London, Bloomsbury Publishing, 2001.

Glanville, Brian, The Story of the World Cup, London, Faber and Faber, 2010.

Jenkins, Garry, The Beautiful Team: In Search of Pele and the 1970 Brazilians, New York, Pocket Books, 1999.

Körner, Torsten, Franz Beckenbauer. Der freie Mann, Frankfurt, Scherz Verlag GmbH, 2005.

Morris, Jim, Gordon Banks: A BiographyStroud, Amberley Publishing 2013.

Pele, The AutobiographyNew York, Simon & Schuster, 2007.

Powell, Jeff, Bobby Moore: The Definitive Biography, London,The Robson Press 2014.

Rennie, Mandy, Gordon Banks and Pele!, San Francisco, Blurb, 2019.

Wilson, Jonathan, Inverting the Pyramid: The History of Football Tactics, London, Orion, 2008.

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

 

Ο Αλέξανδρος Γ’ που από τους αρχαίους αναφέρεται ως Αλέξανδρος ο Μακεδών και από τους νεότερους κυρίως ως Αλέξανδρος o Μέγας, γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ., έγινε βασιλιάς το 336 π.Χ. και πέθανε στην Βαβυλώνα το 323 π.Χ. Ήταν γιος του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 336 π.Χ., και της Ολυμπιάδος, κόρης του Νεοπτόλεμου Βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.1,2

Υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως στρατηλάτης που γνώρισε η ανθρωπότητα, αλλά ταυτόχρονα χάρη σ’ ένα πολιτικό αισθητήριο που η επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής έκανε ολοένα και πιο ώριμο, η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του.2

Στους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος της εκστρατείας του και τον πρόωρο θάνατο του, η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη.

Το πολιτικό του όραμα έγινε αντικείμενο ποικίλων εκτιμήσεων. Ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο, ότι η ενοποίηση του κόσμου που ανακλούσε το όραμα της κοσμοκρατορίας, έστω και αν δεν πραγματώθηκε στο πολιτικό επίπεδο, έγινε έντονα αισθητό στο πολιτιστικό. Για πολλούς αιώνες την ταυτότητα του ανθρώπου δεν θα την προσδιορίζει τόσο η εθνική του ιδιαιτερότητα όσο το γεγονός ότι ζει σε μια κοινότητα, που έχει ως υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της βαρύνει – περισσότερο ή λιγότερο – η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Αυτός ο κόσμος, ή σωστότερα, αυτή η οικουμένη, που με το πέρασμά της στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στον χριστιανισμό θα αποκτήσει δύο ακόμη ενοποιά στοιχεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη χριστιανική πίστη, δεν θα πάψει να ζει για πολλούς αιώνες τουλάχιστον ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Αυτή η βαριά κληρονομιά στην ανθρωπότητα του φαινόμενου «Μέγας Αλέξανδρος» απασχόλησε την παγκόσμια βιβλιογραφία όλων των επιστημών και των ειδικοτήτων. Αναφέρεται ότι έχουν γραφεί πολύ περισσότερα από 250.000 βιβλία σε όλο τον κόσμο με 54.000.000 αναφορές στο διαδίκτυο και σε αμέτρητες γλώσσες με κύριο θέμα την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δείγμα και η ανεύρεση του ονόματος σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Μία ιδανική αναπαραγωγή της νεότητας του Αλέξανδρου. Πιθανόν γνήσια εργασία του Λεοχάρη. Μουσείο Ακρόπολης.

Πως ήταν δυνατόν να λείψουν οι γιατροί από μια τέτοια πανδαισία;4 Το ιατρικό ιστορικό του Αλέξανδρου είναι πλούσιο σε τραυματισμούς και νοσήματα, όπως περιγράφονται από τους ιστορικούς.1,2,5,6,7 Ο Αλέξανδρος είχε πολύ δυνατή κράση που αποδεικνύεται από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη ή τα νοσήματα που πέρασε και επέζησε σύμφωνα με το ιστορικό του.7 Έτσι αναφέρονται μερικοί από αυτούς όπως τους περιγράφει ο Αρριανός.1

Στην Κιλικία, στην πόλη Ταρσό, είχε πυρετό με σπασμούς, εξάντληση και έντονη αϋπνία. Ο ιατρός του, Φίλιππος ο Ακαρνάνας, του έδωσε κάποιο φάρμακο. αλλά οι αυλικοί τον είχαν ειδοποιήσει με γράμμα ότι ο ιατρός του θα τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και το έδωσε στο Φίλιππο και ενώ εκείνος το διάβαζε, ο Αλέξανδρος ήπιε το φάρμακο δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στον ιατρό του.

Στην μάχη του Γρανικού ποταμού τραυματισμός στον ώμο από ακόντιο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με σπαθί που έκοψε την περικεφαλαία στα δύο και τραυμάτισε τον Αλέξανδρο στο κρανίο.

Ο Αλέξανδρος και ο Κρατερός στο κυνήγι λιονταριού, Νέο Μουσείο Πέλλας.

Στην Ισσό σοβαρός τραυματισμός στον μηρό από σπαθί.

Στην Γάζα διατιτραίνον τραύμα ωμοπλάτης επειδή τρύπησε η ασπίδα από εχθρικό βέλος.

Στον Ώξο ποταμό, βέλος στην κνήμη, διατιτραίνον τραύμα, κάταγμα περόνης.

Στην Κυρούπολη της Σογδιανής, κάκωση κεφαλής από πέτρα.

Στους Σκύθες, μολυσμένο νερό, σοβαρή διάρροια, εντερικοί κωλικοί.

Στην Ινδία, ελαφρύ τραύμα στην ποδοκνημική άρθρωση από βέλος του υιού του Πώρου.

Στην χώρα των Μαλλών γράφει ο Αρριανός: «Αλέξανδρος δε βάλλεται και αυτός δια του θώρακος ες το στήθος τοξεύματι υπέρ τον μαστόν , ώστε λέγει Πτολεμαίος ότι και πνεύμα ομού τω αίματι εκ του τραύματος εξεπνείτο». Διατιτραίνον τραύμα θώρακα πάνω από τον μαστό από μεγάλο Ινδικό βέλος. Εξήλθε αέρας με φύσημα από το τραύμα, μαζί με σφύζουσα αιμορραγία. Μεθαιμορραγική καταπληξία, ζάλη και λιποθυμία και διακοπή της αιμορραγίας προφανώς από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Αφαίρεση του βέλους, νέα αιμορραγία, νέα απώλεια των αισθήσεων και νέα διακοπή αιμορραγίας. Φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε από το τραύμα, σύμφωνα με τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος επέζησε από τον βαρύτατο τραυματισμό, ανέρρωσε μετά από μήνες και παρουσιάσθηκε στους στρατιώτες του από το πλοίο που τον μετέφερε στον Υδάσπη ποταμό.

Μετά την επιστροφή του στην Βαβυλώνα αρρώστησε και έπαψε να ζει την 13η Ιουνίου του έτους 323 π.Χ. ανεξάρτητα από την θέληση και τις αντιρρήσεις της γοργόνας

Η ενασχόληση, λοιπόν, με θέματα υγείας του Αλεξάνδρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση των αιτιών του θανάτου του, είναι κάτι που αποκτά κατά περιόδους επικαιρότητα.9 Το όνειρο όλων των αρχαιολόγων είναι η ανεύρεση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος αναζητείται είτε στην Αλεξάνδρεια, είτε στην όαση Σίβα, στην Πέλλα, στην Αμφίπολη, στην Βενετία ή όπου αλλού.

Το βέβαιο είναι ότι ενταφιάσθηκε στη Αίγυπτο, αφού το σώμα του ταριχεύθηκε στην Βαβυλώνα με την μέθοδο μουμιοποιήσεως των Φαραώ, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια αναμένοντας την προετοιμασία της άμαξας του φέρετρου και της σαρκοφάγου του.

Ο Πτολεμαίος τιμώντας τον νεκρό έφτασε με στρατό στην Συρία, παρέλαβε τον νεκρό από τον Αρριδαίο και τον φρόντισε όπως του άξιζε. Η άμαξα ήταν ένα κτίριο σχεδόν ολόχρυσο που το έσερναν 64 άλογα στεφανωμένα με ολόχρυσα στεφάνια, διαλεγμένα για την ρώμη και το ανάστημά τους από όλη την αυτοκρατορία.

Η αρμάμαξα που μετέφερε το φέρετρο και την σαρκοφάγο του Βασιληά.

Από τι πέθανε όμως ο Μέγας Μακεδόνας μόλις 33 χρονών, μακριά από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την Πέλλα, την πατρίδα που τον γέννησε;

Η πιστοποίηση του θανάτου δεν είναι από τις δυσκολότερες ιατρικές δεξιότητες. Η αιτιολόγηση ή η δικαιολόγηση όμως του θανάτου είναι δυσχερής, κάποτε δε, με αυστηρά κριτήρια, είναι σχεδόν αδύνατη. Το καλύτερο και πλέον αξιόπιστο μέσο είναι η αυτοψία (νεκροψία και νεκροτομή) σε συνδυασμό και προς τις παρεχόμενες ιατρικές πληροφορίες.

Νεκροτομή και νεκροψία, από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν φαίνεται να έγινε στον Αλέξανδρο. Εξάλλου, αυτό ήταν απαγορευμένο στην Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον στον Βασιλιά Αλέξανδρο. Επομένως, για τα αίτια του θανάτου του μπορεί κανείς να στηριχθεί μόνο στις πληροφορίες που ανευρίσκει στην προσιτή βιβλιογραφία, τις οποίες να κατατάξει και μετά με λογική και επιστημονική αξιολόγηση να οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα. Η ιατρική προσέγγιση του προβλήματος, η αξιολόγηση δηλαδή των συμπτωμάτων και των σημείων των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, η εφαρμογή της ιατρικής βασισμένης σε στοιχεία (evidence based medicine) ίσως να είναι ο μοναδικός και ο ασφαλέστερος τρόπος γι αυτό. Συστηματική καταγραφή των συμπτωμάτων και των ευρημάτων (υποκειμενικά και αντικειμενικά σημεία και ευρήματα – παρατηρήσεις και αξιολόγηση) και κωδικοποίηση αυτών, ιδίως της πορείας των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, φαίνεται να υπάρχει στη σχετική βιβλιογραφία τόσο από τον Καθηγητή Χ.Ν.Σμπαρούνη9,10 όσο και αργότερα και από άλλους με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα.

