Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

50 χρόνια από τότε   

Γιάννης Μουρέλος

Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

To πιο θεαματικό ποδόσφαιρο που παίχτηκε ποτέ σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (Εθνική Βραζιλίας). Ο αγώνας του αιώνα (ημιτελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η απόκρουση του αιώνα (Gordon Banks, τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας της Αγγλίας). Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής, που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα (Pelé). Ονόματα, τα οποία άφησαν εποχή (οι Βραζιλιάνοι Gérson, Rivelino, Jairzinho, Tostão, Carlos Alberto Torres, οι Ιταλοί Gianni Rivera, Luigi Riva, Sandro Mazzola, Giacinto Facchetti, οι Γερμανοί Franz Beckenbauer, Gerd Müller, Uwe Seeler, Sepp Maier, οι Βρετανοί Gordon Banks, Bobby και Jackie Charlton,  Bobby Moore, Alan Ball, o Περουβιανός Teófilo Cubillas, o Ουρουγουανός Ladislao Mazurkiewicz κλπ.). Η αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου (ο μέσος όρος τερμάτων, 2,97 ανά αγώνα, εξακολουθεί να αποτελεί ακατάρριπτο ρεκόρ). Δίπλα στις παραπάνω συγκινήσεις, η αφόρητη ζέστη, το μεγάλο υψόμετρο, οι μεταμεσονύκτιες (ώρα Ευρώπης) απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις.  Όλα αυτά και πολλά άλλα, στοιχειοθέτησαν ένα ανεπανάληπτο πρωτάθλημα, το οποίο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και στις καρδιές (σε όσες τουλάχιστον, κατάφεραν να αντέξουν) όλων ημών, που το παρακολουθήσαμε καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες, σε ημέρες, μάλιστα, κρίσιμων σχολικών απολυτηρίων εξετάσεων. Με άλλα λόγια, ένα πραγματικό χάρμα οφθαλμών.

Μέσα σε αυτή την πανδαισία, το αφιέρωμα των πενήντα χρόνων από τότε, κινείται επιλεκτικά, εστιάζοντας στις παραμέτρους εκείνες, οι οποίες κατέστησαν το ΙΧ Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το έκτο μεταπολεμικά), έναν ύμνο στην πορεία του δημοφιλούς αυτού αθλήματος μέσα στο χρόνο.

What made Mexico so ’70?

 

Α. Οργάνωση και τέλεση των αγώνων

Οι χώρες, οι οποίες, σε ένα αρχικό στάδιο, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και το Περού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αποκλειστεί εκ των πραγμάτων, εφόσον η τελική φάση του προηγουμένου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, εκείνου του 1966, είχε διεξαχθεί στην Αγγλία. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες χώρες απέσυραν την υποψηφιότητά τους για ποικίλους λόγους, με αποτέλεσμα στη σύνοδο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), τον Οκτώβριο του 1964, οπότε και επρόκειτο να δωθεί το χρίσμα στην επιλεγείσα χώρα, να έχουν απομείνει μόνο δυο: η Αργεντινή και το Μεξικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο με 56 ψήφους έναντι 32. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, η τέλεση των αγώνων θα λάμβανε χώρα εκτός Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής.

Η επιλογή του Μεξικού διέθετε μειονεκτήματα: μεγάλο υψόμετρο (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Πόλη του Μεξικού), πολιτική αστάθεια, οικτρή κατάσταση της οικονομίας, κοινωνικός αναβρασμός κλπ. Άλλωστε, οι ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί τον Οκτώβριο του 1963, όταν η Πόλη του Μεξικού είχε επιλεγεί ως φιλοξενούσα της ΧΙΧ Ολυμπιάδας. Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν όταν, πέντε χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες λίγο έλειψε να ματαιωθούν εξαιτίας αιματηρών ταραχών και στυγνής καταστολής εκ μέρους των μεξικανικών αρχών. Όσο για το μεγάλο υψόμετρο, ήταν σαφές πως είχε επηρεάσει τις επιδόσεις των αθλημάτων ανοικτού χώρου. Μια δεύτερη ελεγχόμενη απόφαση της FIFA, αφορούσε την επιλογή της ημερομηνίας τέλεσης. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1968, είχαν μεταφερθεί για τον μήνα Οκτώβριο, προς αποφυγή της ζέστης. Αντίθετα, η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 αποφασίστηκε για τον μήνα Ιούνιο. Η διαφορά ώρας με την Ευρώπη, επιβάρυνε την όλη κατάσταση με επιπρόσθετες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η απευθείας μετάδοση των αγώνων πραγματοποιήθηκε, ως επί το πλείστον, σε μεταμεσονύκτιες ώρες, γεγονός, το οποίο καταπόνησε τους τηλεθεατές της Γηραιάς Ηπείρου. Σημαντικοί αγώνες όμως, όπως ο τελικός και ορισμένοι άλλοι, διεξήχθησαν καταμεσήμερο (ώρα Μεξικού), με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι ποδοσφαιριστές. Παρά ταύτα, η τηλεθέαση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι αγώνες μεταδόθηκαν απευθείας σε ολόκληρο, σχεδόν, τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έγχρωμα (δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας, όπου, ωστόσο, η μαυρόασπρη εικόνα υπήρξε ποιοτικά παραπάνω από ευπρεπής).

Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 68 χώρες. Η Εθνική Ελλάδος (με την ιστορική τριάδα Δομάζου-Σιδέρη-Παπαϊωάννου, αλλά και με άλλους προικισμένους ποδοσφαιριστές) έχασε την πρόκριση στην τελευταία αναμέτρηση από τη Ρουμανία, παραχωρώντας ισοπαλία εκτός έδρας (1-1). Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες φίλαθλοι έτρεφαν βάσιμες ελπίδες να δουν το εθνικό συγκρότημα να συμμετέχει σε μια τελική φάση, ειδικότερα έπειτα από τις θριαμβευτικές νίκες σε βάρος της Πορτογαλίας (4-2) και της Ελβετίας (4-1). Η τελική βαθμολογία του ομίλου είχε ως εξής: 1. Ρουμανία 8β. 2. Ελλάδα 7β. 3. Ελβετία 5β. 4. Πορτογαλία 4β. Αργότερα, η προκριθείσα Ρουμανία κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο, μαζί με τις Βραζιλία, Αγγλία και Τσεχοσλοβακία. Τα πικρόχολα σχόλια των Ελλήνων, τα οποία συνόδευσαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, ήταν αναμενόμενα. Στο Μεξικό μετέβησαν 16 ομάδες (9 από την Ευρώπη, 3 από τη Νότια Αμερική, 2 από την Κεντρική Αμερική και 2 από τις υπόλοιπες ηπείρους). Οι εθνικές ομάδες της Αγγλίας (κάτοχος του τροπαίου, τέσσερα χρόνια νωρίτερα) και του Μεξικού (διοργανώτρια χώρα) συμμετείχαν τιμής ένεκεν. Συγκροτήθηκαν τέσσερις όμιλοι, από ισάριθμες ομάδες ο καθένας.

Οι αγώνες της τελικής φάσης διεξήχθησαν σε πέντε πόλεις (Mexico City, Guadalajara, Léon, Puebla και Toluca) και σε ισάριθμα στάδια. Τα  μεγαλύτερα από αυτά (Estadio Azteca της πρωτεύσας και Estadio Jalisco της Guadalajara) ήταν χωρητικότητας 107.247 και 71.100 θεατών αντίστοιχα.

Πανοραμική άποψη του Estadio Azteca. Κάτω εικονίζεται ο Juanito, μασκότ  των αγώνων.

Για την ιστορία του θεσμού ας σημειωθεί πως το 1970, στο Μεξικό, εισήχθησαν καινοτομίες, για την εποχή εκείνη, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Πρόκειται για την κίτρινη (όχι ακόμα την κόκκινη) κάρτα των διαιτητών και για το δικαίωμα αλλαγής δυο (σήμερα τριών) παικτών ανά ομάδα σε οποιοδήποτε σημείο του αγώνα. Έως τότε, επιτρεπόταν μόνο η αντικατάσταση αποχωρούντος λόγω τραυματισμού.

 

Β. Εθνική Βραζιλίας. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών

Η Εθνική Βραζιλίας του 1970 αποτελούσε την προσωποποίηση του επιθετικού ποδοσφαίρου. Στον τελικό, ισοπέδωσε με 4-1 την κατεξοχήν εκπρόσωπο της αμυντικής τακτικής, ομάδα της Ιταλίας. Τρία λεπτά πριν από τη λήξη του τόσο κρίσιμου αγώνα και ενώ προηγούνταν ήδη με 3-1, οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν απτόητοι το επιθετικό τους σφυροκόπημα. Την μπάλα αντάλλαξαν μεταξύ τους εννέα από τους έντεκα παίκτες (δίχως να μπορέσει να την αγγίξει ούτε ένας αντίπαλος), προτού αυτή καταλήξει, μέσα σε γενική αποθέωση, για τέταρτη φορά στην αντίπαλη εστία. Η απόλυτη επικράτηση!

Άξιο μνείας είναι, επίσης, το ότι η Εθνική Βραζιλίας εξήλθε νικήτρια όλων ανεξαιρέτως των αγώνων που έδωσε τόσο στην προκριματική όσο και στην τελική φάση. Ειδικότερα στο Μεξικό, στην αρχική φάση των ομίλων κέρδισε την Τσεχοσλοβακία (4-1), την Αγγλία (1-0) και τη Ρουμανία (3-2). Στον προημητελικό γύρο, επικράτησε του Περού (4-2). Στον ημιτελικό επεβλήθη της Ουρουγουάης (3-1) και στον τελικό της Ιταλίας (4-1).

Κι όμως, στο Μεξικό η Εθνική Βραζιλίας δεν μετέβη ως φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Την διακατείχε ακόμη το σύνδρομο από την κακή εμφάνιση στα γήπεδα της Αγγλίας, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο πλαίσιο της τελικής φάσης του VIII Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου. Παρά τη συστηματική προετοιμασία σε επίπεδο φυσικής αγωγής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του μεγάλου υψομέτρου, τις παραμονές τέλεσης των αγώνων η ομάδα σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες.

Η ανάκρουση των εθνικών ύμνων Βραζιλίας και Ιταλίας λίγο πριν από τον μεγάλο τελικό.

Χαρακτηριστική των διαφόρων ζυμώσεων υπήρξε η αντικατάσταση του προπονητή την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή και η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Mário Zagallo. Ακόμα και η συμμετοχή του περιβόητου Pelé, αιχμής του δόρατος της ομάδας, δεν εθεωρείτο ως δεδομένη. Τελικά, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να συμπεριληφθεί, καθιστώντας σαφές πως επρόκειτο για το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Γενικότερα, η ομάδα της Βραζιλίας μετέβη στην τελική φάση, έχοντας συνειδητά διαθέσει ευρύ περιθώριο στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία των ποδοσφαιριστών, την έφεση των τελευταίων στο επιθετικό παιχνίδι και με τη συνδρομή της τύχης, το στοιχείο αυτό έμελλε να οδηγήσει τα πράγματα στην τελική αποθέωση. H παράμετρος τύχη συνίστατο στο ότι η ομάδα έδωσε τους πέντε από τους έξι αγώνες στο Estadio Jalisco της Guadalajara, σε υψόμετρο επιφανείας της θάλασσας. Στην Πόλη του Μεξικού μετέβη μόνο για να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον τελικό.

Κατακτώντας, το 1970, το τρόπαιο για τρίτη φορά, η Βραζιλία απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης φύλαξης του κυπέλλου, όπως ακριβώς προέβλεπαν οι κανονισμοί. Το τελευταίο εκλάπη το 1983 από την έδρα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στο Rio de Janeiro. Έκτοτε, χάθηκαν τα ίχνη του. Καθώς είχε σφυρηλατηθεί με άνω των τριών κιλών ατόφιο χρυσό, εικάζεται πως οι διαρρήκτες έσπευσαν να το λιώσουν.

Football’s Greatest International Teams .. Brazil 1970

 

Γ. Edson Arantes do Nascimento (Pelé)

Ο μέγιστος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος

Φτάνοντας στο Μεξικό, ο Pelé καλείτο να αναμετρηθεί με τα σύνδρομα και τις φοβίες του. Στις δυο προηγούμενες τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Χιλή 1962, Αγγλία 1966) είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει σε πρώιμη φάση του τουρνουά, εξαιτίας σοβαρών τραυματισμών.  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε βαρύνει και η αυτοπεποίθησή του έδειχνε να τον έχει εγκαταλείψει. Η ψυχολογία του βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μάλιστα, είχε φτάσει μέχρι σημείου να δηλώσει πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συμμετάσχει σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σφύριγμα έναρξης του πρώτου αγώνα των ομίλων ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, μετέτρεψε όλα τα παραπάνω, σαν να επρόκειτο για άγγιγμα με κάποιο μαγικό ραβδί. Πέτυχε γκολ, συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την εστία των αντιπάλων, μοίρασε έντεχνα παιχνίδι ως επιτελικός παίκτης, είχε έναν ξέφρενο ρυθμό από την αρχή έως το τέλος. Η πιο εντυπωσιακή φάση του αγώνα υπήρξε η προσπάθειά του να πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Διαπιστώνοντας ότι ο τερματοφύλακας Ivo Viktor βρισκόταν εκτός θέσης, έκανε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ από απόσταση 65 μέτρων! Η ταχύτητα της μπάλλας καταμετρήθηκε στα 105 χλμ. Τελικά, αστόχησε για 20 εκατοστά.

Pelé vs Czechoslovakia ● Building Confidence ● 1970 World Cup First Match

<

Ο Banks αποκρούει τη μπάλλα, ενώ ο Pelé πανηγυρίζει πιστεύοντας ότι έχει σκοράρει.

Στον δεύτερο, κρίσιμο, αγώνα κατά της Αγγλίας πραγματοποίησε την κεφαλιά, που οδήγησε στην επονομαζόμενη “απόκρουση του αιώνα” εκ μέρους του τερματοφύλακα Gordon Banks κι ενώ το αποτέλεσμα ήταν ακόμα ισόπαλο 0-0. Κατά τα λεγόμενα του Banks, ο Pelé, πεπεισμένος ότι είχε πετύχει τέρμα, άρχισε να πανηγυρίζει αναφωνώντας “Γκολ!”. Του ήταν αδιανόητο να φανταστεί πως δεν είχε βρει στόχο.

Στο δεύτερο ημίχρονο, υπήρξε ο παίκτης, ο οποίος τροφοδότησε τον σκόρερ του αγώνα, Jairzinho. Χάρη στη νίκη επί της Αγγλίας με 1-0, πέρα από το όποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα, η Εθνική Βραζιλίας διατήρησε το δικαίωμα συνέχισης των αγώνων της στην, από κάθε άποψη, ευνοϊκή Guadalajara.

Στον τελευταίο αγώνα των ομίλων (3-2 επί της Ρουμανίας) και ενώ η πρόκριση στον επόμενο γύρο είχε κριθεί, ο Pelé πέτυχε δυο από τα τρία τέρματα της ομάδας του. Το πρώτο (1-0) με απευθείας κτύπημα φάουλ και το δεύτερο (3-1), έπειτα από εκπληκτικής επινόησης τροφοδοσία από τον Tostão.

Pelé vs Romania ● Back To The Elite ● 1970 World Cup

Στους δυο επόμενους αγώνες (4-2 επί του Περού στον προημιτελικό γύρο και 3-1 επί της Ουρουγουάης στον ημιτελικό), ο Pelé δεν πέτυχε τέρμα. Ωστόσο, αξέχαστη θα παραμείνει στη μνήμη μας η ευρηματική του προσποίηση σε βάρος του τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, η οποία λίγο έλειψε να καρποφορήσει και να διεκδικήσει, με τον τρόπο αυτό, επάξια τον χαρακτηρισμό του θεαματικότερου γκολ της διοργάνωσης.

Η ευρηματική προσποίηση στον ημιτελικό κατά της Ουρουγουάης

O Pelé πανηγυρίζει το τέρμα, το οποίο πέτυχε σε βάρος της Ιταλίας στον τελικό.

Στον τελικό της 21ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ενάντια στην Ιταλία, ο Pelé πέτυχε το κρίσιμο, ψυχολογικά, πρώτο τέρμα στο 18΄, με εντυπωσιακή κεφαλιά. Το πρώτο ημίχρονο βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 1-1. Το δεύτερο μέρος αποδείχτηκε παράσταση για μια ομάδα: την Εθνική Βραζιλίας, η οποία, σε ρυθμό σάμπας έως το τελικό σφύριγμα του διαιτητή, μάγεψε τους πάντες. Συνάμα, επρόκειτο για έναν εμβληματικό αποχαιρετισμό ενός μεγάλου παίκτη στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο.

 

Δ. Η απόκρουση του αιώνα

Η απόκρουση του αιώνα πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουνίου, στο  Estadio Jalisco της Guadalajara, κατά το πρώτο ημίχρονο του κρίσιμου αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Βραζιλίας για τη φάση των ομίλων. Το αποτέλεσμα τη στιγμή εκείνη ήταν ισόπαλο 0-0. Μοιρασμένη ήταν και η παρουσία των δυο ομάδων μέσα στο γήπεδο, με μια ελαφρά υπεροχή εκ μέρους των Βραζιλιάνων. Από την αρχή είχε διαφανεί ότι τα πάντα θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες και πως, σε περίπτωση νίκης, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι οριακό.

Η επίμαχη φάση ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης επίθεσης της ομάδας της Βραζιλίας. Ο αρχηγός Carlos Alberto Torres τροφοδότησε στο δεξιό άκρο τον Jairzinho. Από τη γραμμή, σχεδόν, του άουτ, ο τελευταίος εξουδετέρωσε με μια ψηλοκρεμαστή σέντρα τον Άγγλο αμυντικό Terry Cooper. Με αξιοθαύμαστη ακρίβεια η μπάλα έφτασε στο κεφάλι του Pelé. Εκείνος απογειώθηκε και με καρφωτή κεφαλιά πίστεψε ότι είχε βρει στόχο. Η συνέχεια ανήκε στον τερματοφύλακα των αντιπάλων.

Ο Gordon Banks ήταν ένας έμπειρος και καταξιωμένος παίκτης. Τόσο πολύ, μάλιστα, που την παραμονή του αγώνα πληροφορήθηκε ότι είχε τιμηθεί με το Order of the British Empire (ΟΒΕ), την ανώτατη διάκριση, η οποία απονέμεται στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και ως αναγνώριση για πάσης φύσεως δημόσια διάκριση.

Γράφημα, το οποίο απεικονίζει την επίμαχη φάση.

Ο ίδιος ο Banks διατείνεται πως είχε διαβάσει τη φάση ευθύς εξαρχής. Βλέποντας ότι η σέντρα του  Jairzinho δεν ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τη γραμμή του τέρματος αλλά κατευθυνόταν προς τα πίσω, θεώρησε πως η απόσταση ήταν απαγορευτική προκειμένου να επιχειρήσει έξοδο. Για το λόγο αυτό, προτίμησε να κινηθεί προς το δεξιό άκρο της εστίας του, εκεί ακριβώς όπου υπολόγιζε ότι θα καταφερθεί το αντίπαλο κτύπημα. Τίποτα, μέχρι στιγμής, δεν ενέχει κάτι το εξαιρετικό. Η μεγάλη αξία της φάσης συνίσταται στην ίδια την απόκρουση. Ευρισκόμενος στην σωστή θέση, ο κάθε τερματοφύλακας μπορούσε να χρεωθεί γκολ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πόσο μάλλον, που η μπάλα, μετά από την κεφαλιά του Pelé έσκασε στο έδαφος και αναπήδησε. Η ενστικτώδης απόκρουση του Banks, σε χαμηλό ύψος, προτού προλάβει η μπάλα να περάσει τη γραμμή του τέρματος, είναι χάρμα οφθαλμών. Με την άκρη των δακτύλων του δεξιού χεριού, άλλαξε την πορεία της τελευταίας παραχωρώντας κόρνερ. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιχομυθία έως ότου εκτελεστεί το κόρνερ:

Pelé: “Νόμισα πως μπήκε γκολ”.

Banks: “Κι εγώ το ίδιο”.

Moore: “Άρχισες να γερνάς, Banksy. Συνήθιζες να ορμάς καταπάνω τους”.

Ο αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας, θεώρησε, προφανώς, πως ο τερματοφύλακας είχε υιοθετήσει λανθασμένη τακτική, μη επιχειρώντας έξοδο. Μέσα στον αναβρασμό της φάσης, δεν αντιλήφθηκε πως μόλις είχε υπάρξει μάρτυς της μεγαλύτερης απόκρουσης όλων των εποχών.

Στο υπόλοιπο της διοργάνωσης, ο Gordon Banks στάθηκε άτυχος. Θύμα γαστρεντερίτιδας την παραμονή του κρίσιμου προημιτελικού ενάντια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα, Peter Bonetti, και αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την οδυνηρή ήττα της ομάδας του από την τηλεόραση. Εξίσου άτυχος υπήρξε και στη συνέχεια της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1972, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα του κόστισε ταυτόχρονα την απώλεια του ενός οφθαλμού και το άδοξο τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. 

FIFA World Cup moments: Gordon Banks

Οι δυο πρωταγωνιστές, τριάντα χρόνια έπειτα από την ιστορική απόκρουση.

Ε. Ο αγώνας του αιώνα

Game of the Century, Match du siècle, Partita del secolo, Jahrhundertspiel, Partido del Siglo. Ουδέποτε άλλοτε αγώνας ποδοσφαίρου είχε αποσπάσει τόσο διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι ο ημιτελικός της 17ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είχε να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο έως το τελευταίο λεπτό. Οι Ιταλοί προηγούνταν από νωρίς (8′ μόλις λεπτό) με 1-0, με τον Roberto Boninsegna και είχαν ξεδιπλώσει απλόχερα το περίφημο σύστημα Catenaccio, του οποίου υπήρξαν οι εμπνευστές και που προσέβλεπε στη διατήρηση του θετικού αποτελέσματος μέσω ενός ακραιφνούς αμυντικού τρόπου παιχνιδιού, συχνά σε βάρος του θεάματος. Η τακτική τους ήταν να διατηρήσουν μέχρι τέλους το οριακό πλεονέκτημα, αποτρέποντας με κάθε μέσο (ακόμα και αντιαθλητικό) την ισοφάριση. Ειδικότερα στο δεύτερο ημίχρονο, τα πάντα διαδραματίζονταν στο μισό γήπεδο, με τη μια ευκαιρία να διαδέχεται την άλλη για τους Γερμανούς. Τα πολλά νεύρα και οι σκληροτράχηλες φάσεις ενθαρρύνθηκαν και από την ανεπαρκέστατη (και μεροληπτική υπέρ των Ιταλών) διαιτησία του Μεξικανού Arturo Maldonado. Χαρακτηριστικό της έντασης, που επικρατούσε, υπήρξε ο τραυματισμός του στυλοβάτη της γερμανικής άμυνας Franz Beckenbauer, ο οποίος υπέστη εξάρθρωση της ωμοπλάτης προς το τέλος του αγώνα. Παρά ταύτα, αναγκάστηκε να συνεχίσει, επειδή η ομάδα του είχε εξαντλήσει ήδη το δικαίωμα των δυο αλλαγών. Έως τη λήξη, συμμετείχε τυλιγμένος με επιδέσμους.

Ένταση και εκνευρισμός στο δεύτερο ημίχρονο.
O Franz Beckenbauer συνεχίζει να αγωνίζεται με την ωμοπλάτη τυλιγμένη με επιδέσμους.

Κι ενώ τα πάντα προδίκαζαν την τελική επικράτηση της Ιταλίας, σημειώθηκε η φάση εκείνη, η οποία έκανε τον αγώνα να μπει στην Ιστορία. Είχε συμπληρωθεί η κανονική διάρκεια και παίζονταν οι καθυστερήσεις, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελευταία, απέλπιδα, επίθεση. Εμφανιζόμενος από το πουθενά, σε μια στιγμή γενικευμένης σύγχυσης, κόπωσης και στιγμιαίας απώλειας αυτοσυγκέντρωσης των Ιταλών, ο αμυντικός Karl-Heinz Schnellinger, κατάφερε να ισοφαρίσει, στέλνοντας το παιχνίδι στην παράταση. Αυτό υπήρξε το ένα και μοναδικό τέρμα, το οποίο ο συγκεκριμένος παίκτης σημείωσε στους 47 αγώνες, που έδωσε φορώντας τα χρώματα της Εθνικής Γερμανίας. Μεγάλοι άτυχοι της όλης υπόθεσης ήσαν οι τηλεθεατές εκείνοι, οι οποίοι, θεωρώντας πως η έκβαση του αγώνα είχε κριθεί, έσβησαν τους δέκτες λίγα λεπτά της ώρας νωρίτερα και αποσύρθηκαν για ύπνο. Αναμενόμενη, κατά τα άλλα, αντίδραση, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, εφόσον η συνέχεια αποτελούσε πραγματική πρόκληση στη λογική και δεν μπορούσε να την προβλέψει κανείς.

Η κρίσιμη ισοφάριση της Γερμανίας από τον Schnellinger  στο 90+ λεπτό του αγώνα.

Στην ολιγόλεπτη διακοπή, η οποία μεσολάβησε έως την έναρξη του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης, διάχυτη ήταν η εντύπωση πως ο αγώνας επρόκειτο να διατηρήσει τα μέχρι τότε χαρακτηριστικά του. Αν και διέθεταν ψυχολογικό πλεονέκτημα, οι Γερμανοί είχαν κατασπαταλήσει δυνάμεις στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν το αποτέλεσμα. Αδιαφιλονίκητοι γνώστες της αμυντικής τακτικής, οι αντίπαλοί τους ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να αιφνιδιάσουν σε κάποια αντεπίθεση, διαφυλάττοντας τα νώτα τους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν προδιέγραφαν κάτι διαφορετικό: 33°C υπό σκιά, αραιός αέρας εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου, φυσική κόπωση και αφυδάτωση των περισσοτέρων παικτών. Η λογική υπαγόρευε πως το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό θα αναλογούσε στην ομάδα εκείνη, η οποία θα κατάφερνε να πετύχει ένα γκολ.

Τελικά, δεν επιτεύχθηκε ένα, αλλά πέντε! Η Ιταλία άφησε πίσω της το αμυντικό παιχνίδι και αυτό, το οποίο ακολούθησε ήταν απίστευτο, τόσο ως προς τη διακύμανση του σκορ όσο και σε επίπεδο ψυχολογικών ανατροπών. Η αρχή έγινε με την αιχμή του δόρατος της επίθεσης της Εθνικής Γερμανίας και της F.C. Bayern του Μονάχου, Gerd Müller στο 94΄ (Ιταλία-Γερμανία 1-2). Τέσσερα λεπτά αργότερα (98΄), οι Ιταλοί ξανάφεραν το αποτέλεσμα στα ίσα με τον Tarcisio Burgnich (Ιταλία-Γερμανία 2-2). Στο 104΄, έκαναν τη μεγάλη ανατροπή με τον Luigi Riva (Ιταλία-Γερμανία 3-2). Έξι λεπτά αργότερα, στο 110΄ (απέμεναν δέκα λεπτά έως τη λήξη του αγώνα), οι Γερμανοί ξανακτύπησαν με τον Gerd Müller (Ιταλία-Γερμανία 3-3). Δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί ένα λεπτό, όταν, στο 111΄ ο μεσοεπιθετικός και αρχηγός της  A.C. Milan, Gianni Rivera, πέτυχε το τέρμα, το οποίο έκανε την τελική διαφορά (Ιταλία-Γερμανία 4-3). Η εξέλιξη υπήρξε τόσο γρήγορη, ώστε η μεξικανική τηλεόραση, που τη στιγμή εκείνη μετέδιδε σε επανάληψη το γκολ της ισοφάρισης του Müller, έχασε τη φάση. Το αποφασιστικότερο τέρμα μεταδόθηκε μόνο σε αργή κίνηση κατόπιν εορτής!

Ο Müller πανηγυρίζει το δεύτερό του τέρμα, στο 110΄ του αγώνα. Εύγλωττη είναι η απογοήτευση των Ιταλών αμυντικών.
To αποφασιστικό γκολ του Rivera, ένα λεπτό αργότερα. Οι Ιταλοί στα Ουράνια, οι Γερμανοί στα Τάρταρα.

Η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε σε αυτό τον αγώνα, στέρησε ουσιαστικά από την Ιταλία το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερις μέρες αργότερα, κατέβηκε στον μεγάλο τελικό φανερά εξουθενωμένη. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να αντέξει επί ένα ημίχρονο στις πιέσεις μιας αχαλίνωτης Βραζιλίας. Επόμενο ήταν να ηττηθεί κατά κράτος. Η Γερμανία αποζημιώθηκε με την κατάληψη της τρίτης θέσης επικρατώντας με 1-0 της Ουρουγουάης στον διαδικαστικό και αδιάφορο μικρό τελικό. Το 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, ήταν η δική της σειρά να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Fussball WM 1970 – Deutschland vs Italien (Halbfinale)

Πρόκειται για τη μοναδική φορά, σε τόσο προχωρημένο στάδιο του θεσμού, που σημειώθηκαν πέντε τέρματα στη διάρκεια της παράτασης ενός αγώνα. Πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα έφτασε ένας άλλος μεγάλος, ημιτελικός: η αναμέτρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Γαλλία, στο  Estadio Ramón Sánchez Pizjuán της Σεβίλλης, στις 8 Ιουλίου 1982. Έληξε ισόπαλη 3-3 (1-1 στην κανονική διάρκεια), με τους Γερμανούς να προκρίνονται στη διαδικασία των πέναλτυ με 5-4. Ανάλογες συγκινήσεις, ανάλογες ανατροπές προς δόξα και τιμή του αθλήματος!

Σε μια από τις εισόδους του Estadio Azteca, υπάρχει μια εντοιχισμένη πινακίδα, επάνω στην οποία αναγράφεται:

Το Στάδιο των Αζτέκων αποτίει φόρο τιμής στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήτατα της Ιταλίας (4) και της Γερμανίας (3), πρωταγωνιστές, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, στον ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

17 Ιουνίου 1970”

Κάθε σχόλιο είναι περιττό.

 

Η τιμητική πινακίδα έξω από το Estadio Azteca.

Στ΄. Οι υπόλοιποι σημαντικότεροι αγώνες

Από τους 32, συνολικά, αγώνες της τελικής φάσης, συγγκρατήσαμε τρεις, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.

  1. Αγγλία – Βραζιλία 0-1 (7 Ιουνίου, Estadio Jalisco, Guadalajara)

Πέραν από τη μνημειώδη απόκρουση του Banks, ο συγκεκριμένος αγώνας υπήρξε ο σημαντικότερος, σε επίπεδο φάσης των ομίλων, ολόκληρης της διοργάνωσης. Η πρόκριση στους προημιτελικούς ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για αμφότερους τους αντιπάλους. Το διακύβευμα ήταν άλλης φύσεως. Το γόητρο κατ αρχήν. Η Εθνική Αγγλίας είχε μεταβεί στο Μεξικό με τον αέρα του τροπαιούχου. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να επαναλάβει τον άθλο του 1966. Η Βραζιλία, από τη δική της πλευρά, καλείτο να διασκεδάσει την άσχημη εντύπωση, την οποία είχε αφήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της  Αγγλίας. Δυο παράμετροι συνηγορούσαν υπέρ της άποψης αυτής: α) η σωστή φυσική προετοιμασία, που είχε προηγηθεί και β) η τέλεση των αγώνων σε λατινοαμερικανικό έδαφος, εκ προοιμίου περισσότερο φιλόξενου για την ομάδα. Ο νικητής και πρωτοπόρος του ομίλου θα διέθετε δυο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα. Την παραμονή στην Guadalajara, πόλη με μηδενικό υψόμετρο, στον επόμενο γύρο καθώς και, κατά τα φαινόμενα, έναν ευκολότερο αντίπαλο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν, ο νικητής του αγώνα επρόκειτο να βρεθεί  αντιμέτωπος με το Περού, ο ηττημένος με την παντοδύναμη Γερμανία.

Ο αγώνας υπήρξε, σε γενικές γραμμές, ισοβαρής. Ξεκίνησε με μια υπεροχή της Βραζιλίας. Έπειτα από τη διάσωση του Banks, η Αγγλία εξισορρόπησε το παιχνίδι έως το τέλος του ημιχρόνου. Με την έναρξη του δευτέρου μέρους, η κατάσταση παρέμεινε ως είχε. Από τα πρώτα λεπτά άρχισε να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι ο αγώνας θα κρινόταν οριακά. Το μοναδικό τέρμα, το οποίο έκανε τη διαφορά, πέτυχε στο 59΄ ο Jairzinho, έπειτα από πάσα του Pelé. Στο εναπομείναν μισάωρο, η Εθνική Αγγλίας άσκησε πίεση κι έφτασε αρκετές φορές κοντά στην ισοφάριση. Αλλά ακόμα και με ισόπαλο αποτέλεσμα, από βαθμολογικής απόψεως δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Οι δυο αντίπαλοι προκρίθηκαν στον επόμενο γύρο, όπου η Αγγλία έτυχε να βρεθεί απέναντι στη Γερμανία, σε μια επαναληπτική εκδοχή του τελικού του 1966.

