Skip to main content

Νίκος Ζάικος: Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο. Χθές, σήμερα…

Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο.

Χθές, σήμερα…

 

Η ιστορική σχέση του διεθνούς δικαίου με τις πληθυσμιακές μετακινήσεις είναι σχετικά μακρά και σίγουρα ταραχώδης. Όπως ανέκαθεν συνέβαινε σε κάθε τομέα διεθνούς ρύθμισης, έτσι και στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων, το διεθνές δίκαιο άσκησε και ασκεί μια καταλυτική επίδραση στις ζωές αναρίθμητων ανθρώπων.

Το διεθνές δίκαιο είναι το νομικό σύστημα που ρυθμίζει τις διεθνείς σχέσεις, προπαντός τις σχέσεις ανάμεσα σε ανεξάρτητα, κυρίαρχα κράτη. Θεσπίζεται κυρίως με διμερείς και πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες τα κράτη διαπραγματεύονται, είναι ελεύθερα να μην αποδεχτούν ή η να αποδεχτούν, αλλά, στην τελευταία περίπτωση καλούνται στη συνέχεια να τηρούν (Pacta sunt servanda). Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο είναι η νομική «εικόνα του κόσμου», όπως τη διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη εφόσον κάθε διεθνής ρύθμιση για κάθε θέμα εξαρτάται από αυτά και αποτελεί εντέλει την κανονιστική έκφραση μιας συλλογικής πολιτικής επιλογής τους.

Πριν από τον Μεσοπόλεμο, υπήρχε ένα μεγάλο θεσμικό κενό στο διεθνές δίκαιο αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και κατ’ επέκταση τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Το διεθνές δίκαιο δεν παρενέβαινε ακόμη στη σχέση του ατόμου με την κρατική εξουσία. Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα από τους τρέχουσες διεθνείς εγγυήσεις και μηχανισμούς ελέγχου, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Οι πρώτες αξιοπρόσεκτες διεθνείς πράξεις που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα τους μετανάστες εργαζόμενους ως νομικά καθορισμένης κατηγορίας ατόμων υιοθετήθηκαν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920 στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Λίγο νωρίτερα είχαν προηγηθεί οι πρώτες διεθνείς συμβάσεις για τους πρόσφυγες, οι οποίες είχαν έναν ad hoc, περιπτωσιολογικό χαρακτήρα, δηλ. αφορούσαν τους Ρώσους πρόσφυγες, τους Αρμένιους πρόσφυγες… Ήδη από τότε το διεθνές δίκαιο αντιμετώπιζε διαφορετικά τον μετακινούμενο άνθρωπο ανάλογα με το αίτιο της μετακίνησης. Δηλαδή, ο οικονομικός μετανάστης υποτίθεται ότι εγκαταλείπει την εστία του οικειοθελώς και για μια καλύτερη τύχη. Από την άλλη πλευρά, ο πρόσφυγας φεύγει από την πατρίδα του εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω της καταγωγής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της κοινωνικής ομάδας, ή των πολιτικών πεποιθήσεών του.

Κατά τον Μεσοπόλεμο παρατηρήθηκε και η συμβατικά προβλεπόμενη αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. Από την άποψη αυτή, η Σύμβαση της Λωζάννης (1923) υπήρξε σίγουρα πρωτοφανής στην ιστορία των διεθνών σχέσεων όχι μόνο λόγω της φύσης και της έκτασης της πρωτοφανούς συναλλαγής που προέβλεψε, αλλά και του στυγνού πολιτικού ρεαλισμού που την υπαγόρευσε, με την έννοια ότι  αδιαφόρησε για κάθε ανθρωπιστική εκτίμηση. Αν επιχειρείτο σήμερα, η αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών θα ήταν αντίθετη σε ένα εκτεταμένο φάσμα διεθνών νομικών κανόνων.

Όταν μιλάμε για μετανάστες στον σύγχρονο κόσμο εννοούμε 244 εκατομμύρια (2015) ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε κράτη άλλα από εκείνα της γέννησης ή της ιθαγένειάς τους. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ραγδαία σε σύγκριση με το 2010 (222 εκ.) και το 2000 (173 εκ.). Περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου αριθμού των μεταναστών (49%), είναι γυναίκες, αν και το ποσοστό των γυναικών μεταναστών στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερο από των ανδρών μεταναστών. Ο παγκόσμιος μέσος όρος ηλικίας των μεταναστών κατά το 2015 ήταν τα 39 έτη.  

Σύμφωνα με πολύ πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού των μεταναστών ζουν σήμερα στην Ευρώπη (76 εκ.) και την Ασία (75 εκ.). Το 2015, τα 2/3 του συνόλου των μεταναστών (67%) κατανέμονταν σε 20 μόνο χώρες. Ο μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών συναντάται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (47 εκ., δηλ. το 19% σε παγκόσμια κλίμακα). Η Γερμανία και η Ρωσία ακολουθούν με μεγάλη διαφορά (12 εκ.) και μετά η Σαουδική Αραβία (10 εκ.). Στις χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών περιλαμβάνονται επίσης: Ηνωμένο Βασίλειο (9 εκ.), Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Καναδάς και Γαλλία (8 εκ.), Αυστραλία (7 εκ.), Ισπανία και Ιταλία (6 εκ.), Ινδία και Ουκρανία (5 εκ.), Ταϊλάνδη, Πακιστάν και Καζακστάν (4 εκ.) και Νότιος Αφρική (3 εκ.). (Πηγή: International Migration Report 2015, United Nations).

Κατά το 2015, η χώρα με τη μεγαλύτερη «διασπορά» παγκοσμίως ήταν η Ινδία (16 εκ.). Ακολουθούν: Μεξικό (12 εκ.), Ρωσική Ομοσπονδία (11 εκ.), Κίνα (10 εκ.),  Μπανγκλαντές (7 εκ.), Πακιστάν και Ουκρανία (6 εκ.), Φιλιππίνες, Συρία, Ηνωμένο Βασίλειο και Αφγανιστάν (5 εκ.), Πολωνία, Καζακστάν, Γερμανία, Ινδονησία και Παλαιστίνη (4 εκ.), Ρουμανία, Αίγυπτος, Τουρκία (3 εκ.)

Η Ελλάδα είναι χώρα τόσο υποδοχής, όσο και αποστολής μεταναστών. Κατά το 2015, ο αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα ανήλθε σε 1.242,5 εκ., δηλ. αντιστοιχούσε στο 11% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, που είναι 10.955 εκ. Ανάλογα με τη χώρα, το ποσοστό των μεταναστών επί του συνολικού πληθυσμού διαφέρει, π.χ. στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία είναι μόνον 1%, στην Πολωνία 2%, στη Τσεχία 4%, στην Ουγγαρία το 5%, στη Φινλανδία 6%. Άλλες χώρες έχουν ανάλογο ή μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με την Ελλάδα, π.χ. Δανία και Ιταλία 10%, Βέλγιο 12%, Ισπανία 13%, Νορβηγία 14%, Γερμανία 15%, Αυστρία και Σουηδία 17% κ.λπ.

Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, σήμερα περισσότεροι από 5 εκ. πολίτες ελληνικής καταγωγής ζουν εκτός Ελλάδας διεσπαρμένοι σε 140 χώρες του κόσμου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού ελληνικής καταγωγής καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (περίπου 3 εκ.), Αυστραλία (650-700 χιλ.), Γερμανία (400-450 χιλ.), Ηνωμένο Βασίλειο (400 χιλ. με την κυπριακή κοινότητα), Καναδά (350-400 χιλ), Ρωσία (98 χιλ.), Ουκρανία (92 χιλ.), Γαλλία (55 χιλ.), Νότια Αφρική (50 χιλ.), Ιταλία (45 χιλ.) Βραζιλία και Ολλανδία (30 χιλ.), Σουηδία (26 χιλ.), Βουλγαρία (25.5 χιλ.), Αργεντινή και Νέα Ζηλανδία (5 χιλ.). Η ελληνική διασπορά απλώνεται όμως και σε άλλα, λιγότερο αναμενόμενα μέρη του κόσμου, όπως Χιλή (5 χιλ.), Μεξικό (1.600), Ουρουγουάη και Παναμά (2 χιλ.), Βενεζουέλα  (2.5 χιλ), Συρία (1.370), Βόρειο Κορέα (153), Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (350).   

Η τρέχουσα διεθνής διαχείριση της μετανάστευσης είναι προβληματική. Πριν από μερικά χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης κατέγραψε σε έναν κατάλογο τους κύριους διεθνούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται με διάφορους τρόπους στον τομέα της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τα τότε διαθέσιμα – και πάντως μη εξαντλητικά – στοιχεία, πάνω από 10 όργανα και επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, 13 άλλα Προγράμματα, Ταμεία και θεσμοί των Ηνωμένων Εθνών, 5 Ειδικευμένες Οργανώσεις, 6 άλλοι μείζονες διακυβερνητικοί οργανισμοί, καθώς και τουλάχιστον 6 μείζονες περιφερειακοί σχηματισμοί, ανάμεσα στους οποίους και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ασχολούνταν παράλληλα με τη μετανάστευση. Η παράλληλη αυτή δράση έχει οδηγήσει σήμερα σε μια υπερπληθώρα ψηφισμάτων, προγραμμάτων, συστάσεων, σχεδίων δράσης και, κατά συνέπεια, σε μια εντελώς ασυντόνιστη νομική κατάσταση που έχει παρομοιαστεί με «ένα γιγαντιαίο ασυναρμολόγητο ψηφιδωτό» .

Η  συγκυρία για να καταρτιστεί μια γενική, περιεκτική Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων Όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών Τους διαμορφώθηκε μόλις το 1990. Όμως από τα 193 κράτη μέλη του ΟΗΕ, μόνο 48 έχουν εκφράσει τη συναίνεση να δεσμευτούν από αυτή τη Σύμβαση μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, η σημαντικότερη διεθνής πράξη για την ευάλωτη κοινωνική κατηγορία που είναι οι μετανάστες έχει μια πολύ απογοητευτική απήχηση.

Τα σπουδαιότερα θεσμικά βήματα πάνω στο θέμα των προσφύγων παρατηρήθηκαν μετά την τραυματική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων υιοθετήθηκε το 1951, συμπληρώθηκε με ένα Πρωτόκολλο το 1967 και η ισχύς τους εκτείνεται σήμερα σε 145 και 146 κράτη αντίστοιχα.

Η ιδιότητα του πρόσφυγα προσδιορίζεται βάσει των νομικών κριτηρίων που προβλέπονται στη Σύμβαση του 1951. Ο καθοριστικός παράγοντας για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα είναι η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ένταξης σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Η βασιμότητα του φόβου δίωξης κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Το 2014, ο παγκόσμιος αριθμός των προσφύγων υπολογίστηκε σε 19.5 εκατομμύρια. Η Τουρκία υποδέχτηκε τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων (1.6 εκ.), ακολουθούμενη από το Πακιστάν (1.5 εκ.), τον Λίβανο (1.2 εκ.) και το Ιράν (1 εκ.). Το 53% του παγκόσμιου αριθμού των προσφύγων προήλθε από τρεις μόνο χώρες, τη Συρία (3.9 εκ.), το Αφγανιστάν (2.6 εκ.) και τη Σομαλία (1.1 εκ.). Ο αριθμός των προσσφύγων από τη Συρία δεν έχει σταματήσει να αυξάνεται. 

Η εγκατάσταση ενός πρόσφυγα στην Ευρώπη είναι μια μοναχική και ψυχοφθόρα πορεία που μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Η αρχή της προσφυγικής εμπειρίας έχει τα χαρακτηριστικά μιας ύστατης απόφασης – δηλ. την εγκατάλειψη της εστίας για ένα ταξίδι που συχνά ενέχει κίνδυνο ζωής. Εφόσον ο πρόσφυγας καταφέρει να φτάσει στην Ευρώπη, μετά καλείται να τηρήσει χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες και να επιβιώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και πιθανώς υπό κράτηση. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εφόσον οι αρμόδιες κρατικές αρχές αναγνωρίσουν ότι ένα άτομο είναι πρόσφυγας – δηλ. δεν πρόκειται για οικονομικό μετανάστη –, τότε εφαρμόζεται η Αρχή της Μη Επαναπροώθησης (Non-refoulement), δηλ. το Κράτος απαγορεύεται να απελάσει ή να επιστρέψει τον πρόσφυγα στο κράτος, όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία του ή εικάζεται ότι θα υποβληθεί σε βασανιστήρια. Αν η απόφαση είναι αρνητική, τότε το πρόσωπο θα κληθεί να εγκαταλείψει τη χώρα ή θα απελαθεί ως παράτυπος αλλοδαπός, εκτός και αν του επιτραπεί η παραμονή για ανθρωπιστικούς λόγους.

Λόγω της γεωγραφικής θέσης και της πολιτικής συγκυρίας, η Ελλάδα υπήρξε επανειλημμένα στο επίκεντρο μαζικών πληθυσμιακών ροών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των άτυπων εισόδων στην Ευρώπη, είτε πρόκειται για μετανάστες, είτε για πρόσφυγες, συντελείται δια μέσου των ελληνικών συνόρων. Εκτός από την παράτυπη μετανάστευση, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος εξαιτίας της τραγωδίας των προσφύγων από τη Συρία.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο αριθμός των θυμάτων του πολέμου στη Συρία υπολογίζεται σε 350.000. Περίπου ο μισός πληθυσμός του κράτους αυτού, 11 από τα 22 εκατομμύρια, έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις εστίες του. Ο αριθμός των Σύριων που αναζητά διεθνή προστασία στην Ευρώπη συνεχίζει να αυξάνεται, αν και δεν αποτελεί παρά μόνο το 10% σε σύγκριση με τον αριθμό των Σύριων προσφύγων σε χώρες γειτονικές της Συρίας. Από το 2011 ως το 2015, καταγράφηκαν 579.184 αιτήσεις για χορήγηση ασύλου σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περισσότερες αιτήσεις υποβλήθηκαν στη Γερμανία και τη Σουηδία, ενώ ακολουθούν η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Δανία και η Βουλγαρία. Ακόμη μεγαλύτερος αριθμός αιτήσεων έχει υποβληθεί στη Σερβία (και το Κόσοβο).

Όπως υπολογίζεται, το 61% των αφίξεων στην Ελλάδα προέρχονται από τη Συρία, το 22% από το Αφγανιστάν, το 7% από το Ιράκ και το 3% από το Πακιστάν – όλες χώρες που μαστίζονται από ένοπλες συγκρούσεις, ανασφάλεια και πολιτική αστάθεια. Το 1/3 των προσφύγων που πνίγηκαν στο Αιγαίο ήταν παιδιά, ενώ ο αριθμός των παιδιών που υπέβαλαν αίτηση για άσυλο διπλασιάστηκε το 2015 σε σύγκριση με το 2014. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει εκφράσει την «ντροπή» και την «οργή» του για τη συνεχιζόμενη αδυναμία του Οργανισμού να τερματίσει την τρομακτική αυτή κατάσταση, αν και δεν απέδωσε ευθύνες σε συγκεκριμένες χώρες.

Όπως γνωρίζουμε, η ανθεκτικότητα των προστατευτικών κανόνων για τους πρόσφυγες δοκιμάζεται σοβαρά στη σημερινή Ευρώπη. Μετά από πολλά χρόνια, οι πρόσφατες εξελίξεις έδωσαν εκ νέου την αφορμή για να ανοίξει ένας παθιασμένος μεν, αλλά και καθόλου πρωτότυπος διάλογος. Από τη μια πλευρά, προβάλλεται το νομικό καθήκον – και η ανθρωπιστική ηθική επιταγή – των κρατών να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως μια σοβαρή απειλή για την κρατική δημόσια τάξη και τη διεθνή ασφάλεια.

Ας σημειώσουμε ότι η διασύνδεση των μαζικών διασυνοριακών ροών με εκτιμήσεις ασφαλείας συναντάται σε αρκετές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη Συμφωνία μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ και της Τουρκίας, σύμφωνα με την οποία, όσοι πρόσφυγες εισέρχονται στην Ελλάδα, θα επιστρέφουν στη γειτονική χώρα. Συνολικά 72.000 πρόσφυγες προβλέπεται να μετεγκατασταθούν από την ΕΕ στην Τουρκία και ισάριθμοι από την Τουρκία στα κράτη της ΕΕ. Το άρθρο της Συμφωνίας που ορίζει ότι για κάθε Σύριο που επιστρέφεται στην Τουρκία από τα ελληνικά νησιά θα υπάρξει ένας Σύριος που θα εγκατασταθεί στην Ε.Ε. είναι διάτρητο από νομική και λογική άποψη. Ήδη παρατηρούνται κραδασμοί στην υλοποίηση της ούτως ή άλλως προβληματικής αυτής Συμφωνίας.

Πολύ συχνά οι πρόσφυγες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα μέλη της οικογένειάς τους σε εμπόλεμες ζώνες ή σε στρατόπεδα της πατρίδας τους. Στην περίπτωση αυτή, η οικογένεια του πρόσφυγα συχνά στοχοποιείται. Προπαντός  τα παιδιά, οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι μπορεί να εκτεθούν σε θανάσιμο κίνδυνο για λόγους π.χ. αντεκδίκησης εξαιτίας της φυγής του μέλους της οικογένειάς τους.

Η τρέχουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν εγγυάται την επανένωση των προσφυγικών οικογενειών. Μερικά παραδέιγματα καταγεγραμμένα από τον Ερυθρό Σταυρό. Ένας Πακιστανός πρόσφυγας στη Γαλλία φρόντιζε στην πατρίδα του την ανάπηρη αδελφή του μετά από την εξαφάνιση των γονέων τους. Οι γαλλικές αρχές θεώρησαν ότι η ανάπηρη γυναίκα δεν εμπίπτει στους δικαιούμενους οικογενειακή επανένωση, παρά την εξάρτησή της από τον αδελφό της. Ένας άλλος Πακιστανός πρόσφυγας στο Ηνωμένο Βασίλειο μπόρεσε μεν να επανενωθεί με τη σύζυγο και το ανήλικο παιδί του, αυτό όμως δεν στάθηκε δυνατό για τα άλλα δύο παιδιά του, τα οποία ήταν άνω των 18 ετών. Εξάλλου, οι αρχές της Αυστρίας δεν έχουν αποδεχθεί τη γνησιότητα των πιστοποιητικών γάμου από συγκεκριμένες χώρες, όπως  π.χ. τη Σομαλία και το Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα να απορρίπτουν τα αιτήματα για οικογενειακή επανένωση.

Σύμφωνα με την τρέχουσα τάση των νομοθεσιών στην Ευρώπη, η διαδικασία για την επανένωση των μελών μιας προσφυγικής οικογένειας θα πρέπει να κινηθεί από τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα που παραμένουν στην πατρίδα τους ή σε άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή είναι δύσκαμπτη και συχνά αδύνατον να τηρηθεί στην πράξη. Για παράδειγμα, το 2012, μία οικογένεια Αφγανών που ζούσε προσωρινά στο Πακιστάν επιχείρησε να επανενωθεί με ένα συγγενή, ο οποίος ήταν πρόσφυγας στη Φινλανδία. Επειδή όμως η Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν εκείνη τη χρονιά έκλεισε, η οικογένεια κλήθηκε να απευθυνθεί προς την Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Νέο Δελχί της Ινδίας, δηλ. στην πρωτεύουσα μιας άλλης χώρας, που απείχε περίπου 700 χιλιόμετρα από τόπο της διαμονής  της οικογένειας. Επειδή όμως οι Αφγανοί που διαμένουν στο Πακιστάν δεν έχουν εν γένει νομιμοποιητικά έγγραφα, η οικογένεια κλήθηκε να επιστρέψει στην Καμπούλ προκειμένου να της χορηγηθεί βίζα για την Ινδία και να παραμείνει στο Αφγανιστάν έως ότου η Πρεσβεία της Φινλανδίας να την προσκαλέσει για συνέντευξη στο Νέο Δελχί, όπου έπρεπε ίσως και να υποβληθεί σε εξέταση DNA. Πέρα από τους κινδύνους που κρύβουν οι παραπάνω μετακινήσεις, αν η οικογένεια είχε την πρόθεση να τηρήσει την προβλεπόμενη τυπική διαδικασία κατά γράμμα, θα έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι και 4 φορές από το Πακιστάν στην Ινδία και να διαθέσει ένα ποσό της τάξης των 10.000 ευρώ για μεταφράσεις, διαμονή και διοικητικά έξοδα, κάτι το οποίο ήταν αδύνατον. – Σε μια άλλη περίπτωση,  μια γυναίκα με τα παιδιά της ταξίδεψαν με τη συνοδεία του αδελφού και του γαμπρού της από τη Συρία προς την Άγκυρα της Τουρκίας προκειμένου να τους χορηγηθεί βίζα από την Πρεσβεία του Βελγίου για να επανασυνδεθεί με τον σύζυγό της, πρόσφυγα στο Βέλγιο. Όμως στην τουρκο-συριακή μεθόριο ο αδελφός και ο γαμπρός της δολοφονήθηκαν, ενώ η γυναίκα και τα παιδιά κρατήθηκαν όμηροι για μέρες, κατέβαλαν λύτρα και τελικά επέστρεψαν στη Συρία. Στη συνέχεια, η γυναίκα αυτή υπέβαλε ταχυδρομικά αίτημα προς την Πρεσβεία του Βελγίου στη Βυρηττό του Λιβάνου.  Η εξέταση του αιτήματός της προϋπέθετε όμως τη φυσική παρουσία της στη Βυρηττό και, συνεπώς, ένα νέο επικίνδυνο ταξίδι. – Σε μια άλλη περίπτωση, μια Σομαλή πρόσφυγας στην Ολλανδία επιχείρησε ανεπιτυχώς να επανενωθεί με τα δυό ανήλικα παιδιά της, τα οποία φρόντιζε μια φίλη της στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας. Οι αιθιοπικές αρχές την κάλεσαν να προσκομίσει την έγκριση του πατέρα των παιδιών, με τον οποίο η μητέρα δεν είχε καμία επικοινωνία για 5 χρόνια. – Αντίστοιχα, πολλές γυναίκες από το Αφγανιστάν αδυνατούν να αποδείξουν στις αρχές τον θάνατο ή την αφάνεια του συζύγου τους για να αναλάβουν την κηδεμονία  των παιδιών τους. Προκειμένου να επανενωθούν με τα παιδιά τους έχουν κληθεί να προσκομίσουν απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καμπούλ κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.   

Η αυστηρότητα των ευρωπαϊκών νομοθεσιών και η δαιδαλώδης γραφειοκρατία δεν συντελούν στην επίλυση των παραπάνω προβλημάων. Ανάμεσα στους ανθρωπιστικούς θεσμούς που αναπτύσσουν ένα αθόρυβο έργο κατά τις τρέχουσες προσφυγικές κρίσεις, θα πρέπει να αναφερθεί ο Ερυθρός Σταυρός. Το 2015, ο Ερυθρός Σταυρός δραστηριοποιήθηκε σε περισσότερες από 80 χώρες με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στα λεγόμενα «Σολφερίνο του σήμερα»: Συρία, Νότιο Σουδάν, Ιράκ, Αφγανιστάν, Σομαλία, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Νικγηρία, Ισραήλ και Κατεχόμενα Εδάφη, Ουκρανία, Υεμένη, Λίβανο, Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Ιορδαβία, Κολομβία. Ανάμεσα στις δράσεις του Ερυθρού Σταυρού συγκαταλέγονται καταστάσεις κρατικής καταστολής και διακοινωτικής βίας, καθώς και οι βίαιες διενέξεις σε μεγάλα αστικά κέντρα που δεν έχουν κλιμακωθεί σε ένοπλη σύρραξη. 

Μέσα στο 2015, ο ΕΣ παρέλαβε 129.778 RCMs (Red Cross Messages/ Μηνύματα Ερυθρού Σταυρού) και διένειμε 106.108 Μηνύματα παρέχοντας τουλάχιστον τη δυνατότητα μιας επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη οικογενειών που σκόρπισαν και διαλύθηκαν. Καταγράφηκαν επίσης 479.358 κλήσεις ανάμεσα στα μέλη οικογενειών από όλες τις ηπείρους. – Μέσα στο 2015, καταμετρήθηκαν 3.809 ανήλικα/ασυνόδευτα παιδιά (εκ των οποίων 1.348 κορίτσια), από τα οποία 968 (256 κορίτσια) ενώθηκαν με τις οικογένειές τους. Στα τέλη του 2015, ο ΕΣ χειριζόταν τις υποθέσεις 3.219 ανήλικων/ασυνόδευτων παιδιών.

Όμως οι ανθρωπιστικοί διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να τερματίσουν τους πολέμους στον κόσμο. Αυτό μπορούν να το κατορθώσουν οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Κατά την εκτίμηση του Ερυθρού Σταυρού, οι ειδικότεροι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό φαινόμενο είναι δυστυχώς αδιαφανείς, αναποτελεσματικοί και πρέπει να αναθεωρηθούν άμεσα. Πρόκειται για ένα νομικό πλαίσιο που μάλλον οδηγεί στη διάλυση των προσφυγικών οικογενειών, παρά στην επανένωσή τους.

Η τρέχουσα διεθνής αντιμετώπιση του προσφυγικού φαινομένου εμφανίζει κάποιες αναλογίες με τη μετανάστευση. Διαπιστώνεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, η οποία εκδηλώνεται ως θεσμική αδυναμία για τη διαχείριση της επίμαχης κατάστασης με επίκεντρο τον άνθρωπο. Συνεπώς, εκτός από την ασυντόνιστη εικόνα στον τομέα της μετανάστευσης, το πιο αποκαρδιωτικό νέο στοιχείο είναι η απαξίωση του διεθνούς προσφυγικού δικαίου – δηλ. ενός συνόλου διεθνών νομικών κανόνων που κατακτήθηκε κυριολεκτικά με το αίμα των προηγούμενων γενεών. Ας ελπίσουμε ότι οι πολιτικές ηγεσίες θα αξιοποιήσουν τις τεράστιες τεχνικές δυνατότητες του σύγχρονου διεθνούς δικαίου για να προστατευτεί η ζωή και η υπόσταση κάθε ανθρώπου χωρίς διάκριση, σε έναν κόσμο όπου η βία γίνεται όλο και πιο πολυμέτωπη, αδιάκριτη, χαοτική.

zaikos
Νίκος Ζάικος Αναπληρωτής καθηγητής Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας : Η Δικαιοσύνη στο Βυζάντιο

 

Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας

«Η Δικαιοσύνη στο Βυζάντιο»

 Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ Γιάννη Σαραντίδη 

Κύριε Καθηγητά θα ήθελα να μας πείτε ποιος απένειμε τη δικαιοσύνη στο Βυζάντιο;

Στο Βυζάντιο πηγή όλων των εξουσιών, κύριος του δικαίου και ανώτατoς δικαστής είναι ο αυτοκράτορας. Στο όνομα του αυτοκράτορα απονέμουν δικαιοσύνη οι επικεφαλής διοικητικών υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι στο Βυζάντιο δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών. Επομένως, τα εκτελεστικά όργανα είναι και φορείς απονομής του δικαίου. Αμιγώς δικαστικοί λειτουργοί δεν υφίστανται μέχρι τον 6ο αιώνα.

Η τομή γίνεται από τον Ιουστινιανό, που θεσμοθέτησε για πρώτη φορά τους δώδεκα «επαγγελματίες» δικαστές, που είχαν ως μόνη αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων. Όσον αφορά τους υπολοίπους αξιωματούχους-δικαστικούς λειτουργούς, καθώς δεν αναμένεται από όλους να γνωρίζουν τους νόμους, η αδυναμία αυτή θεραπεύεται από την παρουσία των λεγομένων συνέδρων, παρέδρων, συμπόνων, συμβούλων ή assessores στο πλευρό των αρχόντων. Οι σύνεδροι προέρχονται ως επί το πλείστον από τους συνηγόρους, δηλαδή τους δικηγόρους, έχουν νομική κατάρτιση και συμβουλεύουν ως προς το νομικό σκέλος της υποθέσεως τους δικαστικούς άρχοντες.

Κύριε Καθηγητά ποια ήταν τα δικαιοδοτικά όργανα στο Βυζάντιο;

 Όπως είπα και προηγουμένως, εκτός από τον Αυτοκράτορα δικαιοσύνη απονέμουν και οι κρατικοί λειτουργοί. Συγκεκριμένα, στις επαρχίες αυτοί που κρίνουν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό είναι οι επαρχιακοί άρχοντες.  Ωστόσο, αν κάποιος επιθυμεί να εφεσιβάλει την απόφασή τους, απευθύνεται στα δικαστήρια της πρωτεύουσας.  Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο ο έπαρχος πραιτωρίων Ανατολής, ο επικεφαλής της μεγαλύτερης διοικητικής περιφέρειας του κράτους που περιελάμβανε τη Θράκη, τη Μ. Ασία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και είναι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους δικαστές στο Βυζάντιο, μαζί με τον κοιαίστωρα του ιερού παλατίου,  o οποίος είναι υπεύθυνος για την υπαγόρευση των νόμων (leges dictandae). Οι δύο αυτοί λειτουργοί εξετάζουν πολλές από τις εφέσεις, που προέρχονται από τα επαρχιακά δικαστήρια. Από εκεί και πέρα στην πρωτεύουσα υπάρχουν σημαντικοί αξιωματούχοι, επικεφαλής μεγάλων υπηρεσιών, που ταυτόχρονα έχουν και δικαστικές αρμοδιότητες. Ένας από τους πιο σημαντικούς λειτουργούς στη πρωτεύουσα ήταν ο διοικητής της, ο έπαρχος της πόλεως, ο οποίος είχε δικαιοδοσία επί όλων των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης για οποιοδήποτε αδίκημα αστικής ή ποινικής φύσεως. Επίσης ο μάγιστρος των οφφικίων και οι δύο επικεφαλής των κεντρικών οικονομικών υπηρεσιών του κράτους (o κόμης των θείων θησαυρών και ο κόμης των ιδικών κτήσεων) εξέταζαν κυρίως υποθέσεις που αφορούσαν τους υφισταμένους τους. Τέλος, θα πρέπει να προσθέσουμε και δύο ακόμη αξιωματούχους που θεσμοθετήθηκαν από τον Ιουστινιανό. Ο ένας ήταν ο praetor plebis ή πραίτωρ του δήμου, που δημιουργήθηκε το 535 αντικαθιστώντας τον νυκτέπαρχο, προκειμένου να ανακουφίσει, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική Νεαρά 13 του Ιουστινιανού, τον έπαρχο της πόλεως, από το φόρτο εργασίας του εκτελώντας αστυνομικά αλλά και δικαστικά καθήκοντα. Μάλιστα σε περίπτωση επεισοδίων, που ήταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη από τους οπαδούς των ομάδων του ιπποδρόμου, και πυρπόλησης κτηρίων, ήταν υπεύθυνος για την κατάσβεση των πυρκαγιών και την προφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των υπηκόων από το πλιάτσικο που συνήθως ακολουθούσε. Η δεύτερη αρχή που εισήχθη από τον Ιουστινιανό λίγα χρόνια μετά, το 539, ήταν ο κοιαισίτωρ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων των επαρχιωτών που κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη είτε συντονίζοντας τα αρμόδια όργανα, τα οποία θα εκδίκαζαν αυτές τις υποθέσεις, είτε εκδικάζοντας ο ίδιος τις υποθέσεις σε περίπτωση καθυστέρησης ή ολιγωρίας των αρμόδιων αρχών. Βέβαια στη μέση περίοδο τα πράγματα αλλάζουν.

