Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: “Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

500 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

 

H Tenochtitlán είναι χτισμένη πάνω σε μια λιμνοθάλασσα…Είναι μεγάλη όσο η Σεβίλλη ή η Κόρντομπα. Ορισμένοι από τους κύριους οδικούς άξονες βρίσκονται στην ξηρά, οι υπόλοιποι, όμως, οι μικρότεροι ως επί το πλείστον, είτε είναι κατασκευασμένοι πάνω στο έδαφος, είτε πρόκειται για κανάλια, τα οποία οι κάτοικοι διασχίζουν με τις πιρόγες τους κωπηλατώντας …Σε όλες τις συνοικίες συναντά κανείς ναούς και τόπους λατρείας. Πρόκειται για πολύ όμορφες κατασκευές…Μεταξύ αυτών των ναών, βρίσκεται ειδικά ένας, ο σημαντικότερος, το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του οποίου δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς. Ο περίβολός του, που περιστοιχίζεται από ένα ψηλό τείχος, είναι τόσο μεγάλος, που θα μπορούσε, κάλλιστα, να περικλείει πεντακόσια κτήρια. Στην εσωτερική περίμετρο του ναού, είναι χτισμένες ιδιαίτερα κομψές κατοικίες, όπου ζουν ιερείς. Υπάρχουν περί τους σαράντα ψηλοί πύργοι, ψηλότεροι ακόμα και από τον Καθεδρικό Ναό της Σεβίλλης…”.¹

Με αυτά τα λόγια ο Hernán Cortés περιέγραψε σε επιστολή του προς τον βασιλέα Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ της Αγίας Ρωμαιο-γερμανικής Αυτοκρατορίας, το θέαμα, το οποίο αντίκρισε έκθαμβος στις 8 Νοεμβρίου 1519, βλέποντας για πρώτη φορά την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Οι Ισπανοί κατακτητές είχαν έρθει σε επαφή με έναν παντελώς άγνωστο πολιτισμό, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Η γλώσσα και η θρησκεία των Αζτέκων εκτείνονταν σε μια τεράστια επικράτεια, από τις στέπες του βορρά (σημερινά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού) έως τη Γουατεμάλα και από τον Ειρηνικό έως τον Ατλαντικό ωκεανό. Το όνομα του ηγέτη τους Motecuhzoma Β΄ προκαλούσε παντού σεβασμό και δέος. Οι έμποροι διέσχιζαν από άκρη σε άκρη την αυτοκρατορία, μεταφέροντας την πραμάτειά τους. Οι φοροεισπράκτορες εκτελούσαν αδιάλειπτα την αποστολή τους. Οι στρατιωτικές φρουρές κρατούσαν σε απόσταση όσους ανυπάκουους απειλούσαν την ηρεμία και την ευημερία του τόπου. Η Tenochtitlán, η πρωτεύουσα, αριθμώντας 200.000 κατοίκους, με εντυπωσιακή ρυμοτομία και αρχιτεκτονική, ήταν, τότε, μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου ολόκληρου. Κι όμως, ο πολιτισμός των Αζτέκων ή Mexica κάθε άλλο παρά διέθετε μακρινές καταβολές. Νομάδες πληθυσμοί, βάρβαροι, φτωχοί και ακτήμονες, οι Αζτέκοι μόλις κατά τον 13ο αιώνα μετοίκησαν στο κεντρικό υψίπεδο του Μεξικού, προερχόμενοι από τις στέπες του βορρά. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν, χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Ακολούθησε σειρά ολόκληρη από πολιτισμούς, οι οποίοι γνώρισαν περίοδο ακμής: Οι Ολμέκοι (2ος αιώνας π.Χ.-6ος αιώνας), οι Μάγια στη χερσόνησο του Yucatán (ΝΑ άκρο του σημερινού κράτους του Μεξικού), ο πολιτισμός των οποίων επιβίωσε έως την ισπανική κατάκτηση, οι Ζαποτέκοι (700 π.Χ. – 700) νοτιοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Μεγάλες πόλεις, όπως η Monte-Albán και η Teotihuacán, με τις υπερμεγέθεις πυραμίδες που σώζονται έως σήμερα, άφησαν το στίγμα τους επάνω στη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.

Αναπαράσταση της Tenochtitlán, όπως την αντίκρισαν το 1519 οι Ισπανοί κατακτητές.

Η Tenochtitlán ιδρύθηκε το 1325, στο σημείο ακριβώς όπου οι Αζτέκοι θεώρησαν πως είδαν έναν οιωνό, σταλθέντα από τον  Huītzilōpōchtli, θεό του Ηλίου και του πολέμου, προστάτη της εξόδου από το βορρά και της μετοίκησής τους στο κεντρικό υψίπεδο: έναν αετό καθισμένο σε έναν κάκτο να κατασπαράζει ένα φίδι. Ακολουθώντας τον οιωνό, ίδρυσαν την πόλη επάνω σε ένα νησί, στο δυτικό άκρο της λιμνοθάλασσας. Η εικόνα του αετού με το φίδι παραμένει έως σήμερα το εθνικό έμβλημα του κράτους του Μεξικού. Η γεωγραφική θέση της Tenochtitlán στην πυκνοκατοικημένη λεκάνη του Μεξικού παρείχε σημαντικές ευκαιρίες για εμπόριο. Εκτεινόμενη δε ταχύτατα, έφθασε σε καθεστώς ευημερίας. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, μετεξελίχθηκε σε  πρωτεύουσα, με τον σχηματισμό της αυτοκρατορίας των Αζτέκων το 1428. Πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η Τριπλή Συμμαχία, η οποία είχε συνομολογηθεί ανάμεσα σε τρεις πόλεις – κράτη:  Tenochtitlán, Texcoco (δημιούργημα επίσης των Αζτέκων στο απέναντι άκρο της λιμνοθάλασσας) και Tlacopán (στον ορεινό περίγυρο, με καταβολές στον παλαιότερο πολιτισμό των Ολμέκων).

Η ίδρυση της Tenochtitlán.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η Tenochtitlán αναγορεύθηκε σε ρυθμιστή και κυρίαρχη παράμετρο της Τριπλής Συμμαχίας, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ. Η αυτοκρατορία διεύρυνε την δύναμή της με έναν συνδυασμό εμπορίου και επεκτατικών πολέμων. Επέβαλε τον έλεγχό της στα κατακτημένα κράτη, είτε τοποθετώντας φιλικούς προς αυτή κυβερνήτες, είτε δημιουργώντας συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, είτε, ακόμα, καλλιεργώντας σε όλα τα διαφορετικά φύλα την αίσθηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που να διασφαλίζουν την τάξη στις απομακρυσμένες επαρχίες. Οι υποτελείς λαοί έφεραν την υποχρέωση να καταβάλουν τακτικά φόρο, ενώ το γεγονός ότι η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ανάγκαζε όλους τους λαούς να στρέφονται προς το εσωτερικό για την προμήθεια πρώτων υλών και αγαθών. Με αυτόν τον τρόπο, η Τριπλή Συμμαχία εξασφάλισε την οικονομική εξάρτηση όλων των κατακτημένων πόλεων – κρατών από την  ίδια. Η ισχύς και η έκταση της αυτοκρατορίας πολλαπλασιάστηκαν αδιάλειπτα μέχρι το 1519.

Με την έλευση των Ισπανών, η αυτοκρατορία των Αζτέκων αριθμούσε 38 πόλεις, περισσότερο οικονομικές παρά πολιτικές οντότητες, υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρο στην κεντρική εξουσία.

 

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πόλεμοι και ανθρωποθυσίες

Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες ήταν δημιουργήματα της αμάθειας, της άγνοιας, της ανασφάλειας, του φόβου, του δέους και της αβεβαιότητας έναντι των φαινομένων της φύσης. Αν και συνυφασμένη με τον πολιτισμό των Αζτέκων, η πρακτική των ανθρωποθυσιών στην Κεντρική Αμερική ήταν στην πραγματικότητα πολύ παλαιότερη, είχε δε υιοθετηθεί από όλους όσους είχαν προηγηθεί της μετοίκησης των τελευταίων στη λεκάνη του Μεξικού. Αποτελεί το αιματηρό και βίαιο αντίβαρο στον, κατά τα άλλα, εκλεπτυσμένο τρόπο της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, η απάνθρωπη αυτή πρακτική ενισχύθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των ηθών. Η δεσπόζουσα θέση, την οποία οι ανθρωποθυσίες καταλαμβάνουν στην περίπτωση των Μάγια και των Αζτέκων, είναι το διακριτικό γνώρισμα που κάνει τους δυο αυτούς πολιτισμούς να ξεχωρίζουν συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η εμμονή, στα όρια της παραφροσύνης, για ομαδικές θυσίες πήγαζε από την ίδια την κοσμοαντίληψη των πολιτισμών αυτών. Οι Αζτέκοι ήταν πεπεισμένοι πως του δικού τους κύκλου ζωής είχαν προηγηθεί άλλοι τέσσερις (οι επονομαζόμενοι “Τέσσερις Ήλιοι”). Άπαντες είχαν άσχημο τέλος εξαιτίας κατακλυσμών και άλλου είδους φυσικών, ως επί το πλείστον, καταστροφών. Ο ισχύων κύκλος επρόκειτο, με τη σειρά του, να ολοκληρωθεί με καταστροφικούς σεισμούς (άλλωστε, ακόμα και σήμερα, η Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα δε το Μεξικό, είναι σεισμογενείς περιοχές υψηλού κινδύνου). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ο κύκλος είχε συμπληρώσει την πορεία του και η συντέλεια του κόσμου ήταν πιθανό να επέλθει ανά πάσα στιγμή. Ο Ήλιος, που εθεωρείτο θνητός, κάθε φορά που έσβηνε, αντικαθίστατο από έναν άλλον, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια ο καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι νέο κάθε φορά. Ο θεός Xolotl (θεός του φωτός και του θανάτου, που συνόδευε τον Ήλιο από τη στιγμή της δύσης έως εκείνη της ανατολής), έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο Ήλιος να δύναται να μεσουρανεί. Όμως, και πάλι, ο (πέμπτος κατά σειρά)  Ήλιος χρειαζόταν τροφή προκειμένου να ζήσει. Γι’ αυτό, προτού πεθάνει, ο Xolotl όρισε πως οι άνθρωποι έπρεπε να θυσιάζονται, ώστε με το αίμα τους (το επονομαζόμενο “πολύτιμο νερό”) να τρέφεται ο Ήλιος και να συνεχίζει να λάμπει. Με δεδομένα τα παραπάνω, εύκολα μπορεί να γίνουν αντιληπτές η ταραχή και η ανασφάλεια, από τις οποίες διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, από τον αυτοκράτορα έως τον τελευταίο υπήκοο, έως ότου χαράξει η επόμενη ημέρα.

Το λίθινο ημερολόγιο των Αζτέκων με τους Τέσσερις Ήλιους.

Επιπρόσθετα, οι μεσοαμερικανικές κοινωνίες ήταν “κοινωνίες θεάματος”. Το όλο  τελετουργικό καθώς και η μεγαλοπρεπής σκηνοθεσία των ανθρωποθυσιών ήταν αντανάκλαση του σύμπαντος επάνω στη γη, απόδειξη της παρουσίας των θεών ανάμεσα στους θνητούς. Ιερείς και θύματα προσλάμβαναν τη μορφή των θεών. Για την ακρίβεια, μεταλλάσονταν, προς στιγμήν, σε θεούς, καθώς παραχωρούσαν τα σώματά τους γι αυτή την απόλυτη ένωση, μπροστά στο εκστασιασμένο πλήθος. Η σημερινή κοινωνία (επίσης “κοινωνία θεάματος”) είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτούς τους πολιτισμούς, οι οποίοι, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις τους, επιδεικνύονταν ως θέαμα στον ίδιο τους τον εαυτό, προκειμένου να εξορκίσουν ανασφάλειες και υπαρξιακές αγωνίες. O πόλεμος και οι ανθρωποθυσίες, αποτελούσαν τους δυο πυλώνες ενός συστήματος, το οποίο συνέδεε την άσκηση της εξουσίας με την αναζωογόνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος, έτσι όπως τον διεξήγαγαν οι Αζτέκοι, δεν είχε ως πρώτιστο στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών. Το ζητούμενο ήταν η σύλληψη του μέγιστου δυνατού αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι, κατόπιν, οδηγούνταν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Στο πεδίο των μαχών, η βία ήταν σχετικά περιορισμένη, καθώς αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν η φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Η επιτακτική ανάγκη για σύλληψη αιχμαλώτων, είχε εκ των πραγμάτων οδηγήσει την ηγεσία των Αζτέκων στην επιλογή μιας εμπόλεμης κατάστασης διαρκείας. Έτσι εξηγείται και ο λόγος, για τον οποίο οι αρχές της  Tenochtitlán ανέχονταν, εάν όχι πριμοδοτούσαν, τη διατήρηση, εντός του εδάφους τους, του εχθρικού θύλακα της Tlaxcala, ανατολικά της πρωτεύουσας, στο μέσο, περίπου, της απόστασης από τις ακτές του Ατλαντικού. Ο ρυθμός των ανθρωποθυσιών επ ουδενί έπρεπε να ελαττωθεί, η δε διασφάλιση “πολύτιμου νερού” μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν μια πρακτική, που συνέφερε αμφότερες τις πλευρές.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Tenochtitlán ( Teocalli – “κατοικία των θεών” – κατά τους Αζτέκους, Templo Mayor κατά τους Ισπανούς) με τους δίδυμους βωμούς των θεών Tlaloc και Huītzilōpōchtli στην κορυφή. Λέγεται πως το 1487, με αφορμή τα εγκαίνια, έλαβε χώρα ένα πρωτοφανές ολοκαύτωμα (80.400 θυσίες εντός τεσσάρων, μόλις, ημερών). Όσο και αν η παραπάνω εκτίμηση ηχεί υπερβολική, είναι βέβαιο πως δεκάδες χιλιάδες άτομα θανατώθηκαν τότε.

Ο πόλεμος δεν ήταν ο αποκλειστικός τροφοδότης θυμάτων για τις ανθρωποθυσίες. Υπήρχαν και οι σκλάβοι, τους οποίους οι εύπορες οικογένειες αγόραζαν ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Πολλά θύματα επιλέγονταν και από τους ιερείς, με κριτήρια, τα οποία δεν μας είναι γνωστά. Τέλος, υπήρχαν και άτομα, τα οποία προσέφεραν οικειοθελώς τη ζωή τους. Η πιο κοινή μορφή θυσίας, ήταν εκείνη που γινόταν προς τιμήν του Huītzilōpōchtli, θεού του Ηλίου, του πολέμου και προστάτη της Tenochtitlán . Το γυμνό -εκτός από ένα περίζωμα- σώμα του θύματος βαφόταν με κατακόρυφες κόκκινες και λευκές ταινίες. Το υποψήφιο θύμα ανέβαινε το κλιμακοστάσιο στην πρόσοψη της πυραμίδας και έφτανε στην εξέδρα, μπροστά στο βωμό του θεού, φτιαγμένο από ηφαιστειακή πέτρα. Εκεί το ακινητοποιούσαν τέσσερις ιερείς. Κρατώντας ο καθένας ένα μέλος ξάπλωναν το θύμα πάνω στο βωμό. Ένας πέμπτος ιερέας, κραδαίνοντας ένα λίθινο ακονισμένο μαχαίρι, του έκανε μια τομή στο στήθος, κατά μήκος του στέρνου και των πλευρών. Αποσπούσε την καρδιά που παλλόταν ακόμα και την έτεινε ψηλά προς τον ήλιο, ενώ τα είδωλα των θεών αλείφονταν με ζεστό αίμα. Οι ιερείς τοποθετούσαν τις καρδιές σε πέτρινα αγγεία και αποκεφάλιζαν το πτώμα. Στη συνέχεια, το άφηναν να κυλήσει από τα 114 σκαλοπάτια της Μεγάλης Πυραμίδας έως τη βάση. Σούβλιζαν το κεφάλι σε ένα ξύλινο πλαίσιο, γνωστό ως «καβαλέτο των κρανίων». Το σώμα είτε αποτεφρωνόταν είτε δινόταν στον πολεμιστή που είχε αιχμαλωτίσει το θύμα. Αυτός μπορούσε να το τεμαχίσει και να το στείλει σε σημαντικά πρόσωπα ως προσφορά, ή ακόμα και να το καταναλώσει ο ίδιος (τελετουργικός κανιβαλισμός). Έως και οι σκληροτράχηλοι Ισπανοί πάγωσαν από φόβο και φρίκη, μόλις αντίκρισαν για πρώτη φορά τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια της πυραμίδας και εισέπνευσαν τη δυσοσμία, που ανέβλυζε από το τρομακτικό κρεματόριο.

Δυο διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες για μια πληρέστερη κατανόηση του όλου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως με γνώμονα τη χριστιανική ηθική και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής του 16ου αιώνα, όλα τα παραπάνω ήταν αποτρόπαια. Ως τέτοια, άλλωστε, εκλήφθηκαν μόλις επιτεύχθηκε επαφή με τον πολιτισμό των Αζτέκων.

Αναπαράσταση ανθρωποθυσίας σε λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Για τις προκολομβιανές κοινωνίες όμως, κλεισμένες στον εαυτό τους και διακατεχόμενες από υπερφυσικού μεγέθους δεισιδαιμονίες, προλήψεις και υπαρξιακές αγωνίες, διέθεταν κάποια λογική βάση. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης, εξαγνισμού, προσήλωσης στα θεία, συνακόλουθα δε, πρόσκαιρης αποτροπής της συντέλειας του κόσμου. Κατά δεύτερο λόγο, μια τόσο μοιρολατρική, ψυχοφθόρα και ηττοπαθής ψυχολογία, εξηγεί από μόνη πώς και γιατί οι κοινωνίες αυτές υποτάχθηκαν σχεδόν αμαχητί στον κατά πολύ ανώτερο, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, ισπανικό πολιτισμό, μέχρι σημείου ολοκληρωτικού αφανισμού.

 

Secrets in the Dust – Aztecs Sacrifice and Science

 

Ο  Hernán Cortés και η κατάκτηση του Μεξικού

Αντικρίζοντας, στις 12 Οκτωβρίου 1492 τις σημερινές Νήσους Μπαχάμες, ο Χριστόφορος Κολόμβος θεώρησε πως είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας. Σε ένα πρώτο στάδιο, η παρουσία των Ισπανών στην Καραϊβική περιορίστηκε στον Άγιο Δομήνικο, το Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα. Η εξερεύνηση των ακτών της Κεντρικής Αμερικής ξεκίνησε έπειτα από το γύρισμα του αιώνα. Επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, οι καραβέλλες των Ισπανών και οι πιρόγες των ιθαγενών διασταυρώνονταν στα ανοικτά, παρατηρώντας οι μεν τις δε. Το 1511, ένα ισπανικό πλοίο εξώκειλε,  λόγω κακοκαιρίας, στη χερσόνησο του  Yucatán. Ήταν η πρώτη επαφή με τον εκεί πολιτισμό των Μάγια. Καθώς δεν επέζησαν παρά μόνο δυο άτομα από το πλήρωμα (το ένα, μάλιστα, ελευθερώθηκε αργότερα από τον Cortés), η ανακάλυψη του νοτιοανατολικού τμήματος του Μεξικού πέρασε εντελώς απαρατήρητη εν μέσω των συχνότατων ναυαγίων της εποχής εκείνης. Το 1517, μια αποστολή τριών πλοίων με προέλευση την Κούβα κατέπλευσε στην ίδια περιοχή, ερχόμενη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους ιθαγενείς. Οι Ισπανοί αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν εσπευσμένα στα πλοία, εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, που είχαν υποστεί. Ωστόσο, επιστρέφοντας στην Κούβα, περιέγραψαν με θαυμασμό τα όσα είχαν προλάβει να δουν, εκθειάζοντας τη ρυμοτομία των οικισμών των Μάγια, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία φορούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ένα χρόνο αργότερα, μια νέα αποστολή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών του κόλπου του Μεξικού, ερχόμενη για πρώτη φορά σε επαφή με τους Αζτέκους. Οι τελευταίοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, προσφέροντας στους έκπληκτους Ισπανούς χρυσά αντικείμενα ως δώρα.

Hernán Cortés (1485-1547).
Motecuhzoma Β΄ (1466-1520).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519, απέπλευσε από την Κούβα, ένας στόλος 11 πλοίων, υπό τη διοίκηση του  Hernán Cortés. Μετέφερε 508 στρατιώτες, 16 άλογα και 14 πυροβόλα. Τον Απρίλιο κατέπλευσε στις ακτές του Μεξικού, στο ύψος της σημερινής πόλης Veracruz. Οι διαδοχικές εμφανίσεις των Ισπανών τα δυο τελευταία χρόνια, είχαν έντονα προβληματίσει τον αυτοκράτορα  Motecuhzoma Β΄ και τους υπηκόους του. Ο απόηχος, ο οποίος είχε φτάσει έως την  Tenochtitlán, περιέγραφε με δέος τις καραβέλλες ως “βουνά, που μετακινούνταν επάνω στη θάλασσα”. Επιπρόσθετα, το 1519 ήταν ιδιαίτερο έτος για τους Αζτέκους. Σύμφωνα με μια προφητεία, συμπληρωνόταν  τότε ο κύκλος των 52 ετών, που επρόκειτο να κλείσει με την επανεμφάνιση του Quetzalcoatl, θεού του ανέμου και της μάθησης, ο οποίος είχε καταφύγει σε έναν άγνωστο τόπο, προς τα ανατολικά. Αγαπημένος θεός των ιερέων, ο  Quetzalcoatl είχε, όσο κανένας άλλος ομόλογός του, συνδέσει το όνομά του με την έννοια του θανάτου και της αναγέννησης. Στη συνείδηση των Αζτέκων, οι μυστηριώδεις ξένοι, ερχόμενοι από τα ανατολικά, ιππεύοντας άλογα (ζώα που δεν είχε δει κανείς στο παρελθόν), φορώντας απαστράπτουσες πανοπλίες και δημιουργώντας, με τον οπλισμό τους, πραγματικούς κεραυνούς, φάνταζαν ως θεοί. Ο   Quetzalcoatl είχε επανέλθει, διεκδικώντας επάξια την κληρονομιά του! Στην πραγματικότητα, τον Motecuhzoma βασάνιζε ένα δίλημμα: να αντιμετωπίσει τους εισβολείς ως θεούς ή ως εχθρούς; Έτσι εξηγούνται, άλλωστε, οι αμφιταλαντεύσεις, που χαρακτήριζαν την εν γένει συμπεριφορά του. Η αντιπροσωπεία, την οποία έστειλε στην ακτή, τους υποδέχθηκε με τιμές, πλούσια δώρα και, φυσικά, με ανθρωποθυσίες. Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτορας έστειλε επιτόπου τους καλύτερους μάγους του, με αποστολή να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Διαπιστώνοντας πως οι ξένοι παρέμεναν απαθείς στα μάγια, πέρασε, ανεπιτυχώς εξαιτίας της διαφοράς ισχύος, στην επίθεση. Από τις πρώτες, κιόλας, αναμετρήσεις, ο αυτοκράτορας των Αζτέκων είχε διαβλέψει το δραματικό τέλος, που επίκειτο. Γι αυτό και τα συναισθήματά του κυμαίνονταν συνεχώς ανάμεσα στην πρόθεση να παραιτηθεί από το θρόνο και την αγανάκτηση, η οποία τον προέτρεπε για παράταση των εχθροπραξιών. Από τη δική του πλευρά, ο  Cortés, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει τον στόλο του, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε υπόνοια για επιστροφή, και εγκαταστήσει μια φρουρά 100 ατόμων στην ακτή, ξεκίνησε, τον Αύγουστο του 1519, την πορεία προς την ενδοχώρα.

Η πορεία των Ισπανών κατακτητών προς την ενδοχώρα.

Η πρώτη αντίσταση προήλθε, μεταξύ 2 και 5 Σεπτεμβρίου, από τον ορκισμένο εχθρό των Αζτέκων, την πόλη Tlaxcala, που έλεγχε την πρόσβαση στο κεντρικό υψίπεδο. Γρήγορα, ωστόσο, οι δυο πλευρές συνειδητοποίησαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα μιας μεταξύ τους συνεργασίας ενάντια στον κοινό αντίπαλο, την Τριπλή Συμμαχία. Τον Οκτώβριο, η μικρή δύναμη των Ισπανών, συνοδευόμενη από 1.000, περίπου, οπλισμένους άνδρες από την Tlaxcala, εισήλθε στην Cholula, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Κεντρικού Μεξικού μετά την Tenochtitlán. Θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς την πρωτεύουσα και τον αυτοκράτορα, ο  Cortés συγκέντρωσε χιλιάδες προύχοντες στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσε. Κατόπιν, πυρπόλησε ένα τμήμα της πόλης. Επικεφαλής ενός υπολογίσιμου στρατού, καλά εξοπλισμένου, έφτασε, στις 8 Νοεμβρίου 1519 στις πύλες της Tenochtitlán, όπου τον ανέμενε ένας θορυβημένος και έντρομος Motecuhzoma, πλαισιωμένος από υψηλούς κρατικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο βασιληάς του γειτονικού Texcoco.  Το συναπάντημα δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων πρέπει να ήταν ένα αξέχαστο θέαμα. Πεπεισμένος πως απευθυνόταν στον θεό  Quetzalcoatl, ο αυτοκράτορας εκφράστηκε ως εξής: “Καλώς ορίσατε, θεέ μας, πίσω στον τόπο σας, κοντά στο λαό σας, προκειμένου να ανεβείτε εκ νέου στο θρόνο σας, του οποίου υπήρξα προσωρινός κάτοχος”.² Οι Ισπανοί εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στα παλαιά ανάκτορα. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να θέσουν υπό κράτηση τον Motecuhzoma και άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Επί οκτώ μήνες, ακολούθησε μια νόθος κατάσταση.  Αν και αιχμάλωτος, ο αυτοκράτορας κατέβαλε αγωνιώδεις προσπάθειες, προκειμένου να καταπραϋνει την οργή των υπηκόων του. Από τη δική τους πλευρά, οι Ισπανοί επιχειρούσαν να επιβάλλουν, μέσω του  Motecuhzoma, ένα καθεστώς προτεκτοράτου, τη στιγμή που οι σύμμαχοί τους από την Tlaxcala, δεν έχαναν ευκαιρία να αποδείξουν έμπρακτα το μίσος τους ενάντια στους Αζτέκους. Με την πάροδο του χρόνου η ένταση συσσωρεύθηκε, καθώς, ολοένα και περισσότερο, οι Ισπανοί αντιτίθεντο στις εκδηλώσεις λατρείας των τοπικών θεών και κατείσχαν μεγάλη ποσότητα αντικειμένων από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ακολούθησαν χειρότερες καταστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τα πράγματα σε ευθεία αντιπαράθεση. Με αφορμή τελετή προς τιμή του θεού  Huītzilōpōchtli, οι Ισπανοί εξολόθρευσαν ολόκληρη, σχεδόν, την τάξη των ευγενών (περί τα 10.000 άτομα).

Emanuel Leutze: The Storming of the Teocalli by Cortés and His Troops, 1848, Wadsworth Atheneum, Hartford, Connecticut.

Τον Ιούνιο του 1520, ξέσπασε γενικευμένη εξέγερση. Ο Motecuhzoma έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λέγεται ότι θανατώθηκε από τους Ισπανούς, ή λιθοβολήθηκε από εξαγριωμένους υπηκόους του, όταν, κατόπιν διαταγής των κατακτητών, εξήλθε στον εξώστη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εξευμενίσει τα πλήθη. Αιφνιδιασμένοι και περικυκλωμένοι από τους υπεράριθμους Αζτέκους, οι Ισπανοί επιχείρησαν ηρωϊκή έξοδο από την Tenochtitlán στις 30 Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι, την ισχυρή βροχή και την απουσία σελήνης. Η φυγή έγινε αντιληπτή και οι απώλειές τους υπήρξαν βαρύτατες. O Bernal Díaz del Castillo (1490 – 1584), χρονογράφος της εκστρατείας, κάνει λόγο για 1.860 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των πολυάριθμων συμμάχων από την Tlaxcala. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Η νύκτα της 30ής Ιουνίου παρέμεινε γνωστή ως “Νύκτα θλίψης” (“Noche Triste”). Ο ίδιος ο  Cortés, μόλις κατάφερε να απομακρυνθεί από την πόλη, ευρισκόμενος σε κατάσταση απόγνωσης από το μέγεθος της καταστροφής, σωριάστηκε κάτω από ένα δέντρο και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Αποσύρθηκε στην Tlaxcala, από όπου άρχισε να προετοιμάζει την ανακατάληψη της  Tenochtitlán. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι προσπάθειες του νέου αυτοκράτορα Cuauhtémoc (1497-1525), να αναβιώσει την Τριπλή Συμμαχία, δεν καρποφόρησαν. Οι κάτοικοι του Texcoco και της Tlacopán, επέλεξαν, τελικά, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Ισπανών. Η επιθυμία τους να αποκομίσουν οφέλη από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, δεν τους επέτρεψε να διαγνώσουν, όπως, άλλωστε, και οι ομόλογοί τους της Tlaxcala, πως θα τύγχαναν ανάλογης μεταχείρισης αργότερα.

Η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις ανασυνταχθείσες δυνάμεις του  Cortés και των συγκυριακών συμμάχων του ξεκίνησε τον Μάιο του 1521 και διήρκεσε επί τρεις μήνες. Για τον σκοπό αυτό, οι Ισπανοί είχαν ναυπηγήσει ειδικό στολίσκο από ιστιοφόρα, ο οποίος τους εξασφάλισε τον έλεγχο της λιμνοθάλασσας και του συνόλου των προσβάσεων προς την πόλη. Καταπονημένοι από την πολύμηνη πολιορκία, την πείνα, τη δίψα και αποδεκατισμένοι από μια επιδημία ευλογιάς, που είχαν μεταφέρει από την Κούβα οι εισβολείς, οι κάτοικοι της  Tenochtitlán παραδόθηκαν στις 13 Αυγούστου. Ο  Cuauhtémoc καθαιρέθηκε, τέθηκε υπό περιορισμό, βασανίστηκε και, τέλος, απαγχονίστηκε το 1525, με την ψευδή κατηγορία της προτροπής σε εξέγερση. Έτσι είχε η άδοξη και δραματική κατάληξη της αυτοκρατορίας των Αζτέκων.

Leandro Izaguirre: El suplicio de Cuauhtémoc, 1893, Museo Nacional de Arte, México D.F.

Τα αίτια της κατάρρευσης και η επιβολή της ισπανικής διοίκησης

Αζτέκοι και Ισπανοί δεν διεξήγαγαν τον ίδιο πόλεμο. Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν μια αναμέτρηση, με τους θεούς σε ρόλο ανώτατου επιδιαιτητή, την οποία έφεραν εις πέρας εφαρμόζοντας σχολαστικά συγκεκριμένους παραδοσιακούς κανόνες. Στόχος ήταν η ανεύρεση αιχμαλώτων για τις ανθρωποθυσίες. Οι ηττημένοι όφειλαν να αναγνωρίζουν την εξουσία της  Tenochtitlán, να διαθέτουν τους ναούς τους στη λατρεία του Huītzilōpōchtli και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά τα άλλα, διατηρούσαν την πολιτιστική ή, ακόμα, και την πολιτική τους αυτονομία. Οι Ισπανοί, αντίθετα, διεξήγαγαν έναν πόλεμο ολοκληρωτικό. Στόχος ήταν η δια της βίας επιβολή της δικής τους θρησκείας, η διάλυση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων προς όφελος εκείνης του  Καρόλου Ε΄, η λεηλασία του πλούτου και η υπαγωγή των ιθαγενών στην κατηγορία των σκλάβων. Παρά τον μικρό, συγκριτικά, αριθμό τους, διέθεταν τα μέσα εκείνα, τα οποία έκαναν τη διαφορά. Οι πανοπλίες, η χρήση της πυρίτιδας (μουσκέτα και πυροβόλα), τα ιστιοφόρα και τα άλογα τους εξασφάλιζαν μια συντριπτική υπεροχή απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό, ελαφρά εξοπλισμένο με ξίφη, εύκολα διαπεράσιμες ασπίδες, τόξα και βέλη και που μετακινείτο πεζή ή με πιρόγες. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς των Ισπανών θα αποδεικνυόταν παντελώς ανεπαρκής, αν δεν συστρατεύονταν, στο πλευρό τους, οι πόλεις εκείνες, οι οποίες προσδοκούσαν να αντλήσουν οφέλη από μια κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Η ευρεία συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προσέδωσε, τελικά, στους Ισπανούς, την αριθμητική ισορροπία στο πεδίο των εχθροπραξιών και επέτρεψε να διαφανεί η τεχνολογική και τακτική τους υπεροχή.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, επίσης, η συνεισφορά του ψυχολογικού παράγοντα. Η μοιρολατρική αναμονή ενός αναπόφευκτου και κατακλυσμιαίου τέλους, προσέδωσε, στα μάτια των Αζτέκων, θεϊκές διαστάσεις στους πρωτόγνωρους εισβολείς. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληροι μήνες και να μεσολαβήσει η σφαγή της Μεγάλης Πυραμίδας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί, στη συνείδησή τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το οριακό σημείο υπήρξε η “Noche Triste” της 30ής Ιουνίου 1520. Με μεγάλη, έστω, χρονική καθυστέρηση, η δυναμική αντίδραση των Αζτέκων έφερε τους αντιπάλους τους στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Οι Ισπανοί κατάφεραν να ανασυνταχθούν αποκλειστικά και μόνο χάρη στη δυνατότητα διαμονής τους, επί ένα και πλέον έτος, στο ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον της Tlaxcala.

Το 1522, ο  Cortés αναγορεύθηκε σε διοικητή της “Νεας Ισπανίας” (“Nueva España”). Επέβαλε τη χριστιανική θρησκεία, απαγόρευσε τις ανθρωποθυσίες, τον τελετουργικό κανιβαλισμό και την κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, κατεδάφισε τους ναούς των Αζτέκων (συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Πυραμίδας), κατέστρεψε τα είδωλα, εξολόθρευσε τους ιερείς. Εν ολίγοις, η εικονοκλαστική βία υποκατέστησε εκείνη των ανθρωποθυσιών. Η έλευση, το 1525, Φραγκισκανών μοναχών, συνέπεσε με νέο γύρο βίαιου προσηλυτισμού στον Χριστιανισμό. Η κατάργηση της πολυγαμίας επέφερε μεγάλη αναστάτωση στον οικογενειακό ιστό της ντόπιας κοινωνίας, καθώς έριξε στο δρόμο πλήθος από δευτερεύουσες συζύγους με τα παιδιά τους, τα οποία, με το στίγμα του “νόθου”, βρέθηκαν δίχως όνομα και μέλλον. Οι όποιες αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν εμφάνιζαν τους Αζτέκους ως βάρβαρους ειδωλολάτρες. Ήταν η μόνη επαφή με την Ιστορία. Τα κατηχητικά σχολεία, όπου φοιτούσαν γόνοι της παλαιάς άρχουσας τάξης, μετεξελίχθηκαν σε φυτώρια “γενιτσάρων”, σφυρηλατώντας γενιές ολόκληρες νέων ανθρώπων, που προσέφεραν, κατόπιν, τις υπηρεσίες τους στην ισπανική διοίκηση ως υπάλληλοι, πράκτορες και καταδότες. Οι όποιες υπόνοιες περί αντίστασης, εξουδετερώθηκαν ταχύτατα, δια της μεθόδου των ομαδικών εκτελέσεων. Γρήγορα έκανε την εμφάνισή του ένας νέος φυλετικός συνδυασμός, προϊόν επιμειξίας μεταξύ ιθαγενών και κατακτητών. Πρόκειται για μιγάδες (“Mestizo”), κατηγορία, στην οποία ανήκει σήμερα το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής.

Η θέση της Μεγάλης Πυραμίδας, σε κεντρικό σημείο της σημερινής Πόλης του Μεξικού.

Το χάος, το οποίο διαδέχθηκε στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχή των ιθαγενών τη βίαιη επιβολή και άσκηση της αποικιακής διοίκησης, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λέξεις. Η συντριβή από την κατάκτηση, οι ξενόφερτες θανατηφόρες επιδημίες (με αιχμές τα έτη 1545-1548, 1581-1586 και 1629-1631), η απάνθρωπη εκμετάλλευση και ο αφανισμός παραδοσιακών αρχών και αξιών συγκροτούν το τετράπτυχο της νέας πραγματικότητας. Ο υψηλός δείκτης αυτοκτονιών από απελπισία ήρθε να συμπληρώσει την ανείπωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία. Ο πέμπτος κύκλος της προφητείας των Αζτέκων προσέλαβε αναπάντεχη μορφή: το πολυαναμενόμενο απότομο τέλος του κόσμου, είχε μετουσιωθεί σε μακρόσυρτο μαρτύριο. Το αγεφύρωτο πολιτισμικό χάσμα και η μετάβαση από την μια εποχή στην άλλη, αποτυπώνονται εύγλωττα, περί τα μέσα του 16ου αιώνα, στα αυθόρμητα λόγια ενός εκχριστιανισθέντος αυτόχθονα: “Η μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε τώρα, [σημ. αναφέρεται προφανώς στο χριστιανικό κήρυγμα, στο ποσοστό που το έχει κατανοήσει και αφομοιώσει] είναι ακόμα πιο τρομακτική, καθώς δεν μας εξαναγκάζει πλέον κανείς να φοβόμαστε ή να σεβόμαστε κανέναν”.³

Η δια νόμου διάκριση μεταξύ Ισπανών και Ινδιάνων (ο όρος “Ινδιάνοι” είχε υιοθετήθεί ήδη από τον 16ο αιώνα υποδεικνύοντας τους αυτόχθονες), καταργήθηκε το 1821, όταν το Μεξικό απέκτησε την ανεξαρτησία του. Θύλακες αυθεντικών απογόνων των Αζτέκων (και όχι μιγάδων) υπήρχαν στις παρυφές της Πόλης του Μεξικού, χονδρικά έως τη δεκαετία του 1940. Με την πάροδο του χρόνου απομηζύθηκαν από τη χοάνη της μεγαλούπολης των 20 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων.