Pelé vs England ● Early Clash ● 1970 World Cup

  1. ΓερμανίαΑγγλία 3-2 (14 Ιουνίου, Estadio Nou Camp, León)

Ο πρώτος, κατά σειρά, μεγάλος αγώνας της διοργάνωσης και, μακρόθεν, ο πιο δραματικός της προημιτελικής φάσης. Ταυτόχρονα ήταν επανάληψη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Τότε, η Αγγλία είχε νικήσει χάρη σε ένα αμφισβητούμενο γκολ και υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί ανάμεσα στις δυο ομάδες. Το 1970 επρόκειτο για νοκ-άουτ αναμέτρηση. Ο νικητής περνούσε στα ημιτελικά, ο ηττημένος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ουσιαστικά, η αντίστροφη μέτρηση για την Εθνική Αγγλίας είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν από την τέλεση του αγώνα, όταν ο τερματοφύλακας Gordon Banks, ο ήρωας του αγώνα με τη Βραζιλία, προσβλήθηκε από οξεία γαστρεντερίτιδα (εικάζεται ότι το πρόβλημα προέκυψε από κατανάλωση τοπικής μπύρας, καθότι η ομάδα είχε φέρει όλα τα εδέσματα από την Αγγλία και ίσχυαν αυστηρότατοι κανόνες διατροφής). Αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό Peter Bonetti, που έμελλε να αναδειχθεί σε μοιραίο παίκτη της συνάντησης.

Κι όμως, όλα ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς για τους Άγγλους, οι οποίοι προηγήθηκαν στο 32΄ με τέρμα του Alan Mullery (Γερμανία – Αγγλία 0-1). Με το αποτέλεσμα αυτό οι δυο ομάδες αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια με τη λήξη του ημιχρόνου.

Ο Alan Mullery πανηγυρίζει το 0-1.

Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, η Εθνική Αγγλίας έδειχνε να ελέγχει τη ροή του αγώνα. Στο 50΄, μάλιστα, κατάφερε να διπλασιάσει τα τέρματά της με τον Martin Peters. Τα πάντα προδίκαζαν μια άνετη πρόκριση. Ο προπονητής Sir Alf Ramsey, άρχισε να τρέφει όνειρα για τη συνέχεια, αντικαθιστώντας τον πλέον επιτελικό και πεπειραμένο ποδοσφαιριστή της ομάδας, Bobby Charlton, για εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει του επικείμενου ημιτελικού. Σε αυτή τη νευραλγική στιγμή, οι Γερμανοί κατάφεραν το πρώτο κτύπημα.

Δεκαοκτώ λεπτά έπειτα από την επίτευξη του δευτέρου τέρματος των Άγγλων και ενώ απέμενε μισή ώρα αγώνα, ο Franz Beckenbauer, ευρισκόμενος στην καρδιά της αντίπαλης άμυνας, μείωσε το σκορ. (Γερμανία-Αγγλία 1-2). Στη συγκεκριμένη φάση ο τερματοφύλακας έφερε μεγάλη ευθύνη, καθώς η μπάλλα πέρασε κάτω από το σώμα του. Το τέρμα του Beckenbauer αντέστρεψε εκ διαμέτρου την ψυχολογία των παικτών. ΄Εχοντας ασκήσει έως το σημείο εκείνο σαφή υπεροχή, η ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να χάσει τον αγώνα και να αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Γερμανοί, αντλώντας δύναμη από το εις βάρος τους αποτέλεσμα, συνέχισαν τις επιθέσεις ενάντια στους αποδιοργανωμένους πλήρως και ευρισκόμενους σε κατάσταση πανικού αντιπάλους τους. Στο 82΄, οκτώ λεπτά πριν από το τέλος, ισοφάρισαν με μια εντυπωσιακή ανάποδη κεφαλιά του αρχηγού της ομάδας, Uwe Seeler (Γερμανία-Αγγλία 2-2). Ο τερματοφύλακας Bonetti έφερε ευθύνη και σε αυτή την περίπτωση. Ο αγώνας πήγε στην παράταση, με τους Γερμανούς να διαθέτουν, πλέον, το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Το αναπόφευκτο έλαβε χώρα στο 108΄. Ο ευρισκόμενος πάντοτε μέσα στις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την αντίπαλη εστία Gerd Müller, πέτυχε από κοντά το γκολ της νίκης. (Γερμανία-Αγγλία 3-2). Παρότι απέμεναν ακόμη δώδεκα λεπτά αγώνα, ήταν σαφές πως η έκβαση είχε αμετάκλητα κριθεί.

Το νικητήριο τέρμα της Γερμανίας στο 108΄.

Επρόκειτο για τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης, ο οποίος διέθετε τόσο δραματική μορφή. Πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν, αμέσως έπειτα από το σφύριγμα της λήξης, πως ενδεχομένως επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της τελικής φάσης. Ουδείς διανοείτο εκείνο, το οποίο έμελλε να ακολουθήσει, τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στον ημιτελικό της Πόλης του Μεξικού, ανάμεσα στην νικήτρια Γερμανία και την Ιταλία.

14/06/1970 England v West Germany

  1. ΒραζιλίαΙταλία 4-1 (21 Ιουνίου, Estadio Azteca, Mexico City)

Ελπίδα και ευχή των οπαδών του αθλήματος ήταν ο μεγάλος τελικός να αποδειχθεί αντάξιος ενός πρωταθλήματος, το οποίο είχε ήδη προσφέρει υψηλού επιπέδου ποιοτικό θέαμα, έντονες συγκινήσεις και αναπάντεχες ανατροπές. Δεν διαψέυσθηκαν, μολονότι η τελευταία συνάντηση της διοργάνωσης δεν άργησε να μετεξελιχθεί σε παράσταση για έναν μόνο πρωταγωνιστή. Αλλά τί πρωταγωνιστή!

Μοναδική στιγμή, οπότε δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο αγώνας μπορούσε να εκλάβει χαρακτήρα αμφίρροπης αναμέτρησης, ήταν το 37΄. Τότε ο Roberto Boninsegna ισοφάρισε το τέρμα, το οποίο είχε σημειώσει με θεαματική κεφαλιά ο Pelé είκοσι λεπτά νωρίτερα. Εικόνα απατηλή, καθώς από τα πρώτα κιόλας λεπτά είχε διαφανεί η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Η διαφορά δεν είχε να κάνει τόσο με την αξία, όσο με τη φυσική κατάσταση. Η Βραζιλία είχε ολοκληρώσει το πρόγραμμά της κάνοντας εξοικονόμηση δυνάμεων. Έδωσε όλους τους αγώνες της στο φιλόξενο και κλιματολογικά ευνοϊκό περιβάλλον της Guadalajara, απέναντι σε ευκολότερα διαχειρίσιμους αντιπάλους. Αντίθετα, η Ιταλία είχε δυσκολότερο, αναλογικά, πρόγραμμα και μόλις είχε εξέλθει εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια, την οποία κατέβαλε στον πρόσφατο ημιτελικό ενάντια στη Γερμανία. Παρόλο το ισόπαλο (1-1) αποτέλεσμα του πρώτου ημιχρόνου, η Βραζιλία ξαναβγήκε στο γήπεδο με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση και με τη βούληση να αφήσει απλόχερα να ξεδιπλωθούν ανάγλυφα όλες τις τεχνικές της αρετές.

Ο Luigi Riva εν δράσει, υπό το βλέμμα του Pelé.

Στον τρόπο του παιχνιδιού της δεν υπήρχε τίποτα το επιδειξιομανές. Απλότητα, οξυδέρκεια, ευρηματικότητα, φαντασία, ομαδικότητα υπήρξε ο συνδυασμός εκείνος, τον οποίον, για ολόκληρο το υπόλοιπο της αναμέτρησης, απόλαυσαν οι 107.000 θεατές και εκατομμύρια άλλοι, καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες τους. Τρία γκολ και ένα δοκάρι ήταν ο απολογισμός. Τα πέτυχαν οι Gérson (66′), Jairzinho (71′), Carlos Alberto Torres (86′) και Rivelino (59′ – δοκάρι). Το τελευταίο τέρμα, τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ τα πάντα είχαν, πλέον, κριθεί με γνώμονα την εξέλιξη του αγώνα, ήταν συνάμα και η αποθέωση του επιθετικού παιχνιδιού: η μπάλα πέρασε από τα πόδια εννέα εκ των έντεκα Βραζιλιάνων παικτών, δίχως να καταφέρει να την αγγίξει ούτε ένας Ιταλός, προτού καταλήξει με θεαματικό τρόπο στα δίκτυα, επισφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή των νικητών. Έχει καταχωριστεί στα παγκόσμια χρονικά του ποδοσφαίρου ως το ωραιότερο τέρμα, προϊόν ομαδικής προσπάθειας.

Carlos Alberto (Mexico 1970)

Ο τελικός της 21ης Ιουνίου δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την ένταση και τη δραματική εξέλιξη προηγουμένων αγώνων. Όσοι ανέμεναν μια επανάληψη του μεγαλειώδους ημιτελικού Ιταλίας-Γερμανίας, διαψεύσθηκαν. Άλλωστε, αγώνες αυτού του είδους, δύσκολα διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Η μαγεία του τελικού συνίστατο στην επικράτηση κατά κράτος του θεάματος έναντι της ψυχρής, υπολογιστικής, τακτικής. Δυστυχώς, υπήρξε από τις τελευταίες εκφάνσεις της αντίληψης αυτής, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, τα δεδομένα αντιστράφηκαν, αφαιρώντας από το άθλημα μεγάλο μέρος της γοητείας του. Ίσως γι αυτόν τον λόγο, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, με την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών, με τη συμμεχοτή του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή, την απόκρουση του αιώνα, την αναμέτρηση του αιώνα, την αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου και του εν γένει θεάματος, έμεινε βαθειά χαραγμένο στη μνήμη και στην καρδιά όσων είχαμε την τύχη να το παρακολουθήσουμε, με θαυμασμό, αγάπη, συνάμα, όμως, και με ανείπωτη νοσταλγία.

Η στέψη των πρωταθλητών.

1970 FIFA World Cup Mexico

https://www.fifa.com/worldcup/archive/mexico1970/

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dawson, Jeff, Back Home: England and the 1970 World Cup,  London, Orion, 2001.

Downing, David, The Best of Enemies: England v Germany, London, Bloomsbury Publishing, 2001.

Glanville, Brian, The Story of the World Cup, London, Faber and Faber, 2010.

Jenkins, Garry, The Beautiful Team: In Search of Pele and the 1970 Brazilians, New York, Pocket Books, 1999.

Körner, Torsten, Franz Beckenbauer. Der freie Mann, Frankfurt, Scherz Verlag GmbH, 2005.

Morris, Jim, Gordon Banks: A BiographyStroud, Amberley Publishing 2013.

Pele, The AutobiographyNew York, Simon & Schuster, 2007.

Powell, Jeff, Bobby Moore: The Definitive Biography, London,The Robson Press 2014.

Rennie, Mandy, Gordon Banks and Pele!, San Francisco, Blurb, 2019.

Wilson, Jonathan, Inverting the Pyramid: The History of Football Tactics, London, Orion, 2008.

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

 

Ο Αλέξανδρος Γ’ που από τους αρχαίους αναφέρεται ως Αλέξανδρος ο Μακεδών και από τους νεότερους κυρίως ως Αλέξανδρος o Μέγας, γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ., έγινε βασιλιάς το 336 π.Χ. και πέθανε στην Βαβυλώνα το 323 π.Χ. Ήταν γιος του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 336 π.Χ., και της Ολυμπιάδος, κόρης του Νεοπτόλεμου Βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.1,2

Υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως στρατηλάτης που γνώρισε η ανθρωπότητα, αλλά ταυτόχρονα χάρη σ’ ένα πολιτικό αισθητήριο που η επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής έκανε ολοένα και πιο ώριμο, η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του.2

Στους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος της εκστρατείας του και τον πρόωρο θάνατο του, η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη.

Το πολιτικό του όραμα έγινε αντικείμενο ποικίλων εκτιμήσεων. Ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο, ότι η ενοποίηση του κόσμου που ανακλούσε το όραμα της κοσμοκρατορίας, έστω και αν δεν πραγματώθηκε στο πολιτικό επίπεδο, έγινε έντονα αισθητό στο πολιτιστικό. Για πολλούς αιώνες την ταυτότητα του ανθρώπου δεν θα την προσδιορίζει τόσο η εθνική του ιδιαιτερότητα όσο το γεγονός ότι ζει σε μια κοινότητα, που έχει ως υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της βαρύνει – περισσότερο ή λιγότερο – η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Αυτός ο κόσμος, ή σωστότερα, αυτή η οικουμένη, που με το πέρασμά της στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στον χριστιανισμό θα αποκτήσει δύο ακόμη ενοποιά στοιχεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη χριστιανική πίστη, δεν θα πάψει να ζει για πολλούς αιώνες τουλάχιστον ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Αυτή η βαριά κληρονομιά στην ανθρωπότητα του φαινόμενου «Μέγας Αλέξανδρος» απασχόλησε την παγκόσμια βιβλιογραφία όλων των επιστημών και των ειδικοτήτων. Αναφέρεται ότι έχουν γραφεί πολύ περισσότερα από 250.000 βιβλία σε όλο τον κόσμο με 54.000.000 αναφορές στο διαδίκτυο και σε αμέτρητες γλώσσες με κύριο θέμα την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δείγμα και η ανεύρεση του ονόματος σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Μία ιδανική αναπαραγωγή της νεότητας του Αλέξανδρου. Πιθανόν γνήσια εργασία του Λεοχάρη. Μουσείο Ακρόπολης.

Πως ήταν δυνατόν να λείψουν οι γιατροί από μια τέτοια πανδαισία;4 Το ιατρικό ιστορικό του Αλέξανδρου είναι πλούσιο σε τραυματισμούς και νοσήματα, όπως περιγράφονται από τους ιστορικούς.1,2,5,6,7 Ο Αλέξανδρος είχε πολύ δυνατή κράση που αποδεικνύεται από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη ή τα νοσήματα που πέρασε και επέζησε σύμφωνα με το ιστορικό του.7 Έτσι αναφέρονται μερικοί από αυτούς όπως τους περιγράφει ο Αρριανός.1

Στην Κιλικία, στην πόλη Ταρσό, είχε πυρετό με σπασμούς, εξάντληση και έντονη αϋπνία. Ο ιατρός του, Φίλιππος ο Ακαρνάνας, του έδωσε κάποιο φάρμακο. αλλά οι αυλικοί τον είχαν ειδοποιήσει με γράμμα ότι ο ιατρός του θα τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και το έδωσε στο Φίλιππο και ενώ εκείνος το διάβαζε, ο Αλέξανδρος ήπιε το φάρμακο δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στον ιατρό του.

Στην μάχη του Γρανικού ποταμού τραυματισμός στον ώμο από ακόντιο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με σπαθί που έκοψε την περικεφαλαία στα δύο και τραυμάτισε τον Αλέξανδρο στο κρανίο.

Ο Αλέξανδρος και ο Κρατερός στο κυνήγι λιονταριού, Νέο Μουσείο Πέλλας.

Στην Ισσό σοβαρός τραυματισμός στον μηρό από σπαθί.

Στην Γάζα διατιτραίνον τραύμα ωμοπλάτης επειδή τρύπησε η ασπίδα από εχθρικό βέλος.

Στον Ώξο ποταμό, βέλος στην κνήμη, διατιτραίνον τραύμα, κάταγμα περόνης.

Στην Κυρούπολη της Σογδιανής, κάκωση κεφαλής από πέτρα.

Στους Σκύθες, μολυσμένο νερό, σοβαρή διάρροια, εντερικοί κωλικοί.

Στην Ινδία, ελαφρύ τραύμα στην ποδοκνημική άρθρωση από βέλος του υιού του Πώρου.

Στην χώρα των Μαλλών γράφει ο Αρριανός: «Αλέξανδρος δε βάλλεται και αυτός δια του θώρακος ες το στήθος τοξεύματι υπέρ τον μαστόν , ώστε λέγει Πτολεμαίος ότι και πνεύμα ομού τω αίματι εκ του τραύματος εξεπνείτο». Διατιτραίνον τραύμα θώρακα πάνω από τον μαστό από μεγάλο Ινδικό βέλος. Εξήλθε αέρας με φύσημα από το τραύμα, μαζί με σφύζουσα αιμορραγία. Μεθαιμορραγική καταπληξία, ζάλη και λιποθυμία και διακοπή της αιμορραγίας προφανώς από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Αφαίρεση του βέλους, νέα αιμορραγία, νέα απώλεια των αισθήσεων και νέα διακοπή αιμορραγίας. Φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε από το τραύμα, σύμφωνα με τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος επέζησε από τον βαρύτατο τραυματισμό, ανέρρωσε μετά από μήνες και παρουσιάσθηκε στους στρατιώτες του από το πλοίο που τον μετέφερε στον Υδάσπη ποταμό.

Μετά την επιστροφή του στην Βαβυλώνα αρρώστησε και έπαψε να ζει την 13η Ιουνίου του έτους 323 π.Χ. ανεξάρτητα από την θέληση και τις αντιρρήσεις της γοργόνας

Η ενασχόληση, λοιπόν, με θέματα υγείας του Αλεξάνδρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση των αιτιών του θανάτου του, είναι κάτι που αποκτά κατά περιόδους επικαιρότητα.9 Το όνειρο όλων των αρχαιολόγων είναι η ανεύρεση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος αναζητείται είτε στην Αλεξάνδρεια, είτε στην όαση Σίβα, στην Πέλλα, στην Αμφίπολη, στην Βενετία ή όπου αλλού.

Το βέβαιο είναι ότι ενταφιάσθηκε στη Αίγυπτο, αφού το σώμα του ταριχεύθηκε στην Βαβυλώνα με την μέθοδο μουμιοποιήσεως των Φαραώ, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια αναμένοντας την προετοιμασία της άμαξας του φέρετρου και της σαρκοφάγου του.

Ο Πτολεμαίος τιμώντας τον νεκρό έφτασε με στρατό στην Συρία, παρέλαβε τον νεκρό από τον Αρριδαίο και τον φρόντισε όπως του άξιζε. Η άμαξα ήταν ένα κτίριο σχεδόν ολόχρυσο που το έσερναν 64 άλογα στεφανωμένα με ολόχρυσα στεφάνια, διαλεγμένα για την ρώμη και το ανάστημά τους από όλη την αυτοκρατορία.

Η αρμάμαξα που μετέφερε το φέρετρο και την σαρκοφάγο του Βασιληά.

Από τι πέθανε όμως ο Μέγας Μακεδόνας μόλις 33 χρονών, μακριά από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την Πέλλα, την πατρίδα που τον γέννησε;

Η πιστοποίηση του θανάτου δεν είναι από τις δυσκολότερες ιατρικές δεξιότητες. Η αιτιολόγηση ή η δικαιολόγηση όμως του θανάτου είναι δυσχερής, κάποτε δε, με αυστηρά κριτήρια, είναι σχεδόν αδύνατη. Το καλύτερο και πλέον αξιόπιστο μέσο είναι η αυτοψία (νεκροψία και νεκροτομή) σε συνδυασμό και προς τις παρεχόμενες ιατρικές πληροφορίες.

Νεκροτομή και νεκροψία, από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν φαίνεται να έγινε στον Αλέξανδρο. Εξάλλου, αυτό ήταν απαγορευμένο στην Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον στον Βασιλιά Αλέξανδρο. Επομένως, για τα αίτια του θανάτου του μπορεί κανείς να στηριχθεί μόνο στις πληροφορίες που ανευρίσκει στην προσιτή βιβλιογραφία, τις οποίες να κατατάξει και μετά με λογική και επιστημονική αξιολόγηση να οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα. Η ιατρική προσέγγιση του προβλήματος, η αξιολόγηση δηλαδή των συμπτωμάτων και των σημείων των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, η εφαρμογή της ιατρικής βασισμένης σε στοιχεία (evidence based medicine) ίσως να είναι ο μοναδικός και ο ασφαλέστερος τρόπος γι αυτό. Συστηματική καταγραφή των συμπτωμάτων και των ευρημάτων (υποκειμενικά και αντικειμενικά σημεία και ευρήματα – παρατηρήσεις και αξιολόγηση) και κωδικοποίηση αυτών, ιδίως της πορείας των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, φαίνεται να υπάρχει στη σχετική βιβλιογραφία τόσο από τον Καθηγητή Χ.Ν.Σμπαρούνη9,10 όσο και αργότερα και από άλλους με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα.

Από τις πληροφορίες, οι οποίες υπάρχουν, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις για την αιτία (ες) του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι βασιλικές εφημερίδες που κατέγραφαν καθημερινά δραστηριότητες του Βασιλιά και από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τα συμπτώματα και τα σημεία δεν υπάρχουν, γιατί καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο Αρριανός1 και ο Πλούταρχος2 συμπυκνώνουν τα θρυλούμενα σε τρεις εκδοχές, οι οποίες και αποτελούν το περίγραμμα μιας Ελληνικής τραγωδίας στο χώρο του θρύλου.11

Εκδοχή 1η. Ο Αριστοτέλης – λόγω του θανάτου του ανεψιού του Καλλισθένη από το Μέγα Αλέξανδρο- ανακαλύπτει δραστικότατο δηλητήριο, το οποίο δίδει στον Αντίπατρο. Αυτός το δίδει στο γιο του Κάσσανδρο, που θα πήγαινε στη Βαβυλώνα, για να το παραδώσει στον αδελφό του, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ο οινοχόος του Βασιλέα. Αυτός, ο Ιόλας, θα μπορούσε να ρίξει το δηλητήριο στο κρασί του Βασιλέα. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται από τον Πλούταρχο, το «φαρμάκι» προερχόταν από τα νερά της Στυγός. Ο τρόπος, με τον οποίο έφτασε στα χέρια του Ιόλα, ήταν ο ίδιος.

Εκδοχή 2η. Κατ’ αυτήν, συνεργός στη δολοφονία του θεωρείται ο Μήδιος (Μήδης). Ο Μήδιος ο οποίος υποκατέστησε τον Ηφαιστίωνα στην εμπιστοσύνη του Βασιλέα, αγαπούσε τον Ιόλα. Αυτός, ο οποίος και είχε αναλάβει να δηλητηριάσει το Βασιλέα, είχε κάθε λόγο να το κάνει γιατί τελευταία ο Αλέξανδρος του είχε κακοφερθεί. Ο Μήδιος στα τέλη του Μαΐου του 323 π.Χ. είχε καλέσει τον Βασιλέα στο σπίτι του για να συνεχίσουν, ύστερα από ένα «βαρύ» δείπνο, τη διασκέδασή τους. Του πρόσφερε κρασί. Ο Αλέξανδρος σε λίγο ένοιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι, ο οποίος τον ανάγκασε να φύγει από τη διασκέδαση.

Εκδοχή 3η. Όταν ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν ήταν πλέον για να ζήσει – το οποίον σημαίνει ότι είχε προηγηθεί ασθένεια – ήθελε να πάει στον Ευφράτη για μπάνιο και να χαθεί. Να δώσει την εντύπωση, πέφτοντας μέσα, πως – ως αθάνατος που ήταν – τον είχαν πάρει κοντά τους οι Θεοί. Αν και την εκδοχή αυτή την επικρίνει ο Αρριανός,ωστόσο, σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Αλέξανδρος δοκίμασε να φύγει μυστικά από το κρεβάτι της αρρώστιας του και να πέσει στο ποτάμι, για να χαθεί το σώμα του και να νομισθεί ότι ανεβαίνει στον Όλυμπο ως θεός .

Ο Αρριανός, βέβαια, συμπληρώνει την περιγραφή όλων των παραπάνω υπογραμμίζοντας πως τα περιγράφει περισσότερο σαν διαδόσεις παρά σαν αξιόπιστες πληροφορίες, για να μην λεχθεί ότι δεν τις γνωρίζει.1,11

Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δηλαδή τα συμπτώματα και τα σημεία, μπορούν να καταχωρηθούν σε ένα ιατρικό δελτίο που να αξιολογεί κάθε ημέρα την κατάσταση του ασθενούς.9,10,11

Ιατρικό Δελτίο

Ημέρα 1η: 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.Χ.
Μετά από βαρύ φαγητό και οινοποσία, σε δείπνο, αναφέρεται πόνος έντονος – διαξιφιστικός, στην κοιλία με αντανάκλαση αρχικά προς το θώρακα και μετά προς την πλάτη (κωλικός πόνος). Ο πόνος συνοδεύεται από εμετό προκλητό – ανακουφιστικό. Ακολουθεί ρίγος και πυρετός.2,11
Σχόλιο: Ο θεράπων ιατρός του θεώρησε την κατάστασή του πολύ βαριά και λέγεται ότι του έδωσε προθεσμία ζωής. Είναι δυνατόν επομένως το επεισόδιο αυτό να ήταν παρόξυνση γνωστής ασθένειάς του. Επίσης αναφέρεται ότι ο ασθενής εζήτησε και έκανε ένα λουτρό για να ανακουφισθεί. Είναι δυνατόν αυτό να σχετίζεται με το θρύλο της πνευμονίας;

Ημέρα 2η: 1η Ιουνίου (16 Δαισίου)
Το ρίγος εξακολουθεί και ο ασθενής αισθάνεται σωματική εξάντληση. Παρά ταύτα, αποδέχεται πρόσκληση να συνεχίσει το βράδυ την διασκέδαση του. Ακολουθεί οινοποσία, μέχρι μέθης. Επανεμφανίζεται κωλικός πόνος με αντανάκλαση προς την ωμοπλάτη. Τον πόνο συνοδεύουν ρίγος και πυρετός. Λέγεται ότι ο Βασιλιάς φώναζε-ούρλιαζε δυνατά από τον πόνο.
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν αδυναμία να τον βοηθήσουν και προβλέπουν ταχεία εξέλιξη της καταστάσεώς του. Ο θρύλος, εδώ, τον θέλει δηλητηριασμένο αν και τα συμπτώματά του δεν είναι ανάλογα λήψεως δηλητηρίου.

Ημέρα 3η: 2 Ιουνίου (17Δαισίου)
Ο πυρετός παραμένει υψηλός, αναφέρονται δε ιδρώτες και ρίγος. Ο ασθενής παρουσιάζει βυθιότητα και σωματική αδυναμία (κατάπτωση).

Ημέρα 4η: 3 Ιουνίου (18 Δαισίου)
Ο πυρετός συνεχίζεται υψηλός, ο ασθενής είναι κάτωχρος.Οι ιατροί συστήνουν κρύα μπάνια. Παρουσιάζει σαφή επιδείνωση της καταστάσεώς του, και δεν έχει καλή επικοινωνία με το περιβάλλον (συγχυτική κατάσταση).

Ημέρα 5η: 4 Ιουνίου (19 Δαισίου)
Ο ασθενής ευρίσκεται σε «κρίσιμη κατάσταση» και πέρασε μια δύσκολη ημέρα.

Ημέρα 6η: 5 Ιουνίου (20 Δαισίου)
Παρουσιάζει θόλωση της διανοίας, έχει παραλήρημα και διεγέρσεις. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολουθούν, εκδηλώνεται δε πιθανόν και ίκτερος που μπορεί να οφείλεται σε ηπατική δυσπραγία – απόφραξη χοληφόρου ή σηπτική καταπληξία.
Σχόλιο: Η κατάσταση κρίνεται πολύ βαριά, αφού συζητείται και θέμα αντιβασιλείας.

Ημέρα 7η: 6 Ιουνίου (21 Δαισίου)
Αναφέρεται, εντός έξι ημερών από της ενάρξεως της ασθένειάς του, σαφής επιδείνωση της καταστάσεώς του.
Σχόλιο: Οι θεράποντες ιατροί του ομολογούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εμπύρετη κατάσταση και ήλπιζαν στην αντοχή του οργανισμού του για να την ξεπεράσει.

Ημέρα 8η: 7 Ιουνίου (22 Δαισίου)
Εμφανίζεται ψυχρότητα των άκρων και ο ασθενής παρουσιάζει γενικότερη «οργανική» κάμψη, προϊούσα αδυναμία κινήσεων των κάτω άκρων και κάμψης των αρθρώσεων. Οι ιατροί του παλεύουν για να τον συνεφέρουν.

Ημέρα 9η: 8 Ιουνίου (23 Δαισίου)
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, τα χείλη του τραβηγμένα, τα δε άλλοτε ωραία του μαλλιά φαίνονται αραιά και θαμπά από τους κολλώδεις ιδρώτες. Τα μάτια του έδειχναν να σβήνουν. Κατάσταση ως επί επαπειλούμενου κώματος.

Ημέρα 10η και 11η: 9 και 10 Ιουνίου (24 και 25 Δαισίου)
Ο πυρετός του εξακολουθεί βασανιστικός η δε κατάστασή του είναι πολύ βαριά. Τα άκρα του είναι ψυχρά και παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Οι στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά του για να βεβαιωθούν ότι ζει.

Ημέρα 12η: 11 Ιουνίου (26 Δαισίου)
Η κατάστασή του περιγράφεται βαρύτατη και μη αναστρέψιμη.
Σχόλιο: Σε φωτεινό διάλειμμα ορίζει όμως ότι η αυτοκρατορία πρέπει να δοθεί «τω κρατίστω».

Ημέρα 13η: 12 Ιουνίου (27 Δαισίου)
Ο Μέγας Αλέξανδρος υποφέρει νικημένος. Πέφτει σε κώμα.
Παρουσιάζει δυσχέρεια αναπνοής. Το πρόσωπο του είναι κάτωχρο και δείχνει να έχει αβάσταχτους πόνους. Τα χείλη του τα κρατάει σφιχτά, τα δε μάτια του είναι «ρουφηγμένα». Κατάσταση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «Ιπποκράτειο προσωπείο».
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν ότι είναι αδύναμοι. Οι στρατηγοί του καταφεύγουν τώρα εις τους ναούς για να παρακαλέσουν τους Θεούς…..

Ημέρα 14η: 13 Ιουνίου (28 Δαισίου) του έτους 323 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι νεκρός. Ο θάνατος επήλθε στην 114η Ολυμπιάδα όταν Άρχων της Αθήνας ήταν ο Ηγεσίας. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος έζησε 32 χρόνια και 8 μήνες σύμφωνα με τον Αριστόβουλο.13

Francesco Trevisani: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Musée des beaux-arts de Pau, Γαλλία.

Ποια νόσο θα γράφαμε στο πιστοποιητικό θανάτου; Από τις πληροφορίες γύρω από το θάνατό του, ιδιαίτερα δε εκείνες των 14 ημερών της τραγικής και μοιραίας αρρώστιας του, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αιτία του θανάτου του όπως: Η ελονοσία,12,7,14 η πνευμονία ή πνευμονικό απόστημα,ο τυφοειδής πυρετός16, ο φόνος-δηλητηρίαση,15 ο μαρασμός από την απώλεια του Ηφαιστίωνα και η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.17

Γιατί όχι η ελονοσία; Επειδή το βασικό σύμπτωμα της ασθένειάς του είναι ο πυρετός. Αλλά ο τύπος του πυρετού δεν είναι εκείνος της ελονοσίας. Δεν αναφέρεται ύφεσή του της μορφής τριταίου ή τεταρταίου. Άλλωστε η ελονοσία δεν οδηγεί, συνήθως, τόσο σύντομα και με αυτόν τον τρόπο έως το θάνατο.

Γιατί όχι η πνευμονία; Σπάνια προκαλεί κοιλιακό πόνο. Η πνευμονία έχει ως βασικό σύμπτωμα τον πυρετό και θα μπορούσε να σχετισθεί με το λουτρό στον Ευφράτη ποταμό. Αλλά το αναφερόμενο λουτρό ήταν προς ανακούφιση και κυρίως από τον πυρετό, ο οποίος προϋπήρχε.

Γιατί όχι ο τύφος; Σοβαρή υποψηφιότητα για την αιτία του θανάτου. Πριν από την πιθανολογούμενη διάτρηση του εντέρου που θα προκαλούσε κοιλιακό πόνο, έπρεπε να προηγηθούν διάρροιες που δεν αναφέρονται. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, στοιχεία ή πληροφορίες για μαζικούς θανάτους στο περιβάλλον σαν επιδημία.

Γιατί όχι λοίμωξη από τον ιό του δυτικού Νείλου; Δεν υπάρχουν στοιχεία ή πληροφορίες για επιδημία. Εξάλλου, ο ιός του δυτικού Νείλου προκαλεί εγκεφαλίτιδα και ποτέ κοιλιακό πόνο. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι ο θάνατος από λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου επέρχεται κυρίως σε ηλικιωμένους ανθρώπους (άνω των 75 ετών ) και ανοσοκατασταλμένους.17

Γιατί όχι από το Σύνδρομο Guillain-Barre;29 Στο σύνδρομο Guillain-Barre δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ πόνος κοιλιακός και πυρετός. Όλες οι διαθέσιμες πηγές περιγράφουν μια προοδευτική απώλεια της συνείδησης. Η «παράλυσή» του ήταν αδυναμία εκτέλεσης ενεργητικών κινήσεων προφανώς εξαιτίας ηλεκτρολυτικών διαταραχών, σηπτικής κατάστασης και σοκ. Εξάλλου, η παράλυση των αναπνευστικών μυών θα οδηγούσε σε υποξαιμία και κυάνωση στο δέρμα, στα χείλη και στα άκρα, ένα προφανές εύρημα που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή.