Κύριε Καθηγητά θα ήθελα να μας περιγράψετε το δικαστικό σύστημα κατά τις επόμενες περιόδους του Βυζαντίου και να μας διευκρινίσετε αν υπήρξαν αμιγώς δικαστικοί λειτουργοί;

Κατά την πρώιμη περίοδο το μόνο δικαστικό σώμα, που γνωρίζουμε από τις πηγές, όπως σας είπα, είναι οι δώδεκα δικαστές του Ιουστινιανού, στους οποίους μπορούσαν τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι κρατικοί λειτουργοί να παραπέμψουν την εξέταση υποθέσεων. Δηλαδή οι πολίτες δεν μπορούσαν να προσφύγουν απευθείας σε αυτούς τους δικαστές. Οι αλλαγές που γίνονται στη μέση βυζαντινή περίοδο στην περιφερειακή και κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας επηρεάζουν και τη δικαιοσύνη, καθώς εξακολουθεί να μην υφίσταται ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ διοίκησης και δικαιοσύνης. Εκείνη την περίοδο δημιουργούνται νέα διοικητικά όργανα, τα οποία ταυτόχρονα απονέμουν και δικαιοσύνη.  Παραμένουν όμως και κάποιοι κρατικοί αξιωματούχοι από την προηγούμενη περίοδο. Για παράδειγμα ο κοιαίστωρ του ιερού παλατίου και ο έπαρχος  της πόλεως, οι οποίοι κατά τη μέση περίοδο είναι οι πιο υψηλόβαθμοι δικαστικοί λειτουργοί, που εδρεύουν στη Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια θα προστεθούν σε αυτούς ο επί των κρίσεων, ο δρουγγάριος της βίγλης που τέθηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας, ο δικαιοδότης, ο πρωτοασηκρῆτις, που ήταν προηγουμένως μέλος της αυτοκρατορικής γραμματείας, και ο προκαθήμενος των δημοσιακών δικαστηρίων, που εξέταζε δημοσιονομικού περιεχομένου υποθέσεις. Φυσικά το αυτοκρατορικό δικαστήριο εξακολουθεί να λειτουργεί σε όλες τις περιόδους και ταυτίζεται πάντοτε με τον αυτοκράτορα. Είναι το ανώτατο δικαστήριο.

Όσον αφορά τις επαρχίες κατά τη μέση περίοδο έχουμε μια εντελώς διαφορετική οργάνωση. Από τις πρωτοβυζαντινές επαρχίες περνάμε στα θέματα, που από κινητές στρατιωτικές μονάδες μετεξελίχθηκαν σε στρατικοδιοικητικές περιφέρειες, τη ραχοκοκαλιά του συστήματος της περιφερειακής οργάνωσης κατά τη μέση περίοδο. Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα πρέπει να περιγράψουμε τη συγκεκριμένη οργάνωση. Τα θέματα, λοιπόν, είναι μεγάλες στρατικοδιοικητικές περιφέρειες, με επικεφαλής έναν στρατηγό, ενώ παράλληλα υπάρχει και ένα σκέλος πολιτικής διοίκησης, στο οποίο ανήκει ο κριτής, δηλαδή ο δικαστής, του θέματος. Ο αξιωματούχος αυτός από το 10ο αιώνα αναδεικνύεται στον πραγματικό διοικητή του θέματος και αποκτά και οικονομικές αρμοδιότητες. Είναι ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για τη δικαστική διευθέτηση των υποθέσεων εντός του θέματος του. Οι αποφάσεις του εφεσιβάλλονται στα κεντρικά δικαστήρια της πρωτεύουσας. Εκεί εδρεύουν δύο ομάδες δικαστών λειτουργών, οι  κριτές επί του ιπποδρόμου και οι κριτές του βήλου, που είχαν ως μόνη αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων και ασκούσαν το λειτούργημά τους στον μικρό σκεπαστό ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, ένα κτήριο εντός του συγκροτήματος του ιερού παλατίου που γειτνίαζε με τον μεγάλο ανοικτό ιππόδρομο, όπου λάμβαναν χώρα οι αρματοδρομίες. Σε αυτούς, κατά το πρότυπο της πρώιμης βυζαντινής περιόδου των δώδεκα δικαστών του Ιουστινιανού, παραπέμπονται υποθέσεις από τους ανώτερους κρατικούς-δικαστικούς λειτουργούς ή τον αυτοκράτορα και εν συνεχεία οι αποφάσεις τους εφεσιβάλλονται είτε ενώπιον του αυτοκρατορικού δικαστηρίου είτε ενώπιον αυτού που παρέπεμψε την υπόθεση σε αυτούς. Όλο αυτό το σύστημα επιβιώνει ως το 1204.

 Μετά το 1204, την Δ΄ Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το κέντρο εξουσίας μεταφέρεται στη Νίκαια  και την Ήπειρο, μέχρι την ανάκτηση της Πόλης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1261, οπότε επιχειρείται η συγκρότηση ενός κεντρικού δικαστηρίου στην πρωτεύουσα από τον πρώτο εκπρόσωπο της δυναστείας των Παλαιολόγων, τον Μιχαήλ Η΄.  Εκείνη ακριβώς την εποχή ανασυστήνεται το «σβεσθέν», όπως αναφέρεται στις πηγές, «σέκρετον», ένα ανώτατο και μόνιμο δικαστήριο στην πρωτεύουσα. Μάλιστα έχει σωθεί και μια εντυπωσιακή σφραγίδα, που απεικονίζει τον αυτοκράτορα στην εμπρόσθια όψη, να κρατά πάνω από το κεφάλι του μία κυκλική εικόνα της Παναγίας δεομένης, η οποία φέρει στο στήθος της τον Χριστό νήπιο, ενώ στον οπισθότυπο αναφέρεται ακριβώς η ίδρυση αυτού του σεκρέτου, του δικαστηρίου. Στη συνέχεια υπήρξαν δύο σημαντικές προσπάθειες για την αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης. Η πρώτη γίνεται από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, ο οποίος θέσπισε το 1296 ένα δωδεκαμελές σώμα δικαστών, το οποίο φαίνεται ότι δεν μακροημέρευσε. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η σύσταση αυτού του σώματος έγινε, μετά από ένα σεισμό, ο οποίος θεωρήθηκε ως θεϊκό σημάδι, λόγω της κατίσχυσης της αδικίας και γι’ αυτό, για να θεραπευτεί η αδικία έπρεπε να προβούν σε συγκεκριμένα μέτρα, όπως για παράδειγμα τη θέσπιση ενός ανώτατου μόνιμου δικαστηρίου. Εν συνεχεία, η δεύτερη μεταρρυθμιστική προσπάθεια γίνεται από τον Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, τον εγγονό του Ανδρόνικου Β΄, ο οποίος θεσπίζει τους τέσσερεις  καθολικούς κριτές των Ρωμαίων, ένα αμιγώς δικαστικό σώμα και αυτό, μετά από μία ήττα των Βυζαντινών στη Μ. Ασία το 1329, που επίσης θεωρήθηκε ως θεϊκή τιμωρία. Οι κριτές αυτοί εκδίκαζαν υποθέσεις σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας είτε ως πολυμελές είτε ως μονομελές όργανο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως λίγο αργότερα το 1337 ορισμένοι από  τους καθολικούς κριτές κατηγορήθηκαν για δωροδοκία και τελικά αντικαταστάθηκαν. Ωστόσο ο συγκεκριμένος θεσμός διατηρήθηκε μέχρι την Άλωση και μάλιστα καθολικοί κριτές εκτός από την πρωτεύουσα εμφανίζονται και στις επαρχίες, όπως για παράδειγμα στη Λήμνο, τη Θεσσαλονίκη και το Μοριά, ενώ ο θεσμός πέρασε και στο μεσαιωνικό σερβικό κράτος. 

Κύριε Καθηγητά μας περιγράψαμε το ψηφιδωτό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν ένας απλώς πολίτης της Αυτοκρατορίας μπορούσε να δικαιωθεί και να προστατευτεί από τις αδικίες των λεγόμενων Δυνατών;

Αρχικά,  πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές μία από τις βασικές αρετές του Αυτοκράτορα είναι η απονομή του Δικαίου, «βασιλεία δικαιοσύνη ἐστὶ δι’ ἒργων κεκυρωµένη» σύμφωνα με τον ρήτορα του 4ου αιώνα Θεμίστιο. Επομένως δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη Δικαιοσύνη και υπάρχει έστω και θεωρητικά το πλαίσιο, με βάση το οποίο μπορεί να βρει ο οποιοσδήποτε το δίκιο του. Γιατί «∆ικαιοσύνη ἐστὶ σταθηρὰ καὶ διηνεκὴς βούλησις ἑκάστῳ τὸ ἴδιον ἀπονέμουσα δίκαιον», όπως αναφέρεται στα Βασιλικά. Και βέβαια δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που μας παραδίδουν οι πηγές για αυτοκράτορες που δικαιώνουν αδυνάμους έναντι των δυνατών, προκειμένου βέβαια να υπηρετηθεί η προβολή της συγκεκριμένης αρετής του εκάστοτε αυτοκράτορα. Και από τη στιγμή που υπάρχουν τακτικά δικαστήρια και ένα συγκροτημένο θεσμικό πλαίσιο  οποιοσδήποτε πολίτης έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα θεσπισμένα δικαστικά όργανα του Βυζαντίου και να δικαιωθεί, και αν δεν ικανοποιηθεί σε πρώτο βαθμό έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση.

Βέβαια υπάρχουν και κάποιες δυσκολίες. Για παράδειγμα μια παθογένεια του συστήματος είναι ότι η κοινωνική θέση κάποιου, η επιρροή του και οι διασυνδέσεις του με υψηλόβαθμους αξιωματούχους επηρεάζουν σε ένα βαθμό τους δικαστές και την απονομή του δικαίου. Επίσης, κάτι που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι για ορισμένους αξιωματούχους, συγκλητικούς, κρατικούς αξιωματούχους ή κρατικούς λειτουργούς προβλέπεται ένα καθεστώς ειδικής δωσιδικίας. Επί παραδείγματι, τα μέλη αυτών των ομάδων θα κριθούν όχι από τα κατά τόπους αρμόδια δικαστήρια, αλλά αν κάποιος είναι στρατιώτης από το στρατηγό του, αν είναι εκκλησιαστικός λειτουργός από τον επίσκοπο στον οποίο υπάγεται και αν πρόκειται για συγκλητικό από το δικαστήριο του επάρχου της πόλεως ή ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Επομένως, στην πράξη παρακάμπτονται κάποια δικαστήρια ή δικαστικοί λειτουργοί, που κανονικά θα έπρεπε να κρίνουν τις υποθέσεις.  Επίσης, κατά τη φάση της εκδίκασης μίας υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό προκύπτουν και άλλα εμπόδια. Το πρώτο που πρέπει να αναλογιστούμε είναι πως αυτός που επιθυμεί να εφεσιβάλει μια πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να μετακινηθεί στον τόπο, στον οποίο εδρεύει το Εφετείο. Αν πρόκειται δηλαδή για κάποιον που κατοικεί στις επαρχίες, θα πρέπει να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Βεβαίως, αυτό επιφέρει μια μεγάλη οικονομική επιβάρυνση,  καθώς το άτομο αυτό θα πρέπει να μείνει για ένα χρονικό διάστημα στη Πόλη, τουλάχιστον μέχρι να τελεσιδικήσει η υπόθεση του. Το πρόβλημα επιτείνεται, όταν προέρχεται από μία απομακρυσμένη από την Κωνσταντινούπολη επαρχία. Ωστόσο, ορισμένοι αυτοκράτορες αναγνώρισαν το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ο μεν Ιουστινιανός μέσω της σύστασης του κοιαισίτωρος, που αναφέραμε, προσπάθησε να διευθετούνται οι υποθέσεις των επαρχιωτών, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, για να γυρίζουν πίσω στις εστίες τους. Βέβαια αυτό υπαγορεύεται και από έναν ακόμη σοβαρό λόγο, καθώς οι επαρχιώτες πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους, για να μην μένουν οι γαίες ακαλλιέργητες και να εξελίσσεται ομαλά  ο οικονομικός βίος στις επαρχίες, προκειμένου στη συνέχεια να καταβληθούν και οι απαραίτητοι για το κράτος φόροι.  Ο δε  Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών προχώρησε ένα βήμα παραπέρα φροντίζοντας να πληρώνονται τα έξοδα διαμονής των επαρχιωτών στη Κωνσταντινούπολη, μέχρι να τελεσιδικήσουν οι υποθέσεις τους.

Κύριε Καθηγητά, ποιος εκπροσωπούσε τους πολίτες στα δικαστήρια, δηλαδή υπήρχαν δικηγόροι που αναλάμβαναν υποθέσεις ιδιωτών; 

Βεβαίως και υπήρχαν δικηγόροι, οι γνωστοί συνήγοροι. Επίσης, πολλοί από τους συνηγόρους, λόγω της νομικής τους εμπειρίας ακολουθούσαν σταδιοδρομία κρατικού λειτουργού και έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Έχει σημασία και ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι στα χρόνια του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1166) λαμβάνονται κάποια δικονομικά μέτρα, προκειμένου να απονέμεται ταχύτερα το δίκαιο. Σε μια εκ των Νεαρών που εκδίδει ο αυτοκράτορας, αναφέρεται ότι μια κακοδαιμονία του συστήματος είναι η εκκρεμοδικία υποθέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ορισμένοι από τους εμπλεκομένους σε μια υπόθεση να έχουν αποβιώσει πριν η υπόθεσή τους τελεσιδικήσει. Μεταξύ των δυσλειτουργιών του συστήματος αναφέρεται και η απεραντολογία των συνηγόρων, οι οποίοι με διάφορους τρόπους προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο, με αποτέλεσμα να κωλυσιεργούν και να μην ολοκληρώνονται εγκαίρως οι υποθέσεις. Είναι λοιπόν ένα σημαντικό στοιχείο του συστήματος και οι συνήγοροι.

Προχωρώντας στην τελευταία ερώτηση πώς οι συνήγοροι αυτοί και οι δικαστές λαμβάνουν νομική παιδεία;

Πρέπει να πούμε ότι την εποχή του Ιουστινιανού λειτουργούν δυο σημαντικές νομικές σχολές, στη Βηρυτό και στην Κωνσταντινούπολη, στις οποίες διδάσκουν οι λεγόμενοι αντικήνσωρες. Από τον 7ο αιώνα όμως και μετά αρχίζει να αλλάζει το σύστημα. Τη διδασκαλία των αντικηνσώρων διαδέχεται εκείνη των σχολαστικών που προέρχονται ως επί το πλείστον από τις τάξεις των συνηγόρων, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο ρητορική δεινότητα και λιγότερο στη νομική εξειδίκευση. Δεν υπάρχει έκτοτε μια κρατική δομή παροχής νομικών σπουδών. Η μόνη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση έγινε αρκετά αργότερα από τον Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο (1047), όταν δημιουργήθηκε μια σχολή, το διδασκαλεῖον τῶν νόμων, κατά ορισμένους ερευνητές μια ιδιωτική σχολή που χάρη στην αυτοκρατορική αρωγή και πατρωνία αναδείχθηκε σε ένα σημαντικό κρατικό ίδρυμα, με στόχο οι φοιτήσαντες να αποκτούν νομική παιδεία και οι απόφοιτοί της να διορίζονται στον κρατικό μηχανισμό.  Φανταστείτε αυτό το ίδρυμα ως μια  ανώτατη σχολή διοίκησης, αλλά με έμφαση στη νομική παιδεία. Πάντως η διάρκεια της σχολής αυτής ήταν βραχύβια. Από εκεί και πέρα, η παιδεία στο Βυζάντιο, και μάλιστα η νομική, κινείται σε ιδιωτικό πλαίσιο. Υπάρχουν ιδιώτες καθηγητές, πολλοί εκ των οποίων είναι κρατικοί λειτουργοί με νομική παιδεία, οι οποίοι παραδίδουν και μαθήματα. Επίσης, υπάρχουν οι συμβολαιογράφοι, οι γνωστοί ταβουλλάριοι, που  αποκτούν τη νομική τους κατάρτιση στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συσσωμάτωσης, δηλαδή της συντεχνίας, από τον λεγόμενο παιδοδιδάσκαλο της νομικής

Στο σημείο αυτό, κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πλαίσιο παροχής της νομικής παιδείας στην Αυτοκρατορία καθορίζει ως ένα βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι Βυζαντινοί το νόμο. Δεν σκέφτονται και δεν ενεργούν όπως οι σύγχρονοι νομικοί. Ένας δικαστής έχει πρώτα στο μυαλό του, ποιο είναι το ηθικό και το δίκαιο και στη συνέχεια επιχειρεί να θεμελιώσει την άποψή του αντλώντας επιχειρήματα από το γραπτό δίκαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν οι νόμοι. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι το κωδικοποιημένο ρωμαϊκό δίκαιο και το νέο δίκαιο που παράγεται από τους νόμους που θεσπίζουν οι αυτοκράτορες αποτελούν τη βάση για την απονομή του δικαίου. Ωστόσο, υπάρχει αυτή η πιο χαλαρή αντίληψη των Βυζαντινών για το νόμο.

s200_andreas.gkoutzioukostas
Ο κ. Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας είναι Επίκουρος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ

Επιμέλεια – Απομαγνητοφώνηση: Μητσόπουλος Δημήτριος – Μισολίδης Νικόλαος 

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής και η σύγχρονη τουρκική ιστοριογραφία

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής και η σύγχρονη τουρκική ιστοριογραφία

 

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τη στάση της τουρκικής ιστοριογραφίας απέναντι στο ζήτημα της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής θα πρέπει να έχει υπόψιν του τα βασικά χαρακτηριστικά της. Η σύγχρονη τουρκική ιδεολογία και ως εκ τούτου η αντανάκλαση της στο χώρο της ιστοριογραφίας εδράζεται πάνω στις αρχές του κοσμικού κράτους που έθεσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Όσον αφορά τη συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας το 1923, αυτή θεμελιώθηκε επάνω στον πυλώνα της αντίστασης και της νίκης των τουρκικών δυνάμεων απέναντι στις δυνάμεις της Αντάντ κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρώτα στη χερσόνησο της Καλλίπολης το 1915 και κατόπιν με την απαλλαγή από τον θεσμό των διομολογήσεων που εγκαθιστούσε επί αιώνες σχέσεις υποτέλειας μεταξύ τους. Ο  δεύτερος πυλώνας της τουρκικής ιστοριογραφίας είναι η νίκη επί των Ελλήνων κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο την περίοδο 1919-1922, στη διάρκεια δηλαδή της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Όπως συμβαίνει με όλες τις εθνικές ιδεολογίες έτσι και ο τουρκικός εθνικός μύθος φιλοτεχνείται από συστατικά ηρωισμού, αυτοθυσίας και πατριωτισμού.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση η άρνηση της σύγχρονης τουρκικής ιστοριογραφίας να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυροχαλδαίων). Και όχι μόνο αυτό, οι διώξεις, οι δολοφονίες, οι εκτοπίσεις και ο εκπατρισμός εκατοντάδων χιλιάδων Χριστιανών την περίοδο 1914-1922 παρουσιάζεται από την τουρκική ιστοριογραφία ως το μοιραίο επακόλουθο του εκπατρισμού των μουσουλμανικών πληθυσμών των Βαλκανίων την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, ως η αναπόφευκτη δηλαδή απάντηση σε όσα υπέστησαν στα Βαλκάνια οι Μουσουλμάνοι. Το ερώτημα «ποιος ήρξατο χειρών αδίκων» έχει, στην περίπτωση της παραδοσιακής τουρκικής ιστοριογραφίας απαντηθεί. Υπεύθυνοι είναι οι χριστιανικοί λαοί των Βαλκανίων, οι οποίοι την περίοδο 1912-1913 προέβησαν σε βιαιοπραγίες εναντίον των Μουσουλμάνων υποχρεώνοντας τους να εκπατρισθούν και να εγκατασταθούν στην Ανατολή.

Το δεύτερο επιχείρημα της τουρκικής ιστοριογραφίας είναι πως οι διώξεις και οι εκτοπίσεις των χριστιανικών πληθυσμών ήταν αποτέλεσμα της στάσης τους στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι χριστιανικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατηγορήθηκαν από το τουρκικό κράτος για εκ των έσω υπονόμευση και συνεργασία με τις δυνάμεις της Αντάντ που εργάζονταν για τον διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα μάλιστα οι Αρμένιοι κατηγορήθηκαν για συνεργασία με το ρωσικό στρατό και ενοχοποιήθηκαν για την πανωλεθρία των Οθωμανών στο μέτωπο του Σαρίκαμις το 1915.

Οι παραπάνω αντιλήψεις αποτελούν τη συνισταμένη επιχειρηματολογία της παραδοσιακής τουρκικής ιστοριογραφίας, η οποία αναπαράγει σε επίπεδο ιστοριογραφίας την κυρίαρχη κεμαλική εθνική αφήγηση. Έως και πριν από δέκα περίπου χρόνια η αφήγηση αυτή μονοπωλούσε σχεδόν τον ιστοριογραφικό λόγο σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και ερευνητικά κέντρα στην Τουρκία, ενώ ως λογικό επακόλουθο αναπαράχθηκε στη δημόσια ιστορία και ιδιαίτερα στο χώρο της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, επίσης, το γεγονός πως οι δεκάδες τουρκικές έδρες σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ υποστήριξαν με συνέπεια την τουρκική εθνική αφήγηση ξοδεύοντας μάλιστα εκατομμύρια δολάρια προς αυτό το σκοπό. Ενδιαφέρον έχει να επισημανθεί πως η προσπάθεια αναγνώρισης της αρμενικής γενοκτονίας παρουσιάσθηκε από την κεμαλική τουρκική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1980, ως μια ακόμη ιμπεριαλιστική συνωμοσία ώστε να υπονομευθεί η «τουρκική εθνική πατρίδα». Είναι ενδεικτικά τα λόγια του Αμερικανού ιστορικού Justin McCarthy σε ομιλία του στην Άγκυρα το 2005: «Πώς είναι δυνατό να δεχθεί κανείς να γίνει μέλος ενός οργανισμού (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) η οποία ζητά να παραδεχθείτε ότι οι πρόγονοί σας ήταν δολοφόνοι; έχω εμπιστοσύνη στην τιμή των Τούρκων ότι θα αρνηθούν κάτι τέτοιο». Στη μακρά εσωτερική διαμάχη σχετικά με το ζήτημα της γενοκτονίας θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην παραίτηση του ιστορικού Donald Quataert από τη θέση του διευθυντή του Ινστιτούτου Τουρκικών Σπουδών στην Ουάσινγκτον, το 2006 μετά από πιέσεις που δέχθηκε από τον πρέσβη της Τουρκίας στις ΗΠΑ να ανακαλέσει τη δήλωσή του ότι η αρμενική γενοκτονία πληροί πλήρως τις προϋποθέσεις που θέτει ο ΟΗΕ για τις γενοκτονίες.

Tην τελευταία δεκαετία το οικοδόμημα της παραδοσιακής εθνικιστικής τουρκικής ιστοριογραφίας έχει αρχίσει να παρουσιάζει τις πρώτες ρωγμές. Ο τοίχος της σιωπής, σύμφωνα με την άποψη του Donald Quataert, έχει αρχίσει να γκρεμίζεται. Η αιτία γι’ αυτό πρέπει να αναζητηθεί σε μια σειρά από λόγους. Καταρχήν ο χώρος της τουρκικής ιστοριογραφίας τείνει να αυτονομηθεί, ιδιαίτερα μάλιστα σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (με επίκεντρο τη Γερμανία) αλλά και σε κάποια ιδιωτικά πανεπιστήμια στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι άσχετο με τη σταδιακή εγκαθίδρυση μιας νεοοθωμανικής ελίτ υπό τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, η οποία αμφισβήτησε αρκετούς από τους κυρίαρχους κεμαλικούς μύθους στο πλαίσιο της σφοδρής σύγκρουσής της με την κατεστημένη τουρκική κοσμική ελίτ. Ένας άλλος λόγος είναι η χειραφέτηση ιστορικών και γενικότερα επιστημόνων από διάφορες μειονοτικές κοινότητες στο εσωτερικό της Τουρκίας και ιδιαίτερα των Κούρδων. Οι τελευταίοι εργάζονται συστηματικά τα τελευταία χρόνια για την οικοδόμηση της δικής τους εθνικής αφήγησης στο πλαίσιο του κινήματος εθνικής αυτοδιάθεσης και ως εκ τούτου έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση με τον κυρίαρχο τουρκικό ιστοριογραφικό λόγο. Η τελευταία αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διάθεση στους ερευνητές νέων αρχειακών διαθεσίμων, τα οποία επιτρέπουν εναλλακτικές αναγνώσεις του παρελθόντος που έως σήμερα ήταν απαγορευμένες στην Τουρκία.

Ανάμεσα στους επιστήμονες, τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς ακτιβιστές που ασχολούνται με το ζήτημα της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής είναι ο Τανέρ Ακτσάμ, ο Σαίτ Τσετίνογλου, ο Μπασκίν Οράν, ο Φικρέτ Μπασκαγιά, ο Αχμέτ Ντεμιρέλ, η Περβίν Ερμπίλ, ο Αττίλα Τουιγκάν και φυσικά ο Φουάτ Ντουντάρ. Επιτρέψτε μου επίσης να αναφερθώ στην ημερίδα για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου που πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα στις 9 Απριλίου 2016. Ο τίτλος της ημερίδας ήταν  «Ο νομός Τραπεζούντας και το ποντιακό ζήτημα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά».

Θα ήθελα να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον Φουάτ Ντουντάρ και στην πρόσφατη μελέτη του με τίτλο Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας (ModernTurkiye’ninSifresi) με υπότιτλο: «Η Μηχανική των Εθνοτήτων της (οργάνωσης) Ένωσης και Πρόοδος (1913-1918» (εκδ. Iletisim, Κωσταντινούπολη). Ο Ντουντάρ στη μελέτη του χρησιμοποίησε, εκτός από τις ήδη γνωστές πηγές και την υπάρχουσα βιβλιογραφία, ένα σημαντικό αριθμό κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων του οθωμανικού υπουργείου των Εσωτερικών. Τα τηλεγραφήματα αυτά μόλις πριν από λίγα χρόνια δόθηκαν στη δημοσιότητα. Ωστόσο, η μελέτη τους είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, αφενός γιατί είναι κρυπτογραφημένα και αφετέρου επειδή είναι γραμμένα στην παλαιά οθωμανική γραφή. Με βάση τα τηλεγραφήματα αυτά ο Ντουντάρ υποστήριξε πως η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής ήταν προσχεδιασμένη, ήδη από το 1913. Ανέτρεψε, επίσης, την επικρατούσα τουρκική ιστοριογραφική γραφή περί διωγμών των μουσουλμανικών πληθυσμών από τα Βαλκάνια υποστηρίζοντας με πλήθος ντοκουμέντων πως η προσφυγοποίηση των Μουσουλμάνων των Βαλκανίων και η εγκατάστασή τους στην Ανατολία υποκινήθηκε από τις νεοτουρκικές αρχές οι οποίες είχαν ήδη εκκινήσει το σχέδιό τους για τη δημιουργία μιας ομοιογενούς εθνικής κοιτίδας για να στεγάσει το τουρκικό έθνος στο χώρο της Μικράς Ασίας. Αξίζει επίσης να αναφερθεί η έκδηλη αμηχανία με την οποία η παραδοσιακή τουρκική ιστοριογραφία αντέδρασε στη μελέτη του Φουάτ Ντουντάρ, υποχρεώθηκε στην ουσία να αποδεχθεί μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του. Τα νέα αρχειακά δεδομένα που προσκομίζει η μελέτη του Φουάτ Ντουντάρ επαναφέρει το ζήτημα της πρόσβασης σε όλο τον όγκο του υπάρχοντος αρχειακού υλικού. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω πως η συντριπτική πλειοψηφία του διαθέσιμου αρχειακού υλικού που αναφέρεται στη γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής προέρχεται από ελληνικά αρχεία καθώς και από αρχεία ξένων δυνάμεων, όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία και η πρώην Σοβιετική Ένωση. Δυστυχώς τα αρχειακά διαθέσιμα από τα οθωμανικά αρχεία είναι προς το παρόν λίγα και αποσπασματικά. Ως εκ τούτου θέλω να πιστεύω πως τα επόμενα χρόνια η ενδεχόμενη διάθεση στην επιστημονική κοινότητα νέων οθωμανικών αρχείων και ιδίως εκείνο του υπουργείου των Εσωτερικών θα επιτρέψει να σχηματίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι έγινε στην Ανατολή το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα.

Η συνεχιζόμενη άρνηση του τουρκικού κράτους να αναγνωρίσει όσα συνέβησαν στην Ανατολή ως γενοκτονία οφείλεται αφενός στο διάχυτο φόβο πως κάτι τέτοιο θα ανοίξει το δρόμο στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τη μεριά των απογόνων των θυμάτων. Επιπλέον, μια ενδεχόμενη αναγνώριση της γενοκτονικής πολιτικής θα οδηγήσει σε μια αναγκαστική αναθεώρηση του τουρκικού εθνικού μύθου, ο οποίος, όπως όλοι οι εθνικοί μύθοι εξάλλου, είναι επενδυμένος αυστηρά με ηρωικά στοιχεία. Μια νέα εθνική αφήγηση θα πρέπει αναγκαστικά να αποκαθηλώσει αρκετούς πρωταγωνιστές, πατέρες του σύγχρονου τουρκικού έθνους και να απομοιώσει τα ηρωικά στοιχεία στη διαδικασία της εθνικής οικοδόμησης. Μια τέτοια εξέλιξη όμως βρίσκει σήμερα ακόμη ανέτοιμη όχι μόνο την τουρκική κοινή γνώμη αλλά κυρίως την ιδεολογική ελίτ της χώρας, η οποία αισθάνεται να απειλείται από το ίδιο το ιστορικό παρελθόν της και ως εκ τούτου αρνείται να συμφιλιωθεί με αυτό.

