Skip to main content

Σπύρος Πλουμίδης: Από την Μικρασιατική καταστροφή, στον Αγροτισμό του Μεσοπολέμου

Σπύρος Πλουμίδης: Από την Μικρασιατική καταστροφή, στον Αγροτισμό του Μεσοπολέμου

Η συνέντευξη  δόθηκε στο μεταπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, του Α.Π.Θ, Χαράλαμπο Γάππα

Κατ’ αρχάς κύριε Καθηγητά θα ήθελα να μας μιλήσετε για το πώς εμφανίζονταν η προοπτική της διαχείρισης της Μικράς Ασίας, από τις ελληνικές κυβερνήσεις;

Η πολιτική διαχείριση ήταν κάτι το οποίο προέκυψε ως επιτακτική ανάγκη την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1914 όταν κατέφθασαν εσπευσμένα στην Ελλάδα 150.000 περίπου πρόσφυγες από τη δυτική Μικρά Ασία. Η απάντηση του Βενιζέλου σε αυτή τη κρίση, η πρώτη λύση που σκέφτηκε, ήταν η αμοιβαία ανταλλαγή ανθρώπων και κτημάτων, μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα των αγροτικών πληθυσμών και των μουσουλμανικών πληθυσμών της ελληνικής Μακεδονίας και της ελληνικής Ηπείρου. Ο λόγος ήταν ότι η Ελλάδα εκείνη τη στιγμή, μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου, δεν είχε, θεωρητικά, τις δυνατότητες να προχωρήσει σε πόλεμο με την Τουρκία, προκειμένου να την αναγκάσει να αποδεχτεί πίσω τους εκτοπισμένους ελληνικούς πληθυσμούς. Ο Α΄Π.Π, που προέκυψε, χρησιμοποιώντας μια «τραγικά ειρωνική έκφραση», ως «από μηχανής θεός», για την Ελλάδα, αποσόβησε, πρώτον ένα πόλεμο ρεβάνς της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας, καθώς στο Αιγαίο πλέον έπλεε αγγλικός στόλος, ενώ από τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, η Βρετανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι εχθροί, ενώ παράλληλα προσφέρονταν η ευκαιρία η Ελλάδα, να εξέλθει στο πόλεμο και να συμμετάσχει πλάι σε Μεγάλους Συμμάχους, όπως η Βρετανία και η Γαλλία. Άλλωστε ο Βενιζέλος ήδη από τον Αύγουστο του ’14 πρότεινε την είσοδο της Ελλάδας στο πόλεμο, στο πλευρό της Ανταντ, πρόταση όμως που δεν έγινε αποδεκτή.

15218425_774958545992694_279943642_nΣε αυτή την πρόταση επανήλθε ο Βενιζέλος τον Ιανουάριο του 1915 και μετά από συγκεκριμένη πρόταση του Foreign Office. Και στα 3 υπομνήματα του Βενιζέλου προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο αιτιολογία είναι το ζήτημα της Μικράς Ασίας και της επιστροφής των προσφύγων στις εστίες τους καθώς και η ασφαλής τους παρουσία εκεί, με εγγυητή τον ελληνικό στρατό. Όταν χάθηκε αυτή η ευκαιρία, αυτή η μοναδική ευκαιρία, για τα χρονικά δεδομένα, από εκεί και πέρα το μικρασιατικό ζήτημα σημείωσε μια κάμψη μέχρι την επάνοδο του Βενιζέλου  στην εξουσία το ’17. Οι προτάσεις των συμμάχων προς την Ελλάδα, για παραχώρηση εδαφικών εκτάσεων στη Δυτική Μικρά Ασία, επανήλθαν και πραγματώθηκαν με την αποβίβαση του ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Η διαχείριση του Μικρασιατικού ζητήματος  δεν έληξε όμως, καθώς είχε έντονη στρατιωτική όψη και η Ελλάδα δεν παρέμεινε ανενόχλητη στη ζώνη της Σμύρνης, αλλά αντιμετώπισε έντονη τουρκική αντίσταση, ήδη από το Σεπτέμβρη του ’19, με συνέπεια να εμπλακεί όλο και εντονότερα στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Το ζήτημα αυτό είχε δύο διαστάσεις, ως προς την διαχείριση του: την βενιζελική και την αντιβενιζελική. Ο Βενιζέλος έβλεπε ως μόνη λύση του ζητήματος την συμπαράταξη της Ελλάδας με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ οι αντίπαλοι του δεν αντιλαμβάνονταν το ζήτημα των Δυνάμεων, αλλά προέβαλαν την ανεξάρτητη Ελλάδα, που δια της λόγχης θα αντιμετωπίσει τους κεμαλικούς. Αποδείχθηκε ότι ο Βενιζέλος είχε δίκιο και ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να σηκώσει μόνη της το βάρος και ότι οι αντίπαλοι του δεν ήταν τόσο καλοί σε διπλωματία και διεθνείς σχέσεις.  Η Καταστροφή θα οδηγήσει στη έξοδο του Μικρασιατικού ελληνισμού, ο οποίος πρίν τον πόλεμο αντιστοιχούσε στο ¼ του ελληνισμού στα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή. Περίπου ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες θα φθάσουν τελικά στην Ελλάδα, και θα την μεταμορφώσουν πληθυσμιακά, οικονομικά και κοινωνικά.

 

2 (1)Στον ελληνικό Μεσοπόλεμο εμφανίζεται ο  επονομαζόμενος «αγροτικός εθνικισμός» ως μια νέα μορφή εθνικισμού. Θα μπορούσατε να μας τον περιγράψετε;

    Ο αγροτικός εθνικισμός δεν απευθύνονταν στους πρόσφυγες και κακώς τους έχουμε τοποθετήσει ιστοριογραφικά σαν μια εντελώς ξεχωριστή και διακριτή πληθυσμιακή ομάδα, εντός της ελληνικής επικράτειας. Οι πρόσφυγες και οι φορείς υποδοχής, εξ’ αρχής επεδίωξαν την ταχεία κοινωνική, οικονομική και παραγωγική ενσωμάτωση. Ο γεωργικός εθνικισμός ήταν μια ιδεολογική τοποθέτηση κατ’ αρχάς απέναντι στην οικονομική αγροτική κρίση του 1924 και την κορύφωση της  το 1928, που οδηγούσε τους αγρότες σε μαζική μετακίνηση, προς τα αστικά  κέντρα. Στην Ελλάδα βέβαια όταν μιλάμε για πόλεις εννοούμε την Αθήνα, το Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.

Για να ενισχυθεί το εισόδημα των αγροτών αλλά και να περιοριστεί το φαινόμενο της αστυφιλίας η Ελλάδα πήρε πολλά πρακτικά μέτρα, όπως η συγκέντρωση των σιτηρών, από το 1928, μέσω ενός κεντρικού φορέα και αφετέρου μέσω της προπαγάνδας, που σκοπό είχε να πείσει, με αφελή θα λέγαμε σήμερα τρόπο, τους αγρότες για την χρησιμότητα του επαγγέλματος τους καθώς και την ανάγκη να παραμείνουν στην γη τους και να την καλλιεργήσουν, ενώ στιγμάτιζαν αρνητικά τον αστικό τρόπο ζωής. Αυτός ο «αγροτισμός» που έλαβε ριζοσπαστικές μορφές κυρίως από το ’27 και μετά, όταν ελήφθησαν τα πρώτα μέτρα προστασίας των αγροτών, ενώ φορείς του είναι κυρίως οι γεωπόνοι και τα αγροτικά περιοδικά, που εξέδιδαν, όπως η «Αγροτική Ζωή», ο «Αγροτικός Ταχυδρόμος», τα Δελτία Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας, της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας και άλλα έντυπα μέσα της εποχής, όπως τα περιοδικά «Εργασία» και «Πολιτεία» , όπου εκεί βρίσκουμε πολλά άρθρα, που πέρα από το τεχνοκρατικό περιεχόμενο τους, βρίσκει κανείς και πολιτικό περιεχόμενο. Και όσο περνάει ο χρόνος, ο λόγος, γίνεται ακόμη πιο πολιτικός και ακόμη πιο εθνικιστικός, με έντονες αναφορές στο έθνος και το επάγγελμα του αγρότη ταυτίζεται με το λειτούργημα του στρατιώτη και η καλλιέργεια της γης με την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Αυτός ο εθνικιστικός αγροτιστικός λόγος προβάλλεται έντονα και επίσημα με το καθεστώς Μεταξά. Το 1937 σε μια ομιλία του ο Κωνσταντίνος Νέβρος , εξ ονόματος του Υπουργού Γεωργίας, Γεωργίου Κυριακού, εντός της Ακαδημίας Αθηνών, υπάρχει ταύτιση αγροτών και έθνους. Οι αγρότες είναι ό, τι καλύτερο υπήρχε εντός της ελληνικής κοινωνίας. Από το 1936 έως το 1941 αυτή η εικόνα των αγροτών, ως φυλάκων των συνόρων, προβάλλεται  μέσα από τις στήλες του «Νέου Κράτους», της «Νεολαίας» αλλά και όλων των έντυπων μέσων, του περιοδικού «Εργασία», του «Μέλλοντος». Ο γεωργικός εθνικισμός έτσι έλαβε μια πολύ επίσημη μορφή. Είναι δύσκολο κανείς  να αποδείξει την δημοφιλία αυτής της ιδεολογίας, αλλά σίγουρα αυτή η φιλοαγροτική εκστρατεία σε συνδυασμό με πληθώρα μέτρων και το προπαγανδιστικό σκέλος είχε πρακτικό αποτέλεσμα καθώς το ρεύμα της αστυφιλίας αναχαιτίστηκε. Η έκρηξη του ρεύματος τη δεκαετία του ΄20, από την ύπαιθρο στις πόλεις, με 500.000 ανθρώπους, στη δεκαετία του ’30 μιλάμε για περίπου 200.000 ψυχές, δηλαδή λιγότερο από μισό. Άρα, σίγουρα υπάρχει αντίκρισμα σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες.

Τέλος, ποια η θέση των αγροτών στο καθεστώς Μεταξά;

Μεταπολεμικά, στην ιστοριογραφία απομονώσαμε τους πρόσφυγες και τους θεωρήσαμε κάτι εντελώς διακριτό και ξεχωριστό, κάτι που δεν ισχύει τόσο. Δεν είναι τόσο έντονες οι αναφορές σε αυτούς εκείνη τη περίοδο, και αυτό ισχύει και για το καθεστώς Μεταξά. Δεν υπήρξαν οπαδοί του Μεταξά, άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία ήταν βενιζελικοί, λάτρεις του Νικολάου Πλαστήρα. Σε κάθε προσφυγικό σπίτι δίπλα στη Παναγία υπήρχαν εικόνες του Πλαστήρα και του Βενιζέλου, γεγονός, που ισχύει και μεταπολεμικά. Δεν έτυχαν κάποιας ιδιαίτερης μεταχείρισης ή κάποιας διάκρισης. Μια διαπίστωση είναι ότι η αγροτική προπαγάνδα του Μεταξά είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Πελοπόννησο, από ότι στις Νέες Χώρες. Δεν μπόρεσαν να δημιουργηθούν οι «Οίκοι του Αγρότου», που εφαρμόστηκαν πειραματικά μόνο στη Πελοπόννησο. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τους πρόσφυγες ως «πελατεία» του Ιωάννη Μετάξα ή ως εχθρούς του. Γενικά, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τους πρόσφυγες από την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία.

Πλουμίδης

Ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1974. Το 1996 αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Το 2000 έλαβε Master’s απότο School of Slavonic and East European Studies. Το 2004 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ από το Department of Byzantine and Modern Greek Studies του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.Το 2009 αναγορεύτηκε λέκτορας της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τον Μάρτιο του 2015 υπηρετεί ως Επίκουρος Καθηγητής της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χάρης Μελετιάδης: Το ζήτημα της Παιδείας στη πολιτική σκέψη του Ελευθερίου Βενιζέλου

Η συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτρη Μητσόπουλο, προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Κύριε Μελετιάδη, αρχικά, θα ήθελα να μας αναλύσετε, την εκπαιδευτική πολιτική, που ακολουθήθηκε, στη Κρητική Πολιτεία(1899) και την περίοδο 1910-1920, επί Βενιζέλου;

Ο Βενιζέλος έχει ένα νέο τρόπο να βλέπει το εκπαιδευτικό σύστημα και αυτό είναι φανερό από τις πρώτες συζητήσεις, αν όχι και νωρίτερα σε άρθρα του στην εφημεριδα «Λευκά Όρη». Κατά τις συνταγματικές συζητήσεις της Κρητικής Πολιτείας, προωθεί μια νέα ιδέα που είναι παράδοξη και πρωτοποριακή όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και τα ευρωπαϊκά ηπειρωτικά δεδομένα: όποιος θέλει, αρκεί να μην αντιστρατεύεται τους νόμους και την ηθική του κράτους μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο, χωρίς να ελέγχει το κράτος τι διδάσκει. Αν θέλει, ας πούμε να διδάσκει μαντινάδες, μπορεί να διδάσκει μαντινάδες, αν θέλει να διδάσκει ελληνικά, μπορεί να διδάσκει ελληνικά. Ακριβώς, αυτός ο άνθρωπος είναι ελεύθερος αρκεί να μην αντιστρατεύεται την ηθική και τους νόμους του κράτους. Αυτή η ιδέα έχει καταγωγή. Δεν είναι επινόηση του Βενιζέλου. Είναι μια ιδέα, που τη συναντάμε στο βιβλίο ενός καθηγητή του, όταν σπούδαζε στη νομική σχολή στην Αθήνα, του Θεόδωρου Φλογαϊτη. Ο Φλογαϊτης ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση νομικού, που είχε ενημέρωση ακόμη και για τις νομικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί κυρίως εντοπίζεται αυτή η εκπαιδευτική δυνατότητα, όπως και στην Αγγλία. Ο Φλογαϊτης τα διδάσκει αυτά στις παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου και αυτή την ιδέα ασπάζεται ως φοιτητής και ο Βενιζέλος. H διαδρομή από το δάσκαλο στο μαθητή, από τον Φλογαϊτη στο Βενιζέλο έχει πολλά στάδια και επίπεδα. Ο Βενιζέλος στη Κρητική Πολιτεία καθιερώνει ένα τέτοιο σύστημα εκπαίδευσης και έτσι στην ουσία λέει ότι κάθε κοινότητα, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι ας ιδρύσουν ό,τι σχολείο θέλουν και ας το συντηρήσουν, όπως μπορούν. Δεν τον ενδιαφέρει αν το σχολείο θα έχει δίδακτρα, αν θα επιχορηγείται ή αν θα υπάρχει κάποιος ευεργέτης. Η σύλληψη αυτή βρίσκεται σε αντιδιαστολή με το εκπαιδευτικό μοντέλο στην Ελλάδα και έτσι συναντάει αντίδραση μεταξύ των Ελλήνων βουλευτών. Επιπλέον πολλοί μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι αντιδρούν προς τις πολιτισμικές προοπτικές που έθετε κατά τη συνταγματική συζήτηση ο Βενιζέλος με τον ισχυρισμό ότιοι Μουσουλμάνοι της Κρήτης λόγω της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας δεν θα είναι σε θέση να διαβάζουν τα κείμενα· ήθελαν συνεπώς να εγκαθιδρύσουν μια διπλή γλωσσική πραγματικότητα στο νησί, μολονότι προφορικός λόγος όλων ανεξαρτήτως θρησκείας ήταν στα ελληνικά. Ο Βενιζέλος αντιπαραβάλει το επιχείρημα ότι τα ελληνικά στα δημόσια κείμενα της Κρητική πολιτείας θα μπορούσαν να είναι κατανοητά από όλους, αρκεί να μην έχουν πολλές «ελληνικούρες» και με την επίνοια αυτή φαίνεται να συντάσσεται με μια απλουστευμένη, επικοινωνιακή μορφή της ελληνικής γλώσσας ως μέσου έκφρασης της διοίκησης.

                Αυτή η αντίληψη τον ακολουθεί και στην ηπειρωτική Ελλάδα, το 1911, όταν ο Βενιζέλος έρχεται, μετά το κίνημα στο Γουδί, και αντιμετωπίζει το γλωσσικό ζήτημα. Το ξεπερνά λέγοντας ότι η γλώσσα η επίσημη είναι  η γλώσσα του κράτους, χωρίς όμως υπερβολές και όσο το δυνατόν, πιο κατανοητή. Το γλωσσικό ζήτημα δεν θα επιλυθεί στους δρόμους με κοινωνικές εντάσεις, αλλά μέσα στο σχολείο. Το σχολείο όμως είναι ζήτημα συσχετισμών και επάλληλων πολιτισμικών διεργασιών. Το τι γίνεται σε μια σχολική τάξη δεν είναι απλό πράγμα, δεν λέει, ας πούμε, ο δάσκαλος Α και οι μαθητές μαθαίνουν Α. Γίνονται πολλά πράματα μέσα σε μια τάξη. Ο Βενιζέλος φαίνεται ότι από το ’11 προωθεί μια λύση, κοντά στη λύση της Κρήτης, που αποκτά όμως πιο σοβαρό θεσμικό χαρακτήρα καθώς αποτυπώνεται στο άρθρο για την επίσημη γλώσσα του κράτους. Το γλωσσικό ζήτημα αφήνεται στους συσχετισμούς της εκπαίδευσης να λειτουργήσουν υπέρ μιας γλωσσικής συναίρεσης ανάμεσα στο γραπτό και τον προφορικό λόγο.

                Το 1913 γίνεται η πρώτη σοβαρή, κατά τη γνώμη μου, απόπειρα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και προωθείται το σχολείο του λαού, από το οποίο θα περνάνε όλοι οι Έλληνες. Είναι το σχολείο των βασικών γνώσεων. Ο Βενιζέλος στήνει αυτό το σχολείο, αλλά τα νομοσχέδια του 1913 δεν γίνονται νόμος του κράτους. Χρειάζεται να φτάσουμε στο 1917, να μεσολαβήσει ο Διχασμός και να επιστρέψει ο Βενιζέλος στην Αθήνα. Όσο όμως ήταν στη Θεσσαλονίκη καθιερώνει την δημοτική γλώσσα στα αναγνωστικά των πρώτων τεσσάρων τάξεων του δημοτικού σχολείου.Γίνεται έτσι ένα σημαντικό βήμα, ενώ το 1918 γίνεται προσπάθεια επέκτασης της δημοτικής γλώσσας, στα αναγνωστικά της 5ης και 6ης δημοτικού.

Κύριε Καθηγητά, ποία ήταν η σημασία της εκπαιδευτικές μεταρρύθμισης του 1929;

                Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 είναι τομή. Πρόκειται για μια πραγματικά μεγάλη μεταρρύθμιση. Το καινούριο στοιχείο είναι ότι τώρα πια δεν έχουμε μόνο τους αντιπάλους της δημοτικής, αλλά έχουμε και την παρουσία του κομμουνιστικού κινήματος, που έχει τα δικά του ενδιαφέροντα, τις δικές τους στοχεύσεις, τη δικιά του πολιτική. Μάλιστα, υπάρχει ο Δημήτρης Γληνός, που έχει μετακινηθεί και δεν είναι πια φιλελεύθερος οπαδός του Βενιζέλου, αλλά ανήκει στις τάξεις του Κ.Κ.Ε. Ο Γληνός έχει κοινωνική ατζέντα για το σχολείο, ενώ είναι ένας σημαντικός και ικανός αντίπαλος, καθώς έχει πείρα και γνώσεις. Έχειεργαστεί για τη μεταρρύθμιση του 1913 και έχει συντάξει το νόμο του 1917. Η μεταρρύθμιση του 1929 προωθεί το δημοτικό σχολείο, αλλά το βασίζει στις αρχές του σχολείου εργασίας. Η τομή, που επιχειρείται τότε, βασίζεται στις θεωρίες του Georg Kerchensteiner, ενός γερμανού παιδαγωγού, τον οποίον περιέργως τον χρησιμοποιούν οι πάντες, και φιλελεύθεροι και συντηρητικοί και άλλοι, έστω και αν το έργο του δεν είναι απολύτως κατανοητό, σε όλες του τις διαστάσεις. Στη μεταρρύθμιση του ’1929 ξεχωριστό ρόλο παίζει ο Δημήτριος Γόντικας, ο οποίος είναι εκφραστής μιας κάπως παραδοσιακής αντίληψης για τα πράγματα, ενώ ειδικός αγορητής, στις συζητήσεις στη Βουλή είναι  ένας φιλόδοξος νέος, ο Γεώργιος Παπανδρέου. Το 1930 παραιτήθηκε ο Γόντικας και τον διαδέχτηκε ο Παπανδρέου.

                Μετά το πόλεμο στην απόπειρα μεταρρύθμισης του Καραμανλή, το 1958, και κυρίως του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1963-1964, οι αντίπαλοι των αλλαγών λένε ότι επιχειρείται η επαναφορά μοντέλων και προτάσεων, που διατυπώθηκαν το 1929. Από αυτό συνάγεται η «μακρά διάρκεια» της σημασίας της μεταρρύθμισης του 1929.

Τέλος, θα ήθελα να σας ρωτήσω, ποιον δρόμο ακολουθεί ο Βενιζέλος στο γλωσσικό ζήτημα, στη Μακεδονία;

                Όπως είναι γνωστό, η Μακεδονία, υπήρξε μια γλωσσικά ανομοιογενής περιοχή, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Οι εμπειρίες των μακεδονομάχων που προέρχονταν από το ελληνικό κράτος περιλάμβαναν εικόνες μιας αφελληνισμένης γλωσσικά περιοχής πλην γεμάτης αυτοθυσία εθνικής συνείδησης των γηγενών· εντυπώσεις ότι γύρω από τα σχολεία διαδραματίστηκε ένας τιτάνιος αγώνας, που κλόνισε τον παραδοσιακό πολιτισμικό ρόλο τους και τα έριξε στη δίνη των εθνικισμών· πληγές, καταστροφές, θάνατος και πένθος που αναστάτωσαν τις δομές της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι η ελληνική κοινωνία σαν να μην πρόλαβε να το επεξεργαστεί ολοκληρωμένα και να το εκφέρει με τη μορφή ενός προωθητικού προτάγματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις διαπραγματεύσεις της ειρήνης των βαλκανικών πολέμων ο Βενιζέλος δεν επικαλούνταν τη γλώσσα ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας.Μια τέτοια τακτική ήταν adhoc προσανατολισμένη στις διαπραγματεύσεις και δεν μπορούσε να έχει συνέχεια μέσα στα όρια του κράτους, όπου πλέον ζούσαν όχι μόνο οι αφελληνισμένοι γλωσσικά ελληνικοί πληθυσμοί, αλλά και ομάδες άλλες χωρίς ελληνική συνείδηση, τις οποίες είτε η παραδοσιακή παρουσία τους είτε η δίνη των πολεμικών επιχειρήσεων είτε οι συνοριακές διευθετήσεις τους έφεραν εντεύθεν των κρατικών συνόρων.