Diego Rivera: Epopeya del pueblo mexicano, τοιχογραφία (1929-1935), Palacio Νacional de Méxicο, México D.F.

The Aztecs: The End of the Aztec Empire

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Hernán Cortés, Letters from Mexico, μετάφραση και επιμέλεια Anthony Pagden, Λονδίνο, 1972.

² Jacques Soustelle, Les Aztèques, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1970, σελ. 120.

³ Serge Gruzinski, The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire, Λονδίνο, Thames and Hudson. 1992, σελ. 106.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berdan, Frances (1982). The Aztecs of Central Mexico: An Imperial Society. Case Studies in Cultural Anthropology. Νέα Υόρκη: Holt, Rinehart & Winston.

Carrasco, David (1999). City of Sacrifice: The Aztec Empire and the Role of Violence in Civilization. Βοστώνη: Beacon Press.

Davies, Nigel (1973). The Aztecs: A History. Λονδίνο: Macmillan.

Díaz del Castillo, Bernal (1963) [1632]. Historia verdadera de la conquista de la Nueva España (Τhe Conquest of New Spain). Penguin Classics. J. M. Cohen (μετάφραση). Χάρμοντσγουορθ, Αγγλία: Penguin Books.

Gibson, Charles. (1964). The Aztecs Under Spanish Rule. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Gruzinski, Serge (1992). The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire. Λονδίνο: Thames and Hudson.

Soustelle, Jacques (1961). Daily Life of the Aztecs:On the Eve of the Spanish Conquest. Patrick O’Brian (Μετάφραση). Λονδίνο: Phoenix Press.

Soustelle, Jacques (1970). Les Aztèques. Παρίσι, Presses Universitaires de France.

Townsend, Richard F. (2000). The Aztecs. Λονδίνο: Thames & Hudson.

 

 

 

 

 

 

Jean Delmas : Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Jean Delmas

Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Διαρκούντος του Μεσοπολέμου, η Γαλλία και η Ελλάδα προχώρησαν στην κατασκευή μιας σειράς μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων στα σύνορα εκείνα, που έκριναν ότι ήταν περισσότερο  ευάλωττα για εκδήλωση εισβολής σε βάρος της εθνικής επικράτειας. Πρόκειται αντίστοιχα α) για τη γραμμή Maginot ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Ρήνο και β) για τη γραμμή Μεταξά κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα έργα δεν επεκτάθηκαν προς Δυσμάς, δηλαδή μέχρι τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου στην πρώτη περίπτωση, μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας στη δεύτερη. Τόσο το Βέλγιο όσο και η Γιουγκοσλαβία δεν αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει αντίπαλοι των δυο χωρών.

Ωστόσο, τον Μάϊο-Ιούνιο του 1940 και τον Απρίλιο του 1941, τα δυο αυτά συστήματα οχυρώσεων κατελήφθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα όχι εξαιτίας κατά μέτωπο επιθέσεων εις βάρος τους, αλλά επειδή παρακάμφθηκαν από Δυσμάς από τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία κινήθηκαν μέσω του βελγικού και του γιουγκοσλαβικού εδάφους αντίστοιχα. Αιχμή του δόρατος του εισβολέα σε αμφότερες τις περιπτώσεις ήταν οι τεθωρακισμένες μεραρχίες (Panzerdivisionen), οι οποίες προέβαλαν αιφνιδιαστικά από εδάφη που θεωρούνταν δύσβατα και αποτρεπτικά για μηχανοκίνητες μονάδες: τις βελγικές και γαλλικές Αρδέννες αφενός, τις ορεινές περιοχές μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας αφετέρου. Η αντίσταση της φρουράς των οχυρών απέδειξε την τεχνική ποιότητα των έργων αλλά και την μαχητική αξία των αμυνομένων. Δεν παύουν, όμως, να είναι μάχες για την τιμή των όπλων, από τη στιγμή που τα πάντα κρίθηκαν σε άλλους τομείς του μετώπου.

  1. Προς τί η κατασκευή τόσο δαπανηρών έργων;

Ως προς τη Γαλλία, τα έργα αυτά αποτελούν άμεσο επακόλουθο της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ναι μεν η χώρα εξήλθε νικήτρια, υπέστη, ωστόσο, ανυπολόγιστη φθορά, σε μεγάλο ποσοστό εξαιτίας των ολικώς κατεστραμμένων βορείων και βορειοδυτικών γεωγραφικών διαμερισμάτων, τα οποία είτε τέλεσαν υπό γερμανική κατοχή, είτε λειτούργησαν ως πρώτη γραμμή του μετώπου, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη δημιουργία μιας αίσθησης, η οποία λειτούργησε ως κοινός παρονομαστής σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό στερέωμα της χώρας: να αποκλειστεί οποιαδήποτε προοπτική μελλοντικής εισβολής μέσω της μετάλλαξης της εθνικης επικράτειας σε απόρθητο έδαφος. Άλλωστε, η επιλογή αυτή συνάδει με το εν γένει πνεύμα της αποστρατικοποίησης, το οποίο διαμορφώθηκε περί το 1925. Οχυρωμένη και ασφαλής, η Γαλλία θα υιοθετούσε μια αμυντική πολιτική. Θα ήταν, ωστόσο, σε θέση, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να προστατέψει αποτελεσματικά τη διενέργεια μιας γενικής επιστράτευσης κατά τα κρίσιμα πρώτα εικοσιτετράωρα μιας ενδεχόμενης ένοπλης αντιπαράθεσης με τη Γερμανία. Υπουργός Στρατιωτικών το 1930, όταν ψηφίστηκαν από τη βουλή τα κονδύλια, τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή των σχετικών οχυρωματικών έργων σε βάθος πενταετίας, ήταν ο André Maginot. Χάρη σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ο τελευταίος υπήρξε, ουσιαστικά, ο ανάδοχος της ομώνυμης γραμμής.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, πρωταρχική έγνοια του Γενικού Επιτελείου αποτελούσε η βουλγαρική απειλή και η διαχρονική πρόθεση της κυβέρνησης της Σόφιας περί πρόσβασης στο Αιγαίο. Άλλωστε, η απόσταση ανάμεσα στην ελληοβουλγαρική μεθόριο και τη θάλασσα είναι μικρή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση περί κατασκευής μιας οχυρωματικής γραμμής κατά μήκος των συνόρων (επρόκειτο για τη μελλοντική Γραμμή Μεταξά), προκειμένου να προστετευθεί η ανατολική Μακεδονία, ήταν αναπόφευκτη. Υπήρξε μεταγενέστερη της αντίστοιχης γαλλικής.

Οι δυο “ανάδοχοι”: Ιωάννης Μεταξάς (1871–1941) και André Maginot (1877–1932).
  1. Οχυρωματικά έργα και διεθνείς σχέσεις.                                        

Εξυπακούεται πως η κατασκευή δυο τόσο μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τον συσχετισμό των ισορροπιών της εποχής στο χώρο των διεθνών σχέσεων, ειδικότερα δε με τα υφιστάμενα, τότε, συστήματα συμμαχιών.

Καταληκτικό σημείο της Γραμμής Maginot προς βορρά, ήταν τα σύνορα της Γαλλίας με το Βέλγιο. Δεν υπήρχε λόγος, που να υπαγορεύει μια προέκταση των έργων έως τις ακτές της Μάγχης, από τη στιγμή που οι δυο χώρες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω μιας συνθήκης συμμαχίας, την οποία είχαν υπογράψει το 1921.  Πρώτη γραμμή, σε περίπτωση εχθροπραξιών με τη Γερμανία, θα ήταν τη βελγογερμανική μεθόριος, μέχρι το ύψος της οποίας θα προωθούνταν τα γαλλικά στρατεύματα. Με άλλα λόγια, η διαφαινόμενη στον ορίζοντα νέα μάχη της Γαλλίας θα διεξαγόταν επί του βελγικού εδάφους, από κοινού με τους βόρειους γείτονες και συμμάχους. Το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην το 1936, όταν για λόγους εσωτερικής πολιτικής (χειρονομία καλής θελήσεως έναντι της φλαμανδόφωνης κοινότητας), ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ εξήγγειλε την ουδετερότητα της χώρας. Αναπόφευκτη συνέπεια υπήρξε η ταυτόχρονη διακοπή των επαφών σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων, που οι δυο πλευρές καλλιεργούσαν συστηματικά μέχρι τότε. Εξωθούμενοι σε επανασχεδιασμό των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων, οι Γάλλοι άρχισαν να αναζητούν το νέο υποψήφιο σημείο, προορισμένο να υποστεί το εχθρικό πλήγμα: τη γαλλοβελγική μεθόριο, η οποία θα έπρεπε να διασφαλιστεί ταχύτατα με τη διενέργεια μικρής κλίμακας οχυρωματικών έργων, ή την αρχική επιλογή των βελγογερμανικών συνόρων. Στην τελευταία περίπτωση όμως, τα γαλλικά στρατεύματα θα ήταν αναγκασμένα να προωθηθούν έως την πρώτη γραμμή διερχόμενα μέσω του εδάφους ενός κράτους, το οποίο μόλις είχε ασπαστεί την ουδετερότητα. Μια επιχείρηση αυτού του είδους ήταν άμεσα εξαρτώμενη από τη συγκατάθεση της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Άνευ αυτής, η Γαλλία θα ήταν υπόλογη έναντι του Διεθνούς Δικαίου.  Η αβεβαιότητα παρέμεινε έως το 1939.

Η Γραμμή Maginot και η συγκριτικά αφύλακτη γαλλοβελγική μεθόριος.

Οι θέσεις της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν διχασμένες. Η τήρηση στάσης αναμονής κατά μήκος των βορείων συνόρων με το Βέλγιο, όπου είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία κατασκευής οχυρωματικών έργων, με αποφυγή, πάση θυσία, μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης με τα γερμανικά στρατεύματα, σε περίπτωση που τα τελευταία εισέβαλαν εντός του βελγικού εθνικού εδάφους, ήταν μια πρώτη προσφερόμενη επιλογή. Ταχύτατη προώθηση δια μέσου του Βελγίου για παροχή στρατιωτικής συνδρομής (επάνοδος δηλ. στο αρχικό σχέδιο) ήταν η δεύτερη. Αρχικά, φάνηκε να υπερισχύει η πρώτη εκδοχή. Γρήγορα, ωστόσο, η προτίμηση άλλαξε για λόγους ενδοσυμμαχικών συσχετισμών αλλά και διεθνούς κύρους. Συγκεκριμένα, δεν ήταν μόνο η Γαλλία εκείνη που δεν επιθυμούσε μια κατάληψη του Βελγίου από τα γερμανικά στρατεύματα. Ήταν και η Μεγάλη Βρετανία, για την οποία το βελγικό εθνικό έδαφος λειτουργούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο για την ίδια την ασφάλεια των Βρετανικών Νήσων. Μια ενδεχόμενη πτώση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αμβέρσας στα χέρια των Γερμανών, ήταν σε θέση να προκαλέσει στο Λονδίνο οξύτατους περισπασμούς. Από την άλλη πλευρά, μια εγκατάλειψη του Βελγίου στη μοίρα του, θα ισοδυναμούσε με ένα δεύτερο σύμφωνο του Μονάχου, όταν Βρετανοί και Γάλλοι άφησαν την Τσεχοσλοβακία αβοήθητη στο έλεος των Γερμανών. Ο αντίκτυπος σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας θα ήταν μεγάλος και η ηθική (και όχι μόνο) ζημιά ανυπολόγιστη. Εξ ορισμού, επομένως, η προτίμηση στράφηκε προς την παραδοσιακή επιλογή, δηλαδή την είσοδο του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Μόνο που τα πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει. Το Βέλγιο δεν ήταν πλέον ένα σύμμαχο κράτος. Είχε επιλέξει τη τήρηση ουδέτερης στάσης. Συνεπώς, για τη διάβαση των συνόρων από τον γαλλικό στρατό, απαραίτητη προῡπόθεση ήταν η υποβολή σχετικού αιτήματος προς την κυβέρνηση των Βρυξελλών. Διαδικασία, η οποία, με τη σειρά της, συνεπαγόταν απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ακόμα και αν οι αρχές του Βελγίου συναινούσαν σε κάτι τέτοιο, τα βελγικά στρατεύματα ήταν εκείνα που θα υφίσταντο εξ ολοκλήρου το αρχικό βάρος της γερμανικής επίθεσης έως ότου οι Γάλλοι καταφέρουν να προστρέξουν σε βοήθεια στην πρώτη γραμμή. Το όλο σχέδιο στηριζόταν επάνω σε αβέβαιο υπόβαθρο, εφόσον η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε, πλέον, στους Βέλγους. Πάντως, όταν στις 10 Μαΐου 1940 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, τα γαλλικά στρατεύματα ήταν χωρισμένα στα δυο: τη φρουρά των οχυρών, κατα μήκος της Γραμμής Maginot και της φυσικής διαχωριστικής γραμμής του Ρήνου, και μια ομάδα στρατιών, συγκεντρωμένη στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας, εν αναμονή της πολυπόθητης πρόσκλησης των Βρυξελλών περί εισόδου και χρήσης του βελγικού εθνικού εδάφους.

Το οχυρό Hackenberg με τα 19 πυροβολεία, και τα 10 χλμ. υπογείων στοών, υπήρξε από τα σημαντικότερα της Γραμμής Μaginot. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 160 εκταρίων.

Όπως συνέβαινε με τη Γαλλία, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας, το μέλλον της Γραμμής Μεταξά βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τις επιλογές ενός γείτονα, της Γιουγκοσλαβίας. Το όλο πρόβλημα τέθηκε ακόμη πιο επιτακτικά το φθινόπωρο του 1940, όταν δημιουργήθηκε στην Αλβανία ένα ελληνοῑταλικό επιχειρησιακό θέατρο, όπου το ελληνικό επιτελείο αναγκάστηκε να αποσπάσει μέρος από τη φρουρά των οχυρών, αποδύναμώνοντας αισθητά την αμυντική ισχύ της τελευταίας. Όσο ποτέ άλλοτε, η Γραμμή Μεταξά φάνταζε ως προμαχώνας ενάντια σε μια ενδεχόμενη βουλγαρική εισβολή. Η απειλή πολλαπλασιάστηκε θεαματικά στις αρχές του 1941, με την είσοδο και στάθμευση εντός της Βουλγαρίας του γερμανικού στρατού. Αξιολογώντας την κατάσταση με γνώμονα τα νέα δεδομένα, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος θεωρούσε πως οι επιλογές του Βελιγραδίου στρέφονταν γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες:

  • Παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο, στο πλευρό Βρετανών και Ελλήνων. Στην περίπτωση αυτή, μια ταχεία συγκέντρωση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο παράκαμψης από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά και καθιστούσε δυσχερή μια κάθοδο του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμώνα. Φυσικό επακόλουθο θα ήταν η μετατόπιση προς Ανατολάς του κέντρου βάρους της γερμανικής επίθεσης. Απαραίτητη ήταν η προώθηση των βρετανικών ενισχύσεων κατά μήκος των οχυρών του όρους Μπέλες έως τις εκβολές του ποταμού Νέστου. Επρόκειτο για μια ενέργεια, η οποία επέτρεπε την αποτελεσματική άμυνα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, μοναδικού πνεύμονα της Γιουγκοσλαβίας σε επίπεδο απρόσκοπτου ανεφοδιασμού. Σε περίπτωση τήρησης στάσης ουδετερότητας από πλευράς Τουρκίας (επρόκειτο για την εκδοχή, που συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες), οι ελληνικές δυνάμεις της Δυτικής Θράκης θα μπορούσαν να μεταφερθούν στη Μακεδονία.
  • Τήρηση ουδετερότητας με απαγόρευση διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων δια μέσου του γιουγκοσλαβικού εθνικού εδάφους. Σε μια τέτοια περίπτωση, έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας ασφαλούς τακτικής υποχώρησης των ελληνοβρετανικών δυνάμεων κατά μήκος του άξονα Βερμίου-Ολύμπου. Ήδη αντιμετωπίζεται η προοπτική μιας εγκατάλειψης της Γραμμής Μεταξά, ανήμπορης να ανταπεξέλθει στο βάρος μιας συντονισμένης γερμανοβουλγαρικής επίθεσης. Επιπρόσθετα δεν αποκλειόταν ο κίνδυνος μιας παράκαμψης από Δυσμάς μέσω μιας περιορισμένων διαστάσεων εισβολής του αντιπάλου εντός του εδάφους της Γιουγκοσλαβίας.
  • Τήρηση ουδετερότητας με παροχή άδειας διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων. Επρόκειτο, αναμφίβολα, για το χειρότερο και από κάθε άποψη απευκταίο σενάριο. Σε μια περίπτωση του είδους αυτού, η αμυντική γραμμή Βερμίου-Ολύμπου δεν παρείχε καμία απολύτως προστασία, από τη στιγμή που τα νώτα των συγκεντρωμένων εκεί στρατευμάτων, όπως και εκείνα των δυνάμεων, που μάχονταν κατά των Ιταλών στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων, θα ήταν εκτεθειμένα σε μια γερμανική προέλαση δια μέσου του άξονα Μοναστηρίου-Φλώρινας.

Οι παραπάνω επιλογές αναδεικνύουν ανάγλυφα τις λιγοστές προοπτικές, που προσφέρονταν για τη Γραμμή Μεταξά. Η τελευταία μπορούσε να αποβεί επαρκής μόνο στην περίπτωση της πρώτης επιλογής, με την επιπρόσθετη προῡπόθεση μιας ταχείας επιστράτευσης του γιουγκοσλαβικού στρατού και αποστολής ικανών ενισχύσεων στα σύνορα με την Ελλάδα. Άραγε, ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, κάτω από οριακές, μάλιστα, περιστάσεις; Η Αθήνα δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. Πόσο μάλλον, που οι Γερμανοί είχαν αποδείξει από την αρχή, ήδη, του πολέμου, πως είχαν υιοθετήσει ασυνήθιστους ρυθμούς ανάπτυξης των δυνάμεών τους, εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά.
  1. Οι οχυρώσεις εν καιρῴ μάχης.

Στη Γαλλία, αρχής γενομένης από τις 10 Μαΐου 1940, ημέρα εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης, φάνηκε ξεκάθαρα πως η Γραμμή Maginot δεν διαδραμάτιζε κανέναν απολύτως ρόλο στoν όλο σχεδιασμό της Wehrmacht. Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν σε βάρος της Ολλανδίας και του Βελγίου από την Ομάδα Στρατιών Β΄, στη δεξιά πτέρυγα των γερμανικών γραμμών. Επρόκειτο για μια ιδιοφυή κίνηση αντιπερισπασμού, η οποία παρέσυρε αυθημερόν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 13  Μαΐου,  εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά μια νέα επίθεση. Ως κέντρο βάρους (Schwerpunkt) είχε επιλεγεί ο ασθενέστερος τομέας της αμυντικής διάταξης των Γάλλων, μεταξύ των πόλεων Dinant και Sedan, ανάμεσα στις βόρειες παρυφές της οχυρωματικής γραμμής και τις δυνάμεις, που ήδη μάχονταν εντός του Βελγίου. Τα γερμανικά τεθωρακισμένα ξεπρόβαλαν από ένα σημείο που ουδείς ανέμενε, την έξοδο προς Δυσμάς του πυκνού δάσους των Αρδεννών, το οποίο εθεωρείτο απροσπέλαστο. Τη διάσπαση του μετώπου στο ύψος του ποταμού Μεύση διαδέχθηκε μια φρενήρης προέλαση της Ομάδας Στρατιών Α΄ του στρατάρχη Gerd von Rundstedt μέσα από της πεδιάδες της βορείου Γαλλίας. Μια, μόλις, εβδομάδα αργότερα (20  Μαΐου) οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στις ακτές της Μάγχης. Η λαβίδα είχε κλείσει, εγκλωβίζοντας το σύνολο του βελγικού στρατού, εκείνο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος (British Expeditionary Force – BEF) και το μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού στρατού εντός του Βελγίου. Φυσικό επακόλουθο υπήρξε η συνθηκολόγηση των Βέλγων, η εκκένωση βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων από τον θύλακα της Δουνκέρκης κάτω από δραματικές συνθήκες και η αιχμαλωσία εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Το υλικό της BEF (της καλύτερα εξοπλισμένης μηχανοκίνητης στρατιάς στον κόσμο), έπεσε σχεδόν ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών.

Η πρώτη φάση της Μάχης της Γαλλίας και η κυκλωτική κίνηση των γερμανικών στρατευμάτων έως την ολοκλήρωση της εκκένωσης της Δουνκέρκης  (20 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1940).
H διέλευση του δάσους των Αρδεννών από τα γερμανικά τεθωρακισμένα.

Σε ολόκληρη την πρώτη αυτή φάση της Μάχης της Γαλλίας, δεν εκδηλώθηκε η παραμικρή επιθετική ενέργεια σε βάρος της Γραμμής Maginot. Η Ομάδα Στρατιών Γ΄ του στρατάρχη Wilhelm Ritter von Leeb (η λιγότερο ισχυρή από τις τρεις), παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας απέναντι ακριβώς από τα γαλλικά οχυρά. Στο απέναντι στρατόπεδο, εν όψει της διαφαινόμενης πανωλεθρίας, σημαντικό μέρος από τη φρουρά των οχυρών αποσπάστηκε από εκεί και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Βέλγιο, όπου το μόνο, το οποίο κατάφερε, ήταν να αιχμαλωτιστεί!

Αμέσως έπειτα από την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, ο Γάλλος αρχιστράτηγος Maxime Weygand, δεν διέθετε παρά ελάχιστο χρόνο προκειμένου να προχωρήσει στην οργάνωση μιας νέας συνεχόμενης αμυντικής γραμμής, από τη Μάγχη έως τη Γραμμή Maginot, κατά μήκος του ρου του ποταμού Somme. Αυτή ακριβώς η νέα αμυντική γραμμή υπέστη από τις 5 Ιουνίου και κατόπιν το δεύτερο κύμα της γερμανικής επίθεσης. Πέντε ημέρες αργότερα, το μέτωπο διασπάστηκε και τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Heinz Guderian ξεχύθηκαν ανενόχλητα στις πεδιάδες της κεντρικής Γαλλίας, επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση με κατεύθυνση Ν-ΝΑ, σε βάρος της γραμμής των οχυρών και των δυνάμεων του γαλλικού στρατού, που ήταν επιφορτισμένες με την άμυνα της Αλσατίας και της οροσειράς των Βοσγίων. Στις 17 Ιουνίου, οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στη μεθόριο της Γαλλίας με την Ελβετία, έχοντας αποκόψει πλήρως τη Γραμμή Maginot από την ενδοχώρα. Ταυτόχρονα με την παραπάνω εξέλιξη, η Ομάδα Στρατιών Γ΄ εξήλθε από την αδράνεια και επιτέθηκε κατά μέτωπο εναντίον των οχυρών. Τα τελευταία βρέθηκαν, επομένως, εγκλωβισμένα μεταξύ δυο πυρών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες δυσκολίες για τους υπερασπιστές της Γραμμής Maginot προκλήθηκαν από την προσπέλαση από Δυσμάς και όχι τόσο από την κατά μέτωπο επίθεση, την οποία υπέστησαν από τα ανατολικά. Φοβούμενος την πλήρη περικύκλωση, ο Weygand διέταξε γενική υποχώρηση. Μέρος της φρουράς των οχυρών παρήκουσε τις άνωθεν διαταγές και συνέχισε να μάχεται με ανδρεία και πέραν της υπογραφής της ανακωχής στις 22 Ιουνίου. Χρειάστηκε ολόκληρο το κύρος του νέου ηγέτη της Γαλλίας, στρατάρχη Pétain, προκειμένου οι μονάδες αυτές να πειστούν να καταθέσουν τελικά τα όπλα την 1η Ιουλίου 1940.

Les secrets de la Ligne Maginot

Από τους πρώτους μήνες του 1941, η 12η Γερμανική Στρατιά του στρατάρχη Wilhelm List είχε συγκεντρωθεί στη Βουλγαρία με την προοπτική να εισβάλλει στην Ελλάδα. Στις 27 Μαρτίου εκδηλώθηκε πραξικόπημα στο Βελιγράδι. Η κυβέρνηση, που μόλις είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τους Ναζί, ανατράπηκε. Αντικαταστάθηκε από μια άλλη, η οποία τάχθηκε δίχως χρονοτριβή στο πλευρό των Βρετανών και των Ελλήνων. H αντίδραση του Hitler ήταν ακαριαία: ταυτόχρονη εισβολή της Wehrmacht στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, το τεθωρακισμένο Σώμα του στρατηγού von Kleist διατάχθηκε να εγκαταλείψει τα περίχωρα της Σόφιας, όπου στάθμευε, και να εισβάλλει εντός του γιουγκοσλαβικού εδάφους προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις: την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα, το Βελιγράδι και τη Νις.

Επιχείρηση Marita: Οι τέσσερις άξονες της γερμανικής εισβολής κατά της Ελλάδας.

Για την εισβολή κατά της Ελλάδας επιστρατεύθηκαν τρία Σώματα της 12ης Στρατιάς. Δυο από αυτά (30ό και 18ο) προορίζονταν, το μεν πρώτο να διαβεί την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στο ύψος της Ροδόπης και κατόπιν να συνεχίσει προς την Αλεξανδρούπολη και την Ξάνθη, το δε δεύτερο να κατέλθει έως τις ακτές του Αιγαίου μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα, έχοντας προηγουμένως διασπάσει τη Γραμμή Μεταξά. Την ίδια στιγμή, η τεθωρακισμένη μεραρχία του 18ου Σώματος, διερχόμενη μέσα από το έδαφος της νότιας Γιουγκοσλαβίας και την κοιλάδα του Αξιού, θα παρέκαμπτε τα οχυρά έχοντας ως αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Ένα τρίτο Σώμα (11ο μηχανοκίνητο) ήταν επιφορτισμένο με μια ευρεία κυκλωτική κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Από την κοιλάδα του Άνω Αξιού θα κατευθυνόταν προς Νότο, κάνοντας χρήση του οδικού άξονα Σκοπίων-Μοναστηρίου-Φλώρινας. Το ζητούμενο ήταν η πλήρης αποκοπή του μακεδονικού επιχειρησιακού θεάτρου από το αντίστοιχο αλβανικό.

Στις 3 Απριλίου, στο ύψος της μεθορίου, σημειώθηκε επαφή μεταξύ Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων για έναν καλύτερο συντονισμό των μεταξύ τους ενεργειών έναντι της γερμανικής απειλής. Οι Γιουγκοσλάβοι σχεδίαζαν να αναθέσουν την υπεράσπιση του νοτίου τμήματος της χώρας σε τέσσερις μεραρχίες. Όμως, η Wehrmacht προκατέλαβε τους πάντες. Τη νύκτα της 5ης προς 6η Απριλίου 1941, αναπτύχθηκε κατά μήκος των αξόνων, που περιγράφονται παραπάνω, εκπληρώνοντας ταχύτατα το σύνολο των αντικειμενικών στόχων ως προς το σκέλος του σχεδίου, το οποίο προέβλεπε την παράκαμψη από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά. Η 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία κατέλαβε τη Στρώμνιτσα, παρόλη την εδαφική μορφολογία της περιοχής, η οποία εθεωρείτο δύσβατη για τα άρματα μάχης. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Απριλίου, εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Ήδη από τις 7, είχε προηγηθεί η κατάληψη των Σκοπίων, των Βελεσσών και του Μοναστηρίου χάρη στις ενέργειες της δεξιάς πτέρυγας της γερμανικής ανάπτυξης. Η διπλή διείσδυση (ειδικότερα εκείνη, που προκλήθηκε από τη 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία) έπεισε τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, να προσεγγίσει τους Γερμανούς. Η υπογραφή του πρωτοκόλλου συνθηκολόγησης το μεσημέρι της 9ης Απριλίου στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ανάγκασε τη φρουρά των οχυρών να καταθέσει τα όπλα τρεις, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης. Η παράδοση δεν οφειλόταν σε στρατιωτική ήττα. Ήταν προϊόν της διπλής υπερκέρασης, η οποία είχε προηγηθεί στον δυτικό τομέα του μετώπου.  Η συνθηκολόγηση περιλάμβανε εξαιρετικά έντιμους όρους για τους Έλληνες. Εν συνεχεία, ο διοικητής του ΤΣΑΜ διέταξε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, κάτι που προκάλεσε δυσαρέσκεια στις μονάδες που διεξήγαγαν τον αγώνα τους με επιτυχία (κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με την περίπτωση της Γαλλίας).

Η μετωπική επίθεση σε βάρος της Γραμμής Μεταξά δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα και κόστισε ακριβά στους Γερμανούς σε επίπεδο ανθρωπίνων απωλειών.  Οι διάφορες γερμανικές αναφορές αποκαλύπτουν τις ανυπέρβλητες, σχεδόν, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες οι δυο ορεινές μεραρχίες του 18ου Σώματος του στρατηγού Böhme. Η πληροφόρηση, που διέθεταν ως προς την οργάνωση του συστήματος των οχυρών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Όσο για τις αναγνωριστικές αποστολές, στις οποίες οι Γερμανοί προέβησαν για τον ίδιο σκοπό επί ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο προτού εκδηλωθεί η επίθεση, δεν απέφεραν τίποτα το ουσιώδες. Ειδικότερα η 5η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Ringel, που επιχειρούσε δυτικά του ορεινού αυχένα του Ρούπελ και ήταν επιφορτισμένη με την κατάληψη των γεφυρών του Στρυμόνα, προσέκρουσε επάνω σε οχυρώσεις από ενισχυμένο σκυρόδεμα, σκαμένες μέσα στον βράχο και οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες στοές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οχυρού Ιστίμπεη, με 29 πολυβολεία και φρουρά 13 αξιωματικών και 472 ανδρών. Η ισχύς πυρός του αποτελείτο κυρίως από πολυβόλα, 2 ελαφρά πυροβόλα και 4 αντιαεροπορικά, καθώς εξέλειπε πλήρως ο βαρύς οπλισμός. Νωρίς το πρωί της 6ης Απριλίου, το Ιστίμπεη δέχτηκε σφοδρά προπαρασκευαστικά πυρά. Είχε προηγηθεί βομβαρδισμός από αέρος με αεροσκάφη καθέτου εφορμήσεως (Stukas). Στόχος των τελευταίων ήταν τα επιφανειακά έργα της όλης κατασκευής και συγκεκριμένα οι πολεμίστρες, καθώς και η εξουδετέρωση των θωρακισμένων πολυβολείων. Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πενιχρό. Αποτελεσματικά καμουφλαρισμένοι μέσα στη φύση, οι στόχοι εντοπίζονταν με δυσκολία. Η προσέγγιση των εχθρικών αεροσκαφών ενεργοποιούσε τα συντονισμένα αντιαεροπορικά πυρά των αμυνομένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ένας Γερμανός παρατηρητής να ομολογήσει αργότερα πως “ουδέποτε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με παρόμοια κατάσταση στην Πολωνία και στη Γαλλία”.

Μόλις κατέπαυσε ο σφοδρός βομβαρδισμός, εκδηλώθηκε η επίθεση στην περιοχή της Κερκίνης από την 5η Ορεινή Μεραρχία (85ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 100ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 95ο Σύνταγμα Μηχανικού, 95ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού κ.ά.). Διεξήχθη σκληρός και φονικός αγώνας και ολόκληρα τμήματα των εισβολέων αποδεκατίστηκαν. Επανειλημμένες προσπάθειες των Γερμανών για την κατάληψη του οχυρού απέτυχαν με βαρύτατες απώλειες. Γύρω στις 14.00 μ.μ., περί τους 200 Γερμανοί δυναμιστές είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια του οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια προσπάθησαν να ανοίξουν τρύπες στο σκυρόδεμα και με εκρηκτικές ύλες και δέσμες δυναμίτιδας να καταστρέψουν τα έργα.  Ωστόσο εξουδετερώθηκαν. Έτσι, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις, το οχυρό εξακολουθούσε να αντέχει στο σκληρό και άνισο αυτόν αγώνα. Με τη σειρά τους, πρωτοβουλίες για ελληνική αντεπίθεση ή αποστολή ενισχύσεων από εφεδρικά τμήματα δεν καρποφόρησαν.

Τομή του οχυρού Ιστίμπεη (Θεσσαλονίκη, Πολεμικό Μουσείο).
Πολυβολείο στην κορυφή του όρους Μπέλες (υποτομέας Ρουμπέσκο – υψόμετρο 1 919 μέτρα).

Παρά το γεγονός ότι ορισμένα πολυβολεία είχαν τεθεί εκτός μάχης, το κεντρικό στεγανό παρέμενε άθικτο, τα δε παρακείμενα πολυβολεία σφυροκοπούσαν με συντονισμένα πυρά όσους Γερμανούς βρίσκονταν στην οροφή. Το ΙΙΙ/85 Τάγμα εξουδετερώθηκε πλήρως.  Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας της βροχής και της ελαφράς χιονόπτωσης, που δυσχαίρεναν τη ρύθμιση από αέρος των πυρών του πυροβολικού. Η πτώση της νύκτας υπήρξε τελικά εκείνη, που επέτρεψε την απόσυρση του Τάγματος. Εξουθενωμένο, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης, αφήνοντας επί τόπου 40 νεκρούς. Αντικαταστάθηκε από το ΙΙ/85 Τάγμα, ενισχυμένο με μια μονάδα του Μηχανικού, ειδικευμένη στα εκρηκτικά και εξοπλισμένη με φλογοβόλα. Η εν λόγω μονάδα κατάφερε να διοχετεύσει εντός του οχυρού ασφυξιογόνα αέρια, καπνογόνα, βενζίνη, κροτίδες, δέσμες δυναμίτιδας και εκρηκτικές ύλες, καθιστώντας τις συνθήκες ανυπόφορες για τους αμυνόμενους. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου, διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα μέσα στις ίδιες τις στοές. Γύρω στις 11.00 π.μ., ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης ΠΖ Ξάνθος Πικουλάκης, κρίνοντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, διέταξε την παράδοση. Ωστόσο, τα παραπλήσια οχυρά συνέχισαν να βάλουν κατά του εχθρού, με αποτέλεσμα να μην έχει επιτευχθεί η διάσπαση της Γραμμής Μεταξά και η διείσδυση των Γερμανών προς νότο μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα όταν, στις 9 Απριλίου, υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Αντίθετα, τα οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών. Επρόκειτο για μεμονωμένα έργα στη Θράκη, τα οποία βρίσκονταν ανατολικά της Γραμμής Μεταξά.

Η επίθεση των Γερμανών στο οχυρό Ιστίμπεη.

        Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα Η μάχη των οχυρών Η Μηχανή του Χρόνου ΕΤ-1

Συμπερασματικά, η μοίρα επιφύλαξε κοινή τραγική έκβαση στα δυο μεγάλα αυτά οχυρωματικά έργα. Υψηλού κόστους, προϊόντα επίπονης κατασκευής, δεν κατάφεραν, τελικά, να ανταποκριθούν στις προσδοκίες και να αντεπεξέλθουν στην αποστολή τους. Αναγκάστηκαν να παραδοθούν μέσα σε λίγες ώρες μόλις, επειδή είχαν υπερκεραστεί από τα δυτικά. Ωστόσο, δύναται κανείς να κάνει λόγο για αρνητικό απολογισμό; Ως προς αυτό θέμα, η απάντηση είναι σχετική. Αμφότερα τα οχυρωματικά συστήματα εκπλήρωσαν την αποτρεπτική αποστολή, η οποία εκ των πραγμάτων τους αναλογούσε, εξαναγκάζοντας τον αντίπαλο να επιχειρήσει κυκλωτική κίνηση δια μέσου ουδετέρου εδάφους. Η Wehrmacht εισέβαλε στις 10 Μαΐου 1940 στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, ακριβώς επειδή επιθυμούσε να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με την πανίσχυρη Γραμμή Maginot. Από τη δική της πλευρά, έντεκα μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, η 12η Στρατιά του List έκανε  χρήση του εδάφους της νοτίου Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου να μη ριψοκινδυνέψει πιθανή καθυστέρηση, που θα επέβαλε μια σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των οχυρών της Γραμμής Μεταξά. Επιπρόσθετα, τα οχυρωματικά συστήματα προσφέρουν το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης ανθρώπινου δυναμικού. Η Γραμμή Μεταξά ανταποκρίθηκε σε αυτή την αποστολή στην εντέλεια. Από τον Οκτώβριο 1940 έως τον Απρίλιο 1941, όταν η ενεργοποίηση του αλβανικού θεάτρου επιχειρήσεων κατά του ιταλικού στρατού απαιτούσε το μέγιστο της αποστολής και συγκέντρωσης εκεί των εφεδρειών, την περιφρούρηση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η φρουρά των οχυρών.

Στην περίπτωση της Γραμμής Maginot η κατάσταση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ήταν διαφορετική. Εάν εξετάσει κανείς από κοντά την κατανομή των αγγλογαλλικών δυνάμεων, έτσι όπως την είχε αποφασίσει πριν από την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης ο στρατηγός Gamelin από τα σύνορα της Γαλλίας με την Ελβετία έως τις ακτές της Μάγχης, διαπιστώνει ότι το μέγεθος και το δυναμικό της φρουράς της Γραμμής Maginot δεν υστερούσε καθόλου σε σχέση με εκείνα των μονάδων, οι οποίες, συγκεντρωμένες στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, τελούσαν εν αναμονή της διαταγής εισόδου στο Βέλγιο.