Από τις πληροφορίες, οι οποίες υπάρχουν, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις για την αιτία (ες) του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι βασιλικές εφημερίδες που κατέγραφαν καθημερινά δραστηριότητες του Βασιλιά και από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τα συμπτώματα και τα σημεία δεν υπάρχουν, γιατί καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο Αρριανός1 και ο Πλούταρχος2 συμπυκνώνουν τα θρυλούμενα σε τρεις εκδοχές, οι οποίες και αποτελούν το περίγραμμα μιας Ελληνικής τραγωδίας στο χώρο του θρύλου.11

Εκδοχή 1η. Ο Αριστοτέλης – λόγω του θανάτου του ανεψιού του Καλλισθένη από το Μέγα Αλέξανδρο- ανακαλύπτει δραστικότατο δηλητήριο, το οποίο δίδει στον Αντίπατρο. Αυτός το δίδει στο γιο του Κάσσανδρο, που θα πήγαινε στη Βαβυλώνα, για να το παραδώσει στον αδελφό του, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ο οινοχόος του Βασιλέα. Αυτός, ο Ιόλας, θα μπορούσε να ρίξει το δηλητήριο στο κρασί του Βασιλέα. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται από τον Πλούταρχο, το «φαρμάκι» προερχόταν από τα νερά της Στυγός. Ο τρόπος, με τον οποίο έφτασε στα χέρια του Ιόλα, ήταν ο ίδιος.

Εκδοχή 2η. Κατ’ αυτήν, συνεργός στη δολοφονία του θεωρείται ο Μήδιος (Μήδης). Ο Μήδιος ο οποίος υποκατέστησε τον Ηφαιστίωνα στην εμπιστοσύνη του Βασιλέα, αγαπούσε τον Ιόλα. Αυτός, ο οποίος και είχε αναλάβει να δηλητηριάσει το Βασιλέα, είχε κάθε λόγο να το κάνει γιατί τελευταία ο Αλέξανδρος του είχε κακοφερθεί. Ο Μήδιος στα τέλη του Μαΐου του 323 π.Χ. είχε καλέσει τον Βασιλέα στο σπίτι του για να συνεχίσουν, ύστερα από ένα «βαρύ» δείπνο, τη διασκέδασή τους. Του πρόσφερε κρασί. Ο Αλέξανδρος σε λίγο ένοιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι, ο οποίος τον ανάγκασε να φύγει από τη διασκέδαση.

Εκδοχή 3η. Όταν ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν ήταν πλέον για να ζήσει – το οποίον σημαίνει ότι είχε προηγηθεί ασθένεια – ήθελε να πάει στον Ευφράτη για μπάνιο και να χαθεί. Να δώσει την εντύπωση, πέφτοντας μέσα, πως – ως αθάνατος που ήταν – τον είχαν πάρει κοντά τους οι Θεοί. Αν και την εκδοχή αυτή την επικρίνει ο Αρριανός,ωστόσο, σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Αλέξανδρος δοκίμασε να φύγει μυστικά από το κρεβάτι της αρρώστιας του και να πέσει στο ποτάμι, για να χαθεί το σώμα του και να νομισθεί ότι ανεβαίνει στον Όλυμπο ως θεός .

Ο Αρριανός, βέβαια, συμπληρώνει την περιγραφή όλων των παραπάνω υπογραμμίζοντας πως τα περιγράφει περισσότερο σαν διαδόσεις παρά σαν αξιόπιστες πληροφορίες, για να μην λεχθεί ότι δεν τις γνωρίζει.1,11

Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δηλαδή τα συμπτώματα και τα σημεία, μπορούν να καταχωρηθούν σε ένα ιατρικό δελτίο που να αξιολογεί κάθε ημέρα την κατάσταση του ασθενούς.9,10,11

Ιατρικό Δελτίο

Ημέρα 1η: 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.Χ.
Μετά από βαρύ φαγητό και οινοποσία, σε δείπνο, αναφέρεται πόνος έντονος – διαξιφιστικός, στην κοιλία με αντανάκλαση αρχικά προς το θώρακα και μετά προς την πλάτη (κωλικός πόνος). Ο πόνος συνοδεύεται από εμετό προκλητό – ανακουφιστικό. Ακολουθεί ρίγος και πυρετός.2,11
Σχόλιο: Ο θεράπων ιατρός του θεώρησε την κατάστασή του πολύ βαριά και λέγεται ότι του έδωσε προθεσμία ζωής. Είναι δυνατόν επομένως το επεισόδιο αυτό να ήταν παρόξυνση γνωστής ασθένειάς του. Επίσης αναφέρεται ότι ο ασθενής εζήτησε και έκανε ένα λουτρό για να ανακουφισθεί. Είναι δυνατόν αυτό να σχετίζεται με το θρύλο της πνευμονίας;

Ημέρα 2η: 1η Ιουνίου (16 Δαισίου)
Το ρίγος εξακολουθεί και ο ασθενής αισθάνεται σωματική εξάντληση. Παρά ταύτα, αποδέχεται πρόσκληση να συνεχίσει το βράδυ την διασκέδαση του. Ακολουθεί οινοποσία, μέχρι μέθης. Επανεμφανίζεται κωλικός πόνος με αντανάκλαση προς την ωμοπλάτη. Τον πόνο συνοδεύουν ρίγος και πυρετός. Λέγεται ότι ο Βασιλιάς φώναζε-ούρλιαζε δυνατά από τον πόνο.
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν αδυναμία να τον βοηθήσουν και προβλέπουν ταχεία εξέλιξη της καταστάσεώς του. Ο θρύλος, εδώ, τον θέλει δηλητηριασμένο αν και τα συμπτώματά του δεν είναι ανάλογα λήψεως δηλητηρίου.

Ημέρα 3η: 2 Ιουνίου (17Δαισίου)
Ο πυρετός παραμένει υψηλός, αναφέρονται δε ιδρώτες και ρίγος. Ο ασθενής παρουσιάζει βυθιότητα και σωματική αδυναμία (κατάπτωση).

Ημέρα 4η: 3 Ιουνίου (18 Δαισίου)
Ο πυρετός συνεχίζεται υψηλός, ο ασθενής είναι κάτωχρος.Οι ιατροί συστήνουν κρύα μπάνια. Παρουσιάζει σαφή επιδείνωση της καταστάσεώς του, και δεν έχει καλή επικοινωνία με το περιβάλλον (συγχυτική κατάσταση).

Ημέρα 5η: 4 Ιουνίου (19 Δαισίου)
Ο ασθενής ευρίσκεται σε «κρίσιμη κατάσταση» και πέρασε μια δύσκολη ημέρα.

Ημέρα 6η: 5 Ιουνίου (20 Δαισίου)
Παρουσιάζει θόλωση της διανοίας, έχει παραλήρημα και διεγέρσεις. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολουθούν, εκδηλώνεται δε πιθανόν και ίκτερος που μπορεί να οφείλεται σε ηπατική δυσπραγία – απόφραξη χοληφόρου ή σηπτική καταπληξία.
Σχόλιο: Η κατάσταση κρίνεται πολύ βαριά, αφού συζητείται και θέμα αντιβασιλείας.

Ημέρα 7η: 6 Ιουνίου (21 Δαισίου)
Αναφέρεται, εντός έξι ημερών από της ενάρξεως της ασθένειάς του, σαφής επιδείνωση της καταστάσεώς του.
Σχόλιο: Οι θεράποντες ιατροί του ομολογούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εμπύρετη κατάσταση και ήλπιζαν στην αντοχή του οργανισμού του για να την ξεπεράσει.

Ημέρα 8η: 7 Ιουνίου (22 Δαισίου)
Εμφανίζεται ψυχρότητα των άκρων και ο ασθενής παρουσιάζει γενικότερη «οργανική» κάμψη, προϊούσα αδυναμία κινήσεων των κάτω άκρων και κάμψης των αρθρώσεων. Οι ιατροί του παλεύουν για να τον συνεφέρουν.

Ημέρα 9η: 8 Ιουνίου (23 Δαισίου)
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, τα χείλη του τραβηγμένα, τα δε άλλοτε ωραία του μαλλιά φαίνονται αραιά και θαμπά από τους κολλώδεις ιδρώτες. Τα μάτια του έδειχναν να σβήνουν. Κατάσταση ως επί επαπειλούμενου κώματος.

Ημέρα 10η και 11η: 9 και 10 Ιουνίου (24 και 25 Δαισίου)
Ο πυρετός του εξακολουθεί βασανιστικός η δε κατάστασή του είναι πολύ βαριά. Τα άκρα του είναι ψυχρά και παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Οι στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά του για να βεβαιωθούν ότι ζει.

Ημέρα 12η: 11 Ιουνίου (26 Δαισίου)
Η κατάστασή του περιγράφεται βαρύτατη και μη αναστρέψιμη.
Σχόλιο: Σε φωτεινό διάλειμμα ορίζει όμως ότι η αυτοκρατορία πρέπει να δοθεί «τω κρατίστω».

Ημέρα 13η: 12 Ιουνίου (27 Δαισίου)
Ο Μέγας Αλέξανδρος υποφέρει νικημένος. Πέφτει σε κώμα.
Παρουσιάζει δυσχέρεια αναπνοής. Το πρόσωπο του είναι κάτωχρο και δείχνει να έχει αβάσταχτους πόνους. Τα χείλη του τα κρατάει σφιχτά, τα δε μάτια του είναι «ρουφηγμένα». Κατάσταση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «Ιπποκράτειο προσωπείο».
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν ότι είναι αδύναμοι. Οι στρατηγοί του καταφεύγουν τώρα εις τους ναούς για να παρακαλέσουν τους Θεούς…..

Ημέρα 14η: 13 Ιουνίου (28 Δαισίου) του έτους 323 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι νεκρός. Ο θάνατος επήλθε στην 114η Ολυμπιάδα όταν Άρχων της Αθήνας ήταν ο Ηγεσίας. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος έζησε 32 χρόνια και 8 μήνες σύμφωνα με τον Αριστόβουλο.13

Francesco Trevisani: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Musée des beaux-arts de Pau, Γαλλία.

Ποια νόσο θα γράφαμε στο πιστοποιητικό θανάτου; Από τις πληροφορίες γύρω από το θάνατό του, ιδιαίτερα δε εκείνες των 14 ημερών της τραγικής και μοιραίας αρρώστιας του, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αιτία του θανάτου του όπως: Η ελονοσία,12,7,14 η πνευμονία ή πνευμονικό απόστημα,ο τυφοειδής πυρετός16, ο φόνος-δηλητηρίαση,15 ο μαρασμός από την απώλεια του Ηφαιστίωνα και η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.17

Γιατί όχι η ελονοσία; Επειδή το βασικό σύμπτωμα της ασθένειάς του είναι ο πυρετός. Αλλά ο τύπος του πυρετού δεν είναι εκείνος της ελονοσίας. Δεν αναφέρεται ύφεσή του της μορφής τριταίου ή τεταρταίου. Άλλωστε η ελονοσία δεν οδηγεί, συνήθως, τόσο σύντομα και με αυτόν τον τρόπο έως το θάνατο.