Γιατί όχι κατάθλιψη από την απώλεια του Ηφαιστίωνα; Ο μαρασμός φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ως πρώτη αιτία εμπύρετου και σύντομου θανάτου. Ο μαρασμός μπορεί να ελαττώσει το αμυντικό σύστημα και το άτομο να γίνει ευάλωτο σε λοιμώξεις, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε κατάθλιψη, απόδειξη δε αυτού είναι ότι τις πρώτες μέρες της αρρώστιας του συνεργαζόταν με τους στρατηγούς για την επόμενη εκστρατεία.

Γιατί όχι δολοφονία με δηλητήριο; Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο σοφός δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, θα σκεφτόταν να δηλητηριάσει τον διάσημο μαθητή του; Αλλά και η όλη εισβολή και εξέλιξη της καταστάσεώς του δεν συμβαδίζει με εκείνη της δηλητηριάσεως. Σήμερα γνωρίζουμε όλα τα δηλητήρια της αρχαιότητας, επειδή όλα αυτά παράγονταν από φυσικές ουσίες και όχι από την χημική βιομηχανία. Μελετήσαμε 114 δηλητηριώδη ή δυνητικά δηλητηριώδη φυτά και δηλητήρια ζωικής προέλευσης της αρχαιότητας. Αυτά τα γνωστά δηλητήρια δεν προκαλούν τα συμπτώματα που είχε ο Αλέξανδρος στις τελευταίες ημέρες που αρρώστησε, όπως αναφέρει και ο Romm.19 Ουσίες όπως π.χ. το κώνειο, η στρυχνίνη, ατροπίνη, φυσοστιγμίνη, κυανογλυκοσίδες το υδροκυάνιο και άλλες γνωρίζουμε σήμερα από την τοξικολογία ότι προκαλούν βλάβες στο ΚΝΣ, παραλύσεις των άκρων και ο θάνατος επέρχεται από παράλυση του κέντρου της αναπνοής μέσα σε λίγες ώρες και όχι σε 14 ημέρες.

Αναλυτικότερα για την στρυχνίνη. Η στρυχνίνη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως τονωτικό. Ήταν εύκολα διαθέσιμη και θα μπορούσε να χορηγηθεί με επιμέλεια στο κρασί από τον Ιόλα, κατά τη διάρκεια του δείπνου του Μήδιου. Οι θανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης, συνήθως 1 – 2 mg / kg, προκαλούν θάνατο μέσα σε 3-5 ώρες, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν μυϊκή ακαμψία, σαρδώνειο γέλωτα, οπισθότονο, σπασμούς και καρδιοαναπνευστική ανακοπή.21 Υπάρχουν, δυστυχώς, λίγες πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές επιδράσεις μετά από υποθανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης. Ένας ασθενής που έλαβε οξεία δόση (~ 0,8 mg / kg) στρυχνίνης εμφάνισε μυϊκές συσπάσεις, δυσκολία στο περπάτημα, ήπιο έως μέτριο οπισθότονο, και τρόμο, οι οποίοι επιλύθηκαν τελικά, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μετά από 48 ώρες. Εκτός από την μυϊκή αδυναμία, ο Αλέξανδρος δεν εμφάνισε αυτά τα συμπτώματα και ως εκ τούτου ο θάνατός του ήταν απίθανο να οφείλεται σε δηλητηρίαση από στρυχνίνη.21

Άλλοι έχουν προτείνει το αρσενικό ως αιτία του θανάτου του Αλεξάνδρου.22,23 Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από οξεία δηλητηρίαση είναι ταχεία με ναυτία, έμετο και σοβαρή διάρροια, εξελισσόμενη φλεγμονή του λεπτού εντέρου με κατάληξη νέκρωση του τοιχώματος και διάτρηση, οδηγώντας έτσι σε αφυδάτωση, υποογκαιμία και σοκ. Ο θάνατος λαμβάνει χώρα εντός 24 ωρών έως 4 ημερών. Αυτά τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν με αυτά που εμφανίζει ο Μέγας Αλέξανδρος και συνεπώς ή πρόταση της δηλητηριάσεως από αρσενικό μπορεί να απορριφθεί.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου με δηλητήριο σε μικρογραφία του 15ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος εικονίζεται στο κάτω μέρος, έχοντας εισαγάγει ένα φτερό στο λαιμό του, προκειμένου να αφαιρέσει το δηλητήριο από τον οργανισμό του.

Η αναφορά από τον Leo J.Schep24 ότι μπορεί ο Αλέξανδρος να δηλητηριάσθηκε από το φυτικό δηλητήριο που προέρχεται από το φυτό Veratrum Album, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί στα συμπτώματα που περιγράφει δεν αναφέρεται ο πόνος που είναι κυρίαρχο σύμπτωμα, σύμφωνα με τον Αρριανόκαι τον Πλούταρχο2 από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τον θάνατό του. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει σε αμφιβολία την πρότασή του καταλήγοντας υποθετικά «εάν ο Αλέξανδρος ο Μέγας δηλητηριάσθηκε, το Βεράτρουμ Άλμπουμ προσφέρει την περισσότερο  αληθοφανή αιτία από ότι το αρσενικό, την στρυχνίνη και άλλα φυτικής προέλευσης δηλητήρια».  «If Alexander the Great was poisoned, Veratrum Album offers a more plausible cause than arsenic, strychnine, and other botanical poisons». Προφανώς η υπόθεση δηλητηρίασης βόλευε τους διαδόχους για να αμαυρώσουν  την φήμη των αντιπάλων τους για τον θρόνο και άρα μπορούμε να είμαστε καχύποπτοι γι’ αυτήν την εκδοχή.

Συνεπώς, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε κάποια νόσο που να δικαιολογεί την αρχική συμπτωματολογία, την εξέλιξη και την κατάληξή της. Εάν ξεκινήσουμε για λόγους τακτικής από την εξέλιξη, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη σηπτική κατάσταση από ενδοκοιλιακή λοίμωξη.

Θα πρέπει τώρα να επανέλθουμε στην έναρξη της νόσου και να αξιολογήσουμε τα αρχικά συμπτώματα, που είναι ο δυνατός πόνος στο δεξιό υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο και την πλάτη έπειτα από βαρύ γεύμα και έντονη οινοποσία «άκρατου οίνου». Παράλληλα, εμφάνιση πυρετού που παραμένει σε όλη την διάρκεια της νόσου. Αιφνίδιος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο εμφανίζεται ως κωλικός των χοληφόρων, διάτρηση γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, οξεία χολοκυστίτιδα-χολαγγειίτιδα, οξεία σκωληκοειδίτιδα (σπανιότατα).

Η διάτρηση ΓΔΔΕ σπάνια εμφανίζεται μετά από γεύματα, διότι τα τελευταία εξουδετερώνουν τα όξινα υγρά του στομάχου και είναι χαρακτηριστική η διάτρηση σε κενό στόμαχο την νύχτα. Επίσης η περιτονίτιδα στην αρχή είναι χημική και δεν δημιουργεί πυρετό, όπως στον Αλέξανδρο. Η αυτόματη επικάλυψη από το μείζον επίπλου που μπορεί να συμβεί συχνά σε νέους ασθενείς είναι και θεραπευτική και δεν οδηγεί σε περαιτέρω επιπλοκές.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα πολύ σπάνια ή σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνεται με πόνο στο δεξιό υποχόνδριο, ακόμη και εάν είναι οπισθοτυφλική . Η τυπική φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης αρχίζει με περιομφαλικό άλγος που γρήγορα εντοπίζεται στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, συνοδεύεται από ελαφρό πυρέτιο, ποτέ στην αρχή από υψηλό πυρετό που να γίνει αντιληπτός από τους ιατρούς της αρχαιότητας, οι οποίοι δεν διέθεταν θερμόμετρα. Η δε εξέλιξή της μπορεί να είναι η δημιουργία plastron, αλλά όλα αυτά στον δεξιό λαγόνιο βόθρο και όχι στο επιγάστριο, όπως η περίπτωση του Αλέξανδρου.

Παραμένει λοιπόν ο κωλικός των χοληφόρων ή η χολοκυστίτιδα-χολαγγείτιδα που θα ταίριαζε στην εντόπιση, στο χαρακτήρα και στην εξέλιξη με έκρηξη μιας οξείας παγκρεατίτιδας, με τον πόνο στην πλάτη2 που στην αρχή μπορεί να είναι ορώδης, με πόνο και πυρετό και να εξελιχθεί σε νεκρωτική που οδηγεί σταδιακά αλλά σταθερά, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί (αντικατάσταση υγρών, αντιμετώπιση της αιτίας –χολολιθίαση-, αναπνευστική υποστήριξη με αναπνευστήρα κ.α.) στην βαριά σήψη και στον θάνατο με την συμπτωματολογία που περιγράφηκε πιο πάνω.

Υπάρχει λοιπόν η σοβαρή πρόταση της οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδας. Μια  διάσημη και επιθετική αρρώστια της κοιλιάς σκότωσε τον πιο διάσημο στρατηλάτη του κόσμου.25

Η σύγκριση της δηλητηρίασης με την οξεία παγκρεατίτιδα. Η δηλητηρίαση θα ταίριαζε ως πολιτική ερμηνεία γιατί:26

1. Υπάρχει (πάντα) η πρόθεση.

2. Το δηλητήριο όταν χορηγείται με φαγητό έχει ηπιότερη δράση λόγω της αραίωσης και της εξουδετέρωσης.

3. Η κλινική εικόνα εδώ δεν είναι τυπική.

4. Ο θάνατος είναι άμεσος και δεν διαρκεί 14 ημέρες.

5. Εάν το δηλητήριο είναι εισπνεόμενο, ο θάνατος επέρχεται αργότερα από επιπλοκές.

Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ιατρική ερμηνεία:

1. Συχνή αιτία της είναι η χολολιθίαση και η χρήση οινοπνεύματος

2. Βαρύ γεύμα και οινοποσία συχνά είναι αιτία κωλικών και οξείας παγκρεατίτιδας.

3.  Η κλινική εικόνα είναι τυπική.

4. Χωρίς θεραπεία η νόσος κάνει γρήγορα τον κύκλο της μέχρι τέλους.

5. Ο θάνατος επέρχεται από σηπτική κατάσταση και τις συνέπειές της (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα, πιθανότατα λιθιασικής αιτιολογίας, (επειδή υπάρχουν αναφορές ότι ο Βασιλιάς πάθαινε συχνές κρίσεις κοιλιακού πόνου) φαίνεται ότι είναι η πιθανότερη αιτία θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τούτο διότι:

1. Της ασθένειας  προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος όπως συνήθιζε τελευταία ο Βασιλιάς. Είναι γνωστό δε ότι, παρά την εισβολή της νόσου, δηλαδή του πόνου, επακολούθησε και την επόμενη ημέρα κατάχρηση οινοπνεύματος μέχρι μέθης.

2. Η κλινική εικόνα, η εισβολή και η εξέλιξη είναι τυπική. Δηλαδή: Ο πόνος οξύς, διαξιφιστικός (κωλικός ήπατος) με αντανάκλαση προς  την ωμοπλάτη ή τον θώρακακαι ακολούθως προς την κοιλία, ο οποίος συνοδεύεται από εμετό (ανακουφιστικό), ρίγος και πυρετό. Οι κολλώδεις ιδρώτες ( χαρακτηριστικό αφυδάτωσης), η ωχρότητα (που είναι η αγγειοσύσπαση αρχόμενης σηπτικής κατάστασης), η συγχυτική κατάσταση (που είναι αποτέλεσμα ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αναιμίας), η σωματική κατάπτωση (διαταραχές ηλεκτρολυτών κυρίως Καλίου), η θόλωση της διανοίας, το παραλήρημα, η διέγερση (χαρακτηριστικό εγκεφαλικής δυσλειτουργίας από έλλειψη ιχνοστοιχείων), τα ψυχρά άκρα (εκδήλωση εγκατεστημένης σήψης), η προϊούσα επιδείνωση, μέχρι το Ιπποκράτειο προσωπείο (βαριά σήψη, υποξυγοναιμία), τέλος ή αναπνευστική ανεπάρκεια (που είναι το τελευταίο στάδιο σηπτικής καταπληξίας), κατάσταση η οποία εξελίσσεται εντός 14 ημερών προς τον θάνατο, είναι τυπική της εξελίξεως βαριάς σηπτικής καταστάσεως σε εδάφος οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδος.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε κανείς αβίαστα να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως εξής:

a.i. Όνομα: Αλέξανδρος ο III ο Μακεδών, Βασιλιάς των Ελλήνων.

a.ii. Ημέρα: 13η Ιουνίου ή 28η Δαισίου 323 π.X.

a.iii. Ώρα: Πιθανόν απόγευμα.

a.iv. Πάθηση: Χολολιθίαση (;)

a.v. Επιπλοκή: Οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα.

a.vi. Αιτία θανάτου: Σηπτική κατάσταση, ανεπάρκεια οργάνων πολλών συστημάτων.

Για τον Νίκο Σοφιανό27, ο Αλέξανδρος πέθανε όταν «υποχρεώθηκε» να αρχίσει να επιστρέφει από την Ινδία . Έχει δίκιο ο Σοφιανός αλλά τότε πέθανε ίσως η μεγάλη φιλοδοξία του Στρατηλάτη να κατακτήσει όλον τον κόσμο μέχρι την Μεγάλη Θάλασσα, ενώ ο «οργανικός» του θάνατος επήλθε πολύ αργότερα στην Βαβυλώνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφιππος στον Βουκεφάλα. Παραλία Θεσσαλονίκης.

Εμείς οι Έλληνες Μακεδόνες όμως παραμένουμε στον θρύλο, ξεπερνώντας τον θάνατο. Μένουμε στην άφθαρτη νιότη του Αλέξανδρου με τα μακριά μαλλιά το γερμένο κεφάλι και το βλέμμα πάντα προς τα επάνω.

Γιατί όπως λέει ο Μάκης Βαρλάμης:28
Γεννήθηκα ανάμεσα στα ίδια βουνά και μεγάλωσα
κάτω από τον ίδιο Μακεδονικό ήλιο
κοινό χαμόγελο, κοινά μάτια.
Υπάρχουν μαζί μου χιλιάδες χρόνια.
Τα μάτια του, η ψυχή του, το πνεύμα Του.

Εμείς επίσης που ζούμε στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που πήρε το όνομα της από την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου επειδή γεννήθηκε την ημέρα που ο Φίλιππος νικούσε τους Θεσσαλούς (Θεσσαλών-Νίκη), συμφωνούμε με αυτό που υποστηρίζει και η άλλη αδελφή του, η μυθική γοργόνα.

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει

 

 

Ο Θωμάς Γερασιμίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Χειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής του ΑΠΘ. Για το επιστημονικό και το κοινωνικό του έργο τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και από την UNESCO και την Κοσμητεία της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει ασχοληθεί με τον εθελοντισμό, τις νέες τεχνολογίες αλλά και τις αιτίες του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέματα για τα οποία έχει κάνει πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις. Υπήρξε Πρόεδρος πολλών επιστημονικών εταιρειών μεταξύ των οποίων της Ιατρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης τις διετίες 2006-2007 και 2008 -2010.

Ο Χρήστος Παπανικολάου είναι Δρ. Χειρουργικής, τέως Διευθυντής Α΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο Απόστολος Καμπαρούδης είναι Καθηγητής Χειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Διευθυντής Ε΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ.
Ο Δημήτριος Καραμάνος είναι Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Α΄ Χειρουργική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αθανάσιος Παπανικολάου είναι Ειδικευόμενος Πλαστικής Χειρουργικής, Τμήμα Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βέρνης, Ελβετία.
Ο Συμεών Γερασιμίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Amherst MA της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

 

1. Αρριανός Φλάβιος: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

2. Πλούταρχος: Αλέξανδρος. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

3. Hammond N.G.L.: Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής. Μετάφραση : Π.Θεοδωρίδης. Εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία», 1997.

4. Λασκαράτος Ι.: Ο Μέγας Αλέξανδρος στα πεδία της Ιατρικής. Εκδόσεις J&J Hellas, Αθήνα 1997.

5. Πτολεμαίος ο Λάγου. Αναφέρεται στον Αρριανό.

6. Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, 1998.

6. Quintus Curtius Rufus: Historia Alexandri Magni [Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου]. Εισαγωγή-απόδοση-σημειώσεις Χάρη Μίκογλου. Εκδοτικός οίκος Ι.Ζαχαρόπουλος Α.Ε., Αθήνα 1993.

7. Σαμοθράκης Αχιλλέας: «Περί των ασθενειών, των τραυμάτων και του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ελληνική Ιατρική 1928. Αναφέρεται από Καργάκο.

8. Αυρηλιώνης Σ. Διονύσιος: Αίτια του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1974. Αναφέρεται από Καργάκο.

9. Sbarounis, Charalambos N. M.D.Journal of Clinical Gastroenterology: June 1997 – Volume 24 – Issue 4 – p 294-296.

10. Σμπαρούνης Χ.Ν. “Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδου. Ένα οδοιπορικό ή ένα ιατρικό δελτίο”. Ελληνική Ιατρική 1995, 61, 2:162-166,

11. Κιτσόπουλος Γ.: Αλέξανδρος ο Μέγας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλτιντζή, Τόμος τρίτος, Θεσσαλονίκη 1986.

12. Καργάκος Ι.Σαράντος: Μέγας Αλέξανδρος , ο άνθρωπος φαινόμενο. Μέρος Γ΄σελ. 199-208 Real news 2013.

13. Αριστόβουλος. Αναφέρεται στον Αρριανό.

14. National Geographic Deutschland. April 2013 D seite 40-73.

15. Docherty P.: The death of Alexander the Great: What or who really killed the young conqueror of the known world. New York: Carroll &Graf Publishers 2004. ISBN:0786713402

16. Oldach DW, Richard RE, Borza EN, Benitez RM.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 338:1764-1769.

17. Marr S, Calisher CH.: “Alexander the Great and West Νile virus encephalitis”. Emerg Infect Dis 2003;9:1599-1603.

18. Behrman AJ,Wilson RB.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 339:1248.

19.Romm J., Strassler R.B.: The Campaigns of Alexander. Pantheon Books, New York 2010. Book seven, page 310 and Appendix O page 404-6.

20. Boyd RE, Brennan PT,Deng JF, Rochester, Spyker DA,: “Strychnine poisoning. Recovery from profound lactic acidosis, hyperthermia, and rhabdomyolysis”. Am J Med 1983:74:507-512.

21. Haslam MT.: “Accidental strychnine poisoning”. Br Med J 1965:1:1191.

22. Ratnaike RN : “Acute and chronic arsenic toxicity”. Postgrad Med J 2003 79:391-396.

23. Gorby MS. “Arsenic poisoning”. West J Med.149, 1988, pp.308-315.

24. Schep Leo J. , Robin J. Slaughter, J. Allister Vale & Pat Wheatley: “Was the death of Alexander the Great due to poisoning? Was it Veratrum album?”. Clinical Toxicology 2013 Early Online 1-6 pp. 72-77.

25. Kuemmerle G : Professor fuer Chirurgie Dr.Med., Hab. Προσωπική επικοινωνία.

26. Ήρκος-Στάντης Ρ Αποστολίδης : Οι πρώτες Πηγές. «Μέγας Αλέξανδρος». Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών. Εκδόσεις Gutenberg, 2015.

27. Σοφιανός Ν.: Ζεί ο Αλέξανδρος;, Εκδόσεις Αντίθεση, Αθήνα.

28. Βαρλάμης Ε.: Θεσσαλονίκη, η Αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Εκδότης: IDEA International Art & Designcenter, Αυστρία και Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας λζ΄Δημήτρια 2002.

29. Katherine Hall.: “Did Alexander the Great die from Guillain-Barre Syndrom?”. The Ancient History Bulletin, 2018, Vol. 32, pp 106-128.

 

Αλέξης Αλεξανδρής: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

100 χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, με συντονισμένες ενέργειες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πολιτικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη Συμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδιναν σκληρή μάχη για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 1919. Οπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο («Κ», 20.10.2019), ειδικά ο Βαμβακάς, έμπειρος διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Ελληνα πρωθυπουργού, κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Με την υποστήριξη του γενικού κυβερνήτη της διασυμμαχικής διοίκησης στρατηγού Σαρπί, κατόρθωσε να αναδείξει την Ελλάδα ως μελλοντική προστάτιδα δύναμη της περιοχής, αποκαθιστώντας τις διαταγμένες πολιτικές και πληθυσμιακές ισορροπίες που είχαν συντελεστεί επί βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης (1913-1918).

Κύριος αντίπαλος της ελληνικής προσάρτησης της Θράκης υπήρξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν με εμμονή την εδαφική διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Οπως φαίνεται, είχε αναπτυχθεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό λόμπι στην Ουάσιγκτον αλλά και στο Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913. Το λόμπι αυτό υποστηριζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους και ιδίως από τους Βουλγαροαμερικανούς προτεστάντες, ενώ κύριοι χρηματοδότες του ήταν οι Βούλγαροι μεγαλέμποροι καπνού και οι Αμερικανοί συνέταιροί τους, παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στη Θράκη. Αρωγός των βουλγαρικών διεκδικήσεων υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον που συνδεόταν προσωπικά με το βουλγαρικό λόμπι, αφού η αδελφή της συζύγου του είχε νυμφευθεί τον Βούλγαρο πρέσβη στη Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο Αμερικανός ηγέτης είχε οραματιστεί τη δημιουργία, με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενός διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε ολόκληρη τη Θράκη.

2.6.1920. Ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη. Τον συνοδεύει ο νέος διοικητής της περιοχής, Χαρίσιος Βαμβακάς.

Ελληνικός στρατός στη θέση των συμμαχικών δυνάμεων

Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου και την ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία, η αρνητική στάση των Αμερικανών και ώς ένα βαθμό των Ιταλών κάμφθηκε ιδίως όταν για λόγους υγείας ο πρόεδρος Ουίλσον υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από το διεθνές διπλωματικό προσκήνιο. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου ευοδώθηκαν κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Ελληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Εβρου). Στο μεταξύ η Γαλλία, πιεζόμενη από το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα στην Κιλικία (τμήμα της γαλλικής εντολής –Mandat– για τη Συρία και τον Λίβανο) αποφάσισε να μεταφέρει από τη Δυτική Θράκη στη Μικρά Ασία τα στρατεύματά της αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων έλαβε χώρα στις 14 Μαΐου 1920 και είχε ως αφετηρία την Ξάνθη, που τελούσε ήδη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Αφού κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός, υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, εισήλθε στη Γκιουμουλτζίνα όπως ονομαζόταν τότε η Κομοτηνή. Συνάμα τέθηκαν υπό ελληνικό έλεγχο το Πόρτο Λάγος και ο Ίασμος από τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο. Εχοντας ξεκινήσει με το οπλιταγωγό Μυκάλη από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας, ένα άλλο τμήμα του ελληνικού στρατού υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς, προαστίου της Αδριανούπολης.

Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν και το επιτελείο του στο κατάστρωμα του οπλιταγωγού Μυκάλη εν πλώ προς το λιμάνι του Δεδεαγάτς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολης).

Ο διοικητής του στρατού της Θράκης και έμπειρος βενιζελικός υποστράτηγος Ζυμβρακάκης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης, που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των Συμμάχων και ολοκληρώθηκε με παραδειγματική τάξη εντός έξι ημερών (14-20 Μαΐου 1920). Μια ημέρα μετά την τελετή παράδοσης της Κομοτηνής, με εντολή του στρατιωτικού διοικητή Ζυμβρακάκη, τοιχοκολλήθηκε τρίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά) προκήρυξη που διατύπωνε την πρόθεση της Ελλάδος να σεβαστεί την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των κατοίκων της Θράκης. Δεκάδες φωτογραφίες της εποχής τεκμηριώνουν τις εντυπωσιακές στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο δημαρχείο της Κομοτηνής γιορτάστηκε η ελληνική κατάληψη της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Παρόμοιες τελετές διοργανώθηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου της Αλεξανδρούπολης τελέσθηκε δοξολογία και υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Η λαμπρή τελετή ολοκληρώθηκε με την υποστολή της γαλλικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν.

Διοικητική ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος

Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της «Διασυμμαχικής Θράκης». Μεταξύ 22 και 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, με τον στρατηγό Σαρπί να εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη στις 2 Ιουνίου, συνοδευόμενος από τους τελευταίους Γάλλους στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε τέλος στη βραχύβια γαλλοκρατία της περιοχής. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του μεθοδικού νέου διοικητή Χαρίσιου Βαμβακά, ξεκίνησαν οι εντατικές εργασίες θεσμικής, διοικητικής και λειτουργικής ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Η νέα διοίκηση δεν αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις από τον τοπικό πληθυσμό καθώς η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης αποδέχθηκε τη νέα τάξη πραγμάτων, που στην ουσία απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο επαναφοράς της επώδυνης και καταπιεστικής για αυτούς βουλγαρικής κατοχής. Επιπλέον, η συντηρητική πλειοψηφία του μουσουλμανικού πληθυσμού παρέμενε προσηλωμένη στις θρησκευτικές παραδόσεις και έβλεπε με μεγάλη καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, την επικράτηση της εθνικιστικής κοσμικής ιδεολογίας στην Τουρκία, αρχικά με τη μορφή του νεοτουρκικού κομιτάτου και στη συνέχεια με εκείνη του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Εχοντας συσπειρωθεί γύρω από τις μουφτείες, η θρησκευτική μερίδα των τουρκογενών, Πομάκων και Κιρκάσιων Δυτικοθρακιωτών, γνωστών ως παλαιομουσουλμάνων, φαινόταν πρόθυμη να εμπιστευθεί την ελληνική διοίκηση η οποία υποσχόταν πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.

Τη μεγάλη μάζα των παλαιομουσουλμάνων κατάφερε να προσεταιρισθεί ο τουρκομαθής και γνώστης του ισλαμικού νόμου Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος υποσχέθηκε την ευνοϊκή ρύθμιση από την Ελλάδα των αρμοδιοτήτων του µουφτή, των ζητημάτων των ανώτατων θρησκευτικών λειτουργών (μουφτήδων, ιεροδίκων και ιεροδιδασκάλων) και της διαχείρισης των κοινοτικών ευαγών περιουσιών. Ορθά είχε εκτιμήσει τα αισθήματα του μουσουλμανικού στοιχείου ο Χαρίσιος Βαμβακάς, όταν λίγο πριν από την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό, σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κοινότητα αυτή θα δεχόταν την ελληνική διοίκηση με «ανακούφιση και ικανοποίηση» (8.5.1920).

Αλλωστε η εκλογή του Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη (Hafız Salih Efendi) στην προεδρία της μουσουλμανικής κοινότητας Κομοτηνής αντικατόπτριζε το αισθήματα της πλειονότητας των Δυτικοθρακιωτών μουσουλμάνων. Ακραιφνής παλαιομουσουλμάνος και πολέμιος του νεοτουρκικού κομιτάτου, ο Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη ίδρυσε το 1923 το σωματείο «Ενωσις Μουσουλμάνων της Ελλάδος» και διατέλεσε πρόεδρός του.

Ανεπιτυχής αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας

Αντιθέτως, το εθνικιστικό νεοτουρκικό κομιτάτο αντέδρασε αρνητικά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και, σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στις 27 Μαΐου στην κήρυξη αυτονομίας με τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης που είχε έδρα τον παραμεθόριο οικισμό της Οργάνης, στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Αυτή όμως ήταν μια κίνηση απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες. Μετά τον Μάιο του 1920, πολλοί Πομάκοι από τη Βουλγαρία μετακινήθηκαν προς την ορεινή Ξάνθη

Αλλωστε το κίνημα της Οργάνης δεν είχε την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες, καθώς Βούλγαροι και Τούρκοι εθνικιστές έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν, αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν οι πρωταγωνιστές του νεοτουρκικού κομιτάτου στη Δυτική Θράκη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, δεν μετέβησαν στην Οργάνη αλλά προτίμησαν να διαφύγουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Κωνσταντινούπολη. Η αποκαλούμενη «νεωτεριστική» φιλοκεμαλική εθνικιστική παράταξη που απέμεινε στη Δυτική Θράκη μετά το 1920 είχε συγκεντρωθεί κυρίως στην πόλη και στον κάμπο της Ξάνθης, χωρίς όμως σημαντική επιρροή στη μάζα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αντιθέτως, το πομακικό στοιχείο τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία και μετά τις 14 Μαΐου παρατηρήθηκε μετακίνηση Πομάκων από τη Βουλγαρία προς τα πομακοχώρια της ορεινής Ξάνθης. Με την επικράτηση των παλαιομουσουλμάνων και τη φυγή της εθνικιστικής παράταξης, το λάβαρο του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη έμελλε να παραλάβει σταδιακά το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής εκμεταλλευόμενο την ανοχή και αδιαφορία που συχνά επέδειξε η ελληνική πολιτεία.

Τελικά, η διεθνής νομιμοποίηση της ελληνικής στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας στη Δυτική Θράκη επιτεύχθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 που παραχώρησε το σύνολο της Θράκης στην Ελλάδα. Ειδικότερα για τη Δυτική Θράκη, η συνθήκη μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που η Βουλγαρία είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγί τον Νοέμβριο 1919.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα: Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά*

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ανήκει στη γενιά των ζωγράφων που επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν «ελληνότροπο μοντερνισμό». Το έργο του χαρακτηρίζεται από διαρκή προβληματισμό και μιαν αμφίδρομη κίνηση για την εννόηση του μοντέρνου μέσα από τα δεδομένα της δικής μας παράδοσης και αντίστοιχα τη χρήση στοιχείων της παράδοσης κατά την ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης.

Αρχικά φοίτησε στο «Σχολείο Καλών Τεχνών» της Αθήνας (1909-1916), κοντά σε συντηρητικούς δασκάλους, σπουδαγμένους στην Ακαδημία του Μονάχου, όπως ο Σπύρος  Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης  και  απόκτησε μια στέρεη ακαδημαϊκή παιδεία. Δούλευε, παράλληλα, για να επιβιώσει, «ρετουσάροντας σωρούς από μεγεθύνσεις πεσόντων στους Βαλκανικούς Πολέμους» και συνδέθηκε με στενή φιλία με  δύο Μικρασιάτες που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του, τον Στρατή Δούκα και τον Φώτη Κόντογλου. Ο Δούκας, μετά την επίσκεψή του, το 1914, δημιούργησε τον «θρύλο» του Άθω και ο Κόντογλου άνοιξε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου έφτασε έναν χρόνο πριν από τον Παπαλουκά.

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά  υπήρξε η  παραμονή και οι σπουδές του στο Παρίσι (1917-1921) και επιδίωξε να κάνει μια καινούργια αρχή, αφού, όπως φημολογείται, έκαψε σχεδόν όλα τα σπουδαστικά του έργα πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα. Ωστόσο, φαίνεται πως αντιμετώπιζε τις νεωτεριστικές τάσεις με επιφυλακτικότητα κι επέλεξε να φοιτήσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Γκραντ Σωμιέρ.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη.

Μετά την κρίση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι έφτασαν διαδοχικά οι Τζαρά, Ντυσάν, Πικαμπιά, Αρπ, Μαν Ρέυ, Μαξ Ερνστ και μαζί με τους ποιητές Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ και τον Πιερ Ρεβερντύ προετοίμαζαν τον Σουρεαλισμό. Παράλληλα, συνυπήρχαν και συμπλήρωναν την εικαστική πολυφωνία συντηρητικοί καλλιτέχνες, οι επίγονοι των Ναμπί, που είχαν φοιτήσει, μάλιστα, στην Ακαδημία Ζυλιάν, οι Μορίς Ντενί, Πιερ Μποννάρ, Εντουάρ Βυιγιάρ και άλλοι. Οι Ναμπί εκτιμούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες πριν από αυτούς και κυρίως τους εμπρεσιονιστές. Αν και η ονομασία τους (Ναμπί =προφήτης, στα εβραϊκά) παραπέμπει στη θεοσοφία, πρόθεσή τους υπήρξε, κυρίως, να γίνουν προφήτες της μοντέρνας τέχνης και, εφαρμόζοντας το δίδαγμα του Γκωγκέν, υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η τέχνη του ζωγράφου έγκειται στη δημιουργία ενός αυτόνομου κόσμου πάνω στη δισδιάστατη επιφάνεια του πίνακα που δε μιμείται τη φύση αλλά την αναπαριστά με πλαστικά και χρωματικά ισοδύναμα.