Η ίδια η διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων απέδειξε πως και στις δυο περιπτώσεις, τα εν λόγω οχυρωματικά συστήματα διέθεταν ποιοτικές αρετές υψηλού επιπέδου, παρά τις εμφανείς ελλείψεις σε ισχύ πυροβολικού στην περίπτωση της Ελλάδας. Το δράμα ενός οχυρωματικού συστήματος συνίσταται στο ότι το τελευταίο είναι στατικό και στερείται ευελιξίας. Μπορεί να ανταποκρίνεται στο έπακρο στις προδιαγραφές, με τις οποίες έχει κατασκευαστεί καθώς και στην αποστολή, που του αναλογεί. Συνάμα, όμως, η ίδια η ύπαρξή του απειλείται από μια ολόκληρη σειρά αστάθμητων παραμέτρων, ικανών να επιφέρουν το τέλος με βίαιο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Papagos (Alexander), The battle of Greece, 1940-1941, Athens, 1949.

Terkazis (Angelos), The Greek epic, 1940-1941, Athens, 1990.

Das Deutsche Reichund der zweite Weltkrieg, vol. 3: Der Mittelmeerraum und Südosteuropa von der “non belligeranza” Italiens bis zum Kriegseintritt der vereinigten staaten, Suttgart, 1984.

Buchner(Alex), “Kampf um die Metaxas-Linie”, in Allgemeine Schweizerische Militär Zeitschrift, October 1957, p. 727-737.

Le Goyet (Pierre), La défaite (10 mai – 25 juin 1940), Paris, 1990.

Delmas (Jean), Mai – juin 40, les combattants de l’ honneur, Paris, 1980.

http://www.maginot.org/

http://metaxasline.org/                        

Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Ligne Maginot, Ligne Métaxas,  même combat, même destin” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) /  Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 67-76.

O στρατηγός Jean Delmas (Bois-Colombes 1925 – Παρίσι 2018), διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, διετέλεσε διευθυντής σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Γαλλίας (1989-1997), διευθυντής των Γαλλικών Στρατιωτικών Αρχείων (1980-1986), πρόεδρος της Γαλλικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (1989-1999) και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Υπήρξε μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre (Somme), του Mémorial de Caen (Νορμανδία), του Musée du Général Leclerc de Hauteclocque et de la Libération de Paris και του Musée Jean Moulin του Παρισιού. Τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση (παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής – Légion d’ Honneur). Επισκέφθηκε κατ επανάληψη τη χώρα μας, συμμετέχοντας σε διεθνή συνέδρια στρατιωτικής ιστορίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).[1]

 

  1. Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού.

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθειά σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

“O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο”. Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

 

  1. Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918).

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

 

  1. Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία.

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

 

  1. Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό.

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

 

  1. Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα.

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

 

  1. Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

 

  1. Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού.

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).
  1. Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

 

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη: Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη

Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

«Υψηλώτατε και πολυχρονημένε τεβλετλού, ιναγετλού μερχαμετλού Βεζήρ Αλή πασιά εφέντημ, σκλαβηκώς σε προσκυνώ και το χρυσό σου μέστι φιλώ, τον μεγαλοδύναμον Θεόν παρακαλώ δια να σου χαρίσει ζωήν πολυχρόνιον με όλα τα χαϊρλί μουράτια της καρδιάς σας αμήν».

Τα παραπάνω προτάσσονται σε αρτζουχάλι, σε μια γραπτή δηλαδή αναφορά, προς τον Αλή πασά. Το συγκεκριμένο έγγραφο είχε συντάξει ένας χαμηλόβαθμος Οθωμανός αξιωματούχος, αποτελεί όμως έναν τυπικό –αν και όχι μοναδικό– τρόπο προσφώνησης του Αλή πασά. Ανάλογοι τρόποι αποτυπώνονται στην πλειονότητα των σωζόμενων εγγράφων που απευθύνονται προς αυτόν και συνιστούν μια ένδειξη του τρόπου επικοινωνίας με έναν βεζίρη της οθωμανικής διοίκησης. Στο αρχείο του Αλή πασά σώζονται λοιπόν τεκμήρια που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αλληλογραφία του Αλή πασά», με την έννοια των επιστολών ή έστω των κειμένων που έλαβε ή απέστειλε ο Αλή πασάς σε διάφορους παραλήπτες. Το περιεχόμενο όμως και ο χαρακτήρας του υλικού δεν επιτρέπει πάντοτε τη σαφή διάκριση μεταξύ των διάφορων αυτών τύπων κειμένων. Μια βασική ασάφεια προκύπτει από την αδυναμία διάκρισης μεταξύ των προσωπικών επιστολών και των επίσημων εγγράφων. Για παράδειγμα, σε μία επιστολή που του στέλνει ο γιός του Βελής, ως πασάς των Τρικάλων, με πληροφορίες σχετικά με προσόδους του πασαλικίου, ποια ιδιότητα υπερισχύει του γιού ή του πασά ενός γειτονικού πασαλικίου; Ανάλογα προβλήματα οριοθέτησης των κειμένων παρουσιάζει μεγάλο μέρος του σωζόμενου αρχειακού υλικού.[1]

Αξίζει να σημειωθεί ότι το υλικό αυτό αποτελεί τμήμα μόνο του αρχείου που φαίνεται ότι διατηρούσε ο βεζίρης των Ιωαννίνων. Η πυκνότητα των επιστολών, οι τόποι αποστολής και άλλα στοιχεία του τεκμηριωτικού υλικού συνιστούν ισχυρή ένδειξη ότι το αρχικό σύνολο ήταν πολλαπλάσιο του διασωθέντος. Παράλληλα όμως, το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα το διασωθέν τμήμα του αρχείου είναι αποτέλεσμα τύχης και όχι επιλογής, βάσει της σπουδαιότητας ή άλλου κριτηρίου, επιτρέπει να διαμορφωθεί μια πιο ευκρινής, αληθινή εικόνα του περιεχομένου της αλληλογραφίας του.

George de la Poer Beresford, Άποψη των Ιωαννίνων. Στο βάθος το Μιτσικέλι, λιθογραφία του 1855.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα των γραμμάτων που λαμβάνει ο Αλή πασάς μια τομή μπορεί να επιχειρηθεί με βάση την αιτία σύνταξής τους. Μια πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει γράμματα με τα οποία οι αποστολείς υποβάλλουν κάποιο αίτημα, ζητούν την παρέμβασή του για την επίλυση ενός συλλογικού ζητήματος ή και κάποιου προσωπικού θέματος. Μία δεύτερη ομάδα επιστολών είναι εκείνες που του παρέχουν πληροφόρηση για κάποιο ζήτημα εντός ή εκτός των ορίων του πασαλικίου του, καλύπτοντας μια ευρύτατη θεματολογία υποθέσεων. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών επιστολών είναι σαφής ως προς την πρόθεση του αποστολέα, δηλαδή την αιτία σύνταξης του γράμματος, αλλά δεν είναι απόλυτη, καθώς συχνότατα του αιτήματος προτάσσονται και χρήσιμες πληροφορίες, ενώ και οι ενημερωτικές επιστολές καταλήγουν κάποτε σε κάποιας μορφής αίτημα. Η θεματολογία ποικίλει, κυριαρχούν όμως τα σχετικά με την οικονομία θέματα, είτε ρητά είτε έμμεσα, όταν ανάμεσα σε άλλα ζητήματα που συζητούνται, αναδεικνύεται και κάποια οικονομική τους πλευρά.

Χαρακτηριστικό της αληπασαδικής αλληλογραφίας είναι η αδιαμεσολάβητη σχέση. Όλοι απευθύνονται στον Αλή πασά προσωπικά, μοιάζει σαν να μην υπήρχαν ενδιάμεσοι. Συνέβαινε άραγε έτσι; Διάβαζε ο Αλή πασάς όλα τα γράμματα ο ίδιος; Του τα διάβαζαν άλλοι ή τα διάβαζαν άλλοι για εκείνον; Και κατόπιν, απαντούσε σε ένα εύρος θεμάτων που αφορούσε σπουδαίες υποθέσεις της Αυτοκρατορίας έως μικρούς ασήμαντους οικισμούς χαμένους κάπου στην Αλβανία ή στα ελληνικά βουνά; Η απάντηση σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω δεν μπορεί να δοθεί εδώ, εκτός των άλλων γιατί απαιτεί μια ειδική μελέτη της επιστολογραφίας προσανατολισμένη στη διερεύνηση αυτών των θεμάτων. Η εύρεση πάντως στο αρχείο, ανάμεσα σε σημαντικά έγγραφα, και επιστολών που αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα και προσωπικές υποθέσεις αποδεικνύει ότι όλα τα έγγραφα είχαν με κάποιο τρόπο διαβαστεί και επιλεγεί να διατηρηθούν.

Η γενική εικόνα της αλληλογραφίας αποκαλύπτει ένα πλέγμα σχέσεων με ανθρώπους ποικίλων προελεύσεων διάσπαρτων σε μια εκτεταμένη γεωγραφική περιφέρεια. Χαρακτηριστικό της δικτύωσης αυτής είναι ότι έχει ως επίκεντρο τον Αλή πασά, απουσιάζει όμως η ιεραρχική συγκρότηση ή μια ορισμένη δομή. Βέβαια, η φύση των επιστολών που απευθύνονται προσωπικά στον Βεζίρη επιτείνει την εικόνα και ίσως λειτουργεί παραμορφωτικά. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι από την αλληλογραφία δεν προκύπτουν ενδιάμεσοι στις επιστολές. Σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει ειδική μνεία ότι ο μεταφορέας της επιστολής θα ενημερώσει και προφορικά τον Αλή πασά για την υπόθεση («έρχεται [να] συ τα κάμειν ιφαντέ δια στόματος», όπως σημειώνουν σε επιστολή τους πρόκριτοι της Τσαριτσάνης).[2] Εντούτοις δεν υπάρχουν παραπομπές ή αναφορές σε επιστολές άλλων προσώπων· δεν φαίνεται να υπάρχει διαμεσολάβηση. Η κουλτούρα της επιστολικής συνέχειας στην επικοινωνία είναι ασθενική, καθώς οι μνείες προγενέστερων επιστολών σε μεταγενέστερες είναι ελάχιστες, ακόμη και σε περιπτώσεις που η συνάφεια είναι χρονικά και θεματολογικά προφανής.

Το πανόραμα των «συνομιλητών» του Αλή πασά αποκαλύπτει ένα ευρύ φάσμα προσώπων, που βρίσκονται σε κάποιου είδους σχέση μαζί του.

Η οικογένεια – οι γιοι του Βελής και Μουχτάρ

Ο Αλή πασάς μέσω των γιων του, των εγγονών του και άλλων στενών συγγενών είχε καταφέρει να επεκτείνει και να διασπείρει την εξουσία του πολύ πέραν του πασαλικίου Ιωαννίνων. Η οικογενειακή δικτύωση στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο βεζίρης των Ιωαννίνων, λειτουργούσε με δύο βασικούς πόλους, τους γιους του Βελή και Μουχτάρ, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις πασάδων σε όμορα πασαλίκια (Ναύπακτος, Τρίκαλα, Πελοπόννησος, Μπεράτι). Παράλληλα μέσω της ενοικίασης προσόδων και της τσιφλικοποίησης οικισμών έχουν εκτείνει τα όρια της οικογενειακής περιουσίας και επιρροής.

Όπως φαίνεται από ένα τεκμήριο του έτους 1811, δηλαδή της περιόδου ακμής της δύναμης του Αλή, ο ίδιος ο βεζίρης των Ιωαννίνων επιχειρεί να αποτυπώσει γραπτά την κατανομή αξιωμάτων, αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ των μελών της οικογένειάς του, ενώ αυτοί βρίσκονται σε εκστρατεία στη Σόφια.[3] Η κατανομή αυτή, παρότι ο Αλής επικαλείται την ηλικία του, δεν έχει χαρακτήρα διανομής της κληρονομιάς, αλλά κατανομής της εξουσίας και της ευθύνης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας που τα μέλη της λειτουργούν ενιαία, πιθανότατα μάλιστα με κοινό ταμείο. Αν και δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος λειτουργίας της προσωπικής οικονομικής διαχείρισης του βεζίρη των Ιωαννίνων, μια ισχυρή ένδειξη στην κατεύθυνση της τήρησης κοινού ταμείου από όλα τα μέλη της οικογένειας παρέχει ο Βελή πασάς, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1818, σε μια έμμεση παρότρυνση του πατέρα του να τον συνδράμει οικονομικά στην ανοικοδόμηση του σαραγιού του στο Τεπελένι, όταν αυτό  καταστράφηκε από πυρκαγιά, του δηλώνει ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν θα το σκεφτόταν διότι «η υψηλότης σας είστε νοικοκύρης εις όλα, και εις το χέρι σας στέκονται, όποιο θέλετε βάλτε εις το ένα μέρος, όποιο θέλετε βάλτε εις το άλλο».[4]

Έχουν εντοπιστεί 57 επιστολές του Βελή πασά, 27 του Μουχτάρ, 6 του Σελήχ και 4 από τα εγγόνια του, που επίσης κατέχουν τοπικά διοικητικά αξιώματα.

Διασπορά προεστών που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Οι επιστολές χρονολογούνται από το 1797 έως το 1820, δεν είναι όμως ισομερώς κατανεμημένες στον χρόνο. Η αλληλογραφία πυκνώνει έντονα σε περιόδους που συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα, στα οποία έχει εμπλοκή ο αποστολέας, ο Βελής, για παράδειγμα, στα 1802-1803 την εποχή πολιορκίας του Σουλίου και ο Μουχτάρ το 1807 στην εποχή της εκστρατείας του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Γενικότερα όμως οι επιστολές των γιων του Αλή πασά προσφέρουν αποσπασματικό αλλά πλούσιο πληροφοριακό υλικό για πρόσωπα και πράγματα της αληπασαδικής πραγματικότητας, διάσπαρτα κομμάτια της δικτύωσης που είχε δημιουργήσει.

Ο κύριος όγκος των επιστολών όμως δεν προέρχεται από συγγενείς του Αλή. Θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κατηγορίες αποστολέων.

Χριστιανοί πρόκριτοι

Εντοπίστηκαν 44 επιστολές χριστιανών προκρίτων, κυρίως από πόλεις της Ρούμελης και της Θεσσαλίας. Όπως είναι εύλογο το βασικό θέμα που τους απασχολεί είναι δημοσιονομικά ζητήματα της περιοχής τους, όπως η ανάληψη είσπραξης των φόρων και η διαχείρισή τους στο εσωτερικό της κοινότητας, το γαιοκτητικό καθεστώς και η φορολογική επιβάρυνση της αγροτικής παραγωγής. Σχετικό με τη φορολογία –μια και αυτό αποτελούσε μια συμπληρωματική έμμεση μορφή της– είναι και το ζήτημα της διάθεσης εργατών για έργα που εκτελούσε ο Αλή πασάς ή το θέμα της φυγής κατοίκων, καθώς είχε άμεση επίπτωση στη φορολογική επιβάρυνση των εναπομενόντων.[5] Η ασφάλεια και το ζήτημα των ενόπλων κλεφτών που δρουν στην περιοχή τους επανέρχεται επίσης στα γράμματά τους, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς ο Αλή πασάς, ως επόπτης των δερβενίων, είχε άμεσα λόγο για το θέμα.[6] Τοπικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ομάδων προκρίτων, διαμαρτυρίες και παράπονα για τη συμπεριφορά αξιωματούχων της οθωμανικής διοίκησης γνωστοποιούνται επίσης μέσω των επιστολών στον βεζίρη των Ιωαννίνων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια ή η παρέμβασή του.[7]

Διασπορά μουσουλμάνων αξιωματούχων που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Τέλος, στις επιστολές συχνά παρεισφρέουν μικρά θέματα, εξυπηρετήσεις και χάρες ενδεικτικές του τρόπου λειτουργίας του διοικητικού συστήματος που είχε ο Αλής εγκαθιδρύσει στην ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, στα 1793 οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς, αν και τυπικά βρίσκονται εκτός της διοικητικής δικαιοδοσίας του, σε επιστολή τους τον ενημερώνουν ότι φρόντισαν προστατευόμενός του να αγοράσει «πραγμάτεια» σε προνομιακή τιμή («με είκοσι παράδες κάτου από ότι πουλείται», όπως γράφουν).[8] Ή ένας πρόκριτος της Σιάτιστας, που κλείνει την επιστολή του με την ακόλουθη φράση, αποκαλυπτική του καθεστώτος φόβου που βίωνε: «και σε παρακαλώ με δάκρυα να με προστάξης πώς να ακολουθήσω, επειδή και φοβούμαι το γαζέπι σου (οργή σου)».[9]

Μουσουλμάνοι αξιωματούχοι και έμπιστοι του Αλή πασά

Με τον Αλή πασά αλληλογραφούν στην ελληνική γλώσσα μια σειρά Οθωμανοί που κατέχουν διαφορετικά αξιώματα στην τοπική και κεντρική διοίκηση. Ορισμένοι από αυτούς ανήκουν στο στενό περιβάλλον του Αλή στα Γιάννενα και ενημερώνουν γραπτά τον κύριό τους, όταν βρίσκονται σε αποστολή εκτός της έδρας του πασαλικίου, όπως ο θησαυροφύλακάς του Ισούφ Αράπης ή οι άνθρωποί του Άγος Μουχουρντάρης, Μέτζε Μπόνος, Σελήμ μπέης Κόκας κ.ά. Ακόμη επιστολές του στέλνουν μουσουλμάνοι πρόκριτοι από πόλεις με ισχυρό μουσουλμανικό πληθυσμό (πχ. Δέλβινο, Βέροια, Πατρατζίκι, Σάλωνα, Τρίκαλα) ή περιοχές με Αλβανούς μουσουλμάνους με τους οποίους διατηρούσε στενή επικοινωνία (όπως οι αγάδες της Τσαμουριάς).

Πρόκειται για πολυπληθή ομάδα προσώπων που αποστέλλουν περίπου 203 επιστολές ποικίλης θεματολογίας, όπου βέβαια και εδώ κυριαρχεί το οικονομικό στοιχείο. Πρόκειται για ανθρώπους που λειτουργούν δορυφορικά στον Αλή πασά, αφού η σχέση τους μαζί του, τους προσπορίζει χρήματα, κύρος και εξουσία στην τοπική κοινωνία. Το προφίλ τους ποικίλει:

  • έμπιστοι άνθρωποί του που διατηρούν συχνή επαφή μαζί του και αντίστοιχη αλληλογραφία όταν δεν είναι στον ίδιο τόπο,
  • πρόσωπα, τα οποία χάρη στον Αλή πασά έχουν πάρει κάποιο τοπικό αξίωμα (βοεβοδαλίκι, διαχείριση τελωνείου, ενοικίαση φορολογικής προσόδου),
  • επιτηρητές ή διαχειριστές σε κτήματα και τσιφλίκια του,
  • επικεφαλής επαγγελματικών ομάδων ή συντεχνιών.

 Οι άνθρωποί του στην Κωνσταντινούπολη

Ο Αλή πασάς διατηρεί πυκνή αλληλογραφία με έμπιστούς του στην Κωνσταντινούπολη που λειτουργούν με την επίσημη ιδιότητα του εκπροσώπου του στην Υψηλή Πύλη (καπουτζοχαντάρηδες), ενώ υπάρχουν και ορισμένα πρόσωπα που αναλαμβάνουν επιμέρους ρόλους με σκοπό την πληροφόρηση του βεζίρη. Η πλειονότητα των επιστολών που λαμβάνει από την Κωνσταντινούπολη προέρχεται από τους καπουτζοχαντάρηδές του Χασάν εφέντη (10), Χουσεΐν μπέη (30), Ελμάζ Μέτζε (18), οι οποίοι τον ενημερώνουν αναλυτικά για όσα συμβαίνουν στο στενό περιβάλλον του σουλτάνου, αλλά του μεταφέρουν επίσης και καίριες πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν τα συμφέροντά του σε περιοχές που εκτείνονται πολύ πέραν του πασαλικίου του, και ιδίως για θέματα που σχετίζονται με την αγορά των δημοσίων αξιωμάτων και κρατικών προσόδων.

Όχι όμως και πάντοτε. Κάποτε αφορούν θέματα πιο προσωπικά, όπως η αποστολή γυναικών για ψυχαγωγία του Αλή. Διαβάζουμε έτσι σε επιστολή του έτους 1808 που έγραψε ο Διβάν εφέντης από την Κωνσταντινούπολη: «Τη σκλάβα την εδιόρθωσα με καράβι καλόν και την στέλω κατά την προσταγήν σας μέσα εις την κάμαραν με όλα τα ρεχάτια της (: ανέσεις). … Η άλλη σκλάβα οπού εχόρευε, η αμαρτία, και έβγαλε την ψώρα, και ήρθε ο Ραζής (: ο γιατρός Δημήτρης Ραζής) και μου λέγει, ευθύς να την δώσεις οπίσω και την έδωσα και χάλια (: έως τώρα) μου λείπουν και τα άσπρα [δηλαδή δεν του έχουν επιστρέψει τα χρήματα που έδωσε να την αγοράσει]. Στέλνω και μίαν άλλη γυναίκα, η οποία είναι Λαρσινή, είναι όμως αξημένη (: μεγαλωμένη) εδώ και τερπετλήτισα πολύ (: καλής ανατροφής). Και όσον θέλετε την κρατείτε αυτού και ύστερα ή εδώ την στέλετε ή εις την Λάρισαν».[10]

Στο αρχείο δεν έχει διασωθεί επίσημη αλληλογραφία της Υψηλής Πύλης με τον Αλή πασά. Άραγε δεν υπήρξε; Δεν μοιάζει πολύ πιθανό. Ενδεχομένως η απουσία των σχετικών τεκμηρίων θα πρέπει να αποδοθεί στις τύχες και στη διαδρομή του αρχείου από τα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη και τελικά στην Αθήνα, όπου τα έγγραφα αυτά, ως ειδικής σημασίας, αφαιρέθηκαν ίσως από κάποιον από τους διαδοχικούς κατόχους του. Εντοπίζονται όμως λίγες επιστολές (7) στην ελληνική γλώσσα από τοπικούς πασάδες της Αλβανίας, ουσιαστικά τον πασά Μπερατίου και Αυλώνας και εκείνον του Δελβίνου, στα πρώτα χρόνια της θητείας του.

Αρτζουχάλι του Ισμαήλ Πασόμπεη προς τον Αλή πασά, 21 Μαρτίου 1802. [Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Α΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Επιστολές προς τον Αλή πασά απευθύνουν και πρόσωπα που προΐστανται στην ιεραρχία της Ορθόδοξης εκκλησίας (17 συνολικά). Ανάμεσά τους ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ορισμένοι μητροπολίτες, για θέματα σχετικά με τη διανομή θέσεων στην ιεραρχία της εκκλησίας. Ξεχωρίζουν οι επιστολές του Ιγνάτιου τότε μητροπολίτη Άρτας, που έχουν όμως διαφορετικό χαρακτήρα, αφού διαδραμάτιζε ρόλο συμβούλου του βεζίρη των Ιωαννίνων σε πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις, και ιδίως στην υπόθεση της Πρέβεζας.                

Οι επικεφαλής των ενόπλων

Επικεφαλής στρατιωτικών σωμάτων και ενόπλων ομάδων επικοινωνούν απευθείας με τον Αλή πασά. Πρόκειται για αξιωματικούς των στρατιωτικών του δυνάμεων που μετέχουν σε πολεμικές ενέργειες, όπως στο Σούλι και στην Πρέβεζα, αλλά και επικεφαλής στρατιωτικών αποσπασμάτων που αναλαμβάνουν την καταδίωξη κλεφτών. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν και επιστολές που του απευθύνουν αρματολοί της Ρούμελης και της Κεντρικής Μακεδονίας για ζητήματα ασφάλειας. Το αξίωμα του επόπτη των Δερβενίων που κατείχε ο Αλή πασάς από το 1787, του επέτρεψε να διατηρεί αρματολικά σώματα σε μία εκτεταμένη γεωγραφικά περιοχή και να συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο οπλαρχηγών που είχαν αναπτύξει μαζί του στενούς δεσμούς. Ο μηχανισμός αυτός αποτέλεσε βασικό στοιχείο για την εδραίωση της ισχύος του.

Αξιωματούχοι άλλων κρατικών δυνάμεων

Ο Αλή πασάς διατηρούσε επίσημη αλληλογραφία με ευρωπαίους αξιωματούχους, κυρίως τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς διοικητές των εκάστοτε κυρίαρχων των Επτανήσων (Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι). Εδώ κυριαρχούν οι ρυθμίσεις –και οι απαιτήσεις– του Αλή πασά για τις πρώην βενετικές κτήσεις στην ηπειρωτική ακτή και ιδίως για την Πάργα, η κατάληψη της οποίας συνιστούσε βασική του επιδίωξη. Πυκνή αλληλογραφία υπάρχει με τους επιτρόπους των Αυτοκρατορικών Γάλλων στα Ιόνια την περίοδο 1807-1809, μια εποχή δηλαδή που ο Αλή πασάς επιδιώκει να προσεταιριστεί τον Ναπολέοντα. Δείγμα της εποπτείας που επιδίωκε να έχει ο Αλή πασάς είναι η λεπτομερής ενημέρωση που εξασφάλιζε από τους ανθρώπους του, για ζητήματα που αφορούν τόσο το σύνολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και τα συμβαίνοντα σε όλη την Ευρώπη. Μια μικρή ένδειξη του κύρους του είναι και μια επιστολή που του απευθύνει το 1812 ο ηγεμόνας της Σερβίας Καραγεώργης, σε σερβική γλώσσα και με κυριλλική γραφή, σχετικά με το χαρακτήρα της εξέγερσης στη Σερβία.[11]

George de la Poer Beresford, Η αίθουσα ακροάσεων στο ανάκτορο του Αλή πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Επιστολές διαφόρων

Στην αλληλογραφία εντοπίζεται ακόμη και ένας αριθμός γραμμάτων που στέλνουν στον Αλή πασά άσημοι κάτοικοι χωριών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του για να υποβάλουν προσωπικά αιτήματα, να ζητήσουν βοήθεια, επιείκεια ή δικαίωση. Ο βεζίρης των Ιωαννίνων καλείται λοιπόν να επιλύσει ζητήματα της καθημερινότητας των «ραγιάδων» του. Για παράδειγμα:

  • ένας καλλιεργητής από χωριό της Φιλιππιάδας ζητά από τον Αλή πασά να διατάξει έναν άλλο καλλιεργητή να μαζέψει από την οικία του τα φύλλα καπνού, που τα έχει απλωμένα και δυσχεραίνουν τη διαβίωσή του στον χώρο,[12]
  • ένας αγρότης σε τσιφλίκι του παραπονείται γιατί ο τοπικός μπουλούκμπασης του κατακρατεί «εφτά φορτώματα γέννημα»,[13]
  • ή ένας μάστορας από το Τεπελένι τον παρακαλεί για «ολίγον χαρτζηλίκι».[14]

Γυναίκες

Κλείνοντας, την περιήγηση στα πρόσωπα που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά να σταθούμε σε ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Έχουν εντοπιστεί 11 προσωπικές επιστολές γυναικών προς τον βεζίρη της Ηπείρου. Το προφίλ τους ποικίλει: η σύζυγος του Μουχτάρ, σύζυγοι άλλων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων που προβάλλουν οικογενειακά αιτήματα, γυναίκες του χαρεμιού που εκφράζουν την στενοχώρια τους για την απουσία του, πτωχές κάτοικοι χωριών που διεκτραγωδούν τα χρέη και τα παθήματά τους, χήρες που ζητούν οικονομική βοήθεια να θρέψουν τα ορφανά τους. Οι επιστολές είναι ίσως λίγες –ένα μικρό μόνο δείγμα– αλλά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς προσφέρουν ένα παράθυρο θέασης της καθημερινότητας, των συμπεριφορών και των νοοτροπιών, ικανό να προσφέρει μία διαφορετική από τη συνήθη προσέγγιση για τη θέση των γυναικών –χριστιανών και μουσουλμάνων– στην κοινωνία μιας επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

 

Γράμμα της «Χάνκως πάσιας», συζύγου του Ιμπραχήμ πασά του Μπερατίου, 25 Ιουλίου 1809.
[Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Β΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Θα σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε μία αχρονολόγητη επιστολή της η Μίνγκα, γυναικαδελφή του Βασίλη όπως προσδιορίζεται η ίδια ονομαστικά, μαζί με την θυγατέραν της, τη Ζωίτζα, απευθύνεται στον βεζίρη των Ιωαννίνων προκειμένου να φανερώσει το παράπονο που έχει από το γαμπρό της. Όπως καταγγέλλει, είναι πάνω από οκτώ χρόνια που έχει παντρέψει τη θυγατέρα της με τον γαμπρό της «και δεν ανταμώθηκαν σαν ο κόισμος αντρόγυνο … ο πεθερός και η πεθερά την αγαπούσαν με το παραπάνου την θυγατέραν μου και αυτός για γυναίκα δεν την θέλει». Όπως επισημαίνει η κόρη της έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, όμως αυτός την εγκατέλειψε φεύγοντας για τα Τρίκαλα και όταν γύρισε την έδιωξε από το σπίτι, αφήνοντάς τη γυμνή και απελπισμένη.  Η γυναίκα προσπίπτει στα πόδια του Αλή πασά ζητώντας του να αποδώσει δικαιοσύνη «δια τούτα τα άστρατα (: παράλογα) που ‘κανεν ο γαμπρός μου», γιατί «Και ζώο να ήτανε να τη κρατεί οχτώ χρόνους και απέ να τη διώξει κανένας δεν τα βρίσκει τζαΐζι (: πρέπον)». Και καταλήγει: «Εγώ σαν γυναίκα που είμαι ουδέ ξέρω πώς να κάμω, ουδέ ξέρω πώς να φερθώ, ότα[ν] όλοι οι ανθρώποι είναι εις το κορπέτι (: κουρμπέτι, στην ξενιτιά) και σκλάβοι σου είμεστε και όλα τα γνωρίζεις και όλα τα σιάζεις και ορισμός του αφεντός μας και οι χρόνοι σου πολλοί».[15]

Πρόκειται οπωσδήποτε για αναπάντεχη επιστολή, παραστατική και πλούσια σε πληροφορίες, που κοινοποιεί λεπτομέρειες της οικογενειακής και σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού, ζητώντας την παρέμβασή του Αλή πασά, με το ασαφές αίτημα να παρέμβει και να «σιάξει», να διορθώσει δηλαδή τα πράγματα. Μια εξαιρετική μαρτυρία, για τη ζωή στην επικράτεια του Αλή, το βαθμό παρέμβασης της εξουσίας στην καθημερινότητα των κατοίκων, τη νοοτροπία των ανθρώπων, την παρουσία των γυναικών στα κοινωνικά καθέκαστα, και βέβαια τους πολλαπλούς ρόλους που επιφύλασσε ο Αλής για τον εαυτό του, καθώς επίσης και εκείνες τις αρμοδιότητες που του αναγνώριζαν με τη σειρά τους, οι «υπήκοοί» του. Όσο όμως και αν η επιστολή αυτή είναι αποκαλυπτική των λεπτών και άγνωστων εν πολλοίς νημάτων που συνδέουν τον Αλή με όσους ζουν στην επικράτειά του, συνιστά μία ιδιαιτερότητα· αποτελεί εξαίρεση στο ύφος και στο χαρακτήρα της αλληλογραφίας του, εκείνης τουλάχιστον που έχει διασωθεί μέχρις εμάς.

George de la Poer Beresford, Το ανάκτορο του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Η αλληλογραφία του Αλή πασά, επιτρέπει λοιπόν να ανιχνευτεί ένα τμήμα τουλάχιστον από το παζλ της εκτεταμένης δικτύωσης που είχε δημιουργήσει. Εντάσσοντας σε αυτήν ποικίλα πρόσωπα, διαφορετικής οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής αναγνώρισης, θρησκεύματος, ακόμη και φύλου, ο βεζίρης της Ηπείρου είχε διαμορφώσει ένα σύστημα σχέσεων, επαφών και συνεργειών που οι απολήξεις του εξακτινώνονταν στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία Επτάνησα. Το πλέγμα αυτό λειτούργησε σαν ένας μηχανισμός που επέτρεπε στον Αλή πασά και στους ανθρώπους που ανήκαν στο περιβάλλον του να διατηρήσει, να τροφοδοτήσει και να επεκτείνει την οικονομική ισχύ και την εξουσία του μέσα από ένα εντυπωσιακό εύρος δραστηριοτήτων, που κάλυπταν το σύνολο της οικονομικής ζωής των περιοχών ελέγχου του. Αν όμως η οικονομία, ο προσπορισμός κέρδους, αποτελούσε τον στόχο, το μέσο για την επίτευξή του ήταν η βία, η δύναμη των ενόπλων σωμάτων του Αλή πασά, στα οποία προληπτικά και κατασταλτικά κατέφευγε για την επίτευξη των στόχων του.

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Η Βάλλια Ράπτη είναι  υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Υποσημειώσεις

[1] Τα αριθμητικά δεδομένα και οι αποτιμήσεις του παρόντος άρθρου είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας που έγινε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Κύρτου Πλέγματα» του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, το οποίο διενεργήθηκε στο πρόγραμμα «Κρηπίς» της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Αφορούν την επεξεργασία 1.469 εγγράφων του Αρχείου Αλή πασά που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και έχει εκδοθεί σε τέσσερις τόμους από το ΙΙΕ από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο με τη συνεργασία του Παναγιώτη Μιχαηλάρη και του Δημήτρη Δημητρόπουλου. Ένα τμήμα της ίδιας αρχειακής πηγής, της Συλλογής Ιωάννη Χώτζη, αποτελούμενο από 221 έγγραφα, έχει εντοπιστεί στα ΓΑΚ και στο Μουσείο Μπενάκη και αποτελεί τον πέμπτο τόμο της έκδοσης του Αρχείου Αλή πασά, που κυκλοφόρησε το 2018, δεν έχει συμπεριληφθεί εδώ. Στην αποδελτίωση και επεξεργασία των δεδομένων συνεργάστηκε η Βάλλια Ράπτη.

[2] Αρχείο Αλή πασά Συλλογής Ι. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, επιμέλεια: Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, τ. Α΄, Αθήνα 2007, έγγρ. 212. Κάτι ανάλογο αναφέρεται και σε έγγραφο προεστών της Λιβαδειάς· ό.π., τ. Γ΄, έγγρ. 1186.

[3] Αρχείο Αλή πασά, τ. Β΄, έγγρ. 571.

[4] Στο ίδιο, τ. Γ΄, έγγρ. 1126, σ. 175.

[5] Σχετικές αναφορές βλ. στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 165, 252, τ. Β. έγγρ. 442 κ.ά.

[6] Ενδεικτικά, στο ίδιο τ. Α΄, εγγρ. 155, 381, τ. Β΄ έγγρ. 903.

[7] Χαρακτηριστικά παραδείγματα στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 61, 94, 97, 390, κ.λπ.

[8] Στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 17.

[9] Στο ίδιο, τ. Γ΄ έγγρ. 1169.

[10] Στο ίδιο τ. Α΄ έγγρ. 375

[11] Στο ίδιο, τ. Β΄ έγγρ. 638.

[12] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1440

[13] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1461

[14] Στο ίδιο τ. Γ  έγγρ. 1179.

[15] Αρχείο Αλή πασά, τ. Γ΄ έγγρ. 1357.

Στράτος Δορδανάς–Βάϊος Καλογρηάς: «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

Στράτος Δορδανάς – Βάϊος Καλογρηάς 

«Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»:

Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

 

Α. Το πλαίσιο της έρευνας: το αρχείο (-α) και οι βιβλιογραφικές διαθεσιμότητες

Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να παρουσιάσει την ταυτότητα της αρχειακής έρευνας που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» (Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Διεθνείς σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις) στο αρχείο της Στάζι, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014, καθώς και κάποια πρώτα συμπεράσματα όχι τόσο γενικότερα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία αλλά ειδικότερα – όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό – για όσους δραστηριοποιήθηκαν ως πληροφοριοδότες της Στάζι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ΄80.

Γενικότερα, το ζήτημα των πολιτικών προσφύγων, δηλαδή των ανθρώπων που εγκατέλειψαν μαζικά τη χώρα προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) και περιπλανήθηκαν σε χώρες ανάμεσα στο Καζακστάν και την Ανατολική Γερμανία, είναι ένα ερευνητικό πεδίο που άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ΄90 και άνθισε μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επιχειρώντας μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα αυτή, διαπιστώνεται πως ελάχιστα απασχόλησε έως σήμερα την έρευνα μάλλον γιατί ο αριθμός των προσφύγων ήταν ο μικρότερος από κάθε άλλη ανατολική χώρα (αποτελούμενος στη συντριπτική πλειοψηφία του από παιδιά).