Γιατί όχι η πνευμονία; Σπάνια προκαλεί κοιλιακό πόνο. Η πνευμονία έχει ως βασικό σύμπτωμα τον πυρετό και θα μπορούσε να σχετισθεί με το λουτρό στον Ευφράτη ποταμό. Αλλά το αναφερόμενο λουτρό ήταν προς ανακούφιση και κυρίως από τον πυρετό, ο οποίος προϋπήρχε.

Γιατί όχι ο τύφος; Σοβαρή υποψηφιότητα για την αιτία του θανάτου. Πριν από την πιθανολογούμενη διάτρηση του εντέρου που θα προκαλούσε κοιλιακό πόνο, έπρεπε να προηγηθούν διάρροιες που δεν αναφέρονται. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, στοιχεία ή πληροφορίες για μαζικούς θανάτους στο περιβάλλον σαν επιδημία.

Γιατί όχι λοίμωξη από τον ιό του δυτικού Νείλου; Δεν υπάρχουν στοιχεία ή πληροφορίες για επιδημία. Εξάλλου, ο ιός του δυτικού Νείλου προκαλεί εγκεφαλίτιδα και ποτέ κοιλιακό πόνο. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι ο θάνατος από λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου επέρχεται κυρίως σε ηλικιωμένους ανθρώπους (άνω των 75 ετών ) και ανοσοκατασταλμένους.17

Γιατί όχι από το Σύνδρομο Guillain-Barre;29 Στο σύνδρομο Guillain-Barre δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ πόνος κοιλιακός και πυρετός. Όλες οι διαθέσιμες πηγές περιγράφουν μια προοδευτική απώλεια της συνείδησης. Η «παράλυσή» του ήταν αδυναμία εκτέλεσης ενεργητικών κινήσεων προφανώς εξαιτίας ηλεκτρολυτικών διαταραχών, σηπτικής κατάστασης και σοκ. Εξάλλου, η παράλυση των αναπνευστικών μυών θα οδηγούσε σε υποξαιμία και κυάνωση στο δέρμα, στα χείλη και στα άκρα, ένα προφανές εύρημα που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή.

Γιατί όχι κατάθλιψη από την απώλεια του Ηφαιστίωνα; Ο μαρασμός φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ως πρώτη αιτία εμπύρετου και σύντομου θανάτου. Ο μαρασμός μπορεί να ελαττώσει το αμυντικό σύστημα και το άτομο να γίνει ευάλωτο σε λοιμώξεις, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε κατάθλιψη, απόδειξη δε αυτού είναι ότι τις πρώτες μέρες της αρρώστιας του συνεργαζόταν με τους στρατηγούς για την επόμενη εκστρατεία.

Γιατί όχι δολοφονία με δηλητήριο; Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο σοφός δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, θα σκεφτόταν να δηλητηριάσει τον διάσημο μαθητή του; Αλλά και η όλη εισβολή και εξέλιξη της καταστάσεώς του δεν συμβαδίζει με εκείνη της δηλητηριάσεως. Σήμερα γνωρίζουμε όλα τα δηλητήρια της αρχαιότητας, επειδή όλα αυτά παράγονταν από φυσικές ουσίες και όχι από την χημική βιομηχανία. Μελετήσαμε 114 δηλητηριώδη ή δυνητικά δηλητηριώδη φυτά και δηλητήρια ζωικής προέλευσης της αρχαιότητας. Αυτά τα γνωστά δηλητήρια δεν προκαλούν τα συμπτώματα που είχε ο Αλέξανδρος στις τελευταίες ημέρες που αρρώστησε, όπως αναφέρει και ο Romm.19 Ουσίες όπως π.χ. το κώνειο, η στρυχνίνη, ατροπίνη, φυσοστιγμίνη, κυανογλυκοσίδες το υδροκυάνιο και άλλες γνωρίζουμε σήμερα από την τοξικολογία ότι προκαλούν βλάβες στο ΚΝΣ, παραλύσεις των άκρων και ο θάνατος επέρχεται από παράλυση του κέντρου της αναπνοής μέσα σε λίγες ώρες και όχι σε 14 ημέρες.

Αναλυτικότερα για την στρυχνίνη. Η στρυχνίνη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως τονωτικό. Ήταν εύκολα διαθέσιμη και θα μπορούσε να χορηγηθεί με επιμέλεια στο κρασί από τον Ιόλα, κατά τη διάρκεια του δείπνου του Μήδιου. Οι θανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης, συνήθως 1 – 2 mg / kg, προκαλούν θάνατο μέσα σε 3-5 ώρες, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν μυϊκή ακαμψία, σαρδώνειο γέλωτα, οπισθότονο, σπασμούς και καρδιοαναπνευστική ανακοπή.21 Υπάρχουν, δυστυχώς, λίγες πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές επιδράσεις μετά από υποθανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης. Ένας ασθενής που έλαβε οξεία δόση (~ 0,8 mg / kg) στρυχνίνης εμφάνισε μυϊκές συσπάσεις, δυσκολία στο περπάτημα, ήπιο έως μέτριο οπισθότονο, και τρόμο, οι οποίοι επιλύθηκαν τελικά, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μετά από 48 ώρες. Εκτός από την μυϊκή αδυναμία, ο Αλέξανδρος δεν εμφάνισε αυτά τα συμπτώματα και ως εκ τούτου ο θάνατός του ήταν απίθανο να οφείλεται σε δηλητηρίαση από στρυχνίνη.21

Άλλοι έχουν προτείνει το αρσενικό ως αιτία του θανάτου του Αλεξάνδρου.22,23 Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από οξεία δηλητηρίαση είναι ταχεία με ναυτία, έμετο και σοβαρή διάρροια, εξελισσόμενη φλεγμονή του λεπτού εντέρου με κατάληξη νέκρωση του τοιχώματος και διάτρηση, οδηγώντας έτσι σε αφυδάτωση, υποογκαιμία και σοκ. Ο θάνατος λαμβάνει χώρα εντός 24 ωρών έως 4 ημερών. Αυτά τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν με αυτά που εμφανίζει ο Μέγας Αλέξανδρος και συνεπώς ή πρόταση της δηλητηριάσεως από αρσενικό μπορεί να απορριφθεί.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου με δηλητήριο σε μικρογραφία του 15ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος εικονίζεται στο κάτω μέρος, έχοντας εισαγάγει ένα φτερό στο λαιμό του, προκειμένου να αφαιρέσει το δηλητήριο από τον οργανισμό του.

Η αναφορά από τον Leo J.Schep24 ότι μπορεί ο Αλέξανδρος να δηλητηριάσθηκε από το φυτικό δηλητήριο που προέρχεται από το φυτό Veratrum Album, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί στα συμπτώματα που περιγράφει δεν αναφέρεται ο πόνος που είναι κυρίαρχο σύμπτωμα, σύμφωνα με τον Αρριανόκαι τον Πλούταρχο2 από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τον θάνατό του. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει σε αμφιβολία την πρότασή του καταλήγοντας υποθετικά «εάν ο Αλέξανδρος ο Μέγας δηλητηριάσθηκε, το Βεράτρουμ Άλμπουμ προσφέρει την περισσότερο  αληθοφανή αιτία από ότι το αρσενικό, την στρυχνίνη και άλλα φυτικής προέλευσης δηλητήρια».  «If Alexander the Great was poisoned, Veratrum Album offers a more plausible cause than arsenic, strychnine, and other botanical poisons». Προφανώς η υπόθεση δηλητηρίασης βόλευε τους διαδόχους για να αμαυρώσουν  την φήμη των αντιπάλων τους για τον θρόνο και άρα μπορούμε να είμαστε καχύποπτοι γι’ αυτήν την εκδοχή.

Συνεπώς, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε κάποια νόσο που να δικαιολογεί την αρχική συμπτωματολογία, την εξέλιξη και την κατάληξή της. Εάν ξεκινήσουμε για λόγους τακτικής από την εξέλιξη, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη σηπτική κατάσταση από ενδοκοιλιακή λοίμωξη.

Θα πρέπει τώρα να επανέλθουμε στην έναρξη της νόσου και να αξιολογήσουμε τα αρχικά συμπτώματα, που είναι ο δυνατός πόνος στο δεξιό υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο και την πλάτη έπειτα από βαρύ γεύμα και έντονη οινοποσία «άκρατου οίνου». Παράλληλα, εμφάνιση πυρετού που παραμένει σε όλη την διάρκεια της νόσου. Αιφνίδιος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο εμφανίζεται ως κωλικός των χοληφόρων, διάτρηση γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, οξεία χολοκυστίτιδα-χολαγγειίτιδα, οξεία σκωληκοειδίτιδα (σπανιότατα).

Η διάτρηση ΓΔΔΕ σπάνια εμφανίζεται μετά από γεύματα, διότι τα τελευταία εξουδετερώνουν τα όξινα υγρά του στομάχου και είναι χαρακτηριστική η διάτρηση σε κενό στόμαχο την νύχτα. Επίσης η περιτονίτιδα στην αρχή είναι χημική και δεν δημιουργεί πυρετό, όπως στον Αλέξανδρο. Η αυτόματη επικάλυψη από το μείζον επίπλου που μπορεί να συμβεί συχνά σε νέους ασθενείς είναι και θεραπευτική και δεν οδηγεί σε περαιτέρω επιπλοκές.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα πολύ σπάνια ή σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνεται με πόνο στο δεξιό υποχόνδριο, ακόμη και εάν είναι οπισθοτυφλική . Η τυπική φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης αρχίζει με περιομφαλικό άλγος που γρήγορα εντοπίζεται στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, συνοδεύεται από ελαφρό πυρέτιο, ποτέ στην αρχή από υψηλό πυρετό που να γίνει αντιληπτός από τους ιατρούς της αρχαιότητας, οι οποίοι δεν διέθεταν θερμόμετρα. Η δε εξέλιξή της μπορεί να είναι η δημιουργία plastron, αλλά όλα αυτά στον δεξιό λαγόνιο βόθρο και όχι στο επιγάστριο, όπως η περίπτωση του Αλέξανδρου.