Οι επιδράσεις των πιο συντηρητικών τάσεων της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που ταίριαζαν και στην ιδιοσυγκρασία του, φαίνεται πως επηρέασαν τον Παπαλουκά κατά τη διάρκεια των σπουδών και  της παραμονής του στο Παρίσι, που διακόπηκε απότομα για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Για τα έργα που εκτέθηκαν στο Ζάππειο, στην «Πολεμική ΄Εκθεση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας», και χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης, είναι γνωστή μόνον η κριτική του Φώτου Πολίτη: « Ο κ. Παπαλουκάς…έχει μεθύσει, έχει τρελαθεί αληθινά με το φως της Ανατολής…Οι όγκοι των ανθρώπων, αι σειραί των στρατιωτών που ζωγραφίζει εξαϋλούνται, εξαερίζονται μέσα εις άπλετον φως».¹

Τα διδάγματα του Παρισιού διαφαίνονται σταδιακά στο έργο του, αφομοιωμένα και σε διαρκή επεξεργασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αναζητήσεις και σε συσχετισμό με τις αξίες που διέκρινε στη μελέτη της τέχνης της παράδοσης, μετά την εμπειρία της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Η προσοχή του παρέμενε διαρκώς στραμμένη στα αιτήματα του πολιτισμού του καιρού του που επιχειρούσε να  εκφράσει με τη ζωγραφική του, έχοντας πλήρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Σε συνέντευξή του το 1953 έλεγε: «Δεν έχουμε ακόμα μάτια για να φτάσουμε το μεγάλο αίτημα της εποχής μας (την απλούστευση). Αυτό θα το κατακτήσουμε βήμα-βήμα μόνο με τη μάθηση, ανεβαίνοντας ένα-ένα όλα τα σκαλιά που ανέβηκε η ζωγραφική στις χώρες της Ευρώπης».

Ξενάγηση στο έργο του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Παπαλουκάς σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του φιλοτέχνησε προσωπογραφίες, λίγα εσωτερικά, νεκρές φύσεις, μελέτες γυμνών, μνημειακά σύνολα, σκηνογραφίες, αλλά η τοπιογραφία, χωρίς να θεωρηθεί υπαιθριστής, υπήρξε το επίκεντρο των εικαστικών αναζητήσεων και προβληματισμών του. Οι μελετητές, όταν αναφέρονται στο έργο του, συνηθίζουν να το χαρακτηρίζουν με την ονομασία του τόπου που επισκέφτηκε και δούλεψε εκεί: περίοδος Αίγινας, Αγίου ΄Ορους, Σαλαμίνας, Μυτιλήνης, Πάρου, ΄Υδρας. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «το ύπαιθρο είναι… το μέσον που μου επιτρέπει να καθορίσω και να αξιολογήσω όλες τις ζωγραφικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό υπάρχουν εμφανή και σε μεγάλα μεγέθη οι πολύτιμες αξίες του χρώματος, των τόνων και του σχεδίου. Τα χαίρεται και τα μελετά ο καλλιτέχνης μεγεθυμένα. Δεν είμαι τοπιογράφος, γιατί με τραβούν τα θέλγητρα του τοπίου, δεν κάνω ζωγραφική ποίηση. Βγαίνω στο ύπαιθρο, εμπνέομαι από αυτό και πλουτίζω εντός μου όλες τις ζωγραφικές αξίες, τον ρυθμό, τις συνθετικές δυνατότητες».

Στον τομέα  της τοπιογραφίας, η επίδρασή του, μαζί με τον Μαλέα, τον Οικονόμου και τον Νικόλαο Λύτρα, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης.

Το εικαστικό τοπίο είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση που μεταβάλλεται κάθε φορά που η μεταξύ τους σχέση διαφοροποιείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού W. Heisenberg, στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα της φύσης αντανακλά τη δική μας σχέση με τη φύση και αντικείμενο της γνώσης δεν είναι η φύση καθεαυτή, αλλά η φύση που υπέστη τα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο δεύτερος καθοριστικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά υπήρξε η μετάβασή του στον Άθω με τον Στρατή Δούκα, από τον Νοέμβριο του 1923 έως τον Νοέμβριο του 1924. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Κόντογλου και η έκθεση αντιγράφων από βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια, σχέδια και πίνακες από τη ζωή και τη φύση του Άθω, στο Λύκειο Ελληνίδων, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1923, στην οποία εξέθεσε λίγα έργα και ο Παπαλουκάς. Με νωπές τις εντυπώσεις της έκθεσης ξεκίνησαν οι δύο σύντροφοι «γι αυτό το απεγνωσμένο ταξίδι στο Άγνωστο», όπως σημείωσε ο Δούκας.²

Ωστόσο το Άγιον Όρος δεν ήταν  άγνωστο ούτε στους Ευρωπαίους μελετητές ούτε στους ΄Ελληνες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι έρευνες του Gabriel Millet στα αρχεία και στα μνημεία, οι φωτογραφίες και οι μελέτες του για το Όρος³ είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία. Αλλά και ´Ελληνες αγιογράφοι μετά την Απελευθέρωση,  όπως ο Κωνσταντίνος Φανέλλης (1791- 1867;) και ο Σπυρίδων Χατζηγιαννόπουλος (1832- 1905), παρά τη δυτική παιδεία τους, κατέφευγαν στο ‘Ορος για να μελετήσουν και να αντιγράψουν βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες.⁴ Επίσης, το 1914, δύο σημαντικοί λόγιοι και φίλοι, με μεταφυσικές ανησυχίες,  ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκίνησαν σαν τους παλιούς προσκυνητές για σαρανταήμερη περιήγηση στο Όρος.⁵  Και πριν από τον Παπαλουκά, ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας (1887- 1940), γοητευμένος από τη φύση και τα μοναστήρια, κυκλοφόρησε το 1922, Le Mont Athos, ένα σπάνιο λεύκωμα με 12 πρωτότυπες οξυγραφίες, τυπωμένο στο Παρίσι  με πρόλογο του βυζαντινολόγου Charles Diehl, ενώ αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του κι άλλοι ´Ελληνες χαράκτες.⁶

Για την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων του ´Αθω εμβληματική υπήρξε η υπόδειξη του Δ. Γαλάνη προς τον Βενιζέλο, μετά την απογοητευτική υποδοχή της έκθεσης της Ομάδας Τέχνη στην παρισινή γκαλερί La Boetie, το 1919, «να στέλνετε τους υποτρόφους σας στο ΄Αγιον ΄Ορος».⁷ Πιθανόν και ο Παπαλουκάς που ήταν τότε στο Παρίσι να είδε την έκθεση και να άκουσε τα σχόλια.  Εξάλλου η προβολή επιλεγμένων αισθητικών στοιχείων της παραδοσιακής τέχνης-βυζαντινής και λαϊκής-συναντούσε  ανάλογα αξιώματα του μοντερνισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στροφή προς τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης αναφέρεται  πολύ πρώιμα, με ιδιαίτερη έμφαση, στο άρθρο του Περικλή Γιαννόπουλου « Η σύγχρονος ζωγραφική», στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Δεκέμβριο του 1902. Στις υποδείξεις προς τους ζωγράφους της εποχής του τόνιζε, πέρα από τη σπουδαιότητα του Φυσικού, του Μυθολογικού,  ότι « ο Βυζαντινός μας κόσμος είναι ακριβώς τα Προπύλαια του Αρχαίου μας κόσμου» και παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους ´Ελληνες, ενώ στην Ευρώπη « αι εκ της Βυζαντινής τέχνης εμπνεύσεις και μιμήσεις είναι του συρμού».

Αριστερά: Από τις Καρυές του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Alpha Bank.

Έναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η παραμονή του στο  ´Ορος και  ο Παπαλουκάς μελετούσε και ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μνημεία και τη φύση. Κατά τη μαρτυρία πάλι του Δούκα, «η φύση θα του προσφέρει για σπουδή το δυσυπόταχτο πράσινο, οι τοιχογραφίες τις δύσκαμπτες σιέννες, ο ποικίλος βυζαντινός διάκοσμος τη σοφία του μαζί με τον αυθορμητισμό. Ο πίνακάς του στυφίζει γεμάτος χυμούς».⁸ Οι δύο σύντροφοι  γοητεύτηκαν τόσο από την τέχνη όσο και από τη φύση του ´Ορους, όπως γλαφυρά αναφέρει στις σημειώσεις του ο Δούκας και στα «Γράμματα από τον ´Αθω» που έστελνε τακτικά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης. Κι ενώ ο συγγραφέας εξιστορούσε τις εντυπώσεις του από τα μνημεία και το περιβάλλον, ο ζωγράφος απεικόνιζε τα τοπία,  τα εξωτερικά των μοναστηριών και «σκαρφαλωμένος σε μαδέρι» έκανε αντίγραφα τοιχογραφιών του Τζώρτζη από τη Μονή Διονυσίου, του Θεοφάνη από την Τράπεζα της Λαύρας, χωρίς να γνωρίζει ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσε για την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας στην ´Αμφισσα.  Μελέτησε επίσης και αντέγραψε εικόνες  των τέμπλων, το χειρογράφο-ψαλτήριο αρ. 61 της Μονής Παντοκράτορος, το χρυσοϋφαντο επιτραχήλιο του 16ου αιώνα της Μονής Σταυρονικήτα, με τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου  [τώρα στη συλλογή του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης] και άλλα πολύτιμα, περίπου εξήντα συνολικά, αντικείμενα. ΄Οταν συμπληρώθηκε η συλλογή του υλικού, οι δύο φίλοι εγκαταστάθηκαν σ΄ένα κελί στις Καρυές, όπου ο συγγραφέας συνέχισε τις ανταποκρίσεις του και ο ζωγράφος δεν έπαψε να εργάζεται ακούραστα, φιλοτεχνώντας περί τα εκατό σχέδια και πίνακες . Τα τοπία του ΄Αθω, κυρίως απόψεις μοναστηριών  και αρσανάδες, συνεχίζουν τεχνοτροπικά τα έργα της Αίγινας, αλλά τώρα οι συνθέσεις γίνονται πολύπλοκες εξαιτίας της ιδιομορφίας του τὀπου, αναπτύσσονται κάθετα και το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια. Με κάποια θέματα από τον ΄Αθω, τοπία και κτίρια, πειραματίστηκε ο Παπαλουκάς και την επόμενη δεκαετία, επιχειρώντας με διαφορετικούς τρόπους την εικαστική τους απόδοση, ως προς τη δομή του χώρου, τις φόρμες και τα χρώματα.  Στα λίγα εσωτερικά που ζωγράφισε οι απαλοί χρωματισμοί, ο λυρισμός της γραμμής, η ρυθμική εναλλαγή καμπύλων και ευθειών παρουσιάζουν αναλογίες με  τις συνθέσεις των Γάλλων Εντιμιστών.

Αριστερά: Σκήτη Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους, 1932-1935, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935, λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη.

Τα αντίγραφα που φιλοτέχνησε από τις τοιχογραφίες και τα άλλα κειμήλια των μοναστηριών υπήρξαν μια άσκηση για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας και των αισθητικών κανόνων της βυζαντινής τέχνης  που διαπίστωσε ότι σε πολλά σημεία ανταποκρινόταν στα αξιώματα της μοντέρνας τέχνης: δισδιάστατες επιφάνειες, έλλειψη προοπτικής, λειτουργικότητα του χρώματος, υπέρβαση του νατουραλισμού, πλούσιος διάκοσμος με συμβολιστικές αναφορές.

 

Η Προδοσία, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από την τοιχογραφία του Καθολικού της Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη.
Ο Ευαγγελισμός, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από τον α´οίκο χρυσοϋφαντου επιτραχηλίου. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο 1924, κατεβαίνοντας από το Όρος, ο Παπαλουκάς, με τη συνεργασία του Δούκα, εξέθεσε στη Θεσσαλονίκη στο καφενείο του Λευκού Πύργου, ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, εκατόν είκοσι έργα της Αθωνικής παραγωγής. Η έκθεση αποτέλεσε γεγονός για την πόλη, έστω κι αν τα έργα παραξένεψαν πολλούς. Με την ευκαιρία της έκθεσης ο τύπος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον ζωγράφο που έδωσε συνεντεύξεις και διατύπωσε τις απόψεις του για τη βυζαντινή τέχνη.

« Η βυζαντινή τέχνη είναι μια άρτια τέχνη, που μπορεί να σταθεί αμείωτα σε κάθε εποχή…

Το Άγιον Όρος, το μεγαλύτερο αυτό Βυζαντινό Μουσείο του κόσμου, μου παρέσχε αληθινές αποκαλύψεις απάνου σε χίλιες δυό απορίες μου και τεχνικές εκζητήσεις. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο και άγνωστο…

Η μελέτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού διακόσμου, που δεν είναι παρά η λύσις των αισθητικών ζητημάτων που παρουσιάζει η εποχή αυτή της εθνικής μας ζωής, θα μας έδινε την ευκαιρία να ατενίσουμε την Ελληνική ιδέα σε ένα μαγαλύτερο βάθος.

Όποιος δεν καταλαβαίνει αισθητικά τον Βυζαντινό, ας μου επιτρέψει να του πω ότι δεν εννοεί ολότελα τον Αρχαίο. Και όταν ένας καλλιτέχνης δεν εννοεί το ελληνικό παρελθόν, πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνικό μέλλον, που είναι η δουλειά του;

…Εκεί απάνω είδα καθαρά πως η τέχνη σε κάθε μεγάλη της εποχή δεν είναι παρά φόρμα και χρώμα που έπρεπε να έχουν ανταπόκριση με μια μορφή που πάσχιζε να τη συλλάβει ένας ολόκληρος λαός. Λέγοντας μορφή εννοώ ένα σύνολο αισθητικών νόμων που σύμφωνα με αυτό ένας λαός και μια εποχή αρμονίζουν τις ανάγκες της ζωής μας».

Εδώ, ακριβώς, έγκειται και η διαφοροποίησή του από τον Κόντογλου, ο οποίος επέβαλε  τη μίμηση αισθητικών κανόνων μιας άλλης εποχής που δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες. Ενδεικτική για τις εδραιωμένες αντιλήψεις του Παπαλουκά, σχετικά με τη διαχείρηση της παράδοσης είναι η συζήτησή του με τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Ξυνόπουλο, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1956: «…ο τεχνίτης δεν είναι ειλικρινής όταν βασίζεται μόνο σ´ένα  ῾δάνειο῾, δηλαδή σ´αυτά που πήρε από την παράδοση. Για να σταθείς και να βαδίσεις δεν αρκεί ένα πόδι, χρειάζονται και τα δύο. Και τα διδάγματα από την παράδοση είναι το ένα πόδι μόνο…¨Επιστροφή στη φύση !῾ Είναι κάτι που κοστίζει και ζητάει θυσίες, ιδιαίτερα στην αρχή. Αλλά χρειάζεται, για να μπορέσει  κανείς να συνεχίσει δημιουργικά την παράδοση και να μπορέσει καλύτερα ύστερα να κάμει την ίδια αυτή δουλειά της μνημειακής τέχνης».⁹

Με τα απαραίτητα καλλιτεχνικά εφόδια και σοβαρό προβληματισμό σχετικά με την πορεία της νεοελληνικής τέχνης, ο Παπαλουκάς πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ιστόρηση της Ευαγγελίστριας, του Μητροπολιτικού ναού της ΄Αμφισσας (1926) και τα σχέδιά του εγκρίθηκαν παμψηφεί από την κριτική επιτροπή, που όπως αναφέρθηκε, είχε συσταθεί από τους αρχιτέκτονες Α. Ορλάνδο, Αρ. Ζάχο, Δημ. Πικιώνη και τον γνωστό ζωγράφο Κ. Παρθένη. Στην έκθεση αναφερόταν με λόγο χαρακτηριστικό των αντιλήψεων των επιφανών μελών το σκεπτικό της επιτροπής: «Η αξία του Παπαλουκά συνίσταται όχι τόσον εις το ότι ο καλλιτέχνης πειράται να εκφρασθεί δια της μορφής της Ελληνικής παραδόσεως από απλούς συναισθηματικούς λόγους, αλλά διότι ως καθίσταται προφανές, ο καλλιτέχνης έφθασε κατόπιν μακράς και στοχαστικής εργασίας εκ της φύσεως, εις την ανάγκην μιας εργασίας αφαιρέσεως. Τοιουτοτρόπως κατέστη ικανός να λάβει συνείδησιν πραγματικήν της βυζαντινής τέχνης ως «τέχνης». Και δια να εκφρασθώμεν πλέον συγκεκριμμένως, η αίσθησίς του της σημασίας της αρχιτεκτονικής των σχημάτων απορρέει από την πραγματικήν γνώσιν των αισθητικών νόμων. Η κριτική επιτροπή εγκρίνει όχι μόνον παμψηφεί τα σχέδια του Παπαλουκά, αλλά εκφράζει τον θερμότατον αυτής ενθουσιασμόν δι΄αυτά, ελπίζουσα ότι το έργον εκτελούμενον θ΄αποτελέσει σταθμόν εις την τέχνην του τόπου μας και αναβίωσιν των παραδόσεών μας…».¹º

Ο ναός ήταν προγενέστερο κτίσμα, του 1868, χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς με τρούλλο ναού, με επιβλητική είσοδο με τρίβηλο άνοιγμα,  τρία κλίτη στο εσωτερικό, εκ των οποίων το κεντρικό υπερυψωμένο και υπερώο σε σχήμα Π στα δυτικά.

Ο Παπαλουκάς εργάστηκε στο ναό από το 1927 έως το 1932, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο.  Σεβάστηκε την αρχιτεκτονική διάρθρωση  του μνημείου και πέτυχε την αρμονική προβολή των παραστάσεων πάνω στις επιφάνειές του, αλλά κυρίως σεβάστηκε το βασικό αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η εκκλησιαστική τέχνη υπηρετεί το δόγμα και ότι η βυζαντινή παράδοση έχει ιδιαίτερο βάρος.¹¹  Οι αφηγηματικές απεικονίσεις καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σημεία του ναού, τον τρούλλο, τις καμάρες του σταυρού, τα τόξα της Πρόθεσης και του Διακονικού, την καμάρα του υπερώου, ενώ οι υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων, των πεσσών, των οροφών των πλαγίων κλιτών και του υπερώου καλύπτονται από πλούσιο μεγάλης ποικιλίας διάκοσμο, φυτικό, γεωμετρικό, αφαιρετικό,  που έλκει την καταγωγή του από μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής- κάνθαροι με πουλιά κι ελικοειδείς βλαστοί, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται σταυροί από πολύπλοκα κασμήματα εμπνευσμένα από το μπαρόκ, από μιμήσεις ξυλόγλυπτων επιχρυσωμένων κοσμημάτων, από μοτίβα της λαϊκής τέχνης, ακόμα και από στοιχεία της αρ νουβώ.  Εκτός από τις οροφογραφίες των κλιτών του ισογείου και του γυναικωνίτη που παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους ο λοιπός διάκοσμος ντύνει τις επιφάνειες με τέτοια ευφάνταστη ευρηματικότητα στην ποικιλία των σχημάτων και των έντονων χρωμάτων  ώστε να δημιουργείται ένα παραδείσιο τοπίο, του οποίου, δυστυχώς, η συνοχή σήμερα  διασπάται κι εξαιτίας των φθορών που έχουν υποστεί οι τοιχογραφίες αλλά και από τις πολλές αναρτημένες εικόνες και τον πρόσθετο εξοπλισμό.

Διακόσμηση του νοτίου κλίτους του Μητροπολιτικού ναού της ‘Αμφισσας, 1927-1932.

Τα εικονογραφικά πρότυπα των συνθέσεων μαρτυρούν τη γνωριμία του καλλιτέχνη με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Όρους και τον ΄Οσιο Λουκά και τη στοχαστική μελέτη του πάνω σε αυτά πριν από τη μετάπλασή τους στον δικό του μορφοπλαστικό κώδικα. Ενδεικτικές είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ θρησκευτικών σκηνών που είχε αποτυπώσει στο Όρος, τοιχογραφιών και άλλων κειμηλίων και παραστάσεων της Ευαγγελίστριας. Σε πολλές σκηνές της ζωής του Χριστού και των Παθών ο Παπαλουκας είχε ως πρότυπα τις ανάλογες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Διονυσίου (16ος αιώνας), αλλά  και μορφές από την ψηφιδωτή διακόσμηση του Οσίου Λουκά (11ος αιώνας).


Οι περισσότερες παραστάσεις ξετυλίγονται σε νυκτερινά τοπία με έναστρο ουρανό, μπροστά σε αρχιτεκτονήματα (Ευαγγελισμός, σκηνές Παθών)  ή στη φύση και περιβάλλονται από σχηματοποιημένα βράχια, βουνά και δέντρα (Γέννηση, Βαϊοφόρος), όπως στα παλαιολόγεια έργα.  Η απόδοση όμως των ολόσωμων αποστόλων Πέτρου και Παύλου θυμίζει την τεχνική του Παρθένη στον Άγιο Αλέξανδρο Φαλήρου .

H Γέννηση, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας, 1927- 1932.
Η Βαΐοφόρος, 1924, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας

Η ερμηνεία των παραδοσιακών προτύπων  γίνεται  μ΄έναν καινούργιο τρόπο και προσωπικό ύφος, με μια διάθεση φωβιστική  σε ό,τι αφορά την απόδοση της φόρμας, του χρώματος, της τεχνικής, στην οποία διακρίνονται και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως τα έντονα περιγράμματα που παραπέμπουν ακόμα και σε ἐργα του Ρουώ, χωρίς να λείπουν  όμως και  κάποια δάνεια από τη λαϊκή τέχνη  που χαρίζουν αυθορμητισμό και ζωντάνια στις παραστάσεις.  Τα χρώματα είναι έντονα, οι μορφές αδρές και στιβαρές, η πτυχολογία σχηματοποιημένη, οι συνθέσεις αρμονικές και ισορροπημένες μεταξύ τους. Η έλλειψη προοπτικής και φωτοσκιάσεων αντισταθμίζεται από τις μελετημένες στάσεις των μορφών και την ανάλυση των όγκων σε χρωματικά επίπεδα.  Η Μ. Λαμπράκη- Πλάκα αποφαίνεται ότι «η εμπειρική σοφία των Βυζαντινών επαληθεύεται εδώ από μια βαθειά γνώση των φυσικών ιδιοτήτων του χρώματος, που ο Παπαλουκάς είχε σπουδάσει τόσο στα θεωρητικά κείμενα, όσο και στα έργα των ζωγράφων που θαύμαζε, ιδιαίτερα των Νεοεμπρεσιονιστών».¹²

O Άγγελος της Αποκάλυψης, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια πολυφωνία στις τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωγραφικής που εκφράζει τον γενικότερο ιδεολογικό προβληματισμό, αντίθετα από την  επίσημη Εκκλησία που μένει πιστή σε μια ναζαρηνίζουσα τάση. Πρωταρχικά αναδεικνύεται ο ρόλος της βυζαντινής αισθητικής, ενισχυμένος από τις θέσεις του ελληνικού Μοντερνισμού. Ο Παρθένης πλησίασε τους Βυζαντινούς με το υψηλό ήθος και την πνευματικότητα των έργων του, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου και ο Ρέγκος άντλησαν από τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, ο Κόντογλου όμως υπερέβαλε όλους, γιατί δεν άντλησε από την παράδοση αλλά επιδίωξε την αναβίωση της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας και σύντομα κατέληξε σε μια στείρα επανάληψη στερεοτύπων που επέβαλε και στους μαθητές του, από τους οποίους μόνον ο Ράλλης Κοψίδης κατόρθωσε να αποτινάξει τη βαριά σκιά του δασκάλου. Γι αυτό η εικονογράφηση της Άμφισσας θεωρείται ένα ξεχωριστό παράδειγμα, όπου «ο Παπαλουκάς εφύσηξε εκεί νέα πνοή στη μεταβυζαντινή ζωγραφική παράδοση και ξεπέρασε την τυφλή αντιγραφή βυζαντινών προτύπων» (Π. Μιχελής)¹³, ενώ «τα πορίσματα της παράδοσης καταξιώνονται με τον πιο έγκυρο τρόπο» (Δ. Πικιώνης).¹ Στην περίπτωση του Παπαλουκά επιβεβαιώνεται ο στοχασμός του Σεφέρη σχετικά με την παράδοση: «Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή, και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ´αυτό με υπερβολική αγάπη. ´Ενα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνιά του».¹⁵

Φωτογραφία του Παπαλουκά μπροστά στο σχέδιο του Αρχαγγέλου για την παράσταση του Ευαγγελισμού στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Το πλήθος των σχεδίων και των ανθιβόλων τα οποία χρησιμοποίησε, συνεχίζοντας την πρακτική των παλιών αγιογράφων, πολύ περισσότερο από το τελειωμένο έργο, αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Παπαλουκά, τον πολύμοχθο αγώνα, τη συνδυαστική φαντασία, τη στἐρεη συνθετική δομή, την αξιοποίηση των πνευματικών και τεχνικών του γνώσεων  για τη δημιουργία ενός μνημειώδους  και τολμηρού έργου που αντλώντας από τις παρακαταθήκες της παράδοσης  φαντάζει σύγχρονο  και αντιπροσωπευτικό της εποχής του.

Η συντήρηση των έργων του Σπύρου Παπαλουκά – Ένα γοητευτικό ταξίδι

 

H Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα διετέλεσε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το άρθρο αποτελεί μεταγραφή της  διάλεξης που πραγματοποίησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στις  7 Μαϊου 2019, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ.

¹  Σπύρος Παπαλουκάς- Θητεία στον ´Αθω. Αγιορείτικη Πινακοθήκη, ´Αγιον ´Ορος 2003, σ. 298.

Στον ίδιο τόμο παρατίθενται  γραπτά και  συνεντεύξεις του καλλιτέχνη, σ.47-55 (γι´αυτό δεν γίνονται  συνεχείς παραπομπές, όταν πρόκειται για δικές του εκφράσεις), λεπτομερές χρονολόγιο που έχει συντάξει η κόρη του Μίνα Παπαλουκά, αναδημοσιεύσεις άρθρων από εφημερίδες του 1924-1925 για την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, καθώς και επιλογή κριτικών κειμένων  για το έργο του καλλιτέχνη.

²  ό.π., σ. 299.

³ ´Αγιον ´Ορος στα χρόνια της Απελευθέρωσης. Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορειτική Εστία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 335-340.

⁴ Eυθ. Γεωργιάδου -Κούντουρα, ¨Το ´Αγιον ´Ορος και η νεότερη ελληνική τέχνη¨, περ. ο παρατηρητής, σ. 36.

⁵  ό.π., σ. 37.

⁶  ό.π.. σ. 38, 40

⁷ Ευγ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα- Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, επιμ. Χρ.Χατζηιωσήφ, τομ.Β’- Μέρος 2ο, Αθήνα 2003, σ. 417.

⁸  βλ. σημ. 1, σ. 299.

Σπύρος Παπαλουκάς. Συλλογή Ιδρύματος Εικαστκών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα 2008, σ. 102.

¹º Σπύρος Παπαλουκάς. Κατάλογος Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα 1976, σ. 13.

¹¹ Αναλυτικά για την εικονογράφηση του ναού βλ. Σπύρος Παπαλουκάς. Μητροπολιτικός ναός ´Αμφισσας, ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ 2016.

¹² Σπύρος Παπαλουκάς-Ζωγραφική, Ιονική Τράπεζα, Αθήνα 1995, σ. 57.

¹³ Αφιέρωμα στον Παπαλουκά [ άρθρα των Στρ. Δούκα, Π.Α.Μιχελή, Δ.Πικιώνη, Τ.Σπητέρη, Ελ.Βακαλό, Ν.Γ.Πεντζίκη κ.ά.], περ. Ζυγός, τ.39, Μάιος-Ιουν. 1958, σ. 11.

¹⁴ ό.π., σ. 29, σημ. 9.

¹⁵ Σὐγχρονη τέχνη και παράδοση. Πρακτικά εισηγήσεων Δευτέρου Συμποσίου, Αθήνα 1981, σ.188.

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.

 

Αλέξης Αλεξανδρής:Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

100 Χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

Μήλον της έριδος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Δυτική Θράκη απασχόλησε τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, που ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός και αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στις 30 Δεκεμβρίου 1918 με το σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, περιλαμβανομένης της Δυτικής Θράκης.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων, ενώ η Βουλγαρία ανήκε στο στρατόπεδο των ηττημένων του πολέμου. Προσέτι, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση στο θρακικό ζήτημα επειδή κατηγορείτο για εφαρμογή στυγνής πολιτικής εθνικής κάθαρσης εις βάρος του ελληνορθόδοξου και μουσουλμανικού στοιχείου κατά την πενταετή βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1918). Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι επέβαλε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919), σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτείτο από όλες τις βλέψεις της στην περιοχή. Εν αναμονή της τελικής επίλυσης του δυτικοθρακιωτικού ζητήματος, η Αντάντ εγκαθίδρυσε, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων, προσωρινή Διασυμμαχική Διοίκηση στις 20 Οκτωβρίου 1919.

 Γαλλική εποπτεία επί ένα επτάμηνο

Η πολιτειακή μορφή και τα σύνορα του νέου αυτόνομου κρατιδίου της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή, ετέθη υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Louis Franchet d’ Espèrey, με τον στρατηγό Charles Antoine Charpy να αναλαμβάνει τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας. Ο προσωρινός κυβερνήτης Charpy είχε ήδη εγκατασταθεί μαζί με το στρατιωτικό του επιτελείο στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου 1919, θέτοντας υπό γαλλικό έλεγχο το σύνολο των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών. Ο Καταστατικός Χάρτης της διοικητικής δομής εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1919, ενώ η σημαία του νέου κρατιδίου αποτελείτο από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η γαλλοκρατούμενη αυτόνομη πολιτεία της Δυτικής Θράκης έμελλε να λειτουργήσει για ένα επτάμηνο, από τον Οκτώβριο 1919 έως τον Μάιο του 1920.

Στρατηγός Antoine Charpy.

Στο μεταξύ, συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς στις αρχές του Οκτωβρίου 1919 και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα (Ξάνθη, Κομοτηνή και Κάραγατς/Ορεστιάδα). Στο πλαίσιο του γαλλικού ελέγχου της Δυτικής Θράκης, Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές διορίστηκαν στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς. Αντιθέτως, στην περιοχή της Ξάνθης στρατιωτικός διοικητής ανέλαβε ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, ο οποίος ηγείτο της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού και με εντολή της Αντάντ εισήλθε στην Ξάνθη στις 4 Οκτωβρίου 1919, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης.

Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 1919 ο πληθυσμός της περιοχής υπό τη διοίκηση της Διασυμμαχικής Θράκης είχε μεταξύ 206.000 και 212.000 κατοίκων. Σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της διασυμμαχικής διοίκησης, η εθνοτική-θρησκευτική κατανομή των κατοίκων της Δυτικής Θράκης τον Απρίλιο του 1920 είχε ως εξής: 86.793 μουσουλμάνοι ή σχεδόν 43% του πληθυσμού, 56.114 ελληνορθόδοξοι ή 27,4%, 54.092 εξαρχικοί Βούλγαροι ή 26,4%, 2.985 Εβραίοι, 1.880 Αρμένιοι και 3.041 ξένοι υπήκοοι κυρίως καθολικοί Λεβαντίνοι, οι οποίοι, παρά το μικρό μέγεθός τους, κατείχαν μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στην κατοχή της διασυμμαχικής διοίκησης αναδείκνυαν επίσης την εθνοτική ετερογένεια του μουσουλμανικού στοιχείου, καθώς προσδιόριζαν τις ακόλουθες ομάδες, οι οποίες αριθμούσαν πληθυσμιακά ως εξής: 73.220 Τούρκοι, 11.739 Πομάκοι και 1.834 Ρομά-Αθίγγανοι.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος του πληθυσμιακού ζητήματος ήταν ο εξαναγκαστικός εκπατρισμός από τις πατρογονικές τους εστίες περίπου 70.000 Ελλήνων και σχεδόν 50.000 μουσουλμάνων κατά τα χρόνια της βουλγαροκρατίας, με την παράλληλη εγκατάσταση στη Δυτική Θράκη Βουλγάρων εποίκων (1913-1919). Με το τερματισμό του βουλγαρικού καθεστώτος πολλοί Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες παλιννόστησαν στους τόπους καταγωγής τους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να παραμείνουν στις νέες κατοικίες τους στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδίως στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα.

Αυτοκινητοπομπή του στρατηγού Charpy στους δρόμους της Κομοτηνής στις 2.11.1919.

Η πολύτιμη συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά

Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία ορίστηκε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Κοζανίτης στην καταγωγή, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια αναγορεύτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό και διατέλεσε βουλευτής Σερβίων/Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912, με έντονη εθνική δράση ως μέλος της ελληνικής ομάδας στο Κοινοβούλιο. Οταν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους απελάθηκε ως ανεπιθύμητος από τους Νεότουρκους, βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Με διπλωματική ευστροφία και πολιτική οξυδέρκεια, ο Βαμβακάς κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να πλαισιωθεί από ικανούς γαλλομαθείς Ελληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου στην Κομοτηνή. Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται ο εκ Μαρωνείας καταγόμενος έξαρχος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής).

Εχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των δύο πανίσχυρων Γάλλων στρατηγών Franchet d’ Espèrey και Charpy, ο Βαμβακάς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Δυτικοθρακιωτών προσφύγων. Με εύστοχες πρωτοβουλίες και επιδέξιους χειρισμούς επέτυχε, σε μικρό χρονικό διάστημα, την ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας. Χάρις στον Χαρίσιο Βαμβακά και τους συνεργάτες του, οι ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διασυμμαχικής διοίκησης άλλαξε άρδην υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ενα σημαντικό πλεονέκτημα του Βαμβακά ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή με την παλαιομουσουλμανική ηγεσία από την εποχή της κοινοβουλευτικής του θητείας στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές προσεγγίζοντας ένα σημαντικό τμήμα του μωαμεθανικού πληθυσμού. Υποσχέθηκε στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο του βενιζελικού δόγματος της «μεγαλυνομένης Ελλάδος».