Αν εξαιρέσει κανείς τα γενικά έργα για τους Έλληνες στην υπερορία (Τσέκου Κατερίνα, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989. Βουτυρά Ευτυχία-Δαλκαβούκης Βασίλης-Μαραντζίδης Νίκος-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη. Boeschoten Riki Van-Danforth Loring M., Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης), ειδικότερα ανά χώρα (Τσέκου Κατερίνα, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1948-1982. Κράλοβα-Τσίβος, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας. Έλληνες πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία) ή θεματικές προσεγγίσεις (Μποντίλα Μαρία, «Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν». Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964. Ματθαίου Άννα-Πολέμη Πόπη, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968) μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού οι συμβολές για την Ανατολική Γερμανία. Μεταξύ των τελευταίων, κυρίως γιατί πραγματεύονται το ζήτημα στον μακρό χρόνο, δηλαδή από την άφιξη και την εγκατάσταση στην εμπλοκή τους στα γρανάζια της Στάζι, ξεχωρίζει κανείς τη δουλειά της Marias Panoussi, „Die griechischen politischen Immigranten in der DDR“ και τα άρθρα στα γερμανικά και στα ελληνικά του Stefan Troebst, «Πρόσφυγες σε μια διαιρεμένη χώρα: Ελληνόπουλα στη ΛΔΓ, 1949-1989», Λαγάνη Ειρήνη-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), ‘Παιδομάζωμα’ ή ‘Παιδοσώσιμο’; Παιδιά του Εμφυλίου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Οι παραπάνω βιβλιογραφικές συνεισφορές δεν θα είχαν δει ενδεχομένως το φως της δημοσιότητας (σίγουρα όχι υπό τη μορφή αυτή), αν δεν είχε προηγηθεί η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που εξασφάλισε στον ερευνητή την πρόσβαση στα αρχεία (βεβαίως όχι σε όλα) των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, το αρχείο της Στάζι προσελκύει πλέον εκατοντάδες ερευνητές από όλο τον κόσμο, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτέλεσε για δεκαετίες τον ισχυρότερο πυλώνα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος-βιτρίνα για ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη ή διαφορετικά αντιπροσώπευσε το ίδιο το κόμμα και εξασφάλισε τη μακροημέρευσή του.

Εδώ η σύγκριση με τις πρακτικές πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης των αντίστοιχων υπηρεσιών ασφαλείας άλλων χωρών του ανατολικού συνασπισμού (όπως της Ρουμανίας για παράδειγμα) καθίσταται εκ των πραγμάτων απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση της υφής των ίδιων των καθεστώτων. Στην περίπτωση της ΛΔΓ πίσω από το Ministerium für Staatssicherheit (MfS, υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας) κρυβόταν το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μελετήσει κανείς τις σχέσεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις, μεταξύ SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, Σοσιαλιστικό Ενωτικό Κόμμα Γερμανίας) και MfS. Το γεγονός ακριβώς πως πίσω από τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας κρυβόταν το κόμμα και όχι το κράτος, όπως αντίθετα συνέβαινε σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες, όπου το κράτος χρησιμοποίησε το κόμμα ως όργανο πολιτικής ενδυνάμωσης για τον έλεγχο της κοινωνίας, αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του τρόπου οικοδόμησης του συγκεκριμένου καθεστώτος. Γενικότερα, όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες έτσι και εδώ δεν πρέπει να μιλάμε για ένα „Staatspartei‟ (κρατικοποιημένο κόμμα) αλλά για ένα „Parteistaat‟ (κομματικοποιημένο κράτος ή αλλιώς για ένα κράτος υπό την πλήρη κυριαρχία του κόμματος). Αυτό εντάσσεται ασφαλώς στη λογική του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, όπου το κράτος ενσωματώθηκε ή καλύτερα απορροφήθηκε από την κομματική γραφειοκρατία. Στο τέλος η κρατική δομή και οργάνωση αντικαταστάθηκε από τον κομματικό μηχανισμό („dupliziert‟).

Το αρχηγείο της Στάζι στο Ανατολικό Βερολίνο. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Στο σύνολό του το αρχείο στην κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο (Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, BStU) συγκροτείται από αρχειοθετημένους ή υπό επεξεργασία φακέλους μέχρι και το 1989/90 αλλά και από οπτικοαουστικό υλικό (φωτογραφίες, αρνητικά, βίντεο, φιλμ, ηχογραφημένες συνομιλίες). Επίσης, εκεί απόκεινται τα αρχεία των πρόδρομων οργανώσεων της Στάζι (politischen Polizei K 5 και του Amt für Nationale Sicherheit der DDR). Συνολικά το διασωθέν υλικό καταλαμβάνει έκταση 111 χιλιομέτρων ή χωρά σε περισσότερα από 1.500 γήπεδα ποδοσφαίρου (https://www.bstu.de/en/). Οι ελληνικού ενδιαφέροντος φάκελοι ανέρχονται σε περίπου εκατό, συνολικά κάπου έντεκα με δώδεκα χιλιάδες σελίδες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν, κυρίως εκείνοι για τους οποίους η αναζήτηση στηρίζεται στους ονομαστικούς καταλόγους βάσει των οποίων η ίδια η Στάζι αρχειοθετούσε τις υποθέσεις. Η πλήρη ταυτοποίηση του ελληνικού ονόματος με τον προς αναζήτηση φάκελο παραμένει ακόμη και σήμερα μια σχετικά απαιτητική υπόθεση για το προσωπικό του αρχείου.

Ορισμένοι από τους 16.500 σάκκους, όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχείο της Στάζι.

Β. Το αρχείο της Στάζι: τα ελληνικά δεδομένα

Όταν πριν από εννέα περίπου χρόνια διαμορφώνονταν τα παραδοτέα του προγράμματος, είχε κριθεί πως η συνεργασία Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας – πολιτικών προσφύγων ή στελεχών του ΚΚΕ – με τη διαβόητη Στάζι ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μια μονογραφία, βασισμένη στις πληροφορίες που διέθετε η υπηρεσία για τις κινήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και στο πλέγμα της μεταξύ τους συνεργασίας για ζητήματα πολιτικού, ιδεολογικού ή και στρατιωτικού ακόμη ενδιαφέροντος. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, το αρχειακό υλικό που αναζητά και εντοπίζει ο ερευνητής, οδηγεί στη δημιουργία νέων ερωτημάτων και επαναπροσδιορίζει το αντικείμενο μελέτης. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τους φακέλους που εντοπίστηκαν, δεν ανέκυψαν συνταρακτικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των μυστικών κρατικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας (ειδικά της Στάζι) σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο. Ας σημειωθεί ότι το 1951 υπήρχαν 95 μέλη του ΚΚΕ, 18 από τα οποία δόκιμα, στην Ανατολική Γερμανία.

Αντιθέτως, οι φάκελοι περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία για τη στρατολόγηση ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Στάζι με σκοπό την παρακολούθηση «ύποπτων προσώπων» ή τη συλλογή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των Ελλήνων τόσο στην Ανατολική Γερμανία όσο και στο Δυτικό Βερολίνο το οποίο, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος του, θεωρήθηκε από τη Στάζι ορμητήριο ελλήνων κατασκόπων προς την Ανατολική Γερμανία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα ονόματα των προσώπων που συνδέονταν με την εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή και επισκέπτονταν τακτικά ομοεθνείς τους στον ανατολικό τομέα της πόλης. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε Έλληνες της ΓΛΔ που, με το πρόσχημα της διεκπεραίωσης ιδιωτικών υποθέσεων ή της έκδοσης/ανανέωσης του διαβατηρίου τους, πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής (γι’ αυτό και στρατολογήθηκαν κυρίως όσοι διέθεταν διαβατήριο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα της μετάβασης στο Δυτικό Βερολίνο ή για να πραγματοποιούν ταξίδια εκτός του γερμανικού χώρου), παρακολουθώντας τις κινήσεις των επισκεπτών αλλά και καταγράφοντας στιχομυθίες μεταξύ των ελλήνων υπαλλήλων.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον υπήρξε για τις μετακινήσεις, τις οικονομικές δοσοληψίες και «άλλες» περιπέτειες του γενικού προξένου (που όπως εικάζεται τού κόστισαν μάλιστα και τη θέση του), καθώς και ορισμένων στενών συνεργατών του, όπως και για τις αντιδικτατορικές δραστηριότητες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 που οργανώθηκαν από έλληνες φοιτητές αλλά και αριστερές οργανώσεις (για παράδειγμα μαοϊκές). Μάλιστα, οι έλληνες συνεργάτες της Στάζι είχαν περιγράψει αναλυτικά τους χώρους των γραφείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής προκειμένου να συνταχθεί ειδικός χάρτης.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η μετάβαση από τον ανατολικό τομέα του Βερολίνου στον δυτικό και αντίστραφα γινόταν με χρήση του υπογείου σιδηροδρόμου (U-Bahn). Στη φωτογραφία διασταύρωση δυο συρμών έξω από τον σταθμό της Dimitroffstrasse, στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1980.

Γ. Οι Έλληνες πράκτορες της Στάζι

Ποια πρόσωπα, όμως, στρατολογήθηκαν από τη Στάζι και για ποιο σκοπό; Με ποιο τρόπο τα πλησίασαν οι άνθρωποί της και τι ακριβώς ανέμεναν από αυτά; Ποια υλικά ή άλλου είδους ανταλλάγματα υποσχέθηκαν για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους; Τι ακριβώς περιλάμβανε το «μενού» των δραστηριοτήτων των ελλήνων πρακτόρων; Πως αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι την υπηρεσία τους αυτή, με δεδομένο ότι η Στάζι ήταν μισητή στον πληθυσμό και οι πράκτορές της ο «φόβος και ο τρόμος» της ανατολικογερμανικής κοινωνίας; Υπήρχε η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς την ένταξή του στο δίκτυο της Στάζι; Ποια ήταν η τύχη των ελλήνων συνεργατών μετά την πτώση του Τείχους και πως επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη των φακέλων της Στάζι και θυμίζουν, χωρίς υπερβολή, την καταπληκτική ταινία «Οι ζωές των άλλων».

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των κινήτρων τους οι έλληνες πράκτορες βοήθησαν τη Στάζι να διεισδύσει σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, αυτό των ελλήνων προσφύγων. Όπως και οι υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες, έτσι και η ελληνική βρέθηκε στο στόχαστρο της Στάζι που ήθελε να εξακριβώσει τον βαθμό της νομιμοφροσύνης της  απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και να εξουδετερώσει εγκαίρως ενδεχόμενες «απειλές» εναντίον του. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Στάζι δεν επιδίωξε συνεργασία με το ΚΚΕ αλλά απευθύνθηκε ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο που ήθελε να στρατολογήσει, χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό ή να λάβει την έγκριση του ΚΚΕ.

Κλασσικός εξοπλισμός αξιωματικού της Στάζι.

Με άλλα λόγια, οι έλληνες πράκτορες δεν «υπηρετούσαν δύο κυρίους» αλλά δούλευαν αποκλειστικά για λογαριασμό της Στάζι. Φυσικά, η δραστηριότητά τους αυτή έπρεπε να μείνει μυστική όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από τις οικογένειές τους. Αμέσως μετά τη στρατολόγησή του από τον αξιωματικό, ο Έλληνας πληροφοριοδότης λάμβανε έναν ειδικό τηλεφωνικό αριθμό για να επικοινωνεί με τον στρατολόγο του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, αλλά και για να κλείνει ραντεβού, συνήθως σε δημόσιους χώρους. Η ρητή εντολή που λάμβανε ήταν πως σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να χαιρετήσει τον αξιωματικό σε περίπτωση που τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Σε μία από αυτές καταγράφεται η περίπτωση ενός πρώην αξιωματικού του «Δημοκρατικού Στρατού», ο οποίος δούλευε παράλληλα για το ΚΚΕ, αρνούμενος να διαθέσει στη Στάζι πληροφορίες γι’ αυτή του τη δραστηριότητα – επιθυμία που έγινε αποδεκτή από τη Στάζι.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η στρατολόγηση Ελλήνων έγινε ακριβώς γιατί διέθεταν την αναγκαία οικειότητα με τους ομοεθνείς τους. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χρησιμοποιήσει η Στάζι γερμανούς συνεργάτες που, εκτός από το πρόβλημα της γλώσσας, θα κινούσαν σίγουρα τη δυσπιστία των ελλήνων συνομιλητών τους. Βεβαίως, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για τις υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες. Ο αριθμός των ελλήνων συνεργατών δεν ήταν μεγάλος (γενικά ο αριθμός των μη Γερμανών ΙΜ πληροφοριοδοτών δεν ξεπέρασε 2%).

Οι πιο δυναμικές προσωπικότητες ήταν περίπου δέκα με δώδεκα στον αριθμό. Για καθέναν από αυτούς η Στάζι είχε συντάξει ξεχωριστό φάκελο που περιλάμβανε: α) το βιογραφικό του, συνοδευόμενο από φωτογραφία, β) τους λόγους της στρατολόγησής του, και γ) τη δράση του ως όργανο της Στάζι μέσω των αναφορών που κάθε φορά υπέβαλε και βάσει των οποίων συντάσσονταν εκθέσεις για τα «ύποπτα» πρόσωπα που ενδιέφεραν τη Στάζι. Κάθε φάκελος έφερε το ψευδώνυμο του συ-νεργάτη. Ανάμεσά τους ήταν τόσο άντρες όσο και γυναίκες, ανεξαρτήτου ηλικίας και επαγγέλματος. Ένα κοινό γενικό χαρακτηριστικό της επιλογής τους ήταν ότι έρχονταν σε επαφή, κυρίως λόγω της δουλειάς τους, με πολλούς ομοεθνείς τους. Μερικά παραδείγματα βοηθούν στην καταγραφή και ανάλυση των διαφορετικών τύπων των συνεργατών της Στάζι.

Στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου.

Γ1. Ο πεπεισμένος κομμουνιστής

Η πρώτη περίπτωση είναι ο «Χρήστος» (κωδικό όνομα), πολιτικός πρόσφυγας που βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Πιο μπροστά ήταν στην Τσεχοσλοβακία. Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1952 και αργότερα του SED το 1954. Θεωρήθηκε διωκόμενος από τον «φασισμό» στην Ελλάδα και απασχολήθηκε στην Επιτροπή Διεθνών Διασυνδέσεων του Πολιτικού Γραφείου του SED. Επίσης, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ελλήνων συντρόφων, διέθετε καλή πολιτική μόρφωση και η στάση του απέναντι στο ανατολικογερμανικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ένωση ήταν απολύτως θετική. Η Ανατολική Γερμανία είχε γίνει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η δεύτερη πατρίδα του. Στην ιδιωτική του ζωή ήταν φιλικός και ευγενικός, φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, είχε μια πολύ καλή σχέση με τη σύντροφό του, την οποία βοηθούσε στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Δεν είχαν χρέη, ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια στο αλκοόλ. Η σύντροφός του ήταν επίσης μέλος του SED και του ΚΚΕ και απασχολούταν ως επιστημονική συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού του Πολιτικού Γραφείου του SED. Μάλιστα, φρόντιζε τη σύζυγο του Χαρίλαου Φλωράκη, και γνώριζε προσωπικά τον πρώην καπετάνιο του ΔΣΕ. Επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το ΚΚΕ όμως – για άγνωστους λόγους – δεν έδινε τη συγκατάθεσή του.

Στρατιωτική παρέλαση στο Ανατολικό Βερολίνο κατά τη δεκαετία του 1980.

Στις εκθέσεις της Στάζι που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται μια πολύ καλή εικόνα των στοιχείων που την ενδιέφεραν, μερικά από τα οποία, αν και φαντάζουν ασήμαντα, τη βοηθούσαν να δημιουργήσει το ψυχολογικό προφίλ όχι μόνο των αντιπάλων αλλά και των πιθανών συνεργατών της. Αυτή η γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία φανερώνει ουσιαστικά τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του καθεστώτος (εμμονή μέχρι και στις παραμικρές λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα του σπιτιού – που περιλάμβανε και σχεδιάγραμμα –, φυσικά για τους ενοίκους, την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, πόσο πολιτικοποιημένοι και κοινωνικοί ήταν, ακόμα και αν συμμετείχαν στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας τους σήμαινε κάτι για τη Στάζι, πόσο μάλλον αν συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του κόμματος).

Στη συνέχεια ο «Χρήστος» προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Στάζι και με προθυμία συνεργάστηκε μαζί τους, δίνοντας πληροφορίες για τις μεταβάσεις Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας στο Δυτικό Βερολίνο που είτε επισκέπτονταν γνώριμά τους πρόσωπα είτε τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Αριστερά: Πράκτορας της Στάζι μεταμφιεσμένος σε δυτικό τουρίστα.
Δεξιά: Υλικό παρακολούθησης κρυμμένο μέσα σε δίχτυ για ψώνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γ2. Ο εγκλωβισμένος

Ο „Antana“ και έπειτα „Arno“ (κωδικό όνομα) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την προηγούμενη. Καταρχάς δεν ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Το 1941, δηλαδή επί γερμανικής Κατοχής, αναζήτησε εθελοντικά στο Γ΄ Ράιχ ψωμί και εργασία αλλά και θεραπεία για την ασθένειά του. Εκεί, μετά το τέλος του πολέμου, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Ανατολική Γερμανία, εμπλεκόμενος σε παράνομες συναλλαγές, δηλαδή σε υποθέσεις μαυραγοριτισμού, προκειμένου να επιβιώσει. Η γερμανίδα συζυγός του, που δούλευε σε μπαρ, χαρακτηρίζεται από τη Στάζι ως «μη ηθικό στοιχείο». Επειδή ο „Arno“ λάμβανε ένα μικρό βοήθημα, ένα είδος σύνταξης, από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι τον υποψιαζόταν ως όργανο ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τη σχετική ανάκριση, ο „Arno“ δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Στάζι και να της παράσχει πληροφορίες, όχι αποκλειστικά για τους ομοεθνείς του αλλά και για μέλη άλλων εθνικών ομάδων. Λόγω των συναναστροφών του με κυκλώματα της νύχτας, γνώριζε αρκετά καλά πρόσωπα και πράγματα. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι και η γυναίκα του στρατολογήθηκε από τη Στάζι („Christina“), χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Erich Mielke, ο πανίσχυρος διοικητής της Στάζι.

Τα προβλήματα που απασχολούσαν τον οικογενειακό τους βίο ήταν ένα από τα αντικείμενα των εκθέσεων της Στάζι. Μάλιστα, ο „Arno“ δεχόταν και συμβουλές για το πως έπρεπε να συμπεριφερθεί ή να αντιδράσει απέναντι στη γυναίκα του. Φαίνεται, πως η δραματική επιδείνωση της υγείας του συνέβαλε καθοριστικά στο να υποχρεωθεί η Στάζι να τον «απολύσει», αφού άλλωστε το μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν άρρωστος στο σπίτι του και δεν είχε πλέον σημαντικές επαφές. Πάντως, μετά το πέρασμά του στο Δυτικό Βερολίνο η γυναίκα του τον επισκέφθηκε, για λογαριασμό της Στάζι βεβαίως, προφανώς για να διαπιστώσει αν είχε μιλήσει σε κάποιον για τις παλιές υπηρεσίες του. Φαίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο „Arno“ ήταν εξουθενωμένος, ψυχικά και σωματικά. Και σε αυτό είχαν συμβάλει αναμφισβήτητα, εκτός από τη δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, και οι συνεχείς ενοχλήσεις που δέχονταν εκ μέρους των ανθρώπων της Στάζι.

Ο „Arno“ συνεργάστηκε με τη Στάζι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Σε αυτό το διάστημα τού επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέφερε σε έκθεσή του και στοιχεία για την κατάσταση των ελλήνων εργατών στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν άδραξε αυτήν την ευκαιρία να εγκαταλείψει την Ανατολική Γερμανία και να παραμείνει στην Ελλάδα, ερώτημα που μάλλον βρίσκει εύκολα απάντηση αν αναλογιστεί κανείς τα «συμβόλαια» δέσμευσης των πληροφοριοδοτών με τη Στάζι.

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Στάζι το 1986, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου.

Γ3. Ο συγγραφέας-ζηλωτής

Η τρίτη περίπτωση είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον φοιτητή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και κατοπινό συγγραφέα „Anton“ (κωδικό όνομα), ο οποίος εργάστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως πληροφοριοδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Η προσφορά και δράση του έχει περιληφθεί σε πέντε φακέλους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Στάζι, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους έλληνες φοιτητές του Βερολίνου και άλλων πόλεων. Όμως η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στη συλλογή πληροφοριών για τους φοιτητές άλλων εθνικών ομάδων, όπου είχε καλές διασυνδέσεις, για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, ενώ αργότερα φαίνεται πως προστέθηκε στις αρμοδιότητές του η ενημέρωση γύρω από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Rainer Kunzer ή του Volker Braun.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις, ο „Anton“ έδειξε τρομερό ζήλο για την επιτυχή κατάληξη των αποστολών που του ανατέθηκαν, κάνοντας μάλιστα προτάσεις στους ανώτερούς του για το πως έπρεπε να επιλυθούν διάφορα ζητήματα. Ο ζήλος αυτός φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός του κομμουνισμού, από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας γερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στη Δυτική Γερμανία. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμοίβει συχνά σε δυτικά και ανατολικά μάρκα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Πάντως, μερικές φορές κίνησε την υποψία των συνομιλητών του, που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Μετά την πτώση του Τείχους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Γερμανία, μέσω των μεταφράσεων ελληνικών κειμένων. Ο θάνατός του βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Παρακολούθηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ανατολικό Βερολίνο από πράκτορες της Στάζι.

Δ. Επιλογικά

Ως κατακλείδα θα μπορούσε ανάμεσα σε πολλά να ειπωθεί απλώς πως η Στάζι συνιστά ένα λαμπρό ερευνητικό πεδίο για τη μελέτη και την κατανόηση των κομματικών μηχανισμών επιβολής και κυριαρχίας που στήριξαν για δεκαετίες ολοκληρωτικά καθεστώτα, καθώς και για τη θέση των υπό ασφυκτική επιτήρηση κοινωνιών μέσα σε αυτά. Από την πλευρά της Ελλάδας έχει γίνει μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη χρήση του αρχείου, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Και εάν στην πρώτη περίπτωση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν αφήσει αχνά τα ίχνη της έρευνάς τους στους φακέλους, στη δεύτερη πολλοί περισσότεροι – για αλλότριους φυσικά της επιστημονικής έρευνας σκοπούς – βρέθηκαν κατά πόδας του «Ρόκου» ή «Κασκαντέρ» στην ελληνική εκδοχή του James Bond.

 

The Berlin Wall and Stasi HD (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Ο Στράτος Δορδανάς (αριστερά) είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο Βάϊος Καλογρηάς είναι Διδάκτορας Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μάιντς.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα:

Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Το διπλωματικό ενδιαφέρον για το αρμενικό πρόβλημα εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος στα 1876-1878. Ωστόσο, μολονότι η κρίση εκείνη ξεκίνησε από τα Βαλκάνια, η ιστοριογραφική εξέταση της αρμενικής της παραμέτρου περιορίστηκε ουσιαστικά από άποψη γεωγραφική στον μικρασιατικό χώρο, εκεί δηλαδή όπου είχαν συμβεί και οι μεγάλες διώξεις των Αρμενίων (οι σφαγές της δεκαετίας του 1890 και του 1909 και, κυρίως, η Γενοκτονία του 1915). Στη σχετική λοιπόν βιβλιογραφία η βαλκανική διάσταση του αρμενικού ζητήματος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν απουσιάζει πάντως εντελώς: εκδόθηκαν κάποιες –ελάχιστες– μελέτες για τη διασύνδεση του αρμενικού εθνικού κινήματος με το βουλγαρικό, αλλά κι αυτές, παρά τις κάποιες πληροφορίες τους, είτε είναι ιδεολογικά φορτισμένες είτε ατελείς στην τεκμηρίωσή τους. Στην εργασία αυτή θα περιοριστώ σε ένα γενικό περίγραμμα, επισημαίνοντας τους κύριους τομείς, όπου τέμνονται το αρμενικό ζήτημα με τα βαλκανικά διπλωματικά ζητήματα, ιδιαίτερα με τις φάσεις τους που αφορούσαν τον χώρο της μείζονος Μακεδονίας.

Η διασύνδεση του αρμενικού με το Ανατολικό Ζήτημα ξεκίνησε με τη Συνθήκη ειρήνης του Παρισιού του 1856 που έθεσε τέλος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ωστόσο οι εξελίξεις που αφορούν τη Μακεδονία επιταχύνθηκαν με την Ανατολική Κρίση του 1876-1878. Τότε διεθνοποιήθηκε ουσιαστικά και το αρμενικό ζήτημα, με κύριους διπλωματικούς σταθμούς τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878) και του Βερολίνου (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, ν.η.): Στο πολυσυζητημένο άρθρο 16 της πρώτης συνθήκης συνδυαζόταν η εκκένωση από τα ρωσικά στρατεύματα των «κατακτημένων περιοχών της Αρμενίας» (δηλαδή οι ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας που είχαν συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς, τα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια») με την εφαρμογή εκ μέρους της Υψηλής Πύλης «χωρίς καθυστέρηση» (sans plus de retard) των διοικητικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η ασφαλής διαβίωση των χριστιανών κατοίκων. Στο Βερολίνο, παρά τις διαμαρτυρίες του Αρμενίου ιεράρχη Khrimian, εκπροσώπου του Αρμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο,  η ισχύς του άρθρου αυτού περικόπηκε δραστικά με το άρθρο 61, αφού παρέπεμπε την εφαρμογή του στη διακριτική ευθύνη (à garantir) –ολέθρια, όπως αποδείχτηκε σύντομα– του σουλτάνου, χωρίς πια την εγγύηση της στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων. Ανάλογες, αλλά ασαφέστερες ρυθμίσεις (με το άρθρο 23 της βερολίνειας συνθήκης) αφορούσαν και τη Μακεδονία, μόνιμο στόχο από το 1870 της βουλγαρικής βαλκανικής πολιτικής. Η Σόφια προσπάθησε κι αυτή να εντάξει στο ίδιο πεδίο τις δικές της απαιτήσεις για «μεταρρυθμίσεις» στη Μακεδονία και να προωθήσει έτσι τα σχέδιά της για τη μετέπειτα ενσωμάτωση ολόκληρης της περιοχής στη βουλγαρική επικράτεια (κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1886).

To Συνέδριο του Βερολίνου. Στο μέσο της εικόνας διακρίνεται ο οικοδεσπότης Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τότε λοιπόν και για μια τουλάχιστον τριακονταπενταετία εμφανίζονται αλληλένδετες οι εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Βουλγάρων, και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση αυτή τη φορά του εχθρικού πλέον ρωσικού παράγοντα. Οι Αρμένιοι ζητούσαν την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που είχαν αποφασιστεί στο Βερολίνο για τα «αρμενικά βιλαέτια», και οι Βούλγαροι ανάλογες ρυθμίσεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Από την ίδια επίσης εποχή χρονολογούνται και ορισμένα μέτρα της Σόφιας υπέρ των Αρμενίων που κατέφευγαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι βουλγαρικές αρχές μάλιστα φρόντιζαν και για την εκπαίδευση δεκάδων Αρμενόπουλων στην πρόσφατα (1879) ιδρυμένη στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Μέσα στο κλίμα αυτό ήταν επόμενο να αρχίσει η συνεργασία των αρμενικών επαναστατικών «κομιτάτων» με τα βουλγαρικά. Από την πλευρά τους και οι Αρμένιοι της Διασποράς άρχισαν να συνηγορούν για την αναγνώριση ως ανεξάρτητου τού ως τότε αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη στα Βαλκάνια θα συνιστούσε θετικό προηγούμενο για μιαν ανάλογη εξέλιξη στην ανατολική Μ. Ασία. Μαζί με τους Αρμενίους συντάχθηκαν σύντομα και οι φιλοαρμενικοί και φιλοβουλγαρικοί πολιτικοί κύκλοι της δυτικής Ευρώπης, με κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν σχεδόν ταυτόχρονα την ανάγκη των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» και τη «Μακεδονία».

Οι εκτεταμένες αρμενικές σφαγές του 1894-1896 ενδυνάμωσαν την αρμενο-βουλγαρική προσέγγιση. Γι’ αυτό και οι αναπόφευκτες μαζικές μετοικεσίες των Αρμενίων από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βάρνα και άλλες πόλεις της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στη γεωγραφική γειτνίαση, αλλά και στη σχετικά καλή μεταχείριση που έβρισκαν εκεί οι φυγάδες και οι πρόσφυγες. Σε αντίθεση λοιπόν με την εχθρική πολιτική που ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η Σόφια έναντι του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (που κορυφώθηκε στα πογκρόμ του 1906), οι Βούλγαροι καλλιέργησαν συστηματικά την πολιτική συνεργασία τους με τους Αρμενίους.

 

Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και οι σφαγές των Αρμενίων στα πρωτοσέλιδα του γαλλικού Τύπου.

Όλα αυτά προκάλεσαν την καχυποψία έναντι των Αρμενίων εκμέρους όλων σχεδόν των κυβερνήσεων των άλλων βαλκανικών κρατών: της Σερβίας, της Ρουμανίας και βέβαια και της Ελλάδας. Η καχυποψία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη όταν τα βουλγαρικά επαναστατικά κομιτάτα, παράλληλα με τη στρατολόγηση «κομιτατζήδων» για τη Μακεδονία, ήρθαν σε επαφή με αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις.  Στην απεγνωσμένη αναζήτηση συμμάχων, οι ηγεσίες των Αρμενίων επαναστατών (αρχικά του ριζοσπαστικού Henchakian και στη συνέχεια της μακροβιότερης σοσιαλδημοκρατικής Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας/Dashnaktsutiun), δεν απέκλεισαν τους Έλληνες: Αρχικά στράφηκαν προς τους Κρητικούς, που είχαν αρχίσει κι αυτοί τις εξεγέρσεις τους μετά την ακύρωση των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου, που έδιναν σχετική διοικητική αυτονομία στο νησί. Αλλά ενώ οι αρμενο-κρητικές επαφές παρέμεναν για ποικίλους λόγους στο επίπεδο των μυστικών –και στάσιμων– συνεννοήσεων, οι αρμενο-βουλγαρικές έγιναν περισσότερο χειροπιαστές: Οι Βούλγαροι μάλιστα άρχισαν να εκπαιδεύουν στρατιωτικά και τους Αρμενίους αντάρτες (fedayi) στο βουλγαρικό έδαφος. Σπεύδω πάντως να υπογραμμίσω ότι οι προσπάθειες των Βουλγάρων  να στρατολογήσουν Αρμενίους εθελοντές για τις ένοπλες ομάδες τους στη Μακεδονία και τη Θράκη, δεν βρήκαν απήχηση· το υπογραμμίζει τον Σεπτέμβριο του 1896 σε ανταπόκριση από τη Σόφια η φιλοαρμενική Daily News, που σημειώνει ότι μεταξύ των χιλιάδων Αρμενίων που αναζήτησαν πρόσφατα καταφύγιο στο βουλγαρικό έδαφος δεν βρέθηκε ούτε ένας πρόθυμος να συνενωθεί με τους «κομιτατζήδες» που δρούσαν στη Μακεδονία.

Η αρμενο-βουλγαρική αντιτουρκική συνεργασία είχε αρχίσει να προβάλλεται στον ευρωπαϊκό τύπο ανοιχτά από το φθινόπωρο του 1895, και μάλιστα με τις ευλογίες της Αγγλο-αρμενικής Εταιρείας του Λονδίνου, της ισχυρότερης τότε φιλοαρμενικής οργάνωσης της Ευρώπης. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη κοινές συνεδριάσεις Αρμενίων και Βουλγάρων επαναστατών. Οι συζητήσεις επισφραγίστηκαν με τη συμφωνία ανάμεσα στον Boris Sarafov, ηγετική μορφή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO), και την Αρμενική Επαναστατικής Ομοσπονδία/Dashnaktsutiun.

Μολονότι οι περισσότερες από τις ενέργειες αυτές εντάσσονταν σε προπαγανδιστικά παιχνίδια, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αξιοποιήσουν συστηματικά το αρμενικό ζήτημα, όπως έκαναν και με το κρητικό κατά τις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των αρμενικών σφαγών και των αιματηρών γεγονότων στην Κρήτη, η Σόφια έσπευσε να προωθήσει, εκμεταλλευόμενη και την κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ , τα δικά της σχέδια στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, καταρχήν με την απόσπαση σουλτανικών βερατιών για την ίδρυση νέων εξαρχικών επισκοπών στη Μακεδονία, στη συνέχεια με τη ρύθμιση επιμέρους ζητημάτων στις σχέσεις της με την Υψηλή Πύλη με ευνοϊκούς για τη βουλγαρική (και μάλλον δυσμενείς για την ελληνική) πλευρά όρους. Αλλά το σταθερό πεδίο για την εκμετάλλευση του αρμενικού ζητήματος ήταν η επίμονη διασύνδεση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» με ανάλογες στη Μακεδονία στο όνομα του άρθρου 23 της βερολίνειας συνθήκης (σύμφωνα πάντοτε με τη φιλοβουλγαρική ερμηνεία του). Ας σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του άρθρου αυτού δεν ήταν ομόθυμη στον ελληνικό πολιτικό κόσμο· αυτό φαίνεται από τις αντιπαραθέσεις που με αφορμή τις αρμενικές σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1895 καταγράφτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες με τη συμμετοχή –σε επώνυμες, ψευδώνυμες και ανώνυμες συνεντεύξεις– διπλωματών, πρώην υπουργών και δημοσιογράφων, όλων σχεδόν άριστα ενημερωμένων στο μακεδονικό ζήτημα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αυγή του 20ού αι.

Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την ελληνική ευαισθησία στην αρμενο-βουλγαρική συνεργασία, επειδή προσέβλεπαν με σχετική αφέλεια στη συσπείρωση των χριστιανικών λαών της οθωμανικής Ανατολής εναντίον του σουλτάνου. Aνάλογες ιδέες, που είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, συχνά μάλιστα με Έλληνες εμπνευστές, είχαν επανέλθει στην επικαιρότητα με τις κινήσεις για τη σύμπηξη της λεγόμενης Ανατολικής Ομοσπονδίας. Η Αθήνα βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενστερνιστεί τις ιδεαλιστικές αυτές προσεγγίσεις, ακόμα και όταν εκφράζονταν από ένθερμους φιλέλληνες. Γενικά η σύζευξη στον διπλωματικό και προπαγανδιστικό τομέα του αρμενικού με το μακεδονικό ζήτημα προδιέθετε αρνητικά τη στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε άρθρα (επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα) Ελλήνων διπλωματών, που υπογράμμιζαν τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας η επιβολή εκεί διοικητικών μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με εκείνες που καταστρώνονταν για τα «αρμενικά βιλαέτια». Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν μόνον εκεί: Ήδη η Υψηλή Πύλη, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1890, κατά την εφαρμογή της αδυσώπητης αρμενικής της πολιτικής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει επιδεικτικά τακτική διακρίσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων της. Και όταν ξέσπασαν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων το φθινόπωρο του 1895, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από το αιματηρό πρόγραμμα με τέτοια ακρίβεια και σχολαστικότητα, προπάντων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητη συμπεριφορά των μουσουλμάνων (όπως θέλησε να παραστήσει το καθεστώς), αλλά για την τήρηση αυστηρών εντολών της κεντρικής εξουσίας. Γι’ αυτό και στο τελικό ισοζύγιο των σφαγών της περιόδου 1894-1896 το ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε παρά ελάχιστες μόνο αμυχές: Ο αριθμός των καταγραμμένων τουλάχιστον Ελλήνων νεκρών και βαριά τραυματισμένων δεν ξεπέρασε τις δεκάδες, την ίδια εποχή που ο αρμενικός πληθυσμός πλήρωνε βαρύτατο τίμημα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Οι αναλογίες ισχύουν και στο πεδίο των υλικών καταστροφών, παρ’ όλο που οι διακρίσεις στις λεηλασίες των χριστιανικών περιουσιών δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια πάντοτε ευστοχία.

Οι σφαγές του 1895 σε βάρος των Αρμενίων.

Η ευμενής μεταχείριση των Ελλήνων –που θα πρέπει βέβαια να αποδοθεί και στους φόβους του σουλτάνου για ενδεχόμενη επέμβαση των Ρώσων υπέρ των «προστατευόμενων» ομοδόξων– εκδηλώθηκε με χειρονομίες και προς την κορυφή (στον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄) και προς τη βάση (με οικονομικές παροχές προς τα ελληνικά σχολεία, αλλεπάλληλους διορισμούς Ελλήνων σε επίζηλες δημόσιες θέσεις κ.ά.). Ας σημειωθεί ότι την εξέλιξη αυτή την είχαν προβλέψει προπολλού οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης· γι’ αυτό και δίσταζαν να συμμετάσχουν στο εθνικό κίνημα των συμπατριωτών τους, αφού την ίδια τακτική –αλλά αντίστροφα– την είχαν ήδη ακολουθήσει οι σουλτάνοι μισόν αιώνα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821: Τότε το «πιστό» αρμενικό στοιχείο όχι μόνο είχε ξεφύγει από τις σφαγές, αλλά και είχε επωφεληθεί, αντικαθιστώντας στις κρατικές θέσεις το τότε «στασιαστικό» ελληνικό.

