Skip to main content

Σπάνιοι χάρτες του Αρχιπελάγους στο ΑΠΘ Ένας χαρτογραφικός θησαυρός με τη σφραγίδα του Λουδοβίκου του 14ου στη συλλογή της Τρικογλείου Βιβλιοθήκης

Μία μοναδική αποκάλυψη έγινε πρόσφατα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και την Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη. Αφορά σειρά από σπάνιους χειρόγραφους χάρτες του Αρχιπελάγους (1687), που έγιναν με διαταγές του Λουδοβίκου 14ου και πρόσφατα αποκαλύφθηκαν και τεκμηριώθηκαν στη συλλογή της δωρεάς Ιωάννη Τρικόγλου του ΑΠΘ.
Η ανακοίνωση του παγκοσμίου ενδιαφέροντος “ευρήματος” συμπίπτει με τη συμπλήρωση 90 χρόνων από την ίδρυση της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης, το 1927, και 40 χρόνων από την πρώτη χειρόγραφη καταγραφή της δωρεάς Τρικόγλου στο ΑΠΘ (1977).

Η συλλογή περιλαμβάνει δεκαέξι χειρόγραφους χάρτες, υψηλής αισθητικής, σε φύλλα μεγάλων διαστάσεων 95×60εκ., δεμένους σε τόμο, στους οποίους απεικονίζονται τα νησιά των Κυκλάδων -Νάξος, Πάρος, Σίφνος, Μήλος, Ίος, Αντίπαρος, Κίμωλος, Πολύαιγος, Φολέγανδρος, Σίκινος, Ηρακλειά, Σχοινούσα, Κέρος, Κουφονήσια- καθώς και τα Κύθηρα και η Ελαφόνησος σε πρωτόγνωρες μεγάλες κλίμακες για τη νησιωτική χαρτογραφία του Αιγαίου της εποχής. Οι χάρτες συμπληρώνονται από έξι φύλλα με 25 οριζόντιες όψεις (veuës) ακτογραμμών στρατηγικού ενδιαφέροντος των νότιων ακτών της Πελοποννήσου, της Ζακύνθου, των Κυκλάδων αλλά και του κόλπου της Τύνιδας και της Σαρδηνίας, σχεδιασμένων -υπό κλίμακα- από την επιφάνεια της θάλασσας.

Το μοναδικό και ιδιαίτερα σημαντικό αυτό έργο, που ολοκληρώθηκε από τους Γάλλους μέσα σε περίπου δύο χρόνια (1685-1687), ήταν αποτέλεσμα μυστικών διαταγών, που δόθηκαν από τον Λουδοβίκο 14ο στους ναυτικούς και μηχανικούς του για την επείγουσα και λεπτομερή χαρτογράφηση θαλάσσιων στρατηγικών τοποθεσιών της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου στο χώρο όπου εκτείνονται οι από παλιότερα γνωστοί γεωστρατηγικοί ναυτικοί “σταθμοί” (σκάλες) της Γαλλίας στο Λεβάντε (Échelles du Levant).

Οι χάρτες της συλλογής της δωρεάς Τρικόγλου του ΑΠΘ αποτελούν προνομιακό μέρος των πολιτικών σχεδίων του “Βασιλιά Ήλιου”: Εστιάζουν στο κυκλαδικό Αρχιπέλαγος και ιδιαίτερα στις απάνεμες Μικρές Κυκλάδες, μία περιοχή με πολύ καθοριστική γεωστρατηγική σημασία κατά την ιστορική περίοδο της μεγάλης και φθοροποιού πολεμικής εμπλοκής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον του “Ιερού Συνασπισμού του Linz”, που κατέληξε στη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1683-1699).

Η δημόσια ανακοίνωση για το χαρτογραφικό αυτό θησαυρό έγινε την Τετάρτη 25 Ιανουαρίου, μετά την υπογραφή από τον πρύτανη του ΑΠΘ Περικλή Μήτκα και το δήμαρχο Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη συμφώνου συνεργασίας μεταξύ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του δήμου Θεσσαλονίκης για θέματα βιβλιοθηκών, αρχείων, συλλογών.
Στο αφιέρωμα καθηγητές του ΑΠΘ γράφουν για τη σημαντικότητα της συλλογής αυτής, την ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή κατά την οποία έγιναν οι χάρτες και σε τι αποσκοπούσαν. Όμως πρώτα ας μάθουμε λίγα πράγματα για τον ευπατρίδη, ευεργέτη και δωρητή Ιωάννη Τρικόγλου και τη συλλογή του, που κοσμεί το πανεπιστήμιο και την πόλη.

Ο Ιωάννης Τρικόγλου και η Τρικόγλειος Βιβλιοθήκη στο ΑΠΘ

Γράφει ο Γιάννης Ζ. Τζιφόπουλος, καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και επιγραφικής ΑΠΘ

Ο Ιωάννης (Γιάγκος) Τρικόγλου, γιος του Γεωργίου Τρικόγλου με καταγωγή από την Κάρυστο της Εύβοιας και της Ευδοξίας Κότσικα, γεννήθηκε στις 24.1.1888 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και πέθανε μάλλον στο Παρίσι κατά τη δεκαετία του 1970. Δεύτερης γενιάς Έλληνας της Αιγύπτου ζούσε στο Κάιρο, όπου καταγράφεται ως μέλος της ελληνικής κοινότητας κατά τη δεκαετία 1947-1957 και όπου δραστηριοποιήθηκε σε εμπορικές μάλλον δραστηριότητες. Παντρεύτηκε τη Νέλλη Κυριαζή, κόρη του Ευστάθιου (με καταγωγή από τον Κισσό, το πιο ψηλό χωριό της Τσαγκαράδας του Πηλίου), ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Αίγυπτο και το 1873 δημιούργησε με τα αδέλφια του στο Κάιρο μία επιτυχημένη καπνοβιομηχανία, την “Kyriazi Frères”, με μεγάλες εξαγωγές και εμπορικά παραρτήματα στην Ευρώπη.

Από το αρχείο του προκύπτει ότι ο Ιωάννης Τρικόγλου έδρασε κυρίως στο Κάιρο και ενδιάμεσα στο Παρίσι ως φιλέλληνας. Ταξίδευε στην Ευρώπη και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πολιτικούς, όπως ο Εμμανουήλ Τσουδερός, πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Ενδιαφερόταν για το μέλλον της Ελλάδας, ήταν φιλότεχνος, βιβλιόφιλος και φωτογράφος (το 1937-1938 εξέθεσε φωτογραφίες του στο Φιλολογικό Σύλλογο “Παρνασσός”, του οποίου ήταν και αντεπιστέλλον μέλος).

Η κιβωτός της μνήμης του ελληνισμού, η Τρικόγλειος Βιβλιοθήκη, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, ονομασία που αποδέχθηκε η σύγκλητος, κατέληξε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο το 1963 χάρη στη στενή προσωπική φιλία ανάμεσα στον Τρικόγλου, έναν έλληνα χιώτη πολιτικό, τον Μιχαήλ (Μικέ) Μαυρογορδάτο, και στον προπύτανη, πρύτανη και αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 1953 έως το 1956 Χαράλαμπο Φραγκίστα, ο οποίος ήδη από το 1949 μετείχε και στην κτιριακή επιτροπή για την ανέγερση του κτιρίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, για την οποία το 1951 ο Τρικόγλου προσέφερε 4.736.050 δραχμές, όπως προκύπτει από τα αρχεία του λογιστηρίου της Εταιρείας. Τα γεγονότα στην Αίγυπτο, μετά την πτώση του Φαρούκ το 1952, και ο διωγμός με επαπειλούμενη κατάσχεση των περιουσιών των Ελληνοαιγυπτιωτών υπήρξαν η καθοριστική αιτία για τον Τρικόγλου να σκεφτεί τρόπους διάσωσης της ιδιαίτερα σημαντικής συλλογής του, η οποία εξαιτίας της στενής σχέσης τριών φίλων έφτασε τελικά στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μόλις το 1973-1974, όταν και άρχισε η καταγραφή της.

Τι περιλάμβάνει η Τρικόγλειος Βιβλιοθήκη
* 14.012 τόμους βιβλίων που αντιστοιχούν σε 10.781 τίτλους για την ελληνική ιστορία με έμφαση στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, την αρχαιολογία, τη λαογραφία, τη λογοτεχνία, τον περιηγητισμό, το φιλελληνισμό και γενικότερα τον ελληνισμό της Μεσογείου με πολλές σπάνιες εκδόσεις (από το 1495 έως τα μέσα του 20ού αιώνα). Οι τίτλοι και οι τόμοι της δωρεάς είναι καταλογογραφημένοι και ταξιθετημένοι και κάποιοι από αυτούς ψηφιοποιημένοι και διαθέσιμοι στο κοινό.
* Περίπου 3.500 έργα τέχνης (χαρακτικά, πίνακες, φωτογραφίες).
* Διάφορα προσωπικά αντικείμενα (λάβαρα, σημαίες, πορσελάνες κ.ά.).
* Προσωπικό αρχείο με ποικίλο περιεχόμενο.
* Μεγάλο αριθμό χαρτών, ανάμεσα στους οποίους η έγχρωμη Χάρτα του Ρήγα και οι μοναδικοί παγκοσμίως γεωστρατηγικοί χάρτες του Αρχιπελάγους, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά πριν από λίγες ημέρες.


Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 29 Ιανουαρίου 2017

Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας[1]

 

Ξυδόπουλος 2
Χάρτης της Αρχαίας Σικελίας

Θέμα αυτού του άρθρου αποτελούν οι διαφορετικές αναγνώσεις του όρου Σικελιῶται στα ιστοριογραφικά κείμενα της περιόδου από τον πέμπτο έως και τον πρώτο αιώνα π.Χ. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε είχε ως εφαλτήριο την πρόσφατα διατυπωμένη άποψη ότι (με βάση κυρίως το κείμενο του Θουκυδίδη), «εάν πράγματι ικανοποιούν τον ορισμό μιας εθνικής ομάδας, παρά κάποιου άλλου είδους συλλογικής ταυτότητας, οι Σικελιῶται ίσως αποτελούν περίπτωση εθνογένεσης».[2] Δόθηκε επίσης βαρύτητα στη δικαιολόγηση των εκάστοτε αναγνώσεων, με βάση το πολιτικό κυρίως πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται ή δρα ο ίδιος ο ιστοριογράφος. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι θεωρούμε αναχρονιστική την απόδοση οποιωνδήποτε εθνικών χαρακτηριστικών στον όρο Σικελιῶται, καθώς οι νεώτεροι όροι έθνος και εθνικός μόνον συμβατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ό,τι αφορά φαινόμενα της αρχαιότητας.

Οι Έλληνες, προκειμένου να αναφερθούν στα όσα είχαν διαδραματισθεί σε εποχές που χάνονταν στα βάθη του χρόνου, χρησιμοποιούσαν τη λέξη ἀρχαιολογία. Αντικείμενό της ήταν η περιγραφή ιστοριών, των οποίων οι συνθήκες ήταν αδιευκρίνιστες. Η ανθρωπότητα νοούνταν ως μία περίπλοκη συλλογή διαφορετικών λαών[3] με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της συγκριτικής εθνογραφίας.[4] Στο πλαίσιο αυτό, λαοί οι οποίοι σχετίζονταν με την αποικιακή δραστηριότητα των Ελλήνων βρέθηκαν σχεδόν αναγκαστικά στο επίκεντρο της έρευνας. Η Σικελία και η προϊστορία της δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση: Η ἀρχαιολογία του σικελικού  αποικισμού καλύπτεται επαρκέστατα από τις ελληνικές πηγές. Στο έκτο βιβλίο του (6.1.2-2.6), ο Θουκυδίδης αναφέρεται εκτενώς στην παρουσία προελληνικών πληθυσμών στη Σικελία. Αποφεύγει επιμελώς να ασχοληθεί με τα όσα ανήκουν στη μυθολογική σφαίρα και αφορούν την παρουσία στο νησί Κυκλώπων και Λαιστρυγόνων. Σχολιάζει σχετικά ότι θα πρέπει οι αναγνώστες του να αρκεστούν σε όσες πληροφορίες αντλούνται για αυτούς τους μυθικούς κατοίκους του νησιού από τους ποιητές, διαχωρίζοντας έτσι τη θέση του από το μυθῶδες. Ωστόσο, δεν αποφεύγει την αναφορά στην προϊστορία, καθώς στη συνέχεια περνά στην απαρίθμηση των λαών που πιστοποιημένα εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, ξεκινώντας από τους Σικανούς. Ο Θουκυδίδης διασκεδάζει την αντίληψη περί αυτοχθονίας τους, με την πληροφορία ότι αυτοί ήλθαν από την Ιβηρική χερσόνησο διωγμένοι από τους Λίγυες και εγκαταστάθηκαν στη δυτική πλευρά του νησιού, όπου μπορούσε να τους συναντήσει κανείς ως τις μέρες του.[5] Στην άφιξη των Σικανών οφείλεται και η μετονομασία του νησιού από Τρινακρία[6] σε Σικανία. Ως δεύτεροι άποικοι του νησιού, αναφέρονται από τον Θουκυδίδη ορισμένοι Τρώες πρόσφυγες, οι οποίοι μετά την άλωση της πόλης τους εγκαταστάθηκαν στη Σικανία, σε περιοχή γειτονική προς εκείνη των Σικανών, και πήραν το όνομα Έλυμοι. Ανάμεσα στις ελυμιακές πόλεις που ιδρύθηκαν συγκαταλέγονταν ο Έρυκας και η Έγεστα. Στο σημείο αυτό, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι μαζί με τους Τρώες ήλθε στο νησί και μια ομάδα Φωκέων, οι οποίοι χάθηκαν στον δρόμο του γυρισμού από την Τροία και κατέληξαν στις σικανικές ακτές. Την τρίτη ομάδα αποίκων αποτελούν οι πολυάριθμοι και πολεμοχαρείς Σικελοί, οι οποίοι περαιώθηκαν στο νησί από την Ιταλία, κυνηγημένοι από τους Οπικούς.[7] Η άφιξή τους στη Σικανία συνοδεύτηκε από συγκρούσεις με τους Σικανούς τους οποίους και νίκησαν, απωθώντας τους στις νότιες και δυτικές περιοχές του νησιού, το οποίο πλέον ονομαζόταν Σικελία. Ο Θουκυδίδης προβαίνει και σε μία χρονολογική επισήμανση, όταν γράφει ότι όλα αυτά έγιναν περίπου τριακόσια χρόνια πριν από την άφιξη των Ελλήνων αποίκων. Τελευταίος βάρβαρος λαός ο οποίος αναφέρεται από τον ιστορικό και συγκαταλέγεται στους κατοίκους της Σικελίας ήταν οι Φοίνικες, οι οποίοι αρχικά κατοικούσαν σε ολόκληρο το νησί, σταδιακά όμως περιορίστηκαν στη Μοτύη, τον Σολόεντα και τον Πάνορμο, κοντά στα εδάφη των Ελύμων.

Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του Ελλάνικου, οι πληροφορίες που παρέχονται αφορούν κυρίως τους Σικελούς: σύμφωνα με αυτές, επρόκειτο για το ιταλικό φύλο των Αυσόνων, το οποίο εκδιώχθηκε από τους Ιάπυγες και, υπό την ηγεσία του βασιλέα τους, Σικελού, κυριάρχησαν σε ολόκληρο το νησί.[8]

Ο ελληνικός αποικισμός της Σικελίας ξεκίνησε κατά το δεύτερο ήμισυ του όγδοου αιώνα.[9] Πρώτοι οι Χαλκιδείς ίδρυσαν τη Νάξο, με επικεφαλής τον Θεοκλή. Στη συνέχεια, ιδρύθηκαν οι Συρακούσες από Κορινθίους, οι Λεοντίνοι και η Κατάνη από τον Θεοκλή, ενώ αρκετά αργότερα ο Ακράγας από Ροδίους αποίκους (γύρω στο 600 ή 580 π.Χ.). Στην περίπτωση των Συρακουσών, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Σικελοί που κατοικούσαν στο παρακείμενο νησάκι εκδιώχθηκαν από τους Έλληνες αποίκους (6.2). Η σύγκρουση με τους ιθαγενείς συνεχίστηκε και στην περίπτωση των Λεοντίνων, είναι όμως η τελευταία φορά που ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε παρόμοιο περιστατικό. Έκτοτε, προφανώς, η συμβίωση Ελλήνων και Σικελών δεν εμφάνισε ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς θα πρέπει να υποθέσουμε ότι είχε αρχίσει να επέρχεται η σταδιακή αφομοίωση των τελευταίων από τους πρώτους, χωρίς να εκλείψουν οι όποιες «επαρχιωτικής αποχρώσεως»[10] διαφοροποιήσεις.