Χαρίσιος Βαμβακάς.

Προσέγγιση της μουσουλμανικής κοινότητας

Η προσέγγιση με το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πρωταρχικής σημασίας. Στους κόλπους της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο αντίπαλες πολιτικοθρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στη σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές, συσπειρωμένους γύρω από το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο, να αξιώνουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη με σκοπό την αυτονόμηση της περιοχής.

Αντιμέτωπος με τη ρευστή αυτή κατάσταση ο Βαμβακάς αγωνίστηκε σθεναρά για να υποσκάψει τα ερείσματα της εθνικιστικής μερίδας αξιοποιώντας τις διχογνωμίες, έριδες και ανταγωνισμούς στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας. Αλλωστε, η συντριπτική πλειονότητα των μωαμεθανών επιθυμούσε πρωτίστως την αποτίναξη του βουλγαρικού ζυγού και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος αυτός φαίνεται πως ήταν πρόθυμοι να έλθουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η επιστροφή του σουλτανικού καθεστώτος ήταν πλέον αδύνατη.

Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ του πομακικού και θρησκευτικού στοιχείου της μουσουλμανικής κοινότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919) η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο τεταμένη, όταν το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο συμμάχησε με τους Βούλγαρους προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειονότητας των παλαιομουσουλμάνων.

Με διάταγμα του αρχιστράτηγου Franchet d’Espèrey στις 21 Δεκεμβρίου 1919, αναδείχθηκε 15μελές τοπικό και αντιπροσωπευτικό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από πέντε Ελληνες, πέντε μουσουλμάνους, δύο Βούλγαρους, έναν Αρμένιο, έναν Εβραίο και έναν Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας εκ των Ελλήνων, ο Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς, επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας.

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο ή η τοπική Βουλή κατά τη διάρκεια της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Στις 22 Μαρτίου 1920 το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεξε τον πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή, διαδικασία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης που θα επηρέαζαν τους μελλοντικούς συσχετισμούς στη περιοχή. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί εντός του Συμβουλίου φαινομενικά ευνοούσαν τη βουλγαρο-τουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Ελληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες. Επειτα από έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δράση του ευπατρίδη Βαμβακά, η ψηφοφορία ανέδειξε πρόεδρο του Συμβουλίου τον γαλλομαθή Εμμανούλ Δουλά, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελείτο από δύο Ελληνες, έναν Οθωμανό και έναν Βούλγαρο. Η κρίσιμη αυτή ψηφοφορία έλαβε χαρακτήρα δημοψηφίσματος και θεωρήθηκε ενδεικτική των διαθέσεων του συνόλου του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης για τον μελλοντικό διακανονισμό του θρακικού ζητήματος.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της διασυμμαχικής διοίκησης περνούσαν υπό ελληνική επιρροή αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ενίσχυε τον διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου στο Παρίσι για την απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου η Αντάντ έδωσε το πράσινο φως στην Ελλάδα για την κατάληψη του συνόλου της Θράκης.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.

Γεώργιος Καλαφίκης: Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

Γεώργιος Καλαφίκης    

Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

 

Ι. Εισαγωγική θεώρηση

Σε προηγούμενη δημοσίευση μάς απασχόλησε το ζήτημα της χρονολόγησης καθώς και των γενικών αιτίων για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris από τον Βεγέτιο. Χάρη στην παράθεση ποικίλων επιχειρημάτων υποστηρίξαμε πως ο συγγραφέας έγραψε την πραγματεία μάλλον προς τα τέλη της βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), και πάντως πριν από την έλευση του 5ου αι. Αναφέραμε επίσης ως πιθανή αιτία για τη συγγραφή του βιβλίου γενικότερα τις βαρβαρικές εισβολές και τη διείσδυση βαρβάρων στην ενδοχώρα της αυτοκρατορίας, συγκεκριμένα όμως με αφορμή την απειλητική εμφάνιση και το ξέσπασμα του γοτθικού κινδύνου. Φαίνεται όμως ότι τέτοια σαφέστερα στοιχεία παραλείφθηκαν ή αφαιρέθηκαν (μαζί με τον αυτοκράτορα καθ’ υπόδειξη και εν ονόματι του οποίου ο Βεγέτιος συνέγραψε τη στρατιωτική του επιτομή) από επόμενο εκδότη και αναθεωρητή του αρχικού κειμένου –μάλλον από τον μυστηριώδη Φλάβιο Ευτρόπιο στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 450– ώστε το κείμενο να καταστεί πιο «διαχρονικό» και «διδακτικό». Πάντως, ούτε τότε άλλαξε ο πυρήνας των διαπιστώσεων του Βεγέτιου: (α) τα προβλήματα στη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας, (β) η υπερβολική και λανθασμένη εξάρτηση σε ξένους μισθοφόρους για την επάνδρωση του στρατού (και συνακόλουθα για την άμυνα του κράτους), γενικά δε (γ) οι εισβολές και η διείσδυση των βαρβάρων εντός της επικράτειας, δημιουργούσαν καινούργια δεδομένα, έθεταν επικίνδυνες προκλήσεις και διέπλαθαν νέες απειλές για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε επιτυχή σύνοψη των αιτίων και της στόχευσης προβαίνει ο Milner στην εισαγωγή της δικής του κριτικής μετάφρασης του πρωτότυπου κειμένου. Ο μεταφραστής θεωρεί τη «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης» του Βεγέτιου ως απόπειρα «συστηματικής θεραπείας» (systematized remedy) στρατιωτικών αστοχιών σε τομείς όπως: (α) στρατολογία και εκπαίδευση, (β) οργάνωση, τακτικές και στρατηγική, (γ) όπλα και εξοπλισμό1.

Τακτικές ιππικού και παραποτάμιων περιπολιών συνήθως παραλείπονται ως γνωστές, ήδη ανεπτυγμένες και εφαρμόσιμες, και συνεπώς ως ευκόλως εννοούμενες ενόψει της προόδου που είχε εντωμεταξύ επιτευχθεί. Δεν δίνεται επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα σε μεθόδους πολιορκίας εχθρικών πόλεων, αφενός διότι οι κύριοι εχθροί τους οποίους ο Βεγέτιος κατονομάζει (Γότθοι, Ούννοι και Αλανοί) δεν κατοικούσαν σε πόλεις, και αφετέρου γιατί οι πολεμικές επιχειρήσεις στρέφονταν πλέον εναντίον του εκτενούς δικτύου των ελληνορωμαϊκών πόλεων εντός της επικράτειας. Γι’ αυτό άλλωστε ο Βεγέτιος αφιέρωσε συνολικά είκοσι δύο (22) από τις τριάντα ενότητες (30) περί πολιορκητικής σε αμυντικά μέτρα, ενώ αντιθέτως μόλις οκτώ (8) σε επιθετικά2. Θα τολμούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας η αυτοκρατορία τελούσε πλέον συνεχώς σε «κατάσταση πολιορκίας»!

ΙΙ. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και η μάχη της Αδριανούπολης (378) ως αιτία και αφορμή αντίστοιχα για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris

Το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος του 4ου αι. μ.Χ. δεν ήταν το ίδιο «άτρωτο» όπως παλαιότερα, δηλαδή κατά τη ρεπουμπλικανική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Τότε απολάμβανε διαρκή μεγέθυνση της έκτασης και της ισχύος του, παρά ορισμένες σοβαρές κατά καιρούς αποτυχίες. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ασφαλώς εξέλθει με επιτυχία από τη μακροβιότερη κρίση της ιστορίας της, την περιβόητη «κρίση του 3ου αι. μ.Χ.», έχοντας όμως προηγουμένως υποστεί σε όλα τα μέτωπα απανωτά πλήγματα από πολλούς εχθρούς, τα οποία ενίοτε συνεχίστηκαν και τον 4ο αι.

Γερμανικά (λ.χ. Άγγλοι, Σάξονες) και κελτικά φύλα (λ.χ. Πικτοί, Σκώτοι) προσέβαλλαν κατά καιρούς τη Βρετανία. Διάφοροι λαοί –κυρίως γερμανικής (Φράγκοι, Αλαμανοί, Βουργουνδοί, Κουάδοι, Βάνδαλοι, Γότθοι κ.ά.), αλλά και ιρανικής (λ.χ. Σαρμάτες και Αλανοί) καταγωγής– επιτίθονταν κατά κύματα στις ευρωπαϊκές επαρχίες καθ’ όλο το μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Στη Μέση Ανατολή η Περσία προκαλούσε διαρκώς σε όλα τα επίπεδα –πολιτικό, διπλωματικό και βεβαίως στρατιωτικό– τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Η Περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών αποτελούσε το «αντίπαλο δέος» της ύστερης Ρωμαϊκής και μετέπειτα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν όντως μία εκ των δύο «υπερδυνάμεων» (superpowers) εκείνης της εποχής στην καθ’ ημάς οικουμένη, σχεδόν ισάξια και σίγουρα ισότιμη με τη Ρώμη (και το Βυζάντιο)3.

Εχθροί της Ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: Πέρσες Σασσανίδες, Γότθοι, διάφοροι άλλοι Βάρβαροι.

Παρ’ όλα αυτά, την εποχή του Βεγέτιου, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι., άλλο ήταν πλέον το μέγιστο και κυρίαρχο πρόβλημα. Πλήγματα μπορεί να είχε δεχτεί η αυτοκρατορία ως τότε αρκετά, ρήγματα ωστόσο ποτέ. Όταν γραφόταν η «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης», βάρβαροι, ιδίως Γότθοι και Αλανοί, είχαν ήδη διαρρήξει τα σύνορα και είχαν εγκατασταθεί μαζικά στην ενδοχώρα της Βαλκανικής. Προσπαθούσαν να αποφύγουν τον εφιάλτη των Ούννων, οι οποίοι τούς είχαν οριστικά εκδιώξει από τις πατρογονικές τους εστίες βορείως του Δούναβη λίγο νωρίτερα. Ακόμη χειρότερα, αυτοί οι ξένοι λαοί διεκδίκησαν με τη βία και πέτυχαν το δικαίωμα όχι μόνο στη διαβίωση αλλά και σε κάποιας μορφής αυτονομία εντός του πλαισίου της αυτοκρατορίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στον «γοτθικό» πόλεμο των ετών 376/7-382, σημείο καμπής του οποίου υπήρξε αναμφίβολα η συντριβή των ρωμαϊκών στρατευμάτων και ο θάνατος του αυτοκράτορα Βάλη στη μάχη της Αδριανούπολης τον Αύγουστο του 378.

Ως εκ τούτων, θεωρείται πιθανότερο πως ο Βεγέτιος έγραψε τη στρατιωτική του επιτομή με απώτερη αφορμή τη μάχη της Αδριανούπολης και με βαθύτερη αιτία τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης καταστροφής και γενικότερα εκείνου του «γοτθικού» πολέμου. Επιχείρησε, επομένως, να «αποσβέσει» τις στρατιωτικές συμφορές που έπληξαν εντωμεταξύ το κράτος. Υποστήριξε, λοιπόν, την απάλειψη της εξάρτησης από ξένους μισθοφόρους και την ευρεία αναδιοργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού, ώστε να καταστεί εκ νέου ικανός αμύντορας του κράτους και της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, η στρατιωτική ανασυγκρότηση όφειλε να στηριχθεί στα αρχαιότερα «κλασικά» ρωμαϊκά πρότυπα. Αυτά συμπεριελάμβαναν ποικίλες τακτικές και διάφορα στρατηγήματα που αναλύουμε σε δύο επόμενες δημοσιεύσεις.

Ως γνωστόν βεβαίως, αυτή η αποφασιστικής σημασίας ήττα απέβη καθοριστική για τις σχέσεις της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και του αρχαίου κόσμου εν γένει, με τους ξένους λαούς –κυρίως γερμανικής καταγωγής– που συνωθούνταν και διαβιούσαν γύρω από τα αχανή ευρωπαϊκά σύνορα του κράτους κατά μήκος και πέραν της μεθοριακής γραμμής που σχημάτιζαν οι δύο μεγάλοι ποταμοί Ρήνος και Δούναβης. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και ειδικά η μάχη της Αδριανούπολης (378) θεωρούνται ως απαρχή της «εποχής των Μεταναστεύσεων» (γερμ. Völkerwanderung). Κατά τη διάρκεια των επομένων δύο αιώνων πλήθη βαρβάρων εγκαταστάθηκαν σταδιακά και μαζικά στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, εξώθησαν σε τελεσίδικη διάλυση το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Στη θέση του δημιουργήθηκαν ποικίλα βαρβαρικά βασίλεια (regna barbarica) κατά τον 5ο και 6ο αι. Ήδη, η συνθήκη (foedus) με τους Γότθους το 382 αποτελούσε άσχημο οιωνό για το μέλλον, αφού προέβλεπε την παραχώρηση γης για την οριστική διαμονή των τελευταίων σε βαλκανικές επαρχίες. Οι Γότθοι διατήρησαν, ωστόσο, την ιδιαίτερη φυλετική τους οργάνωση· σε αντάλλαγμα υποσχέθηκαν την αυτοτελή ένταξη γοτθικών στρατιωτικών τμημάτων στις τάξεις του αυτοκρατορικού στρατού όποτε τους ζητούνταν υπό το καθεστώς των «υπόσπονδων» συμμάχων, ευρύτερα γνωστών με την προσωνυμία «φοιδεράτοι» (foederati). Αυτό το γεγονός οδήγησε μελλοντικά στον εξοπλισμό τους με έξοδα και πόρους του κράτους.

Βάρβαροι: Οι Γότθοι. Nτοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians – The Goths.

IIΙ. Η αριθμητική αποδυνάμωση του στρατού και προτάσεις για την αναπλήρωση των απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό

Πράγματι, το βιβλίο βρίθει κατά τη γνώμη μας από πάμπολλα σχόλια που μπορούν να αξιοποιηθούν ως δείκτες συγγραφής με ειδικότερη αφορμή τη συντριπτική ήττα στην Αδριανούπολη και γενικότερη αιτία τον αιματηρό «γοτθικό πόλεμο». Κατ’ αρχάς, μία σειρά προτροπών-προτάσεων που διατύπωσε ο Βεγέτιος στα αρχικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου αφενός υπονοούσαν αποψίλωση των μονάδων του αυτοκρατορικού στρατού (πεζικού και ιππικού), ενώ αφετέρου υποδείκνυαν γρήγορη και άμεση αναπλήρωση των απωλειών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Βεγέτιος (α) προέτρεψε εμμέσως τους ιθύνοντες να προτιμήσουν τη στρατολόγηση υπηκόων πολιτών της αυτοκρατορίας (άρα –συμπληρώνουμε– όχι ξένων και ειδικά Γερμανών, I.2). Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας πρότεινε (β) να εντάσσονται πλέον στις τάξεις του στρατού ακόμη και αστοί (I.3), έφηβοι και γενικά νεαρής ηλικίας άρρενες (I.4), καθώς και άνδρες χαμηλότερου αναστήματος (I.5). Εισηγήθηκε ουσιαστικά (γ) την επαναφορά και εφαρμογή της υποχρεωτικής στρατολογίας και της στράτευσης πολιτών που ανήκαν σε διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες οι οποίες ως τότε εξαιρούνταν (I.7). Κατά κανόνα, όλοι εκείνοι οι άνδρες είτε απέφευγαν τότε την κατάταξη, είτε αποκλείονταν πλέον από τον στρατό. Θεωρούνταν ασύμβατοι ή και ανίκανοι για στρατιωτική θητεία λόγω «ασθενούς κράσης» ή «ανεπαρκούς σωματικής διάπλασης». Ο Βεγέτιος έθεσε, λοιπόν, μία απολύτως λογική προϋπόθεση, ώστε αυτοί να ενσωματώνονται εκ νέου απρόσκοπτα στις τάξεις του στρατεύματος: (δ) κυρίαρχο κριτήριο για την επιλογή των στρατευσίμων όφειλε να είναι η ευρωστία και το σφρίγος, και όχι η διάπλαση ή το σωματικό μέγεθος των υποψηφίων (I.6).

Οι παραπάνω υποδείξεις λίγο απέχουν από το να θεωρηθούν ουσιαστικά ως πρόταση «γενικής κινητοποίησης και επιστράτευσης». Μάλιστα, μπορούν εύσχημα και εύστοχα να παραβληθούν με αντίστοιχη έμμεση εισήγηση του ιστορικού Αμμιανού Μαρκελλίνου με αφορμή το ξέσπασμα του γοτθικού πολέμου το 376/7 μ.Χ. Χωρίς να αποφεύγει το στερεότυπο της προϊούσας ηθικής παρακμής των συγχρόνων του σε σύγκριση με αρχαιότερες και ενδοξότερες εποχές, ο Αμμιανός ισχυρίστηκε εντούτοις ότι το Ρωμαϊκό κράτος είχε τότε ακόμη δυνατότητα επιτυχούς αντίστασης εναντίον των Γότθων και των άλλων βαρβάρων, εφόσον συγκέντρωνε ενωμένες όλες τις δυνάμεις (για την ακρίβεια, εφόσον συστρατεύονταν οι πολίτες όλων των τάξεων) εναντίον του εχθρού. Τέτοια επείγοντα μέτρα –όλα διόλου συμπτωματικά εναντίον γερμανικών λαών– σχολιάζει πως εφαρμόστηκαν παλαιότερα κατά τη διάρκεια των πολέμων του στρατηγού Μάριου εναντίον των Κίμβρων και των Τευτόνων (113-101 π.Χ.), του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου εναντίον των Μαρκομάνων (167-180 μ.Χ.), καθώς και των αυτοκρατόρων Κλαυδίου Γοτθικού και Αυρηλιανού εναντίον των Γότθων (268-271 μ.Χ.) (AmmMarcXXXI 5.10-17). Υπήρχε βεβαίως και το πρότυπο της έκτακτης επιστράτευσης και της τεράστιας κινητοποίησης που διενήργησαν οι Ρωμαίοι και οι Ιταλοί σύμμαχοί τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218-201 π.Χ.), αμέσως μετά από τη συντριβή τους στις Κάννες από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα το 216 π.Χ. (Πολύβιος Ιστ. 2.24). Είναι, πάντως, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαδιακή η διαπίστωση ότι περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή προς τα τέλη 4ου αι. μ.Χ., δύο από τους κορυφαίους τότε Λατίνους συγγραφείς κατέληξαν σε ανάλογα και αντίστοιχα συμπεράσματα σχετικά με την αντιμετώπιση και εξουδετέρωση ξένων εισβολέων.

Σε κάθε περίπτωση, η προτροπή του Βεγέτιου για συμπλήρωση του αριθμού των στρατευμένων ακόμη και με νεοσύλλεκτους κατώτερης στάθμης, υποδήλωνε με σαφήνεια τις τρομερές απώλειες που είχε εντωμεταξύ υποστεί ο στρατός τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι., ως απόρροια των μαζικών βαρβαρικών εισβολών και των αλλεπάλληλων εμφυλίων πολέμων που έπληξαν την αυτοκρατορία στο σύνολό της. Ο γοτθικός πόλεμος και ειδικά η συμφορά στην Αδριανούπολη είχαν ήδη προκαλέσει βαριές απώλειες στον στρατό κρούσης-εκστρατείας (comitatenses) της υστερορωμαϊκής Ανατολής, κυρίως στα στρατεύματα του Ιλλυρικού και της Θράκης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στην υστερορωμαϊκή Δύση, που διενεργήθηκαν από τον Θεοδόσιο Α΄ εναντίον των σφετεριστών Μάγνου Μάξιμου (383-388) και Ευγένιου (392-394), θεωρείται επίσης βέβαιο πως αποδυνάμωσαν τις τοπικές στρατιωτικές μονάδες. Ασφαλώς, το πρόβλημα επιτάθηκε λόγω των βαρβαρικών εισβολών στη στροφή του 4ου προς τον 5ο αι. Σημειώνουμε την πρώτη εισβολή των Γότθων του Αλάριχου το 401/2 και λίγο αργότερα της βαρβαρικής ορδής του Ραδαγάισου το 405/6 στην Ιταλία, τη συνδυασμένη εισβολή διαφόρων Γερμανών στη Γαλατία το 406/7, τη δεύτερη εισβολή του Αλάριχου στην Ιταλία το 408 κ.ο.κ.

Βάρβαροι επιτιθέμενοι

Επομένως, μόνο τυχαία δεν είναι μία υπόδειξη προς το τέλος του τρίτου βιβλίου, η οποία συνιστά προέκταση και έρχεται ως επιστέγασμα όλων των παραπάνω απόψεων και προτροπών στην αρχή του πρώτου βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος υποστήριξε ότι, παρ’ όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες και τις απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη, εφόσον σε πρώτη φάση το στράτευμα ανασυγκροτούνταν με όλο το διαθέσιμο και εναπομείναν προσωπικό, και ύστερα ανεφοδιαζόταν και εξοπλιζόταν κατάλληλα. Μετά από αυτά τα πρώτα και βασικά βήματα ήταν απαραίτητο να αναζητηθούν καινούργιοι στρατιώτες, ώστε να επανδρώσουν τις διάφορες μονάδες (legiones και auxilia). Έτσι, ο στρατός θα έβρισκε την ευκαιρία να ανακτήσει το ηθικό του και να αντεπιτεθεί στον εχθρό, χάρη στην ευρεία στρατολόγηση και στην ενίσχυσή του με όλους τους διαθέσιμους πόρους (III.25).

Κατά συνέπεια, η επιμονή του Βεγέτιου για τη διενέργεια εκτενούς στρατολόγησης (λατ. dilectus) συνιστά τόσο την αρχή του πρώτου όσο και το τέλος αντίστοιχα του τρίτου βιβλίου. Η τοποθέτηση του θέματος στην αρχή και στο τέλος της σχετικής με τον στρατό ξηράς διαπραγμάτευσης είναι προδήλως σκόπιμη. Για την ακρίβεια, αποτελεί κεφαλαιώδες δομικό στοιχείο των στρατιωτικών του προτάσεων, αφού τίθεται ως θεμέλιο και κορωνίδα της όλης στρατιωτικής ανασυγκρότησης. Με άλλα λόγια, η ικανή επάνδρωση των μονάδων μέσω της διενέργειας μεθοδικής στρατολογίας κρίνεται από τον συγγραφέα «ως το Α και το Ω» για τη σωστή οργάνωση ειδικά του στρατού ξηράς. Ο συγγραφέας ασχολήθηκε εκτενώς με το ζήτημα στα τρία πρώτα βιβλία της στρατιωτικής επιτομής του (στο τέταρτο και τελευταίο ασχολείται με ειδικότερα θέματα πολιορκητικής, αμυντικής και επιθετικής, καθώς και ναυτικής τέχνης).

Εντούτοις, επιστρέφοντας πάλι στο πρώτο βιβλίο, παρατηρούμε πως σε αμέσως επόμενα κεφάλαια ο Βεγέτιος προβαίνει σε πρόταση που κατ’ αρχήν φαίνεται να έρχεται σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, πρότεινε προσεκτική επιλογή νεοσυλλέκτων, γιατί –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει– λίγο παλαιότερα το κράτος έπαθε μεγάλα δεινά, αφότου παραμελήθηκε αυτή η διαδικασία (I.7-8). Σε αυτό το σημείο ο Βεγέτιος φαινομενικά αυτοαναιρείται ισχυριζόμενος αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα. Πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται η στράτευση ακόμη και κατώτερης ποιοτικά στάθμης ανδρών σε συνάρτηση με ενδελεχή επιλογή νεοσυλλέκτων; Πρόκειται για προτάσεις εκ πρώτης όψεως ασύμβατες και αλληλοαναιρούμενες. Κρίνω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον σκόπελο, εφόσον δεχτούμε πως η μεθοδική επιλογή στρατευσίμων αφορούσε κυρίως στον εξοβελισμό των ξένων από τις τάξεις του στρατεύματος από τότε και στο εξής. Εκείνοι ήταν λογικά οι υπαίτιοι για τη συσσώρευση τόσων δεινών, σύμφωνα τουλάχιστον με τη γνώμη του Βεγέτιου. Τα κενά στην επάνδρωση θα καλύπτονταν από τη θέσπιση ευρύτερων κριτηρίων για τη στράτευση υπηκόων πολιτών, ώστε δυνητικά να δημιουργηθεί μία καινούργια και πιο αξιόπιστη «δεξαμενή» στρατευσίμων.

    IV. Το πρόβλημα του «εκβαρβαρισμού» του στρατού και προτάσεις για την αντιμετώπισή του

Τα δεινά, τα οποία ο συγγραφέας ανέφερε παραπάνω, ήταν προφανώς οι βαρβαρικές εισβολές και η μαζική ενίσχυση ειδικά των αυτοκρατορικών στρατών κρούσης-εκστρατείας με ολόκληρα βαρβαρικά σώματα αποτελούμενα κυρίως από πολεμιστές γερμανικής καταγωγής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι βάρβαροι μαχητές παρέμεναν ουσιαστικά υπό την άμεση ηγεσία των ίδιων των φυλάρχων τους και τυπικά μόνον ετίθεντο υπό τη διοίκηση Ρωμαίων αξιωματικών. Αυτό το φαινόμενο άρχισε να μεγεθύνεται από τον γοτθικό πόλεμο (376/7-382) και έπειτα. Καθώς φαίνεται, ο Βεγέτιος έκρινε τον στρατό της εποχής του υπερβολικά «εκβαρβαρισμένο». Κατέγραψε, λοιπόν, τις εξής επικριτικές παρατηρήσεις:

Α) Ύστερα από τη βασιλεία του Γρατιανού (375-383), οι πεζικάριοι που θήτευαν στις τάξεις του πάλαι ποτέ ένδοξου ρωμαϊκού στρατού όδευαν στη μάχη μάλλον αθωράκιστοι. Αντιθέτως, οι ιππείς ήταν επαρκώς θωρακισμένοι στα πρότυπα των Γότθων, των Αλανών και των Ούννων αντιπάλων τους (I.20). Η ρητή μνεία σε Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς αποτελεί ένα επιπλέον δεδομένο, το οποίο μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι μάλλον ο Βεγέτιος έγραφε επηρεασμένος από την άκρως επιτυχημένη δράση του βαρβαρικού ιππικού ειδικά στη μάχη της Αδριανούπολης το 378 και τη συμβολή του στον γοτθικό θρίαμβο.

Β) Παρατηρούσε επίσης κατ’ αντιδιαστολή πως βάρβαροι και όχι πλέον Ρωμαίοι παρέτασσαν ενίοτε θυρεοφόρους πεζούς (scutati) εξοπλισμένους με υσσούς (λατ. pila, bebrae· γερμ. angones), δηλαδή βαριά ακόντια ρίψης (I.20).

Γ) Ισχυριζόταν, μάλιστα, ότι οι ειδικά οι Γότθοι αποδεκάτισαν επανειλημμένως με πυκνή και εύστοχη τοξοβολία τους αθωράκιστους άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού, επηρεασμένος καθώς φαίνεται από τις παρατεταμένες συγκρούσεις εναντίον τους. Αυτή η πληροφορία μπορεί παράλληλα να θεωρηθεί και ως δείκτης γραφής της πραγματείας έπειτα από τον σκληρό και ανηλεή «γοτθικό» πόλεμο εκείνων των ετών, ως αντίκτυπος αυτού (I.20).

Η Πολεμική Τεχνολογία των Γότθων. Deadly Barbarian Battle Tech: Documentary on the War Technology of the Goths (Full Documentary)

Δ) Επιπλέον, ο Βεγέτιος σχολίαζε πως ο στρατός της εποχής του είχε εγκαταλείψει την περιχαράκωση και οχύρωση των στρατοπέδων εκστρατείας. Αυτή η πρακτική αποτελεί βασικό παράγοντα διαφοροποίησης ενός τακτικού στρατού από άτακτες ορδές πολεμιστών. Η απουσία τέτοιας εξειδικευμένης αμυντικής πρόνοιας έκανε τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό ευάλωτο σε αιφνιδιαστικές εχθρικές προσβολές και επιθέσεις (I.21)4. Ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο τρίτο βιβλίο: οι Πέρσες οχύρωναν στρατόπεδα εκστρατείας με αμμόσακους, βαρβαρικά φύλα σχημάτιζαν προστατευτικούς κλοιούς από άμαξες (laager), ενώ αντιθέτως οι Ρωμαίοι είχαν πια απολέσει αυτή τη χρήσιμη τέχνη, που κάποτε συνιστούσε ειδοποιό διαφορά μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων (III.10).

Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Βεγέτιου ήταν πως πλέον οι βάρβαροι πολεμούσαν προσεκτικά και μεθοδικά παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις, ακριβώς όπως οι Ρωμαίοι παλαιότερα· αντιθέτως, οι Ρωμαίοι έτειναν να μάχονται απερίσκεπτα και ασύνετα χωρίς την αναγκαία προστασία, όπως άλλοτε οι βάρβαροι. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα επιχειρήματα, παρότι υπερβολικά ως έναν βαθμό, αποκαλύπτουν δύο σημαντικές εξελίξεις: Πρώτον, εκατέρωθεν της συνοριογραμμής (limes) «βάρβαροι» και «Ρωμαίοι» επηρέαζαν ενεργά αλλήλους στον τρόπο του μάχεσθαι μέσω των αδιάλειπτων συγκρούσεων. Αυτοί οι μαχητές ενίοτε ήταν οργανωμένοι σε παρεμφερείς στρατιωτικές δομές, διέθεταν παραπλήσιο εξοπλισμό, ενώ εφάρμοζαν κατά περίπτωση και παρόμοιες πολεμικές τακτικές. Έτσι, διαμορφωνόταν τελικά μία «κοινότητα πολεμιστών» που διέσχιζε την Ευρώπη και απλωνόταν έως τη Μέση Ανατολή.

Βεβαίως, οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν ορισμένα σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Αυτά εδράζονταν κυρίως σε δύο παράγοντες: αφενός (α) παρέτασσαν μόνιμα τακτικά στρατεύματα, ενώ αφετέρου (β) η στρατιωτική τους οργάνωση παρέμενε επαρκώς δομημένη, διότι στηριζόταν σε σταθερές διαχρονικά βάσεις: κατάταξη, εκπαίδευση, πειθαρχία, επαγγελματισμός, «πνεύμα μονάδος» (esprit de corps), ιεραρχία και διοίκηση, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη, ιατρική φροντίδα, παροχή εξοπλισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βεγέτιο όλα αυτά τα προτερήματα τελούσαν ήδη σε ύφεση, η υπεροχή έναντι των βαρβάρων είχε υπονομευθεί, ενώ η ρωμαϊκή υπεροπλία είχε γενικά τρωθεί. Γιατί όμως;

Επειδή, δεύτερον, η υιοθέτηση «ρωμαϊκών» πρακτικών από βαρβάρους και αντιστοίχως «βαρβαρικών» από Ρωμαίους υποδήλωνε ένα δεδομένο ελάττωμα εξαιρετικά επίφοβο για την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού και τελικά δυνητικά ολέθριο για τη συνοχή του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους: τη μαζική στελέχωση του άλλοτε υπερήφανου και πανίσχυρου τακτικού αυτοκρατορικού στρατού από αλλοδαπούς οπλίτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς, και από άτακτους φυλετικούς μαχητές γερμανικής ως επί το πλείστον καταγωγής, με παράλληλη αντίστοιχη ελάττωση του αριθμού, της σημασίας και της επιρροής των γηγενών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Milner θεωρεί τελικά ως «χαμένη υπόθεση» τις νουθεσίες του Βεγέτιου, διότι κατά τη διάρκεια του 5ου αι. οι στρατιές «πρώτης γραμμής» τόσο του ανατολικού όσο ιδιαιτέρως του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους έτειναν πλέον να σχηματίζονται: (α) από «φοιδεράτους» (foederati) βαρβάρους –θεωρητικά υπόσπονδους, αλλά ουσιαστικά αυτόνομους και πρακτικά ανεξέλεγκτους– μαζικά στρατολογημένους en bloc, δηλαδή εν σώματι, στον στρατό, (β) από «βουκελάριους» (bucellarii) στρατιώτες, κυρίως ιππείς που υπάγονταν «προσωπικά» σε Ρωμαίους στρατηγούς ή βαρβάρους πολέμαρχους και υπηρετούσαν αποκλειστικά υπό την ηγεσία τους, οφείλοντας υπακοή πρωτίστως σε εκείνους και όχι στο κράτος, και (γ) σε μικρότερο βαθμό από άλλους «υποταγμένους» (dediticii) βαρβάρους, παραδομένους στη διάκριση των υστερορωμαϊκών αρχών5.