Ο Βενιζέλος ήδη σε αγόρευσή του στη Βουλή στις 15 Δεκεμβρίου 1914 επεσήμανε: «Εάν θέλωμεντους αλλογλώσσους αυτούς να τους κάμωμεν να μάθουν τα ελληνικά και Έλληνας, οφείλομεν να τους διδάξωμεν την λαλουμένην γλώσσαν και όχι την ψευδή. Βεβαίως εάν θελήσωμεν να τους πούμε τον σκύλο να τον λέγουν κύνα δεν θα κατορθώσωμεν ποτέ να κάμωμεν τίποτε». Σπεύδω να σημειώσω αμέσως ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι ακόμη εκείνη την εποχή αυτονόητη: ο βουλευτής Κορινθίας Σωτήριος Κροκιδάς, επιφανής νομικός με σπουδές στη Γερμανία και στη Γαλλία και αργότερα πρωθυπουργός, απαντά αμέσως στην τοποθέτηση του Βενιζέλου: «Ας μας λείψουν αυτά, εάν πρόκειται να χαλάση η γλώσσαν μας». Τι σημαίνει αυτή η αντίδραση; Κατά τη γνώμη μου ο Κροκιδάς φαίνεται να λέει ότι ο εξελληνισμός στη Μακεδονία θα ακολουθήσει μια μόνο οδό, την οδό της ωμής επιβολής. Είναι ο Κροκιδάς ο μόνος που υποστηρίζει μια τέτοια άποψη; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Η γλωσσική καταπίεση και οι βίαιες εθνοκαθάρσεις δεν συνιστούν άγνωστη πολιτική επιλογή μόνο στην Ελλάδα, αλλά και τρέχουσα πολιτική επιλογή στην ηπειρωτική Ευρώπη γενικά και όχι απλώς στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας, όπως έδειχνε τότε το γνωστό στους δημοτικιστές βιβλίο του OnisiforGhibu,ή αργότερα στην οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Βενιζέλος όμως δεν ασπάζεται αυτή τη λογική, τη λογική της βίαιης εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, αλλά θεωρεί ότι η εκπαίδευση είναι ο παράγοντας εκείνος, που θα μεταβάλλει τις συνθήκες.

Στην πραγματικότητα οι τομές που προωθεί ο Βενιζέλος, για το γλωσσικό ζήτημα έχουν διττό χαρακτήρα και στόχευση: από τη μια να ενισχύσει τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας, που έχει πλέον επεκταθεί και ενέχει ακόμη στοιχεία από τους εθνικισμούς του παρελθόντος, από την άλλη να χρησιμοποιήσει το σχολείο για να μεταδώσει ένα σύνολο κοινών αξιών, αρχών με στόχο την επιβίωση της πολιτείας και ταυτόχρονα ένα σύνολο δεξιοτήτων για την επιτυχία στο επάγγελμα και στο βίο, το οποίο θα λειτουργήσει και αυτό ενισχυτικά προς την κοινωνική συνοχή. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο αγώνας για το γλωσσικό ξανακέρδισμα των πληθυσμών βρίσκεται στο παρασκήνιο ή ακριβέστερα στο παρασκήνιο μένουν όλες εκείνες οι ενέργειες που θα συγκροτούσαν την αυθαίρετη και μονόπλευρη γλωσσική επιβολή· επιλέγεται αντίθετα μια μετριοπαθής σύλληψη, η οποία κατά τη γνώμη μου είναι η δοκιμασία για το υβριδικό πολυπολιτισμικό κράτος, που αρχίζει να σχεδιάζει ο Βενιζέλος  για τα μικρασιατικά εδάφη και εξαγγέλλει από το 1916 κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο.

Ο κ. Χάρης Μελετιάδης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου
Ο κ. Χάρης Μελετιάδης είναι Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Tο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και το έργο του. Συνέντευξη με τον Διευθυντή του κ. Νικόλαο Παπαδάκη.

Κύριε Παπαδάκη, στο πλαίσιο τoυ αφιερώματος μας σε επιστημονικά και ακαδημαϊκά  ιδρύματα στην Ελλάδα θα θέλαμε να μας μιλήσετε, για την ιστορία, το έργο και τις δράσεις του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Βενιζέλος»

Αυτή η αναδρομή απαιτεί πολύ χρόνο. Το ίδρυμα ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό. Τη μελέτη της σημαντικότερης προσωπικότητας του νεότερου ελληνισμού. Ένα κενό που είχε να κάνει τόσο με την έρευνα όσο και με τη συγκρότηση των μελετών, που αναφέρονται στο έργο, στην εποχή και στη προσωπικότητα του Βενιζέλου. Αναμφισβήτητα, πριν συσταθεί το ίδρυμα υπήρχαν αξιόλογες μελέτες και σημαντικές εκδόσεις, αλλά έλειπε  ο συντονισμός. Αυτό το έργο ανέλαβε το Ίδρυμα, που συστάθηκε το 2000 στα Χανιά.  Το Εθνικό Ίδρυμα  Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος»  έχει διαφορετικό χαρακτήρα από άλλα ομόλογα ιδρύματα, που αφορούν άλλες μεγάλες προσωπικότητες της χώρας.  Έχει θεσμικό χαρακτήρα, καθώς μετέχουν στη διοίκηση του ελάχιστα φυσικά πρόσωπα. Το μέγιστο ποσοστό της διοίκησης  κατέχεται από θεσμικούς παράγοντες με εκπροσώπηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, της Εκκλησίας,  φορέων, όπως τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Κρήτης, πνευματικών ιδρυμάτων, όπως το Μουσείο Μπενάκη. Όλα αυτά προδιαθέτουν την διαύγεια και την επιστημονική προσέγγιση του στόχου. Το ίδρυμα δεν συστάθηκε, για να καταλήξει σε μια εκκλησία του Βενιζέλου ή να κάνει μια αγιογράφηση του. Συστάθηκε, για να μελετά το έργο και τη προσωπικότητα του, πλην όμως στο πλαίσιο της επιστημονικής δεοντολογίας. Η συνεργασία με κορυφαίους πανεπιστημιακούς φορείς της χώρας, με κορυφαία ιδρύματα, όπως καλή ώρα, τώρα με το Ι.Μ.Χ.Α και με το Ίδρυμα της Βουλής, στη πραγματοποίηση του συμποσίου, που είναι εν εξελίξει. Επιδιώξαμε και καταφέραμε ,νομίζω, το βήμα του Ιδρύματος, όπου και αν είναι αυτό, είτε στα Χανιά, είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, να είναι ελεύθερο βήμα. Να είναι ανεπηρέαστο, από ψυχώσεις και φανατισμούς.  Κεντρικός άξονας είναι να υπηρετηθεί στο μέγιστο δυνατό η ιστορική αλήθεια,  γεγονός που το αποδεικνύουν όχι μόνο οι εκδόσεις και τα συνέδρια αλλά η ευρύτερη παρουσία  του ιδρύματος στον επιστημονικό και εκπαιδευτικό χώρο. Κάθε χρόνο 4000 παιδιά περνάνε από το ίδρυμα, όχι μόνο για να επισκεφθούν το ίδρυμα ή το σπίτι του Βενιζέλου, αλλά για  τις πολύ υψηλού επιπέδου δράσεις, που το ίδρυμα μας συνεχίζει να προσφέρει. Η ιστορία στο ίδρυμα έχει διαδραστική μορφή, είναι ζωντανή και λόγω του διαρκώς αυξανόμενου ενδιαφέροντος μερικές φορές δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε, όπως θα θέλαμε. Αντιλαμβάνεστε ότι από όλη την Ελλάδα χιλιάδες παιδιά και δεν μπορούμε να τους εξυπηρετήσουμε όπως θα θέλαμε. Φέτος, οι δράσεις του ιδρύματος θα επεκταθούν και θα χρησιμοποιήσουμε νέες μεθόδους, όπως τη «βαλίτσα» με εκπαιδευτικό υλικό, που θα αντικαθιστά το σπίτι του Βενιζέλου και θα ταξιδέψει σε σχολεία όλης της χώρας και του εξωτερικού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βαλίτσα κατασκευάστηκε στη Θεσσαλονίκη. 

Εντάσσεται στους στόχους του ιδρύματος η εξωτερίκευση του έργου του Βενιζέλου;

Η εξωστρέφεια είναι βασικό ζητούμενο, αν και πρόκειται για μια πολύ δύσκολη προσπάθεια. Το γεγονός αυτό σχετίζεται άμεσα με τους πόρους και τα οικονομικά του ιδρύματος, που είναι σε κάτω του μετρίου κατάσταση.  Επίσης, ο στόχος αυτός σχετίζεται άμεσα με την παρούσα οικονομική κατάσταση, αλλά δεν καταθέτουμε τα όπλα. Η αποκατάσταση του σπιτιού του Βενιζέλου στη Χαλέπα, με χρήματα του ΕΣΠΑ, οδήγησε σε ένα πρότυπο μουσειακό έργο, αυτής της πολιτικής. Το σπίτι αποκαταστάθηκε με ευρωπαϊκά κονδύλια. Ο επισκέπτης μένει έκπληκτος με όσα συναντά στο σπίτι του Βενιζέλου και νιώθει ότι μπορεί να επιστέψει στο κλίμα της εποχής, εκεί που έζησε μια μεγάλη προσωπικότητα. Δυο επισκέπτες, ένας γάλλος πανεπιστημιακός, έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών ότι θεωρεί το σπίτι εφάμιλλο του Γάλλου στρατηγού Ντε Γκωλ και ένας Αμερικάνος έγραψε ότι κάτι τέτοιο είδε μόνο στο σπίτι του Άβρααμ Λίνκολν. Στο βιβλίο επισκεπτών συναντά κανείς χιλιάδες τέτοια σχόλια. Όλα αυτά τα λέω, για να ενισχύσω την προβολή του σπιτιού και εδώ οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλονικείς αξίζει να επισκεφθούν  το σπίτι.

Κύριε Παπαδάκη, όλοι ξέραμε για το κοινωνικό και πολιτικό έργο. Θα ήθελα να μας  μιλήσετε για τη προσωπικότητα του Βενιζέλου. Τι άνθρωπος ήταν ο Βενιζέλος;

Είμαι θαυμαστής του Βενιζέλου αλλά όχι αγιογράφος του. Ήταν πολυσύνθετη προσωπικότητα. Απλός, ευαίσθητος, ευγενής, από την άλλη πλευρά ως πολιτικός προσπάθησε να θεμελιώσει θεσμούς και να τους υπερασπιστεί. Οι συνθήκες της εποχής δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το έργο του. Ήταν σκληρός, όταν χρειαζόταν να υπερασπιστεί τη χώρα του και να αντιμετωπίσει πολιτικές, που υποθήκευαν το μέλλον της χώρας.

Οι σχέσεις του με το λαό μαρτυρούνται από πολλές πηγές. Δεν ήταν λαϊκιστής. Ήταν μέσα στα γεγονότα και  στις επαναστάσεις για αυτό είχε την αγάπη του κόσμου. Θα πρέπει να δει κανείς, να διαβάσει την αλληλογραφία του. Να διαβάσει περιγραφές συνεργατών του. Να εντυπωσιαστεί από το χαμόγελο του, για να συνειδητοποιήσει το ψυχικό του κόσμου. Πάντα υποδεχόταν με χαρά τους παλιούς συντρόφους τους και ήταν στη διάθεση τους. Προσπαθούσε να τους στηρίξει και ακόμη περισσότερο μετά το γάμο του με την Έλενα Σκυλίτση απέκτησε οικονομική ισχύ. Πολλούς από αυτούς τους συντηρούσε.  Εν κατακλείδι, υπάρχουν ακόμη άγνωστα κεφάλαια γύρω από το Βενιζέλο.

stratigikes-epiloges-eleutheriou-benizelou-kata-a-pagkosmio-polemoΟ κ. Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης είναι  νομικός και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων. Διατέλεσε Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Βάμου από το 1980 ως το 1990. Διατελεί Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» από την ίδρυσή του το 2000. Διατελεί Αντιπρόεδρος του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αγία Σοφία» από το 1990.
Δημοσιεύσεις: Έχει συγγράψει δύο βιβλία με τίτλους: i)Ελευθέριος Βενιζέλος και Μακεδονία, 1914-1918: Η σημασία της μάχης του Σκρα (Μια επισκόπηση), Χανιά 2008 και ii) Eleftherios K. Venizelos: A biography, Chania 2006. Επίσης έχει επιμεληθεί διάφορες εκδόσεις με θέματα ιστορικά.

Μαρία Καζαντζίδου (ΙΑΠΕ): Ο αφανισμός του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Συνέντευξη στους Χαράλαμπο Γάππα και Δημήτρη Μητσόπουλο

Μαρία Καζαντζίδου (ΙΑΠΕ): Ο αφανισμός του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης

Συνέντευξη στους Χαράλαμπο Γάππα και Δημήτρη Μητσόπουλο

 

Κυρία Καζαντζίδου, στο πλαίσιο του συνεδρίου για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τη κοινωνική διάρθρωση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και κάποιους σταθμούς της ιστορίας, από το 1924 έως το 1964;

Σύμφωνα με τη πρώτη επίσημη απογραφή του 1927, στην  Τουρκία ζούσανε 199.822 ελληνόφωνοι χριστιανοί ορθόδοξοι, εκ των οποίων οι 7.000 ήταν κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου και οι 15.666 ήταν Έλληνες υπήκοοι, που είχαν μεταναστεύσει στο παρελθόν από περιοχές της Ηπείρου της Στερεάς Ελλάδας και του Μωριά,για επαγγελματικούς και οικονομικούς λόγους. Οι 15.000 ζούσαν υπό το καθεστώς των εταμπλί ενώ οι 7.000 ήταν Ίμβριοι και Τενέδιοι. Οι υπόλοιποι ήταν Χριστιανοί ορθόδοξοι αλλά τούρκοι υπήκοοι.  Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μουσταφά Κεμάλ υπογράψανε  το Σύμφωνο Ειρήνης και Φιλίας όπως ξέρουμε σύμφωνα με το οποίο, μπορούσανε και οι Έλληνες υπήκοοι να ζουν στη Τουρκία, πάντοτε υπό το καθεστώς των εταμπλί. Ωστόσο, εξετάζοντας την πορεία των ελληνορθόδοξων που ζούσαν στη Τουρκία, η περίοδος μετά το Σύμφωνο Φιλίας μόνο ειρηνική και φιλική προς τους Έλληνες δεν υπήρξε

Το τουρκικό κράτος στη προσπάθεια του να αποδυναμώσει το ελληνορθόδοξο στοιχείο κατά περιόδους έπαιρνε μέτρα, νομοθετούσε και έθετε περιορισμούς έτσι ώστε βαθμιαία να αποδυναμωθεί σιγά-σιγά το ελληνορθόδοξο στοιχείο. Υπάρχουν κάποιοι σταθμοί που δείχνουν τη βαθμιαία αποδυνάμωσή του. Ο πρώτος σταθμός είναι το 1932 με το Νόμο Περί Επαγγελμάτων. σύμφωνα με αυτόν απαγορεύονταν στους Έλληνες υπηκόους η άσκηση 20 επαγγελμάτων. Δεν αφορούσε εξειδικευμένα επαγγέλματα, αλλά αυτά που ασκούσε η μεσαία τάξη, όπως οι φωτογράφοι, κουρείς, ξεναγοί, πλανόδιοι πωλητές, κατασκευαστές ενδυμάτων, υποδημάτων,  καπελών, εργαζόμενοι στην εστίαση ή στη βιομηχανία την ξυλουργεία τις οικοδομές κ.ά. Αυτό το μέτρο έπληξε περίπου 12.000 Έλληνες υπηκόους, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Τουρκία, μη έχοντας κάποιο επάγγελμα να ασκήσουν. Στη συνέχεια με τον Β΄ Π. Π το τουρκικό κράτος επιστράτευσε μη μουσουλμάνους (Εβραίους, Αρμένιους, Ελληνορθόδοξους) και έστειλε τους μεν μεγαλύτερους σε στρατόπεδα στα βάθη της Ανατολής, τους δε νεότερους σε περιοχές της Ανατολικής Θράκης. Επίσημα δεν είναι γνωστός ο λόγος της επιστράτευσης, αυτοί οι άνθρωποι έζησαν για 14 μήνες σε στρατόπεδα, κάνοντας καταναγκαστικά έργα, υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ενώ 2.000 έχασαν τη ζωή τους στα τάγματα εργασίας και αρκετοί πέθαναν, μετά την επιστροφή στις εστίες τους, λόγω της ταλαιπωρίας, που είχαν υποστεί.              

 Ένα ακόμη μέτρο, που έπληξε τους μη μουσουλμάνους, είναι το «βαρλίκ Βεργκισί», δηλαδή ο φόρος ευμάρειας ή περιουσίας, που αρχικά (1942) θεσπίστηκε για όλο τον πληθυσμό, αλλά τελικά εφαρμόστηκε μόνο στους μη μουσουλμάνους. Οι διαμαρτυρίες όμως της γαλλικής, της γερμανικής και της ιταλικής κοινότητας μέσω των πρεσβειών τους διαμαρτυρήθηκαν έντονα και πέτυχαν την εξαίρεση τους, από το φόρο αυτό. Τελικά ο φόρος αυτός έπληξε μόνο τους ελληνορθόδοξους, τους Εβραίους και τους Αρμένιους. O οφειλέτης έπρεπε μέσα σε 10 μέρες -και σε ορισμένες περιπτώσεις δίνονταν παράταση 5 ημερών- να πληρώσει το χρέος του. Σε περίπτωση μη πληρωμής εκποιούνταν η περιουσία του και αν και η εκποιημένη περιουσία του πάλι δεν επαρκούσε στο να «καλύψει» την οφειλή του, οδηγούταν σε εξορία στη «Σιβηρία» της Ανατολής στο Άσκαλε και το Κοπ Νταγί σε τάγματα εργασίας, με σκοπό να αποπληρώσει έτσι την οφειλή του προς 100 γρόσια τη μέρα. Συνολικά εξορίστηκαν 2.500 άτομα από τα οποία τα 25 έχασαν τη ζωή τους στην εξορία.               

Μετά το πόλεμο πως είναι η ζωή των Ρωμιών και τι προβλήματα αντιμετώπιζαν;

Οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης ανήκαν στη μεσαία τάξη, ενώ ασχολούνταν με το εμπόριο και πολλοί ήταν ελεύθεροι επαγγελματίες, αποτελώντας ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της τουρκικής οικονομίας.

Septembriana_1955-2
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας στα ερείπια του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, Κωνσταντινούπολη.

Η μελανότερη σελίδα για τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης γράφτηκε το Σεπτέμβρη του 1955, στις 6 προς 7 Σεπτεμβρίου. Κατά τη διάρκεια των ημερών αυτών έφτασαν στη Κωνσταντινούπολη φορτηγά από άλλες περιοχές της Τουρκίας στη Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας άτομα, ενώ ο δήμος τους εφοδίαζε με τσεκούρια, ρόπαλα και βαριοπούλες  ενθαρρύνοντας τον όχλο αυτό να προβεί  σε ξυλοδαρμούς κατά Ελλήνων και σε λεηλασίες και καταστροφές των επιχειρήσεων τους, των κατοικιών τους, των εκκλησιών. Αφορμή υπήρξε μια εμπρηστική ενέργεια στη Θεσσαλονίκη κατά του Τουρκικού Προξενείου, γεγονός που προκάλεσε ζημίες στο σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ. . Σήμερα γνωρίζουμε όμως πως αυτό υπήρξε αφορμή και πως δράστης ήταν ένας φοιτητής από τη Κομοτηνή, ο Οκτάϊ Εγκίν, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Τουρκία απέκτησε και πολιτικά αξιώματα. Αρχειακές έρευνες από τους εκεί ερευνητές αποκαλύπτουν πως η όλη «επιχείρηση» οργανώθηκε από την Υπηρεσία Ανορθόδοξου Καθοριστική τομή υπήρξαν οι απελάσεις του 1964 όταν ο Ισμέτ Ινονού κατήγγειλε μονομερώς τη Συμβαση του 1930.

Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης χαρακτηρίζονταν επιζήμιοι, επικίνδυνοι και ανεπιθύμητοι για το τουρκικό κράτος, με την κατηγορία ότι ασκούν εγκληματικές ενέργειες, όπως κατασκοπεία, πορνεία , διακίνηση ναρκωτικών και άλλες εγκληματικές πράξεις και έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Από το μέτρο αυτό επλήγησαν περίπου 12.500 Έλληνες, αλλά η φυγή Ελλήνων ξεπέρασε σε αριθμό τις 30.000 καθώς οι οικογένειες ήταν μεικτές και μπορούσε το ένα μέλος να έχει τούρκικη υπηκοότητα και τα υπόλοιπα ελληνική ή αντίστροφα. Συνολικά, ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης, μέσα σε 12 μήνες, μειώθηκε από 90.000 στις 30.000.

Septembriana_1955-1Η διαδικασία ήταν πολύ σύντομη και οδυνηρή. Έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα μέσα σε λίγα 24ωρα , ενώ το πληροφορούνταν από τις εφημερίδες ή την αστυνομία. Επιτάχθηκαν τα περιουσιακά τους στοιχεία, κινητά και ακίνητα, ενώ μπορούσαν να πάρουν μαζί τους μόνο μια βαλίτσα 20 κιλών και ένα ποσό, που αντιστοιχούσε στα 20 δολάρια. Αφού του ανακοινωνόταν η απέλαση του και από εκεί οδηγούνταν στο 4ο αστυνομικό τμήμα, υπέγραφε ένα έγγραφο, το οποίο δεν μπορούσε να διαβάσει, σύμφωνα με το οποίο ασκούσε εγκληματικές ενέργειες. Σε περίπτωση άρνησης του να υπογράψει οδηγούνταν στην απομόνωση, μέχρι να υπογράψει. Βέβαια, ήδη από το ’55  και μετά, πέρα από το επίσημο κράτος, υπήρξε μια συντονισμένη προσπάθεια για να συνδεθεί ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης με τα γεγονότα στη Κύπρο. Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α κατά των Ρωμιών, ενώ υπήρχε και ένα κίνημα «Πολίτη, μίλα τουρκικά!», που ανάγκαζε τους Ρωμίους της Πόλης να μιλάνε χαμηλόφωνα ή δεν μιλούσαν ελληνικά.  Παράλληλα, φοιτητικές εθνικιστικές ομοσπονδίες προχώρησαν σε ανθελληνικές ενέργειες οικονομικού αποκλεισμού, τοιχοκολλώντας πινακίδες , που έγραφαν: «Πολίτη, μην ψωνίζεις από αυτό το κατάστημα, γιατί ο ιδιοκτήτης του είναι Έλληνας και κάθε γρόσι που του δίνεις γίνεται σφαίρα, για τον Έλληνα αδερφό μας στη Κύπρο». Κανένας δεν συνελήφθη και κανένας δεν τιμωρήθηκε για αυτές τις ενέργειες.                   

Τα τελευταία χρόνια συλλέγονται μαρτυρίες Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Αυτές θα παρουσιαστούν στο συνέδριο, με κάποιο τρόπο;

septemvriana-konstantinople-1-1300Τα  τελευταία χρόνια εκπονήσαμε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με σκοπό τη συλλογή μαρτυριών και αρχειακού υλικού από Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Καταφέραμε να συγκεντρώσουμε 70 μαρτυρίες και πλούσιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, που αποτυπώνει την ζωή τους στην Πόλη. Στο συνέδριο υπάρχουν εισηγήσεις, που βασική πηγή άντλησης πληροφοριών είναι οι  προφορικές μαρτυρίες, όπως αυτή της κα Αικατερίνης Πλίασα,¨Η τελευταία άλωση¨: Τα Σεπτεμβριανά μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες των Κωνσταντινουπολιτών, του κ. Γιώργου Μαυρουδή, ¨Με μια Βαλίτσα στο χέρι¨. Οι απελάσεις του 1964-65 μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες των Κωνσταντινουπολιτών, της κα Ευδοκίας Σαρρίδου, Μνήμη και λήθη: ο ρόλος της συλλογικής μνήμης, των Μαρία Καζαντζίδου – Ελένη Ιωαννίδου, Οι Ρωμιοί απελαθέντες της Κωνσταντινούπολης στη Θεσσαλονίκη και της Μαρία Καζαντζίδου,Μια ομάδα, μία κληρονομία. Ο Πανθεσσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών   (1926-1979) ως φορέας συλλογικής μνήμης και κοινωνικής καταξίωσης.