Ξυδοπουλος 4
Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Θουκυδίδης.

Είναι γνωστό και έχει διατυπωθεί από τον γράφοντα και από άλλη θέση,[11] ότι οι Περσικοί Πόλεμοι αποτέλεσαν την κύρια, όχι όμως και τη μοναδική αιτία της ελληνικής πρόσληψης του βαρβάρου.[12] Έκτοτε, το να είσαι Έλληνας απέκτησε και μία πολιτική χροιά, η οποία προστέθηκε στην ήδη υπάρχουσα ιδεολογικο-πολιτιστική. Ο διαλλακτικός και ανεκτικός απέναντι στους ξένους λαούς Ηρόδοτος ήταν, κατά παράδοξο τρόπο, εκείνος που καθόρισε με τον περίφημο ορισμό του τα «κριτήρια» της ελληνικότητας, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δημιουργία ορίων μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Στο έργο του Θουκυδίδη είναι πιο εμφανείς οι επιπτώσεις αυτής της οριοθέτησης, μολονότι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι δύο προαναφερθέντες  ιστορικοί είναι σχεδόν το ίδιο.

Το στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μας είναι ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδας του πέμπτου αιώνα σκανδαλίζονταν από τις διαστάσεις που είχε προσλάβει η επιμειξία μεταξύ ελληνικών και μη ελληνικών πληθυσμών.[13] Οι πολλές και ποικίλες εκφράσεις αυτής της δυσφορίας που απαντώνται στις γραμματειακές πηγές της περιόδου, ωστόσο, δεν αποτελούν το κύριο αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Σε ό,τι αφορά την κατάσταση που επικρατούσε ειδικότερα στη Σικελία, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, η σύνθεση μεταξύ του γηγενούς στοιχείου και του ελληνικού είχε συντελεσθεί πλήρως,[14] άποψη την οποία ασφαλώς ενίσχυσαν πριν από πολλές δεκαετίες τα αρχαιολογικά δεδομένα.[15] Η αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων στο νησί είχε πλέον ατονήσει, εξαιτίας αφενός της έντονης ελληνικής επιρροής και αφετέρου της αφομοιωτικής διάθεσης που προφανώς επεδείκνυαν οι εγχώριοι κάτοικοι.[16] Υπό την έννοια αυτή, είχε διαμορφωθεί μία συλλογική «σικελιωτική» ταυτότητα στον τέταρτο αιώνα. Αυτό δεν ίσχυε όμως στους χρόνους του Θουκυδίδη.

Σαφώς, στην περίπτωση των αποικιών, η δημιουργία της ταυτότητας πηγάζει από διαμάχες και συναγωνισμό και με τους ντόπιους βαρβάρους και ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές κοινότητες.Ήταν, επίσης, αυτονόητη σχεδόν η συνεκδοχική δημιουργία μίας αποικιακής ταυτότητας, στην υπό εξέταση περίπτωση εκείνης του Σικελιώτη Έλληνα.   Είναι ένα παράδειγμα δημιουργίας ταυτότητας “συσσωμάτωσης / συναναστροφής” κατά τον J. Hall. [17] Η εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες με τον αποικισμό έχει σημασία για την αποκρυστάλλωση μια αντιθετικής έννοιας ταυτότητας. Τα όρια του ελληνικού κόσμου συμπεριελάμβαναν τη Σικελία και τη νότια Ιταλία, παρόλο που εντός των ορίων αυτών υπήρχαν και βάρβαροι. Ωστόσο, η επαφή με τους δυτικούς «Άλλους» συνέβη πολύ νωρίτερα από τους Περσικούς πολέμους και δεν θα ήταν σωστό να στηριχθεί στο γεγονός αυτό μία άποψη περί δημιουργίας μιας χωριστής ταυτότητας Σικελιωτών ή της αρχής μιας διαδικασίας διαφοροποίησης των Σικελιωτῶν από τους άλλους Έλληνες, η οποία ξεκινά μαζί με τον αποικισμό και παράλληλα με τον εξελληνισμό και την αφομοίωση των γηγενών Σικελών.[18]

Ο όρος Σικελιῶται απαντάται για πρώτη φορά στον Θουκυδίδη. Μολονότι στον Ηρόδοτο βρίσκουμε μία φορά τον παράλληλο όρο Ἰταλιῶται, όταν ο ιστορικός αναφέρεται στους Έλληνες της Σικελίας, κάνει λόγο για «Έλληνες που ζουν στη Σικελία».[19] Οπωσδήποτε, έναν παράγοντα καθορισμού της ταυτότητας των Σικελιωτῶν αποτέλεσαν οι Σικελοί και οι άλλοι γηγενείς κάτοικοι της Σικελίας, η παρουσία των οποίων συνέβαλε στη δημιουργία της ελληνικής αποικιακής ταυτότητας των Σικελιωτῶν. Ο Θουκυδίδης διαχωρίζει τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Σικελίας σε ἔθνη, με βάση την επικράτεια και τους μύθους καταγωγής. Οι Σικελοί, οι Σικανοί και οι Έλυμοι θεωρούνται ξεχωριστές ταυτότητες, αλλά συλλογικά είναι βάρβαροι, οι οποίοι αντιδιαστέλλονται τόσο προς τους Σικελιώτες και τους Ιταλιώτες αλλά και προς τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος. Θα ήταν ωστόσο λανθασμένο να δεχθούμε ότι ο διαχωρισμός αυτός συνεπάγεται και ότι οι Σικελιώτες αποτελούσαν διαφορετική «εθνική» ομάδα από τους Έλληνες.[20] Απλώς, οι πρώτοι αποτελούν ένα υποσύνολο του γενικότερου συνόλου των Ελλήνων και θα πρέπει να αποκλεισθεί οποιαδήποτε διαδικασία «εθνογένεσης». Έγινε ήδη νύξη για την ύπαρξη ενός κοινού πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο καθιστούσε απαγορευτική οποιαδήποτε «εθνική» διαφοροποίηση. Όπως φανερώνουν τα αρχαιολογικά δεδομένα άλλωστε, κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί της ρωμαϊκής κατακτήσεως, το σύνολο της σικελικής χώρας ήταν κατατμημένο σε αυτόνομους ή ημιαυτόνομους πολιτικούς οργανισμούς. Υπό την έννοια αυτή, οι Σικελιῶται αποτελούσαν για τον Θουκυδίδη ό,τι και οι Πελοποννήσιοι: μία ομάδα Ελλήνων οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα μωσαϊκό πόλεων[21] και καθορίζονταν απλώς από συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη ότι, εκτός από τις γνωστές εθνοτικές κατηγορίες που αναφέρει ο Θουκυδίδης και που χρησιμοποιούνται και στις κοινότητες της κυρίως Ελλάδας, ένα διαφορετικό είδος ελληνικής ταυτότητας δημιουργήθηκε σε αυτό το πλαίσιο: αυτή των Ελλήνων αποίκων της Σικελίας.[22] Η ταυτότητα αυτή εκφράζεται σε ένα χωρίο του Θουκυδίδη που αναφέρεται στο συμβούλιο αντιπροσώπων των ελληνικών πόλεων της Σικελίας που συγκεντρώθηκε στη Γέλα, το 424. Ο Ερμοκράτης απευθύνεται στο ακροατήριό του αποκαλώντας τους «Σικελιώτες», τους οποίους παροτρύνει να σκεφτούν το συμφέρον τους έναντι των Αθηναίων με την ιδιότητα αυτή και όχι ως πολίτες ξεχωριστών πόλεων ή διαφορετικών «εθνών». Τονίζει ότι «… Είμαστε όλοι μας γείτονες και σύνοικοι σε μία χώρα, στο μέσο της θάλασσας, αποκαλούμενοι όλοι με ένα όνομα: Σικελιῶται…».[23] Ο Ερμοκράτης αναφέρει επομένως τα κριτήρια της ελληνικής ταυτότητας των ακροατών του: το εθνοτικό ή φυλετικό (π.χ. Δωριείς ή Ίωνες), το πολιτικό ή αστικό (ως Αθηναίοι ή Συρακούσιοι) και το ότι είναι νησιώτες που μοιράζονται μια χώρα που περιτριγυρίζεται από θάλασσα. Εμφανίζεται και μία αυτονόητη αντίθεση μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας (Σικελιώτας) προς τους αυτόχθονες κατοίκους (Σικελοί). Οι άποικοι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και ως Σικελιώτες. Ο Ερμοκράτης τους παρακινεί να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή την ταυτότητά τους. Ιδιαίτερη σημασία για την πρόσληψη των Σικελιωτών από την πλευρά ειδικότερα των Αθηναίων της εποχής του Θουκυδίδη έχει η άποψη που εκφράζεται από τον Αλκιβιάδη: στον απαντητικό του λόγο προς τον Ερμοκράτη, δηλώνει ότι οι πληθυσμοί των πόλεων της Σικελίας είναι μεικτοί και δεν έχουν τα μέσα να προστατέψουν την πατρίδα τους. Επιπλέον, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και να γίνουν πρόσφυγες αλλού, σε περίπτωση που τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως επιθυμούν. Ο πληθυσμός των Ελλήνων της Σικελίας χαρακτηρίζεται με τη φράση ὄχλοις ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν (6.17). Αυτοί οι όροι σαφώς προδίδουν «την αναγνώριση χωριστής ελληνικής και γηγενούς ταυτότητας», αλλά οπωσδήποτε όχι και «μια υβριδική ταυτότητα λόγω του συνδυασμού των δύο».[24] Για να προχωρήσουμε λίγο περισσότερο τη σκέψη μας, ίσως ενυπάρχει στα λόγια του Αλκιβιάδη κάποιος υπαινιγμός σχετικά με την κατωτερότητα των βαρβαρικών πληθυσμιακών στοιχείων που βρίσκονταν στις σικελικές πόλεις ή τη δειλία που αυτοί οι πληθυσμοί θα επεδείκνυαν σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Ο Ερμοκράτης και ο Αλκιβιάδης χρησιμοποιούν έννοιες κατοίκησης και τόπου διαμονής (οἰκειῶται), καθώς και συγγένειας εξ αίματος (συγγένεια). Σε άλλο σημείο (4.64.3), ο Ερμοκράτης λέει ότι οι Έλληνες της Σικελίας είναι ἐνοικοῦντες και ἀστυγείτονες και ότι υπάρχει μία φυσική εχθρότητα μεταξύ Αθηναίων και Σικελιωτών, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Ίωνες και οι Δωριείς είναι φυσικοί εχθροί. Η έννοια οἰκειῶται είναι συχνά κάτι πιο περίπλοκο από μια παραλλαγή της εξ αίματος συγγένειας. Στον κόσμο των αποικιών είναι μια κατάσταση που ανταγωνίζεται τη συγγένεια. Ως μέλη αυτής της ομάδας, θα έπρεπε να κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις, όπως ακριβώς θα έκαναν τα μέλη της ίδιας εθνότητας. Τα λόγια του Νικία το 415 π.Χ. ότι, εάν οι Σικελιῶται ενώνονταν υπό την ηγεμονία των Συρακουσών, θα είχαν μία ἀρχὴν σαν αυτή των Αθηνών, προσδίδουν και μία πολιτική διάσταση στην ταυτότητα των Σικελιωτών.

Υποστηρίχθηκε ότι ο Ερμοκράτης προσπάθησε να εισαγάγει μία νέα ταυτότητα και πατρίδα σε αντίθεση με τις παλαιές εθνότητες, Δωριείς και Ίωνες. Απέναντι στην κοινή απειλή, αυτή η νέα ταυτότητα θα έπρεπε να υπερισχύσει έναντι άλλων εθνικών, πολιτικών ή αστικών ταυτοτήτων και συμφερόντων.[25] Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός λόγου που στόχευε στη θετική για τον ομιλητή και την παράταξη που αυτός πρέσβευε επιρροή του ακροατηρίου του, παρόμοιες εκφράσεις είναι αναμενόμενες και δεν παραπέμπουν αναγκαστικά στη δημιουργία μιας χωριστής «εθνικής» ομάδας. Όπως σωστά υποστήριξε ο Hornblower, όλοι οι Έλληνες στη Σικελία είναι οικείοι που ζουν μαζί (σύνοικοι) και όλοι αποκαλούνται με το ίδιο όνομα (Σικελιῶταιι), ενώ τα λόγια του Αλκιβιάδη προδίδουν και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των ελληνικών πόλεων της Σικελίας.[26] Θεωρούμε ότι αυτή είναι και η σωστή άποψη. Ο όρος Σικελιῶται στον Θουκυδίδη δεν περιλαμβάνει όλους τους κατοίκους (Έλληνες και μη) του νησιού. Ανεξάρτητα από τη χροιά που αποδίδει στον όρο ο Ερμοκράτης για λόγους πολιτικούς και όχι εθνοτικούς, ο Θουκυδίδης φαίνεται να έχει διαχωρίσει με σαφήνεια τις διαφορετικές εθνότητες, καθώς κάνει λόγο για Σικελούς, Σικελιώτες[27] και βαρβάρους.[28] Επιπλέον, η προαναφερθείσα φράση του ιστορικού στο 6.17 δηλώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη διαφορετική εθνολογική σύσταση του πληθυσμού των πόλεων της Σικελίας. Ο Θουκυδίδης δεν προχωρά σε μία γενίκευση σχετικά με τον όρο Σικελιῶται, γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην εποχή του.

Δεκάδραχμο, περίοδος Αγαθοκλή 317-311 π.Χ.
Δεκάδραχμο, περίοδος Αγαθοκλή 317-311 π.Χ.

Μία διαφορετική ανάγνωση του όρου Σικελιῶται συναντούμε από τον τέταρτο αιώνα κεξ. Η πολιτική ιστορία του νησιού συνδέεται πλέον με τους εκεί τυράννους, οι οποίοι κυριάρχησαν στο πολιτικό σκηνικό. Παράλληλα, οι συγκρούσεις με τους Καρχηδονίους ενίσχυσαν αναπόφευκτα την ελληνική συνείδηση των κατοίκων της Σικελίας. Την ίδια στιγμή και σε θεωρητικό επίπεδο, οι τρόποι της προσλήψεως του Άλλου, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, εν μέρει ενισχύθηκαν από τις πολιτικές θεωρίες του τετάρτου αιώνα. Η εμπειρία του Πελοποννησιακού πολέμου ενίσχυσε το εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων και τους οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας ότι οι βάρβαροι ήταν οι φυσικοί εχθροί των Ελλήνων, επομένως η υποδούλωσή τους ήταν φυσική.[29] Αυτές οι απόψεις ήταν ευρέως αποδεκτές καθώς αντιστοιχούσαν στις προκαταλήψεις του μέσου Έλληνα.[30] Ήταν επομένως σχεδόν αναμενόμενη η ενδυνάμωση του ελληνικού αυτοσυναισθήματος και στις δυτικές παρυφές του ελληνικού κόσμου, η οποία εκφράστηκε με τη συσπείρωση όλων των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας πίσω από τον όρο Σικελιῶται, ιδιαίτερα έχοντας ως δεδομένη τη συνεχή καρχηδονιακή παρουσία στο νησί. Την αντίληψη αυτή συναντάμε στον άμεσο διάδοχο του Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, ο οποίος σε ένα και μοναδικό εδάφιο στα Ἑλληνικὰ γράφει ότι οι Καρχηδόνιοι, έχοντας ηττηθεί από τους Συρακοσίους στη μάχη, κυρίευσαν την πόλη του Ακράγαντος, ἐκλιπόντων τῶν Σικελιωτῶν τὴν πόλιν. Η ιδιαίτερη αναφορά στους Συρακοσίους αφορά στην παρουσία του τυράννου και τον ηγετικό ρόλο της πόλης, παρά στην εθνοτική διαφοροποίησή τους από τους υπόλοιπους Σικελιώτες.[31] Άλλωστε, οι Συρακούσες ήταν κορινθιακή αποικία.