Παραμένει λοιπόν ο κωλικός των χοληφόρων ή η χολοκυστίτιδα-χολαγγείτιδα που θα ταίριαζε στην εντόπιση, στο χαρακτήρα και στην εξέλιξη με έκρηξη μιας οξείας παγκρεατίτιδας, με τον πόνο στην πλάτη2 που στην αρχή μπορεί να είναι ορώδης, με πόνο και πυρετό και να εξελιχθεί σε νεκρωτική που οδηγεί σταδιακά αλλά σταθερά, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί (αντικατάσταση υγρών, αντιμετώπιση της αιτίας –χολολιθίαση-, αναπνευστική υποστήριξη με αναπνευστήρα κ.α.) στην βαριά σήψη και στον θάνατο με την συμπτωματολογία που περιγράφηκε πιο πάνω.

Υπάρχει λοιπόν η σοβαρή πρόταση της οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδας. Μια  διάσημη και επιθετική αρρώστια της κοιλιάς σκότωσε τον πιο διάσημο στρατηλάτη του κόσμου.25

Η σύγκριση της δηλητηρίασης με την οξεία παγκρεατίτιδα. Η δηλητηρίαση θα ταίριαζε ως πολιτική ερμηνεία γιατί:26

1. Υπάρχει (πάντα) η πρόθεση.

2. Το δηλητήριο όταν χορηγείται με φαγητό έχει ηπιότερη δράση λόγω της αραίωσης και της εξουδετέρωσης.

3. Η κλινική εικόνα εδώ δεν είναι τυπική.

4. Ο θάνατος είναι άμεσος και δεν διαρκεί 14 ημέρες.

5. Εάν το δηλητήριο είναι εισπνεόμενο, ο θάνατος επέρχεται αργότερα από επιπλοκές.

Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ιατρική ερμηνεία:

1. Συχνή αιτία της είναι η χολολιθίαση και η χρήση οινοπνεύματος

2. Βαρύ γεύμα και οινοποσία συχνά είναι αιτία κωλικών και οξείας παγκρεατίτιδας.

3.  Η κλινική εικόνα είναι τυπική.

4. Χωρίς θεραπεία η νόσος κάνει γρήγορα τον κύκλο της μέχρι τέλους.

5. Ο θάνατος επέρχεται από σηπτική κατάσταση και τις συνέπειές της (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα, πιθανότατα λιθιασικής αιτιολογίας, (επειδή υπάρχουν αναφορές ότι ο Βασιλιάς πάθαινε συχνές κρίσεις κοιλιακού πόνου) φαίνεται ότι είναι η πιθανότερη αιτία θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τούτο διότι:

1. Της ασθένειας  προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος όπως συνήθιζε τελευταία ο Βασιλιάς. Είναι γνωστό δε ότι, παρά την εισβολή της νόσου, δηλαδή του πόνου, επακολούθησε και την επόμενη ημέρα κατάχρηση οινοπνεύματος μέχρι μέθης.

2. Η κλινική εικόνα, η εισβολή και η εξέλιξη είναι τυπική. Δηλαδή: Ο πόνος οξύς, διαξιφιστικός (κωλικός ήπατος) με αντανάκλαση προς  την ωμοπλάτη ή τον θώρακακαι ακολούθως προς την κοιλία, ο οποίος συνοδεύεται από εμετό (ανακουφιστικό), ρίγος και πυρετό. Οι κολλώδεις ιδρώτες ( χαρακτηριστικό αφυδάτωσης), η ωχρότητα (που είναι η αγγειοσύσπαση αρχόμενης σηπτικής κατάστασης), η συγχυτική κατάσταση (που είναι αποτέλεσμα ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αναιμίας), η σωματική κατάπτωση (διαταραχές ηλεκτρολυτών κυρίως Καλίου), η θόλωση της διανοίας, το παραλήρημα, η διέγερση (χαρακτηριστικό εγκεφαλικής δυσλειτουργίας από έλλειψη ιχνοστοιχείων), τα ψυχρά άκρα (εκδήλωση εγκατεστημένης σήψης), η προϊούσα επιδείνωση, μέχρι το Ιπποκράτειο προσωπείο (βαριά σήψη, υποξυγοναιμία), τέλος ή αναπνευστική ανεπάρκεια (που είναι το τελευταίο στάδιο σηπτικής καταπληξίας), κατάσταση η οποία εξελίσσεται εντός 14 ημερών προς τον θάνατο, είναι τυπική της εξελίξεως βαριάς σηπτικής καταστάσεως σε εδάφος οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδος.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε κανείς αβίαστα να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως εξής:

a.i. Όνομα: Αλέξανδρος ο III ο Μακεδών, Βασιλιάς των Ελλήνων.

a.ii. Ημέρα: 13η Ιουνίου ή 28η Δαισίου 323 π.X.

a.iii. Ώρα: Πιθανόν απόγευμα.

a.iv. Πάθηση: Χολολιθίαση (;)

a.v. Επιπλοκή: Οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα.

a.vi. Αιτία θανάτου: Σηπτική κατάσταση, ανεπάρκεια οργάνων πολλών συστημάτων.

Για τον Νίκο Σοφιανό27, ο Αλέξανδρος πέθανε όταν «υποχρεώθηκε» να αρχίσει να επιστρέφει από την Ινδία . Έχει δίκιο ο Σοφιανός αλλά τότε πέθανε ίσως η μεγάλη φιλοδοξία του Στρατηλάτη να κατακτήσει όλον τον κόσμο μέχρι την Μεγάλη Θάλασσα, ενώ ο «οργανικός» του θάνατος επήλθε πολύ αργότερα στην Βαβυλώνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφιππος στον Βουκεφάλα. Παραλία Θεσσαλονίκης.

Εμείς οι Έλληνες Μακεδόνες όμως παραμένουμε στον θρύλο, ξεπερνώντας τον θάνατο. Μένουμε στην άφθαρτη νιότη του Αλέξανδρου με τα μακριά μαλλιά το γερμένο κεφάλι και το βλέμμα πάντα προς τα επάνω.

Γιατί όπως λέει ο Μάκης Βαρλάμης:28
Γεννήθηκα ανάμεσα στα ίδια βουνά και μεγάλωσα
κάτω από τον ίδιο Μακεδονικό ήλιο
κοινό χαμόγελο, κοινά μάτια.
Υπάρχουν μαζί μου χιλιάδες χρόνια.
Τα μάτια του, η ψυχή του, το πνεύμα Του.

Εμείς επίσης που ζούμε στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που πήρε το όνομα της από την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου επειδή γεννήθηκε την ημέρα που ο Φίλιππος νικούσε τους Θεσσαλούς (Θεσσαλών-Νίκη), συμφωνούμε με αυτό που υποστηρίζει και η άλλη αδελφή του, η μυθική γοργόνα.

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει

 

 

Ο Θωμάς Γερασιμίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Χειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής του ΑΠΘ. Για το επιστημονικό και το κοινωνικό του έργο τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και από την UNESCO και την Κοσμητεία της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει ασχοληθεί με τον εθελοντισμό, τις νέες τεχνολογίες αλλά και τις αιτίες του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέματα για τα οποία έχει κάνει πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις. Υπήρξε Πρόεδρος πολλών επιστημονικών εταιρειών μεταξύ των οποίων της Ιατρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης τις διετίες 2006-2007 και 2008 -2010.

Ο Χρήστος Παπανικολάου είναι Δρ. Χειρουργικής, τέως Διευθυντής Α΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο Απόστολος Καμπαρούδης είναι Καθηγητής Χειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Διευθυντής Ε΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ.
Ο Δημήτριος Καραμάνος είναι Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Α΄ Χειρουργική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αθανάσιος Παπανικολάου είναι Ειδικευόμενος Πλαστικής Χειρουργικής, Τμήμα Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βέρνης, Ελβετία.
Ο Συμεών Γερασιμίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Amherst MA της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

 

1. Αρριανός Φλάβιος: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

2. Πλούταρχος: Αλέξανδρος. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

3. Hammond N.G.L.: Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής. Μετάφραση : Π.Θεοδωρίδης. Εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία», 1997.

4. Λασκαράτος Ι.: Ο Μέγας Αλέξανδρος στα πεδία της Ιατρικής. Εκδόσεις J&J Hellas, Αθήνα 1997.

5. Πτολεμαίος ο Λάγου. Αναφέρεται στον Αρριανό.

6. Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, 1998.

6. Quintus Curtius Rufus: Historia Alexandri Magni [Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου]. Εισαγωγή-απόδοση-σημειώσεις Χάρη Μίκογλου. Εκδοτικός οίκος Ι.Ζαχαρόπουλος Α.Ε., Αθήνα 1993.

7. Σαμοθράκης Αχιλλέας: «Περί των ασθενειών, των τραυμάτων και του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ελληνική Ιατρική 1928. Αναφέρεται από Καργάκο.

8. Αυρηλιώνης Σ. Διονύσιος: Αίτια του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1974. Αναφέρεται από Καργάκο.

9. Sbarounis, Charalambos N. M.D.Journal of Clinical Gastroenterology: June 1997 – Volume 24 – Issue 4 – p 294-296.

10. Σμπαρούνης Χ.Ν. “Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδου. Ένα οδοιπορικό ή ένα ιατρικό δελτίο”. Ελληνική Ιατρική 1995, 61, 2:162-166,

11. Κιτσόπουλος Γ.: Αλέξανδρος ο Μέγας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλτιντζή, Τόμος τρίτος, Θεσσαλονίκη 1986.

12. Καργάκος Ι.Σαράντος: Μέγας Αλέξανδρος , ο άνθρωπος φαινόμενο. Μέρος Γ΄σελ. 199-208 Real news 2013.

13. Αριστόβουλος. Αναφέρεται στον Αρριανό.

14. National Geographic Deutschland. April 2013 D seite 40-73.

15. Docherty P.: The death of Alexander the Great: What or who really killed the young conqueror of the known world. New York: Carroll &Graf Publishers 2004. ISBN:0786713402

16. Oldach DW, Richard RE, Borza EN, Benitez RM.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 338:1764-1769.

17. Marr S, Calisher CH.: “Alexander the Great and West Νile virus encephalitis”. Emerg Infect Dis 2003;9:1599-1603.

18. Behrman AJ,Wilson RB.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 339:1248.

19.Romm J., Strassler R.B.: The Campaigns of Alexander. Pantheon Books, New York 2010. Book seven, page 310 and Appendix O page 404-6.

20. Boyd RE, Brennan PT,Deng JF, Rochester, Spyker DA,: “Strychnine poisoning. Recovery from profound lactic acidosis, hyperthermia, and rhabdomyolysis”. Am J Med 1983:74:507-512.

21. Haslam MT.: “Accidental strychnine poisoning”. Br Med J 1965:1:1191.

22. Ratnaike RN : “Acute and chronic arsenic toxicity”. Postgrad Med J 2003 79:391-396.

23. Gorby MS. “Arsenic poisoning”. West J Med.149, 1988, pp.308-315.

24. Schep Leo J. , Robin J. Slaughter, J. Allister Vale & Pat Wheatley: “Was the death of Alexander the Great due to poisoning? Was it Veratrum album?”. Clinical Toxicology 2013 Early Online 1-6 pp. 72-77.