14459784_1491901197505264_535039648_n

Η κα. Μαρία Καζαντζίδου αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1999, εργάζεται στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς ως  ιστορικός. Στα πλαίσια αυτά δραστηριοποιείται στον ερευνητικό τομέα με τη συλλογή προφορικών μαρτυριών, αρχειακού και φωτογραφικού υλικού καθώς και την αξιοποίηση αρχειακών τεκμηρίων δημόσιων φορέων και ιδιωτικών συλλογών. Συμμετείχε στην έρευνα, αξιοποίηση και  συγγραφή των ιστορικών φωτογραφικών λευκωμάτων: “Η Καλαμαριά Γράφει Ιστορία. 1940 – 1967 Από την Επιβίωση στη Δημιουργία” και “Μια ζωή Απόλλων Μορφωτικός Γυμναστικός Σύλλογος Ο Απόλλων 1926 – 2006”.  Διοργανώνει και συμμετέχει εκ μέρους του Ι.Α.Π.Ε. σε συνέδρια, ημερίδες διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και εκπαιδευτικά προγράμματα. Επίσης άρθρα της υπάρχουν δημοσιευμένα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Τα επιστημονικά και ερευνητικά της ενδιαφέροντα σχετίζονται με την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του προσφυγικού ελληνισμού στο σύνολό του (Πόντο, Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη) τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες του 1974 και των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης κατά τον 20ο αιώνα καθώς και η αποκατάστασή τους στην Ελλάδα

Ελένη Ιωαννίδου: Η ιστορία των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων και το ΙΑΠΕ Συνέντευξη στους Χαράλαμπο Γάππα και Δημήτρη Μητσόπουλο

Ελένη Ιωαννίδου: Η ιστορία των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων και το ΙΑΠΕ

Συνέντευξη στους Χαράλαμπο Γάππα και Δημήτρη Μητσόπουλο

 

 

Κυρία Ιωαννίδου, κατ’ αρχάς θα ήθελα να μου πείτε πως προέκυψε η ιδέα, για την ενασχόληση με τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης;

14508619_1491913464170704_1912843212_n
Η πρόσοψη του κτηρίου όπου στεγάζεται το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς

Ο στόχος του αρχείου δεν ήταν μόνο να ασχοληθεί με τους πρόσφυγες της Καλαμαρίας ούτε μόνο με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, που βέβαια ήταν το κύριο προσφυγικό ρεύμα προς την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα αλλά εξ’ αρχής σκοπός μας ήταν  να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης, κατά το δυνατόν όλα τα προσφυγικά ρεύματα, που προέκυψαν από πολεμικές ή πολιτικές αναταραχές. Έτσι λοιπόν θελήσαμε να ασχοληθούμε με τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης και μάλιστα από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας μας το 1995, οργανώσαμε μια σχετική ημερίδα, με αφορμή την επέτειο των 40 ετών από τα Σεπτεμβριανά. Οπότε έχοντας συγκεντρώσει ένα σημαντικό αριθμό προφορικών μαρτυριών, από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, που προέκυψαν από τη Συνθήκη Ανταλλαγής Πληθυσμών, θελήσαμε γύρω στο 2005 να ασχοληθούμε με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή τους Έλληνες, που αναγκάστηκαν να έρθουν στην Ελλάδα κυρίως με τις απελάσεις, στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Οπότε, έτσι ξεκινήσαμε να μελετάμε τη βιβλιογραφία, καταρτίσαμε ένα ερωτηματολόγιο, με στόχο να συγκεντρώσουμε προφορικές μαρτυρίες και αρχειακό υλικό, από τους ανθρώπους, που παίρναμε τις συνεντεύξεις.

14455818_1491901737505210_634202546_o
Εσωτερική όψη του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς

Αναζητήσαμε αρχικά από το σύλλογο Κωνσταντινουπολιτών κάποια ονόματα και στη συνέχεια ήρθαμε σε επαφή και με άλλους, καταφέρνοντας να συλλέξουμε 70 προφορικές μαρτυρίες και αντίστοιχα όσοι πληροφορητές είχαν αρχειακό υλικό, να συγκεντρώσουμε και από αυτούς το αρχειακό τους υλικό, φωτογραφίες και έγγραφα. Οπότε η σκέψη για το συνέδριο κυοφορούταν εδώ και καιρό. Ο αρχικός προγραμματισμός ήταν να γίνει πέρυσι το συνέδριο, επειδή ήταν η 60η επέτειος των Σεπτεμβριανών, αλλά λόγω των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών του περασμένου καλοκαιριού, δεν ήταν δυνατόν να οργανωθεί το συνέδριο και έτσι το συνέδριο αναβλήθηκε για φέτος.         

Ποίοι είναι οι στόχοι του φετινού συνεδρίου;

14446271_1491908660837851_336703036_oΤο συνέδριο αυτό δεν έγινε με ανοιχτή πρόσκληση, αλλά επιλέχθηκε να κληθούν κάποιοι καταξιωμένοι ερευνητές της ιστορίας, των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, αλλά και κάποιοι νέοι ερευνητές, που ασχολούνται με αρχεία  και θέματα, που δεν έχουν ερευνηθεί ιδιαίτερα. Ο στόχος μας είναι το Ι.Α.Π.Ε. να αναδείξει αυτό το τμήμα του προσφυγικού ελληνισμού. Στη Θεσσαλονίκη σε αντίθεση με την Αθήνα, δεν έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα αυτό το θέμα, καθώς στην Αθήνα υπάρχουν αρκετοί σύλλογοι Κωνσταντινουπολιτών, οι οποίοι λειτουργούν εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά στην Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε μικρότερος αριθμός. Στοχεύουμε στο να αναδειχθεί αυτό το θέμα στη πόλη και να προχωρήσουμε σε έκδοση των πρακτικών. Προέκυψαν 6 θεματικές, ανάλογες με τις ομιλίες: η πρώτη αφορά την περίοδο μετά την ανταλλαγή, που είναι εισαγωγή στο συνέδριο, η ιστορία μέσα από πρόσωπα, δηλαδή μεμονωμένα πρόσωπα που εντάσσονται στο συλλογικό πλαίσιο, η εκπαίδευση στην ελληνική μειονότητα, ενώ και στη βιβλιογραφία ελκύει αρκετά τους ερευνητές, καθώς ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες, που στήριζαν την ελληνική κοινότητα, «υπό διωγμόν» που αφορά τα περιοριστικά μέτρα, τα Σεπτεμβριανά και τις απελάσεις, «Εγκατάσταση και Ενσωμάτωση: μια νέα πατρίδα;» , γιατί μας ενδιαφέρει στη συνεδρία αυτή, να δούμε αν πράγματι υπήρξε αυτή η ενσωμάτωση στην Ελλάδα και τέλος η μνήμη και η ανάλυση της, δηλαδή πως θυμούνται την ιστορία τους. Έχουμε 26 ομιλητές και βιωματικές αφηγήσεις, των ίδιων των Κωνσταντινουπολιτών. Δεν υπήρχε περιθώριο και δυνατότητα, για να δούμε αναλυτικότερα την καθημερινή ζωή και τις διακοινοτικές σχέσεις .

14467131_1491909200837797_889426853_o Ευελπιστούμε ότι θα υπάρξει ένα νέο συνέδριο ή ημερίδα, σχετικά με αυτό το ζήτημα. Θα προβληθεί επίσης το ντοκιμαντέρ «Η απώλεια της πατρίδας», του Aydin Karancik, με συνεντεύξεις τόσο με Έλληνες όσο και Τούρκους , που εξετάζει κυρίως τις απελάσεις. Θα λειτουργεί επίσης έκθεση καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, από την Πέμπτη 29/9 μέχρι τη Κυριακή 2/10 με τίτλο: «Τα Σεπτεμβριανά εν θερμώ στα πρωτοσέλιδα», το οποίο οργανώνεται από την Ένωση Ομογενών Κωνσταντινουπόλεως Βορείου Ελλάδος και το Μορφωτικό Σύνδεσμο Μακροχωρίου Κωνσταντινουπόλεως και τη φέραμε την Αθήνα. Ελπίζουμε ότι θα την επισκεφτούν σχολεία. Το πρόγραμμα είναι πλούσιο και ελπίζουμε ότι θα προσελκύσει το ενδιαφέρον των φοιτητών και όχι μόνο.  Μας ενδιαφέρει να δούμε πως οι Κωνσταντινουπολίτες συνετέλεσαν στην διαμόρφωση της ταυτότητας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Εκτός από τα αρχεία πολύ σημαντικές είναι οι προφορικές μαρτυρίες και πολλές εισηγήσεις στηρίζονται σε προφορικές μαρτυρίες, μερικές εκ των οποίων συνελέγησαν από το Ι.Α.Π.Ε. Μας ενδιαφέρει η φωνή των ίδιων των ανθρώπων, γιατί μέσα στη καθημερινότητα ίσως έχει χαθεί το στίγμα της ταυτότητας τους και είναι ευκαιρία να ακούσουμε για τη ζωή τους, το πόνο τους για τις απελάσεις, την εγκατάσταση εδώ. .  Το συνέδριο θα λάβει χώρα στο θέατρο Μελίνα Μερκούρη, ενώ η παρακολούθηση του συνεδρίου θα είναι δωρεάν και θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

14453952_1138748736206325_1510938060_o

Η Ελένη Ιωαννίδου είναι ιστορικός, απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και εργάζεται από το 1994 στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη.Στο παρελθόν έχει εργαστεί στο Ιστορικό Αρχείο του Δημοτικού Μουσείου Καβάλας και στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη.Έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις σε πανελλήνια και διεθνή συνέδρια και ημερίδες, έχει πραγματοποιήσει δημοσιεύσεις σε συλλογικές εκδόσεις και ιστορικά περιοδικά και έχει αναλάβει την επιστημονική επιμέλεια εκδόσεων βιβλίων για τη σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης. Έχει ασχοληθεί με τη διοργάνωση ημερίδων, συνεδρίων, εκθέσεων, εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων και υπήρξε επικεφαλής ερευνητικών προγραμμάτων.Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα αφορούν τους Έλληνες πρόσφυγες του 20ου αιώνα, την προσφυγική εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, την κοινωνική ιστορία και την προφορική ιστορία.

Επιστημονική επιμέλεια των συλλογικών έργων:

  • Η Καλαμαριά στο Μεσοπόλεμο. (1920 – 1940). Δημιουργώντας τη Νέα Πατρίδα.
  • Ο Αθλητισμός των Προσφύγων στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου.
  • Η Καλαμαριά γράφει ιστορία. 1940 – 1967. Από την επιβίωση στη δημιουργία.
  • ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΠΟΛΛΩΝ. Μορφωτικός Γυμναστικός Σύλλογος «Ο Απόλλων» (1926-2006).
  • Η μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης. Η εγκατάσταση των προσφύγων στην πόλη (1920-1940). Πρακτικά ημερίδας.

Μέλος της οργανωτικής επιτροπής των συνεδρίων:

  • “Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’40. Μια κριτική αποτίμησ: ιστοριογραφική συζήτηση, μεθοδολογικές προτάσεις, ερευνητικά πεδία” – Επιστημονικό Συνέδριο του Δικτύου για τη μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων
  • «Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των προσφύγων». Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα.- 1ο Επιστημονικό Συνέδριο του Ι.Α.Π.Ε
  • «Αντί – αρχεία: Επανεξετάζοντας την ιστορία από τα κάτω» – 3o Διεθνές Συνέδριο Προφορικής Ιστορίας της Ένωσης Προφορικής Ιστορίας
  • “Ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης μετά τη Συνθήκη Ανταλλαγής Πληθυσμών (1923-2016). .- 2ο Επιστημονικό Συνέδριο του Ι.Α.Π.Ε.

Σπύρος Σφέτας : «Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη»

Σπύρος Σφέτας

«Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη»

 

 

 Κύριε καθηγητά, θα ήθελα να μας σκιαγραφήσετε το  πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974  στη Κύπρο

Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα υπήρχε ένταση στις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, δεδομένου ότι η Χούντα είχε ενεργοποιήσει δυναμικά τη στρατηγική της ένωσης. Η  κυβέρνηση των Αθηνών πίστευε πως,  λόγω του αναβαθμισμένου ρόλου της Ελλάδας στη Μεσόγειο και της ανοχής  που επέδειξαν τελικά οι Η.Π.Α στο χουντικό καθεστώς,  θα μπορούσε να επιβάλει τη λύση της ένωσης, με την εκχώρηση μιας στρατιωτικής βάσης στη Τουρκία. Ωστόσο, το σενάριο αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν ανέφικτο. Έκτοτε ακολουθείται μια στάση αναμονής από τον Παπαδόπουλο και αρχίζουν ενδοκοινοτικές συνομιλίες στη Κύπρο για τη διευθέτηση του συνταγματικού ζητήματος.  Εν τούτοις, καταλύτης για τις εξελίξεις είναι το εξής γεγονός: Εντός της  Χούντας των Αθηνών υπάρχουν διάφορες τάσεις. Η μετριοπαθής πολιτική του Παπαδόπουλου συγκρούεται με την σκληροπυρηνική πολιτική του Ιωαννίδη, του Λαδά, του Ασλανίδη και των άλλων, οι οποίοι εμμένουν στην λύση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ως εκ τούτου παρατηρούμε μια μετριοπαθή στάση του Παπαδόπουλου, ο οποίος θέλει η Χούντα να προχωρήσει  σε έναν «κοινοβουλευτισμό νέου τύπου», όπως τον αντιλαμβανόταν αυτός,  και  μια σκληρή στάση του Ιωαννίδη και άλλων  που δεν θέλουν  καμία αλλαγή του  καθεστώτος της Χούντας και εμμένουν  στην ένωση ως λύση του Κυπριακού.

Από το 1969 αρχίζει στην  Κύπρο ένας εμφύλιος πόλεμος. Δραστηριοποιείται  μια οργάνωση ενωτικών,  το Εθνικό Μέτωπο, που είχε  τη στήριξη  της σκληροπυρηνικής ομάδας της Χούντας και  κατηγορούσε   τον Μακάριο για προδοσία του οράματος της ένωσης με την μητροπολιτική Ελλάδα. Επίσης, ο Μακάριος κατηγορείται   ότι υποθάλπει τον κομμουνισμό λόγω της συνεργασίας με το ΑΚΕΛ και της ένταξης της Κύπρου στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Οι εσωτερικές διαμάχες της Χούντας μεταφέρονται ως αντανάκλαση  και στην Κύπρο. Ταυτόχρονα, γίνονται διαπραγματεύσεις με Τουρκοκύπριους για την επίλυση του συνταγματικού ζητήματος. Οι διαρκείς εσωτερικές αντιπαραθέσεις των Ελληνοκυπρίων  δίνουν το πρόσχημα  στους Τουρκοκύπριους να θέτουν μαξιμαλιστικά αιτήματα, τα οποία παραπέμπουν στη λύση της διχοτόμησης. Στην Αθήνα, ο  Γεώργιος Παπαδόπουλος επί της ουσίας έχει αποδεχθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, με ουσιαστικές παραχωρήσεις στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, ώστε να μην δίνεται στη Τουρκία το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι καταπιέζεται η μειονότητα. Και ο Μακάριος,   ο οποίος από το 1968 διέκρινε το ευκταίο  (ένωση) από το εφικτό (ανεξαρτησία),  ήταν υπέρ της παραχώρησης στους Τουρκοκυπρίους,  που από το 1963/64  είχαν αυτοπεριχαρακωθεί σε μη βιώσιμους  θυλάκους, ενός καθεστώτος πέραν μιας προστατευόμενης μειονότητας, αλλά χωρίς να μεταβληθεί ο ενιαίος  χαρακτήρας του κράτους. Ακριβώς για το βαθμό των προνομίων των Τουρκοκυπρίων συγκρούστηκε η Αθήνα με τη Λευκωσία το 1971.  Στον αντίποδα, η  σκιώδης ομάδα του  Ιωαννίδη  εμμένει πεισματικά στη λύση της ένωσης και στην φυσική και πολιτική εξάλειψη του «Κάστρο της Μεσογείου». Σημειωτέον, θα πρέπει να τονίσουμε πως ο Ιωαννίδης και ο Σαμψών έχουν ένα βεβαρημένο παρελθόν συγκρούσεων  με τον Πρόεδρο της Κύπρου, καθώς, όταν  το 1963 εισηγήθηκαν στον  Μακάριο τη σφαγή των Τουρκοκυπρίων ως λύση του Κυπριακού, ο Μακάριος τους απέπεμψε. Η σκληροπυρηνική ομάδα του Ιωαννίδη καπηλεύεται  το ευαίσθητό  ζήτημα της ένωσης. Μιλάμε  για έναν αρρωστημένο πατριωτισμό. Συνεπώς, όταν πέφτει ο Παπαδόπουλος και ανεβαίνει ο Ιωαννίδης με την ομάδα του στην εξουσία, αυτή η μεταβολή αντανακλάται και στην Κύπρο, διότι ο Ιωαννίδης συνεχίζει τις προσπάθειες εξόντωσης του Μακαρίου. Είχαν ήδη πραγματοποιηθεί  δολοφονικές απόπειρες  εναντίον του Μακάριου το 1970 και το 1973 με ηθικό αυτουργό τον Ιωαννίδη.   Παρόλα αυτά,  στο εσωτερικό ο Μακάριος φαίνεται να ελέγχει το παιχνίδι της εξουσίας. Όταν πέθανε ο Γρίβας τον Ιανουάριο του 1974,  ο  Μακάριος  ακολούθησε  πολιτική συμφιλίωσης,  δίνοντας αμνηστία σε όλους τους Γριβικούς, στην ουσία στην ΕΟΚΑ Β’, που ως διάδοχη οργάνωση  του Εθνικού Μετώπου υπέθαλπε εμφύλιο πόλεμο στην Κύπρο το 1972-74 κατά  των Μακαριακών.  Ωστόσο, η γραμμή του  Ιωαννίδη, ο οποίος μετά τον θάνατο του Γρίβα ήλεγχε την ΕΟΚΑ Β’, παραμένει αμετάβλητη.  Η Αθήνα επιθυμεί διακαώς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, για να καταστεί η χώρα σημαντικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, προσφέροντας παράλληλα ‘’υπηρεσίες στον δυτικό κόσμο’’, με την εξόντωση του Μακαρίου. Ταυτόχρονα, υπεισέρχεται και  το ζήτημα των πετρελαίων στο  Αιγαίο, η ανακάλυψη των οποίων πείθει  τον Ιωαννίδη ότι η Ελλάδα θα ευημερήσει ως μια νέα δύναμη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η γραμμή της Χούντας του Ιωαννίδη είναι ξεκάθαρη: δύο πράγματα μπορούν να συμβούν στο Κυπριακό. Συγκεκριμένα, είτε θα πραγματοποιηθεί η  ένωση της Ελλάδας με τη Κύπρο με πτώση του Μακαρίου,  είτε η Κύπρος θα ‘’κουβανοποιηθεί’’. 

Μετά τον θάνατο του Γρίβα , τον Ιανουάριο του 1974,   ο Μακάριος μέσω της δικής του αστυνομίας, του Εφεδρικού,  κατόρθωσε  να αποδιοργανώσει  την ΕΟΚΑ Β’,  αλλά το παιχνίδι αρχίζει τώρα  να παίζεται από την Εθνοφρουρά. Πρώην αντιμακαριακοί παίρνουν όπλα από αξιωματικούς της Εθνοφρουράς.  Στο σημείο αυτό  ο Μακάριος θέτει το ζήτημα των ευθυνών που έχουν Ελλαδίτες αξιωματικοί.  Καλεί την κυβέρνηση –  μαριονέτα του Ανδρουτσόπουλου να ανακαλέσει, από τη Κύπρο, μια ομάδα αξιωματικών, που στρέφονταν εναντίον του. Από την ελληνική κυβέρνηση έρχονται αόριστες απαντήσεις. Στην πορεία τίθενται και άλλα ζητήματα,  όπως για παράδειγμα, να επιλέγει ο Μακάριος τους μελλοντικούς Ελληνοκυπρίους αξιωματικούς που θα εκπαιδεύονταν  στις παραγωγικές σχολές της Ελλάδας.  Μάλιστα, αυτό προβλεπόταν από τις σχετικές συμφωνίες, αλλά επί της ουσίας δεν τηρούνταν. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμεί η Λευκωσία  είναι η   διαβεβαίωση της κυβέρνησης Ανδρουτσοπούλου, ότι δεν αποσκοπεί στην πτώση του Μακαρίου. Ωστόσο, πίσω από την επίσημη ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται ο Ιωαννίδης, ο επονομαζόμενος «σκοτεινός δικτάτορας».  Μάλιστα, ο Ιωαννίδης  έχει επικοινωνία με πράκτορες  της C.I.A και τους έχει εκμυστηρευθεί τα σχέδιά του και τους στόχους του.  Τα παραπάνω  τα γνωρίζει και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα  Τάσκα.   Η απομάκρυνση του Μακαρίου από την εξουσία μπορεί να γίνει  είτε με δολοφονία,  αλλά  αυτό δεν πέτυχε- όπως έλεγε και ο Μακάριος: «Δεν με πιάνουν οι σφαίρες»- είτε με πραξικοπηματική ανατροπή. Σε αυτό  ακριβώς αποσκοπεί ο Ιωαννίδης, με ανθρώπους που έχει μέσα στην Εθνοφρουρά. Ωστόσο, η ηγεσία της  είναι αντίθετη, καθώς ο  αντιστράτηγος  Γ. Ντενίσης είναι εναντίον όλων αυτών των σχεδίων. Εδώ  ο Ιωαννίδης λειτουργεί με την τακτική της παραπλάνησης και  της συνωμοσίας, κάτι που ταιριάζει με τον χαρακτήρα του και το ήθος του, όπως θα δούμε. Συνεπώς, το σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου προετοιμάζεται πριν ακόμα  από τη γνωστή επιστολή της 2ης Ιουλίου προς τον Γκιζίκη, που δημοσιεύθηκε στον Τύπο.  Με την επιστολή αυτή ο Μακάριος ζητούσε την απομάκρυνση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών, ήταν μια  κίνηση τακτικής στο πλαίσιο μιας αυτοάμυνας. Η επιστολή   δεν ήταν  ο καταλύτης για να εκδηλωθεί  το πραξικόπημα, καθώς αυτό  ήδη σχεδιάζονταν. Ο Μακάριος ήθελε μια επίσημη διαβεβαίωση ότι δεν υπάρχουν σχέδια ανατροπής του.  Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως μέσα στη κυβέρνηση Ανδρουτσοπούλου υπήρχαν και νηφάλια άτομα που καταλάβαιναν τι γίνεται και «έβλεπαν» την τουρκική εισβολή ως επακόλουθο,  αλλά δεν εισακούονταν. Έτσι, παραιτείται ο Άγγελος Χωραφάς, ο Ιωάννης Τζούνης, ακόμα  και ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τετενές.  Όλοι  καταλάβαιναν τις συνέπειες,  και ο Μακάριος φυσικά, για το λόγο αυτό το Εφεδρικό ήταν σε επιφυλακή τις νύχτες.   Ταυτόχρονα, συνεχίζονταν ικανοποιητικά και οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις για να λυθεί το Συνταγματικό, αλλά δεν είχαν πλέον νόημα.  Στο σχέδιο του Ιωαννίδη ήταν και παρέμενε η ένωση, η οποία αποτελούσε και μια καταστροφική επιλογή. Όπως σας ανέφερα, στο νησί μαίνεται ένας εμφύλιος το 1973  – 1974 με την ανάμιξη τώρα και αξιωματικών της Εθνοφρουράς. Κατά συνέπεια, όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι θα γίνει σε σχέση με τον Μακάριο.