Στον τέταρτο αιώνα, επίσης, ο Έφορος σημειώνει σχετικά με τη μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.) ότι ο τύραννος της Γέλας, Γέλων, με 200 πλοία, 2000 ιππείς και 10000 πεζούς στρατιώτες κατήγαγε περηφανή νίκη εναντίον των Καρχηδονίων, καθιστώντας ελεύθερους όχι μόνον τους Σικελιώτες αλλά και ολόκληρη της Ελλάδα.[32] Είναι ξεκάθαρο ότι για τον Έφορο αλλά και τους Έλληνες του τετάρτου αιώνα, ο όρος Σικελιῶται αφορά το σύνολο των κατοίκων της Σικελίας, οι οποίοι προφανώς θεωρούνται Έλληνες. Αλλά και για τον Θεόπομπο, ο όρος Σικελιώτης φαίνεται να αποτελεί ένα υποσύνολο του γενικότερου όρου Ἓλλην, με μία συγκεκριμένη γεωγραφική χροιά, όπως ακριβώς και ο όρος Σπαρτιάτης. Αυτό διαφαίνεται στη μία από τις δύο συνολικά αναφορές στον όρο Σικελιώτης στο έργο του.[33] Τέλος, στο πέρασμα από τον τέταρτο στον τρίτο αιώνα, θα πρέπει να αναφερθούμε και στον Τίμαιο (FGrHist 566), ο οποίος συνέγραψε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο για τη Δύση γενικά και τη Ρώμη ειδικότερα, βασιζόμενος, ίσως, στον Λύκο από το Ρήγιο.[34] Δυστυχώς, η αποσπασματικότητα του έργου του δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιῶται. Τμήμα του, το οποίο αφορά και στην προϊστορία της Σικελίας, σώζεται στον Διόδωρο.

Ξυδόπουλος 1
Το αρχαίο θέατρο των Συρακουσών.

Ο ρόλος του καρχηδονιακού στοιχείου αλλά και η σύγκρουση των Καρχηδονίων με τη Ρώμη ήταν ασφαλώς οι παράμετροι οι οποίες καθόρισαν αποφασιστικά την ανάπτυξη μιας συλλογικής, τοπικής, σικελιώτικης συνείδησης, ιδιαίτερα κατά τον τρίτο αιώνα. Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία και την αποχώρηση του Πύρρου (276), οι Καρχηδόνιοι είχαν δημιουργήσει μία αρκετά μεγάλη σφαίρα επιρροής, η οποία συνόρευε με το κράτος του Συρακουσίου βασιλιά Ιέρωνος και των συμμάχων του.[35] Όταν το 264 ξεκίνησε η πρώτη σύγκρουση Ρωμαίων και Καρχηδονίων, η Σικελία κατέστη το κυριότερο θέατρο του πολέμου. Η συνθήκη φιλίας και συμμαχίας του Ιέρωνος με τους Ρωμαίους (263/2) έβγαλε το βασίλειό του από το επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά από τον δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο (ξεκίνησε το 218), καθώς οι καταστροφές που υπέστη το νησί ήταν τρομακτικές. Το 210, ο Ρωμαίος στρατηγός ύπατος Μάρκος Ουαλέριος Λαιβίνος προέβη στην πρώτη συστηματική οργάνωση της επαρχίας Σικελίας. Έκτοτε, η Σικελία αποτελούσε τμήμα του ρωμαϊκού κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται και τα ιστοριογραφικά έργα του προαναφερθέντος Τίμαιου και του Διοδώρου. Ο Διόδωρος ξεκινά την αφήγησή του αναφερόμενος στα όσα μυθολογούνται παρὰ τοῖς Σικελιώταις. Θεωρεί μάλιστα ως απαραίτητη την παράθεση πληροφοριών σχετικά με τους πρώτους κατοίκους της Σικελίας, τους Σικανούς, δεδομένης της σύγχυσης που υπήρχε για το φύλο αυτό στους προγενέστερούς του συγγραφείς. Δέχεται την άποψη του Τίμαιου,[36] ο οποίος υπήρξε και η βασική του πηγή για την ιστορία των ετών 480-289/8, ότι οι Σικανοί ήταν αυτόχθονες κάτοικοι του νησιού και όχι άποικοι προερχόμενοι από την Ιβηρική χερσόνησο. Η πρώτη, για τον Διόδωρο, φάση αποικισμού της Σικελίας είχε πρωταγωνιστές τους Σικελούς, οι οποίοι πέρασαν τα στενά που χωρίζουν το νησί από την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν στις εγκαταλελειμένες από τους Σικανούς περιοχές και στη συνέχεια ήλθαν σε συχνές συγκρούσεις μαζί τους, καθώς εποφθαλμιούσαν τα εδάφη των Σικανών και επιθυμούσαν την προς δυσμάς επέκτασή τους. Τελευταίοι έφθασαν στη Σικελία οι Έλληνες, οι οποίοι αποίκισαν αρχικά τις παράλιες περιοχές, όπου κτίστηκαν και οι πόλεις τους. Η επιμειξία με τους Έλληνες και το πλήθος των Ελλήνων αποίκων που ήλθαν στο νησί οδήγησε, σύμφωνα πάντα με τον Διόδωρο, τους ντόπιους (Σικανούς και Σικελούς) στη γνώση της ελληνικής γλώσσας και την υιοθέτηση των ελληνικών ηθών και εθίμων, με αποτέλεσμα να αλλάξουν τη βάρβαρον διάλεκτον καθώς και την προσηγορίαν τους και να ονομασθούν Σικελιῶται.[37]

Ο Διόδωρος αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο μελέτης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις πηγές του.[38] Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η έρευνα ήταν ότι για σημαντικά θέματα ο Διόδωρος βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα όσα αναπαρήγε, δίχως να προχωρά σε κριτική ανάλυση των δεδομένων του.[39] Ωστόσο, μολονότι και το δικό του έργο δεν σώθηκε πλήρες, είμαστε σε θέση να εξάγουμε πιο βέβαια συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιώτης. Αυτός απαντάται σε 86 εδάφια και έχει παντού την ίδια έννοια: ως Σικελιῶται νοούνται οι κάτοικοι της Σικελίας στο σύνολό τους. Αυτονόητο είναι ότι πρόκειται για τους Έλληνες κατοίκους του νησιού και όχι για τους Καρχηδονίους ή τους Ρωμαίους, οι οποίοι πάντοτε, επίσης, διαχωρίζονται με τα αντίστοιχα εθνικά τους επίθετα. Αξιοσημείωτη είναι η απουσία του εθνικού επιθέτου Σικελός, γεγονός το οποίο έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τα όσα εκτέθηκαν ως τώρα.

Από την άλλη, η χρήση τού, σχεδόν μυθικού, παρελθόντος από τους δύο (ή τρεις, εννοώντας και τον Λύκο) ιστορικούς αποσκοπεί στην επινόηση της συνέχειας: τόσο ο Τίμαιος όσο και ο Διόδωρος είναι Σικελιῶται. Γράφουν, επίσης, σε περιόδους έντονης αντιπαράθεσης των Ελλήνων είτε προς τα φοινικικά φύλα είτε προς τους Ρωμαίους. Επομένως, ήταν αναμενόμενη η προσπάθειά τους αφενός να θεμελιώσουν την ύπαρξη αυτόχθονων φύλων στη Σικελία και αφετέρου να θεωρήσουν ότι ο εξελληνισμός της Σικελίας είχε συντελεσθεί σε μία πρώιμη περίοδο. Από την αναδρομή τους στην προϊστορία και τη χρήση της μυθολογίας γίνεται φανερό ότι και οι τρεις θα πρέπει να αναφέρονταν σε ένα ακροατήριο συμπατριωτών τους και όχι μόνον ο Διόδωρος.[40] Η παραπάνω παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Σικελία αποτέλεσε πολλές φορές το κύριο θέατρο επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των Καρχηδονιακών πολέμων και βρισκόταν ανάμεσα σε δύο αλλόφυλους –ως προς τους Έλληνες- ανταπαιτητές της. 

Είναι γνωστό ότι η ταυτότητα εξαρτάται από καταστάσεις. Το παράδειγμα της χρήσης του όρου Σικελιῶται είναι αντιπροσωπευτικό. Οι διάφορες φάσεις της ιστορικής πορείας των κατοίκων της Σικελίας δεν αποτελούν αιτίες δημιουργίας εθνικών χαρακτηριστικών. Η πρόσληψη μιας κοινής ταυτότητας των Σικελιωτών, επομένως, καθορίζεται από συγκυριακά αίτια. Ο όρος Σικελιῶται απηχεί για τον Θουκυδίδη περισσότερο μία γεωγραφική, παρά μία εθνοτική πρόσληψη. Αρχικά, πρόκειται για τους Έλληνες αποίκους του νησιού, οι οποίοι βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση προς τους αυτόχθονες. Ωστόσο, η απειλητική εμφάνιση των Αθηνών φαίνεται να δημιουργεί πρόσκαιρα μία συλλογική σικελική ταυτότητα. Αυτό γίνεται εμφανές στους επόμενους αιώνες, όταν οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού συνενώνονται με το γηγενές στοιχείο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένας άλλος κοινός εχθρός του συνόλου των κατοίκων του νησιού, η Καρχηδόνα. Στην ιστοριογραφία αρχίζει να διαφαίνεται αυτή η συνένωση, καθώς εγκαταλείπονται, πλέον, οι αναφορές στους Σικελούς και όλοι οι κάτοικοι νοούνται με το συλλογικό όνομα Σικελιῶται. Η Ρώμη, αποτέλεσε τον τρίτο, τελευταίο και επιτυχή επίδοξο εισβολέα του νησιού κατά την Αρχαιότητα. Η χρήση, κατά τη ρωμαϊκή ρεπουμπλικανική περίοδο, του όρου «Siculus» σήμαινε είτε τον αυτόχθονα είτε τον Έλληνα Σικελιώτη, καθώς οι Ρωμαίοι δεν ενδιαφέρονταν για τη διάκριση, επιβεβαιώνοντας έτσι τον τοπικό και όχι τον «εθνικό» χαρακτήρα του όρου. 

Ξυδόπουλος 6
Ο Ιωάννης Ξυδόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Βιβλιογραφία

  1. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, στο Irad Malkin (επιμ.) Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London 2001, 112-157.

H.C. Baldry, The Unity of Mankind in Greek Thought, Cambridge 1965. 

  1. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
  2. Cartledge, “‘We are all Greeks’? Ancient (especially Herodotean) and Modern Contestations of Hellenism”, BICS 40.2 (1995).

Μ.Β. Χατζόπουλος, Ο Ελληνισμός της Σικελίας κατά την Ρωμαιοκρατία (περίοδος 264-44 π.Χ.), Αθήνα 1976.

T.J. Dunbabin, The Western Greeks, Oxford 1948.

H.-J. Gehrke, ‘Myth, history and collective identity: uses of the past in Ancient Greece and beyond’, στο N. Luraghi (επιμ.), The Historian’s Craft in the Age of Herodotus, Oxford  2001, 286-313.

  1. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford 1989.
  2. M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge 1997.

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago 2002.

  1. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002.
  2. Hartog, The Mirror of Herodotus. The Representation of the Other in the Writing of History (tr. J. Lloyd), Berkeley-Los Angeles 1988.
  3. Hornblower (επιμ.), Greek Historiography, Oxford 1994.
  4. Hornblower, Thucydides and Pindar. Historical Narrative and the World of Epinikian Poetry, Oxford 2004.
  5. Lesky, Geschichte der griechischen Literatur, München 1971 (ελλ. μτφ. Θεσσαλονίκη 19853).
  6. Marincola, Greek Historians: Greece and Rome. New Surveys in the Classics No 31. Oxford 2001.
  7. Meister, Der Neue Pauly 3 (1997), s.v. “Diodoros’, n. 18, 592-594.
  8. Momigliano, Alien Wisdom: The Limits of Hellenization, Cambridge 1975 (ελλ. μτφ. Αθήνα 1998).
  9. Nippel, ‘The Construction of the “Other”’, στο T. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002, 278-310.
  10. Olshausen, Der Neue Pauly 11 (2001), 505, s.v. “Sicilia”.
  11. Roussel, Les siciliens entre les Romains et les Carthaginois, Paris 1970.
  12. Vetter, RE 18.2 (1942), 1543-1567, s.v. “Osci”.

  13. I. Xydopoulos, “The Thracian image in Herodotus and the Rhetoric of Otherness”, Proceedings of the Mediterranean Crossroads Conference (MCC): New Trends in the Study of the Mediterranean and its history at the onset of the 21st century, 10-13 May 2005, Athens-Oxford 2007, 594-603.

Παραπομπές

[1] Η πλήρης μορφή του άρθρου δημοσιεύτηκε στην ΕΓΝΑΤΙΑ 11 (2007), 9-18;

[2] Antonaccio 2001, 120-121.

[3] Baldry 1965, 17. Marincola 2001, 14. Gehrke 2001, 298-300.

[4] E. Hall 1989, 75.

[5] Θουκ. 6.2.2-6.6.3.

[6] Σχετικά με την ονομασία του νησιού σε Τρινακρία και τη σχέση με την ομηρική Θρινακία (βλ. Ομήρου Οδ. λ 107, μ 12), βλ. Olshausen 2001, 505.

[7] Για την ετυμολογία του ονόματος των Οπικών και την ταύτισή τους με το φύλο των Οσκίων, βλ. Vetter 1942, 1543-1567.

[8] FGrHist 4, F 79a79
74-84

.

[9] Πλήρης αναφορά στον Θουκυδίδη 6.3-5.

[10] Dunbabin 1948, 191.

[11] Xydopoulos 2007, 594.

[12] Harrison 2002, 3. Cartledge 1995, 79. Momigliano 1975 [1998]. Cartledge 1993 [2002], 67. Hall 1997, 7 κεξ.. Hartog 1988, 375.

[13] Χατζόπουλος 1976, 20-21.

[14] Χατζόπουλος 1976, 19-20. Dunbabin 1948, 190-192.

[15] Βλ. τα σχετικά άρθρα στο Κokalos 8 (1962). Χατζόπουλος 1976, 19-21.

[16] Dunbabin 1948, 189· Χατζόπουλος 1976, 19-21.

[17] Hall 1997, 20-33.

[18] Antonaccio 2001, 116.

[19] Ηροδ. 4.15· 6.17.

[20] Antonaccio 2001, 120-121.

[21] Roussel 1970, 39-40.

[22] Antonaccio 2001, 114-116.

[23] Θουκ. 4.64.3.

[24] Antonaccio 2001, 120.

[25] Antonaccio 2001, 114-121.

[26] Hornblower 2004, 201.

[27] Θουκ. 7.32.2.

[28] Θουκ. 7.57.11.

[29] Ισοκρ. 4.184· 12.163. Πλάτωνος Πολιτεία 469b-471b· Μενέξ. 242d·  Nippel 2002, 290-291.

[30] Cartledge 1993 [2002], 70-71· Hall 2002, 212.