25. Kuemmerle G : Professor fuer Chirurgie Dr.Med., Hab. Προσωπική επικοινωνία.

26. Ήρκος-Στάντης Ρ Αποστολίδης : Οι πρώτες Πηγές. «Μέγας Αλέξανδρος». Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών. Εκδόσεις Gutenberg, 2015.

27. Σοφιανός Ν.: Ζεί ο Αλέξανδρος;, Εκδόσεις Αντίθεση, Αθήνα.

28. Βαρλάμης Ε.: Θεσσαλονίκη, η Αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Εκδότης: IDEA International Art & Designcenter, Αυστρία και Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας λζ΄Δημήτρια 2002.

29. Katherine Hall.: “Did Alexander the Great die from Guillain-Barre Syndrom?”. The Ancient History Bulletin, 2018, Vol. 32, pp 106-128.

 

Αλέξης Αλεξανδρής: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

100 χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, με συντονισμένες ενέργειες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πολιτικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη Συμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδιναν σκληρή μάχη για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 1919. Οπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο («Κ», 20.10.2019), ειδικά ο Βαμβακάς, έμπειρος διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Ελληνα πρωθυπουργού, κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Με την υποστήριξη του γενικού κυβερνήτη της διασυμμαχικής διοίκησης στρατηγού Σαρπί, κατόρθωσε να αναδείξει την Ελλάδα ως μελλοντική προστάτιδα δύναμη της περιοχής, αποκαθιστώντας τις διαταγμένες πολιτικές και πληθυσμιακές ισορροπίες που είχαν συντελεστεί επί βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης (1913-1918).

Κύριος αντίπαλος της ελληνικής προσάρτησης της Θράκης υπήρξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν με εμμονή την εδαφική διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Οπως φαίνεται, είχε αναπτυχθεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό λόμπι στην Ουάσιγκτον αλλά και στο Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913. Το λόμπι αυτό υποστηριζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους και ιδίως από τους Βουλγαροαμερικανούς προτεστάντες, ενώ κύριοι χρηματοδότες του ήταν οι Βούλγαροι μεγαλέμποροι καπνού και οι Αμερικανοί συνέταιροί τους, παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στη Θράκη. Αρωγός των βουλγαρικών διεκδικήσεων υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον που συνδεόταν προσωπικά με το βουλγαρικό λόμπι, αφού η αδελφή της συζύγου του είχε νυμφευθεί τον Βούλγαρο πρέσβη στη Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο Αμερικανός ηγέτης είχε οραματιστεί τη δημιουργία, με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενός διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε ολόκληρη τη Θράκη.

2.6.1920. Ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη. Τον συνοδεύει ο νέος διοικητής της περιοχής, Χαρίσιος Βαμβακάς.

Ελληνικός στρατός στη θέση των συμμαχικών δυνάμεων

Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου και την ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία, η αρνητική στάση των Αμερικανών και ώς ένα βαθμό των Ιταλών κάμφθηκε ιδίως όταν για λόγους υγείας ο πρόεδρος Ουίλσον υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από το διεθνές διπλωματικό προσκήνιο. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου ευοδώθηκαν κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Ελληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Εβρου). Στο μεταξύ η Γαλλία, πιεζόμενη από το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα στην Κιλικία (τμήμα της γαλλικής εντολής –Mandat– για τη Συρία και τον Λίβανο) αποφάσισε να μεταφέρει από τη Δυτική Θράκη στη Μικρά Ασία τα στρατεύματά της αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων έλαβε χώρα στις 14 Μαΐου 1920 και είχε ως αφετηρία την Ξάνθη, που τελούσε ήδη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Αφού κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός, υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, εισήλθε στη Γκιουμουλτζίνα όπως ονομαζόταν τότε η Κομοτηνή. Συνάμα τέθηκαν υπό ελληνικό έλεγχο το Πόρτο Λάγος και ο Ίασμος από τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο. Εχοντας ξεκινήσει με το οπλιταγωγό Μυκάλη από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας, ένα άλλο τμήμα του ελληνικού στρατού υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς, προαστίου της Αδριανούπολης.

Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν και το επιτελείο του στο κατάστρωμα του οπλιταγωγού Μυκάλη εν πλώ προς το λιμάνι του Δεδεαγάτς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολης).

Ο διοικητής του στρατού της Θράκης και έμπειρος βενιζελικός υποστράτηγος Ζυμβρακάκης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης, που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των Συμμάχων και ολοκληρώθηκε με παραδειγματική τάξη εντός έξι ημερών (14-20 Μαΐου 1920). Μια ημέρα μετά την τελετή παράδοσης της Κομοτηνής, με εντολή του στρατιωτικού διοικητή Ζυμβρακάκη, τοιχοκολλήθηκε τρίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά) προκήρυξη που διατύπωνε την πρόθεση της Ελλάδος να σεβαστεί την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των κατοίκων της Θράκης. Δεκάδες φωτογραφίες της εποχής τεκμηριώνουν τις εντυπωσιακές στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο δημαρχείο της Κομοτηνής γιορτάστηκε η ελληνική κατάληψη της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Παρόμοιες τελετές διοργανώθηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου της Αλεξανδρούπολης τελέσθηκε δοξολογία και υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Η λαμπρή τελετή ολοκληρώθηκε με την υποστολή της γαλλικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν.

Διοικητική ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος

Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της «Διασυμμαχικής Θράκης». Μεταξύ 22 και 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, με τον στρατηγό Σαρπί να εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη στις 2 Ιουνίου, συνοδευόμενος από τους τελευταίους Γάλλους στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε τέλος στη βραχύβια γαλλοκρατία της περιοχής. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του μεθοδικού νέου διοικητή Χαρίσιου Βαμβακά, ξεκίνησαν οι εντατικές εργασίες θεσμικής, διοικητικής και λειτουργικής ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Η νέα διοίκηση δεν αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις από τον τοπικό πληθυσμό καθώς η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης αποδέχθηκε τη νέα τάξη πραγμάτων, που στην ουσία απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο επαναφοράς της επώδυνης και καταπιεστικής για αυτούς βουλγαρικής κατοχής. Επιπλέον, η συντηρητική πλειοψηφία του μουσουλμανικού πληθυσμού παρέμενε προσηλωμένη στις θρησκευτικές παραδόσεις και έβλεπε με μεγάλη καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, την επικράτηση της εθνικιστικής κοσμικής ιδεολογίας στην Τουρκία, αρχικά με τη μορφή του νεοτουρκικού κομιτάτου και στη συνέχεια με εκείνη του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Εχοντας συσπειρωθεί γύρω από τις μουφτείες, η θρησκευτική μερίδα των τουρκογενών, Πομάκων και Κιρκάσιων Δυτικοθρακιωτών, γνωστών ως παλαιομουσουλμάνων, φαινόταν πρόθυμη να εμπιστευθεί την ελληνική διοίκηση η οποία υποσχόταν πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.

Τη μεγάλη μάζα των παλαιομουσουλμάνων κατάφερε να προσεταιρισθεί ο τουρκομαθής και γνώστης του ισλαμικού νόμου Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος υποσχέθηκε την ευνοϊκή ρύθμιση από την Ελλάδα των αρμοδιοτήτων του µουφτή, των ζητημάτων των ανώτατων θρησκευτικών λειτουργών (μουφτήδων, ιεροδίκων και ιεροδιδασκάλων) και της διαχείρισης των κοινοτικών ευαγών περιουσιών. Ορθά είχε εκτιμήσει τα αισθήματα του μουσουλμανικού στοιχείου ο Χαρίσιος Βαμβακάς, όταν λίγο πριν από την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό, σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κοινότητα αυτή θα δεχόταν την ελληνική διοίκηση με «ανακούφιση και ικανοποίηση» (8.5.1920).

Αλλωστε η εκλογή του Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη (Hafız Salih Efendi) στην προεδρία της μουσουλμανικής κοινότητας Κομοτηνής αντικατόπτριζε το αισθήματα της πλειονότητας των Δυτικοθρακιωτών μουσουλμάνων. Ακραιφνής παλαιομουσουλμάνος και πολέμιος του νεοτουρκικού κομιτάτου, ο Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη ίδρυσε το 1923 το σωματείο «Ενωσις Μουσουλμάνων της Ελλάδος» και διατέλεσε πρόεδρός του.

Ανεπιτυχής αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας

Αντιθέτως, το εθνικιστικό νεοτουρκικό κομιτάτο αντέδρασε αρνητικά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και, σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στις 27 Μαΐου στην κήρυξη αυτονομίας με τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης που είχε έδρα τον παραμεθόριο οικισμό της Οργάνης, στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Αυτή όμως ήταν μια κίνηση απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες. Μετά τον Μάιο του 1920, πολλοί Πομάκοι από τη Βουλγαρία μετακινήθηκαν προς την ορεινή Ξάνθη

Αλλωστε το κίνημα της Οργάνης δεν είχε την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες, καθώς Βούλγαροι και Τούρκοι εθνικιστές έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν, αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν οι πρωταγωνιστές του νεοτουρκικού κομιτάτου στη Δυτική Θράκη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, δεν μετέβησαν στην Οργάνη αλλά προτίμησαν να διαφύγουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Κωνσταντινούπολη. Η αποκαλούμενη «νεωτεριστική» φιλοκεμαλική εθνικιστική παράταξη που απέμεινε στη Δυτική Θράκη μετά το 1920 είχε συγκεντρωθεί κυρίως στην πόλη και στον κάμπο της Ξάνθης, χωρίς όμως σημαντική επιρροή στη μάζα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αντιθέτως, το πομακικό στοιχείο τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία και μετά τις 14 Μαΐου παρατηρήθηκε μετακίνηση Πομάκων από τη Βουλγαρία προς τα πομακοχώρια της ορεινής Ξάνθης. Με την επικράτηση των παλαιομουσουλμάνων και τη φυγή της εθνικιστικής παράταξης, το λάβαρο του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη έμελλε να παραλάβει σταδιακά το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής εκμεταλλευόμενο την ανοχή και αδιαφορία που συχνά επέδειξε η ελληνική πολιτεία.