Ωστόσο, όπως ήδη ανέφερα έχει ήδη εκκινήσει μια αναθεωρητική προσέγγιση του οθωμανικού παρελθόντος από μια γενιά ιστορικών που έχουν χειραφετηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον κυρίαρχο εθνικιστικό λόγο. Η προσπάθεια αυτή έχει εκ των πραγμάτων ανοίξει έναν εσωτερικό διάλογο στην Τουρκία και έχει συνεισφέρει σε έναν γόνιμο προβληματισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο διάλογος της εν Ελλάδι επιστημονικής κοινότητας με τους Τούρκους συναδέλφους είναι πολλαπλώς χρήσιμος. Σκοπός της ιστορίας δεν είναι η δίκη και η ενδεχόμενη καταδίκη ανθρώπων, ή κρατών, αλλά η κατανόηση μιας πολύπλοκης ιστορικής πραγματικότητας, συχνά στιγματισμένης από εικόνες ντροπής για τον πολιτισμένο κόσμο, και η νηφάλια εξιστόρησή της. Ίσως έτσι, ερμηνεύοντας το παρελθόν, βοηθηθούν οι κοινωνίες των πολιτών να μην επαναλάβουν στο μέλλον όσα τους δίχασαν στο παρελθόν και να βαδίσουν με αλληλοσεβασμό το δρόμο της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς, ιδιαίτερα σήμερα που οι ζυμώσεις και οι μεταβλητές ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου έχουν ενεργοποιήσει τα αμυντικά αντανακλαστικά της τουρκικής κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι εξελίξεις αυτές δεν θα πρέπει να υποτιμούνται από τη διεθνή ιστοριογραφική κοινότητα, αλλά αντίθετα να ενθαρρύνονται και να ενισχύονται. Θα κλείσω παραθέτοντας τα λόγια του Αϊχάν Ακτάρ, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαρμαρά: «Μόνο αν υπερβούμε τους φόβους μας θα μπορέσουμε να φθάσουμε στην ωριμότητα να συζητήσουμε ήρεμα, ακόμη και την αρμενική γενοκτονία», υποστηρίζει ο Τούρκος Καθηγητής. Εγώ απλώς προσυπογράφω.

Η ομιλία του Ιάκωβου Μιχαηλίδη:: “Πολεμικοί ανταποκριτές στο Μακεδονικό Μέτωπο”
Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης  είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας της ΦΛΣ του ΑΠΘ.  Επίσης, είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, της Επιτροπής Προγραμμάτων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, της Εθνικής Χαρτοθήκης, του «Commission of History of International Relations» καθώς και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Κλειώ. Συμμετέχει επίσης στο ευρωπαϊκό θεματικό δίκτυο ιστορίας Clioh/Cliohnet. Το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013 υπηρέτησε ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Σπυρίδων Σφέτας: Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια (18ος – 19ος αιώνας) Μέρος Πρώτο

Σπυρίδων   Σφέτας: Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια (18ος – 19ος αιώνας)

Μέρος Πρώτο

Πάντα είναι ενδιαφέρουσα μια συνέντευξη με τον Σπύρο Σφέτα, Αναπληρωτή Καθηγητή Βαλκανικής Ιστορίας στο ΑΠΘ. Σήμερα συζητούμε μαζί του για το ιστορικό υπόβαθρο της ρωσικής αυτοκρατορικής πολιτικής στα Βαλκάνια.  Στο πρώτο μέρος αυτής της εξιστόρησης της εμπλοκής του ρωσικού παράγοντα στη Βαλκανική, κάνουμε μια ανασκόπηση της ιστορίας από την γέννηση της Ρωσίας μέχρι και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Κύριε Σφέτα, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποιες ήταν οι αιτίες που οδήγησαν τη Ρωσική Αυτοκρατορία σε τροχιά σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συμπληρωματικά θα ήθελα να μας εξηγήσετε πως αυτή η διαχρονική σύγκρουση επηρέασε την ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 Ας ξεκινήσουμε από την αρχή, ώστε να αποδώσουμε το ιστορικό πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής. Όταν η Δύση διεξαγάγει τις σταυροφορίες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ρωσία ως δύναμη δεν παίζει κάποιον σημαίνοντα ρόλο, αναφερόμαστε φυσικά στον 14ο και 15ο αιώνα. Σε εκείνη την εποχή αναδύεται  το δουκάτο της Μόσχας και η Ρωσία  προσπαθεί να σταθεροποιήσει την θέση της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως η Ρωσία εκείνη την εποχή έχει ανοικτά μέτωπα με τους Μογγόλους αρχικά και έπειτα με τους Πολωνούς. Συνεπώς, σε εκείνη την φάση της ιστορίας της, η Ρωσία δεν δύναται να προσφέρει καμία ουσιαστική βοήθεια στους Χριστιανούς της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ωστόσο, διαπιστώνουμε πως από εκείνη την εποχή η βυζαντινή παράδοση στη Ρωσία είναι ορατή. 

Η κατάσταση αρχίζει να  μεταβάλλεται μετά την προσάρτηση της Ανατολικής  Ουκρανίας στη Ρωσία  το 1654. Τώρα  η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κοινά σύνορα με την αναδυόμενη Τσαρική Αυτοκρατορία. Ακριβώς, από εκείνη την εποχή  οι υπόδουλοι Χριστιανοί της Οθ. Αυτοκρατορίας αρχίζουν να στηρίζουν τις ελπίδες τους στον Τσάρο Αλεξέι Μιχάηλοβιτς Ρομανόφ, καθώς τον έβλεπαν ως τον διάδοχο του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως οι υπόδουλοι Χριστιανοί εκείνη την εποχή αποζητούσαν την στήριξη μιας μεγάλης χριστιανικής δύναμης, η οποία  θα μπορούσε, αν όχι να τους απελευθερώσει,  τουλάχιστον  να  διαμορφώσει μέσω της άσκησης πίεσης καλύτερες συνθήκες υποτέλειας εντός της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου. Υπό το πρίσμα αυτό εξηγούνται και τα αντι- οθωμανικά κινήματα. Για παράδειγμα, τι είναι το κίνημα του Διονυσίου του Σκυλόσοφου; Σαφώς, το κίνημα αυτό εντάσσεται μέσα στον ευρύτερο αυστροτουρκικό πόλεμο (1593-1606). Αυτό που αποζητούν οι Χριστιανοί της Οθ. Αυτοκρατορίας είναι ευνοϊκότερες  σχέσεις υποτέλειας. Κατά την περίοδο εκείνη  λοιπόν,  οι υπόδουλοι Χριστιανοί  αναζητούσαν τον Σωτήρα στο  πρόσωπο του Αψβούργου  Καρόλου Ε΄, ο οποίος κατά την άποψη τους θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του συνεχιστή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, καθώς κατέχει τον τίτλο «Αυτοκράτωρ   της Αγίας Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους». Ωστόσο, σταδιακά κατά τον επόμενο αιώνα  τον  ρόλο αυτό τον επωμίζεται  ο Τσάρος Αλέξιος Μιχαήλοβιτς. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε  πως στις αρχές του 17ου αιώνα έχει αλλάξει η δυναστεία  στη Ρωσία, καθώς τη δυναστεία των Ρούρικ  τη διαδέχεται η δυναστεία των Ρομανὀφ. Το γεγονός λοιπόν της γειτνίασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Τσαρική Ρωσία  δημιουργεί στους υπόδουλους  Ορθοδόξους  την ελπίδα  της απελευθέρωσης. Από τότε γίνεται  λόγος για το ξανθό γένος. Ο Θεολόγος Παΐσιος Λιγαρίδης, απευθυνόμενος στον Αλεξέι  Μιχαήλοβιτς, έγραφε χαρακτηριστικά στο Χρησμολόγιο:

‘’Από διάφορα Βιβλία της οικουμένης εσύναξα τα όσα ερρέθησαν και φημίζονται περί της κλεινής Κωνσταντινουπόλεως,  ελπίζων ομού και θαρρών να ελκύσω την μεγάλην σου βασιλείαν εις ζήλον και έρωτα της τοσαύτης περικαλούς αυτοκρατορίσσης, της κλεινής Κωνσταντινουπόλεως από την οποίαν έλαβες πατροπαραδότως την πίστιν και την συγγένειαν αλληλοδιαδόχως, από την Παλαιολογίναν Σοφἰαν, του δεσπότου Θωμά θυγατέρα. Και λοιπόν η απανταχού των ταλαιπώρων Ρωμαίων και η μετά θεόν προσδοκία είσαι, κράτιστε Αλέξιε’’.

Σχηματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως από το σημείο αυτό και εντεύθεν η  Ρωσία είναι αναμεμειγμένη σε αυτό που αποκαλούμε «Ανατολικό Ζήτημα». Φυσικά,  ο όρος αυτός δεν υπάρχει ακόμη, αλλά τον χρησιμοποιούμε εδώ σχηματικά, για να αποδώσουμε  την ενεργή ανάμιξη των Τσάρων στους πολέμους που διεξαγάγουν γενικώς οι χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης εναντίον του Οθωμανικού Κράτους. Συνεπώς,  παρατηρούμε από τα τέλη του 17ου αιώνα την Ρωσία να είναι αναμεμειγμένη στους πολέμους αυτούς: Συνθήκες Ειρήνης του Κάρλοβιτς (1699),  Πασάροβιτς (1718),  Βελιγραδίου  (1739).  Ωστόσο, εδώ τίθεται το κεντρικό ερώτημα,  τι επιδιώκουν οι Ρώσοι; Η απάντηση είναι πως η Ρωσία πλέον ασκεί αυτοκρατορική πολιτική.  Η Ρωσία έχει γίνει μια ορθόδοξη αυτοκρατορία με μια πρωτεύουσα την Μόσχα, η οποία αποκαλείται Τρίτη Ρώμη και διεκδικεί ανοικτά την  βυζαντινή κληρονομία. Ο Τσάρος εμφανίζεται πλέον ως ο ορθόδοξος Αυτοκράτορας, διάδοχος των Παλαιολόγων. Εν τούτοις, πέρα από την διαμόρφωση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας, η Ρωσία επιδιώκει την περαιτέρω εδαφική εξάπλωσή της. Επί της ουσίας, ο Τσάρος θέλει προσβάσεις, προς το Νότο, αφού έχει προσαρτήσει  την Ανατολική Ουκρανία. Άμεση επιδίωξη  του Μεγάλου Πέτρου είναι το Αζόφ.  

 Ωστόσο, τα εδαφικά κέρδη  της Ρωσίας οριστικοποιούνται   στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο επί Μεγάλης Αικατερίνης 1769-1774.  ‘Ένα γεγονός που σημαδεύει αυτό τον πόλεμο και την συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή, με την οποία και έληξε, είναι πως για πρώτη φόρα ο ρωσικός στόλος κατέρχεται στη Μεσόγειο  από την ατλαντική οδό διαπλέοντας το Γιβραλτάρ.

Κύριε Καθηγητά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η Ρωσική Αυτοκρατορία με την συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή επιθυμεί να εμφανιστεί ως η κραταιά δύναμη της Ανατολής;

 Μακροπρόθεσμα ναι.    Ο μείζον στόχος της ρωσικής πολιτικής είναι η χώρα να αποκτήσει προσβάσεις  στη Μαύρη Θάλασσα ώστε να είναι εγγύτερα στη Κωνσταντινούπολη και στα Στενά. Αυτή είναι μια μακρά διαδικασία, η οποία εμπεριέχει νίκες και ήττες. Εν τέλει, αυτό που κερδίζει  η Ρωσία με τη συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή  (1774) είναι το Αζόφ, το Κερτς και  το Γενί Καλέ. Έπειτα,  έρχεται  να προστεθεί και η  χερσόνησος της Κριμαίας (1783).  Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθούμε λίγο. Αρχικά, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή  αναγνωρίζεται η πολιτική ανεξαρτησία των Τατάρων της Κριμαίας και του Κουμπάν. Η περιοχή αυτή παίζει σημαίνοντα γεωστρατηγικό ρόλο. Είναι γνωστό ότι, όταν μια δύναμη ελέγχει την Κριμαία, δύναται να επεκτείνει ευκολότερα την επιρροή της νοτιότερα, επικρατώντας στη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.  Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Ρωσία, παρερμηνεύοντας έναν ασαφή όρο της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, διεκδίκησε το δικαίωμα της προστασίας των Ορθοδόξων της Βαλκανικής.  Η Ρωσία δεν διεξήγαγε εκείνο τον πόλεμο για να απελευθερώσει τους Έλληνες ή τους άλλους χριστιανούς. Το μέτωπο που ανοίγει στο νότο ο ρωσικός στόλος με τους αδελφούς Ορλώφ, με τα γνωστά αποτελέσματα για τους χριστιανούς της Πελοποννήσου, είναι απλά ένας αντιπερισπασμός, καθώς το κύριο μέτωπο του πολέμου είναι στο Βορρά. Ωστόσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο ρωσικός στόλος που εμφανίστηκε στη Μεσόγειο πέρασε από τα στενά του Γιβραλτάρ, που ήλεγχαν  οι Βρετανοί.

Κύριε Σφέτα, εδώ μας δημιουργείτε μια μεγάλη σύγχυση, πως οι Βρετανοί επιτρέπουν στους Ρώσους να διέλθουν από το Γιβραλτάρ , καθώς έχουμε την άποψη πως οι δύο αυτές δυνάμεις είχαν μια διαχρονική αντιπαλότητα;

Αν και έχετε δίκιο, υπάρχει εξήγηση. Εκείνη την εποχή ο μεγάλος εχθρός της Βρετανίας είναι η Γαλλία. Είναι νωπές ακόμη οι μνήμες από τον Επταετή Πόλεμο. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως εκείνη την εποχή η Βρετανία έχει ανεπτυγμένες οικονομικές σχέσεις με την Ρωσία.  Επί παραδείγματι, ο αγγλικός στόλος κατασκευάζεται με ρωσική ξυλεία και  οι Άγγλοι επενδύουν στο χρηματιστήριο της Αγίας Πετρούπολης.  Θα πρέπει να αναλογιζόμαστε πως η αγγλική πολιτική έχει πάντα  τον  χαρακτήρα της εξισορρόπησης δηλαδή επιτρέπει στη Ρωσία να διέλθει από το Γιβραλτάρ για να κάνει αισθητή την παρουσία της στη Μεσόγειο ώστε αντισταθμιστεί ο γαλλικός κίνδυνος. Ωστόσο, οι Βρετανοί παρακολουθούν τις κινήσεις των Ρώσων με Βρετανούς  ναυάρχους. 

Κύριε Καθηγητά, σε αυτό το σημείο αρχίζει και εμφανίζεται και ο ελληνικός παράγοντας. Πως αυτός επιδρά στις εξελίξεις που έχουμε αυτή τη περίοδο;

 Ο ελληνικός παράγων  αποτελεί  σημαντική παράμετρο  και  χρήζει μιας βαθύτερης ανάλυσης. Το ερώτημα που γεννάται είναι ποιοι ξεσηκώνονται στα Ορλωφικά; Εκείνοι λοιπόν που εξεγείρονται είναι οι προύχοντες, όπως ο Μπενάκης. Η ‘’τάξη των αγιάνηδων’’  είχε αποκομίσει σημαντικά οικονομικά  οφέλη  από την οθωμανική διοίκηση μέσω της υπενοικίασης των φόρων, αλλά στα  Ορλωφικά εξεγείρεται και καταστρέφεται.   Διατυπώνεται η άποψη πως οι ομάδες αυτές εντάχθηκαν άθελα  στη Φιλική Εταιρεία. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, καθώς η Φιλική Εταιρεία μέχρι το 1818 έχει τεράστια οργανωτικά προβλήματα. Συνεπώς, και οι προυχοντικές ομάδες  δεν παύουν να είναι ραγιάδες , παρόλο που είναι ενταγμένες στο οθωμανικό σύστημα.

Τώρα, για να ξαναγυρίσουμε στην υπό εξέταση εποχή, μετά τα  Ορλωφικά  η Ρωσία φρόντισε  στη Συνθήκη του Κιουστούκ-Καϊναρτζή να συμπεριληφθούν  ευνοϊκοί όροι για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο  εντάσσεται και η διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά πλοία υπό ρωσική σημαία  θα δύνανται να πλέουν ελεύθερα στη Ανατολική Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα, διερχόμενα τα Στενά. Τα πλοία αυτά στην πλειονότητα τους κατευθύνονταi  στη λεγόμενη Νέα Ρωσία, δηλαδή της περιοχές που προσαρτά η Ρωσία  με τις διαδοχικές νίκες της επί της Οθ. Αυτοκρατορίας. Επίσης, τις περιοχές αυτές η Ρωσία τις εποικίζει με χριστιανικούς πληθυσμούς,  κυρίως Έλληνες. Συνεπώς, παρατηρούμε  μια φυγή χριστιανικών πληθυσμών προς την Νότιο Ρωσία. Ταυτόχρονα, η Ρωσία εγκαθιστά τους πληθυσμούς αυτούς σε εκείνες τις περιοχές, χρησιμοποιώντας τους κατά κάποιον τρόπο  ως ασπίδα στους Οθωμανούς.

Κύριε Καθηγητά, παρατηρούμε σημαντικές ομοιότητες με το σήμερα στη ρωσική πολιτική, τελικά είμαστε όμηροι της γεωγραφίας κατά την ρήση του Μπροντέλ. Τι γίνεται στη συνέχεια με τον δεύτερο πόλεμο της Μεγάλης Αικατερίνης κατά των Οθωμανών;  

Όταν είσαι όμηρος της γεωγραφίας, αναγκαστικά πρέπει να προσαρμόζεσαι στα νέα δεδομένα. Προχωρούμε στο δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο της Μεγάλης Αικατερίνης (1787-1792). Με τη Συνθήκη του Ιασίου, η Ρωσία κατοχυρώνει  ό, τι είχε κερδίσει  στο Κιουτσούκ – Καϊναρτζή και επιπλέον προσαρτά την περιοχή του Οτσακώφ, νότια του Δνείστερου. Ιδρύεται  η  Οδησσός. Η νέα πόλη προορίζεται να εποικιστεί με Έλληνες, που είχαν συμμετάσχει στο δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Γίνονται ναυμαχίες στο Αιγαίο κατά το δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Ωστόσο, ας μην είμαστε ρομαντικοί. Αναφέρομαι στο περίφημο σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης.  Κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει εκείνη την εποχή πως η Οθ. Αυτοκρατορία θα μπορούσε να διαλυθεί και να αναδυθεί ένα νέο κρατικό μόρφωμα  με ελληνικό χαρακτήρα και βυζαντινές καταβολές.  Αυτό που ισχύει είναι πως οι Ρώσοι στα πλαίσια του  ψυχολογικού πολέμου που διεξάγουν εναντίον των Οθωμανών ρίχνουν το  «χαρτί» που λέγεται ελληνικό σχέδιο.

  Σκεφθείτε πως αρχίζει ο δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος επί  Μεγάλης Αικατερίνης. Η  Τσαρίνα πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη  στη Σεβαστούπολη, η οποία είναι η ρωσική  βάση στην Κριμαία. Οι τοπικές αρχές είχαν υψώσει μια  αψίδα, στην οποία αναγράφονταν οι λέξεις  «Ο Δρόμος προς την Κωνσταντινούπολη». Το γεγονός αυτό αναστάτωσε την Κωνσταντινούπολη και οι Οθωμανοί ζήτησαν να ακυρωθούν προηγούμενες συμφωνίες και φυσικά οι Ρώσοι αρνήθηκαν. Συνεπώς, η ρωσική πολιτική  εντάσσει τον ελληνικό παράγοντα στον ψυχολογικό πόλεμο κατά των Οθωμανών, για να επιτύχει πρώτα τους στόχους της. Αυτό μην το λησμονούμε, καθώς όταν αναφερόμαστε  στη Ρωσία, σκεφτόμαστε την κοινή θρησκεία ως ικανό παράγοντα, ο οποίος θα οδηγήσει τον Τσάρο να σώσει τους Χριστιανούς και εν προκειμένω τους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό.  Στο επίκεντρο της ρωσική πολιτικής, όπως είναι απολύτως λογικό, προέχουν πάντοτε τα ρωσικά συμφέροντα.  Υπό το πρίσμα αυτό, όπως και κάθε μεγάλη δύναμη, η Ρωσία  επιδιώκει να επωφεληθεί και από άλλους παράγοντες και προσπαθεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην νέα τάξη πραγμάτων. Σίγουρα, η ρωσική πολιτική σε αυτή τη περίοδο είναι ξεκάθαρη. Ο βασικός στόχος της Αγ. Πετρούπολης είναι η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε και την  μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή. Το Λονδίνο αρχίζει να σκέπτεται πως οι Ρώσοι ίσως αποδειχθούν επικίνδυνος αντίπαλος στην Ανατολή.  Θυμηθείτε πως η Βρετανία διευκόλυνε τη Ρωσία στον πόλεμο εκείνο. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Βρετανοί είναι επιφυλακτικοί έναντι του ρωσικού παράγοντα. Τέλος, αν επιθυμούμε να βάλουμε συμβατικά ένα ορόσημο για την αρχή του Ανατολικού Ζητήματος,  θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως μια χρονιά είναι το 1774  και μια άλλη χρονιά, κατά την οποία και αίρονται οι επιφυλάξεις της Αγγλίας για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αρχίζει η αγγλορωσική προσέγγιση,  είναι το 1907, όταν πλέον έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Εν τούτοις,  τη συνθήκη του  Κιουτσούκ – Καϊναρτζή συμβατικά τη θεωρούμε  ως αρχή του  Ανατολικού  Ζητήματος υπό την έννοια ότι η Αγγλία  επιδιώκει να αποτρέψει την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Εν κατακλείδι, η συνθήκη του  Κιουτσούκ –Καϊναρτζή και η Συνθήκη του Ιασίου είναι τομές όσον αφορά τη ρωσική πολιτική και αυτό είναι ένα γεγονός, το οποίο έχει θορυβήσει πάρα πολύ τους Οθωμανούς.  Ωστόσο, στο σημείο αυτό έχουμε την εμφάνιση της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα, που αλλάζει άρδην τα δεδομένα.

Κύριε Καθηγητά κάνατε και την εισαγωγή στην επόμενη ερώτηση μου. Πώς επηρεάζει ο παράγων Ναπολέοντας τη ρωσική πολιτική και τι επίδραση έχει στη βαλκανική χερσόνησο.

Κοιτάξτε, αλλάζει όλη η ισορροπία δυνάμεων και το status quo. Οι Ρώσοι έχουν να αντιμετωπίσουν πλέον τον Ναπολέοντα, με όλη την ιδεολογία της γαλλικής επανάστασης  (η έννοια του έθνους ως πολιτική κοινότητα,  δικαιώματα της τρίτης τάξης κατά των ευγενών και του κλήρου στα πλαίσια ενός κράτους, το οποίο υφίστατο).  Η ιδεολογία αυτή ήταν εντελώς αντίθετη στην απολυταρχική διάρθρωση της τσαρικής αυτοκρατορίας και φυσικά αποτελούσε δυνητικά έναν κίνδυνο αποσταθεροποίησής της. Όσον αναφορά, την Ανατολή, γνωρίζουμε  ότι ο Μέγας Ναπολέων δεν είχε σχέδια να διαλύσει το Οθωμανικό Κράτος, παρά τα όσα η γαλλική προπαγάνδα διέδιδε. Τα σχέδια του Ναπολέοντα είχαν στο επίκεντρο την Αυστρία και την Πρωσία. Ωστόσο, η γαλλική ρητορική γεννά ελπίδες στους υπόδουλους στα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα, η Βρετανία διαβλέπει τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης όλης της περιοχής και αναγκάζεται να έλθει σε κάποιου είδους συνεννόηση με την Ρωσία. Μάλιστα και το Οθωμανικό κράτος συμμαχεί προσωρινά με την τσαρική αυτοκρατορία. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως παύουν οι  προγενέστεροι ανταγωνισμοί, ότι η Ρωσία δεν προσπαθεί να επωφεληθεί από την αδυναμία του οθωμανικού κράτους. Είμαστε στην εποχή του Σουλτάνου του Σελίμ του Γ΄,  ο Ναπολέοντας καταλύει τη Βενετία (1797), καταλαμβάνει τα Επτάνησα  και μετά αποβιβάζεται στην Αίγυπτο. Συγκροτείται  μια άτυπη συμμαχία Οθωμανών και Ρώσων και για πρώτη φορά στην Ιστορία ο  ρωσικός στόλος πέρασε τα Στενά. Ήταν το 1798, όταν ο ρωσικός στόλος διέρχεται από τα Στενά και κατευθύνεται στα Επτάνησα, για να καταλύσει την Γαλλοκρατία. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους χριστιανικούς πληθυσμούς και ιδιαίτερα στους Έλληνες. Όλοι ανέμεναν μια ρωσική κίνηση,  ίσως μια απόβαση στη Πελοπόννησο, ώστε να απελευθερωθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί. Μάλιστα, οι Επτανήσιοι υποδέχονται του Ρώσους ως απελευθερωτές.

Κύριε Καθηγητά, για ποιο λόγο γίνεται αυτή υποδοχή στους Ρώσους; Τα Επτάνησα ήταν υπό γαλλική κατοχή δηλαδή υπό την κατοχή μια φιλελεύθερης δύναμης;

Κοιτάξτε η Γαλλική Διοίκηση είναι πολύ σκληρή. οι Γάλλοι μπορεί να έχουν αυτές τις φιλελεύθερες αρχές  αλλά όταν ασκούν διοίκηση είναι αμείλικτοι. Πάρτε ως παράδειγμα τις Ιλλυρικές περιοχές (1809-1813),  όπου οι Νότιοι Σλάβοι αναγκάζονταν να πληρώνουν  φόρους  και  να συντηρούν  τα  γαλλικά στρατεύματα. Συνεπώς, όταν έρχονται οι Ρώσοι στα Επτάνησα, γίνονται δεκτοί ως απελευθερωτές  και οι Επτανήσιοι  σφάζουν τους Γάλλους.  Επίσης, έχουμε την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας, η οποία με τον τρόπο με τον οποίο θεσπίζεται αποτελεί επί της ουσίας  μια αυτόνομη πολιτεία, υπό την προστασία της Ρωσίας και την επικυριαρχία των Οθωμανών. Είναι το πρώτο ελληνικό κράτος, το οποίο έχει επίδραση και αργότερα κατά την περίοδο της  ελληνικής επανάστασης, καθώς αποτελεί ένα μοντέλο κρατικής υπόστασης.  Τέλος, αυτή την εποχή ξεκινούν και οι  εξεγέρσεις των βαλκανικών λαών. Η αρχή γίνεται με  την εξέγερση των Σέρβων το 1804. Το γεγονός πως  οι Σέρβοι ξεσηκώνονται κατά των Γενιτσάρων δεν αποκλείει την αντίθεσή τους στη κεντρική εξουσία. Μάλιστα, το τελευταίο αυτό στοιχείο με την πάροδο του χρόνου υπερισχύει και έχουμε μια εξέγερση  κατά του αδύναμου Οθωμανικού Κράτους.  Από  το σημείο αυτό και κατόπιν εισερχόμαστε σε ένα νέο κεφάλαιο, γιατί πλέον  λαμβάνουν χώρα εξεγέρσεις και  επαναστάσεις  χριστιανικών λαών. Συνεπώς, η ρωσική πολιτική  και οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι παίρνουν μια άλλη διάσταση. Ωστόσο, το γεγονός  αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία δεν στοχεύει στην ικανοποίηση πρωτίστως των δικών της συμφερόντων.

Κύριε Σφέτα, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε πως η Επτανήσιος Πολιτεία αποτελεί πλέον ένα είδος δεδικασμένου ή προτύπου συγκρότησης ενός νέου κρατικού μορφώματος;

Ήταν ένα πρότυπο, το οποίο λειτουργούσε ως ένα κρατικό μόρφωμα.  Προσέξτε, όταν ακόμη δεν συντρέχουν οι συνθήκες εκείνες για την διάλυση της Οθ. Αυτοκρατορίας, η λύση της Επτανήσου Πολιτείας ήταν δόκιμη. Η συρρίκνωση  της Οθ. Αυτοκρατορίας γίνεται σταδιακά.  Η Επτανήσιος Πολιτεία  είναι πρότυπο και για τους Σέρβους το 1804, αλλά όταν διαπιστώνεται ότι το Οθωμανικό Κράτος δεν δέχεται τη χορήγηση αυτής της αυτονομίας, τότε η εξέγερση των Σέρβων  μεταστρέφεται εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Είμαστε στο έτος  1805, πλέον η εξέγερση είναι κατά του Σελίμ του Γ΄. Τώρα πως επιδρά ο ρωσικός παράγοντας; Η ρωσική πολιτική γίνεται επιθετική. Ωστόσο, ο  ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1807 δεν γίνεται απλά και μόνο  για την  σερβική υπόθεση. Οι στόχοι είναι βαθύτεροι. Τα αίτια είναι βαθύτερα, καθώς η σύγκρουση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων.  Θα πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα υπό το πρίσμα που το έβλεπαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ο Ναπολέων προχωράει στην Ευρώπη, έχει  αλώσει την  Βιέννη, έχει αλώσει το Βερολίνο, έχει διαλύσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους.  Όπως καταλαβαίνετε, εξαναγκάζεται τώρα ο Σουλτάνος Σελίμ Γ’ να αναγνωρίσει το Ναπολέοντα και να καταστρατηγήσει συμφωνίες που είχε κάνει με τους Ρώσους, μετά από έντονη γαλλική πίεση. Σε αυτό τον σημείο ξεκινά το μείζον ζήτημα. Η Κωνσταντινούπολη  κλείνει τα Στενά στα ρωσικά πλοία και καθαιρεί τους ηγεμόνες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Τσάρου, δίνοντας με αυτό τον τρόπο τον αποχρώντα λόγο στη Ρωσία να αρχίσει το ρωσοτουρκικό αυτό πόλεμο του 1806-1807. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν η είσοδος των  Ρώσων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.  Επίσης, αυτό δίνει τη δυνατότητα στους Σέρβους να εντείνουν τον αγώνα κατά της κεντρικής εξουσίας,  διεκδικώντας όχι πλέον αυτονομία, αλλά ανεξαρτησία. Βλέπετε πως έχουμε κλιμάκωση των σερβικών  αιτημάτων ανάλογα με τις προσδοκίες που γεννιούνται για μια ξένη επέμβαση. Ωστόσο, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος  του 1806-1807 ελάχιστα βοήθησε  τους Σέρβους. Ο πόλεμος τελειώνει γρήγορα, το 1807, με την συνθήκη του Τιλσίτ, τότε φεύγουν οι Ρώσοι από τα Επτάνησα, και εδώ μπορεί να δει κανείς την απογοήτευση γενικά των χριστιανικών πληθυσμών και όχι μόνο των Ελλήνων.