[31] Ξενοφ. Ἑλλην. 2.2.24.

[32] FGrHist 70, F 186.

[33] FGrHist 115, F.192· F 193.

[34] Hornblower 1994, 35 σημ. 70 και 45. Για τον Λύκο, βλ. FGrHist 570.

[35] Πολύβ. 1.17.5· Διόδ. 23.213.7. Βλ. και Χατζόπουλος 1976, 15.

[36] Η αναφορά στην αυτοχθονία των Σικανών σώζεται στον Διόδωρο (5.6).

[37] Η όλη αφήγηση στον Διόδωρο 5.5.3.3-5.6.5. Βλ. Χατζόπουλος 1976, 21, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Σικανοί μαζί με τους Σικελούς είχαν πλήρως αφομοιωθεί από τους Έλληνες. Βλ. και Διόδ. 16.73.2.

[38] Hornblower 1994, 213-232.

[39] Hornblower 1994, 50.

[40] Lesky 1971 [1985], 1068· Meister, 1997, 592-594.

Would you fight for your Country; What Greeks answer;

A global survey from WIN/Gallup International, the world’s leading association in market research and polling shows that 61% of those polled across 64 countries would be willing to fight for their country, while 27% would not.  

However, there are significant differences by region.  Willingness to fight is highest in the M.E.N.A. region (83%) while it is lowest in Western Europe (25%). 

A history of those countries in recent conflict provides an interesting comparison.  The Japanese (11%) are the least likely of 64 countries polled to be willing to fight for their country.  Results from Germany are very similar – 13% willing to fight.  By comparison these numbers more than double in the UK (27%) and France (29%).

A majority (52%) of women surveyed across the globe said they would be willing to fight (vs. 67%) among men. Those aged 18-34 years (66%) are the most willing.  Of the variety of religious denominations covered in the survey we see those Muslims (78%) are most willing to fight for their country.

Jean-Marc Leger, President of WIN/Gallup International Association, said: “One hundred years on from the start of the First Great War we find that 61% of the world’s citizens are willing to fight for their country.   However, the true story is in the regional comparison and in a time of such turmoil in the Middle East it is noticeable that willingness to fight is highest in the MENA region.

Methodology:

The WIN/Gallup International Survey is an annual tradition initiated by and designed under the chairmanship of Dr. George Gallup in 1977. It is conducted every year since then. This year it was carried out by the WIN/Gallup International Association in 64 countries around the world.

Sample Size and Mode of Field Work:

A total of 62,398 persons were interviewed globally. In each country a representative sample of around 1000 men and women was interviewed either face to face (30 countries; n=32258), via telephone (12 countries; n=9784) or online (22 countries; n=20356). Details are attached. The field work was conducted during September 2014 – December 2014. The margin of error for the survey is between 2.14 and 4.45 +3-5% at 95% confidence level.

The global average has been computed according to the share of the covered adult population of the surveyed countries.

About the WIN/Gallup International survey:

WIN/Gallup International is the leading association in market research and polling and is made up of the 75 largest independent market research and polling firms in their respective countries with combined revenue of over €500 million and covering 95% of the world’s market.

For more than 60 years WIN/Gallup International Members have demonstrated their expert ability to conduct multi-country surveys on a comparable basis and deliver the highest quality. Their Members are leading national institutes with a profound local knowledge of research methods and techniques, statistical sources, customs and culture differences of its own country and carefully selected by the Association Board. The accumulated expertise of the Association is formidable with internationally renowned experts in virtually all fields and sectors. With only one Member agency per country, Members work together on a daily basis to share knowledge, new research techniques and tools, as well as to provide the most appropriate solutions to international research projects and service our clients to the best of our abilities. Through the Association, the Members are at the leading edge of technical and methodological developments, which have impacted on not only the research industry but also the whole commercial world.

2

3

Πηγή: Gallup-international

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Ελληνικός Στρατός και Εξωτερικός Δανεισμός

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Ελληνικός Στρατός και Εξωτερικός Δανεισμός[1].

Όταν πήρα στα χέρια μου το δίτομο έργο του Γιάννη Παπαφλωράτου, που αφορά στην Ιστορία του Ελληνικού Στρατού από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, το 1830, ως τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1949, και το διάβασα, προβληματίστηκα ως προς το τι θα μπορούσα να αναφέρω, που να μην περιλαμβάνεται στο βιβλίο αλλά να το αναδεικνύει. Κατέληξα πως, για να προσδώσουμε τη δέουσα σημασία στο εν λόγω κείμενο, που παρουσιάζουμε σήμερα, θα ήταν σκόπιμο να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη παράμετρο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, εκείνη του εξωτερικού δανεισμού, η οποία έχει άμεση συνάφεια με την ίδια την ύπαρξη και τη δράση του Ελληνικού Στρατού.

Ιωάννης Καποδίστριας (λιθογραφία του 1827)
Ιωάννης Καποδίστριας (λιθογραφία του 1827)

Στις 3 Φεβρουαρίου 1830 υπογράφονταν στο Λονδίνο τρία Πρωτόκολλα. Το πρώτο εξ αυτών δικαίωνε τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα, που οι Έλληνες είχαν διεξάγει από το 1821 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: αναγνώριζε την Ελλάδα ως πλήρως ανεξάρτητο κράτος· το πρώτο ανεξάρτητο κράτος, με πολίτευμα μοναρχικό, στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου, το οποίο έπρεπε να αναδιοργανωθεί εκ βάθρων,   μια και οι προσπάθειες, οι οποίες είχαν καταβληθεί επί Ιωάννη Καποδίστρια, δεν είχαν τελεσφορήσει και λόγω της απρόσμενης δολοφονίας του. Το καινούργιο λυμφατικό κρατίδιο βρισκόταν σε έναν ιδιαιτέρως σημαντικό γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό χώρο και έπρεπε να επιβιώσει μέσα σ’ ένα άφιλο και επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον, δεδομένου ότι το Διευθυντήριο των Μεγάλων Δυνάμεων, που διαφέντευε τις τύχες του κόσμου από το 1815, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για δημοκρατικές λύσεις στους ευρωπαϊκούς λαούς. Παραλλήλως, οι αντιπαλότητες και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων δυναμίτιζαν το διεθνές σκηνικό.

 Πρώτιστο, επομένως, μέλημα των ηγετών του βασιλείου της Ελλάδας ήταν η διαφύλαξη της υπέρτατης πολιτικής του αξίας, που δεν ήταν άλλη από την ανεξαρτησία του και τη διατήρηση της εθνικής του κυριαρχίας. Αυτές θα μπορούσαν να διασφαλισθούν με την ύπαρξη αξιόμαχου και ετοιμοπόλεμου στρατού, γεγονός, το οποίο κατά τον Νικολό Μακιαβέλι συνιστά, σε συνδυασμό με τους νόμους, «[Τ]α βασικά θεμέλια όλων των ηγεμονιών». Στρατό όχι μισθοφορικό ή επικουρικό, τους οποίους ο Μακιαβέλι χαρακτηρίζει ως «άχρηστους και επικίνδυνους», αλλά αποκλειστικά «δικές της ένοπλες δυνάμεις», απαρτιζόμενες «από γενναίους άνδρες, ώστε να την υπερασπίσουν σε δύσκολους καιρούς» (Μακιαβέλι, Jackson ‒ Sørensen).

Η συγκρότηση ικανού και αξιόμαχου στρατού ήταν για την Ελλάδα μια αναγκαία συνθήκη, δεδομένου ότι οι κυβερνώντες της είχαν ως μέλημα την εκπλήρωση μειζόνων εθνικών σκοπών και στόχων, στους οποίους συγκαταλεγόταν και η Μεγάλη Ιδέα, ένας από τους κατευθυντήριους άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο οποίος επαναπροσδιορίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, το 1828, και από τον Ιωάννη  Κωλέτη, στις αρχές της δεκαετίας του 1840 και διατηρήθηκε ως την Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, τον Ιούλιο του 1923.

Η συγκρότηση, όμως, αξιόμαχου και ετοιμοπόλεμου στρατού προϋπέθετε και τη διάθεση μεγάλων χρηματικών ποσών, γεγονός ιδιαιτέρως δυσχερές έως αδύνατο, αν αναλογιστεί κανείς τις πάσης φύσεως ελλείψεις του νεοπαγούς κράτους, στις οποίες  περιλαμβανόταν και η οικονομική δυσανεξία. Για το λόγο αυτό, η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, συμπορεύθηκε με τη γενικότερη δανειακή ελληνική εξωτερική πολιτική όλα, σχεδόν, τα χρόνια, που ακολούθησαν.  Προς επίρρωση των όσων αναφέρουμε, αρκεί να μνημονεύσουμε τα υποστηριχθέντα από έναν έγκριτο  Έλληνα οικονομολόγο, τον Άγγελο Αγγελόπουλο, ο οποίος είχε διαπιστώσει πως το μέγιστο τμήμα των δανείων, από το 1821 έως το 1893, ξοδεύτηκε στις πολεμικές δαπάνες και το έλασσον σε έργα παραγωγικά.

Η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό είχε ξεκινήσει από την εποχή του υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα, όταν παραχωρήθηκαν στους Έλληνες εμπόλεμους, από τη Μεγάλη Βρετανία, τα γνωστά ως Δάνεια της Ανεξαρτησίας, το 1824 και το 1825, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως «θεμελιώδεις» συντελεστές της «εξαρτήσεως» του Ελληνικού κράτους από τους ξένους (Λιγνάδης). Επί Καποδίστρια, οι Δυνάμεις ήταν φειδωλές στην παροχή νέων δανείων στο νεοπαγές κράτος, αποσκοπώντας στην απομάκρυνση του Κυβερνήτη, στον καθορισμό του πλαισίου της πολιτικής εξάρτησης της χώρας και στην προσφορά δανείου,  υπό τον όρο ότι οι Έλληνες θα δέχονταν ως ηγεμόνα πρόσωπο της δικής τους επιλογής και εκλογής.  Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, φρόντισαν να ενσωματώσουν στη Συνθήκη του Λονδίνου, της 7ης Μαΐου 1832,  βάσει της οποίας ο Όθων οριζόταν βασιλιάς του νέου κρατιδίου, διάταξη, σύμφωνα με την οποία η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία, αναγνωρίζονταν ως εγγυήτριες της ελληνικής ανεξαρτησίας. Οι προϋποθέσεις ήταν ευνοϊκές για την παροχή ενός δανείου, το οποίο έχει θεωρηθεί ως «εργαλείο για την άσκηση της πολιτικής των ΄΄Προστατίδων Δυνάμεων΄΄» (Δερτιλής). Η εκλογή του Όθωνα, επομένως, συνοδεύτηκε από ένα δάνειο, το δε  άρθρο 12 § 6, της πιο πάνω Συνθήκης αφορούσε στους όρους έκδοσής του και στον τρόπο απόσβεσής του. Το συγκεκριμένο άρθρο συνιστούσε την απαρχή επιβολής διεθνούς οικονομικού ελέγχου στο ελληνικό κράτος (Τενεκίδης).

640px-ΒΑΣΙΛΙΚΟ_ΔΙΑΤΑΓΜΑ_ΙΔΡΥΣΗ_ΕΘΝΙΚΗΣ_ΤΡΑΠΕΖΑΣ_-_ΙΟΥΛΙΟΣ_ΕΣΣΛΙΝ
Βασιλικό διάταγμα με το οποίο αποφασίζεται η ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας. Ο σχετικός νόμος της 30ης Μαρτίου 1841 δημοσιεύτηκε υπό το τίτλο “Περί συστάσεως Εθνικής Τραπέζης”

Στα χρόνια, που ακολουθούν η Ελλάδα θα προχωρήσει στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας (1841) και στην έκδοση δικού της, επίσημου νομίσματος, της δραχμής, εγκαταλείποντας τον Φοίνικα, που είχε καθιερωθεί επί Καποδίστρια, ενώ το 1843 θα συνάψει τα Βαυαρικά Δάνεια. Η χώρα θα γνωρίσει μια μακρά περίοδο ειρήνης, δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν ενεπλάκη σε περιπέτειες. Την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856), οι επαναστατικές κινήσεις σε ορισμένες περιοχές (Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία) καταστέλλονται βιαίως και ο αγγλογαλλικός στόλος  καταλαμβάνει τον Πειραιά. Η κατάληψη διαρκεί ως το 1857, ενώ τα δύο επόμενα χρόνια μια Επιτροπή Ελέγχου, εγκαθιδρυμένη από τις Δυνάμεις, θα διαδραματίσει «ρόλο πολιτικού και οικονομικού τοποτηρητή» των εν Ελλάδι πραγμάτων. Την περίοδο της Βαλκανικής κρίσης του 1875-1878 η ανάγκη για την Ελλάδα να εξεύρει χρήματα από την αλλοδαπή, με σκοπό την άμεση ενίσχυση του στρατού και του στόλου, λόγω της πιθανότητας εμπλοκής της στις πολεμικές επιχειρήσεις, κατέστη υπέρ το δέον επείγουσα. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα τη χρονική περίοδο 1879-1893, οι δημόσιοι προϋπολογισμοί εμφάνισαν έλλειμμα και η κάλυψή τους απαιτούσε την εκ νέου προσφυγή στον εσωτερικό και τον εξωτερικό δανεισμό.   Είναι η περίοδος κατά την οποία ο Χαρίλαος Τρικούπης έχει ήδη εμφανισθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο και ειδικότερα από το 1878 έως το 1881, οι στρατιωτικές ανάγκες της χώρας  αυξάνονται, εφόσον οι διαπραγματεύσεις για την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και της επαρχίας της Άρτας στην Ελλάδα, ρύθμιση, η οποία προβλεπόταν από το 23ο Πρωτόκολλο της Συνθήκης του Βερολίνου (καλοκαίρι 1878),  κωλυσιεργούν. Ο στρατός βρίσκεται σε ετοιμότητα και η κατάσταση οδηγεί την Ελλάδα στη σύναψη, το 1881, νέου εξωτερικού δανείου, τα χρήματα του οποίου θα διατεθούν για την αγορά πολεμικού υλικού. Λίγο αργότερα, το 1886-1890, επί Τρικούπη, συνομολογούνται άλλα τέσσερα δάνεια και το δάνειο για τον σιδηρόδρομο της Λάρισας. Εκτός των άλλων, τα χρήματα των συγκεκριμένων δανείων διατέθηκαν και για τη ναυπήγηση τριών θωρηκτών. 

era-cartoons-1
Η αποτυχία του οικονομικού προγράμματος του Τρικούπη προκάλεσε την συντριβή του στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895.

Ωστόσο, η οικονομική πολιτική του Τρικούπη θα αποτύχει και θα ακολουθήσει η πτώχευση του 1893, της οποίας είχαν προηγηθεί άλλες δύο. Θα περάσουν τέσσερα χρόνια και με τη λήξη του πρώτου ελληνοτουρκικού πολέμου από την περίοδο, που τερματίσθηκε ο υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνας, του «ατυχούς» πολέμου του 1897, οι Δυνάμεις θα επιβάλουν στην Ελλάδα τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, ο οποίος όχι μόνο «δεν συνιστούσε στιγμιαία […] παραβίαση θεμελιωδών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και έτεινε να αποτελέσει το όργανο για τη νομιμοποίηση της παρεμβάσεως των πιστωτριών Δυνάμεων στο εσωτερικό της οφειλέτριας χώρας» (Τενεκίδης).