Όσον αφορά τις Η.Π.Α,  υπάρχουν δύο  βασικές γραμμές. Δεν υπάρχει εξ αρχής μια συγκεκριμένη συνωμοτική αμερικανική στάση. Το 1974 η μια  μετριοπαθής γραμμή εκφράζεται από στελέχη  του  State Department, που  εισηγούνται  να δοθεί  ένα ισχυρό μήνυμα στον Ιωαννίδη, για να μην προβεί σε κινήσεις υπονόμευσης του Μακαρίου, γιατί κάτι τέτοιο  θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τη Κύπρο και την Ελλάδα. Μάλιστα, στις 29 Ιουνίου 1974 ο υφυπουργός Εξωτερικών  Σίσκο καλεί τον  Τάσκα να βρει τρόπο να επικοινωνήσει με τον Ιωαννίδη, για να τον ενημερώσει για τις συνέπειες που θα έχει η πράξη του,  με την επισήμανση ότι οι  Αμερικανοί  θα αποδέχονταν οποιαδήποτε λύση προέκυπτε από τις διακοινοτικές συνομιλίες. Η άλλη γραμμή είναι  του Κίσινγκερ και της CIA. Σύμφωνα με αυτή την σκληροπυρηνική γραμμή, οι Η.Π.Α δεν θα απέτρεπαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά του Μακάριου και  την  ακολουθούμενη  τουρκική εισβολή, θα προωθούσαν μια λύση  υπέρ των τουρκικών θέσεων. Έπρεπε  όμως με κάθε τρόπο να αποτραπεί ελληνοτουρκικός πόλεμος. Ο Κίσινγκερ, υπουργός Εξωτερικών από το 1973,  είναι κυρίαρχος παράγοντας  στην εξωτερική  πολιτική,  καθώς ο Πρόεδρος Νίξον είναι αποδυναμωμένος λόγω του σκανδάλου Watergate.  Επίσης, πολύ σημαντικός είναι και ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (Οκτώβριος 1973), καθώς ο πόλεμος αυτός συνδέει τη λύση του Κυπριακού με το Μεσανατολικό. Οι ΗΠΑ μετά  τον πόλεμο κέρδισαν την Αίγυπτο, η οποία απομακρύνεται από τη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής. Τα σχέδια των Αμερικανών επικεντρώνονται στη συγκρότηση ενός τριγώνου στην περιοχή μέσω μιας στρατηγικής σχέσης  Τουρκίας-Αιγύπτου-Ισραήλ. Στα νέα αυτά δεδομένα, η Τουρκία ήταν εξαιρετικά σημαντικός σύμμαχος των Η.Π.Α. Μάλιστα, οι ΗΠΑ ξεκινούν μια εκστρατεία αντιστροφής του αντιαμερικανικού κλίματος που επικρατούσε στη Τουρκία. Κίσινγκερ και Ετζεβίτ  γνωρίζονταν καλά, τουλάχιστο από το 1957, όταν ο τελευταίος ως υπότροφος παρακολουθούσε στο Χάρβαρντ τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του πρώτου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε πως αντιαμερικανικό κλίμα είχε καλλιεργηθεί στη χώρα λόγω της απομάκρυνσης των πυραύλων Jupiter μετά την  κρίση της Κούβας το 1962. Επίσης, η Άγκυρα είχε δυσαρεστηθεί από την αρνητική στάση των ΗΠΑ στα σχέδια εισβολής στο νησί το 1964. Η Τουρκία εκείνη τη στιγμή ήταν πιο σημαντικός σύμμαχος από την Ελλάδα. Το κλειδί της υπόθεσης είναι η θέληση των Η.Π.Α να αποφευχθεί ο πόλεμος, ο οποίος θα αποδυνάμωνε αισθητά τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

 Επιστρέφοντας στα τεκταινόμενα στην Αθήνα, το εν λόγω τηλεγράφημα με το αυστηρό μήνυμα του State Department δεν έφτασε στον Ιωαννίδη, καθώς, όταν ο Τάσκα έλαβε το τηλεγράφημα, με το πρόσχημα ότι ο ακριβοθώρητος Ιωαννίδης δεν εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, δεν τον αναζήτησε, και μια  πολιτική σύμβουλος της πρεσβείας μετέφερε υποτονικά ένα αόριστο μήνυμα για μη χρήση  βίας    στον Ανδρουτσόπουλο και στον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, με τον οποίο ο Ιωαννίδης διατηρούσε καλές σχέσεις. Αυστηρό μήνυμα  ότι μετά την ανατροπή του Μακαρίου θα εισβάλει η Τουρκία και η Αμερική δεν θα βοηθήσει δεν στάλθηκε ποτέ στον Ιωαννίδη. Αλλά και ο Ιωαννίδης ήθελε να παραπλανήσει τη C.I.A. Όταν έλαβε το υποτονικό αυτό μήνυμα,  στις 3 Ιουλίου αρνήθηκε σε πράκτορες της CIA ότι είχε σχέδια να ανατρέψει τον Μακάριο. Δεν ήθελε να φανεί ότι  το πραξικόπημα στη Λευκωσία ήταν εκπορευόμενο από την Αθήνα. Στόχος του ήταν να παρουσιαστεί  ότι η Εθνική Φρουρά αντιδρά, επειδή ο Μακάριος θέλει να διώξει τους  αξιωματικούς και να επεμβαίνει στον στρατό. Ο Ιωαννίδης  καλεί στην Αθήνα δήθεν για διαβουλεύσεις τον πρέσβη Ευστάθιο Λαγάκο και τον αρχηγό της Εθνοφρουράς, αντιστράτηγο Ντενίση, για να μην είναι παρόντες, όταν  εκδηλωθεί το πραξικόπημα, συγκαλύπτοντας την εμπλοκή της Αθήνας.

Μάλιστα, προχωρά ακόμα παραπέρα και στις 14 Ιουλίου στέλνει μήνυμα στη C.I.A ότι δεν έχει σχέδιο να ανατρέψει τον Μακάριο. Το τραγελαφικό είναι πως το επόμενο πρωί, ενώ το πραξικόπημα εξελίσσεται, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α αξιολογεί την πληροφορία αυτή… Εν κατακλείδι, δεν  ήταν πρωτίστως οι Αμερικανοί  που μηχανορραφούσαν κατά του Μακαρίου, αλλά  Ελλαδίτες αξιωματικοί της Χούντας. Η Αμερική δεν καταδίκασε το πραξικόπημα, δεν το χαρακτήρισε ως ανάμιξη στα εσωτερικά του κράτους, ενθαρρύνοντας έτσι τα σχέδια των Τούρκων. Σκοπός της αμερικανικής πολιτικής ήταν απλά  η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Κύριε Καθηγητά πως εξηγείτε το γεγονός πως το πραξικόπημα δεν εκδηλώθηκε εν τω μέσω της νυκτός ή τα ξημερώματα όπως είθισται σε τέτοιες ενέργειες   αλλά το πρωί της 15ης Ιουλίου;

 Το γεγονός αυτό εντάσσεται στην  τακτική  της παραπλάνησης. Ο Μακάριος είχε πληροφορίες ότι θα γίνει πραξικόπημα. Το πρωί εκείνο της 15ης Ιουλίου   είχε επιστρέψει  από τη Μονή  Κίκου  και πέρασε επιδεικτικά από το στρατόπεδο. Το ότι προετοιμαζόταν για πραξικόπημα καταδεικνύει το γεγονός πως είχε συγκροτήσει το λεγόμενο Εφεδρικό,  μια μυστική αστυνομία, που κάθε βράδυ περιπολούσε. Έτσι, εφαρμόζεται  και εδώ η τακτική της παραπλάνησης από τον Ιωαννίδη. Το πραξικόπημα γίνεται πρωί, καθώς το Εφεδρικό αναπαυόταν. Πιάστηκε στον ύπνο, όταν έγινε το πραξικόπημα. Η τακτική της παραπλάνησης του Ιωαννίδη οδήγησε στην αυτοκαταστροφή  του χουντικού καθεστώτος που έπεσε με μια εθνική τραγωδία. Θεωρούσε ότι οι Η.Π.Α θα  δεχτούν  το πραξικόπημα ως προσφορά  του στον δυτικό κόσμο, που απαλλάσσει την Κύπρο από τον Μακάριο και ότι οι Τούρκοι δεν θα εισβάλουν. Μια προσφορά στον δυτικό κόσμο και στους Τούρκους, καθώς πίστευε  ότι οι   Τούρκοι δεν θέλουν τον Μακάριο. Αλλά τον προτιμούν τον Σαμψών;  Ο Σαμψών είναι κόκκινο πανί για τους Τούρκους, η τοποθέτησή του  ως ‘’Προέδρου’’ είναι  βαθύτατη πρόκληση για την Τουρκία, άσχετα  αν είπε ότι πολιτική  του ήταν η ανεξαρτησία και η ολοκλήρωση  των ενισχυμένων  ενδοκοινοτικών συνομιλιών.  Αλλά  και με οποιονδήποτε  νέο ‘’Πρόεδρο’’ η Τουρκία θα εισέβαλε. Σε περίπτωση εισβολής ο Ιωαννίδης σχεδίαζε ελληνοτουρκικό πόλεμο-κάτι που οι Αμερικανοί ήθελαν να αποτρέψουν – αλλά δεν είχε προβεί σε καμιά προετοιμασία με το Γενικό Επιτελείο. 

Το Κυπριακό εκείνη την περίοδο συνδέεται άμεσα με το ζήτημα του Αιγαίου. Οι Τούρκοι έχουν ήδη  θέσει ζήτημα υφαλοκρηπίδας,  ζήτημα ‘’τουρκικής μειονότητας’’,   και οι διμερείς σχέσεις είναι οξυμένες. Ακόμη και όταν πήγε στην κηδεία του Ινονού ο υπουργός Πολιτισμού, ο Δημήτρης Τσάκωνας,  ο  Ιωαννίδης αντέδρασε. Πολιτικά πρόσωπα ήταν υπέρ των διμερών, έστω και προσχηματικών, συνομιλιών για τη συζήτηση  διμερών θεμάτων,  αλλά ο Ιωαννίδης δεν ασπαζόταν αυτή την  τακτική. Πρόκειται για ένα πλέγμα ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται  και το Κυπριακό, αλλά σε εκείνη τη φάση για τη Τουρκία κυρίαρχο είναι το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και του Αιγαίου. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως η Τουρκία εκείνη τη περίοδο αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση (επιτράπηκε η απαγορευμένη καλλιέργεια και  εξαγωγή οπίου).  Η Τουρκία  αποσκοπεί σε μια  λύση- πακέτο. Η Τουρκία βλέπει το Κυπριακό ως ένα ακόμη ζήτημα στο πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το Κυπριακό ήταν μέσο πίεσης εκείνη τη στιγμή. Τον Φεβρουάριο του  1972 υπήρξε συνεννόηση  του Τούρκου  πρωθυπουργού Νιχάτ Ερίμ  και του  Παπαδόπουλου για ανατροπή του Μακαρίου, την αποδιεθνοποίηση του Κυπριακού  και τη λύση του σε νατοϊκά πλαίσια,    όμως ο Μακάριος είχε πληροφορηθεί τα σχέδια, μέσω τηλεφωνικών υποκλοπών, τα δημοσιοποίησε, προκαλώντας την υποχώρηση του Παπαδόπουλου.  Τότε υπήρξε και δυναμική παρέμβαση των Αμερικανών κατά της ανατροπής του Μακαρίου και της κατάλυσης του κυπριακού κράτους. Έκτοτε ο Παπαδόπουλος δεν στράφηκε κατά του Μακαρίου. Μάλιστα το καλοκαίρι του 1973 καταδίκασε δημόσια τον Γρίβα  και την υπονομευτική δράση της ΕΟΚΑ Β’ στο  όνομα της  ‘’ψευτοένωσης’’. Οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές συνομιλίες σημείωναν πρόοδο,  αλλά από   τα μέσα του 1972 η Τουρκία  άρχισε να θέτει ζήτημα Αιγαίου,  ‘’τουρκικής ‘’ μειονότητας,  επέβαλε την εκλογή του  Οικουμενικού Πατριάρχη με το καθεστώς που ισχύει  μέχρι σήμερα. Μετά την ανατροπή  του Παπαδόπουλου (25.11.1973),   ο  Ιωαννίδης στηρίζει τον Γρίβα, την ΕΟΚΑ Β’, σχεδιάζει το πραξικόπημα.  

Ποια ήταν η στάση της ΕΣΣΔ στο Κυπριακό εκείνη την εποχή;

Η σοβιετική στάση γενικά ήταν υπέρ της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Μόσχα  δεν επιθυμούσε την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και  η λύση της ένταξής της  στους Αδέσμευτους ικανοποιούσε τα σοβιετικά συμφέροντα στη περιοχή.  Ακριβώς για   αυτό το λόγο στο παρελθόν (1964) οι Σοβιετικοί είχαν παίξει αποτρεπτικό ρόλο στο ενδεχόμενο  τουρκικής  εισβολής στη νήσο.  Όταν ο Μακάριος «έπαιζε το σοβιετικό χαρτί», αυτό το έκανε λόγω του φόβου μιας τουρκικής εισβολής. Όταν ανατράπηκε ο Μακάριος, τα δεδομένα άλλαξαν για τη σοβιετική πολιτική. Το πραξικόπημα ερμηνεύθηκε   από  τους Σοβιετικούς ως συνωμοσία για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Η τουρκική εισβολή δεν ήταν πλέον ανεπιθύμητη, καθώς προκαλούσε ρήγμα στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία είχε ενημερώσει την Ε.Σ.Σ.Δ για την εισβολή και αυτή δεν αντέδρασε. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει εξάλειψη των ανταγωνισμών.  Η Ε.Σ.Σ.Δ δεν θα διακύβευε το φιλικό κλίμα  τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α λόγω Κυπριακού, εκείνη την περίοδο υπάρχει αμερικανο-σοβιετική πρωτοβουλία για το Μεσανατολικό. Ουσιαστικά ζητήματα, όπως το Γκολάν και η διώρυγα του Σουέζ,  επιλύονται εκείνη τη περίοδο, επίσης είναι σε εξέλιξη η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, σε ένα χρόνο (1η Αυγούστου  1975) υπογράφεται η Τελική Πράξη του Ελσίνκι,  κανείς δεν ήθελε διεθνή κρίση για το Κυπριακό το 1974.  Σοβιετική παρέμβαση για αποτροπή τουρκικής εισβολής ίσως θα υπήρχε,  μόνο αν ήταν ο Μακάριος στην εξουσία. Για αυτό και οι Σοβιετικοί αντέδρασαν σθεναρά το 1964,  αποτρέποντας τουρκική εισβολή στη Κύπρο.  Μάλιστα, μετά τα γεγονότα του 1963 και τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων υπήρχε σχέδιο των Άγγλων και των Αμερικάνων, αγνοώντας πλήρως την Κύπρο ως κράτος, για την εγκατάσταση νατοϊκών δυνάμεων. Προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο αποικιοκρατικό καθεστώς και εκεί ο Μακάριος αντιδρά και καταφεύγει στον Ο.Η.Ε, όπου  έχει επιτυχίες. Πριν εντάξει την Κύπρο στους Αδέσμευτους  το 1961, από τους οποίους ανέμενε πολιτική και ηθική στήριξη, ο Μακάριος βολιδοσκόπησε τους Αμερικανούς αν είχαν τη βούληση να δεχτούν την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Η απάντηση δεν ήταν ενθαρρυντική, διότι ένα μικρό  νησί δεν θα είχε να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό στη Συμμαχία. Οι αγγλικές βάσεις παρέμειναν. Η Κύπρος ήταν αρχικά  η φωνή της Δύσης στους Αδέσμευτους, κάτι που ικανοποιούσε τους Αμερικανούς. Μετά το 1963-64, με τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων, νατοϊκή παρουσία στην Κύπρο, υπό οιανδήποτε μορφή,  σήμαινε  την είσοδο  της Τουρκίας στο νησί και την εκ των έσω διχοτόμηση, με  δεδομένη και τη σημασία που  είχε η  Τουρκία για το ΝΑΤΟ  στη Μέση Ανατολή (Σύμφωνο της Βαγδάτης-CENTO).         

Κατά την εκτίμησή μου, ίσως μια ευκαιρία υπήρχε για το Κυπριακό, το σχέδιο Γκάλο Πλάζα του 1965. Ωστόσο, η αποδοχή του σχεδίου αυτού  συνεπαγόταν πως η Ελλάδα θα εγκατέλειπε το αίτημα της ένωσης και αποδεχόταν οριστικά  την ανεξαρτησία με καλύτερους όρους από αυτούς που προέβλεπε το εκτρωματικό σύνταγμα. Αυτό το σχέδιο μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά η Ελλάδα δεν το δέχτηκε, λόγω της ένωσης. Την Τουρκία την ενοχλούσε το αίτημα της ένωσης. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε ανεξαρτησία, με καλύτερους όρους. Μόνο ο Μακάριος δέχτηκε αυτό το σχέδιο. Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη, επιτακτική ήταν η ενότητα και η προώθηση της ανεξαρτησίας με σταδιακά  καλύτερους όρους.       

Σπ. Σφέτας
Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

 

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Μισολίδη και τον προπτυχιακό φοιτητή του ιδίου τμήματος Δημήτρη Μητσόπουλο. 

Πέτρος Παπαπολυβίου: Λύση του Κυπριακού δεν είναι η «όποια λύση»

Πέτρος Παπαπολυβίου: Λύση του Κυπριακού δεν είναι η «όποια λύση»

Κύριε Καθηγητά,  θα ήθελα να μας μιλήσετε για τον τελευταίο ενωτικό αγώνα των Κυπρίων και τις σύγχρονες προεκτάσεις του. Επίσης, θα θέλαμε να μας πείτε πώς ο αγώνας αυτός επηρεάζει τη κυπριακή κοινωνία και πολιτική ζωή;

Ουσιαστικά, ο ενωτικός αγώνας των Κυπρίων και η ένοπλη φάση του (1955-1959) αποτελεί την τελευταία νεοελληνική επανάσταση. Κατά την άποψή μου ήταν η κορύφωση του μαζικότερου αλυτρωτικού κινήματος της νεοελληνικής ιστορίας. Ήταν ένας αγώνας, ο οποίος  έγινε με πρωτοβουλία των Κυπρίων και  διεξήχθη αποκλειστικά από Κυπρίους αγωνιστές. Παράλληλα, θα πρέπει να τονίσουμε πως ο αγώνας αυτός πραγματοποιήθηκε σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την μητροπολιτική Ελλάδα, καθώς έλαβε χώρα κατά τα μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά χρόνια. Μολαταύτα, κατάφερε και συνένωσε ψυχικά τους Έλληνες, που έβγαιναν από αυτή τη τραυματική δεκαετία.  Ο κυπριακός αγώνας κατάφερε να βγάλει για πρώτη φορά  τους Έλληνες στη μητροπολιτική Ελλάδα μαζικά στους δρόμους, για ένα στόχο, που αρχικά φαινόταν απλός και εύκολος, καθώς  το αίτημα απευθυνόταν σε μια παραδοσιακή σύμμαχο της Ελλάδος τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία τόσο κατά τον 19ο αιώνα όσο και στους δύο αλλεπάλληλους παγκοσμίους πολέμους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη πορεία της χώρας. 

Το αποτέλεσμα του αγώνα των Κυπρίων ήταν η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Το γεγονός αυτό ήταν  μια θετική έκβαση για εμάς, τους Κυπρίους, καθώς  για πρώτη φορά μετά από αιώνες, η Κύπρος γινόταν ένα ανεξάρτητο κράτος. Ωστόσο, το νεοσύστατο κυπριακό κράτος ήταν δέσμιο, των συνθηκών εντός των οποίων γεννήθηκε και ενός πολύπλοκου συντάγματος, με περίπλοκους θεσμούς, όπως τελικά  αποδείχθηκαν και στην πράξη. Επίσης οι συνθήκες αυτές (Ζυρίχης- Λονδίνου) δεν οδήγησαν στην ένωση, που ήταν ο στόχος των Ελλήνων της Κύπρου, της πλειοψηφίας του νησιού.  Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το γεγονός, αυτό  δεν έγινε αμέσως κατανοητό και αποδεκτό. Ήταν το τέλος ενός αγώνα που διήρκησε δεκαετίες και δεν είναι εύκολο στην Iστορία απλώς να κλείνεις μια πόρτα ή ένα βιβλίο και να ξεκινάς το επόμενο. Αντίστοιχα, στην τουρκική κοινότητα, που αντιπροσώπευε το  18% του πληθυσμού, δόθηκαν ορισμένα υπέρ-προνόμια. Η ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας είχε τις δικές της επιδιώξεις, οι οποίες αρχικά ήταν  η ένταξη στη Τουρκία, στη συνέχεια ήταν η διχοτόμηση και τελικώς δειλά- δειλά  εμφανίστηκε η  λέξη «ομοσπονδία».

Στο πλαίσιο αυτών των συνθηκών η Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματά της. Ωστόσο,  εκείνα τα βήματα σταμάτησαν τον Δεκέμβρη του 1963.  Ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, που είχε ηγηθεί και του ενωτικού αγώνα (1955-1959), υπέβαλε τότε τα 13 σημεία για αναθεώρηση του Συντάγματος. Η πρόταση του Μακαρίου ήταν απολύτως λογική και είχε ως στόχο να θεραπεύσει κάποιες δυσλειτουργίες. Ωστόσο, η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τη Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ήταν μια δύσκολη εποχή για την Ελλάδα, καθώς η χώρα βρισκόταν σε προεκλογική περίοδο.  Η παραίτηση της Κυβέρνησης Καραμανλή και οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις έφεραν στη Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου την ίδια ώρα που η κατάσταση στη Κύπρο παρουσίαζε επιδείνωση και είχαν γίνει οι πρώτες συγκρούσεις. Στη συνέχεια, έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το 1967, που είναι μια καθοριστική τομή  στην ελληνική ιστορία αλλά είχε  και τραγικές συνέπειες για το Κυπριακό.

Τον Ιούλιο του 1974, η σοβούσα αντιπαράθεση μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, η υπονόμευση  του Μακαρίου από το καθεστώς των Συνταγματαρχών και ιδιαίτερα την χούντα Ιωαννίδη οδήγησε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Μόλις 5 ημέρες μετά, ξεκίνησε η τουρκική εισβολή στο νησί. Η περίοδος αυτή είναι εξαιρετικά σκοτεινή, καθώς δεν έχει μελετηθεί ακόμη από την ελληνική ιστοριογραφία. Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε πως η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τις τεράστιες ελλείψεις στις αρχειακές διαθεσιμότητες. Είναι κάτι τραγικό. Πρέπει να το λέμε, είναι τραγικό τα διπλωματικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών για την ιστορία του Κυπριακού να παραμένουν κλειστά για τους ερευνητές. Αυτό το πολύτιμο αρχειακό υλικό είναι απροσπέλαστο ακόμα και για τους φακέλους της δεκαετίας του 1950, πόσο μάλλον για τα γεγονότα του 1974 ή ακόμη για  εκείνα του 1967.