Κύριε Σφέτα το ζήτημα που γεννάται σε αυτή την φάση είναι αν μπορεί να υπάρξει μια προσέγγιση μεταξύ των Γάλλων και των Ρώσων;

Κοιτάξτε,  η βάση διαπραγμάτευσης που θέτουν οι Ρώσοι περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, αυτό δεν συνάδει με την  πολιτική του Ναπολέοντα. Ο στόχος του είναι η διάλυση και η καθυπόταξη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.  Σε περίπτωση που ανακινούνταν το ζήτημα της διάλυσης της αυτοκρατορίας του Βοσπόρου, ο Ναπολέων σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την Κωνσταντινούπολη στο Τσάρο. Τέτοια πολιτική δεν ασκείται, μάλιστα τα Στενά τα έχουν οχυρώσει οι Γάλλοι. Ο Ναπολέων επιδικάζει μόνο  τη Βλαχία και τη Μολδαβία στη Ρωσία (Συνθήκη της Ερφούρτης  το 1808). 

Κύριε Καθηγητά μια τελευταία ερώτηση που κλείνει τον πρώτο μας κύκλο. Θεωρείτε πως ο Τσάρος αρχίζει να βλέπει τον Ναπολέοντα ως τον νέο δυτικό αυτοκράτορα; Σας το ρωτώ αυτό υπό το πρίσμα της έντονης βυζαντινής κληρονομίας που παρουσιάζει η Ρωσία και της εν γένει ιδεολογίας της περί κληρονόμου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο μεγάλος φόβος του Τσάρου σε σχέση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι το ενδεχόμενο της υποσκέλισης της ορθόδοξης ρητορικής και της βυζαντινής κληρονομιάς από την επαναστατική φρασεολογία της Γαλλίας. Επί της ουσίας η Ρωσία φοβάται το ενδεχόμενο οι υπόδουλοι να αρχίσουν να εναποθέτουν ελπίδες στους Γάλλους και  να χάσουν οι Ρώσοι στην προπαγάνδα τους. Αυτό βέβαια γρήγορα απομυθοποιείται, γιατί φαίνεται ότι η Γαλλία  δεν έχει τέτοια πολιτική, οι προσδοκίες όμως των υποδούλων ήταν μεγάλες. Μπορούμε να αναφέρουμε  και το παράδειγμα των Σέρβων που δεν βοηθήθηκαν από τον Ναπολέοντα, παρά την παρουσία των Γάλλων στις ιλλυρικές επαρχίες. Το 1809  άρχισε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος,  διότι  Οθωμανική Αυτοκρατορία αρνήθηκε να εκχωρήσει τη Μολδαβία και τη Βλαχία στη Ρωσία.  Είναι ένας πόλεμος ο οποίος βοηθάει πάρα πολύ την υπόθεση των Σέρβων, οι οποίοι  συνεχίζουν την εξέγερση τους κατά της κεντρικής εξουσίας.  Παράλληλα, ρωσικές φρουρές συνεργάζονται  στο Δούναβη με τους Σέρβους επαναστάτες. Έχουν μεγάλες επιτυχίες οι Σέρβοι τα χρόνια αυτά. Ο Καραγιώργης παίρνει τον τίτλο του κληρονομικού ηγεμόνα της Σερβίας.  Ωστόσο, εδώ παρατηρούμε ένα άλλο γεγονός που ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα, ο Ναπολέων ετοιμάζει την εκστρατεία στη Ρωσία, γιατί η τελευταία  δεν τήρησε τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά της Αγγλίας.  Η  Ρωσία πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Πρέπει να αποσυρθεί από τα Βαλκάνια. Πρέπει να εγκαταλείψει τους Σέρβους, σε πρακτικό επίπεδο πλέον. Αυτό που λέει η Ρωσία στους Σέρβους είναι πως σταματώ τον πόλεμο  και θα κλείσω μια συμφωνία με τους Οθωμανούς που σας ευνοεί, αλλά δεν μπορώ πλέον να είμαι παρούσα στο μέτωπο, όπως είμαι μέχρι το 1812, ούτε  μπορώ πιέσω τους Οθωμανούς να σας χορηγήσουν εσωτερική αυτοδιοίκηση με βάση τη συμφωνία. Το 1813 οι Σέρβοι κατέρρευσαν.   

Κύριε Σφέτα σας ευχαριστούμε πολύ για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Θα συνεχίσουμε στο επόμενο μέρος από το Συνέδριο της Βιέννης και την Ελληνική Επανάσταση μέχρι και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, ώστε σταδιακά να εισέλθουμε και στον 20 αιώνα

Σπ. Σφέτας
Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι  μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Μισολίδη και τον προπτυχιακό φοιτητή του ιδίου τμήματος Χαράλαμπο Γάππα. 

Κυριάκος Στ. Χατζηκυριακίδης: Η Τουρκία ενάντια στους χριστιανούς της Ανατολής (αρχές 20ού αιώνα). Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Η Τουρκία ενάντια στους χριστιανούς της Ανατολής (αρχές 20ού αιώνα). Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών τής Ανατολής ήταν το τίμημα της δημιουργίας τού τουρκικού κράτους, γι’ αυτό και η Τουρκία όχι μόνο δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο ποτέ, αλλά αντίθετα ανέπτυξε στρατηγικές άρνησης: προσεκτική χρήση τής γλώσσας για τα εγκλήματα, απαγόρευση της δημόσιας υποστήριξης της Γενοκτονίας, περιορισμοί στην πρόσβαση και στη χρήση αρχειακού υλικού, δραστηριοποίηση της τουρκικής διπλωματίας υπέρ της άρνησης της Γενοκτονίας κ.λπ. Και όπως διαβάζουμε στη λίστα του Gregory Stanton για τα στάδια της γενοκτονίας, η «άρνηση είναι το τελικό στάδιο, που είναι διαρκές και πάντα ακολουθεί μια γενοκτονία. Είναι από τους πιο σίγουρους δείκτες για ένδειξη περαιτέρω γενοκτονικών σφαγών».

Όμως άρθρα και μελέτες των Ελλήνων καθηγητών και ερευνητών όπως των: Πολυχρόνη Ενεπεκίδη (αείμνηστου καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης), Κωνσταντίνου Φωτιάδη, Θεοδόση Κυριακίδη, Βασίλη Μεϊχανετσίδη κ.ά., αλλά και ξένων, όπως των: Taner Akçam, Matthias Bjornlund κ.ά., βασισμένες σε αρχεία της Ελλάδας, της Τουρκίας, των παραδοσιακών Μεγάλων Δυνάμεων αλλά και άλλων κρατών, στοιχειοθετούν πλέον με κάθε λεπτομέρεια τη συντελεσθείσα σε βάρος τού Ελληνισμού Γενοκτονία από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς.

Η έντονη οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα των Ελλήνων τής Ανατολής, εν προκειμένω του Πόντου, επιβεβαιώνεται όχι μόνο μέσα από τις ελληνικές αλλά και από τις ξένες πηγές. Η εξόντωση των Ελλήνων είχε επομένως «διττή σημασία για την Τουρκία, καθώς σήμαινε την απαλλαγή από μία εθνότητα με έντονη εθνική συνείδηση και με ισχυρή οικονομική παρουσία», σύμφωνα με την ομότιμη καθηγήτρια Ιστορίας Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού.

Το έτος 1908 το επιτυχημένο στρατιωτικό κίνημα των Νεοτούρκων χαιρετίσθηκε με ενθουσιασμό από όλες τις εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι όλες οι εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταξύ αυτών φυσικά και οι Έλληνες (τουλάχιστον ένα μέρος αυτών) και κυρίως οι Αρμένιοι, τρέφοντας αυταπάτες, είχαν σπεύσει να χαιρετίσουν με ενθουσιασμό το κίνημα κατά του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, χαρακτηρίζοντας τις διακηρύξεις τής Επιτροπής «Ένωσις και Πρόοδος» για ισότητα και ελευθερία ως γεγονός «χαρμόσυνον και ανεκτιμήτου αξίας». Δεν αντιλήφθηκαν όμως έγκαιρα ότι το φιλελεύθερο κομμάτι τού Νεοτουρκικού Κινήματος αποδυναμώθηκε σχεδόν αμέσως, και τον κυρίαρχο ρόλο είχαν πια οι απόψεις των ακραίων εθνικιστών.

Τον Αύγουστο του 1910 και το Σεπτέμβριο του 1911 οι Νεότουρκοι έθεσαν στη Θεσσαλονίκη τις βάσεις τού εκτουρκισμού τής Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, ο Ziya Gökalp (1876-1924), μέλος τής Κεντρικής Επιτροπής τής «Ενώσεως και Προόδου», ηγετικός θεωρητικός εκφραστής τής ιδεολογίας τού Τουρκισμού, εξαίρεσε όλους τους μη μουσουλμάνους από τον ορισμό τού τουρκικού έθνους, υποστηρίζοντας: «Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι είναι και θα παραμείνουν ξένο σώμα στο τουρκικό εθνικό κράτος». Έτσι οι αρχικές διακηρύξεις «περί ισονομίας και ισοπολιτείας» αντικαταστάθηκαν πολύ γρήγορα από το γνωστό σύνθημα «η Τουρκία στους Τούρκους».

Οι Νεότουρκοι έθεσαν ουσιαστικά σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιό τους: αφομοίωση των μουσουλμανικών μη τουρκικών πληθυσμών, αποδυνάμωση και εκδίωξη από τα εδάφη της Μ. Ασίας και βέβαια φυσική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών∙ πρακτικές που αναφέρονται και στις τουρκικές πηγές καθώς και στα κείμενα και τις αναφορές των Ευρωπαίων (στρατιωτικών, πολιτικών και ιεραποστόλων). Για παράδειγμα, ο αυτόπτης μάρτυρας των πρώτων χρονικά αρμενικών σφαγών (1894-1896), Γερμανός προτεστάντης θεολόγος Dr. Johannes Lepsius σημείωνε: «Το συνέδριο (ενν. των Νεοτούρκων) επιβεβαιώνει ότι αργά ή γρήγορα η οθωμανοποίηση όλων των λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πρέπει να ακολουθήσει, και αν αυτό δεν μπορέσει να επιτευχθεί με ειρηνικά μέσα, δεν πρέπει να διστάσει κανείς μπροστά σε βίαια ή ακόμη και στρατιωτικά μέσα…».

Ξεκίνησαν, λοιπόν, από τα βορειοδυτικά παράλια της Μ. Ασίας, ήδη από το 1913, οι εκτοπισμοί τού λεγόμενου, από τα μέλη τού Νεοτουρκικού Κομιτάτου, «εσωτερικού εχθρού», στην προκειμένη περίπτωση του συμπαγούς ελληνικού στοιχείου. Σύμφωνα με τον Taner Akçam, όλα τα διαθέσιμα οθωμανικά αρχεία αναφέρουν ότι «επρόκειτο για ένα οργανωμένο σχέδιο της Επιτροπής «Ένωσις και Πρόοδος», με στόχο την απελευθέρωση της Τουρκίας από τα μη τουρκικά στοιχεία στην περιοχή του Αιγαίου». Τη συνέχιση και καλύτερη εφαρμογή αυτού του νεοτουρκικού σχεδίου ανέλαβε στις αρχές του 1914 η περίφημη «Ειδική Οργάνωση» (Teşkilâtı Mahsusa). Ενδεικτικά για την ακολουθούμενη νεοτουρκική πολιτική αναφέρουμε λ.χ. την ανθρακοφόρο λεκάνη της Ποντοηράκλειας, στα ορυχεία της οποίας εργάσθηκαν πολλοί Έλληνες του Πόντου. Οι πιέσεις των Οθωμανών σε βάρος τού εκεί ελληνικού στοιχείου ξεκίνησαν ήδη από την άνοιξη του 1914. Στόχο των Νεότουρκων είχαν αποτελέσει τότε οι έμποροι και τα σχολεία, πολλά από τα οποία έκλεισαν, όπως του Ζονγκουλντάκ και της Ποντοηράκλειας, ενώ με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Νεότουρκοι κήρυξαν την επιστράτευση των νέων και «εκατομμυρίων λιρών περιουσίας αφήρεσαν παρά των χριστιανών είτε δι’ απειλητικών επιστολών είτε δι’ ευσχήμων επιτάξεων».

Αυτό που επίσης προκύπτει μέσα από τη μελέτη των τουρκικών πηγών, κατά τον T. Akçam, είναι η ύπαρξη ενός διπλού μηχανισμού (φανερού και κρυφού) που το Κομιτάτο των Νεοτούρκων είχε καλά συγκροτήσει, ώστε να μην προκύπτουν κυβερνητικές ευθύνες για τα επιβαλλόμενα εξοντωτικά μέτρα. Οι αναμνήσεις των Kuşçubaşı Eşref, Halil Menteşe, Celal Bayar, και άλλων μελών της «Ειδικής Οργάνωσης», που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα, και τα γερμανικά αρχεία, αποτελούν αδιάψευστη πηγή για το ζήτημα.

Ευτυχής συγκυρία στην προσπάθεια επιβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν και η στάση τής ανερχόμενης τότε ευρωπαϊκής δύναμης, της Γερμανίας. Σε αντίθεση με τη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία που αφενός είχαν πλέον εγκαταλείψει την αρχή τής «διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφετέρου είχαν πιέσει την Πύλη καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αι. να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις (περίφημο Τανζιμάτ), η απολυταρχική Γερμανία δεν έθετε ως προϋπόθεση για τη στρατιωτική και διπλωματική στήριξή της προς την Τουρκία ούτε τη φιλελευθεροποίηση του οθωμανικού καθεστώτος ούτε την κατάληψη τμήματος της οθωμανικής επικράτειας, όπως είχαν πράξει ήδη Γαλλία και Μ. Βρετανία. Για την ακρίβεια, η Γερμανία ήταν η μοναδική χώρα που δεν είχε εγείρει εδαφικές αξιώσεις σε βάρος τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και επιπρόσθετα δεν είχε δημιουργήσει αποικίες σε μουσουλμανικό έδαφος. Σαφής στόχος τής Γερμανίας ήταν να ασκήσει με αξιώσεις την πολιτική τού οικονομικού επεκτατισμού της στην περιοχή τής Νοτιοανατολικής Ευρώπης και στα εδάφη τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα οποία ο ορυκτός πλούτος (πετρέλαια, μεταλλεύματα κ.λπ.) ήταν το μεγάλο δέλεαρ.

Η ουσιαστική συνεργασία μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε πραγματικότητα: 1) με την άνοδο στο θρόνο της Γερμανίας του Γουλιέλμου Β΄ στα τέλη της δεκαετίας του 1880, και 2) με τη μεγάλη επιτάχυνση που γνώρισε η ανάπτυξη της βιομηχανίας της την ίδια εποχή. Ο Γουλιέλμος Β΄ εγκατέλειψε τη μετριοπαθή πολιτική του Βίσμαρκ και έθεσε άμεσα σε εφαρμογή, την «πολιτική παγκόσμιας εξάπλωσης» (Weltpolitik). Οι δύο επισκέψεις του Γουλιέλμου Β΄ στην Κωνσταντινούπολη μέσα σε μια δεκαετία (1889 και 1898) έδωσαν στις γερμανικές επενδύσεις και το γερμανικό επεκτατισμό την ώθηση που χρειάζονταν. Η παρουσία τού Γερμανού αυτοκράτορα στην Πόλη περιόριζε ή και τερμάτιζε τον απόλυτο έλεγχο της περιοχής από τους Γάλλους και τους Βρετανούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της γεωοικονομικής διείσδυσης, ευπρόσδεκτης από την Τουρκία, εντάσσεται ασφαλώς και η δήλωση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄ το 1898 από τη Δαμασκό ότι μπορούσαν οι μουσουλμάνοι να τον θεωρούν «προστάτη τους».

Η φανερή, επομένως, γερμανική στήριξη έδωσε τεράστια ώθηση στον τουρκικό εθνικισμό, ιδιαίτερα μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου και την ένταξη της Τουρκίας στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Στήριξη που έφθασε ακόμη και στη διαταγή από υψηλόβαθμους Γερμανούς, όπως τους στρατηγούς Otto Liman von Sanders, αρχηγό της Αυτοκρατορικής Γερμανικής Αποστολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και Fritz Bronsart von Schellendorf, αρχηγό του Οθωμανικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, για εκτοπίσεις χριστιανών στο εσωτερικό της Μ. Ασίας δήθεν για στρατιωτικούς λόγους και για αντιμετώπιση της ανταντικής κατασκοπείας, παρά το ότι ήταν πασιφανείς οι ολέθριες συνέπειες τέτοιων πράξεων. Πληθώρα σχετικών στοιχείων για το ρόλο και τις βαριές ευθύνες των Γερμανών, ειδικά στην περιοχή του Πόντου, παρουσίασε ήδη από το 1962 ο αείμνηστος καθηγητής Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, βασισμένος στα αρχεία της Αυστροουγγαρίας που ανοίχθηκαν το 1958 με άδεια της αυστριακής κυβέρνησης.

H έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν, σε τελική ανάλυση, πρώτης τάξης ευκαιρία για τους Νεότουρκους να απαλλαγούν οριστικά από τους χριστιανούς, αρχής γενομένης από τους Αρμένιους, οι οποίοι αφενός δε διέθεταν ελεύθερο εθνικό κέντρο και αφετέρου αποτελούσαν εμπόδιο στα σχέδια των Νεοτούρκων (άλλωστε και στις σφαγές που οι Αρμένιοι είχαν υποστεί από τον Αβδούλ Χαμίτ το 1894-1896, η Ευρώπη δεν είχε αντιδράσει). Έτσι, οι σφαγές και οι πορείες θανάτου των Αρμενίων το 1915, πράξεις που συγκλόνισαν με την αγριότητα και την έκτασή τους, διαπραγμένες μέσα σ’ ένα αντιστρόφως σύντομο χρονικό διάστημα, προκάλεσαν παγκόσμια συγκίνηση και χαρακτηρίσθηκαν από τις Μ. Δυνάμεις «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού», σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις των Συμβάσεων της Χάγης (1899 και 1907). Η πρώτη Γενοκτονία του 20ού αιώνα ήταν πλέον γεγονός.

Κλίμα τρομοκράτησης άρχισε να επικρατεί σταδιακά και στους Έλληνες, γεγονός που τους οδηγούσε στη σκέψη ότι ενδεχομένως θα ακολουθούσε και η δική τους εξόντωση. Όπερ και εγένετο από το 1916 κυρίως και μετά. Οι Νεότουρκοι εφάρμοσαν διαφορετική τακτική ως προς την εξόντωση των ελληνικών πληθυσμών σε σχέση με την αντίστοιχη κατά των Αρμενίων, λόγω της ύπαρξης του ελληνικού κράτους και του φόβου περαιτέρω επέμβασης των συμμαχικών δυνάμεων. Οι εκτοπισμοί ήταν σταδιακοί και πραγματοποιούνταν σε μεγάλο εύρος χρόνου για να μην προκληθούν αντιδράσεις. Η γενοκτονία τού ελληνικού στοιχείου δε γινόταν, αρχικά τουλάχιστον, τόσο με εκτελέσεις και σκηνοθετημένες επιθέσεις άτακτων μουσουλμάνων όσο με έμμεσο τρόπο, τον «λευκό θάνατο».  Η λευκή σφαγή όμως διά των ατελεύτητων πορειών θανάτου συνεχίσθηκε με βιασμούς και φόνους, αγχόνες, λεηλασίες και πυρπολήσεις πόλεων, χωριών και μονών.

Τα αποτρόπαια εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων τής Ανατολής, στη συγκεκριμένη περίπτωση του Πόντου, φαντάζουν ακόμη πιο τραγικά, αν αναλογιστούμε ότι πραγματοποιήθηκαν με τις «ευλογίες» τής Δύσης, η οποία, είναι αλήθεια, ότι εξέφρασε πολλές φορές τον αποτροπιασμό της. Παρά ταύτα, η «οσμή του πετρελαίου», όπως εύστοχα έγραψε η Διδώ Σωτηρίου, ήταν τόσο έντονη στην περιοχή, που δεν άφηνε στις Μ. Δυνάμεις κανένα περιθώριο για συναισθηματισμούς.

Τούτος, λοιπόν, ο (οικονομικός) ανταγωνισμός μεταξύ των Μ. Δυνάμεων (φάση Ανατολικού Ζητήματος) καθώς και η συμφωνία τού Μουσταφά Κεμάλ με τους Μπολσεβίκους επέτρεψαν στον Τούρκο ηγέτη να υλοποιήσει την τελευταία και πιο καθοριστική φάση τής γενοκτόνου τουρκικής πολιτικής από το Μάιο του 1919 μέχρι το 1922.

Και μάλιστα, ενώ μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν μεγάλες προσδοκίες από τις προσαγωγές στα τουρκικά δικαστήρια όλων εκείνων που διέπραξαν τα ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας –ο Taner Akçam και ο Vahakn Dadrian παρουσίασαν τα πρακτικά αυτών των 63 δικών εναντίον της Επιτροπής «Ένωσις και Πρόοδος» και της Επιτροπής τής «Ειδικής Οργάνωσης»-, τελικά οι ένοχοι Enver, Talaat, Jemal, Mehmet Niazim, Behaeddin Shakir και πολλοί άλλοι, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν (καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο), αλλά, σύμφωνα με τον T. Akçam, «προστατεύθηκαν μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο της εθνικής ταπείνωσης της Τουρκίας, και τα εγκλήματα συνεπώς μετατράπηκαν σε αγώνα για την ύπαρξη του ίδιου του τουρκικού έθνους».

Είναι σκόπιμο να τονισθεί ότι η ληξιαρχική πράξη γέννησης του όρου «Γενοκτονία» ανήκει στον Πολωνό, εβραϊκής καταγωγής, νομικό  Raphael Lemkin (Ραφαέλ Λέμκιν). Μέχρι τότε οι όροι που είχαν ήδη υιοθετηθεί ήταν: «Μεγάλη Καταστροφή» και «Ξεριζωμός» για τους Έλληνες, «Μεγάλο Έγκλημα» και «Ολοκαύτωμα» για τους Αρμενίους, «Σπαθί» για τους Ασσυρίους και «Ολοκαύτωμα» για τους Εβραίους. Ο Lemkin, έχοντας μελετήσει τα εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων και των Αρμενίων και φυσικά τις ναζιστικές θηριωδίες εναντίον των Εβραίων, πρότεινε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1946 νόμο, που τελικά ψηφίσθηκε με μικρές αλλαγές το Δεκέμβριο του 1948, με σκοπό την πρόληψη και την τιμωρία της Γενοκτονίας ως διεθνούς εγκλήματος, όχι μόνο με μελλοντική αλλά και με αναδρομική ισχύ. Με βάση τα περίφημα 5 σημεία του νόμου των Ηνωμένων Εθνών, «Γενοκτονία» είναι είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε περίοδο ειρήνης: α) η δολοφονία μελών μιας  ομάδας, β) η πρόκληση σοβαρών σωματικών και ψυχικών τραυμάτων, γ) η εσκεμμένη δημιουργία συνθηκών που οδηγούν στη φυσική εξόντωση μιας ομάδας ή μέρους αυτής, δ) η παρεμπόδιση ή διακοπή των γεννήσεων, ε) η απαγωγή παιδιών και η μεταφορά τους στο περιβάλλον μιας άλλης ομάδας.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής, με όλα τα εγκλήματα και τις μορφές βίας που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, ήταν μια «Γενοκτονία εν ροή», κατά την Tessa Hofmann, με την έννοια ότι: α) διενεργήθηκε σε συνέχειες, β) οι τόποι του εγκλήματος άλλαζαν συνεχώς, και γ) ο ρυθμός τέλεσής της άλλοτε επιβραδυνόταν και άλλοτε επιταχυνόταν, σε συνάρτηση με την ουδετερότητα ή την αντιπαλότητα του ελληνικού κράτους, το οποίο δικαιολογημένα θεωρούνταν, ως εθνικό κέντρο, ο προστάτης των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σύμφωνα, τέλος, με τους μελετητές και τους καθηγητές των γενοκτονικών σπουδών, όπως είναι οι: Israel Charny, Roger Smith, Ronald Levitsky κ.ά., οι πράξεις Γενοκτονίας «δε νομιμοποιούνται ακόμη και σε περίοδο πολέμου, ακόμη και αν αποδεδειγμένα τα θύματα δεν είναι μόνο άμαχοι, αλλά άνθρωποι που πήραν τα όπλα είτε για διεκδίκηση αυτονομίας είτε για αντίσταση ενάντια σε μια γενοκτόνο πολιτική». Η «αθωότητα του θύματος» δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση κριτήριο αναγνώρισης Γενοκτονίας.

Παρ’ όλο που στην ιστορία δεν μπορούμε να μιλούμε με υποθέσεις, ωστόσο θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι αν το 1914, ο κόσμος είχε αντιδράσει έγκαιρα και αποφασιστικά ενάντια στην αδικία, τότε όχι μόνο η Ελληνική Γενοκτονία θα είχε αποφευχθεί –το ίδιο και οι αντίστοιχες των Αρμενίων και των Ασσυρίων- αλλά δε θα είχαν συμβεί και άλλες γενοκτονίες στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, στη Ρουάντα, στο Σουδάν και όπου αλλού στον κόσμο. Δε θα διαβάζαμε, έτσι, σήμερα ανθολογίες τραγικών γεγονότων, αλλά απλά σενάρια σκοτεινής μυθοπλασίας.

μεριμνα-χατζηκυριακιδης (2)
Ο Κυριάκος Στ. Χατζηκυριακίδης είναι προϊστάμενος στο Τμήμα Σχεδιασμού Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων του Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου. Είναι διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Α.Π.Θ..

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βλέπουμε ότι τα Βαλκάνια επανέρχονται στο προσκήνιο των διεθνών σχέσεων, με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, με τους Αλβανούς τόσο στην ΠΓΔΜ όσο κυρίως και στο Κόσσοβο. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για την εμπειρία σας από την περιοχή αυτή τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, κατά την διάρκεια του Γιουγκοσλαβικού Εμφυλίου Πολέμου;

Η εμπειρία μου από την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, βασίζεται, πέρα από την μελέτη και την έρευνά μου, κυρίως στην θητεία μου σε δύο αποστολές μακράς διαρκείας. Η πρώτη αποστολή έλαβε χώρα  το 1992-93 και ήταν υπό την αιγίδα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ). Εκείνη η αποστολή   ήταν  ολιγομελής  και κατά την διάρκεια της  διέμεινα έναν χρόνο στο Κοσσυφοπέδιο και συγκεκριμένα  την Πρίστινα. Η δεύτερη αποστολή έλαβε χώρα  στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, το 1996, από τον μετασχηματισθέντα σε διεθνή οργανισμό, Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη(ΟΑΣΕ), δηλαδή την πρώην ΔΑΣΕ, η οποία  απέκτησε διεθνή υπόσταση στις αρχές του ’94.

Η Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, όπως την ξέραμε μέχρι τα μέσα του 1991, βασιζόταν, παλαιότερα στην χαρισματική προσωπικότητα του στρατάρχη Τίτο, στην ενιαία έκφραση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και τις επιμέρους έξι κομματικές οργανώσεις, των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών, που απάρτιζαν την χώρα. Τέλος, σημαντικοί πυλώνες της χώρας ήταν ο ισχυρός ομοσπονδιακός Γιουγκοσλαβικός στρατό και η ανθηρή οικονομία.

Ωστόσο, από την στιγμή που πεθαίνει ο Τίτο, το 1980, ο οποίος με την παρουσία του δεν επέτρεπε φαινόμενα αποδιάρθρωσης του κράτους το κράτος και η ενότητα αρχίζουν να υπονομεύονται. Επίσης, σε αυτό το γεγονός συνέβαλαν ο εκτροχιάσμός της οικονομίας  και το Σύνταγμα του ’74, το οποίο  ενισχύει τις αποσχιστικές διαθέσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε πως με το Σύνταγμα του ’74, ο Τίτο προσπάθησε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις, που είχαν παρουσιαστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το Σύνταγμα εκείνο εξαιρετικά αποκεντρωμένο και αυξάνοντας τις αρμοδιότητες των επί μέρους δημοκρατιών προσπάθησε να ικανοποιήσει τα εθνικά και άλλα συμφέροντά  των επιμέρους εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, το Σύνταγμα αυτό έδωσε την δυνατότητα να δημιουργηθούν ισχυρές εθνοφυλακές σε κάθε μια από τις επί μέρους ομοσπονδίες, και στην συνέχεια να γίνουν σταδιακά δημοψηφίσματα, στα επί μέρους κράτη που οδήγησαν σε αποφάσεις για απόσχιση.

Το γιουγκοσλαβικό ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως όλα τα Συντάγματα ομοσπονδιακού χαρακτήρα, συνήθως έχουν περίπλοκες και δύσκολες διαδικασίες, για να αποθαρρύνουνε τις αποσχίσεις. Ωστόσο, οι προβλεπόμενες διαδικασίες δεν τηρήθηκαν, οπότε οι Σέρβοι θεώρησαν ότι η τάση για αποσχίσεις ήταν παράνομη, άρα ενομιμοποιούντο να την αντιμετωπίσουν και με την ένοπλη βία, και επίσης δήλωσαν πως οι προσπάθειες εκείνες ήταν έξωθεν κατευθυνόμενες. Δημοσιογραφικές περισσότερο πληροφορίες αναφέρουν πώς και οι ΗΠΑ από ένα χρονικό σημείο και μετά, αλλά ιδίως η επανενοποιημένη Γερμανία, ήθελε να ελέγξει την Ανατολική Ευρώπη.