 

Ομόλογο 1906
Ομόλογο του ελληνικού δημοσίου εκδιδόμενο την 9η Ιουλίου 1906

Εκτός από τον ΔΟΕ, ο πόλεμος έφερε και ένα καινούργιο Δάνειο, το 1898, ύψους 170 εκατομμυρίων δραχμών· άφησε και έναν κατεστραμμένο στρατό, την αναδιοργάνωση του οποίου ανέλαβε η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη (2/14 Απριλίου 1899). Η πολεμική προπαρασκευή της χώρας ήταν υπέρ το δέον αναγκαία: το Μακεδονικό είχε έρθει στο προσκήνιο της διεθνούς ζωής, μετά το Συνέδριο του Βερολίνου  (1878) και το Κρητικό είχε εισέλθει σε μια καινούργια, επικίνδυνη, φάση πυροδοτώντας εκ νέου τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Θεοτόκης έδωσε το προβάδισμα της δημοσιονομικής πολιτικής στην πολεμική προπαρασκευή της χώρας. Η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό ήρθε και πάλι να εξυπηρετήσει αυτές τις ανάγκες. Το 1902, συνομολογείται εξωτερικό δάνειο, ονομαστικού κεφαλαίου 56.600.000 χρυσών φράγκων. Με τα χρήματα του δανείου αποπερατώθηκε η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Πειραιώς-Συνόρων, η οποία επρόκειτο να διευκολύνει τη διακίνηση εμπορευμάτων και να καλύψει στρατιωτικές ανάγκες, σε δεδομένη στιγμή. Μια καινούργια εκλογική νίκη του Θεοτόκη, τον Απρίλιο του 1906, θα τον στρέψει προς το Παρίσι με αίτημα την αποστολή Γάλλων αξιωματικών, ώστε να επιφορτισθούν με την αναδιοργάνωση του ελληνικού ναυτικού. Η γαλλική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να αποδυναμώσει τα γερμανικά κεφάλαια που είχαν εισχωρήσει στην ελληνική οικονομία και τροφοδοτούσαν την εγχώρια βιομηχανία, θα ανταποκριθεί στο αίτημα του, αλλά οι προτάσεις της δεν ευοδώνονται εξαιτίας εσωγενών αντιδράσεων.

800px-Goudi_coup_poster
Λαϊκή λιθογραφία του Σ. Χρηστίδη για την επιτυχία του στρατιωτικού κινήματος του 1909

Πάντως, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως η όλη προσπάθεια ενίσχυσης  του στρατιωτικού δυναμικού της χώρας, μέσω των εξωτερικών δανείων, είχε τελεσφορήσει, την περίοδο εκείνη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιτρέπει στον Περικλή Αργυρόπουλο να  καταθέτει την ακόλουθη μαρτυρία, την οποία ανιχνεύουμε στο βιβλίο του Παπαφλωράτου: «από του 1900 μέχρι του 1909 μετά αόκνους προσπαθείας πρωτίστως της κυβερνήσεως Γεωργ. Θεοτόκη, […], επετεύχθη η συγκρότησις αρτίου στρατού 60.000 ανδρών, με αποθήκας υλικών πλήρεις και νέου τύπου όπλα και πυροβόλα. Αυτός ο ολιγάριθμος αλλά γενναίος Στρατός είναι εκείνος, όστις το 1913 εξηνάγκασε την Βουλγαρίαν των 350.000 στρατού να καταθέσει τα όπλα ενώπιον των Ελλήνων στα Στενά της Κρέσνας». Οι προσπάθειες για την ενίσχυση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων συνεχίστηκαν και μετά το 1909. Ο ερχομός του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Αθήνα, αποτέλεσμα της πρόσκλησης του Στρατιωτικού Συνδέσμου, και η ανάληψη της πρωθυπουργίας, για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1910, έμελλε να προσδιορίσει  την μετέπειτα εξελικτική πορεία της χώρας. Η εντατικοποίηση των προσπαθειών του στον τομέα της ενίσχυσης και αναδιοργάνωσης του στρατού και του στόλου απαιτεί την, εκ νέου, προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό. Η Ελλάδα έπρεπε να εφαρμόσει το μεγαλόπνοο εξοπλιστικό της πρόγραμμα. Έτσι,  στον προϋπολογισμό του 1912 δινόταν το προβάδισμα στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας.

Εικ. 181
Προπαγανδιστική αφίσα της έναρξης του Α’ Βαλκανικού Πολέμου

  Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το κράτος στρέφεται προς την κατεύθυνση εξεύρεσης χρημάτων από τις ξένες χρηματαγορές. Το Νοέμβριο του 1912, ο Ιωάννης Βαλαωρίτης, Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ταξιδεύει Παρίσι και στο Λονδίνο, με σκοπό να επιτύχει μια προκαταβολή 40 εκατομμυρίων φράγκων. Οι Δυνάμεις, όμως, φαίνονται απρόθυμες, λόγω των απρόβλεπτων και επικίνδυνων διαστάσεων, που έχει προσλάβει η κρίση του Ανατολικού ζητήματος, στην ευαίσθητη περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου. Οι προσπάθειες συνεχίζονται και τον Ιούνιο του 1913, όταν παρά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, της 30ής Μαΐου 1913, με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, οι πρώην βαλκάνιοι εταίροι προετοιμάζονταν, όπως όλα έδειχναν, για μια νέα πολεμική αναμέτρηση, υπογράφονται συμβάσεις για παροχή δανείων στην Ελλάδα.  

 Μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, η χώρα θα εμπλακεί στις αντιπαλότητες των αντιμαχόμενων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρατάξεων, της Τριπλής Συμμαχίας και της Τριπλής Συνεννόησης, οι οποίες στην προσπάθειά τους να προσεταιριστούν την Ελλάδα, δεν διστάζουν να παραβιάσουν, με παντοίους τρόπους,  τη διακηρυγμένη ευμενή ουδετερότητά της απέναντι στον πόλεμο και να χρησιμοποιήσουν ακόμα και το οικονομικό όπλο για την επίτευξη των σκοπών τους. Έτσι, το 1916, όταν είχε ανακύψει έντονο το ζήτημα της μεταφοράς του σερβικού στρατού από την Κέρκυρα, όπου είχε εγκατασταθεί από τον Ιανουάριο μετά από απαίτηση και απόφαση των Δυνάμεων της Αντάντ, στη Θεσσαλονίκη, μέσα από το ελληνικό έδαφος, Βρετανοί και Γάλλοι εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να καταβάλουν στην Ελλάδα μια προκαταβολή ενός δανείου, το οποίο είχε ζητήσει. Ο Στέφανος Σκουλούδης, ο τότε πρωθυπουργός, όμως, αρνήθηκε οποιαδήποτε διαβούλευση με τους Συμμάχους, δεδομένου ότι το δεύτερο δεκαήμερο του Απριλίου είχε εισπράξει από τους Γερμανούς τη δεύτερη προκαταβολή του δανείου, οι συζητήσεις επί του οποίου είχαν διεξαχθεί μυστικά το Νοέμβριο του 1915. Το ποσό, το οποίο εισέπραξε τότε η Ελλάδα, ανερχόταν σε 40 εκατομμύρια μάρκα.

29 Σεπτεμβρίου του 1916 Η τριανδρία των επαναστατών (από αριστερά, οι Κουντουριώτης, Βενιζέλος, Δαγκλής
29 Σεπτεμβρίου του 1916: Η τριανδρία των επαναστατών (από αριστερά, οι Κουντουριώτης, Βενιζέλος, Δαγκλής)

Ένα χρόνο περίπου αργότερα, όταν ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη και σχημάτισε δική του κυβέρνηση, στις 14/27 Ιουνίου 1917, η Ελλάδα εισερχόταν στον πόλεμο, συμπράττοντας με τις Δυνάμεις της Αντάντ. Πρωθυπουργός, πλέον, της ενωμένης Ελλάδας, ο Βενιζέλος κατέστησε σαφές στους Συμμάχους ότι η έξοδος της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό τους, απαιτούσε την οικονομική της ενίσχυση, μέσω ενός δανείου, τα χρήματα του οποίου ήταν απολύτως απαραίτητα, λόγω της δεινής οικονομικής της θέσης. Οι Δυνάμεις της Συνεννόησης όφειλαν να αναλάβουν τον στρατιωτικό της εξοπλισμό και γενικότερα το πολεμικό υλικό, που είχε ανάγκη ο ελληνικός στρατός, καθώς και τον επισιτισμό του.  Ωστόσο, οι δύο Δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, κυρίως, επιθυμούν και επιζητούν να καθυποτάξουν ακόμα περισσότερο τη χώρα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου τους επιδιώκουν να αποκτήσουν τον έλεγχο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, πράγμα που κατορθώνουν μέσω των στρατιωτικών και ναυτικών αποστολών ∙ προσπαθούν να επενδύσουν ακόμα και στην οικονομική δυσανεξία του κράτους. Ο έλεγχος του ελληνικού στρατεύματος δεν επιτασσόταν μόνο από την ανάγκη αναδιοργάνωσής του, αλλά και από τα γεωστρατηγικά ενδιαφέροντα των Δυνάμεων, που αφορούσαν στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. «Ο ανταγωνισμός των Δυνάμεων της Αντάντ στην Ελλάδα και η επιδίωξη της καθεμιάς να αποτρέψει την επικυριαρχία των υπολοίπων στη χώρα ενέτειναν δίχως άλλο τις ανησυχίες τους για το επισφαλές της θέσης τους, με αποτέλεσμα να πασχίζουν ακόμη περισσότερο να επιβάλουν τον έλεγχό τους σε όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς του ελληνικού κρατικού μηχανισμού» [2]. Ο έλεγχος του στρατεύματος φτάνει μέχρι του σημείου να επιμείνουν «οι Σύμμαχοι στην επιβολή αυστηρών ελέγχων στη διαχείριση όλων των κονδυλίων που προέρχονταν από συμμαχικά δάνεια προς την Ελλάδα για τη συμμετοχή της στον πόλεμο». Τούτο προέκυψε από τις οικονομικές ατασθαλίες και τις καταχρήσεις, που είχαν παρατηρηθεί στα οικονομικά των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και από την απουσία ειδικού ελέγχου αναφορικά με το ύψος των στρατιωτικών δαπανών. Οι αδυναμίες, και σ’ αυτόν τον τομέα του κρατικού μηχανισμού, επέτρεψαν σε αρμόδιους, γαλλικούς, παράγοντες να προτείνουν την αναγκαιότητα επιβολής ελέγχων: ό, τι κι’ αν  έστελναν οι Συμμαχικές Δυνάμεις  στην Ελλάδα, είτε αυτοκίνητο, είτε υποζύγιο, «είναι βέβαιο ότι θα εξαφανιστεί, και μάλιστα πολύ γρήγορα, αν δεν τεθεί υπό την εποπτεία των Ευρωπαίων».

 Η καθυστέρηση στη λήψη των σχετικών αποφάσεων επέβαλε στον Βενιζέλο να ταξιδέψει στις πρωτεύουσες των Δυτικών Δυνάμεων, ώστε να εκθέσει, εκ του σύνεγγυς, στους αρμόδιους την πραγματική κατάσταση και την αναγκαιότητα οικονομικής ενίσχυσης της χώρας. Η παρουσία του στους ευρωπαϊκούς κύκλους ήταν επιβεβλημένη και από το γεγονός πως η κωλυσιεργία δεν προερχόταν μόνο από τους οικονομικούς και στρατιωτικούς παράγοντες αλλά και από την αδυναμία σύγκλησης των απόψεων Βρετανίας και Γαλλίας, επί του συγκεκριμένου θέματος. Μάλιστα, η Γαλλία επιδίωκε διακαώς να «επιβάλει την ηγεμονία της στην Ελλάδα και μάλιστα με δικά μας έξοδα», όπως διατεινόταν ο Τζων Μαίυναρντ Κέυνς. Ας σημειωθεί πως στις σχετικές διαβουλεύσεις σημαντικός και άμεσος ήταν και ο ρόλος των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν ήδη εισέλθει στον Πόλεμο τον Απρίλιο του 1917, παραβαίνοντας, προσωρινώς, την πολιτική του απομονωτισμού, την οποία ακολουθούσαν από το 1823, βάσει του δόγματος Μονρόε.

Οι σχετικές διαπραγματεύσεις ευοδώθηκαν τον Φεβρουάριο του 1918 και τον Μάιο του 1919, όταν  υπογράφηκαν συμφωνίες, βάσει των οποίων η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ χορηγούσαν στην Ελλάδα πιστώσεις, ύψους 750 εκατομμυρίων φράγκων. Αξιοσημείωτο είναι πως από τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν μόνο κάποιες προκαταβολές, το ποσό των οποίων ήταν μειωμένο συγκρινόμενο με τη χρήματα, που είχε πληρώσει το Ελληνικό κράτος για τα έξοδα των βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων, που βρίσκονταν στη Μακεδονία από το 1915. Το υπόλοιπο ποσό των πιστώσεων δεν καταβλήθηκε, εξαιτίας της αλλαγής του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, που οδήγησαν στην αναγκαστική απομάκρυνση του Βενιζέλου από την εξουσία, και της επιστροφής του Κωνσταντίνου στο βασιλικό θρόνο (Αναστασίου).

Είναι προφανές πως η ελληνική πολιτική ηγεσία, η οποία εκείνη την περίοδο αντικατοπτριζόταν στο πρόσωπο του Βενιζέλου, είχε εμπλακεί στην πρώτη παγκόσμια, πολεμική, αναμέτρηση του εικοστού αιώνα, στοχεύοντας στην ικανοποίηση αλλά και την υπεράσπιση μειζόνων στόχων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.  Τα οφέλη από την εμπλοκή της στην παγκόσμια σύρραξη ήσαν ιδιαιτέρως σημαντικά αλλά και οι συνέπειες τεράστιες, τόσο για την οικονομία της όσο και για την πολιτική και κοινωνική της συνοχή. Στο χρονικό διάστημα από το 1914 έως το 1918, τα χρέη της Ελλάδας, που προέκυψαν από τις στρατιωτικές δαπάνες, ανήλθαν στο αστρονομικό ποσό του 1.155.000.000 δρχ., ενώ το σύνολο των πολεμικών δαπανών άγγιξε το ποσό των 1.982.296.670 δρχ. (Λεονταρίτης).

Απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, 1919.
Απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, 1919.

Η Ελλάδα, μετά τη λήξη των εχθροπραξιών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου,  ενεπλάκη, μετά από απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου και με τη σύμφωνη γνώμη του Βενιζέλου, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919, στη Μικρά Ασία. Η έκβασή του ήταν ολέθρια για τη χώρα. Ένα από τα θλιβερά αλλά μοιραία επακόλουθά του ήταν και η καταφυγή στο πάτριο έδαφος χιλιάδων προσφύγων, τους οποίους το κράτος όφειλε να ενισχύσει με όσα  πενιχρά μέσα μπορούσε να διαθέσει. Εκτός αυτού, εξαναγκάστηκε να ζητήσει και πάλι χρήματα από τους ξένους οικονομικούς κύκλους, προσφεύγοντας, εκ νέου, στον εξωτερικό δανεισμό. Αποτέλεσμα των μακρόχρονων σχετικών διπλωματικών διαβουλεύσεων με τα αρμόδια όργανα της νεοσυσταθείσας Κοινωνίας των Εθνών και εκπροσώπους των κυβερνήσεων της Βρετανίας και της Γαλλίας, κυρίως, ήταν η σύναψη των δύο προσφυγικών δανείων, του 1924 και του 1928. Τα χρήματα του πρώτου δανείου και το ένα τρίτο των χρημάτων του δεύτερου, όμως, προορίζονταν αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των προσφυγικών αναγκών και την εν γένει περίθαλψη και φροντίδα των προσφύγων∙  σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να διατεθούν για πολεμικούς σκοπούς, για την αναδιοργάνωση, δηλαδή, του στρατού και την αγορά υλικών πολέμου, τα περισσότερα από τα οποία είχαν καταστραφεί στη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου. Η ρητή απαγόρευση διάθεσης του προϊόντος του πρώτου προσφυγικού δανείου για εξοπλιστικούς σκοπούς συνιστούσε βασική προϋπόθεση για τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η οποία υπογράφηκε στις 4  Δεκεμβρίου του 1924, στο Λονδίνο. 