Τελικά, η διεθνής νομιμοποίηση της ελληνικής στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας στη Δυτική Θράκη επιτεύχθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 που παραχώρησε το σύνολο της Θράκης στην Ελλάδα. Ειδικότερα για τη Δυτική Θράκη, η συνθήκη μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που η Βουλγαρία είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγί τον Νοέμβριο 1919.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα: Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά*

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ανήκει στη γενιά των ζωγράφων που επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν «ελληνότροπο μοντερνισμό». Το έργο του χαρακτηρίζεται από διαρκή προβληματισμό και μιαν αμφίδρομη κίνηση για την εννόηση του μοντέρνου μέσα από τα δεδομένα της δικής μας παράδοσης και αντίστοιχα τη χρήση στοιχείων της παράδοσης κατά την ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης.

Αρχικά φοίτησε στο «Σχολείο Καλών Τεχνών» της Αθήνας (1909-1916), κοντά σε συντηρητικούς δασκάλους, σπουδαγμένους στην Ακαδημία του Μονάχου, όπως ο Σπύρος  Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης  και  απόκτησε μια στέρεη ακαδημαϊκή παιδεία. Δούλευε, παράλληλα, για να επιβιώσει, «ρετουσάροντας σωρούς από μεγεθύνσεις πεσόντων στους Βαλκανικούς Πολέμους» και συνδέθηκε με στενή φιλία με  δύο Μικρασιάτες που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του, τον Στρατή Δούκα και τον Φώτη Κόντογλου. Ο Δούκας, μετά την επίσκεψή του, το 1914, δημιούργησε τον «θρύλο» του Άθω και ο Κόντογλου άνοιξε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου έφτασε έναν χρόνο πριν από τον Παπαλουκά.

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά  υπήρξε η  παραμονή και οι σπουδές του στο Παρίσι (1917-1921) και επιδίωξε να κάνει μια καινούργια αρχή, αφού, όπως φημολογείται, έκαψε σχεδόν όλα τα σπουδαστικά του έργα πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα. Ωστόσο, φαίνεται πως αντιμετώπιζε τις νεωτεριστικές τάσεις με επιφυλακτικότητα κι επέλεξε να φοιτήσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Γκραντ Σωμιέρ.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη.

Μετά την κρίση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι έφτασαν διαδοχικά οι Τζαρά, Ντυσάν, Πικαμπιά, Αρπ, Μαν Ρέυ, Μαξ Ερνστ και μαζί με τους ποιητές Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ και τον Πιερ Ρεβερντύ προετοίμαζαν τον Σουρεαλισμό. Παράλληλα, συνυπήρχαν και συμπλήρωναν την εικαστική πολυφωνία συντηρητικοί καλλιτέχνες, οι επίγονοι των Ναμπί, που είχαν φοιτήσει, μάλιστα, στην Ακαδημία Ζυλιάν, οι Μορίς Ντενί, Πιερ Μποννάρ, Εντουάρ Βυιγιάρ και άλλοι. Οι Ναμπί εκτιμούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες πριν από αυτούς και κυρίως τους εμπρεσιονιστές. Αν και η ονομασία τους (Ναμπί =προφήτης, στα εβραϊκά) παραπέμπει στη θεοσοφία, πρόθεσή τους υπήρξε, κυρίως, να γίνουν προφήτες της μοντέρνας τέχνης και, εφαρμόζοντας το δίδαγμα του Γκωγκέν, υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η τέχνη του ζωγράφου έγκειται στη δημιουργία ενός αυτόνομου κόσμου πάνω στη δισδιάστατη επιφάνεια του πίνακα που δε μιμείται τη φύση αλλά την αναπαριστά με πλαστικά και χρωματικά ισοδύναμα.

Οι επιδράσεις των πιο συντηρητικών τάσεων της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που ταίριαζαν και στην ιδιοσυγκρασία του, φαίνεται πως επηρέασαν τον Παπαλουκά κατά τη διάρκεια των σπουδών και  της παραμονής του στο Παρίσι, που διακόπηκε απότομα για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Για τα έργα που εκτέθηκαν στο Ζάππειο, στην «Πολεμική ΄Εκθεση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας», και χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης, είναι γνωστή μόνον η κριτική του Φώτου Πολίτη: « Ο κ. Παπαλουκάς…έχει μεθύσει, έχει τρελαθεί αληθινά με το φως της Ανατολής…Οι όγκοι των ανθρώπων, αι σειραί των στρατιωτών που ζωγραφίζει εξαϋλούνται, εξαερίζονται μέσα εις άπλετον φως».¹

Τα διδάγματα του Παρισιού διαφαίνονται σταδιακά στο έργο του, αφομοιωμένα και σε διαρκή επεξεργασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αναζητήσεις και σε συσχετισμό με τις αξίες που διέκρινε στη μελέτη της τέχνης της παράδοσης, μετά την εμπειρία της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Η προσοχή του παρέμενε διαρκώς στραμμένη στα αιτήματα του πολιτισμού του καιρού του που επιχειρούσε να  εκφράσει με τη ζωγραφική του, έχοντας πλήρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Σε συνέντευξή του το 1953 έλεγε: «Δεν έχουμε ακόμα μάτια για να φτάσουμε το μεγάλο αίτημα της εποχής μας (την απλούστευση). Αυτό θα το κατακτήσουμε βήμα-βήμα μόνο με τη μάθηση, ανεβαίνοντας ένα-ένα όλα τα σκαλιά που ανέβηκε η ζωγραφική στις χώρες της Ευρώπης».

Ξενάγηση στο έργο του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Παπαλουκάς σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του φιλοτέχνησε προσωπογραφίες, λίγα εσωτερικά, νεκρές φύσεις, μελέτες γυμνών, μνημειακά σύνολα, σκηνογραφίες, αλλά η τοπιογραφία, χωρίς να θεωρηθεί υπαιθριστής, υπήρξε το επίκεντρο των εικαστικών αναζητήσεων και προβληματισμών του. Οι μελετητές, όταν αναφέρονται στο έργο του, συνηθίζουν να το χαρακτηρίζουν με την ονομασία του τόπου που επισκέφτηκε και δούλεψε εκεί: περίοδος Αίγινας, Αγίου ΄Ορους, Σαλαμίνας, Μυτιλήνης, Πάρου, ΄Υδρας. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «το ύπαιθρο είναι… το μέσον που μου επιτρέπει να καθορίσω και να αξιολογήσω όλες τις ζωγραφικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό υπάρχουν εμφανή και σε μεγάλα μεγέθη οι πολύτιμες αξίες του χρώματος, των τόνων και του σχεδίου. Τα χαίρεται και τα μελετά ο καλλιτέχνης μεγεθυμένα. Δεν είμαι τοπιογράφος, γιατί με τραβούν τα θέλγητρα του τοπίου, δεν κάνω ζωγραφική ποίηση. Βγαίνω στο ύπαιθρο, εμπνέομαι από αυτό και πλουτίζω εντός μου όλες τις ζωγραφικές αξίες, τον ρυθμό, τις συνθετικές δυνατότητες».

Στον τομέα  της τοπιογραφίας, η επίδρασή του, μαζί με τον Μαλέα, τον Οικονόμου και τον Νικόλαο Λύτρα, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης.

Το εικαστικό τοπίο είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση που μεταβάλλεται κάθε φορά που η μεταξύ τους σχέση διαφοροποιείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού W. Heisenberg, στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα της φύσης αντανακλά τη δική μας σχέση με τη φύση και αντικείμενο της γνώσης δεν είναι η φύση καθεαυτή, αλλά η φύση που υπέστη τα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο δεύτερος καθοριστικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά υπήρξε η μετάβασή του στον Άθω με τον Στρατή Δούκα, από τον Νοέμβριο του 1923 έως τον Νοέμβριο του 1924. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Κόντογλου και η έκθεση αντιγράφων από βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια, σχέδια και πίνακες από τη ζωή και τη φύση του Άθω, στο Λύκειο Ελληνίδων, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1923, στην οποία εξέθεσε λίγα έργα και ο Παπαλουκάς. Με νωπές τις εντυπώσεις της έκθεσης ξεκίνησαν οι δύο σύντροφοι «γι αυτό το απεγνωσμένο ταξίδι στο Άγνωστο», όπως σημείωσε ο Δούκας.²

Ωστόσο το Άγιον Όρος δεν ήταν  άγνωστο ούτε στους Ευρωπαίους μελετητές ούτε στους ΄Ελληνες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι έρευνες του Gabriel Millet στα αρχεία και στα μνημεία, οι φωτογραφίες και οι μελέτες του για το Όρος³ είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία. Αλλά και ´Ελληνες αγιογράφοι μετά την Απελευθέρωση,  όπως ο Κωνσταντίνος Φανέλλης (1791- 1867;) και ο Σπυρίδων Χατζηγιαννόπουλος (1832- 1905), παρά τη δυτική παιδεία τους, κατέφευγαν στο ‘Ορος για να μελετήσουν και να αντιγράψουν βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες.⁴ Επίσης, το 1914, δύο σημαντικοί λόγιοι και φίλοι, με μεταφυσικές ανησυχίες,  ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκίνησαν σαν τους παλιούς προσκυνητές για σαρανταήμερη περιήγηση στο Όρος.⁵  Και πριν από τον Παπαλουκά, ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας (1887- 1940), γοητευμένος από τη φύση και τα μοναστήρια, κυκλοφόρησε το 1922, Le Mont Athos, ένα σπάνιο λεύκωμα με 12 πρωτότυπες οξυγραφίες, τυπωμένο στο Παρίσι  με πρόλογο του βυζαντινολόγου Charles Diehl, ενώ αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του κι άλλοι ´Ελληνες χαράκτες.⁶

Για την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων του ´Αθω εμβληματική υπήρξε η υπόδειξη του Δ. Γαλάνη προς τον Βενιζέλο, μετά την απογοητευτική υποδοχή της έκθεσης της Ομάδας Τέχνη στην παρισινή γκαλερί La Boetie, το 1919, «να στέλνετε τους υποτρόφους σας στο ΄Αγιον ΄Ορος».⁷ Πιθανόν και ο Παπαλουκάς που ήταν τότε στο Παρίσι να είδε την έκθεση και να άκουσε τα σχόλια.  Εξάλλου η προβολή επιλεγμένων αισθητικών στοιχείων της παραδοσιακής τέχνης-βυζαντινής και λαϊκής-συναντούσε  ανάλογα αξιώματα του μοντερνισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στροφή προς τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης αναφέρεται  πολύ πρώιμα, με ιδιαίτερη έμφαση, στο άρθρο του Περικλή Γιαννόπουλου « Η σύγχρονος ζωγραφική», στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Δεκέμβριο του 1902. Στις υποδείξεις προς τους ζωγράφους της εποχής του τόνιζε, πέρα από τη σπουδαιότητα του Φυσικού, του Μυθολογικού,  ότι « ο Βυζαντινός μας κόσμος είναι ακριβώς τα Προπύλαια του Αρχαίου μας κόσμου» και παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους ´Ελληνες, ενώ στην Ευρώπη « αι εκ της Βυζαντινής τέχνης εμπνεύσεις και μιμήσεις είναι του συρμού».