Σταδιακά, ο Μιλόσεβιτς απομονώθηκε ως το τελευταίο κομμουνιστικό σύστημα στην Ευρώπη, καθώς την περίοδο ’89-’91 τα άλλα κράτη πέρασαν σε μία φάση μεταβολών, όπου επί παραδείγματι στην Ρουμανία είχαν περισσότερη ένταση και ένοπλες συγκρούσεις, ενώ σε άλλες χώρες τα πράγματα εξελίχθηκαν πιο ήπια. Με την απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας ξεκίνησαν οι αποσχίσεις, τις οποίες προσπάθησε ο Μιλόσεβιτς να ελέγξει με τον ομοσπονδιακό στρατό, τον οποίο ήλεγχαν σε ένα επίπεδο 70 τοις εκατό οι Σέρβοι, ως προς τα μόνιμα στελέχη, τους αξιωματικούς. Έτσι, οδηγηθήκαμε στους τρείς πολέμους του γιουγκοσλαβικού ευρύτερου εμφυλίου, πρώτα στην Σλοβενία, μετά στην Κροατία, και έπειτα η πιο σκληρή σύγκρουση στην Βοσνία. Στα Σκόπια δεν είχαμε κατάσταση ένοπλης βίας, ενώ το Μαυροβούνιο ακολούθησε την Δημοκρατία της Σερβίας, στην ένωση Σερβίας- Μαυροβουνίου, σε μικρότερης  διάστασης ομοσπονδιακό κράτος.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τώρα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι ξεκίνησε στο Κοσσυφοπέδιο. Με τον θάνατο του Τίτο, οι Αλβανοί άρχισαν απεργίες και διαδηλώσεις ζητώντας την αναβάθμιση του καθεστώτος αυτόνομης επαρχίας που είχε το Κοσσυφοπέδιο, με ισχυρότατη αυτονομία όπως την είχε ήδη αναβαθμίσει το Σύνταγμα του 1974, σε καθεστώς πλέον ισότιμης με τις άλλες έξι ομόσπονδης δημοκρατίας. Αντιστοίχως, στα βόρεια της Σερβικής Δημοκρατίας, υπήρχε και η αυτόνομη επαρχία της Βοϊβοδίνας. Η διαφορά αυτών των δύο έγκειτο στο γεγονός ότι η πληθυσμιακή παρουσία των Αλβανών στο Κόσοβο ήταν ισχυρότατη, αποτελώντας το 80 τοις εκατό του πληθυσμού, ενώ στην Βοϊβοδίνα, οι Ούγγροι ήταν κατά πολύ ολιγότεροι των Σέρβων, αποτελώντας περί το 18 τοις εκατό του πληθυσμού, και μάλιστα κατοικούσαν στα βόρεια σύνορα με την Ουγγαρία, γύρω από την ‘’πρωτεύουσά τους’’, την Σουμπότιτσα.

Η διεθνής κοινότητα ανέπτυξε διπλωματικές αποστολές διεθνών οργανισμών, υπό την αιγίδα της ΔΑΣΕ, σε τρείς περιοχές της Δημοκρατίας της Σερβίας, στα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 1992. Ήταν αποστολές μακράς διαρκείας με σκοπό να μείνουν ως ότου αμβλυνθούν οι μειονοτικές συγκρούσεις. Το μείζον είναι πως αυτές οι διπλωματικές αποστολές εντάσσονταν στο πλαίσιο της λεγόμενης προληπτικής διπλωματίας. Μάλιστα ήταν  ίσως οι πρώτες αποστολές  προληπτικής διπλωματίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Η έδρα υπήρξε στο Βελιγράδι, με επί κεφαλής τον Τούρε Μπέγκ, έναν πρέσβη επί τιμή, Νορβηγό, ο οποίος ήταν ένας εξαιρετικά έμπειρος διπλωμάτης. Ενώ υπήρξαν τρείς επί μέρους αποστολές-γραφεία, το πρώτο και σημαντικότερο από άποψη εθνοτικής έντασης στην Πρίστινα του Κοσσόβου,   το δεύτερο στο Νόβι Πάζαρ, τη πρωτεύουσα της επαρχίας Σαντζακίου, όπου κατ’ ένα μεγάλο βαθμό διαβιούν μουσουλμάνοι του τύπου των μουσουλμάνων της Βοσνίας, και το τρίτο ήταν στην Σουμπότιτσα, δηλαδή  την ‘’πρωτεύουσα’’ των Ούγγρων της Βοϊβοδίνας. Αυτές οι τρείς αποστολές είχανε καθήκον, πρώτον να επιβλέπουν την κατάσταση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές αυτές, δεύτερον να εγκαταστήσουν  τον διάλογο μεταξύ των κυβερνητικών σερβικών αρχών και των εκπροσώπων των κατά περίπτωση μειονοτήτων, με σκοπό την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων, και τρίτον την  επίβλεψη της λειτουργίας των καθεστώτων αυτονομίας της Βοϊβοδίνας και του Κοσσόβου, τα οποία διατήρησε ο Μιλόσεβιτς από το 1989.

Ωστόσο, ο  Μιλόσεβιτς σε έναν εμπρηστικό του λόγο στην επέτειο των 600 ετών από την μάχη του Κοσόβου διακήρυξε ότι σταματά η ανοχή της βίας που ασκούσαν οι Αλβανοί του Κοσσόβου αξιοποιώντας καταχρηστικά τις ρυθμίσεις διευρυμένης αυτονομίας, και κατήργησε αμέσως μετά το καθεστώς αυτονομίας της περιοχής, περιορίζοντας την σε εδαφική αυτονομία. Το ίδιο συνέβη και στην Βοϊβοδίνα, το γεγονός όμως ότι οι Σέρβοι αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία στην Βοϊβοδίνα αποσοβούσε τις εθνοτικές συγκρούσεις, μολονότι και οι Ούγγροι παραπονούνταν για την μειονοτική τους διαχείριση. Μπορούμε να πούμε ότι ρόλο έπαιξε και η κουλτούρα των λαών, καθώς οι Ούγγροι, αν και Καθολικοί, είναι και αυτοί Χριστιανοί, ενώ οι Αλβανοί ακολουθούν το ισλαμικό δόγμα. Αν και βέβαια, δεν ήταν ιδιαίτερα πιστοί, το Ισλάμ, για τους Αλβανούς, είχε ταυτιστεί με την εθνική τους παράδοση και υπόσταση και στηρίζονταν σε αυτό για την διεκδίκηση των αιτημάτων τους.

Πιστεύω όμως ότι τα αλβανικά αιτήματα στηρίχθηκαν  στους εξής παράγοντες: Πρώτον στα αισθήματα προερχόμενα από το παρελθόν, που θεωρούσαν ότι  το Κόσσοβο κακώς ανήκει στην Σερβία. Δεύτερον στη τεράστια πληθυσμιακή υπεροχή. Τρίτον  στις επιρροές προερχόμενες από τα Τίρανα, ή από Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά κέντρα ισχύος. Σε πρώτη φάση πάντως η διεθνής κοινότητα- και αυτήν την εντολή είχαμε εμείς- προωθούσε την διατήρηση του Κοσσόβου και των άλλων περιοχών που είχαμε αποστολές στην Σερβία, με ενδεχόμενη την επαναπόδοση του καθεστώτος ευρείας αυτονομίας.

Η κατάσταση στο Κόσοβο όταν πήγα ήταν η εξής˙ οι Αλβανοί έχοντας κάνει μακρές απεργιακές κινητοποιήσεις, λόγω των συνεχών απολύσεων από τον δημόσιο τομέα, υποχρεώθηκαν από τους Σέρβους μετά την απόλυση να υπογράψουν κείμενα πίστης στο σερβικό κράτος, πράγμα που αρνήθηκαν πολλοί Αλβανοί να το κάνουν. Επίσης, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο δημόσιος τομέας  ήταν κυρίαρχος στην οικονομία εκείνη την εποχή και σε εκείνο το σύστημα διακυβέρνησης. Ακολούθως, Οι Σέρβοι προσπάθησαν εποικίσουν την περιοχή με πληθυσμούς προερχόμενους  από την κυρίως Σερβία, για να στελεχώσουν τις θέσεις που άφηναν οι Αλβανοί. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό δεν είχε επιτυχία και δεν κατέστη δυνατός μίας ευρείας κλίμακας εποικισμός. Συνεπώς, στη περιοχή επικράτησε αναστάτωση και αναρχία, ενώ όλες οι υπηρεσίες και κυρίως οι κρατικοί τομείς της οικονομίας υπολειτουργούσαν. Η Σερβική οικονομία γενικά είχε ήδη αποδυναμωθεί από τις κυρώσεις που είχε δεχθεί, ειδικά από την ΕΕ, αλλά ιδίως στο Κόσοβο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Στη συγκεκριμένη περιοχή η ιδιωτική οικονομία ελέγχονταν από του Αλβανούς. Έτσι οι Σέρβοι αναγκάζονταν να ψωνίζουν από τους Αλβανούς και τα ελάχιστα σέρβικα μαγαζιά, ενώ οι Αλβανοί μποϊκόταραν κάθε προϊόν προερχόμενο από τη Σερβία. Ως εκ τούτου,  οικονομικά οι Αλβανοί βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη θέση από τους Σέρβους της επαρχίας.

Όταν  έφθασα  στην Πρίστινα, τον Ιούλιο του ‘92, βρήκα δύο ξένους διπλωμάτες, ο ένας ήταν ο μάλλον γερμανολιθουανικής καταγωγής διπλωμάτης του Καναδά, Φίλιπ Χαν και ο δεύτερος ήταν ο Γάλλος Ντανιέλ Ντρουλέρς, ο οποίος από ότι μου είχε πεί ήταν στο παρελθόν διοικητής των γαλλικών αποικιών στην Δυτική Αφρική. Δύο άνθρωποι αξιόλογοι, ο καθένας με την δική του κουλτούρα, από τους οποίους μπορώ να  δηλώσω πως  έμαθα την τέχνη της διπλωματίας.

Την περίοδο εκείνη είχαμε συνεχείς επαφές με το LDK, δηλαδή την Δημοκρατική Ένωση Κοσόβου, της οποίας επικεφαλής ήταν  ο γνωστός διανοούμενος, Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Τους συναντούσαμε συνήθως τις Παρασκευές σε κάτι ταπεινά γραφεία, σε κάτι χαμόσπιτα δίπλα στο στάδιο της Πρίστινα και βρισκόμασταν σε συνεχείς διαβουλεύσεις μαζί τους,  ώστε να ακούμε τα αιτήματά τους, να καταγράφουμε τις καταγγελίες τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τους πείσουμε να ανοίξουν έναν διάλογο με την άλλη πλευρά. Το τελευταίο το αρνούνταν συνεχώς, διότι θεωρούσαν πως αν αρχίσουν να διαλέγονται με την παράνομη κατ’ αυτούς σερβική εξουσία, θα  την νομιμοποιούσαν.  Αντιστρόφως, βλέπαμε πολύ συχνά τον Σέρβο διοικητή της επαρχίας, ο οποίος δεν ήθελε άμεση επαφή με τον Ρουγκόβα και το συμβούλιό του, το οποίο υλοποιούσε τις παράλληλες δομές κρατικής εξουσίας που είχαν  αναπτύξει οι Αλβανοί στο τοπικό επίπεδο. Έτσι προσκρούαμε στην άρνηση και των δύο πλευρών να προσέλθουν στο διάλογο. 

Ωστόσο,   εξήλθαμε από το προαναφερθέν αδιέξοδο και στο σημείο αυτό ξεκινά και η ενεργή εμπλοκή και επιτυχία μου. Το καλοκαίρι του επομένου έτους, του ’93, σημειώθηκε μία μεγάλη κρίση στην περιοχή. Οι Σέρβοι τότε είχαν κρατικοποιήσει το μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα, που είχε ιδρυθεί στα χρόνια της αυτονομίας στην Πρίστινα, και εξέδιδε την Αλβανική εφημερίδα Ριλίντια, η οποία όμως είχε σταματήσει να εκδίδεται. Εκδιδόταν όμως η αγροτική αλβανόφωνη εφημερίδα Μπούικου, στο ίδιο συγκρότημα, γεγονός που ανεχόντουσαν εώς τότε οι Σέρβοι, αν και από αγροτική εφημερίδα είχε εξελιχθεί σε διάδοχο της Ριλίντια και περιελάμβανε το αποσχιστικό αίτημα, το οποίο εντείνονταν στους Αλβανούς μετά και τις αποσχίσεις των άλλων ομόσπονδων δημοκρατιών. Το συγκρότημα της Ριλίντια  ήταν ένας ουρανοξύστης στο κέντρο της Πρίστινα, το οποίο οι Σέρβοι το μετέτρεψαν σε εταιρεία Πανοράμα, όπως το έλεγαν, με σερβική διοίκηση. Αν και επέτρεπαν στους Αλβανούς  την έκδοση από εκεί των εντύπων τους, εκείνοι  επιθυμούσαν να ελέγχουν την επιχείρηση οικονομικά και να καθορίζουν την εκδοτική πολιτική της. Οι Αλβανοί αντέδρασαν και οι δημοσιογράφοι τους κατέλαβαν τον 8ο όροφο και κατέβηκαν σε απεργία πείνας. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλβανός διανοούμενος Αντέμ Ντεμάτσι, ο οποίος είχε μείνει 27 χρόνια στις γιουγκοσλαβικές φυλακές ως αντιφρονών. Μάλιστα, ο Ντεμάσι ήταν πολύ γνωστός στην Δύση και ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον.

Οι συνάδελφοί μου λοιπόν θεώρησαν πως ήταν υπερβολικό να εμπλακούμε εμείς, αλλά επειδή οι Σέρβοι είχαν περικυκλώσει με άρματα μάχης  και τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας το κτήριο και ετοίμαζαν επέμβαση, ανέλαβα εγώ τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Εδώ ενέσκηπτε το θέμα ότι οι Σέρβοι είχαν να εφαρμόσουν τους νόμους τους σε μια επαρχία όπου ο πληθυσμός βρίσκονταν σε παθητική αντίσταση ήδη εδώ και τρίτα χρόνια. Βέβαια, ακόμη δεν υπήρχε η ένοπλη δράση του UCK, του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού.

Επί μία ολόκληρη εβδομάδα, φεύγοντας για λίγο το μεσημέρι για ένα σύντομο γεύμα και πολύ αργά το βράδυ για λίγη ξεκούραση, ανέλαβα τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των Σέρβων και των Αλβανών. Εκινούμην, λοιπόν με την νομιμοποίηση που είχα προς τους Σέρβους ως Έλλην ορθόδοξος, φίλος τους, και προς τους Αλβανούς ως ο άνθρωπός που είχε την διεθνή εντολή και ταυτόχρονα είχε δώσει δείγματα αμεροληψίας όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων τους, που παραβιάζονταν από την σερβική καταστολή. Ανέλαβα λοιπόν, αφού ενημέρωνα τους συναδέλφους μου, την διαμεσολάβηση μεταξύ του 8ου ορόφου όπου βρίσκονταν 80 με 100 Αλβανοί απεργοί, με τον 16ο όροφο όπου είχε εγκατασταθεί η σερβική  νέα διοίκηση. Μετά από μία εβδομάδα αυτό που συνέβη ήταν το εξής: Εκπόνησα ένα κείμενο με την βοήθεια και των συναδέλφων μου όσον αφορά τις διατυπώσεις, και κατάφερα και υπεγράφη μια συμφωνία moratorium, η οποία προέβλεπε πως  η εφημερίδα Μπούικου θα συνεχίσει  να εκδίδεται με ανεξάρτητη πολιτική, ως προς το περιεχόμενο και εντός του σερβικού συστήματος θα συνέχιζαν να εργάζονται οι Αλβανοί δημοσιογράφοι και λοιποί εργαζόμενοι. Επίσης, προβλέπονταν και άλλες  τέτοιου τύπου ενδιάμεσες λύσεις. Ουσιαστικά, το κύριο,  γεγονός ήταν η αποφυγή της σερβικής επέμβασης, που θα συνοδευόταν από αιματοχυσία. Έτσι έληξε και η απεργία πείνας.

Αυτή ήταν η πρώτη και μόνη ως τότε προσπάθεια να έρθουν σε διάλογο οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Η πρώτη φορά, που εκπρόσωποι, όχι ασφαλώς ο Ρουγκόβα και ο Σέρβος διοικητής, αλλά οι άμεσοι εκπρόσωποί τους, κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Θυμάμαι ονόματα όπως ο Ναήμ Ζέκα, υπεύθυνος τύπου, και η Εντίτα Ταχίρι, που ήταν η σκιώδης υπουργός εξωτερικών τότε, από την αλβανική πλευρά, και από την άλλη Σέρβοι αξιωματούχοι. Ωστόσο,  επειδή ο ΟΑΣΕ απέβαλε την Μικρή Γιουγκοσλαβία από μέλος του, ο Μιλόσεβιτς στα τέλη το καλοκαιριού του ’93 έδωσε εντολή και έκλεισαν τα γραφεία των αποστολών και στις τρείς επαρχίες, και έτσι αποχωρήσαμε όλοι.

Το να υπογραφεί αυτή η συμφωνία και να αποφευχθεί η επαπειλούμενη κρίση ήταν εξαιρετικά δύσκολο, όπως είπε ο αρχηγός των αποστολών, όταν μετά από λίγες μέρες μας κάλεσε στο Βελιγράδι για μια διαβούλευση,  αποδίδοντας σε μένα, ως τον Έλληνα εκπρόσωπο τα εύσημα της επιτυχίας.

Το προαναφερθέν γεγονός κατά την προσωπική μου άποψη αποδείκνυε πως αν υπήρχε πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές θα μπορούσε η σύγκρουση να αποφευχθεί. Ωστόσο, οφείλω να δηλώσω πως η βούληση εκείνη θα έπρεπε να καταδειχθεί  κυρίως από τους Αλβανούς, οι οποίοι δεν έδειχναν διαθέσεις συμβιβασμού. Επίσης, ακόμα μια  προϋπόθεση για την αποφυγή της σύγκρουσης  ήταν να υπάρξει η διάθεση από την διεθνή κοινότητα να αναλώσει υψηλού επιπέδου διπλωματικό κεφάλαιο στο Κόσσοβο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν υπήρχε εκείνη την στιγμή, αφού οι Σέρβοι τότε δεν μπορούσαν ακόμη να φανταστούν το σημείο που θα έφτανε η σύγκρουσή τους με την διεθνή κοινότητα από το ’95 και έπειτα, ώστε να δείξουν μεγαλύτερη διαλλακτικότητα. Αντιθέτως, οι Αλβανοί διαβάζοντας από πολύ νωρίς τους διεθνείς συσχετισμούς είχαν βάλει πλώρη για την πλήρη αυτονομία. Άλλωστε, και η διεθνής κοινότητα τους «έκλεινε το μάτι» λέγοντάς τους στο παρασκήνιο, να μην προχωρούν σε πράξεις αντεκδίκησης και παράλληλα να μη δεχθούν αυτά που του δίνουν οι Σέρβοι και να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Οι Αλβανοί ήλπιζαν τελικώς ότι θα προκαλέσουν διεθνή επέμβαση σε δεύτερο στάδιο, κάτι που τελικώς δεν έγινε με την Συμφωνία του Ντέιτον το ’95, πράγμα που τους απογοήτευσε, διότι δεν υπήρχε ρήτρα για το Κόσσοβο. Έτσι, οδηγηθήκαμε στον UCK, που ήταν η ένοπλη απάντηση και στους Σέρβους, αλλά και στην διεθνή κοινότητα, η οποία κρατούσε το θέμα το επίπεδο και μόνο της επαναπόδοσης κάποιας αυτονομίας.

10931653_1539693152982036_7335370907547080622_o
O  κ. Βενιαμίν Καρακωνστάνογλου  είναι Διεθνολόγος & Λέκτορας Νομικής του Α.Π.Θ. Διδάσκει Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Έχει συγγράψει τη μοναδική στην Ελλάδα επιστημονική μονογραφία για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) 600 σελίδων. Διετέλεσε Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Κοζάνης. Επίσης, διετέλεσε Επικεφαλής (2004-2008) του διεθνούς φορέα για την ανασυγκρότηση των Βαλκανίων υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έδρα Θεσσαλονίκης). Υπήρξε μέλος και Διευθυντής Αποστολών Διεθνών Οργανισμών στο Κοσσυφοπέδιο, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη και τα Σκόπια (1992-1996).

 

Μίλος Κόβιτς: Η αναθεώρηση της ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί έκφραση της σύγχρονης αποικιοκρατίας

Μίλος Κόβιτς: Η αναθεώρηση της ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί έκφραση της σύγχρονης αποικιοκρατίας

Η συνέντευξη δόθηκε στο Σάκη Λούπα, Υποψήφιο Διδάκτορα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Κύριε Κόβιτς με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την έναρξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (στο εξής ΑΠΠ) διοργανώθηκαν διάφορα επιστημονικά συνέδρια γύρω από το θέμα όπως επίσης και η υπάρχουσα βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με νέες μελέτες. Θεωρείτε ότι πρόκειται για έργα επετειακού χαρακτήρα ή επιχειρείται η συγγραφή της ιστορίας του ΑΠΠ από την αρχή;

 

Νομίζω ότι ισχύουν και τα δύο. Υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία, τα οποία έκαναν την εμφάνισή τους ακριβώς αυτήν την περίοδο, λόγω της συμπλήρωσης των εκατό χρόνων από την έκρηξη του ΑΠΠ και προσφέρονται για χαλαρή ανάγνωση, όπως επίσης υπάρχουν βιβλία τα οποία συνιστούν ξεκάθαρο αναθεωρητισμό, επιχειρώντας να καλύψουν τις ευθύνες των Κεντρικών Δυνάμεων για την πρόκληση του πολέμου. Ως παράδειγμα της πρώτης ομάδας μπορούμε να αναφέρουμε το βιβλίο του αυστριακού ιστορικού φωτογραφίας Άντον Χόλτσερ με τίτλο «Το χαμόγελο του δήμιου: ο άγνωστος πόλεμος εναντίον του άμαχου πληθυσμού 1914-1919». Ο συγγραφέας βρήκε στα αυστριακά αρχεία μία ολόκληρη σειρά φωτογραφιών που απαθανατίζουν απαγχονισμούς αμάχων. Πρόκειται για εκατοντάδες φωτογραφίες τις οποίες τράβηξαν οι ίδιοι οι δήμιοι και οι οποίες δείχνουν στρατιώτες του αυστρο-ουγγρικού στρατού να σκοτώνουν αμάχους στις περιοχές της σημερινής Σερβίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (στο εξής ΒΕ), του Σρεμ αλλά και της δυτικής Ουκρανίας. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο στο αρχειακό υλικό, αλλά επεκτείνει την έρευνά του στον Τύπο και στα πρακτικά των κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων και ισχυρίζεται ότι βρισκόταν σε εξέλιξη το ήδη επεξεργασμένο σχέδιο γενοκτονίας του σερβικού λαού αλλά και των Ρουθηνών, ενός λαού ρωσικής καταγωγής, ουνιτών που ζούσαν στη σημερινή δυτική Ουκρανία. Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι η εξολόθρευση συντελέστηκε βάσει σχεδίου. Το βιβλίο που είναι γραμμένο στα γερμανικά, αλλάζει εν πολλοίς την εικόνα που είχαμε για τον ΑΠΠ. Ο πόλεμος, συνεπώς, δεν είναι ο ίδιος σε όλα τα μέτωπα. Ο μέσος δυτικός αναγνώστης έχει στο μυαλό του την εικόνα των χαρακωμάτων, στα οποία οι εμπλεκόμενοι στρατοί – ο αγγλικός και ο γερμανικός – πίνουν τσάι και παίζουν ποδόσφαιρο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και μετά επιστρέφουν και πάλι σε θέσεις μάχης, ενώ από την άλλη στο ανατολικό μέτωπο στη Ρωσία και στο νοτιοανατολικό μέτωπο στη Σερβία ο πόλεμος περιλαμβάνει δολοφονίες άμαχου πληθυσμού και συστηματικές διώξεις πολιτών. Σε αυτά τα δύο μέτωπα, ο πόλεμος δεν είχε ως  κύριο χαρακτηριστικό του τα χαρακώματα, αλλά τις μετακινήσεις στρατιωτικών σωμάτων και περικύκλωση ολοκλήρων μονάδων. Όσον αφορά το Μακεδονικό μέτωπο μπορούμε να πούμε ότι ήταν πόλεμος χαρακωμάτων από το 1916 έως το 1918.

12517150_10205973707683794_777840577_oΑπό την άλλη πλευρά υπάρχουν μελέτες που κινούνται χωρίς αμφιβολία στον χώρο του αναθεωρητισμού. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται το βιβλίο του Κρίστοφερ Κλαρκ, «Οι υπνοβάτες. Πως η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», στο οποίο κατηγορεί τη Σερβία ότι συνειδητά και σκόπιμα προκάλεσε τον ΑΠΠ. Στο βιβλίο του δεν ξεκινά με την κατάληψη της Αλσατίας και της Λωραίνης ή με τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας ή με την αυστρορωσική διαμάχη στα Βαλκάνια, αλλά με το πραξικόπημα της 29ης Μαΐου του 1903 στη Σερβία[1]. Με αυτόν τον τρόπο βλέπουμε πως αυτή η αντισερβική υστερία των δυτικών ΜΜΕ διαχέεται σε επίπεδο ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας. Ο Κλαρκ ισχυρίζεται ανοιχτά στον πρόλογο του βιβλίου του ότι μετά τη Σρεμπρένιτσα και την πολιορκία του Σαράγιεβο πρέπει να εκτιμήσουμε διαφορετικά τον σερβικό εθνικισμό του 1914. Πρόκειται για αναχρονισμό. Κάτι, δηλαδή, που μαθαίνουν οι φοιτητές του πρώτου έτους σε προπτυχιακό επίπεδο. Δεν είναι δυνατόν να εφαρμόζουμε κριτήρια του παρόντος για να εξηγήσουμε το παρελθόν. Εκτός αυτού, είναι προφανές ότι ο συγγραφέας υπέκυψε στην προπαγάνδα διότι η ιστορία ακόμα δεν έχει δώσει ακόμη την ετυμηγορία της για τα γεγονότα της δεκαετίας του ’90 στη Γιουγκοσλαβία (Σρεμπρένιτσα, πολιορκία του Σαράγεβο). Δεν μπορούν οι ιστορικοί να στηρίζονται στην προπαγάνδα των ΜΜΕ για αυτά τα γεγονότα. Δεύτερον, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι οποιοσδήποτε. Είναι καθηγητής στο Κέιμπριτζ και μάλιστα Regius Professor, κάτι σαν προϊστάμενος των υπόλοιπων καθηγητών ιστορίας του τμήματος. Το βιβλίο του έχει ήδη αρκετές εκδόσεις στη Γερμανία. Είναι ενδιαφέρον ότι οι αναθεωρητικές μελέτες δεν συναντούν μεγάλη ανταπόκριση στη Γερμανία, της οποίας η ιστοριογραφία δεν έχει αλλάξει σημαντικά τη στάση της γύρω από τον ΑΠΠ. Αυτές εμφανίζονται κυρίως στην αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία. Το βιβλίο του Κλαρκ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο έχει ήδη εκδοθεί έξι φορές και είμαι σίγουρος ότι έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Έχει κάνει πολλές πωλήσεις, είναι γραμμένο σε χαλαρό στυλ, έχει μεταφραστεί στις κυριότερες γλώσσες του κόσμου και χρησιμοποιείται σαν εγχειρίδιο για την ιστορία του ΑΠΠ. Στην Αυστρία και τη Γερμανία, μάλιστα, πωλείται στα σούπερ-μάρκετ. Οπότε, αντιλαμβάνεστε ότι τυγχάνει μεγάλης προβολής. Φυσικά, μπορεί να ειπωθεί ότι η Γερμανία έχει πληρώσει το τίμημα για την πρόκληση τόσο του ΑΠΠ, όσο και του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου (στο εξής ΒΠΠ), αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τους συμμάχους τους. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ουγγρική, η αυστριακή και η κροατική ιστοριογραφία (την περίοδο του σοσιαλισμού) έχουν αποδεχθεί τις ευθύνες των χωρών τους για τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τον ΒΠΠ, αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν συνέχεια του ΑΠΠ. Επομένως, οι χώρες που στάθηκαν στο πλευρό της Γερμανίας, αποφεύγουν τις ευθύνες, επιρρίπτοντας όλη την υπαιτιότητα στη Γερμανία. Ωστόσο, το παράδειγμα του Άντον Χόλτσερ μας δείχνει ότι υπάρχουν και εξαιρετικά βιβλία και άρα δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας.

Πιστεύετε ότι η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη επηρεάζει τη συζήτηση περί ευθυνών για τον ΑΠΠ;

 

Ας είμαστε ειλικρινείς. Το παρόν πολύ συχνά υπαγορεύει και επιβάλλει στην ιστοριογραφία τα δικά του συμπεράσματα. Όταν σήμερα έχουμε μία ενωμένη Γερμανία, η οποία εξελίσσεται σε ηγετική δύναμη της Ενωμένης Ευρώπης τόσο σε πολιτικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο, όταν βιώνουμε μια κατάσταση στην οποία οι ιστορικοί των γειτονικών μας χωρών (όπως και ένα μέρος της κοινής γνώμης) θριαμβολογούν διότι οι χώρες τους το 1914 ή ακόμα και το 1940 έκαναν τη σωστή επιλογή, όταν έχουμε μία διαφορετική πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη με τη Γερμανία στο επίκεντρό της τότε δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση ότι η ιστορία αυτού του πολέμου θα συνεχίζεται να γράφεται με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο γραφόταν πριν την ενοποίηση της Γερμανίας. Σε πολιτικό επίπεδο, άλλωστε, έχουν ακυρωθεί τα αποτελέσματα του ΑΠΠ. Χώρες όπως η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία και η ΕΣΣΔ έχουν διαλυθεί. Η Γερμανία έχει διεισδύσει οικονομικά στον χώρο της ανατολικής και της νοτιοανατολικής Ευρώπης και τώρα εισέρχεται και στην Ουκρανία και πρέπει να περιμένουμε ότι επιθυμεί και την αλλαγή της ιστοριογραφίας. Πολλοί εδώ, άλλωστε, έχουν την εντύπωση ότι τόσο η Σερβία, όσο και η Ελλάδα τιμωρούνται λόγω της στάσης τους στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Και εάν κατά τον ΑΠΠ η Ελλάδα είχε διφορούμενη στάση, ως απόρροια του Εθνικού Διχασμού, για τον ΒΠΠ τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα.