 Αν είχαμε το χρόνο να ανατρέξουμε και σε άλλες ιστορικές περιόδους, θα διαπιστώναμε ότι η εξάρτηση της πολεμικής ετοιμότητας της Ελλάδας από τους οικονομικούς παράγοντες της αλλοδαπής ήταν αδιάλειπτη. Συνιστούσε, δε, αναγκαία συνθήκη για την συνεχιζόμενη πολιτική εξάρτηση της χώρας και από τα εξωχώρια κέντρα εξουσίας. Μια και μόνο ματιά στα όσα τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στη δημοσιότητα για τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα είναι αρκετή για να θεμελιώσει τα όσα αναφέρουμε.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω, πως ο Γιάννης Παπαφλωράτος, στο βιβλίο του, που αφορά στην Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, δεν εστιάζει την προσοχή του αποκλειστικά και μόνο στην στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, δεν αρχίζει και δεν τελειώνει την αφήγησή του με την αναφορά στην αριθμητική ισχύ των αντιμαχόμενων παρατάξεων σ’ έναν πόλεμο, στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς και στα επιχειρησιακά σχέδια εκστρατείας, στη δράση των μαχητών στα πεδία των μαχών κατά τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, στις νίκες ή στις ήττες των εμπολέμων. Επομένως, δεν εξετάζει το «πολεμικό φαινόμενο» (Κονδύλης), υπό την έννοια της πολεμικής εμπλοκής και δράσης, και δεν επικεντρώνεται σ’ αυτό.  Παρεισδύει στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού, η οποία περιλαμβάνει και τις ειρηνικές περιόδους. Ερευνά, δηλ., τον ρόλο ή την ανάμιξη του στρατού και στην άσκηση τόσο της ελληνικής εσωτερικής πολιτικής όσο και της εξωτερικής. Ως παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα γεγονότα, τα οποία διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο της βραχύβιας διακυβέρνησης της από τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, ο οποίος εγκαθίδρυσε την Α΄ Ελληνική Δημοκρατία, τον Μάρτιο και Απρίλιο του 1924. Τα συγκεκριμένα γεγονότα αναπτύσσονται σχεδόν διεξοδικώς και παρουσιάζουν ανάγλυφα την εμπλοκή του στρατού στην όλη διαδικασία, αλλά και στους μετέπειτα πολιτικούς μετασχηματισμούς στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος κατέλαβε την αρχή με τις «ευλογίες» και τη σύμπραξη του Παπαναστασίου.

 Ο συγγραφέας εκθέτει και αναλύει την ιστορία του Ελληνικού Στρατού, συναρθρώνοντάς την με την εξωτερική πολιτική, τη διπλωματική ιστορία, την πολιτική ιστορία, το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας. Για την ανάδειξη και την πληρέστερη κατανόηση των όσων συντελούνταν στην ελληνική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, δεν παραλείπει να εντρυφήσει, σχεδόν εξαντλητικά, στα όσα τεκταίνονταν στην αλλοδαπή και επηρέαζαν τις σχετικές αποφάσεις και εξελίξεις, προσφεύγοντας σε μια εξόχως πλούσια βιβλιογραφία.

 Ο συγγραφέας δεν διστάζει και δεν φείδεται χρόνου να διεισδύσει σε άγνωστες και μικρές, λεπτές, στιγμές της ελληνικής ιστορίας, να παρεισφρήσει στις σχισμές της ιστορίας, στοχεύοντας στην ανασύνθεση και ανάδειξη της γενεσιουργού αιτίας σημαντικότατων ιστορικών φαινομένων. Εν κατακλείδι, θα αναφέρω πως το βιβλίο του Παπαφλωράτου είναι γραμμένο σε απλή και κατανοητή γλώσσα έτσι, όπως, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γράφονται τα επιστημονικά συγγράμματα, ώστε να διαχέεται η γνώση στο ευρύτερο κοινό και να μην αποτελεί αυτή μονοπώλιο εξειδικευμένων επιστημόνων.

Η κα. Αρετή Τούντα Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας Πάντειο Πανεπιστήμιο
Η Αρετή Τούντα Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας στο  Πάντειο Πανεπιστήμιο

Επιλεκτική Βιβλιογραφία

Αναστασίου Χρήστος, Η Οικουμενική Κυβέρνηση και οι Εξωτερικές της Σχέσεις (1926-1928), Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ, Πανεπιστημιακό έτος 2011-2012.

Αντωνόπουλος Γιάννης, «Εθνική Τράπεζα και Βαλκανικοί Πόλεμοι. Οικονομική υποστήριξη της Μεγάλης Ιδέας», στο Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914, Αθήνα, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, 1993, σελ 161-174.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήναι, Ίκαρος, 1970.

Βερέμης Θάνος, Οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική, 1916-1936, Εξάντας, Αθήνα, 1977.

Βερέμης Θάνος ‒ Κολιόπουλος Ιωάννης, Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, Αθήνα, Εκδ. Καστανιώτη, 2006.

Δερτιλής Γεώργιος, Ελληνική Οικονομική (1830-1910) και Βιομηχανική Επανάσταση, Αθήνα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1984.

Dertilis Georgios, «Hiérarchies socials, capitaux et retard économique en Grèce (XVIIIE-XXE siècle)», στο Actes du 11e Colloque International d’ Histoire, T. II, Tirage à part, Athènes, 1985, σελ. 302-332.

Δερτιλής Γεώργιος, Το Ζήτημα των Τραπεζών (1871-1873): Οικονομική και Πολιτική Διαμάχη στην Ελλάδα του ΙΘ΄ αιώνα, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1989².

Δερτιλής Γεώργιος, Επτά Πόλεμοι, Τέσσερις Εμφύλιοι, Επτά Πτωχεύσεις (1821-2016), Αθήνα, Πόλις, 2016.

Frangoulis A.F., La Grèce et la crise mondiale, Tome Premier, Paris, 1926.

Jackson Robert ‒ Sørensen Georg, Θεωρία και Μεθοδολογία των Διεθνών Σχέσεων. Η Σύγχρονη Συζήτηση, Μετ. Χαράλαμπος Κωνσταντινίδης, Πρόλογος-Επιμέλεια: Παναγιώτης Τσάκωνας, Αθήνα, Gutenberg, 2006.

Λεονταρίτης Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.

Μακιαβέλι Νικολό, Ο Ηγεμόνας. Η Τέχνη της Εξουσίας, Μετ. Ελένη Γκαγκάτσιου,  Αθήνα, Εκδ. Παπασωτηρίου, 2008.

Μαρκεζίνης Σπύρος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1828-1964. Τ. Β΄. Η Συνταγματική Βασιλεία, 1863-1909,  Αθήναι, Πάπυρος, 1964.

Mourelos Yannis, L’ Intervention de la Grèce dans la Grande Guerre (1916-1917), Athènes,1983.

Παντελάκης Νίκος, «Τα πολεμικά δάνεια 1918 1919 παράγοντας εξωτερικής οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης», στο Μαυρογορδάτος Γιώργος ‒ Χατζηιωσήφ Χρήστος (επιμ), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης², 1992.

Σβολόπουλος Κωνσταντινος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945. Πολιτική και Ιστορία, 31, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992.

 Σβορώνος Νίκος, Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1982.

Τενεκίδης Γεώργιος, Κοινωνιολογία των Διεθνών Σχέσεων. Μεθοδολογικά. Η Διεθνής Θέση της Ελλάδας. Το Κυπριακό Πρόβλημα, Αθήνα, Εκδ. Παπαζήση, 1978².

Στρατηγός Ξενοφών, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Ιστορική Επισκόπηση. Με βάση επίσημες πηγές και έγγραφα, Πέμπτη έκδοση, Αθήνα, 1999.

 Tounda-Fergadi Areti, «The Serbian troops in Corfou: the problem of the transporting them to Thessaloniki and Greek public opinion on the affair», Proceeding of the fifth Greek-Serbian Symposium, 226, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1991, p.p. 29-44.

Τούντα-Φεργάδη Αρετή, Η Δανειακή Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Η περίπτωση του δεύτερου προσφυγικού δανείου, 1916-1928, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2009.

Τρικούπης Χαρίλαος, Η Ζωή και το Έργο του. Τ. Α΄. Επιμ. Αικ. Φλεριανού, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 1999.

Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες, τ. Β΄ Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 1997.

Παραπομπές

[1] Διάλεξη, που δόθηκε στο Πολεμικό Μουσείο, στις 13 Μαΐου 2014, με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου του dr. Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου: Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949), Τ. Ι, ΙΙ, Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2014. Στο παρόν κείμενο έχουν γίνει περιορισμένες προσθήκες και τροποποιήσεις, ενώ ανάλογο κείμενο, διευρυμένο, όμως, και δίχως τις αναφορές στο βιβλίο του Παπαφλωράτου, έχει δημοσιευθεί στον συλλογικό Τόμο: Αίνος Μνήμης Καθηγητού Ηλία Κρίσπη. Συμβολές στην Επιστήμη του Δικαίου και των Διεθνών Σχέσεων, Αθήνα, Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών ‒ Εκδόσεις Σάκκουλα, 2015, σελ. 487-500, υπό τον τίτλο «Ελληνικός Στρατός και Εξωτερικός Δανεισμός από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους ως τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης».

[2] Λεονταρίτης Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000, σελ. 198-199, 205, 207. Στο συγκεκριμένο σύγγραμμα παρατίθεται μια αξιοθαύμαστη ανάλυση των οικονομικών του Πολέμου και όλων των διαβουλεύσεων, που αφορούσαν στις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης στην Ελλάδα των αναγκαίων πιστώσεων, για τη συμμετοχή της στον Πόλεμο. Βλ. στις σελ. 238-295, απ’ όπου και ορισμένα από τα παραθέματα της συγκεκριμένης παραγράφου.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ: ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ (1869 – 1882)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ

«Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική»

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ (1869 – 1882)

Μετοχή της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ
Μετοχή της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ

Στις 17 Νοεμβρίου 1869, έλαβαν χώρα, με εκθαμβωτική λαμπρότητα, τα εγκαίνια της Διώρυγας του Σουέζ. Τα έργα κατασκευής είχαν ξεκινήσει από το 1854. Δυο χρόνια αργότερα, το 1856, συστάθηκε η Εταιρία της Διώρυγας, στην οποία οι αρχές της Αιγύπτου εκχώρησαν το δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης για μια περίοδο 99 ετών, αρχής γενομένης από την έναρξη λειτουργίας. Το έργο ήταν εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής. Από την πρώτη κιόλας στιγμή αναδείχθηκε ανάγλυφα η ύψιστη στρατηγική του σημασία. Η διάρκεια της διαδρομής ανάμεσα στους λιμένες του Σαουθάμπτον και της Βομβάης μειώθηκε κατά το ένα τρίτο, καθώς δεν ήταν αναγκαίος, πλέον, ο περίπλους της Αφρικής. Το νέο δρομολόγιο δεν ήταν μόνο συντομότερο. Ήταν και ευκολότερα προστατεύσιμο.

Η τελετή των εγκαινίων της Διώρυγας του Σουέζ
Η τελετή των εγκαινίων της Διώρυγας του Σουέζ  

Η επισημότητα των εγκαινίων ερχόταν σε ευθεία αντιδιαστολή με την γενικότερη κατάσταση της χώρας. Την εποχή εκείνη, η  Αίγυπτος ήταν μια αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, στον οποίο ήταν υποτελής φόρου.   Για τα θέματα, που άπτονταν του τομέα των διεθνών σχέσεων, ήταν εξαρτώμενη από την Υψηλή Πύλη. Την εξουσία ασκούσε, με τρόπο κληρονομικό, μια εγχώρια δυναστεία, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο γεννηθείς στην Καβάλα Μωχάμετ  Άλι. Έχοντας κληροδοτήσει στους διαδόχους του  Σαΐντ και Ισμαήλ ένα φιλόδοξο, απαραίτητο, ωστόσο, πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, η Αίγυπτος εισήλθε, από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια διαδικασία μετάλλαξης, στον τομέα, κυρίως, των κατασκευαστικών έργων (δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου, αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αλεξάνδρειας, αρδευτικό σύστημα κατά μήκος του Νείλου, ανέγερση πολυτελούς ανακτόρου και όπερας, καθ ομοίωση εκείνης του Παρισιού, και, υπεράνω όλων, διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ).  Την όλη εικόνα ήρθε να συμπληρώσει η διενέργεια, την ίδια ακριβώς εποχή,  του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, άμεση συνέπεια  της οποίας υπήρξε η θεαματική άνοδος της εξαγωγής του  αιγυπτιακού βαμβακιού, εξαιτίας της διακοπής της αντίστοιχης  παραγωγής των ΗΠΑ.  Δυστυχώς για τη χώρα, η ευφορία αυτή αποδείχθηκε πλασματική και εφήμερης διάρκειας. Η εφαρμογή του προγράμματος εκσυγχρονισμού δημιούργησε ένα δυσβάστακτο χρέος, το οποίο, με τη σειρά του, οδήγησε την Αίγυπτο σε πτώχευση. Ταυτόχρονα, η κατακόρυφη, ελέω Σουέζ, αύξηση της γεωπολιτικής σημασίας της χώρας, διέγειρε την προσοχή των αδιάφορων, έως τότε, Μεγάλων Δυνάμεων. Ο συνδυασμός των δυο παραπάνω παραμέτρων έμελλε να αποβεί μοιραίος.

   Α. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Επί μια δεκαετία τουλάχιστον, η Αίγυπτος ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της. Ο Χεδίβης  (αντιβασιλέας) Ισμαήλ, δεν είχε άλλη επιλογή από το να προσφύγει σε εξωτερικό δανεισμό.  Ισραηλίτες οικονομικοί παράγοντες (Frühling και Oppenheim) προσέτρεξαν να προσφέρουν, κάτω από φαινομενικά συμφέροντες όρους, τα χρήματα Ευρωπαίων μετόχων. Το 1870, η κρίση προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις. Σε αυτό συνέβαλαν η ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία (η γαλλική κεφαλαιαγορά ερχόταν σε προτεραιότητα για τη σύναψη δανείων) όπως και ο τερματισμός του αμερικανικού εμφυλίου, που έθεσε τέλος στους υψηλούς ρυθμούς εξαγωγής του αιγυπτιακού βαμβακιού. Η προσφυγή σε δανεισμό προσέλαβε ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι γαλλικές παροικίες του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας προσφέρθηκαν για μικρά ποσά, με λογικά επιτόκια. Τα μεγαλύτερα δάνεια συνάφθηκαν στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η κατάσταση εκτροχιάστηκε γρήγορα, καθώς το Δημόσιο Χρέος αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο: 38.736.000 αγγλικές λίρες το 1870, 47.701.000 το 1871, τη στιγμή που ο ετήσιος προϋπολογισμός της χώρας ήταν της τάξεως των 7.300.000 μόνο . Ως εκ τούτου, η μισθοδοσία στον δημόσιο τομέα και στο στράτευμα διεκπεραιώνονταν με μεγάλη καθυστέρηση. Το 1873, ο Χεδίβης αναγκάστηκε να προσφύγει εκ νέου σε εξωτερική βοήθεια. Παρίσι, Λονδίνο και Βρυξέλλες κώφευσαν στις εκκλήσεις του. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε ήταν ο οίκος Oppenheim, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τη δεινή κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο δανειολήπτης, επέβαλλε όρους, που έκαναν τον τελευταίο να ασφυκτιά: σε σύνολο 32 εκατομ. λιρών Αγγλίας, παρακρατήθηκαν άνω των 11 εκατομ., ως ρήτρα κινδύνου, ενώ από τα υπόλοιπα 21, μόνο τα 17 έφθασαν τελικά στον προορισμό τους, δίχως οι αιγυπτιακές αρχές να πληροφορηθούν ποτέ τι απέγινε η διαφορά. Τη χαριστική βολή κατάφερε  η οθωμανική πτώχευση του 1874, και ο πανικός που προκλήθηκε στα διεθνή χρηματιστήρια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ισμαήλ προσέτρεξε σε μια απονενοημένη ενέργεια: την πώληση των 177.000 μετοχών, τις οποίες διέθετε, τιμής ένεκεν, στην Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ.