 Η Κύπρος από το 1974 είναι σε συνθήκες ημικατοχής. Οι επαρχίες της Αμμοχώστου, της Κερύνειας  και της Μόρφου βρίσκονται κάτω από τουρκική κατοχή.  Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια νέα προσφυγιά, δεκάδων χιλιάδων Κυπρίων, μπορούμε να μιλήσουμε για  μια νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Ωστόσο, αντίθετα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, που έκλεισε – όσο μπορούμε να πούμε πως έκλεισε τον κύκλο των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων – με τη  Συνθήκης της Λοζάνης, το Κυπριακό παραμένει μια ανοικτή πληγή. Το Κυπριακό Ζήτημα πληγώνει όσους έχασαν ανθρώπους, περιουσίες, όσους έχουν αγνοούμενους,  όσους αντιλαμβάνονται τι χάθηκε στη Κύπρο το 1974. Εδώ και 42 χρόνια παρακολουθούμε τις ατέρμονες συζητήσεις και σχέδια για τη  λύση του προβλήματος, που να μην ξεχνάμε, είναι μια από τις τελευταίες «ουρές» του Ανατολικού ζητήματος.

 

Tο Κυπριακό σήμερα  διχάζει ή ενώνει την κυπριακή κοινωνία;

Κοιτάξτε, μόλις πριν 12 χρόνια έγινε ένα δημοψήφισμα, για το Σχέδιο Ανάν, όπου το 76% των Ελλήνων της Κύπρου το απέρριψε. Εκείνο το δημοψήφισμα συνεχίζει να διχάζει, με την έννοια ότι προκαλεί συζητήσεις. Δεν είμαστε σε περίοδο πολωτικού διχασμού, προφανώς όμως υπάρχουν διαφορετικές σχολές για την αντιμετώπιση και τη λύση του Κυπριακού ζητήματος. Θα προσέθετα πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με αυτούς που ασχολούνται με το ζήτημα στη μητροπολιτική Ελλάδα.

Κύριε Καθηγητά, παίρνοντας τη τελευταία σας φράση για τη μητροπολιτική Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες οι Έλληνες πολιτικοί, κυρίως της συντηρητικής παράταξης, μιλούν για μια σειρά διαρκώς χαμένων ευκαιριών σχετικά με τη λύση του Κυπριακού. Ποια είναι η γνώμη σας; Ισχύει αυτή η άποψη ή είναι προσπάθεια των Ελλαδιτών να βρουν άλλοθι για όσα έγιναν στη Κύπρο;

Κατά την άποψη μου, η μόνη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ήταν  το 1915, όταν η  κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη  απέρριψε την προσφορά της Κύπρου, από την Μ. Βρετανία. Μέχρι το 1960, ο εθνικός στόχος ήταν η ένωση της Κύπρου με την μητροπολιτική Ελλάδα, στις αρχές της αυτοδιάθεσης. Το Κυπριακό ήταν ένα ξεκάθαρο ζήτημα, το οποίο άρχισε να περιπλέκεται, όταν οι Βρετανοί δέχονται επίσημα τον Δεκέμβριο του 1956, τη «διπλή αυτοδιάθεση», με τις δηλώσεις τoυ Βρετανού υπουργού Lennox-Boyd, της κυβέρνησης Ήντεν. Ήταν μια μέθοδος που εφαρμόστηκε ήδη σε κάποιες αποικίες, αλλά στη περίπτωση της Κύπρου, η «μέθοδος» αυτή  άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας. Το 18% του πληθυσμού  αποκτά δικαίωμα λόγου, που εξισώνεται, με αυτό που κατέχει και δικαιούται το 80%. Ουσιαστικά, αυτό το είδαμε και στην πράξη και το 2004, στο τελευταίο δημοψήφισμα. Αποδεχτήκαμε την πρακτική του. Από εκεί και πέρα, υπάρχει η λογική, που ορίζει πως κάθε σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού έχει  πρόνοιες, που είναι χειρότερες από το προηγούμενο. Αυτό οφείλεται και στο  γεγονός ότι λίγο πολύ επαναλαμβάνονται όλα τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα.  Αν δει κανείς τα σχέδια λύσης, βρίσκει τεράστιες ομοιότητες, σε επίπεδα αντιγραφής. Οπότε, το «κάθε πέρσι και καλύτερα» μας κάνει  επιφυλακτικούς σε κάθε καινούρια πρόταση «λύσης», καθώς υπάρχει  η αγωνία, για το αύριο, ο φόβος και η αβεβαιότητα. Είμαστε καχύποπτοί τόσο για τα μικρά γράμματα, που εκεί κρύβεται ο διάβολος, όσο και για τις γενικές γραμμές, στην απόδοση ενός όσο το δυνατόν βιώσιμου και δημοκρατικού συντάγματος.

 

Θα ήθελα να πάμε λίγο στο τώρα. Κατά τη γνώμη σας θα βοηθήσει η λύση του Κυπριακού στην εμπέδωση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο;  Αντίστοιχα,  πιστεύετε ότι μια οποιαδήποτε λύση  θα εντείνει τις διαμάχες και θα πυροδοτήσει μια νέα κρίση στην πολύπαθη περιοχή; Επίσης, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν επί του παρόντος θα ήταν προς όφελος τόσο της Ελλάδος όσο και της Κύπρου μια λύση του ζητήματος, λαμβάνοντας υπόψιν πως  η Κύπρος εξέρχεται, από μια μεγάλη οικονομική κρίση, ενώ η Ελλάδα είναι ακόμη βυθισμένη στη χειρότερη μεταπολεμική κρίση;

 Οπωσδήποτε η λύση του Κυπριακού  θα βοηθήσει στην οικοδόμηση ενός πλαισίου ασφαλείας στη περιοχή και αυτή την άποψη επαναλάμβανε, η ελληνική διανόηση στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50, σε μια εποχή που οι δικοί μας διανοούμενοι, στη Κύπρο, ήταν πολύ λίγοι. Αν δει κανείς κείμενα Ελλαδιτών διανοούμενων, θα διαπιστώσει ότι έλεγαν αυτό ακριβώς που  είπατε στην ερώτηση σας δηλαδή ότι η λύση του Κυπριακού, με την ένωση στην Ελλάδα, θα φέρει τη σταθερότητα και θα βοηθήσει στην εμπέδωση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, θα βοηθήσει και στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε πως  το 1950 συζητούσαμε  για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα  ή τέλος πάντων την αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Και βέβαια πάντοτε στην  τότε ελληνική σκέψη υπήρχε η διάθεση παραχώρησης ενός συνόλου εγγυήσεων ασφαλείας στη μειονότητα των Τούρκων Κυπρίων του 18%.

Σήμερα, είναι καίριο να δούμε τα επίθετα, που συνοδεύουν από το 1974 και μετά, τη λέξη «λύση». Ξεκινήσαμε με το «δίκαιη» και το «βιώσιμη» και έκτοτε καταλήξαμε στην οριστικοποίηση, του «μια λύση», δηλαδή την «όποια λύση». Αυτό είναι τραγικό. Τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί η θεωρία του winwin, του «κερδίζουμε και εμείς, κερδίζουν και αυτοί», και το «κέρδος» πέφτει στο τραπέζι με τη μορφή εκατοντάδων εκατομμυρίων, είτε εξαιτίας του φυσικού αερίου, είτε εξαιτίας των αναμενόμενων επενδύσεων είτε εξαιτίας της σύνδεσης της ενιαίας Κύπρου  με τα κεφάλαια της αναδυόμενης τουρκικής αγοράς, δηλαδή της μητροπολιτικής Τουρκίας. Είναι ζητήματα, τα οποία θα αντιμετωπίσουμε. Βάσει των  συνομιλιών και όσων θα προκύψουν, θα κληθεί ο κυπριακός λαός να αποφασίσει. Βέβαια, με το καθεστώς Ερντογάν, τα τελευταία χρόνια, δεν είναι σίγουρο πού οδηγείται η Τουρκία. Και εδώ ας υπενθυμίσουμε μια εκπληκτική πρόνοια που συνόδευε το σχέδιο Ανάν, σε ένα από τα πρώτα άρθρα, που προέβλεπε πως  η «Νέα Κύπρος»  θα ήταν η πρώτη, που θα συνηγορούσε  στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε….

Αντίστοιχα, το 1959 οι συνθήκες ανεξαρτησίας ήταν απόλυτα συνυφασμένες με την εσαεί ελληνοτουρκική συνεννόηση (στα πλαίσια του ΝΑΤΟ). Δηλαδή, η Κύπρος ήταν ένας τομέας, που  διεξάγονταν δοκιμές και συνταγματικά πειράματα για την επιβίωση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας.  Όλα αυτά ακούγονται πολύ «καλά» και «ρομαντικά» για την υπάρχουσα κατάσταση. Όμως, επειδή ακριβώς είναι ρομαντικές όλες αυτές οι θεωρίες, υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει πρώτα να επιλυθούν. Μην σκεφτόσαστε μόνο τις  περιουσίες, μόνο τις αποζημιώσεις, επειδή είναι μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ή δολάρια. Τα μείζονα είναι το θέμα της ασφάλειας, είναι το θέμα της απόσυρσης του τουρκικού στρατού και των εποίκων, της συνύπαρξης με την Τουρκία, όπως είναι σήμερα.

 Κανένας Έλληνας της Κύπρου, είτε στις πολιτικές δυνάμεις, είτε στον απλό λαό δεν έχει να αντιπαραβάλει  οτιδήποτε με τον απλό Τούρκο της Κύπρου. Έχουν περάσει όμως 42 ολόκληρα χρόνια διαχωρισμού και παγίωσης αρκετών καταστάσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σε αυτήν τη περίοδο, που ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι ο Μουσταφά Ακιντζί, ένας κατ’ εξοχήν μετριοπαθής πολιτικός, συνεχίζεται αμείωτη η προσπάθεια κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόσφατο παράδειγμα, αυτό που έγινε προχθές στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Μουσταφά Ακιντζί προσκλήθηκε από τον Ερντογάν, μυστικά από τον Πρόεδρο της Κύπρου, Νίκο Αναστασιάδη για να παρευρεθεί σε ένα δείπνο με αρχηγούς κρατών και την ηγεσία του ΟΗΕ.

Ο σκοπός του δείπνου αυτού και η μυστικότητα του, μας οδηγεί στο συμπέρασμα, πως η Τουρκία δίνει τη γραμμή στο Κυπριακό και ο Ακιντζί πήγε να πάρει οδηγίες;

Ο Ακιντζί πήγε όχι μόνο για να επιβεβαιώσει τη γραμμή,  αλλά και να νομιμοποιηθεί  η ύπαρξη του ψευδοκράτους, γεγονός που αντιβαίνει και παραβιάζει κατάφωρα την απόφαση του ΟΗΕ της 18ης Νοεμβρίου 1983.  Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να υπονομεύει την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι ένα παράδειγμα των τεράστιων δυσκολιών που υπάρχουν, ακόμη και σε αυτές τις θεωρητικά «ιδανικές συνθήκες» και της έλλειψης εμπιστοσύνης. Είναι προφανές ότι αν η λεγόμενη «λύση» στηριχθεί σε τέτοιο υπόβαθρο, θα καταρρεύσει. Θα ήθελα να τονίσω, όμως, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι όλοι εμείς που καταγόμαστε από προσφυγικές οικογένειες, μας λείπει ο τόπος μας. Δεν ισχύει το ότι όσοι καταψήφισαν το 2004 το «Σχέδιο Ανάν», «δεν ήθελαν λύση». Δεν υπάρχει Κύπριος, που να μην θέλει τη λύση του Κυπριακού. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι θα δεχθούμε κάθε «λύση», η οποία με την πάροδο μηνών ή χρόνων, θα δημιουργήσει ένα νέο πρόβλημα  και θα  τρέχουμε κατόπιν εορτής  να βρούμε νέα «βιώσιμη» λύση.

Κύριε Καθηγητά η  κυπριακή διπλωματία τα έχει καταφέρει αρκετά καλά την τελευταία δεκαετία, από το 2004 μέχρι σήμερα, και έχει δημιουργήσει συμμάχους, τους οποίους δεν θα φανταζόμασταν πριν μερικά χρόνια. Ένας από τους βασικούς παράγοντες στη πολιτική της Ανατολικής Μεσογείου είναι το Ισραήλ και βλέπουμε ότι το Ισραήλ, υποστηρίζει σθεναρά τη Κύπρο. Πιστεύετε ότι το Ισραήλ είναι ένας σημαντικός σύμμαχος, ένα αντίβαρο, που ίσως αντισταθμίσει την απώλεια της Ελλάδος, η οποία βρίσκεται επί του παρόντος βρίσκεται σε δεινή θέση τόσο οικονομικά όσο και ως διεθνής παράγων. 

 Το πόσο σημαντικός σύμμαχος είναι το Ισραήλ θα το δείξει το μέλλον. Αλλά αυτό εξαρτάται και από τη δική μας πολιτική.  Η άποψή μου είναι ότι και για στρατηγικούς λόγους,  ο μόνος αξιόπιστος σύμμαχος  της Κύπρου είναι η Ελλάδα, σε όποια θέση και αν βρίσκεται η Αθήνα και η Λευκωσία. Όπως ξέρετε πολύ καλά ο  παραδοσιακός γεωστρατηγικός σύμμαχος, για την Ελλάδα και την Κύπρο ήταν ο αραβικός κόσμος, οι χώρες περιφερειακά της Κύπρου, η Αίγυπτος, η Συρία ακόμα και  η Λιβύη. Τα όσα εξελίσσονταν τα τελευταία χρόνια με την πολιτική του Ισραήλ και  της Ρωσίας δείχνουν πόσο σύνθετη πρέπει να είναι η ελληνική πολιτική στο Κυπριακό. Δυστυχώς, η  τουρκική επεκτατικότητα  είναι μια πραγματικότητα  είτε μας αρέσει να το ομολογούμε είτε όχι.  Τη σημασία του Ισραήλ για την Κύπρο την τονίζουν πολλοί ήδη από την δεκαετία του 1970. Προφανώς, σε αυτή την περίοδο το Ισραήλ διαπίστωσε ότι έπρεπε να αναπτύξει σχέσεις με νέους συμμάχους, μεταξύ αυτών και η Κύπρος. Το πώς θα το αξιοποιήσει αυτό η Ελλάδα και η Κύπρος θα το δούμε.

197
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Το πλήρες βιογραφικό  του κ. Παπαπολυβίου μπορείτε να το βρείτε  εδώ

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας του Α.Π.Θ Νικόλαο Μισολίδη. 

Ευχαριστούμε θερμά τη Βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για τη παραχώρηση του χώρου όπου πραγματοποιήθηκε  η συνέντευξη. 

Επιμέλεια – Απομαγνητοφώνηση: Δημήτρης Μητσόπουλος 

Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας : Η Δικαιοσύνη στο Βυζάντιο

 

Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας

«Η Δικαιοσύνη στο Βυζάντιο»

 Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ Γιάννη Σαραντίδη 

Κύριε Καθηγητά θα ήθελα να μας πείτε ποιος απένειμε τη δικαιοσύνη στο Βυζάντιο;

Στο Βυζάντιο πηγή όλων των εξουσιών, κύριος του δικαίου και ανώτατoς δικαστής είναι ο αυτοκράτορας. Στο όνομα του αυτοκράτορα απονέμουν δικαιοσύνη οι επικεφαλής διοικητικών υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι στο Βυζάντιο δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών. Επομένως, τα εκτελεστικά όργανα είναι και φορείς απονομής του δικαίου. Αμιγώς δικαστικοί λειτουργοί δεν υφίστανται μέχρι τον 6ο αιώνα.

Η τομή γίνεται από τον Ιουστινιανό, που θεσμοθέτησε για πρώτη φορά τους δώδεκα «επαγγελματίες» δικαστές, που είχαν ως μόνη αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων. Όσον αφορά τους υπολοίπους αξιωματούχους-δικαστικούς λειτουργούς, καθώς δεν αναμένεται από όλους να γνωρίζουν τους νόμους, η αδυναμία αυτή θεραπεύεται από την παρουσία των λεγομένων συνέδρων, παρέδρων, συμπόνων, συμβούλων ή assessores στο πλευρό των αρχόντων. Οι σύνεδροι προέρχονται ως επί το πλείστον από τους συνηγόρους, δηλαδή τους δικηγόρους, έχουν νομική κατάρτιση και συμβουλεύουν ως προς το νομικό σκέλος της υποθέσεως τους δικαστικούς άρχοντες.

Κύριε Καθηγητά ποια ήταν τα δικαιοδοτικά όργανα στο Βυζάντιο;

 Όπως είπα και προηγουμένως, εκτός από τον Αυτοκράτορα δικαιοσύνη απονέμουν και οι κρατικοί λειτουργοί. Συγκεκριμένα, στις επαρχίες αυτοί που κρίνουν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό είναι οι επαρχιακοί άρχοντες.  Ωστόσο, αν κάποιος επιθυμεί να εφεσιβάλει την απόφασή τους, απευθύνεται στα δικαστήρια της πρωτεύουσας.  Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο ο έπαρχος πραιτωρίων Ανατολής, ο επικεφαλής της μεγαλύτερης διοικητικής περιφέρειας του κράτους που περιελάμβανε τη Θράκη, τη Μ. Ασία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και είναι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους δικαστές στο Βυζάντιο, μαζί με τον κοιαίστωρα του ιερού παλατίου,  o οποίος είναι υπεύθυνος για την υπαγόρευση των νόμων (leges dictandae). Οι δύο αυτοί λειτουργοί εξετάζουν πολλές από τις εφέσεις, που προέρχονται από τα επαρχιακά δικαστήρια. Από εκεί και πέρα στην πρωτεύουσα υπάρχουν σημαντικοί αξιωματούχοι, επικεφαλής μεγάλων υπηρεσιών, που ταυτόχρονα έχουν και δικαστικές αρμοδιότητες. Ένας από τους πιο σημαντικούς λειτουργούς στη πρωτεύουσα ήταν ο διοικητής της, ο έπαρχος της πόλεως, ο οποίος είχε δικαιοδοσία επί όλων των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης για οποιοδήποτε αδίκημα αστικής ή ποινικής φύσεως. Επίσης ο μάγιστρος των οφφικίων και οι δύο επικεφαλής των κεντρικών οικονομικών υπηρεσιών του κράτους (o κόμης των θείων θησαυρών και ο κόμης των ιδικών κτήσεων) εξέταζαν κυρίως υποθέσεις που αφορούσαν τους υφισταμένους τους. Τέλος, θα πρέπει να προσθέσουμε και δύο ακόμη αξιωματούχους που θεσμοθετήθηκαν από τον Ιουστινιανό. Ο ένας ήταν ο praetor plebis ή πραίτωρ του δήμου, που δημιουργήθηκε το 535 αντικαθιστώντας τον νυκτέπαρχο, προκειμένου να ανακουφίσει, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική Νεαρά 13 του Ιουστινιανού, τον έπαρχο της πόλεως, από το φόρτο εργασίας του εκτελώντας αστυνομικά αλλά και δικαστικά καθήκοντα. Μάλιστα σε περίπτωση επεισοδίων, που ήταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη από τους οπαδούς των ομάδων του ιπποδρόμου, και πυρπόλησης κτηρίων, ήταν υπεύθυνος για την κατάσβεση των πυρκαγιών και την προφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των υπηκόων από το πλιάτσικο που συνήθως ακολουθούσε. Η δεύτερη αρχή που εισήχθη από τον Ιουστινιανό λίγα χρόνια μετά, το 539, ήταν ο κοιαισίτωρ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων των επαρχιωτών που κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη είτε συντονίζοντας τα αρμόδια όργανα, τα οποία θα εκδίκαζαν αυτές τις υποθέσεις, είτε εκδικάζοντας ο ίδιος τις υποθέσεις σε περίπτωση καθυστέρησης ή ολιγωρίας των αρμόδιων αρχών. Βέβαια στη μέση περίοδο τα πράγματα αλλάζουν.

Κύριε Καθηγητά θα ήθελα να μας περιγράψετε το δικαστικό σύστημα κατά τις επόμενες περιόδους του Βυζαντίου και να μας διευκρινίσετε αν υπήρξαν αμιγώς δικαστικοί λειτουργοί;

Κατά την πρώιμη περίοδο το μόνο δικαστικό σώμα, που γνωρίζουμε από τις πηγές, όπως σας είπα, είναι οι δώδεκα δικαστές του Ιουστινιανού, στους οποίους μπορούσαν τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι κρατικοί λειτουργοί να παραπέμψουν την εξέταση υποθέσεων. Δηλαδή οι πολίτες δεν μπορούσαν να προσφύγουν απευθείας σε αυτούς τους δικαστές. Οι αλλαγές που γίνονται στη μέση βυζαντινή περίοδο στην περιφερειακή και κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας επηρεάζουν και τη δικαιοσύνη, καθώς εξακολουθεί να μην υφίσταται ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ διοίκησης και δικαιοσύνης. Εκείνη την περίοδο δημιουργούνται νέα διοικητικά όργανα, τα οποία ταυτόχρονα απονέμουν και δικαιοσύνη.  Παραμένουν όμως και κάποιοι κρατικοί αξιωματούχοι από την προηγούμενη περίοδο. Για παράδειγμα ο κοιαίστωρ του ιερού παλατίου και ο έπαρχος  της πόλεως, οι οποίοι κατά τη μέση περίοδο είναι οι πιο υψηλόβαθμοι δικαστικοί λειτουργοί, που εδρεύουν στη Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια θα προστεθούν σε αυτούς ο επί των κρίσεων, ο δρουγγάριος της βίγλης που τέθηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας, ο δικαιοδότης, ο πρωτοασηκρῆτις, που ήταν προηγουμένως μέλος της αυτοκρατορικής γραμματείας, και ο προκαθήμενος των δημοσιακών δικαστηρίων, που εξέταζε δημοσιονομικού περιεχομένου υποθέσεις. Φυσικά το αυτοκρατορικό δικαστήριο εξακολουθεί να λειτουργεί σε όλες τις περιόδους και ταυτίζεται πάντοτε με τον αυτοκράτορα. Είναι το ανώτατο δικαστήριο.

Όσον αφορά τις επαρχίες κατά τη μέση περίοδο έχουμε μια εντελώς διαφορετική οργάνωση. Από τις πρωτοβυζαντινές επαρχίες περνάμε στα θέματα, που από κινητές στρατιωτικές μονάδες μετεξελίχθηκαν σε στρατικοδιοικητικές περιφέρειες, τη ραχοκοκαλιά του συστήματος της περιφερειακής οργάνωσης κατά τη μέση περίοδο. Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα πρέπει να περιγράψουμε τη συγκεκριμένη οργάνωση. Τα θέματα, λοιπόν, είναι μεγάλες στρατικοδιοικητικές περιφέρειες, με επικεφαλής έναν στρατηγό, ενώ παράλληλα υπάρχει και ένα σκέλος πολιτικής διοίκησης, στο οποίο ανήκει ο κριτής, δηλαδή ο δικαστής, του θέματος. Ο αξιωματούχος αυτός από το 10ο αιώνα αναδεικνύεται στον πραγματικό διοικητή του θέματος και αποκτά και οικονομικές αρμοδιότητες. Είναι ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για τη δικαστική διευθέτηση των υποθέσεων εντός του θέματος του. Οι αποφάσεις του εφεσιβάλλονται στα κεντρικά δικαστήρια της πρωτεύουσας. Εκεί εδρεύουν δύο ομάδες δικαστών λειτουργών, οι  κριτές επί του ιπποδρόμου και οι κριτές του βήλου, που είχαν ως μόνη αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων και ασκούσαν το λειτούργημά τους στον μικρό σκεπαστό ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, ένα κτήριο εντός του συγκροτήματος του ιερού παλατίου που γειτνίαζε με τον μεγάλο ανοικτό ιππόδρομο, όπου λάμβαναν χώρα οι αρματοδρομίες. Σε αυτούς, κατά το πρότυπο της πρώιμης βυζαντινής περιόδου των δώδεκα δικαστών του Ιουστινιανού, παραπέμπονται υποθέσεις από τους ανώτερους κρατικούς-δικαστικούς λειτουργούς ή τον αυτοκράτορα και εν συνεχεία οι αποφάσεις τους εφεσιβάλλονται είτε ενώπιον του αυτοκρατορικού δικαστηρίου είτε ενώπιον αυτού που παρέπεμψε την υπόθεση σε αυτούς. Όλο αυτό το σύστημα επιβιώνει ως το 1204.