Η υποκριτική τακτική της Υψηλής Πύλης υπέρ των Ελλήνων είχε δυο στόχους: Ο πρώτος (και κύριος) ήταν η διάσπαση ανάμεσα στις δυο εθνότητες, ώστε να υπονομευθεί εξαρχής ο ενδεχόμενος σχηματισμός κοινού χριστιανικού μετώπου. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ προσδοκούσε και άμεσα πολιτικά ωφέλη: την ενδεχόμενη, βραχυπρόθεσμη για τις περιστάσεις, προσέγγιση με τους Έλληνες ή τουλάχιστον την ουδετερότητά τους στην αρμενική κρίση. Γι’ αυτό, παράλληλα προς τη «φιλελληνική» συμπεριφορά του, που την υπογράμμιζε με τρόπο πομπώδη και επιδεικτικό στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος άρχισε να καλλιεργεί το έδαφος για μια διπλωματική προσέγγιση με την Ελλάδα: Τον Μάρτιο του 1895, για να επιτύχει την εκτόνωση της αντιτουρκικής έντασης στην Κρήτη, έστειλε εκεί ως βαλή τον ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Καρπός αυτής της τακτικής ήταν να επικρατήσει τον Μάιο του 1895 στην Κρήτη απατηλό κλίμα ευφορίας. Έτσι η αρμενικἠ κρίση συνδυάστηκε με το κρητικό ζήτημα, που για ένα μικρό διάστημα φάνηκε να ρυθμίζεται με αντίτιμο τις αρμενικές εκατόμβες. Ένα χρόνο αργότερα ο σουλτάνος προχώρησε σε τολμηρότερα σχέδια: πρότεινε στην Αθήνα τη σύμπηξη «βαλκανικής» συμμαχίας, με πρώτα μέλη της βέβαια την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ανταπόκριση των ελληνικών κυβερνήσεων στα σουλτανικά στρατηγήματα ήταν ψυχρή: Η Αθήνα ούτε συνεργάστηκε με την Υψηλή Πύλη στα Βαλκάνια ούτε αρνήθηκε να φιλοξενήσει στην Αττική χιλιάδες Αρμενίους πρόσφυγες και δεκάδες πολιτικούς φυγάδες. Όπως ήταν επόμενο, η τακτική αυτή –που υποστηριζόταν βέβαια και από την ελληνική κοινή γνώμη με πρωτοστάτη την εφημερίδα Εστία– προκαλούσε τις αντιδράσεις των Οθωμανών. Στα 1895-1896 ο σουλτάνος απέδιδε τη συνεχή αναζωπύρωση του αρμενικού ζητήματος σε δυο παράγοντες: στην υποστήριξη των Αρμενίων από τη Μ. Βρετανία και στην ανοχή της Ελλάδας έναντι των Αρμενίων ακτιβιστών που είχαν καταφύγει στο έδαφός της.

Αριστερά: Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αττική Δεξιά: Η ειλικρίνεια του σουλτάνου, δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία.

Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897 συνδέθηκε και πάλι με το αρμενικό ζήτημα, τουλάχιστον στο πεδίο της προπαγάνδας. Οι φιλελληνικοί κύκλοι διατύπωσαν την υποψία ότι ο σουλτάνος, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο, δικαιολογούνταν απόλυτα να κλείσει ένα άλλο· να αναβάλει δηλαδή για αργότερα (ουσιαστικά να ακυρώσει) την εφαρμογή των προτεινόμενων αρμενικών μεταρρυθμίσεων. Και πραγματικά: Οι θεαματικές επιτυχίες των οθωμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλία αναπτέρωσαν τόσο πολύ το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και το κύρος του ίδιου του σουλτάνου-χαλίφη), ώστε να γίνει ακόμα πιο δύσκολη, αν και όχι αδύνατη, η επιβολή εκμέρους των Δυνάμεων των σχεδίων τους για τις «αρμενικές» επαρχίες. Τον Οκτώβριο του 1897 ο Αβδούλ Χαμίτ δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι το αρμενικό ζήτημα «είχε επιτέλους κλείσει».

Η Ελλάδα ηττημένη στα 1897 με φόντο τα θύματα των αρμενικών σφαγών.

Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα η αρμενική εμπλοκή στα βαλκανικά ζητήματα συνδέθηκε και πάλι με τον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό για τη Μακεδονία. Οι μαζικότερες φιλοαρμενικές και φιλοβουλγαρικές εκδηλώσεις («υπέρ της Μακεδονίας καί της Αρμενίας») στη Δυτική Ευρώπη στα 1902 και 1903 προκάλεσαν αμηχανία στην Αθήνα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη η στάση του Γάλλου ελληνιστή Victor Bérard, ο οποίος, παρά τις φιλελληνικές του περγαμηνές, επέμεινε ως τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ότι το μακεδονικό αδιέξοδο θα έβρισκε τη λύση του μόνο στο πλαίσιο μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Οι περισσότερες πάντως καταγγελίες εναντίον της Ελλάδας προέρχονταν από τους Βρετανούς που συνδέονταν με τη «Balkan Committee» του Λονδίνου, μια οργάνωση που είχε στο ενεργητικό της σημαντικές φιλοβουλγαρικές επιδόσεις.

Η ελληνική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά όπως φαίνεται από ποικίλα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, οι Έλληνες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν κατανοητή στη δυτική κοινή γνώμη τη διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ελληνική Μακεδονία και τον τρέχοντα –τότε– γεωγραφικό και πολιτικό της όρο (που περιελάμβανε και το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου). Μόνο στα επόμενα χρόνια η δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις στάση της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής διανόησης άρχισε να αλλάζει· το ίδιο αφορά και τις βουλγαρικές και τις αρμενικές εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες μάλιστα άρχισαν και να αποσυνδέονται η μια από την άλλη, με το επιχείρημα ότι η συνολική τους λύση ήταν πλέον ανέφικτη. Πάντως μερικοί προσέγγιζαν το μακεδονικό και το αρμενικό συγκριτικά, προτείνοντας στο πρώτο τη συνεννόηση ανάμεσα σε Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους με βάση τα αποτελέσματα των στατιστικών για τη γλώσσα, την εθνική συνείδηση και τα σχολεία, και στο δεύτερο τα δημογραφικά δεδομένα των επιμέρους μικρασιατικών επαρχιών.

Οι κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν άσχετες με ένα ακόμα δεδομένο: ότι η Αθήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση στη Μακεδονία, άρχισε να προσεγγίζει την Υψηλή Πύλη. Η προσέγγιση εκείνη –αλλόκοτη με τα μέτρα της εποχής– αιτιολογήθηκε με δυο τουλάχιστον δεδομένα: Το γεγονός ότι ο τότε ηγεμόνας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Α΄ βολιδοσκοπούσε τον σουλτάνο για κάποιας μορφής πολιτική συνεννόηση, και, κυρίως, η έξαρση της ένοπλης δράσης των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία και στην ανατολική Θράκη. Η διατήρηση κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες του οθωμανικού status quo στη Μακεδονία ήταν για την Ελλάδα της εποχής εκείνης προτιμότερη για την προστασία τού πιστού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο πληθυσμού από την αιματοχυσία. Η Αθήνα (που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα και στις σχέσεις της με τη Ρουμανία) επικαλέστηκε το δικαίωμά της στη Realpolitik, προπάντων όταν ξέσπασε η «εξέγερση» του Κρουσόβου (Ilinden) της 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, ένα αιματηρό γεγονός που έκανε την κατάσταση στη Μακεδονία ανεξέλεγκτη. Η ελληνοτουρκική συνεργασία βέβαια ήταν περιστασιακή και μονοδιάσταση· αφορούσε μόνο το μακεδονικό.

Μακεδονικός αγώνας (1904-1908). Ελληνικό ένοπλο σώμα Χαλκιδικής.

Με την ανακήρυξη του οθωμανικού Συντάγματος στα 1908, το ολοένα και συγκεντρωτικότερο νεοτουρκικό καθεστώς άρχισε να αμφισβητεί –στο όνομα της εκκοσμίκευσης του κράτους– την κοινοτική οργάνωση των μη μουσουλμανιών κοινοτήτων, χωρίς ωστόσο να θίξει αντίστοιχες κατεστημένες παραδόσεις στη μουσουλμανική πλειονότητα. Έτσι τα δυο Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό και το Αρμενικό, αλλά και η βουλγαρική Εξαρχία, άρχισαν έναν απεγνωσμένο αγώνα για να διασώσουν τα παραδοσιακά «προνόμια» των χριστιανικών κοινοτήτων και συνεπώς και την εθνικο-θρησκευτική τους ταυτότητα από τη διακηρυσσόμενη ενσωμάτωση σε ένα κοινό «πατριωτικό» σώμα όλων των Οθωμανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Αλλά στο μεταξύ προστέθηκαν και νέες αφορμές, που έπεισαν το νεοτουρκικό κομιτάτο να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική του πολιτική: Ήταν η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Βουλγαρία και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρουγγαρία (5-6 Οκτωβρίου 1908). Και όταν άρχισαν ανάλογες κινήσεις για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το καθεστώς άρχισε για εκφοβισμό τη συστηματική δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας και το ανηλεές μποϊκοτάζ του ελλαδικού εμπορίου. Στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις άρχισε σταδιακά η προσέγγιση της Αθήνας με τη Σόφια και το Βελιγράδι. Επιπλέον συνέκλιναν, για πρώτη φορά, και οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της βουλγαρικής Εξαρχίας για τη διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής τουλάχιστον αυτονομίας των κοινοτήτων τους.

Η αρμενική ανταπόκριση στις προσπάθειες αυτές ήταν μάλλον αναιμική. Το γεγονός οφειλόταν καταρχήν στην έλλειψη κατά την περίοδο εκείνη εκκλησιαστικής ηγεσίας: Στο διάστημα από τις αρχές του 1909 ως το τέλος του 1911 το Αρμενικό Πατριαρχείο διοικούνταν ουσιαστικά από Τοποτηρητές ή με βραχύχρονες πατριαρχικές θητείες. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο ήταν η διάσταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική ηγεσία και τα αρμενικά επαναστατικά κόμματα, ιδιαίτερα το Dashnak. Οι ντασνακιστές εξακολουθούσαν να συνεργάζονται σταθερά με το καθεστώς ακόμα και

Ένοπλο σώμα ντασνακιστών. Στο λάβαρο διακρίνεται η φράση  Azatutyun kam Mah (Ελευθερία ή θάνατος).

μετά τις μαζικές σφαγές των Αρμενίων της Κιλικίας στα 1909· δεν διέρρηξαν επίσης τις σχέσεις τους με το νεοτουρκικό κομιτάτο παρά τη συστηματική αρπαγή των αρμενικών αγροτικών περιουσιών. Το ίδιο έπραξαν όταν τα ανθελληνικά πογκρόμ του 1909-1911 συμπεριελάμβαναν –κατά λάθος– και αρμενικούς πληθυσμούς. Στις διακηρύξεις φανατικών εκπροσώπων του μουσουλμανικού ιερατείου για τα προγκρόμ αυτά, αλλά και των εκφραστών του αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, ο αντίπαλος δεν καθοριζόταν εθνικά, αλλά θρησκευτικά: το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί με την οικονομική εξουθένωση όλων των απίστων. Μόνον έτσι θα επικρατούσε  οικονομικά το «τουρκικό» στοιχείου έναντι του μη μουσουλμανικού (ελληνικού, αρμενικού και εν μέρει και ιουδαϊκού), το οποίο διαμεσολαβούσε επί αιώνες στις αποικιοκρατικές παρεμβάσεις της χριστιανικής Δύσης στην οθωμανική επικράτεια.

Το κλίμα αυτό επικράτησε ως τους βαλκανικούς πολέμους στα 1912-1913. Οι ντασνακιστές κρατήθηκαν στην μετριοπαθή τακτική τους έναντι των Νεοτούρκων, επειδή έβλεπαν ως έσχατη λύση στο εθνικό τους πρόβλημα τη μελλοντική ειρηνική συμβίωση του αρμενικού στοιχείου με το μουσουλμανικό. Τελικά η τακτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν, όπως αποδείχτηκε σύντομα, η ἀναβολή τοῦ επερχόμενου δεινοῦ. Αυτό φάνηκε ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα, όταν την ενδημική ανασφάλεια της οθωμανικής ενδοχώρας την επιδείνωσε ένας νέος παράγοντας: οι χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες (muhacirler), που κατέφθαναν αθρόοι αρχικά από τη Βουλγαρία και στη συνέχεια από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι πρόσφυγες, αφού πρώτα κατέφυγαν πανικόβλητοι στη Θράκη και τη Μακεδονία, στη συνέχεια υποχρεώθηκαν, εξαιτίας των νέων εδαφικών οθωμανικών αναδιπλώσεων, να μετακινηθούν και πάλι προς τα ανατολικοθρακικά και ιωνικά παράλια και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αλλά στις παρεμβάσεις των αρχών για την «αποκατάσταση» των προσφύγων διακρίνει κανείς, εκτός από τους ανθρωπιστικούς, και πολιτικούς στόχους: τη δημογραφική αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι του χριστιανικού, του ελληνικού (και εν μέρει του βουλγαρικού) στην ανατολική Θράκη και την Ιωνία, του αρμενικού στη μικρασιατική ενδοχώρα.

Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Αρμένιοι υπήκοοι του σουλτάνου θα αρχίσουν να δοκιμάζονται με την αναπόφευκτη εμπλοκή τους στην αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους πέραν των συνόρων ομόθρησκους και ομοεθνείς τους. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν καθόλου εύκολη, ιδιαίτερα για τους Αρμενίους. Καταρχήν όσοι προωθήθηκαν στο μέτωπο της Θράκης (οι περισσότεροι), βρέθηκαν συχνά απέναντι σε βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες συμμετείχαν, ως εθελοντές ή επιστρατευμένοι, εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Συνολικά οι Αρμένιοι που εντάχθηκαν σε διάφορες μονάδες του βουλγαρικού στρατού υπολογίστηκαν σε 1.000 άνδρες. Οι σχέσεις άλλωστε των αρμενικών επαναστατικών οργανώσεων με τους Βουλγάρους ήταν, όπως αναφέρθηκε, και στενές και μακροχρόνιες. Συνεπώς ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι στα μέτωπα της Θράκης σημειώθηκαν και αρκετές αρμενικές λιποταξίες από την οθωμανική προς τη βουλγαρική πλευρά.

Αλλά οι βαλκανικοί πόλεμοι και ιδιαίτερα ο πρώτος έδωσαν την αφορμή να επανέλθει στη διπλωματική επικαιρότητα το αρμενικό ζήτημα. Καταρχήν η δραματική αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας στην Μακεδονία με την εκδίωξη των Οθωμανών ακύρωσε de facto τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου που συνδέονταν με τις πολυσυζητημένες, αλλά ανεκτέλεστες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα «αρμενικά βιλαέτια». Δεν ήταν τυχαίο ότι στον ευρωπαϊκό τύπο διατυπώνονταν φόβοι ότι σύντομα οι Οθωμανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, εκτός από το βαλκανικό, και ένα ακόμα εσωτερικό μέτωπο στις αρμενικές τους επαρχίες. Εξάλλου η εκκλησιαστική και εθνική ηγεσία των Αρμενίων άρχισε να κινητοποιείται για τη διπλωματική αναψηλάφηση του αρμενικού ζητήματος, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις που άρχιζαν στο Λονδίνο (Δεκέμβριος 1912) για τη ειρήνευση των εμπολέμων του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Αλλά ο παράγοντας που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αναμφίβολα ο ρωσικός: Τον Ιούνιο του 1913 η ρωσική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο για τις «αρμενικές μεταρρυθμίσεις», το οποίο και θα παρουσίαζε σύντομα σε ειδική πρεσβευτική συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων για ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αλλά δεν έπεισαν πια κανέναν: Οι βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν μόνο αλλάξει τον πολιτικό χάρτη στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· είχαν αναθερμάνει ως καταλύτες, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την οριστική λύση και της αρμενικής εκκρεμότητας. Ταυτόχρονα, με τους πολέμους του 1912-13 έσβησε οριστικά και η ουτοπία του «οθωμανισμού» (osmanlılik) και των διλημμάτων που αυτό είχε εκθρέψει μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων θιασωτών του. Ακόμα και οι νομοταγείς ως τότε ντασνακιστές δεν ήταν πια διατεθειμένοι –με κάποιες εξαιρέσεις– να δώσουν νέα παράταση στις ως τότε «καλές» (αλλά δοκιμαζόμενες) σχέσεις τους με τους Νεότουρκους.

Έντυπο για το αρμενικό και μακεδονικό ζήτημα.

Τον Ιούλιο του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει το αρμενικό αποφάσισε τον χωρισμό των «αρμενικών» βιλαετιών σε δυο μεγάλες διοικητικές ενότητες, την αποστολή σ’ αυτές ευρωπαϊκής χωροφυλακής (κατά το προηγούμενο της Μακεδονίας), τον διορισμό εκεί δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών» (inspecteurs généraux) με αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τη συμμετοχή των χριστιανών στις νομαρχιακές συνελεύσεις των δυο «επιθεωρητειών» σε ποσοστό 50%. Οι διεθνείς αυτές εγγυήσεις για την ασφάλεια των Αρμενίων στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας ήταν αυτή τη φορά ρεαλιστικές σε σύγκριση με τις ασταθείς προϋποθέσεις που είχε δημιουργήσει για το ίδιο ζήτημα πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου το συνέδριο του Βερολίνου. Ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση αναζητούσε στρατηγήματα για να εξουδετερώσει και το νέο σχέδιο. Με πρόφαση λοιπόν τις εκκρεμότητες του δευτέρου βαλκανικού πολέμου (που έληξαν με τις συνθήκες ειρήνης των Οθωμανών με τους Βουλγάρους και τους Έλληνες στις 17/30 Σεπτεμβρίου και 1/14 Νοεμβρίου 1913) άρχισε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις για την τελική διαμόρφωση του σχεδίου. Παράλληλα δεν σταμάτησε και τις οργανωμένες μαζικές διώξεις των ελληνικών πληθυσμών της Θράκης και της Ιωνίας. Ήταν φανερό ότι, μετά τις τραυματικές εμπειρίες στα Βαλκάνια, οι Νεότουρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τα αρχικά τους σχέδια για τον μετασχηματισμό της Αυτοκρατορίας σε εθνικά ομογενοποιημένο τουρκικό κράτος. Αποδέχτηκαν βέβαια εκόντες άκοντες (8 Φεβρουαρίου 1914) τις αποφάσεις των Δυνάμεων για τις αρμενικές τους επαρχίες, καθώς επίσης, μερικούς μήνες αργότερα τον διορισμό των δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών». Ωστόσο πολύ σύντομα (2 Αυγούστου 1914) θα υπογράψουν τη μυστική γερμανοτουρκική συνθήκη συμμαχίας, που θα τους εντάξει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Με την έκρηξη λοιπόν του Μεγάλου Πολέμου δεν θα αναβάλουν απλώς την εφαρμογή του νόμου για τη διοικητική αναδιοργάνωση της οθωμανικής Αρμενίας· θα τον καταργήσουν (16 Δεκεμβρίου), εκδιώκοντας ταυτόχρονα και τον έναν από τους δυο Ευρωπαίους «επιθεωρητές» που είχε στο μεταξύ σπεύσει να αναλάβει τα καθήκοντά του. Τέλος, για να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την επανεμφάνιση στο μέλλον του φάσματος ενός νέου αρμενικού προβλήματος, θα θέσουν σε εφαρμογή στα 1915 την από χρόνια κυοφορούμενη στους κλειστούς κύκλους του νεοτουρκικού κομιτάτου τελική «λύση»: τη μαζική εξόντωση του συνόλου σχεδόν του αρμενικού πληθυσμού της οθωμανικής επικράτειας. Η εκτέλεση του εφιαλτικού αυτού σχεδίου, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια με την εκμηδένιση και των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα επισκιάσει με την έκταση και την αγριότητά του όλες τις ανθρώπινες εκατόμβες των προηγούμενων δεκαετιών.

Armenian Genocide Museum – Institute, Yerevan. Virtual Tour

O Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Επίτιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης  Διετέλεσε, επίσης, επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας του απένειμε το χρυσό μετάλλιο Τιμής και  η ισπανική κυβέρνηση το παράσημο του Ταξιάρχη. Η Δημοκρατία της Αρμενίας, με σχετική πράξη του Προέδρου της, τον τίμησε με το «Μετάλλιο Μοβσές Χορενατσί» για το πολύτιμο επιστημονικό έργο του περί του Αρμενικού ζητήματος .
  • Ελληνική διασκευή της μελέτης του συγγραφέα “La dimensón balcánica de la cuestión armenia (1856-1914)”, στο: Balcanes. Procesos históricos y desafíos actuales, επιμ. D. M. Morfakidis Motos – J. A. Ruiz Jiménez, Γρανάδα 2017, σ. 197-216.

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Argyriadès, «Ceux qui luttent pour leur liberté. Crète et Macédoine», Almanach de la Question Sociale […] pour 1897, Παρίσι, 1897, σ. 232-236.

André Barre, L’esclavage blanc (Arménie et Macédoine), Παρίσι, L. Michaud, χ.χ. [1909].

Dogan Y. Çetinjaya, The Young Turks and the Boycott Movement: Nationalism, Protest and the Working Classes in the Formation of Modern Turkey, Λονδίνο, I.B. Tauris, 2013.

Vahakn N. Dadrian, The History of the Armenian Genocide. Ethnic Conflict from the Balkans to Anatolia to the Caucasus, Providence, RI, Berghahn, 1995.

Louise Nalbandian, The Armenian Revolutionary Movement. The Development of Armenian Political Parties through the Nineteenth Century, Berkeley, Calif., Univ. of California Press, 1963.

Surik V. Ovnanian, Armiano-bolgarskie istoričeskie sviazi i armianskie kolonii ν Bolgarii vo vtoroi polovine XIX veka (Οι αρμενοβουλγαρικές ιστορικές σχέσεις και οι αρμενικές παροικίες στη Βουλγαρία στο δεύτερο μισό του 19ου αι.), Εριβάν, Izdatelstvo Akademii Nauk Armianskoi SSR, 1968.

Duncan M. Perry,  «The Macedonian Revolutionary Organization’s Armenian Connection», Armenian Review, 42/1 (1989), 61-70.

Armand J. Kirakossian, British Diplomacy and the Armenian Question: From the 1830s to 1914, Princeton N.J., The Gomidas Institute, 2003.

Ivan Savev, «Victor Bérard et la Macédoine», Cahiers balkaniques, 38-39 (2011), 149-166.

Ronald Grigor Suny – Fatma Müge Göçek – Norman M. Naimark (επιμ.), A Question of Genocide: Armenians and Turks at the End of the Ottoman Empire, Νέα Υόρκη, Oxford Univ. Press, 2011.

Stéphane Yérasimos, «Comment furent tracées les frontières actuelles au Proche-Orient. Des crayons, des gommes, des cartes, des ratures», Hérodote, 41 (1986), 123-161.

K. Χασιώτης, Ἀδελφά ἔθνη ἐν μέσ θυέλλης. Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2015.

Αγγελική Δεληκάρη–Μαρία Μητσού: Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

Αγγελική Δεληκάρη – Μαρία Μητσού

Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

 

Ο Ιβάν Δ΄ (1530-1584), γιος του Ρώσου ηγεμόνα Βασίλειου Γ΄ (1505-1533) και της Έλενας Glinskaja, συνέδεσε το όνομά του με μία ιδιαίτερα σκληρή και πολλές φορές βίαιη άσκηση εξουσίας και έμεινε στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Τρομερός. Η προσωπικότητά του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από τραγικές απώλειες στο στενό συγγενικό περιβάλλον του. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έχασε τον πατέρα του (1533), ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (1538), για την οποία υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους. Μέχρι την ενηλικίωσή του συνέχισε να βιώνει ένα κλίμα έντονων αντιπαραθέσεων και μηχανορραφιών ανάμεσα σε δύο κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες των Šujskij, απογόνων των ηγεμόνων του Suzdal’, και των Bel’skij, επιφανούς οικογένειας της δυτικής Ρωσίας. Συχνά ο νεαρός τσάρος χρησιμοποιήθηκε σε ίντριγκες, που ενίοτε κατέληγαν σε φόνους και εξορίες. Τα βιώματα αυτά της παιδικής ηλικίας του συντέλεσαν κατά πάσα πιθανότητα στη δυσπιστία που τον διακατείχε σε όλη την περίοδο της ζωής του σε συνδυασμό με τη συνεχή εμμονή καταδίωξης, αφού έβλεπε παντού συνομωσίες και προδότες.

Η στέψη του σε τσάρο στις 16 Ιανουαρίου του 1547 πραγματοποιήθηκε σε μια λαμπρή τελετή με βάση το βυζαντινό τυπικό. Έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας νυμφεύτηκε την Αναστασία Romanovna, γόνο της μετέπειτα δυναστείας των Romanov. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Μόσχα συνταράχθηκε από μία εξέγερση των κατοίκων της με αφορμή καταστροφές που προκλήθηκαν από αλλεπάλληλες πυρκαγιές στην πόλη. Αν και ευθυνόταν γι’ αυτό μάλλον η μεγάλη ξηρασία, ο λαός απέδωσε ευθύνες στην οικογένεια των Glinskij, συγγενών του τσάρου από την πλευρά της μητέρας του. Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τότε από τον εξαγριωμένο όχλο (λεηλασία ανακτόρων, λιθοβολισμός έως θανάτου του θείου του τσάρου, Jurij Glinskij, κ.ά.) επηρέασαν αποφασιστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής του Ιβάν Δ΄. Συνειδητοποιώντας τη σκληρή πραγματικότητα και τη μοναξιά του ηγεμόνα, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την εδραίωση της τσαρικής εξουσίας με τη δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και τον περιορισμό της δύναμης των βογιάρων. Σ’ αυτή την πορεία συνέβαλαν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στους τομείς της δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας. Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των αλλαγών αυτών διαδραμάτισε το «επιλεγμένο συμβούλιο» (Izbrannaja rada), που απαρτιζόταν από νέα σχετικά σε ηλικία έμπιστα άτομα του τσάρου όπως, ο knjaz Andrej Kurbskij, ο προϊστάμενος του προσωπικού γραφείου του τσάρου, Aleksej Adašev, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Ivan Vyskovatyj, ο ιερέας της Αυλής, Silvestr’, και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, Μακάριος, που ταυτόχρονα αποτελούσε και πατρική μορφή για τον Ιβάν Δ΄. Το συμβούλιο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της Bojarska duma, του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του τσάρου.

Ο Ιβάν Δ΄ σε νεαρή ηλικία και η τσαρίνα Αναστασία.

Από τη μεταρρύθμιση του δικαίου προέκυψε ο νέος νομικός κώδικας, ο Sudebnik, που προέβλεπε τη δημιουργία κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και τη μείωση των δικαστικών δικαιοδοσιών των βογιάρων-τοποτηρητών στις επαρχίες της χώρας. Όσον αφορά τον στρατό, οργάνωσε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα 3000 τουφεκιοφόρων, των Strelcy, που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του τσάρου. Μια άλλη μονάδα 1000 οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν κτήματα (pomestje) κοντά στη Μόσχα, είχε ως κύριο καθήκον τους την επίλυση διπλωματικών, διοικητικών αλλά και έκτακτων στρατιωτικών προβλημάτων. Τέλος, καθορίστηκε η στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με την οποία κάθε γαιοκτήμονας όφειλε να διαθέτει, όποτε έκρινε το κράτος, για κάθε 545 στρέμματα που κατείχε, έναν εξοπλισμένο ιππέα. Στο πλαίσιο αυτό των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας. Το 1551 συγκλήθηκε σύνοδος (έμεινε γνωστή ως Stoglav Sobor), προϊόν της οποίας ήταν ένας τόμος με 100 κεφάλαια σχετικά με την ανανέωση της  Εκκλησίας, αλλά και την τήρηση των ηθών του Χριστιανισμού. Θεσπίστηκαν μέτρα που καταδίκαζαν τις αυθαιρεσίες των επισκόπων, τη σιμωνία, τη διαφθορά στην Εκκλησία, την ύπαρξη μικτών μοναστηριών, κ.ά. Στόχος ήταν γενικότερα η ηθική ζωή των πολιτών, η απαγόρευση της μέθης, του όρκου, των τυχερών παιχνιδιών, της συμμετοχής σε λαϊκές εκδηλώσεις ενδεχομένως παγανιστικής προέλευσης. Στις μεταρρυθμίσεις αυτές ο τσάρος είχε ως έναν βαθμό τη συμπαράσταση του κλήρου, αφού η Ρωσική Εκκλησία δέχθηκε να συμμετέχει με την περιουσία της στις οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η δωρεά γαιών προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, που συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας, ο τσάρος άρχισε να εκδηλώνει τα επεκτατικά σχέδιά του. Στράφηκε εναντίον των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν, απομεινάρια της Χρυσής Ορδής. Το 1552 κατέλαβε την πόλη του Καζάν μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες, ενώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ολοκλήρωσε την υποταγή ολόκληρου του χανάτου. Το 1556 προσάρτησε και το χανάτο του Αστραχάν. Αυτό σήμαινε ότι οι Ρώσοι κυριαρχούσαν πλέον κατά μήκος του Βόλγα, γεγονός που τους επέτρεπε την πρόσβαση στις αγορές της Ανατολής. Με τις κατακτήσεις αυτές η Μόσχα είχε την ευκαιρία να προχωρήσει προς τα Ουράλια αλλά και τη Σιβηρία. Αρκετά αργότερα, το 1582, το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία περιήλθε επίσης στην κατοχή του Ιβάν Δ΄, όταν το κατέλαβαν οι Κοζάκοι και του το προσέφεραν ως «δώρο».

Η κατάληψη του Καζάν το 1552, πίνακας του Aleksey Kivshenko (1880).

Στη συνέχεια ο τσάρος έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη Λιβονία (τμήμα της σημερινής Λετονίας), η οποία βίωνε μία βαθιά εσωτερική κρίση. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από την κατάσταση, ο Ιβάν Δ΄ ζήτησε την αποπληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού ως αναδρομικό φόρο. Η αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί οικονομικά αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή ενός πολέμου που θα ξεκινήσει το 1558 και θα διαρκέσει 25 έτη. Αν και η Λιβονία δεν κατόρθωσε να αντισταθεί και διαλύθηκε, ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ουσιαστικό όφελος, αφού τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στη Σουηδία, τη Δανία και την Πολωνία-Λιθουανία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Ιβάν Δ΄ να υπογράψει συνθήκη με τη Δανία και εκεχειρία με τη Σουηδία. Επόμενος στόχος του τσάρου ήταν να αποσπάσει την ηγεμονία του Πόλοτσκ από την Πολωνία-Λιθουανία. Η κατάκτηση της πόλης του Πόλοτσκ (1563) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στρατιωτική ρωσική επιτυχία. Ωστόσο άρχιζε μία καθοδική πορεία στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας που οφειλόταν κυρίως στη συμπεριφορά του τσάρου απέναντι στους στρατιωτικούς ηγέτες και διπλωμάτες. Πολλοί θα πέσουν θύματα των εκκαθαρίσεων του Ιβάν Δ΄, ενώ άλλοι θα επιλέξουν να ζητήσουν καταφύγιο στο εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια περίοδο οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις του πληθυσμού προς το κράτος αυξάνονταν εξαιτίας των επεκτατικών πολέμων της Ρωσίας. Αυτό προκάλεσε μαζική φυγή του πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές του κράτους προς τη στέπα, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια από τους φοροεισπράκτορες του τσάρου. Την ερήμωση επιδείνωσαν επίσης οι μαζικοί διωγμοί, ο παρατεταμένος λιμός των ετών 1569-1571, αλλά και η εισβολή του Κριμαϊκού χανάτου στη Ρωσία το 1571/1572. Το τελευταίο έγινε αιτία να οδηγηθούν στην ομηρία πάνω από 100.000 Ρώσοι πολίτες. Η δημογραφική αυτή πτώση συντέλεσε στην αδυναμία καλλιέργειας των κτημάτων των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς έσοδα οι στρατιωτικοί και να λιποτακτούν και αυτοί μαζικά, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το ρωσικό στράτευμα.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1533 – 1598).

Η εκλογή του Ούγγρου ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας και ικανότατου στρατηγού Στέφανου Báthory ως βασιλιά της Πολωνίας-Λιθουανίας το 1578 θα επηρεάσει αρνητικά τις εξελίξεις για τη Ρωσία στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Báthory σε συνεργασία με τους Σουηδούς κινήθηκε εναντίον της Ρωσίας και κατόρθωσε το 1579/1580 να επανακτήσει το Πόλοτσκ, ενώ η Σουηδία κατέλαβε το ρωσικό τμήμα της Καρελίας. Ο τσάρος, βλέποντας τον ρωσικό στρατό να αδυνατεί να ανταποκριθεί στα πολλά μέτωπα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει το Βατικανό για διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοιχτό στον πάπα το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Ρωσία σε ένα αντιτουρκικό μέτωπο, αλλά και υπόνοιες για συναίνεσή του στην Ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν (με την Πολωνία-Λιθουανία το 1582 και με τη Σουηδία το 1583) ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικές για τη Ρωσία. Επιστράφηκαν στην Πολωνία-Λιθουανία όλα τα εδάφη της Λιβονίας, ενώ η Σουηδία εδραίωσε την κυριαρχία της στις κατακτημένες ρωσικές περιοχές και πόλεις. Με τον τρόπο αυτόν η Ρωσία εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τη Βαλτική θάλασσα και να μαστίζεται από σημαντική οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ivan le Terrible (documentaire)

Ο Ιβάν Δ΄ ήδη από το 1560 είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα εναντίον συμβούλων, συνεργατών, αξιωματούχων και εκκλησιαστικών ανδρών, θεωρώντας ότι όλοι αυτοί αποσκοπούσαν να κυβερνούν τη χώρα και να παρακάμπτουν τον τσάρο. Ο θάνατος δύο προσφιλών προσώπων του, της συζύγου του Αναστασίας το 1560 και του μητροπολίτη Μακάριου το 1563 επέδρασε αρνητικά στην ψυχολογία του. Αυτό που είχε τώρα πρώτιστη σημασία για τον τσάρο ήταν η επιβολή της απόλυτης εξουσίας του με την εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Η συμπεριφορά άλλωστε του Andrej Kurbskij, τοποτηρητή της Λιβονίας, και παράλληλα προσωπικού φίλου και συγγενή του Ιβάν Δ΄, να διαφύγει (τον Απρίλιο του 1564) στη Λιθουανία, πυροδότησε μια σειρά διώξεων και εκτελέσεων των knjazi και των βογιάρων. Προκειμένου να εξαφανίσει ο τσάρος κάθε ίχνος απειλής, δημιούργησε ένα ειδικό σώμα, την οπρίτσνινα (Oprichnina), εγκαινιάζοντας μία περίοδο τρομοκρατίας για τη χώρα. Εκτεταμένα εδάφη της βόρειας ευρωπαϊκής Ρωσίας υπήχθησαν σε ένα νέο νομικό καθεστώς και θεωρήθηκαν προσωπική ιδιοκτησία του τσάρου. Οι περιοχές αυτές λειτούργησαν ως πηγές εσόδων της οπρίτσνινα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εξορίστηκαν. Η κατώτερη αριστοκρατία των παραπάνω περιοχών είχε το δικαίωμα να ενταχθεί σε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, τη σωματοφυλακή του τσάρου. Οι οπρίτσνικοι φορούσαν μαύρη στολή και έφεραν στη ζώνη ένα είδος σαρώθρου, που συμβόλιζε την αποστολή τους, δηλαδή την εκκαθάριση της χώρας από τους συνωμότες. Το σώμα αριθμούσε περί τα 5.000-6.000 μέλη και οι οικονομικές απολαβές από τα δημευμένα κτήματα αποτελούσαν για τους περισσότερους δέλεαρ για να ενταχθούν σ’ αυτό. Οι περιοχές της οπρίτσνινα διατηρούσαν τη δική τους διοίκηση και εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές του κράτους ίσχυε ο ήδη υπάρχων διοικητικός μηχανισμός. Φυσικά ο τσάρος ήταν ο απόλυτος άρχων παντού.

Σε όλη τη διάρκεια της οπρίτσνινα κυριάρχησε στη Ρωσία καθεστώς τρόμου. Πολλοί αξιωματούχοι-ευγενείς εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, δηλητηριάστηκαν, μαστιγώθηκαν δημόσια, ή ακόμη υποχρεώθηκαν να γίνουν μοναχοί. Τα ίδια δεινά υπέστησαν και οι συγγενείς, οι φίλοι και οι δουλοπάροικοί τους. Όσον αφορά τις περιουσίες τους, αυτές μοιράστηκαν ανάμεσα στον τσάρο και τους καταδότες. Το 1566 αποφάσισαν 300 αριστοκράτες να στείλουν γραπτή επιστολή προς τον τσάρο με αίτημα την κατάργηση της οπρίτσνινα. Αυτός αμέσως διέταξε τη φυλάκιση όλων όσων είχαν υπογράψει την επιστολή, ενώ πενήντα από αυτούς μαστιγώθηκαν δημόσια και τρεις εκτελέστηκαν.

Η οπρίτσνινα του ζωγράφου Nikolai Nevrev (δεκαετία του 1870). Ο πίνακας αναπαριστά τα τελευταία λεπτά του βογιάρου Feodorov, τον οποίο είχαν συλλάβει για προδοσία.