Βουκελάριοι ιππείς

Σε αυστηρά στρατιωτικό πλαίσιο, η αθρόα συμμετοχή βαρβάρων και η ανεξέλεγκτη συσσώρευση ολόκληρων βαρβαρικών πολεμικών σωμάτων στις τάξεις του ύστερου ρωμαϊκού στρατού ασφαλώς αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του, υποβάθμιζε την πειθαρχία και έφθειρε τη μαχητική του αξία. Οι ξένοι μετέφεραν σε έναν πανάρχαιο και τακτικό στρατιωτικό μηχανισμό οργανωμένο με «επιστημονικό» τρόπο τη νοοτροπία ατάκτων πολεμιστών, όπως τη συνήθεια να μάχονται αθωράκιστοι, με άναρχο και απροσχεδίαστο τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και προστασίας. Σε τελική ανάλυση, η διαρκώς αυξανόμενη προσέλευση ξένων νεοσυλλέκτων και η εντεινόμενη επάνδρωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού από αλλοδαπούς μισθοφόρους υπέσκαπτε την ισορροπία και τη σταθερότητά του ως πολεμικής μηχανής. Παράλληλα, υπονόμευε την αποτελεσματικότητά του ως κατεξοχήν στηρίγματος της αυτοκρατορικής εξουσίας. Το διακύβευμα ήταν όντως κολοσσιαίο και τρομακτικό.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Βεγέτιος είχε συμβουλέψει την επαναφορά της νύξης κατά τη χρήση του ξίφους με παράλληλη εγκατάλειψη της κόψης που εφάρμοζαν οι βάρβαροι (I.12). Τούτη η παραίνεση αποτελούσε έμμεση προτροπή αποφυγής «βαρβαρικών» πολεμικών μεθόδων. Σε μεταγενέστερο κεφάλαιο συνέστησε μάλιστα την επιστροφή στα δόγματα των αρχαίων προγόνων, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «συμφέρει οικονομικά να εκπαιδεύεις ημεδαπούς πολίτες στην (αρχαία) πολεμική τέχνη, παρά να εξαγοράζεις τις στρατιωτικές υπηρεσίες ξένων βαρβάρων μισθοφόρων (αμφίβολης νομιμοφροσύνης και ευμετάβλητης αφοσίωσης, συμπληρώνουμε)» (I.28). Τις απόψεις αυτές επανέλαβε και στο δεύτερο βιβλίο. Εκεί, πρότεινε πάλι τη στρατολόγηση αυτοχθόνων νεοσυλλέκτων και την επιστροφή στα παλαιά στρατιωτικά δόγματα ως διέξοδο από την κρίση (II.18). Τέλος, στην αρχή του τρίτου βιβλίου ανακεφαλαίωσε τα συμπεράσματά του ως εξής: δεν είναι σωστό να υπηρετούν στις ρωμαϊκές στρατιές περισσότεροι ξένοι σύμμαχοι συγκριτικά με γηγενείς πολίτες (III.1).

Επομένως, πλην της εισδοχής και κατάταξης ημεδαπών ως βασικό μέτρο αριθμητικής ενίσχυσης των στρατευμάτων, ο Βεγέτιος υπέδειξε –έστω και εμμέσως– την αποπομπή και τον αποκλεισμό αλλοδαπών από τις τάξεις του, ώστε να επέλθει αφενός διαφοροποίηση και αφετέρου εξισορρόπηση στις «πηγές ή δεξαμενές» στελέχωσης του στρατού. Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι προτάσεις και διάφορες μέθοδοι αντιμετώπισης του φαινομένου του «εκβαρβαρισμού» συνέτειναν σε μία καίρια διαπίστωση που είχε νωρίτερα επισημανθεί από τον συγγραφέα: η σύνθεση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων όφειλε να κυμαίνεται στην παλαιότερη, ασφαλέστερη, και επιτυχέστερη αναλογία μεταξύ «πολιτών» και «συμμάχων», δηλαδή αδρομερώς μεταξύ λεγεωνάριων (legiones, legionarii) και συμμάχων (auxilia, auxiliares). Σύμφωνα με εκείνη, οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι από τους δεύτερους (ΙΙI.2-3).

V. Προτάσεις για τη λήψη αμυντικών μέτρων με αντικειμενικό σκοπό την αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας

Αμέσως μετά, ο Βεγέτιος ανέλυσε σειρά αμυντικών στρατιωτικών μέτρων που αφορούσαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της κράτους (III.3). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως: (1) κύρια μέριμνα οφείλει να είναι η απρόσκοπτη διασφάλιση της επιμελητείας μέσω της παροχής όλων των απαραίτητων εφοδίων στα φίλια στρατεύματα, η αντίστοιχη στέρησή τους από τον εχθρό και η καταστροφή του αντιπάλου μέσω λιμοκτονίας. (2) Η συγκέντρωση εφοδίων πρέπει να γίνεται συντονισμένα στις επαρχίες πριν από την έναρξη κάθε εκστρατευτικής περιόδου. (3) Ιδιαίτερη πρόνοια επιβάλλεται να επιδεικνύουν αμυνόμενοι πολιορκημένοι ώστε να συγκεντρώνουν όλα τα χρειώδη σε ασφαλή και οχυρά σημεία. (4) Οι άμαχοι ενδείκνυται να αποσύρονται σε οχυρωμένες απρόσιτες τοποθεσίες πριν από την έλευση επιδρομέων ή εισβολέων. (5) Οι οχυρώσεις απαιτείται να βρίσκονται σε καλή κατάσταση, οι πολεμικές μηχανές να συντηρούνται επαρκώς και οι στρατιώτες να είναι ετοιμοπόλεμοι. (6) Βασικές προμήθειες –όπως νερό, τρόφιμα και σιτηρέσιο, ζωοτροφές και ξυλεία– οφείλουν απαραιτήτως να χορηγούνται αδιάκοπα στα στρατεύματα σε φάση πολεμικών επιχειρήσεων. Η λελογισμένη διανομή των εφοδίων γίνεται από τις (ενίοτε οχυρωμένες) σιταποθήκες (horrea) με χρηστή επίβλεψη. (7) Τα οχυρά και οι πόλεις αρκεί να φρουρούνται από στρατιώτες κατώτερης ποιότητας, εξοπλισμένους όμως με πλειάδα ποικίλων εκηβόλων όπλων, ώστε να προβάλουν επιτυχή άμυνα. Τότε, οι καλά προετοιμασμένοι πολιορκημένοι έχουν τη δυνατότητα να εξουδετερώσουν τον εχθρό είτε μέσω λιμού, εάν διατηρεί συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του, είτε μέσω αιφνιδιαστικών αντεπιθέσεων, εάν οι πολιορκητές έχουν διασκορπιστεί στην ευρύτερη περιοχή. (8) Τέλος, ο Βεγέτιος εφιστούσε ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν προσπάθειες εξαπάτησης των αμυνομένων από τους επιτιθέμενους με πρόσχημα τη διενέργεια διαπραγματεύσεων ή τη σύναψη ανακωχής. Αυτή η τελευταία συμβουλή ίσως απηχούσε το τέχνασμα που εφάρμοσαν οι Γότθοι πριν από την έναρξη της μάχης της Αδριανούπολης. Τότε, είχαν απευθύνει έκκληση για δήθεν διαβουλεύσεις και συνεννόηση με τη ρωμαϊκή ηγεσία, στις οποίες οι Ρωμαίοι ενέδωσαν αφρόνως. Στην πραγματικότητα οι Γότθοι ηγέτες είχαν εσκεμμένα επιδιώξει να καθυστερήσουν την εκδήλωση της σύρραξης, μέχρις ότου συγκληθούν και συγκεντρωθούν όλες οι διασκορπισμένες τους δυνάμεις και ειδικά οι ιππείς, ώστε να αντιμετωπίσουν με σύντονο και μαζικό τρόπο τη μάζα του αυτοκρατορικού στρατού που πλησίαζε επικίνδυνα και απειλητικά.

Ύστεροι Ρωμαίοι αμυνόμενοι

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπάνω συστάσεις αποκάλυπταν την ύπαρξη και πολεμική δραστηριοποίηση εντός της επικράτειας αλλότριων εθνών, τα οποία μέχρι πρότινος έδρευαν έξω και μακριά από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επομένως, ξένοι λαοί –με προεξάρχοντες ασφαλώς τους Γότθους– είχαν ήδη διασπάσει τον limes (τις συνοριακές γραμμές), και κινούμενοι κατά το δοκούν είχαν εγκατασταθεί σε επαρχίες του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους, τις οποίες κατόπιν λυμαίνονταν προς όφελός τους. Κατ’ αναλογία λοιπόν, οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν μεταφερθεί πλέον intra muros, δηλαδή «εντός των τειχών». Άρα, επιβαλλόταν τροποποίηση των πολεμικών μεθόδων και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, (α) η λογιστική υποστήριξη (επιμελητεία) των στρατευμάτων με παράλληλη στήριξη και προστασία των αμάχων, δηλαδή εντέλει της πληθυσμιακής βάσης της αυτοκρατορίας, καθώς και (β) η ενδελεχής συντήρηση του οπλισμού και των οχυρώσεων, προέβαλλαν ως οι δύο κύριοι αμυντικοί πυλώνες επί των οποίων όφειλε να στηριχθεί από τότε και στο εξής η πολεμική προσπάθεια. Πάντως, σε τελική ανάλυση ο Βεγέτιος θεωρούσε τη βαρβαρική διείσδυση μάλλον διαχειρίσιμη, εφόσον το κράτος έπαιρνε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα. Με άλλα λόγια, δεν έκρινε ως αδύνατη και ατελέσφορη την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης απειλής. Συνεπώς, η διάχυση και η διασπορά των βαρβάρων δεν είχαν ακόμη πάρει τη μορφή ανεξέλεγκτης και ασταμάτητης «χιονοστιβάδας», όπως συνέβη ειδικά από τη δεύτερη δεκαετία του 5ου αι. και έπειτα στην υστερορωμαϊκή Δύση.

Χάρτες

Η εγκατάσταση βαρβάρων σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν ήταν βεβαίως ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον συνηθισμένο περιστατικό. Πρωτοφανείς και δυσμενείς ήταν, ωστόσο, οι συγκεκριμένοι όροι της «ένοπλης» εγκατάστασης των Γότθων σύμφωνα με το foedus του 382. Η συμφωνία προέβλεπε τη διατήρηση της αυτονομίας τους, συμπεριλαμβανομένου de facto του δικαιώματος στην αυτοάμυνα. Για πρώτη φορά στη ρωμαϊκή ιστορία, εχθροί εγκαθίστανται σε εδάφη της αυτοκρατορίας κατόπιν ένοπλης σύρραξης, όχι όμως διότι πρώτα νικήθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή παραδόθηκαν εντός ή εκτός των συνόρων, αλλά επειδή το κράτος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί μαζί τους και να υποκύψει στις απαιτήσεις τους, αποδεχόμενο έτσι σιωπηρώς την αδυναμία του να τους υποτάξει. Στο μεταξύ είχε αποτύχει παταγωδώς να περιορίσει και να εξουδετερώσει τη μεγάλη εξέγερση που εκδηλώθηκε προηγουμένως εντός της επικράτειάς του.

Γότθοι πρόσφυγες

VI. Πιθανές αντανακλάσεις συγκεκριμένων συγκρούσεων του στρατού με βαρβάρους στο κείμενο της Epitoma rei militaris

Τρεις επιπρόσθετες αναφορές στο τρίτο βιβλίο υποκρύπτουν, πιθανότατα, σχέση με τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, καθώς και με τα επακόλουθα αυτής. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια της προσέγγισης με τον εχθρό πρέπει να λαμβάνονται στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης. Επιμένει ιδιαίτερα στην προσεκτική σχεδίαση και χάραξη της πορείας από το επιτελείο του στρατηγού διαμέσου (α) της χρήσης χαρτών και οδοιπορικών (itineraria) και (β) της αξιοποίησης τοπικών οδηγών. Έτσι, επιτυγχάνεται αφενός (i) ορθή αξιολόγηση και επαλήθευση των σχετικών γεωμορφολογικών πληροφοριών μέσω διασταύρωσης από διάφορες πηγές και αφετέρου (ii) επιμελής αναγνώριση της περιοχής την οποία το στράτευμα διασχίζει ή επί της οποίας αναπτύσσεται. Παράλληλα συμβουλεύει τη διατήρηση πλήρους συσκότισης για τις προθέσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, ώστε χάρη στη μυστικότητα να μην διαρρέουν πληροφορίες στον εχθρό (III.6). Ο αυτοκράτορας Βάλης είχε εμπλέξει απρογραμμάτιστα και τμηματικά, με ολέθρια ως γνωστόν αποτελέσματα, το σύνολο των στρατιωτικών του δυνάμεων στη μάχη της Αδριανούπολης, χωρίς να προηγηθεί ούτε ενδελεχής κατόπτευση του πεδίου μάχης, ούτε πλήρης αναγνώριση της διάταξης του αντιπάλου στρατού. Το αποτέλεσμα ήταν οι φίλιες δυνάμεις να αιφνιδιαστούν τόσο από το πλήθος όσο και από τις ενέδρες των εχθρών. Η πλημμελής ενημέρωση της στρατιωτικής διοίκησης για την τακτική κατάσταση, καθώς και η άτακτη εμπλοκή των διαφόρων στρατιωτικών τμημάτων οδήγησαν τελικά τους μεν Ρωμαίους σε πανωλεθρία, τους δε Γότθους στον θρίαμβο.

Ο Βεγέτιος προέτρεψε, επίσης, να αποφεύγονται οι κοπιώδεις πορείες αμέσως πριν από τη διενέργεια μάχης, επειδή προφανώς ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε εξάντληση τους στρατιώτες προτού έρθουν σε επαφή και συμπλακούν με τον εχθρό (III.11). Η ομοιότητα τέτοιας άστοχης και επικίνδυνης ενέργειας με τα γεγονότα ακριβώς προτού ξεσπάσει η σύγκρουση στην Αδριανούπολη κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν· μάλλον δημιουργούσε εύλογο και άμεσο συνειρμό, αποτελώντας εμμέσως παράδειγμα προς αποφυγή.

Τέλος, ο συγγραφέας υποστήριξε πως εχθρός ανέτοιμος, διεσπαρμένος προς άγραν εφοδίων, εξαντλημένος λόγω κοπιώδους πορείας ή απλώς παντελώς ανυποψίαστος μπορεί να υποστεί αιφνιδιαστικές επιθέσεις εξαιτίας συνολικής τακτικής μειονεξίας (III.22). Κατ’ επέκταση, αυτές ακριβώς τις αδυναμίες οφείλουν να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Η συνάφεια των παραπάνω διαπιστώσεων με τα σοβαρά τακτικά λάθη και σφάλματα που διέπραξε ο στρατός εκστρατείας του Βάλη αμέσως πριν από την εκδήλωση της κρίσιμης μάχης στην Αδριανούπολη καθίσταται εκ νέου πρόδηλη. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Βεγέτιος –όπως άλλωστε και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος– είχε πρόσβαση και αναπαρήγαγε στο κείμενό του επίσημες κρατικές εκθέσεις και αναφορές. Σε εκείνες αναλύονταν οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν τον στρατό στη βαριά αυτή ήττα που ολοκληρώθηκε με τον θάνατο ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα στο πεδίο της μάχης, ένα όντως εξαιρετικά σπάνιο και ατυχές περιστατικό.

Το ξέσπασμα του «γοτθικού πολέμου» το 376/7 και η μάχη της Αδριανούπολης το 378. Δραματοποιημένη ψηφιακή αναπαράσταση. Total War History: Battle of Adrianople (Parts 1-4)

Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος δεν τόνισε μόνο στρατιωτικές αποτυχίες και αδυναμίες ώστε με αφορμή και αιτία αυτές να συγγράψει την πραγματεία του. Προέβη σε μία διαπίστωση, που κατά τα φαινόμενα στηρίζεται σε μεγάλη στρατιωτική επιτυχία λίγο προγενέστερη της συγγραφής του κειμένου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος ολοκλήρωσε το βιβλίο κάπως απότομα σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «σχετικά με τα ελαφρά πλοία (naves lusoriae) που προφυλάσσουν τα φυλάκια του Δούναβη με τις καθημερινές τους περιπολίες, θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί σιγή, επειδή η πρόσφατη συχνή τους χρήση αποκάλυψε περισσότερα για τις δυνατότητες τους απ’ ό,τι είχαν επιδείξει τα παλαιά δόγματα» (IV.46). Άραγε, ποια τότε «πρόσφατη και συχνή» χρήση τόσο αποκαλυπτική για τις δυνατότητες των παραδουνάβιων πολεμικών σκαφών περιπολίας υπονοείται σε αυτήν την αναφορά του Βεγέτιου;

Πιθανότατα υποκρύπτεται νίκη του στρατηγού (magister militum) Προμώτου (Promotus) εναντίον κλάδου των Οστρογότθων στη Θράκη το έτος 386. Στη «Νέα Ιστορία» του Ζώσιμου (5ος/6ος αι.) αναλύονται τα αμυντικά μέτρα που έλαβε ο στρατηγός προκειμένου να εμποδίσει τη διάβαση του Δούναβη από Οστρογότθους. Μεταξύ άλλων τεχνασμάτων, ο Ζώσιμος ανέφερε ότι ο Πρόμωτος παρέταξε δεκάδες πλοία ακριβώς στο σημείο το οποίο επιχείρησαν να διασχίσουν οι Οστρογότθοι, χωρίς οι τελευταίοι να αντιληφθούν το στρατήγημα· έτσι, αφενός κατόρθωσε να αιφνιδιάσει πλήρως και να κατατροπώσει τους αποσβολωμένους εισβολείς, ενώ αφετέρου απέτρεψε ακόμη μία βαρβαρική εισβολή στα εδάφη της αυτοκρατορίας.

Η πανωλεθρία των Οστρογότθων στον θρακικό τομέα του Δούναβη το 386 μέσω πολεμικών σκαφών αποτέλεσε αναμφίβολα μεγάλο επίτευγμα. Εκτός από τον Ζώσιμο, μνημονεύθηκε από τον ποιητή Κλαύδιο Κλαυδιανό σε πανηγυρικό του έτους 398. Διασώζεται, επίσης, στο χρονικό του Υδάτιου και στα υπατικά κατάστιχα Consularia Constantinopolitana (5ος αι.)6. Μάλιστα, η μαχητική αξία των παραποτάμιων στολίσκων ήταν τέτοια, ώστε νομοθετική ρύθμιση του έτους 412 μεριμνούσε για τη συντήρηση και ανανέωση των εν λόγω πλοίων, επισείοντας ακόμη και χρηματικά πρόστιμα για τους στρατιωτικούς διοικητές (magistri militum) της Θράκης που τυχόν αμελούσαν τα σχετικά καθήκοντα7.

Naves lusoriae και scaphae exploratoriae

VII. Επίλογος

Στο τέλος του τρίτου βιβλίου –αμέσως μετά από την παράθεση τριάντα τριών (33) ευσύνοπτων και χρηστικών στρατιωτικών γνωμικών (regulae bellorum generales, δηλ. γενικοί κανόνες πολέμου)– ο Βεγέτιος ισχυρίστηκε ότι ο μη κατονομαζόμενος Ρωμαίος ηγεμόνας συνδύαζε αθροιστικά τις αρετές αρκετών αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Έτσι, οι Πέρσες θαύμαζαν τις αρετές του αυτοκράτορα στην τοξοβολία, οι Ούννοι και οι Αλανοί προσπαθούσαν μάταια να μιμηθούν τις δεξιότητές του στην ιππική τέχνη, ενώ οι Άραβες ήταν κατώτεροι από αυτόν στην κυνηγετική τέχνη (III.26).

Μέσω της παραπάνω φράσης ο συγγραφέας υπέδειξε τον στρατό ως άμεση προέκταση του εκάστοτε αυτοκράτορα. Υπ’ αυτήν την έννοια –σύμφωνα πάντα με τον Βεγέτιο– ο πλήρως συγκροτημένος και σωστά οργανωμένος ρωμαϊκός στρατός συνιστούσε το κατεξοχήν όργανο προβολής ισχύος και επιβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας, εφόσον όμως –συμπληρώνουμε– αυτός βρισκόταν υπό τον στιβαρό έλεγχο ικανών αυτοκρατόρων με την επικουρία γηγενών στρατηγών, και υπηρετούσε τη σταθερότητα του κράτους. Έτσι, η αυτοκρατορική εξουσία θα ήταν αδύνατον να αποτελέσει εφαλτήριο για την εκπλήρωση προσωπικών σκοπιμοτήτων και να μετατραπεί σε έρμαιο για τις φιλοδοξίες κάθε λογής αλλοδαπών στρατηγών (και βασιλέων), κυρίως γερμανικής καταγωγής (λ.χ. του Αρβογάστη, του Αλάριχου, του Γαϊνά, του Άσπαρος, του Ριχομέρη, του Οδόακρου, του Θεοδώριχου, κ.ά.). Ως γνωστόν άλλωστε, Γερμανοί φύλαρχοι, πολέμαρχοι και ηγεμόνες αρχικά υποκατέστησαν και τελικά αντικατέστησαν τον αυτοκρατορικό θεσμό ειδικά στο δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, δημιουργώντας στη θέση του τα γνωστά γερμανικά βασίλεια του πρώιμου μεσαίωνα.

Η εδαφική διακύμανση του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους (510 π.Χ. – 1453 μ.Χ.) 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος (ΠΕ 02) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Για τις επικρίσεις και τα παράπονα του Βεγέτιου όσον αφορά την άσχημη κατάσταση του στρατού βλ. Milner 1991: 146-147, 177-181. – Του ιδίου 32001: xvi.

2. Veg. IV.1-30. Αμυντικές μέθοδοι πολιορκημένων: κεφάλαια 1-12, 18-20, 22-27, 29. Επιθετικές μέθοδοι πολιορκητών: κεφάλαια 13-17, 21, 28, 30.

3. Πρβ. Elton 1996: 20-30.

4. Ο Milner (1991: 72-73) θεωρεί και αυτήν την παρατήρηση ως ενδεικτική συγγραφής με γνώμονα τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, διότι ο Βάλης δεν είχε προνοήσει για την κατασκευή στρατοπέδου εκστρατείας προτού εμπλακεί στη μοιραία σύγκρουση.

5. Milner 32001: xliii. Μάλιστα, στη σ. xlii υποστηρίζει πως ο Βεγέτιος πρότεινε τη μεταρρύθμιση και τον «αποβαρβαρισμό» ειδικά του επίλεκτου σώματος των comitatenses, που απάρτιζαν τα κατεξοχήν εκστρατευτικά στρατεύματα κρούσης του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

6. Ζώσιμος 4.38-39. Επίσης Cl. Claudianus De IV Cons. Honorii 619-637. – Hydatius Chronicon 13a (386). – Consul. Constantinopol. a. 386.

7. CTh. VII.17 «De lusoriis Danuvii». Μάλιστα, ο Βεγέτιος (IV.37) αναφέρει την ύπαρξη και δράση άλλων παρόμοιων «ανιχνευτικών σκαφών» (scaphae exploratoriae), τα οποία ήταν βαμμένα με θαλασσί χρώμα. Όντως, πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία, διότι αποκαλύπτει την εφαρμογή μεθόδων παραλλαγής (camouflage, δηλ. κάλυψης-απόκρυψης) από τους στολίσκους και τα πληρώματά τους στην ομιχλώδη Βόρεια Θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, [Loeb] London–Cambridge MA 1935-1939

Chronicle of Hydatius and Consularia Constantinopolitana: Two Contemporary Accounts of the Final Years of the Roman Empire, ed. R.W. Burgess, [Oxford Classical Monographs] Oxford 1993

Claudian, with an English translation by M. Platnauer in two volumes, volume I: Panegyric on the Fourth Consulship of the Emperor Honorius (A.D. 398), [Loeb] London–New York 1922, σ. 286-335

Polybius, The Histories, with an English translation by W.R. Paton in six volumes, volume I (Books I-II), [Loeb] London–New York 1922

Theodosiani Libri XVI cum Constitutionibus Sirmondianis, vol. I, ed. Th. Mommsen, Berlin 1905

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Ζώσιμος, Νέα Ιστορία. 306-410 μ.Χ., μτφ. Γ. Αβραμίδης – Θ. Καλαϊτζάκης, [Οι Τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί 9] Θεσσαλονίκη 2007

Β. Μελέτες

Bento Tavares, W.J. & Marques Gonçalves, Ana Teresa 2015. «Formation of a roman soldier in the fourth century a.D. and the foundation of a Military Paideia: rethinking the Vegetius Epitoma rei militaris», Acta Scientiarum 371: 15-26

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Coulston, J.C.N. 1990. «Later Roman Armour, 3rd–6th centuries A.D.», Journal of Roman Military Equipment Studies 1: 139-160

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Ferrill, A. 1991. Roman Imperial Grand Strategy, [Publications of the Association of Ancient Historians 3] Lanham MD–New York–London

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Halsall, G. 2007. Barbarian Migrations and the Roman West, 376-568, [Cambridge Medieval Textbooks] Cambridge–New York

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36

Lenski, N. 1997. «Initium mali Romano imperio: Contemporary Reactions to the Battle of Adrianople», Transactions of the American Philological Association 127: 129-168

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Mathisen, R.W. 2019. «The End of the Western Roman Empire in the Fifth Century CE: Barbarian Auxiliaries, Independent Military Contractors, and Civil Wars», στο The Fifth Century: Age of Transformation. Proceedings of the 12th Biennial Shifting Frontiers in Late Antiquity Conference, eds. J.W. Drijvers – N. Lenski et al., [Munera. Studi storici sulla Tarda Antichità 46] Bari, σ. 137-156

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Rostovtzeff, M. 1984. Ρωμαϊκή Ιστορία, μτφ. Ι. Τουλουμάκος, Αθήνα 1984

Σαμαράς, Χ.Β. 2010. Η Αμυντική Ναυτική Πολιτική των Βυζαντινών στα Ποτάμια και Θαλάσσια Σύνορα κατά την Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδο. Διδακτορική διατριβή. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Σαραντίδης, Ι. 2015. Η είσοδος των ξένων στο στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου (324-565) και οι επιπτώσεις στη βυζαντινή πολιτεία (κράτος, πολιτικό γίγνεσθαι, εικόνα του άλλου). Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Sarantis, A. 2013a. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Sarantis, A. 2013b. «Tactics: A Bibliographic Essay», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 177-207

Southern, Pat & Dixon, Karen R. 1996. The Late Roman Army, New Haven–London

Τσερεβελάκης, Γ.Τ. 22019. Η Ρώμη & οι Γερμανοί. Οι μεγάλες συγκρούσεις, Αθήνα

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Ανδρέας Κούκος: Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

Ανδρέας Κούκος

Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

 

Τελευταία, στην ιστοσελίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», υπήρξαν αναφορές για την αυταρχική διακυβέρνηση του Καποδίστρια και τη δικτατορία που εγκατέστησε στο νέο ελληνικό κράτος!

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, στο κείμενο που ακολουθεί, να απαντήσω σ’ αυτά ακριβώς τα ερωτήματα: «Ήταν τελικά ένας δικτάτορας ο Ιωάννης Καποδίστριας; Εγκατέστησε στα πλαίσια ίδρυσης του ελληνικού κράτους μία «εκσυγχρονιστική δικτατορία»;

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εξέλεξε ομόφωνα εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους Κυβερνήτη της Ελλάδος τον Ιωάννη Καποδίστρια και μεταβίβασε σ’ αυτόν τη νομοτελεστική της εξουσία για μία επταετία από 3 Απριλίου 1827. Οι Πληρεξούσιοι στη συνέχεια, υπέγραψαν την 6η Απριλίου, το προσκλητήριο γράμμα προς τον Καποδίστρια με το οποίο αναγνώριζαν ότι: «τα κακά που επήγασαν στο διάστημα του επταετούς αγώνος του Έθνους οφείλονταν στην πολυμέλεια της Νομοτελεστικής Δυνάμεως και ότι προς αποφυγή όλων αυτών των κακών, η Συνέλευση αποφάσισε τη συγκέντρωση όλης της Νομοτελεστικής Δυνάμεως σε έναν και μόνο»1. Τον προσκαλούσαν δε να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα.

Την 2 Ιανουαρίου 1828, ύστερα από μεγάλες καθυστερήσεις που επέβαλαν η αποδοχή της επίσημης παραίτησης του Καποδίστρια από το διπλωματικό σώμα της ρωσικής αυτοκρατορίας και η επίσκεψή του στο Λονδίνο και στο Παρίσι, το Warspite, το βαρύ αγγλικό πολεμικό με τα 74 τηλεβόλα συνοδευόμενο από το γαλλικό πολεμικό Ήρα και το ρωσικό Ελένη με την ελληνική σημαία στον ιστό τους, θα συνοδεύσουν τιμητικά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια στο ταξίδι του με τελικό προορισμό το Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίνα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Σπέτσες και Ύδρα αποτελούν την ελεύθερη Ελλάδα αυτή τη στιγμή! Ουσιαστικά παραλαμβάνει μία χώρα γεμάτη ερείπια και άδεια ταμεία, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι γης χωρίς βιώσιμα σύνορα. Χρειάζεται οργάνωση,συνέχιση του πολέμου και γρήγορες αποφάσεις.

Ο Καποδίστριας, κατά τα κρίσιμα χρόνια της ανασυγκροτήσεως της Ευρώπης μετά την πτώση του Ναπολέοντα και ως τη στιγμή της αφίξεώς του στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του «υπό ίδρυση» ακόμα κράτους, υπήρξε και ήταν πάντοτε φιλελεύθερος. Ως Υπουργός των Εξωτερικών του Τσάρου κατηγορούνταν συνεχώς από τους ακραίους μοναρχικούς για τα προοδευτικά φρονήματά του, ενώ ο ίδιος διεκήρυσσε από την υψηλή θέση του την ανάγκη της παραχωρήσεως συνταγμάτων από τους ηγεμόνες προς τους λαούς τους, προς πρόληψη των επαναστατικών εκρήξεων2.

Ο Κυβερνήτης, φτάνοντας στην Αίγινα, έχει μελετήσει προσεκτικά τα προηγούμενα συντάγματα με τη διάκριση των εξουσιών και κατάλαβε ότι δημιουργούσαν πολυαρχία και αδυνάτιζαν την εξίσου πολυμελή εκτελεστική εξουσία που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις. Έπρεπε να ικανοποιηθούν όλοι και αυτό οδηγούσε στην καταστροφή. Η τέλεια αναρχία που επακολούθησε και η σειρά των εμφυλίων πολέμων ήταν το θλιβερό επακόλουθο των «ανακατεμένων εξουσιών» που όριζαν τα συντάγματα. Κατάλαβε ο Καποδίστριας, ότι θα ήταν ένα διακοσμητικό όργανο που δεν θα μπορούσε να περάσει καν ένα νόμο και υποχείριο της Βουλής, αφού δεν είχε καν το δικαίωμα διάλυσής της.

Ο Καποδίστριας καταλήγει σε δυσάρεστα συμπεράσματα και πρέπει να πάρει σκληρές αποφάσεις. Αν αποδεχθεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας τι θα συμβεί; Σε περίπτωση διαφωνίας, θα πηγαίνουν και θα έρχονται οι νόμοι και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει η κυβέρνηση, σ’αυτή τη δύσκολη στιγμή που διαπραγματεύται και το συμβιβασμό με την Πύλη και τις Μ. Δυνάμεις.

Μόνο ένας κωμικός ηθοποιός – κατά τον Καποδίστρια – υποδυόμενος τον Κυβερνήτη, θα αποτολμούσε με το Σύνταγμα της Τροιζήνας στο χέρι να επιδιώξει να κυβερνήσει την εμπόλεμη και αναρχούμενη Ελλάδα3.

Αποστολή όμως του Καποδίστρια δεν είναι να δώσει μία κωμική παράσταση ενώπιον των Ελλήνων και της Ευρώπης. Δεν θα το έκανε αυτός σε καμμία περίπτωση! Σκέφτεται να προτείνει την προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας! Είναι μία πολύ δύσκολη απόφαση!

Γιατί να πάρει αυτήν την απόφαση; Γιατί παρέλαβε χάος και ερείπια! Διοίκηση στις λιγοστές ελεύθερες περιοχές δεν υπήρχε. Οι έννοιες του νόμου και της τάξης άγνωστες, το δε κενό κάλυπτε η αυθαιρεσία των κοτζαμπάσηδων και των οπλαρχηγών. Βουλή και Κυβέρνηση, πρόσφυγες στην Αίγινα, δεν τολμούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους. Οι νησιώτες, υπακούοντες στον Κουντουριώτη, αγνοούν συστηματικά την Κυβέρνηση και κάθε κεντρική εξουσία. Η χώρα στη διάθεση των ενόπλων συμμοριών.

Ποιος ευθύνεται για όλη αυτή την τραγική κατάσταση;

Ο Γραμματέας της Οικονομίας Παναγιώτης Λιδωρίκης είχε το θάρρος -προς τιμήν του -ν’ απαντήσει ευθέως στον Κυβερνήτη: «Πρέπει να ομολογηθεί ότι θα υπήρχαν πολλές άλλες πηγές από τις οποίες η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει ωφέλεια. Αλλά οι διαρκείς διαφωνίες, οι παρατεινόμενες στο άπειρον συζητήσεις, η διαρκής πάλη των κομμάτων και η έκδηλη αντίθεση μεταξύ του Άγγλου Ναύαρχου Κόχραν και του Στρατηγού Τσώρτς, δημιούργησαν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Η Κυβέρνηση λοιπόν είχε να παλαίψει εναντίον αναρίθμητων δυσχερειών, ενώ σύμφωνα προς το Σύνταγμα, δεν ήταν δυνατόν να κάνει οτιδήποτε χωρίς τη συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος. Και μία φορά που το πράγμα έφθανε εκεί, έμενε εκεί για πάντα»4.