 Μετά το 1204, την Δ΄ Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το κέντρο εξουσίας μεταφέρεται στη Νίκαια  και την Ήπειρο, μέχρι την ανάκτηση της Πόλης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1261, οπότε επιχειρείται η συγκρότηση ενός κεντρικού δικαστηρίου στην πρωτεύουσα από τον πρώτο εκπρόσωπο της δυναστείας των Παλαιολόγων, τον Μιχαήλ Η΄.  Εκείνη ακριβώς την εποχή ανασυστήνεται το «σβεσθέν», όπως αναφέρεται στις πηγές, «σέκρετον», ένα ανώτατο και μόνιμο δικαστήριο στην πρωτεύουσα. Μάλιστα έχει σωθεί και μια εντυπωσιακή σφραγίδα, που απεικονίζει τον αυτοκράτορα στην εμπρόσθια όψη, να κρατά πάνω από το κεφάλι του μία κυκλική εικόνα της Παναγίας δεομένης, η οποία φέρει στο στήθος της τον Χριστό νήπιο, ενώ στον οπισθότυπο αναφέρεται ακριβώς η ίδρυση αυτού του σεκρέτου, του δικαστηρίου. Στη συνέχεια υπήρξαν δύο σημαντικές προσπάθειες για την αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης. Η πρώτη γίνεται από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, ο οποίος θέσπισε το 1296 ένα δωδεκαμελές σώμα δικαστών, το οποίο φαίνεται ότι δεν μακροημέρευσε. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η σύσταση αυτού του σώματος έγινε, μετά από ένα σεισμό, ο οποίος θεωρήθηκε ως θεϊκό σημάδι, λόγω της κατίσχυσης της αδικίας και γι’ αυτό, για να θεραπευτεί η αδικία έπρεπε να προβούν σε συγκεκριμένα μέτρα, όπως για παράδειγμα τη θέσπιση ενός ανώτατου μόνιμου δικαστηρίου. Εν συνεχεία, η δεύτερη μεταρρυθμιστική προσπάθεια γίνεται από τον Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, τον εγγονό του Ανδρόνικου Β΄, ο οποίος θεσπίζει τους τέσσερεις  καθολικούς κριτές των Ρωμαίων, ένα αμιγώς δικαστικό σώμα και αυτό, μετά από μία ήττα των Βυζαντινών στη Μ. Ασία το 1329, που επίσης θεωρήθηκε ως θεϊκή τιμωρία. Οι κριτές αυτοί εκδίκαζαν υποθέσεις σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας είτε ως πολυμελές είτε ως μονομελές όργανο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως λίγο αργότερα το 1337 ορισμένοι από  τους καθολικούς κριτές κατηγορήθηκαν για δωροδοκία και τελικά αντικαταστάθηκαν. Ωστόσο ο συγκεκριμένος θεσμός διατηρήθηκε μέχρι την Άλωση και μάλιστα καθολικοί κριτές εκτός από την πρωτεύουσα εμφανίζονται και στις επαρχίες, όπως για παράδειγμα στη Λήμνο, τη Θεσσαλονίκη και το Μοριά, ενώ ο θεσμός πέρασε και στο μεσαιωνικό σερβικό κράτος. 

Κύριε Καθηγητά μας περιγράψαμε το ψηφιδωτό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν ένας απλώς πολίτης της Αυτοκρατορίας μπορούσε να δικαιωθεί και να προστατευτεί από τις αδικίες των λεγόμενων Δυνατών;

Αρχικά,  πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές μία από τις βασικές αρετές του Αυτοκράτορα είναι η απονομή του Δικαίου, «βασιλεία δικαιοσύνη ἐστὶ δι’ ἒργων κεκυρωµένη» σύμφωνα με τον ρήτορα του 4ου αιώνα Θεμίστιο. Επομένως δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη Δικαιοσύνη και υπάρχει έστω και θεωρητικά το πλαίσιο, με βάση το οποίο μπορεί να βρει ο οποιοσδήποτε το δίκιο του. Γιατί «∆ικαιοσύνη ἐστὶ σταθηρὰ καὶ διηνεκὴς βούλησις ἑκάστῳ τὸ ἴδιον ἀπονέμουσα δίκαιον», όπως αναφέρεται στα Βασιλικά. Και βέβαια δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που μας παραδίδουν οι πηγές για αυτοκράτορες που δικαιώνουν αδυνάμους έναντι των δυνατών, προκειμένου βέβαια να υπηρετηθεί η προβολή της συγκεκριμένης αρετής του εκάστοτε αυτοκράτορα. Και από τη στιγμή που υπάρχουν τακτικά δικαστήρια και ένα συγκροτημένο θεσμικό πλαίσιο  οποιοσδήποτε πολίτης έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα θεσπισμένα δικαστικά όργανα του Βυζαντίου και να δικαιωθεί, και αν δεν ικανοποιηθεί σε πρώτο βαθμό έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση.

Βέβαια υπάρχουν και κάποιες δυσκολίες. Για παράδειγμα μια παθογένεια του συστήματος είναι ότι η κοινωνική θέση κάποιου, η επιρροή του και οι διασυνδέσεις του με υψηλόβαθμους αξιωματούχους επηρεάζουν σε ένα βαθμό τους δικαστές και την απονομή του δικαίου. Επίσης, κάτι που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι για ορισμένους αξιωματούχους, συγκλητικούς, κρατικούς αξιωματούχους ή κρατικούς λειτουργούς προβλέπεται ένα καθεστώς ειδικής δωσιδικίας. Επί παραδείγματι, τα μέλη αυτών των ομάδων θα κριθούν όχι από τα κατά τόπους αρμόδια δικαστήρια, αλλά αν κάποιος είναι στρατιώτης από το στρατηγό του, αν είναι εκκλησιαστικός λειτουργός από τον επίσκοπο στον οποίο υπάγεται και αν πρόκειται για συγκλητικό από το δικαστήριο του επάρχου της πόλεως ή ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Επομένως, στην πράξη παρακάμπτονται κάποια δικαστήρια ή δικαστικοί λειτουργοί, που κανονικά θα έπρεπε να κρίνουν τις υποθέσεις.  Επίσης, κατά τη φάση της εκδίκασης μίας υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό προκύπτουν και άλλα εμπόδια. Το πρώτο που πρέπει να αναλογιστούμε είναι πως αυτός που επιθυμεί να εφεσιβάλει μια πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να μετακινηθεί στον τόπο, στον οποίο εδρεύει το Εφετείο. Αν πρόκειται δηλαδή για κάποιον που κατοικεί στις επαρχίες, θα πρέπει να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Βεβαίως, αυτό επιφέρει μια μεγάλη οικονομική επιβάρυνση,  καθώς το άτομο αυτό θα πρέπει να μείνει για ένα χρονικό διάστημα στη Πόλη, τουλάχιστον μέχρι να τελεσιδικήσει η υπόθεση του. Το πρόβλημα επιτείνεται, όταν προέρχεται από μία απομακρυσμένη από την Κωνσταντινούπολη επαρχία. Ωστόσο, ορισμένοι αυτοκράτορες αναγνώρισαν το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ο μεν Ιουστινιανός μέσω της σύστασης του κοιαισίτωρος, που αναφέραμε, προσπάθησε να διευθετούνται οι υποθέσεις των επαρχιωτών, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, για να γυρίζουν πίσω στις εστίες τους. Βέβαια αυτό υπαγορεύεται και από έναν ακόμη σοβαρό λόγο, καθώς οι επαρχιώτες πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους, για να μην μένουν οι γαίες ακαλλιέργητες και να εξελίσσεται ομαλά  ο οικονομικός βίος στις επαρχίες, προκειμένου στη συνέχεια να καταβληθούν και οι απαραίτητοι για το κράτος φόροι.  Ο δε  Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών προχώρησε ένα βήμα παραπέρα φροντίζοντας να πληρώνονται τα έξοδα διαμονής των επαρχιωτών στη Κωνσταντινούπολη, μέχρι να τελεσιδικήσουν οι υποθέσεις τους.

Κύριε Καθηγητά, ποιος εκπροσωπούσε τους πολίτες στα δικαστήρια, δηλαδή υπήρχαν δικηγόροι που αναλάμβαναν υποθέσεις ιδιωτών; 

Βεβαίως και υπήρχαν δικηγόροι, οι γνωστοί συνήγοροι. Επίσης, πολλοί από τους συνηγόρους, λόγω της νομικής τους εμπειρίας ακολουθούσαν σταδιοδρομία κρατικού λειτουργού και έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Έχει σημασία και ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι στα χρόνια του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1166) λαμβάνονται κάποια δικονομικά μέτρα, προκειμένου να απονέμεται ταχύτερα το δίκαιο. Σε μια εκ των Νεαρών που εκδίδει ο αυτοκράτορας, αναφέρεται ότι μια κακοδαιμονία του συστήματος είναι η εκκρεμοδικία υποθέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ορισμένοι από τους εμπλεκομένους σε μια υπόθεση να έχουν αποβιώσει πριν η υπόθεσή τους τελεσιδικήσει. Μεταξύ των δυσλειτουργιών του συστήματος αναφέρεται και η απεραντολογία των συνηγόρων, οι οποίοι με διάφορους τρόπους προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο, με αποτέλεσμα να κωλυσιεργούν και να μην ολοκληρώνονται εγκαίρως οι υποθέσεις. Είναι λοιπόν ένα σημαντικό στοιχείο του συστήματος και οι συνήγοροι.

Προχωρώντας στην τελευταία ερώτηση πώς οι συνήγοροι αυτοί και οι δικαστές λαμβάνουν νομική παιδεία;

Πρέπει να πούμε ότι την εποχή του Ιουστινιανού λειτουργούν δυο σημαντικές νομικές σχολές, στη Βηρυτό και στην Κωνσταντινούπολη, στις οποίες διδάσκουν οι λεγόμενοι αντικήνσωρες. Από τον 7ο αιώνα όμως και μετά αρχίζει να αλλάζει το σύστημα. Τη διδασκαλία των αντικηνσώρων διαδέχεται εκείνη των σχολαστικών που προέρχονται ως επί το πλείστον από τις τάξεις των συνηγόρων, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο ρητορική δεινότητα και λιγότερο στη νομική εξειδίκευση. Δεν υπάρχει έκτοτε μια κρατική δομή παροχής νομικών σπουδών. Η μόνη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση έγινε αρκετά αργότερα από τον Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο (1047), όταν δημιουργήθηκε μια σχολή, το διδασκαλεῖον τῶν νόμων, κατά ορισμένους ερευνητές μια ιδιωτική σχολή που χάρη στην αυτοκρατορική αρωγή και πατρωνία αναδείχθηκε σε ένα σημαντικό κρατικό ίδρυμα, με στόχο οι φοιτήσαντες να αποκτούν νομική παιδεία και οι απόφοιτοί της να διορίζονται στον κρατικό μηχανισμό.  Φανταστείτε αυτό το ίδρυμα ως μια  ανώτατη σχολή διοίκησης, αλλά με έμφαση στη νομική παιδεία. Πάντως η διάρκεια της σχολής αυτής ήταν βραχύβια. Από εκεί και πέρα, η παιδεία στο Βυζάντιο, και μάλιστα η νομική, κινείται σε ιδιωτικό πλαίσιο. Υπάρχουν ιδιώτες καθηγητές, πολλοί εκ των οποίων είναι κρατικοί λειτουργοί με νομική παιδεία, οι οποίοι παραδίδουν και μαθήματα. Επίσης, υπάρχουν οι συμβολαιογράφοι, οι γνωστοί ταβουλλάριοι, που  αποκτούν τη νομική τους κατάρτιση στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συσσωμάτωσης, δηλαδή της συντεχνίας, από τον λεγόμενο παιδοδιδάσκαλο της νομικής

Στο σημείο αυτό, κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πλαίσιο παροχής της νομικής παιδείας στην Αυτοκρατορία καθορίζει ως ένα βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι Βυζαντινοί το νόμο. Δεν σκέφτονται και δεν ενεργούν όπως οι σύγχρονοι νομικοί. Ένας δικαστής έχει πρώτα στο μυαλό του, ποιο είναι το ηθικό και το δίκαιο και στη συνέχεια επιχειρεί να θεμελιώσει την άποψή του αντλώντας επιχειρήματα από το γραπτό δίκαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν οι νόμοι. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι το κωδικοποιημένο ρωμαϊκό δίκαιο και το νέο δίκαιο που παράγεται από τους νόμους που θεσπίζουν οι αυτοκράτορες αποτελούν τη βάση για την απονομή του δικαίου. Ωστόσο, υπάρχει αυτή η πιο χαλαρή αντίληψη των Βυζαντινών για το νόμο.

s200_andreas.gkoutzioukostas
Ο κ. Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας είναι Επίκουρος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ

Επιμέλεια – Απομαγνητοφώνηση: Μητσόπουλος Δημήτριος – Μισολίδης Νικόλαος 

Σπυρίδων Σφέτας: Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια (18ος – 19ος αιώνας) Μέρος Πρώτο

Σπυρίδων   Σφέτας: Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια (18ος – 19ος αιώνας)

Μέρος Πρώτο

Πάντα είναι ενδιαφέρουσα μια συνέντευξη με τον Σπύρο Σφέτα, Αναπληρωτή Καθηγητή Βαλκανικής Ιστορίας στο ΑΠΘ. Σήμερα συζητούμε μαζί του για το ιστορικό υπόβαθρο της ρωσικής αυτοκρατορικής πολιτικής στα Βαλκάνια.  Στο πρώτο μέρος αυτής της εξιστόρησης της εμπλοκής του ρωσικού παράγοντα στη Βαλκανική, κάνουμε μια ανασκόπηση της ιστορίας από την γέννηση της Ρωσίας μέχρι και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Κύριε Σφέτα, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποιες ήταν οι αιτίες που οδήγησαν τη Ρωσική Αυτοκρατορία σε τροχιά σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συμπληρωματικά θα ήθελα να μας εξηγήσετε πως αυτή η διαχρονική σύγκρουση επηρέασε την ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 Ας ξεκινήσουμε από την αρχή, ώστε να αποδώσουμε το ιστορικό πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής. Όταν η Δύση διεξαγάγει τις σταυροφορίες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ρωσία ως δύναμη δεν παίζει κάποιον σημαίνοντα ρόλο, αναφερόμαστε φυσικά στον 14ο και 15ο αιώνα. Σε εκείνη την εποχή αναδύεται  το δουκάτο της Μόσχας και η Ρωσία  προσπαθεί να σταθεροποιήσει την θέση της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως η Ρωσία εκείνη την εποχή έχει ανοικτά μέτωπα με τους Μογγόλους αρχικά και έπειτα με τους Πολωνούς. Συνεπώς, σε εκείνη την φάση της ιστορίας της, η Ρωσία δεν δύναται να προσφέρει καμία ουσιαστική βοήθεια στους Χριστιανούς της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ωστόσο, διαπιστώνουμε πως από εκείνη την εποχή η βυζαντινή παράδοση στη Ρωσία είναι ορατή. 

Η κατάσταση αρχίζει να  μεταβάλλεται μετά την προσάρτηση της Ανατολικής  Ουκρανίας στη Ρωσία  το 1654. Τώρα  η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κοινά σύνορα με την αναδυόμενη Τσαρική Αυτοκρατορία. Ακριβώς, από εκείνη την εποχή  οι υπόδουλοι Χριστιανοί της Οθ. Αυτοκρατορίας αρχίζουν να στηρίζουν τις ελπίδες τους στον Τσάρο Αλεξέι Μιχάηλοβιτς Ρομανόφ, καθώς τον έβλεπαν ως τον διάδοχο του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως οι υπόδουλοι Χριστιανοί εκείνη την εποχή αποζητούσαν την στήριξη μιας μεγάλης χριστιανικής δύναμης, η οποία  θα μπορούσε, αν όχι να τους απελευθερώσει,  τουλάχιστον  να  διαμορφώσει μέσω της άσκησης πίεσης καλύτερες συνθήκες υποτέλειας εντός της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου. Υπό το πρίσμα αυτό εξηγούνται και τα αντι- οθωμανικά κινήματα. Για παράδειγμα, τι είναι το κίνημα του Διονυσίου του Σκυλόσοφου; Σαφώς, το κίνημα αυτό εντάσσεται μέσα στον ευρύτερο αυστροτουρκικό πόλεμο (1593-1606). Αυτό που αποζητούν οι Χριστιανοί της Οθ. Αυτοκρατορίας είναι ευνοϊκότερες  σχέσεις υποτέλειας. Κατά την περίοδο εκείνη  λοιπόν,  οι υπόδουλοι Χριστιανοί  αναζητούσαν τον Σωτήρα στο  πρόσωπο του Αψβούργου  Καρόλου Ε΄, ο οποίος κατά την άποψη τους θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του συνεχιστή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, καθώς κατέχει τον τίτλο «Αυτοκράτωρ   της Αγίας Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους». Ωστόσο, σταδιακά κατά τον επόμενο αιώνα  τον  ρόλο αυτό τον επωμίζεται  ο Τσάρος Αλέξιος Μιχαήλοβιτς. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε  πως στις αρχές του 17ου αιώνα έχει αλλάξει η δυναστεία  στη Ρωσία, καθώς τη δυναστεία των Ρούρικ  τη διαδέχεται η δυναστεία των Ρομανὀφ. Το γεγονός λοιπόν της γειτνίασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Τσαρική Ρωσία  δημιουργεί στους υπόδουλους  Ορθοδόξους  την ελπίδα  της απελευθέρωσης. Από τότε γίνεται  λόγος για το ξανθό γένος. Ο Θεολόγος Παΐσιος Λιγαρίδης, απευθυνόμενος στον Αλεξέι  Μιχαήλοβιτς, έγραφε χαρακτηριστικά στο Χρησμολόγιο:

‘’Από διάφορα Βιβλία της οικουμένης εσύναξα τα όσα ερρέθησαν και φημίζονται περί της κλεινής Κωνσταντινουπόλεως,  ελπίζων ομού και θαρρών να ελκύσω την μεγάλην σου βασιλείαν εις ζήλον και έρωτα της τοσαύτης περικαλούς αυτοκρατορίσσης, της κλεινής Κωνσταντινουπόλεως από την οποίαν έλαβες πατροπαραδότως την πίστιν και την συγγένειαν αλληλοδιαδόχως, από την Παλαιολογίναν Σοφἰαν, του δεσπότου Θωμά θυγατέρα. Και λοιπόν η απανταχού των ταλαιπώρων Ρωμαίων και η μετά θεόν προσδοκία είσαι, κράτιστε Αλέξιε’’.

Σχηματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως από το σημείο αυτό και εντεύθεν η  Ρωσία είναι αναμεμειγμένη σε αυτό που αποκαλούμε «Ανατολικό Ζήτημα». Φυσικά,  ο όρος αυτός δεν υπάρχει ακόμη, αλλά τον χρησιμοποιούμε εδώ σχηματικά, για να αποδώσουμε  την ενεργή ανάμιξη των Τσάρων στους πολέμους που διεξαγάγουν γενικώς οι χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης εναντίον του Οθωμανικού Κράτους. Συνεπώς,  παρατηρούμε από τα τέλη του 17ου αιώνα την Ρωσία να είναι αναμεμειγμένη στους πολέμους αυτούς: Συνθήκες Ειρήνης του Κάρλοβιτς (1699),  Πασάροβιτς (1718),  Βελιγραδίου  (1739).  Ωστόσο, εδώ τίθεται το κεντρικό ερώτημα,  τι επιδιώκουν οι Ρώσοι; Η απάντηση είναι πως η Ρωσία πλέον ασκεί αυτοκρατορική πολιτική.  Η Ρωσία έχει γίνει μια ορθόδοξη αυτοκρατορία με μια πρωτεύουσα την Μόσχα, η οποία αποκαλείται Τρίτη Ρώμη και διεκδικεί ανοικτά την  βυζαντινή κληρονομία. Ο Τσάρος εμφανίζεται πλέον ως ο ορθόδοξος Αυτοκράτορας, διάδοχος των Παλαιολόγων. Εν τούτοις, πέρα από την διαμόρφωση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας, η Ρωσία επιδιώκει την περαιτέρω εδαφική εξάπλωσή της. Επί της ουσίας, ο Τσάρος θέλει προσβάσεις, προς το Νότο, αφού έχει προσαρτήσει  την Ανατολική Ουκρανία. Άμεση επιδίωξη  του Μεγάλου Πέτρου είναι το Αζόφ.  

 Ωστόσο, τα εδαφικά κέρδη  της Ρωσίας οριστικοποιούνται   στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο επί Μεγάλης Αικατερίνης 1769-1774.  ‘Ένα γεγονός που σημαδεύει αυτό τον πόλεμο και την συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή, με την οποία και έληξε, είναι πως για πρώτη φόρα ο ρωσικός στόλος κατέρχεται στη Μεσόγειο  από την ατλαντική οδό διαπλέοντας το Γιβραλτάρ.

Κύριε Καθηγητά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η Ρωσική Αυτοκρατορία με την συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή επιθυμεί να εμφανιστεί ως η κραταιά δύναμη της Ανατολής;

 Μακροπρόθεσμα ναι.    Ο μείζον στόχος της ρωσικής πολιτικής είναι η χώρα να αποκτήσει προσβάσεις  στη Μαύρη Θάλασσα ώστε να είναι εγγύτερα στη Κωνσταντινούπολη και στα Στενά. Αυτή είναι μια μακρά διαδικασία, η οποία εμπεριέχει νίκες και ήττες. Εν τέλει, αυτό που κερδίζει  η Ρωσία με τη συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή  (1774) είναι το Αζόφ, το Κερτς και  το Γενί Καλέ. Έπειτα,  έρχεται  να προστεθεί και η  χερσόνησος της Κριμαίας (1783).  Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθούμε λίγο. Αρχικά, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή  αναγνωρίζεται η πολιτική ανεξαρτησία των Τατάρων της Κριμαίας και του Κουμπάν. Η περιοχή αυτή παίζει σημαίνοντα γεωστρατηγικό ρόλο. Είναι γνωστό ότι, όταν μια δύναμη ελέγχει την Κριμαία, δύναται να επεκτείνει ευκολότερα την επιρροή της νοτιότερα, επικρατώντας στη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.  Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Ρωσία, παρερμηνεύοντας έναν ασαφή όρο της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, διεκδίκησε το δικαίωμα της προστασίας των Ορθοδόξων της Βαλκανικής.  Η Ρωσία δεν διεξήγαγε εκείνο τον πόλεμο για να απελευθερώσει τους Έλληνες ή τους άλλους χριστιανούς. Το μέτωπο που ανοίγει στο νότο ο ρωσικός στόλος με τους αδελφούς Ορλώφ, με τα γνωστά αποτελέσματα για τους χριστιανούς της Πελοποννήσου, είναι απλά ένας αντιπερισπασμός, καθώς το κύριο μέτωπο του πολέμου είναι στο Βορρά. Ωστόσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο ρωσικός στόλος που εμφανίστηκε στη Μεσόγειο πέρασε από τα στενά του Γιβραλτάρ, που ήλεγχαν  οι Βρετανοί.