 

Ο ΑΠΠ αποτελεί μία βαθιά τομή στην ιστορία της Σερβίας. Πως έχει αντιμετωπίσει η σερβική ιστοριογραφία την περίοδο αυτή;

 

Η σερβική ιστοριογραφία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Οφείλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας, καθώς ο ΑΠΠ ως θέμα έχει καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Σέρβους ιστορικούς. Ωστόσο, κάθε εποχή θέτει και νέα ερωτήματα. Οι μελέτες των Βλάντιμιρ Τσόροβιτς, Βάσιλ Πόποβιτς, Ντράγκολιουμπ Ζιβοΐνοβιτς, Μιχάηλ Βοϊβοντιτς, Μίλοραντ Έκμετσιτς, Αντέι Μίτροβιτς και άλλων Σέρβων ιστορικών καλύπτουν τη θεματική των διεθνών σχέσεων. Όσον αφορά τη στρατιωτική ιστορία θαυμάσιες μελέτες είναι αυτές των ειδικών επί της στρατιωτικής ιστορίας Ζίβκο Παύλοβιτς, Σάβο Σκόκο και Πέταρ Όπατσιτς[2]. Απομένουν, όμως, μερικά ερωτήματα αναπάντητα. Θα έπρεπε να συνδυάσουμε την μάκρο- με την μικρο-ιστορία. Να παρακολουθήσουμε ας πούμε τις δραστηριότητες των υψηλών αξιωματούχων των Μεγάλων Δυνάμεων, τις διεθνείς σχέσεις και παράλληλα τις καθημερινές εμπειρίες των στρατιωτών στο μέτωπο. Πως βλέπουν π.χ. τη Σερβία στον ΑΠΠ οι στρατιώτες και πως οι διπλωμάτες; Ποια εικόνα για τη Σερβία διαμορφώνουν οι ξένοι που έρχονται στη χώρα; Πρέπει επίσης να μελετηθούν τα δημογραφικά δεδομένα της χώρας πριν και μετά τον πόλεμο, οι κοινωνικές αλλαγές, επίσης που επέφερε ο πόλεμος. Το σημαντικότερο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει πως έγινε η μετάβαση από το σερβικό εθνικό πρόγραμμα στο πρόγραμμα μίας ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Όλα αυτά, λοιπόν, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

 

 

 

Τι κληρονομιά έχει αφήσει ο ΑΠΠ στη συλλογική μνήμη των Σέρβων και στη σημερινή σερβική κοινωνία;

 

12873382_10205973710123855_1224858439_oΟ ΑΠΠ κατέχει εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη των Σέρβων. Όπως και όλα τα έθνη του κόσμου, έτσι κι οι Σέρβοι έχουν μερικά σημεία που αποτελούν τομές στην ιστορία τους και τα οποία διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής τους ταυτότητας. Τα πιο σημαντικά είναι η μεσαιωνική δυναστεία των Νεμανιδών (ιδρυτής της οποίας ήταν ο Άγιος Συμεών ο Χιλανδαρινός, κατά κόσμον Στέφαν Νεμάνια), ο Άγιος Σάββας, η μάχη του Κοσσόβου, η πρώτη και η δεύτερη σερβική εξέγερση, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο ΑΠΠ, ο ΒΠΠ και η διαπραχθείσα γενοκτονία εις βάρος των σερβικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια του τελευταίου. Ο ΑΠΠ έχει χαραχθεί στη μνήμη των Σέρβων ως εποχή ηρωισμού, ως εποχή ενός δίκαιου και αμυντικού πολέμου, για την οποία όλοι είμαστε περήφανοι. Δεν υπάρχει οικογένεια στη Σερβία που δεν έχει παππού ή προπάππου παρασημοφορεμένο ή νεκρό στον αγώνα για την απελευθέρωση και την ένωση του σερβικού λαού. Όλοι νιώθουμε περηφάνια όταν βλέπουμε παλιές φωτογγραφίες με τους γέροντες με τα μουστάκια και τις σάικατσες[3] και αυτό διότι γίνεται αντιληπτό ότι επρόκειτο για έναν λαϊκό αγώνα.

Από την άλλη ο ΑΠΠ έχει μείνει χαραγμένος στη μνήμη μας ως μία δημογραφική καταστροφή. Σύμφωνα με επίσημες σερβικές στατιστικές χάθηκε στον ΑΠΠ 1.247.000 σερβικού πληθυσμού. Ακόμα και σήμερα το εν λόγω ζήτημα αποτελεί πεδίο αντιπαραθέσεων στο δημόσιο διάλογο.

Τέλος, ένα τρίτο ζήτημα είναι η μετάβαση από τη σερβική εθνική ιδέα στον γιουγκοσλαβισμό. Το ερώτημα δηλαδή εάν θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σερβικό κράτος με την ένωση όλων των σερβικών χωρών ή εάν θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ένωση με τους Κροάτες και τους Σλοβένους. Εγώ ανήκω σε εκείνους τους ιστορικούς που θεωρούν την ελευθερία ως την πιο φωτεινή παράδοση και ότι ο αγώνας για αυτήν είναι χρέος κάθε πολίτη. Ωστόσο, θεωρώ ότι η δουλειά των ιστορικών δεν είναι να διαπληκτίζονται με την ιστορία. Καθήκον τους είναι να εξηγούν τι έγινε και για ποιο λόγο έγινε και όχι να δικάζουν, διότι σήμερα εκατό χρόνια αργότερα είναι εύκολο να γίνεις μετά Χριστόν προφήτης. Ως επαγγελματίες ιστορικοί είμαστε υποχρεωμένοι να προσπαθούμε, στο μέτρο του εφικτού, να επιτύχουμε την αντικειμενικότητα.

Για τη Σερβία των αρχών του 20ου αιώνα το ζητούμενο ήταν η ελευθερία και η εθνική ανεξαρτησία. Για τη σημερινή Σερβία;

 

Όλη η Ευρώπη έχει αλλάξει. Στους σημερινούς Ευρωπαίους, τους Γερμανούς, τους Άγγλους, τους Γάλλους τα ιδανικά του 1914 φαίνονται πολύ μακρινά και ξένα. Τα ιδανικά που αναφέρετε ήταν ιδανικά όλων των ευρωπαϊκών λαών εκείνη την περίοδο, αλλά οι σημερινές γενιές δεν εμφορούνται από τα αυτά τα ιδανικά και ως εκ τούτου νιώθουν αποξενωμένοι από τους προγόνους τους. Όταν κάποιος κοιτάει τη σημερινή Σερβία, αναρωτιέται εάν πραγματικά οι σημερινοί Σέρβοι είναι απόγονοι των Σέρβων του 1914, γιατί μπορεί να μας συνδέουν οι δεσμοί αίματος, αλλά το πρωταρχικό είναι οι πνευματικοί δεσμοί. Ασφαλώς δεν μπορούμε να έχουμε τα ίδια ιδανικά με τους παππούδες μας που έζησαν σε μία εντελώς διαφορετική εποχή, αλλά πάντα διατηρείται κάτι από γενιά σε γενιά. Αυτό το κάτι είναι ο στοιχειώδης πατριωτισμός. Πρόκειται για τον στοιχειώδη πατριωτισμό που θα έπρεπε να είναι κοινός παρονομαστής όλων των κατοίκων της Ευρώπης. Η ιδέα της εθνικής κυριαρχίας, το δικαίωμα του έθνους να αποφασίζει μόνο του τη μοίρα του και αυτό είναι το στοιχείο που ενώνει όλους τους πατριώτες στην Αγγλία, τη Γαλλία αλλά και στη Σερβία και στην Ελλάδα. Φυσικά ο κάθενας ερμηνεύει τον πατριωτισμό με τον δικό του τρόπο, αλλά εκλαμβάνουμε τον πατριωτισμό στην πιο βασική του μορφή, όπως τον γνωρίσαμε στην αρχαία Ελλάδα, τον πατριωτισμό που προϋποθέτει αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών της πόλεως, οι οποίοι έχουν καθήκον να αντιπαρατεθούν τόσο με τον τύραννο στο εσωτερικό, όσο και με τον ξένο κατακτητή. Έναν πατριωτισμό χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς που δε στηρίζεται στη φυλετική συγγένεια αλλά στην κοινότητα ιδανικών. ανεξάρτητα από τις αλλαγές των καιρών – μολονότι δεν μπορούμε να εξισώσουμε την αρχαία πόλη-κράτος με το σημερινό έθνος-κράτος – υπάρχει κάτι το οποίο μας συνδέει με το παρελθόν μας. Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι η πλειονότητα των Σέρβων και των Ελλήνων πολιτών σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Αλλά υπάρχει χάσμα μεταξύ της πλειονότητας της κοινής γνώμης και αυτών που προβάλλουν τα ΜΜΕ. Κατ’ εμέ είναι αναγκαίο να ξεκινήσει ένας διάλογος σχετικά με τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στην ιστορία, σχετικά με αυτά που οι σύγχρονοι Σέρβοι, Έλληνες, Πολωνοί, Ούγγροι κ.ο.κ. χρωστάνε στις πατρίδες τους και με αυτά που χρωστάνε στην ευρύτερη κοινότητα που λέγεται Ευρώπη.

Πως μπορούμε να συνδυάσουμε σήμερα τον πατριωτισμό με την παγκοσμιοποίηση;

 

Η παγκοσμιοποίηση έχει και θετική και αρνητική πλευρά. Κατά τη γνώμη μου, σήμερα επικρατεί η αρνητική πλευρά διότι εδώ και καιρό ως παγκοσμιοποίηση νοείται η επικράτηση σε παγκόσμιο επίπεδο των Αγγλοσαξόνων, του ΝΑΤΟ και του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος. Στην βάση του αυτό το οικοδόμημα είναι ρατσιστικό και επ’ αυτού μπορούν καλύτερα να μας διαφωτίσουν οι Λατινοαμερικάνοι. Πρόκειται, επί της ουσίας, για ιμπεριαλισμό και αποικιοκρατία που εξαπλώνονται σε όλον τον κόσμο. Όσον αφορά τις βαλκανικές χώρες, αυτή η νέα παγκόσμια τάξη είναι γεμάτη προκαταλήψεις, τις οποίες έχουν περιγράψει η Μαρία Τοντόροβα και η Έλλη Σκοπετέα ως «βαλκανοποίηση». Η εναλλακτική θα πρέπει να στηρίζεται σε όσους αισθάνονται ότι πρέπει να προβληθεί κάποια αντίσταση. Κατά τη γνώμη μου, εφόσον πρόκειται για αντίσταση σε αυτού του είδους τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό η εναλλακτική θα πρέπει να αναζητηθεί στην αριστερά, χωρίς αυτό, ωστόσο, να είναι δεσμευτικό. Εξαρτάται βέβαια τι ορίζουμε αριστερά και τι δεξιά. Πρέπει, ωστόσο, η εναλλακτική να είναι και πατριωτική καθώς μιλάμε για αντίσταση στον ιμπεριαλισμό. Το λατινοαμερικάνικο μοντέλο μπορεί να είναι για εμάς μακρινό, αλλά είναι και κοινωνικό και πατριωτικό. Εν ολίγοις, μία εναλλακτική πρόταση θα πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τις παραδόσεις και την κουλτούρα της εκάστοτε χώρας.

Σε πρόσφατη συνέντευξή σας δηλώσατε ότι «οι λαοί με μακρινό και ένδοξο παρελθόν δεν μπορούν να αποικιοποιηθούν». Μπορεί επομένως η ιστορία να λειτουργήσει ως προστατευτικό δίχτυ για μία κοινωνία σε περιόδους κρίσης και αμφισβήτησης της εθνικής ιδιοπροσωπείας της;

 

Ναι, πιστεύω ότι μπορεί. Η ιστορία έχει αποδείξει, ήδη κατά τον 19ο αιώνα, τον αιώνα των αυτοκρατοριών ότι δεν είναι εξίσου εύκολο να αποικιοποιείς αφρικανικές χώρες και π.χ. την Περσία, η οποία έχει πλούσια ιστορική κληρονομιά. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Η αποικιοποίηση της Τουρκίας, μίας χώρας με μακρά και σοβαρή ιστορική μνήμη, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν ήταν εύκολο να αποικιοποιήσεις τους Έλληνες, όσον αφορά ας πούμε την Κύπρο, ως βρετανική αποικία, και την μετέπειτα προσπάθεια δημιουργίας μιας κυπριακής ταυτότητας. Δεν κατέστη δυνατή η αποικιοποίηση των Σέρβων της ΒΕ. Γιατί η Αυστροουγγαρία στη ΒΕ εγκαθίδρυσε ένα αποικιοκρατικό καθεστώς, μία Κένυα ας πούμε στην καρδιά της Ευρώπης. Ασφαλώς τα αίτια του ΑΠΠ είναι βαθύτερα, αλλά η σύγκρουση μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Σερβίας προκλήθηκε εξ αιτίας της απόπειρας αποικιοποίησης των Σέρβων και της αλλαγής της ταυτότητάς τους στη ΒΕ, εξ αιτίας της προσπάθειας μετατροπής τους σε Βοσνίους. Ο Πρίντσιπ είχε γεννηθεί στη ΒΕ όχι στη Σερβία. Η αποικιοποίηση μπορεί να γίνει είτε δια των όπλων, είτε μέσω της οικονομικής και της πολιτισμικής οδού, με την επιβολή ενός πολιτισμικού κώδικα παντελώς ξένου προς τους ντόπιους. Λαοί, ωστόσο, μακράς ιστορικής μνήμης είναι σχεδόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί και σίγουρα οι Έλληνες και οι Σέρβοι.

 

Θεωρείτε επομένως ότι η αναθεωρητική αυτή ιστοριογραφία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας αποικιοποίησης;

 

ZurnalΑσφαλώς. Το ζήτημα της αποικιοποίησης, άλλωστε, είναι και σημερινό ζήτημα. Κατ’ εμέ σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η αποικιοποίηση της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία συντελείται κυρίως σε οικονομικό και πνευματικό επίπεδο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση διότι τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια έζησε σε διαφορετικές συνθήκες από αυτές που έζησαν η Σερβία και οι υπόλοιπες χώρες της (μετα)κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης. Φαίνεται, ίσως, ότι ζούμε σε διαφορετική ιστορική εποχή, αλλά αυτό που είναι κοινό είναι η προσπάθεια, κυρίως των Αγγλοσαξόνων και της Γερμανίας, να καθιερώσουν στην περιοχή (εκτός από την οικονομική) και την πολιτισμική τους  πρωτοκαθεδρία, έτσι ώστε σε λίγα χρόνια τα μη αγγλοσαξωνικά και γερμανικά έθνη να ντρέπονται που δεν μοιάζουν με τους Γερμανούς, τους Άγγλους ή τους Αμερικάνους. Ίσως δεν είναι μακρινή η μέρα που θα είμαστε όλοι δυστυχισμένοι που δεν έχουμε ξανθιά μαλλιά, γαλάζια μάτια και ψηλά, ευθυτενή σώματα. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι να αντισταθούμε στην νέο-αποικιοκρατία, η οποία βρίσκεται εν εξελίξει στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Η αναθεώρηση της ιστορίας του ΑΠΠ είναι μέρος αυτής της πολιτικής. Για να είμαστε, όμως, ακριβείς πρέπει να τονίσουμε ότι η ιστορία δεν συνιστά θρησκευτικό δόγμα. Έχουμε κάθε δικαίωμα να θέτουμε τις αμφιβολίες μας και να συζητούμε κάθε ιστορικό ζήτημα. Αλλά όταν βλέπουμε συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να επιβληθεί μία ερμηνεία ενός ιστορικού γεγονότος, πίσω από ην οποία κρύβεται μία συγκεκριμένη πολιτική, εν προκειμένω η προσπάθεια να αμφισβητηθεί η υπαιτιότητα της Γερμανίας και των συμμάχων της για την έκρηξη του ΑΠΠ (οι οποίες κατά τη γνώμη μου αποδεικνύονται από τους ίδιους τους Γερμανούς ιστορικούς προεξάρχοντος του Φριντς Φίσερ[4]), τότε είναι καθήκον μας να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις, που έχουν λάβει ήδη μεγάλες διαστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε αυτές τις θέσεις, αλλά αντιθέτως να εισέλθουμε σε έναν σοβαρό διάλογο που θα προϋποθέτει ανταλλαγή επιχειρημάτων.

12873563_10205973705883749_504321860_oΟ Μίλος Κόβιτς είναι Σέρβος ιστορικός. Φοίτησε στο Τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, από όπου και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα και μετεκπαιδεύτηκε στο Τμήμα Νεώτερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Από το 2007 είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, όπου διδάσκει το μάθημα της Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας. Ο κ. Κόβιτς έχει πλούσιο συγγραφικό έργο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στη διπλωματική ιστορία και την ιστορία των ιδεών.

 

Loypas

Αθανάσιος Λούπας, Υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Παραπομπές

[1] Πρόκειται για την δολοφονία του Σέρβου βασιλιά Αλέξανδρου Ομπρένοβιτς και της συζύγου του Ντράγκα Μάσιν από αξιωματικούς του σερβικού στρατού, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη μέρους του πολιτικού κόσμου της Σερβίας. Οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν στην αυταρχική πολιτική του Αλεξάνδρου, η οποία αποτελούσε τροχοπέδη τόσο για την προώθηση αστικών και πολιτικών ελευθεριών στο εσωτερικό, όσο και στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Το πραξικόπημα σηματοδότησε την ανατροπή φιλοασυστριακής δυναστείας των Ομπρένοβιτς και την επάνοδο των Καρατζώρτζεβιτς που θεωρούνται ρωσόφιλοι.

[2] Τα σημαντικότερα από τα έργα των παραπάνω ιστορικών είναι τα εξής: В. Ћоровић, Односи Србије и Аусто-Угарске у XX веку [Οι σχέσεις Σερβίας και Αυστροουγγαρίας στον 20ο αιώνα], Београд 1992; Д. Живојиновић, Невољни ратници: Велике силе и Солунски фронт (1914-1918) [Απρόθυμοι πολεμιστές: Οι Μεγάλες Δυνάμεις και το Μακεδονικό Μέτωπο (1914-1918)], Београд 2008; Велики рат Србије [Ο μεγάλος πόλεμος της Σερβίας 1914], приредили М. Војводић и Д. Живојиновић, Београд 1970; М. Екмечић, Ратни циљеви Србије 1914 [Οι πολεμικοί στόχοι της Σερβίας], Београд 1973; А. Митровић, Србија у Првом светском рату [Η Σερβία στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο], Београд 1984; М. Ђуришић, Б. Ратковић, С. Скоко, Д. Живојиновић, М. Војводић, Први светски рат I-II [Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος Ι-ΙΙ], Цетиње и Београд 1976; Ж. Павловић, Рат Србије са Аустро-Угарском, Немачком и Бугарском 1915 [Ο πόλεμος της Σερβίας με την Αυστροουγγαρία, τη Γερμανία και τη Βουλγαρία το 1915], Београд 1968; С. Скоко, Војвода Радомир Путник I-II [Ο Στρατάρχης Ράντομιρ Πούτνικ Ι-ΙΙ], Београд 1984; П. Опачић, Србија и Солунски фронт [Η Σερβία και το Μακεδονικό Μέτωπο], Београд 1984.

[3] Παραδοσιακά σερβικά καπέλα, τα οποία φορούσαν οι στρατιώτες του σερβικού στρατού.

[4] Fritz Fischer, Griff nach der Weltmacht: die Kriegszielpolitik des Kaiserlichen Deutschland, 1914–18, 1961. Μεταφράστηκε στα αγγλικά «Germany’s Aims in the First World War», από τους Holborn και James Joll το 1968. Fritz Fischer , Krieg der Illusionen: Die deutsche Politik von 1911 bis 1914, 1969. Βλ. και την αγγλική έκδοση «War of Illusions: German Policies from 1911 to 1914» μετάφραση Marian Jackson και Alan Bullock (1975).

Άγγελος Συρίγος: Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

Άγγελος Συρίγος: Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

1. Εισαγωγή

Το 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το νόμο 2645/1998. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου[1] η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ορίσθηκε «ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Η ψήφιση του νόμου έγινε ομόφωνα χωρίς τη διατύπωση αντιρρήσεων ή έστω κάποιων επιφυλάξεων για το περιεχόμενο και τον σκοπό του. Αντιθέτως, δύο χρόνια αργότερα το 2001, η διαβίβαση για υπογραφή ενός σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του Νόμου[2] από την ίδια κυβέρνηση, συνάντησε προβλήματα και απετέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαραθέσεως.[3]

Η πολιτική αντιπαράθεση οδήγησε στο να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα και κορυφώθηκαν τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922 συνιστούν γενοκτονία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας ή αποτελούν μοιραία συνέπεια ενός πολέμου που διήρκεσε πολλά χρόνια και είχε πολλά βίαια επεισόδια. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι, με βάση τα ιστορικά στοιχεία, να εξετασθεί ο νομικός χαρακτηρισμός των γεγονότων εκείνης της εποχής και να διαπιστωθεί η ορθή νομική τους αντιμετώπιση πέραν από πρόσκαιρες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

  1. Τί είναι Γενοκτονία

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως του ΟΗΕ του 1948 για την πρόληψη και καταστολή της γενοκτονίας, όπως επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 6 του Καταστατικού Χάρτη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου του 1998

«γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις που ενεργούνται με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής:

α. φόνος των μελών της ομάδας,

β. σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας,[4]

γ. εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική σωματική καταστροφή αυτής»[5]

δ. μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ορισμένης ομάδος κ.λ.π.

Φυσικά η σύμβαση αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, ούτε έχει αναδρομική ισχύ. Η χρήση της όμως και η επίκληση του ορισμού της γίνεται αφ’ ενός διότι πρόκειται περί του μοναδικού κειμένου που καθορίζει ρητώς την έννοια της γενοκτονίας. Αφ’ ετέρου, όπως έχει αναφέρει και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης από το 1951:

«οι αρχές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα κράτη ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη ακόμη και εάν δεν έχουν συμβατική υποχρέωση. Η πρόθεση ήταν η Σύμβαση [κατά της γενοκτονίας] να έχει παγκόσμιο πεδίο δράσεως» [6]

Συνεπώς, η Σύμβαση καθιερώνει συμβατικά μία οικουμενική αρχή, την απαγόρευση της γενοκτονίας, που ίσχυε και προ της καταγραφής της το 1948. Αυτή η αρχή δεσμεύει όλα τα κράτη εθιμικά, ασχέτως εάν έχουν υπογράψει τη σύμβαση του 1948. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συμβάσεως, καθώς και οι αντιδράσεις π.χ. στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας το 1915, όπως αναλύεται κατωτέρω, βεβαιώνουν ότι πολύ πριν το 1948, η γενοκτονία ήταν καταδικασμένη ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Επίσης, πρέπει να τονισθεί, ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στο άρθρο 5 του Καταστατικού του ξεχωρίζει τη γενοκτονία από τα λοιπά εγκλήματα στα οποία έχει αρμοδιότητα, κατατάσσοντας αυτή σε ξεχωριστη κατηγορία, ενώ ακολουθούν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει και τη σοβαρή διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και λοιπών εγκλημάτων.

  1. Η απαγόρευση εγκλημάτων που συνιστούσαν γενοκτονία πριν το 1948

Η καθολική απαξία πράξεων που συνιστούσαν γενοκτονία και αποτελούσαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ήταν ήδη γνωστή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως σε σχέση με την γενοκτονία των Αρμενίων. Πιο συγκεκριμένα στη Σύμβαση της Χάγης του 1907 είχε περιληφθεί ο «όρος Μαρτενς»[7] που ανέφερε ότι

«Έως ου καταρτισθή πληρέστερος κώδιξ των εν πολέμω νόμων τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη, κρίνουσι σκόπιμον να βεβαιώσωσιν ότι εις τας περιπτώσεις τας μη παρ’ αυτών κανονισθείσας οι τε πληθυσμοί και οι εμπόλεμοι μένουσιν υπό την προστασίαν και το κράτος των αρχών του διεθνούς δικαίου, οίαι αύται πηγάζουσιν εκ των υπό των πεπολιτισμένων εθνών τεθέντων εθίμων, των νόμων της φιλανθρωπίας και των απαιτήσεων της δημοσίας συνειδήσεως».[8]

Το κείμενο αυτό καταδεικνύει ότι η διεθνής κοινότητα αναγνώριζε ήδη από τις αρχές του 20ουαιώνα ότι υπήρχαν υπέρτερες αρχές και διεθνή έθιμα που δεν είχαν ακόμη κωδικοποιηθεί και τα οποία προστάτευαν τους πληθυσμούς κατά την περίοδων ενόπλων συγκρούσεων.[9]

Αυτό κατέστη σαφέστερο όταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 24η Μαΐου 1915, οι δυνάμεις της Αντάντ καταδίκασαν τις σφαγές των Αρμενίων από την Οθωμανική κυβέρνηση. Προειδοποίησαν ότι «λόγω των νέων αυτών εγκλημάτων της Τουρκίας κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» θα θεωρούσαν υπευθύνους όλα τα μέλη της τουρκικής κυβερνήσεως καθώς και τους αξιωματούχους που είχαν αναμειχθεί στις σφαγές.[10] Η Τουρκία απάντησε ότι εντός των συνόρων της μπορεί να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ασφάλειά της χωρίς να έχει υποχρέωση να εξηγήσει τις ενέργειές της σε ξένες κυβερνήσεις.[11]

Το 1919 κατά τη διάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι θεσπίσθηκε ειδική επιτροπή με αντικείμενο τις ευθύνες και κυρώσεις που έπρεπε να επιβληθούν στις ηττηθείσες δυνάμεις κατά τον Πόλεμο. Εκεί συζητήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εγκλήματα που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιλαμβανομένης και της γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Νικόλαος Πολίτης, μέλος της επιτροπής και Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πρότεινε τη υιοθέτηση μίας νέας κατηγορίας εγκλημάτων πολέμου που συνιστούν «σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπίνου δικαίου» αν και για τεχνικούς λόγους μπορεί να μην αντίκεινται σε συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού δικαίου.[12] Οι θέσεις του Πολίτη έγιναν δεκτές από την επιτροπή που είχε αναλάβει να μελετήσει το θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα άρθρα 226 και 230 της Συμβάσεως των Σεβρών θεσπίσθηκε ρητή υποχρέωση της Τουρκίας να παραδόσει για να δικασθούν πρόσωπα που ήσαν υπεύθυνα για τις «σφαγές» που έλαβαν χώρα σε εδάφη της αυτοκρατορίας.

Εν όψει της πιθανής παραπομπής τους σε δικαστήριο για τις σφαγές των Αρμενίων, επτά υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ηγεσίας των Νεοτούρκων, άμεσα ενεχόμενοι στα εγκλήματα, είχαν ήδη διαφύγει από την Κωνσταντινούπουλη από το Νοέμβριο του 1918.[13] Τελικώς, το 1920 οι Βρετανοί φυλάκισαν στην Μάλτα 118 υψηλόβαθμους Τούρκους που ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου. Η μεγάλη δυσκολία συγκεντρώσεως αποδεικτικού υλικού για την περίοδο των σφαγών κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η απροθυμία συνεργασίας επ’ αυτού του θέματος της οθωμανικής κυβερνήσεως, οδήγησε τελικώς το 1921 σε απελευθέρωση όσων Τούρκων παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βρετανών και δεν είχαν δραπετεύσει.

Παρ’ όλα αυτά στην ίδια την Οθωμανική αυτοκρατορία μεταξύ 1919-1921 διεξήχθησαν κάποιες δίκες αξιωματούχων που έλαβαν μέρος στη γενοκτονία των Αρμενίων ενώπιον στρατοδικείων. Εκατόν τριάντα κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για παραβίαση των οθωμανικών νόμων και όχι του διεθνούς δικαίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι πέραν των εθιμικών διεθνών κανόνων υπήρχαν και εσωτερικοί τουρκικοί νόμοι που ποινικοποιούσαν μαζικές σφαγές αμάχων.[14] Πέραν της καταδίκης κάποιων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων (σε μία περίπτωση σε θάνατο) οι δίκες παρέμειναν ημιτελείς μέσα στη σύγχυση και στο χάος που επικρατούσε στην Τουρκία εκείνης της περιόδου. Η επιβολή του κεμαλικού καθεστώτος και η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης με την οποία ουσιαστικά αμνηστεύθηκαν τα εγκλήματα εκείνης της περιόδου,[15] οδήγησε στην τελική ατιμωρησία των υπευθύνων.

Συμπερασματικά, η καταδίκη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως είναι η γενοκτονία, δεν ήταν έννοια άγνωστη προ του 1948. Αφ’ ενός μεν είχε περιληφθεί η σχετική αναφορά στους κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου στη σύμβαση της Χάγης του 1907. Αφ’ ετέρου δε τα γεγονότα που είχαν ακολουθήσει τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η προσπάθεια για εκδίκαση των ενεχομένων στη γενοκτονία των Αρμενίων καθώς και η φυγή των πρωταιτίων καταδεικνύουν ότι ήταν σαφές και στην Τουρκία ότι πράξεις όπως οι μαζικές δολοφονίες, οι προσχηματικές μετακινήσεις πληθυσμών που κατέληγαν σε εξόντωσή τους, η σφαγή όλων των ανδρών, οι βιασμοί γυναικών κ.λ.π. ήσαν απολύτως καταδικαστέες τόσο από το διεθνές όσο και από το οθωμανικό δίκαιο.

  1. Τα γεγονότα μετά την κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922

Με βάση τον ορισμό της γενοκτονίας της συμβάσεως του 1948, θα εξετασθούν τα γεγονότα του 1922. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν αρκούν φόνοι σε εκτεταμένη κλίμακα για να υπάρχει γενοκτονία. Πρέπει ταυτοχρόνως να μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής των Ελλήνων. Σε άλλη περίπτωση θα έχουμε εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όταν στρέφονται κατά αμάχων, αλλά δεν θα υπάρχει γενοκτονία.

Μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί αρρένων: Στις 3/16 Σεπτεμβρίου 1922, μία εβδομάδα μετά την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, ο στρατιωτικός διοικητής Σμύρνης Νουρεντίν με την υπ’ αριθμόν 5 διαταγή του[16] έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι οι άρρενες Έλληνες και Αρμένιοι ηλικίας από 18 έως 45 ετών. Στην πράξη περιελήφθησαν όλοι οι άρρενες ηλικίας 16 έως 55-60 ετών. Όλοι αυτοί εστάλησαν στα Τάγματα Εργασίας [Αμελέ Ταμπουρού] (για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω) και εξοντώθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Η σύλληψη και εξόντωση όλου του άρρενος πληθυσμού μίας ομάδας αποτελεί κατ’ εξοχήν μέσον γενοκτονίας, αφού στερεί την δυνατότητα αναπαραγωγής της φυλής και, υπό τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, προστασίας των γυναικοπαίδων και παροχής μέσων για την επιβίωσή τους.