Με πρόσχημα την προδοσία ο τσάρος προχώρησε στη λεηλασία και την καταστροφή πόλεων, οχυρών, μοναστηριών. Φοβούμενος ότι η ηγεμονία του Νόβγκοροντ μαζί με άλλες περιοχές της βορειοδυτικής Ρωσίας θα ζητούσαν πιθανόν να προσαρτηθούν στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας, οργάνωσε εκστρατεία τον Δεκέμβριο του 1569. Η επιχείρηση ξεκίνησε με μία αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του Τβερ, αποκόπτοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη. Ακολούθησε η κατάληψη του Τβερ και η εξόντωση των εμπόρων και των βιοτεχνών μαζί με τις οικογένειές τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα τη λιθουανική καταγωγή τους. Την ίδια τύχη είχαν και οι 500 οικογένειες από το Πσκοβ, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα εκεί κατόπιν εντολής της οπρίτσνινα. Θύμα των διώξεων αυτών έπεσε και ο μητροπολίτης Μόσχας Φίλιππος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για τις σφαγές αυτές. Στραγγαλίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1569 από έναν άνθρωπο του τσάρου σε μία μονή κοντά στο Τβερ. Ο θάνατός του βέβαια αποδόθηκε σε ασφυξία από τον ανθυγιεινό αέρα του κελιού. Η βιαιότητα του Ιβάν Δ΄ συνεχίστηκε δριμύτερη στο Νόβγκοροντ. Οι κάτοικοι της πόλης, αγνοώντας τις προθέσεις του τσάρου, του επεφύλασσαν μία λαμπρή υποδοχή με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο. Ο τσάρος όμως τους κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, με αιτιολογία ότι αυτοί σκόπευαν να παραδώσουν το Νόβγκοροντ και την περιοχή του στον βασιλιά της Πολωνίας. Στη συνέχεια προχώρησε σε μαζική εκκαθάριση του εμπορικού κόσμου, καθώς και των συγγενών και των φίλων τους. Έστησε μάλιστα εικονικές δίκες και με βασανιστήρια ανάγκασε την ανώτερη τάξη του Νόβγκοροντ (βογιάρους, εμπόρους, υπαλλήλους, ιερείς και μοναχούς) να δηλώσουν την ενοχή τους. Στους «προδότες» επιβλήθηκε ως ποινή ο πνιγμός στα παγωμένα νερά του ποταμού Βόλχοβ. Ολόκληρες οικογένειες βρήκαν φρικτό θάνατο. Κατόπιν εντολής του Ιβάν Δ΄ λεηλατήθηκαν οι εκκλησίες και οι μονές της πόλης και των περιχώρων, ακόμη και τα οστεοφυλάκια των αγίων και τα κελιά των μοναχών. Μεγάλες καταστροφές υπέστη και ο ιστορικός ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ που χρονολογούνταν από τον 11ο αιώνα (αφαιρέθηκαν το τέμπλο, τα ιερά σκεύη, εικόνες κ.ά.). Την ίδια τύχη είχαν και οι μονές. Μάλιστα εκεί επέβαλε ο τσάρος έκτακτη χρηματική εισφορά. Οι οπρίτσνικοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν την καταστροφική μανία τους στις επιχειρήσεις, αρπάζοντας εμπορεύματα από τις αποθήκες, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από τις οικίες των πλουσίων. Από το διαταραγμένο μυαλό του τσάρου δεν γλίτωσαν ούτε οι ζητιάνοι που εκείνον τον χειμώνα αυξήθηκαν εξαιτίας του λιμού. Προκειμένου να επιβιώσουν, έφτασαν σε σημείο να τρώνε τα πτώματα των εκτελεσμένων «προδοτών». Έτσι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης επεκτάθηκαν και σ’ αυτούς με ομαδικούς πνιγμούς στον ποταμό του Νόβγκοροντ. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ρωσίας. Η εισβολή των Τατάρων στη Μόσχα τον Μάιο του 1571 είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Ο τσάρος βρήκε τότε την ευκαιρία να κατηγορήσει γι’ αυτό τα μέλη της δούμας της zemština. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Ιβάν Δ΄ είχε αποδυναμώσει τον στρατό από τα ικανά στελέχη του, αφήνοντας παράλληλα εκτεθειμένα τα νότια σύνορα της χώρας.

Με τις λεηλασίες προσπαθούσε η οπρίτσνινα να γεμίζει τα άδεια ταμείου του κράτους. Ο τσάρος φαινομενικά ήταν ικανοποιημένος με το επίτευγμά του, να ορίζει δηλαδή αυτός και μόνο την τύχη όλων των κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Η ζωή και ο θάνατος των υπηκόων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Μετά από επτά έτη απόλυτης τρομοκρατίας αρχίζει σιγά σιγά να διαφαίνεται η αποσύνθεση της οπρίτσνινα. Η πυρκαγιά στη Μόσχα (Μάιος 1571), αλλά κυρίως ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης γυναίκας του Ιβάν Δ΄, Marfa Sobakina, λίγες ημέρες μετά τον γάμο τους γεννούν υποψίες στον τσάρο για συνωμοσίες στους κόλπους των οπρίτσνικοι. Ούτε αυτοί δεν μπορούσαν πια να αισθάνονται ασφαλείς από τις διαθέσεις του Ιβάν Δ΄. Το φθινόπωρο του 1571 δύο από τους καλύτερους διπλωμάτες και ταυτόχρονα επιφανή μέλη της οπρίτσνινα, ο Johann Taube και ο Elert Kruse, και οι δύο γερμανικής καταγωγής, αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Η πράξη αυτή αιφνιδίασε τον τσάρο, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής. Το διάστημα των οκτώ αυτών ετών τρομοκρατίας και βίας σε συνδυασμό με τον πολυδάπανο πόλεμο με τη Λιβονία είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη Ρωσία.

Ο Ιβάν Δ΄ με τον σκοτωμένο γιο του, Πίνακας του Ilja E. Repin (1885).

Ο Ιβάν Δ΄ παρά τη δυσπιστία και την καχυποψία που τον περιέβαλε, μπορούσε να γίνει όργανο στα χέρια κάποιων που τον έπειθαν για την αφοσίωση και την υποταγή τους. Του άρεσαν οι κολακείες, και γύρω του συγκεντρώνονταν διάφοροι ευνοούμενοι, οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να ενισχύουν την αλαζονεία του. Αν και υπερβολικά θρησκόληπτος, δεν δίστασε να παντρευτεί επτά φορές (κάποιες από τις γυναίκες του δολοφονήθηκαν), αλλά και να διατηρεί πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μάλιστα τα τέκνα που προέκυπταν από αυτές τα έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Αργότερα βέβαια μπορεί να μετανοούσε. Παράλληλα σκεφτόταν να ασπαστεί τον μοναχισμό, γι’ αυτό και είχε κάνει μία μεγάλη χρηματική δωρεά στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου, για να του ετοιμάσουν ένα κελί. Όλη του τη ζωή περιστοιχιζόταν από τον θάνατο και μέχρι το τέλος ταλανιζόταν από φόβο για συνωμοσίες, μίσος και δίψα για εκδίκηση.

Σε μία έκρηξη θυμού στράφηκε και εναντίον του γιου και διαδόχου του, αφού υποψιαζόταν ότι εποφθαλμιούσε τον τσαρικό θρόνο. Τον χτύπησε ανελέητα μέχρι θανάτου. Ο φόνος του γιου του, που συνεπαγόταν και το τέλος του μοσχοβίτικου δυναστικού οίκου, στιγμάτισε τον Ρώσο ηγεμόνα. Θέλοντας να απαλλαγεί από τις τύψεις, διέταξε να δημιουργηθούν κατάλογοι με τα ονόματα των θυμάτων του, ώστε να τελούνται μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο Ιβάν Δ΄ πέθανε τον Μάρτιο του 1584. Για τον θάνατό του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη δηλητηριάστηκε από συνωμότες του στενού περιβάλλοντός του με τη βοήθεια του προσωπικού γιατρού του. Η δεύτερη αναφέρεται σε φυσικά αίτια. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έλαβε τη μοναχική κουρά.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δυναστική κρίση του κράτους της Μόσχας. Ο γιος του Fjodor που τον διαδέχτηκε ανέλαβε την εξουσία μόνο τυπικά (1584-1598), αφού ήταν άτομο με νοητική καθυστέρηση και δεν άφησε διάδοχο. Θα ακολουθήσει η λεγόμενη «περίοδος των ταραχών (1584-1613)» έως την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Romanov με την εκλογή του Michail Romanov σε τσάρο το 1613.

 

Ivan the Terrible – 1944 – Sergei Eisenstein

 

Ο Nikolay Cherkasov ως Ιβάν ο Τρομερός, στην ομώνυμη κλασσική κινηματογραφική εκδοχή του Sergei Eisenstein (1944–1946).

 

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Η Μαρία Μητσού είναι απόφοιτος του
Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

R. Payne – N. Romanoff, Ivan the Terrible, New York 22002.

I. de Madariaga, Ivan the Terrible. First Tsar of Russia, New Haven and London 2005.

Γ. Μαλιγκούδη, Η Μεσαιωνική Ρωσία, Αθήνα 2013.

L. Trepanier, Political Symbols in Russian History: Church, State, and the Quest for Order and Justice,Lexington Books 2017

Ch. Ziegler, The History of Russia, Greenwood Publishing Group 1999

N. Shields Kollmann, The Russian Empire (1450-1801), Oxford University Press 2017.

Δημήτριος Σιδηρόπουλος: Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

Δημήτριος Σιδηρόπουλος

Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

 

Η Σικελία είναι το μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου (έκταση 25.708 τ.χλμ.) και χωρίζεται από την ηπειρωτική Ιταλία από το θαλάσσιο Στενό της Μεσσήνης. Η στρατηγική της θέση την κατέστησε παραδοσιακό πεδίο αντιπαράθεσης ισχυρών δυνάμεων. Από το 210 π.Χ. η Σικελία αποτέλεσε τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους. Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. οι Γερμανοί Βάνδαλοι, με επικεφαλής τον Γιζέριχο, την κατέκτησαν πρόσκαιρα. Σύντομα ωστόσο οι Οστρογότθοι, επίσης γερμανικό φύλο, διείσδυσαν αρχικά στην ιταλική χερσόνησο και έπειτα εκδίωξαν τους Βάνδαλους από τη νήσο.

Γύρω στα μέσα του 6ου αι., μετά το πέρας των πολέμων του Ιουστινιανού Α΄ στη Δύση και την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιταλία, η Σικελία και ο εν πολλοίς ελληνόφωνος τότε πληθυσμός της πέρασαν στον έλεγχο των Βυζαντινών. Έκτοτε, το νησί βίωσε μία ειρηνική περίοδο περίπου 100 ετών. Ωστόσο, η άνοδος του Ισλάμ και οι μουσουλμανικές κατακτήσεις στο μεσογειακό κόσμο κατά τον 7ο αι. μετέβαλλαν άρδην την κατάσταση.

Η πρώτη αραβική επιδρομή στη Σικελία πραγματοποιήθηκε το 652 από πλοία του συριακού ναυτικού, το οποίο μόλις είχε ναυπηγηθεί υπό τις οδηγίες του μελλοντικού χαλίφη Μωαβία. Θα ακολουθούσαν και άλλες, με στόχο κυρίως την αποκόμιση λαφύρων και αιχμαλώτων και όχι τη μόνιμη εγκατάσταση στο νησί. Κατά το διάστημα των μεγάλων αραβικών κατακτήσεων στην Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική (7ος αι.) η Σικελία απέκτησε ειδικό βάρος στο στρατηγικό σχεδιασμό των Βυζαντινών. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ ενδιαφέρθηκε για τις υποθέσεις της Δύσης και μετέφερε την αυλή του στις Συρακούσες, όπου τελικά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 668. Κατά τα επόμενα χρόνια η Σικελία αποτέλεσε σημαντικό αυτοκρατορικό προπύργιο στη Δύση. Από εκεί ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα για την πρόσκαιρη ανακατάληψη της Καρχηδόνας το 698.

Η δημιουργία ναυτικών βάσεων στις ακτές της βόρειας Αφρικής, ειδικά στην Τύνιδα, έφερε ωστόσο τους Άραβες κοντά στη Σικελία. Κατά το α´ μισό του 8ου αι. οι επιδρομές τους συνεχίστηκαν, αλλά όχι συστηματικά, καθώς ήταν ήδη σε εξέλιξη η κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου. Η αυγή του 9ου αι. βρήκε τη Σικελία με νέους γείτονες. Η δυναστεία των Αγλαβιδών, που εγκαθιδρύθηκε το 799 στη σημερινή Τυνησία, έδωσε έμφαση κυρίως στην εδραίωση της εξουσίας της επί των τοπικών φύλων και άφησε σε δεύτερη μοίρα την επιθετική πολιτική σε βάρος της Σικελίας και των βυζαντινών εδαφών γενικότερα.

Οι Αγλαβίδες ωστόσο προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών ειρήνης με τους Βυζαντινούς διοικητές του νησιού, αρχικά το 803 με δεκαετή διάρκεια και έπειτα το 813 με παρόμοιους όρους. Η ενδομουσουλμανική σύγκρουση στη βόρεια Αφρική μεταξύ των Αγλαβιδών και της νεοϊδρυθείσας δυναστείας των Ιδρισίδων στο Μαρόκο δεν άφηνε πολλά περιθώρια για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ανέφελη περίοδος τερματίστηκε ωστόσο σύντομα. Την αφορμή θα την έδιναν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Το 826 εκδηλώθηκε στη Σικελία στασιαστικό κίνημα κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, οργανωμένο από τον διοικητή των ναυτικών δυνάμεων του τοπικού «θέματος», τουρμάρχη Ευφήμιο1. Ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε τις επιπτώσεις του μικρασιατικού κινήματος του Θωμά του Σλάβου (821-823) και προσπάθησε να γίνει κυρίαρχος του νησιού· μάλιστα κατάφερε να καταλάβει τις Συρακούσες, διοικητική έδρα της Σικελίας. Η αντεπίθεση των πιστών στον αυτοκράτορα στρατευμάτων, έλαβε χώρα υπό τον στρατηγό Παλατά και τον διοικητή της Πανόρμου Μιχαήλ. Οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι αποκατέστησαν γρήγορα την τάξη και εκδίωξαν τον Ευφήμιο και τους οπαδούς του από τις Συρακούσες. Ο αποστάτης κατέφυγε στην αυλή των Αγλαβιδών στο Καϊρουάν, όπου πρότεινε στον εμίρη Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ να γίνει φόρου υποτελής του, εφόσον ο τελευταίος του παρείχε υποστήριξη για να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο του νησιού. Ο εμίρης ήταν διστακτικός αρχικά· ωστόσο, πείστηκε από τους συμβούλους του ότι μία εκστρατεία κατά των Βυζαντινών θα αποδυνάμωνε την εσωτερική αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγορούσε για τρυφηλή ζωή και νωθρότητα, ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της επέκτασης του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ). Η εμπλοκή των Αράβων στη Σικελία επρόκειτο να αποτελέσει την απαρχή μιας σκληρής και μακροχρόνιας σύγκρουσης για την κατοχή του νησιού.

Χάρτης της Σικελίας με τα κύρια σημεία συγκρούσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο (σχεδίαση Νάσια Γιαννούτσου / ΓΝΩΜΩΝ Εκδοτική για το άρθρο του γράφοντος στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία 222 [Αθήνα, Ιούλιος 2015]).

Στα μέσα του Ιουνίου του 827 αραβική εκστρατευτική δύναμη 10.000 πεζών και 700 ιππέων ξεκίνησε από τα Σούσα της Τυνησίας με προορισμό τη Σικελία. Επικεφαλής τέθηκε ο Άσαντ μπιν αλ Φουράτ, εξέχουσα προσωπικότητα του κράτους των Αγλαβιδών. Ο Ευφήμιος θα διοικούσε τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις, που τον περίμεναν στις νότιες ακτές της Σικελίας. Η απόβαση των Αράβων πραγματοποιήθηκε κοντά στη Μάζαρα, στα νοτιοδυτικά της νήσου, αρχικά δίχως αντίσταση. Οι εισβολείς συγκρούστηκαν όμως με τους άνδρες του Ευφημίου, επειδή εξέλαβαν εσφαλμένα τους τελευταίους ως πιστά στον αυτοκράτορα στρατεύματα. Η εμπλοκή έληξε σύντομα χωρίς σοβαρές απώλειες.

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν δυνάμεις, ώστε να εκδιώξουν άμεσα τους Άραβες. Οι μνήμες της πρόσφατης μουσουλμανικής κατάκτησης της Κρήτης ήταν νωπές και οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι της Σικελίας ήταν αποφασισμένοι να μην ακολουθήσει το νησί τους την ίδια μοίρα. Υπό τη διοίκηση του Παλατά οι βυζαντινές δυνάμεις προήλασαν στη Μάζαρα, όπου ενεπλάκησαν σε μάχη με τα στρατεύματα του Άσαντ και του Ευφημίου. Από τη σύγκρουση, που διήρκεσε αρκετές ώρες, αναδείχθηκαν νικητές οι εισβολείς. Οι αυτοκρατορικοί αποσύρθηκαν με σχετική τάξη στο εσωτερικό του νησιού. Κύριο μέλημά τους αποτέλεσε πλέον η ενίσχυση στρατηγικών ερεισμάτων (φρούριο Έννε, Πάνορμος, Συρακούσες, Κεφαλοίδιον). Παράλληλα, ενισχύσεις αναμένονταν από την Καλαβρία και τη Μικρά Ασία, καθώς ο Μιχαήλ Β´ είχε ειδοποιηθεί για τις εξελίξεις.

Μετά τη νίκη του ο Άσαντ κατέλαβε τη Μάζαρα. Η πόλη αποτέλεσε εφεξής ορμητήριο των Αράβων για τη σταδιακή κατάκτηση όλου του νησιού. Επόμενος στόχος τους ήταν οι Συρακούσες στην ανατολική πλευρά. Η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν οι εισβολείς διερχόταν αναγκαστικά από το νότιο οδικό άξονα του νησιού. Εκεί βρίσκονταν δύο βυζαντινά οχυρά, το Μήναιον και ο Ακράγας. Με τη βοήθεια του Ευφημίου, που γνώριζε τα στρατηγικά σημεία του νησιού αλλά και τις αδυναμίες των ρωμαϊκών δυνάμεων, τα στρατεύματα του Άσαντ παρέκαμψαν τα οχυρά. Κατόπιν εμφανίστηκαν μπροστά στα τείχη των Συρακουσών (χειμώνας του 827).

Η ισχυρή φρουρά των Συρακουσών διέθετε προμήθειες, ώστε να αντέξει μακρά πολιορκία. Η έλευση του χειμώνα θα αποτελούσε επιπρόσθετο πρόβλημα για τους Άραβες, οι οποίοι όμως ήλπιζαν σε γρήγορη πτώση της πόλης, έχοντας λάβει ενισχύσεις από την Αφρική. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώριζε ότι οι ενισχύσεις που σκόπευε να στείλει δεν θα έφθαναν εγκαίρως, ώστε να σώσουν την πόλη. Έτσι, ζήτησε βοήθεια από τον δόγη της Βενετίας Τζιουστινιάνο (825-829). Ισχυρή μοίρα του βενετικού στόλου κατέπλευσε πράγματι στη Σικελία στις αρχές του 828, αλλά δεν κατάφερε να άρει την πολιορκία των Συρακουσών. Ωστόσο, μία επιδημία έπληξε τους πολιορκητές την άνοιξη του 829, ενώ η εξάντληση των προμηθειών τους οδήγησε σε λιμό. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσαντ. Ο θάνατός του καταρράκωσε το ηθικό των Αράβων. Έτσι αποφασίστηκε η εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Έπειτα από υπόδειξη του Ευφημίου, οι Άραβες κατέλαβαν όμως το Μήναιον, το οποίο θα χρησίμευε ως προωθημένη βάση για μόνιμη παρουσία στη δυτική πλευρά του νησιού. Εκεί κατέφθασαν σύντομα ενισχύσεις από την Αφρική. Ο νέος διοικητής των αραβικών δυνάμεων Μωχάμεντ αλ Τζαράουι αποφάσισε τη συγκρότηση δύο επιθετικών σωμάτων: το πρώτο θα πολιορκούσε τον Ακράγαντα στα δυτικά, ενώ το δεύτερο (στο οποίο θα συμμετείχαν και στρατεύματα του Ευφημίου) θα κατευθυνόταν προς την ενδοχώρα του νησιού με στόχο το ισχυρό οχυρό Έννε.

Dirham του ηγεμόνα της Ιφρικίγια Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ (817-838), τρίτου εμίρη της δυναστείας των Αγλαβιδών. Στα χρόνια της αρχής του ξεκίνησε η αραβική κατάκτηση της Σικελίας.

Η πολιορκία του Ακράγαντα ήταν σύντομη, καθώς η μικρή αυτοκρατορική φρουρά του σύντομα υπέκυψε στις υπέρτερες αραβικές δυνάμεις. Ωστόσο, η περίπτωση του δυσπρόσιτου Έννε ήταν διαφορετική. Ο Ευφήμιος γνώριζε πως λόγω της μορφολογίας του εδάφους η πολιορκία θα ήταν επίπονη και μακρά. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τη φρουρά. Αρχικά φάνηκε πως οι συνομιλίες βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Οι πολιορκημένοι όμως μάλλον προσπαθούσαν να κερδίσουν χρόνο με την παράταση των διαπραγματεύσεων, ώστε να φτάσουν οι ενισχύσεις του Μιχαήλ Β΄ στα ανατολικά του νησιού (αρχές άνοιξης του 829) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Θεόδοτου. Οι πολιορκημένοι του Έννε κατόρθωσαν μάλιστα, σε μία συνάντησή τους με αραβική αντιπροσωπεία, να δολοφονήσουν τον αποστάτη και ιθύνοντα νου της αραβικής εισβολής Ευφήμιο· ο θάνατός του ουσιαστικά προκάλεσε μάλιστα και τη διάλυση των δυνάμεών του. Από το σημείο αυτό και μετά οι Άραβες έπρεπε να διεξαγάγουν μόνοι τους τις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών.

Η ανταρσία του Ευφημίου έληξε επομένως την άνοιξη του 829. Τα δεινά της δεν επρόκειτο όμως να τελειώσουν. Οι Άραβες είχαν πλέον αγκιστρωθεί γερά, ενισχυόμενοι συνεχώς από νέες ξεκούραστες δυνάμεις. Οι Βυζαντινοί δεν έμειναν πάντως άπραγοι. Ο Θεόδοτος προωθήθηκε στο Έννε για να λύσει την πολιορκία του και ενέπλεξε σε μάχη τις αραβικές δυνάμεις που είχαν περισφίξει την πόλη. Αν και οι πολιορκητές επικράτησαν στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Θεόδοτος κατόρθωσε να διεισδύσει στο Έννε με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του.

Παρά τη νίκη τους οι Άραβες δεν επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο την πόλη. Συνέχισαν με υπομονή την πολιορκία επιδιώκοντας την πτώση του Έννε μέσω εξάντλησης της φρουράς ή διαπραγματεύσεων. Ο Θεόδοτος σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να αναδιοργανώσει την άμυνα και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους. Τους οδήγησε μάλιστα σε έξοδο, η οποία ανάγκασε τους Άραβες να κλειστούν στο στρατόπεδό τους. Οι αραβικές δυνάμεις επιχείρησαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό με νυκτερινή έξοδο που απέτυχε όμως με μεγάλες απώλειες. Οι επιζήσαντες κατάφεραν με δυσκολία να φτάσουν έως το Μήναιον. Τους ακολούθησε όμως κατά πόδας ο Θεόδοτος και έθεσε υπό πολιορκία το οχυρό. Οι Άραβες δεν είχαν προετοιμαστεί για πολιορκία, με αποτέλεσμα σύντομα να εμφανιστούν ελλείψεις σε τρόφιμα. Η πείνα οδήγησε τους πολιορκημένους στη σφαγή των αλόγων και σε αγωνιώδη προσπάθεια εξασφάλισης τροφής από άλλα ζώα (ακόμη και σκυλιά). Η φρουρά του Ακράγαντα διαβλέποντας την επικείμενη πτώση του Μήναιου αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και υποχώρησε στη Μάζαρα.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τους Άραβες. Οι Βυζαντινοί, υπό την ικανή ηγεσία του Θεοδότου, είχαν καταφέρει σχεδόν να εκκαθαρίσουν το νησί από τη μουσουλμανική παρουσία. Την πτώση του Μήναιου, που φάνταζε επικείμενη, θα ακολουθούσε προέλαση έως τη Μάζαρα, τελευταίο ουσιαστικά προγεφύρωμα των Αράβων στη Σικελία. Σύντομα ωστόσο ένα απρόοπτο γεγονός έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγκρουσης.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 829 ισχυρή ναυτική μοίρα από το Ομαϋαδικό εμιράτο της Κόρδοβας έφτασε στη Σικελία. Ο Θεόδοτος εκτίμησε πως επρόκειτο για επιχείρηση πειρατικού χαρακτήρα, δίχως απώτερο στρατηγικό στόχο. Η επιδρομή όμως ήταν πραγματικό δώρο για τους πολιορκημένους Άραβες στο Μήναιον. Παρότι γνώριζαν ότι οι Ανδαλούσιοι της Κόρδοβας δεν αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη θέρμη το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για τα συμφέροντα των Αββασιδών επικυρίαρχων των Αγλαβιδών, τους πρότειναν να αναλάβουν αυτοί (ο αρχηγός τους Άσμπαγκ μπιν Ουακίλ) τη διοίκηση των επιχειρήσεων στο νησί, με αντάλλαγμα τη λύση της πολιορκίας της πόλης. Ενδεχομένη συμμαχία των μουσουλμανικών δυνάμεων θα επηρέαζε μάλλον καταλυτικά τις επιχειρήσεις. Άλλωστε, Ανδαλούσιοι ήταν και οι μουσουλμάνοι που είχαν πριν από μερικά χρόνια είχαν αποβιβαστεί και κατακτήσει την Κρήτη.

Ο Άσμπαγκ αποδέχθηκε τελικά την πρόταση των πολιορκημένων του Μήναιου. Η αύξηση της επιρροής στην κεντρική Μεσόγειο αποτελούσε πάγια επιδίωξη των εμίρηδων της Κόρδοβας, και αυτή ήταν καλή ευκαιρία για την απόκτηση προωθημένων ναυτικών βάσεων κοντά στην ιταλική χερσόνησο και τα δυτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δίχως χρονοτριβή οι Ανδαλούσιοι προήλασαν μέχρι το Μήναιον και έλυσαν την πολιορκία του. Ο Θεόδοτος διέταξε υποχώρηση προς το Έννε για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Την ίδια στιγμή όμως οι συνδυασμένες αραβικές δυνάμεις υπό τον Άσμπαγκ έκαιγαν το Μήναιον και έθεταν υπό πολιορκία την Καλονιάνα. Οι Βυζαντινοί δεν κινήθηκαν για να σπάσουν τον κλοιό γύρω από την τελευταία. Προτίμησαν να χτυπήσουν τους Άραβες με μικρά τμήματα που παρενοχλούσαν τις φάλαγγες ανεφοδιασμού. Ο Άσμπαγκ όμως συνέχισε την πολιορκία της Καλονιάνα, ενώ παράλληλα οι μουσουλμανικές δυνάμεις, που βρίσκονταν στη Μάζαρα, προήλασαν στην Πάνορμο. Η τελευταία βρέθηκε πολιορκημένη από ξηρά και θάλασσα, καθώς τις επιχειρήσεις των Αράβων στη ξηρά συνεπικουρούσε ισχυρή δύναμη από εκατό και πλέον πολεμικά πλοία.

Ενώ οι Άραβες πολιορκούσαν την Καλονιάνα, ασθένεια έπληξε το στρατόπεδό τους και προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσμπαγκ. Η πόλη όμως έπεσε στα τέλη του φθινοπώρου του 830. Η μουσουλμανική επιτυχία ήταν πρόσκαιρη, καθώς ο Θεόδοτος αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τους εισβολείς να υποχωρήσουν στα δυτικά. Σειρά από συγκρούσεις και διαδοχικές βυζαντινές νίκες έφερε και πάλι τους Άραβες πίσω στη Μάζαρα. Στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκε όμως ο Θεόδοτος, γεγονός που συνιστούσε σημαντικό πλήγμα για τους Βυζαντινούς. Ο θάνατός του αποσυντόνισε την άμυνα του νησιού, ενώ οι διάδοχοί του αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.

Επί σχεδόν ένα έτος η Πάνορμος, στα βορειοδυτικά του νησιού, βρισκόταν υπό πολιορκία, χωρίς να λάβει κάποια βοήθεια. Η κατάσταση στην πόλη είχε γίνει αφόρητη, καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν. Η στρατηγική θέση της την είχε καταστήσει κύριο αντικειμενικό στόχο των Αράβων. Ο κλοιός ήταν ασφυκτικός από ξηρά και θάλασσα. Ο διοικητής της πόλης, σπαθάριος Συμεών, αφού συμβουλεύτηκε τους αξιωματικούς της φρουράς, ήλθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές. Συμφώνησε να παραδώσει την Πάνορμο με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρηση της δύναμής του. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 831, οι Άραβες απέκτησαν σημαντική βάση στα βόρεια του νησιού εξασφαλίζοντας παράλληλα την κυριαρχία και στο δυτικό τμήμα του. Η Πάνορμος έγινε πρωτεύουσα του αραβικού τμήματος της Σικελίας, με τους Αγλαβίδες να στέλνουν στο νησί έναν βαλή (διοικητή), έμπρακτη απόδειξη πως θεωρούσαν την περιοχή ως τμήμα του εμιράτου τους. Ο πληθυσμός της πόλης, που είχε ούτως η άλλως μειωθεί δραματικά, υπέστη τα πάνδεινα. Μέρος του σφαγιάστηκε μετά την αποχώρηση της φρουράς, ενώ πολλοί αιχμαλωτίστηκαν με την προοπτική της πώλησης στα σκλαβοπάζαρα του Καϊρουάν και σε άλλα κέντρα της μουσουλμανικής Αφρικής.

Η πτώση της Πανόρμου αποτέλεσε πρώτο σημείο καμπής στη σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κυριαρχία στο νησί. Τις επιχειρήσεις της περιόδου 827-831 ακολούθησε σχετική ηρεμία. Οι Άραβες προτίμησαν να ασχοληθούν με την οργάνωση των κατακτημένων εδαφών του νησιού, ενώ οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τις απαραίτητες δυνάμεις για να επιχειρήσουν εκ νέου μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση. Άλλωστε δεν αναμένονταν ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έπρεπε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δραστηριότητα των Αββασιδών στην Ανατολή, καθώς υπό τη διοίκηση του χαλίφη αλ Μαμούν οι Άραβες διενεργούσαν συνεχείς επιδρομές. Η απατηλή αυτή ηρεμία όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ.

Από τον Ιανουάριο του 834 ξεκίνησαν πάλι οι πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Άραβες με νέες δυνάμεις επιτέθηκαν κατά του Έννε. Η κατάκτησή του ήταν ζωτικής σημασίας, καθώς η στρατηγική θέση του ήλεγχε τις προσβάσεις προς το ανατολικό τμήμα της Σικελίας. Για την επίτευξη του στόχου αυτού οι Άραβες διέθεσαν σημαντικές δυνάμεις και κατάφεραν τελικά να επικρατήσουν των Βυζαντινών. Ο ικανός βαλής της Σικελίας Αμπού Φιχρ μετέβη στην περιοχή, ώστε να ασχοληθεί με την οργάνωση της πολιορκίας του οχυρού. Αφού κατάφερε την άνοιξη του 834 να αποκρούσει αιφνιδιαστική έξοδο της φρουράς του Έννε, έστειλε αναγνωριστικά αποσπάσματα στα ανατολικά. Αυτά έφτασαν μέχρι τα προάστια των Συρακουσών, δίχως να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση.

Το επίτευγμα των Αράβων ανησύχησε τη βυζαντινή διοίκηση της Σικελίας. Ενισχύσεις ζητήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά ήταν αδύνατο να σταλούν άμεσα. Από το καλοκαίρι του 834 έως τις αρχές του 835 τα ρωμαϊκά στρατεύματα της Σικελίας συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τις υπέρτερες δυνάμεις του Αμπού Φιχρ. Αν και οι Βυζαντινοί συνήθως ηττούνταν, η αντίστασή τους εμπόδισε τους Άραβες να αυξήσουν την κυριαρχία τους στο νησί. Την άνοιξη του 835 (ίσως τον Απρίλιο) ο βυζαντινός στρατηγός διοικητής αποφάσισε να αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη τους Άραβες. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την πρόκληση και υπό τον Αμπού Φιχρ κέρδισαν σημαντική νίκη, για την οποία οι πηγές (αραβικές και βυζαντινές) δεν παρέχουν λεπτομέρειες. Οι νικητές κατά τη λεηλασία του βυζαντινού στρατοπέδου αιχμαλώτισαν τη σύζυγο και τον γιο του Βυζαντινού στρατηγού και αποκόμισαν πλούσια λεία. Ενθαρρυμένος από τη νέα νίκη ο Αμπού Φιχρ έστειλε αποσπάσματα για να επιτεθούν στα περίχωρα του Ταυρομενίου.

Παρά τις συνεχείς επιτυχίες η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο ήταν περίπλοκη. Στις νεοκατακτηθείσες περιοχές συμβίωναν με τους γηγενείς Άραβες (που συγκροτούσαν τη διοικητική και κοινωνική ελίτ) και Βέρβεροι (που αποτελούσαν την πλειονότητα των μουσουλμανικών δυνάμεων). Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο τελευταίες εθνικές ομάδες, που πριν από χρόνια είχαν ταλαιπωρήσει το Αγλαβιδικό εμιράτο, ανέκυψαν και στη Σικελία. Τα θύματα ήταν πολλά, ανάμεσά τους και ο Αμπού Φιχρ. Ο δραστήριος βαλής δολοφονήθηκε από τον Βέρβερο υπηρέτη του, ο οποίος έπειτα βρήκε καταφύγιο στα εδάφη της Σικελίας που ελέγχονταν από τους Βυζαντινούς.

Η αναταραχή αποσυντόνισε το μουσουλμανικό στρατόπεδο μέχρι την άφιξη του νέου διοικητή αλ Φαντλ μπιν Γιακούμπ, ο οποίος κατέφθασε από το Καϊρουάν φέρνοντας νέα και πιστά στρατεύματα. Ο αλ Φαντλ γνώριζε ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων ήταν ο ιδανικός τρόπος για να καταλαγιάσουν οι εσωτερικές έριδες στα αραβικά εδάφη της Σικελίας. Γι’ αυτό οδήγησε προσωπικά δύο επιδρομές κατά των Συρακουσών και του Έννε. Κατά την επιδρομή εναντίον του Έννε ο αλ Φαντλ αντιμετώπισε όμως ισχυρές βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό της Σικελίας (τον ίδιο που είχε ηττηθεί από τον Αμπού Φιχρ). Αυτή τη φορά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να απωθήσουν τους Άραβες και τους καταδίωξαν, αλλά οι τελευταίοι κατέφυγαν σε δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή. Ο Βυζαντινός στρατηγός αποφάσισε να διακόψει την καταδίωξη καθώς φοβήθηκε τη μορφολογία του εδάφους, ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη δημιουργία ενέδρας, και διέταξε υποχώρηση. Ενδεχομένως οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι είχαν διασκορπίσει τις αραβικές δυνάμεις και δεν έλαβαν κατά την οπισθοχώρησή τους μέτρα ασφαλείας. Έτσι, αιφνιδιάστηκαν από τους Άραβες κατά τη διάρκεια της νύχτας και υπέστησαν σημαντικές απώλειες· ο στρατηγός της Σικελίας διέφυγε μετά βίας, ενώ το βυζαντινό στρατόπεδο λεηλατήθηκε.

Ενώ η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη, στα τέλη του καλοκαιριού του 835 ο βυζαντινός στόλος εμφανίστηκε στη Σικελία. Η παρουσία του έγινε άμεσα αισθητή. Σε σειρά από μικρές ναυμαχίες κατίσχυσε έναντι των Αράβων και τους ανάγκασε να γίνουν πιο προσεκτικοί. Μάλιστα σε σύγκρουση κινδύνευσε ο Αμπού Αγκλάμπ, συγγενής του εμίρη της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ, που ταξίδευε προς την Πάνορμο για να αναλάβει τη διοίκηση των μουσουλμανικών δυνάμεων της Σικελίας. Αφού κατάφερε να αποβιβαστεί στο νησί, προχώρησε άμεσα στην ανασυγκρότηση των ναυτικών του δυνάμεων και ανέθεσε στον αλ Φαντλ, μέχρι πρότινος διοικητή της Σικελίας, την ηγεσία τους. Ο αλ Φαντλ αποδείχθηκε εξίσου ικανός και σε αυτόν τον τομέα, καθώς το 836 οδήγησε τις αραβικές μοίρες σε επιτυχημένες επιδρομές κατά της νήσου Παντελερία, στα νότια της Σικελίας, αλλά και κατά των Αιολίδων νήσων στα βορειοδυτικά της.

Και στην ξηρά όμως οι Αγλαβίδες δεν έμεναν αδρανείς. Την άνοιξη του 837 ισχυρό απόσπασμα υπό τον στρατηγό Αμπντ ελ Σαλάμ κινήθηκε κατά του Έννε, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν έπειτα από σκληρή μάχη να το κατανικήσουν και να αιχμαλωτίσουν τον Άραβα διοικητή. Αντί να αποθαρρυνθούν, οι αρχές της Πανόρμου έστειλαν νέες ισχυρότερες δυνάμεις που έθεσαν υπό πολιορκία το Έννε. Οι Βυζαντινοί προτίμησαν πάλι να εμπιστευθούν τις αποδεδειγμένα ισχυρές οχυρώσεις του, παρά να αντιπαρατεθούν άμεσα στον καταφανώς υπέρτερο εχθρό. Οι Άραβες δεν επιχείρησαν μετωπικές εφόδους κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, αλλά συνέχισαν να ενισχύουν τις θέσεις τους γύρω από την πόλη. Περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθούν· αυτή εμφανίστηκε το χειμώνα, πιθανότατα στις αρχές του Δεκέμβρη του 837, όταν ανακάλυψαν ένα κρυφό πέρασμα που οδηγούσε μέσα στην πόλη. Η νυκτερινή αραβική επίθεση αιφνιδίασε τους Βυζαντινούς, οι οποίοι όμως κατάφεραν να αποσυρθούν στη φύσει οχυρή ακρόπολη. Έτσι, οι Άραβες ήλεγχαν μεν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αλλά δεν είχαν εξουδετερώσει την απειλή της φρουράς. Παράλληλα, η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών δεν επέτρεπε την παραμονή τους σε περιοχή που δεν ήλεγχαν απόλυτα. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αφού πρώτα έλαβαν χρηματικό ποσό από τους Βυζαντινούς.