Ο Καποδίστριας όμως είχε δηλώσει εκ των προτέρων και ξεκάθαρα προς όλους ότι θα αποδεχόταν το αξίωμα του Κυβερνήτη, υπό δύο προϋποθέσεις: να εγκρίνουν οι Μ. Δυνάμεις το πρόσωπό του και να του παρασχεθούν από τους Έλληνες οι αναγκαίες κατ’ αυτόν εξουσίες για να κυβερνήσει την Ελλάδα. Ήδη ο πρώτος όρος είχε εκπληρωθεί, ενώ ο δεύτερος εξαρτόνταν από την καλή θέληση της ηγεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών5.

Γνωρίζει καλά ο Καποδίστριας την κοινωνική σύνθεση του λαού της Ελλάδος, την πολιτική γεωγραφία της επαναστατημένης χώρας καθώς και ποιους θα βρει απέναντί του. Ο ίδιος, αισθάνεται χρέος του να συμφιλιώσει όλους τους Έλληνες. Δεν φοβάται, λοιπόν, αν συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στην αποδοχή του αιτήματός του, περί προσωρινής αναστολής του Συντάγματος της Τροιζήνας, εκ μέρους των βουλευτών. Θα επιδιώξει να έχει προς τούτο και τη συναίνεση όλου του πολιτικού κόσμου στην αποδοχή του κυβερνητικού συστήματος που έχει αυτός κατά νου, ως αναγκαίο και επιβαλλόμενο, από τις δεινές περιστάσεις της χώρας.

Έτσι λοιπόν συγκαλεί σε μυστική σύσκεψη όλα τα μέλη της Βουλής για να δηλώσει τις αποφάσεις του. Ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους επιβαλόταν χωρίς χρονοτριβή να ανασταλεί προσωρινά το σύστημα της εκτελεστικής εξουσίας που είχε ψηφιστεί στην Τροιζήνα και να του δοθούν οι αναγκαίες εξουσίες για να κατορθώσει η Ελλάδα να συνεχίσει τον πόλεμο, εμπνέουσα εμπιστοσύνη στις συμμαχικές κυβερνήσεις. Δήλωσε στα μέλη της Βουλής ότι αδυνατεί να αναλάβει τα καθήκοντά του και να κυβερνήσει κατά το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο στο άρθρο 150, που αναφέρεται στον όρκο του Κυβερνήτη, έλεγε ότι πρέπει να θέσει το χέρι του επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκιζόμενος στο όνομα του Υψίστου: «…να διατηρήσει απαρασάλευτα τους θεμελιώδεις νόμους της Ελληνικής Πολιτείας και να υπερασπίσει και να διατηρήσει με όλες του τις δυνάμεις την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους»6.

Κώλυμα νομικό και ουσιαστικό! Η λανθάνουσα αντίθεση μεταξύ Συντάγματος και Συνθήκης του Λονδίνου δεν διέλαθε βεβαίως της προσοχής του Καποδίστρια. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας που είχε ψηφιστεί το Μάϊο του 1827 – πριν τη Συνθήκη του Λονδίνου – μιλούσε για ανεξαρτησία και η Συνθήκη του Λονδίνου για υποτέλεια της Ελλάδος έναντι του Σουλτάνου. Η Συνθήκη λοιπόν ανέτρεπε την αρχή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Τι θα έπρεπε να κάνει ο Κυβερνήτης; Η ορθή νομική λύση θα ήταν η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων του λαού, του μόνου δηλαδή αρμοδίου οργάνου να καταργήσει, να τροποποιήσει ή να αναστείλει για ορισμένο χρόνο το προοδευτικότερο Σύνταγμα για την εποχή εκείνη. Αυτή όμως η νομική λύση τη δεδομένη στιγμή θα προκαλούσε ατελείωτο πολιτικό σάλο με καθυστερήσεις, ατελείωτες συζητήσεις, διαμάχες, την ώρα που η Ελλάδα ψυχορραγούσε.

Η απομένουσα λύση του πολιτικού αδιεξόδου είναι η προσωρινή αναστολή του Συντάγματος για ορισμένο χρόνο. Ο Καποδίστριας όμως δεν θα έπαιρνε ποτέ μόνος του μία τέτοια απόφαση. Θα έπρεπε να συμφωνήσουν τα μέλη της Βουλής. Έτσι απευθύνει διακοίνωση προς τα μέλη της Βουλής την 17η Ιανουαρίου 1828.

Στη διακοίνωση αυτή τονίζει, ότι, λυπάται γιατί η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας δεν είχε εφοδιάσει τη Βουλή με τις δυνατότητες εκείνες που θα επέτρεπαν την κύρωση της επιβαλόμενης κατ’ αυτόν αναστολής του Συντάγματος, μόνης ικανής, κατά την πεποίθησή του «να προφυλάξει την πατρίδα μας από τους επικείμενους κινδύνους με τους οποίους η ενεστώσα κρίση την επαπειλεί»7.

Η λύπη του, αναφέρει, θα μετριαζόταν, αν οι βουλευτές που τιμήθηκαν με την εμπιστοσύνη των συμπολιτών τους, συμφωνούσαν με εκείνον στην προσωρινή αναστολή του Συντάγματος γιατί «αυτή την κρίσιμη στιγμή μπαίνουν σε κίνδυνο τα ουσιωδέστερα συμφέροντα της Ελλάδος. Επιθυμώ, ευδιάθετοι να μεθέξετε των έργων και του υπευθύνου της νέας προσωρινής κυβερνήσεως. Οι υποθέσεις επισωρεύονται. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Σας παρακαλώ, γι’ αυτό να σκεφθείτε το ταχύτερο δυνατόν και να μου γνωστοποιήσετε την απόφασή σας στην παρούσα επιστολή»8.

Τέλος, δήλωσε, ότι τα πάντα θα εθυσίαζε υπέρ της Ελλάδος, αλλά ποτέ την υπόληψή του και ότι εάν εκείνοι δεν ήθελαν να τον ακούσουν, αυτός θα έφευγε από την Ελλάδα με το πλοίο που τον είχε φέρει, ενώ εκείνοι θα αναλάμβαναν βαρύτατες ευθύνες απέναντι στο Θεό «γιατί σαν ψάρι στο δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη και η ελληνική ελευθερία»9.

Ομόφωνα την επομένη – 18 Ιανουαρίου 1828 – η Βουλή ψήφιζε το Νόμο ΝΗ’, «Περί προσωρινής μεταβολής της Διοικήσεως», κατά το σχέδιο του Καποδίστρια, αποδεχόμενη ότι «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους»10.

Ο Νόμος αυτός προέβλεπε τη σύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος που ονομάστηκε «Πανελλήνιο», αποτελούμενο από 27 μέλη που διορίζονταν από τον Καποδίστρια. Βουλή και Αντικυβερνητική Επιτροπή παρέδωσαν στους τρεις Προβούλους και στους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου και αυτοδιαλύθηκαν για να παραχωρήσουν τις εξουσίες τους στον Καποδίστρια και στο συμβουλευτικό σώμα που εκείνος ίδρυσε11.

Αφού συζήτησε με τα καταλληλότερα πρόσωπα, προχώρησε στην πλήρωση των θέσεων, τοποθετώντας τους καλύτερους από τους πολιτικούς άνδρες των επαναστατικών κυβερνήσεων. Πρόβουλος Οικονομίας ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόβουλος Εσωτερικών ο Ανδρέας Ζαΐμης και Πρόβουλος Πολέμου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Γραμματέας της Επικρατείας ο Σπυρίδων Τρικούπης12.

‘Όπως βλέπουμε στην πρώτη του κυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αποκλείει κανέναν, ούτε και αυτούς που αναμείχθηκαν με άσχημο τρόπο στους εμφυλίους πολέμους που προηγήθηκαν, ούτε και αυτούς που διαχειρίστηκαν πολλές φορές με σκανδαλώδη τρόπο τα «εθνικά δάνεια». Δίνει την ευκαιρία σε όλους. Πολλοί από αυτούς θα αποτελέσουν πολύ σύντομα το σκληρό πυρήνα της Αντιπολίτευσης εναντίον του!

Η αυλαία έπεσε με την Προκήρυξη του Κυβερνήτη προς τον ελληνικό λαό την 20η Ιανουαρίου 1828 η οποία ξεκινούσε με το ρητό: «Εάν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών». Εξηγούσε τους λόγους που καθυστέρησε τον ερχομό του στην Ελλάδα και επίσης τους λόγους που επέβαλαν την εγκαθίδρυση μίας ισχυρής Κυβέρνησης με το σκοπό να δρέψει η Ελλάδα τους καρπούς της Συνθήκης του Λονδίνου και της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου13. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου και ώρα 10.00 π.μ., ο Καποδίστριας έδινε τον όρκο εν ονόματι της Αγιωτάτης και Αδιαιρέτου Τριάδος, ενώπιον του Μητροπολίτου, των επισήμων Ελλήνων, των Αξιωματικών των συμμαχικών πολεμικών και του ενθουσιώδη λαού.

Εντός 20 ημερών λοιπόν, από της αφίξεώς του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε λύσει το πολιτικό της πρόβλημα. Κυβερνήτης πλέον, είχε συγκεντρώσει στο πρόσωπό του προσωρινά όλες τις εξουσίες, συναινούντος όλου του συνυπεύθυνου πολιτικού κόσμου της μαχόμενης χώρας. Το Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος αναστέλονταν προσωρινά με τη σύμπραξη Κυβερνήτου και Βουλής.

Σε καμία περίπτωση λοιπόν, μελετώντας τις πράξεις του Κυβερνήτη, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιβολή «δικτατορίας Καποδίστρια», αφού η δικτατορία έχει εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Ο Καποδίστριας επιβάλει με τη συναίνεση όλων προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας γιατί «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους». Ακόμα και ο Henry Kissinger, στη διδακτορική του διατριβή το 1957 στο Παν/μιο Harvard, αποκαλεί τον Καποδίστρια «συνταγματικό διαιτητή της Ευρώπης»14. Η διπλωματική του πορεία στην Ευρώπη έχει πραγματικά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

Πολλές φορές για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός, χρησιμοποιείται η αναφορά του ιδίου στο ξυράφι αλλά επιλεκτικά… Ας δούμε τι λέει ο Καποδίστριας για το σύνταγμα και το ξυράφι με ολοκληρωμένη την αναφορά του:

«Το Σύνταγμα ομοιάζει με ξυράφι στη χρήση του οποίου ήταν αγύμνα – στα τα χέρια των Ελλήνων», είπε κάποτε ο Καποδίστριας στον Άγγλο Πλοίαρχο και αργότερα Πρέσβη της Μ.Βρετανίας στην Αθήνα, Εδμόνδο Λάϋονς, όταν αυτός τον προέτρεπε να χορηγήσει Σύνταγμα. Στο βρέφος, όπως ήταν πολιτικά ο ελληνικός λαός, ο Καποδίστριας δεν θα έδινε ξυράφι για να κόψει το λαιμό του. «Δεν ήλθα στην Ελλάδα για να με χλευάσει η Ευρώπη. Εγώ μεν είμαι υποχρεωμένος να ξυρίζομαι μπροστά στο βρέφος, αυτό δε να μάθει πώς να μεταχειρίζεται το ξυράφι για να μην κοπεί»15.

Είναι λάθος αυτή η αναφορά του Καποδίστρια; Τελευταία αποδόθηκε επιλεκτικά, δηλαδή «ξυράφι στα χέρια μικρού παιδιού είναι το σύνταγμα κατά τον Καποδίστρια». Βλέπουμε λοιπόν πως αλλάζει το νόημα για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός και δικτάτορας.

Αναφορικά, με την αυταρχική και δικτατορική διακυβέρνησή του, ειδικά από το 1829-1831 (έτος της δολοφονίας), όπως αναρτήθηκε τελευταία, από την Επιτροπή 2021, στην επίσημη ιστοσελίδα της, θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα για προβληματισμό:

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στις αρχές του 1829 καταθέτει προς ψήφιση εκλογικό νόμο, ο οποίος καθιέρωνε το δικαίωμα ψήφου σε αυτόχθονες και ετερόχθονες, δηλαδή σε όλους τους Έλληνες; Το Πανελλήνιο και οι Πρόκριτοι αντιδρούν σφοδρά και ζητούν δικαίωμα ψήφου να έχουν μόνο οι αυτόχθονες που έχουν κτηματική περιουσία, δηλαδή οι ισχυροί Έλληνες ή αυτοί που καλλιεργούν τη γη των ισχυρών, πληρώνοντας ένα τίμημα. Όταν τελικά ψηφίστηκε ο νόμος, όπως ήθελε ο Καποδίστριας, ο Γραμματέας της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης παραιτείται16!!

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στη Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (Ιούλιος-Αύγουστος 1829) προσκαλεί να συμμετάσχουν πληρεξούσιοι απ’όλες τις ελληνικές περιοχές; Έχουμε τελικά συμμετοχή 236 πληρεξουσίων: 81 από την Πελοπόννησο, 56 από τη Ρούμελη, 16 από Βόρεια Ελλάδα, 41 Νησιώτες, 4 από την Εύβοια και 38 από Σάμο, Χίο και Κρήτη. Ηθελημένα δεν παρουσιάζεται κανένας πληρεξούσιος της Ύδρας17.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν αντιδρά στη στάση της Μάνης στο τέλος του 1830 κατά της νόμιμης κυβέρνησης; Οι Μανιάτες αρπάζουν τα ταμεία με «μπροστάρηδες» την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Συλλαμβάνεται ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και κλείνεται στη φυλακή στο Ναύπλιο18.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν, παρ’ όλο που τα έσοδα του κράτους είναι ελάχιστα, διαπραγματεύεται με τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά για να τους αποζημιώσει για την προσφορά τους στον Αγώνα (αμοιβές πληρωμάτων από το 1821-1830, ζημιές πλοίων κ.λ.π.); Δηλαδή να πληρωθούν για τον ηρωισμό τους! Τελικά απαιτούν ολόκληρα τα ποσά που ζήτησαν από την αρχή, δηλαδή 18.000.000 φράγκα με την πίεση του Μαυροκορδάτου. Ο Κυβερνήτης τον Ιούνιο του 1831 τους δίνει 6.000.000. Οι Υδραίοι αποχωρούν και κηρύττουν την αυτονομία της Ύδρας, στασιάζοντας κατά της κυβέρνησης!19

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας,όταν προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τους Υδραίους και ο Μιαούλης με τη συμπαράσταση του Μαυροκορδάτου και την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, εκτός της Ρωσίας, ανατινάζει τα εθνικά πλοία στον Πόρο την 1η Αυγούστου 1831; Στάση κατά της νόμιμης κυβέρνησης και εσχάτη προδοσία. Για τις πράξεις του αυτές ο Μιαούλης δεν κατηγορήθηκε ποτέ!20 

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν διαμαρτύρεται με υπόμνημά του προς τις τρεις Δυνάμεις στις 24 Αυγούστου 1831 για όσα συμβαίνουν και δεν κινείται δυναμικά για να καταπνίξει τη στάση της Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης; Στο υπόμνημα αυτό, αναφέρει, ότι η Αντιπολίτευση κινείται, υπό την προστασία και την ανοχή των Αντιπρέσβεων Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, ότι δεν προστατεύεται η κυβέρνησή του, ότι εδώ και πολλούς μήνες δεν έχει εισπράξει τις νόμιμες αποζημιώσεις από τις Μ. Δυνάμεις με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς στο στρατό και στο δημόσιο. Οι στρατιωτικές μονάδες στασιάζουν και έχει μείνει αβοήθητος. Ζητάει πάλι τελικά το δάνειο των 60.000.000 φράγκων, το οποίο, τελικά οι Μ. Δυνάμεις το έδωσαν στον Όθωνα21.

⦁ Η Εφημερίδα «Απόλλων» που εκδίδει στην Ύδρα ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, στενός συνεργάτης και Γραμματέας του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, με κεφάλαια των πλοιοκτητών, είναι ένα φυλλάδιο γεμάτο ύβρεις και κατηγορίες κατά του Καποδίστρια. Τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία του, ο Πολυζωΐδης διακόπτει την έκδοση γιατί «ο σκοπός επετεύχθη, ο Τύραννος δεν ζει πια»!! Αυτές οι ενέργειες της Αντιπολίτευσης είναι δημοκρατικές22;

Όλες όμως αυτές οι ενέργειες οδηγούν στο Γ’ Εμφύλιο Πόλεμο της Επανάστασης. Πού φαίνεται στα παραπάνω η αυταρχικότητα του Καποδίστρια; Η πρώτη του κυβέρνηση δεν αποτελούνταν, με θαυμαστή ισορροπία, από τους «ισχυρούς» που τώρα είναι οι σκληροί του αντίπαλοι; Αλλά οι ίδιοι «ισχυροί» επί 400 χρόνια δεν είχαν μάθει να πληρώνουν φόρους, αλλά να εισπράττουν φόρους, δεν είχαν μάθει να διοικούνται, αλλά να διοικούν εκτός νομικών πλαισίων. Πως ήταν δυνατόν ένας νόμιμος Κυβερνήτης, με την έγκριση της Συνθήκης του Λονδίνου να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις τραγικές καταστάσεις εναντίον του και να μην συμπεριφερθεί και ο ίδιος με μία δόση αυταρχισμού; Είναι σκληρός με το νόμο περί τύπου, αλλά μπορεί να μην κάνει συλλήψεις όταν έχουμε στάσεις κατά της νόμιμης κρατικής εξουσίας; Υπάρχει στις παραπάνω καταστάσεις απόπειρα επιβολής δικτατορίας από τον Καποδίστρια;

Αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει πιθανότατα να απασχολήσουν την επιστημονική κοινότητα με αφορμή και τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Επίλογος

Ο Καποδίστριας στην προσπάθεια του να ιδρύσει κράτος, έρχεται αντιμέτωπος με ισχυρές δυνάμεις, τους προύχοντες, τους πλοιοκτήτες, τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους Φαναριώτες, των οποίων την επιρροή δεν ευνοεί. Προσπαθεί να ανατρέψει τις οικονομικές και κοινωνικές βάσεις της πολιτικής ισχύος των κοτζαμπάσηδων σε τοπικό επίπεδο. Επιθυμεί να τους καθυποτάξει γιατί τους θεωρεί τη βάση των εμφυλίων πολέμων και της καταστροφής. Η αναμορφωτική αυτή προσπάθεια θίγει συμφέροντα οργανωμένα επί αιώνες. Ή θα παραιτούνταν, ή θα συνέχιζε. Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του, είχε γράψει, ότι η Ελλάδα, σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά κράτη, βρισκόταν στο 12και 13αιώνα· επομένως αυτός, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, δεν μπορούσε να δώσει αμέσως στους Έλληνες τους θεσμούς του 19 αιώνα.

Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την εντολή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας να αναλάβει τα καθήκοντα του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος γνωρίζοντας τις δυσκολίες. Ήρθε να δημιουργήσει Κράτος, λίγοι όμως από αυτούς που έκαναν την Επανάσταση γνώριζαν τι σημαίνει «Ανεξάρτητο Κράτος».

Ο ίδιος είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς το μικρόβιο της νοσηρής αμφισβήτησης των καλών προθέσεών του. Από τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα που επακολούθησε, εξήλθαν ενισχυμένοι οι εκπρόσωποι του τοπικισμού και του κοτζαμπασισμού που μπόρεσαν, υπό την προστασία των θεσμών που δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά και την κατεδάφιση του «καποδιστριακού κράτους», να διατηρήσουν τους επόμενους αιώνες τον ηγετικό τους ρόλο.

 

Παραπομπές-Πηγές

1 Ιωάννης Μαλλώσης, «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι, 1930
2 Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσίας-έτος 1819, Φάκ.4177, Φύλλο 11
3 Γρηγόριος Δαφνής, «Ιωάννης Καποδίστριας:η γένεση του ελληνικού κράτους», Αθήναι, 1976
4 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος»,  τόμος 3, Αθήνα, 1841
5 Δημήτριος Γατόπουλος, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αθήνα, 1932
6,7,8,9,10,11 Νομική Σχολή Α.Π.Θ.-Εργαστήριο Συνταγματικού Δικαίου «Ιστορία Συνταγματικού Δικαίου-Τα ελληνικά συντάγματα»
12 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
13 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 1, Αθήνα, 1841
14 Henry Kissinger, “A world restored”, London, 1974
15 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 2, Αθήνα, 1841
16 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
17 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
18 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
19 Κρατικά Ρωσικά Αρχεία Αγ. Πετρούπολης, Φάκ. Πρακτικά Ε’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, Δεκέμβριος 1831
20 Κωστής Βάρφης, «Πόρος 1831», Αθήνα, 1986
21 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 4, Αθήνα, 1841
22 Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Ο Απόλλων-Εφημερίς της Ύδρας», Ανατύπωση, Αθήνα, 1971

 

Ο Ανδρέας Κούκος είναι Νομικός, Ιστορικός Ερευνητής, Πρόεδρος Δ.Σ. Της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας (Ε.Μ.Ε.Ν.Σ.Ι.) – πρώην Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια

Σοφία Λαΐου: Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 Σοφία  Λαΐου

Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 

                                                                Στα καπελειά βάζουν φωτιές,  στα σπίτια ρίχνουν μπαλλοτιές

                                                                             και όσον ημπορούσι και δύνονται βαρούσι…

                                                                         Ώχου, ταλαίπωροι Γραικοί, όσοι βρεθήκατε εκεί,

                                                                          σ’ εκείνη την μεγάλην  κακήν ανεμοζάλην! 

 

Οι παραπάνω στίχοι ανώνυμου λαϊκού ποιητή διεκτραγωδούν το ρεμπελιό, ή αλλιώς εξέγερση, των γενιτσάρων στην Σμύρνη το 1797, ένα γεγονός που προστέθηκε σε μια σειρά βίαιων συγκρούσεων που μάστιζαν την πόλη ήδη από το 17ο αιώνα. Ωστόσο, η έκταση των επεισοδίων και ο αριθμός των θυμάτων των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν τέτοιος, που το ρεμπελιό χαρακτηρίσθηκε ως η σημαντικότερη καταστροφή που υπέστη η Σμύρνη τον 18ο αιώνα, ενώ ο θρήνος και η οργή των απλών κατοίκων αποτυπώθηκαν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο σε λαϊκά στιχουργήματα της εποχής. Όπως θα φανεί παρακάτω, το ρεμπελιό συνέβη σε μια εποχή έντονων πολιτικών και οικονομικο-κοινωνικών διεργασιών στην οθωμανική αυτοκρατορία, που σημαδεύονταν από μια προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας και επιβολής του κρατικού ελέγχου σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες κινούνταν εκτός της παραδοσιακής οθωμανικής «τάξης» (nizam). Τέλος, το θέατρο των συγκρούσεων ήταν μια πόλη με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και κοινωνικές διαφοροποιήσεις που με τη σειρά τους γέννησαν οξείες διακοινοτικές συγκρούσεις.

Οι δυτικές και οθωμανικές πηγές σε γενικές γραμμές συγκλίνουν στην εξιστόρηση των γεγονότων, ρίχνοντας, ωστόσο, το κέντρο βάρους σε διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης. Το Μάρτιο του 1797 και κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα Ραμαζάν, κατέφθασε στην Σμύρνη ένας θίασος Αυστριακών ακροβατών για μια σειρά παραστάσεων. Η απαίτηση του βοεβόδα της πόλης Buldanlı Osman Efendi προς τον Αυστριακό πρόξενο να ακυρωθούν οι παραστάσεις, καθώς υπήρχε κατά τη γνώμη του η πιθανότητα να προκληθούν ζημίες και γενικευμένη αταξία, δεν λήφθηκε υπόψη. Άλλωστε το θέαμα αναμενόταν να προσελκύσει μεγάλο αριθμό – όπως και έγινε – από τους  Ευρωπαίους και άλλους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, ενώ φαίνεται ότι το ενδιαφέρον συμμερίστηκαν και μερικοί μουσουλμάνοι. Η παράσταση θα δινόταν σε υπαίθριο χώρο έξω από την πλουσιότερη συνοικία της πόλης και κέντρο του εμπορίου, τον Φραγκομαχαλά. Η είσοδος επιτρεπόταν μόνο μετά την πληρωμή του σχετικού αντιτίμου και για το σκοπό αυτό ο Βενετός πρόξενος εγκατέστησε έναν γενίτσαρο γιασακτσή (φρουρό) της ακολουθίας του. Ωστόσο, μια ομάδα ναυτών, Βενετών υπηκόων  από την Ζάκυνθο, μαζί με επίσης Βενετούς Κροάτες και Σκλαβούνους (κατοίκους των Δαλματικών ακτών) προσπάθησαν να εισέλθουν χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του γενιτσάρου που απέτρεψε την είσοδό τους. Οι συγκεκριμένοι ναύτες επέστρεψαν στον τόπο του θεάματος, αυτή τη φορά με όπλα, και κάποιος από αυτούς σκότωσε τον γενίτσαρο.

Η δολοφονία ξεσήκωσε το λόχο του συγκεκριμένου στρατιωτικού, του οποίου οι σύντροφοι, κατά μία μαρτυρία, περιέφεραν εξαγριωμένοι τα ματωμένα ρούχα του, απαιτώντας την παράδοση του δολοφόνου. Η  αντίδρασή τους ήταν νομικά η αναμενόμενη. Επρόκειτο για διένεξη μεταξύ ξένων και οθωμανών υπηκόων για αδίκημα κατά της ζωής, γεγονός που επέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης στο οθωμανικό ιεροδικείο και αφετέρου εξανάγκαζε- πάλι σύμφωνα με το οθωμανικό ποινικό δίκαιο- τους έχοντες νόμιμο συμφέρον και σχέση με το θύμα (δηλαδή τους συντρόφους του γενιτσάρου) να αναζητήσουν οι ίδιοι το θύτη, τυπικά-αλλά χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο στην προκειμένη περίπτωση- για να τον προσαγάγουν στο ιεροδικείο. Έτσι, απευθύνθηκαν, χωρίς αποτέλεσμα, στο Βενετικό και στη συνέχεια στο Ρωσικό Προξενείο, καθώς τους είχε δοθεί η πληροφορία ότι ο δολοφόνος είχε καταφύγει σε ένα από τα ρωσικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης.

Η πιθανότητα γενικευμένου ξεσηκωμού των γενιτσάρων στην πραγματικότητα αδρανοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Σε συμβούλιο των οθωμανών αξιωματούχων, που έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, ο οθωμανός δικαστής (καδής) και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, προφανώς μετά από σχετική προειδοποίηση των ίδιων των γενιτσάρων, έκαναν λόγο για επικείμενη εξέγερση των τελευταίων και ανέφεραν την απειλή για πυρπόληση της Φράγκικης συνοικίας σε περίπτωση που δεν παραδινόταν ο δολοφόνος. Ζήτησαν δε την άμεση ενημέρωση των προξένων και χαρακτηριστικά ανέφεραν ότι «σε κάθε περίπτωση εμείς νίπτουμε τας χείρας μας». Στη συνέχεια ο καδής παρέδωσε στους γενιτσάρους ιεροδικαστικό έγγραφο σχετικά με τη σύλληψη του ενόχου. Η φυγή, ωστόσο, του Βενετού προξένου Λουκά Χορτάτζη δεν βοήθησε στην εκτόνωση της κατάστασης, και όταν ζητήθηκε από τους Ευρωπαίους ομολόγούς του εκ μέρους των οθωμανικών αρχών να παραδώσουν τον ένοχο, ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτό απουσίαζε.

N. Knop, View of Smyrna. 1779, Amsterdam, Rijksmuseum.

Την  επόμενη μέρα κάποιοι από τους συντρόφους του δολοφονημένου γενίτσαρου κατέφυγαν στο «Χιώτικο Χάνι», όπου ήταν γνωστό ότι διέμεναν Βενετσιάνοι  Ζακυνθηνοί, Σκλαβούνοι και Κροάτες, προκειμένου να ζητήσουν την παράδοση του δράστη. Σε οθωμανικό έγγραφο αναφέρεται ότι ο αριθμός των Σκλαβούνων στο χάνι έφθανε τους 1.000, ενώ των γενιτσάρων σε 1.000-1.500. Η άρνηση παράδοσης του δολοφόνου και η ανταλλαγή πυροβολισμών με αποτέλεσμα τη δολοφονία γενιτσάρων έδωσε έναυσμα για μία από τις μεγαλύτερες σφαγές στην πόλη της Σμύρνης το 18ο αιώνα. Μαζί με τους εξεγερμένους γενίτσαρους ενώθηκαν ναύτες του οθωμανικού στόλου αλλά και οπλισμένοι μουσουλμάνοι της πόλης, συμπεριλαμβανομένων  ανέργων και άλλων φτωχών, οι οποίοι μετείχαν στην εξέγερση με το σύνθημα «οι Σκλαβούνοι επιτίθενται εναντίον των μουσουλμάνων». Η κατάσταση γρήγορα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι γενίτσαροι σκότωναν όποιον Έλληνα έβρισκαν μπροστά τους και πυρπολούσαν κτήρια στον Φραγκομαχαλά. Η ισοπέδωση της συνοικίας ήταν σχεδόν ολοκληρωτική, καθώς οι γενίτσαροι εμπόδιζαν οποιαδήποτε επιχείρηση κατάσβεσης των πυρκαγιών, όπως αυτή που προσπάθησαν να οργανώσουν Γάλλοι υπήκοοι. Ο Φραγκομαχαλάς ήταν πλέον έρμαιο της εκδικητικής μανίας των εξεγερμένων καθώς και της φοράς του ανέμου. Η τελευταία ήταν που μετέφερε τη φωτιά στην Αρμενική συνοικία με αποτέλεσμα και αυτή να υποστεί ζημίες.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα των σφαγών και των εμπρησμών προστέθηκαν οι λεηλασίες των σπιτιών, καταστημάτων και των αποθηκών των πλούσιων Ευρωπαίων εμπόρων αλλά και των απλών μη μουσουλμάνων κατοίκων. Φαίνεται ότι, εκτός από τους μουσουλμάνους -στρατιωτικούς και μη,  σημαντικό μερίδιο στις λεηλασίες είχαν οι  Βενετοί ναύτες, ενώ σύμφωνα με έγγραφο της οθωμανικής διοίκησης οι τελευταίοι ευθύνονταν για το θάνατο 30-40 κατοίκων. Για το ίδιο θέμα ο Γάλλος πρόξενος σε αναφορά που έστειλε στον πρέσβη του στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας σώζεται η μετάφραση στα οθωμανικά, κατηγορεί μαζί με τους μουσουλμάνους κακοποιούς και τους «Κροάτες», ενώ σε αντίστοιχη αναφορά του Ρώσου προξένου γίνεται λόγος για «Σκλαβούνους και Ζακυνθηνούς»∙ ο τελευταίος προσθέτει: «Φταίνε οι Βενετσιάνοι. Αυτοί εξαγρίωσαν τους μουσουλμάνους. Εάν δεν εκδιωχθούν όλοι οι Βενετσιάνοι, οι Ευρωπαίοι έμποροι και οι κάτοικοι δεν θα μπορούν να είναι ασφαλείς». Ο Ρώσος πρόξενος βέβαια είχε σοβαρούς λόγους για να είναι οργισμένος με τον Βενετό ομόλογό του, καθώς η φήμη που κυκλοφόρησε εντέχνως από τον τελευταίο ότι ο δολοφόνος του γενίτσαρου ήταν Ρώσος υπήκοος οδήγησε τον όχλο να επιτεθεί στην οικία του, ενώ ο ίδιος την τελευταία στιγμή κατόρθωσε να διαφύγει σε ισπανικό πλοίο. Η διατύπωση, ωστόσο, της κατηγορίας εναντίον των Βενετσιάνων φαίνεται ότι δεν εδραζόταν μόνο στην προσωπική οργή του Ρώσου προξένου. Σύμφωνα με οθωμανική πηγή ο διερμηνέας του Βενετού προξένου «Zahriye» (Ζαχαρίας;) υποστήριξε στον μουμπασίρη (ειδικό απεσταλμένο της Υψηλής Πύλης) Derviş Abdullah Ağa ότι υπεύθυνοι για τις λεηλασίες ήταν οι Βενετοί ναύτες, οι οποίοι μετέφεραν τα κλοπιμαία στις γύρω ακτές και σε γειτονικά νησιά, και ότι οι ίδιοι είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το «Γεγονός της Σμύρνης». Εντύπωση, πάντως, προκαλεί η απουσία οποιασδήποτε μνείας από τον διερμηνέα στο ρόλο των γενιτσάρων, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προσπάθεια της οθωμανικής κυβέρνησης να μοιραστεί η ευθύνη  για τη σφαγή και τις λεηλασίες.