Εθνικές εκκαθαρίσεις: Με την ίδια απόφαση εκλήθησαν όλες οι οικογένειες Ελλήνων και Αρμενίων που κατάγονταν από τα παράλια της Σμύρνης να εγκαταλείψουν μέχρι την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922 τη χώρα. Όσοι δεν είχαν φύγει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα εθεωρούντο ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού και της δημοσίας τάξεως με συνέπεια την εξορία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι μαζικές διώξεις και οι συλλήβδην εκτοπίσεις όλων των γυναικοπαίδων, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των αντίστοιχων μεθόδων που ακολούθησαν οι Τούρκοι για τη γενοκτονία των Αρμενίων, συνιστούν εθνοκάθαρση και γενοκτονία.

Τάγματα εργασίας: Οι αιχμάλωτοι άνδρες και όσα γυναικόπαιδα δεν μπόρεσαν εντός του καθορισμένου από τον Νουρεντίν διαστήματος των 13 ημερών να διαφύγουν από τη Μικρά Ασία (μέχρι δηλ. την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922), οδηγήθηκαν στα Τάγματα Εργασίας. Αρκετοί από αυτούς εσφάγησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες. Οι υπόλοιποι εξολοθρεύθηκαν από κακουχίες, ασιτία, επιδημίες εξανθηματικού τύφου και εντερίτιδας. Από τον δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων (μόνον από την πόλη και την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζεται ότι είχαν συλληφθεί 150.000 άτομα) επέζησαν και ήλθαν στην Ελλάδα το 1924 περίπου 18.540 άτομα εκ των οποίων μόνον οι 320 ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι.[17] Αξίζει να σημειωθεί ότι όσοι επιζούσαν ένα περίπου χρόνο μετά τη σύλληψή τους, κατά την υπογραφή της Συμβάσεως περί ανταλλαγής πληθυσμών, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 4 να σταλούν αμέσως στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά οι τουρκικές αρχές τους κράτησαν παρά τη συμφωνία για ακόμη εννέα μήνες, υποβάλλοντάς τους σε σκληρή καταναγκαστική εργασία.[18]

H πυρπόληση της Σμύρνης: Στις 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922 έγινε η πυρπόληση της Σμύρνης. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, η πυρπόληση ήταν εσκεμμένη[19] και καθοδηγούμενη από τον τουρκικό στρατό. Τούρκοι στρατιώτες με δοχέια πετρελαίου και εμπρηστικές βόμβες πυρπόλησαν όλες τις ελληνικές και την αρμενική συνοικία, «αφήνοντας την πιο εύφλεκτη τουρκική συνοικία» απείρακτη.[20] H φωτιά διήρκεσε επί μία εβδομάδα καταστρέφοντας 55.000 σπίτια, εκ των οποίων 43.000 ελληνικά, 10.000 αρμενικά και 2.000 ξένων υπηκόων. Η καταστροφή των κατοικιών εκ προθέσεως, όπως έγινε με το σύνολο σχεδόν των ελληνικών κατοικιών στη Σμύρνη, συνιστά αποστέρηση των κατοίκων από τις εστίες τους και υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή αυτής.

Μαζικές σφαγές ελληνικών πληθυσμών: Παραλληλα με τις συλλήψεις, την εθνοκάθαρση και τους εκτοπισμούς, σημειώθηκαν πολλές μαζικές σφαγές του ελληνικού πληθυσμού στη Δυτική Μικρά Ασία[21] και στον Πόντο. Ο Ρακτιβάν, σύμβουλος του Βενιζέλου κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάνης, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο Βενιζέλος θεωρεί, ότι τα θύματα μεταξύ των Ελλήνων στην περίοδο 1919-1922 ανέρχονταν περίπου σε 500.000.[22] Εξ άλλου ήδη από τον Μάϊο του 1922 είχαν συζητηθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο αναφορές για «τρομακτικές ωμότητες» των κεμαλικών δυνάμεων στον Πόντο «στα πλαίσια συστηματικής πολιτικής για την εξολόθρευση των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μικρά Ασία».[23]

Μαζική έξοδος: Λόγω της απειλής των σφαγών, 760.000 πρόσφυγες,[24] η κατά άλλους συγγραφείς 848.000[25] ή 900.000,[26] διέφυγαν το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη κατάρρευση του μετώπου στην Ελλάδα για να γλυτώσουν τη ζωή τους.

Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι εμφανές ότι υπήρξαν μαζικές εξοντώσεις του πληθυσμού είτε άμεσα με σφαγές, είτε με υποβολή σε συνθήκες που επέφεραν το φυσικό τους θάνατο. Οι εξοντώσεις ήσαν συστηματικές και στράφηκαν αδιακρίτως κατά του ελληνικού άμαχου πληθυσμού. Η πρόθεση για αυτές τις εξοντώσεις από πλευράς τουρκικής ηγεσίας, εκδηλώθηκε με τις σχετικές αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο, όπως φαίνεται με διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Σμύρνης Νουρεντίν, αλλά και τη μετέπειτα στάση της τουρκικής κυβερνήσεως με την πρακτική των Αμελέ Ταμπουρού. Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι προφανές ότι υπήρξε γενοκτονία του ελληνισμού, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στις περιοχές που ήσαν από το 1919 υπό ελληνική διοίκηση.[27] Η γενοκτονία συνοδεύθηκε από εθνοκάθαρση του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου.

  1. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας

Τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τη γενοκτονία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία είναι τα εξής:

α. Τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία ήταν «συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλ’ ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς…»[28]

β. η εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία έγινε στο πλαίσιο της Συνθήκης περί ανταλλαγής πληθυσμών του 1923[29]

γ. αντιστοίχως η Ελλάδα μπορεί να κατηγορηθεί για ανάλογη συμπεριφορά έναντι των Τούρκων.

δ. «δεν είναι γνωστό κάποιο σχέδιο, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων. Δεν υπάρχει για τους Έλληνες κάτι αντίστοιχο με την εντολή του Ταλάτ Πασά για τη ‘μαζική εκτόπιση’ των Αρμενίων το 1915»,[30]

Επ’ αυτών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

α. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δικαιολογεί τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία το Σεπτέμβριο του 1922;

Ανάλογο επιχείρημα είχε αντιμετωπίσει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της προσφυγής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά της Γιουγκοσλαβίας. Το Διεθνές Δικαστήριο τότε είχε τονίσει ότι από πουθενά δεν συνάγεται πως η απαγόρευση της γενοκτονίας εξαρτάται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή εκτελείται. Η γενοκτονία απαγορεύεται σε περιόδους πολέμου και ειρήνης. Το κρίσιμο στοιχείο που ενδιαφέρει είναι να εκτελούνται οι πράξεις που συνιστούν γενοκτονία και όχι η φύση της διαμάχης και οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η γενοκτονία.[31]

Συνεπώς, είναι παντελώς αδιάφορο εάν η γενοκτονία των Ελλήνων έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού και ήταν “μοιραία συνέπεια” του θυμού ή της εκδικήσεως των Τούρκων για εκείνους που είχαν εισβάλλει στην πατρίδα τους. Με αυτή τη “λογική”, οι λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν αμέσως μετά το τέλος των δύο παγκοσμίων πολέμων να προβούν σε γενοκτονία των Γερμανών όντας απολύτως δικαιολογημένοι.

Επιπλέον, εκτός από νομικά αδιάφορος, είναι και εκτός ιστορικής πραγματικότητας ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα “ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων”. Πολύ πριν τη μικρασιατική εκστρατεία, η πολιτική των Νεοτούρκων ήταν η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Ιθύνων νούς υπήρξε ο γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς που ανέλαβε το 1913 τη στρατιωτική διοίκηση της Τουρκίας. Υπό την καθοδήγησή του άρχισε ο βίαιος εκτοπισμός των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Μικράς Ασίας προς την ενδοχώρα.[32] Η εντολή δόθηκε με απόφαση της τουρκικής κυβερνήσεως στη διοίκηση Σμύρνης στις 14 Μαϊου 1914.[33] Αν και ο εκτοπισμός δεν επεκτάθηκε στην πόλη της Σμύρνης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τις αγροτικές περιοχές της Τροίας έως τον κόλπο της Σάμου εκτοπίσθηκαν ή διέφυγαν στην Ελλάδα για να γλυτώσουν. Παράλληλα με τους εκτοπισμούς γίνονταν και επιτάξεις περιουσιών με στόχο τον πλήρη αποκλεισμό των Ελλήνων από την οικονομική ζωή.

Πολλές φορές οι εκτοπισμοί συνοδεύονταν από αθρόες σφαγές (π.χ. Φώκαια). Υπενθυμίζεται ότι με τη μέθοδο των εκτοπισμών και των πορειών μέσα σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξοντώθηκε το αρμενικό στοιχείο. Οι διωγμοί και οι βίαιοι εκτοπισμοί των Ελλήνων συνεχίσθηκαν μέχρι και το 1917.[34] Τα σπίτια των εκτοπισθέντων καταλάμβαναν αμέσως μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Τέλος, οι αστικοί πληθυσμοί διώχθηκαν δια μέσου της υποχρεωτικής στρατολογήσεως των ανδρών από 20-45 ετών, οι οποίοι εστάλησαν υπό εξοντωτικές συνθήκες εργασίας στα περιώνυμα Αμελέ Ταμπουρού-Τάγματα Εργασίας. Υπολογίζεται ότι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά 200.000 Έλληνες υποχρεωθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από τη Μικρά Ασία είτε ως πρόσφυγες είτε ως εκτοπισμένοι στην Ανατολία.[35]

Η γενοκτονία των Ελλήνων το 1922 δεν υπήρξε ένα συμπτωματικό, «τυχαίο» γεγονός. Ήταν συνέχεια ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε ξεκινήσει η ηγεσία του νεοτουρκικού κινήματος με σκοπό τη δημιουργία εθνικού κράτους απαλλαγμένου από μη μουσουλμανικά-τουρκικά στοιχεία. Είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Αρμενίους γενικώς και τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης. Συνεχίσθηκε από το κεμαλικό καθεστώς με την εξόντωση όχι μόνον όλων των Ελλήνων της Ανατολίας αλλά και κάθε χριστιανικού στοιχείου στη δυτική Μικρά Ασία μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Μετά το τέλος του πολέμου στόχος έγιναν οι εναπομείνασες μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Κωνσταντινούπολη και οι Κούρδοι της νοτιανατολικής Τουρκίας.[36]

β. Η εκδίωξη των Ελλήνων έγινε στο πλαίσιο της συνθήκης περι ανταλλαγής πληθυσμών

Η Συνθήκη περί υποχρεωτικής ανταλλαγής των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στην Τουρκία και των μουσουλμανικών πληθυσμών που ζούσαν στην Ελλάδα υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923. Κατ’ εφαρμογή της συγκεκριμένης συνθήκης αντηλλάγησαν 189.916 Έλληνες και 355.635 Τούρκοι. Ο αριθμός του 1.100.000 Ελλήνων προσφύγων που αναφέρεται ότι έχει φθάσει στην Ελλάδα από την Τουρκία, περιλαμβάνει και όσους έφυγαν υπό την απειλή σφαγής πριν την υπογραφή της συνθήκης. Οι 189.000 Έλληνες προέρχονταν όλοι από περιοχές άλλες εκτός των αιγαιακών παραλιών της Μικράς Ασίας αφού εκεί δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας. Όπως ανέφερε και ο ΄διος ο Βενιζέλος σε μία επιτροπή προσφύγων το 1929:

«Το σύμφωνο της Λωζάνης στην ουσία δεν αποτελεί σύμφωνο για την ανταλλαγή ελληνικών και μουσουλμανικών πληθυσμών και των περιουσιών τους αλλά μόνον ένα σύμφωνο για την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ελλάδα μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία. Αυτή είναι η πραγματικότητα»[37]

Συνεπώς, η εκδίωξη των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας είχε συντελεσθεί μήνες πριν την υπογραφή της συνθήκης και δεν είχε σχέση με την ανταλλαγή των πληθυσμών.[38]

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνηθείσα ανταλλαγή των πληθυσμών βασίσθηκε εν πολλοίς και στην εμπειρία που είχε προηγηθεί από τη γενοκτονία των Αρμενίων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρμενική γενοκτονία νομιμοποιούσε τη βασική ιδέα της μετακινήσεως ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων αφού τυχόν παραμονή θα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλειά τους.[39]

γ. Τα έκτροπα του ελληνικού στρατού την περίοδο 1919-22

Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια της περιόδου 1919-22 προέβη σε αρκετές περιπτώσεις σε έκτροπα εις βάρος Τούρκων.[40] Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα γεγονότα αμέσως μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 (που οδήγησαν στη σύσταση ειδικής διασυμμαχικής ανακριτικής επιτροπής προς διερεύνηση των γεγονότων),[41] οι καταστροφές τουρκικών χωριών στη ζώνη επιχειρήσεων κατά την εκστρατεία του 1921 και οι πυρπολήσεις χωριών, σιδηροδρομικών σταθμών και γεφυρών κατά την υποχώρηση των υπολειμμάτων του στρατού μετά τη διάσπαση του μετώπου το 1922.[42]

Για να διαπιστωθεί όμως η γενοκτονία απαιτείται να διαπιστωθεί και η πρόθεση για την ολική ή μερική καταστροφή της ομάδας. Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο στοιχείο είναι να δούμε ποιά ήταν η επίσημη θέση της ελληνικής πλευράς και κατά πόσον είχε την πρόθεση της γενοκτονίας, κατευθύνοντας αντιστοίχως και τον ελληνικό στρατό προς αυτή την κατεύθυνση. Επ’ αυτού του θέματος υπάρχει πληθώρα στοιχείων σύμφωνα με τα οποία η επίσημη ελληνική πολιτική ήταν η τιμωρία όσων ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου κατά των Τούρκων. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:

Την ημέρα αποβιβάσεως των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών με Τούρκους στρατιώτες, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό και θάνατο 47 πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων, 5 Τούρκων στρατιωτών και 2 Ελλήνων. Επίσης, μετά τα επεισόδια δολοφονήθηκαν αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες. Ανάλογα περιστατικά έγιναν και στο Αϊδίνιο κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Επ’ αυτών των επεισοδίων ο Βενιζέλος τηλεγράφησε τα ακόλουθα:

«…των αξιοθρήνητων τούτων γεγονότων η ευθύνη βαρύνει τα στελέχη του στρατού της κατοχής. Και κατά μεν των αμεσώτερον ευθυνομένων αξιωματικών θα ασκηθή ο προσήκων έλεγχος μετά πάσης της επιβαλλομένης εκ των περιστάσεων αυστηρότητος. Αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να απευθυνθώ προς πάντας τους αξιωματικούς του σώματος κατοχής και να ζητήσω παρ’ αυτών να δειχθούν άξιοι της υψηλής αποστολής…Δια τούτο αξιώ παρά των αξιωματικών όπως συναισθανόμενοι πλήρως την κρισιμότητα της δημιουργηθείσης καταστάσεως, αντιδράσουν αποτελεσματικώς κατ’ αυτής όχι μόνον δι’ απαύστου διδασκαλίας προς τους στρατιώτας αλλά και εκθέτοντες εν ανάγκη εις κίνδυνον αυτήν την ζωή των δια να προλάβουν παρεκτροπάς των υπ’ αυτούς ανδρών…Ήλθομεν εις Μικράν Ασίαν όχι δια να φέρωμεν την ελευθερίαν εις μόνους τους ομοεθνείς μας αλλά και δια να διασφαλίσωμεν αυτήν εξ ίσου εις όλα τα στοιχεία του πληθυσμού. Εάν εις το υψηλόν έργον όπερ αναλάβομεν τους εύρομεν αντιπράττοντες θα συμπεριφερθώμεν προς αυτούς ως προς εχθρούς. Εφιστώ ακόμη την προσοχήν των αξιωματικών επί της ανάγκης να αποδέχωνται δυσπίστως τα καταγγελόμενα υπό το ομογενών κατά αλλογενών. Η μακρά δουλεία και τα μακρά παθήματα άγουν αυτούς πολλάκις να ρέπουν εις διατύπωσιν υπερβολικών, ενίοτε και αβασίμων κατηγοριών δια να εκδικηθούν παλαιάς ή και προσφάτους αδικίας…»[43]

Η ίδια στάση κυριάρχησε μέχρι και του τέλους της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη της Σμύρνης παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής άνω των 200.000 Τούρκων. Εάν υπήρχε πρόθεση γενοκτονίας αυτοί θα έπρεπε να ήσαν τα πρώτα θύματα. Εξ άλλου, η παραμονή ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη από το 1919 έως το 1922 παρά την αλλαγή των κυβερνήσεων, ήταν χαρακτηριστική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς. Ο Στεργιάδης ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του στην τήρηση της ισοπολιτείας. Συχνά η ελληνική κοινή γνώμη τον κατηγορούσε ότι τιμωρούσε υπερβολικά χριστιανούς ανώ αντιθέτως ήταν επιεικής με τους μουσουλμάνους.

Τα εγκλήματα που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στη Μικρά Ασία ήσαν αναφίβολα εγκλήματα πολέμου. Υπεύθυνοι για τη διάπραξή τους ήσαν οι στρατιώτες και οι διοικητές τους. Όσον καιρό όμως υπήρχε οργανωμένη ελληνική διοίκηση στη Μικρά Ασία καταδίκαζε αυτά τα γεγονότα και τιμωρούσε σε γενικές γραμμές τους υπαίτιους. Επιπλέον τα συγκεκριμένα εγκλήματα δεν έλαβαν ποτέ μαζική μορφή εις βάρος συλλήβδην των Τούρκων που κατοικούσαν στην περιοχή υπό ελληνική διοίκηση και φυσικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν γενοκτονία. Η διάκριση μεταξύ αυτών των εγκλημάτων πολέμου με τη γενοκτονία είναι αντίστοιχη με τις εκτελέσεις Ελλήνων από τους Γερμανούς και την εξαφάνιση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση των εκτελέσεων έχουμε έγκλημα πολέμου, που σαφώς καταδικάζεται, ενώ στη περίπτωση των Εβραίων έχουμε γενοκτονία ενός πληθυσμού.

δ. Δεν υπάρχει στην περίπτωση των Ελλήνων αντίστοιχη εντολή σαν αυτή του Ταλάτ Πασά για τη γενοκτονία των Αρμενίων

Όπως αναφέρεται και στην αρχή του κειμένου, υπάρχει η διαταγή υπ’ αριθμόν 5 του Νουρεντίν Πασά με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1922. Το περιεχόμενό της είναι όμοιο με αυτό των εντολών του Ταλαάτ Πασά από 9 Φεβρουαρίου 1915 μέχρι 7 Μαρτίου 1916,[44] που οδήγησαν στη γενοκτονία των Αρμενίων.

6. Μικρασιατική Καταστροφή ή γενοκτονία;

Είναι γεγονός ότι η ψήφιση του Ν. 2645/98 έγινε σε μία περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήσαν κακές. Είναι επίσης γεγονός, ότι ο όρος που έχει καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων και απεικονίζει πλήρως την πραγματικότητα των όσων συνέβησαν στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 είναι ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή». Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα έγιναν στη Μικρά Ασία δεν συνιστούσαν γενοκτονία, όπως αντιστοίχως ό όρος «ολοκαύτωμα» δεν σημαίνει ότι δεν έγινε γενοκτονία των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξ άλλου στα κείμενα της εποχής για τη Μικρά Ασία αναφέρεται ο όρος «εξανδραποδισμός» των Ελλήνων.[45] Ο όρος καταστροφή αποκομμένος από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε μπορεί να σημαίνει τα πάντα: από την πυρκαγιά ενός σπιτιού μέχρι την έκρηξη ενός ηφαιστείου. Ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή» στις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε περιλαμβάνει εκτός από τη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, την καταστροφή των ελληνικών πολιτιστικών μνημείων στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, τη βίαιη αποκοπή του ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του, το χάος της προσφυγιάς στην Ελλάδα, τη διάλυση ενός ολόκληρου κόσμου για ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες.

Είναι σαφές ότι ο όρος ο οποίος θα συνεχίζει να περιγράφει τα όσα συνέβησαν το 1922 θα εξακολουθεί να παραμένει ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή και δεν πρόκειται να αντικατασταθεί από τον όρο γενοκτονία. Η γενοκτονία όμως υπήρξε. Η γνώση των γεγονότων εκείνης της περιόδου δεν θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, πρέπει να χτίσουν τις σχέσεις τους βασιζόμενοι στην πραγματικότητα, γνωρίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και προσπαθώντας συνειδητά να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους για να μην ξαναζήσουμε τέτοιες εφιαλτικές ημέρες.

Ο Άγγελος Συρίγος είναι Επίκουρος καθηγητής του διεθνούς δικαίου και της εξωτερικής πολιτικής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Πηγή: www.anixneuseis.gr

Παραπομπές

[1] ΦΕΚ Α΄, 234/1998, σελ. 1013. Βλ. επίσης τους ακόλουθους νόμους με ανάλογο αντικείμενο: Ν. 2193/1994, ΦΕΚ Α΄, 32/1994, σελ. 311, που καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 99/1994, ΦΕΚ Α΄ 78/1994· επίσης ο Ν. 2397/1996, ΦΕΚ Α΄, 80/1996, σελ. 510 σύμφωνα με τον οποίο «ορίζεται η 24η Απριλίου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία» προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 162/1997, ΦΕΚ, Α΄ 144/1997, σελ. 707· επίσης το Ν. 3218/2004, ΦΕΚ Α΄ 12/2004, σελ. 127, 27 για την καθιέρωση της 27ης Ιανουαρίου ως ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 31, ΦΕΚ Α΄ 51/2005.

[2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 «ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος».

[3] Χρονικά η προώθηση του Π.Δ. συνέπεσε με την απόφαση της γαλλικής εθνοσυνελεύσεως να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων στις 18 Ιουνίου 2001, βλ. Fabre, C., “La France s’apprête à reconnaître le génocide arménien de 1915”, & “Arménie, devoir de mémoire” (κύριο άρθρο), Le Monde, 18 Ιουνίου 2001. Το γεγονός προκάλεσε όξυνση στις σχέσεις Γαλλίας-Τουρκίας. Ο Τούρκος πρέσβης στη Γαλλία αποχώρησε για μερικές ημέρες από τη χώρα, το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας καταδίκασε τη γαλλική στάση και απειλήθηκαν οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών, Turkish Daily News, 23 Ιανουαρίου 2001. Είναι προφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι μπορεί να υπήρχαν αντίστοιχες αντιδράσεις από την Τουρκία σε μία περίοδο που γινόταν σοβαρή προσπάθεια να μειωθεί η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

[4]  Σύμφωνα με την προπαρασκευαστική Επιτροπή για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που επεξεργάσθηκε και διευκρίνησε τους κανόνες που θα εφαρμόσει το Δικαστήριο, η σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ικανότητας μπορεί να περιλαμβάνει βασανισμούς, βιασμούς, σεξουαλική βία  και απάνθρωπη ή υποτιμητική μεταχείριση. Report of the Preparatory Commission for the International Criminal Court, 2 November 2000, Addendum, PCNICC/2000/add.2

[5] Σύμφωνα με την ίδια Επιτροπή, ο όρος «συνθήκες διαβιώσεως» μπορεί να περιλαμβάνει μελετημένη αποστέρηση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την επιβίωση, όπως τροφή και ιατρικές υπηρεσίες καθώς και συστηματική αποβολή από κατοικίες. Idem.

[6]The principles underlying the Convention are recognised by civilised nations as binding on States even without any conventional obligation. It was intended that the Convention would be universal in scope. Its purpose is purely humanitarian and civilising. The contracting States do not have any individual advantages or disadvantages nor interests of their own, but merely a common interest.”,  Reservation to the Convention on the prevention and punishment of the crime of Genocide, Advisory Opinion, 28 May 1951.

[7] Για περισσότερα βλ. Ticehurst, R., “The Martens Clause and the Laws of Armed Conflict”, στο συλλογικό έργο A Manual of International Humanitarian Laws, editor Naorem, S., Regency Publications, New Delhi, 2004.

[8] Σύμβασις περί των νόμων κι Εθίμων του κατά ξηράν πολέμου και προσηρτημένος κανονισμός, (Convention (No IV) respecting the laws of war on land, 18 October 1907, preamble, Treaty Series No 539 Hague Convention) όπως το κείμενο μεταφράζεται σταΚείμενα Διεθνούς Πρακτικής-Ένοπλες Συρράξεις και Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, επιμέλεια Περράκη, Σ. & Μαρούδα, Μ-Ν., εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2001, σελ. 335.

[9] Στο πλαίσιο της ίδιας αντιλήψεως περί της προστασίας άμαχου πληθυσμού και μαχητών, τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν παρέμβει επανειλημμένως κατά τον 19ο αιώνα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ζητώντας την προστασία χριστιανικών πληθυσμών που κινδύνευαν μετά από επαναστατικά γεγονότα, βλ. Dadrian, V., “Genocide as a problem of national and international law: the World War I Armenian case and its contemporary legal ramifications”, Yale Journal of International Law, 1989, vol. 14, σελ. 234-237.

[10] Bloxham, D., The Great Game of Genocide, Oxford University Press, Oxford, 2005, σελ. 136-139.

[11] Οppenheim’s International Law, Lauterpacht, H., 7th edition, Longmans, London, 1947, σελ. 583.

[12] Willis, J., Prologue to Nuremberg: the politics and diplomacy of punishing war criminals of the first World War, Greenwood Pub Group, New York, 1982, σελ. 157.

[13] βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 282. Η Γερμανία στην οποία είχαν καταφύγει κάποιοι από τους πρωταίτιους όπως π.χ. ο Ταλάτ Πασάς αρνήθηκε τη σύλληψη και έκδοσή του στην Τουρκία.

[14] Για περισσότερα βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 293-317.

[15] Βλ. VII. Δήλωσις περί αμνηστείας και Πρωτόκολλον, 24 Ιουλίου 1923.

[16] Το ακριβές κείμενο της διαταγής με ημερομηνία 3/16 Σεπτεμβρίου 1922 ή 16/9/1338 κατά το τουρκικό ημερολόγιο αναφέρεται μεταξύ άλλων στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 237. Το αναφέρει επίσης και Αγγελομάτης, Χρονικόν Μεγάλης Καταστροφής, Εστία, Γ΄Έκδοσις. Βλ. επίσης σε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους διαταγή υπ’ αριθ. 10/10 Σεπτεμβρίου 1922, σελ. 238.

[17]. Οι υπόλοιποι 18.220 ήσαν στρατιωτικοί που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Στους ομήρους που επέστρεψαν δεν περιλαμβάνονταν γυναίκες ή παιδιά.

[18] Το θέμα ήλθε κατ’ επανάληψη στη Μικτή Επιτροπή που είχε αναλάβει την Ανταλλαγή, βλ. σχετ. Commission Mixte pour l’ echange des populations Grecques et Turques, Procès-Verbaux, xii, 2nd meet. 9 October 1923, 13th meet. 31 October 1923 & 14th meet. 2 November 1923.

[19] Μοναδική εξαίρεση στη συμφωνία ελληνικών και ξένων πηγών για την εσκεμμένη πυρπόληση της Σμύρνης αποτελούν Τούρκοι συγγραφείς που αναφέρουν ότι «η τουρκική ευθύνη δεν αποδείχθηκε ποτέ», βλ. Shaw & Shaw, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, Vol. II, Cambridge University Press, 1977, σελ.363 & fn.96. Ακόμη και ο Kinross στην αγιογραφία του Κεμάλ παραδέχεται ότι τη φωτιά ξεκίνησαν Τούρκοι στρατιώτες στην αρμενική συνοικία, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.324-326.

[20] “…which burned the European quarter and left the inflammable Turkish quarter scathless”, Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.107.

[21] Ενδεικτικά αναφέρονται οι πόλεις με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό Βουρλά, Αιβαλί, Μοσχονήσια, Μουδανία, Αξάρι, Μαγνησία, Κασαμπά.

[22] Βλ. αναφορά σε σχετική επιστολή του Ρακτιβάν προς τη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ, 24 Μαϊου 1924, όπως αναφέρεται σε Αποστολόπουλο, Φ.Δ., «Εισαγωγή», Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. π΄, υποσ. 2. Για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις που ξεκινούν από τις 300.000 (Μαρκεζίνης), 400.000 (Μισαηλίδης), 640.000 (Πάλλης) και φθάνουν στο 1.000.000 (Καψής). Για τα αριθμητικά στοιχεία βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΕ, σελ. 247.

[23] Chamberlain, House of Commons, 3 & 15 Μαϊου 1922. Επίσης A History of the Peace Conference of Paris, ed. Temperley, Τόμος VI, Oxford, 1924, σελ. 36.

[24] Βλ. ακριβή στοιχεία σε Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.437-442. Στην απογραφή του 1928 κατεγράφησαν 1.221.849 πρόσφυγες. Από αυτούς 151.892 είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα πριν τη μικρασιατική καταστροφή. 117.633 πρόσφυγες προέρχονταν από άλλες χώρες εκτός Τουρκίας, π.χ Βουλγαρία, Ρωσία, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία. Επίσης 189.916 Έλληνες ήλθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Είναι άγνωστος ο αριθμός των ατόμων που πέθαναν στην Ελλάδα λόγω των κακουχιών. Επίσης είναι αγνωστος ο αριθμός όσων μετανάστευσαν για τρίτες χώρες. Βλ. Πάλλης, Α., Συλλογή Στατιστικών σχετικώς με την Ανταλλαγή Πληθυσμών, Αθήνα 1929, σελ. 4.

[25] Βλ. Πετροπουλος, Γ., «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών¨ελληνoτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 443.

[26] Θεοτοκάς, Μ., Νομικά και ιστορικά μελετήματα, Αθήναι, Ίκαρος, 1947, σελ. 57.

[27] Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είχε ξεκινήσει από το 1919 και δεν αναφέρεται αυτοτελώς στην παρούσα μελέτη.

[28] Βλ. σχετ. Ελεφάντη, Α., «14 Σεπτεμβρίου: ημέρα εθνικής αμνησίας», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

[29] Μπρεδήμας, A., «Ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή μία γενοκτονία;», Αυγή, 18 Φεβρουαρίου 2001.

[30] Γαλατσιάτος, Π., “Ερωτηματικά από αίμα για τη Μικρασιατική Καταστροφή», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

[31] “The Court will begin with a consideration of Yugoslavia’s first proposition. In doing so, it will start by recalling the terms of Article I of the Genocide Convention, worded as follows:

The Contracting Parties confirm that genocide, whether committed in time of peace or in time of war, is a crime under international law which they undertake to prevent and to punish.”