Benjamin Disraeli (1804-1881)
Benjamin Disraeli (1804-1881)

Η γαλλική Société Générale, πρώτος αποδέκτης των βολιδοσκοπήσεων, ανταποκρίθηκε, απαιτώντας, ωστόσο, δρακόντειους όρους. Εντούτοις, ο Χεδίβης ήταν έτοιμος να τους αποδεχθεί, όταν εισέβαλε, αιφνίδια, στο προσκήνιο ο Benjamin Disraeli. Η παρέμβαση του Βρετανού πρωθυπουργού υπαγορευόταν από πολιτικά κριτήρια. Η χώρα του αντιλήφθηκε, με κάποια καθυστέρηση, την ύψιστη στρατηγική σημασία της Διώρυγας, διαπιστώνοντας πως τα 3/5 των πλοίων που τη διέσχιζαν έφεραν τη βρετανική σημαία. Η προστασία των θαλασσίων επικοινωνιών ανάμεσα στο Μητροπολιτικό έδαφος και τον πνεύμονα της Αυτοκρατορίας, την Ινδία, αποτελούσε ανέκαθεν τον ακρογωνιαίο λίθο  του βρετανικού συστήματος ασφάλειας. Αρκούσε ο έλεγχος ορισμένων στρατηγικών θέσεων. Η Μεγάλη Βρετανία έλεγχε ήδη το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα και το Άντεν, στην έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας προς τον Ινδικό Ωκεανό. Ο Disraeli, στα πράγματα λίγους μήνες, μόλις, νωρίτερα και ένθερμος θιασώτης της αποικιακής πολιτικής, έκρινε πως η αγορά των μετοχών του Χεδίβη αποτελούσε ανεπανάληπτη ευκαιρία, καθώς ισοδυναμούσε με επιπλέον θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας της Διώρυγας.

, Lionel Nathan de Rothschild (1808–1879
Lionel Nathan de Rothschild (1808–1879)

Για το σκοπό αυτό,  απευθύνθηκε προς τον ομόθρησκο και προσωπικό του φίλο, τον βαρόνο Lionel de Rothschild, εξασφαλίζοντας ιδιωτική και όχι κρατική (μέσω της Τράπεζας της Αγγλίας) χρηματοδότηση, μακρυά από δημόσιο έλεγχο, καθώς την ίδια στιγμή είχαν διακοπεί προσωρινά οι εργασίες της Βουλής των Κοινοτήτων. Το επιχείρημα, προκειμένου να αντικρουσθούν τυχόν μελλοντικές επικρίσεις ήταν έτοιμο: το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα. Η όλη επιχείρηση διήρκεσε δέκα μόλις ημέρες και υπήρξε  επικερδής από κάθε άποψη. Οι Βρετανοί ενίσχυσαν την παρουσία τους στη διοίκηση της Διώρυγας, κατέχοντας το 44% των μετοχών. Ο οίκος Rothschild, διαθέτοντας το ποσό των 3.796.000 λιρών για την αγορά 176.602 μετοχών ονομαστικής αξίας 88 εκατομμυρίων, θα εισέπραττε έως το έτος 1932 μερίσματα αξίας 43 εκατομμυρίων. Πρόκειται για την αποθέωση της τοκογλυφίας. Ο μόνος χαμένος ήταν ο ίδιος ο Ισμαήλ, καθώς το ποσό που εισέπραξε, ήταν, στην πραγματικότητα, σταγόνα στον ωκεανό του αιγυπτιακού Δημοσίου Χρέους. Η οικτρή κατάσταση, τον ανάγκασε να ζητήσει από τη Μεγ. Βρετανία την αποστολή ενός εμπειρογνώμονα, προκειμένου να βάλει τάξη στα οικονομικά. Αντ΄ αυτού, η κυβέρνηση του Λονδίνου έσπευσε να στείλει στο Κάϊρο μια επιτροπή ελέγχου.

Πρόκειται για την απαρχή της διεθνούς παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Αιγύπτου.

Β. Ο ΓΑΛΛΟ-ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

Sir Evelyn Baring (1841-1917)
Sir Evelyn Baring (1841-1917)

 Η άφιξη της επιτροπής ελέγχου δεν κατάφερε, τελικά, να αποτρέψει τη χρεωκοπία, η οποία έλαβε χώρα το 1876. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, σε μια προσπάθεια διάσωσης των δανειστών, οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού έθεσαν από κοινού την Αίγυπτο υπό καθεστώς οικονομικού πτωχευτικού συμβιβασμού. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα μετριοπαθή όρο, καθώς οι δυο χώρες επέβαλλαν, ουσιαστικά, καθεστώς οικονομικής συγκυριαρχίας.  Άξονας του όλου συστήματος υπήρξε η σύσταση ενός Ταμείου Δημοσίου Χρέους, επικεφαλής του οποίου τοποθετήθηκαν ένας Βρετανός και ένας Γάλλος ελεγκτές, ο πρώτος για τα έσοδα και ο δεύτερος για τις δαπάνες. Ένα τεράστιο μέρος των κρατικών εσόδων (άνω του 50%) προορίστηκε για την αποπληρωμή του χρέους. Τη διαχείριση του παραπάνω ποσού ανέλαβε μια επταμελής διεθνής επιτροπή με πρόεδρο τον Ferdinand de Lesseps, κατασκευαστή της Διώρυγας του Σουέζ. Ιθύνων νους, ωστόσο, ήταν ο Sir Evelyn Baring, γόνος μεγάλης οικογένειας λονδρέζων τραπεζιτών. Η θητεία του στους κόλπους της διεθνούς επιτροπής κρίθηκε μάλιστα τόσο επιτυχής, ώστε από το 1883 έως το 1907, ως λόρδος Cromer πλέον, διετέλεσε ουσιαστικός κυβερνήτης της Αιγύπτου, φέροντας το σεμνό τίτλο του προξένου. Θεωρείται, έως τις μέρες μας,  υπόδειγμα λειτουργού αποικιακής διοίκησης. Η όλη διαδικασία απόκτησε θεσμική κάλυψη τον Ιούλιο του 1880, με έκδοση Νόμου. Τα έσοδα των σιδηροδρόμων, των τηλεπικοινωνιών, των τελωνείων και οι φόροι των τεσσάρων σημαντικότερων επαρχιών της Αιγύπτου περνούσαν, επίσημα πλέον, στο Ταμείο Δημοσίου Χρέους.

Ahmed ‘Urabi (1841-1911
Ahmed ‘Urabi (1841-1911)

Αναγκασμένες να καλύψουν το έλλειμμα, οι αρχές της χώρας, κατόπιν εντολής του διεθνούς ελέγχου, προχώρησαν σε περικοπές μισθών, αύξηση φορολογίας και μαζικές απολύσεις. Οι μισοί από τους αξιωματικούς του αιγυπτιακού στρατού απολύθηκαν μέσα σε μια νύκτα, οι δε εναπομείναντες είδαν τους μισθούς τους να περικόπτονται δραστικά. Τα κατώτερα στρώματα, τα οποία ούτως ή άλλως δεν φημίζονταν για το ψηλό επίπεδο ζωής, περιήλθαν σε απόγνωση. Μοιραία, η όλη κατάσταση οδήγησε στη δημιουργία εθνικιστικής κίνησης, με στόχο την αποτίναξη του διεθνούς ελέγχου. Πρόκειται για μια κίνηση, κράμα εθνικισμού, θρησκευτικού φανατισμού και ξενοφοβίας, που συσπείρωσε όλους όσους είχαν πληγεί από το καθεστώς της συγκυριαρχίας: απολυθέντες αξιωματικούς, δημοσίους υπαλλήλους, το εισόδημα των οποίων είχε δραματικά συρρικνωθεί, ακόμα και άτομα του στενού περιβάλλοντος του Χεδίβη. Ο τελευταίος υποστήριξε διακριτικά το εθνικιστικό κόμμα, που ιδρύθηκε το 1879 και είδε την επιρροή του να εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρη την επικράτεια χάρη στο σύνθημα “Η Αίγυπτος στους Αιγύπτιους”. Η αντίδραση της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας υπήρξε ακαριαία. Διαισθανόμενες την προσχώρηση του Ισμαήλ,δεν δίστασαν να τον καθαιρέσουν από το αξίωμα του Χεδίβη  και να τον αντικαταστήσουν με το γιο του, Tewfik, που θεωρείτο χειραγωγήσιμος. Πυρήνας και ταυτόχρονα αιχμή του δόρατος του εθνικιστικού κόμματος ήταν οι μεσαίοι και κατώτεροι αξιωματικοί με κύριο  εκφραστή τον συνταγματάρχη Ahmed ‘Urabi , γιο φελάχου, ο οποίος είχε στραφεί προς τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Το άτομο κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εμβληματικό. Ακαλλιέργητος, μετρίου βεληνεκούς αξιωματικός, στερούμενος παντελώς πολιτικού αισθητηρίου, ο ‘Urabi αποδείχθηκε, ωστόσο, αποτελεσματικός δημαγωγός, ικανός να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα πλήθη. Με την είσοδο του 1881, οι αρχές της Αιγύπτου προχώρησαν στην σύλληψη του  ‘Urabi, τον οποίο, ωστόσο, απελευθέρωσαν αμέσως οι οπαδοί του. Καθώς, μάλιστα, το καθεστώς της συγκυριαρχίας είχε επιτρέψει σε αλλοδαπούς αξιωματούχους να διεισδύσουν  εντός του κρατικού μηχανισμού και της ίδιας της κυβέρνησης, ο ‘Urabi αξίωσε την απομάκρυσή τους και τη διακοπή του διεθνούς ελέγχου. Τον Σεπτέμβριο, ακολούθησαν νέες εξελίξεις, καθώς το ανάκτορο του Χεδίβη πολιορκήθηκε από εξεγερθέντες αξιωματικούς και πλήθος κόσμου, που επέβαλαν τη συμμετοχή στο κοινοβούλιο οπαδών των εθνικιστών.Τον Ιανουάριο του 1882, η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Τη διαδέχθηκε μια νέα, επαναστατική, με υπουργό Στρατιωτικών τον ίδιο τον ‘Urabi. Έχοντας σφυρηλατήσει την προπαγάνδα του γύρω από τον αραβικό εθνικισμό και το μίσος εναντίον των ξένων,ο τελευταίος οργάνωσε και προκάλεσε ταραχές στο σύνολο της επικράτειας. Αποκορύφωμα υπήρξαν, τον Ιούνιο του 1882, τα έκτροπα της Αλεξάνδρειας, κατά τη διάρκεια των οποίων έχασαν τη ζωή τους περί τα εξήντα άτομα, οι περισσότεροι Έλληνες (ως γνωστό η ελληνική παροικία ήταν η πολυπληθέστερη της Αιγύπτου).  Η κατάσταση είχε τεθεί, πλέον, εκτός ελέγχου, καθώς η νέα κυβέρνηση της Αιγύπτου έδειχνε αποφασισμένη να προχωρήσει στην κατάργηση  του καθεστώτος της γαλλο-βρετανικής οικονομικής συγκυριαρχίας. Ήταν εύλογο πως η επόμενη κίνηση ανήκε στις κυβερνήσεις του Παρισιού και του Λονδίνου.

Γ. Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

 Οι Μεγάλες Δυνάμεις (άμεσα ενδιαφερόμενες και μη) παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τα τεκταινόμενα στην Αίγυπτο. Οι πρώτες, κινδύνευαν να δουν να καταρρέει το καθεστώς της οικονομικής συγκυριαρχίας, αλλά και ο έλεγχος, που ασκούσαν επάνω στη λειτουργία της Διώρυγας. Για τις δεύτερες, το μείζον διακύβευμα ήταν η ασφάλεια των ξένων παροικιών. Αρχικά,  αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο παρέμβασης της Υψηλής Πύλης, καθώς η Αίγυπτος εξακολουθούσε να τελεί υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, ο Αμπντούλ Χαμίτ ο Β΄ δεν έδειξε να συγκινείται από μια προοπτική του είδους αυτού. Αφενός η Αίγυπτος είχε προ πολλού ξεφύγει από τον έλεγχό του (η διατήρηση της υψηλής επικυριαρχίας διέθετε χαρακτήρα τυπικό και μόνο). Αφετέρου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μόλις είχε εξέλθει από την ένοπλη αναμέτρησή της με τη Ρωσία, μετρούσε πληγές και δεν είχε πρόθεση να εμπλακεί σε μια υπόθεση, η οποία δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των άμεσων προτεραιοτήτων της. Κατόπιν τούτου, δεν απέμενε παρά η προσφυγή σε περισσότερο δραστικές μεθόδους, με την ελπίδα, ωστόσο, πως δεν θα γινόταν χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Στις 20 Μαΐου 1882, κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια ένας μεικτός αγγλο-γαλλικός στόλος, υπό τη διοίκηση, αντίστοιχα, των ναυάρχων Seymour και Conrad. Τα έκτροπα της 11ης και 12ης Ιουνίου, σε συνδυασμό με την υπολογίσιμη διεθνή ναυτική παρουσία, έμελλαν, τελικά, να λειτουργήσουν ως έναυσμα για την κλιμάκωση της έντασης. Μόλις ολοκληρώθηκε η δια θαλάσσης εκκένωση των ξένων παροικιών, ο Βρετανός ναύαρχος απηύθυνε τελεσίγραφο προς τον ‘Urabi, απαιτώντας τη διακοπή των εργασιών οχύρωσης της πόλης. Με την εκπνοή του τελεσιγράφου στις 11 Ιουλίου, διέταξε τον βομβαρδισμό των παράκτιων οχυρών. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, επρόκειτο για προσωπική πρωτοβουλία, δίχως να έχει προηγηθεί αποστολή οδηγιών από το Λονδίνο. Φημολογείται πως με την ενέργεια αυτή, ο Seymour θέλησε να παρασύρει την κυβέρνηση Gladstone, λιγότερο επιρρεπή από ό,τι η προκάτοχός της μπροστά στο ενδεχόμενο εμπλοκής σε περιπέτειες αποικιακής φύσεως, σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι Γάλλοι είχαν καταστήσει σαφή την πρόθεσή τους να μη συμμετάσχουν σε έναν πιθανό βομβαρδισμό της πόλης.

Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τον βρετανικό στόλο
Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τον βρετανικό στόλο

 Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας ξεκίνησε το πρωΐ της 11ης Ιουλίου 1882 και διήρκεσε έως το  απόγευμα της 13ης, οπότε στα περισσότερα οχυρά υψώθηκε λευκή σημαία. Αρκετές βολές, ωστόσο, έπληξαν και τις παραθαλάσσιες συνοικίες, όπου μέχρι πρότινος κατοικούσαν οι Ευρωπαίοι υπήκοοι, προκαλώντας εκτεταμένες υλικές ζημιές. Τις καταστροφές από το βομβαρδισμό ολοκλήρωσε πυρκαγιά, η οποία αφέθηκε να σβήσει μόνη της δυο μέρες αργότερα, καθώς ο Seymour απέφυγε σχολαστικά να αποβιβάσει αγήματα εξαιτίας της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε και του κινδύνου που συνέτρεχε, συνακόλουθα, για την ασφάλεια των τελευταίων. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος μήνας, έως ότου οι Βρετανοί καταφέρουν να θέσουν την πόλη υπό πλήρη έλεγχο. Ταυτόχρονα, προετοιμάζονταν για το δεύτερο στάδιο των επιχειρήσεων, το οποίο προγραμματιζόταν να διαδραματισθεί, τη φορά αυτή, στην ξηρά.