Ενώ είναι γνωστό ότι οι γενίτσαροι εκτελούσαν όποιον Έλληνα συναντούσαν στον Φραγκομαχαλά, 0 προσδιορισμός του αριθμού των θυμάτων εξαρχής παρουσίαζε δυσκολίες. Σε αναφορά της οθωμανικής διοίκησης σημειώνεται ότι πολλοί εξ αυτών από φόβο δεν εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί, ενώ ο αριθμός τους ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί. Ωστόσο, ο Γάλλος Μ. Tricon, αυτόπτης μάρτυρας του μακελειού, μιλά για «μερικές εκατοντάδες» νεκρούς μεταξύ των «ραγιάδων». Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 60 μαθητές που κάηκαν όταν έπιασε φωτιά το σχολείο τους. Από την άλλη, ο Γάλλος πρόξενος στην Σμύρνη κάνει λόγο για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ σε αναφορά ανωνύμου σχετικά με τα γεγονότα ο αριθμός ανέρχεται στους 1.265 νεκρούς. Βρετανικές πηγές κάνουν λόγο για 1.500 θύματα. Σε μία από τις ανταποκρίσεις που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των αδελφών Πουλίων στην Βιέννη τον Απρίλιο του 1797 γίνεται λόγος για 3.000 θύματα, αριθμός υπερβολικά μεγάλος που ούτως ή άλλως αναιρείται σε επόμενες ανταποκρίσεις της ίδιας εφημερίδας. Ας σημειωθεί ότι πέρα από τους νεκρούς, υπήρξαν πολλά γυναικόπαιδα που αιχμαλωτίσθηκαν και τα οποία οι συγγενείς εξαγόρασαν έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Παρόλα αυτά ήταν αρκετοί οι χριστιανοί που σώθηκαν χάρις στις προσπάθειες μουσουλμάνων της πόλης, όπως ο ιμάμης «Nathir-Zabeth», ο οποίος σύμφωνα με τον αρθρογράφο της εφημερίδας Spectateur Oriental του Μαΐου του 1821, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να συγκρατήσει την οργή των γενιτσάρων. Από την άλλη πλευρά, οι ανθρώπινες απώλειες μεταξύ των Ευρωπαίων υπηκόων, εάν υπήρξαν, ήταν ελάχιστες, καθώς η γειτνίαση των σπιτιών και των προξενείων με τη θάλασσα κατέστησε δυνατή τη διάσωσή τους από τα αγκυροβολημένα πλοία.

Hippolyte Berteaux, Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1789-1807) έφιππος, Κωνσταντινούπολη, Μουσείο Τοπκαπί.

Η καταστροφή του εμπορικού και πλέον κοσμοπολίτικου – για τα δεδομένα της εποχής –κέντρου της Σμύρνης σήμαινε τεράστιες υλικές καταστροφές και σοβαρότατη ζημία για το εξωτερικό εμπόριο της πόλης. Πάνω από 1.500 σπίτια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν από τη φωτιά, ενώ τα αντίστοιχα καταστήματα ήταν περισσότερα από 3.500. Μεταξύ των κτηρίων που αποτεφρώθηκαν συμπεριλαμβάνονταν το νοσοκομείο των ορθοδόξων, τα προξενεία της Αγγλίας, Ολλανδίας και της Γαλλίας καθώς και η καθολική εκκλησία της Αγίας Μαρίας. Οι απώλειες μόνο των Βρετανών υπηκόων και εμπόρων έφθαναν τα 1.303.167 πιάστρα, ενώ η μεγαλύτερη ζημία που υπέστη Ευρωπαίος έμπορος ήταν αυτή του Βρετανού Joseph Franel που ανερχόταν σε 409.129 πιάστρα. Ήταν τέτοια η καταστροφή που, σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο «στην Σμύρνη δεν έμεινε ίχνος εμπόρου και εμπορικής δραστηριότητας».

Η επόμενη μέρα έφερε το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών, της αποζημίωσης των πληγέντων και της αποκατάστασης των καταστροφών. Οι πρόξενοι δικαιολογημένα επέρριψαν τις ευθύνες στις οθωμανικές αρχές, γιατί δεν απέτρεψαν την καταστροφή, ενώ γνώριζαν από πριν τι επρόκειτο να συμβεί. Μέσω των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη ζήτησαν την αποστολή στην Σμύρνη του τότε μουτεσελλίμη Αϊδινίου Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά, γόνο μιας από τις πλέον ισχυρές οικογένειες τοπικών αρχόντων (αγιάνηδων, ντερεμπέηδων) στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και κάτοχο εκτεταμένων τσιφλικιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις οθωμανικές αρχές και η έκκληση για τον ερχομό του Καραοσμάνογλου ερμηνεύτηκε από την τουρκική βιβλιογραφία ως ξένη παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους που αγωνιζόταν την εποχή εκείνη να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους τοπικούς άρχοντες, μερικοί εκ των οποίων κινούνταν πλέον εκτός της κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής. Ωστόσο, η αναζήτηση συνομιλητή στο πρόσωπο ενός Οθωμανού τοπικού άρχοντα και παράλληλα κρατικού αξιωματούχου, ο οποίος είχε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή και άρα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την διατήρηση μιας ομαλής οικονομικής δραστηριότητας, εν αντιθέσει με Οθωμανούς αξιωματούχους χωρίς ερείσματα στην περιοχή που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την φορολογική απομύζηση αγροτών και εμπόρων, αναδεικνύει τους πραγματικούς λόγους του αιτήματος των δυτικοευρωπαίων προξένων. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πολιτικών ανταγωνισμών και της διελκυστίνδας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας η τοποθέτηση του Καραοσμάνογλου ως επικεφαλής των ερευνών εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης πρέπει να προκάλεσε αίσθηση. Ενδεχομένως σ’ αυτό το πλαίσιο των ανταγωνισμών να τοποθετείται η επισήμανση του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) σε αναφορά του στην Υψηλή Πύλη τον Απρίλιο του 1797, ότι η τιμωρία των ενόχων «δεν είναι δουλειά μόνο των Καραοσμάνζαντε (Καραοσμάνογλου)».  Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι ο Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά συνοδευόταν από δύο ακόμα μουμπασίρηδες της Υψηλής Πύλης, ο ένας εκ των οποίων προερχόταν από το γενιτσαρικό σώμα.

Όπως θα φανεί παρακάτω, η οθωμανική κυβέρνηση επέρριψε το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης στους ναύτες Βενετούς υπηκόους. Ωστόσο, ο Καραοσμάνογλου φρόντισε να συλληφθεί και να φυλακισθεί ο βοεβόδας του γειτονικού προαστίου του Μπουρνόβα, Balıkçıbaşı Mehmed Ağa, ως υπεύθυνος για τα εδώ και καιρό συχνά φαινόμενα βιαιοπραγιών στην πόλη, καθώς και για το γεγονός ότι δεν φρόντισε να μην μετατραπεί σε εξέγερση η οργή των γενιτσάρων. Κατά τον Γάλλο Tricon, ο συγκεκριμένος βοεβόδας ήταν ένας από τους σημαντικότερους υπεύθυνους για τη σφαγή, κάτι που και ο Άγγλος πρέσβης αναφέρει σε επιστολή του τον Απρίλιο του 1797. Ο Tricon κατονομάζει επίσης και τον μουτεσελλίμη (βοεβόδα) της Σμύρνης, Buldanlı Osman Efendi, ο οποίος είχε ζητήσει τη ματαίωση της εκδήλωσης, γενικά ως «εχθρό των ευρωπαίων λόγω φανατισμού». Τελικά, τον Ιούνιο του 1797 ο βοεβόδας της Σμύρνης αντικαταστάθηκε λόγω της απροσεξίας και της αδράνειάς του να καταστείλει την εξέγερση και να συλλάβει τους κλέφτες. Επιπλέον, συνελήφθησαν ορισμένοι γενίτσαροι, ναύτες και άλλοι που θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στις επιθέσεις, ορισμένοι εκ των οποίων φυλακίσθηκαν και άλλοι αφέθησαν ελεύθεροι με την εγγύηση τρίτου προσώπου λόγω αμφιβολιών. Σώζεται πάντως κατάλογος των εικοσιένα μουσουλμάνων που κατηγορήθηκαν ως οι αρχηγοί του εξεγερμένου όχλου και ο οποίος εστάλη στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άγγλου Francis Werry, τον Μάιο του 1797 εκτελέστηκαν 18 μουσουλμάνοι και 3 Βενετοί. Παράλληλα, υπήρξαν εκτοπισμοί μουσουλμάνων που ενεπλάκησαν στα γεγονότα, αρκετοί εκ των οποίων κατάγονταν από την Κρήτη. Στο εξής στόχος της κυβέρνησης ήταν ο απόλυτος έλεγχος των γενιτσαρικών στρατευμάτων που έδρευαν στην πόλη.

Τα επόμενα βήματα των απεσταλμένων της Πύλης μαζί με τους τοπικούς αξιωματούχους αφορούσαν στην επιστροφή των κλοπιμαίων στους δυτικοευρωπαίους και μη κατόχους τους, πολλά εκ των οποίων ήταν κρυμμένα στα βενετικά πλοία στο λιμάνι της Σμύρνης. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε έγινε πολύ πιο αυστηρή η διαδικασία κατάπλου και αναχώρησης των πλοίων από το λιμάνι της πόλης. Παράλληλα, όσοι μουσουλμάνοι κάτοικοι συμμετείχαν στις λεηλασίες και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα κλοπιμαία, ενώ οι ίδιοι φυλακίσθηκαν. Ωστόσο, η επιχείρηση επιστροφής των κλεμμένων αντικειμένων ή χρηματικής αποζημίωσης των θυμάτων δεν είχε πάντοτε αίσια έκβαση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1798, σχεδόν ένα χρόνο μετά το γεγονός, οι Βρετανοί έμποροι δεν είχαν ακόμα αποζημιωθεί.

Από την άλλη πλευρά η προσπάθεια αποκατάστασης των ζημιών στον Φραγκομαχαλά και η επανακατασκευή των προξενείων και των οικιών φαίνεται ότι είχε τη συνδρομή της οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία απέστειλε στην πόλη ειδικό αξιωματούχο∙ δεν γνωρίζουμε ωστόσο λεπτομέρειες. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι ότι η στρατηγική θέση της πόλης όσον αφορά το δίκτυο του εξωτερικού εμπορίου της αυτοκρατορίας σταδιακά επανέφερε την οικονομική δραστηριότητα στα επίπεδα πριν την καταστροφή του 1797.

Χαρακτηριστικοί τύποι γενιτσάρων.

Τέλος, η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τη δημόσια τάξη, ελέγχοντας τη μετακίνηση των ξένων υπηκόων, ειδικά των Βενετών, στην Σμύρνη και την περιοχή γύρω από αυτήν, διαχωρίζοντάς τους σε ταξιδιώτες και κατοίκους με ξένη προστασία. Επίσης διάταγμα του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου Γαζή Χουσεΐν Πασά που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1797 απαγόρευσε την εγκατάσταση στα νησιά του Αιγαίου των «Βενετσιάνων σούδιτων» που δραπέτευσαν από την Σμύρνη, καθώς εκδόθηκε διαταγή εκτέλεσής τους συμπεριλαμβανομένων και όσων από τους ντόπιους κατοίκους τούς προσέφεραν προστασία. Παράλληλα στο ίδιο διάταγμα αναφέρεται ότι τα έγγραφα προστασίας που εξέδιδαν τα Βενετικά προξενεία για τους Ζακυνθηνούς, Κεφαλλονίτες, Κερκυραίους και άλλους θεωρούνταν άκυρα. Η Πύλη επανήλθε λίγους μήνες αργότερα και επέβαλε στους Βενετούς οι οποίοι εργάζονταν στην οθωμανική επικράτεια και ήταν παντρεμένοι με χριστιανές υπηκόους του σουλτάνου να επιλέξουν στην πραγματικότητα μεταξύ του «ραγιαδιλικιού», της οθωμανικής δηλαδή υπηκοότητας και επομένως και της αντίστοιχης φορολογικής επιβάρυνσης, και της εγκατάλειψης της χώρας. Επιπρόσθετα απαγορεύτηκε να κυκλοφορούν οι ναύτες Βενετικών πλοίων στις πόλεις οπλισμένοι ή να βγαίνουν από τα πλοία χωρίς λόγο και να διανυκτερεύουν εκτός. Στις περιπτώσεις αυτές θα συλλαμβάνονταν  χωρίς «να είναι καμμία υπόληψις εις το ότι είναι Βενετσιάνοι». Όσον αφορά δε τους «Σκλαβούνους, Ζακύνθιους, Κεφαλλωνίτας, Χιρβάταις» οι οποίοι ευθύνονταν, κατά την κυβέρνηση, για τα γεγονότα της Σμύρνης και οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Ρωσία αποκτώντας τη ρωσική προστασία και επέστρεφαν ως «Ρώσοι» στην οθωμανική επικράτεια, ορίστηκε να λογαριάζονται ως ξένοι υπήκοοι μόνον εφόσον ήταν καταγεγραμμένοι ως τέτοιοι στα ρωσικά προξενεία. Αντίστοιχα, οι βενετσιάνοι προστατευόμενοι οι οποίοι εργάζονταν ως ναύτες σε πλοία με ρωσική σημαία θα θεωρούνταν πλέον ως απλοί μισθωτοί, και θα έχαναν την ξένη προστασία.

 

Τα κοινωνικά συμφραζόμενα

Η κατανόηση των αιτιών που γέννησαν το ρεμπελιό της Σμύρνης προϋποθέτει τη διερεύνηση αφενός των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων που ανέδειξαν την πόλη αυτή ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του εξωτερικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο και αφετέρου των πολιτικών εξελίξεων των τελών του 18ου αιώνα και των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (1789-1807).

Οι διεργασίες που ανέδειξαν μια μικρή κωμόπολη στα τέλη του 16ου αιώνα σε σημαντικό κέντρο διεθνούς εμπορίου καταρχήν σχετίζονται με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις που έθεσαν σε νέα βάση τις σχέσεις κέντρου και περιφέρειας. Οι τελευταίες δύο δεκαετίες του 16ου αιώνα είναι η εποχή των στρατιωτικών και επώδυνων δημοσιονομικών αλλαγών που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων και των απωλειών στο δυτικό μέτωπο με τους Αψβούργους. Οι αλλαγές αυτές επανακαθόρισαν τη σχέση της Κωνσταντινούπολης με τις επαρχίες και έθεσαν τις βάσεις για την ανάδειξη των τοπικών παραγόντων, εξέλιξη που στη δυτική Μικρά Ασία και αλλού σταδιακά αποδυνάμωσε τον κεντρικό οικονομικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή των εμπορικών δρόμων μέσω των οποίων προωθούνταν τα μπαχαρικά και το μετάξι από την Ανατολική Ασία στην Ευρώπη και οι οποίοι παλαιότερα είχαν αναδείξει πόλεις όπως η Προύσα, το Χαλέπι και η Αλεξάνδρεια, συνέβαλε στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Μία από αυτές ήταν η εκμετάλλευση των πλούσιων πεδιάδων των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Η στροφή του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος στην περιοχή αυτή έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της Σμύρνης, η οποία από τους περίπου 2.000 κατοίκους στα τέλη του 16ου αι., στην πλειονότητά τους μουσουλμάνους, που ασχολούνταν με το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και ενίοτε έκαναν λαθρεμπόριο σιτηρών, έφθασε στα μέσα του 17ου αιώνα  τις 60-70.000 κατοίκους, και πάλι στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι. Ωστόσο, στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί μια ευδιάκριτη κοινότητα ξένων εμπόρων, Ολλανδών, Άγγλων, Γάλλων και Βενετών, οι οποίοι διείδαν τις δυνατότητες της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτούς προστέθηκε ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός μη μουσουλμάνων οθωμανών υπηκόων, οι οποίοι διείσδυσαν στα εμπορικά δίκτυα είτε αυτόνομα είτε ως μεσάζοντες των ξένων εμπόρων.

Πορτραίτο του Άγγλου εμπόρου Francis Levett, με τουρκική ενδυμασία. Χαρακτικό εμπνευσμένο από τον πίνακα του Jean Etienne Liotard M. Levett, Negociant Anglais, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου στην οθωμανική αυτοκρατορία σχετίζεται άμεσα με το θεσμό των διομολογήσεων, των εμπορικών προνομίων συνοδευόμενων με το δικαίωμα της ετεροδικίας, που –αρχικά μονομερώς- παραχωρούσε το οθωμανικό κράτος σε ευρωπαϊκές χώρες με αντάλλαγμα οφέλη σε οικονομικό (πληθώρα προϊόντων, αύξηση τελωνειακών δασμών ως αποτέλεσμα του όγκου των εμπορικών συναλλαγών) και διπλωματικό επίπεδο. Ουσιώδες χαρακτηριστικό των διομολογήσεων αποτέλεσε η δυνατότητα της παραχώρησης της προστασίας του συμβαλλόμενου ξένου κράτους σε μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι μέσω των σημαντικών προνομίων που αποκτούσαν ως δραγουμάνοι (μεταφραστές) έθεταν τους εαυτούς τους εκτός των πολιτικο-κοινωνικών ορίων που ενείχε η θέση τους ως ραγιάδων στην οθωμανική κοινωνία. Σταδιακά ο αριθμός των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους αυξήθηκε, εν πολλοίς ως αποτέλεσμα της «πώλησης» της προστασίας από τους ξένους πρέσβεις. Η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε με την ενασχόληση με ξένες προς τα καθήκοντά των «προστατευομένων» υποθέσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνική δραστηριότητα καθώς και η προσοδοφόρα φοροενοικίαση, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές διατάξεις των εμπορικών συμφωνιών. Η Υψηλή Πύλη προσπάθησε καθ΄όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα να περιορίσει το φαινόμενο αυτό, η πλέον όμως επιτυχημένη προσπάθεια έγινε μόλις το 1806. Ήταν περισσότερο η παράνομη ενασχόληση των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους με το εμπόριο που ενοχλούσε την κεντρική εξουσία, παρά η -όχι τόσο μεγάλη όσο παλαιότερα νομιζόταν- αύξηση του αριθμού τους.

Η ανάδειξη, επομένως, του λιμανιού της Σμύρνης ως εισαγωγικού και εξαγωγικού κέντρου με τη δραστηριοποίηση των ευρωπαίων προξένων συνδυάστηκε με την παραχώρηση της ξένης προστασίας κυρίως σε ορθόδοξους και αρμένιους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι αναλάμβαναν το ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του εμπόρου και των ντόπιων παραγωγών, γνωρίζοντας παράλληλα τη γλώσσα και τις συνήθειες των Οθωμανών αξιωματούχων. Ωστόσο, ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα τμήμα της ορθόδοξης κοινότητας της Σμύρνης, εκμεταλλευόμενο τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, κατόρθωσε να ελέγξει σημαντικό κομμάτι του διεθνούς εμπορίου, αναλαμβάνοντας εν πολλοίς αυτόνομη δράση. Σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο οι μουσουλμάνοι τοπάρχες της περιοχής έδειξαν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εξαγωγικού εμπορίου, προωθώντας στην αγορά προϊόντα, όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, που προέρχονταν από τα τσιφλίκια τους ή τις γαίες στις οποίες είχαν επενδύσει ως φοροενοικιαστές. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Σμύρνη και τα περίχωρά της είχε σχηματιστεί ένα τρίγωνο μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που οριζόταν από τους πλέον επιτυχημένους Ευρωπαίους εμπόρους και τους μεσάζοντές τους, τους οθωμανικής υπηκοότητας χριστιανούς μεγαλεμπόρους και τους μουσουλμάνους τοπάρχες. Εκτός του τριγώνου βρίσκονταν οι υπόλοιποι μικροέμποροι, βιοτέχνες και παραγωγοί, μουσουλμάνοι και μη, οι οποίοι επιδίωκαν να προσπορισθούν κέρδη από την ανάπτυξη του εμπορίου, ενώ παράλληλα υφίσταντο τις οικονομικές πιέσεις της κυβέρνησης και των τοπαρχών-τσιφλικάδων.

Σε αυτό το διεθνοποιημένο περιβάλλον οι κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις γίνονταν ολοένα και πιο έκδηλες, ιδιαίτερα μέσα σ’ ένα πλαίσιο θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών εντεινόμενων όσο η διεθνής θέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα οικονομικά της προβλήματα επιδεινώνονταν. Ήδη από το 17ο αιώνα ήταν συχνές οι διενέξεις Οθωμανών αξιωματούχων και ευρωπαίων προξένων ή εμπόρων για θέματα φορολογίας ή δικαιοδοσίας ως προς την εκδίκαση διαφορών. Στις διενέξεις αυτές πρέπει να προστεθούν οι ταραχές που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά των ξένων ναυτών ή των μουσουλμάνων πειρατών της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι περιφέρονταν στην πόλη οπλισμένοι τρομοκρατώντας τους κατοίκους της Σμύρνης. Ιδιαίτερα παραβατική συμπεριφορά φαίνεται όμως ότι είχαν οι υπήκοοι ή προστατευόμενοι της Βενετίας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτών που απασχολούνταν σε βενετσιάνικα πλοία. Ειδικότερα, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα μια ομάδα Ζακυνθηνών ναυτών, βενετών υπηκόων, αποτέλεσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη στην Σμύρνη, με αποτέλεσμα να πιεσθεί ο πρέσβης της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη από τους ομολόγους του να απομακρύνει τους ταραξίες από την πόλη. Το γεγονός ότι η παρουσία των συγκεκριμένων υπηκόων ή προστατευομένων συχνά συνδεόταν με ταραχές σχετίζεται και με τη λήψη μέτρων εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης λίγα χρόνια πριν το ρεμπελιό, προκειμένου να ελεγχθεί η οικονομική τους δραστηριότητα και ο τρόπος με τον οποίο αποδιδόταν η ξένη προστασία. Η επιδεινούμενη πάντως θέση της ίδιας της Βενετίας, η οποία λίγους μήνες μετά το ρεμπελιό έπαψε και επισήμως να υφίσταται ως κράτος με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, συνέτεινε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των υπηκόων και προστατευομένων καθώς και στην αδυναμία ελέγχου τους εκ μέρους των κατά τόπους προξένων.

Άποψη της Σμύρνης, χαρακτικό του 1733.

Οι ταραχές που προκαλούσαν στην πόλη οι «ξένοι» δεν ήταν, ωστόσο, οι μοναδικές. Σε δύο περιπτώσεις, το 1738 και το 1772-1775, η Σμύρνη και τα περίχωρά της έγιναν το θέατρο συγκρούσεων μουσουλμάνων τοπαρχών που έριζαν για τη διεκδίκηση της τοπικής εξουσίας, δρώντας ανεξάρτητα ή σε συνεννόηση με την Υψηλή Πύλη, η οποία πάντοτε επεδίωκε την πλήρη υποταγή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο περιπτώσεις νικητές αναδείχθηκαν μέλη της ισχυρής οικογένειας των Καραοσμάνογλου, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει οικονομική δύναμη αλλά κυρίως είχαν ευρύ πελατειακό δίκτυο στον ντόπιο πληθυσμό και καλή σχετικά συνεργασία με τους ευρωπαίους εμπόρους. Παρά το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη προσπάθησε επανειλημμένως να μειώσει την εξουσία των Καραοσμάνογλου με διαφόρους τρόπους, η απουσία ισχυρού κεντρικού ελέγχου στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ήταν κάτι παραπάνω από προφανής δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας, που τελικά καλυπτόταν από τους ισχυρότερους τοπάρχες. Η προσφυγή επομένως των ευρωπαίων προξένων στον Χουσεΐν Καραοσμάνογλου την επαύριο του ρεμπελιού ήταν απολύτως αναμενόμενη.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι στην Σμύρνη του 1797 η έντονη οικονομική ανάπτυξη της οποίας τα κέρδη προσπορίζονταν μικρό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνδυασμό με τα διογκούμενα δημοσιονομικά  προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στους απλούς Οθωμανούς υπηκόους δημιούργησαν μία επισφαλή ισορροπία. Σε αυτό το πλαίσιο των ποικίλων ανισοτήτων και των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων η αντίδραση απέναντι στην οικονομική υπεροχή του ευρωπαίου υπηκόου, εκφραζόμενη συχνά με αλαζονεία, διατυπωνόταν από τους μουσουλμάνους με θρησκευτικούς και πολιτισμικούς όρους. Ενίοτε όμως και με εξέγερση.

Εάν οι ναύτες βενετσιάνικης υπηκοότητας αποτελούν τη μία πτυχή του δράματος, οι γενίτσαροι αποτελούν την άλλη. Η περιγραφή της δράσης των γενιτσάρων στο ρεμπελιό του 1797 ταιριάζει με ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που με τον καιρό απέκτησε το σώμα: απειθαρχία και παραβατική συμπεριφορά που συχνά κατέληγε σε εξέγερση. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η έλλειψη επαρκούς στρατιωτικής εκπαίδευσης, η ενασχόληση με οικονομικές δραστηριότητες και η μεγάλη αύξηση του αριθμού των γενιτσάρων, που περιλάμβαναν πλέον «στρατιώτες» που δεν είχαν σχέση με στρατιωτικά καθήκοντα αλλά και απλούς κατοίκους πόλεων-μικροεπαγγελματίες που μέσω της ονομαστικής και μόνο ένταξής τους στο σώμα επιζητούσαν την εξασφάλιση μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ίδιων των γενιτσάρων («ψευδογενίτσαροι»). Εν ολίγοις, το γενιτσαρικό σώμα του 1797 πόρρω απείχε από το αντίστοιχο του 15ου και 16ου αιώνα, που αποτέλεσε την αιχμή των οθωμανικών κατακτήσεων. Είναι γεγονός ότι η προσπάθεια του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ να ιδρύσει ένα εντελώς καινούργιο τύπο στρατού στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος (nizam-i cedid), το οποίο θα αποτελείτο από Τούρκους και θα είχε μοντέρνα για την εποχή στρατιωτική εκπαίδευση ως απάντηση στην ανικανότητα του παρωχημένου γενιτσαρικού σώματος, προκάλεσε την ανησυχία και στη συνέχεια οργή των γενιτσάρων και την καθαίρεση του σουλτάνου. Το γεγονός επίσης ότι η προσπάθεια αυτή άρχισε να υλοποιείται μόλις τρία χρόνια πριν το ρεμπελιό, επέτεινε την ανασφάλεια και την εχθρότητά τους προς την κεντρική εξουσία.

Ωστόσο, το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1797 δεν μπορεί να  εξηγηθεί μόνο στο πλαίσιο της αντίδρασης των γενιτσάρων στη μεταρρυθμιστική αυτή προσπάθεια. Θεωρώ πολύ πιθανό το γεγονός ότι οι γενίτσαροι εξέφρασαν τη δεδομένη στιγμή μαζί με τη δική τους οργή για τη δολοφονία ενός μουσουλμάνου στρατιώτη από χριστιανούς «απίστους» και την οργή του μουσουλμανικού και φτωχότερου τμήματος της Σμύρνης, αυτών που αδυνατούσαν να καρπωθούν τα οφέλη της ανάπτυξης του εμπορίου και βίωναν έντονα τις αντιθέσεις «χριστιανός/πλούσιος-μουσουλμάνος/φτωχός». Αυτές οι αντιθέσεις ανέτρεπαν την παραδοσιακή θεώρηση της μουσουλμανικής κοινωνίας στην οποία η υπεροχή του μουσουλμάνου θεωρείται δεδομένη έναντι όλων των μη μουσουλμάνων και πολύ περισσότερο αυτής των «δούλων της Πύλης» όπως θεωρούνταν οι γενίτσαροι. Έτσι, η υποστήριξη που σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές προσέφεραν τμήματα του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης στους εξεγερμένους γενιτσάρους εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Άλλωστε είναι πολύ πιθανόν οι ίδιοι γενίτσαροι της Σμύρνης να είχαν αναπτύξει οικονομική δραστηριότητα ή να είχαν δοσοληψίες και κοινά συμφέροντα με μικροεπαγγελματίες, όπως γινόταν την ίδια εποχή σε άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την περίπτωση οι γενίτσαροι έπαιζαν τον ρόλο των αυτόκλητων προστατών/εκφραστών των μουσουλμάνων βιοτεχνών και εμπόρων της Σμύρνης που πλήττονταν από την οικονομική πολιτική του οθωμανικού κράτους εξαιτίας των συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργούσαν οι διομολογήσεις.

Jacob Philipp Hackert, The Battle of Chesma on the 5th July 1770, St Petersburg, Central Naval Museum.

Πέρα όμως από τις παραμέτρους αυτές, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η υποβόσκουσα οργή των μουσουλμάνων για τις στρατιωτικές ήττες και εδαφικές απώλειες που υφίστατο η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία από τα χριστιανικά κράτη, και η οποία λειτούργησε συμπληρωματικά στο ήδη εκρηκτικό κλίμα που δημιουργήθηκε με τη δολοφονία των γενιτσάρων. Η οργή αυτή για πρώτη φορά εκδηλώθηκε στην Σμύρνη το 1770 με τις σφαγές χιλιάδων – κατά μία εκτίμηση – ορθοδόξων μετά την καταστροφή του οθωμανικού στόλου από τους Ρώσους στη ναυμαχία του Τσεσμέ. Ενώ οι γενίτσαροι ήταν αυτοί που το 1770 επέβαλαν την τάξη στην πόλη, είκοσι επτά χρόνια αργότερα ένας συνδυασμός παραγόντων όπως η άσχημη για την αυτοκρατορία διεθνής συγκυρία (απώλεια Κριμαίας και του ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας, απώλειες στα Βαλκάνια), οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του Σελίμ Γ΄ που τους έθιγαν άμεσα και οι ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές σε ένα κράτος που κατά τ’ άλλα ευαγγελιζόταν την ύπαρξη αυστηρών πολιτικο-θρησκευτικών διαχωρισμών μεταξύ μουσουλμάνων και μη, τους κατέστησαν πρωταγωνιστές της εξέγερσης. Επρόκειτο επομένως για έναν συνδυασμό πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που συνέτειναν στο ξέσπασμα του ρεμπελιού, ένα ξέσπασμα που σε τελευταία ανάλυση στρεφόταν εναντίον της διασάλευσης της παραδοσιακής τάξης, στην οποία οι γενίτσαροι κατείχαν σημαντική θέση. Για τους τελευταίους τη θέση αυτή απειλούσε πλέον το ίδιο το οθωμανικό κράτος, επιδιώκοντας τον παραμερισμό τους, αλλά και ο συσχετισμός των δυνάμεων που διαμορφώνονταν στην οθωμανική κοινωνία με την ανοχή της Υψηλής Πύλης και ο οποίος αναδείκνυε το ρόλο των μη μουσουλμάνων. Το γεγονός ότι τρεις μήνες μετά το ρεμπελιό στην Σμύρνη οι συγκρούσεις επαναλήφθηκαν αυτή την φορά στην Αλεξάνδρεια, όπου και εκεί ο στόχος ήταν οι μη μουσουλμάνοι και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, καταδεικνύει το μέγεθος των κοινωνικών εντάσεων.

Αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανική κυβέρνηση θα λάβει μέτρα, προκειμένου κυρίως να επιβάλει ξανά τον έλεγχο σε κοινωνικές ομάδες που είχαν- τυπικά ή όχι -ξεφύγει από το «ραγιαδιλίκι». Τα μέτρα αυτά εκτείνονταν από την ενίσχυση της οθωμανικής ναυτιλίας σε συνδυασμό με τον περιορισμό της ξένης προστασίας έως την  επαναφορά των περιοριστικών κανόνων ενδυμασίας για τους μη μουσουλμάνους. Τα μέτρα όμως ελήφθησαν πολύ αργά και ήταν αποσπασματικά. Σε τελευταία ανάλυση, δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν μια πορεία που είχε αρχίσει να διαγράφεται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 

Η Σοφία Λαΐου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ν. Κ.Χ. Κωστής, Σμυρναϊκά Ανάλεκτα. Το εν Σμύρνη ρεμπέλλιον του έτους 1797, εν Αθήναις 1904.

– I. Παπαγιαννόπουλος, «Νέο φως στο ρεμπελιό της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά Α΄(1938), 261-267.

-Ν. Βέης, «Το «μεγάλο ρεμπελλιό» της Σμύρνης κατά νεωτάτας έρευνας», Μικρασιατικά Χρονικά Δ΄ (1948), 411-422.

-Χ. Σολομωνίδης, Το θέατρο στην Σμύρνη, Αθήνα 1954.

– R. Clogg, «The Smyrna Rebellion of 1797: Some Documents from the British Archives», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 3 (1982), 71-125

– N. Ülker, «1797 Olayı ve İzmir΄in Yakılması», Tarih İncelemeleri Dergisi II (1984), 117-161.

– E. Frangakis-Syrett, The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century, Athens 1992.

-Λ. Χρηστάκης, Ο Νικήτας Νηφάκης και η «Ιστορία του Φραγκομαχαλά της Σμύρνης» (Το ρεμπελιό της Σμύρνης), Θεσσαλονίκη 1993.

-D. Goffman, «Izmir: from Village to Colonial Port City», στο E. Eldem-D. Goffman-B. Masters, The Ottoman City between East and West, Καίμπριτζ 1999, σ. 79-134.

-Ch. Philliou, «Mischief in the Old Regime: Provincial Dragomans and Social Change at the Turn of the Nineteenth Century», New Perspectives on Turkey 25 (2001), 104-121.

– C. Kafadar, “Janissaries and Other ‘Riffraff’ of Ottoman Istanbul: Rebels Without a Cause?”, B. Tezcan-K. Barbir (εκδ.), Identity and Identity Formation in the Ottoman World, Madison, Wisconsin 2007, σ. 113-134.