Κύριε Σφέτα, εδώ μας δημιουργείτε μια μεγάλη σύγχυση, πως οι Βρετανοί επιτρέπουν στους Ρώσους να διέλθουν από το Γιβραλτάρ , καθώς έχουμε την άποψη πως οι δύο αυτές δυνάμεις είχαν μια διαχρονική αντιπαλότητα;

Αν και έχετε δίκιο, υπάρχει εξήγηση. Εκείνη την εποχή ο μεγάλος εχθρός της Βρετανίας είναι η Γαλλία. Είναι νωπές ακόμη οι μνήμες από τον Επταετή Πόλεμο. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως εκείνη την εποχή η Βρετανία έχει ανεπτυγμένες οικονομικές σχέσεις με την Ρωσία.  Επί παραδείγματι, ο αγγλικός στόλος κατασκευάζεται με ρωσική ξυλεία και  οι Άγγλοι επενδύουν στο χρηματιστήριο της Αγίας Πετρούπολης.  Θα πρέπει να αναλογιζόμαστε πως η αγγλική πολιτική έχει πάντα  τον  χαρακτήρα της εξισορρόπησης δηλαδή επιτρέπει στη Ρωσία να διέλθει από το Γιβραλτάρ για να κάνει αισθητή την παρουσία της στη Μεσόγειο ώστε αντισταθμιστεί ο γαλλικός κίνδυνος. Ωστόσο, οι Βρετανοί παρακολουθούν τις κινήσεις των Ρώσων με Βρετανούς  ναυάρχους. 

Κύριε Καθηγητά, σε αυτό το σημείο αρχίζει και εμφανίζεται και ο ελληνικός παράγοντας. Πως αυτός επιδρά στις εξελίξεις που έχουμε αυτή τη περίοδο;

 Ο ελληνικός παράγων  αποτελεί  σημαντική παράμετρο  και  χρήζει μιας βαθύτερης ανάλυσης. Το ερώτημα που γεννάται είναι ποιοι ξεσηκώνονται στα Ορλωφικά; Εκείνοι λοιπόν που εξεγείρονται είναι οι προύχοντες, όπως ο Μπενάκης. Η ‘’τάξη των αγιάνηδων’’  είχε αποκομίσει σημαντικά οικονομικά  οφέλη  από την οθωμανική διοίκηση μέσω της υπενοικίασης των φόρων, αλλά στα  Ορλωφικά εξεγείρεται και καταστρέφεται.   Διατυπώνεται η άποψη πως οι ομάδες αυτές εντάχθηκαν άθελα  στη Φιλική Εταιρεία. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, καθώς η Φιλική Εταιρεία μέχρι το 1818 έχει τεράστια οργανωτικά προβλήματα. Συνεπώς, και οι προυχοντικές ομάδες  δεν παύουν να είναι ραγιάδες , παρόλο που είναι ενταγμένες στο οθωμανικό σύστημα.

Τώρα, για να ξαναγυρίσουμε στην υπό εξέταση εποχή, μετά τα  Ορλωφικά  η Ρωσία φρόντισε  στη Συνθήκη του Κιουστούκ-Καϊναρτζή να συμπεριληφθούν  ευνοϊκοί όροι για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο  εντάσσεται και η διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά πλοία υπό ρωσική σημαία  θα δύνανται να πλέουν ελεύθερα στη Ανατολική Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα, διερχόμενα τα Στενά. Τα πλοία αυτά στην πλειονότητα τους κατευθύνονταi  στη λεγόμενη Νέα Ρωσία, δηλαδή της περιοχές που προσαρτά η Ρωσία  με τις διαδοχικές νίκες της επί της Οθ. Αυτοκρατορίας. Επίσης, τις περιοχές αυτές η Ρωσία τις εποικίζει με χριστιανικούς πληθυσμούς,  κυρίως Έλληνες. Συνεπώς, παρατηρούμε  μια φυγή χριστιανικών πληθυσμών προς την Νότιο Ρωσία. Ταυτόχρονα, η Ρωσία εγκαθιστά τους πληθυσμούς αυτούς σε εκείνες τις περιοχές, χρησιμοποιώντας τους κατά κάποιον τρόπο  ως ασπίδα στους Οθωμανούς.

Κύριε Καθηγητά, παρατηρούμε σημαντικές ομοιότητες με το σήμερα στη ρωσική πολιτική, τελικά είμαστε όμηροι της γεωγραφίας κατά την ρήση του Μπροντέλ. Τι γίνεται στη συνέχεια με τον δεύτερο πόλεμο της Μεγάλης Αικατερίνης κατά των Οθωμανών;  

Όταν είσαι όμηρος της γεωγραφίας, αναγκαστικά πρέπει να προσαρμόζεσαι στα νέα δεδομένα. Προχωρούμε στο δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο της Μεγάλης Αικατερίνης (1787-1792). Με τη Συνθήκη του Ιασίου, η Ρωσία κατοχυρώνει  ό, τι είχε κερδίσει  στο Κιουτσούκ – Καϊναρτζή και επιπλέον προσαρτά την περιοχή του Οτσακώφ, νότια του Δνείστερου. Ιδρύεται  η  Οδησσός. Η νέα πόλη προορίζεται να εποικιστεί με Έλληνες, που είχαν συμμετάσχει στο δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Γίνονται ναυμαχίες στο Αιγαίο κατά το δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Ωστόσο, ας μην είμαστε ρομαντικοί. Αναφέρομαι στο περίφημο σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης.  Κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει εκείνη την εποχή πως η Οθ. Αυτοκρατορία θα μπορούσε να διαλυθεί και να αναδυθεί ένα νέο κρατικό μόρφωμα  με ελληνικό χαρακτήρα και βυζαντινές καταβολές.  Αυτό που ισχύει είναι πως οι Ρώσοι στα πλαίσια του  ψυχολογικού πολέμου που διεξάγουν εναντίον των Οθωμανών ρίχνουν το  «χαρτί» που λέγεται ελληνικό σχέδιο.

  Σκεφθείτε πως αρχίζει ο δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος επί  Μεγάλης Αικατερίνης. Η  Τσαρίνα πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη  στη Σεβαστούπολη, η οποία είναι η ρωσική  βάση στην Κριμαία. Οι τοπικές αρχές είχαν υψώσει μια  αψίδα, στην οποία αναγράφονταν οι λέξεις  «Ο Δρόμος προς την Κωνσταντινούπολη». Το γεγονός αυτό αναστάτωσε την Κωνσταντινούπολη και οι Οθωμανοί ζήτησαν να ακυρωθούν προηγούμενες συμφωνίες και φυσικά οι Ρώσοι αρνήθηκαν. Συνεπώς, η ρωσική πολιτική  εντάσσει τον ελληνικό παράγοντα στον ψυχολογικό πόλεμο κατά των Οθωμανών, για να επιτύχει πρώτα τους στόχους της. Αυτό μην το λησμονούμε, καθώς όταν αναφερόμαστε  στη Ρωσία, σκεφτόμαστε την κοινή θρησκεία ως ικανό παράγοντα, ο οποίος θα οδηγήσει τον Τσάρο να σώσει τους Χριστιανούς και εν προκειμένω τους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό.  Στο επίκεντρο της ρωσική πολιτικής, όπως είναι απολύτως λογικό, προέχουν πάντοτε τα ρωσικά συμφέροντα.  Υπό το πρίσμα αυτό, όπως και κάθε μεγάλη δύναμη, η Ρωσία  επιδιώκει να επωφεληθεί και από άλλους παράγοντες και προσπαθεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην νέα τάξη πραγμάτων. Σίγουρα, η ρωσική πολιτική σε αυτή τη περίοδο είναι ξεκάθαρη. Ο βασικός στόχος της Αγ. Πετρούπολης είναι η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε και την  μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή. Το Λονδίνο αρχίζει να σκέπτεται πως οι Ρώσοι ίσως αποδειχθούν επικίνδυνος αντίπαλος στην Ανατολή.  Θυμηθείτε πως η Βρετανία διευκόλυνε τη Ρωσία στον πόλεμο εκείνο. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Βρετανοί είναι επιφυλακτικοί έναντι του ρωσικού παράγοντα. Τέλος, αν επιθυμούμε να βάλουμε συμβατικά ένα ορόσημο για την αρχή του Ανατολικού Ζητήματος,  θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως μια χρονιά είναι το 1774  και μια άλλη χρονιά, κατά την οποία και αίρονται οι επιφυλάξεις της Αγγλίας για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αρχίζει η αγγλορωσική προσέγγιση,  είναι το 1907, όταν πλέον έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Εν τούτοις,  τη συνθήκη του  Κιουτσούκ – Καϊναρτζή συμβατικά τη θεωρούμε  ως αρχή του  Ανατολικού  Ζητήματος υπό την έννοια ότι η Αγγλία  επιδιώκει να αποτρέψει την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Εν κατακλείδι, η συνθήκη του  Κιουτσούκ –Καϊναρτζή και η Συνθήκη του Ιασίου είναι τομές όσον αφορά τη ρωσική πολιτική και αυτό είναι ένα γεγονός, το οποίο έχει θορυβήσει πάρα πολύ τους Οθωμανούς.  Ωστόσο, στο σημείο αυτό έχουμε την εμφάνιση της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα, που αλλάζει άρδην τα δεδομένα.

Κύριε Καθηγητά κάνατε και την εισαγωγή στην επόμενη ερώτηση μου. Πώς επηρεάζει ο παράγων Ναπολέοντας τη ρωσική πολιτική και τι επίδραση έχει στη βαλκανική χερσόνησο.

Κοιτάξτε, αλλάζει όλη η ισορροπία δυνάμεων και το status quo. Οι Ρώσοι έχουν να αντιμετωπίσουν πλέον τον Ναπολέοντα, με όλη την ιδεολογία της γαλλικής επανάστασης  (η έννοια του έθνους ως πολιτική κοινότητα,  δικαιώματα της τρίτης τάξης κατά των ευγενών και του κλήρου στα πλαίσια ενός κράτους, το οποίο υφίστατο).  Η ιδεολογία αυτή ήταν εντελώς αντίθετη στην απολυταρχική διάρθρωση της τσαρικής αυτοκρατορίας και φυσικά αποτελούσε δυνητικά έναν κίνδυνο αποσταθεροποίησής της. Όσον αναφορά, την Ανατολή, γνωρίζουμε  ότι ο Μέγας Ναπολέων δεν είχε σχέδια να διαλύσει το Οθωμανικό Κράτος, παρά τα όσα η γαλλική προπαγάνδα διέδιδε. Τα σχέδια του Ναπολέοντα είχαν στο επίκεντρο την Αυστρία και την Πρωσία. Ωστόσο, η γαλλική ρητορική γεννά ελπίδες στους υπόδουλους στα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα, η Βρετανία διαβλέπει τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης όλης της περιοχής και αναγκάζεται να έλθει σε κάποιου είδους συνεννόηση με την Ρωσία. Μάλιστα και το Οθωμανικό κράτος συμμαχεί προσωρινά με την τσαρική αυτοκρατορία. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως παύουν οι  προγενέστεροι ανταγωνισμοί, ότι η Ρωσία δεν προσπαθεί να επωφεληθεί από την αδυναμία του οθωμανικού κράτους. Είμαστε στην εποχή του Σουλτάνου του Σελίμ του Γ΄,  ο Ναπολέοντας καταλύει τη Βενετία (1797), καταλαμβάνει τα Επτάνησα  και μετά αποβιβάζεται στην Αίγυπτο. Συγκροτείται  μια άτυπη συμμαχία Οθωμανών και Ρώσων και για πρώτη φορά στην Ιστορία ο  ρωσικός στόλος πέρασε τα Στενά. Ήταν το 1798, όταν ο ρωσικός στόλος διέρχεται από τα Στενά και κατευθύνεται στα Επτάνησα, για να καταλύσει την Γαλλοκρατία. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους χριστιανικούς πληθυσμούς και ιδιαίτερα στους Έλληνες. Όλοι ανέμεναν μια ρωσική κίνηση,  ίσως μια απόβαση στη Πελοπόννησο, ώστε να απελευθερωθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί. Μάλιστα, οι Επτανήσιοι υποδέχονται του Ρώσους ως απελευθερωτές.

Κύριε Καθηγητά, για ποιο λόγο γίνεται αυτή υποδοχή στους Ρώσους; Τα Επτάνησα ήταν υπό γαλλική κατοχή δηλαδή υπό την κατοχή μια φιλελεύθερης δύναμης;

Κοιτάξτε η Γαλλική Διοίκηση είναι πολύ σκληρή. οι Γάλλοι μπορεί να έχουν αυτές τις φιλελεύθερες αρχές  αλλά όταν ασκούν διοίκηση είναι αμείλικτοι. Πάρτε ως παράδειγμα τις Ιλλυρικές περιοχές (1809-1813),  όπου οι Νότιοι Σλάβοι αναγκάζονταν να πληρώνουν  φόρους  και  να συντηρούν  τα  γαλλικά στρατεύματα. Συνεπώς, όταν έρχονται οι Ρώσοι στα Επτάνησα, γίνονται δεκτοί ως απελευθερωτές  και οι Επτανήσιοι  σφάζουν τους Γάλλους.  Επίσης, έχουμε την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας, η οποία με τον τρόπο με τον οποίο θεσπίζεται αποτελεί επί της ουσίας  μια αυτόνομη πολιτεία, υπό την προστασία της Ρωσίας και την επικυριαρχία των Οθωμανών. Είναι το πρώτο ελληνικό κράτος, το οποίο έχει επίδραση και αργότερα κατά την περίοδο της  ελληνικής επανάστασης, καθώς αποτελεί ένα μοντέλο κρατικής υπόστασης.  Τέλος, αυτή την εποχή ξεκινούν και οι  εξεγέρσεις των βαλκανικών λαών. Η αρχή γίνεται με  την εξέγερση των Σέρβων το 1804. Το γεγονός πως  οι Σέρβοι ξεσηκώνονται κατά των Γενιτσάρων δεν αποκλείει την αντίθεσή τους στη κεντρική εξουσία. Μάλιστα, το τελευταίο αυτό στοιχείο με την πάροδο του χρόνου υπερισχύει και έχουμε μια εξέγερση  κατά του αδύναμου Οθωμανικού Κράτους.  Από  το σημείο αυτό και κατόπιν εισερχόμαστε σε ένα νέο κεφάλαιο, γιατί πλέον  λαμβάνουν χώρα εξεγέρσεις και  επαναστάσεις  χριστιανικών λαών. Συνεπώς, η ρωσική πολιτική  και οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι παίρνουν μια άλλη διάσταση. Ωστόσο, το γεγονός  αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία δεν στοχεύει στην ικανοποίηση πρωτίστως των δικών της συμφερόντων.

Κύριε Σφέτα, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε πως η Επτανήσιος Πολιτεία αποτελεί πλέον ένα είδος δεδικασμένου ή προτύπου συγκρότησης ενός νέου κρατικού μορφώματος;

Ήταν ένα πρότυπο, το οποίο λειτουργούσε ως ένα κρατικό μόρφωμα.  Προσέξτε, όταν ακόμη δεν συντρέχουν οι συνθήκες εκείνες για την διάλυση της Οθ. Αυτοκρατορίας, η λύση της Επτανήσου Πολιτείας ήταν δόκιμη. Η συρρίκνωση  της Οθ. Αυτοκρατορίας γίνεται σταδιακά.  Η Επτανήσιος Πολιτεία  είναι πρότυπο και για τους Σέρβους το 1804, αλλά όταν διαπιστώνεται ότι το Οθωμανικό Κράτος δεν δέχεται τη χορήγηση αυτής της αυτονομίας, τότε η εξέγερση των Σέρβων  μεταστρέφεται εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Είμαστε στο έτος  1805, πλέον η εξέγερση είναι κατά του Σελίμ του Γ΄. Τώρα πως επιδρά ο ρωσικός παράγοντας; Η ρωσική πολιτική γίνεται επιθετική. Ωστόσο, ο  ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1807 δεν γίνεται απλά και μόνο  για την  σερβική υπόθεση. Οι στόχοι είναι βαθύτεροι. Τα αίτια είναι βαθύτερα, καθώς η σύγκρουση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων.  Θα πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα υπό το πρίσμα που το έβλεπαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ο Ναπολέων προχωράει στην Ευρώπη, έχει  αλώσει την  Βιέννη, έχει αλώσει το Βερολίνο, έχει διαλύσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους.  Όπως καταλαβαίνετε, εξαναγκάζεται τώρα ο Σουλτάνος Σελίμ Γ’ να αναγνωρίσει το Ναπολέοντα και να καταστρατηγήσει συμφωνίες που είχε κάνει με τους Ρώσους, μετά από έντονη γαλλική πίεση. Σε αυτό τον σημείο ξεκινά το μείζον ζήτημα. Η Κωνσταντινούπολη  κλείνει τα Στενά στα ρωσικά πλοία και καθαιρεί τους ηγεμόνες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Τσάρου, δίνοντας με αυτό τον τρόπο τον αποχρώντα λόγο στη Ρωσία να αρχίσει το ρωσοτουρκικό αυτό πόλεμο του 1806-1807. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν η είσοδος των  Ρώσων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.  Επίσης, αυτό δίνει τη δυνατότητα στους Σέρβους να εντείνουν τον αγώνα κατά της κεντρικής εξουσίας,  διεκδικώντας όχι πλέον αυτονομία, αλλά ανεξαρτησία. Βλέπετε πως έχουμε κλιμάκωση των σερβικών  αιτημάτων ανάλογα με τις προσδοκίες που γεννιούνται για μια ξένη επέμβαση. Ωστόσο, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος  του 1806-1807 ελάχιστα βοήθησε  τους Σέρβους. Ο πόλεμος τελειώνει γρήγορα, το 1807, με την συνθήκη του Τιλσίτ, τότε φεύγουν οι Ρώσοι από τα Επτάνησα, και εδώ μπορεί να δει κανείς την απογοήτευση γενικά των χριστιανικών πληθυσμών και όχι μόνο των Ελλήνων.

Κύριε Σφέτα το ζήτημα που γεννάται σε αυτή την φάση είναι αν μπορεί να υπάρξει μια προσέγγιση μεταξύ των Γάλλων και των Ρώσων;

Κοιτάξτε,  η βάση διαπραγμάτευσης που θέτουν οι Ρώσοι περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, αυτό δεν συνάδει με την  πολιτική του Ναπολέοντα. Ο στόχος του είναι η διάλυση και η καθυπόταξη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.  Σε περίπτωση που ανακινούνταν το ζήτημα της διάλυσης της αυτοκρατορίας του Βοσπόρου, ο Ναπολέων σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την Κωνσταντινούπολη στο Τσάρο. Τέτοια πολιτική δεν ασκείται, μάλιστα τα Στενά τα έχουν οχυρώσει οι Γάλλοι. Ο Ναπολέων επιδικάζει μόνο  τη Βλαχία και τη Μολδαβία στη Ρωσία (Συνθήκη της Ερφούρτης  το 1808). 

Κύριε Καθηγητά μια τελευταία ερώτηση που κλείνει τον πρώτο μας κύκλο. Θεωρείτε πως ο Τσάρος αρχίζει να βλέπει τον Ναπολέοντα ως τον νέο δυτικό αυτοκράτορα; Σας το ρωτώ αυτό υπό το πρίσμα της έντονης βυζαντινής κληρονομίας που παρουσιάζει η Ρωσία και της εν γένει ιδεολογίας της περί κληρονόμου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο μεγάλος φόβος του Τσάρου σε σχέση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι το ενδεχόμενο της υποσκέλισης της ορθόδοξης ρητορικής και της βυζαντινής κληρονομιάς από την επαναστατική φρασεολογία της Γαλλίας. Επί της ουσίας η Ρωσία φοβάται το ενδεχόμενο οι υπόδουλοι να αρχίσουν να εναποθέτουν ελπίδες στους Γάλλους και  να χάσουν οι Ρώσοι στην προπαγάνδα τους. Αυτό βέβαια γρήγορα απομυθοποιείται, γιατί φαίνεται ότι η Γαλλία  δεν έχει τέτοια πολιτική, οι προσδοκίες όμως των υποδούλων ήταν μεγάλες. Μπορούμε να αναφέρουμε  και το παράδειγμα των Σέρβων που δεν βοηθήθηκαν από τον Ναπολέοντα, παρά την παρουσία των Γάλλων στις ιλλυρικές επαρχίες. Το 1809  άρχισε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος,  διότι  Οθωμανική Αυτοκρατορία αρνήθηκε να εκχωρήσει τη Μολδαβία και τη Βλαχία στη Ρωσία.  Είναι ένας πόλεμος ο οποίος βοηθάει πάρα πολύ την υπόθεση των Σέρβων, οι οποίοι  συνεχίζουν την εξέγερση τους κατά της κεντρικής εξουσίας.  Παράλληλα, ρωσικές φρουρές συνεργάζονται  στο Δούναβη με τους Σέρβους επαναστάτες. Έχουν μεγάλες επιτυχίες οι Σέρβοι τα χρόνια αυτά. Ο Καραγιώργης παίρνει τον τίτλο του κληρονομικού ηγεμόνα της Σερβίας.  Ωστόσο, εδώ παρατηρούμε ένα άλλο γεγονός που ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα, ο Ναπολέων ετοιμάζει την εκστρατεία στη Ρωσία, γιατί η τελευταία  δεν τήρησε τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά της Αγγλίας.  Η  Ρωσία πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Πρέπει να αποσυρθεί από τα Βαλκάνια. Πρέπει να εγκαταλείψει τους Σέρβους, σε πρακτικό επίπεδο πλέον. Αυτό που λέει η Ρωσία στους Σέρβους είναι πως σταματώ τον πόλεμο  και θα κλείσω μια συμφωνία με τους Οθωμανούς που σας ευνοεί, αλλά δεν μπορώ πλέον να είμαι παρούσα στο μέτωπο, όπως είμαι μέχρι το 1812, ούτε  μπορώ πιέσω τους Οθωμανούς να σας χορηγήσουν εσωτερική αυτοδιοίκηση με βάση τη συμφωνία. Το 1813 οι Σέρβοι κατέρρευσαν.   

Κύριε Σφέτα σας ευχαριστούμε πολύ για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Θα συνεχίσουμε στο επόμενο μέρος από το Συνέδριο της Βιέννης και την Ελληνική Επανάσταση μέχρι και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, ώστε σταδιακά να εισέλθουμε και στον 20 αιώνα

Σπ. Σφέτας
Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι  μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Μισολίδη και τον προπτυχιακό φοιτητή του ιδίου τμήματος Χαράλαμπο Γάππα. 

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βλέπουμε ότι τα Βαλκάνια επανέρχονται στο προσκήνιο των διεθνών σχέσεων, με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, με τους Αλβανούς τόσο στην ΠΓΔΜ όσο κυρίως και στο Κόσσοβο. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για την εμπειρία σας από την περιοχή αυτή τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, κατά την διάρκεια του Γιουγκοσλαβικού Εμφυλίου Πολέμου;

Η εμπειρία μου από την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, βασίζεται, πέρα από την μελέτη και την έρευνά μου, κυρίως στην θητεία μου σε δύο αποστολές μακράς διαρκείας. Η πρώτη αποστολή έλαβε χώρα  το 1992-93 και ήταν υπό την αιγίδα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ). Εκείνη η αποστολή   ήταν  ολιγομελής  και κατά την διάρκεια της  διέμεινα έναν χρόνο στο Κοσσυφοπέδιο και συγκεκριμένα  την Πρίστινα. Η δεύτερη αποστολή έλαβε χώρα  στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, το 1996, από τον μετασχηματισθέντα σε διεθνή οργανισμό, Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη(ΟΑΣΕ), δηλαδή την πρώην ΔΑΣΕ, η οποία  απέκτησε διεθνή υπόσταση στις αρχές του ’94.