The Court sees nothing in this provision which would make the applicability of the Convention subject to the condition that the acts contemplated by it should have been committed within the framework of a particular type of conflict. The contracting parties expressly state therein their willingness to consider genocide as “a crime under international law”, which they must prevent and punish independently of the context “of peace” or “of war” in which it takes place. In the view of the Court, this means that the Convention is applicable, without reference to the circumstances linked to the domestic or international nature of the conflict, provided the acts to which it refers in Articles II and III have been perpetrated. In other words, irrespective of the nature of the conflict forming the background to such acts, the obligations of prevention and punishment which are incumbent upon the States parties to the Convention remain identical”. Case concerning application of the Convention on the prevention and punishment of the crime of genocide (Bosnia-Herzegovina v. Yugoslavia), 11 July 1996, ICJ Reports, General List No. 9, par. 31.

[32] Για τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ρόλο των Γερμανών επιτελών στον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου βλ. Αποστολόπουλος, Φ.Δ., «Εισαγωγή», στο Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. νθ΄, υποσ. 6. Μεταξύ άλλων αναφέρεται δημοσίευμα του Γερμανού Στρατηγού Ίμχωφ στον τύπο της Βιέννης, στις 29 Ιανουαρίου 1914 για ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την Τουρκία.

[33] Βλ. σχετ. Αλαμανή & Παναγιωτοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 98-102.

[34] Στις 27 Μαρτίου 1917 όλοι οι κάτοικοι του Αϊβαλιού από 20 έως 80 ετών υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να εκτοπισθούν στο εσωτερικό.

[35] Το αριθμό αυτό δίνει ο Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.21. βλ. επίσης Psomiades, H., The Eastern Question: the last phase-a study in Greek-Turkish diplomacy, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1968, σελ.61-62, fn.8, όπου αναφέρεται πλήθος πηγών και στοιχείων. Η “Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών» αναφέρει 88.485 πρόσφυγες από τη Θράκη, 144.559 από τη δυτική  Μικρά Ασία, 257.019 από τον Πόντο, σύνολο 490.063, Μαύρη Βιβλος, Κωνσταντινούπολις, 1919. Στη σχετική συζ΄τηση που έγινε στη Γ’ Εθνοσυνέλευση αναφέρθηκε ο αριθμός των 727.286 που αφορά όμως το σύνολο των διωχθέντων και κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, Βλ. Πρακτικά της Γ’ των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως, Απρίλιος 1921, σελ. 21-22. Βλ. επίσης Puaux, R., La deportation et le rapatriement des Grecs en Turquie, Paris, 1919, σελ.6-8.

[36] Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει σχετικώς, επισημαίνεται το πρόσφατο βιβλίο του Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, που προσεγγίζει εκ νέου όχι μόνον την πολιτική των Νεοτούρκων περί δημιουργίας ενός «ομογενοποιημένου» κράτους αλλά και τους λόγους που τα γεγονότα εκείνης της εποχής αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μετά το 1923.

[37] Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.465.

[38] Αξίζει να παρατηρηθεί ότι, ενώ κατά τα συμφωνηθέντα οι ανταλλαγέντες Έλληνες θα έφευγαν από τη Μικρά Ασία μετά τον Μάιο του 1924, για να προστατευθούν από τις δυσμενείς χειμερινές καιρικές συνθήκες, οι Τούρκοι τους κρατούσαν στα λιμάνια της Μικράς Ασίας υπό άθλιες συνθήκες και κινδύνευαν να αποδεκατισθούν από την πείνα και τις ασθένειες, βλ. «…Mr. Jackwith of the Near East Relief, in a report to Mr. Widding, neutral member of the Commission, reported that the Greecs driven to the ports of Asia Minor were in danger of suffering decimation during the winter from epidemics and starvation”, Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.427-427.

[39] Βλ. σχετ. Barutciski, M., “Population exchanges in international law and policy” στο συλλογικό έργο Crossing the Aegean-An appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey, Hirchon, R., editor, Berghahn Books, New York-Oxford, 2004, σελ. 27. Επίσης Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, σελ. 110-111.

[40] Βλ. χαρακτηριστικά το βιβλίο του Toynbee, The western question in Greece and Turkey. A study in the conflict of civilizations, London, 1922, το οποίο πρακτικώς είχε ως συνέπεια να χάσει ο κορυφαίος ιστορικός την έδρα Κοραή στο Kings College του Λονδίνου, βλ. σχετ. Clogg, R., «Κικγς Κολλετζ, Λονδίνο και Ελλάδα, 1915-1922», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 164-166.

[41] Για την τουρκική άποψη επί του θέματος βλ. Erhan, Ç, Greek occupation of Izmir and adjoining territories- Report of the inter-allied Commission of inquiry, (May-September 1919), Sam Papers No. 2/99, Ankara – April 1999. Επίσης βλ. σχετ. Αλαμανή-Παναγιωτοπούλου,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ σελ. 125-126.

[42] “…the Greeks abandoning everything but their rifles and living off the country, stopped only long enough to set fire to village after village as they fled through them, leaving a trail of burning ruins behind”, αναφέρουν οι Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.106.Επίσης «Οι Έλληνες υποχωρώντας ή πιο σωστά φεύγοντας ασύντακτοι, έκαιγανκαι κατάστρεφαν χωριά. Μα και οι Τούρκοι έσφαζαν τους Έλληνες που έπιαναν και έκαιγαν τασπίτια των Χριστιανών», Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος ΧΙΙΙ, 1958, σελ.577 & υποσ.1. βλ. επίσης Kinross, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.314.

[43] Τηλεγράφημα Βενιζέλου προς Στρατηγό Νίδερ, 1782/6625ΔΙ:[28]5.7.19, όπως αναφέρεται σε Σολομωνίδου Β., «Βενιζέλος-Στεργιάδης, μύθος και πραγματικότητα», στο συλλογικό έργο Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 509-510. Βλ. επίσης σχετ. Τριανταφυλλίδης, Χ., Η Μικρασιατική εκστρατεία και το ημερολόγιον ενός οπλίτου, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιαννινα, 1984, σελ. 27.

[44] Τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ Πασά δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα του Λονδίνου DailyTelegraph, 29 Μαϊου 1922.

[45] Αγγελομάτης, ως ανωτ υποσ. 16, σελ. 271. Επίσης αναφέρεται σε σχέση με τις δύο διαταγές του Νουρεντίν ότι φανέρωναν «την συστηματικήν εφαρμογήν του σχεδίου εξαφανισμού πάσης ελληνικής ζωής και πλήρους εκτουρκισμού της Μικράς Ασίας»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραπάνω κείμενο βασίστηκε η ομιλία του κ. Συρίγου στην ημερίδα της ΠΟΠΣ για την ποντιακή γενοκτονία.

Γιώργος Αντωνίου: Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, το Ολοκαύτωμα και η σύγχρονη ιστοριογραφία

Γιώργος Αντωνίου: Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, το Ολοκαύτωμα και η σύγχρονη ιστοριογραφία

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτριο Μητσόπουλο , προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Ε: Κύρια καθηγητά, φέτος ιδρύθηκε ξανά η έδρα Εβραϊκών Σπουδών και θα ήθελα ,αν γίνεται , να μου περιγράψετε, την ιστορία της και ποία είναι η σημασία της και ο σκοπός της;

Α: Λοιπόν, η ιστορία της πηγαίνει αρκετά πίσω. Ήταν ένα αίτημα της Ισραηλιτικής Κοινότητας, ήδη από το Μεσοπόλεμο. Είχαν γίνει προσπάθειες και από την Ισπανική κυβέρνηση, να υπάρξει μια έδρα Ισπανικής Φιλολογίας. Ειδικός σε αυτό το θέμα είναι ο συνάδελφος στο πανεπιστήμιο, ο Γιώργος ο Αγγελόπουλος, ο οποίος κάνει μια σχετική έρευνα για την έδρα Εβραϊκών Σπουδών και όχι μόνο, η οποία έχει αποδώσει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Αυτό το οποίο βγάζει η έρευνα του κυρίου Αγγελόπουλου είναι ότι ανήκε σε ένα σχήμα γενικότερα, θα λέγαμε, μιας βενιζελικής εκσυγχρονιστικής εκπαιδευτικής προσέγγισης, που προσπαθούσε να δει με νέους όρους εθνικής ομογενοποίησης αλλά και εκσυγχρονισμού την παιδεία, στα πανεπιστήμια, οπότε είναι μια –τότε- πρόταση εκσυγχρονισμού της παιδείας, με νέους όρους, Η έδρα υπήρξε, θα έλεγα, «κακότυχη», γιατί εξ’ αρχής αντιμετώπιζε κάποιες δυσκολίες, τότε. Ο κύριος Βελέλης, ο οποίος εκλέχθηκε, δεν εκλέχτηκε σε μόνιμη έδρα του Πανεπιστημίου, όπως ήταν τότε το σύστημα αλλά ήταν επικουρική διδασκαλία, για την οποία εκλέχτηκε, με αποτέλεσμα, κατά κάποιο τρόπο, να υποτιμηθεί η σημασία της ίδρυσης της εκείνη την εποχή. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο ίδιος, μετά από λίγο καιρό ήρθε η δικτατορία Μεταξά, που κατήργησε και την έδρα, στο πανεπιστήμιο. Οπότε, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης ποια είναι η σημασία σήμερα, η σημασία είναι προφανής. Έχει να κάνει με το ιστορικό χρέος της πόλης απέναντι στην Ισραηλιτική Κοινότητα της, η οποία, όπως ξέρουμε υπήρξε από τις πλέον σημαντικές, αν όχι, η πλέον σημαντική εθνικό- θρησκευτική ομάδα της πόλης και με αυτό τον τρόπο είναι μια οφειλή και του πανεπιστημίου και του ελληνικού κράτους έναντι της εβραϊκής κοινότητας. Πολιτικά, μάλιστα, και επιστημονικά θα έλεγα ότι έχει πολλαπλά οφέλη η επανίδρυση της έδρας, με την έννοια ότι μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα απέναντι σε προκαταλήψεις και στερεότυπα, που συνοδεύουν, δυστυχώς ακόμη, την ελληνική κοινωνία, σε σχέση με τους Έλληνες Εβραίους. Και φυσικά απέναντι σε φαινόμενα σύγχρονου φασισμού και νεοναζισμού. Επιστημονικά, ελπίζουμε ότι θα μπορέσει να αποτελέσει ένα πόλο έλξης και νέων επιστημόνων, αλλά και νέας έρευνας γύρω από το ζήτημα. Άλλωστε η μελέτη του ζητήματος βρίσκεται ακόμη, όχι σε αρχικό στάδιο, αλλά έχουμε ακόμη να μάθουμε πάρα πολλά

Ε: Πόσο έντονη υπήρξε η εβραϊκή παρουσία στη πόλη και πόσο έντονο το φαινόμενο του αντισημιτισμού στο Μεσοπόλεμο;

 Α: Η εβραϊκή παρουσία στη Θεσσαλονίκη, δεν πρέπει να αποτιμηθεί μόνο με όρους δημογραφικούς ή οικονομικούς, που είναι οι κατ’ εξοχήν από τους οποίους  το προσεγγίζουμε, ως επί το πλείστον, στις μελέτες μας. Φυσικά, αυτοί είναι οι βασικοί, από τους οποίους πρέπει να ξεκινήσει κανείς, αλλά σε ένα σοβαρό, παράλληλα, επίπεδο, του πολιτιστικού, που η συμβολή τους ήταν τεράστια, του εκπαιδευτικού, του εκσυγχρονιστικού και φυσικά αποτελούν την μεγαλύτερη απόδειξη, ενός διαφορετικού παρελθόντος, όπου διαφορετικές κοινότητες συνυπήρξαν, όχι πάντοτε ειρηνικά, αλλά συνυπήρχαν και κατάφερναν να προοδεύουνε. Όσον αφορά τη πιο συγκεκριμένη ερώτηση, για το Μεσοπόλεμο, είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, για το οποίο γνωρίζουμε πάρα πολλά πράγματα. Βέβαια, μένουν αρκετά σημεία ερμηνείας ανοιχτά. Αδιαμφισβήτητα, η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα αποτέλεσε έναν, ας πούμε, «σεισμό», για τα δεδομένα της πόλης, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό με αποτέλεσμα η θέση της κοινότητας, να απειληθεί άμεσα, από τις νέες συνθήκες. Αν προσθέσουμε σε αυτό τις κοσμογονικές αλλαγές, που συνέβησαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε λιγότερο από μια δεκαετία, δηλαδή η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης, η μεγάλη πυρκαγιά του ’17, που κατέστρεψε την κοινότητα όσον αφορά την τοπογραφία της και την έλευση των προσφύγων, που μέσα σε μια δεκαετία άλλαξε τα δημογραφικά δεδομένα της πόλης, εις βάρος των Εβραίων. Δημιούργησε ένα εκρηκτικό κοινωνικό προφίλ. Με αποτέλεσμα η μετανάστευση, η εβραϊκή να συμβεί ήδη κατ’ αυτή τη περίοδο. Ο αντισημιτισμός εκείνης της εποχής είναι αδιαμφισβήτητος, οι ερμηνείες είναι πολλές γύρω από το γεγονός. Ας αρκεστούμε μόνο να παρατηρήσουμε ότι λειτουργούσε σε πολλά επίπεδα, ένα ήταν, σε πρωτογενές επίπεδο, ο ανταγωνισμός των χαμηλότερων στρωμάτων, της προσφυγιάς αλλά και της εβραϊκής κοινότητας, όσον αφορά έναν φανταστικό ή υπαρκτό εργασιακό ανταγωνισμό. Η ίδια αντιπαλότητα ενδεχομένως είχε μεταφερθεί και στην εμπορική τάξη και φυσικά η διάσταση αυτή σχετίζεται  και με την προσπάθεια ταχείας ενσωμάτωσης των προσφυγικών πληθυσμών της πόλης στη νέα πατρίδα. Με άλλα λόγια, είχε  και κάποια λειτουργικά χαρακτηριστικά, που σύμφωνα με κατοπινές έρευνες, που κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν διαβατήριο, όσον αφορά την καλύτερη προσαρμογή των προσφυγικών στρωμάτων στην πόλη.

Ε: Κύριε Αντωνίου, όπως είναι γνωστό πριν 10 μέρες περίπου ήταν η επέτειος της αναχώρησης του πρώτου συρμού, με Θεσσαλονικείς Εβραίους, για το Αούσβιτς. Πως φτάσαμε στη καταστροφή του εβραϊκού ελληνισμού;

Α: Σε αυτό οφείλουν να απαντήσουνε πολλές διαφορετικές χώρες, από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, γιατί το Ολοκαύτωμα δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά είναι σημαντικό να επισημαίνουμε και τις ομοιότητες και τις διαφοροποιήσεις, από αντίστοιχες περιπτώσεις στο εξωτερικό. Το πώς φτάσαμε στην καταστροφή του Θεσσαλωνικιώτικου Εβραϊσμού είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία η οποία σχετίζεται πρώτα από όλα με τη ναζιστική πολιτική, της εξόντωσης του εβραϊκού στοιχείου, όπου αυτό εντοπιζόταν. Όταν προκύπτει η εξόντωση του εβραϊσμού της Θεσσαλονίκης, ήδη, οι Ναζί έχουν τελειοποιήσει τις τεχνικές τους, έχουν τελειοποιήσει την τεχνολογία τους, έχουν τελειοποιήσει ακόμα και την ιδεολογία τους. Έχουν κατασταλάξει στην «Τελική Λύση», την έχουν εφαρμόσει επιτυχημένα σε άλλες περιοχές της ηπείρου μας και έρχονται προετοιμασμένοι, γνωρίζοντας ακριβώς τι λύσεις θα εφαρμόσουν, με ποια τακτική θα καταφέρουν να εφαρμόσουν τα καταστροφικά τους σχέδια και έχουν, δηλαδή, την  πλήρη τεχνογνωσία της καταστροφής και αυτό διευκολύνει πάρα πολύ τα πράγματα, και αυτή είναι η πρώτη και κυριότερη διάσταση της γενοκτονίας. Η θέληση των Ναζί για ολοκληρωτική, ολοσχερή καταστροφή του εβραϊκού στοιχείου. Από εκεί και πέρα, αυτό, που για εμάς, παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι και η τοπική διάσταση, αυτής της καταστροφής, με την έννοια ότι οι Ναζί δεν λειτουργούσαν σε ένα κοινωνικό κενό, λειτουργούσαν μέσα σε μια κοινωνία η οποία αντιδρούσε απέναντι σε αυτά τα σχέδια, είτε προσπαθώντας να τα καθυστερήσει, είτε προσπαθώντας ακόμη και να τα εξυπηρετήσει, για λόγους οπορτουνισμού ή για πολλούς άλλους λόγους. Άρα, πέρα από τη ναζιστική πολιτική, πέρα από τη περιγραφή της καταστροφής, ως ιστορικοί οφείλουμε να θέσουμε ερωτήματα σε σχέση, αν θέλετε, με το ποια ήταν η τοπική ιστορία ενός πανευρωπαϊκού φαινομένου.

Ε: Κύριε Καθηγητά, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Εβραίοι επιστρέφουν στις  εστίες τους. Ποια κατάσταση βρίσκουν και πόσο εκτεταμένο υπήρξε το φαινόμενο της συνεργασίας με τους Ναζί, στη Θεσσαλονίκη;

Α: Το φαινόμενο της συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη, με τους Ναζί, είναι επαρκώς τεκμηριωμένο ιστορικά από τις μελέτες του Στράτου Δορδανά και άλλων πολύ σημαντικών ερευνητών και θα λέγαμε ότι ήταν αρκετά εκτεταμένο, χωρίς αυτό να αφορά απαραίτητα ή μόνο Θεσσαλονικείς.  Επίσης, εδώ οφείλουμε να ξεχωρίσουμε διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας. Η συνεργασία μπορεί να ήταν οικονομική, να αφορούσε,δηλαδή, οικονομικές συναλλαγές και τη «μαύρη αγορά», μπορούσε να είναι διοικητική, να αφορούσε τοπικές αρχές και τον μηχανισμό της δοσιλογικής κυβέρνησης, μπορούσε να είναι στρατιωτική, να αφορά, δηλαδή, τα τάγματα ασφαλείας και τους συνεργάτες των Γερμανών, στο πεδίο, θα λέγαμε, και μπορούσε να είναι και ιδεολογική, αφορούσε μια μάλλον μικρή πλειοψηφία αθεράπευτων οπαδών του ναζισμού και φιλογερμανών, οι οποίοι εκφράστηκαν πολύ θορυβωδώς, από τις πρώτες μέρες της κατοχής. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας και οφείλουμε, να τα διαχωρίζουμε όταν μιλάμε, για αυτά. Υπό αυτή την έννοια το στερεότυπο των λίγων προδοτών, που συνεργάστηκαν με του Ναζί, γνωρίζουμε ότι δεν στέκει στην ιστοριογραφία. Αν μελετήσουμε ένα επίπεδο βαθύτερα, και δούμε ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι θα δούμε επίσης και τα κίνητρα τους αλλά και η κοινωνική τους και η πολιτική τους υπόσταση. Άρα, όταν μιλάμε για δοσιλογισμό δεν μιλάμε για ένα ενιαίο φαινόμενο, μιλάμε για ένα φαινόμενο, που έχει πολλές αποχρώσεις, πολλές διαβαθμίσεις  και πολλά επίπεδα ανάλυσης. Αν με ρωτάτε, ποια είναι η συμβολή τους στην εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, είναι φυσικά καθοριστική. Και όσον αφορά την οικονομική εκμετάλλευση των περιουσιών, που άφησαν πίσω τους οι Εβραίοι, τόσο κινητής όσο και ακίνητης, όσο και στο ζήτημα της κινητοποίησης, αν θέλετε, των «χαμηλότερων» ενστίκτων της τοπικής κοινωνίας έναντι των Εβραίων. Δεν είναι απαραίτητο ότι αυτή η απόπειρα κινητοποίησης έφερε αποτελέσματα. Ίσα-ίσα υπάρχουν μαρτυρίες και για το αντίθετο, ότι ο ελληνικός πληθυσμός και ο τοπικός πληθυσμός μάλλον αδιάφορα αντιμετώπιζε την φανατική και συνεχή αντισημιτική προπαγάνδα των Ναζί και των συνεργατών τους. Παρ’ όλα αυτά οφείλουμε να εξετάσουμε και αυτή τη διάσταση, της επίδρασης , δηλαδή, αυτού του αντισημιτικού κλίματος και άλλωστε, όπως είπαμε, και της συνέχειας του στην κατοχή, όσον αφορά το Μεσοπόλεμο, στα γεγονότα της κατοχής. Δεν θα άλλαζε κάτι ενδεχομένως σημαντικά με την απουσία ή, αν θέλετε, την εντονότερη παρουσία, σχετικά με την έκβαση της «Τελικής Λύσης». Αυτό το αποδεικνύει η τύχη των περισσοτέρων κοινοτήτων, στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, επειδή υπάρχουν σημαντικές διαβαθμίσεις, από κοινότητα σε κοινότητα, και όσον αφορά τα ποσοστά εξόντωσης και όσον αφορά τον τρόπο εξόντωσης, είναι ένας παράγοντας, τον οποίο πρέπει να λαμβάνουμε, σταθερά , υπόψη. Ξανά, λοιπόν, οι τοπικές και οικονομικές διαστάσεις αυτού του ζητήματος είναι πολλές, πολύπλοκες και πρέπει να μελετηθούν επαρκώς

Ε: Πως διαχειρίστηκε η μεταπολεμική Ευρώπη και η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, ειδικότερα, τη μνήμη του Ολοκαυτώματος;

Α: Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα και θα έλεγα, ότι οι μεταπολεμικές κοινωνίες, με σημερινούς όρους έχουν να εξηγήσουν πολλά πράγματα, στις σημερινές γενιές. Και αυτό διότι ελάχιστες κοινωνίες φάνηκε να συνειδητοποιούν το μέγεθος  και τη σημασία της καταστροφής, των Εβραίων της Ευρώπης, για την ίδια την ύπαρξη, αυτών των κοινωνιών. Όχι μόνο για την εξέλιξη του παγκόσμιου εβραϊσμού και του εβραϊσμού στην Ευρώπη, αλλά και για τις ίδιες αυτές κοινωνίες. Αυτό δείχνει πολλά πράγματα, πρώτα από όλα δείχνει ότι η ανάγκη για ανοικοδόμηση, και αν θέλετε, «να κλείσουν οι λογαριασμοί του παρελθόντος» ήταν άμεση και επιτακτική. Οι κοινωνίες έπρεπε να ανοικοδομηθούν οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά ταχύτατα ώστε να μπορέσει, ας πούμε, να επουλωθεί η τεράστια πληγή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ταυτόχρονα, δείχνει και τα όρια, αν θέλετε, εκείνης της εποχής, όσον αφορά τη κατανόηση και την , θα λέγαμε, αλληλεγγύη των τοπικών κοινωνιών έναντι των εβραίων συμπολιτών τους. Φυσικά υπάρχουν τεράστιες διαβαθμίσεις, από περιοχή σε περιοχή, από χώρα σε χώρα και εδώ πρέπει να ‘μαστε πολύ προσεκτικοί και να μην γενικεύουμε εύκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι γνωστό ότι σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες επικράτησε μια σιωπή στο επίπεδο της δημόσιας σφαίρας η οποία με σημερινά δεδομένα μοιάζει ανεξήγητη. Η σιωπή αυτή, να υπενθυμίσω, δεν αφορά τις ίδιες εβραϊκές κοινότητες, οι οποίες άμεσα προσπαθούν να ενημερώσουν για το μέγεθος της καταστροφής και προσπαθούν να κάνουν τις κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της καταστροφής. Δεν υπάρχει ένα φαινόμενο αυτολογοκρισίας ή σιωπής των ίδιων των εβραϊκών κοινοτήτων. Αντίθετα, αυτό που υπάρχει όμως είναι η έλλειψη κατανόησης των κοινωνιών και η έλλειψη θέλησης να ακούσω και να κατανοήσω τι συνέβη. Αυτό το ζήτημα είχε να κάνει με μια πρακτική διάσταση, την διασπάθιση των εβραϊκών περιουσιών σε ολόκληρη την Ευρώπη θα έλεγα. Ξανά, από περιοχή σε περιοχή, υπάρχουν διαβαθμίσεις οπότε ήταν πολύ δύσκολο η οποία, κατά κάποιο τρόπο, εκμεταλλεύθηκε οικονομικά το δράμα των συμπολιτών της ταυτόχρονα να τους τιμήσει και να επικαλεστεί, αν θέλετε, το δράμα τους, ως παράδειγμα, προς αποφυγήν.

Ε: Ποια είναι η ιστοριογραφική παραγωγή για το Ολοκαύτωμα, ποιες είναι οι τάσεις που κυριαρχούν σήμερα; Και υπάρχουν ανεξερεύνητα πεδία;

Α: Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, διεθνώς.  Η ιστοριογραφία πολύ συχνά ακολουθεί μόδες, ακολουθεί θέματα, τα οποία αναδεικνύονται, μέσα από ερωτήματα, που τίθενται σε νέες πηγές, που προκύπτουν και τις οποίες δεν γνωρίζαμε ή σε παλιό υλικό το οποίο ξαναεπισκπετόμαστε υπό μια διαφορετική οπτική γωνία. Άρα, υπ΄ αυτή την έννοια κανένα θέμα δεν κλείνει ποτέ, όσον αφορά τα ερωτήματα, τα οποία θέτουμε στο υλικό μας, για την ανάλυση του και την ερμηνεία του. Λέγοντας, αυτό πρέπει να πούμε ότι πραγματικά  η ιστοριογραφία για το Ολοκαύτωμα, διεθνώς, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά, ας πούμε, μιας υπερπλήρους παραγωγής, πρόκειται για έναν ωκεανό παραγωγής μελετών, από τις πολιτισμικές, οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές διαστάσεις της. Με άλλα λόγια είμαστε στο ευτυχές σημείο, που η γνώση μας βαθαίνει συνεχώς και ακατάπαυστα. Αυτά πρέπει να διευκρινίσω δεν ισχύουν για την ελληνική παραγωγή. Η ελληνική παραγωγή έχει εμπλουτιστεί τρομακτικά, θα έλεγα, τα τελευταία 10 χρόνια, και συνεχώς εμπλουτίζεται με δουλείες πολύ υψηλού επιπέδου. Απλώς είναι τόσα τα πράγματα, που δεν έχουν γίνει ακόμα, τόσες πηγές, που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ή δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα, τόσες προσεγγίσεις περιμένουν, για να πραγματοποιηθούν, που θα λέγαμε, χωρίς να είμαστε στην αρχή, έχουμε ακόμη πάρα πολύ δρόμο να διανύσουμε, για να φτάσουμε στα διεθνή επίπεδα. Και ένα από αυτά τα ζητήματα έχει να κάνει με την σχετική εσωστρέφεια του πεδίου αυτού, όσον αφορά, αν θέλετε, να ξεκαθαρίσει κάποια ιστοριογραφικά ζητήματα, που αφορούν πρώτα, από όλα την ελληνική ιστοριογραφία και έτσι πρέπει να γίνει. Είναι ένα ζήτημα, που αφορά την ελληνική ιστοριογραφία, πρώτα από όλα. Ταυτόχρονα, όμως, είναι επιτακτική ανάγκη να επικοινωνήσουμε και με τη διεθνή  βιβλιογραφία, όσο το δυνατόν, πιο γρήγορα και σε αυτό ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν πολύ, στο άμεσο μέλλον.

Ε: Στην Πολωνία γίνεται για ακόμη μια φορά έντονη συζήτηση, για τον JanGross. Θα μπορούσατε να μας το σχολιάσετε;

Π: Κοιτάξτε, είναι πολύ δύσκολο και πολύ εύκολο ταυτόχρονα, να σχολιάζει κάποιος τις ελλείψεις, μιας εθνικής ιστοριογραφίας, όταν δεν είναι η δική του. Είναι πολύ δύσκολο γιατί «έξω από το χορό, πολλά τραγούδια λένε», αλλά είναι και πολύ εύκολο –ταυτόχρονα-γιατί μπορούμε να είμαστε κριτικοί, με τα προβλήματα και τα ταμπού μιας άλλης ιστοριογραφίας, και πολύ δύσκολο με τη δική μας. Εδώ, πρέπει να πούμε ότι η Πολωνία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια παραδειγματική περίπτωση ιστοριογραφικής διαμάχης, όπου συνυπάρχουνε σύγχρονες προσεγγίσεις, πολύ αιρετικές και πολύ κριτικές, με πολύ συντηρητικές και παραδοσιακές προσεγγίσεις, πολύ αμυντικές ,θα έλεγα, απέναντι στον ρόλο της ίδιας της πολωνικής κοινωνίας, στην πραγματοποίηση του Ολοκαυτώματος. Ο JanGross αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν από τους κορυφαίους μελετητές του ζητήματος, έχει αναγνωριστεί διεθνώς με πολλαπλά βραβεία. Αποτελεί έναν πρωτοπόρο ερευνητή ο οποίος διαλέγει και επιλέγει όμως να απευθυνθεί προς το κοινό, το ιστοριογραφικό της χώρας του, με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Ακριβώς γιατί επιλέγει να σπάσει το ταμπού της ντροπής, προκαλώντας συζήτηση. Είναι μια μέθοδος, την οποίο ακολουθούν , πολλοί ερευνητές. Δεν είναι απαραίτητο ότι βρίσκεις σύμφωνους τους πάντες, ειδικά τους άμεσα θιγόμενους. Κατανοούμε λοιπόν γιατί δεν είναι καθόλου δημοφιλής στη χώρα του, αλλά πολύ δημοφιλής  στο εξωτερικό.

12899808_1150827451617714_1713825343_n

Ο Γιώργος Αντωνίου είναι επίκουρος καθηγητής στην έδρα Εβραϊκών Σπουδών, του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.  Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ενώ από το ίδιο απέκτησε και το μεταπτυχιακό του δίπλωμα. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο European University Institute, της Φλωρεντίας. Έχει εργαστεί στο Foundation for the Memory of Shoah, στο Παρίσι, ενώ υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale και στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Είναι ακαδημαϊκός συνεργάτης του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στο Ολοκαύτωμα, στην μνήμη των συγκρούσεων, στη συλλογική μνήμη, στη δημόσια ιστορία, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ελληνικό Εμφύλιο και την Ιστοριογραφία. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, όπως το Journal of Peace Research, History and Theory, Memoria e Ricerca, και άλλα. Έχει επιμεληθεί το πρόσφατο ειδικό τεύχος του περιοδικού Ricerche Storiche για τη δημόσια ιστορία στην Ελλάδα και του περιοδικού Επιστήμη και Κοινωνία για τη μαζική βία και τα θύματα, ενώ έχει επιμεληθεί τον συλλογικό τόμο Εμφύλιος, πολιτισμικό τραύμα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

12910487_1150827848284341_1970559261_n
Δημήτριος Μητσόπουλος