Αριστερά: Από τις Καρυές του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Alpha Bank.

Έναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η παραμονή του στο  ´Ορος και  ο Παπαλουκάς μελετούσε και ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μνημεία και τη φύση. Κατά τη μαρτυρία πάλι του Δούκα, «η φύση θα του προσφέρει για σπουδή το δυσυπόταχτο πράσινο, οι τοιχογραφίες τις δύσκαμπτες σιέννες, ο ποικίλος βυζαντινός διάκοσμος τη σοφία του μαζί με τον αυθορμητισμό. Ο πίνακάς του στυφίζει γεμάτος χυμούς».⁸ Οι δύο σύντροφοι  γοητεύτηκαν τόσο από την τέχνη όσο και από τη φύση του ´Ορους, όπως γλαφυρά αναφέρει στις σημειώσεις του ο Δούκας και στα «Γράμματα από τον ´Αθω» που έστελνε τακτικά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης. Κι ενώ ο συγγραφέας εξιστορούσε τις εντυπώσεις του από τα μνημεία και το περιβάλλον, ο ζωγράφος απεικόνιζε τα τοπία,  τα εξωτερικά των μοναστηριών και «σκαρφαλωμένος σε μαδέρι» έκανε αντίγραφα τοιχογραφιών του Τζώρτζη από τη Μονή Διονυσίου, του Θεοφάνη από την Τράπεζα της Λαύρας, χωρίς να γνωρίζει ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσε για την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας στην ´Αμφισσα.  Μελέτησε επίσης και αντέγραψε εικόνες  των τέμπλων, το χειρογράφο-ψαλτήριο αρ. 61 της Μονής Παντοκράτορος, το χρυσοϋφαντο επιτραχήλιο του 16ου αιώνα της Μονής Σταυρονικήτα, με τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου  [τώρα στη συλλογή του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης] και άλλα πολύτιμα, περίπου εξήντα συνολικά, αντικείμενα. ΄Οταν συμπληρώθηκε η συλλογή του υλικού, οι δύο φίλοι εγκαταστάθηκαν σ΄ένα κελί στις Καρυές, όπου ο συγγραφέας συνέχισε τις ανταποκρίσεις του και ο ζωγράφος δεν έπαψε να εργάζεται ακούραστα, φιλοτεχνώντας περί τα εκατό σχέδια και πίνακες . Τα τοπία του ΄Αθω, κυρίως απόψεις μοναστηριών  και αρσανάδες, συνεχίζουν τεχνοτροπικά τα έργα της Αίγινας, αλλά τώρα οι συνθέσεις γίνονται πολύπλοκες εξαιτίας της ιδιομορφίας του τὀπου, αναπτύσσονται κάθετα και το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια. Με κάποια θέματα από τον ΄Αθω, τοπία και κτίρια, πειραματίστηκε ο Παπαλουκάς και την επόμενη δεκαετία, επιχειρώντας με διαφορετικούς τρόπους την εικαστική τους απόδοση, ως προς τη δομή του χώρου, τις φόρμες και τα χρώματα.  Στα λίγα εσωτερικά που ζωγράφισε οι απαλοί χρωματισμοί, ο λυρισμός της γραμμής, η ρυθμική εναλλαγή καμπύλων και ευθειών παρουσιάζουν αναλογίες με  τις συνθέσεις των Γάλλων Εντιμιστών.

Αριστερά: Σκήτη Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους, 1932-1935, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935, λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη.

Τα αντίγραφα που φιλοτέχνησε από τις τοιχογραφίες και τα άλλα κειμήλια των μοναστηριών υπήρξαν μια άσκηση για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας και των αισθητικών κανόνων της βυζαντινής τέχνης  που διαπίστωσε ότι σε πολλά σημεία ανταποκρινόταν στα αξιώματα της μοντέρνας τέχνης: δισδιάστατες επιφάνειες, έλλειψη προοπτικής, λειτουργικότητα του χρώματος, υπέρβαση του νατουραλισμού, πλούσιος διάκοσμος με συμβολιστικές αναφορές.

 

Η Προδοσία, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από την τοιχογραφία του Καθολικού της Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη.
Ο Ευαγγελισμός, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από τον α´οίκο χρυσοϋφαντου επιτραχηλίου. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο 1924, κατεβαίνοντας από το Όρος, ο Παπαλουκάς, με τη συνεργασία του Δούκα, εξέθεσε στη Θεσσαλονίκη στο καφενείο του Λευκού Πύργου, ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, εκατόν είκοσι έργα της Αθωνικής παραγωγής. Η έκθεση αποτέλεσε γεγονός για την πόλη, έστω κι αν τα έργα παραξένεψαν πολλούς. Με την ευκαιρία της έκθεσης ο τύπος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον ζωγράφο που έδωσε συνεντεύξεις και διατύπωσε τις απόψεις του για τη βυζαντινή τέχνη.

« Η βυζαντινή τέχνη είναι μια άρτια τέχνη, που μπορεί να σταθεί αμείωτα σε κάθε εποχή…

Το Άγιον Όρος, το μεγαλύτερο αυτό Βυζαντινό Μουσείο του κόσμου, μου παρέσχε αληθινές αποκαλύψεις απάνου σε χίλιες δυό απορίες μου και τεχνικές εκζητήσεις. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο και άγνωστο…

Η μελέτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού διακόσμου, που δεν είναι παρά η λύσις των αισθητικών ζητημάτων που παρουσιάζει η εποχή αυτή της εθνικής μας ζωής, θα μας έδινε την ευκαιρία να ατενίσουμε την Ελληνική ιδέα σε ένα μαγαλύτερο βάθος.

Όποιος δεν καταλαβαίνει αισθητικά τον Βυζαντινό, ας μου επιτρέψει να του πω ότι δεν εννοεί ολότελα τον Αρχαίο. Και όταν ένας καλλιτέχνης δεν εννοεί το ελληνικό παρελθόν, πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνικό μέλλον, που είναι η δουλειά του;

…Εκεί απάνω είδα καθαρά πως η τέχνη σε κάθε μεγάλη της εποχή δεν είναι παρά φόρμα και χρώμα που έπρεπε να έχουν ανταπόκριση με μια μορφή που πάσχιζε να τη συλλάβει ένας ολόκληρος λαός. Λέγοντας μορφή εννοώ ένα σύνολο αισθητικών νόμων που σύμφωνα με αυτό ένας λαός και μια εποχή αρμονίζουν τις ανάγκες της ζωής μας».

Εδώ, ακριβώς, έγκειται και η διαφοροποίησή του από τον Κόντογλου, ο οποίος επέβαλε  τη μίμηση αισθητικών κανόνων μιας άλλης εποχής που δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες. Ενδεικτική για τις εδραιωμένες αντιλήψεις του Παπαλουκά, σχετικά με τη διαχείρηση της παράδοσης είναι η συζήτησή του με τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Ξυνόπουλο, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1956: «…ο τεχνίτης δεν είναι ειλικρινής όταν βασίζεται μόνο σ´ένα  ῾δάνειο῾, δηλαδή σ´αυτά που πήρε από την παράδοση. Για να σταθείς και να βαδίσεις δεν αρκεί ένα πόδι, χρειάζονται και τα δύο. Και τα διδάγματα από την παράδοση είναι το ένα πόδι μόνο…¨Επιστροφή στη φύση !῾ Είναι κάτι που κοστίζει και ζητάει θυσίες, ιδιαίτερα στην αρχή. Αλλά χρειάζεται, για να μπορέσει  κανείς να συνεχίσει δημιουργικά την παράδοση και να μπορέσει καλύτερα ύστερα να κάμει την ίδια αυτή δουλειά της μνημειακής τέχνης».⁹

Με τα απαραίτητα καλλιτεχνικά εφόδια και σοβαρό προβληματισμό σχετικά με την πορεία της νεοελληνικής τέχνης, ο Παπαλουκάς πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ιστόρηση της Ευαγγελίστριας, του Μητροπολιτικού ναού της ΄Αμφισσας (1926) και τα σχέδιά του εγκρίθηκαν παμψηφεί από την κριτική επιτροπή, που όπως αναφέρθηκε, είχε συσταθεί από τους αρχιτέκτονες Α. Ορλάνδο, Αρ. Ζάχο, Δημ. Πικιώνη και τον γνωστό ζωγράφο Κ. Παρθένη. Στην έκθεση αναφερόταν με λόγο χαρακτηριστικό των αντιλήψεων των επιφανών μελών το σκεπτικό της επιτροπής: «Η αξία του Παπαλουκά συνίσταται όχι τόσον εις το ότι ο καλλιτέχνης πειράται να εκφρασθεί δια της μορφής της Ελληνικής παραδόσεως από απλούς συναισθηματικούς λόγους, αλλά διότι ως καθίσταται προφανές, ο καλλιτέχνης έφθασε κατόπιν μακράς και στοχαστικής εργασίας εκ της φύσεως, εις την ανάγκην μιας εργασίας αφαιρέσεως. Τοιουτοτρόπως κατέστη ικανός να λάβει συνείδησιν πραγματικήν της βυζαντινής τέχνης ως «τέχνης». Και δια να εκφρασθώμεν πλέον συγκεκριμμένως, η αίσθησίς του της σημασίας της αρχιτεκτονικής των σχημάτων απορρέει από την πραγματικήν γνώσιν των αισθητικών νόμων. Η κριτική επιτροπή εγκρίνει όχι μόνον παμψηφεί τα σχέδια του Παπαλουκά, αλλά εκφράζει τον θερμότατον αυτής ενθουσιασμόν δι΄αυτά, ελπίζουσα ότι το έργον εκτελούμενον θ΄αποτελέσει σταθμόν εις την τέχνην του τόπου μας και αναβίωσιν των παραδόσεών μας…».¹º

Ο ναός ήταν προγενέστερο κτίσμα, του 1868, χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς με τρούλλο ναού, με επιβλητική είσοδο με τρίβηλο άνοιγμα,  τρία κλίτη στο εσωτερικό, εκ των οποίων το κεντρικό υπερυψωμένο και υπερώο σε σχήμα Π στα δυτικά.