Η Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, όπως την ξέραμε μέχρι τα μέσα του 1991, βασιζόταν, παλαιότερα στην χαρισματική προσωπικότητα του στρατάρχη Τίτο, στην ενιαία έκφραση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και τις επιμέρους έξι κομματικές οργανώσεις, των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών, που απάρτιζαν την χώρα. Τέλος, σημαντικοί πυλώνες της χώρας ήταν ο ισχυρός ομοσπονδιακός Γιουγκοσλαβικός στρατό και η ανθηρή οικονομία.

Ωστόσο, από την στιγμή που πεθαίνει ο Τίτο, το 1980, ο οποίος με την παρουσία του δεν επέτρεπε φαινόμενα αποδιάρθρωσης του κράτους το κράτος και η ενότητα αρχίζουν να υπονομεύονται. Επίσης, σε αυτό το γεγονός συνέβαλαν ο εκτροχιάσμός της οικονομίας  και το Σύνταγμα του ’74, το οποίο  ενισχύει τις αποσχιστικές διαθέσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε πως με το Σύνταγμα του ’74, ο Τίτο προσπάθησε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις, που είχαν παρουσιαστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το Σύνταγμα εκείνο εξαιρετικά αποκεντρωμένο και αυξάνοντας τις αρμοδιότητες των επί μέρους δημοκρατιών προσπάθησε να ικανοποιήσει τα εθνικά και άλλα συμφέροντά  των επιμέρους εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, το Σύνταγμα αυτό έδωσε την δυνατότητα να δημιουργηθούν ισχυρές εθνοφυλακές σε κάθε μια από τις επί μέρους ομοσπονδίες, και στην συνέχεια να γίνουν σταδιακά δημοψηφίσματα, στα επί μέρους κράτη που οδήγησαν σε αποφάσεις για απόσχιση.

Το γιουγκοσλαβικό ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως όλα τα Συντάγματα ομοσπονδιακού χαρακτήρα, συνήθως έχουν περίπλοκες και δύσκολες διαδικασίες, για να αποθαρρύνουνε τις αποσχίσεις. Ωστόσο, οι προβλεπόμενες διαδικασίες δεν τηρήθηκαν, οπότε οι Σέρβοι θεώρησαν ότι η τάση για αποσχίσεις ήταν παράνομη, άρα ενομιμοποιούντο να την αντιμετωπίσουν και με την ένοπλη βία, και επίσης δήλωσαν πως οι προσπάθειες εκείνες ήταν έξωθεν κατευθυνόμενες. Δημοσιογραφικές περισσότερο πληροφορίες αναφέρουν πώς και οι ΗΠΑ από ένα χρονικό σημείο και μετά, αλλά ιδίως η επανενοποιημένη Γερμανία, ήθελε να ελέγξει την Ανατολική Ευρώπη.

Σταδιακά, ο Μιλόσεβιτς απομονώθηκε ως το τελευταίο κομμουνιστικό σύστημα στην Ευρώπη, καθώς την περίοδο ’89-’91 τα άλλα κράτη πέρασαν σε μία φάση μεταβολών, όπου επί παραδείγματι στην Ρουμανία είχαν περισσότερη ένταση και ένοπλες συγκρούσεις, ενώ σε άλλες χώρες τα πράγματα εξελίχθηκαν πιο ήπια. Με την απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας ξεκίνησαν οι αποσχίσεις, τις οποίες προσπάθησε ο Μιλόσεβιτς να ελέγξει με τον ομοσπονδιακό στρατό, τον οποίο ήλεγχαν σε ένα επίπεδο 70 τοις εκατό οι Σέρβοι, ως προς τα μόνιμα στελέχη, τους αξιωματικούς. Έτσι, οδηγηθήκαμε στους τρείς πολέμους του γιουγκοσλαβικού ευρύτερου εμφυλίου, πρώτα στην Σλοβενία, μετά στην Κροατία, και έπειτα η πιο σκληρή σύγκρουση στην Βοσνία. Στα Σκόπια δεν είχαμε κατάσταση ένοπλης βίας, ενώ το Μαυροβούνιο ακολούθησε την Δημοκρατία της Σερβίας, στην ένωση Σερβίας- Μαυροβουνίου, σε μικρότερης  διάστασης ομοσπονδιακό κράτος.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τώρα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι ξεκίνησε στο Κοσσυφοπέδιο. Με τον θάνατο του Τίτο, οι Αλβανοί άρχισαν απεργίες και διαδηλώσεις ζητώντας την αναβάθμιση του καθεστώτος αυτόνομης επαρχίας που είχε το Κοσσυφοπέδιο, με ισχυρότατη αυτονομία όπως την είχε ήδη αναβαθμίσει το Σύνταγμα του 1974, σε καθεστώς πλέον ισότιμης με τις άλλες έξι ομόσπονδης δημοκρατίας. Αντιστοίχως, στα βόρεια της Σερβικής Δημοκρατίας, υπήρχε και η αυτόνομη επαρχία της Βοϊβοδίνας. Η διαφορά αυτών των δύο έγκειτο στο γεγονός ότι η πληθυσμιακή παρουσία των Αλβανών στο Κόσοβο ήταν ισχυρότατη, αποτελώντας το 80 τοις εκατό του πληθυσμού, ενώ στην Βοϊβοδίνα, οι Ούγγροι ήταν κατά πολύ ολιγότεροι των Σέρβων, αποτελώντας περί το 18 τοις εκατό του πληθυσμού, και μάλιστα κατοικούσαν στα βόρεια σύνορα με την Ουγγαρία, γύρω από την ‘’πρωτεύουσά τους’’, την Σουμπότιτσα.

Η διεθνής κοινότητα ανέπτυξε διπλωματικές αποστολές διεθνών οργανισμών, υπό την αιγίδα της ΔΑΣΕ, σε τρείς περιοχές της Δημοκρατίας της Σερβίας, στα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 1992. Ήταν αποστολές μακράς διαρκείας με σκοπό να μείνουν ως ότου αμβλυνθούν οι μειονοτικές συγκρούσεις. Το μείζον είναι πως αυτές οι διπλωματικές αποστολές εντάσσονταν στο πλαίσιο της λεγόμενης προληπτικής διπλωματίας. Μάλιστα ήταν  ίσως οι πρώτες αποστολές  προληπτικής διπλωματίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Η έδρα υπήρξε στο Βελιγράδι, με επί κεφαλής τον Τούρε Μπέγκ, έναν πρέσβη επί τιμή, Νορβηγό, ο οποίος ήταν ένας εξαιρετικά έμπειρος διπλωμάτης. Ενώ υπήρξαν τρείς επί μέρους αποστολές-γραφεία, το πρώτο και σημαντικότερο από άποψη εθνοτικής έντασης στην Πρίστινα του Κοσσόβου,   το δεύτερο στο Νόβι Πάζαρ, τη πρωτεύουσα της επαρχίας Σαντζακίου, όπου κατ’ ένα μεγάλο βαθμό διαβιούν μουσουλμάνοι του τύπου των μουσουλμάνων της Βοσνίας, και το τρίτο ήταν στην Σουμπότιτσα, δηλαδή  την ‘’πρωτεύουσα’’ των Ούγγρων της Βοϊβοδίνας. Αυτές οι τρείς αποστολές είχανε καθήκον, πρώτον να επιβλέπουν την κατάσταση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές αυτές, δεύτερον να εγκαταστήσουν  τον διάλογο μεταξύ των κυβερνητικών σερβικών αρχών και των εκπροσώπων των κατά περίπτωση μειονοτήτων, με σκοπό την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων, και τρίτον την  επίβλεψη της λειτουργίας των καθεστώτων αυτονομίας της Βοϊβοδίνας και του Κοσσόβου, τα οποία διατήρησε ο Μιλόσεβιτς από το 1989.

Ωστόσο, ο  Μιλόσεβιτς σε έναν εμπρηστικό του λόγο στην επέτειο των 600 ετών από την μάχη του Κοσόβου διακήρυξε ότι σταματά η ανοχή της βίας που ασκούσαν οι Αλβανοί του Κοσσόβου αξιοποιώντας καταχρηστικά τις ρυθμίσεις διευρυμένης αυτονομίας, και κατήργησε αμέσως μετά το καθεστώς αυτονομίας της περιοχής, περιορίζοντας την σε εδαφική αυτονομία. Το ίδιο συνέβη και στην Βοϊβοδίνα, το γεγονός όμως ότι οι Σέρβοι αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία στην Βοϊβοδίνα αποσοβούσε τις εθνοτικές συγκρούσεις, μολονότι και οι Ούγγροι παραπονούνταν για την μειονοτική τους διαχείριση. Μπορούμε να πούμε ότι ρόλο έπαιξε και η κουλτούρα των λαών, καθώς οι Ούγγροι, αν και Καθολικοί, είναι και αυτοί Χριστιανοί, ενώ οι Αλβανοί ακολουθούν το ισλαμικό δόγμα. Αν και βέβαια, δεν ήταν ιδιαίτερα πιστοί, το Ισλάμ, για τους Αλβανούς, είχε ταυτιστεί με την εθνική τους παράδοση και υπόσταση και στηρίζονταν σε αυτό για την διεκδίκηση των αιτημάτων τους.

Πιστεύω όμως ότι τα αλβανικά αιτήματα στηρίχθηκαν  στους εξής παράγοντες: Πρώτον στα αισθήματα προερχόμενα από το παρελθόν, που θεωρούσαν ότι  το Κόσσοβο κακώς ανήκει στην Σερβία. Δεύτερον στη τεράστια πληθυσμιακή υπεροχή. Τρίτον  στις επιρροές προερχόμενες από τα Τίρανα, ή από Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά κέντρα ισχύος. Σε πρώτη φάση πάντως η διεθνής κοινότητα- και αυτήν την εντολή είχαμε εμείς- προωθούσε την διατήρηση του Κοσσόβου και των άλλων περιοχών που είχαμε αποστολές στην Σερβία, με ενδεχόμενη την επαναπόδοση του καθεστώτος ευρείας αυτονομίας.

Η κατάσταση στο Κόσοβο όταν πήγα ήταν η εξής˙ οι Αλβανοί έχοντας κάνει μακρές απεργιακές κινητοποιήσεις, λόγω των συνεχών απολύσεων από τον δημόσιο τομέα, υποχρεώθηκαν από τους Σέρβους μετά την απόλυση να υπογράψουν κείμενα πίστης στο σερβικό κράτος, πράγμα που αρνήθηκαν πολλοί Αλβανοί να το κάνουν. Επίσης, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο δημόσιος τομέας  ήταν κυρίαρχος στην οικονομία εκείνη την εποχή και σε εκείνο το σύστημα διακυβέρνησης. Ακολούθως, Οι Σέρβοι προσπάθησαν εποικίσουν την περιοχή με πληθυσμούς προερχόμενους  από την κυρίως Σερβία, για να στελεχώσουν τις θέσεις που άφηναν οι Αλβανοί. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό δεν είχε επιτυχία και δεν κατέστη δυνατός μίας ευρείας κλίμακας εποικισμός. Συνεπώς, στη περιοχή επικράτησε αναστάτωση και αναρχία, ενώ όλες οι υπηρεσίες και κυρίως οι κρατικοί τομείς της οικονομίας υπολειτουργούσαν. Η Σερβική οικονομία γενικά είχε ήδη αποδυναμωθεί από τις κυρώσεις που είχε δεχθεί, ειδικά από την ΕΕ, αλλά ιδίως στο Κόσοβο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Στη συγκεκριμένη περιοχή η ιδιωτική οικονομία ελέγχονταν από του Αλβανούς. Έτσι οι Σέρβοι αναγκάζονταν να ψωνίζουν από τους Αλβανούς και τα ελάχιστα σέρβικα μαγαζιά, ενώ οι Αλβανοί μποϊκόταραν κάθε προϊόν προερχόμενο από τη Σερβία. Ως εκ τούτου,  οικονομικά οι Αλβανοί βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη θέση από τους Σέρβους της επαρχίας.

Όταν  έφθασα  στην Πρίστινα, τον Ιούλιο του ‘92, βρήκα δύο ξένους διπλωμάτες, ο ένας ήταν ο μάλλον γερμανολιθουανικής καταγωγής διπλωμάτης του Καναδά, Φίλιπ Χαν και ο δεύτερος ήταν ο Γάλλος Ντανιέλ Ντρουλέρς, ο οποίος από ότι μου είχε πεί ήταν στο παρελθόν διοικητής των γαλλικών αποικιών στην Δυτική Αφρική. Δύο άνθρωποι αξιόλογοι, ο καθένας με την δική του κουλτούρα, από τους οποίους μπορώ να  δηλώσω πως  έμαθα την τέχνη της διπλωματίας.

Την περίοδο εκείνη είχαμε συνεχείς επαφές με το LDK, δηλαδή την Δημοκρατική Ένωση Κοσόβου, της οποίας επικεφαλής ήταν  ο γνωστός διανοούμενος, Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Τους συναντούσαμε συνήθως τις Παρασκευές σε κάτι ταπεινά γραφεία, σε κάτι χαμόσπιτα δίπλα στο στάδιο της Πρίστινα και βρισκόμασταν σε συνεχείς διαβουλεύσεις μαζί τους,  ώστε να ακούμε τα αιτήματά τους, να καταγράφουμε τις καταγγελίες τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τους πείσουμε να ανοίξουν έναν διάλογο με την άλλη πλευρά. Το τελευταίο το αρνούνταν συνεχώς, διότι θεωρούσαν πως αν αρχίσουν να διαλέγονται με την παράνομη κατ’ αυτούς σερβική εξουσία, θα  την νομιμοποιούσαν.  Αντιστρόφως, βλέπαμε πολύ συχνά τον Σέρβο διοικητή της επαρχίας, ο οποίος δεν ήθελε άμεση επαφή με τον Ρουγκόβα και το συμβούλιό του, το οποίο υλοποιούσε τις παράλληλες δομές κρατικής εξουσίας που είχαν  αναπτύξει οι Αλβανοί στο τοπικό επίπεδο. Έτσι προσκρούαμε στην άρνηση και των δύο πλευρών να προσέλθουν στο διάλογο. 

Ωστόσο,   εξήλθαμε από το προαναφερθέν αδιέξοδο και στο σημείο αυτό ξεκινά και η ενεργή εμπλοκή και επιτυχία μου. Το καλοκαίρι του επομένου έτους, του ’93, σημειώθηκε μία μεγάλη κρίση στην περιοχή. Οι Σέρβοι τότε είχαν κρατικοποιήσει το μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα, που είχε ιδρυθεί στα χρόνια της αυτονομίας στην Πρίστινα, και εξέδιδε την Αλβανική εφημερίδα Ριλίντια, η οποία όμως είχε σταματήσει να εκδίδεται. Εκδιδόταν όμως η αγροτική αλβανόφωνη εφημερίδα Μπούικου, στο ίδιο συγκρότημα, γεγονός που ανεχόντουσαν εώς τότε οι Σέρβοι, αν και από αγροτική εφημερίδα είχε εξελιχθεί σε διάδοχο της Ριλίντια και περιελάμβανε το αποσχιστικό αίτημα, το οποίο εντείνονταν στους Αλβανούς μετά και τις αποσχίσεις των άλλων ομόσπονδων δημοκρατιών. Το συγκρότημα της Ριλίντια  ήταν ένας ουρανοξύστης στο κέντρο της Πρίστινα, το οποίο οι Σέρβοι το μετέτρεψαν σε εταιρεία Πανοράμα, όπως το έλεγαν, με σερβική διοίκηση. Αν και επέτρεπαν στους Αλβανούς  την έκδοση από εκεί των εντύπων τους, εκείνοι  επιθυμούσαν να ελέγχουν την επιχείρηση οικονομικά και να καθορίζουν την εκδοτική πολιτική της. Οι Αλβανοί αντέδρασαν και οι δημοσιογράφοι τους κατέλαβαν τον 8ο όροφο και κατέβηκαν σε απεργία πείνας. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλβανός διανοούμενος Αντέμ Ντεμάτσι, ο οποίος είχε μείνει 27 χρόνια στις γιουγκοσλαβικές φυλακές ως αντιφρονών. Μάλιστα, ο Ντεμάσι ήταν πολύ γνωστός στην Δύση και ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον.

Οι συνάδελφοί μου λοιπόν θεώρησαν πως ήταν υπερβολικό να εμπλακούμε εμείς, αλλά επειδή οι Σέρβοι είχαν περικυκλώσει με άρματα μάχης  και τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας το κτήριο και ετοίμαζαν επέμβαση, ανέλαβα εγώ τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Εδώ ενέσκηπτε το θέμα ότι οι Σέρβοι είχαν να εφαρμόσουν τους νόμους τους σε μια επαρχία όπου ο πληθυσμός βρίσκονταν σε παθητική αντίσταση ήδη εδώ και τρίτα χρόνια. Βέβαια, ακόμη δεν υπήρχε η ένοπλη δράση του UCK, του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού.

Επί μία ολόκληρη εβδομάδα, φεύγοντας για λίγο το μεσημέρι για ένα σύντομο γεύμα και πολύ αργά το βράδυ για λίγη ξεκούραση, ανέλαβα τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των Σέρβων και των Αλβανών. Εκινούμην, λοιπόν με την νομιμοποίηση που είχα προς τους Σέρβους ως Έλλην ορθόδοξος, φίλος τους, και προς τους Αλβανούς ως ο άνθρωπός που είχε την διεθνή εντολή και ταυτόχρονα είχε δώσει δείγματα αμεροληψίας όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων τους, που παραβιάζονταν από την σερβική καταστολή. Ανέλαβα λοιπόν, αφού ενημέρωνα τους συναδέλφους μου, την διαμεσολάβηση μεταξύ του 8ου ορόφου όπου βρίσκονταν 80 με 100 Αλβανοί απεργοί, με τον 16ο όροφο όπου είχε εγκατασταθεί η σερβική  νέα διοίκηση. Μετά από μία εβδομάδα αυτό που συνέβη ήταν το εξής: Εκπόνησα ένα κείμενο με την βοήθεια και των συναδέλφων μου όσον αφορά τις διατυπώσεις, και κατάφερα και υπεγράφη μια συμφωνία moratorium, η οποία προέβλεπε πως  η εφημερίδα Μπούικου θα συνεχίσει  να εκδίδεται με ανεξάρτητη πολιτική, ως προς το περιεχόμενο και εντός του σερβικού συστήματος θα συνέχιζαν να εργάζονται οι Αλβανοί δημοσιογράφοι και λοιποί εργαζόμενοι. Επίσης, προβλέπονταν και άλλες  τέτοιου τύπου ενδιάμεσες λύσεις. Ουσιαστικά, το κύριο,  γεγονός ήταν η αποφυγή της σερβικής επέμβασης, που θα συνοδευόταν από αιματοχυσία. Έτσι έληξε και η απεργία πείνας.

Αυτή ήταν η πρώτη και μόνη ως τότε προσπάθεια να έρθουν σε διάλογο οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Η πρώτη φορά, που εκπρόσωποι, όχι ασφαλώς ο Ρουγκόβα και ο Σέρβος διοικητής, αλλά οι άμεσοι εκπρόσωποί τους, κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Θυμάμαι ονόματα όπως ο Ναήμ Ζέκα, υπεύθυνος τύπου, και η Εντίτα Ταχίρι, που ήταν η σκιώδης υπουργός εξωτερικών τότε, από την αλβανική πλευρά, και από την άλλη Σέρβοι αξιωματούχοι. Ωστόσο,  επειδή ο ΟΑΣΕ απέβαλε την Μικρή Γιουγκοσλαβία από μέλος του, ο Μιλόσεβιτς στα τέλη το καλοκαιριού του ’93 έδωσε εντολή και έκλεισαν τα γραφεία των αποστολών και στις τρείς επαρχίες, και έτσι αποχωρήσαμε όλοι.

Το να υπογραφεί αυτή η συμφωνία και να αποφευχθεί η επαπειλούμενη κρίση ήταν εξαιρετικά δύσκολο, όπως είπε ο αρχηγός των αποστολών, όταν μετά από λίγες μέρες μας κάλεσε στο Βελιγράδι για μια διαβούλευση,  αποδίδοντας σε μένα, ως τον Έλληνα εκπρόσωπο τα εύσημα της επιτυχίας.

Το προαναφερθέν γεγονός κατά την προσωπική μου άποψη αποδείκνυε πως αν υπήρχε πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές θα μπορούσε η σύγκρουση να αποφευχθεί. Ωστόσο, οφείλω να δηλώσω πως η βούληση εκείνη θα έπρεπε να καταδειχθεί  κυρίως από τους Αλβανούς, οι οποίοι δεν έδειχναν διαθέσεις συμβιβασμού. Επίσης, ακόμα μια  προϋπόθεση για την αποφυγή της σύγκρουσης  ήταν να υπάρξει η διάθεση από την διεθνή κοινότητα να αναλώσει υψηλού επιπέδου διπλωματικό κεφάλαιο στο Κόσσοβο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν υπήρχε εκείνη την στιγμή, αφού οι Σέρβοι τότε δεν μπορούσαν ακόμη να φανταστούν το σημείο που θα έφτανε η σύγκρουσή τους με την διεθνή κοινότητα από το ’95 και έπειτα, ώστε να δείξουν μεγαλύτερη διαλλακτικότητα. Αντιθέτως, οι Αλβανοί διαβάζοντας από πολύ νωρίς τους διεθνείς συσχετισμούς είχαν βάλει πλώρη για την πλήρη αυτονομία. Άλλωστε, και η διεθνής κοινότητα τους «έκλεινε το μάτι» λέγοντάς τους στο παρασκήνιο, να μην προχωρούν σε πράξεις αντεκδίκησης και παράλληλα να μη δεχθούν αυτά που του δίνουν οι Σέρβοι και να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Οι Αλβανοί ήλπιζαν τελικώς ότι θα προκαλέσουν διεθνή επέμβαση σε δεύτερο στάδιο, κάτι που τελικώς δεν έγινε με την Συμφωνία του Ντέιτον το ’95, πράγμα που τους απογοήτευσε, διότι δεν υπήρχε ρήτρα για το Κόσσοβο. Έτσι, οδηγηθήκαμε στον UCK, που ήταν η ένοπλη απάντηση και στους Σέρβους, αλλά και στην διεθνή κοινότητα, η οποία κρατούσε το θέμα το επίπεδο και μόνο της επαναπόδοσης κάποιας αυτονομίας.

10931653_1539693152982036_7335370907547080622_o
O  κ. Βενιαμίν Καρακωνστάνογλου  είναι Διεθνολόγος & Λέκτορας Νομικής του Α.Π.Θ. Διδάσκει Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Έχει συγγράψει τη μοναδική στην Ελλάδα επιστημονική μονογραφία για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) 600 σελίδων. Διετέλεσε Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Κοζάνης. Επίσης, διετέλεσε Επικεφαλής (2004-2008) του διεθνούς φορέα για την ανασυγκρότηση των Βαλκανίων υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έδρα Θεσσαλονίκης). Υπήρξε μέλος και Διευθυντής Αποστολών Διεθνών Οργανισμών στο Κοσσυφοπέδιο, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη και τα Σκόπια (1992-1996).