Οι συνεχείς ήττες ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεόφιλο να ενισχύσει τη Σικελία. Στην ηγεσία των στρατευμάτων που εστάλησαν τέθηκε ο γαμπρός του καίσαρας Αλέξιος Μωσηλέ. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύτηκε περίπου 4.000 στρατιώτες και αρκετά πλοία, δείγμα της πρόθεσής του να αντιστρέψει τις τύχες του πολέμου. Πράγματι, ο Μωσηλέ έφτασε εγκαίρως την άνοιξη του 838 για να λύσει την πολιορκία του οχυρού Κεφαλοιδίου, περίπου 40 χλμ. ανατολικά της Πανόρμου. Έπειτα, πέτυχε διαδοχικές νίκες επί των Αράβων ανυψώνοντας το ηθικό των βυζαντινών στρατευμάτων. Το διάλειμμα επιτυχιών όμως δεν κράτησε πολύ. Στην Κωνσταντινούπολη διαδίδονταν φήμες ότι ο Μωσηλέ σκόπευε να στασιάσει. Έτσι, στα μέσα του 839 ο Θεόφιλος τον ανακάλεσε. Ο αγώνας στη Σικελία επρόκειτο να πάρει νέα, αγριότερη μορφή, καθώς οι Άραβες συνειδητοποιούσαν ότι οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τα απαραίτητα μέσα για να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό το συμπέρασμα θα τους οδηγούσε στην ανάληψη περισσότερων και πιο τολμηρών επιθετικών επιχειρήσεων.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) με τους αυλικούς του. Κατά την περίοδο της βασιλείας του οι Άραβες επέκτειναν σημαντικά τη ζώνη επιρροής τους στη Σικελία και την ηπειρωτική Ιταλία.

Τον Ιούνιο του 838 πέθανε ο εμπνευστής της αραβικής επέμβασης στη Σικελία, εμίρης της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ. Αυτό το γεγονός δεν μετέβαλλε τα σχέδια των Αγλαβιδών. Ο διάδοχός του, εμίρης Αμπού Ικάλ, έστειλε νέα στρατεύματα στη Σικελία, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να αναζωπυρωθούν στο νησί (839-841). Οι Βυζαντινοί μάλλον ανήμποροι παρακολούθησαν τα εναπομείναντα οχυρά τους στη δυτική πλευρά της Σικελίας να υποκύπτουν (Πλατάνι, Κορλεόνε, Γεράκι, Καρταλμπελλότα και Μαρινέο). Στα τέλη του 841 οι Άραβες ήλεγχαν πλήρως σχεδόν το μισό νησί. Μάλιστα η αυτοπεποίθησή τους ήταν τόσο ενισχυμένη, ώστε εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις κατά του Έννε αλλά και στην ιταλική χερσόνησο, όπου κυρίευσαν και τον Τάραντα.

Ο Θεόφιλος αποφάσισε τότε να δοκιμάσει την οδό της διπλωματίας. Πρεσβείες στάλθηκαν στον Λουδοβίκο Ευσεβή, ηγεμόνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον εμίρη της Κόρδοβας Αμπντελραχμάν Β΄ και στις αρχές της Βενετίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο Λουδοβίκος πέθανε, προτού ληφθεί κάποια απόφαση (Ιούνιος 840), οι Άραβες της Ανδαλουσίας προτίμησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση, ενώ οι Βενετοί έστειλαν μεν μικρή βοήθεια, αλλά ηττήθηκαν σε ναυμαχία προ του Τάραντα από τον αγλαβιδικό στόλο. Ο τελευταίος βρήκε μετά την ευκαιρία να λεηλατήσει τις ακτές της Δαλματίας, την Ανκόνα και τις περιοχές κοντά στις εκβολές του ποταμού Πάδου.

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου στις αρχές του 842 και την άνοδο στο θρόνο του ανήλικου γιου του, Μιχαήλ Γ΄ (την εξουσία ασκούσε επιτροπή υπό την χήρα αυτοκράτειρα Θεοδώρα) η κατάσταση στη Σικελία δεν βελτιώθηκε. Το 843 οι Άραβες ξεκίνησαν την πολιορκία της Μεσσήνης, στα βορειοανατολικά του νησιού, την οποία κατέλαβαν με τη βοήθεια δυνάμεων του δουκάτου της Νεάπολης. Παράλληλα, άλλο αραβικό σώμα επιτέθηκε στα νότια και κατέλαβε τη Μούτικα έπειτα από πολιορκία (το 845). Με τις ήττες να συσσωρεύονται, η Θεοδώρα αποφάσισε να στείλει στη Σικελία ισχυρό σώμα από το μικρασιατικό «θέμα» Χαρσιανού. Με τις δυνάμεις τους ενισχυμένες οι Βυζαντινοί προήλασαν στα νότια του νησιού, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τους Άραβες σε μάχη εκ παρατάξεως. Η παρουσία των ανατολικών εμπειροπόλεμων στρατευμάτων πιστευόταν ότι θα αντέστρεφε τη φορά των πραγμάτων. Η μάχη ωστόσο, που έλαβε χώρα στην κωμόπολη Μπουτέρα, έληξε με συντριπτική ήττα των αυτοκρατορικών δυνάμεων.

Την ήττα στη Μπουτέρα διαδέχθηκε η πτώση των Λεοντίνων. Η πόλη πολιορκήθηκε επί μακρόν και τελικά έπεσε το 847. Από το 848 έως το 853 η αραβική προέλαση υπήρξε αργή αλλά σταθερή. Το 848 σχεδιάστηκε από τις βυζαντινές αρχές μια παράτολμη επιχείρηση, η οποία περιλάμβανε τη δια θαλάσσης προσβολή της Πανόρμου με παράλληλη αποβίβαση στρατευμάτων που θα καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά την αραβική πρωτεύουσα του νησιού. Όμως το φιλόδοξο σχέδιο ναυάγησε λόγω κακοκαιρίας, με τους Βυζαντινούς να χάνουν επτά από τα δέκα πλοία τους. Το 853 οι Άραβες πολιόρκησαν επί έξι μήνες τη Μπουτέρα, από την οποία αποχώρησαν με ανταλλάγματα (χρήματα και ομήρους). Το 857 οι Βυζαντινοί υπέστησαν σημαντικό πλήγμα, όταν έπεσε το ισχυρό και έως τότε απόρθητο φρούριο του Κεφαλοιδίου.

Το αποφασιστικό πλήγμα για τη βυζαντινή παρουσία στη Σικελία σημειώθηκε όμως τον Ιανουάριο του 859. Οι Άραβες βρίσκονταν για άλλη μια φορά προ των τειχών του Έννε, δίχως να μπορούν να διασπάσουν την άμυνά του. Βυζαντινός αιχμάλωτος υπέδειξε ωστόσο στους πολιορκητές ένα αφύλαχτο πέρασμα, από το οποίο οι Άραβες εισήλθαν στην πόλη και αιφνιδίασαν τη φρουρά της. Ήταν η δεύτερη φορά που τα τείχη του Έννε παραβιάζονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά επρόκειτο να είναι η τελευταία. Η φρουρά προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά τελικά υπέκυψε και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία και τη σφαγή.

Η πτώση του Έννε, ακρογωνιαίου λίθου της αμυντικής διάταξης των Βυζαντινών και τότε έδρας του διοικητή της Σικελίας, περιόρισε τα εδάφη που βρίσκονταν υπό αυτοκρατορική εξουσία σε στενή λωρίδα στα ανατολικά του νησιού (μεταξύ Ταυρομενίου και Συρακουσών). Στο εξής, όπως τόνισε παραστατικά ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, οι ώρες της βυζαντινής παρουσίας στη Σικελία ήταν πια μετρημένες.

Η απάντηση της βυζαντινής κυβέρνησης στην πρόσφατη καταστροφή ήταν άμεση. Στις αρχές του φθινοπώρου του 859 δύναμη τριακοσίων πλοίων υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κωνσταντίνου Κοντομύτη κατέπλευσε στις Συρακούσες. Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των πλοίων του, ο βυζαντινός στόλος υπέστη σειρά από ήττες σε διαδοχικές ναυμαχίες με τους Άραβες, χάνοντας περισσότερα από εκατό σκάφη, προτού αναγκαστεί να αποσυρθεί στα ανατολικά Εξίσου ατυχής ήταν όμως και η έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων στην ξηρά. Η πιο σημαντική έλαβε χώρα στα πέριξ του Κεφαλοιδίου, με τον Κοντομύτη επικεφαλής των βυζαντινών στρατευμάτων. Οι Βυζαντινοί υπέστησαν νέα ήττα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις Συρακούσες. Μεταξύ των ετών 861-867 οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, με τους Βυζαντινούς να ανακαταλαμβάνουν ορισμένα φρούρια κυρίως στα νότια, για να τα χάσουν ξανά λίγο αργότερα, υφιστάμενοι νέες απώλειες.

Η δυναστική αλλαγή του 867 στην Κωνσταντινούπολη, με την εξουσία να περνάει από τον Μιχαήλ Γ´ (του Αμορίου) στον Βασίλειο Α΄ (τον Μακεδόνα), επέφερε αλλαγή και στην ευρύτερη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος έδωσε μεγάλη σημασία στην ισχυροποίηση του ανατολικού συνόρου και τη σταθεροποίηση του κράτους, αλλά αποφάσισε να κρατήσει συντηρητική στάση στα θέματα της Δύσης. Σχετικά με την Ιταλία και τη Σικελία, πρωταρχικό μέλημά του ήταν η αναχαίτιση της αραβικής προέλασης και αργότερα, εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες, μια γενική αντεπίθεση. Άλλωστε, οι εσωτερικές έριδες που αντιμετώπιζαν οι Αγλαβίδες στη Σικελία είχαν περιορίσει την ορμή τους, με τις κύριες πολεμικές τους προσπάθειες να εντοπίζονται σε τρεις αποτυχημένες πολιορκίες των Συρακουσών (868, 869 και 873).

Το 875 οι αρχές της Αφρικής αποφάσισαν να ενισχύσουν σημαντικά τον τότε διοικητή της Σικελίας Γκαφάρ, ώστε να επιτευχθεί η πτώση των Συρακουσών. Οι μεγάλες προετοιμασίες των Αράβων έγιναν αντιληπτές από τους Βυζαντινούς, καθώς ο στρατηγός της Σικελίας ζήτησε άμεσα ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη· παράλληλα, ξεκίνησε να ενισχύει την άμυνα των Συρακουσών που από τον Αύγουστο του 877 βρέθηκαν υπό ασφυκτικά πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο αυτοκράτορας ανταποκρίθηκε, πλην όμως με αργοπορία. Ο στόλος που έστειλε προς ενίσχυση των Συρακουσών υπό τη διοίκηση του πατρικίου Αδριανού καθυστέρησε υπερβολικά να φτάσει στο νησί, με αποτέλεσμα η πόλη να πέσει στις 20 Μαϊου του 878, παρά την ηρωική άμυνα των υπερασπιστών της.

Ο ναύαρχος Αδριανός πληροφορείται την πτώση των Συρακουσών (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη)

Την πτώση των Συρακουσών ακολούθησαν λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι Άραβες κατέσφαξαν τα υπολείμματα της φρουράς και μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ελάχιστοι ήταν οι αιχμάλωτοι, ενώ λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν και να μεταφέρουν τα θλιβερά νέα στην Κωνσταντινούπολη. Το πλήγμα επηρέασε σημαντικά τον Βασίλειο, ο οποίος αποφάσισε να δράσει με μεγαλύτερο ζήλο. Το 880 έστειλε τον έμπειρο ναύαρχο Νάσαρ στη Δύση με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Ο Νάσαρ κατάφερε να νικήσει τους Άραβες σε σειρά από ναυμαχίες, αρχικά με νυχτερινή αιφνιδιαστική επίθεση στα δυτικά του Ιονίου, όπου οι Αγλαβίδες υπέστησαν πανωλεθρία, και έπειτα στα ανοιχτά της Πανόρμου, τα προάστια της οποίας λεηλατήθηκαν από τα βυζαντινά στρατεύματα.

Η πτώση των Συρακουσών (21 Μαΐου 878) (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Ο Νάσαρ στράφηκε κατόπιν στην ιταλική χερσόνησο, όπου σημείωσε νέες νίκες, προτού ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Η βυζαντινή αντεπίθεση αποτέλεσε όμως μικρό διάλειμμα μέσα σε καταιγισμό αραβικών επιδρομών. Οι συγκρούσεις μεταξύ 881 και 900 ήταν σκληρές, αλλά με γνώριμο αποτέλεσμα για τους Βυζαντινούς, που ηττήθηκαν σχεδόν παντού και είδαν την Κατάνη και την Ραμέττα να λεηλατούνται κατ’ επανάληψη. Κύριο σημείο στήριξης της βυζαντινής παρουσίας στο νησί ήταν πια η πόλη του Ταυρομενίου, αλλά δίχως προοπτικές ενίσχυσης και το δικό της μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

Ο διάδοχος του Βασιλείου, Λέων Στ΄, ασχολήθηκε αρκετά με τα της Σικελίας, τουλάχιστον στην αρχή της βασιλείας του. Ήδη από το 885 βρισκόταν στην ιταλική χερσόνησο ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς ο πρεσβύτερος, ο οποίος κέρδισε αρκετές νίκες σε βάρος των Αράβων (ανακατέλαβε μεταξύ άλλων το Ταυρομένιο, που είχε πέσει για λίγο στα χέρια των Αράβων, τον Τάραντα, τη Βάρη, το Ρήγιο και την Αμαντία)· ωστόσο, ανακλήθηκε το 886. Παρότι η κατάσταση στο νησί δεν άλλαξε σημαντικά, εντούτοις η αραβική πίεση χαλάρωσε, καθώς το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε βορειότερα.

Οι Βυζαντινοί υπό το Νικηφόρο Φωκά (πρόγονο του κατοπινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά) καταλαμβάνουν το φρούριο της Αμαντίας. Η δράση του Φωκά στη νότια Ιταλία και τη Σικελία θα μπορούσε ίσως να ανατρέψει τη δυσμενή πορεία των επιχειρήσεων για τους Βυζαντινούς, όμως η ανάκλησή του το 896 στην Κωνσταντινούπολη άφησε ημιτελές το έργο του (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Το 888 ο αυτοκράτορας έστειλε στη Σικελία ισχυρή ναυτική δύναμη και ανατολικά στρατεύματα. Ο βυζαντινός στόλος συγκρούστηκε με αραβικά πλοία στα ανοικτά της πόλης Μύλαι, στα βορειοανατολικά του νησιού. Οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν χάνοντας περίπου 12.000 άνδρες και μεγάλο μέρος των πλοίων τους.

Από το 889 έως και το 895 στη Σικελία σημειώθηκαν σποραδικές συγκρούσεις, αλλά οι αραβικές επιθέσεις ήταν αναιμικές. Οι Άραβες ήταν μάλλον απασχολημένοι με εσωτερικά προβλήματα, τα οποία ταλάνιζαν το εμιράτο της Αφρικής και τις κτήσεις τους στη Σικελία. Γι’ αυτό προχώρησαν στη σύναψη ειρήνης με τους Βυζαντινούς κατά το 896. Μεταξύ άλλων (και ως αντάλλαγμα για τη διακοπή των συγκρούσεων), οι τελευταίοι δεσμεύονταν να απελευθερώσουν μέσα σε διάστημα 40 μηνών τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους τους.

Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν ωστόσο να εκμεταλλευθούν την ένταση στο αραβικό στρατόπεδο για να αναδιοργανώσουν τις δυνάμεις τους. Άρχισαν να συγκεντρώσουν στρατό στην Καλαβρία, με σκοπό να περάσουν στη Σικελία και να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Άραβες. Η πρόθεσή τους όμως έγινε αντιληπτή από τον Αμπού Αμπάς. Ο τελευταίος, αφού κατέστειλε τις εστίες αναταραχής, επιτέθηκε στο Ταυρομένιο, την Κατάνη και το Ρήγιο για να παρεμποδίσει τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, κατά την επιστροφή του από το Ρήγιο συνάντησε βυζαντινό στόλο, που μετέφερε ενισχύσεις στη Σικελία από την Κωνσταντινούπολη, και τον καταναυμάχησε βυθίζοντας 30 από τα πλοία του.

Οι αραβικές επιχειρήσεις διακόπηκαν πρόσκαιρα το 901, όταν ο Αμπού Αμπάς επέστρεψε στο Καϊρουάν για να αναλάβει τα ηνία του εμιράτου, καθώς ο εμίρης Ιμπραήμ Β΄ είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Για τους Βυζαντινούς το διάλειμμα ήταν ευπρόσδεκτο αλλά δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο Ιμπραήμ μετέβη στη Σικελία με ισχυρά στρατεύματα με στόχο την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού. Η προσοχή του στράφηκε στο Ταυρομένιο, το ισχυρότερο τοπικό έρεισμα της βυζαντινής εξουσίας. Έδωσε μάχη προ των τειχών του με τη φρουρά της πόλης, την οποία και κατανίκησε. Η πολιορκία του Ταυρομενίου ήταν, όπως και στην περίπτωση των Συρακουσών παλαιότερα, ασφυκτική, αλλά η πόλη άντεξε σχεδόν έξι μήνες, πριν υποκύψει (Ιούλιος του 902). Ο βυζαντινός στόλος που είχε σταλεί για να ενισχύσει το Ταυρομένιο έφτασε μετά την πτώση της πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταφέρει στην πρωτεύουσα τα υπολείμματα της φρουράς.

Η απώλεια του Ταυρομενίου σφράγισε το τέλος της ουσιαστικής ρωμαϊκής εξουσίας στο νησί, καθώς σύντομα ακολούθησαν και άλλες πόλεις που έως τότε αντιστέκονταν (Ντεμόνα, Ραμέττα, Μίκους). Παρότι ορισμένα βυζαντινά οχυρά στις ανατολικές ακτές παρέμειναν για αρκετά ακόμη χρόνια ελεύθερα, οι Άραβες ήταν πια ελεύθεροι να μεταφέρουν τον πόλεμο στην ιταλική χερσόνησο και μόνο ο θάνατος του Ιμπραήμ από δυσεντερία τους απέτρεψε από το να αυξήσουν περαιτέρω τις κατακτήσεις τους. Η Σικελία επρόκειτο να μείνει υπό τον έλεγχο των Αράβων έως το 1091, οπότε η τελευταία κτήση τους, η πόλη Νότο, έπεσε στα χέρια των Νορμανδών.

Συμπερασματικά: Η σκληρή σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κατοχή της Σικελίας κράτησε περίπου 75 χρόνια. Στο διάστημα αυτό υπήρξαν περίοδοι έντονων πολεμικών επιχειρήσεων σε ξηρά και θάλασσα, αλλά και περίοδοι κατά τις οποίες τα προβλήματα των δύο αντιπάλων τους ανάγκασαν να προχωρήσουν σε προσωρινές παύσεις. Για τους Βυζαντινούς η άμυνα της Σικελίας ήταν ζήτημα τιμής μετά την απώλεια της Κρήτης. Επιπρόσθετα, το νησί αποτελούσε το δυτικότερο τμήμα της αυτοκρατορία, ενώ η κατοχή του εξασφάλιζε την βυζαντινή παρουσία και στη νότια Ιταλία. Οι Άραβες ξεκίνησαν την επιχείρηση για να λύσουν εσωτερικά τους προβλήματα και βρέθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να κατέχουν ισχυρά προπύργια στο νησί. Οι Βυζαντινοί αρχικά υποτίμησαν την αραβική επίθεση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησαν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε η Σικελία. Οι Άραβες διέθεταν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των Βυζαντινών. Το πρώτο ήταν η απόσταση: Η Σικελία ήταν πολύ κοντά στις ακτές της Αφρικής, με αποτέλεσμα οι αραβικές δυνάμεις να ενισχύονται συνεχώς. Αντιθέτως, οι Βυζαντινοί έπρεπε να μεταφέρουν στρατό και στόλο από μακριά, επομένως ο χρόνος αντίδρασής τους ήταν αργός. Αυτό φάνηκε κατά τις πολιορκίες των Συρακουσών και του Ταυρομενίου. Το δεύτερο πλεονέκτημα των Αράβων της Αφρικής ήταν πως είχαν να ασχοληθούν με ένα μόνο μέτωπο. Οι Βυζαντινοί όμως μάχονταν παράλληλα στο ανατολικό σύνορό τους τους Αββασίδες, αντιμετώπιζαν στα Βαλκάνια τους Βούλγαρους και στο Αιγαίο το αραβικό εμιράτο της Κρήτης. Έτσι, η αποστολή στρατευμάτων στη Σικελία ήταν γι’ αυτούς συχνά ανέφικτη. Κατ’ επέκταση, οι ρωμαϊκές δυνάμεις του νησιού έπρεπε να αρκεστούν στα δικά τους μέσα για να αμυνθούν απέναντι σε έναν αντίπαλο που διέθετε καλύτερο ανεφοδιασμό, περισσότερα μέσα και συχνά πιο άξια ηγεσία.

 

Ο Δημήτριος Σιδηρόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ)

Σημείωση:

  1. Ήδη από τα τέλη του 7ου αι. η Σικελία αποτελούσε αυτοκρατορική στρατιωτική – διοικητική περιφέρεια (στρατηγία και μετέπειτα θέμα) υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού, ο οποίος την έδρα του στις Συρακούσες.

 

Βιβλιογραφία:

– H. Ahrweiler, Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe – XVe siècles, Paris 1956.

– K. Αλεξανδρής, Η θαλασσία δύναμις εις την ιστορία της Βυζαντινής aυτοκρατορίας, Αθήνα 1957.

– J. S. Codoñer, The Εmperor Theophilos and the East, 829-842. Court and Frontier during the Last Phase of Iconoclasm, Aldershot 2014.

– E. Eickhoff, Seekrieg und Seepolitik zwischen Islam und Abendland. Das Mitelmeer unter byzantinischer und arabischer Hegemonie, Berlin 1966.

– A. M. Fahmy, Muslim Sea Power in the Eastern Mediterranean from the Seventh to the Tenth Century A.D., Cairo 1966.

– A. Metcalfe, The Muslims of Medieval Italy, Edinburgh 2009.

– Β. Βλυσίδου – Στ. Λαμπάκης – Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση, Αθήνα 2008.

Αλκης Χαραλαμπίδης: Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Άλκης Χαραλαμπίδης

Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Η αισθητική παίδευση υπήρξε και παραμένει ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα κεφάλαια του σχολικού προγράμματος στην Ελλάδα. Μια συμπυκνωμένη γεύση των αποτελεσμάτων αυτής της ακατανόητης επιμονής θα μπορούσε να έχει κανείς ξεφυλλίζοντας τη συλλογική έκδοση-«αφιέρωμα» στη νεοελληνική κακογουστιά «Κάτι το Ωραίον» (1984). Όλα θα ήταν ίσως διαφορετικά αν δεν ξεθώριαζε το όραμα που γεννήθηκε την αυγή κιόλας του εθνικού μας κράτους. Το 1843, ενώ ο Όθων αναγκαζόταν να παραχωρήσει Σύνταγμα και με Βασιλικό Διάταγμα θεσμοθετούσε το Σχολείον των Ωραίων Τεχνών, ο φιλόλογος, ιστορικός και πολιτικός Ανδρέας Μουστοξύδης δημοσίευε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ελληνομνήμων μια μελέτη για τον ζωγράφο Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729)1, το πρώτο εμπεριστατωμένο κείμενο ιστορίας της τέχνης στη γλώσσα μας. Είναι ασφαλώς αξιοπαρατήρητο το ότι, έχοντας γνωρίσει προσωπικά τον Κοραή και ακολουθώντας προφανώς την προτροπή του «…να μετακενώνωμεν εις του έθνους τας κεφαλάς, τας ωριμασμένας ιδέας των φωτισμένων εθνών»2, αναγνώρισε στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη έναν καλό αγωγό διοχέτευσης αποσταγμάτων πνευματικής δημιουργίας. Ήταν ένα έντονο σημείο στίξης στο κεφάλαιο του ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Δοξαράς, έχοντας από μικρός διδαχθεί «την προφεσιόν της αγιογραφοσύνης» και για ένα διάστημα προσφέρει τις στρατιωτικές του υπηρεσίες στους Ενετούς, μετέφρασε πρώτα από τα ιταλικά «εις απλήν ημετέραν διάλεκτον, χωρίς να σπουδάξει εις Ελληνικά σπουδαστήρια» την πραγματεία του Leonardo da Vinci Trattato della pittura και μερικά ακόμη «πάνυ ωραία» κείμενα του Leon Battista Alberti για τη ζωγραφική –δηλαδή δύο εμβληματικών εκπροσώπων του προτύπου homo universalis– και στη συνέχεια συνέγραψε μία μελέτη Περί Ζωγραφίας (1726), ακολουθώντας και πάλι ιταλικά πρότυπα, «εν η εποχή ολίγοι ησχολούντο περί την θεωρίαν της τέχνης, έτι δ’ ολιγώτεροι έγραφον περί αυτής»3. Η διδακτική του πρόθεση είναι πρόδηλη: «Έχοντας υποκάτω εις τα όμματα άπειρα υποδείγματα, και από κάποιάν μου σπουδήν, και εις πολλά πράγματα οπού εστοχάστηκα, επιδεξιούμαι να φανερόσω κάποιον τι, εις εκείνο το καλίτερον οπού να ηξεύρω… Πλην καλίτερον από κάθε άλλω είναι να δουλεύεσε από το Φυσικόν, και αληθινόν, το οποίον τυχένει να το έχης αενάως κατ’ έμπροσθεν εις τα όμματα , ωσάν υπόδειγμα πρωτότυπον και βέβαιον Διδάσκαλον»4. Αυτά απευθύνονται «υπό χειρός ολίγον εμπείρου την ορθογραφίαν» ως «νουθεσία εις τους νέους, όταν προάγονται εις το Σχέδιον» και «εις ζήτησιν των φιλομαθών».

Στη μεγάλων διαστάσεων (2,40  x 1,89 μ.) Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg (εικ. 1), αρχιστράτηγου των ενετικών δυνάμεων κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716, επιγραφή μας πληροφορεί ότι πρόκειται για έργο του Παναγιώτη Δοξαρά. «ιππέως Λακεδαιμονίου» υπενθυμίζοντας τον τίτλο που του είχε προσφέρει η Γαληνοτάτη σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ακολούθησε το opus magnum του, οι μνημειακές σκηνές από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα στην ουρανία του φερώνυμου ναού της Κέρκυρας (1726-29) που σήμερα σώζονται σε πιστά (;) αντίγραφα (1852-71) του Νικόλαου Ασπιώτη. Με αυτά τα δεδομένα, ο Παν. Δοξαράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ως θεωρητικός, ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και ως καλλιτέχνης εκείνος που καθόρισε το νέο πλαίσιο στο οποίο θα διέγραφαν την τροχιά τους τέσσερις τουλάχιστον γενιές ζωγράφων της Επτανησιακής Σχολής. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, υπερβάλλοντας ίσως, τον αποκαλεί «σχολάρχην της νεοελληνικής τέχνης»5.

Εικ.1.  Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg,1719, Αθήνα, Συλλογή Γιάννη Περδίου.

Σήμερα, μετά την καθοριστικής σημασίας παρέμβαση των διανοητών και καλλιτεχνών της «Γενιάς του ‘30», είμαστε πλέον βέβαιοι, όπως παρατηρεί ο Χρήστος Γιανναράς, ότι «ο λαός των Ελλήνων τους αιώνες της Τουρκοκρατίας, υπόδουλος, βασανισμένος, φτωχός, αγράμματος, δεν έπαψε να παράγει πολιτισμό: Αρχιτεκτονική, ποίηση, μουσική, κάλλος λαϊκής φορεσιάς, λειτουργικούς κοινωνικούς θεσμούς… εμπόριο δικτυωμένο σε ολόκληρο τον χώρο της Μεσογείου αλλά και της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης»6. Αν αυτές οι διαπιστώσεις αφορούν τον πληθυσμό της κυρίως Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου, στα Επτάνησα προστίθεται μία θετική παράμετρος που σχετίζεται βέβαια και πάλι με την παρουσία ενός κατακτητή, των Ενετών, όμως εντελώς διαφορετικής πολιτισμικής στάθμης. Οι Επτανήσιοι καλλιτέχνες ήταν φυσικό στην Ιταλία να αναζητήσουν πρότυπα ζωής και πνευματικού προσανατολισμού. Το επέβαλε η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.

Όπως είναι γνωστό, η διοικητική παρουσία της Γαληνοτάτης στα Επτάνησα άρχισε στα τέλη του 14ου αιώνα με τους «προβλεπτές». Η διαστρωμάτωση του πληθυσμού διαμορφωνόταν σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους ευγενείς, τους αστούς και τους ποπολάρους. Στην πρώτη ανήκαν Ενετοί αλλά και Έλληνες που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη Βενετία, συγκεντρώνοντας στα χέρια τους όλα τα αγαθά και τα τοπικά αξιώματα και αποκλείοντας ταυτόχρονα από την εξουσία τις άλλες δύο τάξεις. Σταδιακά, ωστόσο, σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Βενετικής Δημοκρατίας, η οικονομική ανάπτυξη των νησιών έδωσε την ευκαιρία στους αστούς να συσπειρωθούν σε συντεχνίες και να προσπαθήσουν να μειώσουν στο ελάχιστο την εξάρτηση από τους ξένους και εντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες. Το 1797 τα νησιά πέρασαν στους Γάλλους και τρία χρόνια αργότερα στους Ρώσους, συγκροτώντας την «Ιόνιο Πολιτεία», υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Κάθε πολιτική αλλαγή συνοδευόταν από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις  και, όχι σπάνια, από ταραχές. Ακολούθησε δεύτερη ρωσική και άλλη μία γαλλική κυριαρχία που το 1814 κατέληξε στην αγγλική προστασία, ως το 1864, όταν η Επτάνησος ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό.

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν την Επτανησιακή Σχολή «κλειστό» φαινόμενο7 αναγνωρίζοντάς της έτσι μια αυτοτέλεια, αλλά χρεώνοντάς της συγχρόνως την αδυναμία μεταφύτευσης των κατακτήσεών της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην πραγματικότητα την τοποθετούν σε ένα γεωγραφικό και χρονολογικό στεγανό ή, διαφορετικά, ανάμεσα σε δύο άλλες σχολές, την Κρητική και εκείνη του Μονάχου. Σχολή, ως γνωστόν, είναι μια ομάδα καλλιτεχνών που εργάζονται υπό την επίδραση ενός δασκάλου ή που παρουσιάζουν ομοιότητα επειδή προέρχονται από την ίδια περιοχή ή διέπονται από το ίδιο τοπικό στυλ.

Ο όρος «Σχολή» έχει καθιερωθεί στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον περιοριστικός. Καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία η επίδραση της δυτικής τέχνης στην επτανησιακή είναι πρόδηλη, αφήνοντας όμως εκτός την προηγούμενη φάση, τη μεταβυζαντινή, που προεκτείνει τον βίο της τέχνης στα Επτάνησα κατά περίπου τρεις αιώνες προς τα πίσω, μέχρι τον 15ο αιώνα, αλλά και ένα άλλο κεφάλαιο που την προωθεί μέχρι τον 20ό. Για μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα, οι πέντε περίπου αιώνες αδιάλειπτης και, παρά τις φυσικές καταστροφές, επαρκώς τεκμηριωμένης καλλιτεχνικής ζωής στα Επτάνησα, σε σύγκριση με εκείνη της πρωτεύουσας, που μόλις ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα, είναι ένα ζήτημα κλίμακας αξιοσημείωτο.

Αντί των όρων «Eπτανησιακή τέχνη» ή «Η τέχνη των Επτανήσων» σωστότερο ίσως είναι να γίνεται λόγος για «Τέχνη στα Επτάνησα», που παραπέμπει όχι μόνο στην εντόπια καλλιτεχνική παραγωγή αλλά και σε ό,τι εισήχθη σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο τόσο πριν όσο και μετά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αν επομένως κρατήσουμε τον terminus technicus «Σχολή» σε εισαγωγικά να παραπέμπει σε μια περίοδο πέντε περίπου αιώνων, τότε  αυτή η Σχολή μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό Σχολείο όπου πολλά θα ήταν δυνατό να διδαχθούμε και να μελετήσουμε. Συγκεκριμένα: α. Να δούμε πώς συμπλέκεται η γεωγραφική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα με την καλλιτεχνική δημιουργία. β. Να έχουμε, παρά τις απώλειες, μια πολύ καλή εποπτεία της ζωγραφικής και πιο περιορισμένη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής. γ. Να εξετάσουμε πώς σε αυτόν τον τόπο διαμορφώθηκε ένας ορίζοντας υποδοχής όπου έγιναν αποδεκτές οι διακυμάνσεις της κατεξοχήν θρησκευτικής μεταβυζαντινής ζωγραφικής και στη συνέχεια κατακτήσεις της πολυθεματικής ζωγραφικής της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Ροκοκό, του Νατουραλισμού του  19ου αιώνα, ακόμα και του Εξπρεσιονισμού του 20ού. δ. Να διαπιστώσουμε πώς, σε αντίθεση με την Αθήνα, εξασφαλίστηκε μια οργανική συνέχεια της τέχνης και μάλιστα σε μεγάλο χρονικό φάσμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα πέρασε με ένα είδος σοκ από την απονευρωμένη μεταβυζαντινή και τη ζωντανή ακόμη τότε λαϊκή ζωγραφική της κυρίως Ελλάδας στη λόγια· από τον Ζωγράφο του Μακρυγιάννη στον Βρυζάκη και τον Νικηφόρο Λύτρα. Αντίθετα, τα Επτάνησα γνώρισαν το καλύτερο ίσως πρόσωπο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, έργα της Κρητικής Σχολής, και σταδιακά υιοθέτησαν ιταλικά και άλλα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ας δούμε όμως πώς αυτό τεκμηριώνεται μέσα από τα ίδια τα έργα.

Σε κάποιον προικισμένο Κρητικό ζωγράφο των μέσων του 15ου αιώνα αποδίδεται η σχετικά μεγάλων διαστάσεων (1,10 x 0,78 μ. περ.) εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας του Μουσείου Ζακύνθου (εικ.2) . Η εναρμόνιση του καστανοπόρφυρου χρώματος με το γαλάζιο και το χρυσό, η αναγωγή των πτυχώσεων σε ένα αφηρημένο σύστημα γραμμών και σχημάτων, η ιδιότυπη πλαστικότητα των γυμνών μερών και η έκφραση των προσώπων που συναιρεί την ανθρώπινη θλίψη μπροστά στο προδιαγεγραμμένο Πάθος με τη θεϊκή αταραξία καθιστούν αυτή την εικόνα έξοχο δείγμα της ζωγραφικής των χρόνων γύρω από την Άλωση. Από τη στιγμή που τοποθετήθηκε στον ναό του Αγίου Γερασίμου των Κήπων Ζακύνθου θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους γηγενείς καλλιτέχνες.

Εικ..2. Παναγία Γλυκοφιλούσα, μέσα 15ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου.

Με ένα άλμα τρεισήμισι περίπου αιώνων συναντούμε την Θεοτόκο στον εικονογραφικό τύπο της Mater Dolorosa (εικ.3), που μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή πλαισίωναν τον Εσταυρωμένο στην επίστεψη του τέμπλου της Παναγίας Επισκοπιανής Ζακύνθου. Εδώ, το μοναδικό στοιχείο που δίνει θρησκευτικό τόνο είναι η άλως γύρω από το κεφάλι της Παναγίας, η οποία απεικονίζεται σε μια απόλυτα γήινη εκδοχή. Καθιστή σε έντονο contrapposto, με πληθωρικά πτυχωμένα ενδύματα και ακάλυπτο ένα τμήμα του στέρνου, ατενίζει τον Εσταυρωμένο με μάτια πνιγμένα στα δάκρυα, το στόμα ανοιχτό και τα χέρια σφιχτοδεμένα. Το αριστερό μάτι, το στόμα και τα χέρια μαζί με τη γωνιώδη απόληξη του μαφορίου στο κεφάλι και την ανάλογη του αποπτύγματος του χιτώνα στο στήθος στοιχίζονται επάνω σε έναν ανήσυχο διαγώνιο άξονα που παρακολουθεί τον αντίστοιχο νοητό άξονα του βλέμματος. Ο έντονος σκιοφωτισμός επιτείνει τον δραματικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας παραπέμποντας σε πρακτικές του θεάτρου.

Εικ..3. Mater Dolorosa, ca. 1800, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.4. Ν. Βεντούρας, Βρεφοκρατούσα Ι, ca. 1970.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρεαλισμός αυτού του έργου, που προϋποθέτει την εμπειρία του Μπαρόκ και που θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον μαθητή του Νικόλαου Κουτούζη (1741-1813), βρίσκεται στον αντίποδα της Βρεφοκρατούσας Ι (εικ. 4), του Κερκυραίου Νικόλαου Βεντούρα (1899-1990), μιας χαλκογραφίας που χαράχτηκε γύρω στο 1970. Έχουμε φτάσει πλέον στην τελευταία φάση της τέχνης στα Επτάνησα, στην κορύφωση των δυτικών επιδράσεων και από στυλιστική άποψη στο πεδίο συνάντησης Εξπρεσιονισμού και Αφαίρεσης. Εδώ η Παναγία-Μητέρα υποδηλώνεται με ένα πλέγμα καμπύλων περιγραμμάτων που, παρά τις μικρές διαστάσεις του έργου (0,24 x 0,175 μ.), προκαλούν το αίσθημα μνημειακής λειτουργίας της μορφής, καθώς αναπτύσσεται σε ολόκληρη την επιφάνεια. Αυτή η Πλατυτέρα των Ουρανών στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να κρατάει στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος, αλλά ένα διάπυρο μάγμα που διαχέεται στο σύμπαν και το διαποτίζει φέρνοντας στον νου το «χαίρε, θρόνε  πύρινε του Παντοκράτορος» του Ακαθίστου Ύμνου. Η εκμετάλλευση των εκφραστικών δυνατοτήτων της οξυγραφίας από τον Βεντούρα είναι εξαιρετική και επιβεβαιώνεται σε μια δεύτερη παραλλαγή του ίδιου θέματος.