Για το σκοπό αυτό είχαν συγκεντρωθεί στη Μάλτα, στην Κύπρο και στο Άντεν στρατεύματα προερχόμενα από το Μητροπολιτικό έδαφος και από την Ινδία. Η διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος  (31.000 άνδρες συνολικά, με υποστήριξη πυροβολικού και ιππικού) ανατέθηκε στον υποστράτηγο Sir Garnet Wolseley. Χρησιμοποιώντας την Αλεξάνδρεια ως ορμητήριο, ο τελευταίος σχεδίαζε προέλαση μέχρι το Κάϊρο. Αντικειμενικός στόχος ήταν η καταστολή της αιγυπτιακής επανάστασης και η αποκατάσταση στην εξουσία του φερέφωνου των Βρετανών, Χεδίβη Tewfik,  ο οποίος είχε διαφύγει στην Αλεξάνδρεια, προκειμένου να βρίσκεται πλησίον του στόλου. Η ανάπτυξη του εκστρατευτικού σώματος θα λάμβανε χώρα κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα, που συνέδεε μεταξύ τους τις δυο πόλεις. Με την άφιξη του ενός τρίτου, περίπου, των αναμενόμενων μονάδων, ξεκίνησε η πορεία προς την ενδοχώρα.  Στις 5 Αυγούστου, σημειώθηκε επαφή με τις δυνάμεις του ‘Urabi στη θέση Kafr El Dawwar, νοτίως της Αλεξάνδρειας.

Η ανάπτυξη των Βρετανών κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα Αλεξάνδρειας – Καΐρου
Η ανάπτυξη των Βρετανών κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα Αλεξάνδρειας – Καΐρου

Ο αιγυπτιακός στρατός είχε προχωρήσει στην οχύρωση της θέσης με την κατασκευή χαρακωμάτων και την τοποθέτηση παράλληλων σειρών από συρματόπλεγμα. Παρά τις ανεπαίσθητες απώλειες (4 νεκροί και καμιά τριανταριά τραυματίες), η μάχη της Kafr El Dawwar – περί αναγνωριστικής επιχείρησης πρόκειται περισσότερο – έπεισε τους Βρετανούς να αναθεωρήσουν τον αρχικό σχεδιασμό. Ο Wolseley, ο οποίος έφθασε στην Αλεξάνδρεια δέκα μέρες αργότερα, έκρινε σκόπιμο να μεταφέρει τις επιχειρήσεις στη ζώνη της Διώρυγας. Εκεί, άλλωστε, διακυβεύονταν τα μεγάλα στρατηγικά συμφέροντα. Το εκστρατευτικό σώμα επιβιβάστηκε εκ νέου στα πλοία του στόλου, τα οποία απέπλευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση, ούτως ώστε να παραπλανηθεί ο ‘Urabi και να αποτολμήσει μια ανακατάληψη της Αλεξάνδρειας την ίδια στιγμή που οι Βρετανοί θα αποβίβαζαν τα στρατεύματά τους στο Πορτ-Σάϊντ. Το τέχνασμα απέτυχε, καθώς οι Αιγύπτιοι γνώριζαν πως η μοναδική διαδρομή προς το Κάϊρο, που παρέμενε ακόμη ανοικτή, ήταν εκείνη κατά μήκος της Διώρυγας. Τότε επιστρατεύθηκε ο Ferdinand de Lesseps, ο οποίος, αν και εν γνώσει του επιχειρησιακού σχεδίου του Wolseley, διαβεβαίωσε, ψευδόμενος, τον ‘Urabi πως οι Βρετανοί θα απέφευγαν να εντάξουν τη Διώρυγα στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων, προκειμένου να μη καταφερθούν ζημιές σε ένα έργο υψίστης σημασίας. Σκοπός ήταν να αποφευχθεί ο αποκλεισμός της Διώρυγας, ενέργεια, την οποία ο αρχηγός της αιγυπτιακής επανάστασης απειλούσε να μετατρέψει σε πράξη. Τη φορά αυτή το τέχνασμα πέτυχε και στην ουσία, ο ‘Urabi επέτρεψε, άθελά του, στους Βρετανούς να αποβιβάσουν ανενόχλητοι τα στρατεύματά τους και να αναπτυχθούν μέχρι την Ισμαηλία. Από εκεί, αφήνοντας πίσω τους τη Διώρυγα, κατευθύνθηκαν προς δυσμάς, με προορισμό το Κάϊρο. 

O‘Urabi είχε οργανώσει την άμυνα της πρωτεύουσας κατά μήκος της τεχνητής διώρυγας, η οποία συνέδεε το Κάϊρο με την Ισμαηλία, ακριβώς επάνω στη διαδρομή, που είχαν επιλέξει οι Βρετανοί. Κέντρο βάρους του όλου συστήματος άμυνας ήταν η κωμόπολη του Tel El Kebir, όπου ήλπιζε να παρασύρει τους αντιπάλους του σε μια και μοναδική μάχη, η οποία και θα έκρινε την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε κατασκευάσει χαρακώματα, τοποθετήσει περιφράξεις από συρματόπλεγμα και διέθετε ισχύ πυρός (60 πυροβόλα), ικανή να ανακόψει τη βρετανική προέλαση. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1882 τα ξημερώματα, ωστόσο, πιάστηκε κυριολεκτικά εξαπίνης, καθώς ο Wolseley, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι της προηγούμενης νύκτας, είχε καταφέρει να προωθήσει τις δυνάμεις του πολύ κοντά στις αιγυπτιακές προφυλακές δίχως να γίνει αντιληπτός. Η μάχη του Tel El Kebir δεν ξεπέρασε σε διάρκεια τα είκοσι λεπτά της ώρας, η δε επικράτηση των Βρετανών κατά κράτος οφείλεται εξολοκλήρου στην αξιοποίηση του στοιχείου του αιφνιδιασμού. Άλλωστε, οι εκατέρωθεν απώλειες το αποδεικνύουν: 2000 νεκροί έναντι 57 μόνο!

Η μάχη του Tel El Kebir και η είσοδος των Βρετανών στο Κάϊρο
Η μάχη του Tel El Kebir και η είσοδος των Βρετανών στο Κάϊρο

Πρόκειται περισσότερο για ομαδική σφαγή παρά για πραγματική μάχη. Καθώς, μάλιστα, ο στρατιωτικός σχεδιασμός από αιγυπτιακής πλευράς είχε σφυρηλατηθεί με γνώμονα τη μια και μοναδική αποφασιστική σύγκρουση, ο δρόμος για το Κάϊρο ήταν πλέον ανοικτός. Την επομένη, ο ‘Urabi συνθηκολόγησε, οι δε Βρετανοί έθεσαν υπό έλεγχο την πρωτεύουσα. Η αποκατάσταση του Tewfik στην εξουσία έλαβε χώρα, με μεγάλη επισημότητα, στις 24 Σεπτεμβρίου. Ο ‘Urabi εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες. Όταν επέστρεψε στη γενέτειρά του, είκοσι χρόνια αργότερα, οι πάντες τον είχαν ξεχάσει.

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η στρατιωτική κατάληψη δεν έθεσε τέλος, όπως θα ανέμενε κανείς, στο Ζήτημα της Αιγύπτου. Η κυβέρνηση Gladstone είχε συνηγορήσει υπέρ της στρατιωτικής παρέμβασης πιεζόμενη από την κοινή γνώμη και τους οπαδούς της αποικιακής πολιτικής. Στόχος της, τώρα, ήταν η ταχύτερη δυνατή απεμπλοκή, μεριμνώντας, βεβαίως, για για τη διασφάλιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή. Η εξέγερση των Δερβίσηδων στο αιγυπτιακό, τότε, Σουδάν και η σφαγή της φρουράς του Χαρτούμ υπό τον στρατηγό Charles Gordon το 1885, τρία μόλις έτη έπειτα

από τη θέση της Αιγύπτου υπό έλεγχο, άλλαξε τη ροή των πραγμάτων, προσδίδοντας στη βρετανική στρατιωτική παρουσία μια περισσότερο μακροπρόθεσμη προοπτική. Σε μια παρουσία αυτού του είδους προσέβλεπε και ο λόρδος Cromer, ο οποίος, από το 1883 έως το 1907 υπήρξε ο ουσιαστικός κυβερνήτης της Αιγύπτου. Η τελευταία είχε μεταβληθεί σε ένα de facto βρετανικό προτεκτοράτο, καθώς, από θεσμικής απόψεως, δεν υπήρξε διαφορά σε σχέση με το νομικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε πριν από την κρίση (διατηρήθηκαν τόσο το αξίωμα του Χεδίβη όσο και η υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου). Σε μια πρώτη φάση, ανέκυψαν προβλήματα στις διμερείς σχέσεις με τη Γαλλία. Κρίνοντας τις εξελίξεις εκ των υστέρων, η τελευταία διαπίστωσε το μέγα λάθος που είχε διαπράξει, αφήνοντας τους Βρετανούς να παρέμβουν μόνοι. Επί ένα ολόκληρο τέταρτο του αιώνα, η κυβέρνηση του Παρισιού δημιουργούσε προσκόμματα, με την ελπίδα να θέσει επί τάπητος την υπόθεση της Αιγύπτου κάτω από όρους, που θα της επέτρεπαν να εκφέρει λόγο. Αρχικά, το έπραξε, αξιοποιώντας την εκπροσώπηση που η Γαλλία διέθετε σε δυο σημαντικούς τομείς: την Εταιρεία της Διώρυγας και το Αιγυπτιακό Δημόσιο Χρέος. Αργότερα, η κατάσταση εκτραχύνθηκε με την ανάληψη αψυχολόγητων πρωτοβουλιών αποικιακού τυχοδιωκτισμού, μια από τις οποίες (το επεισόδιο της Fashoda στο νότιο Σουδάν το 1898), έφερε τις δυο χώρες στο κατώφλι της ένοπλης αντιπαράθεσης. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε το 1904, με την υπογραφή του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης ανάμεσα στις δυο χώρες, οπότε η Γαλλία αναγνώρισε επίσημα τη βρετανική πρωτοκαθεδρία στην Αίγυπτο, έναντι της αναγνώρισης των δικών της δικαιωμάτων στο Μαρόκο.

Οι Βρετανοί στην Αίγυπτο

 Με την έξοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το φθινόπωρο του 1914, καταργήθηκαν η υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά και το αξίωμα του Χεδίβη. Η Μεγ. Βρετανία επέβαλε προτεκτοράτο, μια πρωτοβουλία με σημαντικές παρενέργειες μετά το πέρας του πολέμου, εξαιτίας του ερεθισμού της αιγυπτιακής κοινής γνώμης. Το 1922, η κυβέρνηση του Λονδίνου αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Βασιλείου της Αιγύπτου, διατηρώντας το δικαίωμα στάθμευσης στρατιωτικών δυνάμεων στη ζώνη της Διώρυγας. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, η βρετανική στρατιωτική παρουσία ενισχύθηκε σημαντικά, καθώς η Αίγυπτος διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στις εν γένει εξελίξεις στο θέατρο επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής και της βορείου Αφρικής. Έπειτα από το πέρας του πολέμου, και παρά το γεγονός ότι η Μεγ. Βρετανία, αν και μεταξύ των νικητών, είχε πληγεί βαρύτατα από τη διεξαγωγή του τελευταίου, διατήρησε τη στρατιωτική της παρουσία επιτόπου. Αριθμώντας 80.000 άνδρες, η βάση του Σουέζ, εθεωρείτο από τις ισχυρότερες στον κόσμο κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού πολέμου.  Ωστόσο, η μεταπολεμική πραγματικότητα (ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αρχή της Αυτοδιάθεσης των Λαών) από τα τέλη της δεκαετίας του ΄40 είχε δρομολογήσει σε παγκόσμια κλίμακα τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης. Κράτη όπως η Γαλλία και η Μεγ. Βρετανία, αναγκάστηκαν να διαχειριστούν ζητήματα αυτού του είδους στην Ασία, την Αφρική, τη Μέση και την Άπω Ανατολή. Το φαινόμενο δημιουργίας ανεξάρτητων κρατών στη θέση των μέχρι τότε αποικιών εξαπλώθηκε ως πετρελαιοκηλίδα. Για μια ακόμη φορά, η ένταση στον τομέα των αγγλο-αιγυπτιακών σχέσεων αυξήθηκε κατακόρυφα. Το 1951, η κυβέρνηση του Καΐρου κατήγγειλε μονομερώς, προτού αυτό εκπνεύσει, το διμερές σύμφωνο του 1936, που εκχωρούσε στους Βρετανούς το δικαίωμα χρήσης της στρατιωτικής βάσης του Σουέζ για τα επόμενα 20 χρόνια. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, με αποτέλεσμα η ένταση να κλιμακωθεί επικίνδυνα. Τον Ιούλιο του 1952, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον βασιλέα Farouk . Εμβληματική μορφή του νέου καθεστώτος ήταν ο συνταγματάρχης Gamal Abdel Nasser, ένας ‘Urabi του 20ού αιώνα ασύγκριτα πιο ικανός και χαρισματικός.  

Η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Ο Gamal Abdel Nasser υψώνει την αιγυπτιακή σημαία στο Πορτ-Σάϊντ
Η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Ο Gamal Abdel Nasser υψώνει την αιγυπτιακή σημαία στο Πορτ-Σάϊντ

Στις 18 Ιουνίου 1953 καταργήθηκε και επισήμως η μοναρχία. Πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αιγύπτου ανέλαβε ο εκ των πρωταγωνιστών του πραξικοπήματος του προηγουμένου έτους Muhammad Naguib. Για λόγους εσωτερικών ισορροπιών, οι σχέσεις μεταξύ των δυο ανδρών επιδεινώθηκαν ταχύτατα, με αποτέλεσμα ο Naguib να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την προεδρία. Με το δημοψήφισμα της 23 Ιουνίου 1956, ο αιγυπτιακός λαός ενέκρινε ταυτόχρονα ένα νέο σύνταγμα,  το οποίο έκανε λόγο για μονοκομματική εξουσία, καθώς και την ανάληψη της προεδρίας της Δημοκρατίας από τον ίδιο τον Nasser. Πρώτη ενέργεια του νέου προέδρου, λίγες μέρες αργότερα, υπήρξε η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία και Γαλλία με τη συνδρομή του Ισραήλ) απάντησαν τον επόμενο Οκτώβριο με μια στρατιωτική επιχείρηση στη ζώνη της Διώρυγας (κωδικός Operation Musketeer), που κατέληξε μέσα σε εννέα, μόλις, ημέρες σε ένα πρωτοφανές φιάσκο για τους εισβολείς, τοποθετώντας, αμετάκλητα πλέον, την ταφόπλακα επάνω στην πάλαι ποτέ κραταιά Βρετανική Αυτοκρατορία.

Οκτώβριος1956. Οι Αιγύπτιοι έχουν φράξει την είσοδο της Διώρυγας στο ύψος του Πορτ Σάϊντ
Οκτώβριος 1956. Οι Αιγύπτιοι έχουν φράξει την είσοδο της Διώρυγας στο ύψος του Πορτ Σάϊντ

    

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Abbott, B. H.: Gladstone and Disraeli, London,1972

Cole J.: Colonialism and Revolution in the Middle East: Social and Cultural Origins of Egypt’s Urabi Movement, Princeton, 1993

Ferguson N.: The World’s Banker: The history of the House of Rothschild, (2 vols.), London  1998

Ganiage J.: L’ expansion coloniale de la France sous la troisième République (1871-1914), Paris, 1968

Koshanski H.: Sir Garnet Wolseley: Victorian Hero, London,1999

Robinson, R., Gallagher, J.: Africa and the Victorians: The Official Mind of Imperialism, London, 1966

Saul S.: La France et l’Egypte de 1882 à 1914. Intérêts économiques et implications politiques ,Paris, 1997

Wesseling H.: Les Empires coloniaux européens (1815-1919), Paris, 2009

3fda39_362738e136294a1a8eaed75f6b35dd0a-mv2
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.