Ο Παπαλουκάς εργάστηκε στο ναό από το 1927 έως το 1932, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο.  Σεβάστηκε την αρχιτεκτονική διάρθρωση  του μνημείου και πέτυχε την αρμονική προβολή των παραστάσεων πάνω στις επιφάνειές του, αλλά κυρίως σεβάστηκε το βασικό αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η εκκλησιαστική τέχνη υπηρετεί το δόγμα και ότι η βυζαντινή παράδοση έχει ιδιαίτερο βάρος.¹¹  Οι αφηγηματικές απεικονίσεις καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σημεία του ναού, τον τρούλλο, τις καμάρες του σταυρού, τα τόξα της Πρόθεσης και του Διακονικού, την καμάρα του υπερώου, ενώ οι υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων, των πεσσών, των οροφών των πλαγίων κλιτών και του υπερώου καλύπτονται από πλούσιο μεγάλης ποικιλίας διάκοσμο, φυτικό, γεωμετρικό, αφαιρετικό,  που έλκει την καταγωγή του από μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής- κάνθαροι με πουλιά κι ελικοειδείς βλαστοί, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται σταυροί από πολύπλοκα κασμήματα εμπνευσμένα από το μπαρόκ, από μιμήσεις ξυλόγλυπτων επιχρυσωμένων κοσμημάτων, από μοτίβα της λαϊκής τέχνης, ακόμα και από στοιχεία της αρ νουβώ.  Εκτός από τις οροφογραφίες των κλιτών του ισογείου και του γυναικωνίτη που παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους ο λοιπός διάκοσμος ντύνει τις επιφάνειες με τέτοια ευφάνταστη ευρηματικότητα στην ποικιλία των σχημάτων και των έντονων χρωμάτων  ώστε να δημιουργείται ένα παραδείσιο τοπίο, του οποίου, δυστυχώς, η συνοχή σήμερα  διασπάται κι εξαιτίας των φθορών που έχουν υποστεί οι τοιχογραφίες αλλά και από τις πολλές αναρτημένες εικόνες και τον πρόσθετο εξοπλισμό.

Διακόσμηση του νοτίου κλίτους του Μητροπολιτικού ναού της ‘Αμφισσας, 1927-1932.

Τα εικονογραφικά πρότυπα των συνθέσεων μαρτυρούν τη γνωριμία του καλλιτέχνη με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Όρους και τον ΄Οσιο Λουκά και τη στοχαστική μελέτη του πάνω σε αυτά πριν από τη μετάπλασή τους στον δικό του μορφοπλαστικό κώδικα. Ενδεικτικές είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ θρησκευτικών σκηνών που είχε αποτυπώσει στο Όρος, τοιχογραφιών και άλλων κειμηλίων και παραστάσεων της Ευαγγελίστριας. Σε πολλές σκηνές της ζωής του Χριστού και των Παθών ο Παπαλουκας είχε ως πρότυπα τις ανάλογες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Διονυσίου (16ος αιώνας), αλλά  και μορφές από την ψηφιδωτή διακόσμηση του Οσίου Λουκά (11ος αιώνας).


Οι περισσότερες παραστάσεις ξετυλίγονται σε νυκτερινά τοπία με έναστρο ουρανό, μπροστά σε αρχιτεκτονήματα (Ευαγγελισμός, σκηνές Παθών)  ή στη φύση και περιβάλλονται από σχηματοποιημένα βράχια, βουνά και δέντρα (Γέννηση, Βαϊοφόρος), όπως στα παλαιολόγεια έργα.  Η απόδοση όμως των ολόσωμων αποστόλων Πέτρου και Παύλου θυμίζει την τεχνική του Παρθένη στον Άγιο Αλέξανδρο Φαλήρου .

H Γέννηση, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας, 1927- 1932.
Η Βαΐοφόρος, 1924, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας

Η ερμηνεία των παραδοσιακών προτύπων  γίνεται  μ΄έναν καινούργιο τρόπο και προσωπικό ύφος, με μια διάθεση φωβιστική  σε ό,τι αφορά την απόδοση της φόρμας, του χρώματος, της τεχνικής, στην οποία διακρίνονται και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως τα έντονα περιγράμματα που παραπέμπουν ακόμα και σε ἐργα του Ρουώ, χωρίς να λείπουν  όμως και  κάποια δάνεια από τη λαϊκή τέχνη  που χαρίζουν αυθορμητισμό και ζωντάνια στις παραστάσεις.  Τα χρώματα είναι έντονα, οι μορφές αδρές και στιβαρές, η πτυχολογία σχηματοποιημένη, οι συνθέσεις αρμονικές και ισορροπημένες μεταξύ τους. Η έλλειψη προοπτικής και φωτοσκιάσεων αντισταθμίζεται από τις μελετημένες στάσεις των μορφών και την ανάλυση των όγκων σε χρωματικά επίπεδα.  Η Μ. Λαμπράκη- Πλάκα αποφαίνεται ότι «η εμπειρική σοφία των Βυζαντινών επαληθεύεται εδώ από μια βαθειά γνώση των φυσικών ιδιοτήτων του χρώματος, που ο Παπαλουκάς είχε σπουδάσει τόσο στα θεωρητικά κείμενα, όσο και στα έργα των ζωγράφων που θαύμαζε, ιδιαίτερα των Νεοεμπρεσιονιστών».¹²

O Άγγελος της Αποκάλυψης, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια πολυφωνία στις τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωγραφικής που εκφράζει τον γενικότερο ιδεολογικό προβληματισμό, αντίθετα από την  επίσημη Εκκλησία που μένει πιστή σε μια ναζαρηνίζουσα τάση. Πρωταρχικά αναδεικνύεται ο ρόλος της βυζαντινής αισθητικής, ενισχυμένος από τις θέσεις του ελληνικού Μοντερνισμού. Ο Παρθένης πλησίασε τους Βυζαντινούς με το υψηλό ήθος και την πνευματικότητα των έργων του, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου και ο Ρέγκος άντλησαν από τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, ο Κόντογλου όμως υπερέβαλε όλους, γιατί δεν άντλησε από την παράδοση αλλά επιδίωξε την αναβίωση της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας και σύντομα κατέληξε σε μια στείρα επανάληψη στερεοτύπων που επέβαλε και στους μαθητές του, από τους οποίους μόνον ο Ράλλης Κοψίδης κατόρθωσε να αποτινάξει τη βαριά σκιά του δασκάλου. Γι αυτό η εικονογράφηση της Άμφισσας θεωρείται ένα ξεχωριστό παράδειγμα, όπου «ο Παπαλουκάς εφύσηξε εκεί νέα πνοή στη μεταβυζαντινή ζωγραφική παράδοση και ξεπέρασε την τυφλή αντιγραφή βυζαντινών προτύπων» (Π. Μιχελής)¹³, ενώ «τα πορίσματα της παράδοσης καταξιώνονται με τον πιο έγκυρο τρόπο» (Δ. Πικιώνης).¹ Στην περίπτωση του Παπαλουκά επιβεβαιώνεται ο στοχασμός του Σεφέρη σχετικά με την παράδοση: «Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή, και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ´αυτό με υπερβολική αγάπη. ´Ενα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνιά του».¹⁵

Φωτογραφία του Παπαλουκά μπροστά στο σχέδιο του Αρχαγγέλου για την παράσταση του Ευαγγελισμού στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Το πλήθος των σχεδίων και των ανθιβόλων τα οποία χρησιμοποίησε, συνεχίζοντας την πρακτική των παλιών αγιογράφων, πολύ περισσότερο από το τελειωμένο έργο, αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Παπαλουκά, τον πολύμοχθο αγώνα, τη συνδυαστική φαντασία, τη στἐρεη συνθετική δομή, την αξιοποίηση των πνευματικών και τεχνικών του γνώσεων  για τη δημιουργία ενός μνημειώδους  και τολμηρού έργου που αντλώντας από τις παρακαταθήκες της παράδοσης  φαντάζει σύγχρονο  και αντιπροσωπευτικό της εποχής του.

Η συντήρηση των έργων του Σπύρου Παπαλουκά – Ένα γοητευτικό ταξίδι

 

H Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα διετέλεσε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το άρθρο αποτελεί μεταγραφή της  διάλεξης που πραγματοποίησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στις  7 Μαϊου 2019, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ.

¹  Σπύρος Παπαλουκάς- Θητεία στον ´Αθω. Αγιορείτικη Πινακοθήκη, ´Αγιον ´Ορος 2003, σ. 298.

Στον ίδιο τόμο παρατίθενται  γραπτά και  συνεντεύξεις του καλλιτέχνη, σ.47-55 (γι´αυτό δεν γίνονται  συνεχείς παραπομπές, όταν πρόκειται για δικές του εκφράσεις), λεπτομερές χρονολόγιο που έχει συντάξει η κόρη του Μίνα Παπαλουκά, αναδημοσιεύσεις άρθρων από εφημερίδες του 1924-1925 για την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, καθώς και επιλογή κριτικών κειμένων  για το έργο του καλλιτέχνη.

²  ό.π., σ. 299.

³ ´Αγιον ´Ορος στα χρόνια της Απελευθέρωσης. Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορειτική Εστία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 335-340.

⁴ Eυθ. Γεωργιάδου -Κούντουρα, ¨Το ´Αγιον ´Ορος και η νεότερη ελληνική τέχνη¨, περ. ο παρατηρητής, σ. 36.

⁵  ό.π., σ. 37.

⁶  ό.π.. σ. 38, 40

⁷ Ευγ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα- Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, επιμ. Χρ.Χατζηιωσήφ, τομ.Β’- Μέρος 2ο, Αθήνα 2003, σ. 417.

⁸  βλ. σημ. 1, σ. 299.

Σπύρος Παπαλουκάς. Συλλογή Ιδρύματος Εικαστκών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα 2008, σ. 102.

¹º Σπύρος Παπαλουκάς. Κατάλογος Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα 1976, σ. 13.

¹¹ Αναλυτικά για την εικονογράφηση του ναού βλ. Σπύρος Παπαλουκάς. Μητροπολιτικός ναός ´Αμφισσας, ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ 2016.

¹² Σπύρος Παπαλουκάς-Ζωγραφική, Ιονική Τράπεζα, Αθήνα 1995, σ. 57.

¹³ Αφιέρωμα στον Παπαλουκά [ άρθρα των Στρ. Δούκα, Π.Α.Μιχελή, Δ.Πικιώνη, Τ.Σπητέρη, Ελ.Βακαλό, Ν.Γ.Πεντζίκη κ.ά.], περ. Ζυγός, τ.39, Μάιος-Ιουν. 1958, σ. 11.

¹⁴ ό.π., σ. 29, σημ. 9.

¹⁵ Σὐγχρονη τέχνη και παράδοση. Πρακτικά εισηγήσεων Δευτέρου Συμποσίου, Αθήνα 1981, σ.188.

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.