Όμως το κεφάλαιο της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μπορεί να κλείσει εδώ. Πρέπει να σταθούμε οπωσδήποτε στους επτά Προφήτες (1727-28) (εικ. 5) από τον ναό της Φανερωμένης Ζακύνθου, του Ιερώνυμου Πλακωτού (c. 1670-1728), ενός αινιγματικού ζωγράφου και γιατρού που προσβλήθηκε από πανώλη στην προσπάθειά του να βοηθήσει κάποιον ασθενή, με συνέπεια να κάψουν οι υγειονομικές αρχές το εργαστήριο και όλα τα υπάρχοντά του. Οι προφήτες απεικονίζονται κατά το επάνω ήμισυ περίπου του σώματός τους σε εικονογραφικά ασυνήθιστες στάσεις πλαισιωμένοι από τμήματα οικοδομημάτων. Η ψυχική τους ένταση είναι ολοφάνερη όσο και η μνημειακή τους επιβολή. Τα περιγράμματα είναι αυστηρά, οι φόρμες κοφτερές, σαν από μέταλλο, και σχεδόν αφηρημένες, τα χρώματα δυνατά, σε αλληλοσυγκρουόμενους τόνους. Ο Πλακωτός, συνθέτοντας στοιχεία από το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο του Μιχαήλ Αγγέλου και των μανιεριστών, ζωγράφισε ίσως ό,τι  πιο πρωτοποριακό θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στην Ελλάδα του 18ου αιώνα.

Εικ.5. I. Πλακωτός, Μωυσής, 1727-28, Μουσείο Ζακύνθου.

Παράδειγμα πλήρους επιβολής του ρεαλισμού στη θρησκευτική ζωγραφική θα μπορούσε να θεωρηθεί η εικόνα του Αποστόλου Πέτρου (εικ. 6) του Κουτούζη. Ο φλογερός Μαθητής απεικονίζεται τη στιγμή της έσχατης συντριβής, μετά και την τρίτη άρνηση, όταν «αλέκτωρ εφώνησεν». Το φως της φωτιάς όπου «ην εστώς και θερμαινόμενος» έρχεται από τα αριστερά και του κοκκινίζει το πρόσωπο, σχεδόν το ματώνει υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα κάθε λεπτομέρεια· τις βαθιές ρυτίδες, τον ιδρώτα, τα δάκρυα. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο Κουτούζης, ορθόδοξος ιερέας αλλά συνάμα ανήσυχο και κριτικό πνεύμα, παρουσιάζει τον Πέτρο σε μια στιγμή αδυναμίας, κάτι που απέφυγε συστηματικά η ρωμαιοκαθολική εικονογραφική παράδοση. Αυτό έχει τη σημασία του αν ληφθεί  υπ’ όψιν ότι λατινική προπαγάνδα υπήρξε έντονη στα Επτάνησα.

Ποια ήταν η στάση του κοινού, όπως λέμε ο ορίζοντας υποδοχής, απέναντι στο φαινόμενο της μετάβασης από τον βυζαντινό στον δυτικό τρόπο; Ενδεικτικά παρατίθενται οι παρακάτω πληροφορίες:

  • Ο Σπύρος Δε Βιάζης γράφει στο περιοδικό Πινακοθήκη το 1903: «Ο Δυτικισμός εν Επτανήσω απερροφήθη υπό της Ορθοδοξίας…», αλλά παράλληλα υπογραμμίζει: «Οι ιεράρχαι και εν γένει ο Επτανήσιος κλήρος ουδέποτε εφάνη εχθρός της προόδου της τέχνης και δεν εκάλουν τα αριστουργήματα ‘φράγκικα κονίσματα’»8. 2. Ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης αντίθετα παρατηρεί: «…Η ιταλική τέχνη εν Κεφαλληνία και έν τισι των άλλων νήσων δεν ηδυνήθη να εισχωρήσει και να γενικευθεί εν ταις εκκλησίας. Εύρε μάλιστα το κοινόν προκατειλημμένον κατά των φραγκικών αγίων, το οποίον ουχί μόνον δεν ηυλαβείτο τοιούτους αγίους, αλλά και εχλεύαζεν αυτούς»9. 3. Ο Δε Βιάζης πάλι μνημονεύει τα λόγια του Νικόλαου Καντούνη (1767-1834) σε κάποιον που του παρήγγειλε έναν Εσταυρωμένο σε βυζαντινή τεχνοτροπία: «Δεν είμαι κολοραδώρος αλλ’ αρτίστας, και η επιστήμη και η τέχνη γνωρίζουνε πώς ξεψυχάνε οι άνθρωποι στο σταυρό»10.

 

 

Εικ.6. Ν. Κουτούζης, Ο Απόστολος Πέτρος, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.7. Εσταυρωμένος, αρχές 19ου αιώνα,
Μουσείο Ζακύνθου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι τελικά ισχύει; Πιθανότατα και τα δύο. Δηλαδή ένα τμήμα του πληθυσμού υπήρξε συντηρητικότερο ενώ ένα άλλο δεκτικότερο απέναντι στις δυτικότροπες προκλήσεις. Του ζήτησαν του Καντούνη να ζωγραφίσει έναν Εσταυρωμένο κατά τον βυζαντινό τρόπο, αλλά εκείνος τον ζωγράφισε «φράγκικο». Στον ναό τελικά τοποθετήθηκε ο δεύτερος. Για να έχει κανείς μια οπτική τεκμηρίωση αυτής της πορείας θα μπορούσε να συγκρίνει έναν βυζαντινής τεχνοτροπίας Εσταυρωμένο των αρχών του 16ου αιώνα με έναν Εσταυρωμένο του Καντούνη των αρχών του 19ου αιώνα, αποδομένο ρεαλιστικά μεν αλλά συνάμα και με μια διάθεση εξιδανίκευσης και, τέλος, με έναν άλλον Εσταυρωμένο (εικ. 7) της ίδιας περιόδου που, μέσω των ανατομικών παραμορφώσεων και των έντονων αντιθέσεων φωτός και σκιάς, βρίσκεται στα όρια ρεαλισμού-εξπρεσιονισμού.

Το τοπίο σε θρησκευτικές παραστάσεις, δηλαδή σε παραπληρωματικό ρόλο, το συναντούμε σε έναν σημαντικό αριθμό έργων, με την απόδοσή του να κυμαίνεται ανάμεσα στο σχηματοποιημένο και το φυσιοκρατικό. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά είναι: Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος  του ζωγράφου Βίκτορος (1670, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Ιησούς και ο Ιωάννης (17ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Η εμφάνιση του Ιησού στον δέσμιο Παύλο (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Ο διάπλους του Νείλου ποταμού (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Η Αγία Βαρβάρα καταδιώκεται από τον ειδωλολάτρη πατέρα της, (μικρογραφική σκηνή από την εικόνα της αγίας, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Βιβλική σκηνή (18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Προφήτης Ιωνάς (εικ. 8).

Εικ.8. Ο Προφήτης Ιωνάς, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύσσεται μια κοσμική θεματολογία αμιγής όσο και εκείνη της Σχολής του Μονάχου, που την καλλιεργούν πλέον ζωγράφοι «αποκλειστικής απασχόλησης» και όχι ζωγράφοι-στρατιωτικοί, όπως ο Παναγιώτης Δοξαράς και ο γιός του Νικόλαος ή ζωγράφοι-κληρικοί, όπως ο Κουτούζης και ο Καντούνης. Το στίγμα της ανεξάρτητης τοπιογραφίας δίνουν τρεις Κερκυραίοι καλλιτέχνες γεννημένοι γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα: ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891), ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης (1856-1932) και ο Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939). Αντιπροσωπευτικά μπορούν να αναφερθούν έργα όπως: Τοπίο της Κέρκυρας (1873, Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη) του Παχή, Κέρκυρα (Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη), Αμυγδαλιές και Ελαιώνες (εικ. 9) του Μποκατσιάμπη, Τοπίο με ρυάκι (εικ. 10) και Το Θησείο και η Ακρόπολη (1893, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη) του Γιαλλινά.  Η τοπιογραφία των προαναφερθέντων κινείται, θα έλεγε κανείς, στο φυσικό της πλαίσιο, δηλαδή στο κλίμα του νατουραλισμού, του «Φυσικού και αληθινού» του Π. Δοξαρά. Η αποφασιστική απομάκρυνση από αυτό το κλίμα συντελείται και πάλι στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ν. Βεντούρα, με  μια πορεία που αρχίζει από την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του τοπίου και καταλήγει σε μια δραματική αφαίρεση. Μερικά έργα-οδοδείκτες σε αυτή τη διαδρομή είναι: Ελαιώνας στη Δαφνίλλα (1938), Ελαιώνας με πρόβατα (1935-40), Ελαιόδεντρα (1939), Στον κάμπο των Βελονάδων στ’ Αγύρου (1966), Νοέμβριος στη Γαρίτσα (1972), Στον κάμπο του Σιδάρι (εικ. 11), Παλαιϊκό τοπίο. Κάτω Κορακιάνα (1969), Φθινοπωρινό τοπίο (1969), Στην Παντάνασσα. Κάτω Κορακιάνα (1974). Μετά το 1969 είναι φανερό ότι ο Βεντούρας επιχειρεί να αναχθεί σε ένα υπερκόσμιο επίπεδο. Χρησιμοποιεί το γνωστό και κοντινό σαν αφορμή για απόδραση στο άγνωστο και μακρινό.

Εικ.9. Β. Μποκατσιάμπης, Ελαιώνες.
Εικ.10. Α. Γιαλλινάς, Τοπίο με ρυάκι, Αθήνα, Συλλογή Κουτλίδη.
Εικ.11. Ν. Βεντούρας, Στον κάμπο του Σιδάρι, 1969.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με δεδομένη πλέον την εμπειρία της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μας εκπλήσσει η κλιμάκωση του ρεαλισμού στην προσωπογραφία. Με αφετηρία τη δοξαστική ή και πομπώδη, κατά τα πρότυπα του Μπαρόκ,  Προσωπογραφία του κόμη Johannes Matthias von der Schulenburg  του Παναγιώτη Δοξαρά περνάμε στην Αυτοπροσωπογραφία (ca. 1800, Ζάκυνθος, Αρχοντικό Δ. Ρώμα) του Κουτούζη και από εκεί στις προσωπογραφίες της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκο (1833, Ζάκυνθος, Μουσείο Σολωμού) και του Φαρμακοποιού Δικόπουλου (εικ. 12) του Καντούνη, όπου η ρεαλιστική αποτύπωση των λεπτομερειών – στο τελευταίο έργο ανελέητη, θα έλεγε κανείς – συνδυάζεται και με μια αξιοπαρατήρητη ψυχογραφική ικανότητα.

Εικ.12. Ν. Καντούνης, Προσωπογραφία του φαρμακοποιού Δικόπουλου, ca. 1825,  Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι εμποτισμένοι από την ιταλική παιδεία Επτανήσιοι αριστοκράτες και αστοί αδιαφόρησαν για τις άλλες θεματικές κατηγορίες της κοσμικής ζωγραφικής, επειδή λόγω φυσικών κυρίως καταστροφών ελάχιστα μόνο δείγματά τους έχουν φτάσει ως εμάς. Ο Τώνης Σπητέρης παρατηρεί: «Η εμφάνιση του κοσμικού θέματος τον 18ο αιώνα στα Επτάνησα δεν είναι παρά η παρουσία στον χώρο της ζωγραφικής της βαθιάς εκείνης αλλαγής στο πνεύμα και στον τρόπο ζωής αυτή την περίοδο που ευγενείς και κατακτητές θέλουν να επιδείξουν τον πλούτο και τη ματαιοδοξία τους, ενώ ταυτόχρονα μια καινούρια τάξη εμπόρων και διανοουμένων αποκτά αυτοσυνειδησία και θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της»11. Όσον αφορά τα ηθογραφικά θέματα και τη νεκρή φύση, σώζονται περισσότερες πληροφορίες παρά έργα – Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα (εικ. 13) του Χ. Παχή και η Γυναίκα με παιδί που προσπαθεί να σβήσει ένα κερί (Αργοστόλι, Ιστορικό και Λαογραφικό  Μουσείο) του Γεωργίου Μηνιάτη (ca. 1820-1895). Και εδώ φαίνεται πως πρωταγωνίστησε ο Ιερώνυμος Πλακωτός. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι “έστεκε άριστος πιτόρος [ζωγράφος] εις το νατουράλε” , ότι “εσώζοντο διάφοροι εικόνες, εν αις οι δώδεκα μήνες και έτεραι παριστώσαι οπώρας και ποικιλόχρωα άνθη έχοντα μεγίστην φυσικότητα” και ακόμη ότι “αμπειλίρησε [διακόσμησε] κάμποσους ναούς, σπίτια, με φιγούρες, φιόρια, ζώα και πουλιά… καθώς και αγίους στο ξερόν και στο φράγκικον και πολλαίς άλλαις φιγούραις προφάναις [κοσμικές] ”12.  Ενδεικτικά, από την κατηγορία αυτή, θα μπορούσαν να αναφερθούν επίσης Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη (1756, Μουσείο Ζακύνθου) του Ιωάννη Κοράη (1799-1841) και Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (εικ. 14)  του Κουτούζη. Στη Λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο (εικ. 15) μία από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ο Βεντούρας αποκαλύπτει με την οξύτητα της εξπρεσιονιστικής γραφίδας πως ό,τι για άλλους μπορεί να είναι εορταστική, λυτρωτική διαδικασία για εκείνον εμπεριέχει μεταφυσική αγωνία, πέρα ίσως από τα όρια της χριστιανικής πίστης. Όπως στα τοπιογραφικά θέματά του η δραματική ένταση υποκαθιστά τον ειδυλλιακό χαρακτήρα των τοπιογραφιών του Παχή, του Μποκατσιάμπη ή του Γιαλλινά, έτσι και στις Λιτανείες  του η αφηγηματική και καταγραφική πρόθεση του Κοράη ή του Κουτούζη δίνει τη θέση της στην εργώδη προσπάθεια διατύπωσης υπαρξιακών ερωτημάτων και αισθητοποίησης προσωπικών βιωμάτων. Όμως ήδη φτάσαμε στο ακρότατο σημείο μιας πορείας πέντε αιώνων της τέχνης στα Επτάνησα, ο χαρακτήρας της οποίας αποτυπώνεται υποδειγματικά στα λόγια του Ελύτη: «Είναι μια πρωτοπορία ίσως, αλλά μια πρωτοπορία που η ανθρώπινη εγγύησή της είναι ο μικρός εφτανησιώτικος πληθυσμός και που, από τη γέφυρα της Βενετιάς, με πρώτους σημαιοφόρους τους Δοξαράδες, οδηγεί ολόισια στη Δύση»13.

Εικ.13. Χ Παχής, Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα, 1875-80, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.
Εικ.14. Ν Κουτούζης, Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (Τμήμα), 1766, Ζάκυνθος, ναός Αγίου Διονυσίου.
Εικ.15. Ν. Βεντούρας, Η λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο, 1973.

Σημειώσεις

¹Α. Μουστοξύδης, «Παναγιώτης Δοξαράς», Ελληνομνήμων, Ι (1843), σ. 17-40.

2 Α. Κοραής, «Το είδος και τα μέσα της παιδείας, (1814)», Άπαντα Ι, Αθήνα 1969, σ. 327.

3 Από τον πρόλογο του Σπυρίδωνος Λάμπρου στην πρώτη έκδοση του χειρογράφου του Παναγιώτη Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. λέ.

Π. Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. 4, 27.

5 Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», αναδημοσιευμένο με τη φροντίδα του Ντίνου Κονόμου από το περιοδικό Πινακοθήκη του 1902-1903, Ζάκυνθος 1968, σ. 28.

6  Χ. Γιανναράς, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το “Σχίσμα”, Αθήνα 20183 (2015), σ. 255.]

7   Βλ. ενδεικτικά Σ. Λυδάκης, Η Ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής, Αθήνα 1976, σ. 35.

8  Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», Πινακοθήκη Β’ (1902-3), σ. 5.

9  Γ. Μαυρογιάννης, «Η τέχνη εν Κρήτη και εν Επτανήσω», Αττικόν Ημερολόγιον 1890, σ. 286.

10 Σ. Δε Βιάζης, ό.π., σ. 210.

11 T. Spitéris, Influences occidentales sur la peinture néo-hellenique, Αθήνα 1955, σ. 2.

12 Ν. Κατραμής, Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σ. 328, 371 · Σ. Δε Βιάζης, περιοδ. Καλλιτεχνικός Κόσμος, έτος Α΄, αρ. 3 (1892).

13 Ο. Ελύτης, «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1987, σ. 289.

Ο Άλκης Χαραλαμπίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

«Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός!», αναφώνησε ο διαπρεπής αρχαιολόγος μην κρύβοντας την έκπληξή του όταν η σκαπάνη του σκόνταψε πάνω στον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο που πρωτοαντίκριζε ποτέ.

«Στηριγμένος λοιπόν σε ισχυρές αρχαιολογικές ενδείξεις, νομίζω πως έχω το δικαίωμα να πω ότι ο μεγάλος μακεδονικός τάφος μπορεί να ανήκει στον Φίλιππο Β’», δήλωσε λίγες μέρες αργότερα, στέλνοντας την Ελλάδα για πολλούς μήνες στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου.

Ήταν στις 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος και η ομάδα του βρέθηκαν μπροστά στο αρχαιολογικό εύρημα που θα προκαλούσε οικουμενική συγκίνηση αλλά και μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Τα νέα των επόμενων εβδομάδων θα έκαναν πολλές φορές τον γύρο της υφηλίου, μιας και μέσα στον ασύλητο μακεδονικό τάφο που αποκάλυψε η αρχαιολογική εμμονή του Ανδρόνικου των 26 ολόκληρων ετών θα βρισκόταν μια ολόχρυση λάρνακα, η οποία είχε αποθηκεύσει για τόσους και τόσους αιώνες τα οστά του μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Στις 24 Νοεμβρίου, ο Ανδρόνικος προβαίνει με την απροσχημάτιστη απλότητά του στην ανακοίνωση της ανακάλυψης στην αίθουσα τελετών της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αφήνοντας άπαντες με το στόμα ανοιχτό. Πριν από την ανακοίνωση, ο διαπρεπής αρχαιολόγος έχει κάνει δύο τηλεφωνήματα: στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Η ανασκαφή της Βεργίνας έμελλε να σφραγίσει την επιστημονική διαδρομή του Ανδρόνικου, αν και ο ίδιος ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο από την κολοσσιαίας αρχαιολογικής σημασίας ανακάλυψή του. Ο επίμονος αρχαιολόγος ήταν ταυτοχρόνως ένας πολύ μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ένας συνειδητοποιημένος πολίτης και ένας άνθρωπος που σημάδεψε γενικά όλους όσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του ή να ακούσουν τις διαλέξεις του.

Η δήλωση του Μανόλη Ανδρόνικου το πρωινό της 24ης Νοεμβρίου 1977 σφράγισε τη μοίρα της μακεδονικής ιστορίας και άλλαξε τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας. Μετά τη μέρα αυτή, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στα αρχαιολογικά πράγματα της χώρας μας…

Πρώτα χρόνια

Ο Μανόλης Ανδρόνικος (που επιθυμούσε να αναγράφεται το όνομά του με «όμικρον») γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου 1919 στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, παρά μόνο ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 κατέφτασε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου και γράφτηκε το 1936 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Ήδη από παιδί αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα, καθώς η ποίηση ήταν γι’ αυτόν το διαχρονικό καταφύγιο από τις δυσκολίες της προσφυγιάς, και ίδρυσε κάποια στιγμή τον καλλιτεχνικό και φιλολογικό όμιλο «Η Τέχνη». Και τότε τον κερδίζει η αρχαιολογία, μέσω μιας σειράς σημαδιών της μοίρας. Ας τον ακούσουμε: «Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο άκουσα όλους τους καθηγητές που είχα τότε, τον Κακριδή, τον Θεοδωρακόπουλο, τον Αποστολάκη, τον Θεοδωρίδη. Αλλά ανάμεσα σ’ όλους ήταν ένας παράξενος θα ’λεγα δάσκαλος, ο Ρωμαίος. Ήταν κακός ομιλητής, δεν ήταν όμορφος, δεν είχε τίποτα εξωτερικά γοητευτικό. Αλλά μέσα από τη δυσκολία του λόγου του και τη μονότονη θα έλεγα διδασκαλία του, σου κάρφωνε ορισμένα πράγματα. Μας δίδασκε για τους Κούρους, κάτι που δεν το ήξερα καθόλου. Παράλληλα, ήρθε μια άλλη περίεργη σύμπτωση: Ένας συμφοιτητής και φίλος μου, ο Θηστέρης ο Γιώργος, ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα που ήταν χορεύτρια κλασικού χορού. Καθώς μια μέρα μελετούσαμε με τον Γιώργο στα εκμαγεία και ήρθε να τον πάρει, μας είπε τι πόνο έχει το χέρι του γλύπτη και μας εξήγησε με το ίδιο της το κορμί τι σημαίνει χαρά, πόνος, λύπη, ενθουσιασμός. Μας τα έδειξε και στα αρχαία αγάλματα. Αυτή η περίεργη συγκυρία μ’ έκανε να βλέπω με άλλο μάτι και τα αρχαία αγάλματα και να ακούω και με άλλο αυτί τη διδασκαλία του Ρωμαίου».

Και τότε τον καλεί η Βεργίνα, χωρίς ακόμα να το γνωρίζει ο ίδιος: «Ακόμη μια συγκυρία, ήταν ότι ο Ρωμαίος από την πρώτη κιόλας χρονιά με πήρε μαζί του στην ανασκαφή της Βεργίνας. Αυτό μπορώ να πω ότι σφράγισε τη ζωή μου. Τελείωσα το πανεπιστήμιο το 1941. Από το 1938, τότε με το δάσκαλο μου, τον Ρωμαίο, πηγαίναμε στη Βεργίνα στην ανασκαφή του ανακτόρου δύο φορές το χρόνο. Αυτές ήταν οι πρώτες αρχαιολογικές μου εμπειρίες, μαζί με τις εμπειρίες που είχα και από τη διδασκαλία του στο πανεπιστήμιο, αλλά και από όσα μας έλεγε στα ξενύχτια που κάναμε στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Βεργίνας, όπου έμενε».

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1941, διορίζεται φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου, αν και σύντομα θα τον καλούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ανδρόνικος κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πήρε μέρος σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, υπηρετώντας το στράτευμα ως λοχίας. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη το 1945, πιάνει δουλειά στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια «Σχοινά»: «Ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα. Είχα καλά παιδιά, μαθήτριες -ήταν γυμνάσιο θηλέων- και θυμούμαι με συγκίνηση που μπόρεσα και δίδαξα όπως ήθελα και τα αρχαία ελληνικά και τα νια ελληνικά. Και έτσι αισθάνομαι μια ικανοποίηση, όταν θυμάμαι ότι το 1946 πρωτοδίδαξα τον Ελύτη. Το “Άσθμα πένθιμον και ηρωικό”, που μόλις γύρισα από τη Μέση Ανατολή το είχα βρει στο Τετράδιον Δεύτερον. Δίδαξα και Σεφέρη και “Ερωτόκριτο’’ και άλλη ποίηση, την οποία πάντα αγαπούσα».

Αφού περάσει μερικά χρόνια ως εκπαιδευτικός, ο Ανδρόνικος διορίζεται το 1949 επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας και το 1952 αναλαμβάνει πανεπιστημιακή θέση στο Αριστοτέλειο (καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας). Η δίψα του για γνώση θα τον φέρει τη διετία 1954-1955 με υποτροφία στην Οξφόρδη, όπου θα βρεθεί δίπλα στον μεγάλο αρχαιολόγο sir John Beazley, που «ήταν ο μεγαλύτερος αρχαιολόγος ασφαλώς του 20ού αιώνα, αλλά ίσως και όλων των εποχών».

Ο φωτισμένος δάσκαλος, ο «πατέρας» της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας, ενσταλάζει στον Ανδρόνικο ακόμα μεγαλύτερο πάθος για την κλασική αρχαιολογία και εκείνος τον ανταμείβει με τη διατριβή του «Λακωνικά ανάγλυφα», με την οποία και θα εκλεγεί υφηγητής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ το 1957. Από το 1964, ο Ανδρόνικος ήταν τακτικός πια καθηγητής της έδρας.

Τα χρόνια που εργαζόταν ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στη Θράκη του χάρισαν ωστόσο και τη γυναίκα της ζωής του. Το 1949 παντρεύεται την Ολυμπία Κακουλίδου, την ακούραστη συμπαραστάτριά του στην ανασκαφική οδύσσεια της Βεργίνας, που όπου να ’ναι θα ξεκινήσει: «Στη σχολή Σχοινά είχα μιαν άλλη τύχη. Γνώρισα τη γυναίκα μου, την Όλια, η οποία μου παραστάθηκε πάρα πολύ σε όλη την ανασκαφική προσπάθεια, γιατί μοιράστηκε μαζί μου τις ταλαιπωρίες. Τουλάχιστον τις ταλαιπωρίες των πρώτων χρόνων που ήταν πολύ μεγάλες. Υπάρχει και μια ακόμα σύμπτωση, ότι διορίστηκα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αμέσως μετά το γάμο μου»…

Η αρχαιολογική ανασκαφή της Βεργίνας

Παλιός γνώριμος της Βεργίνας ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Ανδρόνικος πρωτοστάτησε αρχαιολογικά σε διάφορες ανασκαφές της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, Βέροια, Νάουσα, Κιλκίς, Χαλκιδική κ.α.), αν και σύντομα θα έστρεφε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στη Βεργίνα. Ο αγώνας του τιτάνιος και γεμάτος εμπόδια. Στο ξεκίνημα θα ανασκάψει 32 τύμβους της πρώιμης εποχής του σιδήρου, ενώ θα ολοκληρώσει και την ανασκαφή του ανακτόρου της Βεργίνας. Το 1952 αρχίζει τις ανασκαφές της Μεγάλης Τούμπας. Αρχικά απογοητεύεται, αφού ανακαλύπτει τρεις τάφους που έχουν όμως συληθεί. «Η πρώτη άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν μια έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμιά διακόσμηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Λίγο πιο βαθιά όμως θα ανακαλύψει την αριστουργηματική τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης! Με το πάθος του οραματιστή που κυνηγάει απέλπιδα τη δική του Ιθάκη, ψάχνει αδιάκοπα στο χώμα, παλεύοντας τόσο με τη γη όσο και με τον εαυτό του. Τα κονδύλια αλλά και ο χρόνος φτάνουν στο τέλος τους, όχι όμως και το πείσμα του. Στις τρεις απόπειρες που προηγήθηκαν του 1977 (το 1951, το 1962 και το 1963), ο Ανδρόνικος κατέληξε πως ο τεράστιος τύμβος στην ανατολική άκρη της Βεργίνας ήταν τεχνητός και κάλυπτε έναν -τουλάχιστον- τάφο.

Έπειτα από αναγκαστική διακοπή 13 χρόνων, επέστρεψε λοιπόν σε αυτόν απερίσπαστος, έχοντας ολοκληρώσει την πανεπιστημιακή ανασκαφή στο ανάκτορο της Βεργίνας, ελεύθερος τώρα να αφοσιωθεί στο φιλόδοξο νεανικό του όνειρο και να αποκρυπτογραφήσει το μυστικό της Μεγάλης Τούμπας! Στις 8 Νοεμβρίου 1977, που έμελλε να γίνει η σημαντικότερη μέρα της ζωής του, ανακαλύπτει χωρίς καμία αμφιβολία και με τεκμηριωμένες πια αποδείξεις τον τάφο του βασιλιά των Μακεδόνων Φιλίππου Β’! Τα ευρήματα πολλά: χρυσή λάρνακα με ανάγλυφο το δεκαεξάκτινο αστέρι και οστά, λαμπρές τοιχογραφίες, σιδερένιοι θώρακες, ψηφιδωτά, ανάγλυφα μέλη, κλίνες από ελεφαντοστό και άλλα πολλά.

Λίγο καιρό πριν από τη σπουδαία ανακάλυψη, γράφει στο σημειωματάριό του: «Οι προσδοκίες για την ανασκαφή της Μ. Τούμπας είναι εξαιρετικές. Ακόμα και η απίστευτη ελπίδα πως κάτω από την τεράστια επίχωσή της καλύπτει τάφους Μακεδόνων Βασιλέων. Τίποτα δεν αποκλείεται!». Την πρώτη μέρα της ανακάλυψης, σημειώνει: «Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου. Έπιασα με τα χέρια μου το λείψανο του Φιλίππου».

Η ανασκαφή του 1976 ταύτισε στη θεωρητική συλλογιστική του Ανδρόνικου τον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα και βασιλική νεκρόπολη των Τημενιδών, υποθέτοντας πια με σχετική ασφάλεια ότι ενδέχεται να υπάρχουν βασιλικοί τάφοι κάτω από την επίχωση του τύμβου. Τον Νοέμβριο του 1977, έπειτα από μια μακρά και εντατική ανασκαφική περίοδο που έγινε δυνατή χάρη στα κονδύλια από τον προϋπολογισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, ο Μανόλης Ανδρόνικος παρουσίασε στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Παλαιού Κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής το μεγάλο του εύρημα: τρεις τάφους, ανάμεσά τους δύο ασύλητους μακεδονικούς, που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής αρχαιολογίας και έστρεψαν το ενδιαφέρον και τη στήριξη της πολιτείας στα αποτελέσματά της.

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος πραγματοποίησε τη σημαντικότερη ίσως αρχαιολογική ανακάλυψη του 20ού αιώνα επί ευρωπαϊκού εδάφους: τον τάφο του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Β’. Τα εντυπωσιακά ευρήματα, όπως η χρυσή λάρνακα διακοσμημένη με τον δεκαεξάκτινο ήλιο, το χρυσό στεφάνι που αναπαριστά φύλλα και καρπούς δρυός, η πανοπλία του ηγεμόνα και το χρυσό δόρυ, κάνουν για πρώτη φορά παγκόσμια γνωστό τον λαμπρό μακεδονικό πολιτισμό.

Ο ίδιος ο Ανδρόνικος εξιστορεί στο «Χρονικό της Βεργίνας» την περιπέτεια της κοσμοϊστορικής ανακάλυψης: «Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στο λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. (…) Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. (…) -Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά. Είχα λοιπόν βρει τον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο. Εκείνη τη στιγμή δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Εκείνη τη νύχτα -όπως και όλες τις επόμενες- στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ περισσότερο από δυο τρεις ώρες. Γύρω στις 12, τα μεσάνυχτα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να βεβαιωθώ αν οι φύλακες ήταν στη θέση τους. Το ίδιο έγινε και στις 2 και στις 5 το πρωί. Οπωσδήποτε, συλλογιζόμουν, μέσα στη σαρκοφάγο πρέπει να κρύβεται μια ωραία έκπληξη. Η μόνη δυσκολία που συναντήσαμε ήταν πως την ώρα που ανασηκώναμε το κάλυμμα, είδαμε καθαρά πια το περιεχόμενο και έπρεπε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, μόλο που τα μάτια μας είχαν θαμπωθεί απ’ αυτό που βλέπαμε και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Μέσα στη σαρκοφάγο υπήρχε μια ολόχρυση λάρνακα. Επάνω στο κάλυμμά της ένα επιβλητικό ανάγλυφο αστέρι με δεκάξι ακτίνες, και στο κέντρο του ένας ρόδακας. Με πολλή προσοχή και περισσότερη συγκίνηση ανασήκωσα το κάλυμμα με το αστέρι πιάνοντάς το από τις δυο γωνίες της μπροστινής πλευράς. Όλοι μας περιμέναμε να δούμε μέσα σ’ αυτήν τα καμένα οστά του νεκρού. Όμως αυτό που αντικρίσαμε στο άνοιγμά της μας έκοψε για μιαν ακόμη φορά την ανάσα, θάμπωσε τα μάτια μας και μας πλημμύρισε δέος: πραγματικά μέσα στη λάρνακα υπήρχαν τα καμένα οστά. (…) Αλλά το πιο απροσδόκητο θέαμα το έδινε ένα ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα και καρπούς βελανιδιάς που ήταν διπλωμένο και τοποθετημένο πάνω στα οστά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί τέτοια ασύλληπτη εικόνα. Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: “Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική”. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε»….

Η πολιτεία τον εμπιστεύεται και πλέον είναι στο πλευρό του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μόλις ενημερώνεται για το κατόρθωμα του Ανδρόνικου, του ξεκαθαρίζει: «Θα σας δώσω ό,τι θέλετε. Πείτε τι θέλετε και θα το έχετε. Δώσατε φωνή και υπόσταση στην ιστορία της Ελλάδος».

Ο απολογισμός της αποκάλυψης του Ανδρόνικου ήταν χονδρικά ένα Ηρώο, ένας κιβωτιόσχημος τάφος με καταπληκτική ζωγραφική διακόσμηση, δύο ασύλητοι μακεδονικοί τάφοι και ένας κατεστραμμένος. Η ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας ολοκληρώθηκε το 1981 και ο Ανδρόνικος δημοσίευσε το 1984 το σύγγραμμά του «Οι βασιλικοί τάφοι και άλλες αρχαιότητες», όπου εξέθεσε τα δεδομένα, τους προβληματισμούς, τις σκέψεις και τις ερμηνείες του σχετικά με τα ευρήματα, εγκαινιάζοντας μια αρχαιολογική συζήτηση που δεν έχει κοπάσει μέχρι και σήμερα.

Την επόμενη χρονιά, το 1978, ο Ανδρόνικος ανακάλυψε και τον λεγόμενο «Τάφο του Πρίγκιπα». Ήταν το τρίτο μυστικό που έκρυβε η Μεγάλη Τούμπα: ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος. Το 1982, η ανασκαφική πανεπιστημιακή ομάδα αφήνει πίσω της τη Μεγάλη Τούμπα, αφού βέβαια πρώτα ο Ανδρόνικος φρόντισε για τη συντήρηση των μνημείων. Η ιδιαίτερη ευαισθησία και το αίσθημα ευθύνης του για το ταφικό μνημείο της Βεργίνας συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, έως ότου να κατασκευαστεί το μεγάλο στέγαστρο των βασιλικών τάφων από το υπουργείο Πολιτισμού (1992). Τότε ήταν που άνοιξε έναν νέο κύκλο ανασκαφικών εργασιών στη Βεργίνα, γύρω από το νεκροταφείο, και εντόπισε -σε άμεση σχέση με το ανάκτορο- το αρχαίο θέατρο της πόλης και αμέσως βορειότερα το Ιερό της Εύκλειας (αγορά).

Το 1987 ανακαλύπτεται πλάι στον τάφο του «Ρωμαίου», ο τάφος της «Ευρυδίκης», ένας πιο πρώιμος μακεδονικός τάφος που ενίσχυσε τον συλλογισμό που είχε αναπτύξει ο Ανδρόνικος σχετικά με την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των μακεδονικών ταφικών μνημείων, ενώ την επόμενη χρονιά ακολουθούν και άλλοι τάφοι στην ίδια περιοχή. Το 1990 ξεκίνησε την ανασκαφή του «Μητρώου» (Ιερό της Μητέρας των θεών)…

Κατοπινά χρόνια

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και φωτισμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, μετρώντας συνεχή παρουσία στην πνευματική ζωή της Ελλάδας. Τιμήθηκε εκτεταμένα για το έργο του και έλαβε αναρίθμητους επαίνους και διακρίσεις, διατελώντας πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του εθνικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής της UNESCO, μέλος και πρόεδρος του αρχαιολογικού συμβουλίου και ισόβιος εταίρος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Το 1980 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τον Μάρτιο του 1992, λίγες μέρες πριν φύγει από τον κόσμο, η ελληνική πολιτεία τίμησε τον κορυφαίο αρχαιολόγο με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Ο Ανδρόνικος διαχειρίστηκε υποδειγματικά ένα πολύπλευρο και πολυσήμαντο εύρημα, φρόντισε για την προστασία και την ανάδειξή του και μάγεψε το ευρύ κοινό με τις ανακαλύψεις του, διατηρώντας πάντα στο ακέραιο το ακαδημαϊκό ήθος και την επιστημονική σεμνότητα που προσιδιάζουν στους μεγάλους άντρες.

Έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1992 αναγνωρισμένος από την πολιτεία, το κοινό, ακόμα και τους επιστημονικούς αντιπάλους του. Στο «Χρονικό της Βεργίνας», ένα μόνο σύγγραμμα από την πλούσια εργογραφία του, παρατηρούσε για την ανακάλυψη που συγκλόνισε την οικουμένη: «Δεν φαντάζομαι να έχει γίνει δεκτή ποτέ άλλοτε μια αρχαιολογική ανακοίνωση με τόσο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήταν φανερό πως τα ευρήματα λειτουργούσαν κιόλας πολύ πέρα από την αυστηρά επιστημονική περιοχή. Για μιαν ακόμη φορά, ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου είχε αγγίξει τις καρδιές των Μακεδόνων. Και όχι μόνο αυτών»…

Πηγή: Newsbeast 30/04/2015


Πηγή: H Μηχανή του Χρόνου